Front matter (continued 5)
Reading edition
Είχαν ήδη καταβή προς εκείνα τα παραθαλάσσια ικανά στρατεύματα εις πολιορκίαν της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου. Στερούμενα παντός επιτηδείου εις προσβολήν φρουρίων και πρόθυμα να επιχειρήσωσί τι, έδραξαν την ευκαιρίαν της εμφανίσεως των ελληνικών πλοίων, ήλθαν πλησιέστερον της Ναυπάκτου την 24 και την επαύριον ήρχισε σφοδρότατος τουφεκισμός και κανονοβολισμός διά ξηράς και θαλάσσης· τόσον δε εφοβήθησαν οι Τούρκοι, ώστε έβαλαν πυρ εις την πόλιν και ανέβησαν εις την ακρόπολιν. Την δε 26 υπήγαν οι αρχηγοί του ελληνικού στρατοπέδου εις τον στόλον, και, συσκέψεως γενομένης, απεφασίσθη η εξ εφόδου άλωσις του Αντιρρίου. Επί τω σκοπώ τούτω ητοιμάσθησαν επί των πλοίων 10 κλίμακες, 10 πηχών εκάστη, ας παραλαβόντες οι αρχηγοί του στρατοπέδου απέβησαν εις την ξηράν.
Ιούνιος Δευτέρου δε συμβουλίου γενομένου, ωρίσθη ημέρα εφόδου η 6 Ιουνίου. Προτείναντος δε του Διαμαντή Χορμώβα, ενός των αρχηγών, ν' αναβή πρώτος το τείχος, και αιτήσαντος να τον ακολουθήσωσιν όσοι προηρούντο, υπεσχέθησαν 400 να συγκινδυνεύσωσιν. Αλλ' αφ' ού ήλθεν η ώρα της εφόδου και του κινδύνου και επλησίασαν το τείχος, ο μεν Διαμαντής ανέβη καθ' ά επρότεινεν, αλλ' ολιγώτατοι τον ακολούθησαν, και εφονεύθησαν αυτός καί τινες των οπαδών του. Μετά δε την αποτυχίαν ταύτην οι ναύται, μιμούμενοι τους εν τη Ερισώ, απέθεσαν έν τινι γαλαξειδιωτικώ πλοίω ανεπιτηδείως ύλας καυστικάς, και ανάψαντες αυτάς το έρριψαν την 10 επί τα τουρκικά υπό την οδηγίαν ενός και μόνου ανδρός, του Γεωργίου Παξινού βαστώντος το πηδάλιον· αλλά πριν κολλήση το πλοίον, περιεφλογίσθη ο πηδαλιούχος και έπεσεν εις την θάλασσαν, οι δε εχθροί, συλλαβόντες αυτόν, τον έψησαν ζώντα ματαιώσαντες και το επιχείρημά του. Μετά πέντε δε ημέρας εξέπλευσεν η ελληνική μοίρα, αναπλέουσα εις τα ίδια, και έμειναν εντός του κόλπου το κεφαλληναίον, τα 5 γαλαξειδιωτικά, έν σπετσιωτικόν και αι κανονοφόροι· διεπέρων δε τα πλοία ταύτα συχνώς και αφόβως το στόμιον του κόλπου ενισχύοντα ποτέ μεν τα εντός, ποτέ δε τα εκτός κινήματα των κατά ξηράν Ελλήνων, εκπλέοντα μέχρι του ακρωτηρίου του Πάπα και εμποδίζοντα πολλάκις τα έξωθεν ερχόμενα προς τους εν Πάτραις Τούρκους βοηθήματα, και την διάβασιν μάλιστα των Τούρκων εις τας ιονίους νήσους και εις την παραλίαν της Ηπείρου, αλλά μηδόλως σεβόμενα την ιόνιον σημαίαν· εφ' ώ οργισθείσα η αρμοστεία εξαπέστειλε ναυτικήν δύναμιν, ήτις, ευρούσα την νύκτα κατά την Γλαρέντσαν μίαν των δύο κανονοφόρων και αίφνης επιπεσούσα εφόνευσε δύο ναύτας, συνέλαβε δύο άλλους και μετέφερεν εις Ζάκυνθον και αυτούς και την κανονοφόρον εγκαταλειφθείσαν υπό των λοιπών ναυτών της, εις την ξηράν διασωθέντων. Μετά τρίμηνον δε φυλάκισιν απελύθησαν οι συλληφθέντες.
Αν η εις τον κορινθιακός κόλπον ναυτική εκστρατεία δεν έφερε το προσδοκώμενον αποτέλεσμα, εχρησίμενσεν όμως μεγάλως εις εμψύχωσιν των Ελλήνων και τρόμον των Τούρκων εκείνου του μέρους, εξ αιτίας της διά πορθμού, ενός και ήμισυ μιλίου πλάτος έχοντος, τολμηράς και ευτυχούς διαπεραιώσεως των πλοίων μεταξύ δύο φρουρίων ακαταπαύστως κανονοβολούντων· συνέτρεξε δε τα μέγιστα και εις την επανάστασιν της Αιτωλοακαρνανίας. Εν τούτοις, μαθόντες τα της εκστρατείας ταύτης οι εν τη κατά τον Μούρτον τουρκική μοίρα, συνέλαβαν αίφνης τινάς εμπλέοντας Υδραίους και τους εθανάτωσαν, εν οις και τον Μανώλην Γκιούστον, τον μόνον επιζώντα αδελφόν των εν τω ναυστάθμω της Κωνσταντινουπόλεως άλλοτε αποκεφαλισθέντων.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'
Παθήματα των Σμυρναίων, Κυπρίων και Κώων Χριστιανών.
Μάιος ΚΑΘ' ον δε καιρόν αι τρισάθλιαι Κυδωνιαί έγειναν τόπος ερημώσεως, δεινά δυστυχήματα έπαθεν η Σμύρνη. Εφάνησαν τον μάιον εν εκείνη τη πόλει δύο δερβίσαι, οίτινες περιφερόμενοι τας οδούς και τα καφενεία και παριστάμενοι ως θεόπνευστοι, ηρέθιζαν τους Τούρκους εις καταστροφήν των Χριστιανών, ως εχθρών της πίστεώς των και του σκήπτρου των. Καλή τύχη ο μουτεσελήμης της Σμύρνης απεμάκρυνε τους ταραξίας ευσχήμως. Τον αυτόν μήνα συνηθροίσθησαν επί της πλησίον του επιθαλασσίου φρουρίου πεδιάδος πάμπολλοι ασιανοί Τούρκοι, οι μεν επί προφυλάξει του μέρους εκείνου από ενδεχομένου επαναστατικού κινήματος, οι δε επί μεταβάσει εις άλλα αποστατήσαντα μέρη. Ο αρχηγός του στρατεύματος τούτου, καθήμενος εντός της πόλεως, το διέταξε να διαμείνη εκτός. Αλλ' εν ώ ουτος απελάμβανε τας τρυφάς της μεγαλοπόλεως εκείνης, και εις προμήθειαν τροφών επέβαλλε συχνάκις βαρείς φόρους, το στράτευμα του ελίμωττε, και εκ ταύτης της αιτίας διεσπάρη εις όλα τα περίχωρα, εχύθη και εις αυτήν την πόλιν την 23 παρά τας διαταγάς του ανωτέρου του, έτρεξεν εις τας αποθήκας των αρτοποιών και λοιπών τροφοπωλών, έπραξε παντός είδους αταξίας, εφόνευσε δύο Χριστιανούς και ηπείλει αυθημερόν γενικήν καταστροφήν. Οι Χριστιανοί, έμφοβοι και απροστάτευτοι, αφήκαν όλοι τα έργα των, άλλοι εκλείσθησαν εν ταις οικίαις των, άλλοι έτρεξαν εις το παραθαλάσσιον, και η μεγάλη εκείνη πόλις εφαίνετο μεγάλη ερημία. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας είς των περιφερομένων γενιτσάρων, διψών Χριστιανικόν αίμα και μη ευρίσκων Χριστιανόν εν ταις οδοίς, έρριψε μίαν πιστολίαν απροσέκτως και ασκόπως και εκτύπησε κατά τύχην διαβαίνοντά τινα μωαμεθανόν Κρήτα. Ο γενίτσαρος, φοβούμενος μη πάθη ως φονεύς, ή προθέμενος ίσως την καταστροφήν της πόλεως, ερωτηθείς περί του συμβάντος, είπεν, ότι η πιστολία έπεσεν έκ τινος χριστιανικής οικίας. Η ψευδής αύτη μαρτυρία του ενόχου ήρκεσε να εκθέση εν τω άμα εις τον έσχατον κίνδυνον την εν η εγένετο ο φόνος συνοικίαν, και τόσος ήτον ο επικρατών τρόμος, ώστε οικογένειά τις του δυτικού δόγματος, ό εστιν, ο ανήρ, η γυνή, ο υιός, τέσσαρες θυγατέρες και έν βρέφος θηλάζον, φοβούμενοι μη πέσωσιν εις τας χείρας των κακούργων, σπώντων τας θύρας των γειτονικών οικιών, ανέβησαν επί της οροφής της οικίας των όλοι, και πηδώντες από παρωροφίδος εις παρωροφίδα έφθασαν είς τινα απολήγουσαν εις στενωπόν· συνέδεσε τότε ο δυστυχής πατήρ την παρωροφίδα ταύτην και την απέναντι επιρρίψας σανίδα, και τοιουτοτρόπως τρέμοντες μη πέσωσι κάτω και συντριβώσιν, επέρασαν όλοι πατούντες επί του σειομένου εκείνου συστεγάσματος, και τουφεκιζόμενοι κάτωθεν υπό των Τούρκων ως πτηνά πετώντα, κατήντησαν είς τινα ευρωπαϊκήν οικίαν, όπου διεσώθησαν.
Ο δε διοικητής, αφ' ού είδεν ότι αι προσταγαί και αι απειλαί του δεν ίσχυσαν, εξήλθε μεθ' όλης της φρουράς εις παύσιν των δεινών, και μόλις κατώρθωσε να περιορισθώσιν οι άτακτοι εντός της τουρκικής συνοικίας, αφ' ού τρεις ώρας διήρκεσαν αι αταξίαι, είκοσιν οικίαι επατήθησαν και εγυμνώθησαν και είκοσιν άθλιοι Έλληνες εφονεύθησαν. Μετά τα παθήματα ταύτα πολλοί των Χριστιανών ήρχισαν να επανέρχωνται εις τας οικίας των, θαρρυνθέντες υπό της καλής διαθέσεως της τοπικής Αρχής, αλλ' έπαθαν μετ' ολίγον χειρότερα (α).
Κατ' εκείνας τας ημέρας διεδόθη φήμη, ότι η Ρωσσία εκήρυξε πόλεμον κατά της Τουρκίας. Η ψευδής αύτη φήμη έβαλε πάλιν άνω κάτω την πόλιν· και οι υπό την ρωσσικήν προστασίαν, φοβηθέντες, κατέφυγαν οι μεν εις άλλα προξενεία, οι δε εις πλοία· ουδ' αυτός δε ο πρόξενος της Ρωσσίας ήτον ασφαλής επί της ξηράς. Οι δε δυστυχείς Έλληνες, ους εθεώρουν οι Τούρκοι όλους Ρώσσους, εκρύπτοντο όπου ημπόρουν. Δισχίλιαι ψυχαί κατέφυγαν εις μόνον το υπό τον γενναίον και φιλάνθρωπον Δαυίδ γαλλικόν προξενείον. Μόλις εψεύσθη η περί του πολέμου φήμη, και συνέπεσαν κακή τύχη άλλα περιστατικά, εξαγριώσαντα πάλιν τους διψώντας την καταστροφήν των Χριστιανών.
Ιούνιος Προ πολλών ημερών ευρίσκετο εν τω λιμένι της Σμύρνης ρωσσικόν πλοίον εμπορικόν. Την 3 Ιουνίου, ό εστι τας ημέρας των ταραχών, το πλοίον ητοιμάσθη εις απόπλουν. Επί τη ειδήσει ταύτη συνήχθησαν οι Τούρκοι εις τον αιγιαλόν, το εμπόδισαν λέγοντες, ότι μετεκόμιζε πολεμεφόδια εις την Ελλάδα, και εζήτησαν την άδειαν να το επισκεφθώσι· το επεσκέφθησαν δις και τρις· και μη ευρόντες ό,τι υπώπτευαν, το απέλυσαν. Αλλά την αυτήν ημέραν εγνώσθη ο εν Ερισώ εμπρησμός του δικρότου. Οι Τούρκοι εξεμάνησαν επί τούτω, εχύθησαν εις διάφορα μέρη της πόλεως και εφόνευαν αδιακρίτως τους προστυχόντας Χριστιανούς, ανυπόπτως εν τη πόλει περιφερομένους. Την νύκτα ήλθεν η είδησις της καταστροφής των Κυδωνιών. Η είδησις αύτη ήλθε παρηλλαγμένη ή εξ αγνοίας ή εκ κακοβουλίας· ελέγετο, ότι οι Κυδωνιείς, βοηθούμενοι υπό του ελληνικού ναυτικού, έδωκαν την πρώτην αφορμήν σφάξαντες τους εν τη πόλει Τούρκους και προκαλέσαντες την εισβολήν των έξω τουρκικών στρατευμάτων. Μόλις εξημέρωσε, και ήρχισε νέα σφαγή εξ αιτίας της ειδήσεως ταύτης, και τόσον αίμα αθώον εχύθη, ώστε οι επί των άλλων ημερών φόνοι εφαίνοντο μικρού λόγου. Επειδή δε δεν εύρισκαν πλέον οι δήμιοι Χριστιανούς εν ταις οδοίς εις σφαγήν, υπήγαν τινες αυτών να πατήσωσι το Ρωσσικόν προξενείον. Οι δε εις φύλαξιν αυτού γενίτσαροι εφοβήθησαν και έφυγαν αφήσαντές το απροστάτευτον. Καλή τύχη ήλθαν λέμβοι ένοπλοι διαφόρων ευρωπαϊκών πλοίων εις υπεράσπισίν του, έπεσε και μία κανονία έκ τινος πολεμικού ευρωπαϊκού πλοίου εις απλούν φόβον, και τοιουτοτρόπως οι μεν απειλούντες το προξενείον διεσκορπίσθησαν, ο δε πρόξενος και οι περί αυτόν διεσώθησαν εις τα πλοία κακώς έχοντες. Οι κακούργοι υπήγαν μετ' ολίγον εις το γαλλικόν προξενείον ζητούντες να τοις παραδοθώσιν οι εις αυτό καταφυγόντες δισχίλιοι Χριστιανοί. Αντέστη ο πρόξενος γενναίως· ήλθαν και ένοπλοι λέμβοι βασιλικού τινος γαλλικού πλοίου ευρεθέντος εν τω λιμένι, και ούτω διεσώθησαν οι κινδυνεύοντες. Μη ευχαριστούμενοι δε οι άνθρωποι των αιμάτων να φονεύωσι σποράδην, συνέλαβαν την τρομεράν ιδέαν γενικής σφαγής· αλλ' εις πραγματοποίησιν τοιούτου τολμήματος έκριναν αναγκαίον να προκαλέσωσι πράξιν νομιμοποιούσαν το μελετώμενον και υπήγαν προς τον μουλάν ζητούντες τον αναγκαίον φετφάν· ανετριχίασεν ο ευσυνείδητος μουλάς ακούσας τοιαύτην αίτησιν, την απέρριψε, και τους επέπληξεν. Εφρύαξαν οι επιπληχθέντες διά την παρακοήν του μουλά· και, εν ώ αυτός ο σουλτάνος σέβεται το τάγμα των ανθρώπων τούτων ως τάγμα υπηρετών του νόμου και της θρησκείας, ούτοι τον εσκότωσαν. Μετά το μέγα τούτο ανοσιούργημα εσκότωσαν και τον αγιάνην και άλλους Τούρκους κατακρίνοντας τας πράξεις των· αβλαβείς δε αφήκαν τον μουτεσελήμην και τον αρχηγόν των· διότι ο μεν πρώτος, φοβούμενος την οργήν των, δεν εφέρετο ως πρότερον, ο δε άλλος εθεωρείτο ως υποκινητής των πραττομένων. Εξ όσων δε συνέβησαν, ενόμιζεν έκαστος των εν Σμύρνη, ότι έφθασεν η τελευταία ώρα όλων των εκεί Χριστιανών· αλλά έπαυσαν παρά πάσαν προσδοκίαν οι φόνοι περί την εσπέραν, και η πόλις απέφυγεν ως εκ θαύματος τα επαπειλούμενα δεινά.
Την δε επιούσαν ηθέλησαν οι αλιτήριοι να επισκεφθώσι και τετάρτην φοράν το υπό ρωσσικήν σημαίαν πλοίον, ανακομισθέν εις τον λιμένα την παρελθούσαν νύκτα· αλλ' ουδέ τότε ηύραν πολεμεφόδια· ηύραν όμως κατά δυστυχίαν 50 επιβάτας Έλληνας, εν οις καί τινας Ίονας· και τούτους μεν παρέδωκαν αβλαβείς τω προξένω της Αγγλίας, τους δε λοιπούς απεβίβασαν, και τους μεν έσφαξαν, τους δε εδημοπράτησαν.
Μετ' ολίγας δε ημέρας, επειδή απηγορεύετο πας είσπλους και έκπλους, έρριψεν άγκυραν εκτός του λιμένος πλησίον του φρουρίου σαρδηνικόν πλοίον, και ήρχισε να επιβιβάζη κρυφίως επί αδρά τιμή Έλληνας, ίνα τους μετακομίση είς τινας των ελευθέρων νήσων προς ασφάλειαν. Εμπόδισεν η Πύλη πρό τινων ημερών διά φιρμανίου την φυγήν των Ελλήνων, και απηγόρευσε να δέχωνται τους φυγάδας ευρωπαϊκά πλοία· διέταξε δε και νηοψίαν και επέβαλε ποινήν την δήμευσιν των δεχομένων τοιούτους επιβάτας· διέταξε δε ταύτα πάντα συναινέσει των εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων, οίτινες απέστειλαν τοιαύτας οδηγίας προς όλους τους κατά την οθωμανικήν επικράτειαν προξένους· μόνος δε ο της Ρωσσίας δεν συνήνεσεν. Αι τουρκικαί Αρχαί όλων των μερών της επικρατείας εγίνωσκον και την διαταγή της Πύλης και τας περί τούτου δοθείσας τοις προξένοις οδηγίας· Δι' ο μαθούσαι αι της Σμύρνης, ότι το σαρδηνικόν πλοίον μετήρχετο το απηγορευμένον τούτο έργον, έστειλαν δικάταρτον αλγερινόν ευρεθέν εν τω λιμένι εις σύλληψίν του. Το σαρδηνικόν είχεν ανελκύσει την άγκυραν προ μιας ώρας, αλλά δεν εδυνήθη ν' απομακρυνθή διά την επικρατούσαν νηνεμίαν· βλέπον δε τον επικείμενον κίνδυνον κατέφυγεν υπό την προστασίαν της γαλλικής φρεγάτας Jeanne d' Arc. Ο Αλγερινός απήτει το πλοίον· αλλ' ο διοικητής της φρεγάτας ανένευεν· επί τέλους ενεκρίθη ν' αποφασισθή τι μέλλει γενέσθαι παρά του προξένου της Γαλλίας και των επί της ξηράς τουρκικών Αρχών. Εν ώ δε ταύτα διεπραγματεύοντο, οι επί του σαρδηνικού πλοίου διακόσιοι επιβάται Έλληνες μετεκομίσθησαν ασφαλείας χάριν εις την φρεγάταν, αλλά μετ' ολίγον εστάλησαν εις το γαλλικόν προξενείον προς αποφυγήν της εις τον πλοίαρχον επικειμένης ευθύνης. Ο δε πρόξενος, μη δυνάμενος ν' αντείπη εις τας οδηγίας τους και πιστεύσας εις τας απατηλάς υποσχέσεις των τουρκικών Αρχών περί της ασφαλείας των ανθρώπων φοβηθείς δε μη πατηθή και το προξενείον και δοθή αφορμή να καή ίσως και η πόλις, καθώς ελέγετο, αν επροστάτευε τους δυστυχείς εκείνους, ενέδωκεν εν άκρα θλίψει, και παρέλαβαν οι Τούρκοι τους επιβάτας και το πλήρωμα του σαρδηνικού πλοίου· και οι μεν επιβάται, άλλοι εφονεύθησαν και άλλοι εξηγοράσθησαν· εκ δε των του πληρώματος, επτά μετά του πλοιάρχου, υπηκόων όλων ξένης Δυνάμεως, τρεις απεκεφαλίσθησαν, δύο κατεσπαράχθησαν, ο δε πλοίαρχος και είς ναύτης εκρεμάσθησαν· εις χλευασμόν δε της Ευρώπης έβαλαν εν τω στόματι αυτών οι αγχονισταί σ ι γ ά ρ ο ν (β). Τοιούτον έφερεν αποτέλεσμα η αισχρά και αδικαιολόγητος συναίνεσις εις τας ορέξεις της Πύλης των εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων, καταισχυνάντων τας σημαίας των βασιλέων αυτών επ' ολέθρω της καταδιωκομένης και πασχούσης ανθρωπότητος. Ημάρτησαν οι πρέσβεις φιλανθρώπων και Χριστιανών βασιλέων αμάρτημα μέγα συντρέξαντες χάριν της Πύλης εις τα δεινά των ομοπίστων αυτών διά των προς τους προξένους χρήσιν του δικαιώματος της νηοψίας οδηγιών, διότι ήξευραν, εξ ων ήκουαν και έβλεπαν, ότι το δικαίωμα της νηοψίας ήτο παρά τοις Τούρκοις δικαίωμα σφαγής. Χρέος είχαν να προστατεύωσιν αδιακρίτως αθώους και αόπλους είτε Τούρκους είτε Χριστιανούς, μη καταδικαζομένους υπό τινος νόμου, προστρέχοντας υπό την σκέπην των σημαιών των εις αποφυγήν της φανεράς και αδίκου σφαγής ή του ανδραποδισμού.
Εκ των εν Σμύρνη οδυνηρών συμβάντων μεταφέρομεν τον λόγον εις τα εν Κύπρω και Κω οδυνηρότερα· παρατρέχομεν δε άλλα άλλων μερών εις αποφυγήν επαναλήψεως των αυτών δεινών, και διότι όσα διηγούμεθα είναι ικανά αυτά μόνα να δείξωσιν υπό ποίας τίγρεις ετέλουν οι άθλιοι Χριστιανοί.
Η Κύπρος είχεν επί της επαναστάσεως κατοίκους εκατόν χιλιάδας, εξ ων εικοσακισχίλιοι ήσαν Τούρκοι, οι δε λοιποί, εκτός ολίγων Εβραίων, Χριστιανοί. Δεκακισχιλίους Τούρκους και πεντακισχιλίους Χριστιανούς είχεν η Λευκωσία, η πρωτεύουσα της νήσου· έδρευε δ' εν αυτή ο μουτεσελήμης της νήσου, ο αλαήμπεης, ο γενιτσάραγας, ο μουφτής, οι γενικοί δημογέροντες και ο αρχιεπίσκοπος ο και μ α κ α ρ ι ώ τ α τ ο ς. Η νήσος είχε και άλλους τρεις αρχιερείς, τον Πάφου, τον Κιτίου, και τον Κερηνίας εδρεύοντας εν ταις επαρχίαις των.
Η Πύλη επί της εκρήξεως της επαναστάσεως διέταξε τον πασάν του Ακρίου να μεταβιβάση εις Κύπρρν στρατεύματα και έδωκε συγχρόνως πλήρη άδειαν τω μουτεσελήμη να σφάξη όσους των Χριστιανών έκρινεν αξίους σφαγής.
Λαβών ο τότε μουτεσελήμης Κουτσούκ - Μεχμέτης τοιαύτας διαταγάς, τας εκοινοποίησε τοις εντοπίοις Τούρκοις επί μυστικού συμβουλίου. Πρόθυμοι ούτοι να θεραπεύσωσι την κατά των Χριστιανών λύσσαν των και ν' ασφαλίσωσιν ίσως, ως ενόμιζαν, και τα συμφέροντα και την ύπαρξίν των, επήνεσαν ως σωτήριον την πρόνοιαν της κυβερνήσεως και εγνωμοδότησαν να θυσιασθώσιν εις πλήρη διατήρησιν της ασφαλείας της νήσου όχι μόνον οι τέσσαρες αρχιερείς και ολίγοι τινές των εγκρίτων Χριστιανών κατά την πρότασιν του μουτεσελήμη, αλλ' όλοι όσοι, είτε διά περιουσίαν είτε διά παιδείαν είτε δι' άλλην αιτίαν, είχαν επιρροήν επί των ομοεθνών των και εδύναντο να τους ωθήσωσιν εις επανάστασιν. Επί τούτοις συνέταξαν μακρόν κατάλογον προγραφής συμπαραλαμβάνοντες αναμφιβόλως και όσους έκαστος εμίσει ή όσων επεθύμει να οικειοποιηθή επί μικρά τιμή την περιουσίαν. Ο μουτεσελήμης ηύρεν υπέρμεγαν τον αριθμόν των εν τω καταλόγω και ανωφελή την θυσίαν πολλών εξ αυτών ως ασημάντων· αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι, ιδόντες ότι εδίσταζε, τον ηπείλησαν λέγοντες, ότι ήτον υπεύθυνος, αν ένεκα της τοιαύτης επιεικείας απεστάτει η νήσος. Διαρκούσης δε της λογοτριβής περί του ποσού και του ποιού των θυμάτων, κατήχθη εις την νήσον ο αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς Κύπριος, και μείνας επί του πλοίου διέδωκεν επιστολάς και προκηρύξεις προτρεπτικάς εις επανάστασιν. Αι προκηρύξεις έπεσαν εις χείρας του μουτεσελήμη και συνετέλεσαν εις το να τον πείσωσι να εκτελέση τας διαταγάς της κυβερνήσεώς του και τας επιθυμίας των εντοπίων αγάδων· αλλά, φοβηθείς μήποτε η θυσία τοσούτων και τοιούτων επιφέρη ταραχήν, ανέβαλε την εκτέλεσιν μέχρι της αφίξεως της αναμενομένης στρατιωτικής δυνάμεως.
Την 3 μαΐου έφθασαν τετρακισχίλιοι, και μετά την άφιξιν αυτών ο μουτεσελήμης εκάλεσεν εις Λευκωσίαν τους αρχιερείς και λοιπούς προύχοντας επί λόγω ότι, επαναστατησάντων αλλού των ομοθρήσκων των, επάναγκες ήτο προς σωτηρίαν αυτών, πιστών όντων, να στείλωσι κοινήν αναφοράν εις την Πύλην βεβαιούντες την ακλόνητον εις τον θρόνον του σουλτάνου πίστιν και αφοσίωσίν των· υπέσχετο δε να επικυρώση τα γραφόμενα δι' ιδιαιτέρας του αναφοράς. Πολλοί επίστευσαν τους λόγους του και υπήγαν εις Λευκωσίαν· τινές δε συνετώτεροι υπώπτευσαν και κατέφυγαν εις Λάρνακα, πόλιν έχουσαν εξακισχιλίους κατοίκους, τους πλείστους ομοθρήσκους, και εκρύβησαν εν τοις εκεί προξενείοις. Όσοι δε προύχοντες της Λάρνακος και της Λεμεσού δεν έλαβαν την πρόνοιαν να κρυφθώσιν, συνελήφθησαν εξερχόμενοι των εκκλησιών και εστάλησαν δέσμιοι εις Λευκωσίαν. Ο δε μουτεσελήμης, αφ' ού συνήθροισεν εν τη πρωτευούση όσους ημπόρεσεν, έρριψε το προσωπείον και εφανέρωσε τους φονικούς σκοπούς του, αν και οι δυστυχείς Χριστιανοί ουδεμίαν έδωκαν αιτίαν.
Την 9 Ιουλίου έφεραν οι υπηρέται της εξουσίας εις την έμπροσθεν του διοικητηρίου πλατείαν τον αρχιεπίσκοπον Κυπριανόν και τους τρεις άλλους αρχιερείς· και τον μεν εκρέμασαν από τινος δένδρου απέναντι της πύλης του διοικητηρίου, τους δε απεκεφάλισαν. Συναπεκεφάλισαν καί τινας των προκρίτων Χριστιανών και αφήκαν κατά γης ερριμένα τα πτώματα όλων ημέρας τινάς· δεν έπαυσαν δ' έκτοτε εν διαστήματι 30 ημερών σφάζοντες και πολλούς κόπτοντες μεληδόν ζώντας. Διακόσιοι προύχοντες πόλεων και χωρίων εθυσιάσθησαν, και μόνοι σχεδόν οι φυγόντες διεσώθησαν· τα δε υπάρχοντα όλων και θανατωθέντων και φυγόντων εδημεύθησαν και επωλήθησαν. Φιλανθρωπότατοι εφάνησαν ταις θλιβεραίς εκείναις ημέραις οι πρόξενοι, και κατ' εξοχήν ο της Γαλλίας Μεναίνης, παρέχοντες εν πρώτοις τα προξενεία άσυλα τοις καταδιωκομένοις, και αποπέμποντες αυτούς μετά ταύτα δι' ευρωπαϊκών πλοίων.
Πάνδεινα έπαθαν συγχρόνως και οι δυστυχείς Κώοι.
Δωδεκισχίλιοι Τούρκοι και εξακισχίλιοι Χριστιανοί ήσαν επί της επαναστάσεως οι κάτοικοι της νήσου ταύτης, διεσπαρμένοι εις έξ μέρη, την κυρίως λεγομένην Χώραν, και τα χωρία Κέφαλον, Αντιμάχειαν, Πηλείον, Ασφενδιον και Κερμετήν.
Οι εντόπιοι Τούρκοι, αν και υπερίσχυαν και κατά τον αριθμόν και κατ' άλλα, μετέφεραν τον απρίλιον εις την νήσον εκ των της Ασίας μερών κατά διαταγήν της Πύλης διά φόβον ενδεχομένης εξωτερικής επιδρομής Ελλήνων εξακοσίους οπλοφόρους. Αταξίαι, αρπαγαί και φόνοι σποράδην συνέβαιναν έκτοτε καθ' ημέραν· αλλά τα κακά εκορυφώθησαν την 11 Ιουλίου. Εκ μόνων των κατοίκων της Χώρας εσφάγησαν 98, όλαι δε αι οικίαι εγυμνώθησαν, οι ναοί κατεπατήθησαν και εβεβηλώθησαν, τα ιερά εχλευάσθησαν, αι νέαι γυναίκες, όσαι δεν κατέφυγαν εις τα όρη, εκρατήθησαν και μετά τρεις ημέρας απελύθησαν· πάσα αιδώς εν ενί λόγω εξέλειψε, και πας σπινθήρ ελέους εσβέσθη· και ταύτα πάντα επράχθησαν εις βλάβην λαού, όχι μόνον αθώου και μη δώσαντος σημείον επαναστατικής διαθέσεως, αλλά μήτε ακούσαντος αν υπήρχε Φιλική Εταιρία, μήτε έχοντος καν όπλα, διότι απηγορεύετο ανέκαθεν τοις εν τη νήσω εκείνη Χριστιανοίς η κτήσις και χρήσις αυτών.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'
Επανάστασις Αιτωλοακαρνανίας. — Εισβολή Ελλήνων εις Βραχώρι και κυρίευσις αυτού, Τεκέ, Πλαγιάς και Ζαπαντίου. — Μάχαι Μακρυνόρους και Πέτα. — Καταστροφή Καλαρρύτων και Συράκκου — Τα κατά το Καρπενήσι και το Ασπροπόταμον. — Αποτυχία της προς ελευθέρωσιν της Πάργας εκστρατείας.
ΕΙΠΑΜΕΝ τας αιτίας δι' ας εβράδυνε να κινηθή η Αιτωλοακαρνανία, ως πλησιεστέρα των μεγάλων εχθρικών δυνάμεων. Το πρώτον σύμπτωμα των ταραχών εκείνου του μέρους εφάνη αρχομένου του μαρτίου. Εστέλλετο εκ Μεσολογγίου εις Ναύπακτον επί μετακομίσει εις Κωνσταντινούπολιν ο συνήθης ετήσιος φόρος. Ο Μακρής, καταλαβών την Σκάλαν του Μαυρομμάτη, στενήν δίοδον προς την Ναύπακτον, εκτύπησε την 5 μαρτίου τους συνοδεύοντας τα χρήματα, και αυτούς μεν εφόνευσεν εκτός ενός, όστις στραφείς εις το Μεσολόγγι ανήγγειλε το γεγονός, τα δε χρήματα ήρπασεν. Η τουρκική Αρχή της πόλεως εθεώρησε το κοινόν του Μεσολογγίου ένοχον της πράξεως και υπεύθυνον της αρπαγής και ελογομάχει μετά των προεστώτων αρνουμένων πάσαν ενοχήν και αποποιουμένων πάσαν απόδοσιν. Διήρκει η απαίτησις της Αρχής και η αποποίησις των προεστώτων, ότε ήλθεν είδησις ότι υδραιοσπετσιωτικά πλοία κατέπλεαν όσον ούπω εις τον κορινθιακόν κόλπον. Η είδησις αύτη ηρέθισεν εις άκρον την φιλοτιμίαν των εισέτι υπό τον ζυγόν Μεσολογγιτών και έδωκεν αφορμήν να συνέλθωσι μυστικώς οι προεστώτες και συσκεφθώσι περί του πρακτέου. Ο διοικητής ηθέλησε να συλλάβη αυτούς εν τω διοικητηρίω, όπου τον επεσκέπτοντο συνήθως την πρωίαν εκάστης ημέρας· αλλ' ούτοι υποπτεύσαντες, δεν τον επεσκέπτοντο έκτοτε όλοι ομού.
Εν τοις μεταξύ Μεσολογγίου και Ναυπάκτου χωρίοις, Γαλατά και Μποχωρίω, εστάθμευε τουρκική φρουρά. Διεδόθη λόγος εκείναις ταις ημέραις ότι ήρχετο κατ' αυτής ο Κώστας Χορμόβας μεθ' ικανών παλληκαρίων· επί δε τω λόγω τούτω κατέφυγεν αύτη εις Μεσολόγγι. Την επιούσαν διεφημίσθη πάλιν ότι τα βουνά του Ζυγού εσκεπάσθησαν υπό κ λ ε π τ ώ ν καταβαινόντων εις κυρίευσιν του Μεσολογγίου. Όστις φοβηθή, πιστεύει ευκόλως ό,τι επίφοβον ακούση· οι δε εν Μεσολογγίω ολίγοι Τούρκοι ευλόγως εφοβούντο, διότι είχαν υπ' όψιν τα εν Πελοποννήσω και εν τη Ανατολική Ελλάδι συμβάντα. Τοιουτοτρόπως προδιατεθειμένοι, ακούσαντες και πιστεύσαντες τα λεγόμενα, παρέλαβαν εν ειρήνη και οι εντόπιοι και οι πάροικοι Τούρκοι τας γυναίκας και τα τέκνα των, διεβιβάσθησαν διά της λίμνης αντικρύ του Ανατολικού και μετέβησαν εις Βραχώρι μήτ' ενοχλούντες μήτ' ενοχλούμενοι (α).
Μάιος Κατόπιν αυτών μετέβησαν εις το αυτό μέρος και ο διοικητής και η φρουρά του Μεσολογγίου ησύχως, και την 20 μαΐου, καθ' ην εφάνησαν εισπλέοντα τον κόλπον τα ελληνικά πλοία, κατέλαβαν οι Χριστιανοί το εγκαταλειφθέν διοικητήριον, ανεστήλωσαν την επαναστατικήν σημαίαν χαίροντες και αλαλάζοντες, εκάλεσαν τον έξω περιφερόμενον Μακρήν εις την πόλιν και ανήγγειλαν τοις προκρίτοις και οπλαρχηγοίς των άλλων μερών της Δυτικής Ελλάδος τα συμβάντα, προσκαλούντες αυτούς να κινηθώσι και προκαταλάβωσι τα στενά του Μακρυνόρους εις αντίκρουσιν πάσης δι' εκείνου του μέρους εχθρικής εισβολής. Η πρόσκλησις εισηκούσθη, και ο μεν Μακρής εισήλθεν εις την πόλιν το μεσονύκτιον, και την επαύριον μετέβη εις Ανατολικόν, όπου ελθόντες προς αυτόν οι εντόπιοι Τούρκοι παρέδωκαν τα όπλα και ανεχώρησαν και αυτοί εις Βραχώρι συν γυναιξί και τέκνοις ανενόχλητοι. Οι δε οπλαρχηγοί και προεστώτες των άλλων μερών ητοιμάσθησαν, οι μεν να καταλάβωσι τα στενά του Μακρυνόρους, οι δε να πέσωσιν επί την Βόνιτσαν, και άλλοι να εκστρατεύσωσιν εις Βραχώρι και Ζαπάντι κατοικούμενα υπό πολλών Τούρκων.
Το Βραχώρι, Εβραιοχώρι, ή Βλωχοχώρι, κείμενον εν τη επαρχία του Βλωχού εν μέσω πεδιάδος, ήτον η πρωτεύουσα του Καρλελίου, ήτοι του πλείστου μέρους της Αιτωλοακαρνανίας, και κατοικία πλουσίων και ισχυρών Τούρκων, ων αι μεγαλοπρεπείς οικίαι περιείχοντο ως επί το πλείστον εντός διπλού, ενίοτε δε και τριπλού, περιφράγματος· κατέφυγαν δ' εκεί, καθώς είπαμεν, ως εις ασφαλές μέρος, οι εκ Μεσολογγίου και Ανατολικού αναχωρήσαντες Τούρκοι και άλλοι εξ άλλων γειτονικών μερών. Ευρίσκετο κατ' εκείνον τον καιρόν εν τη πόλει ταύτην, ως μουτεσελήμης και δερβέναγας των Επαρχιών του Καρλελίου, ο Αλβανός Νούρκας Σέρβανης, έχων υπό την οδηγίαν του πολλήν και εκλεκτήν φρουράν εξ Αλβανών· κατά πρόσκλησιν δε αυτού αφίχθη εκεί και ο ομογενής του Ταχήρ - Παπούλιας, δερβέναγας και αυτός των Κραββάρων και του Αποκούρου· ώστε ήσαν εν τη πόλει, εντόπιοι και μη, χίλιοι Τούρκοι μάχιμοι, προσεκτικοί μεν και περιποιητικοί, προς τους έξω Έλληνας, ους εφοβούντο, βαρείς δε και απειλητικοί προς τους εντός, ους κατεφρόνουν. Οπλαρχηγός της επαρχίας του Βλωχού ήτον ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος, όστις δεν έπαυεν, εξ ότου εξερράγη η επανάστασις εν Πελοποννήσω, ερεθίζων μυστικώς τους οπλαρχηγούς και προεστώτας των μερών εκείνων εις το να σχίσωσι το προσωπείον. Μετά δε τα εν Μεσολογγίω συμβάντα και τας εκείθεν προτροπάς απεφασίσθη ημέρα εκστρατείας εις Βραχώρι η 28. Κατά την απόφασιν δε ταύτην επλησίασαν την 26 και 27 οι μέλλοντες να εφορμήσωσιν οπλαρχηγοί και ετοποθετήθησαν ο μεν Μακρής μετά 700 Μεσολογγιτών, Ανατολικιωτών και Ζυγιωτών παρά τα γεφύρια του Αλαήμπεη προς την πόλιν· ο δε Σαδήμας, οπλαρχηγός του Αποκούρου, μετά 500 συνεπαρχιωτων του, και ο Γρίβας μετά 200, κατά το Δογρί· ο δε Βλαχόπουλος εν τω παλαιοφρουρίω άνωθεν της πόλεως μετά 500 εκ της επαρχίας του καί τινων άλλων εκ των υπό τον Τσόγκαν, οπλαρχηγόν της Βονίτσης. Την δε 28, πριν φέξη, εισήλθαν πρώτοι οι υπό τον Μακρήν και Βλαχόπουλον εκ διαφόρων μερών κραυγάζοντες και τουφεκίζοντες. Ήτο ραμαζάνι, και οι Τούρκοι ήσαν όλοι έξυπνοι και έτρωγαν· ώστε, αφ' ού ηκούσθησαν αι κραυγαί και οι τουφεκισμοί, οι κατοικούντες τα άκρα της πόλεως Τούρκοι ήρπασαν τας γυναίκας και τα τέκνα των και υπεχώρησαν εις τα ενδότερα αφήσαντες εστρωμένας και αυτάς τας τραπέζας· οι δε Έλληνες ηύραν κενάς τας πρώτας οικίας, τας ελαφυραγώγησαν και τας έκαυσαν· προχωρούντες δε και πάντοτε καίοντες απήντησαν οι εντεύθεν τους εκείθεν μετ' ολίγον εισβαλόντας συναδέλφους των· απήντησαν και τους κατοίκους του Βραχωρίου Χριστιανούς ενόπλους κατά το μέρος όπου προεσχεδιάσθη να ευρεθώσι, και όλοι ομού έτρεξαν προς το κέντρον όπου ήσαν αι δυνατώτεραι οικίαι, και όπου ο Νούρκας, ο Ταχήρ - Παπούλιας και οι μπέηδες τους ανέμεναν έγκλειστοι. Εκεί ήρχισε σφοδρός και πεισματώδης αμοιβαίος τουφεκισμός· και αφ' ού εξημέρωσεν, ευρέθησαν τέσσαρες Έλληνες νεκροί και πολλοί τραυματίαι. Οι δε Τούρκοι τόσον ήσαν πλήρεις θάρρους, ώστε ητοιμάσθησαν να επεξέλθωσι ερεθιζόμενοι δι' αμοιβαίων ύβρεων. «Κ α ρ τ ε ρ ε ί τ ε - μ α ς - π α λ η ο ρ α γ ι ά δ ε ς», έλεγαν οι Τούρκοι. «Ε λ ά τ ε - β ρ ω μ ό σ κ υ λ α, α ν - ε ί σ θ ε - π α λ η κ ά ρ ι α», τοις απεκρίνοντο οι Έλληνες.
Εν ώ δε ελογομάχουν ομηρικώς προκαλούντες και προκαλούμενοι, ηκούσθησαν μακρόθεν πολλοί τουφεκισμοί περί την α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου. Ήσαν δε οι περί τον Σαδήμαν και τον Γρίβαν φθάσαντες την ώραν εκείνην και τουφεκίζοντες επί της εισελεύσεώς των. Οι Τούρκοι εδειλίασαν, και απορούντες ηρώτων τους Έλληνας πόθεν τοις ήλθε τόση νέα δύναμις· «ά λ λ η - τ ό σ η - θ α - μ α ς - έ λ θ η - α ύ ρ ι ον», απεκρίθησαν οι Έλληνες «κ α ι - α ν - δ ε ν - π ρ ο σ κ υ ν ή σ η τ ε - σ ή μ ε ρ ο ν, ό λ ο υ ς - θ α - σ α ς - κ ό ψ ω μ ε ν - α ύ ρ ι ο ν». Οι Τούρκοι εζήτησαν περί την μεσημβρίαν να έλθωσιν εις λόγους μετά των Ελλήνων, και εισακουσθέντες έστειλαν αξιωματικόν, ον οι Έλληνες εδέχθησαν φιλοφρόνως, και ακούσαντες αυτόν λέγοντα εξ ονόματος των δερβεναγάδων και των μπέηδων ν' απομακρυνθώσι και ησυχάσωσιν, «ειπέ», απεκρίθησαν, «τω δερβέναγα ότι ημείς ήλθαμεν ν' αποδιώξωμεν τους Τούρκους, και επειδή έχομεν παλαιάς σχέσεις προς αυτόν, είμεθα πρόθυμοι να τω δώσωμεν συνοδίαν έως εις το Μακρυνόρος εις ασφάλειάν του, αν θέλη φιλικώς να φύγη». Αποτυχούσης της επικηρυκείας, η μάχη εξήφθη σφοδρότερα. Ο δε Νούρκας και οι εν τω διοικητηρίω εγκριτώτεροι μπέηδες τόσον εφοβήθησαν επί τη εφορμήσει, ώστε έφυγαν όλοι διά του όπισθεν μέρους και εκλείσθησαν εντός τινων γειτονικών οικιών· το δε εγκαταλειφθέν διοικητήριον εκυριεύθη υπό των Ελλήνων, ελαφυραγωγήθη και επυρπολήθη. Εγκατελείφθη μετ' ολίγον και όλη η πόλις, και οι Τούρκοι περιωρίσθησαν εις πέντε ή έξ οικίας αφήσαντες και αυτάς τας τροφαποθήκας των. Εν τοσούτω συνέρρεαν καθημερινώς εις πολιορκίαν του Βραχωρίου Βαλτινοί και Ξηρομερίται. Την 30 ήλθεν ο Γιώτης αδελφός του οπλαρχηγού του Ξηρομέρου Γεωργάκη Βαρνακιώτου, του σημαντικωτέρου των οπλαρχηγών όλης της Δυτικής Ελλάδος· μετά τρεις ημέρας ήλθε και αυτός ο Βαρνακιώτης·
Ιούνιος ώστε την 3 Ιουνίου συνηριθμούντο 4000 οι αυτόθι οπλοφόροι Έλληνες· αλλ' έπασχαν έλλειψιν πολεμεφοδίων· εστενοχωρούντο δε και οι Τούρκοι έτι μάλλον καθ' ημέραν, πάσχοντες και ούτοι έλλειψιν τροφών.
Έπλεε κατ' εκείνας τας ημέρας προς τον λιμένα των Πατρών αγγλικόν πλοίον εμπορικόν, φέρον υπό την ασφαλή σκέπην της ουδετέρας του σημαίας πολεμεφόδια εις πώλησιν. Κατά τύχην έμαθεν ο πλοίαρχος έξω του λιμένος του Μεσολογγίου τα του Βραχωρίου, και ην έπασχαν οι Έλληνες έλλειψιν πολεμοφοδίων, έρριψεν άγκυραν, απεβίβασε τα πολεμεφόδιά του και έν ελαφρόν κανόνι, και τα συνώδευσεν εις Βραχώρι όπου τα επώλησεν. Εφοδιασθέντες τοιουτοτρόπως οι Έλληνες εμάχοντο σφοδρότερον. Οι δε Τούρκοι, μη προσδοκώντες ταχείαν έξωθεν βοήθειαν εις λύσιν της πολιορκίας, διότι ήκουσαν ότι οι Έλληνες κατέλαβαν τα στενά του Μακρυνόρους, καταναλώσαντες και όλας σχεδόν τας τροφάς απεφάσισαν να συμβιβασθώσι και εζήτησαν δευτέραν συνέντευξιν. Ο Νούρκας, ως άνθρωπος γνωστός, τινών δε των οπλαρχηγών και φίλος, υπήγε προς αυτούς και εσυμβιβάσθη, αυτός μεν και οι συν αυτώ Αλβανοί να εξέλθωσι την επαύριον αβλαβείς και ένοπλοι υπό την συνοδίαν και εγγύησιν των Ελλήνων φέροντες και τα πράγματά των, οι δε λοιποί Τούρκοι να συνθηκολογήσωσιν ιδίως μετά των Ελλήνων, αν ήθελαν· τοις παρέδωκε δε ως όμηρον και τον υιόν του. Τοιουτοτρόπως ο αισχρός αντιπρόσωπος του σουλτάνου, παραβάς το προς αυτόν χρέος του και καταπατήσας την τιμήν του, εγκατέλειψε τους συμπάσχοντας ομοπίστους του επ' ασφαλεία και ωφελεία μόνον εαυτού και των οικείων του. Αναιδής εις τους λόγους του και άτιμος εις τας πράξεις του, ειδοποίησε τους μπέηδας, επιστρέψας, ότι αυτός και οι Αλβανοί του θ' ανεχώρουν την επαύριον επί συνθήκη. «Α μ' - η μ ά ς - π ο ύ - μ α ς - α φ ί ν ε ι ς;» τον ηρώτησαν οι μπέηδες· «Κάμετε», τοις απεκρίθη ψυχρά, «ό, τ ι - σ α ς - φ ω τ ί σ η - ο - θ ε ό ς», και διέταξεν αυτούς και τους πλουσίους Εβραίους να τω φέρωσι τα πολύτιμά των πράγματα και τα χρήματα, ειπών ότι αρεστότερον τοις ήτο να τα επάρη αυτός ο φίλος των σήμερον, ή να τα επάρωσιν οι εχθροί των αύριον. Οι μπέηδες και οι Εβραίοι, ακούσαντες τους λόγους τούτους, απηλπίσθησαν, διότι έβλεπαν ότι επρόκειτο να γυμνωθώσι σήμερον υπό των φίλων των, και να πέσωσιν αύριον γυμνοί εις χείρας των εχθρών των· υπείκοντες δε εις την ανάγκην έδωκαν μεν πολλά των πολυτίμων πραγμάτων τω Νούρκα, αλλ' ειδοποίησαν κρυφίως τους γνωρίμους των οπλαρχηγούς Έλληνας διά τινος Εβραίου, ότι ο Νούρκας τους επήρεν όσα σκοπόν είχαν να τοις δώσωσιν εις λύτρωσίν των. Οι οπλαρχηγοί ειδοποίησαν τον Νούρκαν, ότι έμαθαν τας πράξεις του, και διελάλησαν εν τη πόλει, ότι όστις Αλβανός, μικρός ή μεγάλος, εφωράτο επί της εξόδου απάγων οποιουδήποτε είδους πράγματα των εντοπίων Τούρκων ή Εβραίων θα εφονεύετο ως παραβάτης του συμβιβασμού. Ο Νούρκας απεκρίθη, ότι έτοιμος ήτο ν' αποδώση αυτός πρώτος όσα επήρε, και να υποβληθή και υποβάλη και όλους τους συντρόφους του, την επαύριον επί της εξόδου εις ψηλάφησιν· περί δε τα μεσονύκτιον εδραπετέυσε μεθ' όλης της συνοδίας του απάγων όσα ήρπασεν. Οι μπέηδες εγνωστοποίησαν αμέσως την δραπέτευσίν του, και οι Έλληνες έστειλαν εις καταδίωξιν τον Κώσταν Βλαχόπουλον κατά το Μακρυνόρος. Ο Νούρκας ανέβη δρομαίως την επαρχίαν του Καρπενησίου, προθέμενος να μεταβή εις Πατρατσίκι· αλλ' έπεσε και αυτός, έπεσαν και όσα ήρπασεν εις χείρας των αδελφών Γιολδασαίων, οπλαρχηγών του Καρπενησίου, ειδοποιηθέντων εν καιρώ περί της δραπετεύσεώς του και προκαταλαβόντων τας διόδους. Ούτως η θεία δίκη επαίδευσε τον παραβάτην των καθηκόντων του και τον προδότην των ομοθρήσκων του. Οι δε εν Βραχωρίω Τούρκοι και Εβραίοι παρεδόθησαν την 9 επί ασφαλεία ζωής και τιμής· και οι μεν μπέηδες δεν εκακόπαθαν, ως υπό την προστασίαν των δυνατών οπλαρχηγών, και ουδείς των άλλων Τούρκων εφονεύθη· οι δε Εβραίοι υπέφεραν τα πάνδεινα, και οι πλείστοι εφονεύθησαν ανηλεώς επί προφάσει, ότι οι ομόπιστοί των έσυραν εις τας οδούς της Κωνσταντινουπόλεως το σώμα του πατριάρχου, και κατεμήνυαν τους κρυπτομένους Χριστιανούς. Τοιουτοτρόπως Χριστιανοί και Τούρκοι εφάνησαν επί της επαναστάσεως πολλάκις μαθηταί ενός και του αυτού σχολείου, αλλά σχολείου τουρκικού διδάσκοντος να παιδεύωνται διά πταίσματα άλλων οι μη πταίσαντες.
Καθ' ην δε ημέραν επάτησαν οι Έλληνες το Βραχώρι, έπεσε και ο Τσόγκας αίφνης επί τους ολίγους Τούρκους τους κατέχοντας τα επί της δυτικής εσχατιάς της Ακαρνανίας αντικρύ της αγίας Μαύρας τειχίδια του Τεκέ και της Πλαγιάς, και ταύτα μεν εκυρίευσε, τους δε εν αυτοίς άλλους εσκότωσε, και άλλους απέστειλεν εις Άρταν επί ανταλλαγή· προσέβαλε μετά ταύτα και την πόλιν της Βονίτσης και την επάτησεν έρημον μείνασαν, διότι οι μεν κάτοικοι αυτής Χριστιανοί έφυγαν προ της εισβολής του, οι δε Τούρκοι εκλείσθησαν εν τω φρουρίω της. Μη δυνηθείς δε να την διατηρήση, ως πολεμούμενος άνωθεν, την εγκατέλειψεν.
Οι Έλληνες αφ' ού εκυρίευσαν το Βραχώρι, εγκατέστησαν προσωρινήν Αρχήν και εστράτευσαν προς το Ζαπάντι, μικράν κωμόπολιν, όλην υπό Τούρκων κατοικουμένην και τρία τέταρτα της ώρας απέχουσαν του Βραχωρίου. Βλέποντες οι εν αυτή Τούρκοι τα κατά το Βραχώρι προείδαν τι τοις έμελλεν· αλλά προσδοκώντες πάντοτε βοήθειαν παρά του εν Άρτη οθωμανικού στρατού περιετειχίσθησαν εκ του προχείρου και ητοιμάσθησαν εις αντίστασιν· ωχύρωσαν και δύο ζαμία και τέσσαρας δυνατούς πύργους και τους περιετάφρευσαν. Τριακόσιοι ήσαν οι πολεμισταί, εν οις καί τινες Αλβανοί, και δις απέρριψαν τας περί παραδόσεως προτάσεις των Ελλήνων. Την δε 16 εφορμήσαντες οι Έλληνες απεκρούσθησαν και μεγάλως εβλάφθησαν· μετέφεραν τότε δύο κανόνια εκ Μεσολογγίου, αλλ' ουδ' εξ αυτών ωφελήθησαν διά την απειρίαν των κανονοβολιστών και την έλλειψιν καταλλήλων σφαιρών· μετά ταύτα κατεσκεύασαν πύργον υψηλόν και εκείθεν εκτύπουν τους εχθρούς· αλλά και ούτως ούτε τους έβλαπταν ούτε τους εφόβιζαν· ήνοιξαν υπόνομον, την άναψαν την 18, κατηδάφισαν μέρος του περιτειχίσματος και εφώρμησαν συγχρόνως πολλαχόθεν, αλλ' αντεκρούσθησαν και τότε υπό των ολίγων αντιπάλων, φανέντων τόσον ανδρείων, ώστε μετά την έφοδον και την αποτυχίαν των Ελλήνων εξήλθαν πολλαχόθεν ξιφήρεις και έτρεψαν οι ολίγοι τους πολλούς εις φυγήν. Κατά δε την έξοδον ο Βλαχόπουλος, απομείνας μετά τινων εν τη θέσει του, είχεν έμπροσθέν του έν μικρόν κανόνι, και οι Τούρκοι ώρμησαν υπό τον αρχηγόν των Ισούφην Σουλευκάραγαν να το αρπάσωσιν· ήλθαν δε τόσον πλησίον, ώστε εφόνευσαν ένα εκ των φυλασσόντων αυτό· αλλ' εν ώ κατεγίνοντο να σκυλεύσωσι τον φονευθέντα, ο Βλαχόπουλος ετουφέκισεν ένδοθεν του προμαχώνος του ευστόχως και έρριψε νεκρόν τον Σουλευκάραγαν, διακρινόμενον διά της χρυσής ενδυμασίας του. Τότε οι προς εκείνο το μέρος Τούρκοι εκύκλωσαν τον νεκρόν, αγωνιζόμενοι να τον σηκώσωσιν υπό το πυρ των εχθρών, αλλά δεν το κατώρθωσαν, διότι μετά το συμβάν τούτο επανήλθαν τινες των φυγόντων Ελλήνων εις ην κατείχαν οι περί τον Βλαχόπουλον θέσιν και σφοδρώς κτυπούντες τους εφορμώντας Τούρκους και φονεύοντες τους ηνάγκασαν να επανέλθωσιν εντός του περιτειχίσματός των άπρακτοι· υπεχώρησαν δε συγχρόνως εντός αυτού και οι λοιποί εκ των άλλων μερών εξ αιτίας του συμβάντος τούτου. Πέντε Έλληνες εφονεύθησαν την ημέραν εκείνην, και δεκατρείς επληγώθησαν· εφονεύθησαν και δεκαοκτώ Τούρκοι. Οι Έλληνες κατά τα διδάγματα των αυθεντών και διδασκάλων των έκοψαν τας κεφαλάς των φονευθέντων και τας εκρέμασαν έξωθεν του πύργου των κατέναντι των πολιορκουμένων δυστυχών συγγενών των. Οι δε Τούρκοι, στερηθέντες του αρχηγού και μηδεμίαν βλέποντες έξωθεν βοήθειαν, έχασαν και τας ελπίδας και το θάρρος και παρεδόθησαν την επαύριον επί ασφαλεία τιμής και ζωής, παρέδωκαν και τα όπλα και δεν εκακόπαθαν· και οι μεν εντόπιοι διεσπάρησαν όπου ηθέλησαν, οι δε Αλβανοί εστάλησαν διά του Μακρυνόρους εις Άρταν ασφαλείς, αλλ' άοπλοι.
Ο δε Χουρσήδης, λαβών γνώσιν των εν Μεσολογγίω κατά την 20 μαΐου συμβάντων, διέταξε τον Ισμαήλπασαν Πλιάσαν να εισβάλη μετά 1800 εις την Δυτικήν Ελλάδα διά του Μακρυνόρους προς αντίληψιν των πασχόντων ομοπίστων του. Πύλη της Δυτικής Ελλάδος προς την Ήπειρον είναι το Μακρυνόρος· έχει δε δύο διόδους, την μεν διά της Παληοκούλιας, την δε διά της Λαγκάδας, διαχωριζομένας προς τους πρόποδας παρά τινα ρύακα διά της μεταξύ του όρους και του Κομποτίου κοιλάδος ρέοντα· κείται δε η Παληοκούλια πλησιέστερον της θαλάσσης.
Μαθών ο Ανδρέας Ίσκος, οπλαρχηγός του Βάλτου, την μελετωμένην εισβολήν και ανέτοιμος εισέτι, έτρεξε μετά μόνων 43 προς το Μακρυνόρος επ' ελπίδι, ότι θα παρηκολούθουν ο Βαρνακιώτης και άλλοι οπλαρχηγοί. Την 27 η προφυλακή του Ισμαήλη εκ 200 ανέβη τα στενά του Μακρυνόρους. Ο Ίσκος προκαταλαβών την επί της οδού της Λαγκάδας δυνατήν θέσιν, Γυφτοπήδημα, αντέστη και απέκρουσεν ευτυχώς την προφυλακήν· μετά ταύτα μετέβη εις Παληοκούλιαν, αντέστη και εκεί και εμπόδισε την αυτήν προφυλακήν δοκιμάσασαν να διαβή εκείθεν μετά την αποτυχίαν της.
Τούρκοι και Έλληνες συνείθιζαν, εν ώ εμάχοντο, να συνομιλώσι. «Π ο ύ - π α ς - π α σ ά; εφώναξεν ο Ίσκος εκ της θέσεώς του μετά την ανωτέρω αντίστασιν, «θ α - χ α θ ή ς· ό λ ο ν - τ ο - Κ ά ρ λ ε λ ι - έ π ι α σ ε - τ' - ά ρ μ α τ α». «Α λ ή θ ε ι α - κ α π η τ ά ν - Α ν δ ρ έ α;» τον ηρώτησεν ο πασάς, «α λ ή θ ε ι α - π α σ ά», απεκρίθη ο Ίσκος, «ε ι ς - τ η ν - π ί σ τ ι ν - σ ο υ;» «ε ι ς - τ η ν - π ί σ τ ι ν - μ ο υ.». Ο Ισμαήλης, πιστεύσας τους αληθείς λόγους του Ίσκου, δεν έκρινε πρέπον να ριψοκινδυνεύση εισβάλλων εις τα ενδότερα, και αν διέβαινε και τα στενά του Μακρυνόρους, διά τούτο ωπισθοδρόμησε πανστρατιά αυθημερόν και εστρατοπέδευσεν εν Κομποτίω σκοπεύων να εισβάλη μετά ταύτα εν πολλή δυνάμει.
Αφού δε ανεχώρησαν οι Τούρκοι, μετέβη και ο Ίσκος εις Λαγκάδαν, όπου ήλθαν μετ' ολίγον ο Καραϊσκάκης και ο Γώγος Μπακώλας. Συνήλθαν εκεί και άλλοι άλλοθεν.
Η φήμη, η πολλάκις μεγαλύνουσα τα συμβάντα, διέδωκεν, ότι οι Έλληνες, αφ' ού απώθησαν τους Τούρκους, εχύθησαν κατόπιν αυτών και κατέλαβαν το Κομπότι. Επί τη αγγελία ταύτη Έλληνές τινες και ο Αλβανός Σουλεϊμάνης Μέτος, εχθρός της Πύλης ως αληπασίζων, ήρχοντο προς το Κομπότι ανύποπτοι, ίνα ενωθώσι μετά των εκεί Ελλήνων. Οι εν Λαγκάδα τους είδαν μακρόθεν ερχομένους, υπέθεσαν ότι ελανθάσθησαν, και προϊδόντες τον απροσδόκητον κίνδυνόν των έδραμαν εις βοήθειάν των· επέδραμαν και οι εν Κομποτίω Τούρκοι, και ούτω συνεκρούσθησαν Έλληνες και Τούρκοι κατά τον Ά ν ι ν ο ν. Εσκοτώθησάν τινες αμφοτέρωθεν κατά την σύγκρουσιν, επληγώθη και ο Καραϊσκάκης και μετέβη εις Λουτράκι προς ίασιν.
Την τρίτην δε ημέραν αφ' ης οι Έλληνες εκτύπησαν τους εν Βραχωρίω Τούρκους, οι Γιολδασαίοι και ο οπλαρχηγός του Σοβολάκου Γιάννης Μπράσκας εστράτευσαν επί τους εν Καρπενησίω Τούρκους. Ούτοι, ως 70 οικογένειαι, εκλείσθησαν εντός των δυνατωτέρων οικιών της κωμοπόλεως και ανθίσταντο γενναίως, ειδοποιήσαντες κρυφίως το εν Ιωαννίνοις στρατόπεδον περί της καταστάσεώς των. Οι δε πολιορκούντες Έλληνες τόσον ήσαν απλοί και ανείδεοι, ώστε μετεχειρίσθησαν τα εξής πολεμιστήρια· έσχισαν το στέλεχος μιας αγριαπηδιάς και το εκοίλαναν πλην του κάτω μέρους· συνήρμοσαν έπειτα τας δύο σχίζας και τας εσιδήρωσαν εν είδει κανονίου εις εκπόρθησιν των οικιών· βλέποντες δε ότι το πυροβόλον τούτο εκαίετο μάλλον ή έκαιε, κατεσκεύασαν σιδηράς διχάλας, ας εφαρμόζοντες πεπυρωμένας εις το στόμα των τουφεκιών έρριπταν επί τας εχθρικάς οικίας, αλλ' οι Τούρκοι έσβεαν τα φλογερά ταύτα βέλη προσάπτοντες όπου εκόλλων βρεκτά ξυλοσπόγγια (β).
Την δε 19 μαθόντες οι πολιορκηταί, ότι ήρχοντο στρατεύματα υπό τον Βελήμπεην Πρεμετινόν εις βοήθειαν των πολιορκουμένων διηρέθησαν· και οι μεν έμειναν όπου ήσαν, οι δε κατέλαβαν τα Καγγέλια, βουνά δύο ώρας μακράν της κωμοπόλεως, αλλ' επελθόντες οι Τούρκοι τους έτρεψαν φονεύσαντες και τον Κατσικογιάννην· επορεύθησαν και εις την κωμόπολιν και την έκαυσαν εν μέρει· οι δε εν αυτή Έλληνες έφυγαν διά νυκτός και συνήλθαν εις το χωρίον, άγιον Ανδρέαν, τρεις ώρας μακράν του Καρπενησίου, δημοπρατούντες όσα ήρπασαν του Νούρκα, ως αν ήσαν εν πλήρει ειρήνη· αλλά μαθόντες ότι παρηκολούθουν οι Τούρκοι, κατέλαβαν το επί της οδού του Καρπενησίου χωρίον Μπιάραν, όπου προσβαλόντες αυτούς γενναίως τους διεσκόρπισαν· διεσκόρπισαν μετ' ολίγον και τους κατασχόντας τα Καγγέλια. Εν ώ δε επολέμουν, οι πολιορκούμενοι μη θεωρούντες εαυτούς του λοιπού ασφαλείς, έφυγαν την νύκτα διά δυσβάτων οδών εις Ήπειρον.
Συγχρόνως σχεδόν απεδίωξαν και οι Αγραφιώται τους εν τη επαρχία αυτών ολίγους Τούρκους αβλαβείς, και συσσωματωθέντες υπό την οδηγίαν του οπλαρχηγού των Σταμούλη Γάτσου έπεσαν εις Θεσσαλίαν και έκαυσαν τα επί των μεθορίων δύο κονιαροχώρια, Φράγκον και Λοξάδαν. Εν ώ δε ητοιμάζοντο να προχωρήσωσι και εις τα ενδότερα, επήλθαν οι εν Λαρίσση Τούρκοι και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι και αναβώσιν εις τα χωρία Μπλάζον και Κανάλια· αλλά και εκεί τους προσέβαλαν και τους ενίκησαν· τους κατεδίωξαν και εις τα χωρία Κερασιάν και Στούγκον όπου απεσύρθησαν, τους επολέμησαν και εκεί, τους απώθησαν εις τα ορεινότερα μέρη και κατέλαβαν την Ρεντίναν. Μετά τινας δε ημέρας κατέβησαν οι Έλληνες από των ορέων, επολιόρκησαν υπό την οδηγίαν του λογοθέτου Ζώτου τους καταλαβόντας την Ρεντίναν Τούρκους, και έκαυσαν μέρος αυτής· αλλ' οι Τούρκοι υπερίσχυσαν επί τέλους, διεσκόρπισαν και αύθις τους εχθρούς των, ηχμαλώτευσαν μεταξύ άλλων και τον Κώσταν Βελήν, ον απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου εθανατώθη, και διέμειναν έκτοτε εν Ρεντίννι ανενόχλητοι.
Ο δε κατ' εκείνας τας ημέρας στρατοπεδεύων εν Κομποτίω τουρκικός στρατός, συμπληρωθείς εις τετρακισχιλίους υπό τον Ισμαήλπασαν Πλιάσαν, τον Αχμέτπασαν Βρυώνην, τον Χασάμπεην, τον Μπεκήραγαν Τσογαδόρον και τον αρχιταμίαν του Χουρσήδη, εστράτευσε την 17 προς τα στενά του Μακρυνόρους.
Οι Έλληνες εγκαρδιωθέντες εκ των προτέρων κατορθωμάτων, λαβόντες και ικανά πολεμεφόδια σταλέντα προς αυτούς εκ Μεσολογγίου διά του Γεωργάκη Βαλτινού, ητοιμάσθησαν εις αντίστασιν. Δύο ήσαν τότε οι αρχηγοί των Ελλήνων κατά το Μακρυνόρος, ο Γώγος και ο Ίσκος. Ούτοι δεν ήξευραν κατ' αρχάς αν οι Τούρκοι εσκόπευαν να εισβάλωσι διά της Παληοκούλιας ή διά της Λαγκάδας· αλλ' ιδόντες αυτούς οδεύοντας προς την Παληοκούλιαν, ετοποθέτησαν τους πλείστους των στρατιωτών εκεί, τους δε λοιπούς κατά την Λαγκάδαν. Οι Τούρκοι προχωρήσαντες προς την Παληοκούλιαν, εστράφησαν αίφνης εις το άλλο στενόν, και έπεσεν η προφυλακή επί τους Έλληνας όχι πλειοτέρους των εκατόν υπό τον Γώγον κατά την αγίαν Παρασκευήν. Η θέσις αύτη είναι πολλά στενή, και δεν ήτο δυνατόν πολλοί Τούρκοι να πολεμήσωσι διά μιας. Ο Γώγος αρξαμένης της μάχης, εφάνη άξιος της πολεμικής του φήμης και ενέπνευσε τοις οπαδούς του θάρρος ως πρόμαχος. Εν ώ διήρκει η μάχη και οι προχωρούντες αλληλοδιαδόχως Τούρκοι έπιπταν υπό το πυρ των Ελλήνων, έπεσε θανασίμως πληγωθείς και ο αρχηγός της τουρκικής προφυλακής. Οι Τούρκοι, ιδόντες αυτόν πεσόντα και ψυχομαχούντα, έτρεξαν να τον σηκώσωσι, και πολλοί αυτών εθανατώθησαν. Κατ' εκείνην την ώραν ηκούσθησαν τουφεκισμοί μακρόθεν. Οι δε τουφεκίζοντες ήσαν οι κατέχοντες τας άλλας θέσεις Έλληνες, οίτινες βλέποντες, ότι όλοι οι Τούρκοι έπεσαν προς εκείνο το μέρος, έτρεξαν και αυτοί εκεί. Οι Τούρκοι, αψυχήσαντες δι' ην έπαθαν φθοράν και υποθέσαντες εκ του πολλού τουφεκισμού, ότι επήρχετο πολλή δύναμις, εγκατέλειψαν τον ψυχομαχούντα αρχηγόν και τα δύο κανόνια και ωπισθοδρόμησαν τόσοι πολλοί απέμπροσθεν τόσων ολίγων. Οι Έλληνες εσκύλευσαν τους φονευθέντας και επήραν πάμπολλα φορτηγά ζώα φέροντα τροφάς εις χρήσιν του εχθρού. Οι δε τραπέντες εις φυγήν Τούρκοι τόσον φόβον, επανελθόντες εις τα ίδια, διέσπειραν ως προς την δίοδον του Μακρυνόρους, ώστε καθ' όλον το διάστημα των δεκαπέντε ακολούθων μηνών Τούρκος μηδέ καν να φανή ετόλμησε προς το όρος εκείνο.
Είπαμεν, ότι οι Έλληνες προ της επαναστάσεως, θέλοντες να αποκοιμίζωσι τους Τούρκους περί ων εμελέτων επαναστατικών κινημάτων, διέδιδαν επιτηδείως, ότι ο αποστάτης Αλής υπεκίνει τας ταραχάς διά τα συμφέροντά του. Ο λόγος ούτος, αν και ψευδής, επιστεύετο εν γένει και κυρίως υπό των πολεμούντων κατά την Ήπειρον υπέρ του Αλή Αλβανών, και μάλιστα αφ ού οι Σουλιώται επολέμουν αναφανδόν υπέρ αυτού· τόσον δε επιστεύετο, ώστε άμα έμαθαν οι προύχοντες τα ανδραγαθήματα των Αιτωλών και Ακαρνάνων, εσυγχάρησαν τους Σουλιώτας. Μόνος ο Αλής, εν γνώσει των της Εταιρίας, εγίνωσκε τον αληθή χαρακτήρα των ελληνικών κινημάτων· αλλά δεν έκρινε πρέπον να τον ανακαλύψη· ώστε οι αληπασίζοντες Αλβανοί έμεναν υπό την απάτην, θεωρούντες ως συμμάχους των τους υπέρ της ελευθερίας της ιδίας πατρίδος πολεμούντας Έλληνας.
Δεινά έπαθαν μετά την λαμπράν μάχην του Μακρυνόρους καί τινες άλλοι Τούρκοι κατά το χωρίον Αυτί, όπου ο συν αυτοίς στρατεύων οπλαρχηγός Πουλής εζωγρήθη υπό των περί τον Γιαννάκην Ράγκον και εθανατώθη. Περί τον αυτόν δε καιρόν 200 Έλληνες υπό τον Φλώρον Γρίβαν και τον Τραγουδάραν κατέλαβαν τα χωρίον του Πέτα· αλλ' επιστρατευσάντων των εν Άρτη Τούρκων, δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι την θέσιν των, ην μήτε καν να οχυρώσωσιν εφρόντισαν, και κατέφυγαν κακώς έχοντες εις Μακρυνόρος. Εφονεύθησαν δε καί τινες αυτών, εν οις και ο Τραγουδάρας γενναίως μαχόμενος.
Μετ' ολίγας δε ημέρας ο Γώγος ετοποθετήθη μετά 250 εν τω αυτώ χωρίω του Πέτα. Την δε 15 Ιουλίου επεστράτευσαν πάμπολλοι εχθροί εξ Άρτης και επεχείρησαν επανειλημμένας κατ' αυτού εφόδους, κατέχοντος υψηλήν θέσιν κατέμπροσθεν του χωρίου, αλλά καθ' όλας απέτυχαν. Η τόλμη του οπλαρχηγού τούτου την ημέραν εκείνην έφερεν εις θάμβος και αυτούς τους εχθρούς του, ους, επταπλασίους όντας, έτρεψεν εις φυγήν προπορευόμενος ξιφήρης. Εξαιτίας δε των τόσω λαμπρών ανδραγαθημάτων του έλεγαν έκτοτε και φίλοι και εχθροί, ότι - ό π ο υ - ο - Γ ώ γ ο ς, ε κ ε ί - κ α ι - η - ν ί κ η.
Εν τοσούτω η επανάστασις διεδόθη και περαιτέρω. Προς διατήρησιν της ελευθέρας κοινωνίας των εν Ιωαννίνοις και Θεσσαλία στρατοπέδων είχαν σταλή παρά του Χουρσήδη 750 Τούρκοι υπό τον Ιβραήμ Πρεμέτην εις τας επί του Πίνδου δύο μεγάλας Βλαχοκωμοπόλεις, την των Καλαρρύτων και την του Συράκου, τρία μίλια απ' αλλήλων απεχούσας, ων η μεν πρώτη περιείχε 680, η δε δευτέρα 750 οικογενείας, όλας χριστιανικάς. Οι κάτοικοι αυτών, καταθλιβόμενοι, φορολογούμενοι και υβριζόμενοι παρά των Τούρκων, υποκινούμενοι δε και υπό των θελόντων την διάχυσιν της επαναστάσεως προκρίτων, Κωνσταντίνου Τουρτούρη, Πρωτοπαπά Σγουρού, Ιωάννου Κωλέττη και Νικολάου Γιαννίκου, βουλήν έβαλαν ν' αποστατήσωσι και προσκαλέσαντες κρυφίως εις βοήθειάν των τον οπλαρχηγόν Γιαννάκην Ράγκον απέκλεισαν δύο περίπου εβδομάδας προ της μάχης του Πέτα τους υπό τον Πρεμέτην εντός τινων οικιών και τους ηνάγκασαν μετά δέκα ημέρας ν' αναχωρήσωσιν αβλαβείς υπό συνθήκας (γ). Αλλ' ούτοι απερχόμενοι απήντησαν καθ' οδόν στρατεύματα ερχόμενα εις τας δύο κωμοπόλεις επί τη διαταγή του Χουρσήδη, μαθόντος τα συμβάντα, και εστράφησαν εις τα οπίσω. Οι Συρακιώται εφύλατταν την προς τα Ιωάννινα οδόν εις απώθησιν των επερχομένων· αλλ' ούτοι ευρόντες προθύμους οδηγούς τους κατοικούντας το χωρίον Γότισταν, 4 ώρας απέχον του Συράκου, και νυκτοπορήσαντες διά τινος στενού και ανυπόπτου μέρους εβάρεσαν αίφνης όπισθεν τους φυλάττοντας την οδόν Συρακιώτας και τους έτρεψαν· εν τω μεταξύ δε τούτω οι λοιποί κάτοικοι των δύο κωμοπόλεων έσπευσαν να μεταφέρωσιν εις ασφαλές μέρος τα πολυάριθμα ποίμνιά των και έφυγαν και αυτοί ως και ο οπλαρχηγός Ράγκος, καταφοβηθέντες, απελπισθέντες και κακώς έχοντες· μόνος ο οπλαρχηγός Γερομπαλωμένος, Συντεκνιώτης, επέμενε πολεμών γενναίως ικανήν ώραν, έχων μόνον 8 παλληκάρια. Τοιουτοτρόπως οι εχθροί εκυρίευσαν τας δύο κωμοπόλεις αναιμωτί, τας έκαυσαν και ήρπασαν τα εναπομείναντα πράγματα των φευγόντων, εξ ων συνέλαβαν μόνον δέκα.
Τον αυτόν καιρόν έδράξε τα όπλα και το Ασπροπόταμον. Η επαρχία αύτη έχει 67 χωρία μικρά μεγάλα, όλα χριστιανικά. Γενικός αρχηγός των όπλων της επαρχίας ήτον ο Νικολός Στουρνάρης και είχεν υπό την οδηγίαν του τους οπλαρχηγούς των χωρίων Χριστόδουλον Χατσή Πέτρου, Νάσον Μάνταλον, τους αδελφούς αυτού, Στέριον, Γεώργον, Κώσταν και Μήτρον, και τον γαμβρόν του Γρηγώρην Λιακατάν, οπλαρχηγόν του Κλενοβού.
Ιούλιος Άπαντες δε ούτοι εστράτευσαν αρχομένου του Ιουλίου μετά τρισχιλίων επί τους εν τη επαρχία βασιλικούς στρατιώτας όχι φανερά υπό το σύμβολον του ελληνικού αγώνος, αλλ' επί λόγω αληπασισμού. Και πρώτον μεν εφόνευσαν αναιτίως 66 Τούρκους διεσπαρμένους εις τα χωρία, έπειτα δε ητοιμάσθησαν να πέσωσι πολλαχόθεν εις τα Τρίκκαλα και εζήτησαν ως προς την μελετωμένην εκστρατείαν και την σύμπραξιν του Σταμούλη Γάτσου· αλλ' εκείνος απαρνηθείς τον εθνικόν αγώνα μετά τα κατά τα Άγραφα συμβάντα, αντέπραξε παρρησία και έφερε Τούρκους εις προσβολήν των Ασπροποταμιτών. Διά τον λόγον τούτον το σχέδιον εματαιώθη, και οι οπλαρχηγοί του Ασπροποτάμου κατέλαβαν επί των ορίων της επαρχίας διαφόρους θέσεις προς ασφάλειαν. Αλλ' οι εν Τρικκάλοις Τούρκοι, μαθόντες τα γενόμενα, εκινήθησαν οι μεν κατά του Λιακατά, φυλάττοντος τα επί του Κλενοβού στενά, οι δε κατά του Χατσή Πέτρου, κατέχοντος τον Πρόδρομον, και άλλοι κατ' αυτού του Στουρνάρη, στρατοπεδεύοντος εν τω χωρίω Πόρτα· αλλά καθ' όλας τας προσβολάς των αποκρουσθέντες εστράφησαν κακώς έχοντες.
Εν τοσούτω οι εξ Ιωαννίνων στρατεύσαντες, αφ' ού κατέστρεψαν τας κωμοπόλεις Καλαρρύτων και Συράκου, επορεύθησαν προς το Ασπροπόταμον και έφθασαν επί των ορίων την 29 ιουλίου. Την δε υστεραίαν εξημερώθησαν αίφνης κατά την Πόρταν άλλοι 2000 Τούρκοι εκ Τρικκάλων ιππείς και πεζοί έλκοντες και δύο κανόνια, επολέμησαν το εκεί ελληνικόν στρατόπεδον δι' όλης της ημέρας και το έβλαψαν· την δε νύκτα πάμπολλοι Έλληνες ελειποτάκτησαν. Τούτο ιδών ο Στουρνάρης ωπισθοδρόμησε προς τα ενδότερα του Ασπροποτάμου, και κατέλαβε τας δυνατάς θέσεις της Μαύρης Πούλιας και του Κόρμπου, 8 ώρας μακράν της Πόρτας. Αλλ' οι Τούρκοι, πλήρεις θάρρους διά την λειποταξίαν και οπισθοδρόμησιν των Ελλήνων, έδραμαν κατόπιν, και καύσαντες τα μεταξύ χωρία έφθασαν εις Κόρμπον, όπου τους εκτύπησαν πάλιν· νυκτός δε γενομένης ανεχώρησαν εκείθεν κατά την Πόρταν, φοβούμενοι να ενδιανυκτερεύσωσιν εξ αιτίας των στενοτοπιών.
Εν τοσούτω, αφ' ού κατεστράφησαν αι κωμοπόλεις Καλαρρύτων και Συράκου, αφ' ού υπερίσχυσαν οι εχθροί κατά τα Άγραφα, και αφ' ού το Ασπροπόταμον ευρέθη εν μέσω δύο εχθρικών στρατοπέδων, και εξ αιτίας του διαχυθέντος φόβου επί τη καταστροφή των δύο κωμοπόλεων δεν είχε δύναμιν αξιόμαχον ν' αντιτάξη, οι Ασπροποταμίται, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, εσυμβιβάσθησαν μετά των Τούρκων, αυτοί μεν να ησυχάσωσι και να στέλλωσι τους συνήθεις φόρους, Τούρκος δε να μη πατήση τα χώματά των.
Καθ' ον δε καιρόν απετύγχαναν τα επί του Πίνδου κινήματα των Ελλήνων, ητοιμάζετο εκστρατεία εις ανάκτησιν της Πάργας, ης τους δυστυχείς κατοίκους είχε προ ολίγου αποδιώξει πανεστίους η υπερισχύσασα πολιτική του Αλή.
Εφρούρουν την πόλιν ταύτην ταις ημέραις εκείναις 100 Αλβανοί υπό τον Χουσεήμπεην Δελβινιώτην, υιόν του Μουσταφάπασα· 170 δε Πάργιοι, εξ ων οι πλείστοι έφυγαν κρυφίως εκ Κορυφών, και 50 Σουλιώται υπό τον φρούραρχον της Ρενιάσης Περραιβόν μετεβιβάσθησαν όλοι την νύκτα της 24 εις Παγωνιάν, λιμένα πλησίον της Πάργας, και ανέβησαν εις το έν τέταρτον της ώρας απέχον της Πάργας όρος, αγίαν Ελένην, όπου εκάθησαν αφανείς όλην την ημέραν. Αφ' ού δε ενύκτωσεν, εισήλθαν ησύχως εις το προάστειον και, ευρεθέντων των Τούρκων όλων εν τη πόλει ως μηδέν υποπτευόντων, το εκυρίευσαν αναιμωτί και ενδιέμειναν πόλεμούντες και πολεμούμενοι. Την δε 27 εφάνησαν έξωθεν της Πάργας εχθρικά πλοία εκ της κατά τον Μούρτον μοίρας και συνέλαβαν 4 μικρά ελληνικά εκ των μεταβιβασάντων εις την Παγωνιάν τους προθεμένους την ελευθέρωσιν της Πάργας· συνέλαβαν δε εν αυτοίς καί τινας Παργίους. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας απέβησαν εις τον άγιον Ιωάννην 500 Αλβανοί εκ Πρεβέζης, και μετέβησαν εις Μαργαρίτι, όπου προσήλθαν αυθημερόν και χίλιοι Τσάμιδες όλοι δε ούτοι εστράτευσαν την υστεραίαν προς την Πάργαν. Οι δε Έλληνες μη δυνάμενοι να διατηρηθώσιν εν τω προαστείω και προσδοκώντες πάντοτε νέαν βοήθειαν εκ Σουλίου, μετέβησαν εις ορεινάς θέσεις. Αλλ' οι εχθροί επιπεσόντες τους έβαλαν εις μέγαν κίνδυνον ολίγους όντας και μήτε ν' ανθέξωσιν ευτυχώς μήτε να φύγωσιν ευκόλως δυναμένους. Καλή τύχη έφθασαν διαρκούσης της μάχης όπισθεν των εχθρών διακόσιοι Σουλιώται υπό τον Γιώτην Δαγκλήν, τον Διαμαντήν Ζέρβαν και τον Νάσον Φωτομάραν και τους ελύτρωσαν. Τοιουτοτρόπως το σχέδιον της εκστρατείας απέτυχε παντάπασιν. Οι δε εκστρατεύσαντες Πάργιοι επανελθόντες εις Κορυφούς, όπου ήσαν αι γυναίκες και τα τέκνα των, απεπέμφθησαν κατά διαταγήν του μεγάλου αρμοστού εκδοθείσαν την 27 σεπτεμβρίου και λέγουσαν·
«Οι Πάργιοι, οι παραβάντες τους καθ' όλας τας ευνομουμένας επικρατείας εν χρήσει νόμους και παρακούσαντες την κυβέρνησιν υφ' ην έζων, αποβάλλονται της Επταννήσου· αφ' ης δε ημέρας εκδοθή η παρούσα, τοις δίδεται δεκαήμερος προθεσμία όπως συμπαραλάβωσι τα πράγματά των και τας οικογενείας των, αν αύται θέλωσι να συνακολουθήσωσιν· αν δε τις εξ αυτών τολμήση να επανέλθη εις τας νήσους ταύτας, υπόκειται εις ας ορίζει ο νόμος ποινάς». Τοιουτοτρόπως οι περί ων ο λόγος ατυχείς Πάργιοι ούτε την πατρίδα των ανέκτησαν, και του τόπου της καταφυγής των εστερήθησαν.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'
Οι Λαλιώται. - Απόβασις Επταννησίων εις Γαστούνην. - Μάχαι. - Μετάβασις Λαλιωτών εις Πάτρας. - Πολιτική της αγγλοϊονικής Κυβερνήσεως προς την Ελλάδα.
ΔΙΗΓΗΘΗΜΕΝ ήδη, ότι μεταξύ όλων των κατά την Πελοπόννησον Τούρκων των μη κατοικούντων φρούρια μόνοι οι Λαλιώται διέμειναν εν τη κωμοπόλει των βλάπτοντες τους περιοικούντας Έλληνας, και ότι, αν διά την ενδεχομένην έλλειψιν των αναγκαίων δεν εδέχθησαν παρ' αυτοίς τους Γαστουναίους Τούρκους, έτρεξαν όμως εις βοήθειάν των, τους ελύτρωσαν πολιορκουμένους εν Χλουμουτσίω και τοις ήνοιξαν την εις Πάτρας οδόν· επειδή δε διεκρίθησαν των λοιπών εν Πελοποννήσω Τούρκων, κρίνομεν δίκαιον να είπωμέν τινα περί της καταγωγής και της καταστάσεως αυτών, αρχομένης της επαναστάσεως.
Επί τερπνής και υψηλής θέσεως του εν τη επαρχία της Γαστούνης όρους της Φολόης κείται η κωμόπολις του Λάλα, κατοικηθείσα υπό Αλβανών από των Βυζαντινών χρόνων καθώς και τα Μπαρδουνοχώρια και άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Ολίγοι ήσαν οι πρώτοι κάτοικοι· αλλ' επί του εν έτει 1769 Τουρκορρωσικού πολέμου, καθ' ον εχύθησαν εις την Πελοπόννησον πλήθη Αλβανών, και κυρίως επί της μετά το τέλος του πολέμου τούτου καταστροφής των, ο αριθμός των κατοίκων του Λάλα επερίσσευσε, διότι κατέφυγαν εκεί ικανοί των κατατρεχθέντων.
Αφ' ότου η Πελοπόννησος εκυριεύθη υπό των Τούρκων, η επαρχία της Γαστούνης εκληρουχήθη εις τους εκ της σουλτανικής γενεάς Οθωμανίδας. Οι δε ενοικούντες ανδρείοι και εμπειροπόλεμοι Λαλιώται έζων κατ' αρχάς ή ως λησταί ή ως υπομίσθιοι αυτών. Αλλ' ο ισχυρός υπομίσθιος δεν αργεί να γίνη πρώτον εύνους, μετ' ολίγον φίλος, έπειτα ισότιμος, και τελευταίον, ανώτερος του ανισχύρου μισθοδότου. Τοιουτοτρόπως οι ανέστιοι ούτοι άνδρες, ων η τύχη ημέρα τη ημέρα εβελτιούτο εξ αιτίας της ανδρίας και φιλοπονίας αυτών, και της ηδυπαθείας και ακηδίας των Οθωμανιδών, κατήντησαν και να συγγενεύσωσι και να τους αντικαταστήσωσι μεταπεσούσης και της επί τας επαρχίας Γαστούνης και Πύργου εξουσίας, μετά την εξάλειψιν των αρρένων της σουλτανικής γενεάς, εις τους διαπρέψαντας αδελφούς Μουσταφάγαν και Σεήδαγαν και τον περίφημον συγγενή των Αλή - Φαρμάκην, ως κληρονόμους εξ αιτίας των εκ του γένους εκείνου γυναικών των και ως δυνατούς· ανηγέρθησαν δ' έκτοτε λαμπραί και δύναται οικοδομαί εν τη κωμοπόλει εν μέσω ευρυχώρων περιοχών· ώστε αι 800 οικίαι του Λάλα περιείχαν πολλήν γην, και την γην ταύτην εσκέπαζαν καρποφόρα δένδρα. Ευκραέστατος είναι ο αήρ του τόπου τούτου, υγιέστατα τα νερά, και εύρωστοι και μακρόβιοι οι κάτοικοι. Ολίγος καιρός ήτον αφ' ού εδόθησαν εις τας τρυφάς και τας αναπαύσεις εξ αιτίας του επιρρεύσαντος πλούτου· διά τούτο εφύλατταν εισέτι επί της επαναστάσεως διά της αδιακόπου χρήσεως των όπλων τον πρώτον πολεμικόν χαρακτήρα και εφάνησαν άξιοι της ανδρικής καταγωγής των.
Η ευτυχής εκστρατεία αυτών εις λύσιν της πολιορκίας του Χλουμουτσίου τους εθάρρυνε να επιχειρήσωσι και άλλας πλείονος λόγου αξίας· και επειδή ήσαν δυνατοί, επλάκωσαν όλα τα πέριξ του Λάλα χριστιανικά χωρία, παρέλαβαν βία 200 εκ των εγκατοίκων ως συναγωνιστάς, και συσσωματωθέντες, όλοι υπερχίλιοι, εστράτευσαν εις Πύργον την 2 απριλίου.
Εντός του Πύργου ήσαν 550 Έλληνες υπό διαφόρους αρχηγούς, εν οις διέπρεπαν ο Χαραλάμπης Βιλαέτης εντόπιος, και ο Αλέξης Μοσχούλας εξ Αγουλινίτσης· παρευρίσκοντο δε και οι Ζακύνθιοι αδελφοί Καμπασαίοι Παναγιώτης και Δημήτρης, και οι δύο υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γιάννης, διαβιβασθέντες εκ Ζακύνθου εις το Πυργί την 25 μαρτίου και απερχόμενοι προς τον πατέρα των ήσαν δε και χίλιαι αδύνατοι ψυχαί.
Οι Έλληνες απεφάσισαν να δείξωσι στήθος προς τους επερχομένους και ηθέλησαν ν' αντισταθώσιν εκτός της πόλεως· και οι μεν Λαλιώται ετοποθετήθησαν, καθ' ην ημέραν εξεστράτευσαν, μίαν ώραν μακράν αυτής και εκάλεσαν διά γράμματος τους Πυργίους να προσκυνήσωσιν· οι δε Πύργιοι απεκρίθησαν, ότι ήλθεν ο καιρός να προσκυνήση ο Τούρκος τον Χριστιανόν. Διά της αλληλογραφίας ταύτης διήλθεν η ημέρα. Την δε επαύριον διηρέθησαν οι Λαλιώται εις τρία σώματα, έπεσαν επί τα έξω οχυρώματα, και μετά μικράν αντίστασιν, 300 Έλληνες και διάφοροι αρχηγοί των εδραπέτευσαν και κατέφυγαν εις Σκαφιδιάν και εις άλλους πλησίον λιμένας κακώς έχοντες, οι δε λοιποί 250 υπό τον Βιλαέτην, τον Μοσχούλαν, τους υιούς του Κολοκοτρώνη και τους Καμπασαίους απεσύρθησαν εις την πόλιν και εκλείσθησαν εντός διαφόρων δυνατών οικιών, όπου τους παρακολούθησαν οι Λαλιώται και έβαλαν πυρ εις διάφορα μέρη φονεύοντες και αιχμαλωτίζοντες· αλλ' οι ολίγοι Έλληνες διετήρησαν μέχρι τέλους την θέσιν των γενναίως εν μέσω της πυρκαϊάς. Επτά ώρας διήρκεσεν η μάχη· και οι μεν Λαλιώται, μικράν παθόντες και πολλήν προξενήσαντες ζημίαν, επανήλθαν εις τα ίδια δουλαγωγούντες υπέρ τους 100 και απελαύνοντες ζώα· οι δε Πύργιοι έμειναν εν μέσω των ερειπίων των.
Τα ευτυχή κινήματα των Λαλιωτών απέδειξαν οφθαλμοφανώς πόσον έσφαλαν οι εν Πελοποννήσω λοιποί Τούρκοι, και μάλιστα οι Μπαρδουνοχωρίται, αφήσαντες δι' απλούν φόβον τους τόπους των, όθεν εδύναντο να βλάπτωσι καιρίως τους εχθρούς των. Κλεισθέντες εν τοις φρουρίοις όχι μόνον δεν εβελτίωσαν την πολεμικήν κατάστασιν αυτών, αλλ' επετάχυναν και την πτώσιν των διά της ταχείας καταναλώσεως των εν αυτοίς τροφών.
Ολίγαις δε ημέραις μετά την μάχην ταύτην εγνώσθη, ότι τα μεσημβρινά φρούρια Μοθώνης και Νεοκάστρου, στενά πολιορκούμενα υπό των Ελλήνων, εκινδύνευαν να πέσωσιν. Οι Λαλιώται, επηρμένοι επί τη ανδρία και ταις επιτυχίαις των, και ως αν ήσαν οι γενικοί αντιλήπτορες των πασχόντων ομοθρήσκων των, απεφάσισαν να εκστρατεύσωσιν εις λύσιν των πολιορκιών εκείνων, και διαβάντες τον Αλφειόν μεσούντος του απριλίου εκινήθησαν προς την επί της αριστεράς όχθης του ποταμού Αγουλινίτσαν. Έμαθαν οι εκεί Έλληνες εν καιρώ το σχέδιον, και ωχυρώθησαν υπό τον Μοσχούλαν, ήλθαν και ολίγοι Αρκάδιοι υπό τον πρωτοσύγγελον Αμβρόσιον Φραντσήν και κατέλαβαν την δυσδιάβατον θέσιν του Κ λ ε ι δ ί ου, δι' ης θα επέρων οι εχθροί απερχόμενοι προς τα φρούρια. Οι Λαλιώται εκτύπησαν τους εν τη Αγουλινίτση, αλλ' ηύραν πολλήν αντίστασιν, και απολέσαντες 9, επέστρεψαν αυθημερόν εις τα ίδια, διαδοθέντος ψευδούς λόγου, ότι επήρχετο πλήθος Αρκαδίων.
Ο Πύργος είχεν, ως είδαμεν, ένα γενναίον άνδρα, τον Χαραλάμπην Βιλαέτην, στρατεύσαντα άλλοτε υπό τους εν τη Επταννήσω Γάλλους και Άγγλους. Φραγμόν επεθύμει ούτος να στήση εις την κατά της Γαστούνης και του Πύργου ορμήν των Λαλιωτών· αλλ' επειδή δεν τον εβοήθει η μεταξύ τοποθεσία, ούσα όλη επίπεδος, εστρατοπέδευσε μετά 500 κατά το επί ακρολοφίας κείμενον και 4 ώρας απέχον του Λάλα Στρέφι, και κατέσχεν ως προφυλακήν και το πλησιέστερον του Λάλα Λαντσόι εγκατατάξας άλλους 100. Πεδινόν είναι το χωρίον τούτο· πεδινή και η διαχωρίζουσα αυτό και το Στρέφι γη· παρά δε το Λαντσόι προς μεσημβρίαν ρέει εντός χάσματος χείμαρρος· μετ' αυτόν είναι άμπελοι και προς το ανατολικόν μέρος σειρά συνδένδρων λόφων· ο διαιρών δε την σειράν ταύτην και το Στρέφι τόπος, δύο μίλια πλατύς, είναι και αυτός ομαλός. Τοιαύτη ήτον η τοποθεσία του μικρού στρατοπέδου του Βιλαέτη.
Χίλιοι Λαλιώται εξεστράτευσαν την 2 μαΐου εις Λαντσόι, όπου φθάσαντες λίαν πρωί και καταλαβόντες οικίας τινάς επολέμουν τους άλλας οικίας του αυτού χωρίου κατέχοντας Έλληνας καίοντες και τας μεταξύ. Ακουσθέντος του τουφεκισμού, είπεν ο Βιλαέτης τοις περί αυτόν, «όποιος είναι Χριστιανός και παλληκάρι ας μ' ακολουθήση», και έδραμε διά της πεδιάδος εις βοήθειαν των πολεμουμένων προς το μέρος των λόφων, όπου ήτο μύλος δέκα λεπτά του Λαντσοΐου απέχων. Οι Τούρκοι ιδόντες αυτόν ερχόμενον εξέδραμαν και αυτοί προς εκείνο το μέρος και τον συνήντησαν προς τον μύλον. Εκατόν μόνον ακολούθους είχεν ο Βιλαέτης και γενναίως αντέστη προς υπερπεντακοσίους ους και απέκρουσεν, αλλ' επληγώθη ο σημαιοφόρος του και εφονεύθη και ο Σπύρος Σαρενίτης, είς των οπλαρχηγών των συμπολεμούντων Αρκαδίων αυτός δε προχωρών και καταδιώκων έφθασε παρά τον χείμαρρον, αλλά μετ' ολίγων οπλοφόρων, αποκόψαντος του εχθρικού ιππικού τους πλείστους, αναγκασθέντας εκ ταύτης της αιτίας ν' αναβώσιν είς τινας λόφους εκείθεν του χάσματος· ιδών δε ότι οι περί αυτόν ήσαν ολίγοι, ήλλαξε σχέδιον και έτρεξε να καταλάβη άμπελόν τινα έχουσαν προς το δυτικόν μέρος το χάσμα· αλλ' επειδή το μεταξύ ήτο πεδινόν και ως εκ τούτου πολλά επικίνδυνον, μόνον 26 τον ηκολούθησαν, οι δε λοιποί ελειποτάκτησαν, και άλλοι μεν αυτών διεσώθησαν, άλλοι δε εφονεύθησαν. Ο δε Βιλαέτης και οι 26 κατέλαβαν μεν την άμπελον αλλά διά την ολιγότητά των αφήκαν τα νώτα αφύλακτα ελπίζοντες ίσως καταβώσιν οι επί των λόφων Έλληνες εις φύλαξιν. Αλλ' επρόλαβαν οι Τούρκοι, τα κατέλαβαν και επολέμουν τους ολίγους Έλληνας έμπροσθεν και όπισθεν. Ο Βιλαέτης επληγώθη κατ' αρχάς εις την κεφαλήν, αλλά και πληγωθείς εμάχετο θαρρύνων τους ολίγους συμμαχητάς του έως ου εφονεύθησαν αυτός και οι συν αυτώ όλοι εκτός ενός τρωθέντος εις τον πόδα και κρυβέντος εντός κουφώματος δένδρου. Οι Τούρκοι έκοψαν κατά την συνήθειαν τας κεφαλάς των φονευθέντων, και στήσαντες επί ξύλου την του Βιλαέτου ανεχώρησαν χαίροντες, διότι ελυτρώθησαν τοιούτου εχθρού, γνωστού διά την εν πολέμω αφοβίαν και εμπειρίαν.
Αφ' ού ο έλειψεν ο εχθρός ούτος, οι Λαλιώται έγειναν τολμηρότεροι, κατέτρεχαν όλα τα πέριξ του Λάλα, τα ελεηλάτουν, και έκαιαν τα χωρία της επαρχίας. Τόσον δε ήσαν άφοβοι, ώστε επροχώρουν θύοντες και απολλύοντες και εις αυτά τα όρια της επαρχίας των Πατρών, όπου ήσαν διάφορα σώματα Ελλήνων. Μεταξύ των αρχηγών τούτων ήτο και ο Γεώργης Γιαννόπουλος Προστοβιτσιώτης, διακρινόμενος διά την τόλμην του. Ούτος, συμπλακείς έν τινι επιδρομή των Λαλιωτών προς την Κατσαρούν, εφονεύθη, και συνεφονεύθησαν και 8 σύντροφοί του.
Η Επτάννησος (α), αν και πολιτικώς αποχωρισμένη της αδελφής της Ελλάδος, επροθυμήθη να βοηθήση την εκραγείσαν επανάστασιν και διά των γενναίων συνεισφορών της και διά των ανδρείων βραχιόνων της. Η κυβέρνησίς της, η μετ' ολίγον εξαγριωθείσα, εξεθαμβήθη μόνον κατ' αρχάς, και δεν έδειξε προς τον αγώνα κακήν διάθεσιν. Αυθόρμητοι οι Ζακύνθιοι και οι Κεφαλλήνες αντιλήπτορες των αραμένων όπλα ομογενών και ομοπίστων, παρωρμήθησαν έτι μάλλον και δι' ων επιστολών επεκαλούντο οι Πελοποννήσιοι την φιλογενή αντίληψίν των. Οι Ζακύνθιοι έτρεξαν πρώτοι των Επταννησίων εις την φωνήν της πίστεως και της πατρίδος, και οι μεν απέβησαν εις την Μεσσηνίαν υπό τον Μερκάτην, οι δε εις τα αντικρύ της τερπνής και χαριτωμένης πατρίδος των παράλια. Εξ αυτών έως 150, υπό τον Δημήτρην Πεθαμένον και τον Παύλον Αντσετίρην Κεφαληνόν, μετέβησαν εις το στρατόπεδον των Πατρών, άλλοι δε 100 υπό τον Γεώργιον Σολωμόν, Διονύσιον Σεμπρικόν, Αναστάσην Γιαννικέσην και Παναγιώτην Στούρτσαν, απέμειναν εν τη επαρχία της Γαστούνης. Περί δε τα τέλη του απριλίου απέβη πρώτος εκ Κεφαλληνίας εις Γλαρέντσαν ο Ευαγγέλης Πανάς μετά 100 οπλοφόρων,
Μάιος και την 9 μαΐου έφθασαν εκείθεν εις τον αυτόν λιμένα ο Ανδρέας Μεταξάς, ο Κωνσταντίνος Μεταξάς, και ο Γεράσιμος Βίκτωρος Φωκάς επί του εντοπίου των ενόπλου πλοίου του Ανάσταση Φωκά υπό τουρκικήν σημαίαν, φέροντος ικανά πολεμεφόδια και 350 οπλοφόρους. Αφ' ού δε ελλιμένισε το πλοίον, κατέβασαν οι εν αυτώ την τουρκικήν σημαίαν, ύψωσαν την επαναστατικήν, εκανονοβόλησαν, παρετάχθησαν οι οπλοφόροι επί του καταστρώματος, εψάλη επί του πλοίου δοξολογία υπό δύο ιερέων ακολουθούντων το στράτευμα, και απέβησαν οι ρηθέντες επί της ξηράς υποδεχθέντες υπό των εντοπίων φιλοφρονέστατα. Την δε επιούσαν διατάξαντες το πλοίον να παραπλέη τας ακτάς των Πατρών, και αφήσαντες εν αυτώ 70 οπλοφόρους διά παν ενδεχόμενον, ανεχώρησαν μετά των λοιπών 280, και έφθασαν το εσπέρας εις Μανολάδαν, όπου ηύραν τον Σισίνην και τον Ευαγγέλην Πανάν. Η υπεραυξήσασα δε τον αριθμόν αυτών φήμη διέδωκεν, ότι ήλθαν οι επισημότεροι άνδρες της Κεφαλληνίας φέροντες πολλά βοηθήματα χρηματικά και πολεμικά, και έβαλεν εις νέαν κίνησιν τους κατοίκους των πέριξ επαρχιών, ους κατεφόβισαν αι έως τότε αλλεπάλληλοι ευτυχείς επιδρομαί των Λαλιωτών. Υπεστήριξε την φήμην ταύτην καί τις πομπώδης προκήρυξις, ην υπέγραψαν οι προϊστάμενοι επονομαζόμενοι α ρ χ η γ ο ί - κ α ι - σ τ ρ α τ η γ ο ί - τ ω ν - η ν ω μ έ ν ω ν - δ υ ν ά μ ε ω ν - τ η ς - Ε π τ α ν ν ή σ ο υ. Διεκρίνετο δε το σώμα τούτο των άλλων δι' ην ετήρει εν ταις στρατοπεδείαις του τάξιν, ήτις, καθ' ους καιρούς μία επωμίς, ή μία περικεφαλαία εκίνει θαυμασμόν, δεν ήτο ματαία επίδειξις. Ιδού δε η τάξις. Την γ' ώραν μετά την δύσιν του ηλίου εψάλλετο η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ετάττοντο φυλακαί κράζουσαι εκ διαλειμμάτων «γρηγορείτε», έπιπτε μία κανονία, και οι στρατιώται απεχώρουν εις τας θέσεις των· το πρωί εψάλλετο πάλιν η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ήχουν αι σάλπιγγες και έπιπτεν άλλη κανονία.
Μεταβαίνον δε το σώμα τούτο από χωρίου εις χωρίον, έφθασε την 26 εις Στρέφι και Κούκουρα και διέτριψεν εκεί μέχρι της 30 ετοιμαζόμενον, ως πλησίον του εχθρού. Εκεί ηύξησεν ο αριθμός αυτού, ενωθέντων και των Ζακυνθίων και πολλών εντοπίων. Την δε 31 ώδευσαν όλοι προς την Καπέλην και έφθασαν το εσπέρας εις Γούμερον· επειδή δε εσκόπευαν να πατήσωσι την επιούσαν την μεγάλην πεδιάδα, έστειλαν αυτονυκτί εις διαφόρους θέσεις σκοπιάς, και πρωίας γενομένης εξεστράτευσαν έχοντες εν τω κέντρω 4 κανόνια, τα πολεμεφόδια και τας αποσκευάς των.
Προς την θέσιν, Μποδίνι, κείται λόφος. Εν ώ έφθασαν εις αυτόν ανύποπτοι, ως πεποιθότες επί τας σκοπιάς των, ηκούσθησαν αίφνης πολλαί τουφεκίαι και κραυγαί λέγουσαι, Λ α λ ι ώ τ α ι, Λ α λ ι ώ τ α ι· επί μόνη τη κραυγή ταύτη χωρικοί τινες εκ των συνακολουθούντων Γαστουναίων ετράπησαν εις φυγήν, οι δε λοιποί και οι Επταννήσιοι έτρεξαν εις την κορυφήν του λόφου, και ιδόντες τους Λαλιώτας ελθόντας εις τους πρόποδας, τους εκανονοβόλουν προξενούντες φόβον μάλλον ή βλάβην. Ήρχισε δε μετ' ολίγον και ο τουφεκισμός, και οι μεν Επταννήσιοι και οι εντόπιοι, τουφεκίζοντες τους Λαλιώτας άνωθεν, τους έβλαπταν· ούτοι δε αντείχαν γενναίως, αν και η θέσις των ήτο κακίστη, έως ου είδαν τους εχθρούς των κινουμένους προς τα κάτω, και τότε επέστρεψαν διά του Πυρναρίου εις Λάλα φεύγοντες, οι δε Επταννήσιοι τους επεδίωξαν, έπεσαν και εις την πεδιάδα έως ου εφάνη πλήθος οπλοφόρων τουφεκιζόντων μακρόθεν, και τότε υποπτεύσαντες, ότι ήσαν ενεδρεύοντες εχθροί, εστάθησαν και κατέλαβαν τα πλησίον δένδρα προς συνασπισμόν· αλλ' οι τουφεκίζοντες οπλοφόροι προχωρούντες εγνώσθησαν, ότι ήσαν Καλαβρυτινοί ερχόμενοι κατά του κοινού εχθρού· ήσαν δε ως χίλιοι υπό τον Ασημάκην Φωτίλαν, προεστώτα των Καλαβρύτων, τον Λεχουρίτην, και άλλους. Το ευτυχές συμβάν κατά την ημέραν εκείνην εγέμισε χαράς τας κάρδίας των Ελλήνων και ετίμησε δικαίως τους Επταννησίους, διότι ήτον η πρώτη φορά καθ' ην εξ αιτίας αυτών κατησχύνθησαν οι φόβον και τρόμον παντού και πάντοτε ενσπείροντες Λαλιώται.
Αφ' ότου ήρχισεν η επανάστασις της Πελοποννήσου πολλοί Καρυτινοί είχαν καταλάβει τα χωρία, Μπέτσι και Ρένεσι, υπό τους εμπειροπολέμους αδελφούς Πλαπούτας. Σκοπός της κατοχής ήτον η προφύλαξις της επαρχίας των από ενδεχομένων επιδρομών των γειτόνων Λαλιωτών· αλλ' αφ' ού διεσκορπίσθησαν οι πολιορκηταί του φρουρίου της Καρυταίνης, διεσκορπίσθησαν και οι κατέχοντες τα δύο ταύτα χωρία. Περί την 20 ομως απριλίου εσύστησεν ο Γεώργης Πλαπούτας πάλιν στρατόπεδον κατά την Συκιάν, δύο ώρας μακράν του Λάλα, εκ Καρυτινών, Φαναριτών και Αρκαδίων υπό την αρχηγίαν του Δημητράκη Δηληγιάννη· λήγοντος δε του μαΐου μετεστρατοπέδευσεν εκείθεν εις Πούσι, ημιώριον μακράν του Λάλα, όπου αφίχθησαν,
Ιούνιος κατά πρόσκλησιν αυτού, την νύκτα της 1 Ιουνίου οι Επταννήσιοι, οι Καλαβρυτινοί και οι Γαστουναίοι. Συστρατοπεδεύσαντες δε όλοι ούτοι ήρχισαν την επαύριον να οχυρόνωσι τας θέσεις των, και έστησαν εκ του προχείρου τόσας καλύβας, ώστε το εσπέρας η ράχις εκείνη εφαίνετο κώμη. Οι Λαλιώται ωχυρώθησαν και αυτοί εκτός αλλά πολλά πλησίον του Λάλα. Την δε επιούσαν οι Έλληνες πλήρεις θάρρους κατέβησαν εις την πεδιάδα εις χορτολογίαν και σκόπευσιν. Οι Λαλιώται δεν εκινήθησαν την ημέραν εκείνην· τινές μόνον ιπποκόμοι και ποιμένες εφάνησαν προς το πέραν μέρος του Λάλα βόσκοντες θρέμματα.
Οι Έλληνες, ασυνήθιστοι έως τότε να νικώσιν, εξετίμησαν την ανδραγαθίαν των υπέρ την αξίαν της, και επίστευσαν τω όντι, ότι κατεπόνεσαν τα θηρία του Λάλα· επί δε τη πίστει ταύτη συνέλαβαν ελπίδα, ότι οι Λαλιώται θα επροσκύνουν, και απέστειλαν την 4 προς αυτούς τον Παναγιώτην Μεσσάρην Κεφαλλήνα. Οι Λαλιώται βλέποντες τον αποσταλέντα ερχόμενον υπό λευκήν σημαίαν τον υπεδέχθησαν και τον ηρώτησαν είς τι ο ερχομός του. Ο Μεσσάρης τοις ενεχείρισε γράμμα των αρχηγών των Κεφαλλήνων και των Ζακυνθίων λέγον αυτολεξί τα εξής. «Διατεταγμένοι από το ελληνικόν έθνος και από τον γενικόν επίτροπον, πρίγκηπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ήλθαμεν ενταύθα να σας πολεμήσωμεν ως εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος· αλλ' ως ανέκαθεν καλοί φίλοι σας και γείτονες, σας προβάλλομεν, ότι, αν θελήσητε να παραδοθήτε χωρίς πόλεμον εις ημάς, σας υποσχόμεθα ασφάλειαν ζωής, τιμής και ιδιοκτησίας· άλλως, αφ' ού εκάμαμεν το χρέος μας, το κρίμα ας ήναι εις τον λαιμόν σας.»
Περιποιηθέντες οι Λαλιώται τον γραμματοφόρον, τον εξεπροβόδησαν δώσαντές τω την ακόλουθον απάντησιν.
«Προς σας κυρ Μεταξά και λοιποί φίλοι μας καπεταναίοι Κεφαλονήτες και Ζακύνθιοι. Ελάβαμεν το γράμμα σας και είδαμεν όσα μας γράφετε· αλλ' επειδή και οι μπέηδες και οι αγάδες είναι τριγύρω στου Λάλα με τα ασκέρια, δεν ημπορούμεν να σας αποκριθούμεν σήμερον με τον εδικόν σας κυρ - Παναγιώτην, αλλ' αύριον με εδικόν μας ξεμοτόχου ελτσήν. Λάβετε ως τόσον ολίγα κεράσια του Λάλα και δύο ρεβανιά διά αγάπην, και μένομεν.»
Το γράμμα τούτο είχε τα σφραγίσματα υποκάτω προς τιμήν των προς ους εστέλλετο.
Την δε επαύριον εφάνη ιππεύς ερχόμενος από του Λάλα προς το ελληνικόν στρατόπεδον, βαστών πρασίνην σημαίαν, και ωδηγήθη όπου ήσαν οι Επταννήσιοι αρχηγοί, προς ους επέδωκε την ακόλουθον επιστολήν.
«Προς τους φίλους μας καπεταναίους Κεφαλονίτας και Ζακυνθίους. Καθώς χθες σας εγράψαμεν με τον εδικόν σας Παναγιώτην, ιδού εξαποστέλλομεν τον εδικόν μας Μπέικον Κεχαγιάν, άνθρωπον όστις χαίρει όλην την εμπιστοσύνην μας διά να σας ομιλήση και στοματικώς όσα δεν έχομεν τον καιρόν να γράψωμεν πλατύτερα. Είναι αλήθεια, καθώς λέγετε, ότι εσταθήκαμεν φίλοι και καλοί γείτονες, αλλ' ίσια ίσια διά τούτο δεν ελπίζαμεν ποτε, ότι πιστεύοντες τα ψεύματα των Μωραϊτών και ξεχωριστά αυτού του ψευτο - Γεώργη (ενόουν τον Γεώργην Σισίνην) να έλθετε να μας φορτωθείτε μέσα εις τα σπήτια μας. Ό,τι έγεινεν, έγεινεν· όσα μας λέγετε είναι χάλτια, τα οποία δεν στοχαζόμεθα πως και εσείς πιστεύετε· διά τούτο λοιπόν σας λέγομεν να έλθετε εις του Λάλα, όπου θέλει σας δεχθούμεν ως καλούς φίλους, και θέλει σας συνοδεύσομεν έως το Κατάκωλον ή την Γλαρέντσαν διά να πάτε στα σπήτια σας και να μένωμεν πάντα φίλοι· αλλέως και δεν ακούσετε αυταίς ταις φιλικαίς συμβουλαίς μας, το κρίμα ας ήναι στον λαιμόν σας. Λάλα, 5 Ιουνίου, 1821».
Η επιστολή αύτη, η μη ομοιάζουσα την προσταλείσαν κατά το ύφος, δεν την ωμοίαζεν ούτε και κατά την θέσιν των σφραγισμάτων ως φέρουσα αυτά επί κεφαλής εις ένδειξιν, ότι εγράφετο παρ' ανωτέρων προς κατωτέρους. Αφ' ού δε ανεγνώσθη, έλαβε τον λόγον ο απεσταλμένος και επανέλαβε τα αυτά εντόνως, προσθέσας ότι, αν οι Επταννήσιοι υπήγαιναν εις του Λάλα, οι μπέηδες και αγάδες ήσαν πρόθυμοι να τους δεχθώσι και να τους φιλοδωρήσωσιν· είδε και είχαν απόφασιν να μείνωσι και να πολεμήσωσιν, έπρεπε να φέρωσι 40,000 κ α π έ λ λ α εις ευόδωσιν του σκοπού των. Ταύτα ακούσαντες οι Επταννήσιοι απεκρίθησαν διά στόματος του Ανδρέου Μεταξά τα εξής· «Ως φίλοι εστοχάσθημεν να σας προβάλλωμεν να παραδοθήτε χωρίς πόλεμον, διά να ημπορέσωμεν να σας προφυλάξωμεν από την δικαίαν οργήν και αγανάκτησιν του ελληνικού λαού. Επειδή όμως οι μπέηδες και οι αγάδες μάς εστοχάσθησαν ποταπούς και ανοήτους, το κρίμα ας ήναι εις τον λαιμόν των. Αυτή είναι η απάντησίς μας και αύριον έχομεν πόλεμον». Μετά τους λόγους τούτους απέπεμψαν οι Επταννήσιοι τον κήρυκα, δώσαντές τω εις αμοιβήν των προσταλέντων αυτοίς φαγωσίμων γλυκίσματά τινα και ποτά της πατρίδος των.
Αποτυχούσης της διακηρυκείας, οι αρχηγοί των διαφόρων ελληνικών σωμάτων, ιδόντες ότι συνηθροίσθησαν εκ διαφόρων επαρχιών πεντακισχίλιοι σχεδόν οπλοφόροι πέριξ του Λάλα, απεφάσισαν να προκαλέσωσι τον εχθρόν εις μάχην, και την 6 κατέβησαν εις την πεδιάδα εκ διαφόρων μερών έως 300, ηκροβολίσθησαν μετ' ολίγων ιππέων και πεζών επελθόντων, και την εσπέραν επανήλθαν εις το στρατόπεδον. Οι Έλληνες έδωκαν δευτέραν αφορμήν την επιούσαν, αλλ' εις μάτην. Θαρρυνθέντες δε εκ της απραξίας των εχθρών απεφάσισαν να προσβάλωσιν αυτήν την κωμόπολιν του Λάλα· και ο μεν Γεώργης Πλαπούτας μετά των Καρυτινών και Φαναριτών να πέση από του μέρους του Μπασταρά, οι δε Καλαβρυτινοί καί τινες Γαστουναίοι και οι Αρκάδιοι να προχωρήσωσι προς το μικρόν χωρίον Δούκα, οι δε Επταννήσιοι μετά των Πυργίων και λοιπών Γαστουναίων να ορμήσωσι προς το κέντρον. Ταύτα αποφασίσαντες εκινήθησαν την 9 υπό τον ήχον των τυμπάνων και σαλπίγγων επί τους έξω της κωμοπόλεως προμαχώνας του εχθρού· ο εχθρός απεσύρθη εις την κωμόπολιν, και η οπισθοδρόμησις αύτη, αν και στρατηγηματική, υπελήφθη αποτέλεσμα δειλίας, και εθάρρυνε τους Έλληνας να προχωρήσωσιν. Αλλ' αφ' ού επλησίασαν, ώρμησαν 200 ιππείς επί τους Καρυτινούς και Φαναρίτας, και παρά πάσαν προσδοκίαν τους έτρεψαν όλους εις φυγήν. Η τροπή αύτη εματαίωσε το σχέδιον της εφόδου, έβαλεν εις σύγχυσιν όλα τα σώματα και ηνάγκασε τους Επταννησίους να σημάνωσι την υποχώρησιν του κέντρου και της προς το χωρίον Δούκα πτέρυγος, και ούτως απεμακρύνθησαν όλοι οι Έλληνες αβλαβείς, αλλ' άπρακτοι και κατησχυμένοι. Ο δε φιλότιμος Πλαπούτας, απομείνας τελευταίος και κινδυνεύων να πέση εις χείρας των εχθρών, τόσον έτρεξε και τόσον ελυπήθη διά την απροσδόκητον ταύτην τροπήν, ώστε έφθασεν ημιθανής εις το στρατόπεδον και μετ' ολίγον εξεψύχησεν.
Ο θάνατος αρχηγού ατάκτων γίνεται συνήθως πρόξενος τροπής όλου του σώματος αυτών. Εν τη περιστάσει δε ταύτη συνέβη συγχρόνως και η αποτυχία του κινήματος, αν και εξ ουδεμιάς ευλογοφανούς αιτίας· διά τούτο την ακόλουθον νύκτα τα δύο τρίτα του στρατοπέδου ελειποτάκτησαν.
Τον άξιον αρχηγόν Γεώργην Πλαπούταν διεδέχθη ο αξιώτερός του αδελφός Δημήτρης φθάσας εις το στρατόπεδον την 12· αλλ' ούτε η παρουσία του γενναίου τούτου ανδρός εθάρρυνε τους δειλιάσαντας, τρέμοντας και εντός των οχυρωμάτων· εκουράσθησαν και οι Λαλιώται πολεμούντες και νικώντες, διά τούτο ησύχαζαν· βεβαιωθέντες δε ότι όχι μόνον όλη η Πελοπόννησος, αλλά και η στερεά Ελλάς και αι ναυτικαί νήσοι και άλλα μέρη εκινήθησαν, και πληροφορηθέντες ότι ελληνικός στόλος εφάνη έμπροσθεν των Πατρών και διέπλευσεν αβλαβής τον δυσείσβολον κορινθιακόν κόλπον, απεφάσισαν να μη κινδυνεύωσιν ανωφελώς αυτοί μόνοι, εν ώ όλοι οι συνάδελφοι των εκλείσθησαν εξ αυτής της αρχής του αγώνος εν τοις φρουρίοις· διά τούτο ανεχώρησε την 12 ο Κουτσοραΐπαγας από του Λάλα μετά 4 μόνον ιππέων, και φθάσας εις Πάτρας ανεπηρέαστος καθ' όλην την μακράν πορείαν του, ανεκοίνωσε τω Ισούφη την βουλήν των αποστειλάντων αυτόν του να μεταβώσιν εκεί και εζήτησε βοήθειαν διά την ασφαλή μετακόμισιν των οικογενειών και της περιουσίας των. Ο πασάς διέταξεν αμέσως να συσκευασθώσι 700 ιππείς εις συνοδίαν των Λαλιωτών. Η είδησις αύτη διεδόθη εις τους περί τας Πάτρας Έλληνας· αλλ' αντί να ετοιμασθώσιν εις αντίστασιν, απεσύρθησαν, και αναγγείλαντες τοις έξω του Λάλα συναγωνισταίς των όσα έμαθαν τοις παρήγγειλαν να καταλάβωσιν επί της οδού οχυράς θέσεις και κτυπήσωσι τον εχθρόν έμπροσθεν, υποσχόμενοι να τον κτυπήσωσι και αυτοί όπισθεν.
Εν τοσούτω ο Ισούφης εξεστράτευσε μετά των 700 ιππέων την 20 και εισέβη εις του Λάλα δύοντος του ηλίου, μηδενός Έλληνος καθ' οδόν μήτ' έμπροσθεν μήτ' όπισθεν φανέντος. Προείδαν οι Έλληνες, ότι οι Λαλιώται ενισχυθέντες διά της νέας βοηθείας θα τους εκτύπουν, και απέστειλαν διά νυκτός τον Κωνσταντίνον Μεταξάν και τον Γεώργην Σολομόν εις Τριπολιτσάν αιτούμενοι επικουρίαν.
Την δε 24 το πρωί ήρχισαν να εξέρχωνται από του Λάλα ιππείς και πεζοί. Οι Έλληνες υπέθεσαν, ότι οι εξελθόντες ήρχοντο κατεπάνω των, και ητοιμάσθησαν εις μάχην· αλλ' είδαν μετ' ολίγον, ότι, αντί να έλθωσι προς το Πούσι, υπήγαιναν προς, την Κάπελην διά των απέναντι λόφων, και ως εκ τούτου υπέλαβαν, ότι ώδευαν προς τας Πάτρας συν γυναιξί και τέκνοις φέροντες και τα ψιλά πράγματά των. Επί τη υποθέσει ταύτη ο Ανδρέας Μεταξάς και ο Γεράσιμος Φωκάς, παραλαβόντες έως 100 επιλέκτους Επταννησίους και ικανούς Πελοποννησίους, έδραμαν εις την κορυφήν τινος των πλησίον του ελληνικού στρατοπέδου λόφων προς παρατήρησιν των κινημάτων των εχθρών· και ιδόντες εστημένην όχι μακράν μεγάλην σημαίαν και ολίγους Τούρκους πέριξ επλησίασαν και ήρχισαν να τουφεκίζωσιν. Οι εχθροί δεν αντετουφέκισαν κατ' αρχάς, αλλά μετ' ολίγον ηκούσθη πολύς αλαλαγμός, εκινήθη η μεγάλη σημαία, και ανεφάνη πλήθος ιππέων και πεζών ορμώντων επί τους τουφεκίζοντας. Οι Έλληνες ετράπησαν εις φυγήν, και άλλοι μεν, εν οις και ο Μεταξάς και ο Φωκάς, έδραμαν εις το οχύρωμά των, άλλοι δε διεσκορπίσθησαν τήδε κακείσε εις την πεδιάδα, ένθα τινές αυτών έμειναν δύο ημέρας άσιτοι. Οι Τούρκοι επεδίωξαν τους φεύγοντας μέχρι του στρατοπέδου των ανεμπόδιστοι, και εκεί συνεκροτήθη γενική μάχη, ελθόντων και των λοιπών Τούρκων διά της πεδιάδος του Λάλα, και εντεύθεν εφάνη, ότι οι προς την Κάπελην οδεύοντες Τούρκοι εμελέτων να επιπέσωσι δι' εκείνου του μέρους, εν ώ οι άλλοι ήρχοντο διά του εμπροσθινού. Αρξαμένης δε της μάχης εξώρμησε του οχυρώματός του ο Λεχουρίτης, αλλ' απεκρούσθη, και μη δυνηθείς να επανέλθη εισήλθεν εις το του Πλαπούτα· εγκατέλειψαν άμα προσβληθέντες το oχύρωμά του και οι Φαναρίται· εν ώ δε έφευγαν διά τινος κοιλάδος προς την Κάπελην, 40 εξ αυτών συνελήφθησαν παρά των εχθρών και εσφάγηοαν όλοι εν τω άμα. Κυριεύσαντες οι εχθροί τα δύο οχυρώματα, ώρμησαν πολλάκις υπό την οδηγίαν αυτού του Ισούφη εις κυρίευσιν και των υπό τον Πλαπούταν και τους Επταννησίους, αλλά κατησχυμένοι ωπισθοδρόμησαν· επειδή δε έκλινεν η ημέρα, αφήκαν εν τω πεδίω της μάχης ακροβολιστάς τινας, το δε πλήθος κατέβη κατ' ολίγον εις την πεδιάδα, και περί την 5 ώραν μετά μεσημβρίαν εδόθη το σημείον της υποχωρήσεως, και εισήλθαν όλοι εις την κωμόπολιν. 70 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και πενταπλάσιοι εχθροί, ως ορμώντες ανώχυροι επί ωχυρομένους. Εφονεύθη προς τοις άλλοις και ο Σιλιχτάρης του Ισούφη. Μεταξύ δε των πληγωθέντων Ελλήνων ήσαν διάφοροι αξιωματικοί, εν οις και ο Ανδρέας Μεταξάς πληγωθείς εις τας χείρας, και ο Διονύσιος Σεμπρικός. Οι Τούρκοι ήσαν τόσον βέβαιοι ότι θα ενίκων, ώστε έφεραν και σχοινία εις δέσμευσιν των αιχμαλώτων.
Τελειωθείσης της μάχης, οι Έλληνες είδαν, ότι δεν εδύναντο πλέον να διατηρήσωσι την θέσιν των· είχαν δε ανάγκην και ιατρικής επισκέψεως οι τραυματίαι· όθεν, θάψαντες την νύκτα τους νεκρούς, ανεχώρησαν την α' ώραν μετά το μεσονύκτιον εγκαταλείψαντες και τα κανόνια· και οι μεν περί τον Πλαπούταν υπήγαν εις Μπέτσι, οι δε λοιποί εις την μεγάλην Δίβρην, όπου έμειναν μέχρι της 27 και εκείθεν διεχωρίσθησαν. Την αυτήν δε νύκτα, καθ' ην έφυγαν οι Έλληνες, έκαυσαν και οι Λαλιώται τα δυσκόμιστα πράγματά των, και τα εξημερώματα σουβλίσαντες αιχμαλώτους τινάς ανεχώρησαν όλοι συν γυναιξί και τέκνοις εις Πάτρας υπό τον Ισούφην κατά το σχέδιόν των, καίοντες τα καθ' οδόν χωρία· γνωσθείσης δε της φυγής των, εισήλθαν οι πέριξ Έλληνες εις την κωμόπολιν, την ελεηλάτησαν και την έκαυσαν. Ανεκτική εφάνη η αγγλοϊονική πολιτική ως προείπαμεν αρξαμένου του αγώνος, αλλά δυσμενής μετ' ολίγον. Εκτός της γενικής τω καιρώ εκείνω αποστροφής όλων των αυλών προς παν επαναστατικόν κίνημα, επηρέασαν ιδίως την αγγλοϊονικήν πολιτικήν κατά του ελληνικού αγώνος όχι μόνον η παντοτεινή επιθυμία της Αγγλίας να διατηρηθή η ακεραιότης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και ο μέγας ενθουσιασμός και η θερμή συμπάθεια των Ιόνων προς τους αποστατήσαντας, έτι δε και η επικρατούσα σφοδρά υποψία ότι δάκτυλος ρωσσικός υπεκίνησε την Ελλάδα, και επί τέλους το άσπονδον μίσος του μεγάλου αρμοστού προς τον Καποδίστριαν, ον υποθέτων κρυφίον αρχηγόν της επαναστάσεως ήθελε διά της αποτυχίας αυτής να καταισχύνη. Εμίσει δε ο μέγας αρμοστής τον Καποδίστριαν, διότι κατεμήνυεν ούτος εκείνον ενώπιον των αυλών ως διοργανίσαντα επί το δεσποτικώτερον την Επτάννησον παρά το γράμμα και το πνεύμα της συνθήκης, δι' ης ετέθη υπό την αγγλικήν προστασίαν. Ομοία η αγγλοϊονική πολιτική πάσης άλλης, κρυπτούσης τους αληθείς σκοπούς της υπό έν ή άλλο εύσχημον κάλυμμα, εκηρύχθη ουδετέρα προς τους αλληλομαχούντας Έλληνας και Τούρκους, εκραγείσης της επαναστάσεως· και η πρώτη περί ουδετερότητος πράξις της εξεδόθη την 9 απριλίου. Η πράξις αύτη, αποτεινομένη προς τους διατρίβοντας όπου εξερράγη η επανάστασις Ίονας, έλεγεν, ότι όστις εξ αυτών συνηγωνίζετο, εστερείτο της αγγλοϊονικής προστασίας και πάσης υπέρ αυτού μεσολαβήσεως της κυβερνήσεώς του προς τας τουρκικάς Αρχάς, αν ηχμαλωτίζετο. Την δε 18 Ιουλίου, εξ αιτίας της μεταβάσεως εις Πελοπόννησον των Ζακυνθίων και των Κεφαλλήνων, εξεδόθη άλλη πράξις λέγουσα, ότι πολλοί Ίονες εξέδωκαν προκήρυξιν την 1 Ιουνίου, δι' ης αυτονομάζονται οδηγοί των Κεφαλλήνων και των Ζακυνθίων και εκτελεσταί διαταγών τινος ξένου· ότι υπό τον ψευδή τούτον και εγκληματικόν χαρακτήρα ετόλμησαν μετά πολλών ενόπλων Ιόνων να συμμεθέξωσι του πολέμου της Πελοποννήσου, ενεργούντες τοιουτοτρόπως παρά το κοινόν δίκαιον των εθνών, και παραβαίνοντες την αρχήν της ουδετερότητος της ιονίου κυβερνήσεως· ότι, αν οι οδηγοί ούτοι δεν επανήρχοντο εις τα ίδια εντός 15 ημερών ίνα δικασθώσι, θα κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν, και τα κτήματά των θα εδημεύοντο· αν δέ ποτε έπιπταν εις χείρας της κυβερνήσεως, θα ετιμωρούντο όπως ώριζαν οι νόμοι· όσοι δε ηκολούθησαν τους οδηγούς τούτους, και όσοι γενικώς έγειναν συμμέτοχοι του ελληνικού αγώνος, παρηγγέλλοντο να επιστρέψωσιν εις τα ίδια, διότι άλλως θα επαιδεύοντο μετά ταύτα ως παραβάται της ουδετερότητος.
Η πρώτη των ανωτέρω δύο πράξεων είναι πράξις εντός των όρων της ουδετερότητος. Σημειωτέον, ότι η αγγλοϊονική κυβέρνησις δεν διέταττε δι' αυτής τους Ίονας να μη μεθέξωσι του ελληνικού αγώνος, αλλά τους προειδοποίει, ότι διά τοιαύτης διαγωγής εστερούντο της προστασίας της, ώστε τους εθεώρει ελευθέρους να πολιτευθώσιν όπως ήθελαν επί του προκειμένου αγώνος επί τη ιδία αυτών ευθύνη· έθετε δε τας αυτάς υγιείς βάσεις, ας επί της τελευταίας αποστασίας του Καναδά κατά της αγγλικής κυριαρχίας ετήρησαν απαραλλάκτως και αι ομόσπονδοι επαρχίαι της αρκτώας Αμερικής. Κατά την αποστασίαν ταύτην μέγας αριθμός πολιτών των πλησίον του Καναδά αμερικανικών επαρχιών έτρεχαν και ηγωνίζοντο μετά των λαβόντων κατά της αγγλικής κυριαρχίας τα όπλα, εν ώ η κυβέρνησίς των εκηρύχθη ουδετέρα. Παρεπονέθη η Αγγλία· αλλ' ούτε αύτη απήτησεν, ούτε η ουδετέρα κυβέρνησις της Αμερικής έπραξεν άλλο, ειμή να κηρύξη, ότι όστις των πολιτών της ηγωνίζετο υπέρ του Καναδά εστερείτο της προστασίας της, αν έπιπτεν εις χείρας των Άγγλων. Η δε δευτέρα πράξις υπερέβαινε τους όρους της ουδετερότητος και εδείκνυε φανεράν μεροληψίαν υπέρ των Τούρκων, διότι κατεδίωκε και ετιμώρει βαρέως τους αγωνιζομένους μετά των Ελλήνων Ίονας. Αναμφιβόλως τα καθήκοντα της ουδετερότητος αναγκάζουν την κυβέρνησιν ή να μη δίδη παντάπασιν, ή να δίδη τα αυτά βοηθήματα προς τους αλληλομαχούντας. Αλλ' ο υπήκοος της ουδετέρας Δυνάμεως δεν κείται υπό τον αυτόν κανονισμόν, και δύναται να βοηθήση επί τη ιδία αυτού ευθύνη και διά ξίφους και διά παντός άλλου τρόπου τον αγώνα του ενός ή του άλλου των διαμαχομένων αλλά, καθώς ούτος δεν έχει δίκαιον ν' απαιτήση την προστασίαν της κυβερνήσεώς του εν τοιαύτη περιστάσει, διότι πολιτεύεται παρά την πολιτικήν αυτής, ούτω και η κυβέρνησίς του δεν έχει άλλο τι κατ' αυτού να πράξη ειμή να τον εγκαταλείψη, ή και να τον παύση της υπηρεσίας της, αν τύχη υπάλληλός της. Διά τον λόγον τούτον είδαμεν επί του ελληνικού αγώνος συστηθείσας αναφανδόν εν πολλαίς επικρατείαις εταιρίας εξ ιδιωτών εις υποστήριξιν του αγώνος δι' αποστολής εις Ελλάδα τροφών, χρημάτων, όπλων, πολεμεφοδίων και πολεμιστών, εν ώ αι επικράτειαι εκείναι επρέσβευαν και ετήρουν μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος ουδετερότητα· είδαμεν και πολλούς ευρωπαίους υπό το όνομα Φ ι λ ε λ λ ή ν ω ν ελθόντας εις Ελλάδα και πολεμήσαντας, αλλά μηδαμώς κατατρεχθέντας παρά των ουδετέρων κυβερνήσεών των. Η παραβαίνουσα δε τας αρχάς και τους όρους της ουδετερότητας δευτέρα αύτη πράξις ήτο και υπέρ το δέον σκληρά και ασύνετος, διότι μη αμνηστεύουσα τους ενόχους μήτε και αν μετανοούντες επανήρχοντο εις τα ίδια, αλλά βάλλουσα και τότε αυτούς υπό δίκην δεν εθάρρυνε την επάνοδόν των, ήτις ήτον ο κύριος σκοπός της. Ο λόρδος Βύρων και τόσοι άλλοι Άγγλοι ησπάσθησαν τον ελληνικόν αγώνα παρά την ουδετερότητα της κυβερνήσεως των, αλλ' ούτε εις αειφυγίαν κατεδικάσθησαν, ούτε εις δίκην εισήχθησαν, ούτε των κτημάτων εστερήθησαν. Η ουδετέρα αυλή της Ρωσσίας εκάθηρε τον Υψηλάντην ως υπάλληλόν της και τον εγκατέλειψεν ως υπήκοόν της, αλλ' ουδέν άλλο κατ' αυτού, αν και αρχιαποστάτου, έπραξεν. Έπταισαν αναμφιβόλως οι υπογράψαντες την προκήρυξιν Ίονες επονομασθέντες «αρχηγοί και στρατηγοί των ηνωμένων δυνάμεων της Επταννήσου», και εις φανέρωσιν της αληθείας και ικανοποίησιν της Πύλης, καθήκον ουδετέρας Δυνάμεως έπραξεν η κυβέρνησίς των στηλιτεύσασα τον ψευδή τούτον τίτλον· αλλ' ο μέγας αρμοστής ηκολούθησεν εν ταύτη τη περιπτώσει τας αρχάς της οργής του, και εφήρμοσε τον κώδηκα των παθών του· και όμως ουδ' αύτη η πράξις, ουδ' άλλαι μεταγενέστεραι της αυτής εννοίας ίσχυσαν να μεταβάλωσι το υπέρ των Ελλήνων φρόνημα και πολίτευμα των Ιόνων, ων ο φιλογενής ζήλος έμεινε διακαής μέχρι τέλους του αγώνος εν μέσω απειλών, δημεύσεων, καταδιώξεων και τιμωριών.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'
Συνέλευσις εν Καλτετσιαίς και σύστασις πελοποννησιακής γερουσίας. — Έλευσις του Δημητρίου Υψηλάντου εις Ελλάδα και διενέξεις αυτού και της γερουσίας.
ΚΟΙΝΗ επιθυμία συστάσεως γενικής Αρχής εις τακτοποίησιν των κατεπειγουσών υποθέσεων επεκράτει εξ αρχής του αγώνος· αλλ' ούτε δυνατή ούτε ωφέλιμος ήτο καθ' ην ώραν έλαβαν οι Έλληνες τα όπλα τοιαύτη τακτοποίησις, ως τείνουσα εις το να ελκύση προς τα πολιτικά την προσοχήν των δυνατών της Ελλάδος, ην απήτει όλην ο πόλεμος. Συνήθως επί των επαναστάσεων ανατρέπονται τα ενυπάρχοντα πολιτικά συστήματα, αλλά διατηρούνται τα της δημοσίας υπηρεσίας, τα συντηρούντα την κοινωνίαν. Αλλ' εν τη Ελλάδι, καθ' ην ώραν κατεστράφη η εξουσία του σουλτάνου, συγκατεστράφη και όλη η δημοσία υπηρεσία· ώστε διά μόνης της επιρροής των προκρίτων των επαρχιών ανεπληρούντο τα ελλείποντα. Είναι δε παρατηρήσεως άξιον, ότι η ευταξία διετηρείτο εν ταις επαρχίαις, τα συμφέροντα των πολιτών δεν έπασχαν και η υπηρεσία ενηργείτο. Επειδή δε εις σύστασιν της περί ης ο λόγος Αρχής ούτε εθνικήν συνέλευσιν ούτε τακτικήν εκλογήν πληρεξουσίων επέτρεπεν η κατάστασις των πραγμάτων, απεφάσισαν οι προκριτότεροι της Πελοποννήσου, εκκλησιαστικοί, πολιτικοί και πολεμικοί, να συστήσωσι προσωρινώς πελοποννησιακήν μόνον Αρχήν, αλλά και ταύτην όχι διά συνδρομής του λαού, αλλ' εν τη ιδία εξουσία. Είχε συστηθή εν Καλαμάτα την 25 μαρτίου «μεσσηνιακή γερουσία»· αλλ' ήτο μόνον τοπική του μέρους εκείνου Αρχή, και εσυστήθη και αύτη διά του προϊσταμένου της Μάνης. Εις ευόδωσιν δε του προκειμένου ήδη σκοπού συνήλθαν διάφοροι πρόκριτοι των πλείστων της Πελοποννήσου επαρχιών εις την επί των ορίων της Λακεδαίμονος μονήν των Καλτετσιών, ως πλησίον των περί την Τριπολιτσάν στρατοπέδων,
Μάιος και έχοντες την γνώμην και των εξ αιτίας του πολέμου απόντων προκρίτων υπέγραψαν την 26 μαΐου πράξιν, ην εκδίδομεν ολόκληρον, διότι όλα τα πρακτικά της συνελεύσεως είναι αύτη και μόνη, δεικνύουσα προς τίνα σκοπόν συνήλθαν οι συγκροτήσαντες αυτήν, εκ τίνων εσύστησαν την Αρχήν, ην εκάλεσαν πελοποννησιακήν γερουσίαν, ποίαν εξουσίαν τη έδωκαν και ποίαν διάρκειαν αυτής ώρισαν.
«Πατρίς·
Η γενική ευταξία των υποθέσεων της πατρίδος μας Πελοποννήσου, και η αίσια έκβασις του προκειμένου ιερού αγώνος περί της σεβαστής ελευθερίας του γένους μας, επειδή και αναγκαίως απήτουν την γενικήν συνέλευσιν και σκέψιν, συναθροίσθημεν επί τούτου οι υπογεγραμμένοι από μέρος των επαρχιών μας, έχοντες και την γνώμην και όλων των λοιπών απόντων μελών κατά την σεβαστήν μονήν των Καλτεζιών, κατ' εύλογον κοινήν ημών γνώμην και απόφασιν και όλων των απόντων, εκλέξαντες τους φιλογενεστάτους κυρίους τον τε άγιον Βρεσθένης Θεοδώρητον, Σωτήριον Χαραλάμπην, Αθανάσιον Κανακάρην, Αναγνώστην Παπαγιαννόπουλον, Θεοχαράκην Ρέντην και Νικόλαον Πονηρόπουλον (α), καθ' υπακοήν και συγκατένευσιν και αυτών εις την κοινήν ημών ταύτην πρότασιν, τους διορίζομεν διά να παρευρίσκωνται μετά του ενδοξοτάτου κοινού αρχιστρατήγου μας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, και πάντες οι άνωθεν επέχοντες την γερουσίαν όλου του δήμου των επαρχιών της Πελοποννήσου, προηγουμένου της ενδοξότητός του, να συσκέπτωνται, προβλέπωσι και διοικώσι και κατά το μερικόν και κατά το γενικόν απάσας τας υποθέσεις, διαφοράς, και παν ό,τι συντείνει εις την κοινήν ευταξίαν, αρμονίαν, εξοικονομίαν τε και ευκολίαν του ιερού αγώνος μας καθ' όποιον τρόπον η Θεία πρόνοια τους φωτίσει και γνωρίσωσιν ωφέλιμον, έχοντες κατά τούτο κάθε πληρεξουσιότητα, χωρίς να ειμπορή τινας να αντιτείνη ή να παρακούση εις τα νεύματα και διαταγάς των. Και τούτο το υπούργημά των και η ημετέρα εκλογή θέλει διατρέξει και θέλει έχει το κύρος μέχρι της αλώσεως της Τριπολιτσάς και δευτέρας κοινής σκέψεως. Και περί μεν της από το μέρος των ειλικρινούς, απαθούς και μετά της δυνατής επιμελείας και σκέψεως εις το άνωθεν υπούργημά των εξακολουθίας, καθώς και της από το μέρος ημών τε και όλων των απόντων υπακοής και άνευ τινός αντιστάσεως, προφασιολογίας και αναβολής της εξακολουθίας και ενεργείας των νευμάτων και διαταγών των, ελάβομεν αμφότερα τα μέρη τον πρέποντα όρκον ενώπιον του υψίστου Θεού εν βάρει συνειδότος και της τιμής μας, και ούτως επεδόθη αυτοίς το παρόν ενυπόγραφον αποδεικτικόν και κυρωτικόν γράμμα μας».
Πλατυτάτη και πάντη ανεύθυνος ήτον η δοθείσα τη πελοποννησιακή γερουσία παρά της αρχαιρεσιαζούσης συνελεύσεως εξουσία, διότι ούτε υπό περιορισμόν τινα εδόθη, ούτε υπ' ευθύνην περί της χρήσεως αυτής ετέθησαν οι ταύτην εμπιστευθέντες. «Δ ι ο ι κ ή σ α τ ε», τοις είπαν οι εντολείς των, «κ α θ' - ό π ο ι ο ν - τ ρ ό π ο ν - η - Θ ε ί α - π ρ ό ν ο ι α - σ α ς - φ ω τ ί σ ει - κ α ι - γ ν ω ρ ί σ ε τ ε - ω φ έ λ ι μ ο ν»· εγγύησιν δε ούτε εζήτησαν ούτε έλαβαν άλλην παρά τον εις Θεόν εν βάρει συνειδήσεως και τιμής όρκον· και το περιεργότερον, ωρκίσθησαν ταυτοχρόνως και οι λαβόντες και οι δώσαντες την εξουσίαν, εκείνοι μεν ίνα υπηρετώσιν ειλικρινώς, απαθώς και επιμελώς, ούτοι δε ίνα εκτελώσιν ανεξετάστως τας διαταγάς των και υπακούωσιν εις τα νεύματά των. Η προς αλλήλους αύτη ορκοδοσία χαρακτηρίζει τους καιρούς, και δεικνύει την τότε προς αλλήλους πίστιν. Αλλ' όσον πλατεία και ανεύθυνος ήτον η δοθείσα εξουσία, τόσον περιωρισμένη και συνετή εγένετο αυτής χρήσις, λαβόντων κυρίως υπ' όψιν των αναδεχθέντων ταύτην όσα συνέτειναν εις υποστήριξιν του αγώνος.
Αφ' ού δε υπεγράφη η ανωτέρω συστατική της πελοποννησιακής γερουσίας πράξις, εψάλη πάνδημος δοξολογία επ' εκκλησίας· και, απολύσεως γενομένης, ο ενάρετος, ο ταπεινόφρων, ο φιλόπατρις επίσκοπος Έλους, Ανθιμος, επήρεν εκ της ζώνης του Χαραλάμπη τας δύο πιστόλας του, έκαμε δι' αυτών το σημείον του σταυρού επί της εικόνος του Χριστού, και προτείνας αυτάς προς τους παρεστώτας είπεν ένθους και μεγαλοφώνως· «Έ λ λ η ν ε ς, ο - Κ ύ ρ ι ο ς - ε υ λ ό γ η σ ε - κ α ι - α γ ί α σ ε - τ α - ό π λ α - σ α ς». Οι φιλοπόλεμοι λόγοι του αγίου ανδρός ηλέκτρισαν όλον το ακροατήριον. Μετά ταύτα η συνέλευσις διελύθη, η δε γερουσία μετετόπισεν εις Στεμνίτσαν, όπου συνεδρίασε και εξέδωκε την 30 εις όλας τας επαρχίας της Πελοποννήσου εγκύκλιον, δι' ης διέταττε την σύστασιν γενικών εφοριών εν τη πρωτευούση πάσης επαρχίας και υπεφοριών εν τοις χωρίοις, προσδιώριζε τα διοικητικά καθήκοντα των δημοτικών τούτων Αρχών, και είλκυε κυρίως την προσοχήν των εις την προμήθειαν των αναγκαίων του στρατεύματος εκάστης επαρχίας. Η τουρκική Αρχή προ της επαναστάσεως απεδεκάτονεν όλα τα προϊόντα της γης· οι δε Τούρκοι, οι μισθούντες τα κτήματά των απελάμβαναν το πέμπτον των προϊόντων. Τα κανονικά δε ταύτα δέκατα και γαιόμορα και τα παντός είδους ζώα των Τούρκων διέταξεν η γερουσία να λαμβάνωνται εις χρήσιν του κοινού καθώς και οι καρποί όλων των τουρκικών χωραφίων των είτε ως παρασπορίων, είτε παρ' αυτών των Τούρκων εσπαρμένων, αφ' ού εξεπίπτοντο τα έξοδα της συγκομιδής. Όλα δε τα τρόφιμα ταύτα εχρησίμευαν προς διατήρησιν του στρατεύματος της επαρχίας, διότι πάσα επαρχία έτρεφε εκ των ιδίων προσόδων το στράτευμά της, αλλά δεν το εμισθοδότει. Μόνοι οι Μανιάται ετρέφοντο υπό των άλλων επαρχιών και εμισθοφόρουν. Η γερουσία απηγόρευσε και την εξαγωγήν όλων των τροφίμων και λοιπών προϊόντων της Ελλάδος, (β), και διέταξε να τρέφωνται παρά του κοινού αι γυναίκες και τα τέκνα των αποθνησκόντων εν πολέμω, και να καταγράφωνται τα ονόματα αυτών εν τω κώδηκι της επαρχίας· παρήγγειλε και επαγρύπνησιν αστυνομικήν, και την μη επέμβασιν της Αρχής μιας επαρχίας εις τα της άλλης, και έδωκεν εξουσίαν ταις εφορίαις να τιμωρώσι τους πταίστας κατά τα πταίσματά των, απαγορεύσασα μόνον τον φόνον και την δήμευσιν.
Είτε διά το κατεπείγον των περιστάσεων, είτε διά την κατ' εκείνην την ώραν ευτυχή άγνοιαν πολιτικών θεωριών, τα μέλη της εν Καλτετσιαίς συνελεύσεως και της γερουσίας περιωρίσθησαν δι' ων έπραξαν εις όσα απήτει το αληθές συμφέρον της πατρίδος, ήγουν εις την πρόοδον του πολέμου, και τα πάντα εφαίνοντο ήσυχα· αλλ' η κατάστασις αύτη διήρκεσε μόνον δύο εβδομάδας.
Ιούνιος Την 7 Ιουνίου ο Δημήτριος Υψηλάντης πληρεξούσιος του αυταδέλφου του Αλεξάνδρου, έφθασεν εις Ύδραν εκ Τεργέστης. Χαράς και ελπίδων επλήρωσε τας καρδίας όλων των Ελλήνων το άκουσμα προσδοκώντων και τα της αγνώστου Αρχής παρ' αυτού να μάθωσι, και τα περί συμπράξεως της Ρωσσίας να βεβαιωθώσι, και βοηθήματα να λάβωσιν. Επειδή δε διαβάς διά Σπετσών θ' απεβιβάζετο εις Άστρος, κατέβασαν εκεί όλοι οι γερουσιασταί και οι περί την Τριπολιτσάν ευρεθέντες σημαντικώτεροι, εκκλησιαστικοί, πολιτικοί και πολεμικοί, τον υπεδέχθησαν ως άλλον Μεσσίαν την 9, τον απεβίβασαν εις τον άγιον Ιωάννην, τον συνώδευσαν εις το εν Βερβένοις στρατόπεδον την 10, και τω έδωκαν την επαύριον επί τη αιτήσει του 200 φρουρούς· την δε 12 συνήλθαν όλοι εις τα αλώνια των Βερβένων, όπου εδοξολόγησαν τον Θεόν, ως αποστείλαντα τον λυτρωτήν των. Μετά δε την δοξολογίαν ανεγνώσθησαν εις επήκοον όλων γράμματα, τα μεν του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, τα δε ως στελλόμενα παρά της υπερτάτης Αρχής, δι' ων εδίδετο τω Δημητρίω Υψηλάντη πάσα εξουσία. Εν μέσω δε των εις τιμήν του πυροβολισμών και των υπέρ πατρίδος και ελευθερίας ζητωκραυγών ηκούσθησαν και φωναί λέγουσαι «να μας ζήση ο αφέντης του τόπου». Αλλ' ευθύς ήρχισαν αι λογοτριβαί και αι διαιρέσεις.
Ο Υψηλάντης ήξευρεν ότι έως τότε ηγνόουν οι Πελοποννήσιοι, δηλαδή, ότι η πολυθρύλλητος Αρχή ήτον απάτη· και όμως εν ονόματι της απάτης απήτησεν ευθύς την κατάργησιν της γερουσίας και την εις χείρας του συγκέντρωσιν όλης της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας. Ουδεμία αμφιβολία, ότι όσον ωφέλιμος και αν ήτο κατ' εκείνας τας περιστάσεις η γερουσία, η συγκέντρωσις όλης της εξουσίας εις χείρας ενός και μόνου ήτον ωφελιμωτέρα, διότι όπου απαιτείται δραστηριότης, η πολυαρχία είναι πρόσκομμα. Αλλ' οι άρχοντες της Πελοποννήσου απέκρουσαν την απαίτησιν ταύτην ως υποδουλούσαν και εξευτελίζουσαν αυτούς· επροθυμήθησαν όμως και συμπράκτορά των εν τη γερουσία να τον παραλάβωσι, και πρόεδρον αυτής να τον αναγορεύσωσι, και μηδέν έργον να τη επιτρέψωσι άνευ της γνώμης αυτού· και αυτός ο Μαυρομιχάλης, όστις επρώτευεν, έσπευσε να τον τιμήση ως ανώτερόν του· αλλ' ουδεμία τοιούτου είδους παραχώρησις ευχαρίστει τον Υψηλάντην· ήθελε να ήναι μόνος αυτός η υπερτάτη εξουσία, και όλοι οι άλλοι υπό τας διαταγάς του· ήθελε να ήναι εν τη Ελλάδι ότι ήτον ο αδελφός του εν Βλαχομολδαυία· αφ' ού δε είδεν ότι ο σκοπός ούτος δεν ευωδούτο, και ότι οι γερουσιασταί ελογομάχουν μετ' αυτού πικρώς, τόσον ηπόρησε και δυσηρεστήθη ώστε ανεχώρησεν εις Καλαμάταν.
Μεγάλη ήτον η προδιάθεσις του κοινού υπέρ της Αρχής της φιλικής Εταιρίας, και μεγάλαι αι εκείθεν προσδοκίαι. Το κοινόν εθεώρησε τον Υψηλάντην ελθόντα ως πλήρωμα των προσδοκιών του, οι δε στρατιώται ως δοτήρα μισθών, τιμών και βαθμών· διά τούτο η αναχώρησίς του εξηγρίωσε το εν Βερβένοις στρατόπεδον, και τόσω μάλλον καθ' όσον διεδόθη λόγος, ότι διά την δυστροπίαν των προκρίτων της Πελοποννήσου διενοείτο να εγκαταλείψη ολοτελώς την Ελλάδα. Ηρέθιζαν το στρατιωτικόν έτι μάλλον καί τινες των περί τον Υψηλάντην· ώστε καθ' ην ώραν ήσαν οι πλείστοι των γερουσιαστών και άλλοι πρόκριτοι συνηγμένοι παρά τω Μαυρομιχάλη, και εσκέπτοντο περί της ρήξεως, και κατεγίνοντο να ειδοποιήσωσι περί τούτου τους γείτονάς των προκρίτους Ύδρας και Σπετσών, ήλθαν έξωθεν πάμπολλοι στρατιώται βοώντες τα μύρια κατά των προκρίτων, και απειλούντες να τους σφάξωσιν ως αποδιώξαντας τον σωτήρα της Ελλάδος. Ευρέθησαν καλή τύχη έξω της οικίας διάφόροι Μανιάται και άλλοι στρατιώται ακόλουθοι των προκρίτων και εμπόδισαν την πρώτην ορμήν των φιλοταράχων. Εξήλθε μετά ταύτα και ο παρευρεθείς Κολοκοτρώνης, τους καθησύχασε, και τους απέστειλεν εις τα ίδια, υποσχόμενος την ταχείαν επιστροφήν του Υψηλάντου εις το στρατόπεδον. Τω όντι εστάλησαν προς αυτόν ανυπερθέτως οι οπαδοί του, Αναγνωσταράς και Δικαίος, οι και υποκινήσαντες την στρατιωτικήν ταραχήν, τον επρόφθασαν εις Λεοντάρι, τον μετέπεισαν και τον συνώδευσαν εις το στρατόπεδον των Τρικόρφων.
Αν ο Υψηλάντης είχε τόσην πολιτικήν τόλμην όσην έδειξε πάντοτε ανδρίαν εν πολέμω, η περίστασις εκείνη ήτον αρμοδιωτάτη να τον περιβάλη ην επεθύμει εξουσίαν· τον ετίμων και τον υπήκουαν αι ναυτικαί νήσοι και όλη η στερεά Ελλάς· τα εν Τρικόρφοις και εν Βερβένοις στρατόπεδα τον εχαιρέτισαν επανελθόντα αγαλλόμενα και ήσαν υπό τα νεύματά του· ο λαός της Πελοποννήσου τον ηγάπα, και αυτοί οι πρόκριτοι ήθελαν μόνον να περιστείλωσι την απόλυτον εξουσίαν του, αλλ' όχι και να την καταργήσωσι, διότι εφοβούντο την Αρχήν της Εταιρίας αγνοούντες ότι ήτο μύθος· εν συντόμω πολιτικοί και πολεμικοί, οι της θαλάσσης και οι της ξηράς, μικροί και μεγάλοι, όλοι εις τον Υψηλάντην ήλπιζαν αλλ' όλα ταύτα δεν τον ωφέλησαν. Εκάθητο επί των Τρικόρφων και ανταπεκρίνετο μετά των αντιπάλων του συντηγμένων εις Ζαράκωβαν· σχέδια οργανισμού συχνάκις αντεπεστέλλοντο, και ουδέν απεφασίζετο· εν ενί λόγω ό,τι έπρεπεν ως επαναστάτης και εδύνατο εν μέσω τόσων ευτυχών περιστάσεων ως τολμηρός να κατορθώση εν μια στιγμή, σείων μόνον την σπάθην του και μηδέ ρανίδα χύνων αίματος, ως μηδενός τολμώντος ν' αντισταθή ενόπλως, το διεπραγματεύετο ως αδύνατος συμβιβαστής δι' ειρηνικών πρεσβειών και δι' ανωφελών συζητήσεων. Μη δυνηθείς δε να δράξη την εξουσίαν κατ' αυτήν την αρχήν του σταδίου του, μηδέ εις το εξής το κατώρθωσε καθ' όλον τον εθνικόν αγώνα, πάντοτε αντιπολιτευόμενος τας κυβερνήσεις, ας εθεώρει σφετεριστάς της ανηκούσης αυτώ εξουσίας, και πάντοτε σχετιζόμενος προς τους στρατιωτικούς κατά των αντιζήλων του πολιτικών· αλλά και πάντοτε τρέχων αυθόρμητος εις τους κινδύνους, και διαπρέπων εν πολέμω, και μηδαμώς φειδόμενος της ζωής του διά την σωτηρίαν και την ελευθερίαν της πατρίδος του. Κατ' εκείνας τας περιστάσεις υπώπτευσαν πολλοί τον Υψηλάντην ως υπενεργούντα τον φόνον των αντιπάλων του, διότι εφωράθησαν τω όντι τινές των περί αυτόν υποκινούντες χείρας μιαιφόνους κατ' εκείνων. Αλλ' ο Υψηλάντης αμέτοχος ήτο και αμέτοχος παντός εγκλήματος διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του και εν έργω και εν λόγω.
Αφ' ού δε και αυτός και οι προεστώτες της Πελοποννήσου εκουράσθησαν, ανωφελώς διαπραγματευόμενοι, ανέβαλαν τας περί Αρχής λογοτριβάς και γραφομαχίας εις την πτώσιν της Τριπολιτσάς, καθ' ήν έπαυε και η δύναμις της γερουσίας κατά την απόφασιν αυτής της εν Καλτετσιαίς συνελεύσεως. Εν τοσούτω ο Υψηλάντης έπηξε την καλύβην του επί των Τρικόρφων και έστησεν εκεί και την αρχιγραμματίαν του υπό τον διδάσκαλον Βάμβαν, ενεργών μεν αδιαφιλονεικήτως καθ' όλην την εκτός του ισθμού Ελλάδα ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής της φιλικής Εταιρίας, αντιφερόμενος δε πάντοτε εντός του ισθμού προς την γερουσίαν και αντικρουόμενος εν τη χρήσει της εξουσίας του.
Τοιουτοτρόπως παρίστατο εν Πελοποννήσω το φαινόμενον δύο αόπλων και αντικαταδιωκομένων, αλλά και μη ενόπλως συγκρουομένων κυβερνήσεων, της μεν μονοκρατορικής, της δε ολιγαρχικής, αλλ' ουδεμίας αυτών δημογενούς.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
(α.)
Ιδού πώς εκαθάρισα και ερύθμισα το λεκτικόν μου. Απεσκοράκισα τα «Μ ο λ ο ν - τ ο ύ τ ο, μ ο λ α τ α ύ τ α, ε κ - μ έ ρ ο υ ς, α φ' - ε ν ό ς, α φ' - ε τ έ ρ ο υ, ε π ή ρ α - μ έ τ ρ α, δ ε ν - έ χ ω - τ α - μ έ σ α».
Μετεχειρίσθην τα παρ' ημίν εν κοινή χρήσει ως αόριστα επί της αυτής αορίστου χρήσεως, ε ί ς, ε ν ό ς, ε ν ί, έ ν α· μ ί α, μ ι α ς, μ ι α, μ ί α ν ως τοιαύτα τα μετεχειρίζοντο ενίοτε και οι αρχαίοι· αλλ' επίσης μετεχειρίσθην επί της αυτής σημασίας και τα εν κοινή χρήσει παρά τοις αρχαίοις «τ ι ς, τ ι ν ο ς, τ ι ν ι, τ ι ν α», οδηγούμενος υπό της ευφωνίας. Ευφωνίαν δε εννοώ την εκ της συνήθους χρήσεως των λέξεων εύηχον φωνήν.
Των παλαιών αριθμητικών ονομάτων «τ ρ ι ά κ ο ν τ α, τ ε σ σ α ρ ά κ ο ν τ α», κτλ. επροτίμησα τα συγκεκομμένα της κοινής γλώσσης «τ ρ ι ά ν τ α, σ α ρ ά ν τ α», κτλ. και ως βραχυσυλλαβότερα και τα μόνα εν χρήσει.
Παρεδέχθην τον σχηματισμόν της παλαιάς δοτικής. Ο λαός λέγει «έ δ ω κ α - τ ο υ - Π έ τ ρ ο υ»· οι δε λόγιοι, οι μεν γράφουν «έ δ ω κ α - τ ο ν - Π έ τ ρ ο ν» οι δε «έ δ ω κ α - ε ι ς - τ ο ν - Π έ τ ρ ο ν», ολίγοι δε «έ δ ω κ α - τ ω - Π έ τ ρ ω». Πλησιέστερον της επικρατούσης συνηθείας είναι το και ορθότερον «έ δ ω κ α - τ ω - Π έ τ ρ ω», δι' αυτόν τον λόγον επροτίμησα τον μικρόν τούτον μετασχηματισμόν.
Χάριν ευφωνίας, δεν έκλινα «η - π ε ί ν α - τ η ς - π ε ί ν η ς και η δ ί ψ α - τ η ς - δ ί ψ η ς», αλλ' η π ε ί ν α - τ η ς - π ε ί ν α ς και η δ ί ψ α - τ η ς - δ ί ψ ας δωρικώς ως εν τη κοινή χρήσει.
Χάριν επίσης ευφωνίας και βραχυσυλλαβίας παρεδέχθην την αποκοπήν της τελευταίας συλλαβής της ονομαστικής και της αιτιατικής πολλών ονομάτων κατά την επικρατούσαν κοινήν χρήσιν, γράψας «Μεσολόγγι, τουφέκι, κανόνι», κτλ. και όχι «Μ ε σ ο λ ό γ γ ι ο ν, τ ο υ φ έ κ ι ο ν, κ α ν ό ν ι ο ν» κτλ.
Εκτός ολίγων εξαιρέσεων ωνόμασα τους ανθρώπους και τους τόπους, ους αναφέρω, όπως ωνομάζοντο τω καιρώ εκείνω. Τουτέστι «Μ ή τ ρ ο ν, Κ ώ σ τ α ν», κτλ. δεν έγραψα δε «Λαμίαν ή Άμφισσαν» αλλά «Ζητούνι και Σάλωνα».
Επροτίμησα του «δ ι ά - ν α» το «ί ν α». Και του μετά της αιτιατικής «με» την μετά της γενικής πρόθεσιν «μ ε τ ά».