Front matter (continued 3)
Reading edition
Ο δε παρά το Βουκουρέστι εστρατοπεδευμένος Βλαδιμιρέσκος διέμεινεν εν τω στρατοπέδω του όλην την ημέραν καθ' ην οι Τούρκοι εισήλθαν εις την πόλιν, μήτε φανεράν συγκοινωνίαν λαβών, μήτε κηρυχθείς υπέρ αυτών, τρέφων όμως επιβούλους σκοπούς κατά του Υψηλάντου και προσπαθών να τους πραγματοποιήση επιτηδείως εις παντελή όλεθρόν του· την δε επιούσαν εξεστράτευσεν εις την μικράν Βλαχίαν μη προειδοποιήσας τον Υψηλάντην.
Μεταξύ των οπλαρχηγών του Βλαδιμιρέσκου ήσαν τινες και την επίβουλον διαγωγήν του αρχηγού των κατακρίνοντες, και άλλην οδόν παρά την του Γεωργάκη να βαδίσωσι μη θέλοντες. Δια τον διττόν τούτον λόγον ήσαν ύποπτοι παρά τω Βλαδιμιρέσκω, όστις, σκληρός και αιμοβόρος και εξ ανατροφής και εκ προαιρέσεως, επεχείρησε ν' απαλλαχθή των οπλαρχηγών του όσους υπώπτευε, και ήρχισε καθ' οδόν να τους φονεύη αδίκως και ανεξετάστως. Αι φονικαί αύται πράξεις δυσηρέστησαν και εφόβησαν εις άκρον τους επιζώντας κινδυνεύοντας να πάθωσι τα αυτά εξ αιτίας των υποψιών ας εδύνατο να συλλάβη και κατ' αυτών· διά τούτο αποφασίσαντες να πράξωσι πριν πάθωσιν, εξεμυστηρεύθησαν τω Γεωργάκη τους φόβους των και επεκαλέσθησαν την σύμπραξίν του εις ασφάλειάν των χρείας τυχούσης.
Εν τούτοις ο πανούργος Σάββας, ειδώς εξ ων είχε μυστικών σχέσεων προς τους Τούρκους τα σχέδια του Βλαδιμιρέσκου, τα ανεκάλυψε τω Υψηλάντη, ίνα μη χαρή ο εχθρός του τας πρώτας τιμάς της προδοσίας, ας αυτός επεθύμει. Τα ανακαλυφθέντα δε σχέδια ήσαν, ότι ο Βλαδιμιρέσκος ώδευε προς την μικράν Βλαχίαν εις προκατάληψιν των έμπροσθεν και εμπόδιον της εκείθεν του Όλτου διαβάσεως του ελληνικού στρατοπέδου, και ότι οι Τούρκοι εμελέτων, αφ' ού ο Βλαδιμιρέσκος ετοποθετείτο όπου έπρεπε, να κινήσωσι και αυτοί προς το Τυργόβιστον και να πέσωσιν επί τους περί τον Υψηλάντην όπισθεν, ώστε αυτόν μεν να φονεύσωσιν ή να συλλάβωσι, το δε στρατόπεδον να αφανίσωσιν. Ο Υψηλάντης εκοινοποίησε τω Γεωργάκη διαμένοντι εν Πιτεστίω τους λόγους του Σάββα, και τω παρήγγειλε να ματαιώση τα ολέθρια σχέδια του Βλαδιμιρέσκου καθ' οιουσδήποτε ενόμιζε καταλληλοτέρους τρόπους· διέταξε δε και τον εν Κυμπουλουγγίω αδελφόν του, εξ αιτίας του παρακολουθούντος τον Βλαδιμιρέσκον πλήθους, να καταβή και αυτός μετά των περί αυτόν εις το στρατόπεδον του Γεωργάκη προς ενδυνάμωσίν του. Ο δε Σάββας έδραξε την αρμοδίαν ταύτην ευκαιρίαν ίνα και τον Υψηλάντην αποκοιμήση και τον εχθρόν του Βλαδιμιρέσκον βλάψη, και έστειλε 400 ιππείς υπό τας διαταγάς του Γεωργάκη. Την 18 έφθασεν ο Βλαδιμιρέσκος πανστρατιά εις Γολέστι. Παρά το Πιτέστι και απέναντι του Γολεστίου ρέει ο Άρζησος· τας όχθας του ποταμού τούτου ζευγνύει γέφυρα, ην προκατέλαβεν ο Γεωργάκης. Ειδοποιηθείς ο Βλαδιμιρέσκος, παρεκάλεσε τον Γεωργάκην ν' αφήση το πέραμα ελεύθερον. Ο Γεωργάκης ανέβαλε την απάντησιν εις την επαύριον, καθ' ην συνοδευόμενος υπό 400 εκλεκτών ιππέων και πεζών υπήγεν εις Γολέστι. Ο Βλαδιμιρέσκος τον υπεδέχθη ενώπιον των οπλαρχηγών του. Ο Γεωργάκης ήρχισε να τον επιπλήττη ως μη αντισταθέντα εν ώ εισήρχοντο οι Τούρκοι εις Βουκουρέστι, ως αθετήσαντα τας υποσχέσεις του και ως παραβάντα τους όρκους του. Ο Βλαδιμιρέσκος ηθέλησε να ενοχοποιήση περί της μη αντιστάσεώς του τον Σάββαν μη θελήσαντα να συμπολεμήση· αλλ' ο Γεωργάκης επανέλαβεν, ότι ο πρίγκηψ (Υψηλάντης) είχεν εγγράφους αποδείξεις των μυστικών σχέσεων αυτού προς τους εχθρούς της πίστεως, και ήξευρεν ότι αυτός τους εθάρρυνε να πατήσωσιν ένοπλοι την ηγεμονείαν, ότι διά της πράξεώς του ταύτης ηφάνισε τον τόπον, και ότι είχε να δώση λόγον ενώπιον Θεού και ανθρώπων· εστηλίτευσεν έπειτα την προς τους οπλαρχηγούς επίβουλον διαγωγήν του διά του αδίκου θανάτου τινών εξ αυτών, και παρήνειρεν, ότι πάσα ασφάλεια διά τους παρεστώτας εξέλειψεν. Ανεγνώσθη δε εις επήκοον πάντων και μυστική σύμβασις αυτού και του Βλαδιμιρέσκου, γραφείσα προ της ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος, και αποδεικνύουσα ότι ο Βλαδιμιρέσκος έπραξε παρά τα συνομολογηθέντα. Ο Βλαδιμιρέσκος, ο έχων την διάθεσιν αλλ' όχι και την επιτηδειότητα του επιβούλου, εσκοτίσθη επιπληχθείς. Ο δε Γιωργάκης βλέπων τούτο, και ότι πολλοί των παρεστώτων ενέκριναν όσα αυτός έλεγεν, εξεκρέμασε την επάνωθεν του Βλαδιμιρέσκου τοιχοκρεμή σπάθην του ειπών, ότι δεν ήτον άξιος να την φορή, και ότι ήθελε να την στείλη προς τον αρχιστράτηγον. Η τόλμη του Γεωργάκη και τον Βλαδιμιρέσκον κατεπτόησε και ουδένα των παρεστώτων παρώργισε. Ο Γεωργάκης ετόλμησεν έτι μάλλον· ήρπασεν από της ζώνης του Βλαδιμιρέσκου τας πιστόλας του, και διέταξε να τον μεταφέρωσιν εις Τυργόβιστον ίνα απολογηθή ενώπιον του πρίγκηπος. Τότε τον συνέλαβαν τινες των παρόντων οπαδών του Γεωργάκη παρά πάντων εγκαταλειφθέντα, τον ωπισθαγκώνισαν, και τον απήγαγον υπό φύλαξιν εις Πιτέστι· εκεί τον παρέλαβεν ο Νικόλαος Υψηλάντης και τον έφερεν υπό ικανήν φύλαξιν εις Τυργόβιστον, όπου επιπληχθείς πάλιν πικρώς παρά του Υψηλάντου, απήχθη έξω της πόλεως και κατεκόπη μεληδόν υπό των στρατιωτών ως προδότης και επίορκος την 23, μήτε δικασθείς κατά τους στρατιωτικούς νόμους μήτε καταδικασθείς εν τάξει, αλλά δυνάμει των ανά χείρας του Υψηλάντου εγγράφων, εξ ων εφαίνετο τω όντι η προδοσία και η επιορκία του.
Τοιούτος εφάνη και τοιούτον έλαβε τέλος ο Θεόδωρος Βλαδιμιρέσκος, άνθρωπος όστις επεθύμει μεν το καλόν της πατρίδος του, αλλ' εξ αιτίας της άκρας απαιδευσίας του, της βαρβάρου ανατροφής του και των κακών του έξεων εθεώρει θεμιτήν την χρήσιν της επιβουλής, της προδοσίας, των αδίκων φόνων και της επιορκίας, δι' ων διεκρίθη η τελευταία διαγωγή του.
Μετά δε τον φόνον τούτου ο Υψηλάντης διώρισεν αρχηγούς του στρατεύματός του τους δύο σημαντικωτέρους οπλαρχηγούς αυτού, τον Χατσή - Πρόδαν, Σέρβον, και τον Μακεδόνσκην, Βλάχον, φέροντα το όνομα της μακεδονικής καταγωγής του. Συνίστατο δε τότε η δύναμις αύτη εκ 250 ιππέων, Σέρβων και Βουλγάρων, 4000 Πανδούρων, και εκ 4 κανονίων. Τους διέταξε δε να μεταβώσιν εις την μικράν Βλαχίαν, να στρατολογήσωσι και να καταλάβωσί τινας θέσεις και την κώμην του Δραγασανίου, διότι ηκούσθη ότι δισχίλιοι εχθροί εξήλθαν του Βιδινίου και διεσπάρησαν εις την μικράν Βλαχίαν. Ο δε Υψηλάντης φοβούμενος ότι οι εν Βουκουρεστίω Τούρκοι εμελέτων, ως προειδοποιήθη, να τον κτυπήσωσιν εν Τυργοβίστω, απαλλαχθείς και του κρυφίου εχθρού του Βλαδιμιρέσκου, και βλέπων πανταχόθεν τας μεν δυνάμεις του εχθρού εις κίνησιν, τας δε υπ' αυτόν εις τελείαν απραξίαν, απεφάσισεν επί συμβουλίου την 27 να κινηθή και αυτός αυθημερόν· και επειδή οι εξελθόντες του Βιδινίου ήσαν οι ολιγαριθμότεροι, ηθέλησε να επιπέση πορευόμενος διά του επί της οδού προς την μικράν Βλαχίαν Πιτεστίου, όπου τον ανέμενεν ο Γεωργάκης· διέταξε δε να συγκεντρωθώσιν εκεί διάφορα σώματα και εκάλεσε και τον Σάββαν, μη ρίψαντα εισέτι το προσωπείον, να συνακολουθήση· αλλ' ούτος, υποπτεύων μη πάθη ό,τι έπαθεν ο συνεπίβουλός του Βλαδιμιρέσκος, απεποιήθη ευσχήμως την πρόσκλησιν, και ετοποθετήθη εν τω οχυρώ μοναστηρίω του Μαρτσενίου. Οι δε Τούρκοι, ως 5000, εξεστράτευσαν, καθώς προεσχεδιάσθη, προς το Τυργόβιστον την 25, και το εσπέρας της 26 έφθασαν πλησίον αυτού και διενυκτέρευσαν εντός του παρακειμένου δάσους, αγνοούντων των εισέτι εν Τυργοβίστω Ελλήνων, ότι οι εχθροί των ήσαν τόσω πλησίον. Το πρωί δε της 27, ό εστι καθ' ην ώραν ήρχισαν οι περί τον Υψηλάντην την προς το Πιτέστι πορείαν, 500 ιππείς αποσπασθέντες του κατόπιν αυτών οδεύοντος τουρκικού στρατεύματος εφάνησαν πορευόμενοι εις Νοτσέτον κατεχόμενον υπό των περί τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην, εξάδελφον του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Φθάσαντες δε εις την παρακειμένην μονήν του αγίου Γεωργίου και ευρόντες ελληνικήν φρουράν υπό τον Σαχίνην και τον Σφίκαν, εφώρμησαν, αλλ' ωπισθοδρόμησαν άπρακτοι, δεινής γενομένης αντιστάσεως. Περί δε το δειλινόν συμπληρωθέντες οι εχθροί εις 1500 ιππείς, ήλθαν εις Νοτσέτον, όπου είχαν έλθει προ ολίγου εις βοήθειαν των εκεί ο Κωνσταντίνος Δούκας και ο Γεράσιμος Ορφανός, σταλέντες παρά του Υψηλάντου μαθόντος τα προς το μέρος εκείνο κινήματα των εχθρών. Και οι μεν περί τον Ορφανόν ετοποθετήθησαν παρά την μονήν, οι δε περί τον Δούκαν απώτερον επί τινος λόφου προς τα αριστερά. Οι εν Νοτσέτω, βοηθούμενοι υπό των περί τον Ορφανόν, εμάχοντο γενναίως προϊούσης και της νυκτός. Σφοδρώς αντέστη και άλλο σώμα ελληνικόν υπό τον Αναστάσην Αργυροκαστρίτην, κατέχον λοφίσκον προφυλαττόμενον έμπροσθεν μεν υπό τινος εκ του προχείρου υψωθείσης λιθιάς, όπισθεν δε και εκ των πλαγίων υπό του δάσους. Αλλ' ο Δούκας, ιδών απόσπασμα εχθρών επερχόμενον, εγκατέλειψε την θέσιν του, και διά της φυγομαχίας του εφόβισε και ηνάγκασε τους άλλους, τους ευτυχώς έως τότε πολεμήσαντας, να τραπώσιν εις φυγήν περί το μεσονύκτιον ως νενικημένοι.
Αν και η πραγματική βλάβη των Ελλήνων ήτο μικρά, η ηθική, απέβη μεγίστη· διότι έφερεν εις μεγάλην αταξίαν το παραπορευόμενον υπό τον Υψηλάντην στράτευμα μαθόν το συμβάν, και εξ αιτίας τούτου αποσπάσματα τινα αυτού διεσκορπίσθησαν και επλανήθησαν εν μέσω του νυκτικού σκότους και του διαχυθέντος φόβου· εχάθησαν δε καί τινες αποσκευαί και ικαναί τροφαί επί της διαβάσεως του ποταμού Διμπαβίτσας. Ο δε Δούκας, επανελθών εις το στρατόπεδον και επιπληχθείς αυστηρώς διά την λειποταξίαν του, εγκατέλειψε τας ηγεμονείας.
Πριν δε διαβώσι τον Όλτον οι περί τον Μακεδόνσκην και Χατσή - Πρόδαν ως διετάχθησαν, οι εν τη μικρά Βλαχία εχθροί εκυρίευσαν την Κραϊόβαν· τινές δε αυτών απήντησαν εκτός της Κώμης του Σαβιδινίου δύο σώματα, το μεν υπό τον Σολωμόν, το δε υπό τον Αναστάσην Μανάκην τον και Μιχάλογλουν, στρατεύοντα προς τον Υψηλάντην, τα εκτύπησαν και τα διεσκόρπισαν. 800 δε άλλοι Τούρκοι υπό τον υιόν του επ' ανδρία γνωστού Καραφεϊζή ετοποθετήθησαν εν Δραγασανίω. Οι δε περί τον Μακεδόνσκην και Χατσή - Πρόδαν ήλθαν και αυτοί πλησίον του χωρίου τούτου την νύκτα της 29, και επέπεσαν αίφνης όπου οι Τούρκοι έβοσκαν τα ζώα των, εξ ων συνέλαβον 70 εσκότωσαν δε και 5 Τούρκους και εζώγρησαν δύο· ηκροβολίσθησαν και τας δύο ακολούθους ημέρας μετά των εν Δραγασανίω Τούρκων εξελθόντων εις καταδίωξίν των, και μετά ταύτα απεμακρύνθησαν.
Ιούνιος Φθάσας δε ο Υψηλάντης εις Πιτέστι έμαθεν, ότι οι επερχόμενοι Τούρκοι εκ Βουκουρεστίου είχαν φανερόν συναγωνιστήν τον Σάββαν, και απέστειλεν ευθύς τον Φαρμάκην μετά 300 εις Αρζησίαν (κόρτε δε Αρζέσι) επί του ομωνύμου ποταμού εντός υψηλών ορέων, προς εξασφάλισιν της θέσεως εκείνης· αυτός δε έφθασε την 1 Ιουνίου εις Ρύμνικον, πόλιν επί της δεξιάς όχθης του Όλτου, όπου ήλθαν και οι υπό τους οπλαρχηγούς Μακεδόνσκην, Χατσή - Πρόδαν, Διαμαντήν Σερδάρην, Σολωμόν και Μανάκην· ώστε αι υπό τας διαταγάς του Υψηλάντου δυνάμεις την ώραν εκείνην ήσαν 2500 ιππείς και 4500 πεζοί συμπεριλαμβανομένου και του ιερού λόχου, και 4 κανόνια. Ο Υψηλάντης διέταξε τα πλείστα των σωμάτων να προχωρήσωσι προς το Δραγασάνι και καταλάβωσι θέσεις τινάς έως ου φθάση και αυτός. Την 3 εκίνησαν τα σώματα όπως διετάχθησαν· την δε 5 παρηκολούθησε και ο Υψηλάντης μετά της οπισθοφυλακής. Οκτώ ώρας απέχει το Δραγασάνι του Ρυμνίκου· αλλά τα σώματα ταύτα υπέρ το σύνηθες ηργοπόρησαν, ουδ' ομού όλα έφθασαν, πεσούσης καθ' οδόν ραγδαίας και διαρκούς βροχής· μόλις δε συνήλθαν εις τον προς ον όρον αλληλοδιάδοχος μέχρι της αυγής της 7. Ο συστρατεύων Γεωργάκης εσκόπευεν, εξ αιτίας της υπεροχής του αριθμού των υπό την ελληνικήν σημαίαν, ν' αποκλείση τους ολίγους εχθρούς πανταχόθεν, και έστειλε διάφορα σώματα και κατέλαβαν τας περί το χωρίον επιτηδείας εις τον σκοπόν τούτον θέσεις. Ο δε Καραβιάς μετά των περί αυτόν ιππέων και ο Νικόλαος Υψηλάντης, ο επί του ιερού λόχου και του πυροβολικού ταχθείς εσχάτως, ετοποθετήθησαν εντεύθεν χαράδρας αντικρύ του Δραγασανίου, ης τα δύο χείλη συζευγνύει γέφυρα· ειδοποιήθησαν δε όλοι να ετοιμασθώσιν εις μάχην την επαύριον, καθ' ην εσκόπευε να παρευρεθή και ο αρχιστράτηγος μετά της οπισθοφυλακής εκ δισχιλίων. Ο δε Γεωργάκης, όστις διέθεσε τα πάντα, ετοποθετήθη απώτερον επί της οδού Ρυμνίκου, όπως διαλεχθή προ των άλλων μετά του αυθημερόν αναμενομένου αρχιστρατήγου.
Οι εν Δραγασανίω Τούρκοι, κατέχοντες και την παρακειμένην μονήν, ησθάνθησαν πόσον δεινή ήτον η θέσις των και επεχείρησαν, αλλ' εις μάτην, να διώξωσι τους περί τον Αργυροκαστρίτην, μεταβάντας εκεί μετά τα εν τω Νοτσέτω συμβάντα και καταλαβόντας γήλοφον πλησίον του χωρίου εν μέσω ως· προβλέποντες δε, ότι η μάχη ήτον άφευκτος και εγγύς, ήρχισαν να καίωσι τας ευτελείς του χωρίου οικίας ως περιττάς ή επιζημίους. Αλλ' ο θερμουργός Καραβιάς εθεώρησε τον εμπρησμόν πρόδρομον φυγής, και φοβούμενος μήπως του φύγη η βεβαία, ως εφαντάζετο, νίκη εξ αιτίας της απραξίας του, διέβη μετά μεσημβρίαν συν τοις περί αυτόν πέραν της χαράδρας προς το χωρίον, μη προειδοποιήσας τους άλλους οπλαρχηγούς, ως θέλων να σφετερισθή όλην την δόξαν μόνος αυτός· παρηκολούθησαν δε επί τη προτροπή αυτού ο ιερός λόχος και το πυροβολικόν. Οι Τούρκοι εδειλίασαν υπολαβόντες, ότι θα εφώρμων οι Έλληνες εκ συνθήματος πανταχόθεν διά τούτο, εν ώ ήρχισε το πυροβολικόν να τους κτυπά, δεν εξήλθαν και εσκέπτοντο διά ποίας οδού να φύγωσιν· αλλά βλέποντες, ότι άλλοι δεν εκινήθησαν, και ότι τα κανόνια δεν τους έβλαπταν διά την απειρίαν των κανονοβολιστών, εξήλθαν έφιπποι και έπεσαν ξιφήρεις επί τους εχθρούς· και οι μεν περί τον Καραβιάν ελειποτάκτησαν, οι δε ιερολοχίται έδειξαν ότι φλόγες πατριωτισμού έκαιαν την καρδίαν των και επέμεναν μαχόμενοι· αλλ' ήσαν απειροπόλεμοι, και το ιππικόν του εχθρού επιπεσόν πανορμεί διέρρηξε τας τάξεις, εκυρίευσε τα κανόνια, και τους κατέκοψεν. Ακουσθείσης της βοής του πολέμου, έτρεξαν εις το πεδίον της μάχης ο Γεωργάκης καί τινες άλλοι οπλαρχηγοί μεθ' όσων εδυνήθησαν εκ του προχείρου, ετουφέκισαν τους Τούρκους καταδιώκοντας και κατακόπτοντας ανηλεώς τους ιερολοχίτας τραπέντας επί τέλους εις φυγήν, και τοιουτοτρόπως ελύτρωσαν της σφαγής και της αιχμαλωσίας πολλούς, εν οις και τους αδελφούς του αρχιστρατήγου κινδυνεύοντας να συλληφθώσιν. Όλοι δε οι ιερολοχίται θα ηφανίζοντο, αν δεν επρόφθαναν οι επιβοηθοί ούτοι, εν οις διέπρεψεν ο Βλάχος οπλαρχηγός Ιωαννίτσας Χόρκας. Οι Τούρκοι, καταδιώξαντες τους ηττηθέντας μέχρι της χαράδρας, επανήλθαν εις το χωρίον νικηταί, απορούντες και αυτοί δι' όσα παρ' ελπίδα κατώρθωσαν. Υπερδιακόσιοι Έλληνες εφονεύθησαν, όλοι σχεδόν ιερολοχίται, πεσόντες ως ευθαλείς κλάδοι υπό την κοπτεράν αξίνην στιβαρού ξυλοκόπου· εφονεύθησαν και οι επ' ανδρία μεταξύ των ανδρείων τούτων διακριθέντες εκατόνταρχοι, Δημήτριος Σούτσος, και Σπυρίδων Δρακούλης, 40 δε ηχμαλωτίσθησαν. Πανικός φόβος κατέλαβε τότε όλα τα σώματα, και τα πλείστα εν τω άμα διελύθησαν και κακήν κακώς διεσκορπίσθησαν. Ο δε Υψηλάντης, έμαθε το γεγονός καθ' οδόν τρεις ώρας μακράν της θλιβεράς σκηνής, και ιδών τον διασκορπισμόν των στρατιωτών επανερχομένων εις Ρύμνικον ωπισθοδρόμησε, και διέμεινεν εκεί την νύκτα και την ακόλουθον ημέραν· την δε 9 μετέβη εις Κόζιαν, μοναστήριον επί των Καρπαθίων ορέων δύο ώρας απέχον του Ρυμνίκου.
Εξ ότου ο Υψηλάντης έλαβε τας απαντήσεις της αυλής της Ρωσσίας εις τας αναφοράς του, έχασε πάσαν ελπίδα εξωτερικής βοηθείας ή εξωτερικών προσκομμάτων εις τα κατ' αυτού στρατιωτικά κινήματα της Πύλης· η δε εσχάτως συμβάσα εν Δραγασανίω καταστροφή κατέστρεψε πάσαν προσδοκίαν εσωτερικής ευτυχούς αντιστάσεως· και το χείριστον, ότι μετά την καταστροφήν ταύτην εφοβείτο όχι μόνον τους Τούρκους αλλά και αυτούς τους στρατιώτας του, και ούτε να μείνη ηδύνατο, διότι εκινδύνευε να συλληφθή υπό των εχθρών, ούτε να φύγη ετόλμα, διότι οι υπ' αυτόν στρατιώται αντέτειναν· τινές δε αυτών, μαθόντες ότι ο κεχαγιάμπεης εξέδωκε κήρυγμα, δι' ου υπέσχετο αντιμισθίαν προς όποιον έφερε την κεφαλήν του, εμελέτησαν και επιβουλήν. Ένεκα τούτου συνέλαβεν ο Υψηλάντης δεινάς υποψίας· ώστε, τριημερεύσας εν τω μοναστηρίω, ολίγους εδέχετο εντός της αυλής, και την νύκτα διέμενεν αυτός και οι περί αυτόν προσεκτικοί και άγρυπνοι, ως αν εφοβούντο έφοδον εχθρών. Τω όντι την δευτέραν νύκτα της εκεί αφίξεώς των ανεφάνη πυρκαϊά εν τω προαυλίω του μοναστηρίου όπου διενυκτέρευαν στρατιώται, οίτινες, υποκριθέντες ότι εφοβούντο μη καώσιν, ανέβησαν πολλαχόθεν τα τείχη εις αποφυγήν δήθεν του κινδύνου. Αλλ' οι περί τον Υψηλάντην, ειδότες προηγουμένως ότι οι επιβουλεύοντες την ζωήν του εσχεδίασαν το τέχνασμα τούτο, τοις απηγόρευσαν την είσοδον επί ποινή θανάτου. Εν μέσω τοιούτων υποψιών και επιβουλών ο Υψηλάντης απεφάσισε να εγκαταλείψη τας ηγεμονείας. Η γνώσις, ην είχε του χαρακτήρος και της αξίας του Γεωργάκη, τον εθάρρυνε να τω ανακαλύψη τον σκοπόν του και ζητήση την ειλικρινή συνδρομήν του. Ο Γεωργάκης ούτε της εμπιστοσύνης του Υψηλάντου ανάξιος εφάνη, ούτε κωφός εις την αίτησίν του, αν και την εθεώρησε λίαν επιβλαβή, και προς τον κοινόν αγώνα και προς εαυτόν· απέπεμψε δέ τινας των εκεί υπόπτων οπλαρχηγών εις κατάληψιν δήθεν θέσεών τινων πολεμικών, κυρίως δε ίνα μη ενοχλήσωσι τον Υψηλάντην επί της απελεύσεώς του.
Αλλ' ό,τι ο Υψηλάντης εμελέτα να πράξη υποκεκρυμμένως, πάμπολλοι των υπ' αυτόν έπρατταν παρρησία τρέχοντες μετά την εν Δραγασανίω τροπήν προς τα όρια, όπως διασωθώσιν εις την Τρανσιλβανίαν. Επειδή δε πάσα αιδώς και πας φόβος εξέλειψαν, ο δυνατός κατέθλιβε τον αδύνατον, μήτε ως συναγωνιστή συμπαθών μήτε ως ομοιοπαθεί· τινές δε τόσον εφάνησαν ασυνείδητοι και απάνθρωποι, ώστε, καταλαβόντες τα επί της προς την Τρανσιλβανίαν πορείας στενά, συνελάμβαναν, ως άλλοι Περιφήται και Κερκύωνες, τους διαβαίνοντας και κυρίως τους αξίους πάσης αγάπης και περιθάλψεως ιερολοχίτας, και αν δεν τους εφόνευαν ως οι παλαιοί συντεχνίται των, τους εγύμνοναν. Εν τοσούτω ο Υψηλάντης, προδιαθέτων τα εις επέλευσίν του, πρώτον μεν διέδωκεν, ότι η Αυστρία εκήρυξε πόλεμον κατά της Τουρκίας, έπειτα δε υπεκρίθη, ότι έλαβε γράμματα δηλωτικά της αφίξεως επί των ορίων και της εις Βλαχίαν ανυπερθέτου μεταβάσεως αυστριακών τινων ταγμάτων· προς πίστωσιν δε των λεγομένων έδωκε πάνδημα δείγματα χαράς διατάξας να τουφεκίσωσι, να φωτίσωσι το μοναστήριον και να ευθυμήσωσι πίνοντες εις υγείαν του αυτοκράτορος της Αυστρίας. Ταύτα έπραξε την εσπέραν· την δε επαύριον εξεστράτευσε προς τα όρια ειπών, ότι έλαβε πρόσκλησιν να μεταβή εκεί εις έντευξιν αξιωματικού σταλέντος παρά του αυτοκράτορος Φραγκίσκου προς διευθέτησιν των αφορώντων την είσοδον των αυστριακών στρατευμάτων. Εγγύς δε γενόμενος των ορίων ηναγκάσθη, απειλούμενος, να δώση εκ του υστερήματος τω Αργυροκαστρίτη χρήματα επί λόγω καθυστερούντων μισθών των οπαδών του, και ούτω ν' απαλλαχθή των χειρών αυτού· ημιώριον δε πριν φθάση εις Ροτερτούρμην, όπου εστάθμευεν η επί των ορίων αυστριακή Αρχή, εστάθη, και απέστειλε τον Λασσάνην, ίνα μάθη αν ήτο δεκτός επί της αυστριακής γης· μαθών δε ότι ήτο δεκτός αλλ' υπ' άλλω ονόματι, μετωνομάσθη Αλέξανδρος Κομνηνός, και την 14 παρεδόθη εις τας αυστριακάς Αρχάς, και παρεδόθησαν και οι περί αυτόν, ήγουν οι δύο αδελφοί του, ο Ορφανός, ο Λασσάνης, ο Γορνόφσκης και ο Κωνσταντίνος Καβελλαρόπουλος, μετονομασθέντες και ούτοι, και εκείθεν μετεκομίσθησαν όλοι εις Αράδην, πόλιν της Ουγγαρίας επί του ποταμού Μαρόσχου, όπου διέμειναν οκτώ ημέρας προσμένοντες τας διαταγάς της αυστριακής αυλής, και μηδόλως υποπτεύοντες όσα τοις έμελλαν, αλλ' εξ εναντίας ελπίζοντες εν πλήρει πεποιθήσει την εκ της αυστριακής εις άλλην ελευθέραν γην μετάβασίν των, και την εις Ελλάδα ταχείαν κάθοδόν των. Εν Αράδη διατριβών ο Υψηλάντης εξέδωκε την ακόλουθον ημερησίαν διαταγήν γραφείσαν εν Ρυμνίκω την 8 Ιουνίου.
«Στρατιώται! Όχι! δεν μολύνω πλέον το ιερόν, το τίμιον τούτο όνομα εις τα υποκείμενά σας. Άνανδροι αγέλαι λαών. Αι προδοσίαι σας, αι επιβουλαί σας με βιάζουσι να σας αποχωρισθώ. Εις το εξής κάθε δεσμός μεταξύ υμών και εμού κόπτεται· βαθείαν μόνον εις την ψυχήν μου θα φέρω την εντροπήν ότι σας εδιοικούσα. Επατήσατε τους όρκους σας, επροδόσατε θεόν και πατρίδα, επροδόσατε και εμέ την στιγμήν καθ' ην ήλπιζα ή να νικήσω ή να συναποθάνω μαζή σας ενδόξως. Σας αποχωρίζομαι λοιπόν· τρέξατε εις τους Τούρκους τους μόνους αξίους των φρονημάτων σας, εξέλθετε από τα δάση, καταβήτε από τα βουνά τα άσυλα της ανανδρίας σας, και τρέξατε εις τους Τούρκους, καταφιλήσατε τας χείρας των, από τας οποίας στάζει ακόμη το ιερόν αίμα των κατασφαγέντων απανθρώπως, των κορυφαίων υπουργών της θρησκείας, πατριαρχών, αρχιερέων, και μυρίων άλλων αθώων αδελφών σας. Ναι! τρέξατε, αγοράσατε την σκλαβίαν σας με την ζωήν σας, με την τιμήν των γυναικών και παιδιών σας·
Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων εκ του ιερού λόχου, Όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα διά την ευδαιμονίαν της πατρίδος, δεχθήτε δι' εμού τας ευχαριστίας των ομογενών σας. Ολίγος καιρός, και στήλη θ' ανεγερθή να διαιωνίση τα ονόματά σας.
Με χαρακτήρας φλογερούς είναι εγχαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδίας μου τα ονόματα των φίλων όσοι μέχρι τέλους μ' έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησίς των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτόν της ψυχής μου.
Παραδίδω δε εις την απέχθειαν της ανθρωπότητος, εις την δίκην των νόμων, και εις την κατάραν των ομογενών τον επίορκον και προδότην καμινάρην Σάββαν, τους λειποτάκτας και πρωταιτίους της κοινής λειποταξίας και φυγής Κωνσταντίνον Δούκαν, Βασίλειον Μπαρλάν, Γεώργιον Μάνον Φαναριώτην, Γρηγόριον Σούτσον Φαναριώτην και τον φαυλόβιον Νικόλαον Σκούφον.
Καθαιρώ και τον Βασίλειον Καραβιάν από την τάξιν των συστρατιωτών μου διά την απείθειάν του και διά το απρεπές πολίτευμά του».
Αφ' ού δε ήλθαν αι διαταγαί της αυστριακής αυλής, ήλλαξαν όνομα οι περί τον Υψηλάντην και εκ δευτέρου· απαιτείται δε η μετονομασία των επί πολιτικαίς αιτίαις φυλακιζομένων εν Αυστρία, ίνα μηδ' αυτοί οι φυλάττοντες γνωρίζωσι ποίοι οι φυλασσόμενοι· και ο μεν Υψηλάντης μετωνομάσθη Βαρόνος Σχονβάρδος, οι δε άλλοι άλλως, και απεκομίσθησαν νυχθαμαξοπορούντες εις Μουνκάτσην, πόλιν της Ουγγαρίας, όπου εφυλακίσθησαν και έπαθαν όσα δεινόν και λέγειν. Εν έτει δε 1823 μετεκομίσθησαν εκείθεν διά το νοσώδες του τόπου εις Θερεσιενστάδην, πόλιν της Βοεμίας, όπου, εκτός του Καβελλαροπούλου και του Γορνόφσκη ελευθερωθέντων το 1826, του μεν πρώτου ως Ιονίου, του δε δευτέρου ως Πολωνού, διέμειναν εν φυλακή μέχρι τέλους του 1827, και ηλευθερώθησαν όλοι διά της μεσιτείας του αυτοκράτορος Νικολάου επί λόγω τιμής του να διαμείνωσιν, έως ου απεπερατούντο τα της Ελλάδος, εν οποία των τριών πόλεων, της Βιέννης, της Βενετίας, ή της Βερώνης, ευηρεστούντο· διέμειναν δε εν Βιέννη, όπου ο Υψηλάντης, πάσχων εξ όσων υπέστη εν τη δεινή του φυλακίσει, απέθανε την 20 Ιουλίου του 1828 περί το τριακοστόν όγδοον έτος της ηλικίας του.
Η δε απέλευσις του Υψηλάντου εκ της Βλαχίας διέλυσε τον προς ένα και τον αυτόν σκοπόν των οπλαρχηγών αγώνα, και έκτοτε έκαστος ήγετο και εφέρετο υπό της φυσικής ροπής του και των συμφερόντων του· και οι μεν έφευγαν πέραν των ορίων, οι δε εκλείοντο εντός οχυρών θέσεων, και άλλοι περιήρχοντο εις ορεινά μέρη αποφεύγοντες την συνάντησιν των δυνατών και ευτυχών εχθρών, οίτινες διασπαρέντες κατεδίωκαν τους εναπολειφθέντας.
Ο δε Γεωργάκης, αφ' ού απεχαιρέτησε τον Υψηλάντην, μετέβη εις Αρζησίαν όπου ηνώθη μετά του κατέχοντος την θέσιν εκείνην Φαρμάκη. Μαθόντες δε οι δύο ούτοι αρχηγοί, ότι και οι Τούρκοι και οι περί τον Σάββαν επήρχοντο, ανεχώρησαν έχοντες 800 επιλέκτους ιππείς, και διαβάντες τα μεθόρια έπεσαν εις Τρανσιλβανίαν, και έφθασαν εις το μολδαυικόν όρος, Βρεάτσαν, όπου κείνται δύσβατά τινα χωρία, και εστρατοπέδευσαν. Ο δε Γεωργάκης, αρρωστήσας καθ' οδόν, συνώδευε το στράτευμα βασταζόμενος εν φορείω πολλάς ημέρας.
Οι δε Τούρκοι και οι περί τον Σάββαν, αποδιώξαντες πέραν των ορίων τον δεινότερον τούτον εχθρόν, εκίνησαν κατά του εν τη μονή της Βιστρίτσης, ή κατ' άλλους της Κόζιας, οχυρωθέντος Διαμαντή Σερδάρη. Ούτος αντέστη γενναίως δύο ημέρας· την δε τρίτην πιστεύσας τους λόγους του Σάββα παρεδόθη επ' ασφαλεία ζωής και διατηρήσει του βαθμού του· αλλ' οι Τούρκοι, παρασπονδήσαντες, αυτόν μεν απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου απεκεφαλίσθη, πολλούς δε των συν αυτώ εθανάτωσαν εν τη μονή. Ο Σάββας εταράχθη επί τη απιστία των Τούρκων, και παρεπονέθη υποπτεύων μη πάθη και αυτός τα αυτά· αλλ' ο Κεχαγιάμπεης τον καθησύχασε λέγων, ότι ο Διαμαντής και οι συν αυτώ έπαθαν ως πολεμήσαντες τους Τούρκους, εν ώ αυτός εφάνη πιστός και συνεργός αυτών θερμότατος.
Οι Τούρκοι εξήλασαν πανταχόθεν της Βλαχίας τους εναντίους ευκόλως, αλλ' ηύραν κάπου αντίστασιν· 400 απέκλεισαν 70 εν τη κατά την Σλάτιναν μονή, τους επολέμησαν τρία ημερονύκτια, και αφ' ού πολλοί εν οις και ο αρχηγός εφονεύθησαν, έβαλαν πυρ εις την μονήν και έφυγαν, και ούτως ελυτρώθησαν οι έγκλειστοι. Τρεις ημέρας απέκρουσαν ευτυχώς και οι περί τον Μανάκην τους Τούρκους εκ της μονής των πεντεκαδιλικίων, και την τετάρτην εξήλθαν διά νυκτός και διεσώθησαν εις Τρανσιλβανίαν.
Ιερεύς δέ τις, κοινώς καλούμενος Παπα - Σέρβος, γνωστός διά την ανδρίαν του, αυθόρμητος ελθών εκ Σερβίας ίνα αγωνισθή μετά του Υψηλάντου διατρίβοντος εισέτι εν Τυργοβίστω, συνέλεξεν ικανούς στρατιώτας, ετοποθετήθη επί των Καρπαθίων άνωθεν του Κυμπουλουγγίου, απέκρουσε τους επελθόντας, κατέκοψε το ιππικόν των διά το δύσιππον του τόπου, και έφυγεν αβλαβής (α). Οι δε οπλαρχηγοί Μακεδόνσκης, Χατσή - Πρόδας, Σολωμός, Καραβιάς και άλλοι διεσώθησαν φεύγοντες εις Τρανσιλβανίαν.
Ο δε κεχαγιάμπεης, αφ' ού είδεν όλην την Βλαχίαν απηλλαγμένην των εχθρών του, εκάλεσεν εις Βουκουρέστι τον Σάββαν επί λόγω να τον ανταμείψη διά την προς τον σουλτάνον πιστήν και πολυωφελή υπηρεσίαν του. Ο Σάββας αφίχθη όπου εκλήθη εν πολλή δυνάμει, και παραλαβών εκλεκτούς τινας στρατιώτας και τους δύο του υποπλαρχηγούς, Μιχάλην και Γέντσην, υπήγε την 7 αυγούστου εις την κατοικίαν του κεχαγιάμπεη, και τους μεν στρατιώτας αφήκεν εν τω προαυλίω, αυτός δε και οι δύο υποπλαρχηγοί, προχωρήσαντες ενδότερον, εδολοφονήθησαν πριν φθάσωσιν ενώπιον του κεχαγιάμπεη. Τοιαύτην αμοιβήν έλαβεν ο Σάββας διά την επιορκίαν του προς την Εταιρίαν και διά την επίβουλον διαγωγήν του προς τον Υψηλάντην. Η δολοφονία αύτη έδωκεν αφορμήν εις αλληλομαχίαν των εν τω προαυλίω στρατιωτών του Σάββα και των Τούρκων, και εις χύσιν πολλού αίματος. Εν ώ δε ηθεμιτουργούντο ταύτα, απειράριθμοι Τούρκοι, οι μεν έφιπποι οι δε πεζοί διανυθέντες αδεία της εξουσίας εις όλην την πόλιν και πατήσαντες πολλάς οικίας έπεσαν ξιφήρεις επί τους προστυχόντας Αρβανίτας, απροφυλάκτους διά το απροσδόκητον, και κόπτοντες τας κεφαλάς των, καθώς και παμπόλλων αθλίων Χριστιανών μη ανηκόντων εις την τάξιν ταύτην, τας επεσώρευαν εν τη αυλή του κεχαγιάμπεη χάριν της παρά τοις Τούρκοις συνήθους τρισβαρβάρου και βδελυράς αντιμισθίας. Τόσαι δε κεφαλαί επεσωρεύθησαν, ώστε ο κεχαγιάμπεης φειδωλευόμενος απεποιήθη την αντιμισθίαν, και ούτως έπαυσεν η ανηλεής εκείνη αιματοχυσία διαρκέσασα τρεις σχεδόν ώρας. Τόση δε κατάχρησις έγεινε της φονικής ταύτης αδείας, ώστε ο αριθμός των αποκοπεισών κεφαλών υπερέβαινε τον γνωστόν αριθμόν όλων των εν Βουκουρεστίω Α ρ β α ν ι τ ώ ν. Επηνέθη ο κεχαγιάμπεης παρά της Πύλης ως απαλλάξας τον τόπον των ολετήρων, και επροβιβάσθη εις βαθμόν πασά. Διαρκούσης δε της μιαιοφονίας ταύτης, Θανάσης τις Χειμαριώτης, είς και αυτός των περί τον Σάββαν, και 26 στρατιώται κατέφυγαν εις την εν τη πόλει εκκλησίαν του Ολτενίου· εκεί απεκλείσθησαν πολεμούντες και πολεμούμενοι τρία ημερονύκτια, έως φθείραντες τα πολεμεφόδια, ήνοιξαν την θύραν και εξώρμησαν ξιφήρεις εν μέσω των εχθρών φονεύοντες και φονευόμενοι· τρεις δε μόνον διεσώθησαν φεύγοντες. Και ταύτα μεν τα εν Βλαχία.
Ιούνιος Ο δε εν Μολδαυία Καντακουζηνός, συγκαλέσας αρχομένου του Ιουνίου εν τω χωρίω Στίγκα τους οπλαρχηγούς και υποπλαρχηγούς, και είτε αγανακτών δι' όσα κατ' αυτού ελέγοντο, είτε και απόφασιν έχων έκτοτε να φύγη, τοις επρόβαλε να εκλέξωσιν άλλον αρχηγόν· αλλ' εκείνοι απεκρίθησαν ομοφώνως ότι αυτόν ήθελαν. Τοις εκοινοποίησεν εν εκτάσει τότε ο Καντακουζηνός τον σκοπόν της αποστολής του, τοις είπεν όσα τον εμπόδισαν να τον πραγματοποιήση, και επρόσθεσεν ότι κατά τας παρούσας περιστάσεις ελπίς δεν ήτο να ενωθώσι πλέον μετά του Υψηλάντου διά της συνήθους οδού ως προεσχεδιάσθη, και ότι έκρινεν εύλογον να μεταβώσιν εις Βεσσαραβίαν, να παραλάβωσι τους εκεί ετοίμους εις συνεκστρατείαν, και εμβάντες όλοι εις τα εν Ισμαϊλίω πλοία να πλεύσωσιν εις την μαύρην θάλασσαν, ν' αποβιβασθώσιν όπου θα τους ωδήγει η περίστασις εις έντευξιν αυτού, και ούτω να συστηθή διά της ενώσεως όλων στρατόπεδον αξιόμαχον· έλεγε δε ότι έκρινεν αναγκαίον να μη περάσωσιν ευθύς τον Προύθον εις εκτέλεσιν του σχεδίου τούτου ως φυγόμαχοι, αλλά να οχυρωθώσι παρά το Σκουλένι το επί της δεξιάς όχθης του ποταμού απέναντι του ρωσσικού λοιμοκαθαρτηρίου, όπου εύκολον ήτο να λαμβάνωσι τα αναγκαία εκ της αντικρύ ρωσσικής γης· ούτω δε ωχυρωμένοι, να στέλλωσι μικρά σώματα εις κατασκοπήν του εχθρού, και εάν επήρχετο δύναμις ανάλογος της δυνάμεώς των, να την πολεμήσωσιν, ει δε και επήρχετο μεγάλη, ως εφημίζετο, να μείνωσιν 100 πολεμισταί εν τω οχυρώματι και να μη αφήσωσι τον εχθρόν να πλησιάση έως ου λάβωσι καιρόν οι πολλοί να περάσωσιν εις την άντικρυς όχθην μεταφέροντες όλας τας πολεμικάς αποσκευάς ακινδύνως· μετ' αυτούς δε να διασωθώσιν εκεί και οι λοιποί 100, και ούτω να ενεργηθή το περί ου ο λόγος σχέδιον. Η γνώμη αύτη, σαθρά και κούφη, ως στηρηζομένη επί αλλοκότου σχεδίου, και υποθέτουσα την ρωσσικήν γην σύμμαχον των υπό τον Υψηλάντην παρά τας γνωστάς και ρητάς διαταγάς του αυτοκράτορος, ενεκρίθη παρ' όλων των παρευρεθέντων, πιστευόντων όσα ήκουαν ως ευκατόρθωτα· εστάλησαν δε και οι υπό τον Μλάδην και Βασίλην Θεοδώρου, προσελθόντα μετά τινων και αυτόν, εις κατασκοπήν το εχθρού και ήρχισαν πολλοί να εργάζωνται εις οχύρωσίν των εν Σκουλενίω· αλλά μόλις άρχισαν, και έμαθαν την εις Ιάσι κατά την 13 περί την μεσημβρίαν είσοδον των εχθρών μηδενός εναντιωθέντος. Επί τη ειδήσει ταύτη ο Καντακουζηνός διέταξε τους επί κατασκοπή προαποσταλέντας να επανέλθωσιν εις Σκουλένι, όπου μετέβη και αυτός την αυτήν νύκτα· την δε ακόλουθον ημέραν επέρασε τον Προύθον επί λόγω να ίδη την εκεί διατρίβουσαν μητέρα του, να την ασπασθή τον τελευταίον ασπασμόν και να επανέλθη εις τον τόπον της τιμής και του κινδύνου· αλλά καθ' ην ημέραν επέρασεν εις το ρωσσικόν λοιμοκαθαρτήριον, προσκαλέσας τους εν τω Σκουλενίω αρχηγούς, τον Θανάσην, τον Κοντογόνην, τον Σοφιανόν και τον Σφαέλλον, τοις είπεν ότι δεν έκρινεν εύλογον ν' αντισταθώσι τόσον ολίγοι και ανέτοιμοι εντός του αδυνάτου οχυρώματος του Σκουλενίου, αλλά να περάσωσιν όλοι εις Βεσσαραβίαν· αυτά ταύτα τοις παρήγγειλαν και πολλοί άλλοι ομογενείς βλέποντες τον επικείμενον κίνδυνον. Αλλ' οι οπλαρχηγοί απέρριψαν ομογνωμόνως τας τοιαύτας προτάσεις, ως αναξίας ανδρών φιλελευθέρων και φιλοτίμων, επανήλθαν εις το οχύρωμα υβρίζοντες τον Καντακουζηνόν ως δειλόν, λειποτάκτην και προδότην, ωρκίσθησαν ν' αποθάνωσι πόλεμούντες, και πλήρεις πατριωτισμού και χριστιανικής ευλαβείας έφαγαν άγιον άρτον, ως προετοιμασίαν εις θάνατον, ειπόντες, «α ύ τ η - ε ί ν α ι - η - υ σ τ ε ρ ι ν ή - τ ρ ο φ ή - μ α ς (β).
Σπανίως το παράδειγμα των αρχηγών δεν ευρίσκει μιμητάς μεταξύ των οπαδών των· 400 απεφάσισαν να συναποθάνωσιν, αφ' ού οι αρχηγοί ανήγγειλαν την απόφασίν των. Το οχύρωμα ήτον ασθενέστατον· μόλις αι δύο πλευραί του ήσαν οπωσούν ευϋπεράσπιστοι, την δε τρίτην έσπευσαν να φράξωσιν επισωρεύοντες ξύλα· επέθεσαν δε και οκτώ κανόνια ουδ' αυτά λίαν εύχρηστα.
Γνωστής δε γενομένης της φιλομάχου αποφάσεως, συνέρρευσαν πλήθη θεατών εις την αντικρύ όχθην του Προύθου, εν οις και αυτός ο διοικητής της Βεσσαραβίας, παρετάχθησαν και στρατεύματα ρωσσικά επί της αυτής γραμμής προς διατήρησιν της ουδετερότητος, όλοι αισθανόμενοι και δεικνύοντες συμπάθειαν υπέρ των ολίγων αντιπαραταττομένων προς πολλούς, υπέρ των χάριν πίστεως, πατρίδος και εξευγενισμού μαχομένων προς μισοχρίστους, αλλοφύλλους, βαρβάρους και τυράννους. Η απόφασις των εν Σκουλενίω ολίγων Ελλήνων εφάνη εξ αυτών των πραγμάτων σταθερά, και η πολεμική των ζέσις μεγάλη· αλλά γενικόν αρχηγόν δεν είχαν· έκαστος εκινείτο όπως ήθελε, και τούτο τους έβλαψε θανάσιμα.
Τω όντι, την 15 εκίνησάν τινες εκ Σκουλενίου προς το Ιάσι μη ζητήσαντες την γνώμην των άλλων, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι μετ' ολίγον· εκίνησαν και άλλοι επίσης την ακόλουθον ημέραν, και εν ώ επέστρεφαν και αυτοί άπρακτοι, απήντησαν εχθρούς παρά τον ποταμόν Ζίζαν προς το εσπέρας, συνεκρούσθησαν, εχύθη αίμα εκατέρωθεν, και νυκτός γενομένης επανήλθαν εις το οχύρωμα. Την δε 17 περί την α' ώραν εφάνη έξωθεν αυτού μικρά τις εχθρική δύναμις, και επεξήλθαν τινές των Ελλήνων· αλλ' ιδόντες, ότι ήτον η προφυλακή του τουρκικού στρατοπέδου κινηθέντος όλου επί τους εν Σκουλενίω, επανήλθαν τουφεκιζόμενοι, και ητοιμάσθησαν όλοι εις μάχην θαρρύνοντες αλλήλους· έκαυσαν δε και παροικοδομήματά τινα, ίνα μη τα κυριεύσωσιν οι εχθροί και τους πολεμώσιν εκείθεν. Οι Τούρκοι ήσαν ως τετρακισχίλιοι ιππείς και δισχίλιοι πεζοί· έσυραν δε και έξ κανόνια. Πασίγνωστον πόσον είναι σφοδρά η πρώτη ορμή του τουρκικού ιππικού. Οι Έλληνες εδειλίασαν αλλ' αναθαρρήσαντες κατά το παράδειγμα των αρχηγών των αντέστησαν γενναίως και απέκρουσαν την πρώτην έφοδον. Οι Τούρκοι επεχείρησαν δευτέραν, τρίτην και τετάρτην έφοδον, αλλ' απεκρούσθησαν καθ' όλας, υπέφεραν πολλήν φθοράν, και απεσύρθησαν μακράν του οχυρώματος εξ αιτίας του συχνού και ευτυχούς κανονοβολισμού των εγκλείστων, οίτινες, βλέποντες τους εχθρούς αποσυρομένους, εξήλθαν εις καταδίωξίν των αλαλάζοντες και φωνάζοντες, ε τ σ ά κ ι σ α ν - τ α - β ρ ω μ ό σ κ υ λ α - ε τ σ ά κ ι σ α ν· π ά ρ τ ε - το υ ς, π α ι δ ι ά, π ά ρ τ ε - τ ο υ ς. Αλλά μετ' ολίγον έν εχθρικόν σώμα 500 ιππέων και πεζών εφορμήσαν, κατέλαβε θέσιν τινά πλησίον του οχυρώματος, επέθηκεν έξ κανόνια και ήρχισε να κανονοβολή ευτυχώς, και να κατεδαφίζη το οχύρωμα. Τούτο ιδόντες οι αποσυρθέντες εχθροί επανήλθαν όλοι, απώθησαν εις το οχύρωμα τους εξελθόντας, εφώρμησαν πανταχόθεν, και το εκυρίευσαν την η' ώραν αφ' ού ήρχισεν η μάχη. Οι αρχηγοί των Ελλήνων και πολλοί των αξιωματικών, πιστοί εις τους όρκους των, ενεκαρτέρησαν όλοι, υπερασπίζοντες την θέσιν των και απέθαναν κινούντες εις έκπληξιν και αυτούς τους εχθρούς διά των ανδραγαθιών των (γ). Συναπέθαναν ενδόξως καί τινες των στρατιωτών· οι δε πλείστοι αυτών ερρίφθησαν εις τον ποταμόν και άλλοι μεν επνίγησαν, άλλοι δε εν οις και οι οπλαρχηγοί Γεώργης Παπάς και Δαλόστρος καταπληγωμένοι, διεσώθησαν εις την αντίπεραν όχθην, όπου αι ρωσσικαί Αρχαί τους υπεδέχθησαν φιλανθρώπως. Χίλιοι Τούρκοι έπεσαν, και τριακόσιοι Έλληνες εφονεύθησαν και επνίγησαν· ουδείς δε αυτών ηχμαλωτίσθη.
Μετά ημιώριον έφθασαν παρά το πεδίον της μάχης οι επί κατασκοπή προαποσταλέντες υπό τον Μλάδην και τον Β. Θεοδώρου 450 ιππείς, και άλλοι τόσοι υπό τον Ηπειρώτην Γκίκαν και τον Σέρβον Σφάτκον συνενωθέντες καθ' οδόν· αγνοούντες δε το γεγονός έπεσαν εν μέσω των εχθρών, επτοήθησαν, και οι μεν ετράπησαν, οι δε επνίγησαν, τινές δε ετοποθετήθησαν επί τινα γλώσσαν προέχουσαν εις τον ποταμόν, και πολεμήσαντες μέχρι της β' ώρας της νυκτός ανδρικώτατα, διεσώθησαν εις την ρωσσικήν γην επί τινων πλοιαρίων σταλέντων εκείθεν. Εχάθησαν και κατά την μάχην ταύτην 90 Χριστιανοί, και άλλοι τόσοι Τούρκοι. Μόνος των αρχηγών ο Μλάδης διήλθε μετ' ολίγων ιππέων διά μέσου των νικητών αβλαβής· περιπλανηθείς δε ημέρας τινάς εις συνάντησιν του Γεωργάκη και αποτυχών, απήλθεν εις την Σερβίαν.
Μετά δε τα συμβάντα ταύτα η Τουρκική εξουσία δεν είχεν εντός των δύο Ηγεμονειών άλλον αντίπαλον ειμή τον Γεωργάκην, όστις διέμεινε μετά του αχωρίστου φίλου του Φαρμάκη επί του όρους Βρεάτσας μέχρι τέλους αυγούστου εις ανάρρωσιν, διότι η θέσις ήτον οχυρά. Δεν έμεινεν όμως άεργος εν τω μεταξύ τούτω ως προς τα του πολέμου, διότι έστελλεν αποσπάσματα κατά των εχθρών οσάκις τους ήκουε περιφερομένους πλησίον του, και τοιουτοτρόπως και το πυρ του πολέμου διετήρει, και τους Τούρκους ανησύχαζε.
Σεπτέμβριος Τας αρχάς δε του σεπτεμβρίου αναλαβών την υγείαν του εξεστράτευσε μετά του Φαρμάκη επί σκοπώ να πλησιάση προς την Βεσσαραβίαν, όθεν ήλπιζε να προμηθεύεται ευκολώτερον τα εις διατήρησιν του πολέμου· αλλά πολλοί των υπ' αυτόν θεωρούντες ην προέθετο πορείαν μακράν και κινδυνώδη ελειποτάκτησαν καθ' οδόν, ώστε έμειναν παρ' αυτώ 350 οπλοφόροι καθ' ην ημέραν έφθασεν εις Σέκον, μοναστήριον εν τω τμήματι του Νιάμτσου, εντός στενής κοιλάδος εστεφανωμένης. υπό συνδένδρων ορέων και εισιτόν διά μιας και μόνης τρίβου, ην ο Γεωργάκης, προθέμενος να διαμείνη εν τω μοναστηρίω τινάς ημέρας, απέκλεισε ταφρεύσας και ανεγείρας τους συνήθεις προμαχώνας εν οις έταξε τους πλείστους των στρατιωτών του· αυτός δε και οι λοιποί ετοποθετήθησαν εν τω μοναστηρίω. Την 5 επήλθαν 1500 Τούρκοι, και ευρόντες ισχυράν αντίστασιν επί της τάφρου οπισθοδρόμησαν. Αιχμαλωτισθέντος δέ τινος εχθρού, έμαθαν οι Έλληνες ότι πολυάριθμοι Τούρκοι επήρχοντο. Ο Γεωργάκης εταλαντεύετο αν έπρεπε ν' αναμείνη τον εχθρόν εν η κατείχε θέσει, ή ν' αναβή διά το ασφαλέστερον πάλιν εις Βρεάτσαν· αλλά μη πιστεύων τους λόγους του αιχμαλώτου, και λαβών την επιούσαν γράμμα του επισκόπου Ρωμάνου προτρέποντας αυτόν, μετά τας συνήθεις ευχάς και ευλογίας, επί δολίω, ως λέγεται, σκοπώ να μη αφήση το μοναστήριον έχον πάμπολλα κοσμικά και ιερά κεμήλια και άγια λείψανα να λεηλατηθή και βεβηλωθή, απεφάσισε να μη μετατοπίση. Την δε 8 συνεσωρεύθησαν πάμπολλοι εχθροί επί των άνωθεν της κοιλάδας ορέων, και αφήσαντες την κοινήν τρίβον, κατέβησαν διά δυσβάτων μονοπατίων εις την κοιλάδα υπό την οδηγίαν εντοπίων φραστήρων. Τούτο ιδόντες οι εντός των προμαχώνων τους εγκατέλειψαν, και οι μεν έγιναν άφαντοι, οι δε ήλθαν εντός του μοναστηρίου, εν οις και ο Φαρμάκης, και κατέλαβαν διαφόρους θέσεις. Ο δε Γεωργάκης μετά ένδεκα πιστών οπαδών του εκλείσθη εν τω κωδωνοστασίω. Επήλθαν οι Τούρκοι και ήρχισαν να μάχωνται και να καίωσι τα ξύλινα παροικοδομήματα. Ο δε Γεωργάκης, ιδών την απηλπισμένην θέσιν του, και φοβηθείς μη πέση ζων εις χείρας των εχθρών, Ε γ ώ - θ α - κ α ώ, είπεν εις επήκοον των συμπολεμιστών του, σ ε ι ς - δ ε, α ν - θ έ λ ε τ ε, φ ύ γ ε τ ε· ι δ ο ύ, σ α ς - α ν ο ί γ ω - ε γ ώ - τ η ν - θ ύ ρ αν. Οι Τούρκοι, ιδόντες ότι ήνοιξεν η θύρα, και αγνοούντες την αληθή αιτίαν, διεχύθησαν εις το κωδωνοστάσιον, και αίφνης καπνοί και φλόγες ανεφάνησαν ένδοθεν, το κωδωνοστάσιον ως ξύλινον έγεινεν όλον διά μιας σωρός, και οι εν αυτώ, εν οις και ο Γεωργάκης, κατεστράφησαν εν μέσω των φλογών εκτός ενός μαρτυρούντος τα γεγονότα· συγκατεστράφησαν δε και εχθροί όχι ολίγοι.
Μετά το συμβάν τούτο έσπευσαν οι Τούρκοι να προβάλωσι τοις περί τον Φαρμάκην να προσκυνήσωσιν εντός τριημέρου ανακωχής υποσχόμενοι ασφάλειαν· εγένετο δεκτή η ανακωχή· αλλά, παρελθουσών των τριών ημερών, ήρχισεν εκ νέου ο πόλεμος, και παύων εκ διαλειμμάτων επανελαμβάνετο εν διαστήματι εννέα ημερών· έγινε και πάλιν μονοήμερος ανακωχή· αλλά και μετ' αυτήν εξήφθη μάχη φονικωτέρα. Την δε 22 ήλθε τσαούσμπασης προτείνων όρους συνθήκης ευπροσδεκτοτέρους· συνώδευε δε αυτόν εν στολή και ο γραμματεύς του αυστριακού προξενείου Ουδρίσκης, εχθρός άσπονδος του ελληνικού αγώνος, και εγγυήθη την διατήρησιν των όρων εξ ονόματος της αυλής του. Υπό ταύτην την απάτην εδέχθησαν οι έγκλειστοι την συνθήκην και υπεσχέθησαν να παραδοθώσι την επαύριον· ήσαν δε τότε έως 200, εξ ων 33 μη θελήσαντες να δώσωσι πίστιν έφυγαν ξιφήρεις την αυτήν νύκτα και διεσώθησαν επί της αυστριακής γης όλοι αβλαβείς παρά ένα πληγωθέντα· οι δε εναπομείναντες παρεδόθησαν την επαύριον, και όλοι παρά την συνθήκην εσφάγησαν εν τω μοναστηρίω εκτός των υποπλαρχηγών σταλέντων εις Σιλιστρίαν, όπου εθανατώθησαν, και του οπλαρχηγού Φαρμάκη, όστις σταλείς εις Κωνταντινούπολιν σιδηροδέσμιος απεκεφαλίσθη αφ' ού σκληρώς εβασανίσθη.
Η μάχη του Σέκου είναι η τελευταία σκηνή του κατά τας Δακικάς ηγεμονείας πολεμικού δράματος αρξαμένου την 22 φεβρουαρίου και τελευτήσαντος την 22 σεπτεμβρίου, ό εστι, διαρκέσαντος όλους μήνας επτά· επεσφραγίσθη δε διά του θανάτου του Γιωργάκη, του ενδοξοτέρου πολεμάρχου, του τιμιωτέρου ανδρός, και του διακαεστέρου και πιστοτέρου φίλου του επταμηνιαίου αγώνος. Αξιοσημείωτος είναι η μέχρι θανάτου πάλη του ανδρός τούτου· εδύνατο να καταφύγη εις ξένην γην και να σωθή, ως και οι λοιποί συναγωνισταί του, χωρίς να λογισθή φυγόμαχος· αλλ' έμεινεν αυτοπροαιρέτως, αν και τετρυπωμένος υπό βαρείας και μακράς ασθενείας, επί της εγκαταλειφθείσης παρ' όλων των άλλων και παρ' αυτού του αρχηγού γης· δεν έμεινε δε ουδ' επολέμησεν ουδ' απέθανεν επ' ελπίδι νίκης, διότι ελπίς νίκης δεν υπήρχε πλέον, ουδ' ηγωνίσθη τον αγώνα του θανάτου εις υποστήριξιν του υπέρ ελευθερίας αγώνος, διότι ο αγών κατεστράφη· αλλ' έμεινεν, επολέμησε και απέθανε διά την στρατιωτικήν τιμήν του, διά τον όρκον του, και διά τον πατριωτισμόν του. Υπό τοιαύτας περιστάσεις η ανθρωπότης υπερβαίνει την ασθενή φύσιν της.
Αφ' ού εξεθέσαμεν όσα συνέβησαν λόγου άξια εν ταις δύο ηγεμονείαις καθ' όλην την διάρκειαν της εκστρατείας του Υψηλάντου, ερχόμεθα ήδη ν' ανακεφαλαιώσωμεν εν συντόμω τα της διαγωγής αυτού θεωρουμένου ως αρχηγού της επαναστάσεως, και να δείξωμεν τα κύρια αίτια της αποτυχίας του.
Όσον ασήμαντος ήτο η μυστηριώδης Αρχή της Εταιρίας των Φιλικών, τόσω πλειότερος μισθός οφείλεται τω Αλεξάνδρω Υψηλάντη προθυμηθέντι να περικαλύψη τα ταπεινά σπάργανά της υπό την επισημότητα του γένους του και την λαμπρότητα της θέσεώς του· θερμός πατριωτισμός αναμφιβόλως και υψηλή φιλοδοξία τον έπεισαν ν' αναδεχθή τον κινδυνωδέστατον αγώνα, υπέρ ου και λαμπράν θέσιν παρά τω αυτοκράτορι πρόθυμος εθυσίασε και τα εν Τουρκία υπό ρωσσικήν προστασίαν συμφέροντά του ωλιγώρησε, και μέγα μέρος της πατρικής περιουσίας γενναίως εδαπάνησεν. Αλλ' ήττων εδείχθη του δυσχερούς έργου του· ευαπάτητος και πρόθυμος να πιστεύη ό,τι επεθύμει, έγεινε παίγνιον εξ αυτής της αρχής ιδιοτελών, ραδιούργων, κακοβούλων και προδοτών, και ηναγκάσθη μετ' ολίγον να φροντίζη και υπέρ αυτής της σωτηρίας του (δ)· αναποφάσιστος και ανεπίμονος εδείχθη καθ' όλα τα κινήματά του· έξωθεν μάλλον ή έσωθεν ήλπιζε· παρεγνώρισε δε και την φύσιν των επαναστάσεων συντηρουμένων εκ προοιμίων και κρατυνομένων δι' επιθέσεως, αναστελλομένων δε και φθειρομένων δι' αμύνης. Αισιώτερα ηύρε τα πράγματα εν ταις ηγεμονείαις παρ' ό,τι εδύνατο ευλόγως να ελπίση, διότι και η Μολδαυία και η Βλαχία προθύμως τον εδέχθησαν, και υπέρ διμηνίαν ουδαμού Τούρκοι εφάνησαν. Αλλά και αι τόσον αίσιαι περιστάσεις, και ο τόσω πολύτιμος της ανέσεως καιρός δεν τον ωφέλησαν. Όλη η δύναμίς του ήτον η επικρατούσα ιδέα ότι, αναδεχθείς παρρησία τον αγώνα, αντεπροσώπευε μυστικώς την Ρωσσίαν και όμως εματαίωσεν αυτός την σωτήριον ταύτην πλάνην, κηρύξας ότι μεγάλη τις Δύναμις επροστάτευε τον αγώνα, και αναγκάσας την Ρωσσίαν και το κίνημά του πανδήμως να κατακρίνη, και την συναίνεσίν της προς αποστολήν οθωμανικών δυνάμεων εις τας ηγεμονείας προθύμως να δώση. Αι μάχαι του Δραγασανίου, του Σκουλενίου και του Σέκου, και η γενναία αντίστασις τόσων άλλων πολεμιστών μετά την απέλευσίν του απέδειξαν, ότι είχεν υπό την οδηγίαν του άνδρας ετοίμους και να τον δοξάσωσι, και ν' αποθάνωσι χάριν του αγώνος· αλλ' εις ουδέν ωφελήθη. Αφ' ού δε κατέστη η θέσις του τόσω δεινή, παρεδόθη επί ματαία ελπίδι εις ξένην και δυσμενή εξουσίαν υφ' ην και ετελείωσε πικρώς τας ημέρας του. Το κατά τας ηγεμονείας όμως ατυχές κίνημά του ωφέλησε τα μέγιστα την κινηθείσαν Ελλάδα, διότι έφερε μέγαν στρατιωτικόν αντιπερισπασμόν και βαρείας πολιτικάς συγκρούσεις Ρωσσίας και Τουρκίας, παρ' ολίγον δε και εχθροπραξίας. Η δε μνήμη του Υψηλάντου, όπως και αν τον θεωρήση τις, θα διαμένη παρ' ημίν αγήρατος και πολυύμνητος δι' όσα μεγαλοφρόνως και φιλοκινδύνως επεχείρησε, δι' όσα χάριν της πατρίδος έπαθε, και διά την επί τέλους ευτυχή έκβασιν του αγώνος, ον πρώτος εκίνησεν. Αναπληροί δε ο διακαής και ειλικρινής αυτού ζήλος όλας τας πολιτικάς και πολεμικάς ελλείψεις του.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'
Κατάστασις των νήσων, Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών. — Αίτια της ευτυχίας των — Η κατά θάλασσαν δύναμις Ελλήνων και Τούρκων. — Αποστασία των τριών Νήσων. — Έκπλους του ελληνικού στόλου. — Αποστασία του Αιγαίου πελάγους και της Σάμου.
ΤΡΙΑ ασήμαντα νησίδια αντιπαρετάχθησαν ευτυχώς υπέρ της ελευθερίας όλης της Ελλάδος προς μεγάλην και παλαιάν αυτοκρατορίαν, και κατήσχυναν στόλους χιλιάκις και μυριάκις ανωτέρας δυνάμεως διά μόνων εμπορικών πλοίων, και διά μόνων των χρημάτων τινών των κατοίκων. Πώς έφθασαν τα νησίδια ταύτα εις τόσην ισχύν και ευπορίαν;
Ούτε Τούρκους κατοίκους είχαν, ούτε Τούρκους διοικητάς· αλλ' έζων αυτόνομα και αυτοδιοίκητα υπό την ανωτάτην δικαιοδοσίαν του κατά καιρόν καπητάμπασα επί τινι κατ' έτος φόρω και επί αποστολή αριθμού τινος ναυτών εις υπηρεσίαν του βασιλικού στόλου. Τοιουτοτρόπως διοικούμενοι οι κάτοικοι συμφέρον δεν είχαν να σπουδαρχώσι, και μακράν έζων της κακοηθείας και της διαφθοράς των κρατούντων. Ούτε γεωργοί ήσαν ούτε τεχνίται, αλλ' όλοι ναύται και έμποροι. Ολιγώτατα γράμματα ήξευραν και αυτοί οι πρόκριτοι. Τα ήθη των ήσαν απλά και σεμνά, και η προς τα θρησκευτικά ευλάβειά των θερμοτάτη. Λιτώτατοι ήσαν περί την δίαιταν και τιμιώτατοι περί τας συναλλαγάς. Είχε σπαρτιατικόν τι ο χαρακτήρ των προκρίτων της Ύδρας· ήτον αγέρωχος και εμβριθής. Η νήσος των ήτον η σημαντικωτέρα των τριών· η διοίκησίς της ήτο παλαιόθεν αριστοκρατική, και οι αριστοκράται της εγνωρίζοντο υπό το όνομα ν ο ι κ ο κ υ ρ α ί ο ι· ανήκαν δε εις την τάξιν ταύτην όσοι ήσαν εύποροι και δεν εθαλασσοπόρουν. Αόριστος ήτον ο αριθμός αυτών, και συχνάκις πλοίαρχοι είτε διά γηρατειά, είτε δι' ασθένειαν, ή και διότι ευτύχησαν, παύοντες του να ταξειδεύωσι, συγκατετάττοντο. Η τάξις αύτη συνίστα το ανώτατον συμβούλιον, όπου πάσα υπόθεσις κοινή ανεφέρετο και απεφασίζετο άνευ συμπράξεως του λαού· καθίστα δε και τους δημογέροντας του τόπου εκ των μελών της, ους έπαυεν οσάκις ήθελεν. Οι πόροι του κοινού ήσαν οι του τελωνίου 2 1/2 τοις 0/0, και τρία γρόσια κατ' οικογένειαν ετησίως· τα δε ελλείποντα εις συμπλήρωσιν της δημοσίας δαπάνης κατέθεταν μόνοι οι νοικοκυραίοι αναλόγως. Αρχομένου δε του 1803 κατέστησεν ο καπητάμπασας διοικητήν του τόπου κατ' αίτησιν των νοικοκυραίων, επιθυμούντων διοίκησιν ισχυροτέραν εις διατήρησιν της κοινής ησυχίας ταραττομένης τότε υπεράλλοτε, τον συντοπίτην των Γεώργην Βούλγαρην, όστις διά της ικανότητος και δραστηριότητός του επανήγαγε την ησυχίαν εις την πατρίδα του και την διετήρησε· συναινέσει δε και συμπράξει των νοικοκυραίων, ων παρά γνώμην ουδέν έπραττεν, μετερρύθμισε τα του τελωνίου, έπαυσε τας συνεισφοράς προκαλούσας συχνάς και βαρείας διενέξεις, και εις θεραπείαν των αναγκών της πατρίδος έθεσε φόρον 5 τοις 0/0 εφ' όλου του κέρδους παντός πλοίου, εμπεριεχομένων και αυτών των μεριδίων των ναυτών· εκανόνισε και τον τόκον των κεφαλαίων κατά τας αποστάσεις των τόπων μεθ' ων εμπορεύοντο, και ώρισε τον αριθμόν των νοικοκυραίων εις είκοσι τέσσαρας, εξ ων δώδεκα ενήργουν κατ' έτος. Επειδή δε εκρίθη και περιττόν και επιζήμιον ως προς τας ιδιαιτέρας υποθέσεις των να συνέρχωνται καθ' ημέραν και οι δώδεκα, υποδιηρούντο εις τρία, ώστε τέσσαρες μόνον ειργάζοντο μετά του διοικητού ως δημογέροντες κατά τετραμηνίαν διά τας συνήθεις υποθέσεις· οσάκις δε συνέπιπταν σπουδαιότεραι, εκαλούντο και οι δώδεκα, πολλάκις και οι είκοσι τέσσαρες, εν περιπτώσει, δε δεινής τινος περιστάσεως, και οι πλοίαρχοι, ους συνερχομένους κατ' ιδίαν ειδοποίουν οι νοικοκυρέοι περί ων εβουλεύοντο και εζήτουν την γνώμην των. Τα πλοία τα υπό των συγκαλουμένων πλοιάρχων κυβερνώμενα ήσαν κτήματα των νοικοκυραίων, επομένως και η ψήφος αυτών ψήφος εκείνων. Νόμους είχε το κοινόν τα έθιμα, τον ορθόν λόγον, και την γνώμην των νοικοκυραίων· είχε και σφραγίδα τετραμερή, ης το τεταρτημόριον εκράτει έκαστος των εν ενεργεία νοικοκυραίων, οίτινες συνερχόμενοι εσφράγιζαν τα βουλεύματά των επισφραγιζόμενα και υπό του διοικητού.
Τας αυτάς αριστοκρατικάς βάσεις και τους αυτούς σχεδόν κανονισμούς είχε και το διοικητικόν σύστημα των Σπετσών.
Το δε των Ψαρών ήτο δημοκρατικόν. Συνήρχετο ο λαός κατ' έτος όλος και εξέλεγε πανδημεί 40 εκλέκτορας εκ των διαφόρων τάξεων των πολιτών· ούτοι δε εξέλεγαν τρεις δημογέροντας, και ή όλοι ομού, ή τινες αυτών, ενίοτε δε και μόνοι οι δημογέροντες, κατ' εντολήν των εκλεξάντων αυτούς, εθεώρουν την ληψοδοσίαν των παυόντων δημογερόντων. Η σφραγίς του κοινού ήτο τριμερής· έκαστος των δημογερόντων εκράτει το τριτημόριον, και συνερχόμενοι και οι τρεις εσφράγιζαν· επί τινων δε περιστάσεων εκάλουν και τους προκρίτους εις σύσκεψιν. Εισοδήματα του κοινού ήσαν τα του τελωνίου, 50 γρόσια κατ' οικογένειαν ετησίως, και 2 παράδες το κοιλόν επί τω ανάπλω και επί τω κατάπλω εκάστου πλοίου.
Τοιούτον ήτο το διοικητικόν σύστημα των νήσων· μετήρχοντο δε την ναυτιλίαν και το εμπόριον ως εξής.
Ούτε ναύτας εμίσθοναν, ούτε τα πλοία των συνήθως εναύλοναν (α), αλλ' εναυτίλοντο και δι' ιδίων χρημάτων εμπορεύοντο επ' ωφελεία ή ζημία κοινή των κυρίων των πλοίων, των κεφαλαιούχων και του πληρώματος όλου· εμοίραζαν δε τα κέρδη των κατά τον εξής τρόπον. Αφήρουν εν πρώτοις τα κεφάλαια, τον κανονισμένον τόκον, τα της τροφής και ό,τι άλλο εδαπάνουν αφήρουν έπειτα τον δημοτικόν φόρον· αφήρουν και 1 τοις 0/0 εις χρήσιν του μοναστηρίου των· μετά ταύτα όσοι ήσαν οι ναύται άνευ διακρίσεως ηλικίας, βαθμού, ή ικανότητος, τόσα ελογίζοντο και τα μερίδια, όλα ίσα· άλλα τόσα μερίδια ελογίζοντο και τα του πλοίου, εις α επροστίθεντο δέκα, άτινα εδίδοντο τω πλοιάρχω προς αντιμισθίαν των ανωτέρων και ικανωτέρων του πληρώματος κατά την κρίσιν αυτού. Ούτε τα εν τω πλοίω κεφάλαια ενείχοντο εις τας ζημίας του πλοίου, ούτε το πλοίον εις τας των κεφαλαίων. Η διανομή δε εγίνετο καθ' ον είπαμεν τρόπον οσάκις το μερίδιον του ναύτου έπιπτε τουλάχιστον είκοσι δίστηλα· αλλ', αν ολιγώτερον, εμετριάζετο ο κανονικός επί των κεφαλαίων τόκος. Τόσον δε ευθείς και άμεμπτοι ήσαν οι άνδρες ούτοι εις τας συναλλαγάς των, ώστε αμέτρητα επί της αναγωγής των πλοίων παρέδιδαν οι κεφαλαιούχοι τα εις κίνησιν αυτών χρήματα, και αμέτρητα τα παρελάμβαναν επί της καταγωγής των· αποδεικτικά δε παραλαβής, ή εξοφλητικά αποδόσεως δεν έδιδαν, θεωρούντες τοιαύτα τον απλούν λόγον, και ασφάλειαν των δανειστών την τιμήν των δανειζομένων.
Κατά το σύστημα δε τούτο της κινήσεως των πλοίων, ο απλούς ναύτης, έχων αναλόγως το αυτό συμφέρον του πλοιάρχου και του κεφαλαιούχου ως προς την ευτυχή έκβασιν του ταξειδίου του, ως συμμέτοχος και αυτός του κέρδους, εκοπίαζε προθύμως, ερριψοκινδύνευεν αυτοπροαιρέτως, και εθαλασσομάχει πλήρης ελπίδων· διά τούτο και τα ταξείδιά των ήσαν και συντομώτερα και οικονομικώτερα και συχνότερα των άλλων, και τα πλοία των εισέπλεαν ευτυχώς τους απαγορευμένους εν πολέμω λιμένας φέροντα τροφάς επί υπερόγκω τιμή, και λαμβάνοντα εκείθεν επί μετρία τα δυσκόλως εξαγόμενα εντόπια προϊόντα. Αν και ναυπηγοί και πλοίαρχοι και ναύκληροι ήσαν όλοι ανεπιστήμονες και όλοι σχεδόν αναλφάβητοι, η μακρά όμως πείρα, η καθημερινή έξις και η αδιάλειπτος προσοχή ανεπλήρουν επιτυχώς πάσαν έλλειψιν επιστήμης και την αγραμματίαν.
Η επανάστασις της Γαλλίας και οι μετά ταύτα ευρωπαϊκοί πόλεμοι εξήψαν την φιλοκέρδειαν των νησιωτών, και τοις έδωκαν αφορμήν και τον αριθμόν των πλοίων ν' αυξήσωσι, και την κατασκευήν επί το ταχυπλοώτερον να καλητερεύσωσι, και διά πολυαριθμοτέρων παρά το σύνηθες πληρωμάτων να ταξειδεύωσιν· ενοχλούμενοι δε υπό των κατ' εκείνους τους χρόνους μολυνόντων την μεσόγειον Αλγερινών, Τουνεζίνων και Τριπολίνων, ηναγκάζοντο να οπλίζωσι τα πλοία προς ιδίαν υπεράσπισιν, ώστε μετερχόμενοι το εμπόριον εν λιτότητι, προθυμία και τόλμη, και πλούτον πολύν έφεραν εις την πατρίδα, και εις τα του πολέμου εγυμνάζοντο, και πλήρεις θάρρους και αυτομαθείς πολεμικοί ευρέθησαν επί της επαναστάσεως απέναντι αγυμνάστου και απειροπολέμου ναυτικού.
Καθ' ον δε καιρόν εξερράγη η επανάστασις, αι τρεις νήσοι είχαν 176 πλοία (καράβια) φορταγωγά, άτινα μετεχειρίσθησαν ως πολεμικά επ' αγαθώ της κοινής πατρίδος. Τα πλείστα δε και μεγαλήτερα ήσαν τα της Ύδρας, 92 τον αριθμόν· 44 ήσαν τα των Σπετσών, και 40 τα των Ψαρών. Τα μεγαλήτερα δε των πλοίων της Ύδρας ήσαν τρία, το τρικάταρτον του Τομπάζη 20 κανονίων των 12 λιτρών, το τρικάταρτον του Λελεχού 18 κανονίων των μεν των 18 των δε των 15 λιτρών, και το δικάταρτον του Μιαούλη 18 κανονίων των 12 λιτρών τα δε άλλα πλοία είχαν ανά 10 έως 14 κανόνια συνήθως των 9 λιτρών. Εκτός των ανωτέρω τριών ναυτικών νήσων είχαν και άλλαι συναποστατήσασαι ολίγα πλοία, ως η Κάσσος και η Μύκωνος, χρησιμεύσαντα και αυτά εις τον αγώνα. Πλειότερα είχε το εν τω Κορινθιακώ κόλπω Γαλαξείδι. Ο δε αριθμός των Ελλήνων ναυτών ήτο πολλά ανώτερος παρ' όσον εχρειάζετο η κίνησις των πλοίων τούτων, διότι όλαι αι νήσοι και όλα τα παράλια της Ελλάδος εδημιούργουν διά της ακτοπλοΐας ακαταπαύστως ναύτας. Αρκεί δε να ρίψη τις το βλέμμα επί τον γεωγραφικόν χάρτην της Ελλάδος ίνα πεισθή, ότι οι επί της ξηράς αγώνες των Ελλήνων, όσον λαμπροί και αν ήσαν, αδύνατον ήτο να ευδοκιμήσωσιν άνευ της ευτυχούς συμπράξεως του γενναίου τούτου ναυτικού. Αλλ' η υπηρεσία των ναυτικών τούτων νήσων τιμά αυτάς διαφερόντως, διότι ήσαν σχεδόν αυτόνομοι και αυτοδιοίκητοι προ της επαναστάσεως και ούτε ησθάνοντο τα κακά της τυραννίας ως τα άλλα μέρη της Ελλάδος, ούτε, ευδοκιμούντος του αγώνος, επροσδόκουν την απόλαυσιν ων θ' απελάμβαναν καλών εκείνα· εβάστασαν δε και όλον τον ναυτικόν αγώνα διά των ιδιοκτήτων πλοίων, και κατά τα πρώτα έτη διά του ιδίου πλούτου. Τινές των πλουσίων κατοίκων αυτών εξ αιτίας των υπέρ πατρίδος χρηματικών θυσιών επτώχευσαν, και όλοι ανεξαιρέτως εμίκρυναν τας ουσίας των. Αι τρεις ναυτικαί νήσοι απέκτησαν δικαίω τω λόγω μεγίστην επιρροήν εις τα πολιτικά συμβούλια της Ελλάδος, και την μετεχειρίσθησαν εις ωφέλειαν της κοινής πατρίδος.
Η δε θαλάσσιος δύναμις της Πύλης συνίστατο, αρχομένου του αγώνος, εκ 4 Τρικρότων, 13 Δικρότων, 20 Φρεγατών, 22 Κορβετών και άλλων μικροτέρων πλοίων, συνυπηρέτουν δε καί τινα των εν Αφρική ηγεμονιών, αλλ' άδηλον το ποσόν και το ποιόν αυτών· διεκρίνοντο δε τα πληρώματά των ως μάλλον των άλλων εξησκημένα εις την ναυτιλίαν και ως μαχιμότερα.
Πρώτη των νήσων απεστάτησεν η των Σπετσών· και μηδόλως αναμείνασα την απόφασιν της γείτονος και συναδέλφου της Ύδρας, εστόλισε την 26 μαρτίου κοινή γνώμη των εντοπίων όλων τα πλοία της διά της νέας σημαίας. Ήτο δε αύτη κυανόχρους και ο γύρος αυτής ερυθρός· εν μέσω είχεν ημισέληνον προς τα κάτω βλέπουσαν και άνωθεν αυτής σταυρόν· δεξιόθεν του σταυρού λόγχην, αριστερόθεν άγκυραν φέρουσαν όφιν περιτετυλιγμένον, και γύπα μεταξύ του σταυρού και της αγκύρας τρώγοντα την γλώσσαν του όφεως· δεξιόθεν δε και αριστερόθεν της ημισελήνου ήσαν εγκεχαραγμέναι αι λέξεις «Ε λ ε υ θ ε ρ ί α - ή - θ ά ν α τ ο ς». Ήσαν δε όλα τα σύμβολα και τα γράμματα ερυθρόχροα. Υπό τοιαύτην σημαίαν έπλευσαν των Σπετσών τα πλοία τα μεν εις πολιορκίαν της Μονεμβασίας πολιορκουμένης ήδη διά ξηράς, τα δε εις τον αργολικόν κόλπον, και άλλα προς καταδίωξιν ή σύλληψίν των χάριν εμπορίου περιφερομένων εχθρικών πλοίων. Τα πλείστα δε των εις Μονεμβασίαν καταπλευσάντων μετέπλευσαν εις Μήλον και Κίμωλον όπου ελλιμένιζον δύο τουρκικά πολεμικά· μία κορβέτα και έν δικάταρτον, συνοδεύοντα έν φορτηγόν, φέρον πολεμεφόδια εις χρήσιν του κατά την Ήπειρον στρατού· συνέλαβαν δε τα τρία ταύτα αίφνης αύτανδρα, και τα μετέφεραν εις την πατρίδα των, όπου ο λαός τα μεν πληρώματα κατέστρεψε, τα δε πλοία έκαυσεν αυτόφορτα επί λόγω ότι οι συλλαβόντες αυτά, ήθελαν να τα θεωρώσιν ως ίδια.
Κατόπιν των Σπετσών ύψωσαν την επαναστατικήν σημαίαν τα Ψαρά κοινή γνώμη και αυτά των κατοίκων, και επροϊμίασαν ευτυχώς εις ωφέλειαν της κοινής πατρίδος κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Άμα γνωστής γενομένης της αποστασίας της Πελοποννήσου, εξέδωκεν η Πύλη προσταγάς να συναχθώσιν όσον τάχιον στρατεύματα εις τα παράλια της Ασίας εκ των ενδοτέρων, και διαβιβασθώσιν εις Πελοπόννησον. Συνήχθησαν τρισχίλιοι εις τα παράλια της Σμύρνης, και ητοιμάζοντο να εκπλεύσωσιν υπό την προστασίαν του αναμενομένου οθωμανικού στόλου· αλλ' οι Ψαριανοί, μαθόντες τούτο, έστειλαν 7 πλοία εις τα παράλια εκείνα υπό τον Νικολήν Αποστόλη, άτινα αιφνιδίως επιπεσόντα εβύθισαν έν τουρκικόν και συνέλαβον 4 φέροντα πολεμικάς αποσκευάς και 450 στρατιώτας· μετέφεραν δε και τα πλοία και τους στρατιώτας αβλαβείς εις την νήσον των, και εκείθεν διεσκόρπισάν τινας αυτών εις άλλας νήσους. Οι δε επί της ξηράς, μαθόντες τα παθήματα των συναδέλφων των, διεσκορπίσθησαν, και τοιουτοτρόπως εματαιώθη η κατά της Πελοποννήσου πρώτη εκστρατεία.
Εντός του κόλπου της Αίνου επί νησιδίου όχι μακράν του μυχού του κόλπου, καθώς και επί της αντικρύ ξηράς, εσώζοντο κανονοστάσια ανεγερθέντα άλλοτε και οπλισθέντα εις προφύλαξιν των φρουρίων του Ελλησπόντου από ενδεχομένου εχθρικού κινήματος. Οι Ψαριανοί, πλήρεις τόλμης και ενθουσιασμού, και θέλοντες να οχυρώσωσι την πατρίδα των, έστειλαν 4 πλοία υπό τον Ανδρέαν Γιαννίτσην, εξ ων απεβιβάσθησαν την 2 μαΐου επί της ξηράς και επί του νησιδίου τινές οπλοφόροι· οι δε φυλάττοντες τα κανονοστάσια Τούρκοι, ως 70, έφυγαν μετά μικράν αντίστασιν, και ούτως οι Ψαριανόι μετέφεραν εις την πατρίδα των 23 κανόνια, τα μεν των 15, τα δε των 30 λιτρών, 2 βομβοβόλους και ικανά πολεμεφόδια. Κατ' εκείνας τας ημέρας δύο άλλα πλοία των κατεδίωξαν δύο εχθρικά κατά την Θεσσαλονίκην, άτινα έρριψαν οι εμπλέοντες εις τα παράλια του αγίου Όρους και τα έκαυσαν· αυτοί δε διεσώθησαν φεύγοντες. Οι Ψαριανοί μετέφεραν τα κανόνια και των πλοίων τούτων εις την νήσον των και περιέπλεαν τα παράλια της πλησίον Ασίας και Ευρώπης, ως αν ήσαν κύριοι των μερών εκείνων, φοβίζοντες τους κατοίκους των Τούρκους και θαρρύνοντες τους Χριστιανούς.
Η Ύδρα ύψωσεν η τελευταία την επαναστατικήν σημαίαν υπό περιστάσεις αξιοσημειώτους, κινηθέντος του λαού παρά γνώμην των προκρίτων.
Είς των δευτερευόντων της Ύδρας πλοιάρχων, ο Αντώνης Οικονόμου, ναυαγήσας παρά τα Γάδειρα, επανήλθεν εις την πατρίδα του, και μη δυνάμενος να εύρη χρήματα επί κτήσει άλλου πλοίου, μετέβη προς εύρεσιν αυτών εις Κωνσταντινούπολιν, όπου μυσταγωγηθείς τα της Εταιρίας και σχετισθείς προς τους ενδιατρίβοντας επιτρόπους αυτής επανέστρεψεν εις Ύδραν άπρακτος μεν ως προς τον σκοπόν του, αλλά όλος ενθουσιών υπέρ της μελετωμένης πολιτικής μεταβολής. Ολίγοι ήσαν οι εν Ύδρα φιλικοί, και αυτοί εκ της τάξεως των πλοιάρχων· ήσαν καί τινες νέοι εκ των ανωτέρων οικογενειών· αν δε επεθύμουν και εμελέτων την αποστασίαν της πατρίδος, ήθελαν εις ευόδωσιν του κινδυνώδους τούτου τολμήματος να ενεργηθώσι τα δέοντα γνώμη και συμπράξει των ισχυρών προκρίτων του τόπου· αλλ' ούτοι τόσον απείχαν του σκοπού τούτου, ώστε και μετά την επανάστασιν της Πελοποννήσου και των Σπετσών έστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν τους επί βασιλική υπηρεσία πεμπομένους κατ' έτος νύκτας, ους προφθάσαντες καλή τύχη εις Μήλον εν καιρώ εμπόδισαν, διότι άλλως θα εγίνοντο όλοι θύματα, ως εγένοντο οι εν τη αυτή, υπηρεσία συνάδελφοι των. Ο δε Οικονόμος υποστηριζόμενος παρά του Γκίκα, ενεργούντος εν αγνοία του πατρός του, Θεοδώρου Γκίκα, ενός των προκρίτων, και έχων θερμούς συνεργούς τον συμπολίτην του Πέτρον Μαρκέζην και τον Γεώργην Αγαλλόπουλον Πελοποννήσιον κατοικούντα εν Ύδρα, επροσπάθει να διαταράξη τον τόπον και παρά την θέλησιν των προκρίτων. Νεκρόν ήτο τον καιρόν εκείνον το εμπόριον της Ύδρας καθώς και το των άλλων ναυτικών νήσων, και τα πλοία των διέμεναν εν τω λιμένι αργά· όθεν και πλοίαρχοι και ναύται συνεσωρεύθησαν εις τας νήσους των καταστενοχωρούμενοι. Η περίστασις αύτη συνέτρεξε μεγάλως εις το να ακούσωσιν οι πλοίαρχοι και άλλοι κατώτεροι ευμενώς τους λόγους του Οικονόμου, δελεαζόμενοι εν μέσω της δυστυχίας υπό χρηστών ελπίδων.
Μάρτιος Τα πνεύματα ήσαν τοιουτοτρόπως προητοιμασμένα ότε το δειλινόν της 27 μαρτίου έφθασεν εις Ύδραν πλοιάριον αναγγέλλον, ότι οι Κορίνθιοι και οι Μεγαρείς απέκλεισαν τους Τούρκους εν Ακροκορίνθω. Ο Οικονόμος εστρατολόγει πρό τινων ημερών εν Ύδρα επί σκοπώ να εκστρατεύση εις Πελοπόννησον, ης τα κινήματα ήσαν γνωστά· αλλ' η περί ης ο λόγος αγγελία εμεγάλυνε ταύτα, ενεθουσίασε τον λαόν και τον κατέστησεν ακράτητον. Ο Οικονόμος, όστις εκαιροφυλάκτει, ιδών την διάθεσιν του λαού παρήτησε τα σχέδιον της εκστρατείας του, και απεφάσισε να διεγείρη αυθημερόν τους συμπολίτας του εις επανάστασιν· και άμα ενύκτωσεν, ήχησεν ο κώδων της πόλεως κατά διαταγήν αυτού, και κήρυκες περιέτρεχον τας οδούς φωνάζοντες «σ τ' - ά ρ μ α τ α - ό λ ο ι, σ τ' - ά ρ μ α τ α· και οι μεν πρόκριτοι εφοβήθησαν επί τω ήχω του κώδωνος και επί τη κραυγή των κηρύκων και δεν εξήλθαν των οικιών δι' όλης της νυκτός· ο δε λαός συνήχθη όπου εκλήθη, και ακούσας εις τι η κλήσις, ώρμησεν επί τη προτάσει του Οικονόμου και επάτησε τα εν τω λιμένι πλοία, έδραξε τα εν αυτοίς όπλα, και ο επιχειρηματίας και μεγαλότολμος Οικονόμος, ευρεθείς την επαύριον αρχηγός παμπόλλων οπλοφόρων, κατέβη εις το διοικητήριον και εξεθρόνισε τον Νικολόν Κοκοβίλαν διοικητήν του τόπου, αλαλάζοντος του λαού. Οι δε πρόκριτοι της νήσου, Λάζαρος Κουντουριώτης, Δημήτρης Τσαμαδός, Βασίλης Μπουντούρης και Γκίκας Γκιώνης, οίτινες συνήλθαν ως δημογέροντες της περιόδου εκείνης ημέρας γενομένης εις το μοναστήριον, όπως συσκεφθώσι περί των πραγμάτων, ακούσαντες έξωθεν πολλήν οχλοβοήν, και μαθόντες και τον εκθρονισμόν του διοικητού, ερρίφθησαν έξω του μοναστηρίου διά των θυρίδων έντρομοι και διεσκορπίσθησαν· ώστε πάσα εξουσία πολιτική στρατιωτική και ναυτική αφέθη εις τον Οικονόμον. Ούτος υπώπτευσεν εξ όσων είδε, μήπως οι πρόκριτοι, ων εν αγνοία και ακουσία εκινήθη η επανάστασις, φύγωσι και στερήσωσι τον τόπον της χρηματικής συνδρομής των· διά τούτο τους παρεφύλαττεν· ήξευρεν ότι ούτε αυτόν ως όμοιον κατεδέχοντο, ούτε προς το επαναστατικόν κίνημα ήσαν ευδιάθετοι, και εις επιτυχίαν ανέθεσε τας ελπίδας του εις τον λαόν, ον συνήθροισεν ένοπλον εκ νέου, και μέγα συμφέρον έχων να οικειοποιηθή, απήτει δι' αυτού από των προκρίτων εν ταις οικίαις κρυπτομένων χρήματα εις διανομήν εντός της ημέρας. Οι πρόκριτοι έστειλαν αυθωρεί πολλά· «δ ε ν - μ α ς - φ θ ά ν ο υ ν» εφώναζαν οι οπλοφόροι σείοντες τας ρομφαίας, «θ έ λ ο μ ε ν - κ α ι - ά λ λ α»· έστειλαν και άλλα, και πάλιν άλλα, έως ου συνεπληρώθησαν εντός τριών ημερών δίστηλα 130 χιλιάδες, και ούτως ησύχασε το πλήθος ευφημούν τους καλούς και γενναίους προκρίτους. Εν μέσω δε του αλαλαγμού και της δημεγερσίας εφάνησαν έξωθεν της Ύδρας δύο πλοία σπετσιωτικά υπό την επαναστατικήν σημαίαν, εξ ων το έν ήρχετο να παραλάβη τον Γιάννην Μέξην πρόκριτον των Σπετσών, ευρεθέντα τας ημέρας εκείνας εν Ύδρα περί των αυτών πραγμάτων. Ο κυματισμός της νεοφανούς σημαίας καθ' ην ώραν τα πνεύματα ήσαν τόσον εξημμένα ενεθουσίασεν έτι μάλλον τον ατρόμητον τούτον λαόν, όστις απήτει να οπλισθώσι και τα πλοία της πατρίδος του και εκπλεύσωσιν υπό την σημαίαν της ελευθερίας.
Την 31 ενομιμοποιήθη δι' επισήμου πράξεως η πληρεξουσιότης, ην ήρπασε ο Οικονόμος διά της μαχαίρας του (β)· αλλ' η ειλικρινής σύμπραξις των προκρίτων ήτο πάντοτε αναγκαία, και ο Οικονόμος την απήτει επιμόνως· οι δε πρόκριτοι απεκρίνοντο, ότι έτοιμοι ήσαν και να συμπράξωσι και να συγκινδυνεύσωσι και να θυσιάσωσι τας καταστάσεις των διά την ελευθερίαν του έθνους, αν ήθελεν ο επαναστάτης να βαδίση τακτικώτερον και συστηματικώτερον. Ο Οικονόμος, όστις έβλεπεν ότι οι πρόκριτοι δεν ήσαν οι φυσικοί σύμμαχοί του, έβλεπεν επίσης, ότι δεν εδύνατο να τους παραγγωνίση, διότι υπεστηρίζοντο παρά των εις αυτούς αφοσιωμένων κυβερνητών των πλοίων των, ανδρείων ως αυτόν, επιρροήν μεγάλην εχόντων επί των ναυτών, και ετοίμων να πράξωσιν υπέρ των προκρίτων ό,τι διά το αιφνίδιον δεν έπραξαν τας πρώτας ημέρας. Διά τα αίτια ταύτα εδέχθη τους λόγους των προκρίτων, συνηνώθη διατηρών πάντοτε την υπεροχήν του, και την παρασκευήν της διακαινησίμου, ό εστι την 15 απριλίου, συνήχθησαν οι πρόκριτοι και ο λαός εις την εκκλησίαν, εψάλη παράκλησις και δοξολογία υπέρ του αρξαμένου εθνικού αγώνος, και υψώθη κατά πρώτην φοράν η σημαία της ελευθερίας εν μεγάλη πομπή υπό τον κανονοβολισμόν των εν τω λιμένι πλοίων.
Συνενωθείσαι αι τρεις θαλασσακράτορες νήσοι υπό την αυτήν σημαίαν, απεφάσισαν να κινήσωσιν εκ συμφώνου τας δυνάμεις των εις διάδοσιν του αγώνος, και οργανίσωσι και το ναυτικόν πρεπόντως· και ως προς τον τελευταίον τούτον σκοπόν εφωδίασαν τα πλοία διά διπλωμάτων υπογεγραμμένων παρά των τοπικών Αρχών (γ), εν οις εξέθεταν τα αίτια και τον σκοπόν του κινήματος, αιτούμενοι και την συνδρομήν των ουδετέρων Δυνάμεων· υπέγραψαν εν ταυτώ και διάταξιν περί διανομής των λειών επ' ωφελεία των πλοίων, των ναυτών και του κοινού (δ), εξέδωκαν και εγκυκλίους οδηγίας παραγγέλλοντες τοις πλοιάρχοις να προστατεύωσι παντού τους Έλληνας και να σέβωνται την ουδετέραν σημαίαν ως σκεπάζουσαν και αυτάς τας εχθρικάς πραγματείας, να εμποδίζωσι δε τα υπό τοιαύτην σημαίαν πλοία μόνον όταν μεταφέρωσι στρατεύματα ή πολεμικάς αποσκευάς, αλλά και τότε να λαμβάνωσι μεν τας πολεμικάς αποσκευάς αποδίδοντες τον ναύλον, ν' αποπέμπωσι δε τα εχθρικά στρατεύματα ανενόχλητα επί των αυτών ουδετέρων πλοίων εις τους λιμένας όπου επεβιβάσθησαν (ε).
Ως προς την διάδοσιν δε του αγώνος εξέδωκαν επαναστατικάς προκηρύξεις προς όλους τους κατοίκους του Αιγαίου και των παραλίων, προς τον κλήρον και προς όλον το έθνος (στ) λέγοντες ό,τι επίστευαν και αυτοί, δηλαδή, ότι ο πόλεμος ωργανίσθη υπό επισήμων ανδρών, ότι δεν ήτο ληστρικός, αλλ' εθνικός και θρησκευτικός κατά τυράννων και ασεβών, και ότι χιλιάδες και μυριάδες κατέβαιναν εκ Δουνάβεως εις Κωνσταντινούπολιν υπό τον αρχιστράτηγον πρίγκηπα Υψηλάντην προς καταστροφήν του θρόνου του σουλτάνου· εκάλουν δε όλους εις τα όπλα ενθυμίζοντές τους όσα υπέφεραν υπό τον αλλοεθνή και αλλόπιστον ζυγόν, και τα προς την πατρίδα και την πίστιν ιερά καθήκοντα, και στιγματίζοντες τον προς τον κοινόν τούτον πόλεμον αδιάφορον ως εθνοκατάρατον και ως βδέλυγμα ανθρώπων και εξουθένημα λαού. «Ενδύσασθε», έλεγαν τοις κληρικοίς, «ενδύσασθε την πανοπλίαν του ουρανίου βασιλέως, ευλογείτε, ενθαρρύνετε τον λαόν, μάχεσθε οι ίδιοι κατά των βλασφημούντων το όνομα του Υψίστου, κατά των βεβηλούντων τους θείους ναούς του, κατά των αρπαξάντων τον θρόνον, τον οποίον έστησεν ο μέγας και ευσεβέστατος αυτοκράτωρ των Χριστιανών Κωνσταντίνος, μιμήθητε τον Μωυσήν τον καταβαλόντα τον Αιγύπτιον, τον Ιησούν του Ναυή τον καταπολεμήσαντα τους Αμαλικήτας, τον Θεσβίτην Ηλίαν τον εν στόματι μαχαίρας εξαφανίσαντα τους ιερείς της Αισχύνης»· δεν έπαυαν δε συμβουλεύοντες και τους κοσμικούς να ενώσωσιν ανδρίαν και τιμήν, δι' ων διακρίνονται οι αληθείς φίλοι της ελευθερίας, να μη ενοχλώσι τους ομοπίστους και ομογενείς και να σέβωνται των ξένων Δυνάμεων τας σημαίας και τους υπηκόους επί ποινή του να λογίζεται εχθρός του έθνους και τιμωρήται όστις τολμήση να καταδιώξη αδίκως και ληστρικώς πλοίον ελληνικόν ή υπ' ουδετέραν σημαίαν ή να πειράξη χριστιανόν. Ταύτα έλεγαν και ταύτα εφρόνουν αι Αρχαί των ναυτικών νήσων αρξαμένου του αγώνος.
Η δε υπέρ της ελευθερίας φωνή των αντήχησε καθ' όλας τας Κυκλάδας και πολλάς των Σποράδων. Μόναι αι καρδίαι των του δυτικού δόγματος Ελλήνων εκώφευσαν. Εφάνη κατά την περίπτωσιν ταύτην υπό την μορφήν του δόγματος τούτου όλη η ασχημοσύνη του φανατισμού προτιμήσαντος την ημισέληνον του σταυρού και την δουλείαν της ελευθερίας.
Ουδείς των εν Πελοποννήσω και τη στερεά Ελλάδι Ελλήνων πρεσβεύει το δυτικόν δόγμα. Ενδεκακισχιλίους του δόγματος τούτου περιείχαν αι τέσσαρες νήσοι του Αιγαίου, Σύρα, Τήνος, Νάξος και Σαντορήνη. Εξαιρουμένων δε πολλά ολίγων φανέντων αληθών Ελλήνων επί του αγώνος, οι λοιποί και αντείπαν και αντέπραξαν φανερά και κρυφίως, και σχέσεις έλαβαν μυστικάς προς τους εχθρούς του έθνους, και χαράν μεγάλην ασυστόλως έδειξαν επί ταις αποτυχίαις των ομογενών. Αλλ' οποία και αν ήτον η διάθεσις και τυφλότης των προς την εθνικήν τιμήν και τα κοινωνικά αυτών συμφέροντα, έκλιναν και ούτοι τον αυχένα υπό την γενικήν θέλησιν όλων των ομογενών, των μέχρι θανάτου αγωνιζομένων προς απόλαυσιν της εθνικής ισονομίας και ισοτιμίας άνευ διακρίσεως δόγματος και μακράν πάσης καταθλίψεως συνειδότος. Τόσην δε κλίσιν έδειξαν προς τους Τούρκους οι δυτικόφρονες εν γένει και κατ' εξοχήν οι της Σύρας, ους ευτύχησεν η επανάστασις, και τόσον ολίγην πεποίθησιν είχαν επί τη ευοδώσει του εθνικού αγώνος, ώστε συνεισέφεραν διπλούς φόρους, τους μεν εξ ανάγκης χάριν των Ελλήνων, τους δε εκ προαιρέσεως χάριν των Τούρκων. Τόσον το μίσος των αιρέσεων, σφοδρότερον πολλάκις του μίσους της ετεροθρησκείας (ζ), σκοτίζει τον νουν και πνίγει παν αίσθημα ευγενές! Μακάριον το έθνος το πρεσβεύον όλον έν και το αυτό δόγμα. Κάτοχοι, χάρις τω Θεώ, είμεθα τοιούτου ευτυχήματος, και εθνοκατάρατος έστω όστις δι' οιανδήποτε αιτίαν θελήσει δι' ετεροδιδασκαλίας ή δι' άλλου τρόπου να επιβουλευθή την ενότητα της πίστεως των Ελλήνων.
Εν ώ δε ακόμη αντεφέροντο οι πρόκριτοι της Ύδρας προς τον Οικονόμον, οι στολίσκοι των Σπετσών και των Ψαρών, ετοιμασθέντες μετά πολλής σπουδής, ηγκυροβόλησαν αντικρύ της Ύδρας αναμένοντες και τον υδραϊκόν, όστις συνηνώθη αφ' ού εωρτάσθη η σύμπνοια των προκρίτων και του Οικονόμου. Η κοινότης της Ύδρας δεν διώρισεν αρχηγόν του στολίσκου της, αλλ' αφήκε την εκλογήν τοις πλοιάρχοις του. Εξ αυτών ήτο και ο Γιακουμάκης Τομπάζης, είς των προκρίτων. Τούτον αυθόρμητοι οι πλοίαρχοι του στολίσκου ανέδειξαν αρχηγόν. Είχε δε και έκαστος των δύο άλλων στολίσκων αρχηγόν αλλ' επειδή η Ύδρα είχεν αδιαφειλονείκητα τα πρωτεία, ο δε Τομπάζης ετιμάτο παρά πάντων και δικαίως, εδόθη αυτώ η γενική αρχηγία της ναυτικής ταύτης δυνάμεως και παρά των αρχηγών των δύο άλλων στολίσκων.
Ελλιμένιζεν εκείναις ταις ημέραις έμπροσθεν του Μούρτου αντικρύ της νήσου των Κορυφών ναυτική τις μοίρα σταλείσα προς εκείνα τα μέρη παρά της Πύλης επί της αποστασίας του Αλή. Η μοίρα αύτη, εξ ής είχεν αποσπασθή το πρό τινων ημερών καταπλεύσαν εις Πάτρας πλοίον, εφαίνετο ευπρόσβλητος, και η συνενωθείσα ελληνική δύναμις εσκόπευε να την προσβάλη. Αλλ' εν ώ εσχεδιάζετο ο επίπλους, ήλθεν εις Ύδραν ο διδάσκαλος Νεόφυτος Βάμβας προβάλλων ν' αναβληθή επί τον παρόντος η εκτέλεσις του σχεδίου, και να πλεύση η ναυτική εκείνη δύναμις εις ελευθέρωσιν της Χίου, επί λόγω, ότι αν αι τρεις πλησιόχωροι και σημαντικαί νήσοι, Ψαρά, Σάμος και Χίος, ετάττοντο υπό την ελληνικήν σημαίαν, θα εχρησίμευαν διά την θέσιν, τας δυνάμεις και τους πόρους των ως ισχυρά θαλάσσιος προφυλακή όλης της Ελλάδος. Η γνώμη του Βάμβα ενεκρίθη και διά τους λόγους τούτους, και διότι οι πρόκριτοι και οι κύριοι των πλοίων της Ύδρας, διατηρούντες εξ ιδίων τον στόλον υπέρ του κοινού αγώνος, επεθύμουν να συμπαραλάβωσι και την πλουσίαν Χίον προς ανακούφισιν.
Απρίλιος Απέπλευσε δε η περί ης ο λόγος ναυτική δύναμις προς την νήσον εκείνην την 22 απριλίου, και αυθεσπερί ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της Τήνου, όπου, δοθείσης αφορμής, επραγματοποίησε διά της ακολούθου διαγωγής της όσα υπέρ της ουδετέρας σημαίας είπαν αι νήσοι δι' ης ανεφέραμεν προκηρύξεως.
Έν των περιπλεόντων πλοίων των Σπετσών ευρεθέν εν Τήνω επάτησεν αυστριακήν γολέτταν φέρουσαν επιβάτας Τούρκους, ων και η ζωή εκινδύνευε και πολλά πράγματα ηρπάγησαν· αλλά κατ' έντονον διαταγήν του στόλου και οι κινδυνεύοντες επιβάται επροστατεύθησαν και απεπέμφθησαν σώοι όλοι και αβλαβείς επί της αυτής αυστριακής γολέττας, και τα αρπαγέντα πράγματα απεδόθησαν, και ο παραβάς τας εντολάς του πλοίαρχος εστάλη εις την πατρίδα του ως αξιόποινος. Η πράξις αύτη του στόλου δεικνύει την διάθεσιν των προκρίτων των ναυτικών νήσων και ως προς την θαλάσσιον τάξιν και ως προς το εις τας ουδετέρας σημαίας σέβας. «Β ά σ ι μ ο ς - σ κ ο π ό ς - μ α ς - ε ί ν α ι», έγραφαν οι Σπετσιώται εν τη περιπτώσει ταύτη, «ν α - δ ι α φ υ λ ά ξ ω μ ε ν - τ α - δ ί κ α ι α - τ ω ν - ε θ ν ώ ν (η). Η διάθεσις αύτη διέμενε και μετά ταύτα η αυτή, αλλ' όχι και επίσης ευτυχής εξ αιτίας των δεινών περιστάσεων, αίτινες και την αταξίαν παρά την θέλησιν των προκρίτων ενεθάρρυναν, και την ατιμωρησίαν των ατάκτων επέφεραν.
Διορθώσας ο στόλος το ατόπημα τούτο, ανήχθη την 23. Κατά δε την αναγωγήν έμαθε τα εν Κωνσταντινουπόλει τραγικά συμβάντα και την αγχόνην του πατριάρχου και εξηγριώθη. Την αυτήν ημέραν απήντησε μεταξύ Τήνου και Μυκώνου τρία ελληνικά πλοία συλλαβόντα έν κρητικόν υπό σημαίαν τουρκικήν κατεβαίνον εκ Κωνσταντινουπόλεως, μεταφέρον ξυλείαν, και έχων 13 ναύτας, εξ ων 7 Χριστιανοί και 6 Τούρκοι· και οι μεν Χριστιανοί συμπαρελήφθησαν εις τα πληρώματα των ελληνικών πλοίων, οι δε δυστυχείς Τούρκοι εφονεύθησαν. Την ακόλουθον ημέραν έφθασεν ο στόλος εις Ψαρά, όπου διέτριψε μέχρι της 26. Ταις δύο δε ταύταις ημέραις οι μεν αρχηγοί του στόλου και οι πρόκριτοι των Ψαρών συνεσκέπτοντο περί του πρακτέου· πολλά δε πλοία περιέπλεαν εις καταδίωξιν των υπό εχθρικήν σημαίαν· και τα μεν υδραϊκά εβύθισαν έν έμπροσθεν του Φρουρίου της Χίου, όπου είχε καταφύγει φέρον πολεμεφόδια, τα δε ψαριανά συνέλαβαν άλλο φέρον 250 επιβάτας Τούρκους άνδρας και γυναίκας, εν οις και 140 προσκυνητάς· και το μεν πλοίον εκράτησαν, τους δε επιβάτας απεβίβασαν όλους σχεδόν αβλαβείς εις τα παράλια της Ασίας. Την 27 ο στόλος κατέπλευσεν εις του Πασά την βρύσιν προς το βόρειον μέρος της Χίου, και την επιούσαν ο ναύαρχος Τομπάζης ωρκίσθη ενώπιον των πλοιάρχων της πατρίδος του τον ακόλουθον όρκον.
«Ορκίζομαι εις τον αληθινόν θεόν, τον υπερασπιζόμενον τον δίκαιον, τον εκδικούμενον τον κακόν και παραβάτην των ηθικών του Ευαγγελίου αρετών· ορκίζομαι εις το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον· ορκίζομαι εις την ελευθερίαν και εις την μέλλουσαν του έθνους ανέγερσιν, παρόντων των αξιοτίμων καπηταναίων της πατρίδος μου Ύδρας, να φυλάξω όσα ακολουθούν.
αον. Να αναδεχθώ την προσωρινήν αξίαν του ναυάρχου του ναυτικού Ύδρας έως ου να τελειώση η εκστρατεία μας εις την οποίαν η πατρίς μας έστειλε, κατά την κοινήν ψήφον των συμπατριωτών μου καπηταναίων, την οποίαν αναδέχομαι προθύμως και με την αναγκαίαν φιλογένειαν.
βον. Να ακούω τας διαταγάς της βουλής της Ύδρας οπού ήθελε τύχει να μας πέμψη.
γον. Να κινήσω το ναυτικόν της Ύδρας κατά του βαρβάρου τυράννου της πατρίδος και των οπαδών του χωρίς να βλάψω άλλον όπου εύλογον από το κοινόν συμβούλιον·
δον. Εις αναποκτήτους τόπους ή εις εχθρικόν πλοίον να σέβωμαι την ιδιοκτησίαν των αθώων ομογενών μας, των ευρωπαϊκών υπηκόων και α υ τ ώ ν - τ ω ν - Τ ο ύ ρ κ ω ν, όταν παραδίδωσι τα όπλα χωρίς πόλεμον.
εον. Επειδή το ναυτικόν μας είναι ενωμένον με τα πλοία των άλλων δύο νησίων, να συνεργώ μετ' αυτών εις τον κοινόν σκοπόν κατά την απόφασιν, ήτις θέλει γίνεται εις τα πολεμικά μας συμβούλια κατά καιρούς.
στον. Να φέρω ή να στείλω εις Ύδραν το μέρος των λαφύρων οπού ο παρών στόλος ήθελε κάμει διά να το μοιράση η πατρίς κατά τους διορισθέντας νόμους.
ζον. Αν δε παραβώ τον άνω εκτεθέντα όρκον μου, κηρύττομαι ανάξιος του εμπιστευθέντος μοι υπουργήματος και υπόχρεως να δώσω λόγον εις τον Θεόν, εις την πατρίδα μου και εις όλους τους αρχηγούς του γένους.»
Αντεγράψαμεν ολόκληρον τον όρκον ως δεικνύοντα πόθεν και υπό ποίους όρους έλαβεν ο ναύαρχος την Αρχήν, ποία τα καθήκοντά του, ποία η εξουσία του και ποία η διάθεσίς του όχι μόνον προς τους ουδετέρους, αλλά και προς αυτούς τους παραδίδοντας τα όπλα εχθρούς· αλλά, αν η διάθεσις ήτο πρόθυμος εις συστολήν των καταχρήσεων, η χειρ ήτον ασθενής.
Το σκοπούμενον δε σχέδιον μετά την άφιξιν της ναυτικής δυνάμεως εις Χίον ήτο να επαναστατήσωσι τα χωρία, και να κινήσωσιν οι χωρικοί διά ξηράς προς την πόλιν, συγχρόνως δε να προσβάλη αυτήν και ο στόλος. Επί τω σκοπώ τούτω έστειλεν ο ναύαρχος άνθρωπον εις τα χωρία φέροντα προκήρυξιν της Ύδρας λέγουσαν, ότι όλον το έθνος ήτον εις τα όπλα υπέρ της ελευθερίας του· ότι οι Πελοποννήσιοι απέκλεισαν εν τοις φρουρίοις όλους τους Τούρκους, αδυνάτους, ανετοίμους και περιφόβους· ότι πολλά τουρκικά φρούρια ήσαν εγγύς να παραδοθώσιν· ότι ο ελληνικός στόλος διεσπάρη εις πολλά μέρη και εμελέτα να κλείση τα Δαρδανέλια, ώστε να μη δυνηθή να εξέλθη εχθρική δύναμις· ότι αι τρεις ναυτικαί νήσοι δεν εδύναντο να βαστάζωσι μόναι όλον το βάρος του στόλου, και ανάγκη να συντρέξη ο είς τον άλλον κατά τον ιερόν τούτον αγώνα, και ότι η Χίος, ως η πλουσιωτέρα των άλλων νήσων, εχρεώστει να δείξη τόσην προθυμίαν υπέρ της ελευθερίας του έθνους, όσην έδειξε φιλογένειαν υπέρ του φωτισμού του. Ταύτα έγραφαν οι Υδραίοι προς τους Χίους συγκερνώντες μετά των προτροπών απειλάς. Αλλ' εν ώ ο στόλος ανέμενε το αποτέλεσμα της προκηρύξεως, ήλθεν είδησις, ότι οι Τούρκοι, ιδόντες ερχόμενα τα πλοία, κατεταράχθησαν και έφεραν ενώπιόν των τους δημογέροντας· ότι οι δημογέροντες απεκρίθησαν ερωτηθέντες, ότι ουδεμίαν είδησιν περί του ερχομού των πλοίων είχαν, ούτε ενοχήν ουδεμίαν υπώπτευαν των εντοπίων χριστιανών· ότι ο μοντεσελίμης τοις παρέστησεν ως αναγκαίον να προσκληθώσι και άλλοι πρόκριτοι εις σύσκεψιν περί της ασφαλείας του τόπου· ότι ανύποπτοι ούτοι περί ων εμελέτα ο μουτεσελίμης και πρόθυμοι να εξαλείψωσι πάσαν υποψίαν εκάλεσαν όσους και οποίους υπέδειξεν ο μουτεσελίμης επί τη προτάσει των εντοπίων Τούρκων· ότι αφ' ού όλοι οι κλητοί, εν οις και ο αρχιερεύς Πλάτων, συνήλθαν ανυπόπτως, αντί να συσκεφθώσι περί ων εκλήθησαν, μετεκομίσθηταν εις το Φρούριον υπό φύλαξιν ως όμηροι κατά την επί των τοιούτων περιστάσεων τουρκικήν συνήθειαν, και ότι άλλοι μεν των Τούρκων ηγρύπνουν νύκτα και ημέραν εις φύλαξιν του φρουρίου, άλλοι δε διεσπάρησαν εις τα χωρία προς αφοπλισμόν των κατοίκων. Την δε 29 επανήλθεν εις τον στόλον ο αποσταλείς εις τα χωρία και ανέφερε και αυτός ότι μεταξύ των χωρικών ολίγην προθυμίαν ηύρε προς όσα εμελετώντο. Διά τας αιτίας ταύτας ο στόλος, ενδιατρίψας ένδεκα ημέρας και φοβηθείς μη διακινδυνεύση την ζωήν των ομηρευόντων, απέπλευσεν άπρακτος την 7 μαΐου. Τοιουτοτρόπως η πρώτη ναυτική εκστρατεία απέβη ανωφελής, παρεκτραπείσα του αρχικού σκοπού κατά του εν Μούρτω εχθρικού στολίσκου, όστις ανέτοιμος και άφροντις δυσκόλως θα διέφευγε την άλωσιν ή τον εμπρησμόν.
Εν ώ δε το πλείστον του στόλου ελλιμένιζεν έμπροσθεν της Χίου, διάφορα πλοία του περιέπλεαν εις βλάβην των θαλασσοπορούντων εχθρών. Την 28 απριλίου οι υπό τους πλοιάρχους Λάζαρον Πινότσην και Σαχτούρην πρόπλοι συνέλαβαν εχθρικόν πλοίον φέρον πολύτιμα δώρα του Σουλτάνου προς τον Μεχμέτ - Αλήν, και μεταβίβαζον εις Αίγυπτον πανέστιον τον προ ολίγου έκπτωτον γενόμενον και αποπεμπόμενον σεχουλισλάμην, ως αποποιηθέντα, κατά τα λεγόμενα, την έκδοσιν φετφά εις γενικήν σφαγήν των Ελλήνων· και τα μεν εν τω πλοίω πλούτη εν οις και τα του σεχουλισλάμη, διήρπασαν οι συλλαβότες το πλοίον και τα εμοιράσθησαν μη παραλαβόντες συμμετόχους τους απόντας κατά την σύλληψιν αυτού άλλους συναγωνιστάς των, μηδέ χωρίσαντες το κανονικόν μερίδιον εις χρήσιν του κοινού· τους δε επιβάτας Τούρκους, εν οις και τον άξιον ευγνωμοσύνης σεχουλισλάμην, όλους ανηλεώς κατέσφαξαν δικαιολογούμενοι εφ' οις έπαθαν οι αθώοι ομογενείς των και ο πατριάρχης εν Κωνσταντινουπόλει, ως αν δικαιολογή απάνθρωπος πράξις κατά μη πταίσαντος άλλην απάνθρωπον πράξιν κατ' άλλου επίσης μη πταίσαντος· σημειωτέον όμως, ότι προ της αγχόνης του πατριάρχου οι Έλληνες και επί της ξηράς και επί της θαλάσσης εφέροντο φιλανθρωπότερον προς όλους τους συλλαμβανομένους Τούρκους. Η δε άνω ρηθείσα πλουσία λεία σφετερισθείσα τοιουτοτρόπως εκίνησε δίκαια παράπονα και διετάραξε τα πληρώματα των άλλων πλοίων.
Μάιος Οι Έλληνες προσέβαλαν την 1 μαΐου εχθρικήν τινα γολέτταν εν τω πορθμώ της Χίου πλέουσαν εκ Σμύρνης εις Κρήτην οι δε εν αυτή Τούρκοι έχοντες υπ' όψιν όσα θα επάθαιναν παραδιδόμενοι, επολέμησαν γενναίως και βυθισθέντος του πλοίου επνίγησαν. Την δε 4 κατεδίωξαν οι Έλληνες άλλο μικρόν πλοίον, οι δ' εν αυτώ Τούρκοι το έρριψαν εις την ξηράν και απέφυγαν διά της εις τα όρη φυγής τας φονικάς των καταδιωκόντων χείρας. Την ακόλουθον ημέραν συνέλαβαν δύο άλλα πλοία, το μεν φέρον πίσσαν, το δε επιβάτας, ους εθανάτωσαν εις ε ξ ι λ έ ω σ ι ν, ως έλεγαν, τ ο υ - π α τ ρ ι ά ρ χ ο υ. Αναχωρήσαντος δε του στόλου εκ Χίου, επανέπλευσεν εκάστη μοίρα εις τον λιμένα της.
Η νήσος η μετά τας τρεις ναυτικάς κατά τον υπέρ ελευθερίας αγώνα διαπρέψασα, και υπέρ πάσαν άλλην διά την προ των πυλών της μικράς Ασίας θέσιν ως προφυλακή όλης της αποστατησάσης Ελλάδος ριψοκινδυνεύσασα είναι η Σάμος.
Η νήσος αύτη χωρίζεται από της Ασίας διά πορθμού ενός μιλίου ως έγγιστα το πλάτος· είχεν 25 χωρία μικρά μεγάλα και εξακισχιλίας χριστιανικάς οικογενείας· διετέλει υπό τον σεχουλισλάμην και απελάμβανεν άλλοτε πολλά προνόμια διοικουμένη αυτονόμως παρά των αυτοχθόνων επί μικροίς φόροις. Από τινος δε καιρού εστέλλετο αγάς και καδής και ηυξήθησαν και οι φόροι του χαρατσίου, του οίνου και του τελωνίου. Επεκράτουν δε εν τη νήσω δύο φατρίαι υπό το όνομα η μεν των κ α λ ι κ α ν τ σ ά ρ ω ν ή των ολιγαρχικών, η δε των κ α ρ μ α ν ι ό λ ω ν ή των δημοτικών· η επικρατεστέρα δε φατρία αρχομένης της επαναστάσεως ήτον η των κ α λ ι κ α ν τ σ ά ρ ω ν.
Την 17 απριλίου έρριψαν άγκυραν εις το στενόν της Μυκάλης δύο σπετσιωτικά πλοία. Η εμφάνισις αυτών υπό την νεοφανή σημαίαν της ελευθερίας έβαλεν άνω κάτω την Σάμον όλην, και έγινεν αφορμή ν' αποστατήση την αυτήν ημέραν το Βαθύ. Την δε επελθούσαν νύκτα ώρμησάν τινες των κατοίκων της κωμοπόλεως εκείνης και έσφαξαν τους ενδιατρίβοντας χάριν εμπορίου φιλησύχους Τούρκους αντί να τους αποβιβάσωσιν αβλαβείς εις την αντικρύ ξηράν, ως μήτε αντιτείναντας μήτε επιφόβους όντας. Μετά δε την σκληράν ταύτην και αδικαιολόγητον πράξιν ητοιμάσθησαν να μεταβώσιν εις την Χ ώ ρ α ν, πρωτεύουσαν της Σάμου, κατοικουμένην υπό 1500 ψυχών επί σκοπώ να φονεύσωσι τους ενδιατρίβοντας Τούρκους και τον αγάν και τον καδήν. Αλλ' οι προεστώτες της Χώρας, μη θέλοντες την επανάστασιν, και συστήσαντες φρουράν εξ 100 οπλοφόρων, εματαίωσαν την επαπειλουμένην εισβολήν και την μελετωμένην φθοράν των Τούρκων· παρεκάλεσαν δε και τον εν Κουσαντασίω Ελέζογλουν και τον μπέην της Ρόδου να στείλωσιν, ο μεν πρώτος χιλίους στρατιώτας, ο δε δεύτερος πλοίον εις παύσιν των εν τη νήσω αναφυεισών ταραχών και εις σύλληψιν των αποστατών· ιδόντες όμως μετ' ολίγον, ότι το επαναστατικόν πνεύμα διεχέετο καθ' όλην την νήσον, δεν ανέμειναν την ζητηθείσαν δύναμιν, αλλ' απέπεμψαν τους παρ' αυτοίς Τούρκους κρυφίως επί την άντικρυς Ασίαν εις λύτρωσιν από αφεύκτου και αδίκου θανάτου. Τούτου γενομένου, όλη η νήσος και αυτή η Χ ώ ρ α, ήσαν εντός ολίγων ημερών εις πλήρη επανάστασιν παρά την γνώμην των προεστώτων.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'
Κατάστασις της στερεάς Ελλάδος.
Η ΣΤΕΡΕΑ Ελλάς κατεπιέζετο και εξηντλείτο πολλά έτη υπό τον Αλήν. Υπό διαφόρους προφάσεις ο πλούσιος, είτε Τούρκος είτε Χριστιανός, εγυμνούτο, και ο δυνατός πάντοτε εμηδενίζετο, συχνάκις δε και εφονεύετο. Ο ασυνείδητος ούτος σατράπης εκίνει τους Τούρκους κατά των Χριστιανών, τους Χριστιανούς κατά των Τούρκων και τους οικείους κατά των οικείων· εβράβευε την κακίαν, επαίδευε την αρετήν, διέφθειρε τον λαόν όλον, και εθεώρει και αυτήν την οικιακήν τιμήν των αθλίων ραγιάδων καθημερινόν παίγνιον των αισχρών και απλήστων επιθυμιών του· εν ενί λόγω ουδέν όσιον εσέβετο, και ουδέν ανόσιον απεστρέφετο· αγωνιζόμενος δε πάντοτε να εκτείνη τα όρια και της αυθαιρέτου εξουσίας του και της τοπαρχίας του, και να βάλλη υπό τας θελήσεις του τους απειθείς ή αντιπάλους του, είχε πάντοτε περί εαυτόν μεγάλας δυνάμεις ως όργανα των φιλάρχων και πλεονεκτικών σκοπών του. Επειδή εξ αιτίας της τυραννίας επλεόναζεν η ληστεία, ο Αλής εις εξόντωσιν αυτής είχε χρείαν μεταβατικών οπλοφόρων και η χρεία αύτη διετήρει τα πολυθρύλλητα καπητανάτα των μερών εκείνων. Οι κάτοικοι, καταπιεζόμενοι εν ταις ειρηνικαίς των εργασίαις, ησπάζοντο τον στρατιωτικόν βίον, ευρίσκοντες εν αυτώ ασφάλειαν, άνεσιν, τιμήν και κέρδος· ώστε αυτός ο δεσποτισμός και αυτή η τυραννία του Αλή εγύμναζαν πολύ μέρος των κατοίκων εις την χρήσιν των όπλων, και προητοίμαζον αγνώστως την ευτυχή ανέγερσιν της Ελλάδος. Η καταδρομή του συνετέλεσε τα μέγιστα εις γενικήν εφόπλισιν τω βουλομένων και δυναμένων Ελλήνων να φέρωσιν όπλα, των μεν υπέρ αυτού, των δε κατ' αυτού· ώστε η Στερεά Ελλάς εφαίνετο κατ' εκείνας τας ημέρας όλη στρατόπεδον. Οι δε Εταίροι, δράξαντες επιδεξίως την ευκαιρίαν της καταδρομής του, και θεωρούντες τους σκοπούς των συμβιβαζομένους προς τους σκοπούς αυτού, τω ανεκάλυψαν το μυστήριον της Εταιρίας, και τον εθάρρυναν λέγοντές τω, ότι δάκτυλος ρωσσικός υπεκίνει τα πάντα. Ο πανούργος σατράπης υπεκρίθη προθυμίαν και ειλικρίνειαν εξ αιτίας της δεινής θέσεώς του· αλλ' επιθυμών παντοίοις τρόποις να εξιλεώση τον κυριάρχην του, προς ον και άλλοτε είχεν ανακοινώσει όσα έμαθε περί της Εταιρίας, τω εγνωστοποίησε τα πάντα, υποσχόμενος, αν αμνηστεύετο, να σβέση εντός ολίγων ημερών την ανάψασαν εν Πελοποννήσω φλόγα της επαναστάσεως. Αλλ' η Πύλη απέρριψε τας προτάσεις του αλαζονευομένη επί τη υπεροχή της και απιστούσα εις τον ψευδή χαρακτήρα του. Αν κατεδέχετο η Πύλη να πολιτευθή τον Αλήν, η ελληνική επανάστασις θα επνίγετο εν τοις σπαργάνοις της, διότι είχεν ο ανήρ ούτος τόσην φήμην, τόσην επιρροήν, τόσην πραγματικήν ισχύν, τόσην προσωπικήν γνώσιν και των ανθρώπων και των τόπων, το όνομά του διέσπειρε τόσον τρόμον καθ' όλην την Ελλάδα, ώστε το παν θα υπέκυπτεν, αν εκινείτο. Η κατ' ευτυχίαν απόρριψις της προτάσεώς του έφερε το εναντίον αποτέλεσμα· αντί πολεμίου τον ανέδειξε σύμμαχον της Ελλάδος· και η εξ ανάγκης ανταρσία του την ωφέλησε τα μέγιστα, διότι κατ' αυτήν την έκρηξιν της επαναστάσεως εν Πελοποννήσω, καθ' ην ο Πελοποννήσιος Έλλην ήτον εισέτι και άτολμος και απειροπόλεμος και ανεφοδίαστος και αβέβαιος, η αντίστασίς του ανεχαίτισε πολλάς των εν τη στερεά Ελλάδι σουλτανικών δυνάμεων ετοίμους να πέσωσιν εις Πελοπόννησον και ικανάς να την υποτάξωσιν.
Η Εταιρία, ως είπαμεν, είχεν ολίγους οπαδούς κατά την στερεάν Ελλάδα διά τον φόβον του Αλή· αλλά τα υπ' όψιν των στερεοελλαδιτών μεγάλα κατά την Πελοπόννησον, την γείτονά των, συμβάντα εφείλκυαν όλην την προσοχήν των, και τους ερέθιζαν έτι μάλλον αι ακατάπαυστοι των Πελοποννησίων προτροπαί εις συμμέθεξιν του υπέρ πατρίδος αγώνος. Η θέσις της στερεάς Ελλάδος δεν ήτον οποία η της Πελοποννήσου. Αν και εις ένοπλον κίνησιν εξ αιτίας της αλληλομαχίας του σουλτάνου και του Αλή, η αβεβαιότης της εκβάσεως του εμφυλίου τούτου πολέμου, ο εύλογος φόβος και η επικρατούσα υποψία συμβιβασμού των αλληλομαχούντων, ικανού να επιφέρη αφεύκτως την αποτυχίαν παντός επαναστατικού κινήματος, έτι δε και η εν αυτή παρουσία τόσων στρατευμάτων ήσαν ισχυρά αίτια ν' αναστείλωσι την εις την επανάστασιν ροπήν της.
Ο Αλής εκυρίευσεν επί των λαμπρών ημερών του το Σούλι, και ηνάγκασε τους Σουλιώτας να καταφύγωσιν εις ξένην γην και να ψωμοζητώσιν. Υποχείριόν του ήτο καθ' ον καιρόν απεκηρύχθη· μεγάλως δε θα εχρησίμευε τη Πύλη η σύμπραξις του τολμηρού και εμπειροπολέμου τούτου λαού, διψώντος την ανάκτησιν της γης του, και πνέοντος εκδίκησιν κατά του θανασίμου εχθρού του Αλή. Αλλ' ο αρχιστράτηγος αυτής Ισμαήλ - πασας ο άλλοτε Ισμαήλμπεης, ο και Πασόμπεης, κάκιστα επολιτεύθη τους νέους τούτους φίλους της· εφωράθη δε και επιβουλευόμενος αυτούς, είτε διότι οι αντίζηλοί των Αλβανοί ερραδιούργησαν, ώστε να δυσπιστή προς αυτούς, είτε διότι έκρινε την κατά τας παρούσας περιστάσεις ωφέλειαν της υπηρεσίας των πολύ κατωτέραν της προς τα τουρκικά συμφέροντα μετά ταύτα βλάβης, εκ της επανόδου χριστιανικού και ανδρείου λαού εις τόπον τόσον οχυρόν. Ο άοκνος και προσεκτικός Αλής ωφεληθείς εκ της προς τους Σουλιώτας κακής διαθέσεως του αντιπάλου του, και εγκολπωθείς αυτούς, τοις απέδωκε την πατρίδα των, τους εμίσθωσεν ως συναγωνιστάς του και αντήλλαζεν εις αμοιβαίαν ασφάλειαν και ομήρους. Εν ώ δε ταύτα ενηργούντο, ούτε η ελληνική επανάστασις είχεν εκραγή, ούτε οι Σουλιώται εγνώριζαν τα της Εταιρίας· διά τούτο ανεδέχθησαν απλώς και ειλικρινώς επί λόγω τοπικών και ιδιαιτέρων συμφερόντων τον υπέρ του Αλή, αγώνα· και αφ' ού εξερράγη η επανάστασις, και εμυήθησαν τα της Εταιρίας, ουδέ και τότε εφάνησαν εξ αιτίας των περιστάσεων αλλάξαντες σκοπόν, ουδέ σημαίαν εθνικήν ύψωσαν, αν και εσωτερικώς εφρόνουν όσα και οι λοιποί Έλληνες υπέρ της γενικής ελευθερίας του έθνους. Ο υπό τοιαύτην όμως μορφήν ενεργούμενος πόλεμος υπέφαινε τον αληθινόν του χαρακτήρα προς τους άλλους Έλληνας, οίτινες ατενίζοντες μακρόθεν εις την ακρότομον Κιάφαν πολεμούσαν και πολεμουμένην, την έβλεπαν διά του λογισμού των ως λαμπάδα καιομένην αφ' υψηλής περιωπής εις φωτισμόν των εν τω σκότει της δουλείας καθημένων και εις χειραγωγίαν των.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'
Αποστασία Φωκίδος και Βοιωτίας. - Εκστρατεία εις Πατρατσίκι - Αποστασία Αττικής. - Περιγραφή και αποστασία Θετταλομαγνησίας και Ευβοίας. - Αποστασία Μακεδονίας και Κρήτης.
ΑΝ και απέναντι των εν Πελοποννήσω μεγάλων συμβάντων διεγειρόντων εν ταις καρδίαις των στερεοελλαδιτών ενθουσιασμόν, άμιλλαν και φιλοτιμίαν, η Αιτωλοακαρνανία δεν ησπάσθη διά μιας τον εθνικόν αγώνα, εξ αιτίας της επί των πυλών της Ηπείρου όπου ήσαν τα μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα θέσεώς της, άλλα όμως της στερεάς Ελλάδος μέρη, απώτερον κείμενα, τον ησπάσθησαν θαρραλέως· αλλ' ουδ' αυτά εκ κοινού συνθήματος ή εκ κοινής προμελέτης, ως προερρέθη, αν και λόγος εγίνετο πολύς περί τούτου μυστικώς παρά τοις οπλαρχηγοίς και τοις προκρίτοις.
Μάρτιος Οπλαρχηγός της επαρχίας Σαλώνων ήτον ο Πανουργιάς, όστις, άμα επολιορκήθη υπό των βασιλικών ο Αλής, έφυγεν εξ Ιωαννίνων και ήλθεν εις Σάλωνα. Την 24 μαρτίου, ό εστιν αφ' ού έμαθεν ότι εκινήθη η Αχαΐα, διέτριβε μετά των υπό την οδηγίαν του 60 αρματωλών εν τη μονή του προφήτου Ηλίου μίαν ήμισυ ώραν μακράν των Σαλώνων, όπου εκάλεσε τους προεστώτας της πόλεως και των χωρίων εις γενικήν συνέλευσιν, καθ' ην απεφασίσθη ομοφώνως να προσβάλωσι τους εν τη επαρχία Τούρκους. Διέταξε δε συγχρόνως τον μεν γαμβρόν του και υποπλαρχηγόν του Θανάσην Μανίκαν να στρατολογήση κατά το τμήμα των Βλαχοχωρίων τους ικανούς να φέρωσιν όπλα, τον δε εξάδελφόν του Γιάννην Γκούραν, όστις αφανής τότε διέπρεψε μετά ταύτα, ν' απέλθη εις τον άγιον Γεώργιον επί στρατολογία, και να συννοηθή μετά των κατοίκων του Γαλαξειδίου, οίτινες μηδένα έχοντες συγκάτοικον Τούρκου και ερεθιζόμενοι καθ' εκάστην υπό των Πατρίων, πολλήν επιρροήν παρ' αυτοίς εχόντων διά τας πολλάς εμπορικάς σχέσεις, ανυπόμονοι ήσαν ν' αποτινάξωσι τον ζυγόν. Αφ' ού δε συνενοήθησαν, εκίνησαν την νύκτα της 26, οι μεν εξ ενός οι δε εξ άλλου μέρους, εξημερώθησαν εις Σάλωνα και επολιόρκησαν υπό την αρχηγίαν του Πανουργιά το φρούριον, όπου υποπτεύοντες οι Τούρκοι επρόλαβαν και εκλείσθησαν όλοι συν γυναιξί και τέκνοις, και συνεκλείσθησαν και όλαι αι εκεί μετά την ανέγερσιν της Αχαΐας μεταβάσαι τουρκικαί οικογένειαι της Βοστίτσης· ήσαν δε μεταξύ όλων αυτών 600 ένοπλοι. Ο ενθουσιασμός των κατ' εκείνα τα μέρη Ελλήνων ήτο μέγας, κυρίως δε ο των Γαλαξειδιωτών, μεταφερόντων εις ευόδωσιν του κοινού αγώνος ψιλά όπλα, πολεμεφόδια και κανόνια εκ των πλοίων. Αν και οι Τούρκοι ήσαν δυνατοί, οι Έλληνες επέπεσαν τόσον ορμητικώς, ώστε εκυρίευσαν την πρώτην ημέραν το προς την ρίζαν του φρουρίου νερόν.
Απρίλιος Οι δε έμφρουροι, απρομήθευτοι των αναγκαίων και διψώντες, εξώρμησαν την 8 απριλίου επ' ελπίδι να κυριεύσωσι καν την παραρρέουσαν πηγήν, αλλ' απέτυχαν και εφονεύθησαν 13, εν οις και ο επ' ανδρία γνωστός Χάιδας. Πεινώντες οι δυστυχείς και διψώντες παρεδόθησαν ενήμερα του Πάσχα (10 απριλίου), επ' ασφαλεία ζωής και τιμής, και παρέδωκαν και τα όπλα τω Πανουργιά, έμπροσθεν της πύλης καθημένω, και παραλαμβάνοντι αυτά· και οι μεν έμειναν εν ταις οικίαις των ανεπηρέαστοι, οι δε εις πλειοτέραν ασφάλειαν ηθέλησαν να κατοικήσωσι μεθ' ων είχαν σχέσεις Χριστιανών. Το φρούριον δε των Σαλώνων ήτο το πρώτον των κυριευθέντων υπό των Ελλήνων.
Μάρτιος Γνωσθείσης της πολιορκίας των Σαλώνων, ο Δήμος Σκαλτσάς, οπλαρχηγός Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου, συννοηθείς μετά του Αναγνώστη Λιδωρίκη, του Παπά Γεωργίου Πολίτη, και λοιπών προεστώτων των δύο επαρχιών, έχων και αυτός 60 αρματωλούς και συμπαραλαβών τους δυναμένους να φέρωσιν όπλα χωρικούς, ύψωσε την σημαίαν της ελευθερίας την 28 μαρτίου· και αυτός μεν εισήλθε την αυτήν ημέραν υπό τον ήχον των τυμπάνων εις Λιδωρίκι, απέστειλε δε τον υποπλαρχηγόν του Θεοδωρήν Χαλβατσήν εις Μαλανδρίνον. Οι Τούρκοι και οι εν Λιδωρικίω και οι εν Μαλανδρίνω εκλείσθησαν εντός τινων οικιών, και αντέστησαν· αλλά μετά δύο ημέρας, αφ' ού εφονεύθησάν τινες αυτών, κατέθεσαν τα όπλα και παρεδόθησον ως και οι εν Σαλώνοις.
Κατόπιν των επαρχιών τούτων ύψωσε την ελληνικήν σημαίαν η της Λεβαδείας υπό την επιρροήν του οπλαρχηγού της Θανάση Διάκου, σκοπεύοντας να την υψώση προ των άλλων συναδέλφων του, αλλ' εμποδισθέντος διά τας των προκρίτων της πρωτευούσης της επαρχίας εκείνης διχονοίας. Ούτος, έχων 100 συντρόφους και στρατολογήσας και πολλούς Αραχωβίτας και άλλους εξ άλλων χωρίων της επαρχίας, κατέλαβε διά νυκτός τας θέσεις του Ζαγαρά και του προφήτου Ηλίου άνωθεν τις πόλεως Λεβαδείας, και εκείθεν έστειλε πρώτον και απέκλεισε διόδους τινάς εις διακοπήν πάσης κοινωνίας των εντεύθεν και εκείθεν Τούρκων έπειτα φιλιώσας τους διαφωνούντας προεστώτας της Λεβαδείας εισήλθε την 30 εις την πόλιν υπό τας σημαίας της ελευθερίας. Ιδόντες δε την ένοπλον εισβολήν ταύτην οι εν τη πόλει Τούρκοι, οι μεν ανέβησαν συν γυναιξί και τέκνοις εις το φρούριον, οι δε εκλείσθησαν εν ταις δυνατωτέραις οικίαις της πόλεως· συνεκλείσθησαν δε και οι εκεί ευρεθέντες πολλοί Αλβανοί· ο αριθμός δε των δυναμένων να βρώσιν όπλα εγκατοίκων Τούρκων και των Αλβανών ανέβαινεν εις 800. Την 31 συνήφθη μάχη και διήρκεσε πέντε ημέρας. Ο Ρούκης καί τινες άλλοι ανέβησαν διά νυκτός εις το φρούριον, ελπίζοντες να το κυριεύσωσιν· οι Τούρκοι τους ενόησαν, τους αντέκρουσαν, επλήγωσάν τινας και τους απεδίωξαν· αλλ' η έλλειψις της τροφής και του νερού τους ηνάγκασε μετ' ολίγον ν' απλώσωσι λευκήν σημαίαν, να καταθέσωσι τα όπλα και να παραδοθώσιν ως και οι εν Σαλώνοις. Ο δε Διάκος εφάνη εξ αυτής της αρχής πνέων θερμόν πατριωτισμόν, και ανώτερος παντός υλικού συμφέροντος· συνάξας τα παραδοθέντα όπλα και λάφυρα τα παρέδωκεν όλα εις χείρας των προκρίτων προς αγοράν τροφών και πολεμεφοδίων του στρατού, αυτός δε εξεστράτευσε μετά 600 κατά την Βοδωνίτσαν και Θερμοπύλας, διότι εψιθυρίζετο, ότι στρατεύματα εχθρικά συνηθροίζοντο εν Ζητουνίω.
Καθ' ην δε ημέραν ήνοιξεν ο πόλεμος εν Λεβαδεία, διέταξεν ο Διάκος και τον εν τη υπό την οπλαρχηγίαν του επαρχία του Ταλαντίου Αντώνην Κοντουσόπουλον, εξάδελφόν του, να πράξη και αυτός εκεί τα αυτά συννοηθείς μετά των προκρίτων του τόπου. Την 31 υψώθη και εκεί η σημαία της ελευθερίας.
Απρίλιος Την δε 1 απριλίου ο οπλαρχηγός Μπούσγος μετέβη κατά διαταγήν του διάκου εις Θήβας, και έστησε και αυτός εκεί την ελληνικήν σημαίαν αμαχητί, διότι οι Θηβαίοι Τούρκοι προβλέποντες ό,τι συνέβη, παρέλαβαν προ του ερχομού του τας γυναίκας, τα τέκνα και τα πράγματά των και μετέβησαν ησύχως εις Εύβοιαν.
Μαθών και ο οπλαρχηγός των επαρχιών Ζητουνίου, Βοδωνίτσης και Τουρκοχωρίου, Γιάννης Δυοβινιώτης, όσα επράχθησαν κατά τας άλλας επαρχίας και έχων 80 συντρόφους εστρατολόγησεν άλλους 500 εκ των κατοίκων των υπό τα όπλα του επαρχιών, ύψωσε της επαναστάσεως την σημαίαν, αν και ο υιός του ήτον υποχείριος του Αλή, και την 8 επολιόρκησε το φρούριον της Βοδωνίτσης, όπου εκλείσθησαν αι εν αυτή 70 τουρκικαί οικογένειαι. Την αυτήν ημέραν ήλθεν εις επικουρίαν και ο Κομνάς Τράκας, σταλείς παρά του Πανουργιά μετά 200, και ο Διάκος μετά των περί αυτόν, και ώρμησαν όλοι επί το φρούριον, όπερ, αν και μικρόν, δεν ήτο αλώσιμον ειμή διά της πείνας ή της δίψας ως κείμενον επί δυνατής θέσεως· διά τούτο οι ρηθέντες οπλαρχηγοί, αφήσαντες δύναμίν τινα εις διατήρησιν της πολιορκίας, ανεχώρησαν εις Ζητούνι, και την 10 έφθασαν εις την επί του Σπερχιού γέφυραν, όπου, δευτέρας σκέψεως γενομένης, απεφάσισαν να μη προχωρήσωσι, πριν συννοηθώσι και μετά του οπλαρχηγού της επαρχίας του Πατρατσικίου Μίτσου Κοντογιάννη, έχοντος και δύναμιν ικανήν και επιρροήν· μετέβησαν δε εκείθεν εις Κομποτάδας πλησίον του Πατρατσικίου, όπου και εστρατοπέδευσαν. Ήλθεν εκεί και ο Πανουργιάς μετά 500, ώστε, συρρευσάντων και άλλων, όλος ο στρατός συνηριθμείτο εις 2000. Οι οπλαρχηγοί εκάλεσαν τότε τον Κοντογιάννην εις συνεκστρατείαν· δεν τους ήκουσε· τον εκάλεσαν και εκ δευτέρου· ουδέ και τότε τους ήκουσεν. Η παρακοή του, αφορμήν έχουσα το κινδυνώδες του επιχειρήματος, δεν ήτον άλογος, αλλ' ήτο παράκαιρος και βλαπτική προς τους αποστατήσαντας λαούς και προς τους συναδέλφους του οπλαρχηγούς· τον εκάλεσαν και εκ τρίτου, έστειλαν και παραινέτας τον Γεώργην Δεσποτόπουλον και τους αξιωματικούς του Διάκου, Καλύβαν και Μπακογιάννην, οίτινες τον απήντησαν κατά τον Κούκον, ώρας μακράν του ελληνικού στρατοπέδου· αλλ' ούτε αυτοί τον έπεισαν· ώστε το ελληνικόν στρατόπεδον εκάθητο αργόν οκτώ ημέρας. Αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσαν αι προσκλήσεις και παραινέσεις, κατώρθωσαν ο ζήλος και ο ενθουσιασμός των ανεψιών του και υποπλαρχηγών του, και η γνωσθείσα απόφασις των λοιπών οπλαρχηγών να προσβάλωσι το Πατρατσίκι και παρά την γνώμην αυτού. Αφ' ού δε ηνώθη και ο Κοντογιάννης, ουδείς οπλαρχηγός της Ανατολικής Ελλάδος (α) έμενεν εκτός του αγώνος, και εκ συμφώνου απεφασίσθη να κινηθώσιν εις άλωσιν του Πατρατσικίου· και ο μεν Κοντογιάννης να προσβάλη διά του δυτικού μέρους, οι δε λοιποί διά του ανατολικού. Εν τούτοις παρεδόθη το φρούριον της Βοδωνίτσης.
Αφ' ης ημέρας οι εν Πατρατσικίω Τούρκοι, εν οις ήσαν 800 οπλοφόροι, εντόπιοι, Αλβανοί και άλλων επαρχιών, έμαθαν τα εν Σαλώνοις, ητοιμάσθησαν εις μάχην, ωχύρωσαν τας δυνατωτέρας οικίας, τα ωρολογιοστάσιον, το ζαμίον, την εκκλησίαν, τους πύργους και άλλα μέρη, έφραξαν τας οδούς και τας στενωπούς, και εξήλθαν πλείστοι προς τον ρύακα του προαστείου των Μπογομύλων προσμένοντες τους εχθρούς εντός των εκεί οχυρωμάτων. Οι δε κατά τους Κομποτάδες Έλληνες επέπεσαν την 18 τόσον ορμητικοί, ώστε διά του πρώτου τουφεκισμού τους ηνάγκασαν να αφήσωσι τους Μπογομύλους, και να περιορισθώσιν, εν τη πόλει· έκαυσαν δε και τας οικίας των Μπογομύλων και εισήλθαν εις την πόλιν πολεμούντες και καίοντες. Καθ' ον δε καιρόν εκινήθησαν οι ανωτέρω εκ του ανατολικού μέρους, εκινήθησαν και οι εν τω μοναστηρίω της Αγάθωνας υπό τον Κοντογιάννην, και διαβάντες τον Ξηριάν έπεσαν εις Μισαλάν, απεδίωξαν τους εκεί οχυρωθέντας Τούρκους και εισήλθαν και ούτοι εις την πόλιν πόλεμούντες και καίοντες· αλλ' οι κλεισθέντες εν τοις οχυροίς κτιρίοις Τούρκοι αντείχαν γενναίως. Περί δε το μεσονύκτιον, καθ' ην ώραν εξησθένησεν ο πόλεμος, είδαν οι Έλληνες επί της πεδιάδος κατά το Λιανοκλάδι παμπληθή πυρά των εχθρών ελθόντων εκεί διά νυκτός, και φοβηθέντες μη αποκλεισθώσιν υπό του συνακολουθούντος ιππικού ανεχώρησαν την επαύριον, ο μεν Κοντογιάννης εις τα ίδια, οι δε λοιποί οπλαρχηγοί εις Κομποτάδας αφήσαντες την πόλιν ημίκαυστον. Επί της επιδρομής δε ταύτης εσκοτώθησαν 6 Έλληνες και επληγώθησαν 5 εν οις και ο Ρούκης. Εσκοτώθησαν και 40 Τούρκοι και επληγώθησαν άλλοι τόσοι.
Ούτε η αποτυχία της εκστρατείας ταύτης, ούτε η εμφάνισις των εχθρών κατά το Λιανοκλάδι έστησαν την πρόοδον της επαναστάσεως κατά την Ανατολικήν Ελλάδα.
Η Αττική ήτον η μόνη επαρχία εκείνου του μέρους, η έως τότε μη αποστατήσασα. Είδαμεν ότι αι επαρχίαι της Ανατολικής Ελλάδος ανηγέρθησαν διά της ενεργείας των οπλαρχηγών των· άλλη Αττική ήτον η μόνη των επαρχιών της στερεάς Ελλάδος η μη έχουσα έκπαλαι οπλαρχηγόν, διότι ούτε η θέσις της ούτε τα βουνά της εθεωρούντο κατάλληλος φωλεά κλεπτών καθ' ων εσυστήθησαν τα αρματωλίκια· διά τούτο αι Αθήναι, εν ώ απεστάτησαν τα γειτονικά μέρη, διέμειναν μέχρι τινός υπό την πλήρη κυριότητα των Τούρκων κυμαινόμεναι μεταξύ επιθυμιών και φόβων.
Ο Μελέτης Βασιλείου, κάτοικος των Χασιών, χωρίου της Αττικής κειμένου, κατά την ονομασίαν του, εντός της περιοχής του παλαιού δήμου των Χαστιέων και πλησίον της Φυλής, ην άλλοτε κατέλαβαν οι καταλύσαντες την τυραννίαν των Τριάκοντα, άνθρωπος φιλόπατρις, γενναίος και πολλήν έχων εκεί επιρροήν, θέλων ν' απαλλάξη το χωρίον του των κακών όσα υπέφερεν όλη η Αττική και παρά του διοικητού της και παρά του ηγεμόνος της Ευβοίας, ούτινος η δικαιοδοσία εξετείνετο και εις αυτήν, κατώρθωσεν άλλοτε και απέκοψεν αυτό της λοιπής επαρχίας επί λόγω ότι ήτο δ ε ρ β έ ν ι εξ αιτίας της επί της ανόδου του Πάρνηθος θέσεώς του, και το επροίκισε δι' ων προνομίων επροικίζοντο τα των τοιούτων θέσεων χωρία, ων την φύλαξιν ήσαν εμπεπιστευμένοι εντόπιοι, έχοντες την άδειαν του οπλοφορείν. Η περίστασις αύτη υπέκρυψεν ευσχήμως, ότε ήλθεν η ώρα της γενικής επαναστάσεως, τους αληθείς σκοπούς του Μελέτη, όστις, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, αφ' ού είδεν όσα συνέβησαν εν ταις πλησιοχώροις επαρχίαις, ώπλισε την 1 απριλίου τους χωρικούς του επί λόγω, ότι θα υπεράσπιζε τον τόπον του από πάσης ενδεχομένης επιδρομής κλεπτών, έστησε το μικρόν του στρατόπεδον εν Μενιδίω, συμπαρέλαβε συναγωνιστάς του τους Μενιδιώτας υπό τον Χατσή - Αναγνώστην Τσουρκατιώτην, καί τινας Σαλαμινίους ελθόντας προς αυτόν αυθορμήτως, και την 18 εκτύπησεν εν τω αντικρύ της Ευβοίας χωρίω της Αττικής, Καλάμω, τους περί τον Καρύστιον Ομέρμπεην μεταβάντας εκεί εξ Ευβοίας εις παρατήρησιν των κατ' εκείνα τα μέρη νεωστί συμβάντων. Θέλοντες δε ο Μελέτης και οι λοιποί να ενωθώσιν υπό ένα και τον αυτόν αρχηγόν, αντιπροσωπεύοντα την Εταιρίαν, παρεκάλεσαν τους άρχοντας της Λεβαδείας να τοις στείλωσι τοιούτον. Οι άρχοντες ευρόντες κατάλληλον τον Δήμον Αντωνίου, κατηχητήν προ ολίγου της Εταιρίας, ευρωπαϊκά ενδεδυμένον, τω έβαλαν επωμίδας και περικεφαλαίαν και τον έστειλαν εις Μενίδι, όπου τον υπεδέχθησαν, οι Αττικοί ως άνδρα υπερέχοντα εξαιτίας της ασυνήθους στολής του, και ετέθησαν υπ' αυτόν μεθ' όσης άλλοτε αφοσιώσεως ετέθησαν οι Σπαρτιάται υπό τον χωλόν συμπατριώτην του Μελέτη Τυρταίον.
Οι κάτοικοι Τούρκοι των Αθηνών ήσαν 400 οικογένειαι· παρευρίσκοντο και 60 Αλβανοί ως αστυνομική δύναμις· ανησύχαζαν δε δικαίω τω λόγω βλέποντες τα κινήματα των πλησιοχώρων επαρχιών· αλλ' ιδόντες και τα χωρία αυτής της επαρχίας των εις ένοπλον κίνησιν, και τους χωρικούς αρπάζοντας ποίμνια υπό τα τείχη της πόλεως, κατεταράχθησαν και ωργίσθησαν· και κατ' αρχάς μεν συνέλαβαν την κοινήν ιδέαν να σφάξωσιν όλους τους εν Αθήναις δυναμένους να οπλοφορώσι Χριστιανούς· αλλά βλέποντες, ότι τούτο ούτε πολιτικόν ήτον, ούτε ευκατόρθωτον, και ότι εδύνατο να επιφέρη ό,τι ήθελαν ν' αποφύγωσι, παρητήθησαν· ήρχισαν όμως να προετοιμάζωνται ανακομίζοντες τροφάς και τα πράγματά των εις την ακρόπολιν, καθαρίζοντες μίαν των δύο ευχρήστων αλλά προ καιρού μη εν χρήσει δεξαμενών και μετακομίζοντες εκ της πόλεως νερόν. Πεισθέντες δε εξ όσων ήκουαν και έβλεπαν, ότι οι έξωθεν κ λ έ π τ α ι θα εφώρμων, συνέλαβαν αίφνης την 11 τους τρεις προεστώτας και 10 άλλους περιφερομένους εις τας οδούς της πόλεως, τους ανεβίβασαν εις την ακρόπολιν και τους εφυλάκισαν. Η σύλληψις αύτη εφόβισε τους άλλους προύχοντας και τους ηνάγκασε να κρυβώσιν· αλλά τους ηνάγκασεν εν ταυτώ και να συννοηθώσι κρυφίως μετά των έξω και τους προτρέψωσι να έμβωσιν ένοπλοι εις την πόλιν· ώστε ό,τι έπραξαν οι Τούρκοι εις προφύλαξίν των απέβη εις βλάβην των.
Απρονόητοι δε και ασυνεπείς, φυλακίσαντες εν τη ακροπόλει τους προεστώτας και λοιπούς, δεν εφρόντισαν να έχωσιν ικανούς φύλακας εν τη πόλει, εν ώ έβλεπαν τόσους οπλοφόρους Χριστιανούς εκτός αυτής· αλλ' ό,τι διακρίνει υπέρ παν άλλο την μωρίαν των είναι, ότι, εξαιρουμένων των πυλών του τείχους φυλαττομένων υπό Τούρκων, εφρούρουν τα λοιπά μέρη αυτού κατά διαταγήν αυτών Χριστιανοί.
Την νύκτα της 25 συσσωματωθέντες οι έξωθεν Χριστιανοί εν Μενιδίω, ως 600, άλλοι φέροντες όπλα, άλλοι λόγχας, και άλλοι ρόπαλα, εστράτευσαν προς την πόλιν δύο ώρας πριν εξημερώση, ανέβησαν ησύχως το μεταξύ των πυλών των αγίων Αποστόλων και της Μπουμπουνίστρας τείχος, εισεπήδησαν ανεμποδίστως, εφόνευσαν τους επί των δύο πυλών ολίγους Τούρκους, και διεσπάρησαν εις την πόλιν τουφεκίζοντες και αλαλάζοντες. Επειδή δε οι Τούρκοι ανέβαιναν πάσαν εσπέραν εις την ακρόπολιν, ολίγοι ευρέθησαν εν τη πόλει, δι' ο και ολίγοι εχάθησαν· 36 δε, άνδρες, γυναίκες, παιδία, εκ των ενευρεθέντων κατέφυγαν εις τα προξενεία και διεσώθησαν. Οι Αττικοί, κυριεύσαντες την πόλιν, έστησαν την 28 την σημαίαν της ελευθερίας επί του διοικητηρίου, όπου εκάθησαν και οι οπλαρχηγοί, εν οις και ο πρωταθλητής της Αττικής Μελέτης.
Μόλις διεδόθη εις τα πέριξ η είδησις των συμβάντων τούτων, και συνέρρευσεν εις Αθήνας ικανός αριθμός Αιγινητών, Κείων, Θερμιωτών και Υδραίων οπλοφόρων. Κατόπιν αυτών ήλθαν καί τινες Κεφαλλήνες (5 μαΐου) φέροντες και κανόνια· ώστε εντός δέκα ημερών ο αριθμός των εν Αθήναις οπλοφόρων συνηριθμείτο εις τρισχιλίους.
Οι έγκλειστοι Τούρκοι, βλέποντες μεταξύ των πολιορκητών πολλούς φραγκοενδεδυμένους, τινάς δε φορούντας και στολάς, ηπόρησαν και ηρώτησαν διά γράμματος τους προξένους, αν οι Φράγκοι βασιλείς εκήρυξαν πόλεμον κατά του σουλτάνου. Οι πρόξενοι τοις έγραψαν την αλήθειαν· αλλ' οι Έλληνες, μαθόντες τας υποψίας και τους φόβους των, συνέλεξαν όσους ίππους, όνους και ημιόνους ηύραν, και άλλοι καθήσαντες επ' αυτών, των μεν εχόντων των δε μη εχόντων εφίππια, άλλοι δε πεζοί, και οι πλείστοι φραγκοφορούντες και σκιαδοφορούντες, περιήλθαν μια των ημερών την ακρόπολιν υπό τον κρότον ευρωπαϊκών τυμπάνων και σαλπίγγων επιδεικνύμενοι δήθεν τον ευρωπαϊσμόν των· αλλά μία κανονία, πεσούσα εκ της ακροπόλεως εν μέσω αυτών και φονεύσασα ένα, διέλυσεν εν τω άμα την γελοίαν ταύτην σκηνήν.
Δράξαντες οι Αθηναίοι τα όπλα επεμελήθησαν να τακτοποιηθώσι πολιτικώς και στρατιωτικώς όσον επέτρεπεν η περίστασις· και επειδή εστερούντο πολεμικής ύλης, απέσπασαν τον επί των θόλων των εν τη πόλει ζαμίων μόλυβδον, έχυσαν βόλια, και έβαλαν εις κίνησιν και τους σωζομένους πυριτομύλους· έστησαν δε κατά των εν τη ακροπόλει διά της θερμής συνδρομής και των άλλοθεν ελθόντων Ελλήνων επτά κανόνια επί διαφόρων θέσεων, της Πνυκός, του Μουσείου όπου το μνημείον του Φιλοπάππου, πλησίον των θεάτρων του Βάκχου και του Ηρώδου, και προς τον ναόν του Ολυμπίου Διός. Κατ' αίτησιν δε των Αθηναίων ήλθε τας πρώτας ημέρας της ενοπλίσεώς των εις τον Πειραιά και υδραϊκόν πλοίον 11 κανονίων, σταλέν παρά των αδελφών Κουντουριωτών υπό τον Γεώργην Νέγκαν.