← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Front matter (continued 4)

Reading edition

Αλλ' αν η πολυπαθής αύτη νήσος δεν ωφέλησε τον αγώνα ζώσα, τον ωφέλησε πεσούσα, διότι επί τη φρικτή πτώσει της, εξέστη και ηγανάκτησεν όλος ο χριστιανικός κόσμος και είδεν οφθαλμοφανώς, ότι οι Τούρκοι ώμοσαν την εξολόθρευσιν της ελληνικής φυλής, ότι η αμνηστεία των ήτον επιβουλή και η φιλανθρωπία των απάτη, και ότι ούτε αυτή η αθωότης, ούτε η προς τον σουλτάνον πίστις ίσχυαν να στομώσωσι το ακονισθέν ξίφος των.

Αν και ο κίνδυνος της Χίου ήτο και προ της καταστροφής της φανερός, εβράδυναν δι' έλλειψιν πόρων να εκπλεύσωσι τα ελληνικά πλοία εις υπεράσπισίν της και ματαίωσιν των περαιτέρω σχεδίων του εχθρικού στόλου. Μόλις την 27 ηνώθησαν 56, εν οις και 8 πυρπολικά, εν τω λιμένι των Ψαρών· και τα μεν των Σπετσών διετέλουν υπό τον Κολανδρούτσον, τα δε των Ψαρών υπό τον Αποστόλη, τα δε της Ύδρας υπό τον Μιαούλην υφ' όν διετέλει και όλος ο στόλος. Την 28 έπλευσεν ο στόλος ούτος προς τον Τσεσμέν, όπου, ως ελέγετο, ελλιμένιζεν ο εχθρικός· αλλά μη ευρών αυτόν περιέπλεε την Χίον παραλαμβάνων όσους εύρισκε περιπλανωμένους και κρυπτομένους δυστυχείς Χίους· εις εύρεσιν δε αυτών και ασφαλή συνοδίαν εις τα πλοία απεβιβάσθησαν και ναύται ένοπλοι.

Μάιος Την δε 1 μαΐου κατέπλευσεν ο στόλος εις Ψαρά και έμαθεν ότι ο τουρκικός επανέπλευσε προ δύο ημερών εις Χίον, όπου ο καπητάμπασας, γαυριών επί τοις κατορθώμασί του, ετρύφα περιμένων άλλα πλοία εκ Κωνσταντινουπόλεως. Την 10 ήρχιζε το ραμαζάνι. Επειδή, διαρκούντος αυτού, οι Τούρκοι συνήθως ησυχάζουν, απεφάσισεν ο καπητάμπασας να μη εκπλεύση μέχρι του μπαϊραμίου· αλλ' οι αρχηγοί του ελληνικού στόλου, θεωρούντες ότι η επί ματαίω παρέλευσις ενός μηνός έβλαπτε, διότι εξηντλούντο οι ολίγοι πόροι του, απεφάσισαν να κτυπήσωσιν όσον τάχιον εντός του λιμένος της Χίου τον εχθρικόν στόλον. Επί τω σκοπώ τούτω ανήχθη ο ελληνικός την 8, αλλά δεν εισέπλευσε την ημέραν εκείνην τον πορθμόν· την δε 14 επλησίασάν τινα των πλοίων προς τα βόρεια στόμια του πορθμού, ηκροβολίσθησαν μετά τινων φρεγατών και κορβεττών, και δύσαντος του ηλίου επανέπλευσαν όπου ήσαν τα λοιπά. Την δε εσπέραν της 19 δεκαπέντε πλοία πολεμικά και τρία πυρπολικά υπό τον Μιαούλην, εισέπλευσαν τον πορθμόν διά του προς άρκτον είσπλου, τα δε λοιπά έμειναν έξω αποτελούντα γραμμήν αρχομένην από της αρκτικής άκρας της Χίου και παρατεινομένην μέχρι των παραλίων της Ασίας· τούτο ιδούσα εν καιρώ η επί του στομίου του πορθμού εχθρική προφυλακίς έδωκεν είδησιν κανονοβολήσασα, και αμέσως ανήχθη όλος ο τουρκικός στόλος, αλλ' εν τόση ταραχή και βία, ώστε πολλά πλοία άφησαν τας αγκύρας· αφ' ού δε επλησίασαν οι δύο στόλοι εντός βολής κανονίου, τέσσαρα ελληνικά πλοία, τα του Μιαούλη, του Σαχτούρη, του Σκούρτη, και του Τσαμαδού, έβαλαν εις το μέσον την εχθρικήν ναυαρχίδα και την επολέμουν· επερρίφθη και έν πυρπολικόν, αλλά δεν εκόλλησε. Μετά την αποτυχίαν ταύτην εξέπλευσαν τα ελληνικά και κατόπιν αυτών και τα τουρκικά διώκοντα τα ελληνικά και δι' όλης της νυκτός κανονοβολούντα, αλλ' επί ματαίω· οι στόλοι αντεκανονοβολήθησαν και την υστεραίαν εκτός του πορθμού αβλαβώς ως και την προτεραίαν, και τα μεν ελληνικά επανήλθαν εις Ψαρά, τα δε τουρκικά εις τον λιμένα της Χίου. Εν τοσούτω ήλθε νέα ναυτική δύναμις εκ Κωνσταντινουπόλεως προς τον καπητάμπασαν, και ανεμένετο και άλλη εξ Αιγύπτου. Οι Έλληνες διελογίζοντο πάντοτε πώς να βλάψωσι τον εχθρόν πριν δυναμωθή έτι μάλλον, και άλλον τρόπον δεν είχαν παρά την χρήσιν των πυρπολικών.

Ιούνιος Την νύκτα προ της ημέρας του μπαϊραμίου, ό εστι την της 6 Ιουνίου, συνήλθαν επί της τουρκικής ναυαρχίδος πολλοί των πλοιάρχων του τουρκικού στόλου εις συνεόρτασιν· σκοτεινή ήτον η νυξ εκείνη ούσα η τελευταία της σελήνης, και τα πλοία του στόλου εξ αιτίας του έτι επικρατούντος ραμαζανίου ήσαν ολόφωτα· διεκρίνοντο δε μεταξύ όλων τα δύο δίκροτα, ήτοι η ναυαρχίς και η υποναυαρχίς, διά την πλουσίαν φωτοχυσίαν των. Προ τριών ημερών δύο ελληνικά πυρπολικά, το μεν υπό τον Ανδρέαν Πιπίνον Υδραίον, το δε υπό τον Κωνσταντίνον Κανάρην Ψαριανόν, απέπλευσαν διά νυκτός εκ Ψαρών κατά το αρκτικόν μέρος της Χίου· αλλ' έπεσαν εις τριήμερον γαλήνην. Συναπέπλευσαν και τέσσαρα πολεμικά, δύο προς το νότειον και δύο προς το βόρειον μέρος του πορθμού επί σκοπώ να παραλάβωσι τα πληρώματα των πυρπολικών μετά τον εμπρησμόν αυτών.

Την 6 ήρχισε να πνέη αρκτικός άνεμος, και προς την δύσιν του ηλίου τα δύο πυρπολικά παρέπλεαν υπό ξένην σημαίαν το Καραμπουρνού κρυπτόμενα υπό την ξηράν· αφ' ού δε ενύκτωσεν, εισήλθαν ησύχως και ανυπόπτως εις τον πορθμόν, διότι εξ αιτίας της εορτής του μπαϊραμίου ηγκυροβόλησε και η προφυλακίς, και έπλεαν εν μέσω του εχθρικού στόλου· τόσον δε επλησίασαν πρός τινα των πλοίων, ώστε ηναγκάσθησαν επί τη κραυγή των σκοπών ν' απομακρυνθώσι και να μη φαίνωνται. Μετά δε το μεσονύκτιον επανήλθαν πλησίστια εν μέσω του στόλου, και βοηθούμενα υπό της πνεούσης απογείου αύρας έπεσαν αίφνης το μεν Ψαριανόν εις την πρώραν της ναυαρχίδας, και περιπλεχθέν μετέδωκεν αμέσως τας φλόγας του, το δε υδραϊκόν εις την πρώραν της υποναυαρχίδος, όπου εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε προτού μεταδώση τας φλόγας του, και καιόμενον εκυμαίνετο τήδε κακείσε εν μέσω του στόλου ενσπείρον φόβον και ταραχήν. Οι δε γενναίοι πλοίαρχοι και ναύται των δύο πυρπολικών, όλοι 43, αφ' ού ετελείωσαν το έργον, εμβάντες εις τα εφόλκια, εξήλθαν του πορθμού διά του νοτίου στομίου εν μέσω των εχθρών αβλαβείς όλοι, διεσώθησαν εις τα εις σωτηρίαν των παραπλέοντα πλοία, και καταπλεύσαντες εις Ψαρά έτρεξαν εις την εκκλησίαν συνοδευόμενοι υπό του ευφημούντος λαού και εδοξολόγησαν τον θεόν τον ευλογήσαντα το κατά των εχθρών τόλμημα· είχαν δε απόφασιν να καώσιν όλοι, αν έβλεπαν ότι δεν εδύναντο ν' αποφύγωσι τας χείρας των εχθρών, και διά τον σκοπόν τούτον έφεραν εντός των δύο εφολκίων πυρίτιδα. Εντός δε της φλογισθείσης ναυαρχίδος ήσαν όχι μόνον Τούρκοι πολλοί και σημαντικοί, αλλά και Χριστιανοί αιχμάλωτοι· όλοι δε εκτός ολίγων εχάθησαν, διότι ανάψαντα τα κανόνια εμπόδιζαν διά τον επικείμενον κίνδυνον τας λέμβους των άλλων πλοίων να πλησιάσωσι. Δύο λέμβοι της ναυαρχίδος εβυθίσθησαν αύτανδροι διά το μέγα πλήθος των εν αυταίς συσσωρευθέντων. Εμβάντος δε και του καπητάμπασα εις την ιδιαιτέραν λέμβον του, επέπεσεν, εν ώ απεμακρύνετο, έν των καταρτίων της καιομένης ναυαρχίδος, και την μεν λέμβον εβύθισεν, αυτού δε την οσφύν έθλασεν· αλλά πεσόντες κολυμβηταί εις την θάλασσαν τον διέσωσαν φερόμενον επί των κυμάτων, και τον απεκόμισαν ημιθανή επί της ξηράς, όπου μετ' ολίγον εξεψύχισε. Βόσκον δε το πυρ εν τη ναυαρχίδι διεδόθη μετά μίαν σχεδόν ώραν εις την πυριτοθήκην· τότε υψώθη ουρανομήκης πύρινος στύλος φωτίζων εν μέσω της σκοτεινής εκείνης νυκτός πλατύν και μακρόν ορίζοντα. Την ακόλουθον ημέραν έθαψαν προ της μεσημβρίας εν τω φρουρίω τον καπητάμπασαν· αλλ' επί της κηδείας εξεμάνησαν εκ νέου οι επί της Χίου αιμοχαρείς Τούρκοι, και η θέα ενός καπητάμπασα γενομένου θύμα του πυρός των Ελλήνων τοις έδωκε νέαν αφορμήν να κινήσωσιν έως δωδεκακισχίλιοι την αυτήν ημέραν της κηδείας προς τα Μαστιχοχώρια, τα μη έως τότε παθόντα, επί προφάσει να παιδεύσωσιν όχι τους εγχωρίους, αλλά τους εξ άλλων χωρίων εκεί και κυρίως εις το Θολό Ποτάμι καταφυγόντας, αν και υπό την σκέπην της αμνηστείας. Εφρούρει τα χωρία ταύτα ο καλοκάγαθος Ελέζογλους, όστις, επί σκοπώ να τα προφυλάξη, παρέδωκε θέλων και μη τους εις αυτά καταφυγόντας κατοίκους των άλλων χωρίων· αλλά δεν εδυνήθη, ως ήλπιζε, διά της θυσίας των ολίγων να προφυλάξη τους πολλούς. Αφ' ού δε οι αιμοχαρείς παρέλαβαν όσους εζήτησαν και τους έσφαξαν αυθωρεί, επάτησαν αυθημερόν και αυτά τα χωρία ξιφήρεις σφάζοντες, αιχμαλωτίζοντες και καταστρέφοντες· η καταστροφή δε αύτη απετελείωσε την καταστροφήν όλης της νήσου.

Την δε 8 ο τουρκικός στόλος απέπλευσε της Χίου και την 10 κατέπλευσεν εις Μιτυλήνην. Την αυτήν ημέραν απέπλευσε και ο ελληνικός εκ Ψαρών και κατέπλευσε την 10 εις Ερισόν· την δε 15, καθ' ην ητοίμαζαν οι Έλληνες δύο πυρπολικά κατά του εχθρικού στόλου, μετέπλευσεν ο στόλος ούτος εις Μοσχονήσια και εκείθεν εις Τένεδον· ο δε ελληνικός διέπλευσε την 17 τον πορθμόν της Χίου, εκανονοβόλησε το φρούριον και αντικανονοβοληθείς προσωρμίσθη την ακόλουθον ημέραν έξωθεν των Ψαρών· εκείθεν απέπλευσε την 23 και ελλιμένισε την αυτήν ημέραν αντικρύ της Χίου αγνοών τα κινήματα του εχθρικού στόλου (ζ). Μαθών δε την 24 τον εις Ελλήσποντον πλουν αυτού επανέπλευσεν εις τα ίδια, ευφημούμενος και θαυμαζόμενος διά τα κατά του εχθρικού στόλου τολμηρά και ευτυχή του κατορθώματα.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'.

&Περί των κεντρικών Αρχών της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος, και των σχέσεων αυτών προς την κυβέρνησιν. — Εκστρατεία Υψηλάντου εις Ανατολικήν Ελλάδα. — Ατυχή κινήματα εις άλωσιν Ζητουνίου και Πατρατσικίου. — Εκστρατεία Μαυροκορδάτου εις Δυτικήν Ελλάδα. — Τα κατά την Κρήτην μετά την εκεί άφιξιν Αφεντούλη μέχρι μαΐου, και θάνατος Βαλέστου.&

ΕΙΔΑΜΕΝ, ότι η εν Επιδαύρω συνέλευσις, συστήσασα την εθνικήν κυβέρνησιν, διετήρησε τας κεντρικάς Αρχάς, ήγουν την γερουσίαν της Πελοποννήσου, την της Δυτικής Ελλάδος και τον Άρειον πάγον της Ανατολικής και έβαλε και τας τρεις υπό τας διαταγάς της κυβερνήσεως· αλλά κατά τους οργανισμούς αυτών ουδέν εδύνατο η κυβέρνησις να ενεργήση εν ταις επαρχίαις ειμή διά των Αρχών τούτων.

Η γερουσία της Πελοποννήσου έστησε την έδραν της εν Τριπολιτσά και ειργάζετο προθύμως και επιτυχώς· αλλ', αν και ώφειλεν υποταγήν εις τας βουλάς της κυβερνήσεως, δεν εβράδυνε ν' αντιτείνη εμποδίσασα δι' ικανόν καιρόν και αυτήν την νομοθετηθείσαν είσπραξιν ενός γροσίου τον άνθρωπον (το ψυχόγροσον), διότι αι διαταγαί της κυβερνήσεως απεστάλησαν κατ' ευθείαν εις τας επαρχίας· εξώκειλε δε μετά ταύτα και εις φανεράν αντιπολίτευσιν και αντίπραξιν. Η συνέλευσις έσφαλεν αφήσασα κράτη εν κράτει. Δύσκολον δεν ήτο να τα καταργήση, διότι ουδείς αντέστη εις όσα εβουλεύθη· αλλ' οι Έλληνες δεν είχαν εισέτι διδάσκαλον την πείραν.

Η δε Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος, η ευπειθεστέρα των κεντρικών Αρχών, είχε την έδραν της εν Μεσολογγίω, και ενήργει εντός της περιφερείας της όπως εδύνατο. Ο δε Άρειος πάγος είχε μοναδικόν χαρακτήρα· ήτο περιπατητική Αρχή και μετέβαινεν από επαρχίας εις επαρχίαν. Επειδή δε αι νήσοι δεν είχαν κεντρικήν Αρχήν, εστάλησαν εις οργανισμόν αυτών αρμοσταί. Η δε κυβέρνησις, προθεμένη την καθ' όλα τα μέρη της Ελλάδος εισαγωγήν ομοιομόρφου οργανισμού, εξέδωκε νόμον, δι' ου διήρει την ελληνικήν χώραν εις επαρχίας, τας επαρχίας εις αντεπαρχίας πρώτης και δευτέρας τάξεως, και ταύτας εις κοινότητας, ορίζουσα τα καθήκοντα εκάστης υπαλλήλου Αρχής και τας προς αλλήλας και προς την κυβέρνησιν σχέσεις των. Πάντα δε ταύτα ενηργούντο κοινή γνώμη του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, διατελούντων εν αρμονία, καθώς εν αρμονία διετέλεσαν οι συγκροτούντες ταύτα και κατά την εν Επιδαύρω συνέλευσιν. Μόνος ο πρόεδρος του βουλευτικού Υψηλάντης αντεφρόνει, αλλά φανερά δεν αντεπολιτεύετο. Η δοθείσα αυτώ πολιτική θέσις ούτε αυτόν ευχαρίστει, ούτε την πατρίδα ωφέλει. Ο Υψηλάντης ήτον άνθρωπος του πολέμου μάλλον ή της πολιτικής· ήτο γενναιόκαρδος, καρτερικός, και ηγαπάτο υπό του στρατιωτικού διά τον πολεμικόν του χαρακτήρα· είδε και αυτός, ότι η θέσις, ην κατείχε, δεν ήτον η πρέπουσα αυτώ, και επειδή θέατρον του προσεχούς και κινδυνώδους πολέμου εφαίνετο η στερεά Ελλάς, επεθύμει να εκστρατεύση εκεί. Οι δε αντιπολιτευόμενοι αυτόν νομοτελεσταί καί τινες βουλευταί, επιθυμούντες να τον απομακρύνωσι της έδρας της κυβερνήσεως, εδείχθησαν επίσης πρόθυμοι· και κατ' αρχάς μεν απεφασίσθη να εκστρατεύση εις Δυτικήν Ελλάδα, μετ' ολίγας δε ημέρας εις Ανατολικήν· αλλ' ο Άρειος πάγος, ούτινος πολλά μέλη ήρχισαν, ως είδαμεν, ν' αντιφέρωνται προς τον Υψηλάντην αφ' ότου είδαν τούτον εν Τρικόρφοις, δεν τον ήθελεν όπου ηγεμόνευεν, αλλ' ήθελεν εκστρατείαν Πελοποννησίων άνευ αυτού, διότι υπώπτευε μη σχετισθή προς ους ο Άρειος πάγος αντεπολιτεύετο· τον υπέβλεπε δε και ως δυνάμενον να σφετερισθή την κεντρικήν εξουσίαν· διά τούτο αντέτεινεν εις την προς εκείνο το μέρος εκστρατείαν του ανδρός τούτου. Το δε νομοτελεστικόν ενέκρινε τους λόγους του Αρείου πάγου και επέμενεν εις το να εκστρατεύση ο Υψηλάντης εις Δυτικήν Ελλάδα, ως προαπεφασίσθη· αλλ' ενέδωκεν επί τέλους εις την γνώμην του βουλευτικού και εις την επιμονήν αυτού του Υψηλάντου, όστις ανεχώρησεν εκ Κορίνθου την 20 φεβρουαρίου εις την Ανατολικήν Ελλάδα. Εξελέχθη δε αντιπρόεδρος της βουλής ίνα ενεργή τα της προεδρίας εν τη απουσία αυτού, ο Χαραλάμπης. Τρισχίλιοι Πελοποννήσιοι απεφασίσθη να συνεκστρατεύσωσιν υπό τας διαταγάς του, αλλά μόλις 700 εξήλθαν του Ισθμού υπό τον Νικήταν και τον Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον. Εκστρατεύσας ο Υψηλάντης ύψωσε την σημαίαν της Εταιρίας παρά τους νόμους του έθνους, ους παρεδέχθη και καθ' ους πρόεδρος της βουλής κατέστη και εις την παρούσαν εκστρατείαν απεστάλη. Η πράξις αύτη, μεμπτή και ασυντελής προς τους σκοπούς του, έδωκε δικαίαν αφορμήν να είπη και να γράψη ο Άρειος πάγος τα μύρια κατ' αυτού ως ανατροπέως των καθεστώτων. Η κυβέρνησις έδειξε πατριωτισμόν και φρόνησιν περιορισθείσα κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν εις το να τον επιπλήξη και συμβουλεύση τα δέοντα. Ο Υψηλάντης εδέχθη την εθνικήν σημαίαν αντί της άλλης· αλλά μόλις επάτησε την γην της Ανατολικής Ελλάδος και έδωκε νέαν αιτίαν διενέξεων· έστειλε κατ' ευθείαν διαταγάς προς τους εφόρους των επαρχιών, οφείλων κατά τον ενυπάρχοντα οργανισμόν ν' αναφέρεται εις τον Άρειον πάγον. Νέα και δίκαια παράπονα απεύθυνεν εις την κυβέρνησιν ο Άρειος πάγος κατ' αυτού. Η κυβέρνησις έγραψε τοις αντιφερομένοις να συμβιβασθώσιν έστειλε και τον Γρηγόριον Κωνσταντάν, όστις τους καθησύχασεν, αλλά δεν τους εφιλίωσεν.

Μάρτιος Λήγοντος δε του μαρτίου συνήχθησαν εις πολεμικόν συμβούλιον οι σημαντικώτεροι οπλαρχηγοί υπό την προεδρίαν του Υψηλάντου εις Πράλον επί των ορίων της Δωρίδος, όπου προθέμενοι να ενισχύσωσι την επανάστασιν κατά τας αρκτικωτέρας επαρχίας, εσχεδίασαν τρεις συγχρόνους εκστρατείας, την μεν εις Πατρατσίκι, την δε εις Ζητούνι, την δε προς διακοπήν πάσης συγκοινωνίας των κατεχόντων το Πατρατσίκι και το Ζητούνι εχθρών εβουλεύθησαν δε, ο μεν Οδυσσεύς, ο Δυοβουνιώτης, ο Νικήτας και ο Ζαφειρόπουλος, έχοντες 3000, να περάσωσιν εις την αγίαν Μαρίναν, την εν τω Μαλιακώ κόλπω, και να προχωρήσωσιν εκείθεν εις άλωσιν του φρουρίου του Ζητουνίου, ο δε Μήτσος Κοντογιάννης, ο Σκαλτσάς και τα επαρχιακά σώματα των Κραββάρων, του Καρπενησίου και του Αποκούρου, όλοι 2500, να κτυπήσωσι το Πατρατσίκι· ο δε Νάκος Πανουργιάς μετά 1500 να τοποθετηθή εν Κομποτάδαις. Απεφασίσθη δε το διά την αγίαν Μαρίναν στράτευμα να διαπλεύση τον κόλπον την εσπέραν της μεγάλης πέμπτης, την δε μεγάλην παρασκευήν να επιπέση. Το σχέδιον τούτο υπεγράφη την 26 υπό των παρευρεθέντων εν τω πολεμικώ συμβουλίω· αλλ', αντί της νυκτός της μεγάλης πέμπτης, τα στρατεύματα διέπλευσαν τον κόλπον την νύκτα της μεγάλης παρασκευής·

Απρίλιος το πρωί δε του μεγάλου σαββάτου, ήτοι την 1 απριλίου, ο μεν Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας απέβησαν εις Αχινόν, ίνα μεταβώσι διά ξηράς εις Στηλίδαν, ο δε Οδυσσεύς εις αγίαν Μαρίναν. Προχωρούντες δε υπό τον Δυοβουνιώτην και Νικήταν προς την Στηλίδαν, απήντησαν τους εκεί Τούρκους επερχομένους· και εν πρώτοις μεν ωπισθοδρόμησαν διωκόμενοι, έπειτα δε εφορμήσαντες τους έτρεψαν, εμβήκαν εις Στηλίδαν, εσκότωσαν και επλήγωσαν υπέρ τους 50 και έκαυσαν καί τινας οικίας. Ήλθαν μετ' ολίγον άλλοι Τούρκοι εκ Ζητουνίου επιβοηθοί, αλλά και ούτοι έπαθαν και απεκρούσθησαν· διεκρίθησαν δε εν ταις συμπλοκαίς ταύταις οι Πελοποννήσιοι διά την ευτολμίαν των· την δε επελθούσαν νύκτα εγκατέλειψαν οι Έλληνες την Στηλίδαν και καταβάντες εις τον αιγιαλόν μετέβησαν εις αγίαν Μαρίναν, όπου συνηνώθησαν μετά των υπό τον Οδυσσέα. Οι Τούρκοι ήλθαν και εκεί την αυτήν ημέραν κατά των συνηνωμένων Ελλήνων συνηνωμένοι και αυτοί και επολέμησαν. Αλλ', εν ώ εκινήθησαν οι προς τούτο το μέρος, δεν εκινήθησαν την αυτήν ημέραν και οι προς τα άλλα μέρη, ως προεσχεδιάσθη, αναμένοντες τον Μήτσον Κοντογιάννην· τούτου δε μη φαινομένου, εξεστράτευσεν ο εν Κομποτάδαις Πανουργιάς μετά των υπ' αυτόν ενήμερα του Πάσχα, ήτοι την 2, εις Πατρατσίκι· συνεξεστράτευσαν και ο Σκαλτσάς και ο Σαφάκας, οι κατέχοντες το επάνω μέρος της πόλεως· ήλθεν εν τούτοις και ο Κοντογιάννης και ούτως επάτησαν την πόλιν πολεμούντες και πολεμούμενοι. Εφονεύθησαν 11 Έλληνες και επληγώθησαν 3· εφονεύθησαν και πλειότεροι Τούρκοι· όλαι δε αι οικίαι των Μπογομύλων και πολλαί της πόλεως εκάησαν. Έξ ημέρας διέμειναν οι Έλληνες εν τη πόλει, την δε εβδόμην ανεχώρησαν μη κατορθώσαντες τον σκοπόν δι' ον εισέβαλαν.

Δεκατριήμεροι διήρκεσαν αι κατά την αγίαν Μαρίναν συμπλοκαί και η εκστρατεία μετήλλαξεν έκτοτε μορφήν· σχεδιασθείσα παρά των Ελλήνων επιθετική, κατήντησεν, εξ αιτίας των εγκαίρως επελθόντων πολυαρίθμων εχθρών, αμυντική· διότι οι Τούρκοι δεν άφησαν τους Έλληνας να προχωρήσωσιν, αλλά κατέλαβαν το υπερκείμενον της αγίας Μαρίνας χωρίον, Αυλάκι, και στήσαντες εκεί 4 κανόνια τους έβλαπταν μεγάλως. Οι Έλληνες είδαν, ότι αδιατήρητος ήτον η θέσις των εν όσω οι Τούρκοι κατείχαν το Αυλάκι· και επειδή επάναγκες ήτον ή να τους αποδιώξωσιν ή ν' αναχωρήσωσιν, απεφάσισαν να επιπέσωσι την νύκτα. Ελθούσης δε της ώρας, ο μεν Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας εκίνησαν· ο δε Οδυσσεύς, αν και σύμφωνος προ του κινήματος, μετέβαλε γνώμην την στιγμήν εκείνην θεωρήσας την τροπήν των Ελλήνων βεβαίαν. Την γνώμην ταύτην του Οδυσσέως παρεδέχθησαν και ο Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας, κοινοποιηθείσαν αυτοίς αφ' ού εκίνησαν, και επανήλθαν και ούτοι εις το στρατόπεδον. Επειδή δε το σκοπούμενον δεν επραγματοποιήθη, δεν έμεινεν εις σωτηρίαν του ελληνικού στρατοπέδου ειμή η αποχώρησις. Ήσαν εν τω λιμένι τα διαβιβάσαντα το στράτευμα διάφορα πλοία· εν δε τω του Βισβίζη, αρχηγού του στολίσκου, ήσαν ο αντιπρόεδρος του Αρείου πάγου, εδρεύοντος τότε εν Λιθάδα, χωρίω της Ευβοίας, και ο Αρειοπαγίτης Δρόσος Μανσόλας, μεταβάντες εκεί εις εποπτείαν των πράξεων των πολεμούντων και εις προμήθειαν των αναγκαίων. Οι οπλαρχηγοί ανήγγειλαν αυτοίς την απόφασιν της αποχωρήσεως και τους παρεκάλεσαν να διατάξωσι την διά των πλοίων αντίπεραν του κόλπου διαβίβασίν των· αλλ' η παράκλησις δεν εισηκούσθη, διότι οι Αρειοπαγίται εφρόνουν ότι αναγκαίον ήτο το στράτευμα να ενδιαμείνη. Τότε ο Οδυσσεύς, παραλαβών τον Νικήταν, υπήγεν εις το πλοίον όπου οι Αρειοπαγίται προς δικαιολογίαν της μελετωμένης αποχωρήσεως· αλλ' ουδ' αυτών οι λόγοι ίσχυσαν. Η εκστρατεία αύτη, χάρις εις τον ακάματον ζήλον του Αρείου πάγου, του πολλαχόθεν επ' ωφελεία της πατρίδος αργυρολογήσαντος, ήτο πολυέξοδος, διότι εις χρήσιν αυτής εμισθώθησαν 30 πλοία και επρομηθεύθησαν και όλα τα αναγκαία εν αφθονία· διά τούτο πικρόν εφαίνετο τοις Αρειοπαγίταις, και πικρόν τω όντι ήτον, όλοι οι αγώνες και όλη η μεγάλη δαπάνη της εκστρατείας ν' αποβώσιν εις μάτην. Οι επί του πλοίου Αρειοπαγίται ωμολόγουν και ούτοι, ότι ελπίς αλώσεως του φρουρίου του Ζητουνίου, δι' ην εγένετο κυρίως η εκστρατεία, δεν ήτον, αλλ' ήθελαν το στρατόπεδον να διατηρήση, ην κατείχε θέσιν εις αναθάρρησιν των κατά την Μακεδονίαν και τον Όλυμπον Χριστιανών ακουόντων ότι επί της θέσεως εκείνης ήτο στρατόπεδον. Ο σκοπός ήτον αναμφιβόλως κοινωφελής, αλλά δεν ήτο κατορθωτός· και ο Οδυσσεύς επέμενεν ευλόγως εν ονόματι και των άλλων οπλαρχηγών εις την εκτέλεσιν ων εβουλεύθησαν. Εν τούτοις έπεσαν εις σφοδράν λογομαχίαν, και ο Οδυσσεύς όλως εξημμένος εξεστόμισεν απρεπείς λόγους κατά του αγώνος· οι λόγοι ούτοι, ρηθέντες εις επήκοον πολλών των εν τω πλοίω, αν και λόγοι θυμού, εξαγρίωσαν το πλήρωμα όλον κατά του Οδυσσέως ως επιβούλου και προδότου, και μόλις το καθησύχασαν αι πατριωτικαί νουθεσίαι του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου. Διαρκούσης δε της λογομαχίας, ήρχισεν επί της ξηράς τουφεκισμός μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων· τότε αφήσαντες τας έριδας οι εν τω πλοίω ανέβησαν όλοι επί του καταστρώματος εις βοήθειαν των επί της ξηράς μαχομένων αδελφών· παρατηρήσαντες δε σωρόν εχθρών πεζών επί τινος υψώματος εντός βολής κανονίου και ένα χρυσοστόλιστον άνδρα καθήμενον επί αργυροστολίστου ίππου έμπροσθεν αυτών, βαστώντα ρόπαλον εν τη δεξιά και παρακελεύοντα τους πεζούς εις μάχην, εκανονοβόλησαν εις τον σωρόν και φονεύσαντες και πληγώσαντές τινας έρριψαν κατά γης και τον άγνωστον τούτον αναβάτην. Μετά την πτώσιν αυτού έπαυσεν η μάχη, και οι εχθροί άραντες τον νεκρόν ανεχώρησαν· ήτο δε ούτος, ως έγεινε γνωστόν μετά ταύτα, ο αρχηγός του εχθρικού εκείνου στρατού. Εν τοσούτω συγκατετέθησαν οι Αρειοπαγίται, εκόντες άκοντες, εις την πρότασιν του Οδυσσέως, και νυκτός γενομένης επέβη το στράτευμα εις τα πλοία και διεβιβάσθη αντικρύ καύσαν τον εν τω χωρίω λαμπρόν πύργον του Χαλήλμπεη. Τοιουτοτρόπως τα κατά την αγίαν Μαρίναν πολεμικά κινήματα λαβόντα αρχήν την 1 απριλίου παρετάθησαν μέχρι της 15, καθ' ό διάστημα εφονεύθησαν 50 Έλληνες και επληγώθησαν 90, οίτινες μετεκομίσθησαν επί θεραπεία εις Εύβοιαν, όπου απέθαναν εξ αυτών 15· πλειότεροι δε ήσαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι ως εφορμώντες απροφύλακτοι.

Μετά δε την αποχώρησιν οι αποτυχόντες εν Πατρατσικίω έπεσαν πάλιν εις την πόλιν εκείνην ενωθέντος και του Νικήτα, και κατέλαβαν και έκαυσαν μέρος αυτής· αλλ' ηναγκάσθησαν πάλιν ν' απομακρυνθώσιν ηνδραγάθησαν δε και εφονεύθησαν ο κόμης Κουέλενος, Δανός και ο Εϋνέμανος, Πρώσσος. Τοιουτρόπως εματαιώθησαν αι εκστρατείαι αύται.

Εν τούτοις, μετά την έξοδον του Υψηλάντου, η εν Κορίνθω κυβέρνησις κατεγίνετο αδιακόπως στρατολογούσα εν Πελοποννήσου, διά την στερεάν Ελλάδα.

Επί της πτώσεως της Κορίνθου το τακτικόν ήτον εν τω διαλύεσθαι δι' έλλειψιν των αναγκαίων και διά την αποχώρησιν του αξίου αρχηγού του Βαλέστου σκοπεύοντος να μεταβή εις Κρήτην. Η κυβέρνησις, αισθανομένη την μεγάλην ωφέλειαν του σώματος τούτου, εφρόντισε συστηθείσα να το διατηρήση και αυξήση, και εξέδωκε νόμον κανονίζοντα τον οργανισμόν του και τα εις διατήρησιν και αύξησίν του· αναδείξασα δε αρχηγόν του τον φιλέλληνα Ιταλόν Ταρέλλαν, αξιόλογον άνδρα διά τας στρατιωτικάς του γνώσεις, την φρόνησίν του και την ανδρίαν του, διέταξε να ήναι δεκτοί και ξένοι αξιωματικοί και στρατιώται· επειδή δε συνήλθαν πολλαχόθεν πολλοί φιλέλληνες αξιωματικοί, και δεν εύρισκαν τόπον παρά τω στρατώ η κυβέρνησις εξέδωκεν άλλον νόμον, δι' ου όλοι ούτοι, οι μεν ως αξιωματικοί, οι δε ως απλοί στρατιώται, εσύστησαν ίδιον τάγμα ονομασθέν «τάγμα των φιλελλήνων» . Επρώτευε τούτο όλων των στρατιωτικών σωμάτων, και προς τιμήν αυτού εδέχθη ο πρόεδρος του νομοτελεστικού τον βαθμόν του επιτίμου συνταγματάρχου του· ετέθη δε υπό τον κατά την επί το Ναύπλιον έφοδον διακριθέντα διά την ευτολμίαν του Ιταλόν Δανίαν, συνταγματάρχην αναδειχθέντα. Διέταξεν η κυβέρνησις και στρατολογίαν κατά πάσαν επαρχίαν της Πελοπονήσου εις αύξησιν του τακτικού. Εν ώ δε ησχολείτο περί τα τοιαύτα, ήλθε πρεσβεία της Δυτικής Ελλάδος αιτούσα να μεταβή εκεί ως πολιτικός και πολεμικός αρχηγός ο πρόεδρος του νομοτελεστικού, Μαυροκορδάτος, ο ελκύσας, ως προείπαμεν, επί της εκεί διατριβής του την αγάπην και την υπόληψιν των Δυτικοελλαδιτών και διορισθείς παμψηφεί πρόεδρος της Γερουσίας των επί της διά των ενεργειών αυτού συστάσεώς της.

Μάιος Η πρεσβεία εισηκούσθη, και εξεδόθη ψήφισμα την 11 μαΐου, δι' ου εδίδετο άδεια τω Μαυροκορδάτω διμήνου απουσίας, ίνα μεταβή εις Δυτικήν, χρείας δε τυχούσης και εις Ανατολικήν Ελλάδα, και τω ενεπιστεύετο η γενική διεύθυνσις των πολιτικών και πολεμικών πραγμάτων του μέρους εκείνου. Απεφασίσθη δε και πολλά στρατεύματα να συνεκστρατεύσωσι και ναυτική δύναμις να συνεκπλεύση εις μεταβίβασιν στρατευμάτων από τόπου εις τόπον και εις υποστήριξιν των επί της ξηράς πολεμικών κινημάτων. Την 17 ανεχώρησεν ο πρόεδρος εκ Κορίνθου και την 23 έφθασεν εις Μεσολόγγι· αλλά δεν είχεν ειμή 400 τακτικούς, 120 φιλέλληνας, άλλους τόσους Επταννησίους υπό τον Σπύρον Πανάν, και 400 Πελοποννησίους υπό τον Γιατράκον, Δηληγιάννην και Κυριακούλην. Συνηκολούθησε δε μετά 180 και ο Μάρκος Μπότσαρης, μεταβάς προ ολίγου εις Κόρινθον, ίνα επικαλεσθή την αντίληψιν της κυβερνήσεως υπέρ της κινδυνευούσης πατρίδος του, και φροντίση και περί της απελευθερώσεως των παρά τω Χουρσήδη συγγενών του. Είχε μεταβή εις την Δυτικήν Ελλάδα την 12 μαρτίου και ο Γενναίος μετά 250 πεμφθείς παρά του πατρός του επί της εις Πάτρας εκστρατείας του κατ' αίτησιν των Δυτικοελλαδιτών αποστειλάντων προς αυτόν περί τούτου πρεσβευτήν τον πρώην αρχιεπίσκοπον Άρτης Πορφύριον ώστε όλη η μεταβάσα από της Πελοποννήσου εις την Δυτικήν Ελλάδα δύναμις, τακτική και μη, συνηριθμείτο εις 1500. Είχαν δε καταπλεύσει την 8 μαΐου εις Μεσολόγγι και 8 ελληνικά πλοία.

Η άφιξις του Μαυροκορδάτου εις την Δυτικήν Ελλάδα δεν ωμοίαζε την του Υψηλάντου εις την Ανατολικήν, διότι προς τούτον αντέπραττε παρρησία ο Άρειος πάγος και αντεφέρετο ευσχήμως και η κυβέρνησις· τον δε Μαυροκορδάτον υπήκουεν η γερουσία, και τω έδιδε προθύμως χείρα βοηθείας και η κυβέρνησις· διά τούτο, εν ώ ανυπέρβλητοι δυσκολίαι παρενέπεσαν εις την πρόοδον των κινημάτων του Υψηλάντου, ουδεμία τοιαύτη εδυσκόλευσε την ευόδωσιν της αποστολής του Μαυροκορδάτου.

Και ταύτα μεν τα κατά την Δυτικήν Ελλάδα τω καιρώ εκείνω.

Διηγούμενοι δε τα κατά την Κρήτην είπαμεν ότι ο Αφεντούλης, αντιπρόσωπος του Υψηλάντου, έφθασεν εις Λουτρόν λήγοντος του οκτωβρίου· ηύρε δε τα πράγματα έχοντα ούτως. Η επανάστασις δεν είχεν εισέτι εξαπλωθή καθ' όλην την νήσον· εξετείνετο μόνον από της δυτικής εσχατιάς μέχρι της Ρεθύμνης. Δισχίλιοι τετρακόσιοι Κρήτες υπό τον Δασκαλάκην, Αναγνώστην Παναγιώτου, Πρωτοπαπαδάκην και Σήφακαν παρεφύλατταν τα Χανιά, τα στενά Σελίνου και Κισάμου, και τα προς την Σούδαν μέρη· τρισχίλιοι δε υπό τον Ρούσον και άλλους οπλαρχηγούς κατείχαν τας διόδους του πασαλικίου της Ρεθύμνης, εξαιρουμένης της παραθαλασσίου της από Ρεθύμνης εις το Μεγάλον Κάστρον αγούσης· ενέδρευε και ο Μελιδόνης παρά τους πρόποδας της Ίδης (Ψηλορίτου) μετά χιλίων· ώστε όλη η ένοπλος δύναμις των Κρητών εκείναις ταις ημέραις ήτον εξακισχίλιοι και πεντακόσιοι. Τετραπλάσιοι ήσαν οι οπλοφορούντες Τούρκοι και κατείχαν πολλά οχυρά μέρη και τας τρεις περιτετειχισμένας πόλεις, τα Χανιά, την Ρεθύμνην και το Μεγάλον Κάστρον· μη πολιορκούμενοι δε διά θαλάσσης ειμή εκ διαλειμμάτων υπό τινων πλοίων της Κάσσου, δεν έπασχαν έλλειψιν των αναγκαίων, κατετήκοντο όμως υπό της πρό τινος καιρού αναφανείσης εν μέσω αυτών και διαρκούσης πανώλους.

Δεκέμβριος Αρχομένου δε του δεκεμβρίου, 1500 υπό τον Δασκαλάκην και Αναγνώστην Παναγιώτου επάτησαν την επαρχίαν Σελίνου, εκυρίευσαν χωρία και ηνάγκασαν τους τήδε κακείσε επαρχιώτας Τούρκους να συγκεντρωθώσιν εις τους πύργους της πρωτευούσης των. Τινές τούτων κατέλαβαν ως προφυλακτήριον αυτής και το παρακείμενον χωρίον, Σταυρόν, όπου οι Χριστιανοί τους απέκλεισαν, και στερουμένους τροφών θα τους ηχμαλώτευαν μετά τινας ημέρας· αλλ' ο Δασκαλάκης μηδεμίαν ανεχόμενος αναβολήν εκάλεσε τους στρατιώτας του εις έφοδον προκινδυνεύων αυτός και αριστεύων· αλλ' ετουφεκοβολήθη θανατηφόρως ένδοθέν τινος οικίας καταλιπών αγαθήν μνήμην των υπέρ πατρίδος λαμπρών άθλων του και της γλυκείας συμπεριφοράς του, δι' ην επωνομάζετο Τ σ ε λ ε π ή ς. Τούτου αποθανόντος, εγκατέλειψαν τας θέσεις των οι συναγωνισταί του· διεδέχθη δε την αρχηγίαν του κατά την Μάλαξαν ο Σήφακας. Συγκρούσεις εγένοντο την 20 και έξωθεν των Χανιών, επανελήφθησαν δε σφοδρότερον και την 24, καθ' ας ηττήθησαν οι εχθροί και εφονεύθησαν κατά την τελευταίαν 35, και πλειότεροι επληγώθησαν· ηττηθέντες δε εξεθύμαναν κατά των εν τω φρουρίω Χριστιανών, φονεύσαντες 25 χωρικούς εισκομίσαντας έξωθεν ανυπόπτως έλαιον εις χρήσιν των κυρίων αυτών. Την δε 23 ιανουαρίου συνήφθη πεισματώδης μάχη έξωθεν της Ρεθύμνης, καθ' ην έτρεψαν και εκεί οι Έλληνες τους εχθρούς, παρευρεθέντος και του Μελιδόνη και αριστεύσαντος. Άλλη μάχη, επίσης πεισματώδης και ευτυχής, παρηκολούθησεν υπό τον Δεληγιαννάκην. Την δε 5 φεβρουαρίου ετοποθετήθησαν οι Έλληνες πλησιέστερον των δύο φρουρίων και απέκρουσαν τους επί μεταβάσει εις Ρεθύμνην δις εξελθόντας των Χανιών υπό την οδηγίαν αυτού του πασά. Τας επανειλημμένας δε ταύτας αποτυχίας των εχθρών διεδέχθη απείθεια και αναρχία εντός των Χανιών, και η φρουρά απέκλεισε τον πασάν εν τω παλατίω του και τον ηνάγκασε να πληρώση μέρος των μισθών της.

Μάρτιος Αρχομένου δε του μαρτίου, έκοψαν εκ δευτέρου οι Χριστιανοί το πρό τινων ημερών επιδιορθωθέν υδραγωγείον και απώθησαν 1200, εξελθόντας μετ' ολίγον, σκοτώσαντες 30.

Αλλ' όσον ευτύχουν τα κινήματα των έμπροσθεν των Χανιών και της Ρεθύμνης Ελλήνων, τόσον εδυστύχουν τα των προς τους πρόποδας της Ίδης. Οι Καστρινοί Τούρκοι ήσαν πολυαριθμότεροι των εν τοις άλλοις φρουρίοις· οι δε αντίπαλοι των ολιγαριθμότεροι των έμπροσθεν των Χανιών και της Ρεθύμνης, και διά τούτο δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι μέχρι πολλού την θέσιν των, και οι Καστρινοί εξελθόντες εστρατοπέδευσαν ανενόχλητοι εν Φουρφουρά, χωρίω της επαρχίας Αμαρίου, κατά τας δυτικάς υπωρείας της Ίδης. Προσήλθαν καί τινες άλλοθεν· συνηριθμούντο δε ως 4000 σκοπόν έχοντες να πατήσωσιν όλα τα γειτνιάζοντα ελεύθερα μέρη. Εις αντίκρουσιν δε αυτών μετεστρατοπέδευσαν εις τα χωρία της αυτής επαρχίας, Μοναστηράκι, Μέρωνα και Άμαρι, οι πλείστοι των παρά την Ρεθύμνην και οι εν ταις υπωρείαις της Ίδης, όλοι υπό την γενικήν αρχηγίαν του Ρούσου.

Την δεκάτην του μηνός επέρασαν οι Τούρκοι παμπληθεί τον μεταξύ των δύο στρατοπέδων ποταμόν, ώρμησαν επί τους Έλληνας και τους επολέμησαν επί σκοπώ να τους διασκορπήσωσιν, αλλ' απέτυχαν και ελθούσης της εσπέρας ανεστρατοπέδευσαν βλαφθέντες μάλλον ή βλάψαντες. Διετήρουν τας τροφάς και αποσκευάς των εν τω χωρίω της αυτής επαρχίας, Βαθυακώ, εντός του ζαμίου υπό φρουράν. Την τρίτην νύκτα μετά την μάχην ο Μελιδόνης καί τινες τολμηροί οπαδοί του επάτησαν αίφνης το χωρίον τούτο εν αγνοία των άλλων οπλαρχηγών, κατέστρεψαν την φρουράν, το ελαφυραγώγησαν και επανήλθαν ευτυχώς εις το ελληνικόν στρατόπεδον. Κατεταράχθησαν οι εν Φουρφουρά Τούρκοι μαθόντες το γεγονός, και υποπτεύσαντες ότι ήλθε και άλλη δύναμις όπισθεν αυτών, και ότι κατείχετο εισέτι και το χωρίον υπό των Ελλήνων, διέλυσαν το στρατόπεδον και επανήλθαν εις το φρούριον.

Εφθόνουν τινές των οπλαρχηγών εξ αρχής τον Μελιδόνην, ον ο λαός ετίμα υπέρ πάντα άλλον διά τον θερμόν πατριωτισμόν του και την ανδρίαν του· η δε τελευταία ευτυχής επιδρομή του όσον εκίνησε τον έπαινον του κοινού, τόσον εκορύφωσε τον φθόνον των εναντίων του και επέφερε μετά τινα λογομαχίαν και τον φόνον του διά χειρός του Ρούσου προφασισθέντος ότι επί της κινδυνώδους ταύτης επιδρομής δεν προειδοποιήθη ως γενικός αρχηγός· ωργίσθη επί τω φόνω ο Αφεντούλης και εκάθηρε τον φονέα, αλλ' έχασεν ένεκα τούτου την εύνοιαν των Σφακιανών. Το μέγα δε τούτο ανοσιούργημα διέλυσε το στρατόπεδον.

Την δε 20 του αυτού μηνός απέβη εις Λουτρόν ο Βαλέστος μετά τινων ευρωπαίων αξιωματικών και οπλοφόρων Σαμίων και μετέβη εις το εν τη επαρχία των Χανιών χωρίον, Άιγεώργην, όπου έδρευεν ο Αφεντούλης. Τα προτερήματα του Βαλέστου εθάρρυναν και τους Κρήτας και τον διοικητήν, αδίκως υποπτεύσαντα κατ' αρχάς ότι εστάλη κατάσκοπος των πράξεών του, να θέσωσι το προς την Ρεθύμνην στρατόπεδον υπό τας διαταγάς αυτού. Νοήμων ούτος και εμπειροπόλεμος, είδεν εκ πρώτης όψεως, ότι ατελεσφόρητα ήσαν τα κατορθώματα των Κρητών εν όσω δεν κατείχαν οχυράν τινα πόλιν, διότι και η Αρχή του τόπου επλανάτο τήδε κακείσε, και κέντρον πολεμικόν ήτο το απόκεντρον Λουτρόν, και καταφύγιον δεν είχεν ο αγών εν καιρώ ανάγκης. Διά τους λόγους τούτους έβαλε κατά νουν την άλωσιν της Ρεθύμνης, και κατεγίνετο μετά των εν τοις πράγμασιν εις πολυπληθή στρατολογίαν. Επισκεφθείς δε τους παρά τα Χανιά εστρατοπεδευμένους, μετέβη την 28 εις το κατά την Ρεθύμνην στρατόπεδον, όπου ηύρε 800 μόνον μαχητάς. Αυξηθέντος δε του αριθμού μετά δύο ημέρας εις 1200, κατέλαβε το χωρίον Καστέλλον, δύο ώρας απέχον της Ρεθύμνης, και τα πλησίον χωρία, επάνω Μαλάκι και κάτω Μαλάκι.

Απρίλιος Την 8 απριλίου εξεστράτευσαν οι Ρεθύμνιοι προς το Κάστελλον και έπεσαν εις την πεδιάδα· αλλά σφοδρώς πολεμηθέντες ανεχώρησαν. Είκοσι Τούρκοι εφονεύθησαν, πλειότεροι επληγώθησαν, και δύο σημαίαι έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Εμψυχωθέντες ούτοι επί τη νίκη ταύτη ητοιμάζοντο εις γενικήν εφώρμησιν.

Την 14 συνήθροισεν όλους ο Βαλέστος εις Κάστελλον (ήσαν δε την ημέραν εκείνην ως τετρακισχίλιοι) και τοις επρόβαλε να εφορμήσωσί τινες επί χιλίους πεντακοσίους εχθρούς κατέχοντας έξωθεν της πόλεως δύο υψηλάς θέσεις, εξ ών η μία είχε και κανόνια, και να τους προκαλέσωσιν εις μάχην· της μάχης δε αρξαμένης να υποχωρήσωσιν ώστε οι εχθροί να τους καταδιώξωσιν· επί δε τη καταδιώξει να επιπέσωσιν άλλοι όπισθεν των καταδιωκόντων· και τούτου γενομένου, να λάβωσι καιρόν οι λοιποί και χυθώσιν, εξάρχοντος του αρχηγού, εις την πόλιν ευάλωτον ούσαν ως έξωθεν αυτής εσκηνωμένων των ανδρειοτέρων και πλειοτέρων της φρουράς της· να πλησιάσωσι δε και τα περιπλέοντα κάσσια πλοία και να κανονοβολήσωσι και ταύτα την πόλιν ταυτοχρόνως· επρότεινε δε ημέραν της εφόδου την επαύριον. Επικίνδυνον και δυσκατόρθωτον εθεωρήθη το σχέδιον, καθ' όσον μάλιστα είχαν ήδη έλθει εις βοήθειαν των Ρεθυμνίων και παρεστρατοπέδευαν υπερδισχίλιοι Καστρινοί, πλην δεν απερρίφθη, αλλ' εξ ανάγκης ανεβλήθη, μαθόντος του αρχηγού ότι εσπάνιζε το στρατόπεδον πολεμεφοδίων, και αποστείλαντος εν ακαρεί άνδρας εις Λουτρόν, όπου αι αποθήκαι, και εις Αρμυρόν, όπου έδρευε τότε ο Αφεντούλης, εις πορισμόν αυτών και τροφών· αλλ' οι Ρεθύμνιοι προλαβόντες κατέβησαν αυθημερόν εις την πεδιάδα, και υπό την προστασίαν του πυροβολικού ώρμησαν επί τους Έλληνας. Μέχρι τινός εφαίνετο η μάχη αμφιρρεπής· αλλ' αίφνης πανικός φόβος κατέλαβε τούτους, και όλοι κακήν κακώς διεσκορπίσθησαν. Εις μάτην ηγωνίζετο ο Βαλέστος να τους εμψυχώση· άρρωστος και σωματώδης εκινδύνευσε και αυτός να πιασθή ως μη δυνάμενος να τρέξη· δύο δε Σφακιανοί των υπό τον Δεληγιαννάκην τον ενωτόφεραν διαδεχόμενοι αλλήλους· αλλά βλέποντες τους εχθρούς προσερχομένους και φοβηθέντες μη πιασθώσι και αυτοί, τον απέθεσαν έν τινι μυρσινοδαφνώδει ρευματιά, και έφυγαν επ' ελπίδι, επανελθόντες την νύκτα, να τον διασώσωσιν. Οι Τούρκοι περιφερόμενοι εις σύλληψιν αιχμαλώτων επλησίασαν και εις την ρευματιάν και κόψαντες την κεφαλήν και την δεξιάν του Βαλέστου τας έφεραν εις το φρούριον· συνέλαβαν δε παρ' αυτώ καί τινα αξιωματικόν του τακτικού Χίον, Κόκκινον ονόματι, μη θέλοντα διά την προς αυτόν αφοσίωσίν του να τον εγκαταλείψη.

Ούτως ετελείωσε το πολεμικόν του στάδιον ο πολυωφελής και πλήρης ευγενών αισθημάτων Βαλέστος εν τω τριακοστώ δευτέρω έτει της ηλικίας του, άξιος της αγάπης, της υπολήψεως και της παντοτεινής μνήμης των Ελλήνων.

Όσον δε δεινόν ήτο το κατά την Ρεθύμνην πάθημα των Χριστιανών, τόσον ο κατά τα άλλα μέρη αγών αυτών ευδοκίμει. Τελευτώντος του απριλίου εισέβαλαν οι Χριστιανοί εις τας επαρχίας, Αυλοπόταμον και Άμαρι, και καταδιώξαντες τους εχθρούς, διεσπαρμένους εις τα χωρία, τους απώθησαν κακώς έχοντας εις το Μεγάλον Κάστρον, και μετέφεραν τροφάς εις τας πεινώσας οικογενείας των· αλλά μαθόντες ότι υπερτριακόσιοι Καστρινοί, εξορμήσαντες του φρουρίου, κατέλαβαν οχυρόν τινα πύργον εν τω χωρίω, Επισκοπή, επανήλθαν, και τούτους μεν απέκλεισαν, άλλους δέ τινας παρακολουθήσαντας εις επικουρίαν διεσκόρπισαν. Απελπισθέντες επί τούτοις οι έγκλειστοι και λειψυδρεύοντες έστερξαν να εγκαταλείψωσι τον πύργον και να επανέλθωσιν εις το φρούριον ασφαλείς και άοπλοι· αλλ' υποπτεύσαντες επιβουλήν απεποιήθησαν ν' αφοπλισθώσιν επί τη εξόδω και ολίγοι εξ αυτών ελθόντων εις χείρας ένεκα τούτου διεσώθησαν εις το φρούριον. Εν ώ δε ταύτα ενηργούντο κατ' εκείνα τα μέρη, φονική μάχη συνέβη παρά τα Χανιά, καθ' ην κατείχαν θέσεις οι μεν Τούρκοι από του προαστείου μέχρι του χωρίου Μακροτοίχου, οι δε Χριστιανοί απέναντι του ποταμού Κλαδισσού· ήσαν δε και υπό το πυρ ούτοι μεν του φρουρίου, εκείνοι δε έξ κασσίων πλοίων υπό τον Κανταρτσήν. 100 Τούρκοι, εν οις και ονομαστός τις Καραγκιουλές, και 40 Χριστιανοί εφονεύθησαν και επληγώθησαν εν τη μάχη ταύτη, μεθ' ην οι Τούρκοι εγκαταλείψαντες τας θέσεις των εισήλθαν εις το φρούριον κατησχυμένοι· αλλά την επαύριον καθ' ην ώραν ευθύμουν οι Κάσσιοι ψάλλοντες τα νικητήρια και εκανονοβόλουν, αφήρπασεν ο θάνατος τον ευκλεώς και ενθουσιωδώς αγωνιζόμενον Κανταρτσήν, θλασθέντος ενός των κανονίων της ναυαρχίδος και θανασίμως τρώσαντος αυτόν. Επεχείρησαν οι Χριστιανοί την 12 μαΐου να καταστρέψωσι διά πυρός και τους εν τω πύργω των Κουνουπιδινών τω παρά το φρούριον των Χανιών και εν πρώτοις μεν πολλά έπαθαν, αλλ' επικουρήσαντος του Σήφακα οι μεν εχθροί κατέφυγαν εις τα Χανιά καταδιωκόμενοι, οι δε Χριστιανοί ανέτρεψαν τον πύργον.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.

&Τα μεταξύ Αρείου πάγου και Οδυσσέως. — Φόνος Νούτσου και Παλάσκα. — Ανάκλησις Υψηλάντου. — Οργή της κυβερνήσεως κατά του Οδυσσέως.&

ΑΙ προϋπάρχουσαι διχόνοιαι του Αρείου πάγου και του Υψηλάντου και Οδυσσέως εκορυφώθησαν μετά την αποτυχίαν της εις Ζητούνι εκστρατείας. Τινές των Αρειοπαγιτών, μη αναλογιζόμενοι τας έξεις των στρατιωτικών ή τας περιστάσεις, δεν έπαυαν αποδίδοντες την αποτυχίαν της εκστρατείας εις την διαγωγήν του Οδυσσέως, εγκαλούντες αυτόν αναφανδόν ως επίβουλον και θεωρούντες τον αξιόποινον. Η κατακραυγή αύτη ήτον άδικος κατά την γνώμην των συνεκστρατευσάντων οπλαρχηγών, διότι κοινή γνώμη και όχι μόνη θελήσει του Οδυσσέως το στράτευμα ανεχώρησεν εκ της αγίας Μαρίνας.

Απρίλιος Ο Οδυσσεύς ηγανάκτησεν εγκαλούμενος αδίκως και πικρώς, και έστειλε την 16 απριλίου εις τον Άρειον πάγον, εδρεύοντα εν Λιθάδα, έγγραφον παραίτησιν από πάσης υπηρεσίας της πατρίδος επί λόγω οικιακών περιστάσεων. Ο δε Άρειος πάγος, μη αναλογισθείς όσα η ώρα απήτει, και υποθέτων ειλικρινή την παραίτησιν, την εδέχθη, απήντησε προς τον Οδυσσέα υπερηφάνως, και διώρισε τρεις πεντακοσιάρχους να παραλάβωσι την χιλιαρχίαν του προσωρινώς· παρεκάλεσε δε δι' επιστολών του της 17 και 18 την κυβέρνησιν να στείλη τον πρότινος καιρού ενωθέντα μετά των αγωνιστών και διατρίβοντα εν Κορίνθω Χρήστον Παλάσκαν διάδοχον της χηρευούσης χιλιαρχίας. Η παραίτησις του Οδυσσέως ήτο πράξις οργής και υπουλότητος, και όχι ωρίμου σκέψεως και ειλικρινείας. Ο παραιτούμενος, αισθανόμενος την αξίαν του, ήθελε διά της πράξεως ταύτης να ερεθίση την κοινήν γνώμην κατά των αντιπολιτευομένων αυτόν μελών του Αρείου πάγου· διά τούτο διέμεινε και μετά την παραίτησίν του εν Δαδίω, όπου διέτριβε και προ της παραιτήσεώς του, συναναστρεφόμενος, συντρώγων και συμβουλευόμενος μετά του Υψηλάντου, διατρίβοντος και αυτού εκεί. Ο Άρειος πάγος, ο αντισταθείς, ως είδαμεν, εξ αυτής της αρχής εις την εις Ανατολικήν Ελλάδα έξοδον του Υψηλάντου, έλαβεν αφορμήν εκ των συμβάντων μετά την ατυχή εις Ζητούνι εκστρατείαν να οργισθή έτι μάλλον κατ' αυτού, διότι τον έβλεπε περιθάλποντα και εμψυχούντα τους εναντίους του, και να γράψη προς την κυβέρνησιν την 22 παραπονούμενος, ότι πολλάκις επρότεινε την ανάκλησίν του και δεν εισηκούσθη, ότι η εν Δαδίω διατριβή του, η μετά των οπλαρχηγών αλληλογραφία του, και η προς τον Οδυσσέα ευνοϊκή διάθεσίς του ανέτρεπαν όλα τα εις άλωσιν του Ζητουνίου σχέδια, ότι ο Οδυσσεύς επεβουλεύετο την πατρίδα και τα καθεστώτα, και επάναγκες ήτο να ανακληθή ο υπερευνοών αυτόν Υψηλάντης, να εκστρατεύση ο Γιατράκος, ν' αποσταλή ο Παλάσκας εις παραλαβήν της χηρευούσης χιλιαρχίας και ν' αποσπασθή του Οδυσσέως ο Νικήτας.

Η κυβέρνησις λαβούσα τας της 17 και 18 επιστολάς του Αρείου πάγου απέστειλεν εις την Ανατολικήν Ελλάδα τον Αλέξην Νούτσον και τον Παλάσκαν, όχι εις αντικατάστασιν του Οδυσσέως κατά την πρότασιν του αυστηρού Αρείου πάγου, αλλ' εις ειρήνευσιν των αντιφερομένων· ηλπίζετο δε η επιτυχία της αποστολής ταύτης και εκ της επιρροής του Νούτσου ως έχοντος παλαιάς σχέσεις προς τον Οδυσσέα, ον διά της πολλής παρά τω Αλή ευνοίας είχε λυτρώσει του θανάτου καθ' ην περίστασιν έπεσεν εις την οργήν του τυράννου εκείνου.

Φθάσαντες εις Λεβαδείαν οι αποσταλέντες και συγκαλέσαντες τους οπλαρχηγούς εις συνέλευσιν, όπου παρευρέθησαν και δύο μέλη του Αρείου πάγου, είπαν εις επήκοον όλων όσα παρηγγέλθησαν προς ειρήνευσιν. Οι λόγοι τούτων και αι ειρηνικαί συμβουλαί των παρευρεθέντων οπλαρχηγών προς τους αντιφερομένους εφάνησαν ότι ίσχυσαν·

Μάιος εκάλεσαν τότε οι αποσταλέντες εξ ονόματος της βουλής τον Υψηλάντην να επιστρέψη, εις Πελοπόννησον αλλ' επειδή η διαταγή αύτη δεν ήτο γραπτή, δεν εισηκούσθησαν και επανήλθαν εις Κόρινθον αρχομένου του μαΐου, αλλά δεν επρόφθασαν να ειδοποιήσωσι την κυβέρνησιν ότι ειρηνοποίησαν τους αντιφερομένους και ήλθαν προς αυτήν αναφοραί τινων δευτερευόντων οπλαρχηγών, υποκινηθείσαι αναμφιβόλως υπό των πολιτικών εχθρών του Υψηλάντου και του Οδυσσέως, λέγουσαι ότι δεν ήθελαν να υπηρετήσωσιν υπό τας διαταγάς ουδενός αυτών. Η κυβέρνησις, ιδούσα ότι πας τρόπος ειρηνεύσεως απέβαινε μάταιος, απέστειλεν εκ δευτέρου τον Νούτσον και τον Παλάσκαν, τούτον μεν ίνα παραλάβη την χιλιαρχίαν του Οδυσσέως, εκείνον δε ίνα επιστατήση μετά του Αρείου πάγου εις την πώλησιν των προσόδων και την εξαργύρωσιν εθνικών τινων ομολογιών, και εγκαταστήση τον Παλάσκαν έν τινι νέα του στρατιωτική Αρχή διά της επιρροής του παρά τοις ζηλοτύπως προς αυτόν διακειμένοις οπλαρχηγοίς. Ανεκλήθη δε εγγράφως παρά της βουλής και ο Υψηλάντης, και διετάχθη και ο Οδυσσεύς να εμφανισθή ενώπιον της κυβερνήσεως, και απολογηθή περί ων κατηγορείτο. Επί σκοπώ δε να ενεργηθή ευτυχώς η μεταβίβασις της χιλιαρχίας του Οδυσσέως εις τον Παλάσκαν, εκρίθη εύλογον να φυλαχθή η περί αυτής διαταγή μυστική· αλλ' ανεκαλύφθη μόλις υπεγράφη, και εν αγνοία και της κυβερνήσεως και των αποστελλομένων ανηγγέλθη το περιεχόμενον αυτής προς τον Οδυσσέα πριν μεταβώσιν ούτοι εις την Ανατολικήν Ελλάδα· ανηγγέλθη δε προς τον Οδυσσέα και ό,τι δεν ήτον αληθές, δηλαδή, ότι η κυβέρνησις διέταξε τους αποστελλομένους να τον φονεύσωσιν. Υπό τοιαύτας εντυπώσεις έμελλε να δεχθή τον Νούτσον και τον Παλάσκαν ο Οδυσσεύς, άνθρωπος ανατραφείς εν τη μιαρά αυλή των Ιωαννίνων, όπου ευδοκίμει και ετιμάτο μόνη η κακουργία, και όπου εθεωρείτο πολιτικόν και όσιον η επί απλή υποψία ανθρωποκτονία. Οι αποστελλόμενοι ανεχώρησαν εκ Κορίνθου την 14, και επορεύθησαν εις Βελίτσαν, όπου διέτριβε τότε ο Υψηλάντης, προς ον ενεχείρισαν τα ανακλητήριά του. Εκείναις ταις ημέραις το μεν γενικόν στρατόπεδον της Ανατολικής Ελλάδος διέμενεν εν Πατρατσικίω, οι δε υπό τον Οδυσσέα εν Δρακοσπηλιά. Οι απεσταλμένοι έκριναν εύλογον να υπάγωσιν εις το γενικόν στρατόπεδον, και παραλαβόντες τους εκεί οπλαρχηγούς και ικανήν δύναμιν, διότι ιδίαν συνοδίαν είχαν μόνον 50 στρατιώτας, ν' απέλθωσιν εις Δρακοσπηλιάν προς ανάγνωσιν των διαταγών της κυβερνήσεως εις επήκοον όλων περί της από της στρατιωτικής Αρχής παύσεως του Οδυσσέως, και της εις την καθέδραν της κυβερνήσεως μεταπέμψεώς του· αλλά τινές των φίλων των τους απέτρεψαν λέγοντες, ότι περιττόν ήτο να ενεργήσωσιν όσα διετάχθησαν τόσω προφυλακτικώς, διότι όλον το υπό τον Οδυσσέα στρατιωτικόν ήτον εις άκρον κατ' εκείνου ηγανακτισμένον και έτοιμον να τον παραδώση. Υπό τοιαύτας ελπίδας αναχωρήσαντες ο Νούτσος και ο Παλάσκας έφθασαν περί την μεσημβρίαν της 24 πλησίον του Δαδίου, και μαθόντες ότι εν αυτώ ήτον ο Οδυσσεύς δεν εισήλθαν, αλλ' εμεσήμβρισαν εκτός χωρίς να έλθωσιν εις λόγους μετ' αυτού. Ο Οδυσσεύς, ειδώς την αποστολήν των, ήρχετο να προλάβη διά του φόνου αυτών όσα επίστευεν ότι εμελέτων να πράξωσιν ούτοι κατ' αυτού· είχε δε 50 ακολούθους αφήσας τους λοιπούς υπέρ τους 1000 εν Δρακοσπηλιά. Ο Νούτσος και ο Παλάσκας, μαθόντες ότι ο Οδυσσεύς ήτο μακράν του στρατοπέδου του και μη υποπτεύοντες ότι ήξευρε τα της αποστολής των και επίστευε και όσα δεν ήσαν αληθινά, ακούσαντες δε και ότι υπήγαινεν εις Βελίτσαν προς έντευξιν του Υψηλάντου, εθεώρησαν αρμοδίαν την περίστασιν να πορευθώσιν απόντος αυτού εις το εν Δρακοσπηλιά στρατόπεδον, υπολαμβάνοντές το, εξ όσων ήκουσαν, πρόθυμον να εκτελέση ας έφεραν διαταγάς. Επί τω σκοπώ τούτω ήλλαξαν πορείαν, εξενύκτισαν εν Γλουνίτσα, και την επαύριον, ήγουν την 25, ώδευαν προς την Δρακοσπηλιάν. Ο Οδυσσεύς καραδοκών τα βήματά των εστράφη, και ήρχετο αφανής κατόπιν των.

Εν ώ δε ο Νούτσος και ο Παλάσκας επορεύοντο προς την Δρακοσπηλιάν, ηκούσθη απροσδόκητος τουφεκισμός όπισθεν, μετά ταύτα δε και έμπροσθεν· και οι μεν τουφεκίσαντες όπισθεν ήσαν οι περί τον Οδυσσέα, οι δε έμπροσθεν οι του στρατοπέδου αυτού· διότι αναχωρών εκείθεν παρήγγειλε να τουφεκίσωσιν όταν ακούσωσιν αυτόν τουφεκίζοντα. Ο Νούτσος και ο Παλάσκας, νοήσαντες τότε ότι ο Οδυσσεύς εγνώριζε τα της αποστολής των, και ότι περιεπλέχθησαν και εκινδύνευαν, αλλά μη δυνάμενοι εξ αιτίας της θέσεως εις ην ευρίσκοντο ν' αλλάξωσι πορείαν, επροχώρησαν και μη θέλοντες προς το στρατόπεδον πάντοτε τουφεκιζόμενοι, και κατέφυγαν εις την έμπροσθεν των τυχούσαν ξυλόστεγον εκκλησίαν του αγίου Γεωργίου, όπου και εκλείσθησαν· συνεκλείσθησαν δε και έξ σύντροφοι· οι δε άλλοι φοβηθέντες διεσκορπίσθησαν. Τότε οι υπό τον Οδυσσέα, κυκλώσαντες την εκκλησίαν, ετουφέκιζαν τους εν αυτή πανταχόθεν και έκαυσαν την στέγην και την θύραν αυτής. Παρών δε ο Οδυσσεύς τοις έλεγε να παραδοθώσι και τους εβεβαίονεν ότι δεν τους εκακοποίει. Ο Νούτσος δεν υπώπτευε τον Οδυσσέα πεποιθώς επί τας παλαιάς προς αυτόν σχέσεις του, και τας άλλοτε ευεργεσίας του· και συναινέσει του Παλάσκα εξήλθε πρώτος της εκκλησίας μετά του ψυχοϋιού του ελπίζων να σώση διά της μεσιτείας του και τον Παλάσκαν, ον ηχθρεύετο ο Οδυσσεύς ως ερχόμενον να λάβη την Αρχήν του. Ο Οδυσσεύς υπεδέχθη ευμενώς τον Νούτσον εν τη καλύβη του, τον εθάρρυνε, και δι' αυτού εθάρρυνε και τον Παλάσκαν να παραδοθή. Έβαλαν δε και οι έξωθεν εν καδίσκω πυρίτιδα επί σκοπώ να τον καταβιβάσωσιν άνωθεν της κεκαυμένης στέγης, και να καύσωσι τοιουτοτρόπως τους εν τη εκκλησία, αν δεν παρεδίδοντο. Οι έγκλειστοι παρεδόθησαν· ο δε Παλάσκας υπήγεν εις την καλύβην του Οδυσσέως όπου ήτο και ο Νούτσος. Τότε ο Οδυσσεύς διέταξε και ανεγνώσθησαν εις επήκοον όλων των στρατιωτών αι κατ' αυτού διαταγαί, ων ήσαν κομισταί και εκτελεσταί ο Νούτσος και ο Παλάσκας· μετά δε την ανάγνωσιν ερεθίζων τους στρατιώτας είπεν, ότι ο μεν Νούτσος εστέλλετο ως βασιλεύς, ο δε Παλάσκας ως αρχιστράτηγος, ότι αυτός αδιαφόρει και διά την βασιλείαν του ενός και διά την αρχιστρατηγίαν του άλλου, διότι η επιθυμία του ήτο, καθώς και το έδειξε διά της παραιτήσεώς του, να επανέλθη εις Ιθάκην υπό ξένον κράτος, και να ζήση, αφανής και ήσυχος εν τοις κόλποις της οικογενείας του, αλλ' εις αυτούς απέκειτο να συλλογισθώσιν, αν ήτον έντιμον και ωφέλιμον, συντρίψαντες τον τουρκικόν ζυγόν, να δεχθώσιν άλλον· παρατηρήσας δε ότι οι στρατιώται υπερηρεθίσθησαν επί τοις λόγοις τούτοις, ηγέρθη και τους ηρώτησε μεγαλοφώνως «α υ τ ο ύ ς - θ έ λ ε τ ε - ή – ε μ έ;» «ε σ έ - θ έ λ ο μ ε ν - ε σ έ», εφώναξαν όλοι· «τ ι μ ω ρ ή σ α τ ε - λ ο ι π ό ν - τ ο υ ς - ε χ θ ρ ο ύ ς - σ α ς - κ α ι - ε χ θ ρ ο ύ ς - μ ο υ», επανέλαβε, και ανεχώρησεν εκ της καλύβης. Τότε οι στρατιώται απήγαγαν τον Νούτσον και τον Παλάσκαν όχι μακράν της καλύβης και τους εφόνευσαν περί το δειλινόν της αυτής ημέρας (25 μαΐου). Η μιαιοφονία αύτη, τρομερά αύτη καθ' εαυτήν, εφάνη τρομερωτέρα διά την δημόσιον αποστολήν των φονευθέντων και εφαίνετο προμηνύουσα άλλους φόνους κατά διαταγήν του Οδυσσέως διά τας επικρατούσας διχονοίας· διά τούτο φόβος μέγας κατέλαβεν όλους τους αντιπάλους αυτού τηδε κακείσε διασκορπισθέντας και άσυλον ζητούντας. Ο δε επανερχόμενος εις Πελοπόννησον Υψηλάντης εξ αιτίας της ανακλήσεώς του, έμαθε το κατά την 25 συμβάν εν Διστόμω. Εκεί ευρίσκοντο σημαντικαί οικογένειαι της Λεβαδείας, αίτινες καταφοβηθείσαι έδραμαν εις το παραθαλάσσιον και εμβήκαν εις τα πλοία· έλαβαν δε εν τη προς σωτηρίαν φυγή των πάσαν ειλικρινή συνδρομήν παρά του Υψηλάντου. Άφαντοι έγειναν και οι ευρεθέντες προς τα μέρη εκείνα Αρειοπαγίται.

Ο δε Άρειος πάγος, μαθών τα γενόμενα, έγραψε την 31 και έστειλε και έν των μελών του προς την κυβέρνησιν εις υποστήριξιν των εξής προτάσεων· α'. να διατάξη η κυβέρνησις τους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Ελλάδος να συλλάβωσι και στείλωσι τον Οδυσσέα εις αυτήν προς ανακάλυψιν συνωμοσίας αυτού και του Υψηλάντου· επρόσθετε δε ότι, καθ' ας είχε πληροφορίας, οι οπλαρχηγοί όλοι εκείνου του μέρους, αγανακτήσαντες διά το ανοσιούργημα, έτοιμοι ήσαν να εκδικήσωσι διά της τιμωρίας του ανοσιουργήσαντος Οδυσσέως την τιμήν της κυβερνήσεως και ν' ασφαλίσωσι το συμφέρον της πατρίδος· β'. να μετατεθή ο Νικήτας εις την Δυτικήν Ελλάδα ή εις την Πελοπόννησον, ή να διαταχθή αυστηρώς να συμφωνήση μετά των άλλων οπλαρχηγών της Ανατολικής Ελλάδος και να παύση υπερασπίζων φανερά τον Οδυσσέα· γ'. να παραλάβη ο Γκούρας το επαρχιακόν στράτευμα της Λεβαδείας· δ'. να μεταβή ο πρόεδρος του νομοτελεστικού από της Δυτικής Ελλάδος εις την Ανατολικήν διά το κατεπείγον της περιστάσεως.

Η κυβέρνησις, η κατ' εκείνας τας ημέρας εις το Άργος μεταβάσα επί λόγω μεν υγείας διά το νοσώδες της Κορίνθου, επί σκοπώ δε ασφαλείας διά την επαπειλουμένην από της στερεάς Ελλάδος εις Πελοπόννησον εχθρικήν εισβολήν και διά την εγγίζουσαν πτώσιν του Ναυπλίου, ιδούσα πόσον εξυβρίσθη επί τη μιαιοφονία ταύτη, ωργίσθη εις άκρον, και την 3 Ιουνίου εξέδωκε διάταγμα δι' ου εκάθηρε τον Οδυσσέα ως εξυβρίσαντα την κυβέρνησιν, καταπατήσαντα τους νόμους και βάψαντα τας χείρας του εις αθώον αίμα· τον εκήρυξε δε και άξιον θανάτου, και επεκήρυξε και γρόσια 5000. Μη αρκεσθείσα δε εις ταύτα, διέταξε την υστεραίαν τους εγχωρίους της επαρχίας Λεβαδείας, εξ ών συνίστατο κυρίως το στρατόπεδον του Οδυσσέως, να τον συλλάβωσι ζώντα ή να τον θανατώσωσιν· έβαλε δε υπό αυστηράς ποινάς και τους μη εγκαταλείποντας αυτόν και εθεώρησε συνενόχους και της αυτής ποινής αξίους και όλους τους συγγενείς των. Την αυτήν ημέραν ο επίσκοπος Ανδρούσης, Ιωσήφ, υπουργός των εκκλησιαστικών, έρριψε κατά της κεφαλής του Οδυσσέως και των υπ' αυτόν, αν δεν τον εγκατέλειπαν, τους κεραυνούς του αφορισμού και τους εξεκκλησίασεν· αλλ' ουδείς εκινήθη κατά του Οδυσσέως· και οι πρόθυμοι να προκαλέσωσι διά του Αρείου πάγου και κατ' ευθείαν τας αυστηράς διαταγάς της κυβερνήσεως κατ' αυτού οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος δεν εφάνησαν πρόθυμοι και να τας εκτελέσωσιν· ο δε Οδυσσεύς μαινόμενος και φοβούμενος κατέφυγεν εις το επί του Παρνασσού σπήλαιον (α), το Κωρύκιον, το πλησίον του Πατρατσικίου στρατόπεδον διελύθη, αναρχία και αταξία επήλθαν παντού, και ουδεμία προφυλάξις υπήρχεν εν ώ επέκειτο η εισβολή του εχθρού· επέφερε δε ταύτα πάντα η άκαιρος η απολίτευτος και η υπέρμετρος αυστηρότης του Αρείου πάγου καθ' ενός των σημαντικωτέρων οπλαρχηγών του μέρους εκείνου υπαγορευθείσα υπό θερμού μάλλον ή έμφρονος πατριωτισμού.

Πριν αποστρέψωμεν το πρόσωπον από της λυπηράς σκηνής της Δρακοσπηλιάς, οφείλομεν να στηλιτεύσωμεν ως ψευδή και ανυπόστατον την διαδοθείσαν τότε φήμην της ενοχής του Υψηλάντου εις τον άδικον φόνον του Νούτσου και του Παλάσκα· ο Υψηλάντης επεθύμει αναμφιβόλως την ανατροπήν των καθεστώτων και την είσαξιν του συστήματός του, ό εστι της προσωπικής Αρχής του· και έχοντες υπ' όψιν την μετά την εγκατάστασιν εθνικής κυβερνήσεως ανέγερσιν της σημαίας και του φοίνικός του καθ' ην ημέραν εξήρχετο του ισθμού, δεν αμφιβάλλομεν ότι αι προς τον Οδυσσέα και άλλους σχέσεις του απέβλεπαν και προς τον σκοπόν τούτον αλλ' επίσης δεν αμφιβάλλομεν, ότι ουδαμώς ενείχετο εις την μιαράν πράξιν της Δρακοσπηλιάς· αποχρώσα δε απόδειξις της αθωότητός του είναι η πανθομολόγητος τιμιότης του.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.

&Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών.&

ΕΡΡΕΘΗ ήδη, ότι, αναχωρήσαντος εξ Αθηνών του Βρυώνη, οι Έλληνες εκυρίευσαν την πόλιν και επολιόρκουν εκ δευτέρου την ακρόπολιν. Αλλά, πριν αναχωρήση, οι εντόπιοι Τούρκοι εισεκόμισαν πολλάς τροφάς εις την ακρόπολιν, ώστε δεν εφοβούντο να πεινάσωσιν ειμή μετά μακράν πολιορκίαν· πηγήν όμως νερού δεν είχαν· ήσαν πολλαί δεξαμεναί, αλλά δύο μόνον ήσαν αι εύχρηστοι· και επειδή τότε ήτο χειμών, μηδ' αυτάς εφρόντισαν να γεμίσωσιν απεδεχόμενοι το βροχερόν νερόν. Εντός του παρατειχίσματος της ακροπόλεως (Σερπεντσέ) ήσαν, ως είπαμεν, τρία πηγάδια, εξ ών μόνον το έν είχε νερόν πόσιμον. Το παρατείχισμα τούτο απεφάσισαν οι Έλληνες να κυριεύσωσι, αν και το επιχείρημα ήτο λίαν επικίνδυνον εξ αιτίας των φυλασσόντων αυτό Αλβανών και της υπό την βολήν των υπεράνω αυτού θέσεώς του. Την 13 νοεμβρίου ανέβησαν όρθρου βαθέως οι Έλληνες το παρατείχισμα, επόρθησαν τον έσω τεκέν, επάτησαν το καφενείον και εγένοντο κύριοι όλου του παρατειχίσματος, όπου ηύραν τρόφιμα και άλλα είδη· 40 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν· επληγώθη και ο οπλαρχηγός Δημήτρης Λέκκας· διεκρίθη δε επ' ανδραγαθία ο Σαλαμίνιος Γεώργης Γλύτσης· πληγωθείς ούτος βαρέως και αποθνήσκων ηρώτησεν «εμβήκαμεν;» ακούσας δε ό,τι επεθύμει, εξεψύχησε φαιδρός· εφονεύθησαν και 15 Τούρκοι· οι δε λοιποί φύλακες του παρατειχίσματος, οι μη παθόντες, ως 30, εκρύβησαν εν τοις υπό την ακρόπολιν σπηλαίοις. Ημέρας δε γενομένης, ιδόντες αυτούς οι εν τη πόλει εκρέμασαν επίμηκες κιβώτιον, άνωθεν ασκεπές και όλον έσωθεν βαθύστρωτον, και εν αυτώ κατακλινομένους τους ανεβίβασαν όλους ένα προς ένα τουφεκιζομένους κάτωθεν αλλά μη βλαπτομένους. Ενθουσιώντες οι Έλληνες ώρμησαν την αυτήν ημέραν και εις αυτήν την ακρόπολιν, εκυρίευσαν την πρώτην και δευτέραν πύλην και εισέδυσαν εις το εντός αυτής κτίριον, το κοινώς μεχτέπι. Διά της κυριεύσεως του παρατειχίσματος εστέρησαν οι Έλληνες τους εχθρούς του νερού των πηγαδίων επί σκοπώ δε να αποκαταστήσωσι τα πηγάδια ταύτα άχρηστα, και αν απεδιώκοντο, ενέρριψαν τα πτώματα των φονευθέντων Τούρκων, ώστε, αν επεκράτει ανομβρία, θα παρεδίδοντο οι εν τη ακροπόλει δι' έλλειψιν νερού. Ησθάνοντο εκάτειοι πόσον αναγκαία ήτον η κατοχή του παρατειχίσματος και ηγωνίζοντο οι μεν ν' αποδιώξωσι τους κατόχους ρίπτοντες βόμβας επί τον θολοσκέπαστον τεκέ, υφ' ον εστεγάζοντο, οι δε να υποστηρίζωσιν εσωτερικώς τον θόλον. Οι Έλληνες έστησαν συγχρόνως επί του λόφου του Αρείου πάγου και έν κανόνι 11 λιτρών,

Δεκέμβριος και την 3 δεκεμβρίου ευρόντες υπόγειον οπήν προς τα αριστερά των προπυλαίων επειράθησαν να παρεισδύσωσιν αλλά διά την ενδότερον σωρείαν λίθων και χωμάτων ωπισθοδρόμησαν. Μετά δύο δε ημέρας πειραθέντες να κυριεύσωσι και την τρίτην πύλην της ακροπόλεως, την έκαυσαν εν μέρει, ούσαν σιδηροσκεπή, αλλ', επισωρευθέντων όπισθεν αυτής χωμάτων, δεν την ανέτρεψαν και απεμακρύνθησαν φονεύσαντες τέσσαρας και πληγώσαντες πέντε (α). Ουδ' οι Τούρκοι εφάνησαν ευτυχέστεροι εξορμήσαντες την 16, και επανήλθαν φονεύσαντες δύο. Απελπισθέντες δε οι Έλληνες να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον, περιωρίσθησαν την εξής διμηνίαν εις διατήρησιν στενής πολιορκίας, καθ' ην ουδ' οι Τούρκοι επεχείρησαν έξοδον. Κανονίαι και τουφεκίαι έπιπταν εκ διαλειμμάτων, αλλά πάντοτε σχεδόν αβλαβείς, και οι Έλληνες τόσον εθαρρύνθησαν ώστε επεσκεύασαν τας εν τη πόλει οικίας και επανέφεραν τας γυναίκας και τα τέκνα των. Περί δε τα τέλη φεβρουαρίου υπώπτευσαν εξ όσων εφημίζοντο εχθρικήν εισβολήν, και εφοβήθησαν μη διά της μακράς παρατάσεως της πολιορκίας ματαιωθώσι και δεύτερον οι αγώνες των· διά τούτο εζήτησαν παρά της κυβερνήσεως και έλαβαν 2 βομβοβόλους και 200 βόμβας. Αι βομβοβόλοι ετέθησαν επί του λόφου του Αρείου πάγου 300 οργυιάς μακράν της ακροπόλεως υπό την διεύθυνσιν του Βουτιέρου, αρξαμένου την τελευταίαν ημέραν του φεβρουαρίου να βομβοβολή αυτήν αλλ' αβλαβώς. Συνήλθαν δε και στρατιώται ικανοί πολλαχόθεν, Αιγινήται, Σαλαμίνιοι, Κεφαλλήνες και 30 φιλέλληνες· ήλθε συγχρόνως και ο υπονομοποιός Κώστας Χορμόβας, όστις ήρχισε να υπονομεύη προς την τρίτην πύλην,

Απρίλιος και το πρωί της 18 απριλίου, ό εστι μετά 33 ημερών μόχθους, άναψε την υπόνομον, δι' ης έρριψε κάτω μέρος του προς την πύλην τείχους και εφόνευσε 10 Τούρκους φρουρούντας το μέρος εκείνο. Καθ' ην δε στιγμήν άναψεν η υπόνομος, ώρμησαν Έλληνες και φιλέλληνες, αλλ' απεκρούσθησαν. 4 Έλληνες, ο φιλέλλην Σκαλεμβέργης και 8 Τούρκοι εφονεύθησαν, και 12 Έλληνες και 3 φιλέλληνες επληγώθησαν. Ήρχισε δε ο υπονομοποιός ν' ανοίγη την 22 άλλην υπόνομον.

Ιούνιος Αρχομένου δε του Ιουνίου διόλου σχεδόν εξέλειψε το εν ταις δεξαμεναίς της ακροπόλεως νερόν· εταλαιπώρει δε τους πολιορκουμένους όχι ολίγον και η συνήθως επιπολάζουσα επί των πολιορκιών επιδημία· ουδ' η έξωθεν ετοιμαζομένη τουρκική εισβολή τοις ήτο καν γνωστή εις εμψύχωσίν των. Δι' όλα ταύτα, και μάλιστα διά την επί πολλούς μήνας επικρατούσαν εν Αθήναις ανομβρίαν, ην υπέλαβαν οι Τούρκοι θεομηνίαν, διότι έβλεπαν πίπτουσαν εκτός της πόλεως την βροχήν, δύο εξ αυτών ανέβησαν επί των επάλξεων (2 ιουνίου) και επρόβαλαν συνθήκας υπό την εγγύησιν των προξένων. Οι πρόξενοι δεν ανεδέχθησαν την ευθύνην· υπεσχέθησαν όμως να καταβάλωσι πάσαν δυνατήν φροντίδα εις διατήρησιν της συνθήκης. Διέτριβαν πρό τινων ημερών εν Αθήναις ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Αλέξανδρος Αξιώτης, ως αντιπρόσωποι ο μεν πρώτος της κυβερνήσεως ο δε άλλος του Αρείου πάγου, εις παραλαβήν του κινδυνεύοντος φρουρίου και καταγραφήν των εν αυτώ πραγμάτων. Η παρουσία τούτων εθάρρυνε τους δικαίως φοβουμένους την παρασπόνδησιν Τούρκους· τους εθάρρυνε και όρκος δοθείς παρά των ισχυόντων Ελλήνων επί του Ευαγγελίου ενώπιον του μητροπολίτου· και ούτως υπεγράφη συνθήκη την 9 εν τω αυστριακώ προξενείω και κατά ρητήν αίτησιν των Τούρκων ενώπιον των προξένων, αλλ' όχι και υπό την εγγύησίν των. Οι όροι δε της συνθήκης ήσαν η παραδόσις του φρουρίου και παντός όπλου δημοσίου ή ιδιαιτέρου, η ασφάλεια της ζωής και της τιμής των Τούρκων, η άδεια να κατοικήσωσιν εν τη πόλει ή να διαβιβασθώσιν εις Ασίαν υπό ουδετέραν σημαίαν ανεξόδως, η μεταξύ αυτών και των Ελλήνων ισομοιρία παντός αργυρού, χρυσού και πολυτίμου είδους, η τελεία απόδοσις πάσης περιουσίας ελληνικής, και η μεταβίβασις πάσης ακινήτου τουρκικής εις την κυριότητα της ελληνικής κυβερνήσεως (β). Γενομένης δε της συνθήκης, ανέβησαν εις το φρούριον την επαύριον, α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, οι πρόκριτοι του τόπου και το στράτευμα υπό τον Παναγήν Χτενάν, προπορευομένου του μητροπολίτου· εξήλθαν εις προϋπάντησιν οι έγκλειστοι Τούρκοι, και παραδώσαντος του φρουράρχου τας κλεις και ειπόντος «α ύ τ η - ή τ ο ν - η – θ έ λ η σ ι ς - τ ο υ - Υ ψ ί σ τ ο υ » κατέβησαν όλοι αυθήμερον εις την πόλιν, όπου τοις εδόθησαν κατοικίαι· ήσαν δε ψυχαί 1160, εξ ών το έκτον μόλις ικανόν να φέρη όπλα· όλοι δε εξ αιτίας της κακουχίας έπασχαν, και 60 εντός ολίγων ημερών απέθαναν. Οι Έλληνες ύψωσαν επί του φρουρίου την σημαίαν των υπό τον κρότον των κανονίων αλλά την πάνδημον ταύτην χαράν συνεσκίασεν ευθύς λύπη, διότι εν μέσω του κανονοβολισμού επυρσοκρότησεν απροσδοκήτως έν κανόνι και ετίναξε τον εφιστάμενον αγαθόν πολίτην και γενναίον πολεμιστήν Παναγήν Χτενάν τον και φρούραρχον έξωθεν του φρουρίου.

Γενναίοι, ακάματοι, και καρτερικοί εφάνησαν οι Αθηναίοι Χριστιανοί καθ' όλον το διάστημα της πολιορκίας· διακόσιοι περίπου απέθαναν εξ αυτών εν τω διαστήματι τούτω· μεγάλη εφάνη και η καρτερία των Τούρκων κακουχουμένων και διψώντων εν καιρώ των θερινών καυμάτων· αλλ', αποφυγόντες ούτοι την αγωνίαν της δίψας, έπεσαν εις την μάχαιραν της απιστίας. Δεν έγεινε κατά δυστυχίαν εν καιρώ φροντίς ίνα ευρεθώσιν εν Πειραιεί επί της παραδόσεως τα αναγκαία εις μεταβίβασιν πλοία· εν τω μεταξύ δε τούτω, διασπαρείσης φήμης εχθρικής εισβολής, μέγας φόβος διεχύθη εις την πόλιν. Η κυβέρνησις υποπτεύσασα ό,τι μετ' ολίγον συνέβη, διέταξε και εναυλώθησαν την 25 δύο πλοία υπό ευρωπαϊκάς σημαίας ευρεθέντα εν Πειραιεί εις διαβίβασιν των παραδοθέντων· τα πλοία ταύτα θα τους παρελάμβαναν την 29· αλλ' εν τω μεταξύ τούτω επαναλαμβανόμεναι αι κακαί ειδήσεις της εισβολής των εχθρών και της εις Θήβας και Αθήνας επιστρατείας αυτών, ηύξησαν τόσον τον φόβον των Αθηναίων, ώστε κατέφυγαν εκ δευτέρου αι γυναίκες και τα παιδία των εις Σαλαμίνα· οι δε εν τη πόλει οπλοφόροι, εν οις και πάμπολλοι των καταστραφέντων τόπων, διψώντες εκδίκησιν διά τα προ ολίγου μεγάλα παθήματά των και εξαγριωθέντες ενώπιον νέων κινδύνων, ήραν αξιοκατακρίτως την 28, εν μέσω του θορύβου, της φυγής, της αναρχίας, και του επικρατούντος φόβου, μιαιφόνον χείρα επί τους υποσπόνδους Τούρκους παρά γνώμην των εφόρων και λοιπών προκρίτων της πόλεως. Τετρακόσιοι εφονεύθησαν, οι δε λοιποί κατέφυγαν εις τα προξενεία, όπου ηύραν υπεράσπισιν. Την δε 3 Ιουλίου εισέπλευσαν καλή τύχη εις Πειραιά δύο βασιλικά γαλλικά πλοία, έτρεξαν οι πλοίαρχοι εις αντίληψιν των αδίκως πασχόντων, τους επροστάτευσαν διά λόγων, δι' απειλών, και δι' επιδείξεως όπλων, και συνώδευσαν ασφαλώς επί των πλοίων 325 εξ αυτών και τους μετεκόμισαν εις Σμύρνην· έμειναν δε οι λοιποί εν τοις προξενείοις, και απεστάλησαν μετά ταύτα και άλλοι αυτών δι' ευρωπαϊκών πλοίων και εκ διαλειμμάτων εις τα παράλια της μικράς Ασίας ασφαλώς· ώστε όλοι οι εκ των παραδοθέντων μετακομισθέντες εκτός της Ελλάδος ήσαν 550· όσοι δε ούτε εφονεύθησαν ούτε μετεκομίσθησαν, οι μεν απέθαναν εξ αιτίας του επί της πολιορκίας επιδημικού μολυσμού, οι δε μείναντες εκουσίως εν Ελλάδι διεσπάρησαν τήδε κακείσε κακήν κακώς.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.

&Έξοδος των προκρίτων της Πελοποννήσου εις τας επαρχίας επί στρατολογία — Σύστασις βουλευτικής επιτροπής. — Βάπτισις Μωαμεθανών. — Σύμβασις περί παραδόσεως Ναυπλίου — Ιδιαιτέρα και μυστική αίτησις αγγλικής προστασίας υπέρ της Πελοποννήσου — Λύσις πολιορκίας Πατρών.&

Η πάντοτε αναγκαία εκστρατεία των Πελοποννησίων εις την στερεάν Ελλάδα έγεινεν αναγκαιοτάτη μετά τα επί τη καταδιώξει του Οδυσσέως, διότι ταύτα επέφεραν την διάλυσιν των στρατευμάτων και αταξίαν και αναρχίαν κατά τα μέρη εκείνα. Επειδή δε αι περί τούτου αλλεπάλληλοι της κυβερνήσεως διαταγαί προς τας επαρχίας της Πελοποννήσου δεν εισηκούοντο, εκρίθη εύλογον να ενεργηθώσιν αι κατ' επαρχίαν στρατολογίαι, διά των εν αυταίς εχόντων επιρροήν·

Ιούνιος και επειδή οι πλείστοι αντεπροσώπευαν τας επαρχίας των παρά τη κυβερνήσει ως μέλη της βουλής, εξεδόθη την 5 ιουνίου ψήφισμα, προεδρεύοντος του Υψηλάντου φθάσαντος εις Άργος την 1 και μετά δύο ημέρας αναλαβόντος τα της βουλευτικής του υπηρεσίας, λέγον, ότι εξ εκείνης της ημέρας επιτροπή εκ μελών της βουλής όχι ποτέ ολιγωτέρων των πέντε, επί μόνη δε θέσει νόμου δώδεκα, επείχε τόπον όλης της βουλής, και ότι αι αποφάσεις της είχαν όλην την ισχύν και το κύρος· ωρίσθη και η διάρκειά της μέχρι της επανόδου των δύο τρίτων των μελών της βουλής. Το σχέδιον δε ήτο να στρατολογήσωσι καθ' όλην την Πελοπόννησον αναλόγως 17,600, εξ ών να εκστρατεύσωσιν εις μεν την Δυτικήν Ελλάδα 6100, εις δε την Ανατολικήν 6350, και να μείνωσιν εν ταις πολιορκίαις των μεν Πατρών 3300, της δε Κορώνης 600, και της Μοθώνης 1000, εις φρούρησιν δε του Νεοκάστρου 150. Αφ' ού δε κατεστρώθη ο κατάλογος της στρατολογίας ανεχώρησαν οι εν Άργει πρόκριτοι την 8, συνανεχώρησε δε και ο αντιπρόεδρος της βουλής Χαραλάμπης, ον αντικατέστησεν ο Βασίλης Μπουτούρης.

Η ομόνοια μεταξύ της βουλής και του νομοτελεστικού ήτον η ισχύς της κυβερνήσεως κατά τας δεινάς εκείνας περιστάσεις, καθ' ας αύτη μεν εστερείτο παντός χρηματικού πόρου, η δε γερουσία της Πελοποννήσου έδιδε το σκανδαλώδες παράδειγμα φανεράς παρακοής εις τας διαταγάς αυτής. Αλλ' η ομόνοια αύτη έπαθε μετά την επάνοδον του Υψηλάντου, διότι, υποβλέπον αυτόν το νομοτελεστικόν δι' όσα συνέβησαν εν τη Ανατολική Ελλάδι επί της εκστρατείας του, δεν εκοινοποίει τη βουλή τα σχέδιά του ως πρότερον, όχι διότι εφοβείτο την επιρροήν αυτού, αλλά διότι δεν ήθελε να γνωρίζη εκείνος όσα εσχεδιάζοντο, και ενήργει έκτοτε πολλάκις εν αγνοία της βουλής. Η δε βουλή, συνειθισμένη να γνωρίζη τα πάντα και να σκέπτεται περί πάντων, δυσηρεστείτο διά το νεοφανές δείγμα της προς αυτήν ολίγης του νομοτελεστικού πίστεως.

Πρό τινων δε ημερών ανεφύη το εξής θρησκευτικόν ζήτημα.

Πολλοί Έλληνες ζήλω θρησκευτικώ κινούμενοι εβάπτιζαν εξ αρχής της επαναστάσεως πολλούς των αιχμαλώτων θέλοντας και μη θέλοντας. Η κυβέρνησις και η γερουσία της Πελοποννήσου, αφ' ού εσυστήθησαν, απηγόρευσαν την βάπτισιν ως έργον όχι προαιρέσεως αλλ' ανάγκης. Μετ' ολίγον η γερουσία ηθέλησε να την επιτρέψη ως έργον φιλανθρωπίας, διότι εν μέσω τόσων αιματοχυσιών, ας πας συνετός Έλλην απεστρέφετο, εθεώρησε τον τρόπον τούτον ως τον μόνον συντελεστικόν εις το να καταστήση τους Έλληνας φιλανθρωποτέρους προς τους διά της θείας βαπτίσεως αναγεννομένους Μωαμεθανούς. Επί τω σκοπώ τούτω επρότεινε προς την κυβέρνησιν αρχομένου του μαΐου να διατάξη διά του επί των εκκλησιαστικών υπουργείου τους αρχιερείς και ιερείς να βαπτίζωσι τους θέλοντας, προηγουμένης της απαιτουμένης κατηχήσεως. Ο τότε επί των εκκλησιαστικών υπουργός, επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, φιλάνθρωπος ως καί τις άλλος, απεδέχθη μεν τους λόγους δι' ους έγεινεν η πρότασις, αλλά μη εγκρίνων να προσφέρεται τοιουτοτρόπως η βάπτισις, εγνωμοδότησε να βαπτίζωνται μόνον οι εντός του δωδεκάτου έτους άρρενες, αλλά και ούτοι συναινέσει των γονέων· να βαπτίζωνται δε και αι νέαι γυναίκες όσαι προηρούντο. Αλλά το βουλευτικόν, προς ο εκοινοποιήθη η γνώμη του υπουργού, επρόβαλε να δέχεται η του Χριστού εκκλησία άπαντας τους μετά πίστεως και εκουσίως προσερχομένους άνδρας και γυναίκας πάσης ηλικίας, αφ' ού κατηχούντο, ως αν ήτον η πίστις επί των άκρων των χειλέων. Βέβαιον είναι ότι η βάπτισις εζητείτο παρά των Μωαμεθανών εις αποφυγήν των δεινών και όχι κατά συνείδησιν· δεν έπρεπε δε μήτε διά πολιτικούς λόγους να γίνωνται δεκτοί οι τοιούτοι ως έτυχε· διότι, όντες κρυφίως θανάσιμοι εχθροί και της πίστεως και της ελευθερίας των Ελλήνων, εδύναντο, εισχωρούντες εις την πολιτικήν ή στρατιωτικήν υπηρεσίαν του κράτους διά του καθ' υπόκρισιν Χριστιανισμού, να γενώσιν επικίνδυνοι· παράδειγμα πρόσφατον είχαν οι Έλληνες το προ ολίγου συμβάν εν Λεβαδεία, όπου πολλοί αιχμάλωτοι εβαπτίσθησαν· αλλ' αφ' ού εισέβαλαν εις την πόλιν εκείνην οι υπό τον Μεχμέτπασαν και τον Βρυώνην απέπτυσαν το βάπτισμα και εμάνησαν κατά των Χριστιανών έτι μάλλον ως βιασθέντες εξ όσων έπασχαν να εξομόσωσιν. Αι παρατηρήσεις του νομοτελεστικού, συνεταί και ως χριστιανικαί και ως πολιτικαί, υπερίσχυσαν μετά ικανήν λογομαχίαν αυτού και του βουλευτικού, και ενεκρίθη και εκανονίσθη ν' αναγεννώνται διά της θείας κολυμβήθρας μόνον οι εντός του δωδεκάτου έτους προσερχόμενοι άρρενες, αι δε γυναίκες πάσης ηλικίας, αλλ' ουδείς μη συναινούντων των γονέων.

Οι δε πολιορκούμενοι Τούρκοι του Ναυπλίου, στενοχωρούμενοι εις άκρον δι' έλλειψιν τροφής, απεφάσισαν να παραδοθώσι· συνήργησεν εις τούτο καί τις Οθωμανός Ισούφ - τσαούσης, πεσών εις χείρας των Ελλήνων εν ώ απεστέλλετο παρά των πολιορκουμένων εις Κωνσταντινούπολιν, και γράψας προς αυτούς επιστολήν επί τη προτροπή των Ελλήνων, αλλ' εκληφθείσαν ως ταληθή λέγουσαν, δι' ης τους απήλπιζε πάσης έξωθεν αντιλήψεως, και τους παρεκίνει να συμβιβασθώσι. Και άλλοτε ήλθαν οι πολιορκούμενοι εις λόγους συμβιβασμού μετά των πολιορκητών· και ο Πετρόμπεης, όστις κατέβη εκείνας τας ημέρας εις την Αργολίδα, αντιφερόμενος προς την κυβέρνησιν και πεποιθώς επί την επιρροήν του, έστειλε προς τους πολιορκουμένους τον αιχμάλωτον καδήν της επαρχίας του αγίου Πέτρου επί συμβιβασμώ μετ' αυτού ή δι' αυτού· αλλ' η αποστολή αύτη εματαιώθη συλληφθέντος του καδή· επί τη παρούση όμως περιστάσει αι συμβιβαστικοί λόγος ετελεσφόρησαν, και την 18 υπεγράφη σύμβασις λέγουσα, οι μεν Τούρκοι να παραδώσωσι τα φρούρια και παντός είδους όπλα δημόσια και ιδιωτικά και τα δυο τρίτα της κινητής περιουσίας των μετά λεπτομερή καταγραφήν, οι δε Έλληνες να μετακομίσωσι τους Τούρκους εις τα παράλια της Ασίας και να τοις δίδωσι τακτικώς μετά την υπογραφήν της συμβάσεως την καθημερινήν τροφήν μέχρι του εις τα ρηθέντα παράλια κατάπλου. Εις εκπλήρωσιν δε των όρων εισήλθαν την αυτήν ημέραν εις Ναύπλιον οι πληρεξούσιοι των Ελλήνων εν συνοδία 100 οπλοφόρων υπό αναπεπταμένην σημαίαν. Εις ασφάλειαν δε αυτών παρέδωκαν οι Τούρκοι τη ελληνική κυβερνήσει ομήρους εκ των σημαντικωτέρων οικογενειών· παρέδωκαν και τον θαλασσόπυργον, εις ον εισήλθαν 50 Έλληνες εκ των ανωτέρω 100, οι δ' άλλοι έμειναν εν Ναυπλίω φρουροί των συνεισελθόντων πληρεξουσίων. Η είδησις της εγγιζούσης πτώσεως του Ναυπλίου, όπου ενομίζετο ότι ήσαν θησαυροί αποτεταμιευμένοι, διασπαρείσα εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, έφερε κατά δυστυχίαν μεγάλα προσκόμματα εις την προσχεδιασθείσαν κατά του εχθρού εκστρατείαν εκτός της Πελοποννήσου, διότι είλκυσεν εις Αργολίδα πανταχόθεν πλήθη οπλοφόρων. Η δε συρροή τούτων επέφερεν αταξίας και φόνους των εξερχομένων υπό την σύμβασιν Τούρκων και προσβολάς και ύβρεις και κατ' αυτής της κυβερνήσεως, ήτις φοβηθείσα δικαίως μη κακοποιηθώσιν ή αρπαγώσιν οι δοθέντες αυτή όμηροι, τους επεβίβασεν εις ελληνικόν πλοίον διαμένον έμπροσθεν των Μύλων. Όσον δε συμφέρον είχαν οι Έλληνες να επιταχύνωσι την παράδοσιν του φρουρίου διά την προσεγγίζουσαν εισβολήν των εχθρών, τόσον είχαν οι Τούρκοι να την αναβάλλωσιν. Η πείνα εβίασε τούτους να συμβιβασθώσιν, αλλά λαμβάνοντες κατά την σύμβασιν την καθημερινήν τροφήν, ανάγκην δεν είχαν να επιταχύνωσι την παράδοσιν των μη ειδότες τι τέξεται υπέρ αυτών η επιούσα. Οι Έλληνες, ασκέπτως και μικρολόγως φερόμενοι, επέβαλαν όρον την λ ε π τ ο μ ε ρ ή καταγραφήν όλης της κινητής των πολιορκουμένων περιουσίας και την μετά ταύτα ακριβή διανομήν της· την δ' αποπεράτωσιν της εργασίας ταύτης παρέτεινεν έτι μάλλον η κακή πίστις των Τούρκων κρυπτόντων τα πολυτιμότερα των είδη. Οι επί παραλαβή του φρουρίου εισελθόντες Έλληνες είδαν μετ' ολίγον πόσον δυσπλήρωτος ήτον ο περί ου ο λόγος όρος, και συναινέσει και των Τούρκων εζήτησαν και έλαβαν την άδειαν να μετατρέψωσι τον όρον τούτον εις ρητήν ποσότητα πληρωτέαν εις είδη επί εκτιμήσει, αν δεν ήτο δυνατόν εις χρήματα· αλλά και ταύτης της δυσκολίας αρθείσης, ουδέ και τότε ο μέγας σκοπός επληρούτο, διότι εχρειάζοντο επί χείρας χρήματα εις κίνησιν των πλοίων διά την διαβίβασιν των πολιορκουμένων, και η κυβέρνησις ούτε είχεν ούτ' εύρισκε, και επροσπάθει να κινήση πλοία επί τω προσδοκωμένω μεριδίω της εν Ναυπλίω περιουσίας. Διά τα αίτια ταύτα παρετείνετο η τόσον αναγκαία παράδοσις του φρουρίου.

Περί δε τα τέλη του μαΐου, η Πελοποννησιακή γερουσία ανεκάλυψεν, ότι ενήργουν τινές εν αγνοία ων εγκατέστησεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις Αρχών, να τεθή η Πελοπόννησος υπό την προστασίαν των Άγγλων, και διεπραγματεύοντο περί τούτου μετά των Αρχών των ιονίων νήσων. Όργανα δε της διαπραγματεύσεως ταύτης εφωράθησαν οι δύο αδελφοί Ζαριφόπουλοι εξ Ανδριτσαίνης, ων συνέλαβε και εφυλάκισεν η γερουσία τον ένα ευρεθέντα εν Τριπολιτσά· ηύρε δε και έγγραφα δι' ων απεδεικνύοντο τα περί της αγγλικής προστασίας υπενεργούμενα. Το νομοτελεστικόν, μαθόν ταύτα, κατέκρινεν αποτόμως την διαπραγμάτευσιν· αλλ' οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εν γένει δεν εφάνησαν δυσαρεστηθέντες· μάλιστά τινες των εν Άργει ευρεθέντων τότε, θέλοντες ν' ανιχνεύσωσι την διάθεσιν της αγγλικής κυβερνήσεως, απέστειλαν υπό άλλην πρόφασιν εις Ζάκυνθον τον επίσκοπον Ρέοντος και Πραστού, Διονύσιον, όστις διά του πρωτοπαπά της νήσου εκείνης, Γαρζώνη, ελθόντος εις λόγους μετά του διοικητού περί του σκοπού της αποστολής ταύτης, ειδοποιήθη, ότι έδιδεν απάντησιν η αγγλική κυβέρνησις, αν η περί προστασίας πρότασις εστέλλετο εις Λονδίνον έγγραφος παρά των προκρίτων της Πελοποννήσου. Και η μεν διαπραγμάτευσις αύτη διεκόπη.

Η δε μεταξύ των πολιτικών και πολεμικών της Πελοποννήσου επικρατούσα αντιζηλία εκορυφώθη επί τη εις τας επαρχίας προς στρατολογίαν και εκστρατείαν διασπορά των προκρίτων. Ο Κολοκοτρώνης διετήρει καλώς την πολιορκίαν των Πατρών· αλλ' οι πρόκριτοι των Καλαβρύτων, της Καρυταίνης, και άλλων μερών υφήρπασαν τους επαρχιώτας των από του στρατοπέδου αυτού διά την εκστρατείαν των, ίσως και θέλοντες ν' αδυνατίσωσι τον δυνατόν τούτον αντίπαλον, όστις, ιδών την υφαρπαγήν και εναπολειφθείς μετ' ολίγων, έλυσε πλήρης οργής την πολιορκίαν και ανέβη εις Τριπολιτσάν, κηρύττων όθεν διέβαινεν ασυδοσίαν προς έλκυσιν του λαού και ετοιμαζόμενος να καταβή εκείθεν εις Αργολίδα, ίνα κριθή, ως έλεγε, μετά των εναντίων του, αλλά διανοούμενος κυρίως ν' ανατρέψη τα καθεστώτα και ν' αντικαταστήση στρατοκρατίαν. Τοιουτοτρόπως ο πομπώδης κατάλογος της στρατολογίας έμεινεν ανενέργητος, και η εις τας επαρχίας πολύκροτος διασπορά των προκρίτων επί σωτηρία της κινδυνευούσης πατρίδος έφερε κακόν αντί καλού, διότι έλυσε την πολιορκίαν των Πατρών χωρίς να κινήση δυνάμεις ούτε εις την στερεάν Ελλάδα ούτε καν επ' ασφαλεία του ισθμού. Και ταύτα συνέβαιναν καθ' ην ώραν οι μεν εχθροί ήσαν έτοιμοι να περάσωσιν εν πολλή δυνάμει τον Σπερχειόν, ουδεμία δε δύναμις, εξ αιτίας των κατά τον Οδυσσέα, υπήρχεν εντεύθεν του ποταμού εις αντίκρουσιν.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.

&Εκστρατεία Αλβανών εις Σούλι. — Πτώσις αυτού και αποκλεισμός Κιάφας — Εκστρατεία υπό τον Μαυροκορδάτον πέραν του Μακρυνόρους. Φθορά τις υπό τον Πασάνον μικράς ναυτικής δυνάμεως εν τω αμβρακικώ κόλπω, — Μάχαι Κομποτίου, Πλάκας, Φαναρίου, και θάνατος Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. — Μάχη του Πέτα.&

ΜΕΤΑ δε την καταστροφήν του Αλή, όλη η Ήπειρος επροσκύνησεν, ως είρηται, τον Χουρσήδην· αλλ' οι Σουλιώται δεν έκλιναν τον αυχένα. Ο λαός ούτος, ο πολεμήσας έως τότε υπέρ του Αλή, απεφάσισεν ομοθυμαδόν να πολεμήση του λοιπού υπέρ του έθνους του· επί σκοπώ δε να πολεμήση ευτυχώς και να φέρη προσκόμματα εις την ήδη έτοιμον κατά της αποστατησάσης Ελλάδος εκστρατείαν των Αλβανών επρόβαλε τη ελληνική κυβερνήσει να στείλη κατ' εκείνα τα μέρη πλοία, τα μεν προς μεταφοράν των γυναικών και τέκνων αυτών εις Πελοπόννησον, τα δε προς φόβον των εχθρών και εμψύχωσιν των γειτόνων Χριστιανών· να τοις στείλη, δε και τροφάς και πολεμεφόδια, και να τοις δώση την άδειαν να συννοηθώσι μετά των Χριστιανών ή και των Μωαμεθανών της Αλβανίας. Η κυβέρνησις έδωκεν εκ του προχείρου την ζητηθείσαν άδειαν· εσκόπευε δε να εκτελέση, βραδύτερον και τας άλλας των αιτήσεις όπως εδύνατο· οι Αλβανοί εν τοσούτω, και κυρίως οι γείτονες των Σουλιωτών Τσάμιδες, δεν έκριναν συνετόν να στρατεύσωσιν επί την αποστατήσασαν Ελλάδα και απομακρυνθώσι των εστιών αυτών πριν ειρηνεύσωσιν οι Σουλιώται, διότι άλλως εκινδύνευαν αι οικογένειαί των, δι' ο παρεκάλεσαν τον Χουρσήδην να φροντίση περί τούτου. Ούτος και διά την αιτίαν ταύτην, και μη θέλων ν' αφήση οπίσω φλόγα επαναστάσεως δυναμένην να διαδοθή, έγραψε τοις Σουλιώταις, ότι δίκαιον ίσως είχαν άλλοτε να οπλισθώσι, διότι ο προκάτοχός του, παραβάς το βασιλικόν φιρμάνι, όχι μόνον δεν τοις απέδωκε την πατρίδα των και τα υποστατικά των, αλλά και τους επεβουλεύθη· ότι η Πύλη δεν εμνησικάκει, αλλ' εξ εναντίας τους εσυγχώρει και τοις απέδιδε τον τόπον των, τα υποστατικά των και τα αρχαία των προνόμια και ότι ήτον έτοιμος και αυτός να τοις δώση ό,τι άλλο εύλογον εζήτουν· τους παρεκίνει δε να στείλωσι προς αυτόν πληρεξουσίους όσον τάχιστα, διότι εβιάζετο να εκστρατεύση. Οι Σουλιώται, ευχαριστήσαντές τον διά την προς αυτούς εύνοιάν του, απήντησαν ότι, επειδή η αποστασία των Ελλήνων επήγασεν εκ των ραδιουργιών του Αλή, δίκαιον εφαίνετο, να μη εκστρατεύση ο Χουρσήδης κατ' αυτών πεσόντος εκείνου, αλλά να τοις δώση αμνηστείαν, και αν εκείνοι την εδέχοντο, την εδέχοντο και ούτοι· άλλως επρόκριναν ν' αποθάνωσι παρά ν' αμαυρώσωσι το όνομά των δι' απιστίας, αποχωριζόμενοι ομοθρήσκων συμπολεμιστών. Η παρακοή αύτη της προσταγής και το ύφος της απαντήσεως των Σουλιωτών εκίνησαν εις αγανάκτησιν τον αλαζόνα Χουρσήδην, όστις, έτοιμος να στείλη τας δυνάμεις του εις Ακαρνανίαν, απεφάσισε να τας κινήση πρώτον όλας εις εξολόθρευσίν των. Η είδησις διεσπάρη, και οι Σουλιώται, απόφασιν έχοντες ν' ανθέξωσι, διέταξαν τους κατοικούντας τα απώτερα χωρία των Χριστιανούς να μετακομισθώσι και μετακομίσωσι τα κτήνη των εις τα εντός του τμήματος του Σουλίου προς ασφάλειαν· αλλά, πριν κινηθώσιν οι εχθροί κατ' εκείνων των μερών, οι πρόκριτοι των Αλβανών, λαβόντες τας περί εκστρατείας διαταγάς του Χουρσήδη, και βλέποντες ότι ηνοίγετο στάδιον επικινδύνου πολέμου και ανωφελούς διά τους λαφυροφίλους τούτους πολεμιστάς, ήλθαν εις λόγους συμβιβασμού μετά των Σουλιωτών εν Δερβιζιάνοις, χωρίω τέσσαρας ώρας μακράν του Σουλίου. Οι λόγοι των Αλβανών απέβλεπαν ν' αποσπάσωσι τους Σουλιώτας των λοιπών Ελλήνων· αλλ' ούτοι επέμεναν εις όσα έγραψαν τω Χουρσήδη, και ούτως οι Αλβανοί και οι Σουλιώται διεχωρίσθησαν άπρακτοι την πρώτην ημέραν· ανωφελώς επανελήφθησαν τα αυτά και την ακόλουθον· πολλού δε λόγου γενομένου περί της αφεύκτου καταστροφής του Σουλίου, και του ανδραποδισμού των γυναικών και τέκνων των Σουλιωτών, αν δεν εσυμβιβάζοντο, ο Δαγκλής απεκρίθη, «ότι ποτέ δεν θα ηνδραποδίζοντο· διότι, αν εκυριεύετο ο τόπος των, θα εφονεύοντο παρ' αυτών των Σουλιωτών». Μετά δε την συνέντευξιν ταύτην οι Αλβανοί απηλπίσθησαν παντός συμβιβασμού, ο δε Χουρσήδης, εις άρσιν του προσκόμματος του να εκστρατεύση εις Αιτωλοακαρνανίαν, εκίνησε κατά του Σουλίου όλας του τας δυνάμεις διά μιας, ως δεκατέσσαρας χιλιάδας.

Εις άκρον ολιγάριθμοι όντες οι Σουλιώται και ολίγας μόνον θέσεις εδύναντο να καταλάβωσι, και ολίγους πολεμιστάς εν αυταίς να τοποθετήσωσι. Τω όντι, εναντίον των δεκατέσσαρων χιλιάδων αντέταξαν μόνον χίλιους, εξ ών τριακόσιοι κατέλαβαν την θέσιν του αγίου Νικολάου υπό τον Νότην Μπότσαρην, τετρακόσιοι την του Ζαβρούχου υπό τον Διαμαντήν Ζέρβαν και άλλους, και τριακόσιοι την του Μομάκου υπό τον Δράκον, τον Δαγκλήν και τον Γούσην. Οι εχθροί, φθάσαντες εις Βαριάδας, διηρέθησαν εις τρία σώματα, και το μεν εκ τρισχιλίων υπό τους δυο σιλιχτάρας, τον του Χουρσήδη και τον του Αλή, κατέλαβε την 15 μαΐου το σέλωμα του Ποπώβου, τρεις ήμισυ ώρας μακράν του Σουλίου προς βορράν· το δε άλλο εκ πεντακισχιλίων υπό τον Βρυώνην και τον Άγον Μουχουρδάρην διέβη την ακόλουθον ημέραν το υπερκείμενον του Σουλίου βουνόν, Βούτσι· το δε τρίτον υπό τον Κεσέρ - Αχμέτπασαν εστράτευσε προς δυσμάς του Σουλίου, κατά τους Μύλους. Τα τρία δε ταύτα πολυάριθμα σώματα έπεσαν την αυτήν ημέραν επί τα τρία ολιγάριθμα των Σουλιωτών και το μεν κατά τον άγιον Νικόλαον, μη δυνηθέν ως εκ της θέσεώς του ν' ανθέξη, ωπισθοδρόμησε και ετοποθετήθη κατά την υπερκειμένην της Κιάφας Στρέθιζαν, την και Στρούμπουλον· τα δε κατά το Ζαβρούχον και Μομάκον υπεράσπισαν ευτυχώς κατ' αρχάς τας θέσεις των, αλλ' επί τέλους τας εγκατέλειψαν. Οι εχθροί εισήλθαν εις το Σούλι, το εκυρίευσαν και ανέβησαν προς την άνωθεν αυτού ράχιν, Κούγκι. Επί της θέσεως ταύτης κείται ναός επ' ονόματι του αγίου Δονάτου, περιτετειχισμένος. Ο Δράκος, μεταβάς εκ της θέσεως του Μομάκου εις το Κούγκι, και ιδών αναβάντας τους εχθρούς εκλείσθη εντός του περιτειχίσματος του ναού μετά 52 πολεμιστών. Οι ολίγοι ούτοι επολέμησαν ευτυχώς δι' όλης της ημέρας και της πρώτης φυλακής της νυκτός. Περί δε το μεσονύκτιον οι Τούρκοι, επικρατούσης εντός του περιτειχίσματος βαθείας σιωπής, ώρμησαν να εισπηδήσωσιν υποθέσαντες ότι έφυγαν οι εν αυτώ κρυφίως. Ατάραχοι οι εντός δεν τους εκτύπησαν έως ού επλησίασαν, και τότε πυροβολήσαντες όλοι διά μιας εφόνευσαν και επλήγωσαν πολλούς και απώθησαν τους άλλους. Την αυτήν νύκτα ο γραμματεύς του Άγου Μουχουρδάρη εμήνυσε κρυφίως τοις εντός του περιτειχίσματος, ότι οι Τούρκοι εμελέτων να μη επανέλθωσι κατ' αυτών, αλλά να ερμήσωσιν επί την Κιάφαν. Η Κιάφα ήτο το τελευταίον καταφύγιον των Σουλιωτών. Εκεί ήσαν αι γυναίκες, τα τέκνα, και η κινητή περιουσία των· εκεί εκάθητο και η Αρχή του τόπου· εκεί συνεσωρεύθησαν και αι καταφυγούσαι εκ των μακρυνών χωρίων οικογένειαι των Χριστιανών και τα κτήνη αυτών· ώστε, αν εχάνετο η Κιάφα, εχάνετο το παν· διά τούτο επί τη κοινοποιήσει του γραμματέως, ην δεν υπώπτευσαν δολίαν, εγκατέλειψαν την θέσιν του αγίου Δονάτου. Μετά την πτώσιν δε του Σουλίου εγκατέλειψαν και οι άλλοι ας εκράτουν έως τότε θέσεις, ώστε κατείχαν όλοι τρεις, τας αναγκαιοτέρας, την Κιάφαν, τον Ναβαρίκον, απέχον της Κιάφας τρία τέταρτα της ώρας, και την Χώνιαν, όθεν ελάμβαναν οι εν τη Κιάφα το νερόν· οι πλείστοι δε των πολεμιστών ήσαν πάντοτε περί την Κιάφαν.

Οι Τούρκοι εκινήθησαν τω όντι, καθώς προανηγγέλθη παρά του γραμματέως, προς την Κιάφαν, έστησαν επάνωθεν αυτής βομβοβόλους και κανόνια, εκτύπουν το φρούριον και τας έξωθεν του φρουρίου οικογενείας των χωρικών, και επροξένουν πολλήν βλάβην. Εν τω μεταξύ τούτω ήλθε και ο Χουρσήδης εις το στρατόπεδον μαθών την πτώσιν του Σουλίου, και συμβουλίου γενομένου απεφασίσθη να κινηθώσι συγχρόνως επί τον Ναβαρίκον, την Χώνιαν, και την Κιάφαν· και τα χαράγματα της 17 ιουνίου εκίνησαν ο μεν Βρυώνης και ο Άγος Μουχουρδάρης μετά εξακισχιλίων επί τον Ναβαρίκον, ο δε Ισμαήλ Πρόνιος, ο Ταήρ Τσαπάρης, και ο Μπάλιος Χούσας μετά τετρακισχιλίων επί την Χώνιαν· ο δε Σιλιχτάρης Μπότας μετά δισχιλίων επί την Κιάφαν. Τριακόσιοι Σουλιώται ήσαν κατά τον Ναβαρίκον προ του κινήματος των εχθρών επί δε τη παρουσία τόσου πλήθους, 37 μόνον απέμειναν υπό τον αρχηγόν Δράκον, αλλά και τόσον ολίγοι αντεστάθησαν ευτυχώς έως ού ήλθεν ικανή βοήθεια εκ της Κιάφας, και τότε ηνάγκασαν τους εχθρούς να υποχωρήσωσι την νύκτα άπρακτοι. Αφ' ού δε εξημέρωσε, χίλιοι πεντακόσιοι, διαμείναντες εντός τινων πύργων εν αγνοία της υποχωρήσεως των συναδέλφων των, εζήτησαν άδειαν ίνα απέλθωσιν αβλαβείς. Οι δε Σουλιώται, υποπτεύσαντες μη επανέλθωσιν οι προαναχωρήσαντες εις λύτρωσιν των απομεινάντων τούτων, εισάκουσαν την αίτησίν των. Απέτυχαν επίσης και τα σύγχρονα κινήματα των Αλβανών κατά την Κιάφαν, όπου και αυταί αι γυναίκες τους επολέμησαν κυλίουσαι λίθους. Ευτύχησαν κατ' αρχάς τα κατά την Χώνιαν και εβίασαν οι εχθροί τους εκεί Σουλιώτας, εκατόν σχεδόν όντας, να υποχωρήσωσι προς τα άνω· αλλ' εν τω μεταξύ εφάνησαν απροσδοκήτως καταβαίνοντες από της κορυφής των βουνών πεντακόσιοι Χριστιανοί αλαλάζοντες και τουφεκίζοντες, εν οις και γυναίκες, αι μεν ένοπλοι αι δε ροπαλοφόροι. Τούτους ιδόντες οι Τούρκοι μακρόθεν ερχομένους ανεχώρησαν άπρακτοι και μετέβησαν εις τας πρώτας θέσεις των.

Αν η υπερέχουσα ανδρία των Σουλιωτούν δεν ήτον ήδη πολλαχόθεν γνωστή, τα περί ων ο λόγος κατορθώματα ήρκουν να την μαρτυρήσωσιν.

Εν τω μεταξύ δε τούτω οι εν Πρεβέζη και Άρτη διαμένοντες εχθροί επάτουν τα άκρα της Ακαρνανίας, ηκροβολίζοντο και επανήρχοντο εις τα ίδια. Εν μια δε των επί του έαρος επιδρομών ανέκτησαν τα τειχίδια του Τεκέ και της Πλαγιάς.

Ο δε Χουρσήδης, όλως αγανακτών διά την αποτυχίαν της εις άλωσιν της Κιάφας εκστρατείας του, διώρισε τον Βρυώνην αρχηγόν της πολιορκίας και όλων των κατά την Ήπειρον οθωμανικών δυνάμεων, και μετέβη εις Λάρισσαν προς κίνησιν άλλου πολυπληθούς στρατού ετοίμου ήδη να εισβάλη εις την Ανατολικήν Ελλάδα και την Πελοπόννησον.

Επειδή τόσα στρατεύματα έτοιμα να πέσωσιν εις Αιτωλοακαρνανίαν δεν εχρονοτρίβησαν ειμή διά την αντίστασιν της Κιάφας, μέγα συμφέρον είχεν η Ελλάς να διατηρηθή η θέσις εκείνη, φαινομένη το προπύργιον της Δυτικής Ελλάδος· μέγα συμφέρον είχε και να μεταφέρη το θέατρον του πολέμου υπερόριον, ό εστιν εις την Ήπειρον· διά τούτο, φθάσαντος του Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι, απεφασίσθη να σταλή όλη η δύναμις εις λύτρωσιν της κινδυνευούσης Κιάφας και εις σύστασιν στρατοπέδου πέραν του Μακρυνόρους.

Αφ' ού δε διά της προθύμου συνδρομής όλων των Αρχών και όλων των δυνατών διέθεσεν ο Μαυροκορδάτος τα εσωτερικά της Δυτικής Ελλάδος, όπως η περίστασις απήτει, και ενήργησεν όσα αναγκαία εις προμήθειαν τροφών, απεστάλη ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης μετά πεντακοσίων Μανιατών και Καρυτινών επί τεσσάρων εκ των εν Μεσολογγίω τω καιρώ εκείνω ελλιμενιζόντων πλοίων εις Φανάρι, λιμένα 5 ώρας απέχοντα της Κιάφας·

Ιούνιος ο δε Μαυροκορδάτος επιστράτευσε την 1 ιουνίου μετά των τακτικών, των φιλελλήνων, των επτανησίων, καί τινων Αιτολοακαρνάνων εις την πέραν του Αχελώου κοιλάδα, Λάσπην, υπό το χωρίον του Μαχαλά, όπου ενεκρίθη να συνέλθωσι πανταχόθεν τα στρατεύματα· ενδιατρίψας δε τρεις ημέρας επροχώρησεν εις Καρβασαράν επί της μεσημβρινής όχθης του αμβρακικού κόλπου, και ευρών δύο μικράς κανονοφόρους υπό τον Ιταλόν Πασάνον, τον άλλοτε εν υπηρεσία του Αλή, έστειλε δι' αυτών εις την επί της αρκτικής όχθης του κόλπου Κόπραιναν δύο ευκόμιστα κανόνια καί τινας άλλας πολεμικάς αποσκευάς προς μετακόμισιν των εις Κομπότι, χωρίον δύο ώρας απέχον της Άρτης επί υψηλής θέσεως· έστειλε δε και τα στρατεύματα διά Βάλτου και Μακρυνόρους εις τα αυτό χωρίον, όπου έφθασε και αυτός την 9. Αλλ' όλα τα εκεί συνελθόντα στρατεύματα, τακτικά και μη, μόλις ήσαν τρισχίλιοι, εν ώ τριπλάσια ήσαν τα εν Άρτη, Ιωαννίνοις και Πρεβέζη εχθρικά. Την δε ακόλουθον ημέραν, εξελθών ο Νορμάννος μετ' ολίγων ακολουθών εις παρατήρησιν των πέριξ του χωρίου θέσεων, απήντησεν αίφνης πεντακοσίους ιππείς υπό τον Ισμαήλ Πλιάσαν ερχομένους και αυτούς επί τω αυτώ σκοπώ εξ Άρτης προς το Κομπότι, και οπισθοδρομήσας εις το χωρίον ειδοποίησε την επέλευσιν των εχθρών, και εν τω άμα οι εκεί Έλληνες και φιλέλληνες εφορμήσαντες τους έτρεψαν, και προπορευόμενοι οι φιλέλληνες και ακολουθούντες οι Έλληνες τους κατεδίωξαν σχεδόν ως την Άρταν φονεύσαντες ικανούς αναβάτας και αρπάσαντες τους ίππους των, εν οις καί τινες αξιωματικών και του κεχαγιά αργυροχαλίνωτοι. Εφονεύθησαν και ολίγοι Έλληνες τακτικοί.

Την δε επαύριον, εν ώ οι εν τω Κομποτίω εβουλεύοντο περί των περαιτέρω, ήλθαν προς αυτούς απεσταλμένοι των Σουλιωτών αναγγέλλοντες την επικίνδυνον στάσιν των και αιτούμενοι ταχείαν αντίληψιν· επρόσθεταν δε ότι, επειδή ήσαν πλειότεροι ή όσοι εχρειάζοντο οπλοφόροι εις φύλαξιν ων κατείχαν θέσεων έτοιμοι ήσαν να εξέλθωσί τινες εις υποστήριξιν των έξω κινημάτων άμα επλησίαζαν στρατεύματα. Επί τη αγγελία ταύτη απεφασίσθη άλλοι μεν του εν Κομποτίω στρατεύματος να πλησιάσωσιν όσον εδύναντο προς την Κιάφαν, άλλοι δε να μεταβώσιν εις το χωρίον του Πέτα ως εις θέσιν δυνατωτέραν επί μόνω τω σκοπώ να εμποδίσωσι τους εν Άρτη Τούρκους του να εκστρατεύσωσιν επί τους εις βοήθειαν της Κιάφας κινουμένους.

Οπλαρχηγός του τμήματος της Άρτης, εις 1 ανήκε το χωρίον του Πέτα, ήτον ο Γώγος, ούτινος τα λαμπρά εν τω χωρίω εκείνω και εν Μακρυνόρει κατορθώματα αρχομένου του αγώνος διηγήθημεν. Κατ' εκείνας τας ημέρας εστρατοπέδευεν ο ανήρ ούτος εν τω ρηθέντι χωρίω. Αν και το πρώτον έτος της επαναστάσεως επολέμησε φανερά τους Τούρκους και έφθειρε πολλούς και εματαίωσε και τα κατά της Αιτωλοακαρνανίας σχέδιά των, οι Τούρκοι, θεωρούντες τον ως δυνατόν και ως έχοντα πολλήν και δικαίαν φήμην, τον άφησαν ανενόχλητον οπλαρχηγόν του τμήματός του υποκρινόμενον έκτοτε τον φίλον των· αλλ' ούτε εκείνοι επίστευαν αυτόν, ούτε αυτός εκείνους· δι' ο και ασυνέντευκτοι ήσαν, και συνενοούντο μόνον διά γραμμάτων εξαγοραζόμενοι αμοιβαίως τον καιρόν. Ο οπλαρχηγός ούτος, διατηρών φανεράς σχέσεις προς τους Τούρκους, διετήρει επίσης φανεράς και προς τους Έλληνας· και τοις μεν έλεγεν ότι το εθνικόν συμφέρον απήτει να πολιτεύεται τους Τούρκους, τοις δε ότι η φρόνησις απήτει να πολιτεύεται τους Έλληνας. Αφ' ού δε οι Έλληνες εστρατοπέδευσαν εν Κομποτίω, οι Τούρκοι, αναλογιζόμενοι την παρελθούσαν διαγωγήν του, τον υπώπτευσαν υπεράλλοτε και τω έγραψαν ότι καιρός ήτο να προσβάλωσιν εκ συμφώνου τους κλέπτας· ούτος δε τοις απεκρίθη, ότι έτοιμος ήτον, αλλ' ενόμιζε καλόν να μη βιασθώσι· τους εζήτει δε τροφάς και πολεμεφόδια διά τους στρατιώτας του. Οι Τούρκοι και την περί αναβολής γνώμην του ήκουσαν, και όσα εζήτησε τω έστειλαν, εξ ών άλλα μεν εχάρισε τοις ομοπίστοις του, αλλά δε τοις επώλησεν εις μισθοδοσίαν των στρατιωτών του· δεν τοις απέκρυψε δε ουδ' ό,τι τω έγραφαν εσχάτως οι Τούρκοι, ουδ' ό,τι αυτός απεκρίθη. Τοιούτος ήτον ο Γώγος.

Εις εκτέλεσιν δε του σχεδίου της ελληνικής εκστρατείας υπέρ της Κιάφας ο μεν Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Βλαχόπουλος, ο Καρατάσος, και ο Γάτσος εκίνησαν την εσπέραν της 21 μετά χιλίων διακοσίων προς την Κιάφαν οι δε τακτικοί, οι φιλέλληνες, οι Επταννήσιοι, ο Γρίβας, ο Γενναίος και ο Γιατράκος μετέβησαν την επαύριον εις του Πέτα, όπου ηύραν τον Γώγον και άλλους οπλαρχηγούς· έμειναν δε εν Κομποτίω τινές Μεσολογγίται, Ανατολικιώται και Ζυγιώται υπό τον Παναγιώτην Ντόβαν, τον Σπύρον Πεταλούδην και τον Κωνσταντίνον Γκολφίνον. Ο δε Μαυροκορδάτος, ακολουθούμενος υπό τινων Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών, μετέβη αυθημερόν εις Λαγκάδαν επί προμηθεία των αναγκαίων του στρατού. Την αυτήν δε ημέραν συνέβη το εξής δυστύχημα της εκστρατείας, πρόδρομος δεινοτέρων δυστυχημάτων.

Διά του Πασάνου, διοικούντος τας δύο μικράς κανονοφόρους, είχαν ήδη καταλάβει οι Έλληνες τον αμβρακικόν κόλπον. Οι Τούρκοι, θέλοντες να τον ανακτήσωσιν, ητοίμασαν εν Πρεβέζη και μετέφεραν εις τον κόλπον τρεις μεγάλας κανονοφόρους. Άνισος ήτον η πάλη, και ο Πασάνος επροσπάθησε να ρίψη εις την ξηράν τας κανονοφόρους του, αίτινες ευρέθησαν ανυπόπτως πλέουσαι επί τω είσπλω των εχθρικών· αλλ' η επικρατούσα νηνεμία εματαίωσε τας προσπαθείας του. Απελπισθείς δε του να τας λυτρώση, εμβήκεν εις το εφόλκιόν του και ηγωνίζετο διά της κωπηλασίας να σωθή καν αυτός επί της αρκτικής άκρας του κόλπου· αλλ' εύστοχος κανονία εβύθισε το εφόλκιον, και ούτως οι εχθροί, συλλαβόντες τας κανονοφόρους και τα πληρώματα, συνέλαβαν και αυτόν φερόμενον επί των κυμάτων, τον απεκόμισαν σιδηροδέσμιον εις Άρταν και τον εφυλάκισαν (α), τους δ' αθλίους ναύτας εσούβλισαν εν Πρεβέζη. Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι γενόμενοι κύριοι όλου του αμβρακικού κόλπου διέκοψαν την διά θαλάσσης κοινωνίαν του ελληνικού στρατοπέδου και της Ακαρνανίας.

Οι δε περί τον Βαρνακιώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς, αναχωρήσαντες εκ Κομποτίου, απήντησαν μεγάλα εμπόδια εις την προς την Κιάφαν πορείαν των περιφερόμενοι τήδε κακείσε, διώκοντες και διωκόμενοι, έως ού πάμπολλοι Τούρκοι επέπεσαν το πρωί της 29 κατά την Πλάκαν, χωρίον επί όρους υψηλού και απέχον της μεν Κιάφας 10 ώρας, του δε Κομποτίου 4. Η μάχη διήρκεσεν ισοπαλής μέχρι της μεσημβρίας, καθ' ην, ελθούσης νέας και ακουράστου προς τους εχθρούς επιβοηθείας, ετράπησαν οι Έλληνες απηυδηκότες εξ αιτίας της μάχης της αυγής και κατέφυγαν διωκόμενοι εις την ακρώρειαν. Οι δ' εχθροί εκυρίευσαν την θέσιν των, επήραν όλην την πολεμικήν αποσκευήν των και τας ολίγας τροφάς των, και εφόνευσαν και επλήγωσαν υπέρ τους 100. Οι Σουλιώται έστειλαν 500 εις επικουρίαν, ως προϋπεσχέθησαν, αλλ' απαντήσαντες ούτοι πολλάς δυσκολίας καθ' οδόν δεν έφθασαν πλησίον της Πλάκας ειμή την ακόλουθον ημέραν της μάχης, καθ' ην μαθόντες την επί της προτεραίας φυγήν των Ελλήνων επανήλθαν εις τα ίδια· οι δε καταφυγόντες εις την ακρώρειαν Έλληνες, απελπισθέντες του να χρησιμεύσωσι πλέον προς τον σκοπόν δι' ον εξεστράτευσαν, κατέβησαν την νύκτα όπισθεν του όρους και έφθασαν εις Πέτα κακώς έχοντες την 1 Ιουλίου, και ούτως εματαιώθη το δι' εκείνου του μέρους υπέρ της Κιάφας σχέδιον.

Οι δε εν Πέτα φιλέλληνες, και κατ' εξοχήν ο αρχηγός αυτών Δανίας, ακούσαντες επί της εκεί αφίξεώς των, ότι 800 των εν Άρτη Αλβανών εξήλθαν εις τας πλησιοχώρους κώμας απεφάσισαν να επιστρατεύσωσι. Τόσον δε ακράτητος ήτον η τόλμη του Δανίου και τόσον θερμή η επιθυμία του να διαπρέψη, ώστε παρήκουσε και αυτόν τον αρχηγόν των επιτελών Νορμάννον, υφ' ον διετέλουν οι τακτικοί και οι φιλέλληνες, μη εγκρίνοντα την επικίνδυνον ταύτην περιπλάνησιν. Επειδή οι φιλέλληνες ούτε τόπον ούτε γλώσσαν εγνώριζαν, παρέλαβάν τινας των οπαδών του Γώγου ως οδηγούς. Καθ' ην δε ημέραν εξεστράτευσαν (25 ιουνίου), συνεξεστράτευσαν και οι Επταννήσιοι υπό τον Πανάν, και όλοι κατέβησαν εν πρώτοις προς την όχθην του ποταμού της Άρτης, και μέχρι τινός παραποταμοπορούντες ανέβησαν την νύκτα εις Πλάκαν, όπου δεν ηύραν ψυχήν, διότι διαβάντες εκείθεν την προτεραίαν οι Αλβανοί τόσον ητάκτησαν, ώστε οι κάτοικοι όλοι κατέφυγαν εις τα όρη και τα δάση· είδαν όμως επί τινων ορέων πέραν του ποταμού πολλά πυρά, και εντεύθεν συμπεράναντες ότι εκεί ήσαν οι εχθροί, εκίνησαν κατ' εκείνο το μέρος την ακόλουθον αυγήν, επέρασαν προς μεσημβρίαν τον ποταμόν, και την εσπέραν έφθασαν εις το ορεινόν χωρίον Βρόντσαν, όπου εφαίνοντο τα πυρά την παρελθούσαν νύκτα, αλλά δεν ηύραν ειμή μίαν και μόνην γυναίκα και έμαθαν, ότι προ ολίγου έφυγαν οι Αλβανοί εκείθεν εν βία· η δε εν βία φυγή φαίνεται ότι προήλθεν έκ τινων τουφεκιών, ας έρριψαν οι δοθέντες παρά του Γώγου οδηγοί, εν ώ επλησίαζαν προς την Βρόντσαν, είτε κατά την επικρατούσαν συνήθειαν των οπλοφόρων Ελλήνων τουφεκιζόντων ασκέπτως και ασκόπως, είτε ώς τινες των φιλελλήνων υπώπτευσαν εις προειδοποίησιν και προφύλαξιν των εχθρών. Επειδή το χωρίον εκείνο κείται άνωθεν της μεταξύ Άρτης και Ιωαννίνων διερχομένης διά τινος αυλώνος οδού, ο Δανίας απεφάσισε να ενδιαμείνωσιν οι περί αυτόν εις ένεδραν μηδαμώς υποπτευόντων των Τούρκων ότι παρήσαν εχθροί· και επειδή έφαγαν τας ολίγας τροφάς των, παρεκάλεσαν τον Γώγον να τοις στείλη άλλας, ως προϋπεσχέθη· εν τούτοις συνέλαβάν τινας Τούρκους διαβαίνοντας. Τόσον δε ήσαν άφοβοι, ώστε 40 απεκόπησαν την νύκτα και έτρεξαν πολλάς ώρας μακράν των άλλων προς τα Πέντε - Πηγάδια, διότι ήρχετο εκείθεν βαθύς και κωφός ήχος τουφεκισμών· αλλ' επειδή ο ήχος, όστις μόνος τους ωδήγει, έπαυσε προϊούσης της νυκτός, επανήλθαν εις Βρόντσαν έπεσαν δε επί της επανόδου των εξαίφνης είς τινα εχθρικήν φρουράν μιαν ώραν μακράν των Πηγαδιών και τους μεν εσκότωσαν, τους δε διεσκόρπισαν. Ο Δανίας είχε διάθεσιν να διατρίψη εκεί ημέρας τινάς μετά του μικρού του στρατού· αλλ' η στέρησις των τροφών και η μη αποστολή άλλων παρά του Γώγου, έτι δε και κατεπείγουσα περί επανόδου διαταγή του Νορμάννου, μαθόντος ότι οι εν Άρτη Τούρκοι εμελέτων εντός ολίγου να εκστρατεύσωσιν, ηνάγκασαν τους περιπλανωμένους τούτους να επανέλθωσιν εις Πέτα, όπου έφθασαν την 1 ιουλίου.

Και άλλοθεν ίσως, αλλά βεβαίως εκ του εξής περιστατικού, οι εν Άρτη Τούρκοι ανεκάλυψαν κατ' εκείνας τας ημέρας την αδυναμίαν της ελληνικής εκστρατείας, δι' ην εφοβήθησαν κατ' αρχάς υποθέτοντές την πολλά σημαντικήν.

Οι Τούρκοι, εν ώ το ελληνικόν στρατόπεδον διέμενεν εν Κομποτίω, ενεδρεύοντες διά νυκτός πλησίον του χωρίου εκείνου, συνέλαβαν, τελευτώντος του ιουνίου, τον εκ του τάγματος των φιλελλήνων Ιταλόν Μονάλδην περιδιαβάζοντα και τον έφεραν εις Άρταν. Ούτος, περιποιηθείς και θαρρυνθείς υπό των εκεί διατριβόντων πασάδων, του Ισμαήλ - Πλιάσα και του Μεχμέτ - Ρεσίτη, του και Κιουταχή, ανεκάλυψεν αυτοίς και τας ενεστώσας δυνάμεις και τα μελετώμενα κινήματα και τας ελπίδας των Ελλήνων· αλλ' ο δυστυχής δεν εδυνήθη διά των ανακαλύψεών του ν' αποφύγη τον επαπειλούντα κίνδυνον. Οι άπιστοι πασάδες, μαθόντες όσα ήθελαν, τον απεκεφάλισαν και έστησαν την κεφαλήν του εις το μέσον της αγοράς της Άρτης. Οι Τούρκοι εθαρρύνθησαν μεγάλως ακούσαντες όσα ηγνόουν και τα εκοινοποίησαν τω γενικώ αρχηγώ των Βρυώνη, όστις μετά την αναχώρησιν του Χουρσήδη, αφ' ού διέθεσε πρεπόντως τα της πολιορκίας της Κιάφας, κατέλαβε τας Βαριάδας, κεντρικήν θέσιν μεταξύ Ιωαννίνων, Άρτης και Σουλίου.

Ιούλιος Αν και η κατοχή του Κομποτίου ήτον αναγκαιοτάτη, διότι το χωρίον τούτο κείται επί της μεταξύ του Πέτα και της Λαγκάδας οδού, δι' ης οι εν Πέτα ελάμβαναν τας τροφάς και τα πολεμεφόδια, μόνον 150 ήσαν οι εναπομείναντες. Οι δε εν Άρτη, ως χίλιοι, επέπεσαν αίφνης την 3, έκαυσαν τα άκρα του χωρίου και ανέβησαν εις την επί του υψώματος εκκλησίαν της Ευαγγελίστρας, όπου εκλείσθησαν οι ολίγοι Έλληνες και υπερασπίσθησαν ευτυχώς δύο ώρας έως ού, ακουσθέντος του τουφεκισμού, έφθασεν έγκαιρος βοήθεια από του Πέτα υπό τον Γρίβαν και τον Γενναίον, και από της Λαγκάδας υπό τον Ράγκον, και ούτως οι Τούρκοι, προσβληθέντες υπό των έξωθεν ελθόντων και φοβηθέντες ότι επήρχοντο και άλλοι, ανεχώρησαν, φονευθέντων τινών εξ αυτών· επληγώθησαν δε και 7 Έλληνες. Μετά την μάχην ταύτην ανεκλήθη ο Γενναίος εις Πελοπόννησον παρά του πατρός του.

Τας αυτάς δε ημέρας εκινήθησαν οι Τούρκοι επί τους περί τον Κυριακούλην εστρατοπεδευμένον παρά τον λιμένα του Φαναρίου. Σκοπός της εκεί αποβάσεως των Ελλήνων ήτο ν' ανοιχθή διά της συμπράξεως των Σουλιωτών η εις Κιάφαν άγουσα οδός επί εισαγωγή τροφών. Οι Σουλιώται, μαθόντες την απόβασιν, έσπευσαν να στείλωσι βοήθειαν· αλλ' οι Τούρκοι, ως τρισχίλιοι, επέπεσαν το πρωί της 4. Αντέστησαν οι Έλληνες γενναίως, φονεύσαντες ικανούς εκ των αλλεπαλλήλως εφορμώντων. Οι Τούρκοι, παθόντες πολλήν βλάβην ως απροφύλακτοι, ήρχισαν να υποχωρώσιν. Ο δε εν Βαλτετσίω νικητής Κυριακούλης διεκρίθη και εν τη περιστάσει ταύτη διά την συνήθη αφοβίαν του· αλλ', εν ώ έτρεχεν από προμαχώνος εις προμαχώνα προς εμψύχωσιν των στρατιωτών του, τον εκτύπησε κατάκαρδα τουφεκοβολή και τον έρριψε νεκρόν. Ο παρακολουθών αυτόν στρατιώτης, φοβηθείς μήπως η γνώσις του θανάτου του αρχηγού διαταράξη τους συμπολεμιστάς του, επέρριψε τον επενδύτην του και απέκρυψε τον θάνατόν του καθ' όλην την διάρκειαν της μάχης. Εφονεύθη και ο αρχηγός του εχθρικού στρατεύματος, όστις κατά την γνώμην τινών ήτο ο κατά το Βαλτέτσι στρατηγήσας κεχαγιάμπεης. Οι δε Έλληνες διετήρησαν όλην την ημέραν τας θέσεις των, την δε νύκτα αποφασίσαντες ν' αναχωρήσωσιν εξ αιτίας της προξενηθείσης αθυμίας και αταξίας εν τω στρατοπέδω επί τω θανάτω του καλού αρχηγού του, οι μεν Σουλιώται επανήλθαν εις τα ίδια, οι δε λοιποί επέβησαν εις τα εν τω λιμένι πλοία, και αποπλεύσαντες την επαύριον απεβιβάσθησαν εις Μεσολόγγι φέροντες τον νεκρόν του Κυριακούλη, ον εκήδευσεν η πόλις λαμπρώς. Αφ' ού δ' εματαιώθησαν τοιουτοτρόπως αι δύο εκστρατείαι του Φαναρίου και της Πλάκας και απέπλευσαν τα τέσσαρα ελληνικά πλοία, οι Σουλιώται απέβαλαν πάσαν ελπίδα εξωτερικής αντιλήψεως.

Το χωρίον του Πέτα κείται επί θέσεως ορεινής και οχυράς εν μέσω δύο σειρών βουνών, της μεν έμπροσθεν προς δυσμάς της δε όπισθεν. Αφ' ης ημέρας εστρατοπέδευσαν οι Έλληνες εν τω χωρίω τούτω, οι τακτικοί, οι φιλέλληνες και οι Επταννήσιοι κατέλαβαν την έμπροσθεν σειράν, την και επικινδυνοτέραν· την αυτήν κατέλαβαν και επανελθόντες από της περιπλανήσεώς των· οι δε λοιποί ετοποθετήθησαν εν τη όπισθεν του χωρίου, τη και επιμηκεστέρα· ήσαν δε όλοι οι εν Πέτα υπερδισχίλιοι. Επειδή οι τακτικοί και οι φιλέλληνες ωλιγώρουν τας συνήθεις εν Ελλάδι διά προμαχώνων προφυλάξεις εν καιρώ μάχης, οι οπλαρχηγοί των μη τακτικών επροσπάθησαν να τους πείσωσιν εις ανέγερσιν αυτών· αλλ' εκείνοι απεκρίθησαν, ο μεν Δανίας τω Γώγω «Ημείς έχομεν τα στήθη μας προμαχώνα», ο δε Ταρέλλας τω Βλαχοπούλω «Ηξεύρομεν και ημείς να πολεμώμεν »· ώστε επί μόνη, τη ανδρία των ερειδόμενοι δεν ηθέλησαν ν' ακούσωσι τας συμβουλάς των περί τας τοιαύτας μάχας εμπείρων. Ετοποθετήθησαν δε τα μεν δύο ελληνικά τάγματα προς το κέντρον έχοντα παρ' αυτοίς δύο κανόνια και δέκα κανονοβολιστάς υπό τον Ελβετόν Βράνδολην, ο δε λόχος των φιλελλήνων αριστερά, ό εστιν εν τη επικινδυνοτέρα όλων των θέσεων· το δε σώμα των Επταννησίων δεξιά, όλα δε πλησίον το έν του άλλου· οι δε μη τακτικοί, οι όπισθεν του χωρίου, ετοποθετήθησαν οι μεν προς το κέντρον υπό τον Βαρνακιώτην, οι δε αριστερά υπό τον Μπότσαρην, οι δε δεξιά υπό τον Γώγον και Βλαχόπουλον ο δε Ανδρέας Ίσκος και ο Γάτσος παρεφέδρευαν. Ανεδέχθη δε ο Γώγος να φρουρήση και το Μετεπιόν και τον παρακείμενον λόφον, και ανέθεσε την φρούρησιν τούτου εις τους εγχωρίους του Πέτα.

Την 4 Ιουλίου, πέμπτη ώρα προ μεσημβρίας, εξήλθε της Άρτης το τουρκικόν στράτευμα· επροπορεύετο το ιππικόν και ηκολούθει το πεζικόν· τα όλον επτά ή οκτώ χιλιάδων. Διηρέθη δε εις δύο· και οι μεν πλείστοι προσέβαλαν κατά μέτωπον το χωρίον, όπου οι φιλέλληνες, οι τακτικοί και οι Επταννήσιοι, οι δε λοιποί επορεύθησαν δισχίλιοι μεν προς το δεξιόν κέρας των μη τακτικών, ίνα, διαβάντες τα Μετεπιόν και κυριεύσαντες τον λόφον, καταλάβωσι τα νώτα των Ελλήνων, ολιγαριθμότεροι δε προς το αριστερόν κατά τον Σταυρόν. Σφοδρός πυροβολισμός άναψεν εν πρώτοις κατά μέτωπον· οι Τούρκοι απεκρούσθησαν και πολλοί έπεσαν επί της πρώτης και δευτέρας προσβολής. Οι φιλέλληνες εφάνησαν άξιοι της πολεμικής φήμης των, και οι τακτικοί και οι Επταννήσιοι άξιοι μιμηταί των. Ο Γώγος άφησε την εμπροσθοφυλακήήν των εχθρών να διέλθη το Μετεπιόν ανεπηρέαστος· εσύγκειτο δε αύτη εξ 80, εν οις, κατά την συνήθειαν των μη τακτικών, ήσαν όλοι οι σημαιοφόροι, οι και ανδρειότεροι του στρατού. Αφ' ού δε οι παρακολουθούντες έφθασαν εντός βολής, τότε επέπεσαν οι περί τον Γώγον αίφνης και τους έτρεψαν· ο δε υιός αυτού και ο Δήμος Τσέλιος, οι παρασταθμεύοντες, τους κατεδίωξαν κακώς έχοντας· ώστε η νίκη των Ελλήνων εφαίνετο πανταχόθεν βεβαία· αλλά τυχαίον τι περιστατικόν ανέτρεψε τα πάντα. Οι προπορευθέντες 80 Τούρκοι, βλέποντες εαυτούς απομεμονωμένους και μη δυνάμενοι πλέον να ενωθώσι μετά των καταδιωκομένων και αμηχανούντες τι να πράξωσι προς σωτηρίαν των, ετύλιξαν τας σημαίας των και επροχώρησαν εξ ανάγκης ως απελπισμένοι προς τα άνω, ίσως εύρισκαν διέξοδον εκείθεν. Φθάσαντες δε εις τον παρά τω Μετεπιώ λόφον εθαύμασαν μη ευρόντες ειμή ένα ίππον, τον του Γώγου, και 8 μόνον στρατιώτας φυλάττοντας αυτόν, και θαρρυνθέντες εξετύλιξαν τας σημαίας των. Τότε τινές των μη τακτικών, ιδόντες αίφνης τουρκικάς σημαίας υπεράνω αυτών, και υποθέσαντες ότι ο Γώγος ενικήθη ή επρόδωκε, διεσκορπίσθησαν εν ροπή οφθαλμού, μετ' ολίγον δε και οι λοιποί όλοι. Οι δε κάτω μαχόμενοι Τούρκοι, εμψυχωθέντες επί τη θέα των σημαιών και συμπεράναντες εντεύθεν ότι οι συναγωνισταί των ενίκησαν και κατέλαβαν τας ακρωρείας, ώρμησαν θαρραλεώτεροι επί τους ευτυχώς μέχρι τούδε υπό την ελληνικήν σημαίαν πολεμούντας, οίτινες ιδόντες τα γενόμενα απηλπίσθησαν και υπεχώρησαν διά μέσου των εχθρών ξιφοκτονούντες και ξιφοκτονούμενοι. Οι πλείστοι δε των φιλελλήνων καί τινες τακτικοί φθάσαντες εις τον Σταυρόν δεν εδύναντο να προχωρήσωσι, διότι εκυκλώθησαν υπό σμήνους εχθρών και ευρέθησαν ηναγκασμένοι ή να παραδοθώσιν ή ν' αποθάνωσιν. Επροτίμησαν το ενδοξότερον, και συμπυκνωθέντες εις σχήμα πυργοειδές (en bataillon carre) έπεσαν όλοι ενδόξως φονεύοντες και φονευόμενοι. Οι δε λοιποί φιλέλληνες υποχωρήσαντες δι' άλλης οδού εκινδύνευσαν καταδιωκόμενοι ν' αφανισθώσι και εκείνοι όλοι· αλλ', αφ' ού κατήντησαν εις απότομόν τινα θέσιν κατά τον Σταυρόν, ευρέθη υπεράνω αυτής την ώραν εκείνην ο Γώγος μετά τινων των οπαδών του, και όλοι ούτοι ετουφέκισαν διά μιας τους καταδιώκοντας και ελύτρωσαν τους καταδιωκομένους. Μεγάλα τα παθήματα των υπέρ ελευθερίας αγωνισθέντων την ημέραν εκείνην· ο Ταρέλλας, ο Δανίας, το τρίτον σχεδόν του τακτικού, τα ήμισυ των Ιόνων και τα δύο τρίτα των φιλελλήνων, εν οις και οι δέκα κανονοβολισταί, και ο σημαιοφόρος εφονεύθησαν, οι εν τω χωρίω ασθενείς εσφάγησαν, ο Νορμάννος, ο Πανάς και εκ των μη τακτικών ο Δήμος Τσέλιος επληγώθησαν· ολίγοι ηχμαλωτίσθησαν, αλλά και ούτοι απεκεφαλίσθησαν εν Άρτη εκτός ενός φιλέλληνος Πρώσσου, ως γνώσεις έχοντος χειρουργικάς. Οι Τούρκοι έγειναν κύριοι του χωρίου, και επήραν όλα τα πολεμεφόδια, όλας τας τροφάς, δύο κανόνια και την σημαίαν των φιλελλήνων. Τοιούτος δε ήτον ο διασκορπισμός και τοιαύτη η περιπλάνησις των διασωθέντων, ώστε πολλοί μη παθόντες ούτε εφαίνοντο ούτε ηκούοντο πολλάς ημέρας· ήσαν δε καί τινες, ως ο Βλαχόπουλος, ο Γουβερνάτης και άλλοι, οίτινες θρηνούμενοι ως πεσόντες εν τη μάχη εξεφανερώθησαν παρ' ελπίδα ως αναστάντες εκ νεκρών. Εν ενί λόγω η συμφορά του Πέτα ήτο μάλλον καταστροφή ή ήττα.

Και οι μεν Τούρκοι αφήσαντες φρουράν εν τω χωρίω επανήλθαν εις Άρταν, όπου επανηγύρισαν λαμπρώς την νίκην των· οι διασκορπισθέντες οπλαρχηγοί και οπλοφόροι Έλληνες και φιλέλληνες συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις Λαγκάδαν, όπου διέμενεν ο Μαυροκορδάτος. Μετά την μάχην του Πέτα συνέβη μεταξύ των Ελλήνων ό,τι συμβαίνει συνήθως μετά τας τροπάς· εμέμφοντο και ενοχοποίουν αλλήλους· αλλ' η γενική κατακραυγή έπεσεν επί τον Γώγον αναδεχθέντα να φρουρήση και μη φρουρήσαντα τον λόφον, εξ ης αιτίας προήλθεν η κρίσις της μάχης· διά τούτο οι φιλέλληνες τον ωνόμαζαν φανερά προδότην, αλλ' ούτε ο Μαυροκορδάτος ούτε οι μη τακτικοί αρχηγοί συνέφασκαν, αποδίδοντες δικαίως την μη φρούρησιν του λόφου εις την συνήθη απείθειαν των μη τακτικών. Ο δε Γώγος, πεποιθώς επί τη αθωότητί του, ήλθε και αυτός εις Λαγκάδαν· αλλ' ιδών εκ του πλησίον την αθλίαν κατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων επανήλθεν εις τα ίδια, εσυμβιβάσθη μετά των Τούρκων, και Τούρκος έκτοτε διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του.

Τα εν Ηπείρω αλλεπάλληλα κατορθώματα των εχθρών τοις ήνοιξαν τας διόδους της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας, όθεν άλλοτε απεδιώχθησαν και απεκρούσθησαν κακώς έχοντες.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ.

&Εκστρατεία υπό των Μαχμούδπασαν Δράμαλην εις την Ανατολικήν Ελλάδα και την Πελοπόννησον και αποτυχία αυτής. — Τα κατά Εύβοιαν και Κρήτην.&

ΕΝ ώ η Ανατολική Ελλάς ήτον όλη απροφύλακτος και όλη άνω κάτω διά την του Αρείου πάγου και του Οδυσσέως αλληλομαχίαν, διά τον φόνον του Νούτσου και Παλάσκα και διά την οργήν της κυβερνήσεως κατά του φονέως, ο μεταβάς εξ Ηπείρου εις Θεσσαλίαν Χουρσήδης εκίνησε τα συναγμένα εκεί πολυάριθμα στρατεύματα· και αυτός μεν εκάθησεν εν Λαρίσση εις προμήθειαν τροφών και ενίσχυσιν της εκστρατείας δι' αποστολής νέων στρατευμάτων, εφορεύων εν ταυτώ και τα κατά της Δυτικής Ελλάδος προσχεδιασθέντα υπό τον Βρυώνην· εξεστράτευσε δε ως αρχιστράτηγος κατά διαταγήν της Πύλης ο εκ Δράμης της Μακεδονίας Μαχμούδπασας, ο και Δράμαλης, ο προ πολλού κατά των Ελλήνων αγωνιζόμενος, γνωστός διά την λαμπρότητα του γένους του και τα μεγάλα πλούτη του. Συνεξεστράτευσαν δε υπ' αυτόν ο άλλοτε αρχιβεζίρης Τοπάλ - Αλήπασας, ο άλλοτε υπουργός των εσωτερικών Eρήπ - Αχμέτπασας, ο Χασάμπασας Κασάμπασης, ο Τσαρκατσή - Αλήπασας, ο Αργείος Αλήπασας διορισθείς έκτοτε φρούραρχος Ναυπλίου, δύο άλλοι ολίγον γνωστοί πασάδες και πολλοί δερεμπεήδες της Μακεδονίας και της Θράκης, ων οι επισημότεροι ήσαν ο Εμήναγας Κιουπρουλής, ο εκ Καστορίας Μαχμέτμπεης, ο εκ Ξάνθης Εμήμμπεης, ο εκ Νεβροκόπου Ισούφμπεης και ο εκ Μαγνησίας Γιακούπαγας Καραοσμάνογλους. Την δε 29 Ιουνίου ο αρχιστράτηγος επέρασε τον Σπερχειόν. Επέκεινα των 30,000 ήσαν οι συνεκστρατεύοντες, αλλ' 24,000 οι πολεμισταί (α), εξ ών τα τρία τέταρτα έφιπποι, οι πλείστοι δε των πεζών Αλβανοί. Είχε δε η εκστρατεία αύτη εις χρήσιν της και 30,000 ημιόνους και 500 καμήλους.

Ιούλιος Ο στρατός ούτος εφοδιασμένος και δι' έξ ελαφρών κανονίων, και των αναγκαίων κανονοβολιστών εισέβαλεν ανεπηρέαστος την 1 Ιουλίου εις Θήβας, έκαυσε την πόλιν και διέχυσεν επί της διαβάσεώς του παντού τρόμον μέγαν. Η Βοιωτία και η Μεγαρίς ηρημώθησαν, και οι κάτοικοί των κατέφυγαν οι μεν εις τα όρη οι δε εις την Σαλαμίνα, όπου κατέφυγαν και οι αρειοπαγίται· αλλά φοβηθέντες ούτοι τον μέχρι θανάτου και εν αυτή τη Σαλαμίνι καταδιώκοντα αυτούς Οδυσσέα έφυγαν και εκείθεν, και μεταβαίνοντες από πλοίου εις πλοίον και από τόπου εις τόπον, κατήντησαν εις το εν Ευβοία Ξηροχώρι, προσπαθούντες να διατηρήσωσι σκιάν διοικήσεως εν μέσω τόσω δεινών περιστάσεων. Πριν δε φθάση ο εχθρικός στρατός εις τον ισθμόν, 1200 υπό τον Τσαρκατσή - Αλήπασαν μετέβησαν εις Εύβοιαν και εισήλθαν εις Χαλκίδα.

Μαθούσα η κυβέρνησις την εχθρικήν εκστρατείαν, ην ούτε τόσον σημαντικήν επίστευεν ούτε τόσον ταχείαν επροσδόκα, έσπευσε να φρουρήση τα πέραν του ισθμού στενά. Πολλοί εκλήθησαν εις φρούρησιν, πλην ολίγοι επροθυμήθησαν· προθυμότερος δε πάντων εφάνη ο Τσαλαφατίνος, όστις εκστρατεύσας επροχώρησε πέραν του Ισθμού επί σκοπώ να προκαταλάβη το Κανδήλι· αλλά πολλά ολίγοι των συνεκστρατευσάντων τον ηκολούθησαν· αμηχανών δε διά την ολιγότητα των ακολούθων του περί του πρακτέου, και μαθών ότι 600 Τριπολιτσιώται υπό τον Σέκερην, Ρήγαν Παλαμίδην και άλλους, 80 Αργείοι υπό τον Νέζον και άλλοι τόσοι Κορίνθιοι ανέβησαν ήδη τα μεγάλα Δερβένια, οπισθοδρόμησε προς αυτούς· όλοι δε καταλαβόντες διαφόρους θέσεις εις εμπόδιον της προόδου των εχθρών εφαίνεντο πρόθυμοι ν' αντιπαραταχθώσιν· αλλ' επί τη θέα τόσου στρατού πλησιάζοντος, εδειλίασαν και ετράπησαν εις φυγήν αμαχητί, εγκαταλείψαντες και όλας τας αποσκευάς των· μόνοι εναπέμειναν οι υπό τον Τσαλαφατίνον ολίγοι· αλλ' ιδόντες και ούτοι παρ' ελπίδα τους λοιπούς συμπολεμιστάς των φεύγοντας ηναγκάσθηοαν να υποχωρήσωσι. Διαδίδοντες δε οι φεύγοντες εις δικαιολογίαν των όθεν διέβαιναν και διαβεβαιούντες και οι αρχηγοί αυτών ότι οι πλείστοι των συν αυτοίς εχάθησαν εν τη μάχη, ενώ μάχη δεν έλαβε χώραν, και τετραπλασιάζοντες τον αριθμόν των εχθρών και μεγαλαποιούντες τον κίνδυνον έφεραν τον λαόν όλον εις απελπισίαν και κατ' εξοχήν τους εν τη Αργολίδι, οίτινες καταλιπόντες και πόλιν και χωρία και την δυομετακόμιστον περιουσίαν των έτρεχαν άλλοι εις τα όρη, και άλλοι εις τα παραθαλάσσια, γυμνούμενοι οι πλείστοι οι μεν καθ' οδόν υπό των εις την Αργολίδα προς λεηλασίαν του Ναυπλίου επί της προσδοκωμένης πτώσεως του συρρευσάντων Μανιατών, οι δε κατά θάλασσαν υπό των ναυτών, εις ων τα πλοιάρια κατέφευγαν. Τα πάντα ήσαν εν άκρα ταραχή, αταξία, διαιρέσει και απελπισία. Η κυβέρνησις, αντί να εμψυχώση το πλήθος, ωλιγοψύχησεν αυτή· μείνασα δε και αφρούρητος και μη θεωρούσα εαυτήν ασφαλή επί της ξηράς εμβήκε την 6, εκτός τινων μελών της, εις δύο γολέττας ελλιμενιζούσας έμπροσθεν των Μύλων, την μεν υδραϊκήν, την δε σπετσιωτικήν. Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν, ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα έν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν Άργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του Άργους και ύψωσε σημαίαν.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings