ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Simos Menardos translation
ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΙΣΘΕΙΣΑ ΔΙΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ. ΠΡΟΣΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ
ΥΠΟ
ΣΙΜΟΥ ΜΕΝΑΡΔΟΥ
ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1922
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΤΗΣ ΜΟΥ ΜΗΤΡΟΣ Α Υ Γ Ο Υ Σ Τ Α Σ Γ. Μ Ε Ν Α Ρ Δ Ο Υ]] ΤΟ ΓΕΝΟΣ Ν. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ ΕΚ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ιστορίας των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων έχομεν ελληνιστί αρκετάς. Πλην των πρωτοτύπων έργων των καθηγητών του Πανεπιστημίου Κ. Ασωπίου (1) Σπ. Σακελλαροπούλου (2) και Γ. Μιστριώτου (3), έχομεν και μεταφράσεις των σπουδαιοτάτων ξένων συγγραφών. Δηλαδή (πλην των παλαιοτέρων) την του Κ. Οδ. Μυλλέρου (4), την συνέχειαν αυτής υπό Ι. Γ. Δοναλσώνος (5), και την υπό Emil Heitz (6), το Εγχειρίδιον του Β. Κοππίου (7), και τέλος την Ιστορίαν της ελληνικής λογοτεχνίας του W. Christ (8). Ιδίως δε το τελευταίον τούτο έργον το πληρέστατον των σήμερον υπαρχόντων, δύναται να χρησιμεύση ως ασφαλής οδηγός εις τας μελέτας των φιλολόγων.
Προφανώς όμως στερούμεθα νεωτέρου συντόμου έργου, αποτεινομένου προς ευρύτερον κύκλον λογίων αναγνωστών μετά της αναγκαίας ακριβείας και σαφηνείας, την δ' έλλειψιν ταύτην εθεωρήσαμεν εξ αρχής ως σπουδαίαν κοινωνικήν ανάγκην, δεομένην ταχείας θεραπείας.
Τοιαύτα σύντομα έργα εδημοσίευσαν από των αρχών του τρέχοντος αιώνος γαλλιστί μεν ο Α. και Μ. Croiset (1900) αγγλιστί δε o Gilbert Murray (1902) γερμανιστί δε ο U. v. Wilamowitz-Mœllendorff (1912). Τούτων το μεν αξιόλογον Μanuel των αδελφών Croiset είναι περίληψις της πεντατόμου αυτών Histoire de la Litterature Grecque, το δε του Wilamowitz (δημοσιευθέν εν τη σειρά Die Kultur der Gegenwart του Paul Hinneberg) αποτείνεται μάλλον προς φιλολόγους εκφράζον τας γνώμας του ρηξικελεύθου καθηγητού, ενώ το προκείμενον έργον του Murray, καίπερ ουχ ήττον νεωτερίζον, δεν είναι τόσον δογματικόν, επειδή δ' εγράφη χάριν ευρυτέρου κοινού (εν τη σειρά Short Histories of the Literatures of the World) υπερέχει των λοιπών κατά την σαφήνειαν και την λογογραφικήν αξίαν.
Ο συγγραφεύς αυτού συνδυάζει τω όντι πολλά χαρίσματα και τίτλους. Είναι βασιλικός καθηγητής των Ελληνικών γραμμάτων εν Οξφόρδη και εταίρος της Βρεττανικής Ακαδημείας, είναι ο νεώτατος εκδότης του κειμένου του Ευριπίδου εν τη Bibliotheca Oxoniensis, αλλ' είναι και ο ποιητικώτατος του Ευριπίδου και του Αριστοφάνους μεταφράστης. Ο Murray θεωρείται καλλιτέχνης του αγγλικού στίχου και συγχρόνως είς των γλαφυρωτέρων της σήμερον πεζογράφων. Την ενάργειαν του ύφους του μαρτυρεί και το βιβλίον τούτο, ο δε τρόπος καθ' όν πραγματεύεται, καθώς παρετήρησεν ο H. Weil (9), τα αρχαία πράγματα «dans le style le plus moderne, dans le gout du jour» καθιστά το έργον αληθώς ευάρεστον ανάγνωσμα.
«Η γενική μου μέθοδος (λέγει εν τω προλόγω της α' εκδόσεως του βιβλίου) είναι κάπως προσωπική και ανεξάρτητος των λοιπών. Εζήτησα κατ' αρχάς μεν απροβουλεύτως, έπειτα δε συστηματικώς — να γνωρίσω, όσον είναι δυνατόν — ποίοι άνθρωποι ήσαν οι παντοδαποί Έλληνες συγγραφείς, τι ηγάπα καθείς και τι εμίσει, πώς απέζη και πώς εδαπάνα τον καιρόν του. Εννοείται ότι τοιαύτη ζήτησις είναι δυνατή μόνον κατά την αττικήν περίοδον και ίσως κατά την εξαιρετικήν περίπτωσιν του Πινδάρου. Αλλ' η απόπειρα και αν μη άγη εις σαφή πορίσματα, δεν είναι ματαία. Διότι απαλλάσσει τον μελετητήν από της σφαλεράς αντιλήψεως των Ελλήνων ως ομοιομόρφων, ως πινακοθήκης ομογενών πλασμάτων, εχόντων τας αυτάς ιδέας, πεποιθήσεις και βλέψεις. Αληθώς η ποικιλία των μορφών εκείνων τας κάμνει τόσον ζωηράς, η μεγάλη απόστασις των σκοπών των, η διαφορά των κατορθωμάτων των και η δραστηρία ενέργεια ενός εκάστου, ήτις κατέστησε τα κατορθώματα δυνατά. Ουχί διά της «κλασσικής γαλήνης», ουδέ διά της «λατρείας του ανθρωπίνου σώματος», αλλ' ουδέ διά μόνων των διανοητικών και καλαισθητικών χαρισμάτων ανυψώθησαν εκείνοι από της βαρβαρότητος εις τα ύψη του μοναδικού των πολιτισμού· αλλά δι' ατρύτων κόπων και αγώνων, διά τόλμης και υπομονής, δι' αφοσιώσεως εις αρχάς, εθεώρουν υψηλάς, και προ πάντων διά επιμόνου και βαθείας σκέψεως.
«Αληθώς η εξωτερική, η πολιτική των ιστορία, καθώς πάντων των άλλων λαών, γέμει πολεμικής σκληρότητας και διπλωματικής πανουργίας. Αλλ' η εσωτερική των ιστορία, η ιστορία των στοχασμών, των αισθημάτων και των χαρακτήρων, είναι αληθώς μεγάλη. Είχον εμπόδια ενώπιόν των, σχεδόν ανύπαρκτα εις τον δρόμον ημών. Δεν είχον πείραν αρκετήν, διότι πρώτοι έπραττον τα πάντα· είχον όλως γλίσχρα τα υλικά μέσα και αι συγκινήσεις, οι πόθοι, οι φόβοι και αι ορμαί των ήσαν ίσως σφοδρότεραι και αγριώτεραι των ημετέρων. Αλλ' όμως εδημιούργησαν τας Αθήνας του Περικλέους και του Πλάτωνος».
Η τοιαύτη προς πάσαν άποψιν του αρχαίου βίου προσοχή είναι χαρακτηριστική. Ο Gilbert Murray είναι αντιπρόσωπος της νέας εν Αγγλία σχολής των Ελληνιστών, ήτις ζητεί ν' αναπαραστήση όχι μόνον την λογοτεχνίαν και την καλλιτεχνίαν των παλαιών Ελλήνων, αλλά και να διαδώση τι εφρόνουν εκείνοι περί ζητημάτων, όσα και σήμερον απασχολούσι την κοινωνίαν, περί των προβλημάτων των νέων επιστημών, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, της παιδαγωγικής, της οικονομικής, και μάλιστα της πολιτικής επιστήμης, ώστε αι παλαιαί εκείναι θεωρίαι να γίνωσι συντελεσταί της σημερινής σκέψεως και προόδου. Διότι ευλογώτατα πιστεύουσιν ούτοι ότι οι παλαιοί Έλληνες αν και δεν εστερέωσαν μέγα κράτος, όπως οι Αιγύπτιοι, οι Πέρσαι, και οι Ρωμαίοι — και κατόπιν οι Έλληνες του Βυζαντίου, — κατενόησαν όμως κάλλιον παντός άλλου λαού την σχετικήν αξίαν της ανθρωπίνης ζωής, είδον βαθύτερον τα μεγάλα της προβλήματα και αν μη έλυσαν αυτά, επεζήτησαν την προσφορωτέραν λύσιν.
Αληθώς οι Άγγλοι φιλόλογοι καυχώνται ανέκαθεν ότι κατέστησαν την ελληνομάθειαν ενεργόν, ούτως ώστε, καθώς έλεγεν, αρχόμενος της εν Οξφόρδη διδασκαλίας του ο Murray, ο Όμηρος, ο Σοφοκλής και ο Πλάτων είναι δυνάμεις συνεχώς επιδρώσαι εις την αγγλικήν ψυχήν, σχεδόν όπως ο Σαικσπήρος, ο Βάκων και ο Μίλτων».
Τοιαύτης ισχυράς παρορμήσεως έχει, νομίζομεν, ανάγκην και το πολύ κοινόν της Ελλάδος, όπου διδάσκονται μεν επί πολλά έτη καθ' όλην την μέσην εκπαίδευσιν οι αρχαίοι συγγραφείς, αλλά δυστυχώς εφαρμόζεται περί αυτών ό,τι λέγει γενικώτερον ο Faguet· «la scolarité est d' abord le triomphe et puis le trombeau des auteurs» (10).
Ημείς πιστεύοντες ότι το κακόν της αδιαφορίας ταύτης σπουδαίον λόγον έχει και την έλλειψιν βιβλίων αρεστών και προσιτών εις αναγνώστας έχοντας άλλην κυρίαν ασχολίαν παρά τας αρχαίας σπουδάς, προέβημεν εις την μετάφρασιν του ωραίου τούτου έργου, ελπίζοντες ότι θ' αγαπηθή τούτο και εν Ελλάδι όσον εν Αγγλία.
Η μετάφρασις γενομένη κατόπιν αδείας του φιλέλληνος συγγραφέως συνετελέσθη από του 1912. Αλλά διά να χρησιμεύση και ως εγχειρίδιον των φοιτητών και εις την γυμνασιακήν διδασκαλίαν, επεχειρήσαμεν κατ' ανάγκην όχι ολίγας προσθήκας, των οποίων αρκετάς επέβαλλεν ο από της συντάξεως αυτού διαρρεύσας χρόνος.
Εν πρώτοις, επειδή ευτυχώς εξηκολούθησεν εν Αιγύπτω η ανακάλυψις ελληνικών παπύρων και δημοσίευσις πολλών και αξιολόγων αρχαίων έργων, προσεθέσαμεν ακριβείς σημειώσεις περί των νέων ευρημάτων και της σπουδαιότητος εκάστου. Διότι άτοπον είναι ν' αγνοή αυτά το πολύ ελληνικόν κοινόν (11) όπερ ώφειλε να δείξη θερμότατον περί των παπύρων διαφέρον. Αλλά δεν εμνημονεύσαμεν, εννοείται, τους πολυαρίθμους παπύρους, όσοι περιέχουσι γνωστά ήδη κείμενα σωζομένων ποιητών και συγγραφέων, διότι τούτο κείται έξω του όμματος του προκειμένου τόμου.
Εξεθέσαμεν έπειτα υπό το κείμενον τας εν τω μεταξύ εκφρασθείσας περί τινων ζητημάτων νέας θεωρίας, ως π. χ. περί του θεάτρου, περί της διδασκαλίας των δραμάτων, περί της συμμετοχής του χορού, περί του σατυρικού δράματος κτλ., παρεπέμψαμεν δε και εις τα νέα σχετικά έργα. Εκ των νέων τούτων γνωμών σπουδαιοτάτη βεβαίως είναι η περί του Ομηρικού ζητήματος, καταλήξασα σήμερον εις τελείαν απόρριψιν της Βολφιανής θεωρίας. Επειδή δε την θεωρίαν ταύτην υποστηρίζει και ο ημέτερος συγγραφεύς, υποσελίδιοι δε παρατηρήσεις δεν θα ήσαν αρκετά σαφείς, καταχωρίζομεν το σχετικόν σημείωμα, κατ' ανάγκην βραχύ, μετά το τέλος του προλόγου τούτου.
Αναγκαίον εθεωρήσαμεν προσέτι να προσαρτήσωμεν βιβλιογραφίαν όπου καταλέγονται αι νεώτεραι και δοκιμώτεραι των συγγραφέων εκδόσεις· διότι παρετηρήσαμεν ότι πολλάκις και αι δημόσιαι βιβλιοθήκαι, αίτινες έχουσιν αρκετάς ελληνικάς εκδόσεις, στερούνται των νέων βοηθημάτων, ευλόγως δ' ελπίζομεν ότι σήμερον και των παλαιών και των νέων επαρχιών αι πόλεις θα φιλοτιμηθώσι να καταρτίσωσι χρησίμους βιβλιοθήκας, τουλάχιστον των Ελλήνων συγγραφέων, αρχαίων, μεσαιωνικών και νέων (12). Ευνόητον δε είναι ότι η βιβλιογραφία αύτη είναι σύμμετρος προς την έκτασιν και τον σκοπόν του έργου τούτου, πολλάκις δε περιωρίσθη εις τα κυριώτατα προς οικονομίαν χώρου.
Άλλη διαφορά της προκειμένης μεταφράσεως είναι ότι ενώ ο συγγραφεύς μεταφράζει πάντοτε τα κείμενα έμμετρα και πεζά, πολλάκις ελευθέρως, ημείς παρεθέσαμεν τα πρωτότυπα μετά των σχετικών παραπομπών, θεωρούντες οικειότερον προς αυτά τον κύκλον των ημετέρων αναγνωστών (13). Προσφεύγοντες δε συχνότερον εις τα κείμενα, επηνωρθώσαμεν ενίοτε φανεράς τινας παραδρομάς. Ουχί δε άπαξ εδηλώσαμεν και την διαφοράν της ημετέρας γνώμης. Αλλ' ίνα μη το βιβλίον μεταβάλη χαρακτήρα, απεφύγομεν τούτο, όσον ήτο δυνατόν. Διά τον αυτόν δε λόγον δεν επεξετείναμεν το τελευταίον κεφάλαιον του βιβλίου, το συντομώτατα πραγματευόμενον ως παράρτημα τα μετά τον Δημοσθένην.
«Όπως χρησιμοποιήσω κάλλιστα τον καθωρισμένον εις εμέ χώρον (λέγει ο συγγραφεύς), επιτύχω δε ποιάν τινα ενότητα του συνόλου, περιώρισα πολλαχώς τον σκοπόν του βιβλίου τούτου. Θεωρών τας Αθήνας ως το μόνον μέρος της Ελλάδος, περί ού έχομεν αρκετάς πραγματικάς ειδήσεις, επεχείρησα τρόπον τινά να συγκεντρώσω την προσοχήν του αναγνώστου εις την αττικήν περίοδον, την από Αισχύλου μέχρι Πλάτωνος. Περιώρισα λοιπόν εις το ελάχιστον την εξιστόρησιν της φιλοσοφίας και μετά πολλής στενοχωρίας απεφάσισα να παραλείψω εντελώς τον Ιπποκράτη και τους άλλους επιστήμονας. Τέλος δε διέκοψα την αφήγησιν εις τον θάνατον του Δημοσθένους και προσήρτησα μόνον ταχύ και ίσως δογματικόν διάγραμμα της μεταγενεστέρας λογοτεχνίας μέχρι της πτώσεως της αρχαίας θρησκείας, παραλείπων και βιβλία τόσον σπουδαία ως τους Χαρακτήρας του Θεοφράστου και την Περί ύψους πραγματείαν».
Ο μεταφράστης διδάσκων από του 1908 εν τω Πανεπιστημίω της Οξφόρδης την ιστορίαν της ελληνικής γλώσσης και των γραμμάτων, την από του σχηματισμού της αρχαίας κοινής διαλέκτου μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν, από δε του 1911 παραδίδων το αυτό μάθημα εν τω Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω έτι εκτενέστερον, ήτοι αρχόμενος από των αρχαιοτάτων χρόνων, παρασκευάζει πεντάτομον Ιστορίαν της ελληνικής γραμματείας (14), αρχομένην από του Ομήρου και λήγουσαν εις τον Ροΐδην και τον Παλαμάν. Τοιαύτη μόνον ιστορία παριστάνει την ημετέραν γραμματείαν οποία πραγματικώς είναι, όχι δηλαδή ως πάλαι ποτέ νεκρωθείσαν, αλλ' ως αδιακόπως εξακολουθούσαν από τριών χιλιάδων ετών τον μοναδικόν της δρόμον.
Αλλ' έργον τόσον διεξοδικόν, όσον και αν είναι μετά εκατονταετή ελεύθερον βίον απαραίτητον εις το έθνος, είναι δυστυχώς απίθανον ότι θα εκδοθή ελληνιστί — τουλάχιστον εντός των προσεχών ετών, — ένεκα δυσκολιών πολλών, των οποίων μία βεβαίως είναι και ο πενταπλασιασμός, της τυπογραφικής δαπάνης.
Και του προκειμένου εγχειριδίου η έκδοσις αρξαμένη από του 1915, προσέκοψεν ένεκα του πολέμου εις την έλλειψιν ομοιομόρφου χάρτου. Όθεν υπήρξεν αναγκαίον να διαιρεθή εις δύο τεύχη, ών το πρώτον (μέχρι της σελ. 208) εδημοσιεύθη τω 1916, το δε δεύτερον και τελευταίον παραδίδεται σήμερον εις την φιλομουσίαν του ελληνικού κοινού.
&Σ. Μ.& Εν Αθήναις 25 Μαρτίου 1922.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
Η καθ' όλον τον παρελθόντα ΙΘ' αιώνα κρατήσασα θεωρία του Φριδ. Wolf (1795) από των αρχών του τρέχοντος ήρχισε να καταρρέη, σχεδόν αφ' εαυτής.
Η άρνησις δηλαδή της ενότητος των Ομηρικών επών, στηριζομένη κυρίως εις την υπόθεσιν ότι κατά τον ένατον π. Χ. αιώνα δεν υπήρχε γραφή, παρεθάρρυνε τους Γερμανούς ιδίως φιλολόγους ν' ανευρίσκωσιν εκ πόσων και ποίων παλαιών μικροτέρων τεμαχίων και νεωτέρων προσθηκών είχον συρραφή κατά τον έκτον π. Χ. αιώνα υπό διαφόρων στιχουργών η Ιλιάς και η Οδύσσεια. Επειδή δε μέτρον του τεμαχισμού τούτου ήτο φυσικά το ίδιον εκάστου κριτήριον, το ζήτημα κατά την φράσιν του Blass, κατηντήσε «τέλμα». Ούτω δύο των επιφανεστέρων φιλολόγων — ίνα παραλείψωμεν τους αφανεστέρους — ο επιγραφικός A. Kirchoff ετεμάχιζε την Οδύσσειαν (15) ο δε W. Christ την Ιλιάδα (1884). Συγχρόνως δε ο von Wilamowitz- Mœllendorff (16) ανεύρισκεν εντός των δύο επών ίχνη πολλών διασκευαστών, παραχαρακτών, συμπιλητών και άλλων απροσκλήτων συνεργατών, ο δε Carl Robert (17) διεμέλιζε κατ' άλλον ευφυά τρόπον την Ιλιάδα τω 1901. Τοιουτοτρόπως ολίγιστοι απέμενον υπερασπισταί της ενότητος των επών, εξ αυτών δε διεκρίνοντο ο Andrew Lang εν Αγγλία (18) και ο Carl Rothe εν Γερμανία. Αλλά μετ' ολίγον τα πράγματα μετεβλήθησαν ουσιωδώς, καθώς αρκούσι να μαρτυρήσωσι τα επόμενα βιβλία, καίπερ πολλαχώς διαφωνούντα (19).
Τω 1904 ο Fr. Blass εξέδωκεν το έργον (20) όπου ανεύρισκε και αυτός νοθείας της Οδυσσείας. Αλλά παραβάλλων τας δήθεν ανακολουθίας αυτής προς τον Φάουστ του Gœthe, εφώνει δικαίως προς τους πατριώτας του (σ 10) «ψέγετε και κατακόπτετε την Οδύσσειαν· και τυφλοί και μωροί, δεν βλέπετε ότι όλοι σας οι ψόγοι επαναπίπτουσιν εκατοντάκις περισσότεροι κατά του μεγίστου έργου του μεγίστου των ποιητών σας».
Δύο έτη βραδύτερον ο Άγγλος εκδότης των Ομηρικών επών και ύμνων, I. W. Allen, επαινών τον νεωτερισμόν του Blass αντέτασσεν αυτόν προς την στενότητα των ιδεών των προτού και των συγχρόνων (21).
Τω 1909 εν Γαλλία ο λαογράφος Α. van Gennep μελετών αρχαιολογικώς και λαογραφικώς το ζήτημα (22), συνεπέραινεν (σ. 60) ότι «εάν συνδέσωμεν τα ποιητικά φιλολογικά και αρχαιολογικά τεκμήρια, υποχρεούμεθα να αναγάγωμεν τα Ομηρικά έπη εις τον όγδοον ή ένατον π. Χ. αιώνα και να τοποθετήσωμεν αυτά εις τας νήσους . . . . Ταύτα κατά μέγα μέρος εποιήθησαν υπό μεγαλοφυούς ποιητού, όστις εχρησιμοποίησε μεν αρχαιοτέρας λαϊκάς παραδόσεις, αλλ' εξ αυτών συνέθεσεν έν αρμονικόν όλον».
Μετ' ολίγον ο Carl Rothe εξέδωκε το περί Ιλιάδος έργον (23) συμπεραίνων ότι «αι περί του χαρακτήρος του ποιήματος έρευναι καθιστώσι φανερώτερον ότι η ενότης αυτού δεν δύναται να είναι ή έργον συνειδητής δημιουργίας».
Τω 1911 ο γνωστός Ολλανδός φιλόλογος, ο κατόπιν εκδότης της Ιλιάδος (1912) και της Οδυσσείας (1917) J. van Leeuwen εξέδιδε βιβλίον περί της συνθέσεως των επών (24)· αντικρούων δε τους Βολφιανούς έγραφεν εν τη «Μνημοσύνη» (25) ότι «και άλλα έθνη είχον ποιητάς, υμνήσαντας τους ήρωάς των αλλά μόνον η Ελλάς είχεν Όμηρον, οι δε κερματίζοντες αυτόν . . . καταστρέφουσιν αυτήν την ποίησιν του αθανάτου έπους». Εν δε τοις Προλεγομένοις (Ilias σ. XXII) επιφωνεί «Una hæc via salutis. Ουχί εκ βιβλίων άλλων, αλλ' εξ αυτού του Ομήρου πρέπει να ζητηθή και δύναται να ευρεθή η γνώσις του Ομήρου».
Πολύ λεπτομερέστερον αναλύων προσφάτως (1914) εν Γερμανία την Ιλιάδα ο Erich Bethe, κατέληξεν εις το πόρισμα, ότι «η ημετέρα Ιλιάς στηρίζεται μεν επί παλαιού περιφήμου έπους 1500 περίπου στίχων . . αλλ' ιδρύθη επί στερεού, ζωηρότατα συγκινούντος και εις πέρας αγομένου σχεδίου. Βεβαίως στίχοι τινές παρενεβλήθησαν, αλλ' ουχί σκηναί» (26).
Κατά το αυτό έτος ο Georg Finsler εξέδιδε το δεύτερον τον Homer αυτού και εν μεν τω α' τόμω εξήταζε «τον ποιητήν και τον κόσμον του» [εν δε τω β' (1918) την σύστασιν των επών] (27). Εν άλλω βιβλίω (28) τω 1912 αναπτύσσων τας περί του Ομήρου γνώμας των νεωτέρων, τας από Dante μέχρι Gœthe, επέλεγε· «προ πάντων ας αναγνωρίσωμεν το πρόσωπον του ποιητού» και ηύχετο επάνοδον «εις τους αλησμονήτους καιρούς του Herder».
Τοιουτοτρόπως ο A. Shewan συνώψιζε την από του τέλους του ιθ' αιώνος μέχρι του 1912 ιστορίαν του Ομηρικού ζητήματος διά της λέξεως Reaction (αντίδρασις) (29). Ο δε Γάλλος L. Laurand (30) τω 1913 επέγραφε το τελευταίον του βιβλιαρίου του κεφάλαιον «Écroulement des theories de Wolf» περαίνων το προηγούμενον εις την φράσιν «Sic transit gloria Wolfii!»! (σ. 60).
Αλλά σημειωτέον ότι ο Wolf εις την θεωρίαν του (31) παρήχθη εκ λόγων όχι τόσον εσωτερικών, δηλαδή των λεγομένων αντιφάσεων των επών, όσον εξωτερικών, της ελλείψεως γραφής, και εστήριξεν αυτήν εις επιμελέστατα συλλεχθείσας μαρτυρίας περί της συγκεχυμένης παραδόσεως αυτών (βλ. σελ. 77 σημ. 38, σελ. 143 σημ. 5, σελ. 147 σημ. 9).
Των μαρτυριών όμως τούτων ουδεμία είναι αρχαιοτέρα του Κικέρωνος, άλλου δε γνωστού συγγραφέως μόνον η του Ιουδαίου Ιωσήπου, αι δε πλείσται προέρχονται εξ ανωνύμων σχολίων (άπερ είχε προσφάτως εκδώσει ο Villoison) και του Σουίδα. Αλλά ποία κατά τους χρόνους της ρωμαϊκής δουλείας κατέλαβε τους πενομένους λογίους της Ελλάδος ολιγωρία και ακρισία, βλέπομεν συχνά μεν παρά τω Παυσανία, συχνότατα δ' εν τω Λεξικώ του Σουίδα, όπου συνεφορήθησαν πλείστα χωρία τοιούτων γραμματικών (32). Οι δε προσάγοντες ως αρχαίον μάρτυρα και τον Ιωάννην Τζέτζην, τον ταλαίπωρον στιχουργόν των Κομνηνείων χρόνων, αγνοούσι βεβαίως ότι ο δεινός εκείνος Ομηριστής ηρμήνευε τα κατά την κρίσιν του Πάριδος ως εξής· «ρήτωρ γεγονώς ο Αλέξανδρος, πολλά συγγεγράφηκεν, οίμαι δε και αρχαιολογίας λόγους εξέθετο, οι δε ποιηταί εμυθεύσαντο ως θεαίς τε κριτής εγεγόνει και Αφροδίτη το μήλον επέδωκεν», έγραφε δε καυχώμενος ο Τζέτζης
εμοί βιβλιοθήκη γαρ η κεφαλή τυγχάνει.
Αλλά και των μεταγενεστέρων τούτων μαρτυριών ουδεμία λέγει ότι επί Πεισιστράτου συνετέθησαν τα Ομηρικά έπη, αλλά μόνον ότι συνηθροίσθησαν και κατετάχθησαν, η δε υπόθεσις της συνθέσεως ανήκεν εις τον Wolf, όστις ενόμιζεν αυτήν ως ιστορικήν· historia loquitur (σ.142).
Αλλά σύνθεσις Ιλιάδος και Oδυσσείας εκ μικροτέρων ασμάτων επί Πεισιστράτου ή Ιππάρχου εν Αθήναις είναι πράγματι απιθανωτάτη, υποστηρίζεται δε μόνον υπό ολιγίστων, εν οίς ο Μurray εν Αγγλία (33) και ο Cauer εν Γερμανία. Ως ορθώς παρατηρεί ο v. Leeuwen, και αν πιστευθή η μεταγενεστέρα παράδοσις, αύτη αναφέρεται μόνον εις την αθηναϊκήν έκδοσιν των επών, ουχί δε εις την σύνθεσιν αυτών. Και πρώτον ποίος επετέλεσεν αυτήν; Ως άνδρας δυναμένους να «βοηθήσωσι» τους τυράννους εις την σύνθεσιν ο Wolf μνημονεύει nominatim Ορφέα τον Κροτωνιάτην, τον ποιητήν των Αργοναυτικών, τον Ονομάκριτον τον Αθηναίον, Σιμωνίδην τον Κείον και τον Τήιον Ανακρέοντα». Αλλά περί μεν του Ονομακρίτου εφρόντισε να μας είπη ο Ηρόδοτος (Ζ, 6') ότι «επ' αυτοφώρω αλούς υπό Λάσου του Ερμιονέως εμποιέων εις τα Μουσαίου χρησμόν» εξωρίσθη υπό του Ιππάρχου, βδελυσσομένου τας παραποιήσεις αρχαίων ποιητών. Ο δε Σιμωνίδης αντί πόσου μισθού ειργάσθη και διατί απέκρυψε το κατόρθωμά του; Του δε Τηίου μελωδού η λύρα προφανώς δεν ήτο κατεσκευασμένη διά πράγματα τόσον τραγικά. Απομένει λοιπόν ο Ορφεύς ο Κροτωνιάτης· αλλ' αν ούτος συνειργάσθη, διατί φέρεται γράψας Αργοναυτικά και ουχί Ιλιάδα και Οδύσσειαν, αφού παρέλαβε μόνον άσματα διεσπαρμένα; Αλλά και αν όντως υπήρχε τότ' εν Αθήναις άλλος ποιητής, κρυπτόμενος υπό το ψευδώνυμον του Ομήρου, γεννώνται μέγισται απορίαι. Πώς κατώρθωσεν ο ποιητής εκείνος εκ των παλαιών «συγκεχυμένων ασμάτων» ν' αναπλάση όλην την προ 400 ή 500 ετών ιστορικήν περίοδον, αφού και πράγματα και έθιμα και γλώσσα είχον εν τω μεταξύ σπουδαιότατα μεταβληθή; Ούτω κατά τα 550 π. Χ. αι Μυκήναι είχον ήδη αφανισθή υπό του Άργους, και τούτου ισχυροτέρα είχεν αυξηθή η Σπάρτη, εν Ασία δ' είχον επικρατήσει καθώς ήδη παρετηρήθη, αι αποικίαι, προς δυσμάς δε όπου εμυθολόγει τας πλάνας του ο Οδυσσεύς, ήκμαζεν η Μεγάλη Ελλάς και η Σικελία, εις τους στρατούς είχεν εισαχθή το ιππικόν, εκ δε των πολιτειών είχον εκπέσει οι διοτρεφείς βασιλείς, και τα οχυρά των επί των ακροπόλεων μέγαρα είχον αντικαταστήσει ναοί των θεών. Εις την θρησκείαν επεφάνησαν νέοι θεοί, ο Διόνυσος, η Δημήτηρ και η Κόρη, ελατρεύθησαν ήρωες, ιδίως οι Διόσκουροι, οι κατά την Οδύσσειαν αποθανόντες αδελφοί της Ελένης. Οι Δελφοί προσέλαβον δύναμιν μεγίστην, αντί δε της Ομηρικής «δίκης» και «θέμιδος» και της «αιδούς» υπήρχον πλέον «ρήτραι» και «θεσμοί» και «νόμοι». Τα κοινωνικά έθιμα είχον μεταβληθή και μάλιστα όχι προς το βέλτιον, αν παρατηρήσωμεν πόσον υψηλήν είχε θέσιν η Ελένη εν τω γ και η Αρήτη εν τω η και πόσον υποδεεστέραν είχεν εν Αθήναις θέσιν η σύζυγος και επ' αυτού του Περικλέους. Γλωσσικώς δε μόνον η εκ της ιωνικής διαλέκτου εξάλειψις του δίγαμμα δεικνύει πόσον ήτο το από του 800-550 π. Χ. ιστορικόν χάσμα.
Αλλ' ας ομιλήσωμεν και άλλως. Ήτο δυνατόν να συντελεσθή τοιαύτη «σύνθεσις» επών επί Ιππάρχου και να μη ακούση τίποτε ο Ηρόδοτος, ο ακούσας και διατυμπανίσας την μικράν πλαστογραφίαν του Ονομακρίτου; Ηδύνατο να παραπλανηθή την επαύριον ο Θουκυδίδης, ο γινώσκων και τας ελαχίστας λεπτομέρειας περί των Πεισιστρατιδών; Ήτο εύκολον ν' απατηθή ο Αριστοτέλης, ο γινώσκων τόσον ακριβώς την ιστορίαν του έκτου αιώνος των Αθηνών, και να θαυμάζη ως κατόρθωμα του παλαιού «θεσπεσίου» Ομήρου την «σύστασιν» των δύο επών, ενώ ακριβώς η σύστασις αύτη ήτο έργον άλλου, σχεδόν προχθεσινόν; Πάντως φανταζόμενοι τους μεγίστους εκείνους των αρχαίων ιστορικών ερευνητών ως ετοίμους να χάψωσι τας παραποιήσεις οιουδήποτε Συμαίου Σιμωνίδου, κάμνομεν φοβερόν αναχρονισμόν.
Αλλά καταβιβάζοντες αυθαιρέτως την σύνθεσιν των δύο επών από του παραδιδομένου χρόνου και τόπου, ήτοι από της Ιωνίας του 820 π. Χ. εις τας Αθήνας του 520, έν και μόνον έχομεν σπουδαίον εκ πρώτης όψεως πλεονέκτημα, την υποτιθεμένην περισσοτέραν τότε διάδοσιν της γραφής και της αναγνώσεως. Αληθώς εις την απόδειξιν ότι ο Όμηρος εντελώς ηγνόει την γραφήν και ότι «πρώτον επί των Πεισιστρατιδών είδεν η Ελλάς καταγραφόμενα τα παλαιά των αοιδών έπη» επέστησε την προσοχήν ο Wolf (σ. 156) αύτη δ' έπεισε τους πλείστους Βολφιανούς. Και ο ημέτερος συγγραφεύς πιστεύει (σ. 22 του ανά χείρας βιβλίου) ότι «τα δύο έπη προσαρμόζονται μάλλον εις τας απαιτήσεις αναγνωστών· αναγνώστας δε πολλούς ούτε αι Αθήναι, ούτε η Ιωνία είχε περί τα 470 π. Χ . . . μόλις 40 έτη βραδύτερον· ο Ηρόδοτος συνέπηξε τας διηγήσεις του εις βιβλίον».
Αλλ' ενταύθα βεβαίως υπάρχει παρεξήγησις, καταφανής εις ημάς τους γνωρίσαντας τόπους, όπου δυστυχώς οι γράφοντες και αναγινώσκοντες Έλληνες ήσαν σπανιώτατοι ένεκα της φρικτής τουρκικής δουλείας. Οι κατά τοιούτους χρόνους στιχουργούντες δεν αποτείνονται βεβαίως προς αναγνώστας, αλλ' απαγγέλλουσι τους στίχους των αυτοί. Και όμως γράφουσιν ή φροντίζουσι να γραφή το ποίημά των, όχι βεβαίως όπως αναγνωσθή υπό του κοινού — ουδέ φαντάζονται τοιούτο αναγνωστικόν κοινόν, — αλλά μόνον όπως άλλος ομότεχνος — συνήθως οικείος — το εκμάθη καλώς ολόκληρον και το απαγγείλη προς άλλους ακροατάς, πολυπληθείς ως οι ιδικοί των. Εν Κύπρω π. χ. εσώθησαν από των φραγκικών και των πρώτων τουρκικών χρόνων μακρά τινα τραγούδια π. χ. της Αροδαφνούς, της Ζωγγραφούς, του Χριστοφή, πασίγνωστα μεν από των ποιητάριδων εις τους αγρότας, άνδρας και γυναίκας, αλλά φυλασσόμενα μόνον εις τρία τέσσαρα τρισάθλια χειρόγραφα «παπαδίστικα γραμμένα» (34). Ίσως και αι λεγόμεναι εικαιότεραι εκδόσεις του Ομήρου είχον γραφή εκ μνήμης, ίσως δε και περίφημοι κατά πόλεις εκδόσεις ήσαν κατ' αρχάς τα μόνα χειρόγραφα των επών, τα τηρούμενα π. χ. εν Σινώπη και Μασσαλία, καθώς και το μόνον τετραυάγγελον το υπάρχον επί τουρκοκρατίας εν πολίχνη, ήτο το αναγινωσκόμενον επ' εκκλησίας. Αλλ εξ άπαντος η Ιωνία του ογδόου ή τουλάχιστον του εβδόμου π. Χ. αιώνος είχε πολύ περισσοτέρους εγγραμμάτους και πολύ ευκολώτερα τα μέσα της γραφής ή η Κύπρος του δεκάτου ογδόου μ. Χ.
Διότι, αν οιαδήποτε δυσκολία της γραφής και της αναγνώσεως απεθάρρυνε τότε τους ποιητάς, ή εξηφάνιζε τα έργα των, θα ήτο πολύ θαυμαστότερον παρά τα Ομηρικά έπη πρόβλημα πώς εσώθη η άλλη πλουσία επική, η πλουσιωτέρα ελεγειακή, και η πλουσιωτάτη μελική και χορική ποίησις του εβδόμου π. Χ. αιώνος από της Ιωνίας μέχρι της Ιμέρας της Σικελίας, έργα δηλαδή εν τω συνόλω τουλάχιστον δεκαπλάσια των Ομηρικών. Αν μη π. χ. αυτός ο Αρχίλοχος (περί τα 650 π. Χ) κατέγραφεν έστω και διά γραφέως τα πολλά και ποικίλα κατά το μέτρον ποιήματά του, ποίος κατόπιν Πεισίστρατος — και προς τι; — θα εφρόντιζε να συνάξη — και πώς ; — στίχους κατά το πλείστον δηκτικούς και στενώτατα σχετιζομένους προς το πρόσωπον του ποιητού των; Περί τους αυτούς χρόνους ο Στησίχορος εύρισκεν εν Σικελία τα μέσα ν' ασφαλίζη ποικιλώτατα λυρικά ποιήματα, γεμίζοντα 26 όλα βιβλία, ο δε Μίμνερμος, προφανώς αυτός, κατήρτιζεν ελεγειακήν συλλογήν, ήν επέγραφε «Ναννώ». Της Σαπφούς τα έργα γινώσκομεν σήμερον εκ των παπύρων, ότι δεν ήσαν εν όλω βραχύτερα της Οδυσσείας, του δε Αλκαίου βεβαίως δεν θα ήσαν ολιγώτερα.
Αλλ' αφού προφανώς αντεγράφοντο κατά τινα τρόπον — διότι άλλως δεν θα εσώζοντο μέχρι των Πτολεμαϊκών χρόνων — τοσούτοι και τοιούτοι τόμοι κατά τον έβδομον αιώνα, αφού επέζησαν έκτοτε και αυτοί οι ίαμβοι του Αμοργίνου Σημωνίδου, διατί τάχα δεν θ' αντεγράφοντο τότε πιστώς ποιήματα, περί της απαγγελίας των οποίων γινώσκομεν ασφαλώς ότι έτασσον και έπαθλα πόλεις ως η Σικυών, (Ηροδότου Ε' 67) αδιστάκτως δε πιστεύομεν ότι περισσότερον εφρόντιζον άλλαι πόλεις ισχυραί, ως το Άργος και η Σπάρτη, διεφέροντο δ' επίσης οι απανταχού της Ελλάδος υπερήφανοι απόγονοι των υμνουμένων βασιλέων;
Αλλ' αφού ήμεθα λογικώς υπόχρεοι να παραδεχθώμεν τούτο περί του εβδόμου π. Χ. αιώνος, ποία τεχνική δυσκολία ή ποία μαρτυρία κωλύει ν' αναβώμεν και υψηλότερον; Το μόνον τεκμήριον, όπερ έχομεν, μαρτυρεί την τότε πλήρη χρήσιν της γραφής· ότι δηλαδή από του 776 κατέγραφον οι Ηλείοι πάντας τους νικητάς των Ολυμπιακών αγώνων. Διατί τάχα οι Ιάονες οι επικοινωνούντες προς τους ασιατικούς λαούς τους έχοντας από πολλού και βιβλιοθήκας, δεν θα είχον τα μέσα να διασώζωσι τα έπη των αοιδών των; Ο Wolf εδικαιούτο ίσως να φαντάζεται τελείαν τότε άγνοιαν της γραφής ανά την Ελλάδα (35). Αλλ' ημείς οι έχοντες σήμερον προ οφθαλμών τα κρητικά γράμματα, δυνάμεθα να πιστεύσωμεν ότι οι Έλληνες, γνωρίσαντες άπαξ την γραφήν, έπεσον κατόπιν εις πλήρη αυτής αμάθειαν, ενώ πέριξ αυτών έγραφον πάντες οι λοιποί λαοί, ούς αυτοί ωνόμαζον βαρβάρους; Και ηγνόουν κατά τον όγδοον αιώνα την γραφήν, ενώ κατά τον έβδομον ανέδειξαν αίφνης ποιητάς, όπως την Σαπφώ και τον Αλκαίον, και τον Αλκμάνα, οίτινες έγραφον πιθανώτατα και μουσικά σημεία;
Και το μεν ιστορικόν σφάλμα του ονομαστού Γερμανού φιλολόγου ότι «πρώτον επί των Πεισιστρατιδών είδεν η Ελλάς καταγραφόμενα μονίμως τα παλαιά άσματα των αοιδών» (σ. 156) προήλθεν εκ των σφαλερών περί της γραφής μεταγενεστέρων μαρτυριών, αίτινες από των νέων ανασκαφών απεδείχθησαν απέχουσαι πάμπολυ της αληθείας.
Αλλ' ουχί μικρότερον υπήρξε το φιλολογικόν αμάρτημα, ότι συνέκρινεν ο Wolf την σύνθεσιν των Ομηρικών επών προς την επί Καρόλου του μεγάλου καταγραφήν των γερμανικών ασμάτων και προς τας συλλογάς των αραβικών (σ. 156). Τα σφάλμα τούτο επεδείνωσεν ο Κάρολος Lachmann, όστις αφού ανέλυσεν εις άσματα το έπος των Νιβελούγγεν, ανέτεμε τω 1837 και την Ιλιάδα από του Α μέχρι του Χ εις 16 ηρωικά άσματα και άλλα 2 το Ψ και τα Ω, φρονών ότι πάντα ταύτα συνηνώθησαν πρώτον επί Πεισιστράτου. Μικράς αντιφάσεις εκατέρου έπους πρoς εαυτό και περισσοτέρας πρoς άλληλα είχον ήδη σημειώσει ουχί ολίγας και οι αρχαίοι γραμματικοί και σχολιασταί, αλλ' από του Lachmann πάντες οι μελετώντες την Ιλιάδα — από δε του μαθητού αυτού Köchly και την Οδύσσειαν — ανεύρισκον εντός των επών ασυναρτησίας, αναχρονισμούς, μεταπηδήσεις, κενά, συγκολλήσεις, έλλειψιν αλληλουχίας και απέδιδον αυτά εις την εργασίαν των επί Πεισιστράτου συγκολλησάντων τα τότε συναχθέντα διάφορα τραγούδια εις τα δύο σωθέντα έπη.
Εις τας περί των Ομηρικών παραδρομών δεινολογίας των επαγγελματικών φιλολόγων αντέτασσον άνδρες έμπειροι της καθόλου (35α) ποιήσεως όμοια και χειρότερα παραδείγματα νέων και νεωτάτων έργων, ευλόγως δε ισχυρίσθη ο Macktail, ότι αν υποβληθώσιν εις ομοίαν βάσανον ομοίων κριτικών και οι δύο Παράδεισοι του Μίλτωνος, θ' αποδειχθώσιν ως έργα διαφόρων πολιτισμών και χρόνων (36) .
Αλλά τομώτερος υπήρξεν άλλος έλεγχος. Κατά τους τελευταίους δηλαδή χρόνους εμελετήθησαν τα δημοτικά τραγούδια των λαών της πλείστης οικουμένης, εμελετήθησαν δε παραλλήλως και τα έπη της Ινδικής, της Περσίας, της Βρεττανίας, της Γαλλίας κλ. και ουδαμού απεδείχθη τοιούτος εκ δημοτικών ασμάτων καταρτισμός επών, οποίον εφαντάζετο ο Lachmann. Σχετικώς ομοιότερα προς τα Ομηρικά θεωρούνται τα γαλλικά Chansons de Geste, ιδίως το Chanson de Roland, άπερ έψαλλον επαγγελματικοί αοιδοί, οι jongleurs· αλλ' ενώ προ αυτών υπήρχον σχετικά τραγούδια, ουδαμού φαίνονται οι jongleurs συνενώσαντες αυτά, αμφισβητείται δε και αν όλως ενεπνεύσθησαν εξ αυτών. Όθεν ορθώς υπεστήριξεν ο Andrew Lang, ότι «ουδέποτε υπήρξεν έπος λαϊκόν». Αληθώς η Ελλάς είχε δημοτικά τραγούδια και κατά τους μέσους χρόνους, εξυμνούντα τα κλέα των ακριτών, αλλά το μέτριον έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτου συνέθεσε λόγιος ποιητής, όν εμιμήθη άλλος, ο δε τρίτος ωνομάζετο Πετρίτσης (37). Και κατά την τουρκοκρατίαν είχεν έξοχα δημώδη άσματα η Ελλάς, αλλά τον Βλαχάβαν και την Κυρά Φροσύνην συνέθεσεν ο Βαλαωρίτης.
Πράγματι η Ομηρική ποίησις δύναται να ονομασθή, νομίζομεν, ο αντίπους οιασδήποτε δημοτικής. Ο ποιητής αισθάνεται εαυτόν διάδοχον και ποιητικόν κληρονόμον των «αοιδών», ούς περιγράφει. Αλλ' οι αοιδοί εκείνοι ήσαν πρόσωπα αυλικά, ιερά και απαραβίαστα, χρησιμώτατοι εις τους διοτρεφείς βασιλείς, διότι νομιζόμενοι θεόπνευστοι ως οι μάντεις, ήσαν στηρίγματα των βασιλικών οίκων, πιστοποιούντες την θείαν αυτών καταγωγήν και εξυμνούντες ενώπιον των λαών τα κλέα των ανάκτων, οιονεί επίσημοι ιστοριογράφοι και αρχειοφύλακες των μεγάρων. Αλλά ζώντες εντός αυτών, απέβαινον τρόπον τινά και μυστικοσύμβουλοι των βασιλέων, ως ο αοιδός, εις τον οποίον ο Αγαμέμνων ανέθεσε την επιτήρησιν της Κλυταιμήστρας (γ 265). Προεξήρχον εις πάσαν δημοσίαν εορτήν ή πένθος του οίκου, ως οι θρηνούντες επί του νεκρού του Έκτορος αοιδοί της Τροίας (Ω 728). Καθόλου δε ήσαν οδηγοί και διδάσκαλοι της ηθικής και της ευπρεπείας των αυλών εις το λέγειν και το πράττειν. Τοιούτους παριστά τους αοιδούς και ο Ησίοδος, ήτοι ως πρόσωπα δεύτερα μόνον των βασιλέων (Θεογονίας 94). Ότι τοιούτος ήτο και ο Όμηρος, αποδεικνύει η μεγίστη διαφορά του αριστοκρατικού του ήθους από των μετά 100 ή 150 έτη βαναύσων επιθέσεων του Αρχιλόχου, των χονδρών πειραγμάτων του Σημωνίδου, των σαρκασμών του Αλκαίου και μάλιστα των κατόπιν βωμολοχιών του Αριστοφάνους. Αυτός δε ήτο και ο λόγος, δι' όν ο αοιδός της βασιλευομένης Ελλάδος είχεν ενωρίτατα φημισθή ως ο άριστος παιδαγωγός και διδάσκαλος της αρετής.
Πότε ακριβώς συνέβη η έξωσις των βασιλικών οικογενειών εκ των οχυρών ανακτόρων της Τίρυνθος, των Μυκηνών και των άλλων, αγνοούμεν. Φυσικά η κατάργησις του αξιώματος δεν επήλθε πανταχού κατά τον αυτόν χρόνον και τρόπον, ενιαχού δ' επέζησε τούτο και μακρότερον ως εν τω Αρκαδικώ Ορχομενώ. Αλλά πλην του Ησιόδου, όστις πολλούς γνωρίζει βασιλήας, και Σημωνίδης ο Αμοργίνος αναφέρει ότι γυναίκα καλλωπιζομένην χάριν άλλων αποστρέφεται πας σύζυγος. «ήν μη τις ή τύραννος ή σκεπτούχος η» (στ. 69) μαρτυρών ότι και τότε (650 π. X.) υπήρχον έτι «σκηπτούχοι» επειδή δε ο αυτός μνημονεύει και των επών του «Χίου αοιδού», πάντως ο Όμηρος συνήκμασε μετά πολλών «σκηπτούχων», ών εξύμνησε τους προγόνους. Αλλά και μετά την πτώσιν των περισσοτέρων βασιλέων επέζησεν εκέραιον το αξίωμα των αοιδών, διότι ήσαν απαραίτητοι εις τας θρησκευτικάς και εμπορικάς πανηγύρεις του λαού, όπου πολλαχόθεν εκαλούντο. Ο εις τον Δήλιον Απόλλωνα ύμνος πιστοποιεί ότι οι αοιδοί, καθώς κατόπιν οι ραψωδοί, ήσαν πολλοί και ημιλλώντο προς αλλήλους, ο δε τότε τυφλός πλέον ποιητής ομιλεί προς το άνθος των κορών, ως διδάσκαλος πολυσέβαστος και γνωστότατος εις πολλάς πόλεις, «ευ ναιεταώσας». Ούτω κατά τα 300-350 έτη, τα μεσολαβήσαντα μεταξύ του Τρωικού πολέμου και του Ομήρου, πολλοί ποιηταί, καθώς λέγει ο Αριστοτέλης, επραγματεύθησαν ως θεματοφύλακες της ιστορίας εκείνης ενώπιον ανάκτων και λαών τα κατ' αυτήν· χαρακτηριστικόν δε είναι ότι ο αοιδός ως μουσόληπτος ήτοι θεόπνευστος έπρεπε να λέγη πάντοτε πράγματα «ετύμοισιν ομοία», (όπερ ερμηνεύει το τέχνασμα του Ομήρου ότι τα πλέον απίστευτα μέρη των πλανών παρέστησε διηγούμενον αυτόν τον πολυμήχανον Οδυσσέα), και να μη φωραθή αντιφάσκων ποτέ προς εαυτόν. Ουδέποτε άλλοτε εν τω κόσμω έτυχον οι ποιηταί, πλην ίσως των Εβραίων προφητών, βαθυτέρου και γενικωτέρου σεβασμού, και ουδέποτε κατέλαβον κοινωνικώς υψηλοτέραν των αοιδών θέσιν. Η μακρά αύτη διαδοχή και η αυξανομένη άμιλλα δύναται να εξηγήση το θαύμα της εμφανίσεως του Ομήρου και της δημιουργίας των Ομηρικών επών κατά χρόνους, ούς ο μεν Wolf εφαντάζετο ως προγενεστέρους πάσης ελληνικής παιδείας και ακμής, η δε αρχαιολογία κατέδειξεν ήδη ως μεταγενεστέρους παλαιοτάτου εν Ελλάδι πολιτισμού και τέχνης.
Τι ώφειλεν ο Όμηρος εις τους προδρόμους του, νομίζομεν μάταιον να εικοτολογώμεν. Εσχάτως η έρευνα εστράφη προς την εύρεσιν των παλαιών «πυρήνων» των δύο επών και αν ταύτα είναι «Αχαϊκής» ή «Ιωνικής» καταγωγής. Αλλ' ενώ τα ζητήματα ταύτα βεβαίως είναι περιεργότατα, είναι προδήλως και ανεπίδεκτα λύσεως πειστικής. Μόνον ότι ο ποιητής ευτύχησε να εύρη ετοίμην πλουσίαν ποιητικήν ύλην και πλουσίαν γλώσσαν ποιητικήν, τούτο συνάγεται ασφαλώς και εκ των επών. Εκεί πάντα τα πρωτεύοντα πρόσωπα φαίνονται ως ιστορικά και γνωστά εις τους ακροατάς μετά των οικείων χαρακτήρων και αυτών των κοσμητικών έκαστον επιθέτων, εκ δε της προς την Μούσαν επικλήσεως (α 10) «ειπέ και ημίν» πιθανόν είναι ότι και άλλοι αοιδοί ήσαν ήδη γνωστοί, ως διηγηθέντες τας πλάνας του Οδυσσέως. Αλλ' εκ των αναριθμήτων εικασιών περί της συνθέσεως των επών, — δύσκολον είναι ν' αποδιώξη τις εντελώς τας αναμνήσεις τόσων βιβλίων — πιθανώτερον φαίνεται, ότι ο ποιητής της Ιλιάδος και της Οδυσσείας συνέπλεξε μάλλον ή επενόησεν εξ υπαρχής τας υποθέσεις αυτών. Αι υποθέσεις αύται θα ήσαν από πολλού γνωσταί και πιθανώς είχον ιστορικόν πυρήνα. Δεν είναι δε απίθανον ότι εχρησιμοποίησε και πολλούς παλαιοτέρους στίχους, παρομοιώσεις κλ. Αλλ' ακριβώς η θαυμασία οικονομία των ποιημάτων, η εντεχνοτάτη παρεμβολή ποικιλωτάτων επεισοδίων, ο εξαίσιος χαρακτηρισμός των προσώπων, η βαθυτάτη γνώσις του ανθρωπίνου βίου, ιδίως δε ο μεγαλοπρεπής, άνετος και οιονεί ολύμπιος τόνος της διηγήσεως — ο τόσον χαρακτηριστικός του ήθους του ποιητού, — το «συγκρατούμενον μεγαλείον» του Ομήρου, ως έλεγεν ο Shelley, αποδεικνύουσιν ότι μία υπέροχος διάνοια μετά μακράν άσκησιν, μία ευγενής καρδία, αγαπώσα πάντα τα πρόσωπα των δύο ποιημάτων — όχι παρείσακτοι διασκευασταί και συμπιληταί, όχι ανεύθυνος και παντοδαπή επιτροπή εκ του προχείρου! — συνέθεσεν εκάτερον των επών, πιθανώτατα δε και τα δύο (38).
Το όνομα του «ηδίστου» αοιδού προς διαστολήν από των αντιζήλων θα επευφήμησαν πλειστάκις κατά τας πανηγύρεις και θα διελάλησαν οι «ελκεχίτωνες Ιάονες» και αι «καλλίζωνοι» γυναίκες και παρθένοι, ότι δε δήθεν εξευρέθη τούτο κατόπιν, είναι αυθαίρετος και παντελώς αστήρικτος ισχυρισμός. Ότι δεν εσώθη έκτοτε βάσιμος βίος του ανδρός, ήτο φυσικόν κατά χρόνους, ότε δεν υπήρχεν ιστορία, ότι δε κατόπιν πολλαί πόλεις ήριζον περί της γεννήσεως αυτού και του απεδίδοντο και άλλα έπη, πάντα τα εις έκαστον αρέσκοντα, ήτο έτι φυσικώτερον.
Πιθανόν επίσης είναι ότι οι παραλαβόντες και καθώς λέγομεν, εκμεταλλευόμενοι τα δύο έπη ραψωδοί παρενέβαλον π. χ. τον κατάλογον των νεών ή επεξέτειναν την μάχην του Αχιλλέως και του Αινείου (Υ 75-352) εις την Ιλιάδα και πολλά της Νεκυίας ή προσέθεσαν όλον το ω εις Οδύσσειαν. Αλλά τοιαύτας προσθήκας δύναται να υποπτεύση τις και περί των έργων των τραγικών, ιδίως του Ευριπίδου.
Παν ό,τι άλλο ελέχθη περί οιασδήποτε ατεχνίας ή ανακολουθίας των επών υπό νεωτέρων αγαθών φιλολόγων, προήλθεν εκ της τότε πιστευομένης πλάνης του Wolf, ότι πράγματι πρώτον επί Πεισιστράτου συνερράφησαν τα έπη εκ πολλών αδεσπότων τεμαχίων.
Ευτυχώς εν Ελλάδι, όπου από του Κοραή ανεζωογονήθη η πατροπαράδοτος προς τον ποιητήν αγάπη, ουδείς των αλλοδαπών εκείνων φιλολόγων ουδέ πάντες ίσως ομού απέκτησαν τόσην δόξαν, ώστε να σαλεύσωσι την προς το κύρος του Αριστοτέλους πίστιν των ημετέρων (39). Ως γνωστόν, ο αθάνατος συγγραφεύς της Ποιητικής εξήρεν ακριβώς την ενότητα των επών, αποδείξας ότι ο Όμηρος «περί μίαν πράξιν οίαν λέγομεν την Οδύσσειαν συνέστησεν, ομοίως δε και την Ιλιάδα» (σ. 1451 α 25) κατωτέρω δε αποκαλεί τον Όμηρον «θεσπέσιον» διά τούτο (σ. 1459 α 30) και επαναλαμβάνει «ταύτα τα ποιήματα συνέστηκεν ως ενδέχεται άριστα» (σ. 1462 β 10). Η φράσις αύτη αντισηκώνει χιλιάδας τόμων νεωτέρας κριτικής.
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Α' ΟΜΗΡΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η κυριωτάτη δυσκολία, ήν ευρίσκομεν ζητούντες να εννοήσωμεν την πορείαν και την εξέλιξιν της ελληνικής λογοτεχνίας, είναι ότι τεμάχια μόνον αυτής παρεδόθησαν εις ημάς και ταύτα μονομερή. Ίσως ουδεμία άλλη εν τη ιστορία κοινωνία υπήρξε τόσον πλησίον της νυν πεπαιδευμένης, όσον αι Αθήναι του Ευριπίδου και Πλάτωνος. Η πνευματική ζωηρότης και θρησκευτική ελευθερία των ανδρών εκείνων, η αγνότης της αγωγής και του πολιτισμού αυτών, η έλλογος τόλμη των κοινωνικών και πολιτικών αυτών ιδανικών, είναι σχεδόν βαθύτερον αισθητή εις ημάς ή αυτός ο ημέτερος δέκατος όγδοος αιών. Αλλά μεταξύ εκείνων και ημών παρήλθον πολλαί γενεαί ανθρώπων, οίτινες είδον αυτούς διαφόρως, ή εζήτησαν εις όσα βιβλία των ανέγνωσαν άλλα πράγματα παρά την αλήθειαν και το ιδεώδες κάλλος, ή οίτινες ουδ' εφρόντισαν ν' αναγνώσωσι βιβλία. Τοιουτοτρόπως της υπό των Ελλήνων δημιουργηθείσης κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα λογοτεχνίας έχομεν μόνον το εικοστόν περίπου μέρος, της δε κατά τον έβδομον, έκτον, τέταρτον και τρίτον αιώνα ουδέ τόσον. Παν δε διασωθέν έργον έπαθεν αδιακρίτως πολλάς δοκιμασίας. Επί πολύν χρόνον εξησφάλιζεν έκαστον την ζωήν του, καθόσον απέμενε σύμφωνον προς την κρατούσαν αισθητικήν, καθόσον ανταπεκρίνετο προς την ζήτησιν των βιβλίων διά μέσου περιόδων διαφόρου καλαισθησίας, διά της Ελλάδος του τετάρτου αιώνος, της προχριστιανικής Αλεξανδρείας, της Ρώμης του Αυγούστου, της μεγάλης επί των Αντωνίνων ελληνικής αναγεννήσεως, του σχολαστικού αττικισμού των μεταγενεστέρων σοφιστών.
Μετά δε τον θάνατον του Ιουλιανού και του Λιβανίου άγεταί τις να πιστεύση ότι ουδείς εφρόντιζε πλέον περί λογοτεχνίας (40), αλλά βιβλία τινά καθιερώθησαν κατ' έθος εις τα σχολεία ως «κλασσικά» και ταύτα εξηκολούθησαν ν' αναγινώσκωνται, ολιγοστεύοντα οσημέραι, μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της αναγεννήσεως. Αι ιδιοτροπίαι της παραδόσεως περιγραφόμεναι δύνανται ν' αποτελέσωσιν ολόκληρον τόμον. Όπως λατινιστί διεσώθησαν επιμελώς ο Βεργίλιος και Αβιανός ο μυθογράφος, ούτως ελληνιστί επολλαπλασιάζοντο τα αντίγραφα του Ομήρου και του ιατρού Απολλωνίου του Κιτιέως (41). Καθώς εκ των Ρωμαίων θα ηφανίζετο ο Λουκρήτιος, αν μη τυχαίως διεσώζετο έν μοναδικόν χειρόγραφον, εχάθη δε ολόκληρος ο Κάλβος, ούτως εκ των Ελλήνων παρ' ολίγον θα ηφανίζετο ο Αισχύλος, οι δε κάλλιστοι των Ομηρικών ύμνων διεσώθησαν απλώς εξ αβλεψίας. Καθόλου δε η παράδοσις περί ουδενός εφρόντισεν αν μη ήτο ή χρήσιμον εις τον καθ' ημέραν βίον, καθώς μηχανικά τινα και ιατρικά βιβλία, ή άλλως κατάλληλον εις σχολικήν ανάγνωσιν. Τοιουτοτρόπως συγγραφέων, ως η Σαπφώ, ο Επίχαρμος, ο Δημόκριτος, ο Μένανδρος, ο Χρύσιππος, απέμειναν ολίγα ασύναπτα αποσπάσματα, αρκετά μόνον όπως δείξωσι ποία πολύτιμα βιβλία αφέθησαν ν' αποθάνωσιν ένεκα της ασθενείας του Βυζαντίου (42). Αλλ' η Ρώμη και η Αλεξάνδρεια κατά την ακμήν αυτών είχον ήδη κάμει και εξεπίτηδες κοσκίνισμα. Διότι αγαπώσαι τον κανόνα και την ευρυθμίαν, ημέλησαν ν' αντιγράψωσι τους ταραχωδεστέρους συγγραφείς. Ούτως οι μυστικοί και οι ασκητικοί, οι μάλλον ανεξάρτητοι φιλόσοφοι, οι άγαν δημοκρατικοί και εν γένει οι ενθουσιασταί κατά μέγα μέρος απεσκορακίσθησαν. Αλλ' ημείς πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι υπήρξαν και να προσπαθήσωμεν εκ των λειψάνων να αναπαραστήσωμεν και τούτους.
ΟΙ ΜΥΘΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ
Αλλά τα πρώτα μεγάλα χάσματα της παραδόσεως είναι φύσεως διαφόρου. Είναι φυσικόν ότι μέγας όγκος λογοτεχνίας ουδέποτε διετηρείτο. Διότι γενικώς αληθεύει ότι κατά πάσαν δημιουργικήν περίοδον τα παλαιότερα έργα παραμελούνται. Διατί να φροντίζη ν' αντιγράφη κανείς επί καλής ύλης και να φυλάττη ασφαλώς ό,τι παράγεται καθ' ημέραν; Μόνον ό,τι δυσκόλως ανευρίσκεται διεγείρει τον φόβον μήπως επιλείψη εντελώς. Ούτω παρημέλησαν οι Έλληνες μέγα μέρος της τραγωδίας, της λυρικής ποιήσεως, της ρητορικής και της πρώτης ιστοριογραφίας. Δηλαδή πολύ μέρος εκάστου είδους είχεν ήδη εκλείψει πριν να φροντίση τις περί διατηρήσεως αυτού. Ιδίως δε συνέβη τούτο επί του πρώτου εις ημάς γνωστού είδους συνθέσεως, του εξαμέτρου έπους.
Το έπος, όσον γινώσκομεν αυτό, δύναται να διαιρεθή κατά τον ποιητήν και την υπόθεσιν εις τρεις κλάδους. Πραγματεύεται δηλαδή είτε ηρωικούς μύθους, αποδιδομένους εις τον «Όμηρον», είτε χρήσιμα διδάγματα, ιδίως καταλόγους και γενεαλογίας, από όνομα είναι είς των Ribhu, των ηρώων των Βεδών, των πρώτων ανθρώπων των γενομένων αθανάτων (43). Άλλος δε αρχαίος αοιδός, ο Αίνος, είναι καθ' ολοκληρίαν σκιά. Ότε δηλαδή Έλλην τις άποικος ή φυγάς ήκουσεν επί των Σημιτικών ακτών τους παραδόξους ανατολικούς θρήνους και την συχνήν επωδόν Ai lenû (αλίμονόν μας) εξέλαβε τας λέξεις ως ελληνικάς, αι Λίνου (ω του Λίνου) και εφαντάσθη τον Λίνον ως δύσμοιρον ποιητήν ή φονευθέντα βασιλέα. Οι δε πρόγονοι του Ομήρου αν μη είναι θεοί και ποταμοί, φέρουσι πλαστά ονόματα, ως Μαίων ή Μέλης. Οι δε συγγενείς αυτού — τα πρόσωπα, τα διαμεριζόμενα τα μικρότερα έπη — φέρουσιν ονόματα, άλλοτε μεν διαφανή, άλλοτε δε σκοτεινά, αλλά πάντοτε όλως ασυνήθη μεταξύ των Ελλήνων. Τοιουτοτρόπως το όνομα του γαμβρού του Κρεωφύλου υποδεικνύει κωμικήν τινα σχέσιν μιας φυλής αοιδών προς το κρέας και την χύτραν. Άλλος δε ποιητής συχνά μνημονευόμενος διά τας επί της Λέσχης των Δελφών απεικονιζομένας μυθικάς παραστάσεις ονομάζεται Λέσχης ή Λέσχεως ή Λεσχαίος· άλλος, υμνητής ταξειδίων, φέρει το όνομα Αρκτίνος, παραγόμενον, ως ουδέν άλλο ελληνικόν όνομα, εκ του αστερισμού της άρκτου. Ο δε ποιητής της Τηλεγονείας, όπου ο περί Οδυσσέως μύθος απέληγεν εις ευτυχείς γάμους, ευλόγως ονομάζεται Ευγάμων ή Ευγάμμων (44).
Αυτού δε του Ομήρου το όνομα σημαίνει όμηρον, είναι δε ουχί πλήρες ελληνικόν όνομα, ίσως δε θα ηδύνατο να είναι υποκοριστική συγκοπή του Ομηροδόκος, (ο δεχόμενος όμηρον), εάν υπήρχον ελληνικά ονόματα σύνθετα εκ της λέξεως όμηρος. Αλλ' όπως έχει τούτο, πρέπει να λάβωμεν ως αρχήν την ύπαρξιν των Ομηριδών καθόλου ως αοιδών και ως γένους, ούτω δε Όμηρος είναι κατ' αναλογίαν αρχαίος τις πρόγονος, εξευρεθείς όπως παραστήση διδομένας εις τον «Ησίοδον», είτε, τρίτον, θρησκευτικάς αποκαλύψεις, απορρρεούσας αρχικώς εκ μορφών, ως ο «Ορφεύς» ο «Μουσαίος» και ο «Βάκις». Και ο μεν «Βάκις» εξηφανίσθη, τα δε ποιήματα του «Ομήρου» και του «Ησιόδου» είναι ταρχαιότατα λογοτεχνικά ημών μνημεία.
Παν έμμετρον περί μύθου έργον είναι κατ' ανάγκην ολιγώτερον παλαιόν ή αυτός ο μύθος. Αλλά και κάτι άλλο είναι φανερόν, ότι η σωζόμενη Ιλιάς, η Οδύσσεια, τα Έργα και η Θεογονία, δεν είναι ούτε τα πρώτα, ούτε τα δεύτερα, ούτε τα δωδέκατα τοιαύτα δημιουργήματα. Διότι τα προφανώς πανάρχαια ταύτα ποιήματα δεικνύουσι μήκος και πλοκήν συνθέσεως τοιαύτην, οποία δύναται ν' αποτελεσθή μόνον μετά καλλιτεχνικάς προσπαθείας πολλών γενεών. Η δε γλώσσα των είναι όλως άσχετος προς τον συνήθη λόγον και πλήρης λησμονημένων σημασιών και εικόνων παρωχημένης κοινωνικής καταστάσεως· ποιητική γλώσσα, προφανώς καταρτιζομένη και ρυθμιζομένη κατά τας εκάστοτε ανάγκας του εξαμέτρου στίχου. Υπήρξαν άρα εξάμετρα ποιήματα προ της ημετέρας Ιλιάδος. Αλλά και αυτό το εξάμετρον είναι υψηλόν και σύνθετον επιγέννημα πολλών απλουστέρων μέτρων, οποία φαίνεται ότι περιεβάλλοντο οι μύθοι εν Ελλάδι, καθώς και εν Ινδική, Γερμανία και Σκανδιναυία. Αλλ' εάν έχωμεν ανάγκην αποδείξεως ότι τα παλαιότατα ημών μνημεία είναι σχετικώς μεταγενέστερα, ταύτην παρέχει αυτός Όμηρος, οσάκις αναφέρει την προ αυτού ποιητικόν πλούτον και εκφράζει την κοινήν γνώμην ότι επί των ημερών του επαλαιώθησαν πλείστα θέματα μεγάλα (45).
Τα πρόσωπα των υποτιθεμένων ποιητών των διαφόρων επών ή επυλλίων κείνται όλως πέρα των ιστορικών γνώσεων ημών. Ως επί το πλείστον δε έχουσι κάτι φανταστικόν ή μυθικόν. Ο Ορφεύς π. χ. ως μυθική μορφή διεπλάσθη υπό των Ελλήνων αλλ' ως προσθήκαι, προσθήκη δε φαίνεται και η εν τοις Έργοις μνεία του Ησιόδου. Οι πραγματικοί «βάρδοι» (46) της παλαιάς Ελλάδος πάντες ήσαν ανώνυμοι και απρόσωποι· και γινώσκομεν ακριβώς τον χρόνον, ότε ο ποιητής αρχίζει ως άτομον να παρουσιάζη εαυτόν ήτο η περίοδος των λυρικών ποιητών και των Ιώνων φιλοσόφων. Τα χωρία δε ταύτα δεν μαρτυρούσι, τι ο Ησίοδος και ο Όμηρος είπον περί εαυτών, αλλά τι η κατά τον έκτον αιώνα παράδοσις εμυθολόγει περί εκείνων.
Αλλά μόνον αμυδρώς δυνάμεθα να διακρίνωμεν την αρχήν της παραδόσεως. Βεβαίως υπόκειται ιστορική τις αλήθεια. Διότι αι βιογραφίαι και αι μνείαι του Ομήρου, καίπερ διαφωνούσαι κατά τάλλα, συμφωνούσι κατά τούτο, ότι κατήγετο εξ Ιωνίας. Συγκεντρούνται δε εις δύο πόλεις, την Σμύρνην και την Χίον· εν εκατέρα αιολικός λαός υπέκειτο εις ιωνικόν, εν Χίω δε υπήρχε και γένος «Ομηριδών». Θα ίδωμεν δε ότι εάν «γέννησιν του Ομήρου» εννοούμεν την γένεσιν των ομηρικών ποιημάτων, η παράδοσις κατά τούτο αληθεύει. Επίσης δε παριστάνουσα τον Ησίοδον και τον πατέρα αυτού ερχομένους εκ της Ασιατικής Κύμης εις την Βοιωτίαν, αληθεύει κατά τούτο, ότι η Ησιόδειος ποίησις είναι κατ' ουσίαν η Ομηρική, εφαρμοσθείσα εις επιχώριον Βοιωτικόν θέμα.
Ο Όμηρος λοιπόν ελέγετο Χίος ή Σμυρναίος διά λόγους ιστορικούς· αλλά διατί ήτο τυφλός; Ίσως έχομεν ενταύθα αμυδράν ανάμνησιν αρχαϊκής τινος περιόδου, ότε πάντες οι αρτιμελείς ήσαν πολεμισταί, οι χωλοί αλλά δυνατοί ήσαν χαλκείς, οι δε τυφλοί, εις ουδέν άλλο χρήσιμοι, ήσαν απλοί αοιδοί. Αλλά πιθανωτέραν ερμηνείαν παρέχει αυτός ο μύθος, συνήθως παριστάνων τυφλούς τους μεγάλους ποιητάς και μάντεις και κατόπιν αυτούς μίαν οικογένειαν, καθώς εξευρέθησαν ο Δώρος, ο Ίων και ο Έλλην, και καθώς οι Αμφικτίονες, ήτοι κατοικούντες πέριξ των Θερμοπυλών, ανεκάλυψαν κοινόν πρόγονον καλούμενον Αμφικτύονα. Τοιαύτη εικασία ερμηνεύει το όνομα «Όμηρος», αφήνει όμως ανερμήνευτον το «Ομηρίδαι». Αλλ' εάν τούτο είναι, όπως φαίνεται, πατρωνυμικόν (υιοί του Ομήρου), είν' εύκολον να φαντασθώμεν κατάστασιν κοινωνίας, όπου οι υιοί των ομήρων, μη μαχόμενοι, εχρησίμευον ως αοιδοί. Επίσης δε όμως δύναται να είναι σύνθετον (ομή αρ-) σημαίνον «συναρμοστάς» μετά καταλήξεως μετασχηματισθείσης εις πατρωνυμικήν, αφ' ότου οι αοιδοί ήρχισαν ν' αποτελώσιν εταιρείαν και να ζητώσι πρόγονον κοινόν.
Είναι αληθινόν, ότι έχομεν πολλούς εκ παραδόσεως «βίους» των προϊστορικών ποιητών και διήγησιν περί αγώνος Ομήρου και Ησιόδου, διασκευήν αντιγραφείσαν εκ της περί το 400 π. Χ. υπό του σοφιστού Αλκιδάμαντος συντεθείσης, όστις επίσης διεσκεύασε προϋπάρχοντά τινα θρύλον. Και αυτά τα έπη παρέχουσι κατά το φαινόμενον προσωπικάς των ποιητών ειδήσεις· ούτως αναφέρεται το όνομα του Ησιόδου εν τω προλόγω της Θεογονίας, εν δε τοις Έργοις (στ. 633 κεξ.) λέγεται ότι ο πατήρ του είχε μετοικήσει εκ της Κύμης εις την Άσκραν. Ο δε εις τον Δήλιον Απόλλωνα ομηρικός ύμνος καταλήγει εις παράκλησιν του ποιητού προς τας ακροωμένας παρθένους να μη λησμονήσωσιν αυτόν και αν κανείς τας ερωτήση
ω κούραι, τις δ' ύμμιν ανήρ ήδιστος αοιδών;
{ who is the sweetest of singers ?}
ν' απαντήσωσιν ευφήμως
τυφλός ανήρ, οικεί δε Χίω ενι παιπαλοέσση.
{ ’Tis a blind man; he dwells in craggy Chios}
Αλλά δυστυχώς ταύτα είναι μόνον προσωποποιίαι. Ο απαγγέλλων τους στίχους τούτους ραψωδός δεν ενόει ότι αυτός ήτο τυφλός Χίος και ότι τα ιδικά του έπη ήσαν τα ήδιστα· ενόει μόνον ότι το απαγγελλόμενον ποίημα ήτο έργον του τυφλού Ομήρου, του ηδίστου των αοιδών. Αληθώς, και τα δύο ταύτα χωρία και ο πρόλογος της Θεογονίας είναι προφανώς μεταγενέστεραι εμπνεόμενος εκ της τυφλότητος αυτών. Ο Όμηρος είναι ο Δημόδοκος του μύθου (θ. 63),
τον πέρι μούσα φίλησε, δίδου δ' αγαθόν τε κακόν τε· οφθαλμών μεν άμερσε, δίδου δ' ηδείαν αοιδήν.
{whom the Muse greatly loved, and gave him both good and evil ; she took away his eyes and gave him sweet minstrelsy.}
Ούτος είναι καθαρός θρύλος, ο αυτός θρύλος, ο εμπνεύσας την εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως εξαισίαν του Ομήρου προτομήν· ο θρύλος, όν αισθανόμεθα εν τω θαυμαστώ εις Λουτρά της Παλλάδος ύμνω του Καλλιμάχου, όπου ο Τειρεσίας, μάντις αυτός και ουχί ποιητής, αποβάλλει την όρασιν. Άλλα δε της παραδόσεως σημεία έχουσιν ομοίαν αφορμήν, είτε δηλαδή την προς τον άγνωστον επαίτην κατά τα γαμήλια συμπόσια περιφρόνησιν, μέχρις ού εγειρόμενος ούτος απήγγελλεν, είτε την προς τους Κυμαίους χλεύην, ότι εξεδίωξαν τον ποιητήν. Κατ' άλλον δε θρύλον διά των *Κυπρίων, του μόνου έπους, όπερ ήτο κατώτερον της ποιήσεως αυτού, επροίκισε τάχα την κόρην του πλουσίως.
ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ
Αν ήδη ζητήσωμεν, τίνα ποιήματα εθεωρούντο ως έργα του Ομήρου κατά τας αρχάς της σωζομένης παραδόσεως, θα εύρωμεν ότι εθεωρούντο πάντα όσα ήσαν «ομηρικά» ή «ηρωικά», δηλαδή πάντα τα επικώς πραγματευόμενα τους δύο κυρίους μυθικούς κύκλους, τον Τρωικόν και τον Θηβαϊκόν. Διότι η παλαιοτάτη περί Ομήρου μνεία είναι η υπό του ποιητού Καλλίνου (περί τα 660 π. Χ.) όστις μνημονεύει την *Θηβαΐδα ως έργον αυτού· η δε μετ' αυτήν είναι πιθανώς (47) η υπό του Αμοργίνου Σημωνίδου (περί τα 630 π. Χ.), όστις αναφέρει ως λόγους «Χίου ανδρός» παροιμιώδη φράσιν απαντώσαν εν τη ημετέρα Ιλιάδι [Ζ 146]
οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών.
{As the passing of leaves is, so is the passing of men}
Ο Σημωνίδης ηδύνατο να εννοή ωρισμένον τινά Χίον, η δε φράσις της Ιλιάδος ίσως ήτο απλώς περιφερομένη παροιμία, παραληφθείσα εις το έπος· αλλά πιθανώτερον είναι ότι ο Αμοργίνος ανέφερε τον διασωθέντα στίχον. Ο δε Κείος Σιμωνίδης, ένα όλον αιώνα κατόπιν (556-468 π. Χ.) λαλών περί Μελεάγρου
ός δουρί πάντας νίκασε νέους δινάεντα βαλών Άναυρον ύπερ πολυβότρυος εξ Ιωλκού,
{conquered all youths in spear-throwing across the wild Anauros}
επιλέγει
ούτω γαρ Όμηρος ηδέ Στασίχορος άεισε λαοίς.
Αλλά τούτο δεν ευρίσκεται εν τη ημετέρα Ιλιάδι ή Οδυσσεία και αδύνατον είναι ν' ανακαλύψωμεν έκ τινος ποιήματος πηγάζει. Ολίγον δε κατόπιν ο Πίνδαρος μνημονεύει πολλάκις του Ομήρου. Ψέγει αυτόν, ότι επαινεί τον Οδυσσέα [Νεμ. ζ' 21] — εννοών την Οδύσσειαν, — αλλά εγκωμιάζει αυτόν [Ισθμ. γ' 55] ότι ετίμησε τον Αίαντα, «αυτού πάσαν ορθώσαις αρετάν κατά ράβδον» {straightly by rod and plummet the whole prowess of Aias} ιδίως δε, ως φαίνεται, διά την διάσωσιν του σώματος του Αχιλλέως, την περιγραφομένην υπό δύο απολομένων επών, της *Μικράς Ιλιάδος και της *Αιθιοπίδος. Τέλος ο Πίνδαρος λέγει [Πυθ. δ' 278).
Των δ' Ομήρου και τόδε συνθέμενος ρήμα πάρσυν'· άγγελον εσλόν έφα τιμάν μεγίσταν πράγματι παντί φέρειν.
{remember Homer’s word : A good messenger brings honour to any dealing}
ρητόν, όπερ ο ημέτερος Όμηρος ουδαμού λέγει· και αναφέρει [Νεμ. β' 1] τους Ομηρίδας
ραπτών επέων τα πόλλ' αοιδούς.
{Homeridæ, singers of stitched lays}
Εάν δε πράγματι ο Αισχύλος ωνόμασέ ποτε τας τραγωδίας του «τεμάχη των Ομήρου μεγάλων δείπνων», (48) τα δείπνα εκείνα φαίνεται ότι θα ήσαν πολύ πλουσιώτερα των εις ημάς προσιτών. Διότι μεταξύ των 90 αυτού δραμάτων μόλις επτά ευρίσκομεν απορρέοντα εκ του σωζομένου Ομήρου, συμπεριλαμβανομένων και των Χοηφόρων και του Αγαμέμνονος (49), ήτοι δραμάτων, άπερ μόνον παραδοξολόγος τις δύναται να ονομάση «τεμάχη» της Οδυσσείας. Λέγων άρα Όμηρον ο Αισχύλος ενόει καθόλου τους ηρωικούς μύθους. Και ο Σοφοκλής, ο επονομαζόμενος Ομηρικώτατος, κατά τον Αθήναιον (Ζ' σελ. 277 ε,) έχαιρε «τω επικώ κύκλω ως και όλα δράματα ποιήσαι, κατακολουθών τη εν τούτω μυθοποιία» {rejoice in the epic cycle and make whole dramas out of it}, δηλαδή επραγματεύετο τους επικούς εκείνους μύθους, ούς ο Αθηναίος εγίνωσκε μόνον εκ των «κύκλων», ήτοι εγχειριδίων, άπερ συνέταξε κάποιος Διονύσιος κατά τον β' αιώνα π. Χ. και ο Απολλόδωρος κατά τον α'. Ο Ξενοφάνης (κατά τον ς' αιώνα) «Όμηρον και Ησίοδον» εννοεί πάσαν την επικήν παράδοσιν, τους μύθους και τας θεογονίας, ομοίως δε και ο Ηρόδοτος, λέγων (Β' 53) «ούτοι δε εισι οι ποιήσαντες θεογονίαν Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες». {made the Greek religion, and distributed to the gods their titles and honours and crafts, and described what they were like.} Ο Ηρόδοτος εκφράζει την καθιερωμένην γνώμην, αλλ' έχει και ιδικήν του κριτικήν, διαφωνούσαν προς αυτήν· θεωρεί αδιστάκτως τον Όμηρον ως ποιητήν της Ιλιάδος και της Οδυσσείας· και αμφιβάλλει μεν [Δ' 32] περί των Επιγόνων, αν τω όντι ο Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα, αλλ' είναι βέβαιος [Β' 117] ότι τα *Κύπρια δεν είναι του Ομήρου, αφού διαφωνούσι προς την Ιλιάδα. Τούτο είναι το πρώτον ίχνος της εν τέλει κρατησάσης θεωρίας. Ο δε Θουκυδίδης [Α' 3,3. 9,3. 10,3. Γ' 104,4] ρητώς θεωρεί την Ιλιάδα, τον εις Απόλλωνα ύμνον και την Οδύσσειαν ως έργα του Ομήρου. Ο Αριστοτέλης [Ποιητ. Δ' σελ. 1448 β 34 και αλλ.] ουδέν άλλο αποδίδει εις αυτόν παρά την Ιλιάδα, την Οδύσσειαν και το κωμικόν έπος Μαργίτην. Αι παραπομπαί του Πλάτωνος δεν εκτείνονται πέρα της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, και μόνα τα δύο ταύτα ποιήματα εγένοντο δεκτά υπό του μεγάλου γραμματικού της Αλεξανδρείας Αριστάρχου (περί τα 160 π. Χ.) και παρέμειναν έκτοτε ως «Ομηρικά».
Αλλά διατί εξ αρχής τα δύο ταύτα εξεχωρίσθησαν ως «Όμηρος»; Και διατί παρά πάσας τας ουσιώδεις μεταξύ των διαφοράς, εξηκολούθησαν ομού να θεωρώνται ως γνήσια του Ομήρου έργα, ενώ τόσα άλλα έπη κατ' ολίγον απεσπάσθησαν απ' αυτού; Τούτο γίνεται μάλλον άξιον απορίας, όταν ενθυμηθώμεν ότι αι διαφοραί και ανακολουθίαι αυτών κατεδείχθησαν ήδη κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους υπό των «χωριζόντων», του Ξένωνος και του Ελλανίκου.
ΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΙΑ. — Η ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ ΡΑΨΩΔΙΑ
Μία παράδοσις έρχεται εις βοήθειαν ημών, ερμηνευομένη διαφόρως υπό των διαφόρων κριτικών, ήτοι ο θρύλος περί αναγραφής των επών υπό του Πεισιστράτου, του τυράννου των Αθηνών κατά μέσα του έκτου π. Χ. αιώνος. Αύτη καλείται υπό του Wolf «vox totius antiquitatis», μνημονεύεται δε διαφόρως υπό του Κικέρωνος, του Παυσανίου, του Αιλιανού και του Ιωσήπου· αναφέρεται δε ως πασίγνωστον γεγονός εν μεταγενεστέρω επιγράμματι, όπερ φέρεται ως επιγραφή ανδριάντος του Πεισιστράτου [Ανθολ. ΙΑ' 442]
ός τον Όμηρον ήθροισα σποράδην το πριν αειδόμενον
{who collected Homer, formerly sung in fragments.}
του δε Κικέρωνος η φράσις [de orat. 3, 34, 137] λέγει ότι ο Πεισίστρατος κατέταξε κατά την παρούσαν τάξιν τα βιβλία του Ομήρου, «προτού συγκεχυμένα» (confusos antea). Ο Βυζάντιος Τζέτζης — το όνομα τούτο είναι κατά προφοράν γραφή του Cæcius — διακοσμεί την παράδοσιν διά προσθηκών και σφαλμάτων, λέγων ότι ο Πεισίστρατος κατώρθωσε το εγχείρημα διά «τεσσάρων . . . συνθέντων τον Όμηρον, οίτινές εισιν ούτοι· Επικόγχυλος, Ονομάκριτος Αθηναίος, Ζώπυρος Ηρακλεώτης και Ορφεύς Κροτωνιάτης». Αλλ' ο Επικόγκυλος είναι βεβαίως κακή ανάγνωσις των λέξεων «επικόν κύκλον»! Και η όλη επιτροπεία έχει χροιάν μυθώδη και φαίνεται μάλλον πτολεμαϊκή ή πεισιστράτειος. Αξιοσημείωτον δε είναι ότι τα σχόλια, τα απορρέοντα εκ των Αλεξανδρέων γραμματικών και ιδία του Αριστάρχου, δεν μνημονεύουσι τον Πεισίστρατον ως προηγούμενον εκδότην.
Η περί τούτου σιγή των Αλεξανδρέων εθεωρείτο συνήθως ως πλήρης απόδειξις, ότι ο περί Πεισιστράτου λόγος ήτο τότε ανύπαρκτος. Αλλ' ήδη ανευρέθησαν αμυδρά αυτού ίχνη, ανερχόμενα μέχρις αυτού του τετάρτου π Χ. αιώνος. Και ήτο μεν ανέκαθεν γνωστόν ότι Μεγαρεύς τις Διευχίδας είχε κατηγορήσει τον Πεισίστρατον ως παρεγγράψαντα στίχους εις τον Όμηρον προς όφελος των Αθηνών, τούτο δε προφανώς εσήμαινεν ότι ο Πεισίστρατος είχεν έλεγχόν τινα επί του κειμένου. Αλλά πρώτος ο Βιλαμόβιτζ έδειξεν ότι ο Διευχίδας ήτο συγγραφεύς πολύ παλαιότερος των Αλεξανδρέων γραμματικών, και ότι είχεν αφορμήν προς τοιαύτην κατηγορίαν (50). Αύτη αποτελεί μέρος ευρυτέρας κατά των Αθηνών γραμματολογικής συκοφαντίας, δι' ής τα Μέγαρα εξεδικούντο κατά τον τέταρτον αιώνα π. Χ. το παρακμάζον άστυ· ότι δηλ. την κωμωδίαν εύρον όχι αι Αθήναι, αλλά τα Μέγαρα· την δε τραγωδίαν εύρεν η Σικυών· αι Αθήναι είχον μόνον παραχαράξει και διαφθείρει κείμενα. Εάν ο Διευχίδας εξέφερε τα περί Πεισιστράτου ως γεγονός κοινώς παραδεκτόν, ή απλώς ως υπόθεσιν, είναι άδηλον. Φαίνεται όμως ότι δεν ηδύνατο να εύρη προς απόδειξιν κείμενα μη αττικά, και προς υπόδειξιν της γνησίας γραφής έπρεπε να καταφύγη εις τα ιδικά του φώτα. Εκείνος εύρε την υποτιθεμένην αρχικήν μορφήν του παραποιηθέντος χωρίου της Ιλιάδος, Β 671· και πιθανώς εκείνος εφαντάσθη την ύπαρξιν Σπαρτιατικής εκδόσεως του Ομήρου υπό του Λυκούργου, κειμένου αδιαφθόρου, όπερ τάχα πιστώς είχον αντιγράψει οι τίμιοι Δωριείς!
Ο λόγος λοιπόν ότι ο Πεισίστρατος είχε παραχαράξει τον Όμηρον περιεφέρετο προ των Πτολεμαϊκών χρόνων. Αλλά τότε διατί ο Αρίσταρχος δεν εμνημόνευσε το πράγμα; Δύσκολος η απάντησις. Ίσως και εκείνος εξελάμβανε τούτο ως γνωστόν, όπως ο ποιητής του επιγράμματος. Αλλ' οπωςδήποτε βέβαιον είναι ότι ο Αρίσταρχος ωβέλιζε διά λόγους τινάς πλείστους των στίχων, ούς οι νεώτεροι θεωρούσιν ως «αθηναϊκάς παραχαράξεις», και τούτο έπραξεν όχι διά λόγους εσωτερικούς, αφού παραδόξως επίστευεν ότι αυτός ο Όμηρος ήτο Αθηναίος. Περίεργον δε είναι ότι η περί Πεισιστράτου μαρτυρία του Κικέρωνος φαίνεται προερχομένη εκ της Περγαμηνής σχολής, ής ο ιδρυτής Κράτης ήτο σχεδόν ο μόνος επιτυχώς πολεμήσας το κύρος του Αριστάρχου. Είναι λοιπόν πιθανόν ότι ο Αρίσταρχος επεζήτει να περιορίση την ερμηνευτικήν μέθοδον, της οποίας έκαμε κατάχρησιν η αντίζηλος σχολή.
Ο Διευχίδας λοιπόν εγνώριζεν ότι ο Πεισίστρατος είχεν οπωσδήποτε διαφθείρει τα ομηρικά έπη. Άλλοι όμως Μεγαρείς κατά τον Πλούταρχον (Σόλωνι 10) έλεγον ότι ο Σόλων παρενέβαλεν «έπος εις νεών κατάλογον», πασίγνωστος δε παράδοσις απέδιδεν εις αυτόν ειδικόν νόμον περί της απαγγελίας των Ομηρικών επών κατά τας εορτάς των Παναθηναίων. Εξ άλλου ο νόμος εκείνος απεδίδετο εις τον Ίππαρχον εν τω φερωνύμω ψευδοπλατωνικώ διαλόγω (51), όστις δεν είναι νεώτερον του τρίτου αιώνος έργον, υπό δε Λυκούργου του ρήτορος απλώς εις τους προγόνους (52), και εκεί πρέπει και ημείς ν' αφήσωμεν αυτόν διότι αφού εψηφίζετο νόμος τις εν Αθήναις, έτεινε να νομισθή αμέσως ως του Σόλωνος, του μεγάλου «νομοθέτου». Εάν δε ο Πεισίστρατος ή ο Ίππαρχος εθεωρούντο συμμέτοχοι του νόμου, τούτο προήρχετο αφ' ενός μεν επειδή ανεμειγνύοντο και φήμαι περί παραποιήσεως, αφ' ετέρου δε διότι πάντοτε οι τύραννοι συνεδέοντο μετά των Παναθηναίων.
Αλλά τι έλεγεν ο νόμος; Είναι φανερόν ότι η απαγγελία των Ομηρικών επών ήτο μέρος της εορτής και είναι πιθανόν ότι υπήρχε και αγών. Εξ άλλου δε γινώσκομεν ότι ερραψωδούντο κατ' ίδιον τινα τρόπον. Αλλά πώς άρα γε; εξ υποβολής, δηλαδή εξ οιουδήποτε προτεινομένου στίχου, — πράγμα σχεδόν απίστευτον, — ή εξ υπολήψεως, δηλαδή αρχομένου του επομένου ραψωδού εκείθεν, όπου κατέληξεν ο προ αυτού; Διογένης ο Λαέρτιος [Α' β' 9] λέγει εξ υποβολής και κατόπιν ερμηνεύει «οίον όπου ο πρώτος έληξεν, εκείθεν άρχεσθαι τον εχόμενον»!
Καθόλου λοιπόν έχομεν μαρτυρίας πρώτον μεν περί των εξής· ότι εν Αθήναις υπήρχεν έθος, τουλάχιστον από των αρχών του πέμπτου π. Χ. αιώνος, καθ' ό τα Ομηρικά έπη απηγγέλλοντο δημοσία κατά τάξιν ωρισμένην και ότι η αρχή του έθους απεδίδετο εις νόμον της πολιτείας. Έπειτα δε βλέπομεν ότι κατά πάντας τους μέχρι του Πινδάρου γράψαντας, τους μη Αθηναίους, «Όμηρος» φαίνεται καλούμενος ο ποιητής επών πολύ περισσοτέρων ή όσα κατέχομεν ημείς, — πιθανώς πάντων των Τρωικών και Θηβαϊκών επών — ενώ εν τη αττική λογοτεχνία από του πέμπτου αιώνος και εξής Όμηρος είναι μόνον ο ποιητής της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, τα δε λοιπά έπη κατ' αρχάς μεν εθεωρήθησαν ως αμφίβολα, έπειτα δ' ερρίφθησαν εις την λήθην. Ενθυμούμενοι δε, ότι πάντες οι περί Παναθηναίων γράψαντες λέγοντες «Όμηρον» εννοούσιν απλώς ως πράγμα αυτόδηλον την Ιλιάδα και την Οδύσσειαν, συμπεραίνομεν αμέσως, ότι μόνα τα δυο ταύτα ποιήματα είχον τότ' εκλεγή προς απαγγελίαν και ότι ακριβώς η απαγγελία εκείνη εγέννησε την εξαιρετικήν υπόληψιν, ότι ταύτα είναι ο «γνήσιος» Όμηρος.
Αλλά διατί εξελέγησαν αυτά; Τούτο δεν είναι εντελώς φανερόν. Αλλά πρώτον παραβολή εν γένει του ύφους των αποδοκιμασθέντων επών προς τα δύο διασωθέντα δεικνύει ότι ταύτα είναι πολύ πλέον επεξειργασμένα ή εκείνα· έχουσι μεγαλυτέραν ενότητα, φαινόμενα πολύ ολιγώτερον εκείνων ως απλαί ραψωδίαι, δυνατώτερον δραματικόν πάθος και περισσότερον ρητορικόν διάκοσμον. Προς ταύτα έν μόνον έπος ηδύνατο να παραβληθή, το και πρώτον μνημονευόμενον ως έργον του Ομήρου, η * Θηβαΐς· αλλ' η δόξα των Θηβών ήτο βεβαίως το πάντων ήκιστα ευάρεστον εις τους Αθηναίους θέμα· αι Αθήναι δηλαδή θ' απέρριπτον αυτό μάλλον αδιστάκτως ή όσον απέρριψεν η Σικυών τον «Όμηρον», τον εγκωμιάσαντα το Άργος (53).
Τοιουτοτρόπως ορίζομεν σπουδαιότατον εν τη ιστορία των επών σταθμόν, υπολείπεται δε να διαγράψωμεν τον προτού και τον κατόπιν δρόμον. Αρχόμενοι δε από των κατόπιν, παρατηρούμεν ότι η παραδιδομένη ερμηνεία του Ομήρου απορρέει από των γραμματικών της Αλεξανδρείας, των ακμασάντων κατά τον τρίτον και τον δεύτερον αιώνα π. Χ., ήτοι Ζηνοδότου του Εφεσίου (γεννηθέντος περί τα 325), Αριστοφάνους του Βυζαντίου (γεννηθέντος περί τα 257) και ιδίως Αριστάρχου του εκ Σαμοθράκης (215-145), του εγκυροτάτου περί της πρώτης εις τους αρχαίους γνωστής ποιήσεως κριτικού. Αλλ' η περί αυτού γνώσις ημών προέρχεται εξ επιτομής των έργων τεσσάρων μεταγενεστέρων λογίων, ήτοι του περί της Αρισταρχείου διορθώσεως έργου του Διδύμου, της περί σημείων Ιλιάδος και Οδυσσείας πραγματείας του Αριστονίκου (ήτοι των σημείων, άπερ μετεχειρίσθη ο Αρίσταρχος) της Ιλιακής προσωδίας του Ηρωδιανού και του περί της στιγμής της παρ' Ομήρω έργου του Νικάνορος. Τούτων ο Δίδυμος και ο Αριστόνικος ήκμαζον επί Αυγούστου, η δε επιτομή απετελέσθη κατά τον τρίτον μ. Χ. αιώνα· το χειρόγραφον εν ώ σώζεται, είναι ο περίφημος Ενετικός (Α) κώδιξ της δεκάτης εκατονταετηρίδος, ο περιέχων την Ιλιάδα, ουχί δε και την Οδύσσειαν.
Δυνάμεθα λοιπόν να είπωμεν αρκετά περί της καταστάσεως των Ομηρικών επών κατά τον δεύτερον π. Χ. αιώνα, και να ελπίζωμεν ότι θα αποκαταστήσωμεν μετά μικρών μόνον σφαλμάτων το «κατ' Αρίσταρχον» κείμενον αυτών, δηλαδή κείμενον, όπερ θα ηδύνατο οπωςδήποτε να εγκρίνη και ο δοκιμώτατος εκείνος κατά την ακμήν της ελληνικής κριτικής γραμματικός. Αλλ' όμως οφείλομεν να προχωρήσωμεν και περαιτέρω, εκτός αν θέλωμεν να φανώμεν ανάξιοι του Αριστάρχου οπαδοί και αδιάφοροι προς την Φιλολογίαν. Και εν πρώτοις, εάν τα σχόλια ημών προέρχονται από του Αριστάρχου, πόθεν έρχεται το κείμενον ημών; Βεβαίως εκ του Αριστάρχου, αλλ' εκ του παραδεδομένου κειμένου, — της «βουλγάτας» των ημερών αυτού — προς διόρθωσιν του οποίου εξέδωκε τας δύο του εκδόσεις και επί του οποίου ούτ' εκείνος ούτε άλλος ουδείς ηδυνήθη να επιθέση αυθεντικήν σφραγίδα. Ουδέ μετέβαλε τολμηρώς το κείμενον ο Αρίσταρχος· απ' εναντίας, σπανίως ή ουδέποτε «διώρθωσεν» εξ απλής εικασίας, και ηθέτησε μεν πολλούς στίχους ως νόθους, αλλά δεν εξέβαλεν αυτούς. Ούτως αι μέγισται μεταξύ της Αρισταρχείου. και των κοινών εκδόσεων διαφοραί δεν είναι ουδέ τόσον μεγάλαι, όσον αι μεταξύ των εις τέταρτον και των εις φύλλον εκδόσεων του Αμλέτου του Σαιξπήρου.
Βλέπομεν όμως ότι ο Αρίσταρχος είχε πολλάς ενώπιόν του εκδόσεις ή «διορθώσεις», διαφερούσας από τε της «κοινής» και απ' αλλήλων· διότι αναφέρει τρεις τάξεις αυτών, τας κατ' άνδρα, περιεχούσας αναγνώσεις ή σημειώσεις ποιητών, ως ο Αντίμαχος και ο Ριανός, ή λογίων, ως ο Ζηνόδοτος· τας κατά πόλεις, προερχομένας εκ Μασσαλίας, Χίου, Άργους, Σινώπης και καθόλου πανταχόθεν πλην των Αθηνών, της πατρίδος του κοινού κειμένου· και τέλος εκείνας, άς αποκαλεί τετριμμένας, δημώδεις, ή εικαιοτέρας, εις άς ασφαλώς δυνάμεθα να κατατάξωμεν την πολύστιχον.
Των διαφορών τούτων την έκτασιν και τα όρια δεικνύουσιν αι εκ του Ομήρου περικοπαί των προ των γραμματικών της Αλεξανδρείας συγγραφέων. Και δη μαρτυρούσι πρώτον ότι και εν Αθήναις το κοινόν κείμενον δεν είχεν ασφαλώς αποκατασταθή προ του 300 έτους π. Χ. Διότι ο Αισχίνης, ανήρ λόγιος, όχι μόνον ισχυρίζεται (54) ότι η φράσις «φήμη δ ες στρατόν ήλθεν» απαντά «πολλάκις εν τη Ιλιάδι», ενώ είναι ανύπαρκτος εν τοις ημετέροις κειμένοις, αλλά και παραθέτει αυτολεξεί χωρία του Θ και του Ψ μετά στίχων όλως διαφόρων. Το αυτό δε μαρτυρούσι και οι του τρίτου αιώνος πάπυροι, και μάλιστα το απόσπασμα του Λ, όπερ εδημοσίευσε τω 1891 ο καθηγητής Mahaffy (55) και το εκ της αυτής ραψωδίας απόσπασμα, όπερ εδημοσίευσε τω 1894 ο κ. Nicole (56). Το πρώτον λόγου χάριν, περιέχον τας αρχάς ή τα τέλη 38 στίχων του Λ μεταξύ 502 και 537, παραλείπει ένα των ημετέρων στίχων, περιλαμβάνει τέσσαρας ξένους και έχει δύο άλλους διαφόρους των ημετέρων, περιέχει δηλαδή σπουδαίας διαφοράς εντός χώρου τόσον μικρού. Εξ άλλου όμως αι διαφοραί και τούτου και των λοιπών παπύρων φαίνονται μόνον λεκτικαί. Πραγματικάς διαφοράς ουδέν του τετάρτου αιώνος κείμενον παρέχει.
Το πόρισμα της μαρτυρίας ταύτης δεικνύει τους δύο τελευταίους σταθμούς των Ομηρικών επών. Η κανονική αφήγησις των γεγονότων και η τάξις των επεισοδίων καθωρίσθη βαθμηδόν, κυρία δε αρχή του καθορισμού τούτου υπήρξεν η κατά τα Παναθήναια ραψωδία των επών (57). Η δε λέξις του κειμένου καθ' έκαστον στίχον απεκρυσταλλώθη διά της συνεχούς σχολικής επαναλήψεως και των ιδιαιτέρων αναγνώσεων και διά φιλολογικών σπουδών, ών κορωνίς υπήρξεν η λεπτομερής κριτική του Ζηνοδότου και των εν τω Μουσείω διαδόχων αυτού.
Στρεφόμενοι δε προς τα οπίσω, εκπλησσόμεθα παρατηρούντες ότι ενώ αι ομηρικαί περικοπαί των πλείστων συγγραφέων του τετάρτου και πέμπτου π. Χ. αιώνος, και αυτού του Αριστοτέλους λόγου χάριν, διαφέρουσιν ικανώς του ημετέρου κειμένου, αι παρά Πλάτωνι συμφωνούσι προς αυτό σχεδόν κατά λέξιν (58). Αναγκαίως λοιπόν αγόμεθα εις το εξ άλλης αφορμής συμπέρασμα του Grote, ότι Δημήτριος ο Φαληρεύς, προςκληθείς υπό Πτολεμαίου του α' να συστήση την εν Αλεξανδρεία βιβλιοθήκην, μετεχειρίσθη τας υπό του Πλάτωνος εις την Ακαδήμειαν κληροδοτηθείσας βίβλους (59).
Η ανάλυσις αύτη επαναφέρει ημάς εις την κατά τα Παναθήναια ραψωδίαν των επών. Καθώς είδομεν, ταύτης αποτέλεσμα η καθιέρωσις της Ιλιάδος και της Οδυσσείας ως του κατ' εξοχήν «Ομήρου», ο καθορισμός της τάξεως των επεισοδίων και, εννοείται, η διαφύλαξις αυτού ως ιερού κειμηλίου των Αθηνών. Αλλά πότε ενομοθετήθη τούτο; Και ήτο πράγματι νόμος ή απλώς βαθμιαία πρόοδος, ήν η παράδοσις κατά το σύνηθες παρέστησεν ως νόμον;
Και περί μεν του χρόνου, βεβαίως η καθιέρωσις του εθίμου δεν ήτο παλαιοτέρα του Ιππάρχου, του τελευταίου των ανδρών, εις ούς αποδίδεται· επεκράτησε δηλαδή τούτο ουχί πριν ο Ιππίας τυραννεύση, πιθανώς δε και μετά την κατάλυσιν της τυραννίδος. Αλλ' η καθιέρωσις των έργων του μεγάλου Ίωνος ποιητού ως σπουδαίου μέρους της σεμνοτάτης θρησκευτικής τελετής των Αθηνών ήτο γεγονός, δυνάμενον να συμβή μόνον κατά περίοδον πλήρους αδελφώσεως μετά της Ιωνίας. Τοιαύτη δε τάσις αρχίζει εν Αθήναις από της επαναστάσεως των Ιώνων διότι προ του 500 π. Χ. οι Αθηναίοι περιεφρόνουν τους υποτιθεμένους εκείνους συγγενείς, ο δε Κλεισθένης είχε καταργήσει και τα Ιωνικά των φυλών ονόματα. Το έτος 499 είναι η αρχή της μεγάλης πανιωνικής περιόδου της Αθηναϊκής πολιτικής, ότε αι Αθήναι αναδέχονται την θέσιν μητροπόλεως και προστάτιδος της Ιωνίας, ασπάζονται την ιωνικήν παιδείαν, και ανέρχονται εις την πνευματικήν ηγεμονίαν της Ελλάδος. Παιδεία και γράμματα φαίνεται ότι κατέλιπον τότε την Μίλητον, όπως κατέλιπον την Κωνσταντινούπολιν μετά τα 1453, φυσικόν δε καταφύγιον αυτών υπήρξαν αι Αθήναι. Κατωτέρω θα γνωρίσωμεν τους μεγάλους άνδρας, και τους σπουδαίους νεωτερισμούς, όσοι τότε επέρασαν εκ της Ασίας εις τας Αθήνας· εκ τούτων ήτο και η παραδοχή του ιωνικού αλφαβήτου υπό των ιδιωτών και των λογογράφων.
Το μεν αττικόν αλφάβητον ήτο αρχαϊκόν και άκομψον, στερούμενον διπλών συμφώνων και μακρών φωνηέντων, το δε ιωνικόν είναι περίπου τα και νυν εύχρηστα κεφαλαία. Ενώ δ' επισήμως δεν έγινε δεκτόν εν Αθήναις προ του 404 — τα δημόσια ψηφίσματα διετήρουν το αρχαϊκόν μεγαλείον — ήδη κατά τα Μηδικά εχρησιμοποιείτο υπό των ιδιωτών (60)· ήλθε δηλαδή ότε αι Αθήναι ανεδείχθησαν μητρόπολις της Ιωνίας και παρέλαβον την ιωνικήν ποίησιν ως μέρος του ιερού των θησαυρού. Αλλ' όμως εδώ προκύπτει παράδοξος δυσκολία. Ο Όμηρος εν Ιωνία εγράφετο βεβαίως διά ιωνικού αλφαβήτου. Η δε ημετέρα παράδοσις, υποστηριζομένη ρητώς υπό πολλών μαρτυριών των Αλεξανδρέων, και διά κριτικών εκ του κειμένου εικασιών (61), δεικνύει σταθερώς ότι τα παλαιά του Ομήρου κείμενα ήσαν γραμμένα δι' Αττικού αλφαβήτου. Αλλ' αν ο Όμηρος προσήλθεν εις τα Παναθήναια ακριβώς ότε και το νέον Ιωνικόν αλφάβητον ήλθεν εις τας Αθήνας, διατί μετεγράφη από της τελειοτέρας γραφής εις την ατελεστέραν; Η απάντησις δεν είναι δύσκολος, λύει δε και άλλο ζήτημα, άλυτον προτού. Αντίγραφα του Ομήρου εγράφησαν διά του επισήμου αττικού αλφαβήτου, καθόσον η κατά τα Παναθήναια ραψωδία των επών ήτο τελετή επίσημος, νομίμως καθωρισμένη (62).
Yπήρχεν άρα γραπτός νόμος, σύμπτωμα της καθόλου ιωνιζούσης διαθέσεως των πρώτων δεκαετηρίδων του πέμπτου π. Χ. αιώνος. Αλλά δυνάμεθα να διακρίνωμεν ακριβέστερον ταποτελέσματα του νόμου τούτου;
Βεβαίως διέγραφε τάξιν τινά και υπήρξεν αφορμή προς καταρτισμόν επισήμου κειμένου. Είναι δε φανερόν ότι προσήλωσις εις μεν τας λέξεις δεν ήτο αναγκαία, αλλ' εις την ύλην ήτο. Φαίνεται δε σχεδόν βέβαιον ότι η επιβληθείσα τάξις δεν ήτο νέα τις και αυθαίρετος, αλλά ήδη γνωστή και αγαπητή εις τους Αθηναίους· εννοείται δ' όμως ότι δυνατόν να ήτο απλώς και μία των ποικίλων εκδόσεων των φερομένων ανά τα διάφορα Ομηρικά κέντρα της Ιωνίας, αλλά πιθανώς ουδαμού υποχρεωτική και δεσπόζουσα· οπωςδήποτε τούτο είναι βέβαιον, ότι ο νόμος εκείνος ήτο σπουδαία αρχή, όπως οριστικώς αφαιρεθή το έπος εκ των χειρών των ραψωδών.
Γινώσκομεν ότι κάτοχοι του έπους εν τη Ιωνία ήσαν οι «Ομηρίδαι» ή «ραψωδοί», και έχομεν τεκμήρια, ότι ούτοι απετέλουν εταιρείας ή σχολάς (63). Γινώσκομεν δε καθόλου πώς απήγγελλεν ο ραψωδός· ηδύνατο δηλαδή να εκλέξη το θέμα του εξ οιουδήποτε μύθου, καθώς οι αοιδοί της Οδυσσείας (64)· είχε δε πιθανώς στίχους τινάς ως εισαγωγήν — τούτο λέγει ο Πίνδαρος, οι δε Ομηρικοί ύμνοι δεικνύουσι τι εννοεί — και πιθανώς στίχους τινάς ως τέλος. Πάντως δε θα εδοκίμαζε να παρεμβάλη στίχους ιδίους και επεισόδια, διά να καταστήση την ραψωδίαν του τερπνήν όσον ήσαν και των άλλων. Ώστε θ' απέρριπτε παν καθωρισμένον κείμενον, και θ' απέκρουε πάσαν υποταγήν των μερών εις έν όλον.
Τα σωζόμενα έπη γέμουσι τοιούτων ιχνών των ραψωδών· ταύτα είναι αναπτύξεις των απαγγελλομένων μύθων και όπου δεν υπάρχει αρκετή ενότης και συνοχή, έχουσι πολλά τα τρωτά. Ούτω λόγου χάριν, εν τω Ε η υπεράνθρωπος αριστεία του Διομήδους επισκιάζει τον Αχιλλέα και διασπά την πλοκήν της Ιλιάδος. Αλλά τι έμελε τούτο τον ραψωδόν, τον επιζητούντα επευφημίας και αποτεινόμενον προς ακροατάς, αγαπώντας τον Διομήδη; Η Δολώνεια του Κ εκεί, όπου ευρίσκεται, δεν είναι δυνατή· διότι όχι μόνον παρατείνει τεραστίως μίαν νύκτα, αλλά και διχοτομεί συνεχή διήγησιν. Αλλά χωριστή θα ήτο θαυμασία. Άλλο παράδειγμα είναι η περιγραφή καθαράς νυκτός, καθ' ήν υπάρχει νηνεμία
εκ τ' έφανεν πάσαι σκοπιαί και πρώονες άκροι και νάπαι· ουρανόθεν δ' άρ' υπερράγη άσπετος αιθήρ.
{when all the high peaks stand out, and the jutting promontories and glens; and above the sky the infinite heaven breaks open!}
Ταύτα υπάρχουσιν εν τω θ 557, όπου αι πυραί των Τρώων παραβάλλονται προς άστρα· αλλ' υπάρχουσι και εν τω Π 299, όπου η στενοχωρία των Δαναών παρέρχεται ως νεφέλη, αφήνουσα καθαράν νύκτα. Οι σχολιασταί διαφωνούσι πού ήτο η αρχική θέσις. Πανταχού και οπουδήποτε. Τοιούτοι ωραίοι στίχοι, άπαξ ακουόμενοι, ήσαν πειρασμός παντός ραψωδού και ήτο επόμενον να ευρίσκωνται όπου εδίδετο αφορμή. Το αυτό και περί των πολλαπλών παρομοιώσεων του Β 455 κεξ., δηλαδή δεν απηγγέλλοντο πάσαι ομού, αλλ' εξ αυτών ο ραψωδός εξέλεγε την αρέσκουσαν.
Αλλά και όπου η σύνθεσις φαίνεται άψογος, αι μεταξύ των επεισοδίων συνεκτικαί φράσεις «ως οι μεν τοιαύτα προς αλλήλους αγόρευαν» «ως έφατ' ευχόμενος» {Thus then did they fight, Thus then did they pray} και αι αρχαί άλλων θεμάτων διά φράσεων, ως «ήμος δ' ηριγένεια φάνη», {Thus rose Dawn from her bed} υποδηλούσιν ότι άλλος ραψωδός ήρχιζεν εκ του μέσου ενός επικού συνόλου, τα δε προηγούμενα και τα επόμενα εθεωρούντο οπωςδήποτε γνωστά εις τους ακροατάς.
Αλλά περί των σωζομένων ομηρικών επών το θαυμαστόν είναι όχι ότι έχουσιν ίχνη των χειρών των ραψωδών, αλλά ότι δεν έχουσι και περισσότερα. Όπως ευρίσκονται σήμερον, δεν είναι κατάλληλα εις ραψωδίαν. Διότι ως σύνολα είναι παραπολύ μακρά προς απαγγελίαν, πλην εξαιρετικής τινος ευκαιρίας, ως η τότε νομοθετηθείσα, και αρκετά συμπαγή, ώστε δυσκόλως να καταμερίζωνται εις αποσπάσματα στρογγύλα, είναι δε απίθανον ότι ο νόμος προςέδωκεν εις αυτά την παρούσαν μορφήν διά μιας. Απέβλεπε μάλλον εις την ορθήν συνέχειαν της αληθινής αφηγήσεως. Δεχόμενος δε ραψωδούς (65), επέτρεπε πιθανώς εις αυτούς ελευθερίαν εις τον διάκοσμον, και δεν επέβαλλε την προςκόλλησιν εις τας λέξεις του κειμένου.
Την ταξινόμησιν ταύτην μαρτυρεί η όλη ιστορία των επών κατά τον τέταρτον π. Χ. αιώνα, σπουδαίον δε είναι, ότι ταύτα όπως είναι σήμερον οργανικώς αδιαίρετα, προσαρμόζονται μάλλον εις τας απαιτήσεις αναγνωστών· αναγνώστας δε πολλούς ούτε αι Αθήναι, ούτε η Ιωνία είχε περί το 470 π. Χ. Τότε ο μεν Αναξίμανδρος έγραψε τα σοφά του διδάγματα χάριν ολίγων μαθητών, όπως απομνημονεύσωσιν αυτά, ο δε Ξενοφάνης απετείνετο κυρίως διά στίχων εις τα ώτα· μόλις 40 έτη βραδύτερον ο μεν Ηρόδοτος συνέπηξε τας διηγήσεις του εις βιβλίον χάριν των φιλομούσων προς ιδιαιτέραν ανάγνωσιν, ο δ' Ευριπίδης ήρχισε να συνάγη βιβλία.
Τούτο συντελεί όπως εννοήσωμεν πώς έζη και πώς ανεπτύσσετο το ιωνικόν έπος, πριν μεταφυτευθή. Δηλαδή απηγγέλλετο, δεν ανεγινώσκετο· τα επεισόδια της Ιλιάδος και της Οδυσσείας είχον κατά το πλείστον την υπάρχουσαν τάξιν, και τα έπη είχον περίπου το σημερινόν μάκρος, αν και βεβαίως υπήρχον Ιλιάδες χωρίς Κ και Οδύσσειαι, λήγουσαι εκεί, όπου και ο Αρίσταρχος επέραινε το έπος, παραλείπων 1 1/2 ραψωδίαν, ήτοι εις το ψ 296. Αλλά το σπουδαιότερον, η Ιλιάς δεν έληγε κατ' ανάγκην εις την ταφήν του Έκτορος. Διότι γινώσκομεν έκδοσιν, εξακολουθούσαν μετά τον τελευταίον ημών στίχον
Ως οί γ' αμφίεπον τάφον Έκτορος, ήλθε δ' Αμαζών (66)
{So dealt they with the burying of Hector; but there came the Amazon, daughter of Ares, great-hearted slayer of men}
και διηγουμένην τον έρωτα του Αχιλλέως προς την Αμαζόνα, τον φόνον αυτής υπ' αυτού, ίσως δε και τον ανδρείον θάνατον και τούτου. Διότι ο θάνατος του Αχιλλέως, καθώς ενόησεν ο Γκαίτε, είναι το απαιτούμενον τέλος της σωζομένης Ιλιάδος. Ότε ο αθάνατος ίππος Ξάνθος και ο αποθνήσκων Έκτωρ προλέγουσιν αυτόν, αισθανόμεθα ότι οι λόγοι των πρέπει να επαληθεύσωσι, διότι άλλως ο μύθος δεν έχει έννοιαν. Και αν ήτο πράγματι κανείς εκ των επιφανεστέρων Ομηριδών ο απεικονίσας το τελευταίον εκείνο ψυχορράγημα, ότε όχι πλέον ο Κεβριόνης ή ο Πάτροκλος, αλλ' αυτός ο Αχιλλεύς
κείτο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ιπποσυνάων,
{under the blind dust-storm, the mighty limbs flung mightily, and the riding of war forgotten,}
Ο κόσμος πρέπει να μνησικακή κατ' εκείνων, οίτινες εξ υπερβολικής φιλοπατρίας δεν ηνείχοντο τέλος του εθνικού έπους, καταλήγον εις θρίαμβον των Τρώων.
Εννοείται ότι ο ιωνικός Όμηρος δεν είχεν «Αθηναϊκάς παρεμβολάς» ήτοι χωρία ως το εγκώμιον του Μενεσθέως, η περί Σαλαμίνος αξίωσις, η μνεία του Θησέως, της Φαίδρας και της Αριάδνης και τέλος των Αθηναίων, οίτινες καταλέγονται ως «Ιάονες ελκεχίτωνες» { long-robed Ionians}, πολεμούντες ως πεζικόν τάγμα (Ν 685). Προ πάντων δε η γλώσσα του έπους, ει και μη καθαρά, ήτο τουλάχιστον αρκετά διάφορος του κοινού ημών κειμένου· ήτο δηλαδή απηλλαγμένη αττικισμών.
Η ΕΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ
Πρέπει ν' αναλύσωμεν την διάλεκτον ταύτην και να ίδωμεν την ιστορικήν αυτής ανάπτυξιν.
Αρχαία και μυκτηρισθείσα διαίρεσις της ελληνικής γλώσσης ήτο η εις τέσσαρας διαλέκτους, ιωνικήν, αιολικήν, δωρικήν και «επικήν». Τούτων αι μεν τρεις πρώται, σημαίνουσιν ή εμφαίνουσιν πραγματικάς φυλετικάς διακρίσεις, η δ' «επική» είναι προδήλως τεχνητόν όνομα. Αλλά και το δηλούμενον πράγμα είν' επίσης τεχνητόν — γλώσσα, ήν ούτε οι Ίωνες, ούτε οι Δωριείς, ούτε οι Αιολείς ελάλησάν ποτε· πλουσία γλώσσα, ρυθμική και κινητική, πολυσύνθετόν τι όργανον προς έκφρασιν του ηρωικού μύθου· διάλεκτος, ως ελέχθη, υποκειμένη καθ' εκάστην φράσιν εις τας απαιτήσεις του επικού μέτρου· τα στερεότυπα αυτών επίθετα, οι φραστικοί τύποι, αι τροπαί του λόγου οιονεί βαίνουσιν επί του εξαμέτρου. Αλλά ενώ υπό μίαν έποψιν είναι τεχνητή, εξ άλλου εμποιεί την εντύπωσιν αυτής της φύσεως λαλούσης. Κοιναί και τυχαίαι φράσεις
[Λ 492] ως δ' οπότε πλήθων ποταμός πεδίονδε κάτεισιν . . . .
{ down from the hills on their head}
[Ο 626]. . . ανέμοιο δε δεινός αήτη| ιστίω εμβρέμεται
{high West wind shouting over a wine-faced sea}
φαίνονται ζωνταναί· δεν αποδίδουσι μεν τον θόρυβον ακριβώς ή τον ήχον, αλλά την όλην αισθητικήν εντύπωσιν χειμάρρου και ανέμου. Αι δε περί ανθρωπίνων αισθημάτων εκφράσεις είν' έτι μαγικώτεραι·
[τ,18] τέτλαθι δη, κραδίη, και κύντερον άλλο ποτ έτλης.
{Bear, O my heart, thou hast borne yet a harder thing.}
Δεν υποβιβάζομεν λοιπόν την επικήν διάλεκτον, λέγοντες ότι, όπως έχει, δεν είναι γλώσσα, αλλά μείγμα γλωσσικώς ασυμφύλων τύπων, νεωτέρων και πρωτογενών.
Υπάρχουσι πρώτον αττικισμοί. Τύποι καθώς Τυδή, έως, νικώντες μόνον επί αττικής γης ηδύναντο να ειςχωρήσωσιν εις τα έπη και μάλιστα όχι πολύ προ του 500 π. Χ. Τουλάχιστον ταποσπάσματα των νόμων του Σόλωνος φαίνονται εν τω συνόλω αρχαϊκώτερα. Αλλά χάριν ακριβολογίας πρέπει να διακρίνωμεν πρώτον μεν τους αντικαταστατούς αττικισμούς — π. χ. υπάρχουσι στίχοι αρχόμενοι από του έως και μετρικώς επανορθούμενοι μόνον διά του Ιωνικού ήος, είναι δηλ. κατά τάλλα δόκιμοι ιωνικοί στίχοι, ο δε αττικός τύπος απλούν σφάλμα του Αθηναίου βιβλιογράφου, — έπειτα δε τους αναποσπάστους αττικισμούς, δηλ. στίχους, μετρικώς ορθούς, όπως ευρίσκονται, αλλά χωλαίνοντας, εάν οι τύποι τραπώσιν εις ιωνικούς· οι στίχοι ούτοι βεβαίως είναι μεταγενέστεροι, συντεθέντες εν τη Αττική, αφού αι Αθήναι παρέλαβον το έπος.
Υπάρχουσι δε και πολυάριθμοι τύποι νόθοι — δηλαδή απόπειραι, γενόμεναι υπό Αθηναίου ραψωδού ή βιβλιογράφου προς συνδυασμόν δυσνοήτου Ιωνικού τύπου και του ιδίου αττικού, οσάκις ο αττικός δεν ήρμοζεν εις το μέτρον. π.χ. ο ιωνικός ήτο ορέοντες, ο δε αττικός ορώντες, ήτοι τρεις συλλαβαί αντί τεσσάρων· τα ημέτερα κείμενα παρέχουσιν ορόωντες, δηλαδή διέστρεψαν τον αττικόν τύπον διά παρατάσεως του ω. Ομοίως το σπείους είναι απόπειρα προς αντικατάστασιν του ασυναιρέτου σπέεος διά του αττικού σπέους και το ευχετάασθαι είναι παράτασις του ευχετάσθαι. Η γραφή βεβαίως ηκολούθει την προφοράν· ο γραφεύς δηλ. έγραφεν ό,τι έλεγεν ο απαγγέλλων.
Αι τοιαύται μεταβολαί θα συνέβησαν μόνον ότε αι Αθήναι δεν ηδύναντο ν' αποβλέψωσιν αλλού προς ακριβεστέραν πληροφορίαν, ότε δηλαδή δεν υπήρχον ιωνιστί λαλούντες αοιδοί, ώστε να διορθώσωσι τους Αθηναίους βιβλιογράφους. Μερικοί μάλιστα τότε μόνον δεν θα εφαίνοντο ανόητοι, ότε η κοινή λεγομένη διάλεκτος ήρχισε να συγχέη τα πραγματικά ιδιώματα και να δανείζεται τα πάντα εκ της αττικής, δηλαδή θα επλάσθησαν περί τα τέλη του τετάρτου π. Χ. αιώνος.
Και ο μεν αποχωρισμός των αττικών τύπων είναι ευκολώτατος· υπάρχει όμως και άλλο μη ιωνικόν στοιχείον της Ομηρικής γλώσσης, πάντοτε αναγνωρισθέν, αλλ' από των αρχαίων ήδη χρόνων διαφόρως εκτιμώμενον, όπερ φαίνεται ότι ανήκεν εις το σύμπλεγμα των διαλέκτων, των λαλουμένων εν Θεσσαλία, Λέσβω και τη Αιολική παραλία της Ασίας, περιλαμβανομένης και της Τρωάδος. Τύποι, καθώς Ατρείδαο, Μουσάων, κεν αντί αν, πίσυρες αντί τέσσαρες, σύνθετα διά του ερι- , επίθετα εις -εννος και πολλαί ρημάτων εγκλίσεις απεδείχθησαν αιολικαί, επίσης δε και πολλαί λέξεις, ως πολυπάμμονος, Θερσίτης, άμυδις.
Αλλ' υπάρχει και άλλη πρωιμωτέρα τάξις «νόθων τύπων», ούτ' αιολικών, ούτε ιωνικών, αλλ' εξηγουμένων μόνον εκ της αναμείξεως αμφοτέρων. Π. χ. το κεκληγώτες δεν είναι γνήσιον· είναι το αρχικώς αιολικόν κεκλήγοντες συνδυαζόμενον καθόσον επιτρέπει το μέτρον προς το ιωνικόν κεκληγότες. Το ηπύτα κήρυξ είναι το αιολικόν άπυτα, συνδυαζόμενον κατά το μέτρον προς το ιωνικόν ηπύτης. Σπουδαιοτάτη δε πασών είναι η χρήσις του F, δίγαμμα ή βαυ, ήχου παρομοίου προς το αγγλικόν W, όστις ηφανίσθη εκ της ιωνικής και της αττικής διαλέκτου και εν τω μέσω λέξεως (ως εις το αγγλικόν Νorwich, Berwich) και εν τη αρχή (όπως εις το who και το λαγκαστριανόν 'ooman). Επέζησεν όμως εν ταις δωρικαίς επιγραφαίς, και όπου της Αιολίδος δεν κατίσχυσεν η ιωνική, μέχρι του πέμπτου και ενιαχού του τετάρτου π. Χ. αιώνος· υπό δε των αρχαίων ωνομάζετο «αιολικόν γράμμα». Υπάρχουσι λοιπόν 3354 χωρία των επών, απαιτούντα την αποκατάστασιν του δίγαμμα — , δηλ. οι στίχοι χωλαίνουσιν άνευ αυτού· εξ άλλου υπάρχουσιν 617 χωρία, όπου κατά την αρχαίαν αιολικήν έπρεπε να υπάρχη, αλλά το μέτρον δεν επιτρέπει τούτο. Δηλαδή το μέγα μέρος των επών εφύλαξε την συνήθειαν και την παράδοσιν της αιολικής προφοράς, μικρόν δε μόνον μέρος την ιωνικήν.
Τα γεγονότα ταύτα συνεζητήθησαν σφοδρότατα· αλλ' ο μόνος τρόπος προς ελάττωσιν της σημασίας αυτών είναι ν' αποδειχθή ότι πάντα δεν είναι αιολικά λείψανα του εβδόμου αιώνος, αλλά πανάρχαιοι ελληνικοί τύποι ανερχόμενοι εις χρόνους, ότε τα επί της ασιατικής ακτής διεσπαρμένα πολίσματα δεν είχον ακόμη συνενωθή εις κοινά «Ιώνων» και «Αιολέων», αλλ' η ιστορική αύτη εικασία άγει ημάς εις δυσκολίας.
Αναμφισβήτητον είναι ότι το «αιολικόν» στοιχείον είναι το παλαιότατον (67)· η γλωσσική και η ιστορία τούτο μαρτυρούσι, σπουδαίον δε φαίνεται το περίεργον γεγονός ότι η εις την αιολικήν μετατύπωσις των επών παράγει ομοιοτέλευτα και παρηχήσεις μηνυούσας παναρχαίαν ποίησιν, τόσον πολλάς, ώστε να μη θεωρηθώσιν ως απλαί συμπτώσεις. Κρατεί δε ως γενικός κανών ότι όπου οι αιολικοί και ιωνικοί τύποι είναι μετρικώς αδιάφοροι — όπου δηλαδή ο στίχος ευοδούται κατ' αμφοτέρους — υπάρχει ο ιωνικός· όπου δε δεν είναι αδιάφορος, τότε επί μεν των παλαιοτέρων του ποιήματος μερών αρμόζει μόνος ο αιολικός, επί δε των μεταγενεστέρων μόνος ο ιωνικός. Όπου δε πάλιν αι δύο διάλεκτοι σημαίνουσι το αυτό πράγμα διά λέξεων όλως διαφόρων, η αιολική λέξις παραμένει καθώς είχε· π. χ. το λαός φυλάττει το α, διότι το ιωνικόν ήτο δήμος. Το δε ιωνικόν νηός (ναός) υπάρχει πανταχού, αλλ' ακριβώς επειδή οι ναοί είναι μεταγενέστεροι· διότι η παναρχαία λατρεία εγίνετο επί βωμών υπαίθρων (68).
Αλλ' υπάρχουσι και πολλαί των κανόνων τούτων εξαιρέσεις. Ο Fick, όστις μετέφρασε πάντα «ταρχαιότερα μέρη» του Ομήρου εις υποτιθέμενον αιολικόν πρωτότυπον, παραλείπων ό,τι δεν δύναται να μετατυπωθή ως μεταγενέστερον ή νόθον, ηναγκάσθη να φανή ανακόλουθος προς την μέθοδόν του· π. χ. οσάκις το Fιδέσθαι δεν επιδέχεται δίγαμμα, πότε θεωρεί αυτό μεταγενέστερον και πότε τρέπει εις ικέσθαι. Καθ' όμοιον τρόπον η συναίρεσις του νικώντες είτ' εμφαίνει αιολικόν τι νικάντες, είτε είναι πρόδηλος αττικισμός. Οσάκις δ' έπειτα παρατηρείται ότι πλην των ιωνισμών όσοι μένουσιν αμετακίνητοι, υπάρχουσι και πολλοί αιολισμοί, ουδαμώς χωρούντες εις το μέτρον, δεν πρέπει να συμπεραίνωμεν ότι ο ιωνισμός των επών είναι αποτέλεσμα σκοπίμου εργασίας Ίωνός τινος αοιδού — ο Fick τολμηρώς αποδίδει τούτο εις Κύναιθον τον Χίον — αλλ' ότι είναι μέρος της βαθμιαίας και μόλις συνειδητής μεταπλάσεως και μετατυπώσεως, εις ήν υπόκειται πάσα παραδιδομένη ποίησις. Η αυτή πορεία διακρίνεται και εις τας ποικίλας διαλεκτικάς παραλλαγάς του Niebelungenlied και του Chanson de Roland. Καλόν δε παράδειγμα παρέχει και η αγγλική Ballad of Sir Degrevant, όπου ο ήρως Agravain έχει D προ του ονόματός του, και πότε μεν ομοιοκαταληκτεί προς το retenaunce ή chaunce, πότε δε προς το recreaunt ή το avaunt. και τούτο διότι κατάγεται εξ αγγλονορμανδικού προτύπου, όπου ο Sieur d' Agrivauns εσχημάτιζεν αιτιατικήν λήγουσαν εις t, d' Agrivaunt (69).
Η ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝ
Το εκ της γλώσσης τεκμήριον είναι ελλιπές, αν μη παρεξετάσωμεν και την υπόθεσιν των επών. Ποία φυλή, λόγου χάριν, ηδύνατο να ενδιαφέρεται περί του θέματος της Ιλιάδος; Η σκηνή υπόκειται εν Τροία επί αιολικού εδάφους. Ήρως δε είναι ο Αχιλλεύς εκ της αιολικής Θεσσαλίας. Ο δε κατ' εξοχήν βασιλεύς, ο Αγαμέμνων, είναι πρόγονος των βασιλέων της αιολικής Κύμης. Άλλοι ήρωες κατάγονται εκ της βορείας και της στερεάς Ελλάδος, εκ Κρήτης και εκ Λυκίας. Τους δε Ίωνας αντιπροσωπεύει μόνον ο Νέστωρ, ήρως υποδεέστερος και μη αναγκαίος εις την πλοκήν του έπους.
Η μαρτυρία αύτη σαλεύει την περί ιωνικής καταγωγής του πυρήνος της Ιλιάδος γνώμην· αλλά μήπως το αυτό επιχείρημα, αγόμενον περαιτέρω, δεν υποδεικνύει κάτι παραδοξότερον, δηλαδή πελοποννησιακήν καταγωγήν; Ο Αγαμέμνων είναι βασιλεύς του Άργους και των Μυκηνών· ο Μενέλαος βασιλεύς της Σπάρτης· ο Διομήδης κατά μικράν τινα σύγχυσιν επίσης βασιλεύς του Άργους· ο Νέστωρ της εν Μεσσηνία Πύλου. Αλλ' η απάντησις εις την απορίαν ταύτην ρίπτει απροσδόκητον φως εις την ιστορίαν των επών. Δηλαδή πάντες οι ήρωες εκείνοι εσύρθησαν εις την Πελοπόννησον εκ των εν τη βόρεια Ελλάδι κατοικιών αυτών!
Ο Διομήδης πρώτον δεν έχει τόπον εις το Άργος· πλην της μετά του Αγαμέμνονος περιπλοκής, η γενεαλογία του μόνον εκ μητρός επιτρέπει την κληρονομίαν ταύτην. Μικρά δε μελέτη των κατά τόπους λατρειών δεικνύει ότι ήτο Αιτωλός ήρως. Ήτο ιδρυτής πόλεων εν Ιταλία και σταθερός σύντροφος του Οδυσσέως, όστις αντιπροσωπεύει τας βορειοδυτικάς νήσους. Ήτο δε υιός του Τυδέως, όστις έφαγε την κεφαλήν του αντιπάλου του, και συγγενής του Αγρίου και των υιών αυτού, ο πράγματι λεοντώδης ήρως των αγρίων φύλων του Βορρά.
Αυτός ο Αγαμέμνων κατήγετο εκ της πεδιάδος της Θεσσαλίας. Είναι βασιλεύς του Άργους και μόνον κατά τινας μεταγενεστέρους στίχους, των Μυκηνών. Ήδη δε ο Αρίσταρχος εσημείωσεν ότι Πελασγικόν Άργος παρ' Ομήρω εσήμαινε την Θεσσαλικήν πεδιάδα. Αλλά και το «ιππόβοτον Άργος» {horse-rearing Argos} θα ήτο το αυτό, διότι το Άργος της Πελοποννήσου δεν είχεν ιππικόν ουδέ κατά τους ιστορικούς χρόνους. Βαθυτέρα δε μελέτη της λέξεως Άργος εντός των επών δεικνύει την βαθμιαίαν αυτής διάδοσιν από της Θεσσαλίας εις την όλην Ελλάδα και κατόπιν τον δεύτερον αυτής εντοπισμόν εν Πελοποννήσω. Ο Αγαμέμνων είναι ο πολυτάλαντος βασιλεύς της Θεσσαλικής πεδιάδος· διά τούτο ανέκαθεν συνδέεται προς τον Αχιλλέα, τον πτωχόν, αλλ' ισχυρόν βασιλέα των παρά την θάλασσαν βουνών, διά τούτο δ' εκλέγει την Αυλίδα ως τόπον συναθροίσεως του στόλου.
Ο δε Αίας κατά την μεταγενεστέραν παράδοσιν είναι Σαλαμίνιος ήρως· αλλά παρ' Ομήρω ουδεμίαν έχει πράγματι πατρίδα. Είναι ο ήρως της επταβοείου ασπίδος, έχων πατέρα τον Τελαμώνα (τον κρατούντα την ασπίδα) και υιόν τον Ευρυσάκη (τον έχοντα ευρύ σάκος)· εάν δ' έχη συγγενείς, πρέπει ν' αναζητήσωμεν αυτούς μεταξύ των γειτόνων του αδελφού του, του Λοκρού, και του Φώκου, αδελφού του πατρός του, όστις ενθυμίζει την Φωκίδα· καίτοι πολλοί μύθοι φαίνονται συνάπτοντες το όνομά του προς την φώκην και παριστώσιν αυτόν ως ήρωα των ακτών (70). Μέχρι τούδε εσχηματίσαμεν γενικήν τινα υπόθεσιν αρχικής του μύθου σκηνής, όπου πάντες οι ήρωες ήσαν εκ της βορείας Ελλάδος. Αλλά πού έγινεν η μάχη;
Ο Αχιλλεύς και Αγαμέμνων υπήρχον εξ αρχής, επίσης δε ο Έκτωρ και το Ίλιον και προ πάντων ο Αλέξανδρος ή Πάρις και η Ελένη. Αλλά πρέπει κατ' ανάγκην το Ίλιον να ήτο εν Τροία εκεί, όπου το Χισαρλίκ; Αξιοσημείωτον είναι ότι η σκηνή των παρομοιώσεων εις ταρχαιότερα μέρη των επών είναι θεσσαλική και όχι ασιατική· ότι ο Έκτωρ (ο κρατών) κατά τους τοπικούς μύθους δεν συνάπτεται προς την ιστορικήν Τροίαν — οι ήρωες αυτής είναι Αινείας καί τις Δάρης (71) ότι ο Αινείας εκείνος καίπερ έπειτα ταυτισθείς προς ένα των ηρώων της χώρας του Χισαρλίκ, αρχικώς φαίνεται φυλετικός ήρως των εν τη νοτία Θεσσαλία Αινιάνων, ακριβώς όπως ο Τεύκρος (ο επιτυγχάνων), ο τοξότης, συνάπτεται βραδύτερον προς το Ίλιον και οι κάτοικοι αυτού γίνονται Τεύκροι. Εν τέλει δε βεβαίως υπάρχει κάποιος μύθος, τον οποίον πρέπει να ερευνήσωμεν. Η αρχική περί της Ελένης μάχη ήτο αναμφιβόλως αγών μεταξύ φωτός και σκότους εν τω ουρανώ, ακριβώς ως οι Νιβελούγγοι απεικόνιζον τα νέφη, ο δε Sigurd ήτο ηλιακός ήρως, πριν καταβιβασθώσιν εις την Ουορματίαν (Worms) και την Βουργουνδίαν. Αλλά φαίνεται ότι πρώτος επίγειος τόπος της Ελένης υπήρξεν όχι η Τροία, αλλά τα νότια της Θεσσαλίας, όπου και οι πρώτοι αοιδοί (72).
Ο Σλήμαν, ότε ανεκάλυψε τα πρώτα θαυμάσια ευρήματα των Μυκηνών και του Χισαρλίκ, επίστευεν ότι εύρεν αυτόν τον νεκρόν του Αγαμέμνονος και αυτό εκείνο το κύπελλον, όπου έπινεν ο Νέστωρ, φέρον άθικτα τα περιστέρια εις τας λαβάς. Σήμερον μειδιώμεν πάντες διά ταύτα· αλλά δύσκολον είναι να ορίσωμεν την πραγματικήν σχέσιν, την υπάρχουσαν μεταξύ του πολιτισμού, του περιγραφομένου υπό του Ομήρου, και των μεγάλων ανακτόρων και τειχών, των τάφων και των όπλων και των αγγείων, άπερ ήδη ανεσκάφησαν εκ τόσων τόπων της Ελλάδος.
Των εννέα διαδοχικών πόλεων του Χισαρλίκ η έκτη κάτωθεν αντιστοιχεί εγγύτατα προς τον πολιτισμόν των Μυκηνών, πολιτισμόν κατά πολλά όμοιον προς τον παριστώμενον εις ταρχαιότερα της Ιλιάδος μέρη. Ο Ομηρικός οίκος δύναται να διαφωτισθή υπό του ανακτόρου της Τίρυνθος. Ο «θριγκός κυάνοιο» {cornice of blue kyanos}, αίνιγμα προτού, εξηγείται υπό των κυανών υαλοειδών τεμαχίων των ευρεθέντων εν Μυκήναις. Οι ανασκαφέντες τάφοι και ταρχαιότερα μέρη του Ομήρου συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι έχουσιν όπλα χαλκά και σιδηρά κοσμήματα, συμφωνούσι δε ουσιωδώς κατά τον οπλισμόν και τα έργα της τέχνης, τα τορευτά ξίφη και τας ασπίδας, τας θήρας λεόντων και ταύρων υπό αρματηλατών, επίσης δε ως προς την πρόδηλον άγνοιαν της γραφής.
Εξ άλλου όμως η ομοιότης επικρατεί μόνον εις ταρχαιότερα μέρη των επών και μάλιστα όχι εντελώς ουδέ εις ταύτα. Οι μεν Μυκηναίοι έθαπτον τους νεκρούς, οι δε ήρωες των επών έκαιον αυτούς· το έθος δε τούτο φαίνεται ότι εκράτησε κατά τας θαλασσίας μεταναστάσεις, ότε οι πλανώμενοι δεν είχον έδαφος ασφαλές προς ενταφιασμόν των οικείων. Οι κάτοικοι της Τίρυνθος μετεχειρίζοντο εργαλεία λίθινα προς κατασκευήν χαλκίνων όπλων, ενώ το αρχαιότατον έπος περιγράφει σιδηρά εργαλεία· εν γένει δε δυνάμεθα ν' αποδεχθώμεν την θεωρίαν του Ε. Μeyer, ότι το έπος ήκμασε κατά τινα «μεσαίωνα» πίπτοντα μεταξύ των μυκηναϊκών και των ενδόξων χρόνων της Ελλάδος (73).
Τοιουτοτρόπως η καθόλου εκ της υποθέσεως των επών μαρτυρία συμφωνεί προς την εκ της γλώσσης, ότι ταρχαιότερα στρώματα του έπους μετεπλάσθησαν εξ αιολικού εις ιωνικόν σχήμα· τα δε νεώτερα μέρη εποιήθησαν εν Ιωνία εν τη διαλέκτω, ήτις τότ' εθεωρείτο ως «επική», ήτοι εν τη αυτή διαλέκτω οποίαν τότε παρουσίαζον τα λοιπά έπη, αλλά μετά τινων ακουσίως ακράτων ιωνισμών· προσέτι δε ότι η μετάφρασις εγίνετο βαθμηδόν, η δε γενική ανάπτυξις διήρκεσεν επί τινας αιώνας· τέλος δε ότι πιθανώς η σπουδαιοτάτη περίοδος της αναπτύξεως ταύτης προήλθεν εκ των μεγάλων μεταναστάσεων των φυλών, όσαι συνέβησαν περίπου χίλια έτη π. Χ. Φαίνεται δε ότι αι μεταναστάσεις εκείναι μετέθεσαν και τον μυθικόν πόλεμον πέραν της θαλάσσης καθ' ούς χρόνους οι ιστορικοί Αιολείς μαχόμενοι κατά της Τροίας, της κάτωθεν του Χισαρλίκ, ηρέσκοντο να ταυτίζωσι τους ιδικούς των πολεμίους προς τους προγονικούς εχθρούς· αι μεταναστάσεις εκείναι κατεβίβασαν και τους εκ Βορρά ήρωας εις την Πελοπόννησον καθ' όν χρόνον ρεύμα Ελλήνων εκ της κοιλάδος του Ινάχου συνήντησεν εν Ασία άλλο, εκ Θεσσαλίας ρεύμα. Και ούτοι μεν συνέβαλον τους ηρωικούς των μύθους, εκείνοι δε τας αναμνήσεις των γιγαντωδών ανακτόρων και της αίγλης της Τίρυνθας και των Μυκηνών.
Αι τοιαύται μεταναστάσεις δεν είναι σπάνια ιστορικά φαινόμενα, αλλ' όμως είναι φαινόμενα εκπλήσσοντα ρωμαντικώς την φαντασίαν των νεωτέρων· π. χ. ο αόριστος θρύλος περί πολέμου εκεί πέραν, προς Βορράν· η ανθρωπίνη χαρά διά τας συμφοράς παλαιών εχθρών υπερορίων· η σκληρά αφύπνισις και φυγή ανδρών, γυναικών και παιδίων· η βιαστική κατασκευή πλοίου· η παράδοσις ζωής και περιουσίας εις άγνωστα πελάγη. Διότι τα σκάφη του καιρού εκείνου ήσαν έρμαια παντός ανέμου, οι δε κοινοί αγρόται θα ήσαν ελάχιστα ναυτικοί. Τοιουτοτρόπως θα εχάνοντο χιλιάδες μεταναστών· αποβιβαζόμενοι δε επί ακτών αξένων, απέθνησκον υπό πείνης ή μαχαίρας. Αλλά και αν κατά καλήν τύχην φιλική πόλις εδέχετο τας γυναίκας και τα παιδία, πάλιν οι ταλαίπωροι άνδρες εξεκίνουν όπως ζητήσωσι διά μέσου αγνώστων και υπό τεράτων οικουμένων θαλασσών τεμάχιον ακατοικήτου γης, όπου ν' αναπαυθώσιν. Ο Αρίσταρχος έθετε τον Όμηρον επί της Ιωνικής μεταναστάσεως. Η γνώμη αύτη θα ήτο κατά τούτο αληθής, ότι αι μεταναστάσεις — και η αιολική και η ιωνική — ανεκίνουν παλαιάς αναμνήσεις οικείας πείρας, εξ ών σειρά επυλλίων συνεχωνεύετο εις μέγα έπος και εδημιουργείτο ο «Όμηρος». Εκ των περιπετειών εκείνων ανυψώθη η Ιωνία· η δε ακμή αυτής υπήρξε και ακμή του έπους.
ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝ
Περί της σχετικής ηλικίας των ποικίλων μερών των Ομηρικών επών έχομεν ήδη σημειώσει πολλά τεκμήρια. Τα χαλκά όπλα είναι αρχαιότερα των σιδηρών, οι ύπαιθροι βωμοί αρχαιότεροι των ναών, η εκ δέρματος ασπίς αρχαιοτέρα της εκ μετάλλου, το πεζή μάχεσθαι (μάρτυς ο «πόδας ωκύς Αχιλλεύς») αρχαιότερον του επί άρματος και τούτο πάλιν αρχαιότερον της ιππασίας και της παρατάξεως πεζικών ταγμάτων. Η δε χρήσις του ονόματος «Άργους» περί της θεσσαλικής πεδιάδος είναι παλαιοτέρα ή η ασαφής αυτού περί της Ελλάδος χρήσις, και αύτη πάλιν παλαιοτέρα της περί Πελοποννήσου. Αλλά πάντα τα τεκμήρια ταύτα πρέπει να χρησιμοποιώνται μετά μεγάλης προσοχής. Όχι μόνον διότι και μεταγενέστερος ποιητής δύναται να μεταχειρισθή αρχαϊκόν τύπον — και ο Σοφοκλής μεταχειρίζεται το χαλκός αντί του ξίφους — αλλά και διότι ταρχαιότερα και σπουδαιότατα επεισόδια είναι και κατά τους τελευταίους χρόνους επανειλημμένως επεξειργασμένα και εξωραϊσμένα. Παραδείγματος χάριν, ο φόνος του Πατρόκλου περιλαμβάνει μέρη τινά νεώτατα· αλλ' ήτο εξ αρχής αγαπητόν θέμα, μεταγενέστεροι δε αοιδοί εξηκολούθουν να καλλωπίζωσιν αυτό.
Τα ονόματα «Ελλάς» και «Αχαιίς γαία» φαίνονται ακολουθούντα την αυτήν περίπου οδόν καθώς το «Άργος». Σημαίνουσι πρώτον την εν Φθία χώραν του Αχιλλέως, την πατρίδα των φυλών εκείνων, όσαι κατόπιν ωνόμασαν την εν Πελοποννήσω αποικίαν των «Αχαΐαν» και την εν Ιταλία «Μεγάλην Ελλάδα». Αλλά κατά το πλείστον μέρος της Ιλιάδος «Αχαιοί» ονομάζονται εν γένει οι Έλληνες, Ελλάς δε σημαίνει την εν Φθία. Εν τη Οδυσσεία ευρίσκομεν το όνομα «Ελλάς» έχον την έπειτα γενικήν σημασίαν, και εν τω Β της Ιλιάδος άπαντα και το «Πανέλληνες». Τούτο μαρτυρεί επέκτασιν του γεωγραφικού ορίζοντος του ποιητού· δηλαδή πρώτον πάντες οι δρώντες ήσαν «Αχαιοί» ή «Αργείοι»· έπειτα τα παλαιά ονόματα Αχαιοί και Αργείοι εξηκολούθουν σημαίνοντα πάντας εκείνους, αλλά το πεδίον των επών επεξετάθη πολύ πέρα των παλαιών ορίων και επεξετείνετο έτι μάλλον. Τα δε τελευταία μέρη της Οδυσσείας περιλαμβάνουσι και την Σικελίαν και την Κυρήνην και περιέχουσιν ειδήσεις τινάς περί των σκυθικών χωρών, ίσως δε και των υπερβορείων. (74)
Άλλην βαθμιαίαν πρόοδον δεικνύουσι τα έθιμα του γάμου. Καθώς παρετήρησεν ο Αριστοτέλης, οι Έλληνες κατ' αρχάς απλώς ηγόραζον τας συζύγους· ωραία κόρη ήτο πολύτιμος, καθό αλφεσίβοια, ήτοι παρέχουσα βόας, διά των έδνων, ήτοι της αμοιβής, ήν προσέφερον χάριν της οι μνηστήρες. Αλλά κατά τους ενδόξους χρόνους το έθιμον αντεστράφη· αντί να λαμβάνη αμοιβήν διά την θυγατέρα του ο πατήρ, έδιδεν αυτός και προίκα· κατά δε τα μεταγενέστερα μέρη των επών τα έδνα σημαίνουσι προίκα. Αλλ' υπάρχουσι και διάμεσοι σταθμοί, έν δε των αδικημάτων των μνηστήρων είναι ότι αρνούνται να πληρώσωσι τα έδνα.
Άλλο χρονολογικόν τεκμήριον παρέχει η χρήσις του υπερφυσικού. Τα έπη όχι μόνον περιέχουσι, καθώς έδειξεν ο Rohde (75) ίχνη παναρχαίας θρησκείας, ήτοι λατρείας των προγόνων και του εξιλασμού των νεκρών ανάμεικτα μετά μεταγενεστέρου «Ιωνισμού», τολμηρού και αθρήσκου, αγνοούντος οιονδήποτε μυστήριον και μεταχειριζομένου τους θεούς ως ρητορικά κοσμήματα ή και χάριν κωμικής διασκεδάσεως, αλλά περιέχουσι και ίχνη εντάσεως ή χαλαρώσεως της υπερφυσικής μηχανής. Εις τας παλαιοτάτας σκηνάς το θείον πρόσωπον εισάγεται μόνον όπου υπάρχει πραγματικόν μυστήριον, όπου δηλαδή υπερφυσική εξήγησις είναι αναγκαία χάριν των απλουστέρων. Ο Οδυσσεύς εμβαίνει εις την πόλιν των Φαιάκων αφανής, και προχωρεί απαρατήρητος, επειδή η Αθηνά περιέβαλεν αυτόν νέφος· εάν δε ο Αχιλλεύς σύρων το ξίφος εναντίον του βασιλέως, αισθάνεται κάτι να τον συγκρατή και να τον νουθετή, τούτο ενέφαινε θείαν χείρα και φωνήν. Αλλά βραδύτερον οι θεοί εισάγονται ως απλά κοσμήματα, πολεμούντες προς αλλήλους και καταντώντες κοινά πρόσωπα των επών. Όσον περισσοτέρας ευρίσκομεν θείας αναμείξεις, τόσον νεώτερον είναι το ποίημα εκείνο, μέχρις ού φθάνομεν εις τας κωμικάς μεταμορφώσεις της Αθηνάς εν τη Οδυσσεία και τας δυσαρέστους σκηνάς των μαχομένων θεών εν τω Ε και τω Υ. Βεβαίως ουδέ τα πρωιμώτατα μέρη των επών ήσαν όλως διόλου άνευ θεών, διότι οι θεοί δεν εδημιουργήθησαν εν τη Ασία· ήσαν «Ολύμπιοι» και είλκον την καταγωγήν και τα στερεότυπα επίθετα εκ της πρώτης πατρίδος των Αχαιών.
Αλλά και η προς έκαστον θεόν σχέσις των επών έχει σημασίαν, όχι μεν χρονολογικήν, αλλά τοπικήν. Ο Ζεύς και η Ήρα ολίγου αξιούνται σεβασμού. Η δε Ίρις είναι καθώς οι αδέξιοι άγγελοι του Ευριπίδου. Ο Άρης φανερά μισείται ως αιμοδιψής και θρασύδειλος Θραξ, Η δε Αφροδίτη η μαχομένη κατ' απήχησιν της φοινικικής Αστάρτης, της αληθώς πολεμικής, γελωτοποιείται και μυκτηρίζεται διά την αδεξιότητά της. Δύο μόνον θεοί ευρίσκουσι σεβασμόν — ο Απόλλων, σύμμαχος μεν των Τρώων, αλλά καθ' όλα θεία μορφή, και ο Ποσειδών, ο κινούμενος εντός ιδιαζούσης αίγλης. Ο λόγος είν' ευνόητος· αυτοί είναι οι πραγματικοί θεοί της Ιωνίας. Και οι άλλοι βεβαίως είναι θεοί· αλλά είναι θεοί άλλων λαών και η περί αυτών γνώμη μας εξαρτάται κατά μέρος εκ της περί των λατρευόντων αυτούς γνώμης. Η Αθηνά τιμάται αμέσως μετά τους δύο ιωνικούς θεούς· εν δε τη Οδυσσεία και τω Κ της Ιλιάδος υπερτερεί αυτών. Αλλ' αι Αθήναι τόσον μόνον κατώρθωσαν· δεν ηδυνήθησαν να πείσωσι την ιωνικήν ποίησιν ν' απεικονίση την σκυθρωπήν θεάν των ως μεγάλην κατά πάντα· η Αθηνά παρέμεινεν εν τω έπει φιλοπόλεμος επίβουλος και αδυσώπητος, καίτοι πιστή σύμμαχος· εκείνη διέπραξε την ασυγχώρητον του Έκτορος προδοσίαν.
Μεγάλη προσοχή χρειάζεται εις την εκτίμησιν της σημασίας των επαναλήψεων και παραθέσεων των στίχων. Παραδείγματος χάριν, ο μετημφιεσμένος Οδυσσεύς αρχίζει να προλέγη την επάνοδόν του [προς την Πηνελόπην] εν τω τ 303 μετά της φυσικής επικλήσεως
ίστω νυν Ζευς πρώτα, θεών ύπατος και άριστος ιστίη τ' Οδυσήος αμύμονος, ήν αφικάνω.
{Zeus hear me first, of gods most high and great, And brave Odysseus' hearth, where I am come}
Αλλ' ότε λέγει το αυτό [προς τον Εύμαιον] εν τω ξ 158 η πρόρρησις είναι όχι μόνον ασύνετος, αλλά και όλως έκτοπος, αφού ο Οδυσσεύς δεν θέλει ν' αναγνωρισθή, ελαφρά δε προσθήκη
ίστω νυν Ζευς πρώτα θεών, ξενίη τε τράπεζα
{ Zeus, hear me first of gods and thy kind board}
ελέγχει την μίμησιν. Το χωρίον έχει καλώς εν τω τ και κακώς εν τω ξ. Ομοίως το λεγόμενον εν κ 135 είναι φυσικόν·
ένθα δ' έναιεν Κίρκη ευπλόκαμος, δεινή θεός αυδήεσσα,
{In the isle there dwelt Kirke fair-tress'd, dread goddess full of song}
διότι η Κίρκη ήτο πράγματι δεινή και η αυδή αυτής ήτο μαγική επωδή· αλλά το εν τω μ 448
ένθα Καλυψώ ναίει ευπλόκαμος, δεινή θεός αυδήεσσα
{Calypso in the isle Dwelleth fair-tress 'd, dread goddess full of song}
είναι άτοπον· διότι η Καλυψώ δεν ήτο δεινή, ουδέ αυδήεσσα, πλην κατά μίμησιν της Κίρκης, το δε σπουδαιότερον, η σύνδεσις τοιούτου ρήματος και τοιούτου επιθέτου «ναίει ευπλόκαμος» δεν είναι ομηρικός τρόπος εκφράσεως.
Επίσης η περιγραφή του Ταρτάρου εν τη Θεογονία 720
τόσσον ένερθ' υπό γης όσον ουρανός έστ' από γαίης
{As far 'neath earth as is the heaven above}
είναι φυσική και πρωτότυπος. Αλλά το Ομηρικόν (Θ, 16)
τόσσον ένερθ' Αίδεω, όσον ουρανός έστ' από γαίης
{As far 'neath hell as heaven is 'der the earth}
φαίνεται μίμησις και υπερβολή.
Αλλ' όμως πράγματι η μεν Καλυψώ (δηλ. η καλύπτουσα) είναι πιθανώς αρχέτυπος εν τω μύθω του Οδυσσέως, η δε Κίρκη δευτερεύουσα. Υπήρχον δε άλλοι μύθοι, όπου η Κίρκη είχεν ανεξάρτητον ύπαρξιν και μετέβαλλε τους Αργοναύτας εις άρκτους και τίγρεις, πριν μεταβάλη εις χοίρους τους εταίρους του Οδυσσέως. Η δε Θεογονία, ής το χωρίον δανείζεται η Ιλιάς, δανείζεται και αυτή πολλά χωρία της Ιλιάδος και της Οδυσσείας.
Δύο τινά δύνανται να υποτεθώσι περί των τοιούτων επαναλήψεων· πρώτον μεν ότι πάντα τα τοιαύτα χωρία ανάγονται εις αρχέτυπον μη υπάρχον ήδη, είτε δηλαδή εις ωρισμένον χωρίον μη σωζομένου έπους, είτε εις κοινόν εν τη εποποιία τύπον· δεύτερον δε, ότι τα μεγάλα έπη εξηκολούθουν ν' αναπτύσσωνται επί τόσον χρόνον, ώστε πάντα είχον τον καιρόν να παραλαμβάνωσι στίχους αλλήλων. Εμνημονεύσαμεν ήδη ότι η περιγραφή του φόνου του Πατρόκλου (Π 380-480) περιέχει φράσεις της Οδυσσείας και της Θεογονίας. Αλλά το παραδοξότατον παράδειγμα είναι ότι η εν Άδου σκηνή του ω της Οδυσσείας, το νεώτατον αυτής επίρραμμα, περιγράφει την μνηστηροφονίαν κατά τρόπον, μη συμφωνούντα προς την σωζομένην διασκευήν του έπους, αλλά προς προηγουμένην, ήν εξηφάνισεν η σωθείσα.
Πλην των κατά λέξιν μιμήσεων έχομεν και άλλας, γενικωτέρας. Παραδείγματος χάριν οι μεγάλοι παρ' Ομήρω κατάλογοι, ο των πλοίων εν τω Β, των Μυρμιδόνων εν τω Π της Ιλιάδος, ο των γυναικών εν τω λ της Οδυσσείας σχεδόν αναμφιβόλως απορρέουσιν εκ βοιωτικής ή «Ησιοδείου» πηγής. Επίσης πολλά μέρη του δ’ αποτελούνται εκ συντόμων και ατελών αποσπασμάτων των Νόστων του Αγαμέμνονος, του Αίαντος του μικρού και του Μενελάου. Φαίνονται δε αναφερόμενα εις πληρέστερον και λεπτομερέστερον πρωτότυπον, πιθανώτατα εις την σειράν των * Νόστων, ενός των απορριφθέντων επών. Την δε διήγησιν της Ελένης (δ 247 κεξ.) ότι εν Τροία εβοήθησε τον Οδυσσέα αναφέρει ο Πρόκλος — μάρτυς εννοείται ύποπτος — ως υπάρχουσαν εν τη *Μικρά Ιλιάδι. Η δε επομένη (271 κεξ.) παριστά την Ελένην εχθρικήν προς τους Έλληνας και δεν δύναται ν' απορρέη εκ της αυτής πηγής. Αλλά και αυτή φαίνεται ως επιτομή. Όμοιον είναι και το περί Βελλεροφώντος εν τω Ζ 179, ότι ο Προίτος
πρώτον μεν ρα χίμαιραν αμαιμακέτην εκέλευσεν πεφνέμεν· η δ' άρ' έην θείον γένος ουδ' ανθρώπων, πρόσθε λέων, όπιθεν δε δράκων, μέση δε χίμαιρα δεινόν αποπνείονσα πυρός μένος αιθομένοιο· και την μεν κατέπεφνε θεών τεράεσσι πιθήσας.
{Proitos first sent him to slay the Chimaira : now she was a thing divine and not mortal, in front a lion, and behind a serpent, and in the middle a wild goat, breathing furious fire. Yet he slew her, obeying the signs of the gods.}
Τίνα σημεία εννοεί και πώς; και ποία η έννοια των επομένων;
αλλ' ότε δη και κείνος απήχθετο πάσι θεοίσιν ήτοι ο κάπ πεδίον το Αλήιον οίος αλάτο όν θυμόν κατέδων, πάτον ανθρώπων αλεείνων· (200 κεξ)
{But when he, too, was hated of all the gods, then verily down the Plain of Wandering alone he wandered, eating his heart, shunning the tread of men!}
το αρχικόν έπος θα έλεγεν, αλλ' η σύνοψις θεωρεί πάσας τας λεπτομερείας ως γνωστάς.
Ο χώρος επιτρέπει μόνον απλάς νύξεις περί του άλλου χρονολογικού τεκμηρίου, όπερ ήδη χρησιμοποιείται μεγάλως εν τη «υψηλοτέρα κριτική», λέγω την ανάλυσιν του μύθου. Αλλ' αξιοσημείωτον είναι π. χ. ότι το περί τα πλοία τείχος εν τη Ιλιάδι είναι μεταγενεστέρα προσθήκη· διότι κτίζεται κατά περίστασιν αδύνατον, πότε υπάρχει και πότε δεν υπάρχει και πάλιν αναφαίνεται μυστηριωδώς, αφού ο Απόλλων κατηδάφισεν αυτό. Ο δε Αχιλλεύς εν τω Π της Ιλιάδος λαλεί ως εάν μη συνέβησαν τα εν τω I. Του Οδυσσέως αι πλάναι εν τω κ και τω μ και ίσως εν τω ι φαίνεται κατ αρχάς ότι συνετέθησαν εις τρίτον πρόσωπον, όχι πρώτον, αι δε εν τω ξ και τω τ πλασταί αυτού διηγήσεις φαίνονται προερχόμεναι εκ παλαιοτέρας του μύθου διασκευής. Του δε τ και των επομένων ραψωδιών οι ποιηταί φαίνονται αγνοούντες ότι η Αθηνά είχε μεταμορφώσει τον ήρωα εν τω ν εις παλαιόν γέροντα και ότι ούτος παρέμεινε γέρων μέχρι του τέλους του σ. Αλλά ψυχή της τοιαύτης κριτικής είναι η λεπτομερής ανάλυσις. Όθεν εκλέγομεν έν προς διασάφησιν παράδειγμα, την μνηστηροφονίαν.
Κατά την σωζομένην έκδοσιν ο Οδυσσεύς αρχίζει διά του τόξου, εξαντλεί όλα του τα βέλη, καταθέτει το τόξον και λαμβάνει δόρυ και ασπίδα και περικεφαλαίαν, άπερ εν τω μεταξύ εκόμισεν ο Τηλέμαχος. Αλλ' ενώ αυτός ήλλασσεν όπλα, τι έκαμνον τα ξίφη των οι 50 εκείνοι απηλπισμένοι άνδρες; Πάντες σχεδόν οι κριτικοί διακρίνουσιν εδώ συνδυασμόν παλαιοτέρας τοξομαχίας προς νεωτέραν δοριμαχίαν. Περί της πρώτης ας αρχίσωμεν από των νίπτρων του τ. Εκεί ο Οδυσσεύς ομιλεί μετά της Πηνελόπης, παρούσης της Ευρυκλείας και των αμφιπόλων. Ο Οδυσσεύς δεν τολμά ν' αναγνωρισθή αμέσως, επειδή γνωρίζει ότι αι αμφίπολοι δεν είναι πισταί. Λαλεί προς την γυναίκα του δι' υπαινιγμών, λέγει ότι είδε τον Οδυσσέα, ότι ο Οδυσσεύς είναι εν τη Θεσπρωτία και ότι αναμφιβόλως θα έλθη προ της λήξεως του έτους εκείνου. Θα ήθελε βεβαίως να αποπέμψη τας αμφιπόλους, αλλά, εννοείται, δεν ημπορεί. Ενθυμείται την Ευρύκλειαν, την παλαιάν τροφόν του· και ότε η Πηνελόπη διατάσσει τας αμφιπόλους ν' απονίψωσιν αυτόν, εκείνος ζητεί όπως η Ευρύκλεια και όχι άλλη πλύνη τους πόδας του. Τότε η γραία διά μιας (τ 392) τον αναγνωρίζει εκ της ουλής. Αλλά κατά την σωζομένην διασκευήν ο «πολύμητις» εκπλήσσεται διά τούτο· απειλεί την Ευρύκλειαν ίνα σιωπήση και δεν επακολουθεί τίποτε. Το δε σπουδαιότερον, η Πηνελόπη, ενώ προ μικρού έμαθε παρ' αξιοπίστου ανθρώπου, ότι ο Οδυσσεύς ζη και τάχιστα θα επανέλθη, αίφνης αποφασίζει ότι δεν ημπορεί πλέον ν' αναβάλη την μνηστείαν, φέρει κάτω το τόξον του ανδρός της, και δηλοί ότι θα υπανδρευθή εκείνον, όστις ήθελε περάσει το βέλος διά μέσου δώδεκα πελέκεων· ο δε Οδυσσεύς ακούει και ευχαριστείται. Δεν υπήρχεν άρα γε αρχικώς κάποιος λόγος της προτάσεως της Πηνελόπης και της χαράς του Οδυσσέως; Βεβαίως υπήρχε δολοπλοκία. Ο Οδυσσεύς ήθελε να τον αναγνωρίση η Ευρύκλεια, ν' αποπέμψη τας αμφιπόλους και ν' αποκαλύψη την είδησιν εις την Πηνελόπην. Κατόπιν οι δύο σύζυγοι εξύφαινον το τέχνασμα του τόξου. Τούτο βεβαίως μέχρι τούδε είναι απλή εικασία· αλλά παραδόξως πιστοποιεί αυτήν η εν τω ω διήγησις του φάσματος του Αμφιμέδοντος. Αύτη δεν είναι η της σωζομένης Οδυσσείας· είναι η παλαιά, η περί φόνου διά του τόξου, σκευωρηθέντος διά συνεννοήσεως των συζύγων (στ. 167).