← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Front matter (continued 4)

Reading edition

Εκτός δε του κάτωθεν εις μίαν των δεξαμενών μετακομισθέντος νερού, είχαν εις χρήσιν οι Τούρκοι και το μόλις πόσιμον ενός των τριών πηγαδιών των εν τω παρατειχίσματι (σερπεντσέ)· και επειδή το της δεξαμενής θα κατηναλίσκετο εντός ολίγου, οι πολιορκηταί προσεπάθουν κατ' αρχάς να σπάσωσι διά κανονιών το παρατείχισμα επ' ελπίδι να το κυριεύσωσι και στερήσωσι τους εχθρούς των του εν αυτώ νερού, διότι διά μόνης της δίψας ή της πείνας ηλπίζετο η κυρίευσις της ακροπόλεως. Εν τοσούτω πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εκανονοβόλουν και εκανονοβολούντο, μήτε βλάπτοντες μήτε βλαπτόμενοι. Έρριπταν δ' ενίοτε οι εν τη ακροπόλει και βόμβας εις πόλιν, αλλά πάντοτε αβλαβείς διά την ανεπιτηδειότητα των ριπτόντων.

Εν τοσούτω η επανάστασις έβοσκε κατά την ανατολικήν Ελλάδα ως πυρκαϊά και διεχύθη και εις Μαγνησίαν.

Η νυν Μαγνησία, η το πάλαι μέχρι των εκβολών του Πηνειού κοινώς Σαλαμπριάς εκτεινομένη και περιλαμβάνουσα την Όσσαν ήτοι τον Κίσσαβον, περιλαμβάνει μόνον το Πήλιον όρος ήτοι το βουνόν της Ζαγοράς, και σχηματίζει γλώσσαν προέχουσαν εις την θάλασσαν μεταξύ του Θερμαϊκού, ήτοι του Θεσσαλονικού κόλπου, και του Παγασητικού, ήτοι του κόλπου του Βώλου· έχει δε προς μεν άρκτον επί της ξηράς όρια την μεταξύ του Πηλίου και της Όσσης κοιλάδα, ήτοι τον κάμπον της Αγυιάς, προς δε δύσιν την Βοιβηίδα λίμνην, την κοινώς Κάρλαν, και μικρά τίνα ριζοβούνια του Πηλίου, δι' ων χωρίζεται από της περιοχής του Βελεστίνου και του Αρμυρού· διαιρείται δε εκ φύσεως εις ανατολικοβόρειον και δυτικονότειον· εκείνη μεν είναι ορεινοτέρα, κρημνωδεστέρα, κατάφυτος καστανηών και ολίγον καρποφόρος· αύτη δε ομαλωτέρα και ευφορωτέρα. Έχει δε όλη η Μαγνησία 47 χωρία περιέχοντα κατοίκους 50 χιλιάδας, εξ ων 1750 Τούρκοι· όλα δε τα χωρία είναι χριστιανικά πλην του Βώλου και των Λεχωνιών κατοικουμένων του μεν υπό μόνων Τούρκων, των δε υπό Τούρκων και Χριστιανών. Το πλήθος δε των κατοίκων δεικνύει πόσον πολυάνθρωπα ήσαν πολλά των χωρίων· το πολυανθρωπότερον δε ήτον η Μακρυνίτσα. Παρά την είσοδον δε του κόλπου του Βώλου και επί της παραλίας μικράς χερσονήσου, συνδεομένης εν σχήματι αγκώνος μετά της νοτειοδυτικής άκρας της λοιπής Μαγνησίας διά πετρώδους και δυσπροσίτου ισθμού μιας ώρας σχεδόν μήκος έχοντος, κείνται τα Τρίκερα ή Τρίκερη.

Μάιος Την 5 μαΐου εφάνησαν προς τα παράλια των Τρικέρων και του Αρμυρού πλοία Ύδρας και Σπετσών.

Πρό τινων ετών διέτριβεν εν Μαγνησία, σχολαρχών εν Μηλιαίς, ο Ανθιμος Γαζής, μέλος της Αρχής των Φιλικών, και προετοιμαστής κατ' εκείνα τα μέρη της επαναστάσεως. Ούτος καιροφυλακτών εκίνησεν εις επανάστασιν επί τω εμφανισμώ των ρηθέντων πλοίων, ήτοι την 7, τους κατοικούντας την Μαγνησίαν Χριστιανούς, εξ ων οι μεν επροοιμίασαν σκοτώσαντες τον διοικητήν τινων χωρίων επανερχόμενον έκ τινος επί συλλήψει υπόπτων προεστώτων περιοδίας, οι δε εκινήθησαν υπό τον Κυριακόν Μπαστέκην κατά των κατοικούντων τα Λεχώνια Τούρκων, και όλους σχεδόν, ως 600, εξωλόθρευσαν. Πληγωθέντος δε του Μπαστέκη, ανεδείχθη διάδοχος το πρωτοπαλλήκαρόν του ο Κοντονίκος. Εκείθεν εστράτευσαν οι Έλληνες εις πολιορκίαν του Βώλου, βοηθούμενοι υπό των ρηθέντων πλοίων καί τινων τρικεριωτικών· και οι μεν εστρατοπέδευσαν παρά το φρούριον, οι δε επί τινος λόφου πυραμοειδούς, κοινώς καλουμένου εξ αιτίας του σχήματός του «Πιλάφ - Τεπέ», σκοπεύοντες να κόψωσι διά της κατοχής εκείνης της θέσεως πάσαν συγκοινωνίαν του πολιορκουμένου Βώλου και του Βελεστίνου και Αρμυρού· εσύστησαν δε συγχρόνως και τοπικήν διοίκησιν, Β ο υ λ ή ν - Θ ε τ τ α λ ο μ α γ ν η σ ί α ς, εδρεύουσαν όπου το δεύτερον στρατόπεδον· μετ' ολίγον δε έστησαν και τρίτον πλησιέστερον του Βελεστίνου, εν τω αγίω Γεωργίω, και πλήρεις θάρρους και ελπίδων ώρμησαν άλλοι διά της πεδιάδος και άλλοι διά των βουνών εις Βελεστίνον, τον επάτησαν, τον έκαυσαν, ηνάγκασαν τους εν αυτώ Τούρκους να κλεισθώσιν εντός τεσσάρων πύργων, κειμένων εν μέσω ευρυχώρων αυλογύρων, και μηδενός εναντιουμένου εδόθησαν όλοι εις αρπαγήν και εις κραιπάλην. Κατά την έφοδον δε ταύτην επληγώθη ο Κοντονίκος, ον διεδέχθη ο Παναγιώτης Μπαστέκης. Αλλ' οι έγκλειστοι, βλέποντες την παράλυσιν των Ελλήνων, εθαρρύνθησαν τόσον, ώστε 60 μόνον έφιπποι εξήλθαν, και διαβάντες διά μέσου των Ελλήνων χιλίων όντων όλοι αβλαβείς έγειναν άφαντοι· μετά δέ τινας ώρας η καθημένη επί τινος υψώματος ελληνική σκοπιά ανήγγειλεν, ότι στράτευμα πολύ εφαίνετο επί της οδού της Λαρίσσης ερχόμενον προς τον Βελεστίνον. Πανικός τότε φόβος κατέλαβε τους Έλληνας· όλοι εγκατέλειψαν την κωμόπολιν και έτρεχαν προς το εν τω αγίω Γεωργίω στρατόπεδον· βλέποντες δε και οι εν τοις πύργοις Τούρκοι τους εχθρούς των φεύγοντας επέπεσαν, τους κατεδίωξαν μέχρι του στρατοπέδου και εσκότωσαν 60· οι δε λοιποί, υποπτεύοντες ότι και εν τω στρατοπέδω δεν ήσαν ασφαλείς, διεσκορπίσθησαν κακήν κακώς. Μετά τέσσαρας δε ή πέντε ημέρας εχύθησαν εντός της Χερσονήσου πολυάριθμα τουρκικά στρατεύματα υπό τον Μαχμούτπασαν Δράμαλην, διέλυσαν την πολιορκίαν του Εώλου, κατέστρεψαν τα χωρία Κανάλια και Κύπουρνα, έπεσαν εις Μακρυνίτσαν, εκυρίευσαν το επάνω μέρος αυτής φυγόντων των κατοίκων, εκυρίευσαν μετά ταύτα και το κάτω, επάτησαν και άλλα χωρία, έκαυσαν, ήρπασαν, εφόνευσαν, ηχμαλώτευσαν, και οι δυστυχείς Χριστιανοί κατέφευγαν πανταχόθεν προς το Τρίκερη. Ο δε Δράμαλης, αφήσας στράτευμα εις φύλαξιν του Βώλου, επανήλθεν εις Λάρισσαν· αλλά, μαθών ότι εσυστήθη εκ νέου ελληνικόν στρατόπεδον κατά το Μαλάχι πλησίον των Λεχωνίων, ωπισθοδρόμησε, συνήψε μάχην, ενίκησε και κατεδίωξε τους εχθρούς του μέχρι του ισθμού των Τρικέρων, όπου ευρών αντίστασιν επανήλθεν εις Λάρισσαν. Μόλις δε απηλλάχθησαν οι Έλληνες του δεινού τούτου εχθρού, και εσύστησαν πάλιν άλλο στρατόπεδον εν Λιθοκάστρω, πλησίον του μεγάλου χωρίου της Αργαλεστής, και έμειναν έκτοτε ανεπηρέαστοι, διότι ο Δράμαλης εθεώρει το μεν νεοσύστατον στρατόπεδον μικρού λόγου άξιον, την δε Μαγνησίαν υπεξούσιον· και τω όντι τέσσαρα μόνον χωρία, ο Λαύκος, το Προμίρι· η Αργαλεστή και τα Τρίκερη δεν είχαν προσκυνήσει· περιείχαν δε ψυχάς οκτακισχιλίας.

Από του πορθμού των Τρικέρων και του στομίου του μαλιακού κόλπου, αντικρύ της Λοκρίδος, της Βοιωτίας και της Αττικής μέχρι των Πρασιών (πόρτο Ράφτη) παρατείνεται νοτειοανατολικώς η μακρά και στενή νήσος Εύβοια, κοινότερον Εύριπος, μήκος έχουσα 160 μιλίων από του ακρωτηρίου Κηναίου (Λιθάδας) μέχρι Γεραιστού (Πλατανιστού), μέγιστον δε πλάτος 40 από Χαλκίδος μέχρι Κούμης. Η νήσος αύτη χωρίζεται της ξηράς διά πορθμού, πλάτος έχοντος επί μεν του προς τον Γεραιστόν στόματος 34 μιλίων, επί δε του προς το Κήναιον τριών. Ο τερπνότατος ούτος και μακρύς πορθμός, πού μεν πλατύς, πού δε στενός, κάπου δε φαινόμενος κλειστός και σχηματίζων λίμνην, καθίσταται στενότατος προς την Χαλκίδα. Επί δε της πλησίον Βοιωτικής γης έκειτο η Αυλίς, όθεν απέπλευσε τα πάλαι εις Τρωάδα ο πολυάριθμος και πανελλήνιος εκείνος στόλος. Εν μέσω δε του στενοτάτου μέρους του πορθμού αναδύει βράχος διχοτομών τον πορθμόν, εφ' ου εκτίσθη πυργοειδές οχύρωμα· και το μεν προς την Βοιωτίαν είναι πλατύτερον και ρηχότερον, το δε προς την Χαλκίδα στενότερον και βαθύτερον, δι' ο και ευπλευστότερον· ζευγνύεται δε ο βράχος μετ' εκείνης μεν διά λιθίνης γεφύρας, ως 70 ποδών το μήκος, μετά ταύτης δε διά ξυλίνης και κινητής κατά το ήμισυ μόνον μακράς· η υποκάτωθεν δε ρύμη της περιφήμου παλιρροίας κατατέρπει την όρασιν και την ακοήν. Κείται δε η πόλις αύτη, η θεωρουμένη παρά τοις αρχαίοις και παρ' ημίν ούσα μητρόπολις της νήσου, επί της άκρας πλατείας γλώσσης, όλη περιτετειχισμένη, και φέρουσα εισέτι τα σύμβολα του αγίου Μάρκου επί του τείχους· και η μεν ανατολική πλευρά της χωρίζεται της ξηράς διά τινος χαρακώματος, αι δε τρεις άλλαι είναι θαλασσόβρεκτοι· εκείθεν δε του προαστείου υπό Χριστιανών κατοικουμένου περιεχαράκωσαν οι Τούρκοι επί της επαναστάσεως ικανήν γην χρήσιμον εις βοσκήν. Τόσω δε σημαντική εθεωρείτο πάντοτε η περί ης ο λόγος πόλις διά την θέσιν της, ώστε π έ δ α ς - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς εκάλει ταύτην και την Κόρινθον Φίλιππος ο Μακεδών, ε π ι δ έ σ μ ο υ ς δε συμπεριλαμβανομένης και της Δημητριάδος, ως κυρίας των προς τα Τέμπη παρόδων, οι μεταγενέστεροι του Φιλίππου. Αντικρύ δε τη Χαλκίδος επί της Βοιωτικής ξηράς και επί λόφου 130 ποδών ύψος έχοντος κείται το φρούριον του Καραμπαμπά, επέχον τόπον ακροπόλεως ως υπερκείμενον της Χαλκίδος. Τω όντι ο κύριος αυτού είναι και κύριος αυτής. Θαυμάσιος είναι ο έμπροσθεν της Χαλκίδος κυκλοειδής και όλος φαινόμενος ανείσοδος λιμήν. Δύο φρούρια είχε προ της επαναστάσεως η νήσος, το της Χαλκίδος, και το της Καρύστου τα προς τον Γεραιστόν, υπό τα όρος της Όχης, το κοινώς άγιον Ηλίαν, διά την επί της κορυφής του εκκλησίαν του προφήτου· εν ουδετέρω δε των φρουρίων επετρέπετο επί τουρκοκρατίας διαμονή Χριστιανών.

Έν των σημαντικωτέρων χωρίων της Ευβοίας είναι η Λίμνη, αντικρύ του οπουντίου κόλπου, ήτοι του κόλπου του Ταλαντίου. Οι πρόκριτοι του χωρίου τούτου έχοντος καί τινα πλοία, και άλλων τινών χωρίων, μαθόντες τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα, απεφάσισαν να υψώσωσι την επαναστατικην σημαίαν, και συνενοήθησαν μετά των Τρικεριωτών. Τας αρχάς δε του μαΐου οι καλοί ούτοι γείτονες ήλθαν εις βοήθειάν των, φέροντες τέσσαρα πλοία, πολεμεφόδια καί τινας στρατιώτας υπό τον Βαρούσαν Ανδρίτσου. Βλέποντες οι εν Ευβοία Τούρκοι όσα συνέβησαν πλησίον αυτών, υπώπτευαν μεν απόβασιν εις την νήσον των, αλλά τόσον δεν υπώπτευαν τους εντοπίους Χριστιανούς, ώστε θέλοντες να φυλάξωσι παραλίους τινάς θέσεις, ως τα Κανάτια και τον άγιον Νικόλαον, παρέλαβαν συναγωνιστάς πολλούς Χριστιανούς. Ιδόντες δε ερχόμενα τα τρικεριωτικά πλοία προς εκείνα τα παράλια ήρχισαν να τα τουφεκίζωσιν· αντετουφέκισαν τότε και οι καιροφυλακτούντες Λίμνιοι και οι των γειτονικών χωρίων, και ούτως ήρχισε και εκεί ο αγών. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν κατά την πρώτην ταύτην σύγκρουσιν, απέβησαν και οι επί των πλοίων, συγκατεδίωξαν τους εχθρούς, εφόνευσαν ολίγους, και ηνάγκασαν τους λοιπούς να φύγωσιν. Μετά δε την φυγήν των συνήλθαν οι πρόκριτοι πολλών χωρίων εις Ξηροχώρι, διώρισαν τρεις οπλαρχηγούς, τον Βερούσην Μουστανάν, τον Νικολόν Ζαγωριανόν και τον Γιαννιόν Χαλκιάν, συνέλεξαν 2000 εντοπίους ενόπλους, και τους απέστειλαν τους μεν διά ξηράς τους δε διά θαλάσσης εις αποκλεισμόν της Χαλκίδος διά της συμπράξεως και των πλοίων των Τρικέρων και της Λίμνης· αλλ' οι εν τω φρουρίω τούτω Τούρκοι εξήλθαν και συνήψαν μάχην κατά τον Τροχόν διαρκέσασαν πανήμερον. Οι Έλληνες ετράπησαν· και πρώτον μεν κατέλαβαν το Δερβένι, εκείθεν δε μετέβησαν εις την παραθαλάσσιον θέσιν Βρυσάκια, όπου και ωχυρώθησαν· έμειναν δε εις αποκλεισμόν τα εντόπια πλοία της Λίμνης· αλλ' επειδή ήσαν μικρά και αδύνατα, επεκράτει δε εν τω στρατοπέδω δυσαρέσκεια κατά του Βερούση, τούτον μεν απέβαλαν και τον αντικατέστησαν προσωρινώς υπό του Σταύρου Βασιλείου Τομαρά, μετά ταύτα δε υπό του συμπολίτου των Αγγελή Νικολάου Γοβρίνα, ανδρός γενναίου, εμπειροπολέμου και φιλοπάτριδος· εμίσθωσαν δε και μετέφεραν εκ του λιμένος της αγίας Μαρίνας ως δυνατώτερον και καταλληλότερον διά τον αποκλεισμόν της Χαλκίδος, τo πλοίον του Αλεξανδρή Κριεζή υδραίου. Κατ' εκείνας τας ημέρας, ό εστι τον μάιον, ήλθεν εις Εύβοιαν και ετέθη υπό τας διαταγάς του Αγγελή και ο Νικόλαος Κριεζώτης Ευβοεύς, μετερχόμενος εν Ασία το ποιμενικόν έργον.

Αν και το κατά της Χαλκίδος σχέδιον δεν ευδοκίμησεν, η προ μικρού όμως αναφθείσα λαμπάς της επαναστάσεως εν Ευβοία δεν εσβέσθη διά την αποτυχίαν ταύτην ή την δύναμιν του εχθρού· ολίγον όμως έλειψε να σβεσθή διά την διχόνοιαν των Ελλήνων, ελθόντων κατ' αυτάς τας πρώτας ημέρας εις αλληλομαχίαν, διότι ο προ ολίγου αποβληθείς της αρχηγίας Βερούσης, ξενολογήσας τετρακοσίους, ήλθεν εις Λίμνην επί σκοπώ να την καύση προς εκδίκησιν· αλλ' απέτυχε και έφυγε χάρις εις τον αρχηγόν Αγγελήν και εις τον συναγωνιστήν του Κριεζώτην. Μετά τα συμβάντα ταύτα, ό εστι κατά τον ιούνιον, οι εν Χαλκίδι Τούρκοι εστράτευσαν πάλιν κατά των εν Βρυσακίοις Ελλήνων, σύροντες κανόνια, τους συνήντησαν εις Μάνικα, παράλιον θέσιν μίαν ώραν μακράν του φρουρίου, και επολέμησαν όλην την ημέραν. Οι Έλληνες, βοηθούμενοι υπό των πλοίων, έθραυσαν τους εχθρούς φονεύσαντες και πληγώσαντες σχεδόν 100· εξ αυτών δε εφονεύθησαν 11 και επληγώθησαν 15. Μετά δε την μάχην ταύτην οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις Χαλκίδα, οι δε Έλληνες εις το στρατόπεδον.

Μετά την επανάστασιν της Ευβοίας όλη η Ανατολική Ελλάς ήτον εις πλήρη επανάστασιν και εις την κατοχήν των Ελλήνων εκτός τινων εν αυτή φρουρίων και των πόλεων Πατρατσικίου και Ζητουνίου.

Τα σπέρματα της Φιλικής Εταιρίας πεσόντα εν καιρώ εις την γην της Μακεδονίας, εκαρποφόρησαν. Καθ' ον χρόνον εξερράγη η ελληνική επανάστασις η Θεσσαλονίκη ετέλει εν ελλείψει πασά υπό μουτεσελήμην, τον Ισούφμπεην, άνθρωπον καχεντρεχή και αιμοβόρον. Ούτος λαβών αφορμήν να υποπτεύση, ότι ήσαν συνωμόται και εντός και εκτός της Θεσσαλονίκης, και εν αυτώ τω αγίω Όρει, εκάλεσε τους προεστώτας των υπό την δικαιοδοσίαν του επαρχιών, σκοπεύων να ζητήση κατά την τουρκικήν συνήθειαν ομήρους εις ασφάλειαν, ίσως δε και να κρατήση αυτούς· αλλ' οι προεστώτες, εν γνώσει όσων εμελετώντο, δεν υπήγαν· απέστειλαν δε δευτερεύοντάς τινας, και εκ της τάξεως αυτών εδόθησαν οι ζητηθέντες όμηροι. Τούτο επηύξησε τας υποψίας της τουρκικής Αρχής. Το μέρος δε το υπέρ παν άλλο ανησυχάζον τον Ισούφμπεην ήτο το άγιον Όρος, όπου ο Εμμανουήλ Παπάς, προεστώς των Σερρών και θερμός οπαδός της Φιλικής Εταιρίας, είχε πολλούς και ισχυρούς προσηλύτους· αλλ' επειδή δυνάμει αρχαίων προνομίων απηγορεύετο η είσοδος οθωμανικών στρατευμάτων, ο Ισούφμπεης έστειλε κατ' αρχάς στρατεύματα μόνον προς τον ισθμόν του αγίου Όρους, μεγάλως ενοχλούντα τους κατοίκους των μερών εκείνων· ηθέλησε μετά ταύτα να πιάση και τους προεστώτας του Πολυγύρου, πρωτευούσης των Χασίκων χωρίων, ως υποκινούντας ταραχάς, και διέταξε να στρατεύσωσι προς την ρηθείσαν κωμόπολιν ο μεν αρχηγός της πολιτοφυλακής της Παζαρούδας, Τσιρίμπασης, μετά 500 διά των ορέων, ο δε ταμίας του Ισούφπασα των Σερρών Χασάναγας, ο διοικών τα Χάσικα χωρία, μετ' άλλων 500 διά της πεδιάδος, και

Μάιος εισελθόντες την 17 μαΐου να συλλάβωσι τους προεστώτας, ν' αφοπλίσωσι τους κατοίκους, και να ενδιαμείνωσιν· αλλ' οι προεστώτες, μαθόντες όσα ετεκταίνοντο, εξήλθαν την 16 αναθέσαντες εις άλλους την προμήθειαν των αναγκαίων τροφών και καταλυμάτων του ερχομένου στρατού. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας στρατιώται του διοικητού της κωμοπόλεως περιφερόμενοι ύβριζαν τους προστυχόντας, και ετουφέκισαν καί τινας νέους. Το περιστατικόν τούτο και οι απειλητικοί των Τούρκων λόγοι, έτι δε και φόνοι συμβάντες σποράδην εντός του πασαληκίου, έδωκαν αφορμήν να πιστεύσωσιν οι κάτοικοι, ότι όλοι θ' απέθνησκαν εν στόματι μαχαίρας επί της εισόδου των στρατευμάτων. Εις πρόληψιν δε του κακού έδραξαν τα όπλα, επάτησαν το διοικητήριον την επαύριον, εφόνευσαν τον διοικητήν και τους περί αυτόν 18 στρατιώτας και εστράτευσαν αυθημερόν εις προφύλαξιν της κωμοπόλεως, οι μεν κατά του Τσιρίμπαση, οι δε κατά του Χασάναγα, και ούτως ηνάγκασαν αμφοτέρους να οπισθοδρομήσωσι. Ταύτα μαθών ο μουτεσελίμης της Θεσσαλονίκης έγεινε θηρίον· εσούβλισε τους δυστυχείς ομήρους των επαρχιών, και απεκεφάλισε τον επίσκοπον Κυτρών, τον Χριστόδουλον Μπαλάνον, τον Χρήστον Μενεξέν και τον Κυδωνιάτην· δισχιλίους δε άλλους Χριστιανούς εφυλάκισεν εν τω ναώ και τη αυλή της μητροπόλεως και εγύμνωσε πολλάς οικίας. Είχαν δε οι Τούρκοι συμπράκτορας θερμούς εν ταις αθεμιτουργίαις τους κατοικούντας την πόλιν πολυαρίθμους Εβραίους οπλοφορήσαντας και αυτούς κατά των Χριστιανών. Αλλά τα κακά ταύτα εξήψαν αντί να σβέσωσι την αποστασίαν· διότι κατά το παράδειγμα του Πολυγύρου όλα τα χωρία της επαρχίας και άλλα κατόπιν αυτών έδραξαν τα όπλα, και πανταχόθεν συνέρρευσαν στρατεύματα, εξ ων εσυστήθησαν δύο στρατόπεδα, το μεν εκ Μαδεμοχωρι?? και Μοναχών εξελθόντων του αγίου Όρους υπό τας διαταγάς του Παπά, όστις ανηγορεύθη α ρ χ η γ ό ς - κ α ι - π ρ ο σ τ ά τ η ς - τ η ς - Μ α κ ε δ ο ν ί α ς, το δε εκ Χασικοχωρητών και Κασσανδρέων υπό τον οπλαρχηγόν Χάψαν Κασσανδρέα. Τα δύο δε ταύτα στρατόπεδα πολλάκις αψιμαχήσαντα προς τους εχθρούς υπερίσχυσαν· το υπό τον Χάψαν μάλιστα επροχώρησε μέχρι της Καλαμαρίας και κατεδίωξε τους Τούρκους δύο ώρας μακράν της Θεσσαλονίκης. Μεσούντος δε του Ιουνίου ο Μπαηράμπασας, ετοιμαζόμενος να στρατεύση εις Ανατολικήν Ελλάδα και Πελοπόννησον, έπεσεν εν πρώτοις πανστρατιά επί τον Παπάν, εστρατοπεδευμένον προς το βάθος του Στρυμονικού κόλπου (της Κοντέσσας), και τον εβίασε να υποχωρήση προς τα όρη· στραφείς δε μετά ταύτα και κατά του άλλου στρατοπέδου, ηνάγκασε και αυτό να υποχωρήση προς τα όρη. Εντεύθεν εμψυχωθέντες οι εν Θεσσαλονίκη Τούρκοι, παραλαβόντες και τους Εβραίους, επροχώρησαν μέχρι των Βασιλικών, 4 ώρας μακράν της Θεσσαλονίκης, όπου ηύραν 200 Έλληνας οπλοφόρους υπό τον Χάψαν. Γενναίως επολέμησαν κατ' αρχάς οι ολίγοι ούτοι, αλλ' ενικήθησαν διά τον μικρόν αριθμόν των, και επί τέλους ετράπησαν· εφονεύθησαν δε 60 εν οις και ο πολλού επαίνου άξιος αρχηγός· οι δε Τούρκοι και οι Εβραίοι, εμβάντες εις την κώμην, την έκαυσαν φονεύσαντες και ανδραποδίσαντες τους κατοίκους. Άλλη μάχη, επίσης δυστυχής, συνέβη μετά τινας ημέρας κατά την Γαλάτισταν, 2 ώρας απέχουσαν των Βασιλικών ανατολικώς. Οι Τούρκοι έκαυσαν και την κώμην εκείνην, τους δε εν αυτή Χριστιανούς, τους μεν εφόνευσαν, τους δε ηνδραπόδισαν. Οι Έλληνες μετά τα δυστυχήματα ταύτα απεσύρθησαν, οι μεν εις Κασσάνδραν, οι δε εις άγιον Όρος, καί τινες εις τα επί της Σιδωνίας χωρία, Παρθενώνα και Συκιάν.

Η χερσόνησος Κασσάνδρα ή ελληνικώτερον Κασσάνδρεια, είναι η το πάλαι γνωστή Πελλήνη και παλαιότερον Φλέγρα· προέχει εις την θάλασσαν μεταξύ του Θερμαϊκού και Κορωναίου κόλπου ως 40 μίλια μέχρι του ακρωτηρίου Κανάστρου, κοινώς λεγομένου Παλιούρι. Επί του ισθμού δε της χερσονήσου ταύτης κείται το χωρίον Πινάκα, όπου έκειτο άλλοτε η Ποτίδαια, η τόσων λογομαχιών και κακών πρόξενος μεταξύ Αθηναίων και Μακεδόνων· το δε πλάτος του ισθμού είναι περίπου 450 οργυιών. Οι Έλληνες, αφ' ού συνηθροίσθησαν εντός της χερσονήσου, έκοψαν τον ισθμόν τούτον· εντεύθεν δε της τομής ωχυρώθησαν κατ' αρχάς 2700 οπλοφόροι εντόπιοι στήσαντες και Κανόνια εκ Ψαρών μετακομισθέντα· εβοηθούντο δε και υπό δύο Λιμνίων πλοίων· εισήλθαν μετά ταύτα εις την χερσόνησον και 400 Ολύμπιοι υπό τους οπλαρχηγούς Λιακόπουλον και Μπίνον. Επί δε του αγίου Μάμαντος αντεστρατοπέδευσαν και ωχυρώθησαν τριπλάσιοι Τούρκοι, οίτινες αφού άπαξ επί αποπείρα εφόδου επλησίασαν μέχρι της τομής και απεκρούσθησαν, περιωρίσθησαν εις ακροβολισμούς αποβαίνοντας συνήθως προς βλάβην των. Οι δε εντός της χερσονήσου Έλληνες, έχοντες τα ανωτέρω πλοία και ικανά πλοιάρια, απέβαιναν συχνάκις εις διάφορα μέρη διά νυκτός και ηνόχλουν τους εχθρούς. Και ταύτα μεν τα κατά την Μακεδονίαν τω καιρώ εκείνω.

Μεταβαίνοντες δε ήδη εις τα της Κρήτης, κρίνομεν αναγκαίον να θεωρήσωμεν πρώτον την εσωτερικήν κατάστασιν αυτής.

Ουδαμού της αποστατησάσης Ελλάδος ο αριθμός των Τούρκων ως προς τον των Χριστιανών ήτο τόσον πολύς, ή ο χαρακτήρ αυτών τόσον κακοποιός, ή το σύστημά των τόσον ολέθριον, όσον εν Κρήτη· 290,000 ελογίζοντο όλοι οι κάτοικοι της νήσου, εξ ων οι μεν 160,000 ήσαν Χριστιανοί, οι δε 130,000 Τούρκοι (β). Αλλ' οι Χριστιανοί ουδεμίαν είχαν των δημοτικών ελευθεριών, ων απελάμβαναν οι των άλλων μερών της Ελλάδος ομόπιστοί των· ως είλωτες εθεωρούντο, και είλωτες ήσαν· τα τέκνα των ηρπάζοντο καθ' ημέραν ή εις υπηρεσίαν των Τούρκων ή εις θεραπείαν των αισχρών ορέξεών των, και οι ιδρώτες των εχρησίμευαν εις τροφήν και ηδυπάθειάν των. Υπό τρεις πασάδας ετέλει η νήσος. Το Μεγάλον Κάστρον (Ηράκλειον), η Ρεθύμνη, και τα Χανιά (Κυδωνία) ήσαν αι πόλεις όπου έδρευαν· αλλ' ουδείς των τριών, εξ ων ο του Μεγάλου Κάστρου έφερε τίτλον βεζίρη, εξουσίαζε την Κρήτην· την εξουσίαζεν η μάχαιρα των εντοπίων Τούρκων φοβίζουσα πολλάκις και αυτούς τους πασάδας· ο τυχών Τούρκος, διότι ήτο Τούρκος, ύβριζεν, εξύλιζεν, επιστόλιζεν, εγύμνονε τον τυχόντα Χριστιανόν, διότι ήτο Χριστιανός, και ποτέ δεν επαιδεύετο όσον αξιόποινος και αν ήτο η διαγωγή του· οι αγάδες ηγόραζαν διά βίου τας προσόδους των χωρίων, και τοιουτοτρόπως μετήρχοντο, μηδενός εναντιουμένου, πάσαν εξουσίαν επί των Χριστιανών, ως αυθένται επί δούλων (γ)· επί τω θανάτω δε των πατέρων διεδέχοντο συνήθως την εξουσίαν οι υιοί, ώστε η δουλεία απέβαινε κληρονομική. Εντεύθεν ευκόλως δύναταί τις να συμπεράνη πόσον έπασχεν ο χριστιανικός λαός. Μόνοι οι ορεσίτροφοι απέφευγαν τα κακά ταύτα· μεταξύ δε τούτων διέπρεπαν οι Σφακιανοί κατοικούντες τραχείαν και βουνώδη γην υπό τας κορυφάς των Λευκών ορέων. Ο ολίγος ούτος λαός είναι ανδρείος και εμπειροπόλεμος, αλλ' άτακτος και φιλάρπαξ, καθώς όλοι οι μη ζώντες υπό νόμον, και μάλλον αδιοίκητος ή αυτοδιοίκητος.

Η Κρήτη έπαθε θρησκευτικώς ό,τι δεν έπαθεν άλλο μέρος της αποστατησάσης Ελλάδος, διότι ουδέν άλλο υπέστη όσα πολιτικά κακά υπέστη η νήσος εκείνη.

Πολλούς αιώνας προ της πτώσεως της λοιπής Ελλάδος υπό τον οθωμανικόν ζυγόν, εν έτει 653 μετά Χριστόν, επατήθη η Κρήτη υπό των περί τον Μοάβιον στρατηγόν του Οσμάν - καλίφη Αράβων· κατεξουσιάσθη δε υπό των εξ Ισπανίας κατάδιωχθέντων και κατασταθέντων μέχρι τινός εν Αλεξάνδρεια ομοφύλων αυτών μεσούντος του ι' αιώνος, και διέμεινεν υπεξούσιος έως ου τους εξήλασε Νικηφόρος ο Φωκάς επί του αυτοκράτορος Ρωμανού, εγγόνου Βασιλείου του Μακεδόνος. Υπό την μακράν δε ταύτην αραβικήν ή σαρακινήν εξουσίαν πάμπολλοι των εγκατοίκων ηλλαξοπίστησαν, αλλ' επανήλθαν εις την θρησκείαν των πατέρων των επανελθούσης της πατρίδος των υπό την βυζαντινήν αυτοκρατορίαν· ηλλαξοπίστησαν δε πάλιν πεσούσης της πατρίδος των υπό τον οθωμανικόν ζυγόν.

Σκληροί και αιμοβόροι πάντοτε οι Κρήτες Τούρκοι, καθώς τους παρεστήσαμεν, εύκολον είναι να συμπεράνη τις πόσον εξεμάνησαν κατά των Χριστιανών, μαθόντες τας εν Πελοποννήσω ταραχάς. Υποπτεύοντες όμως ότι δάκτυλος ρωσσικός τας υπεκίνει, δεν εκακοποίησαν τους Χριστιανούς κατ' αρχάς ειμή σποράδην, και έβαλαν κατά νουν να προφυλαχθώσι μάλλον ή να βλάψωσι· διά τούτο αφώπλισαν τους κατά τας πόλεις και τα πέριξ χωρία, τους κατεδίκασαν να εργάζωνται καθ' ημέραν υπό εργοδιώκτας εις επισκευήν και εφοδιασμόν των φρουρίων, και μετεκάλεσαν εις το Μεγάλον Κάστρον τους αρχιερείς των ανατολικών επαρχιών.

Αν και η επανάστασις εξηπλώθη καθ' όλην την Πελοπόννησον και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό σημαίαν ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι κάτοικοι αυτής Χριστιανοί και οι επί των πεδινών και οι επί των ορεινών τόπων δεν εσείσθησαν παντάπασιν· οι δε αρχιερείς κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της ησυχίας καθ' όλην την νήσον εκδώσαντες εγκυκλίους προς τους υπό την ποιμαντορίαν των, δι' ων εξύμνουν τας απείρους προς αυτούς αγαθοεργίας της υψηλής Πύλης, και τους εσυμβούλευαν να προσέχωσιν αυστηρώς μη τύχη και διά κακοβούλων και απατηλών εισηγήσεων αποπλανηθώσιν, ως οι αχάριστοι Πελοποννήσιοι, από της σωτηρίου οδού της προς την Πύλην υποταγής των· ενήργουν δε εν ειλικρινεία, διότι έβλεπαν παν κίνημα επαναστατικόν τείνον εις εξολόθρευσιν των Χριστιανών, και έσπευδαν να μαλάξωσι την σκληράν και αιμοχαρή καρδίαν των εντοπίων Τούρκων διά πλουσίων δωρεών· αλλά τα θηρία δεν ανθρωπίζονται.

Πρό τινος καιρού είχαν συστηθή εν ταις πρωτευούσαις των Χανιών και της Ρεθύμνης δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία. Αν και η περί της συστάσεως αυτών άδεια ηγοράσθη δι' αδράς δαπάνης, και η διδασκαλία ήτον η συνήθης, τα σχολεία ταύτα εθεωρήθησαν σχολεία αποστασίας και πολέμου, εκλείσθησαν μεσούντος του μαρτίου, και οι διδάσκαλοι εφυλακίσθησαν.

Μάιος Κατ' αίτησιν δε του όχλου εφυλάκισεν ο πασάς των Χανιών Λατίφης, αρχομένου του μαΐου, και τον επίσκοπον Κισάμου, ως δήθεν υποκινούντα εις επανάστασιν τους Χριστιανούς· μετά δέ τινας ημέρας, οχλαγωγίας δευτέρας γενομένης, φοβηθείς παρέδωκε τον δυστυχή επίσκοπον εις τον όχλον επ' ελπίδι να τον καθησυχάση μη αναλογισθείς ότι ο ενδίδων εις παράφορον και μανιώδη όχλον τον θρασύνει και τον φέρει εις δεινότερα. Παραλαβών ο όχλος τον επίσκοπον, τον εβασάνισε, τον επόμπευσεν ημίγυμνον διά των οδών και την 19 τον εκρέμασεν έξω της πόλεως· εκρέμασε συγχρόνως και τον διδάσκαλον του αλληλοδιδακτικού. Τούτου δε γενομένου εζήτει ο θηριώδης όχλος την άδειαν να σφάξη και όλους τους εν τη πόλει Χριστιανούς· επελθόντος όμως του ραμαζανίου, ανεβλήθη η γενική σφαγή.

Ιούνιος Αλλά την 17 ιουνίου ηνοίχθησαν αι οπλοθήκαι εις εφοπλισμόν των Τούρκων, υψώθησαν και περιεφέροντο εις όλην την πόλιν σημαίαι πολέμου, και επροοιμίασε την μέλλουσαν καταστροφήν ο φόνος δυστυχούς τινος σιδηρουργού εν ώ ειργάζετο. Την δε ακόλουθον ημέραν, ό εστι την τελευταίαν του ραμαζανίου, εξεδόθη ο προ πολλού ζητούμενος ορισμός του πασά και ανεγνώσθη και φετφάς εις εξολόθρευσιν των Χριστιανών. 30 εξ αυτών (διότι οι άλλοι επρόλαβαν και έφυγαν) είχαν απομείνει εν τη πόλει υπό την προστασίαν αγάδων τινών, και τους 30 ο όχλος εθανάτωσεν αυθημερόν, εν οις και τον διερμηνέα του πασά, εγύμνωσε δε και την μητρόπολιν αρπάσας τα ιερά σκεύη και τα άμφια· την δε επιούσαν νύκτα εξήλθε της πόλεως, 20 χωρία και πολλά μοναστήρια έκαυσε, όσους Χριστιανούς ηύρεν όλους εξολόθρευσε πνίξας σφάξας καύσας και κρεμάσας, και δι' όλης δεκαπενθημερίας επώλει εν τη αγορά των Χανιών γυναίκας· εν ενί λόγω πάσα ημέρα ολοκλήρου μηνός ήτον ημέρα φρίκης, και η εξοχή των Χανιών θέατρον καταστροφής και ερημώσεως (δ).

Η δεινή αύτη θέσις των τρισαθλίων Χριστιανών ηνάγκασε πολλούς κατοικούντας τα πεδινά ν' αναβώσι χάριν ασφαλείας εις τα όρη, και να καταφύγωσι κυρίως εις Σφακιά. Εφάνη δε κατ' εκείνας τας ημέρας εν τη νήσω της Κρήτης ό,τι ουδαμού εφάνη της Ελλάδος. Καθ' ον καιρόν οι ειδωλολάτραι αυτοκράτορες κατεδίωκαν τους Χριστιανούς, πολλοί εις αποφυγήν βασάνων ελάτρευαν παρρησία τα είδωλα, αλλ' εν κρυπτώ τον Χριστόν· τοιούτον τι συνέβη εν τη Κρήτη, επί της τελευταίας υποδουλώσεώς της. Τινές των πλουσιωτέρων οικογενειών του μεγάλου Κάστρου και των γειτονικών αυτού μερών εδέχθησαν μεν αναφανδόν τον ισλαμισμόν εις ασφάλειαν ζωής, τιμής και περιουσίας, επρέσβευαν όμως μυστικώς τα του ευαγγελίου, και ανέτρεφαν κατά τον αυτόν τρόπον τα τέκνα των. Τοιούτοι ανεφάνησαν, αρχομένης της επαναστάσεως, εις έκστασιν Τούρκων και Χριστιανών, μεταξύ άλλων και οι ισχύοντες Κουρμούλαι, οίτινες ομολογήσαντες παρρησία την εν κρυπτώ χριστιανικήν θρησκείαν των, και δράξαντες τα όπλα, μετέβησαν από του επί της ευκάρπου πεδιάδος της Μεσκράς χωρίου των Κουσέ εις Σφακιά, εγκαταλείψαντες όλην την πλουσίαν περιουσίαν των, και έτοιμοι να χύσωσι το αίμα των υπό την σημαίαν του σταυρού· μετέφεραν δε εις Σφακιά και όλους τους χωρικούς των Χριστιανούς. Ήσαν δε οι μεταναστάντες ψυχαί 1200.

Μόλις τον τελευταίον μάρτιον έλαβαν οι Σφακιανοί αμυδράν τινα ιδέαν της Εταιρίας, ελθόντος προς αυτούς Νικολάου τινός Βαρελζόγλου ή κατ' άλλους Καρατσά, αποστόλου της Εταιρίας. Τοις είπεν ο απόστολος ό,τι έλεγαν οι λοιποί, δηλαδή ότι όλα τα βοηθήματα θα ήρχοντο εντός ολίγου εκ της Ρωσσίας· διά τούτο ουδεμία ετοιμασία προϋπήρχεν. Είχε καταπλεύσει εις Λούρον, λιμένα των Σφακιών, μεσούντος του απριλίου, πλοίον φέρον προς αυτούς δωρεάν, αλλ' επί πλαστή πωλήσει διά το ανύποπτον, ικανήν ποσότητα πυρίτιδος και μολύβδου· αλλά το πλείστον μέρος της πολεμικής ταύτης ύλης διεσκόρπισαν οι Σφακιανοί, πιστεύοντες όσα τοις έλεγεν ο απόστολος. Εν τοσούτω είτε έτοιμοι είτε ανέτοιμοι δεν ημπόρουν να μείνωσιν ακίνητοι. Τα παθήματα των λοιπών Χριστιανών της Κρήτης τοις έλεγαν καθαρά τι θα επάθαιναν και αυτοί· ήξευραν ότι οι Τούρκοι εμελέτων να πατήσωσιν επί του μπαϊραμίου τα βουνά των, αν δεν παρέδιδαν ως οι άλλοι τα όπλα· ηύραν δε προθύμους συναγωνιστάς και τους Ριζίτας, ό εστι τους επί της αρκτικής υπωρείας των αυτών βουνών Χριστιανούς, εν οις διέπρεπαν οι κατοικούντες τα σημαντικότερα δύο χωρία, Λάκκους και Θέρισον· συνηνώθησαν και οι Μεσαρίται, Αποκωρονίται, Αγιοβασιλίται και άλλοι, διηρέθησαν εις διάφορα σώματα και πρώτοι οι περί τον Γιάννην Χάλην, τον Παπαδανδρέαν και τον Μουστογιάννην προσέβαλαν την 14 εχθρούς εξελθόντας επί λεηλασία κατά το εν τη επαρχία των Χανιών Λούλον, τους έβλαψαν και τους έτρεψαν. Τούτου γενομένου, ο μεν Γεώργης Δασκαλάκης ο και Τσελεπής, ο Σήφακας Κωνσταντουδάκης, ο Ανδρέας Φασουλής, οι κατά το Λούλον αριστεύσαντες και άλλοι εστράτευσαν εις Κεραμεία, εν τη επαρχία και αυτά των Χανιών, εκτύπησαν τους εκεί εχθρούς και τους διεσκόρπισαν· κατέλαβαν δε και διαφόρους πλησιοχώρους θέσεις εν αις και το ορεινόν χωρίον Μαλάξαν, όπου πολλάκις εφορμήσαντας τους εχθρούς απέκρουσαν συνεργεία και του παρασκηνούντος Αναγνώστη Παναγιώτου. Οι δε υπό τον Ρούσον Μπουρδουμπάν, τον Αναγνώστην Παπαδάκην, τον Αντώνην Μελιδώνην, τους Δεληγιαννάκας, τους Σουδερούς και άλλους, εν οις και ο είς των δύο αδελφών Κουρμούλων, ο άλλοτε Χουσεΐναγας, και νυν Μιχάλης και οι δύο του υιοί, επάτησαν τας επαρχίας Αποκορώνου, Ρεθύμνης και αγίου Βασιλείου, έπεσαν επί το οχύρωμα του Αρμυρού και το εκυρίευσαν, απέκλεισαν εντός δυνατού πύργου κειμένου εν τω Προσνέρω εκατόν Τούρκους υπό τον Αληδάκην μετακομίσαντες εκ του Αρμυρού και κανόνια, συνήψαν δεινήν μάχην παρά τας Καλύβας, όπου εστάθμευαν εχθροί εξελθόντες των Χανιών, έπαθαν και εκινδύνευσαν κατ' αρχάς, αλλ' επιτεθέντων όπισθεν των περί τον Δασκαλάκην και Σήφακαν, εκραταιώθησαν και υπερίσχυσαν. Οι αυτοί απήντησαν μετ' ολίγον διακοσίους εχθρούς υπό τους επί κακουργία γνωστούς Ισμαήλ Κουντούρην και Γλυμίδην κατά τον Αϊγιάννην (Καϋμένον), τους περιεκύκλωσαν, επήραν δύο σημαίας και εσκότωσαν αμφοτέρους τους αρχηγούς ανδρείως μαχομένους. Και άλλαι άλλων Τούρκων και Χριστιανών συγκρούσεις πολλαχού κατά τους αυτούς καιρούς συνέβησαν, εν αις οι Χριστιανοί ως επί το πλείστον υπερίσχυσαν. Μετά δε την κατά τον Αϊγιάννην μάχην επροχώρησαν οι νικηταί εις Αμπαδιάν εν τη επαρχία Αμαρίου, έτρεψαν τους αγρίους κατοίκους των χωρίων αυτής, συνέλαβαν ζώντα τον επ' ανδρία ονομαστόν Ντελή - Μουσταφάν, τον εφόνευσαν μη θελήσαντα να βαπτισθή και έκαυσαν τινά των χωρίων. Εκείθεν έπεσαν εις την Επισκοπήν εκ τριακοσίων σχεδόν οικιών συγκειμένην, των πλείστων τουρκικών, έκαυσαν πολλάς αυτών, έκαυσαν το εν αυτή ζαμίον και την πλουσίαν τουρκικήν βιβλιοθήκην και εφόνευσαν καί τινας· φθάσαντες δε εις Ατσιπόπουλον εκυκλώθησαν αίφνης υπό δισχιλίων Τούρκων εφορμησάντων εκείθεν, επολεμήθησαν και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι του χωρίου, αλλ' ούτε απεμακρύνθησαν, ούτε έπαυσαν ενοχλούντες τους πλησίον εχθρούς. Παρέπλεαν δε καί τινα Κάσσια πλοία υπό τον Θεοδωρήν Κανταρτσήν εις ενίσχυσιν του αγώνος.

Ανίκανοι δε οι Χανιώται και οι Ρεθύμνιοι Τούρκοι να βλάψωσιν αυτοί μόνοι τους εχθρούς των, ούς εφρύατταν βλέποντες έξωθεν σχεδόν των πυλών των φρουρίων, επεκαλέσθησαν την σύμπραξιν των Καστρινών και άλλων εις καταδίωξίν των.

Έμελλεν εν τούτοις, αφ' ού τόσον αθώον χριστιανικόν αίμα εχύθη τήδε κακείσε εντός της Κρήτης, να χυθή και το ιερώτερον και πολυτιμότερον επ' αυτού του αγίου θυσιαστηρίου, καθ' ην ώραν εδοξολογείτο ο Ύψιστος.

Έδρευαν εν τω Μεγάλω Κάστρω ο αρχιεπίσκοπος της νήσου Γεράσιμος και ο επί ψιλώ ονόματι επίσκοπος Διουπόλεως· είχαν προσέλθει επί τη προσκλήσει της τουρκικής Αρχής και οι επίσκοποι των ανατολικών επαρχιών, ο Κνωσσού, ο Χερονήσου, ο Λάμπης και ο Σιτείας. Όλοι δε οι εν τω φρουρίω Χριστιανοί, κληρικοί και λαϊκοί, μηδ' αυτών των αρχιερέων εξαιρουμένων, ειργάζοντο εις τα του φρουρίου όχι μόνον τας καθημερινάς, αλλά και τας εορτάς μετά την απόλυσιν της εκκλησίας. Την 23 προ της ανατολάς του ηλίου εκλείσθησαν αίφνης αι πύλαι, ώρμησε πλήθος αιμοχαρών Τούρκων φρυαττόντων και ξιφηφορούντων εις την μητρόπολιν, και απαντήσαντες καθ' οδόν δύο Χριστιανούς, Χαλκωματάδας επονομαζομένους, πορευομένους και αυτούς εις το αυτό μέρος, τους εφόνευσαν. Εντεύθεν προοιμιάσαντες εχύθησαν εντός της μητροπόλεως· και κλείσαντες τον πυλώνα έπεσαν κατά των εν αυτή χριστιανών ως λέοντες ορυόμενοι· και πρώτον μεν εφόνευσαν 75 κοσμικούς, προσμένοντας εν τη αυλή τους αρχιερείς, ίνα συναπέλθωσιν εις τας συνήθεις εργασίας των· μετά ταύτα δε ανέβησαν άλλοι μεν εις τα επάνω, άλλοι δε εις το κάτω συνοδικόν, και εφόνευσαν τον αρχιεπίσκοπον και τους πέντε επισκόπους. Μεθύσαντες από του αίματος αυτών, επατήσαν και αυτήν την εκκλησίαν, εν ώ εψάλλετο η ακολουθία, και ο τόπος των θείων δοξολογιών, των οικτιρμών και της αγιότητος έγεινε τόπος βλασφημιών, αιμάτων και πάσης βδελυρίας· εισήλθαν μετά ταύτα εις τα άγια των αγίων και αιματόβαψαν το αναίμακτον θυσιαστήριον, μαχαιροκόψαντες τον ιερουργούντα· και τα μεν σώματα των αρχιερέων και κληρικών εισέτι σπαράττοντα έρριψαν εις τας οδούς, έκοψαν δε την γηραιάν κεφαλήν του αρχιεπισκόπου, και άλλοι μεν εμπήξαντες αυτήν επί ξύλου την επόμπευσαν διά της πόλεως και την έφεραν ενώπιον του βεζίρη Σερήφπασα, άλλοι δε εχύθησαν εις τας οδούς της πόλεως σπώντες τας θύρας των χριστιανικών οικιών και των εργαστηρίων, και τους μεν άνδρας φονεύοντες, εν οις και τους δύο αδελφούς του αρχιεπισκόπου, τας δε νέας γυναίκας καταισχύνοντες, πολλά δε παιδία περιτέμνοντες. Η πόλις εν ενί λόγω ωμοίαζε τρεις ώρας πόλιν δορυάλωτον. Μετά ταύτα ηνοίχθησαν αι πύλαι και διεσπάρησαν οι ανθρωποκτόνοι εις τα χωρία, φονεύοντες όλους τους άνδρας όσοι δεν επρόφθασαν ν' αναβώσιν εις τα όρη. Σκοπός δε αυτών ήτον ουδ' ένα άνδρα Χριστιανόν ζώντα ν' αφήσωσι· διά τούτο καταφθάσαντες 27 εν τω χωρίω Βενεράτω, και τους 27 εθανάτωσαν. Μόλις το δειλινόν εξέδωκεν ο βεζίρης ορισμόν να παύση η ανθρωποκτονία, και να φυλακισθώσιν οι εναπομείναντες Χριστιανοί, ως αναγκαίοι να εργάζωνται· έκτοτε έπαυσαν οι εν τη πόλει φόνοι· αλλ' η διαρπαγή των οικιών και των εργαστηρίων διήρκεσεν όλην την νύκτα και όλην την επιούσαν ημέραν. 730 ελογίσθησαν οι εν τω Μεγάλω Κάστρω θανατωθέντες κατ' εκείνην την ημέραν. Παυσάσης δε της σφαγής, ήρχισεν η φυλάκισις· οι κρυπτόμενοι Χριστιανοί ανευρισκόμενοι εσύροντο εις τας φυλακάς, και τόσον απανθρώπως ερραβδίζοντο, ώστε τινές απέθαναν πριν φυλακισθώσι· πολλοί δε των φυλακισθέντων εξεψύχησαν βασανιζόμενοι.

Τα συμβάντα ταύτα μαθών αγάς τις, έχων υπό την εξουσίαν του χωρία τινά εν τη ανατολική επαρχία της Κρήτης, Σιτεία, ο Χατσή - αφεντάκης, εμάνδρευσεν εντός της αυλής του τους χωρικούς του Χριστιανούς ως διακοσίους, επί λόγω ότι ήθελε να τοις λαλήση, και κλείσας την αυλόθυραν τους εφόνευσεν, έχων συνεργούς τους συγγενείς του, τους επιστάτας των χωρίων του και άλλους Τούρκους· ο δε πασάς, μαθών το γεγονός, υπερεπήνεσε τον πολύν ζήλον και την αφιλοκέρδειαν του χριστιανοβόρου αγά. Μετά τινας δε ημέρας ο εν Ρεθύμνη Οσμάμπασας εκάλεσε και αυτός τους ηγουμένους διαφόρων μοναστηρίων και διαφόρους ιερείς των εν τοις χωρίοις των επαρχιών Μυλοποτάμου και Αμαρίου επί λόγω να διανείμη δι' αυτών τοις ομοπίστοις των έγγραφά του εις ασφάλειάν των· συνελθόντας δε τους εθανάτωσεν όλους· εν ενί λόγω, εκτός των άλλων μεγάλων συμφορών των εν Κρήτη Χριστιανών, χίλιοι τουλάχιστον αθώοι, εν οις και επτά αρχιερείς, εθανατώθησαν ταις θλιβεραίς εκείναις ημέραις.

Οι δε Ρεθύμνιοι και Χανιώται Τούρκοι, πάσχοντες διά ξηράς, ουδέ την διά θαλάσσης συγκοινωνίαν είχαν ελευθέραν, διότι την διέκοπταν παραπλέοντα μεταξύ των δύο φρουρίων τα πλοία της Κάσσου. Αλλ' ευρόντες προθύμους αντιλήπτορας τους Καστρινούς, τους Κισαμίους και τους Σελινιώτας, ων την σύμπραξιν επεκαλέσθησαν, απεφάσισαν να πατήσωσι τα Σφακιά οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν. Ολίγοι ήσαν οι ενδιαμένοντες οπλοφόροι Χριστιανοί, διότι οι πολλοί ήσαν ήδη διεσπαρμένοι εις άλλας θέσεις· διέμεναν δε οι πλείστοι εν τω χωρίω Ασκύφω, κατείχαν τινές και τον Καλλικράτην.

Ιούλιος Αρχομένου του Ιουλίου εξεστράτευσαν πρώτοι οι Καστρινοί και οι Ρεθύμνιοι, συνηνωμένοι, ους ιδόντες εφορμώντας οι κατέχοντες τον Καλλικράτην, τον εγκατέλειψαν, οι δε Τούρκοι τον έκαυσαν, και καταλαβόντες την επαύριον τον Ασκύφον κατέστρεφαν τα πέριξ. Αλλ' οι καταλιπόντες τα δύο χωρία οπλοφόροι Χριστιανοί, ενισχυθέντες μετ' ολίγον υπό τινων άλλων πολλαχόθεν προσελθόντων, τους προσέβαλαν αίφνης εν αφοβία διάγοντας και αμερινία, και τους απεδίωξαν. Επήλθαν άλλοθεν και οι Κισάμιοι και οι Σελινιώται, αλλ' ευρόντες αντιπάλους κατά τα Ποροσάλια ετράπησαν και αυτοί. Την δε 4 εξεστράτευσαν οι Χανιώται υπό τον Οσμάμπασαν φέροντες και 4 κανόνια· πορευόμενοι εις Λάκκους και Θέρισον απήντησαν την επαύριον λίαν πρωί κατά το χωρίον Φουρνές, τους περί τον Δασκαλάκην, τον Βασίλην Χάλην και τον Φασούλην, και προχωρούντες εις το δάσος προς το χωρίον Μεσκλά, επολέμουν αμφιρρεπή και δεινόν πόλεμον μέχρι του δειλινού· αλλ' επελθόντων άλλοθεν κατ' εκείνην την ώραν των περί τον Αναγνώστην Παναγιώτου, τον Ανδρέαν Παπαπωλάκην και τον Σταμάτην Ανωγειανόν, ηναγκάσθησαν να τραπώσιν, εγκαταλείψαντες ζώα, πολεμεφόδια, σημαίας και τα 4 κανόνια. Υπερτριακόσιοι εξ αυτών εφονεύθησαν και 40 ηχμαλωτίσθησαν· όλοι δε οι αιχμαλωτισθέντες απέθαναν εν στόματι μαχαίρας· εφονεύθησαν και εκ των Ελλήνων 20, και επληγώθησαν 40· διεκρίθησαν δε επ' ανδρία οι Λακκιώται, και εξόχως ο Σαρηδαντώνης και ο Νικολουδάκης· ήσαν δε όλοι οι συγκρουσθέντες, Χριστιανοί μεν εννεακόσιοι, Μωαμεθανοί δε υπερδισχίλιοι. Και ούτοι μεν επανήλθαν πανταχόθεν κατησχυμένοι εις τα ίδια, οι δε Χριστιανοί κατέλαβαν και αύθις τας προτέρας θέσεις αγαλλόμενοι. Επεχείρησαν πολλοί Καστρινοί καί τινες Ρεθύμνιοι νέαν εκστρατείαν μεσούντος του αυτού μηνός εις Σφακιά υπό τον επ' ανδρία τιμώμενον Καούσην· και κατ' αρχάς μεν ευδοκίμησαν και κατέλαβαν την 16 και τον Ασκύφον· αλλά δεινώς προσβληθέντες υπό του Πρωτοπαπαδάκη, του Ρούσου, του Πωλογιωργάκη, του Παπαδάκη και του Δασκαλάκη, ηναγκάσθησαν να στρέψωσι τα νώτα, και διερχόμενοι το στενόν του Κατρέως πολλά έπαθαν· παραλαβόντες δε τους εν τω πύργω του Αληδάκη, ον οι Έλληνες μετά ταύτα ανέτρεψαν, επανήλθαν εις τα ίδια. Παρακολούθησαν τούτους, αγνοούντες την τροπήν των, άλλοι άλλοθεν Καστρινοί υπό τον Γερλή - κεχαγιάν, αλλά και αυτοί ηττηθέντες κατά την Άμπελον, και αιχμαλωτισθέντος και φονευθέντος του αρχηγού, επαλινδρόμησαν εις τα φρούρια. Εξώρμησαν την 25 τινές των εν τω φρουρίω των Χανιών επί τους παρασκηνούντας Έλληνας, αλλ' ουδέν ουδ' αυτοί κατώρθωσαν.

Τοιαύτη ήτον η πολεμική θέσις των Κρητών λήγοντος του Ιουλίου.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'

Διασκορπισμός των περί την Καρύταιναν Ελλήνων - Συγκρούσεις Τούρκων και Ελλήνων περί την Τριπολιτσάν - Απόβασις του κεχαγιά του ηγεμόνος της Πελοποννήσου εις Πάτρας και ευτυχής αυτού άνοδος εις Τριπολιτσάν. - Μάχαι Βαλτετσίου και Δολιανών.

ΕΝ ώ οι Έλληνες ανέμεναν, ως είπαμεν, ώρα τη ώρα την πτώσιν του παλαιοφρουρίου της Καρυταίνης και διεπραγματεύοντο περί τούτου, έμαθαν οι εν Τριπολιτσά Τούρκοι την δεινήν θέσιν των εν αυτώ παρά δύο χωρικά ενδυθέντων και διά νυκτός εξελθόντων εκείθεν, εξεστράτευσαν 700 ιππείς και 2000 πεζοί το πρωί της 30 μαρτίου, και προχωρούντες έκαυσαν το επί της οδού χωρίον Σάλεσι, δύο ώρας μακράν της Καρυταίνης. Ο Κολοκοτρώνης, ιδών τους καπνούς του καιομένου χωρίου, ανέβη εις Φλωριόν, και παρατήρησας διά του τηλεσκοπίου, ότι ήρχοντο εχθροί, το εγνωστοποίησε διά συνθήματος, και εν τω άμα οι περί την Καρύταιναν Έλληνες, αν και εξακισχίλιοι, όλοι σχεδόν διεσκορπίσθησαν τρέχοντες εις τα βουνά και εις τα σπήλαια· ώστε ο Κολοκοτρώνης καταβάς από του Φλωριού ηύρε μόνους εγκαρτερούντας και πολεμούντας εντεύθεν μεν του φρουρίου τους περί τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην, εκείθεν δε τους αδελφούς Πλαπούτας, αλλά και ούτοι μετ' ολίγον ανεχώρησαν. Ανεχώρησαν τελευταίοι και οι περί τον Κολοκοτρώνην, οίτινες και συνεπληρώθησαν καθ' οδόν εις διακοσίους· απέφυγαν δε τον κίνδυνον κρυπτόμενοι και νυκτοπορούντες διά τινων αποκρήμνων και αγνώστων μονοπατίων, ανευρισκομένων παρά του Κολοκοτρώνη υπό το σκότος της νυκτός εις έκστασιν των συνοδοιπόρων του, αν και δεκαεπτά παρήλθαν έτη αφ' ότου είχε διαβή εκείθεν, ό εστιν αφ' ότου έπαυσε να περιφέρεται εις Πελοπόννησον ως κλέπτης. Οι δε Τούρκοι, φθάσαντες εις Καρύταιναν, παρέλαβαν εν ησυχία όλους τους εγκλείστους και τους συνώδευσαν εις Τριπολιτσάν· επανερχόμενοι δε απήντησαν προς το Καλογεροβούνι τους υπό τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην, τον αδελφόν του Κωνσταντίνον και τον Νικήταν Σταματελόπουλον, και έτρεψαν και αυτούς φονεύσαντες και τον γυναικάδελφον του Γιατράκου. Τόσον δε παράλογος τρόμος κατέλαβε τους Έλληνας εξ αιτίας της εξόδου ταύτης των εχθρών, ώστε 17 μόνον ένοπλοι Τούρκοι συνώδευσαν κατ' εκείνας τας ημέρας εις Τριπολιτσάν 200 τροφοφόρα ζώα διά δυσβάτων και επιφόβων οδών από τόπου απέχοντος έξ ώρας μηδένα ένοπλον απαντήσαντες Έλληνα.

Αφ' ού δε η τόση πληθύς των περί την Καρύταιναν διεσκορπίσθη τόσον αισχρώς, οι οπλαρχηγοί απομείναντες σχεδόν όλοι άνευ οπαδών συνήλθαν οι πλείστοι διά διαφόρων οδών εις Στεμνίτσαν, όπου συνήχθησαν ένθεν κακείθεν καί τινες των οπαδών των, και ώδευσαν εις Χρυσοβίτσι όλοι τριακόσιοι, επ' ελπίδι να καταλάβωσι την θέσιν Λαγκάδαν και κτυπήσωσι Τούρκους τινάς επανερχομένους διά του μέρους εκείνου εις Τριλιτσάν αλλ' οι εκατόν ελειποτάκτησαν καθ' οδόν. Φθάσαντες δε οι λοιποί εις Χρυσοβίτσι έμαθαν, ότι οι Τούρκοι είχαν ήδη διαβή. Τότε πολλοί των οπλαρχηγών απεφάσισαν να μεταβώσιν εις Λεοντάρι, και εκείθεν να καταβώσιν εις Μεσσηνίαν επί στρατολογία· παρεκίνουν δε και τον Κολοκοτρώνην να συνακολουθήση. «Δ ε ν - έ ρ χ ο μ α ι», τοις είπεν ούτος όλος περίλυπος, «θ έ λ ω - ν α - μ ε - φ ά γ ο υ ν - τ α - π ο υ λ ι ά - π ο υ - μ ε - γ ν ω ρ ί ζ ο υ ν». Εν τοσούτω ούτε άνθρωπον είχε παρ' αυτώ ούτε καν το τουφέκι του, διότι έχασε και αυτό επί της φυγής. Είπε τότε ο Δίκαιος πρός τινα των Μανιατών «Μ ε ί ν ε - μ α ζ ή - τ ο υ - μ η - τ ο ν - φ ά γ η - ο - λ ύ κ ο ς».

Αφ' ού δε ανεχώρησαν οι οπλαρχηγοί, ο Κολοκοτρώνης εμβήκεν εις την εκκλησίαν, έκαμε τον σταυρόν του και έμεινε πολλήν ώραν σύννους. Έπειτα ασπασθείς την εικόνα της Θεοτόκου, «Π α ν α γ ί α - μ ο υ», είπε, «β ο ή θ η σ ε - τ ο υ ς - Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ύ ς· τ ο υ ς - ε π ή ρ α μ ε - 'σ τ ο - λ α ι μ ό - μ α ς· και ταύτα ειπών εκίνησε προς την Πιάναν όλος απηλπισμένος συνοδίτην έχων μόνον τον Μανιάτην του.

Ο δε Κανέλλος Δηληγιάννης, φεύγων και αυτός εκ Καρυταίνης ως και οι λοιποί, μετέβη εις την πατρίδα του, τα Λαγκάδια, και ηύρεν όλον το χωρίον έρημον, και αυτήν του την οικογένειαν φυγούσαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων· έδραμε δε κατόπιν αυτής πεζός και ανυπόδητος, την επρόφθασεν εις το Σωποτόν, και την συνώδευσεν εις μέγα - Σπήλαιον. Εκεί μαθών, ότι οι επαρχιώται του απελπισθέντες απεφάσισαν να προσκυνήσωσιν, απέστειλεν εις πρόληψιν του κακού τον αδελφόν του Δημητράκην εις Λαγκάδια μεθ' όσων εδυνήθη να συλλέξη στρατιωτών. Φθάσας εκεί ούτος ηύρε τους εντοπίους Τούρκους συναθροισμένους όλους αόπλους εν τη αγορά, διότι την ημέραν της επαναστάσεως τοις αφήρεσαν τα όπλα οι περί τον Κανέλλον, και τους επεδίκλωσαν, αλλά δεν τους εφυλάκισαν· ηύρε δε συν αυτοίς και πολλούς χωρικούς Χριστιανούς ετοίμους, επί τη προτροπή των Τούρκων, να προσφέρωσι, διά πρεσβείας προς τους εν Τριπολιτσά, την υποταγήν του λαού. Ο Δημητράκης και οι συν αυτώ, διότι πολλοί των διεσκορπισμένων συνεπαρχιωτών του τον ηκολούθησαν καθ' οδόν, περιεκύκλωσαν τους εν τη αγορά Τούρκους, τους ετουφέκισαν και τους εφόνευσαν όλους, αναγκάσαντες τους συνεπαρχιώτας των να γένωσι και αυτοί συμμέτοχοι του φόνου, ώστε να μη τολμήσωσι πλέον και προσκυνήσωσι φοβούμενοι την αγανάκτησιν και εκδίκησιν των τουρκικών Αρχών. Τοιαύτα ήσαν τα αποτελέσματα του διασκορπισμού των περί Καρύταιναν και ως προς το στρατιωτικόν και ως προς τον λαόν.

Εν τοσούτω, όσον η θέσις των Ελλήνων ήτο δεινή, τόσω προθυμότερον ηγωνίζοντο οι αρχηγοί να την καλητερεύσωσι στρατολογούντες ακαμάτως, φαινόμενοι γενναίοι εν μέσω του πανικού φόβου και προκινδυνεύοντες. Τω όντι διά των αξιεπαίνων προσπαθειών και υπό την οδηγίαν του επισκόπου Βρεμένης Θεοδωρήτου, του Σαριγιάννη, του Παναγιώτη Ζαφειροπούλου, του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, του Κοντάκη και άλλων, συνήχθησαν κατ' εκείνας τας ημέρας έως 1500 ένοπλοι, Μιστριώται, Αγιοπετρίται, Τριπολιτσιώται και Μανιάται εις Βέρβενα, θέσιν βουνώδη και δυνατήν εν τη επαρχία του αγίου Πέτρου, όπου και ωχυρώθησαν, κτίσαντες τέσσαρας πύργους· συνήχθησαν και υπό τον Κολοκοτρώνην ικανοί εις Πιάναν, 3 ώρας απέχουσαν της Τριπολιτσάς· αλλά θάρρος δεν λάμβαναν οι συναζόμενοι· Τούρκους ήκουαν και πάραυτα έφευγαν.

Απρίλιος Την 5 απριλίου οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι εξεστράτευσαν κατά των εν Πιάνα, τους διεσκόρπισαν μόλις φανέντες, και έκαυσαν το χωρίον· ο δε Κολοκοτρώνης, απολειφθείς μόνος, μετέβη εις το μεταξύ Αλωνίσταινας και Βυτίνας διάσελον· αλλ' οι εχθροί υπήγαν και εκεί, εσκόρπισαν τους συνελθόντας, έτρεψαν και αύθις τον Κολοκοτρώνην, έκαυσαν το χωρίον και μετέφεραν τας εκεί αποτεταμιευμένας των Ελλήνων τροφάς εις Τριπολιτσάν. Ενήμερα δε του Πάσχα εστράτευσαν εις Βλαχοκερασιάν, χωρίον 4 ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, όπερ κατείχαν ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, και ο Αντώνης Νικολόπουλος Λακεδαιμόνιος μετά 800 συντρόφων· αλλά μόλις επλησίασαν, ελειποτάκτησαν όλοι οι υπό τον Κυριακούλην· οι δε υπό τον Νικολόπουλον αντέστησαν κατ' αρχάς, αλλά φονευθέντος αυτού ετράπησαν και ούτοι και ανέβησαν τα όρη· εφονεύθησαν δε διαρκούσης της μάχης και ο Παναγής Βενετσιανάκος, και άλλοι. Οι δε Τούρκοι καύσαντες το χωρίον, επανήλθαν εις Τριπολιτσάν.

Εξ αιτίας δε των δεινών τούτων περιστάσεων συνήλθαν κατά πρόσκλησιν του Κολοκοτρώνη και του Κανέλλου Δηληγιάννη, ευρισκομένων τότε εν Μαρμαριά, διάφοροι οπλαρχηγοί εις Πάπαρι, 4 ώρας απέχον της Τριπολιτσάς, και κοινής σκέψεως γενομένης, συνωμολόγησαν, ότι δύσκολος ήτον η στρατολογία, και έτι δυσκολωτέρα η μη λειποταξία των στρατολογουμένων, εις διόρθωσιν δε του κακού ανηγόρευσαν όλοι ομογνωμόνως τον εν Καλαμάτα διατρίβοντα Πετρόμπεην αρχιστράτηγον της Πελοποννήσου, και τον παρεκάλεσαν να συνάξη όσους εδύνατο Μανιάτας, υποσχόμενοι αυτοίς τροφάς και μισθούς, και να συναναβή και αυτός κατ' εκείνα τα μέρη, ώστε να βιάσωσι τους χωρικούς διά των Μανιατών να οπλοφορήσωσι, να εκστρατεύσωσι και να διατηρήσωσι τας θέσεις των. Τούτου γενομένου διελύθη η συνέλευσις· και ο μεν Δηληγιάννης και ο Τσαλαφατίνος ετοποθετήθησαν κατά το διάσελον της Αλωνίσταινας, όπου υπήγε μετ' ολίγον και ο Πλαπούτας επ' ελπίδι να εμποδίσωσι τον εχθρόν, αν εδοκίμαζε να πέση εκείθεν εις άλλας επαρχίας, οι δε λοιποί μετέβησαν εις Βαλτέτσι, χωρίον ορεινόν, 2 ώρας απέχον της Τριπολιτσάς.

Κατ' εκείνας τας ημέρας 800 Καλαβρυτινοί υπό τον Χαραλάμπην, καί τινες Τριπολιτσιώται υπό τον Αρβάλην, μαθόντες τα εν Καρυταίνη δυστυχήματα, εσταρατοπέδευσαν εν Λεβιδίω, 5 ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, εις εγκαρδίωσιν των ολιγοψυχησάντων συναδέλφων, και εις εμπόδιον του εχθρού, αν επεχείρει να διαβή εκείθεν προς τα Καλάβρυτα· αλλ' οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι, μαθόντες τον ερχομόν αυτών, εξεστράτευσαν την 13 διά νυκτός και τοις επλησίασαν ανατείλαντος του ηλίου. Επτοήθησαν οι Έλληνες πριν φθάσωσιν οι εχθροί, και ανέβησαν εις τας πλησίον ορεινάς θέσεις· μόνοι δε 60 υπό τους οπλαρχηγούς Νικολόν Σολιώτην, Αναγνώστην Στριφτόμπολαν, Γεώργην Κουλοχέρην και Γιαννάκην Πετμεζάν, εκλείσθησαν εντός τινων οικιών του χωρίου και επολέμησαν αντέχοντες γενναίως εις τας αλλεπαλλήλους προσβολάς των πολλών εχθρών 7 ώρας. Εν ώ δε εκινδύνευαν, ήλθαν έξωθεν εις βοήθειάν των ο Πλαπούτας, ο Τσαλαφατίνος, ο Νικολός Πετμεζάς και άλλοι, κατέβησαν και ολίγοι εκ των καταφυγόντων εις τα όρη, και ούτως ελυτρώθησαν οι έγκλειστοι προσβληθέντων όπισθεν των εχθρών και αναγκασθέντων να φύγωσιν. Εφονεύθησαν εν τη μάχη ταύτη ο Στριφτόμπολας, ο υποπλαρχηγός Σωτήρης Σολμενίκος και τρεις στρατιώται. Η αντίστασις των ολίγων τούτων και η γενναιότης των έξωθεν επιβοηθησάντων καθ' ον καιρόν η δειλία κατέλαβε τας ψυχάς όλων είναι αξία παντός επαίνου.

Μετά δε την μάχην του Λεβιδίου ο Πλαπούτας και ο Τσαλαφατίνος, συνενωθέντος και του Δηληγιάννη, μετέβησαν εις το διάσελον της Αλωνίσταινας και εκείθεν εις Πιάναν, όπου ηύραν εστρατοπεδευμένον τον Αντώνην Κολοκοτρώνην. Οι δε λοιποί διέμεναν εν Βαλτετσίω.

Οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι υπήγαιναν συνήθως εις τους μύλους της Δαβιάς και άλεθαν. Τούτο παρατηρήσαντες οι εν Πιάνα και Βαλτετσίω Έλληνες έστειλαν τον Αντώνην Κολοκοτρώνην μετά 80 εις ένεδραν· ο Αντώνης ενήργησε όσα διετάχθη, και την 18 εκτύπησε τους Τούρκους ερχομένους προς τους μύλους, εφόνευσε 10 και συνέλαβεν ολίγα ζώα. Εξήλθαν οι εν Τριπολιτσά εις τιμωρίαν των ολίγων εκείνων Ελλήνων. Βλέποντες αυτούς εξερχομένους εξήλθαν και οι εν Πιάνα και Βαλτετσίω Έλληνες εις υπεράσπισιν των περί τον Αντώνην και ούτως συνεκρούσθησαν Έλληνες και Τούρκοι προς την Σιλίμναν. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν και εσκότωσαν 20 Τούρκους, εν οις και τον επ' ανδρία φημιζόμενον Ομέραγαν Τριπολιτσιώτην· δύο Έλληνες εσκοτώθησαν και δύο επληγώθησαν. Μετά την σύγκρουσιν ταύτην οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις Τριπολιτσάν οι δε Έλληνες εις Πιάναν και Βαλτέτσι οπωσούν θαρραλεώτεροι. Εθαρρύνθησαν έτι μάλλον μετ' ολίγον και διά του εξής αριστεύματος. Ο Νικήτας καί τινες των οπαδών του είδαν επί της πεδιάδος μίαν ώραν και τέταρτον μακράν της Τριπολιτσάς 20 Τούρκους, και καταβάντες τους εκτύπησαν και εφόνευσαν έξ, τους δε λοιπούς απώθησαν εις την πόλιν φωνάζοντας ότι προ των πυλών της εφονεύοντο Τούρκοι. Εξήλθαν ιππείς προς καταδίωξιν των περί τον Νικήταν, αλλ' ούτοι σκυλεύσαντες τους φονευθέντας ανέβησαν αβλαβείς εις Βέρβενα, όπου τους εφήμισε το στρατόπεδον, ως τολμήσαντας να φανώσι κατά τον δεινόν εκείνον καιρόν τόσον πλησίον της Τριπολιτσάς.

Την δε 24 εξεστράτευσαν οι Τούρκοι κατά των εν Βαλτετσίω, τους διεσκόρπισαν και διεσπάρησαν συνάζοντες ζώα· αλλ' ωπισθοδρόμησαν μετ' ολίγον αφήσαντες καθ' οδόν τα ζώα, διότι επήλθαν οι εν Βερβένοις και Πιάνα. Επανελθόντων δε των Τούρκων εις Τριπολιτσάν, ο μεν Κολοκοτρώνης εσύστησεν άλλο στρατόπεδον εις Χρυσοβίτσι, ο δε Γιατράκος, οπλαρχηγός της επαρχίας του Μιστρά, εις Βέρβενα, όπου εψηφίσθη ομογνωμόνως την 5 μαΐου αρχηγός του στρατοπέδου εκείνου επί τη προτάσει του επισκόπου Βρεσθένης· άλλοι δε εκ των οπλαρχηγών μετέβησαν εις Λεοντάρι και έστειλάν τινας εις τας επαρχίας, όπου έκαστος είχεν επιρροήν, επί στρατολογία. Οι δε Τούρκοι, διασκορπίσαντες το στρατόπεδον του Βαλτετσίου, περιήρχοντο ανύποπτοι και ανενόχλητοι πέριξ της Τριπολιτσάς συνάζοντες ζώα, και εμπαίζοντες μακρόθεν τους φυγομάχους Έλληνας.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των περί την Τριπολιτσάν Ελλήνων, ότε τοις ήλθεν είδησις, ότι ο Μουσταφάμπεης, κεχαγιάς του ηγεμόνος της Πελοποννήσου, μετά 3500 εκλεκτών στρατιωτών, όλων σχεδόν Αλβανών, απέβη εις Πάτρας.

Απρίλιος Ο Χουρσήδης, ως προείπαμεν, κατεγίνετο εις τον κατά του Αλή πόλεμον καθ' ον καιρόν εξερράγη εν Πελοποννήσω η επανάστασις. Εκτός του προς τον σουλτάνον χρέους του αναγκάζοντος αυτόν να κινήση δυνάμεις κατά των επαναστατών, είχε και ιδιαίτερον αίτιον· αφήκεν εν Τριπολιτσά αναχωρών τας γυναίκας του και τους θησαυρούς του. Ο αγέρωχος χαρακτήρ του, ον εξιστορήσαμεν, αρκεί να δείξη την αγανάκτησιν της ψυχής του μαθόντος, ότι και αι γυναίκες και οι θησαυροί του εκινδύνευαν να πέσωσιν εις την διάκρισιν των απίστων· μόλις δε έμαθε τα συμβάντα ταύτα, και έστειλεν αμέσως τας ανωτέρω δυνάμεις υπό τον κεχαγιάν του ηγεμόνος της Πελοποννήσου, πολλής ικανότητος άνδρα και εμπειροπόλεμον, όστις απέβη εις Πάτρας μεσούντος του απριλίου, εθάρρυνε τους εκεί ομοπίστους του ειπών, ότι παρακολούθουν και άλλαι δυνάμεις, και μετέβη εις Βοστίτσαν, όπου ούτε στρατιώτας ηύρεν, ούτε κατοίκους, αλλά πολλάς τροφάς ετοιμασθείσας προ της αποστασίας, επί σκοπώ να σταλώσιν εις το εν Ιωανίννοις υπό τον Χουρσήδην στρατόπεδον. Διέμεινε δε εκεί μίαν εβδομάδα εκδίδων αμνηστήρια (συγχωροχάρτια) προς τους Καλαβρυτινούς και Βοστιτσάνους, αλλά μη εισακουόμενος· μαθών δε ότι έν σώμα Καλαβρυτινών υπό τον Ζαήμην εστάθμευε παρά την μονήν των Ταξιαρχών, έστειλε 500, το διεσκόρπισε, και παρά μικρόν ηχμαλώτισε και τον Ζαήμην εναπομείναντα μετ' ολίγων, διότι οι πολλοί ελειποτάκτησαν· έκαυσεν έπειτα την Βοστίτσαν μη ελθόντων των κατοίκων της εις προσκύνησίν του, ελεηλάτησε τα πέριξ, ήρπασε πολλά ζώα και ώδευσε προς την Κόρινθον. Εκεί είχε μεταβή πρό τινων ημερών ο Δικαίος, ίνα συμπράξη εις την πτώσιν της Ακροκορίνθου· επί δε τω ερχομώ του κεχαγιά επροσπάθησε να εμψυχώση τους στρατιώτας εις αντίστασιν, αλλ' ουδέν κατώρθωσεν· όλοι αφήκαν και την πολιορκίαν και την πόλιν και ανεχώρησαν αισχρώς. Τότε ο Δικαίος απελπισθείς έκαυσε την μεγαλοπρεπή οικίαν του Κιαμήλμπεη, και ανεχώρησεν εις Σωφικόν. Η δε εντός της Ακροκορίνθου μήτηρ του Κιαμήλμπεη, ιδούσα τον εμπρησμόν της οικίας, εφρύαξε, και διέταξε ν' αποκεφαλίσωσι τον διόλου μη πταίσαντα Ανδρίκον Νοταράν, ον είχε συμπαραλάβει εν τη ακροπόλει καθ' ον καιρόν εκλείσθη εν αυτή. Τόσον δ' αιφνιδίως εισέβαλεν εις Κόρινθον ο κεχαγιάς, ώστε ο εν αυτή ευρεθείς επίσκοπος Δαμαλών, Ιωνάς, εκινδύνευσε φεύγων να πιασθή, αποτινάξαντος αυτόν του ζώου εφ' ου εκάθητο. Συνελήφθησαν ο έξω της πόλεως και εφονεύθησαν ο διάκονός του καί τις ηγούμενος. Διατρίψας δε ο κεχαγιάς εν Κορίνθω μίαν ημέραν, αφήκεν εις ενδυνάμωσιν της ακροπόλεώς τινας των συνακολουθούντων αυτόν Αλβανών, και εστράτευσε προς το Άργος την 24, προπορευομένων των προς τους προεστώτας και κατοίκους της πόλεως εκείνης αμνηστηρίων.

Αφ' ού οι Αργείοι Τούρκοι περιωρίσθησαν εν Ναυπλίω, ήλθαν ικανοί Κρανιδιώται και Καστριώται και το επολιόρκησαν μετά των εν Αργολίδι χριστιανών. Οι Τούρκοι, εμποδιζόμενοι να εξέλθωσιν εις την ξηράν, επεχείρησαν ενήμερα του Πάσχα απόβασιν εις τους αντικρύ του Ναυπλίου μύλους επί συλλογή τροφίμων· αλλ' ευρόντες την θέσιν εκείνην κατεχομένην επέστρεψαν εις Ναύπλιον άπρακτοι. Εξ αιτίας δε των ημερών του Πάσχα οι διά ξηράς πολιορκούντες εδόθησαν εις την κραιπάλην. Τούτο παρατηρήσαντες οι Τούρκοι επέπεσαν αίφνης, εσκότωσάν τινας, διεσκόρπισαν τους άλλους, και συλλαβόντες τον Κρανιδιώτην Γεώργην Λεμπέσην, τον εσούβλισαν.

Εν των επί πολιορκία του Ναυπλίου καταπλευσάντων πλοίων ήτο και το της χήρας Μπουμπουλίνας, εφ' ου επέβη και η ανδρόφρων αύτη και αρειμάνιος γυνή οπλοφορούσα και ενθουσιώσα υπέρ του αγώνος· συνοδευομένη δε υπό του αξίου τοιαύτης μητρός υιού της και άλλων συμπολιτών της ανέβη την τετράδην της διακαινησίμου εις Άργος, όπου υπεδέχθη ως βασίλισσα· ανέβη κατόπιν εις την αυτήν πόλιν ευφημούντος του λαού και ο πρόκριτος των Σπετσών, Γκίκας Μπότασης, συμπολιορκητής και αυτός του Ναυπλίου. Η ανάβασις αυτού και έτι μάλλον η πρωτοφανής παρουσία γυναικός εν τω σταδίω του πολέμου, καθ' ον καιρόν οι άνδρες έφευγαν απέμπροσθεν των εχθρών, ανεθάρρυναν τους Αργείους προς επανάληψιν της λυθείσης πολιορκίας του Ναυπλίου· την δε 23 μαθόντες την θριαμβευτικήν είσοδον του κεχαγιά εις Κόρινθον ητοιμάσθησαν να τον αντικρούσωσιν αναβαίνοντα εις Άργος (α).

Ολίγα βήματα έξωθεν της πόλεως προς την οδόν της Κορίνθου σώζεται τείχος επί της κοίτης του χειμαρρώδους Χαράδρου, του κοινώς Ξηριά, εις προφύλαξιν της πόλεως από της εν καιρώ χειμώνος καταφοράς των ρευμάτων. Οι Έλληνες, άπειροι εισέτι, ετοποθετήθησαν όπισθεν του τείχους αφήσαντες ανοικτά τα πλάγια· τόσω δε ήσαν βέβαιοι, ότι θα ενίκων, ώστε όλοι οι εν τη πόλει άνδρες και γυναίκες εχύθησαν εις τα πλησίον υψώματα θεωροί της νίκης. Οι Τούρκοι, ιδόντες μακρόθεν τόσον λαόν επί των υψωμάτων, υπέθεσαν, ότι ήσαν τόσοι οπλοφόροι και εφοβήθησαν. Φθάσαντες δε μετά πάσης προφυλάξεως εις την παρά το τείχος εκκλησίαν του αγίου Νικολάου, εγνώρισαν την αλήθειαν, και ηπόρησαν ιδόντες το θάρρος των εναντίων· διηρέθησαν τότε εις τρία· και οι μεν πεζοί ετάχθησαν εν τω κέντρω, οι δε ιππείς άλλοι δεξιόθεν και άλλοι αριστερόθεν, και ούτως εκίνησαν επί τους κατέχοντας το τείχος όλοι ταυτοχρόνως. Οι Έλληνες, ανυπόμονοι να πολεμήσωσι, τους ετουφέκισαν πριν έλθωσιν εντός βολής. Τότε οι ιππείς της δεξιάς και της αριστεράς πτέρυγος, κεντήσαντες τους ίππους και ευρόντες τα πλάγια αφύλακτα, εκύκλωσαν τους πρωτοπείρους Έλληνας και τους διεσκόρπισαν φονεύσαντες πολλούς, εν οις και τον υιόν της Μπουμπουλίνας. Ο νέος ούτος έρριψε κατά γης έφιππον Αλβανόν, τον Βελήμπεην· αλλά καθ' ην στιγμήν εξέτεινε την δεξιάν εις σφαγήν του, έπεσε νεκρός επ' αυτού φονευθείς παρ' άλλου. Η ήττα αύτη επέφερε τον διασκορπισμόν των επαναλαβόντων την πολιορκίαν του Ναυπλίου, και την τροπήν των επί των υψωμάτων θεατών, εξ ων άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι εις τους μύλους διεσώθησαν, πολλαί δε οικογένειαι καί τινες οπλοφόροι εκλείσθησαν εν τη υπό την ακρόπολιν μονή της Κεκρυμμένης. Οι δε Τούρκοι, εισελθόντες εις την πόλιν την 25, επολιόρκησαν τους εν τη μονή, προσπαθούντες να τους πείσωσι να παραδοθώσιν επί πλήρει και τελεία αμνηστεία· αλλ' εκείνοι εμψυχούμενοι παρά των εν αυτή ολίγων οπλοφόρων απέρριψαν τας πρώτας προτάσεις, και αντεστάθησαν ευτυχώς τρεις ημέρας· η έλλειψις όμως του νερού τους ηνάγκαζε να προσκυνήσωσιν. Είς των εγκλείστων ήτο και ο Κρανιδιώτης Παπά - Αρσένιος, ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης, όστις, παρευρεθείς εν τη προλαβούση μάχη κατά το τείχος, τόσον διέπρεψεν, ώστε ο κεχαγιάς επαναλαβών τας προτάσεις του, επέμενε να εξαιρεθή μόνος αυτός της γενικής αμνηστείας. Ο Αρσένιος, ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι ν' ανθέξωσι, τοις είπε να δεχθώσιν αυτάς ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον· αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους μύλους. Ο δε κεχαγιάς εδέχθη φιλοφρόνως τους προσκυνήσαντας, και εξ αυτών, αποδιδόντων τα αίτια της αποστασίας εις τους απόντας προκρίτους, κατέστησε δύο προεστώτας και τους εφόρεσε τα συνήθη καββάδια· απηλευθέρωσε δε και όλους τους κατεχομένους Χριστιανούς από των συλλαβότων αυτούς Τούρκων εκτός πέντε νεανίδων, διακρινομένων διά το κάλλος, μη δυνηθείς να τας αποσπάση εκ των χειρών των κατεχόντων αυτάς Αλβανών.

Εν ώ δε ο κεχαγιάς κατεγίνετο να ευτακτήση τα του Άργους, οι εν Λεβιδίω τότε σταθμεύοντες οπλαρχηγοί, Σκαλτσάς, Τσαλαφατίνος και Μπελίδας, μαθόντες την εκ Κορίνθου εις Άργος ανάβασίν του, εκίνησαν μετά 500, παρέλαβαν καθ' οδόν τον Νταγρέν και έφθασαν την 27 έξω του Άργους εν αγνοία των εχθρών. Αφ' ού δε ενύκτωσεν, απεφάσισαν να εισέλθωσιν εις την πανέρημον ακρόπολιν, όπου ούτε τουρκική ούτε ελληνική ήτο φρουρά. Εκ των 500, μόλις 90 επροθυμήθησαν να συνακολουθήσωσιν· αλλ' εμβάντες άνευ αντιστάσεως ή συγκρούσεως εξήλθαν πάλιν ησύχως πριν φέξη, όντες ολίγοι, και ηνώθησαν μετά των έξω απομεινάντων. Την δε ημέραν εκείνην, ό εστι την 28, ήλθεν όπου ήσαν οι προειρημένοι ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ανεψιός του Κολοκοτρώνη. Γενναίος ο ανήρ ούτος και ενθουσιώδης (β), απέκτησεν, αν και ξένος της επαρχίας του Άργους, τόσην επιρροήν διά μιας, ώστε ετάχθησαν υπό την οδηγίαν του 600 Αργείοι. Η νέα αύτη δύναμις εθάρρυνε τους απροθύμους άλλους στρατιώτας· ώστε, πριν βραδυάση, ανέβησαν όλοι εις την ακρόπολιν τουφεκίζοντες εν ώ εισήρχοντο. Οι εχθροί εφοβήθησαν, και υποπτεύσαντες νυκτικήν έφοδον ωχυρώθησαν εντός των οικιών και έκαυσαν την μητρόπολιν. Την δε 30 ηκούσθη πολύς τουφεκισμός κατά το Κουτσοπόδι· ήσαν δε οι Πετμεζάδες και ο Δικαίος ερχόμενοι κατά των εχθρών και έχοντες 400 οπλοφόρους. Ανυπόμονος ο μεγαλότολμος Δικαίος ν' ανδραγαθήση παρέλαβε 15 στρατιώτας και εκίνησε το καταμεσήμερον προς την ακρόπολιν, όπου ανέβη αβλαβής εν μέσω κινδύνων και τουφεκισμών. Αλλ' η ακρόπολις ήτον απρομήθευτος τροφών· διά τούτο οι εν αυτή, εν οις και ο Δικαίος, έφυγαν εκείθεν την ακόλουθον νύκτα.

Μάιος Εν τοσούτω οι εν Τριπολιτσά Τούρκοι, μαθόντες τον ερχομόν του κεχαγιά, έστειλαν 800 ιππείς εις προϋπάντησίν του· έφθασαν δε εις Άργος οι σταλέντες ανενόχλητοι διά του Παρθενίου, και την 1 μαΐου ανέβησαν όλοι ομού εις Τριπολιτσάν διά του Τουρνικίου επίσης ανενόχλητοι. Τόσος δε φόβος κατέλαβε τους έξωθεν της πόλεως εκείνης εστρατοπεδευμένους, ώστε ουδείς ετόλμησε καν να φανή επί της αναβάσεως του κεχαγιά κατά το Παρθένι ή το Τουρνίκι. Μόνος ο Νικήτας, ευρεθείς εν Λεονταρίω καθ' ην ώραν ηκούσθη η όσον ούπω ανάβασις αυτού εις Τριπολιτσάν, επροθυμήθη αυθόρμητος να υπάγη εις κατάληψιν του Παρθενίου· τω εδόθησαν δε εκ των στρατοπέδων και 300 βοηθοί, αλλά μόνον 150 τον ηκολούθησαν, και εξ αυτών οι 130 καθ' οδόν ελειποτάκτησαν. Τοιαύτη ήτον η πολεμική διάθεσις των Πελοποννησίων τας ημέρας εκείνας.

Τα πρώτα δοκίμια λαών από βαρέως και πολυχρονίου ζυγού αυθορμήτως ανεγειρομένων είναι άξια πολλής προσοχής· διά τούτο ιστορήσαμεν λεπτομερώς τους περιστοιχίσαντας τον ελληνικόν αγώνα επί της ενάρξεως του μεγάλους κινδύνους ως διδάσκοντας διά των πραγμάτων τους επιχειρούντας τα αυτά, ότι δεν πρέπει μαχόμενοι υπέρ πατρίδος ν' απελπίζωνται αποτυγχάνοντες. Ενδεκαπλάσιοι των Τούρκων ήσαν οι Χριστιανοί (γ) εν Πελοποννήσω· αλλ' οι Τούρκοι εξουσίαζαν όλα τα φρούρια παρέχοντα και όπλα και πολεμεφόδια και ασφάλειαν· ήσαν παιδιόθεν εις το οπλοφορείν συνειθισμένοι· εθεώρουν τον Έλληνα ως ουτιδανόν ραγιάν και είχαν ην δίδει η εξουσία επί των εξουσιαζομένων υπεροχήν. Εξ εναντίας οι Έλληνες ήσαν εστερημένοι και όπλων και πολεμεφοδίων· κατείχαν ατείχιστα και ευπρόσβλητα μέρη· ήσαν ασυνείθιστοι εις οπλοφορίαν· ιππικόν δεν είχαν ως οι εναντίοι· εθεώρουν τους εχθρούς των ως ανωτέρους των· Τούρκον ήκουαν και έτρεμαν· τρανώτατα δε μαρτυρούν την αλήθειαν των λεγομένων αι δύο αδύνατοι εισβολαί των εχθρών εις την Πελοπόννησον, η μεν υπό τον Ισούφπασαν, η δε υπό τον κεχαγιάν, και τα περί την Καρύταιναν συμβάντα. 300 Τούρκοι υπό τον Ισούφπασαν μετέβησαν, ως είδαμεν, από Ρίου εις Πάτρας ανενόχλητοι εν μέσω χιλιάδων Ελλήνων, και 3500 υπό τον κεχαγιάν ανέβησαν εκ της εσχατιάς της Πελοποννήσου εις τον ομφαλόν της νικηταί και τρισευτυχείς· 6000 δε οπλοφόροι Έλληνες περί την Καρύταιναν, ιδόντες μόνον τον καπνόν μακρόθεν τινών καιομένων καλυβών καί τινας εχθρούς επερχομένους διεσκορπίσθησαν εις τα όρη όλοι, μηδενός καταδιώκοντος αυτούς· και σημειωτέον, ότι οι φυγόντες ήσαν Καρυτινοί, Λεονταρίται, Μανιάται και Κουτσουκμανιώται, ήγουν εκ των ανδρειοτέρων λαών της Πελοποννήσου. Τόσον επτοήθησαν οι Πελοποννήσιοι κατ' αρχάς· αλλά νικώμενοι έμαθαν να νικώσι χάρις εις τους ακαμάτους και καρτερικούς αρχηγούς των.

Οι δε μεταβάντες εις Λεοντάρι και Μεσσηνίαν οπλαρχηγοί, στρατολογήσαντες εν ταις επαρχίαις, όπου έκαστος ίσχυεν, συνενοήθησαν μετά του Κολοκοτρώνη, και εστρατοπέδευσαν εκ νέου υπό την αρχηγίαν του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη εν Βαλτετσίω, όπου, φοβούμενοι μη πάθωσιν όσα άλλοτε ωχυρώθησαν εντός τεσσάρων λιθοκτίστων προμαχώνων υπεράνω του χωρίου και επί της εκκλησίας· και εντός μεν του ενός εκλείσθησαν ο αρχηγός Μαυρομιχάλης μετά 120, εντός δε του ετέρου ο ανεψιός του Ηλίας, οι αδελφοί Φλέσαι, ο Σιόρης και ο Ευμορφόπουλος μετά 250, κατέλαβαν δε τους δύο άλλους τον μεν ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Παπατσώνης, ο Παναγιώτης Κεφάλας και ο Μητροπέτροβας μετά 350, τον δε ο Τσαλαφατίνος μετά 80, ωχυρώθη και επί της εκκλησίας ο Κατσανός και οι δυο αδελφοί Μπουραίοι μετά 80· ώστε οι εν Βαλτετσίω ήσαν όλοι 880. Εκτός δε του στρατοπέδου τούτου υπήρχαν, ως είρηται, όχι μακράν της Τριπολιτσάς και τρία άλλα μικρά, το μεν εν Χρυσοβιτσίω υπό τον Ανδρέαν Παπαδιαμαντόπουλον, το δε εν Πιάνα υπό τον Πλαπούταν, και το τρίτον εν Βερβένοις υπό τον Γιατράκον· ήσαν δε και τα τέσσαρα πλησίον το έν του άλλου εις συμβοήθειαν εν καιρώ ανάγκης· είχαν δε μεταβή κατ' εκείνας τας ημέρας και 350 υπό τον Νικήταν, τον Γιάννην Κολοκοτρώνην και τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην εις Άργος, όπου εσώζοντο δύο δημόσια κτίρια μολυβδοσκεπή επί μεταφορά εις το στρατόπεδον των Βερβένων μέρους της πολεμικής εκείνης ύλης, ης το στρατόπεδον έπασχε μεγάλην έλλειψιν.

Ο δε κεχαγιάς, φθάσας εις Τριπολιτσάν, διέσπειρε διαφόρους αποστόλους του Χριστιανούς εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, κηρύττοντας μετάνοιαν και φέροντας αμνηστήρια και προτρεπτικά εις υποταγήν γράμματα των εγκλείστων αρχιερέων και προεστώτων· παρήγγειλε δε και ταις τουρκικαίς Αρχαίς της Πελοποννήσου, όπου εισηκούοντο αι διαταγαί του, ανοχήν και φιλανθρωπίαν προς τον ραγιάν· αλλά δεν εκέρδισε διά του τρόπου τούτου ειμή τους κατοίκους τινών των πέριξ της Τριπολιτσάς χωρίων. Την δε 12 ανήγγειλαν αι επί των υψωμάτων ελληνικαί σκοπιαί διά σημείων, ότι οι εχθροί εκινούντο προς το Βαλτέτσι.

Ούτε τόσον πλήθος εχθρών συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω εξ αρχής του αγώνος μέχρι τούδε, ούτε τοιούτον πολεμικόν σχέδιον εσχεδιάσθη. Ο κεχαγιάς διήρεσε τον στρατόν του εις τέσσαρα· χιλίους έστειλεν εις το Καλογεροβούνι, ίνα εμποδίση δι' αυτών το στρατόπεδον των Βερβένων του να βοηθήση το του Βαλτετσίου μετά την έναρξιν της μάχης· εξακοσίους έστειλεν όπισθεν του Βαλτετσίου εις αιχμαλωσίαν ή όλεθρον των Ελλήνων φευγόντων, βέβαιος ων εκ των προηγουμένων περί της φυγής των φανέντος του εχθρού· έστειλε και τον γνωστόν επ' ανδρία και πολεμική εμπειρία Ρουμπήν Μπαρδουνιώτην μετά τρισχιλίων πεντακοσίων επί τους εν Βαλτετσίω· αυτός δε έχων χιλίους πεντακοσίους ιππείς προσεφέδρευεν. Ο Ρουμπής ώρμησεν ως μαινόμενος επί τους Έλληνας την β' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, οι δε σημαιοφόροι εχύθησαν πρώτοι, αλλά 14 έπεσαν διά μιας. Οι Έλληνες παρά την συνήθειάν των και την προσδοκίαν των εχθρών όχι μόνον δεν ελειποτάκτησαν, αλλά και γενναίως αντέστησαν, αποκρούοντες ευτυχώς τας αλλεπαλλήλους εφόδους των εχθρών και συνενισχυόμενοι. Μετά μίαν ήμισυ ώραν έφθασαν επίκουροι ο Κολοκοτρώνης, μετ' ολίγον δε και ο Πλαπούτας έχοντες αμφότεροι 1200, και ετοποθετήθησαν όπισθεν των εχθρών κόψαντες την συγκοινωνίαν αυτών. Ο κεχαγιάς, βλέπων την απροσδόκητον αντίστασιν των εν Βαλτετσίω και την επελθούσαν επικουρίαν, επλησίασεν όπου η μάχη έλκων δύο κανόνια, και ήρχισε να κανονοβολή· αλλ' ο κανονοβολισμός εξ αιτίας της θέσεως των κανονίων και της απειρίας των κανονοβολούντων δεν έβλαπτε τους Έλληνας.

Ήλθε μετά ταύτα εις το πεδίον της μάχης όλον το εις αιχμαλωσίαν ή όλεθρον των Ελλήνων επί της προσδοκουμένης φυγής των σταλέν εχθρικόν σώμα· ήλθε και το σώμα το προκαταλαβόν το Καλογεροβούνι, και ο πόλεμος διήρκει σφοδρός όλην την ημέραν. Επελθούσης δε της νυκτός εισήλθαν εις το χωρίον ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας εις εμψύχωσιν των μαχομένων, αλλ' επανήλθαν όπου και πρότερον και οι μεν Έλληνες ήλπιζαν ότι οι Τούρκοι αποτυχόντες θ' ανεχώρουν, οι δε Τούρκοι ότι οι Έλληνες μη έχοντες άλλον τρόπον σωτηρίας θα έφευγαν· αλλά διετήρησαν αμφότεροι τας θέσεις των πολεμούντες και την νύκτα ως επολέμησαν την ημέραν. Περί δε το μεσονύκτιον επεβοήθησαν τους Έλληνας περίπου εξακόσιοι εκ του στρατοπέδου των Βερβένων υπό τον Αντωνάκην Μαυρομιχάλην, τον Πέτρον Μπαρμπιτσιώτην και τον Σακελλάριον Καλογωνιώτην, και εφόβισαν τους εχθρούς τουφεκίζοντές τους απροσδοκήτως όπισθεν· ο δε Μπαρμπιτσιώτης, αναλογιζόμενος ότι οι εν τω Βαλτετσίω συνάδελφοί του ήσαν απηυδημένοι πολεμούντες ακαταπαύστως 16 ώρας, ηύρε 17 στρατιώτας ανδρείους ως αυτόν, διέσχισε ξιφήρης τους μεταξύ σωρούς των εχθρών, εισήλθεν αβλαβής μετά των περί αυτόν εις το χωρίον υπό το σκότος της νυκτός και ενδιέμεινε μαχόμενος. Περί δε τα χαράγματα ήλθεν άλλη επικουρία εκ Βερβένων υπό τον Γιατράκον, και η μάχη εξήφθη έτι μάλλον. Αφ' ού δε εξημέρωσεν, ο κεχαγιάς παρετήρησεν, ότι ο Ρουμπής ήτο πανταχόθεν κατεστενοχωρημένος, και ότι ουδεμίαν ελπίδα νίκης είχε· διά τούτο εσήμανε περί την α' ώραν της ημέρας την ανάκλησιν, και ο Ρουμπής και οι συν αυτώ ώρμησαν να φύγωσι διά μέσου των Ελλήνων. Τούτο βλέποντες οι έγκλειστοι ερρίφθησαν όλοι έξω των προμαχώνων επί τους φεύγοντας κτυπούντες αυτούς όπισθεν, εν ώ τους εκτύπουν οι άλλοι έμπροσθεν. Ο εχθροί έπιπταν σωρηδόν· και, επ' ελπίδι να μη καταδιώκωνται φεύγοντες, έρριπταν έμπροσθεν των Ελλήνων τα χρυσά και αργυρά των όπλα εις αρπαγήν. Το τέχνασμα τούτο ευδοκίμησεν εν μέρει, και ως εκ τούτου δεν έπαθαν οι φεύγοντες όσην φθοράν άλλως θα επάθαιναν. Αφ' ού δε οι εχθροί κατέβησαν εις την πεδιάδα, εφάνησαν ερχόμενοι προς το πεδίον της μάχης οι επί μετακομίσει του μολύβδου προκαταβάντες εις Άργος Έλληνες, οίτινες, φθάσαντες την προτεραίαν περί την δύσιν του ηλίου εις Δολιανά, έμαθαν και ήκουσαν την εν Βαλτετσίω μάχην, καί μηδόλως αναπαυθέντες έτρεξαν εκεί νυκτοπορούντες, αλλ' υστέρησαν. Η μάχη διήρκεσεν 23 ώρας· εξακόσιοι υπελογίσθησαν οι σκοτωθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι, τέσσαρες δε οι σκοτωθέντες και δεκαεπτά οι πληγωθέντες Έλληνες· έπεσαν εις χείρας των νικητών και πέντε σημαίαι. Καθ' ην δε ημέραν έφυγαν οι Τούρκοι, έφθασαν εις την Πιάναν ο Ζαήμης, ο Κανακάρης, ο Χαραλάμπης και οι Πετμεζάδες μετά χιλίων εκ Λεβιδίου, όπου εστρατοπέδευαν εις φύλαξιν της θέσεως εκείνης· και αν δεν ανεχώρουν οι εχθροί, ο παντελής αφανισμός των ήτον άφευκτος. Περατωθείσης της μάχης εδημηγόρησεν ο Κολοκοτρώνης και παρήγγειλε να νηστεύσωσιν όλοι την ημέραν εκείνην παρασκευήν, δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον δοτήρα της νίκης Θεόν.

Είδαμεν τους Έλληνας έως χθες διασκορπιζομένους και φεύγοντας απέμπροσθεν των εχθρών οσάκις και όπου τους συνήντων· επί δε της περί ης ο λόγος μάχης βλέπομεν αυτούς τούτους νικώντας διά της επιμονής των και γενναιότητος· και το παραδοξότερον, τους βλέπομεν νικώντας αφ' ού τρισχίλιοι εκλεκτοί Αλβανοί επεδυνάμωσαν τους εχθρούς, και εν ώ πρώτην φοράν εγένετο πόλεμος υπό την γενικήν οδηγίαν αρχηγού εμπείρου και δυναμένου ως εκ της υψηλής θέσεως του να βραβεύση τους νικητάς. Η παράδοξος αύτη μεταβολή δεν προήλθεν εξ ελλείψεως των Τούρκων, ων και το πολεμικόν σχέδιον ήτον ορθόν, και η γενναιότης μεγάλη· αλλ' οφείλεται όλη εις την γενναίαν απόφασιν των εν τω χωρίω ολίγων Ελλήνων να νικήσωσιν ή ν' αποθάνωσιν, εις την θερμήν συνδρομήν των έξωθεν επιβοηθησάντων, και εις το εκ της συχνής συναντήσεως των εχθρών γεννώμενον κατ' ολίγον θάρρος. Η νίκη αύτη ενίσχυσε τον κλονιζόμενον αγώνα.

Κατησχυμένος ο κεχαγιάς δι' όσα έπαθεν, έσπευσε να συνάψη νέαν μάχην επ' ελπίδι ν' απονίψη το αίσχος του.

Οκτώ ημέρας μετά τα εν Βαλτετσίω παθήματά του, ό εστι την 23 μαΐου, εξεστράτευσαν τετρακισχίλιοι Τούρκοι επί το εν Βερβένοις στρατόπεδον σύροντες και κανόνια. Την δε προτεραίαν ο Κολοκοτρώνης, προ ολίγου κληθείς υπό των εν Άργει να στείλη στρατιωτικήν βοήθειαν και αρχηγόν της πολιορκίας του Ναυπλίου, διώρισεν ως τοιούτον τον Νικήταν, τω έδωκε 50 στρατιώτας εκ του στρατοπέδου του Βαλτετσίου, και τον διέταξε να παραλάβη και άλλους τόσους εκ του των Βερβένων και καταβή εις το Άργος. Ο Νικήτας συμπληρώσας εν Βερβένοις την ακολουθίαν του εις 120, ευρέθη εκείθεν του χωρίου των Δολιανών, μίαν ήμισυ ώραν απέχοντος των Βερβένων, ότε ήκουσε, Τ ο ύ ρ κ ο ι, Τ ο ύ ρ κ ο ι· επέστρεψε τότε μετά των ολίγων οπαδών του εις Δολιανά, και εκλείσθη εντός των δυνατωτέρων οικιών έτοιμος εις μάχην. Οι Τούρκοι διαβάντες εκείθεν, τινές μεν ενδιέμειναν και επολέμουν τους εγκλείστους, οι δε πολλοί εξηκολούθησαν την εις Βέρβενα πορείαν των. Το στρατόπεδον των Βερβένων συνίστατο τότε εκ δισχιλίων πεντακοσίων· ούτοι ακούσαντες την εν Δολιανοίς μάχην, έτρεξαν σχεδόν όλοι προς εκείνο το μέρος· αλλ' αίφνης ευρέθησαν εν μέσω των έμπροσθεν ερχομένων εχθρών και πολλών ιππέων προκαταλαβόντων εν αγνοία αυτών τα όπισθεν και παρακολουθούντων. Οι Έλληνες φοβηθέντες έσπευσαν να επανέλθωσιν εις την θέσιν των, και πολεμούντες τους όπισθεν ιππείς, μη δυναμένους να τους βλάψωσι διά το δύσβατον, έφθασαν εις Βέρβενα αβλαβώς· οι δε Τούρκοι ελθόντες κατόπιν τους απέκλεισαν, και ο ανδρειότερος των σημαιοφόρων ορμήσας έστησε την σημαίαν του επί τινος των οχυρωμάτων των Ελλήνων, και τοις επροξένησε φόβον μέγαν· αλλά δύο τολμηροί Έλληνες εξήλθαν έρποντες, έρριψαν την σημαίαν, και εσκότωσαν τον σημαιοφόρον. Άλλος σημαιοφόρος έστησεν άλλην σημαίαν· αλλά και αυτός και η σημαία του έπαθαν τα αυτά. Τότε οι δειλιώντες Έλληνες έλαβαν θάρρος, και οι θαρραλέοι Τούρκοι εδειλίασαν, και εξέλαβαν τα των σημαιών οι μεν ως καλόν οι δε ως κακόν οιωνόν. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να παραταθή η μάχη φοβηθέντες μη διά τυχούσης επιθέσεως άλλων Ελλήνων εκ των πλησίον στρατοπέδων πάθωσιν όσα εν Βαλτετσίω, και ήρχισαν ν' αναχωρώσι. Τότε επέπεσαν οι εν Βερβένοις Έλληνες καταδιώκοντές τους μέχρι των Δολιανών· ηνώθησαν μετά των φευγόντων και οι πολεμούντες τους περί τον Νικήταν εχθροί, έφυγαν όλοι, εγκατέλειψαν τα κανόνια, έχασαν τρεις σημαίας, καί τινες φεύγοντες έρριπταν, ως και εν Βαλτετσίω, έμπροσθεν των καταδιωκόντων αυτούς Ελλήνων τα πολύτιμα όπλα των. Εφονεύθησαν δε 70 Τούρκοι, 2 δε μόνον Έλληνες, ο Αναγνώστης Ρόρης δολιανίτης και ο Γεωργάκης Διγενής Τσάκων, και επληγώθησαν 12· ο δε Νικήτας έδωκε τρανά δείγματα ανδρίας. Τοιουτοτρόπως οι μεν Τούρκοι κατεσχυμένοι διεσώθησαν υπό το σκότος της νυκτός εις Τριπολιτσάν, οι δε Έλληνες επανήλθαν εις Βέρβενα ψάλλοντες εκ δευτέρου τα νικητήρια.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'

Μάχαι Θερμοπυλών και Γραβιάς.

Ο ΔΕ ΧΟΥΡΣΗΔΗΣ, μαθών τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα επαναστατικά κινήματα, διέταξε τον Ομέρπασαν Βρυώνην, ηγεμόνα του Μπερατίου, και τον Κιοσέ - Μεχμέτπασαν ηγεμόνα της Πελοποννήσου, να συνάξωσιν εν Ζητουνίω όσον πολυαριθμότερον στράτευμα εδύναντο, και να εισβάλωσιν εις την επαναστατήσασαν Ελλάδα·

Απρίλιος ητοιμάσθησαν δε μεσούντος του απριλίου επτακισχίλιοι εις εκστρατείαν. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος, μαθόντες την μελετωμένην εισβολήν, διέταξαν παρά τας σπονδάς να φονεύσωσιν όλους τους επί ασφαλεία ζωής παραδοθέντας και διασπαρέντας εις τας επαρχίας Τούρκους, τους δυναμένους να οπλοφορώσι, προφασιζόμενοι, ως αν έλειψάν ποτε προφάσεις εν αμαρτίαις, ότι επιβλαβές ήτο να έχωσιν επί της εισβολής των έξωθεν εχθρών και άλλους εχθρούς εντός. Κατά την απάνθρωπον ταύτην διαταγήν ολίγοι των δυστυχών εκείνων απέφυγαν τον θάνατον, ευρόντες παρά τοις δυνατοίς προστάτας. Οι δε οπλαρχηγοί, οι μετά την κατά το Πατρατσίκι αποτυχίαν υποχωρήσαντες εις Κομποτάδας, θέλοντες να μάθωσιν ακριβέστερον τον αριθμόν των ετοίμων να εισβάλωσιν εχθρών, υπέπεμψαν την εσπέραν της 19, καθ' ην έφθασαν εις το περί ου ο λόγος χωρίον, τινάς των τολμηροτέρων στρατιωτών επί κατασκοπή, παραγγείλαντές τοις αυστηρώς μη τύχη και παροργίσωσι τους εχθρούς τουφεκίζοντες ή άλλως πως ενοχλούντες αυτούς, διότι ήθελαν να λάβωσι καιρόν και τας δυνάμεις των ν' αυξήσωσι, και θέσεις οχυράς να προκαταλάβωσιν. Αλλ' οι σταλέντες, πλησιάσαντες διά νυκτός εις τα άκρα του στρατοπέδου αφανείς, εζώγρησαν δύο εχθρούς και 8 ίππους, και προς τα χαράγματα ετουφέκισαν και επανήλθαν εις το στρατόπεδον καυχώμενοι επί τοις έργοις των. Οι οπλαρχηγοί λυπηθέντες διά το γεγονός, μετέβησαν εν βία όλοι ομού την 20 εις Χαλκωμάταν, την επί της οδού των Σαλώνων, όπου διηρέθησαν συνυποσχεθέντες να βοηθήσωσιν όποιον και αν προσέβαλεν ο εχθρός· και ο μεν Πανουργιάς έμεινεν εκεί, και κατέσχε και το χωρίον Μουσταφάμπεη μεθ' όλων των υπό την οδηγίαν του Σαλωνιτών, ως 600, έχων συναγωνιστήν και τον αξιοσέβαστον επίσκοπον Σαλώνων Ισαΐαν, όστις πλήρης ζήλου ηκολούθει το στράτευμα ευλογών και θαρρύνων αυτό εις τον προκείμενον αγώνα· ο δε Δυοβουνιώτης μετά 400 κατέλαβε την γέφυραν του Γοργοποτάμου, ο δε Διάκος μετά 500 την του Σπερχειού, το κοινώς γεφύρι της Αλαμάνας, και την άγουσαν εις Θερμοπύλας οδόν απέναντι της γεφύρας ταύτης προς τα Π ο ρ ι ά. Προ τού δε προφθάσωσι και οχυρωθώσιν ούτοι εκινήθη την 22 το κατά το Λιανοκλάδι στρατόπεδον από πρωίας, προπορευομένων των πεζών και ακολουθούντων των ιππέων, υπό τας αμέσους διαταγάς του Βρυώνη· εκινήθη και το εν Ζητουνίω κατά την αυτήν τάξιν υπό την άμεσον οδηγίαν του Μεχμέτη. Το σώμα του Δυοβουνιώτη, ιδόν τους υπό τον Βρυώνην επερχομένους, και ανίκανον ν' αντιπαραταχθή προς τόσον πεζικόν και ιππικόν, υπεχώρησε και κατέλαβε την στενήν θέσιν, Δέμα.

Ο Βρυώνης καταδιώξας το σώμα τούτο έως ου δεν εδύνατο να προχωρήση περαιτέρω το ιππικόν του διά την κακοτοπίαν, ωπισθοδρόμησε· πλησιάσας δε εις το χωρίον Μουσταφάμπεη το υπό του Παπά Ανδρέα Κοκοβιστιανού και του Κομνά Τράκα, αξιωματικών του Πανουργιά, κατεχόμενον, και ευρών τους εν αυτώ καλώς οχυρωμένους εντός των οικιών, της εκκλησίας και του μύλου, και αφόβους, δεν τους εκτύπησεν αλλά έμεινεν ολίγον επί της πεδιάδος, όπου, αφ' ού συνήλθεν όλον το στράτευμά του, ανεγνώσθη η συνήθης προπόλεμος ευχή, και διηρέθη το στράτευμα εις τρία· και το μεν έπεσεν επί το εν Χαλκωμάτα σώμα όπου ήτο και ο Πανουργιάς, το δε επί το υπό τον Διάκον· ώστε δεν εδύνατο να δώση βοήθειαν το έν τω άλλω· το δε τρίτον έτρεξε και κατέλαβε τα ορεινά μέρη. Κατ' αυτήν την ώραν έφθασε παρά το ξενοδοχείον του Σπερχειού και το υπό τον Μεχμέτην πέραν του ποταμού εχθρικόν στρατόπεδον, και ήρχισε να προσβάλη και αυτό τους φυλάττοντας την γέφυραν· ώστε έπεσαν οι εχθροί αθρόοι επί τα ελληνικά ταύτα σώματα. Κατ' αυτήν την πρώτην έφοδον οι εν Χαλκωμάτα ετράπησαν και εκινδύνευσε και αυτός ο Πανουργιάς· συνελήφθησαν δε και πολλοί και εσφάγησαν· εσφάγησαν συλληφθέντες και ο Σαλώνων Ισαΐας, ο αδελφός του και ο ανεψιός του. Ο δε Διάκος, εν ώ επολέμει προς τα Ποριά, παρετήρει και τα επί της γεφύρας κινήματα των συντρόφων του· και ιδών ότι άρχισαν και ούτοι να φεύγωσι, διέταξε τον Καλύβαν και τον Μπακογιάννην ν' απέλθωσιν εκεί προς εμψύχωσιν. Έτρεξαν ατρόμητοι οι δύο ούτοι αξιωματικοί, και ηύραν πολλά ολίγους εισέτι μαχομένους· αλλά και οι ολίγοι ούτοι έφυγαν. Τότε ο Καλύβας, ο Μπακογιάννης και δύο απλοί στρατιώται εισεπήδησαν εις το αντικρύ της γεφύρας ξενοδοχείον, έκλεισαν την θύραν και ετουφέκιζαν τους εχθρούς επί τη ματαία ελπίδι να μη αφήσωσι τόσην δύναμιν να περάση την γέφυραν και πέση και αύτη επί τον Διάκον.

Εν τοσούτω απεδειλίασαν και αυτοί οι πολεμούντες κατά τα Ποριά, και εζήτησαν εν τη φυγή την σωτηρίαν των. Μόνος ο Διάκος και ολίγοι των οπαδών του, μιμούμενοι το παράδειγμά του, ησθάνθησαν ότι εκεί απέθανεν ο Λεωνίδας. Τω όντι, ότε ο ψυχουιός του, βλέπων λειποτακτούντας τους άλλους, τον παρεκίνει, εγκαταλειπόμενον να φύγη και αυτός εις ωφέλειαν εν άλλη περιστάσει της πατρίδος, και τω έφερε τον ίππον, εκείνος απεκρίθη, ο - Δ ι ά κ ο ς - δ ε ν - φ ε ύ γ ε ι. Εν τοσούτω επιπίπτουν οι εχθροί, φονεύεται έμπροσθέν του ο αδελφός του, εμπλέκεται αυτός εν μέσω των εχθρών και μόλις μετά 10 στρατιωτών μεταβαίνει είς τινας τραχείας πέτρας, τα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας, όπου τοποθετείται και μάχεται ολόκληρον ώραν. Φονεύονται οι ακόλουθοι του εκτός του ψυχουιού του, τραυματίζεται και αυτός εις τον δεξιόν ώμον, πίπτει το τουφέκι του, ανθίσταται βαστών διά της αριστεράς χειρός την πιστόλαν, γνωρίζεται, περικυκλούται, και συλλαμβάνεται ζων και καταιματωμένος.

Οι δε κλεισθέντες τέσσαρες εν τω ξενοδοχείω και τουφεκίζοντες τους διαβαίνοντας την εγκαταλειφθείσαν γέφυραν, ιδόντες μετ' ολίγον διά των θυρίδων ότι ούτε ο Διάκος, ούτε άλλος τις εφαίνετο, ήνοιξαν την θύραν και ώρμησαν ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών θαυμαζόντων την ανδρίαν των· ευρέθησαν δε την ακόλουθον ημέραν νεκροί πλησίον της θέσεως, όπου επιάσθη ο Διάκος. Τριακόσιοι Έλληνες εσκοτώθησαν την ημέραν εκείνην και πολλοί άλλοι επληγώθησαν· ολιγώτατοι δε Τούρκοι εχάθησαν.

Τελειωθείσης της μάχης, οι πασάδες ώδευσαν προς το Ζητούνι, συνεπάγοντες μετά του ψυχουιού και τον Διάκον, ον διέταξαν να οδεύη πεζός έμπροσθέν των χάριν της κενοδοξίας των. Αλλά φοβούμενοι μη κρυβή ή φύγη, τον εκάθησαν μετ' ολίγον εφ' ημιόνου πεδικλωμένον· την δε νύκτα αφ' ού έφθασαν εις Ζητούνι, τον έφεραν έμπροσθέν των, παρόντος και του εντοπίου Χαλήλμπεη, και εζήτουν να μάθωσι τα περί της επαναστάσεως. Ο Διάκος τοις είπεν αφόβως, ότι το έθνος όλον των Ελλήνων απεφάσισε να χαθή ή να ελευθερωθή. Θαυμάσας ο Μεχμέτης του ανδρός την παρρησίαν, τω είπεν, ότι πρόθυμος ήτο να τον ιατρεύση, αν ήθελε πιστώς να τον υπηρετήση. «Δ ε ν - σ ε - υ π η ρ ε τ ώ», απεκρίθη ο Διάκος. «Α λ λ ά - κ α ι - α ν σ ε - υ π η ρ έ το υ ν, δ ε ν - θ α - σ ε - ω φ έ λ ο υ ν». «Θ α - σε - σ κ ο τ ώ σ ω», επανέλαβεν ο πασάς, «α ν - δ ε ν - μ ε - υ π η ρ ε τ ή σ η ς». «Η - Ε λ λ ά ς», απήντησεν εκείνος, «έ χ ε ι - π ο λ λ ο ύ ς - Δ ι ά κ ο υ ς». Την ακόλουθον δε ημέραν (24 απριλίου) εξεδόθη απόφασις να σουβλισθή (α)· ο δε κοινοποιήσας αυτώ την σκληράν απόφασιν, τω έδωκεν εις χείρας και το άτιμον και οδυνηρόν εργαλείον του θανάτου, και τω είπε να τον ακολουθήση βαστών αυτό. Ο Διάκος το έρριψε κατά γης αγανακτών, και στραφείς προς τους περιεστώτας Αλβανούς, «δ ε ν - ε υ ρ ί σ κ ε τ α ί - τ ι ς», είπε, «ν α - μ ε - σ κ ο τ ώ σ η; δ ι α τ ί - α φ ί ν ε τ ε - τ ο υ ς - Α ν α τ ο λ ί τ α ς - ν α - μ ε - π α ι δ ε ύ ω σ ι ν; ε γ ώ - κ α κ ο ύ ρ γ ο ς - δ ε ν - ε ί μ α ι». Ακούσας δε ότι αν ετούρκευεν εσώζετο, «Χ ρ ι σ τ ι α ν ό ς», απεκρίθη, «ε γ ε ν ν ή θ η κ α, κ α ι - Χ ρ ι σ τ ι α ν ό ς - θ' - α π ο θ ά ν ω». Οδεύων δε εις τον τόπον της ποινής εστάθη, και ρίψας το βλέμμα επί την γελώσαν φύσιν κατά την εαρινήν εκείνην ώραν· είπε το εξής δίστιχον.

«Για ιδέ καιρό που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρη, Τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν' η γη χορτάρι».

Ηκολούθησε δε μετά ταύτα την πορείαν του και υπέστη καρτεροψύχως πολυώδυνον θάνατον τρεις ώρας βασανιζόμενος.

Μάιος Και τα μεν εχθρικά στρατεύματα αφ' ού ανεπαύθησαν ολίγας ημέρας εν Ζητουνίω, εξεστράτευσαν την 7 μαΐου επί σκοπώ να εισβάλωσιν εις Σάλωνα.

Οι δε οπλαρχηγοί, Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης, αφ' ού έχασαν τον συνάδελφον Διάκον, συνήλθαν μετά των στρατευμάτων αυτών εις το ξενοδοχείον της Γραβιάς, το επί της προς τα Σάλωνα δημοσίας οδού, και 4 ώρας εκείθεν απέχον, όλον πλινθόκτιστον· σκοπόν δε συνελθόντες είχαν να σκεφθώσι πώς να στήσωσι την ορμήν του εχθρού, και εμψυχώσωσι το δειλιάσαν στρατιωτικόν. Εν ώ δε συνεσκέπτοντο, έφθασαν απροσδοκήτως πλήρεις ζήλου υπέρ του αγώνος ο Οδυσσεύς Ανδρούτσου και ο Χρήστος Κασμάς, έχοντες αμφότεροι 120. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης εγνωμοδότησαν τότε, ο μεν Οδυσσεύς να κλεισθή εν τω ξενοδοχείω άμα φανή ο εχθρός, και να συμπαραλάβη και τους αξιωτέρους στρατιώτας, αυτοί δε μείναντες έξω να καταλάβωσιν εκατέρωθεν τα στενά της οδού εις προφύλαξιν αυτού. Την δε 8 περί την δ' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, εφάνησαν ο Μεχμέτης και ο Βρυώνης οδεύοντες μετά οκτακισχιλίων προς το ξενοδοχείον· εν ώ δε επλησίαζαν, συνήλθαν οι οπλαρχηγοί Έλληνες εκ δευτέρου και απεφάσισαν ο μεν Οδυσσεύς να εισέλθη ευθύς εις το ξενοδοχείον, ο δε Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης να καταλάβωσι τα αριστερά της οδού, ο δε Κασμάς τα δεξιά, βοηθούντες τοιουτοτρόπως τους εγκλείστους.

Είπε τότε πλήρης τόλμης ο Οδυσσεύς, «όποιος θέλει να μ' ακολουθήση ας πιασθή κατόπιν μου εις τον χορόν»· και ήρχισε να πυρριχίζη. Επιάσθησαν κατόπιν αυτού εκατόν, εν οις και ο Γκούρας, ο Παπα - Ανδρέας, ο Τράκας, ο Αναστάσης Μάρος, ο Αγγελής Γοβγίνας, και ο Π. Μπουτούνης, όλοι αξιωματικοί, οι μεν του Πανουργιά, οι δε του Δυοβουνιώτη· επιάσθησαν και πολλοί Γαλαξειδιώται, και ούτω χειροκρατούμενοι οι εκατόν και συγχορεύοντες εισήλθαν εις το ξενοδοχείον, προπορευομένου του Οδυσσέως, και εν ροπή οφθαλμού επέτρωσαν έσωθεν θύρας και θυρίδας, ήνοιξαν ολόγυρα τας συνήθεις πολεμίστρας και ανέμεναν τον εχθρόν έτοιμοι εις μάχην. Κατέλαβαν δε και οι έξω οπλαρχηγοί τας θέσεις των και ωχυρώθησαν. Εν τούτοις επλησίασαν οι εχθροί ηναγκασμένοι να διαβώσι παρά το ξενοδοχείον επί της εις Σάλωνα πορείας των. Εστάθησαν εν πρώτοις ολίγον, αφ' ού δε ανεγνώσθη η προπόλεμος ευχή, διηρέθησαν εις τρία, και το μεν εκινήθη προς τα αριστερά της οδού επί τον Πανουργιάν και τον Δυοβουνιώτην, το δε προς τα δεξιά επί τον Κασμάν το δε τρίτον προς το κέντρον, ό εστιν επί το ξενοδοχείον. Μόλις ήρχισεν η προσβολή και διεσκορπίσθησαν οι περί τον Πανουργιάν, τον Δυοβουνιώτην και τον Κασμάν· απέμειναν δε μόνοι ενώπιον όλης ταύτης της δυνάμεως οι κλεισθέντες εν τω ξενοδοχείω εκατόν. Ο Οδυσσεύς, όστις διέταξε να μη τουφεκίση τις πριν τουφεκίση αυτός, είδε διά τινος οπής προπορευόμενον του επερχομένου στρατού γηραιόν Δερβίσην έφιππον. Τον εχαιρέτησεν αλβανιστί και αντεχαιρετήθη, τον εχλεύασε και αντεχλευάσθη, τον ύβρισε και ανθυβρίσθη, τον ετουφέκισε και τον εσκότωσεν (β). Οι διηρημένοι Τούρκοι συνηνώθησαν τότε και ώρμησαν πανστρατιά επί το ξενοδοχείον μαινόμενοι διά τον φόνον του αγίου ανδρός. Ως αν ήθελαν δε ν' αναρπάσωσιν όλους τους εγκλείστους, ώθουν τα τοιχία διά των χειρών και των ώμων και τα ετρύπων και διά των μαχαιρών. Άφοβοι οι εντός ετουφέκιζαν ακαταπαύστως πανταχόθεν επί τον σωρόν και εφόνευαν πολλούς, ώστε οι Τούρκοι ιδόντες την φθοράν των απεσύρθησαν. Εφώρμησαν και δευτέραν και τρίτην φοράν· η δε τρίτη εφορμή έγεινε τόσον σφοδρά, ώστε κατώρθωσαν να εμπήξωσι σημαίας επί των τοιχίων. Μετά δε την μεσημβρίαν ιδών ο Βρυώνης την τόσην αποτυχίαν, συγκαλέσας τους οπλαρχηγούς του, τους επέπληξε, τους εθάρρυνε και τους εκίνησεν όλους ιππείς και πεζούς εις νέαν έφοδον. Αλλά και κατά ταύτην οι εχθροί κατησχύνθησαν, και τα γύρωθεν του ξενοδοχείου πτώματα συσσωρευόμενα εγίνοντο και αυτά προσκόμματα της εφορμήσεώς των. Δύσαντος δε του ηλίου διέταξαν οι πασάδες τον αποκλεισμόν του ξενοδοχείου, και έστειλαν καί τινας εις Ζητούνι επί μετακομίσει κανονίων προς κατεδαφισμόν του. Εν τοσούτω ησύχασαν και οι εντός και οι εκτός διαρκούσης της νυκτός· όρθρου δε βαθέως εν ώ οι εχθροί απηυδημένοι εκοιμώντο, οι εντός εξεπέτρωσαν ησύχως την κάτω θύραν και διήλθαν αταράχως όλοι αβλαβείς. Δύο μόνον εφονεύθησαν εντός επί των προσβολών, οι αξιωματικοί Θανάσης Καστάνης και Θανάσης Σεφέρης, και δύο επληγώθησαν. Οι εχθροί διέμειναν μετά την μάχην εν τω ξενοδοχείω 8 ημέρας προς αναψυχήν, θάπτοντες εν ταύτω τους νεκρούς και στέλλοντες εις Ζητούνι τους τραυματίας. Η τόσον ευτυχής αύτη και απροσδόκητος αντίστασις εκατόν φιλοκινδύνων ανδρών προς τόσον ιππικόν και πεζικόν κατ' αυτά τα προοίμια της επαναστάσεως, συνετέλεσε τα μέγιστα εις εμψύχωσιν του αγώνος και εμεγάλυνε δικαίως τον Οδυσσέα.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'

Πτώσις Αντώνη Οικονόμου. — Πλους ελληνικής μοίρας προς τον Ελλήσποντον, και άλλης εις τον κορινθιακόν κόλπον — Εμπρησμός τουρκικού δικρότου εν Ερισώ. — Καταστροφή Κυδωνιών.

Η ΠΡΩΤΗ ναυτική εκστρατεία αφήκεν εν Ύδρα τον Οικονόμον μέγαν και πολύν, αλλ' επί της επιστροφής της δεν τον ηύρε τοιούτον. Ευδοκιμούν δημεγέρται κατά των ισχυρών αριστοκρατών, οσάκις καλούν τον λαόν εις ανάκτησιν της πολιτικής του ισονομίας, ην η αριστοκρατία αφήρπασεν, ή εις διανομήν της κοινής γης, ην εσφετερίσθη· αλλ' η αριστοκρατία της Ύδρας ήτον αγαθοποιός προς τον λαόν, διότι όχι μόνον ουδέν του αφήρπασεν, όχι μόνον δεν ετρέφετο παρ' αυτού, αλλά διά της κινήσεως των ιδιοκτήτων πλοίων της και διά της χρήσεως των διά του εμπορίου αποκτηθέντων χρημάτων της έτρεφεν όλον το πλήθος, πολλούς δε και ευτύχει. Επέτυχεν ο Οικονόμος, διότι το κίνημά του ήτον απροσδόκητον, και ο λαός ήθελε την επανάστασιν, και εζήτει να εύρη εν καιρώ αργίας πόρον υπάρξεως. Αλλ', αφ' ού και η επανάστασις εξερράγη, και οι πρόκριτοι ειλικρινώς την ησπάσθησαν, και ο πόρος ευρέθη διά της γενναίας αυτών καταβολής και διά της κινήσεως των πλοίων, η πάλη του λαού και των αριστοκρατών έπαυσε φυσικώ τω λόγω, και η εξουσία θα επανήρχετο όπου και πρώτον και όθεν προς καιρόν αφηρέθη. Διά τον λόγον τούτον την ύψωσιν του Οικονόμου παρηκολούθησεν η πτώσις του. Τα όργανα της επιρροής των προκρίτων παρά τω λαώ ήσαν οι πλοίαρχοί των. Ούτοι ήσαν ευπειθείς προς αυτούς και είχαν και πιστούς τινας οπαδούς, ως οι της ξηράς οπλαρχηγοί. Ο Οικονόμος επεχείρησε να βάλη επί των πλοίων φίλους και ομόφρονάς του πλοιάρχους, και δι' αυτών να άγη και να φέρη τους ναύτας. Αλλ' ούτε τα πλοία ήσαν εθνικά, ούτε οι κατά το σχέδιον του Οικονόμου εξωθούμενοι νόμιμοι πλοίαρχοι έστεργαν, διότι έχαναν και τιμήν και επιρροήν και πόρον. Διά τούτο απέτυχεν η αντικατάστασις αύτη, και οι κινούντες εν μέρει τον λαόν πλοίαρχοι, ους εμελέτα ο Οικονόμος να παύση, έγειναν όλοι εχθροί του. Μεμπτός δεν ήτον ο Οικονόμος ως προς τούτο, διότι το απήτει η θέσις του· αλλ' αστόχαστος εδείχθη ως προς το εξής. Διαρκούσης της πρώτης ναυτικής εκστρατείας έφεράν τινες εις Ύδραν λείας, ας ηθέλησαν να οικειοποιηθώσιν αθετούντες τον περί της διανομής κανονισμόν. Οι πρόκριτοι παρεκίνησαν τον Οικονόμον, ως εισακουόμενον, ν' απαιτήση την εκτέλεσιν του κανονισμού. Την απήτησεν· αλλ' οι ναύται όχι μόνον τον παρήκουσαν, αλλά και τον ύβρισαν και τον ηπείλησαν. Το μόνον υποστήριγμά του ήτον ο λαός. Αναμφιβόλως η απαίτησις της εκτελέσεως του κανονισμού ήτο δικαία και επαινετή· αλλά δεν εσυλλογίσθη ο Οικονόμος ορθώς, απαιτήσας αυτός την εκτέλεσίν του και ψυχράνας τοιουτοτρόπως τον λαόν. Από της ώρας εκείνης έπεσε, διότι έμεινεν άνευ υποστηρίγματος εν μέσω τόσω δυνατών εχθρών.

Ελαττωθείσης της δημοτικότητάς του, δύο μεγαλότολμοι πλοίαρχοι Υδραίοι, ο Λάζαρος Παναγιώτας και ο Θεόφιλος Δρένιας, μη ανεχόμενοι να βλέπωσι τους προκρίτους, ους εσέβοντο, περιφρονουμένους, φορολογουμένους και κινδυνεύοντας, ουδέ την πατρίδα των εις χείρας δημεγέρτου, απεφάσισαν να τον σκοτώσωσι,

Μάιος και μηδενί ανακαλύψαντες την απόφασίν των εκίνησαν την 12 μαΐου προς το διοικητήριον όπου ήτον ο Οικονόμος. Καθ' οδόν απήντησαν τον Αντώνην Κριεζήν, και τον εμυσταγώγησαν. Οπλισθείς εν τω άμα και αυτός, και οπλίσας και δέκα συγγενείς του έτρεξε κατόπιν. Αναβαίνοντες δε οι δύο πρώτοι εις το διοικητήριον απήντησαν τον Οικονόμον ιστάμενον άνωθεν της κλίμακος εν μέσω δώδεκα οπλοφόρων, εν οις και ο υιός του και ο τολμηρός Κολοδήμας. Ο Οικονόμος απείκασεν εις τι ο ερχομός των και αμέσως επυροβόλησε τον Δρένιαν, αλλά δεν τον επήρε. Μετά τον πυροβολήσαντα πατέρα επυροβόλησε τον αυτόν και ο υιός και τον έρριψε νεκρόν. Επυροβόλησαν και οι άλλοι και επλήγωσαν τον Παναγιώταν πυροβολήσαντα και αυτόν και πληγώσαντα τον Κολοδήμαν. Έφθασεν εν τούτοις και ο Κριεζής μετά των περί αυτόν και έμεινεν υπό το διοικητήριον πυροβολών και πυροβολούμενος, αλλά μήτε βλάπτων μήτε βλαπτόμενος. Το κατά του Οικονόμου κίνημα ανδρών εχόντων υπόληψιν απέσπασε πολλούς των οπαδών του. Βλέπων δ' εκείνος την δεινήν θέσιν του, εφώναξε μεγαλοφώνως έσωθεν του διοικητηρίου, «β ο ή θ ε ι α, π α ι δ ι ά, β ο ή θ ε ι α». Έτρεξάν τινες έξωθεν εις βοήθειαν, αλλ' απεκρούσθησαν υπό των περί τον Κριεζήν· έτρεξαν και εκ δευτέρου ακούσαντες την αυτήν φωνήν, αλλά και εκ δευτέρου απεκρούσθησαν. Τότε οι περί τον Κριεζήν υποπτεύσαντες μη γίνωσιν οι έξω ολίγοι πολλοί και ορμήσωσιν επ' αυτούς ολίγους όντας, ανέβησαν εις την παρακειμένην οικίαν του Βούλγαρη και εκείθεν ετουφέκιζαν το διοικητήριον. Συγχρόνως το ετουφέκιζαν και ο Μανώλης Τομπάζης και ο Αναστάσης Κριεζής και ο Τερσανάς εκ των οικιών αυτών. Εμβάς και ο Γεώργης Σαχτούρης εις το πλοίον του Κριεζή, προσωρμισμένον εις επισκευήν, ήρχισε να κανονοβολή και αυτός το διοικητήριον, και συνεκανονοβόλουν και δύο άλλα πλοία. Ο Οικονόμος, δεινώς πολεμούμενος και κινδυνεύων, εξήλθε του διοικητηρίου διά τινος στενωπού· αλλ' οι περί τον Κριεζήν ερρίφθησαν κατόπιν και τον κατέφθασαν υπό την οικίαν του Γεώργη Γκιώνη, όπου εντός 10 βημάτων τον επιστόλισεν ο Κριεζής συνοδευόμενον υπό πέντε, αλλά δεν τον εκτύπησε. Τούτου γενομένου, διεσκορπίσθησαν οι ακολουθούντες τον Κριεζήν. Ο δε Γκιώνης, ακούσας άνωθεν της οικίας τον πιστολισμόν, και ιδών τον Κριεζήν σχεδόν απομεμονωμένον και κινδυνεύοντα, κατέβη και τον ανέβασεν εις την οικίαν του. Τρέχοντες δε οι περί τον Οικονόμον έμφοβοι, διότι επήρχοντο πολλοί, κατέλαβαν οικίαν τινά επί του άνω μέρους της πόλεως, και ούτως οι μαχόμενοι διεχωρίσθησαν, και ο Κριεζής κατέβη εις την αγοράν, όπου ηύρε 500 ετοίμους να κινηθώσι κατά του Οικονόμου, εν οις και τον Αναστάσην Τσαμαδόν, τον Μανώλην Τομπάζην και τον Γεώργην Σαχτούρην. Ο Οικονόμος μαθών την κατ' αυτού εκστρατείαν και βλέπων ότι δεν είχεν ελπίδα σωτηρίας εντός της νήσου, μετέβη εις το Καμίνι, και εμβάς εις αλιάδα επέβη επί της εκεί ευρεθείσης άνευ ναυτών γολέττας του Τομπάζη και απέπλευσε. Τούτο ιδόντες οι κατάδιώκοντες αυτόν έστειλαν εις σύλληψιν της γολέττας πλοίον, εφ' ου επέβη και ο Μανώλης Τομπάζης. Κινδυνεύων τότε ο Οικονόμος επόδισε κατά τον Παλαμιδάν προς το δυτικόν μέρος της νήσου, εγκατέλειψε την γολέτταν πλέουσαν, απέβη εις την ξηράν και ανέβη εις το βουνόν. Αλλά τον εκύκλωσαν εκεί οι αντίπαλοί του και τον προσεκάλεσαν επί ποινή θανάτου να παραδοθή· παρεδόθη, επεβιβάσθη επί τινος των εν τω πορθμώ της Ύδρας πλοίων, και εκείθεν εις λέμβον έχουσαν 10 ναύτας διαταχθέντας να τον μεταφέρωσιν εις την αντίπορθμον της Πελοποννήσου γην και να τον θανατώσωσιν. Αλλά μεταξύ των 10 ναυτών έτυχαν και συγγενείς του Οικονόμου, οίτινες υπερισχύσαντες τον απέλυσαν επί της πελοποννησιακής ξηράς αβλαβή. Τοιουτοτρόπως σωθείς ο Οικονόμος κατέφυγεν εις Κρανίδι, όπου ηύρεν ευμενή υποδοχήν· εφοβέριζε δε να επανέλθη εις Ύδραν, και να θύση και απολέση.

Έτυχε να φθάση κατ' εκείνας τας ημέρας εις Ύδραν ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, επικαλούμενος εξ ονόματος των Αχαιών αποστολήν ναυτικής δυνάμεως εις τον κορινθιακόν κόλπον. Οι πρόκριτοι απεκρίθησαν, ότι εν όσω ο Οικονόμος διέτριβεν αντικρύ της νήσου των επί της Πελοποννήσου, οχλαγωγών και απειλών, δεν ενέκριναν ν' απομακρυνθώσι τα πλοία των. Ο Θεοχαρόπουλος, ανήρ δραστήριος, λαβών γράμματα των αρχόντων της Ύδρας προς τους Κρανιδιώτας αποποιούμενους έως τότε και να παραδώσωσι τον Οικονόμον και να τον αποπέμψωσι, μετέβη εις Κρανίδι, τον παρέλαβε και τον εφυλάκισεν εν τω μοναστηρίω του Φονιά, όπου διέμεινε μονάζων εν μέσω των καλογήρων, και προσποιούμενος μεν τον μετανοούντα, παραφυλάττων δε την ευκαιρίαν ν' αναφανή επί της πολιτικής σκηνής. Τοιουτοτρόπως ησύχασεν η Ύδρα, κινδυνεύσασα να πέση κατ' αυτήν την αρχήν της επαναστάσεως εις δεινήν αλληλομαχίαν. Η πτώσις και η απουσία του Οικονόμου απέδωκαν εκ νέου όλην την εξουσίαν εις τους συνετούς και φιλοπάτριδας προκρίτους της Ύδρας μετελθόντας αυτήν εις πρόοδον και ευόδωσιν του εθνικού αγώνος.

Μεταξύ μυρίων άλλων ομοίων περιστάσεων συντείνει και η του εγκαταλειφθέντος Οικονόμου ν' αποδείξη πόσον άστατος είναι η εύνοια του λαού, την μίαν ημέραν θυμιάζοντος το είδωλόν του, και την άλλην καταρρίπτοντος και συντρίβοντος αυτό.

Ο δε ελληνικός στόλος, αφ' ού επανήλθεν εις τα ίδια μετά την πρώτην εκστρατείαν, ητοιμάσθη μετά της αυτής προθυμίας και εις δευτέραν, και εξέπλευσε την 18, διαιρεθείς εις δύο μοίρας. Συνίστατο δε η μία εκ 18 πλοίων υδραϊκών υπό τον Γιακουμάκην Τομπάζην (α), 7 σπετσιωτικών υπό τον Γκίκαν Τσούπαν, 27 ψαριανών, καί τινων μιστίκων υπό τον Αποστόλην, ενός Λιμνίου και ενός της Αίνου. Σκοπόν δεν είχεν η μοίρα αύτη να επαναστατήση ως άλλοτε τόπους, αλλά να εμποδίση τον έκπλουν ή να ματαιώση τα σχέδια του εχθρικού στόλου, όστις ετοιμασθείς εν Κωνσταντινουπόλει εστέλλετο, ίνα επαναγάγη εις την υποταγήν του σουλτάνου το Αιγαίον, και προστατεύση την μετάβασιν τουρκικών στρατευμάτων εξ Ασίας εις τα αποστατήσαντα της Ελλάδος μέρη. Ο τουρκικός στόλος, άπειρος εισέτι της τόλμης των Ελλήνων, επερείδετο δικαίως επί τη υλική υπεροχή του· οι δε Έλληνες, αν και είχαν τόλμην, ήσαν εν άκρα αμηχανία πώς να τον βλάψωσιν.

Την 26 η ελληνική μοίρα απήντησεν εχθρικόν δίκροτον, προφυλακίδα του οθωμανικού στόλου πλέοντος προς τα παράλια της Ασίας. Τινά των ελληνικών πλοίων το επλησίασαν και εκανονοβόλησαν, αλλ' ανίκανα ήσαν να το βλάψωσι. Την εσπέραν της αυτής ημέρας το δίκροτον κατέπλευσεν εις Ερισόν, παρακολουθούμενον υπό των ελληνικών πλοίων. Ο πλοίαρχος αυτού, φοβούμενος νυκτερινήν έφοδον, παρέλαβεν από της ξηράς ικανούς Τούρκους εις υπεράσπισίν του. Οι δε πλοίαρχοι Έλληνες συνήλθαν επί της ναυαρχίδος εις συμβούλιον πεπεισμένοι, ότι όχι μόνον δεν εδύναντο να βλάψωσι τον εχθρόν, αλλ' ούτε καν να τον φοβίσωσι διά των αδυνάτων κανονίων των. Διάφορα τεχνάσματα υπεβλήθησαν, αλλ' όλα απερρίφθησαν, ή ως ανίσχυρα ή ως παράτολμα. Ο δε ναύαρχος Τομπάζης είπε τότε, ότι ο διοικητής πολεμικού αγγλικού πλοίου, όπερ απήντησεν η ελληνική μοίρα προς τον Καφηρέα, τον ηρώτησεν εις τι η ναυτική αύτη εκστρατεία· και ακούσας ότι ανέβαινε τον Ελλήσποντον εις αντιπαράταξιν προς τον τουρκικόν στόλον, ματαίως, είπε, θα κοπιάσητε, αναμφιβόλως δε και θα βλαφθήτε εξ αιτίας της μεγάλης ανισότητος των δυνάμεων· ναύτας αξίους και τολμηρούς έχετε, μεταχειρίσθητε δι' αυτών κατά των αναξίων, απειροθαλάσσων και δειλών εχθρών σας τα πυρπολικά, και βεβαίως θα υπερισχύσετε. Ταύτα, είπεν ο Τομπάζης, ήκουσα, και ταύτα λέγω, λυπούμενος, ότι δεν ηρώτησα τον Άγγλον πλοίαρχον πώς παρασκευάζονται τα περί ων ανέφερε πυρπολικά. Επί τούτοις ο Αποστόλης είπεν, ότι και εν τη νήσω των Ψαρών εγίνετο λόγος περί πυρπολικών, διότι έζων διάφοροι ναύται, παρευρεθέντες καθ' ον καιρόν οι Ρώσσοι έκαυσαν εν τω λιμένι του Τσεσμέ τον τουρκικόν στόλον δι' αυτών· αλλ' ουδείς ήξευρε πώς παρεσκευάζοντο. Εν τούτοις η λέξις Μ π ο υ ρ λ ό τ ο ν έτρεχεν εξ ενός εις άλλο στόμα εν τω συμβουλίω μηδενός των παρευρισκομένων πλοιάρχων ειδότος τα περί παρασκευής αυτού, και έφθασε και εις την ακοήν των μη εν τω συμβουλίω αξιωματικών. Μεταξύ τούτων ήτο και τις Γιάννης Πάργιος, επονομαζόμενος Πατατούκος, κάτοικος Ψαρών, όπου επηγγέλετο τον διδάσκαλον της πρακτικής ναυτικής. Ούτος είπεν, ότι ήξευρε πώς παρεσκευάζετο το πυρπολικόν, και παρεσκεύασεν εν τω άμα έν των πλοίων της εκστρατείας, όπερ ερρίφθη επί το δίκροτον την νύκτα, αλλά δεν εκόλλησε και εκάη εις μάτην.

Ο Πατατούκος παρεσκεύασεν άλλο σταλέν επί τοιαύτη χρήσει εκ Ψαρών, μετεποίησε και ο Καλαφάτης Ψαριανός το πλοίον του εις πυρπολικόν, και την 27 ερρίφθησαν αμφότερα επί το δίκροτον τρίτην ώραν προ μεσημβρίας, συνοδευόμενα υπό της ελληνικής μοίρας κανονοβολούσης αυτό εκατέρωθεν. Και το μεν του Καλαφάτη, ανεπιτηδείως παρασκευασθέν, εκάη ανωφελώς, τα δε άλλο υπό τον Δημήτρην Παπά - Νικολή, Ψαριανόν και αυτόν, έπεσεν επί την πρώραν του δικρότου, εκόλλησε και μετέδωκεν εν τω άμα τας φλόγας (β). Μετά τρία τέταρτα της ώρας επυρσοκρότησεν η πυριτοθήκη, το δίκροτον διερράγη, και οι εν αυτώ επνίγησαν εκτός ολίγων διακολυμβησάντων ή εμβάντων εις τας λέμβους. Ήσαν δε επί του δικρότου και ναύται Χριστιανοί, ους πεσόντας εις την θάλασσαν διέσωσαν αι λέμβοι των Ελλήνων. Το νεοφανές τούτο και όλως απροσδόκητων κατόρθωμα κατεφόβισε τους Τούρκους, εξίππασε και αυτούς τους Έλληνας και επλήρωσε χρηστών ελπίδων τας καρδίας των.

Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη προς εκείνο το μέρος ο λοιπός εχθρικός στόλος εξ ενός δικρότου, τριών φρεγατών, μιας κορβέτας και δύο δικατάρτων. Επέπεσεν η ελληνική μοίρα εμψυχωθείσα υπό της προσφάτου επιτυχίας· ο δε στόλος, έντρομος δι' όσα έπαθε το δίκροτον, έφυγε πλησίστιος προς τον Ελλήσποντον και την επαύριον προσωρμίσθη υπό την προστασίαν των εκεί φρουρίων. Την αυτήν ημέραν η ελληνική μοίρα προσωρμίσθη και αυτή εν τω λιμένι της Ίμβρου εις ύδρευσιν.

Ίδιον των αδυνάτων, των δειλών και των τυραννικών κυβερνήσεων είναι, οσάκις δεν δύνανται να εκδικώνται τους πταίστας, να παιδεύωσι τους αθώους. Οσάκις ενίκων οι ένοπλοι Έλληνες, οι υπό τους Τούρκους άοπλοι και αβλαβείς ομογενείς των έπασχαν. Τα αυτά ανομήματα, αξιοκατάκριτα βεβαίως όπως και αν θεωρηθώσιν, έπραξαν και οι Έλληνες· αλλ' ούτοι ήσαν εις πλήρη επανάστασιν και εις αναρχίαν. Πότε καταδυναστευόμενον έθνος, λαβόν όπλα κατά του καταδυναστεύοντος, δεν ηνόμησεν, ή δεν έχυσεν αίματα πταιστών και αθώων ανεξετάστως; Σπανίως κατά δυστυχίαν υπείκει εις τα εντάλματα της μετριότητος η αιχμάλωτος του πάθους της εκδικήσεως ανθρώπινος ψυχή. Αλλ' υπό το σκήπτρον του σουλτάνου, αύται αι Αρχαί ήσαν αι χείρες της ανομίας και των αιμάτων. Οι Μιτυληναίοι Χριστιανοί και οι κατά τα πλησιόχωρα παράλια της Ασίας όχι διότι ήσαν συμμέτοχοι του εμπρησμού του δικρότου, αλλά διότι έτυχε να κατοικώσι γην, παρ' ην το δίκροτον εκάη, έγειναν οι τρισάθλιοι θύματα της μανίας των τουρκικών Αρχών, σφαζόμενοι ανηλεώς, γυμνούμενοι και πωλούμενοι ως ανδράποδα. Αλλ' η γειτονία εκείνη έμελλε να γένη συγχρόνως θέατρον άλλων δεινοτέρων συμφορών. Πόλις, περιέχουσα ψυχάς 30 χιλιάδας, έμελλε ν' αφανισθή όλη, όχι διότι έλαβεν όπλα κατά της υπόπτου εξουσίας, ούτε διότι εφάνη άλλως πως αξία καταστροφής, αλλά διότι ήτον όλη χριστιανική και ικανή και την αιμοχαρή δίψαν της εξουσίας να σβέση, και την εξ αδίκων πλουτείν επιθυμίαν της να πληρώση. Η πόλις αύτη είναι αι Κυδωνιαί, γνωσταί διά την αυτονομίαν και ευνομίαν, διά τα φιλάνθρωπα καταστήματα, διά το φιλοσοφικόν σχολείον και την φιλοκαλίαν και ευζωίαν των κατοίκων.

Οι Κυδωνιείς εξ αιτίας της επί της Ασίας θέσεώς των ενώπιον τόσων μυριάδων Τούρκων, όχι μόνον δεν επεχείρησαν ν' απελευθερωθώσιν, αλλ' εφρόντισαν και να καθησυχάσωσι τας υποψίας των Τούρκων διά της διαγωγής των. Αφ' ης ημέρας απεστάτησαν τα Ψαρά, η τουρκική Αρχή της Περγάμου, εις ην υπέκειντο αι Κυδωνιαί, υποπτεύουσα πόλιν τόσον πολυάνθρωπον, και όλην χριστιανικήν, έστειλεν εις προφύλαξιν τετρακισχιλίους οπλοφόρους, σκηνώσαντας κατ' αρχάς εκτός αυτής, αλλά πολλούς μετά ταύτα παρεισελθόντας. Όπου συρροή τουρκικών στρατευμάτων, εκεί και αταξίαι ατιμώρητοι εν καιρώ πολέμου· ηνοχλούντο λοιπόν καθ' ημέραν οι Χριστιανοί, και εκινδύνευαν παρά την θέλησίν των να ταραχθώσιν εξ αιτίας της διαγωγής των εις προφύλαξιν ελθόντων. Ο προεστώς της πόλεως Χατσή - Θανάσης υπήγεν εις Πέργαμον επ' ελπίδι να πείση την Αρχήν εις ανάκλησιν των ατάκτων στρατευμάτων, αλλά δεν εισηκούσθη.

Ιούνιος Την 2 Ιουνίου η ελληνική μοίρα έπλευσεν εις τα έμπροσθεν των Κυδωνιών Μοσχονήσια. Ο λαός του μόνου κατοικουμένου νησιδίου, όλος χριστιανικός, ως και ο των Κυδωνιών, είχεν ένα μόνον Τούρκου, τον αγάν, ον απεδίωξεν επί τη παρουσία των ελληνικών πλοίων, ύψωσε την σημαίαν της ελευθερίας και κατέλαβε το Κλειδί, ό εστι την συζευγνύουσαν το νησίδιον και την ξηράν γέφυραν, εις εμπόδιον εισβολής Τούρκων. Το συμβάν τούτο εξηγρίωσεν έτι μάλλον τα στρατεύματα και έδωκεν αφορμήν εις νέους φόβους και κινδύνους. Οι δε Κυδωνιείς βλέποντες ότι θα επάθαιναν τα πάνδεινα, είτε ησυχάζοντες είτε επαναστατούντες, απεφάσισαν να φύγωσι, και έστειλαν εις τα Μοσχονήσια τον διδάσκαλον Βενιαμίν, παρακαλούντες τον ναύαρχον να φροντίση περί μεταφοράς του κινδυνεύοντος λαού εις Ψαρά· και επειδή πλοία δεν δύνανται να εισπλεύσωσι διότι τα νερά είναι ρηχά παρά το λιμενοστόμιον, εστάλησαν λέμβοι εις το ακροθαλάσσιον την 4, και οι Κυδωνιείς ήρχισαν να καταβιβάζωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των. Ταύτα βλέποντες οι Τούρκοι και εκλαμβάνοντές τα ίσως ως πολεμικάς προετοιμασίας, εμπόδιζαν βιαίως τους φεύγοντας. Οι κάτοικοι ηναγκάσθησαν ν' αποκρούσωσι την βίαν διά της βίας· αι δε λέμβοι όσαι είχαν κανόνια, τα μετεχειρίσθησαν και αύται κατά των ενοχλούντων τους Χριστιανούς Τούρκων, και ούτως ήρχισαν εντός της πόλεως την 4 σφαγαί, αρπαγαί, αιχμαλωσίαι και πυρκαϊαί· το παραθαλάσσιον εσκεπάσθη προσφύγων, πολλαί γυναίκες έπιπταν εις την θάλασσαν, ίνα μη πέσωσιν εις χείρας Τούρκων, η πόλις εκαίετο, και όλαι αι λέμβοι και όλα τα μικρά πλοιάρια των Μοοχονησιωτών μετέφεραν αδιακόπως και επεσώρευαν εις τα πλοία τους δυστυχείς Κυδωνιείς, βλέποντας φλεγομένας τας οικίας των και θρηνούντας την μεγάλην συμφοράν των. Τοιουτοτρόπως κατεστράφη η λαμπρά των Κυδωνιών πόλις, και οι κάτοικοί της, όσοι κατέφυγαν εις τα πλοία, μετεκομίσθησαν και διεσπάρησαν εις διαφόρους νήσους, βιούντες βίον αβίωτον. Κυβέρνησις, όχι μόνον μη παρέχουσα αλλά και αφαιρούσα τα εις προφύλαξιν και διάσωσιν κινδυνεύοντος λαού και καταστρέφουσα επί απλαίς υποψίαις αυτόν, είναι αξία της κατάρας και του αναθέματος όλων των εθνών και όλων των αιώνων.

Επί δε τη συμφορά των Κυδωνιών κατεφοβήθησαν όλοι οι κατοικούντες τα ενδότερα της Ασίας Χριστιανοί και κατέβαιναν σωρηδόν εις τα παραθαλάσσια, ίνα διασωθώσι δι' ων εδύναντο τρόπων είς τινας των υπό την ελληνικήν σημαίαν νήσων. Εγκατέλειψαν και οι Μοσχονησιώται την πατρίδα των, και κατέφυγαν και αυτοί όπου ημπόρεσαν· ώστε όλη εκείνη η έως χθες ανθηρά ακτή έγεινε τόπος ερημώσεως. Τοιαύτη είναι η φύσις των δεσποτικών, των τυραννικών και των βαρβάρων κυβερνήσεων.

Τα δ' ελληνικά πλοία, αφού ελύτρωσαν τόσον πλήθος, έπλευσαν την 7 προς την Τένεδον, και επανέπλευσαν εκείθεν εις τα ίδια· κατήραν δε την 12 τα υδραϊκά εις τον λιμένα των.

Οι θρασείς ενώπιον των αδυνάτων είναι δειλοί ενώπιον των δυνατών. Εν ώ τόσα κακά υπέφεραν οι άοπλοι Χριστιανοί, αι τουρκικαί Αρχαί της Μιτυλήνης τόσον εφοβήθησαν τους γείτονας των Ψαριανούς εξ αιτίας του εμπρησμού του δικρότου, ώστε τοις υπεσχέθησαν φόρον, υπό τον όρον να μη ενοχλώσι την Μιτυλήνην και το μικρόν ναυτικόν της.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των μερών εκείνων μεσούντος του ιουνίου.

Η δε άλλη μοίρα του ελληνικού στόλου συγκειμένη εκ 12 πλοίων, ήτοι 6 υδραϊκών υπό τον Δημήτρην Βώκον Μιαούλην, και 6 σπετσιωτικών υπό τον Νικολόν Μπότασην, εξέπλευσεν επί τη επιμόνω αιτήσει των Πελοποννησίων κατά τον κορινθιακόν κόλπον προς καταδίωξιν ολίγων τουρκικών πλοίων αποσπασθέντων της εν Μούρτω ναυτικής δυνάμεως και μεταπλευσάντων εις τον λιμένα των Πατρών, και προς άλωσιν της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου διά της συμπράξεως και των κατά ξηράν δυνάμεων. Εκ των 12 δε τούτων πλοίων, 2, τα του Αναστάση Καλανδρούτσου και τα του Αναγνώστη Κουλάτση, έμειναν κατά τον διάπλουν έμπροσθεν του Νεοκάστρου και της Κορώνης προς αποκλεισμόν των φρουρίων εκείνων·

Μάιος τα δε άλλα, προχωρήσαντα κατά τας Πάτρας, είδαν την 20 μαΐου πλέοντα έμπροσθεν του ακρωτηρίου του Πάπα εις αποκλεισμόν των Πατρών υπό σημαίαν ελληνικήν 6 δικάταρτα, εξ ων τα 5 γαλαξειδιωτικά και το έν κεφαλληναίον (γ), και δύο κανονοφόρους· είδαν και μίαν κορβέταν τουρκικήν πλέουσαν προς τα έξω και επέπλευσαν· αλλ' αύτη φοβηθείσα εστράφη πλησίστιος προς την Ναύπακτον. Ανήχθησαν εν τω άμα και τα εν τω λιμένι των Πατρών 4 τουρκικά δικάταρτα επί τη διά σημείων προσκλήσει της κορβέτας, και κατέφυγαν και αυτά υπό την Ναύπακτον. Τόσον δε επί τη εμφανίσει της ελληνικής ταύτης μοίρας εφοβήθη ο εν Πάτραις Ισούφης, ώστε ανήγγειλε τοις εισέτι ενδιαμένουσι προξένοις, ότι δεν ηγγυάτο εις το εξής την ασφάλειάν των και επεθύμει ν' αναχωρήσωσιν αυθημερόν, διότι ηναγκάζετο να καύση τας κατοικίας των, μη τας κατάσχωσιν οι εχθροί του. Επί τη προσκλήσει ταύτη και τη απειλή οι πρόξενοι ανεχώρησαν όλοι αυθημερόν εμβάντες εις την εν τω λιμένι γαλλικήν φρεγάταν Arriège. Τα δε ελληνικά πλοία, άτινα εχαιρέτησαν οι Έλληνες άνωθεν των βουνών ανάψαντες πυρά, διεπέρασαν αβλαβώς το στενόν στόμιον του κόλπου υπό το εχθρικόν πυρ των φρουρίων, τα μεν καθ' ην έφθασαν έμπροσθεν των Πατρών εσπέραν, τα δε την επαύριον· επειράθησαν οι εν αυτοίς να βλάψωσι τα εχθρικά, αλλά δεν εδυνήθησαν εξ αιτίας της υπό το πυρ του φρουρίου της Ναυπάκτου θέσεώς των, και αγκυροβολήσαντες πλησίον έστησαν επί της ξηράς τρία κανόνια, δι' ων εκτύπουν, αν και αβλαβώς, και την Ναύπακτον και τα πλοία.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings