← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Front matter (continued 6)

Reading edition

Μετά δε τα περί ων ο λόγος συμβάντα, ουδέν εφαίνετο δυνάμενον να εμποδίση την πρόοδον των εχθρών προς τον ισθμόν ή προς τας Αθήνας, ουδέ να προφυλάξη από της σφαγής και της αιχμαλωσίας πολλούς κατοίκους των μερών εκείνων μη δυναμένους διά τον επικρατούντα χειμώνα μήτε να προφυλαχθώσι, μήτε τα ζώα των να προφυλάξωσιν επί των ορέων· αλλ' ο πολυμήχανος Οδυσσεύς, νικηθείς διά της εχθρικής δυνάμεως, ενίκησε διά της φυσικής του δεξιότητος.

Προθέμενος να κερδίση καιρόν και στρατολογήση εκ νέου, εσοφίσθη να διαπραγματευθή μετά των Τούρκων, και έγραψε τω γνωστώ του Τσελελεντήμπεη γράμμα ταπεινόν δι' ου παρεκάλει τον πασάν ν' απολύση, τους επί της τελευταίας μάχης συλληφθέντας Έλληνας, υποσχόμενος και αυτός ν' απολύση τινάς παρ' αυτώ αιχμαλώτους Τούρκους. Ο Τσελελεντήμπεης απεκρίθη φιλοφρόνως, και τω επρόβαλε να στείλη προς αυτόν πιστόν άνθρωπόν του εις διαπραγμάτευσιν περί της αμοιβαίας απολύσεως των αιχμαλώτων και περί άλλον σπουδαίων υποθέσεων. Επί τη αρεστή ταύτη προτάσει απέστειλεν ο Οδυσσεύς τον γραμματέα του Αντώνην Γεωργαντάν, ο δε Τσελελεντήμπεης ανταπέστειλε τον Μουστάμπεην προς ασφάλεια του Γεωργαντά. Ευμενέστατα εδέχθησαν οι Τούρκοι τον αποσταλέντα και υπεσχέθησαν πρόθυμοι εξ ονόματος της Πύλης προς τον αποστείλαντα την γενικήν αρχηγίαν καθ' όλην την Ανατολικήν Ελλάδα και την εκείθεν αναχώρησιν όλου του τουρκικού στρατού υπό τον όρον να προσκυνήση αυτός και προσκυνήσωσι διά της προτροπής του και οι λοιποί οπλαρχηγοί και πρόκριτοι του μέρους εκείνου. Ο Γεωργαντάς, υποκριθείς ότι τοιαύτη ήτο και η επιθυμία του Οδυσσέως, επανήλθε προς αυτόν την επαύριον κομιστής των περί ων ο λόγος προτάσεων. Ο δε Οδυσσεύς, ευρών ό,τι εζήτει, επανέπεμψεν αυθημερόν τον επιτήδειον Γεωργαντάν, απέλυσε τους πλείστους των παρ' αυτώ αιχμαλώτων και επρόβαλεν εις αποπεράτωσιν της περί ης ο λόγος διαπραγματεύσεως ανακωχήν και συνέντευξιν. Προθύμως εδέχθησαν οι Τούρκοι την πρότασιν, απέλυσαν τους αιχμαλώτους, και την 5 νοεμβρίου ο Οδυσσεύς εν συνοδία ολίγων σωματοφυλάκων υπήγεν εις το πλησίον του εχθρικού στρατοπέδου χωρίον, αγίαν Μαρίναν, όπου ηύρε τον κεχαγιάμπεην και τον Τσελελεντήμπεην προσμένοντάς τον· τόσον δε επιτηδείως υπεκρίθη προς αυτούς τον πιστόν ραγιάν, ώστε απέφυγεν ευσχήμως και ανυπόπτως να υπογράψη το προετοιμασθέν εις υπογραφήν του προσκυνητοχάρτιον επί λόγω ότι όχι μόνον δεν ωφέλει, αλλά και έβλαπτε τον κοινωφελή σκοπόν μόνη η υπογραφή αυτού εν αγνοία των άλλων οπλαρχηγών και προκρίτων του μέρους εκείνου· τους εβεβαίωσε δε ότι μετά την εις Ζητούνι επάνοδον του στρατού κατά την πρότασίν των θα έστελλεν εκεί τους προκρίτους των επαρχιών εις προσκύνησίν των. Οι μπέηδες επήνεσαν τον ζήλον του και την φρόνησίν του, τω υπεσχέθησαν πλουσίας αμοιβάς διά την προς την Υψηλήν Πύλην ακραιφνή πίστιν του, και επί τη βεβαιώσει της εις Ζητούνι ταχείας επανόδου των, διεχωρίσθησαν· και οι μεν Τούρκοι ανεχώρησαν τω όντι όλοι εις Ζητούνι (δ)· ο δε Οδυσσεύς θέλων να φανή ότι εξετέλεσεν όσα υπεσχέθη, έστειλε κατόπιν αυτών εις προσκύνησιν του πασά τέσσαρας ασημάντους αλλ' ευπρεπώς ενδεδυμένους γέροντας ως αντιπροσώπους των επαρχιών των μερών εκείνων.

Αρμοδίαν εθεώρησεν ο Οδυσσεύς την περίστασιν ταύτην να κυριεύση δι' απάτης υπό το πρόσχημα της ψευδούς του υποταγής τον Καραμπαμπάν· και αφ' ού προητοιμάσθη, απέλυσε και απέστειλε προς τους εν τω φρουρίω τινάς αιχμαλώτους Τούρκους, και παρηκολούθει και αυτός, σκοπεύων να ριφθή αιφνιδίως εις αυτό· αλλ' οι Τούρκοι ανεκάλυψαν την απάτην και εματαίωσαν το σχέδιόν του.

Διά τοιαύτης μηχανουργίας ηλευθέρωσεν ο Οδυσσεύς την κινδυνεύουσαν Ανατολικήν Ελλάδα, και οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αυτής, οι μη συμπράξαντες, ευφήμησαν τον ελευθερωτήν της. Αλλ' απορίας άξιον είναι πώς ο Μεχμέτης ηπατήθη τόσον ευκόλως· και φαίνεται ότι συνέτρεξαν εις την επάνοδόν του και άλλα αίτια, τα εξής. Διαδοθέντος του λόγου ότι επροσκύνησε το μέρος εκείνο, οι συνεκστρατεύοντες Αλβανοί, αποβαλόντες πάσαν ελπίδα λαφυραγωγίας και αιχμαλωσίας, ανεχώρησαν προ των άλλων, και ηδυνάτισεν ο στρατός. Εγνώσθη δε ότι και ελληνικά τινα σώματα διέκοψαν την συγκοινωνίαν Βελίτσας όπου εστρατοπέδευαν οι εχθροί, και Ζητουνίου, όθεν τοις ήρχοντο αι τροφαί, και ήρπασαν καί τινας αυτών κατ' εκείνας τας ημέρας. Ετάραξε δε ίσως όχι ολίγον τον Μεχμέτην και η είδησις, ότι ο προστάτης του Χουρσήδης, δι' ου ανεδείχθη ηγεμών της Πελοποννήσου, πεσών εις οργήν και καταδικασθείς εις θάνατον, επρόλαβε και εφαρμακεύθη, ούτως ανταμείψαντος του σουλτάνου τας προς αυτόν λαμπράς υπηρεσίας του (ε)· έμαθεν ίσως και τα δυστυχήματα του Δράμαλη, επροχώρει και ο χειμών δριμύς και βροχερός. Πάντα ταύτα συνέτρεξαν, φαίνεται, εις την επί μόνη τη απατηλή διαγωγή του Οδυσσέως δυσεξήγητον αναχώρησιν του Μεχμέτη εν μέσω της ευτυχούς προόδου του.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.

&Περιγραφή Μεσολογγίου και πολιορκία αυτού. — Αποτυχία της υπό τον Βρυώνην εκστρατείας εις Δυτικήν Ελλάδα.&

Η ΠΟΛΙΣ του Μεσολογγίου κείται μεταξύ των δύο ποταμών, του Ευήνου (Φίδαρη) και του Αχελώου (Άσπρου)· απέχει δε του μεν πρώτου 6, του δε δευτέρου 12 μίλια, και 4 της νοτίου υπωρείας του Αρακύνθου (Ζυγού)· κείται δε επί χερσονησοειδούς εσχατιάς πεδιάδος από της ρηθείσης υπωρείας αρχομένης και εις την θάλασσαν τελευτώσης. Μίαν ήμισυ ώραν μακράν του Μεσολογγίου προς άρκτον επί τινος λόφου κείνται τα ερείπια της νεωτέρας Πλευρώνος, τα κοινώς λεγόμενα κάστρον της Κυρά - Ειρήνης. Ήτο δε η Κυρά - Ειρήνη θυγάτηρ του Αυτοκράτορος Αλεξίου Παλαιολόγου. Προς την υπώρειαν δε του Ζυγού επί τινος υψώματος σώζονται ερείπια του τείχους της παλαιάς Πλευρώνος, κοινώς λεγόμενα Γυφτόκαστρον. Συνωκίσθησαν δε κατά τον Στράβωνα οι οικήτορες αυτής εις την νεωτέραν Πλευρώνα πορθούντος την χώραν Δημητρίου του επικληθέντος Αιτωλικού.

Άγνωστος η πρώτη της πόλεως του Μεσολογγίου καταβολή. Ο Ιουδαίος Βενιαμίν ο εκ Τουδέλης, ο περιηγηθείς την Ελλάδα το 1153, αναφέρει το Ανατολικόν, το κατ' αυτόν Νατολικόν, αλλ' όχι και το Μεσολόγγι. Ο δε Βενετός ιστοριογράφος, Πέτρος Γαρζώνης, διηγούμενος τους μεταξύ Τουρκίας και Βενετίας συγχρόνους του πολέμους λέγει, ότι μετά τινα μάχην πλησίον του Μεσολογγίου εν έτει 1684, καθ' ην εφονεύθησαν όχι ολίγοι Τούρκοι και ο αρχηγός αυτών Σεφέραγας, το Ανατολικόν, το και κατ' αυτόν Νατολικόν, και το Μεσολόγγι απεσπάσθησαν των Τούρκων και υπετάχθησαν εις τους Βενετούς. Ο ημέτερος Ιωάννης Στάννος ουδ' αυτός ουδαμού της χρονικής βίβλου του αναφέρει το Μεσολόγγι. Εν ουδενί δε των προ της συγγραφής του Γαρζώνη γεωγραφικών πινάκων σημειούται η πόλις αύτη, ουδέ μνεία γίνεται αυτής εν τη περιγραφή, της εν έτει 1571 κατά την Ναύπακτον περιφήμου ναυμαχίας (α) η άλλης τινός κατ' εκείνα τα μέρη συμπλοκής. Ουδέν ίχνος αρχαιότητος, ουδέ βυζαντινόν ή βενετικόν τι φαίνεται εν τη πόλει, και η κτίσις αυτής είναι όλη τουρκική· φαίνονται μόνον τα ερείπιά των κατά τον τουρκορρωσικον πόλεμον επί Αικατερίνης κατεδαφισθεισών οικιών, λαβούσης και της πόλεως ταύτης τότε τα όπλα κατά των Τούρκων. Βορειοανατολικώς του Μεσολογγίου, μίαν ώραν μακράν αυτού επί πεδιάδος, σώζονται ερείπια πενιχράς κωμοπόλεως καλούμενα χ ί λ ι α - σ π ή τ ι α, και λέγεται, ότι μετά την κατ' αρχάς του ΙΣΤ' αιώνος καταστροφήν της κωμοπόλεως εκείνης κατέφυγαν οι πλείστοι των κατοίκων της χάριν ασφαλείας εις τα ένυδρα μέρη, όπου κείται σήμερον η πόλις του Μεσολογγίου. Αλλά και αυτό το όνομα της πόλεως δεικνύει την όχι αρχαίαν καταβολήν της, και εξηγεί και την θέσιν εφ' ης εκτίσθη είτε εν μέσω λάκκων εξ αιτίας της λίμνης της (β), είτε εν μέσω λόγγου, διότι, και αρχομένης της επαναστάσεως, εσώζοντο έξωθεν αυτής και εξικνούντο έως εις τα άκρα της ελαιώνες, οίτινες κατά την επικρατούσαν παράδοσιν, άγριοι και κατάπυκνοι άλλοτε, ηρεώθησαν και εκεντρώθησαν. Πολλά έτη προ της επαναστάσεως η πόλις αύτη ήτο καθ' όλα σημαντικωτέρα του Ανατολικού· δι' ο, αν και η εκ των δύο τούτων πόλεων και του Νεοχωρίου επαρχία εκαλείτο επί τουρκοκρατίας Μ ο υ κ α τ ά ς - Α ν α τ ο λ ι κ ο ύ, ο διοικητής έδρευεν εν Μεσολογγίω· εκαλείτο δε αναμφιβόλως ούτω, διότι επί της συστάσεως αυτής το Ανατολικόν επρώτευεν. Η πόλις του Μεσολογγίου είχε προ της επαναστάσεως 5500 ψυχάς· 40 δε ή 50 μόνον εξ αυτών επρέσβευαν τα του κορανίου. Μέγα μέρος των κατοίκων ήσαν αλιείς, ικανόν δε ναύται μετερχόμενοι την ακτοπλοΐαν ή πλέοντες επί ξένων πλοίων, αφ' ού έπαυσαν να ναυπηγώσιν επί του τόπου μεγάλα πλοία μετά την πρόοδον του ναυτικού του Γαλαξειδίου, ενισχυομένου υπό των πλουσίων εμπόρων των Πατρών. Αι δύο δε αύται τάξεις των κατοίκων, η των αλιέων και η των ναυτών, κατείχαν εν γένει το παραθαλάσσιον της πόλεως· οι δε γεωργοί, οι κοινώς λεγόμενοι καλυβιώται, ως έχοντες εις κατοικίαν καλύβας, κατείχαν το προς την ξηράν· οι δε λοιποί πολίται τα κεντρικώτερα. Επειδή το παραθαλάσσιον είναι το τερπνότερον και το υγιέστερον, πολλοί ευκατάστατοι έφρατταν διά πασσάλων και παλιουρίων συμπεπλεγμένων μέρος της αβαθούς θαλάσσης και το απεγαίοναν, μεταφέροντες εκ των πλησιεστέρων της λίμνης νησιδίων γλίναν αντέχουσαν εις τας παντοτεινάς επαφάς και τας συχνάς προσβολάς της θαλάσσης· επί δε του κατασκευαστού τούτου και αστερεώτου εδάφους έστρωναν τεσσάρων πέντε ποδών πλάτος εχούσας εσχάρας, ήτοι συνδεδεμένα δένδρινα ξύλα μη σηπόμενα αλλά μάλιστα σκληρυνόμενα εντός της θαλάσσης· επί των εσχαρών δε τούτων εθεμελίοναν τας οικίας.

Το δ' έδαφος της πόλεως είναι σχεδόν ισοθάλασσον· διά τούτο πολλάκις εν καιρώ χειμώνος ωθουμένων των κυμάτων προς την ξηράν υπό των πελαγίων ανέμων, περιθαλασσούνται αι παράλιοι οικίαι, και οι ενοικούντες κοινωνούν μετά των λοιπών διά μονοξύλων. Συμβαίνει δ' ενίοτε το εναντίον, και η θάλασσα φεύγει ως ωκεάνειος άμπωτις απέμπροσθεν της πόλεως επί τη βιαία και διαρκεί πνοή του χειμερινού βορέου. Προ της επαναστάσεως ήσαν εν τη πόλει πέντε εκκλησίαι και έν ζαμίον· ήκμαζε και σχολείον διαδίδον την γνώσιν της ελληνικής γλώσσης υπό τον μαθητεύσαντα εν τω Αγίω Όρει παρά τω Ευγενίω και τω Νεοφύτω και μετά ταύτα συσχολαρχήσαντα Παναγιώτην Παλαμάν, υφ' όν, αποκτήσαντα μεγάλην υπόληψιν γραμματικού και ελκύσαντα μέγαν αριθμόν ακροατών εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος, έπειτα δε μέχρι της επαναστάσεως υπό τους υιούς αυτού Γρηγόριον και Ιωάννην συγκροτούμενοι ελληνοδιδάσκαλοι εστέλλοντο πολλαχού· διά τούτο η γνώσις της ελληνικής γλώσσης ήτο παρά τοις προϊσταμένοις κοινή.

Η δε έμπροσθεν του Μεσολογγίου λιμνοθάλασσα έχει 65 μιλίων περιφέρειαν· είναι πολυίχθυος· περιέχει δύο αλικάς, την μεν κατά το Ανατολικόν, την Άσπρην, την δε κατά το Μποχώρι, την Μαύρην· τα προς την θάλασσαν δε νερά της είναι τόσον ρηχά και ο πυθμήν της τόσον βορβορώδης και φυκώδης, ώστε καταντά άπλευστος διά παντός είδους τροπιδοφόρων πλοιαρίων, και μόνον πλώιμος δι' ελαφρών μονοξύλων· σχίζεται δε διά στενού αύλακος αρχομένου από της πόλεως και τελευτώντος όπου τα νερά είναι βαθέα. Δι' αυτού δε και μόνου εισέρχονται και εξέρχονται τα μικρά τροπιδοφόρα πλοία· τα δε ευμεγέθη ορμίζονται έξ μίλια μακράν της πόλεως. Πολλαχού της λίμνης αναδύονται νησίδια χρήσιμα εις τους αλιεύοντας, ημερονυκτίζοντας εν καιρώ της αλιάς εντός χορτοσκεπών και καλαμοστρώτων καλυβών, κοινώς πελάδων (γ), εστημένων επί δοκών εμπηγνυομένων εις τον βορβορώδη και απαγή πυθμένα της θαλάσσης και μίαν ή δύο πήχεις υπερυψουμένων, ώστε αι πελάδες αύται φαίνονται κρεμάμεναι επί των κυμάτων.

Τερπνόν θέαμα παριστάνει η λίμνη συνήθως εν μέσω των ασελήνων νυκτών. Πάμπολλα μονόξυλα φέροντα επί της άκρας της πρώρας προμήκη και σιδηράν εσχάραν ένδαδον και φωτοβολούσαν, κοινώς λεγομένην π ρ υ ά ν, περιπλανώνται εν τη λίμνη εις αλίευσιν· η δε πλουσία και αεικίνητος φεγγοβολή των πρυών αυτοκίνητος υπολαμβάνεται μακρόθεν διά την εν μέσω του σκότους αφάνειαν των μονοξύλων.

Επί της άκρας δε του ανατολικού χείλους του αύλακος κείται το Βασιλάδι, νησίδιον 150 βημάτων περιφέρειαν έχον και σχεδόν ισοθάλασσον, αλλά πολλά σημαντικόν διά την επί του στομίου της δυσεισπλεύστου λίμνης θέσιν του, και απέχει της πόλεως μίαν ήμισυ ώραν. Την προς τα πέλαγος δε πλευράν του ετείχισεν ο Αλήπασας επί του κατά τα 1806 τουρκορρωσικού πολέμου· οι δε Έλληνες επέθεσαν, κατά την επανάστασιν, τρία κανόνια, δι' ων εματαίωσαν άλλοτε, ως προείπαμεν, τα σχέδιά του μεγάλου εχθρικού στόλου.

Όπως δε η προς την θάλασσαν ούτω και η προς την ξηράν θέσις της πόλεως είναι φύσει οχυρά, διότι η από της υπωρείας του Ζυγού χωρίζουσα αυτήν γη είναι, ως προείρηται, όλη επίπεδος, ουδαμώς επιτηδεία εις πολεμικάς προσβολάς και πανταχόθεν υπό το πυρ της πόλεως· απέκοπτε δε ταύτην της ξηράς ημελημένη και ατελής τάφρος αμφοτέρωθεν εις την λίμνην απολήγουσα και έχουσα τεσσάρων ποδών βάθος, επτά πλάτος και ενός μιλίου μήκος· επί δε της προς την πόλιν όχθης της τάφρου υψούτο τείχος απύργωτον, ακατασκεύαστον, επί σαθρών θεμελίων, τεσσάρων ποδών ύψος και δύο πλάτος έχον, εν μέρει πέτρινον και εν μέρει πλίνθινον, εφ' ου έκειντο δεκατέσσαρα παλαιά κανόνια σιδηρά.

Τοιαύτη ήτον η πόλις, όπου κατέφυγαν ο Μαυροκορδάτος, ο Μάρκος και ο Κίτσος, καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών.

Μηδέν γενναίον μηδ' ευτυχές προσδοκώντες οι πλείστοι των περί τον Μαυροκορδάτον μετά τα προ μικρού εν τη Αιτωλοακαρνανία συμβάντα, τον εσυμβούλευσαν κατά την εν Μεσολογγίω πρώτην των συνδιάσκεψιν να μη κινδυνεύση ανωφελώς, αλλά να εγκαταλείψη τα μέρη εκείνα. «Αν τα εγκαταλείψωμεν ημείς», απεκρίθη ο Μαυροκορδάτος, «διέρχονται οι εχθροί ακωλύτως, κυριεύεται η εισέτι δεινοπαθούσα Πελοπόννησος, και το παν απόλλυται· εγώ θ' αποθάνω εδώ» . «Κ' εγώ», ανεφώνησεν ο Μάρκος. Οι λόγοι ούτοι εχρησίμευσαν ως θεμέλιος λίθος της εν Μεσολογγίω εγκαρτερήσεως. Αλλ' όσον σταθερά και αν ήτον η απόφασις του Μαυροκορδάτου και του Μάρκου, αδύνατον να ενεργηθή τι ευτυχώς χωρίς της ειλικρινούς και θερμής συμπράξεως των εντοπίων, διότι τον μεν Μαυροκορδάτον μόνον 25 φρουροί ηκολούθησαν υπό τον Κατσαρόν, τον δε Μάρκον και Κίτσον 35 οπλοφόροι· διά τούτο ο Μαυροκορδάτος και οι ρηθέντες οπλαρχηγοί εκάλεσαν εις συμβούλιον τον εν τη πόλει αρχιεπίσκοπον Πορφύριον και τους προεστώτας αυτής Ιωάννην Τρικούπην, Αναστάσιον Παλαμάν, Πάνον Παπαλουκάν και Αθανάσην Ραζοκότσικαν, και τους ηύραν ομογνώμονας· ερωτηθείς και ο λαός συνεπευφήμησε και αυτός όλος, προθυμηθείς να συνεγκαρτερήση μέχρι τέλους. Αφ' ού δε απεστάλησαν εις την Επτάννησον οι πλείστοι των γερόντων, των γυναικών, των παιδίων και των ασθενούντων διά τινων κρυπτών διάπλων, ηριθμήθησαν οι δυνάμενοι εκ των εναπομεινάντων να φέρωσιν όπλα και ευρέθησαν όλοι 360, εν οις και οι ανωτέρω φρουροί και οπλοφόροι· ευρέθησαν και τροφαί και πολεμεφόδια ενός μηνός.

Οι δε πολιορκούντες εχθροί, έχοντες και ένδεκα κανόνια και τέσσαρας βομβοβόλους, ήρχισαν ευθύς να πυροβολώσι σφοδρώς την πόλιν· αλλ' αφ' ού ανωφελώς και ακαταπαύστως επολέμησαν δύο ημερονύκτια, συνήλθαν οι πασάδες εις συμβούλιον. Ο Κιουταχής και ο Ισούφης, ο πολιορκών διά θαλάσσης, ήσαν γνώμης να εφορμήσωσι διά μιας επί το σαθρόν τείχος και να κυριεύσωσι την πόλιν εξ εφόδου· αλλ' ο Βρυώνης αντέτεινε λέγων, ότι τα επιχείρημα ήτο κινδυνώδες, και ότι εν τη γενική ερημώσει της Αιτωλοακαρνανίας αναγκαίον ήτο να διατηρηθή η πόλις εκείνη διά τας ανάγκας του στρατοπέδου εν καιρώ χειμώνος· αντέτεινε δ' έτι μάλλον στοχαζόμενος, ότι εδύνατο να ελκύση τους εν τη πόλει, ως μηδεμίαν τρέφοντας ελπίδα σωτηρίας και ως υπ' όψιν έχοντας τα προσκυνήσαντα μέρη της Αιτωλοακαρνανίας και μη παθόντα, ως αυτός επίστευε, και τους προσκυνήσαντας οπλαρχηγούς τους εν ασφαλεία και τιμή ζώντας. Κατά την γνώμην δε ταύτην, ο Βρυώνης επεχείρησεν αμέσως να βάλη εις πράξιν το περί συμβιβασμού προσφιλές του σχέδιον, και διέταξε τον παρακολουθούντα Βαρνακιώτην να γράψη τοις γνωστοίς αυτώ προκρίτοις του Μεσολογγίου περί υποταγής. Ο Βαρνακιώτης έγραψεν, αλλ' απάντησιν δεν έλαβεν. Εν τοσούτω εξηκολούθει ο πόλεμος. Οι δε εντός του Μεσολογγίου τειχομαχούντες εμεθοδεύοντο διάφορα τεχνάσματα εις απάτην του εχθρού ως προς τον ολίγον αριθμόν των, και άλλοτε μεν ετουφέκιζαν και επιστόλιζαν διά μιας όλοι, άλλοτε δε εφαίνοντο επί του ενός μέρους του τείχους και έτρεχαν οι αυτοί και εφαίνοντο επί του άλλου εμπήγοντες επιτηδείως τουφεκολόγχας (δ), ίνα υποθέτωσιν οι θεωρούντες αυτάς έξωθεν ότι ήσαν εν τη πόλει και οπλίται φράγκοι· έκρουαν δε επί τω αυτώ σκοπώ και ευρωπαϊκά τύμπανα. Ο Βρυώνης βλέπων ότι δεν ευδοκίμησεν η προς τους προκρίτους διαπραγμάτευσίς του διά του Βαρνακιώτη, διέταξε τον Άγον Βασιάρην να έλθη εις λόγους μετά του Μάρκου ως γνώριμός του. Ο Μάρκος λαβών την άδειαν εξήλθεν εντός βολής πιστόλας εις συνέντευξιν.

Ο Άγος τον εσυμβούλευσεν ως φίλος, και παρήγγειλε δι' αυτού και τοις προκρίτοις να μη κινδυνεύσωσιν επί ματαίω αλλά να προσκυνήσωσιν· εγγυάτο δε εξ ονόματος των πασάδων όχι μόνον γενικήν και τελείαν αμνηστείαν, αλλά και άδειαν ν' αναχωρήσωσιν ανεπηρέαστοι ο πρόεδρος, ο Μάρκος και όσοι άλλοι υπώπτευαν την οργήν των πασάδων. Ταύτα ακούσαντες οι έγκλειστοι και αναλογιζόμενοι ότι πάσα αναβολή τους ωφέλει περιμένοντας έξωθεν βοήθειαν διά ξηράς και θαλάσσης έκριναν εύλογον, βλέποντες τους εχθρούς κατατρίβοντας την κρίσιμον ώραν των έργων εις αχρήστους λόγους, να μη απορρίψωσιν αποτόμως τας περί συμβιβασμού προτάσεις, αλλά να προβάλωσιν άλλας δυσπαραδέκτους. Εν ώ δε εξηκολούθει η φιλική αύτη διαπραγμάτευσις, ειδοποίησεν ο Ισούφης τον λαόν του Μεσολογγίου, ότι αν ήθελε να μη αποτεφρωθή η πόλις όλη και γίνη τάφος όλων των εν αυτή αθώων, να τω παραδώση τον πρόεδρον, τους άρχοντας, τους οπλαρχηγούς και ανά δύο Χριστιανούς δι' έκαστον Τούρκον των εν τω επί των εκβολών του Φίδαρη πεσόντι τουρκικώ πλοίω συλληφθέντων και θανατωθέντων (ε)· απήτει δε παρά του λαού και αποζημίωσιν των διαρπαγέντων επί του πλοίου, και απόδοσιν όλων των εξ αρχής της επαναστάσεως οφειλομένων τη Πύλη φόρων. Ο Ισούφης, πεποιθώς επί την άφευκτον πτώσιν του Μεσολογγίου και αστόχαστος εν οις ενήργει, έδωκε και εγγράφους επί τη αιτήσει των Μεσολογγιτών τας προτάσεις και απαιτήσεις του. Ο Μάρκος έσπευσε να τας κοινοποίηση τω Βρυώνη εξ ονόματος των Μεσολογγιτών, ως απορούντων και αμφιβαλλόντων περί της ειλικρινείας των συγκαταβατικών λόγων του, διότι τους απεδείκνυαν υπόπτους αι απαιτήσεις του Ισούφη. Άλλος εξ άλλου έγεινεν ο Βρυώνης επί τη κοινοποιήσει ταύτη και απεκρίθη να μη δοθή, ακρόασις, αλλά να εξακολουθήση εν πλήρει πεποιθήσει η διά του Άγου και του Μάρκου διαπραγμάτευσις. Μετά τινων δε ημερών διαπραγμάτευσιν εσυμβιβάσθη δ ι ά - λ ό γ ο υ ν' αναχωρήσωσιν εις Πελοπόννησον ανεπηρέαστοι ο πρόεδρος και οι περί αυτόν, ο Μάρκος, ο Κίτσος, οι προεστώτες και τριακόσιαι οικογένειαι αι ευπορώτεραι, ό εστι πολυαριθμότεραι παρ' όσας περιείχεν η πόλις τότε· και τούτο αποδεικνύει ότι οι Τούρκοι ηγνόουν την εσωτερικήν αδυναμίαν της πόλεως· εσυμβιβάσθη δε και οκταήμερος ανακωχή εις εύρεσιν των επί μετακομίσει πλοίων. Εν τοσούτω η ανακωχή αύτη και η προθεσμία εχρησίμευαν εις ενδυνάμωσιν του οχυρώματος εν γνώσει και αδεία του Βρυώνη πιστεύοντος τους παραγγέλλοντας έσωθεν, ότι αναγκαίον ήτο ν' αποκοιμίζωσι τοιουτοτρόπως τον λαόν, όστις δεν έπρεπε να μάθη πριν έλθη η ώρα όσα εσυμβιβάσθησαν.

Νοέμβριος Η τρίτη ημέρα της ανακωχής, ήτοι η 8 νοεμβρίου, έγεινεν ημέρα χαράς, διότι εφάνησαν έξωθεν της πόλεως επτά υδραϊκά πλοία αποδιώξαντα διά μόνου του εμφανισμού των τα υπό τον Ισούφην τουρκικά, εξ ών έν, ανίκανον να μεταβή εις Πάτρας διά την επικρατούσαν αντίπνοιαν, κατέφυγεν ημίπνικτον εις Ιθάκην. Η έλευσις των πλοίων διέλυσε μεν την διά θαλάσσης πολιορκίαν, αλλά δεν ησφάλισε τους εγκλείστους και από της εφορμήσεως των επί της ξηράς πολυαρίθμων εχθρών· διά τούτο ο Βρυώνης, πεποιθώς πάντοτε επί την υπερέχουσαν δύναμίν του, εσυμβούλευσε τους πολιορκουμένους να διαβιβασθώσιν εις Πελοπόννησον κατά την συμφωνίαν επί των ελθόντων ελληνικών πλοίων· αλλ', αντί να διαβιβασθώσιν οι εν Μεσολογγίω εις Πελοπόννησον, διεβιβάσθησαν την 11 από Πελοποννήσου εις Μεσολόγγι επί τέσσαρων εκ των προρρηθέντων πλοίων 700 Πελοποννήσιοι υπό τον Πετρόμπεην, τον Ζαήμην και τον Κανέλλον Δηληγιάννην· συνεπανέπλευσε και ο περί της επικουρίας ταύτης προαποσταλείς παρά του Μαυροκορδάτου Γρίβας. Ο Άγος, ανήσυχος δι' όσα έβλεπε και ήκουεν, ήλθεν εις λόγους βαρείς μετά του Μάρκου· ούτος δε, υποπτεύων μη πάθη ως απατήσας τους Τούρκους, υπεκρίθη ότι οι έγκλειστοι έτοιμοι ήσαν να στείλωσιν ικέτας εις προσκύνησιν των πασάδων. Υπερεχάρησαν οι πασάδες επί τη φαιδρά ταύτη αγγελία, και ητοιμάσθησαν τα πάντα εις δεξίωσιν των ικετών. Ο δε γλυκύς και συγκαταβατικός Βρυώνης, θέλων να τιμήση τον άγριον Κιουταχήν, υπήγεν εις την σκηνήν του και καυχώμενος ότι το περί συμβιβασμού σχέδιόν του, το παρ' εκείνου αποδοκιμαζόμενον, ευδοκίμησε, διέταξε να οδηγήσωσιν εκεί τους ερχομένους εις προσκύνησιν. Επ' αυτώ τούτω ητοιμάσθησαν τα συνήθη καββάδια εις τιμήν των ερχομένων, οι κήρυκες περιφερόμενοι διεσάλπιζαν την παράδοσιν της πόλεως, οι καταλυματίαι διέθεταν τα καταλύματα, οι ιπποκόμοι εφαλάροναν τους ίππους των πασσάδων διά την εν τιμή και παρατάξει είσοδόν των εις την πίπτουσαν πόλιν, και ο Βαρνακιώτης διετάχθη να προϋπαντήση τους προσερχομένους. Εν τοσούτω η ώρα παρήρχετο, και ουδείς προσήρχετο. Αδημονούντες οι πασάδες διά την τόσην βραδύτητα, είδαν άνθρωπον προσερχόμενον εκ της πόλεως, παρ' ου έλαβαν γράμμα λέγον «α ν - θ έ λ ε τ ε - τ ο ν - τ ό π ο ν – μ α ς - ε λ ά τ ε - ν α - τ ο ν - π ά ρ ε τ ε».

Τοιούτον τέλος έλαβεν η πλαστή διαπραγμάτευσις, και ο πόλεμος μετά την ανακάλυψιν της απάτης και του εμπαιγμού επανελήφθη σφοδρότερος.

Κατ' εκείνας τας ημέρας απέθανεν εν Μεσολογγίω ο αγαπώμενος και τιμώμενος παρά πάντων διά την αγαθήν καρδίαν και τας πολεμικάς του γνώσεις Νορμάννος και ετάφη πλησίον του Κυριακούλη.

Μόλις δ' ελύθη η κατά θάλασσαν πολιορκία, και οι φιλογενείς Ζακύνθιοι και Κεφαλλήνες έσπευσαν να στείλωσι τροφάς και πολεμεφόδια εις την πόλιν, αν και η κυβέρνησίς των παρενέβαλε παντός είδους προσκόμματα· ηγκυροβόλησε δε μετ' ολίγον έμπροσθεν του Μεσολογγίου και πλοίον φέρον εκ Λιβούρνου πολεμεφόδια· ήλθαν και άλλα τέσσαρα πολεμικά πλοία σπετσιωτικά· εισήλθαν εις την πόλιν διά θαλάσσης και διάφοροι Δυτικοελλαδίται, εν οις και οι οπλαρχηγοί Μακρής και Τσόγκας· ήλθαν και άλλοι χίλιοι Πελοποννήσιοι εκ Γαστούνης και Πύργου· ήλθε και ο Λόντος μετά των περί αυτόν (ζ). Η μεταβολή αύτη των πραγμάτων έφερε μεταβολήν και των πνευμάτων των εναπομεινάντων κατοίκων της Αιτωλοακαρνανίας, οίτινες προσκυνήσαντες προ ολίγου διά της συνεργείας των οπλαρχηγών των κατεπιέζοντο και εγυμνούντο υπό των Αλβανών εις τόσην αναίδειαν εξοκειλάντων, ώστε ν' απογυμνώσωσι και αυτούς τους Βραχωρίτας Τούρκους, τους μετά την άλωσιν της πόλεως εκείνης εν Δραγαμέστω παρά του Βαρνακιώτου φυλαττομένους.

Επί της εισβολής των εχθρών εντεύθεν του Μακρυνόρους πάμπολλοι κάτοικοι της Αιτωλοακαρνανίας κατέφυγαν, ως είρηται, εις Κάλαμον προς αποφυγήν της σφαγής, της γυμνώσεως και της αιχμαλωσίας, ως μη δυνάμενοι να αντισταθώσι, και ως μη θέλοντες να προσκυνήσωσιν. Αλλ' ο μέγας αρμοστής εφάνη τόσον ασυμπαθής, ώστε έστειλε στρατιώτας και τους απώθησεν. Εζήτησαν οι δυστυχείς άσυλον καν διά τας γυναίκας και τα ανήλικα τέκνα των, αλλά και κατά τούτο δεν εισηκούσθησαν. Η σκληρά αύτη πράξις απέβλεπεν αναμφιβόλως εις το να βιάση τους αποδιωχθέντας να προσκυνήσωσιν· αλλ' έφερε το εναντίον αποτέλεσμα, διότι τους ώπλισεν εξ ανάγκης προς υπεράσπισιν γυναικών και τέκνων και προς βλάβην του εχθρού· εκ των αποδιωχθέντων δε τούτων και εξ άλλων τινών Ελλήνων άλλοθεν συρρευσάντων συνεκροτήθησαν εκείναις ταις ημέραις δύο σώματα, το μεν κατά το Ξηρόμερον υπό τους αδελφούς Χασαπαίους, το δε κατά τον Βάλτον υπό τον Μαλεσάδαν, και περιφερόμενα ηνώχλουν συνεχώς τους εχθρούς, κόπτοντα και την μετά της Άρτης και Πρεβέζης κοινωνίαν· εγνώσθησαν και καθ' όλον το εχθρικόν στρατόπεδον η αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, τα κατά τον αργολικόν κόλπον συμβάντα του στόλου, ο εν Τενέδω εμπρησμός του δικρότου και η πτώσις του Ναυπλίου· ο χειμών επροχώρει και εστενοχώρει τους εχθρούς· αι τροφαί εσπάνιζαν εν τω στρατοπέδω· βροχαί συνεχείς και ραγδαίαι έπιπταν· πυρετοί κακοήθεις ανεφύοντο· μισθοί δεν εδίδοντο και συχνάκις εξώρμων επί τους πολιορκούντας οι πολιουρκούμενοι. Δι' όλα ταύτα ηγέρθη εν τω τουρκικώ στρατοπέδω μέγας γογγυσμός κατά των πασάδων, και εψιθυρίζετο και η διάλυσίς του. Οι δε πασάδες, κακόν μάλλον ή καλόν προσδοκώντες από πάσης περαιτέρω αναβολής απεφάσισαν έφοδον. Αλλ' ο ενθουσιασμός του στρατού είχε σβεσθή· μόνον το χρυσίον, το μη παρ' άλλοις ίσως τόσην ισχύν έχον όσην παρά τοις Αλβανοίς, εδύνατο να τον ανάψη. Διά τούτο οι πασάδες επρόσφεραν ανά χίλια γρόσια εκάστω των προαιρουμένων ν' αναβώσι τα τείχη. Οκτακόσιοι προηρέθησαν, εν οις και όλοι οι σημαιοφόροι, και ημέρα εφόδου ωρίσθη η των Χριστουγέννων περί τον όρθρον, επ' ελπίδι ότι οι εν αγνοία του σχεδίου τούτου Έλληνες θα συνήρχοντο την ημέραν εκείνην εις τας εκκλησίας και θα κατέλιπαν το οχύρωμα αφρούρητον. Και ταύτα μεν οι Τούρκοι μυστικώς εμελέτησαν, οι δε Έλληνες τα ανεκάλυψαν ούτως.

Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων παρέπλεε την Άσπρην Αλικήν μονόξυλον φέρον από Ανατολικού εις Μεσολόγγι τον γραμματέα του Μακρή. Ο γραμματεύς, ιδών επί της ξηράς άνθρωπον σείοντα μανδύλιον, επλησίασε. «Εγώ», είπεν ο άνθρωπος, «είμαι Χριστιανός και πρόθυμος να πάθω διά την αγάπην του Κυρίου μου· μη απορήσης και μη δυσπιστήσεις εις όσα θ' ακούσης, αν με βλέπης συνοδεύοντα τους εχθρούς του Κυρίου μου· η γυνή μου και τα τέκνα μου είναι υπό την εξουσίαν των, και τούτο αρκεί να με δικαιολογήση ενώπιόν σου. Ο Θεός των Χριστιανών ηθέλησε να μάθω όσα οι εχθροί μελετούν κατά του λαού του, και περιφέρομαι από πρωίας ως κυνηγός εις σωτηρίαν των ομοπίστων μου· τρέξε εις την πόλιν και ειπέ ότι οι εχθροί σκοπόν έχουν να εφορμήσωσιν αύριον τα χαράγματα διά της προς ανατολάς πλευράς του οχυρώματος» . Ταύτα είπεν ο άγνωστος άνθρωπος, ύψωσε τας χείρας του εις τον ουρανόν, εδάκρυσε, και έγεινεν άφαντος (η).

Ο γραμματεύς έφθασε περί την α' ώραν της νυκτός εις την πόλιν και ανήγγειλεν όσα είδε και ήκουσε. Το πρωί εκείνης της ημέρας ο Μαυρομιχάλης, ο Τσόγκας και ο Γρίβας είχαν εμβή μετά 500 στρατιωτών εις πλοία, ίνα μεταβιβασθώσιν εις τα παράλια της Ακαρνανίας και ενοχλήσωσιν εκείθεν τον εχθρόν· εσκόπευαν δε να αποπλεύσωσι την νύκτα· αλλ' ο πρόεδρος, άμα μαθών τα ανωτέρω, τοις παρήγγειλε να εξέλθωσι και εξήλθαν ως 100 υπό τον Γρίβαν, τον Τσαλαφατίνον και τον Κουμουντουράκην· διέταξε δε συγχρόνως διά του αρχιεπισκόπου να μη ανοίξωσιν αι εκκλησίαι το πρωί, και όλοι οι άνδρες να ευρεθώσιν επί του οχυρώματος έτοιμοι εις πόλεμον. Τούτου γενομένου, ετοποθετήθησαν οι υπερασπισταί του ως εφεξής. Ο Μάρκος και ο Λόντος μετά των υπό την οδηγίαν των 400 κατέλαβαν το κέντρον, ήγουν το έμπροσθεν των δύο εκκλησιών της Παναγίας και του αγίου Νικολάου μέρος, όπου ήτο του οχυρώματος η πύλη· 600 δε, οι πλείστοι Καλαβρυτινοί, οι λοιποί δε Μεσολογγίται και Ανατολικιώται υπό τον Ζαήμην και άλλους, ετοποθετήθησαν επί της δυτικής πλευράς του οχυρώματος· 1200 δε Καρυτινοί, Γαστουναίοι, Πύργιοι, Μεσολογγίται και Ζυγιώται διεσπάρησαν επί της ανατολικής πλευράς υπό τον Δηληγιάννην, τον Μακρήν, τον Γιαννάκην Ραζοκότσικαν, τον Γρίβαν καί τινας άλλους· επί δε των κανονοστασίων ήσαν πάντοτε Μεσολογγίται ναύται, ως εμπειρότεροι των άλλων πυροβολισταί. Ήσαν δε τότε όλοι οι εντός του Μεσολογγίου πολεμισταί 2250 επί γραμμής αρχομένης από της μιας άκρας της τάφρου και τελευτώσης εις την άλλην. Εφύλατταν πάντοτε και τας δύο άκρας της τάφρου δύο κανονοφόροι.

Οι Τούρκοι διηρέθησαν και ούτοι και διεσπάρησαν καθ' όλον το μήκος του οχυρώματος· οι δε 800 τειχοβάται επλησίασαν την νύκτα προς την κατ' ανατολάς πλευράν του οχυρώματος, όπου το τείχισμα ήτον αδυνατώτερον, και παρεφέδρευαν εν ταις παραφυομέναις βουρλιαίς, όλοι εύζωνοι, βαστώντες γυμνόν ξίφος και αναμένοντες αφανείς και σιωπηλοί την ωρισμένην ώραν, μηδόλως υποπτευόντων των υπερασπιστών του οχυρώματος ότι οι εχθροί υποδιενυκτέρευαν. Μίαν ώραν πριν φέξη ήρχισεν έξωθεν σφοδρός τουφεκισμός από άκρου εις άκρον του οχυρώματος· εκινήθη συγχρόνως δεξιά και αριστερά το ιππικόν· κραυγαί και αλαλαγμοί ηκούοντο πανταχόθεν, και μετ' ολίγον ανεφάνησαν αίφνης οι κρυπτόμενοι 800, και πολλοί αυτών ανέβησαν δι' ων έφεραν κλιμάκων εις το τείχος, όπου έστησαν δύο ή τρεις σημαίας· δύο δε σημαιοφόροι ετινάχθησαν και εντός του οχυρώματος και σκοτώσαντες δύο τρεις συνελήφθησαν. Η εφόρμησις των 800 ήτο και τολμηρά και επιδέξιος, αλλ' ανωφελής και θανατηφόρος. Αλλεπάλληλοι εκρημνίζοντο εις την τάφρον οι αλλεπαλλήλως το τείχος αναβαίνοντες. Τρεις ώρας επέμεναν μαχόμενοι, αλλά μηδέν κατορθώσαντες απεχώρησαν, και οι Έλληνες εξελθόντες ηύραν παρά το τείχος 12 σημαίας κατά γης ερριμμένας και εσκύλευσαν τους νεκρούς. 500 εχθροί εσκοτώθησαν και επληγώθησαν επί της εφόδου· εσκοτώθησαν δε μόνον 4 Έλληνες, οι 2 Μεσολογγίται και οι 2 Γαστουναίοι, δύο δε επληγώθησαν.

Η ήττα μεταβάλλει πολλάκις τους φίλους εις εχθρούς, και η νίκη τους εχθρούς εις φίλους.

Δεκέμβριος Οι οπλαρχηγοί του Βάλτου Ράγκος και Ίσκος και ο Βαλτινός, οι συνακολουθήσαντες τους Τούρκους, τους εγκατέλειψαν μετά τα κατά την 25 δεκεμβρίου συμβάντα· έπαθαν οι εχθροί και άλλο δεινόν· τα υπό τον Μαυρομιχάλην και Τσόγκαν σώματα, πεσόντα επί τους εν τη Κατοχή εχθρούς, τους ηφάνισαν· τα μεταβιβάσαντα δε αυτούς εκεί πλοία συνέλαβαν έν φορτηγόν φέρον εις τους εχθρούς εκ Πρεβέζης τροφάς· διεδόθη και λόγος εν τω τουρκικώ στρατοπέδω, και λόγος αληθής, ότι οι επανελθόντες εις τον εθνικόν αγώνα Βαλτινοί έκλεισαν το Μακρυνόρος, και ότι ο Οδυσσεύς ήρχετο και αυτός εκ της Ανατολικής Ελλάδος προς το Μεσολόγγι μετά πολλών στρατευμάτων, αφ' ού ανεχώρησαν εκείθεν οι υπό τον Μεχμέτην Τούρκοι. Δι' όλα ταύτα έφυγαν οι Τούρκοι διά νυκτός την 31 απέμπροσθεν του Μεσολογγίου εν τόση βία, αταξία και φόβω, ώστε την επαύριον εξελθόντες οι εν τη πόλει ηύραν όπου ήσαν εσκηνωμένοι οι Τούρκοι 10 κανόνια, 4 βομβοβόλους, την πολεμικήν αποσκευήν των και αυτά τα έπιπλα των πασάδων. Συνέλαβαν δε καί τινας ασθενείς Τούρκους, παρ' ων έμαθαν ότι οι πασάδες ώδευαν προς το Βραχώρι, ο μεν Βρυώνης διά της Κλεισούρας, ο δε Κιουταχής διά του Κερασόβου, ίνα περάσωσι τον ποταμόν όσον τάχιον και διασωθώσιν εις Πρέβεζαν. Διαιρεθέντες τότε οι εν Μεσολογγίω Έλληνες οι μεν κατεδίωξαν τον εχθρόν μέχρι του Κερασόβου, οι δε μέχρι της Κλεισούρας· άλλοι δε εστράτευσαν εις Μποχώρι και Γαλατάν, όπου ήσαν τα νοσοκομεία και αι αποθήκαι των εχθρών. Ο Μάρκος επρόβαλε ν' αποκλείσωσι τους εχθρούς εντός του Βραχωρίου όπου, εστερημένοι τροφών και μη έχοντες άλλα πολεμεφόδια πάρεξ όσα περιείχεν εκάστου η φυσεκοθήκη, ή θα εχάνοντο ή θα παρεδίδοντο. Η πρότασις ενεκρίθη, αλλά δεν επραγματοποιήθη διά τας επικρατούσας εισέτι μεταξύ τινων των οπλαρχηγών διαιρέσεις και ζηλοτυπίας. Οι Τούρκοι,

(λείπουν οι σελίδες 274 - 275)

πώς πολεμά με την Τουρκιά, με τέσσαρους πασάδαις·

πέφτουν η μπόμπαις σα βροχή, η μπάλαις σα χαλάζι,

κι' αυτό το λιανοτούφεκο σαν άμμος της θαλάσσης·

κλαίουν μαννούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άνδραις,

κλαίει κι' η μαύρη μας η γη πώχασε τη σπορά της.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .»

Π I Ν Α Ξ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.

Πρόοδος των Τούρκων εν τη Ανατολική Ελλάδι και κυρίευσις της πόλεως και του φρουρίου Λεβαδείας. — Συγκρούσεις κατ' εκείνα τα μέρη. — Εισβολή του Ομέρπασα Βρυώνη εις Εύβοιαν και Αττικήν. — Λύσις της πολιορκίας της ακροπόλεως Αθηνών. — Αποτυχία της εις Κάρυστον εκστρατείας των Ελλήνων. . . 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.

Συνάθροισις τουρκικών στρατευμάτων έξωθεν του Κουσαντασίου και παθήματα των Χριστιανών κατοίκων της πόλεως ταύτης και των πέριξ. — Πλους του τουρκικού στόλου επί την Σάμον και αποτυχούσα απόβασις. — Εμφανισμός του ελληνικού στόλου εν τω μεταξύ Σάμου και Ασίας πορθμώ, και εμπρησμός εννέα φορτηγών πλοίων τουρκικών. — Ματαίωσις της τουρκικής εκστρατείας. — Πόλεμος Τουρκίας και Περσίας. . . 12

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'.

Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας. — Αναχώρησις του εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου. . . 19

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'.

Παράδοσις Μονεμβασίας. — Μετάβασις των εν Αρκαδία Τούρκων εις Νεόκαστρον και παράδοσις αυτού. . . 42

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'.

Τριπολιτσά και πολιορκία αυτής. — Μάχη Βασιλικών. — Εμφανισμός τουρκικού στόλου κατά τα παράλια της Πελοποννήσου. — Λύσις της πολιορκίας Κορώνης. — Συμβάντα εν Καλαμάτα και περί τας Πάτρας. — Καταστροφή Γαλαξειδίου. — Ναυμαχία έμπροσθεν Ζακύνθου. — Διαγωγή του μεγάλου αρμοστού προς τους λαούς των Ιονίων νήσων. — Άλωσις Τριπολιτσάς. — Δευτέρα εισβολή Τούρκων εις Σφακιά και άφιξις εις Κρήτην του Μιχαήλ Αφεντούλη ως αρχηγού. . . 49

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.

Σχεδιασθείσα και μη ενεργηθείσα εκστρατεία του Κολοκοτρώνη εις Πάτρας. — Αναχώρησις εκ της Ανατολικής Ελλάδος των τουρκικών στρατευμάτων. — Είσοδος των Ελλήνων εις την πόλιν των Αθηνών. — Δημογεροντικόν σύστημα προ της επαναστάσεως. — Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Θεόδωρος Νέγρης και άλλοι έξωθεν ελθόντες Έλληνες. — Σύστασις κεντρικών Αρχών της στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου. — Συνάθροισις των πληρεξουσίων εν Άργει. — Ελληνοαλβανική συμμαχία και λύσις αυτής. . . 78

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'.

Ναύπλιον και ατυχής απόπειρα εφόδου. — Τα κατά τας Πάτρας συμβάντα. — Φόνος Αντώνη Οικονόμου. — Μετάβασις των πληρεξουσίων εις Πιάδαν παρά την Επίδαυρον. — Παράδοσις της Κορίνθου. . . 94

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'.

Επιρροή των αρχόντων και των οπλαρχηγών εν ταις επαρχίαις και διενέξεις αυτών. — Η εν Επιδαύρω πρώτη εθνική συνέλευσις. — Πολιτικά συστήματα. — Αντιπροσωπική κυβέρνησις και καθίδρυσις αυτής εν Κορίνθω. . . 103

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.

Ατυχής εκστρατεία εις Καρυστίαν και θάνατος Ηλίου Μαυρομιχάλη. — Έκπλους του οθωμανικού στόλου και απόβασις στρατευμάτων εις Πάτρας. — Ναυμαχία εν τω κόλπω των Πατρών. — Τα μεταξύ του μεγάλου αρμοστού των Ιονίων νήσων και του ελληνικού στόλου. — Εκστρατεία υπό τον Κολοκοτρώνην εις πολιορκίαν των Πατρών. . . 113

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ'.

Καταστροφή της Κασσάνδρας. — Υποταγή του αγίου Όρους. — Καταστροφή της Ναούσης και του ελληνικού αγώνος καθ' όλην την Μακεδονίαν. . . 131

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.

Καταστροφή του Αλήπασα. — Πολεμικαί προετοιμασίαι Τούρκων και Ελλήνων. — Χίος και καταστροφή αυτής. — Κατορθώματα του ελληνικού στόλου. . . 139

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'.

Περί των κεντρικών Αρχών της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος και των σχέσεων αυτών προς την κυβέρνησιν. — Εκστρατεία Υψηλάντου εις Ανατολικήν Ελλάδα. — Ατυχή κινήματα εις άλωσιν Ζητουνίου και Πατρατσικίου. — Εκστρατεία Μαυροκορδάτου εις Δυτικήν Ελλάδα. — Τα κατά την Κρήτην μετά την εκεί άφιξιν του Αφεντούλη μέχρι μαΐου, και θάνατος Βαλέστου. . . 159

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.

Τα μεταξύ Αρείου πάγου και Οδυσσέως. — Φόνος Νούτσου και Παλάσκα. — Ανάκλησις Υψηλάντου. — Οργή της κυβερνήσεως κατά του Οδυσσέως. . . 172

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.

Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών. . . 179

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.

Έξοδος των προκρίτων της Πελοποννήσου εις τας επαρχίας επί στρατολογία. — Σύστασις βουλευτικής επιτροπής. — Βάπτισις Μωαμεθανών. — Σύμβασις περί παραδόσεως Ναυπλίου. — Ιδιαιτέρα και μυστική αίτησις αγγλικής προστασίας υπέρ της Πελοποννήσου. — Λύσις πολιορκίας Πατρών. . . 184

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.

Εκστρατεία Αλβανών εις Σούλι. — Πτώσις αυτού και αποκλεισμός Κιάφας. — Εκστρατεία υπό τον Μαυροκορδάτον πέραν του Μακρυνόρους. — Φθορά της υπό τον Πασάνον μικράς ναυτικής δυνάμεως εν τω αμβρακικώ κόλπω. — Μάχαι Κομποτίου, Πλάκας, Φαναρίου, και θάνατος Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. — Μάχη του Πέτα. . . 190

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'.

Εκστρατεία υπό τον Μαχμούδπασαν Δράμαλην εις την Ανατολικήν Ελλάδα και την Πελοπόννησον και αποτυχία αυτής. — Τα κατά Εύβοιαν και Κρήτην. . . 205

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'.

Τα μετά την μάχην του Πέτα κατά την Δυτικήν Ελλάδα μέχρι της πολιορκίας Μεσολογγίου και η εν τούτοις παράδοσις της Κιάφας. . . 228

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.

Συγκρούσεις κατά ξηράν έμπροσθεν Ναυπλίου. — Ναυμαχία εν τω αργολικώ κόλπω και ανάπλους του τουρκικού στόλου. — Εμπρησμός δικρότου εν Τενέδω. — Παράδοσις Ναυπλίου. . . 237

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.

Τα κατά τον Οδυσσέα. — Αυτοκέλευστος εν Αθήναις συνέλευσις της Ανατολικής Ελλάδος μετά την εκείθεν διάβασιν του Δράμαλη. — Τα κατά τον Άρειον πάγον. — Κατηγορία του Ιωάννου Λογοθέτου μέλους του νομοτελεστικού επί πολιτικώ εγκλήματι. — Νέα εισβολή εχθρών υπό τον Κιοσέ - Μεχμέτπασαν εις την Ανατολικήν Ελλάδα και αναχώρησις αυτών. . . 252

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.

Περιγραφή Μεσολογγίου και πολιορκία αυτού. — Αποτυχία της υπό τον Βρυώνην εκστρατείας εις Δυτικήν Ελλάδα. . . 262

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ.

(α.)

Μετά την άλωσιν της Λεβαδείας ανέφερεν εις την Πύλην ο Κιοσέ - Μεχμέτπασας εν ασιανή μεγαλορρημοσύνη, ότι εφονεύθησαν τρισχίλιοι Έλληνες, οι μεν διά σιδήρου, οι δε διά πυρός.

(β)

Ο πρόξενος ούτος ηγαπάτο και ετιμάτο δικαίως υπό των Ελλήνων, ευμενής φανείς προς τον αγώνα των απ' αρχής μέχρι τέλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ.

(α)

Άρθρον ζ' της συνθήκης του Καϊναρτσίου·

«Η υψηλή Πύλη υπόσχεται να προστατεύη πάντοτε την χριστιανιχήν θρησκείαν και τας εκκλησίας της».

Εν δε τω άρθρω ιζ', εν ώ γίνεται λόγος περί της αποδόσεως όλων των νήσων του Αιγαίου, ας εκυρίευσεν επί του πολέμου η Ρωσσία, η Πύλη υπόσχεται προς τοις άλλοις μήτε η χριστιανική θρησκεία, μήτε αι εκκλησίαι να πάθωσιν εις το εξής, μήτε η ανοικοδομή των εκκλησιών ή η επισκευή να εμποδίζεται· να μη καταδιώκεται δε μήτε να χλευάζεται κατ' ουδένα τρόπον το ιερατείον. Ο Hammer την συνθήκην του Καϊναρτσίου ως αρχήν της διαλύσεως της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τουλάχιστον της εν Ευρώπη. (όρα Βιβλ. ογ'.)

(β.)

«Η Πύλη» (λέγει ο ι' παράγραφος του α' άρθρου της συνθήκης) «συναινεί ν' αναφέρωνται εις αυτήν υπέρ των δύο ηγεμονειών οι παρ' αυτή πρέσβεις της αυτοκρατορικής αυλής της Ρωσσίας κατά τας περιστάσεις των μερών εκείνων, και υπόσχεται να τους ακούη μετά της εις φιλικάς και τιμωμένας Δυνάμεις προσηκούσης ευγενείας».

(γ.)

Ανέγνωσα αναφοράν πολλών χωρικών της Βλαχίας προς τον εκεί πρόξενον της Ρωσσίας εκτραγωδούντων τα δεινά των και επικαλουμένων την αντίληψιν του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου ως προστάτου των ηγεμονειών.

(δ.)

Ο Δανέζης εφυλακίσθη κατ' αρχάς, μετά ταύτα εχωρίσθη εις Μαγνησίαν και απελύθη επί τη ικεσία του πατριάρχου και τη συνδρομή του πρέσβεως της Αγγλίας.

(ε.)

Άρθρον λβ'.

« Η υψηλή Πύλη υπόσχεται μήτε αύτη ν' απαιτή, μήτε να επιτρέπη άλλος τις ν' απαιτή οιαδήποτε τέλη επί των φορτίων των εμπορικών ρωσσικών πλοίων, των είτε από ρωσσικών λιμένων εις την Άσπρην ή την Μεσόγειον θάλασσαν, είτε από της Άσπρης ή της Μεσογείου εις την Μαύρην πλεόντων, μήτε να βιάζωνται τα πλοία ταύτα επί του διάπλου ν' αποβιβάζωσι τα φορτία εις Κωνσταντινούπολιν ή εις άλλο μέρος.

Η υψηλή Πύλη υπόσχεται, τα υπό ρωσσικήν σημαίαν πλοία, τα ερχόμενα από Μαύρης θαλάσσης και διαβαίνοντα διά Κωνσταντινουπόλεως, αφ' ού παρουσιασθή η δήλωσις των φορτίων αυτών, επιβεβαιωμένη παρά του πρέσβεως της Ρωσσίας, να λαμβάνωσιν αμέσως το φιρμάνι και ν' αποπλέωσιν ακωλύτως, αφ' ού το δείξωσιν επί του έκπλου. Επίσης να μη κωλύωνται και όταν επανερχόμενα από της Άσπρης θαλάσσης εις τους εντός της Μαύρης ρωσσικούς λιμένας δείξωσιν επί του είσπλου το επί τη παρά του πρέσβεως της Ρωσσίας επιβεβαιωθείση δηλώσει του φορτίου των εκδοθέν φιρμάνι.

Άρθρον λγ'.

Όλα τα υπό ρωσσικήν σημαίαν πλοία, τα διαπλέοντα τοιουτοτρόπως τον πορθμόν της Κωνσταντινουπόλεως και απερχόμενα μακρότερον, εφοδιάζονται επί της διαπορθμεύσεώς των διά φιρμανίου καθώς ερρέθη εν τω λβ' άρθρω επί τη καλή πίστει της δηλώσεως των φορτίων υπό την επιβεβαίωσιν του πρέσβεως της Ρωσσίας· αν δε η Πύλη αμφιβάλλη, ή υποπτεύη ότι ευρίσκονται υπήκοοι της μεταξύ του πληρώματος, τότε η αυτοκρατορική αυλή της Ρωσσίας επιτρέπει νηοψίαν, αλλά μετά πολλής συστολής ενεργουμένην, μηδαμώς εγγιζομένων, ως ερρέθη ανωτέρω, των εντός του πλοίου πραγματειών ή ενοχλουμένου του πλοιάρχου, ή εμποδιζομένου υπό περιττών ενίοτε εξετάσεων του διά της συνθήκης της ειρήνης νομοποιηθέντος επί διακομιδή εμπορίου».

(στ.)

Η απόδειξις ότι διά του τρόπου τούτου επροσπάθει η Πύλη να εμποδίση την μετακομιδήν των τροφών εις την αποστατήσασαν Ελλάδα, ευρίσκεται εν τη προς την εν Κωνσταντινουπόλει γαλλικήν πρεσβείαν κοινοποιήσει αυτής κατά τον αύγουστον διαλαμβανούση προς τοις άλλοις τα ακόλουθα. «Η υψηλή Πύλη απαιτεί φιλικώ τω τρόπω να μη πωλώσιν οι ρηθέντες έμποροι τα γεννήματά των προς τους παραπλέοντας το Αιγαίον πειρατάς· και ο αντιπρέσβυς της Γαλλίας καλώς θα πράξει, αν διατάξη τους ερχομένους σιτεμπόρους από της Μαύρης θαλάσσης και έχοντας την άδειαν να μεταφέρωσι τα γεννήματα εις την Άσπρην να μη τοις τα πωλώσι χάριν της μεταξύ της υψηλής Πύλης και της αυλής της Γαλλίας υπαρχούσης σταθεράς φιλίας».

(ζ.)

Το έγγραφον τούτο πληροί δεκαεπτά σελίδας εις 8ον κατά την γαλλικήν μετάφρασιν, όθεν το επορίσθην.

(η.)

Ιδού τι λέγει περί τούτου το β' άρθρον της συνθήκης του Καϊναρτσίου·

«Αν μετά την υπογραφήν της συνθήκης και την ανταλλαγήν των επικυρώσεων υπήκοοί τινες των δύο Δυνάμεων, πράξαντες βαρύ τι έγκλημα ή ένοχοι γενόμενοι απείθειας ή προδοσίας, καταφύγωσιν ως εις άσυλον εις τα χώματα της μιας των δύο Δυνάμεων, να μη γίνωνται δεκτοί επ' ουδεμία προφάσει, αλλ' αμέσως να παραδίδωνται, τουλάχιστον ν' αποπέμπωνται εξ όλων των μερών της επικρατείας, ίνα μη συμβή εντεύθεν ψυχρότης ή ανωφελής έρις μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Εξαιρούνται μόνον όσοι εν μεν Ρωσσία ασπασθώσι την χριστιανικήν θρησκείαν, εν δε Τουρκία την μωαμεθανήν. Αλλ' εν περιπτώσει, καθ' ην υπήκοοι της μιας ή της άλλης Δυνάμεως, είτε Χριστιανοί είτε Τούρκοι εγκληματίαι, μεταβούν από της μιας επικρατείας εις την άλλην, να παραδίδωνται όταν ζητηθώσιν».

(θ.)

Ο πατριάρχης Γρηγόριος δεν εγεννήθη εν Καλαβρύτοις, αλλ' εν Δημητσάνη.

Εξ ων μέχρι τούδε εξιστόρησα, έγεινε γνωστόν ότι εν τη Ελλάδι η αιματοχυσία των αθώων Μουσουλμάνων και αι βεβηλώσεις των ζαμίων ήρχισαν μετά τας αδίκους σφαγάς και την χύσιν του ιερωτέρου αίματος των Ελλήνων, ό εστιν ήσαν τα αποτελέσματα και όχι τα αίτια του θανάτου του πατριάρχου και των άλλων.

(ι.)

Ουδεμία απόδειξις ή ένδειξις του εγκλήματος του πατριάρχου, των αρχιερέων ή τόσων άλλων θυμάτων εφάνη.

(κ.)

Αν η Πύλη είχε τοιαύτα έγγραφα, διατί δεν τα εγνωστοποίει εις δικαιολογίαν της;

(λ.)

Ιδού η απόδειξις όσων είπα εξιστορών τα κατά την Μολδοβλαχίαν, δηλαδή ότι η Ρωσσία επρόσφερε στρατιωτικήν δυναμιν κατά του επαναστατικού κινήματος του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, ην η φιλύποπτος και υπερήφανος Πύλη δεν εδέχθη.

(μ.)

Όσα λέγει ο πρέσβυς εις μαρτυρίαν, ότι δεν υπήρχε κατ' ευτυχίαν παράδειγμα πατριάρχου της ανατολικής εκκλησίας υποστάντος τοιούτον θάνατον, πρέπει να εννοηθώσι, καθώς προσθέτει και αυτός, ως προς τον τόπον και την ημέραν της αγχόνης του Γρηγορίου, διότι η ιστορία μας λέγει, ότι προ του Γρηγορίου πολλοί οικουμενικοί πατριάρχαι οι μεν απηγχονίσθησαν οι δε άλλως πως εθανατώθησαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ.

(α.)

Ιδού η συνθήκη.

«Διά του παρόντος υπογράφου και βεβαιωτικού ημών γράμματος δηλοποιούμεν όλοι ημείς οι αγάδες Μονεμβασίας και οι λοιποί, ότι, επειδή και επολεμήθημεν παρά του εκλαμπροτάτου ηγεμόνος Αλεξάνδρου πρίγκηπος Κατακουζηνού, και μην υποφέροντες πλέον να εναντιωθώμεν εις την ηγεμονίαν του, υπό της μεγάλης ημών ανάγκης παραδιδόμεθα και δίδομεν το βασιλικόν κάστρον εις την εκλαμπρότητά του κατά τας συνθήκας και ομιλίας και αποφάσεις της ηγεμονίας του. Η απόφασις της ηγεμονίας του, κατά το ζήτημά μας, είναι διά να μας στείλη με καράβια ή εις Τσιρήγον ή εις Ανατολήν, δίδοντάς μας και την ζωοτροφίαν μας, και να μας υπάγουν, Θεού θέλοντος, χωρίς ναύλους· παραδίδομεν και τα άρματά μας άνευ των ασημίων. Ούτως εδέσαμεν τας συμφωνίας και συνθήκας μας και ούτως παραδιδόμεθα εις την εκλαμπρότητά του, δίδοντες τα κλειδιά του κάστρου μας Μονεμβασίας.

1821 Ιουλίου 20, από Μονεμβασίας.

Όλοι ημείς οι αγάδες Μονεμβασίας υπογραφόμενοι βεβαιούμεν.

ΜΕΧΜΕΤΑΓΑΣ, Γιανιτσάραγας.

ΙΜΠΡΑΧΗΜΑΓΑΣ, Τσιτάραγας του πάνου κάστρου.

ΜΟΥΣΤΑΦΑΓΑΣ, Τσιτάραγας του κάτου κάστρου.

ΜΕΧΜΕΤΑΓΑΣ, Αζέπι Αβέλης.

ΜΕΧΜΕΤΑΓΑΣ, Τσεπετσή Αβέλης.

ΧΟΥΣΕΗΝΑΓΑΣ, Τσεπετσή Ανής.

ΙΜΠΡΑΧΗΜΑΓΑΣ, Τοπιτσή Αβέλης.

ΜΕΧΜΕΤΑΓΑΣ, Τοπιτσή Ανής.

ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΜΠΕΗΣ, Χασάν - μπέη - Ζαδές.»

(β.)

Ο Πιεράκος ηνδραγάθησε και άλλοτε· εκλείσθη μίαν ημέραν μετ' ολίγων στρατιωτών εν τη οικία του Λεώνη τη εν τω προαστείω εις ενέδραν. Οι Τούρκοι επρόλαβαν και τον απέκλεισαν εντός της οικίας· βόμβαι και κανονόσφαιραι έπεσαν επάνω του· αλλ' αυτός διετήρησε την θέσιν του ολόκληρον ημερονύκτιον και έφυγεν έπειτα αβλαβής.

(γ.)

Ιδού η συνθήκη.

«Φανερόνομεν οι κάτωθεν υπογεγραμμένοι αρχιστράτηγοι, οι καπεταναίοι ξηράς και θαλάσσης, ότι από τας 25 Μαρτίου του παρόντος χρόνου, κατά την υψηλήν προσταγήν ήλθομεν με τα στρατεύματά μας της ξηράς, καθώς και διά θαλάσσης με τα καράβιά μας, και επολιορκήσαμεν το κάστρον, λεγόμενον Νεόκαστρον, και αφ' ού διάφοραις φοραίς επολεμήσαμεν με τους εις το κάστρον πολιορκουμένους Τούρκους με κανόνια, μπόμπαις και με ντουφέκια, τους εκαταστήσαμεν μουασερέ σφικτά και τους εβαστήξαμεν έως την σήμερον, αυγούστου 5, αποκλεισμένους ξηράς και θαλάσσης, χωρίς να ειμπορέσουν ούτε να εμβούν ούτε να εβγούν. Ετούτον τον τρόπον τους εφέραμεν εις τέτοιον περεσέ, όπου έφαγαν τ' άλογά τους και κάθε άλλο είδος ζώων οπού ευρέθη μέσα, και με αυτόν τον τρόπον μας επληροφόρησαν όχι μόνον οι καθημερινοί εξερχόμενοι Τούρκοι από το κάστρον, και επαραδίδοντο εκ της πείνης σχεδόν αποθαμένοι εις χείρας μας, αλλά και από τους εδικούς μας, ευρισκομένους μέσα, όλα αυτά επληροφορήθημεν. Εκ τούτης της ανάγκης λοιπόν και κατά το ανθρώπινον χρέος σήμερης εσυμφωνήσαμεν με κατά μέρος αμοιβαία γράμματα, και μας επαράδοσαν το κάστρον και ημείς από το άλλο μέρος φιλανθρώπως τους εσυμφωνήσαμεν ελεύθερον απέρασμα ξηράς και θαλάσσης με όλα τους τα πράγματα, εκτός των αρμάτων, να τους υπάγωμεν όθεν ο καθείς ηθέλησε. Διό εις ένδειξιν τους δίδομεν το παρόν μας υπογεγραμμένον,

1821 Αυγούστου 7, Νεόκαστρον.

Μεθώνης Γρηγόριος,

Πρωτοπαπατώρης,

Αναστάσιος Κατσαρός.

Αθανάσιος Γρηγοριάδης,

Νικόλαος Πονηρόπουλος,

Γιαννάκης Μέλιος,

Α. Ρ. Χ. Γ. Α. Ρ. Κ.

Καπετανάκης,

Νικόλας Μπόταση,

Αναστάσης Ανδρούτσου,

Αθανασούλης,

Γαλάνης Παναγιώτης,

Γ. Οικονομόπουλος,

Κωνσταντίνος Διαμαντής,

Τσάνες. Αναστάσης Περωτής,

Γιωργάκης Παναγιώταρος.

Την σήμερον φανερόνομεν ημείς οι κάτωθεν υπογεγραμμένοι τρεις καπηταναίοι, οι δύω Πετσώταις, ονομαζόμενοι ο καπετάν Νικόλας Μπότασης και καπετάν Αναστάσης Κολαντρούτσος, και καπετάν Γεώργιος Δενδρολίβανος, Ζακύνθιος, με πανδιέρα ελληνική, εις τα οποία τρία καράβια εμπαρκάρονται οι Νεοκαστρίται Τούρκοι, κατά το δευτέρι οπού βαστούν και τα δύω μέρη, καπεταναίοι και οι Τούρκοι, άνδρες και γυναίκες, όπου γίνονται ψυχαίς επτακόσιαις τριάντα τέσσαραις μεγάλοι και μικροί, Ν. 734. Αυτοί οι άνθρωποι εμπαρκάρονται εις τα άνωθεν καράβια με όλον τους το πράγμα, ό,τι και αν περιποτάζουν, κατά το δευτέρι, και να έχουμε χρέος να τους πηγαίνουμε εις την Αραπιά, εις Τούνεζι, εις το πόρτον Ακαλμπέντι με το ίρτζι τους και ζωήν τους και βιος τους, και χωρίς ναύλον· και διά το φαΐ τους παξιμάδι από οκά μίαν την κάθε ψυχήν, κρέας, λάδι και όλα ό,τι κάνουν χρείαν να ήμεθα εις χρέος να τους μαντινίρουμεν, έως οπού να τους εβγάλωμεν εις την στερεά ως άνωθεν· και διά σιγουριτά έγινε το παρόν και υπεγράφθη από τους καπηταναίους.

1821 Αυγούστου 7, Νεόκαστρον.

Μεθώνης Γρηγόριος,

Πρωτοπαπατσώρης,

Αναστάσιος Κατσαρός,

Αθανάσιος Γρηγοριάδης,

Νικόλαος Πονηρόπουλος,

Καπετανάκης,

Γιαννάκης Μέλιος,

Καπετάν Γεωργάκης Τράκος,

Αρ. Χ. Γ. Α. Ρ. Κ.

Νικόλας Μπόταση,

Ανάστασης Ανδρούτσος,

Κωνσταντίνος Διαμαντής,

Γαλάνης Παναγιώτης,

Γεώργιος Οικονομόπουλος,

Τσάννες, Αναστάσης Περωτής,

Γεωργάκης Παναγιώταρος » .

(δ.)

Η υπό τον Δημήτρην Μιαούλην και Νικολόν Μπότασην πλέουσα προς τον κορινθιακόν κόλπον μοίρα αφήκεν επί του διάπλου της εις πολιορκίαν Νεοκάστρου και Κορώνης δύο πλοία, το του Α. Κολανδρούτσου και το του Α. Κολάτση, ως είρηται, αλλ' επί του ανάπλου της αντικατέστησεν ο Μπότασης τον Κολάτσην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ.

(α.)

Ολίγας ημέρας προτού ο Γιάννης Θεοδώρου Κολοκοτρώνης, μόλις δεκαεξαετής, κατέβη μετά τριών ή τεσσάρων οπλοφόρων πλησιέστερον της Τριπολιτσάς, όπου συνέλαβεν Άραβα ωπλισμένον· διά το ανδραγάθημα τούτο ωνομάσθη Γενναίος και φέρει έκτοτε το όνομα τούτο.

(β.)

Όρα τον προς το νομοθετικόν σώμα κατά την 5 μαρτίου 1822 εναρκτήριον λόγον του μεγάλου αρμοστού.

(γ.)

Ο δ' άνθρωπος ούτος, φόβω καταληφθείς ένεκα των επικειμένων τοις χριστιανοίς δεινών, ετούρκευσε και εν τω νεοφωτισμώ του κατεδίωκε τους πρώην ομοπίστους του.

(δ.)

Ο προεστώς της Τριπολιτσάς Σωτήρης Κούγιας ούτε εφυλακίσθη ούτε ως συνωμότης κατά του τουρκικού κράτους εθεωρήθη· κατηγορήθη δε ως προδόσας τα της φιλικής εταιρίας, έπαθε πολλά επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς παρά του Δαγρέ και απέθανεν εξ ών έπαθεν.

(ε.)

Εφονεύθησαν αίφνης εν μια νυκτί κατά διαταγήν του πολιτάρχου, Πάνου Κολοκοτρώνη, ο Μουσταφάμπεης και ο Δεφδερδάρης.

(στ.)

Υπεγράφετο «Μιχαήλ Κομνηνός Αφεντούλιεφ ».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ.

(α.)

Ο συνακολουθήσας τον Βρυώνην Ομέρμπεης Καρύστιος είχεν αναχωρήσει εξ Αθηνών εις Εύβοιαν τον αύγουστον.

(β.)

Ποία προνόμια απελάμβαναν αι νήσοι του Αιγαίου εν γένει συνάγεται εκ του ακολούθου ανεκδότου Χάρτου, όστις ελληνιστί μετεγλωττισμένος κείται εν τοις αρχείοις της Νάξου. Τον εκδίδω δε απαράλλακτον κατά το δοθέν μοι αντίγραφον παρορών τα εσφαλμένα.

«Μετάφρασις του Ακτιναμέ, ον ο αυτοκράτωρ και βασιλεύς Σουλτάν - Ιμπραήμ έδοσε των νησίων.

Από το νησί της Ναξίας, της Άνδρου, της Μήλου, Πάρου, Σαντορίνης και Σύφνου, και των λοιπών νησιών, οι άνθρωποι Χρουσάκης Σουμμαρίπας, Κανάλας, Κάης, Μικέλης, Δαμιανός, και Χριστόδουλος Μεχέλης ο Περχής και οι λοιποί ήλθαν εις την ανίκητόν μου Πόρταν και ήτον απ' αρχής ο αοίδιμός μου πάππους ο Σουλτάν Σουλεϊμάν, ο Θεός να του χαρίζη τον παράδεισον, εις του οποίου σουλτάνου τον καιρόν ήτον ο Χερέτμπεης καπητάν - πασάς, όστις διέβη εις αυτά τα νησιά, και οι αυτών εγκάτοικοι δεν εσήκωσαν κεφάλι, αλλ' επροσκύνησαν την ανίκητόν του βασιλείαν, και επ' αυτώ τούτω εξ εκείνου του καιρού ένα Ρωμαίον μπέην έκαμαν εξ αυτών των ιδίων· απεράσαντας όμως καιρός ένας εβραίος μπέης εστάλθηκεν, Ιωσήφ τούνομα, και έκαμε ζάπτι αυτά τα νησιά μερικόν καιρόν κατά ταις τάξαις και κατά τα κανόνια τους, και έως την σήμερον ημέραν εις τον ίσκιον της βασιλείας μου αυτά όλα τα νησιά επέρασαν δίχως καμμίαν πείραξιν. Αποθνήσκοντος δε του Ιωσήφ εδιωρίσθη από την βασιλείαν μου μπέης Φλαμπουριάρης, εδιωρίσθη και κριτής διά να κρίνη εις αυτά τα νησιά με τέτοιαν προσταγήν, ήγουν απαραμειώτως να κρίνη τας υποθέσεις των κατά το κανόνι και κατά τους νόμους όπου εις τους Χιώτας εδόθησαν. Και των Χιωτών οι νόμοι και κανόνες όπου τους εχάρισα είναι να πληρώνωσι κατά όπως επλήρωναν εξ αρχής τα χαράτσιά των, και περισσότερον να μη πληρώνωσι, και όστις δεν είναι διά χαράτζι να μη το πληρώνη, και έξω από τα χαράτζιά των ούτε σπένζα ούτε αβαρίζι, ούτε ατζεμονλάνι ούτε στιλεμπιγιέ, ούτε μεχτεριγιέ ούτε από τα τεκλήφια όπου έχει η βασιλεία μου να μη δίδουν, και όπως είναι ο λανθασμένος νόμος τους να πηγαίνουν εις τας εκκλησίας τους και να . . . θάπτουν τους νεκρούς τους υπό τας εκκλησίας, και όταν θελήσουν να ανοίγουν τα μνήματά τους ούτε ο καδής, ούτε ο μπέης να μη τους πειράζη· μερέτι διά τους αποθαμένους να μη γυρεύουν ούτε να πάρουν, διότι ούτε εις του Θεού την κρίσιν, ούτε εις το κανόνι μου είναι τα τοιαύτα. Από υποθέσεις, όπου δεν είναι της κρίσεως, οι καδίδες δυνατά να φυλάττωνται· χωρίς κρίσιν κανένα να μη πειράζωσι· και αι εκκλησίαι τους οπόταν χαλάσουν να ταις φκιάνουν ως πρότερον, και τινάς εις τούτο να μη τους πειράζη. Από τα χωράφιά τους και τα αμπέλιά τους να πέρνωνται αι δεκατίαι ως επέρνοντο πρώτον, και περισσότερον να μη πέρνωσιν από τα μούλκιά των· τινάς να μη τους ευγάζη στανικώς, και τινάς στανικώς να μη τους τα πέρνη· εις τας διατάξεις αυτών ό,τι ήθελαν δώσει ή αφήσει να πιάνεται εις τα χαρίσματά των, να πιάνωνται και οι πεϊτουλμαλτζίδες, και οι κασαμίδες να μην απλώνουν, ή να τους πειράζουν, και οποίαν κρίσιν κατά τους νόμους των έκοψαν αναμεταξύ των και έχουν την απόδειξιν αυτής, τινάς να μην ειμπορή να χαλάση αυτήν την κρίσιν τους. Οι καδίδες διά χοτζέτι, διά σιτζέλι και διά άρζι έξω από το κανόνι περισσότερον να μη πέρνωσι, και διά τας υποθέσεις των βάζοντας εκ της εδικής τους ομηγύρεως ανθρώπους διά να τους συμβιβάζουν ό,τι ήθελαν θεσπίσει και αποφασίσει να είναι στερκτόν, και οι καδίδες μου να μη ανακατόνωνται εις τους συμβιβασμούς των. Από ψευδομαρτυρίας δυνατά να φυλάττωνται, και περισσότεοον από πεντακόσια άσπρα δίχως χοτζέτι, ή συγκύλι, αν και μαρτυρήσωσι τοιαύτας μαρτυρίας, οι καδίδες μου να μη τα ακροάζωνται. Από τους ζαερέδες τους και κουμπάνιαις του οσπιτίου τους και διά το κρασί τους και άλλα φαγοπότια κουμέρκι να μη δίδωσι. Από αυτούς τους νησιώτας, αν πηγαινάμενοι εις άλλους τόπους διά πραγματείαν τους και ήθελαν αποθάνει, το ό,τι πράγμα και ρούχα ήθελαν έχει να τα περιλαμβάνουν ακέραια και σωστά οι συντρόφοι αυτών, όχι οι πεϊτουλματζίδες, οίτινες να μην έχουν άδειαν να απλώνουν εις αυτά.

Όστις εξ αυτών των νησιωτών ήθελεν έλθει εκουσίως επί παρουσία της κρίσεως ομολογούμενος να έμβη εις την πίστιν του Θεού, ας εμβαίνη ανεμποδίστως· βιαίως όμως τινάς Μουσουλμάνον να μη κάμη. Από δε τας γυναίκας όποια θελήσει να υπανδρευθή Τούρκον, να έρχηται μόνη της εις του Θεού την κρίσιν να δώση την ομολογίαν της, χωρίς τούτο καπίνι να μη την κόπτεται. Είτις εξ αυτών ήθελεν επιπέσαι εις σφάλμα, εκείνος προσωπικώς του μόνον να παιδεύεται, και όχι τινάς άλλος δι' αυτόν. Διά νυκτός να περιπατώσι έχωντες φανάρια ή φως μαζή τους, τινάς να μη τους εμποδίζη· εις τα χωρία τους ναίπης να μη πηγαίνη, αλλ' είτις έχει κρίσιν και υπόθεσιν ελευθέρως να πηγαίνη εις την κρίσιν και τινάς να μη τον εμποδίζη. Εκείνοι όπου συνάζουν τα δοσίματα και χαράτζια, μόνον τα συνηθισμένα να πέρνωσι ουχί περισσότερον· κανέν μαγκίρι, χάρτζι, και ταγί διά το άλογόν τους, ούτε διά τα φαγοπότιά τους να μη τους δίδουν, αλλά να τα αγοράζωσι με τα ίδιά τους άσπρα. Τους δε χρεώστας ο μπουμπασίρης εις άλυσον ή εις σκοτεινόν τόπον να μη τους βάζουν άνευ της γνώμης των γερόντων και των προεστών του τόπου, και ει τι θέλημα ή υπόθεσίν τους διορίση ο καδής ή ο μπέης τους να το εξετάζωσιν αν ήναι κατά την κρίσιν και να διορίσωσι δραγομάνον αυτοί οι νησιώται όποιον θελήσωσι· ταις βίγλαις, όπου βάνουσιν ως εξ αρχής πάλιν να βάνουσιν όποιους θέλουσι. Γιανίτζαροι ούτε γιασακτζίδες εις αυτά τα νησία να μη πηγαίνωσι. Εκ τούτων των νησιωτών όποιον ήθελον πειράξει ή του ήθελεν κάμει ζουλούμι είτε ο καδής, είτε ο μπέης ή άλλος τινάς, και ήθελε να έλθη εις την βασιλείαν μου διά να εμφανίση τας υποθέσεις του να εμβαίνη εις όποιον ξύλον ήθελεν εύρει, και τινάς ούτε πασάς, ούτε μπέης, ούτε καδής να μη τον εμποδίζη. Εις τα χωράφιά τους όπου αναμεταξύ των δίδουσι με αποκοπήν, καθώς έχουσι συνήθειαν, τινάς να μη τους εμποδίζη, αλλά να έχουν το κύρος τους, καθώς αυτοί συνηθίζουν. Όλα όπου εγράφησαν εις τούτον τον Ακτιναμέ να έχουν τον τόπον τους, όλα να κρατώνται, και όποιος δεν ήθελεν υποταχθή και κρατήση το κανόνι μου, να γίνεται παρ' αυτών γνωστός εις την βασιλείαν μου διά να παιδεύηται. Ούτως γράφω και ούτως ορίζω. Του πάππου μου, του πατρός μου, του αδελφού μου τον Ακτιναμέ έγραψα και εγώ και τον ανανέωσα, ον και δέδωκα των αυτών νησιωτών διά να περνώσιν υπό του μεγαλοτάτου ισκίου μου· έτζι ώρισα όπου ο Ακτιναμές μου δυνατά να πιάνεται· αφ' όσα γέγραφα είτις ήθελε παραβή ένα το μικρότερον να παιδεύηται· έτζι να πράττητε».

(γ.)

Ο κύριος Φιλήμων έν τινι σημειώσει του δ' τόμου του ιστορικού του δοκιμίου (σελίδι 457) διαψεύδει τον διάλογον τούτον. Εις πίστωσιν του διαλόγου παραπέμπω τον κύριον Φιλήμονα εις την μαρτυρίαν του τότε Επισκόπου Ταλαντίου, και νυν Μητροπολίτου Αθηνών και προέδρου της Ιεράς Συνόδου, ενός των εν τω διαλόγω προσώπων, του και διηγηθέντος μοι τα ενδιαλαμβανόμενα.

(δ.)

Οι αρραβώνες ούτοι διελύθησαν μετά τινα έτη.

(ε.)

Ο οργανισμός του Αρείου πάγου υπεγράφη την 15 νοεμβρίου, αλλ' η συνέλευσις ειργάσθη κατά τα σωζόμενα πρακτικά της μέχρι της 20. Όρα τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος υπό Μάμουκα.

(ζ.)

Δωδεκαμελή την Αρχήν ταύτην διατάττει ο οργανισμός της, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων των δύο προέδρων της. Τούτο δε εξάγεται εκ του α' παραγράφου του β' κεφαλαίου του οργανισμού της και εκ των πρακτικών της συνεδριάσεως της 17 νοεμβρίου. Όρα τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος υπό Μάμουκα.

(η.)

Θ' απορήσουν ίσως οι μεταγενέστεροι πώς εμωράνθησαν εις τοιούτον βαθμόν οι Αλβανοί, εν ώ εξεδίδοντο προκηρύξεις και ήσαν και τόσα άλλα φανερά δείγματα του εθνικού αγώνος των Ελλήνων. Αλλ' οι Αλβανοί ούτε γράμματα ηξεύρουν, ούτε ανταποκρίσεις έχουν, ούτε φροντίζουν να μάθωσι τι γίνεται αλλού· αν δε ήκουσαν τοιούτον τι, το εθεώρησαν ή ως ψευδές ή ως αναγκαίον προς απάτην των πολλών. Η ιστορία λέγει ότι οι Λακεδαιμόνιοι αμφίβαλλαν περί της επί του Θεμιστοκλέους κατασκευής των μακρών τειχών των Αθηνών, έως ου, αποτελειωθέντων, έμαθαν τα περί αυτών παρά του Θεμιστοκλέους. Έχοντες τοιαύτα παραδείγματα διατί ν' απορήσωσιν οι μεταγενέστεροι διά την άγνοιαν των Αλβανών;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ.

(α.)

Λυθείσα η πολιορκία της Ακροκορίνθου επί της διαβάσεως του κεχαγιάμπεη επανελήφθη υπό την αρχηγίαν του και προ της διαβάσεως αρχηγού αυτής Αναγνώστη Πετμεζά. Τούτον διεδέχθη τον οκτώβριον ο Νικολός Σολιώτης, επί της αρχηγίας του οποίου κατεσχέθη η περί ης ο λόγος θέσις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ.

(α.)

Διακήρυξις της Εθνικής συνελεύσεως.

«Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου έθνους των Ελλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Ευρώπης, και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτον αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν μέχρις αναλγησίας και ευηθείας την σκληράν του Οθωμανικού κράτους μάστιγα, ήτις ήδη τέσσαρας περίπου αιώνας επάταξε τας κεφαλάς ημών, και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμον γνωρίζουσα διώκει και διέταττε τα πάντα δεσποτικώς και αυτογνωμόνως. Μετά μακράν δουλείαν ηναγκάσθημεν τέλος πάντων να λάβωμεν τα όπλα εις χείρας, και να εκδικήσωμεν εαυτούς και την πατρίδα ημών από μίαν τοιαύτην φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν, ήτις ουδεμίαν άλλην είχεν ομοίαν, ή καν δυναμένην οπωσούν μετ' αυτής να παραβληθή δυναστείαν. Ο κατά των Τούρκων πόλεμος ημών μακράν του να στηρίζηται εις αρχάς τινας δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιοφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Ελληνικού έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας, και της τιμής, τα οποία, εν ώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Ευρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Οθωμανών τυραννία επροσπάθησε με βίαν ν' αφαιρέση, και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη. Είχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον διά να στερώμεθα εκείνων των δικαίων, ή είμεθα φύσεως κατωτέρας και αχρειεστέρας διά να νομιζώμεθα ανάξιοι αυτών και καταδικασμένοι εις αιωνίαν δουλείαν, να έρπωμεν ως κτήνη και αυτόματα εις την άλογον θέλησιν ενός απηνούς τυράννου, όστις ληστρικούς και άνευ τινός συνθήκης ήλθε μακρόθεν να μας καθυποτάξη δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων, και τα οποία οι νόμοι συμφώνως με την φύσιν καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη, και αν ή η βία ή η ισχύς προς καιρόν τα καταπλακώση, ταύτα πάλιν απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ' εαυτά η ισχύς ειμπορεί να αποκαταστήση και αναδείξη οία και πρότερον και απ' αιώνων ήσαν· δίκαια τέλος πάντων, τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Ελλάδος όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπαν.

Από τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας Ευρωπαίους Χριστιανούς εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Τούρκων, μάλλον δε τους κατά μέρος πολέμους ενώσαντες ομοθυμαδόν εκστρατεύσαμεν αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου κρίνοντες ανάξιον να ζώμεν πλέον ημείς οι απόγονοι του περικλεούς εκείνου έθνους των Ελλήνων υπό δουλείαν τοιαύτην, ιδίαν μάλλον των αλόγων ζώων παρά των λογικών όντων. Δέκα μήνες ήδη παρήλθαν αφ' ού ηρχίσαμεν να τρέχωμεν τούτο το στάδιον του εθνικού πολέμου. Ο ύψιστος Θεός μας εβοήθησε καίτοι όχι ικανά προπαρασκευασμένους εις το τοιούτον μέγα τωόντι επιχείρημα· τα όπλα μας εφάνησαν πολλαχού νικηφόρα, πλην και πολλαχού εύρον και εισέτι ευρίσκουσιν αντίστασιν όχι μικράν περιστάσεις εναντίαι μας απήντησαν, και ταύτας να εξομαλίσωμεν έως ώρας ενησχολούμεθα. Όθεν δεν πρέπει να φανή παράξενον αν άχρι τούδε ανεβάλλομεν την πολιτικήν της πατρίδος μας διάταξιν, αν δεν επροφθάσαμεν να κηρύξωμεν την ανεξαρτησίαν ημών και να αναφανώμεν ως έθνος ενώπιον πάντων των ευνομουμένων λαών και απάσης της οικουμένης. Πριν περί της φυσικής ημών υπάρξεως οπωσούν βεβαιωθώμεν, ήτον αδύνατον να σκεφθώμεν και περί της πολιτικής. Έστωσαν λοιπόν τα ειρημένα εις μεν τους άλλους ικανή απολογία της αναβολής μας, εις ημάς δε παραμυθία διά την επικρατήσασαν αταξίαν.

Ήδη δε, ότε αι εναντίαι περιστάσεις ήρχισαν να εξομαλίζωνται, απεφασίσαμεν ή μάλλον ηναγκάσθημεν να οργανίσωμεν και σύνταγμα πολιτικόν της Ελλάδος· και πρώτον μεν κατά μέρος, οίον το της Ανατολικής χέρσου Ελλάδος, το της Δυτικής χέρσου Ελλάδος, το της Πελοποννήσου, το των νήσων κ. τ. λ. Αλλ' επειδή ταύτα απέβλεπαν μάλλον τας μερικωτέρας σχέσεις, καθ' ας εκάστη των ειρημένων επαρχιών και νήσων ώφειλε να διαταχθή και διοικηθή, διά τούτο ήτον ανάγκη πάσα επομένως να γενή και έν άλλο γενικόν προσωρινόν πολίτευμα εις όλα τα πράγματα και εις όλας τας εσωτερικάς και εξωτερικάς σχέσεις της Ελλάδος επεκτεινόμενον. Προς τούτου την κατασκευήν και σύνταξιν αι κατά μέρος επαρχίαι και νήσοι έπεμψαν τους πληρεξουσίους παραστάτας των· ούτοι λοιπόν εν εθνική συνελεύσει σκεφθέντες και μελετήσαντες ικανώς περί των κοινών πραγμάτων ωργάνισαν μίαν προσωρινήν διοίκησιν, καθ' ην η Ελλάς άπασα μέλλει να κυβερνηθή εφεξής. Ταύτην, και απλώς μεν ως επί της Βάσεως του δικαίου και των ορθών νόμων εστηριγμένην, και εν μέρει δε καθό ωργανισμένην κοινή των Ελλήνων γνώμη, οφείλουσιν όλοι οι λαοί κάτοικοι της Ελλάδος ν' αναγνωρίζωσι μ ό ν η ν - έ ν ν ο μ ο ν - κ α ι - ε θ ν ι κ ή ν - δ ι ο ί κ η σ ι ν αναλόγως προσφερόμενοι.

Τα συνιστώντα την διοίκησιν σώματα είναι δύο· το εκτελεστικόν και το βουλευτικόν, από τα οποία διορίζεται και το δικαστικόν, ανεξάρτητον όμως από εκείνα διόλου.

Ταύτα διακηρύττει η εθνική συνέλευσις προς το Πανελλήνιον, έν και μόνον προσεπιφέρουσα, ότι αυτής μεν επεραιώθη το έργον και διαλύεται σήμερον· έργον δε του Ελληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους νόμους και τους εκτελεστάς υπουργούς των νόμων. Έλληνες, είπατε προ ολίγου ότι δεν θέλετε δουλείαν, και ο τύραννος χάνεται καθημέραν από το μέσον σας· αλλά μόνη η μεταξύ σας ομόνοια και ακριβής υποταγή εις την διοίκησιν εμπορεί να στερεώση την ανεξαρτησίαν σας. Είθε ο κραταιός του Υψίστου βραχίων ν' ανυψώση και αρχομένους και άρχοντας, την Ελλάδα ολόκληρον, προς την πάρεδρον αυτού σοφίαν, ώστε ν' αναγνωρίσωσι τ' αληθή των αμοιβαία συμφέροντα· και οι μεν διά της προνοίας, οι δε λαοί διά της ευπειθείας να στερεώσωσι της κοινής ημών πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν. Είθε ! Είθε.!»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.

(α.)

Κατ' άλλους ο πασάς ούτος ελέγετο Χασάνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.

(α.)

Συζητείται εισέτι εν Ελλάδι, αν ο Λυκούργος ανεδέχθη την εις Χίον εκστρατείαν κατά διαταγήν ή παρά διαταγήν του Υψηλάντου. Ο Λυκούργος δεν έπαυσε διατεινόμενος μέχρι τέλους της ζωής του ότι είχε τοιαύτην διαταγήν. Ιδού η αλήθεια.

Ο Ιωάννης Λαυρεντίου Ράλλης Χίος, μύστης της εταιρίας των Φιλικών, διέτριβεν εν Οδησσώ ότε εξερράγη η επανάστασις. Ποθών την απελευθέρωσιν της πατρίδος του διέβη εις Τρίκορφα τον μάιον του 1821, και λαβών την απαιτουμένην τότε παρά του Υψηλάντου πληρεξουσιότητα απήλθεν εις Σάμον προς στρατολογίαν, και κατά διαταγήν του Υψηλάντου παρέλαβε συνεργόν και κοινωνόν της μελετωμένης αποβάσεως εις Χίον τον Λυκούργον ισχύοντα τότε εν τη πατρίδι του. Πεισθείς δε μετ' ολίγον, ότι το επιχείρημα ήτον άκαιρον, έγραψε τω Υψηλάντη, ότι εθεώρει αναγκαίαν την αναβολήν εις αισιωτέρας περιστάσεις, εζήτησε την εκ Σάμου ανάκλησίν του ως αξιωματικός του και εντολοδόχος του και τον παρεκάλεσε ν' αποτρέψη του σκοπουμένου επί του παρόντος τον Λυκούργον. Ενήργησεν ο Υψηλάντης τα προβαλλόμενα, και υπεσχέθη υπακοήν ο Λυκούργος κατά την αψευδή μαρτυρίαν των εξής δύο επιστολών σωζόμενων παρά τω εν Σύρα Ιωάννη Λαυρεντίου Ράλλη, εξ ών αποδεικνύεται, ότι ο Λυκούργος εξεστράτευσε παρά τα διαταχθέντα και συνομολογηθέντα.

«Φιλογενέστατε Κ. Ι. Λ. Ράλλη.

Έλαβον το υπό 28 νοεμβρίου γράμμα σου παρά του ανεψιού σου Κυρίου Στεφάνου Γαλάτη και του Κ. Αυγερινού. Επαινώ την φρόνησιν και καρτερίαν σου διά την ελευθερίαν της πατρίδος σου, αλλ' επειδή αι παρούσαι περιστάσεις δεν συγχωρούν την επιχείρησιν, εκάματε καλά να την αναβάλλετε εις επιτήδειον καιρόν, όστις είναι βέβαια η του Ρωσσικού πολέμου κήρυξις, ή των εθνικών κινημάτων η πρόοδος, την οποίαν ελπίζω με την σύστασιν της εθνικής βουλής, ήτις ήρχισεν ήδη να συγκροτήται. Ησύχασε λοιπόν εις καμμίαν νήσον έως να έλθη η ποθουμένη ώρα, και τότε βάλλεις εις πράξιν τον πατριωτικόν πόθον σου, τότε κατά τας περιστάσεις με γράφεις και σου στέλλω τα ανήκοντα γράμματα· είθε έως τότε να επιτύχω και εγώ καλητέρας περιστάσεις διά να βοηθήσω και πραγματικώς την πατρίδα σου. Λυπούμαι έως τώρα ότι η διχόνοια, η πλεονεξία και των Ελληνικών λαών η αμάθεια εμπόδισαν τας λαμπράς προόδους, τας οποίας ηθέλαμεν κάμει βέβαια απόντων των ελαττωμάτων τούτων και μάλιστα της διχονοίας· η Σάμος και η Κρήτη, αν είναι αίσθησις του καλού, πρόκεινται λαμπρότατα παραδείγματα του τι δύνανται να κάμουν οι Έλληνες αν ομονοήσωσιν εν καιρώ.

Γράφε με ό,τι περίεργον μανθάνεις περί του γένους.

Ευχόμενος δε σοι υγείαν και του ποθουμένου αγαθήν έκβασιν μένω.

Ο πατριώτης Δημήτριος Υψηλάντης »

* * *

«Εκ Κορίνθου την 21 δεκεμβρίου 1821.

Τω Υψηλοτάτω και θεοστηρίκτω Πρίγκιπι της Δυτικής Ελλάδος και παντός Αιγαίου Πελάγους Κ. Κ. Δημητρίω Υψηλάντη προσκυνητώς.

Υψηλότατε Κύριε.

Κατά τας προσκυνητάς μοι επιταγάς της προ ολίγου φανείσης επιστολής σας ανέβαλον εις ευτυχεστέραν περίστασιν την εκστρατείαν της Χίου· μολονότι πατριώται τινες Χίοι προ πολλού ήδη ευρισκόμενοι ενταύθα δεν έλειψαν να με παρακινήσωσιν εις την επιχείρησιν ταύτην. Εύχομαι όμως αι περιστάσεις του καιρού να με οδηγήσωσι ταχέως εις το να επιχειρήσω συν Θεώ και το απαραίτητον τούτο χρέος μου κατά τον πόθον της ψυχής μου. Ο Κ. Ράλλης ακολουθών τας αυτάς διαταγάς σας περί της εκστρατείας αφέθη από τας δι' αυτήν φροντίδας του κατά το παρόν εωσού ο καιρός να μας διδάξη το πρακτέον, και έρχεται αυτόθι εις προσκύνησίν σας.

Η εις τα ενταύθα διαγωγή του εστάθη τιμία και ευγενής, και όλαι του αι καθημεριναί ασχολίαι απέβλεπον έν μόνον, τον ιερόν και γενναίον σκοπόν της από του ζυγού ελευθερώσεως της φιλτάτης πατρίδος του. Όθεν επήνεσα τον τοιούτον ζήλον του. Ταύτα περί τούτου προσκυνητώς, μένω δε της υμετέρας θεοστηρίκτου υψηλότητος.

Ταπεινός δούλος ο αρχιστράτηγος της Σάμου Λογοθέτης Λυκούργος. αωκβ' Ιανουαρίου κ' Σάμος».

(β.)

Η κυβέρνησις έστειλε δέκα βομβοβόλους, πέντε βαρέα κανόνια καί τινας φιλέλληνας εις χρήσιν αυτών· αλλ' η βοήθεια αύτη έφθασεν εις Ψαρά αφ' ού η Χίος κατεστράφη.

(γ.)

Αν ανδρός χαρακτήρ εκ λόγου γνωρίζεται, ας ρίψη το βλέμμα ο αναγνώστης εις την ακόλουθον του Μπουρνιά επιστολήν προς την εφορίαν, και θα γνωρίση εξ αυτής τον άνδρα.

«Μανθάνω ότι τινές εδώ από τους μεγάλους και πλουσίους ή μελετούν, ή αποφασίζουν να φύγουν φαμηλιαρικώς. Εις τι αιτίαν ν' αποδώσω αυτό το κίνημα δεν ηξεύρω. Πλην προλαμβάνω να σας είπω ότι όσον τάχιστα να εμποδίσετε όχι να φύγουν αλλά και αν το εστοχάσθηκαν διά να μεταβληθούν, και να μη μεταύγη πλέον από το στόμα των, διότι η καλοσύνη μου φθάνει έως εις ένα βαθμόν, και ημπορώ πλέον και εγώ, όταν παροργισθώ, δι' όσον δύναμαι να κάμω. ιδού σας λέγω εν περιλήψει την ιδέαν και κρίνατε το πράγμα, εμποδίσατε τους τοιούτους στοχασμούς διά να μη καταντά το πράγμα άσχημα και υγιαίνετε.

ο αρχιστράτηγος Χίου Χατζή Αντώνης. Την 9 Μαρτίου απόγευμα.»

(δ.)

Η πτώσις της Χίου επέφερε και την του Λυκούργου. Μόλις επανήλθεν ούτος εις τα ίδια, και οι του εναντίου κόμματος τον απέκλεισαν εντός της εν Καρλοβασίοις οικίας του, αλλά δεν εδυνήθησαν να τον συλλάβωσιν. Αποφυγών ο Λυκούργος τας χείρας αυτών μετέβη εις Άργος, όπου έδρευε τότε η κυβέρνησις· εκεί εφυλακίσθη επί τη αιτήσει των παθόντων Χίων ως αίτιος της καταστροφής της πατρίδος των· επί δε της εισβολής του Δράμαλη εδραπέτευσεν, επανήλθεν εις Σάμον, και στρατολογήσας εκινήθη κατά του επάρχου Μωραλή· αλλά, συγκρούσεως γενομένης εν τη κωμοπόλει του Πλατάνου, ενικήθη και κατέφυγεν εις Σαλαμίνα, όπου συνελήφθη κατά διαταγήν του κοινού της Ύδρας επί αποδόσει τριακοσίων χιλιάδων γροσίων, άτινα κατηγορείτο ότι ήρπασεν από του ταμείου της Σάμου επί της φυγής του· ουδ' οβολόν δ' ευρόντες παρ' αυτώ οι συλλαβόντες αυτόν Υδραίοι τον απήγαγαν εις Ύδραν και τον παρέδωκαν τοις τότε αρμοσταίς προς εξέτασιν. Οι αρμοσταί δεν ηύραν την κατηγορίαν αληθή· έχοντες δε κυρίαν εντολήν να λάβωσι παρά των Σαμίων τον αναλογούντα έρανον εις χρήσιν του στόλου, και απελπισθέντες του να τον εισπράξωσι διά του επάρχου και των συστηθεισών παρ' αυτού Αρχών, απέλυσαν τον εν τω πλοίω κρατούμενον Λυκούργον, και διά της δραστηρίου συμπράξεως αυτού εσύναξαν τον έρανον εντός τριών ημερών· τον εγκατέστησαν δε και διοικητήν της Σάμου επί τη αιτήσει του υπερισχύσαντος τότε κόμματός του και εις αμοιβήν της επί τη εισπράξει του εράνου υπηρεσίας του.

(ε.)

Ο Βδελυρός Βακήπ - πασάς εξέδωκε τουρκιστί υπομνήματα και ελληνιστί μεταφρασθέντα, εν οις ζωγραφίζει κάλλιστα αυτός εαυτόν λέγων, ότι η κ α τ α σ τ ρ ο φ ή - ε ν ό ς - Ρ α γ ι ά - δ ε ν - α ξ ί ζ ε ι - ε ι μ ή - ό σ ο ν - κ α ι - η – κ α τ α σ τ ρ ο φ ή - ε ν ό ς - δ έ ν δ ρ ο υ, - ή - ε ν ό ς - φ υ τ ο ύ, - κ α θ ώ ς - φ ρ ο ν ε ί - κ α ι - ο - ι μ ά μ η ς - Σ ε χ ο υ σ τ ή ς· - ε λ υ π ε ί τ ο - δ ε - μ ό ν ο ν – ό τ ι - ο - σ ο υ λ τ ά ν ο ς - ε ζ η μ ι ο ύ τ ο - τ ο ν – κ ε φ α λ ι κ ό ν - τ ω ν - κ α τ α σ τ ρ α φ έ ν τ ω ν – φ ό ρ ο ν. Εις 6100 απαριθμεί τους εν Χίω διαφοροτρόπως φονευθέντας, εξ ών 1109 απεκεφαλίσθησαν· ηχμαλωτίσθησαν δε 5000, και απεστάλησαν εις Κωνσταντινούπολιν πέντε φορτία κεφαλών και δύο ωτίων. Τόσον δε ακόρεστος αιμάτων εθεωρήθη παρά πάντων ο άνθρωπος ούτος, ώστε και αυτός ο αιμοβόρος σουλτάνος τον έπαυσε της αρχής του, τον εξώρισε, τον εκάθηρε της αξίας του, και τον αφήκεν απλούν Βακήπ εφέντην.

(ζ.)

Παραπλέουσα εκείναις ταις ημέραις η γολέττα του Τομπάζη τα θρακικά παράλια, είδεν υπό τι ακρωτήριον ελλιμενίζοντα πλοιάρια εχθρικά και επέπλευσεν· αλλ' οι ναύται των πλοιαρίων τούτων, αναβάντες εις το ακρωτήριον, τόσον σφοδρώς ετουφέκισαν τους επί του καταστρώματος της γολέττας, ώστε τους ηνάγκασαν ν' απομακρυνθώσιν άπρακτοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.

(α.)

Περί του σπηλαίου τούτου όρα Κεφάλαιον ΝΕ'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.

(α.)

Η ημέρα κατέλαβε δύο Έλληνας έμπροσθεν της περί ης ο λόγος πύλης καταγινομένους εις το να την ρίψωσιν· είς αυτών ωνομάζετο Νικολής, υπηρετήσας άλλοτε ως στρατιώτης παρά τοις Γάλλοις. Επειδή δε ο κίνδυνος εξ αιτίας του φωτός της ημέρας ήτο μέγας, εκρύβησαν οι δύο ούτοι εντός τινος ανοιχθείσης προς την πύλην οπής επ' ελπίδι να φύγωσιν υπό το σκότος της νυκτός· αλλ' η ακρόπολις εφωτίσθη έξωθεν δι' όλης της νυκτός υπό των Τούρκων φοβουμένων νέαν έφοδον, και διά τούτο δεν ετόλμησαν οι δύο Έλληνες να φύγωσι την νύκτα. Την δε ακόλουθον ημέραν ο μεν Νικολής, δραμών αιφνιδίως υπό το πυρ των εχθρών, διεσώθη αβλαβής, ο δε άλλος εκτυπήθη κατακέφαλα. Μετ' ολίγας ημέρας δύο Έλληνες των εντός της ακροπόλεως, θέλοντες να φύγωσιν, απηωρήθησαν διά σχοινίου τα εξημερώματα· οι Τούρκοι τους ενόησαν και τους ετουφέκισαν· ο είς διεσώθη ο δε άλλος εφονεύθη· έφυγαν εκείθεν μετ' αυτούς και τρεις τέσσαρες Οθωμανοί και Οθωμανίδες.

(β.)

Ιδού η συνθήκη γραφείσα υπό των πολιορκουμένων και παραδεχθείσα υπό των πολιορκητών.

«Διά του παρόντος συμφωνητικού γράμματος δήλον γίνεται, ότι, επειδή οι Έλληνες κάτοικοι της επαρχίας Αθηνών, επαναστατήσαντες μας επολέμησαν, και αφού μας απέκλεισαν εις το Φρούριον, μετά σταθεράν επιμονήν αμφοτέρων των μερών, και μετά την οποίαν υπεφέραμεν σκληραγωγίαν, μας έλλειψαν τα προς το ζην αναγκαία, και κατά τον ανέκαθεν όρον εζήτουν να δώσωμεν ράι (υποταγήν) εις αυτούς, και να τοις παραδώσωμεν το Φρούριον και όλοι ημείς οι μικροί και μεγάλοι εστέρξαμεν τούτο, και διά τούτο συνδιαλεχθέντες μετά των απεσταλμένων και απολύτων πληρεξουσίων της Διοικήσεως του Ελληνικού Έθνους (ονομαζομένης ενδόξου Γοβέρνου) υπό την οποίαν υπόκεινται οι ειρημένοι Αθηναίοι Έλληνες, των εντίμων κυρίων Ανδρέου Καλαμογδάρτη και Αλεξάνδρου Αξιώτου και μετά των δώδεκα Εφόρων των Αθηνών και μετά των λοιπών Οπλαρχηγών εκάμαμεν τας ακολούθους συμφωνίας διακρινομένας κατ' άρθρον.

Α'. Να δώσωμεν εις χείρας των τα όπλα τα εν τω Φρουρίω ευρισκόμενα, κανόνια, μουρτάρια, και όλα τα εις χείρας των Οθωμανών ευρισκόμενα όπλα και χαρμπία χωρίς να κάμωμεν καμίαν αντίστασιν.

Β'. Μετά την παράδοσιν αυτών μέχρις ότου προμηθευθώσιν άλλοσε, οι Έλληνες να ασφαλίσωσι την τιμήν και την ζωήν των Οθωμανών, χωρίς να τοις προξενηθή παραμικρά ζημία ή βλάβη.

Γ'. Από τα εις χείρας των Οθωμανών ευρισκόμενα έπιπλα και φορέματα να λάβη εκάστη οθωμανική οικογένεια μεθ' εαυτής ανά έν πάπλωμα, σινδόνιον, προσκέφαλον, και σιλτέ, και κατασκευασμένα φορέματα συγκείμενα εις έν φορτίον· και ανά δύο τεντζερέδες με τα σκεπάσματά των, και ανά δύο σαχάνια.

Δ'. Από τα εις χείρας των Οθωμανών ευρισκόμενα αδαμαντικά, χρυσαφικά, και αργυρικά, καθώς και τα μετρητά χρήματα όσα μεν είναι ιδιωτών περιουσίαι, τα μεν ημίση να λάβωμεν ημείς, τα δε άλλα ημίση να τα παραδώσωμεν εις αυτούς· όσα δε ήθελεν αποδειχθή ότι είναι των Ελλήνων περιουσίαι να τα παραδίδωμεν εις αυτούς σώα χωρίς να τα μερίζωμεν.

Ε'. Αφού εξέλθωμεν του Φρουρίου, όσοι των Οθωμανών θελήσουν να διατρίψωσιν εις την πόλιν, να έχουν την άδειαν να κατοικώσιν απαρεμποδίστως, και να μη παρενοχλώνται από κανέν μέρος· όσοι δε θελήσουν να περάσουν εις την Ασίαν, να επιβιβάζωνται εις πλοία υπό σημαίαν αγγλικήν, γαλλικήν, και αουστρικήν, και να μεταφέρωνται εν ασφαλεία· τον δε απαιτούμενον ναύλον των πλοίων αυτών, και το αναγκαίον με αυτάρκειαν διά τα προς το ζην παξιμάδι και τυρί εις το διάστημα της οδοιπορίας των να παραδώσουν οι Έλληνες εις χείρας των πλοιάρχων.

Αφού εσυμβιβάσθημεν κατ' αυτόν τον τρόπον, και παρεδέχθημεν εκάτερα τα μέρη τας συμφωνίας αυτάς, εδόθη προς ημάς έν ρωμαϊκόν συμφωνητιχόν έγγραφον, σφραγισμένον με την σφραγίδα της επαρχίας, και υπογεγραμμένον με τας υπογραφάς των διωρισμένων. Διό και δίδεται προς αυτούς εκ μέρους ημών το παρόν επίσημον εσφραγισμένον έγγραφον.

Την 3 Σιαγάλ 1227 (Τουρκ. έτος)».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.

(α.)

Ο Πασάνος ηλευθερώθη μετά ταύτα εξαγορασθείς παρά της γυναικός του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'

(α.)

Έλαβα τας πληροφορίας ταύτας παρά του συνεκστρατεύσαντος και επί της πτώσεως του Ναυπλίου αιχμαλωτισθέντος Αλήπασα. Αδύνατον να γνωρίση τις ακριβώς τον αριθμόν ατάκτου στρατού διά την παντελή έλλειψιν στρατολογικών καταλόγων. Ουδέ το ποσόν των διανεμομένων σιτηρεσίων συντελεί εις γνώσιν της αληθείας διά τας πολλάς καταχρήσεις.

(β.)

Ο Αχιλλεύς Θεοδωρίδης είχε βαθμόν ταξιάρχου και διωρίσθη φρούραρχος Ακροκορίνθου την 19 μαΐου· ησθάνθη δε τι έπραξε λειποτακτήσας και εγένετο μετ' ολίγον αυτόχειρ.

(γ.)

Παραφυλάξαντες την ευκαιρίαν οι Δερβενοχωρίται ήρπασαν τα κανόνια ταύτα.

(δ.)

Ολίγας ημέρας μετά την εκ Πατρών αναχώρησιν του Κολοκοτρώνη, ο Ισούφπασας έπλευσεν άφοβος εις τον κορινθιακόν κόλπον, και αποβάς εις Βοστίτσαν κατηδάφισε το εκεί κανονοστάσιον.

(ε.)

Τινές γερουσιασταί αντικολοκοτρωνικοί έφυγαν από της Τριπολιτσάς επί τη εισόδω του Κολοκοτρώνη και αντικατεστάθησαν άλλοι oμόφρονές του.

(ζ.)

Ο Πλαπούτας και ο εν τη συνοδία του Μπούκορας, προπορευόμενοι των άλλων απήντησαν, εν ω υπήγαινεν εις Σχοινονώρι, κατά το Ψίχτι, δύο Τούρκους εφίππους, έφιπποι και ούτοι, και ήλθαν εις χείρας. Ο είς των Τούρκων έθλασεν εν τη αλληλομαχία το ξίφος του Πλαπούτα, αλλά ο επιδέξιος ούτος διαξιφιστής και ο συναγωνιστής του εφονεύθησαν· επληγώθησαν ελαφρώς και οι Έλληνες. Ο Πλαπούτας απέστειλε το ξίφος του εις την γερουσίαν, η δε γερουσία τω έγραψε τα εξής. «Το εις δύο τεθλασμένον ξίφος σου ελάβομεν· επληροφορήθημεν και ότι επληγώθης επιπολαίως εις το πρόσωπον. Τοιαύται πληγαί προσθέτουσι λάμψιν εις την δόξαν ήτις σε περικαλύπτει». Απήντησαν μετά ταύτα οι περί τον Πλαπούταν ερχομένους εκ Κορίνθου 60 εχθρούς, και αίφνης επιπεσόντες κατέστρεψαν τους πλείστους.

(η.)

Ευρέθη και ο Δικαίος εν τη συνοδία του Κολοκοτρώνη κατά την περίστασιν εκείνην.

(θ.)

Επειδή η άγουσα προς την Επίδαυρον ήτον αφύλακτος, ώδευσαν οι εχθροί ακινδύνως προς εκείνα τα μέρη εις προνομήν· επροχώρησαν δε και εις το Λιγουριόν και το έκαυσαν· έκαυσαν καί τινα μοναστήρια· αλλ' ουδαμού εύρισκον τροφάς, ώστε έβλαπταν, αλλά δεν ωφελούντο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'.

(α.)

Ιδού το περί ου ο λόγος έγγραφον·

« Η Δυτική Ελλάς έφθασεν εις ακμήν τοιαύτην, καθ' ην μόνη η γενική συνδρομή και προθυμία των κατοίκων της με τα όπλα εις τας χείρας ειμπορεί να την ασφαλίση από του εχθρού τους όνυχας. Αλλ' επειδή αύτη η προθυμία (άνευ της οποίας ουδέν γενναίον κατορθούται) λείπει κατά το παρόν δι' εξωτερικάς τινας αιτίας, δεν μένει άλλη καταφυγή, παρά το να γενή στρατήγημα επιτήδειον να αναβάλη την παρούσαν ορμήν του εχθρού, έως ότου να γενή τρόπος να συναχθώσιν οι σκορπισμένοι Έλληνες. Τοιούτον στρατήγημα δεν είναι άλλο, παρά μία προσποιητική διαπραγμάτευσις προσκυνήσεως, η οποία εκτεινομένη εις μήκος θέλει δώσει καιρόν να οικονομηθώσι προς το συμφέρον τα πράγματα. Κοινή γνώμη λοιπόν όλων ημών των ενταύθα παρευρεθέντων, διορίζεται ο Γενναιότατος Στρατηγός Γεώργιος Νικολού (ο Βαρνακιώτης) του οποίου ο άμεμπτος και φιλελεύθερος χαρακτήρ σύρει όλων την εμπιστοσύνην εις εαυτόν, να πραγματευθή το ειρημένον στρατήγημα, μεταχειριζόμενος παν ό,τι η φρόνησίς του ήθελε τον υπαγορεύσει, διά να φθάση εις τον σκοπόν του, σκοπόν κοινώς παρά πάντων εγκρινόμενον και επιθυμούμενον, του να κερδίση δηλ. καιρόν, και εν τούτω να προετοιμασθώσι τα σωτήρια μέσα διά το μετά ταύτα.

Α. Μαυροκορδάτος,

Κωνστ. Καραπάνου,

Ιωάννης Τρικούπης,

Σπυρ. Κουρκουμέλης,

Αθανάσιος Ραζής,

Ευθύμιος Βασιλάκης,

Ν. Καρπούνης,

Δημ. Πλατύκας,

Πάνος Ράγκος,

Γεώργιος Βαλτινός,

Νικολάκης Λήλου.

(β.)

Κατ' εκείνας τας ημέρας οι Μεσολογγίται και οι υπό τον Μακρήν συνέλαβαν τουρκικόν πλοίον, πεσόν εις τα ρηχά πλησίον των εκβολών του Ευήνου και μεταφέρον από Πατρών εις Πρέβεζαν Τούρκους, λάφυρα και χρήματα· και τα μεν εν τω πλοίω διηρπάγησαν, οι δε εν αυτώ Τούρκοι όλοι εν στόματι μαχαίρας απέθαναν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.

(α.)

Ιδού τα συλληφθέντα τρία γράμματα, καθώς τότε μετεφράσθησαν, εν οις θα παρατηρήσει ο αναγνώστης την φιλοψεύδειαν του γράφοντος·

«Εκτός ότι ο αήττητος στόλος δεν ημπορεί να έμβη έως υπό το φρούριον του Ναυπλίου διά το αβαθές των υδάτων, εβεβαιώθημεν προς τούτοις ότι εις το καστέλι του Ναυπλίου είναι κεκρυμμένα έξ πυρπόλα πλοία των απίστων, καθώς ακόμη άλλα δέκα εις Σπέτσας, τα οποία έχομεν καθαράν πληροφορίαν ότι έχουν ετοιμότατα. Αφ' ης στιγμής ο αήττητος στόλος έκαμε πανία από Πάτραν και τριγυρίζομεν κατά ταύτα τα μέρη, εξήντα καράβια των απίστων τρέχουν πάντοτε κατόπιν του στόλου μας, και κατά ταύτην την στιγμήν έρχεται πάλιν η ναυμαχία, και εις τοιαύτας περιστάσεις το να έμβωμεν εις στενά μέρη ηξεύρετε πολλά καλά είναι εις άκρον επικίνδυνον. Όθεν η Υψηλότης σου, καθώς ανέκαθεν εφάνης πάντοτε ανδρείος και πιστός, θέλεις εξακολουθεί και εις το εξής την συνήθη σου αυτήν ανδρίαν και πίστιν. Περί δε τροφών και άλλων διά τα αυτόσε αναγκαίων θέλομεν φροντίσει και προς ησυχίαν σας.

Εγράφη η παρούσα τη 5 μουχαρεμίου 1238 (12 σεπτεμβρίου 1822).»

«Με άλλα μου γράμματα σας έγραφον ότι σας στέλλονται δύο άλλα καράβια με διαφόρων ειδών τροφάς· αυτά όμως απαντήσαντα καθ' οδόν εναντίον τον άνεμον επόδησαν και υπήγαν προς την Σούδαν· κατόπιν όμως δεν θέλομεν λείψει από του να σας στέλλωμεν».

«Δόξα τω Υψίστω θεώ προ ενός μηνός ήδη αι δυνάμεις της Ρούμελης πηγαίνουν αξιολογώτατα. Εις το φρούριον λεγόμενον Σούλι εμβάς ο υψηλότατος Βαλής Ιωαννίνων Ομέρ πασάς κατεκυρίευσεν αυτό, και καταφανίσας τους εν αυτώ απίστους, άλλους μεν εφόνευσεν, ολίγους δε εξ αυτών διεσκόρπισεν. Άντικρυς των Πατρών εις το Μεσολόγγι ελθόντες διάφοροι Βεζηράδες κατεκυρίευσαν αυτά τα μέρη. Αύτη η είδησις έφθασε προς ημάς προ δώδεκα ήδη ημερών. Ειδοποιείσθε προς τούτοις ότι ο υψηλότατος Χουρσήδ - πασάς έρχεται κατ' αυτάς εις Μορέαν με πλήθος άπειρον στρατιωτών. Το δε εν Κορίνθω ανίκητον στρατόπεδόν μας δεν επειράχθη το παραμικρόν, και κατ' αυτάς έρχεται προς το μέρος του Ναυπλίου. Ταύτα πληροφορηθέντες βεβαίως, γνωστοποιούμεν και προς υμάς. Διά να εμβάσωμεν τροφάς εις το φρούριον του Ναυπλίου εξεπλεύσαμεν από Πάτρας με τον αήττητον στόλον, ημέρα παρασκευή, τη δεκάτη τρίτη του παρελθόντος μηνός ζιλχιζέ, και διά το εναντίον των ανέμων μόλις εφθάσαμεν εις τα μέρη Ύδρας και Σπετών τη πέμπτη του τρέχοντος μουχαρεμίου, ημέρα παρασκευή. Επειδή όμως εφάνησαν έως ογδοήντα καράβια των απίστων Υδραίων και Σπετσιωτών έμπροσθεν του αηττήτου στόλου, τα οποία εδείκνυον ότι ήθελον να ορμήσωσι καθ' ημών, εκροτήσαμεν ναυμαχίαν, ήτις διήρκεσε σχεδόν ώρας έξ, και εις την οποίαν με την χάριν του Υψίστου και με την βοήθειάν του εν αγίοις Βασιλέως μας εβυθίσαμεν διά των πυροβόλων μας έξ καράβια των, και δύο άλλα, το μεν με τρία, το έτερον με δύο κατάρτια επυρπολήθησαν από το σφοδρόν των όπλων μας πυρ. Χάριτι Θεία πανταχόθεν έχομεν αγαθάς αγγελίας, τας οποίας και πληροφορούμεθα, καθώς ακόμη σας είναι γνωστός και ο σφοδρός ούτος πόλεμος του αηττήτου στόλου κατά των απίστων, εν καιρώ της συγκροτήσεως του οποίου εστάλη προς υμάς το παρόν πλοίον με τας τροφάς, και πάλιν ο περίβλεπτος ούτος στόλος θέλει πλεύσει κατά των εχθρών, τους οποίους με την βοήθειαν του Υψίστου ελπίζω ότι θέλομεν νικήσει και καταφανίσει. Η δε υψηλότης σας δεομένη υπέρ ημών και του κράτους του αηττήτου στόλου με υποχρεοί καθ' υπερβολήν.

Τη 9 του μουχαρεμίου 1238 (12 σεπτεμβρίου 1822)».

(β.)

Ολίγον έλειψε να χαθή η Σύρα μετά τινας μήνας επί τη προφάσει του φανατισμού της και της εντεύθεν τουρκολατρείας της. Φασιώλης τις Επταννήσιος βουλήν έβαλε να την λεηλατήση· συνάξας υπό πρόσχημα θρησκευτικού ζήλου, πολλούς πολλαχόθεν Έλληνας τους έφερεν επί δύο πλοίων εις Σύραν· αλλ' επειδή οι κάτοικοι και του ενός και του άλλου δόγματος εκινδύνευαν εξίσου, αντέστησαν όλοι εκ συμφώνου, επολέμησαν και τους απεδίωξαν διά της συμπράξεως αυστριακού πολεμικού πλοίου ευρεθέντος εν τω λιμένι. Εσκοτώθησαν δε καί τινες κατά την περί ης ο λόγος αλληλομαχίαν. Αλλ' οι περί τον Φασιώλην επιμένοντες εις τον σκοπόν των, ευρόντες και άλλους επί αρπαγή ετοίμους, και συμπληρωθέντος του αριθμού εις δισχιλίους, επανήλθαν την 10 φεβρουαρίου εις Σύραν επί πολλών πλοιαρίων, και έκαυσαν και διήρπασάν τινας επί του παραλίου αποθήκας. Καθ' ην δε ώραν έμελλαν να πέσωσιν εις διαρπαγήν και αυτής της πόλεως, κατέπλευσεν αγαθή τύχη το γαλλικόν πολεμικόν πλοίον Estafette και διέσωσε την κινδυνεύουσαν πόλιν, αναγκάσαν τους δισχιλίους ληστοπειρατάς να φύγωσιν εκείθεν επί των πλοιαρίων των. Ο ακούραστος κακούργος Φασιώλης ήλθε και τρίτην φοράν εις Σύραν την 4 Ιουλίου επί τινος βρικίου 12 κανονίων εν συνοδία και άλλων ομοίων του, και διέδωκεν ότι εστάλη ως αστυνόμος παρά της κυβερνήσεως· αλλ' ο Δεριγνής, όστις παρετήρει τα κινήματά του, έφθασεν εις Σύραν την υστεραίαν επί της Μηδείας, συνέλαβε το βρίκι, συνέλαβε και τον Φασιώλην εντός ιονίου τινός πλοίου κρυβέντα, και τον απέστειλε σιδηροδέσμιον εις τας Ιονίους Νήσους.

(γ.)

Μετ' ολίγας ημέρας ανεφάνη πανώλης εν Τήνω και διεδόθη και εις άλλα μέρη, αλλά δεν διήρκεσε.

(δ.)

Ο κύριος Ν. Κοτζιάς λέγει έν τινι φυλλαδίω, ότι δεν αποδίδω τον προσήκοντα έπαινον εις τους Ψαριανούς· αλλ' η συγγραφή μου αποδεικνύει το εναντίον· είπε και άλλα, αλλ' ούτε εις αυτά απήντησα ούτ' απαντώ· άλλοι απήντησαν εις πολλά· όρα τα εν έτει 1857 δημοσιευθέντα, ήτοι Ανασκευήν Τσαμαδού. Τηλέγραφον των Κυκλάδων 25 μαΐου. Αθηνάν 30 ιουνίου· 3 και 7 Ιουλίου, 16 αυγούστου και 11 σεπτεμβρίου. Ελπίδα 22 νοεμβρίου, και Έλληνα 18 μαΐου του 1858. Εις πρόχειρον δε φωτισμόν του αναγνώστου εφ' οις επικρίνεται η ιστορία, αρκούμαι να βάλω υπ' όψιν αυτού μόνην την εν τω φύλλω της Αθηνάς της 3 Ιουλίου 1857 διατριβήν έχουσαν ούτω·

««Ο Κ. Κοτσιάς εξέδωκε κατ' αυτάς επίκρισιν της ιστορίας της Ελληνικής επαναστάσεως, εν η μέμφεται τον συγγραφέα αυτής Κ. Τρικούπην ως μη απονέμοντα έπαινον εις τους Ψαριανούς διά τα κατά τον αγώνα ανδραγαθήματά των, ως θεωρούντα τον ναύαρχον της Ύδρας γενικόν αρχηγόν της θαλασσίου δυνάμεως, ως αποδίδοντα είς τινα άγγλον πλοίαρχον την πρώτην ιδέαν της χρήσεως των πυρπολικών, ως συμπεριλαβόντα εν τη διηγήσει των ναυμαχιών ημαρτημένα τινά, ως παραφράζοντά τινα της ιστορίας του Γόρδωνος, και ως μη αναφέροντα τας πηγάς όθεν ηρύσατο την ύλην.

Ανεγνώσαμεν και ημείς εν καιρώ, και επί τη εκδόσει της περί ης ο λόγος επικρίσεως διήλθομεν εκ νέου την ιστορίαν του Κ. Τρικούπη προσεκτικώτερον, και όχι μόνον ουδέν ουδαμού εύρομεν δικαιούν τους λόγους του επικριτού ως προς την ολιγώρησιν των ανδραγαθημάτων των Ψαριανών, αλλ' εξ εναντίας παρετηρήσαμεν ότι πολλαχού της ιστορίας ποιεί μετά πολλών εγκωμίων μνείαν αυτών· εις πίστωσιν δε των λεγομένων αντιγράφομεν τα εξής δύο τεμάχια.

Αναφέρων ο ιστορικός εν τω ΛΗ' κεφαλαίω την κατά την Τένεδον κατάφλεξιν της τουρκικής υποναυαρχίδος παρά του ενδόξου Κανάρη, λέγει· «ο δε εχθρικός στόλος ανήχθη όλος έντρομος και εισέπλευσε τον Ελλήσποντον ταπεινωθείς κατέμπροσθεν των εμπορικών πλοίων της Ελλάδος, και αφήσας τους μεγαλοτόλμους ναύτας της θαλασσοκράτορας· φόβος και τρόμος κατέλαβε μετ' αυτά τα συμβάντα τας νήσους και τας παραθαλασσίους πόλεις της αυτοκρατορίας τας υπό Τούρκων κατοικουμένας· εν Σμύρνη, εν Χίω, εν Μιτυλήνη, παντού ηγωνίζοντο οι Τούρκοι δι' ων εδύναντο τρόπων όχι πλέον πώς να καταδιώξωσι τους εχθρούς των, αλλά πώς ν' ασφαλισθώσιν από της καταδιώξεως των θαλασσινών της Ελλάδος και κυρίως των γ ε ι τ ό ν ω ν - τ ω ν - Ψ α ρ ι α ν ώ ν, οι οποίοι περιέπλεον ως θαλασσοκράτορες όλα τα παράλια, καταστρέφοντες, λεηλατούντες, και εκφοβίζοντες τους παραθαλασσίους εχθρούς των.

Και εν τω κεφαλαίω ΜΔ' διηγούμενος ο ιστορικός την εις τα αντικρύ της Σάμου παράλια της Ιωνίας απόβασιν των Ψαριανών λέγει· «τόσον δε φόβον διέσπειραν οι Ψαριανοί εις όλα εκείνα τα παράλια, ώστε οι εν Σμύρνη πρόξενοι τους παρεκάλεσαν ν' απέχωσι πάσης εχθροπραξίας εντός του κόλπου εκείνου χάριν αυτών, του εμπορίου και των ενοικούντων χριστιανών· α φ ί ν ο μ ε ν – τ ο ν - τ ό π ο ν - ή σ υ χ ο ν, - α λ λ' - υ π ό φ ο ρ ο ν, - α π ε κ ρ ί θ η σ α ν - υ π ε ρ η φ ά ν ω ς - ο ι – Ψ α ρ ι α ν ο ί».

Τις αναγνούς τα τεμάχια ταύτα δύναται να είπη, ότι η ιστορία του Κ. Τρικούπη δεν απονέμει τον προσήκοντα έπαινον εις τους Ψαριανούς, και δεν τους αναβιβάζει, ούτως ειπείν, υπεράνω των άλλων κατά θάλασσαν ενδόξων συναγωνιστών αυτών;

Ψευδές, κατά τον Κ. Κοτσιάν, ότι ο ναύαρχος Τομπάζης ανέφερεν εν τω εν τη ναυαρχίδι του συμβουλίω, ότι πλοίαρχος άγγλος, ον συνήντησε κατά τον Καφηρέα, τον εσυμβούλευσε την χρήσιν των πυρπολικών, όπως διηγείται ο Κ. Τρικούπης· προσθέτει δε ο Κ. Κοτσιάς, ότι ο πλοίαρχος Νικόδημος, διαλεχθείς μετά του Κ. Τρικούπη περί τούτου καί τινων άλλων επεμελήθη να τον απαλλάξη της απάτης ταύτης, αλλά δεν εισηκούσθη, ειπόντος του Κ. Τρικούπη, ότι άνδρες αξιόπιστοι τον εβεβαίωσαν ότι ούτως είχεν.

Αν οι εν τοις πράγμασι παρόντες είναι αξιοπιστότεροι των απόντων, είχε δίκαιον ο ιστορικός να προτιμήση της μαρτυρίας του απόντος την των παρόντων και αυτηκόων, και τοιούτοι είναι οι διάσημοι κατά θάλασσαν αγωνισταί, Α. Κριεζής και Γ. Σαχίνης, παρευρεθέντες εν τω συμβουλίω και διηγούμενοι και νυν το ανέκδοτον τούτο· αλλ' ο Κ. Τρικούπης αναφέρων αυτό προσεπισημειοί ότι «ακούσας ο εν τω συμβουλίω ναύαρχος των Ψαρών τους λόγους του Τομπάζη είπεν, ότι και εν τη νήσω του εγίνετο λόγος περί πυρπολικών», ώστε ο Κ. Τρικούπης ιστορεί ότι προϋπήρχε της αγγελίας του Άγγλου η ιδέα αύτη εν τη νήσω των Ψαρών· αποδίδει δε εν τω 13 κεφαλαίω εις τους Ψαριανούς μόνους και την πρώτην παρασκευήν και την πρώτην χρήσιν αυτών. Αλλά τα πυρπολικά δεν εφανερώθησαν πρώτην φοράν, κατά τον Κ. Κοτσιάν, επί του ελληνικού αγώνος, ούτ' επί της μεταξύ Ρώσσων και Τούρκων ναυμαχίας του Τσεσμέ· ήσαν εν χρήσει, όπως επέτρεπον οι καιροί εκείνοι, τον πέμπτον αιώνα προ Χριστού, κατά την μαρτυρίαν του Θουκυδίδου, αν όχι αρχαιότερον,

Ημαρτημένα τινά εν ταις περιγραφαίς των ναυμαχιών περιέχει, κατά τον Κ. Κοτσιάν, η ιστορία του Κ. Τρικούπη. Δεν απορούμεν εις τους λόγους τούτους, διότι και αυτοί οι αυτόπται των γεγονότων διαφόρως εκθέτουν αυτά ως επί το πλείστον· «οι παρόντες τοις έργοις», λέγει ο Θουκυδίδης, «ου τ' αυτά περί των αυτών έλεγον, αλλ' ως εκατέρων τις ευνοίας ή μνήμης έχοι»· και η εύνοια του Κ. Κοτσιά είναι καταφανής. Πιθανόν να παρεισήχθησαν ημαρτημένα τινά εν τη ιστορία του Κ. Τρικούπη, καθώς και εν πάση άλλη ιστορική συγγραφή· αλλά, και αν παραδεχθώμεν ως αληθώς ημαρτημένα όσα αναφέρει ο Κ. Κοτσιάς, είναι καλή τύχη όλα μηδαμινής σημασίας· προσωπικά μάλλον ή πραγματικά, μηδαμώς επηρεάζοντα την ουσίαν και τον χαρακτήρα των πραγμάτων ως τοιαύτα, και μάλλον επιβεβαιούντα ή εξασθενούντα την αξιοπιστίαν των εν τω συγγράμματι. Αλλ' ο επικριτής, καί τοι περί των κατά θάλασσαν πραγματευόμενος, ούτε και όλων των υπαρχόντων ημερολογίων φαίνεται λαβών γνώσιν, αν και ολίγων. Το εισέτι ανέκδοτον χειρόγραφον του ναυάρχου Σακτούρη βεβαίως δεν ανέγνωσεν, αλλ' ουδέ γνώσιν της υπάρξεως αυτού είχεν, ως εκ του φυλλαδίου του καταδεικνύεται· δεν διεξήλθεν ουδέ το του ναυάρχου Σαχίνη, καί τοι κατατεθειμένον εν τη δημοσία βιβλιοθήκη. Τοσούτον δε ατελώς παρεσκευασμένος αποδύεται εις αγώνα προς συγγραφέα και τα ημερολόγια ταύτα διεξελθόντα, ως φαίνεται εκ της παραθέσεως, και τας εκ μονομερείας πληροφορίας, εφ' ων ερείδεται ο Κ. Κοτσιάς έχοντα, καθώς αυτός ο επικριτής του ομολογεί, απορών εν τη απλότητί του πώς εδυνήθη ο συγγραφεύς, καί τοι έχων αυτάς, να διηγηθή συμβάντα τινά αλλοτρόπως.

Ο Κ. Τρικούπης παραφράζει τινά, κατά τον Κ. Κοτσιάν, της ιστορίας του Γόρδωνος.

Η ιστορία δεν είναι εφεύρεσις· είναι διήγησις γεγονότων, και χρέος του ιστοριογραφούντος είναι να μελετήση τα παρ' όλων προ αυτού γραφέντα· και όσα μεν εύρη ορθά, να παραλάβη· όσα δε εσφαλμένα, να παραλείψη· τα δε να συμπληρώση ή να διορθώση· τούτο έπραξεν ακριβώς ο Κ. Τρικούπης· ο δε επικριτής, εις απόδειξιν ότι μετέφρασεν ο Κ. Τρικούπης πολλά του Γόρδωνος, φέρει παραδείγματα αντιπαραθέτων αυτά· αλλά φέρει τα του Άγγλου εις την πρωτότυπον αυτού γλώσσαν, ώστε ο μη ειδώς αγγλικά ουδεμίαν κρίσιν δύναται να επιφέρη. Ημείς μετεγλωττίσαμεν και εκδίδομεν το πρώτον παράδειγμά του, και λέγομεν ότι και αυτολεξεί αν μετέφραζε το τεμάχιον τούτο ο Κ. Τρικούπης δεν θα έσφαλλεν, αν εθεώρει το διήγημα ακριβές. Αλλ' ο αναγνώστης θα παρατηρήσει εκ της παραθέσεως ότι το του έλληνος ιστορικού είναι πληρέστερον διήγημα. Ιδού το του Γόρδωνος· «Ο πλοίαρχος τούρκος εσκοτίσθη εκ του φόβου του deprived by fear of all presence of mind και έρριψεν άγκυραν εν τω όρμω της Ερισού, όπου παρέλαβε στρατεύματα»· Ιδού και το του Κ. Τρικούπη· «Την εσπέραν της ιδίας ημέρας το δίκροτον έπλευσεν εις τον λιμένα της Ερισού παρακολουθούμενον υπό των ελληνικών πλοίων· ο πλοίαρχος του δικρότου, φοβούμενος νυκτερινήν έφοδον κατά του πλοίου του, παρέλαβε την ιδίαν εσπέραν από της ξηράς ικανούς στρατιώτας τούρκους εις υπεράσπισίν του». Ήθελεν ο Κ. Κοτσιάς να παραλείψη ο Κ. Τρικούπης το γεγονός, διότι προγενέστερος του ιστορικός το εδιηγήθη, ή έπρεπε να το μεταποιήση, ίνα φανή πρωτότυπος εν πάσι;

Ελέγχει ο επικριτής τον Κ. Τρικούπην ως μη αναφέροντα τους περί της επαναστάσεως συγγράψαντας, όθεν ηρύσατο την ύλην, και αντιπαραθέτων τον τρόπον του γράφειν αυτού, ως προς την συλλογήν της ύλης, προς τον του Θουκυδίδου, λέγει ότι ο μέγας ούτος ιστορικός ομολογεί τας πηγάς. Και ημείς ανεγνώσαμεν τον Θουκυδίδην, αλλ' ουδαμού είδομεν ν' αναφέρη συγγραφείς ους εσυμβουλεύθη· λέγει μόνον τάδε. «Τα δε έργα των πραχθέντων εν τω πολέμω ουκ εκ του παρατυχόντος πυνθανόμενος ηξίωσα γράφειν, ουδ' ως εμοί εδόκει, αλλ' οις τε αυτός παρήν και παρά των άλλων όσον δυνατόν ακρίβεια περί εκάστου επεξελθών».

Αν ο επικριτής πηγάς ταύτας θεωρεί, τας αυτάς έχει και ο Κ. Τρικούπης· «τους λόγους τούτους», λέγει, «του ιστορικού είχα και εγώ παντοτεινόν oδηγόν μου συγγράφων». Καλώς έχει βεβαίως ο γράφων αρχαίαν ιστορίαν ν' αναφέρη τους συγγραφείς ους συμβουλεύεται· αλλ' ο γράφων την σύγχρονόν του και αρυόμενος ως επί το πλείστον την ύλην εκ στόματος χιλιάδων αυτοπτών πώς δύναται να τηρήση τον κανόνα τούτον;

Προθέμενος ο Κ. Κοτσιάς να διορθώση σφάλματα άλλων πίπτει αυτός εις τρανά σφάλματα. Ο Κ. Τρικούπης, λέγει, ήλθεν εις την Ελλάδα το 1824· αλλά πάμπολλοι των εν Αθήναις τον είδον κατά το Μακρυνόρος, όπου και συνέφαγον επί της εκεί εκστρατείας του Κ. Μαυροκορδάτου, το 1822. Εν σελίδι δε 57 λέγει, ότι, εν ώ ο Σαχτούρης απαριθμεί 40 πλοία φορτηγά του εχθρού, ο Τρικούπης τα μεταποιεί εις 60, λέγων ότι «ήσαν 40, εν οις και 20 σακολέβαι»· ώστε η πρόθεσις εν, κατά τον Κ. Κοτσιάν, σημαίνει ενταύθα συν!

Παραλείποντες δε χάριν συντομίας πολλά άλλα, λέγομεν, προς χαρακτηρισμόν της επικρίσεως, ότι αναγκαία και διδακτική είναι η επίκρισις παντός συγγράμματος γινομένη απαθώς, επιστημόνως, εν πνεύματι φιλαληθείας, καλής πίστεως και μετ' ευσχημοσύνης· αλλ' η ανά χείρας αμοιροί ατυχώς παντός τοιούτου χαρακτηριστικού· μεμπτή δε ως τοιαύτη, καθίσταται μεμπτοτέρα και ως αγενώς προθεμένη, δι' ων μερών του συγγράμματος αποσιωπά ή διαστρέφει, να διαταράξη και διεγείρη κατά του συγγραφέως αδίκως και παραλόγως ολόκληρον κοινότητα, διότι δεν εμνημόνευσεν εν τη ιστορία του, ως ο ίδιος Κ. Κοτσιάς ομολογεί εν σελίδι 75, τινός των συγγενών του, και δεν υπερεπήνεσέ τινας των φίλων του, μη συλλογισθείς ότι η ιστορία ούτε ονοματολόγιον είναι, ούτε λόγος πανηγυρικός.

Επηνέθη και επαινείται το σύγγραμμα του Κ. Τρικούπη υπό των σοφών Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Αμερικής ομοθυμαδόν διά την αμεροληψίαν του, την ιστορικήν του οικονομίαν και την γραφικήν του αξίαν. Καθ' ην ώραν γράφομεν, έχομεν υπ' όψιν δύο διατριβάς περί του συγγράματος τούτου προ ολίγων εβδομάδων εκδοθείσας, την μεν εν τη εφημερίδι των σοφών (Journal des Savans), την δε εν τη των συζητήσεων (des debats), λίαν επαινετικάς. Σύγγραμμα υπό τοιούτων και τοσούτον ευφημούμενον μυκτηρίζει βεβαίως τας προσβολάς ανθρώπου εμπαθώς προς τον συγγραφέα ως παριδόντα τους συγγενείς του διακειμένου, ατελή γνώσιν των πραγμάτων εκ μονομερείας έχοντος, την δόξαν των μεγάλων της Ύδρας αγωνιστών φθονούντος και ουδ' αυτήν την κοινήν σημασίαν των προθέσεων γινώσκοντος.»

(ε.)

Το πλοίον τούτο (the Flora of London) εστάλη εις το Καστρί όπου έδρευεν η κυβέρνησις. Συνελήφθη μετ' ολίγας ημέρας έξωθεν των Σπετσών και άλλο αγγλικόν ερχόμενον και αυτό εκ Σμύρνης (Malvina). Τα δύο ταύτα πλοία εκρατήθησαν και εξεφορτώθησαν εις χρήσιν των Ελλήνων· αλλ' επί τη απαιτήσει του Άγγλου μοιράρχου, Χαμιλτώνος, λόγω ότι δεν ανεγνωρίζοντο οι αποκλεισμοί, και τα πλοία απελάθησαν, και τα φορτία επληρώθησαν, και αποζημιώσεις εδόθησαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.

(α.)

Εκείναις ταις ημέραις κατέπλευσαν εις Πειραιά δύο γαλλικά πολεμικά πλοία εις παραλαβήν Τούρκων τινών εκ των καταφυγόντων εις τα προξενεία και του διοικητού των Αθηνών· αλλ' ο λαός ηναντιώθη εις την απόλυσίν τινων εξ αυτών. Οι Γάλλοί ηναγκάσθησαν ν' αποβιβάσωσι στρατιώτας και κανόνια εις υπεράσπισίν των, και ούτως οι κρατούμενοι απελύθησαν διά νυκτός συνεργεία και του Οδυσσέως και των εφόρων.

(β.)

Συνελήφθησαν εν Πέτρα και εστάλησαν προς τον Οδυσσέα, διατρίβοντα έτι εν Αθήναις, τρεις ως φέροντες γράμματα των εν Χαλκίδι προς τους εν Ζητουνίω Τούρκους. Εξ αυτών ο μεν ήτο Μωαμεθανός, οι δε δύο Έλληνες, εξ ών ο είς παπάς. Ο Οδυσσεύς εθανάτωσεν αυτεξουσίως και ανεξετάστως και τους τρεις, τους μεν δύο κρεμάσας, τον δε παπάν κτίσας όρθιον.

(γ.)

Ο Σαρής απήχθη εις Λάρισσαν, όπου και εφυλακίσθη· αλλ' επί τω θανάτω του Χουρσήδη συνέβη ταραχή εν εκείνη τη πόλει, ηνοίχθησαν αι φυλακαί, έφυγεν, αν και σιδηροδέσμιος, και την 20 Δεκεμβρίου εξεφανερώθη εν μέσω των Αθηναίων.

(δ.)

Ιδού τι έγραφεν ο Οδυσσεύς τω Δυοβουνιώτη και Διαμαντή περί της φυγής των εχθρών την 22 νοεμβρίου.

«Μάθετε ότι τους Τούρκους εγώ με τουφέκι και το περισσότερον με ταις ψευτιαίς και με την δύναμιν του Θεού τους εκυνήγησα και παν κατά διαβόλου εις το Ζητούνι». . . . .

(ε.)

Ο νεκρός του Χουρσήδη εξετάφη μετά ταύτα, απεκόπη η κεφαλή του και απεκομίσθη επί αργυρού πίνακος εις τον σουλτάνον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.

(α.)

Ο Κύριος Σάθας εν τω περί τουρκοκρατουμένης Ελλάδος συγγράμματί του εκδ. εν έτει 1867 λέγει ότι ο Ιταλός Παρούτας Storia della guerra di Cipro μνείαν ποιείται του Μεσολογγίου επί της εν Ναυπάκτω ναυμαχίας. Ιδού τι λέγει περί τούτου ταυτολεξεί ο ρηθείς ιστοριογράφος σύγχρονος της ναυμαχίας· incaminandosi tutti (l' armata . . . nell' uscire fuori de'scogli de' Curzolari &sopra la punta delle peschiere dette da Greci Mesolongi& fu dalla galea reale di Don Giovani scoperta l' armata nemica . . . . ουδέν λέγει περί κατοικουμένης παρά τοις ιχθυοτροφείοις χώρας· Δύναται δέ τις να συμπεράνη ότι εκ της ονομασίας των ιχθυοτροφείων έλαβεν ίσως το όνομα η μεταγενεστέρα πόλις.

(β.)

Εντεύθεν ίσως ορμώμενος ο Μελέτιος ηθέλησε δήθεν επί το Ελληνικώτερον να καλέση την πόλιν Μεσολόγιον.

(γ.)

Πλεκτάς καλύβας ονομάζει τας των αλιέων ο Θεόκριτος (όρα ειδύλλιον «αλιείς»), τας περιγράφει δε ούτως·

« Ιχθύος αγρευτήρες ομώς δύο κείντο γέροντες, στρωσάμενοι βρύον αύον υπό πλεκταίς καλύβαισι, κεκλιμένοι τοίχω τω φυλλίνω . . . .»

(δ.)

Αι τουφεκολόγχαι αύται ήσαν αι των τουφεκίων, άτινα έφερεν εις Μεσολόγγι ο Μαυροκορδάτος επί του εκεί εκ της αλλοδαπής κατάπλου του· έκειντο δε ως άχρηστοι, αποποιουμένων των μη τακτικών την κατά τοις τακτικοίς συνήθη χρήσιν αυτών· τον αυτόν καιρόν απεβιβάσθησαν εις Μεσολόγγι και τα περί ων ο λόγος ευρωπαϊκά τύμπανα.

(ε.)

Το πλοίον τούτο είναι το αναφερόμενον εν ταις σημειώσεσι του ΛΖ κεφαλαίου υπό στοιχείον β'.

(ζ.)

Ο Λόντος, επί σκοπώ να κτυπήση έξωθεν τους πολιορκούντας το Μεσολόγγι, διεβίβασεν ικανάς δυνάμεις εκ Βοστίτσης εις Τριζώνια και επροχώρησε μέχρι της Γαβαλούς· αλλά διά τας επικρατούσας τότε διαιρέσεις και ζηλοτυπίας των οπλαρχηγών εκείνου του μέρους, επανήλθεν άπρακτος εις Πελοπόννησον, και εισήλθεν εκείθεν εις Μεσολόγγι.

(η.)

Ο τότε άγνωστος άνθρωπος εγνώσθη μετά ταύτα. Ήτον Ιωαννίτης και ωνομάζετο Γιάννης Γούναρης· ηκολούθει δε τον Βρυώνην ως κυνηγός του και συνείθιζε να κυνηγά ανυπόπτως προς τα άκρα της λίμνης θαλασσοπούλια. Ο Βρυώνης έμαθεν ότι ούτος ανεκάλυψε το μυστικόν, και μη δυνηθείς να τον συλλάβη φοβηθέντα και μείναντα εν Μεσολογγίω μετά την αποτυχίαν των Τούρκων, έσφαξεν επί της εις Άρταν επανόδου του, επί τη επιμόνω απαιτήσει των συνεκστρατευσάντων και παθόντων, την εκεί γυναίκα και τα παιδία του. Ο άνθρωπος ούτος έγεινε, μετά την σφαγήν των φιλτάτων του, μοναχός, και διά της ελεημοσύνης των Χριστιανών ανεκαίνισε την επί της μεταξύ Μεσολογγίου και Βραχωρίου Κλεισούρας εκκλησίαν της Θεοτόκου της Ελεούσης, και εκεί ετελείωσε τας ημέρας του, δίδων νερόν τοις διαβάταις και διά των μικρών δωρημάτων αυτών ποριζόμενος τα προς το ζην.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings