← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

IΣΤΟΡIΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (continued 2)

Reading edition

Εκείνας τας ημέρας έπεσεν εις χείρας των Ελλήνων επίσημός τις αναφορά του Κιουταχή προς τον αρχιβεζίρην, και ιδιόχειρος επιστολή αυτού πρός τινα Αλήαγαν@, ο εστί προς τον σουλτάνον καλυπτόμενον, κατά την κοινήν γνώμην, υπό το όνομα τούτο. Έλεγε δε η αναφορά, ότι το φρούριον των Αθηνών, ωκοδομημένον εφ' υψηλής και τραχείας πέτρας, ούτε υπόνομον υπεδέχετο ούτε έφοδον εφοβείτο· ότι πολυάριθμα στρατεύματα των απίστων συνηθροίσθησαν κατά τον ισθμόν, και 20 και 30 πλοία των περιέπλεαν· ότι δεν ευκαίρει να εφορεύη τα της πολιορκίας των Αθηνών, και αναγκαίον εθεώρει να παρευρίσκεται πάντοτε τολμηρός και εμπειροπόλεμος βεζίρης οποίος ο Καρύστιος Ομέρ-πασας· ότι επεσκεύασε δέκα μύλους πέριξ των Αθηνών, και ηναγκάζετο εις φύλαξιν αυτών να διατηρή ανά 80 και 100 στρατιώτας, και ότι ητοίμασεν επτά σχεδόν χιλιάδων εκλεκτόν στρατόν εις αποστολήν προς τον ισθμόν της Πελοποννήσου, αλλά δεν τον έστειλεν εισέτι δι' έλλειψιν τροφών.

Εψεύδετο ο Κιουταχής λέγων ότι ηναγκάζετο να διατηρή ιδιαιτέρας φρουράς εις φύλαξιν των μύλων, διότι ούτοι ήσαν τόσον πλησίον του στρατοπέδου, ώστε δεν είχαν χρείαν ιδίας φρουράς· δεν επεσκεύασε δε ειμή πέντε· ουδέ περιέπλεαν 20 και 30 πλοία κατ' εκείνα τα νερά, αλλά 3 μόνον.

Η δε ιδιαιτέρα του επιστολή, δι' ής απεκάλει τον άγνωστον Αλήαγαν «ζωοποιόν του αυθέντην», επανελάμβανε τα αυτά, και έλεγεν εν τέλει, ότι αναγκαιοτάτην εθεώρει την σύμπραξιν άλλου βεζίρη, όπως δυνηθή αυτός να προκαταλάβη τα προς τον ισθμόν στενά, εν όσω το εμπειροπόλεμον στράτευμα της στερεάς Ελλάδος ευρίσκετο εν Πελοποννήσω εξ αιτίας του κατά την Κόρινθον επικρατούντος εμφυλίου πολέμου· διότι, αν εξήρχετο και αυτό εις ενίσχυσιν του τακτικού, εματαιούντο όλοι οι κόποι του, εκινδύνευαν τα στρατεύματά του, και ουδείς θα διέμενε ραγιάς· αν δε διετηρείτο η στερεά Ελλάς υποτεταγμένη, υπέσχετο να εξουσιάση την Πελοπόννησον εντός δύο μηνών.

Εν τούτοις, δεν έπαυεν ο Κιουταχής να στενοχωρή τους εν τη ακροπόλει κανονοβολών και βομβοβολών καθ' ημέραν. Εξαιτίας της οχυράς θέσεώς της οι έγκλειστοι δεν εφοβούντο έφοδον· εβλάπτοντο όμως κανονοβολούμενοι και βομβοβολούμενοι διά το πετρώδες έδαφος και την στενήν περιφέρειάν της· εφοβούντο δε κυρίως την αφαίρεσιν των εν τω παρατειχίσματι πηγαδίων και της επί του Οδυσσέως ανακαλυφθείσης πηγής· διά τούτο προσείχαν εις φύλαξιν αυτών, και ιδόντες τους εχθρούς ανοίγοντας τάφρον εις κατασκευήν υπονόμων υπό το παρατείχισμα επέπεσαν την 26, τους απεδίωξαν, ήρπασαν τους επενδύτας και τα εργαλεία των και επανήλθαν εις την ακρόπολιν. Επίμονοι οι εχθροί εις τον σκοπόν των επανέλαβαν τας υπονομικάς εργασίας των, έσκαψαν βαθείαν τάφρον αρχομένην από των προπόδων του Αρείου πάγου και εκτεινομένην προς την μεσημβρινήν πλευράν του παρατειχίσματος και ήνοιξαν και τρεις υπονόμους υπό το θέατρον του Ηρώδου·

Σεπτέμβριος αλλ' οι περί τον Μακρυγιάννην, οι φυλάσσοντες το παρατείχισμα, έτρεψαν την νύκτα της 13 σεπτεμβρίου τους εργαζομένους εις φυγήν, ένωσαν την τάφρον, κατέστρεψαν τας υπονόμους, εφόνευσαν και εζώγρησάν τινας και επανήλθαν εις τα ίδια φέροντες τα προς μετακόμισιν χωμάτων καλάθια των εργαζομένων. Είς των Ελλήνων εφονεύθη και είς επληγώθη, όστις απέθανε μετ' ολίγας ημέρας. Την νύκτα δε της 17 οι Τούρκοι ώθησαν εις κυρίευσιν της πηγής και απεκρούσθησαν· την δε 19 ανέκτησαν την τάφρον όθεν απεδιώχθησαν την 13· αλλ' ο προσεκτικός και άοκνος υπονομοποιός Κώστας προείδε την συμβάσαν ανάκτησιν της θέσεως εκείνης, και προλαβών διώρθωσε μίαν των καταστραφεισών υπονόμων, ενέθεσε πυρίτιδα και την εσκέπασεν ώστε δεν εφαίνετο· προς δε το μεσονύκτιον, καθ' ήν ώραν ειργάζοντο οι εχθροί ανοίγοντες την παραχωθείσαν τάφρον, μετέδωκε το πυρ διά τινος αφανούς αγωγού και κατέστρεψε και τους εργάτας και τους φυλάττοντας αυτήν· εκραγείσης δε της υπονόμου έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς και τους απεμάκρυναν· θα εκυρίευαν δε και τα πλειότερα πυροβολοστάσια αυτών, αν η λειποταξία τινών των περί τον Γκούραν δεν έβαλλεν εις αταξίαν τους λοιπούς. Εν τοσούτω, και η προλαβούσα και η εσχάτη αύτη λειποταξία αποκατέστησαν απολύτως αναγκαίαν την εις την ακρόπολιν είσοδον άλλων στρατιωτών.

Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου διωργανίσθη εκ νέου σώμα των Επταννησίων, και αρχηγός ανηγορεύθη ο εν τη ακροπόλει ιθακήσιος Ευμορφόπουλος. Ούτος και ο Γκούρας έγραψαν τη επιτροπή των Επταννησίων και τη κυβερνήσει επικαλούμενοι την εις την ακρόπολιν ταχείαν άνοδον του σώματος τούτου, εξαπέστειλαν δε προς τον αυτόν σκοπόν και τον συναγωνιστήν των και συγγενή του Γκούρα Μαμούρην. Οι Επταννήσιοι υπήκουσαν προθύμως, και συνοδευόμενοι υπό τινων Μεγαρέων και άλλων απέβησαν την 12 είς τι μέρος της Αττικής κατά την Αλικήν, και οδοιπορούντες υπό την οδηγίαν του Μαμούρη έφθασαν πλησίον της ακροπόλεως, αφ' ού ενύκτωσεν· αλλ' οι συνοδοιπόροι των, δειλιάσαντες καθ' οδόν, δεν συνακαλούθησαν· κατέλαβε δε τους Επταννησίους και το φως της σελήνης, διά τούτο μετέβησαν αυτονυκτί εις Καράν αναβαλόντες εις την ακόλουθον νύκτα την εις την ακρόπολιν άνοδον· αλλ' ιδόντες εκείθεν τα χαρακώματα των εχθρών, νομίσαντες το μέρος δι' ού έμελλαν να εισέλθωσιν αδιάβατον, και υποπτεύσαντες ότι τους είδαν οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν την επελθούσαν νύκτα προς το μέρος όπου απέβησαν, και, ευρόντες εκεί τους καθ' οδόν εγκαταλιπόντας αυτούς συνοδοιπόρους, επέρασαν όλοι την 14 εις Σαλαμίνα, όπου συμπαρέλαβαν 120 Στερεοελλαδίτας, προς 100 και 150 γρόσια στρατολογηθέντας, εμβήκαν όλοι, ως 250, υπό την οδηγίαν του Μαμούρη εις το πλοίον του Χατσή-Αλεξανδρή, και απέπλευσαν εξ Αμπελακίων την 27 περί την γ' ώραν της νυκτός· συνέπλεαν δε και οι περί τον Κριεζώτην, σκοπεύοντες να προστατεύσωσι την απόβασιν αυτών, αν παρενέπιπτέ τι πρόσκομμα. Την η' ώραν έφθασαν παρά την Μουνυχίαν, όπου μη ευρόντες εχθρόν απέβησαν ανεμπόδιστοι· χωρισθέντες δε από των περί τον Κριεζώτην, μεινάντων επί του πλοίου, ώδευσαν προς το φρούριον. Έν τέταρτον της ώρας μακράν αυτού ιδόντες οι προπορευόμενοι ικανούς ιππείς βαδίζοντας την αυτήν οδόν παρεμέρισαν και έπεσαν κατά γης· διέβησαν μετ' ολίγον την αυτήν οδόν και άλλοι εχθροί· υπό το σκότος δε της νυκτός ούτε οι πρώτοι ούτε οι δεύτεροι είδαν τους προς την ακρόπολιν οδεύοντας· αλλ' ούτοι φοβηθέντες εστράφησαν, οι μεν οπισθοδρομούντες εις τον τόπον της αποβάσεώς των, οι δε αναβαίνοντες τον Υμηττόν. Οι Τούρκοι, νοήσαντές τους εκ της ποδοβολής, τους κατεδίωξαν σποράδην, διαρκούσης της νυκτός· ημέρας δε γενομένης, εφάνησαν οι πλείστοι των φυγόντων προς το παραθαλάσσιον, ανακαλούντες διά σημείων το απάραν ήδη πλοίον και φέρον τους περί τον Κριεζώτην. Το πλοίον επανέπλευσε και παρέλαβε τους επί του παραθαλασσίου σώους· εκ δε των λοιπών, επτά εκλείσθησαν εν τη προς τους τρεις Πύργους μικρά εκκλησία, και εξ αυτών οι έξ απωλέσθησαν· ο δε έβδομος, ο Ανδρέας Κόνταρης, ριφθείς εις την θάλασσαν γυμνός, διεσώθη εις το πλοίον. Περιφερόμενοι οι εχθροί επορεύθησαν και προς την Αλικήν εις ανίχνευσιν άλλων, και ηύραν επί νησιδίου πλησίον της ξηράς 22. Ούτοι οχυρωθέντες επολέμησαν θαρραλέως και ευτυχώς δι' όλης της ημέρας· νυκτός δε γενομένης, ήλθαν τινες των εν τω πλοίω επί δύο λέμβων και τους έσωσαν· αφ' ού δε οι μη εκτελέσαντες το σκοπούμενον συνήχθησαν εις Σαλαμίνα ευρέθησαν 30 ολιγώτεροι. Τοιουτοτρόπως απέτυχεν η εις ενίσχυσιν της φρουράς της ακροπόλεως δευτέρα αύτη απόπειρα· οι δε έγκλειστοι, εν ώ εζήτουν έξωθεν βοήθειαν, έπαθαν αίφνης το εξής πάθημα.

Την 30 σεπτεμβρίου διενυκτέρευεν ο Γκούρας έξω του παρατειχίσματος παρατηρών τα κινήματα των εχθρών, εμποδίζων την επικρατούσαν λειποταξίαν των στρατιωτών, και τουφεκίζων εκ διαλειμμάτων τα πλησίον εχθρικά χαρακώματα. Τουφεκίσαντος δε προς το μεσονύκτιον, εχθρός τις οδηγηθείς υπό του εν τη εστία αναλάμψαντος πυρός, μη διαδοθέντος και εντός του σωλήνος, εσφαιροβόλησε τον Γκούραν εις τον μήλιγγα και τον έρριψε νεκρόν· οι δε περί αυτόν στρατιώται μετεκόμισαν το σώμα του αταράχως εντός του παρατειχίσματος, και το πρωί το ανεβίβασαν εις την ακρόπολιν και το έθαψαν έμπροσθεν του παρθενώνος, αφ' ού ετελέσθησαν τα νενομισμένα. Η γυνή του έδειξεν επί τω θανάτω του και φρόνησιν και γενναιότητα· ιδούσα τους στρατιώτας κλαίοντας, «Τι κλαίετε»; τοις είπε, «σεις εθανατώσατε τον άνδρα μου λειποτακτούντες· αν σας τύπτη τα συνειδός ως αιτίους της χηρείας μου, αλλάξατε διαγωγήν, και μη θελήσετε να φονεύσετε και την γυναίκα του τα αυτά πράττοντες»· κατενύχθησαν οι παρεστώτες επί τοις λεγομένοις, ωρκίσθησαν επί του Ευαγγελίου και της εικόνος του Χριστού να φυλάξωσι πίστιν εις την γυναίκα του αρχηγού των μαχόμενοι, και ετήρησαν τον όρκον των. Καθ' όλον δε το διάστημα της πολιορκίας της πόλεως και της ακροπόλεως μέχρι του θανάτου του Γκούρα ερρίφθησαν υπό μεν των πολιορκούντων 6325 κανονόσφαιραι και βόμβαι, υπό δε των πολιορκουμένων 1191· οι δ' εντός της ακροπόλεως φονευθέντες εν τω διαστήματι τούτω ελογίσθησαν εκατόν.

Έχοντες δε πάντοτε κατά νουν οι πολιορκηταί την αφαίρεσιν του νερού, εμελέτησαν να κυριεύσωσιν εξ εφόδου την έμπροσθεν της πηγής οχυρωθείσαν θέσιν του Λεονταρίου, και οι Αλβανοί ανεδέχθησαν τον αγώνα. Οι Έλληνες υπώπτευσαν το μελετώμενον και υποσκάψαντες υπόνομον την προετοίμασαν εις έξαψιν καθ' ήν στιγμήν θα επάτουν την θέσιν εκείνην οι εχθροί.

Οκτώβριος Πριν δ' εξημερώση η 6 Οκτωβρίου, ώρμησαν οι Αλβανοί, προηγουμένου εφίππου του φρουράρχου των Αθηνών. Προθέμενοι οι Έλληνες να παγιδεύσωσι τους εχθρούς απεμακρύνθησαν μετά μικράν αντίστασιν, βαλόντες πυρ εις την υπόνομον· αλλ' υγρανθείσης της πυρίτιδος εκ της πολυκαιρίας, η υπόνομος δεν εξερράγη· οι δ' Έλληνες, κυλίοντες βόμβας, ηνάγκασαν τους εχθρούς να εγκαταλείψωσι την θέσιν εκείνην, διότι διαρρηγνύμεναι προ των ποδών αυτών εθανάτωσάν τινας, εν οίς και τον φρούραρχον. Μετά την αποτυχίαν ταύτην απεφάσισαν οι αρχηγοί να επιχειρήσωσι δι' εφόδου την άλωσιν του παρατειχίσματος, και υπεσχέθησαν πλουσίας αμοιβάς τοις προαιρουμένοις ν' αναδεχθώσι την ανάβασιν· την ανεδέχθησαν οι Γκέγκαι μυκτηρίζοντες τους Αλβανούς ως αναξίους φανέντας εις κυρίευσιν του Λεονταρίου· αφ' ού δε ητοιμάσθησαν, ώρμησαν αίφνης την 7 περί την δ' ώραν, εκυρίευσαν έν των πλησίον του παρατειχίσματος οχυρωμάτων και κατέλαβαν και το στόμα υπονόμου τινός, καθ' ήν ώραν συνέπεσε να ενευρεθή ο υπονομοποιός Κώστας επιτηρών την κατασκευήν της. Ιδών δε ο το παρατείχισμα φυλάττων Μακρυγιάννης τον κίνδυνον του υπονομοποιού, εξήλθεν εις αντίληψίν του παραλαβών τους περί αυτόν Αθηναίους. Εξήλθαν μετ' ολίγον καί τινες άλλοι, και συγκροτήσαντες δίωρον μάχην, κανονοβολούντων και βομβοβολούντων και των εν τη ακροπόλει, απεδίωξαν τους εχθρούς, και διέσωσαν τον κινδυνεύοντα πολύτιμον συναγωνιστήν των. Επιμένοντες οι εχθροί εις την εκτέλεσιν του σκοπού των κατέφυγαν προς αποφυγήν του πυρός υπό τας στοάς του θεάτρου καιροφυλακτούντες να εισπηδήσωσιν· αλλ' οι Έλληνες, κρεμώντες άνωθεν βόμβας, αναμμένων των φυτιλίων, και ρίπτοντες και άλλας εμπρηστικάς ύλας, έβλαψαν πολλούς και ηνάγκασαν τους λοιπούς, ελθούσης της νυκτός, να εξέλθωσι των στοών δρομαίοι· τέσσαρες αυτών έπεσαν επί της εξόδου των^ οι δε φιλέκδικοι Αλβανοί, οι ονειδισθέντες έτι τη εις κυρίευσιν του Λεονταρίου αποτυχία, βλέποντες άνωθεν του Μουσείου όσα υπέφεραν οι υπό τας στοάς καταφυγόντες συνάδελφοί των Γκέγκαι, αντί να κινηθώσιν εις συμπάθειαν, εκάγχαζαν εμπαίζοντές τους. Πολλαί βόμβαι και κανονόσφαιραι ερρίφθησαν την ημέραν εκείνην επί την ακρόπολιν, δέκα Έλληνες εφονεύθησαν και πολλοί επληγώθησαν, εν οίς και ο Μακρυγιάννης εις την κεφαλήν. Την δε επιούσαν νύκτα ήναψεν ο Κώστας την υπόνομον, εν ή ευρέθη επί της εφόδου, ώρμησαν οι Έλληνες μετά την εκραγήν αυτής, και οι εχθροί έπαθαν και την ημέραν εκείνην.

Εν ώ δε οι εν τη ακροπόλει ηγωνίζοντο ευτυχώς τον αγώνα τον καλόν και ερριψοκινδύνευαν, τα ελληνικά στρατεύματα εκάθηντο αργά τήδε κακείσε, και οι αρχηγοί των εφιλονείκουν ανοήτως προς αλλήλους· τινές δε αυτών, οι αφρονέστεροι, υπεστήριζαν τον εν τη επαρχία της Κορίνθου εκραγέντα αισχρόν πόλεμον. Εις διατήρησιν της ακροπόλεως εχρειάζετο απαραιτήτως να εισέλθη νέα δύναμις· αλλά δις εματαιώθη η απόπειρα της εισόδου των Επταννησίων, διότι η περιφρουρούσα την ακρόπολιν εχθρική γραμμή εφαίνετο αδιάσπαστος. Έπρεπε ν' αναγκασθή ο Κιουταχής δι' άλλων αλλού κινημάτων των Ελλήνων να ολιγοστεύση την εκεί παραφυλάττουσαν πολλήν δύναμιν, ώστε να δυνηθώσιν οι Έλληνες να εισδύσωσιν. Εθεώρησε και ο Φαβιέρος αρμόδιον τον καιρόν εκείνον να πέση εξ απροόπτου εις Θήβας, όπου εφέδρευαν πάντοτε εχθροί. Διά τον διττόν τούτον σκοπόν απεφασίσθη τα στρατεύματα να κινηθώσι, και ο μεν Φαβιέρος, παραλαβών τα δύο τάγματα εκ 1000 στρατιωτών, τας δύο ίλας εξ 80 ιππέων, τον λόχον του πυροβολικού εξ άλλων τόσων κανονοβολιστών, τον λόχον των φιλελλήνων και 4 κανόνια ελαφρά, μετέβη εις Μέγαρα, συμπαρέλαβε και άλλους 600 ελαφρούς υπό τον Καλλέργην και τον Στέφον, και αναχωρήσαντες όλοι εκείθεν έφθασαν την νύκτα της 9 εις Ασωπόν ποταμόν, μίαν ήμισυ ώραν μακράν της πόλεως των Θηβών. Μετά δύο ημέρας εξεστράτευσαν και οι περί τον Καραϊσκάκην προς αντιπερισπασμόν των περί την ακρόπολιν εχθρών, και φθάσαντες περί την ε' ώραν της νυκτός κάτωθεν του Μενιδίου ετουφέκισαν. Ο δε Κριεζώτης, ο Μαμούρης και ο Τσουράς μετά των περί αυτούς και μετά τινων Επταννησίων, όλων 300, εμβάντες εις το πλοίον του Χατσή Αλεξανδρή και εις άλλα πλοιάρια, απέπλευσαν την αυτήν ημέραν καθ' ήν εξεστράτευσεν ο Καραϊσκάκης εξ Αμπελακίων επί σκοπώ να εισδύσωσιν εις το φρούριον. Αλλ' εν ώ ανεπαύοντο οι περί τον Φαβιέρον αναμένοντες την ανατολήν της σελήνης ίνα πέσωσιν εις Θήβας, ήλθαν προς αυτόν ο Καλλέργης και ο Στέφος αναγγέλλοντες ότι οι στρατιώται των ελειποτάκτησαν. Ο Φαβιέρος, επιμένων εις τον σκοπόν του, απεφάσισε να κινηθή έχων μόνους τους τακτικούς· αλλ' η λειποταξία των ατάκτων εψύχρανε την ζέσιν των τακτικών, εξ ών ελειποτάκτησάν τινες υπό το σκότος της νυκτός· ώστε ο Φαβιέρος ηναγκάσθη να επανέλθη άπρακτος και αγανακτών εις Μέγαρα.

Οι δε περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έφθασαν εις το παράλιον των τριών Πύργων μετά το μεσονύκτιον, ό εστιν αφ' ού ετουφέκισαν οι εν Μενιδίω και είλκυσαν προς εκείνο το μέρος τινάς των εχθρών. Αποβάντες δε επί της ξηράς ώδευσαν ανενόχλητοι προς την ακρόπολιν, έως ου έφθασαν υπό το Μουσείον· τότε η φυλακή της θέσεως εκείνης, ακούσασα ποδοβολήν, ηρώτησε δις τους ερχομένους ποίοι ήσαν· μη λαβούσα δε απάντησιν ετουφέκισεν· αλλ' έως ου εξυπνήσωσιν οι άλλοι επί τω τουφεκισμώ, οι περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έδραμαν και ανέβησαν σώοι όλοι και αβλαβείς εις την ακρόπολιν προς ανεκλάλητον χαράν των εν αυτή· την δε ακόλουθον νύκτα άναψάν τινα υπόνομον ετοίμην, εξώρμησαν μετά την έκρηξιν αυτής, εδίωξαν τους εχθρούς από του προς την ακρόπολιν περιχαρακώματος, και κατηδάφισαν πολύ μέρος αυτού· μαχόμενοι δε υπό το σκότος της νυκτός και αγνοούντες ως νεήλυδες τους συνεξορμήσαντας συναδέλφους των, εθανάτωσαν τρεις εξ αυτών και επλήγωσαν οκτώ.

Αφ' ού δε οι τριακόσιοι εισήλθαν εις την ακρόπολιν, οι Τούρκοι εβάθυναν την μεταξύ του Μουσείου και του παρατειχίσματος τάφρον εις εμπόδιον πάσης εις το εξής διοδείας, ανύψωσαν χώματα, και επεσώρευσαν κλάδους δένδρων επί των χειλέων. Ησχολήθησαν δε και εις κατασκευήν νέας υπονόμου προς ανατροπήν του παρατειχίσματος· αλλ' οι Έλληνες υπέσκαψαν ανθυπόνομον, και έτοιμοι να εφορμήσωσιν επί τη εκραγή, άναψαν δις την 24 προς το μεσονύκτιον το φυτίλιον, αλλ' εσβέσθη· τότε εξώρμησαν, απήλασαν τούς εχθρούς από των

προς το παρατείχισμα οχυρωμάτων, εφόνευσάν τινας, και συνέλαβαν και 16 εργάτας· αλλ' έπαθαν και αυτοί όσην ζημίαν δεν έπαθαν άλλοτε· εννέα εθανατώθησαν, και οκτώ επληγώθησαν.

Ο δ' εχθροί ματαιωθέντων εκ νέου των εις κυρίευσιν του παρατειχίσματος έργων του, επανέστρεψε την προσοχήν του επί το περικλείον την πηγήν τείχισμα και επεχείρησε να το υποσκάψη, αρξάμενος από του ναού της Υπαπαντής. Αλλ' ο πολυμήχανος Κώστας, ανθυπανομεύσας, εματαίωσε πάλιν τα σχέδιά του. Απελπισθέντες τότε οι εχθροί του να επιτύχωσι δι εκείνου του μέρους, ητοίμασαν άλλην υπόνομον δέκα οργυιάς μακράν, ενέθεσαν 2800 οκάδας πυρίτιδος, και την 10 νοεμβρίου α' ώραν μετά το μεσονύκτιον, αφ' ού εκανονοβόλησαν τρις, και έδωκαν το σημείον ν' απομακρυνθώσιν οι επί του Αρείου-πάγου και οι περί τον ναόν της Υπαπαντής, όπου το φυτίλιον της προετοιμασθείσης υπονόμου, οικείοι των, και αφ' ού συνήχθησαν πάμπολλοι επί του Μουσείου ίνα ίδωσιν εξ ύψους το αποβησόμενον, και επί τη καταστροφή του τειχίσματος εφορμήσωσιν εις κυρίευσιν της ακροπόλεως, έβαλαν πυρ εις την υπόνομον· ήσαν δε τόσον βέβαιοι ότι το ήμισυ της ακροπόλεως θα κατεκυλίετο και θα κατεπλάκονε μέρος της πόλεως, ώστε πολλοί των εν ταύτη απεμακρύνθησαν. Εσείσθη τω όντι η ακρόπολις επί τη εκρήξει, αλλά δεν επήλθεν η προσδοκωμένη καταστροφή, διότι ο προνοητικός Κώστας επρόλαβε και ήνοιξε πέριξ αυτής δώδεκα λάκκους εννέα οργυιάς βαθείς, δι' ών η υπόνομος εξεθύμανε. Την δε 19 εφάνησαν επί του Αρείου-πάγου δύο δυστυχείς Έλληνες σουβλισμένοι απέναντι της ακροπόλεως. Εφρύαξαν οι εν αυτή επί τη φρικτή ταύτη θέα και συλλαβόντες τους εγκλείστους Τούρκους, όλους 18, τους εκρέμασαν την νύκτα της 23 πέριξ της ακροπόλεως μηδέν πταίσαντας, εν οίς και τον άλλοτε συλληφθέντα αρχιπυροβολιστήν του Κιουταχή καί τινα Αλβανόν, Ισούφ Δεβένην, διοικητήν άλλοτε του Λιδωρικίου, καλοκάγαθον άνδρα, αναιδώς χλευασθέντα προ του θανάτου και σκληρώς βασανισθέντα. Τοιουτοτρόπως τα φρικτόν και ασυλλόγιστον ανοσιούργημα του Κιουταχή επί βλάβη των Ελλήνων, έπεσεν επί τας αθώας κεφαλάς των δυστυχών ομοπίστων του.

Εν τούτοις, ο εχθρός υπέσκαψεν άλλην υπόνομον προς την Υπαπαντήν, και το εσπέρας της 24 την άναψεν· αλλά και αυτήν ο Κώστας εξησθένισεν· εσείσθησαν εν τοσούτω επί τη εκρήξει και ταύτης τα πέριξ, εσείσθη ολίγον και η ακρόπολις, έπεσαν τοίχοι τινων των πλησίον της Υπαπαντής οικιών καί τινες άνθρωποι απωλέσθησαν. Μετά τας αλλεπαλληλους ταύτας αποτυχίας οι εχθροί έπαυσαν υπονομεύοντες.

Εν τοσούτω η λύσις της πολιορκίας ούτε κατωρθούτο ούτε κατορθωτή εφαίνετο διά των αμέσων προσβολών· και ο μεν Κωλέττης εστάλη εις Σκόπελον, Σκιάθον και Σκύρον προς σύναξιν των εν εκείναις ταις νήσοις διεσπαρμένων θετταλομακεδόνων και κατοχήν των Θερμοπυλών, και συνεπεστάλησαν και δύο πλοία, το του Λεμπέση και το του Κυριακού· ο δε Καραϊσκάκης ανεδέχθη να εκστρατεύση εις άλλας επαρχίας της Ανατολικής Ελλάδος προς αποδίωξιν των εν αυταίς οθωμανικών φρουρών και εμψύχωσιν και ανέγερσιν των υποταχθέντων λαών· έπλευσαν δε και δύο γολέτται, η του Ανδριανού και η του Δημήτρη Κριεζώτη, εις τον ερετριακόν κόλπον προς εμπόδιον της εις το εν Αθήναις εχθρικόν στρατόπεδον δι' εκείνου του μέρους σιταγωγίας. Και τα μεν δύο ταύτα πλοία απεβίβασαν εις Κάλαμον ους έφεραν στρατιώτας επί καταστροφή των εκεί μύλων του εχθρικού στρατοπέδου· απέκλεισαν δε εν τω λιμένι του Ωρωπού τρία εχθρικά πλοία εκπλεύσαντα της Χαλκίδος και καταφυγόντα εκεί δια τον φόβον των ελληνικών. Καθ’ άς δε ημέρας το του Κριεζώτη πλοίον απέκλειε την Κάρυστον, επέπλευσαν μία εχθρική γολέττα και μία λεύκα ένοπλοι, αλλ' έδραμεν εις βοήθειάν του η εν Ωρωπώ γολέττα του Ανδριανού, και τα εχθρικά πλοία φοβηθέντα κατέφυγαν εις Μάρμαρι, απεβίβασαν οι εν αυτοίς τα κανόνιά των, και κατέλαβαν δυνατάς θέσεις εις υπεράσπισιν των πλοίων· απεβίβασαν και οι ημέτεροι κανόνια και στρατιώτας, και ώρμησαν διά ξηράς και θαλάσσης κατά των εναντίων· αλλ' ήλθαν και άλλοι Τούρκοι, και οι αποβάντες Έλληνες επανήλθαν εις τα πλοία των, απολέσαντες δύο συναγωνιστάς.

Νοέμβριος Ο δε Κωλέττης και 1500 θετταλομακεδόνες, ους συνέλεξεν αποπλεύσαντες την 3 νοεμβρίου αφίχθησαν την 5 εις Ταλαντονήσι επί των υπό τας διαταγάς αυτού δύο πολεμικών πλοίων και πολλών άλλων πλοιαρίων των οπλαρχηγών. Συμπαρηκολούθουν δε καί τινες φιλέλληνες, εν οίς και ο Βουτιέρος, αρχηγός 80 τακτικών, ους εστρατολόγησεν, ώπλισε και εμίσθωσε διά χρημάτων του εν Ρωσσία φιλογενούς Καλλέργη. Οι Θετταλομακεδόνες ήσαν υπό διαφόρους οπλαρχηγούς· δύο δε υπερείχαν, ο Καρατάσος και ο Γάτσος· αλλ' οι δύο ούτοι δύο ημέρας εφιλονείκουν περί της αρχηγίας· διά τούτο οι μεν περί τον Γάτσον απέβησαν, οι δε περί τον Καρατάσον έμειναν εν τοις πλοίοις, μη θέλοντες να συμπράξωσιν.

Υπήρχαν εν Ταλαντίω εχθρικαί αποθήκαι και 200 Τούρκοι φυλάττοντες αυτάς. Εις άλωσιν αυτών εξεστράτευσαν οι περί τον Γάτσον την νύκτα της 8· αλλ’, εν ώ επλησίαζαν οδεύοντες παρά τους πρόποδας των βουνών, εξεφανερώθησαν το πρωί επί της από Λεβαδείας οδού χίλιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Μουστάμπεην σταλέντες παρά του Κιουταχή μαθόντος την εκστρατείαν ταύτην. Κατεταράχθησαν οι μηδέν τοιούτον προσδοκώντες Έλληνες, και οι μεν έφυγαν οι δε ετοποθετήθησαν εν τοις παρακειμένοις λόφοις· ο δε Γάτσος και 30 στρατιώται εκλείσθησαν εν παλαιά τινι εκκλησία. Επεξήλθαν οι εν Ταλαντίω εχθροί, ο πόλεμος ήρχισε σποράδην, και οι Έλληνες έπαθαν πολλήν ζημίαν. Εφονεύθησαν οι αρχηγοί, Άγγελος, Καλαμίδας, Κοντός, Χαμακιώτης, και 37 στρατιώται· εφονεύθη και ο Σακκελίωνος, ο άλλοτε αρειοπαγίτης· συνελήφθη δε ζων και ο Θανάσης Εμμανουήλ Παπάς· τα δε πτώματα όλων των φονευθέντων έμειναν υποχείρια των εχθρών, και μόλις διεσώθησαν οι πληγωθέντες 32, εν οίς και ο Βελέντσας. Ο δε Γάτσος και οι συν αυτώ εχάνοντο και εκείνοι, αν δεν επρόφθαναν οι περί τον Αποστολάραν και τον Τσάμην Καρατάσον να τους λυτρώσωσι. Μετά την ήτταν ταύτην όλοι οι Θετταλομακεδόνες επανήλθαν εις τα πλοία των, και ολιγωρούντες τας διαταγάς του Κωλέττου απέπλευσαν εις τα ίδια και διεσκορπίσθησαν.

Αφειδώς καταναλώσαντες την πυρίτιδα οι εν τη ακροπόλει των Αθηνών εις συνεχείς πυροβολισμούς και κατ' εξοχήν εις υπονομικάς εργασίας, και φοβούμενοι μη, παραταθείσης της πολιορκίας, υποστώσι παντελή στέρησιν αυτής, επεκαλέσθησαν, μεσούντος του νοεμβρίου, την αντίληψιν της κυβερνήσεως. Το έργον αποστολής πυρίτιδος ήτο δεινόν· τάφροι και χάρακες εζώννυαν την ακρόπολιν και οι εχθροί περικαθήμενοι ηγρύπνουν μετά την επιτυχή είσοδον των περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς. Πρόθυμος η κυβέρνησις εις αντίληψιν των πολιορκουμένων έστρεψε τα όμματά της προς τον Φαβιέρον και μετεκαλέσατο αυτόν, καθήμενον αργόν εν Μεθένοις ως μη θέλοντα να συμπολεμή μετά των ατάκτων μετά την εκ της λειποταξίας των αποτυχίαν της εις Χαϊδάρι και Θήβας εκστρατείας του, και ως μη δυνάμενον να επιχειρήση τι επί του παρόντος διά μόνων των τακτικών του. Ο Φαβιέρος ανεδέχθη το επικίνδυνον τούτο έργον, και επιστρέψας εις Μέθενα παρέλαβε 430 εκ των εκλεκτοτέρων στρατιωτών του, 60 πυροβολιστάς και 40 φιλέλληνας, όλους 530, και κατασκευάσας ισαρίθμους σάκκους έβαλεν εν ολίγοις μεν αυτών ανά 500 πυρολίθους, εν τοις πολλοίς δε ανά οκτώ οκάδας πυρίτιδος.

Δεκέμβριος Αφ' ού δε τα πάντα ητοιμάσθησαν, απέπλευσαν οι 530 την 28 υπό την οδηγίαν του αρχηγού των επί του πλοίου του Χατσή-Αλεξανδρή, κατευωδώθησαν την 1 δεκεμβρίου, νυκτός γενομένης, εις τους τρεις Πύργους, άφησαν σχεδόν όλοι εν τω πλοίω τα σκεύη των, διότι σκοπόν είχαν, αφ' ού φέρωσι τα πελεμεφόδια εις την ακρόπολιν, ν' αναχωρήσωσιν, ενωτοφόρησεν έκαστος των αξιωματικών και των στρατιωτών ανεξαιρέτως τον σάκκον του, και προ του μεσονυκτίου εκίνησαν προς την ακρόπολιν. Το κινδυνώδες τούτο επιχείρημα ήτο και κατ' άλλον λόγον κινδυνωδέστατον, διότι οι σάκκοι ήσαν κατεσκευασμένοι εκ λεπτού πανίου, και αν είς άναπτε καθ' οδόν, όλοι θ' άναπταν και θα έκαιαν τον στρατόν οδεύοντα εις πυκνήν φάλαγγα. Ένεκα τούτου, εξαιρέσας ο Φαβιέρος τους συνακολουθούντας φιλέλληνας και τους πυροβολιστάς, διέταξε να μη φέρη άλλος γεμάτον τουφέκι.

1826-27

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ'.

Εκστρατεία Καραϊσκάκη — Τα εν απουσία αυτού κατά τας Αθήνας, και η εις Αττικήν επάνοδός του.

Οκτώβριος ΜΕΣΟΥΝΤΟΣ του Οκτωβρίου ηύξησε το εν Ελευσίνι υπό τον Καραϊσκάκην στρατόπεδον εις 4500· οι συγκροτούντες αυτό ήσαν οι εμπειροπολεμώτεροι των Ελλήνων, εν οίς και τα λείψανα της ενδόξου φρουράς του Μεσολογγίου, και ο επ' ανδρία μεταξύ των Πελοποννησίων οπλαρχηγών διακρινόμενος Νικήτας, και ικανοί Σουλιώται, αν και απαρεσκόμενοι να συνεκστρατεύωσιν υπό μη Σουλιώτην. Επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να πείση και τον Φαβιέρον να συνακολουθήση· αλλά δι' ά διηγήθημεν ήδη μεταξύ τακτικών και ατάκτων επί των δύο εκστρατειών εις Χαϊδάρι και Θήβας συμβάντα δεν εισηκούσθη· μετεχειρίσθη έπειτα πλαγίους τρόπους ίνα του αποσπάση τους ιππείς και επέτυχεν· αλλά δραμόντες οι αξιωματικοί κατόπιν τους επανήγαγαν υπό την σημαίαν των.

Προετοιμασίας δε ο Καραϊσκάκης τα της εκστρατείας του άφησεν εις φύλαξιν της Ελευσίνος και Σαλαμίνος και εις συστολήν των πολιορκητών της ακροπόλεως τον Βάσσον μετά των περί αυτόν και τους Δεβενοχωρίτας, και την 25 εξεστράτευσε μετά 3000, και οδεύων διά Κουντούρων και Κάζας έφθασε το εσπέρας της 27 εις Δοβρέναν. Ιδόντες δε αυτόν ερχόμενον οι εν τω χωρίω εκείνω 300 εχθροί, εκλείσθησαν εντός τριών δυνατών πύργων. Οι Έλληνες επάτησαν το χωρίον, και αρπάσαντες 35 ίππους και ημιόνους και διάφορα σκεύη των εχθρών εξήλθαν και επορεύθησαν αυτονυκτί εις το πλησίον χωρίον, Κακόσι· την δε επαύριον επανήλθαν εις Δοβρέναν, και μετακομίσαντες έν κανόνι από τινος εν τω λιμένι του χωρίου πλοίου εκανονοβόλουν τους πύργους. Την αυτήν ημέραν ήλθαν εκ Θηβών ιππείς τινες προς βοήθειαν των εν Δοβρένα πολιορκηθέντων, και αντικρουσθέντες έφυγαν άπρακτοι· την δε 30 απεστάλησαν 180 στρατιώται υπό τον Γιαννάκην αδελφόν του Οδυσσέως εις Ζαγαράν, αλλ' οι εχθροί επιπεσόντες αίφνης εφόνευσαν 20, διεσκόρπισαν τους λοιπούς, και συνέλαβαν και τον δυστυχή αρχηγόν αυτών ασθενούντα και τον εφόνευσαν.

Νοέμβριος Την 2 νοεμβρίου ήλθαν εκ δευτέρου προς βοήθειαν των πολιορκουμένων 300 ιππείς, αλλ' ετράπησαν και τότε· την επαύριον προς το εσπέρας ήλθαν 1000 ιππείς και πεζοί υπό τον Μουστάμπεην, φέροντες τροφάς εις χρήσιν των εν τοις πύργοις αποκλεισθέντων, και διενυκτέρευσαν εν τη μονή της Μακαριώτισσας μίαν ώραν μακράν της Δοβρένας· ανατείλαντος δε του ηλίου, εισήλθαν εις το χωρίον, και ιδόντες τους Έλληνας ελθόντας κατόπιν αυτών και οχυρωθέντας πλησίον επεξήλθαν· και κατ' αρχάς μεν τους απώθησαν πληγώσαντες 5 εξ αυτών· μετά ταύτα δε ωπισθοδρόμησαν και εκλείσθησαν εντός των οικιών του χωρίου· η μάχη διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, και προ του τέλους, ήλθε βοήθεια εις τους εχθρούς εξ Αθηνών. Μετά δύο δε ή τρεις ημέρας εστράτευσεν ο Μουστάμπεης εις Ταλαντονήσι, γνωστής γενομένης της εκεί αποβάσεως των Θετταλομακεδόνων· απέμειναν δε οι κατέχοντες τους πύργους καί τινες άλλοι εν τω χωρίω, οι πλείστοι ιππείς. Την δε 11 ήλθεν εις το ελληνικόν στρατόπεδον το άτακτον ελληνικόν ιππικόν υπό τον Χατσή-Μιχάλην· νυκτός δε γενομένης, υπήγεν ο Σουλτάνης μετ' ολίγων στρατιωτών εις τας αμπέλους της Δοβρένας προς ένεδραν· εξήλθαν του χωρίου 15 Τούρκοι ιππείς, και συναπαντήσαντες τους ενεδρεύοντας ετουφεκίσθησαν. Ακούσαντες άλλοι Έλληνες τον τουφεκισμόν έτρεξαν κατ' εκείνο το μέρος· έτρεξαν και άλλοι Τούρκοι, επολέμησαν, εσκοτώθησαν 22 Τούρκοι και 7 Έλληνες, και επληγώθησαν εξ αμφοτέρων 10. Εθρήνησεν ο στρατός την ημέραν εκείνην τον θάνατον του Σουλτάνη, ενός των ανδρειοτέρων της φρουράς του Μεσολογγίου, τετράκις πληγωθέντος. Ο δε Καραϊσκάκης μη θέλων να χρονοτριβήση περαιτέρω εις κυρίευσιν των τριών πύργων, ανεχώρησε την νύκτα της 14 πανστρατιά, και φθάσας εις Χώστια ενδιενυκτέρευσεν. Οδεύσας δε δι' όλης της επελθούσης ημέρας έφθασε περί την α' ώραν της νυκτός εις το μοναστήριον του Δομπού, όπου αφήσας 100 στρατιώτας υπό τον Νικολόν Μπαρμπιτσώτην ανεχώρησε την επαύριον. Την αυτήν ημέραν υπήγαν προς το μοναστήριον 1000 Τούρκοι πεζοί και ιππείς, οι μεν εκ Θηβών, οι δε εξ Αθηνών, και προσέβαλαν τους Έλληνας· προς το εσπέρας δε υπήγαν εις το μετόχιον του μοναστηρίου, διενυκτέρευσαν, και την επαύριον ανεχώρησαν εις Λεβαδείαν· την ακόλουθον ημέραν υπήγαν πάλιν 80 ιππείς κατά των εν τω μοναστηρίω. Ούτοι ιδόντες τόσον ολίγους υπώπτευσαν στρατήγημα και κατ' αρχάς δεν επεξήλθαν· βεβαιωθέντες δε ότι δεν ήσαν άλλοι, εξώρμησαν, εφόνευσάν τινας και κατεδίωξαν τους λοιπούς μέχρι του μοναστηρίου των Ταξιαρχών.

Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, αναχωρήσαντες εκ του μοναστηρίου του Δομπού, έφθασαν την 18 εις Δίστομον. Εκείθεν απεστάλησαν ως προφυλακή 400 υπό τον Γεώργην Βάγιαν, τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και τον Μήτρον Βάγιαν ίνα καταλάβωσι την Αράχωβαν, χωρίον επί της κατωφερείας του Παρνασού, δι' ού θα διήρχετο το εχθρικόν στράτευμα οδεύον, καθώς επληροφορήθησαν οι Έλληνες, προς τα Σάλωνα κατεχόμενα υπό των Τούρκων και πολιορκούμενα υπό των περί τον Δυοβουνιώτην και τον Πανουργιάν. Την 17 διέβησαν 2000 Τούρκοι το Ζεμενόν υπό τον Μουστάμπεην, τον αδελφόν αυτού Καρυοφίλμπεην, τον Ελμάζμπεην και τον Κεχαγιάμπεην· την δε 18, γ' ώραν της ημέρας, εφάνησαν ερχόμενοι προς την Αράχωβαν. Ιδόντες δε αυτούς οι εν τω χωρίω Έλληνες έσπευσαν να οχυρωθώσιν εντός της εκκλησίας καί τινων οικιών. Εν τούτοις εισήλθαν εις το χωρίον και οι εχθροί, κατέλαβαν οικίας και ωχυρώθησαν, ώστε οι μεν Έλληνες κατέχοντες το έν μέρος του χωρίου, οι δε Τούρκοι το άλλο ήρχισαν αυθημερόν τον πόλεμον. Ηκούσθησαν μετ' ολίγον έξωθεν του χωρίου πολλαί τουφεκίαι, και εφάνησαν ερχόμενοι οι περί τον Καραϊσκάκην. Οι εχθροί φοβηθέντες μη αποκλεισθώσι και ευρεθώσιν εντός διττού πυρός, βλέποντες και τον καιρόν γλυκύν, εξήλθαν αυθόρμητοι του χωρίου, και ετοποθετήθησαν επί τινος λόφου παρά το χωρίον. Αφ' ού δε έφθασαν και οι περί τον Καραϊσκάκην, ο μη παύσας πόλεμος εγένετο σφοδρότερος και διήρκεσε μέχρι της δύσεως του ηλίου, καθ' ήν ώραν, πνεύσαντος ψυχρού ανέμου, εισήλθαν οι υπό τον Καραϊσκάκην εις το χωρίον προς διανυκτέρευσιν, και ο αρχηγός κατέλυσεν εν τη εκκλησία ως πλησιεστέρα των εχθρών, αγρυπνών εις τα κινήματα αυτών και διατάττων τα εικότα. Οι εχθροί διενυκτέρευσαν όλοι επί του λόφου εν υπαίθρω υπό τον απροσδόκητον παγετόν της νυκτός· απεμακρύνοντο δε αβλαβώς και ανενοχλήτως, αν ήθελαν, αυτονυκτί· αλλά δεν κατεδέχθησαν να φύγωσιν απέμπροσθεν των εχθρών και εζήτησαν παρά του Κιουταχή βοήθειαν. Την επαύριον εξήλθαν του χωρίου πολλοί των Ελλήνων, και κατέλαβαν τας στενοτοπίας, δι' ών εδύναντο οι εχθροί να φύγωσιν. Ήρχισε πάλιν ο πόλεμος και επανελήφθη και την επιούσαν. Εν τούτοις, ο δριμύς χειμών εγίνετο καθ' ώραν δριμύτερος, οι δε υπαιθριάζοντες Τούρκοι, υποφέροντες το υπερβολικόν ψύχος, υπέφεραν και έλλειψιν τροφής, διότι, μη προσδοκώντες καθ' οδόν όσας απήντησαν δυσκολίας δεν εφρόντισαν να προμηθευθώσι των αναγκαίων επί της οδοιπορίας των και ηναγκάσθησαν να έλθωσι την 20 εις λόγους συμβατικούς, προβάλλοντες να επανακάμψωσιν ανενόχλητοι, παραδίδοντες τα μη εις την οδοιπορίαν των αναγκαία ζώα και άλλα τινά πράγματα και ανταλλάττοντες ομήρους. Αλλ' οι περί τον Καραϊσκάκην τους εζήτησαν τα όπλα, τα χρήματά των και πάντα τ' άλλα εκτός μιας και μόνης ενδυμασίας· απήτησαν δε να τοις παραδοθώσι και τα Σάλωνα και η Λεβαδεία. Οι Τούρκοι δεν συγκατετέθησαν θεωρούντες τοιούτου συμβιβασμού προτιμότερον τον πόλεμον· έμαθαν δε συγχρόνως ότι ήρχετο την αυτήν ή την επιούσαν ημέραν εξ Αθηνών το ζητηθέν στράτευμα. Αλλά το στράτευμα, πειραθέν να διαβή την ομαλωτέραν οδόν του Ζεμενού, εμποδίσθη, έπαθε, προκαταλαβόντων των Ελλήνων την θέσιν εκείνην, και ηναγκάσθη να διέλθη την ορεινοτέραν της μονής της Ιερουσαλήμ· φθάσαν δ' εκεί υπό βαρύτατον χειμώνα, δεν εδυνήθη να προχωρήση, ώστε η ελπίς της βοηθείας εματαιώθη.

Την νύκτα δε της 22, διαρκούντος του πολέμου, ο επαινετός διά την ανδρίαν και επαινετώτερος διά την στρατηγικήν του ικανότητα Μουστάμπεης επληγώθη κατακέφαλα, και αισθανθείς ότι η πληγή του ήτο θανατηφόρος, παρεκάλεσε τον αδελφόν του Καρυοφίλμπεην, εν ώ εψυχομάχει, να του κόψη, αφ' ού εξέπνεε, την κεφαλήν, ίνα μη πέση εις χείρας των απίστων. Ο θάνατος του αρχηγού τούτου, η παντελής έλλειψις των τροφών, η επικρατούσα και καθ' ώραν επικρατεστέρα γινομένη δριμύτης του χειμώνος και η εξ αιτίας ταύτης απόκλεισις εν τη μονή της Ιερουσαλήμ των ερχομένων εις βοήθειαν έρριψαν εις άκραν αθυμίαν τους εχθρούς και τους ηνάγκασαν να προβάλωσι νέον την επαύριον συμβιβασμόν υπό δεκτοτέρους όρους, αλλά δεν εισηκούσθησαν. Θεόθεν και ανθρωπόθεν πολεμούμενοι, και μη βλέποντες άλλην σωτηρίας οδόν, απεφάσισαν να φύγωσιν αρχομένης της νυκτός διά της οδού της μονής της Ιερουσαλήμ επ' ελπίδι να εύρωσιν αντίληψιν παρά τοις εκεί συναδέλφοις των· αλλά επτακόσιοι Γκέγκαι, οι θερμουργότεροι του στρατοπέδου· οι και προ της ημέρας εκείνης γνωμοδοτήσαντες ότι εντιμότερον ήτο να ριψοκινδυνεύσωσι διά φυγής ή ν' αναστρατοπεδεύσωσι διά συνθήκης, παραβάντες τα προαποφασισθέντα εξεκίνησαν περί το δειλινόν, μη προειδοποιήσαντες τους άλλους. Το παράκαιρον τούτο κίνημα έβαλεν άνω κάτω το εισέτι ανέτοιμον εις αναχώρησιν στρατόπεδον των εχθρών, ώστε έκαστος δεν εφρόντιζε πλέον ειμή περί της ιδίας σωτηρίας. Εν μέσω τοιαύτης ταραχής, αθυμίας, και ασκέπτου κινήσεως των εχθρών, επέπεσαν οι Έλληνες κατέχοντες θέσεις έμπροσθεν και όπισθεν αυτών, άλλους ζωγρούντες και άλλους φονεύοντες. Εζώγρησαν και τον γηραιόν και υπέρπλουτον Κεχαγιάμπεην· μη συμβιβαζόμενοι δε ποίος των συλλαβόντων να τον κρατήση, τον εφόνευσαν εις μάτην φωνάζοντα ότι αυτός ήτον ο Κεχαγιάμπεης και έτοιμος να εξαγοράση διά πλουσιωτάτων λύτρων την ζωήν του. Αλλ' η φθορά, ην επροξένησεν ο ελληνικός βραχίων, ήτο μικρά ως προς ην επροξένησεν η οργή του χειμώνος. Εν ώ φεύγοντες οι εχθροί υπό τον κατάψυχρον και σφοδρόν βορέαν εβοθρίζοντο εις την χιόνα, επέπιπταν πυκναί και αδιάκοποι νιφάδες και τους επλάκοναν· διήρκεσεν η χιονορριπή αύτη έως ου έφθασαν εις την μονήν της Ιερουσαλήμ, ώστε καθ' όλην την τετράωρον οδόν, την μεταξύ της ρηθείσης μονής και του λόφου, εφ' ού απεκλείσθησαν επτά ημέρας, ευρέθησαν διαλυθείσης της χιόνος εκατοστύες εχθρικών πτωμάτων. Τοιαύτα πάσχοντες μόλις το ήμισυ των αναχωρησάντων διεσώθη εν τη μονή, και οι πλείστοι ηκρωτηριασμένοι· πολλαί δε σημαίαι, πάμπολλοι ίπποι και όλαι αι αποσκευαί των έγειναν λάφυρα των Ελλήνων, εξ ών 8 μόνον εσκοτώθησαν, και 9 επληγώθησαν. Η νίκη αύτη ανεπτέρωσε τας ελπίδας των Ελλήνων· η δε κυβέρνησις επανηγύρισε την 24 ως ημέραν ανεγέρσεως της προ ολίγου πεσούσης στερεάς Ελλάδος.

Την επιούσαν δε της μάχης συλλέξαντες οι περί τον Καραϊσκάκην 300 κεφαλάς ανήγειραν εξ αυτών, κατά την επικρατούσαν βάρβαρον συνήθειαν, επί τινος λόφου εκτός του χωρίου κωνοειδή πύργον και επέγραψαν τα εξής.

«Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών, ανεγερθέν κατά το 1820 έτος νοεμβρίου 24 εν Αράχωβα». Τας δε κεφάλας του Μουστάμπεη και Κεχαγιάμπεη έστειλαν εις την κυβέρνησιν.

Μετά δε τα περί ων ο λόγος συμβάντα, ο Καραϊσκάκης απέστειλε τους υπό τον Δράκον και Βέικον Σουλιώτας εις πολιορκίαν των Σαλώνων, απέστειλε καί τινας ίνα καταλάβωσι την Βελίτσαν, και κατόπιν αυτών εξεστράτευσε και αυτός προς το αυτό χωρίον, όπου έφθασε την 29. Εσκόπευε δε διά του κινήματος τούτου να εμποδίση την από Θεσσαλίας σιταγωγίαν, και προσβάλη τους κατέχοντας την Δαύλιαν, την Ιερουσαλήμ και την Φοντάναν εχθρούς. Φθάσας εις Βελίτσαν ειδοποιήθη, ότι 500 εχθροί υπό τον Μεχμέτπασαν, υιόν του Πασόμπεη, και τον Χασάμπεην Κόρζαν, συνοδεύοντες 2000 ζώα κομίζοντα εις το εχθρικόν στρατόπεδον των Αθηνών τροφάς και άλλα αναγκαία, ανεχώρησαν εκ Ζητουνίου, και θα διέβαιναν την επαύριον διά της Φοντάνας και του Τουρκοχωρίου.

Δεκέμβριος Επί τη ειδήσει ταύτη έτρεξε και κατέλαβε την 7 δεκεμβρίου το Τουρκοχώρι. Την επαύριον ήλθαν οι Τούρκοι μηδόλως υποπτεύοντες, ότι εχθροί κατείχαν το χωρίον. Οι Έλληνες, προμαχούντος του Καραϊσκάκη, επέπεσαν αίφνης, τους διεσκόρπισαν απροετοιμάστους, τους κατεδίωξαν έως εις Βοδονίτσαν, εφόνευσαν 30 και επήραν υπέρ τα 1000 σκευοφόρα ζώα. Την ημέραν εκείνην επολέμησεν ο Καραϊσκάκης κατά πρώτην φοράν έφιππος, και τόσον ευχαριστήθη, ώστε έκτοτε δεν ήθελεν να πολεμή πεζός. Μετά δε τα περί ων ο λόγος κατορθώματα, ο Καραϊσκάκης και οι περί αυτόν επροχώρησαν προς το Πατρατσίκι· αλλ' εξ αιτίας της πολλής δριμύτητος του χειμώνος και της διαδοθείσης φήμης ότι ο Ομέρ-πασας ητοιμάζετο να εκστρατεύση εις λύσιν της πολιορκίας των Σαλώνων, επανήλθαν εις Αράχωβαν και εκείθεν εξεστράτευσαν εις Λιδωρίκι προς ανόρθωσιν του αγώνος και κατ' εκείνο το μέρος. Εκείθεν εστάλη έν σώμα επί τω αυτώ σκοπώ εις την επαρχίαν των Κραββάρων υπό τον Ξύδην και τον Καλύβαν, και προσαπεστάλη μετ' ολίγον και άλλο υπό τον Μακρήν. Οι οπλαρχηγοί ούτοι εξεπλήρωσαν άριστα τα της αποστολής των, απέκλεισαν τους Τούρκους εν Λομποτινά, και πολεμήσαντες δύο ημέρας τους συνέλαβαν ζώντας και τους έπεμψαν εις την κυβέρνησιν.

Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, φθάσαντες εις την κωμόπολιν του Λιδωρικίου, και μαθόντες, ότι εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη ευρίσκοντο 1500 Τούρκοι υπό τον Βελήαγαν οδεύοντες από της Δυτικής Ελλάδος εις Αθήνας, επεστράτευσαν, τους απώθησαν πέραν του Μόρνου, και εις τόσον φόβον τους έβαλαν και τόσον τους κατεφρόνησαν, ώστε 10 μόνον ιππείς υπό τον Χατσή-Μιχάλην κατεδίωξαν πολλούς αυτών μέχρι της πύλης σχεδόν της Ναυπάκτου.

Εξ αιτίας δε της ευτυχούς περιοδείας του Καραϊσκάκη εις τα ενδότερα της Ανατολικής Ελλάδος, τόσον εταράχθη ο Κιουταχής, ώστε έβαλε κατά νουν να εκστρατεύση αυτός·

Ιανουάριος αλλά φοβηθείς την λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως εν τη απουσία του, απέστειλε 2000 πεζούς και 500 ιππείς υπό τον Ομέρ-πασαν και τον Καρυοφίλμπεην. Το πρωί της 17 Ιανουαρίου εφάνη η προφυλακή της εχθρικής ταύτης δυνάμεως αίφνης έξωθεν του Διστόμου. Το χωρίον τούτο κατείχαν 400 Σουλιώται υπό τον Νότην Μπότσαρην, τον Μπαϊρακτάρην, τον Κάσκαρην, τον Αντώνην Γεωργαντάν, τον Μπούσγον και τον Μήτρον Τριανταφύλλου. Ούτοι εξήλθαν και ηκροβολίσθησαν· αλλ' ιδόντες μετ' ολίγον το λοιπόν στράτευμα των εχθρών ερχόμενον ωπισθοδρόμησαν εις τα οχυρώματα, και εκάλεσαν τους πολιορκούντας τα Σάλωνα Σουλιώτας εις βοήθειαν. Την ακόλουθον αυγήν ήρχισεν ο πόλεμος, και οι Τούρκοι κατέλαβαν πλησίον του χωρίου τοιαύτας θέσεις, ώστε μόλις τα νώτα των Ελλήνων ήσαν ασφαλή· περί δε την μεσημβρίαν της 19 ώρμησαν κατά μέτωπον δεξιόθεν και αριστερόθεν τυφλοίς όμμασιν εις κυρίευσιν των οχυρωμάτων των Ελλήνων· πολλοί αυτών έπεσαν, αλλ' αψηφούντες τον θάνατον υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν τα ασθενέστερα οχυρώματα, επροχώρησαν εις τα μέσα του χωρίου, και έπεσαν σωρηδόν επί το υπό τους Σουλιώτας ισχυρότερον οχύρωμα το επί του λόφου του προφήτου Ηλίου. Πανταχόθεν κυκλωθέντες οι εντός του οχυρώματος και σφοδρώς προσβαλλόμενοι εθεώρησαν την ώραν εκείνην ως την τελευταίαν της ζωής των, και έπεσαν και αυτοί ως μαινόμενοι επί τους εχθρούς προς εκδίκησιν μάλλον του αίματός των, ή προς σωτηρίαν· καλή τύχη, επρόφθασεν εκ Σαλώνων, διαρκούσης της αντιστάσεως, ο Δράκος μετά 200 εκλεκτών, και, συμμαχομένων και των Λεβαδιτών, απεδιώχθησαν του λόφου οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν και οι λοιποί βλέποντες αυτούς καταδιωκομένους, και ούτως εσώθησαν οι ως θηρία μάλλον ή ως άνθρωποι τόσον ολίγοι προς τόσον πολλούς πολεμήσαντες Σουλιώται· 80 εχθροί έπεσαν και άλλοι τόσοι επληγώθησαν· εφονεύθησαν δε 2 μόνον Σουλιώται και επληγώθησαν 8, εν οίς και ο Μπότσαρης.

Ο δε Καραϊσκάκης, μαθών ότι πολλοί εχθροί είχαν εκστρατεύσει εις Δίστομον, έτρεξεν εις βοήθειαν των εκεί ολίγων Ελλήνων, και φθάσας εις Βελίτσαν τοις παρήγγειλε διά τινος γραμματοφόρου να εξέλθωσιν εις συνάντησίν του, όταν ακούσωσι τουφεκισμόν· διαβάς δε την γ' ώραν της νυκτός της 20 την Σχιστήν οδόν, ανέβη το πλησίον όρος, και εκάθησε παρατηρών τας παρακειμένας των εχθρών σκηνάς και συλλογιζόμενος πόθεν να διέλθη· αφ' ού δε συνήχθησαν όλοι οι στρατιώται του, τοις είπεν ότι, αντί να εισέλθωσιν εις το χωρίον διά των πλαγίων οδών, προτιμότερον εθεώρει να διέλθωσι διά των εχθρικών σκηνών, κοιμωμένων των εχθρών· παρήγγειλε δε να έχωσι μεν έτοιμα τα όπλα των, αλλά να μη τα μεταχειρισθώσιν εκτός ανάγκης, και να προσπαθήσωσι να διαβώσιν ησύχως διά των εχθρών, ώστε, ει δυνατόν, να μη τους νοήσωσιν. Επήνεσαν όλοι το τολμηρόν σχέδιον του αρχηγού και τον τρόπον της εκτελέσεως, και ακολουθούντες αυτόν, προπορευόμενον ως οδηγόν, έφθασαν αφανείς εις το εχθρικόν στρατόπεδον και επροχώρησαν εις το κέντρον. Εκεί φθάσαντας τους ενόησαν οι όπισθεν Τούρκοι και ανεκραύγασαν· εταράχθησαν όλοι οι εχθροί επί τη κραυγή, έπεσαν εις αταξίαν, και έντρομοι διά το απροσδόκητον, και υποπτεύοντες νυκτομαχίαν, οι μεν έτρεχαν υπό της μιας σκηνής εις την άλλην, οι δε ετουφέκιζαν μη ηξεύροντες ποίον, και άλλοι παρεμέρουν εις ασφάλειάν των. Εν τούτοις οι Έλληνες ώδευαν εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου, προσέχοντες μη εμπλεχθώσιν υπό το σκότος εις τα σχοινία των σκηνών. Εξεπλάγησαν οι έγκλειστοι ακούσαντες ταραχή και τουφεκισμούς εν τω εχθρικώ στρατοπέδω, διότι ο προς αυτούς σταλείς γραμματοφόρος, φοβηθείς, δεν υπήγεν εις το χωρίον· δράξαντες δε τα όπλα παρετάχθησαν εις μάχην. Εν τοσούτω διέβησαν οι περί τον Καραϊσκάκην δι' όλου του στρατοπέδου, και εισήλθαν εις Δίστομον σώοι και αβλαβείς, εκτός ενός εις τα σχοινιά των σκηνών περιπλεχθέντος και την επαύριον φονευθέντος. Η τόσον επικίνδυνος, αλλά και τόσον ευτυχής νυκτερινή αύτη εκστρατεία, δεικνύει την αξίαν του Καραϊσκάκη.

Μετά δε την εις το χωρίον είσοδον των περί αυτόν εγίνοντο καθ' ημέραν ακροβολισμοί. Οι Έλληνες εφρούρουν το παρακείμενον Στείρι. Τινές των εκεί ιδόντες ζώα των εχθρών βόσκοντα μακράν του εχθρικού στρατοπέδου, έτρεξαν την 31 εις αρπαγήν των· εξώρμησαν οι πλησιέστεροι Τούρκοι προς καταδίωξιν των αρπάγων, έτρεξαν πολλοί Έλληνες εις υπεράσπισιν και ετουφεκίσθησαν· ακουσθέντος του τουφεκισμού, εκινήθησαν τα στρατόπεδα αμφοτέρων των μερών, και ούτω συνήφθη μάχη. Μεταξύ των πολεμούντων Τούρκων και Ελλήνων έκειντο δύο λόφοι και οι δύο αμφίπεδοι· οι Έλληνες κατέλαβαν αυτούς και επολέμουν ευτυχώς· αλλ' αίφνης ήκουσαν ήχον στρατιωτικών τυμπάνων, και είδαν στρατιώτας φορούντας ευρωπαϊκήν ενδυμασίαν, βαστώντας λογχοφόρα όπλα και βαδίζοντας βήμα τακτικόν. Οι επιφανέντες ούτοι ήσαν λείψανα δύο τακτικών ταγμάτων εκ των εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθέντων μετά την καταστροφήν των γενιτσάρων. Πεντακισχίλιοι ήσαν οι συγκροτούντες τα δύο ταύτα τάγματα ότ' εξεστράτευσαν· αλλά πεντακόσιοι απελείφθησαν εξ αιτίας της καθ' οδόν λειποταξίας. Η απροσδόκητος αύτη και νεοφανής επικουρία, διότι πρώτην φοράν εφαίνετο τακτικόν υπό σημαίαν τουρκικήν εν Ελλάδι, εφόβισε τους Έλληνας και τους έτρεψεν εις φυγήν· οι δε Τούρκοι θαρρυνθέντες κατεδίωξαν τους εχθρούς των μέχρι του Διστόμου· αλλά, χάρις εις την ανδρίαν και την περί τας μάχας εμπειρίαν του Καραϊσκάκη, δεν έπαθαν οι Έλληνες όσην ζημίαν άλλως θα επάθαιναν· δύο μόνον εφονεύθησαν, έξ επληγώθησαν, και είς ηχμαλωτίσθη, ο Γριβογεώργης, όστις μετά τινα καιρόν εδραπέτευσεν· εκινδύνευσε και ο Καραϊσκάκης και επληγώθη ελαφρώς εις την δεξιάν.

Φεβρουάριος Την 3 Φεβρουαρίου εκίνησαν μόνοι οι τακτικοί κατά των Ελλήνων. Θαύματα επροσδόκων οι άτακτοι Τούρκοι, αλλ' ώδινεν όρος και έτεκε μυν. Οι τακτικοί, μηδέν γενναίον πράξαντες, οπισθοδρόμησαν χλευαζόμενοι παρά των προ ολίγου θαυμαζόντων αυτούς. Την δε 5 έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς διά νυκτός απροσδοκήτως και τους έβλαψαν μεγάλως. Οι εχθροί βλέποντες, ότι εβλάπτοντο μάλλον ή έβλαπταν, και φοβούμενοι μη εξ αιτίας του χειμώνος πάθωσιν όσα έπαθαν οι κατά την Αράχωβαν, ακούσαντες δε ότι εξήρχοντο και άλλοι Έλληνες, διέλυσαν την νύκτα της 6 το στρατόπεδον, και φεύγοντες έντρομοι εγκατέλειψαν τροφάς, σκηνάς, πολεμεφόδια και το μόνον παρ' αυτοίς επί της εκστρατείας κανόνι· άφησαν και οι εν Σαλώνοις εχθροί το φρούριον και έφυγαν φοβηθέντες εφόρμησιν των Ελλήνων· έφυγαν κυριευθέντες υπό πανικού φόβου και οι φρουρούντες την Δαύλιαν και την Ιερουσαλήμ, έφυγαν καί τινες άλλοι, εκ Ναυπάκτου διαβιβασθέντες εις το παράλιον των Σαλώνων επί υποθέσει ότι φίλοι κατείχαν την πόλιν εκείνην· ώστε από του αμβρακικού κόλπου μέχρι των Αθηνών δεν εφαίνετο, αρχομένου του φεβρουαρίου, οθωμανική σημαία ειμή εντός των παραθαλασσίων και ωχυρωμένων πόλεων Βονίτσης, Μεσολογγίου και Ναυπάκτου· τας δε κατά τα διάφορα άλλα μέρη της στερεάς Ελλάδος τουρκικάς φρουράς αντικατέστησαν ελληνικαί.

Εν ώ δε διήρκει η εκστρατεία του Καραϊσκάκη, οι εν τη ακροπόλει δεν έπαυαν μηνύοντες, ότι δεν εδύναντο ν' ανθέξωσι περαιτέρω, και επεκαλούντο την συνδρομήν των έξω εις απαλλαγήν των. Ο δε αναδεχθείς την περί συμβιβασμού Ελλήνων και Τούρκων μεσιτείαν πρέσβυς της Αγγλίας ουδ' εκείνος έπαυε γράφων, ότι, αν έπιπτεν η ακρόπολις, εξηρείτο παντός συμβιβασμού όλη η στερεά Ελλάς, ως όλη δουλωθείσα. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν την κυβέρνησιν, εν ώ ο Καραϊσκάκης απησχόλει μακράν των Αθηνών χιλιάδας εχθρών, ν' ασχοληθή εις την κατ' ευθείαν λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως.

Πρό τινων εβδομάδων είχε φθάσει εις Ελλάδα ο εν Γαλλία εντίμως υπηρετήσας συνταγματάρχης Μπούρμπαχης, Κεφαλλήν, επί σκοπώ να υπηρετήση την κοινήν πατρίδα. Ούτος, στρατολογήσας αδεία της κυβερνήσεως και διά των φιλελληνικών βοηθημάτων 800 στρατιώτας, εστράτευσε, λήγοντος του δεκεμβρίου, προς ενδυνάμωσιν του κατά την Ανατολικήν Ελλάδα Στρατοπέδου του Καραϊσκάκη· αλλά διαταγή της κυβερνήσεως μετέβη εις Ελευσίνα, όπου εστρατοπέδευεν ο Βάσσος.

Ιανουάριος Μεσούντος δε του Ιανουαρίου, μετέβη εκεί και ο Παναγιώτης Νοταράς μετά 1200 μισθωτών και συνεπαρχιωτών του, ώστε το στρατόπεδον εκείνο συνεπληρώθη εις 3000· συνήχθησαν και εις Σαλαμίνα κατά διαταγήν της κυβερνήσεως 1900 υπό τον Ιωάννην Νοταράν, τον Μακρυγιάννην και τον Καλλέργην, και 400 τακτικοί υπό τον ταγματαρχών Ιγγλέσην, εν οίς καί τινες ιππείς άνιπποι.

Την νύκτα της 21 εξεστράτευσαν οι εν Ελευσίνι και μετά τετράωρον οδοιπορίαν έφθασαν εις Χασιάν, και την αυγήν εκίνησαν οι πλείστοι προς το Μενίδι, όπου ήτο φρουρά τουρκική· και ολίγοι μεν αυτών υπήγαν πλησίον του χωρίου, οι δε λοιποί, μείναντες όπισθεν αυτών, εκρύβησαν καραδοκούντες. Οι Τούρκοι, ιδόντες τους ολίγους και αγοούντες ότι ήσαν και άλλοι αφανείς, εξήλθαν και τους εδίωκαν· αλλά πεσόντες μετ' ολίγον εις το μέσον των πολλών και προσβληθέντες ετράπησαν και εκλείσθησαν εν τη εκκλησία του Μενιδίου. Τρέχοντες δε και οι καταδιώκοντες αυτούς Έλληνες κατόπιν αυτών, εισήλθαν και ούτοι εις το αυτό χωρίον, αλλά, μη δυνηθέντες να κυριεύσωσι την εκκλησίαν, ανεχώρησαν, εσπέρας γενομένης, εις Χασιάν.

Την δε 24, γ' ώραν της νυκτός, απέπλευσε το εν Σαλαμίνι στράτευμα υπό τας διαταγάς όλον του φιλέλληνος Γόρδωνος, και τα μεσονύκτιον έφθασεν εις Φάληρον· είχε δε εις υπηρεσίαν του την Καρτερίαν, τρία βρίκια πολεμικά, πέντε κανονοφόρους, και έν μίστικον· είχε και πυροβολοστιχίαν εκ 15 κανονίων 3 μέχρι 14 λίτρων ολκής υπό την διεύθυνσιν 25 φιλελλήνων και 50 Ψαριανών, όλων εμπείρων πυροβολιστών. Διακόσιοι Τούρκοι κατείχαν καθ' όλον εκείνο το παραθαλάσσιον μίαν και μόνην θέσιν, το μοναστήριον του αγίου Σπυρίδωνος· διά τούτο οι φθάσαντες εις το Φάληρον απέβησαν ανενοχλήτως αυτονυκτί και κατέλαβαν την άνωθεν του λιμένος της Μουνυχίας Καστέλλαν, την αυτήν θέσιν, ην και οι Λακεδαιμόνιοι επί του πελοποννησιακού πολέμου, και ο Θρασύβουλος επί των τριάκοντα τυράννων, και οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου κατέλαβαν εις κυρίευσιν των Αθηνών. Πριν δε φωτίση, περιετάφρευσαν την θέσιν, και έστησαν 5 κανόνια δεξιόθεν. Οι δε εν τη ακροπόλει ιδόντες αυτούς και πλησθέντες χαράς και ελπίδων επανηγύρισαν κανονοβολήσαντες. Την επαύριον εκίνησαν οι αποβάντες εις κυρίευσιν του μοναστηρίου, μετέπλευσε και η Καρτερία εκ του Φαλήρου εις τον λιμένα του Πειραιώς, εκανονοβόλησε το μοναστήριον σφοδρώς, και, αφ' ού κατηδάφισε μέρος αυτού, ώρμησαν 500 υπό τον Ιωάννην Νοταράν επί σκοπώ να το πατήσωσιν· αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν εις την Καστέλλαν, πληγωθέντων επί της εφορμήσεως του υπολοχαγού Σνεϊτσβείνου καί τινος υπαξιωματικού του πυροβολικού. Μετά την σύγκρουσιν ταύτην κατέβη ο Κιουταχής εν συνοδία πολλών ιππέων, και, αφ' ού παρετήρησε την θέσιν των Ελλήνων, ανέβη εις το εν Πατησίοις στρατόπεδον. Την επαύριον ήρχισεν εκ νέου η Καρτερία να κανονοβολή το μοναστήριον, και, διαρκούντος του κανονοβολισμού, κατέβασαν πολλοί ιππείς και πεζοί υπό τον Κιουταχήν έλκοντες δύο μεγάλα κανόνια, και στήσαντες αυτά επί τινος υψώματος έβλαψαν την Καρτερίαν και την ηνάγκασαν να απομακρυνθή· μετά δε την απομάκρυνσιν αυτής επεσκέφθη ο Κιουταχής το μοναστήριον, ενέθεσε κανόνια και μίαν βομβοβόλον, και, τοποθέτησας 300 πεζούς επί τινος λόφου, επανήλθεν αυθημερόν εις το στρατόπεδον.

Οι δε εν Χασιά Έλληνες, ων ο αριθμός ηυξήθη εις 3500, επροχώρησαν την 25 εις Καματερόν πλησίον του Χαϊδαρίου. Οι οπλαρχηγοί αυτών, όντες και οι τρεις ισότιμοι και απ' αλλήλων ανεξάρτητοι, διεφώνουν. Ο Βάσσος και ο Νοταράς, οι γνωρίζοντες τον τρόπον πολεμείν των Ελλήνων, εγνωμοδότουν ν' αποφεύγωσι πάσαν τακτικήν μάχην, και να βλάπτωσι τους εχθρούς σποράδην· αλλ' ο μεγάθυμος Κεφαλλήν, Μπούρμπαχης, ο μήτε γνώσιν μήτε πείραν έχων εισέτι των μεθ' ών εστράτευεν, ήτον εναντίας γνώμης, ην επί τέλους παρεδέχθησαν άγοντες και οι άλλοι οπλαρχηγοί· και ούτος μεν κατέβη μετά των στρατιωτών του εις την πεδιάδα, εκείνοι δε ετοποθετήθησαν μακράν έν τρίτον μιλίου όπισθεν αυτού επί των ριζωμάτων του όρους. Την 27, ανατείλαντος του ηλίου, 2000 πεζοί και 600 ιππείς έχοντες 2 κανόνια εστράτευσαν προς το Καματερόν υπό την οδηγίαν του Κιουταχή και έστησαν τα κανόνια κατά των ταγμάτων του Βάσσου και του Νοταρά, οι δε πεζοί και ιππείς ώρμησαν εις την προφυλακήν, ό εστι εις το τάγμα το Μπούρμπαχη. Γενναίως αντέστη η προφυλακή υπό την οδηγίαν τόσω γενναίου ανδρός· αλλ', ανίσου ούσης της πάλης εξ αιτίας του πεζικού επί της πεδιάδος ιππικού, ηττήθη κατά κράτος· δε ήλθε δε το όπισθεν της προφυλακής στράτευμα προς βοήθειάν της· αλλ' ετράπη εις φυγήν, εν ώ διήρκει η μάχη. 300 Έλληνες εφονεύθησαν, εν οίς και ο Μπούρμπαχης, δύο αξιωματικοί Γάλλοι και ο χειρουργός του τάγματος. Οι εχθροί, ιδόντες τον πανικόν φόβον των εις φυγήν τραπέντων, τους κατεδίωξαν πέραν της Ελευσίνος, κατέλαβαν την θέσιν εκείνην και τους ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις Σαλαμίνα.

Ο δε Κιουταχής, επαρθείς επί τη νίκη ταύτη και θεωρήσας αυτήν κρίσιμον διά την πολλήν φθοράν και την φυγήν των Ελλήνων και ικανήν ν' απελπίση τους εν τω φρουρίω, τοις έστειλεν αυθημερόν διά τινος αιχμαλώτου επιστολήν προτρεπτικήν εις προσκύνησιν· περιμείνας δε απάντησιν δύο ημέρας και μη λαβών, κατέβη την εσπέραν της 29 εις το παραθαλάσσιον, παραλαβών πολλήν δύναμιν πεζήν και ιππικήν, επί σκοπώ να προσβάλη τους κατέχοντας την Καστέλλαν. Ούτοι, όντες έτοιμοι εις αντίστασιν, ανεβίβασαν τα λοιπά κανόνια και τα έστησαν, τα μεν εξ αριστερών, τα δε επί του κέντρου· και επειδή η προς τον Πειραιά πλευρά ήτον η ασθενεστέρα, ετοποθέτησαν δύο πλοία, το μεν προς τον μυχόν του λιμένος του Πειραιώς, το δε προς το λιμενόστομον της Μουνυχίας εις υπεράσπισιν αυτής· και τα μεν δεξιά της θέσεως κατείχαν οι Αθηναίοι υπό τον Μακρυγιάννην, τα δε αριστερά οι περί τον Καλλέργην και οι άνιπποι ιππείς, το δε κέντρον οι περί τον Ιωάννην Νοταράν, εφέδρευαν δε οι τακτικοί, και απεμακρύνθησαν του παραθαλασσίου και όλα τα πλοιάρια, ώστε ουδείς εδύνατο να φύγη. Την επαύριον οι εχθροί, πλήρεις τόλμης και υπό την προστασίαν του πυρός 6 κανονίων μετακομισθέντων εκ του στρατοπέδου την προτεραίαν, έπεσαν επί τα ελληνικά οχυρώματα, και πέντε ώρας επέμεναν, ποτέ εις το έν ποτέ εις το άλλο τάφρευμα ορμώντες εν μέσω πυρός 40 κανονίων, των μεν από της ξηράς των δε από των πλοίων σφαιροβολούντων· αλλά γενναίως πάντοτε αποκρουόμενοι ηναγκάσθησαν επί τέλους να φύγωσι κακώς έχοντες, επιπεσόντων των τακτικών, και εξορμησάντων 250 Αθηναίων. Υπερτριακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι, εν οίς και πολλοί αξιωματικοί, 60 δε ή 70 Έλληνες· έπαθε πολλήν βλάβην και η Καρτερία υπό την εύστοχον βομβοβολήν των εν τω μοναστηρίω. Οι εχθροί δεν επεχείρησαν δευτέραν έφοδον, αλλά κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις αποκλεισμόν, εγείροντες οχυρώματα έμπροσθεν του μοναστηρίου, επί του παλαιού θεάτρου και επί των προς τον Ιλισσόν ριζωμάτων του λόφου· ένεκα δε τούτου συνέβαιναν καθ' ημέραν κανονοβολισμοί, τουφεκισμοί και φόνοι· επειδή δε οι Έλληνες, υδρεύοντες εν τη κατά το Φάληρον πηγή, τη επί της κατωφερείας του λόφου, ήτις μόνη είχε πόσιμον οπωσούν νερόν, εβλάπτοντο υπό του πυρός των εχθρών, 300 υπό τον Καλλέργην κατέλαβαν τρεις πυργίσκους παρά τας εκβολάς του Ιλισσού, κατηδάφισαν το άνω μέρος αυτών, επέτρωσαν το κάτω, και ανοίξαντες τας συνήθεις πολεμίστρας ητοιμάσθησαν εις πόλεμον. Την δε 20 φεβρουαρίου πολλοί εχθροί ώρμησαν πολλάκις εις κυρίευσιν των πυργίσκων εξ εφόδου, αλλά πάντοτε απεκρούσθησαν και πολλήν ζημίαν έπαθαν^ περί δε την εσπέραν στήσαντες δύο κανόνια ηνάγκασαν τους εγκλείστους να φύγωσι την νύκτα φέροντας εις Καστέλλαν μίαν εχθρικήν σημαίαν και 35 κεφαλάς, ως τρόπαια της εν τη ημέρα νίκης των, αλλά και πολλήν βλάβην παθόντας, φονευθέντων 10 εξ αυτών και πληγωθέντων 20. Μετά δε την κυρίευσιν των πυργίσκων οι εχθροί ανήγειραν έν πυροβολοστάσιον επί των εκβολών του Ιλισσού, και άλλο επί της άκρας της Μουνυχίας, και προσβάλλοντες δι' αυτών τα ερχόμενα εις Φάληρον πλοία εμπόδιζαν πολλάκις την έξωθεν μετακόμισιν των εις χρήσιν του ελληνικού στρατού τροφών και άλλων αναγκαίων.

Ο δε Καραϊσκάκης, μετά τα λαμπρά και απροσδόκητα κατά την στερεάν Ελλάδα κατορθώματά του, επανήλθε την 28 φεβρουαρίου εις Ελευσίνα κατά προτροπήν της κυβερνήσεως εις αντίληψιν της κινδυνευούσης ακροπόλεως.

1826-1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΕ'.

Μετάβασις της κυβερνήσεως εις Αίγιναν. — Ταραχαί εν Ναυπλίω και Ύδρα. — Θαλάσσιοι εκστρατείαι εις Ωρωπόν και Βώλον.

ΑΙ αναγκάσασαι την κυβέρνησιν αταξίαι να περιορισθή εν τω κατά το Ναύπλιον θαλασσοπύργω, την ηνάγκασαν μετά ταύτα ν' απομακρυνθή ολοτελώς του αργολικού κόλπου. Εζήτει τόπον ελεύθερον πάσης στρατιωτικής και οχλικής συρροής, και παρά τα στρατόπεδα, ώστε να ημπορή και ταύτα να επιτηρή, και εν ανέσει να εργάζεται· τοιούτον ηύρε την Αίγιναν, όπου κατεστάθησαν οι Ψαριανοί μετά την καταστροφήν της πατρίδος των, και παρείχαν τα πιστά διά την προς την τάξιν αφοσίωσίν των· διά τους λόγους τούτους μετέβη εκεί την 11 νοεμβρίου και έτυχε καλλίστης υποδοχής.

Εν όσω διέμενεν η κυβέρνησις εν Ναυπλίω, αι εν αυτώ δύο στρατιωτικαί Αρχαί, η μεν του Παλαμηδίου υπό τον Γρίβαν, η δε της Ακροναυπλίας υπό τον Φωτομάραν, ανεξάρτητοι η μία της άλλης και αντίζηλοι, δεν εστασίαζαν και δεν διετάρατταν την πόλιν, συστελλόμεναι· αλλά μετά την απομάκρυνσιν της κυβερνήσεως αφηνίασαν oλοτελώς, κατήντησαν εις αλληλομαχίαν και παρ' ολίγον κατέστρεψαν και αυτήν την πόλιν μικρής αφορμής δοθείσης. Μεθύοντες μίαν ημέραν στρατιώται των δύο τούτων φρουράρχων διεπληκτίσθησαν· ο διαπληκτισμός των απλών στρατιωτών έγεινε μετ' ολίγον διαπληκτισμός των αρχηγών, και ο είς εζήτει ικανοποίησιν παρά του άλλου ή μάλλον αφορμήν να βλάψη τον άλλον, η δε επί τη εις Αίγιναν μεταβάσει της κυβερνήσεως συστηθείσα ως προσωρινή διοίκησις του Ναυπλίου επιτροπή ωλιγωρείτο.

Δεκέμβριος Την 3 δεκεμβρίου, αι κανονοβολαί του ενός φρουρίου κατά του άλλου ανήγγειλαν, ότι οι κάτοικοι του Ναυπλίου ήσαν εις το εξής υπό το κράτος της βίας και ηνάγκασαν τους πλείστους, ως αν υπήρχε φόβος εχθρικής επιδρομής, ν' αναχωρήσωσιν από τόπον όπου ο αδύνατος εκινδύνευε να γίνη θύμα του δυνατού· εξ αιτίας τούτου ήλθαν εις συναίσθησιν οι δύο αντίζηλοι οπλαρχηγοί και έπαυσαν αλληλομαχούντες.

Δεινή στάσις συνέβη εκείναις ταις ημέραις και εν Ύδρα. Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου ο λαός της έζη εν αργία και επείνα· η κυβέρνησις δεν είχε πώς να κινήση τον στόλον· τινές ήρπασαν τα πλοία, ακόντων των κτητόρων, και μετήρχοντο την πειρατείαν· αλλά και η αισχρά αύτη βιομηχανία δεν ήτον ακίνδυνος εξ αιτίας των εις καταστολήν αυτής και τιμωρίαν των μετερχομένων αυτήν περιφερομένων εις την ελληνικήν θάλασσαν πλοίων των Δυνάμεων. Εν μέσω της κοινής ταύτης αμηχανίας και απορίας ο λαός της Ύδρας εφαίνετο εμβλέπων ως και άλλοτε εις το βαλάντιον των προκρίτων. Οι πρόκριτοι ήσαν διηρημένοι· οι μεν ήσαν κουντουριωτικοί, οι δε αντικουντουριωτικοί. Ούτοι ήσαν οι ασθενέστεροι, και εγόγγυζαν ως υπέρ τους άλλους φορολογούμενοι· ένεκα τούτου τινές αυτών απεμακρύνθησαν· αλλ' αι δειναί περιστάσεις απήτουν την εν Ύδρα παρουσίαν όλων των προκρίτων. Δύο εξ αυτών, ο Βασίλης Μπουντούρης, μέλος της επιτροπής της συνελεύσεως, και ο Δημήτρης Τσαμαδός, μέλος της κυβερνήσεως, διατρίβοντες ένεκα της δημοσίας υπηρεσίας των εν Αιγίνη, προσκληθέντες να μεταβώσιν εις Ύδραν, παρήκουσαν φοβηθέντες όχι μόνον μη υποβληθώσιν εις υπέρ την δύναμίν των καταβολάς, αλλά και μη κακοπάθωσιν. Οι δύο ούτοι καί τινες των ομοφρόνων αυτών φοβούμενοι μη αρπάση τα πλοία των ο λαός επί πειρατεία, τα είχαν φέρει μετά την τελευταίαν ναυτικήν εκστρατείαν εις Πόρον. Η υφαίρεσις των πλοίων εκίνησεν έκτοτε τον λαόν εις οργήν κατ' αυτών αλλ' η παρακοή των εις την πρόσκλησιν του κοινού τον εξηγρίωσεν. Εφοβήθησαν οι εν Ύδρα ομόφρονες των εν Αιγίνη μη κακοπάθωσι και αυτοί εξ αιτίας των απόντων και των παρακουσάντων, και έφυγαν διά νυκτός οι μεν εις Αίγιναν οι δε εις Πόρον ήσαν δε οι δύο Τομπάζαι, ο Μιαούλης και ο Δημήτρης Βούλγαρης. Οι δε εναπομείναντες Κουντουριώται, ιδόντες ότι εις μάτην ηγωνίσθησαν να επαναγάγωσιν εις Ύδραν τους απόντας, και ότι έφυγαν και οι άλλοι, απεφάσισαν να φύγωσι κρυφίως και αυτοί, ίνα μη υποστώσι μόνοι εξ αιτίας της απουσίας εκείνων όλον το βάρος· αλλ' ο λαός υπώπτευσε τον σκοπόν των και τους παρεφύλαττεν. Έτυχε να φανή εκείνας τας ημέρας έξωθεν της Ύδρας αγγλική φρεγάτα, και ν' αράξη εξ αιτίας του σφοδρού ανέμου εν τω λιμένι των Σπετσών. Οι Κουντουριώται, υποθέσαντες ότι ήτον η του Χαμιλτώνος, τω έγραψαν παρακαλούντες τον θερμώς ή να επαναφέρη εις Ύδραν επί κοινή αντιλήψει του κινδυνεύοντος τόπου τους άλλους προκρίτους, ους επροστάτευεν ιδιαιτέρως ως αγγλίζοντας, ή να έλθη εις λύτρωσιν και αυτών· ο πλοίαρχος της φρεγάτας ανέγνωσε το προς τον Χαμιλτώνα γράμμα και ήλθεν έμπροσθεν της Ύδρας εις παραλαβήν των· αλλ' ούτοι καί τινες άλλοι σχετικοί αυτών, εν ώ διεύθυναν τα βήματά των προς το παραθαλάσσιον, συνελήφθησαν και απεκομίσθησαν εις τας οικίας των ανενόχλητοι. Η Αγγλία, αναδεχθείσα τον συμβιβασμόν Ελλήνων και Τούρκων περί πολλού είχε να μη παραλυθώσι τα ελληνικά, διότι τότε ο συμβιβασμός δεν ευωδούτο· διά τούτο ο Χαμιλτών, όστις ησθένει τας ημέρας εκείνας εν Σμύρνη, λαβών το γράμμα των Κουντουριωτών, και μαθών και άλλοθεν την αθλίαν κατάστασιν των κατά την Ύδραν, κατέπλευσεν εις Ύδραν, παρέλαβεν επί της φρεγάτας του τους εκεί προκρίτους άκοντας, δώσας λόγον τιμής να τους επαναφέρη ασφαλώς εις Πόρον, αν δεν εσυμβιβάζοντο μετά των συμπατριωτών αυτών, συμπαρέλαβε και τον εν τη αυτή νήσω ιδιωτεύοντα Μαυροκορδάτον, και έπλευσε την 9 εις Ύδραν. Φθάσας δ' εκεί είδε την πολλήν καταφοράν του λαού κατά των προκρίτων του κόμματός του, και υποπτεύσας ότι τον υπεκίνουν οι Κουντουριώται, εσκέφθη και την ορμήν αυτού να περιστείλη και τους υποκινούντας αυτόν να φοβίση· και έδραξε την εξής αιτίαν.

Διά τας κατά θάλασσαν δεινάς αταξίας η δημογεροντία της Ύδρας είχεν υποσχεθή τω Χαμιλτώνι να μη επιτρέψη τον απόπλουν ουδενός των εν τω λιμένι πλοίων εκτός των εις εθνικήν υπηρεσίαν αποστελλομένων, και τούτων φερόντων έγγραφα. Αλλ' ο πλοίαρχος Ζάκας, ο διοικών το τρικάταρτον των Κουντουριωτών, ναυτολογήσας εν Ύδρα απέπλευσε τον νοέμβριον ανεφοδίαστος εγγράφων, συνέλαβε δύο Ιόνια πλοία, τα έφερεν εις Ύδραν και τα εξεφόρτωσε. Μαθών ο Χαμιλτών το γεγονός καθ' ήν ημέραν έφθασεν εις Ύδραν, επέπληξε την δημογεροντίαν, και απήτησε να τω παραδοθώσι τα φορτία, το τρικάταρτον και ο πλοίαρχος αυτού. Η δημογεροντία, η και άλλοτε ιδούσα τον συγκαταβατικόν Χαμιλτώνα απαιτούντα αλλά μη επιμένοντα, δεν επεμελήθη να τον ικανοποιήση· αλλ' οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο Χαμιλτών είχε κατ' εκείνην την περίστασιν πολιτικούς λόγους να δείξη πολλήν αυστηρότητα· διά τούτο λαβών πρόφασιν την παράβασιν της προς αυτόν δοθείσης υποσχέσεως και την παρακοήν της δημογεροντίας, απέστειλε την επαύριον κανανοφόρους εις αφαρπαγήν του εν τω λιμένι πλοίου των Κουντουριωτών και των αυτόθι άλλων υδραϊκών πλοίων επί λόγω αποζημιώσεως όσων ηρπάγησαν, και εις εμπόδιον άλλων κατά θάλασσαν αταξιών. Προς ευόδωσιν δε της αφαρπαγής έπλεαν όπισθεν των κανονοφόρων δύο φρεγάται, μία κορβέττα και έν βρίκι. Ο λαός της Ύδρας, όστις και ηγάπα και εφοβείτο τον Χαμιλτώνα, ιδών τα κινήματά του ουδεμίαν έδειξε διάθεσιν αντιστάσεως· πάμπολλοι μάλιστα κατέβησαν εις το παραθαλάσσιον ως απλοί θεωροί, ώστε τα αγγλικά πλοία, μεγάλα και μικρά, δεν ευρέθησαν εις ανάγκην να κανονοβολήσωσιν. Αλλ' οι επί του πλοίου των Κουντουριωτών, επυροβόλησαν μίαν των κανονοφόρων, και εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι εν αυταίς Άγγλοι ν' αντιπυροβολήσωσι και επλήγωσαν δέκα Υδραίους, εν οίς και τον ανδρείον πυρπολητήν Πολίτην, ιστάμενον απλούν θεατήν επί του παραθαλασσίου. Μετά το λυπηρόν τούτο συμβάν, οι Άγγλοι αφήρπασαν όλα τα εν τω λιμένι πλοία, μηδενός εναντιουμένου, όπως ευρέθησαν, τα μεν άνευ πηδαλίων, τα δε άνευ αρμένων, τα δε άνευ αγκυρών· αλλά καλή τύχη επεκράτησεν άκρα νηνεμία δι' όλης εκείνης της ημέρας και της επελθούσης νυκτός, και τα πλοία δεν έπαθαν. Την δε επιούσαν ήλθαν επί τη προσκλήσει του Χαμιλτώνος οι Κουντουριώται και άλλοι εις την φρεγάταν, διελέχθησαν μετά των εν αυτή προκρίτων, αλλά δεν εσυμβιβάσθησαν· δεν ηθέλησαν δε οι Κουντουριώται ν' αναχωρήσωσιν εξ Ύδρας ως άλλοτε, διότι, αφ' ού συνελήφθησαν, εθαρρύνθησαν εκ της προς αυτούς ευμενούς διαγωγής του λαού· δεν ηθέλησαν δε ουδέ οι του άλλου κόμματος πρόκριτοι ν' αποβώσιν εις Ύδραν φοβούμενοι έτι μάλλον την οργήν του λαού μετά τα κατά την προτεραίαν συμβάντα, αποδιδόμενα παρά πολλών εις τας παρά τω Χαμιλτώνι υπενεργείας αυτών, και επανήλθαν εις Πόρον. Ο δε Χαμιλτών, καταπραϋνθείς, απέλυσεν όλα τα πλοία, εκτός του βρικίου του Μιαούλη σταλέντος επί τη αιτήσει αυτού εις Πόρον, και του πλοίου των Κουντουριωτών όπερ σταλέν εις Μάλταν και δικασθέν κατεδικάσθη και επωλήθη· έπαυσε και να ζητή τον Ζάκαν, ετοποθέτησεν εν Πόρω μίαν φρεγάταν εις ασφάλειαν των εκεί πλοίων μη τύχη και αφαρπαγώσιν, είπε προς όλους ειρηνικούς λόγους, επλήρωσε χρηστών ελπίδων τας καρδίας ως εγγιζούσης της αποκαταστάσεως της πατρίδος, και περιέστειλεν οπωσούν την κατά των απόντων προκρίτων ορμήν του λαού. Και ταύτα μεν τα κατά την Ύδραν.

Αφ' ού δε τα πολεμικά κινήματα των Ελλήνων εις λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως των Αθηνών απέτυχαν κατά το Χαϊδάρι, το Καματερόν και τον Πειραιά, η κυβέρνησις ησχολήθη εκ νέου να εμποδίση την εκ Θετταλίας και Ευβοίας εις το πολιορκούν την ακρόπολιν στρατόπεδον σιταγωγίαν, και εθεώρησεν αναγκαίον να κλείση τας Θερμοπύλας και διακόψη πάσαν σχέσιν Ευβοίας και Αττικής διά της κατοχής του Ωρωπού, διότι εν ταις παραθαλασσίοις αποθήκαις αυτού απεταμίευαν οι Τούρκοι τας εξ Ευβοίας και άλλοθεν εις χρήσιν του στρατοπέδου των Αθηνών στελλομένας τροφάς· εκήρυξε δε συγχρόνως η κυβέρνησις και τον αποκλεισμόν των παραλίων του ερετριακού κόλπου, του μαλιακού, και όλης της Ευβοίας. Εις κυρίευσιν δε του Ωρωπού απέστειλε, λήγοντος του Φεβρουαρίου, την Ελλάδα υπό τον Μιαούλην, την Καρτερίαν υπό τον Χάστιγγα, και τον Νέλσωνα υπό τον Παπανικολήν, και συναπέστειλε και 500 στρατιώτας υπό τον Ζακύνθιον Πέταν εκ των εν Σαλαμίνι καθημένων μετά την εν Καματερώ τροπήν· επέβη δε επί της φρεγάτας ως αρχηγός της κατά θάλασσαν και ξηράν ταύτης εκστρατείας ο συνταγματάρχης Εϋδέκος. Την 3 μαρτίου δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου έφθασαν τα ελληνικά πλοία έμπροσθεν του λιμένος του Ωρωπού και ηύραν δύο φορτηγά υπό σημαίαν τουρκικήν τροφοφόρα· και η μεν Καρτερία εκυρίευσεν αμφότερα, η δε Ελλάς, κανονιοβολούσα σφοδρώς, κατεσίγασε το επί της παραλίας κανονοστάσιον, έκαυσε τα ξύλινα περιφράγματά του και μικράν τινα αποθήκην πολεμεφοδίων, εφόνευσέ τινας, και αφ' ού απεμακρύνθησαν όλοι οι φυλάσσοντες την θέσιν εκείνην, ητοιμάσθησαν αι λέμβοι των πλοίων εις αποβίβασιν των στρατιωτών και του αρχηγού αυτών Εϋδέκου υπό την ισχυράν προστασίαν του πυρός της φρεγάτας και του ατμόπλου, και υπό το κράτος του καταλαβόντος τους εχθρούς πανικού φόβου. Αλλ' ο Εϋδέκος, επί λόγω ότι δεν είχε λέμβους ικανάς ν' αποβιβάση διά μιας όλους τους στρατιώτας έμπροσθεν του εχθρού υπό το σκότος της νυκτός, ανέβαλε την αποβίβασιν εις την επαύριον αλλά και τότε αυτός μεν δεν απέβη, οι δε στρατιώται απεβιβάσθησαν υπό τον γενναίον Πέταν· συναπεβιβάσθησαν και 100 ναύται και επολέμησαν· μη προφθάσαντες δε να οχυρωθώσιν ως έπρεπεν, ούσης ημέρας, επανήλθαν το εσπέρας εις τα πλοία κατά διαταγήν του αρχηγού, αφήσαντες τους εχθρούς κατόχους της θέσεως· δύο Έλληνες εφονεύθησαν και έξ επληγώθησαν και οι μεν στρατιώται μετεκομίσθησαν επί του Νέλσωνος εις τον Πειραιά, το δε ατμόπλουν έφερε τον αρχηγόν και τας δύο λείας εις Πόρον. Έμεινε δε η φρεγάτα εν τω ερετριακώ κόλπω εις διακοπήν της κοινωνίας Αττικής και Ευβοίας. Αύτη υπήρξεν η πρώτη και τελευταία εκστρατεία του Εϋδέκου καθ' όλον το μακρόν διάστημα της εν Ελλάδι διατριβής του.

Κατ' εκείνον δε τον καιρόν μετέβη εκ νέου ο Κωλέττης εις Σκόπελον, και συνάξας ικανούς Θετταλομάγνητας τους διεβίβασεν εις Ταλάντι επί κατοχή των Θερμοπυλών. Αλλά, πριν εκστρατεύσωσιν εις τον προς ον όρον, έπεσαν ως Άρπυιαι επί την Θάσον, η εκστρατεία διελύθη, και ο Κωλέττης επανήλθεν εις Αίγιναν άπρακτος, ως και επί της προλαβούσης εκστρατείας του· χάρις όμως εις το παρακολουθούν αυτόν πλοίον, τρέψαν εις φυγήν έν εχθρικόν, διεκόπη, αφ’ ής ώρας έφθασεν εκεί, πάσα κοινωνία Βώλου και Ευβοίας· αλλά παρελθόντος του μηνός δι' όν το πλοίον εφωδιάσθη των αναγκαίων και εμισθοδοτήθησαν οι ναύται, απεμακρύνθη και αυτό, και η κοινωνία έμεινεν ελευθέρα, ως και πρότερον.

Μετά τινας δε ημέρας εξέπλευσαν εις διακοπήν της κοινωνίας των αυτών μερών το τρικάταρτον ο Θεμιστοκλής υπό τον Ραφαλιάν, το δικάταρτον ο Άρης υπό τον Κριεζήν, δύο γολέτται η υπό τον Σωτηρίου Ασπασία και η υπό τον Νέγκαν Παναγία, και η Καρτερία υπό τον Χάστιγγα, τον και αρχηγόν της μοίρας.

Απρίλιος Την εσπέραν της 8 απριλίου η μοίρα αύτη έφθασεν εις το στόμα του κόλπου του Βώλου· και ο μεν Άρης και ο Θεμιστοκλής ελλιμένισαν εντός τουφεκοβολής έμπροσθεν κανονοστασίου επί της εισόδου του λιμένος του Βώλου, και διά σφοδρού κανονοβολισμού το κατεσίγασαν, τα δε λοιπά πλοία έπλευσαν προς τον μυχόν, όπου ηύραν οκτώ τουρκικά δικάταρτα φορτηγά υπό την προστασίαν των κανονοστασίων της πόλεως, και τα πλείστα αυτών έχοντα τα πανία λυτά· εξ αυτών ανείλκυσαν υπό τα εχθρικόν πυρ πέντε, φορτωμένα τροφών και πολεμεφοδίων εις χρήσιν του κατά τας Αθήνας εχθρικού στρατοπέδου, και τα απέστειλαν εν συνοδία της Ασπασίας εις Πάρον· έκαυσαν και δύο, και έσπασαν του ογδόου, επί της ξηράς ριφθέντος, το εμπροσθινόν κατάρτιον. Εκείθεν έπλευσαν εις τον λιμένα των Τρικέρων, όπου ηύραν έν πολεμικόν δικάταρτον υπό τουρκικήν σημαίαν. Τα πλοίον τούτο έκειτο προς τον μυχόν εν μέσω υψηλών βράχων υπό την προστασίαν του πυρός ενός κανονοστασίου και δυνατού τινος τάγματος Αλβανών τοποθετημένων όπισθεν των βράχων. Περί το μεσονύκτιον της 10 εδοκίμασαν οι περί τον Χάστιγγα να κυριεύσωσι το πλοίον, αλλ' απέτυχαν αποκρουσθέντες υπό των προστατευόντων αυτό Αλβανών· απέτυχαν κινηθέντες εις κυρίευσιν αυτού και την επαύριον· ιδόντες δε ότι δεν εδύναντο να το ανελκύσωσι, το έκαυσαν διά πυρίνων σφαιρών. Δύο ναύται Έλληνες εφονεύθησαν επί της εκστρατείας ταύτης και τέσσαρες επληγώθησαν.

1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ'.

Διαφωνίαι περί την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως. — Άφιξις του στρατηγού Τσώρτση, και του λόρδου Κοχράνου και διορισμός του μεν εις την αρχιστρατηγίαν, του δε εις την στολαρχίαν. — Χαρακτήρ Μιαούλη. — Η εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις. — Εκλογή Ιωάννου Καποδιστρίου ως κυβερνήτου. — Αντικυβερνητική επιτροπή.

ΔΙΗΓΟΥΜΕΝΟΙ τα κατά την εν Επιδαύρω γ' εθνικήν συνέλευσιν είπαμεν ότι, αναβαλούσα αύτη τας εργασίας της τον απρίλιον, εξ αιτίας της πτώσεως του Μεσολογγίου, εψήφισε να συνέλθωσιν οι αυτοί πληρεξούσιοι, λήγοντος του σεπτεμβρίου, ή και ταχύτερον, εις ό,τι μέρος θα εκαλούντο παρά της επιτροπής της συνελεύσεως. Κατά το ψήφισμα τούτο και διά τας δεινάς της πατρίδος περιστάσεις εκλήθησαν οι πληρεξούσιοι εις Πόρον τελευτώντος του αυγούστου, προς εξακολούθησιν των εργασιών των, αλλά δεν συνήλθαν· παρήλθε και όλος ο σεπτέμβριος και ουδείς πληρεξούσιος ουδέ τότε μετέβη εις Πόρον· πολλοί δε αυτών εκήρυξαν τον τόπον εκείνον ακατάλληλον. Η επιτροπή εκάλεσεν εκ νέου τους πληρεξουσίους εις τον αυτόν τόπον, αρχομένου του οκτωβρίου· αλλά παρήλθεν όλος ο οκτώβριος και ουδείς ουδέ τότε υπήκουσεν. Αφ' ού δε απεφάσισαν να μεταβώσιν αι δύο επιτροπαί εις Αίγιναν, εκλήθησαν και εκ τρίτου οι πληρεξούσιοι όχι ως πρότερον εις Πόρον αλλ' εις Αίγιναν. Είδαμεν, ότι το ζήτημα του τόπου έφερε και άλλοτε το έθνος εις διαίρεσιν· αλλ' επί της παρούσης περιστάσεως εγένετο σοβαρώτερον, και οι μεν μετά της εν Αιγίνη εδρευούσης κυβερνήσεως πολιτευόμενοι συνήλθαν εις Αίγιναν, οι αντιπολιτευόμενοι εις Ερμιόνην (Καστρί) κατά πρότασιν του Κολοκοτρώνη. Ο αρχηγός ούτος, ο τόσα παθών και φυλακισθείς υπό του Κουντουριώτου επί του εμφυλίου πολέμου συμμαχήσας τότε μετά του Ζαήμη κατ' εκείνου, συνεμάχησεν επί της συνελεύσεως ταύτης μετά του Κουντουριώτου κατά του Ζαήμη. Αλλ' η περί του τόπου διαίρεσις εγέννησε και υποδιαίρεσιν του κόμματος των αντιπολιτευομένων· διότι, εν ώ οι περί τον Κολοκοτρώνην εκάλουν τους περί τον Κουντουριωτών και λοιπούς ομόφρονάς των νησιώτας εις Ερμιόνην, ούτοι εκάλουν εκείνους εις Πόρον, όπου ίσχυαν· αλλά, επιμένοντος του Κολοκοτρώνη, παρεδέχθησαν επί τέλους ως τόπον της συνελεύσεως την Ερμιόνην φοβούμενοι μη υπερισχύσωσιν εξ αιτίας της διαιρέσεως οι εν Αιγίνη αντίπαλοί των. Εκτός δε της δυσκολίας του τόπου, ανεφύη και άλλη βαρυτέρα, η περί πληρεξουσίων. Οι μεν εν Αιγίνη επέμεναν να συνέλθωσιν οι διακόψαντες εν Επιδαύρω τας εργασίας των· τούτο δε εβοήθει τους σκοπούς των, διότι οι πλείστοι εκείνων αιγίνιζαν· οι δε άλλοι άφησαν ελευθέρας τας επαρχίας να στείλωσι τους αυτούς ή άλλους. Αυθαιρέτως ενήργουν οι εν Ερμιόνη και περί του τόπου και περί των προσώπων· διότι, ψηφίσασα η εν Επιδαύρω συνέλευσις την αναβολήν των εργασιών της, συνεψήφισε και την συγκάλεσιν παρά της επιτροπής αυτής των αυτών πληρεξουσίων εις ό,τι μέρος εκείνη έκρινεν ασφαλέστερον· απέκειτο δε αναμφιβόλως εις τους πληρεξουσίους, συμπληρωθέντος του απαιτουμένου αριθμού όπου συνεκαλούντο, να μείνωσιν εκεί, η να μεταβώσιν αλλού· ώστε οι εν Αιγίνη ενήργουν εννόμως· αλλ' έδωκαν και δείγμα πολλής μετριότητος στείλαντες πρεσβείαν προς τους αντιπάλους των υπέρ ενώσεως, και γνωμοδοτούντες περί μεν του ζητήματος των αυτών ή άλλων πληρεξουσίων ν' αναβληθή πάσα συζήτησις έως ου συνέλθωσιν οι αντιφερόμενοι εις ένα και τον αυτόν τόπον, και τότε όλοι ομού να λύσωσι το ζήτημα τούτο· περί δε του τόπου να ευρεθή τρίτος, διότι, εν όσω απήτουν οι μεν την Αίγιναν οι δε την Ερμιόνην, συνέλευσις δεν συνεκροτείτο, αλλά να ευρεθή τοιούτος τόπος όπου ο πληρεξούσιος, αν δεν έβλεπε τον καπνόν, να ήκουε καν τον κρότον των κατά της ακροπόλεως κανονίων. Διά τοιούτων οδηγιών εφωδιασμένη η πρεσβεία ανεχώρησε την 20 Ιανουαρίου εις Ερμιόνην, αλλ' επανήλθεν άπρακτος, αποκριθέντων των εκεί παιδαριωδώς, ότι δεν απεφάσισαν εκείνοι αλλά το έθνος τόπον συνελεύσεως την Ερμιόνην. Έσπευσαν και τα στρατόπεδα της στερεάς Ελλάδος να υποστηρίξωσι την ορθήν και πατριωτικήν πρότασιν των εν Αιγίνη·

Φεβρουάριος αλλ' οι εν Ερμιόνη ουδ' αυτά εισήκουσαν, και επιμένοντες εις όν προέθεντο εξ αρχής σκοπόν ήρχισαν τας τακτικάς των συνεδριάσεις την 11 φεβρουαρίου υπό την προεδρίαν του Σισίνη. Ηγανάκτησαν οι εν Αιγίνη επί τη τοιαύτη παρεκτροπή παντός καθήκοντος, συνηγανάκτησαν και τα στρατόπεδα, και την 27 έγραψαν διά του γενικού αρχηγού των Καραϊσκάκη τοις εν Αιγίνη να μη ενδώσωσιν, ειμή αν οι εν Ερμιόνη συγκατετίθεντο εις τρίτον τόπον, και τούτον εντεύθεν της Επιδαύρου πλησίον των στρατοπέδων. Αισχρόν και παιδαριώδες ήτο να αλληλομαχώσιν οι Έλληνες περί του τόπου των συζητήσεων, κινδυνευούσης της πατρίδος. Αλλ' εν μέσω της αλληλομαχίας ταύτης, ήτις κορυφωθείσα μετά την έναρξιν των εν Ερμιόνη συνεδριάσεων ηπείλει εμφύλιον πόλεμον, έφθασεν εις Ερμιόνην ο αντιστράτηγος Ριχάρδος Τσώρτσης.

Καθ' όν καιρόν οι Άγγλοι εκυρίευσαν τας πλείστας των ιονίων νήσων, ο ανήρ ούτος εσύστησεν εν Ζακύνθω δύο ελαφρά τάγματα εξ Ελλήνων· κατετάχθησαν δε ως αξιωματικοί ο Κολοκοτρώνης, ο Αναγνωσταράς, ο Πλαπούτας, ο Νικήτας, ο Βλαχόπουλος και άλλοι οπλαρχηγοί διαπρέποντες επί της ενεστώσης επαναστάσεως, οίτινες και προσηλώθησαν ιδιαιτέρως τον Τσώρτσην, διότι ιδιαιτέρως και αυτός τους ηγάπα και τους επροστάτευε. Γενομένης δε της ειρήνης, διελύθησαν τα δύο ταύτα τάγματα· ο δε Τσώρτσης μετέβη εις υπηρεσίαν του βασιλέως της Νεαπόλεως, όπου υψώθη εις βαθμόν αντιστρατήγου και κατέστη εν μια των μεσημβρινών του βασιλείου επαρχιών «άλλος εγώ». Αλλ' ο πολυχρόνιος αυτού χωρισμός ούτε την εις αυτόν αφοσίωσιν των άλλοτε συναγωνιστών του Ελλήνων επηρέασεν, ούτε την προς αυτούς αγάπην αυτού εψύχρανε· διά τους λόγους τούτους και διά τας εξ αιτίας της αιτηθείσης αγγλικής προστασίας και μεσιτείας πολιτικάς σχέσεις των δύο εθνών, η διοικητική επιτροπή έσπευσε να καλέση τον Τσώρτσην εις την ελληνικήν υπηρεσίαν συναινέσει του Κολοκοτρώνη και των άλλων ομοφρόνων του οπλαρχηγών. Προθύμως εδέχθη την πρόσκλησιν ο Τσώρτσης, και αναχωρήσας εξ Ιταλίας κατευωδώθη την 26 εις Χέλι αντικρύ των Σπετσών. Γνωσθείσης δε της αφίξεως αυτού, έδραμαν αυθωρεί ο Κολοκοτρώνης και άλλοι των εν Ερμιόνη εις υπάντησίν του, τον εδεξιώθησαν φιλοφρονέστατα, τον ονόμασαν πατέρα και ευεργέτην, τον συνώδευσαν την επαύριον εις Ερμιόνην, και τον εθεώρησαν έκτοτε ως πολεμικόν αρχηγόν των· αλλ' εκείνος, πληροφορηθείς περί της επικρατούσης διαιρέσεως, τοις είπε να τον θεωρώσιν ως απλούν περιηγητήν εν όσω δεν ωμονόουν. Διέτριβε πρό τινων ημερών εν Ερμιόνη ο Χαμιλτών καταγινόμενος να φέρη τους εκεί εις συναίσθησιν της κακής διαγωγής των. Οι σφοδροί και σοβαροί λόγοι αυτού, η συνεργεία του Τσώρτση και η προτροπή του εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως της Αγγλίας υπέρ ομονοίας, εξ ής και μόνης έγραφεν ότι εξήρτητο η ευόδωσις της υπέρ Ελλάδος μεσιτείας του, υπερίσχυσαν, και απεφασίσθη να συνέλθωσιν οι πληρεξούσιοι αμφοτέρων των κομμάτων εις Τροιζήνα (Δαμαλά) προς εξίσασιν των περί συνελεύσεως διαφορών.

Μάρτιος Εν τούτοις, έφθασε την 5 μαρτίου εις Πόρον επί του ατμόπλου Μονόκερω και ο προ πολλού ως σωτήρ περιμενόμενος Κοχράνης, και κατέπλευσεν εις Αίγιναν, όπου έδρευεν η κυβέρνησις· έφερε δε εις χρήσιν των εκστρατειών του δίστηλα εκατόν χιλιάδας, εξ ών τα μεν ήσαν βοηθήματα των εν Ευρώπη φιλελληνικών Εταιριών, τα δε απομεινάρια του αγγλικού δανείου. Τόση δε ήτον η επιθυμία και η ανάγκη της παρουσίας αυτού εν Ελλάδι, ώστε, αφ' ότου έμαθαν οι Έλληνες ότι ανεχώρησεν εξ Αγγλίας και περιέπλεε την Μεσόγειον, έστειλαν πλοίον εις ανεύρεσιν και επιτάχυνσίν του· διά τούτο ανεκλάλητος χαρά ενέπλησε τας καρδίας όλων, μαθόντων την άφιξίν του· πρεσβείαι δε προς τον σωτήρα τούτον της πατρίδος και συγχαρητήρια εστέλλοντο πανταχόθεν· απέστειλε προς τούτον μεταβάντα εξ Αιγίνης εις Πόρον και η εν Ερμιόνη συνέλευσις πρεσβείαν φέρουσαν την εξής επιστολήν.

«Η Ελλάς σε συγχαίρει διά την εις τας θαλάσσας της παρουσίαν σου· αι ευχαί των Ελλήνων εκπληρούνται διά τούτο, και αι ελπίδες των ανυψούνται περί της καλής εκβάσεως του ιερού αγώνος των.

«Το ελληνικόν έθνος συνηγμένον ενταύθα εις γ' εθνικήν συνέλευσιν επιθυμεί την παρουσίαν σου, και σε προσκαλεί αποστέλλον τον γενικόν αρχηγόν των όπλων της Πελοποννήσου Θ. Κολοκοτρώνην, τον Κ. Κανάρην, τον Ν. Μπότασην, τον στρατηγόν Κίτσον Τσαβέλλαν και τον κόμητα Α. Μεταξάν, διά να αποδώση τας ευχαριστίας του εις τον υπέρ των δικαίων του ζήλον σου».

Ο Κοχράνης, ον η γνώσις της επαράτου διαιρέσεως έθλιψε και εθορύβησεν αφ' ότου επάτησε την ελληνικήν γην, κατεταράχθη ιδών ενώπιόν του απολλυμένης της πατρίδος τους άνδρας, ους η οικτρά φωνή της εκάλει εις τα πεδία της μάχης προς υπεράσπισιν, και πλήρης αγανακτήσεως έγραψε μετά τινας περιποιητικούς λόγους τους εξής επιπληκτικούς προς τους εν Ερμιόνη, πληρεξουσίους.

«Ελυπήθην ιδών τους ανδρειοτέρους και περιφημοτέρους αξιωματικούς της Ελλάδος καταγινομένους εις τον σχηματισμόν πολιτικής συνελεύσεως και δαπανώντας τον καιρόν των εις συζητήσεις περί του τόπου αυτής, εν ώ ο εχθρός καταπατά ακωλύτως όλην την γην σας, εξουσιάζει τα τρία τέταρτα των φρουρίων και πολιορκεί την πρωτεύουσαν της ελληνικής πολιτείας. Αι Αθήναι κινδυνεύουν τον έσχατον κίνδυνον· και εν ώ ο γενναίος Φαβιέρος μετ' ολίγων ηρώων ενθουσιώντων διά την αυτονομίαν έδραμεν εις βοήθειαν των ανδρείων υπερασπιστών αυτής, οι αξιωματικοί της Ελλάδος δεν παύουν καταγινόμενοι εις μικροπρεπείς συζητήσεις περί πολιτικών πραγμάτων. Αν η σκιά του Δημοσθένους εζωοποίει εκ νέου την εν ταύτη τη νήσω κόνιν του μεγάλου εκείνου ανδρός, θα ηκούετε εκ του στόματός του μεταβάλλοντος μόνον τα ονόματα των ανδρών και των τόπων τον πρώτον του κατά του Φιλίππου λόγον, και θα εμανθάνετε από ένα συμπολίτην σας ειδήμονα της ιστορίας και βαθείαν γνώσιν έχοντα του ανθρώπου οποία έπρεπε να είναι η διαγωγή σας. Σας παραγγέλλω λοιπόν να αναγνώσετε τον λόγον αυτόν εν πλήρει συνεδριάσει· συνιστώ δε ιδιαιτέρως προς τους διέποντας την τύχην της Ελλάδος μίαν μίαν τας συμβουλάς του· και επειδή τοιούτου ανδρός οι λόγοι είναι τόσον κατάλληλοι εις τας σημερινάς σας περιστάσεις, ασυγχώρητος οιηματίας θα εφαινόμην, αν άλλο τι σας έλεγα ειμή τους λόγους αυτού.

«Αν τοίνυν, ω άνδρες Αθηναίοι, και υμείς επί της τοιαύτης εθελήσητε γενέσθαι γνώμης νυν, επειδήπερ ου πρότερον, και έκαστος υμών, ου δει και δύναιτ' αν παρασχείν αυτόν χρήσιμον τη πόλει, πάσαν αφείς την ειρωνείαν έτοιμος πράττειν υπάρξη, ο μεν χρήματ' έχων εισφέρειν, ο δ' εν ηλικία στρατεύεσθαι, συνελόντι δ' απλώς αν υμών αυτών εθελήσητε γενέσθαι και παύσησθε αυτός μεν ουδέν έκαστος ποιήσειν ελπίζων, τον δε πλησίον πάνθ' υπέρ αυτού πράξειν· και τα υμέτερ' αυτών κομιείσθε, αν Θεός θέλη, και τα κατερραθυμημένα πάλιν αναλήψεσθε, κακείνον τιμωρήσεσθε».

Τοιαύτα γράψας ο Κοχράνης τοις εν Ερμιόνη εκήρυξε παρρησία, ότι ούτε απέβαινεν, ούτε ενήργει τι υπέρ Ελλάδος, εν όσω οι Έλληνες δεν ωμονόουν. Ο αξιέπαινος ούτος τρόπος του πράττειν και λαλείν του Κοχράνου απεπεράτωσε το έργον της ενώσεως, συνήλθαν εις Τροιζήνα και οι εν Ερμιόνη και οι εν Αιγίνη, έγειναν δεκτοί όλοι οι πληρεξούσιοι παλαιοί και νέοι ως μέλη της συνελεύσεως, και την 19 ήρχισαν αι διακοπείσαι εργασίαι της. Συγχρόνως μετέβη και η κυβέρνησις εις Πόρον μίαν ώραν απέχοντα της Τροιζήνος. Οι δε πληρεξούσιοι, περί πολλού ποιούμενοι την καθησύχασιν του επί τη διαιρέσει αυτών οργισθέντος Κοχράνου, έσπευσαν να τον ειδοποιήσωσιν ότι ηνώθησαν. Αλλ' ο Κοχράνης, δικαίως θεωρών πάσαν πολιτικήν συζήτησιν και άκαιρον και επιβλαβή ψυχορραγούσης της ακροπόλεως, τοις απεκρίθη, ότι, καθ' ήν είχε μακράν πείραν των εν επαναστάσει εθνών, αι εξημμέναι συζητήσεις ήσαν ολέθριοι, ότι άχρηστοι ήσαν οι νόμοι οσάκις ήσαν ανίσχυροι, ότι επιβλαβέστατον το νομοθετείν και μη ενεργείν εν καιρώ πολέμου, και ότι τότε μόνον ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ότε η συνέλευσις εψήφιζε τα εις απολύτρωσιν της ακροπόλεως και την εις Αθήνας συγκάλεσιν των πληρεξουσίων· άλλως, έβλεπεν ότι η Ελλάς απόλλυται· επειδή δε συνέβησαν νέαι αναβολαί, τοις έγραψε πάλιν, ότι, επειδή αι συμβουλαί του δεν εχρησίμευαν ως αποτεινόμεναι προς ανθρώπους εμποδίζοντας την πρόοδον των πραγμάτων και έχοντας απόφασιν να μη αλλάξωσι διαγωγήν, αυτός ανεχώρει, αν μέχρι της εσπέρας δεν ενηργούντο τα δέοντα· τοις επρότεινε δε να συστήσωσι κυβέρνησιν εκατονταήμερον, και ν' αναβάλωσι τα λοιπά εις αρμοδιώτερον καιρόν. Η συνέλευσις εφοβήθη επί τη απειλή της αναχωρήσεώς του και απεφάσισε να πραγματοποιήση τας ευχάς του ψηφίζουσα μόνα τα κατεπείγοντα ανυπερθέτως.

Είδαμεν, ότι, μόλις συνεκροτείτο κυβέρνησις, και ήθελαν οι εναντίοι της να την καταστρέψωσιν· ουδείς δε των εις ους περιήλθεν αλληλοδιαδόχως επί της επαναστάσεως η εξουσία εφάνη άξιος να την διατηρήση. Το συμφέρον της πατρίδος απήτει να συγκεντρωθή εις ενός και μόνου χείρα όλη η νομοτελεστική εξουσία, η μέχρι τούδε εις πολλών διανεμομένη· αλλά τοιαύτης Αρχής και της γενικής εμπιστοσύνης των άξιον άνδρα δεν ηύρισκαν οι Έλληνες εντός της Ελλάδος, διά τούτο έστρεψαν το βλέμμα εις τον Ιωάννην Καποδίστριαν, τον άλλοτε διαπρέψαντα ως υπουργόν της ρωσσικής αυτοκρατορίας, διάγοντα τότε ιδιωτικόν βίον εν Ελουηττία, και πλήρη πατριωτισμού πάντοτε φανέντα· τόσον δε εξ αιτίας των εμφυλίων παθών και αντιζηλιών επέμεναν εις το να φέρωσιν έξωθεν κυβερνήτην, ώστε εψήφισαν, αν δεν ήρχετο ο Καποδίστριας, να ζητήσωσιν άλλον αντ' εκείνου εκτός πάντοτε της Ελλάδος. Τα δε πολεμικά των ήσαν ως και τα πολιτικά των· πολυαρχία επεκράτει εν τω στρατιωτικώ της Ελλάδος. Ο Κολοκοτρώνης υπερίσχυεν όλων των πολεμικών της Πελοποννήσου· ο δε Καραϊσκάκης απέκτησεν επί της τελευταίας του εκστρατείας πολλήν και δικαίαν φήμην· αλλ' ησθάνοντο και ο είς και ο άλλος ότι δεν ήσαν οι άνθρωποι της γενικής στρατιωτικής Αρχής της Ελλάδος· και αμφότεροι επρότειναν αυθόρμητοι ν' αναδείξη η συνέλευσις τον Τσώρτσην αρχιστράτηγον όλης της Ελλάδος. Κατά θάλασσαν επρώτευεν ο Μιαούλης,

Αδιαφιλονείκητος είναι η αξία ανδρός, ον τιμούν και αυτοί οι αντίπαλοι· τοιούτος ήτον ο Μιαούλης. Διχονοούσα η υπερήφανος Ύδρα τον ετίμα όλη. Απρόθυμος εφάνη κατ' αρχάς προς τον αγώνα, ως παρ' αγνώστων κινηθέντα και ως ανώτερον της δυνάμεως των Ελλήνων, διετέλεσεν οικουρών την πρώτην εξαμηνίαν, εξέπλευσε μετά ταύτα ως απλούς πλοίαρχος και ηρίστευσεν ως ναύαρχος. Αρχομένου δε του δευτέρου έτους, εξέπλευσεν ως ναύαρχος, και την μέχρι τούδε παραφυλακτικήν διαγωγήν του ελληνικού στόλου ως προς τον τουρκικόν μετήλλαξεν αυτός πρώτος εις επιθετικήν. Ουδείς νοημονέστερος και ευτολμότερος αυτού εν μάχαις ή μετριοφρονέστερος εν νίκαις· εις ουδέν ελογίζετο όσα έπραττεν αναλογιζόμενος τι ώφειλε να πράξη· μεγίστην πεποίθησιν είχαν οι Έλληνες εις αυτόν, αλλ' αυτός ηγνόει την αληθή αξίαν του, και εν μέσω των θριάμβων του πάντοτε εδίσταζεν αν ο μέγας αγών θα ευδοκίμει· ουδέποτε εσπουδάρχησε και κατά χρέος μάλλον ή κατά προαίρεσιν εναυάρχησεν· η Αρχή εζήτησε πάντοτε αυτόν και ουδέποτε αυτός την Αρχήν. Πάντες οι επισκεπτόμενοι τον άνδρα τούτον ξένοι τον εθαύμαζαν διά την λιτότητα του βίου και την μετριοφροσύνην του, οι δε παρευρεθέντες εν ταις ναυμαχίαις του ναυτικοί τον ευφήμουν διά την ευτολμίαν και την ναυαρχικήν αυτομάθειάν του. Πολλάκις οι περί τα πολιτικοί ασχολούμενοι και τα της πατρίδος προς το ίδιον συμφέρον ή προς φιλαρχίαν διαπραττόμενοι τροποποιούν ασυστόλως εις επίτευξιν του ποθουμένου ας πρεσβεύουν αρχάς, συναγωνιστάς παραδέχονται τους ανταγωνιστάς, και σωτήρας σήμερον της πατρίδος καλούν ους ολετήρας εκάλουν χθες και το ανάπαλιν, παρέχοντες σκανδαλώδες και επονείδιστον παράδειγμα παλιμβουλίας και κακής χρήσεως πολιτικής επιρροής· επανέρχονται δε αναιδώς, αν τοις συμφέρη, εις τα πρώτα, προσάπτοντες τοις άλλοις τα επί της ιδιοτελούς ενώσεως των πολιτικά αυτών ανομήματα. Τοιούτος δεν ήτον ο Μιαούλης, την αυτήν πολιτικήν αείποτε επολιτεύθη, ουδέποτε μετεποίησεν επ' ιδιοτελεία τους φίλους εις εχθρούς ή τους εχθρούς εις φίλους, ουδ' εφαντάσθη να επιρρεάση τα της πατρίδος διά της κατά θάλασσαν υπεροχής του· εθνωφελή δε θεωρών εν τη περιστάσει ταύτη την στολαρχίαν του Κοχράνου πρόθυμος απεδύθη πολυετή και πολυένδοξον αρχηγίαν, και φαιδρός κατέβη εις τάξιν πλοιάρχου ως απαλλαττόμενος μάλλον βάρους ή ως στερούμενος Αρχής (α).

Εν ώ δε ουδένα των Ελλήνων δυσηρέστησαν οι διορισμοί του Κοχράνου ως στολάρχου και του Τσώρτση ως αρχιστρατήγου, η εκλογή του Καποδιστρίου ως επταετούς κυβερνήτου δυσηρέστησε πολλούς των πολιτικών, αλλ' ουδείς ετόλμησε να εκφράση εναντίαν γνώμην, διότι και η ανάγκη και η επιθυμία του έθνους ήσαν υπέρ αυτής. Την εκλογήν ταύτην, κυρίως προελθούσαν παρά των πλείστων των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων, υπεστήριξαν παρ’ ελπίδα και οι πολλήν επιρροήν επί της συνελεύσεως έχοντες Άγγλοι Κοχράνης και Τσώρτσης. Εξ αιτίας δε των δεινών περιστάσεων ουδ' ο μοίραρχος Άγγλος Χαμιλτών, ουδ' ο εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς της Αγγλίας την απεδοκίμασαν. «Μας χρειάζεται προ παντός μία Ελλάς»· έγραφεν ο πρέσβυς· εφρόνουν δε και αυτός και ο μοίραρχος, ότι ο Καποδίστριας θ' απεποιείτο· του φρονήματος τούτου ήτο και η κυβέρνησίς των.

Την δε 29 μαρτίου παρέστη εν μέσω της συνελεύσεως ο Κοχράνης ως στόλαρχος, και δείξας εκ νέου, συνεδριαζόντων των πληρεξουσίων, την ανάγκην της ομονοίας και της κατά ξηράν και θάλασσαν ταυτοχρόνου εκστρατείας έθεσε την δεξιάν του επί της λαβής του ξίφους του και είπεν, «Ορκίζομαι να υπηρετήσω πιστώς την Ελλάδα και να χύσω υπέρ αυτής το αίμα μου, αν φανή και η Ελλάς πιστή εις εαυτήν». Αφ' ού δε ωρκίσθη, ανύψωσε την στολαρχικήν σημαίαν επί της Ελλάδος, εν ή και ο Μιαούλης ως πλοίαρχος. Την δε 2 απριλίου εσυστήθη τριμελής επιτροπή κληθείσα αντικυβερνητική επιτροπή, εντολήν έχουσα να διοική τον τόπον μέχρι της αφίξεως του κυβερνήτου κατά τους όρους του συντάγματος· διωρίσθησαν δε μέλη αυτής, αποποιηθέντων πολλών άλλων, ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης, ο Γιαννούλης Νάκος και ο Μαρκής Μιλαήτης· ανεγνώσθη δε αυθημερόν και αναφορά της παυσάσης διοικητικής επιτροπής διαλαμβάνουσα τα επί της διοικητικής αυτής περιόδου συμβάντα. Την δε επαύριον, ημέραν του Πάσχα, ωρκίσθησαν τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής ενώπιον της συνελεύσεως επί του σταυρού τον ακόλουθον όρκον.

«Ορκίζομαι εις το όνομα της τρισυποστάτου Θεότητος και εις την γλυκυτάτην πατρίδα, πρώτον μεν ή να ελευθερωθή το ελληνικόν έθνος, ή με τα όπλα εις τας χείρας ν' αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος· έπειτα δε να υποτάσσωμαι μ' όλην την πίστιν εις τον παρόντα νόμον της πατρίδος ό,τι λογής αι τρεις εθνικαί συνελεύσεις του 1822, του 1823 και του 1827 παρέδωκαν εις το ελληνικόν έθνος».

Ο δε Τσώρτσης, πριν αναδεχθή την αρχιστρατηγίαν και ορκισθή, ενόμισε καθήκον να διασκεδάση τας επικρατούσας ψευδείς φήμας ότι είχε ξένην υποστήριξιν και ότι έφερε χρήματα προς ενίσχυσιν του αγώνος· είπε δε προς τοις άλλοις, ότι δεν εθεώρει πλέον την ακρόπολιν των Αθηνών υπερασπίσιμον. Αλλ', επιμενούσης της συνελεύσεως εις ό,τι περί αυτού εψήφισε, παρέστη ενώπιόν της καθ' ήν ημέραν ωρκίσθη η αντικυβερνητική επιτροπή, και ώμοσε και αυτός επί του σταυρού και του ξίφους του τον εξής όρκον.

«Ορκίζομαι ενώπιον του υπερτάτου Όντος και της εθνικής των Ελλήνων συνελεύσεως να υπηρετήσω εις τον κατά των Τούρκων αγώνα των υπό την σημαίαν των και διά το συμφέρον της Ελλάδος, να πείθωμαι εις τους καθεστώτας νόμους της και να υπακούω εις τας διαταγάς της διοικήσεώς της». Η δε συνέλευσις εξέδωκεν 24 ψηφίσματα. Τα τέσσαρα πρώτα, αν και εξεδόθησαν εν Ερμιόνη, έγειναν πασίδεκτα. Το πρώτον τούτων έλεγεν ότι η ελληνική επικράτεια συνίστατο εξ όλων των λαβουσών όπλα επαρχιών, ότι ήτον αδιαίρετος, και ότι τα του αγώνος αγαθά ήσαν κοινά· εξεδόθη δε διότι, εν ώ η διοικητική επιτροπή ηγωνίσθη ειλικρινώς και αριζήλως επ' ωφελεία της στερεάς Ελλάδος και κατώρθωσε δι' ών εσύστησε στρατοπέδων την ανόρθωσίν της, δεν έπαυάν τινες υποκινούντες ταραχάς εν μέσω και αυτών των στρατοπέδων επί λόγω ότι ενήργει μυστικώ τω τρόπω, διά της επιτροπής της συνελεύσεως, επί του προκειμένου συμβιβασμού, την αποκοπήν της στερεάς από της λοιπής Ελλάδος εις ανταλλαγήν άλλων αγαθών επ' ωφελεία μόνης της Πελοποννήσου· το δεύτερον ψήφισμα απέβλεπε την αμφίβολον νομιμότητα των πλείστων των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων, και ηκύρονε τα της Επιδαύρου, το απαιτούν την εκ νέου συγκάλεσιν των εκεί συνελθόντων πληρεξουσίων· το τρίτον απέδιδεν εις τον Υψηλάντην τα πολιτικά του δικαιώματα, άτινα του αφήρεσεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις· και το τέταρτον ενομιμοποίει την μετάβασιν των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων εις Τροιζήνα. Τα δ' εκδοθέντα εν Τροιζήνι κατά την χρονολογικήν τάξιν αυτών διελάμβαναν, την στολαρχίαν του Κοχράνου, την εκλογήν του Καποδιστρίου ως κυβερνήτου της Ελλάδος, την αρχιστρατηγίαν του Τσώρτση, την αμοιβήν των κατά θάλασσαν υπηρετούντων, τον διορισμόν των μελών της αντικυβερνητικής επιτροπής και συγκάλεσιν άλλης συνελεύσεως, αν ο Καποδίστριας δεν ήρχετο, την σύστασιν εθνικού στόλου, την αμοιβήν της φρουράς της ακροπόλεως των Αθηνών και τον τρόπον της αμοιβής, την εύρεσιν τρίτου δανείου παρά του κυβερνήτου διστήλων πέντε εκατομμυρίων επί υποθήκη εθνικής γης, την διάταξιν περί των φρουρίων και των οχυρωμάτων, την εύρεσιν πόρων εις διατήρησιν του υπό τον αρχιστράτηγον στρατιωτικού, την επικύρωσιν του επιδιορθωθέντος συντάγματος και απαγόρευσιν παντός επί οιαδήποτε προφάσει και περιστάσει νομοθετήματος και πάσης πράξεως παρά τους όρους αυτού, τα καθήκοντα της αντικυβερνητικής επιτροπής μέχρι της αφίξεως του κυβερνήτου, την κατάργησιν του ανεκκλήτου ποινικού δικαστηρίου συστηθέντος επί της διοικητικής επιτροπής και επιθεώρησιν των αποφάσεών του, την μετάβασιν της κυβερνήσεως εις Ναύπλιον, την εκλογήν του Νικολάου Ρενιέρου ως προέδρου της βουλής, την βράβευσιν δι' εθνικής γης μετά τον πόλεμον των καταταχθησομένων στρατιωτών υπό την ελληνικήν σημαίαν, τον οργανισμόν στρατιωτικής δυνάμεως και την διαίρεσιν αυτής εις στρατεύματα δυνάμει εις στρατεύματα ενεργεία και εις πολιτικά, τον συνοικισμόν των έξωθεν ερχομένων, τον ιδιαίτερον συνοικισμόν Σμυρναίων επί του ισθμού της Κορίνθου και την ακύρωσιν της παρά τους νόμους και τας διατυπώσεις εκποιήσεως εθνικών κτημάτων απ' αρχής της α'. περιόδου μέχρι τέλους της γ'. επί αποζημιώσει των αγοραστών.

Η συνέλευσις, εν ώ απηγόρευσε παν επί οιαδήποτε προφάσει και περιστάσει νομοθέτημα και πάσαν πράξιν παρά τους όρους του συντάγματος, διετήρησε και ας περί συμβιβασμού διά της μεσιτείας της Αγγλίας έθεσεν η της Επιδαύρου βάσεις, καθ' άς η Ελλάς καθίστατο υπόφορος· ώστε παρεδέχθη δυο αντικειμένας αρχάς· και απαγορεύουσα πάσαν παράβασιν του συντάγματος εσάλευεν η ιδία αύτη τα θεμέλιά του. Εξήλειψεν από του συντάγματος και το-π ρ ο σ ω ρ ι ν ό ν, ως αν ετέθησαν τα της Ελλάδος επί σταθερών βάσεων, εν ώ ο κίνδυνος ήτο περί των όλων. Το δε σύνταγμα ήτο μεν ακριβέστερον και φιλογενέστερον του προγενεστέρου, αλλ' έμεινεν ανεφάρμοστον· αφιερούτο δε εις την πίστιν της βουλής, του κυβερνήτου και του δικαστικού κλάδου, εις την εύνοιαν του λαού και τον πατριωτισμόν παντός Έλληνος, απέκλειε τον κλήρον πάσης πολιτικής υπηρεσίας κατά τους ιερούς κανόνας, και διήρει την επικράτειαν εις θέματα. Έστειλεν η συνέλευσις και προσκλητήρια προς τον Καποδίστριαν· επεκαλέσθη την αντίληψιν των εις Χριστόν πιστευόντων λαών και των δυνατών της Ευρώπης· ανήγγειλε προς το έθνος τα ουσιωδέστερα των έργων της· εκάλεσεν εις τα όπλα άνδρας, γυναίκας, γέροντας και παιδία· τοις είπεν ότι αλλού δεν ηύρισκαν ασφάλειαν ειμή εις το σύνηθες σύνθημά των, «ελευθερίαν ή θάνατον», εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του έθνους προς τον βασιλέα της Βαυαρίας, τον πρόεδρον των ομοσπόνδων Πολιτειών της αρκτώας Αμερικής, τον Γεώργιον Κάννιγγα, τον Εϋνάρδον, άλλους φιλέλληνας και πολλούς εκτός της Ελλάδος Έλληνας, επολιτογράφησέ τινας τω φιλελλήνων, και την 5 μαΐου κατέπαυσε των έργων αυτής.

Διηρημένη ήτο και η παρούσα συνέλευσις ως και η του Άστρους· συνήρχετο όμως όλη εις ένα και τον αυτόν τόπον, και συνειργάζετο υπό την σκιάν του παρά την κώμην των Δαμαλών και υπό των ναμάτων της Ιπποκρήνης ποτιζομένου λεμονώνος· δεν ήσαν δε, ως οι εν Άστρει, εις πολιτικούς και πολεμικούς, αλλ' εις Πελοποννησίους και Στερεοελλαδίτας διηθημένοι· διότι, ως προανεφέραμεν, το ζήτημα του καιρού τούτου ήτον η εις τον συμβιβασμόν συμπερίληψις ή μη της στερεάς Ελλάδος· έκλιναν προς τους Στερεοελλαδίτας και οι Νησιώται. Τόσον δε ήσαν οι πλείστοι των πληρεξουσίων του ενός και του άλλου μέρους εξημμένοι και δύσπιστοι προς αλλήλους, ώστε εν μια των τελευταίων συνεδριάσεων, λογοτριβής γενομένης, εξώκειλαν και εις άτοπα· ο δε ηπειρώτης οπλαρχηγός Κίτσος, ελθών εις το μέσον βαστών και σείων κατά πρόσωπον του Κολοκοτρώνη κλάδον δένδρου, τον ύβρισεν ως άνανδρον και μηδαμινόν. Αγανακτήσαντες οι Πελοποννήσιοι εφώναξαν «ε ι ς-τ α-ό π λ α». «Ε ι ς-τ α-ό π λ α» εφώναξαν και οι Στερεοελλαδίται, διηρέθησαν όλοι οι πληρεξούσιοι εις δύο στρατόπεδα, εξήλθαν του λεμονώνος οι μεν Πελοποννήσιοι εξ ενός, οι δε Στερεοελλαδίται εξ άλλου μέρους· οι μεν έτρεξαν και εκλείσθησαν εν ταις οικίαις, οι δε κατέλαβαν οχυράς θέσεις, όλοι ητοιμάσθησαν εις πόλεμον, και αν μία πιστολία έπιπτεν, ο τόπος της συνελεύσεως θα εγίνετο τόπος αίματος· αλλ' οι μετριώτεροι των πληρεξουσίων, πεσόντες εις το μέσον, καθησύχασαν τα δεινά ταύτα (β). Τοιαύτη ήτον η αρχή και τοιούτον το τέλος της εν Τροιζήνι συνελεύσεως· ήρχισε και ετελείωσεν εν διχονοίαις, δυσπιστίαις και ταραχαίς.

1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΖ'.

Στρατοπέδευσις του Καραϊσκάκη εν Κερατσηνίω. — Μάχη του Μετοχίου και άλλαι τινές συγκρούσεις. — Μετάβασις Κοχράνου Τσώρτση εις Πειραιά — Τα κατά την Αττικήν μετά την εκεί μετάβασιν αυτών. — Θάνατος Καραϊσκάκη και επιθεώρησις της επί του αγώνος διαγωγής του. — Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών.

Ο δε Καραϊσκάκης είχε μόλις χίλιους καθ' όν καιρόν επανήλθεν εις Ελευσίνα, διότι διέσπειρε τους λοιπούς εις διαφόρους θέσεις της στερεάς Ελλάδος· αλλ' εντός τεσσάρων ημερών ετριπλασιάσθη ο αριθμός, προστεθέντων των εν Σαλαμίνι ταγμάτων του Βάσσου, των Νοταράδων και άλλων οπλαρχηγών, και συνεπληρώθη τα ιππικόν εις εκατόν, ενωθέντων καί τινων τακτικών.

Μάρτιος Την δε εσπέραν της 2 μαρτίου εκίνησαν όλοι οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης, και την επαύριον ετοποθετήθησαν διά νυκτός εν Κερατσηνίω παραθαλασσία θέσει παρά τω λιμένι Φωρών επί του πορθμού της Σαλαμίνος δύο μίλια μακράν του Πειραιώς προς δύσιν, και ωχυρώθησαν. Πρωίας δε γενομένης, επήλθαν οι παρά τα Κερατσήνι κατέχοντες θέσεις εχθροί και ηκροβολίσθησαν· περί δε την μεσημβρίαν κατέβησαν και άλλοι πεζοί και ικανοί ιππείς εκ Πατησίων, αλλ' όλοι απεκρούσθησαν. Την δε επαύριον, ανατείλαντος του ήλιου, ήλθεν ο Κιουταχής συνεπιφέρων πολυάριθμον πεζικόν, τετρακοσίους ιππείς και κανόνια, και ελπίζων να ρίψη τους εχθρούς του εις την θάλασσαν.

Έμπροσθεν των οχυρωμάτων των Ελλήνων επί θέσεως πεδινής έκειτο μετόχιον ασκεπές και περιτετοιχισμένον· το μετόχιον τούτο εθεωρήθη διά την θέσιν του χρήσιμον προπύργιον των ελληνικών οχυρωμάτων, και εντός αυτού ετοποθετήθησαν 250 εκλεκτοί στρατιώται υπό τους οπλαρχηγούς Θανάσην Τούσαν, Γαρδικιώτην Γρίβαν, και άλλους. Επειδή δε η θέσις ήτο λίαν επικίνδυνος, εθάρρυνεν ο Καραϊσκάκης τους στρατιώτας μοιράσας αυτοίς χρήματα και υποσχεθείς πλουσιωτέρας αμοιβάς, αν ηρίστευαν. Οι εχθροί έστησαν εν πρώτοις τα κανόνια παρά το μετόχιον εντός τουφεκοβολής και ρίψαντες διά σφοδρού κανοβολισμού τους τοίχους του διηρέθησαν, και οι μεν επέπεσαν επ' ελπίδι ν' αφαρπάσωσι τους εν αυτώ όλους ζώντας, οι δε ώρμησαν επί τους κατέχοντας τας άλλας θέσεις Έλληνας, ίνα εμποδίσωσι πάσαν επιβοήθειαν· το δε ιππικόν παρακολούθει το πεζικόν. Αλλ' η καρτερία των εν τω μετοχίω εφάνη ανωτέρα παντός επαίνου. Πολεμούντες όπισθεν των ερειπίων και υπό την σκέπην δύο χωματίνων οχυρωμάτων ανεγερθέντων την νύκτα εκ του προχείρου εκτός του μετοχίου, ανεχαίτισαν την ορμήν και των πεζομαχούντων και των ιππομαχούντων. Εξέπληξε την ημέραν εκείνην και αυτούς τους εχθρούς η αφοβία του υπό τον Χατσή-Μιχάλην ιππικού αντιπαραταχθέντος, αν και τόσον ολίγου, προς το πολυάριθμον εχθρικόν και εμποδίσαντος ευτυχώς την πρόοδόν του· ηρίστευσαν και οι κατέχοντες τας άλλας θέσεις Έλληνες· έν μόνον οχύρωμα έχασαν, αλλά μετ' ολίγον το ανέκτησαν, ώστε πολεμούντες οι εχθροί κατ' αρχάς επί βλάβη, κατήντησαν να πολεμώσιν επί αμύνη και ηναγκάσθησαν να απομακρυνθώσι την β' ώραν μετά μεσημβρίαν κακώς έχοντες· πολλοί εξ αυτών εφονεύθησαν και επληγώθησαν· εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν 3 και επληγώθησαν 20.

Οι Έλληνες, εμψυχωθέντες επί τη νίκη ταύτη, έβαλαν κατά νουν να προσβάλωσι τους προς τον Πειραιά εχθρούς, και 1000 εξ αυτών ετοιμάσαντες την 17 δεμάτια σχοίνων υπήγαν την νύκτα κατά διαταγήν του Καραϊσκάκη εις ανέγερσιν οχυρώματος· αλλ' εν ώ ειργάζοντο, ηκούσθη κρότος· οι πλείστοι υπέθεσαν, ότι ήσαν καλπάσματα ίππων και έγειναν εν τω άμα άφαντοι· αλλ' ο ακουσθείς κρότος ήτο κάλπασμα ενός και μόνου ίππου φέροντος εις κατασκευήν του οχυρώματος πτυάρια και αξίνας· μαθόντες δε καθ' οδόν οι λειποτάκται την αληθή του φόβου των αιτίαν επανήλθαν και ετελείωσαν το έργον των. Οι δε Τούρκοι, ιδόντες την επαύριον το ανεγερθέν οχύρωμα, και νοήσαντες τον σκοπόν, επεχείρησαν την επιούσαν νύκτα ν' ανεγείρωσι και ούτοι άλλο πλησίον αυτού. Εφόρμησαν οι Έλληνες, ίνα τους εμποδίσωσιν, αλλ' απέτυχαν και έπαθαν, φονευθέντων τριών και πληγωθέντων πολλών. Μετά την αποτυχίαν ταύτην, επεχείρησαν να ανεγείρωσιν άλλο διά νυκτός πλησίον του τουρκικού· αλλά, φονευθέντος ενός των εργατών και πληγωθέντος άλλου, άφησαν οι λοιποί τα πτυάρια και τας αξίνας και επανήλθαν εις το στρατόπεδον άπρακτοι. Εφονεύθησαν δε κατά τον ακροβολισμόν εκείνης της νυκτός ο οπλαρχηγός της Ερμιόνης Μίτσας και ο εκ Στεμνίτσης Μηλιώνης· έκτοτε παρητήθησαν οι Έλληνες των τοιούτων επιχειρήσεων.

Είπαμεν, ότι η παρουσία του Κοχράνου έβαλεν εις μεγάλην κίνησιν όλην την Ελλάδα. Εν ώ εκινδύνευεν η Ελλάς, ο ανήρ ούτος δεν έπαυε κομπορρημονών ότι θα επανωρθούτο η βυζαντινή αυτοκρατορία, και θ' ανυψούτο η ελληνική σημαία επί της αγίας Σοφίας· αφ' ού δε ωρκίσθη ενώπιον των εν Τροιζήνι πληρεξουσίων και ανεδέχθη την υπηρεσίαν, εξέδωκε προκήρυξιν της αυτής εννοίας (α).

Αλλ', εν ώ τοιαύτα εκομπορρημόνει, γράμματα στελλόμενα επανειλημμένως παρά των εν ακροπόλει ελεεινολόγουν την αθλίαν κατάστασίν των, εξετραγώδουν τας εκ του χειμώνος κακοπαθείας και ασθενείας, την στέρησιν ιατρών και ιατρικών, την σπάνιν πολεμεφοδίων και τροφών, και έλεγαν, ότι έπιπτεν αφεύκτως η ακρόπολις, αν εντός ολίγων ημερών δεν ήρχετο έξωθεν βοήθεια εις λύσιν της πολιορκίας, ή τουλάχιστον εις αλλαγήν της πασχούσης φρουράς και εις εξαγωγήν των γυναικών, παιδιών και αδυνάτων. Αντήχησαν αι λυπηραί αύται ειδήσεις καθ' όλην την Ελλάδα, και ποτέ η φωνή των πασχόντων Στερεοελλαδιτών δεν ηκούσθη τόσον εις τα ώτα των Πελοποννησίων· όσον επί του κινδύνου της ακροπόλεως. Εκτός των προ καιρού εκστρατευσάντων Κορινθίων υπό τους Νοταράδας, εξεστράτευσαν αλληλοδιαδόχως επί τη ειδήσει ταύτη 2500 υπό τον Γενναίον, τον Χρύσανθον Σισίνην, και άλλους άλλων επαρχιών της Πελοποννήσου οπλαρχηγούς· εμίσθωσε και ο Κοχράνης 1000, τους πλείστους Υδραίους και Σπετσιώτας, και τους έθεσεν υπό την οδηγίαν του ταγματάρχου Ουρκουάρτου εις βοήθειαν της ακροπόλεως· εστρατολογήθησαν και εν Νάξω 200 Κρήτες υπό τον Καλλέργην μεταβάντα εκεί από του στρατοπέδου· συνεξεστράτευσαν και όλοι οι εν Σαλαμίνι Στερεοελλαδίται· μετέβησαν εις το στρατόπεδον κατά προτροπήν του αρχιστρατήγου και οι καθήμενοι δι' αντιζηλίας άπρακτοι εν Περαχώρα, Λουτρακίω και Καλαμακίω, Σουλιώται· συνηγωνίζοντο και 180 τακτικοί υπό τον Ιγγλέσην και 26 φιλέλληνες· παρήσαν και δύο ίλαι η μεν υπό τον Αλμέιδαν, η δε υπό τον Χατσή-Μιχάλην· ώστε οι εν Αττική συνελθόντες πεζοί και ιππείς συνηριθμούντο την 10 απριλίου εις 10,000· χάρις δε εις την συνδρομήν των φιλελληνικών εταιριών, το στρατόπεδον δεν έπασχεν έλλειψιν τροφών· εδαπάνησε και ο Κοχράνης μέρος όσων έφερε χρημάτων εις διατήρησιν αυτού.

Μάρτιος Καθημερινοί σχεδόν ακροβολισμοί Ελλήνων και Τούρκων συνέβαιναν περί τας Αθήνας. Την δε 22 παραλαβών ο Καραϊσκάκης το ιππικόν και ικανούς πεζούς υπό τον Μπούσγον εκίνησε προς το μέρος του Δαφνίου, ως πλησιέστερον της ακροπόλεως, εις εμψύχωσιν των πολιορκουμένων· και τους μεν πεζούς ετοποθέτησεν εντός του στενώματος, αυτός δε μετά του ιππικού κατέλαβε τον ελαιώνα. Ο Κιουταχής ήλθε την αυτήν νύκτα πλησίον της θέσεως εκείνης μεθ' ικανών πεζών και ιππέων και έμεινεν αφανής όπισθεν των λόφων, εφ' ών έκειντο τα αντικρύ του μετοχίου οχυρώματά του, σκοπεύων ίσως να πέση την επαύριον αίφνης επί τους εν μετοχίω· αλλ' ιδών απροσδοκήτως πλησίον αυτού το ελληνικόν ιππικόν επέπεσε και έστειλε και μέρος του στρατεύματός του κατά των περί τον Μπούσγον. Ούτοι προσβληθέντες αίφνης απεμακρύνθησαν, και οι εχθροί κατέλαβαν το στένωμα. Ωπισθοδρόμησε προς το στένωμα και το υπό τον Καραϊσκάκην ιππικόν ως αδύνατον ν' αντισταθεί, σκοπεύον να επανέλθη δι' εκείνης της οδού εις το εν Κερατσηνίω στρατόπεδον· αλλά ευρόν παρ' ελπίδα την θέσιν προκατειλημμένην συνήψε τρίωρον μάχην, ελθόντων και άλλων Ελλήνων και Τούρκων εις επικουρίαν των μαχομένων. Οι Έλληνες διέβησαν το στένωμα και επανήλθαν εις το στρατόπεδον, αλλά 19 εσκοτώθησαν και επληγώθησαν, και 14 ίπποι έπεσαν· έπαθαν και οι εχθροί δεινά παθήματα. Επί του αυτού σχεδόν μέρους συνέβη, αρχομένου του απριλίου, και άλλη μάχη φονικωτέρα της περί ης ο λόγος αφορμήν λαβούσα εκ της ανεγέρσεώς τινων οχυρωμάτων. Έπεσαν και κατά ταύτην 20 Έλληνες, εν οίς και ο Βασίλης Δαγκλής, και επληγώθησαν 10 εφονεύθησαν και επληγώθησαν και 18 ίπποι και διεκρίθη υπέρ πάντα άλλον ο Καραγεώργης Βούλγαρος ιππομαχών μόνος προς πολλούς ιππείς και αριστεύων· έπαθαν και οι Τούρκοι πολλήν ζημίαν.

Οι δε έγκλειστοι δεν έπαυαν γράφοντες, ότι η ακρόπολις έπιπτε δι' έλλειψιν των αναγκαίων, αν εντός ολίγου δεν εβοηθείτο, και κατηνάγκασαν τας πολιτικάς και πολεμικάς Αρχάς της Ελλάδος να μη μεταχειρισθώσι τους ασφαλεστέρους τρόπους εις σωτηρίαν αυτής ως βραδυτέρους, αλλά τους επικινδυνοτέρους ως ταχυτέρους. Εσχεδίαζεν ο αρχιστράτηγος να φέρη σωτήριον ανταγωνισμόν δι' αποστολής στρατευμάτων και πλοίων εις τα παράλια της Αλβανίας και ν' αναγκάση τοιουτοτρόπως τους πολιορκούντας την ακρόπολιν Αλβανούς να τρέξωσιν εις υπεράσπισιν των οικιών και συγγενών των· ο Καραϊσκάκης επεθύμει πάντοτε να καταληφθώσι τα στενά των Θερμοπυλών και ο Ωρωπός, και κοπή η μετά του στρατοπέδου του Κιουταχή κοινωνία Θεσσαλίας και Ευβοίας, όθεν εστέλλοντο εις το στρατόπεδον αι τροφαί και τα άλλα αναγκαία. Αλλά και τα δύο ταύτα σχέδια εγκατελείφθησαν ως μη ικανά να φέρωσι ταχύ αποτέλεσμα, εξ ού και μόνου, κατά το γράφειν των εγκλείστων, εκρέματο η σωτηρία της ακροπόλεως.

Απρίλιος Την 7 απριλίου κατήρεν έξωθεν του Φαλήρου ναυτική μοίρα, ό εστι δικάταρτά τινα και η φρεγάτα Ελλάς, φέρουσα τον αρχιναύαρχον και τον αρχιστράτηγον, οίτινες απέβησαν εις επίσκεψιν του εν τω στρατοπέδω του Κερατσηνίου Καραϊσκάκη· επροπορεύετο δε αυτών ελληνική σημαία. Ο Κοχράνης ελάλησε πολλά διά του διερμηνέως περί της ταχείας λυτρώσεως της ακροπόλεως, επέμεινεν εις το να πέσωσιν οι Έλληνες όσον τάχιον εις το εχθρικόν στρατόπεδον προς λύσιν της πολιορκίας, ή αντικατάστασιν της φρουράς και εισαγωγήν των αναγκαίων, και μεταξύ λόγων, εμπήξας εις την γην την παρ' αυτώ σημαίαν, είπε στραφείς προς τους στρατιώτας, «Στρατιώται, όστις εξ υμών στήσει επί της ακροπόλεως την σημαίαν ταύτην θα λάβει γέρας χίλια δίστηλα, το δε συνοδεύον τον σημαιοφόρον σώμα δεκακισχίλια»· μετά την συνέντευξιν ταύτην επανήλθαν ο στόλαρχος και ο αρχιστράτηγος εις τα πλοία ευφημούμενοι.

Την δε επαύριον απέβησαν εις Φάληρον οι υπό την οδηγίαν του Ουρκουάρτου, και συμπαραλαβόντες και τους εκεί υπό τον Μακρυγιάννην Αθηναίους εκίνησαν προς τα εχθρικά οχυρώματα, και πολεμούντες επλησίασαν εντός πιστολίας· τόσον δε εφοβήθησαν οι εχθροί, ώστε έσπευσαν να φέρωσιν εντός του μοναστηρίου τους έξωθεν βόσκοντας ίππους και άλλα ζώα. Κατά τον ακροβολισμόν τούτον διαρκέσαντα μέχρι της νυκτός επληγώθησαν 11 Έλληνες. Εξ εκείνης δε της ημέρας μέχρι της 13 καθημερινοί συνέβαιναν ακροβολισμοί. Οι δε υπό τον Μακρυγιάννην Αθηναίοι, οι υπό τον Ιγγλέσην τακτικοί και άλλοι, πλήρεις όλοι ζήλου επροχώρησαν οχυροποιούντες υπό την υπεράσπισιν του πυρός ελαφρών τινων κανονίων μέχρι των άκρων του ελαιώνος, προσβάλλοντες και προσβαλλόμενοι. Την δε 13 χωρίς τινος προμελέτης και εκ μικράς αιτίας εγένετο σημαντική μάχη. 30 στρατιώται απέβησαν εις το μεταξύ των λιμένων της Μουνυχίας και του Πειραιώς ακρωτήριον παρά τον τάφον του Θεμιστοκλέους μετά μεσημβρίαν, και βοηθούμενοι υπό δύο κανονοφόρων προσέβαλαν εχθρούς τινας πλησίον της θέσεως εκείνης ωχυρωμένους. Η ολίγων κατ' αρχάς μάχη εγένετο μετά μικρόν πολλών, και ο Κοχράνης, όστις έτυχε να ευρεθή την ώραν εκείνην επί της ξηράς και να παρατηρή διά του τηλεσκοπίου τας θέσεις των εχθρών, ιδών τα γινόμενα και ενθουσιασθείς, ανέλαβε την αρχηγίαν των παρευρεθέντων στρατιωτών και ακολουθούμενος παρ' αυτών επροχώρησε προς το μοναστήριον εκθέτων εαυτόν υπέρ πάντα άλλον εις το πυρ των εχθρών και καλών τους λοιπούς Έλληνας εις γενικήν μάχην. Η φωνή του ηκούσθη, και το παράδειγμά του ηλέκτρισεν όλους. Ώρμησαν οι εν τω Φαλήρω, ώρμησαν και οι εν Κερατσηνίω, αμιλλώμενοι όλοι ποίοι να φανώσιν ενώπιον τοιούτου ανδρός ανδρειότεροι των άλλων, επυροβόλησαν συγχρόνως και τα κανονοστάσια, και άλλα μεν των εχθρικών οχυρωμάτων επάτησαν εξ εφόδου οι Έλληνες, άλλα δε εγκατέλειψαν οι κατέχοντες αυτά έμφοβοι, ώστε εν μιας ώρας διαστήματι 9 εχθρικά οχυρώματα έμεναν υπεξούσια των Ελλήνων, και οι εν αυτοίς εχθροί οι μεν επανήλθαν εις τα περί την πόλιν στρατόπεδον φεύγοντες, οι δε κατέφυγαν εις το μοναστήριον· 60 Τούρκοι και 8 Έλληνες ήσαν οι πεσόντες και παθόντες την ημέραν εκείνην. Μετά την μάχην ταύτην κατέλαβαν οι Έλληνες όλην την γραμμήν, από Φαλήρου μέχρι των υψωμάτων του Κορυδαλού, έχοντες εν τω μέσω μόνους εχθρούς τους εν τω μοναστηρίω, ως 300, αποχωρισθέντας των άλλων. Τούτου δε γενομένου, μετέφερεν ο Καραϊσκάκης την σκηνήν του εκ Κερατσηνίου εις Πειραιά· τόσον δε εχάρη και τόσας ελπίδας συνέλαβεν επί τη νίκη ταύτη ο πρωταίτιος αυτής Κοχράνης, ώστε κοινοποιών τα κατά την ημέραν εκείνην συμβάντα τη αντικυβερνητική επιτροπή έλεγεν ότι, αν την επαύριον εφέροντο οι Έλληνες όπως την ημέραν εκείνην, η πολιορκία ελύετο. Τω όντι, ο ακράτητος ούτος ανήρ επρόβαλε να κινήσωσι την επαύριον τα στρατεύματα προς την ακρόπολιν· αλλ' ο Τσώρτσης και ο Καραϊσκάκης ηναντιώθησαν, μη θέλοντες να ριψοκινδυνεύσωσι τα πάντα· ο Καραϊσκάκης μάλιστα είπεν, ότι ούτε βήμα θα επροχώρει, εν όσω οι εχθροί κατείχαν το μοναστήριον.

Δυσηρεστήθη ο Κοχράνης, αλλ' ηναγκάσθη να παραδεχθή την ορθήν ταύτην γνώμην, και την 14 εκίνησαν οι Έλληνες επί τους εν τω μοναστηρίω, έφεραν πλησιεστέρον τα κανόνιά των, μετέφεραν εις Πειραιά την φρεγάταν και άλλα πλοία και προσέβαλαν το μοναστήριον διά ξηράς και θαλάσσης όλην την ημέραν κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες. Οκτακοσίας κανονίας έρριψε μόνη η φρεγάτα, ανέτρεψε την οροφήν του μοναστηρίου και μέρος των τοίχων του, και εφαίνετο ότι έθαπτε τους εγκλείστους υπό τα επισυσσωρευόμενα ερείπια. Αλλ' όσον μέγας ήτον ο κίνδυνος, τόσον μεγάλη εφάνη και η ανδρία των κινδυνευόντων· δις και τρις ώρμησαν οι Έλληνες να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το καταστραφέν μοναστήριον, αλλ' οι 300 γενναίως τους απέκρουσαν· είναι δε άπορον πώς ο δραστήριος Κιουταχής, καθήμενος αργός εν τω στρατοπέδω του, και βλέπων τους ατρομήτους πολεμιστάς του αγωνιώντας, δεν έτρεξεν εις βοήθειαν. Την νύκτα έγεινεν επί τη αιτήσει της φρουράς του μοναστηρίου ανακωχή, και υπήγαν δύο εξ αυτής εις την ναυαρχίδα προς συμβιβασμόν, αλλά δεν εσυμβιβάσθησαν· διότι οι μεν εζήτουν να επανέλθωσιν εις το εν Αθήναις στρατόπεδόν των φέροντες τα όπλα και τα πράγματά των, ο δε στόλαρχος τοις εχάριζε μόνον την ζωήν. Διαρκούσης δε της ανακωχής, ηυτομόλησαν προς τους Έλληνας εκ των εν τω μοναστηρίω 30 Χειμαριώται Χριστιανοί, συναινούσης όλης της φρουράς διά την σπάνιν των τροφών. Αλλ' όσον αξιέπαινος εφάνη η τουρκική φρουρά του μοναστηρίου μαχομένη, τόσον ημαύρωσε την δόξαν της επί της ανακωχής φονεύσασα τον προς αυτήν σταλέντα παρά του Ουρκουάρτου και φέροντά τινας επί συμβιβασμώ προτάσεις· επυροβόλησε δε μετά ταύτα και τους εν τω πλοιαρίω της ναυαρχίδος φέροντι υπό λευκήν σημαίαν τον γραμματέα του στολάρχου. Η διττή αύτη ανόσιος πράξις διήγειρε δικαίαν αγανάκτησιν κατά των εν τω μοναστηρίω. Εφρύαττε δε κατ' εξοχήν ο Κοχράνης, ο προτού θαυμάζων την ανδρίαν των, εκάλει τους Έλληνας εις έφοδον και εξολόθρευσίν των ως παρασπόνδων, και δεν ήθελε πλέον ν' ακούη συμβιβασμόν· και επειδή οι Έλληνες δεν επέπιπταν, τους επέπληττε, τους ύβριζεν ως ανάνδρους και ηπείλει ότι, αν δεν εκυρίευαν αμέσως το μοναστήριον, θ' ανεχώρει. Ηγανάκτησαν οι οπλαρχηγοί υβριζόμενοι· ηγανάκτησε και αυτός ο Καραϊσκάκης και στραφείς προς τους οργήν πνέοντας συναδέλφους του, «βλέπω» , τοις είπεν, «ότι κακά θα τα πάμε με τούτους τους φράγκους· φοβούμαι πως θα μας χάσουν με την αβασταγιά τους· αλλά πρέπει να τους οικονομήσωμεν». Ο Κοχράνης δεν ανεχώρησεν ως ηπείλησεν, αλλ' εγκοτών, διότι δεν εισηκούετο, απεχωρίσθη και εκάθητο εντός του πλοίου του· αν είχεν όμως υπομονήν μίαν ημέραν, η απλή πολιορκία ήρκει εις την άνευ εφόδου και άνευ παραμικρού πυροβολισμού πτώσιν του μοναστηρίου, διότι μόλις είχαν οι έγκλειστοι μιας ημέρας τροφήν, και η συγκοινωνία αυτών και του στρατοπέδου των ήτο διακεκομμένη. Αλλ' ο ανυπόμονος λόρδος εθεώρει μίαν ημέραν ως ολόκληρον έτος, διά τούτο την επαύριον περί την μεσημβρίαν ήρχισαν εκ νέου προς ευχαρίστησίν του οι κατά του μοναστηρίου κανονοβολισμοί, ανεγερθέντος εφ' εσπέρας άλλου κανονοστασίου.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings