Front matter (continued 5)
Reading edition
Αφ' ού δε η άνωθεν του ισθμού στενή εκείνη και δι' ολίγων ευπεράσπιστος δίοδος αφέθη όλη ανοικτή διά την λειποταξίαν της φρουράς της, η πρόοδος του εχθρού έμεινε πάντη ανεμπόδιστος. Αλλά, ειδώς ούτος πόσον η διάβασις ήτον επικίνδυνος, επλησίαζε μετά πολλής προσοχής, καθ' όσον μάλιστα έβλεπεν επί των υψωμάτων αναπεπταμένας ελληνικάς σημαίας, ας οι λειποτάκται εγκατέλειψαν εκ της βίας και του τρόμου επί της φυγομαχίας των. Τοιουτοτρόπως ο εχθρικός στρατός εισέδυσε διά του δυσπροσίτου εκείνου μέρους πάντη ανεμπόδιστος, και εχύθη όλος εις την πεδιάδα καταδιώκων καθ' οδόν τους λειποτάκτας και φονεύων καί τινας αυτών. Επί δε της εισόδου του έφυγεν ο φρούραρχος Αχιλλεύς Θεοδωρίδης (β) και όλη η φρουρά της ακροκορίνθου, αν και καλώς ωχυρωμένης και εφωδιασμένης. Εφονεύθησαν και οι έμφρουροι Τούρκοι, εν οις και ο πολυκτήμων Κιαμήλμπεης.
Υπό τοιαύτας ευτυχείς περιστάσεις διαβάς ο Δράμαλης τα δυσδιάβατα Δερβένια την 5, εκυρίευσε την αισχρώς εγκαταλειφθείσαν δυσάλωτον Ακροκόρινθον. Καταπλεύσαντος δε συγχρόνως εις τον Ισθμόν και του εν Πάτραις Ισούφη, και γενομένου αυθημερόν πολεμικού συμβουλίου περί των περαιτέρω κινημάτων, οι πλείστοι, εν οις και ο Ισούφης και ο Αργείος Αλής, οι ειδότες τον τόπον, εγνωμοδότησαν να φρουρηθή προσηκόντως η Ακροκόρινθος και διαιρεθέν το στράτευμα εις τρία να κινηθή το μεν προς την Αργολίδα, το δε προς την επαρχίαν των Καλαβρύτων, το δε προς τας Πάτρας και την Ήλιδα, επί λόγω ότι διηρημένον τοιουτοτρόπως και πάσαν στρατιωτικήν συγκέντρωσιν Ελλήνων θα διεσκέδαζε, και τας αναγκαίας τροφάς θα εύρισκε, και μαχόμενον παντού θα υπερίσχυεν. Αλλ' ο αρχιστράτηγος δεν ενέκρινε την γνώμην ταύτην, και φρουρήσας την Ακροκόρινθον διά τριακοσίων υπό τον Χασάμ - πάσαν, νυμφευθείς και την χήραν του Κιαμήλμπεη ώδευσε πανστρατιά και εν βία προς το Άργος αφήσας επί του ισθμού, υπό φύλαξιν ολίγων, τα πέντε εκ των έξ κανονίων (γ). Έστειλε και 50 ιππείς εις κατασκοπήν, οίτινες, μηδεμίαν ευρόντες αντίστασιν, εισήλθαν την 6 και εις αυτό το Ναύπλιον και ανήγγειλαν την έλευσιν του στρατού προς εμψύχωσιν των πολιορκουμένων και λύσιν της συμβάσεως.
Καθ' ον δε καιρόν ανέβαιναν οι εχθροί προ, το Άργος, οι Έλληνες έκαιαν όλους τους εν τη πόλει και τοις χωρίοις της Αργολίδος καρπούς. Ο δε Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Κουμουστιώτης και οι Μαυρομιχάλαι, Γεωργάκης, Ιωάννης, Κατσάκος και Βοΐδής, παραλαβόντες διακοσίους στρατιώτας, υπήγαν εις Κουτσοπόδι εις καύσιν των εκεί ασυγκομίστων εισέτι γεννημάτων· αλλά, καθ' ην ώραν τα έκαιαν, η εχθρική προφυλακή κυκλώσασα το χωρίον ερρίφθη επ' αυτούς αντισταθέντας γενναίως και εφόνευσεν ικανούς, αλλ' οι σημαντικοί, έφιπποι όντες, διεσώθησαν όλοι αβλαβείς. Αύτη υπήρξεν η πρώτη Ελλήνων και Τούρκων σύγκρουσις επί της εισβολής ταύτης.
Εν τοσούτω, επαιρόμενοι οι εχθροί ως μηδαμού ευρόντες αντίστασιν, ανέβαιναν εις Άργος ως εις πανήγυριν. Τόσον δε εθαρρύνθησαν, ώστε μόνοι οι αποσπασθέντες 50 ιππείς, οι φέροντες τας αγαθάς αγγελίας εις Ναύπλιον, εισήλθαν εις Άργος πριν φθάση ο στρατός, και διέμειναν τόσον ολίγοι άφοβοι εν τη εχθρική, εκείνη πόλει ως εν ιδία. Τούτο ιδών ο πλήρης τόλμης και ζήλου Καρίγιαννης άνωθεν της ακροπόλεως εξήλθεν όλος οργή, και εντυχών τινας Αργείους τους επέπληξεν ότι άφησαν την πατρίδα των εις την διάκρισιν τόσων ολίγων εχθρών. Εφιλοτιμήθησαν οι επιπληχθέντες, ώρμησαν μετά των περί τον Καρίγιαννην επί τους εχθρούς, εφόνευσάν τινας, τους δε λοιπούς απεδίωξαν. Τούτου γενομένου, ο γενναίος Καρίγιαννης ανέβη πάλιν εις την ακρόπολιν υπό την σημαίαν του.
Ο δε Κολοκοτρώνης (δ), διατριβών έτι εν Τριπολιτσά, έμαθε την εις Αργολίδα εισβολήν του Δράμαλη και την εις τα πλοία καταφυγήν της κυβερνήσεως, και ιδών τον κίνδυνον της πατρίδος εδόθη όλος εις υπεράσπισίν της πρόθυμον συνεργόν ευρών την γερουσίαν (ε) καταβαλούσαν έκτοτε πάσαν φροντίδα εις ασφάλειαν του κράτους, έγραφε παντού, εφοβέριζεν, ενήργει, εδείκνυεν άκραν αφοβίαν εν μέσω του επικρατούντος γενικού φόβου, διέταξε τον μεν Πλαπούταν να έλθη μετά 500 πλησίον του Άργους και τοποθετηθή εν Σχοινοχωρίω (ζ), τον δε Αντώνην Κολοκοτρώνην να μεταβή μετά 400 εις τον άγιον Γεώργιον· εξήλθε δε και αυτός της Τριπολιτσάς προς τους Μύλους.
Ο δε Υψηλάντης, διατριβών επί της εισβολής του Δράμαλη εν Άργει, κατέκρινεν ως άνανδρον την εις τα πλοία καταφυγούσαν κυβέρνησιν, και πρόθυμος να τρέξει εις βοήθειαν της κινδυνευούσης πατρίδος ανέβαινεν εις Τριπολιτσάν προς έντευξιν των μη μετατοπισάντων γερουσιαστών και του Κολοκοτρώνη και εις σύσκεψιν περί του πρακτέου· ανέβαιναν δε επί του αυτώ σκοπώ συγχρόνως εκ των Μύλων και ο Πετρόμπεης και ο Κρεββατάς προεστώς του Μιστρά, και απήντησαν όλοι τον Κολοκοτρώνην κατά το Ταβούλι· εκεί συσκεφθέντες έκριναν προ παντός αναγκαίον να καταλάβωσι την έρημον και ανώχυρον ακρόπολιν του Άργους εις απασχόλησιν του εχθρού εντός της Αργολίδος ολίγας ημέρας, έως ού λάβωσι καιρόν και συνάξωσι στρατιώτας εις αντίστασιν, διότι οι Τούρκοι σπανίως αφίνουν όπισθεν των εχθρούς συσσωματωμένους. Εις κατάληψιν δε αυτής εστάλησαν ο Μπαρμπιτσιώτης, ο Κατσάκος, ο Κουμουστιώτης και ο Ζαχαρόπουλος μετά 200 στρατιωτών. Ούτοι φθάσαντες πλησίον της ακροπόλεως ηπόρησαν και εχάθησαν ιδόντες κυματίζουσαν επί της κορυφής της ελληνικήν σημαίαν, εισήλθαν προθυμότεροι, ησπάσθησαν εγκαρδίως τον Καρίγιαννην και κατέλαβαν και την υπ' αυτήν μονήν της Κεκρυμμένης. Κατόπιν των ρηθέντων οπλαρχηγών ανέβησαν εις την ακρόπολιν και ο Υψηλάντης, ο Γεωργάκης και Ιωάννης Μαυρομιχάλαι και ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ώστε όλη η εν αυτή, φρουρά συνίστατο εξ 700 επιλέκτων.
Την 10 εχύθη όλος ο εισβολής στρατός εις Αργολίδα, όπου και εστρατοπέδευσε· την δε 12 έφθασεν ο αρχιστράτηγος εις την πόλιν του Άργους· και ο μεν Αργείος Αλής, παραλαβών ιππείς τινας εισήλθεν υπό τον κρότον των κανονίων εις Ναύπλιον, ο δε Δράμαλης επολιόρκησεν ευθύς στενώς και επολέμει την ακρόπολιν του Άργους και την μονήν της Κεκρυμμένης.
Αφ' ού δε οι συνελθόντες εις Ταβούλι διεχωρίσθησαν, ο Κολοκοτρώνης εκίνησε προς τον άγιον Γεώργιον διά του Τουρνικίου, θέλων να παρατηρήση εκ του πλησίον τα κινήματα του εχθρού· ευρών δε καθ' οδόν εν τω χωρίω του Μαλανδρινίου Τούρκους (η) εκ των του Δράμαλη ελθόντας επί λαφυραγωγία, τους έκαυσε κλεισθέντας έν τινι οικία και μη θελήσαντας να παραδοθώσιν. Ετοποθέτησε δε τον μεν Αντώνην Κολοκοτρώνην και άλλους τινάς οπλαρχηγούς, έχοντας όλους 500, κατά τα Δερβενάκια, τον δε Γεώργην Αλωνιστιώτην και τους συν αυτώ κατά τον άγιον Γεώργιον, όπου διέμεινε προς καιρόν και αυτός.
Ο δε Πετρόμπεης επανήλθεν εις τους Μύλους, όπου ήσαν και προ της εισβολής του Δράμαλη ικανά στρατεύματα συνηθροισμένα εις λαφυραγωγίαν επί τη προσδοκωμένη πτώσει του Ναυπλίου και όπου συνήρχοντο καθ' ημέραν και άλλα. Κατείχαν δε τα στρατεύματα ταύτα την θέσιν των Μύλων και την του Κεφαλαρίου την εν τη υπωρεία του Χάου, όπου αναφαίνονται τα νερά του από της Στυμφάλης λίμνης πηγάζοντος Ερασίνου, και υπό γην μέχρι της θέσεως εκείνης ρέοντος. Το σχέδιον δε των αρχηγών Ελλήνων ήτο να κλείσωσι τας εξόδους των εχθρών και να τους λιμοκτονήσωσιν εντός της Αργολίδας μη ευρίσκοντας τροφάς, διότι οι Έλληνες επρόλαβαν και τας έκαυσαν. Εν τοσούτω οι εν τη ακροπόλει του Άργους και οι εν τη μονή της Κεκρυμμένης επροκάλουν εις μάχην άνωθεν τους εχθρούς τουφεκίζοντες. Οι Τούρκοι, αφ' ού τοις επρόβαλαν να προσκυνήσωσι και δεν εισηκούσθησαν, εκανονοβόλουν την Κεκρυμμένην από του Φορονέως, και ετουφέκιζαν νύκτα και ημέραν και την ακρόπολιν· επέμειναν δε πολεμούντες, αν και ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, διότι επίστευαν, ότι οι Αργείοι και άλλοι απέθεσαν εν τη ακροπόλει την πολύτιμον περιουσίαν των. Οι έγκλειστοι δεν έπασχαν έλλειψιν τροφής, διότι επρόλαβαν και εισεκόμισαν εκ της πόλεως, αλλά νερού. Τούτο εγνώριζαν οι εν Μύλοις και εν Κεφαλαρίω, και πεπεισμένοι ότι δεν εδύναντο οι έγκλειστοι ν' ανθέξωσι μέχρι πολλού, και βλέποντες περί εαυτούς ικανά στρατεύματα, απεφάσισαν να κινηθώσιν επί τους πολιορκητάς, και ειδοποίησαν και τον εκ της θέσεως του Σχοινοχωρίου εις την των Ακόβων, πλησιεστέραν του Άργους, μεταβάντα Πλαπούταν ίνα κινηθή και αυτός συγχρόνως. Τοιουτοτρόπως πεσόντες την 15 πολλαχόθεν επί τους πολιορκούντας ήνοιξαν την ακρόπολιν. Αλλ' επειδή η κατοχή της ήτο δι' ους είπαμεν λόγους εισέτι αναγκαιοτάτη, εξήλθαν μόνον, κοινή γνώμη, ο Υψηλάντης, ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και οι πλείστοι των στρατιωτών· εναπέμειναν δε οι λοιποί αρχηγοί και 250 στρατιώται, δυνάμενοι, δι' ης είχαν τροφής και πόσεως, αφ' ού τόσον ηλαττώθη ο αριθμός των, να ενδιαμείνωσιν εισέτι ολίγας ημέρας· συνεννοήθησαν δε να έλθωσι και εκ δευτέρου μετ' ολίγον οι έξωθεν εις βοήθειάν των. Τοιουτοτρόπως, χάρις εις την αφοσίωσιν και γενναιότητα των απομεινάντων εν τη ακροπόλει Ελλήνων, ασχολούμενος ο εχθρός εις την πολιορκίαν αυτών, δεν επεχείρησε να προχωρήση εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου. Διά τοιούτων τεχνασμάτων επροσπάθουν οι Έλληνες να στήσωσι την πρόοδον του δεινού στρατού, ότε αίφνης εγνώσθη ότι πολυάρμενος οθωμανικός στόλος έπλεεν έξωθεν της Ύδρας σκοπεύων, ως εφαίνετο, να εισπλεύση τον αργολικόν κόλπον. Εύκολον είναι να φαντασθή τις τον εύλογον φόβον των Ελλήνων κατά την επικίνδυνον εκείνην ώραν, και εξαιρέτως την παραζάλην της κυβερνήσεως ούτε επί της ξηράς θεωρούσης εαυτήν ασφαλή, ούτε εντός των πλοίων, όπου κατέφυγε, δυναμένης πλέον να διαμένη. Καλή τύχη ο στόλος, ως αν δεν εφρόντιζε περί των συμφερόντων του κράτους, ή ως αν ήτο ξένος ο επί της Αργολίδος αγών, αντί να εισπλεύση και συμπράττων μετά του στρατού καταστρέψη διά μιας τα πάντα, εξηκολούθησεν ησύχως τον πλουν προς τας Πάτρας ίνα παραλάβη τον εκεί διατρίβοντα Μεχμέταπασαν διαδεχθέντα τον εν Χίω θανατωθέντα Καπητάμπασαν.
Διασκεδασθέντος του μεγίστου τούτου κινδύνου, οι εν Μύλοις και εν Κεφαλαρίω εστρατοπεδευμένοι Έλληνες, αναλογισθέντες ότι η έξοδος των εν τη ακροπόλει απομεινάντων δεν επεδέχετο περαιτέρω αναβολήν, εκίνησαν εις λύτρωσιν των υπό την αρχηγίαν του Αντώνη Μαυρομιχάλη την 19, καλέσαντες, ως και πρότερον, τον Πλαπούταν όπως συμπράξη. Αλλ' ούτος δεν ειδοποιήθη εν καιρώ, ώστε όλον το πλήθος των εχθρών έπεσεν επί τους ελθόντας εκ Μύλων και Κεφαλαρίου.
Ανήγειραν οι πολιορκούντες και πολεμούντες την ακρόπολιν Τούρκοι προς τοις άλλοις ένα προμαχώνα υπ' αυτήν, υπερενοχλούντες τους πολιορκουμένους. Αλλ' οι πολιορκούμενοι, τουφεκίζοντες άνωθεν, ηνάγκασαν τους κατέχοντας αυτόν να τον εγκαταλείψωσι, και ενέθεσαν τον Βοϊδήν Μαυρομιχάλην. Ο φιλοκίνδυνος ούτος ανήρ εξήλθε διαρκούσης της μάχης μετά 40 ακολούθων ξιφήρης και έπεσεν επί τους πλησίον του ολίγους εχθρούς. Αλλ' οι λοιποί Έλληνες, μη ηξεύροντες ότι ο προμαχών κατελήφθη υπό των συναδέλφων των, εξέλαβαν τους εντός ως εχθρούς· και βλέποντες αυτούς μεν διασκορπίζοντας τους πλησίον αυτών, άλλοθεν δε γενειοφόρον στρατιώτην, ή κατ' άλλους παπάν, βαστώντα σημαίαν και φεύγοντα, ετράπησαν όλοι εις φυγήν. Τότε οι εχθροί, βλέποντες τους Έλληνας φεύγοντας, έπεσαν έφιπποι και πεζοί κατόπιν των και τους κατεδίωξαν προσπαθούντας να διασωθώσιν επί του Χάου· εφόνευσαν δε 153, και επλήγωσαν 64. Μετά την απροσδόκητον ταύτην τροπήν και φθοράν των Ελλήνων οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις την πόλιν του Άργους, οι δε Πελοποννήσιοι, ιδότες τόσον αριθμόν πεσόντων και πληγωθέντων αδελφών, συνήχθησαν πάλιν εις Κεφαλάρι, έντρομοι. Εν τοσούτω οι εν τη ακροπόλει εφαίνοντο μηδεμίαν πλέον έχοντες ελπίδα σωτηρίας.
Ο δε κατά τον άγιον Γεώργιον Κολοκοτρώνης μαθών το δυστύχημα μετέβη την επαύριον (20 Ιουλίου) εις Μύλους, όπου εκτός των ηττηθέντων σωμάτων ηύρε καλή τύχη 1300 Αρκαδίους, φθάσαντας μετά την μάχην· θέλων δε να θαρρύνη τους δειλιάσαντας, ανέβη επί τινος υψώματος και εφλόγισε τας καρδίας των ακροατών του διά των σφοδρών επιπλήξεών του, διά των πατριωτικών προτροπών του, και δι' ων έδωκε χρηστών ελπίδων· και επειδή τότε επρόκειτο προ παντός άλλου να προφθάσωσι και σώσωσι τους εν τη ακροπόλει, εκίνησαν την αυτήν εσπέραν τα στρατεύματα υπό τον Κολοκοτρώνην και την μεν πρώτην και δευτέραν νύκτα ηκροβολίσθησαν ανεπιτυχώς. Την δε τρίτην, διαρκούντος του συνήθους ακροβολισμού, έλαβαν οι έγκλειστοι καιρόν και εξήλθαν όλοι σχεδόν σώοι. Παρέβλεψαν δε ως φαίνεται και οι Τούρκοι, ως έχοντες πρώτιστον σκοπόν την διαρπαγήν των πραγμάτων. Ο δε πρώτος στήσας επί της ακροπόλεως την σημαίαν Καρίγιαννης έτυχε κοιμώμενος την ώραν της εξόδου. Εξυπνήσας δε, και ιδών απροσδοκήτως εαυτόν εν μέσω των εχθρών καταγινομένων να λαφυραγωγώσιν ό,τι εύρισκαν, διότι πολίται τινες του Άργους είχαν τω όντι αποθέσει εν τη ακροπόλει προς ασφάλειαν επί του διασκορπισμού των τα έπιπλά των, έδραξε και αυτός εκ του προχείρου κακάβιον, έχωσεν εν αυτώ όλην την κεφαλήν του ώστε να μη φαίνεται τα πρόσωπόν του, και χειροκρατών ουτιδανά σκεύη εξήλθε της ακροπόλεως την ημέραν, τραγωδών και σκιρτών, διά μέσου των εχθρών, υπολαβόντων αυτόν ως ένα των εισελθόντων Τούρκων μεταφέροντα εις την πόλιν του Άργους τα λάφυρά του.
Εν τω μεταξύ δε τούτω εστάλη εκ νέου πρεσβεία εις Ζάκυνθον επί τη προτάσει του στρατιωτικού της Πελοποννήσου, επικαλουμένη δι' εγγράφου την προστασίαν των Άγγλων· αλλά δεν ενεκρίθη το έγγραφον όπως ήτο συντεταγμένον, και ο πρεσβευτής Πονηρόπουλος επανήλθεν εις Πελοπόννησον προς καταλληλοτέραν αυτού σύνταξιν.
Μετά δε την εις Αργολίδα εισβολήν του οθωμανικού στρατού και την εις Ναύπλιον είσοδον του Αλή ως φρουράρχου, η περί παραδόσεως συνθήκη ελύθη, και οι ακολουθήσαντες την εισελθούσαν εις Ναύπλιον επί καταγραφή, των πραγμάτων επιτροπήν, ένοπλοι έως τότε, αφωπλίσθησαν. Αλλά τα εντός του φρουρίου ευρεθέντα μέλη της επιτροπής ούτε εκακοποιήθησαν, ούτε εις τον Δράμαλην ζητούντα αυτά παρεδόθησαν, διότι οι εν Ναυπλίω Τούρκοι εφοβούντο μη δώσωσι δικαίαν αφορμήν και αντικακοποιήσωσιν οι Έλληνες τους παρ' αυτοίς ομηρεύοντας οικείους των· διέμεινε δε και ο θαλασσόπυργος υποχείριος των Ελλήνων. Ο Δράμαλης επροσπάθησεν εν πρώτοις να διαφθείρη την φρουράν του· αφ' ού δε απέτυχε, διέταξε τους εν Ναυπλίω να τον κανονοβολήσωσι, τοις έστειλε κανονοβολιστάς, και ούτω το πρωί της 21 ήρχισε σφοδρότατος κανονοβολισμός· κατέλαβε δε και το έξωθεν του τείχους χωρίον Αρίαν. Η φρουρά του κανονοβολουμένου οχυρώματος συνίστατο τότε έκ τινων Κρανιδιωτών, αλλ' εισήλθαν εις ενίσχυσιν και εις ευστοχωτέραν χρήσιν των κανονίων οι φιλέλληνες Χάστιγξ, Χάνης, Ανεμάτος και Γέρβης υπό τον Ιορδάνην, ον διέταξεν η κυβέρνησις να καύση την πόλιν του Ναυπλίου, δι' ης επηγγέλλετο πυροτεχνίας· αλλ' ο αρχηγός ούτος έγεινεν άφαντος ελθούσης της ειδήσεως ότι εισέπλεεν ο εχθρικός στόλος, διέμειναν όμως οι άλλοι Έλληνες και φιλέλληνες κανονοβολούντες και κανονοβολούμενοι. Ο πόλεμος δε ούτος, συχνώς και σφοδρώς από της ημέρας εκείνης επαναλαμβανόμενος, δεν έπαυσεν ειμή την 25 επί τη εκτενεί αιτήσει των Ναυπλιέων, οίτινες βλέποντες φθειρομένας τας οικίας των εδικαιολογούντο προς τους Έλληνας, ότι κατά διαταγήν του Δράμαλη και όχι κατ' ιδίαν θέλησιν ήρχισαν τας εχθροπραξίας. Εν τω διαστήματι όμως τούτω έπαθαν τα τείχη του θαλασσοπύργου, και κατεστάθησαν άχρηστα καί τινα των κανονίων του, αλλ' ουδείς των υπερασπιστών του εφονεύθη· δύο μόνον Κρανιδιώται επληγώθησαν.
Είδαμεν πόσον ταχεία ήτον η πρόοδος του εχθρικού στρατού. Εν διαστήματι δύο εβδομάδων αφ' ού επέρασε τον Σπερχειόν έφθασεν εις Αργολίδα· αλλά δύο εβδομάδας ενδιέμεινεν αργός. Τροφάς δεν ηύρε διόλου (θ), και όσον πολλαί και αν ήσαν όσας έφερε κατηναλίσκοντο εντός ολίγων ημερών υπό του πλήθους· αλλ' εις εξαφάνισιν αυτών συνέτρεξε και η πολλή κατάχρησις. Το κρέας επωλείτο 30 παράδας η οκά εν Άργει τας πρώτας ημέρας της εισβολής, αλλά μετά δεκαπενθήμερον κρέας σχεδόν δεν ευρίσκετο. Εδόθησαν δε και ικαναί τροφαί εις χρήσιν των εν Ναυπλίω, και το στρατόπεδον ήρχισε να πεινά και δεν ηύρισκεν επί της αργολικής πεδιάδος εις τροφήν του ειμή άωρα σταφύλια πρόξενα πυρετών, πολλάκις δε και θανάτων, διότι οι Έλληνες ενέδρευαν εντός των αμπέλων και εφόνευαν καθ' ημέραν πολλούς. Ουδέ νερόν δε είχαν εν αφθονία, διότι δεν έβρεξε το θέρος εκείνο διόλου, και τα πλείστα πηγάδια του Άργους εστέρφευσαν. Δι' όλα ταύτα ο Δράμαλης εσκέπτετο σπουδαίως να μεταβή εις άλλην επαρχίαν και εθεώρει μάλλον κατορθωτήν και ωφέλιμον την εις Κόρινθον επάνοδόν του. Υπήρχε δε και αντιπολίτευσις εν τω στρατοπέδω του, κρυφίως υποθαλπομένη υπό του Χουρσήδη, φθονούντος την δοθείσαν αυτώ κατ' ευθείαν υπό της Πύλης αρχιστρατηγίαν και την από της επιτυχίας της εκστρατείας του τιμήν και δόξαν. Η αντιπολίτευσις δε αύτη, καθώς συμβαίνει εν ταις αποτυχίαις, εκορυφώθη αφ' ού δεν ευδοκίμησεν η εκστρατεία, και διήγειρε πολλήν κατακραυγήν κατά του αρχιστρατήγου. Τον εκάκιζαν δε οι εναντίοι του ότι ο στρατός έπαθε, διότι δεν ηθέλησε να δεχθή την γνώμην των προβαλόντων εν Κορίνθω να μη βαδίση όλος την αυτήν οδόν· πολλοί των υπ' αυτόν ηπείθουν αναφανδόν εις τας διαταγάς του· τινές δε και αλληλομάχουν παρρησία, ώστε το Άργος κατήντησε θέατρον καθημερινών και δεινών αταξιών. Τοιαύτη ήτο ταις ημέραις εκείναις η κατάστασις του εχθρικού στρατοπέδου.
Ο δε Κολοκοτρώνης, μη δυνάμενος να βλάψη τους εχθρούς πολεμών, εσοφίζετο πώς να τους φοβίση· παρετήρησεν ότι έχασαν το θάρρος και υπώπτευσε την φυγήν των· επειδή δε ήθελε να τους αποτρέψη του να προχωρήσωσιν εις Τριπολιτσάν, διέσπειρε την νύκτα της 23 πολλούς στρατιώτας επί των προς την πόλιν εκείνην ορέων και τους διέταξε ν' ανάψη έκαστος και να διατηρήση, δι' όλης της νυκτός τρία πολυλαμπή πυρά. Έγεινε το διαταχθέν και επανελήφθη και την εξής νύκτα, ώστε οι Τούρκοι υπέλαβαν ότι συνέρρευσαν προς εκείνο το μέρος πλήθη Ελλήνων, εφοβήθησαν και δεν εξήλθαν του Άργους, ως συνείθιζαν. Ο δε Κολοκοτρώνης, άγρυπνος πάντοτε και προσεκτικός, εσυμπέρανεν εντεύθεν έτι μάλλον, ότι εμελέτων ταχέως να φύγωσι, και είπε τοις συναδέλφοις του ότι εθεώρει αναγκαίον οι πολλοί να διατηρήσωσι τας θέσεις του Κεφαλαρίου και των Μύλων, εις εμπόδιον των εχθρών, αν εδοκίμαζαν ν' αναβώσιν εκείθεν εις Τριπολιτσάν, και ότι ολίγοι ήσαν ικανοί να κλείσωσι τας μεταξύ Άργους και Κορίνθου στενοτοπίας εις πρόσκομμα της εις Κόρινθον επανόδου των· ήσαν δε κατ' εκείνας τας ημέρας ως οκτακισχίλιοι οπλοφόροι Έλληνες εν τη Αργολίδι. Κατά την γνώμην ταύτην οι πλείστοι έμειναν όπου ήσαν υπό τον Πετρόμπεην, τον Γιατράκον και τον Κρεββατάν· ο δε Κολοκοτρώνης επανήλθε μετ' ολίγων εις τον άγιον Γεώργιον. Εν τω μεταξύ δε τούτω κατέβη εις Μύλους ο γραμματεύς του Δράμαλη, προβάλλων τοις εκεί άφεσιν αμαρτιών, αν επροσκύνουν. Απορριφθείσης δε της προτάσεώς του, τοις είπεν, ως υπό εμπιστοσύνην και ως Χριστιανός, να δυναμώσωσι τας θέσεις εκείνας, διότι οι πασάδες είχαν απόφασιν, αν απερρίπτετο η πρότασίς των, να εφορμήσωσι πανστρατιά και ν' ανοίγωσι την άγουσαν εις Τριπολιτσάν οδόν. Αλλ' η μυστηγορία του Χριστιανού γραμματέως, ον εκράτησαν οι Έλληνες ίνα μη ανακαλύψη τοις εχθροίς ό,τι είδεν, ήτο δολία ως εδείχθη μετά ταύτα σκοπόν έχουσα να θεωρήσωσιν αναγκαίαν οι Έλληνες την μεταγωγήν των στρατευμάτων εις Μύλους από της προς την Κόρινθον οδού, και ούτω ν' αφεθή ανοικτή ην εσκόπευαν οι εχθροί να οδεύσωσι.
Τω όντι την 26 εκινήθη όλον το εχθρικόν στρατόπεδον προς την οδόν των Δερβενακίων. Η οδός αύτη έχει δύο μονοπάτια, το μεν επί του βάθους του αυλώνος παρά την κοίτην χειμάρρου, τα δε έρπον προς την δεξιόθεν οφρύν του όρους υπό το όνομα Αϊσώστην, διά την επ' ονόματι του αγίου Σώζοντος εκεί εκκλησίαν. Επειδή οι Έλληνες κατείχαν την επί του βάθους του αυλώνος θέσιν και ήσαν καλώς ωχυρωμένοι, εστράφησαν οι Τούρκοι προς τα δεξιά θέλοντες να καταλάβωσί τινα λόφον προς το άλλο μονοπάτιον και να διέλθωσι διά του Αϊσώστη· αλλ' ο Αντώνης Κολοκοτρώνης προκατέλαβε τον λόφον. Εκεί ήρχισεν η μάχη. Ο Κολοκοτρώνης εφύλαττε τότε την προς τα αριστερά των Δερβενακίων και έν τέταρτον ώρας αυτών απέχουσαν θέσιν του αγίου Γεωργίου, υποπτεύων μη διέλθωσιν οι Τούρκοι δι' εκείνου του μέρους ως ομαλωτέρου. Ιδών δε την πορείαν αυτών έστειλεν επιβοήθειαν 800 στρατιώτας· επειδή δε κατέστη αδύνατος η θέσις ην κατείχεν, αφ' ού 800 απεμακρύνθησαν, έστησεν επί της κορυφής του βουνού πολλάς σημαίας φαινόμενας μακρόθεν, και έθεσεν επί καταφανούς μέρους όσα ζώα και όσους επενδύτας είχαν οι στρατιώται του ίνα υπολάβωσιν οι κάτωθεν εχθροί ότι κατείχαν την αδύνατον εκείνην θέσιν πολλοί Έλληνες και μη δοκιμάσωσι να διαβώσιν εκείθεν. Οι εχθροί εν τοσούτω πολεμούντες και πολεμούμενοι όπισθεν και εκ των πλαγίων, και φονευόμενοι επροχώρουν προς τον Αϊσώστην, όπου δεν ήτον ελληνική φυλακή.
Κατ' εκείνην την ημέραν έτυχαν οδεύοντες προς την Κόρινθον διά του Αϊνορίου, δύο ώρας απέχοντος των Δερβενακίων προς τα δεξιά, ο Υψηλάντης, ο Νικήτας και ο Δικαίος μετά 500 στρατιωτών ίνα τοποθετηθώσιν επί των μεγάλων Δερβενίων εις αντίκρουσιν επαπειλούμενης νέας εισβολής εχθρών. Ούτοι, ακούσαντες πολύν τουφεκισμόν άνωθεν της θέσεως όπου ήτον ο Κολοκοτρώνης, εστράφησαν προς τα εκεί υποπτεύοντες συμπλοκήν· αλλά δεν επροχώρησαν, διότι απαντήσαντες βοσκόν έμαθαν, ότι ολίγοι Τούρκοι ήλθαν προς τα Δερβενάκια, και ότι ακροβολισθέντες μετά των φυλαττόντων την θέσιν εκείνην Ελλήνων επανήλθαν εις Άργος. Αλλ' επειδή η βοή του τουφεκισμού δεν έπαυεν, εστράφησαν προς εκείνο το μέρος και κατέλαβαν τα έμπροσθεν του εχθρού. Εξακισχίλιοι Τούρκοι είχαν ήδη διαβή και πέσει εις Κουρτέσαν κακώς έχοντες· αλλ' οι κατόπιν αυτών ερχόμενοι ηύραν την έξοδον προκατειλημμένην υπό των ρηθέντων τριών γενναίων αρχηγών της Ελλάδος. Οι Τούρκοι πολεμούμενοι έμπροσθεν, όπισθεν, δεξιά και αριστερά, συνωθούμενοι και συναγωνιζόμενοι να περάσωσι και αυτοί εις Κουρτέσαν συνεσωρεύθησαν επί τι βάραθρον υπό την εκκλησίαν του Αϊσώστη και εκεί ηφανίσθησαν· σωρηδόν έπιπταν εντός του βαράθρου φονευόμενοι· πολλοί υπεκφεύγοντες τον κίνδυνον εδοκίμαζαν ν' αναβώσιν έφιπποι τα όρη· άλλοι ωδήγουν δι' εκείνου του μέρους φορτωμένους ίππους και καμήλους· αλλ' οι ίπποι και αι κάμηλοι ολισθαίνοντες εκρημνίζοντο· ώστε ζώα, άνθρωποι, φορτία και λίθοι έπιπταν επί ζώων, ανθρώπων, φορτίων και λίθων. Ο ολίγος όμως αριθμός των έμπροσθεν Ελλήνων δεν ήτον ικανός να εμποδίση ολοτελώς την διάβασιν τόσων εχθρών, διά τούτο πολλοί αυτών διεσώθησαν ως και οι προ αυτών εις Κουρτέσαν. Υπερτρισχίλιοι ελογίσθησαν οι απολεσθέντες εχθροί· έπεσαν δε την ημέραν εκείνην εις χείρας των Ελλήνων μέγας αριθμός ζώων και άπειρα και πολύτιμα άλλα λάφυρα. Οι δε διασωθέντες εις Κουρτέσαν επί της πρώτης και δευτέρας διαβάσεως επανήλθαν την επαύριον προς το στόμιον της εξόδου εις βοήθειαν των όπισθεν απομεινάντων συναδέλφων των· αλλ' ιδόντες τους Έλληνας ετοίμους να τους αντικρούσωσι δεν επροχώρησαν. Έστειλε συγχρόνως και ο φρούραρχος της Κορίνθου τρία ελαφρά κανόνια προς εκείνο το μέρος, αλλά και ταύτα εις ουδέν εχρησίμευσαν. Οι δ' όπισθεν ερχόμενοι Τούρκοι, εν οις και οι πλείστοι των πασάδων και αυτός ο Δράμαλης, ιδόντες όσα έπαθαν οι προπορευθέντες, δεν εισήλθαν την τεθλιμμένην οδόν των Δερβενακίων, αλλ' έμειναν επί της απέναντι πεδιάδος και έστειλάν τινας προς τους πλησιεστέρους Έλληνας ίνα μάθωσι τις ο αρχηγός των. Μαθόντες δε παρά του εκεί φυλάττοντος παπά Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτου ότι ήτον ο Κολοκοτρώνης, τω επρότειναν να εξαγοράσωσιν ελευθέραν την δίοδον· αλλ' ιδόντες εν τω μεταξύ τούτω ιππείς τινας Έλληνας και τους υπασπιστάς του Κολοκοτρώνη, Σπηλιωτόπουλον και Φωτάκον, ερχομένους προς εκείνο το μέρος, και υπολαβόντες αυτούς ερχομένους εις κατασκοπήν, μη θέλοντες δε και να διανυκτερεύσωσιν επί της πεδιάδος, επανήλθαν εις Γλυκιάν πλησίον του Ναυπλίου· ώστε οι εχθροί, έχοντες μεσότοιχον τα φονικά Δερβενάκια, διηρέθησαν ακουσίως οι μεν κατά την Κουρτέσαν, οι δε κατά την Γλυκιάν, όπου τοις συνέβη την αυτήν νύκτα άλλο δυστύχημα εκληφθέν ως κάκιστος οιωνός· άναψεν αίφνης και εκάη η πυρίτις.
Επειδή δεν έμενε πλέον αμφιβολία, ότι οι Τούρκοι θα επεχείριζαν να διαβώσιν εις Κόρινθον θέλοντες και μη θέλοντες, ανάγκη ήτο να προκαταλάβωσιν οι Έλληνες τας διόδους.
Την δε ακόλουθον ημέραν της μάχης, ήτοι την 27, ήλθαν εις τον τόπον της καταστροφής ο Πλαπούτας, ο Δημήτρης Δηλιγιάννης, ο Γιατράκος, ο Τσόκρης και άλλοι οπλαρχηγοί προς ακριβή γνώσιν των επί της προτεραίας. Συσκέψεως δε γενομένης περί του πρακτέου, απεφασίσθη, επί τη προτάσει του Κολοκοτρώνη και εν αγνοία ποίαν των αγουσών εις Κόρινθον οδών εσκόπευαν οι εχθροί να διέλθωσιν, ο μεν Γιατράκος και ο Τσόκρης να παραλάβωσιν αμέσως τα εν Άργει στρατεύματά των και να καταλάβωσι τας Μυκήνας, ο δε Υψηλάντης, ο Δικαίος και ο Νικήτας, ο διά τας κατά την 26 ανδραγαθίας του επονομασθείς Τ ο υ ρ κ ο φ ά γ ο ς, να μείνωσι κατά το Μπερπάτι και Αϊνόρι, όπου μετέβησαν μετά την μάχην, ο δε Πλαπούτας, ο Δηληγιάννης, και ο Αντώνης Κολοκοτρώνης να φυλάξωσι τα Δερβενάκια· όλοι δε να τρέξωσιν όπου φανή ο εχθρός. Την ακόλουθον ημέραν ο τουρκικός στρατός εξεστράτευσε προς την οδόν του Αϊνορίου όλος· φθάσας δε εις Μπερπάτι εκτυπήθη υπό των εκεί Ελλήνων. Ο Κολοκοτρώνης, νομίζων ότι οι περί τον Γιατράκον και τον Τσόκρην κατέλαβαν τας Μυκήνας και θα έπιπταν όπισθεν του εχθρού, ως προεσχεδιάσθη, διέταξεν αμέσως τους περί τον Πλαπούταν ν' αφήσωσι την θέσιν των Δερβενακίων και να τρέξωσιν απέμπροσθέν του προς την Κλένιαν, κώμην της επαρχίας Κορίνθου. Αλλ' ούτε οι περί τον Πλαπούταν έφθασαν εν καιρώ όπου διετάχθησαν, ούτε ο Γιατράκος και ο Τσόκρης κατέλαβαν την θέσιν των Μυκηνών επί λόγω, ότι ηπείθησαν οι στρατιώται των· τοιουτοτρόπως απέτυχε το σχέδιον, και οι εχθροί παθόντες πολλά, αλλ' ολίγα ως προς όσα έπαθαν οι συνάδελφοί των την 26, διέβησαν τα στενά και διεσώθησαν εις Κόρινθον, όπου μετ' ολίγον εστάλησαν εκ Πατρών πέντε πλοία φέροντα τροφάς εις χρήσιν αυτών και των εν τη Ακροκορίνθω, ων υπό τας όψεις ο Μ. Τομπάζης, εισπλεύσας τον σαρωνικόν κόλπον πρό τινων ημερών και αποβιβάσας εις Κεγχρεάς τα πληρώματα των πλοίων του, ήρπασεν όλας τας εναποτεθειμένας τροφάς και άφησε την απρονόητον εκείνην φρουράν σχεδόν πεινώσαν.
Τοιούτον απέβη το τέλος της εις Αργολίδα εκστρατείας του πολυπληθούς τούτου εχθρικού στρατού, παθόντος τα πάνδεινα επί της εις Κόρινθον επιστροφής, διότι ο αρχηγός του, επαιρόμενος επί τη δυνάμει του, δεν εφρόντισεν επί της εκείθεν εις Άργος αναβάσεως να διατηρήση τα μεταξύ των δύο πόλεων στενά. Τόσος δε τρόμος κατέλαβε τον Δράμαλην, ώστε εγκατέλειψεν έξωθεν του Ναυπλίου επί της εις την Γλυκιάν υποχωρήσεώς του και το μόνον παρ' αυτώ επί της εις Αργολίδα εισβολής του κανόνι.
Αφ' ού δε οι Τούρκοι συνήλθαν όλοι εις Κόρινθον, ο Κολοκοτρώνης ορθώς συλλογιζόμενος εσχεδίασε να τους αποκλείση εντός εκείνης της επαρχίας διά ξηράς (διότι η θάλασσα του κορινθιακού κόλπου ήτον ανοικτή δι' έλλειψιν ελληνικών πλοίων) καθώς τους απέκλεισε προ ολίγου εντός της Αργολίδος· και επειδή μετά τας προρρηθείσας μάχας ο Υψηλάντης, ο Νικήτας και ο Δικαίος μετέβησαν εις τον ισθμόν και έκλεισαν τας διόδους εκείνας συνάξαντες και τους Δερβενοχωρίτας, ο Κολοκοτρώνης άφησεν ικανήν φρουράν επί των μεταξύ Κορίνθου και Άργους διόδων, μη τυχόν τας καταλάβωσιν οι Τούρκοι και ανοίξωσι την κοινωνίαν των δύο εκείνων επαρχιών· αυτός δε ο Γιατράκος, ο Πλαπούτας, ο Δημήτρης Δηληγιάννης, ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, ο Χρηστόπουλος και ο Γενναίος, έχοντες τρισχιλίους, ετοποθετήθησαν εν Σολίω, χωρίω πέντε ώρας απέχοντι της Κορίνθου, επί της προς την Αχαΐαν οδού, δι' ου, ως εσυμπέραναν, εμελέτων οι Τούρκοι να διαβώσι. Την αυτήν ημέραν έφθασαν και οι Πετμεζάδες μετά 500 εις Βάλτσας, χωρίον απέχον του Σολίου μίαν ώραν. Την δε επαύριον ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Γενναίον και τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην να καταλάβωσι τα Βασιλικά, μίαν ώραν και τρία τέταρτα μακράν του λοιπού στρατοπέδου, ως προφύλακες. Διέβαινε κατά περίστασιν την αυτήν ημέραν διά των Βασιλικών ο Γάτσος ερχόμενος εκ της Δυτικής Ελλάδος, και ενδιέμεινε και ούτος· ώστε η προφυλακή αύτη συνηριθμείτο εις 1300. Την δ' επιούσαν νύκτα ο Κολοκοτρώνης διέταξε και άναψαν πολλά πυρά επί της κορυφής των βουνών εις ψευδή επίδειξιν των δυνάμεών του.
Αύγουστος Τρισχίλιοι Τούρκοι, ιππείς και πεζοί, επανήλθαν την 4 αυγούστου εις Κλένιαν, όπου ως έμαθαν, ήσαν συσσωρευμέναι τροφαί. Την θέσιν εκείνην κατείχαν 400 Έλληνες υπό τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην, τον Κατσάκον, τον Τσαλαφατίνον και άλλους. Οι εχθροί έτρεψαν διά μιας τους Έλληνας, τους κατεδίωξαν, εκυρίευσαν την κώμην και παρ' ολίγον συνέλαβαν τον Μαυρομιχάλην· αλλ' οι φυλάττοντες την πλησίον θέσιν του αγίου Βασιλείου Τριπολιτσιώται, ως 600, υπό τους αρχηγούς Αθανασόπουλον, Λεβιδιώτην, Δαρειώτην, και Ριζιώτην, κατέβησαν εκείθεν δρομαίοι, κατέλαβαν τον έξωθεν της κώμης ναόν, και τον επί της κορυφής της κώμης λόφον, εθάρρυναν τους φεύγοντας δι' ου έδειξαν αυτοί θάρρους, τους επανέφεραν εις τον τόπον της μάχης, και διά της συμπράξεως αυτών απήλασαν της κώμης απράκτους τους εις αυτήν εισελθόντας εχθρούς.
Την δε 7 οι Τούρκοι, θέλοντες ν' ανοίξωσι την εις Πάτρας άγουσαν οδόν, εξεστράτευσαν προς το μέρος του Κιάτου και των Βασιλικών, και συνεκρούσθησαν μετά των Ελλήνων πλησίον των σταφιδώνων, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι εις Κόρινθον. Την δε 12 εξεστράτευσαν πάλιν πανστρατιά προς τα Βασιλικά, όπου διέμενε πάντοτε η προφυλακή, ήτις αντέστη γενναίως, αν και ολίγη· συνήλθαν εκεί μετά την έναρξιν της μάχης και τα άλλα ελληνικά στρατεύματα, και η τροπή των Τούρκων εφαίνετο και ταύτην την ημέραν βεβαία· αλλά τινές εκ του τάγματος του Αναγνώστη Πετμεζά, μαχομένου ευτυχώς, ιδόντες ίππον εντός ενός σταφιδώνος, αφεθέντα υπό των Τούρκων ως δέλεαρ, έτρεξαν να τον συλλάβωσι· και αίφνης ανέστησαν 60 Τούρκοι ενεδρεύοντες, και έτρεψαν τους απροσέκτους τούτους Έλληνας εις φυγήν φονεύσαντες ένα εξ αυτών. Η φυγή των ολίγων Ελλήνων έφερε πανικόν φόβον και γενικήν τροπήν. Μόνοι δεν μετετόπησαν ο αρχηγός του τάγματος τούτου και ο υιός του παρακελεύοντες και τους άλλους να τους μιμηθώσιν, αλλ' ουδέν κατώρθωσαν και απέθαναν και οι δύο μαχόμενοι. Οι δε Τούρκοι, εμψυχωθέντες υπό του καταλαβόντος τα τάγμα τούτο πανικού φόβου, έπεσαν πανστρατιά επί τα άλλα, έτρεψαν εις φυγήν τα υπό τον Γιατράκον και Πλαπούταν και εφόνευσαν δύο γενναίους υπαρχηγούς, τον Γιαννετάν Μιστριώτην, τον Οικονόμον Παπά Καλομοίρην, και ικανούς στρατιώτας. Μόνη η υπό τον Γάτσον, Γενναίον, και Γιαννάκην Κολοκοτρώνην προφυλακή διετήρησε την θέσιν της και εμπόδισε την πρόοδον των εχθρών. Το αξιέπαινον παράδειγμα της προφυλακής επανήγαγε μετ' ολίγον εις το πεδίον της μάχης και τους υπό τον Γιατράκον και Πλαπούταν, ακούσαντας τας πατριωτικάς φωνάς των αρχηγών και ούτως οι Τούρκοι ιδόντες τους Έλληνας επανελθόντας εις τα πεδίον της μάχης υπεχώρησαν, φονεύσαντες 53, αλλά πλειότεροι εφονεύθησαν εξ αυτών. Επανερχόμενοι δε εις Κόρινθον απήντησαν καθ' οδόν τους περί τον Αντώνην Κολοκοτρώνην και Αλωνιστιώτην, αλλά δεν τους ηνώχλησαν, αν και το μέρος ήτον επίπεδον. Μετά τας δύο ατυχείς δοκιμάς απηλπίσθησαν του να σπάσωσι τον προς την Αχαΐαν στρατιωτικόν των Ελλήνων φραγμόν. Έχοντες δε την θάλασσαν ανοικτήν, και λαμβάνοντες εκείθεν ανεμποδίστως τροφάς, έκριναν καλόν ν' αναμείνωσι μέχρι τινός ησύχως τας έξωθεν δυνάμεις κατά τας υποσχέσεις του εν Λαρίσση Χουρσήδη, και τον εις τον αργολικόν κόλπον κατάπλουν του έμπροσθεν των Πατρών στόλου των· αλλ' ηνωχλούντο ακαταπαύστως υπό των Ελλήνων αρπαζόντων καθ' ημέραν τα ζώα των.
Μετά δε τα συμβάντα ταύτα η γερουσία της Πελοποννήσου ανέδειξε τον Κολοκοτρώνην, επί τη αιτήσει των εν τη Κορινθία στρατευμάτων, αρχιστράτηγον διά τους λαμπρούς και ευτυχείς αγώνας του. Ο δε νέος αρχιστράτηγος, αφήσας φρουράς επί των ανωτέρω θέσεων και δυναμώσας και τας επί των μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενοτοπιών, ανέβη εις Τριπολιτσάν, όπου η γερουσία και ο λαός τον υπεδέχθησαν ευγνωμονούντες και αγαλλόμενοι.
Η αποτυχία της μεγάλης ταύτης εχθρικής εκστρατείας εδόξασε δικαίως τους Πελοποννησίους.
Ο δε Τσαρκατσή - Αλήπασας ο αποχωρισθείς του υπό τον Δράμαλην γενικού στρατοπέδου προ της εις Πελοπόννησον εισβολής του, αφ' ού εισήλθεν εις Χαλκίδα, παρέλαβε τους στρατιώτας του και τους εν τω φρουρίω εκείνω διαμένοντας και εξεστράτευσε προς τα Βρυσάκια, όπου ήτο το ελληνικόν στρατόπεδον. Αλλά το στρατόπεδον τούτο μετά τον θάνατον του Αγγελή Γοβρίνα δεν είχεν άξιον αρχηγόν· διά τούτο μόλις είδε τον εχθρόν επερχόμενον, διεσκορπίσθη· οι δε Τούρκοι κατέλαβαν την θέσιν εκείνην.
Διέτριβε πρό τινων ημερών εν Ξηροχωρίω ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις μεταβάς εις Λιθάδαν και εφοδιασθείς διά γραμμάτων του Αρείου πάγου μετέβη την 30 ιουνίου εις Σκιάθον, ίνα πείση, και μεταφέρη εις Εύβοιαν τους εκεί μετά την εν Κασσάνδρα, Ναούση και Ολύμπω καταστροφήν του αγώνος υπό διαφόρους οπλαρχηγούς και υπό την γενικήν αρχηγίαν του Διαμαντή Νικολάου μεταβάντας πολεμικούς άνδρας του Ολύμπου. Επείσθησαν οι άνδρες ούτοι, κατέπλευσαν 600 πλησίον των Βρυσακίων κατεχομένων υπό των Τούρκων, απέβησαν εις την ξηράν, και διά του σφοδρού κανονοβολισμού του υπό τον Άρειον πάγον διατελούντος και καταπλεύσαντος εκ Λιθάδας πλοίου του Βισβίζη, απεδίωξαν τους Τούρκους της θέσεως εκείνης και ετοποθετήθησαν αυτοί. Οι Τούρκοι κατέφυγαν εις το φρούριον κακώς έχοντες, την δε επιούσαν συσσωματωθέντες πάμπολλοι επεξήλθαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν πάλιν περί την εσπέραν εις το φρούριον. Τα αυτά έπραξαν και έπαθαν και την υστεραίαν και έκτοτε περιωρίσθησαν εντός του φρουρίου. Οι δε εντόπιοι Χριστιανοί θαρρυνθέντες, χάρις εις τους Ολυμπίους, συνήλθαν πάλιν εις Βρυσάκια, όπου μετέβησαν και οι πρόκριτοι του βορείου μέρους της Ευβοίας· αλλά κατά δυστυχίαν το υπό τόσον αισίους οιωνούς νεοσυστηθέν στρατόπεδον τούτο διελύθη εντός ολίγου· διότι οι μεν Ολύμπιοι απήτουν πολλά, οι δε εντόπιοι δεν είχαν να τοις δώσωσιν ειμή ολίγα. Αναχωρήσαντες δε οι 600 Ολύμπιοι εις Ωρεόν, διέμειναν εκεί βουλευόμενοι περί του πρακτέου· έφθασε και ο μη συναποπλεύσας γενικός αρχηγός των Διαμαντής· τους επρόφθασαν καί τινες σταλέντες προς αυτούς παρά του Αρείου πάγου· μετέβησαν και οι πρόκριτοι του τόπου, και συμφωνίας γενομένης επανήλθαν οι Ολύμπιοι εις Βρυσάκια υπό τακτόν κατά μήνα μισθόν και έστησαν εκ νέου το στρατόπεδον υπό τον Διαμαντήν.
Και ταύτα μεν τα κατά το ανατολικόν της Ευβοίας μέρος. Ιδού δε και τα κατά το δυτικόν.
Μετά την προς τα μέρη της Καρύστου ήτταν των Ελλήνων, και την εκείθεν αναχώρησιν των έξωθεν ελθόντων οπλοφόρων, εναπέμεινεν ο εντόπιος οπλαρχηγός Κριεζιώτης, περιφερόμενος, ως είρηται, τα βουνά της Ερετρίας και Κούμης. Η φήμη της ανδρίας του ανδρός τούτου έφερεν υπό την σημαίαν του μετ' ολίγον πολλούς συντοπίτας του. Ο δε Τσαρκατσή - Αλήπασας, ευδοκιμήσας κατά του στρατοπέδου των Βρυσακίων, έστειλε στράτευμα και κατά των υπό τον Κριεζιώτην εστρατοπεδευμένων εν Μετοχίω, χωρίω επί του όρους της Κούμης. Εν τούτοις ήλθαν εις βοήθειαν των περί τον Κριεζιώτην έξωθεν στρατιώται υπό τον Αναγνώστην Σαλαμίνιον. Τρεις ημέρας αντετουφεκίζοντο Έλληνες και Τούρκοι. Οι Τούρκοι απέτυχαν του σκοπού των και επανήλθαν εις Χαλκίδα καταδιωκόμενοι.
Τοιαύτη ήτον η κατάστασις όλης της Ευβοίας εκείναις ταις ημέραις· η δε της Κρήτης ήτον η εξής.
Μετά την συνέλευσιν της Επιδαύρου η κυβέρνησις, καθ' όν καιρόν εφρόντιζε περί γενικού οργανισμού του κράτους, απέστελλεν εις Κρήτην ως οργανιστήν αυτής τον Πέτρον Σκυλίτσην Ομηρίδην. Φθάσας ούτος τα τέλη απριλίου εις Αρμένους, κώμην της επαρχίας Αποκορώνων όπου έδρευε τότε η προσωρινή διοίκησις της Κρήτης, εκάλεσε τον περιοδεύοντα την νήσον Αφεντούλην εις γνώσιν των διαταγών της κυβερνήσεως. Ο Αφεντούλης, όστις εθεώρει την Κρήτην ως βασίλειον ανεξάρτητον της λοιπής Ελλάδος και ενεδύθη πάσαν εξουσίαν επί της νήσου εν ονόματι του Υψηλάντου, καλούμενος «Α ρ ι σ τ ρ ά τ η γ ο ς - κ α ι - δ ι ο ι κ η τ ή ς - π ά σ η ς - Κ ρ ή τ η ς», ωργίσθη επί τη αποστολή ταύτη και εβόα κατά της κυβερνήσεως,
Μάιος αλλά μη εισακουόμενος ηναγκάσθη να υπακούση και προσυπογράψη την 21 μαΐου τον νέον οργανισμόν, ον πρόθυμοι όλοι οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί της νήσου υπέγραψαν την αυτήν ημέραν. Καταλιπών δε και τον πολεμικόν τίτλον του αρχιστρατήγου έφερεν εις το εξής τον πολιτικόν του γενικού επάρχου της Κρήτης κατά τον νέον οργανισμόν. Αλλ' εν ώ όλοι συνεσκέπτοντο περί της εφαρμογής αυτού εφάνη την 28 παρά πάσαν προσδοκίαν εν τω λιμένι της Σούδας ο αιγύπτιος στόλος εξ 106 πολεμικών και φορτηγών πλοίων, φέρων υπό την αρχηγίαν του Χασάμπασα πεντακισχιλίους, εν οις και δισχίλιοι, εμπειροπόλεμοι Αλβανοί, οκτακόσιοι ιππείς και ικανά πολεμεφόδια και κανόνια. Η πρωτοφανής εν Κρήτη θέα στόλου εφόβισεν εις άκρον τους Κρήτας· ηύξησε δε τον φόβον και η σύγχρονος φήμη, ότι ο εν τω χωρίω των Μαχαιρών εδρεύων τότε Αφεντούλης, απαρεσκόμενος επί τη νέα τάξει των πραγμάτων και απελπισθείς εξ αιτίας του νέου κινδύνου και των εγχωρίων διενέξεων, εμελέτα να δραπετεύση. Η μελετωμένη δραπέτευσίς του δεν ήτο ψευδής, αλλ' επρολήφθη ή μάλλον ειπείν ανεβλήθη.
Τριακόσιαι περίπου ψυχαί ευρίσκοντο κατά το ακρωτήριον των Χανιών, Μελέχα, εις συλλογήν καρπών καθ' ην ημέραν κατήχθη ο στόλος και εκινδύνευαν αποκλειόμεναι ν' απολεσθώσιν αλλά, χάρις εις τον Σήφακαν και τον Βασίλην Χάλην, δραμόντας αυθημερόν εις απαλλαγήν των, διεσώθησαν εις τα ίδια αβλαβείς.
Ιούνιος Πλήρεις ζήλου και θάρρους οι δύο ούτοι γενναίοι οπλαρχηγοί, παραλαβόντες και τον Μανδάν, επάτησαν πολλαχόθεν μετά περίπου πεντακοσίων το κατά τας Αλυκάς εσκηνωμένον εχθρικόν στρατόπεδον περί το λυκαυγές της 1 Ιουνίου, αλλ' απεκρούσθησαν και κατεδιώχθησαν μέχρι της υπωρείας της Μαλάξας, όπου εντυχόντες άλλους επιβοηθούς αντέκρουσαν τους εχθρούς και τους απώθησαν εις τας σκηνάς των.
Αποδιώξας ο Χασάμπασας την δευτέραν ημέραν της αφίξεώς του τους εν Τσουκαλαριοίς και εν Νεοκώρω σταθμεύοντας Χριστιανούς και κυριεύσας όλα τα πλησιόχωρα πεδινά μέρη, εστράτευσε την 11 εις κατοχήν της Μαλάξας. Επτακόσιοι Χριστιανοί ήσαν εν ταις υπωρείαις τότε συγκεντρωμένοι, αντέστησαν εις τετρακισχιλίους, αλλά πολλά παθόντες ανέβησαν διά νυκτός εις το χωρίον και μετ' ολίγον το εγκατέλειψαν αμαχητί και υπεχώρησαν προς τας Ρίζας εις χωρίον Κάμπον· καταλαβών δε την επαύριον ο Χασάμπασας την Μαλάξαν και εγκαταστήσας φρουράν υπό τον ανεψιόν του Μουσταφάμπεην, ανεστρατοπέδευσεν· αλλ' οι Χριστιανοί επανελθόντες την 20 Ιουλίου περιέζωσαν το χωρίον. Οι περί τον Μουσταφάμπεην, πτοηθέντες κατ' αρχάς, ώρμησαν να φύγωσιν, αλλ' εμποδίσθησαν, επαλινδρόμησαν εξ ανάγκης, επολέμησαν ως απηλπισμένοι, ενίκησαν και διεσκόρπισαν τους εχθρούς των φονεύσαντες 40, εν οις και τον στρατηγικώτατον των οπλαρχηγών της Κρήτης Πρωτοπαπαδάκην αλλά μετά δέκα ημέρας αφήκαν το περιμάχητον χωρίον, και το κατέλαβαν εκ νέου οι Χριστιανοί.
Μετά δε τα κατά την Μάλαξαν, επενεγκόντα μέγαν και γενικόν φόβον, εβουλήθη ο Χασάμπασας να ελκύση εις υποταγήν τους Χριστιανούς, ως μηδέν ελπίζοντας πλέον εις τα όπλα των, και υπέσχετο διά του επισκόπου Κυδωνίας, ον ευρών εν τη φυλακή απεφυλάκισε, ν' αποδώση τοις αποστάταις, αν επροσκύνουν, τα υπάρχοντά των και τους κρατουμένους συγγενείς των, να επιτρέψη δε και την επισκευήν των εκκλησιών και να χορηγήση πάσαν αντίληψιν εις επανόρθωσιν των κακώς εχόντων. Αδύνατοι οι Χριστιανοί τον επολιτεύθησαν, εξέθεσαν τα κακά όσα υπέφεραν, είπαν ότι αδύνατον να συζήσωσιν εις το εξής Τούρκοι και Χριστιανοί ως και πρότερον, επρόβαλαν διακοπήν εχθροπραξιών και άλλους απαραδέκτους όρους και εζήτησαν καιρόν να συμβουλευθώσι και την εν Πελοποννήσω κυβέρνησιν. Ο Χασάμπασας επανέλαβεν όσα και πρότερον, και θέλων να τους απελπίση, τους ειδοποίησεν, ότι όλη η Πελοπόννησος επροσκύνησεν επί της εισβολής του Δράμαλη· αλλά πεισθείς ότι οι Χριστιανοί τον ηπάτουν εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, απεφάσισε να εισβάλη εις τα Λευκά - όρη (Ασπροβούνι),
Αύγουστος και παραλαβών τους πασάδας των Χανιών και της Ρεθύμνης, επάτησεν αμαχητί την 4 Αυγούστου και έκαυσε το Θέρισον και τους Λάκκους· μαθών δε ότι πολλαχόθεν συνέρρεαν Σφακιανοί, Ριζίται και άλλοι εις αντίκρουσιν, συχνάκις ακροβολιζόμενος και φοβηθείς μη πάθωσιν αίφνης οι περί αυτόν όσα έπαθαν το παρελθόν έτος οι συνάδελφοί των, ανεστρατοπέδευσε, μηδέν κατά την μεγάλην ταύτην εκστρατείαν κατορθώσας πολλού λόγου άξιον· πατήσας δε αμαχητί και καταστρέψας τον Αποκόρωνα, και αναπαύσας επί τινας ημέρας τους υπ' αυτόν, εστράτευσεν εις Μεγάλον Κάστρον, όπου έφθασε την 31 πολεμών καθ' οδόν και πολεμούμενος και εστρατοπέδευσεν έξω της πόλεως.
Είχαν εκστρατεύσει πρό τινων μηνών διάφοροι οπλαρχηγοί των εν αποστασία μερών εις Μυράμπελον και Λεσίδι προς ανέγερσιν και εμψύχωσιν των εισέτι εν ηρεμία ανατολικών επαρχιών, και ευδοκίμησαν· ουδ' η απόβασις των εξ Αιγύπτου εδυνήθη να ψυχράνη τους εις εφόπλισιν οργώντας των μερών εκείνων Χριστιανούς, ώστε τον Ιούλιον μόνη η επαρχία της Σιτείας ηρέμει ως απόκεντρος. Πολλάκις και πολλαχού συνεκρούσθησαν Χριστιανοί και Τούρκοι κατ' εκείνα τα μέρη, και ο κάλλιστος των αγώνων ως επί το πλείστον υπερίσχυε. Τόσον δε εξεμάνησαν οι Ρεθύμνιοι Τούρκοι μαθόντες τα γενόμενα, ώστε αφήρπασαν οι θρασύτεροι και φιλεκδικώτεροι, άκοντος του πασά, τον εν ειρκτή κρατούμενον και κακουχούμενον επίσκοπον της επαρχίας, και τον εκρέμασαν· εφόνευσαν δε την αυτήν ημέραν και άλλους Χριστιανούς.
Αλλ' η άφιξις του υπό τον Χασάμπασαν στρατού εις το Μεγάλον Κάστρον, όπου ήσαν ήδη οι πολυαριθμότεροι των εν τοις φρουρίοις Τούρκων, μετέβαλε τα πράγματα επί το χείρον, και επηρέασε και αυτά τα πνεύματά τινων των κατ' εκείνα τα μέρη Χριστιανών. Ο στρατάρχης ούτος απέστειλεν, άμα φθάσας, πολλαχού αποσπάσματα εις εξολόθρευσιν και αιχμαλωσίαν· εισέβαλε μετά ταύτα και αυτός πανστρατιά εις την επαρχίαν, Πεδιάδα, και την εκυρίευσεν αναιμωτί· αλλά πειραθείς να καταλάβη και την δυσδιάβατον θέσιν, Σίτι, την Μάλαξαν εκείνου του μέρους, απεκρούσθη και οπισθοδρομήσας εστρατοπέδευσε κατά το Βιάννον εν τη επαρχία της Αρκαδίας, όπου διατρίψας ολόκληρον μήνα επανήλθεν εις την Πεδιάδα. Η επαρχία, Λασίθι, είναι, εξ αιτίας της ορεινής και δυσπροσίτου θέσεώς της, τα Σφακιά του ανατολικού μέρους της νήσου, και εις τους κατοίκους αυτής απέβλεπαν οι γειτνιάζοντες και πάσχοντες λαοί· αλλ' οι κάτοικοι αυτής καταπτοηθέντες επεκαλέσθησαν παρά πάσαν ελπίδα το έλεος του εχθρού λήγοντος του οκτωβρίου· οι άλλοι όμως λαοί, αν και ασθενέστεροι, δεν εμιμήθησαν το παράδειγμά των, προτιμώντες της υποταγής ποτέ μεν την πάλην, ποτέ δε την εις τα όρη καταφυγήν· μετεμελήθησαν δε και οι Λασιθιώται και εφωπλίσθησαν εκ νέου. Ολίγοι μόνον υπεκρίθησαν εξ ανάγκης υπόκλισιν· ούτοι δε ήσαν οι πλησιόχωροι του φρουρίου.
Μη δυνάμενοι δε οι Χριστιανοί ν' αντιπαρατάττωνται πλέον εκ του συστάδην προς τους πολυαρίθμους και καλώς συντεταγμένους εναντίους των ηγωνίζοντο να τους βλάπτωσι σποράδην.
Πολλάς τοιαύτας ευτυχείς επιδρομάς παρορώντες χάριν συντομίας φέρομεν εις γνώσιν την εξής.
Τριακόσιοι εκλεκτοί Αλβανοί εστάλησαν διά θαλάσσης εις Κρουσώνα εν τη επαρχία Μαλεβυζίου παρά του Χασάμπασα ως προφυλακή του στρατοπέδου, αλλ' επιπεσόντες έξωθεν διά νυκτός οι Χριστιανοί, και συνεργεία των υποκρινομένων ότι επροσκύνησαν εντοπίων τοιχωρυχούντες, και μεταβαίνοντες από οικίας εις οικίαν και καίοντες, τους ηνάγκασαν να κλεισθώσιν εν τη θολωτή εκκλησία του χωρίου, και σπάσαντες τον θόλον και ερρίψαντες καυστικάς ύλας τους κατέκαυσαν όλους.
Κατ' εκείνας τας ημέρας ήλθε νέα επικουρία χιλίων ανδρών προς τον Χασάμπασαν εξ Αλεξανδρείας και διεκομίσθησαν εν αφθονία τροφαί και πολεμεφόδια.
1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'.
&Τα μετά την μάχην του Πέτα κατά την Δυτικήν Ελλάδα μέχρι της πολιορκίας Μεσολογγίου και η εν τούτοις παράδοσις της Κιάφας.&
ΜΕΤΑ δε τα εν Πέτα δυστυχή συμβάντα, φανερόν ήτον ότι οι Τούρκοι θα επροχώρουν προς την Αιτωλοακαρνανίαν πίπτοντες οι μεν εις Ξηρόμερον διά της Βονίτσης, κύριοι όντες του αμβρακικού κόλπου, οι δε εις Βάλτον διά του Μακρυνόρους. Ο Μαυροκορδάτος, διαμείνας εν Λαγκάδα έως ού συνήχθησαν εκεί τα επί της εν Πέτα μάχης διασκορπισθέντα στρατεύματα προς ενδυνάμωσιν της θέσεως εκείνης, αν και μη όσον άλλοτε αναγκαίας μετά την υπό των Τούρκων κυρίευσιν του αμβρακικού κόλπου, ανεχώρησε, και μεταβαίνων από χωρίου εις χωρίον και από βουνού εις βουνόν επροσπάθει να εγκαρδιώση και πείση τους φοβηθέντας λαούς ίνα προκαταλάβωσι τας θέσεις του Λουτρακίου και του Καρβασαρά, όπου ο εχθρός εδύνατο ν' αποβιβάση ευκόλως τα στρατεύματά του. Αλλ', εν ώ κατεγίνετο επιπόνως εις τούτο, νέον δεινόν επήλθε προς ανατροπήν του σχεδίου. Ο συνηνωμένος στόλος Κωνσταντινουπόλεως, Αιγύπτου και Αλγερίας, ο επί της εισβολής του Δράμαλη φανείς εκτός της Ύδρας, εξ 84 πολεμικών πλοίων, εξ ών 7 δίκροτα και 15 φρεγάται, ελλιμένισε την 20 Ιουλίου έξωθεν του Μεσολογγίου· ήλθαν και τα εν τω κορινθιακώ κόλπω και έγειναν όλα 90. Εμφανισθέντος του στόλου τούτου, τα 8 ελληνικά πλοία απέπλευσαν, και οι Έλληνες φοβηθέντες εξ αιτίας των κατά την ξηράν νεωστί συμβάντων, και βλέποντες ότι η θάλασσα του Μεσολογγίου έπηξε, κατά την φράσιν των, επί τω εμφανισμώ τόσων κινητών βουνών, ενόμισαν ότι επέστη η τελευταία ώρα και της ελευθερίας της πατρίδος και της ζωής των.
Την άλωσιν του Βασιλαδίου επεχείρησεν ο εχθρικός ούτος στόλος και πολλάκις εδοκίμασεν υπό βαρύν κανονοβολισμόν ν' αποβιβάση ναύτας και στρατιώτας· αλλ' η τόλμη των εντοπίων υπερασπιστών του εδείχθη τοιαύτη, ώστε 50 μόνον ναύται Μεσολογγίται ήρκεσαν να αποκρούσωσιν ευτυχώς τας αλλεπαλλήλους εφόδους του εχθρού. Αγωνισθείς δε δύο ημέρας ανωφελώς μετέπλευσεν εις την μεταξύ Ευήνου και Μεσολογγίου Μαύρην Αλικήν, επί σκοπώ να κυριεύση καν εκείνην την θέσιν και στήση στρατόπεδον· αλλ' ηύρεν επί της παραλίας 800 Αιτωλούς ετοίμους να την υπερασπίσωσιν. Ο αρχηγός αυτών Μακρής, ο μόνος ίσως των συγχρόνων του οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος, όστις δεν εφίλησέ ποτε τουρκικήν ποδιάν, διότι έζη μέχρι της επαναστάσεως αδιακόπως ως κλέπτης, περιπλανώμενος εις βουνά και εις ερήμους, θέλων να δείξη το στράτευμα τούτο πολυανθρωπότερον και επιφοβώτερον, διέσπειρεν άμα ενύκτωσε τους στρατιώτας του επί της παραλίας και τους διέταξε να τουφεκίζωσιν ολονυκτί ανάπτοντες και πολλά πυρά· έπαιζαν δε και μουσικά όργανα, και οι στρατιώται ευθύμουν χορεύοντες, τραγουδούντες και αλαλάζοντες. Πρωίας δε γενομένης, καθ' ην ώραν οι Τούρκοι προσηύχοντο και είς αυτών διελάλει μεγαλοφώνως κατά την συνήθειαν την ενότητα του Θεού και την θείαν αποστολήν του προφήτου, τινές των στρατιωτών ανέβησαν εις τα δένδρα προσευχόμενοι και διαλαλούντες ως οι Τούρκοι και βλασφημούντες τον προφήτην. Άλλοι δε, συνάζοντες χοίρους, τους ηνάγκαζαν την ώραν της προσευχής των Τούρκων, σφίγγοντες τον λαιμόν των, να γρυλλίζωσιν. Οι Τούρκοι, ακούσαντες τόσους ασεβείς λόγους και τον από άκρου εις άκρον του ελληνικού στρατεύματος οξύν γρυλλισμόν των βδελυρών παρ' αυτοίς ζώων, ιδόντες και τόσην αφοβίαν απέπλευσαν την επαύριον άπρακτοι, και ελλιμένισαν έμπροσθεν των Πατρών. Οι δε Έλληνες, ους εξ αυτής της φυσικής ζωηρότητος και θερμής φαντασίας των μικρόν τι αρκεί να μικροκαρδίση ή να μεγαλοκαρδίση, ιδόντες την διττήν αποτυχίαν των εχθρών κατά τα παράλια της Αιτωλίας ήρχισαν να λησμονώσιν όσα έπαθαν.
Μετά δε τας αλλεπάλληλους αποτυχίας των Ελλήνων πέραν του Μακρυνόρους και τον εξ ανάγκης περιορισμόν αυτών εντεύθεν των ορίων του Ξηρομέρου και του Βάλτου, ουδεμία απέμεινεν ελπίς εις λύσιν της πολιορκίας της Κιάφας· ήρχισαν δε οι έγκλειστοι και να πεινώσιν· η δε συσσώρευσις τόσων χωρικών εντός τόσω στενού τόπου επήνεγκεν εντός ολίγου και λοιμικήν· οι Αλβανοί επροσπάθουν δι' υποσχέσεων ν' αποσπάσωσι των Σουλιωτών τους χωρικούς των· οι δε χωρικοί έδιδαν ώτα ακοής εξ αιτίας της πείνας, της λοιμικής και της απελπισίας. Καθ' ημέραν δε έγινετο λόγος μεταξύ πολιορκούντων και πολιορκουμένων περί συμβιβασμού άλλοτε μερικού και άλλοτε γενικού έως ού εσυμβιβάσθησαν οριστικώς. Οι Σουλιώται συγκατένευσαν να παραδώσωσι την Κιάφαν, αλλά δεν ηθέλησαν να μετοικίσωσιν εις μέρος τουρκικόν, και απήτησαν να μεταβιβασθώσιν υπό Ιόνιον σημαίαν εις την Επτάννησον. Οι Τούρκοι δεν αντείπαν, αλλ' εχρειάζετο η συγκατάθεσις του μεγάλου αρμοστού των ιονίων νήσων, και έστειλαν προς αυτόν και ούτοι και εκείνοι πρέσβεις. Εν τοσούτω, αφ' ού προώδευσεν ο συμβιβασμός, οι χωρικοί τη συγκαταθέσει των Σουλιωτών επανήλθαν εις τα χωρία των και παρεδόθησαν εις τους γείτονας των αγάδας. Εισηκούσθη και η προς τον μέγαν αρμοστήν πρεσβεία, και υπεγράφη συνθήκη εν Πρεβέζη την 28 ιουλίου εν τη οικία και υπό την εγγύησιν του εκεί Άγγλου προξένου, Μαϋέρου, υποχρεούσα τους Τούρκους ν' αγοράσωσιν όσα είδη οι Σουλιώται ήθελαν ν' αφήσωσιν ως περιττά εν τω φρουρίω, να τοις δώσωσι φορτηγά ζώα προς μετακόμισιν των αδυνάτων και των σκευών αυτών εις τον λιμένα, να πληρώσωσι τους ναύλους, να τοις εγχειρίσωσιν ομήρους προς ασφάλειάν των επί της εξόδου αυτών μέχρις ου έμβωσιν εις τα πλοία και ν' απομακρύνωσι τα προς τον λιμένα στρατεύματα. Οι Τούρκοι, προθέμενοι ν' απαλλαγώσιν όσον τάχιον των δεινών τούτων εχθρών και προσηλώσωσι την προσοχήν των εις τα της Αιτωλοακαρνανίας, όχι μόνον ταύτα έστερξαν, αλλά και γρόσια 150,000 τοις έδωκαν επί λόγω μισθών οφειλομένων αυτοίς παρά του Αλή, διότι άνευ τούτων δεν ήθελαν οι Σουλιώται ν' απολύσωσι τον Χασάμπασαν, ον ως όμηρον τοις είχε παραδώσει ο πάπος του Αλής επί της συμμαχίας των. Υπό τους όρους τούτους έστειλαν εν πρώτοις εις τον αιγιαλόν οι Σουλιώται τας οικογενείας και τα σκεύη των, κατέβησαν την 2 σεπτεμβρίου και αυτοί ένοπλοι και απέπλευσαν συν γυναιξί και τέκνοις υπό συνοδίαν αγγλικών πολεμικών πλοίων εις Κεφαλληνίαν, όπου υπέστησαν πολυήμερον κάθαρσιν διά την επικρατούσαν παρ' αυτοίς λοιμικήν και την αναφανείσαν εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ευλογίαν.
Παραδοθείσης της Κιάφας, η Αιτωλοακαρνανία έχασε το προπύργιόν της.
Διετέλει υπό τον Βρυώνην ο Μεχμέτ - Ρουσήτπασας, ο και Κιουταχής, φρούραρχος της Άρτης, και διαπρέψας εν τη μάχη του Πέτα. Άνθρωπος ούτος οξύς και τολμηρός, μεμφόμενος τον αρχηγόν του ως αδρανή και ανάξιον και φιλοτιμούμενος να φανή αξιώτερος και δοξασθή υπέρ εκείνον, εμίσθωσεν επί δύο μήνας τρισχιλίους Αλβανούς, παρέλαβε και τον Ισμαήλ Πλιάσαν αντίζηλον του Βρυώνη, και πλήρης ελπίδων να υποτάξη την Αιτωλοακαρνανίαν διά των μικρών τούτων δυνάμεων εξ αιτίας των δεινών της περιστάσεων, διέπλευσε τον αμβρακικόν κόλπον και απέβη εις Λουτράκι αρχομένου του αυγούστου, συγκατατεθέντος και του αρχηγού Βρυώνη θέλοντος και μη θέλοντος, ως φοβουμένου τας προς την Πύλην και τον Χουρσήδην κατ' αυτού αναφοράς του τολμηρού Κιουταχή.
Ο δε καταγινόμενος εις ασφάλειάν της άκρας του αμβρακικού κόλπου Μαυροκορδάτος είχεν έλθει εις Μαχαλάν φέρων τα απομεινάρια του τακτικού ολίγας ημέρας πριν αποβή ο Κιουταχής εις Λουτράκι, τα άφησεν εκεί προς σύστασιν στρατοπέδου, υπήγεν επί στρατολογία εις Μεσολόγγι και Ανατολικόν και ανέβη έπειτα εις Βραχώρι προς επίβλεψιν ως από κεντρικωτέρου μέρους των εσωτερικών πραγμάτων και προμήθειαν των αναγκαίων του στρατοπέδου του Μαχαλά, ούτινος εις αύξησιν κατεγίνοντο και προεστώτες και οπλαρχηγοί.
Ο δε Κιουταχής, αποβάς εις Λουτράκι και ευρών τον τόπον αφύλακτον εξεστράτευσεν εις τα ενδότερα, έκαυσε καθ' οδόν την Κατούναν, και φθάσας εις Παπαδάτας, χωρίον ημιώριον απέχον του Μαχαλά, απήντησεν 60 Έλληνας εν τω μοναστηρίω του προφήτου Ηλίου οδοιπορούντας προς το αρτιγενές στρατόπεδον του Μαχαλά. Ούτοι, ευρεθέντες παρά προσδοκίαν εν μέσω των εχθρών και μη δυνάμενοι να φύγωσι, κατέλαβαν την παρακειμένην δυνατήν θέσιν του μικρού χωρίου Αετού και τόσον γενναίως αντέστησαν ώστε οι περί τον Κιουταχήν, φοβηθέντες μη επιπέσωσι και οι εν Μαχαλά, ανεστρατοπέδευσαν εις Λουτράκι επί σκοπώ να μη εκστρατεύσωσιν έως ού εισβάλη και η υπό τον Βρυώνην μεγάλη δύναμις. Διέπρεψαν δε κατά την μάχην του Αετού συμβάσαν την 10 αυγούστου ο Θεοδωράκης Γρίβας, ο Γιάννης Τσαούσης, ο Στάθης Κατσαρός και ο Δημήτρης Παληογιάννης.
Καθ' ον δε καιρόν εκάθητο ο Κιουταχής εν Λουτρακίω αργός, οι εις τον Μαχαλάν πανταχόθεν συρρέοντες Έλληνες έγειναν τρισχίλιοι και εξεστράτευσαν επί σκοπώ να ριφθώσιν αίφνης διά νυκτός επί τους εχθρούς ως απροφυλάκτους. Αλλά πλησιάσαντες και ευρόντες αυτούς παρά πάσαν προσδοκίαν καλώς ωχυρωμένους και ετοίμους εις μάχην, δεν τους εκτύπησαν και επανήλθαν εις Μαχαλάν άπρακτοι. Η δε απροσδόκητος των εχθρών αύτη προετοιμασία έδωκεν αφορμήν να υποπτεύσωσι πολλοί των Ελλήνων, ότι μεταξύ αυτών ήσαν επίβουλοι ανακαλύπτοντες τω εχθρώ τα σχέδιά των. Εφωράθησαν δε καί τινες σπερμολόγοι εμπνέοντες κακοβούλως φόβον. Οι φανεροί ούτοι λόγοι εις απονέκρωσιν του λαού και αι υποκρυπτομένης επιβουλής υποψίαι εγέννησαν μεταξύ των συγκροτούντων το στρατόπεδον του Μαχαλά οπλαρχηγών δεινάς λογοτριβάς και έφεραν μετ' ολίγον και την διάλυσιν όλου του στρατοπέδου, ελθούσης της βεβαίας ειδήσεως ότι ο εις Άρταν μεταβάς Βρυώνης ήτον έτοιμος να εισβάλη και ούτος μετά πολυαρίθμων Αλβανών.
Η είδησις της εγγιζούσης εισβολής και ο διασκορπισμός του στρατοπέδου απήλπισαν τους δυστυχείς κατοίκους των μερών εκείνων, οίτινες μήτε υπεράσπισιν βλέποντες, μήτε να προσκυνήσωσι θέλοντες, έτρεχαν πληθηδόν εις τα παράλια της Ακαρνανίας, ίνα διασωθώσιν εις το μέχρι της επαναστάσεως έρημον νησίδιον του Καλάμου, το υπό την κυβέρνησιν της Επταννήσου, φέροντες και όσην εδύναντο περιουσίαν. Την απελπισίαν δε ταύτην εκορύφωσαν αι προς αλλήλους τινών οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος, και μεταξύ αυτών καί τινων των προκρίτων, διαιρέσεις, απειλούσαι κατ' εκείνας τας ημέρας εμφύλιον πόλεμον, κατά μεν τα Άγραφα μεταξύ Καραϊσκάκη και Ράγκου, κατά δε τον Βλωχόν μεταξύ Σταΐκου και Βλαχοπούλου, κατά δε τα Κράβαρα μεταξύ Πηλλάλα και Καναβού. Ο δε εμφύλιος ούτος πόλεμος, όπου και αν εξερρήγνυτο, φόβος μέγας ήτο μη ετάραττε και τας άλλας επαρχίας και τότε θα εκινδύνευε να χαθή αισχρώς όλη η Δυτική Ελλάς αυτή αφ' εαυτής.
Ο Βρυώνης δεν ήτον ούτε ως ο Χουρσήδης βαρύς και σκληρός, ούτε ως ο Δράμαλης άσκεπτος και ορμητικός. Ήτο και αυτός άλλοτε εκ των αυλικών του Αλή, εγνώριζε τους προεστώτας και οπλαρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, και απελάμβανε την υπόληψίν των. Πολλάκις έλαβεν αφορμήν να θαυμάση την ανδρίαν των πολεμιστών εκείνου του μέρους και δεν ηλαζονεύετο διά τας κατ' αυτών τελευταίας επιτυχίας του. Διά ταύτα επεχείρησε, και πριν πέση η Κιάφα, να τους ελκύση μάλλον διά λόγων ή να τους υποτάξη δι' όπλων, και ανταπεκρίνετο φιλικώς μετά τινων των δυνατών εκείνων των επαρχιών, και ιδίως μετά του Βαρνακιώτη, του μόνου στρατηγού εν τη Αιτωλοακαρνανία. Οι δ' εν τοις πράγμασι και αυτός ο Μαυροκορδάτος εγνώριζαν την περί ης ο λόγος ανταπόκρισιν· αν δε και είχαν υπ' όψιν την πρόσφατον αποσκίρτησιν του Γώγου και τα εις διάλυσιν του στρατοπέδου του Μαχαλά σκευωρηθέντα, όλοι επίστευαν, ότι οι μετά των Τούρκων ανταποκρινόμενοι Δυτικοελλαδίται ήσαν πιστοί εις τον αγώνα, και ότι ενήργουν επ' αγαθώ της κινδυνευούσης πατρίδος, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν.
Αφ' ού το στρατόπεδον του Μαχαλά διεσκορπίσθη, και οι κάτοικοι απηλπισμένοι εγκατέλειψαν τας εστίας των, ο Μαυροκορδάτος, βλέπων τον φανερόν κίνδυνον, μετέβη εις Κωνοπίναν, όπου συνεκρότησε συμβούλιον, εν ώ παρευρέθησαν διάφοροι πρόκριτοι και ο Βαρνακιώτης. Επρόκειτο περί του ποιητέου, και όλοι οι παρευρεθέντες συνωμολόγησαν, ότι, επί των δεινών εκείνων περιστάσεων, η φρόνησις απήτει να πολιτευθώσι τον Βρυώνην, αλλ' επί μόνω τω σκοπώ να κερδήσωσι καιρόν, έως ού συνδιαλλαγώσιν οι αντιφερόμενοι οπλαρχηγοί, εγκαρδιωθώσιν οι πτοηθέντες λαοί της Αιτωλοακαρνανίας και φθάση και η ημέρα τη ημέρα αναμενομένη πελοποννησιακή επικουρία, διότι ήτο γνωστή η διά την συμβάσαν φθοράν του Δράμαλη απαλλαγή των Πελοποννησίων του επαπειλούτος αυτούς κινδύνου. Εκρίθη δε συμφέρον να μη διακόψη ο Βαρνακιώτης την επί τω σκοπώ τούτω μετά του Βρυώνη απατηλήν ανταπόκρισιν. Ο Βαρνακιώτης αντέτεινε κατ' αρχάς επί λόγω, ότι, εν ώ ανταπεκρίνετο επ' αγαθώ της πατρίδος, τινές τον εσυκοφάντουν ως μελετώντα προδοσίαν· αλλ' επί τέλους έδειξεν ότι επείσθη, ζητήσας και λαβών εις αναίρεσιν των αδίκων κατ' αυτού, ως έλεγεν, υποψιών, έγγραφον παρά των παρευρεθέντων, δι' ου τω εδίδετο άδεια να μη παύση μεν διαπραγματευόμενος δι' ων ενόμιζε καταλληλοτέρων τρόπων, αλλ' εξαγοραζόμενος μόνον τον καιρόν (α). Λαβών δε το ζητηθέν έγγραφον, παρέλαβε και τον Γιαννάκην Ράγκον και απήλθε μεσούντος του σεπτεμβρίου εις Άρταν, μήτε τους υπογράψαντας προκρίτους προειδοποιήσας, μήτε την άδειαν του Μαυροκορδάτου, όστις ήτον η Αρχή του τόπου και συνυπέγραψε, λαβών ή ζητήσας. Παρηκολούθησε δε μετ' ολίγον τον Βαρνακιώτην εις Άρταν και ο Ανδρέας Ίσκος.
Ευμενώς και εντίμως εδέχθη τον Βαρνακιώτην ο Βρυώνης και διά την αντιπροσωπείαν του και διά την σημασίαν του, και τόσον τον έθελξε δι' όσων τω υπεσχέθη, ώστε τον έφερεν εις παντελή λήθην του αληθούς σκοπού της αποστολής του. Επανελθών δε ο Βαρνακιώτης μετ' ολίγον εις τα ίδια εκάλεσεν αμέσως παρ' αυτώ τους προκρίτους των επαρχιών εις σύσκεψιν, και ειδοποίησε περί τούτου και τον Μαυροκορδάτον, αλλά δεν ωμολόγησεν ότι επροσκύνησεν.
Ο Μαυροκορδάτος και πολλοί πρόκριτοι ευρίσκοντο προς τα Κάτω Γεφύρια καθ' ην ημέραν έφθασαν τα προς αυτούς γράμματα του Βαρνακιώτη· ήσαν δε ανήσυχοι δι' όσα ήκουσαν, και απεποιήθησαν ευσχήμως την πρόσκλησίν του, φοβούμενοι μη κρατηθώσι και παραδοθώσιν εις τον Βρυώνην· εκάλεσαν δε αυτοί αυτόν εις συνέντευξιν επί σκοπώ ν' ανακαλύψωσι την αλήθειαν, σκεπτόμενοι, ότι, αν ήτον ένοχος, θα παρήκουεν, ει δε και ήτον αθώος, θα υπήκουεν. Αλλά την αυτήν ημέραν, 23 σεπτεμβρίου, ανεκαλύφθη όλη η αλήθεια, διότι τοις εστάλησαν άλλοθέν τινα των αμνηστηρίων του Βρυώνη προς διαφόρους οπλαρχηγούς των επαρχιών της Δυτικής Ελλάδος, καί τινα γράμματα του Βαρνακιώτη προς αυτούς κατακρίνοντος τον εθνικόν αγώνα, ως κινηθέντα και διατηρούμενον υπό ετεροχθόνων και τυχοδιωκτών επ' ωφελεία αυτών, και συμβουλεύοντος αυτούς να προλάβωσι την άφευκτον καταστροφήν του τόπου, και ασφαλίσωσι τα συμφέροντά των διά της προθύμου και ειλικρινούς υποταγής των εις την υψηλήν Πύλην.
Τοιαύτη διαγωγή και τοιαύται προτροπαί εν τοιούτοις καιροίς τοιούτου ανδρός, παρασύραντος και τον οπλαρχηγόν του βάλτου Ανδρέαν Ίσκον και τον συνοπλαρχηγόν του Γιαννάκην Ράγκον και τον Γεωργάκην Βαλτινόν, έφεραν χείριστα αποτελέσματα εν τη Δυτική Ελλάδι, διότι αι δυο πολεμικώτεραι επαρχίαι της, το Ξηρόμερον και ο Βάλτος, αι προφυλακίδες της, η μεν προς το Μακρυνόρος η δε προς τον αμβρακικόν κόλπον, εθεωρούντο έκτοτε ως προσκυνήσασαι· μέγας δε φόβος ήτο μη και άλλαι επαρχίαι εμιμούντο το παράδειγμά των.
Αλλ' όσον μεγάλα ανεφάνησαν τα περιστοιχίζοντα τον εθνικόν αγώνα δεινά, τόσον ο Μαυροκορδάτος και οι λοιποί, οι μείναντες πιστοί εις την πατρίδα, ηύξησαν τον ζήλον των υπέρ της τιμής και της σωτηρίας αυτής. Άνω κάτω εκινούντο οι πατριώται ούτοι θαρρύνοντες τον λαόν, συνιστώντες νέα στρατόπεδα και καταλαμβάνοντες διαφόρους θέσεις αλληλοδιαδόχως, αν και η εισχωρήσασα εις τα σπλάγχνα της Αιτωλοακαρνανίας επιβουλή και τα στρατόπεδα διέλυε και τους άλλους πατριωτικούς αγώνας των παρέλυεν (β).
Εν τούτοις, καθώς προανηγγέλθη, ο Βρυώνης διέβη ανεμποδίστως μετά επτακισχιλίων ή οκτακισχιλίων Αλβανών τα στενά του Μακρυνόρους και εστρατοπέδευσε κάτωθεν της Λεπενούς· εκεί υπήγεν εις έντευξίν του ο Κιουταχής, και εκείθεν πρώτος ούτος επέρασε μετά των υπ' αυτόν τον ποταμόν. Οι δε απομείναντες εν τοις χωρίοις όθεν διέβαινεν ο εχθρός Χριστιανοί, μη δυνάμενοι να τα φυλάξωσιν απάτητα, τα έκαιαν και έφευγαν· έκαυσαν και το Βραχώρι την αυγήν της αυτής ημέρας καθ' ην εισήλθεν εις αυτό περί το εσπέρας ο Κιουταχής. Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι επροχώρουν μεν πάντη ανεπηρέαστοι εντός της Αιτωλίας, αλλ' ουδαμού απήντων ψυχήν γεννητήν, και πέριξ αυτών δεν έβλεπαν ειμή καπνούς, φλόγας, και παντελή ερημίαν.
Ο δε Κιουταχής διέμεινεν ημέρας τινας εν Βραχωρίω, έως ού ήλθεν εκεί και ο Βρυώνης μετά του λοιπού στρατεύματος, και τότε εξεστράτευσαν όλοι ομού προς τα κάτω μέρη της Αιτωλοακαρνανίας αφήσαντες εν Βραχωρίω ικανήν φρουράν. Ο δε Μαυροκορδάτος, ο Μπότσαρης, ο Τσόγκας, ο Βλαχόπουλος, ο Μακρής και άλλοι πιστοί οπλαρχηγοί, κατέλαβαν διαφόρους θέσεις επ' ελπίδι αντιστάσεως· αλλ' αδύνατοι όντες ενώπιον τόσων δυνάμεων ηναγκάζοντο επί τη προσεγγίσει του εχθρού να υποχωρώσιν.
Οκτώβριος Η τελευταία θέσις, ην κατέλαβαν, ήτο το Κεφαλόβρυσον, δύο ήμισυ ώρας μακράν του Μεσολογγίου, όπου διέμειναν τέσσαρας ημέρας· αλλά και ταύτην εγκατέλειψαν επελθόντων των εχθρών την 21 Οκτωβρίου και εσκορπίσθησαν· και οι μεν εντόπιοι οπλαρχηγοί ανέβησαν τα βουνά, ο δε Κίτσος και ο Μπότσαρης, οι μη έχοντες επαρχιακάς οπλαρχηγίας, εισήλθαν καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών και κακώς έχοντες εις Μεσολόγγι, όπου είχε καταφύγει τέσσαρας ημέρας προτού και ο Μαυροκορδάτος.
Διελθόντες δε οι εχθροί ανεπηρέαστοι το Κεφαλόβρυσον έπεσαν την αυτήν ημέραν εις την έξωθεν του Μεσολογγίου πεδιάδα άνωθεν των εκκλησιών του αγίου Δημητρίου και του αγίου Αθανασίου, μηδενός αντιμαχομένου, και επροχώρησαν αυθημερόν προς τα κατ' ανατολάς του Μεσολογγίου χωρία Μποχώρι και Γαλατάν, ήρπασαν τας εκεί τροφάς των Ελλήνων και ηχμαλώτευσαν καί τινας γυναίκας και παιδία· την δε 25 επανήλθαν έξωθεν του Μεσολογγίου και εστρατοπέδευσαν 4 μεν Κιουταχής κατά τον άγιον Αθανάσιον, ο δε Βρυώνης κατά τον άγιον Δημήτριον· ύψωσαν δε διά νυκτός και κανονοστάσια επί των ερειπίων της εκκλησίας του αγίου Γεωργίου εντός πιστολιάς από του τείχους της πόλεως, και επέθηκαν κανόνια και βομβοβόλους. Παρηκολούθουν δε τα εχθρικά στρατεύματα ο Γώγος, ο Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο Γιαννάκης Ράγκος και ο Γεωργάκης Βαλτινός. Προ ολίγων δε ημερών είχαν καταπλεύσει εις τον λιμένα του Μεσολογγίου και τρία πολεμικά πλοία υπό τον εν Πάτραις Ισούφην, ώστε την 25 η πόλις του Μεσολογγίου επολιορκείτο διά ξηράς και θαλάσσης.
1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.
&Συγκρούσεις κατά ξηράν έμπροσθεν Ναυπλίου. — Ναυμαχία εν τω αργολικώ κόλπω και ανάπλους του τουρκικού στόλου. — Εμπρησμός δικρότου εν Τενέδω — Παράδοσις Ναυπλίου.&
ΟΥΤΕ η επί της εισόδου του Δράμαλη λυθείσα διά ξηράς πολιορκία του Ναυπλίου επανελήφθη μετά την έξοδον αυτού από της Αργολίδος, ούτε αι μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενοτοπίαι εφυλάχθησαν μετά την εις Τριπολιτσάν ανάβασιν του Κολοκοτρώνη. Πάμπολλοι Έλληνες, διαταχθέντες εις φρούρησιν των στενοτοπιών και διατήρησιν της πολιορκίας, διεσπάρησαν εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, οι μεν προς φύλαξιν οι δε προς πώλησιν των πλουσίων λαφύρων· ώστε οι εν Ναυπλίω Τούρκοι, αντιλήπτορας έχοντες και τους εισελθόντας μετά του Αλή ιππείς, εξήρχοντο ανεμποδίστως και αφόβως εις τα πέριξ του φρουρίου βόσκοντες τους ίππους των και αρπάζοντες ό,τι εύρισκαν. Τούτο θεωρών ο εν Μύλοις διατρίβων Πετρόμπεης διέταξε πεντακοσίους Μανιάτας και κατέλαβαν την παραθαλασσίαν θέσιν του Κιοσκίου· είχαν δε εις υπεράσπισιν ούτοι και δύο κανονοφόρους·
Αύγουστος αλλά την 8 αυγούστου εξελθόντες του Ναυπλίου 50 ιππείς και 600 πεζοί απεδίωξαν τους 500 κακώς έχοντας, φονεύσαντές τινας αυτών, θαλασσώσαντες πολλούς και αιχμαλωτίσαντες 14, εν οις και τους οπλαρχηγούς Ραβούλιαν Καββαλαράκην και Θεοδωρήν Κουμοντάκον. Μετά το πάθημα τούτο βλέποντες οι Έλληνες τους Τούρκους περιφερομένους αφόβως εσκέφθησαν να τους βλάψωσι δι' ενέδρας. Πολλοί Τούρκοι εξήλθαν την 14 και επροχώρησαν επί συγκομιδή καρπών εις Κούτσι, όπου ενέδρευάν τινες Έλληνες, οίτινες θέλοντες να παρασύρωσι τους εχθρούς μακρότερον ησύχαζαν· αλλ' είς αυτών θελχθείς εκ της λάμψεως των αργυρών όπλων ενός Τούρκου, αναβάντος εις συκήν, τον ετουφέκισε και τον έρριψε νεκρόν. Εξ αιτίας του περιστατικού τούτου εξεφανερώθησαν οι Έλληνες εκ διαφόρων μερών όπου ενέδρευαν, έζωσαν τους εχθρούς, τους έτρεψαν, εφόνευσαν 26 και εζώγρησαν 18, ους έδωκαν εις ανταλλαγήν των προσυλληφθέντων 14 Μανιατών· εζώγρησαν και ίππους, και ημιόνους, και καμήλους, εφονεύθησαν δε και 2 Έλληνες και επληγώθησαν 5. Κατά την ημέραν δε ταύτην ο αδελφός του Νικήτα Νικολός Σταματελόπουλος, αρχηγός των έξωθεν του Ναυπλίου Ελλήνων, καταδιώκων Τούρκον καθήμενον επί αργυροστολίστου ίππου, εφονεύθη υπ' αυτού καθ' ην στιγμήν έδραξε τους χαλινούς του ίππου του· διεκρίνετο δε ο φονευθείς ως ανδρείος και φιλεύτακτος.
Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού διέμεινεν ανωφελώς εν Πάτραις υπέρ τον μήνα, καθ' όν καιρόν η παρουσία του ήτο τόσον αναγκαία εν τη Αργολίδι προς διατήρησιν του υπό τον Δράμαλην στρατού και λύσιν της πολιορκίας του Ναυπλίου, απέπλευσε την 27 υπό τον νέον καπητάμπασαν,
Σεπτέμβριος και την 7 σεπτεμβρίου εφάνη έξωθεν της Ύδρας και των Σπετσών.
Ελθούσης δε της ειδήσεως, ότι έπλεε προς το Ναύπλιον, κατέλιπαν τον θαλασσόπυργον οι φυλάσσοντες αυτόν, και έμειναν εις φύλαξιν αυτού 48 ώρας δύο μόνον γέροντες, ο μεν Υδραίος ο δε Σπετσιώτης, και ο φιλέλλην Χάνης· μετά δε ταύτα εισήλθαν 20 Επτανήσιοι υπό τον Σεμπρικόν και άλλοι τόσοι Χειμαριώται υπό τον Γράμζην, και ούτως ησφαλίσθη το μικρόν εκεί φρούριον.
Οι Έλληνες υπέθεσαν, ότι ο στόλος εσκόπευεν όχι μόνον να τροφοδοτήση το Ναύπλιον, αλλά και ν' αποβιβάση στρατεύματα εις Σπέτσας· διά τούτο επρόλαβαν οι Σπετσιώται και μετεβίβασαν εις Ύδραν τας γυναίκας και τα τέκνα των, και μετέφεραν έξωθεν και στρατιώτας προς υπεράσπισιν του τόπου των· 60 δε πολεμικά πλοία και 10 πυρπολικά υπό τον Μιαούλην παρέπλεαν εις ματαίωσιν του ρηθέντος διττού σκοπού. Επειδή δε η ναυτική δύναμις των Ελλήνων ήτον ανεπαρκής, ο Μιαούλης εσχεδίασε να την αντιτάξη όλην ηνωμένην, και διέταξε να πλέη όλη ομού μεταξύ της πελοποννησιακής παραλίας και των νήσων Ύδρας και Σπετσών αλλ' ο εχθρικός στόλος εκινήθη τόσον επιδεξίως παρά πάσαν προσδοκίαν, ώστε διέπλευσε την 8 τον μεταξύ Ύδρας και Σπετσών πορθμόν, και διεχώρισε τα ελληνικά πλοία τα μεν προς ανατολάς τα δε προς δυσμάς, εν οις και η ναυαρχίς. Ο Μιαούλης, όσον γενναίος τόσον και συνετός, επιμένων εις το πρώτον του σχέδιον, επόδισε και έπλεε πλησίστιος προς το Χέλι επί της πελοποννησιακής παραλίας, εις προσβολήν του εχθρικού στόλου, αν επειράτο να πλεύση εις Ναύπλιον· διέταξε δε όλα τα πλοία να παρακολουθήσωσιν. Αλλ' οι πλοίαρχοι Αντώνης Κριεζής, Ανάργυρος Λεμπέσης και Λεονάρδος Θεοδωρής, ων τα πλοία ευρέθησαν προς ανατολάς, υποθέτοντες ότι ο ναύαρχος απεμακρύνετο επί σκοπώ να παρεκκλίνη την μάχην, παρήκουσαν και έπλευσαν εις το μέσον του εχθρικού στόλου. Εκ των τριών δε τούτων πλοίων το μεν του Λεονάρδου ήτο πυρπολικόν, τα δε του Λεμπέση και Κριεζή πολεμικά, άτινα και ήρχισαν εις έκπληξιν εχθρών και φίλων να κανονοβολώσιν. Ο ναύαρχος, ιδών απροσδοκήτως ότι ανετράπη τα σχέδιόν του, εστράφη εις τα οπίσω και διέταξε τα άλλα πλοία να συμπαραπλέωσιν. Εν τούτοις η προς δυσμάς μοίρα κατεδιώκετο, και κινδυνεύουσα να πάθη επλησίασε προς το νησίδιον του Δοκού, όπου δεν ήτο δυνατόν να πλησιάσωσι τα μεγάλα του εχθρού πλοία· πολλά όμως μικρότερα επλησίασαν προστατευόμενα υπό των μεγάλων, έως ού ο Πιπίνος εκόλλησεν εις έν αλγερινόν το πυρπολικόν του· αλλά 50 γενναίοι Αλγερίνοι εισεπήδησαν και το εξεκόλλησαν· πλην και οι 50, φλογισθέντος αυτού, οι μεν εκάησαν οι δε πεσόντες εις την θάλασσαν επνίγησαν· εφοβήθησαν όμως εξ αιτίας του συμβάντος τούτου τα άλλα πλοία του εχθρικού στόλου και απεμακρύνθησαν. Τοιουτοτρόπως απηλλάγη η ελληνική εκείνη μοίρα· αλλά μη δυναμένη να πλεύση προς τον ναύαρχόν της εξ αιτίας της θέσεώς της προσώρμισε σώα παρά την πελοποννησιακήν παραλίαν αντικρύ της Ύδρας. Εν δεινή θέσει ευρέθησαν και πλοία της προς ανατολάς μοίρας, ώστε ολίγα, εν οις και η ναυαρχίς, ήλθαν όπου εμάχοντο τα του Κριεζή και του Λεμπέση· ήσαν δε τα προσελθόντα τα του Σαχτούρη, του Χατσή - Αναργύρου, του Παναγιώτα, του Δημήτρη Μιαούλη, του Τσούπα, του Ράφτη και του Λαχανά. Η μικρά δε αύτη δύναμις επολέμησε μέχρι της εσπέρας, και δεν άφησε τον εχθρικόν στόλον να πλεύση, καθώς εμελέτα, εις τον αργολικόν κόλπον.
Νυκτός δε γενομένης, ο μεν τουρκικός στόλος εξεπελάγισεν, ο δε ελληνικός έμεινεν εντός του πορθμού. Την ακόλουθον ημέραν εκανοβολήθησαν μακρόθεν οι δύο στόλοι ικανήν ώραν διαρκούσης άκρας νηνεμίας. Την δε επιούσαν καθώς και την παρελθούσαν νύκτα εφεγγοβόλουν όλα τα πλησίον βουνά της Πελοποννήσου, και δι' όλης της ημέρας καθώς και δι' όλης της νυκτός οι επί των νήσων Ύδρας και Σπετσών και οι κάτοικοι των αντικρύ χωρίων Κρανιδίου και Ερμιόνης όλοι εγρηγόρουν· συνέρρευσαν δε προς το παράλιον και πολλοί άλλοι ένοπλοι άλλοθεν. Την δε υστεραίαν οι στόλοι έμειναν άπρακτοι, αν και ο εχθρικός επλησίασε ταις Σπέτσαις· ταις επλησίασε και την 11, αλλ' ουδέ και τότε εκανονοβόλησε. Την δε 12 επροχώρησεν ολόσωμος προς το Ναύπλιον· ωπισθόπλεε και ο ελληνικός σκοπεύων να τον κτυπήση προς τον μυχόν του κόλπου, όπου εναυλόχουν τινά πυρπολικά. Αλλ' ο εχθρικός, προχωρήσας έως ού απείχε του Ναυπλίου 10 μίλια, ανεκώχευσεν αιφνιδίως και έστειλεν εις την πόλιν πλοίον υπό σημαίαν αυστριακήν φέρον τροφάς. Το πλοίον τούτο συνελήφθη υπό των αίφνης έμπροσθεν αυτού αναφανέντων πυρπολικών του Τσερεμέ και του Θεοδωρή Υδραίων· ευρέθησαν δε και γράμματα εν αυτώ στελλόμενα παρά του καπητάμπασα προς τας εν Ναυπλίω Αρχάς και λέγοντα, ότι τα πάντα ήσαν λίαν καλά, ότι το Σούλι έπεσε και όλοι οι εν αυτώ άπιστοι κατηφανίσθησαν, ότι ο επανελθών εις Κόρινθον βασιλικός στρατός δεν εβλάφθη και επανέστρεφεν εις Άργος, ότι νέα στρατεύματα παρηκολούθουν υπό την οδηγίαν του Χουρσήδη, ότι ναυμαχήσας ο αήττητος στόλος, 6 ελληνικά πλοία εβύθισε και 2 έκαυσε, και ότι ο καπητάμπασας δεν έκρινεν εύλογον να εισπλεύση, διότι ήσαν τα νερά ρηχά, και διότι εβεβαιώθη, ότι 6 πυρπολικά των απίστων ήσαν πλησίον του φρουρίου παραφυλάττοντα, και 10 εν τω λιμένι των Σπετσών, και διά τούτο έστελλε το περί ου ο λόγος πλοίον φέρον τροφάς, διανοούμενος να στείλη και άλλας. Και ταύτα μεν περιείχαν εν περιλήψει τα γράμματα (α). Ο δε εχθρικός στόλος ούτε κατά των απέμπροσθεν αυτού συλλαβόντων το περί ου ο λόγος αυστριακόν πλοίον εκινήθη, ουδέ άλλας τροφάς επεχείρησε να στείλη· αλλά επόδισε την επιούσαν και εξήρχετο εν τοσαύτη βία, ώστε, αφ' ού αφώπλισε κατά τα παράλια της Λακωνίας έν δικάταρτόν του ως βραδύπλουν, το έκαυσεν· επειδή δε ο άνεμος ήτον ολίγος δεν εξέπλευσεν όλος του κόλπου ειμή την υστεραίαν παρακολουθούμενος υπό του ελληνικού, κανονοβολών μακρόθεν και κανονοβολούμενος. Κατά την αυτήν ημέραν εκάθησε προς το νότειον μέρος της Ύδρας έν δίκροτον· αλλά, μετακομισθέντων των κανονίων του εις άλλο πλοίον, εξεκάθησε πριν φθάσωσι τα κατ' αυτού κινηθέντα πυρπολικά. Την δε 15, πνέοντος ανατολικού ανέμου, εξεπελάγισεν ο εχθρικός στόλος και κατέπλευσεν εις Σούδαν· επανέπλευσε τότε και ο ελληνικός εις τους λιμένας του.
Ερχόμεθα τώρα να εξηγήσωμεν τον αιφνίδιον ανάπλουν του εχθρικού στόλου.
Αύγουστος Αρχομένου του αυγούστου ο τότε αρχηγός της εν τω Αιγαίω γαλλικής μοίρας Βιελλάς κατέπλευσε την νύκτα εις τον λιμένα του Ναυπλίου επί της φρεγάτας Fleur de lis. Την δε επαύριον κατέπλευσεν εις τον αυτόν λιμένα και ο αρχηγός της αγγλικής Χαμιλτών επί της Καμβρίας. Η εν Μύλοις τότε κυβέρνησις έστειλέ τινα εις χαιρετισμόν των μοιράρχων παρακαλούσα αυτούς να μη λάβωσι συγκοινωνίαν μετά των εν Ναυπλίω. Ο Χαμιλτών εδέχθη προθύμως την δικαίαν ταύτην αίτησιν· αλλ' ο συνάδελφός του Βιελλάς την απέρριψεν αποτόμως· έστειλε δε και αξιωματικόν προς την ελληνικήν κυβέρνησιν απαιτών γρόσια 35 χιλιάδας, τας μεν 30 εις αποζημίωσιν του φορτίου του υπό γαλλικήν σημαίαν πλοίου Λ ι σ τ ό κ ο υ, κρατηθέντος υπό του φρουράρχου Μονεμβασίας Γιάννη Μαυρομιχάλη και διά της βίας εκφορτωθέντος τον παρελθόντα απρίλιον, τας δε 5 επί λόγω άλλων αποζημιώσεων. Η κυβέρνησις υπεσχέθη την απόδοσιν και της μιας και της άλλης ποσότητος μετά διμηνίαν, και ο Βιελλάς έστερξεν· αλλά την 31, ό εστι πριν παρέλθη η προθεσμία, και καθ' ας ημέρας ανεμένετο ο τουρκικός στόλος, επανέπλευσεν ο μοίραρχος ούτος εις τον λιμένα του Ναυπλίου επί της φρεγάτας του, σύμπλους έχων μίαν γαβάραν και μίαν γολέτταν. Ο Μιαούλης, πολιορκών την πόλιν, έστειλε τον Σαχίνην εις χαιρετισμόν του και τον παρεκάλεσε να μη κοινωνήση μετά των εν τη πολιορκουμένη πόλει· αλλ' εκείνος όχι μόνον απέρριψε την παράκλησιν, αλλ' απήτησεν αμέσως τας αποζημιώσεις επί απειλή βίας. Εις μάτην η κυβέρνησις επεκαλέσθη την εκπληρώσιν του όρου της προθεσμίας· υπείκουσα δε εις την ανάγκην υπεσχέθη να πληρώση εντός έξ ημερών.
Σεπτέμωριος Η προθεσμία αύτη έληξε την 8 σεπτεμβρίου, καθ' ην, μη δοθέντων των χρημάτων, παρέστη ο Γάλλος μετά του στολίσκου του έμπροσθεν της Ύδρας, εν ώ εμάχοντο οι στόλοι, και χωρίς ν' αναλογισθή την κρίσιμον θέσιν των πραγμάτων κατ' εκείνην την ημέραν, μετέπεμψε τον Νέγκαν, και επί λόγω της μη αποδόσεως των χρημάτων κατά την τελευταίαν υπόσχεσιν της κυβερνήσεως απήτει τους επί της γολέττας αυτού Τούρκους, τους ως ομήρους δοθέντας τη ελληνική κυβερνήσει παρά των εν Ναυπλίω Τούρκων, καθ' όν καιρόν υπεγράφη η περί της παραδόσεως του φρουρίου σύμβασις. Ο Νέγκας απέρριψε την απαίτησιν, ο δε Βιελλάς έστειλε ν' αφαρπάση τους εν τη γολέττα ομήρους, μηδόλως αναλογισθείς ότι αποσπών αυτούς απέσπα την μόνην εγγύησιν της ασφαλείας της ζωής των εν Ναυπλίω ομήρων Ελλήνων. Αλλ' οι ναύται της γολέττας επρόλαβαν και τους απεβίβασαν. Τότε η φρεγάτα εκανονοβόλησε την υπό τα κανονοστάσια της Ύδρας απειθή γολέτταν, την ετρύπησε και επλήγωσε δύο ναύτας εν αυτή, και μίαν έγκυον γυναίκα επί του παραθαλασσίου. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας τα γαλλικά πλοία ηγκυροβόλησαν κατά την δυτικήν άκραν της νήσου των Σπετσών. Την δε 12 έστειλεν ο αρχηγός των προς τον καπητάμπασαν ένα των αξιωματικών εις επίσκεψιν αυτού και εις συμβιβασμόν του συνήθους διά κανονίων αμοιβαίου χαιρετισμού· αλλ' έστειλε διά της αυτής ευκαιρίας καί τινα Άραβα προ καιρού αιχμάλωτον εν Ύδρα, ελευθέρως περιφερόμενον εκεί και καταφυγόντα εις την γαλλικήν φρεγάταν, εν ώ αύτη ευρίσκετο έμπροσθεν της Ύδρας. Μετ' ολίγην ώραν, αφ' ού οι ρηθέντες έφθασαν εις την οθωμανικήν ναυαρχίδα, ανεχώχευσε παρά πάσαν προσδοκίαν ο στόλος, απέστειλε το συλληφθέν αυστριακόν, και επόδισεν. Εκ της περιστάσεως ταύτης και εκ της εννοίας των συλληφθέντων γραμμάτων απέδωκαν τον αιφνίδιον ανάπλουν του στόλου οι μεν εις τας προς τον καπητάμπασαν ανακοινώσεις του ευμενώς προς τους Τούρκους και δυσμενώς προς τους Έλληνας διακειμένου Βιελλά, μαθόντος εξ ών έλαβε συνεντεύξεων μετά των Ελλήνων, ότι εναυλόχουν πυρπολικά προς το βάθος του λιμένος καιροφυλακτούντα να καύσωσι τον στόλον επί του είσπλου, οι δε εις μόνας τας ανακαλύψεις του άραβος. Τοιουτοτρόπως ο άνανδρος Μεχμέτης απέφυγε την επαπειλουμένην εντός του αργολικού κόλπου βλάβην του στόλου του ίσως δε και αυτόν τον όλεθρόν του. Ο δε Γάλλος μοίραρχος έλαβε μετ' ολίγας ημέρας όσα χρήματα εζήτει και ανεχώρησεν· αλλ' η αξιόμεμπτος διαγωγή του κατεκρίθη υπό της φιλανθρώπου και φιλέλληνος Γαλλίας και επέφερε την ανάκλησίν του.
Οκτώβριος Διατρίψας δε ο οθωμανικός στόλος ημέρας τινας εν τω λιμένι της Σούδας προς αναψυχήν των ναυτών, απέπλευσε την 8 Οκτωβρίου, περιήλθε τινας νήσους του Αιγαίου, και έρριψεν άγκυραν έμπροσθεν Σύρας και Μυκώνου. Οι φιλότουρκοι της Σύρας έσπευσαν να προσφέρωσι την βαθείαν υπόκλισίν των τω καπητάμπασα, αποστείλαντες τους προεστώτας των εις την ναυαρχίδα (β). Αλλ' οι Μυκώνιοι, αντί ύδατος και γης, τω επρόσφεραν πυρίτιδα και βόλια, και όλοι ένοπλοι έτρεψαν εις φυγήν 100 Αλγερινούς αποβάντας είς τινα άκραν της Μυκώνου επί αρπαγή αιγοπροβάτων και εφόνευσαν καί τινας αυτών. Ο στόλος δεν έκρινεν εύλογον να παιδεύση την αυθάδη νήσον, μήτε να ρίψη άγκυραν έμπροσθεν άλλης τινός, αφ' ού μάλιστα παραπλέων την Τήνον (γ), είδε μέγα πλήθος ενόπλων ετοίμων εις αντίστασιν αλλ' έπλευσε κατ' ευθείαν εις Τένεδον. Εν ώ δε ανέμενεν εκεί τας διαταγάς του σουλτάνου, σφοδράς τρικυμίας επελθούσης, πολλά πλοία διεσκορπίσθησαν, τινά δε και εβλάφθησαν. Μετά το συμβάν τούτο εξέπλευσαν των Ψαρών δύο πυρπολικά, το μεν υπό τον Κανάρην, το δε υπό τον Μπρατσάνον, συνέπλεαν δε και δύο μυστικά, το μεν υπό τον Καλαφάτην, το δε υπό τον Σαρίανην, και εν αγνοία των προφυλακίδων έπεσαν τα πυρπολικά εις το μέσον του στόλου τα εξημερώματα της 27 και ερρίφθησαν επί δύο δίκροτα, το μεν υπό τον Μπρατσάνον επί την ναυαρχίδα, τα δε υπό τον Κανάρην επί την υποναυαρχίδα. Η ναυαρχίς διεσώθη κόψασα τας αγκύρας της, αλλ' η υποναυαρχίς κατεφλέχθη. Χίλιοι εξακόσιοι ήσαν οι εν αυτή ναύται και στρατιώται, εξ ών 15 μόνον διεσώθησαν. Μετά το κατόρθωμα τούτο οι μεν ναύται των δύο ελληνικών πυρπολικών έπλευσαν επί των εφολκίων προς την Λίμνον, και μη ευρόντες εκεί τα μύστικα κατέπλευσαν εις Σκύρον, όπου τα ηύραν, και επανήλθαν όλοι αβλαβείς εις Ψαρά· ο δε εχθρικός στόλος ανήχθη όλος έντρομος και εισέπλευσε τον Ελλήσποντον, ταπεινωθείς κατέμπροσθεν των εμπορικών πλοίων της Ελλάδος και αφήσας τους μεγαλοτόλμους ναύτας της θαλασσοκράτορας. Φόβος και τρόμος κατέλαβε μετά τα συμβάντα ταύτα τας νήσους και τας παραθαλασσίους πόλεις της αυτοκρατορίας τας υπό Τούρκων κατοικουμένας. Εν Σμύρνη, εν Χίω, εν Μιτυλήνη, παντού ηγωνίζοντο οι Τούρκοι δι' ων εδύναντο τρόπων όχι πλέον πώς να καταδιώξωσι τους εχθρούς των, αλλά πώς να ασφαλισθώσιν από της καταδιώξεως των θαλασσινών της Ελλάδος, και κυρίως των γειτόνων των Ψαριανών (δ), οίτινες περιέπλεαν ως θαλασσοκράτορες όλα τα παράλια, καταστρέφοντες, λεηλατούντες και εκφοβίζοντες τους παραθαλασσίους εχθρούς των. Εις τόσην δε έφθασαν οι θαλασσινοί της Ελλάδος τόλμην κατ' εκείνον τον καιρόν, και τόσον κατεφρόνησαν τους εχθρούς των, ώστε 4 πλοία της Κάσσου κατέσχαν εν τω λιμένι της Δαμυάτης, πόλεως πλησίον των εκβολών του Νείλου και αντικρύ του Δέλτα, 13 πλοία παραλαμβάνοντα τροφάς εις χρήσιν του τουρκικού στόλου, ήρπασαν ικανά χρήματα ευρεθέντα εν αυτοίς, και μεταγγίσαντες όλας τας τροφάς εις τρία των κατασχεθέντων πλοίων απήγαγαν αυτά εις την πατρίδα των χωρίς όμως να εγγίσωσι την εν αυτοίς ευρεθείσαν ευρωπαϊκήν ιδιοκτησίαν. Μετά τινας δε ημέρας 2 πλοία ψαριανά συνέλαβαν 4 μικρά εχθρικά προς τα παράλια της Συρίας φέροντα πλούσια φορτία. Εν ενί λόγω μετά τον εις τον Ελλήσποντον κατησχυμένον πλουν του μεγάλου στόλου, ον ο ανάξιος καπητάμπασας δεν ησχύνθη μετά την αισχράν αποτυχίαν του να ονομάση διά των προς τους εν Ναυπλίω Τούρκους γραμμάτων του α ή τ τ η τ ο ν, δεν εφαίνετο έξωθεν του Ελλησπόντου τουρκική σημαία παρέξ εν τοις μυχοίς τινων λιμένων και εν τω κορινθιακώ κόλπω μέχρι του Μεσολογγίου, αλλά και εκεί εν όσω δεν εφαίνετο ελληνικόν πλοίον.
Η δε ανάληψις του οθωμανικού στόλου από του Αιγαίου μετά την εις Κόρινθον επάνοδον των υπό τον Δράμαλην, έφερε τους Ναυπλιείς εις την προτέραν των δεινήν θέσιν. Αι τροφαί, ας επί της εισβολής του Δράμαλη εισεκόμισαν, κατηναλώθησαν μετά παρέλευσιν τόσου χρόνου· η θέσις αυτού, παρ' ου ήλπιζαν οι εν Ναυπλίω βοήθειαν, ήτο χειρίστη· το υπ' αυτόν στρατόπεδον δεν έπασχεν έλλειψιν τροφών, διότι ο κορινθιακός κόλπος ήτον ανοικτός, αλλ' υπέπεσεν εις βαρείαν ασθένειαν εξ αιτίας του κλίματος της Κορίνθου και της στενοχωρίας· διά τούτο ο Δράμαλης, μη δυνάμενος ν' ανοίξη την προς τας Πάτρας οδόν, απέστειλε διά θαλάσσης την 26 σεπτεμβρίου υπερδισχιλίους στρατιώτας προς την Περαχώραν, οίτινες απέβησαν εκεί επί σκοπώ να κυριεύσωσι την Μεγαρίδα εις πλειοτέραν άνεσιν του στρατού, αλλ' απέτυχαν καταπολεμηθέντες υπό του παρευρεθέντος Νικήτα μετά 800 και εβιάσθησαν να επαναπλεύσωσιν εις Κόρινθον. Έπεσαν δε εν εκείνη τη μάχη 40 Τούρκοι και 12 Έλληνες.
Εν ώ δε τα παθήματα του στρατού τούτου και των εν Ναυπλίω ήσαν τοιαύτα, ο εν Πάτραις Ισούφης, αντί να φροντίση πώς να τους ανακουφίση, αν όχι και να τους απαλλάξη των δεινών, δεν έπαυεν εμπορευόμενος τα ναυάγια του βασιλείου του και τας δεινάς περιστάσεις των πασχόντων συναδέλφων του.
Προ πολλού είχε συστηθή εν Ζακύνθω Εταιρία κερδοσκόπων, των πλείστων ξένων, τροφοδοτούσα υπό την προς τους Τούρκους ευμενή διάθεσιν της κυβερνήσεως και την οργήν και κατάραν του λαού τα μεσημβρινά φρούρια της Πελοποννήσου και τας Πάτρας. Ο Ισούφης, όστις εξουσίαζε το στόμα του κορινθιακού κόλπου, δεν επέτρεπεν αφορολόγητον την εισαγωγήν τροφών εντός του κόλπου· πολλάς δε ηγόραζεν αυτός επί μετριωτάτη τιμή και μετεπώλει προς τους εν Κορίνθω συναδέλφους του όσον ήθελεν. Ο πασάς ούτος ηύρε και άλλον πόρον· αντί να βλάψη καιρίως τους εντός του κόλπου εχθρούς του, μη επιτρέπων την εξαγωγήν των προϊόντων αυτών, ευηρεστείτο, γενόμενος συμμέτοχος της ωφελείας, να επιτρέπη υπό βαρύν φόρον την εξαγωγήν της σταφίδος, του ελαίου, και παντός άλλου προϊόντος.
Ο δε ατυχής Δράμαλης, ο πάντοτε περί των συμφερόντων του κράτους του φροντίζων, ούτε κόπων ούτε κινδύνων ούτε χρημάτων εφείδετο. Αν και αυτός και οι υπ' αυτόν ήσαν εις αθλίαν κατάστασιν, έλαβε φροντίδα περί του κινδυνεύοντος Ναυπλίου, και αρχομένου του οκτωβρίου έστειλεν εις αυτό ολίγας τροφάς υπό την οδηγίαν του δελήμπασή του Αχμέτη έχοντος 80 μόνον ιππείς διά την καθ' οδόν προστασίαν της αποστολής ταύτης. Ο δελήμπασης ευδοκίμησε και κατά την εις Ναύπλιον νυκτερινήν διά των Δερβενακίων διάβασίν του, και κατά την εκείθεν εις Κόρινθον την εφεξής νύκτα επιστροφήν του, διότι ηύρε τα στενά της οδού πάντη αφύλακτα. Θαρρυνθείς ο Δράμαλης εκ της επιτυχίας ταύτης έστειλε περί τα τέλη του μηνός άλλας τροφάς· και επειδή τα Δερβενάκια δεν ήσαν ως προτού αφρούρητα, συναπέστειλε δύο στρατιωτικά σώματα, το μεν εις ασφαλή συνοδίαν των τροφών μέχρι Ναυπλίου υπό την οδηγίαν του δελήμπασή του, το δε εις μόνην υπεράσπισιν της εκείθεν των στενών μετακομίσεώς των· διέταξε δε το σώμα τούτο να επιστρέψη έπειτα εις Κορτέσαν και περιμείνη εκεί ίνα υπερασπίση πάλιν την επάνοδον των συνοδευσάντων τας τροφάς. Εισελθόντα τα δύο ταύτα σώματα τα Δερβενάκια και πορευόμενα το μεν διά της συνήθους οδού, το δε, το και συνοδεύον τας τροφάς, διά του Αϊσώστη, απεδίωξαν απέμπροσθέν των τους παραφυλάττοντας ολίγους Έλληνας, και ευτυχώς κατορθώσαντα το σκοπούμενον επανήλθαν εις Κορτέσαν αβλαβή· ο δε δελήμπασης διά την διττήν επιτυχίαν του επιχειρήματας ετιμήθη διά των δύο αλογοουρών.
Ο Κολοκοτρώνης, όστις και επί της πρώτης και επί της δευτέρας τροφοδοτήσεως διέτριβεν εν Τριπολιτσά, μαθών την διάβασιν των Τούρκων και φοβηθείς μήπως ευτυχήσαντες ούτοι επιχειρήσωσι νέαν εισβολήν εις Αργολίδα και καταλάβωσι και κρατήσωσι και τα στενά εις ελευθέραν συγκοινωνίαν Κορίνθου και Ναυπλίου και ματαιώσωσι τοιουτοτρόπως όλας τας περί της πτώσεως του φρουρίου τούτου ελπίδας, κατέβη και εδυνάμωσεν όλας τας αναγκαίας θέσεις μεταξύ Κορίνθου και Άργους, τοποθετήσας ικανά και αξιόμαχα στρατεύματα, και ενδιέμεινε και αυτός. Αλλ' όλαι αι προσπάθειαι και αυτού και των άλλων ολίγον έλλειψε ν' αποβώσι μάταιαι ένεκα του εξής περιστατικού.
Νοέμβριος Την 5 νοεμβρίου, περί τα χαράγματα, οι υπό τον Σεμπρικόν φυλάττοντες τον θαλασσόπυργον του Ναυπλίου είδαν πλοίον εισερχόμενον τον λιμένα, το εκανονοβόλησαν και εφόνευσαν τον πηδαλιούχον. Ο κρότος του κανονοβολισμού έβαλεν εις κίνησιν τα προς τους Μύλους ελληνικά πλοία, άτινα ιδών ο διοικητής του αγνώστου πλοίου πλέοντα προς τον θαλασσόπυργον και πιστεύων, καθ' ας είχε ψευδείς πληροφορίας, ότι το φρούριον εκείνο ήτον υπεξούσιον των Τούρκων, και ότι η κανονία έπεσε κατά λάθος, έφερε το πλοίον πλησίον του φρουρίου, ύψωσε την σημαίαν και εφώναξε μακρόθεν ότι ήτο πλοίον φιλικόν φέρον προς τους πολιορκουμένους τροφάς. Οι υπό τον Σεμπρικόν το εκτύπησαν εκ δευτέρου και το ετρύπησαν· τότε ενόησαν οι εν Ναυπλίω την απάτην των επί του πλοίου, και οι μεν εκανονοβόλουν προς εμψύχωσιν και οδηγίαν των εν αυτώ, πολλαί δε οθωμανίδες, ιστάμεναι επί των προς την θάλασσαν επάλξεων, εξέτειναν τας χείρας, και κραυγάζουσαι παρεκίνουν τους αγνοούντας τον λιμένα και φοβουμένους ναύτας του πλοίου να εισπλεύσωσιν αφόβως· τοις εδείκνυαν δε ως ασφαλές άραγμα το όπισθεν μέρος της ακροναυπλίας. Επρόφθασαν εν τοσούτω τα ελληνικά πλοία και το συνέλαβαν. Το πλοίον ήτον αγγλικόν, φέρον τροφάς εκ Σμύρνης (ε).
Μετά την τοιαύτην αρπαγήν των τροφών από των πεινώντων στομάτων, κατήντησαν οι Ναυπλιείς να τρώγωσιν όχι μόνον ακάθαρτα ζώα, αλλά και αυτάς τας σάρκας των αποθνησκόντων ανθρώπων και βράζοντες τα δέρματα των ζώων να ροφώσι τον ζωμόν. Εξ αιτίας δε της δεινής ταύτης θέσεως των, 150 επίλεκτοι εκ των εντοπίων εξήλθαν του Ναυπλίου την νύκτα κρυφίως, και γνωρίζοντες ακριβώς τας θέσεις και τα μονοπάτια, και λαλούντες εντελώς την ελληνικήν γλώσσαν, διέβησαν πριν φέξη διά μέσου των Ελλήνων ως Έλληνες, και φθάσαντες εις Κόρινθον ανήγγειλαν ότι το Ναύπλιον παρεδίδετο εξ άπαντος μετ' ολίγας ημέρας, αν δεν επρομηθεύετο εν καιρώ τροφών. Επί τη αγγελία ταύτη οι εχθροί εκίνησαν πανστρατιά την 28 εις τροφοδότησίν του και ενυκτώθησαν κατά την Κορτέσαν· όρθρου δε βαθέως εισήλθαν πρώτοι τα στενά του Αϊσώστη οι ως Έλληνες διαβάντες 150 Ναυπλιείς, και φθάσαντες όπου ήτον η των περί τον Νικήταν προφυλακή υπό τον Ζαχαρίαν Αγιοπετρίτην εχαιρέτησαν και αντεχαιρετήθησαν ως Έλληνες. Ερωτηθέντες δε πόθεν ήρχοντο απεκρίθησαν, ότι περιεπλανήθησαν εις ζωοκλοπίαν και ότι απέτυχαν. Απατήσαντες τοιουτοτρόπως τους Έλληνας ανέβησαν υπό το επικρατούν σκότος εν αγνοία των Ελλήνων εις τον υψηλότερον λόφον όπισθεν της θέσεως των περί τον Νικήταν και εκάθησαν ήσυχοι. Εν τούτοις η ελληνική προφυλακή είδε τους εχθρούς πανστρατιά αναβαίνοντας τα στενά και έδωκεν είδησιν. Κατείχαν δε ταύτα 1500 Έλληνες υπό τον Νικήταν, τον Τσόκρην, τον Δαρειώτην, τον Λεβιδιώτην και τον Παπά - Αρσένιον Κρανιδιώτην. Επί δε τη ειδοποιήσει οι Έλληνες κατέλαβαν τους προμαχώνας των τουφεκίζοντες και τουφεκιζόμενοι Αλλ', αφ' ού άναψεν ο τουφεκισμός, ευρέθησαν απροσδοκήτως εν μέσω διττού πυρός, διότι οι ως Έλληνες προδιαβάντες 150 και κατέχοντες τον επικείμενον λόφον εχθροί τους ετουφέκιζαν όπισθεν· είδαν δε πεσόντα μετ' ολίγον νεκρόν έμπροσθέν των υπό το πυρ των εχθρών τούτων και τον Παπά - Αρσένιον, τον αυτόν όστις ηνδραγάθησεν εν τη προς το τείχος του Άργους μάχη επί κεχαγιάμπεη και διήλθε ξιφήρης και αβλαβής πολυάριθμον στράτευμα εχθρών από της μονής της Κεκρυμμένης εις τους Μύλους. Ο γενναίος ούτος λειτουργός της πίστεως και της πατρίδος, εν ώ έτρωγε και έπινε την προ της ημέρας της περί ης ο λόγος μάχης εσπέραν, είπεν ευθυμών εις επήκοον πολλών, «ό τ ι - τ ο – κ ε φ ά λ ι - τ ο υ - Α ρ σ ε ν ί ο υ - θ α - π έ σ ε ι, - α λ λ ά - σ π ε ι ρ ί - δ ε ν - θ α - φ θ ά σ ι - ε ι ς – Ν α ύ π λ ι». Εν τούτοις τεταραγμένοι οι Έλληνες διά την εν τω μέσω των εχθρών θέσιν των, ιδόντες και τον Αρσένιον πεσόντα, ετράπησαν εις φυγήν· έφυγε και ο Νικήτας και κλεισθείς μετ' ολίγων έν τινι πύργω κτισθέντι προ ολίγου παρά την θέσιν εκείνην, επολέμει τους εχθρούς κτυπούντας τον πύργον διά κανονίου. Έφθασαν εν τοσούτω εις το πεδίον της μάχης και οι πλείστοι των κατεχόντων τας άλλας στενοτοπίας Ελλήνων, επέπεσε και ο χατσή - Χρήστος όπισθεν, και ούτως οι Τούρκοι απελπισθέντες επανήλθαν άπρακτοι εις Κόρινθον καταδιωκόμενοι υπό των Ελλήνων έως ού έπεσαν εις την πεδιάδα. 50 Τούρκοι και 9 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά την μάχην ταύτην.
Εν δε τω Ναυπλίω επεκράτει πρό τινος καιρού διαίρεσις, των μεν θελόντων, των δε μη θελόντων να παραδοθώσιν. Οι δυστυχείς έγκλειστοι εκτός της πείνας κατεθλίβοντο και υπό λοιμικής· όσον δε επερίσσευαν τα κακά των, τόσον υπερίσχυε και το εις παράδοσιν κλίνον κόμμα. Εστενοχωρούντο δε πρό τινων ημερών και υπό των έξω του Ναυπλίου ελληνικών στρατευμάτων, ων την αρχηγίαν διεδέχθη μετά τον θάνατον του Νικολού Σταματελοπούλου ο Στάικος Σταϊκόπουλος. Τα στρατεύματα ταύτα, βοηθούμενα υπό των απομειναρίων του τακτικού, άτινα μεταβάντα μετά την μάχην του Πέτα από τόπου εις τόπον κατήντησαν τον οκτώβριον προ των πυλών του Ναυπλίου, εκτύπησαν πολλάκις τους Ναυπλιείς εξερχομένους και τους εβίασαν να μη προχωρώσιν εκείθεν του προχώματος. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν τους Τούρκους και προ της παντελούς αποτυχίας των εις αντίληψίν των στρατευσάντων εκ Κορίνθου να έλθωσι σπουδαιότερον εις λόγους συμβιβασμού μετά του Σταΐκου και εις νέαν δι' αυτού διαπραγμάτευσιν μετά του Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης απεκρίθη ότι τοις εχαρίζετο η ζωή και τοις εδίδοντο και πλοία προς διαβίβασιν όλων εις τα παράλια της Ασίας· ει δε και δεν έστεργαν, θα τους έτρωγεν όλους εντός ολίγου η ελληνική μάχαιρα. Το γράμμα τους λαβών ο Στάικος απέστειλε την εσπέραν της 29 εις το φρούριον. Οι Τούρκοι, θέλοντες να λάβωσιν αυτού γνώσιν όλοι και συναποφασίσωσι, συνήλθαν εις γενικόν συμβούλιον· κατέβησαν εις την πόλιν και οι εν Παλαμηδίω αφήσαντες ολίγους φύλακας ως μηδέν υπόπτεύοντες. Αλλ' εν τω μεταξύ τούτω δύο Αλβανοί εκ των εναπομεινάντων φυλάκων τήδε κακείσε απροσέκτως διεσπαρμένων, ταλαιπωρούμενοι υπό των δεινών της πολιορκίας και ελπίζοντες ίσως πλουσίας αμοιβάς, κατέβησαν διά σχοινίου από του τείχους, υπήγαν προς τον κατά την Άριαν Στάικον, τω είπαν ότι η φρουρά του Παλαμηδίου κατέβη εις την πόλιν και ότι, αν υπήγαινεν ευθύς, θα εκυρίευε το Παλαμήδι αναιμωτί. Ο γενναίος Στάικος, χωρίς να υποπτεύση δολιότητα, παρέλαβε 200 συντρόφους, 60 Κρανιδιώτας και ένα λόχον του τακτικού και ήλθεν υπό τα τείχη μετά το μεσονύκτιον. Ασέληνος και βροχερά ήτον η νυξ εκείνη· ανέβησαν τα τείχη κατ' αρχάς ολίγοι, άνοιξαν πυλίδα τινά και εισήξαν δι' αυτής και τους λοιπούς. Ηθέλησάν τινες των φυλάκων ν' αντισταθώσιν, αλλ' έρριψαν μετ' ολίγον τα όπλα, και οι Έλληνες εκυρίευσαν τοιουτοτρόπως αναιμωτί το απόρθητον φρούριον προς τα χαράγματα της ημέρας, καθ' ην η Εκκλησία εορτάζει την μνήμην του αποστόλου Ανδρέου. Αφ' ού δε το εκυρίευσαν, ετουφέκισαν όλοι διά μιας βλέποντες προς την πόλιν και φωνάζοντες· «κ α λ ώ ς - σ α ς - η ύ ρ α με ν - α γ ά δ ε ς» . Οι δυστυχείς αγάδες, αγνοούντες τίνι τρόπω εκυρίευσαν οι Έλληνες το φρούριον, και βλέποντες εαυτούς και τας γυναίκας και τα τέκνα των υπό το πυρ των εχθρών, περιέτρεχαν τας αγυιάς της πόλεως ως παράφρονες. Ημέρας δε γενομένης, οι νέοι κύριοι του Παλαμηδίου υψώσαντες την σημαίαν του σταυρού εκανονοβόλησαν φωνάζοντες, «κ α ι – τ ο υ - χ ρ ό ν ο υ - α γ ά δ ε ς - τ ο υ - α γ ί ο υ – Α ν δ ρ έ ο υ».
Εν τοσούτω ο εν Δερβενακίοις Κολοκοτρώνης, ακούσας τον κανονοβολισμόν, έτρεξεν έφιππος εις Ναύπλιον· καθ' οδόν απήντησε πεζόν φέροντα την είδησιν, εισήλθεν εις το φρούριον υπό τον κρότον των κανονίων και διέταξεν αμέσως και έστρεψαν προς την πόλιν και την ακροναυπλίαν πολλά κανόνια· έστειλε δε και προς τους εν τη πόλει Τούρκους διαταγήν απειλητικήν να παραδώσωσι την πόλιν και την ακροναυπλίαν εντός τριών ωρών, και επειδή μετά τας τρεις ώρας δεν έλαβεν απόκρισιν, ήρχισε να κανονοβολή· αλλ' επί τη προτάσει των Τούρκων και τη μεσιτεία των διαμενόντων εν Ναυπλίω μελών της ελληνικής επιτροπής, έστερξε να συμβιβασθή· και ούτω, παύσαντος του κανονοβολισμού, ανέβησαν εις το Παλαμήδι οι εντόπιοι μπέηδες και ο αρχηγός των εντός του Ναυπλίου Αλβανών επί συμβιβασμώ. Σας χαρίζομεν, τοις είπεν ο Κολοκοτρώνης, την ζωήν και σας αφίνομεν και από δύο ενδυμασίας· σας δίδομεν και ελληνικά πλοία εις μετακόμισίν σας, και σας τρέφομεν έως ού κατευοδωθήτε όπου θέλετε. «Ημείς», απεκρίθη ο αρχηγός Αλβανός, «δεν δίδομεν τ' άρματα· θα πολεμήσωμεν όσω να βγη η ψυχή μας, θα καύσωμεν την χώραν, και δεν θ' αφήσωμεν πέτραν σε πέτραν». «Καύσατέ την», επανέλαβεν αποτόμως ο Κολοκοτρώνης, «αλλά να ηξεύρετε ότι θα καήτε και σεις»· αλλ' οι μπέηδες έπαυσαν την αναφυείσαν λογοτριβήν, συγκατετέθησαν εις τας προτάσεις του Κολοκοτρώνη προς χάριν, ως είπαν, των γυναικών και παιδίων, κατέβησαν εις την πόλιν και υπέγραψαν όλοι την σύμβασιν· αφ' ού δε συνυπεγράφη και υπό των Ελλήνων, έστειλαν οι Τούρκοι προς αυτούς τας κλεις των φρουρίων. Οι Έλληνες παρέλαβαν τα κάτω φρούρια και διώρισάν τινας εις σύναξιν και απόθεσιν εν δύο ζαμίοις, επί καταγραφή, των πραγμάτων των Τούρκων. Φόβος μέγας επεκράτει μη επάθαιναν οι Ναυπλιείς όσα έπαθαν οι συνάδελφοί των εν Νεοκάστρω, εν Κορίνθω και εν Αθήναις· ο Κολοκοτρώνης, μη θέλων να συμβή τοιούτον τι, μηδέ να διαρπαγή η περιουσία, έκλεισεν έξω της πύλης του φρουρίου τους συρρεύσαντας επί λαφυραγωγία στρατιώτας· αλλ' ούτοι ηπείλησαν να εισέλθωσι διά της βίας, να σφάξωσι τους Τούρκους και να διαρπάσωσι τα υπάρχοντά των· δι' ο πάσα αναβολή απόπλου ήτον επικίνδυνος. Καλή τύχη κατέπλευσε την 12 δεκεμβρίου εις τον λιμένα του Ναυπλίου ο Χαμιλτών επί της Καμβρίας, και παρέλαβε συναινέσει των Ελλήνων 400, παρέλαβαν και τους λοιπούς τα ελληνικά πλοία υπό την οδηγίαν του Μιαούλη επί μισθώ εκατόν δέκα χιλιάδων γροσίων πληρωθέντων εκ των λαφύρων, και ούτως απεβίβασαν τους αιχμαλώτους ο μεν Χαμιλτών εις Σμύρνην, ο δε Μιαούλης εις Κουσάντασι, αλλ' όλους τόσω κακώς έχοντας διά την επί της πολιορκίας πείναν, την λοιμικήν και την κακοπάθειαν, ώστε 67 απέθαναν επί μόνης της Καμβρίας κατά τον διάπλουν παραταθέντα εξ αιτίας επισυμβάσης τρικυμίας· απέθαναν δέ τινες αυτών φαγόντες διά μιας κατά κόρον· εμολύνθη και το πλήρωμα της φρεγάτας· μόνοι ως αιχμάλωτοι εκρατήθησαν εν Ναυπλίω ο πρώην φρούραρχος Σελήμπασας και ο διάδοχος αυτού Αλής, ως μη θελήσαντες να υπογράψωσι την συνθήκην· αλλ' όχι μόνον δεν ηνωχλήθησαν ουδ' αυτοί ουδ' οι περί αυτούς, αλλά και εις άκρον επεριποιήθησαν τροφοδοτούμενοι πλουσιοπαρόχως και ζώντες εν ανέσει μέχρις ου απελύθησαν. Οι Έλληνες διεμερίσαντο μεταξύ των τα εναποταμιευθέντα πράγματα των Τούρκων άνευ ουδεμιάς ωφελείας του ταμείου· τα πολυτιμότερα δε αυτών διηρπάγησαν υπό των αρχηγών.
1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.
&Τα κατά τον Οδυσσέα — Αυτοκέλευστος συνέλευσις εν Αθήναις της Ανατολικής Ελλάδος μετά την εκείθεν διάβασιν του Δράμαλη. — Τα κατά τον Άρειον πάγον. — Κατηγορία του Ιωάννου Λογοθέτου, μέλους του νομοτελεστικού, επί πολιτικώ εγκλήματι — Νέα εισβολή εχθρών υπό τον Κιοσέ Μεχμέτπασαν εις την Ανατολικήν Ελλάδα και αναχώρησις αυτών.&
ΟΥΤΕ η προς τον Νούτσον και Παλάσκαν βδελυρά διαγωγή του Οδυσσέως, ούτε η κατ' αυτού αγανάκτησις και καταδρομή της κυβερνήσεως ίσχυσαν να βλάψωσι την προς αυτόν του κοινού υπόληψιν. Ως προδότην και ως θαρρύναντα την εισβολήν των εχθρών τον κατεμήνυεν ο Άρειος πάγος, αλλά το κοινόν της Ανατολικής Ελλάδος απεδοκίμαζε τα κατ' αυτού λεγόμενα, όχι διότι τον ενόμιζεν αθώον, αλλά διότι τον εθεώρει ως τον ικανώτερον ν' ανορθώση διά των όπλων την πεσούσαν πατρίδα, δι' ο και τον εθάρρυνε διά της αγάπης και της συνδρομής του. Ισχυρότεροι των ανθρώπων της μαχαίρας είναι οι άνθρωποι του νόμου εν καιρώ ειρήνης· αλλ' εν καιρώ επαναστάσεων και πολέμων η μάχαιρα τιμάται υπέρ τον νόμον, και θεωρείται ως ασπίς κατά κακοποιήσεων και αδικιών, ως ασφαλιστήριον κατ' εχθρικών προσβολών και ως ευτυχές όργανον πλεονεκτικών και φιλάρχων σκοπών. Διά ταύτην και μόνην την αιτίαν ετιμάτο υπό του λαού ο μισούμενος υπό της κυβερνήσεως Οδυσσεύς. Το αίσθημα δε τούτο του κοινού ίσχυσε διά την αθλίαν κατάστασιν των πραγμάτων και παρά τω βουλευτικώ, προτείναντι την 24 Ιουνίου την άφεσιν των αμαρτιών του Οδυσσέως· το δε νομοτελεστικόν, υπείκον εις την αυτήν ανάγκην, διέταξε τον Άρειον πάγον να μη εκτελέση όσα κατ' εκείνου διετάχθησαν. Αλλ' οποιαδήποτε και αν εφάνη η εξ' ανάγκης διαγωγή της Αρχής, ο Οδυσσεύς, πεποιθώς επί την επιρροήν και την μάχαιράν του, κατεφρόνει κυβέρνησιν καταφυγούσαν διά την ασφάλειάν της εις πλοίον, και κεντρικήν Αρχήν ανίσχυρον εν ταις επαρχίαις της δικαιοδοσίας της, φεύγουσαν απέμπροσθέν του, περιπλανωμένην και διασωθείσαν είς τι απομεμονωμένον ακρωτήριον μιας νήσου. Εξέδιδεν η κυβέρνησις κατ' αυτού καταστρεπτικά και αφοριστικά έγγραφα, και ούτος συνέζη ασφαλής και συνέπραττε μετά των οπλαρχηγών της κυβερνήσεως εν τη Ανατολική Ελλάδι ενεργών παρρησία την ανατροπήν και αυτής και του Αρείου πάγου. Τόση δε ήτον η παρά τοις οπλαρχηγοίς υπόληψίς του, ώστε ο Γκούρας, αν και μικράς τότε σημασίας, απεποιήθη την δοθείσαν αυτώ μετά την καθαίρεσιν του Οδυσσέως οπλαρχηγίαν της Λεβαδείας, προτιμήσας της μεγαλοδωρίας της υπερτάτης Αρχής του έθνους την φιλίαν του καθαιρεθέντος.
Μετά δε την διάβασιν του Δράμαλη η Ανατολική Ελλάς εφοβείτο νέαν εισβολήν. Μόνος τόπος ασφαλής οπωσούν κατ' εκείνα τα μέρη ήσαν αι Αθήναι μετά την κυρίευσιν της ακροπόλεως διά την παράμερον θέσιν των. Αλλά και η πόλις εκείνη έπασχεν εσωτερικάς ανωμαλίας, διότι οι προς ένα και τον αυτόν σκοπόν ενεργούντες προ της κυριεύσεως της ακροπόλεως Αθηναίοι διηρέθησαν μετά την κυρίευσιν και κατέτρεχαν αλλήλους. Η Αττική δεν είχεν, ως είρηται, προ της επαναστάσεως οπλαρχηγόν. Διάφοροι ανεφάνησαν μετά την επανάστασιν αντιποιούμενοι την οπλαρχηγίαν, αλλ' ουδείς υπερίσχυσεν. Αποθανόντος του Παναγή Χτενά, ανεδείχθη φρούραρχος της ακροπόλεως ο αδελφός του Σπύρος. Αλλ' ούτος ούτε την πολιτικήν Αρχήν του τόπου του ετίμα, ούτε προς τους συμπολίτας του καλώς εφέρετο, τους μεν αυτεξουσίως φυλακίζων και τιμωρών, τους δε φορολογών επί λόγω τροφής και μισθοδοσίας της φρουράς· τινές δε των στρατιωτών του εδολοφόνησαν τον Χατσή Γεωργαντάν Σκουζέν, ένα των εφόρων των Αθηνών, επανερχόμενον από Σαλαμίνος εις Αθήνας. Τοιαύτη διαγωγή διήγειρεν άκραν αγανάκτησιν, και μίαν ημέραν, καθ' ην έλειπεν ο Χτενάς εκ του φρουρίου, ο Σαρής, άλλος οπλαρχηγός Αθηναίος, ανέβη μετά τινων οπαδών του εις την ακρόπολιν, αντικατέστη αυτοχειροτόνητος φρούραρχος, παρέλαβεν εις υποστήριξιν του ως συμφρούραρχον και άλλον οπλαρχηγόν Αθηναίον, τον Δημήτρην Λέκκαν, απέλυσε τους εν φυλακή και επολιτεύθη αξιεπαίνως· αλλ' εξ αιτίας της αντιζηλίας πολλών συμπατριωτών ολίγον εχάρησαν και αυτοί την φρουραρχίαν των.
Εστρατοπέδευε πρό τινος καιρού επί της Γερανίας της Μεγαρίδος ο Υψηλάντης·
Αύγουστος ούτος επί τη προσκλήσει των Αθηναίων των μη θελόντων φρουράρχους τον Σαρήν και τον Λέκκαν συμπαραλαβών και τον επί του αυτού όρους συναγωνιστήν του Νικήταν μετέβη την 21 αυγούστου εις Αθήνας, ίνα διαθέση άλλως πως τα του φρουρίου. Αλλ' οι φρούραρχοι ούτε τας φιλικάς προσκλήσεις του εισήκουσαν, ούτε εις τας βαρείας απειλάς του ενέδωκαν, ούτε να τον δεχθώσιν εντός της ακροπόλεως επιθυμούντα να την επισκεφθή συνήνεσαν· επειδή δε εφοβήθησαν μη πάθωσιν υπό των ιδίων στρατιωτών, διότι ο Υψηλάντης οργισθείς εφοβέρισε να καύση επί τη παρακοή των τας οικίας των και να φυλακίση τους συγγενείς των, μετεκάλεσαν τον Οδυσσέα εις παραλαβήν της ακροπόλεως. Εύρημα εθεώρησεν ο Οδυσσεύς την προσφοράν ταύτην και έτρεξε δρομαίος εις Αθήνας την 27. Επειδή δε ούτος, ο Υψηλάντης και ο Νικήτας ήσαν του αυτού φρονήματος, δεν ελογόφεραν περί της κατοχής του φρουρίου, μάλιστα τόσον ήσαν σύμφωνοι, ώστε συνεπεστάτησαν και οι τρεις επί των γενομένων εκείναις ταις ημέραις αθηναϊκών αρχαιρεσιών. Και ο μεν Υψηλάντης και ο Νικήτας επανήλθαν μετ' ολίγον εις το στρατόπεδον (α), ο δε Οδυσσεύς έμεινεν εν Αθήναις και διώρισε φρούραρχον τον οπαδόν του Γκούραν. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι διά τας προς αλλήλους ασυμφωνίας εστερήθησαν οικειοθελώς της εγχωρίου δυνάμεως των, και την παρέδωκαν, ή μάλλον ειπείν παρέδωκαν εαυτούς, εις χείρας του Οδυσσέως, ανδρός ούτινος η προλαβούσα διαγωγή και η παρούσα θέσις δεν ήσαν βεβαίως τόσης εμπιστοσύνης άξιαι.
Η δ' εκ της περιστάσεως ταύτης απροσδόκητος αύξησις της δυνάμεως του Οδυσσέως και την φιλοδοξίαν του έτι μάλλον εξήψε, και την προς αυτόν υπόληψιν του κοινού υπερηύξησε· και οι μεν διά κολακείαν, οι δε διά φόβον, και άλλοι διά την ανάγκην των περιστάσεων ήθελαν να εκτείνωσι την εξουσίαν του καθ' όλην την Ανατολικήν Ελλάδα.
Πολλοί των προκρίτων αυτής αντεφέροντο προ πολλού προς τον Άρειον πάγον. Μετά δε τα μεταξύ αυτού και του Οδυσσέως συμβάντα, εθαρρύνθησαν έτι μάλλον και έβαλαν κατά νουν και αυτήν την κατάργησίν του ή την αντικατάστασίν τινων των μελών του, υποστηριζόμενοι υπό του δεινού αντιπάλου του. Αληθής αιτία της αντιπολιτεύσεως των ρηθέντων προκρίτων ήτον η προς τους Αρειοπαγίτας αντιζηλία και η αντιποίησις της εξουσίας των, αν και μη πολλού φθόνου αξίας· αλλ' οι ιδιοτελείς σκοποί και τα πάθη των ανθρώπων περικαλύπτονται πάντοτε υπό πρόσχημα ορθού λόγου και γενικού συμφέροντος εις απάτην του κοινού, ούτινος απαιτείται η σύμπραξις ή η γνώμη· διά τούτο και οι άνδρες ούτοι διετείνοντο εις δικαιολογίαν της κατακραυγής των, ότι οι πλείστοι των Αρειοπαγιτών ή δεν εξελέχθησαν υπό των ελευθέρων επαρχιών νομίμως, ή εστάλησαν εξ επαρχιών υπό τον τουρκικόν εισέτι ζυγόν·
Σεπτέμβριος και εστία μεν της αντιπολιτεύσεως ήσαν αι Αθήναι, πρωταγωνισταί δε υπό την επιρροήν πάντοτε και ενίσχυσιν του Οδυσσέως οι πρόκριτοι των Αθηνών, της Λεβαδείας και των Θηβών, καλέσαντες, αρχομένου του σεπτεμβρίου, δι' εγκυκλίων, εις γενικήν σύσκεψιν περί τούτου και τους προκρίτους των άλλων επαρχιών της Ανατολικής Ελλάδος.
Μετά τα εν τη Δρακοσπηλιά συμβάντα και την εισβολήν του Δράμαλη, τα μέλη του Αρείου πάγου διασκορπισθέντα και καταδιωκόμενα υπό του Οδυσσέως, διαπράττοντος και επί ξηράς και επί θαλάσσης την σύλληψίν των, κατήντησαν μεσούντος του σεπτεμβρίου εις Ξηροχώρι της Ευβοίας, αλλά και εκεί ούτε δύναμιν ούτε ασφάλειαν είχαν. Αι επαρχίαι, ας ανεφέραμεν, απεστάτησαν και εκινήθησαν κατ' αυτού· και αυτή η νήσος της Ευβοίας, εις ην κατέφυγεν, όχι μόνον δεν υπήκουεν, αλλά και όπλα κατ' αυτού έλαβε· θα διελύετο δε βεβαίως, αν δεν υπεστηρίζετο παρά του επί της νήσου οπλαρχηγού Διαμαντή, όστις και ενόπλως από των κατ' αυτού ενόπλως ελθόντων Ευβοέων τον υπεράσπισε, και ούτε εις τας επανειλημμένας εισηγήσεις του Οδυσσέως ούτε εις τας ιδιαιτέρας προτροπάς του Υψηλάντου αποστείλαντος επί τούτω προς αυτόν τον άλλοτε επί του Ολύμπου συναγωνιστήν του και πάντοτε πιστόν Υψηλαντιστήν Σάλλαν, ώτα ακοής έδωκεν.
Τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων εβοήθει μεγάλως τους εν Χαλκίδι Τούρκους, οίτινες μηδενός εναντιουμένου, εξήρχοντο εις την αντικρύ ξηράν, ήρπαζαν ό,τι εύρισκαν και επανήρχοντο ανενόχλητοι εις το φρούριον φοβούμενοι μόνον να προχωρήσωσιν· αλλ' όσα εκ του πλησίον ήρπαζαν, ούτε εις αυτάρκη τροφήν των, ούτε εις χορτασμόν της πλεονεξίας των ήρκουν. Ήσαν δε εντός του φρουρίου και Αλβανοί εις τόσην απείθειαν και αναισχυντίαν καταντήσαντες, ώστε αρπάσαντες μάλλον ή λαβόντες τους καθυστερούντας μισθούς των παρά του πασά απέβησαν αυθαιρέτως εις την αντίπεραν ξηράν την 25 ως 500, εκανονοβολήθησαν ως εχθροί παρά των εν Καραμπαπά Τούρκων και απήλθαν εις τα τουρκικά χώματα διά Λεβαδείας και Ζητουνίου. Την ακόλουθον δε ημέραν 200 Τούρκοι, εξελθόντες της Χαλκίδος, επροχώρησαν επί αρπαγή μέχρι των Πλαταιών, αλλ' εκτυπήθησαν και επέστρεψαν σχεδόν άπρακτοι.
Συνελθόντες δε οι κατά του Αρείου πάγου συγκαλεσθέντες εις Αθήνας, τον κατήργησαν την 18, αναθέσαντες τα καθήκοντά του εις τους αντιπροσώπους και εφόρους των ελευθέρων επαρχιών μέχρι της συγκροτήσεως της εθνικής συνελεύσεως· θέλοντες δε να τιμήσωσι τον δυνατόν της ημέρας Οδυσσέα, τον ανηγόρευσαν ομοθυμαδόν αρχιστράτηγον της Ανατολικής Ελλάδος, και την 24, γενομένης τελετής παρόντων των μελών της συνελεύσεως ταύτης και πλήθους λαού, ανεγνώσθη μεγαλοφώνως το αρχιστρατηγικόν δίπλωμά του, τον έζωσαν οι αρχιεπίσκοποι Αθηνών και Θηβών, μέλη όντες και αυτοί της συνελεύσεως, την σπάθην της αρχιστρατηγίας και τον ανευφήμησαν όλοι οι παρεστώτες.
Η τοπική δε αύτη και αυτοκέλευστος συνέλευσις, υπογράψασα τας δύο πράξεις, την της καταργήσεως του Αρείου πάγου και την της αρχιστρατηγίας του Οδυσσέως, εν ώ μήτε την μίαν μήτε την άλλην να υπογράψη δύναμιν είχε, διελύθη· αλλά το παραδοξότερον και μεμπτότερον, και ό,τι δεικνύει αυτό και μόνον την αθλίαν κατάστασιν των τότε κυβερνητικών πραγμάτων είναι, ότι μέλος του νομοτελεστικού, ο Ιωάννης Λογοθέτης, ευρεθείς εκεί συνέπραξε και αυτός παρρησία μετά των αντιπολιτευομένων την κυβέρνησιν και συνυπέγραψε και την κατάργησιν του Αρείου πάγου, και την αρχιστρατηγίαν του Οδυσσέως· συνυπέγραψε δε και την περί τούτων προς την κυβέρνησιν αναφοράν. Διά την διαγωγήν του δε ταύτην το νομοτελεστικόν ηναγκάσθη να τον κατηγορήση ενώπιον της Βουλής ως ένοχον πολιτικού εγκλήματος.
Εκστρατεύσαντος δε του Δράμαλη, ο Χουρσήδης διέμεινεν εν Λαρίσση και δι' άλλα αίτια και εις αποστολήν νέων στρατευμάτων· εξαπέστειλε δε, αρχομένου του αυγούστου, τρισχιλίους υπό τον Χασνατάρην του και πέρυσιν εισβαλόντος εις την Ανατολικήν Ελλάδα βεζίρη Κιοσέ - Μεχμέτη διορισθέντος αρχηγού των νέων τούτων στρατευμάτων. Οι τρισχίλιοι ούτοι ήλθαν κατά την Φοντάναν όχι προς διάβασιν εις Λεβαδείαν τόσον ολίγοι όντες, αλλά προς κατάληψιν της θέσεως διά την εν καιρώ ακίνδυνον δι' εκείνου του μέρους εισβολήν και άλλου στρατεύματος ερχομένου κατόπιν υπ' αυτόν τον Μεχμέτην. Την θέσιν της Φοντάνας κατείχαν ο Δυοβουνιώτης και ο Γκούρας. Οι Τούρκοι εδοκίμασαν να προχωρήσωσιν, αλλ' απεκρούσθησαν και φονευθέντων τινών ωπισθοδρόμησαν προς την Νευρόπολιν όπου και εστρατοπέδευσαν. Οι δε ρηθέντες οπλαρχηγοί Έλληνες καί τινες άλλοι, εν οις και ο Οδυσσεύς, επέπεσαν σκοπούντες να τους διασκορπίσωσιν, αλλά διεσκορπίσθησαν αυτοί· εδοκίμασαν και εκ δευτέρου να τους διασκορπίσωσιν, αλλά και εκ δευτέρου απέτυχαν, και τα στρατεύματά των διελύθησαν, και οι τρισχίλιοι Τούρκοι έμειναν έκτοτε ανενόχλητοι. Μετ' ολίγον ήλθαν και άλλοι εις ενδυνάμωσιν του μικρού τούτου εχθρικού στρατοπέδου, και έκτοτε οι εχθροί εφόβιζαν αντί να φοβώνται, και έβλαπταν αντί να βλάπτωνται· έμειναν δε οι μεν πεζοί εν Νευροπόλει ως και πρότερον, οι δε ιππείς ετοποθετήθησαν εν Δαδίω· διεχέοντο δε οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν, μηδενός εναντιουμένου, εις τα πέριξ χωρία λεηλατούντες και εσοδιάζοντες τους οψίμους καρπούς· έκαυσαν εν τω μεταξύ τούτω και το Ταλάντι. Επί τέλους ήλθε και αυτός ο Μεχμέτης· εφημίζετο δε ότι οι εισελθόντες εχθροί ήσαν όλοι δωδεκακισχίλιοι.
Οκτώβριος Θέλων δε ο πασάς να προχωρήση διήρεσεν εις δύο τον στρατόν του, και αυτός μεν οδηγών το πλείστον μέρος διέβη εις Σάλωνα την 17 Οκτωβρίου διά της Γραβιάς, ο δε διοικητής της Όχριδος Τσελελεντήμπεης, οδηγών το υπόλοιπον, επεχείρησε να διέλθη διά του Ζεμένου, αλλ' απεκρούσθη παρά των υπό τον υποπλαρχηγόν του Οδυσσέως Λάιον προκαταλαβόντων την θέσιν εκείνην Αραχωβιτών και παρά των υπό τον Λεπενιώτην, υποπλαρχηγόν και αυτόν του Οδυσσέως, τοποθετηθέντων εν τω μετοχίω της Ιερουσαλήμ. Απελπισθείς δε να διέλθη την οδόν εκείνην ωπισθοδρόμησε και διέβη και ούτος εις Σάλωνα διά της Γραβιάς.
Εν μέσω δε της επελθούσης αμηχανίας εξ αιτίας της εχθρικής ταύτης εισβολής, οι Ανατολικοελλαδίται απέβλεπαν διά την σωτηρίαν των εις τον νέον αρχιστράτηγον και τω έγραφαν πανταχόθεν να εκστρατεύση. Ο Οδυσσεύς υπώπτευε μη έλθη ο Μεχμέτης, μηδενός εναντιουμένου, και εις αυτάς τας Αθήνας και κατεγίνετο σπουδαίως εις οχύρωσιν και εφοδιασμόν της ακροπόλεως· και επειδή ανέπαφος ήτον εισέτι η περιουσία των παραδοθέντων Τούρκων, διότι δεν εσυμβιβάζοντο οι κρατούντες αυτήν εις διανομήν της, ο Οδυσσεύς συναινέσει των εφόρων την εξηργύρωσε και την εξωδίασε συνεξωδιάσας και εξ ιδίων εις αγοράν τροφών και άλλων αναγκαίων διά την ασφάλειαν της ακροπόλεως. Είδαμεν, ότι η έλλειψις του νερού και όχι της τροφής επέφερε την πτώσιν αυτής. Καλή τύχη ο κίνδυνος ούτος εξέλειψεν απροσδοκήτως, διότι εργάται τινές σκάπτοντες ανεκάλυψαν κατά περίστασιν υπό το άντρον του Πανός πηγήν αφθόνου και καθαρού νερού, ην ολίγον απέχουσαν του τείχους συμπεριέλαβεν ο Οδυσσεύς διά παρατειχίσματος. Εξασφαλίσας δε την ακρόπολιν υπό την φρουραρχίαν του Γκούρα εξεστράτευσε την 23 (β). Δεν είχε την ημέραν εκείνην ειμή 300, και μόλις έγειναν όλοι οι υπό την οδηγίαν του 1200, συνενωθέντων καθ' οδόν και άλλων υποπλαρχηγών. Αλλ' η φήμη τόσον επλήθυνε τας δυνάμεις του, ώστε ο Μεχμέτης, όστις ήξευρεν ότι οι υπό τον Λεπενιώτην μετετόπισαν από των προς το Ζεμενόν θέσεων εις Καστρί επί περιορισμώ των προς εκείνα τα μέρη εχθρών, φοβηθείς μη κλεισθή εντός των Σαλώνων τα έκαυσεν, έκαυσε και το παρακείμενον χωρίον Τοπόλια, εξήλθε πανστρατιά και εστρατοπέδευσε προς καιρόν κατά την Γραβιάν.
Νοέμβριος Φθάσας δε ο Οδυσσεύς εις Δαύλειαν επί της εις Σάλωνα πορείας του και μαθών ταύτα εστράφη και έφθασεν εις Δαδί την 1 νοεμβρίου· και άλλοι μεν έμειναν εντός του χωρίου, ούσης της ημέρας βροχεράς, άλλοι δε ανέβησαν υπ' αυτόν εις το ημιώριον απέχον του χωρίου μοναστήριον της Παναγίας, όπου ηύραν τους κατά διαταγήν του μεταβάντας προ ολίγης ώρας εκεί εκ Καστρίου. Πριν δε τοποθετηθώσιν, εφάνη αιφνιδίως ο τουρκικός στρατός οδεύων διά της πεδιάδος του Δαδίου προς το Τουρκοχώρι, και ο σαλπιγκτής του Οδυσσέως εσάλπισεν εις ειδοποίησιν των Ελλήνων. Οι Τούρκοι ηγνόουν ότι κατείχαν τας θέσεις εκείνας Έλληνες και ήσαν ήδη προωδευμένοι· αλλ' ακούσαντες τον ήχον της σάλπιγγος ωπισθοδρόμησαν και κατέλαβαν τα καλύβια του Δαδίου. Ο Οδυσσεύς διέταξεν αμέσως τους συν αυτώ να οχυρωθώσι και παρήγγειλε και τους εν τω χωρίω υπό τον Γάτσον και τον Σαρήν ν' αναβώσιν εις το μοναστήριον. Αλλ' οι εχθροί μήτε να ενωθώσι τοις έδωκαν καιρόν μήτε να οχυρωθώσιν, αλλ' έπεσαν διά μιας οι μεν πεζοί επί τους εν τω μοναστηρίω, οι δε ιππείς επί τους εν τω χωρίω, έτρεψαν όλους, επήραν τας αποσκευάς των, εφόνευσαν ως 20, εν οις και τον Μήνιον Κατσικογιάννην, εζώγρησαν τον Σαρήν (γ), επλήγωσαν τον Γάτσον, και μόλις ο Οδυσσεύς διέφυγεν ως ταχύπους τας χείρας των διαβάς διά μέσου αυτών ως Αλβανός. Ήσαν δε εν τω μοναστηρίω της Παναγίας καί τινες οικογένειαι, εξ ών οι μεν άνδρες εσφάγησαν, αι δε γυναίκες και τα παιδία ηχμαλωτίσθησαν. Οι Τούρκοι μετέβαλαν το σχέδιόν των μετά την παρεμπεσούσαν ταύτην τροπήν των Ελλήνων και μετέβησαν εις Βελίτσαν.