← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Front matter (continued 2)

Reading edition

Εξ αρχής της πολιορκίας είχαν οι πολιορκηταί τινα κανόνια, αλλά μετά την παράδοσιν της Μονεμβασίας μετέφεραν εκείθεν και τρείς βομβοβόλους, ηγνόουν όμως την χρήσιν αυτών. Περιεφέρετο εν τω στρατοπέδω Ιταλός τις, Τάσης, τερατολόγος μάλλον ή αρχιπυροβολιστής ως επηγγέλλετο· ούτος ανεδέχθη την χρήσιν αυτών, και τας έστησε προς τους πρόποδας του βουνού 700 οργυιάς από της πόλεως. Παρασκευασθείσης μιας αυτών, συνήχθη επί των πλησίον υψωμάτων μέγα πλήθος πολιορκητών χάριν του νεοφανούς θεάματος· αλλ' η βομβοβόλος, αντί να ενεργήση τα προσδοκώμενα τεράστια, έσπασε καταισχύνασα τον αρχιπυροβολιστήν.

Το έργον του αμαθούς Τάση, όστις φοβηθείς έγεινεν άφαντος, ανέλαβεν ο γνώσεις περί τα τοιαύτα έχων Γάλλος Ρεϋβώς. 200 οργυιάς μακράν της πόλεως προς το μέρος της μεγάλης Τάπιας κείνται παραρριζώματά τινα των βουνών. Ο Ρεϋβώς έστησεν επί του κέντρου αυτών τας δύο βομβοβόλους, αλλ' ανωφελώς και αυτός, αν και τας ανέδειξε διά της επιτηδειότητός του ευχρήστους. Δεξιόθεν δε και αριστερόθεν αυτών κατεσκευάσθησαν δύο κανονοστάσια, εύχρηστα μεν και αυτά, αλλ' επίσης ανωφελή· όπισθεν δε των παραρριζωμάτων ετοποθετήθησαν 800 οπλοφόροι υπό τον Γιατράκον, τουφεκίζοντες επιδεξίως διά των κανονοπών και ενοχλούντες τους εχθρούς. Έστησαν οι Έλληνες και άλλο κανονοστάσιον προς την πύλην του Άργους μικράς και αυτό ωφελείας. Οι δε Τούρκοι έπεσαν εις πολλήν αδράνειαν, και την 24 πεντακόσιοι Έλληνες τόσον επλησίασαν προς το μέρος της μεγάλης Τάπιας, ώστε κατέλαβάν τινας κεκαυμένας οικίας έμπροσθεν μιας των πυλών της Τριπολιτσάς και διετήρησαν αυτάς ευτυχώς δύο ώρας πολεμούμενοι έσωθεν· αλλ' απόσπασμα ιππικού εξήλθε της πόλεως άλλοθεν, έπεσεν όπισθεν, τους εκακοποίησε, και τους ανάγκασε ν' απομακρυνθώσιν.

Μετ' ολίγας δε ημέρας ήλθεν εις Τρίκορφα ο Σκώτος, Θωμάς Γόρδων, μεταβιβάσας επί του πλοίου του εκ Μασσαλίας Έλληνας και φιλέλληνας, και φέρων επ' ωφελεία της Ελλάδος, υπέρ ης και αυτός και οι συν αυτώ ήλθαν ν' αγωνισθώσι, τρεις βομβοβόλους και εξακόσια τουφέκια. Οι Έλληνες εδέχθησαν φιλοφρόνως και ευγνωμόνως τον γενναίον τούτον φιλέλληνα, αναδεχθέντα προθύμως να οργανίση εξ ιδίων σώμα τακτικών εξ Ελλήνων και φιλελλήνων.

Εν τοσούτω η κατάστασις των Τούρκων εχειροτέρευεν ημέρα τη ημέρα όχι μόνον διά σπάνιν τροφών, αλλά και δι' έλλειψιν ιπποβοσκής, διότι, μη τολμώντες να βοσκήσωσιν ως άλλοτε εκτός της πόλεως τους ίππους, δεν εδύναντο να τους μεταχειρισθώσιν ως και πρότερον, εξασθενήσαντας εκ της ατροφίας.

Αι μακροχρόνιοι πολιορκίαι διά την εξ ανάγκης ακαθαρσίαν των πολιορκουμένων, διά την κακήν ποιότητα των τροφίμων, διά την κακουχίαν και συσσώρευσιν πολλών ανθρώπων και ζώων εντός στενής περιφερείας φέρουν συνήθως επιδημίας. Το κακόν τούτο δεν εβράδυνε να προστεθή, εις τα άλλα κακά των πολιορκουμένων· αυτά δε τα θύματα της επιδημίας έτρεφαν την επιδημίαν. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αρμοδίαν εθεώρησεν ο Υψηλάντης την περίστασιν να προβάλη τοις πολιορκουμένοις συμβιβασμόν εις παράδοσιν της πόλεως υπ' ωφελίμους όρους· αλλ' απερρίφθη υπεροπτικώς η πρότασίς του.

Φοβούμενοι δε οι Έλληνες μη φέρη η αναβολή επιβοήθειαν προς τους πολιορκουμένους, ηθέλησαν να επιχειρήσωσιν έφοδον, και διετάχθη ο αρχιπυροβολιστής να διαρρήξη το τείχος· αλλ' όλοι του οι αγώνες απέβησαν μάταιοι διά την μηδαμινότητα του πυροβολικού. Εν ώ δε ανεμένετο ημέρα τη ημέρα η πτώσις της πόλεως, ήλθεν είδησις ότι ο οθωμανικός στόλος εφάνη έξωθεν των μεσημβρινών παραλίων της Πελοποννήσου την 26.

Είδαμεν, ότι οι στόλοι διεχωρίσθησαν μετά τα κατά την Σάμον συμβάντα, και ότι ο μεν ελληνικός κατέπλευσεν εις τα ίδια, ο δε τουρκοαιγύπτιος εισέπλευσε τον Ελλήσποντον. Ο στόλος ούτος ανέπλευσε μετά τινας ημέρας κατά της Ελλάδος.

Πρό τινων δε ημερών είχε συναχθή τουρκικόν στράτευμα εν τη επαρχία του Ζητουνίου, σκοπεύον να εισχωρήση εις την Ανατολικήν Ελλάδα, να ενωθή μετά των ενδιατριβόντων τουρκικών στρατευμάτων και να εισβάλη εις Πελοπόννησον προς λύτρωσιν της Τριπολιτσάς βοηθούμενον και παρά του στόλου, μελετώντος, αφ' ού επεσίτιζε τα μεσσηνιακά φρούρια, να εισπλεύση τον κορινθιακόν κόλπον.

Μαθόντες οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος τα περί της νέας ταύτης εκστρατείας υπό τέσσαρας πασάδας, τον Μπεϋράμπασαν, τον και αρχιστράτηγον, τον Χατσή - Μπεκήρπασαν, τον Μεμήσπασαν, και τον Σιαχή - Αλήπασαν, συνήλθαν εις Εργίνι, χωρίον της Βοδωνίτσης, όπου ενέκριναν την θέσιν της Φοντάνας ως την καταλληλοτέραν προς αντίκρουσιν του εχθρού. Μόνος ο Δυοβουνιώτης αντέτεινε και επρόβαλε να καταλάβωσιν άνευ αναβολής τα επί της προς την Λεβαδείαν λεωφόρου Βασιλικά, ορθώς συλλογισθείς, ότι τόσοι πασάδες δεν θα κατεδέχοντο ν' αφήσωσι την πλατυτέραν θέσιν των Βασιλικών και να διέλθωσι την στενοτέραν της Φοντάνας. Η γνώμη του Δυοβουνιώτου απολαμβάνοντος υπόληψιν εμπειροπολέμου ανδρός υπερίσχυσε, και μετέβησαν οι Έλληνες εις Βασιλικά· και ο μεν Παπά - Ανδρέας Κοκοβιστιανός μετά 300 ετοποθετήθη αφανής εντός του παρά τη εισόδω της κοιλάδος πυκνού δάσους· ο δε Αντώνης Κοντοσόπουλος και ο Κωσταντής Καλύβας μετά 600 κατέλαβαν τα ενδότερα της κοιλάδος· ο δε Δυοβουνιώτης, ο υιός του, ο Νάκος Πανουργιάς και ο Γκούρας μετά 1100 τα προ της εξόδου της κοιλάδος.

Την 24 οι πασάδες, εκτός του Χατσή - Μπεκήρη αποθανόντος αίφνης εν Ζητουνίω, ήλθαν μετά επτακισχιλίων ιππέων και πεζών εις Πλατανιάν, όπου και διενυκτέρευσαν· την δε επαύριον έστειλαν δισχιλίους ιππείς εις σκόπευσιν, οίτινες επροχώρησαν όπου εφύλατταν ο Κοντοσόπουλος και ο Καλύβας. Αντέστησαν ούτοι κατ' αρχάς μόνοι και διετήρησαν την θέσιν των έως ού ήλθαν και οι κατά την έξοδον της κοιλάδος εις επικουρίαν των, και τότε απώθησαν όλοι ομού τους εχθρούς φονεύσαντες και πληγώσαντες 50 και ζωγρήσαντες 15 ίππους. Την δε επιούσαν, ό εστι την 26, αφήσας ο Μπεϋράμπασας φρουράν εν Πλατανιά εις φύλαξιν των αποσκευών, εκίνησε πανστρατιά, και προχωρήσας εις την πεδιάδα παρά την είσοδον του στενού διέταξε ν' αναγνώσωσι την συνήθη προπόλεμον ευχήν και να κανονοβολήσωσι και τουφεκίσωσι. Τούτου γενομένου, ώρμησεν ο στρατός αλαλάζων επί τους περί τον Κοντοσόπουλον και Καλύβαν· έτρεξαν εις βοήθειαν αυτών οι Δυοβουνιώται, ο Πανουργιάς και ο Γκούρας, κατέφθασε και ο Μπούσγος μετά 300, και εξήφθη διακαής μάχη. Επειδή η θέσις ήτο στενή, δασώδης και απόκρημνος, ούτε ο μέγας αριθμός των πεζών, ούτε το πολύ ιππικόν των εχθρών εχρησίμευε· ώστε μη δυνάμενοι ν' απωθήσωσι τους Έλληνας, αν και τόσον πολλοί, και ανοίξωσι την δίοδον, έστρεψαν τα νώτα. Τότε εξώρμησαν οι υποδενδριάζοντες περί τον Παπά - Ανδρέαν και κατέλαβαν την είσοδον, ώστε ο εχθρός εκτυπάτο έμπροσθεν και όπισθεν. Όλοι οι οπλαρχηγοί Έλληνες διέπρεψαν την ημέραν εκείνην, ο δε Παπά - Ανδρέας κατεδίωξε τους εχθρούς έως ού εβασίλευσεν ο ήλιος. Εκτός των πληγωθέντων, ων άγνωστος ο αριθμός, υπερχίλιοι εχθροί έπεσαν, και μεταξύ αυτών και ο Μεμήσπασας φονευθείς, ως ελέγετο, αυτοχειρί υπό του Γκούρα, εζωγρήθησαν δε και 100· εκ δε των Ελλήνων εσκοτώθησαν 10 και επληγώθησαν 30, εν οις και ο Κοντοσόπουλος. Πάμπολλα και πλουσιώτατα ήσαν τα εις χείρας των Ελλήνων πεσόντα λάφυρα, εν οις και 800 ίπποι, 2 κανόνια και 18 σημαίαι. Μετά την μάχην οι μεν εχθροί συνηνώθησαν πάλιν εις Πλατανιάν, ενδιενυκτέρευσαν, και την επιούσαν επανέκαμψαν εις Ζητούνι τόσον έμφοβοι, ώστε έκοψαν επί της φυγής την γέφυραν του Σπερχειού. Οι δε Έλληνες εκίνησαν κατ' αυτών την επαύριον, αλλά δεν τους επρόφθασαν και εστρατοπέδευσαν εν Δαμάστα. Εις τόσην δε αταξίαν έπεσαν οι εχθροί φεύγοντες, ώστε οι λαφυραγωγούντες Έλληνες εύρισκαν και τας ακολούθους ημέρας της μάχης περιπλανωμένους ανθρώπους και ζώα. Τοιουτοτρόπως εματαιώθη η κατά της Πελοποννήσου αύτη εκστρατεία.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Μοθώνην, έπλευσε προς την Κορώνην.

Η Κορώνη επολιορκείτο διά ξηράς αφ' ότου οι διαχυθέντες εις Καλαμάταν Μανιάται διεσπάρησαν εκείθεν εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου· μετέβη και ο Αντώνης Μαυρομιχάλης μετά τινων εξ αυτών εις την επαρχίαν της Κορώνης ως αρχηγός της πολιορκίας· μετέβη κατόπιν αυτού και ο αδελφός του Γιάννης ο και Κατσής· συνηνώθησαν και οι εντόπιοι και άλλοι γείτονές των υπό τους αδελφούς Καραπαύλους και τον Γεώργην Δαρειώτην, και κατέλαβαν όλοι ομού την 25 μαρτίου τα Βουνάρια, θέσιν μίαν ώραν απέχουσαν του φρουρίου, και ηκροβολίσθησαν αυθημερόν κατά το Χαρακοπιόν μετά των επεξελθόντων Τούρκων. Μετά δε τον ακροβολισμόν ήλθαν οι Έλληνες πλησιέστερον του φρουρίου· και πρώτον μεν κατέλαβαν τα χωρία, Άγιον Δημήτριον και Τσεφέρογλι· έπειτα δε έπεσαν και εις αυτήν την πόλιν της Κορώνης· ενδιαμείναντες δε δέκα ημέρας ανεχώρησαν την μεγάλην παρασκευήν εις τα ίδια χάριν των εορτών, αλλ' επανήλθαν την δευτέραν της διακαινησίμου και κατέλαβαν την θέσιν Μακρύν Άμμον, όπου εζώγρησαν δι' ενέδρας 10 Τούρκους και τους εφόνευσαν εισήλθαν δε και δευτέραν φοράν εις την πόλιν και την διετήρουν, ακροβολιζόμενοι συχνάκις μετά των εν τη ακροπόλει· αλλά φανέντος του στόλου έφυγαν, ελύθη η πολιορκία, και οι Τούρκοι έκαυσαν την πόλιν ίνα μη επανελθόντες οι Έλληνες την καταλάβωσιν· εθρασύνθησαν δε τόσον ιδόντες τον στόλον, ώστε απεκεφάλισαν τον επίσκοπον Κορώνης Γρηγόριον, και εκ των προκρίτων τον Κωσταντήν Λαχανάν και τον Γεώργην Τσαπόπουλον, ους κατοικούντας την πόλιν είχαν μεταφέρει επί της πρώτης εισβολής των Ελλήνων εις την ακρόπολιν· έρριψαν δε έξω των τειχών τα πτώματά των.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Κορώνην, έπλευσε την αυτήν ημέραν εις Καλαμάταν. Φόβος μέγας κατέλαβε τους εκεί, και υπό το κράτος του φόβου οι επί της κυριεύσεως της Καλαμάτας παραδοθέντες Τούρκοι ως εκατόν, στελλόμενοι δήθεν χάριν ασφαλείας εις Μάνην, εμιαιφονήθησαν καθ' οδόν επί προφάσει μη λάβωσιν όπλα επί της αφίξεως των συναδέλφων των.

Πρό τινων ημερών ωργανίζετο εκεί τακτικόν σώμα συστηθέν κατά πρώτον εν Βερβένοις, υπό την προστασίαν του Υψηλάντου δι' ων έφερεν από Τεργέστης οπλισμών και δι' ων εχορήγησεν ολίγων χρημάτων· το πλείστον δε μέρος του τακτικού τούτου συνίστατο εκ προσφύγων Κυδωνιέων, εγυμνάζετο παρά του Γουβερνάτου Ιταλού, είχεν αξιωματικούς Έλληνας και φιλέλληνας και διετέλει υπό τον Βαλέστον διορισθέντα παρά του Υψηλάντου συνταγματάρχην.

Ο συνταγματάρχης ούτος, Γάλλος το γένος, υπηρέτησε την πατρίδα του στρατιωτικώς μέχρι της ειρήνης του 1814· έκτοτε μετέβη εις Κρήτην όπου διέμεινεν έξ έτη πλησίον του μετερχομένου το εμπόριον πατρός του και εντεύθεν έλαβεν αφορμήν να διδαχθή την ελληνικήν γλώσσαν και να γνωρίση τα ελληνικά ήθη· διά ταύτην την αιτίαν, και έτι μάλλον διά τας στρατιωτικάς και κοινωνικάς αρετάς του, ευδοκίμησεν αγαπώμενος παρά πάντων και τιμώμενος. Ευρίσκετο κατά περίστασιν ο ανήρ ούτος εν Τεργέστη επί της εκείθεν εις Ελλάδα καταβάσεως του Υψηλάντου και τον ηκολούθησεν ως συναγωνιστής του. Καθ' ην δε ημέραν έπλευσεν ο εχθρικός στόλος εις Καλαμάταν, είχε μόλις 250 στρατιώτας και αυτούς αρχαρίους· αλλά και μετά τόσον ολίγων και τόσον αγυμνάστων δεν εδίστασε να παραταχθή αφόβως επί της παραλίας κατέμπροσθεν του εχθρού μελετώντος απόβασιν· είχε και δύο κανόνια και συμβοηθούς μίαν εκατοστύν Μανιατών υπό τον Παναγιώτην Μούρτσινον καί τινας εντοπίους. Την ακόλουθον αυγήν επλησίασαν προς την ξηράν πλοία του στόλου διά την μελετωμένην απόβασιν. Αλλ' οι Τούρκοι ιδόντες την τάξιν του σώματος, ακούσαντες τον ήχον των σαλπίγγων, μαθόντες και εκ των τουφεκοβολών ότι και άλλοι παρεφύλατταν εντός διαφόρων τάφρων επί το αμμώδες παράλιον, αγνοούντες ίσως και τον μικρόν αριθμόν των υπερασπιστών, ανεχώρησαν άπρακτοι.

Εκείναις δε ταις ημέραις ευρέθησαν τα προ ολίγου πολιορκούντα το Νεόκαστρον δύο σπετσιωτικά πλοία εν τω λιμένι των Κυτριών εντός του κόλπου της Καλαμάτας. Εισπλεύσας ο στόλος τα απέκλεισε και τα εκανονοβόλισεν επ' ελπίδι να τα συλλάβη ή να τα καύση· αλλ' οι ναύται αυτών απεβίβασαν κανόνια, αντέστησαν γενναίως, διεφύλαξαν τα πλοία, και καιροφυλακτήσαντες τα μετέφεραν εις την νήσον των αβλαβή.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφού διέτριψε μίαν εβδομάδα κατά τα παράλια της Μεσσηνίας, απέπλευσε προς τας Πάτρας.

Διαδοθείσης της ειδήσεως ταύτης, διεδόθη συγχρόνως, ότι ο στόλος έφερε δεκακισχιλίους εις απόβασιν, εν ώ είχε μόλις χίλιους Αλβανούς. Ο λόγος ούτος κατετάραξε τους πολιορκητάς της Τριπολιτσάς φοβηθέντας μη αποβώσι τα στρατεύματα ταύτα είς τι παράλιον της Πελοποννήσου και στρατεύσωσι προς λύτρωσιν της κινδυνευούσης πόλεως· εκρίθη δε αναγκαίον να εκστρατεύση μέρος του πολιορκούντος στρατού κατά τας Πάτρας. Αυθόρμητος εξεστράτευσεν ο Υψηλάντης παραλαβών τους υπό τον Βαλέστον τακτικούς ελθόντας εκ Καλαμάτας εις Τριπολιτσάν και 500 ακολούθους του Κολοκοτρώνη υπό τον ανεψιόν αυτού Αποστόλην και τους δύο υιούς του, τον Πάνον αναβάντα εις Τριπολιτσάν προ ολίγων ημερών από του Ισθμού, και τον Γενναίον.

Εν τούτοις ο εχθρικός στόλος ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της Ζακύνθου, υπεδέχθη φιλικώτατα παρά των ουδετέρων του τόπου εκείνου Αρχών, επρομηθεύθη τροφών, και την 7 σεπτεμβρίου κατέπλευσεν εις Πάτρας όπου ήλθαν και συνηνώθησαν καί τινα των εν τοις ηπειρωτικοίς παραλίοις πλοίων, περί ων άλλοτε ανεφέραμεν, καί τινα αλγερινά· συνηριθμούντο δε όλα 60, εν οις τρία δίκροτα, και επτά φρεγάται.

Οι δε ατυχείς αρχηγοί της Αχαΐας μετά τα εν Πάτραις πρώτα παθήματά των έσπευσαν να στρατολογήσωσι και καταλάβωσι διαφόρους θέσεις, αν όχι εις βλάβην, τουλάχιστον εις συστολήν των εχθρών ενδυναμωθέντων διά των εκεί μεταβάντων Λαλιωτών, και διά 1500 Αλβανών αποσταλέντων παρά του Χουρσήδη υπό τον αρχιπυροβολιστήν Ασλανάκην· ήσαν δε οι εν Πάτραις Τούρκοι πάντοτε κύριοι των πέριξ της πόλεως και εξήρχοντο ελευθέρως απάγοντες ζώα και ξυλευόμενοι· πολλάκις δε επροχώρουν και όπου εφύλατταν οι Έλληνες και ηκροβολίζοντο, πάντοτε υπερέχοντες· κατά τους ακροβολισμούς δε τούτους διεκρίνετο ο Παναγιώτης Καρατσάς, ο τολμηρότερος των Ελλήνων αρχηγών εκείνου του μέρους, όστις όχι μόνον επολέμει τους Τούρκους επί των πεδινών τόπων, αλλά έπιπτε την νύκτα και εις αυτήν την πόλιν. Αι Πάτραι δεν ήτο δυνατόν να πέσωσι ειμή διά της πείνας, καθώς διά της πείνας έπεσαν και τα άλλα φρούρια· αλλ' ο αποκλεισμός των πάντοτε ανεπαρκής διά ξηράς, έγεινεν ανεπαρκέστερος αφού τόσον εδυναμώθη η φρουρά των· διά θαλάσσης δε εκ διαλειμμάτων μόνον και σπανίως απεκλείοντο· ώστε όχι μόνον των προς τροφήν επρομηθεύοντο αφθόνως, αλλά και των προς τρυφήν.

Δεν είναι πολλού λόγου άξιοι οι μετά τα πρώτα κατά τας Πάτρας συμβάντα συχνοί εκεί ακροβολισμοί, διότι ούτε αποτέλεσμα έφεραν, ούτε διά τινος περιέργου συμβάντος, εκτός ολίγων φόνων, διεκρίθησαν. Τόσον ανενόχλητοι συνήθως έμεναν οι Τούρκοι, ώστε την 23 ιουνίου υπήγαν και έκαυσαν το μοναστήριον του Ομπλού, τρεις ώρας μακράν των Πατρών. Την δε 3 ιουλίου επροχώρησαν και εις τα Μαύρα Βουνά και εκτύπησαν το καλώς οχυρωμένον σπηλαιωτικόν μετόχι. Αλλ' ολιγώτατοι στρατιώται και καλόγηροι εγκλεισθέντες ούτε τας επιρριπτομένας κανονοσφαίρας και βόμβας, ούτε δισχιλίων και πεντακοσίων οπλοφόρων ακατάπαυστον και πολύωρον τουφεκισμόν εφοβήθησαν. Μεσούντος δε του Ιουλίου οι Έλληνες ετοποθετήθησαν πλησιέστερον των Πατρών και ήρχισαν έκτοτε να εμπνέωσι φόβον ερχόμενοι εις μάχην μετά των εχθρών· η φονικωτέρα συνέβη την νύκτα της 2 αυγούστου και την ακόλουθον ημέραν, παρευρεθέντων εν τη μάχη του Γρίβα και του Καρατσά. Οι δύο ούτοι φιλοπόλεμοι νέοι, εν ώ ήσαν οι Έλληνες εστρατοπεδευμένοι εν τω χωρίω της Γλυκάδας, έπεσαν αίφνης την ρηθείσαν νύκτα επί τους κατέχοντας το μοναστήριον του Γηροκομείου εχθρούς πολλά πλησίον της πόλεως κείμενον. Ακούσαντες τον τουφεκισμόν οι εν αυτή Τούρκοι εξεστράτευσαν όλοι εις βοήθειαν των πασχόντων αδελφών των· εξώρμησε και όλον το εν τη Γλυκάδα ελληνικόν στράτευμα, και ούτως η μάχη έγεινε γενική δι' όλης της ημέρας, και οι Έλληνες κατεδίωξαν τους επελθόντας έως εις τα άκρα της πόλεως. Ελέγετο δε ότι κατά την μάχην εκείνην εσκοτώθησαν 100 Τούρκοι· εσκοτώθησαν και 20 Έλληνες, εν οις και ο άξιος μαχητής Καλαβρυτινός Μπενιζέλος.

Οι δε Τούρκοι, προθέμενοι ν' απομακρύνωσι της πόλεως ως και πρότερον τους Έλληνας, εξεστράτευσαν την 5 πανστρατιά υπό την οδηγίαν του Ισούφπασα σύροντες τέσσαρα κανόνια και μίαν βομβοβόλον, και εστρατοπέδευσαν εκτός του Γηροκομείου. Οι Έλληνες κατείχαν τότε το χωρίον Ρωμανού, τον λινόν του Χουσεήναγα και τα πέριξ. Τρία ημερονύκτια επολέμησαν οι Τούρκοι τους εν τω λινώ του Χουσεήναγα επί σκοπώ να τους διασκορπίσωσιν, αλλά, χάρις εις τους εκεί ευρεθέντας, Γρίβαν, Φωκάν, Γκεντιλίνην και Καρατσάν, απεκρούσθησαν, εγκατέλειψαν και αυτήν την θέσιν του Γηροκομείου και εισήλθαν κατησχυμένοι εις το φρούριον. Η θάλασσα εν τοσούτω ήτον ανοικτή, και τροφαί εκομίζοντο εις τας Πάτρας ελευθέρως· και επειδή οι αποκλεισμοί των Ελλήνων δεν ανεγνωρίζοντο εισέτι, πολεμικά ευρωπαϊκά πλοία επροστάτευαν αναφανδόν τα εισπλέοντα υπό τας σημαίας των βασιλέων αυτών τροφοφόρα. Αλλά και αυτή η οπωσούν επί της ξηράς καλή κατάστασις των Ελλήνων πολλά ολίγον διήρκεσεν εξ αιτίας των αναφυεισών διχονοιών και διαιρέσεων μεταξύ των προκρίτων και των οπλαρχηγών. Εκείναις ταις ημέραις εδολοφονήθη και ο άριστος Καρατσάς. Το πρώτον τούτο επί της επαναστάσεως της δολοφονίας ανοσιούργημα, πραχθέν εν τω μοναστηρίω του Ομπλού την 4 σεπτεμβρίου υπό των Κουμανιωτών δι' αντιζηλίαν, αφήρεσε την αμοιβαίαν πίστιν, διήγειρε φόβους και συνέτρεξεν εις την εν μέρει διάλυσιν των εκεί ελληνικών στρατευμάτων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των περί τας Πάτρας συστρατοπεδευόντων ότε ο εισβολής στόλος εφάνη έμπροσθεν της πόλεως εκείνης.

Ό,τι ήρχισε να ενεργή ως προς την διάλυσιν των ελληνικών στρατευμάτων η διχόνοια και η δολοφονία, το απετελείωσεν η άφιξις του στόλου.

Σεπτέμβριος Την 9 σεπτεμβρίου οι εν Πάτραις Τούρκοι, συμπαραλαβόντες καί τινας των επί του στόλου εις απόβασιν Αλβανών, εστράτευσαν, ως χίλιοι, επί τους κατέχοντας τας τρεις μακρυνάς θέσεις, την του Σαραβαλίου υπό τους Πετμεζάδας και Κουμανιώτας, την του Πουρναροκάστρου υπό τον Ζαήμην, και την του μετοχίου του Ομπλού υπό τον Σισίνην. Οι εν Σαραβαλίω όλοι έφυγαν την προτεραίαν νύκτα ιδόντες τον στόλον· ανεχώρησαν αμαχητί και οι εν Πουρναροκάστρω· δεν αντέστησαν ουδ' οι εν μετοχίω και εγκαταλείψαντες τας αποσκευάς και τα δύο κανόνια ανέβησαν εις τα ορεινότερα μέρη, καταδιωκόμενοι και εκεί υπό των Τούρκων εγγύς όντων να ζωγρήσωσι και τον Σισίνην φεύγοντα.

Μετ' ολίγας δε ημέρας το πλείστον μέρος του στόλου υπό τον Γιβραλτάρην, φέρον εις απόβασιν τον Ισούφπασαν και 700 Αλβανούς, μετέβη εις Βοστίτσαν, ην ηύρε πανέρημον και την κατέκαυσε καυθείσαν, ως είδαμεν, και επί της εκείθεν διαβάσεως των περί τον κεχαγιάμπεην· διεσπάρησαν δε οι εχθροί εις όλην την επαρχίαν της Βοστίτσης λαφυραγωγούντες και απάγοντες ζώα. Την δε 19 έπλευσεν ο στόλος εις την αντίπορθμον ξηράν, εκανονοβόλησεν αβλαβώς την Βετρινίτσαν και παρέστη έμπροσθεν του Γαλαξειδίου.

Η κωμόπολις αύτη κείται επί της δυτικής άκρας του κρισσαίου κόλπου ή κόλπου των Σαλώνων, ούτως ονομαζομένου, διότι ολίγον ενδότερον προς τον μυχόν αυτού κείνται η Κρίσσα πόλις των αρχαίων, και τα Σάλωνα πόλις των νεωτέρων Ελλήνων. Είχε δε επί της επαναστάσεως 700 οικίας, και 40 πλοία (καράβια), εκτός πολλών μικρών, πλέοντα όλην την Μεσόγειον· έχει και λιμένα αξιόλογον.

Οι κάτοικοι, υποπτεύοντες διά θαλάσσης προσβολήν, είχαν οχυρώσει διά κανονίων το έξωθεν του στόματος του λιμένος νησίδιον εις προφύλαξιν των πλοίων και της κωμοπόλεως, και αντέστησαν την πρώτην ημέραν ευτυχώς προς τον αδιακόπως κανονοβολούντα στόλον. Ήσαν δε και 200 στρατιώται επί της ξηράς εις εμπόδιον της μελετωμένης αποβάσεως· αλλά την επελθούσαν νύκτα έγειναν άφαντοι. Την δε ακόλουθον ημέραν απεβιβάσθησαν 1000 Τούρκοι εις την ξηράν, εκυρίευσαν τα πλοία, εξ ών 13 ήσαν ένοπλα, εκυρίευσαν και το επί του έξωθεν του στόματος του λιμένος νησιδίου κανονοστάσιον και αυτήν την κωμόπολιν, έσφαξαν πεντέξ εναπομείναντας γέροντας, και γραίας, καταφυγόντων των κατοίκων της εις τα ενδότερα, έκαυσαν την κωμόπολιν, και παραλαβόντες 34 πλοία, τα ογκωδέστερα και ευχρηστότερα, εν οις και τα μετακομίσαντα εις Πελοπόννησον τους περί τον Μεταξάν και Μερκάτην δύο ιόνια, και καύσαντες όλα τάλλα, μικρά μεγάλα, επανέλευσαν εις Πάτρας.

Ευδοκίμησεν ο στόλος εν τω περίπλω τούτω, διότι και τα φρούρια Μοθώνης και Κορώνης επεσίτισε, και τα εκτός της Κορώνης και των Πατρών ελληνικά στρατόπεδα φανείς διέλυσε, και όλην την εν τω κορινθιακώ κόλπω ελληνικήν ναυτικήν δύναμιν, την ενοχλούσαν τα εκεί φρούρια, κατέστρεψεν. Ο κύριος σκοπός του ήτον να διευκολύνη την μετάβασιν των τουρκικών στρατευμάτων από της αντικρύ στερεάς εις Πελοπόννησον· αλλ' η εκστρατεία εματαιώθη εν τη μάχη των Βασιλικών· διά την αιτίαν ταύτην και διά την προσεγγίζουσαν ώραν του χειμώνος, καθ' ην οι απειροθάλασσοι Τούρκοι αγαπούν να διαχειμάζωσιν εντός ασφαλών λιμένων, ο στόλος, σύρων και τα εν τω Γαλαξειδίω αλωθέντα πλοία, απέπλευσε των Πατρών, και την 24, 25, και 26 κατέπλευσεν όλος πάλιν εις τον λιμένα της Ζακύνθου, όπου αι ουδέτεραι Αρχαί τον εδέχθησαν ως και την πρώτην φοράν ευμενέστατα.

Ο δε Υψηλάντης, διαβάς διά των Καλαβρύτων, συμπαρέλαβε χιλίους υπό τον Χαραλάμπην, τους Πετμεζάδας και τον Σολιώτην· αλλά δεν έφθασεν εις Βοστίτσαν ειμή αφ' ού απέπλευσεν ο εχθρικός στόλος· οδεύων δε παρά την παραλίαν προς τον Ισθμόν και φθάσας εις την μονήν της αγίας Ειρήνης, ολίγας ώρας απέχουσαν της Βοστίτσης, είδεν αντίπεραν καιόμενον το Γαλαξείδι· την δε 22 σεπτεμβρίου έφθασεν εις τα Βασιλικά (Σικυώνα).

Εν ώ δε ο εχθρικός στόλος διέπλεε την ελληνικήν θάλασσαν και κατέστρεφεν, ο ελληνικός διέμενεν άπλους. Τα πλοία, ως ιδιόστολα, ήσαν δικαίω τω λόγω και δυσκίνητα, αλλ' ο μέγας κίνδυνος της πατρίδος έπεισε και ταύτην την φοράν τους γενναίους νησιώτας εις νέας χρηματικάς καταβολάς, δι' ων εφοδιασθέντα 35 εξέπλευσαν προς τα δυτικά της Πελοποννήσου εις συνάντησιν των εχθρικών· συνεξέπλευσε κατά πρώτην φοράν και ο Ανδρέας Βώκος, ο και Μιαούλης ως απλούς πλοίαρχος. Ολίγον διέμεινεν ο εχθρικός στόλος εν Ζακύνθω, και απέπλευσε διευθυνόμενος εις Κωνσταντινούπολιν καθ' όν καιρόν έπλεε προς τον κορινθιακόν κόλπον ο ελληνικός. Αφιχθέντος δε τούτου εκτός της Ζακύνθου, έστειλαν οι αρχηγοί αξιωματικόν εις το υγειονομείον ίνα μάθη τι περί του εχθρικού· αλλ' αι Αρχαί απέπεμψαν τον αποσταλέντα εχθρωδώς απαγορεύσασαι αυτώ πάσαν συνέντευξιν μετά των επί ξηράς και πάσαν αγοράν. Η διαγωγή αύτη της αγγλοϊονικής κυβερνήσεως ήτο φανερά παράβασις της ουδετερότητας, ην επηγγέλλετο. Αφού εδέχθη δις ολόκληρον οθωμανικόν στόλον, πώς απέπεμπε μίαν ελληνικήν λέμβον; Πλέων δε ο ελληνικός μεταξύ Ζακύνθου και Κεφαλληνίας έμαθεν ό,τι επεθύμει παρά τινων θαλασσοπορούντων και εστράφη προς τας Σπέτσας και την Ύδραν υποπτεύσας μη ο εχθρικός τας προσβάλη επί του διάπλου. Αλλ' ούτος ηύρε τόσω σφοδράν αντίπνοιαν έξωθεν των μεσσηνιακών φρουρίων, ώστε ηναγκάσθη να ποδίση προς την Ζάκυνθον. Εξ αιτίας δε της ανεμοζάλης απεμακρύνθη έν δικάταρτον αλγερινόν 20 κανονίων, και εμπεσόν εις τον ελληνικόν στόλον, και πολεμούμενον πανταχόθεν, αντέστη κατ' αρχάς γενναίως, αλλά μη βλέπον τρόπον σωτηρίας και καταδιωκόμενον υπό των πλοίων του Σαχίνη και του Ραφαλιά ερρίφθη προς τα νότεια της Ζακύνθου εις τόπον λεγόμενον Υψόλιθρον, σχεδόν ημίκαυστον και εσυντρίβη· 20 των ναυτών του εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και 40 αβλαβείς διεσώθησαν.

Ανεφέραμεν ήδη πόσον ανεφλέχθη το πνεύμα των Επταννησίων αρξαμένου του ελληνικού αγώνος· δεν ίσχυσαν δε να σβέσωσι τον υπέρ αυτού ενθουσιασμόν των ούτε ο ανυπόκριτος φιλοτουρκισμός ούτε η σιδηρά χειρ του τότε μεγάλου αρμοστού Θωμά Μαιτλάνδου, αξίου ανδρός, αλλά τόσον δεσποτικού, ώστε αυτοί οι συμπατριώται του τον παρονόμαζαν Σουλτάν - Θωμάν (King Tom). Εις μάτην ο αρμοστής ούτος εκήρυττεν ουδετερότητα και επηγρύπνει εις την μη παράβασίν της υπέρ των Ελλήνων· εις μάτην εδήμευεν υπάρχοντα και κατεδίκαζεν εις αειφυγίαν· οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι και τας προκηρύξεις του εποδοπάτουν, και τας ποινάς του ωλιγώρουν, και τας απειλάς του εχλεύαζαν, και τον ελληνικόν αγώνα υπεστήριζαν διά παντός τρόπου και δι' αυτών των επ' εκκλησίας πανδήμων δεήσεων υπό τον βροντώδη ήχον των κωδώνων εις επήκοον της δυσμενούς Αρχής.

Τούτων ούτως εχόντων, εύκολον είναι να συμπεράνη τις πόσον εξήφθη ο φύσει ενθουσιώδης λαός της Ζακύνθου, ότε είδεν όχι μόνον την εθνικήν του σημαίαν κυματίζουσαν, αλλά και τον τυραννούμενον αδελφόν του μαστίζοντα κατά τον Υψόλιθρον τον αλλογενή και αλλόπιστον τύραννόν του. Χωρία ολόκληρα εκενώθησαν, και οι κάτοικοι των έτρεξαν ένοπλοι όπου έπεσε το τουρκικόν πλοίον· έτρεξαν συγχρόνως εις τον αυτόν τόπον και 20 στρατιώται Άγγλοι προς διατήρησιν των υγειονομικών διατάξεων. Μεγάλη λογομαχία επήλθε κατ' αρχάς μεταξύ του Άγγλου αξιωματικού καί τινων εκ των χωρικών. Επροσπάθει ο αξιωματικός να τους επαναγάγη εις τα χωρία των· αλλά μη εισακουόμενος εκτύπησεν ένα δι' ης εβάσταζεν ιππομάστιγος. Εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι ευερέθιστοι χωρικοί να τουφεκίσωσι την φρουράν, εσκότωσαν ένα στρατιώτην, επλήγωσαν δύο και τον αξιωματικόν· τους αντετουφέκισε και η φρουρά· αλλ' ο μικρός αριθμός της ήτον ανίκανος ν' αντισταθή μέχρι πολλού προς τον μέγαν αριθμόν των χωρικών· διά τούτο υπεχώρησεν εις τους πλησίον πύργους· αλλά και εκεί την εκτύπησαν την νύκτα οι χωρικοί.

Εν ώ δε τοιαύτα συνέβαιναν επί της ακτής της Ζακύνθου, πλοία του προς την Ύδραν και Σπέτσας πλέοντος ελληνικού στόλου έπεσαν υπό το σκότος της νυκτός εις το μέσον του εχθρικού μεταξύ Ζακύνθου και Γλαρέντσας και εκινδύνευσαν. Αλλά παρευρεθείς ο Μιαούλης εφάνη αυτοφυής ναύαρχος· έφερε τα πλοία όσον εδύνατο πλησιέστερον της πελοποννησιακής ξηράς, διέταξε να παραπλέωσι, και τοιουτοτρόπως τα μεγαλόσωμα εχθρικά, μη δυνάμενα να πλεύσωσιν εις ολιγοβαθή νερά, εκανονοβόλουν μακρόθεν όλον το νυχθήμερον επί ματαίω. Την δε επελθούσαν νύκτα διεξέπλευσαν τα ελληνικά σώα· μόνον το του Θεοδωρή Γ. Μέξη καθήσαν, εκυρίευσαν οι εχθροί και έσβεσαν ην άναψαν φλόγα οι ναύται του αποβάντες όλοι αβλαβείς εις την ξηράν.

Μετά την ναυτικήν ταύτην αψιμαχίαν, ο οθωμανικός στόλος εισέπλευσεν αύθις τον λιμένα της Ζακύνθου, παρέλαβε τους διασωθέντας ναύτας του αλγερινού πλοίου, και απέπλευσε την 3 οκτωβρίου· βλάψας δε κατά τον πλουν του την μηδεμίαν αιτίαν παρασχούσαν Σαμοθράκην, εισήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν την 12 νοεμβρίου, επιδεικνύων τα συλληφθέντα του Γαλαξειδίου πλοία, και κρεμάσας επί των καταρτιών αυτών 30 αθλίους ναύτας αιχμαλωτισθέντας, ως έλεγαν οι του στόλου εν Γαλαξειδίω· αλλ', επειδή δεν ευρέθη ψυχή ζώσα επί της εις την κωμόπολιν εκείνην αποβάσεώς των, επιστεύετο, ότι οι κρεμασθέντες ήσαν εκ των δυστυχών Χριστιανών των πληρωμάτων αυτού του στόλου. Ο δε Καρα - αλής προήχθη διά τον επισιτισμόν των φρουρίων και την καταστροφήν του Γαλαξειδίου εις τον βαθμόν του Καπητάμπασα.

Το δε κατά τον Υψόλιθρον συμβάν ηνάγκασε τον ύπαρχον Ζακύνθου να βάλη χωρία τινά υπό τον στρατιωτικόν νόμον. Ο δε ανθαρμοστής Αδάμ όχι μόνον ενέκρινε το πραχθέν, αλλ' εφήρμοσε τον νόμον καθ' όλην την νήσον. Προς εκτέλεσιν δε αυτού μετέβη εις Ζάκυνθον και διέχυσε μέγαν τρόμον. Πέντε χωρικοί εκρεμάσθησαν ως πρωταίτιοι των κατά τον Υψόλιθρον συμβάντων, ο Θεόδωρος Πέτας Γλάρος, ο Διονύσιος Κοντονής, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, (ο Αντώνης Ζούκας) και ο Γιάννης Κλαδιανός· τα σώματα δε αυτών ετέθησαν εντός κλωβίων υψωθέντων επί των κορυφών των πέριξ της πόλεως και του λιμένος βουνών εις φρίκην των θεατών· όλοι δε οι κάτοικοι της νήσου αφωπλίσθησαν, και 100 πάσης κλάσεως, εν οις και ιερείς, απήχθησαν εις το φρούριον ως ένοχοι, ως ύποπτοι ή ως απειθείς.

Τον νόμον τούτον έλαβεν αφορμήν να κηρύξη ισχύοντα και ο ύπαρχος Κυθήρων εν τω χωρίω των Καβάνων· εκηρύχθη ισχύων μετ' ολίγον και καθ' όλην την νήσον· εκηρύχθη δε εν τω χωρίω των Καβάνων, διότι οι κάτοικοί του, παρασυρόμενοι υπό του προς τον ελληνικόν αγώνα ενθουσιασμού, συνέλαβαν 50 Τούρκους, άνδρας γυναίκας και παιδία, πλέοντας εις Κρήτην και ορισθέντας εκ περιστάσεως προς την νήσον, και τους εξωλόθρευσαν ανηλεώς και αναιτίως, τους μεν φονεύσαντες, τους δε ρίψαντες εις την θάλασσαν· αντέστησαν δε και προς τους υπηρέτας της εξουσίας σταλέντας προς σύλληψιν των ενόχων· διά ταύτην την αιτίαν πολλοί χωρικοί συνελήφθησαν και δύο εξ αυτών εθανατώθησαν· οι δε πρωταίτιοι κατέφυγαν εις Πελοπόννησον. Συγχρόνως εκηρύχθη ισχύων ο στρατιωτικός νόμος και εν Κεφαλληνία και εν αγία Μαύρα, και εν τη πρωτευούση νήσω των Κορυφών· και εν μεν τη Κεφαλληνία κατά το λέγειν αυτού του ανθαρμοστού (β), εκηρύχθη όχι διότι έπραξαν οι κάτοικοί της όσα οι Ζακύνθιοι, αλλά διότι ενδεχόμενον ήτο να πράξωσι τοιαύτα εν ομοία περιστάσει· εν δε τη αγία Μαύρα, διότι η νήσος εκείνη, χωριζομένη της ξηράς διά στενού και διαβατού πορθμού, υπέκειτο εις ληστρικάς εκείθεν επιδρομάς· εν δε τη νήσω των Κορυφών, διότι, αν και ο τόπος εκείνος διέμεινεν ήσυχος και ευπειθής, δεν ήτον εύλογον να εξαιρεθή του γενικού κανόνος. Διά τοιούτους λόγους αφωπλίσθησαν τας ημέρας εκείνας συγχρόνως όλοι οι Επταννήσιοι, πταίσται, αθώοι, φιλοτάραχοι και φιλήσυχοι. Ολίγας δε ημέρας μετά τα συμβάντα ταύτα, ήτοι την 17 Οκτωβρίου, εξεδόθη άλλο κήρυγμα λέγον, ότι από της ημέρας εκείνης ούτε οθωμανικά ούτ' ελληνικά πλοία πολεμικά ήσαν δεκτά, ειμή εν περιστάσει τρικυμίας, εις τους λιμένας του ιονίου κράτους, ότι μόνον αδεία των αρμοδίων Αρχών, επετρέπετο η μετά των ρηθέντων πλοίων κοινωνία, και ότι όστις κατοικών εν τω ιονίω κράτει απεπειράτο να κοινωνήση μετά των επί των ρηθέντων πλοίων άνευ αδείας, εθεωρείτο και επαιδεύετο ως ένοχος φανεράς παρακοής. Τοιαύτη ήτον η προς τους Επταννησίους διαγωγή της αρμοστίας, και τοιαύτη η διάθεσίς της προς τον ελληνικόν αγώνα υπό το ψευδές πάντοτε όνομα αυστηράς και αμερολήπτου ουδετερότητος.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Κορώνην, έπλευσε την αυτήν ημέραν εις Καλαμάταν. Φόβος μέγας κατέλαβε τους εκεί, και υπό το κράτος του φόβου οι επί της κυριεύσεως της Καλαμάτας παραδοθέντες Τούρκοι ως εκατόν, στελλόμενοι δήθεν χάριν ασφαλείας εις Μάνην, εμιαιφονήθησαν καθ' οδόν επί προφάσει μη λάβωσιν όπλα επί της αφίξεως των συναδέλφων των.

Μέγας και πολύς ήτον εν Τριπολιτσά ο κεχαγιάμπεης εν όσω ενίκα· αλλ' ουδείς τον εσέβετο ουδ' υπήκουεν αφ' ού έπαυσε νικών. Ανηγέρθησαν τότε, καθώς συμβαίνει συνήθως επί των αποτυχιών, πολλαί κεφαλαί· διηρέθησαν δε όλοι εις τρία μεγάλα κόμματα· εις το των εντοπίων Τούρκων ους εκίνουν ο Κιαμίλμπεης, ο Μουσταφάμπεης, ο Δεφτερδάρης και ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης· εις το του κεχαγιάμπεη και καϊμακάμη, ήτοι των ασιανών, και εις το των συναναβάντων μετά του κεχαγιάμπεη Αλβανών των υπό τον Ελμάσμπεην. Το πρώτον κόμμα εζήτει ασφάλειαν, το δεύτερον τιμήν, το τρίτον χρήματα. Και τα τρία έβλεπαν πάσαν αντίστασιν ματαίαν, αφ' ού μάλιστα επείσθησαν, ότι οι έξωθεν ερχόμενοι εις βοήθειαν ομόπιστοί των ηττήθησαν κατά τα Βασιλικά. Αλλ' οι περί τον κεχαγιάμπεην ήσαν γνώμης να μη εμπιστευθώσιν εις επισφαλή συμβιβασμόν, αλλά να εξέλθωσιν όλοι πανέστιοι διά νυκτός, και διελθόντες το εχθρικόν στρατόπεδον να καταφύγωσιν όσοι επιζήσωσιν εις Ναύπλιον. Αν τολμηρά ήτον η γνώμη αύτη, ήτον η μόνη παρέχουσα ελπίδα σωτηρίας. Αλλ' οι Αλβανοί ήξευραν ότι, αποχωριζόμενοι των συναδέλφων των, εσυμβιβάζοντο μετά των Ελλήνων και ευκόλως και επικερδώς· όθεν, ως άνθρωποι του συμφέροντος, δεν επείθοντο να ριψοκινδυνεύσωσιν επ' ωφελεία άλλων. Εις τόσην δε αναισχυντίαν περιέπεσαν, ώστε εμονοπώλουν τας εναπολειφθείσας τροφάς, και επώλουν πολλάκις και αυτό το εν τη πόλει νερόν· απαιτούντες δε απειλητικώς τους υστερούντας μισθούς των, απέκλεισαν και αυτόν τον κεχαγιάμπεην εν τω παλατίω του και τους έλαβαν διά της βίας. Οι δε εντόπιοι Τούρκοι είχαν άλλας αιτίας να μη εγκρίνωσι το περί της εξόδου σχέδιον του κεχαγιάμπεη· δεν ήθελαν να θέσωσιν εις κίνδυνον τας οικογενείας των· έχοντες δε σχέσεις προς τους προκρίτους της Πελοποννήσου ως συμπατριώτας των, ήλπιζαν πάντοτε να συμβιβασθώσι και λυτρωθώσι. Τοιαύτη διαφωνία επεκράτει εν Τριπολιτσά καθιστώσα την δεινήν θέσιν της πολύ δεινοτέραν. Η εγγίζουσα δε εκπολιόρκησις έφερεν έξωθεν των τειχών τόσον πλήθος οπλοφόρων επ' ελπίδι λαφυραγωγίας, ώστε συνηριθμούντο τας τελευταίας ημέρας τουλάχιστον 15000· επεκράτει δε και τόση αταξία και απροσεξία εν τω στρατοπέδω, ώστ' ελαθροπώλουν τινές αισχροκερδείς προς τους πολιορκουμένους υπό το σκότος της νυκτός τροφάς. Ειδοποιηθείς ο Κυριακούλης ότι προσήλθαν τίνες επί τω σκοπώ τούτω υπό το τείχος κρυφίως, παρέλαβέ τινας των περί αυτόν και έτρεξε να τους διασκορπίση και τιμωρήση· αλλά τους υπεράσπισαν οι έσωθεν τουφεκίζοντες, και εξώρμησαν πολλοί αυτών εις τιμωρίαν των προθυμηθέντων να παύσωσι την αθέμιτον ταύτην τροφεμπορίαν· έτρεξαν τότε και πολλοί Έλληνες ακούσαντες τον τουφεκισμόν, έτρεξε και αυτός ο Κολοκοτρώνης, και μετά δίωρον μάχην ηναγκάσθησαν οι εξορμήσαντες, πολλά παθόντες, να καταφύγωσιν εις την πόλιν.

Εντοσούτω, τα σχέδιον του συμβιβασμού υπερίσχυσεν, αλλ' ουδείς ετόλμα να το προβάλη αναφανδόν. Εν τοις τοιούτοις καιροίς ισχύει παρά τοις Οθωμανοίς πολλάκις το γυναικείον φύλον. Εν Κωνσταντινουπόλει συχνάκις κινείται ο όχλος των γυναικών αυθαδώς και ατιμωρήτως κατά των Αρχών εν καιρώ σιτοδείας· εντεύθεν ορμώμενοι και οι εν Τριπολιτσά, οι θέλοντες υπέρ τους άλλους τον συμβιβασμόν, υπεκίνησαν τας Οθωμανίδας. Την 6 σεπτεμβρίου συνήχθησαν κάτωθεν του παλατίου πάμπολλαι και οδυρόμεναι εκραύγαζαν, ότι απέθνησκαν της πείνας και της δίψας και επεκαλούντο εν ονόματι του θεού και του βασιλέως των τον ταχύν συμβιβασμόν μετά των πολιορκητών, ως την μόνην αποτροπήν του παντελούς ολέθρου. Συνήλθαν τότε εις το παλάτιον οι πρόκριτοι, και ενώπιον του κεχαγιάμπεη, μη δυναμένου πλέον μηδ' αυτού ν' αντιτείνη, ενεκρίθη να γείνωσι προς τους Έλληνας προτάσεις συμβιβασμού διά των αρχιερέων και προεστώτων.

Των ανδρών τούτων ο εν Τριπολιτσά βίος ήτο μαρτύριον. Κατ' αρχάς έζων υπό απλήν φύλαξιν, αν και πάντοτε εν μέσω απειλών και κινδύνων· αλλά μόλις ένα μήνα διήρκεσεν η τοιαύτη κατάστασίς των.

Αρχομένου του απριλίου αφώπλισεν η εξουσία και εδέσμευσε 18 ενόπλους συναναβάντας εις Τριπολιτσάν ως σωματοφύλακας αυτών· την δε 16 έφερεν ο όχλος ενώπιον της εξουσίας Χριστιανόν τινα Τριπολιτσιώτην επί λόγω ότι τον συνέλαβεν έξω της πόλεως στελλόμενον προς τους πολιορκητάς εις ανακάλυψιν πολεμικού τινος τουρκικού σχεδίου. Επί τη μαρτυρία αυτού απεκεφαλίσθησαν ο ανεψιός ενός των προεστώτων και είς των υπηρετών αυτών ως αποστείλαντες τον συλληφθέντα προς τους Έλληνας. Τούτου γενομένου, ηκούσθη φωνή λέγουσα «διατί σκοτόνομεν τους υπηρέτας και φυλάττομεν τους κυρίους»; και επί τη φωνή ταύτη ώρμησεν ο όχλος εις σφαγήν των κυρίων· αλλ' απεκρούσθη υπό της φρουράς. Αυθεσπερί δε απεφασίσθη να φυλακισθώσιν οι αρχιερείς και οι προεστώτες εις καθησύχασιν του όχλου, και η απόφασις εξετελέσθη την επαύριον. Μόνοι δεν εφυλακίσθησαν ο Κορίνθου Κύριλλος, ο Σωτήρης Νοταράς, ο Μήτρος Ροδόπουλος (γ), ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Ανάστασης Μαυρομιχάλης, ως προστατευόμενοι ο πρώτος και ο δεύτερος υπό του Κιαμήλμπεη, ο τρίτος και ο τέταρτος υπό του Μουσταφάμπεη, και ο Μαυρομιχάλης υπό του καϊμακάμη. Γενομένης δε την επιούσαν νέας οχλαγωγίας, εφονεύθησαν οι προδεσμευθέντες 18 σωματοφύλακες. Οι δε αρχιερείς, οι προεστώτες και οι υπηρέται αυτών, όλοι 38, συνεσωρεύθησαν εν μια και τη αυτή φυλακή, τη των κακούργων, ήτις είχεν εμβαδόν μόλις 150 πηχών και έν μικρόν παράθυρον· ήσαν δε όλοι, εκτός δύο υπηρετών, αλυσοσύνδετοι από του τραχήλου οι μεν κύριοι διά μιας οι δε υπηρέται δι άλλης αλύσεως· ώστε, ενός ανισταμένου, όλοι εξ ανάγκης συνανίσταντο· ετρέφοντο δε όσον αποζήν και εβίωσαν τον πολυώδυνον τούτον βίον πέντε μήνας· δις μόνον εν τω διαστήματι τούτω εξήχθησαν της φυλακής, αλλά μετ' ολίγας ημέρας επανήχθησαν.

Σεπτέμβριος Αφού δε ενεκρίθη να μεταχειρισθώσιν οι πολιορκούμενοι τους άνδρας τούτους ως όργανα των σκοπών των, τους εξήγαγαν του δεσμωτηρίου, όπου είχαν ήδη αποθάνει ο Μονεμβασίας Χρύσανθος καί τις διάκονος, όλους ρακενδύτας, όζοντας, φθειριώντας, ημιθανείς εκ της ασιτίας και κακουχίας, σκιάς ανθρώπων μάλλον ή ανθρώπους. Έξ απέθαναν εν μια και μόνη ημέρα εν Τριπολιτσά μετά την αποφυλάκισιν, εν οις τρεις αρχιερείς, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός και ο Δημιτσάνης Φιλόθεος· δύο δε προεστώτες εξεψύχησαν καθ' οδόν μετακομιζόμενοι εις τα ίδια, ο Θεόδωρος Δηληγιάννης και ο Ιωάννης Περρούκας. Αφ' ού δε επεριποιήθησαν οι Τούρκοι ους έως χθες εβασάνιζαν και εδικαιολογήθησαν ότι τους εφυλάκισαν εις διάσωσίν των από της ορμής του όχλου, τους διέταξαν να γράψωσι τοις πολιορκηταίς γράμματα όπως αυτοί τα υπαγόρευσαν. Ήσαν δε απειλητικά μάλλον ή συμβιβαστικά, διότι τους εμέμφοντο οι γράψαντες διά την μεγάλην αχαριστίαν των προς τόσον ευμενή εξουσίαν, τοις έλεγαν να έλθωσιν εις εαυτούς, να γνωρίσωσι το σφάλμα των, να καταθέσωσι τα όπλα και να επικαλεσθώσι το έλεος του πολυευσπλάγχνου σουλτάνου του εξουσιάζοντος τα δύο τρίτα του κόσμου και του διά μόνης της κατάρας δυναμένου να τους αφανίση· ει δε και παρήκουαν, τους ειδοποίουν, ότι εκινδύνευαν να πωληθώσι και αυτοί, καθώς άλλοτε επωλήθησαν οι όμοιοί των Σέρβοι, προς τρία γρόσια ο άνθρωπος· επί τέλους δε τους ηρώτων τι εζήτουν· ερρίφθησαν δε τα γράμματα έξω του τείχους. Οι πολιορκηταί απεκρίθησαν, ότι εχαρίζετο τοις πολιορκουμένοις η ζωή, ησφαλίζετο η τιμή των, και επετρέπετο και η αλλού μετάβασίς των· επιπλήττοντες δε τους γράψαντας επί τουρκοφροσύνη, ως αν ήσαν κύριοι να γράψωσιν ό,τι ενέκριναν, τους εσυμβούλευαν να συνακολουθήσωσι τους φίλους των. Οι Τούρκοι επρόβαλαν συνέντευξιν πληρεξουσίων εκατέρωθεν και εισηκούσθησαν· έγεινεν ανακωχή, και εχύθη έξω της πεινώσης και διψώσης πόλεως πλήθος γυναικών και παιδίων επί φανερώ κινδύνω. Αλλ', εν ώ εξήρχοντο, οι άσπλαγχνοι και αισχροκερδείς Αλβανοί, ιστάμενοι προ των πυλώνων, τοις αφήρουν ό,τι είχαν. Παμπληθή στρατεύματα, ως είπαμεν, συνέρρευσαν τας ημέρας εκείνας εκτός της πόλεως, και αυτό το στρατόπεδον των Ελλήνων σχεδόν επείνα. Διά την αιτίαν ταύτην και εις πλειοτέραν στενοχωρίαν των εντός της πόλεως εχθρών, δεχθέντες οι Έλληνες τους κατά πρώτον εξελθόντας, δεν ήθελαν να δεχθώσι και τους εκ δευτέρου και τους ετουφέκισαν εξερχομένους· αλλά τους απώθουν και οι Τούρκοι τουφεκίζοντές τους άνωθεν του τείχους. Τότε οι Έλληνες τους παρέλαβαν εξ ανάγκης, τους ετοποθέτησαν όπισθεν του στρατοπέδου προς την οδόν των Καλαβρύτων και τους αφήκαν να τρέφωνται όπως και όθεν εδύναντο.

Την δε 15 εστήθη σκηνή επί της πεδιάδος εξ ίσου μακράν της πόλεως και του στρατοπέδου, κατά τον άγιον Αθανάσιον, και δύο ώρας προ της μεσημβρίας εξήλθαν της πόλεως έφιπποι οι πληρεξούσιοι των τριών κομμάτων, και εκάθησαν υπό την σκηνήν. Ήλθαν μετ' ολίγον και οι των Ελλήνων. Επροσηκώθησαν οι Τούρκοι ιδόντες τους Έλληνας ερχομένους, αντεχαιρετήθησαν ως ισότιμοι, και ήρχισεν η συνδιάλεξις. Οι Έλληνες, ερωτηθέντες τι εζήτουν, επανέλαβαν όσα έγραψαν και επέμεναν. Οι Τούρκοι υπεσχέθησαν να δώσωσι ταχείαν απάντησιν αφ' ού εσυμβουλεύοντο και τους εν τη πόλει, και ούτω διελύθη η πρώτη συνέντευξις· εγένετο και δευτέρα, καθ' ην επρόβαλαν οι Τούρκοι να τοις δοθώσι 1800 ζώα εις μετακόμισιν αυτών και της περιουσίας των εις τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους, και 40 ευρωπαϊκά πλοία όπως διαβιβασθώσι εις Σμύρνην ή εις άλλον τουρκικόν τόπον, να φέρωσι δε και τα όπλα των και να τρέφωνται υπό των Ελλήνων αφ' ης ημέρας υπογραφή η συνθήκη μέχρι της εις τα πλοία επιβιβάσεώς των. Οι δ' Έλληνες αντεπρόβαλαν να τους επιβιβάσωσιν ασφαλώς εις τα πλοία, αλλ' αφωπλισμένους· αφίνοντές τοις δε σώαν την περιουσίαν των απήτουν, ως αποζημίωσιν δι' όσην φθοράν επροξένησαν εν τη Πελοποννήσω και ως έξοδα του πολέμου, επέκεινα των 50 000 000 γροσίων. Δεινάς και ατελεσφόρους εθεώρησαν οι Τούρκοι τας προτάσεις ταύτας και ανέβαλαν την απάντησιν εις άλλην συνέντευξιν· αλλά και εν τη τρίτη συνεντεύξει δεν εσυμβιβάσθησαν, η ανακωχή ελύθη, και αι εχθροπραξίαι επανελήφθησαν.

Εντούτοις, υπέθαλπαν οι Έλληνες το ενυπάρχον σχίσμα των εχθρών, συγκαταβατικώτεροι φαινόμενοι προς τους Αλβανούς διά τας εξής αιτίας. Οι Σουλιώται, αφ' ού ανέκτησαν την πατρίδα των, εκηρύχθησαν, ως είδαμεν, υπέρμαχοι του Αλή και σύμμαχοι των αληπασιζόντων Αλβανών· διαδοθείσης δε της ειδήσεως, ότι έπνεεν η Τριπολιτσά τα λοίσθια, απεστάλησάν τινες παρά της συμμαχίας ταύτης προς τους πολιορκούντας την πόλιν εκείνην εις σωτηρίαν των κινδυνευόντων εν αυτή Αλβανών ως ομοφρόνων. Εδέχθησαν ευμενώς οι πολιορκηταί την αποστολήν ταύτην, και επροθυμήθησαν έτι μάλλον ν' αποσπάσωσι των άλλων τους Αλβανούς, διότι απέσπων την κυριωτέραν δύναμιν της πόλεως. Ευδιάθετοι εφάνησαν και οι Αλβανοί, διότι αποσπώμενοι ησφάλιζαν τα υλικά συμφέροντά των, αν και εθυσίαζαν την τιμήν των. Διά τους λόγους τούτους ο Ελμάσμπεης διεπραγματεύετο κατ' ιδίαν μετά των Ελλήνων επιτυχώς, και ελθών προς τον Κολοκοτρώνην εδήλωσεν, ότι έτοιμοι ήσαν οι Αλβανοί ν' αναχωρήσωσιν επί συμφωνία να φέρωσι τα όπλα και όλα τα πράγματά των, να συμπαραλάβωσι τας γυναίκας των πασάδων, τον κεχαγιάμπεην, τον καϊμακάμην, τον μπινά - εμίνην, τον καδήν και άλλους τινάς μη Πελοποννησίους Τούρκους, και να εξασφαλισθώσι κατά την εις Ήπειρον μετάβασίν των· υπέσχοντο δε να συμπολεμήσωσι κατά της Πύλης επί της εις τα ίδια επανόδου των. Και οι μεν Έλληνες εδέχθησαν τας προτάσεις ταύτας· οι δε εντόπιοι Τούρκοι έβλεπαν, ότι εχάνοντο, αν απεχωρίζοντο αυτών· οι Αλβανοί διά τούτο κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της συνενώσεως. Αλλά βλέποντες ότι οι μεν Αλβανοί εκώφευαν, οι δε Έλληνες απέρριπταν τας προτάσεις των, διηρέθησαν και αυτοί και εφρόντιζαν διά την ιδίαν σωτηρίαν διαπραγματευόμενοι είτε άτομα προς άτομα, είτε κοινότητες προς κοινότητας. Εν τούτοις οι Αλβανοί, αφ' ού κατά την εγγράφως γενομένην ιδιαιτέραν σύμβασιν αυτών και των Ελλήνων έστειλαν εις την σκηνήν του Κολοκοτρώνη τα πράγματά των, ητοιμάσθησαν να εξέλθωσι την 23. Την αυτήν ημέραν επρόβαλαν και οι λοιποί Τούρκοι να έλθωσιν εκ νέου εις λόγους μετά των Ελλήνων. Εντοσούτω η έξοδος των Αλβανών έβαλεν εις κίνησιν όλους τους εν Τριπολιτσά από πρωίας. Τινές των Ελλήνων παρετήρησαν ότι το προς την πύλην του Ναυπλίου κανονοστάσιον έμεινεν εξ αιτίας ταύτης αφρούρητον, και τρεις ώρας προ της μεσημβρίας άνευ ουδεμιάς προμελέτης ή προετοιμασίας ή ειδήσεως των αρχηγών ανέβησαν αλλεπαλλήλως 50 επί των ώμων ο είς του άλλου εν τάχει εν οις και ο Παναγιώτης Κεφάλας, εισεπήδησαν το τείχος, ήνοιξαν την αφρούρητον και ατείχιστον εκείνην πύλην, εισήγαγαν τους πλησιεστέρους συναγωνιστάς των και ανύψωσαν την ελληνικήν σημαίαν. Ιδόντες οι Τούρκοι το γεγονός έτρεξαν πληθηδόν επί τους εισελθόντας τουφεκίζοντες και τουφεκιζόμενοι. Είδαν οι έξω παρά πάσαν προσδοκίαν την ελληνικήν σημαίαν επί του τείχους, ήκουσαν και τον τουφεκισμόν και εφώρμησαν όλοι πολλαχόθεν αναβαίνοντες τα τείχη και ανοίγοντες και άλλας πύλας υπό τον σφοδρόν τουφεκισμόν και κανονοβολισμόν των εχθρών. Οι δε Αλβανοί, έμφοβοι μη εμπλεχθώσι, συνήλθαν όλοι εις την αυλήν του παλατίου ως υπό συνθήκην, και απεκαλούντο την εκπλήρωσίν της, αν όχι ως προς όλους, τουλάχιστον ως προς εαυτούς· αλλά διά την κατά τον ανωτέρω τρόπον άλωσιν της πόλεως οι Έλληνες ήθελαν να θεωρηθή η συνθήκη ως διαλελυμένη· ο Κολοκοτρώνης όμως και οι λοιποί αρχηγοί υπεσχέθησαν ν' ασφαλίσωσι μόνους τους Αλβανούς, και, εν ώ Έλληνες και Τούρκοι εμάχοντο εντός της πόλεως, τους απέπεμψαν όλους 1800 υπό την οδηγίαν του Πλαπούτα, όστις μετά τινων άλλων ωμήρευε παρ' αυτοίς αφ' ης ημέρας εγένετο ο συμβιβασμός. Εξελθόντες δε αβλαβείς και ανενόχλητοι οι Αλβανοί, παρέλαβαν σώα τα διαπιστευθέντα τω Κολοκοτρώνη πράγματά των, διενυκτέρευσαν υπό τας σκηνάς του, απέλυσαν επί τη απαιτήσει αυτού όσους εντοπίους συμπαρέλαβαν επί της εξόδου των, ανεχώρησαν την επιούσαν, και υπό την προστασίαν των συνοδευσάντων αυτούς μέχρι της Βοστίτσης Ελλήνων διεβιβάσθησαν ασφαλώς εις Τριζόνια και ωδοιπόρησαν εις Ήπειρον.

Λαός, αποτινάσσων πολυχρόνιον και βαρύν ζυγόν, κινείται πάντοτε θηριωδώς κατά των δεσποτών του· ο δε οπλοφόρος της Ελλάδος λαός ήτον έτι μάλλον ακράτητος κατ' εκείνας τας ημέρας, διότι ούτε κυβέρνησις υπήρχεν, ούτε μισθός εδίδετο, ούτε τροφαί τακτικώς διενέμοντο, ούτε μέλλον ασφαλές εφαίνετο, ούτε ο άτακτος επαιδεύετο, ούτε ο σωφρονών αντημείβετο. Διά ταύτα η ημέρα της αλώσεως της πρωτευούσης της Πελοποννήσου ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. Άνδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέθνησκαν (δ), άλλοι φονευόμενοι, άλλοι εις τας αναφανείσας εν τη πόλει φλόγας ριπτόμενοι, και άλλοι υπό τα καταπίπτοντα στεγάσματα και πατώματα των καιομένων οικιών καταθλιβόμενοι· η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγαζε την φωνήν της φύσεως. Εν ταις οδοίς, εν ταις πλατείαις, παντού δεν ηκούοντο ειμή μαχαιροκτυπήματα, πυροβολισμοί, πάταγοι κατεδαφιζομένων οικιών εν μέσω φλογών, φρυάγματα οργής και γόοι θανάτου· εστρώθη το έδαφος πτωμάτων και οι περιφερόμενοι πεζοί και ιππείς δεν επάτουν ειμή αποθνήσκοντας ή αποθανόντας· εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων. Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι, επί λόγω της εν Κωνσταντινουπόλει και αλλού κακής προς τους Χριστιανούς διαγωγής των ομοθρήσκων των, όλοι κατεστράφησαν, οι μεν διά σιδήρου, οι δε διά πυρός, εκτός των περί τον Χανέ γνωστόν διά την αγαθότητά του. Ολίγοι Τούρκοι απεφάσισαν να εξαγοράσωσι δι' αίματος το αίμα των, και κατέλαβαν οι μεν την μεγάλην τάπιαν οι δε οικίας τινάς και επολέμουν. Διεκρίθησαν μεταξύ των άλλων καί τινες Δερβίσαι, κλεισθέντες εν τω τουρκικώ σχολείω και πολεμήσαντες μέχρι τελευταίας πνοής. Οι Έλληνες εκυρίευσαν αυθημερόν τας οικίας όσας οι εχθροί των κατέλαβαν εκτός δύο. Περί δε το μεσονύκτιον ανεφάνησαν αίφνης φλόγες εν τω παλατίω, όπου διέτριβαν αι γυναίκες των πασάδων, ας επί της εκπορθήσεως της πόλεως παρέλαβεν ο Πετρόμπεης. Αι γυναίκες αύται εξ αιτίας της αναφανείσης φλογός μετεκομίσθησαν την νύκτα εις την προ ολίγου κτισθείσαν λαμπράν οικίαν του Μουσταφάμπεη υπό την φύλαξιν πάντοτε του Πετρόμπεη. Την δ' επαύριον εκυριεύθη η μία των μη κυριευθεισών την προτεραίαν δύο οικιών, και εκάη η άλλη και συνεκάησαν και όλοι οι εν αυτή. Οι δε καταλαβόντες την τάπιαν μήτε τροφήν μήτε πόσιν έχοντες παρεδόθησαν επί ασφαλεία ζωής την 26. Τρεις ημέρας διήρκεσαν τα περί ων ο λόγος εν τη πόλει δεινά. Την δε τρίτην εθανατώθησαν εκτός της πόλεως και όσοι πεινώντες και διψώντες εξήλθαν προ της αλώσεως. Διακόσιοι ήσαν οι εν μέσω της αλληλομαχίας πεσόντες Έλληνες, δεκακισχίλιοι δε πάσης ηλικίας οι απολεσθέντες Οθωμανοί, Οθωμανίδες και Εβραίοι· οι δε λοιποί ηχμαλωτίσθησαν· 40 μόνον ένοπλοι διέφυγαν τας χείρας των Ελλήνων καταφυγόντες εις Ναύπλιον και μη καταδιωχθέντες επί της φυγής. Οι επισημότεροι δε των αιχμαλωτισθέντων ήσαν ο κεχαγιάμπεης, ο καϊμακάμης, ο Κιαμήλ - μπεης, ο Μουσταφάμπεης (ε), ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης, ο δεφδερδάρης, ο μπινά - εμίνης, και αι παρά τω Μαυρομιχάλη γυναίκες των πασάδων. Άπειρα και πολύτιμα ήσαν τα λάφυρα, αλλ' όλα διηρπάγησαν άνευ παραμικράς ωφελείας του κοινού, αν και ηλπίζετο να θεραπευθώσιν οπωσούν εκείθεν αι κατεπείγουσαι ανάγκαι της πατρίδος. Τόση δε ήτον η επισυμβάσα λεηλασία, ώστε αι πλείσται των οικιών εγυμνώθησαν και αυτής της ξυλώσεώς των.

Ουδαμώς προτιθέμεθα να δικαιολογήσωμεν τας επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς απανθρωπίας των Ελλήνων, ως απανθρωπίας ομογενών, υπενθυμίζομεν μόνον, ότι παντός λαού ιστορία, και αυτών των μάλλον εξευγενισμένων, έχει σελίδας απανθρωπίας. Και επί των ημερών ημών η Ιόππη, αλωθείσα υπό των Γάλλων, αφέθη εις την διαρπαγήν και εις την σφαγήν 30 ώρας, και οι αιχμαλωτισθέντες απέθαναν όλοι εν στόματι μαχαίρας. Δεν επράχθησαν δε τα εν Ιόππη υπό τυραννουμένων κατά τυραννούντων ως εν Ελλάδι, ουδέ παρά γνώμην των αρχηγών ως εν Τριπολιτσά, αλλά κατά ρητήν διαταγήν αυτού του Ναπολέοντος παραδεχθέντος, κατά τον ευφράδη Τιέρον, «βάρβαρα ήθη εν βαρβάροις τόποις».

Ο δε Υψηλάντης, εν τοις Βασιλικοίς διατρίβων, έμαθε την άλωσιν της Τριπολιτσάς· και οι μεν συν αυτώ μη τακτικοί έσπευσαν να επανέλθωσιν εις την αλωθείσαν και λαφυραγωγουμένην πόλιν, αυτός δε μετά των τακτικών επροχώρησεν εις Κόρινθον, και προτείνας τοις εν τη ακροπόλει παρά του Κωνσταντίνου Πετμεζά πολιορκουμένοις να παραδοθώσι, και μηδόλως εισακουσθείς ανέβη μέχρι του Γερανείου, εκείθεν δε επανήλθε την 10 οκτωβρίου εις Τριπολιτσάν, όπου τον υπεδέχθησαν οι πορθηταί αγαλλόμενοι και κανονοβολούντες.

Ερχόμεθα ήδη να διηγηθώμεν και τα της Κρήτης μέχρι του τέλους του πρώτου έτους του αγώνος.

Οι Τούρκοι και διά την στενοχωρίαν ην εδοκίμαζαν, και διά την καταισχύνην επί ταις επανειλημμέναις αποτυχίαις των, και διά φόβον άλλων ενδεχομένων κακών, απεφάσισαν, συνενώσαντες μεγάλας δυνάμεις πολλαχόθεν, να πατήσωσιν εκ νέου τα Σφακιά. Την 29 Ιουλίου ηυλίσθη ο πασάς του Μεγάλου Κάστρου κατά την Επισκοπήν, όπου συνηυλίσθη και ο της Ρεθύμνης·

Αύγουστος συνεκστρατεύσαντες δε αμφότεροι εις Αρμυρόν έτρεψαν την 5 αυγούστου τους εκεί οπλοφόρους Χριστιανούς κανονοβολούντες και βομβοβολούντες και εφόνευσαν τον αρχηγόν αυτών Παπαγιάννην Μουριώτην ανδρείως μαχόμενον καί τινας των περί αυτόν· συνενωθέντων δε και των Χανιωτών επάτησαν την 6 τον Αποκόρωνα, παραδώσαντες το παν εις σίδηρον και εις αιχμαλωσίαν· συνηριθμούντο δε όλοι υπερδεκακισχίλιοι. Εντός των Χανιών, αληθούς ληστηρίου, ήσαν δύο ενσυνείδητοι Τούρκοι, ο Τσουρούναγας και ο Κασήμαγας, ισχυροί και οι δύο, εξ ών ο μεν πρώτος επροστάτευε προ της ρήξεως τους Σφακιανούς, ο δε δεύτερος αντέστη εις την εξολόθρευσιν των Χριστιανών· οι δύο ούτοι εθεωρήθησαν ένοχοι θανάτου διά την πολιτικήν των φρόνησιν και φιλανθρωπίαν, και παρηγγέλθησαν να συνεκστρατεύσωσιν· υπήκουσαν· αλλά καθ' οδόν υποπτεύσας ο Κασήμαγας έγεινεν άφαντος, ο δε Τσουρούναγας εκρεμάσθη ενώπιον του στρατού. Τούτου δε γενομένου εξελέχθησαν τρισχίλιοι Καστρινοί και προχωρήσαντες ανενόχλητοι επάτησαν το Θέρισον, το έκαυσαν, έκαυσαν και τους Λάκκους, και εστρατοπέδευσαν την 13 επί της πεδιάδος του Ομαλού λεηλατούντες και καταστρέφοντες τα πέριξ χωρία εγκαταλειφθέντα παρά των ενοικούντων, και αναμένοντες να έλθωσιν οι Χριστιανοί και προσκυνήσωσιν. Αλλ' οι τήδε κακείσε διεσπαρμένοι ένοπλοι Σφακιανοί και Ριζίται συνήλθαν πανταχόθεν την αυτήν νύκτα ως πεντακόσιοι εις τον Ξηρόκαμπον, οι μεν υπό τον Δασκαλάκην, οι δε υπό τον Αναγνώστην Παναγιώτου, και έπεσαν πρωίας γενομένης πολλαχόθεν επί τους εχθρούς μηδέν τοιούτον υποπτεύοντας, και τουφεκίζοντές τους, επί της πεδιάδος εστρατοπεδευμένους, έβλαπταν και δεν εβλάπτοντο. Θορυβηθέντες οι πολυάριθμοι Τούρκοι επί τη αιφνιδίω προσβολή ηγωνίζοντο, έχοντες και τρία κανόνια, να διασκορπίσωσι διά σφοδρού πυρός τους ολίγους εχθρούς των· αλλ' ούτοι διετήρησαν άφοβοι τας θέσεις των, ενισχύθησαν και παρ' άλλων άλλοθεν ελθόντων εις βοήθειαν διαρκούσης της μάχης, και τόσον έβλαψαν και εφόβισαν τους εχθρούς, ώστε τους έτρεψαν εις αισχράν φυγήν. Και οι μεν των Χριστιανών τους κατεδίωκαν όπισθεν, οι δε άλλην συντομωτέραν και ορεινοτέραν οδόν διελθόντες επρόλαβαν και τους απέκλεισαν έμπροσθεν εντός τινος στενοτοπίας. Ελπίζοντες οι Τούρκοι επί τον αριθμόν των εδοκίμασαν να διαβώσιν, αλλ' επεσωρεύοντο πίπτοντες υπό το πυρ των Σφακιανών και Ριζιτών τουφεκιζόντων θανατηφόρως όπισθεν των πετρών· βλέποντες δε οι εχθροί εξ όσων έπασχαν την παντελή σχεδόν εξολόθρευσίν των, και εις τα έμπροσθεν αν επροχώρουν, και εις τα όπισθεν αν επανήρχοντο, επεχείρησαν πολλοί να λυτρωθώσι φεύγοντες κακήν κακώς εις τα τραχέα όρη της ανατολικής πλευράς της διόδου, εγκαταλείψαντες εις χείρας των εχθρών έπιπλα, πολεμεφόδια και αυτούς τους ίππους μη δυναμένους να αναβώσι τα όρθια εκείνα όρη. Υπερδιακόσιοι εχάθησαν κατά την εκστρατείαν ταύτην· τινές δε πεινώντες και διψώντες και άλλοι περιπλανώμενοι κατέφυγαν εις οικίας χριστιανικάς επί των ορέων επ' ελπίδι ελέους, αλλ' έλεος οι ανηλεείς ουδαμού ηύραν. Εκδίκησιν εβόα και εν ταις φύσει τρυφερωτέραις των γυναικών καρδίαις και εκδίκησιν ηύρε το προ ολίγου χυθέν ανηλεώς αθώον και ιερόν αίμα των ομοπίστων αδελφών των· ως και αυτοί οι ιερείς, οι υπηρέται του Θεού του ελέους, εφάνησαν υπηρέται του θεού των εκδικήσεων· όλοι, όσοι έπεσαν διά μίαν ή άλλην περίστασιν εις χείρας των Χριστιανών, ανδρών ή γυναικών, κοσμικών ή κληρικών, όλοι εν στόματι μαχαίρας απέθαναν· εχάθησαν δε εν τη μάχη και είκοσι Έλληνες, εν οις και ο Στέφανος Χάλης.

Παράφρονες γενόμενοι οι Τούρκοι διά τα δεινά παθήματά των εστράτευσαν την 29 πανστρατιά εις Σφακιά. Δισχίλιοι Χριστιανοί συνήλθαν εις Ασκύφον προς αντίκρουσιν· αλλά την 31 καθ' ην εσκόπευαν να επιπέσωσιν, είδαν όπισθεν επερχομένους εχθρούς, και φοβηθέντες μη ευρεθώσιν εν μέσω διττού πυρός ανέβησαν τα όρη. Οι Τούρκοι εισήλθαν αμαχητί εις Ασκύφον, τον έκαυσαν, έκαυσαν και άλλα χωρία, και μηδενός κωλύοντος επάτησαν και αυτήν την Ανάπολιν. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τότε τους Χριστιανούς, και οι μεν κατέφευγαν εις τας κορυφάς των ορέων, οι πλείστοι δε έτρεχαν εις τον λιμένα, και επιβιβαζόμενοι εις πλοία κατέφευγαν εις Γαύδον, παρακείμενον ερημοννήσιον, τινές δε και εις τα Κύθηρα. Συνέρρευσαν εις Λουτρόν και πολλοί λειποτάκται ατακτούντες και φορολογούντες ασυνειδήτως και αναισχύντως τους αδυνάτους πρόσφυγας. Οι Τούρκοι περιήλθαν όλα τα Σφακιά μηδένα των κατοίκων εντυγχάνοντες· μίαν μόνον γραίαν ενέτυχαν, ήτις, ερωτηθείσα τι έγειναν οι κάτοικοι, απήντησεν ότι ήκουσεν αυτούς λέγοντας, ότι κατέβαιναν εις τον αιγιαλόν ίνα μετακομίσωσι τα αδύνατα μέλη εις Γαύδον, και πλεύσαντες εκείθεν εις Μασαράν επιβιβάσωσιν εις τα πλοία των τα εκεί σιτηρά εν απουσία των Τούρκων και καύσωσι τα χωρία. Ταύτα ακούσαντες οι Τούρκοι και θεωρούντες ότι έσβεσαν την επανάστασιν διά της καταστροφής των Σφακιών, πάσχοντες δε και έλλειψιν τροφών επανήλθαν εις τα ίδια. Επανήλθαν και οι τήδε κακείσε διασπαρέντες Χριστιανοί εις τας εστίας των και εμψυχωθέντες υπό τινων συντοπιτών και άλλων ομογενών, έξωθεν κατ' εκείνας τας ημέρας αφιχθέντων εις συμμέθεξιν του αγώνος, κατέλαβαν μετ' ολίγον διαφόρους θέσεις και πολλοί ετοποθετήθησαν πλησίον των Χανιών, έκοψαν το υδραγωγείον, και ηνάγκασαν τους εντός του φρουρίου ν' ανοίξωσι πηγάδια· αλλά το εντεύθεν αναβλύζον νερόν ήτο κακής ποιότητος, και απέθνησκαν ως 15 την ημέραν· τόσον δε επλησίασαν οι περί τον Δασκαλάκην ώστε έκαυσαν καί τινα παρακείμενα εργαστήρια και ήρπασαν και τα εντός τουφεκοβολής βοσκήματα του πασά. Εν τούτοις η πολιτική κατάστασις εχειροτέρευεν ημέρα τη ημέρα· σύγχυσις, αταξία και αναρχία επεκράτει, και η παρουσία αρχηγού πολιτικού και πολεμικού εφαίνετο αναγκαιοτάτη. Είχαν προ καιρού αισθανθή την ανάγκην ταύτην οι Κρήτες, και μόλις έμαθαν την εις Πελοπόννησον κατάβασιν του Υψηλάντου, έστειλαν ζητούντες αρχηγόν και πολεμεφόδια τους συμπατριώτας των Νικόλαον Οικονόμου, Αναγνώστην Παναγιώτου και Χατσή Νικολόν Μπενιζέλον. Ο Υψηλάντης έστειλεν ό,τι είχε, τουτέστιν ολίγα πολεμεφόδια και αρχηγόν τον Μιχαήλ Αφεντούλην ή Αφεντούλιεφ τον και Κομνηνόν (στ), γεννηθέντα εν Ρωσσία εξ Ελλήνων. Ο αρχηγός ούτος κατέπλευσεν εις Λουτρόν, λιμένα των Σφακιών, την 25 Οκτωβρίου, και την αυτήν ημέραν εξέδωκε προκήρυξιν προς τους Κρήτας, δι' ης εδικαιολόγει την έως τότε αναβολήν αποστολής αρχηγού, τοις έλεγεν ότι έχαιρε πατήσας γην ακμάσασαν άλλοτε υπό τους συνετούς νόμους του Μίνωος και ότι είχεν εντολήν να συνεργήση εις την πολιτικήν αναγέννησίν των· τοις ανέφερε δε εις εμψύχωσίν των την παράδοσιν Μονεμβασίας και Νεοκάστρου, την άλωσιν Τριπολιτσάς, και τας επί ξηράς και θαλάσσης νίκας των Ελλήνων, συνίστα την ομόνοιαν, την ευπείθειαν και την καλήν διαγωγήν και τους εθάρρυνεν, αναδεχθέντες τον υπέρ πίστεως και πατρίδος αγώνα να εγκαρτερήσωσι γενναίως εν τοις δεινοίς εις απόλαυσιν των ουρανίων και επιγείων αγαθών· εξέδωκε δε και στρατιωτικόν οργανισμόν, κατάλληλον εις μόνους τους τακτικώς τρεφομένους και μισθοδοτουμένους. Οι Κρήτες εχάρησαν και ενθουσιάσθησαν επί τη αφίξει του αντιπροσώπου του Υψηλάντου, και τον εκάλεσαν εις τα όρη εν μέσω αυτών, προθέμενοι να εκστρατεύσωσιν υπό την εποπτείαν του· αλλ' ούτος ανέβαλλεν επί μια ή άλλη αιτία την ανάβασίν του.

Μετά δε την εις Κρήτην άφιξίν του, θαρρύνασαν το εμπόριον, κατέπλευσαν εις το Λουτρόν πλοία εκ διαφόρων μερών της Ευρώπης φέροντα τροφάς και πολεμεφόδια, ων η έλλειψις εμπόδιζεν ευλόγως έως τότε παν πολεμικόν κίνημα.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.

&Σχεδιασθείσα και μη ενεργηθείσα εκστρατεία του Κολοκοτρώνη εις Πάτρας — Αναχώρησες εκ της Ανατολικής Ελλάδος των τουρκικών στρατευμάτων. — Είσοδος των Ελλήνων εις την πόλιν των Αθηνών. — Δημογεροντικόν σύστημα προ της επαναστάσεως. — Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Θεόδωρος Νέγρης και άλλοι έξωθεν ελθόντες Έλληνες. — Σύστασις κεντρικών Αρχών της στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου. — Συνάθροισις των πληρεξουσίων εν Άργει. Ελληνοαλβανική συμμαχία και λύσις αυτής.&

Η ΔΕ άλωσις της Τριπολιτσάς επέφερε τόσον φόβον τοις εν Πάτραις Τούρκοις, ώστε εκατοστύες έτρεξαν επί τω ακούσματι εις το παραθαλάσσιον όπως διασωθώσιν εις τα πλοία μηδενός αυτούς καταδιώκοντας. Οι εκεί Αλβανοί όλοι ελειποτάκτησαν και διεβιβάσθησαν εις την αντικρύ ξηράν· οι δε Λαλιώται κατέσχαν την ακρόπολιν και κατήντησαν εις τόσην αναισχυντίαν, ώστε ηνάγκασαν τον μεν Ισούφπασαν, απαρεσκόμενον επί τη διαγωγή των, να καταβή εις το Ρίον, τους δε εγχωρίους Τούρκους, αοίκους μείναντας, να καταφύγωσιν εις το Αντίρριον, ώστε μόνοι σχεδόν οικήτορες ήσαν 2500 Λαλιώται, εξ ών 800 ένοπλοι. Γνωστοποιηθέντων δε των συμβάντων τούτων τοις εν Τριπολιτσά, εκινήθη ο Κολοκοτρώνης κοινή γνώμη προς τας Πάτρας, και έχων παλαιάς σχέσεις προς τους εκεί Λαλιώτας είχε πεποίθησιν ότι εις αυτόν μάλλον ή εις άλλους θα παρεδίδοντο, και μάλιστα αφ' ού εγνώσθη ότι διά των φροντίδων αυτού διετηρήθησαν αβλαβείς οι Αλβανοί εν μέσω της δεινής αλληλομαχίας καθ' ην εξήλθαν της Τριπολιτσάς. Είκοσι μόνον σωματοφύλακας είχε καθ' ην ημέραν εξεστράτευσε, διότι ο οπλοφόρος όχλος ανεχώρησεν εις τας επαρχίας προς εξασφάλισιν των λαφύρων και των αιχμαλώτων πριν δε φθάση εις Μαγούλιανα, επτά ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, συνέρρευσαν υπό τας οδηγίας του 1200. Αφ' ού έφθασεν εις Γαστούνην, ηριθμούντο οι οπαδοί του εις τετρακισχιλίους, διότι η προλαβούσα νίκη εν Τριπολιτσά εθάρρυνε, και η μέλλουσα λαφυραγωγία είλκυε πολλούς. Αλλ' οι πολιορκούντες τας Πάτρας αρχηγοί των Αχαιών δυσηρεστήθησαν διά την εκστρατείαν ταύτην και την εμπόδισαν δι' ων έγραψαν τοις εν Τριπολιτσά· κατά πρόσκλησιν δε αυτών ο Κολοκοτρώνης επανήλθεν εις την πόλιν εκείνην άπρακτος.

Εν τω μεταξύ δε τούτω οι εμφωλεύοντες εν τη Ανατολική Ελλάδι πασάδες, Μεχμέτης και Βρυώνης, ιδόντες ότι η εκστρατεία, μεθ' ης θα συνέπρατταν, εματαιώθη εν τη μάχη των Βασιλικών, και ότι ηλώθη η Τριπολιτσά, ης η λύτρωσις ήτον ο πρώτος της εκστρατείας σκοπός, απεφάσισαν ν' αναχωρήσωσιν εις τα ίδια. Συνέτρεξε δε εις την απόφασιν ταύτην και η κατ' εκείνας τας ημέρας μετάπεμψις του Βρυώνη εις Ιωάννινα, θέλοντος του Χουρσήδη να μεταχειρισθή την επιρροήν του ανδρός τούτου εις προσέλευσιν των αληπασιζόντων Αλβανών. Διά τους λόγους τούτους (α) ο μεν Βρυώνης ανεχώρησεν εξ Αθηνών την 28 σεπτεμβρίου μετά του πλείστου μέρους του στρατεύματός του, ο δε δελήμπασής του μετά των λοιπών κατόπιν· ηνώθησαν δε εν Θήβαις οι δύο πασάδες, ηκροβολίσθησαν μετά της κατά τα Μέγαρα ελληνικής προφυλακής, και παραλαβόντες την οθωμανικήν φρουράν της Λεβαδείας, μετέβησαν διά της οδού του Ταλαντίου, της μόνης ανοικτής, ως κατεχομένων των άλλων υπό των Ελλήνων, εις Θεσσαλίαν και εκείθεν εις Ιωάννινα.

Διαρκούσης δε της εν Αθήναις διατριβής του Βρυώνη, οι Τούρκοι διετέλεσαν ανεπηρέαστοι κύριοι όλης της Αττικής. Δις μόνον απήντησαν εν τη περιφορά των Χριστιανούς εισδύσαντας εις Δραγομάνον, και κτυπήσαντές τους αντεκρούσθησαν· εν τελευταία δε συγκρούσει παρήν και ο πασάς, ον Αθηναίος τις Δήμος Ρομπέσης επιστόλισε και ολίγον έλειψε να φονεύση· αλλ' εφονεύθη αυτός· συνεφονεύθησαν και δύο άλλοι και ηχμαλωτίσθησαν τρεις· εφονεύθησαν δε και Τούρκοι, και ευρέθη καταγής πολύτιμος σπάθη, ήτις ελέγετο ότι ήτον η του πασά.

Αναχωρήσαντος δε του Βρυώνη εξ Αθηνών, η πόλις και η ακρόπολις έμειναν υπό την φύλαξιν των εγχωρίων Τούρκων και των εκεί προϋπαρχόντων ολίγων Αλβανών, πλήθουσαι τροφών. Οι Χριστιανοί, διεσπαρμένοι εις τας πλησιοχώρους νήσους, συνήλθαν προς απολύτρωσιν της πατρίδος των και εισέβαλαν παμπληθεί εις την Αττικήν.

Νοέμβριος Την 3 νοεμβρίου εξελθόντες οι Τούρκοι έπεσαν επί τινας Έλληνας, απροφυλάκτως περιφερομένους εν τω προς τον Μαραθώνα ελαιώνι, και συνέλαβαν γυναίκας και τρεις άνδρας, και τας μεν εκράτησαν, τους δε απεκεφάλισαν· εξήλθαν πάλιν και την 4, και συνήντησαν Έλληνας κατά το Χαλάνδρι, όπου, συγκρούσεως γενομένης, οι Έλληνες έτρεψαν τους Τούρκους και τους κατεδίωξαν μέχρι των τειχών της πόλεως σκοτώσαντες 22. Εσκότωσαν και οι Τούρκοι ένα και συνέλαβαν ζώντα τον Αναστάσην Λέκαν, ον ανηλεώς βασανίσαντες εθανάτωσαν. Οι Έλληνες, ηξεύροντες ότι οι εχθροί την μεν νύκτα ανέβαιναν όλοι εις την ακρόπολιν, την δε ημέραν κατέβαιναν εις την πόλιν, και ότι είχαν δι' όλης της ημέρας ανοικτήν την πύλην της ακροπόλεως διά την αναγκαίαν συγκοινωνίαν, διενοήθησαν να εισέλθωσι την νύκτα εις την πόλιν, έρημον ούσαν, και να παραφυλάξωσιν υπό την ακρόπολιν μέχρι της αυγής, επί σκοπώ να ορμήσωσι τότε αίφνης και κυριεύσωσι την πύλην, ανοιγομένην κατά το σύνηθες την ώραν εκείνην. Τολμηρόν ήτο το μελετηθέν, αλλ' όχι και ακατόρθωτον διά την γνωστήν νωθρότητα και απροσεξίαν των Τούρκων. Εις εκτέλεσιν δε αυτού επλησίασαν ησύχως προς την πόλιν την νύκτα της 4, επήδησάν τινες έσω του τείχους αφανείς, και ανοίξαντες την πύλην της πόλεως εισήγαγαν τους άλλους. Αλλ' οι Τούρκοι ήκουσαν γαυγίσματα εν τη πόλει παρά το σύνηθες, και, υποπτεύσαντες, δεν ήνοιξαν ημέρας γενομένης την πύλην της ακροπόλεως, και τοιουτοτρόπως εματαιώθη το σκοπούμενον. Οι δε Έλληνες έμειναν εν τη πόλει, απέκλεισαν τους εχθρούς και ήρχισαν δευτέραν πολιορκίαν της ακροπόλεως.

Κατά την επί της ελεύσεως του Υψηλάντου γενομένην απόφασιν των Ελλήνων η γερουσία της Πελοποννήσου επρόκειτο να διατηρηθή μέχρι της εκπολιορκήσεως της Τριπολιτσάς, και μετά ταύτα να συνέλθωσιν οι Έλληνες εις σύστασιν τακτικωτέρας και εθνικωτέρας κυβερνήσεως. Επειδή δε ο όρος ούτος επληρώθη ήδη, και η περί τούτου ανάγκη ήτον επαισθητή, και η κατάστασις της Πελοποννήσου αρμοδία, ενεκρίθη να συγκροτηθή όσον τάχιον η εθνική συνέλευσις. Η κατάστασις των νήσων του Αιγαίου και της εντός των σημερινών ορίων στερεάς Ελλάδος ήτον έτι μάλλον αρμοδία. Αι νήσοι διέμειναν επί της επαναστάσεως παντάπασιν ανενόχλητοι υπό των εχθρών εκτός της Σάμου, αλλά και αύτη πολεμηθείσα υπερίσχυσε. Το δυτικόν μέρος της στερεάς Ελλάδος διέμενε διόλου ανεπηρέαστον υπό του εχθρού μετά την μάχην του Μακρυνόρους, το δε ανατολικόν απηλλάγη εσχάτως και αυτό, ώστε επί της στερεάς Ελλάδος από Μακρυνόρους μέχρι Θερμοπυλών δεν υπήρχε μεσούντος του Οκτωβρίου εχθρός, ειμή εν Βονίτση, Ναυπάκτω, Αντιρρίω και Αθήναις· αλλ' αι φρουραί αύται μόλις ήσαν ικαναί ν' ανθέξωσιν εις τας προσβολάς των Ελλήνων. Προκειμένης δε της συγκαλέσεως των πληρεξουσίων, ο Υψηλάντης απέστειλεν εις τας επαρχίας προσαγγελείς, και εξέδωκεν εγκυκλίους, εν αις εθεώρει εαυτόν μεν εθνάρχην και πρόμαχον της ευνομίας, τους δε προεστώτας ομοίους των Τούρκων και αξίους του μίσους του πάσχοντος λαού. Τόσον βαρεία προσβολή εξηγρίωσε τους προεστώτας και υπερηύξησε την κατ' αυτού αντιπολίτευσίν των.

Προτού δε εκλεχθώσιν οπωσούν τακτικώς οι πληρεξούσιοι, εχρειάζετο να οργανισθή ο τόπος.

Το Αιγαίον έμενε μετά την έναρξιν της επαναστάσεως ωργανισμένον όπως ήτο και προτού, και χρείαν νέου οργανισμού σχεδόν δεν είχεν. Αλλ' εν τη Πελοποννήσω και εν τη στερεά Ελλάδι, αφ' ού κατεστράφησαν αι τουρκικαί Αρχαί, επέζων μόνον αι εγχώριοι επιρροαί τινων Ελλήνων, κυβερνώντων τα των επαρχιών υπό το όνομα προεστώτων και καπητάνων· διότι συνειθισμένοι οι λαοί να βλέπωσι τούτους ανωτέρους των, τοις επρόσφεραν αυτοπροαιρέτως σέβας και υπακοήν. Πολλοί πολλά έγραψαν και είπαν κατά των δύο τούτων τάξεων. Αναμφιβόλως η των προεστώτων είχε συνήθως τα ελαττώματα, άτινα μεταδίδει διεφθαρμένη εξουσία τοις υπαλλήλοις της, και η των οπλαρχηγών είχε τας έξεις της μαχαίρας και της ανατροφής των· αλλ' ο αγών της Ελλάδος ως προς τον κατά ξηράν πόλεμον είναι κυρίως έργον των δύο τούτων κλάσεων, διότι αύται, άγουσαι και φέρουσαι τον λαόν όπως ήθελαν, μετεχειρίσθησαν, καλή τύχη, ως επί το πλείστον την δύναμίν των επ' αγαθώ της πατρίδος· είναι δε σήμερον αποδεδειγμένον, ότι όχι μόνον ουδείς επλούτησεν, αλλ' ολιγώτατοι και τα προς το ζην απέκτησαν, και πολλοί ευπορούντες απέμειναν σχεδόν άποροι· αι δε καταχρήσεις της δυνάμεώς των, δι' ας κατηγορούνται, και πολλάκις δικαίως, ήσαν εφήμεροι και ούτε όσον θεωρούνται κοινώς βαρείαι, εν ώ η διά της θερμής συνεργείας αυτών αποκτηθείσα εθνική ελευθερία είναι ανεκτίμητος και διαμένουσα.

Προτού δε προχωρήσωμεν εις την έκθεσιν του νέου οργανισμού, συμφέρει να παρατηρήσωμεν τα υπό την τουρκικήν εξουσίαν διοικητικά καθήκοντα των Ελλήνων, και ποίαι αι πρακτικαί και θεωρητικαί γνώσεις αυτών, αρχομένου του αγώνος.

Η Πελοπόννησος ήτον ωργανισμένη εις κοινά, ή δήμους· κατ' εκλογήν δε αυτών διωρίζοντο οι δημογέροντες κατά πόλεις, κώμας και χωρία. Ούτε διά τον εκλογέα ούτε διά τον εκλόγιμον υπήρχε τίμημα· ώστε όλοι οι κάτοικοι ήσαν εκλογείς και εκλόγιμοι, αλλ' επροτιμώντο πάντοτε ως εκλόγιμοι οι ευπορώτεροι, και ούτως επληρούτο η διάταξις του Σόλωνος η λέγουσα, οι μεν πτωχοί να εκλέγωσιν, οι δε πλούσιοι να εκλέγονται. Και οι μεν γενικοί δημογέροντες εκάστης επαρχίας, οι λεγόμενοι κοτσαμπασίδες ή προεστώτες, ελαμβάνοντο εκ των κατοίκων της πρωτευούσης της επαρχίας, οι δε δημογέροντες των λοιπών αυτής μερών συνήρχοντο εις την πρωτεύουσαν και συνέπρατταν μετά των κατοίκων της επί τη εκλογή των γενικών δημογερόντων. Αι δημαιρεσίαι ήσαν οριστικαί. Η δε τουρκική εξουσία του τόπου ειδοποιείτο απλώς περί αυτών και παρεδέχετο την ψήφον του κοινού. Ενιαύσιοι ήσαν αι αρχαιρεσίαι δικαιωματικώς, ανεβάλοντο δε καταχρηστικώς, και οι αυτοί προέστευαν πολυετώς ή και διά βίου· αλλ' ο ταμίας έδιδε κατ' έτος ευθύνας.

Εν ρητή δε ώρα του έτους οι γενικοί δημογέροντες, ήτοι οι προεστώτες όλης της Πελοποννήσου, ανέβαιναν εις Τριπολιτσάν και συνεκρότουν γενικήν συνέλευσιν, καθ' ην συμπράξει και της τουρκικής εξουσίας ωρίζοντο τα ενιαύσια έξοδα της σατραπείας· αλλά μόνοι οι προεστώτες διένεμαν το ορισθέν των εξόδων ποσόν μεταξύ των διαφόρων επαρχιών, τηρούντές τινας κανόνας ως προς την διανομήν, ους αυτοί έθεσαν εκ συμφώνου επί τη βάσει του πληθυσμού της επαρχίας και των εισοδημάτων αυτής. Επανερχόμενοι δε εις τας επαρχίας των εκάλουν εις την πρωτεύουσαν εκάστης τους δημογέροντας των άλλων αυτής μερών, και αφ' ού έβαλλαν υπ' όψιν των το επιβάλλον τη επαρχία μέρος των γενικών εξόδων του έτους, συμπράξει και συναινέσει αυτών επρόσθεταν και τα επαρχιακά των και διένεμαν το σύνολον μεταξύ των δήμων της επαρχίας, τηρουμένων προς τούτο, ως και επί της γενικής διανομής, τινών κανόνων· επανερχόμενοι δε οι δημογέροντες εις τους δήμους των συμπαρελάμβαναν συμπράκτοράς των τους εγκριτωτέρους των συνδημοτών, και προσθέτοντες και τα ιδιαίτερα του δήμου των έξοδα διένεμαν τα της ολικής ετησίου δαπάνης μεταξύ των οικογενειών του δήμου των αναλόγως της καταστάσεως εκάστης, ην εγνώριζαν διά την μικρότητα των δήμων· ουδείς δε των πολιτών οποιασδήποτε τάξεως και οποιουδήποτε βαθμού έμενεν αφορολόγητος· οι αυτοί δε δημογέροντες εισέπρατταν τους φόρους. Τοιουτοτρόπως ο μεν γενικός φόρος ωρίζετο από κοινού παρά της τουρκικής εξουσίας και των εν τοις πράγμασιν Ελλήνων, ο δε εκάστης επαρχίας και εκάστου δήμου παρά μόνων των Ελλήνων. Μόνων των Ελλήνων ήσαν έργα και η επίθεσις, η διανομή και η είσπραξις όλων των περί ων ο λόγος φόρων, και πηγαί επομένως τοπικών γνώσεων.

Το σύστημα τούτο της Πελοποννήσου επεκράτει και κατά την στερεάν Ελλάδα, αλλά κατ' επαρχίας μόνον εν ελλείψει γενικού κέντρου. Πάσα δε επαρχία και της Πελοποννήσου (πλην της Μάνης) και της στερεάς Ελλάδος είχε διοικητήν Οθωμανόν· αλλ' η κοινότης ώριζε το ποσόν της εκτελεστικής δυνάμεως και διώριζε και τον αρχηγόν αυτής· ο δε διοικητής ώφειλε να μεταχειρίζεται την περί ης ο λόγος δύναμιν εις διατήρησιν της ευταξίας, εις ασφάλειαν των πολιτών, εις είσπραξιν των φόρων και εις εκτέλεσιν των δικαστικών αποφάσεων· δεν είχε δε εξουσίαν να την μεταχειρισθή προς άλλο τι άνευ αδείας της κοινότητος· ώστε οσάκις ο διοικητής υπερέβαινε τα όρια της νομίμου εξουσίας του, ο αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως δεν εχρεώστει υπακοήν. Πάσα επαρχία είχε καδήν αλλά πολλάκις οι αντιφερόμενοι εξισάζοντο διά του αρχιερέως, των δημοτικών Αρχών, ή και διαιτητών. Είναι αληθές ότι το τόσον αξιοζήλωτον και τόσον φιλελεύθερον τοπικόν τούτο σύστημα δεν εφυλάττετο αμόλυντον από της αυθαιρέτου παρεμβάσεως και παρεισπράξεως της οθωμανικής εξουσίας, ή και από της επιβλαβούς πολλάκις παρά τοις κρατούσιν επιρροής τινων των προεστώτων· αλλ' ουδέν ήττον οι Έλληνες, συνδιοικούντες τοιουτοτρόπως, εξησκούντο καθ' ημέραν εις τα τοπικά των και ενισχύοντο ενώπιον της τουρκικής Αρχής.

Αι δε νήσοι του Αιγαίου είχαν σύστημα έτι διδακτικώτερον και πλείονος ισχύος πάροχον, διότι ήτον αυτονομώτερον (β).

Όσοι δε των Ελλήνων επαιδεύοντο, εδιδάσκοντο κυρίως γραμματικά ή ιατρικά, ολίγοι δε φιλοσοφικά και ουδείς νομικά, διότι όπου εβασίλευε το κοράνιον και εδίκαζε καδής, η επιστήμη του δικαίου δεν εχρησίμευεν. Οι δε Έλληνες, οι λεγόμενοι Φαναριώται, εξ αιτίας της πολιτικής θέσεώς των προς την Πύλην και προς τας Βλαχομολδαυικάς ηγεμονείας, ας κατείχαν και ενέμοντο, κατεγίνοντο εις κτήσιν γενικωτέρων πολιτικών γνώσεων· αλλά και αι γνώσεις αυτών ήσαν ως επί το πλείστον όχι πολλά βαθείαι, διότι τοιαύται δεν εχρησίμευαν εν κράτει όπου τα κινούντα την πολιτικήν ήσαν η ραδιουργία, η αισχροκέρδεια και η επιρροή ενός καφοκεραστού, ή ενός κουρέως, και όπου οι διαπρέποντες είχαν πάντοτε υπ' όψιν τον βρόχον, την μάχαιραν, το κόνιον, την εξορίαν και την δήμευσιν.

Δύο των Φαναριωτών, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Θεόδωρος Νέγρης, εχρησίμευσαν εις τον προκείμενον του τόπου οργανισμόν.

Διέτριβεν εν Πίση της Τοσκάνης ο Μαυροκορδάτος ότ' εξερράγη η ελληνική επανάστασις, και ακούσας το γεγονός επεβίβασεν είς τι πλοίον εν τω ελευθέρω λιμένι της Λιβούρνου όπλα και πολεμεφόδια αγορασθέντα δι' ιδίων του χρημάτων και διά συνεισφοράς άλλων ομογενών, έπλευσεν εις Μασσαλίαν, προσεπεβίβασεν άλλα, παρέλαβε συμπλωτήρας Έλληνάς τινας και φιλέλληνας, και κατέπλευσεν ασφαλώς την 20 Ιουλίου εις Μεσολόγγι, όπου υπεδέχθη φιλοφρονέστατα διά το γνωστόν της οικογενείας του όνομα, δι' όσα έφερε βοηθήματα, και διότι οι λαοί της Ελλάδος, πιστεύοντες όσα διέσπειραν οι απόστολοι της Εταιρίας, επροσδόκουν την σωτηρίαν των εκ των ερχομένων έξωθεν· εκλήθη δε και εις την αρχηγίαν του μέρους εκείνου παντελώς ανοργανίστου και εν πλήρει αναρχία, αν και ο Υψηλάντης είχε στείλει προ ολίγου ως οργανιστήν τον Ίβον Ρήγαν, αγαθής ψυχής αλλ' ολίγης ικανότητος άνθρωπον, ον οι Αιτωλοακαρνάνες ούτε ετίμων ούτε ήκουαν. Ο Μαυροκορδάτος ούτ' απεποιήθη ούτ' εδέχθη την αρχηγίαν· ήθελε να γνωρίση εκ του πλησίον τα γενικά πράγματα και τους επισημοτέρους άνδρας της Ελλάδος, ιδίως δε τον Υψηλάντην· διά τούτα ανεχώρησε μετά τινας ημέρας εις Τρίκορφα, υποσχεθείς να επιστρέψη, μετ' ολίγον· απεβιβάσθη δε εις Μονοδένδρι επί της παραλίας των Πατρών.

Μετ' ολίγας δε ημέρας της αφίξεως του Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι κατέπλευσεν εις Νεόκαστρον ο εν Πίση διατριβών υιός του πρώην αυθέντου της Βλαχίας, Ιωάννου Καρατσά, Κωστάκης, και μετ' ολίγον κατέβη εις τα παράλια εκείνα ερχόμενος εκ Τρικόρφων και ο προ του Μαυροκορδάτου και του Καρατσά φθάσας εις Ελλάδα Θεόδωρος Νέγρης, ο ως αντιπρέσβυς της Πύλης παρά τη γαλλική κυβερνήσει εκ Κωνσταντινουπόλεως αποδημήσας, και καθ' οδόν προτιμήσας τον εθνικόν αγώνα· ήτο δε εις άκρον δυσηρεστημένος διά την ακαταστασίαν των πραγμάτων, διά τας έριδας Υψηλάντου και Πελοποννησίων, διά την διαίρεσιν οπλαρχηγών και προεστώτων, και διά την επιμονήν του Υψηλάντου να διοικήση την Ελλάδα εν ονόματι ανυπάρκτου Αρχής. Ούτος και ο Καρατσάς, μαθόντες τον εις Μεσολόγγι κατάπλουν του Μαυροκορδάτου, διεβιβάσθησαν εκεί εις έντευξίν του και εκείθεν εις Μονοδένδρι επ' ελπίδι να τον προφθάσωσιν. Ο Μαυροκορδάτος, όστις ανέβαινεν ήδη εις Τριπολιτσάν, επέστρεψεν επί τη προσκλήσει αυτών εις Μονοδένδρι, και, αφ' ού συνδιελέχθησαν, ώδευσαν και οι τρεις την εις Τριπολιτσάν οδόν και απήντησαν εν Καλαβρύτοις τον επίσκοπον Ταλαντίου Νεόφυτον και τον Κωνσταντίνον Σακελλίονα αναβαίνοντας εις την αυτήν πόλιν επί σκοπώ να ζητήσωσιν εξ ονόματος επαρχιών τινων της Ανατολικής Ελλάδος παρά του Υψηλάντου στρατεύματα, πολεμεφόδια και διοικητήν. Και ο μεν Νέγρης και ο Καρατσάς έμειναν καθ' οδόν εν Βυτίνη, ο δε Μαυροκορδάτος έφθασε την 14 αυγούστου εις Τρίκορφα, όπου συνδιαλεχθείς μετά του Υψηλάντου και ιδών ότι δεν ήθελεν ουδέ μετά την καταστροφήν του αδελφού του να παραιτηθή των επί της υπερτάτης Αρχής της Ελλάδος αξιώσεών του, ευρών δε και τον Καντακουζηνόν αντιφερόμενον προς τον Υψηλάντην και αγανακτούντα, ακούσας και τας των Πελοποννησίων προεστώτων και οπλαρχηγών έριδας, και επισκεφθείς εν τω αγίω Ιωάννη τους εκεί μεταβάντας τας ημέρας εκείνας προκρίτους της Ύδρας επ' ελπίδι συστάσεως εθνικής κυβερνήσεως, αλλά μηδέν δυναμένους να κατορθώσωσι διά τας περιστάσεις, επείσθη ότι πάντη ανωφελής ήτον η εν Τρικόρφοις διαμονή του.

Άλλα ήλπιζαν και άλλα ηύραν παρά τω Υψηλάντη και ο επίσκοπος Ταλαντίου και ο Σακελλίων ότε παρεστάθησαν ενώπιον του συμπαραλαβόντες και άλλους άλλων επαρχιών της στερεάς Ελλάδος. Ψευσθέντες των ελπίδων των απεφάσισαν να επανέλθωσιν εις την στερεάν Ελλάδα εν τη συνοδία του Μαυροκορδάτου, του Καντακουζηνού, του Νέγρη και του Καρατσά προς οργανισμόν αυτής, ως εσχεδιάσθη κατά την εν Καλαβρύτοις συνέντευξίν των· αλλά διά την επικρατούσαν παρά τω λαώ υπόληψιν του Υψηλάντου εχρειάζετο, τουλάχιστον κατ' επιφάνειαν, και η συγκατάθεσις αυτού· αλλ' αυτός απεστρέφετο και τους τέσσαρας τούτους άνδρας ως δυσμενώς προς αυτόν διακειμένους και ως επιβουλεύοντας ην αντεποιείτο εξουσίαν· διά τούτο, ότε οι ρηθέντες πληρεξούσιοι είπαν αυτώ, δ ο ς - μ α ς - α ρ χ η γ ό ν - τ ο ν – Μ α υ ρ ο κ ο ρ δ ά τ ο ν», απεκρίθη, δ ε ν - σ υ μ φ έ ρ ε ι· - δ ο ς - μ α ς - τ ο ν - Κ α ν τ α κ ο υ ζ η ν ό ν, ο ύ τ' – α υ τ ό ς - ε ί ν α ι - κ α λ ό ς· - α μ ή - ο – Κ α ρ α τ ζ ά ς; - κ α ι - α υ τ ό ς - ό μ ο ι ό ς - τ ω ν. Α ς - έ λ θ η - ο - Ν έ γ ρ η ς· α υ τ ό ς - ε ί ν α ι - ο – χ ε ι ρ ό τ ε ρ ο ς - ό λ ω ν» (γ). Τοιουτοτρόπως οι Στερεοελλαδίται, μηδέν ελπίζοντες παρά του Υψηλάντου επανήλθαν αγανακτούντες εις Βυτίνην, όπου διέμεναν ο Καρατσάς και ο Νέγρης, και όπου ήλθαν μετ' ολίγον και ο Καντακουζηνός και ο Μαυροκορδάτος. Συσκέψεως δε γενομένης, απεφάσισαν όλοι να φροντίσωσι περί του οργανισμού της στερεάς Ελλάδος, ολιγωρούντες εις το εξής ην αντεποιείτο εξουσίαν ο Υψηλάντης. Επ' αυτώ τούτω εξέδωκαν εκείθεν εγκυκλίους συγκαλούντες εις Σάλωνα τους πληρεξουσίους του ανατολικού μέρους της στερεάς Ελλάδος κατά την 14 σεπτεμβρίου προς σύστασιν τοπικής Αρχής· και ταύτα πράξαντες ανεχώρησαν εις Σάλωνα. Αύτη ήτον η πρώτη και καιρία πληγή της εξουσίας του Υψηλάντου επί της στερεάς Ελλάδος, όπου αυτού και μόνου ίσχυαν αι διαταγαί μέχρι τούδε.

Φθάσαντες δε εις Καλάβρυτα απήντησαν τον Γεώργιον Πραΐδην και τον Χρήστον Κωλέττην στελλομένους προς τον Μαυροκορδάτον παρά των Αιτωλοακαρνάνων παρακαλούντων αυτόν να μεταβή εκεί ανυπερθέτως ως οργανιστής και αρχηγός. Διηρημένη η Αιτωλοακαρνανία εις ανεξάρτητα καπητανάτα, και υποκειμένη εξ αιτίας τούτου εις πολυαρχίαν, ή μάλλον ειπείν αναρχίαν, ησθάνετο υπεράλλοτε την ανάγκην ενός και μόνου αρχηγού, ασχέτου μεν προς αυτούς διά την προς αλλήλους αντιζηλίαν, έχοντος όμως ικανότητα και όνομα. Ο Μαυροκορδάτος δεν απεχωρίσθη των συνοδιτών του, και όλοι ομού καταβάντες εις Βοστίτσαν διέπλευσαν εις Γαλαξείδι και μετέβησαν εκείθεν εις Σάλωνα, όπου ηύραν τινας των πληρεξουσίων συνελθόντας κατά τας εγκυκλίους. Αλλ' έλειπεν ο Οδυσσεύς ως μη δυνάμενος ν' αφήση το στρατόπεδόν του· διά τούτο απεφασίσθη ο μεν Νέγρης και ο Καρατσάς να υπάγωσι προς αυτόν και λαλήσωσι και μετ' άλλων οπλαρχηγών περί του προκειμένου, ο δε Μαυροκορδάτος να μεταβή εις Μεσολόγγι κατ' επαναληφθείσαν αίτησιν των κατοίκων. Ηκολούθησε δε τον Μαυροκορδάτον και ο Καντακουζηνός· αλλά φθάσας εις Μεσολόγγι απήλθε μακράν της Ελλάδος· ήσαν δε αι ημέραι καθ' ας εφάνη ο εχθρικός στόλος εν τω κόλπω των Πατρών και κατέστρεψε το Γαλαξείδι.

Κατόπιν του Μαυροκορδάτου και του Καντακουζηνού ήλθαν εις Μεσολόγγι ο Νέγρης και ο Καρατσάς τεταραγμένοι διά τα παθήματα του Γαλαξειδίου, δι' ά οι εις Σάλωνα συνελθόντες διεσκορπίσθησαν. Αφ' ού δε ο εχθρικός στόλος απέπλευσε του κορινθιακού κόλπου, ο μεν Καρατσάς μετέβη εις Πάτρας, όπου μετέφερε και δύο μικρά κανόνια εις χρήσιν του εκεί στρατοπέδου, ο δε Μαυροκορδάτος απέμεινεν εν Αιτωλοακαρνανία, επανήλθε και ο Νέγρης εις Σάλωνα. Κύριος δε σκοπός του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη ήτο να φροντίσωσιν αμφότεροι περί συστάσεως δύο κεντρικών Αρχών καθ' όλην την στερεάν Ελλάδα, και περί εκλογής πληρεξουσίων διά την εν Πελοποννήσω συγκροτηθησομένην όσον ούπω εθνικήν συνέλευσιν.

Προθέμενος ο Μαυροκορδάτος να συστήση την κεντρικήν Αρχήν της Αιτωλοακαρνανίας, προέθετο εν ταυτώ να συσφίγξη έτι μάλλον και τον ενυπάρχοντα συμμαχικόν δεσμόν των Ελλήνων και των αληπασιζόντων Αλβανών. Προς ανακούφισιν της Ελλάδος επάναγκες ήτο να παραταθή, όσον δυνατόν μακρότερον η της Πύλης και του Αλή αλληλομαχία. Εις επίτευξιν δε τούτου ώφειλεν η Ελλάς να υποστηρίξη τον αδυνατώτερον, και αδυνατώτερος ήτον ο Αλής· ώστε η των αληπασιζόντων Αλβανών και Ελλήνων συμμαχία εις παράτασιν της αλληλομαχίας ήτον υγιής πολιτική. Δύο δε αίτια ήσαν ικανά να ενώσωσι τους αλληλομαχούντας Τούρκους κατά των Ελλήνων, το μεν θρησκευτικόν, το δε πολιτικόν. Άριστα υπέκρυψαν οι Έλληνες κατ' αρχάς ον έτρεφαν υπέρ της ελευθερίας του έθνους σκοπόν, και οι Αλβανοί τυφλώττοντες ηγνόουν τα εν Ελλάδι· επεκράτει δε και ιδέα ότι ο Αλής υπεκίνει τας ταραχάς. Αλλ' αφ' ού ήκουσαν όσα οι μετά την εκπολιόρκησιν της Τριπολιτσάς ομόφυλοί των, επανελθόντες εις τα ίδια, τοις διηγήθησαν, δεν αμφίβαλλαν περί του αληθούς σκοπού των Ελλήνων· δεν εθεώρησαν όμως συμφέρον να λύσωσι τον συμμαχικόν δεσμόν, σκοπούντες πάντοτε την λύτρωσιν του κινδυνεύοντος Αλή και μη προσδοκούντες αυτήν ειμή διά της συνδρομής των Χριστιανών· εκλήθησαν δε ως συμπράκτορες προς τον σκοπόν τούτον και οι Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγοί και επροθυμήθησαν. Αλλά θέλοντες την λύτρωσιν του Αλή οι Αλβανοί δεν ήθελαν την επίτευξιν του εθνικού των Ελλήνων σκοπού. Οι δε προσκληθέντες Αιτωλοακαρνάνες ήθελαν μεν την παράτασιν της τουρκοαλβανικής αλληλομαχίας ως συμφέρουσαν προς τον εθνικόν σκοπόν, αλλά δεν ήθελαν και την λύτρωσιν του Αλή, καλώς γινώσκοντες τον χαρακτήρα και την πολιτικήν του· ώστε η συμμαχία αύτη, ειλικρινής κατ' αρχάς, κατήντησεν επί τέλους αλληλαπάτη, και ως τοιαύτη δεν ήτο δυνατόν να διαρκέση. Υπό τοιαύτην συμμαχίαν εσχεδιάσθη κοινή εκστρατεία κατά της Άρτης εις αντιπερισπασμόν των πολιορκούντων τον Αλήν βασιλικών στρατευμάτων.

Ο δε Μαυροκορδάτος, αφ' ού εξέδωκεν εγκυκλίους συγκαλών εις Μεσολόγγι τους πληρεξουσίους των επαρχιών της Αιτωλοακαρνανίας προς σύστασιν κεντρικής Αρχής, απέστειλε τον Πραΐδην προς τον εν τη επαρχία της Άρτης διατρίβοντα Μάρκον Μπότσαρην παραγγείλας αυτώ και δι' αυτού τοις λοιποίς Σουλιώταις να θεωρώσι πάντοτε την παράτασιν του αλβανοτουρκικού αγώνος ως λίαν ωφέλιμον, αλλά την απελευθέρωσιν του Αλή ως ολεθρίαν. Ο Πραΐδης απήντησε τον Μάρκον εν τω χωρίω του Πέτα, όπου υπήγε να συνδιαλλαγή μετά του θανασίμου εχθρού του, Γώγου, του άλλοτε φονεύσαντος τον πατέρα του· διότι, προκειμένης συνεκστρατείας, η συνδιαλλαγή εθεωρήθη αναγκαία. Εγένετο δε η συνέντευξις αύτη επί παρουσία πολλών. Ο Μάρκος εκάλεσε τον Γώγον, πατέρα, ο δε Γώγος τον Μάρκον υιόν και τον εδέχθη πεσόντα εις τας αγκάλας του· εφίλησεν ο πατήρ το πρόσωπον του υιού και ο υιός την χείρα του πατρός λησμονήσας διά την αγάπην της πατρίδος εν ποίω αίματι η χειρ εκείνη εβάφη. Εις εμπέδωσιν δε της συνδιαλλαγής έτι μάλλον αδιάσειστον ηρραβωνίσθηκαν ο εικοσαετής υιός του Γώγου Ντούλας (Κωνσταντίνος) την τετραετή θυγατέρα του Μάρκου Βασιλικήν (δ).

Μετ' ολίγας δε ημέρας εγένετο η κατά της Άρτης εκστρατεία, και οι συνεκστρατεύσαντες Αλβανοί, Σουλιώται και Ακαρνάνες επάτησαν πολεμούντες την πόλιν, την εκυρίευσαν, την ελεηλάτησαν και ηνάγκασαν τους εν αυτή εχθρούς να συσσωρευθώσιν εντός τινων δυνατών κτιρίων και ολίγων υπό την ακρόπολιν οικιών.

Εν τούτοις, συνήλθαν εις Μεσολόγγι οι πληρεξούσιοι των διαφόρων επαρχιών της Αιτωλοακαρνανίας, και υπό την προεδρίαν και οδηγίαν του Μαυροκορδάτου συνεκρότησαν συνέλευσιν καλέσαντες αυτήν «Συνέλευσιν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος», διότι η στερεά Ελλάς, η κυρίως αρκτική Ελλάς, διηρέθη εις δύο κατά το σχέδιον του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη· και το μεν σύνολον των επαρχιών των προς δυσμάς της επαρχίας των Σαλώνων εκλήθη Δ υ τ ι κ ή - Ε λ λ ά ς, το δε των προς ανατολάς εμπεριεχομένης και της επαρχίας των Σαλώνων, Α ν α τ ο λ ι κ ή - Ε λ λ ά ς.

Νοέμβριος Η συνέλευσις ήρχισε τας τακτικάς εργασίας της την 4 και τας ετελείωσε την 9 νοεμβρίου· έπραξε δε ό,τι επέτρεπεν η περίστασις και απήτει το εθνικόν συμφέρον· δεν εσύστησεν ειμή τοπικήν και προσωρινήν Αρχήν εις διατήρησιν της κοινής ασφαλείας και ησυχίας, εις τακτοποίησιν και ενίσχυσιν του πολέμου, εις κοινωφελή χρήσιν των δημοσίων εισοδημάτων και εις προπαρασκευήν εθνικής κυβερνήσεως. Εκλήθη δε η τοπική αύτη Αρχή Γερουσία, συγκειμένη εκ τόσων μελών, ενιαυσίως εκλεγομένων, όσαι ήσαν και αι αντιπροσωπευόμεναι παρά τη συνελεύσει επαρχίαι, ων αι Αρχαί ετέθησαν υπό τας διαταγάς της· ώφειλε δε αύτη λόγον των πράξεών της τη εθνική συνελεύσει. Πρόεδρος της γερουσίας ταύτης ανεδείχθη ο Μαυροκορδάτος.

Η δε συνέλευσις του ανατολικού μέρους της στερεάς Ελλάδος απεπεράτωσε και εκείνη τας εργασίας της την 20 υπό την προεδρίαν και οδηγίαν του Νέγρη και εγκατέστησε τοπικήν Αρχήν (ε). Αλλ' όσον η αδελφή της του δυτικού μέρους προσηλώθη εις τον κύριον σκοπόν, τόσον αύτη απεμακρύνθη. Ο οργανισμός της τοπικής Αρχής, κληθείς «νομική διάταξις», είναι πολιτικός πανδέκτης, αν όχι και πολιτικός κυκεών. Η συνέλευσις, μη αρκεσθείσα εις την άκαιρον συσσώρευσιν παντός είδους ορισμών και διατάξεων, νομοθετήσασα και την ανοχήν όλων των γλωσσών εντός της περιφερείας της, ως αν κατετρέχοντο αι γλώσσαι, καθώς άλλοτε άλλου αι θρησκείαι, και αναγνωρίσασα ως επικρατούσαν γλώσσαν την ελληνικήν, ως αν ήτο και τούτο αμφισβητήσιμον, εξέτεινε τα όρια της εξουσίας της τόσον, ώστε, αφ' ού ώρισε τας δυνάμεις και αυτής της μελλούσης εθνικής κυβερνήσεως, δεν εδίστασεν άλλας αυτών αυτεξουσίως να οικειοποιηθή, και άλλας κατά το δοκούν να περιορίση· έδωκε δε τη τοπική Αρχή, ην εσύστησε, και δύναμιν να φέρη εντός της Ελλάδος ξένα στρατεύματα άνευ της συγκαταθέσεως της εθνικής κυβερνήσεως· αλλ', αφ' ού απεπεράτωσε τας εργασίας της, παρήτησεν εν μέρει διά τινος παραρτήματος τους πολιτικούς σφετερισμούς της. Επειδή οι οπλαρχηγοί ήγαν και έφεραν το μέρος εκείνο της στερεάς Ελλάδος, οποία παραχώρησις και αν εγίνετο προς εκείνους υπέρ το δέον ήτο συγχωρητή διά τας περιστάσεις· αλλ' αι περί ων ο λόγος πολιτικαί παρεκτροπαί δεν επήγαζαν εκείθεν, ουδ' έτειναν προς τον σκοπόν εκείνον· διά τούτο δεν δύναταί τις να τας δικαιολογήση ουδέ καν ως έργα ανάγκης. Τόσην δε πεποίθησιν είχεν ο Νέγρης ότι το έργον του ήτον άριστον, ώστε μη τυχόν άλλος αντιποιηθεί την εντεύθεν δόξαν, εφρόντισε να παρενείρη εν τοις πρακτικοίς της συνελεύσεως, ότι η περί ης ο λόγος νομική διάταξις εισήχθη παρ' αυτού. Δεκατετραμελής ωρίσθη η τοπική Αρχή διαιρεθείσα εις δύο τμήματα, πολιτικόν και δικαστικόν· και των μεν μελών η διάρκεια ωρίσθη δωδεκάμηνος, η δε των προέδρων πεντηκονταδιήμερος· εξελέχθησαν δε πρόεδροι του μεν πολιτικού ο Νέγρης, του δε δικαστικού ο επίσκοπος Ταλαντίου· εκλήθη δε η Αρχή αύτη Ά ρ ε ι ο ς - Π ά γ ο ς, αν και αι πρώτισται αυτού εργασίαι ήσαν πολιτικαί (ζ). Αλλ' έπρεπεν ακατάλληλος οργανισμός να λάβη και ακατάλληλον κλήσιν.

Εν ώ δε ωργανίζετο η στερεά Ελλάς, εκινείτο προς τον αυτόν σκοπόν και η Πελοπόννησος. Η Τριπολιτσά, αν και εκενώθη στρατευμάτων, δεν ήτον επιτηδεία εις συνεδρίασιν των πληρεξουσίων του έθνους κατά την περίστασιν εκείνην διά τα επακόλουθα της πολιορκίας και αλώσεώς της. Μετέβησαν δε κατ' αυτάς εις Τριπολιτσάν και απεσταλμένοι των ναυτικών νήσων· προβάλλοντες να συγκαλεσθή η εθνική συνέλευσις εις παραθαλάσσιόν τι μέρος πλησίον Ύδρας και Σπετσών, και απεφασίσθη ομογνωμόνως το Άργος· εξεδόθησαν και συγκλητήρια· αλλ' επρόκειτο να συστηθή προ της εγκαταστάσεως της γενικής εθνικής κυβερνήσεως τοπική γερουσία και εν Πελοποννήσω, καθώς και εν στερεά Ελλάδι. Διά τον σκοπόν τούτον εξέλεξαν αι επαρχίαι της ανά έξ γενικούς εφόρους, και ένα των έξ ως μέλος της γερουσίας. Αλλά τα μέλη της μη εισέτι συγκεκροτημένης γερουσίας εκλήθησαν να γράψωσι και τον οργανισμόν αυτής, ό εστι να ορίσωσι τας ιδίας αυτών δυνάμεις. Εντεύθεν ενδεχόμενον ήτο να πηγάση μεγάλη κατάχρησις· αλλά καλή τύχη παρεδέχθησαν τον συνετόν οργανισμόν της γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος μετά τινων άλλων διατάξεων. Συστήσαντες δε οι Πελοποννήσιοι την γερουσίαν των επρόσφεραν την προεδρίαν τω Υψηλάντη θέλοντες όχι τόσον να τον τιμήσωσιν, όσον να τον απομακρύνωσιν ευσχήμως των γενικών πραγμάτων της εθνικής συνελεύσεως· αλλ' ο Υψηλάντης απεποιήθη την προσφοράν, και ανεδείχθη πρόεδρος ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος. Ήρχισαν δε τα της γερουσίας ταύτης εν Άργει την 1 δεκεμβρίου και απεπερατώθησαν και υπεγράφησαν εν Επιδαύρω την 27.

Μετά δε τα κατά την Άρταν συμβάντα αναγκαίον εθεώρησαν οι εισβαλόντες σύμμαχοι Ελληνοαλβανοί να στείλωσι τον Ταχήρ - Αμπάζην, ένα των αρχηγών των Αλβανών, προς τον Μαυροκορδάτον εις συνδιάλεξιν και συμμέθεξιν ων έφερεν ούτος βοηθημάτων προς ενίσχυσιν του αγώνος. Τω εδόθη δε και πληρεξούσιον ανοικτόν φέρον τα σφραγίσματα των συναδέλφων του Αλβανών ίνα απέλθη εις Πελοπόννησον ως αντιπρόσωπος αυτών παρά τη προκειμενική εθνική συνελεύσει, ή αντικαταστήση άλλον.

Αν και εγνώριζεν ο ανήρ ούτος εξ όσων έμαθε παρά των μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς επανελθόντων ομοφύλων του τις ο αληθής σκοπός των ενόπλων κινημάτων των Ελλήνων, κατεταράχθη ουδέν ήττον και ηγανάκτησεν ακούσας, εν ώ διήρχετο το μακρόν διάστημα από των κορυφών του Μακρυνόρους μέχρι της εσχατιάς του Μεσολογγίου, ύμνους εις την ελληνικήν ελευθερίαν και ύβρεις εις την τουρκοκρατίαν, και ιδών πολλαχού τα σύμβολα του ελληνικού εθνισμού εστημένα, τα υψιπύργια (μιναρέδας) των ομοπίστων του κατηδαφισμένα, και τους ευκτήριους οίκους μεμιασμένους· παρετήρησε και την ακαταστασίαν των πραγμάτων, και την απορίαν των αγωνιζομένων, προς ους εφημίζετο ότι εστάλησαν εσχάτως πλούσιαι δωρεαί· αλλ' υπεκρίθη και επολιτεύθη επιτηδείως, απέφυγε ν' απέλθη εις την εθνικήν συνέλευσιν ως εμελέτα, αντικατέστησε διά το ανύποπτον τον Μάρκον Δεσπότου γράψας επί του ανοικτού πληρεξουσίου τόνομά του, έλαβε πολεμεφόδια, και επανελθών εις τα ίδια ασφαλής και ανενόχλητος διηγήθη προς τους αληπασίζοντας συναδέλφους του όσα είδεν, ήκουσεν, εψηλάφησε και ησθάνθη (η). Ακούσαντες ούτοι τους λόγους αυτού και βλέποντες τους μεν βασιλικούς καθ' ημέραν κρατυνομένους, την δε καταστροφήν του Αλή άφευκτον και εγγύς, καλούμενοι δε υπό την βασιλικήν σημαίαν επί πλουσίαις αμοιβαίς παρά του ομοφύλου των Βρυώνη, του κατ' αρχάς και αυτού αληπασίζοντος και μετά ταύτα βασιλίσαντος, συνήλθαν εις συμβούλιον εν αγνοία των συμμάχων των Χριστιανών περί του πρακτέου· και αποφασίσαντες να προσκυνήσωσιν απέστειλαν μυστικήν πρεσβείαν προς τον Χουρσήδην, υποσχόμενοι να δικαιώσωσι την πολιτικήν μετάνοιάν των διά θερμής συμπράξεως, και κατά του αποστάτου Αλή και κατά των αποστατών Ελλήνων· επρόβαλαν δε συγχρόνως να σταλώσι στρατεύματα κατά μεν το κρυπτόμενον εις ανάκτησιν της Άρτης, κατά δε το φαινόμενον εις αναδούλωσιν της Αιτωλοακαρνανίας· διενοούντο δε διά της ψευδούς ταύτης φήμης ν' αναγκάσωσι, καθώς και ηνάγκασαν, τους εις Άρταν συνεκστρατεύσαντας Αιτωλοακαρνάνας ν' ανακάμψωσιν εις τας εστίας των προς υπεράσπισίν των. Προθύμως εδέχθη ο Χουρσήδης την υπόκλισιν των αληπασιζόντων Αλβανών, τοις επεδαψίλευσε την εύνοιάν του, και έστειλε και στρατεύματα κατά την πρότασίν των.

Οι δε Σουλιώται, αν και εψιθυρίζετο η προς αυτούς απιστία των συμμάχων των Αλβανών, δεν την επίστευαν. Αφ' ού δε είδαν ότι τα εχθρικά στρατεύματα επλησίασαν την Άρταν, εξήλθαν της πόλεως διά νυκτός, φοβηθέντες μη αποκλεισθώσι, και ετοποθετήθησαν επί το παρακείμενον όρος πεποιθότες, ότι θα παρηκολούθουν και οι σύμμαχοί των Αλβανοί κατά τα προ της εξόδου των συνομολογηθέντα· αλλ' ούτοι δεν παρακολούθησαν και τοις ανήγγειλαν την επαύριον, ότι ήσαν έως τότε υπηρέται του Αλή και σύμμαχοι αυτών επί σκοπώ να ελευθερώσωσι μεν εκείνον, αλλά να διαμείνωσιν όλοι πάντοτε υπό το σκήπτρον του σουλτάνου· βεβαιωθέντες όμως ότι και οι Σουλιώται και οι λοιποί ομόπιστοί των εμάχοντο υπέρ πίστεως και ελευθερίας έχοντες συμβοηθόν και τον Αλήν δι' ιδιαίτερα τέλη, έκριναν αναγκαίον να τους ειδοποιήσωσιν ότι ήσαν Μωαμεθανοί και πιστοί υπήκοοι του κραταιοτάτου βασιλέως των, και ότι εθεώρουν την συμμαχίαν των του λοιπού λελυμένην· τους εσυμβούλευσαν δε φιλικώς ν' αναχωρήσωσιν όσον τάχιον.

Ταύτα ακούσαντες παρ' ελπίδα οι Σουλιώται ανεχώρησαν αυθωρί εις τα ίδια· και ούτως η συμμαχία ελύθη διαρκέσασα έν έτος.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'.

&Ναύπλιον και ατυχής απόπειρα εφόδου. — Τα κατά τας Πάτρας συμβάντα. — Φόνος Αντώνη Οικονόμου — Μετάβασις των πληρεξουσίων εις Πιάδαν παρά την Επίδαυρον — Παράδοσις της Κορίνθου.&

ΠΡΟΣ τον μυχόν του αργολικού κόλπου, δεξιά του εισπλέοντος προέχει εις την θάλασσαν ογκώδης και στενή γλώσσα σχηματίζουσα προς άρκτον εντός του μεγάλου και πολυκυμάντου αργολικού κόλπου μικρόν και ακύμαντον υπόκολπον· εν τω στόματι δε τούτου κείται νησίδιον όλον πετρώδες, ολίγων οργυιών περιφέρειαν έχον και σχεδόν ισοθάλασσον, επ' αυτού δε πύργος, κοινώς λεγόμενος Μ π ο ύ ρ τ σ ι, εις φρούρησιν της εισόδου· η δε γλώσσα κόπτεται επί του ισθμού διά πλατείας και ξηράς τάφρου, και ζευγνύεται μετά της έξω γης διά κρεμαστής γεφύρας· είναι δε κρημνώδης και απρόσβατος προς την μεσημβρινήν πλευράν της, την προς την είσοδον του αργολικού κόλπου· προς δε την αρκτικήν εκτείνεται ολίγη επίπεδος γη, επί ταύτης δε και επί της κατωφερείας της αυτής πλευράς κείται η πόλις του Ναυπλίου· επί δε του υπεράνω της πλευράς ταύτης οροπεδίου η ακρόπολίς της, ήτοι η ακροναυπλία, κοινώς λεγομένη Ι τ σ κ α λ έ ς.

Η πόλις και η ακρόπολις περικλείονται εντός ενός και του αυτού τείχους· αλλ' η πόλις εκτείνεται και έξω των τειχών προς την θάλασσαν αρκτικώς. Το δε μεταξύ της πόλεως και του θαλασσοπύργου διάστημα είναι στενότερον κανονοβολής, και τα νερά βαθέα και πλώιμα, τα δε εκείθεν του θαλασσοπύργου ρηχά και άπλευστα· προς το επί της ξηράς δε χείλος της τάφρου ανυψούται κωνοειδώς, 750 πόδας υπεράνω της θαλάσσης, πετρώδες, ολόγυμνον και απότομον βουνόν, μόνον κατ' ανατολάς πατητόν· επί δε του ακροβουνίου κείται το Παλαμίδι, οχυρώτατον φρούριον, έχον, εκτός της προς ανατολάς κοινής και φυσικής ανόδου, δύο άλλας προς την πόλιν, την μεν λαξευτήν και θολοσκέπαστον, αλλά στενήν και δύσβατον, προς συγκοινωνίαν εν καιρώ πολέμου, την δε παράπλευρον εκείνης, αλλ' ασκεπή, εις χρήσιν εν καιρώ ειρήνης. Το μέγα δε τούτο φρούριον διά την υψηλήν θέσιν του εξουσιάζει και την πόλιν και την ακρόπολιν. Υπερτριακόσια ελογίζοντο αρχομένης της επαναστάσεως τα επί του Παλαμιδίου, της ακροναυπλίας, του θαλασσοπύργου και τα περί την πόλιν κανόνια παντός μεγέθους εύχρηστα και άχρηστα. Οι κάτοικοι προ της επαναστάσεως ήσαν όλοι σχεδόν Τούρκοι· επί δε της επαναστάσεως κατέφυγαν αυτόθι, ως είπαμεν, και οι Αργείοι, ώστε 6000 ελογίζοντο τον καιρόν εκείνον όλοι οι έγκλειστοι Τούρκοι, εντόπιοι και πρόσφυγες, εξ ών 1200 οπλοφόροι.

Είδαμεν, ότι εξ αρχής του αγώνος επολιορκήθη το Ναύπλιον, και ότι η πολιορκία ελύθη επί της ευτυχούς εισβολής εις Αργολίδα του κεχαγιάμπεη αναβαίνοντος εις Τριπολιτσάν. Έκτοτε οι Τούρκοι περιεφέροντο εις τας πέριξ πεδιάδας μηδενός εναντιουμένου· αλλ' επί της συγκομιδής των καρπών συνήλθαν εκ νέου Κρανιδιώται, Αργείοι, και άλλοι προς επανάληψιν της πολιορκίας και κατέλαβαν διαφόρους θέσεις· επεξήλθαν οι Τούρκοι σύροντες κανόνια και έπεσαν επί τινα πύργον κατεχόμενον υπό των περί τον Τσόκρην· ούτοι, αν και ολίγοι, αντέστησαν, και διά της συνδρομής και άλλων επιπεσόντων όπισθεν τους απέκρουσαν φονεύσαντες και πληγώσαντές τινας αυτών και απελευθερώσαντες ολίγους Χριστιανούς κρατουμένους εντός του Ναυπλίου και συμπαραληφθέντας υπό των εξελθόντων Τούρκων ως αχθοφόρα ζώα εις μετακόμισιν των καρπών. Έκτοτε οι έγκλειστοι εξήρχοντο μόνον πλησίον του φρουρίου εις συγκομιδήν όσων εύρισκαν εκεί αναγκαίων και ηκροβολίζοντο. Οι δε Έλληνες, μη έχοντες τα εις τειχομαχίαν, ανέμεναν η πείνα να τοις παραδώση το φρούριον· διά τούτο περιωρίζοντο εις στενήν διά θαλάσσης και ξηράς πολιορκίαν. Αλλ', εν ώ εφαίνετο η ώρα της πτώσεως εγγύς, διέφυγε την προσοχήν των διά θαλάσσης αποκλειστών, έν πλοίον μαλτεζικόν και έφερε προς τους πολιορκουμένους ικανάς τροφάς. Το συμβάν τούτο εματαίωσε τας προσδοκίας των Ελλήνων.

Ο δε εκ Γενούης ίλαρχος Δανίας, ευτολμότατος φιλέλλην, επρότεινε τότε την εξ εφόδου άλωσιν του Ναυπλίου. Αν και ακατόρθωτον εθεωρήθη κατ' αρχάς το προτεινόμενον, ενεκρίθη επί τέλους, και ο Υψηλάντης, παραλαβών τον Κολοκοτρώνην και άλλους διατρίβοντας εν Άργει, μετέβη εις το στρατόπεδον του Ναυπλίου, όπου, συμβουλίου δευτέρου γενομένου, απεφασίσθη οριστικώς η έφοδος. Εφοδώτερα μέρη εκρίθησαν τα προς το παραθαλάσσιον και την γέφυραν· προς έλκυσιν δε της πολλής δυνάμεως των εχθρών εις άλλα μέρη, ώστε να εύρωσιν οι μέλλοντες να εισπηδήσωσιν ολιγωτέραν αντίστασιν, εθεωρήθη αναγκαίον ελληνικά πλοία να κανονοβολήσωσιν επί ρητή ώρα τον θαλασσόπυργον και το αντικρύ αυτού επί του τείχους της πόλεως κανονοστάσιον των πέντε αδελφών, στρατιωτικά δε σώματα υπό τον Κολοκοτρώνην να επιχειρήσωσι συγχρόνως πλαστήν έφοδον επί το Παλαμίδι τουφεκίζοντα, να έλθωσι δε και άλλα υδραϊκά και σπετσιωτικά πλοία και πολλά κρανιδιωτικά και καστριωτικά τρεχαντήρια και ικανοί πολεμισταί εξ εκείνων των μερών διά την επί το παραθαλάσσιον τείχος έφοδον· διά δε την επί το Παλαμίδι ητοιμάσθησαν 1700 εν οις και οι πλείστοι των τακτικών και οι ολίγοι φιλέλληνες.

Εν ώ δε ητοιμάζετο η έφοδος κατά τον ρηθέντα τρόπον, ο Βουτιέρος, αξιωματικός Γάλλος εν τη ελληνική υπηρεσία, παρετήρησεν ότι οι κατέχοντες τον θαλασσόπυργον ήσαν πάντοτε ολίγοι, ότι οι πλείστοι απήρχοντο το πρωί εις την πόλιν και επανήρχοντο το εσπέρας, ότι έμπροσθεν αυτού ελλιμένιζε το εισκομίσαν τας τροφάς μαλτεζικόν πλοίον, έχον ολίγους μόνον ναύτας· ταύτα παρατηρήσας εσχεδίασε να παραλάβη μεσούσης της νυκτός 70 ναύτας, στρατιώτας και φιλέλληνας, ν' αποπλεύση επί δύο πλοιαρίων από των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, και να μεταβιβασθή απροσδοκήτως εις το έμπροσθεν του μικρού τούτου φρουρίου πλοίον· αφ' ού δε πειθαναγκάση τον πλοίαρχον και το πλήρωμα εις σιωπήν, να διανυκτερεύσωσιν αυτός και οι συν αυτώ επί του πλοίου αφανείς και ατάραχοι· πρωίας δε γενομένης, καθ' ην ώραν οι φρουροί απέβαιναν εις την πόλιν κατά το σύνηθες, τινές των περί αυτόν να φορέσωσι τα ενδύματα των ναυτών του πλοίου, ν' αποβώσιν εις την ξηράν ως οι ναύται αυτού, να κυριεύσωσι τον θαλασσόπυργον ανυπόπτως και ακινδύνως και να εμβάσωσι και τους επί του πλοίου λοιπούς συναδέλφους των. Το σχέδιον του Βουτιέρου ενεκρίθη, και ήτο τωόντι επιδέξιον και κατορθωτόν διά την περί τα τοιαύτα συνήθη απροσεξίαν των Τούρκων· αλλά δεν επέτυχε καθ' ην ώραν ενηργήθη· διότι, εν ώ τα υπό τον Βουτιέρον πλοιάρια ήλθαν εγγύς του πλοίου, δεν εφυλάχθη η πρέπουσα σιωπή και αταραξία παρά των πλεόντων, οίτινες ιδόντες φως επί του καταστρώματος του πλοίου, και νομίσαντες ότι τους ενόησαν προσερχομένους επανήλθαν εις τους Μύλους άπρακτοι.

Εν τοσούτω, πάμπολλοι οπλοφόροι συνέρρευσαν έξωθεν του Ναυπλίου, κατέπλευσαν και 15 υδραϊκά και σπετσιωτικά πλοία, και πολλά κρανιδιωτικά και καστριωτικά τρεχαντήρια φέροντα 600 πολεμιστάς διά την επί το παραθαλάσσιον τείχος μελετωμένην έφοδον· συνηνώθησαν διά τον αυτόν σκοπόν καί τινες των έξωθεν του Ναυπλίου. Απεφασίσθη δε να κινηθώσιν όλοι πανταχόθεν εκ συνθήματος την νύκτα της 3 δεκεμβρίου β' ώραν μετά το μεσονύκτιον. Ελθούσης της ώρας, οι εις την έφοδον προετοιμασθέντες εκινήθησαν· αλλ' οι προπορευόμενοι έρριψαν κατά γης τας κλίμακας και έγιναν άφαντοι· απέμεινε δε μετ' ολίγων ο αρχηγός των προπορευόμενων Νικήτας. Ανέβη κατά το σχέδιον και ο Κολοκοτρώνης μετά πολλών προς το Παλαμίδι, εν οις καί τινες τακτικοί. Δοθέντος δε του σημείου, ήρχισεν η μάχη· αλλ' εξ αιτίας της αντιπνοίας ολίγα πλοία επλησίασαν και εκανονοβόλησαν τον θαλασσόπυργον, τα δε φέροντα τους εις απόβασιν μαχητάς τρεχαντήρια δεν ημπόρεσαν να πλησιάσωσιν, ώστε ούτε καν απόπειρα έγεινε της επί του παραθαλασσίου προσχεδιασθείσης αποβάσεως. Τρεις ώρας επέμεναν γενναίως μαχόμενοι και πυροβολούμενοι οι φιλέλληνες, οι τακτικοί καί τινες των άλλων επ' ελπίδι να εισπλεύση μετ' ολίγον ο στολίσκος υπό την συνήθη απόγειον αύραν και αποβιβάση τους Κρανιδιώτας και λοιπούς εις το παραθαλάσσιον. Αλλ', αφ' ού πάσα περί αποβάσεως ελπίς διά την πάντοτε επικρατούσαν αντίπνοιαν εψεύσθη, εσήμανεν η ανάκλησις, και οι μαχόμενοι καταλιπόντες τας κλίμακας απεχώρησαν. 20 εσκοτώθησαν, εν οις και ο σημαιοφόρος φιλέλλην Δοράτος και ο λοχαγός Λίχιγκ αποκοπέντων των δύο ποδών του, και 40 επληγώθησαν, εν οις και ο Γουβερνάτης, ο Περσάτης καί τις Πελοποννήσιος υποπλαρχηγός Γκελμπερής, όστις κοπέντος του ποδός του, απεκομίσθη εις το φρούριον, και παραδοθείς είς τινας Εβραίους απέθανε βασανιζόμενος· οι πλείστοι δε των φονευθέντων και πληγωθέντων ήσαν τακτικοί και φιλέλληνες. Μετά την αποτυχίαν ταύτην επανήλθαν οι περί τον Υψηλάντην εις Άργος, το δε Ναύπλιον επολιορκείτο ως και πρότερον.

Οι δε αρχηγοί των Αχαιών, αφού εμπόδισαν την εις Πάτρας κατάβασιν του Κολοκοτρώνη, επεχείρησαν αυτοί την άλωσιν της πόλεως θεωρήσαντες τον καιρόν αρμόδιον διά τα εν αυτή μετά την εκπολιόρκησιν της Τριπολιτσάς συμβάντα· στρατολογήσαντες δε υπερτρισχιλίους κατέλαβαν εν πρώτοις το Γηροκομείον· την δε 21 Οκτωβρίου περί τα χαράγματα έπεσαν πολλαχόθεν εις την πόλιν και εβίασαν τους κατέχοντας αυτήν να καταφύγουν εις την ακρόπολιν μετά μακράν αντίστασιν και ολίγην αιματοχυσίαν. Οι Έλληνες διέμειναν εν τη πόλει όλην την ημέραν πολεμούντες τους εν τη ακροπόλει και τους κατέχοντας ολίγας υπ' αυτήν οικίας. Τόσον δε εφοβήθησαν οι Λαλιώται, ώστε ήλθαν και εις λόγους συμβιβασμού. Αλλ' οι στρατιώται, εν αγνοία των αρχηγών των διανυκτερευόντων εν Γηροκομείω, εγκατέλειψαν την νύκτα την πόλιν και διεσπάρησαν εις τα χωρία προς μετακομιδήν των λαφύρων· επειδή όμως αφήκαν φώτα εν ταις κατοικίαι των, οι Λαλιώται δεν ενόησαν την νυκτερινήν αναχώρησίν των και δεν κατέβησαν να κυριεύσωσι την πόλιν. Οι δε εν Γηροκομείω αρχηγοί των, μαθόντες το γεγονός, εσύναξαν όσους εκ του προχείρου εδυνήθησαν, και παραλαβόντες και το προ ολίγων ωρών φθάσαν εκεί σώμα του Ανδρέου Λόντου εκ 300 εισήλθαν την αυτήν νύκτα εις την πόλιν και κατέλαβαν την ενορίαν του αγίου Γεωργίου· αλλ' ο καθήμενος εν τω Ρίω Ισούφης έστειλεν εν πρώτοις έν σώμα και έδιωξε τους κατέχοντας την θέσιν του τελωνείου εχθρούς του· έστειλε και άλλο και κατέλαβε τα υψηλά Αλώνια· αυτός δε μετά 400 ιππέων και πεζών εισέβαλεν εις την πόλιν την 22 νοεμβρίου μεσούσης της ημέρας· εξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω και έπεσαν οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν επί τους κατέχοντας την πόλιν Έλληνας, οίτινες, μη προσδοκούντες την αιφνίδιον ταύτην επίθεσιν και θορυβηθέντες, ετράπησαν μετά μικράν αντίστασιν και πολλοί αυτών απώλεσαν και τα πράγματά των. Οι δε εχθροί απέκαυσαν την πόλιν ίνα μη εισερχόμενοι οι Έλληνες ευρίσκωσι προμαχώνας.

Εκείναις ταις ημέραις εγνώσθη, ότι ο Αντώνης Οικονόμου, ο πρό τινων μηνών φυλακισθείς εν τη μονή του Φονιά, εδραπέτευσε και μετέβαινεν εις Ύδραν διά του Άργους. Άστατον είναι το μίσος του λαού, καθώς και η αγάπη προς τους προστάτας του, και πολλάκις αγαπά απόντα ον αποστρέφεται παρόντα. Μετεμελήθη και ο λαός της Ύδρας ότι εγκατέλειψε τον προστάτην του επί της καταδρομής του· επεθύμει δε να τον ίδη πάλιν εις το μέσον του. Ο Οικονόμου, εξ όσων έπαθεν, έπνεε και αυτός εκδίκησιν. Διά τους λόγους τούτους οι πρόκριτοι της Ύδρας ήσαν όλοι άνω κάτω και έβλεπαν κινδυνεύουσαν και αυτήν την ύπαρξίν των. Μεταξύ των εις Άργος συνελθόντων πληρεξουσίων ήσαν και οι της νήσου ταύτης, οίτινες εταράχθησαν επί τω ακούσματι προβλέποντες και αυτοί μεγάλα δυστυχήματα επί της καθόδου του Οικονόμου εις την πατρίδα των· κατ' αίτησιν δε αυτών εστάλη εξ Άργους στρατιωτική δύναμις υπό τον Ξύδην, υποπλαρχηγόν του Λόντου, εις σύλληψιν του Οικονόμου, και εις φυλάκισίν του εν τω μεγάλω Σπηλαίω· παρηγγέλθη δε ο Ξύδης να μεταχειρισθή κατ' αυτού και όπλα, αν παρήκουε και ανθίστατο. Την 16 δεκεμβρίου συνήντησεν η σταλείσα δύναμις έξωθεν του Κουτσοποδίου τον Οικονόμου έφιππον και συνοδευόμενον υπό τινων συμπατριωτών του· προσκληθέντα δε να παραδοθή και μη παραδοθέντα, τον επυροβόλησε και τον εφόνευσε κατά την θέσιν Κατσικάνι· οι δε συνοδοιπόροι του ήλθαν αβλαβείς και ανενόχλητοι εις Άργος και εκείθεν διέβησαν εις την πατρίδα των, όπου ουδεμία συνέβη ταραχή, διότι την επρόλαβεν ο φόνος του αρχηγού των. Τοιούτον έλαβε τέλος ο Αντώνης Οικονόμου, ο διά της μεγαλοτολμίας του ανυψωθείς υπεράνω της παντοδυνάμου αριστοκρατίας της πατρίδος του, και πρώτος μεγαλοφρόνως και φιλοκινδύνως οδηγήσας εις τον αγώνα της ελευθερίας και της δόξης λαόν, όστις διά των κατορθωμάτων του ανεκαίνισε τα προπατορικά τρόπαια της Σαλαμίνος και της Μυκάλης.

Εν τούτοις, συνήλθαν εις Άργος όλοι οι πληρεξούσιοι και ήρχισαν τας προκαταρκτικάς συνεδριάσεις των· αλλ' η συρροή τόσων στρατευμάτων εις Αργολίδα, αι συμβαίνουσαι καθ' ημέραν αταξίαι εν τη πόλει, αι παρά τινων υποκινήσεις του στρατιωτικού κατά των αρχόντων και διασπαρείς λόγος συνωμοσίας κατ' αυτών ηνάγκασαν τους πληρεξουσίους να ζητήσωσιν άλλον τόπον ησυχώτερον και ασφαλέστερον διά τας συνεδριάσεις των, και τοιούτος εκρίθη το παράλιον χωρίον της Πιάδας, όπου και μετέβησαν μετονομάσαντές το Επίδαυρον, ως παραπλήσιον της αρχαίας Επιδαύρου. Συνέτρεξε δε εις την εκεί μετάβασίν των και το εξής.

Οι πλείστοι των εν Άργει στρατιωτικών, εν οις και ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης, μετέβησαν εκείναις ταις ημέραις εις Κόρινθον επ' ελπίδι κυριεύσεως του φρουρίου εκείνου. Μαθόντες οι εν Ναυπλίω Τούρκοι την από του Άργους απομάκρυνσιν των ελληνικών στρατευμάτων διά τινος αιχμαλώτου αποδράντος, και βεβαιωθέντες ότι ολίγοι ήσαν οι εναπομείναντες οπλοφόροι, βουλήν έβαλαν να πατήσωσιν εξ απρόοπτου την πόλιν, και επί τω σκοπώ τούτω εξήλθαν την 14 δεκεμβρίου 600 σύροντες δύο κανόνια, έτρεψαν εις φυγήν τους παρά τη οδώ καθημένους ολίγους οπλοφόρους Έλληνας και κατεφόβισαν τους εν τη πόλει του Άργους· αλλά, χάρις εις την τόλμην του Νικήτα καί τινων Ελλήνων και φιλελλήνων παρευρεθέντων, ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσι χωρίς να πατήσωσι την πόλιν. Επειδή δε το κίνημα τούτο απεδόθη εις την προδοσίαν του αποδράντος αιχμαλώτου, εθεωρήθησαν ως συνένοχοι υπό του όχλου οι εν Άργει ευρισκόμενοι αιχμάλωτοι και εθανατώθησαν· ήσαν δε ούτοι εκ των επί τη αλώσει της Τριπολιτσάς επιζησάντων.

Εκ των επιζησάντων ήτον, ως είδαμεν, και ο κορίνθιος Κιαμήλμπεης. Δι' αυτού, μετενεχθέντος εις Κόρινθον, επροσπάθησαν οι Έλληνες να πείσωσι τους εχθρούς εις παράδοσιν της Ακροκορίνθου. Αλλ' οι προς την μητέρα του, την γυναίκα του και λοιπούς πολιορκουμένους λόγοι του ανδρός τούτου κατ' εισήγησιν των Ελλήνων δεν εισηκούοντο, διότι οι πολιορκούμενοι, αν και ετίμων τας διαταγάς του, ήξευραν ότι παρήγγελλεν όσα τω υπηγόρευαν οι κατέχοντες αυτόν. Οι Έλληνες επέμεναν έτι μάλλον εις την κυρίευσιν της Ακροκορίνθου, διότι επίστευαν ότι ήσαν εναποτεταμιευμένοι οι θησαυροί του Κιαμήλμπεη, ον όλη η Ελλάς εθεώρει πολυτάλαντον. Οι δε φρουροί ήσαν εντόπιοι, Αλβανοί, καί τινες Λαλιώται, όλοι 600, πλήρεις ελπίδων ότι εντός ολίγου θα εισέβαλε και θα έλυε την πολιορκίαν των η εισέτι, ως ενόμιζαν, διατρίβουσα εν τη Ανατολική Ελλάδι οθωμανική δύναμις υπό τον Βρυώνην και τον Μεχμέτην. Εν τοσούτω πολιορκούντες και πολιορκούμενοι εκανονοβολούντο συνεχώς· και οι μεν πολιορκηταί, μετακομίσαντες εξ Ύδρας δύο κανόνια και αναβιβάσαντες αυτά εις Πεντεσκούφι (α) εμπόδιζαν δι' αυτών πάσαν έξοδον των πολιορκουμένων και τους ηνόχλουν και εντός των οικιών κανονοβολούντες· ούτοι δε, αν και ανεπιτήδειοι κατ' αρχάς περί την χρήσιν των κανονίων, εφάνησαν, καθ' ας ημέρας κατέβησαν εκεί ο Υψηλάντης και οι λοιποί, επιτηδειότεροι και βλαπτικώτεροι· και εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι Έλληνες να υποπτεύσωσιν ότι ο Κιαμήλμπεης έστειλεν εκείναις ταις ημέραις εις την ακρόπολιν επιτήδειον κανονοβολιστήν υπό πρόσχημα απλού γραμματοφόρου. Αλλά το κακόν της πείνας ηύξανε και εταλαιπώρει τους εγκλείστους, ών τινες ηυτομόλουν προς τους Έλληνας· ηυτομόλησαν προς τον Κολοκοτρώνην επί τη προτάσει του και οι εν τω φρουρίω ολίγοι Λαλιώται και δεν εκακοποιήθησαν· ηυτομόλησε μετά ταύτα καί τις δερβίσης, όστις εκληφθείς ως κατάσκοπος ετιμωρήθη.

Αφ' ού δ' εβεβαιώθησαν οι έγκλειστοι, ότι πάσα ελπίς επικουρίας έξωθεν εματαιώθη, οι Αλβανοί πρόθυμοι, ως τους είδαμεν και άλλοτε, ν' αποχωρίζονται των ομοπίστων επ' ιδιοτελεία, απεχωρίσθησαν και εν τη παρούση περιστάσει, και τη συνεργεία του Πλαπούτα και τη μεσιτεία του γνωστού αυτοίς Πανουργιά, ευρεθέντος εν Κορίνθω, εσυμβιβάσθησαν μόνοι, και εξήλθαν 150 την 10 Ιανουαρίου, φέροντες τα όπλα, τας αποσκευάς των και ανά χίλια γρόσια· προσδιωρίσθη δε η ποσότης αύτη όχι διότι εμελέτων οι Έλληνες να κρατήσωσι τα περισσεύοντα της περιουσίας των, αλλ' ίνα μη ιδιοποιηθώσιν ούτοι τα των άλλων εγκλείστων· επέβησαν δε εις τέσσαρα ελληνικά πλοιάρια προς διαπόρθμευσιν· αλλά το ήμισυ μόλις διεσώθη, καταποντισθέντων ή φονευθέντων των άλλων παρασπόνδως. Απελπισθέντες δε οι εναπομείναντες Τούρκοι εσυμβιβάσθησαν και ούτοι μετά των επί τω σκοπώ τούτω σταλέντων παρά των εν Επιδαύρω υπό τους όρους να παραδώσωσι την ακρόπολιν, όλα τα όπλα, όλην την κινητήν περιουσίαν, εκτός δύο των πενιχροτέρων ενδυμασιών και μικράς τινος χρηματικής ποσότητος εις χρήσιν εκάστου, και να μετακομισθώσιν υπ' ουδέτερα σημαίαν εις την μικράν Ασίαν. Μετά τον συμβιβασμόν τούτον εισήλθε το υπό τον Βαλέστον τακτιτόν εις την ακρόπολιν την 14 υπό την ευλογίαν του παρευρεθέντος επισκόπου Δαμαλών.

Προπορευόμενος δε ο Κολοκοτρώνης και βαστών ελληνικήν σημαίαν εσταύρωσε δι' αυτής την πύλην και την έστησεν επί των επάλξεων· αφωπλίσθησαν μετά ταύτα οι εν τω φρουρίω, παρέδωκαν τα πράγματά των, άτινα διηρπάγησαν, παρέδωκαν και τα χρήματα και τα πετράδια των χρησιμεύσαντα εις μίσθωσιν του ναυτικού, και κατέβησαν εις την πόλιν αναμένοντες το πλοίον εις διαβίβασίν των, αλλ' οι πλείστοι κατεστράφησαν μετά τινας ημέρας παρά τα συνομολογηθέντα, και οι λοιποί τήδε κακείσε διεσπάρησαν ή εδουλώθησαν· ο δε Κιαμήλ - μπεης, επί λόγω ότι δεν ήθελε ν' ανακαλύψη τα κατά την πάγκοινον γνώμην κρυπτόμενα πλούτη του, έπαθε πολλά κακά, αλλά δεν εθανατώθη επ' ελπίδι ότι θα τ' ανεκάλυπτε βραδύτερον.

1821-1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'

&Επιρροή των αρχόντων και των οπλαρχηγών εν ταις επαρχίαις και διενέξεις αυτών — Η εν Επιδαύρω πρώτη εθνική συνέλευσις — Πολιτικά συστήματα — Αντιπροσωπική κυβέρνησις και καθίδρυσις αυτής εν Κορίνθω.&

ΠΡΟ της επαναστάσεως μία τάξις ισχυρά υπήρχεν εν Πελοπόννησω, η των πολιτικών· τάξις δε πολεμικών δεν υπήρχεν· η τάξις αύτη προήχθη και εμεγαλύνθη επί της επαναστάσεως εξ αυτής της φύσεως των πραγμάτων. Εν δε τη στερεά Ελλάδι η τάξις των πολεμικών ούσα η μόνη ισχυρά προ της επαναστάσεως έγεινεν ισχυροτέρα αφ' ού η επανάστασις εξερράγη· η δε ανίσχυρος προ της επαναστάσεως πολιτική έγεινεν ανισχυροτέρα επί της επαναστάσεως, διότι εν τοις τοιούτοις καιροίς το όπλον υπερισχύει. Όπου δύο τάξεις αντίζηλοι, εκεί και διενέξεις· αι δε διενέξεις των τάξεων είναι εις άκρον βαρείαι ως τείνουσαι όχι μόνον εις αλλαγήν προσώπων, αλλά και εις ανατροπήν συστημάτων. Κατ' αρχάς της επαναστάσεως εγίνετο εν Πελοποννήσω ό,τι ήθελαν οι άρχοντες· αλλ' η ευτυχής έκβασις των πολεμικών κινημάτων έδωκε φυσικώ τω λόγω μετ' ολίγον ισχύν και τοις οπλαρχηγοίς· η δε διαίρεσις των πολιτικών της Πελοποννήσου και του Υψηλάντου, αφ' ης ημέρας έφθασεν εις το μέσον αυτών, του μεν οικειοποιουμένου των δε μη παραχωρούντων όλην την εξουσίαν, συνέτεινεν έτι μάλλον εις ενίσχυσιν των οπλαρχηγών. Πάντες ούτοι επεριποιούντο αυτόν ως αντιφερόμενον προς τους φυσικούς αντιζήλους των, αλλ' ολίγοι ήσαν οι επιθυμούντες την υπεροχήν του· και αυτός ο Κολοκοτρώνης εσχετίσθη μεν εξ αρχής προς αυτόν, διότι τον ωφέλει η σχέσις ανδρός έχοντος όνομα, αλλά δεν έγεινέ ποτε οπαδός του· μάλιστα επί των διενέξεων των αρχόντων και αυτού προ της πτώσεως της Τριπολιτσάς ως προς τον γενικόν οργανισμόν της Πελοποννήσου, ό εστι των περί εξουσίας, συνυπέγραψε μετά των αρχόντων κατά του σχεδίου αυτού· εν ενί λόγω ενίσχυεν ο Κολοκοτρώνης τον Υψηλάντην επιθυμών να ταπεινώση την οφρύν των πολιτικών, αλλά δεν τον ήθελεν α υ θ έ ν τ η ν του τόπου.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings