← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Front matter (continued 6)

Reading edition

Έγραψα «ήτον» επομένου φωνήεντος· «ήτο» δε επομένου συμφώνου.

Πολλάκις εις αποφυγήν χασμωδίας έγραψα «μην» επομένου φωνήεντος επί ρημάτων, πάντοτε δε «μη» επομένου συμφώνου.

Την πρόθεσιν «από», την συνήθως συνταττομένην μετά αιτιατικής, συνέταξα μετά γενικής «α π ό - τ ω ν - π ο λ λ ώ ν - φ ρ ο ν τ ί δ ω ν» και όχι «α π ό - τ α ς - π ο λ λ ά ς - φ ρ ο ν τ ί δ α ς».

Έγραψα «ν α - δ έ χ ε τ α ι - να γράψετε», κτλ. οριστικοφανώς, και όχι «ν α - δ έ χ η τ α ι - να γράψητε», κτλ. υποτακτικώς, διά το ευφωνότερον. Ηκολούθησα δε τόσω μάλλον την εν κοινή και απαραβάτω συνήθεια ταύτην χρήσιν, καθ' όσον η οριστικοφανής γραφή αύτη επί της υποτακτικής ευρίσκεται συχνάκις και παρ' Ομήρω, και γελοίον μ' εφάνη απομακρυνόμενοι της κοινής συνηθείας ν' απομακρυνώμεθα και αυτού του Ομήρου.

Η κοινή γλώσσα απήλλαξε τους παρακειμένους του αναδιπλασιασμού και της αυξήσεως των· αλλ' οι λόγιοι επανέφεραν και τους αναδιπλασιασμούς και τας αυξήσεις. Εγώ οδηγόν έχων την ευφωνίαν ποτέ μεν μετεχειρίσθην τον ένα τρόπον ποτέ δε τον άλλον.

Παρέλειψα τα άρθρα «το» και «του» ως υπονοούμενα επί των εξής φράσεων «ορθόν νομίζω το να συνέλθωμεν»· «φροντίζω του να κατορθωθή το ποθούμενον», κ.τ.λ.

Δεν έγραψα κατά την αρχαίαν γλώσσαν «υπέρ τους δισχιλίους εξεστράτευσαν», αλλ' ενεολόγησα επί το γλαφυρότερον, γράψας συνθέτως «υπερδισχίλιοι εξεστράτευσαν» και των παρομοίων ωσαύτως.

Επροτίμησα του σχηματισμού των παρατατικών της παλαιάς γλώσσης τον σχηματισμόν των παρατατικών της σημερινής, ως και λογικώτερον, διότι δεν συγχέει η φωνή εν τούτοις ως εν εκείνοις τους αριθμούς και τα πρόσωπα και έγραψα «έ τ ρ ω γ α» αντί του «έ τ ρ ω γ ο ν» του πρώτου προσώπου του ενικού αριθμού· και «έ τ ρ ω γ α ν» αντί του «έ τ ρ ω γ ο ν» του τρίτου προσώπου του πληθυντικού. Ο σχηματισμός ούτος ον δεν παραδέχονται οι πλείστοι των ημετέρων λογίων, ήτον εν χρήσει προ δισχιλίων ετών. Ιδού τι παρατηρεί ο παραδεχόμενος και συνιστών αυτόν Κοραής εν μια των επιστολών του· «Ο Ηρακλείδης λέγει, ότι οι Ελληνίζοντες εν Κιλικία αποβάλλοντες το ν και μετατιθέντες το ο εις βραχύ α, προφέρονται, έλαβα λέγοντες και έφαγα· και τρίτα τούτων πληθυντικά εις αν λήγοντα λέγουσι. Ευρίσκονται δε και εν τη των εβδομήκοντα μεταφράσει συχνάκις, έ φ υ γ α ν, έ λ α β α ν, ε γ κ ατ έ λ ε ι π α ν, ή λ θ α ν και άλλα τοιαύτα».

Επροτίμησα επίσης του παρά τοις αρχαίοις σχηματισμού του τρίτου προσώπου του πληθυντικού αριθμού του ενεστώτος και του μέλλοντος χρόνου της οριστικής τον παρ' ημίν κατά συγκοπήν σχηματισμόν ως ολιγοσυλλαβότερον, και αντί του «π ε ρ ι π α τ ο ύ σ ι και π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ σ ι ν» έγραψα «π ε ρ ι π α τ ο ύ ν και π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ ν», αλλ' επί της υποτακτικής διετήρησα τον σχηματισμόν της παλαιάς και έγραψα «να - π ε ρ ι π α τ ή σ ω σ ι» και όχι «ν α - π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ ν» εις αποφυγήν της ταυτότητος και συγχύσεως της φωνής επί των αυτών χρόνων της οριστικής εγκλίσεως και της υποτακτικής.

Μετεχειρίσθην αδιαφόρως κατά το ευφωνότερον άλλοτε την συνηρημένην και άλλοτε την βαρύτονον κλίσιν των ρημάτων της τρίτης συζυγίας, ήτοι των εις «οω» κατά τους αρχαίους, και εις «ονω» καθ' ημάς σχηματιζόντων το πρώτον πρόσωπον του οριστικού ενεστώτος· «Χρυσόω χρυσώ χρυσόνω» «αναπληρόω αναπληρώ αναπληρόνω». Απέφυγα δε την εις μι κατάληξιν των ρημάτων ως πάντη παρ' ημίν ασυνήθη.

Η φύσις της σημερινής γλώσσης απαιτεί πάντοτε την επί των παρωχημένων συλλαβικήν αύξησιν έξωθεν των προθέσεων. Αλλ' οι ημέτεροι λόγιοι την έθεσαν έσωθεν, εν ώ και παρ' αυτοίς τοις αρχαίοις ήτον εν χρήσει όπως και παρ' ημίν· ως το «Καθεύδω εκάθευδον· Κάθημαι εκαθήμην, Καθαίρω εκάθηρα», εγώ παρεδέχθην ποτέ τον ένα τρόπον και ποτέ τον άλλον κατά το ευφωνότερον. Ο Όμηρος (δεν αναφέρω άλλους ποιητάς) πολλάκις παραλείπει ολοτελώς την αύξησιν όπως την παραλείπει ολοτελώς και η συνήθεια λέγουσα «μας πρόσταξε» «μας συγχώρησε» αντί του «μας επρόσταξε, μας εσυγχώρησε».

Ομηρίζουσα η κοινή γλώσσα εφύλαξεν άτρεπτον το αρκτικόν φωνήεν των ρημάτων επί των παρωχημένων, λέγουσα «άρχισεν, ερώτησεν, αναγκασμένος». Αλλ' οι λόγιοι παρορώντες τον Όμηρον παρακούοντες και τον λαόν, έτρεψαν το φωνήεν κατά τους Αττικούς γράφοντες «ήρχισαν, ηρώτησαν, ηναγκασμένος». Επειδή ο τρόπος ούτος του γράφειν τους παρωχημένους εγενικεύθη, ηναγκάσθην να τον παραδεχθώ και εγώ υπό μικράς τινας εξαιρέσεις προς αποφυγήν κακοφωνίας.

Προ δισχιλίων σχεδόν ετών δεν μετέτρεπαν οι συγγραφείς την ε υ δίφθογγον εις η υ επί των παρωχημένων χρόνων, και έγραφαν ως και παρ' Ομήρω και Ηροδότω, ευδόκησα, ευτύχησα, και όχι ηυδόκησα, ηυτύχησα· τον και παρ' ημίν συνήθη τούτον τρόπον του σχηματίζειν τους παρωχημένους παρεδέχθην και εγώ.

(β.)

Όρα Ξενοφώντος Πολιτείαν Αθηναίων. Ετήρησα το εν κοινοτάτη χρήσει «θα», και απεσκοράκισα το «θ έ λ ω», απορών πώς και αυτός ο Κοραής επροτίμησε του «θα» το άχαρι και χαλαρόν «θέλω», εν ώ ούτε η παλαιά γλώσσα επί της περί ης ο λόγος χρήσεως το συνιστά, ούτε λόγος τις δικαιοί, ούτε η κοινή συνήθεια παραδέχεται. Εθεώρησα δε τον μετά του «θα» χρόνον ως μέλλοντα της οριστικής εγκλίσεως διά τούτο και δεν τον υπέγραψα.

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

(α.)

Ο πόλεμος της Ελλάδος είχε και τα χαρακτηριστικά επαναστάσεως ως ανατρέψας τα καθεστώτα, και τα χαρακτηριστικά αποστασίας ως αποστήσας την Ελλάδα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εις ην υπέκειτο· διά τούτο μεταχειρίζομαι αδιαφόρως τας δύο ταύτας λέξεις, συγχεομένας παρ' ημίν αν και διεκρίνοντο παρά τοις αρχαίοις. (Όρα Θουκυδίδην, βιβλίον γ', παράγραφος λθ'.)

(β.)

Άξια προσοχής και εφαρμοζόμενα εις τας περί ων ο λόγος περιστάσεις των σημερινών Ελλήνων είναι όσα αναφέρει ο Θουκυδίδης εν τω ακολούθω παραγράφω περί της κατά γην και θάλασσαν ληστείας επί των αρχαίων χρόνων της Ελλάδος.

«Οι γαρ Έλληνες το πάλαι και των βαρβάρων οι τε εν τη ηπείρω παραθαλάσσιοι και όσοι νήσους είχον, επειδή ήρξαντο μάλλον περαιούσθαι ναυσίν επ' αλλήλους, ετράποντο προς ληστείαν, ηγουμένων ανδρών ου των αδυνατωτάτων κέρδους του σφετέρου αυτών ένεκα και τοις ασθενέσι τροφής, και προσπίπτοντες πόλεσιν ατειχίστοις και κατά κώμας οικουμέναις ήρπαζον και τον πλείστον του βίου εντεύθεν εποιούντο, ουκ έχοντός πω αισχύνην τούτου του έργου, φέροντος δε τι και δόξης μάλλον· δηλούσι δε των τε ηπειρωτών τινες έτι και νυν, οις κόσμος καλώς τούτο δραν, και οι παλαιοί των ποιητών, τας πύστεις των καταπλεόντων πανταχού ομοίως ερωτώντες ει λησταί εισιν, ως ούτε, ων πυνθάνονται απαξιούντων το έργον, οις τ' επιμελές είη ειδέναι ουκ ονειδιζόντων. Ελπίζοντο δε και κατ' ήπειρον αλλήλους· και μέχρι τούδε πολλά της Ελλάδος τω παλαιώ τρόπω νέμεται περί τε Λοκρούς τους Οζόλας και Αιτωλούς και Ακαρνάνας και την ταύτη ήπειρον. Το τε σιδηροφορείσθαι τούτοις τοις ηπειρώταις από της παλαιάς ληστείας εμμεμένηκεν».

(γ.)

Εις πλήρη γνώσιν του δημογεροντικού τούτου συστήματος παραπέμπω τον αναγνώστην εις το ΚΕ' Κεφάλαιον της ιστορίας ταύτης.

(δ.)

Ηγεμονίαν γράφω τον υπό τον ηγεμόνα τόπον, ηγεμονίαν δε το αξίωμα του ηγεμόνος προς διάκρισιν.

(ε.)

Ηρώτησάν τινες, διατί δεν συμπαρέλαβα εν τη ανά χείρας ιστορία και τα κατά τον Ρήγαν. Ιδού η απάντησίς μου.

Συγγράφων τα της ελληνικής επαναστάσεως, ώφειλα να εξετάσω κατά πρώτον τις ο οργανίσας και τις ο κινήσας αυτήν. Τούτου χάριν, ενδιέτριψα εις τα της φιλικής Εταιρίας, ήτις την ωργάνισε και την εκίνησεν· ουδείς δε σύνδεσμος υπάρχει αυτής και των κατά τον Ρήγαν, ουδέ λόγος περί τούτων γίνεται εν τοις οργανισμοίς ή εν τοις όρκοις εκείνης· μαρτυρεί δε τα λεγόμενα και ο συνεταίρος του Ρήγα και απόστολος της Εταιρίας Περραιβός εν τοις Απομνημονεύμασί του. Σχέσιν τινά είχεν η φιλική Εταιρία μόνον προς την εν έτει 1813 συστηθείσαν εν Αθήναις φιλόμουσον Εταιρίαν, και την σχέσιν ταύτην δεν απεσιώπησα. Ουδείς αμφισβητεί, ότι τα σημερινά συμβάντα είναι γεννήματα των χθεσινών, και ότι εις ακριβή γνώσιν εκείνων αναγκαία η διήγησις τούτων· αλλά, αν ένεκα τούτου χρέος είχα να συμπαραλάβω τα κατά τον Ρήγαν, χρέος διά τον αυτόν λόγον θα είχα να συμπαραλάβω και τα κατά τον Παπα - θύμιον, τους πολέμους Σουλίου και Αλήπασα, τα επί της ηγεμονίας τούτου, τα κατά τον Λάμπρον Κατσώνην και τα επί της Αικατερίνης, να ρίψω το βλέμμα εις τα διάφορα πολιτεύματα της Επταννήσου, να επεξέλθω τους πολέμους Ενετών και Τούρκων, να διατρέξω τα κατά τον Σκενδέρμπεην, και άλλους τοπάρχας, ν' αναβώ εις αυτούς τους καιρούς της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως αν όχι απώτερον και να εξετάσω οποία η εν τω μεταξύ τούτω κατάστασις του ελληνικού έθνους, οποία η του οθωμανικού κράτους και πόθεν η πρόοδος εκείνου και η παρακμή τούτου. Τοιαύτη δεν ήτον η πρόθεσίς μου· υπαινίττομαι όμως εν προοιμίω τα σκοπιμώτεrα. Τόσον απήτει η οικονομία του συγγράμματος να είπω, καθ' ους έθεσα όρους, και τόσον είπα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

(α.)

Ο αριθμός των μελών της Αρχής δεν ωρίσθη, ως κοινώς επιστεύετο εις δεκαέξ. Η ιδέα αύτη επεκράτησε, διότι το εφοδιαστικόν των ιερέων είχε 16 στήλας και τον δεκαέξ αριθμόν δεξιόθεν και αριστερόθεν του εν αυτώ σημείου του σταυρού, και διότι ερωτώμενος ο συστημένος ή ο ιερεύς υπό τινος των συναδέλφων, «πόσ' έχει»· απεκρίνετο, «δεκαέξ», εξ αιτίας των 16 στηλών του εφοδιαστικού των ιερέων. Έκαστον δε μέλος της Αρχής ελάμβανεν ως γνώρισμά του το ον Α και έν άλλο των στοιχείων του αλφαβήτου, το πρώτον των μη εισέτι παραληφθέντων. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, έν των τελευταίων, ίσως και το τελευταίον μέλος της Αρχής, εγνωρίζετο διά του στοιχείου του αλφαβήτου Ρ, και εντεύθεν συνάγεται πόσος ήτον ο αριθμός των μελών της αγνώστου Αρχής, ό εστιν όσων ήξευραν, ότι η υποτιθεμένη Αρχή ήτον απάτη.

(β.)

Κατ' άλλους μόνον έξ, μη συμπαραλαμβανομένου του των α ρ χ ι π ο ι μ έν ω ν. Εγώ εδέχθην την βαθμολογίαν ταύτην ως κανονικήν· αλλά ηξεύρω ότι το δίπλωμα του Γρηγορίου Δικαίου, έφερε σφράγισμα λέγον επί της περιφερείας του «α ρ χι ε ρ ε ύ ς - δ ι κ α ι ο σ ύ ν η ς». Τούτο αποδεικνύει, ότι δεν εφυλάττετο ακριβώς η ρηθείσα βαθμολογία, ή τουλάχιστον η ρηθείσα ονοματοθεσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

(α.)

Ιδού το έγγραφον.

«Αγαθή τύχη.

«Οι υπογράφοντες κινούντες όλην την μηχανήν της φιλικής Εταιρίας και μέλλοντες να χωρισθώσι, καθώς συμφώνως τους εφάνη εύλογον, λαμβάνων καθείς ετέραν διεύθυνσιν διά τας υποθέσεις της ιδίας κρίνουσι και αποφασίζουσα τα ακόλουθα, τα οποία θέλει τους χρησιμεύσουσι κανόνες των ιδίων των πράξεων και των σχέσεων των με τους άλλους.

ατον. Ουδείς από τους κινούντας εις το εξής δεν θέλει ενεργεί ή πράττει προς ιδιαίτερον τέλος· αλλ' όλαι αι πράξεις του θέλουν είναι όλως διόλου διά την Εταιρίαν. Εις αυτήν την υποχρέωσιν υπόκεινται και οι απόντες γνωρίζοντες και λαμβάνοντες μέρος οπωσούν εις την κίνησιν κατά το παρόν. Πλην προς τελείωσιν και παύσιν των μερικών υποθέσεών των δίδεται διορία των μεν Αντωνίου Κομιζόπουλου και Αθανασίου Σέκερη μήνες έξ, του δε Ανθίμου Γαζή μήνες τρεις από της σήμερον, οι οποίοι ανίσως, δεν κάμωσι κατά ταύτην την απόφασιν θέλει θεωρούνται εις το εξής ως απλά μόνα μέλη· μόνον του Παναγιώτη Σέκερη, επειδή και η παρουσία του είναι καλή εις Κωνσταντινούπολιν, συγχωρείται να εξακολουθή το εμπόριόν του όπως ο ίδιος το κρίνει εύλογον.

βον. Υποχρεούνται οι κινούντες να ειδοποιώνται αναμεταξύ των διά τας πράξεις των, διαθέτοντες εκ συμφώνου διά τα χρήματά της Εταιρίας προς ωφέλειαν αυτής, καθώς και διά τα γράμματα χωρίς να έχη ουδείς το δικαίωμα να τα κατακρατή ή να τα μεταχειρίζηται κατ' αρέσκειάν του.

γον. Ουδείς δεν θέλει φανερώσει την κινητικήν Αρχήν μήτε κανένα από τους κινούντας, μήτε τον εαυτόν του ως κινούντα, μήτε ότι ηξεύρει τι περί της Αρχής· δεν θέλει δεχθή ή κάμει συνθήκην με αλλοεθνείς· δεν θέλει επιχειρισθή τι σχετικόν αποστασίας γενικής ή μερικής χωρίς την συναίνεσιν και των άλλων κινούντων αδελφών εις περίστασιν διαφωνίας αι περισσότεροι γνώμαι υπερισχύουσιν.

Γίνεται εξαίρεσις ως προς την φανέρωσιν μόνον της κινητικής Αρχής του Εμμανουήλ Ξάνθου, υπάγοντος εις αντάμωσιν του κόμητος Ιωάννη, έχων την άδειαν να φανερώση την Αρχήν εις αυτόν μόνον, όστις εμβαίνων εις τον αριθμόν των κινούντων θέλει υπογράψει τούτο το υποχρεωτικόν, υποχρεούμενος όμως ο Ξάνθος να δώση ευθύς είδησιν εις τα πλείστα μέλη των κινούντων όλων των σχέσεων του και αναφορών του με τον Κόμητα.

Εν Κωνσταντινουπόλει τη 22 Σβρίου 1818.

Άνθιμος Γαζής. Εμμανουήλ Ξάνθος. Αθανάσιος Ν. Τσακάλωφ. Παναγιώτης Α. Αναγνωστόπουλος. Παναγιώτης Σέκερης. Νικόλαος Μ. Πατζιμάδης. Γεώργιος Λεβέντης. Αντώνιος Κομιζόπουλος».

Το έγγραφον τούτο, εν ώ φαίνονται οκτώ οι προΐστάμενοι της Εταιρίας, αναφέρει τινάς των υπογεγραμμένων ως απόντας. Τωόντι, καθ' ον καιρόν συνετάχθη εν Κωνσταντινουπόλει, ο Γαζής, ο Πατζιμάδης, ο Λεβέντης και ο Κομιζόπουλος δεν παρήσαν εν τη πόλει εκείνη, και το υπέγραψαν όπου τότε έκαστος διέτριβε.

(β.)

Πολλοί ηπόρησαν πώς άνθρωποι νουνεχείς και υψηλής θέσεως εν Ελλάδι, οποίοι ο Π. Πατρών, ο Ανδρέας Ζαήμης, ο Πανούτσος Νοταράς, ο Ανδρέας Λόντος και άλλοι τοιούτοι παρεδέχθησαν την Εταιρίαν ανεξετάστως. Ιδού τι ήκουσα. Ο Αντώνης Πελοπίδας Καρυτινός εστάλη το 1818 παρά των εν Κωνσταντινουπόλει Εταίρων εις Πελοπόννησον ως κατηχητής. Επειδή τινες αυτών εγνώριζαν τον Π. Πατρών και τον Ανδρίαν Καλαμογδάρτην, πρόκριτον της πόλεως εκείνης, εσύστησαν αυτοίς τον κατηχητήν. Ο Πελοπίδας υπέδειξε πρώτον τον σκοπόν της αποστολής του τω Καλαμογδάρτη, αλλά μη ευρών αυτόν ευδιάθετον εδοκίμασε την διάθεσιν του Π. Πατρών, όστις, αν και νουνεχής και πολυπράγμων, εδέχθη προθύμως την πρότασιν διά την εξής αιτίαν.

Πρό τινων ημερών είχε λάβει γράμμα του εν Πίση της Τοσκάνης Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου πολλά περιποιητικόν. Διά του γράμματος τούτου ο Μαυροκορδάτος τω έλεγεν, ότι ήλπιζε μ ί α ν - η μ έ ρ α ν - ν' - α ξι ω θ ή - ν α - α σ π α σ θ ή - τ η ν - ι ε ρ ά ν - δ ε ξ ι ά ν - τ ο υ - ε π' - α γ α θ ώ - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς. Ο Μαυροκορδάτος συνώδευσε τον αυθέντην Καρατσάν φυγόντα εκ Βλαχίας· ο δε Π. Πατρών ούτε προσωπικήν, ούτε εξ αλληλογραφίας είχε προς αυτόν σχέσιν· διά τούτο το περί ου ο λόγος απροσδόκητον και αινιγματωδώς γράμμα τον έφερεν εις πολλούς διαλογισμούς απορούντα πώς ο Μαυροκορδάτος, φυγάς, ήλπιζε ν' ασπασθή την δεξιάν του, εν ώ ήτον επίσης πάντη απίθανος η μετάβασις του Π. Πατρών, ως αρχιερέως, εις την Ιταλίαν επί της τουρκοκρατίας· η δε φράσις «ε π' - α γ α θ ώ - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς» τω εφαίνετο έτι μάλλον μυστηριώδης. Διά τούτο μόλις ήκουσε την πρότασιν του Πελοπίδα, ενόμισεν, ότι ηύρε την λύσιν του αινιγματώδους τούτου γράμματος. Υποθέσας ο εντεύθεν ότι αι σημαντικώτεροι και οι συνετώτεροι του έθνους ήσαν μέλη της Εταιρίας, εδέχθη προθύμως την ανακάλυψιν του μυστηρίου και κατετάχθη ως ιερεύς εν τω χορώ των Φιλικών· διέταξε δε και τον Πελοπίδαν να μη κατηχήση άλλον εν Πάτραις σκοπών αυτός να κατηχήση τους αξίους· αλλά να μεταβή εις Βοστίτσαν και να κατηχήση τον εκεί προεστώτα Ανδρέαν Λόντον. Ούτως έγεινεν. Ο Λόντος κατηχήθη επί τη συστάσει του Π. Πατρών, και επί τη συστάσει αμφοτέρων κατηχήθησαν οι Νοταράδες, οι Ζαήμαι και άλλοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

(α.)

Οι λεγόμενοι Πανδούροι είναι χωρικοί της μικράς Βλαχίας, οπλοφόροι παιδιόθεν, φιλόθηροι μάλλον και οκνηροί, ή φιλόπονοι και γεωργοί· στρατολογούνται δε επί μισθώ εις υπηρεσίαν και ευταξίαν του τόπου· είναι εν ενί λόγω τα παλληκάρια της Βλαχίας.

(β.)

Κατ' άλλους ο Γεώργιος Καντακουζινός ήλθεν εις το Ιάσι την ακόλουθον ημέραν του ερχομού του Υψηλάντου.

(γ.)

Ο νέος στρατηγός ηύρεν εν Φωξάνη τρεις δυστυχείς μεταπράτας Τούρκους· «ή - β α π τ ί ζ ε σ θ ε», τοις είπεν, «ή - σας σ κ ο τ ώ ν ω»· οι δύο εβαπτίσθησαν, ο δε τρίτος εσκοτώθη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

(α.)

Πολλοί πολλάκις είπαν, ότι ο Πετρόμπεης έλαβε σημαντικάς ποσότητας χρημάτων εις προετοιμασίαν του αγώνος. Ερωτήσας αυτόν περί τούτου ήκουσα, ότι εκατόν μαχμουδιέδας έλαβεν άπαξ διά χειρός του Περραιβού και πλέον ουδέν.

(β.)

Εις ακριβεστέραν γνώσιν του χαρακτήρος του Χουρσήδπασα σημειούμεν τα ακόλουθα ανέκδοτα.

Διορισθείς ηγεμών της Πελοποννήσου ήλθε διά θαλάσσης εις Ναύπλιον επειδή δε έφερε και αμάξας, έγεινε φροντίς να εξομαλυνθή η άγουσα εις Τριπολιτσάν οδός. Αλλά την νύκτα προ της ημέρας καθ' ην ανέβαινεν, έπεσε τόσον ραγδαία βροχή, ώστε μία των αμαξών του εκόλλησε και εμπόδισε την πρόοδον όλης της συνοδίας. Ο Χουρσήδης υπολαβών ένοχον τον ηνιόχον τον επιστόλισεν αυτοχειρί ανεξετάστως· διανυκτερεύσας κατά τον Αχλαδόκαμπον έμαθε την επαύριον, ότι εξ αιτίας πεσούσης και αύθις την νύκτα ραγδαίας βροχής και του νυκτερινού ψύχους τινές αγωγιάται έφυγαν κρυφίως εγκαταλείψαντες τα ζώα της επαρχίας των, και μεταπεμψάμενος αυθωρεί τον εν Τριπολιτσά ανθηγεμόνα Μουσταφάμπεην τον διέταξε ν' αποκεφαλίση ευθύς τον προεστώτα του αγίου Πέτρου, Γιαννούλην Καραμάνον, διά την φυγήν των αγωγιατών της επαρχίας του. Αλλ' ο αγαθός Μουσταφάμπεης ανέβαλεν επιτηδείως την εκτέλεσιν της διαταγής, έως ου οι προεστώτες της Πελοποννήσου, λαβόντες καιρόν, εξιλέωσαν τον άγριον πασάν δι' αδράς δωροδοκίας. Καθ' ην δε ημέραν εισήρχετο εις Τριπολιτσάν εφέρετο επί λαμπράς αμάξης ελκομένης υπό έξ λευκών ίππων. Τρία σχεδόν τέταρτα της ώρας μακράν της πόλεως έν των ζώων τούτων απεζεύχθη, απέπτυσε τους χαλινούς και έφυγεν. Ο Χουρσήδης, εκλαβών το συμβάν τούτο ως κακόν οιωνόν, έσπασε θυμού πλήρης την υαλίνην θυρίδα της αμάξης και διέταξε την συνοδίαν να στραφή. «Α τ υ χ ή ς», εφώναξεν, «ε ί ν α ι - η - η γ ε μ ο ν ί α - μ ο υ· δ ε ν - θ έ λ ω - ν α - ε ι σ έ λ θ ω - ε ι ς - τ η ν - π ρ ω τ ε ύ ο υ σ ά ν - μ ο υ». Αλλ' ο Σεννετσίπης, ο τιμώμενος διά την αγιότητά του, γονατήσας ενώπιόν του τον έπεισε να παραβλέψη τον κακόν οιωνόν. Εισελθών δε ο Χουρσίδης εις το παλάτιόν του ηθέλησε να επισκεφθή τους εις χρήσιν των αυλικών του θαλάμους· μη παρευρεθέντος δε κατά τύχην του κλειδούχου και μετ' ολίγον ελθόντος διέταξε να του σπάσωσι τους εμπροσθινούς οδόντας. Παρατάξεως δε μεγαλοπρεπούς γενομένης την επαύριον, αφ' ού ανεγνώσθησαν τα έγγραφα του διορισμού του εις επήκοον των αγάδων και των προεστώτων, εγερθείς του θρονίου του έρριψε κύκλω βλοσυρόν βλέμμα και διέλυσε την συνέλευσιν ειπών βαρεία τη φωνή, «ο - Θ ε ό ς - ν α - λ υ τ ρ ώ σ η - τ ο ν - δ ί κ α ι ο ν - ε κ - τ η ς - σ π ά θ η ς - μου! Τοιαύτα εστέλλοντο να διοικήσωσι τους αθλίους Έλληνας!

(γ.)

Επέστρεψεν ούτος μετ' ολίγον εις Μάνην αδεία της εξουσίας εις εξόπλισιν δήθεν των Μανιατών κατά των κακά βουλευομένων.

(δ.)

Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της αγίας Λαύρας υψώθη κατά πρώτον η σημαία της ελληνικής επαναστάσεως. Την ιδίαν ταύτην εξέφρασα και εγώ εν τω επικηδείω μου λόγω εις Ανδρέαν Ζαήμην πριν εξακριβώσω την αλήθειαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

(α.)

Δεν εγνώρισα άνθρωπον τόσον ολιγόλογον ως τον Ασημάκην Ζαήμην· τον είδα πολλάκις εν συναναστροφή πολλών καπνίζοντα και σιωπώντα σιωπήν βαθείαν καθ' όλην την ομιλίαν.

(β.)

Ο διερμηνεύς του Αγγλικού προξενείου, Βαρθόλδης Σταυροδρομίτης, κατηγορήθη ως προδόσας την υπόνομον. Τον δε εν τη πόλει των Πατρών πρόξενον της Αγγλίας οι πολιορκούντες και πολεμούντες τους εκεί Τούρκους Έλληνες εθεώρησαν πάντοτε ως εχθρόν του ελληνικού αγώνος και ως βοηθούντα υπό το πρόσχημα της ουδετερότητος τους Τούρκους δι' όσων εδύνατο τρόπων· διεμαρτυρήθησαν δε και κατά της διαγωγής του. Αλλ' ο πρόξενος απηρνήθη πάσαν ενοχήν. Όρα Green's Sketches on the War in Greece.

(γ.)

Πλησίον του χωρίου της Μανολάδας κατέφθασαν οι εχθροί τον δυστυχή Αναστάσην Χαμαμτσόπουλον φεύγοντα, τον έφεραν εις την ακρόπολιν και τον ελιάνισαν.

(δ.)

Προκήρυξις.

«Προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς εκ μέρους του φιλογενούς αρχιστρατήγου των σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη, και της μεσσηνιακής γερουσίας της εν Καλαμάτη.

Ο ανυπόφορος ζυγός της οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός επέκεινα αιώνος κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μη μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Έλληνας ειμή μόνον πνοή, και αυτή διά να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους αναστεναγμούς των. Εις τοιαύτην όντες αθλίαν κατάστασιν, στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους φατρία και διχόνοια, καρποί της τυραννίας, απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας. Αι χείρες μας, όπου ήσαν δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν και έλαβον τα όπλα κατά των τυράννων. Οι πόδες μας, οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας αγγαρεύσεις της ασπλαγχνίας, τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας, η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν, τον απετείναξε και άλλο δεν φρονεί ειμή την ελευθερίαν. Η γλώσσα μας, η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων προς εξιλέωσιν των τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή το γλυκύτατον όνομα της ελευθερίας. Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν, ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν. Διό και παρακαλούμεν την συνδρομήν όλων των εξευγενισμένων ευρωπαϊκών εθνών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν εις τον ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας και να λάβωμεν τα δίκαιά μας και να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον ελληνικόν γένος μας. Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και σεις, εφωτίσθητε, απαιτεί όσον τάχιστα την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, διά την οποίαν και ημείς θέλομεν δείξει εν καιρώ πραγματικώς την ευγνωμοσύνην μας.

Εν τω σπαρτιατικώ στρατοπέδω της Καλαμάτας τη 25 μαρτίου, 1821.

Πέτρος Μαυρομιχάλης, ηγεμών και αρχιστράτηγος, και η μεσσηνιακή Γερουσία η εν Καλαμάτη».

(ε.)

Οι αρχαίοι έλεγαν ο ακροκόρινθος, και όχι, ως άπαντες ημείς οι νεώτεροι, η ακροκόρινθος, η παράγραφος και όχι ο παράγραφος, η ενέδρα και όχι η ένεδΡα, αυθήμερον και όχι αυθημερόν, χειρουργός και όχι χειρούργος.

(στ.)

Οι κάτοικοι της παλαιάς Αρκαδίας ελέγοντο Άρκαδες· αλλά η καθ' ημάς Αρκαδία δεν είναι η παλαιά, και Αρκάδιοι ή Αρκαδινοί λέγονται οι κάτοικοι αυτής· διά τούτο επροτιμήθη της παλαιάς η νέα ονομασία· «Αρκάδιοι».

(ζ.)

Αι νύκτες μηνολογούνται εν τω συγγράμματι τούτω όπως αι προηγούμεναι αυτών ημέραι κατά την παρ' ημίν συνήθειαν φέρ' ειπείν, νύκτα 25 Μαρτίου λογίζομαι την νύκτα την μετά την ημέραν της 25.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

(α.)

Έπονται τα έγγραφα.

«Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης, και οικουμενικός πατριάρχης.

Οι τω καθ' ημάς αγιωτάτω, πατριαρχικώ, αποστολικώ και οικουμενικώ θρόνω υποκείμενοι ιερώτατοι μητροπολίται και υπέρτιμοι και θεοφιλέστατοι αρχιεπίσκοποί τε και επίσκοποι, εν αγίω Πνεύματι αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί, και εντιμότατοι κληρικοί της καθ' ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας και εκάστης επαρχίας· ευλαβέστατοι ιερείς και οσιότατοι ιερομόναχοι, οι ψάλλοντες εν ταις εκκλησίαις της Πόλεως, του Γαλατά και όλου του Καταστένου και απανταχού, και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμίν και ειρήνη παρά Θεού, παρ' ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρησις! Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον· και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών γραφών και παρ' αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό «Θεού τεταγμένη»· όθεν και πας ο αντιταττόμενος αυτή τη θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε. Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτητα και αλαζονείαν ό, τε προσδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών, ως μη ώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ' ημάς τεταγμένης κραταιάς βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ· από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία· από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς· τον επλούτισε, τον περιέθαλψε, τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της ηγεμονίας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών. Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαυίαν και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη διά να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας. Διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας μετεχειρίσθησαν και το όνομα της ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των· πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα· επειδή, εν ώ το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής πρόξενον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχωτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενον μάλιστα και αποτροπιαζόμενον του πράγματος την βδελυρίαν· και προσεπιπλέον η αυτού εξοχότης ειδοποίησεν εξ επαγγέλματος τα διατρέχοντα, υπομνήσας το Βασίλειον κράτος, ότι ανάγκη πάσα να φροντίση ευθύς εξ αρχής τον αποσκορακισμόν και την διάλυσιν των τοιούτων κακών· και τόσον εκ της ειδοποιήσεως ταύτης όσον και από τα έγγραφα, τα οποία επιάσθησαν από μέρους των μουχαφίσιδων των βασιλικών σερχατίων, και από άλλους πιστούς ομογενείς επαρρησιάσθησαν, έγεινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου.

Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς Βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ' εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία. Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς Βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους. Και αγκαλά είναι γνωστόν, ότι, όσοι είναι κατηρτισμένοι τω όντι εις την ευσέβειαν, όσοι νουνεχείς και τίμιοι και των ιερών κανόνων και θείων νόμων ακριβείς φύλακες δεν θέλουν δώσει ευηκοΐαν εις τας ψευδολογίας των αχρείων εκείνων και κακοβούλων, επειδή όμως είν' ενδεχόμενον να συνηρπάσθησάν τινες και παρασυρθώσι και άλλοι, διά τούτο προκαταλαμβάνοτες εκ προνοίας εκκλησιαστικής υπαγορεύομεν πάσιν υμίν τα σωτήρια, και γράφοντες μετά των περί ημάς ιερωτάτων συναδελφών, του μακαριωτάτου πατριάρΧου των Ιεροσολύμων, των εκλαμπροτάτων και περιφανεστάτων προυχόντων του γένους, των τιμιωτάτων πραγματευτών, των αφ' εκάστου ρουφετίου προκριτωτέρων και όλων των εν τη βασιλευούση ορθοδόξων μελών εκάστης τάξεως και εκάστου βαθμού, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων, τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι των ενοριών, τοις προεστώσι και ευκαταστάτοις των κωμοπόλεων και χωρίων, και πάσιν απλώς τοις κατά τόπον προκρίτοις να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων, και να τους αποδείξετε και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, και να προσέχετε όσον το δυνατόν εις τας απάτας αυτών και ραδιουργίας, γινώσκοντες, ότι η μόνη απόδειξις της αθωότητός των είναι να εμφανίσωσιν όσα γράμματα λάβωσι τυχόν εις χείρας περί της αυτής υποθέσεως, ή ειδήσεις μάθωσι, και να παρρησιάσωσιν οι μεν ενταύθα εν βασιλευούση προς ημάς, οι δ' εν τοις έξω μέρεσιν εις τους κατά τόπον αρχιερείς και τους διοριζομένους παρ' ημών εκκλησιαστικούς εξάρχους και τους βασιλικούς εξουσιαστάς και διοικητάς, δηλοποιούντες και παραδίδοντες και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελον φωραθή ότι ενεργούν ανοίκεια του ρεαγιαδιακού χαρακτήρος· καθότι οι τοιούτοι διαταράττουσι την γενικήν ησυχίαν, και κατακρημνίζουσι τους αδυνάτους και αθώους ομογενείς μας εις της απωλείας το βάραθρον. Και τόσον υμείς οι αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλάττετε την πίστιν και κάθε υποταγήν, και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της ειλικρινείας σημεία· καθότι η μετ' ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν, και την προς τας θείας αυτού εντολάς και τας υπαγορεύσεις των θείων νόμων και ιερών κανόνων υπακοήν, και την ευγνωμοσύνην της καρδίας ημών διά τ' άπειρα ελέη, όπου απολαμβάνομεν παρά της βασιλικής φιλανθρωπίας.

Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα επινοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους, συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινώσκετωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν. Αν ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον του, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία του, έζη βέβαια τότε ο θείος πρόδρομος· ώστε ενός απλού όρκου επιμονή έφερε τον θάνατον του προδρόμου. Η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος είναι φανερόν· εξ εναντίας, η αθέτησις του όρκου αυτού, απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνεύματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας. και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένονς ειλικρινώς. Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους τους γνωστούς σας, και να κατασταθήτε όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ' οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε. Επειδή, εάν, ο μη γένοιτο, δεν ήθελε καθαρισθή η θανατηφόρος αύτη λύμη, και φωραθώσι τινές τολμώντες εις επιχειρήματα εναντία των καθηκόντων του ρεαγιαλικίου, κοντά όπου οι τοιούτοι έχουσι να παιδευθώσι χωρίς ελέους και οικτιρμών, (μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ!) αμέσως θέλει εξαφθή η δικαία οργή του κράτους του καθ' ημών, και ο θυμός της εκδικήσεως γενικός των εχλιϊσλάμιδων, και θέλουν εκχυθή τόσων αθώων αίματα αδίκως και παραλόγως, καθώς αποκριματίστως ταύτα πάντα διεσάλπισεν η κραταιά και αήττητος βασιλεία διά του εκδοθέντος και επ' ακροάσει κοινή ημών αναγνωσθέντος υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού. Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ' αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς· ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσας χριστιανικής ολομελείας· ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανεύθυνων ομογενών μας ασυνειδήτως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν ή κατακολουθήσωσι του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναι τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος.

Τα αυτά δε και κατά της αρχιερωσύνης σας και ιερωσύνης σας επανανατείνομεν, εάν μη βαδίσητε, εις όσα εν Πνεύματι αγίω αποφαινόμεθα διά του παρόντος εκκλησιαστικώς, εάν δεν δείξετε εν έργω την επιμέλειάν σας και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εάν δεν συμφωνήσετε τη εκκλησία του Θεού, και, εν ενί λόγω, εάν καθ' οιονδήτινα τρόπον δολιευθήτε και κατενεχθήτε κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, έχομεν υμάς αργούς πάσης ιεροπραξίας, και τη δυνάμει του παναγίου Πνεύματος εκπτώτους του βαθμού της αρχιερωσύνης και ιερωσύνης και τω πυρί της γεέννης ενόχους, ως την κοινήν του γένους απώλειαν προτιμήσαντας. Ούτω τοίνυν γινώσκοντες, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς γράφομεν εκκλησιαστικώς και γενικώς παρακελευόμεθα, και μη άλλως εξ αποφάσεως, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων αποπεράτωσιν, ίνα και η του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.

αωκά εν μηνί μαρτίω.

Υπεγράφη συνοδικώς επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου παρά της ημών μετριότητος και της μακαριότητός του και πάντων των συναδελφών αγίων αρχιερέων.

Ο π α τ ρ ι ά χ η ς Κωνσταντινουπόλεως αποφαίνεται.

Ο Ιεροσολύμων Π ο λ ύ κ α ρ π ο ς συναποφαίνεται. Ο Καισαρίας Ι ω α ν ν ί κ ι ο ς. Ο Νικομηδείας Α θ α ν ά σ ι ο ς. Ο Δέρκων Γ ρ η γ ό ρ ι ο ς. O Αδριανουπόλεως Δ ω ρ ό θ ε ο ς. O Βιζύης Ι ε ρ ε μ ί α ς. O Σίφνου Κ α λ λ ί ν ι κ ο ς. O Ηρακλείας Μ ε λ έ τ ι ο ς. O Νικαίας Μ α κ ά ρ ι ο ς. O Θεσσαλονίκης Ι ω σ ή φ. O Βερροίας Ζ α χ α ρ ί α ς. O Δυδιμοτοίχου Κ α λ λ ί ν ι κ ο ς. O Βάρνης Φ ι λ ό θ ε ο ς. O Ρέοντος Δ ι ο ν ύ σ ι ο ς. O Κυζίκου Κ ω ν σ τ ά ν τ ι ο ς. O Χαλκηδόνος Γ ρ η γ ό ρ ι ο ς. O Τουρνόβου Ι ω α ν ν ί κ ι ο ς. O Πισειδίας Ε υ γ έ ν ι ο ς. O Δρύστας Ά ν θ ι μ ο ς. O Σωζοπόλεως Π α ΐ σ ι ο ς O Φαναρίου και Φερσάλων Δ α μ α σ κ ην ό ς. O Ναυπάκτου και Άρτης Ά ν θ ι μ ο ς».

* * * * *

«Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης, και οικουμενικός πατριάρχης.

Ιερώτατε μητροπολίτα . . . . . . .υπέρτιμε και έξαρχε πλαγηνών, εν αγίω Πνεύματι αγαπητέ αδελφέ, και συλλειτουργέ της ημών μετριότητος, Κύριε (ο δείνα) χάρις είη σου τη ιερότητι και ειρήνη παρά Θεού.

Πόσον διετάραξε τας καρδίας ου μόνον των εκκλησιαστικών, αλλά και πάντων των εν τη βασιλευούση κατοίκων ομογενών από μικρού έως μεγάλου το απροσδόκητον αποστατικόν αυτόθι κίνημα, αδυνατούμεν γραφή παραδούναι· όλοι πενθούντες και σκυθρωπάζοντες μένομεν εκστατηκότες, ότι και της εκκλησίας και της θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένης κραταιάς και αηττήτου βασιλείας έφθασεν επί τοσούτον αγνώμων και αχάριστος να φανή ο επί την ηγεμονείαν αυτήν, ως μη ώφειλε, προαχθείς Μιχαήλ, και με το πρόσχημα της ελευθερίας να κηρυχθή τω πράγματι και τη αληθεία εχθρός του γένους επίσημος, συμφωνήσας τω φυγάδι εκείνω και επίσης αγνώμονι Αλεξάνδρω τω Υψηλάντη. Αυτοί μήτε τα προς Θεόν όσια, μήτε τα προς ανθρώπους δίκαια διατηρήσαντες, καταπατήσαντες και θρησκευτικά και ηθικά, ου μόνον εξηπάτησαν τους αυτόθι ουτιδανούς και αφελεστέρους, αλλά και το γένος όλον ασυνειδότως εσυκοφάντησαν, προβαλλόμενοι το κακοηθέστατον σχέδιον αυτό ως εθνικόν. Αλλ' η θεία πρόνοια και η επαγρύπνησις της κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, διά των κατά τόπους φωραθέντων γραμμάτων, και εξ αυτής της επαγγελματικώς δοθείσης ειδοποιήσεως του εξοχωτάτου πρέσβεως της Ρωσσίας, ανεκάλυψε την σκηνήν, και εγνώσθη η βάσις και η αρχή πόθεν και εφωράθη το ψεύδος του προβλήματος και η απάτη, την οποίαν αναισχύντως μεταχειρίζονται, ως έχοντες δήθεν συνεργόν εις τοιούτους σκοπούς ολεθρίους την ρωσσικήν Δύναμιν, καθώς ταύτα πάντα διεκηρύχθησαν και διά του επίτηδες επ' αυτή τη υποθέσει εκδοθέντος, και σήμερον επ' ακροάσει κοινή πάντων ημών αναγνωσθέντος, υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού.

Το βασιλικόν κράτος επεχείρησεν ευτάκτως την ανατροπήν του κακακοήθους σχεδίου, και η αγία του Χριστού εκκλησία κατά χρέος απαραίτητον επαγρυπνούσα υπέρ των απανταχού ομογενών, εξέδωκε γράμματα και διένειμε δι' εξάρχων, υπαγορεύουσα τοις ομογενέσι κοινώς τε και κατά μέρος τα σωτήρια και στηρίζουσα πάντας εις το πιστόν του ραγιαλικίου και τα χρέη της ειλικρινούς ευπειθείας και υποταγής· εκείνους δε τους πρωτουργούς και τους αμεταμελήτως αυτοίς κατακολουθούντας και συμφωνούντας αραίς αλύτοις καθυποβάλλει και αναθέμασιν, ως προφανώς ολετήρας και την έκχυσιν τόσων και τόσων αθώων αιμάτων ομογενών ασπλάχνως και απανθρώπως επιθυμήσαντας. Τοιαύτα γράμματα στέλλονται προσφόρως και εις την επαρχίαν της ιερότητός σου, και των θεοφιλεστάτων επισκόπων σου, εκ των οποίων γραμμάτων και ακριβέστερον πληροφορείσαι· ιδίως δε γράφοντες και διά της παρούσης εντελλόμεθά σοι εκκλησιαστικώς να διασαλπίσης εις όλους τους υπό την πνευματικήν σου προστασίαν Χριστιανούς τας εννοίας των εκκλησιαστικών μας γραμμάτων, να αγωνισθής εκ παντός τρόπου εις το ν' αποδείξης την πλάνην, εις την οποίαν ευρίσκονται, να διαλύσης τους ματαίους στοχασμούς των, και τέλος πάντων ν' αποδείξης, ότι με την επιμονήν αυτών εις το απονενοημένων τούτο κίνημα διοργανίζουσι τον όλεθρον όλου του γένους, να πληροφορήσης αυτούς, ότι, αν δεν διορθώσωσι το σφάλμα με μίαν τελείαν και ειλικρινή μεταμέλειαν, η εκκλησία τους έχει αποκεκομμένους της των πιστών ολομελείας και αποβλήτους και ενόχους τω αιωνίω αναθέματι.

Προ πάντων δε προσεκτικώτατος έσο η ιερότης σου, αγαπητέ αδελφέ! εννόησον ότι έχεις να δως απολογίαν επί του αδεκάστου βήματος του Κυρίου ημών εν τη φοβερά εκείνη ημέρα της ετάσεως περί όλων των αυτόθι ομογενών και των αλλαχού ευρισκομένων και εξ αιτίας αυτών κακόν τι υποστησομένων. Εκ της χειρός σου εκζητηθήσεται το αίμα αυτών, αν μη και λόγω και έργω δεν προφθάσης την αναγκαίαν θεραπείαν και διόρθωσιν, αν δεν εκτελέσης τα αρχιερατικά χρέη σου, μεταπείθων τους εξαπατηθέντας, αποδεχόμενος και συγχωρών τους μετανοούντας, και των όρκων εκείνων των σατανικών απαλλάττων, μισών, αποστρεφόμενος, καταδιώκων και κατατρέχων τους λειποτακτήσαντας, και κατά πάντα συμφρονών τη του Θεού εκκλησία και τη εφ' ημάς θεοδότω κραταιή βασιλεία· καθότι, εάν, ό μη γένοιτο, αντιδιατεθείς και άλλα παρά τα εκκλήσιαστικώς γραφόμενα επιχειρήσης, ή λόγω, ή έργω ή διανοία, σε έχομεν εξ εκείνης της ώρας έκπτωτον του αρχιερατικού βαθμού, αυτοκατάκριτον, και μέλος αλλότριον και ξένον της εκκλησίας του Θεού, και καθαιρέσει αμετακλήτω ένοχον. Διό, περιπόθητε αδελφέ! αγωνίσθητι όσον το δυνατόν, διά ν' αποφύγης τον ψυχικόν κίνδυνον, ότι εν οχετοίς δακρύων και το στελλόμενόν σοι συνοδικόν γράμμα επί του θείου υπεγράφη θυσιαστηρίου· ούτως εξεκαύθη η δικαία της εκκλησίας αγανάκτησις κατά των κοινών φθορέων και λυμεώνων. Περιμένομεν να χαροποιηθώμεν με τας ταχείας αποκρίσεις σου, δηλωτικάς της αισίας των γραφομένων αποπερατώσεως διά να σε καταστέψωμεν και με τας κοινάς ημών ευχάς και ευφημίας· η δε του Θεού χάρις είη μετά της αρχιερωσύνης σου.

O Κωνσταντινουπόλεως εν Χριστώ Αδελφός, αωκά μαρτίου ιά».

* * * * *

«Γρηγόριος ελέω Θεού, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και οικουμενικός πατριάρχης.

Ιερώτατε μητροπολίτα . . . υπέρτιμε και έξαρχε πλαγηνών, εν αγίω Πνεύματι αγαπητέ αδελφέ και συλλειτουργέ, και ευγενέστατοι άρχοντες οι εν τη επαρχία ταύτη, αυτόχθονες τε και ημεδαποί, τιμιώτατοι πραγματευταί, χρησιμώτατοι πρόκριτοι των αυτόθι ευλογημένων ρουφετίων (συντεχνιών), και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί εκάστης τάξεως και βαθμού, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμίν και ειρήνη παρά Θεού. Η πρώτη βάσις της ηθικής ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη, είναι ηλίου λαμπρότερον, και, όστις ευεργετούμενος αχαριστεί, είναι ο κάκιστος πάντων ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην παρά των ιερών γραφών και παρ' αυτού του κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καλώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν η αχαριστία ήναι συνωδευμενη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ει μη υπό Θεού τεταγμένη, και πας ο αντιτασσόμενος αυτή, τη θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένη κραταιή βασιλεία τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε. Αυτά τα δύο ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτητα και αλαζονείαν ό,τε προδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών, ως μη ώφειλε, Μιχαήλ και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ' ημάς τεταγμένης κραταιάς βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον Μιχαήλ. Από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία· από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς· τον επλούτισε· τον περιέθαλψε· τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της ηγεμονείας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών. Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας, και συμφωνήσας μετά του δραπέτου και φυγάδος Αλεξάνδρου Υψηλάντου, αμφότεροι απονενοημένοι, επίσης αλαζόνες, δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν ματαιόφρονες, εκήρυξαν ελευθερίαν του γένους, και με την φωνήν αυτήν υφείλκυσαν και πολλούς των αυτόθι, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη διά να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας. Διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας, μετεχειρίσθησαν και το όνομα της ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των, πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνης της ιδικής των ματαιοφροσύνης αποκύημα· επειδή, ενώ το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς, και πολλής πρόξενον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν, ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενος μάλιστα και αποτροπιαζόμενος του πράγματος την βδελυμίαν. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι ούτοι, και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, ή μάλλον ειπείν μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας, πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή σκιάν αυτής με τόσα προνόμια ελευθερίας, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, τα τε άλλα και εις τα της θρησκείας μας κατ' εξοχήν, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία. Αντί λοιπόν φιλελεύθεροι εφάνησαν μισελεύθεροι· αντί φιλογενείς και φιλόθρησκοι εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας εναντίον των υπηκόων της ομογενών μας, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους.

Τοιαύτα τοίνυν ακούσαντες ημείς τε και πάσα η περί ημάς ιερά αδελφότης, και όλα τα ενταύθα μέλη του ευσεβούς ημών γένους εκάστης τάξεως, κατηφείας επλήσθημεν πολλής και καιρίας οδύνης, και προήχθημεν υπό φιλοστοργίας πατρικής και προνοίας εκκλησιαστικής αμέσως εις το να εμπνεύσωμεν υμίν τα σωτήρια. Και δη γράφοντες εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν τη αρχιερωσύνη σου, και ο ίδιος αμέσως και διά των υπαλλήλων σοι ηγουμένων, ιερομονάχων και πνευματικών πατέρων να διακηρύξης την απάτην των ειρημένων κακοβούλων ανθρώπων, και να καταρτίσης τους υπό την πνευματικήν προστασίαν σου Χριστιανούς εκάστης τάξεως εις την διατήρησιν του πιστού ραγιαλικίου, και της άκρας υποταγής και δουλικής ευπειθείας προς αυτήν την θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένην κραταιάν βασιλείαν· να διαλύσης με τας πραγματικάς αποδείξεις της αληθείας τας πλεκτάνας των ολεθρίων εκείνων ανθρώπων και να τους αποδείξης κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, χωρίς μήτε η αρχιερωσύνη σου, μήτε το λογικόν σου αυτό ποίμνιον να δώσητε εις τους λόγους των και εις τα κινήματά των καμμίαν προσοχήν· μάλιστα δε να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ' αυτών τας παλαμναιοτάτας αράς, ως μέλη σεσηπότα τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται των θείων νόμων και αποστολικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργετήσαντας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως ενάντιοι των ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων ομογενών μας ασυνειδότως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχουσι και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και άλυτοι μετά θάνατον, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι και τυμπανιαίοι· αι πέτραι, τα ξύλα, και ο σίδηρος λυθείησαν, αυτοί δε μηδαμώς· σχισθείσα η γη καταπίοι αυτούς, ουχ' ως τον Δαθάν και Αβειρών, αλλά τρόπω δη τινι παραδόξω, εις θαύμα και παράδειγμα· πατάξαι Κύριος αυτούς τω ψύχει, τω πυρετώ, τη ανεμοφθορία και τη ώχρα· γενηθήτω ο ουρανός, ο υπέρ την κεφαλήν αυτών, χαλκούς, και η γη, η υπό τους πόδας αυτών, σιδηρά· εκκοπείησαν αώρως της παρούσης ζωής και προσζημιωθείησαν και την μέλλουσαν· επιπεσάτωσαν επί τας κεφαλάς αυτών κεραυνοί της θείας αγανακτήσεως· είησαν τα κτήματα αυτών εις παντελή αφανισμόν και εις εξολόθρευσιν· γενηθήτωσαν τα τέκνα αύτων ορφανά και αι γυναίκες αυτών χήραι· εν γενεά μια εξαλειφθείη το όνομα αυτών μετ' ήχου, και ου μη μένη αυτοίς λίθος επί λίθου· άγγελος Κυρίου καταδιώξαι αυτούς εν πυρίνη ρομφαία, έχοντες και τας αράς πάντων των απ' αιώνος αγίων και των οσίων και θεοφόρων πατέρων, και αυτοί και όσοι τοις ίχνεσιν αυτοίς κατηκολούθησαν αμεταμελήτως, ή κατακολουθήσωσι του λοιπού. Τοιαύτα απαρώμεθα κατ' αυτών, κρουνούς δακρύων εκ των οφθαλμών ημών αφίεντες και πλήρεις αγανακτήσεως δικαίας υπάρχοντες.

Επειδή δε προς τοις άλλοις εγνώσθη, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα νοήσαντες και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινωσκέτωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος και ασεβής, όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν· αν ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον, τον οποίον επενόησεν η άλγος επιθυμία του, έζη τότε βέβαια ο θείος πρόδρομος, ώστε ενός παραλόγου όρκου επιμονή έφερε τον θάνατον του προδρόμου· η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος, είναι φανερόν· εξ εναντίας η αθέτησις του όρκου αυτού απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνεύματος εν ει η εκκλησία διαλελυμένον τον όρκον αυτών και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας και την προτέραν απάτην ομολογούντας και το πιστόν του ραγιαλικίου αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς· αποτείνοντες δε τον λόγον ιδίως και προς την αρχιερωσύνην σου αποφαινόμεθα, εάν μη βαδίσης εις όσα εν πνεύματι αγίω παραινούμεν διά του παρόντος εκκλησιαστικώς, εάν δεν δείξης εν έργω την επιμέλειάν σου και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εάν δεν συμφρονήσης τη εκκλησία, και ενί λόγω, εάν καθ' οιονδήποτε τρόπον κατενεχθής κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, σε έχομεν αργόν πάσης αρχιεροπραξίας, και τη δυνάμει του άγιου Πνεύματος έκπτωτον του βαθμού της αρχιερωσύνης και των ιερών περιβόλων απόβλητον και της θείας χάριτος γεγυμνωμένον και τω πυρί της γεέννης ένοχον, ως τη απώλειαν του γένους ημών αιρετησάμενον και προτιμήσαντα.

Ούτω τοίνυν, αγαπητοί αδελφοί, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς εκκλησιαστικώς υμίν γράφοντες κελευόμεθα, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων εκτέλεσιν, ίνα και η του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.

αωκά εν μηνί μαρτίω.

Υπεγράφη συνοδικώς επί της αγίας Τραπέζης παρά της ημών μετριότητος, και της μακαριότητός του και πάντων των αγίων αρχιερέων.

ο Κωνσταντινουπόλεως ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ αποφαίνεται. ο Ιεροσολύμων ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ συναποφαίνεται. ο Καισαρείας ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ. ο Ηρακλείας ΜΕΛΕΤΙΟΣ. ο Κυζίκου ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ. ο Νικομηδείας ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. ο Νικαίας ΜΕΛΕΤΙΟΣ. ο Χαλκηδόνος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ο Δέρκων ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ο Θεσσαλονίκης ΙΩΣΗΦ. ο Τυρνάβου ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ. ο Αδριανουπόλεως ΔΩΡΟΘΕΟΣ. ο Προύσσης ΜΕΛΕΤΙΟΣ. ο Δυδιμοτοίχου ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ. ο Αγκύρας ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. ο Ναξίας ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ο Σίφνου ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ. ο Φαναρίου και Φερσάλων ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ κτλ. κτλ.».

(β.)

Ιδού δύο άλλα νεώτερα έγγραφα του σουλτάνου περί των αυτών, το μεν προς τον κεχαγιάμπεην, το δε προς όλον το έθνος των Μουσουλμάνων. Το προς τον κεχαγιάμπεην έλεγεν·

«Ουδείς αγνοεί τα κατά τας επαρχίας της Βλαχίας και της Μολδαυίας εσχάτως συμβάντα, και την παντοτεινήν του έθνους των Ελλήνων απιστίαν. Ας ελπίσωμεν εις τον θεόν ότι η ησυχία θα επανέλθει. Είναι όμως αναγκαίον να φέρεται εις το εξής έκαστος Μουσουλμάνος αξίως των σημερινών περιστάσεων, αίτινες απαιτούν την απάρνησιν πάσης τροφής, ήτις τους ηχμαλώτευσε, την επάνοδον εις την εν τοις στρατοπέδοις ζωήν ως ανέκαθεν και την κατ' ολίγον μίμησιν των ηθών των προγόνων μας. Είναι επίσης αναγκαίον και οι υπουργοί του κράτους και οι υπάλληλοι και οι γραφείς ν' απαρνηθώσι πάσαν ηδυπάθειαν και να ετοιμασθώσιν εις την περί ης ο λόγος μεταβολήν των ηθών αγοράζοντες όπλα και ίππους».

Ιδού το προς το έθνος των Μουσουλμάνων.

«Οι άπιστοι, μάρτυρες των ακολασιών των υπουργών και των υπαλλήλων του κράτους μου, και προβλέποντες ότι ούτοι δεν ήσαν ικανοί ν' αντισταθώσιν, ετόλμησαν να κινήσωσιν ένοπλον χείρα. Ηξεύρουν τούτο όλοι οι μεγιστάνες, οι υπουργοί και οι υπάλληλοι του κράτους μου· και όμως ουδείς δεικνύει τον πρέποντα ζήλον· μόλις οι γραφείς έρχονται εις τα έργα των την γ' ώραν· αι υποθέσεις δεν διεξάγονται πρεπόντως κατά τον τρόπον τούτον· όλαι αι ώραι δεν είναι ώραι τρυφής. Ιδού τα ελεεινά αποτελέσματα της τοιαύτης ζωής. Εψυχράνθησαν οι Μουσουλμάνοι. Τινές κακεντρεχείς δεν παύουν χλευάζοντες και κατηγορούντες τους άλλους· διά τούτο δεν θα συμβουλεύω εις το εξής, αλλά θα παραδίδω εις τας χείρας του δημίου τους ζώντας ταύτην την ζωήν, τους ολιγωρούντας την εντολήν του να θεωρώσιν ως αδελφούς τους άλλους, τους τρέφοντας μίσος κατ' αυτών, τους μη φροντίζοντας διά την εκπλήρωσιν των καθηκόντων, τους ερχομένους παρ' ώραν εις τα έργα των και τους κακολογούντας αλλήλους. Ας ανοίξωσιν οι τοιούτοι καλά τα όμματά των. Αι σημεριναί περιστάσεις δεν είναι ως αι παρελθούσαι. Πρόκειται περί θρησκείας. Ο αυτοκρατορικός σκοπός μου είναι να κερδίσω τας καρδίας των αληθών πιστών και να ενισχύσω τον νόμον του Μωάμεθ. Είθε να φανήτε όλοι άγρυπνοι! Αμήν!»

Σημειωτέον, ότι όσα τουρκικά έγγραφα εκδίδω μετεφράσθησαν όλα εκ γαλλικών μεταφράσεων.

(γ.)

Μετά τινας ημέρας απεκεφάλισεν η Πύλη και ένα των υιών και τον αδελφόν του Παπαρρηγοπούλου.

(δ.)

Ότι ακρίτως και ανεξετάστως και επί απλή υποψία εφόνευαν οι Τούρκοι τους Χριστιανούς, αρκεί ν' αναφέρω, ότι το έγγραφον της καταδίκης του Γεωργίου Μαυροκορδάτου έλεγεν, ότι «κατεδικάσθη εις θάνατον, διότι μετέφερεν έξωθεν κανόνια έμπροσθεν της οικίας του εις ανατροπήν της τουρκικής Αρχής». Η δε παραμορφωθείσα αλήθεια έχει ούτως. Η οικία του ήτο παραθαλάσσιος, και έμπροσθεν αυτής ηγκυροβόλουν πλοία αποβιβάζοντα συνήθως χάριν επισκευής τα κανόνιά των.

(ε.)

Εξωρίσθη και ο μέγας ούτος διερμηνεύς και κληθείς εις γεύμα επί της εξορίας του παρά τω διατρίβοντι εν τη εξοχή διοικητή εδολοφονήθη καθ' οδόν υπό τινων των υπηρετών αυτού του διοικητού υποκριθέντων ότι ήσαν λησταί.

(στ.)

Ιδού αι οδηγίαι δι' ων ο σουλτάνος εφωδίασε τον νέον αρχιβεζίρην Μπεντερλή - Αλήπασαν.

««Αλήπασα.

Συ, ο ευυπόληπτος αρχιβεζίρης μου και ο γενικός επίτροπός μου, μετά τους αυτοκρατορικούς χαιρετισμούς μου μάθε, ότι ο προκάτοχός σου Σαΐδ - Αλήπασας δεν έδειξε την αναγκαίαν σταθερότητα· ηγάπα τας αναπαύσεις και τας τρυφάς και δεν ήτον ο άνθρωπος των σημερινών περιστάσεων, διά τούτο τον έξωσα· ύψωσα δε εις την αξίαν του επιτρόπου μου σε, τον διακρινόμενον μεταξύ των βεζιρών μου διά τον ζήλον σου, την ανδρίαν σου, την προς εμέ πίστιν σου και την ευθύτητά σου, και τον δόσαντα μέχρι σήμερον δείγματα φρονήσεως διά της διαγωγής σου καθ' ας σοι ενεπιστεύθην υποθέσεις· αναμένω δε να ίδω και τας πράξεις σου εν τη σημερινή υπηρεσία σου. Ο σημερινός καιρός δεν ομοιάζει τους άλλους. Παράστησε διά του ορθού λόγου σου, διά της τιμιότητός σου και διά του προς την θρησκείαν ζήλου σου, ότι είναι επάναγκες όλοι οι πιστοί να ενωθώσι κατά το ακόλουθον ιερόν ρητόν του κορανίου, «ο δε Θεός βλέπει ιλαρώς τους πιστούς τους προσκυνούντας αυτόν υπό το δένδρον και τους αξίους της θείας χάριτος». Διάταξε τους αγαπητούς μου ουλεμάδας, τους βεζίρας και υπουργούς της αυτοκρατορίας μου, τους αρχηγούς των γενιτσάρων να ζώσιν εν ομονοία, και να μη κατηγορή ο είς τον άλλον· οι υπουργοί, οι μεγιστάνες, οι αγάδες των γενιτσάρων, οι υπηρέται μου εν γένει οφείλουν ν' αφήσωσιν εις το εξής πάσαν ηδυπάθειαν και πολυτέλειαν και εν γένει τον συνήθη τρόπον του ζην, μόνον ανεκτόν εν καιρώ ειρήνης· μήτε δε ν' ασωτεύωσι πρέπει ή ν' αργώσιν· αλλά, καθώς διατάττει ο νόμος του προφήτου, να προσεύχωνται οι μεν μεγιστάνες της αυτοκρατορίας μου ιδία και δημοσία, ο δε κοινός λαός εν τοις ζαμίοις και τοις ευκτηρίοις. Προμήθευσε δε προ πάντων την βασιλεύουσαν παντός είδους τροφών και επαγρύπνει μεθ' όλων των ορθώς φρονούντων καθώς και μετά των υπουργών και λοιπών υπαλλήλων την ασφάλειαν της βασιλευούσης και των ορίων. Κοινοποίει μοι πάσαν υπόθεσιν αξίαν λόγου, ώστε ουδεμία ν' αμελήται ή ν' αναβάλλεται.

Είθε ο Παντοδύναμος να ευλογήση και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι όλους όσοι σε συνδράμουν και όσοι υπακούσουν την θείαν φωνήν την λέγουσαν «έσω ταπεινός ενώπιον του Θεού και ευπειθής εις τον προφήτην». Αύτη είναι η δοθείσα πρώτη εντολή»».

(ζ.)

Ιδού το χάτι σερίφι περί της καθαιρέσεως του Μπεντερλή - Αλήπασα και περί της εγκαταστάσεως του διαδόχου του Σαλήχπασα·

«Σαλήχπασα·

Δέξου τους αυτοκρατορικούς χαιρετισμούς μου και μάθε, ότι αφ' ότου έγεινε φανερά η απροσδόκητος αποστασία του γένους των Ελλήνων, όλοι οι Βεζίραι, όλοι οι άνθρωποι του νόμου, όλοι οι αρχηγοί και σημαντικοί των στρατευμάτων μου, γνωρίζοντες ότι όλοι οι Μουσουλμάνοι είναι αδελφοί, ηνώθησαν χάριτι θεία και αγρυπνούν ένοπλοι νύκτα και ημέραν εις απόσβεσιν της αποστασίας παιδεύοντες τους πρωταιτίους της· αλλ' ο προκάτοχος σου Μπεντερλή - Αλή - πασας, όστις εφάνη εξ αυτής της αρχής της υπηρεσίας του μήτε των νόμων της αυτοκρατορίας μου, μήτε των αιτιών της αποστασίας γνώσιν έχων, ηθέλησε να φ ε ι σ θ ή - τ η ς - ζ ω ή ς - τ ω ν - Ε λ λ ή ν ω ν, ων η προδοσία είναι πασίγνωστος, μη κατανοήσας τα αποτελέσματα της ανακαλυφθείσης αποστασίας. Τολμηρός εδείχθη εξ αιτίας της αγνοίας του και επολιτεύθη όπως δεν έπρεπε· παραδείγματος χάριν, ετόλμησε να εναντιωθή εις την τιμωρίαν του αξιοκαταφρονήτου τούτου έθνους, να ψυχράνη τον ζήλον των Μουσουλμάνων, να διαλύση την υπάρχουσαν αγάπην και ομόνοιάν των και να σπείρη μεταξύ όλων των κλάσεων τα ζιζάνια της διαφωνίας. Επειδή τοιαύτη διαγωγή εδύνατο να φέρη αποτελέσματα ελεεινά, εκρίθη αναγκαίον όχι μόνον να μη αναβληθή η πτώσις του, αλλά και ν' απομακρυνθή και μείνη εκτός πάσης υπηρεσίας.

Επειδή συ είσαι εκ των παλαιοτέρων υπουργών μου και γνωρίζεις επίσης καλώς και τας αιτίας και τα αποτελέσματα παντός έργου, προσδοκώ παρά σου τιμιότητα και ζήλον· δι' ο και σε ανέδειξα αρχιβεζίρην. Φανού λοιπόν τοιούτος οποίον σε νομίζω· πολιτεύσου μετά της συνήθους σου τιμιότητος και του ζήλου σου· ενώσου μετά των βεζιρών μου, των υπηρετών του νόμου, των υπουργών της αυτοκρατορίας μου και των αρχηγών των στρατευμάτων μου κατά την εντολήν του προφήτου, και πρόσεχε μηδεμία υπόθεσις ν' αμελήται, αναφέρων προς εμέ ταχέως τας κατεπειγούσας· διάταξε δε όλους τους Μουσουλμάνους ν' απαρνηθώσι την ηδυπάθειαν, την πολυτέλειαν και την ασωτίαν, μεταβάλλοντες την κατάστασιν της ειρήνης εις κατάστασιν πολέμου και πράττοντες κατά τους νόμους του προφήτου. Φρόντισε να ενεργηθώσι τα διαταττόμενα.

Είθε ο Παντοδύναμος ν' ανταμείψη και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι όλους τους μη την παρούσαν αποστασίαν ως ασήμαντον εκλαμβάνοντας, τους θεωρούντας το βασίλειόν μου ως βασίλειον του Μωάμεθ, τους πεπεισμένους ότι το συμφέρον όλων των Μουσουλμάνων κρέμαται από της ειλικρινούς ενώσεως όλων και τους ενεργούντας εκ συμφώνου και σεβομένους τας διαταγάς σου. Αύτη είναι η επιθυμία μου!»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

(α.)

Ιδού το αυτοκρατορικόν κατά του Υψηλάντου διάταγμα.

«1. Ο Πρίγκηψ Αλέξανδρος Υψηλάντης αποβάλλεται της υπηρεσίας της Ρωσσίας.

2. Να τω γνωστοποιηθή, ότι ο μεγαλειότατος αυτοκράτωρ αποδοκιμάζει επισήμως το επιχείρημά του και ότι εις υποστήριξιν αυτού μηδεμίαν έπρεπέ ποτε να προσδοκά συνδρομήν παρά της Ρωσσίας.

3. Να σταλώσι ρηταί διαταγαί προς τον κόμητα Βιτγενστέην, γενικόν αρχηγόν των επί του Προύθου και εν Βεσσαραβία ρωσσικών στρατευμάτων, όπως διατηρή αυστηροτάτην ουδετερότητα και αμεροληψίαν ως προς τας εκραγείσας εντός των ηγεμονειών ταραχάς.

4. Να κοινοποιηθώσιν αι αποφάσεις αύται τω εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβει της Ρωσσίας, όπως τας γνωστοποιήση τη Υψηλή Πύλη επαναλαμβάνων εν ταυτώ τας ειλικρινείς και καθαράς διαβεβαιώσεις τας παρ' ημών επί της αποστασίας των ηγεμονειών δοθείσας· να αναγγείλη δε αυτή ρητώς, ότι η πολιτική του μεγαλειοτάτου αυτοκράτορος είναι και θα είναι αλλοτρία των ραδιουργιών, δι' ων επαπειλείται η ησυχία οποιουδήποτε τόπου· ότι πάσα τοιαύτης φύσεως ενοχή αντίκειται εις την ευθύτητα των σκοπών του, και ότι περί των προς την Πύλην σχέσεών της η μεγαλειότης του δεν τρέφει άλλον σκοπόν ουδ' άλλην επιθυμίαν παρά την διατήρησιν και την ακριβή εκτέλεσιν των συνθηκών των δύο Δυνάμεων».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

(α.)

Αφ' ού ο Πεντεδέκας ήρπασε την εξουσίαν, οι άρχοντες της Μολδαυίας διέσωσαν τους ρηθέντας Τούρκους στείλαντές τους εις Βεσσαραβίαν.

(β.)

Υπαινίττεται ο Υψηλάντης το προς αυτόν εξ ονόματος του αυτοκράτορος γράμμα του Καποδιστρίου καταχωριζόμενον ενταύθα όπως εδημοσιεύθη τω καιρώ εκείνω εν ταις ηγεμονείαις.

«Εν Λαϋβάχη, την 14 μαρτίου του 1821 έτους.

«Κομισάμενος την από 24 φεβρουαρίου επιστολήν σας ο Αυτοκράτωρ εδοκίμασε λύπην τοσούτον μάλλον βαθείαν, όσον ετίμα το ευγενές των αισθημάτων σας, των οποίων εδώκατε πείραν εν υπηρεσία της μεγαλειότητός του. Η αυτοκρατορική μεγαλειότης του ήτο λοιπόν μακράν παντός φόβου, ότι ηδύνασθέ ποτε αίφνης να παρασυρθήτε υπ' αυτού του πνεύματος της σκοτοδινιάσεως, όπερ φέρει τους ανθρώπους του αιώνος μας να ζητήσωσιν εις την λήθην των πρώτων χρεών των έν αγαθόν, το οποίον ουδέποτε τις δύναται να το ελπίση ει μη μόνον από μιας ακριβούς διατηρήσεως των κανόνων της θρησκείας και της ηθικής. Το λαμπρόν του γένους σας, η οδός την οποίαν ηρχίσατε, η δικαία υπόληψις την οποίαν απεκτήσατε, όλα αυτά σας εχορήγουν την περίστασιν και τα μέσα να φωτίσητε προς τα συμφέροντα αυτών τους τα πρώτα φέροντας των Γραικών, οι οποίοι σας έδειχναν μίαν τόσον δικαίαν εμπιστοσύνην. Βέβαια ανθρώπινον είναι η έφεσις της βελτιώσεως της τύχης του· βέβαια παλαιαί περιστάσεις εμπνέουν εις τους Γραικούς την επιθυμίαν του να μη μείνωσιν αλλότριοι εις την ιδίαν αυτών τύχην. Αλλά διά της ανταρσίας τάχα και δι' εμφυλίου πολέμου δύνανται να ελπίσωσι την άφιξιν του μετεώρου σκοπού των; μήπως διά σκοτεινών υπορύχων και ζοφωδών σκευωριών δύναται έν έθνος να ελπίση αναβίωσιν και ύψωσιν εις τον βαθμόν των ανεξαρτήτων εθνών; ο Αυτοκράτωρ δεν το φρονεί· έσπευσε ν' ασφαλίση εις τους Γραικούς την υπεράσπισίν του διά των μεταξύ της Ρωσσίας και Πόρτας γεννηθεισών συνθηκών. Την σήμερον αι ειρηνικαί αύται ωφέλειαι είναι ηθεττημέναι, και νόμιμοι οδοί εγκαταλελειμμένοι, και φαίνεται, ότι θέλετε να προσηλώσητε τ' όνομά σας εις συμβεβηκότα, τα οποία αδύνατον άλλως ή απαράδεκτα να ήναι τη μεγαλειότητί του τω αυτοκράτορι πασών των Ρωσσιών. Η Ρωσσία είναι εις ειρήνην μετά της οθωμανικής μοναρχίας. Η εις την Μολδαυίαν διαρραγείσα δημεγερσία δεν δύναται κατ' ουδένα λόγον να δικαιώση διάρρηξιν μεταξύ των δύο Δυνάμεων. Όθεν ήθελεν είσθαι διάρρηξις μετά της οθωμανικής διοικήσεως, ήθελεν είσθαι τρόπος εχθρικός προς αυτήν, ήθελεν είσθαι εν ενί λόγω αθέτησις της πίστεως των συνθηκών, βοηθούντες καίτοι διά σιωπηλού αισθήματος μίαν αποστασίαν, της οποίας το σκοπούμενον είναι να καταστρέψη μίαν Δύναμιν, προς την οποίαν η Ρωσσία εκήρυξε και κηρύττει ότι έχει στερεάν απόφασιν να διαφυλάττη σταθεράς σχέσεις ειρήνης και φιλίας.

Άλλως, οποίον καιρόν εξελέξατε να πολεμήσητε την Πόρταν; αυτήν την ιδίαν στιγμήν, καθ' ην αι πραγματείαι καθημέραν ευφορώτεραι μετ' ευτυχών αποβάσεων επεριτριγύριζον αυτήν την ειρήνην με νέας εγγυήσεις· την στιγμήν, καθ' ην αι απαιτήσεις της οικογενείας σου έμελλον να ικανοποιηθώσιν. Η εκλαμπρότης σας εξεύρετε, ότι ο σουλτάνος εσκόπευε να σας αποδώση μίαν πλήρη και εντελή δικαιοσύνην. Ιδόντες τας περιστάσεις ταύτας, και γνωρίζοντες τας αρχάς, αι οποίαι έχουσι να ευθύνωσι πάντοτε την πολιτικήν της μοναρχίας, πώς ετολμήσατε να υποσχεθήτε εις τους κατοίκους των ηγεμονειών την υποστήριξιν μιας μεγάλης Δυνάμεως; αν προς την Ρωσσίαν ηθελήσατε να στήσητε τας όψεις των, οι συμπατριώται σας θα την ίδωσιν ακίνητον, και μετ' ολίγον θα αισθανθήτε πίπτουσαν επάνω σας μ' όλον της το βάρος την απολογίαν μιας επιχειρήσεως, την οποίαν τα εν μανία πάθη μόνα ηδύναντο να υπαγορεύσωσι. Μολοντούτο δεν είναι ποτέ πολλά αργά ν' αποδώσητε το ανήκον σέβας εις τον ορθόν λόγον και εις την αλήθειαν· εισέτι εις χείρας σας έχετε την σωτηρίαν των περιστοιχούντων σας πεπλανημένων ανθρώπων, δύνασθε να τους φέρητε εις αναγνώρισιν των επακολουθημάτων του σκοπού των και του ιδικού σας. Επανέλθετε εκ ταύτης της ολεθρίας τυφλότητος· δύνασθε να τους αποσύρητε και ν' αποφύγητε ο ίδιος εκ της εκδικήσεως μιας διοικήσεως, εις την οποίαν τα πολυτιμότερά της συμφέροντα υπαγορεύουσι να εκθέση κατά σου και κατ' αυτών μίαν δικαιοτάτην αυστηρότητα. Ουδεμία βοήθεια άμεσος ή έμμεσος δεν θέλει σας χορηγηθή παρά του αυτοκράτορος επειδή, επαναλαμβάνομεν, ότι ανάξιον είναι να υποσκάπτωμεν τα θεμέλια της οθωμανικής μοναρχίας διά της αισχίστου και υπευθύνου ενεργείας μιας μυστικής Εταιρίας. Αν η Ρωσσία είχε μέμψεις εννόμους κατά της Πόρτας, και η Πόρτα απέφευγε να δικαιώση αυτάς, αν εν ενί λόγω η χρήσις της δυνάμεως των όπλων κατήντα άφευκτος, εις αυτήν την δύναμιν έπρεπε να καταφύγη· αλλ' εξ εναντίας σχέσεις διόλου ειρηνικαί συνίστανται μεταξύ των δύο Δυνάμεων, και αι πραγματείαι τας οποίας οι υπουργοί των ήρχισαν, επιβεβαιούσι καθημέραν επί πλείω την ελπίδα των ευτυχεστέρων αποτελεσμάτων.

Σταθμίσατε, πρίγκηψ μου, τας υπό του αυτοκράτορος προτεθειμένας σοι παρατηρήσεις προς απόδοσιν της τελευταίας αποδείξεως της προς την εκλαμπρότητά σας καλοκαγαθίας του, ωφελήθητε από μιας σωτηρίου υποθήκης, διορθώσατε το κακόν, όπερ ήδη επράξατε, προλάβετε την καταστροφήν, την οποίαν μέλλετε να επισύρητε επί την καλήν και δυστυχή πατρίδα σας. Αν μας ενδείξητε τα μέσα να καταπαύσουν αι ταραχαί χωρίς να χαλασθώσιν αι υπάρχουσαι συνθήκαι μεταξύ Ρωσσίας και της οθωμανικής Πόρτας, χωρίς να επιφερθή η παραμικρά παρέκβασις εις ουδέν των συμφωνηθέντων, ο Αυτοκράτωρ δεν αποφεύγει να μεσιτεύση προς την οθωμανικήν διοίκησιν να την υποχρεώση να λάβη μέτρα συνετά, τα οποία να μεταφέρωσιν εις την Μολδοβλαχίαν την γαλήνην, της οποίας αύται αι επαρχίαι έχουσι τόσην αφεύκτως ανάγκην· εις πάσαν δε άλλην υπόθεσιν, η Ρωσσία θέλει είσθαι θεατής των συμβεβηκότων, και τα στρατεύματα του αυτοκράτορος έσονται ασάλευτα.

Μήτε η εκλαμπρότης σας, μήτε οι αδελφοί σας είσθε πλέον εις την υπηρεσίαν της αυτοκρατορικής του μεγαλειότητος. Η πριγκήπισσα Υψηλάντη θέλει είσθαι όμως υπό την υπεράσπισίν του· αλλ' εις ό,τι αποβλέπει το υποκείμενόν σας, ο αυτοκράτωρ δεν συγχωρεί επ' ουδεμιά υποθέσει να επανέλθητε εις την Ρωσσίαν.

Αύτη η επιστολή θέλει σας αποσταλή διά του βαρώνου κυρίου Στρογανόφ, όστις αφ' ού την κοινοποιήσει εις την Πόρταν, είναι προσταγμένος να σας την εξαποστείλη· εις αυτήν προσθέτει συμβουλάς, τας οποίας ο αυτοκράτωρ σας παρακινεί και πάλιν να τας ακολουθήσητε.

Ίσον απαράλλακτον Αλέξανδρος Πίνης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'. (α.)

Ο Παπάς ούτος κατέφυγεν εις το αυστριακόν λοιμοκαθαρτήριον, και αποβληθείς επί τη αιτήσει των Τούρκων επανήλθεν εις Βλαχίαν, εσυλλήφθη μαχόμενος και εστάλη εις Σιλιστρίαν όπου και εκρεμάσθη. Ο ανδρείος ούτος αλλά κουφόνους παπάς ηγάπα να κρεμά επί του στήθους του πολλούς σταυρούς ως παράσημα.

(β.)

Τα περιστατικά ταύτα μας ενθυμίζουν τας προ του θανάτου εν Θερμοπύλαις ετοιμασίας των περί τον Λεωνίδαν.

(γ.)

Ήσαν δε ούτοι ο Θανάσης Καρπενησιώτης, ο Κοντογόνης Πελοποννήσιος, ο Σοφιανός Κείος, οι δύο αδελφοί Μιγγλιάραι Κεφαλλήνες, ο Σταυράκης Αγιομαυρίτης, ο Ιντσές, ο Τρύφων Κλήρης και ο Πάτρος Καρβουνώφ. Διηγούμενος ο Ρίζος τα εν Σκουλενίω συμβάντα λέγει· Είδα τον στρατιωτικόν διοικητήν της Βεσσαραβίας επιστρέφοντα από του λοιμοκαθαρτηρίου, όπου υπήγε και αυτός εις θέαν της μάχης, και ήκουσα παρ' αυτού, ότι αν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ήτο τόσω τυχηρός ώστε να έχη υπό τας οδηγίας του δεκακισχιλίους ομοίους των μαχητών του Σκουλενίου, ημπόρει ευκόλως ν' ανθέξη εναντίον τετραπλασίων Τούρκων».

(δ.)

Ο Υψηλάντης κατηγορήθη ότι εν τη κατά το Τεργόβιστον κατοικία του έστησεν ιδιαιτέραν κλίμακα άγουσαν κατ' ευθείαν εις τα δωμάτιά του προς χρήσιν μόνον των αδελφών του και των τιτλοφόρων· αλλ' εγώ εβεβαιώθην, ότι η κοινή χρήσις της κλίμακος ταύτης απηγορεύετο επί μόνω τω σκοπώ να εμποδίζεται η δι' αυτής εις τα ιδιαίτερα δωμάτια ανάβασις υπόπτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

(α.)

Το περί της κινήσεως των πλοίων διαγραφόμενον σύστημα είναι ακριβώς το της Ύδρας· τοιούτον ήτο και το των Σπετσών. Το δε των Ψαρών διέφερε, και τα πλοία αυτών ως επί το πλείστον εναυλόνοντο.

(β.)

Ιδού το έγγραφον της πληρεξουσιότητος.

«Δηλοποιείται διά του παρόντος κοινού ενσφραγίστου τε και ενυπογράφου γράμματος ότι, συνελεύσεως κοινής γενομένης διά την καλήν σύστασιν της πατρίδος μας, εκρίναμεν άξιον διά να αναδεχθή την φροντίδα της τοπικής διοικήσεως τον τιμιώτατον πατριώτην μας κύριον καπητάν - Αντώνιον Οικονόμου, τω οποίω δίδομεν πάσαν πληρεξουσιότητα εις το να διοική μετά των κατά καιρόν συμψηφισθέντων προεστώτων προκρίτων, κάτωθεν υποσημειωμένων, την πολιτείαν ταύτην, κρίνων και ανακρίνων πάσαν επιτυχούσαν υπόθεσιν πολιτικήν τε και εμπορικήν.

Ο αναγορευθείς κοινή ψήφω διοικητής κύριος καπητάν - Αντώνιος θέλει έχει μεθ' εαυτού και δώδεκα συμβούλους εκλελεγμένους υπ' αυτού, οι μεν δύο θέλει έχουσιν εις πάσαν συνέλευσιν ελευθέραν την είσοδον και την ψήφον ισοδύναμον τοις κατά καιρόν προεστώσι προκρίτοις, οι δε δύο μόνην την αυτοπρόσωπον παράστασιν προς ησυχίαν του λαού.

Ο ρηθείς διοικητής καπητάν - Αντώνιος έχει απόλυτον εξουσίαν, χρείας τυχούσης, να εκστρατεύση διά ξηράς τε και θαλάσσης κατ' αρέσκειαν πάσαν αναγκαιούσαν δύναμιν επί κεφαλής της οποίας δύναται να απέλθη και ο ίδιος οψέ ποτε βουληθή. Εμείς δε οι κάτωθεν γεγραμμένοι προεστώτες οι φέροντες το πρόσωπον του κοινού τούτου υποσχόμεθα ετοίμως και αναντιρρήτως προμηθεύσαι την τοιαύτην δύναμιν και την έξοδον τοιαύτης εκστρατείας.

Η αναγκαία κουστωδία της πατρίδος θέλει είναι υπό την εξουσίαν του διοικητού κυρίου καπητάν - Αντωνίου και θέλει είναι εις χρέος δι' αυτής να διατηρήται η ειρήνη, δικαιοσύνη και η καλή διαγωγή πάντων των κατοίκων χωρίς να παραβλέπεται η παραμικρά αταξία.

Οι κατά καιρόν προεστεύοντες θέλουν είναι ανεξάρτητοι από του διοικητού κυρίου καπητάν - Αντωνίου.

Ούτως ευχαριστήσει ημών τελεία συνεφωνήθη, διό και εις την περί τούτου ένδειξιν υπογραφόμεθα αυτοχειρί πάντες.

Ύδρα 31 Μαρτίου 1821».

(γ.)

«Εν ονόματι του Θεού Παντοκράτορος.

Το Ελληνικόν έθνος βεβαρυμένον πλέον να στενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν, υπό τον οποίου τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδιστικώς, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν εις τα όπλα, διά να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσους τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθείσας εις αυτό. Το ιερόν όνομα της ελευθερίας αντηχεί εις όλα τα μέρη της Ελλάδος, και πάσα ελληνική καρδία αναφλέγεται από την επιθυμίαν του να επαναλάβη το πολύτιμον τούτο δώρον του Θεού, ή ν' απολεσθή εις τον υπέρ τούτου αγώνα.

Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας δεν θέλουν μείνει ολιγώτερον πρόθυμοι εις τον ευγενή τούτον αγώνα· αλλά καταφρονούντες πάντα κίνδυνον διά να καταστρέφωσι τους τυράννους των, θέλουν μεταχειρισθή τούτο το μόνον μέσον, το οποίον η φύσις της τοπικής αυτών θέσεως δίδει εις αυτούς προς τον σκοπόν τούτον. Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της νήσου ταύτης, επιτρέπομεν εις τον καπητάν - Γιακουμάκην Νικολάου Τουμπάζη, του πλοίου ο Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δέκα έξ και άλλα πολεμικά όπλα υπό την Ελληνικήν σημαίαν, να υπάγη μετά του πλοίου τούτου όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα, και να ενεργή κατά των οθωμανικών δυνάμεων διά ξηράς τε και θαλάσσης παν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον έως ου η ελευθερία και ανεξαρτησία του ελληνικού γένους να αποκατασταθή με στερέωσιν.

Παρακαλούμεν τους άρχοντας των θαλασσίων και ηπειρωτικών Δυνάμεων πασών των ευρωπαϊκών εξουσιών, όχι μόνον να μην επιφέρωσι κανένα εμπόδιον εις το πλοίον τούτο και εις τας ενεργείας της αποστολής αυτού, αλλά και να προσφέρωσι πάσαν βοήθειαν και υπεράσπισιν συγχωρημένην από την ουδετερότητα αυτών. Ταύτα ελπίζομεν εκ μέρους της γενναιότητος των πολιτευμένων εθνών, και ήθελεν είσθαι ύβρις προς αυτούς εάν αμφιβάλλαμεν καν μίαν στιγμήν περί της προθύμου αυτών ευνοίας εις τούτον τον αγώνα μας, όστις γίνεται υπέρ των δικαιωμάτων της ανθρωπότητος.

Οι απόγονοι των ενδόξων εκείνων ανδρών, οίτινες ετίμησαν το ανθρώπινον γένος με τας υψηλάς αυτών αρετάς και εφώτισαν τον κόσμον, μάχονται υπέρ της ελευθερίας εναντίον εις τους τυράννους των βαρβάρους απογόνους του βαρβάρου Οσμάνου, τους εξολοθρευτάς των επιστημών και τεχνών και εχθρούς της ιεράς θρησκείας του Ιησού Χριστού. Τις θέλει είσθαι ποτε τοσούτον απάνθρωπος ώστε να γένη σκληρός εις την φοβεράν ταύτην περίστασίν μας, ή να μη εύχηται υπέρ ημών;

Εξεδόθη εις την καγγελαρίαν της νήσου Ύδρας, την 16 απριλίου 1821.

Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας.»

(δ.)

«Διάταξις περί διανομής των λειών.

Α'. Η διανομή των θαλασσίων λειών θέλει γίνεται ως ακολούθως. Το έν τρίτον τούτων θέλει μερίζεται εις τα διαμαχόμενα πλοία, το έτερον τρίτον εις τους ναύτας, και το διαμένον έν τρίτον θέλει αποταμιεύεται εις το κοινόν της πολιτείας. Τα δε λάφυρα, οπού ήθελε πορισθώσιν οι ναύται μας εις την πρώτην κατά του εχθρού προσβολήν, ωσάν άρματα, ρούχα και άλλα τοιαύτα μικρά πράγματα, ή υπερβαίνοντα την ποσότητα των εκατόν γροσίων, αυτά αναλογούν εις εκείνα μόνον τα καράβια όπου ήθελαν εφορμήσει κατά των εχθρικών πλεουμένων.

Β'. Τα πλοία, όπου παραδίδονται χωρίς πόλεμον, αυτά λογίζονται κοινά, και ουδείς εκ των μαρινάρων εκείνων των καραβίων, οπού θέλει κάμουν την τοιαύτην λείαν, δεν έχει το δικαίωμα να λαμβάνη το παραμικρόν πράγμα, αλλ' όλα θέλει είναι της κοινότητος.

Γ'. Διά να υπάρχη ευταξία και σύμπνοια εις όλα τα καράβια μας, οπού δουλεύουν την πατρίδα, απεφασίσαμεν ως δίκαιον και νόμιμον, όσαι λείαι γίνονται, αυταί να ήναι κοιναί εις όλα τα εφωπλισμένα πλοία διά την μάχην, τας πολιορκίας και καταδρομάς, εξαιρούμενα όσα μένουν ακίνητα εις τον λιμένα, ή εις κανένα άλλο μέρος.

Δ'. Κρίνομεν ωσαύτως νόμιμον, όσα καράβια περιφέρονται διά καταδρομήν, μετά παρέλευσιν ενός μηνός να επιστρέφουν εις την πατρίδα διά να αλλάσσουν το διαβατήριόν των, διευθυνόμενα εκ νέου όπου τα προσδιορίσουν οι έφοροι. Αν δε και δεν επιστρέφουν εις την αυτήν προθεσμίαν άνευ λόγου, θέλει λογίζονται οι πλοίαρχοι τούτων υπεύθυνοι.

Ε'. Οφείλουσα η πατρίς να αντιβραβεύη τον συμπολίτην, όστις ήθελε πάθει μαχόμενος εις το ιερόν τούτο στάδιον, κρίνομεν δίκαιον να ζωοτρέφεται διά βίου από το κοινόν ταμείον, και αν θανατωθή, να τρέφεται διά κοινών εξόδων η ορφανή οικογένειά του, καταγράφοντες εις τον κώδηκα της πολιτείας το όνομα ενός εκάστου διά να μακαρίζεται από τας επερχομένας γενεάς, και να τιμώνται οι τούτων απόγονοι.

ΣΤ. Επειδή και ομοφώνως οι καπητάνοι ευρήκαν εύλογον να μερίζωνται εκ τρίτου με τους ναύτας των τας λείας των όσα πλοία εξέπλευσαν προς υπεράσπισιν της πατρίδος, οι ίδιοι καπηταναίοι κρίνουν ορθόν και δίκαιον να δουλεύωσιν οι αυτοί ναύται χωρίς νέον μισθόν έως να τελειώσουν τα δύο μηνιαία οπού επληρώθησαν, και εις το τέλος αυτών των δύο μηνών τότε επιστρέφοντα εδώ τα καράβια να μερίζωνται αι λείαι, και να γίνεται δευτέρα σκέψις παρά των εφόρων διά την νέαν έξοδον των αυτών καραβίων και περί του τρόπου όπου μέλλουν να ευχαριστήσουν τους ναύτας των.

Σπέτσαις τη 22 απριλίου 1821».

(ε.)

«Εντιμότατοι κύριοι καπητάνοι του Ελληνικού στόλου.

Η έγερσις του ελληνικού έθνους κατά των τυράννων του και η αποστολή του στόλου μας γίνεται μόνον επί σκοπώ να βλάψωμεν τον κοινόν εχθρόν. Έως ου να αποκτήσωμεν τα δίκαιά μας και την ελευθερίαν μας όλαι αι φροντίδες μας πρέπει να ήναι προσηλωμένοι εις τούτο το τέλος, του οποίου την έκβασιν επιθυμούμεν και βέβαια θέλομεν απολαύσει, εάν οδηγηθώμεν με φρονήματα άξια ελευθέρων ανδρών.

Τα πολιτισμένα έθνη της Ευρώπης θέλουν βέβαια ευφημήσει την απόφασίν μας· πρέπει όμως και ημείς να πορευθώμεν προς αυτά με όλην την υπόκλισιν, σεβόμενοι τα δικαιώματά των και προσφέροντες ανήκουσαν ευλάβειαν εις την ουδετερότητά των.

Ανάγκη λοιπόν είναι να σας ενθυμίσωμεν, ότι η ουδετέρα σημαία σκεπάζει και διαφυλάττει τας εχθρικάς πραγματείας· μάλιστα δε σας διορίζομεν να απέχητε από κάθε πράξιν, η οποία ήθελεν επιφέρει σύγχυσιν ή δυσαρέσκειαν εις τους καπηταναίους των εμπορικών καραβίων φερόντων σημαίαν τινός των ευρωπαϊκών Δυνάμεων· να μη συγχωρήσητε να τους γίνεται βίζιτα βιαστικώς, ούτε να τους ζητήτε τα χαρτία των διά να τα εξετάσητε· η μόνη προσοχή σας θέλει περιορίζηται να βεβαιωθήτε εάν τοιαύτα καράβια μετακομίζουν πολεμικά εφόδια και στρατεύματα εχθρικά, και εις αυτήν μόνην την περίστασιν θέλετε εμποδίσει την πρόοδόν των και θέλετε παραλάβει τα εφόδια, πληρώνοντες τον ναύλον, ή εάν φέρουν στρατεύματα, να διορίσητε να επιστραφούν εις τον τόπον από τον οποίον τα επαράλαβαν. Υγιαίνετε.

Ύδρα 19 απριλίου 1821. Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας».

(στ.)

«Πανοσιώτατοι ιερείς και οσιώτατοι μοναχοί των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών.

Η φιλογενεστάτη πατρίς μας βλέπουσα την γενικήν κίνησιν των ομοπίστων και ομογενών εις το να αποσείση τον ασεβή και τυραννικόν ζυγόν, εκινήθη και αύτη με όλας της τας δυνάμεις, ύψωσε με ιεράν και δημοσίαν τελετήν την πανευφρόσυνον σημαίαν της ελευθερίας του γένους των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών, και προσκαλεί μετά της κοινής πατρίδος όλους εις τον υπέρ αυτής ιερόν πόλεμον. Άνδρες θείοι, μεσίται Θεού και ανθρώπων, γένητε τώρα συνελευθερωταί· ενδύσασθε την πανοπλίαν του ουρανίου Βασιλέως και τα επίγεια όπλα ομού κατά των βλασφημούντων το πανάγιον όνομα του Υψίστου, κατά των βεβηλούντων τους θείους του ναούς, κατά των ασεβεστάτων και τυραννικωτάτων Οθωμανών. Αι ιεραί χείρες σας, αι ευλογούσαι τους ορθοδόξους Χριστιανούς, ας λάβωσι τώρα μάχαιραν και πυρ κατά των τυραννούντων τους ορθοδόξους. Μιμηθήτε τον Μωυσήν, τον καταβαλόντα τον Αιγύπτιον. Τον Ιησούν του Ναυή τον καταπολεμήσαντα τους Αμαλικήτας. Τον Θεσβίτην Ηλίαν τον εν στόματι μαχαίρας εξαφανίσαντα τους ιερείς της Αισχύνης· εγέρθητε Χριστιανοί ήρωες. Ο Κύριος των Δυνάμεων είναι μεθ' υμών· υπέρ ελευθερίας του γένους ο αγών· υπέρ ελευθερίας της πίστεως μάχεσθε, ευλογείτε, ενθαρρύνεσθε, κανείς ας μη μείνη αργός εις τον ιερόν τούτον πόλεμον. Παρακαλούμεν να μας ειδοποιήτε περί των νικητικών προόδων σας.

Εξεδόθη από τον ελληνικόν στόλον, συναινέσει των προυχόντων των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών».

* * * * *

«Προκήρυγμα εθνικόν.

Γενναίοι αδελφοί, φιλελεύθεροι Έλληνες, έφθασε το τέλος των στεναγμών σας διά τας αδικίας, τας ύβρεις, τας ατιμίας και τ' άλλα άπειρα κακά όπου επάσχετε. Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών. Εις όλους ενέπνευσεν ο Θεός αμετάτρεπτον ενθουσιασμόν του να αποτεινάξωμεν τον σκληρότατον και ανυπόφορον ζυγόν των βαρβάρων και ασεβών τυράννων μας. Χιλιάδες ανδρείοι αδελφοί μας με τον αρχιστράτηγον πρίγκηπα Αλέξανδρον Υψηλάντην προχωρούν και καταβαίνουν με γιγαντιαία βήματα από τον Δούναβιν εις την Κωνσταντινούπολιν διά να καταβάλωσιν εκ θεμελίων τον τύραννον, οπού ήδη κλονείται. Η Πελοπόννησος και όλη η Ελλάς εσήκωσαν την σημαίαν της ελευθερίας και ο σταυρός τώρα βασιλεύει. Ευσεβείς απόγονοι ανδρειοτάτων προγόνων, κάτοικοι των νήσων και της ξηράς, όσοι μένετε ακόμη εις τον τουρκικόν ζυγόν, σηκωθήτε, πιάσετε τα όπλα διά την κοινήν ελευθερίαν· όσοι έχετε καράβια μικρά και μεγάλα αρματώσετέ τα και ενωθήτε με τον ελληνικόν στόλον, οπού συγκροτείται από τας ναυτικάς δυνάμεις των Υδριωτών, Σπετσιωτών και Ψαριανών, και σας υπόσχεται την ελευθερίαν όλου του Αρχιπελάγους. Μη δειλιάσετε απόγονοι του Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους· μη φανήτε ανάξιοι της ελευθερίας σας. Ο πόλεμος γίνεται διά την πίστιν και την πατρίδα. Συλλογισθήτε πόσα κακά, πόσας τυραννίας υποφέρετε από τους Τούρκους. Συλλογισθήτε πόσα κακά θέλουν κάμει, εάν (όπερ μη γένοιτο) ξαναπιάσωσι τα άρματα. Δεν πρέπει να λυπηθήτε μήτε άσπρα μήτε κορμία, μήτε κανέν άλλο πράγμα, διά να κερδίσητε και ζωήν και ελευθερίαν. Τώρα είναι καιρός εις τον οποίον οποίος θέλει να σώση την ψυχήν του, πρέπει να την απολέση. Όποιος ημπορών να συναγωνισθή και να συντρέξη με όποιον τρόπον ημπορεί, ήθελεν είναι αδιάφορος εις τον κοινόν πόλεμον του έθνους, ο τοιούτος είναι εθνοκατάρατος, βδέλυγμα ανθρώπων καί εξουθένημα λαού. Αλλά μη γένοιτο να φανή κανείς τοιούτος· ανδρίζεσθε λοιπόν αδελφοί· σηκωθήτε εξ όλης ψυχής καί καρδίας· πιάσετε τα όπλα καί κατακόψετε τους τυράννους, διά να λάβητε την ελευθερίαν όπου όλοι κοινώς επιθυμούμεν.

Διαδίδεται διά μέσου του Ελληνικού στόλου.»

* * * * *

«Προκήρυγμα του Ελληνικού στόλου.

Φίλοι ομογενείς προεστώτες των ελληνικών νήσων και παραλίων, και λοιποί κάτοικοι αυτών.

Ομογενείς, οι προεστεύοντες των ελληνικών νήσων και όλοι οι κάτοικοι αυτών. Ο πόλεμος, τον οποίον κάμνομεν κατά των ασεβών τυράννων δεν είναι κλέπτικος, αλλ' όλου του έθνους μας, αποφασισμένος θεόθεν και ωργανισμένος από μεγάλους άνδρας. Ζητούμεν την ανεξαρτησίαν του γένους μας, και δι' αυτήν συνεισφέρομεν όλοι και όπλα και πλοία και σώματα. Πρέπει λοιπόν να προσέχωμεν εις όλα μας τα κινήματα· να έχωμεν ενωμένην την ανδρίαν με την τιμήν, τα οποία χαρακτηρίζουν τους αληθινούς φίλους της ελευθερίας· να μην ενοχλώμεν τους ομοπίστους και ομογενείς μας· εξ εναντίας μάλιστα πρέπει και να βοηθώμεν την υπέρ του γένους αγαθήν προθυμίαν των· ομοίως πρέπει να σέβησθε και των άλλων Δυνάμεων τα πλοία και τους υπηκόους. Ημείς δεν πολεμούμεν παρά μόνους τους τυράννους μας Οθωμανούς, τας δε άλλας Δυνάμεις σεβόμεθα και τιμώμεν. Προσέχετε λοιπόν, αδελφοί, να μη πειράξη κανείς ούτε άνδρα ομογενή ούτε πλοίον ελληνικόν, αλλά να φέρησθε όλοι προς αλλήλους με αγάπην και φιλανθρωπίαν· κατά δε του τυράννου με αμετάτρεπτον ενθουσιασμόν. Όστις ήθελε τολμήσει να πειράξη αδίκως και ληστρικώς πλοίον ελληνικόν, ή άνδρα Χριστιανόν, ή άλλης Δυνάμεως ουδετέρας, ο τοιούτος θέλει κρίνεται εχθρός του γένους και ως τοιούτος θέλει κατατρέχεται.

Υγιαίνοιτε ευτυχούντες εν αδελφική αγάπη και ομονοία κατά του κοινού εχθρού.

Εξεδόθη από τον ελληνικόν στόλον συναινέσει των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών».

(ζ.)

Τυφλότερον και φονικώτερον είναι το προς αλλήλους μίσος των ομοθρήσκων και μη ομοδόξων παρά το μεταξύ αλλοθρήσκων. Απόδειξις τρανή των λεγομένων είναι όσα κακά υπέφεραν οι Λουθηροκαλβίνοι όπου επεκράτει το δόγμα της εκκλησίας της Ρώμης. Ιδού εν φρικτόν άκουσμα.

Ο Βασιλεύς της Ισπανίας Φίλιππος ο β' εγγυήθη τοις Μωαμεθανοίς της Γρενάδης και της θρησκείας των, αφού έγειναν υπήκοοι του· αλλά τους Λουθηροκαλβίνους Χριστιανούς των Κάτω - Χωρών, τους προ πολλού πιστούς και ωφελίμους υπηκόους του, τόσον κατετυράννησε, διότι δεν επρέσβευαν το δόγμα της ρωμαϊκής εκκλησίας όπερ επρέσβευεν αυτός, ώστε τους εβίασε να κινηθώσι και εις φανεράν αποστασίαν. Ο χριστιανικώτατος ούτος βασιλεύς εσύστησεν εν τη Ισπανία δεκαοκτώ δικαστήρια καταγινόμενα ακαταπαύστως να καταδικάζωσιν εις τον διά πυρός θανατον όλους τους μη δεχομένους το ρωμαϊκόν δόγμα Χριστιανούς. Δεκατρείς εκάησαν μίαν ημέραν ενώπιόν του, και όχι μόνον δεν εκινήθη εις συμπάθειαν, αλλ' είπε παρρησία πρός τινα των ευγενών ελκόμενον εις την πυράν και επικαλούμενον το έλεός του, ότι έτοιμος ήτο να καύση διά των ιδίων χειρών και αυτόν τον υιόν του, αν ήτον αιρετικός. Τόσον αι αιρέσεις υπό τας αντιχρίστους μάλιστα εισηγήσεις φανατικών κληρικών νοθεύουν το επιεικές πνεύμα του θείου χριστιανισμού!

(η.)

Ιδού τι έγραφαν συγχρόνως και οι Υδραίοι προς τον στόλον.

«Προσέξατε, αδελφοί, πάντες ακριβώς, και τοις Ψαριανοίς και λοιποίς Έλλησι παραγγείλατε, να μην ενοχληθή ουδείς εκ των ευρωπαϊκών εθνών, διότι αντιπράττοντες θέλετε υποπέσει εις την αγανάκτησιν και εκείνων και του γένους μας.

Ύδρα 20 απριλίου 1821. Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

(α.)

Ζήτει την σημασίαν των ονομασιών Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος εν τω ΚΕ' κεφαλαίω.

(β.)

Κατά τινας των εντοπίων οι κάτοικοι της νήσου ελογίζοντο, χριστιανοί μεν 200,000, τούρκοι δε 150,000.

(γ.)

Όστις αμφιβάλλει περί ων διηγούμαι, ας αναγνώση το περί Κρήτης εν έτει 1837 εκδοθέν σύγγραμμα του Άγγλου περιηγητού Πασλέη (Pashley), όπου ευρίσκεται η επικύρωσις των λεγομένων όχι μόνον εκ της μαρτυρίας αυτού, αλλά και εξ αποσπασμάτων επισήμων γραμμάτων των τότε εν Κρήτη προξένων Γαλλίας και Αυστρίας.

(δ.)

Όρα τα εν τω συγγράμματι του Πασλέη επίσημα έγγραφα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

(α.)

Ακούσαντες οι εν Άργει τα περί της εισβολής του κεχαγιάμπεη και θέλοντες να βεβαιωθώσιν αν ούτως είχαν, έστειλάν τινα συμπατριώτην των έφιππον εις κατασκοπήν δόσαντές τω και γράμμα προς τον Δικαίον, αν τον απήντα. Ο σταλείς έτυχε να ήναι οινοπότης και δεν έπαυσε πίνων, εν ώ ώδευε προς την Κόρινθον, έως ου εμέθυσε· φθάσας δε την νύκτα έπεσεν εις την εχθρικήν φυλακήν. «Ποίος είσαι» τον ηρώτησεν ο φύλαξ· «εγώ είμαι, αδέλφια». απεκρίθη, νομίζων ότι ήτο μεταξύ φίλων. «Χριστός ανέστη και του χρόνου τα κόκκινα αυγά». Τότε ο φύλαξ τον εξεπέζευσε και τον έφερεν ενώπιον του κεχαγιάμπεη τραυλίζοντα καθ' οδόν εκ της μέθης τα εξής. «Δόξα σοι ο Θεός! το κερδίσαμε, αδέλφια, το ρωμαίικο, το κερδίσαμε». Ιδών δε την γενειάδα του κεχαγιάμπεη τον υπέλαβεν ως αρχιερέα και τω είπε «προσκυνούμεν αφέντη δεσπότη». Αλλ' ο κεχαγιάμπεης, λαβών γνώσιν του γράμματος, τον εξέλαβεν ως υποκρινόμενον τον μεθυσμένον και διέταξε να σουβλισθή και να ψηθή.

Το κωμικοτραγικόν τούτο ανέκδοτον διηγήθηκαν μετά την πτώσιν της Τριπολιτσάς Αλβανοί εκ των εκστρατευσάντων μετά του κεχαγιάμπεη.

(β.)

Τόση ήτον η πολεμική φήμη του Κολοκοτρώνη αρχομένου του αγώνος ώστε ο Στάικος εις σύστασιν της υπολήψεώς του υπεγράφετο Κολοκοτρώνης.

(γ.)

Σημειώνω ενταύθα τον επί της επαναστάσεως κατ' επαρχίαν αριθμόν των Τούρκων και των Ελλήνων καθ' ον κατάλογον οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου κατέστρωσαν επί του κυβερνήτου Καποδιστρίου κατ' αίτησιν των εις Πόρον συνελθόντων πρέσβεων των τριών συμμάχων Αυλών.

Επαρχίαι κάτοικοι κάτοικοι

Χριστιανοί Τούρκοι

Κόρινθος και Δερβενοχώρια 38,000 2,000

Βοστίτσα 10,000 300

Καλάβρυτα 40,000 450

Πάτραι και Ρίον 30,000 3,500

Γαστούνη, Πύργος και Λάλα 40,000 5,000

Φανάρι 13,000 2,500

Αρκαδία 26,000 3,000

Νεόκαστρον 3,000 1,000

Μοθώνη 6,000 2,500

Κορώνη 12,000 1,000

Καλαμάτα 12,000 50

Εμπλάκικα 15,000 -

Ανδρούσα και Νησί 10,000 750

Μικρομάνη 2,000 -

Λεοντάρη 13,000 1,500

Καρύταινα 40,000 200

Μιστράς και Πραστός 60,000 6,000

Τριπολιτσά 25,000 7,000

Μονεμβασία 8,000 1,500

Άγιος Πέτρος 10,000 -

Άργος 18,000 1,000

Ναύπλιον και Κάτω-Ναχαγιές 10,000 3,500

Μάνη 30,000 -

- 471,000 42,750

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

(α.)

Το ρήμα «σουβλίζω» είναι, ως εικάζω, το παρά τοις αρχαίοις «οβελίζω» ολίγον παρηλλαγμένον· το επροτίμησα δε του πάντη ασυνήθους ταυτοσήμου ρήματος «ανασκολοπίζω» ως συνηθέστατον παρ' ημίν.

(β.)

Κατ' άλλους ο φονεύσας τον δερβίσην ήτον ο παρακολουθών πάντοτε τον Οδυσσέα μωαμεθανός Μουσταφάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

(α.)

Επί της πρώτης εκστρατείας, ως είδαμεν, ο Γιακουμάκης Τομπάζης κατέστη αρχηγός του υδραϊκού στόλου υπό των πλοιάρχων του στόλου· επί δε της δευτέρας ταύτης υπό του κοινού της Ύδρας.

(β.)

Είχαν και οι παλαιοί Έλληνες τα πυρπολικά των. Ο Θουκυδίδης εν τη Ζ'. συγγραφή, όπου αναφέρει, ότι οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των ενίκησαν κατά θάλασσαν τους Αθηναίους και εκυρίευσαν 18 πλοία των, προσθέτει· «Και επί τας λοιπάς (ναυς), εμπρήσαι βουλόμενοι ολκάδα παλαιάν κληματίδων και δαδός γεμίσαντες (ην γαρ επί τους Αθηναίους ο άνεμος ούριος) αφείσαν την ναυν πυρ εμβαλάντες. Και οι Αθηναίοι δείσαντες περί ταις ναυσίν αντεμηχανήσαντό τε σβεστήρια κωλύματα, και παύσαντες την φλόγα και το μη προσελθείν εγγύς την ολκάδα του κινδύνου απηλλάγησαν».

Κατεσκεύασαν τοιούτον τι πλοίον και οι Τύριοι επί της πολιορκίας των· ιδού πώς περιγράφει την κατασκευήν αυτού ο Αρριανός.

«Οι δε Τύριοι προς ταύτα αντιμηχανώνται τοιόνδε. Ναυν ιππαγωγόν κλημάτων τε ξηρών και άλλης ύλης ευφλέκτου εμπλήσαντες, δύο ιστούς επί τη πρώρα καταπηγνύουσι, και εν κύκλω περιφράσσουσιν ες όσον μακρότατον, ως φορυτόν τε ταύτη και δάδας όσας πλείστας δέξασθαι. Προς δε πίσσαν τε και θείον και όσα άλλα ες το παρακαλέσαι μεγάλην φλόγα επί ταύτη επεφόρησαν. Παρέτειναν δε και κεραίαν διπλήν επί τοις ιστοίς αμφοτέροις, και από ταύτης εξήρτησαν εν λέβησιν όσα επιχυθέντα ή επιβληθέντα επί μέγα την φλόγα έξαψειν έμελλεν. Έρματά τε ες την πρύμναν ενέθεσαν του εξάραι εις ύψος την πρώραν πιεζομένης κατά πρύμναν της νεώς· έπειτα άνεμον τηρήσαντες ως επί το κώμα επιφέροντα, εξάψαντες τριήρεσι την ναυν κατ' ουράν είλκον. Ως δε επέλαζον ήδη τω τε κώματι και τοις πύργοις, πυρ εμβαλόντες εις την ύλην, και ως βιαιότατα άμα ταις τριήρεσιν επανελκύσαντες την ναυν ενσείουσιν άκρω τω χώματι. Αυτοί δε οι εν τη νηί καιομένη ήδη εξενήξαντο ου χαλεπώς· και εν τούτω η τε φλοξ πολλή ενέπιπτε τοις πύργοις και αι κεραίαι περικλασθείσαι εξέχεαν εις το πυρ όσα ες έξαψιν της φλογός παρασκευασμένα ην. Οι δε από των τριηρών πλησίον του χώματος ανακωχεύοντες, ετόξευον ες τους πύργους ως μη ασφαλές είναι πελάσαι όσοι σβεστήριόν τι τη φλογί επέφερον. Και εν τούτω κατεχομένων ήδη εκ του πυρός των πύργων, εκδραμόντες εκ της πόλεως πολλοί και ες κελήτια εμβάντες άλλη και άλλη εποκείλαντες του χώματος, τον τε χάρακα ου χαλεπώς διέσπασαν τον προ αυτού προβεβλημένον και τας μηχανάς ξυμπάσας κατέφλεξαν όσας μη το από της νεώς πυρ επέσχεν».

Και ταύτα μεν περί των παρά τοις αρχαίοις πυρπολικών. Περί δε των καθ' ημάς εκθέτω ενταύθα χάριν των περιέργων όσα επορίσθην έκ τινων ανεκδότων υπομνημάτων του πυρπολητού Κωνσταντίνου Νικοδήμου προς γνώσιν της παρασκευής, της εφοπλίσεως και της χρήσεως αυτών.

Το μεταποιούμενον εις πυρπολικόν πλοίον έπρεπε να έχη δύο πατώματα· το επάνω, ήγουν το κατάστρωμα ή κατάφραγμα, και το κάτω ή υπόφραγμα, το κοινώς λεγόμενον κοραδούρον· οσάκις δε το πλοίον εξ αιτίας της μικρότητός του είχε μόνον το επάνω, κατεσκευάζετο το κάτω εκ του προχείρου, διότι επ' αυτού παρεσκευάζοντο τα εις εμπρησμόν αναγκαία. Γύρωθεν των άκρων του επάνω πατώματος και εν τω μέσω αυτού κατά μήκος ηνοίγοντο κατά σειράν στόμια, κοινώς λεγόμενα ρ ο ύ π ο ι. Ο αριθμός των ήτον ανάλογος του μήκους του πλοίου, το σχήμα τετράγωνον, αι δε πλευραί δύο γαλλικών ποδών. Ηνοίγοντο δε και τέσσαρα στόμια δεξιόθεν και αριστερόθεν του καταρτίου της πρώρας· και υποκάτω μεν αυτών και δύο τριών άλλων εκ των επί της μέσης του πλοίου ετίθεντο πίθοι (βαρέλια) προσηλωμένοι, κλίνοντες προς τα έμπροσθεν, και ανοικτόν μεν έχοντες το επάνω μέρος, τρυπημένον δε το κάτω· υποκάτω δε ενός εκάστου των λοιπών στομίων ετίθετο εσχάρα υπό τεσσάρων δοκών βασταζομένη επί των τεσσάρων γωνιών του στομίου προσηλωμένων και επί του κάτω πατώματος στηριζομένων· ετίθεντο δε και επιστόμια εις προφύλαξιν από της βροχής και της θαλάσσης μη αφαιρούμενα ειμή καθ' ην ώραν επρόκειτο να καή το πλοίον· επί δε του κάτω πατώματος προσηλούτο γύρωθεν όλου του πλοίου από της μιας θυρίδος της πρύμνης μέχρι της άλλης ασκεπής τετράπλευρος σωλήν εκ σανίδων, δύο δακτύλων έχων ύψος και πλάτος δύο ήμισυ· από του σωλήνος δε τούτου εξεπορεύοντο άλλα ταυτόσχημα σωληνάρια απολήγοντα υπό τας εσχάρας και πίθους· το δε εφόλκιον (εφόλκιον δε καλώ εν τω συγγράμματι τούτω την λέμβον του πυρπολικού) εσύρετο πάντοτε επί της θαλάσσης, και εις προφύλαξιν αυτού από πάσης εχθρικής βολής ηνοίγοντο συνήθως εκατέρωθεν της πρύμνης δύο θυρίδες, και δι' αυτών εσύρετο το εφόλκιον κατά τας περιστάσεις ποτέ δεξιά και ποτέ αριστερά διά σκοινιών δεδεμένων προς την πρώραν του πλοίου· ηνοίγοντο δε και άλλαι θυρίδες επί των πλευρών του πλοίου εις επιτυχεστέραν φλόγισιν αυτού εν καιρώ δι' εισαγωγής αέρος, και εις ταχυτέραν διάδοσιν των φλογών προς τα έξω. Αι εις χρήσιν δε ύλαι ήσαν η πυρίτις, το οινόπνευμα βαθμών 36 μέχρι 42, η νάφθα, το θείον, οι κληματάνθρακες, η πίσσα, η ρητίνη, αι δάδες και τα εχινοπόδια (είδος φρυγάνων). Εκ των πέντε δε πρώτων ειδών κατεσκευάζοντο φλογιστικαί σφαίραι κατά τον ακόλουθον τρόπον· ερρίπτετο εν ξυλίνω αγγείω ποσότης τις πυρίτιδος, επεχέοντο οινόπνευμα και νάφθα, και αφ' ού έπινεν η πυρίτις τα ρευστά ταύτα, ερρίπτοντο εν τω αγγείω θείον και κληματάνθρακες τριπτοί, συνεμιγνύοντο όλα ταύτα τα είδη, ερρίπτοντο και αύθις εις ζύμωσιν οινόπνευμα και νάφθα, και εκ της συμπεφυρμένης ταύτης φλογώδους ύλης εσχηματίζοντο αι περί ων ο λόγος σφαίραι και εξηραίνοντο ηλιαζόμεναι. Το δε εσωτερικόν του πλοίου, δηλαδή το κάτω πάτωμα και το προς αυτό βλέπον πρόσωπον του επάνω πατώματος και αι πλευραί αυτού, ηλείφοντο διά πίσσης, ρητίνης, οινοπνεύματος, θείου και νάφθης. Και αύται μεν ήσαν αι προ της αναγωγής του πυρπολικού προπαρασκευαί.

Μετά δε την αναγωγήν εβάλλετο κατά πρώτον εν εκάστη των προς την πρώραν εστιών 15 έως 20 οκάδων πυρίτις εντός των τρυπημένων πίθων ή και πλειοτέρα κατά την δύναμιν του πλοίου, ηλαττούτο δε βαθμηδόν η ριπτομένη ποσότης εν εκάστη των εν τω μέσω του επάνω πατώματος άλλων εστιών αναλόγως της αποστάσεως αυτών από της πρώρας, και απετίθεντο υφ' εκάστην των λοιπών δύο ή τρεις φλογιστικαί σφαίραι και επ' αυτών μέχρι της εσχάρας μεταξύ των τεσσάρων δοκών εχινοπόδια, επί δε της εσχάρας δάδες· ερραντίζοντο δε αύται και τα εχινοπόδια διά νάφθης ή οινοπνεύματος. Εν ώ δε ο ελληνικός στόλος επλησίαζε τον εχθρικόν, έρριπταν πυρίτιδα εις τον μεγάλον σωλήνα από της μιας μέχρι της άλλης άκρας, προσέχοντες μη τύχη και μείνη κενόν τι μέρος αυτού· έρριπταν πυρίτιδα και εις τα σωληνάρια, εξεσκέπαζαν τα επί του επάνω πατώματος στόμια, και επέθεταν πίθους, τρυπητούς υποκάτωθεν, ανοικτούς επάνωθεν, και περιέχοντας ανά 40 ή 50 σφαίρας και ολίγην πυρίτιδα· εκρέμων δε επί του δόλωνος (μπομπρέσου), και πίθον φέροντα τοιαύτας ύλας· έβαλλαν και επί διαφόρων μερών του επάνω πατώματος ασκούς πλήρεις πίσσης και ρητίνης και αγγεία πλήρη οινοπνεύματος και νάφθης· ετύλιζαν όπισθεν του πηδαλιούχου τους κάλωας εις προφύλαξιν αυτού· μετεβίβαζαν εις το πλησιέστερον πολεμικόν πλοίον τας τροφάς, τα φορέματα, και ό,τι περιττόν, και ηρώτα ο πλοίαρχος τους ναύτας, αν τις εξ αυτών μικροψυχήσας ενώπιον του κινδύνου επεθύμει να μεταβιβασθή εις άλλο πλοίον.

Υψουμένου δε του σημείου της μάχης παρά του ναυάρχου, εκρέμων οι πυρποληταί επί των ακροκεραίων άρπαγας (τσιγκέλια) προς αντιλαβήν, και εισήρχοντό τίνες των ναυτών εις το εφόλκιον έχον ως επί το πλείστον δύο κανόνια, το μεν επί της πρύμνης το δε επί της πρώρας, και ετοιμάζοντες εν αυτώ τα πάντα εις πλουν και εις κωπηλασίαν άναπταν πυρ εν σιδηρά σκάφη επί της πρώρας αυτού κειμένη και το μετέφεραν από του ενός εις το άλλο μέρος του πλοίου κατά τας περιστάσεις μη πάθη τι πυροβολούμενον, διότι δι' αυτού ήλπιζαν την σωτηρίαν των.

Τούτων ούτως εχόντων, ώρμα το πυρπολικόν εν μέσω του εχθρικού στόλου υπό την αδιάκοπον ως επί το πλείστον κανονοβολήν και τουφεκοβολήν του εχθρού. Επολέμουν δε και οι εν τω πυρπολικώ έχοντες συνήθως δύο κανόνια προς την πρύμνην. Συνέβαινεν ενίοτε γαλήνη, και τα τουρκικά πλοία έστελλαν τους δρόμωνας (κατσαμπάσια) εις σύλληψιν αυτού, αλλ' επέστρεφαν συνήθως άπρακτοι εξ αιτίας της τόλμης και της επιδεξιότητος των Ελλήνων.

Καθ' ην δε στιγμήν επρόκειτο να ριφθή το πυρπολικόν επί το εχθρικόν πλοίον, επεθεωρούντο τα πάντα αν ήσαν εν τάξει, ενδιέμενεν ο πλοίαρχος και τρεις ή τέσσαρες ναύται, και οι λοιποί κατέβαιναν εις το εφόλκιον οι δε μείναντες, αφ' ού εκόλλων το πυρπολικόν, έδεναν το πηδάλιον όπου έπρεπε και ερρίπτοντο και ούτοι εις το εφόλκιον, ύστερος δε πάντων ο πλοίαρχος, και τότε ο ιστάμενος παρά την καιομένην ανθρακιάν εντός του εφολκίου έρριπτεν αυτήν διά χαλκίνης κυψέλης έσω των επί της πρύμνης ή των πλευρών του πυρπολικού θυρίδων, δηλαδή όθεν ο κίνδυνος ήτον ολιγώτερος, και αμέσως απεμακρύνετο το εφόλκιον και διεσώζοντο οι εν αυτώ επί του πολεμικού πλοίου παρακολουθούντος επί τω σκοπώ τούτω όσον εδύνατο πλησιέστερον το πυρπολικόν. Ο κυριεύων δε φόβος τους Τούρκους επί τη θέα του πλησιάζοντος πυρπολικού και η εντεύθεν σύγχυσις και ταραχή ήσαν ανέκφραστα.

(γ.)

Περί του πλοίου τούτου όρα κεφάλαιον ΙΗ'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

(α.)

Εις απόδειξιν του μεγάλου φόβου, ον συνέλαβαν οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών αυλών και πριν συμβώσι τα δυστυχήματα ταύτα, εκδίδω το ακόλουθον γράμμα σταλέν παρ' όλων ομοθυμαδόν μεσούντος του μαΐου προς τον διοικητήν του τόπου. Εντεύθεν φαίνεται η δεινή θέσις της Σμύρνης.

Επιστεύαμεν όλοι αδιστάκτως την πλήρωσιν των υποσχέσεων σας· αλλά παρά τας διαβεβαιώσεις σας τα κακά όχι μόνον δεν έπαυσαν, αλλά και ηύξησαν· συνηύξησαν διά τούτο και οι φόβοι των γυναικών μας και των τέκνων μας. Πιστεύομεν, ότι ενηργήσατε ό,τι εδυνήθητε. Αλλά δεν ευρίσκεται τάχα τρόπος συντελεστικώτερος προς πλήρωσιν των υποσχέσεων σας; ύβρεις και απειλαί εξερεύγονται καθ' ημέραν από του συναθροιζομένου όχλου διασπείρουσαι τόσον τρόμον εις την ενορίαν των Φράγκων, ώστε το μάλλον κινδυνεύον αυτής μέρος κατέφυγεν εις το άλλο. Τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να διαρκέση. Οι Φράγκοι ευρίσκονται ενταύθα υπό την σκέπην των συνθηκών· ο σουλτάνος τους έθεσε πάντοτε υπό την προστασίαν των ανδρείων του γενιτσάρων· αι συνθήκαι τοις υπόσχονται ασφάλειαν· αν εναντίον των ιερών τούτων δικαίων δεν παύσωσιν αι κατ' αυτών ύβρεις και οι μέχρι θανάτου φοβερισμοί εξ αιτίας πάλης αλλοτρίας θ' αναγκασθούν να μεταχειρισθώσιν εις ασφάλειαν των το ναυτικόν των και να φύγωσι διά παντός εκ πόλεως, ήτις τόσον ήκμαζε προ ολίγου εξ αιτίας της ομονοίας των εγκατοίκων, και την σήμερον καταπατά όλα τα καθήκοντα της φιλοξενίας. Τι θα καταντήσει η πόλις αύτη, αν πέση το επί τόσους αιώνας πλουτίσαν αυτήν εμπόριον; τι θα καταντήσουν αι πέριξ πεδιάδες της, αν ουδείς αγοράση πλέον τα προϊόντα της; μη λησμονήσετε, ότι διά τοιαύτας αιτίας παλαιαί και πλούσιαι πόλεις έπεσαν. Εξαιτίας της παύσεως του εμπορίου της Σμύρνης έπαυσαν από τούδε τα εισοδήματα του τελωνείου. Πολλαί χιλιάδες κατοίκων είναι αργοί. Η φήμη των τωρινών κακώσεων θα διαδοθή εις όλην την Ευρώπην και θα φθάση και εις την Αμερικήν. Όσοι έμελλαν να φέρωσιν εδώ πλούτη δεν έρχονται πλέον, και τα έξωθεν είδη θ' ακριβύνουν διπλάσιον ή και τετραπλάσιον. Ανδρείοι γενίτσαροι, φρόνιμοι γέροντες, αρχηγοί στρατιωτικοί οι έχοντες τα όπλα, μεταχειρισθήτε τα εις παύσιν της γενικής δυσπιστίας· επαγρυπνείτε τους ραγιάδας σας, αφοπλίσατέ τους, αλλά μη στερείσθε των διά σας εργαζομένων χειρών και προ πάντων μη συγχέετε ημάς και εκείνους· εστέ βέβαιοι, ότι αν είχαν οι ημέτεροι κακούς σκοπούς, ημείς πρώτοι θα τους εμποδίζαμεν. Δεν έχομεν ολιγώτερον συμφέρον. Το συμφέρον των Φράγκων είναι το συμφέρον των Μουσουλμάνων. Μη επιτρέπετε λοιπόν να συμπεριλαμβάνωσι και ημάς οι μη ειδότες τα πράγματα εις τα εκδικητικά των σχέδια· εμποδίσατε τους επίσης να παιδεύωσι τους αθώους διά τα πταίσματα των αποστατών. Οι αποστάται μόνοι είναι άξιοι τιμωρίας, και η τιμωρία των δεν θα αργήση· διδάξατε τους αμαθείς, φωτίσατε τους τυφλούς τους βάλλοντάς σας εις κίνδυνον, είπατέ τοις να μη πιστεύωσιν, ότι έχετε φιρμάνι διατάττον τον εξολοθρευμόν όλων των Χριστιανών. Αν μας ασφαλίσετε την ζωήν, δεν θα παύσωμεν φέροντες εις την πόλιν σας πλούτον και αφθονίαν· αλλ' αν δεν παύσωσιν αι ύβρεις και αι απειλαί, σας λέγομεν, ότι αναχωρούμεν εις τα ίδια».

(β.)

Αν υποθέση τις ότι ενοχοποιώ τους Τούρκους υπέρ το δέον, τον παραπέμπω εις το XI κεφάλαιον της ιστορίας της ελληνικής επαναστάσεως του Ραφενέλου, συγγραφέως αλλοεθνούς και καθολικού, αλλ' αυτόπτου όσων διηγείται περί Σμύρνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

(α.)

Εναπέμεινάν τινες γυναίκες μετά των τέκνων, ως απόντων των ανδρών.

(β.)

Παρόμοιόν τι έπραξαν και οι Πέρσαι ότ' επολιόρκουν τας Αθήνας. Ιδού τι διηγείται ο Ηρόδοτος Βιβλ. Η'.

«Οι δε Πέρσαι ιζόμενοι επί τον καταντίον της ακροπόλιος όχθον, τον Αθηναίοι καλέουσι Αρήιον πάγον, επολιόρκεον τρόπον τοιόνδε· όκως στυπείον περί τους οϊστούς περιθέντες άψειαν, ετόξευαν ες το φράγμα».

(γ.)

Αξίαν σημειώσεως κρίνω την προς τον πρόκριτον των Καλαρρύτων, Κωνσταντίνον Τουρτούρην ακόλουθον επιστολήν απαιδεύτου τινός Αλβανού, του Ιβραήμ - Πρεμέτη, διά τα εν αυτή υγιή και γενναία φρονήματα. Η επιστολή αύτη, ην αντέγραψα εκ του πρωτοτύπου ταυτολεξεί χρησιμεύει και ως παράδειγμα του εν κοινή χρήσει ύφους του γράφειν παρά τοις πλείστοις των εν τοις πράγμασιν ημιπαιδεύτων επιστολογράφων επί της ηγεμονίας του Αλήπασα Τεπελενλή.

«Κατά πολλά ηγαπημένε μου κυρ Κωσταντή σε χαιρετώ αδελφικά και σου φιλώ τα μάτια.

1821, Ιουλίου 4, Καλαρύτες

«Έλαβα το αγαπητόν μου γράμμα σου και ευχαριστώ την αδελφικήν αγάπην σου και φιλίαν· είδα και τα όσα φιλικά μου λέγεις και τα εκατάλαβα, διά τούτο σου αποκρίνομαι. Εγώ, φίλε μου, καλά ειξεύρεις, ότι εστάλθηκα εδώ από τους πολυχρονεμένους βεζιράδες μου διά φύλαξιν σας, μαντάμ οπού τα ταξεράτια του πολέμου έτσι είναι, φίλε μου, εγώ δεν έλαβα την χώραν σας ούτε ελτιζάμι, ούτε βοηβοδαλίκη, με όλον οπού ήλθα καθώς εδώ και έφαγα ψωμί εις την χώραν σας, δεν σας αγάπησα το ζαράρι, αμή έβανα το κεφάλη του διά το διάφορόν σας και διά την αγάπην σας. Όμως το επήρετε λάθος και έπρεπε να μας το ειπήτε εσκερέ, ότι ημείς άξιοι διά πόλεμον δεν είμασθαν, και η αυθεντία σας να πάρετε τα μέτρα σας· τότε ημείς αληθινά επέρναμεν τα μέτρα μας και δεν ακολουθούσαν αυτά όπου ακολούθησαν· τα ταξιράτια του πολέμου έτσι είναι· διά δε το να μου γράφης ότι είμεσθαν πέντε αδέλφια και όλα εις τον πόλεμον, είναι αλήθεια, και εγώ οπού ζω με έδωσεν ο Θεός και βιο και τσευτιλίκια και ημπορώ να ζήσω αυθεντικά· μαντάμ ο άνθρωπος εις τούτον τον ψεύτικον τον τουνιά μίαν φοράν θα αποθάνη, καθώς μίαν φοράν γεννάται, όμως πρέπει, φίλε μου, να αποθάνη με πίστιν, με τιμήν και με υπόληψιν, και ιταέτι εις τας βασιλικάς προσταγάς· και οποίος απεθένει έτσι, αυτός είναι τιμημένος εις τούτον τον τουνιά. Εγώ, φίλε μου, στοχάζομαι πώς έχω πίστιν, τιμήν, υπόληψιν και ιταέτι εις το δεβλέτι, και δεν κάμνω αυτό, ότι εγγίζω την πίστιν μου και τιμήν μου, και έχω απόφασιν μαζύ με τον Χουσεΐναγα και Ματούσιαγα να σταθούμεν κατά την τιμήν μας και να αποθάνωμεν με αυτήν. Ημείς διά αυτήν την τιμήν αποφασίζομεν να πολεμήσωμεν ανδρειωμένα έως όπου έχωμεν ζαερέν, και έπειτα όπως μας το έχει ο Θεός ταξηράτι. Δεν έπρεπε να κάμετε αυτό το λάθος, μάλιστα ο αδελφός σου, όταν εκινήσαμεν από τα Γιάννινα, μου έδωσεν όλην την πίστιν του και έδοσα όλην την πίστιν μου, οπού έξω από μίαν πίστιν τον έκαμα αδελφόν, και διά τούτο δεν έπρεπε αυτός να κάμη αυτό το λάθος και να εγγίξη την τιμήν του εις εμένα και να ακολουθήσουν αυτά οπού ακολούθησαν· και μάλιστα είσαι βέβαιος ως μου το γράφεις οπού εις έναν χρόνον μου ηκολούθησαν τόσα ταξεράτια. Λιακήμ, φίλε μου, αν αποφασίσετε να χαλάσητε επτακόσους Αρβανίτας, μη στοχασθήτε να σώσετε την Αρβανιτιάν, και όποιος ήθελεν αυτά τα ανακατώματα και αυτά τα κακά, ας το έβρη από τον Θεόν. Εγώ κάνω τέλος εις το γράμμα μου με τούτο, ότι μη στοχαστήτε όπου εκλεισθήκαμεν ημείς· διατί όποιος ηξεύρει από τουφέκι, το στοχάζετε ότι κλείονται και ρηγάτα διά την τιμήν τους και βερέδες γίνονται και εις τους βασιλιάδες, και εντροπή δεν είναι. Φίλε μου, ενώ θέλω ανταμώσω και τον Χουσεΐναγα και τον Ματούσιαγα να τους ειπώ τους χαιρετισμούς σου να μου δώσουν την γνώμην τους, και να έχω το τσεβάπι σου, και υγίαινε.

Ο φίλος Σας Ιμπραήμ Πρεμέτης». (Τ. Σ.)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

(α.)

Η λέξις «Επτάννησος» εγράφετο έως χθες διά δύο ν· και οι περιώνυμοι Ευγένιος, Θεοτόκης, και Κοραής διά δύο ν την έγραφον και αυτοί. Οι πλείστοι σήμερον την γράφουν δι' ενός θεωρούντες ίσως αδικαιολόγητα τα δύο· αλλ' ιδού τι λέγει ο Στράβων εν βιβλίω ΙΓ' περί του πλεονάζοντος ν.

«Κατά δε τον πορθμόν, τον μεταξύ της Ασίας και της Λέσβου, νησία εστί περί είκοσιν . . . . Καλούνται δ' Εκατόννησοι συνθέτως, ως Πελοπόννησος, κατά έθος τι του ν γράμματος πλεονάζοντος εν τοις τοιούτοις, ως Μυόννησος και Προκόννησος λέγεται και Αλόννησος, ώστε Εκατόννησοι εισιν, οίον Απολλωνόννησοι».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.

(α.)

Ανηγορεύθησαν μετά ταύτα μέλη της γερουσίας ο Π. Πατρών Γερμανός και ο Ασημάκης Ζαήμης.

(β.) Η γερουσία απηγόρευσε την εξαγωγήν των μεν τροφίμων, ίνα μη πεινάση ο τόπος· των δε λοιπών προϊόντων ίνα μη οικειοποιώνται οι ιδιώται τα δημόσια, ό εστι τα Τουρκικά, και τα πωλώσιν ως ίδια.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings