Front matter (continued 3)
Reading edition
Οι δε πολιτικοί, αντιφερόμενοι προς τον Υψηλάντην, επροθυμήθησαν να εγκολπωθώσιν εξ αρχής τον Μαυροκορδάτον, θεωρούντες αυτόν ως αντίζηλον εκείνου και ως μη έχοντα τας περί υπεροχής αξιώσεις του, δι' ας ανησύχαζαν· επεθύμουν δε και να ωφεληθώσιν εκ των πολιτικών γνώσεων αυτού τόσον τω καιρώ εκείνω αναγκαίων όσον σπανίων. Οι δύο ούτοι άνδρες εδιχονόησαν κατ' αυτήν την εν Τρικόρφοις πρώτην, ως είδαμεν, συνέντευξιν. Ο Μαυροκορδάτος έλεγε τω Υψηλάντη, ότι η δοθείσα αυτώ πασά του γενικού πληρεξουσίου της Αρχής, πεσόντος ήδη, πληρεξουσιότης δεν ημπόρει να τω χρησιμεύση εις στήριξιν ης αντεποιείτο εν Ελλάδι εξουσίας, και ότι μόνη η εθνική θέλησις εδύνατο να δώση νόμιμον εξουσίαν· αλλ' ούτος διετείνετο ότι πάσα εξουσία έπρεπε να πηγάζη εκ της Αρχής, ήτις εκίνησε την επανάστασιν, και ότι δεν εδύνατο αυτός να καταστρέψη τα δίκαια του αδελφού του. Διχονοήσαντες δε εξ αυτής της αρχής και κλίνοντες ο μεν προς τους πολιτικούς, ο δε προς τους στρατιωτικούς, διέμειναν διχονοούντες και αντιπολιτευόμενοι μέχρι τέλους.
Επί δε της αρχομένης εθνικής συνελεύσεως το πολιτικόν κόμμα ήτον ασυγκρίτω λόγω το ισχυρότερον, διότι και το ισχυρόν σώμα των αρχιερέων και η ισχυροτάτη μερίς των τριών ναυτικών νήσων ήσαν υπέρ αυτού. Ο,τι δε ήθελαν αι ναυτικαί νήσοι ήθελεν είτε εκ προαιρέσεως είτε εξ ανάγκης και όλον το Αιγαίον· ενίσχυε και όλη η Δυτική Ελλάς το κόμμα τούτο, διατελούσα υπό την επιρροήν του οργανιστού της και προέδρου της γερουσίας της Μαυροκορδάτου· το προσενίσχυε και μέγα μέρος της Ανατολικής Ελλάδος. Οι δε οπλαρχηγοί της στερεάς Ελλάδος, αν και ισχυροί, ούτε μετ' αλλήλων ούτε μετά των οπλαρχηγών της Πελοποννήσου συνενοούντο, και διά τούτο το στρατιωτικόν της Ελλάδος δεν είχε σχεδόν σύστημα. Διά τους λόγους τούτους το αποτέλεσμα της εθνικής συνελεύσεως ήτο πασίγνωστον εκ προοιμίων, ό εστιν οποίον το ήθελε το κόμμα των πολιτικών· αντεφέροντο δε οι πολιτικοί και οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, διότι εκείνοι μεν ήθελαν να κινώσι τα όπλα των επαρχιών κατά του εχθρού μετά των οπλαρχηγών, ούτοι δε αντεποιούντο την κίνησιν των όπλων ως έργον μόνων αυτών· έργον δε εκείνων εθεώρουν την εις τας εκστρατείας προμήθειαν των αναγκαίων.
Διά την επικρατούσαν δε καθ' όλην την Ελλάδα αταξίαν, διά το νεοφανές του πράγματος και διά την εξ ανάγκης έλλειψιν οποιουδήποτε περί εκλογής νόμου, αι εκλογαί των αντιπροσώπων, λεγομένων τότε π α ρ α σ τ α τ ώ ν, δεν ήτο δυνατόν να γένωσι τακτικαί. Εκτός των τριών ναυτικών νήσων και της Κάσσου και Σκοπέλου, ουδεμία των του Αιγαίου έστειλεν εις την συνέλευσιν πληρεξουσίους. Μεταξύ δε των εκ των άλλων μερών συνελθόντων ουδεμία ως προς τον αριθμόν αναλογία εφυλάχθη. Εν ώ όλη η Πελοπόννησος έστειλεν 20 αντιπροσώπους, η Ανατολική Ελλάς έστειλεν αύτη μόνη 26, και μόνον το τρίτον σχεδόν αυτών η Δυτική. Ο,τι δε επλήθυνε τον αριθμόν των μελών της Ανατολικής Ελλάδος και διέκρινε την αντιπροσωπείαν εκείνου του μέρους ήτον η αλλόκοτος είσαξις εις την συνέλευσιν άλλων εκτός των παραστατών των επαρχιών της υπό το όνομα συνηγόρων, ισοδυνάμων μεν και ισοψήφων των επαρχιακών παραστατών, στελλομένων όμως όχι παρά των επαρχιών αλλά κατ' ευθείαν παρά του Αρείου πάγου. Όπως και αν έχη, η συνέλευσις εθεωρήθη νόμιμος καθ' όλην την Ελλάδα καθ' όλους τους καιρούς και παρ' όλων των τάξεων των πολιτών· ήρχισε δε τας εργασίας της υπό την προεδρίαν του Μαυροκορδάτου την 20 δεκεμβρίου, γράψασα εν πρώτοις τον κανονισμόν της, δι' ου διέταξε να μη γίνωνται αι συνεδριάσεις της εις επήκοον του κοινού, μηδέ να δημοσιεύωνται όσα λέγονται ειμή κατ' έγκρισιν αυτής· αν δε και οι πληρεξούσιοι ήσαν σύμφωνοι και αντεπροσώπευαν όλοι τον λαόν, διηρέθησαν εις τέσσαρας κλάσεις κατά τα τέσσαρα τμήματα της Ελλάδος, ήγουν την Πελοπόννησον, τας Νήσους, την Ανατολικήν Ελλάδα και την Δυτικήν, και διαιρημένοι τοιουτοτρόπως εκάθηντο, εψηφοφόρουν και υπέγραφαν καθ' ην έλαχαν αι κλάσεις διά κλήρου τάξιν· συνεδρίαζε δε, συνεψηφοφόρει και συνυπέγραφε και ο αντιπρόσωπος των Αλβανών, αν και η αλβανοελληνική συμμαχία ήτον ήδη λελυμένη.
Ιανουάριος Η συνέλευσις διώρισε δωδεκαμελή επιτροπήν, ήτοι τρία μέλη αφ' εκάστης των τεσσάρων κλάσεων, εις σύνταξιν οργανικού νόμου επί τη βάσει συστήματος δημοκρατικού και εξέδωκε την 1 Ιανουαρίου το ακόλουθον σύντομον και εμφαντικόν κήρυγμα.
«Εν ονόματι της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος.
Το Ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικώδη οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας κηρύττει σήμερον διά των νομίμων παραστατών του εις εθνικήν συνηγμένων συνέλευσιν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν.»
Η συνέλευσις, θεωρήσασα το σχέδιον του οργανικού νόμου της επιτροπής της, εις ούτινος την σύνταξιν καθώς και εις τον μετά ταύτα οργανισμόν των γραμματειών εχρησίμευσε τα μέγιστα ο ειδήμων Ιταλός Γαλλίνας, παρεδέχθη τελείαν ανεξιθρησκείαν και ισοτέλειαν προηγουμένου νόμου περί εισπράξεως των τελών· εκήρυξεν όλους τους Έλληνας ίσους ενώπιον των νόμων και δεκτούς εν πάση υπηρεσία του κράτους· εξησφάλισε την ζωήν, την τιμήν και την ιδιοκτησίαν εκάστου υπό την προστασίαν των νόμων· κατήργησε την δουλείαν, τα βασανιστήρια και την δήμευσιν· διέταξε πας φυλακιζόμενος να ειδοποιήται εντός 24 ωρών περί της αιτίας της φυλακίσεώς του, και να δικάζεται εντός τριών ημερών· εψήφισε στρατιωτικόν οργανισμόν· εχάρισε προνόμια τοις Επιδαυρίοις, εγκατέστησε κυβέρνησιν εκ δύο σωμάτων, βουλευτικού ή αντιπροσωπικού και νομοτελεστικού· διέταξεν ο αριθμός των μελών του βουλευτικού και ο τρόπος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι να ορισθώσι μετά ταύτα· επέτρεψε να προβάλη πας βουλευτής διά του προέδρου νομοσχέδια· παρήγγειλε δημοσίας τας τακτικάς και εκτάκτους συνεδριάσεις του βουλευτικού, μυστικάς δε μόνον επί τη αιτήσει πέντε βουλευτών· προσδιώρισεν εις πέντε τον αριθμόν των μελών του νομοτελεστικού εκλεγομένων υπό του βουλευτικού εκτός των μελών αυτού· έδωκε τω νομοτελεστικώ εξουσίαν να κινή τας κατά ξηράν και κατά θάλασσαν δυνάμεις· να εισάγη εις το βουλευτικόν νομοσχέδια· να το συγκαλή εις έκτακτον συνεδρίασιν· να εκτελή τους νόμους· να φροντίζη περί της γενικής ασφαλείας· να ενεργή εκτάκτως τα δέοντα εις ανακάλυψιν προδοσίας, αλλά να δικαιολογή την πράξιν του παρά τω βουλευτικώ εντός δύο ημερών· να φέρη ενώπιον αυτού νομοσχέδιον περί συστάσεως παρασήμων, και περί στολής και μισθοδοσίας των πολιτικών και πολεμικών υπαλλήλων· να διορίζη οκτώ γραμματείς οφείλοντας να ενεργώσι τα καθήκοντά των επί τη ιδία αυτών ευθύνη, ήγουν τον αρχιγραμματέα της επικρατείας, τον και επί των εξωτερικών, τον επί των εσωτερικών, τον επί των οικονομικών, τον επί του δικαίου, τον επί των στρατιωτικών, τον επί των ναυτικών, τον επί της θρησκείας και τον επί της αστυνομίας· ώρισε την διάρκειαν των δύο σωμάτων ενιαύσιον· εκανόνισε τα καθήκοντά των, τας προς άλληλα σχέσεις των και την εις την νομοθεσίαν συνδρομήν των· ενέδυσεν αμφότερα δύναμιν του κηρύττειν πόλεμον και συνάπτειν ειρήνην, μόνον δε το νομοτελεστικόν την του συνδέειν ολιγοημέρους ανακωχάς· ανέθεσεν εις μεν το νομοτελεστικόν τα περί στρατιωτικών προβιβασμών και αμοιβών διά τας προς την πατρίδα υπηρεσίας υπό την έγκρισιν του βουλευτικού, εις δε το βουλευτικόν την καθ' εκάστην αρχιετίαν ψήφισιν του προϋπολογισμού των εσόδων και εξόδων εισαγομένου παρά του νομοτελεστικού, και την επιψήφισιν του απολογισμού καθ' εκάστην ληξιετίαν, εξαιρέσασα μόνον το πρώτον έτος καθ' ό ώφειλαν το μεν βουλευτικόν να χορηγή τα δέοντα άνευ προϋπολογισμού και μηδεμιάς αναβολής, το δε νομοτελεστικόν να δώση λόγον της διαχειρίσεως το τέλος του έτους· επέτρεψε τω νομοτελεστικώ να κόπτη νόμισμα αφ' ού διατάξη και όπως διατάξη το βουλευτικόν, να δανείζεται και να εκποιή εθνικά κτήματα συναινέσει του βουλευτικού, και απηγόρευσεν εις αμφότερα τα σώματα οποιανδήποτε πράξιν σκοπόν έχουσαν την κατάργησιν της πολιτικής υπάρξεως του έθνους.
Αν δέ ποτε κατηγορείτο βουλευτής επί πολιτικώ εγκλήματι, διέταξε να διορίζεται επταμελής επιτροπή του βουλευτικού εις εξέτασιν αν ήτο δεκτή η κατηγορία και εις έγγραφον κοινοποίησιν της γνώμης αυτής εις το βουλευτικόν· και αν διά των δύο τρίτων των ψήφων αυτού κατεγινώσκετο ο κατηγορούμενος, εκηρύττετο έκπτωτος και παρεπέμπετο ως απλούς πολίτης εις το ανώτατον δικαστήριον της Ελλάδος προς δίκην και τιμωρίαν κατά τους νόμους, μη φυλακιζόμενος όμως προ της εκπτώσεώς του. Κατά τον αυτόν τρόπον ελέγχοντο και εκρίνοντο και οι γραμματείς, αν έπιπταν εις το αυτό έγκλημα· τα δε μέλη του νομοτελεστικού κατηγορούντο και αυτά ενώπιον του βουλευτικού επί τοιαύτη ενοχή, αλλ' ελεγχόμενα υπό εννεαμελούς επιτροπής και αν μετά τον έλεγχον κατεγινώσκοντο διά των τέσσαρων πέμπτων των ψήφων του βουλευτικού, εγίνοντο έκπτωτα και παρεπέμποντο, ως και οι βουλευταί και οι γραμματείς, εις το ανώτατον δικαστήριον της Ελλάδος, αλλά μηδ' αυτά εφυλακίζοντο προ της εκπτώσεώς των. Αν δε όλον το νομοτελεστικόν εσυνθηκοποίει εις κατάργησιν της πολιτικής υπάρξεως του έθνους, ή έπιπτεν εις άλλο έγκλημα παρανομίας, τότε, αφ' ού απεδεικνύετο το έγκλημα, εγίνετο εν πρώτοις ο πρόεδρος έκπτωτος, και μετά την αντικατάστασιν αυτού κατηγορούντο τα μέλη έν προς έν, καθ' όν τρόπον ερρέθη, και ελεγχόμενα επαιδεύοντο. Η δε κυβέρνησις ώφειλε, καθ' ό διέταξεν η συνέλευσις, να περιθάλπη τας χήρας και τα ορφανά των φονευομένων και τους υπέρ πατρίδος δυστυχούντας, να βραβεύη τους ανδραγαθούντας και τους καλώς υπηρετούντας, και ν' ανταμείβη τους εις θεραπείαν των αναγκών του έθνους συνεισφέροντας.
Η συνέλευσις, αφ' ού διέγραψε τα του βουλευτικού και νομοτελεστικού, εφρόντισε και περί του δικαστικού κλάδου και ώρισε να εγκατασταθώσι δικαστήρια, ανώτατον μεν όπου έδρευεν η κυβέρνησις, εφετεία δε εν ταις έδραις των κεντρικών διοικήσεων, εν εκάστη δε επαρχία πρωτοδικείον μη έχον εγκληματικήν δικαιοδοσίαν ανατεθείσαν εις μόνα τα εφετεία και το ανώτατον· διέταξε δε και εν πάση κοινότητι ή εν παντί χωρίω ειρηνοδικείον, και την εφαρμογήν διά μεν τα πολιτικά και εγκληματικά των βυζαντινών νόμων, διά δε τα εμπορικά των γαλλικών μέχρις ου συνταχθώσιν εθνικοί κώδηκες. Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως ωργάνισε τα της προσωρινής κυβερνήσεως, έβαλεν υπό τας διαταγάς της τας δύο Γερουσίας και τον Άρειον πάγον, και κατήργησε τα σύμβολα και τας σημαίας της Φιλικής Εταιρίας· και ως χαρακτηριστικόν μεν της εθνικής σφραγίδος παρεδέχθη την Αθηνάν, ως σημαίαν δε εθνικήν την εξ εννέα οριζοντείων και εναλλάξ κειμένων κυανών και λευκών ταινιών. Αναγκαία ήτον η κατάργησις των συμβόλων της Εταιρίας. Οι Έλληνες επροσπάθουν να ελκύσωσι την συμπάθειαν των αυλών· αλλ' αι αυλαί, ως είδαμεν, απεστρέφοντο τας μυστικάς Εταιρίας ως συνωμοσίας κατ' αυτών. Αν δε και η Φιλική Εταιρία δεν είχε σχέσιν προς άλλας μυστικάς εταιρίας, η εν Λαϋβάχη διακήρυξις της ιεράς συμμαχίας την περιέπλεξεν εις την κατηγορίαν ταύτην· διά τούτο το συμφέρον της Ελλάδος απήτει να εξαλείψη ό,τι και κατ' επιφάνειαν την ενοχοποίει. Αλλ' ο Υψηλάντης κατεταράχθη και ωργίσθη ιδίως κατά του Μαυροκορδάτου, ον εθεώρει δικαίως ως υποβολέα της πράξεως ταύτης. Εντεύθεν ενισχύθη έτι μάλλον η διχόνοια των δύο τούτων ανδρών.
Τούτων ούτω διατεθέντων, ησχολήθη η συνέλευσις εις συγκρότησιν της νέας κυβερνήσεως, και εξελέξατο μέλη του νομοτελεστικού τον Μαυροκορδάτον τον και πρόεδρον, τον δημοκρατικώτερον των προυχόντων Κανακάρην τον και μετά ταύτα αντιπρόεδρον, τον Αναγνώστην Παπαγιαννόπουλον (Δηληγιάννην), τον Ιωάννην Ορλάνδον και τον Ιωάννην Λογοθέτην· και οι μεν πληρεξούσιοι της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος, έχοντες όχι μόνον εντολήν να συγκροτήσωσι την συνέλευσιν, αλλά και δύναμιν ν' αποτελέσωσι μέρος της κυβερνήσεως, διέμειναν, όσοι δεν συμπεριελήφθησαν εις το νομοτελεστικόν, ως μέλη του βουλευτικού· οι δε των νήσων, εις ους δεν εδόθη η αυτή δύναμις, δεν μετεσχηματίσθησαν εις βουλευτάς· αλλά και αι νήσοι αύται και άλλαι έστειλαν μετ' ολίγον τους βουλευτάς των· διωρίσθη δε και προσωρινή έδρα της νέας κυβερνήσεως η Κόρινθος, και ούτω διελύθη η συνέλευσις την 15 Ιανουαρίου, εργασθείσα ησύχως και ευτάκτως καθ' όλην την διάρκειάν της, και κηρύξασα επί τέλους (α) ότι ο πόλεμος της Ελλάδος κατά των Τούρκων δεν εστηρίζετο επί δημαγωγικών, στασιωδών ή ιδιοτελών αρχών, αλλ' ότι σκοπόν είχε την απόσεισιν του σκληρού και ξένου ζυγού και την πολιτικήν εξομοίωσιν των Ελλήνων προς τους λοιπούς χριστιανικούς λαούς, ή εν αποτυχία την τελείαν εξόντωσίν των ως προτιμοτέραν της ζωής υπό τοιαύτην αισχράν δουλείαν. Το κήρυγμα τούτο ανέφερε και τας αιτίας δι' ας ανεβλήθη μέχρι τούδε ο εθνικός οργανισμός· και αφ' ού ανήγγειλεν εν συντόμω τα γενόμενα, εκάλει τους λαούς εις ομόνοιαν, εις διατήρησιν των νόμων και εις υποταγήν προς την κυβέρνησιν, ως τα μόνα συντελεστικά προς στερέωσιν της ανεξαρτησίας των.
Η επανάστασις της Ελλάδος δεν εξερράγη περί πολιτικών συστημάτων, αλλά προς απόσεισιν του οθωμανικού ζυγού και προς ανέγερσιν του ελληνικού εθνισμού· διά τούτο, ότε συνήλθαν οι Έλληνες εις Επίδαυρον, δεν έπεσαν εις σπουδαίας συζητήσεις περί αρχών.
Μεταξύ δε των τριών συστημάτων, του μοναρχικού, του ολιγαρχικού και του δημοκρατικού, το μοναρχικόν ήτον αναντιρρήτως το δημοφιλέστερον εν Ελλάδι. «Πότε θα μάς έλθει ο αφέντης;» ηρώτων οι Έλληνες από άκρου έως άκρου της Ελλάδος· αι δε ναυτικαί νήσοι εν τοις εγγράφοις των και η Ανατολική Ελλάς εν τη συνελεύσει της εθεώρησαν επισήμως και ομογνωμόνως την βασιλείαν ως το πλήρωμα των ευχών των. Εδύνατό τις των Ελλήνων, ωφελούμενος υπό της τοιαύτης διαθέσεως όλων των κλάσεων του ελληνικού λαού, να καθήση τότε μονοκράτωρ. Τοιούτος υπεδεικνύετο ο Υψηλάντης· αλλ' η υπερισχύουσα μερίς της εθνικής συνελεύσεως ήτον όλη εναντία του· διά τούτο κατεβιβάσθη μάλλον ή ανεβιβάσθη.
Εδύναντο ίσως και οι προύχοντες, όντες ισχυρότατοι εν τη συνελεύσει, να ενθρονίσωσι το ολιγαρχικόν σύστημα· αλλ' ούτε καν το επεχείρησαν. Ο κυριώτερος τούτων σκοπός ήτον η μη ανύψωσις του Υψηλάντου και η μη ενίσχυσις του στρατιωτικού· ανελογίζοντο δε ότι η οικειοποίησις της εθνικής εξουσίας αντέβαινε προς τον σκοπόν τούτον. Τω όντι τοιούτον σύστημα, απαρέσκον εν γένει, ήτον ικανόν ν' αποσπάση πολλούς πολιτικούς φίλους των και να τους οικειώση προς τους εναντίους των, να συνενώση δε κατ' αυτών και το μη έως τότε συνηνωμένον στρατιωτικόν της στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου. Συνέτρεξαν δε και οι εξής λόγοι κατά της συστάσεως της ολιγαρχίας. Η Ελλάς, αναδεχθείσα τον δε δεινόν αγώνα, και ερειδομένη επί τη δικαιοσύνη και τη αγιότητί του, διότι πας αγών εθνικός κατά ξένης εξουσίας είναι δίκαιος και άγιος, ήλπιζεν έξωθεν βοήθειαν. Έξωθεν δε δύο συστήματα είχαν υπερασπιστάς, το μοναρχικόν και το δημοκρατικόν· το πρώτον είχε τας αυλάς, το δεύτερον τους λαούς· ώστε το ολιγαρχικόν θα έβλαπτε μάλλον ή θα ωφέλει εξωτερικώς την Ελλάδα ως απροστάτευτον υπό των αυλών, και ως μισούμενον υπό των λαών· αλλ' ημείς, γνωρίζοντες τους προύχοντας της Πελοποννήσου εκ του πλησίον και συνυπηρετήσαντες επί της επαναστάσεως, οφείλομεν ν' αποδώσωμεν αυτοίς εν πλήρει γνώσει την πρέπουσαν δικαιοσύνην ομολογούντες ότι, αν δεν έδειξάν ποτε διάθεσιν να ενθρονισθώσι δεσπόται της πατρίδος σφετεριζόμενοι την εθνικήν Αρχήν, δεν επηρρεάσθησαν εκ μόνης πολιτικής προνοίας, αλλά και εκ πατριωτικής και φιλελευθέρας προαιρέσεως. Όλα ταύτα τα αίτια συνέτρεξαν εις το να συστηθή εν Επιδαύρω δημοκρατική κυβέρνησις, εν ώ το δημοκρατικόν στοιχείον ήτο πάντη ανίσχυρον, διότι ολιγώτατοι μόνον νέοι, σπουδάσαντες εν Ευρώπη, ήσαν οι υπερασπισταί του. Ίνα δε μη καταθορυβηθή η τότε παντοδύναμος ιερά συμμαχία επί τη συστάσει δημοκρατικής κυβερνήσεως εκλήθη η κυβέρνησις προσωρινή και αφέθη η θύρα ανοικτή εις θεμελιώδεις πολιτικάς μετοβολάς.
Εξ όσων δε, διερχόμενοι τα της συνελεύσεως είπαμεν, απεδείχθη, ότι το στρατιωτικόν της Πελοποννήσου απέτυχε, διότι όλη η Αρχή εδόθη τοις αντιπάλοις του, και ότι ο Υψηλάντης ωλιγωρήθη· αλλ' ουδείς αντείπεν ουδ' αντέστη εις τας αποφάσεις της συνελεύσεως. Και αυτός ο Υψηλάντης, όστις δυσαρεστούμενος διέτριβε διαρκούσης της συνελεύσεως εν Κορίνθω, αφ' ού είδεν ότι ετάφη η Αρχή της Φιλικής Εταιρίας εν Επιδαύρω υπό το νέον σύμβολον, την Αθηνάν, και την δίχρουν σημαίαν, και συνετάφη και πάσα εκείθεν εξουσία, εδέχθη την προεδρίαν της βουλής δοθείσαν αυτώ ως δείγμα τιμής διά την προς αυτόν σωζομένην υπόληψιν του κοινού· αλλ' ουδέ και τότε μετέβη εις Επίδαυρον, όπου ενήργει τα της προεδρίας ο Πετρόμπεης, ως αντιπρόεδρος.
Το δε νομοτελεστικόν την αυτήν ημέραν, καθ' ην συνεκροτήθη, διώρισε τους υπουργούς, ους εκάλεσε Μινίστρους, τον Νέγρην επί της αρχιγραμματείας της επικρατείας, επί των εξωτερικών υποθέσεων και πρόεδρον του συμβουλίου των υπουργών, τον Ιωάννην Κωλέττην επί των εσωτερικών, τον Πανούτσον Νοταράν επί της οικονομίας, τον Νότην Μπότσαρην επί των στρατιωτικών, τριμελή επιτροπήν επί των ναυτικών, τον Θεόδωρον Βλάσην επί του δικαίου, τον επίσκοπον Ανδρούσης Ιωσήφ επί των θρησκευτικών, και τον Λάμπρον Νάκον επί της αστυνομίας, την δε επιούσαν εκήρυξε την έναρξιν των εργασιών του.
Πρώτη δε φροντίς της νέας κυβερνήσεως ήτον η εύρεσις πόρου εις σύστασιν και διατήρησιν των στρατοπέδων και εις κίνησιν του στόλου. Επί τω σκοπώ τούτω εψηφίσθησαν δάνεια και γενικαί συνεισφοραί· αλλά μικρά η ωφέλεια εξ αιτίας των περιστάσεων. Λόγος πολύς έγεινεν επί συνελεύσεως και περί πρεσβειών προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς· αλλ' η κυβέρνησις εις ην ανετέθη η φροντίς, δεν έκρινεν εύλογον να ενεργήση τι κατ' εκείνας τας περιστάσεις, διότι η καθ' ημών επικρατούσα διάθεσις των αυλών ήτο φανερά, και ως εκ της διαθέσεως ταύτης η αποβολή των πρέσβεων βεβαία. Τα δύο κυβερνητικά σώματα διέμειναν εργαζόμενα εν Επιδαύρω, το μεν βουλευτικόν μέχρι της 23, το δε νομοτελεστικόν μέχρι της 28· μετέβησαν δε μετά ταύτα εις Κόρινθον όπου επανέλαβαν τας διακοπείσας συνεδριάσεις των την 31, το μεν βουλευτικόν υπό την προεδρίαν του Υψηλάντου, το δε νομοτελεστικόν υπό την αντιπροεδρίαν του Κανακάρη, διότι ο πρόεδρος Μαυροκορδάτος μετέβη εξ Επιδαύρου εις Ύδραν προς έκπλουν του στόλου, και προς εξέτασιν ψιθυρίσματός τινος περί σκευωρουμένης εν τη νήσω επίβουλής εις υποδούλωσίν της· αλλ' η σκευωρία αύτη, αν τω όντι υπήρξε, διεσκεδάσθη αβλαβώς και αθορύβως.
Η δε κυβέρνησις, καθ' ας ημέρας ευρίσκετο εν Επιδαύρω, έσπευσε να ψηφίση και έκοψεν εν Κορίνθω μετάλλια φέροντα εφ' ενός μεν την εικόνα της Αθηνάς και γύρωθεν αυτής «Η - Ε λ λ ά ς – ε υ γ ν ω μ ο ν ο ύ σ α.» εφ' ετέρου δε «ε θ ν ι κ ή – σ υ ν έ λ ε υ σ ι ς - α ω κ β»· εκόπησαν δε τα μετάλλια ταύτα χάριν των ησύχως, ακινδύνως και εν ομονοία τον εν Επιδαύρω πολιτικόν οργανισμόν υπογραψάντων και των εις την σύνταξιν αυτού συνεργησάντων· αλλά της τιμής ταύτης δεν ηξιώθησαν οι κατά γην και θάλασσαν προκινδυνεύοντες. Τα μέλη της κυβερνήσεως ήσαν και μέλη της συνελεύσεως, ώστε απέδωκαν αυτοί εαυτοίς ως λυτρωταίς της πατρίδος τας τιμάς ταύτας, παρορώντες τους εν πολέμω αληθείς λυτρωτάς της.
1821-1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.
&Ατυχής εκστρατεία εις Καρυστίαν, και θάνατος Ηλίου Μαυρομιχάλη. — Έκπλους του οθωμανικού στόλου και απόβασις στρατευμάτων εις Πάτρας. — Ναυμαχία εν τω κόλπω των Πατρών. — Τα μεταξύ του μεγάλου αρμοστού των Ιονίων νήσων και του ελληνικού στόλου. — Εκστρατεία υπό τον Κολοκοτρώνην εις πολιορκίαν των Πατρών.&
ΚΑΘ' όν καιρόν συνέταττεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις τον θεμελιώδη νόμον, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης μετέβη εις Αθήνας ως αρχηγός της πολιορκίας της ακροπόλεως επί τη προτάσει των εντοπίων συναινέσει και των εν Επιδαυρίω.
Η ατυχής πρώτη εις Κάρυστον εκστρατεία, περί ης άλλοτε ανεφέραμεν, δεν απήλπισε τους εις κυρίευσιν αυτής αγωνιζομένους. Απεδόθη η αποτυχία εις την επικρατούσαν τότε εν τω στρατοπέδω αναρχίαν, εις την απειρίαν των στρατιωτών και κυρίως εις την έλλειψιν αξίου και σέβας εμπνέοντος αρχηγού. Ο άοκνος επίσκοπος Καρύστου, ο την πρώτην εκστρατείαν συγκροτήσας, επεχείρησε και δευτέραν· μετέβη εις Ύδραν, εκείθεν εις Τρίκορφα, επανήλθεν εις Ύδραν, επεσκέφθη την Κέαν, παντού στρατολογών, χρηματολογών και ποριζόμενος πολεμεφόδια και τροφάς, και την 16 νοεμβρίου κατήντησεν εις Ερέτριαν όπου διέμεινε μέχρι τινός, διότι ο Ομέρμπεης περιεφέρετο εις τα περί την Κούμην χωρία συνάζων και αποταμιεύων τρόφιμα εν Στούροις. Απομακρυνθέντος δε τούτου, εκίνησεν ο επίσκοπος προς τα Βρυσάκια μετά 50 στρατιωτών, εις έντευξιν του Αγγελή Γοβρίνα· αλλά άμα έφθασεν εις το στρατόπεδον και εφάνησαν επερχόμενοι εκ Χαλκίδος εχθροί μαθόντες την διάβασίν του· ακροβολισμού δε γενομένου επί της πεδιάδος της Καστέλλας απέναντι του στρατοπέδου, έχασαν οι Τούρκοι δύο πολεμιστάς και επανήλθαν εις το φρούριον. Μετά τρεις δε ημέρας επέστρεψεν ο επίσκοπος εις Ερέτριαν συμπαραλαβών, συναινέσει του Αγγελή, τον Κριεζώτην και τους υπό την οδηγίαν αυτού ως συναγωνιστάς εις απελευθέρωσιν της Καρύστου. Αρξαμένου δε του ραμαζανίου, ησύχασαν ο μεν Ομέρμπεης εν Καρύστω, οι δε λοιποί Τούρκοι εν Στούροις. Τότε οι πρόκριτοι των χωρίων, μείναντες ανενόχλητοι, συνήλθαν εις Αλιβέρι και συνευδόκησαν, πριν επιχειρήσωσί τι κατά της Καρύστου, να φέρωσιν έξωθεν σημαντικόν τινα και άξιον αρχηγόν έχοντα και ικανούς στρατιώτας εμπειροπολέμους· η σταλείσα δε εις εύρεσιν του αρχηγού τούτου επιτροπή, ης μέλος ήτο και ο επίσκοπος, ηύρε τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην εν Αθήναις φθάσαντα εκεί κατ' εκείνας τας ημέρας, τον έπεισε να μη αναδεχθή την πολιορκίαν της ακροπόλεως, τον εχειροτόνησεν αρχηγόν όλων των κατά της Καρύστου στρατευμάτων, και τω έδωκεν άδειαν να στρατολογήση επί μισθώ. Αλλ', εν ώ η επιτροπή έπραττε ταύτα, οι οπλαρχηγίσκοι του εν Ευβοία στρατοπέδου, συμπληρουμένου εξ εντοπίων και ξένων εις 700, αποδοκιμάζοντες την αποστολήν της επιτροπής, διώρισαν αρχηγόν τον Βάσσον Μαυροβουνιώτην ελθόντα κατά τον παρελθόντα αύγουστον εκ Σμύρνης εις Κούμην και διαδεχθέντα κοινή γνώμη των Κουμιωτών τον φονευθέντα αρχηγόν των Παπάν· ώστε αντί ενός το στρατόπεδον απέκτησε δύο αρχηγούς.
Ιανουάριος Την δε 3 Ιανουαρίου έφθασεν ο Ηλίας εις το απέναντι της Εύβοιας χωρίον της Αττικής, Κάλαμον, συνοδευόμενος υπό του θείου του Κυριακούλη και ακολουθούμενος υπό 600, και την 5 διεβιβάσθη πανστρατιά όπου το άλλο στρατόπεδον. Ήλθε συγχρόνως και γράμμα του Οδυσσέως προς τον επίσκοπον λέγον, ότι παρηκολούθει και αυτός μετά δισχιλίων.
Αφ' ότου έφθασεν ο Ηλίας, εστέλλοντο γράμματα συχνάκις εις το ελληνικόν στρατόπεδον παρά των Στουρέων παρακλητικά όπως τους ελευθερώσωσιν από των εμφωλευόντων και τυραννούντων αυτούς Τούρκων. Αι αλλεπάλληλοι παρακλήσεις ηνάγκασαν τον φιλότιμον Ηλίαν και τους λοιπούς να εκστρατεύσωσι προς τα Στούρα χωρίς ν' αναμείνωσι την προσδοκωμένην υπό τον Οδυσσέα δύναμιν και επί τω σκοπώ τούτω μετέβησαν όλοι εις Μεσοχώρια δύο ώρας μακράν των Στούρων και έμειναν εκεί συσκεπτόμενοι περί του μελετωμένου κινήματος. Εσυμβιβάσθησαν δε ο Ηλίας και ο Βάσσος, ίνα θεωρώνται και οι δύο ως αρχηγοί, ενηγκαλίσθησαν ως αδελφοί, και ωρκίσθησαν ενώπιον του επισκόπου επί του ιερού ευαγγελίου να συμβοηθώνται εν καιρώ ανάγκης, και να φυλάττεται ευταξία παρά τοις υπό την οδηγίαν των.
Τριακόσιοι επίλεκτοι Τούρκοι ηυλίζοντο ταις ημέραις εκείναις εν Στούροις, όπου ήσαν και αι σιτοθήκαι. Πριν επιπέσωσιν οι Έλληνες, εσχεδίασαν οι δύο αρχηγοί των να στείλωσιν ανά 150 εις κατάληψιν του Διακοφτίου, στενού μεταξύ Στούρων και Καρύστου, επί σκοπώ να εμποδισθή πάσα εκ Καρύστου βοήθεια, και την 11 εξεστράτευσαν και αυτοί εκ Μεσοχωρίων και κατέλαβαν δυο μικρά χωρία, ημιώριον μακράν των Στούρων το έν, και τέταρτον ώρας το άλλο· και εν μεν τω πλησιεστέρω ετοποθετήθη ο Βάσσος, εν δε τω απωτέρω ο Ηλίας. Την δε 12, πρωίας γενομένης, εφάνησαν έξωθεν των Στούρων οι Τούρκοι προκαλούντες κατά τον ομηρικόν τρόπον τους Έλληνας εις μάχην. Αν και δεν απεστάλησαν οι 300, ως εσχεδιάσθη, εις κατάληψιν του στενού, εφώρμησαν οι περί τον Βάσσον μηδέ τους περί τον Ηλίαν αναμείναντες· αλλ' αρξαμένης της μάχης επεβοήθησαν ούτοι, και συμπολεμήσαντες γενναίως απώθησαν τους εχθρούς εις το χωρίον, και πατήσαντές το τους απέκλεισαν περί την μεσημβρίαν εντός ολίγων οχυρών οικιών. Τούτου δε γενομένου, παραλαβόντες ο Βάσσος και ο Κυριακούλης τινάς υπήγαν να καταλάβωσιν αυτοί το στενόν του Διακοφτίου· αλλ', εν ώ ανέβαιναν, κατέβαινεν εκείθεν ο Ομέρμπεης ειδοποιηθείς αφ' εσπέρας περί των εχθρικών κινημάτων. Αδυνατώτεροι οι περί τον Βάσσον και τον Κυριακούλην ωπισθοδρόμησαν και απεχωρίσθησαν των αποκλειόντων τους εχθρούς εν Στούροις, οίτινες μηδέν υποπτεύοντες έξωθεν, διότι υπέθεταν το στενόν προκατειλημμένον, εξεφάντοναν· αλλά μαθόντες αίφνης ότι ήρχετο ο Ομέρμπεης, ακούσαντες και τον τουφεκισμόν, ετράπησαν οι μεν προς τα πλοία οι δε προς τα μακρυνά χωρία. Εξήλθε τότε του χωρίου και ο Ηλίας έχων 7 μόνον συντρόφους υπεραγαπώντας αυτόν και πάντοτε παρακολουθούντας, και καταλαβών ανεμόμυλόν τινα ασκεπή επί λόφου, κοινώς λεγόμενον Κοκκινόμυλον, παρεκίνει εκείθεν τους λοιπούς να εγκαρτερήσωσιν· αλλ' εις μάτην αι πατριωτικαί προτροπαί του. Αφ' ού δε επλησίασεν ο Ομέρμπεης εις Στούρα, εξήλθαν οι εντός των οχυρών οικιών Τούρκοι, και καταδιώκοντες οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν τους Έλληνας φεύγοντας, κατήντησαν εις τον Κοκκινόμυλον, όπου συνεσωρεύθησαν όλοι πολεμούντες. Τότε ο Ηλίας και οι περί αυτόν, βλέποντες ότι απελείφθησαν μόνοι, επεχείρησαν να εξορμήσωσι ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών· αλλ', εκτός δύο διασωθέντων, όλοι απέθαναν εν οις και ο χαριέστατος και φιλότιμος Ηλίας ευκλεώς βιώσας και ευκλεέστερον αποβιώσας. Ο δε Ομέρμπεης, μαθών ότι είς των φονευθέντων ήτον ο επίσημος ούτος νέος, έκοψε την κεφαλήν του και την έστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν.
Μετά το δυστύχημα τούτο συνήχθησαν οι πρόκριτοι πολιτικοί και πολεμικοί εις Αλιβέρι προσπαθούντες να διατηρηθή το στρατόπεδον· εν ώ δε εσκέπτοντο περί δευτέρου κινήματος, έφθασεν ο Οδυσσεύς έχων 300 και τους εθάρρυνεν· εκίνησαν δε περί τα τέλη του Ιανουαρίου όλοι προς την Κάρυστον, όπου συνεσωρεύθησαν και όλοι οι Τούρκοι εν οις και οι κατέχοντες επί της προτέρας μάχης τα Στούρα· και ο μεν Οδυσσεύς μετά των 300 κατέλαβε την θέσιν Π λ α κ ω τ ά και έκοψε το εις το φρούριον ρέον νερόν· ο δε Κυριακούλης, ο Κριεζώτης και ο Βάσσος κατέλαβαν τους κήπους περιορίσαντες τους Τούρκους εντός του φρουρίου, και ακροβολιζόμενοι καθ' ημέραν. Εξ αιτίας δε του κανονοβολισμού έπεσε πεπαλαιωμένον τι μέρος του φρουρίου, και οι Τούρκοι υποπτεύοντες μη δι' αυτού τους πατήσωσιν οι Έλληνες αίφνης, σπανίως έκτοτε εξήρχοντο. Εν ώ δε η πολιορκία εφαίνετο προκύπτουσα, ο Οδυσσεύς έφυγεν αίφνης μετά των οπαδών του εν πολλή βία εις Μελισσώνα, δύο ώρας μακράν της Καρύστου. Φυγόντος αυτού, οι εχθροί έπεσαν αμέσως επί τους απομείναντας και τους κατεδίωξαν μίαν ήμισυ ώραν μακράν μέχρι του Κατσερονίου, όπου και πρότερον ήσαν οι Έλληνες, και ήδη διενυκτέρευσαν. Το δε πρωί οι αρχηγοί, απορούντες δικαίως επί τη αιφνιδίω φυγή του Οδυσσέως, έστειλαν έφιππον φέροντα γράμματα προς αυτόν, δι' ων ηρώτων την αιτίαν της απροσδοκήτου φυγής του και εζήτουν γνώμην περί του πρακτέου. Ο γραμματοφόρος, απαντήσας τον Οδυσσέα φεύγοντα κατά τα Στούρα και απολιπόντα εν Μελισσώνι και τους αρρώστους και τας τροφάς, τω έδωκε τα γράμματα, αλλ' απάντησιν δεν έλαβε. Φθάσας ο Οδυσσεύς εις τα Στούρα το εσπέρας ηύρεν εκεί τον επίσκοπον και τους προκρίτους των χωρίων, και ερωτηθείς περί της φυγής του ανέβαλε την απάντησιν εις την αύριον εν τούτοις διέταξε το στράτευμά του να υπάγη εις Βρυσάκια και να περάση, εις την αντικρύ ξηράν όπου και επέρασεν· αυτός δε μηδόλως αιτιολογήσας την φυγήν του διεπορθμεύθη εκ του λιμένος των Στούρων μετά 50 αντικρύ και εκείθεν μετέβη εις Λεβαδείαν. Η διαγωγή αύτη του Οδυσσέως υπελήφθη ως επιβουλή. Ενίσχυσαν δε την υπόνοιαν ταύτην και δώρα καπνού και ταμβάκου σταλέντα προς αυτόν παρά του Ομέρμπεη ολίγον προ της φυγής του. Η ιδέα της επιβουλής δεν εξηλείφθη εισέτι, στηριζομένη μάλιστα επί τη μετά ταύτα διαγωγή του. Άλλοι δε συγκαταβατικώτεροι απέδωκαν την φυγήν του εις την κατ' εκείνας τας ημέρας μετάβασιν του Υψηλάντου και του Νικήτα εις την Ανατολικήν Ελλάδα, προς ους έχων στενάς σχέσεις ήθελε να ευρεθή εν τη Λεβαδεία επί της εκεί αφίξεώς των. Αλλ' όσον μεν περί της μετά ταύτα διαγωγής του Οδυσσέως εις εξήγησιν της προτέρας, σφάλλει όστις θέλει να εύρη πάντοτε εκ προθέσεως μίαν και την αυτήν σειράν πολιτεύματος των σημαντικών ανθρώπων καθ' όλον το στάδιόν των επί επαναστάσεως. Αι επαναστάσεις διά της σφοδράς ροπής των αλλοιούν τα υπάρχοντα, παρεκτρέπονται πολλάκις του σκοπού ον προέθεντο εξ αρχής, και υπό των πολιτικών και πολεμικών περιπετειών παρασυρόμεναι συμπαρασύρουν συνήθως και τους ανθρώπους και τροποποιούν τα φρονήματά των παριστάμεναι υπό διαφόρους φάσεις. Ο Οδυσσεύς, μέγας και πολύς μετά την εν Γραβιά μάχην, και ο σημαντικώτερος και ισχυρότερος των οπλαρχηγών της Ανατολικής Ελλάδος επί της φυγής του ουδεμίαν είχεν αφορμήν τότε εις επιβουλήν. Αλλ' ημείς, διερχόμενοι σωζόμενά τινα έγγραφα του Αρείου πάγου, ηύραμεν επιστολήν του Οδυσσέως δι' ης αποδεικνύεται ότι διετάχθη παρά της Αρχής εκείνης να επανακάμψη. Την επιστολήν ταύτην, αν και μη δικαιολογούσαν τον τρόπον της φυγής του εν αγνοία των συμπολεμιστών του, εκδίδομεν ενταύθα.
«Αρεοπαγίται προσκυνώ.
Κατά την προσταγήν σας δεν έλειψα αμέσως αφ' ού έλαβα το έξοχον γράμμα σας και ερίχθηκα εις το εδώθε μέρος. Εμποδίσθηκα όμως εδώ εξ αιτίας του καιρού οπού δεν επέρασαν όλοι οι άνθρωποι και τους προσμένω κατ' αυτάς· αν όμως και είναι καμμία ανάγκη, γράψετέ μου διά να προφθάσω αμέσως χωρίς αργοπορίαν, και είμαι έτοιμος εις την προσταγήν σας. Μένω. 1822, Φεβρουαρίου 15. Ορδί Καπανδρίτι».
Μετά δε την από Καρυστίας φυγήν του Οδυσσέως εθεώρησαν οι λοιποί οπλαρχηγοί την περαιτέρω εκεί διατριβήν των πάντη άχρηστον· όθεν, εκτός του ιθαγενούς Κριεζώτου εναπομείναντος και περιφερομένου εις τα βουνά Ερετρίας και Κούμης, όλοι, εν οις και ο επίσκοπος, ανεχώρησαν, και ετελείωσεν η εις απελευθέρωσιν της Καρύστου δευτέρα εκστρατεία χείρων της πρώτης. Διέμεινε δε ως και πρότερον το άλλο ευβοϊκόν στρατόπεδον εν Βρυσακίοις, αλλά και αυτό έπαθε μετ' ολίγον δεινόν πάθημα, φονευθέντων έν τινι συμπλοκή κατά την Καστέλλαν τον μάρτιον μήνα του αρίστου αρχηγού του Αγγελή Γοβρίνα, του αδελφού του Αναγνώστη, και του Κότση. Μετά το δυστύχημα τούτο ανεδείχθη αρχηγός του στρατοπέδου ο Τομαράς.
Κατά τον αυτόν καιρόν, ακμάζοντος του χειμώνος, η Πύλη ητοίμασε, παρά την επικρατούσαν συνήθειάν της, ναυτικήν και στρατιωτικήν δύναμιν κατά της Πελοποννήσου. Η ναυτική δύναμις υπό την οδηγίαν του καπητανάμπεη, έχοντος υπό τας διαταγάς του και τον υποναύαρχον της Αιγύπτου Γιβραλτάρην καί τινα πλοία Αλγερινά, Τουνεζινά και Τριπολινά, συνίστατο εκ 3 φρεγατών, 4 κορβετών και 8 δικατάρτων· συνέπλεαν δε και πολλά φορταγωγά φέροντα εις απόβασιν έως 4000 στρατιώτας ασιανούς υπό τον Καρά - Μεχμέτπασαν (α) τον άλλοτε αρχιπυροβολιστήν, και παντός είδους πολεμικάς αποσκευάς. Η θαλάσσιος δε αύτη δύναμις εφάνη έξωθεν της Ύδρας την 27 Ιανουαρίου όπου εστάθη και ύψωσέ τινα σημεία. Η εμφάνισις των σημείων τούτων έδωκε νέαν αφορμήν να θεωρηθή πραγματική η περί ης ανεφέραμεν προ ολίγου επίβουλή, αλλ' απάντησις δεν εφάνη δοθείσα, και ο στόλος έπλευσεν εις Μοθώνην, την επεσίτισε, και μαθών ότι το Νεόκαστρον ήτο σχεδόν αφρούρητον ητοιμάσθη να το προσβάλη εξ απροόπτου, και μία φρεγάτα φέρουσα την σημαίαν του Γιβραλτάρη, μία κορβέττα και έν δικάταρτον τω επλησίασαν την 30 Ιανουαρίου· ήλθαν δε και διά ξηράς Τούρκοι εκ Μοθώνης. Έτυχαν εν αυτώ ως 40 φιλέλληνες υπό την οδηγίαν του στρατηγού Νορμάννου καταπλεύσαντες προ ολίγου εκ Μασσαλίας. Οι φιλοπόλεμοι ούτοι και έμπειροι κανονοβολισταί, συνεργούς έχοντες και τους εναπομείναντας Έλληνας, διότι επί τω εμφανισμώ της εχθρικής δυνάμεως οι πλείστοι των εν τω φρουρίω έφυγαν, αντεκανονοβόλησαν ευτυχώς τα κανονοβολούντα εχθρικά πλοία και τα ηνάγκασαν ν' απομακρυνθώσιν άπρακτα· επληγώθησαν δε τρεις εκ των εν τω φρουρίω, και εσκοτώθησαν και επληγώθησαν καί τινες Οθωμανοί.
Φεβρουάριος Μετά την αποτυχίαν ταύτην ο στόλος απέπλευσεν όλος και ελλιμένισε την 2 φεβρουαρίου έμπροσθεν της Ζακύνθου, όπου η ουδετέρα κυβέρνησις τον υπεδέχθη ευμενώς, εν ώ απέπεμψεν, ως είδαμεν, δυσμενώς το εμβάν εις τον λιμένα εκείνον πρό τινος καιρού ελληνικόν πλοίον χωρίς να το αφήση μήτε καν ν' αράξη. Εξ αιτίας δε των εναντίων ανέμων ο στόλος ούτος ενδιέμεινε μέχρι της 13, καθ' ην ανήχθη, και μηδέν καθ' όλον τον πλουν του εμπόδιον απαντήσας κατέπλευσεν εις Πάτρας, όπου απεβιβάσθησαν αι πολεμικαί αποσκευαί, εν αις και 20 πεδινά κανόνια, οι τετρακισχίλιοι στρατιώται και ο αρχηγός αυτών Μεχμέτπασας.
Εν ώ δε ο εχθρικός στόλος έπλεε την ελληνικήν θάλασσαν, αι τρεις ναυτικαί νήσοι ητοίμαζαν τα πλοία των. Εικοσιεπτά υδραϊκά υπό τον Μιαούλην διαδεχθέντα τον ναύαρχον Γιακουμάκην Τομπάζην παραιτηθέντα, είκοσι σπετσιωτικά υπό τον Γκίκαν Τσούπαν, δεκαέξ ψαριανά υπό τον Νικολήν Αποστόλην και δύο πυρπολικά συνηνώθησαν έξωθεν της Ύδρας, ανήχθησαν την 8, και ηγκυροβόλησαν την 16 έξωθεν του Μεσολογγίου· την δε 17 και 18 έπλευσαν προς τας Πάτρας, αλλ' επόδισαν εξ αιτίας σφοδράς αντιπνοίας· ανήχθησαν την 20 εκ νέου τρίτην ώραν πριν εξημερώση, υπό εναντίον πάντοτε άνεμον· ανήχθησαν και τα εν τω λιμένι των Πατρών εχθρικά. Ηγωνίζοντο δε οι δύο στόλοι ο μεν τουρκικός να εκπλεύση αμαχητί, ο δε ελληνικός να βλάψη τον τουρκικόν εκπλέοντα. Μέχρι τούδε ο ελληνικός, οσάκις απήντα τον εχθρικόν παρεφύλαττε μάλλον τα κινήματά του ή εφώρμα, προσπαθών να τον βλάψη διά μόνων των πυρπολικών· αλλ' ο νέος ναύαρχος, ο μεγαλότολμος Μιαούλης, ήλλαξε τον τρόπον του πολεμείν, έδωκε το σημείον της εκ συστάδην μάχης, και πρώτος, αν και ο επικρατών αντίπλους άνεμος έγεινε σφοδρότερος, ώρμησεν εις το μέσον δύο φρεγατών εκπλήξας και αυτόν τον εχθρόν διά της τόσης τόλμης. Κατόπιν ήλθαν εις το μέσον ο Μανώλης Τομπάζης, ο Σαχτούρης, ο Αντώνης Κριεζής, ο Γκίκας Τσούπας, ο ναύαρχος των Ψαρών, ο Κωνσταντίνος Κοτσιάς, ο Κοσμάς και ο Λάμπρος, και έφεραν άνω κάτω όλον τον εχθρικόν στόλον. Πέντε περίπου ώρας διήρκεσεν η ναυμαχία επικρατούσης σχεδόν τρικυμίας. Τρεις Έλληνες εσκοτώθησαν, δέκα επληγώθησαν, και τα ελληνικά πλοία μεγάλως εβλάφθησαν. Άδηλος η ζημία του εχθρικού στόλου, αλλ' ο τρόμος του κατάδηλος· διότι, αφ' ού διεχωρίσθησαν οι στόλοι περί την εσπέραν, κατέφυγεν ούτος ως εις άσυλον εις τον φιλικόν του λιμένα της Ζακύνθου τόσον ατάκτως, ώστε δύο πλοία του έπεσαν την νύκτα εις τα ρηχά προς το λοιμοκαθαρτήριον· εκινδύνευσαν δε να πάθωσι και τα λοιπά υπό των φίλων χειρότερα παρ' όσα έπαθαν υπό των εχθρών, διότι τα ευρεθέντα εν τω λιμένι της Ζακύνθου πολεμικά αγγλικά και αυστριακά τόσον εφοβήθησαν μήπως τα ατάκτως εισπλέοντα υπό το σκότος πέσωσιν επ' αυτά, ώστε τα εκανονοβόλησαν την νύκτα ως εχθρικά. Τόσον δε τα τουρκικά εφοβούντο τα παραφυλάττοντα έξωθεν του λιμένος ελληνικά, ώστε έτοιμα ήσαν να κανονοβολήσωσιν εν τη απελπισία των την πόλιν αν εξελαύνοντο. Αφ' ού ο ελληνικός στόλος περιέπλευσε δύο ημέρας έξωθεν της Ζακύνθου κατέπλευσεν εις το Κατάκωλον προς ύδρευσιν.
Την δε 23 ήλθε προς αυτόν αγγλικόν πλοίον δικαιολογούν επί τη τρικυμία την μη αποβολήν του τουρκικού στόλου από του λιμένος της Ζακύνθου, και απαγορεύον αυστηρώς πάσαν σύγκρουσιν αυτού και του ελληνικού εντός της ιονίου θαλάσσης. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη επανέπλευσε την αυτήν ημέραν ο ελληνικός εις τον λιμένα του Μεσολογγίου, εξέπλευσε και ο εν Ζακύνθω τουρκικός προς το εσπέρας· αλλά την ακόλουθον αυγήν έγεινεν άφαντος, διότι, εν ώ υπεκρίθη αφ' εσπέρας ότι έπλεε προς τας Πάτρας, θέλων ν' αποκρύψη, ως απεδείχθη μετά ταύτα, τον αληθή σκοπόν του, και ν' αποφύγη τοιουτοτρόπως τας νέας προσβολάς των Ελλήνων, παρήλλαξε τον πλουν του υπό το σκότος της νυκτός και διεσώθη εις Αλεξάνδρειαν, όπου επισυμβάσης τρικυμίας εναυάγησε μία των φρεγατών του. Ο δε ελληνικός έπλευσε προς τας Πάτρας εις σύλληψιν των εκεί μεινάντων φορταγωγών· αλλά τα πλοία ταύτα, άμα φανείσης της ελληνικής σημαίας, έκοψαν τας αγκύρας και κατέφυγαν ενδότερον των φρουρίων του κορινθιακού κόλπου όπου ησφαλίσθησαν. Την δε 27 ανεχώρησεν ο ελληνικός στόλος εις τα ίδια· απέμειναν δε εν τω λιμένι του Μεσολογγίου οκτώ μόνον πλοία υπό τον Μιαούλην.
Διέμεναν εν Μούρτω εκ της άλλοτε αυτόθι καταπλευσάσης τουρκικής μοίρας μία φρεγάτα, μία κορβέττα και τέσσαρα δικάταρτα. Ο Μιαούλης, θέλων να κυριεύση ή καύση τα πλοία ταύτα, απέστειλεν εν πρώτοις τα επτά εις Ρινιάσαν αντικρύ της Αντιπάξου φρουρουμένην υπό Σουλιωτών, ίνα παραλάβωσιν εκείθεν 200 Σουλιώτας ως συναγωνιστάς επί της ξηράς προς ευόδωσιν του σκοπού· παρηκολούθησε δε και αυτός φέρων εκ Μεσολογγίου πολεμεφόδια εις χρήσιν των στρατιωτών.
Μάρτιος Την 6 μαρτίου ανήχθη ο εν Ρινιάση στολίσκος· εν ώ δε απείχε του Μούρτου δέκα μίλια, ήλθεν αγγλικόν πλοίον αναγγέλλον, ότι δεν εδίδετο άδεια να πλεύση εις το παρά την ηπειρωτικήν παραλίαν νησίδιον του Μούρτου ως κείμενον εν τω μεταξύ Κορυφών και Ηπείρου πορθμώ. Ο ναύαρχος Μιαούλης έστειλεν ευθύς την Τερψιχόρην, πλοίον του στολίσκου του, εις Κορυφούς προς τον μέγαν αρμοστήν, παραπονούμενος διά την απροσδόκητον ταύτην απαγόρευσιν, και επανέπλευσε μετά των λοιπών του πλοίων εις Μεσολόγγι αναμένων εκεί την απάντησιν. Την 9 έφθασεν η Τερψιχόρη έμπροσθεν των Κορυφών, ο δε πλοίαρχος, φέρων τα γράμματα, εισήλθεν επί της λέμβου του εις τον λιμένα αφήσας εκτός αυτού το πλοίον μετέωρον ως σκοπεύων να επανέλθη προς τον ναύαρχον άμα ελάμβανε τας απαντήσεις. Αλλ', απόντος του πλοιάρχου, η κυβέρνησις έφερεν εν αγνοία αυτού την Τερψιχόρην εις τον λιμένα και κατεβίβασε την σημαίαν της. Τούτου δε γενομένου, ειδοποίησε τον πλοίαρχον περί ων έπραξεν, ειπούσα, ότι δεν εκράτει το πλοίον ως εχθρικόν, αλλά διότι τα πληρώματα άλλων ελληνικών πλοίων επάτησαν την γην της αγίας Μαύρας και ήρπασαν πρόβατα, και διά τούτο το πλοίον έπρεπε να μείνη, εν τω λιμένι των Κορυφών έως ού εδίδετο η πρέπουσα ικανοποίησις διά την καταπάτησιν της υπό ουδετέραν σημαίαν γης, και η οφειλομένη αποζημίωσις διά την αρπαγήν των ζώων· διέταξε δε να λύσωσι και τα πανία του πλοίου. Ο πλοίαρχος, όστις άλλα επροσδόκα και άλλα ηύρεν, αντέτεινεν εις την λύσιν των πανίων και ηπείλησεν ότι, αν τον εβίαζαν, θα έρριπτε πυρ εις την πυριτοθήκην του πλοίου και θα έκαιε και αυτό αύτανδρον και τα εν τω λιμένι λοιπά πλοία· αλλά την επιούσαν επείσθη και τα έλυσεν.
Η περί ης ο λόγος καταπάτησις της ουδετέρας γης και η αρπαγή των ζώων ήσαν αληθείς, και ο μέγας αρμοστής είχε δίκαιον ν' απαιτήση ικανοποίησιν και αποζημίωσιν· αλλά πώς εδύνατο να κρατήση αθώον πλοίον σταλέν προς αυτόν δι' άλλην υπόθεσιν καλή πίστει; Η αντικακοποίησις τότε είναι συγχωρητή, όταν ο κακοποιήσας αρνήται την οφειλομένην ικανοποίησιν· αλλά μήπως η ελληνική κυβέρνησις την ηρνείτο, ή εδύνατο ποτε να την αρνηθή; ή μήπως οι Τούρκοι δεν έπραξαν τα αυτά και χειρότερα κατά της αγγλικής σημαίας; Πρό τινος καιρού δεν είχαν αρπάσει έσωθεν πλοίου υπό αγγλοϊονικήν σημαίαν όχι πρόβατα, αλλά ανθρώπους και παρθένους, την οικογένειαν του εκ Πατρών Αποστόλη Περούκα; και όμως οι Άγγλοι ούτε πλοίον τουρκικόν εκράτησαν, ούτε την τουρκικήν σημαίαν ύβρισαν, αλλ' ηρκέσθησαν να ελευθερώσωσι τους συλληφθέντας, και τούτους σχεδόν γυμνούς. Και ταύτα πάντα έπραττεν ο μέγας αρμοστής εις ύβριν της ελληνικής σημαίας κατέμπροσθεν πλοίου της τουρκικής μοίρας ευρεθέντος ταις ημέραις εκείναις εν τω λιμένι των Κορυφών.
Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως εκρατήθη η Τερψιχόρη μέχρι της 21, απελύθη επί τη προτάσει του ναυάρχου Άγγλου ελθόντος κατ εκείνας τας ημέρας εις Κορυφούς και αποδοκιμάσαντος την διαγωγήν του Μεϊτλάνδου· κατήρε δε εις Μεσολόγγι την νύκτα της 22 όπου την ανέμενεν ο Μιαούλης, όστις, ιδών ότι δεν επετρέπετο η μελετωμένη κατά των εν Μούρτω εχθρικών πλοίων προσβολή, ανεχώρησε την 24 μεθ' όλων των πλοίων εις τα ίδια.
Εν τω μεταξύ δε τούτω, ο μέγας αρμοστής απέστειλεν εις Ύδραν την φρεγάταν Καμβρίαν υπό τον Χαμιλτώνα, και εν αυτή τον διερμηνέα της κυβερνήσεως Πετρίδην, και τη εγνωστοποίησεν, ότι απήτει τετρακόσια δίστηλα ως αποζημίωσιν της εν αγία Μαύρα αρπαγής των προβάτων, και ικανοποίησιν διά την καταπάτησιν της ουδετέρας γης της· ότι επί λόγω υγειονομικών προφυλάξεων απηγορεύετο να πλησιάζωσι τα υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία τας ιονίους ακτάς εντός 4 μιλίων και να εισπλέωσι τον πορθμόν των Κορυφών ότι το νησίδιον του Μούοτου ανήκεν εις την Επτάννησον, και ως τοιούτον ήτον απρόσιτον, και ότι ώφειλε να προειδοποιή η ελληνική κυβέρνησις τον μέγαν αρμοστήν οσάκις ο ελληνικός στόλος εμελέτα να διαπλεύση την μεταξύ των Ιονίων νήσων και της ελληνικής παραλίας θάλασσαν.
Μαθούσα ταύτα η ελληνική κυβέρνησις έσπευσε να στείλη προς τον μέγαν αρμοστήν τον Σπανιωλάκην και τον διέταξεν, εγχειρίζων τα περί της αποστολής του γράμματα, να τω αναγγείλη, ότι η ελληνική κυβέρνησις ετοίμη ήτο να πληρώση τα απαιτούμενα τετρακόσια δίστηλα, ότι κατεγίνετο να εύρη τους ενόχους και να τους παιδεύση, ότι απόστασις των ελληνικών πλοίων από της Ιονίου ακτής ενός μιλίου εφαίνετο ως προς τον υγειονομικόν σκοπόν ισοδύναμος αποστάσεως τεσσάρων, ότι αν ο μέγας αρμοστής εθεώρει το νησίδιον του Μούρτου ως εξάρτημα της Επταννήσου και διά την αιτίαν ταύτην απέκλειε του λιμένος αυτού τα ελληνικά πλοία, ώφειλε κατά την επαγγελλομένην ουδετερότητα ν' απομακρύνη και τα οθωμανικά, και ότι η ελληνική κυβέρνησις, αν και εβλάπτοντο τα συμφέροντά της διά της ανακαλύψεως των σκοπών της, συγκατετίθετο να προειδοποιή τον μέγαν αρμοστήν περί του προκειμένου διάπλου, αφ' ού τα μέλλοντα να διαπλεύσωσι την ιόνιον θάλασσαν πλοία της έφθαναν εις Γλαρέντσαν.
Διά τοιούτων λογικών και συνδιαλλακτικών οδηγιών εφωδιασμένος ο Σπανιωλάκης ανεχώρησεν εκ Κορίνθου. Αλλά, μόλις το φέρον αυτόν πλοίον έφθασεν εις τον λιμένα των Κορυφών, ο μέγας αρμοστής διέταξε ν' αράξη εν μεμονωμένω τινί μέρει, και το περιεκύκλωσε διά φυλάκων και στρατιωτών επαγρυπνούντων αυστηρώς μη τυχόν οι εν αυτώ και οι κάτοικοι της πόλεως συγκοινωνήσωσι· τον δε απεσταλμένον της Ελλάδος περιώρισεν εν τω πλοίω, και την 16 απριλίου τω έστειλε την ακόλουθον απάντησιν υπογεγραμμένην, εν ονόματι και κατά διαταγήν αυτού, παρά του εξ απορρήτων του, Φρεδερίκου Χάνκη.
* * *
«Κύριε,
Ο λόρδος μέγας αρμοστής των ιονίων νήσων έλαβε τας επιστολάς λεγούσας ότι τας έστελλαν προς αυτόν τινές α υ τ ο ν ο μ α ζ ό μ ε ν ο ι - κ υ β έ ρ ν η σ ι ς - τ η ς – Ε λ λ ά δ ο ς διά τινος απεσταλμένου αυτής ευρισκομένου κατά το παρόν εν τούτω τω λιμένι και διατεταγμένου υπό της περί ης ο λόγος αυτωνομάστου κυβερνήσεως να έλθη εις λόγους μετά του λόρδου μεγάλου αρμοστού.
Η αυτού εξοχότης αγνοεί παντάπασιν, ότι υπάρχει προσωρινή κυβέρνησις της Ελλάδος, διά τούτο δεν ημπορεί ν' αναγνωρίση τοιούτον απεσταλμένον· μόνη η ανάγκη να διατηρήση, καθώς πάντοτε διετήρησε, τας αρχάς αυστηροτάτης ουδετερότητος την παρακινεί να συγκατανεύση όπως λάβη υπ' όψιν τινά των εν ταις ανωτέρω επιστολαίς· ευδοκεί λοιπόν να διαδηλώση, ότι ουδεμίαν θέλει να έχη ανταπόκρισιν μετά κατ' όνομα Δυνάμεως, ην δεν γνωρίζει, και ότι η απόφασίς της είναι εν συνόψει η ακόλουθος.
Πλοίον λεγόμενον ελληνικόν υπό σημαίαν μη αναγνωριζομένην και ουδαμού δεκτήν αποκλείεται των Ιονίων λιμένων. Δεν οφείλει η αυτού εξοχότης να συζητήση μετά Δυνάμεως μη αναγνωριζομένης ό,τι κρίνει εύλογον να πράξη· λέγει όμως ότι το νησίδιον του Μούρτου εξαρτάται από του Ιονίου κράτους, και ότι ο βασιλεύς της Αγγλίας είναι ο μόνος προστάτης του. Η αυτού εξοχότης θεωρεί προς τούτοις όλον τον μεταξύ Μούρτου και Κασιωπίας πορθμόν των Κορυφών ως πραγματικώς λιμένα των Κορυφών. Η Ιόνιος κυβέρνησις, ορμωμένη εκ των αρχών της αυτής ουδετερότητος, ην πάντοτε διετήρησεν ως προς τους αλληλομαχούντας, ελεεινολογεί την μωράν αλαζονείαν των ωθησάντων τα πράγματα εις την τωρινήν κατάστασιν. Η αυτού εξοχότης αξιοί ο εν τω λιμένι τούτω άνθρωπος ν' αναχωρήση εν ακαρεί.»
* * *
Διά της επιστολής ταύτης ο μέγας αρμοστής απηγόρευεν εις τα ελληνικά πλοία τον μεταξύ Κορυφών και ηπειρωτικής παραλίας διάπλουν και την εφόρμησιν αυτών επί τα εν τω λιμένι του Μούρτου τουρκικά, διότι τον μεν πορθμόν εθεώρει ως πραγματικώς λιμένα των Κορυφών, το δε νησίδιον του Μούρτου ως υπό την μοναδικήν προστασίαν της Αγγλίας. Παλαιαί συνθήκαι μεταξύ Βενετίας και Τουρκίας απηγόρευαν τω όντι τον εις τον πορθμόν πλουν τουρκικών πολεμικών πλοίων καθώς και την ανέγερσιν οχυρωμάτων επί της τουρκικής του πορθμού παραλίας. Αλλ' ο σκοπός, δι' ον ωρίσθη άλλοτε τούτο, απέβλεπεν, ως είναι πασιφανές, εις την ασφάλειαν της νήσου των Κορυφών από ενδεχομένης τουρκικής αποβάσεως· αφ' ού δε μετέπεσεν η Αρχή των νήσων από των Βενετών εις άλλους, εθεωρείτο ο όρος ως μη υπάρχων. Αλλά, αν ήθελεν ο μέγας αρμοστής να τον εφαρμόση, διατί κατά παράβασιν αυτού άφησε τα τουρκικά πλοία να εισπλεύσωσι τον απηγορευμένον πορθμόν και ν' ασφαλισθώσιν εντός αυτού; αν δ' επροφασίζετο ότι τα εδέχθη επί της αποστασίας του Αλή, διατί τα διετήρει και μετά την καταστροφήν αυτού παρά την προκήρυξίν του; δεν έλεγε δι' αυτής ότι πλοία είτε τουρκικά είτε ελληνικά δεν ήσαν δεκτά εντός των Ιονίων λιμένων; δεν εχρεώστει να αποδιώξει και τα τουρκικά αφ' ού δεν εδέχετο τα ελληνικά; η μεροληψία του μεγάλου αρμοστού επί βλάβη της Ελλάδος ήτο τόσον μάλλον αξιόμεμπτος καθ' όσον ήθελε να την κρύπτη πάντοτε υπό το όνομα αυστηράς ουδετερότητος. Το δε ύφος της επιστολής, ανάξιον ανδρός κατέχοντος τόσον υψηλήν θέσιν, αρκεί αυτό και μόνον να δείξη το προς τον ελληνικόν αγώνα πάθος αυτού.
Ο δε Κολοκοτρώνης, αν και εμποδίσθη του να εκστρατεύση μετά την πτώσιν της Τριπολιτσάς εις Πάτρας, ανεδείχθη μετά την εν Επιδαύρω συνέλευσιν κοινή, γνώμη αρχηγός της πολιορκίας και έδειξεν επί των ετοιμασιών της εκστρατείας του άκραν δραστηριότητα. Ανέβη εν πρώτοις εις Τριπολιτσάν, όθεν απέστειλεν εν ονόματι της κυβερνήσεως τας περί στρατολογίας διαταγάς του εις πολλάς επαρχίας της Πελοποννήσου, και αφήσας τον υιόν του Πάνον ως πολιτάρχην, μετέβη εις Καρύταιναν και εκείθεν εις Γαστούνην όπου διέτριψεν ημέρας τινάς προπαρασκευάζων τα του πολέμου.
Το σχίσμα μεταξύ των προεστώτων της Πελοποννήσου και των οπλαρχηγών ουδαμού ήτο τόσον επαισθητόν ή τόσον βλαπτικόν, όσον εν τη επαρχία της Καρυταίνης, διότι αλλού μεν υπερίσχυε τα εν τη το άλλο κόμμα, εν δε τη επαρχία ταύτη οι Δηληγιάνναι και οι Κολοκοτρώναι, οι αντιφερόμενοι, ήσαν ισοδύναμοι. Εις μάτην επροσπάθησαν οι εν Επιδαύρω να τους συμβιβάσωσι· φιλοτιμίαι, αντιζηλίαι και συμφέροντα απέκρουαν πάντα συμβιβασμόν. Οι μεν Δηληγιάνναι ήθελαν να διατηρήσωσιν ην είχαν υπεροχήν προ της επαναστάσεως εν τη επαρχία των, ο δε Κολοκοτρώνης ήθελε να κινή αυτός όλα τα όπλα της. Αλλ' εν τη παρούση περιστάσει, επειδή και τα δύο μέρη είχαν περί πολλού την εκστρατείαν, εσυμβιβάσθησαν ώστε να στρατολογήση, έκαστον κόμμα τους ιδίους, και οι υπό τον Δηληγιάννην να μη στρατοπεδεύσωσιν όπου οι υπό τον Κολοκοτρώνην. Αφ' ού δε τα διάφορα σώματα εξεστράτευσαν εκ των διαφόρων επαρχιών προς τας Πάτρας, 1500 Καρυτινοί υπό τον Πλαπούταν, 800 Γαστουναίοι υπό τον Κωνσταντίνον Πετμεζάν και άλλοι τόσοι Τριπολιτσιώται, Φαναρίται και Πύργιοι υπό τον Γενναίον και άλλους οπλαρχηγούς, ετοποθετήθησαν κατ' αρχάς εν τω χωρίω του Αλή - τσελεπή 8 ώρας μακράν των Πατρών μετ' ολίγας δε ημέρας μετετόπισαν εις το πλησιέστερον χωρίον Αχαϊάν 4 ώρας μακράν των Πατρών. Οι δε Καλαβρυτινοί ως 1000 υπό τον Ζαήμην και άλλους, και οι Πατρείς ως 500 υπό τους Κουμανιώτας, ετοποθετήθησαν εν πρώτοις κατά τα Νεζερά, και μετ' ολίγον κατέλαβαν και την Χαλανδρίτσαν. Συνηνώθησαν και οι μετά ταύτα φθάσαντες Καρυτινοί ως 800 υπό τον Κανέλλον Δηλιγιάννην, και ως 600 Τριπολιτσιώται υπό τον Σέκερην, τον Λεβιδιώτην, και άλλους. Κατείχαν δε και τα Σελά ως 300 υπό τον Λόντον. Ο δε Κολοκοτρώνης εστρατοπέδευσεν εν τω χωρίω του Αλή - τσελεπή· όλοι δε οι εκστρατεύσαντες συνηριθμούντο αρχομένου του μαρτίου εις 6300.
Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι, ενισχυθέντες υπό των εσχάτως εκεί αποβάντων, ήσαν ικανοί όχι μόνον εις άμυναν αλλά και εις επίθεσιν. Την 25 φεβρουαρίου εξεστράτευσαν πανστρατιά υπό την οδηγίαν του νεοελθόντος Μεχμέτπασα, και διενυκτέρευσαν εν τω χωρίω του Τσουκαλά. Την ακόλουθον ημέραν δισχίλιοι εκίνησαν κατά την Αχαϊάν, και ολιγαριθμότεροι κατά την Χαλανδρίτσαν. Απέχουν δε τα δυο ταύτα χωρία απ' αλλήλων τέσσαρας ήμισυ ώρας· και οι μεν κατέχοντες την Χαλανδρίτσαν Πατρείς ολίγοι όντες έφυγαν, και οι εχθροί έκαυσαν το χωρίον· οι δε υπό τον Πλαπούταν, τον Γενναίον και τον Πετμεζάν, ιδόντες την Χαλανδρίτσαν καιομένην και μαθόντες παρά της προφυλακής των ότι επήρχοντο οι Τούρκοι, εκίνησαν άφοβοι εις απάντησίν των. Ήτον αύτη η πρώτη φορά καθ' ην οι Πελοποννήσιοι ήρχοντο εις μάχην μετά των Ανατολιτών, ους εμπαίζοντες διά την ενδυμασίαν και τον τρόπον του πολεμείν ωνόμαζαν Κακλαμάνους, και τον Μεχμέτπασαν Κακλαμάμπασαν· αλλ' οι Κακλαμάνοι, αν και δεν ήσαν επιδέξιοι εις τουφεκοπόλεμον, δεν ήσαν άνανδροι· ήσαν δε και επιτήδειοι διαξιφισταί. Εν τη συμπλοκή, δε ταύτη τους έτρεψαν οι Έλληνες, τους κατεδίωξαν και τους περιώρισαν επί του λοφίσκου του Τσουκαλά. Η μάχη αύτη διήρκεσε σχεδόν μέχρι της εσπέρας· την δε νύκτα επανήλθαν οι μεν Τούρκοι εις Πάτρας, οι δε Έλληνες εις Αχαϊάν. Εφονεύθησαν δε εν τη μάχη, 4 Έλληνες και 30 Τούρκοι, εν οις και είς χιλίαρχος, όστις κυκλωθείς υπό του Αποστόλη Κολοκοτρώνη και τριών άλλων Ελλήνων και δις πληγωθείς, έκοψε πρώτον την κεφαλήν ενός των κυκλούντων αυτόν και έπειτα έπεσε νεκρός υπό τα τραύματα των άλλων.
Μετά δε την περί ης ο λόγος συμπλοκήν έφερεν ο Κολοκοτρώνης πλησιέστερον του εχθρού τα στρατεύματα, και αυτός μεν και τα υπό τον Πλαπούταν κατέλαβαν το Σαραβάλι, τα δε υπό τον Γενναίον και τον Τσαννέτον Χρηστόπουλον τον Παλαιόπυργον, τα δε υπό τον Πετμεζάν, τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην και τον Παπασταθόπουλον την Οβριάν· 700 δε Καλαβρυτινοί διετάχθησαν να καταλάβωσι το Γηροκομείον. Πριν δε κινήση όλον το σώμα των Καλαβρυτινών εις κατοχήν της θέσεως ταύτης επροπορεύθησαν ως 60 εξ αυτών. Εξήλθαν συγχρόνως των Πατρών καί τινες Τούρκοι εις κατάληψιν της αυτής θέσεως, αλλ' ηύραν αυτήν προκαταληφθείσαν υπό των 60 Ελλήνων. Εισήλθαν εις το Γηροκομείον και οι άλλοι Καλαβρυτινοί, και τούτου γενομένου εξεστράτευσαν δισχίλιοι Τούρκοι προς την θέσιν εκείνην. Τότε ο Κολοκοτρώνης απέστειλεν εις βοήθειαν των εν Γηροκομείω τον μεν Γενναίον δεξιόθεν άνωθεν του Κυνηγού, τον δε Πλαπούταν διά της πεδιάδος. Το σχέδιον τούτο ευδοκίμησε, και οι Έλληνες έτρεψαν τους Τούρκους και εισήλθαν καταδιώκοντές τους και εις αυτήν την πόλιν φονεύσαντες 30. Ηρίστευσε δε υπέρ πάντα άλλον ο σημαιοφόρος Καραχάλιος, όστις, πληγωθείς εις την κεφαλήν επί της πρώτης κατά των εχθρών ορμής των υπό τον Πλαπούταν, εσκοτίσθη και έπεσεν, αλλ' αναστάς μετ' ολίγον έδραξε την σημαίαν και επροπορεύετο όλου του στρατεύματος.
Μάρτιος Μετά την μάχην ταύτην, συμβάσαν την 2 Μαρτίου, οι Έλληνες επανήλθαν εις τας θέσεις των καθά διέταξεν ο Κολοκοτρώνης μη εγκρίνας να μείνωσιν εν τη πόλει. Την δε επαύριον κατέβησαν εκ Νεζερών και οι λοιποί Έλληνες, και κατέλαβαν οι μεν υπό τον Σέκερην Τριπολιτσιώται τον λινόν του Σαήταγα, οι δε Πατρείς υπό τους Κουμανιώτας την θέσιν του Κυνηγού παρά το Γηροκομείον· ετοποθετήθησαν δε και οι υπό τον Δηληγιάννην κατά το Πουρναρόκαστρον, ο δε Ζαήμης μετά τινων Καλαβρυτινών εν τω μοναστηρίω του Ομπλού.
Ο δε Μεχμέτπασας, αφ' ού απέτυχε και εν τη πρώτη και εν τη δευτέρα εκδρομή και είδεν εισελθόντας τους εχθρούς και εις αυτήν την πόλιν, εταπείνωσε την οφρύν του, συνενοήθη μετά του εν Ρίω καθημένου Ισούφη, ον ωλιγώρει έως τότε, και εζήτησε την σύμπραξιν των εκεί και των εν τω Αντιρρίω. Επί τη αιτήσει ταύτη συνήχθησαν εις Πάτρας ως 8000, και την 9 εξεστράτευσαν όλοι υπό την οδηγίαν των δύο πασάδων, και πεσόντες εν πρώτοις εις του Κυνηγού έτρεψαν τους υπό τους Κουμανιώτας κατέχοντας την θέσιν εκείνην Πατρείς, εσκότωσαν τον σημαιοφόρον και επήραν την σημαίαν των. Πολλοί Έλληνες των εν τω Γηροκομείω και τω λινώ του Σαήταγα εξήλθαν εις βοήθειαν των καταδιωκομένων, αλλά και ούτοι ετράπησαν, και μηδέ να επανέλθωσιν εις τας θέσεις των εδυνήθησαν. Ο δε Κολοκοτρώνης έβαλεν εις κίνησιν τα υπό τον Πλαπούταν, τον Γενναίον, τον Δηληγιάννην, τον Τσαννέτον Χρηστόπουλον και τον Πετμεζάν σώματα· αλλ' οι Τούρκοι έτρεψαν και ταύτα και επολιόρκησαν και το Γηροκομείον. Εν τω μεταξύ δε τούτω ο Γενναίος εισήλθε μετ' ολίγων εις τον λινόν του Σαήταγα όπου ηύρε πολλά ολίγους Τριπολιτσιώτας και τον αρχηγόν αυτών Σέκερην, διότι οι πλείστοι των εναπομεινάντων έφυγαν ιδόντες τα γινόμενα. Εν ενί λόγω οι Τούρκοι έτρεψαν όλους τους Έλληνας, και τους ηνάγκασαν καταδιώκοντές τους να καταφύγωσιν εις τα όρη, εκτός των εν Γηροκομείω και τω λινώ, ους απέκλεισαν και επολέμουν, και των υπό τον Πλαπούταν εν τη πεδιάδι οχυρωθέντων. Επί της φυγής δε ταύτης εκινδύνευσε να συλληφθή και ο Ζαήμης. Ευρεθείς ούτος επί της εξόδου των εχθρών εν Ομπλώ εκίνησε μετά τινων στρατιωτών προς το Γηροκομείον, όπου ήσαν οι πλείστοι των Καλαβρυτινών, και πεσών καθ' οδόν, επί της τροπής των Ελλήνων, εις το μέσον των εχθρών και καταδιωχθείς, έφθασεν έφιππος εις το χείλος ρύακός τινος, όπου, αφηνιάσαντος του ίππου, επέζευσε και διαπεραιωθείς πεζός απέφυγε τας χείρας των εχθρών μεινάντων εντεύθεν του ρύακος.
Επί της τροπής δε ταύτης, ο Κολοκοτρώνης, όστις διέμενε κατά το Σαραβάλι εκινήθη μόνος κατά τον Παλαιόπυργον μηδ' αυτός ηξεύρων προς τι εκινείτο. Καθ' οδόν απήντησε τον Λεχωρίτην στελλόμενον προς αυτόν παρά του Ζαήμη αγγελιαφόρον, και τον συμπαρέλαβε· πλησιάσας δε προς τον Παλαιόπυργον είδεν επάνωθέν του μικράν ελληνικήν σημαίαν και 15 Έλληνας καθημένους και θεωρούντας τα γενόμενα. «Π ο ί ο ν - έ χ ε τ ε - α ρ χ η γ ό ν;» τους ηρώτησε. «Τ ο ν - Β α γ γ έ λ η - Κ ο υ μ α ν ι ώ τ η» απεκρίθησαν. «Ε μ έ ν α - μ ε - γ ν ω ρ ί ζ ε τ ε; τους ηρώτησε πάλιν ο Κολοκοτρώνης· «όχι», απεκρίθη ο Κουμανιώτης. «Ε γ ώ», επανέλαβεν, «ε ί μ α ι - ο - Κ ο λ ο κ ο τ ρ ώ ν η ς, α κ ο λ ο υ θ ή τ ε - μ ε - κ α ι - έ χ ε ι - ο - Θ ε ό ς». Κατέβησαν οι 15, τον ηκολούθησαν και έγειναν όλοι 17· προχωρούντες έγειναν 50 και συμπαρέλαβαν καθ' οδόν και τον Παρασκευάν Πλαπούταν. «Σ τ ή σ ε - ε δ ώ - Β α γ γ έ λ η», είπε τότε ο Κολοκοτρώνης, «τ η ν - σ η μ α ί α ν - σ ο υ· κ α ι – σ υ - Π α ρ α σ κ ε υ ά - σ ύ ρ ε - κ α ι - π ι ά σ ε - τ ο – ε μ π ρ ό ς - τ η ς - σ η μ α ί α ς - τ ο υ - Β α γ γ έ λ η – α σ β ε σ τ ο κ ά μ ι ν ο». «Ε ί ν α ι - α ν ο ι χ τ ό ς - ο - τ ό π ο ς - κ α ι - χ α ν ό μ ε θ α», απεκρίθησαν οι περί τον Παρασκευάν· «μ η - φ ο β ά σ θ α ι», επανέλαβεν ο Κολοκοτρώνης, «ε γ ώ - δ ε ν - σ α ς - α φ ί ν ω - ν α χ α θ ή τ ε· σ α ς – σ τ έ λ ν ω - β ο ή θ ε ι α ν» . Το όνομα του Κολοκοτρώνη ήτο πύργος δυνάμεως· έγεινεν ως είπε, και κατελήφθη η κάμινος. Έμπροσθεν αυτής ήσαν 60 Τούρκοι έφιπποι και ώρμησαν επί τους Έλληνας· αλλ' οι Έλληνες αντέστησαν και διετήρησαν την θέσιν των. Ο δε Κολοκοτρώνης παρετήρησεν ότι το κέντρον του εχθρού ήτο δυνατόν και αδύνατοι αι πτέρυγές του· διά τούτο, αφ' ού εθάρρυνε το κατά την κάμινον μικρόν σώμα, μετέβη μετά του σημαιοφόρου του Καραχάλιου και του υπασπιστού του Φωτάκου προς το άλλο μέρος, το κρατούμενον υπό των Τούρκων μέχρι της μάνας του νερού, και εκραύγασεν αποτεινόμενος προς τους επί των βουνών Έλληνας· «κ ά τ ω - Έ λ λ η ν ε ς, κ ά τ ω, ε δ ώ – ε ί ν α ι - ο - Κ ο λ ο κ ο τ ρ ώ ν η ς» . Ακούσαντες οι εκεί την βροντώδη φωνήν του Κολοκοτρώνη και το όνομά του ήρχισαν να καταβαίνωσι προς το μέρος όπου ήτον ο Κολοκοτρώνης και να μάχωνται· πολλοί δε υπήγαν και όπου ήσαν ο Βαγγέλης και ο Παρασκευάς ιδόντες ότι ήσαν και εκεί Έλληνες, και ούτως εξήφθη η μάχη. Εν τοσούτω επολέμουν αδιακόπως και οι εν τω Γηροκομείω και οι εν τω Λινώ και αντείχαν γενναίως, αν και εκανονοβολούντο και εβομβοβολούντο υπό των έξω· επίσης διεκρίνοντο και οι εν τη πεδιάδι μαχόμενοι υπό τον Πλαπούταν. Ο δε Κολοκοτρώνης μετεχειρίσθη ευτυχώς το ακόλουθον στρατήγημα. Ανέβη είς τινα υψηλήν θέσιν, και, αφ' ού εκύτταξε διά του τηλεσκοπίου του τους πολεμούντας εκατέρωθεν, εκρότησε τας χείρας και εκραύγασεν· «Ε τ σ ά κ ι σ α ν - ο ι - Τ ο ύ ρ κ ο ι, - ε τ σ ά κ ι σ α ν - π ά ρ τ ε - τ ο υ ς - Έ λ λ η ν ε ς, - π ά ρ τ ε - τ ο υ ς ». Οι Τούρκοι δεν ετσάκισαν, αλλ' οι πολεμούντες προς το έν μέρος δεν έβλεπαν τι εγίνετο προς το άλλο· διά τούτο επίστευσαν και Τούρκοι και Έλληνες την φωνήν την λέγουσαν «ο ι - Τ ο ύ ρ κ ο ι - ε τ σ ά κ ι σ α ν», νομίζοντες οι του ενός μέρους ότι τω όντι ετσάκισαν οι του άλλου· ώστε επαλήθευσαν μετ' ολίγον όσα μη αληθώς είπεν ο Κολοκοτρώνης κατ' αρχάς. Και πανταχόθεν μεν εφώρμησαν οι Έλληνες, πανταχόθεν δε ετράπησαν οι Τούρκοι καταδιωκόμενοι μέχρι της πόλεως. Δεκαοκτώ εξ αυτών, εν οις και ο κεχαγιάς του Μεχμέτπασα, μη δυνηθέντες να καταφύγωσι και αυτοί εις την πόλιν, εκλείσθησαν έν τινι περιτειχίσματι, όπου εισπηδήσαντες ο Πλαπούτας καί τινες των περί αυτόν τους εφόνευσαν. Διακόσιοι υπελογίσθησαν όλοι οι επί της μάχης ταύτης φονευθέντες Τούρκοι· εφονεύθησαν και επληγώθησαν και είκοσιν Έλληνες. Τοιουτοτρόπως μετέβαλεν ο Κολοκοτρώνης την κατά την 9 μαρτίου ήτταν των Ελλήνων εις νίκην. Τούτου δε γενομένου ανεχώρησεν εις Κόρινθον αφήσας τοποτηρητήν τον Πλαπούταν, εις ον ανέθετε πάντοτε τα της στρατοπεδαρχίας εν τη απουσία του.
Λήγοντος δε του απριλίου εξεστράτευσαν οι Τούρκοι, οι μεν προς το Γηροκομείον, οι δε προς το Σαραβάλι, αλλά πολλά παθόντες ωπισθοδρόμησαν. Επέβησαν συγχρόνως καί τινες αυτών εις πλοιάριον και έπλευσαν προς τον ποταμόν της Αχαϊάς ίνα επιπέσωσιν όπισθεν των Ελλήνων, αλλά και ούτοι γενναίως αντικρουσθέντες, χάρις εις τον Νικολόν Μπούκουρην, ουδέ ν' αποβώσιν εδυνήθησαν. Εξεστράτευσαν και αύθις, αλλ' ουδέ και τότε ευδοκιμήσαντες έπαυσαν επιτιθέμενοι.
1821-1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ'.
&Καταστροφή της Κασσάνδρας. — Υποταγή του αγίου Όρους — Καταστροφή της Ναούσης και του Ελληνικού αγώνος καθ' όλην την Μακεδονίαν.&
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ προς τα μέρη της Μακεδονίας δεν ευτύχει αλλά διετηρείτο· ούτε ο Ισούφμπεης είχε δυνάμεις ικανάς να υποτάξη τους Κασσανδρείς, ούτε οι Κασσανδρείς ήσαν ικανοί να περιορίσωσι τον Ισούφμπεην. Η Πύλη εις ενίσχυσιν των πολεμικών της κινημάτων απέστειλεν ηγεμόνα εις Θεσσαλονίκην φέροντα τίτλον γενικού αρχηγού Μακεδονίας και Θεσσαλίας τον Αβδουλαβούδπασαν, δραστήριον, εύτολμον και πολλής ικανότητος άνδρα, δεικνύοντα κατά τας περιστάσεις ποτέ μεν υπό την λεοντήν την ωμότητα της ψυχής του, ποτέ δε υπό την αλωπεκήν την υπουλότητα του χαρακτήρος του. Ο νέος ούτος στρατάρχης φθάσας εις Θεσσαλονίκην τον σεπτέμβριον εξέδωκε προκήρυξιν, δι' ης εξύμνει την προς τους ραγιάδας γενναιοφροσύνην του σουλτάνου, εμέμφετο την προς αυτόν αγνωμοσύνην των ονειροπολούντων την ανόρθωσιν της προγονικής των αυτοκρατορίας και διέταττε να οπλοφορήσωσιν όλοι οι επέκεινα του 16 μέχρι του 60 έτους Μουσουλμάνοι· και οι μεν εντός του 50 να τρέξωσιν εις τα πεδία της μάχης οδηγούμενοι υπό της χειρός του προφήτου, οι δε λοιποί να διατηρώσι την εσωτερικήν ευταξίαν. Μετά την προκήρυξιν ταύτην ο Αβδουλαβούδης εξεστράτευσεν αυτοπροσώπως εις Κασσάνδραν.
Είπαμεν ήδη, ότι 2700 ήσαν οι συνενωθέντες εν τη χερσονήσω εκείνη περί τα τέλη του παρελθόντος ιουνίου ένοπλοι· και ότι 400 Ολύμπιοι ήλθαν μετά ταύτα επιβοηθοί· αλλά καθ' όν καιρόν εξεστράτευσεν ο πασάς, μόλις ήσαν όλοι 600, διότι οι λοιποί διά την έλλειψιν των αναγκαίων, τας επισυμβάσας ασθενείας, και τας διχονοίας των εγκριτωτέρων ανεχώρησαν. Ο πασάς επροσπάθησε κατ' αρχάς διά μεγάλων και επανειλημμένων υποσχέσεων να πείση τους εν Κασσάνδρα να προσκυνήσωσιν· αλλ' ούτοι, αν και τόσον ολίγοι, απέρριψαν τας προτάσεις του. Γενομένης δε γνωστής αυτώ της διαθέσεως και της αδυναμίας των, απεφασίσθη η έφοδος. Την 30 Οκτωβρίου πριν εξημερώση εφώρμησαν ιππείς και πεζοί εφ' όλην την γραμμήν της τάφρου, και ευρόντες μέρος αυτής ολοτελώς εγκαταλειφθέν, το παρεγέμισαν ερρίψαντες ξύλα και άλλην ύλην, και πρώτοι οι ιππείς εισήλθαν δι' αυτού εις την χερσόνησον, μετ' αυτούς δε και οι πεζοί, έτρεψαν όλους τους κατέχοντας τα άλλα μέρη της τάφρου, πολλούς αυτών εφόνευσαν, επροχώρησαν εις τα ενδότερα μηδενός εναντιουμένου, έσφαξαν και ηνδραπόδισαν και αυτούς τους ησύχους κατοίκους, εξ ών μόνοι διεσώθησαν όσοι ευτύχησαν να επιβώσιν είς τινα παρευρεθέντα πλοία της Σκιάθου και της Σκοπέλου, και κατέκαυσαν όλα σχεδόν τα χωρία. Δεκακισχίλιοι υπελογίσθησαν οι φονευθέντες και ανδραποδισθέντες άνδρες και γυναίκες πάσης ηλικίας.
Μετά την τελείαν καταστροφήν της Κασσάνδρας ο πασάς έστρεψε την προσοχήν του εις τον Άθωνα.
Διηγήθημεν άλλοτε, ότι πολλοί μοναχοί του αγίου Όρους εξεστράτευσαν υπό την σημαίαν του Σταυρού και την οδηγίαν του Εμμανουήλ Παπά, και αποκρουσθέντες και παθόντες επανήλθαν εις το Όρος.
Η χερσόνησος αύτη, η το πάλαι Ακτή, είναι η ανατολικωτέρα των κατά την χαλκιδικήν τριών παραλλήλων χερσονήσων, 35 μιλίων μήκος έχουσα από της επί του δύο μιλίων πλάτος έχοντος ισθμού διώρυγος του Ξέρξου μέχρι της μεσημβρινής της άκρας· περιέχει μοναστήρια οχυρά, και δεν εστερείτο επί της επαναστάσεως πυροβολικού, ψιλών όπλων, ή πολεμεφοδίων. Επειδή ο χαρακτήρ του πολέμου ήτον όχι πολιτικός αλλά και θρησκευτικός, μέγας ενθουσιασμός κατέλαβε τους μοναχούς, και υπερδισχίλιοι των νεωτέρων ωπλοφόρησαν· ήλθαν σύμμαχοι των έξωθεν και πολλοί λαϊκοί, ώστε τα πάντα εφαίνοντο πρόσφορα εις μακράν και ευτυχή αντίστασιν· αλλ' οι ηγούμενοι και προηγούμενοι διεφώνουν, και οι πλείστοι εζήτουν ασφάλειαν όπου δεν εδύναντο να εύρωσιν ειμή αφανισμόν, εν τη υποταγή. Τους εφόβισε δε και η καταστροφή της Κασσάνδρας, και αντί να τους ενοπλίση τους αφώπλισε· τους ηπάτησε και η υπουλότης του πασά, αν και είχαν υπ' όψιν τα έργα της θηριωδίας του. Αφ' ού δε υπερίσχυσεν η περί υποταγής γνώμη, πολλοί των πατέρων, αποδοκιμάζοντες πάντα συμβιβασμόν, απέπλευσαν, συνεπιφέροντες τα ιερά σκεύη τινών μοναστηριών και τα εν αυτοίς άγια λείψανα. Απέπλευσε και ο Εμμανουήλ Παπάς, και ασθενήσας κατά τον πλουν απεβίωσεν επί του πλοίου και ετάφη εν Ύδρα. Μετά δε την αποδημίαν τούτων επροσκύνησαν οι εν τω αγίω Όρει, αφοπλισθέντες, αμνηστευθέντες, δόσαντες ομήρους και γρόσια 2,500,000 και δεχθέντες τουρκικήν φρουράν επί υποσχέσει να την τρέφωσιν. Η φρουρά αύτη εκ τρισχιλίων κατέλαβε το Όρος την 15 δεκεμβρίου και έφερε δι' ων έπραξεν εις πικράν μετάνοιαν τους προτιμήσαντας της αντιστάσεως την υποταγήν Αγιορείτας, διαμείνασα παρ' αυτοίς εννέα έτη.
Ο δε Αβδουλαβούδης, αφ' ού έσβεσε τας δύο επαναστατικάς εστίας της Κασσάνδρας και του Άθωνος, εζήτησεν ομήρους εις ασφάλειάν του παρά τινων άλλων πόλεων και παρά της Ναούσης εξ αιτίας των πολλών κατοίκων της Χριστιανών εσκόπευε δε να στείλη και 500 εις φρούρησίν της. Προέστευε της πόλεως εκείνης ο Ζαφειράκης Θεοδοσίου, ο και Λογοθέτης, ούτινος τον υιόν εζήτησε προς τοις άλλοις όμηρον ο πασάς. Μεγάλην αφοσίωσιν έδειξεν ο προεστώς ούτος, πριν εκραγή η ελληνική επανάστασις, εις τα συμφέροντα της Πύλης, διότι διά της συνεργείας αυτού εφονεύθη αρχομένου του 1821 ο διά Ναούσης διαβάς απόστολος της Εταιρίας Ύπατρος, περί ου προανεφέραμεν, και εστάλησαν εις την Πύλην τα ανακαλύπτοντα τους σκοπούς της Εταιρίας γράμματα πεσόντα εις χείρας του· δεν συνήργησε δε ο Ζαφειράκης εις τον φόνον ως επιβουλευόμενος τα της Φιλικής Εταιρίας, διότι και αυτήν την ύπαρξίν της ηγνόει, αλλά διότι ο Ύπατρος, μη εγκρίνας να τω ανακαλύψη τον αληθή σκοπόν της αποστολής του, τω είπε μόνον ότι απεστέλλετο εις προτροπήν των Ελλήνων προς υποστήριξιν του Αλήπασα, ον ο Ζαφειράκης και υπερηχθρεύετο και υπερεφοβείτο· η δε Πύλη τόσον ευηρεστήθη επί τη διαγωγή του, ώστε τον ευχαρίστησε διά φιρμανίου. Αλλ' εν τη παρούση περιστάσει ελησμόνησε την σημαντικήν προς αυτήν υπηρεσίαν του και τον ηνάγκασε ν' αντισταθή ενόπλως, ή να στερηθή του υιού του και δεχθή φρουράν τουρκικήν εν τη πατρίδι του, ό εστι να παραδώση εαυτόν και τους συμπατριώτας του εις την διάκρισιν των φανέντων θηρίων μάλλον ή ανθρώπων επί της αλώσεως της Κασσάνδρας· διά τούτο ο Ζαφειράκης εθεώρησεν ήττον επιβλαβή την αντίστασιν ή την υποταγήν. Της αυτής γνώμης εφάνησαν και ο Γάτσος οπλαρχηγός των Βοδινών και ο Καρατάσος οπλαρχηγός της Βερροίας.
Η πόλις της Ναούσης διά το πλήθος των κατοίκων της Χριστιανών, Ελλήνων και Βουλγάρων, διά τους πόρους της και διά το περιτείχισμά της εφάνη προσφυές ορμητήριον των κατ' εκείνα τα μέρη επαναστατικών κινημάτων· διά τούτο πολλαί και σημαντικαί οικογένειαι, εν αις και αι του Καρατάσου και Γάτσου, κατέφυγαν χάριν ασφαλείας εις αυτήν, και εισήλθαν και τα υπό τον Καρατάσον και τον Γάτσον στρατεύματα υπό την σημαίαν της επαναστάσεως. Και πρώτον μεν εφόνευσαν τον διοικητήν και τους περί αυτόν ολίγους Τούρκους, τους μόνους ευρισκομένους εν τη πόλει· διεχύθησαν έπειτα εις τα χωρία των Βοδινών προς διέγερσιν των μη προθύμων χωρικών και έκαυσαν και τρία χριστιανικά χωρία, την Επισκοπήν, την Όσλανην και το Δρεσίλοβον· μετέβησαν έπειτα εις Κατρανίτσαν και Γραμματικόβον, όπου ήσαν Τούρκοι, και τους εσκότωσαν, και κινηθέντες εκείθεν προς την πόλιν της Βερροίας έβαλαν πυρ εις τα άκρα της. Τούτων δε γενομένων, ο μεν Καρατάσος μετά 200 κατέλαβε το μοναστήριον της Παναγίας Δωβρά, ο δε Γάτσος και ο Ζαφειράκης περιεφέροντο ένοπλοι εις άλλα μέρη. Έτυχε να διατρίβη τότε εντός της Βερροίας ο Αβδουλαβούδης, όστις έστειλεν αμέσως δυνάμεις κατά του Καρατάσου και τον απέκλεισεν εν τω μοναστηρίω. Αλλ' ελθόντες έξωθεν ο Γάτσος και ο Ζαφειράκης τον απήλλαξαν. Μετά δύο δε ημέρας εξεστράτευσεν ο πασάς εις Νάουσαν μετά 15,000. Γενναίαν αντίστασιν ηύρε κατ' αρχάς εκτός της πόλεως, όπου ήσαν ικανοί Έλληνες εστρατοπεδευμένοι υπό τον υιόν του Καρατάσου Τσάμην, αλλ' υπερίσχυσεν επί τέλους και διεσκόρπισε το στρατόπεδον εκείνο· καλέσας δε τους εν τη πόλει εις υποταγήν και μη εισακουσθείς, εφώρμησε την 6 απριλίου και μετά μικράν αντίστασιν την εκυρίευσε, την κατέκαυσε, και τους μεν των εγκατοίκων εσκότωσε, τους δε ηνδραπόδισε.
Μετά δε την εισβολήν των εχθρών εις την πόλιν, ο μεν Καρατάσος κατέλαβε το Παλαιοεκκλήσιον του Θεολόγον, ο δε Τάτσος το μοναστήριον του Προδρόμου, αμφότερα παρά την Νάουσαν, ο δε Ζαφειράκης τον Παλαιόπυργον (Κούλιαν) προς την άκραν της πόλεως. Έξωθεν δε του Παλαιοπύργου συνέρρευσε μέγα πλήθος ως εις ασφαλέστερον μέρος. Οι Τούρκοι σύροντες και κανόνια εκτύπησαν εν πρώτοις τον Παλαιόπυργον, και τον μεν Ζαφειράκην ηνάγκασαν να φύγη, τους δε εκεί καταφυγόντας όλους σχεδόν συνέλαβαν. Ο Γάτσος και ο Καρατάσος, βλέποντες ότι δεν εδύναντο ν' αντισταθώσιν, ανέβησαν εις το πλησίον της πόλεως χωρίον, Σέλι, αλλ' απελπισθέντες μετ' ολίγον έφυγαν ολοτελώς εκ Μακεδονίας, διέβησαν εις Ασπροπόταμον και κατήντησαν εις την ελευθέραν Ελλάδα συμβιβασθέντες κατά την διάβασίν των μετά των κατά τόπους Τούρκων μήτε να βλάπτωσι μήτε να βλάπτωνται. Ο δε Ζαφειράκης εισέδυσεν εις τον πλησίον της Βερροίας βάλτον έχων δέκα μόνον οπαδούς και ένα των υιών του Καρατάσου. Τούτο μαθόντες οι εν Βερροία Τούρκοι εκινήθησαν κατ' αυτών και τους εφόνευσαν όλους ανδρείως πολεμήσαντες και μη θελήσαντας επί ασφαλεία ζωής να παραδοθώσι.
Μεγάλα τα παθήματα των κατοίκων και μεγάλη η καταστροφή των μερών εκείνων. Πεντακισχίλιοι εφονεύθησαν και ηχμαλωτίσθησαν εν τη Ναούση, και άλλοι τόσοι έπεσαν εις χείρας των εχθρών περί τον Παλαιόπυργον· πολλοί των συλληφθέντων ανηλεώς εβασανίσθησαν, πολλαί γυναίκες εις τας φλόγας ερρίφθησαν, έγκυοι εξεκοιλιάσθησαν, τέκνα έμπροσθεν των γονέων εσφάγησαν, βρέφη από των τραχήλων των μητέρων εκρεμάσθησαν, παρθένοι και μητέρες αγκαλοφορούσαι τα τέκνα των έπεσαν αυθόρμητοι εις την πλησίον του Παλαιοπύργου λίμνην, το Μ α ύ ρ ο ν - ν ε ρ ό ν, και επνίγησαν εις αποφυγήν ατιμίας και βασάνων· τόσον θηριώδεις εφάνησαν οι νικηταί. Πάμπολλοι δε Εβραίοι, ένοπλοι και πολύδιψοι χριστιανικού αίματος, παρηκολούθουν τον τουρκικόν στρατόν ως εκούσιοι δήμιοι. Ούτοι έλκοντες έξω της πόλεως τους Χριστιανούς τους ερροπάλιζαν κατακέφαλα, και πίπτοντας κατά γης τους έσφαζαν ως βόας. Αι δε εν Ναούση συλληφθείσαι γυναίκες του Καρατάσου, του Γάτσου και του Ζαφειράκη μετεκομίσθησαν εις Θεσσαλονίκην, όπου η μεν του Γάτσου ετούρκευσεν αποδειλιάσασα ενώπιον των βασάνων, αι δε δύο άλλαι μη αλλαξοπιστήσασαι προσηλώθησαν απέναντι αλλήλων όρθιαι επί του τοίχου μιας των αιθουσών του παλατιού του θηριώδους βεζίρη, και απέθαναν πολυειδώς βασανιζόμεναι· οι δε διασωθέντες τρισάθλιοι Χριστιανοί δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι, διότι εκατόν είκοσι κωμοπόλεις, χωρία, και ζευγαλατεία των μερών εκείνων απετεφρώθησαν.
Πρό τινων δε μηνών οι Ολύμπιοι είχαν στείλει πρεσβείαν προς τον εν Τριπολιτσά διατρίβοντα τότε Υψηλάντην ζητούντες πολεμεφόδια και αρχηγόν, ίνα κινηθώσι και ούτοι κατά των εχθρών, καταλάβωσι καταλλήλους τινάς θέσεις και στήσωσι φραγμόν μεταξύ των Τούρκων Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Ο Υψηλάντης διώρισε τοιούτον τον υπασπιστήν του Γρηγόριον Σάλλαν, γεννηθέντα εν Βεσσαραβία εξ Ελλήνων και προ ολίγου παραιτηθέντα της στρατιωτικής υπηρεσίας της Ρωσσίας, και διέταξε καί τινας αξιωματικούς Έλληνας και φιλέλληνας να συνακολουθήσωσι. Την 25 νοεμβρίου ο αρχηγός ούτος απέπλευσε των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, αλλ' εφάνη τόσον ανάξιος της αποστολής του περιπλανώμενος τέσσαρας ολοκλήρους μήνας εις τας νήσους του Αιγαίου και εντρυφών, ώστε οι πλείστοι της συνοδίας του τον εγκατέλειψαν εν Μυκώνω, και μόλις αυτός, ο Πολωνός Λεξίνσκης, ο διδάσκαλος Θεόφιλος Καΐρης και ολίγοι άλλοι κατέπλευσαν εις Ελευθεροχώρι την 22 μαρτίου φέροντες τέσσαρα κανόνια και ολίγα πολεμεφόδια.
Μάχιμοι εδείχθησαν πάντοτε, και φήμην πολλήν ως τοιούτοι είχαν οι άνδρες των μερών εκείνων· και τα βουνά του Ολύμπου, η άλλοτε έδρα των Θεών, μετεποιήθησαν επί της τουρκοκρατίας εις λιμέρια του παπά - Θύμιου, του Λιάκου και των τοιούτων τουρκομάχων ανδρών, οίτινες, καλούμενοι εις υποταγήν παρά των πασάδων και βεζιρών, απεκρίνοντο·
«Εγώ βεζίρη δεν ψηφώ, πασά δεν προσκυνάω
πασά έχω το τουφέκι μου, βεζίρη το σπαθί μου» .
Αλλ' η βραδύτης της προ πολλού προσδοκωμένης βοηθείας, η ολιγότης αυτής και ιδίως τα επισυμβάντα μεγάλα δυστυχήματα κατά τα μέρη εκείνα έσβεσαν τον ζήλον των πολλών και εματαίωσαν το σχέδιον· και εν ώ ηλπίζετο να συστρατολογηθώσιν υπερεξακισχίλιοι, μόλις διακόσιοι συνηριθμήθησαν οι υπό τας διαταγάς του Σάλλα τεθέντες επί της αποβάσεώς του αλλά και των ολίγων τούτων οι οπλαρχηγοί διεφώνουν, διότι η αποτυχία επιφέρουσα αθυμίαν συνεπιφέρει και διαφωνίαν.
Όχι μακράν του Ελευθεροχωρίου κείται το χωρίον Κολινδρόν, όπου εσταύθμευαν χίλιοι Τούρκοι εις προφύλαξιν των μερών εκείνων. Μαθόντες ούτοι την απόβασιν των Ελλήνων κατέβησαν εις Ελευθεροχώρι αυθημερόν και τους επολέμησαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν εις την προτέραν θέσιν των. Ο Σάλλας, άσωτος αλλά γενναίος, θέλων να εμψυχώση τον φοβηθέντα λαόν επροχώρησε μετά την μάχην προς τα ενδότερα και εστρατοπέδευσεν εν Καστανιά πλησίον του Κολινδρού, ώστε τα δύο στρατόπεδα ήσαν απέναντι αλλήλων και συχνάκις ηκροβολίζοντο· επειδή δε φόβος ήτο μη επήρχοντο και άλλαι δυνάμεις από Θεσσαλονίκης, τινές των οπλαρχηγών Ολυμπίων διετάχθησαν να προκαταλάβωσι τας διόδους, αλλά δεν τας προκατέλαβαν, και χίλιοι σταλέντες παρά του Αβδουλαβούδη εις ενίσχυσιν του στρατοπέδου του Κολινδρού, ευρόντες αυτάς πάντη απροφυλάκτους, κατευωδώθησαν ατουφέκιστοι και την 29 μαρτίου έπεσαν όλοι επί τους εν Καστανιά Έλληνας, τους εκτύπησαν και τους ηνάγκασαν εγκαταλιπόντας το χωρίον τους μεν να μεταβώσιν εις Μηλιάν, τον δε Διαμαντήν Νικολάου να καταβή εις Ελευθεροχώρι προς αντιπερισπασμόν· αλλά και ούτος, μη δυνάμενος να διατηρήση την θέσιν εκείνην, ανέβη μετ' ολίγον εις Μηλιάν.
Απρίλιος Οι Τούρκοι μετά την εν Καστανιά μάχην κατεδίωξαν τους Έλληνας, έκαυσαν τα καθ' οδόν χωρία, και την 2 απριλίου έφθασαν καίοντες και εις Μηλιάν. Οι Έλληνες, αν και δεκαπλάσιοι ήσαν οι εχθροί των, ητοιμάσθησαν εις μάχην, και οι μεν εκλείσθησαν εν τω πύργω του χωρίου υπό τον Σάλλαν και τον Γούλαν, οι δε έμειναν έξωθεν του χωρίου υπό τον Διαμαντήν και τον Τόλιον εις αντίκρουσιν των ερχομένων εχθρών, αλλά διεσκορπίσθησαν άμα τους είδαν· ώστε μόνον οι εν τω πύργω, όχι πλειότεροι των 60, έμειναν πολεμούντες από της α' ώρας της ημέρας έως του μεσονυκτίου, καθ' ην ώραν βαλόντες πυρ έκαυσαν τον πύργον, εξήλθαν ξιφήρεις και εξημερώθησαν είς τινα κοιλάδα επί της Πιερίας· επειδή δε τους κατεδίωκαν οι εχθροί, έφυγαν και εκείθεν, και ζητούντες καταφυγήν ώδευσαν εν μέσω κρημνών και χιόνων προς τα άνω του όρους, και ούτως υπεξέφυγαν ως εκ θαύματος τον προφανή κίνδυνον. Ανίκανοι δε να παρατείνωσι τον αγώνα διά τον ολίγον αριθμόν των, την έλλειψιν των αναγκαίων, και τον παντού διασπαρέντα τρόμον, διηρέθησαν την 14, και οι μεν εντόπιοι, έμειναν προσωρινώς κατά τα μέρη εκείνα περιπλανώμενοι εις εύρεσιν των τήδε κακείσε κρυβέντων συγγενών των, ο δε Σάλλας, ο Λεξίνσκης, ο Καΐρης καί τινες άλλοι, οδοιπορούντες υπό πιστούς οδηγούς την νύκτα, και κρυπτόμενοι την ημέραν, πεινώντες, γυμνητεύοντες, κακοπαθούντες, και έχοντες πάντοτε τον θάνατον προ οφθαλμών, διεσώθησαν ανελπίστως εις Κόρινθον αρχομένου του μαΐου. Ο δε οπλαρχηγός Διαμαντής καί τινες των συγγενών και πιστών του, φεύγοντες και αυτοί κακήν κακώς και συνοδεύοντες οι πλείστοι τας γυναίκας και τα τέκνα των, έπεσαν την νύκτα εις το υπό την Μηλιάν πυκνόν δάσος, «το Ρουμάνι του παλατιού». Οι Τούρκοι καταδιώκοντές τους έπεσαν εις το αυτό δάσος την αυτήν νύκτα και ιχνηλάτουν· τόσον δε επλησίασαν τους περί τον Διαμαντήν, ώστε ηκούοντο αι λαλιαί και τα πατήματά των. Τινές των γυναικών, εν αις και η του Διαμαντή, εβάσταζαν εν ταις αγκάλαις τα θηλάζοντα βρέφη των· και επειδή φόβος ήτο μη ακουσθή ο κλαυθμυρισμός των, και ως εκ τούτου προδοθώσι και απολεσθώσι πάντες, τα έπνιξαν όλα.
Τοιούτος απέβη ο τόσων αιματοχυσιών και καταστροφών πρόξενος Μακεδονικός αγών, και πεσών δεν ανέστη πλέον. Οι δε πιστοί προς τον αγώνα οπλαρχηγοί και οπλοφόροι συνήχθησαν μετά την καταστροφήν εις Σκιάθον και Σκόπελον εκτός του Καρατάσου, του Γάτσου και των περί αυτούς μεταβάντων, ως προείπαμεν, εις το Ασπροπόταμον.
Θανασίμως έβλαψε τα μέρη εκείνα η μη εκ συμφώνου και ταυτοχρόνως, ουδ' εξ ενός σχεδίου, ένοπλος κίνησις. Αφ' ού κατεστράφη η Κασσάνδρα και επροσκύνησε το Όρος, τότε εκινήθη η Νάουσα, ουδ' αυτή εκ προμελέτης αλλ' εξ ανάγκης· τότε εκινήθησαν καί τινα χωρία του Ολύμπου, ουδέ και αυτά συνάμα εξ αιτίας της διαιρέσεως και αντιζηλίας των οπλαρχηγών. Τοιουτοτρόπως οι τόποι εκείνοι κατεστράφησαν ο είς κατόπιν του άλλου.
1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.
&Καταστροφή του Αλήπασα. — Πολεμικαί προετοιμασίαι Τούρκων και Ελλήνων. — Χίος και καταστροφή αυτής — Κατορθώματα του ελληνικού στόλου.&
ΜΕΤΑ δε την λύσιν της ελληνοαλβανικής συμμαχίας ο Αλής εγκαταλειφθείς υπό των Αλβανών του και των άλλων όλων, καθώς πάντοτε εγκαταλείπονται επί της αδυναμίας των οι θεοποιούμενοι επί της δυνάμεως των τύραννοι, παρεδόθη εις χείρας των εχθρών του επ' ελπίδι και υποσχέσει αφέσεως των ανομιών του, αλλ' εθανατώθη τον ιανουάριον ώστε το αίτιον το διαιρούν τας επί της Ηπείρου τουρκικάς δυνάμεις και απασχολούν αυτάς μακράν των Ελλήνων έλειψεν. Οι Έλληνες, και κατ' εξοχήν οι προ των θυρών της Ηπείρου Στερεοελλαδίται, ησθάνθησαν όλον το μέγεθος του μέλλοντος αγώνος. Όσον το όνομα του Αλή ήτο μέγα και φοβερόν, τόσον η πτώσις του εδόξασε τον νικητήν του Χουρσήδην, και η έως τότε μεταξύ αυτού και του Αλή διηρημένη Αλβανία υπετάχθη όλη εις τας διαταγάς του, και όλη η Ήπειρος, η επί πολλά έτη μη σεβομένη τόσον τα πρόσταγμα του σουλτάνου, όσον το απλούν νεύμα του Αλή, έπεσε και επροσκύνησε τον Χουρσήδην· το Σούλι μόνον αντείχεν εξ αιτίας της σφαλεράς και δολίου πολιτικής του προκατόχου του Πασόμπεη, αλλά και αυτό εκλονίζετο. Μετά δε την εξόντωσιν του Αλή, ο Χουρσήδης έρριψεν όλην την προσοχήν του εις την επανάστασιν της Ελλάδος. Η Πελοπόννησος εκίνη προ παντός άλλου μέρους την αγανάκτησίν του. Επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς και τα πλούτη του διηρπάγησαν και αι γυναίκες του ηχμαλωτίσθησαν. Το τελευταίον τούτο δυστύχημα, εξάπτον την περί τα τοιαύτα συνήθη οθωμανικήν ζηλοτυπίαν, ανησύχαζε τον νουν του, παρώργιζε και την καρδίαν του. Εν ώ δε τοιαύτα ησθάνετο κατά των Ελλήνων ο Χουρσήδης ως ιδιώτης, ο σουλτάνος, ο μετά την πτώσιν του Αλή θεωρών αυτόν ως υποστήριγμα του κλονιζομένου κράτους του, τω έδωκε πάσαν εξουσίαν και τω επεδαψίλευσε παν ό,τι εφαίνετο συντείνον εις καταστροφήν του ελληνικού αγώνος.
Βαρείς και πολυειδείς πολεμικούς περισπασμούς είχεν ο σουλτάνος το παρελθόν έτος, και διά τούτο δεν εδυνήθη να ρίψη μεγάλας δυνάμεις εις Ελλάδα. Είχε τον πόλεμον κατά του Αλή, τον πόλεμον κατά των Περσών, τον πόλεμον εν Μολδοβλαχία και τον φόβον του επικειμένου ρωσσικού πολέμου. Αλλά το αρχόμενον δεύτερον τούτο έτος ευρέθη απαλλαγμένος των ανωτέρω δεινών. Είχεν όλως διόλου σβεσθή η επανάστασις της Μολδοβλαχίας και εκλείψει ο φόβος του επικειμένου ρωσσικού πολέμου, διότι ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, μη παύων να δίδη δείγματα τρανά της ειλικρινούς διαθέσεώς του υπέρ της διατηρήσεως του ειρηνικού συστήματος, απέθεσε την λύσιν των προς την Πύλην πολιτικών διαφορών του εις την παρέμβασιν των άλλων Δυνάμεων, αίτινες μη θέλουσαι τον πόλεμον κατεγίνοντο σπουδαίως και ευτυχώς διά των εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων εις εξισασμόν. Διήρκει μόνον ο περσικός πόλεμος, αλλ' ήτο πόλεμος μικρός και απέκειτο εις την Πύλην να τον παύση καθ' ην ώραν ήθελεν· επί λόγω δε ανακωχής και επ' ελπίδι συμβιβασμού διεκόπησαν και αι μικραί αύται τουρκοπερσικαί εχθροπραξίαι. Διά τους λόγους τούτους το αρχόμενον έτος παρίστατο ως έτος παντελούς καταστροφής του ελληνικού αγώνος, και η Ελλάς εφαίνετο ενώπιον όλου του κόσμου επί του χείλους του τάφου. Τω όντι αι μεν τουρκίζουσαι εφημερίδες της Ευρώπης επανηγύριζαν έκτοτε τα επικήδειά της, αι δε ελληνίζουσαι εθρήνουν την συμφοράν της.
Μεγάλαι δε και φοβεραί ήσαν αι γενόμεναι κατά της Ελλάδος πολεμικαί προπαρασκευαί διά ξηράς και θαλάσσης. Η εμπειροπόλεμος Αλβανία, ην κινεί ο μισθός, εκινείτο όλη. Οι ηγεμόνες όλων των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας διετάχθησαν να στρατολογήσωσιν, εν δε τοις ναυστάθμοις ητοιμάζετο εις έκπλουν μέγας στόλος. Το σχέδιον δε ήτο να εισβάλωσι πολυπληθή στρατεύματα τα μεν εις την Αιτωλοακαρνανίαν τα δε εις την Ανατολικήν Ελλάδα, και διά της συμπράξεως του μεγάλου στόλου, μέλλοντος να καταπλεύση εις τον κορινθιακόν κόλπον, να μεταβώσι τα πλείστα εις Πελοπόννησον και να σβέσωσι τοιουτοτρόπως την εστίαν της ελληνικής επαναστάσεως. Καλή τύχη είχεν ήδη συστηθή εν Ελλάδι κυβέρνησις, ήτις και το όνομα μόνον έχουσα κυβερνήσεως ωφέλει τα μέγιστα, διότι εχρησίμευεν ως κέντρον όλων των διηρημένων και αυτοκεφάλων μερών της Ελλάδος. Συνέβη δε και ο θάνατος του Αλή τον χειμώνα, ώστε αι πάντοτε βραδείαι των Τούρκων ετοιμασίαι εβράδυναν έτι μάλλον, και δεν ήτο δυνατόν να ενεργηθώσι τα μελετώμενα καταστρεπτικά σχέδιά των προ του καλοκαιρίου. Η Ελλάς, αν και είχε μεγάλην απόφασιν, είχε μηδαμινούς πόρους. Ευτυχής πόλεμος ενός έτους χρηστάς ενέπνευσε του μέλλοντος ελπίδας· αλλ' ο πόλεμος «δείται χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων»· το δε ταμείον της Ελλάδος ήτο πάντη κενόν αλλά συνέπεσε να λάβωσιν οι Έλληνες χρηματικά βοηθήματα παρ' αυτού του εχθρού των Χουρσήδη, άτινα, αν και μικρά, ήσαν μεγάλα διά τους μηδέν έχοντας και τους διά μικρών μεγάλα πράττοντας. Ιδού δε πώς τα έλαβαν. Είδαμεν, ότι επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς ηχμαλωτίσθησαν αι γυναίκες του Χουρσήδη και Μεχμέτη, ο καϊμακάμης, ο κεχαγιάμπεης και άλλοι. Πρό τινος καιρού διεπραγματεύετο μεταξύ του Χουρσήδη και των Ελλήνων η ανταλλαγή των αιχμαλώτων τούτων και των παρά τω Αλή ομηρευόντων Σουλιωτών πεσόντων μετά την καταστροφήν του εις χείρας του νικητού Χουρσήδη, ήγουν της γυναικός και των τέκνων του Μάρκου Μπότσαρη, του αδελφού του Κώστα, του Ναστούλη Νταγκλή, του Κώστα Τζαβέλλα, του Κίτσου Κωλιοδημήτρη και του προεστώτος της Λεβαδείας Νικολάου Νάκου. Πέντε μήνας διήρκεσεν η διαπραγμάτευσις αύτη και απεπερατώθη διά της μεσιτείας του μεγάλου αρμοστού των ιονίων νήσων τον απρίλιον, καθ' όν έγεινεν η ανταλλαγή, και έλαβε το ελληνικόν ταμείον επί λόγω λύτρων δίστηλα 80,000. Η Ελληνική κυβέρνησις εξέδωκε διαφόρους νόμους περί εξωτερικού δανείου, περί συνεισφορών, περί φορολογιών και περί συνάξεως των αργυρών και χρυσών σκευών των μοναστηριών και εκκλησιών εξήρεσε δε μόνον τα εις τελετήν των ιερών μυστηρίων και τα χρυσά και αργυρά κοσμήματα των εικόνων· αλλ' ολίγον ωφελήθη εξ αιτίας των περιστάσεων ώστε, εν ώ αι χρείαι της ήσαν μεγάλαι, οι χρηματικοί της πόροι ήσαν πάντοτε μηδαμινοί. Και ταύτα μεν τα περί τούτων.
Ερχόμεθα δε τώρα να ιστορήσωμεν τα της Χίου κατά το ενεστώς έτος· και επειδή εφημίζετο δικαίως η νήσος αύτη διά τα φυσικά της κάλλη, διά το διοικητικόν σύστημά της και διά την ευτυχή κατάστασίν της, προοιμιάζομεν εντεύθεν.
Απέναντι της Ιωνίας, πέντε ήμισυ μίλια απέχουσα του προς νότον ακρωτηρίου, του παρά τοις παλαιοίς Αργέννου και παρά τοις νεωτέροις Καβομπιάνκα, έχουσα 37 μιλίων μήκος και μέγιστον πλάτος 24, περίπλουν δε 120, παρατείνεται η Χίος· ο βραχύστομος δε πορθμός υπερτετραπλασιάζεται κοιλαινόμενος προς τα έσω, και απολήγει προς βορράν παρά τινα νησίδια εις δύο εύπλευστα στόμια πλάτος έχοντα το μεν προς την Ιωνίαν πέντε ήμισυ μιλίων το δε προς την Χίον ενός και ήμισυ. Τραχεία και βουνώδης είναι εν γένει η νήσος, αλλ' έχει και γην εύκαρπον, ευανθή και καλλίδενδρον· το δε κλίμα της είναι ευκραές, γλυκύ και υγιεινόν. Πολυάριθμοι και πυργοστόλιστοι λεμονώνες, πορτοκαλλώνες, κιτρώνες, και πολυειδή αγλόμοροα άλλα φυτά και δένδρα καθωραΐζουν την νήσον και αυτούς τους διαπλέοντας γοητεύουν διά της ευθαλείας και ευωδίας. Η πόλις κείται κατωφερώς εν τω μέσω της ανατολικής και παραθαλασσίας πλευράς της νήσου αντικρύ των Ερυθρών, μιας των δώδεκα ιωνίων πόλεων, και αρκτικώτερον του καθ' ημάς Τσεσμέ, και διαιρείται εις τρία, την Απλωταριάν, τον Εγκρεμόν και τα Παλαιόκαστρον παράκειται και επιθαλάσσιον φρούριον και δεξιά μεν της εισόδου του λιμένος της πόλεως και του φρουρίου υψούται πύργος ένοπλος (μπούρτσι), αριστερά δε φανός εις οδηγίαν των εισπλεόντων. Η πόλις περιελάμβανε κάτοικους 30,000, νοσοκομείον, λωβοκομείον, βιβλιοθήκην, τυπογραφείον και μεγαλοπρεπές γυμνάσιον, όπου εφοίτων πολλαχόθεν της Ελλάδος νέοι υπό τους κατά καιρόν σοφούς διδασκάλους Αδαμάντιον Ρώσιον, Αθανάσιον Πάριον, Δωρόθεον Πρώιον, Κωνσταντίνον Βαρδαλάχον, Ιωάννην Τσελεπήν και Νεόφυτον Βάμβαν. Είχε δε η νήσος όλη 66 χωρία, εν οις και τα προς νότον 24, τα παράγοντα την περίφημον μαστίχην, υπερτέραν, κατά τον Πλίνιον, και αυτής της αραβικής και ινδικής· είχε δε και επτά μοναστήρια καλογήρων, δύο καλογραιών, και υπέρμεγαν αριθμόν εκκλησιών και εκκλησιδίων· συνηριθμούντο δε οι κάτοικοι όλης της νήσου 120,000, εν οις 2000 Τούρκοι κατοικούντες την πόλιν εν καιρώ ειρήνης, 70 Εβραίοι κατοικούντες πάντοτε το φρούριον, και 2000 του δυτικού δόγματος κατοικούντες οι μεν την εξοχήν οι δε την πόλιν. Η υπέρ πάσαν δε άλλην ακμάζουσα νήσος αύτη επί του αγώνος ήκμαζε και επ' αυτών των ομηρικών χρόνων καλουμένη έκτοτε λ ι π α ρ ω τ ά τ η, ήτοι πλουσιωτάτη. Πλουσιωτάτη και ευνομωτέρα πάσης άλλης ελληνικής πολιτείας μετά την αριστοκρατουμένην Λακεδαίμονα θεωρείται και παρά του Θουκυδίδου. Αριστοκρατικόν ήτο το καθ' ημάς ως και το αρχαίον πολίτευμά της· αρχαία και πατροπαράδοτος και η φιλεμπορία των κατοίκων της ενισχυομένη έτι μάλλον υπό της ολιγοκαρπίας της γης.
Έδρευαν εν τη πρωτευούση της νήσου μουτεσελήμης και καδής, αλλ' εστέλλοντο εκ Κωνσταντινουπόλεως μόνον σχεδόν διά τον τύπον· οι αληθείς κυβερνήται και δικασταί ήσαν οι πέντε δημογέροντες αυτής εκλεγόμενοι κατ' έτος και διοικούντες την κοινότητα κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Την 3 Φεβρουαρίου συνήρχοντο εις τον ναόν του αγίου Φωτίου 40 περίπου των εγκριτωτέρων, και αφ' ού οι παύοντες δημογέροντες ανήγγελλαν ότι επέστη ο καιρός των νέων αρχαιρεσιών και εζήτουν δημοσία συγγνώμην άν τινα ελύπησαν, εναπέμεναν αυτοί και 20 εκ των άλλοτε χρηματισάντων δημογερόντων, ήτοι 8 εκ της Απλωταριάς, 8 εκ του Εγκρεμού, 2 εκ του Παλαιοκάστρου και 2 δυτικοί. Δεκαέξ δελτία, όλα εσφραγισμένα, εξ ών τέσσαρα μόνον ήσαν έγγραφα φέροντα την λέξιν «μείνε», διενέμοντο τότε παρά των παυόντων δημογερόντων τα μεν οκτώ, εν οις και δύο έγγραφα, εις τους Απλωταριώτας ανά έν αδιακρίτως, τα δε λοιπά επίσης αδιακρίτως εις τους Εγκρεμιώτας· και όσοι μεν ελάμβαναν τα άγραφα, ανεχώρουν ευθύς, οι δε λαβόντες τα έγγραφα, ήτοι 2 Απλωταριώται, και 2 Εγκρεμιώται, μετά των 2 Παλαιοκαστρινών, των 2 δυτικών και των παυόντων δημογερόντων όλοι 13 έμεναν ως εκλογείς· των θυρών δε κεκλεισμένων, ανεγινώσκοντο παρά των παυόντων δημογερόντων εις επήκοον πάντων κατάλογοι υποψηφίων, εξ ών ενεκρίνοντο ως δημογέροντες πέντε, ων τα ονόματα εγνωστοποιούντο αυθωρεί τω καδή, κατεγράφοντο εν τω κώδηκί του και εξεδίδετο το επικυρωτήριον (χοτσέτι)· ηνοίγοντο έπειτα αι θύραι του ναού και ανηγορεύοντο οι νέοι δημογέροντες· την δε επαύριον εκάλουν οι παύοντες τους νεοψηφίστους εις το δημαρχείον, λεγόμενον Μεζάν, και προπορευόμενοι τους συνώδευαν πρώτον εις τας τουρκικάς Αρχάς και έπειτα εις τον αρχιερέα· αφ' ού δε τους ευλόγει ο αρχιερεύς, επανήρχοντο όλοι εις το δημαρχείον προπορευόμενων των νεοψηφίστων και ευφημούντος του λαού, και οι παύοντες δημογέροντες έδιδαν λόγον των πράξεων των αυθημερόν.
Μεγάλην ισχύν είχαν, πολλάς τιμάς απελάμβαναν και πολυειδή καθήκοντα εξεπλήρουν οι δημογέροντες· συνήρχοντο δε καθ' ημέραν εις το δημαρχείον και ήσαν οι προστάται των επί της νήσου Χριστιανών από πάσης επηρείας των εν αυτή Τούρκων συστελλομένων και φοβουμένων να κακοποιώσι τους Χριστιανούς, διότι διέτριβαν εν Κωνσταντινουπόλει αντιπρόσωποι επαγρυπνούντες τα συμφέροντα της χριστιανικής κοινότητός των, και δυνάμενοι, δι' ης απελάμβαναν παρά τοις κρατούσιν ισχύος επί αδραίς δαπάναις να τιμωρώσι τους μη πράως φερομένους προς τους Χριστιανούς της νήσου και μη τα έθιμα του τόπου και τους νόμους σεβομένους. Υπερασπίζοντες δε τοιουτοτρόπως οι δημογέροντες τους συμπολίτας των ησχολούντο σπουδαίως και να εξισάζωσι τας προς αλλήλους διαφοράς αυτών εν πνεύματι επιεικείας και δικαιοσύνης κατά τα πατροπαράδοτα έθιμά των πηγάζοντα κυρίως από των βυζαντινών νόμων· και τας μεν εμπορικάς διαφοράς ανέθεταν εις πέντε ειδικούς δικαστάς λεγομένους πρωτομάστορας, τας δε ναυτιλιακάς εις τρεις λεγομένους δεπουτάτους· εθεώρουν δε τας λοιπάς οι δημογέροντες αυτοπροσώπως ή διώριζαν εκ του προχείρου άλλους εκ των ειδημονεστέρων εις λύσιν αυτών· εν πλήρει δε χρήσει ήτο και η αιρετοκρισία. Αλλ' η δικτατορική ούτως ειπείν δύναμις αύτη των δημογερόντων εμετριάζετο συγκαλουμένων εις σύσκεψιν άλλοτε 40 ή 50, και άλλοτε 15 ή 8 εκ των εγκριτωτέρων κατά την φύσιν των πραγμάτων· η απόφασις δε των συγκαλουμένων ήτον οριστική. Τόσον δε ακριβώς, απαθώς και εντίμως εξεπλήρουν οι δημογέροντες τα καθήκοντά των, ώστε ουδείς ουδέποτε ως καταχραστής κατηγορήθη, και πάντες ελάμβαναν επί της λογοδοσίας των τας ευχαριστίας του κοινού διά την αξιέπαινον διαχείρισιν της δημοτικής Αρχής. Εκτός δε των εν τοις πράγμασι ουδείς των Χίων είχεν άδειαν να επισκέπτεται τας τουρκικάς Αρχάς του τόπου.
Η νήσος όλη δεν υπέκειτο εις την δημοτικήν Αρχήν της πόλεως, και εκ των 66 χωρίων της τα μεν Μαστιχοχώρια είχαν ιδίαν κυβέρνησιν τουρκικήν και δημοτικήν· ιδίαν κυβέρνησιν τουρκικήν και δημοτικήν είχαν και 3 άλλα χωρία οφείλοντα να επισκευάζωσι τα υδραγωγεία της πόλεως αμισθί και διά τούτο μη φορολογούμενα, ήγουν ο Δαφνώνας, το Βασιλιόνικον και αι Καρυαί· τα δε λοιπά είχαν και ταύτα τους γέροντας των, αλλ' υπέκειντο εις τας τουρκικάς και χριστιανικάς Αρχάς της πόλεως.
Εκτός δε των προς τας τουρκικάς Αρχάς τελών εφορολογούντο οι Χίοι ως εφεξής. Δώδεκα ευυπόληπτοι πολίται, εκλεγόμενοι καθ' εξαετίαν και οδηγούμενοι υπό τοπικών και ατομικών γνώσεων, έθεταν υπό τινας όρους και εν αγνοία παντός άλλου τους φόρους κατά την εκτίμησιν της κινητής και ακινήτου περιουσίας εκάστου φροντίζοντες να μη βαρύνωσι τον μικρόν λαόν και παρέδιδαν το βιβλίον της φορογραφής εσφραγισμένον εις τους δημογέροντας, οίτινες, συμπαραλαμβάνοντες και τέσσαρας άλλους των εγκρίτων, εξετίμων τους δώδεκα φοροθέτας. Επειδή η νήσος ετρέφετο έξωθεν το πλείστον μέρος του έτους, εισήγοντο τα τρόφιμα ατελή· η ατέλεια δε αύτη, η κατ' αναλογίαν μικρά συνεισφορά των κατωτέρων τάξεων και η ολοτελής ασυδοσία των κατωτάτων εθεωρούντο ως αποζημιώσεις διά την μη εις τα δημοτικά συμμέθεξιν αυτών,
Και ούτω μεν οι Χίοι επολιτεύοντο· εις τον συνετόν δε τούτον τρόπον του κυβερνάν και κυβερνάσθαι, και εις την προς το εμπορεύεσθαι και ξενιτεύεσθαι ροπήν των πολιτών της ωφείλετο η ευζωία, η ευνομία και η φιλομάθεια, δι' ας η νήσος αύτη εθεωρείτο εν τη Ανατολή ως άλλη νήσος των Μακάρων.
Διηγήθημεν ήδη, ότι η εις ανέγερσιν της Χίου καταπλεύσασα το παρελθόν έτος εις του πασά την Βρύσιν υδραϊκή μοίρα ανέπλευσεν εις Ύδραν άπρακτος, διότι και η νήσος ευτύχει, και οι φιλέμποροι και φιλοβιομήχανοι λαοί σπανίως είναι φιλοπόλεμοι, και η Φιλική Εταιρία προσηλύτους εν αυτή, σχεδόν δεν είχε· μετά δε την περί ης ο λόγος απόπειραν, οι Τούρκοι εφάνησαν προνοητικώτεροι παρά το σύνηθες. Αφ' ού εκράτησαν εν τω φρουρίω τινάς των εγκρίτων της πόλεως και τον αρχιερέα, συμπαρέλαβαν μετ' ολίγας ημέρας καί τινας των Μαστιχοχωριτών και αφήρεσαν από των κατοίκων όλης της νήσου όσα ηύραν παρ' αυτοίς όπλα· γνωστοποιήσαντες δε εις Κωνσταντινούπολιν τους εξωτερικούς και εσωτερικούς φόβους των εζήτησαν βοήθειαν εις ασφάλειάν των. Επί τη αιτήσει ταύτη διεβιβάσθησαν κατ' αρχάς επί της νήσου χίλιοι οπλοφόροι, εν οις πολλοί Κρήτες, ατακτούντες καθ' ημέραν, αρπάζοντες και φονεύοντες ατιμωρήτως και εν τη πόλει και εν τοις χωρίοις. Διεβιβάσθη μετ' ολίγον εις την νήσον προς σωφρονισμόν των ατάκτων τούτων και ως φύλαξ πληρεξούσιος της νήσου ο Βεχήτπασας μετά εκατόν πυροβολιστών. Μετ' αυτόν διεβιβάσθησαν χίλιοι άλλοι στρατιώται υπό τον Ελέζογλουν, ον είδαμεν άλλοτε φιλανθρώπως πολιτευόμενον προς τους εν Κουσαντασίω Χριστιανούς, αλλ' ήδη διατελούντα υπό τας διαταγάς πασά έχοντος θηρίου καρδίαν, αγγαρεύοντος καθ' ημέραν εις επισκευήν του φρουρίου τον χριστιανικόν λαόν, εργοδιωκτούντος και καταναγκάζοντος τους εν τοις πράγμασι Χριστιανούς να τρέφωσι τον επί της νήσου μαχαιροφόρον όχλον του και να θεραπεύωσι διά πλουσίων χορηγιών την άπληστον φιλοχρηματίαν του εις αποτροπήν της διαρπαγής, του ανδραποδισμού και της αιματοχυσίας.
Ο Υψηλάντης, καθ' όν καιρόν εστρατοπέδευεν εν Τρικόρφοις, διέταξεν εκστρατείαν εις Χίον υπό την οδηγίαν του Λυκούργου Λογοθέτου εν τη ιδία αυτού εξουσία κατά την επικρατούσαν τότε τάξιν· αλλά θεωρήσας ταύτην βραδύτερον φθοροποιάν ανεκάλεσε την διαταγήν του. Εγκατασταθείσης δε της κυβερνήσεως, περιεφέροντο εις την αποστατήσασαν Ελλάδα ασήμαντοί τινες Χίοι προσπαθούντες να φέρωσιν έξωθεν εις την φιλειρηνικήν πατρίδα των την επανάστασιν εν αγνοία και παρά γνώμην των δυνατών πολιτών της· μη εισακουόμενοι δε παρά της κυβερνήσεως, ήτις έβλεπεν ότι κατεστρέφετο βεβαίως η νήσος, εσκέπτοντο άλλως πως να κατορθώσωσι το σκοπούμενον. Μεταξύ τούτων διεκρίνετο Αντώνιος τις Μπουρνιάς εκ Παρπαριάς, χωρίου της Χίου, υπηρετήσας άλλοτε παρά τοις Γάλλοις ως λοχαγός.
Διηγούμενοι τα της Σάμου είπαμεν, ότι επί των αντικρύ παραλίων της δεν έμειναν Τούρκοι ειμή εν Κουσαντασίω ως έχοντι δυνατόν φρούριον. Επειδή συνηθροίζοντο αυτόθι συχνάκις τουρκικά στρατεύματα, εσύμφερε να εκλείψη η φωλεά αύτη διά την ασφάλειαν και την ησυχίαν της Σάμου· διά τούτο, σκέψεως κοινής γενομένης, απεφάσισαν οι Σάμιοι να ετοιμάσωσιν εκστρατείαν εις άλωσιν του φρουρίου. Εν ώ δε κατεγίνοντο εις τούτο, μεταβάς ο Μπουρνιάς εις Σάμον μετά των ασημάντων συμπατριωτών του επρόβαλε τω αρχηγώ της εκστρατείας Λυκούργω ν' αναβάλη το ανά χείρας σχέδιον και εκστρατεύση εις Χίον επί λόγω, ότι το μεν φρούριον του Κουσαντασίου ήτο δυσάλωτον, το δε της Χίου ευάλωτον, ότι όλοι οι Χίοι ήσαν έτοιμοι να κινηθώσιν άμα έβλεπαν τους Σαμίους εν μέσω αυτών, και ότι μεγάλαι χρηματικαί ωφέλειαι θα προήρχοντο επ' αγαθώ του κοινού εκ της συμπαραλαβής της πλουσίας ταύτης νήσου· τω ενεχείρισε δε και γράμμα προτρεπτικόν ενός των επιτρόπων των Μαστιχοχωρίων. Προθύμως εδέχθη ο Λυκούργος την πρότασιν ταύτην και ανεδέχθη την ταχείαν συμπλήρωσιν της ετοιμαζομένης εκστρατείας εις τρισχιλίους, μηδόλως συλλογισθείς ποίον επιχείρημα επεχείρει και ποίαν ευθύνην ανελάμβανε κινών εις αποστασίαν πολυάνθρωπον και ευδαίμονα τόπον παρά την θέλησιν αυτού του τόπου, άνευ αδείας της εθνικής του κυβερνήσεως, στερούμενος της συμπράξεως των ναυτικών νήσων, παρά γνώμην του Υψηλάντου, ον και μετά την σύστασιν της κυβερνήσεως εθεώρει αρχηγόν του, και καθ' ην ώραν ήρχιζε το έαρ, ήτοι ο ακαταλληλότερος καιρός, και ήσαν έτοιμα πολλά τουρκικά στρατεύματα εις εκστρατείαν και πολύς στόλος εις έκπλουν και τόσοι έγκριτοι Χίοι εν τω φρουρίω ομηρεύοντες (α).
Αφ' ού δε έγειναν τα εν Σάμω ενεργούμενα γνωστά εν Κωνσταντινουπόλει, έσπευσεν η Πύλη να ζητήση και παρ' εαυτή εις ασφάλειαν της πίστεως των Χίων ομήρους· και εστάλησαν τρεις των εγκρίτων, ο Παντελής Ροδοκανάκης, ο Μιχαήλ Σκυλίτσης και ο Θεόδωρος Ράλλης, οίτινες φθάσαντες εις Κωνσταντινούπολιν εφυλακίσθησαν. Οι δε επί της Χίου Τούρκοι εφύλατταν έκτοτε αυστηρότερον τους εν τω φρουρίω, εμποδίζοντές τους να λαλώσιν ως άλλοτε μετά των συγγενών των. Έστειλαν δε ο αρχιερεύς και οι δημογέροντες κατά διαταγήν του πασά εις μεν τα χωρία της νήσου αποστόλους και ιεροκήρυκας, προτρέποντες τους κατοίκους να μείνωσι πιστοί εις την Πύλην και ήσυχοι, εις δε την Σάμον εξεταστάς περί της θρυλλουμένης εκστρατείας επί παραγγελία να προσπαθήσωσι να την εμποδίσωσιν, αν τω όντι ητοιμάζετο.
Μάρτιος Την πρώτην εβδομάδα του μαρτίου διεδόθη λόγος εν τη πόλει της Χίου ότι 18 Σάμιοι απέβησαν εις Περαμά, χωρίον βορεινόν της νήσου. Ο πασάς, δικαίως υποπτεύων ότι οι αποβάντες σκοπόν είχαν να υποκινήσωσι τους χωρικούς, έστειλε στρατιώτας εις σύλληψίν των, και αποτυχών απήτησε να τους συλλάβη το κοινόν της Χίου. Το κοινόν έστειλέ τινας όπου υποψία ήτον ότι εκρύβησαν· αλλ' εν ώ κατεγίνοντο εις εύρεσιν αυτών, εφάνησαν την 9 ερχόμενα πολλά πλοία.
Επί σκοπώ να μη ταλαιπωρώνται αδιακόπως και απασχολώνται των έργων αυτών οι κρατηθέντες εν τω φρουρίω Χίοι, εδιπλασιάσθη ο αριθμός αυτών και αλληλοδιεδέχοντο μηνιαίως κατά το ήμισυ, οι μεν αναβαίνοντες εις το φρούριον, οι δε καταβαίνοντες εις την πόλιν· μόνος ο αρχιερεύς ως μη αντικαταστήσιμος δεν μετετόπει. Αλλ' ο πασάς, αφ' ού ήκουσεν ότι ήρχοντο τα περί ων ο λόγος πλοία, ανεβίβασεν εις το φρούριον και τους εν τη πόλει εις πλείονα ασφάλειάν του και εκράτησε και τους εν αυτώ, ώστε εδιπλασίασε τον αριθμόν των υποχειρίων του, όλων 72.
Το πρωί της 10 τα φανέντα την προτεραίαν πλοία ηγκυροβόλησαν κατά την αγίαν Ελένην, και μετ' ολίγον έπλευσαν τα πλείστα εις Κοντάρι, τινά δε επροχώρησαν αντικρύ των τουρκικών μνημάτων· ήσαν δε όλα 8 βρίκια και 30 σακολέβαι, και έφεραν ως 2500 οπλοφόρους υπό τον Λυκούργον. Ούτοι αποβιβασθέντες προ μεσημβρίας και πεσόντες επί τους κατά το παραθαλάσσιον εχθρούς, και τους μεν φονεύσαντες, τους δε αιχμαλωτίσαντες, τους δε τρέψαντες εις φυγήν, εισήλθαν εις την πόλιν, έκαυσαν το τελωνείον καί τινα τουρκικά καφενεία και εξεστέγασαν δύο μολυβδοσκεπή ζαμία. Τόσος δε φόβος κατέλαβε τους Τούρκους φρονούντας, ότι οι αποβάντες ήσαν πενταπλάσιοι, ώστε 300 φυλάσσοντες τον λόφον της Τρουλωτής έφυγαν ιδόντες 50 μόνον των αποβάντων εφορμώντας, εγκατέλειψαν και οι άλλοι ανάνδρως τας άλλας θέσεις και όλοι εκλείσθησαν εν τω φρουρίω· 40 δε αυτών, μη προφθάσαντες να εισέλθωσιν, εκλείσθησαν εντός του Καμένου Πύργου καί τινων τουρκικών οικιών και παρεδόθησαν μετ' ολίγον εις τους περί τον Λυκούργον· ώστε μετά τρεις ώρας Τούρκοι δεν ήσαν ειμή εντός του φρουρίου και του θαλασσοπύργου. Οι δε εν τη πόλει Χριστιανοί της ανωτέρας τάξεως, εκπλαγέντες επί τη εισβολή ταύτη, αμηχανούντες περί του πρακτέου ως πάντη απαρασκεύαστοι και φοβούμενοι μη πάθωσιν οι εν τω φρουρίω πρόκριτοι και συγγενείς των, οικούρουν όλην την ημέραν. Επειδή δε ουδείς εφρόντιζε περί των αποβάντων, έσπασαν ούτοι τα τροφοπωλεία και τα διήρπασαν· διήρπασαν και τας τουρκικάς οικίας. Την εσπέραν της αυτής ημέρας ήλθαν εις την πόλιν ολίγοι Μαστιχοχωρίται· την δε επαύριον συνέρρευσαν πάμπολλοι χωρικοί, εξ ών οι πλείστοι μη έχοντες όπλα ερροπαλοφόρουν· συνηνώθησαν τότε και οι εν τη πόλει, και την γ' ώραν μετά μεσημβρίαν εψάλη δοξολογία, και έγεινε δι' όλης της πόλεως πάνδημος λιτανεία υπό την σημαίαν της πατρίδος εν μέσω ζητωκραυγών, αλαλαγμών, αταξιών, και φόβων. Την αυτήν ημέραν εισήλθε και ο Λυκούργος εις την πόλιν και κατέλυσεν εν τη μητροπόλει, όπου κατέλυσε και ο μέχρι τούδε υποκινητής του και από της σήμερον αντίζηλος του Μπουρνιάς, φέρων επί του σκιαδίου του το δημοκρατικόν της Γαλλίας εθνόσημον· ήθελε δε να ήναι ισότιμος, αν όχι και ανώτερος του Λυκούργου, ως εντόπιος. Ο δε Λυκούργος κατήργησεν αυθημερόν την δημογεροντίαν και εσύστησεν επταμελή εφορίαν· έστησε και τρία κανονοστάσια, το μεν επί της Τρουλωτής, όθεν εκτυπείτο το φρούριον, τα δε επί του λόφου του Ασωμάτου, και το τρίτον επί του αιγιαλού· αλλά τα κανόνια ήσαν τόσον μικρά, ώστε ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, εν ώ οι εν τω φρουρίω έβλαπταν την πόλιν βομβοβολούντες. Επειδή δε ουδεμία ελπίς εφαίνετο ταχείας πτώσεως του φρουρίου διά πολιορκίας ως καλώς εφωδιασμένου, η εφορία, προβλέπουσα τα μέλλοντα δεινά και εκ της έξωθεν επαπειλουμένης αποβάσεως εχθρών, και εκ της εσωτερικής αναρχίας και αταξίας, απέστειλέ τινας προς την κυβέρνησιν αιτουμένη την συνδρομήν της εις ταχείαν πτώσιν του φρουρίου (β)· μετέφερε δε και εκ Ψαρών πολεμεφόδια, και εμίσθωσε και έξ πλοία ψαριανά.
Ο δε Λυκούργος, επηρμένος επί τη επιτυχία της αποβάσεώς του, έστειλε προς τον πασάν επιστολήν διά τινος αιχμαλώτου και εζήτει την παράδοσιν του φρουρίου επί απειλή εξολοθρεύσεως όλης της φρουράς, αν παρήκουε· και επειδή δεν έλαβεν απόκρισιν, εφιλοτιμήθη να πραγματοποιήση τας απειλάς του και διέταξε να κόψωσι δένδρα και παραχώσωσι την τάφρον του φρουρίου εις άλωσίν του δι' εφόδου· αλλά σκεφθείς, ότι ο εχθρός εδύνατο να καύση διά μιας την συσσωρευθησομένην εύφλεκτον ύλην ανεκάλεσε την διαταγήν του.
Εν τοσούτω, η αναρχία εκορυφώθη εντός της πόλεως, και οι ευκατάστατοι ήρχισαν να φεύγωσιν· ο δε Μπουρνιάς, θέλων να εμποδίση την φυγήν των, αντί να αφαιρέση τα αίτια έγραψεν απειλητικήν επιστολήν τοις εφόροις (γ) και εφυλάκισε και προκρίτους και γυναίκας ετοίμους να φύγωσι.
Γενομένης δε γνωστής εν Κωνσταντινουπόλει της εις Χίον αποβάσεως των Σαμίων, ο σουλτάνος διέταξεν ο μεν κατά πάντα έτοιμος στόλος να πλεύση ευθύς εκεί, οι δε Ασιάρχαι να καταβιβάσωσι στρατεύματα άνευ αναβολής εις Τσεσμέν, και να τα διαβιβάσωσιν εις Χίον υπό την προστασίαν του στόλου· ακολουθών δε το σύστημά του να παιδεύη αδιαφόρως πταίστας και αθώους διέταξε να συλληφθώσιν οι ευρισκόμενοι εν Κωνσταντινουπόλει γνωστοί Χίοι. Συνελήφθησαν έως 60 όχι ως πταίσται αλλ' ως Χίοι, και άλλοι εξ αυτών εσφάγησαν, άλλοι εκρεμάσθησαν· εκρεμάσθησαν και οι τρεις όμηροι μηδέν ουδ' αυτοί ουδ' οι παρ' αυτών αντιπροσωπευόμενοι πταίσαντες.
Ουδέποτε προσταγαί του σουλτάνου εξετελέσθησαν τόσον ετοίμως όσον αι δοθείσαι περί της εκστρατείας ταύτης. Το μέγα πλήθος αόπλων, φιλησύχων και απροστατεύτων Χριστιανών επί της νήσου, ο πολύς αυτής πλούτος, τα θέλγητρα των γυναικών της, η ακόρεστος επιθυμία της καταστροφής πάσης χριστιανικής πόλεως και η άσβεστος δίψα χριστιανικού αίματος ηρήμωσαν διά μιας τα κατοικούμενα υπό Τούρκων πλησιόχωρα μέρη· άπειρα πλήθη συνήρχοντο εις Τσεσμέν αναμένοντα τον οθωμανικόν στόλον προς ασφαλή εις την νήσον διαβίβασιν· πολλοί δερβίσαι αφήκαν τους ευκτηρίους οίκους των, και ακολουθούντες τους εκστρατεύοντας εξήπταν τον φανατισμόν των και ηρέθιζαν έτι μάλλον την αυτερέθιστον αιμοχαρή καρδίαν των· τινές δε αυτών περιήλθαν παρά το σύνηθες εν θρησκευτική πομπή τας οδούς της Σμύρνης προς τον σκοπόν τούτον.
Την δε 30, ήτοι την μεγάλην πέμπτην, εφάνη έξωθεν της Χίου ο στόλος υπό τον καπητάμπασαν, Καρά - Αλήν, εκ 46 πλοίων, εξ ών 6 δίκροτα και 9 φρεγάται και κορβέτται, τα δε λοιπά βρίκια, και βομβάρδαι· έφερε δε και επτακισχιλίους οπλοφόρους. Φανέντος του στόλου, τα προστατεύοντα τον λιμένα ολίγα ψαριανά πλοία έφυγαν· ο δε καπητάμπασας εφέρετο κατ' αρχάς προσεκτικώς και ουδέ την σημαίαν του ύψωσε, διότι ούτε της πόλεως, ίσως ούτε του φρουρίου την κατάστασιν καλώς εγίνωσκεν· αλλ' αρχομένης της νυκτός μαθών ότι οι επί της ξηράς Έλληνες εφόνευσαν το πλήρωμα μικρού τινος τουρκικού πλοίου πεσόντος εις τα ρηχά πλησίον της γης, ήρχισε να κανονοβολή και να βομβοβολή την πόλιν, και εν τη ακμή του κανονοβομβολισμού απεβίβασε τους επτακισχιλίους οπλοφόρους. Εξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω ξιφήρεις, και ώρμησαν οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν επί τους Σαμίους· και ούτοι μεν έφυγαν όλοι εκ της πόλεως, οι δε Τούρκοι εισήλθαν, την έκαυσαν, έκαυσαν και τα πλησίον της πόλεως χωρία, Βασιλιόνικον και Νεοχώρι, και εδόθησαν εις σφαγήν, εις αρπαγήν, και εις αιχμαλωσίαν. Την επαύριον εφάνησαν άπειρα πλοιάρια μεταφέροντα Τούρκους εκ της αντικρύ ξηράς. Επειδή επί της εισβολής των εχθρών οι πλείστοι των εν τη πόλει Χριστιανών απεμακρύνθησαν εις τα ενδότερα της νήσου προς αποφυγήν του κινδύνου, πολλοί δε κατέφυγαν εις τα προξενεία, δεν εχύθη πολύ αίμα, διότι οι Τούρκοι, αν και τόσον πολλοί, δεν επροχώρησαν ευθύς ενδότερον προς καταδίωξιν των Χριστιανών και κατεγίνοντο κυρίως λεηλατούντες την πόλιν.
Απρίλιος Την δε κυριακήν του Πάσχα (2 απριλίου) εξεστράτευσαν κατά του μοναστηρίου του αγίου Μηνά μίαν ήμισυ ώραν μακράν της πόλεως. Το μοναστήριον τούτο ήτον ευρύχωρον και περιτετειχισμένον· εντός δε του περιτειχίσματος κατέφυγαν 3000 Χίοι ως εις ασφαλές μέρος. Οι επελθόντες τοις επρόβαλαν να παραδοθώσιν· αλλ' ούτοι ήξευραν ότι θα παρεδίδοντο εις χείρας ληστών, και φονέων, και δεν υπήκουσαν, αν και δεν είχαν ελπίδα ευτυχούς αντιστάσεως. Τότε οι Τούρκοι, πεσόντες πανταχόθεν επί το περιτείχισμα και σπάσαντες αυτό, εισέδυσαν ξιφήρεις μετά τινα αντίστασιν, κατέκαυσαν το μοναστήριον, και τους εγκλείστους εκτός ολίγων εξωλόθρευσαν τους μεν διά σιδήρου τους δε διά πυρός. Την δε ακόλουθον ημέραν εξεστράτευσαν κατά του χωρίου του αγίου Γεωργίου. Εντός αυτού ήσαν ικανοί ένοπλοι Σάμιοι, εν οις και ο Λυκούργος, μεταβάντες εκεί επί της φυγής των επ' ελπίδι αντιστάσεως· αντέστησαν κατ' αρχάς, αλλ' επί τέλους έφυγαν· οι δε Τούρκοι κυριεύσαντες το χωρίον παρέδωκαν όλους τους εν αυτώ τους μεν εις σφαγήν τους δε εις αιχμαλωσίαν. Γενναίοι εφάνησαν επελθόντων των εχθρών οι Βοντισιανοί, οι Ερυθραίοι καί τινες αποχωρήσαντες εις τα χωρία αυτών Σάμιοι, αλλά και ούτοι διεσκορπίσθησαν. Μετά τας προσβολάς ταύτας εγκατέλειψαν οι περί τον Λυκούργον όλην την νήσον, έπλευσαν εις Ψαρά, και εκείθεν επανήλθαν αβλαβείς εις τα ίδια, αφήσαντες τους δυστυχείς Χίους εις την γνωστήν απανθρωπίαν εχθρών, ους οι φεύγοντες ώπλισαν κατ' αυτών (δ).
Ο δε καπητάμπασας, έχων κατά νουν, ως εκ των έργων εδείχθη, τον παντελή αφανισμόν των Χίων, και ζητών μόνον τον συντελεστικώτερον τρόπον, εκάλεσε μετά τα συμβάντα ταύτα τους προξένους· και αφ' ού τοις εκοινοποίησεν ότι κατά διαταγήν ανωτέραν εχάριζε γενικήν αμνηστείαν, τους παρεκάλεσε να περιέλθωσι την νήσον φέροντες τα αμνηστήρια, και να προτρέψωσι τους κατοίκους εις υποταγήν. Ο πρόξενος της Αυστρίας Στιεπεβίχος, και ο αντιπροσωπεύων τον προ ολίγου αποδημήσαντα υποπρόξενον της Γαλλίας Δεγιών, συμπαραλαβόντες και δύο εντοπίους Χριστιανούς, ανεδέχθησαν την αποστολήν, πιστεύοντες όσα ήκουσαν ειλικρινή· βαστώντες δε κλάδους ελαίας διήλθαν τα χωρία φέροντες, εκτός των αμνηστηρίων, και γράμματα της αυτής εννοίας προς όλους τους Χίους παρά του αρχιερέως και των ομηρευόντων προκρίτων, και εγγυώμενοι και αυτοί καλή πίστει την ασφάλειάν των. Οι Χίοι ούτε εις τα αμνηστήρια, ως ύπουλα, ούτε εις τα προς αυτούς γράμματα του αρχιερέως και των προκρίτων, ως υπό τουρκικήν μάχαιραν γεγραμμένα, επίστευσαν· αλλ' επίστευσαν εις την εγγύησιν των προξένων, και παραδώσαντες όσα όπλα τοις εναπέμειναν, οι μεν επανήλθαν συν γυναιξί και τέκνοις εις την πόλιν και εις τας εξοχάς, οι δε έμειναν ήσυχοι και ευπειθείς εν τοις χωρίοις· απέστειλαν και 70 προς τον καπητάμπασαν εις έκφρασιν της κοινής ευγνωμοσύνης διά την δοθείσαν αμνηστείαν· αλλά πολλοί δυσπιστούντες έφυγαν από της νήσου, ευρεθέντων καλή τύχη πολλών πλοιαρίων εν τοις παραλίοις καί τινων πλοίων ψαριανών, σταλέντων μετά τον εμφανισμόν του στόλου προς διάσωσιν των επί της νήσου περιπλανωμένων Χριστιανών. Οι Τούρκοι, αφ' ού εβεβαιώθησαν ότι δεν είχαν τι να φοβηθώσι και βλέποντες ότι οι ταλαίπωροι Χίοι, δεχθέντες την αμνηστείαν και πιστεύοντες, ήρχοντο προς αυτούς ανύποπτοι, διεσπάρησαν εις την νήσον και ήρχισαν αδεία των αρχηγών γενικήν σφαγήν και αιχμαλωσίαν.
Όταν αυτοί οι αρχηγοί προκαλώσιν εις αθεμιτουργίας βάρβαρον και φανατικόν στρατόν, εύκολον είναι να συμπεράνη τις τας φρικτάς παραφοράς του στρατού. Εύκολον να φαντασθή, αν και δύσκολον να περιγράψη τις και τα φρικτά κακά όσα υπέφερεν ο άοπλος της Χίου λαός, αφεθείς έκτοτε όλως εις την μαχαιροφόρον χείρα 30,000 ανθρωπομόρφων θηρίων, πεσόντων εις την νήσον επί σκοπώ να σφάζωσι, να λεηλατήσωσι, και να αιχμαλωτίσωσι. Πιστοί, άπιστοι εις τον σουλτάνον, όλοι τότε εξίσου εθεωρούντο, και όλοι παρεδίδοντο εις σφαγήν ή εις αιχμαλωσίαν· ματαία ήτο πάσα αντίστασις και απώλεια πάσα υποταγή· άσυλον οι καταδιωκόμενοι παντού εζήτουν, και άσυλον ουδαμού εύρισκαν. Μοναστήρια ανδρών και γυναικών κατεπατήθησαν και διηρπάγησαν, και οι εν αυτοίς οι μεν εθανατώθησαν, οι δε εδουλαγωγήθησαν· ολόκληρα χωρία, ως ο Αναβατός και τα Θυμιανά, κατεστράφησαν· τα δε λοιπά, εκτός των Μαστιχοφόρων των υπό την ιδιαιτέραν προστασίαν των σουλτάνων, κατηρημώθησαν· και αυτοί οι εν τω νοσοκομείω και λωβοκομείω νοσηλευόμενοι όλοι εξωλοθρεύθησαν· ολόκληροι οικογένειαι επετειχίζοντο εντός υπογείων ή κατωγείων άσιτοι και άποτοι, και υπό το σκότος της νυκτός υπεξήρχετό τις αυτών ριψοκινδύνως εις πορισμόν ολίγης πόσεως και τροφής· ούτε τα όρη ή τα σπήλαια, όπου οι πολυπαθείς Χίοι κατέφευγαν, ήσαν ασφαλής καταφυγή, ούτε τα παραθαλάσσια, όπου κατέβαιναν, παρείχαν βεβαίαν ελπίδα σωτηρίας· πολλάκις ατενίζοντες εις την θάλασσαν εξελάμβαναν τους αφρούς των κυμάτων πλοία ερχόμενα εις διάσωσίν των· χιλιάδες ανδρών και γυναικών συσσωρευθέντων είς τινα άκραν αντικρύ των Ψαρών επ' ελπίδι απόπλου έπεσαν εις χείρας δημίων, και τόσον αίμα εχύθη ώστε εκοκκίνισεν η παράκτιος θάλασσα· η μάχαιρα, το πυροβόλον, η αγχόνη, το οζώδες ρόπαλον δεν ήρκουν εις χορτασμόν των αιμοδίψων· επενόησαν νέον είδος θανάτου οι αλιτήριοι· άναπταν τα ενδύματα των τρισαθλίων γυναικών και βασανίζοντές τας απανθρώπως, τας έκαιαν· αδυσώπητοι εφάνησαν προς πάσαν φωνήν ελέους και κωφοί προς πάσαν φωνήν αιδούς· εγέμισαν τας αγοράς των μεγάλων πόλεων αιχμαλώτων ως ποίμνια ελαυνομένων και παρ' ενός ανδροκαπήλου εις άλλον μεταπωλουμένων· μετέβαλαν τα λαμπρά της πόλεως κτίρια εις σωρούς ερειπίων, την βιβλιοθήκην της εις στάκτην, και τους ευανθείς και υγιεινούς αγρούς της εις γην δυσωδίας και λοιμικής νόσου. Μόνοι οι του δυτικού δόγματος δεν εκακοποιήθησαν, και μόνα τα προξενεία δεν επατήθησαν, και οι εις αυτά καταφυγόντες μόνοι των εν τη νήσω απομεινάντων διεσώθησαν, αλλά και τούτων οι πλείστοι υπό των διασωσάντων αυτούς απεγυμνώθησαν. Του θηριώδους δε τούτου ενόπλου όχλου θηριωδέστεροι εδείχθησαν οι αρχηγοί. Την νύκτα της 22 ο καπητάμπασας εκρέμασεν επί των καταρτίων των πλοίων ως κακούργους τους υπό αμνηστείαν προσελθόντας 70 αθώους χωρικούς· την δε υστεραίαν μετέφερεν εκ του φρουρίου και εκρέμασεν επί της ναυαρχίδας 8 των εν αυτώ κρατουμένων ομήρων, τους δε λοιπούς εκρέμασεν όλους ο φρούραρχος την αυτήν ημέραν επί του Βουνακίου, εν οις και τον σεβάσμιον και πεπαιδευμένον αρχιερέα Πλάτωνα, και κόψας και εκδείρας τας κεφαλάς των εγέμισεν αχύρων τας δοράς και τας έστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν προς τον κυριάρχην του ως τρόπαια, τα δε πτώματα έρριψεν όλα διά χειρός των Εβραίων εις την θάλασσαν· δεν έπαυαν δε οι Τούρκοι επί πολλάς ημέρας φονεύοντες, ανδραποδίζοντες, λεηλατούντες, καταστρέφοντες και ανορύττοντες και αυτήν την γην εις ανεύρεσιν πραγμάτων. Εκατόν δεκατρείς χιλιάδες ηριθμούντο οι καθ' όλην την νήσον Χριστιανοί την 30 μαρτίου· 1800 εναπέμειναν τον αύγουστον· εν τω μεταξύ δε τούτω 23,000 εφονεύθησαν, 47000 κατά το κατάστιχον του τελώνου ηνδραποδίσθησαν, οι δε λοιποί τήδε κακείσε κακώς διεσώθησαν (ε). Τοιουτοτρόπως η περίφημος Χίος, η νήσος της τρυφής, του πλούτου και της πολυανθρωπίας, έγεινε τόπος ερημώσεως και δακρύων· η δε φρικτή καταστροφή της, καταστροφή καταστροφών, είναι η τρανωτέρα και αψευδεστέρα απόδειξις της μανιώδους θηριωδίας των Τούρκων όχι κατά ενόπλων, ή πολεμίων, ή αποστατών, αλλά κατά της χριστιανωσύνης και της ανθρωπότητος.