Front matter (continued 2)
Reading edition
Διάφοροι νερόμυλοι ήσαν προ πολλών ετών κατηδαφισμένοι εν Δημιτσάνη, κωμοπόλει της Καρυταίνης. Οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι ανήγειράν τινας, και φέροντες άλλοθεν ύλην ήρχισαν να κατασκευάζωσι κρυφίως πυρίτιδα. Ανεκάλυψε τούτο η τουρκική Αρχή της Καρυταίνης αρχομένου του Φεβρουαρίου, κατεταράχθη, επάτησε τα ύποπτα μέρη, εν οις, αν δεν ηύρε πυρίτιδα, ηύρε τα εις κατασκευήν της, και ανέφερε τα πάντα εις τον εν Τριπολιτσά ανθηγεμόνα, όστις διέταξε και κατεδαφίσθησαν οι ανεγερθέντες ύποπτοι μύλοι.
Η τουρκική Αρχή, οσάκις συνελάμβανε πολιτικάς υποψίας συνείθιζε ν' ασφαλίζεται λαμβάνουσα ομήρους· εν τη παρούση όμως περιστάσει φοβηθείσα την παρακοήν των Χριστιανών ηρκέσθη εις την υπ' άλλην πρόφασιν κλήσιν εις Τριπολιτσάν εν πρώτοις μεν των προεστώτων, έπειτα δε και των αρχιερέων προσκαλουμένων συνήθως οσάκις ή πόλεμος εξωτερικός επέκειτο ή εσωτερικαί ταραχαί ανεφύοντο. Σκοπός δε της εξουσίας ήτο μηδενός να επιτρέψη την έξοδον και να ματαιώση τοιουτοτρόπως ό,τι ετεκταίνετο. Η συγκάλεσις αύτη κατεθορύβησεν όλους συνειδότας την ενοχήν και εικάζοντας την αιτίαν. Μέχρι τινός αμφίβαλλαν περί του πρακτέου· είχαν υπ' όψιν την απόφασιν της εν Βοστίτση συνελεύσεως του να μη υπάγωσιν εις Τριπολιτσάν προφασιζόμενοι άλλ' αντ' άλλων· αλλ' εσυλλογίζοντο εν ταυτώ ότι, αν παρήκουαν, έσχιζαν το προσωπείον, και ώφειλαν να οπλισθώσιν αμυνόμενοι, καί τοι ανέτοιμοι, ανεφοδίαστοι, διεσκορπισμένοι εν ταις επαρχίαις και μήτε καν να συννοηθώσι δυνάμενοι διά τους εις σύλληψιν αποστόλων ή γραμμάτων παραφυλάττοντας Τούρκους, διά τούτο νομίσαντες αδύνατον ή ολεθρίαν την αντίστασιν, απεφάσισαν να υπακούσωσιν, ελπίζοντες διά του εμφανισμού των να εμπνεύσωσι θάρρος και διασκεδάσωσι τας υποψίας. Ήγγιζε δε και το Πάσχα, καθ' ό επανήρχοντο συνήθως εις τα ίδια, ώστε ήλπιζαν και διά ταύτην την αιτίαν να μη μείνωσιν εν Τριπολιτσά ειμή ολίγας ημέρας. Οι Τούρκοι ηθέλησαν να λάβωσι τα πιστά και παρά της Μάνης, ην υπέρ πάσαν άλλην επαρχίαν υπώπτευαν αλλ' η Μάνη δεν εκρέματο από της τουρκικής Αρχής της Πελοποννήσου· διά τούτο ο Πετρόμπεης παρηγγέλθη περιποιητικώ τω τρόπω ν' αναβή και αυτός ως πιστός υπήκοος εις Τριπολιτσάν προς διασκέδασιν διά της παρουσίας του των προς βλάβην αυτού και του τόπου του φημιζομένων. Ο Πετρόμπεης απεποιήθη ευσχήμως ν' απέλθη, αλλ' έστειλε λήγοντος του φεβρουαρίου ένα των υιών του, τον Αναστάσην, και ένα των ανεψιών του, τον Πανάγον Πικουλάκην (β), ων η εν Τριπολιτσά παρουσία ενέπνευσε μέγα θάρρος. Το θάρρος τούτο ηύξησεν έτι μάλλον η κατόπιν αλληλοδιάδοχος είσοδος αρχιερέων και προεστώτων, υποκρινομένων όλων ότι τα πάντα ήσαν ραδιουργίαι του Καρά - Αλή.
Ουδεμία επαρχία ήτο τόσον τεταραγμένη όσον η των Πατρών. Τούρκοι και Χριστιανοί υπέβλεπαν και παρετήρουν αλλήλους. Λόγοι απειλητικοί παρ' εκείνων και ύποπτοι παρά τούτων ελέγοντο συχνάκις, και το παν προεμήνυε ταχείαν και βαρείαν ρήξιν· και άλλοι μεν των Πατρίων Χριστιανών μετέφεραν τα φίλτατά των εις τα χωρία, άλλοι δε τα διεβίβαζαν εις την Επτάννησον. Οι δε Τούρκοι, περιφερόμενοι ένοπλοι, τους εμπόδιζαν, και εντεύθεν συνέβαιναν λογοτριβαί και συγχύσεις. Ανίκανος ο Π. Πατρών να καθησυχάση τους τεταραγμένους Τούρκους, και φοβούμενος ρήξιν ανετοίμων των Ελλήνων έτι όντων, εκάλεσε τον εν Βοστίτση φίλον του Λόντον εις σύσκεψιν και την επαύριον της αφίξεώς του επεσκέφθησαν αμφότεροι τον διοικητήν των Πατρών Σεκήραγαν, εντόπιον, και ηύραν παρ' αυτώ πλήρη συνέλευσιν των εντοπίων αγάδων σκεπτομένων περί των πραγμάτων. Ο Λόντος ενόησεν ότι οι Τούρκοι ήσαν μάλλον φοβισμένοι ή ωργισμένοι· διά τούτο τοις ελάλησε θαρραλέως. «Αγάδες», τοις είπεν, «επανάστασις των ραγιάδων δεν γίνεται χωρίς να θέλωμεν ημείς, οι πρόκριτοι· και ημείς, χάρις εις τον μεγαλοδύναμον Θεόν και εις τον πολυεύσπλαγχνον αυθέντην μας, είμεθα πλούσιοι και κτηματίαι ως και σεις. Ημείς ενθυμούμεθα ότι έμειναν γυμνοί και πεινώντες οι αποστατήσαντες πρό τινων ετών πατέρες μας, και δεν επιθυμούμεν να πάθωμεν τα αυτά. Έπειτα τότε ήκμαζεν ο προς την υψηλήν Πύλην ρωσσικός πόλεμος, σήμερον εξ εναντίας είναι παντού βαθεία ειρήνη και καταδίωξις των αποστατούντων. Ο αποστάτης Αλής, Αγάδες, κινεί τας ταραχάς, και σεις, χρεωστώ να είπω, τας υποθερμαίνετε δι' ων πράττετε, αν και εν αγνοία. Ιδού, εσκορπίσθη ο ραγιάς· πώς θα πραγματοποιηθή η είσπραξις των βασιλικών εισοδημάτων; Αν δεν αλλάξετε διαγωγήν, ημείς οι προεστώτες δεν εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου· και επειδή χρεωστούμεν και ημείς λόγον τη υψηλή Πύλη περί τούτου, ίσως αναγκασθώμεν ν' απολογηθώμεν κατ' ευθείαν και να φανερώσωμεν τους αιτίους».
Οι Τούρκοι όχι μόνον δεν ωργίσθησαν ακούσαντες τους αποτόμους τούτους λόγους εκ στόματος ραγιά, αλλά και εζήτησαν ευμενώς τας συμβουλάς αυτού. «Αγάδες», επανέλαβεν ο Λόντος, «μη περιφέρεσθε ένοπλοι· αφήσατε τους ραγιάδας ελευθέρους να μεταφέρωσι τας οικογενείας και τα πράγματά των όπου ευαρεστούνται, και ημείς σας εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου, και σας προσφέρομεν και πάσαν συνδρομή εις την είσπραξιν των βασιλικών εισοδημάτων, κινδυνευόντων να χαθώσιν». Οι Τούρκοι εισήκουσαν τους λόγους του Λόντου, και εφάνησαν ανυποπτότεροι μαθόντες μετ' ολίγον, ότι αρχιερείς και προεστώτες άλλων μερών της Πελοποννήσου απήρχοντο πρόθυμοι εις Τριπολιτσάν, και ότι και οι της Αχαΐας εμελέτων και αυτοί ν' απέλθωσι. Τω όντι και ο Π. Πατρών και ο Λόντος εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν, αφ' ού έμαθαν ότι απήρχοντο εκεί οι άλλοι, και ανέβησαν και εις Καλάβρυτα· αλλά συσκεφθέντες μετά του αρχιερέως και των προεστώτων της επαρχίας εκείνης, δεν ηύραν εύλογον να υπακούσωσι την πρόσκλησιν της εξουσίας, διότι οι σκοποί της εφαίνοντο ολέθριοι. Εφρόνουν δε ότι η παρακοή των θα ωφέλει μάλλον ή θα έβλαπτε και τους ήδη προαπελθόντας, διότι θα εσυστέλλοντο οι Τούρκοι, εν όσω έμεναν ούτοι έξω, να κακοποιήσωσι τους έσω, φοβούμενοι δικαίως μη τους ερεθίσωσι, και συμβή ό,τι επροσπάθουν να εμποδίσωσιν. Επεθύμουν δε να λάβωσι και τας έξωθεν απαντήσεις, ως προεσχεδιάσθη, και να πράξωσιν έπειτα ό,τι θα τοις υπηγόρευεν η περίστασις· αλλά δεν ήθελαν και να σχίσωσιν εισέτι το προσωπείον· όθεν εμεθοδεύθησαν το ακόλουθον τέχνασμα. Έπλασαν επιστολήν ανώνυμον ως στελλομένην προς αυτούς παρά τινος των εν Τριπολιτσά Τούρκων φίλων των και λέγουσαν, ότι θάνατος τους ανέμενεν εν Τριπολιτσά, καθώς θάνατος ανέμενε και τους προεισελθόντας· διέταξαν δε τον κομιστήν να προπορευθή κρυφίως κατά την οδόν της Τριπολιτσάς, και επανέλθη εις απάντησίν των ως ερχόμενος εκ της πόλεως εκείνης.
Ταύτα προετοιμάσαντες απεχαιρέτησαν τον διοικητήν των Καλαβρύτων, συμπαρέλαβαν δύο τρεις Τούρκους και ανεχώρησαν την 9 μαρτίου ως εις Τριπολιτσάν· ήσαν δε ο Π. Πατρών, ο επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, ο Ζαήμης, ο Χαραλάμπης, ο Λόντος, ο Φωτίλας και ο Θεοχαρόπουλος. Αφ' ού δε επλησίασαν ταις Κατσάναις απήντησαν, ως προεσχεδιάσθη, τον επιστολιοφόρον και έλαβαν την επιστολήν παρόντων των συνακολουθούντων Τούρκων, ην αναγνώσαντες εις επήκοον πάντων, υπεκρίθησαν ότι ηγανάκτησαν και υπήγαν όλοι ομού εις Καρνέσι· εκείθεν ανήγγειλαν τοις εν Τριπολιτσά και τω διοικητή των Καλαβρύτων όσα τοις εκοινοποιήθησαν καθ' οδόν, παραπονούμενοι διά την προς αυτούς άδικον απιστίαν των αγάδων, και ζητούντες άδειαν να μένωσιν εν ταις επαρχίαις των ως φοβούμενοι, έτοιμοι πάντοτε να εκτελέσωσιν όσα κοινή γνώμη των συνελθόντων θ' απεφασίζοντο εν Τριπολιτσά. Την δ' επιούσαν μετέβησαν εις την μονήν της Αγίας Λαύρας (γ), και απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν καλόγηρον φαίροντα προς τον πατριάρχην γράμματα εις καθησύχασιν της Πύλης, αν τυχόν διεβάλλοντο παρά των εν Πελοποννήσω τουρκικών Αρχών ως απειθείς και κακά βουλευόμενοι. Διά του αυτού γραμματοκομιστού εκοίνωσαν και τοις εφόροις της Εταιρίας την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων αιτούμενοι τας οδηγίας των. Λαβόντες οι εν Τριπολιτσά αγάδες τα προς αυτούς γράμματα των Αχαιών δεν τα εξέλαβαν ως απατηλά, και κατεταράχθησαν, ζητούντες να μάθωσι τις εφόβησε τους γράψαντες, υποθέτοντες ότι ήτο Τούρκος. Εν τούτοις εστάλη προς αυτούς διατρίβοντας εν τη αγία Λαύρα απάντησις των αγάδων, των αρχιερέων και των προεστώτων λέγουσα ότι ήσαν όλα ψευδή, και θαρρύνουσα αυτούς να σπεύσωσιν εις Τριπολιτσάν ανυπόπτως. Αυτά ταύτα τους έγραψε και ο διοικητής Καλαβρύτων· απεστάλη δε προς αυτούς επί τω αυτώ σκοπώ παρά των εν Τριπολιτσά και ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης αναβάς εις την πόλιν εκείνην καθ' ον καιρόν ανέβησαν οι αρχιερείς και οι προεστώτες. Αλλ' αυτοί και τον πρέσβυν μη όντα εκ των Φιλικών, απέστειλαν άπρακτον, και επανέλαβαν όσα και πρότερον, προσθέσαντες, ότι ενόμιζαν αναγκαίον κατά την παρούσαν ταραχήν των πνευμάτων ν' αποσταλώσιν εις τας επαρχίας των και οι εν Τριπολιτσά αρχιερείς και προεστώτες προς καθησύχασιν του λαού, προς είσπραξιν των βασιλικών φόρων και προς ευόδωσιν της λοιπής υπηρεσίας· επέμειναν δε επί τη προτέρα γνώμη, ο εστι, μήτε να παραδοθώσιν εις την εξουσίαν, μήτε να επιτεθώσιν έως ου έλθωσιν αι έξωθεν αναμενόμεναι απαντήσεις· υποπτεύοντες δ' ένοπλον καταδίωξιν διά την παρακοήν, απεφάσισαν να στρατολογήσωσι μυστικώς εις υπεράσπισιν, αν η χρεία το εκάλει. Επειδή δε ασύμφορον ενόμισαν να συνδιατρίβωσιν όλοι, μη τύχη αίφνης και συλληφθώσι, διεχωρίσθησαν· και ο μεν Π. Πατρών και ο Ζαήμης απήλθαν εις Νεζερά, ο δε Κερνίτσης και Φωτίλας εις Κερπινήν, ο δε Χαραλάμπης και Θεοχαρόπουλος εις Ζαρούχλαν, ο δε Λόντος εις Διακοφτόν. Ανεκλήθη παρ' αυτών καθ' οδόν και ο εις Τριπολιτσάν απερχόμενος Γεώργιος Σινίνης προεστώς της Γαστούνης. Οι δε εν Τριπολιτσά μετά την επάνοδον του Καλαμογδάρτου και την παραλαβήν ων ανεφέραμεν γραμμάτων έστειλαν προς τους Αχαιούς δεύτερον πρέσβυν, τον Νικόλαον Μοθωνιόν, και δεύτερα γράμματα, δι' ων οι αρχιερείς και οι προεστώτες τους εβεβαίουν περί της ασφαλείας των ως αν ήσαν οι δυστυχείς ασφαλείς αυτοί· αλλ' ούτε και η δευτέρα αύτη αποστολή ευτύχησεν, ούτε οι προς ους εγένετο απήντησαν, διότι δεν συνδιέτριβαν· και ο πρέσβυς Μοθωνιός ιδών την κατάστασιν των πραγμάτων ουδ' αυτός επανήλθεν εις Τριπολιτσάν.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'
Επανάστασις της Πελοποννήσου.
ΟΤΑΝ ύλη εύφλεκτος συσσωρευθή, σπινθήρ αρκεί να πέση και την ανάπτει. Τοιούτον τι συνέβη εν Πελοποννήσω παρά την θέλησιν και απόφασιν όλων.
Μάρτιος Ο γέρων Ασημάκης Ζαήμης, προεστώς των Καλαβρύτων και πατήρ του Ανδρέου, είχε παρ' αυτώ δύο παλαιούς κλέπτας, τον Χονδρογιάννην και τον Πετιώτην, ους άλλοτε λυτρώσας του θανάτου ηγάπα, επιστεύετο, κατήχησε τα της Εταιρίας και προπαρεσκεύαζεν εις τον μελετώμενον αγώνα. Την 15 μαρτίου, εν ώ εγευμάτιζε μόνος εν τω χωρίω του, τη Κερπινή, υπηρετούντων του Χονδρογιάννη και του Πετιώτη, τους ηρώτησε «τι νέον;» Εκείνοι απεκρίθησαν, ότι την επαύριον ανεχώρει εις Τριπολιτσάν, φέρων χρήματα του δημοσίου, ο Σεηδής Λαλιώτης, σπαής, και ότι, αν τοις έδιδε την άδειαν, έτοιμοι ήσαν να τον κτυπήσωσι καθ' οδόν, και αρπάσωσι και φέρωσι τα χρήματα προς τον αυθέντην των επ' ωφελεία του γένους. Ο γέρων Ζαήμης, ολιγολογώτερος και αυτών των παλαιών Σπαρτιατών, τους εκύτταξεν ασκαρδαμυκτί, τοις ένευσε να τον κεράσωσι, και αφ' ού έπιεν εις την ελευθερίαν της πατρίδος, έκαμε τον σταυρόν του και τοις είπε, «'ς την ευχήν μου παιδιά». (α) Οι δύο κλέπται, λαβόντες την ευχήν του άρχοντος και παραλαβόντες καί τινας άλλους, παρεμόνευσαν επί της εις Τριπολιτσάν οδού κατά την Χελονοσπηλιάν, και ετουφέκισαν τον Σεηδήν διαβαίνοντα ανύποπτον και έχοντα συνοδόν τον Ταμπακόπουλον αναβαίνοντα και αυτόν δι' υποθέσεις του εις Τριπολιτσάν. Ο Σεηδής δεν εβλάφθη, και έφιππος ων έφυγε και διεσώθη εις Τριπολιτσάν διασώσας και όσα έφερε χρήματα· διεσώθη αβλαβής και ο συνοδοιπόρος του Ταμπακόπουλος, αφαρπασθέντος μόνον του σκευοφόρου ίππου του. Έτυχε δε την αυτήν ημέραν ν' αναχωρήση εις Τριπολιτσάν και ο διοικητής των Καλαβρύτων Ιβραήμης Αρναούτογλους. Ο δε καταλυματίας του, προπορευόμενος εις αριστοποίησιν, και πλησιάσας όπου ετουφεκίσθη ο Σεηδής, έμαθε το γεγονός, και φοβηθείς κατά του αυθέντου του ενέδραν επέστρεψεν έντρομος και διηγήθη όσα συνέβησαν αυθημερόν. Ο Αρναούτογλους, πλήρης και πρότερον υποψιών, εθορυβήθη ακούσας το γεγονός, ωπισθοδρόμησεν εις Καλάβρυτα, εφόβισε τους εντοπίους Τούρκους παραστήσας το τόλμημα ως επαναστατικόν μάλλον ή ληστρικόν, και παραλαβών αυτούς εκλείσθη και ωχυρώθη εντός τριών δυνατών πύργων των Καλαβρύτων, ως αν ήρχοντο κατόπιν του εχθροί. Συγχρόνως εφονεύθησαν και δύο σπαΐδες Τριπολιτσώται κατά το Λιβάρτσι, χωρίον των Καλαβρύτων. Ηγουμένου δε του Νικολού Σολιώτη εφονεύθησαν καί τινες γυφτοχαρατσίδες κατά το Αγρίδι, χωρίον της αυτής επαρχίας, και τρεις κομισταί γραμμάτων του τοποτηρητού της Τριπολιτσάς προς τον Χουρσήδην· ετουφεκίσθησαν καί τινες άλλοι Τούρκοι αποβιβασθέντες εκ Σαλώνων εις Ακράταν, και απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, εξ ων οι μεν εφονεύθησαν, οι δε συνελήφθησαν. Τα συμβάντα ταύτα, αν και μη επαναστατικά, ηύξησαν τας δικαίας υποψίας των Οθωμανών.
Καθ' ην δε ημέραν εκλείσθησαν οι περί τον Αρναούτογλουν εντός των πύργων, οι προεστώτες των Καλαβρύτων απουσίαζαν. Πρώτος των άλλων, ο Χαραλάμπης, μαθών το γεγονός και αγνοών ότι φοβηθέντες οι περί τον Αρναούτογλουν εκλείσθησαν εις άμυναν μάλλον ή εις βλάβην, παρέλαβεν όσους εδυνήθη εκ του προχείρου ενόπλους υπό τους Πετμεζάδας, εισήλθεν εις την πόλιν και επολιόρκησε τους εν τοις πύργοις κλεισθέντας, οίτινες παρεδόθησαν. Γενομένου δε γνωστού του συμβάντος τούτου, όπερ και η φήμη και οι επικρατούντες φόβοι εμεγάλυναν, οι μεν εν Βοστίτση Τούρκοι διεπορθμεύθησαν όλοι αβλαβείς και ανεμπόδιστοι συν γυναιξί και τέκνοις εις Γαλαξείδι, και κατέφυγαν εις Σάλωνα όπου ήσαν ικανοί Τούρκοι· οι δε εν Πάτραις, οίτινες και αφ' ότου έμαθαν, ότι οι Αχαιοί απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις Τριπολιτσάν, είχαν αρχίσει να μεταφέρωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των εις την ακρόπολιν, εγκατέλειψαν την πόλιν και συνεκλείσθησαν την 21 μαρτίου, μήτε πολεμούντες μήτε πολεμούμενοι. Την αυτήν ημέραν ανέβησαν ένοπλοι έως 100 Τούρκοι εκ του Ρίου εις την πόλιν τουφεκίζοντες· τινές δε αυτών εμβάντες είς τι ρακοπωλείον κατά την ενορίαν της αγίας Τριάδος, αφ' ού εμέθυσαν, έχυσαν ρακήν έν τινι λεκάνη και εμβάψαντες τα παρευρεθέντα παλαιόπανα, τα άναψαν, και δι' αυτών έκαυσαν το ρακοπωλείον· εφόνευσαν και τον ρακοπώλην· εκείθεν υπήγαν να πατήσωσι την οικίαν του Παπαδιαμαντοπούλου· αλλ' ευρόντες αντίστασιν, αυτοί μεν την επολέμουν κάτωθεν, οι δε εν τη ακροπόλει την εκανονοβόλουν άνωθεν. Εν τοσούτω αι φλόγες του ρακοπωλείου διεδόθησαν και πολλαί οικίαι εκάησαν. Ήσαν πάμπολλοι Επταννήσιοι εν τη πόλει, εξ ων πολλοί Φιλικοί. Ούτοι ακούσαντες τον τουφεκισμόν και βλέποντες τας φλόγας ωπλίσθησαν και έτρεξαν εις διάφορα μέρη· τινές δε αυτών, παραλαβόντες καί τινας Πατρείς, επροχώρησαν εις το Τάσι όπου συνήθως συνηθροίζοντο οι Τούρκοι· εκεί συνεκρούσθησαν κατά πρώτην φοράν, και εσκοτώθη ο Κεφαλλήν Βασίλης Ορκουλάτος. Εκείθεν απεσύρθησαν οι Επταννήσιοι προς την ενορίαν του αγίου Γεωργίου κατοικουμένην όλην υπό Χριστιανών κατά τα δυτικά άκρα της πόλεως, όπου ήσαν τα προξενεία. Το δ' εσπέρας της αυτής ημέρας ο πρόξενος της Ρωσσίας Βλασσόπουλος, και ο πρόξενος της Σουηδίας Στράνης, κατοικούντες όχι μακράν της ακροπόλεως και φοβούμενοι την οργήν των Τούρκων υποπτευόντων αυτούς, και δικαίως, ως συνωμότας, εγκατέλιπαν τας οικίας των και διεσώθησαν εις τα πλοία· απέπλευσαν δε μετ' ολίγας ημέρας, και συναπέπλευσε και ο προξενος της Πρωσσίας Κοντογούρης, φίλος και αυτός του αγώνος.
Την αυτήν ημέραν ήλθεν εις το μέσον ένοπλος ο εντόπιος Παναγιώτης Καρατσάς, απλούς τεχνίτης έως τότε, και πολλήν εξ αυτής της αρχής του κινήματος υπόληψιν αποκτήσας διά την ανδρίαν και τον πατριωτισμόν του. Ούτος θέλων να δώση καιρόν να παραμερίσωσιν οι Πατρείς τα φίλτατα και τα πράγματά των διά νυκτός, συννοηθείς και μετά του Ν. Γερακάρη ενός των αρχηγών των Επταννησίων, διέσπειρεν ανθρώπους εις διάφορα μέρη της πόλεως φωνάζοντας δι' όλης της νυκτός, «γρηγορείτε», επί σκοπώ να υποθέτωσιν οι Τούρκοι, ότι Έλληνες ήσαν πολλοί και προσεκτικοί, και να μη τολμήσωσι νυκτικήν επέξοδον. Τοιουτοτρόπως κατωρθώθη ο φιλάνθρωπος ούτος σκοπός. Την δε επαύριον (22) οι Τούρκοι ευρέθησαν όλοι συνηγμένοι εν τη ακροπόλει, όπου διέμειναν κανονοβολούντες την πόλιν. Εν τοσούτω οι πέριξ σημαντικοί Αχαιοί, μαθόντες τα εν Πάτραις συμβάντα, έσπευσαν να εισέλθωσι συμπαραλαβόντες όσους εδυνήθησαν εκ του προχείρου οπλοφόρους· και πρώτος μεν εισήλθε περί την μεσημβρίαν ο Παπαδιαμαντόπουλος, μετ' αυτόν δε ο Λόντος υπό ερυθράν σημαίαν, ην κατεσκεύασεν ως έτυχε και ως ήθελε την ώραν εκείνην, έχουσαν εν τω μέσω μέλανα σταυρόν εφ' ενός μόνου προσώπου. Εξ αιτίας δε του χρώματος της σημαίας οι εν τω φρουρίω Τούρκοι εξέλαβαν τους εισερχομένους ως Λαλιώτας Τούρκους, διότι ο επί του ενός προσώπου της σημαίας σταυρός δεν εφαίνετο εκ της ακροπόλεως· τους εχαιρέτησαν δε και ως συναδέλφους των κανονοβολούντες. Εισήλθαν την αυτήν ημέραν και ο Π. Πατρών, ο Κερνίτσης, ο Ζαήμης, και ο Ρούφος, επισύροντες πλήθη οπλοφόρων και ροπαλοφόρων· επί δε της εισόδου οι Πατρείς και οι παρεπιδημούντες Έλληνες εκραύγαζαν ενθουσιώντες, Ζ ή τω - η - ελευθερία· ζ ή τ ω σ α ν - οι - α ρ χ η γ ο ί· κ α ι - εις - τ η ν - Π ό λ ι ν - ν α - δ ώ σ η - ο - Θ ε ό ς. Είσελθόντες δε οι αρχηγοί κατέλαβαν το προς τον άγιον Γεώργιον μέρος της πόλεως, όπου ήσαν οι Επταννήσιοι. Ο δε Π. Πατρών διέταξε και έστησαν επί της πλατείας του αγίου Γεωργίου σταυρόν, ον έτρεχαν και ησπάζοντο οι παρευρεθέντες, ορκιζόμενοι τον υπέρ πίστεως και πατρίδος όρκον. Εμοίρασαν δε οι αρχηγοί και εθνόσημα εξ ερυθρού υφάσματος φέροντα σταυρόν κυανόχρουν, διέταξαν και τους ιστοποιούς να τυπώσωσι σημαίας προς χρήσιν των παρόντων οπλοφόρων, και αποστολήν εις άλλα μέρη, εξέδωκαν παντού επαναστατικάς προκηρύξεις, έγραψαν τοις εντός και εκτός της Πελοποννήσου να δράξωσι τα όπλα, και έστειλαν προς τους εν Πάτραις εδρεύοντας προξένους την ακόλουθον εγκύκλιον.
«Ημείς, το Ελληνικόν έθνος των Χριστιανών, βλέποντες ότι μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος, και σκοπεύει όλεθρον εναντίον μας πότε μ' ένα πότε μ' άλλον τρόπον, απεφασίσαμεν σταθερώς ή ν' αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν, και τούτου ένεκα βαστούμεν τα όπλα εις χείρας ζητούντες τα δικαιώματά μας. Όντες λοιπόν βέβαιοι ότι όλα τα χριστιανικά βασίλεια γνωρίζουν τα δίκαια μας, και όχι μόνον δεν θέλουν μας εναντιωθή, αλλά και θέλουν μας συνδράμει, και ότι έχουν εις μνήμην ότι οι ένδοξοι πρόγονοί μας εφάνησάν ποτε ωφέλιμοι εις την ανθρωπότητα, διά τούτο ειδοποιούμεν την εκλαμπρότητά σας, και σας παρακαλούμεν να προσπαθήσετε να ήμεθα υπό την εύνοιαν και προστασίαν του μεγάλου κράτους τούτου».
Αν και οι εν Πάτραις Τούρκοι και προέβλεπαν και προέλεγαν τας ταραχάς, ημέλησαν διόλου το φρούριόν των· εξ αιτίας της συνήθους απρονοησίας των, και μηδέ τας δεξαμενάς του καν εφρόντισαν να καθαρίσωσι και γεμίσωσιν ώστε μετά δύο ημέρας αφ' ού εκλείσθησαν, εδίψασαν, διότι οι Έλληνες έκοψαν το υδραγωγείον, εκυρίευσαν και τας παρά το φρούριον τουρκικάς οικίας, και δεν τους άφιναν μήτε να προκύπτωσι μήτε τα κανόνια να γεμίζωσιν ειμή υπό το σκότος της νυκτός. Διεκρίνετο ως τολμηρότερος των άλλων ο Καρατσάς· τα μέγιστα δε διέπρεψε και ο Σταμάτης Κουμανιώτης, θύμα πεσών της τόλμης του την ημέραν της εις την πόλιν εισόδου. Τολμηροί οι Έλληνες τας πρώτας ημέρας και ενθουσιώντες έστησαν κατά του Φρουρίου έξ κανόνια μετακομισθέντα εκ των εν τω λιμένι Ιονίων πλοίων, και ήρχισαν να υπονομεύωσι μετά πολλής προθυμίας και επιτυχίας εις ανατροπήν του· αλλά μαθόντες οι έμφρουροι εν καιρώ προς ποίον μέρος δευθύνετο η υπόνομος, την εματαίωσαν δι' ανθυπονόμου ολίγον απέχουσαν των βάθρων του φρουρίου (β). Πριν δε ματαιωθή το επιχείρημα τούτο, οι αρχηγοί έλαβαν γράμματα του Πανουργιά, ενός των οπλαρχηγών της στερεάς Ελλάδος, λέγοντα, ότι εφόνευσε καθ' οδόν ταχυδρόμον του εκ Σερρών Ισούφη ηγεμόνος της Ευβοίας επανερχομένου εξ Ιωαννίνων εις την ηγεμονείαν του, και ανέγνωσε τα προς τας τουρκικάς Αρχάς της νήσου εκείνης γράμματά του διαλαμβάνοντα, ότι φθάσας εις Βραχώρι έμαθε τα εν Πάτραις συμβάντα, και ότι διέκοπτε την οδοιπορίαν του και μετέβαινεν εκεί εις υπεράσπισιν των ομοπίστων του. Κατεταράχθησαν επί τη ειδήσει ταύτη οι προύχοντες Αχαιοί, την εφύλαξαν μυστικήν, ίνα μη φοβίσωσι τους οπαδούς των, και έσπευσαν να ειδοποιήσωσι τον εν τη επαρχία του Ζυγού περιφερόμενον ως κλέπτην Μακρήν και να τον παρακινήσωσιν εν ο ν ό μ α τ ι - τ η ς - Α ρ χ ή ς, να κτυπήση τον Ισούφην διαβαίνοντα τα προς την Ναύπακτον στενά. Ο Μακρής απεκρίθη ότι δεν εδύνατο να πράξη τι άνευ της γνώμης των προεστώτων του Μεσολογγίου και, των οπλαρχηγών της Αιτωλοακαρνανίας· αλλ' ο Ισούφης κατήλθε μετά τριακοσίων οπλοφόρων εις Μεσσολόγγι, και κατέπλευσεν εις Αντίρριον, όθεν έστειλεν εις Πάτρας τον κεχαγιάν του υπ' άλλο όνομα πενιχρά φορούντα ίνα μη κακοπάθη γνωρισθείς. Έφερε δε ούτος πρός τινας των προξένων γράμματα του πασά αιτούντος την σύμπραξίν των εις κατάπαυσιν των ταραχών, και είχεν εντολήν να καθησυχάση τους Χριστιανούς, επί υποσχέσει, ότι θα υπεστήριζεν ο πασάς εντόνως τα δίκαια παράπονά των κατά των εντοπίων Τούρκων.
Ο πρέσβυς ούτος ανέβη αβλαβής υπό συνοδίαν Ελλήνων εις το επί της εν τη πόλει ανόδου πρωσσικόν προξενείον, όπου ανεγνώσθησαν τα γράμματά του· αλλ' απεπέμφθη άπρακτος και ανενόχλητος, αποκριθέντων των Ελλήνων, ότι εχλεύαζαν τας υποσχέσεις, κατεφρόνουν και τας απειλάς του πασά του. Ο πασάς ακούσας την απόκρισιν των Πατρέων διεβιβάσθη εις Ρίον όπου διέμεινε δύο ημέρας αγνοών την κατάστασιν των πραγμάτων. Μαθών δε τα πάντα και ότι το φρούριον έπιπτε διά λειψυδρίαν, αν δεν επρόφθανε να λύση την πολιορκίαν, εκίνησε, την κυριακήν των Βαΐων πρωί (3 απριλίου), και εισήλθεν ανεμπόδιστος, διότι οι επί της μεταξύ οδού τοποθετηθέντες υπό τον Ροδόπουλον Βοστιτσάνοι εις εμπόδιον της μεταβάσεως έφυγαν αμαχητί, οι δε λοιποί οι προς το Βλατερόν, το κάτω μέρος της πόλεως, εγκατέλειψαν τας θέσεις των και εισήλθαν επί λεηλασία εις την πόλιν, όπου οι εντόπιοι Τούρκοι, καθ' ην ημέραν κατέφευγαν εν βία εις το φρούριον, αφήκαν τα δυσκόμιστα πράγματά των. Εισελθών δ' ο πασάς ηύρε τους Τούρκους εν άκρα αμηχανία, τους εθάρρυνε, και επειδή η λύσις της πολιορκίας ήτον η μόνη σωτηρία των, τους παρέλαβεν όλους, και εξελθών ήρχισε να καίη πρώτον τα προς το φρούριον άκρα της πόλεως, και πολεμών να προχωρή και να καίη και τα ενδότερα. Οι δε οπλοφόροι χωρικοί, όλοι απειροπόλεμοι, αφιλότιμοι και κωφεύοντες εις τας πατριωτικάς φωνάς των αρχηγών, έφυγαν αισχρώς απέμπροσθεν του εχθρού, αφήσαντες και την πόλιν και τα κανόνια και αυτά τα πολεμεφόδια εις χείρας του. Μόνον οι αδελφοί Κουμανιώται και οι παρευρεθέντες Ξηρομερίται Χασαπαίοι εκλείσθησαν μετ' ολίγων εντός τινων οικιών προς την Αλεξιώτισσαν και την Αγίαν Παρασκευήν, και αφ' ού επολέμησαν γενναίως και ευτυχώς φονεύσαντές τινας εχθρούς, έφυγαν αβλαβείς. Οι δε αρχηγοί, βλέποντες την λειποταξίαν των οικείων και την πρόοδον των εχθρών, εγκατέλειψαν και αυτοί ην κατείχαν θέσιν κατά τον άγιον Γεώργιον, και κατέλαβαν άλλην κατά την Οδηγήτριαν, ματαίως προσπαθούντες να συγκεντρώσωσί τινας· αλλά μετ' ολίγον έφυγαν και εκείθεν έμφοβοι και περίλυποι διά την ατυχή έναρξιν των αγώνων των, και έτι μάλλον διά την δειλίαν και πολεμικήν απειρίαν των χωρικών, διά την φιλάρπαγα και αφιλότιμον διάθεσίν των, και διά την προς τους αρχηγούς απείθειάν των. Το εσπέρας δε της αυτής ημέρας εφάνη έμπροσθεν του λιμένος των Πατρών πλοίον τουρκικών, εχαιρέτησε το φρούριον, αντεχαιρετήθη, και ηύξησεν εμφανισθέν τον πανικόν φόβον. Τοιουτοτρόπως η εμπορικωτέρα και πλουσιωτέρα πόλις της Πελοποννήσου, η μία των δύο επαναστατικών εστιών, καθ' ην πρώτον υψώθη το σύμβολον της ελευθερίας, κατεστράφη εκ πρώτης αφετηρίας παραδοθείσα εις πυρ και εις λεηλασίαν· και οι μεν δυστυχείς κάτοικοι, άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι εσφάγησαν, και άλλοι διεσώθησαν φεύγοντες γυμνοί και άποροι εις Επτάννησον. Οι δε ολίγοι Τούρκοι, νικηταί τόσου πλήθους, διεσκορπίσθησαν εις τα χωρία, συλλαμβάνοντες και φονεύοντες τους φεύγοντας, και φρίκην διασπείροντες (γ).
Επί των δεινών δε τούτων περιστάσεων τινές των προξένων, και κατ' εξοχήν ο της Γαλλίας, Πουκεβίλλος, εφάνησαν άξιοι παντός επαίνου, και ετίμησαν τας σημαίας των ανοίξαντες τας οικίας των εις καταφυγήν και σωτηρίαν πλήθους ανδρών και γυναικών καταδιωκομένων και κινδυνευόντων, και εις διάσωσιν της περιουσίας των. Αλλ' εν ώ ούτοι εφέροντο τόσον γενναίως και φιλανθρώπως προς τους πάσχοντας, τινές, απορίμματα της Ιταλίας και της Επταννήσου, οπλισθέντες δήθεν υπέρ ελευθερίας, κατήντησαν εις τόσην κακοήθειαν, ώστε εφέροντο προς τους αθλίους Πατρείς ως Τούρκοι. Άλλοι δε αν και υπό γαλλικήν προστασίαν, ησέβησαν και εις αυτήν την προστάτριαν σημαίαν, ηγνωμόνησαν και εις αυτόν τον ευεργέτην των Πουσεβίλλον, ήρπασαν παρρησία την διασωθείσαν εκ των χειρών των Τούρκων και διατηρουμένην εν των προξενείω περιουσίαν των Πατρίων, και ηνάγκασαν και αυτόν τον Πουκεβίλλον να εγκαταλείψη το προξενείον και καταφύγη είς τι αγγλικόν πλοίον ευρεθέν εν τω λιμένι των Πατρών, αίροντες μιαιφόνον χείρα και κατ' αυτού.
Μάρτιος Αν και απέτυχε το εν Πάτραις πρώτον τούτο επαναστατικόν κίνημα, η επανάστασις διεδόθη από άκρου εις άκρον της Πελοποννήσου. Πρώτη η Μάνη, μαθούσα τα συμβάντα ταύτα, εχύθη την 23 μαρτίου εις Καλαμάταν υπό την αρχηγίαν του ηγεμόνος της Πετρόμπεη, ανδρός αξιοσέβαστου διά τας κοινωνικάς αρετάς του, και την επ' αγαθώ της Ελλάδος χρήσιν της ηγεμονίας του. Εξεπλάγησαν οι εν Καλαμάτα Τούρκοι ιδόντες εν τη πόλει τόσα πλήθη ενόπλων, και μαθόντες τον σκοπόν της εκστρατείας, παρέδωκαν τα όπλα και τα πράγματά των, παρεδόθησαν και αυτοί επί ασφαλεία ζωής και τιμής και δεν εκακόπαθαν. Τούτου δε γενομένου, εψάλη πάνδημος δοξολογία επί τον παραρρέοντα ποταμόν, και έγεινε δέησις προς τον Κύριον των Δυνάμεων υπέρ ενισχύσεως των υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνιζομένων. Διεσπάρησαν δ' εκείθεν διάφοροι οπλαρχηγοί εις διάφορα μέρη. Ο δε Πετρόμπεης, θεωρούμενος ως ο γενικός αρχηγός, εκάθησεν εν τη πόλει εκείνη, όπου εσυστήθη τοπική διοίκησις (Γερουσία), ήτις συνεδρίασε κατά πρώτην φοράν την 28, καθ' ην εξέδωκε κήρυγμα προς την Ευρώπην, εν ώ εξέθετε τα αίτια της επαναστάσεως και τας επί την συνδρομήν της Ευρώπης ελπίδας της αναδεχθείσης τον υπέρ ελευθερίας αγώνα της Ελλάδος (δ).
Αφ' ού η φωνή της ελευθερίας ήχησε καθ' όλην την Πελοπόννησον, οι ενδιατρίβοντες Τούρκοι, πτοηθέντες και υποπτεύοντες ξένην χείρα υποκινούσαν τους Έλληνας, εγκατέλειψαν τας ατειχίστους πόλεις, και υπό μηδενός καταδιωκόμενοι έτρεχαν εις τα διάφορα φρούρια συν γυναιξί και τέκνοις προς ασφάλειαν.
Οι κατοικούντες τα Μπαρδουνοχώρια της Λακεδαιμονίας Τούρκοι είχαν μεγάλην και δικαίαν φήμην ανδρίας, ετάρατταν συχνά την Πελοπόννησον, και εφόβιζαν και αυτάς τας τουρκικάς Αρχάς, άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι, άλλοτε ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί. Αλλά κατά ταύτην την περίστασιν φόβος πανικός κατέλαβεν αυτούς όλους. Είχαν πολλούς και δυνατούς πύργους και τροφάς αφθόνους· αλλ' εις ουδέν τα ελογίσθησαν εξ αιτίας του ακολούθου περιστατικού.
Παρευρέθησαν κατ' εκείνας τας ημέρας πλοία τινα ελληνικά εμπορίου χάριν εν Μαραθωνησίω. Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, όστις είχε σχέσεις προς τους Μπαρδουνιώτας και δεν έπαυε γράφων αυτοίς, αρξαμένης της επαναστάσεως, ότι ήρχετο η Φ ρ α γ κ ι ά να κυριεύση την Ελλάδα, και ότι Φ ρ ά γ κ ο ι εκίνησαν την επανάστασιν, διέτριβεν εκείνας τας ημέρας εν Μαραθωνησίω, και κραιπάλων διέταξε τα πλοία να κανονοβολήσωσιν. Ακούσαντες οι Μπαρδουνιώται τον βρόντον, και έμφοβοι δι' όσα εμάνθαναν περί επεμβάσεως της Φ ρ α γ κ ι ά ς, ηρώτησαν τους διαβαίνοντας τι εσήμαιναν οι τόσοι κανονοβολισμοί. Αγωγιάται τινες, ερχόμενοι εκ Μαραθωνησίου, τοις είπαν, ότι ο Φραγκιάς εκανονοβόλει· Φραγκιάς δ' ελέγετο ο διοικητής ενός των εν τω λιμένι του Μαραθωνησίου πλοίων, Μυκώνιος. Οι Τούρκοι, ή κακώς ακούσαντες, ή παρεξηγήσαντες την απόκρισιν των αγωγιατών, και προδιατεθειμένοι εις φόβον, και υποπτεύοντες ερχομόν Φράγκων, επίστευσαν ακούσαντες το όνομα του πλοιάρχου, ότι ήλθε τω όντι Φραγκιά εις υποστήριξιν του ελληνικού αγώνος, και όλοι, μικροί μεγάλοι, γυναίκες άνδρες, νέοι γέροντες, φωνάζοντες «Φ ρ α γ κ ι ά - μ α ς - ε π λ ά κ ω σ ε», εγκατέλειψαν οικίας και περιουσίαν και έτρεχαν εις Τριπολιτσάν μη τους προφθάσωσιν οι Φράγκοι καθ' οδόν. Οδοιπορούντες δε όπως έτυχεν, εκλείσθησαν εν Τριπολιτσά την 27. Προ της εκεί δε καταφυγής των επρόλαβαν και κατέφυγαν εις την αυτήν πόλιν και οι Λεονταρίται Τούρκοι. Οι δε Καρυτινοί φοβηθέντες μη συλληφθώσι καθ' οδόν απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, δεν μετετόπησαν.
Οι δε Κορίνθιοι Τούρκοι, ιδόντες ότι εκινήθησαν οι επί του ισθμού Δερβενοχωρίται, οι εις την οπλοφορίαν εξ αιτίας της τοποθεσίας και της υπηρεσίας των ησκημένοι, συμπαρέλαβαν την μητέρα του Κιαμήλμπεη απόντος εις Τριπολιτσάν και λοιπούς οικείους του, και ανέβησαν όλοι έντρομοι εις την Ακροκόρινθον (ε), όπου ελθόντες την επαύριον οι Δερβενοχωρίται και άλλοι υπέρ τους δισχιλίους τους επολιόρκησαν ηγουμένου του Αναγνώστη Πετμεζά. Έξ μόνον εκλείσθησαν έν τινι πύργω επί της αναβάσεώς των και παρεδόθησαν.
Οι δε Αργείοι Τούρκοι, ταλαντευόμενοι μέχρι τινός, εκυριεύθησαν και αυτοί υπό πανικού φόβου, πεσούσης κατά περίστασιν εν τη πόλει μιας και μόνης πιστολίας, και μετέφερον τας οικογενείας των εις Ναύπλιον αυτοί δε διημέρευαν ένοπλοι εν Άργει, και διανυκτέρευαν εν Ναυπλίω. Εις πλειοτέραν δε ασφάλειαν, έβαλαν κατά νουν να μεταφέρωσιν ευσχήμως εις Ναύπλιον τας οικογενείας των προκρίτων Χριστιανών, και ήλθαν μια των ημερών 150 ιππείς ένοπλοι εις Άργος εκ Ναυπλίου επί σκοπώ να τους βιάσωσιν, αν δεν τους έπειθαν. Οι πρόκριτοι ευχαρίστησαν υπούλως τους Τούρκους διά την περί αυτών φροντίδα, και υπεσχέθησαν προθύμως να ετοιμασθώσιν αυθημερόν και μεταφέρωσι τα φίλτατά των την επαύριον εις Ναύπλιον. Οι Τούρκοι πιστεύσαντες τους λόγους των, επέστρεψαν εις Ναύπλιον, σκοπεύοντες να επανέλθωσι την επαύριον εις Άργος και να τους συνοδεύσωσιν· αλλ' οι πρόκριτοι εδραπέτευσαν την νύκτα συν γυναιξί και τέκνοις, και διασπαρέντες εις την επαρχίαν ενώπλιζαν τους επαρχιώτας. Θέλοντες δε να διακόψωσι πάσαν συγκοινωνίαν Άργους και Ναυπλίου έστειλαν την 2 απριλίου διά νυκτός ικανούς ενόπλους εις το μεταξύ των δύο τούτων πόλεων χωρίον, την Δελαμανάραν, όπου φθάσαντες εκ Ναυπλίου οι Τούρκοι την επαύριον, είδαν αίφνης πολλών τουφεκιών στόματα προς αυτούς εστραμμένα, και ήκουσαν και φωνήν λέγουσαν, 'π ί σ ω - α γ ά δ ε ς, 'π ί σ ω· Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ί - κ α ι - Τ ο ύ ρ κ ο ι - δ ε ν - σ υ ζ ο ύ ν - π λ έ ο ν. Οι Τούρκοι εστράφησαν οπίσω και δεν εδοκίμασαν έκτοτε να μεταβώσιν εις Άργος. Επανήλθαν τότε και οι πρόκριτοι εις την πόλιν, ύψωσαν λευκήν σημαίαν, ως σημαίαν ελευθερίας, και ήρχισαν να φροντίζωσι περί πολιορκίας του Ναυπλίου.
Οι δε Γαστουναίοι Τούρκοι ανεχώρησαν πανοικί την 27 ειδοποιηθέντες δε καθ' οδόν ότι δεν ήσαν δεκτοί εις του Λάλα, διότι οι εκεί Τούρκοι υπώπτευαν μη, αποκλεισθέντες τόσω πολλοί, αποθάνωσι της πείνας, εστράφησαν προς το Χλουμούτσι, παλαιόν φρούριον παρά την Γλαρέντσαν, άφρουρον και διόλου ακατοίκητον. Φθάσαντες δε εις τα χωρία Σαβάτια και Ρουβιάτα μίαν ώραν μακράν της Γαστούνης εκτυπήθησαν υπό των Ελλήνων, αλλ' υπερίσχυσαν και έφθασαν αβλαβείς εις το φρούριον, όπου τους απέκλεισαν οι Έλληνες υπό την αρχηγίαν του Σισίνη και του Χαραλάμπη Βιλαέτη. Αλλ' οι Λαλιώται Τούρκοι προβλέποντες, ότι οι κλεισθέντες εν Χλουμουτσίω θα παρεδίδοντο μετ' ολίγον δι' έλλειψιν των αναγκαίων, εξεστράτευσαν εις βοήθειάν των, ως 400, υπό τον Κουτσοραίπαγαν και έλυσαν διά μιας την πολιορκίαν, καταδιώξαντες κακήν κακώς τους Έλληνας μέχρι θαλάσσης, όπου τινές επνίγησαν. Λυθείσης τοιουτοτρόπως της πολιορκίας του Χλουμουτσίου, οι εν αυτώ Τούρκοι μετέβησαν όλοι εις Πάτρας, όπου ευρόντες καλήν υποδοχήν διέμεναν μέχρι τέλους.
Οι δε Αρκάδιοι Τούρκοι (στ), ακούσαντες ότι Έλληνες ένοπλοι υπό σταυροφόρους λεύκας σημαίας συνήχθησαν εις Κεφαλάρι του Σουλιμά, ότι διήρπασαν τας αποθήκας, ότι εκακοποίησαν τους επιστάτας των χωρίων, και ότι εμελέτων να πέσωσι την νύκτα της 25 (ζ) εις την πόλιν, ανεβίβασαν αυθεσπερί τας οικογενείας των εις το παλαιοφρούριόν των· πρωίας δε γενομένης μετέφεραν αυτάς εις Μοθώνην και Νεόκαστρον μήτε ενοχλούμενοι επί της μεταβάσεως, μήτε ενοχλούντες τους Χριστιανούς, ους και επαρηγόρουν υποκρινομένους, ότι ελυπούντο εγκαταλειπόμενοι. Ωπλίσθησαν τω όντι οι του τμήματος του Σουλιμά Χριστιανοί, αλλ' εις άμυναν· διότι, εξ όσων έλεγαν παρρησία οι Αρκάδιοι Τούρκοι, εφοβήθησαν, ότι εμελέτων ούτοι να εξέλθωσιν εις τα χωρία, να σφάξωσι και να καταστρέψωσιν. Εφοβήθησαν δε οι του τμήματος του Σουλιμά μάλλον ή οι των άλλων της επαρχίας τμημάτων, διότι επ' αυτούς κυρίως, ως πολεμικωτέρους, ελέγετο ότι θα έπιπτεν η αιμοχαρής οργή των Τούρκων.
Την δε 26 εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν οι Φαναρίται Τούρκοι, συν γυναιξί και τέκνοις, μεθ' ων και οι του Ζούρτσα της επαρχίας της Αρκαδίας ως γειτνιάζοντες· ήσαν δε όλοι 2600 ψυχαί.
Ο δε Κολοκοτρώνης, ο καθήμενος και καιροφυλακτών εν τη Μάνη, εθεωρείτο δικαίως ως έν των στοιχείων της πελοποννησιακής επαναστάσεως διά την πολεμικήν εμπειρίαν και φήμην του. Ούτος συνώδευσε τους Μανιάτας κατελθόντας εις Καλαμάταν· εκείθεν, λαβών υπό την οδηγίαν του 300 εξ αυτών, εστράτευσε την 24 προς την Σκάλαν, 4 ώρας απέχουσαν της Καλαμάτας. Ο ενθουσιασμός των Χριστιανών επί της πορείας αυτού ήτο μέγας. Άνδρες και γυναίκες τον υπεδέχοντο διαβαίνοντα ευφημούντες· οι δε ιερείς τον προϋπήντων φέροντες εικόνας και θυμιάματα και ψάλλοντες το «Δ ό ξ α - ε ν - υ ψ ί σ τ ο ι ς - Θ ε ώ». Ο Κολοκοτρώνης φθάσας το εσπέρας εις Σκάλαν έμαθεν, ότι οι Καρυτινοί Τούρκοι και ο διοικητής των Εμβλακίκων Μουσταφάς Ριζιώτης εκλείσθησαν εν τω παλαιοφρουρίω της κώμης εκείνης εκτός ολίγων απομεινάντων εν τη κώμη. Προχωρήσας εκείθεν, διεγείρων παντού τον λαόν, βαρρύνων αυτόν κατά των Τούρκων, και στρατολογών εκ των συμπατριωτών του Καρυτινών, έφθασε την επαύριον εις Τετέμπεη, χωρίον μεταξύ Λεονταρίου και Καρυταίνης, όπου τω εδόθη γράμμα ευρεθέν παρά τινι πεζώ στελλομένω παρά των Φαναριτών Τούρκων προς τους Καρυτινούς και συλληφθέντι. Το γράμμα τούτο έλεγεν, ότι οι Φαναρίται θα διέβαιναν την επαύριον διά της Καρυταίνης, και ότι ήλπιζαν να εύρωσιν έτοιμους και τους εκεί Τούρκους προς ασφαλή συμπορείαν εις Τριπολιτσάν, διότι ο Κολοκοτρώνης εστράτευσε μετά πολλών χιλιάδων Μανιατών επί σκοπώ να τους κτυπήση, καθ' οδόν. Επί τη ειδήσει ταύτη ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε την επιούσαν την δίοδον· αλλά, μη φανέντων των εχθρών, επορεύθη προς την Καρύταιναν, εξ ης οι εναπομείναντες ολίγοι Τούρκοι, ιδόντες αυτόν ερχόμενον, έφυγαν ησύχως και εκλείσθησαν και αυτοί εν τω παλαιοφρουρίω των.
Την δε επαύριον ο Κολοκοτρώνης, αφήσας ολίγους συντρόφους του εν τη κώμην, μετέβη τα χαράγματα εις το προς τον άγιον Αθανάσιον στενόν, παραφυλάττων τους αναμενομένους εχθρούς. Οι εχθροί εφάνησαν μετ' ολίγον ερχόμενοι και αποτελούντες μακράν γραμμήν εξ αιτίας του πλήθους των φορτωμάτων και της στενοτοπίας. Ιδόντες δε μακρόθεν ότι οι Έλληνες προκατέλαβαν την δίοδον, ήλθαν έμπροσθεν όλοι οι ένοπλοι, και πλησιάσαντες εμάχοντο έξ ώρας. Αύτη ήτον η πρώτη εν τάξει μάχη της πελοποννησιακής επαναστάσεως μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, και συνεκροτήθη κατά τύχην υπό τον πολέμαρχον της Πελοποννήσου, Κολοκοτρώνην. Οι Τούρκοι επολέμησαν γενναίως εις σωτηρίαν των γυναικών και τέκνων, και εις διαφύλαξιν της περιουσίας των. Οι Μανιάται διέπρεψαν επίσης πολεμούντες ολίγοι προς πολλούς· μέχρι δε της μεσημβρίας εσκοτώθησαν 15 Τούρκοι και 6 Μανιάται· επληγώθησαν και εκ των αρχηγών αυτών ο Βοϊδής, και ο Δουράκης Οι Μανιάται καταναλώσαντες περί την μεσημβρίαν τα φυσέκιά των, αφήκαν ην έως τότε κατείχαν θέσιν και απεσύρθησαν είς τι παρακείμενον πετρώδες ύψωμα παρά την γέφυραν του ποταμού· τινές δε αυτών ανεχώρησαν συνοδεύοντες τους πληγωθέντας εις τα ίδια. Οι Τούρκοι διέβησαν την εγκαταλειφθείσαν θέσιν, και συναχθέντες όλοι εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α μ ί, επροχώρουν εις την γέφυραν· αλλ' οι επί του υψώματος ολίγοι Έλληνες, προμηθευθέντες πολεμοφοδίων, δεν τους αφήκαν να περάσωσι τουφεκίζοντές τους. Τότε οι Τούρκοι ωπισθοδρόμησαν, επανήλθον εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α μ ί, επί σκοπώ να περάσωσι διά τον προς του Χαλούλαγα καλοκαιρινού πόρου· αλλ' έφθασαν οι αδελφοί Πλαπούται, Γεωργάκης και Δημήτρης, μετά 400 και τους εκτύπησαν· τους εκτύπησαν τότε ενωθέντες μετά των περί τους Πλαπούτας αναφανδόν και οι υπό τον Νικολόν Ζαριφόπουλον και Τσανέτον Χριστόπουλον Φαναρίται, συνακολουθούντες εξ αρχής μακρόθεν τους συμπατριώτας των Τούρκους υπό πρόσχημα φίλων κατ' αίτησιν αυτών δι' ασφάλειάν των επί της πορείας. Επειδή δε μόνη σωτηρίας οδός ήτο η ποταμοπορία, ερρίφθησαν εις τον πόρον εν πρώτοις όλοι οι άοπλοι, αι γυναίκες και τα παιδία, άλλοι έφιπποι και άλλοι πεζοί· ερρίφθησαν και τα πλείστα των φορτηγών ζώων, οι δε οπλοφόροι έμειναν όπισθεν μαχόμενοι και υπερασπίζοντες την περαίωσιν. Εν ώ δε εποταμοπόρουν τουφεκιζόμενοι και φονευόμενοι, κατέβησαν οι εντόπιοι Τούρκοι άνωθεν του παλαιοφρουρίου, απεδίωξαν τους απομείναντας εν τη κώμη ολίγους Έλληνας, και ήλθαν παρά τας όχθας του ποταμού προστατεύοντες τους συναδέλφους των. Υπό τοιαύτας περιστάσεις διεπέρασαν οι δυστυχείς Φαναρίται τον Ρουφιάν. Εκατόν σχεδόν εσκοτώθησαν, πλειότεροι επνίγησαν, μάλιστα γυναίκες, παιδία και γέροντες, και πολλά ζώα εζωγρήθησαν. Επειδή δε δεν τους εχώρει όλους το παλαιοφρούριον, διέμειναν οι πλείστοι έξω συσσωρευτοί.
Το δε εσπέρας της αυτής ημέρας έφθασεν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης μετά διακοσίων· έφθασε την επαύριον και ο Κανέλλος Δηληγιάννης μετ' άλλων τόσων· έφθασαν κατόπιν αυτών και άλλοι και πλήθη χωρικών· ώστε την 29 ήσαν έξωθεν της Καρυταίνης εξακισχίλιοι οπλοφόροι εκ διαφόρων επαρχιών. Και οι μεν Τούρκοι, φοβούμενοι να μείνωσι πλέον εν τη κώμη, κατέφυγαν όλοι περί το παλαιοφρούριον, όπου ούτε τροφή ούτε πόσις σχεδόν ήτον· οι δε Έλληνες κυκλώσαντες αυτούς ανέμεναν ώρα τη ώρα την παράδοσίν των. Τόσον δε τους εστενοχώρησαν και τους απήλπισαν, ώστε τους ηνάγκασαν να έλθωσιν εις συνθηκολογίαν.
Τοιουτοτρόπως οι κατοικούντες τας ατειχίστους πόλεις και τα χωρία της Πελοποννήσου Τούρκοι, κυριευθέντες υπό πανικού φόβου, εγκατέλειψαν τας εστίας των και συνεσωρεύθησαν εντός των φρουρίων εν διαστήματι τριών εβδομάδων, αφ' ού τρεις τέσσαρες οπλοφόροι Καλαβρυτινοί έστησαν ενέδραν. Μόνοι δε οι Λαλιώται, μέγα φρονούντες επί τη ανδρία των, διέμειναν τρεις μήνας εν τη κωμοπόλει των πλήρεις θάρρους και ελπίδων, λεηλατούντες και καταστρέφοντες τα περίχωρα.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'
Τραγικά συμβάντα εν Κωνσταντινουπόλει και αλλαχού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Μάρτιος Η ΠΥΛΗ είχεν από τινος καιρού ατελείς και συγκεχυμένας ιδέας περί της Εταιρίας και απέδιδεν ίσως την φαινομένην ανησυχίαν των ελληνικών πνευμάτων εις τας ραδιουργίας του αποστάτου Αλή· αλλά τα συλληφθέντα γράμματα του Υψηλάντου, ων κομισταί ήσαν ο Ύππατρος και ο Αριστείδης, δεν αφήκαν αμφιβολίαν περί της υπάρξεως και του σκοπού της Εταιρίας και περί της όσον ούπω ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος. Αλλά τόση ήτον η απάθειά της, ώστε, αν και τα περί ων ο λόγος γράμματα συνελήφθησαν περί τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1821, δεν έδωκε σημεία της συνήθους θηριώδους πολιτικής της ειμή αρχομένου του μαρτίου. Ό,τι δε, ως φαίνεται, την κατετάραξε και την ηρέθισεν υπέρμετρα ήτον η ανακάλυψις του σχεδίου των Φιλικών εις καταστροφήν της Κωνσταντινουπόλεως. Εξ αιτίας της ανακαλύψεως ταύτης εδόθη προσταγή να φύγωσιν εκείθεν όσοι των Ελλήνων δεν ήσαν εγκάτοικοι· έγειναν δε και κατ' οίκους έρευναι εις εύρεσιν κρυπτομένων, ως υπώπτευεν η Αρχή, όπλων και πολεμοφοδίων· παρετηρήθησαν και διάφορα μέρη της πόλεως, όπου εψιθυρίζετο ότι υπεσκάφθησαν υπόνομοι, εν οις άνθρωποι εκρύπτοντο, και όπλα απεταμιεύθησαν εις χρήσιν, δοθέντος του σημείου· τόσος φόβος και τρόμος κατέλαβε την Πύλην και εντεύθεν, φαίνεται, προήλθε κυρίως η άπληστος αιμάτων παραφροσύνη της.
Το πρωί της 1 μαρτίου έφθασεν εκ Μολδαυίας έκτακτος ταχυδρόμος προς τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν της Ρωσσίας, όστις εκοινοποίησε τη Πύλη αυθημερόν τα κατά την 22 φεβρουαρίου εν τη ηγεμονεία εκείνη συμβάντα· αυθεσπερί δε τη εδόθη διά των τακτικών ταχυδρόμων η αυτή είδησις και κατ' ευθείαν. Την επαύριον έφυγαν κρυφίως συν γυναιξί και τέκνοις εις Οδησσόν οι επίτροποι του αυθέντου της Μολδαυίας, Νικόλαος Σούτσος αδελφός του και Ιωάννης Σχινάς εξ αδελφής γαμβρός του καί τινες άλλοι. Την 3 ανέγνωσεν ο μέγας διερμηνεύς εν τω οικουμενικώ πατριαρχείω φιρμάνι διελαμβάνον, ότι η υψηλή Πύλη, μαθούσα την κατά την Μολδαυίαν στάσιν τινών απονενοημένων τους ελυπείτο και παρεκίνει την Μεγάλην εκκλησίαν να συμβουλεύση τους υπό την ποιμαντορίαν της πιστούς υπηκόους της κραταιάς βασιλείας να μη αποπλανηθώσι και πέσωσιν εις την δικαίαν και αδυσώπητον αγανάκτησιν και αυτής και των πιστών Οθωμανών. Κατά την βασιλικήν ταύτην διαταγήν εξέδωκεν η Μεγάλη εκκλησία συνοδικά και πατριαρχικά έγγραφα (α) καταρωμένη και αφορίζουσα τον Υψηλάντην και τον Σούτσον ονομαστί, και παραινούσα πατρικώς τους λοιπούς Χριστιανούς όπως οι μεν πιστοί εμμείνωσι και του λοιπού εις την προς τον σουλτάνον πίστιν, οι δε αποπλανηθέντες επανέλθωσιν εις την προτέραν υποταγήν· απέλυσε δε και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου ως ασεβούς και ολεθρίου. Τα κεραυνοφόρα δε ταύτα έγγραφα υπεγράφησαν εις πλειοτέραν φρίκην επί της αγίας Τραπέζης και εστάλησαν δι' εξάρχων εις τας επαρχίας· και εν μεν ταις ηγεμονείαις έφεραν αποτέλεσμα, αλλ' όχι και εν τη Ελλάδι· τοιαύτα έγγραφα εκίνησαν άλλοτε τους ευλαβείς λαούς της Ελλάδος κατά των κ λ ε π τ ώ ν· αλλ' οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο σημερινός αγών ήτον υψηλής φύσεως· διά τούτο ούτε αι εκκλησιαστικαί αύται παραινέσεις ησύχασαν ως άλλοτε τους Έλληνας, ούτε αι απειλαί τους ετάραξαν, ούτε οι αφορισμοί και αι κατάραι τους αφώπλισαν. Τινές δε των εν Κωνσταντινουπόλει βλέποντες την διαγωγήν της Πύλης προείδαν τι τοις έμελε· και ότι η φυγή ήτον η σωτηρία των. Την 5 έφυγεν ο πρώην αυθέντης Αλέξανδρος Χαντσερής πανοικί και κατέφυγεν εις Οδησσόν. Πανοικί έφυγαν την 6 και κατέφυγαν εις τον αυτόν τόπον και ο Γεώργιος υιός του πρώην αυθέντου Καρατσά, ο έμπορος Γεώργιος Χρηστόπουλος και άλλοι. Την 8 ανεγνώσθη μυστικόν φιρμάνι καθ' όλα τα ζαμία της Κωνσταντινουπόλεως, δι' ου παρηγγέλλοντο όλοι οι πιστοί να ήναι διά παντός άγρυπνοι και έτοιμοι προς αντίκρουσιν των εν τοις κόλποις του κράτους εμφωλευόντων εχθρών, και οι μη έχοντες όπλα ν' αγοράσωσι πωλούντες και αυτά τα σκεπάσματά των, διότι ο κίνδυνος ήτο περί των όλων (β). Την 9 διετάχθη ο οικουμενικός πατριάρχης διά φιρμανίου να στείλη εις την Πύλην τινάς των εγκρίτων αρχιερέων, χωρίς να αιτιολογηθή η διαταγή αύτη· εστάλησαν δε ο Εφέσου Διονύσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος ο και Πρώιος, και ο Αγχιάλου Ευγένιος. Παρασταθέντες οι αρχιερείς ούτοι ενώπιον του ρεήζ - εφέντη απεστάλησαν εις οθωμανικήν τινα οικίαν υπό φύλαξιν, έχοντες μεν τας αναπαύσεις των, αλλ' όχι και την άδειαν να βλέπωσιν άλλους ειμή τους διακόνους των ως υπηρέτας.
Συγχρόνως η εξουσία έφερεν εις την βασιλεύουσαν πλήθος Ασιανών στρατιωτών και την 14 διέταξε να οπλισθώσι και όλοι οι εν Κωνσταντινουπόλει Οθωμανοί. Αφ' ού δε έστησε παντού φυλακάς, εκίνησεν αμέσως χείρα βαρείαν καν μιαιοφόνον καθ' όλων των σημαντικών Ελλήνων ανεξετάστως και ακρίτως· αι οικίαι και οι γυναικωνίται των επατήθησαν, αι φυλακαί εγέμισαν υπόπτων, αιμοχαρείς Ασιανοί σείοντες γυμνάς τας ρομφαίας και φρυάττοντες περιέτρεχαν πληθηδόν τας οδούς και τας αγοράς θύοντες και απολύοντες όσους του κοινού λαού απήντων, άνευ αδείας της κυβερνήσεως, αλλά και άνευ κωλύματος· η πολιτική δε λύσσα συνώμοσε μετά του θρησκευτικού φανατισμού κατά των αποστατών και των απίστων. Άνευ αποδείξεων ή ενδείξεων αλλ' επί απλή υποψία είλκυαν κατά διαταγήν της εξουσίας τους γνωστούς Χριστιανούς εις σφαγήν και εις αγχόνην· άλλους έσφαζαν επί των οδών, άλλους εκρέμων από των παραθύρων των οικιών των και έμπροσθεν των συγγενών των, άλλους παρέδιδαν εις τα βασανιστήρια· εκκλησίας εμίαιναν και εγύμνοναν, οικίας κατηδάφιζαν, περιουσίας εδήμευαν, γυναίκας και κοράσια ήρπαζαν, πλοία υπό Ευρωπαϊκήν σημαίαν επεσκέπτοντο, και τους εις αυτά καταφυγόντας Έλληνας έσυραν εις την ξηράν υπό τους οφθαλμούς των πρέσβεων.
Απρίλιος Το ξίφος του σουλτάνου έπεσεν εν πρώτοις επί την κεφαλήν των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων την 22, καθ' ην απεκεφαλίσθησαν ο Νικόλαος Σκαναβής, ο Μιχαήλ Μάνος πρώην διερμηνεύς του στόλου και γαμβρός του Σκαναβή, ο Θεόδωρος Ρίζος και ο Αλέκος υιός του Φωτεινού αρχιάτρου του αυθέντου της Μολδαυίας. Τα πρώτα ταύτα σφάγια της σουλτανικής μανίας διεδέχθησαν άλλα την 26 και 27, ήγουν ο Λεβίδης ο και Τσαλίκης, ο Στεργιαννάκης Τσουρπατσόγλους, τρεις καλόγηροι, τρεις ταχυδρόμοι του αυθέντου της Μολδαυίας και οκτώ άλλοι ολίγον γνωστοί. Την 3 απριλίου έφθασε ταχυδρόμος εξ Αθηνών αναγγέλλων δι' ων έφερε γραμμάτων, ότι απεστάτησεν όλη η Πελοπόννησος. Παράφρων έτι μάλλον έγεινεν ο σουλτάνος επί τη ειδήσει ταύτη, και ήρχισε να φονεύη απονώτερον.
Μέγας διερμηνεύς τω καιρώ εκείνω ήτον ο Κωστάκης Μουρούζης, ούτινος ο φιλογενέστατος οίκος διηνεκές και προσφιλές έργον είχε τον φωτισμόν των ομογενών του. Ο ανήρ ούτος, αν και κατείχεν υψηλήν θέσιν και υπό την μάχαιραν έκειτο του δημίου, εις ουδέν τα καθ' εαυτόν ελογίσθη προκειμένης της αναστάσεως της πατρίδος. Εν ώ δε εισήρχετο μίαν των ημερών εις την Πύλην κατά το σύνηθες, τω εδόθη παρά πάσαν προσδοκίαν γράμμα του Υψηλάντου λέγον τα κατά τας ηγεμονείας συμβάντα, και θαρρύνον αυτόν, ως μεμυημένον τα της Εταιρίας, εις τον αγώνα. Ο Μουρούζης λαβών τα γράμμα παρ' αγνώστου και ενώπιον πολλών, και νομίσας ότι δεν έπρεπε να το αποκρύψη μήπως κινήση υποψίας, το εκοινοποίησε τω ρεήζ - εφέντη αποδίδων αυτό εις ραδιουργίαν, και επανήλθεν εις την οικίαν του ανενόχλητος· αλλά την 4 μεταπεμφθείς παρά τω ρεήζ - εφέντη και αποσταλείς παρ' αυτού εις τον αρχιβεζύρην απήχθη εκείθεν εις το Μπάμπι - Χουμαϊούν, και εκεί απεκεφαλίσθη φορών την στολήν του. Την αυτήν ημέραν απεκεφάλισεν η Πύλη και τον Αντωνάκην Τσιράν έμπροσθεν της οικίας του· εκρέμασε και άλλους οκτώ εν οις και τον τραπεζίτην του πρώην αυθέντου Αλεξάνδρου Σούτσου Δημήτριον Παπαρρηγόπουλον από του παραθύρου της οικίας του· την δε επαύριον απεκεφάλισε τον γαμβρόν του Παπαρρηγοπούλου (γ) Δημήτριον Σκαναβήν, τον Παναγιωτάκην Τσιγκήν και τον πρώην διερμηνέα του στόλου Μιχαλάκην Χαντσερήν· εκρέμασε δε και τον Γεώργιον Μαυροκορδάτον και αυτόν από του παραθύρου της οικίας του (δ). Την 8 απεκεφάλισε τρεις νεροκράτας ως μελετώντας δήθεν να φαρμακεύσωσι τα νερά της βασιλευούσης. Την δε 9, ήτοι το μέγα σάββατον, απεκεφάλισε δύο εφημερίους της Μεγάλης εκκλησίας φύλακας της δομνίτσης Ευφροσύνης Μουρούζη φυγούσης.
Την δε εσπέραν της αυτής ημέρας διεσκορπίσθησαν καθ' όλην την ενορίαν του πατριαρχείου, εντός και εκτός του Φαναρίου, πεντακισχίλιοι ωπλισμένοι γενίτσαροι μηδενός ειδότος την αιτίαν. Οι γενίτσαροι περιεφέροντο όλην την νύκτα εις τας οδούς του Φαναρίου μέχρι της ενορίας του αγίου Δημητρίου της Ξυλόπορτας και του Μπαλατά μηδένα ενοχλούντες. Πρός δε το μεσονύκτιον έκραξεν ο κράχτης της εκκλησίας, και οι Χριστιανοί, αν και έμφοβοι, συνήλθαν ακωλύτως και ανενοχλήτως διά μέσου του πλήθους των γενιτσάρων εις την εκκλησίαν του πατριαρχείου. Ελειτούργησεν ο πατριάρχης μετά των δώδεκα αρχιερέων κατά την συνήθειαν, και, απολύσεως γενομένης, ανεχώρησαν όλοι εις τα ίδια ως και άλλοτε ανενόχλητοι. Ανέβη και ο πατριάρχης εις τα πατριαρχεία εν ώ ήρχιζε να φωτίζη. Αλλά, μόλις ανέβη, και ειδοποιήθη ότι ο Σταυράκης Αριστάρχης, ο διαδεχθείς την προτεραίαν τον αποκεφαλισθέντα μέγαν διερμηνέα Μουρούζην, ήρχετο εις το πατριαρχείον (ε). Ο πατριάρχης διέταξε να τον εισάξωσιν εις το ιδιαίτερον δωμάτιόν του· αλλ' ο Αριστάρχης απεκρίθη, ότι επροτίμα να εισαχθή κατ' ευθείαν εις το συνοδικόν, όπου και εισήχθη. Εισήχθη μετ' ολίγην ώραν εις το συνοδικόν καί τις οθωμανός γραμματεύς του ρεήζ - εφέντη, και μετ' αυτόν εισήλθε και ο πατριάρχης εις έντευξίν των. Αφ' ού δ' εχαιρετήθησαν και εκάθησαν και οι τρεις, ο μέγας διερμηνεύς είπεν, ότι ο γραμματεύς έφερε φιρμάνι και είχε διαταγήν να το αναγνώση αυθωρεί επί παρουσία των αρχιερέων, των προυχόντων και των αρχηγών των συντεχνιών. Ο πατριάρχης διέταξε να συνέλθωσιν οι ρηθέντες και εις επήκοον των συνελθόντων ανεγνώσθη το φιρμάνι λέγον, «Επειδή ο πατριάρχης Γρηγόριος εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος γίνεται έκπτωτος της θέσεώς του, και τω προσδιορίζεται διαμονή το Καδδίκιοϊ μέχρι δευτέρας διαταγής». Μετά δε την ανάγνωσιν συνοδευόμενος ο πατριάρχης υπό του Νικηφόρου του πιστού του αρχιδιακόνου, απήχθη, παρά την φράσιν του φιρμανίου και κατά διαταγήν ως φαίνεται μυστικήν, εις το δεσμωτήριον του Μποσταντσήμπαση. Εξελθόντος δε του πατριάρχου εκ του συνοδικού, ανεγνώσθη άλλο φιρμάνι έχον ούτως. «Επειδή η υψηλή Πύλη δεν επιθυμεί να στερήση τους πιστούς της υπηκόους της πνευματικής κηδεμονίας του κοινού πατρός των, διατάττει να εκλέξωσι πατριάρχην κατά την ανέκαθεν συνήθειαν». Επί τη διαταγή ταύτη ήρχισεν η συζήτησις περί εκλογής πατριάρχου, σιωπώντων και του διερμηνέως και του γραμματέως, και απεφασίσθη ν' ανακληθή εις τον πατριαρχικόν θρόνον ο εν Αδριανουπόλει διαμένων πρώην πατριάρχης Κύριλλος· αλλ' ο γραμματεύς ακούσας την εκλογήν είπεν ότι δεν ήτο δεκτή απόντος του εκλεχθέντος, διότι η υψηλή Πύλη δεν επεθύμει κατά τας παρούσας περιστάσεις μηδέ μίαν ώραν να μένη ο πατριαρχικός θρόνος κενός, και απήτει να εκλέξωσιν εκ των παρόντων οποίον ήθελαν. Διά τον λόγον τούτον μετά δευτέραν μακράν και επίσης ανεπηρέαστον συζήτησιν έπεσεν η ψήφος επί τον Πεισιδίας Ευγένιον, ον ο μέγας διερμηνεύς και ο γραμματεύς απέστειλαν αμέσως εις την Πύλην κατά την συνήθειαν· ούτοι δε απέμειναν εν τω πατριαρχείω καθώς και όλοι οι συνελθόντες αναμένοντες την επάνοδόν του. Μετά παρέλευσιν δέ τινων ωρών επανήλθεν ο νέος πατριάρχης υπό λαμπροτέραν παρά την συνήθη πομπήν.
Διήρκει η περί ης ο λόγος τελετή, ότε εξήχθη της φυλακής ο Γρηγόριος, όστις νοήσας έκ τινων σημείων ότι ήγγιζεν η ώρα του θανάτου του, προητοιμάζετο αδιαλείπτως προσευχόμενος· εμβάς δε εις πλοιάριον απεβιβάσθη εις το παράλιον του Φαναρίου. Εκεί ατενίσας εις τον ουρανόν, όπου έμελλε ν' αναβή μετ' ολίγον, έκαμε τον σταυρόν του, εγονάτισε, και έκλινε την μιξότριχα κεφαλήν του υπό την μάχαιραν του δημίου· αλλ' ο δήμιος τον ανήγειρεν ειπών αυτώ να τον ακολουθήση, διότι δεν ήτον εκείνος ο τόπος της ποινής του. Οδεύοντες εκείθεν έφθασαν εις τα πατριαρχεία. Εκεί ο δήμιος τον εκρέμασε προσευχόμενον από του ανωφλίου της μεγάλης πύλης μετά την μεσημβρίαν της Κυριακής του Πάσχα· ώστε, καθ' ην ώραν εφήμιζαν άνωθεν του πατριαρχείου και επολυχρόνουν τον νέον πατριάρχην οι τρισάθλιοι Χριστιανοί ψάλλοντες το ε ι ς - π ο λ λ ά - έ τ η - δ έ σ π ο τ α, εκρεμάτο κάτωθεν ως ληστής και κακούργος ο προκάτοχος αυτού, όστις προ ολίγων ωρών, προσφέρων την αναίμακτον θυσίαν υπέρ των του λαού αγνοημάτων, ευλόγει τους πιστούς ασπαζομένους εν ευλαβεία και κατανύξει την εν τοις αγίοις των αγίων αγιασθείσαν και αγιάζουσαν δεξιάν του. Αι τελευταίαι στιγμαί του Γρηγορίου εφάνησαν στιγμαί ακραιφνούς πίστεως και ανεξικακίας, οποίας προετοιμάζει ακηλίδωτος συνείδησις, αγαθοποιός καρδία, παράβλεψις της προσκαίρου ζωής και προσδοκία της μελλούσης. Το δε επί του λειψάνου έγγραφον της καταδίκης έλεγε τας αιτίας δι' ας εκρίθη άξιος θανάτου. Ιδού το έγγραφον, το τουρκιστί λεγόμενον «Γ ι α φ τ άς».
«Χρέος των αρχηγών των υπό την εξουσίαν μου διαφόρων λαών είναι να επαγρυπνώσι νύκτα και ημέραν τους υπό την οδηγίαν των, να παρατηρώσι την διαγωγήν των και ν' ανακαλύπτωσι και αναφέρωσιν εις την κυβέρνησίν μου τας αθεμίτους πράξεις των. Οι δε πατριάρχαι, ως αρχηγοί των ραγιάδων ζώντων εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής μου εξουσίας, οφείλουν να ήναι υπέρ πάντα άλλον ανεπίληπτοι, τίμιοι, πιστοί και ειλικρινείς. Έχοντες δε τας αρετάς ταύτας οφείλουν, οσάκις παρατηρήσουν κακάς κλίσεις του λαού των, να τας εμποδίζωσι δι' απειλών και συμβουλών, ή, αν αναγκαίον, και διά ποινών κατά τα έθιμα της θρησκείας των, και τοιουτοτρόπως να φαίνωνται ευγνώμονες εν μέρει προς την υψηλήν Πύλην δι' ας απολαμβάνουν χάριτας και ελευθερίας υπό την αγαθοποιόν σκιάν της.
Αλλ' ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων, ο δώσας άλλοτε δείγματα της εις την υψηλήν Πύλην αφοσιώσεώς του, αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του, ας διάφοροι κακότροποι και αναίσθητοι, παρασυρόμενοι υπό χιμερικών και διαβολικών ελπίδων, διήγειραν· και χρέος του ήτο να διδάξη τους απλούς, ότι το τόλμημα ήτο μάταιον και ατελεσφόρητον· διότι τα κακά διαβούλια δεν είναι δυνατόν ποτε να ευδοκιμήσωσι κατά της μωαμεθανικής εξουσίας και θρησκείας, αίτινες έλαβαν ύπαρξιν θεόθεν προ υπερχιλίων ετών, και θα διατηρηθούν μέχρι της συντελείας του αιώνος καθώς μας βεβαιούν αι αποκαλύψεις και τα θαύματα· αλλ' εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του, όχι μόνον δεν ειδοποίησεν ουδ' επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ' όλα τα φ α ι ν ό μ ε ν α ήτο και αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως, και αδύνατον να μη αφανισθή και πέση εις την οργήν του Θεού όλον σχεδόν το έθνος των Ελλήνων, αν και εν αυτώ είναι και πολλοί αθώοι.
Καθ' ον καιρόν εγνώσθη η αποστασία, η υψηλή Πύλη, συμπάθειαν λαβούσα προς τους αθλίους ραγιάδας της, ησχολήθη να επαναφέρη τους πλανηθέντας διά της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και επί τω σκοπώ τούτω εξέδωκε πρόσταγμα διατάττουσα και συμβουλεύουσα τον πατριάρχην τα δέοντα, και προσκαλούσα αυτόν ν' αφορίση όλους τους αποστατήσαντας ραγιάδας όπου και αν ήσαν αλλ', αντί να δαμάση τους αποστάτας και δώση πρώτος το παράδειγμα της εις τα καθήκοντα επιστροφής των, ο άπιστος ούτος έγεινεν ο πρωταίτιος όλων των αναφυεισών ταραχών. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη εν Πελοποννήσω, και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτος λοιπόν είναι ο αίτιος του θεία βοηθεία επικειμένου παντελούς αφανισμού των αποπλανηθέντων ραγιάδων.
Επειδή πανταχόθεν εβεβαιώθημεν περί της προδοσίας του όχι μόνον εις βλάβην της υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον αυτού του έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης, και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων».
Δύο αιτίαι της καταδίκης του πατριάρχου αναφέρονται εν τω εγγράφω τούτω· η μεν «ότι δεν εκίνησε τα πνευματικά του όπλα κατά των αποστατών»· η δε «ότι και αυτός ήτο συμμέτοχος της αποστασίας».
Ολίγον ανωτέρω διηγήθημεν, ότι επί τη προτάσει της Πύλης και τους αρχιαποστάτας ο πατριάρχης αφώρισε και ανεθεμάτισε, και τους υπό την ποιμαντορίαν του λαούς εις την προτέραν των προς τον σουλτάνον υποταγήν ανεκάλεσε, και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου ως ασεβούς και ολεθρίου απέλυσε. Σώζονται δε και τα περί ων ο λόγος συνοδικά έγγραφα, ώστε η αιτία αύτη στηλιτεύεται εξ αυτών των πραγμάτων πάντη ψευδής. Πάντη αναπόδεικτος και ανυπόστατος είναι και η άλλη αιτία, δηλαδή, ότι ο πατριάρχης ήτο συμμέτοχος της αποστασίας. Τρία τινά επιφέρει το έγγραφον εις απόδειξιν της αιτίας ταύτης, «ότι ο καταδικασθείς εις θάνατον ήτο καθ' όλα τα φ α ι ν ό μ ε ν α μυστικός συμμέτοχος της αποστασίας, ότι η Πύλη π ο λ λ α χ ό θ ε ν - ε β ε β α ι ώ θ η περί της ενοχής του, και ότι ε γ ε ν ν ή θ η - εν - Π ε λ ο π ο ν ν ή σ ω όπου κατά πρώτον εξερράγη η επανάστασις».
Προς Θεού! οι λόγοι ούτοι «κ α θ' ό λ α - τ α - φ α ι ν ό μ εν α, —π ο λ λ α χ ό θ ε ν - ε β ε β α ι ώ θ η,—ε γ ε ν ν ή θ η - ε ν - Π ε λ ο π ο ν ν ή σ ω», είναι λόγοι σπουδαίοι; είναι αποδείξεις; δικαιούν τοιούτον τόλμημα; Αν είχεν η Πύλη αποδείξεις της ενοχής του θύματός της, ως διετείνετο, διατί δεν τας εδημοσίευε; διατί δεν τας εκοινοποίει ταις πρεσβείαις κατά την ρητήν αξίωσιν του παρ' αυτή πρέσβεως του αυτοκράτορος της Ρωσσίας εις δικαιολογίαν της και αποτροπήν τόσων δεινών εξ ων περιεστοιχίζετο; Οι λόγοι ούτοι δεν αποδεικνύουν μάλλον το μέγα ανόμημα του τιμωρήσαντος ή το μέγα έγκλημα του τιμωρηθέντος; Ο πατριάρχης εγνώριζεν αναμφιβόλως τα της Εταιρίας, ουδ' ήτο δυνατόν ν' αγνοή ο πνευματικός πατήρ όλων των Ελλήνων ό,τι πλήθη πάσης τάξεως εγνώριζαν· αλλ' εταίρος, ό εστι συνωμότης κατά της τουρκικής εξουσίας, δεν ήτο· και όχι μόνον ουδόλως εθάρρυνε την ελληνικήν εθνεγερσίαν, αλλά και πάντοτε απέτρεπε τους προς ους διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρών εθνοφθόρον το τοιούτον τόλμημα, και τον προς ον έτεινε σκοπόν ανεπίτευκτον. Μάρτυρες των λεγομένων είναι οι αυτήκοοι των λόγων του αγίου ανδρός, ων την αξιόπιστον μαρτυρίαν παρελάβαμεν και ημείς εκ του στόματος αυτών, και παραδίδομεν όπως την παρελάβαμεν εις την ιστορίαν· δεν κατεμήνυσε δε όσα πνευματικώ τω τρόπω εγνώριζε, διότι εθεώρησεν αναμφιβόλως την καταμήνυσιν και αναξίαν του χαρακτήρος του, και εναντίαν του πνευματικού καθήκοντός του, και ικανήν να προκαλέση τον όλεθρον των ομογενών του ενόχων και μη.
Επί ταύταις ταις αιτίαις εξετελέσθη η καταπλήξασα και καταταράξασα τον χριστιανικόν όλον κόσμον μιαιοφονία του αρχηγού της Ανατολικής Εκκλησίας το εβδομηκοστόν έτος διανύοντος.
Τούτου δε γενομένου, ανεχώρησαν εκ των πατριαρχείων ο μέγας διερμηνεύς, ο γραμματεύς και οι λοιποί. Το δε δειλινόν της αυτής ημέρας ο Μπεντερλή - Αλήπασας, ο προ ολίγου διορισθείς αρχιβεζίρης (στ), διέβη διά του Φαναρίου μεθ' ενός μόνου υπασπιστού, και εκάθησε πέντ' έξ λεπτά αντικρύ του κρεμαμένου πατριάρχου, θεωρών αυτόν και λαλών προς τον υπασπιστήν του. Διέβη εκείθεν μετά μίαν ώραν παρενδεδυμένος και ο σουλτάνος και έρριψε και αυτός το βλέμμα επί τον πατριάρχην. Τρεις ημέρας έμεινε το λείψανον κρεμάμενον· την δε τετάρτην το καθείλεν ο αγχονιστής επί σκοπώ να το ρίψη εις την θάλασσαν, διότι οι κατά διαταγήν της εξουσίας κρεμάμενοι ή αποκεφαλιζόμενοι δεν αξιούνται ταφής. Ήλθαν τότε προς τον αγχονιστήν Εβραίοι και λαβόντες την άδειάν του, κατά τινας δε και φιλοδωρήσαντες αυτόν, έδεσαν τους πόδας του λειψάνου, το έσυραν από των πατριαρχείων μέχρι του αιγιαλού του Φαναρίου χλευάζοντες και βλασφημούντες, και το έρριψαν εις την θάλασσαν εγχειρίσαντες το σχοινίον τω αγχονιστή, αναμένοντι εν πλοιαρίω. Απομακρυνθείς ούτος της ξηράς σύρων και το επί της θαλάσσης λείψανον, και φθάσας εν μέσω του κερατίου κόλπου μεταξύ Φαναρίου και ναυστάθμου απήρτησεν από του λειψάνου πέτραν εις καταποντισμόν του· αλλά το λείψανον δεν συγκατεποντίσθη, διότι δεν ήτο η πέτρα ικανώς βαρεία. Επέστρεψε τότε ο αγχονιστής εις την ξηράν, και λαβών άλλας δύο πέτρας επανήλθεν όπου εκυματίζετο το λείψανον, προσεπισυνέδεσε και αυτάς, το ελόγχευσε δις και τρις εις απορρόφησιν νερού, και ούτω κατεβυθίσθη. Μεθ' ικανάς δε ημέρας ανεφάνη προς τον Γαλατάν μεταξύ δύο πλοίων ελλιμενιζόντων έμπροσθεν του Καρακιοΐου, του μεν σλαβονικού του δε κεφαλληναίου. Πρώτος ο Σλαβόνος πλοίαρχος είδε το λείψανον, και το εσκέπασεν επιρρίψας ψάθαν, επί σκοπώ, όταν νυκτώση, να το ανελκύση και το θάψη ούτινος και αν ήτον ως φιλόχριστος. Γενομένης δε εσπέρας, επρόλαβεν ο άλλος πλοίαρχος, ο Κεφαλλήν, Σκλάβος ονόματι, και το ανείλκυσεν· ιδών δε εκ της γενειάδος και της αξυρίστου κεφαλής, ότι ήτο λείψανον ιερωμένου, έφερε την επαύριον εις το πλοίον τινας έξωθεν κρυφίως, και βεβαιωθείς ότι ήτο του πατριάρχου, το εσαβάνωσε, το μετεκόμισεν εις Οδησσόν, και το απέθεσεν εν τω λοιμοκαθαρτηρίω. Εξετασθέν δε αυτόθι και εκ δευτέρου κατά διαταγήν του διοικητού απεδείχθη και τότε ότι ήτο τω όντι το του πατριάρχου.
Δοθείσης δε της ειδήσεως εις Πετρούπολιν, εξεδόθη διάταγμα ίνα αποδοθώσιν εις τον νεκρόν δημοσίως όλαι αι προσήκουσαι τιμαί. Συνέδραμε και η ιερά σύνοδος της Ρωσσίας εις την εκκλησιαστικήν λαμπρότητα της κηδείας, και την 17 Ιουνίου συνήχθησαν εις το λοιμοκαθαρτήριον αι πολιτικαί και στρατιωτικαί Αρχαί του τόπου, οι δύο μητροπολίται ο Σιλιστρίας Κύριλλος και ο Ιεροπόλεως Γρηγόριος, ο επίσκοπος Μπεντερίου και Ακερμανίου Δημήτριος, ο κλήρος όλης της επαρχίας, οι δυστυχείς πρόσφυγες Έλληνες και μέγα πλήθος λαού, και υπό τον νεκρώσιμον ήχον των εκκλησιαστικών κωδώνων, των ψαλμωδιών, των πυροβόλων, της στρατιωτικής μουσικής, και υπό τας αδιαλείπτους εις τον Ύψιστον ευχάς, συνώδευσαν το ιερόν λείψανον αλώβητον και άοδμον εις την μητρόπολιν της Οδησσού, όπου διέμεινε τριήμερον μέχρι της 19, καθ' ην, αφ' ού εψάλη πάλιν η νεκρώσιμος ακολουθία, και εξεφωνήθη παρά του ιεροκήρυκος του οικουμενικού πατριαρχείου Κωνσταντίνου Οικονόμου κατανυκτικός λόγος, μετεκομίσθη εν μεγάλη και αύθις πομπή και παρατάξει εις την εκκλησίαν των Ελλήνων, και απετέθη εν μ ν ή μ α τ ι - κ α ι ν ώ εντός του αγίου βήματος προς την αρκτικήν πλευράν της αγίας τραπέζης ως λείψανον ιερομάρτυρος.
«Τοιουτοτρόπως», λέγει η ημιεπίσημος εφημερίς της Πετρουπόλεως, «απεδόθησαν, κατ' επιταγήν του ευλαβεστάτου αυτοκράτορος πασών των Ρωσσιών Αλεξάνδρου του α', αι νενομισμέναι τιμαί της πίστεως και της χριστιανικής αγάπης εις τον Γρηγόριον, τον άγιον πατριάρχην της ανατολικής ορθοδόξου εκκλησίας των Ελλήνων, τον υπομείναντα τον θάνατον του μαρτυρίου».
Aπρίλιος Την αυτήν δε κυριακήν του Πάσχα εκρέμασεν η Πύλη και τρεις των φυλακισθέντων αρχιερέων, τον Εφέσου, τον Αγχιάλου και τον Νικομηδείας. Ο τελευταίος ούτος, υπέργηρως ων, πριν φθάση εις τον τόπον της ποινής, πεσών κατά γης εξεψύχησεν, αλλά και νεκρός εκρεμάσθη· τόσον δε ελύσσων οι Τούρκοι, κατ' εκείνας τας ημέρας, ώστε όχι μόνον εφόνευαν σωρηδόν αυθαιρέτως και αφόβως όσους απήντων Έλληνας, αλλά και, ως αν δεν ήρκουν εις χορτασμόν τα αίματα των ζώντων, επιστόλιζαν, περιφερόμενοι αχαλινώτως, και αυτούς τους κρεμαμένους, και διεμέλιζαν και τους επί γης νεκρούς. Περιήρχοντο δε τας οδούς καί τινες ζητούντες αντιμισθίαν εις απαγωγήν των εν αυταίς πτωμάτων. Ουδαμού δε της πόλεως ετόλμα Χριστιανός να φανή, ή των παραθύρων να προκύψη. Η Κωνσταντινούπολις εφαίνετο μάλλον καταγώγιον ληστών και αιμοβόρων θηρίων, ή καθέδρα βασιλέως και διαμονή ευρωπαίων πρέσβεων. Πολλοί των Ελλήνων εδραπέτευαν και κατέφευγαν υπό την γενναίαν και φιλόχριστον περίθαλψιν της Ρωσσίας εις ξένην γην αφανείς και γυμνοί οι πρώην επιφανείς και βαθύπλουτοι.
Ο μανιώδης όχλος της Κωνσταντινουπόλεως εξεμάνη και κατ' αυτών των ιερών ναών των Χριστιανών. Την 22 συνήχθησαν προς τα χαράγματα νεανίαι Τούρκοι κατά το Εδρηνέκαπη, ηνώθησαν καί τινες ηλικιωμένοι, και εισήλθαν όλοι εις την εκεί εκκλησίαν διά της βίας, εσύντριψαν τα στασίδια και ήρπασαν τα ασημικά, τα σκεύη της και τα άμφια των εφημερίων της. Παρεκάθητο φυλακή και τους είδεν, αλλ' ούτε τους επέπληξεν, ούτε τους εμπόδισεν. Θαρρυνθέντες οι άτακτοι, συμπαραλαβόντες και άλλους ομοίους των, και φέροντες επί δοκαρίων εν είδει σημαιών τα φελώνια, τα επιτραχήλια, και άλλα ιερά άμφια, αλαλάζοντες και χλευάζοντες υπήγαν εις την εκκλησίαν του Εγρίκαπη, όπου εσύντριψαν τους πολυελαίους, έρριψαν κατά γης τα εικονοστάσια, έσπασαν τας εικόνας, εποδοπάτησαν τα ιερά σκεύη, και ήρπασαν τα ασημικά· εκείθεν μετέβησαν εις τας εκκλησίας της Παναγίας του Μουχλιού, της Ξυλόπορτας, του πατριαρχείου του αγίου Τάφου και του αγίου Ιωάννου του Μπαλατά αθεμιτουργούντες· εκείθεν εκίνησαν προς την του οικουμενικού πατριαρχείου, όπου φθάσαντες ηύραν τας πύλας κλειστάς και δεν ηδυνήθησαν να τας ανοίξωσιν ούσας σιδηράς· δύο δε εφημερίους, παρευρεθέντας εν τη αυλή του πατριαρχείου, οι μανιώδεις ούτοι εσκότωσαν. Το συμβάν τούτο ιδούσαι γυναίκες εκ των πέριξ οικιών ήρχισαν να ολολύζωσιν υποθέσασαι, ότι η Πύλη απεφάσισε γενικήν σφαγήν, ως εψιθυρίζετο· γενικός δε φόβος κατέλαβεν όλην την ενορίαν του πατριαρχείου, εντός και εκτός του Φαναρίου, ώστε δεν ηκούοντο ειμή ολολυγμοί Χριστιανών, και στασιώδεις και φονικαί κραυγαί υπερδιακοσίων Τούρκων. Οι Τούρκοι, μη δυνηθέντες να εισέλθωσιν εις την εκκλησίαν, ώρμησαν εις τα πατριαρχεία και τα εγύμνωσαν· οι δε ευρεθέντες εν αυτοίς καλόγηροι διεσκορπίσθησαν, και πολλοί ανέβησαν επί της στέγης καταφεύγοντες εις τας όπισθεν οθωμανικάς οικίας. Ο δε νεοχειροτόνητος πατριάρχης κατέφυγε προς το μέρος του κοινού του πατριαρχείου, όπου ευρόντες τον οι κακούργοι, οι μεν τον ύβριζαν και τον εφοβέριζαν, οι δε τον επροστάτευαν λέγοντες, ότι ήτο πιστός· τον συνώδευσαν δε και εις την αστυνομίαν του Φαναρίου όπου ηύρεν επί τέλους άσυλον. Αι σκηναί αύται ήρχισαν περί τον όρθρον, και μόλις έπαυσαν την δ' ώραν μετά μεσημβρίαν διά της ενόπλου επεμβάσεως του γενιτσάραγα. Την δ' επιούσαν η εξουσία έστειλεν εις το πατριαρχείον όσα των διαρπαγέντων εδυνήθη να διασώση.
Μαινόμενος ο όχλος κατηδάφισε και την εκκλησίαν της Παναγίας του Μπαλουκλή διαφερόντως τιμωμένην διά το εν αυτή αγίασμα.
Μάιος Η λύσσα δε της εξουσίας δεν ήτο μετριωτέρα της του όχλου. Αν και εφάνη ότι απεδοκίμαζε τας προϊστορηθείσας κατά των ιερών ναών του όχλου πράξεις, ούτε τινά των ατάκτων επαίδευσεν, ούτε αύτη έπαυσε χέουσα, ως και πρότερον, το αίμα του κλήρου και των κοσμικών. Εν ώ δε έφριττεν όλη η Ευρώπη δι' όσας προανεφέραμεν μιαιφόνους πράξεις της τουρκικής εξουσίας, ο σουλτάνος εκάθηρε τον αρχιβεζύρην Μπεντερλή - Αλήπασαν διότι, ως διελάμβανε το έγγραφον της καθαιρέσεως (ζ), ε φ ε ί δ ε τ ο - τ ο υ - α ί μ α τ ο ς - τ ω ν - Ε λ λ ή ν ω ν, και αντικατέστησε τον Σαλήχπασαν. Την τρίτην δε του Μαΐου, ό εστι, την ημέραν του διορισμού του νέου αρχιβεζύρη, και την δωδεκάτην αφ' ης εβεβηλώθησαν οι ναοί και εχλευάσθησαν πανδήμως τα ιερά, απεκεφάλισεν η Πύλη τον υπερεκατονταετή επίσκοπον Μυριουπόλεως, και τον εννεακαιδεκαετή υιόν του πρώτου άρχοντος της Ροδοστού. Την δε επαύριον διέταξε να κρεμασθώσι και οι λοιποί φυλακισθέντες αρχιερείς, ο Δέρκων, ο Αδριανουπόλεως, ο Τυρνόβου και ο Θεσσαλονίκης. Οι φιλόχριστοι ούτοι αρχιερείς, εν ώ μετεκομίζοντο εις τον τόπον της ποινής εντός ενός και του αυτού πλοιαρίου, προητοιμάσθησαν πλήρεις πίστεως και ευλαβείας εις αποβίωσιν, έψαλαν οι ίδιοι την νεκρώσιμον ακολουθίαν, ικέτευσαν τον Θεόν των πνευμάτων και πάσης σαρκός υπέρ αναπαύσεως των ψυχών αυτών, και ευλόγησαν αλλήλους ειπόντες το «Μακαρία η οδός ή πορεύη σήμερον». Αφού δε προσώρμισε το φέρον αυτούς πλοιάριον εις το Αρναούτκιοϊ, ο αγχονιστής, συμπλωτήρ και αυτός, διέταξε τον Τυρνόβου ν' αποβή και να τον παρακολουθήση. Ο Τυρνόβου κλίνας την κεφαλήν απεχαιρέτισε τους εν τω πλοιαρίω συναδέλφους και συλλειτουργούς, τους ησπάσθη τον τελευταίον ασπασμόν, τοις είπεν εν συντριβή καρδίας «κ α λ ή - α ν τ ά μ ω σ ι ς - α δ ε λ φ ο ί - ε ι ς - τ η ν - ά λ λ η ν - ζ ω ή ν», και παρακολουθήσας τον αγχονιστήν εκρεμάσθη από του ανωφλίου της οικίας παρακειμένου τινός κουρείου. Ο δε μέλας την μορφήν καθώς και την καρδίαν αγχονιστής, επανελθών εις το πλοιάριον, μετέφερε τα εν αυτώ απολειφθέντα θύματα εις Μέγα-ρεύμα όπου εκρέμασε τον Αδριανουπόλεως· εκείθεν μετέβη εις Νεοχώρι όπου εκρέμασε τον Θεσσαλονίκης, κακείθεν εις Θεραπεία προς ποινήν του Δέρκων. Ο υπέργηρως ούτος αρχιερεύς, ο υπέρ πάντα άλλον τιμώμενος διά την εμβρίθειαν, την πολλήν ελευθεροστομίαν και την γενναιοκαρδίαν του, φθάσας εις τον πυλώνα της μητροπόλεως του όπου έμελλε να κρεμασθή, εζήτησεν άδειαν να προσευχηθή, προσευχήθη, παρεκάλεσε τον αγχονιστήν να μη του δέση τας χείρας, και λαβών ην εκράτει εκείνος θηλειάν, την ευλόγησε τρις σταυροειδώς εκφωνήσας το «ε ι ς - τ ο - ό ν ο μ α - τ ο υ - Π α τ ρ ό ς - κ α ι - τ ο υ - Υ ι ο ύ - κ α ι - τ ο υ - α γ ί ο υ - Π ν ε ύ μ α τ ο ς», και στραφείς προς τον αγχονιστήν, είπε βαρεία τη Φωνή, «ε κ τ έ λ ε σ ε - τ η ν - ε ν τ ο λ ή ν - τ ο υ - α σ ε β ο ύ ς - κ υ ρ ί ο υ - σ ο υ». Είπε, και η εντολή του ασεβούς εξετελέσθη.
Την αυτήν ημέραν εκρέμασεν η Πύλη και τον πιστόν αρχιδιάκονον του πατριάρχου Γρηγορίου, Νικηφόρον, καί τινας κοσμικούς· μαθούσα δε, ότι και οι εν τω στόλω υπηρετούντες Υδραίοι εβουλεύοντο τον εμπρησμόν του, τον μεν αρχηγόν αυτών Κωνσταντίνον Γκιούστον και τους συν αυτώ αδελφούς και συγγενείς του απεκεφάλισεν επί της δεξαμενής του ναυστάθμου, τους δε λοιπούς τους μεν εκρέμασε, τους δε έπνιξε. Μεληδόν κατέκοψεν επί της ακτής του ναυστάθμου μετά τινας ημέρας και τον διερμηνέα του στόλου, Νικόλαον Μουρούζην, νεώτερον αδελφόν του προαποκεφαλισθέντος μεγάλου διερμηνέως. Εν μέσω δε των μεγίστων τούτων κακών, πολλοί εξωρίζοντο, αλλά και εν τη εξορία κατέστρεψεν η Πύλη τινάς των επισημοτέρων εν οις και τον προ ολίγου αυθέντην της Βλαχίας αναδειχθέντα Σκαρλάτον Καλλιμάχην. Εγίνοντο δε και φόνοι, άλλοι αντ' άλλων, παρά την διαταγήν και εις εμπαιγμόν αυτής της Πύλης.
Εκ των εξορισθέντων ήσαν και ο πρώην μέγας διερμηνεύς Γιάγκος Καλλιμάχης, ο Ευστάθιος Αγάς και ο Γεώργιος Βογορίδης. Η Πύλη διέταξε ν' αποκεφαλισθώσιν οι τρεις ούτοι. Φθάσας ο δήμιος εις Καισάρειαν, απεκεφάλισε τον Γιάγκον Καλλιμάχην· αλλά μη ευρών τους δύο άλλους, και οφείλων να φέρη τρεις κεφάλας εις Κωνσταντινούπολιν, συναπεκεφάλισε τους δύο υπηρέτας του Γιάγχου Καλλιμάχη, και έφερεν εις Κωνσταντινούπολιν τας κεφαλάς αυτών, ως κεφαλάς του Άγα και του Βογορίδου. Και ο μεν Βογορίδης απέθανεν εν τη εξορία μετά ταύτα· ο δε Άγας, ο λογιζόμενος μεταξύ των νεκρών, εξεφανερώθη μετά την κάθοδον των εξορίστων εν μέσω των ζώντων, και εξετάσεως γενομένης, ανεκαλύφθη και απεδείχθη το ανοσιούργημα του δημίου.
Εν ώ δε οι φόνοι ήσαν αδιάλειπτοι εντός της βασιλευούσης, ουδένα Έλληνα άφινεν η εξουσία να φύγη εκείθεν. Επ' αυτώ τούτω ανεγνώσθη την 8 φιρμάνι εν τω πατριαρχείω διατάττον τον πατριάρχην να προσκαλέση πάντας τους ομοπίστους του ραγιάδας, και να λάβη εγγύησιν της μη φυγής των εκ Κωνσταντινουπόλεως· να τους υποχρεώση δε και να αλληλεγγυώνται πέντε συνάμα, ώστε, αν είς εκ των πέντε έφευγεν, οι λοιποί τέσσαρες να ήναι ένοχοι θανάτου. Τοιουτοτρόπως οι εν τη βασιλευούση δυστυχείς Έλληνες εκινδύνευαν πάντοτε· διότι ή εφονεύοντο αν δεν έφευγαν, ή αν έφευγεν είς εκινδύνευαν να φονευθώσι τέσσαρες αντ' αυτού.
Παύοντες την αιμοσταγή διήγησιν των τραγικών συμβάντων εν Κωνσταντινουπόλει, εν η και μόνη δεκαχισχίλιοι Χριστιανοί εθυσιάσθησαν, δεν δυνάμεθα να μη θαυμάσωμεν τον μέγαν χαρακτήρα, ον ο κλήρος, ο θείος τω όντι κλήρος, και οι άρχοντες επί της καταδιώξεώς των έδειξαν. Εν μέσω των δεσμών και των βασάνων, κατέμπροσθεν της επονειδίστου αγχόνης και υπό την ανθρωποκτόνον αξίνην, πολλοί εξ αυτών παρωρμώντο ν' αρνηθώσι τον Χριστόν προς διαφύλαξιν της ζωής και απόλαυσιν πολλών άλλων επιγείων αγαθών, αλλ' όλοι μέχρις ενός επροτίμησαν τας βασάνους και τον θάνατον.
Ότε εν τη βασιλική καθέδρα εχέετο ποταμηδόν και ανηλεώς το αίμα του ιερού κλήρου, των αρχόντων, των εμπόρων, των τεχνιτών και αυτού του όχλου· ότε διά μόνης της φυγής, και αυτής επί θανατική ποινή απηγορευμένης, οι μεν άνδρες ήλπιζαν ν' αποφύγωσι τας βασάνους και τον θάνατον, αι δε γυναίκες την ατιμίαν· ότε τα άγια των αγίων εμιαίνοντο, και ό,τι εσέβετο και επροσκύνει ο Χριστιανός εσυντρίβετο, εποδοπατείτο ή εχλευάζετο· ότε αι οικίαι επατούντο και αι ιδιοκτησίας ηρπάζοντο· ότε όλα ταύτα επράττοντο υπό τας όψεις των αντιπροσώπων των ευρωπαϊκών αυλών και τα πλείστα διά των διαταγών αυτού του σουλτάνου, εύκολον είναι να συμπεράνη τις τας αιματοχυσίας και τα παντός είδους παθήματα των δυστυχών Ελλήνων κατά τα άλλα μέρη της τουρκικής αυτοκρατορίας. Όπου Τούρκοι και Έλληνες, εκεί και σφαγαί και αρπαγαί και ατιμίαι· εκορυφούντο δε τα κακά ταύτα όπου τυχόν συνηθροίζοντο και στρατεύματα.
Η Σμύρνη, η δευτερεύουσα πόλις του κράτους, εκινδύνευσε να χαθή όλη τον καιρόν εκείνον. Οι κάτοικοι της πόλεως Τούρκοι, οι διά την ησυχίαν και ασφάλειάν της αφοπλισθέντες προ πολλού, εξωπλίσθησαν όλοι, έτοιμοι αφορμής δοθείσης να καταστρέψωσι τους Χριστιανούς. Ό,τι δε ερριψοκινδύνευσεν έτι μάλλον την πόλιν ήτον η συρροή πλήθους ενόπλων Τούρκων εις τα πέριξ, επί σκοπώ να πέσωσιν εκείθεν όπου εξερράγη η επανάστασις. Ο ένοπλος ούτος όχλος, αίσχος πάσης κυβερνήσεως και θανάσιμος πληγή πάσης κοινωνίας, εζήτει αναφανδόν την γενικήν σφαγήν των εν Σμύρνη Χριστιανών· αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες εν τη πόλει τας οικογενείας των και μη φοβούμενοι τους Χριστιανούς, αόπλους όντας, δεν επέτρεψαν την είσοδον αυτού εις την ειρηνικήν πόλιν. Αλλ' ούτος επί τη απαγορεύσει ταύτη εξηγριώθη και έπεσεν εις τα πέριξ της πόλεως χωρία, όπου, μηδενός εναντιουμένου, εσφάζοντο οι απροστάτευτοι χωρικοί ως πρόβατα, ητιμάζοντο αι γυναίκες και ηρπάζετο η περιουσία. Εντός δε της πόλεως, αν και ήτον ικανή εκτελεστική δύναμις οθωμανική, φόνοι σποράδην και αταξίαι συνέβαιναν καθ' ημέραν, και καθ' ημέραν φόβος ήτο γενικής σφαγής. Ουδείς Χριστιανός ετόλμα ν' αντείπη προς Τούρκον ό,τι και αν ήκουεν, ούτε να εξέλθη την νύκτα της οικίας ό,τι και αν εχρειάζετο. Οι Τούρκοι θεωρούντες εαυτούς εμπολέμους (σεφερλίδας) ενόμιζαν ότι όλα ήσαν συγχωρητά. Τόσον δε εθρασύνθησαν, ώστε δεν εσυστάλησαν να εξυβρίσωσι και κρατήσωσιν υπό φύλαξιν ολονυκτίως και αυτόν τον αρχηγόν της γαλλικής μοίρας και δύο αξιωματικούς συναπαντηθέντας καθ' οδόν υπό της εκτελεστικής δυνάμεως την νύκτα παρά την διαταγήν, αν και εφόρουν την στολήν των· αλλ' η θρασύτης αύτη τοις απέβη εις κακόν. Τολμηροί και αλαζόνες ενώπιον αόπλων, εφάνησαν δειλοί και ουτιδανοί ενώπιον ολίγων ευρωπαίων ενόπλων. Ο αρχηγός της γαλλικής μοίρας, απαιτών την επιούσαν ικανοποίησιν δι' όσα έπαθεν, έφερε το πλοίον του απέναντι του διοικητηρίου έτοιμον εις προσβολήν. Η πολεμία αύτη επίδειξις ήρκεσε μόνη και τους επ' ανδρία επαιρομένους Τούρκους να βάλη όλους εις φόβον και πολλούς εις φυγήν, και η ζητηθείσα ικανοποίησις εν τω άμα να δοθή. Αλλ' ο κίνδυνος των δυστυχών Χριστιανών εφαίνετο καθ' ημέραν εγγύτερος.
Οσάκις τα πνεύματα είναι ηρεθισμένα και επιρρεπή εις φόβον, μικρά αφορμή αρκεί να φέρη το παν άνω κάτω.
Την νύκτα της 30 μαρτίου έπεσε κατά περίστασιν εν τη πόλει τουφεκία. Φωναί ηκούσθησαν εν τω άμα λέγουσαι «έ β α λ α ν - σ π α θ ί». Αι φωναί αύται επανελήφθησαν, επιστεύθησαν, και όλοι οι κάτοικοι Χριστιανοί εχύθησαν εις το παραθαλάσσιον προς διάσωσιν εις τα πλοία· τινές δε εξ αιτίας του κυριεύοντος αυτούς φόβου ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και επνίγησαν, ως αν τους κατεδίωκαν τω όντι φονείς· αλλ' η πόλις διεσώθη ως εκ θαύματος κατ' εκείνην την περίστασιν.
Δεινά παθήματα έπαθε και η Αδριανούπολις. Διέτριβεν εν τη πόλει εκείνη ο πρώην οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος, μακράν των πολιτικών θορύβων, φυλάττων τας εντολάς του Θεού και μελετών τας ιεράς γραφάς· η υπόληψις δε, ην απελάμβανε, τον ανέδειξεν, ως είδαμεν, και απόντα άξιον της ομοφώνου εκλογής της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησιαστικής και κοσμικής ομηγύρεως εις την εκ δευτέρου πλήρωσιν του χηρεύσαντος πατριαρχικού θρόνου· αλλ' αυτή η υπόληψις τον ανέδειξεν ενώπιον εξουσίας τιμωρούσης την αρετήν άξιον θανάτου, και αντί να τον αναβιβάση εις τον οικουμενικόν θρόνον κατά την αυθόρμητον θέλησιν όλων, τον ανεβίβασεν εις το πήγμα της αγχόνης κατά την αυθαίρετον προσταγήν της εξουσίας. Εζήτησεν ο ιερός ανήρ ολίγας στιγμάς να προσευχηθή· προσευχήθη μυστικώς, είπε μεγαλοφώνως το «Μ ν η σ θ η τ ί - μ ο υ - Κ ύ ρ ι ε - ε ν - τ η - β α σ ι λ ε ί α - σ ο υ», και παρέδωκε το πνεύμα εις χείρας του Πλάστου. Συγχρόνως εκρεμάσθησαν και οι προκριτώτεροι Χριστιανοί, και η μεγαλόπολις εκείνη επένθησε πένθος μέγα.
Οι δε κάτοικοι της Αίνου έπαθαν άλλου είδους πάθημα. 800 Τούρκοι οπλοφόροι, σταλέντες εκεί εξ Αδριανουπόλεως, κατέλαβαν εν πρώτοις το φρούριον και έξωσαν τους έως τότε ενοικούντας Χριστιανούς· μετά τούτο αφώπλισαν όλους τους κατοίκους της πόλεως, τους επήραν ό,τι και αν είχαν, και προς εξευτελισμόν διέταξαν τους προϊσταμένους να φορέσωσιν αντί καλπακίου μαύρην προβίαν, και σεγκούνιον αντί του συνήθους επανωφορίου· τοις έλεγαν δε, ότι τοιούτον ήτο τα φόρεμα των πιστών ραγιάδων.
Τοιαύτη ήτον η κατάστασις κατά το μάλλον και ήττον τας ημέρας εκείνας όλων των μερών του οθωμανικού κράτους, όπου συνέζων αι δύο ετερόθρησκοι και ετερογενείς φυλαί. Και ταύτα πάντα έπασχαν οι δυστυχείς Χριστιανοί όχι διότι επεβουλεύθησαν τον σουλτάνον, ή τον παρήκουσαν, ή τον επολέμησαν, αλλά διότι άλλοι, κατοικούντες άλλα μέρη της επικρατείας του, τυχόντες να ήναι ομογενείς των και ομόθρησκοι, εκίνησαν όπλα κατ' αυτού.
Αλλά, καθώς άλλοτε η χύσις του αίματος των μαρτύρων εστερέωσε την καταδιωκομένην του Χριστού εκκλησίαν, ούτω και τα δεινά παθήματα τόσων αθώων ομογενών και ομοπίστων εστερέωσαν και σήμερον την επανάστασιν της Ελλάδος, διότι εξήψαν έτι μάλλον εν ταις καρδίαις των αγωνιζομένων το προς τους τυράννους μίσος, και τοις είπαν, ότι η μάχαιρα ήτον η μόνη ελπίς και η μόνη καταφυγή· ώστε η Πύλη λυσσώσα και μαινομένη υπεστήριξε τον κλονιζόμενον ελληνικόν αγώνα δι' ων τρόπων επεχείρησε να τον πολεμήση, εκίνησε την συμπάθειαν όλου του χριστιανικού κόσμου υπέρ των καταδιωκομένων, ηνάγκασε και αυτάς τας φιλικάς της Δυνάμεις να ομολογήσωσιν ότι Τούρκοι και Έλληνες δεν ήτο δυνατόν εις τα εξής να συζήσωσι, και επιθανολόγησε και τον μεταξύ αυτής και της Ρωσσίας πόλεμον, εφ' ον οι αγωνιζόμενοι Έλληνες εσάλευαν τας ελπίδας των. Τοιουτοτρόπως η Θεία Πρόνοια διά των ανεξερευνήτων βουλών της ρίπτει επί την κεφαλήν των απάνθρωπα πραττόντων τας απανθρωπίας των, και προετοιμάζει ακαταλήπτως πως το ευτυχές μέλλον της αδίκως πασχούσης ανθρωπότητος εν μέσω αυτών των δυστυχημάτων της.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'
Εξωτερική πολιτική προς την Ελλάδα και διαγωγή της Ρωσσίας προς τον Υψηλάντην.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΝ η ιερά συμμαχία εν Λαϋβάχη, έχουσα προσηλωμένην όλην την προσοχήν της εις τα εν τη μεσημβρινή Ευρώπη μεγάλα πολιτικά συμβάντα, ότε εξερράγη η επανάστασις της Ελλάδος. Η συμμαχία αύτη συστηθείσα εν Παρισίοις το 1815, αν και όλη πολιτική, είχε πρόσχημα θρησκευτικόν. Το δεύτερον άρθρον της συνθήκης της έλεγεν.
«Οι άνακτες Αυστρίας, Πρωσσίας και Ρωσσίας ομολογούν, ότι ο χριστιανικός κόσμος, ούτινος και αυτοί και οι λαοί των είναι μέλη, δεν έχει κυρίως βασιλέα ειμή τον Παντοκράτορα, τον Υιόν και Λόγον του Θεού, τον Σωτήρα ημών και Θεόν Ιησούν Χριστόν· διότι εν αυτώ και μόνω αποταμιεύονται όλοι οι θησαυροί της αγάπης, της γνώσεως και της σοφίας».
Το γράμμα της συνθήκης απέκλειε πασιφανώς της συμμαχίας την οθωμανικήν Αρχήν ως αλλόθρησκον και ασεβή, και εθάρρυνε τους υπ' αυτήν πιστεύοντας εις Χριστόν λαούς· αλλ' αι πραγματικαί αρχαί της εφάνησαν επί των προρρηθέντων πολιτικών συμβάντων ούσαι η αναλλοίωτος διατήρησις των καθεστώτων παντός κράτους ανεξαιρέτως υπό οιονδήποτε θρησκευτικόν σύμβολον και αν διετέλει, και η εν αυτώ παραδοχή πολιτικών μεταβολών τότε μόνον, ότε αύται ενηργούντο διά της αυθορμήτου θελήσεως του άνακτος. Πραγματοποιήσασα η συμμαχία διά στρατιωτικής επεμβάσεως τας αρχάς ταύτας εν Ιταλία, τας εκήρυξε και εγγράφως εις γνώσιν όλου του κόσμου και τας εφήρμοσε και κατ' αυτού του αγώνος της Ελλάδος. Τοιουτοτρόπως, σεμνολογουμένη «Ι ε ρ ά», ως δήθεν ενεργούσα υπό το σωτήριον κράτος της αδελφικής εν Χριστώ αγάπης και της ευαγγελικής χάριτος, εγκατέλειψε και κατέκρινεν ολόκληρον χριστιανικόν λαόν, ως επιχειρήσαντα ν' αποτινάξη αλλόπιστον και μισόχριστον ζυγόν υφ' ην προ αιώνων εστέναζε.
«Χρήσιμοι», εκήρυξεν η συμμαχία εν Λαϋβάχη, την 30 απριλίου 1821, «Χρήσιμοι ή αναγκαίαι μεταβολαί εν τη νομοθεσία ή εν τη διοικήσει των επικρατειών πρέπον είναι να πηγάζωσιν εκ της ελευθέρας θελήσεως και της πλήρους πεποιθήσεως των θεόθεν την εξουσίαν εμπεπιστευμένων. Παν ό,τι παρεκτρέπεται της αρχής ταύτης φέρει εξ ανάγκης τους λαούς εις αταξίαν, εις κλονισμούς και εις δεινά βαρύτερα παρ' όσα προτίθεται να θεραπεύση. Οι άνακτες, αισθανόμενοι βαθέως την αναλλοίωτον ταύτην αλήθειαν, δεν εδίστασαν να κηρύξωσι παρρησία, ότι σεβόμενοι τα δίκαια και την ανεξαρτησίαν όλων των νομίμων εξουσιών, εθεώρησαν ως νομίμως μη υπάρχουσαν και ως μη συνάδουσαν προς τας αρχάς του δημοσίου δικαίου της Ευρώπης πάσαν λεγομένην μεταρρύθμισιν ενεργουμένην δι' αποστασίας και δι' όπλων. Ως τοιαύτης φύσεως εθεώρησαν όχι μόνον όσα συνέβησαν εν τοις βασιλείοις της Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας, αλλά και όσα (ήτοι τα της Ελλάδος) λ α β ό ν τ α - α ρ χ ή ν - ε κ - μ η χ α ν ο ρ ρ α φ ί α ς - ε π ί σ η ς - ε γ κ λ η μ α τ ι κ ή ς, α ν - κ α ι - υ π ό - π ο λ λ ά ς - δ ι α φ ο ρ ε τ ι κ ά ς - π ε ρ ισ τ ά σ ε ι ς, κ α τ έ σ τ η σ α ν - ε σ χ ά τ ω ς - τ ο - α ν α τ ο λ ι κ ό ν - μ έ ρ ο ς - τ η ς - Ε υ ρ ώ π η ς - θ έ α τ ρ ο ν - α π ε ρ ά ν τ ων - κ α κ ώ ν».
Ας συμβιβάση όστις ημπορεί την πολιτικήν ταύτην και τας χριστιανικάς αρχάς, ας η ιερά συμμαχία εκήρυξε παρρησία ότι επρέσβευεν.
Τυφλή και αξιοκατάκριτος είναι η πολιτική οσάκις δεν χειραγωγείται υπό της ηθικής· αλλά καθίσταται και βδελυρά οσάκις περιβάλλεται την ιεράν θρησκείαν, ό εστι, την υψίστην ηθικήν, εις καταπίεσιν της πασχούσης ανθρωπότητος. Ομολογήσαντες οι της ιεράς συμμαχίας εν τω επί της συστάσεώς της κηρύγματι, εν κατανύξει και ταπεινότητι καρδίας, ως παμβασιλέα των τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εχρεώστουν βεβαίως να υποτάσσωνται εις τας εντολάς του παμβασιλέως των, καθώς τουλάχιστον απήτουν να υποτάσσωνται εις τας διαταγάς αυτών των μη παμβασιλέων οι λαοί.
Το ιερόν ευαγγέλιον δεν εθεωρήθη ποτέ σχολείον δεσποτισμού και δουλείας, αλλά μάθημα πραότητος, αγάπης και παραμυθίας των πασχόντων, και βιβλίον ελευθέρων ανδρών και ισοτίμων. Ενήργουν άρα οι άνακτες παρά το πνεύμα και το γράμμα του ιερού ευαγγελίου, κανόνος κατ' αυτούς της πολιτικής των, κατακρίνοντες παρρησία τους πιστεύοντας εις Χριστόν Έλληνας ως μη θέλοντας να διαμένωσι δούλοι και υπό την μάχαιραν μισοχρίστων δεσποτών. Πασίγνωστον είναι, ότι οι Τούρκοι εθεώρουν και μετεχειρίζοντο τους Έλληνας ως δούλους, όχι δι' άλλο ειμή διότι ήσαν Χριστιανοί. Πασίγνωστον επίσης είναι, ότι οιανδήποτε στιγμήν απεφάσιζαν οι Έλληνες Χριστιανοί να τουρκεύσωσιν, εγίνοντο εν τω άμα ελεύθεροι και καθ' όλα ισότιμοι των Τούρκων, καθώς έγειναν ελεύθεροι και καθ' όλα ισότιμοι αυτών οι άλλοτε Χριστιανοί και σήμερον Μωαμεθανοί Αλβανοί, οι τυραννούντες ημάς διαμείναντας Χριστιανούς. Διά τριών τρόπων εδύναντο οι Έλληνες Χριστιανοί ν' απαλλαχθώσι της δουλείας· ή δι' αυθορμήτου θελήσεως και πλήρους πεποιθήσεως κατά την φράσιν της ιεράς συμμαχίας του σουλτάνου, ή δι' όπλων, ή δι' αρνησιθρησκείας. Ουδείς βεβαίως, σώας έχων τας φρένας, ήλπιζέ ποτε την απελευθέρωσιν των Ελλήνων Χριστιανών από αυθορμήτου θελήσεως και πλήρους πεποιθήσεως σουλτάνου· η χρήσις όπλων κατεκρίνετο και αύτη και κατετρέχετο υπό της ιεράς συμμαχίας· δεν έμενεν άρα άλλος τρόπος απελευθερώσεως παρά την αρνησιθρησκείαν. Τοιούτος ήτον ο πολιτικός φανατισμός της συμμαχίας· ήθελε τους αθλίους Έλληνας ή Μωαμεθανούς συνδεσπόζοντας ή Χριστιανούς δουλεύοντας!
Εν ώ δε οι συστηταί της εκήρυξαν ταύτα κατά των Ελλήνων, διέταξαν και τους εν ταις ηγεμονείαις εδρεύοντας προξένους των ν' αναχωρήσωσιν εκ των μεμολυσμένων εκείνων τόπων.
Ο δε αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, ον πολλά δείγματα του ελληνικού αγώνος αποκαθίστων, αν και αδίκως, ύποπτον προς τους συμμάχους του, λαβών αφορμήν εκ των προς αυτόν αναφορών του Υψηλάντου, του Σούτσου και των Μολδαυών, εκήρυξεν, ότι εθεώρει το κίνημα του Υψηλάντου ως αποτέλεσμα του διακρίνοντος τον καιρόν εκείνον φιλοταράχου πνεύματος και της απειρίας και κουφότητος της νεαζούσης ηλικίας του· τον απέβαλε δε και της υπηρεσίας του και τον ειδοποίησεν, ότι απεδοκίμαζε το επιχείρημά του, ότι δεν έπρεπε να προσδοκά παραμικράν βοήθειαν παρά της Ρωσσίας, και ότι ώφειλε να εγκαταλείψη και τον αγώνα και τους τόπους εκείνους (α)· διέταξε δε συγχρόνως τον μεν αρχηγόν των κατά τον Προύθον και την Βεσσαραβίαν δυνάμεων του Βιτγενστέην να διατηρή αυστηράν ουδετερότητα και να μη βοηθή τον ελληνικόν αγώνα, τον δε εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν του να κοινοποιήση ταύτα πάντα τω σουλτάνω, και να προσφέρη αυτώ όχι μόνον πάσαν ηθικήν συνδρομήν, αλλά και στρατιωτικήν βοήθειαν προς κατάπαυσιν των εν ταις δύο ηγεμονείαις ταραχών. Ό,τι δε προ πάντων παρώργισεν υπέρμετρα τον Αλέξανδρον κατά του Υψηλάντου, και δικαίως, και διήγειρε κατ' αυτού υποψίας παρά τη ιερά συμμαχία ήτον η εν τη προς τους Έλληνας προκηρύξει αυτού του Υψηλάντου φράσις λέγουσα, «κινηθήτε, και θέλετε ιδεί μίαν κραταιάν Δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας» Τοιουτοτρόπως εματαιώθησαν όλαι αι εξωτερικαί ελπίδες του αγώνος.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'
Τα κατά τον Υψηλάντην διατρίβοντα εν Κολεντίνη. — Φυγή του ηγεμόνος Σούτσου. — Τα κατά τον Πεντεδέκαν. — Μετάβασις Υψηλάντου εις Τυργόβιστον. — Συμβάντα εν Μολδαυία. — Μάχη Γαλατσίου.
ΜΟΛΙΣ έφθασεν ο Υψηλάντης εις Κολεντίναν περιστοιχιζόμενος υπό καταχραστών, απειθών και επιβούλων, και έπεσαν επί την κεφαλήν του οι τρεις απροσδόκητοι κεραυνοί· ο μεν πνευματικός, ό εστιν, αι κατάραι και οι αφορισμοί της Μεγάλης εκκλησίας· οι δε δύο πολιτικοί, ήτοι η κατάκρισις του αγώνος παρ' όλης της ιεράς συμμαχίας, και η αποκήρυξις και καθαίρεσις αυτού παρά του αυτοκράτορος της Ρωσσίας. Και η μεν πνευματική πράξις απέσπασε πολλάς ευλαβείς καρδίας θεωρούσας αυτόν εις το εξής αφωρισμένον και κατηραμένον· η δε πολιτική, η της Ρωσσίας, ην εδημοσίευσεν ο εν Ιασίω γενικός αυτής πρόξενος καθ' ην ημέραν εστρατοπέδευσεν ο Υψηλάντης εν Κολεντίνη, εστηλίτευσεν επισήμως το ψεύδος, και έκαστος εφρόντιζεν έκτοτε πώς να σωθή. Οι άρχοντες των δύο ηγεμονιών, οι μεν έφευγαν, οι δε συνεννοούντο μυστικώς μετά των Τούρκων. Φόβος μέγας επεκράτει παντού, και εσωτερικώς εξ αιτίας της παντελούς αταξίας και αναρχίας, και εξωτερικώς εξ αιτίας επαπειλουμένης εισβολής οθωμανών. Ο δε Μιχαήλ Σούτσος, ιδών εξ ων έλαβεν απαντήσεων εις τας προς τον Αλέξανδρον αναφοράς του, ότι η ελπίς της ρωσσικής συμπράξεως, η μόνη απομένουσα ελπίς εφ' ης και αυτός στηριζόμενος εγένετο συμμέτοχος του αγώνος, εματαιώθη, υποπτεύων και τας μυστικάς σχέσεις των εντοπίων προς τους Τούρκους, και βλέπων ότι ο τόπος ήτο εις την διάκρισιν εχθρών, προδοτών και επιβούλων, και ότι ουδεμίαν είχε πλέον ισχύν, απεφάσισε, φοβούμενος μη κρατηθή και παραδοθή, να φύγη κρυφίως και μεταβή εις Βεσσαραβίαν, όπου, ως ειδοποιήθη, εδόθησαν διαταγαί εις υποδοχήν του· έφυγε δε διά νυκτός την 30 μαρτίου εν αγνοία των αρχόντων του τόπου, προϋπογράψας και σφραγίσας διπλώματα εις σύστασιν ανθηγεμονίας εκ των μελών του εντοπίου συμβουλίου, διαρκούσης της προσωρινής, ως έλεγεν, απουσίας του, και εις αντικατάστασιν εν τη υπηρεσία αυτοχθόνων αντί των Ελλήνων αυλικών του παρακολουθησάντων όλων· έστειλε δε τους διορισμούς, αφού διέβη τον Προύθον, προς τον μητροπολίτην, όπως ενεργηθώσιν. Εγνώσθη την επαύριον η φυγή του ηγεμόνος, εγνώσθησαν και οι διορισμοί, αλλ' ελογίσθησαν διορισμοί όχι ηγεμόνος απόντος, αλλ' αποστάτου και φυγάδος· διά τούτο συνελθόντες οι έχοντες δικαίωμα ψήφου εσύστησαν ανθηγεμονίαν όπως συνειθίζετο οσάκις εχήρευεν η ηγεμονεία. Συστηθείσα η νέα Αρχή έσπευσε να προσφέρη την υποταγήν της τω σουλτάνω, απεφυλάκισε και ώπλισεν ολίγους Τούρκους, ους εκράτει υπό φύλαξιν ο Σούτσος, ίνα μη κακοπάθωσι και ούτοι ως οι άλλοι (α), και διέταξε να καταδιώκονται ως εχθροί όσοι των περί τον Υψηλάντην διέμεναν εντός της ηγεμονείας επέκεινα ρητής προθεσμίας. Αλλ' αν η εντόπιος ανθηγεμονία παρέλαβε την Αρχήν εγκαταλειφθείσαν, δεν εφάνη αξία και να την φυλάξη παραληφθείσαν.
Καθ' ας ημέρας εσυστήθη αύτη, έφθασεν εις Ιάσι ο Πεντεδέκας σταλείς παρά του Υψηλάντου, αγνοούντος εισέτι την φυγήν του Σούτσου, επί χρηματολογία και αποστολή εις το γενικόν στρατόπεδον των προσερχομένων καθ' ημέραν έξωθεν εθελοντών. Φθάσας ο Πεντεδέκας εις Ιάσι, αντί φιλικής ηύρε παρά πάσαν προσδοκίαν εχθρικήν κυβέρνησιν· και αμέσως συνέλεξεν όσους Έλληνας και άλλους εδυνήθη εν τη πόλει, ως 200, και πλήρης τόλμης εκυρίευσε διά της μικράς ταύτης δυνάμεως μεσούντος του απριλίου το ανάκτορον, και έλαβε μόνος αυτός όλην την πραγματικήν δύναμιν.
Ο δε Υψηλάντης, φοβούμενος εισβολήν εχθρών, επειράθη να την εμποδίση, και ειδοποίησε τους ανθηγεμόνας της Βλαχίας, ότι επληροφόρησε τον αυτοκράτορα της Ρωσσίας περί των κινημάτων του, περί της καταστάσεως της Ελλάδος, και περί του επαπειλούντος τας δύο ηγεμονείας κινδύνου, αν εγίνοντο κέντρον ενώσεως εχθρικών στρατοπέδων και θέατρον πολέμου· ότι ο αυτοκράτωρ προς διατήρησιν της γενικής ειρήνης και των σχέσεών του τω παρήγγειλε μεν διά γράμματος του Καποδιστρίου όσα έκρινεν εύλογον εις παύσιν του κινήματος των Ελλήνων, αλλά τω εγνωστοποίησε συγχρόνως ότι ευηρεστήθη να προτείνη τη Πύλη φιλελληνικάς προτάσεις· ότι άνευ της παραδοχής των προτάσεων του αυτοκράτορος δεν κατέθετε τα όπλα· ότι σκοπόν δεν είχε να προσβάλη πρώτος τους Τούρκους, και ότι επεθύμει μηδ' αυτοί να προσβάλωσιν, ίνα μη πάθη ο ουδέτερος τόπος.
Απρίλιος Τοιαύτα έγραψεν ο Υψηλάντης, αλλ' ουδέν ωφελήθη· διαμείνας δε ως μίαν εβδομάδα εν Κολεντίνη, ανεχώρησε πανστρατιά την 4 απριλίου, και την επαύριον εστρατοπέδευσεν εν Τυργοβίστω, όπου και ωχυρώθη· κατέλαβε δε διά του αδελφού του Νικολάου και το Κυμπουλούγγι, το επί των Καρπαθίων ορέων, ετοποθέτησε και τον Γεωργάκην κατά το Πιτέστι, το επί λοφώδους θέσεως μεταξύ Τυργοβίστου και του ποταμού Όλτου· τον δε Κωνσταντίνον Δούκαν απέστειλεν εις Πλοέστι. Αλλ' αι τέσσαρες αύται θέσεις ήσαν τόσω μακράν η μία της άλλης, ώστε και δυσκόλως συνεβοηθούντο, και ευκόλως διεκόπτοντο. Ο Υψηλάντης διατρίβων εν Τυργοβίστω ηύξησεν εις 450 τον ιερόν λόχον, ωργάνισε και μικρόν πυροβολικόν, και ιππικόν εκ διακοσίων, και έταξε την δύναμιν ταύτην υπό τον Καντακουζηνόν. Αλλά το στρατόπεδον έπασχεν έλλειψιν πολεμεφοδίων, πριν έτι αρχίση να πολεμή. Εξ αιτίας της αυστηράς απαγορεύσεως της αυστριακής Αρχής εις μάτην επροσπάθησεν ο Υψηλάντης να μεταφέρη πολεμεφόδια εκ Τρανσιλβανίας· ευτύχησεν όμως να συλλάβη πυρίτιδα δισχιλίας οκάδας στελλομένην έξωθεν προς τον Βλαδιμιρέσκον κρυφίως παρά τινων φίλων του, ην εκράτησεν εις χρήσιν του ολιγωρήσας τα πικρά παράπονα του προς ον εστέλλετο· μετεποίησε δε εις βόλια και την μολυβδίνην σκέπην του αρχιεπισκοπικού ναού της πόλεως. Δεν έπασχε δε το στρατόπεδόν του ολιγωτέραν έλειψιν τροφών. Τω όντι, τόση ήτον η αταξία, η παράλυσις, ο σφετερισμός και η απρονοησία, ώστε εν μέσω των ευφορωτέρων τόπων της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όθεν ετρέφετο κυρίως η Κωνσταντινούπολις, ο περί τον Υψηλάντην μικρός αριθμός επείνα. Αλλ' ό,τι κατετάραττε προ παντός άλλου τον Υψηλάντην ήτον η προς αυτόν επίβουλος διάθεσις του Βλαδιμιρέσκου και του Σάββα, ημέρα τη ημέρα αναπτυσσομένη και λαμβάνουσα επίφοβον χαρακτήρα. Ουδένα λόγον έχομεν να υποπτεύσωμεν την ειλικρίνειαν του Βλαδιμιρέσκου κατ' αρχάς του κινήματός του. Δεν έλαβεν αυθόρμητος τα όπλα, αλλά κατά πρότασιν και διά συνδρομής του Γεωργάκη, του πιστού οπαδού της Εταιρίας, και του Υψηλάντου· μετέβαλεν όμως σχέδια, ότε είδεν ότι ο Υψηλάντης είχε μάλλον να ελπίση και να φοβηθή παρ' αυτού, ή αυτός παρ' εκείνου. Έκτοτε κατεγίνετο σπουδαίως να πραγματοποιήση ό,τι ως πρόσχημα του αληθούς σκοπού του άλλοτε παρεδέχθη, ο εστί, την αυτονομίαν της πατρίδος του υπ' αυτόχθονας αυθέντας. Αφ' ού δε ησθάνθη τας δυνάμεις του, και είδεν ο μικρός ούτος την υψηλήν αριστοκρατίαν της πατρίδος του φεύγουσαν απέμπροσθέν του, συνέλαβε την ιδέαν και να αυθεντεύση, και ηγάπα να λέγεται Δ ο μ ν ο θ ε ό δ ω ρ ο ς ενεργών τα πάντα ηγεμονικώς διά του μητροπολίτου και των εναπομεινάντων αρχόντων συνεδριαζόντων παρά τω μητροπολίτη, ον φοβηθέντα και αναχωρήσαντα επανέφερε βία εις την πόλιν. Αλλ' ό,τι τον καταδικάζει είναι η υπουλότης και η απιστία του. Υπεκρίνετο τον οπαδόν του Υψηλάντου, και συνενοείτο κατ' αυτού κρυφίως μετά των Τούρκων, οίτινες κολακεύοντες την φιλαυτίαν του τον παρέσυραν εις τα συμφέροντά των και εις τον όλεθρόν του. Ουδεμία έμεινεν αμφιβολία περί της απιστίας του, αφ' ού οι περί τον Υψηλάντην συνέλαβαν δύο ταχυδρόμους επί της οδού της μεταξύ Βουκουρεστίου και Γυργέβου, πόλεως επί την αριστεράν όχθην του Δουνάβεως, εξ ων ο μεν εστέλλετο παρά του Βλαδιμιρέσκου προς τας τουρκικάς Αρχάς, ο δε ήρχετο εκείθεν προς αυτόν, φέροντες αμφότεροι γράμματα μαρτυρούντα την προς τον Υψηλάντην απιστίαν του και την επί λόγω αμοιβής απαίτησιν της ηγεμονίας της πατρίδος του. Συνέλαβαν και τον ιατρόν Θεοδόσιον επανερχόμενον εις Βουκουρέστι εκ της εν Τρανσιλβανία Στρεφανουπόλεως, όπου εστάλη εις προτροπήν των εκεί καταφυγόντων αρχόντων Βλάχων όπως γράψωσι τω σουλτάνω κατά της φαναριωτοκρατίας, και ζητήσωσιν αυθέντην τον Βλαδιμιρέσκον.
Ο δε Σάββας, επίσης και αυτός άπιστος προς τον Υψηλάντην, εφάνη υπουλότερος του Θεοδώρου ως πνευματωδέστερος και επιτηδειότερος. Εν ώ ο Υψηλάντης διέτριβεν εν Βεσσαραβία, ο Σάββας τον εθάρρυνεν, ως είδαμεν, να μεταβή εις τας ηγεμονείας, υποσχόμενος να κινήση εις επανάστασιν διά της επιρροής του και της παρουσίας του την Βουλγαρίαν· δεν είχε δε τότε υπηρεσίαν παρά τω αυθέντη Αλεξάνδρω Σούτσω, και εθήρευε τύχην· αλλ' αποθανόντος τούτου κατέστη αρχηγός της φρουράς του Βουκουρεστίου· είχε δε και παλαιάς σχέσεις προς τον νέον ηγεμόνα Καλλιμάχην και ήλπιζε βεβαίως βελτίωσιν της τύχης του· και ουδεμία αμφιβολία, ότι εντεύθεν επήγασεν η πρώτη μεταβολή του φρονήματός του· αλλ', αφ' ού η αυτοκρατορική αποκήρυξις του Υψηλάντου εστηλίτευσε τας απατηλάς υποσχέσεις της Εταιρίας, εμελέτησε και προδοσίαν επ' ελπίδι να εύρη πλειοτέραν χάριν παρά τη οθωμανική εξουσία.
Τοιούτοι εφάνησαν κατά δυστυχίαν οι δύο εκ των τριών ισχυροτέρων οπλαρχηγών του κατά τας ηγεμονείας αγώνος. Εν ώ δε οι δύο ούτοι επεβουλεύοντο τον Υψηλάντην εν αγνοία ο είς του άλλου, επεβουλεύοντο και αλλήλους αντιφερόμενοι θανασίμως διά παλαιά πάθη και ανθυπαβλεπόμενοι.
Εν τοσούτω η Πύλη, μαθούσα τα κατά τας ηγεμονείας, ήρχισε να στέλλη ικανάς δυνάμεις προς τα παραδουνάβια φρούρια διαπραγματευομένη εν ταυτώ και παρά τω αυτοκράτορι της Ρωσσίας την μετάβασιν αυτών εις τας ηγεμονείας. Ο αυτοκράτωρ, αγωνιζόμενος παντοιοτρόπως να βεβαιώση την Πύλην και τας Ευρωπαϊκάς αυλάς ότι δεν ενείχετο εις τα επαναστατικά κινήματα, συγκατένευσε προθύμως εις την περί της στρατιωτικής εισβολής αίτησιν της Πύλης, και ούτως εκίνησαν τα στρατεύματά της. Και εν πρώτοις, μεσούντος του απριλίου, επέρασαν δισχίλιοι στρατιώται εκ Σιλιστρίας εις Καλαράσι, προς την αντικρύ της Σιλιστρίας όχθην του Δουνάβεως, και διά τον ολίγον αριθμόν των διέμειναν εντός του θέματος της Γιαλομνίτας, ούτινος το Καλαράσι είναι η πρωτεύουσα, συνάζοντες τροφάς αλλά μηδαμώς ενοχλούντες τους κατοίκους· άλλο δε μικρόν σώμα εξ 150 εισέβαλε μετ' ολίγον από του Ροστσουκίου επί λεηλασία και επροχώρησε και εις Ρουσεδεβέδην επί του ποταμού Βέδη, όπου 200 στρατιώται εκ των του Γεωργάκη επιπεσόντες αιφνιδίως την 23, τους μεν εφόνευσαν ους δε αιχμαλώτευσαν. Την δε 30 ο φρούραρχος της Βραΐλας, Ισούφπασας Περκόφτσαλης, εξεστράτευσεν εις Γαλάτσι μετά 3000 ιππέων και 1500 πεζών.
Μάιος Έμπροσθεν του Γαλατσίου ήσαν τρεις προμαχώνες εγερθέντες παρά των Ρώσσων επί του τελευταίου πολέμου, εξ ων προς την οδόν της Βραΐλας ήτον ο οχυρώτερος. Προ ολίγου είχεν αποσταλεί εκεί παρά του Υψηλάντου εις φρούρησιν της πόλεως ο Θανάσης Τουφεκτσής Καρπενησιώτης, ανήρ γενναίος και μέχρι τούδε προσοδώνης. Ούτος, αναχωρήσας εκ Τυργοβίστου, είχε μόνον 60 στρατιώτας· αλλά φθάσας εις Γαλάτσι τους ηύξησεν εις 600, εν οις και πολλοί των πληρωμάτων των εν τω λιμένι 15 πλοίων, άτινα υπό τουρκικήν όντα σημαίαν και τουρκική ιδιοκτησία εκράτησεν ο Καραβιάς επί της κυριεύσεως του Γαλατσίου. Οι 600 ούτοι, αν και ολίγοι, απεφάσισαν να αντιπαραταχθώσι· και καθ' ην ημέραν εξήλθαν οι εχθροί της Βραΐλας, ο Θανάσης και ο Γεώργης Παπάς υποπλαρχηγός του, ολίγους έχοντες ιππείς, υπήγαν μέχρι των πλησίον του Γαλατσίου εις τον Δούναβιν εκβολών του ποταμού Σερέτη προς σκόπευσιν του προσερχομένου εχθρικού στρατεύματος, και ακροβολισθέντες επανήλθαν αυθημερόν εις τους προμαχώνας. Την δε επιούσαν (1 μαΐου) επήλθαν οι εχθροί. Τούτους ιδόντες μόνον επερχομένους οι κατέχοντες τους δύο ανωχύρους προμαχώνας ελειποτάκτησαν εν τω άμα και συνελειποτάκτησαν και οι πλείστοι των εν τω οχυρώ· εναπέμειναν δε ο Θανάσης, ο Παπάς και 43 στρατιώται, και επολέμησαν γενναίως όλην την ημέραν απωθούντες ευτυχώς τους πολλάκις εφορμώντας ιππείς. Επελθούσης δε της νυκτός, έπαυσεν η μάχη· και επειδή οι έγκλειστοι δεν έβλεπαν άλλον τρόπον σωτηρίας παρά την φυγήν, δύο ώρας πριν φέξη έρριψαν εν πρώτοις έξω του προμαχώνος τους επενδύτας των, ους οι Τούρκοι εκλαβόντες υπό το σκότος της νυκτός ως αυτούς τούτους, ετουφέκισαν· πριν δε προφθάσωσι και γεμίσωσιν εκ δευτέρου τα τουφέκια, εξεπήδησαν οι έγκλειστοι αφ' ού εγέμισαν τα εντός δύο εύχρηστα κανόνια και έθεσαν επί της οπής αυτών μακρά φυτίλια, ώστε ν' ανάψη το έν κατόπιν του άλλου μετά την φυγήν των, και ούτω να υπολάβωσιν οι εχθροί ότι απέμειναν και άλλοι εν τω προμαχώνι και να μη επιπέσωσιν όλοι επ' αυτούς φεύγοντας. Το στρατήγημα επέτυχεν, οι Τούρκοι δεν κατεδίωξαν τους φεύγοντας, και ούτω διεσώθησαν όλοι παρά τρεις επί μικράς Χερσονήσου προς την συμβολήν του Προύθου και του Δουνάβεως. Την δε επαύριον οι Τούρκοι εκυρίευσαν την πόλιν, την ελεηλάτησαν, την έκαυσαν, εξακοσίους εν αυτή Μολδαυούς εφόνευσαν, και τα εν τω λιμένι πλοία κατέστρεψαν. Ενδιατρίψαντες δε τρεις ημέρας επανήλθαν εις Βραΐλαν φέροντες τα λάφυρα. Ολίγοι ιππείς και πεζοί εξεκόπησαν καθ' οδόν και επροχώρησαν εις τα ενδότερα της Βλαχίας επί λεηλασία, εξ ων τινες πεζοί αφίχθησαν εις Ρύμνικον το μεταξύ Φωξάνης και Βουζέου, και ιδόντες Έλληνας εφίππους επερχομένους, εκλείσθησαν χάριν ασφαλείας έν τινι οικία, έφυγαν μετά δίωρον μάχην, και κατέφυγαν είς τινα μύλον έξω της κωμοπόλεως· αλλ' οι καταδιώκοντες αυτούς ιππείς και τον μύλον έκαυσαν, και τους πλείστους των εν αυτώ εθανάτωσαν.
Μετά δε την φυγήν του Σούτσου και τα μεταξύ της ανθηγεμονίας και του Πεντεδέκα εν Ιασίω παρεμπεσόντα, και πριν έτι γνωσθώσιν εν Τυργοβίστω τα παθήματα των εν Γαλατσίω, ο Υψηλάντης διέταξε τον Καντακουζηνόν να μεταβή εις Μολδαυίαν ως γενικός αντιπρόσωπός του, να στείλη εκείθεν εις το γενικόν στρατόπεδον στρατιώτας, πολεμεφόδια, χρήματα και τα εν Γαλατσίω κανόνια, και να επανέλθη μετά ταύτα και αυτός· εν απουσία δε αυτού κατέστησεν αρχηγόν του ιερού λόχου τον Καραβιάν.
Την 9 ανεχώρησεν εκ Τυργοβίστου ο Καντακουζηνός, έχων 350 συμμίκτους οπλοφόρους. Πλησιάσας εις Φωξάνην και ειδοποιηθείς ότι ενδιέτριβαν 200 Τούρκοι εκ των επί λεηλασία εισβαλόντων, διέταξε τους πλείστους των περί αυτόν να πέσωσι την νύκτα επ' αυτούς κοιμωμένους. Οι διαταχθέντες εισήλθαν την νύκτα της 14 εις την πόλιν, και επροχώρησαν ησύχως μέχρι του μοναστηρίου του αγίου Ιωάννου όπου οι εχθροί διενυκτέρευαν ανύποπτοι· αλλ', ενώ η επιτυχία ήτο σχεδόν βεβαία έπεσαν εις λογοτριβάς, διηρέθησαν, και ανεχώρησαν άπρακτοι. Την δε υστεραίαν εστράτευσε μετά των λοιπών και ο Καντακουζηνός εις Φωξάνην ενωθείς μετά των άλλων καθ' οδόν, και την αυτήν ημέραν εξήλθαν του μοναστηρίου 100 ιππείς Τούρκοι εις προσβολήν αυτού, αλλ' εβιάσθησαν μετ' ολίγον, αποκρουσθέντες, να επανακάμψωσι. Κατόπιν αυτών εισήλθαν εις την πόλιν και οι περί τον Καντακουζηνόν και κατέσχαν μέρος αυτής. Οι δε εχθροί φοβηθέντες μη προβώσι και πλησιέστερον, έκαυσαν τας πέριξ των εισελθόντων οικίας, τους απεδίωξαν της πόλεως διά του πυρός, και φεύγοντας τους εκυνήγησαν· εφόνευσαν δε και επλήγωσαν καί τινας βοηθηθέντες και παρ' άλλων ιππέων ευρεθέντων έξω και συνοδευόντων τροφάς και αποσκευάς. Φυγόντες δ' εκείθεν οι περί τον Καντακουζηνόν έφθασαν αυθεσπερί εις Μύρα, μοναστήριον επί οχυράς θέσεως, και ενδιενυκτέρευσαν. Την δε επιούσαν πορευόμενοι διά των βουνών έμαθαν ότι 60 Τούρκοι ευρίσκοντο εν άλλω τινί μοναστηρίω ολίγας ώρας απέχοντι, και επεστράτευσαν. Αλλ' οι Τούρκοι προειδοποιηθέντες υπό κατασκόπων έφυγαν αφήσαντες τας αποσκευάς και τα ζώα των. Την δε 22 έφθασεν ο Καντακουζηνός μετά των συν αυτώ εις Ιάσι όπου τον υπεδέχθησαν όλοι εντίμως, και τον έφεραν κατ' ευθείαν εις την εκκλησίαν, εν ή εψάλη ευχαριστήριος δοξολογία, ως αν ήρχετο νικητής, εν ώ έφυγεν απέμπροσθεν των εχθρών. Αφ' ού δε εδημοσίευσε την δοθείσαν αυτώ παρά του Υψηλάντου πληρεξουσιότητα, εξέδωκε διαταγάς περί ευταξίας του τόπου και επανόδου των φυγόντων εις τας εστίας των, περί στρατολογίας και εκστρατείας, περί προμηθείας τροφών και χρηματολογίας, και περί κατοχής θέσεών τινων εις προφύλαξιν της πρωτευούσης· αλλ' ουδείς ήκουε τας διαταγάς του. Όλοι οι οπλοφορούντες εδόθησαν εις αρπαγήν, εις κραιπάλην, και εις αταξίαν. Όσα ζώα ή προϊόντα εσυνάζοντο εν ονόματι της κυβερνήσεως, όλα επωλούντο προς ιδιαιτέραν ωφέλειαν· πενταπλάσια στρατιωτικά σιτηρέσια εδίδοντο παρ' όσα πραγματικώς εχρειάζοντο· τα στενά και οι δρόμοι ήσαν αφύλακτοι· και αν τις εξεστράτευεν, επανήρχετο μετ' ολίγον εις Ιάσι αφ' ού εγύμνονε τους δυστυχείς και απροστατεύτους χωρικούς· ουδείς δε εγνώριζεν άλλον ανώτερόν του· ιδού πώς υπεγράφετο οπλαρχηγός τις μόνον 12 στρατιώτας έχων υπό την οδηγίαν του.
«Γιαννάκης Μπουκουβάλας αρχιστράτηγος του εν Χαρλοβία ελληνικού στρατοπέδου, και ναζίρης των πέντε καδηλικίων διά την ευταξίαν και καλήν αποκατάστασιν του τόπου».
Βλέπων δε ο Καντακουζηνός ότι ούτε τον ήκουέ τις, ούτε τον εφοβείτο, ούτε τον εσέβετο, και μαθών ότι και αυτός ο Πεντεδέκας ήρχισε να τον αντιπολιτεύεται κρυφίως ζητήσαντα λόγον των πράξεών του, φοβηθείς δε και επιβουλάς κατά της ζωής του εντός της πόλεως, μετέβη μετά μίαν εβδομάδα εις το επί του Προύθου χωρίον Στίγκαν, δύο ώρας μακράν της πόλεως, όπου και εστάθμευσεν· 60 δε μόνον στρατιώται τον ηκολούθησαν. Παρηκολούθησαν και 400 πεζοί και 50 ιππείς εκ των εν Γαλατσίω πολεμησάντων. Οι δε λοιποί έμειναν όλοι εν Ιασίω εν οις και ο Πεντεδέκας εντρυφώντες. Δεν έπαυε δε ο Καντακουζηνός παρακινών τους εν τη πρωτευούση στρατιώτας και αυτόν τον Πεντεδέκαν να συνέλθωσιν όπου και αυτός· αλλά μη κερδήσας εξ αρχής το σέβας των στρατιωτών, κατεφρονήθη ολοτελώς αφ' ού ανεχώρησεν εξ Ιασίου, διότι οι εκεί επίστευαν και έλεγαν, ότι προητοιμάζετο να φύγη, και ότι διά τον σκοπόν τούτον επλησίαζε ταις όχθαις του ποταμού· αλλ' ο Πέντεδέκας, μη θέλων να ρίψη το προσωπείον, ήλθε μετ' ολίγον παρ' αυτώ και διετάχθη να παραλάβη τον παρευρισκόμενον στρατηγόν Σέρβον Μλάδην και τους περί αυτόν, και να τοποθετηθή κατά το Ρώμανον, πόλιν επί της συμβολής των ποταμών Μολδάβας και Σερέτη· αλλ' απεποιήθη επί λόγω, ότι οι στρατιώται του δεν τον ηκολούθουν, και ανεχώρησε μετά των υπ' αυτόν ολίγων κατά προτροπήν και αυτού του Καντακουζηνού, όστις εφοβήθη ακούσας αυτούς λέγοντας κατά πρόσωπόν του, ότι δεν τον εγνώριζαν αρχηγόν και ότι τον εθεώρουν προδότην. Συνέβη δε και άλλο τι εις επαύξησιν της επικρατούσης απειρίας και αταξίας. Έτυχε να ευρεθή εν Ιασίω επταννήσιός τις· ούτος μετονομασθείς κόμης Καποδίστριας εκήρυττεν ότι εστέλλετο παρά των συμμάχων Δυνάμεων ίνα οργανίση πολιτικώς την Μολδαυίαν, και ότι ενέκρινε να μη μετατοπήση ο εν τη πρωτευούση ελληνικός στρατός· ύβριζε δε αναφανδόν τον Καντακουζηνόν ως Μολδαυόν και ως προδότην των ελληνικών συμφερόντων· τόσω δε ίσχυσαν οι λόγοι του επιτηδείου τούτου αγύρτου μέχρι τινός, ώστε όλον το στρατιωτικόν τον ήθελεν αρχηγόν. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις της Μολδαυίας καθ' ην ώραν επέκειτο εισβολή εχθρών και εις αυτήν την πρωτεύουσαν.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'
Είσοδος Τουρκικών δυνάμεων εις Βουκουρέστι. — Επιβουλή Σάββα. — Φόνος Βλαδιμερέσκου ως προδότου — Μάχαι Νουτσέτου και Δραγασανίου. — Απέλευσις Υψηλάντου — Οι εναπομείναντες οπλαρχηγοί. — Τα κατά την Μολδαυίαν. — Θάνατος Γεωργάκη Ολυμπίου. — Επιθεώρησις της διαγωγής του Υψηλάντου.
Μάιος Η ΕΠΙΒΟΥΛΟΣ διάθεσις του Σάββα και του Βλαδιμιρέσκου εθάρρυνε τους Τούρκους να οδεύσωσιν αφόβως προς το Βουκουρέστι, όπου και οι δύο διέτριβαν έχοντες μυστικάς σχέσεις προς αυτούς, αλλ' υποβλέποντες αλλήλους. Ο πασάς της Σιλιστρίας Σελήμ - Μεχμέτης, ετοιμάσας διά της συνδρομής του πασά του Γυργέβου οκτακισχιλίους οπλοφόρους, εξαπέστειλεν εις Βουκουρέστι, τους μεν τετρακισχιλίους υπό τον κεχαγιάν του Χατσή - καρά - Αχμέτ - εφέντην τον και αρχηγόν όλου του στρατού, τους δε λοιπούς υπό τον κεχαγιάν του πασά του Γυργέβου· ούτε δε ο είς ούτε ο άλλος απήντησαν καθ' οδόν εχθρόν, και εισήλθον εις την πόλιν, ο μεν αρχηγός την 15 ο δε υπαρχηγός την 17 μαΐου. Ολίγας δε ώρας πριν εισέλθη ο αρχηγός, εξήλθεν ησύχως ο εν τη πόλει εστρατοπεδευμένος φρούραρχος Σάββας λέγων, ότι δεν είχεν αποχρώσαν δύναμιν ν' αντισταθή, και ότι ο Βλαδιμιρέσκος απεποιήθη την σύμπραξίν του· υποκρινόμενος δε πάντοτε τον οπαδόν του Υψηλάντου ετοποθετήθη εν τω μοναστηρίω του Βακαρεστίου δύο ώρας μακράν του Τυργοβίστου, όπου σκεπτόμενος πώς να εύρη χάριν ενώπιον των μυστικών φίλων του εμεθοδεύθη να παγιδεύση τον Υψηλάντην διά του ακολούθου τεχνάσματος.
Ο Υψηλάντης, αφ' ότου έφθασεν εις Κολεντίναν, δεν έπαυσε προτρέπων τον Σάββαν να κηρύξη εγγράφως, ότι έλαβε τα όπλα υπέρ του ελληνικού αγώνος κατά της τουρκοκρατίας. Μη θέλων δε να δείξη, ότι υποπτεύων αυτόν εζήτει έγγραφον την πολιτικήν του ταύτην ομολογίαν, τω έλεγεν ότι πολλάκις εζήτησε παρόμοιον ομολογίαν παρά του Βλαδιμιρέσκου, ον ο Σάββας έλεγε πάντοτε επίβουλον, και πάντοτε απέτυχε, διότι ο Βλαδιμιρέσκος απεκρίνετο ότι, εν όσω εσιώπα ο εχθρός του Σάββας, ηναγκάζετο και αυτός να σιωπά. Ο πονηρός Σάββας έβλεπεν, ότι τοιαύτη πράξις ανέτρεπε τας αρτιγενείς μυστικάς του σχέσεις προς τους Τούρκους, και την απεποιείτο υπό διαφόρους προφάσεις· αλλ' αφ' ού οι Τούρκοι εισήλθαν εις Βουκουρέστι, αυτός δε ετοποθετήθη εν τω μοναστηρίω του Βακαρεστίου, και εσχετίσθη προς τους Τούρκους στενότερον, και συνενοήθη αναμφιβόλως και περί ου εμελέτα να πράξη, επαναληφθείσης της προτάσεως, υπέγραψε και εξέδωκε την πράξιν ες χαράν και εμψύχωσιν του Υψηλάντου· την δε επαύριον επήγε προς αυτόν αυτεπάγγελτος, συνέφαγε, και τον εκάλεσε και αυτός εις γεύμα την ακόλουθον ημέραν και εις επιθεώρησιν του λαμπρού τω όντι ιππικού του. Τόσον δε θάρρος ενέπνευσε δι' ων είπε και έπραξεν, ώστε ο Υψηλάντης υπεσχέθη να μεταβή εις το μοναστήριον κατά την πρόσκλησίν του· αλλά λαβών μετά ταύτα αιτίαν να υποπτεύση δολιότητα, υπεκρίθη τον ασθενή και έστειλε μόνον τινάς των επιτελών του.