ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (continued 6)
Simos Menardos translation
Τι σημαίνει το δράμα τούτο; Η θεωρία ότι σημαίνει επιστροφήν εις την καθεστώσαν θρησκείαν, δεν έχει ανάγκην αναιρέσεως· εάν πράγματι ο Διόνυσος είναι κάποιος προσωπικός θεός, είναι «σατανάς». Αλλ' όμως σκοπός του δράματος είναι να τον επιδείξη εις ημάς, ώστε να εννοήσωμεν αυτόν. Και αυτός και αι Μαινάδες διεπλάσθησαν περικαλλείς· λέγουσι πάντοτε την τελευταίαν λέξιν (πλην του στ. 1348) τα δ' ελαφρά άσματα έχουσι λαμπράν έξαρσιν. Ο Πενθεύς δεν είναι συμπαθής μάρτυς· υπάρχει δε και κάποιος πολεμικός τόνος εναντίον της καθαράς σκέψεως, ο οποίος φαίνεται πάντως προερχόμενος εξ' αυτού του ποιητού. Αι Βάκχαι συγκεφαλαιώνουσι τας σκέψεις του. Ο Ευριπίδης είχεν ανέκαθεν πολεμήσει την κοινήν δεισιδαιμονίαν· υπήρξε δε και ενάντιος της δογματικής φιλοσοφίας. Το δίδαγμα των Βακχών είναι αυτό το δίδαγμα του Ιππολύτου υπό μορφήν ισχυροτέραν. Ο λόγος είναι τι μέγα, αλλά δεν είναι το παν. Υπάρχουσιν εν τω κόσμω πράγματα ανεξάρτητα του λόγου, ήτοι και κατώτερα και ανώτερα αυτού· αφορμαί συγκινήσεων, τας οποίας αδυνατούμεν να εκφράσωμεν, τας οποίας τείνομεν να λατρεύσωμεν, τας οποίας ίσως αισθανόμεθα ότι είναι τα πολυτιμότατα στοιχεία της ζωής. Τα πράγματα ταύτα είναι θεοί ή μορφαί θεού, όχι μυθικοί θνητοί, αλλά πράγματα υπάρχοντα, πράγματα εντελώς μη ανθρώπινα και μη ηθικά, τα οποία φέρουσι τον άνθρωπον να μακαρίζη ή κατασπαράσση αδιακόπως την ιδίαν του ψυχήν· είναι θρησκεία, την οποίαν πρεσβεύουσι πολλοί· εκείνη, την οποίαν πολεμεί ο Τολστόης, την οποίαν άνδρες ως ο Paley και ο Bentham εζήτησαν να καταργήσωσι, την οποίαν ο Πλάτων απεδοκίμαζεν, αλλ' ηκολούθει. Ο Ευριπίδης έφθασεν εις τοιαύτην έκστασιν διά της αναμείξεως τολμηρού πραγματισμού και τολμηράς φαντασίας· πρέπει δε και να ενθυμώμεθα ότι έγραψε πολλά σχετικά προς την Ορφικήν θρησκείαν κατά την ασκητικήν και μυστικήν αυτής όψιν και αφιέρωσεν εις αυτήν ολόκληρον τραγωδίαν τους *Κρήτας, [όπου ο χορός παρερχόμενος έλεγεν (259)·
αγνόν δε βίον τείνω μεν αφ' ού Διός Ιδαίου μύστης γενόμην και νυκιτιπόλου Ζαγρέως . . . τας τ' ωμοφάγους δαίτας τελέσας μητρί τ' ορεία δάδας ανασχών, μετά κουρήτων βάκχος εκλήθην οσιωθείς ] (260).
Η διττή αυτή άποψις απομένει ως το κυριώτατον ίσως του Ευριπίδου χαρακτηριστικόν· είναι και αμείλικτος πραγματιστής· είναι δε συγχρόνως και ο μέγιστος ονειροπόλος, όν εγέννησεν η Αττική. Αναλύει, αποδεικνύει, συζητεί και κάποτε υποχωρεί, αλλ' όχι εκ δειλίας· απομακρύνεται του κόσμου και χάνεται «ηλιβάτοις υπό κευθμώσιν» {to the caverns that the Sun's feet tread} ή εις άλλους παραπλησίους τόπους, όπου τα πάντα είναι ωραία και καινοφανή, μελαγχολικά ίσως ως τα δάκρυα των αδελφών του Φαέθοντος, αλλ' ούτε μισητά, ούτε λυπηρά. Από των χρόνων του Ιππολύτου είχε πάντοτε μυστικάς τινας δοξασίας·
«Ό,τι του ζην φίλτερον άλλο σκότος αμπίσχων κρύπτει νεφέλαις του δ' ό,τι στίλβει κατά γην δυσέρωτες δη φαινόμεθ' όντες δι' απειροσύνην άλλου βιότου κουκ απόδειξιν των υπό γαίας· μύθοις δ' άλλως φερόμεσθα» .
{Whatever far-off state there may be that is dearer to man than life, Darkness has it in her arms and hides it in cloud. We are love-sick for this nameless thing that glitters here on the earth, because no man has tasted another life, because the things under us are unrevealed, and we float upon a stream of legend}
Ουδέν υπάρχει δράμα του Ευριπίδου, όπου κριτικός τις δεν δύναται να εύρη σπουδαία σφάλματα και κηλίδας· ίσως όσω χειρότερος κριτικός τόσω περισσοτέρα θα εύρη. Διότι ο Ευριπίδης δεν ήτο καθαυτά καλλιτέχνης. Ήτο άνθρωπος εκτάκτου διανοίας, δραματικής δυνάμεως, λεπτότητος, συμπαθείας, θάρρους και φαντασίας. Εξηρεύνησε τόσον εκ του πλησίον τον κόσμον και εξηγέρθη τόσον ανταρτικώς κατά των πραγμάτων, ώστε δεν ηδύνατο να παραγάγη ήρεμα και τέλεια έργα. Και όμως πολλοί θα συμμερίζωνται ό,τι είπεν ο Φιλήμων·
ει ταις αληθείαισιν οι τεθνηκότες αίσθησιν είχον, άνδρες ως φασίν τίνες, απηγξάμην αν ώστ' ιδείν Ευριπίδην (261).
{If I were certain that the dead had consciousness, I would hang myself to see Euripides}
Και τα αποσπάσματα των άλλων, των υποδεεστέρων, τραγικών βλέπε παρά Nauck Tr. Gr. Fr. Τούτων διεκρίνοντο κατά τον πέμπτον αιώνα, πλην των ήδη μνημονευθέντων Αγάθωνος και Κριτίου, Αρίσταρχος ο Τεγεάτης (σ 728), Νεόφρων ο Σικυώνιος ο γράψας Μήδειαν (σ. 729-732) Φιλοκλής ο νικήσας τον Σοφοκλή, διδάσκοντα τον Οιδίποδα τον τύραννον (σ. 759) κατά δε τον τέταρτον αιώνα ο Χαρήμων ο γράφων δράματα προς ανάγνωσιν (σ. 781) ο Μοσχίων (σ. 212) και προ πάντων ο Θεοδέκτης ο εκ Λυκίας, ποιητής και ρήτωρ ο μαθητής του Πλάτωνος και φίλος του Αριστοτέλους, ο δις επαινούμενος υπ' αυτού εν τη Ποιητική (Nauck σ. 801- 802)].
ΙΓ' Κ Ω Μ Ω Δ I Α
Η ΠΡΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
Η αρχαία κωμωδία, ανάπτυξις των φαλλικών ασμάτων των εορτών του τρυγητού και του θέρους, έλαβε καλλιτεχνικήν μορφήν εντός των δύο μεγάλων κέντρων της εμπορικής και λαϊκής κινήσεως, των Συρακουσών και των Αθηνών.
Η Σικελική κωμωδία φαίνεται ότι έλαμψε πρώτη· Ο ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ παραδίδεται ότι ήκμαζε κατά τα 486, ελθών εκ της Κω, όπου εγεννήθη (262), πρώτον μεν εις τα Μέγαρα της Σικελίας, έπειτα δε εις τας Συρακούσας. Αλλά τα λείψανα των κωμωδιών του είναι ολιγοστά, συγκρινόμενα προς την μεγάλην αυτού φήμην, και είναι δύσκολον να σχηματίσωμεν καθαράν περί αυτού ιδέαν. Ο Επίχαρμος ήτο κωμικός ποιητής και φιλόσοφος, πιθανώς Πυθαγορίζων [όθεν ο Έννιος ωνόμασε διδακτικόν του ποίημα «Επίχαρμον»}. Αι δε κωμωδίαι του είναι άλλαι μεν παρωδίαι ηρωικών μύθων, ως ο *Κύκλωψ, ο *Βούσιρις, ο *Προμηθεύς, ομοιάζουσαι προς τα σατυρικά δράματα των Αθηνών, και τας παραπλησίας κωμωδίας του Κρατίνου, λ. χ. τον *Οδυσσέα και τον *Χείρωνα άλλαι δε, ως ο * Αγροστίνος και οι *Θεαροί ήσαν μίμοι, παριστώντες σκηνάς του καθημερινού βίου. Επί του πεδίου τούτου είχεν αντίπαλον τον ΣΩΦΡΟΝΑ, ο οποίος έγραψε «μίμους γυναικείους» και «μίμους ανδρείους» και εκληροδότησεν εις ημάς ονόματα κωμωδιών, όπως τον *Θυννοθήραν, τον *Άγγελον, και * Ακεστρίας και την *Πενθεράν. Το τρίτον είδος των έργων του Επιχάρμου ήτο κάπως φιλοσοφικόν, όπως η συζήτησις μεταξύ «Λόγου και Λογίνας », δηλ. πιθανώς αρσενικού και θηλυκού λόγου. Τέλος έγραψε και αυστηρώς φιλοσοφικόν ποίημα, το *περί Φύσεως· λέγεται ότι αι κωμωδίαι του ήσαν γοργαί και κεκινημέναι αλλά τα σωζόμενα αποσπάσματα φαίνονται ζωηρά βεβαίως ένεκεν άλλων ιδιοτήτων, δηλαδή διά το πρωτότυπον της εννοίας ή το γραμματικώς παράδοξον. Έξοχος είναι η περιγραφή παρασίτου (263)· η λέξις είναι μεταγενεστέρα, αλλά παράσιτοι υπήρχον και τότε. Είναι δε περίεργον ότι κάμνει λογοπαίγνια, όλως απερικάλυπτα, καθώς [εν τω *Λόγω], όπου ο Ζευς ελέγετο « Πέλοπι γ' έρανον εστιών», ο δε ακούων αντί του «γ' έρανον» ήτοι συμπόσιον, «γέρανον», νομίζει ότι ο Ζευς παρέθεσεν εις τον ξένον του γερανόν. Χαρακτηριστικός διάλογος είναι ο ακόλουθος [παρ' Αθηναίω Β' σ. 36]
Α. εκ μεν θυσίας θοίνα, εκ δε θοίνας πόσις εγένετο. Β. χαρίεν ως γ' εμίν δοκεί Α. εκ δε πόσιος κώμος, εκ κώμου δ' εγένεθ' υανία εκ δ' υανίας δίκα, 'κ δίκας δ' εγένετο καταδίκα εκ δε καταδίκας πέδαι τε και σφαλάς και ζημία.
{A. After the sacrifice came a feast, and after the feast a drinking-party. B. That seems nice. A. And after the drinking-party a revel, after the revel a swinery, after the swinery a summons, after the summons a condemnation, and after the condemnation fetters and stocks and a fine!}
Παροιμιώδεις δε απέμειναν οι στίχοι του
Νόος ορή και νόος ακούει· τάλλα κωφά και τυφλά.
{ Mind hath sight and Mind hath hearing; all things else are deaf and blind }
Νάφε και μέμνασ' απιστείν· άρθρα ταύτα ταν φρενών.
{ Be sober, and remember to disbelieve: these are the sinews of the mind! }
Των πόνων πωλούντι πάντα ταγάθ' αμίν τοι θεοί (264).
Η αττική κωμωδία ανεπτύχθη κατ' άλλον τρόπον, από δε του 460 π. Χ. και εξής ηκολούΘησε τα βήματα της τραγωδίας. Το σχέδιον αυτής φαίνεται συγκείμενον εκ δυο μερών, εχόντων την «παράβασιν» εν τω μέσω. Δηλαδή πρώτον μεν παρέχεται γενική ερμηνεία της υποθέσεως και των προσώπων· έπειτα δε γίνεται η «παράβασις» του όλου χορού, του οποίου ο ηγεμών αντιπροσωπεύων τον ποιητήν, ομιλεί περί ζητημάτων της ημέρας· κατόπιν έπεται σειρά κωμικών σκηνών, αίτινες άνευ τάξεως ή μεθόδου παριστώσι τα επακόλουθα των εν τω πρώτω μέρει τεθέντων· το τέλος δε είναι κώμος, ήτοι διασκεδαστικόν άσμα συνοδεύον την έξοδον των υποκριτών. Παραδείγματος χάριν, το πρώτον μέρος της αρχαιοτάτης των σωζομένων κωμωδιών, των Αχαρνέων του Αριστοφάνους, — τότε το όλον είχε καταστή δραματικόν, — εξηγεί πώς ο ήρως κατώρθωσε να συνάψη ιδιαιτέρως ειρήνην μετά των Πελοποννησίων· έπεται δε η παράβασις και κατόπιν σειρά σκηνών ασυνδέτων, αι οποίαι παριστώσι πώς διασκεδάζει, απολαύων της ειρήνης, ο ήρως μετά της οικογενείας του κατ' αντίθεσιν προς τους λοιπούς πολίτας.
Περί των αρχαιοτάτων κωμικών ποιητών — Χιωνίδου, Εκφαντίδου και Μάγνητος — ολίγα είναι γνωστά (265). Πρώτος αξιόλογος κωμικός είναι ο ΚΡΑΤΙΝΟΣ, ο οποίος εκωμώδησε τον Περικλή, — «τον σχινοκέφαλον Δία» «τον υιόν της στάσεως και του πρεσβυγενούς Κρόνου» { the child of Cronos and Double-dealing } — καθώς ο Αριστοφάνης εμαστίγωσε τον Κλέωνα. Οι κριτικοί εθεώρουν αυτόν απαραμίλλως δυνατόν, αλλά και υπερβολικά πικρόν. Ο δε Αριστοφάνης συχνά τον αναφέρει· ως χείμαρρος, λέγει, «παρασύρων εφόρει τας δρυς και τας πλατάνους και τους εχθρούς προθελύμνους ». { like a mountain-torrent, sweeping down houses and trees and people who stood in his way! } Ο Κρατίνος ήτο μεμυημένος Ορφικός, και έφαγε κρέας Βακχείου ταύρου (266), ήτο δε και κατά την νεωτέραν έννοιαν οπαδός του Βάκχου. Ο Αριστοφάνης εν τοις Ιππεύσιν (424) εδείκνυεν αυτόν ως «παραληρούντα» γέροντα, αλλά το σκώμμα εξήγειρε τον γηραιόν πότην. Το επόμενον έτος εδίδαξε την * Πυτίνην (το φλασκί) φανεράν διακωμώδησιν εαυτού, όπου η σύζυγός του Κωμωδία τον έσωζεν εκ των αγκαλών της απίστου Πυτίνης. Έτυχε τότε των πρωτείων, ενώ ο Αριστοφάνης ήλθε τελευταίος. Αλλ' ήτο ήδη ερείπιον και απέθανε περί το 421. Είς των τριών υποκριτών του ήτο ο ΚΡΑΤΗΣ, ο οποίος και έγραψεν επιτυχείς κωμωδίας, διεκρίθη δε ως πρώτος παραστήσας μεθύοντας επί της σκηνής (267).
Ο ΦΕΡΕΚΡΑΤΗΣ, ο λαβών τα πρωτεία κατά τα 437, ήτο αξιόλογος αλλά βαρύς κωμικός, εάν κρίνωμεν εκ των πολυαρίθμων αυτού αποσπασμάτων. Εξέλεγε καλυτέρας υποθέσεις ή οι σύγχρονοί του και επλησίαζε μάλλον προς την νέαν κωμωδίαν· ούτως επραγματεύετο κοινωνικά θέματα, καθώς την ακολασίαν των δούλων και την φιλοποσίαν των εταιρών· επολέμησε δυνατά τον ΤΙΜΟΘΕΟΝ και τον νέον τρόπον της μουσικής (268)· φαίνεται δε προς τούτοις ότι έτεινεν, όπως κατόπιν ισχυρότερον ο Αριστοφάνης, εις ποίησιν κωμωδιών υποκειμένων εντός φανταστών τόπων μακαριότητος π.χ. οι *Μεταλλείς αυτού παρίστανον χρυσούν τινα αιώνα, υπάρχοντα εντός του βάθους ή υποκάτω της γης, πιθανώς δε και οι * Μυρμηκάνθρωποι κάτι παρόμοιον. Μόνον δε μίαν πολιτικήν κωμωδίαν γινώσκομεν αυτού, πικράν διακωμώδησιν του Αλκιβιάδου (269).
Ο ΕΥΠΟΛΙΣ είναι ο τα μέγιστα επαινούμενος των συγχρόνων του Αριστοφάνους. Χαρακτηριστικόν αυτού ήτο η χάρις, κατ' αντίθεσιν προς την δύναμιν και την δριμύτητα του Κρατίνου και τον συγκερασμόν των αρετών τούτων υπό του Αριστοφάνους· οι τρεις ούτοι απετέλουν τον εν Αλεξανδρεία κανόνα των [αρχαίων] κωμικών ποιητών. Ελέγετο δε ότι ο κατά την εν Ελλησπόντω μάχην θάνατος του Ευπόλιδος έδωκεν αφορμήν όπως η πόλις απαλλάξη τους ποιητάς από της στρατείας. Τα πολιτικά του φρονήματα κατ' αρχάς εταυτίζοντο τόσον προς τα του Αριστοφάνους, ώστε και συνειργάσθησαν οι δύο εις την δριμυτάτην των σωζομένων κωμωδιών, τους Ιππέας, έπειτα δε κατηγόρει ο είς τον άλλον ως λογοκλόπον. Η κωμωδία εκείνη εστηλίτευε τον Κλέωνα, τον δε * Μαρικάν έγραψεν ο Εύπολις εναντίον του Υπερβόλου· εν τοις *Δήμοις έλεγε πολλά τα καλά περί του Περικλέους ως ρήτορος (απόσπ. 94), αλλά τούτο συνέβαινε μετά τον θάνατον εκείνου και πιθανώς δεν είχε πολλήν σημασίαν· προς εξευτελισμόν του Κλέωνος ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Περικλέους, καθώς και προς εξευτελισμόν του Υπερβόλου ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Κλέωνος. Η κωμωδία ήτο θεσμός υπερδημοκρατικός, ως παρετήρησεν ο Ολιγαρχικός ο γράψας την Αθηναίων πολιτείαν και όμως πάντες οι κωμικοί έχουσιν αριστοκρατικάς τάσεις. Λόγος τούτου είναι εξ ενός μεν ο σκοπός της κωμωδίας, ο οποίος είναι σκώμμα και όχι έπαινος· εάν οι κωμικοί ήσαν ευχαριστημένοι εκ των πολιτικών, θα έγραφον περί άλλου θέματος, δυσαρέστου· εξ άλλου δε συνεμερίζοντο τα φρονήματα των ανεπτυγμένων. Αλλ' ο Εύπολις πλέον φιλελεύθερος παρά τον Αριστοφάνη. Ο μεν Αριστοφάνης ουδέποτε φαίνεται κωμωδήσας πλουσίους· ο δ' Εύπολις έγραψε τους *Κόλακας εναντίον του Καλλίου και των παρασίτων του και τους *Βάπτας εναντίον του Αλκιβιάδου. Η κωμωδία αυτή παρίστανε μίαν των τότε συνήθων μυστικών και ενθουσιαστικών λατρειών, την λατρείαν της θεός Κολυττούς· μία των τελετών εκείνων ήτο και το βάπτισμα, αρχή δε ήτο το απόρρητον, όπερ παρέβλαψε την υπόληψιν των οπαδών διότι ο Ελληνικός λαός απέδιδε τα χείριστα ελατήρια εις τους έχοντας απόρρητον θρησκείαν ή προσευχομένους χαμηλοφώνως (270).
Ο ΦΡΥΝΙΧΟΣ ο Ευνομίδου, όστις ενίκησε το πρώτον κατά τα 429, και ο ΠΛΑΤΩΝ, του οποίου ουδεμίαν γινώσκομεν κωμωδίαν παλαιοτέραν του 405, αποτελούσι την γέφυραν την άγουσαν εις την νέαν Κωμωδίαν, ήτις ανεπτύχθη κατά τον τέταρτον αιώνα. Ο *Μονότροπος του Φρυνίχου είναι παράδειγμα δράματος αποτυχόντος επειδή εδιδάχθη είκοσι περίπου έτη πριν ή το κοινόν παρασκευασθή προς τούτο. Καθαρώς πολιτικήν κωμωδίαν του Φρυνίχου δεν έχομεν καμμίαν. Του δε Πλάτωνος γινώσκομεν *Υπέρβολον, *Κλεοφώντα, και *Συμμαχίαν, αναφερομένην εις συνένωσιν του Νικίου, του Φαίακος και του Αλκιβιάδου προς εξοστρακισμόν του Υπερβόλου (271).
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΔΑΘΗΝΑΙΕΥΣ (περίπου 450 μέχρι 385 π. Χ.)
Αλλ' ο πρωτεύων ποιητής της αρχαίας κωμωδίας ήτο ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ· καθόσον δ' εξάγεται εκ της συγκρίσεως των σωθέντων αποσπασμάτων των άλλων κωμικών, ήτο πράγματι άξιος, των εξόχων του επιτυχιών, πλεονεκτών του Κρατίνου κατά το κομψόν ύφος, ευτυχήσας δε να ζήση περισσότερον του Ευπόλιδος. Ο ποιητής είχεν αγρόν εν Αιγίνη, δεν υπάρχει δε λόγος να αμφιβάλλωμεν, ότι ήτο γνήσιος Αθηναίος πολίτης, καίτοι στίχοι τινές του Ευπόλιδος (απόσπ. 357) παραπονουμένου διά την επιτυχίαν των ξένων, υπετέθησαν ότι αναφέρονται εις αυτόν. Ήρχισε δε να γράφη νεώτατος· ο ίδιος εξηγεί διατί το πρώτον του έργον, τους * Δαιταλέας, εδίδαξε διά του πρεσβυτέρου του φίλου, του υποκριτού Καλλιστράτου· πρώτον μεν διότι ήτο πολύ νέος, ίσως νεώτερος ή ώστε να ελπίζη να λάβη χορόν παρά του άρχοντος· έπειτα δε διότι δεν είχεν αρκετήν πείραν ώστε να διδάξη τον χορόν, καίτοι έγραψε το δράμα. Ο τρόπος ούτος της διδασκαλίας κατήντησε σχεδόν έξις του Αριστοφάνους. Εδίδαξε τους * Δαιταλέας, τους * Βαβυλωνίους, τους Αχαρνέας, τους Όρνιθας και την Λυσιστράτην υπό το όνομα του Καλλιστράτου, τους δε Σφήκας, τον *Αμφιάρεων και τους Βατράχους υπό το όνομα του Φιλωνίδου. Δηλαδή οι άνθρωποι εκείνοι είχον την ενόχλησιν να διδάξουσι τον χορόν και την ευχαρίστησιν να λάβουσι την χορηγίαν της πόλεως διά την διδασκαλίαν. Ήκουον επίσης τα ονόματα των ανακηρυσσόμενα ως ποιητών, αν και πάντες εγνώριζον ότι δεν ήσαν. Οιουσδήποτε χρηματικούς συνδυασμούς και αν έκαμνεν ο ποιητής, ο τρόπος ούτος εσήμαινεν ότι παρεχώρει χρήματα, διά ν' απαλλάσσεται φροντίδων· εάν ήδη συνδυάσωμεν και τον εν Αιγίνη αγρόν και την γενικήν προς τους πτωχούς αδιαφορίαν του, δυνάμεθα να πιστεύωμεν ότι ο Αριστοφάνης ήτο πλούσιος· είχε τας προκαταλήψεις και το θάρρος ευπόρου ανθρώπου. Η πρώτη του κωμωδία, οι *Δαιταλής (427 π. Χ.) ήτο επίθεσις κατά της ανωτέρας παιδείας των χρόνων εκείνων, την οποίαν, εννοείται, παρίστανεν ως ανήθικον. Ο πρωταγωνιστής ήτο πατήρ δύο υιών, ενός εναρέτου και εμμένοντος εις τα παλαιά, και ενός φαύλου και νεωτεριστού. Ο νεαρός ποιητής έλαβε το δεύτερον άθλον και κατευχαριστήθη. Το επόμενον έτος (426) προσέβαλε δριμύματα, αλλ' όχι και μετά της προφυλάξεως του Ολιγαρχικού του γράψαντος την Αθηναίων πολιτείαν, το σύστημα της προς τους συμμάχους σχέσεως· η κωμωδία ωνομάζετο * Βαβυλώνιοι, ο δε χορός συνέκειτο εκ των συμμάχων παριστωμένων ως δούλων, οίτινες αλέθουσι χάριν του κυρίου αυτών Δήμου. Ο ποιητής εξέλεξε προς διδασκαλίαν της κωμωδίας τα εαρινά Διονύσια, ότε αντιπρόσωποι των συμμάχων [φέροντες τους φόρους] ήσαν παρόντες εν Αθήναις, ούτω δε προεκάλεσε σκάνδαλον και κατηγορήθη υπό του Κλέωνος, πιθανώς επί προδοσία. Αλλ' αγνοούμεν την απόφασιν. Εν τη παραβάσει των Αχαρνέων ο Αριστοφάνης δικαιολογείται διά την αδιακρισίαν του εκείνην και παρατηρεί προς τον Κλέωνα·
το γαρ ευ μετ' εμού και το δίκαιον ξύμμαχον έσται [στ. 660] *
Έκτοτε τα εν οίκω εξέθετε μόνον εις τα Λήναια, τα τελούμενα κατά Φεβρουάριον, δηλαδή προ του χρόνου, καθ' όν συνήθως οι ξένοι ήρχοντο εις τας Αθήνας.
Οι Αχαρνής εδιδάχθησαν κατά τα Λήναια του 425· είναι η παλαιοτάτη των σωζομένων κωμωδιών και αληθώς ωραία. Ο κύριος αυτής σκοπός είναι πολιτικός και απευθύνεται κατά του Κλέωνος και του Λαμάχου, ως αντιπροπώπων της πολεμικής μερίδος· αλλ' ο ποιητής προσβάλλει τον φοβερόν του αντίπαλον μετά τινος προσοχής, ενώ παρεκβαίνει του δρόμου του, διά να πατάξη τον Ευριπίδην, τον οποίον αναμφιβόλως και διά των Διαιταλέων είχε κηρύξει ως αίτιον της τότε διαφθοράς. Ουδεμία αφορμή προσωπικής έχθρας των δύο ποιητών είναι γνωστή· αλλ' είναι βέβαιον ότι ο Αριστοφάνης πολύ περισσότερον των άλλων κωμικών είχε διαρκώς κατά νουν τον Ευριπίδην. Ίσως διέκρινεν ότι ο Ευριπίδης περισσότερον παντός άλλου έβλεπε πόσον ενίοτε ταπειναί και ψευδείς ήσαν αι κωμικαί του επίνοιαι. Αλλ' είναι παράδοξον ότι ο Αριστοφάνης πρώτον μεν εμιμείτο πολύ τον Ευριπίδην, — τόσον ώστε ο Κρατίνος έπλασε ρήμα «ευριπιδαριστοφανίζειν» διά να χαρακτηρίση το ύφος και των δύο — έπειτα δε, καθόσον βλέπομεν εκ των παρωδιών του, ανεγίνωσκε τόσον πολύ τα έργα του τραγικού, ώστε επί τέλους τα είχεν αποστηθίσει.
Κατά τα 424 ο Αριστοφάνης ευφράνθη, διδάξας τους Ιππέας. Η υπόθεσις είναι ότι ο οξύχολος γέρων Δήμος έπεσε καθ' ολοκληρίαν εις τα δίκτυα του πανούργου Παφλαγόνος δούλου του· οι δε δύο οικιακοί του δούλοι λαβόντες χρησμόν του Βάκιδος, βλέπουσιν ότι τέσσαρες «-πώλαι» θα γίνωσι κύριοι των πραγμάτων, έκαστος καταβαλλόμενος υπό του χειροτέρου. Μετά τον στυππειοπώλην και τον προβατοπώλην ήλθεν η σειρά του βυρσοπώλου Παφλαγόνος, αλλά τούτον θα εκβάλη ποίος; Ο αλλαντοπώλης! «ω Πόσειδον της τέχνης!» φωνάζει κατευχαριστημένος ο δούλος και ιδού, αμέσως επιφαίνεται χονδρός πλανόδιος αλλαντοπώλης, κρατών τα σκεύη του και κοιλίας. Οι δύο δούλοι του αναγγέλλουσι ποία μεγάλη τύχη τον περιμένει. Το λοιπόν της κωμωδίας είναι η σφοδροτάτη πάλη μεταξύ του βυρσοπώλου και του αλλαντοπώλου, όπου ο βυρσοπώλης ηττάται ακριβώς εις τας ιδικάς του τέχνας, την ψευδολογίαν, την επιορκίαν, την κλοπήν και την αναίδειαν [ανακράζων (1206)
οίμοι, κακοδαίμων, υπεραναιδευθήσομαι].
Ευνόητον είναι ότι ο Παφλαγών είναι ο Κλέων, όστις είχε βυρσοδεψείον· οι δύο δούλοι είναι ο Νικίας και ο Δημοσθένης· οι προηγούμενοι -πώλαι είναι πιθανώς ο Λυσικλής και ο Ευκράτης. Αλλ' ο ποιητής ομολογεί ότι κατ' αρχάς δεν εύρισκεν υποκριτήν να υποδυθή τον Κλέωνα, και κατόπιν, αφού ανέλαβεν ο ίδιος την υπόκρισιν, ότι οι σκευοποιοί δεν ήθελον να κατασκευάσωσι προσωπείον, εικονίζον τον Κλέωνα. Η κωμωδία είναι τέλειον πρότυπον αφροντίστου και ακολάστου γλώσσης. Και όμως είναι θαυμασίως κωμική, περί δε το τέλος, όπου υπάρχει κάποια σκηνή μεταμορφώσεως, όπου δηλαδή ο αλλαντοπώλης γίνεται καλός και ο Δήμος επανέρχεται εις τα λογικά του, υπάρχει δόσις ευγενούς φιλοπατρίας. Η επίθεσις δεν είναι δηλητηριώδης ουδέ καν επιζημία. Δεν θα εμπόδισε δηλαδή πολύ τον Κλέωνα από του να καταλάβη οιανδήποτε άλλην αρχήν. Αλλ' είναι κατακλυσμός πηλού προς ανταποδόσιν της κατηγορίας του 426. Τοιαύτη κωμωδία, αφού πλέον έγινε δεκτή υπό του άρχοντος και δεν διεκόπη υπό λαϊκού θορύβου, ήτο επόμενον ότι θα είχε θριαμβευτικήν επιτυχίαν· και πράγματι οι Ιππής έλαβον τα πρωτεία.
Το επόμενον έτος υπήρξεν αντίδρασις. Αι Νεφέλαι διασύρουσαι την νέαν εκπαίδευσιν, την οποίαν αντιπροσωπεύει ο Σωκράτης, ηττήθησαν υπό της * Πυτίνης του «παραληρούντος» Κρατίνου και του *Κόννου του Αμειψίου. Εν τη δευτέρα εκδόσει των Νεφελών, η οποία και διεσώθη, ο Αριστοφάνης παραπονείται διά την ήτταν ταύτην, θεωρών τας Νεφέλας ως την καλλίστην των κωμωδιών του. Πλην της παραβάσεως, και δύο σκηναί των σωζομένων Νεφελών λέγεται ότι έλειπον εκ της πρώτης εκδόσεως, ο διάλογος μεταξύ Δικαίου και Αδίκου λόγου και το ζωηρόν τέλος, όπου πυρπολείται το φροντιστήριον του Σωκράτους. Το σωζόμενον δράμα είναι προδήλως ατελείωτον και ασυνάρμοστον, αλλά η προς τον ήρωα συμπάθεια των μεταγενεστέρων το έκαμε το περιφημότατον ίσως του Αριστοφάνους έργον. Η επίνοια ότι ο γέρων Στρεψιάδης επιζητεί να διδαχθή παρά σοφιστού τον καλύτερον τρόπον διά να μη πληρώση τα χρέη του, πράγματι δεν είν' ευφυής· τοιουτοτρόπως η κωμωδία έχει μεν ωραίον ύφος, πάντοτε πρόχειρον εις τον Αριστοφάνη, και πολλήν αστειότητα εις μερικάς σκηνάς, αλλ' όμως είναι κάπως χλιαρά. Φαίνεται δε ότι τότε ο Σωκράτης θα είχε προσελκύσει την κοινήν προσοχήν, διότι ήτο ήρως και του * Κόννου. Εκεί ο Αμειψίας τον περιέγραφεν ως πτωχόν, πεινώντα, ρακένδυτον· (απόσπ. 9. Kock].
τούτο το κακόν των σκυτοτόμων κατ' επήρειαν γεγένηται ούτος μέντοι πεινών όντως, ουπώποτ' έτλη κολακεύσαι.
{ who 'insulted the bootmakers' by his naked feet, but nevertheless ' never deigned to flatter.' }
Η γελοιογραφία αυτή βεβαίως είναι πλησιεστέρα προς το πρωτότυπον ή ο σοφιστής των Νεφελών, ο έχων μεν χαρακτηριστικά τινα του αληθινού Σωκράτους, αλλά και πάντα όσα εκείνος απεδοκίμαζε σφοδρώς, δηλαδή την αθεΐαν του Διαγόρου, την γραμματικήν του Πρωταγόρου, την αστρονομίαν και την φυσικήν του Διογένους του εξ Απολλωνίας. Οπωσδήποτε η εικών είναι πιθανώς τόσον πιστή όσον και η του Κλέωνος, του Αγάθωνος, του Κλεωνύμου και πολύ ολιγώτερον κακόβουλος.
Κατά τα 422 ο Αριστοφάνης επανήλθε και πάλιν εις τα συνήθη πολιτικά. Οι Σφήκες είναι διασυρμός της μανίας των Αθηναίων να κάθωνται ως δικασταί και να δικάζωσιν. Αύτη διά πολλούς θα ήτο βεβαίως διασκέδασις· διότι υπήρχεν αρκετή περιεργία και συναίσθησις δυνάμεως. Αλλ' είναι δύσκολον να πιστεύσωμεν έστω και περί του τέλους του πέμπτου π. Χ. αιώνος ότι αι πλείσται διαφοραί εξωμαλύνοντο διά της δικαιοσύνης και ελάχισται διά της βίας. Ουδέ πρέπει να υποθέσωμεν ότι ο Αριστοφάνης επεθύμει πραγματικώς επάνοδον εις την παλαιάν μέθοδον, την οποίαν η ανάπτυξις του Αθηναϊκού νόμου είχε καταργήσει. Οι Σφήκες έτυχον του πρώτου πιθανώς άθλου· ο πολιτικός αυτών σκοπός διαφαίνεται εις τα ονόματα του ανοήτου γέροντος δικαστού, ο οποίος καλείται Φιλοκλέων, και του φρονίμου υιού του, ο οποίος λέγεται Βδελυκλέων, δηλαδή βδελυσσόμενος τον Κλέωνα. Και η πλαστή δίκη, η γινομένη χάριν του Φιλοκλέωνος, είναι ευεξήγητον αίνιγμα. Ο « κύων Λάβης» κατηγορείται υπό άλλου κυνός Κυδαθηναιέως, ότι έφαγε «τυρόν πολύν», ακριβώς όπως ο στρατηγός Λάχης είχε κατηγορηθή υπό του Κλέωνος του Κυδαθηναιέως διά νοσφισμόν. Αι εκρήξεις των αισθημάτων του Φιλοκλέωνος, της αγανακτήσεως και του οίκτου, φαίνονται ως καλαί παρωδίαι των συνήθων τρόπων των Αθηναίων δικαστών. Η περίφημος απομίμησις του Ρακίνα Les Plaideurs δεν αντισηκώνει εντελώς διά της καλυτέρας οικονομίας της την έλλειψιν φυσικότητος. Τα ήθη των Σφηκών ήσαν ουσιωδώς τα του καιρού εκείνου.
Τω 421 [κατά τας παραμονάς της Νικιείου ειρήνης] ο Αριστοφάνης εδίδαξε την Ειρήνην, ήτις είναι rechauffé των Αχαρνέων την μεγάλην χάριν ότι αρχίζει διά παρωδίας του *Βελλεροφόντου του Ευριπίδου. Ο ήρως, αφού δεν έχει Πήγασον, όπως ο Βελλεροφόντης, ιππεύει κάνθαρον — το μέγα έντομον, όπερ βλέπομεν εις τους αμμώδεις τόπους της Ελλάδος και της Ιταλίας να κυλίη ακαθαρσίας — και πετά εις τον ουρανόν, ενώ οι δούλοι και αι κόραι του ζητούσι να τον εμποδίσωσι. Η Ειρήνη έλαβε τα δευτερεία.
Μετά το 421 ακολουθεί χάσμα επτά ετών μεταξύ των σωθέντων έργων του Αριστοφάνους. Δυνάμεθα δε να εικάσωμεν ότι κατά το διάστημα εκείνο εδιδάχθη το *Γήρας, όπου οι γέροντες εγίνοντο πάλιν νέοι, και ο * Αμφιάρεως, όπου κάποιος πηγαίνει εις το εν Ωρωπώ ιερόν του ήρωος διά να ίδη όνειρον· το αυτό περίπου πράγμα διακωμωδείται εν τω Πλούτω μετά πολλά έτη. Εκ των σωζομένων ακολουθούσιν ήδη (412 π. Χ.) οι Όρνιθες, το αδιαφιλονίκητον αριστούργημα του Αριστοφάνους· διότι είναι περισσότερον κωμικόν, περισσότερον περίεργον, πλέον ευφάνταστον και λυρικώς ωραιότερον παρά οιονδήποτε άλλο έργον του. Είναι αποκάλυψις του θαυμασίου ύψους, όπου ηδύνατο ν' αναβή παρά πάσαν την χονδρότητά της η αρχαία κωμωδία. Ελατήριον αυτής είναι ο κοινός πόθος της διαφυγής εκ των βασάνων της πραγματικότητος εις τόπον εντελώς ανόμοιον. Δύο Αθηναίοι, ο Πισθέταιρος και ο Ευελπίδης, αναλογιζόμενοι, ότι ο Τηρεύς πριν να μεταμορφωθή εις έποπα και γίνη βασιλεύς των πτηνών, ήτο βασιλεύς των Αθηνών — η παράδοσις καθιερώθη υπό του Σοφοκλέους και άλλων τραγικών — αποφασίζουσι να εύρωσι τον Έποπα και να κτίσωσι μεγάλην πόλιν πτηνών. Ο Πισθέταιρος είναι τύπος νοστιμώτατος, προσαρμοζόμενος προς πάσαν περίστασιν και πείθων πάντα διαφωνούντα. Εξεγείρει τον μελαγχολικόν Έποπα, πείθει τα εξαφνιζόμενα και οργιζόμενα πτηνά· μανθάνει πώς να πτερωθή· ιδρύει πολιτείαν, δημόσια οικήματα, οχυρώματα· δέχεται και απορρίπτει πλείστους αιτουμένους εγγραφήν εις τους πολίτας, π. χ. ένα ποιητήν και ένα «πατραλοίαν» δέροντα τον πατέρα του, — αρχαίον τύπον ισοδύναμον, ως φαίνεται, προς τον δέροντα την γυναίκα του, — αποδιώκων δε ένα χρησμολόγον, ένα «επίσκοπον» και ένα γεωμέτρην. Αλλ' εν τω μεταξύ η νέα πόλις έχει αποκλείσει την μεταξύ ουρανού και γης συγκοινωνίαν και στερήσει τους θεούς την κνίσαν. Η άγγελος αυτών η Ίρις συλλαμβάνεται διότι άνευ άδειας επέρασεν εις την πόλην των πτηνών και ο Πισθέταιρος την αποδιώκει κακήν κακώς. Επί τέλους αναγκάζονται να προτείνωσιν όρους. Αλλά κάποιος λιποτάκτης έρχεται εις τον Πισθέταιρον· είναι ο Προμηθεύς, ο εχθρός του Διός, συγκαλυπτόμενος από των θεών διά σκιαδείου, — μιας μεγάλης ομβρέλλας· πού ηδύνατο να φθάση η ευθυμία των παλαιών! — και γνωστοποιεί εις αυτόν την αδυναμίαν των θεών. Η κατόπιν ερχομένη πρεσβεία περιλαμβάνει ένα φρόνιμον, τον Ποσειδώνα, ένα βλάκα, εξαγοραζόμενον διά της υποθέσεως καλού δείπνου, τον Ηρακλή, και ένα μωρόν τον Τριβαλλόν, ο οποίος δεν ημπορεί να συνεννοηθή και δεν εννοεί τι ψηφίζει. Ο Ζευς παραχωρεί εις τα πτηνά το σκήπτρον του κόσμου και δίδει εις τον Πισθέταιρον την ωραίαν κόρην του την Βασιλείαν και ούτως η Νεφελοκοκκυγία αναγνωρίζεται διά παντός. Υποδεέστερος ποιητής θα ενόμιζεν ότι έπρεπε να πλάση λυπηρόν τέλος· αλλ' οι κανόνες της κωμωδίας απηγόρευον αυτό, ο δε Αριστοφάνης ουδέποτε διστάζει εις τας επινοίας του. Η κωμωδία δεν έχει πολλούς πολιτικούς υπαινιγμούς. Το κόμμα του Αριστοφάνους τότε θα ήτο πιθανώς ευχαριστημένον, εάν κατώρθωναν να κωλύσωσι την πόλιν να πέμψη νέας επικουρίας εις την Σικελίαν, όπου κατ' εκείνους ακριβώς τους μήνας ο στρατός εσήπετο υπό τα τείχη των Συρακουσών. Αλλά η όλη κωμωδία εμποδίζει την σκέψιν περί τοιούτων οχληρών πραγμάτων· και ηττήθη μεν υπό των *Κωμαστών του Αμειψίου, αλλά φαίνεται ότι αφήκε πολύ κέντρον, διότι ταχέως ο Άρχιππος έγραψεν απομίμησιν αυτής, τους *Ιχθύς.
Αι δύο επόμεναι των σωζομένων κωμωδιών εγράφησαν υπό τον φόβον της ολιγαρχίας του 411. Τα πολιτικά τότε ήσαν επικίνδυνα, ο δε Αριστοφάνης προσπαθεί ν' αντισηκώση, την έλλειψιν αυτών διά τολμηράς ασεμνολογίας. Η Λυσιστράτη θα ήτο καλλίστη κωμωδία· η ηρωίνη είναι πραγματικός τύπος, είδος θηλυκού Πισθεταίρου μετά υψηλοτέρων αρχών και ολιγωτέρας ευθυμίας. Η βάσις του έργου — η απεργία των γυναικών και η άρνησις αυτών να έλθωσιν εις οιανδήποτε σχέσιν προς τους συζύγους των, αν μη συνάψωσιν ειρήνην — ήτο δεκτική πολλών τρόπων διεξαγωγής· το δε περίεργον είναι ότι ο Αριστοφάνης, ενώ φαίνεται γελωτοποιών τας γυναίκας, ήτο θερμός φίλος αυτών. Αι αστειολογίαι, τας οποίας κάμνει το «ανώτερον» φύλον εις βάρος του «κατωτέρου» — διά να μεταχειρισθώμεν τα ρωμαϊκά των ονόματα — σπανίως διακρίνονται διά την αβρότητα ή την λεπτότητα. Εκ φυσικής ευθυμίας ο Αριστοφάνης ηγάπα να προσάπτη εις οιονδήποτε ό,τι του κατέβαινεν εις τον νουν. Και όμως εξαιρουμένης της περισσής φιλοποσίας, την οποίαν αποδίδει εις τας γυναίκας — τοιούτοι πότοι θα ωμοίαζον προς τα ιδικά μας δειλινά τέια — εν τω συνόλω παριστάνει αυτάς πολύ κοσμιωτέρας παρά τους άνδρας. Εννοείται ότι η χειραφεσία των γυναικών ήτο μία των τότε ιδεών· περί αυτής δ' έγραψε δύο κωμωδίας ο Αριστοφάνης και ανά μίαν οι δύο άλλοι κωμικοί, ο Αμφις και ο Άλεξις. Και ταύτα, πριν ακόμη ο Πλάτων εκφράση την περιβόητόν του γνώμην και οι κυνικοί αρχίσωσι τα υπέρ των γυναικών κηρύγματά των. Ήτο φυσικόν του Αριστοφάνους ν' αρπάζη και επιπολαίως να πραγματεύεται πολλάς των προηγμένων θεωριών του καιρού του· εάν ενεβάθυνε περισσότερον, θα απεικόνιζε τα πράγματα σπουδαιότερα και θα εχάλα το έργον του. Διά τούτο πάντοτε αποσύρεται πριν εννοήση πολλά και χρησιμοποιεί οσαδήποτε γνωρίζει και όσα οπωσδήποτε συμπαθεί διά ν' αλατίση τα σκώμματά του.
Αι Θεσμοφοριάζουσαι, γραφείσαι κατά το αυτό έτος και υπό τας αυτάς δυσκολίας, είν' εξυπνοτάτη κωμωδία. Αι γυναίκες, συναγόμεναι κατά την εορτήν των θεσμοφορίων, όπου οι άνδρες δεν εγίνοντο δεκτοί, συσκέπτονται πώς να τιμωρήσωσι τον Ευριπίδην, διότι παρέστησεν επί της σκηνής ελεεινάς γυναίκας. Ο Ευριπίδης μανθάνει το σχέδιον και πείθει τον πενθερόν του Μνησίλοχον να εισέλθη μετημφιεσμένος εις την συνεδρίαν και να τον υπερασπίση. Ο παρείσακτος ανακαλύπτεται και παραδίδεται εις τον «Σκύθην τοξότην», τον αστυφύλακα, αλλ' εν τέλει δραπετεύει τη βοηθεία του γαμβρού του. Ο Ευριπίδης τραγωδεί στίχους των τραγωδιών του και ο δεσμώτης πράττει το αυτό, μεν μέχρις ού εξαπατάται ο Τοξότης. Η κωμωδία εδιδάχθη δύο φοράς κατά διαφόρους εκδόσεις.
Κατά τα ολίγα κατόπιν έτη εδιδάχθησαν αι * Λήμνιαι περί της νέας εν Πειραιεί λατρείας της «μεγάλης θεού» ως έλεγε την Βένδιν ο *Γηρυτάδης, έχων όμοιον σχέδιον προς τους Βατράχους, και αι *Φοίνισσαι, καθαρά παρωδία· — άλλη αυτή — της ομωνύμου τραγωδίας του Ευριπίδου. Ο δε * Τριφάλης εστρέφετο κατά του Αλκιβιάδου, εγγίζων βεβαίως τον ιδιωτικόν του βίον, πιθανώς δε και τον δημόσιον. Αν αληθεύη τούτο, ο *Τριφάλης ήτο η τελευταία ηχώ της πολιτικής κωμωδίας του πέμπτου αιώνος, την οποίαν ο κόσμος, στερούμενος αρκετής παρρησίας, ουδέποτε πλέον ηδυνήθη ν' ανασυστήση.
Ο θάνατος του Ευριπίδου κατά τα 406 ενέπνευσεν εις τον Αριστοφάνη την ιδέαν να γράψη ολόκληρον κωμωδίαν, τους Βατράχους, περί της διαφοράς μεταξύ της ποιήσεως των παιδικών του χρόνων και της λεγομένης μεν νέας, πράγματι δε τότε ταχέως εκπνεούσης. Ο μεν Αισχύλος και ο Ευριπίδης ήσαν νεκροί, ο δε Σοφοκλής έκλινε προς τον τάφον, ο δε Αγάθων είχεν αποσυρθή εις την Μακεδονικήν αυλήν. Ο προστάτης του δράματος θεός, ο Διόνυσος, ευρίσκει ανυπόφορον την ζωήν μετά τοιούτων «μειρακυλλίων», οποίοι ήσαν οι απομένοντες ποιηταί. Αποφασίζει λοιπόν να καταβή εις τον Άδην και ν' ανακαλέση τον Ευριπίδην. Αφού φθάνει εκεί — αι καθ' οδόν περιπέτειαί του μετημφιεσμένου εις Ηρακλή, αλλά τελείως αναξίου της λεοντής, είναι των αστειοτάτων επινοιών του Αριστοφάνους — ευρίσκει ότι ο Ευριπίδης δεν ήτο μόνος· υπήρχε και ο Αισχύλος και η θέσις του ήτο δύσκολος. Οι δύο διεφιλονίκουν ήδη περί της τιμητικής θέσεως. Ο θάνατος του Σοφοκλέους θα συνέβη ότε ακόμη εγράφετο η κωμωδία· έπρεπε λοιπόν να μνημονευθή και εκείνος, αλλά και να μη παρασταθή ως επιθυμών να επιστρέψη εις την γην· περί δε του Ιοφώντος ο Διόνυσος προσποιείται ότι περιμένει να ιδή τι έργα θα γράψη τώρα χωρίς της βοηθείας του πατρός του· όθεν η ποίησίς του δεν επικρίνεται, ουδέ παρωδείται. Κατά την άφιξιν του Διονύσου συμβαίνει μακρά λογομαχία μεταξύ Αισχύλου και Ευριπίδου. Τούτο φαίνεται θέμα σχολαστικόν και απορεί κανείς πώς οι Αθηναίοι ηδύναντο να κάθωνται και να ακούωσιν επί ώρας δραματικήν κριτικήν αντί κωμωδίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι αύτη κάμνει και νεώτερον αναγνώστην να καγχάζη. Περί των επικρίσεων των δύο ποιητών δύναται καθόλου να είπη τις ότι αι μεν παρωδίαι είναι θαυμάσιαι, αι δε κριτικαί παρατηρήσεις παιδαριώδεις (272). Διότι ο Αριστοφάνης εννοεί τα πάντα μετά μοναδικής οξύτητος, αλλά δεν ηξεύρει πώς να τα ονομάση ή να τα εκφράση, όπως έπραξε π.χ. ο Αριστοτέλης. Αλλ' η μεταξύ των δύο τραγικών εκλογή ήτο δύσκολος· «ο μεν σοφώς γαρ είπεν, ο δ' έτερος σαφώς», λέγει ο Διόνυσος, έπειτα δε στιγμιαίως αποφασίζει·
η γλώττ' ομώμοκ' Αισχύλον δ' αιρήσομαι.
Σφάλμα δ' όμως είναι να θεωρηθή το έργον ως απλή διακωμώδησις του Ευριπίδου (273).
Ακολουθεί πάλιν άλλο μέγα κενόν πριν εύρωμεν κατά τα 392 την πενιχροτέραν του Αριστοφάνους κωμωδίαν, τας Εκκλησιαζούσας. Κατ' αρχάς φαίνεται ως παρωδία των περί κοινοκτημοσύνης και καταργήσεως της οικογενείας διδασκαλιών του Πλάτωνος εν τω Ε' της Πολιτείας. Αλλ' αι χρονολογίαι δεν επιτρέπουσι την εικασίαν ταύτην. Είναι δ' όμως, εννοείται, πιθανώτατον ότι ο Πλάτων είχεν ήδη εκφράσει τοιαύτας τινάς θεωρίας διά λόγων ή διαλέξεων πριν να τας εκθέση εγγράφως. Αλλ' αι βάσεις είναι πολύ διάφοροι. Ο μεν Πλάτων θέλει και τα δύο φύλα ίσα· ο δε Αριστοφάνης αφαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα των ανδρών. Το σύστημα του γάμου είναι όλως διάφορον· η κοινοκτημοσύνη και απλοποίησις της ζωής ήσαν ίσως φιλικαί παρωδίαι του Πλάτωνος, αλλ' ο Αριστοφάνης βεβαίως θ' απέστεργε την σκληραγωγίαν και την υπερβολικήν εγκράτειαν. Αι Εκκλησιάζουσαι έχουσιν ευρύτερον της Λυσιστράτης θέμα, αλλά είναι πολύ χαλαρωτέρα κωμωδία.
Ο Πλούτος (388 π. Χ.) είναι η τελευταία των σωζομένων κωμωδιών του Αριστοφάνους και διαφέρει πολύ των άλλων· διότι δεν έχει γνωστά πρόσωπα, δεν έχει πολιτικά και δεν έχει παράβασιν· δηλαδή πράγματι ανήκει όχι εις την αρχαίαν, αλλ' εις την μέσην κωμωδίαν, ήτοι την μετάβασιν εις την καθαράν κωμωδίαν των ηθών. Στηρίζεται ακόμη επί είδους υποθέσεως, όπως οι Όρνιθες και οι Αχαρνής. Ο Πλούτος είναι τυφλός θεός· εάν ήτο δυνατόν να πιασθή και να θεραπευθή υπό καλού ιατρού ή εντός θαυματουργού ναού, τι νέος κόσμος! Αι κύριαι της κωμωδίας γραμμαί διαγράφουσι την εκτύλιξιν της ιδέας ταύτης. Αλλά τα νέα χαρακτηριστικά διαφαίνονται επί πολλών λεπτομερειών· έχομεν τον κωμικόν δούλον, τον Καρίωνα, αναιδή, πανούργον, αλλ' απαραίτητον, ο οποίος παίζει σπουδαιότατον μέρος εν ταις κωμωδίαις του Μενάνδρου και του Τερεντίου, έχομεν δε και τον φίλον του ήρωος Βλεψίδημον διαγραφόμενον ως εντελή χαρακτήρα. Μανθάνομεν ότι δύο νεωτέρας του κωμωδίας τον *Αιολοσίκωνα και τον *Κώκαλον, έδωκεν ο Αριστοφάνης εις τον υιόν του Αραρότα διά ν' αρχίση το στάδιόν του. Σίκων είναι όνομα μαγείρου· φαίνεται δε ότι ο *Αιολοσίκων παρίστανε τον θεόν των ανέμων μαγειρεύοντα. Ο δε *Κώκαλος είχεν, ως αι πλείσται νέαι κωμωδίαι, υπόθεσιν όχι κωμικήν, αλλά ερωτικήν μετά πανουργίας και αναγνωρισμού.
Ο Αριστοφάνης είναι αναμφιβόλως μεγαλοφυής ποιητής. Ίσως η σύνεσις της πολιτικής του, η περί ζωής καθόλου φιλοσοφία του και προ πάντων ο «sittliche Ernst» τον οποίον οι θαυμασταί του ανευρίσκουσιν εις την κατά των ελαττωμάτων των αντιπάλων του επίθεσιν, δύναται να αμφισβητηθή. Ημείς παραδεχόμεθα προσέτι ότι πολλάκις επολέμησεν ό,τι κάλλιστον υπήρχε τότε, ή υπερήσπισεν αυτό διά λόγους ταπεινούς· παραδεχόμεθα ότι αι βωμολοχίαι του υπερβαίνουσι παν όριον, και ότι κατά κανόνα στηλιτεύει μόνον τους πτωχούς και τους ηγέτας τούτων· αλλ' όμως γράφει πάντα ταύτα με τόσην πλησμονήν ευθυμίας, τόσην ένδειξιν, ότι τα πάντα είναι κωμικά, τόσην οξύτητα και ευφυίαν, τόσην απαράμιλλον ευστοχίαν και χάριν ύφους, ώστε και αν Αρχέλαός τις παρέδιδεν αυτόν εις τον Ευριπίδην προς μαστίγωσιν, πιθανώτατα θα διέφευγε την όχι όλως άδικον ποινήν. Αλλά το κύριον ίσως χαρακτηριστικόν του ποιητού τούτου είναι ο συνδυασμός της δριμυτάτης κωμικότητος αφ' ενός και της λεπτοτάτης ποιήσεως αφ' ετέρου. Βεβαίως τα λυρικά του κομμάτια είναι κατεσπαρμένα και πολλάκις αλάξευτα· ο δε παραβάλλων αυτά προς τα χορικά του Σοφοκλέους και του Ευριπίδου δεικνύει κριτικήν απειρίαν. Αλλ' η μεγαλοφυία είναι φανερά και αν η επεξεργασία λείπη.
Και περί της οικονομίας των έργων του δεν εφρόντιζε πολύ ο Αριστοφάνης· αλλ' όμως έχει τόσην δύναμιν και χάριν, ώστε κάμνει και τας κωμικωτάτας επινοίας πιθανάς. Η ασεμνολογία του αφ' ενός μεν απορρέει αναμφιβόλως εκ της Ελληνικής αφελείας, η οποία ήτο αποτέλεσμα απλού και απροσποιήτου βίου· αφ' ετέρου δε δύναται να λεχθή ότι δεν εγίνετο σκοπίμως. Διδακτικόν είναι ότι ο Πλάτων ηγάπα τον Αριστοφάνη· τα πολιτικά των φρονήματα πιθανώτατα ήσαν σύμφωνα· αλλ' αν αληθεύη το λεγόμενον, ότι ο Πλάτων συνέστησεν εις τον Διόνυσον των Συρακουσών ν' αναγνώση τους Ιππέας, διά να ίδη πώς ήσαν τα πολιτικά πράγματα των Αθηνών, βεβαίως μόνον την παρρησίαν ήθελε να επιδείξη. Ο εν τω Συμποσίω λόγος του κωμωδού δεικνύει τον βαθύτερον σύνδεσμον των δύο μεγάλων ηγεμόνων της φαντασίας. Αλλά μόνον οι σύγχρονοί του ηδύναντο ν' ανέχωνται τας κωμωδίας του Αριστοφάνους. Η δ' επομένη γενεά ήθελε περισσοτέραν λεπτότητα και διαγραφήν χαρακτήρων, περισσοτέραν πλοκήν και αίσθημα και βάθος. Τοιούτον ποιητήν ηύρε τον Μένανδρον. Βεβαίως οι γραμματικοί της Αλεξανδρείας ήταν αρκετά φιλάρχαιοι, ώστε ν' αγαπώσι την αρχαίαν κωμωδίαν· διότι έβριθεν ειδήσεων περί πραγμάτων παλαιών, ήτο δύσκολος και ανήκεν όλως διόλου εις το παρελθόν· εσπούδαζον λοιπόν τον Αριστοφάνη περισσότερον παρά πάντα άλλον ποιητήν πλην του Ομήρου. Αλλ' οι μεταγενέστεροι εύρισκον αυτόν παραπολύ πικρόν, εριστικόν και βίαιον. Η περίεργος κριτική του Πλουτάρχου, συγκρίνοντος αυτόν προς τον Μένανδρον, ομοιάζει με περιγραφήν αρρώστου περί σφοδρού ανέμου (274). Την σήμερον ο Αριστοφάνης έχει την δύναμιν να εξεγείρη όσον ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Θεόκριτος, αμέσως το διαφέρον και την αγάπην σχεδόν οιουδήποτε αναγνώστου (275).
Εκ των άλλων αρχαίων κωμικών, των συγχρόνων σχεδόν του Αριστοφάνους, (πλην των ανωτέρω μνημονευθέντων) διεκρίνοντο ο Αμειψίας, γράψας πλην του Κόννου και των Κωμαστών Σαπφώ και άλλα (παρά Meineke σ. 263-9 και Kock I σ. 670-8) ο Άρχιππος γράψας πλην των Ιχθύων, Αμφιτρύωνα, Ηρακλέα κλ. (Meineke σ. 269-76· Kock I σ. 679-89), ο Καλλίας γράψας Αταλάντην και Κύκλωπας (Meineke σ. 279-83· Kock I σ. 693-99) ο Σράττις γράψας Μήδειαν, Φιλοκτήτην, Φοινίσσας κλ. (Meineke σ. 290-303 σ. Kock σ. 711-733), ο Θεόπομπος, γράψας Άδμητον, Θησέα, Οδυσσέα, Πανταλαίωντα (Meineke σ. 30-16 Kock σ. 733-56) και ο Φιλύλλιος, γράψας Αιγέα, Αύγηνι (Ναυσικάαν κλ.) (Meineke σ. 331-4 και Kock σ. 781-89). Ούτως οι πλείστοι επραγματεύοντο θέματα μυθολογικά κατά τρόπον κωμικόν, παρωδούντες τους επικούς και τους τραγικούς]
ΙΔ' ΠΛΑΤΩΝ
ΑΡΙΣΤΩΝΟΣ ΕΚ ΚΟΛΛΥΤΟΥ (427-347 π. Χ.)
Ο ΠΛΑΤΩΝ, καταγόμενος πατρόθεν μεν εκ του Κόδρου, του παλαιού βασιλέως της Αττικής, μητρόθεν δ' εκ του Σόλωνος, μικρός ανεψιός του Κριτίου και ανεψιός του Χαρμίδου, δεινός εις την γυμναστικήν και νικητής εις την πάλην, ταχύς και οξύς λογογράφος, έχων έμπνευσιν όπως γράφη εύμορφα επιγράμματα και φιλοδοξίαν προς ποίησιν τραγωδιών, κάτοχος μουσικής και μαθηματικής παιδείας, προσέτι δε γνώστης της Ηρακλειτείου φιλοσοφίας, πάντως κατά την πρώτην του νεότητα εφαίνετο τύπος λαμπρού Αθηναίου αριστοκρατικού. Ηδύνατο δε ν' αποβλέψη εις το πολιτικόν στάδιον, καθώς ο Αλκιβιάδης· αλλ' αι παραδόσεις και προτιμήσεις του έτρεψαν αυτόν εις άλλα. Διότι περιεφρόνει τα πλήθη και δεν κατεδέχετο να τα κολακεύη. Συνεμερίζετο μετά των συγγενών του την τάσιν, αν μη και την δράσιν, την αμυδρώς διαγραφομένην υπό του γράψαντος την Αθηναίων πολιτείαν ολιγαρχικού, ήτοι την πολιτικήν της έξωθεν βοηθείας. Ότε κατά πρώτον συνήντησε τον Σωκράτη, ήτο μόλις εικοσαετής και δεν ήτο ακόμη φιλόσοφος. Κατετάχθη λοιπόν και αυτός εις τους φιλαρέσκους εκείνους νέους, οι οποίοι συνώδευον τον γέροντα φιλόσοφον, διά να τέρπωνται οξύνοντες το πνεύμα των και παρακολουθούντες την γελωτοποίησιν των διακρινομένων ως σπουδαίων. Οι νέοι εκείνοι κοινωνικώς ήσαν περιωρισμένοι, αλλά και αποκλειστικοί. Απέφευγον την εκκλησίαν του δήμου, όπου οι ολιγαρχικοί δεν είχον τόπον, απέφευγον δε και το επίσημον θέατρον, διότι είχον νεωτέρας θεωρίας και συνήθως ανεγίνωσκον προς αλλήλους τα δράματά των.
Ο Πλάτων έτερπε τους φίλους του διά νέου λογοτεχνικού είδους, του μίμου. Ήτο είδος, το οποίον φαίνεται και σήμερον εισερχόμενον εις την ημετέραν λογοτεχνίαν· η πιστή δηλαδή αντιγραφή μικρών κοινωνικών σκηνών και διαλόγων, ως επί το πλείστον ευθύμων. Τότε διεσπείροντο εκ Σικελίας εις τους κύκλους των εν Ελλάδι ανεπτυγμένων τα έργα των δύο μεγάλων μιμογράφων, του Επιχάρμου και του Σώφρονος. Του Πλάτωνος τα δοκίμια ήσαν πεζά, ως οι μίμοι του Σώφρονος, επί των οποίων λέγεται ότι ενίοτε και εκοιμάτο. Τελικόν αρκετόν και πρόχειρον — όπερ ήδη μετεχειρίσθη Τισαμενός ο Τήιος — ήσαν οι μετά διαφόρων φιλοσόφων και επισήμων διάλογοι του Σωκράτους. Ο παλαιότατος διάλογος του Πλάτωνος φαίνεται σωθείς· (276) είναι ο Λάχης, όπου ο Σωκράτης εισάγεται εις τον αναγνώστην ως νεώτερος μεν και απειρότερος, αλλ' ικανός να συζητή περί οιουδήποτε ζητήματος. Δύο πατέρες, σκεπτόμενοι να προσλάβωσι κάποιον διά να διδάξη τους υιούς των « εν όπλοις μάχεσθαι», παρακαλούσι τους δύο μεγάλους στρατηγούς, τον Λάχητα και τον Νικίαν, να έλθωσιν «επί θέαν» του ανθρώπου {to see the man} και να εκφράσωσι γνώμην. Ο Σωκράτης καλείται εις την συζήτησιν και μετά τινα νόστιμον προσωπικόν χαρακτηρισμόν γίνεται φανερόν ότι οι δύο στρατηγοί δεν ηξεύρουσι τι είναι «ανδρεία» και επομένως ουδέ τι ο στρατιώτης έπρεπε να είναι. Ο μείζων Ιππίας είναι φανερώτερον κωμικός. Ο Σωκράτης παρακαλεί τον σοφιστήν να τον διδάξη τι είναι το καλόν, το ωραίον· διότι έχει ένα «ευηθέστατον και μέρμερον» φίλον { 'friend' at home 'with a big stick'} , ο οποίος τον ερωτά τοιαύτα ζητήματα, και δεν τον αφήνει να κοιμηθή μέχρις ού του απαντήση. Ο διάλογος θέλει να δείξη ότι ο Ιππίας ήτο μεν πρακτικώς ικανός και πεπαιδευμένος, αλλ' ανίκανος να συλλάβη αφηρημένην έννοιαν· δεικνύει δε και την επιτεινομένην αηδίαν του σοφιστού προς την αγροίκον γλώσσαν και την υβριστικήν συμπεριφοράν, την οποίαν ο Σωκράτης αποδίδει εις τον φανταστικόν του φίλον.
Μεταβολή εις τον τρόπον των μίμων τούτων επήλθε μετά τα συμβάντα του 404-403 π. Χ. Και άνευ της μαρτυρίας της ζ' επιστολής ηδυνάμεθα να ήμεθα βέβαιοι ότι ο Πλάτων «σφόδρα προσείχε τον νουν, τι πράξειαν» οι τριάκοντα, πειρώμενοι να καταλύσωσι τον δήμον και να επιβάλωσι την αριστοκρατίαν· (θα ελυπήθη δε πικρότατα όταν διά της αυθαιρεσίας των «χρυσόν απέδειξαν την έμπροσθεν πολιτείαν». Δύο συγγενείς του, ο Χαρμίδης και ο Κριτίας, έπεσον εντός των οδών, πολεμούντες κατά των δημοκρατικών και εστηλιτεύθησαν υπό της παλινορθώσεως. Ο Πλάτων αγαπών τον Χαρμίδην, εφαντάσθη χαρακτηριστικόν τρόπον προς υπεράσπισιν της μνήμης του. Ομολογουμένου ότι οι τριάκοντα ήσαν «υβρισταί», ποία δικαιολογία των εχώρει; Ότι δεν εγνώριζον περισσότερον οιουδήποτε άλλου ανθρώπου τι είναι «σωφροσύνη » . Διά του διαλόγου του ο Πλάτων ανατρέχει εις το παρελθόν, από του προδότου Χαρμίδου εις τον Χαρμίδην του 420, ο οποίος ήτο εύελπι μειράκιον έχον πάσας τας αρετάς, ευγένειαν, ωραιότητα, ευπείθειαν, φιλομάθειαν. Ο Σωκράτης προσποιείται ότι θα του δώση φάρμακον διά τον πονοκέφαλόν του· αλλά δεν ημπορεί κανείς να θεραπεύση την κεφαλήν άνευ του σώματος, ουδέ το σώμα άνευ της ψυχής. Είναι υγιής η ψυχή του; Έχει σωφροσύνην; Εν τέλει, εννοείται, γίνεται φανερόν ότι κανείς δεν ηξεύρει τι είναι η υγεία αυτή της ψυχής. Ο Χαρμίδης φαίνεται μεν ότι είναι σωφρονέστατος και οι φίλοι του είναι βέβαιοι περί τούτου· αλλ' εφ' όσον αγνοεί τι αληθώς είναι η σωφροσύνη, η κατοχή αυτής είναι αβεβαία· και στενοχωρούμαι πολύ, λέγει ο Σωκράτης, «ει συ τοιούτος ων την ιδέαν και προς τούτω την ψυχήν σωφρωνέστατος, μηδέν ονήσει από ταύτης της σωφρονύσης μηδέ τι σ' ωφελήσει εν τω βίω ». {The sorrow of it is to think how you, being so fair in shape, and besides that so sober in soul, will perhaps have no help in life from that Soberness} Ο Χαρμίδης αποφασίζει να προσέρχεται εις τον Σωκράτην, όπως μάθη την αληθινήν αυτής φύσιν. Ο επίτροπός του Κριτίας συμφωνεί· αλλά και ούτος έχει τόσην επήρειαν όσην ο Σωκράτης, ο λέγων· «σοι γαρ επιχειρούντι πράττειν οτιούν και βιαζομένω ουδείς οίος τ' έσται εναντιούσθαι ανθρώπων ». { when Critias intends to make some attempt and is in the mood for violence, no man living can withstand him!' }
Κατά τα 399 επήλθε το γεγονός, όπερ εσκίασεν όλον τον βίον του Πλάτωνος, η θανάτωσις του Σωκράτους. Τι έκαμε τότε ο Πλάτων, δεν είναι γνωστόν. Ο Φαίδων λέγει· «Πλάτων δε οίμαι, ησθένει» {Plato was away through sickness}· τούτο ίσως εγράφη απλώς κατά την καλλιτεχνικήν συνήθειαν, την εμποδίζουσαν τους γράφοντας να εμφανίζωνται εις τα έργα των. Αλλ' ο θάνατος του Σωκράτους υπήρξεν έκρηξις περιπαθούς και πυρίνης του Πλάτωνος ενεργείας, εντελής δε σχεδόν απόσβεσις του ελαφρού σκώμματος των παλαιοτέρων του διαλόγων. Το ύφος του ήτο πράγματι τέλειον περί τα 399· γλωσσικά τεκμήρια δεικνύουσιν ότι είχεν ήδη συνθέσει τον περί των ρητορικών επιδείξεων σαρκασμόν, ήτοι τον Μενέξενον· το άριστον των καθαρώς δραματικών του έργων, τον Πρωταγόραν μετά των εννέα χαρακτήρων του, του τελείου σκηνικού του βάθους και της λεπτής διαγραφής των διαφόρων θεωριών τον Ευθύδημον, τον κωμικώς χλευάζοντα τους εριστικούς σοφιστάς, και τον Κρατύλον, όπου ερευνάται η φύσις της γλώσσης μετά τόσης προσοχής, όση ήτο δυνατή πριν να γίνη επιστημονικόν το θέμα τούτο.
Η Απολογία, ο Κρίτων, ο Ευθύφρων, ο Γοργίας και ο Φαίδων εμπνέονται πάντες αμέσως εκ του θανάτου του Σωκράτους. Η Απολογία, το μόνον φιλοσοφικόν έργον του Πλάτωνος, όπερ δεν είναι διάλογος, υποτίθεται ότι είναι υπεράσπισις του Σωκράτους κατά την δίκην· αλλά πράγματι δεν είναι ούτε λόγος, αποτεινόμενος προς αληθινόν δικαστήριον, ούτε απάντησις εις νόμιμον κατηγορίαν, αλλά εξύμνησις του όλου χαρακτήρος του μεγάλου ανδρός εναντίον των κατόπιν ποικίλων διαδόσεων (277). Ήτο δε αδύνατον να εγράφη πριν παρέλθωσιν αρκετά έτη μετά τα 399. Ο δε Κρίτων έχει τον αυτόν σκοπόν· εξιστορεί πως ο Κρίτων είχε παρασκευάσει τρόπον δραπετεύσεως του Σωκράτους εκ της φυλακής και πως ο Σωκράτης απέκρουε πάσαν παράβασιν ή παρακοήν των νόμων. Ο Ευθύφρων είναι ελαφρόν διάγραμμα κατά το γνωστόν σχέδιον· πολλοί δηλαδή ήσαν πρόθυμοι να θανατώσωσι τον Σωκράτην ως ασεβή, ενώ ουδείς εγνώριζε τι εστιν ευσέβεια. Ο δε Φαίδων περιγράφει τας τελευταίας εν τω δεσμωτηρίω ώρας, τον περί αθανασίας της ψυχής διάλογον και την πόσιν του φαρμάκου· είναι δε πιστόν εις πάσας τας λεπτομερείας, αλλά την τοιαύτην πραγματικότητα μετριάζει εν μέρει μεν η ευγένεια των προσώπων, εν μέρει δε καλλιτεχνικόν τι τέχνασμα, όπερ ο Πλάτων ηγάπησε κατά την μέσην περίοδον της εργασίας του· ο διάλογος δηλαδή δεν παρέχεται απ' ευθείας, αλλά διηγείται αυτόν ο Φαίδων, ο οποίος ήτο τότε παρών, προς τον Εχεκράτη τον Φλειάσιον, ολίγα έτη βραδύτερον και μακράν των Αθηνών. «Ουδέν υπάρχει εν οιαδήποτε αρχαία ή νέα τραγωδία» έλεγεν ο τέως κοσμητής του κολλεγίου Balliol «ουδέν εν τη ποιήσει ή τη ιστορία (πλην ενός) αμιλλώμενον προς τας παρά Πλάτωνι τελευταίας ώρας του Σωκράτους». Χαρακτηριστικωτάτη είναι η έλλειψις δογματικότητος ή βεβαιότητος. Τα επιχειρήματα προσάγονται το έν μετά το άλλο, παρακολουθούνται μετά προσοχής και τέλος ευρίσκονται ελλιπή, τούτο δε θλίβει πάντας· το μόνον εν τέλει απομένον αναντίλεκτον είναι μεταφυσικόν, καθώς το θεώρημα του Καντίου, ότι το εγώ, αφού δεν υπάρχει εν χρόνω, ουδέ εν χρόνω δύναται να καταστραφή· «ψυχή» είναι η ζωογονούσα τα πράγματα· όταν αποθνήσκη τι, αποθνήσκει, διότι αποχωρίζεται της ψυχής· η ψυχή λοιπόν αδύνατον να εννοηθή νεκρά. Τούτο είν' επιχείρημα, πείθον έκτακτά τινα πνεύματα κατά τινας εξαιρετικάς στιγμάς. Αλλά το κοινόν ανθρώπινον σχόλιον της θεωρίας ταύτης είν' εκείνο, όπερ επιφέρει ο Πλάτων κατά την στιγμήν του αβαστάκτου πόνου, ότε ο μεν Φαίδων σκεπάζει το πρόσωπον, ο δε Κρίτων εγείρεται όρθιος, « Απολλόδωρος δε και εν τω πρόσθεν χρόνω ουδέν επαύετο δακρύων και δη και τότε αναβρυχησάμενος κλάων και αγανακτών ουδένα όντινα ου κατέκλασε των παρόντων, πλην γε αυτού Σωκράτους» {Apollodorus, who had never ceased weeping all the time, burst out in a loud and angry cry which broke down every one but Socrates}.
Ο δε Γοργίας φαίνεται ότι πραγματοποιεί την εν τη Απολογία, εκφερομένην χρησμωδίαν του Σωκράτους, ότι νυν εμέ απεκτόνατε «οιόμενοι μεν απαλλάξεσθαι του διδόναι έλεγχον του βίου, το δε υμίν πολύ εναντίον αποβήσεται, ως εγώ φημι· πλείους έσονται υμάς οι ελέγχοντες, ούς νυν εγώ κατείχον, υμείς δε ουκ ησθάνεσθε και χαλεπώτεροι έσονται όσω νεώτεροί εισι και υμείς μάλλον αγανακτήσετε» {You have killed me because you thought to escape from giving an account of your lives. But you will be disappointed. There are others to convict you, accusers whom I held back when you knew it not; they will be harsher inasmuch as they are younger, and you will wince the more}. Ο Γοργίας είναι πλήρης οδύνης εκ της προσφάτου συμφοράς. Αρχίζει δι' ερεύνης περί της φύσεως της ρητορικής και τελειώνει ως καταδίκη πάντων των ρητόρων και των πολιτικών και του όλου πολιτικού βίου των Αθηνών. Η ρητορική έχει προς την αληθινήν πολιτικήν ως η μαγειρική προς την ιατρικήν· είναι δηλαδή μία των τεσσάρων φάσεων της κολακευτικής. Υπάρχουσι δύο ειδών πολιτικοί· ο αγαθός σύμβουλος, ο αντιτασσόμενος εις τον δεσπότην όταν αδική· και ο πονηρός, ο ανέκαθεν θεραπεύων τας αρεσκείας εκείνου· ο τοιούτος πολιτικός δύναται να γίνη κατά τας περιστάσεις ευνοούμενος τυράννου ή μέγας δημαγωγός, αλλά θ' απομείνη πάντοτε και πανταχού κόλαξ, μοχθηρός και άθλιος. Αλλά πάντως «εκείνον αποκτενεί» τον αγαθόν, λέγει ο Καλλικλής, ο συνήγορος της αδικίας. « Οίδα, ωγαθέ Καλλίκλεις, λέγει ο Σωκράτης, ότι αποκτενεί μεν, αν βούληται, αλλά πονηρός ων καλόν καγαθόν όντα» {As if I did not know that," answers Socrates — "that a bad man can kill a good!}. Ο Καλλικλής παραδέχεται ότι οι υπάρχοντες πολιτικοί ήσαν κακοί, μιμούμενοι τον δεσπότην, αλλά πιστεύει ότι ο Περικλής και ο Μιλτιάδης και ο Θεμιστοκλής ήσαν αγαθοί σύμβουλοι «Εγκωμιάζεις ανθρώπους, λέγει ο Σωκράτης, οί άνευ σωφροσύνης και δικαιοσύνης λιμένων και νεωρίων και τειχών και φόρων και τοιούτων φλυαριών εμπεπλήκασι την πόλιν {they have filled the town}· όταν ουν έλθη η καταβολή αύτη της ασθενείας, τους τότε παρόντας αιτιάσονται (οι Αθηναίοι) σου δε ίσως επιλήψονται» και των άλλων ζώντων κολάκων! Ο διάλογος καταλήγει εις την θέσιν τεσσάρων αρχών ότι προτιμότερον το αδικείν του αδικείσθαι· εάν δε τις αδικήση, προτιμότερον το κολάζεσθαι· ότι πάσαν κολακείαν . . . φευκτέον· ότι το είναι δίκαιον ουχί το δοκείν εστιν ο άριστος τρόπος του βίου. Είναι χαρακτηριστικόν του Πλάτωνος ότι οργιζόμενος κατά του κόσμου δεν γίνεται κυνικός, αλλά τουναντίον η θλίψις τον κάμνει να σκέπτεται βαθύτερον και ν' αφοσιώνεται περισσότερον εις τα ηθικά ιδανικά του. Εν τω Φαίδωνι λαλεί περί ανθρώπων, οι οποίοι κατήντησαν μισάνθρωποι ένεκεν ατυχημάτων· τούτο θεωρεί κακόν, αλλά χειρότερον το κατά του «ορθού λόγου» μίσος. Ο Πλάτων περιέπεσεν, ως ο Καρλάιλ και ίσως ο Σαικσπήρος, εις το πρώτον σφάλμα, αλλ' ουδέποτε εις το δεύτερον.
Ο επόμενος διάλογος, ο Μένων, αναφέρεται εις το παλαιόν ζήτημα «ει διδακτόν η αρετή» και φέρει ακόμη το πένθος του θανάτου του Σωκράτους, εισάγων τον Άνυτον και πικρώς μνημονεύων τον υιόν του (βλ. ανωτ. σελ. 183). Επικρατεί δ' όμως καθαρά θεωρία, ιδίως η θεωρία των Ιδεών, ήδη φανερά και εν τω Φαίδωνι. Ο Λύσις είναι διάλογος περί φιλίας, ουχί σημαντικός. Ο Πλάτων ηδύνατο να πραγματευθή το θέμα τούτο μόνον υπό το όνομα του «έρωτος», τούτο δε πράττει διά δύο διαλόγων, οι οποίοι διακρίνονται και μεταξύ των Πλατωνικών έργων διά το εξαίρετον αληθώς κάλλος. Ο Φαίδρος εγράφη αργότερα, το δε Συμπόσιον αποτελεί την λήξιν της προκειμένης περιόδου. Εάν εξεφέρετο η γνώμη ότι το Συμπόσιον είναι το ύψιστον έργον της δημιουργικής πεζογραφίας πάντων των αιώνων, τέλειον εις δύναμιν, καλλονήν και αλήθειαν φαντασίας, θα ήτο δύσκολον κανείς να διαφωνήση· ουδέ είν' εύκολον ν' αντικρούση τις τον μεταφυσικόν, τον θεωρούντα τούτο ως τον βαθύτατον λεχθέντα ποτέ λόγον περί της φύσεως του έρωτος· αλλ' όμως και το Συμπόσιον όπως όλον σχεδόν το έργον του Πλάτωνος, δεν τέρπει εκείνους, όσοι δεν έμαθον οπωσδήποτε «Hellenisch zu empfinden». Περί της συνθέσεως αυτού θα σημειώσωμεν μόνον, ότι είναι η τελευταία ηχώ της καταδίκης του Σωκράτους. Η έμπνευσις του Χαρμίδου επανέρχεται ισχυροτέρα· εις την λάμψιν του Συμποσίου φθάνομεν μόνον αφού περάσωμεν το κενόν πολλών θανάτων, αφού λησμονήσωμεν πολλά γεγονότα και ίδωμεν δι' οφθαλμών ανθρώπου, εις τον οποίον τα εγκόσμια εφαίνοντο αλλόκοτα· των προσώπων άλλα μεν μας είναι τόσον άγνωστα, όσον προηγουμένως ο Καλλικλής· των δε άλλων ο μεν Αγάθων, ο νικήσας ποιητής, το είδωλον των Αθηνών, ο οποίος παραθέτει το συμπόσιον εορτάζων την πρώτην τραγικήν του νίκην, είχεν αποθάνει προ πολλού, μελαγχολικός και σχεδόν εξόριστος, εν Μακεδονία· ο δε Φαίδρος είχεν αφήσει την φιλοσοφίαν προ πολλού· ο Σωκράτης είχε θανατωθή ως εγκληματίας· ο Αλκιβιάδης είχε φονευθή υπό βαρβάρων δολοφόνων. Ο δε Αριστοφάνης υπήρξε κατά την γνώμην του Πλάτωνος είς των χειρίστων κατηγόρων του Σωκράτους. Αλλά τιμά τας Αθήνας του Περικλέους, τας οποίας ο Πλάτων ηγάπα να δυσφημή, το γεγονός, ότι πάντοτε επανήρχετο εις αυτάς, όπως επανεύρη τας ιδανικάς του συνομιλίας και αναμνήσεις. Το Συμπόσιον φαίνεται ως θέα τις εκ των εν τω Φαίδρω περιγραφομένων, ών αναμιμνήσκεται η ψυχή, «θει δε ποθούσα» να τας επανίδη. Επαναβλέπομεν αυτό διά του Απολλοδώρου εκείνου, του οποίου οι λυγμοί διέκοψαν τας εν τω Φαίδωνι αποδείξεις. Ενταύθα φιλικώς αποκαλείται «μανικός»· είναι άνθρωπος μονήρης, αγριαίνων εναντίον πάντων πλην του Σωκράτους. Εκείνος είναι ο διηγούμενος εις τον Γλαύκωνα, τον αδελφόν του Πλάτωνος, την ιστορίαν του συμποσίου· αλλ' ουδ' αυτός παρευρίσκετο τότε· συνέβη πολύ προ αυτού, καθώς και προ του Γλαύκωνος· αλλ' είχεν ακούσει αυτήν παρά του Αριστοδήμου ανθρώπου «μικρού και ανυποδήτου», ο οποίος είχε παρευρεθή μετά του Σωκράτους. Τοιουτοτρόπως δι' εμμέσων αναμνήσεων φθάνομεν εις το συμπόσιον. Ακούομεν ήδη τους διαφόρους λόγους περί της αρχής και της σημασίας του έρωτος, τέλος δε τον λόγον, τον οποίον ήκουσεν ο Σωκράτης παρά της Μαντινικής σοφής Διοτίμας. Κατ' αυτήν ο Έρως είναι υιός της Πενίας και του Πόρου· σκοπός δε του Έρωτος είναι όχι η Καλλονή, αλλ' η Αθανασία· αλλ' όμως ο Έρως μόνον εν τω καλώ διαχέεται και γεννά. Ο εραστής αρχίζει ν' αγαπά έν σώμα καλόν κατόπιν αισθάνεται «το επί πάσι τοις σώμασι κάλλος»· μετά ταύτα θεωρεί ανώτερον «το πολύ πέλαγος του καλού» {the great ocean of the beautiful}, εν ώ ευρίσκει την αληθινήν ζωήν του. Το πάθος του αρχικού γηίνου αυτού έρωτος ουδόλως φθίνει· αντέχει αυξανόμενον μέχρι τέλους, ότ' «εξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστόν την φύσιν καλόν . . . πρώτον μεν αεί όν και ούτε γιγνόμενον ούτε απολλύμενον, ούτε αυξανόμενον ούτε φθίνον, έπειτα όν τη μεν καλόν, τη δ' αισχρόν, ουδέ τοτέ μεν, τοτέ δ' ου . . . ουδ' αυ φαντασθήσεται αυτώ το καλόν οίον πρόσωπόν τι ουδέ χείρες ουδέ άλλο ουδέν ων σώμα μετέχει, ουδέ τις λόγος, ουδέ τις επιστήμη, ουδέ που όν εν ετέρω τινί, οίον εν ζώω ή εν γη ή εν ουρανώ ή εν τω άλλω, αλλ' αυτό καθ' αυτό μεθ' αυτού μονοειδές αεί όν . . Όταν δη τις εκείνο το καλόν άρχηται καθοράν, σχεδόν αν τι άπτοιτο του τέλους» { it is not like any face or hands or bodily thing; it is not word nor thought; it is not in something else, neither living thing, nor earth nor heaven ; only by itself in its own way in one form it for ever Is } του βίου. Ειπόντος ταύτα του Σωκράτους, εξαίφνης η αύλειος θύρα κρούεται και εισέρχεται ο Αλκιβιάδης φέρων στέφανον κισσού και ίων και πολλάς ταινίας επί της κεφαλής· περιγράφεται η κατάκλισις αυτού εις το συμπόσιον και έπεται ο λόγος του ο εις έπαινον του Σωκράτους, του ανδρείου, του θαυμασίου, του αγνού. Κατόπιν — ακούομεν — επέρχεται ισχυροτέρος θόρυβος περισσοτέρων αγνώστων κωμαστών· ήδη οι πλείστοι των φιλοξενηθέντων είχον απέλθει· ο Αριστόδημος, ο αναμένων τον Σωκράτη, τέλος εκοιμήθη· ότε δ' εξύπνησε «προς ημέραν ήδη, αλεκτρυόνων οδόντων», είδε «τους μεν άλλους καθεύδοντας, Αγάθωνα δε και Αριστοφάνη και Σωκράτη έτι μόνους» συζητούντας. Ο Αριστόδημος υπονυστάζων δεν ηδύνατο να παρακολουθήση τα λοιπά· ενεθυμείτο μόνον ότι ελέγετο «του αυτού ανδρός είναι κωμωδίαν και τραγωδίαν επίστασθαι ποιείν»
Περί τους χρόνους εκείνους νέαι επιδράσεις ανέπτυσσον την φιλοσοφίαν του Πλάτωνος. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του απεσύρθη μετ' άλλων Σωκρατικών εις τα Μέγαρα, όπου η ολόψυχος προστασία του Ευκλείδου αφήκεν εις το πνεύμα του Πλάτωνος σπέρματα ισοβίου σεβασμού και φιλίας προς την άγονον διαλεκτικήν της Μεγαρικής σχολής. Ο Γοργίας π. χ δυσκόλως ηδύνατο να γραφή εν Αθήναις. Λέγεται δ' ότι τότε ο Πλάτων εταξείδευσεν εις την Αίγυπτον και την Κυρήνην. Αλλά φαίνεται ότι επανήλθεν εις την πατρίδα προ του 388 π. Χ., ότ' επεχείρησε την πρώτην του μοιραίαν αποδημίαν εις την Σικελίαν. Τότε το πλείστον της νήσου εκυβερνάτο δεσποτικώς υπό του Διονυσίου του α', του οποίου ο γαμβρός ο Δίων ήτο θερμός του Πλάτωνος θαυμαστής· λοιπόν αφ' ενός μεν ο φίλος εκείνος, αφ' ετέρου δ' αι Πυθαγορικαί σχολαί και προς τούτοις η επιθυμία να ίδη το περίφημον ηφαίστειον προσείλκυσαν τον Πλάτωνα εις τας Συρακούσας· ίσως δ' εφαντάζετο και ότι πάσα αυλή τυράννου ήτο τόσον κατάλληλος διαμονή φιλοσόφου, όσον και αι δημοκρατούμεναι Αθήναι. Αλλ' ήτο περισσότερον υιός του καιρού του και της πατρίδος του παρ' όσον επίστευεν. Διότι δεν ηδύνατο ν' αφήση το αθηναϊκόν προνόμιον της παρρησίας και μετεχειρίζετο αυτό ως Αθηναίος περί των πολιτικών πραγμάτων. Ο γέρων τύραννος εδέσμευσεν αυτόν, και τον εχάρισε — τούτο έλεγεν η φήμη — εις τον εκεί Σπαρτιάτην πρεσβευτήν, ο οποίος τον επώλησεν ως δούλον εν Αιγίνη. Εκεί κάποιος Αννίκερις Κυρηναίος — πιθανώς οπαδός του Αριστίππου, — αγοράσας ηλευθέρωσεν αυτόν και δεν εδέχθη αμοιβήν παρά των φίλων του Πλάτωνος· ούτοι δε, επειδή οι έρανοι είχον ήδη συλλεχθή, εχρησιμοποίησαν το χρήμα όπως αγοράσωσι χάριν του φιλοσόφου οικίαν και κήπον ίνα διδάσκη εκεί, δηλαδή πλησίον του γυμνασίου του αφιερωμένου εις τον ήρωα Ακάδημον, είκοσι περίπου λεπτά της ώρας έξω των Αθηνών (278). Τούτο συνέβη κατά τα 387, δηλαδή δύο τουλάχιστον έτη πριν να γραφή το Συμπόσιον. Αλλά πάσα λεπτομέρεια της ιστορίας ταύτης έχει και διάφορον έκδοσιν, η δε παλαιοτάτη μαρτυρία, η Ζ' επιστολή, ουδέν άλλο διηγείται ή ότι πράγματι η εκεί διαμονή δεν υπήρξεν ευάρεστος.
Η ίδρυσις της σχολής εκείνης επανέφερε την συνήθειαν των παλαιοτέρων φιλοσόφων. Η Ακαδήμεια τεχνικώς ήτο θίασος, ήτοι θρησκευτικόν σωματείον προς λατρείαν των Μουσών, έχον αρχάς, καταστατικόν και ακίνητον περιουσίαν· ο προϊστάμενος εξελέγετο, εδιδάσκοντο δε μαθηματικά, αστρονομία, και άλλαι φυσικαί γνώσεις, προσέτι δε φιλοσοφία. Οι διδάσκοντες κατέκλυζαν την μετρίαν οικίαν του Σχολάρχου, την βιβλιοθήκην, τον κήπον και το δημόσιον γυμνάσιον, μόνον δε βραδύτερον απέκτησαν ανάλογον οίκημα. Ηκροώντο δε και γυναίκες· το ίδρυμα διετηρήθη, κατά δε την γενέθλιον του Πλάτωνος ημέραν έθυον εις αυτόν ως ήρωα ιδρυτήν, ενώ συνέβαινον πλείσται μεταβολαί τάσεων και θεωριών, μέχρις ού εδημεύθη και κατηργήθη υπό του Ιουστινιανού ως έρεισμα της ειδωλολατρείας. Η περίοδος της ιδρύσεως της Ακαδημείας ήτο γονιμωτάτη. Ολίγον μετά τον θάνατον του Σωκράτους ο Αντισθένης είχεν αρχίσει να διδάσκη εν Κυνοσάργει, τω γυμνασίω των νόθων. Μετά τον Αντισθένη περί τα 390 π. Χ. ο Ισοκράτης εδίδασκε σύστημα γενικών γνώσεων. Η δ' επομένη γενεά είδε την ίδρυσιν των σχολών του Λυκείου ή Περιπάτου υπό του Αριστοτέλους, της Στοάς υπό του Ζήνωνος και του Κήπου υπό του Επικούρου.
Οποιονδήποτε και αν ήτο το έτος της ιδρύσεως της Ακαδημείας, μετά το Συμπόσιον φαίνεται εξ εσωτερικών τεκμηρίων ότι υπήρξε σπουδαίον διάλειμμα εις την συγγραφικήν του Πλάτωνος εργασίαν. Οι δύο επόμενοι διάλογοι, ο Παρμενίδης και ο Θεαίτητος, φέρουσι την σφραγίδα του ανεγνωρισμένου φιλοσοφικού «Σχολάρχου». Ο Παρμενίδης περιέχει άμεικτον μεταφυσικήν, ήτοι κριτικήν έρευναν πρώτον μεν των υπό του Πλάτωνος καλουμένων «ιδεών», άς ημείς λέγομεν «γενικάς αντιλήψεις», δεύτερον δε του απολύτου όντος του Παρμενίδου· αι περί της γνησιότητος του διαλόγου τούτου συζητήσεις προέρχονται απλώς εκ της δυσκολίας, την οποίαν ευρίσκουσιν οι κριτικοί εις συναρμογήν αυτού προς οιανδήποτε σταθεράν θεωρίαν της Πλατωνικής φιλοσοφίας· είναι αδύνατον ο γράψας τον Παρμενίδην να επρέσβευε την άκαμπτον εκείνην «θεωρίαν των ιδεών», την οποίαν ο Αριστοτέλης εδίδαξεν ημάς να θεωρώμεν ως Πλατωνικήν. Ο Θεαίτητος έχει δραματικήν εισαγωγήν. Ο Ευκλείδης επανέρχεται μόλις εκ του Πειραιώς, όπου συνήντησε τον Θεαίτητον, ασθενή και πληγωμένον, φερόμενον εκ Κορίνθου από του στρατοπέδου, ευρίσκων δε ήδη τον Τερψίωνα, αναφέρει τον παλαιόν του Θεαιτήτου προς τον Σωκράτη διάλογον. Αλλ' η εισαγωγή είναι τι εξωτερικόν, αυτός δε ο διάλογος αναφέρεται αυστηρώς εις την θεωρίαν της γνώσεως. Ο Πλάτων παρατηρεί ότι επίτηδες παρέλειψε τα οχληρά «και εγώ έφην» ή «συνέφη», δηλαδή αφήρεσε την σκηνογραφίαν και το περιβάλλον και αφήκε γυμνοτέραν την σκέψιν.
Ο επόμενος διάλογος της περιόδου ταύτης είναι ο Φαίδρος· τα τεκμήρια είναι τόσον πειστικά, όσον δύνανται να είναι τοιαύτα τεκμήρια. Οι τεχνικοί δηλαδή όροι, τους οποίους έκοψεν ο Πλάτων, οι προς αποφυγήν της χασμωδίας τρόποι, η μικρά επιτήδευσις, η διαφαινομένη επί του μεταγενεστέρου αυτού ύφους, είναι ψηλαφηταί και εν τω Φαίδρω. Εκ των γενομένων πινάκων του λεκτικού κωλυόμεθα να θέσωμεν αυτόν ενωρίτερον του 375. Εξ άλλου δ' όμως όχι μόνον αφήνει την εντύπωσιν νεότητος, αλλ' έχει και φανεράν τινα σχέσιν προς τον κατά των σοφιστών λόγον του Ισοκράτους, ο οποίος εγράφη περί τα 390, κατά το άνοιγμα της Σχολής του. Των δύο τούτων έργων δεν δυνάμεθα να είπωμεν ποίον ήτο η πρόκλησις, και ποίον η απάντησις· εριστικά συγγράμματα κατά τους αρχαίους χρόνους εξηκολούθουν μέχρις ού εκάστη μερίς επίστευεν ότι είχεν απαντήσει αρκετά. Αλλ' ο τόνος αμοιβαίας επικρίσεως είναι φανερός, περί δε το τέλος του Φαίδρου υπάρχει κάποιον εξάγγελμα προς τον Ισοκράτη εκ μέρους του Σωκράτους· «Νέος έτι, ω Φαίδρε, Ισοκράτης» — νέος εννοείται κατά την φανταστικήν χρονολογίαν του διαλόγου — «δοκεί μοι αμείνων ή κατά τους περί Λυσίαν είναι λόγους . . . φύσει γαρ ένεστί τις φιλοσοφία τη του ανδρός διανοία· ταύτα δη ουν εγώ . . . . Ισοκράτει εξαγγέλλω». { ' Isocrates is young yet' —that is, of course, at the imaginary date of the conversation—' and is too fine material to be a mere orator ; if he will turn to philosophy, he has the genius for it.' " Take that message from me, Phαedrus, to Isocrates whom I love." }. Αλλ' εάν αυτή είναι πολεμική, βεβαίως δεν είναι ζωηρά· είναι ο τόνος του παλαιού φίλου, ρίπτοντος εις την λήθην τα περασμένα και δεχομένου να σεβασθή πάσαν διαφοράν γνώμης· είναι δε πιθανόν ότι έχομεν δευτέραν έκδοσιν του Φαίδρου. Η πρώτη θα ήτο ίσως αφορμή της οργής του Ισοκράτους· ο σωζόμενος Φαίδρος εξεδόθη δεκαπέντε έτη κατόπιν, απαντά δε ησύχως εις πολλά σημεία επικριθέντα και καταλήγει προτείνων τον ψηλαφητόν τούτον κλάδον της ελαίας.
Κατά τα έτη εκείνα ο Πλάτων ειργάζετο εις το επιπονώτατον των έργων του, την Πολιτείαν· ως εισαγωγήν προέταξε κατά το παλαιόν εύθυμον ύφος μικρόν «περί δικαιοσύνης» διάλογον μεταξύ Σωκράτους και Θρασυμάχου. Τούτο είναι το Α' βιβλίον της Πολιτείας· το λοιπόν μέρος είναι, καθόσον εξάγεται εκ της γλώσσης, ομοιόμορφον, αι δε ποικίλαι θεωρίαι περί διαιρέσεως του μακρού έργου εις διάφορα «στρώματα» μέχρι της σήμερον απέτυχον· το κύριον θέμα του μεγάλου τούτου συνόλου είναι τι εστι «δικαιοσύνη» και αν υπάρχη λόγος να είναι κανείς δίκαιος μάλλον ή άδικος. Τούτο άγει εις την συζήτησιν και ανίδρυσιν δικαίας πολιτείας· όχι καθώς θα ενόμιζεν ο νεώτερος αναγνώστης, διότι η δικαιοσύνη είναι σχέσις μεταξύ ενός ανθρώπου και άλλου — ο Πλάτων εμφαντικώς ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάτι εντός του χαρακτήρος εκάστου προσώπου — αλλά διότι είν' ευκολώτερον να ίδωμεν τα πράγματα κατ' ευρυτέραν κλίμακα. Δεν θα επιχειρήσωμεν όμως εδώ οιανδήποτε ανάλυσιν του αριστουργήματος τούτου της παρατηρήσεως, της αποδείξεως, της ειρωνείας, της φαντασίας και της ευφραδείας. Διότι εάν ελέγομεν ότι περιέχει τον «κομμουνισμόν», την εξίσωσιν των φύλων, την κατάργησιν του γάμου, την κατάλυσιν του εμπορίου, την αφιέρωσιν όλων των πόρων του κράτους εις την παίδευσιν, εν παρόδω δε και ασθενώς την κατάργησιν της δουλείας και προσέτι μικράν τυραννίαν ασκουμένην υπό θείου και φρονίμου ανδρός — τοιαύτη περιγραφή θα εφαίνετο ως γελοιογραφία. Η έννοια της Πολιτείας δύναται να κατανοηθή μόνον εξ αυτής ταύτης και μόνον διά πολλής σπουδής του ελληνικού πνεύματος ή δι' άλλης δυνάμεως ευαισθήτου φαντασίας. Επιπόλαιος ανάγνωσις αυτής είναι τόσον αδύνατος, όσον είναι δυνατή περί άλλων μεγάλων αρχαίων έργων.
Πάντα τα διανοητικά και λεκτικά προτερήματα του Πλάτωνος φθάνουσιν εις το έπακρον εν τη Πολιτεία, αλλά και πολλά των χαρακτηριστικών των πρεσβυτικών του χρόνων αρχίζουσιν ήδη να διαφαίνωνται· πρώτον και κύριον ο προς την πολιτικήν ζήλος· ο πόθος καλυτέρου τινός και ευπειθεστέρου Διονυσίου· η αυξανομένη αδημονία του φιλοσόφου ποιητού κατά της ποιήσεως, της σειρήνος, η οποία τον κρατεί μακράν της αληθείας. Ο Πλάτων ομιλεί περί της ποιήσεως καθώς ο Ράσκιν περί της λογοτεχνικής μορφής· «δεικνύω προς τους ανθρώπους απλώς το καθήκον των και αυτοί αποκρίνονται ότι το ύφος μου είν' ωραίον». Κατά τον Πλάτωνα η ποίησις είναι καθαυτό απάτη· δεν είναι αλήθεια, ουδέ καν σκιά αυτής, αλλά «τρίτη από της αληθείας, ειδώλου δημιουργός»· και όμως ημπορεί να μεθύση τους ανθρώπους εξ ηδονής! Πρέπει λοιπόν να εξορισθή τελείως εκ της δικαίας πόλεως. Ο Αριστοτέλης και όσοι εξ ημών δεν κινδυνεύομεν εκ πληθώρας της φαντασίας, όσοι δεν εσπαταλήσαμεν έτη περιπαθώς εργαζόμενοι χάριν του ιδανικού της αληθείας, της οποίας η ποίησις μας προσφέρει μόνον απλούν είδωλον, θλιβόμεθα δικαίως διά την υπό του Πλάτωνος υποτίμησιν αυτής. Τινές δε προσπαθούσι να δικαιολογήσωσιν αυτόν λέγοντες ότι ομιλών περί ποιήσεως είχεν υπ' όψιν τον Χαιρήμονα και τους παίδας του Καρκίνου. Αλλ' όχι· την αληθινήν ποίησιν, τον Όμηρον, τον Αισχύλον και εαυτόν πολεμεί ο Πλάτων· και θα ήτο ανακόλουθος προς την φιλοσοφίαν του, εάν έπραττε διαφόρως. Διότι εστήριξε τον βίον του εις την αρχήν, ότι αυστηρά διανόησις δύναται να σώση τους ανθρώπους, ότι η αλήθεια και το αγαθόν εν τέλει συναντώνται κάπου· ενόει να εργασθή προς τούτον τον σκοπόν πάση θυσία· και αν η ποίησις ήτο εμπόδιον, ν' απορρίψη και την ποίησιν. Και μετά την Πολιτείαν η ποίησις σχεδόν εκλείπει· ο Σοφιστής, ο Πολιτικός, οι Νόμοι δεν έχουσι παρά ολίγην, και αυτοί οι μύθοι γίνονται πλέον αφηρημένοι και διδακτικοί, πλην ίσως του μύθου της Ατλαντίδος εν τω Κριτία.
Περίεργον είναι ότι ο Πλάτων δεν περιλαμβάνει και τους μύθους εις την καταδίκην της ποιήσεως, αρχικώς δε και τους εδικαιολόγει. Εν τω Φαίδωνι θείον ενύπνιον προσέτασσεν επανειλημμένως προ του θανάτου του τον Σωκράτη λέγον «μουσικήν ποίει και εργάζου»· εν δε τη Απολογία, ο χρησμός των Δελφών ωνόμαζε τον Σωκράτη σοφώτατον των ανθρώπων, διότι ούτος ανεγνώριζε την άγνοιάν του. Και το ενύπνιον και ο χρησμός είναι προδήλως πλάσματα· είναι τρόποι διά των οποίων ο Πλάτων ισχυρίζετο ότι το θείον ανεγνώρισε τον διττόν αυτού Σωκράτη, τον διαλεκτικόν και τον μυθολόγον.
Πρεσβύτης ήδη ο Πλάτων, εστράφη σπουδαίως εις την πολιτικήν· τότε ανεπτύσσετο νεωτέρα γενεά φιλοσόφων, οι μέλλοντες Κυνικοί, Στωικοί και Επικούρειοι, οι όλως αποστρέφοντες το πρόσωπον από των πολιτικών και αφωσιωμένοι εις την ψυχήν των. Άλλοτε ο Πλάτων ήτο έτοιμος να κηρύξη και αυτός παρόμοιον δόγμα· ήρχισε την ζωήν αντιδρών κατά της μεγάλης πολιτικής γενεάς. Και όμως ήτο τέκνον των Περικλείων Αθηνών, η δ' εσκεμμένη αδιαφορία των ιδρυομένων σχολών θα τον ετάραξεν ως παράλειψις καθήκοντος. Τα τρία τέταρτα των κατόπιν συγγραφών του έχουσι θέμα την πολιτικήν και ο πόθος του εξωτερικού του βίου ήτο ο προσηλυτισμός του β' Διονυσίου. Την σκέψιν ταύτην οριστικώς εκφράζει κατά πρώτον διά του «μεγίστου κύματος» το οποίον θα καταστήση δυνατήν την Πολιτείαν διά της αξιώσεως όπως «ή φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή βασιλής . . φιλοσοφήσωσιν » η δ' επιμονή του ότι ο τυραννικός είναι άθλιος, ίσως ήτο συμβουλή προς τον Διονύσιον. Επί είκοσι περίπου έτη ο μέγας γέρων έθαλπε την ελπίδα ότι θ' ανεδείκνυε φιλόσοφον βασιλέα τον διεφθαρμένον εκείνον dilettante. Τοιουτοτρόπως το πνεύμα της αυταπάτης, όπερ είχεν αποδιώξει εντελώς εκ των συγγραφών του, επανήρχετο σφοδρότερον εις τον πραγματικόν του βίον.
Ο Δίων εκάλεσε τον Πλάτωνα δευτέραν φοράν εις την Σικελίαν κατά τα 367 αμέσως μετά την ανάρρησιν Διονυσίου του β' και εκείνος μετέβη εκείσε. Το αποτέλεσμα ήτο στιγμιαία έκρηξις φιλοσοφικού ενθουσιασμού εν τη αυλή των Συρακουσών· ο άνεμος ήτο πνιγηρός ένεκα της άμμου, την οποίαν οι γεωμέτραι μετεχειρίζοντο εις τα διαγράμματά των. Κατόπιν επήλθε ψυχρότης, φιλονικία, η εξορία του Δίωνος και η δυσάρεστος του Πλάτωνος επιστροφή. Αλλά νεαρός ηγεμών δύναται να μεταμεληθή και αν ήκουσε κακούς συμβούλους, δύναται κατόπιν να εννοήση την πλάνην του και να διορθωθή. Ο Πλάτων λοιπόν, λαβών δευτέραν πρόσκλησιν, απεφάσισεν
όφρ' έτι την ολοήν αναμετρήσαιμι Χάρυβδιν
{ yet again to fathom deadly Charybdis }
καθώς Ομηρικώς λέγει η Ζ' επιστολή. Αλλ' απέτυχε να συμφιλιώση τον τύραννον προς τον Δίωνα και διέφυγε σώος μόνον διά της βοηθείας των εν Τάραντι Πυθαγορείων. Ο Δίων κατέφυγεν εις αφιλοσοφήτους μεθόδους· εξεθρόνισε τον Διονύσιον τω 357 και εδολοφονήθη τω 354. Εν τω Δ' βιβλίω των Νόμων ηδύνατο ακόμη ο Πλάτων να γράφη (σ. 709 κεξ.) «τυραννουμένην μοι δότε πόλιν· τύραννος δ' έστω νέος και μνήμων και ευμαθής και ανδρείος και μεγαλοπρεπής φύσει» { Give me a tyrant-governed city to form our community from; let the tyrant be young, docile, brave, temperate, and so far fortunate as to have at his side a true thinker and lawgiver } και ευτυχής όπως εύρη «νομοθέτην άξιον επαίνου». Τούτο κείται ακριβώς εν τω μέσω του μακρού έργου· οι Νόμοι θα εγράφοντο επί έτη πολλά, καθόσον υπάρχει αισθητή διαφορά ύφους μετά το Δ' βιβλίον. Το δεύτερον ήμισυ του έργου δεν εμφαίνει πλέον καμμίαν του Πλάτωνος ελπίδα περί βασιλείου εν τω κόσμω τούτω, ίσως δε πρέπει να σχετίσωμεν και το μελαγχολικόν εκείνο χωρίον, όπου δέχεται το δόγμα το οποίον προ δέκα ετών θα επολέμει ολοψύχως, ότι δηλαδή η ψυχή είναι «και των κακών» αιτία (σ. 896). Τα λοιπά έργα της τελευταίας περιόδου είναι καθαρώς φιλοσοφικά. Ο Σοφιστής και ο Πολιτικός είναι συνέχεια του Θεαιτήτου· ακολουθούσιν εν τη μεθόδω την άχαριν «διχοτομίαν» του Παρμενίδου. Ο Σοφιστής είναι απόδειξις της αληθείας του «μη όντος», της χώρας, όπου δύναται να υπάρχη ο Σοφιστής, όστις πράγματι δεν είναι ό,τι επαγγέλλεται ότι είναι. Ο Φίληβος, ζήτησις περί του αγαθού — ότι τούτο δεν είναι ούτε γνώσις ούτε ηδονή, αλλά σχετίζεται μάλλον προς την γνώσιν — είναι αξιοσημείωτος, διότι διεξάγεται άνευ χρήσεως της καλουμένης θεωρίας των ιδεών· βάσις αυτής είναι η ένωσις του πεπερασμένου και του αιωνίου, της πληθύος και του ενός. Εκ των γλωσσικών τεκμηρίων εξάγεται ότι εγράφη καθ' όν χρόνον και το πρώτον ήμισυ των Νόμων.
Ο Τίμαιος, διάλογος περί της δημιουργίας του κόσμου, και ο Κριτίας περί της δημιουργίας της ανθρωπίνης κοινωνίας, είναι σύγχρονοι του δευτέρου μέρους των Νόμων. Ο Τίμαιος είναι ή η κενωτάτη ή η ήκιστα εννοηθείσα θεωρία του Πλάτωνος· είναι απόπειρα συγκροτήσεως του φυσικού κόσμου εξ αφηρημένων γεωμετρικών στοιχείων αντί των ατόμων του Δημοκρίτου. Ο δε Κριτίας, ο οποίος είναι ατελής, ιστορεί την δόξαν και την πτώσιν της νήσου Ατλαντίδος, η οποία ήτο ιδανικός τύπος υλικής δυνάμεως και πλούτου, πολλάς έχων ομοιοτήτας προς τας Αθήνας. Εις την σειράν ταύτην επρόκειτο να ταχθή και άλλος διάλογος, ο Ερμοκράτης, αλλ' αυτός δεν εγράφη. Ο Πλάτων απέθανεν, αφήσας ασυμπληρώτους τους Νόμους και τον Κριτίαν διακοπτόμενον εις την λέξιν «είπεν» (279).
Ο Πλάτων απέτυχεν εις τους κυρίους αγώνας της ζωής του. Ελατρεύθη αληθώς υπό μεγάλου μέρους του ελληνικού κόσμου· το μεγαλείον του κατενοήθη όχι μόνον υπό φιλοσόφων, αλλά και υπό ηγεμόνων και πολιτικών. Οι Κυρηναϊκοί πιθανώς εβαρύνοντο το ύψος του· οι δε Κυνικοί ίσως τον εμίσουν ως ψευδή Σωκρατικόν, ως φιλόσοφον των πλουσίων, ανέτως φιλοσοφούντα εν τω κήπω του αντί να συγκατοική μετά των αποκλήρων και να κραυγάζη εντός των οδών κατά της αμαρτίας. Αλλά περί το τέλος της ζωής του ήτο σχεδόν υπέρτερος ελέγχων. Και αυτοί οι κοσμικοί υπήρξαν ήπιοι προς αυτόν (280)· αι δε συκοφαντίαι της επομένης γενεάς ήσαν απλή αντίδρασις προς τας προηγουμένας υπερβολάς του θαυμασμού. Χαρακτηριστική της κοινής περί αυτού αντιλήψεως είναι η φήμη ότι ήτο υιός του Απόλλωνος και η περικόσμησις αυτού δι' Απολλωνείων μύθων· τον δε προς αυτόν σεβασμόν των φιλοσόφων αποδεικνύει ο βωμός, όν έστησεν εις αυτόν ο Αριστοτέλης, ο ούτε αισθηματικός, ούτε τυφλωμένος μαθητής.
Αλλ' ο κόσμος δεν επορεύθη όπως ήθελεν ο Πλάτων· οι εγκωμιασταί του δεν τον ήκουσαν και οι λατρευταί του τον αντέκρουσαν. Ηρεύνησεν ελπίζων να εύρη μίαν κλείδα του κόσμου τούτου, μίαν αρχήν, την οποίαν θα ηδύνατο να εφαρμόζη εις τους διανοητικούς τύπους, καθώς εις τους μαθηματικούς. Η γνώσις της αρχής εκείνης θα έκαμνε τους ηγεμόνας των Νόμων και της Πολιτείας αναμαρτήτους και δεσποτικούς. Αλλ' αυτός ο Πλάτων ενόησεν ότι δεν την είχεν εύρει. Το μέλλον ανήκεν εις τους έχοντας περισσότερον θάρρος και ολιγωτέραν αυτοκριτικήν. Ο Δημόκριτος ηδύνατο να συστηματοποιή την επιστήμην και να σχηματίζη καθωρισμένον υλιστικόν δόγμα. Ο Αντισθένης ηδύνατο να εξευτελίζη τα παν, τέχνην, μάθησιν, αυτήν την τιμήν άνευ δισταγμού. Εκείνοι ήσαν ιδρυταί των μεγάλων συστηματικών σχολών. Αλλ' ο Πλατωνισμός δεν είχε μορφήν ιδίαν. Ο μεν Σπεύσιππος, ο ανεψιός και διάδοχος του Πλάτωνος, ελάτρευεν απλώς τον θείον του και εθεώρει πάσαν κατά μέρος γνώσιν ως αδύνατον προ της γνώσεως του παντός. Ο δε Αριστοτέλης ανέπτυξεν ιδικόν του σύστημα, πρακτικόν, βαθύ, εγκυκλοπαιδεικόν, αλλ' όλως ίδιον και ουδαμώς Πλατωνικόν. Ο δε Ηρακλείδης κατέστρεψε το δημιουργικόν και μυστικόν πνεύμα του διδασκάλου και υπήρξε τρόπον τινά μομφή προς την μνήμην του.
Αλλ' ακριβώς αυτό το ασυμπλήρωτον των στοχασμών του Πλάτωνος κατέστησεν αυτόν αθάνατον. Ο Πλάτων δεν μας παρέχει σύστημα, αλλά πνεύμα, το οποίον ουδεμία ανακάλυψις δύναται να σκιάση. Λάθος είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ονειροπόλον· κατά βάθος ήτο οξύς και πολλάκις είρων. Αλλ' ανυψώνεται υπεράνω της ιδίας του ειρωνείας και εξαιρουμένης της περιόδου του Γοργίου, ατενίζει πάντοτε μάλλον προς την ωραιότητα των πραγμάτων, όπου την ευρίσκει, ή προς το κακόν. Λάθος επίσης είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ιδανικόν Απολλώνειον ήρωα, ακτινοβόλον και γαλήνιον ή να εκλαμβάνωμεν αυτόν ως όμοιον προς την θριαμβευτικήν εκείνην κεφαλήν του Ινδικού Βάκχου. Ήτο γνωστός διά την κυρτότητα και το πλατύ του μέτωπον· αι δ' επιστολαί πολλάς αναφέρουσιν ασθενείας του. Ο δε όλος τόνος του Πλάτωνος προς την τότε γενεάν ομοιάζει το ύφος του Καρλάιλ ή του Ράσκιν. Είναι πάντως ο μέγιστος καλλιτέχνης της ελληνικής, ίσως δε και πάσης άλλης παντός χρόνου πεζογραφίας. Οι αρχαίοι κριτικοί, υπεραγαπώντες την ρητορείαν, θεωρούσιν ίσον, ή και ανώτερον αυτού, τον Δημοσθένη. Ο δε Διονύσιος λαμβάνει τον χλιαρόν εν τω Μενεξένω λόγον, όπως παραβάλη αυτόν προς τον Περί του στεφάνου! Αλλ' ο κύκλος του Πλάτωνος είν' ευρύτερος· έχει περισσοτέραν αβρότητα και βάθος, και ευρύτερον ορίζοντα φαντασίας ή ο πολιτικός και ο ρήτωρ. Αναγινώσκοντες αυτόν, αισθανόμεθα παρά πάσαν την μακρολογίαν και παραδοξολογίαν, όπου τον εξωθεί η κράσις του, ότι ευρισκόμεθα ενώπιον διανοίας ικανής εις πάσαν λεπτολογίαν και εις πάσαν έξαρσιν και πτήσιν. Τα κατ' αυτού λεγόμενα είναι ανεμώδη· του Πλάτωνος ο προορισμός ήτο να φιλοσοφή (281) και να γράφη, εξετέλεσε δε και τα δύο ταύτα μετά της αυτής επιμονής και της αυτής επιτυχίας. Ολίγη αφορμή εδόθη εις αυτόν προς δράσιν κατά την κοινήν της λέξεως εκδοχήν· ότε δε τον εκάλεσεν ο Δίων, εδέχθη την πρόσκλησιν μετά τυφλού ενθουσιασμού. Αλλ' εάν η ζωή των ανθρώπων δύναται να εκτιμηθή κατά το τι σκέπτονται και εις τι αφοσιούνται, ο Πλάτων πρέπει να ταχθή μεταξύ των αγίων της ανθρωπίνης ιστορίας. Όλη του η ύπαρξις ήτο «εν τω καλώ»^ περί ουδενός δε ίσως άλλου θνητού δυνάμεθα να είμεθα τόσον βέβαιοι ότι απέβλεψε πάντοτε εις κάτι υπέρτερον οιασδήποτε κοσμικής επιτυχίας και ότι ήθελεν αδιστάκτως θυσιάσει την ζωήν χάριν εκείνου (282).
ΙΕ' ΞΕΝΟΦΩΝ
ΓΡΥΛΛΟΥ, ΕΡΧΙΕΥΣ (434-354)
Μεταξύ των πλησιεστέρων εταίρων του Σωκράτους ήσαν και δύο ιππείς, όχι πολύ διαφόρου ηλικίας· και οι δύο είχον αριστοκρατικάς και αντιθέτους του δήμου παραδόσεις, αι οποίαι παρεκώλυον πάσαν πολιτικήν των φιλοδοξίαν, αλλ' ουδέτερος αυτών ηγάπα να είναι μόνον λογογράφος. Και ο μεν Πλάτων έμεινεν εν Αθήναις, σπουδάζων μουσικήν, μαθηματικά, ρητορικήν και φιλοσοφίαν, γράφων και καίων διθυράμβους και σχεδιάζων ευριπιδείους τραγωδίας. Ο δε ΞΕΝΟΦΩΝ έφυγε διά να ζητήση τύχην έξω της Ελλάδος.
Ελέγετο ότι ο Σωκράτης, απαντήσας πρώτην Φοράν παιδίον τον Ξενοφώντα, τον εσταμάτησε διά της ράβδου του και τον ηρώτησεν αποτόμως πού εγίνοντο διάφορα πράγματα. Ο μικρός ήξευρε και απεκρίθη προσηνώς· αλλ' ο Σωκράτης επροχώρησε· Και «πού καλοί, καγαθοί γίνονται άνθρωποι;» (283) Το παιδίον εστάθη ενεόν. «Λοιπόν ακολούθει με», του είπεν ο φιλόσοφος. Ο λόγος είναι ben trovato. Ο Ξενοφών ουδέποτε ήτο φιλόσοφος, αλλ' ήτο τύπος καλού καγαθού· δηλαδή νους τετράγωνος, ευσεβής· κυνηγός και στρατιώτης· καλός οικογενειάρχης ουδέποτ' έχων θεωρητικάς τάσεις ουδέ διάθεσιν να επικρίνη την κοινήν περί θεών ή νόμων δόξαν, αλλ' έτοιμος να κηρύσση και να φιλοσοφή ησύχως περί πάντων των ολιγώτερον επικινδύνων ζητημάτων.
Λέγεται ότι υπήρξε λίαν εύμορφος, ήτο δε και ριψοκίνδυνος. Βοιωτός φίλος του, ο Πρόξενος, είχε μισθωθή υπό του σατράπου Κύρου, αδελφού του μεγάλου βασιλέως, όπως οδηγήση Έλληνας μισθοφόρους εις τα ενδότερα της Κιλικίας. Ο σκοπός της εκστρατείας δεν είχε διακοινωθή, αλλ' ο μισθός ήτο καλός και υπήρχε πιθανότης πολλών περιπετειών. Ο Πρόξενος προέτεινε να συμπαραλάβη τον Ξενοφώντα. Εκείνος απέστεργε ν' αναλάβη υπηρεσίαν υπό τον Κύρον, τον μόλις προ ολίγου εχθρόν της πατρίδος του, έλαβεν όμως συστατικά προς αυτόν και ηκολούΘησεν ως ανεξάρτητος ιππεύς. Το τέλος της ιστορίας εκείνης είναι πασίγνωστον. Τα στρατεύματα ανέβαινον αδιακόπως, απορούντα και φοβούμενα διά τον αληθινόν της πορείας των σκοπόν. Τέλος δεν ηδύνατο ν' αποκρυφθή ότι «ο στόλος ην επί βασιλέα». Τότε τινές έφυγον, αλλ' οι πλείστοι αισθανόμενοι ότι ήσαν υπόχρεοι, εβάδισαν προς τα εμπρός. Ενίκησαν τον βασιλέα παρά τα Κούναξα· αλλ' ο Κύρος εφονεύθη. Οι Έλληνες Βαθμηδόν απεμονώθησαν και περιεκυκλώθησαν. Οι πέντε στρατηγοί των, εν οίς ο ευγενής του Ξενοφώντος φίλος, ο Πρόξενος, ο Σπαρτιάτης Κλέαρχος, ο Θεσσαλός Μένων, κληθέντες υπό του Τισσαφέρνους εις σύσκεψιν, συνελήφθησαν και αναχθέντες εις τον βασιλέα, απεκεφαλίσθησαν. Οι στρατιώται έμειναν άνευ αρχηγών εν τω μέσω χώρας εχθρικής, πλέον ή χίλια μίλια μακράν ελληνικής γης. Τότε τους έσωσεν ο Ξενοφών^ την ακόλουθον νύκτα του φόνου των στρατηγών εκάλεσε τους υπολειπομένους αρχηγούς, καθήρεσε τον μόνον δειλόν αξιωματικόν, ο οποίος συνεβούλευσεν υποταγήν, άνθρωπον κατά το ήμισυ Λυδόν, φορούντα ενώτια· προέτεινε την εκλογήν νέων στρατηγών, εν οίς ήτο και αυτός, διηύθυνε την κάθοδον, τας μάχας και την πορείαν προς τα ανεξερεύνητα όρη του Βορρά. Ολίγαι ημέραι ή νύκτες επέρασαν άνευ κινδύνων μέχρι της αξιομνημονεύτου 27 του Ιανουαρίου του 400 π. Χ., ότε κατά πρώτον είδον την θάλασσαν πλησίον της Σινώπης {ο μεταφραστής διορθώνει εδώ την Σινώπη σε Τραπεζούντα}. Αλλ' ο νους του Ξενοφώντος δεν ησύχασε μέχρις ού παρέδωκε τον στρατόν του εις τον Σπαρτιάτην αρμοστήν Θίβρωνα κατά Μάρτιον του 399 π. Χ.
Τούτο ήτο λαμπρόν ανδραγάθημα. Βεβαίως αι δυσκολίαι δεν ήσαν τόσον μεγάλαι όσον εφαίνοντο· η πορεία εκείνη ήτο η πρώτη προς την Ευρώπην ένδειξις της εσωτερικής ασθενείας των ασιατικών κρατών, ήτις απεδείχθη γυμνή υπό του Αλεξάνδρου, του Πομπηίου, του Λουκούλλου και των διαφόρων κατακτητών της Ινδικής. Αλλά το αισιοδόξον θάρρος του Ξενοφώντος, το σχετικώς ανώτερόν του πνεύμα και η παιδεία του, η διαφανής τιμιότης του, η θεοσέβειά του, συνδυαζόμεναι προς πολλήν ικανότητα εις διοίκησιν ανδρών και αληθινήν στρατιωτικήν ευφυίαν προς απόκρουσιν απροόπτων κινδύνων, τον ανέδειξαν ικανόν προς εκτέλεσιν κατορθώματος, όπου πολλοί εμπειρότεροί του στρατηγοί ίσως ήθελον αποτύχει. Αλλά δεν ήτο τέλειος condottiere. Διότι οι μύριοί του, όσον και αν υπερηφανεύετο κατόπιν ο Ξενοφών διά τα ανδραγαθήματά των, θα περιελάμβανον και πολλούς εκ των χειροτέρων της Ελλάδος τυχοδιωκτών· ο δε Ξενοφών, καθώς ο Πρόξενος, τους μετεχειρίζετο ως ευγενείς ανθρώπους. Μόνον ο γέρων Κλέαρχος, ο έχων την μάστιγα εις τας χείρας και την ύβριν εις τα χείλη, ο διαρκώς συνωφρυωμένος, πλην οσάκις εγίνοντο συμπλοκαί, ήτο ο άνθρωπος ο δυνάμενος να τους δαμάζη.
Διά τον Ξενοφώντα η ανάβασις υπήρξε δόξα, αλλά και faux pas. Eκέρδισε δηλαδή ρωμαντικήν φήμην, αλλ' έχασε το επάγγελμά του. Ενεθυμείτο ότι ο Σωκράτης ουδέποτε επεδοκίμασε την εκστρατείαν· ότι ο Δελφικός θεός δεν είχεν ερωτηθή καταλλήλως· και παρηγορείτο σκεπτόμενος ότι ο οικογενειακός μάντις του προείπεν ότι αν ήτο τολμηρότερος, θα ήτο ευτυχέστερος. Η εκστρατεία του αφήκε το συναίσθημα, το οποίον σχεδόν ομολογεί, ότι ήτο αρχικός ανήρ, δηλαδή γεννημένος διά να άρχη. Έγραψε μακρόν μυθιστόρημα, την Κύρου παιδείαν, περί του αρχικού ανδρός, όπου ελαφρόν υπόστρωμα της ιστορίας του μεγάλου Κύρου καλύπτεται διά χαρακτηριστικών του νεωτέρου Κύρου και ιδανικών αυτού του Ξενοφώντος. Αλλά τούτο συνέγραψε κατόπιν. Τότε πλέον ή άπαξ ωνειρεύετο να ιδρύση αποικίαν εν Ασία και να γίνη φιλοσοφικός και στρατιωτικός αυτής ηγεμών. Ει δε μη, να έχη έν ή δύο φρούρια παρά τον Ελλήσποντον και να ενεργή ως ανεξάρτητος Έλλην κατά των βαρβάρων. Αλλά τούτο δεν επεθύμησε κανείς άλλος, ο δε Ξενοφών δεν ήθελε να καιροσκοπή ή να διαβάλλη. Λοιπόν εδίσταζε. Δεν ηδύνατο να επιστρέψη εις τας Αθήνας, όπου οι συμπολίται του τότε κατεγίνοντο να θανατώσωσι τον διδάσκαλόν του και πιθανώς θα τον υπεδέχοντο διά κατηγορίας προδοσίας. Εκτός τούτου εκεί δεν υπήρχον περιπέτειαι· περιπετείας πλείστας είχεν η Ασία. Αλλ' εν τω μεταξύ ο περιπλανώμενος ιππότης της Ελλάδος είχε την θέσιν οπλαρχηγού οδηγούντος περίπου οκτώ χιλιάδας οπλοφόρων σχεδόν ανυποτάκτων. Τινές αυτών, όπως ανεκάλυψε, διεπραγματεύοντο την τιμήν της δολοφονίας του προς τον αρμοστήν Θίβρωνα, οποίος φυσικά δεν ήθελε να έχη πλησίον του ανεξάρτητον Αθηναίον κάτοχον τόσου ατάκτου στρατού. Ο φύσει «αρχικός ανήρ» θα ηδύνατο ίσως να πράξη άλλως. Αλλ' ο Ξενοφών παρέδωκε τον στρατόν του και ανέλαβεν υπηρεσίαν υπό τους Σπαρτιάτας, συμμάχους τότε των Αθηνών, εναντίον της Περσίας.
Βεβαίως ήτο βαρεία εργασία να μεταβαίνη από αρμοστού εις αρμοστήν και να μη καταλαμβάνη καμμίαν ισχυράν θέσιν. Εν τούτοις ενυμφεύθη καλήν γυναίκα, την Φιλησίαν, είχε καλούς φίλους εν Χερσονήσω και εδοκίμασε να παραιτηθή. Τέλος κατά τα 396 ήλθεν άλλος στρατηγός, ο βασιλεύς Αγησίλαος, έχων εντολήν ν' αναλάβη δραστηριώτερον πόλεμον κατά του Αρταξέρξου. Τότε ο Ξενοφών ετάχθη εις το επιτελείον του και έγινε στενός του Αγησιλάου φίλος. Αλλ' η τύχη ήτο κακή. Κατά τα 395 αι Αθήναι συνεμάχησαν μετά του Αρταξέρξου, κατά δε το επόμενον έτος η πόλις εκήρυξε πόλεμον κατά της Σπάρτης και κατεδίκασε τον Ξενοφώντα διά «λακωνισμόν», κατηγορίαν ίσην προς τον άλλοτε «μηδισμόν», συνεπάγουσαν εξορίαν και δήμευσιν της ουσίας. Εάν ο Ξενοφών προηγουμένως εδίσταζεν, ήδη δεν ηδύνατο να εκλέξη, εισήλθεν εις την υπηρεσίαν της Σπάρτης, επέστρεψεν εις την Ελλάδα μετά του Αγησιλάου και ήτο μετ' αυτού, ίσως ουχί μαχόμενος, κατά τα 394, ότ' εκείνος ενίκησε τους συμμαχήσαντας Αθηναίους και Θηβαίους εν Κορωνεία.
Ο Ξενοφών ήτο τότε μόλις 41 ετών, αλλ' η στρατιωτική ζωή του είχε λήξει. Οι Σπαρτιάται του έδωκαν κτήμα εν Σκιλλούντι παρά την Ήλιδα και ίσως μετεχειρίσθησαν αυτόν ως πράκτορα. Επέρασε τα κατόπιν 20 έτη ιδιωτεύων καθώς ανεπτυγμένος χωροδεσπότης· δηλαδή έγραφεν αρκετά, εκυνήγει συχνά και ανέτρεψε τους δύο λαμπρούς υιούς, του τον Γρύλλον και τον Διόδωρον — τους Διοσκούρους, ως εκαλούντο — ώστε να ομοιάσωσι προς τον πατέρα των, ως τύποι του τότε ιπποτισμού. Ο κύριος σκοπός της έπειτα ζωής του Ξενοφώντος ήτο πιθανώς να επιτύχη την άρσιν της εξορίας του, ώστε οι υιοί του να μη μείνωσιν απάτριδες. Τέλος δε κατώρθωσε τούτο· ότε αι Αθήναι ανενέωσαν την προς την Σπάρτην συμμαχίαν, ο λακωνίζων δεν ήτο πλέον προδότης και οι δύο υιοί του κατετάχθησαν εις το παλαιόν του τάγμα. Ότε δε ο Γρύλλος έπεσεν εν Μαντινεία, πλείστοι συνέθεσαν επιγράμματα και επιταφίους εις τιμήν του· τότε ο Ξενοφών δεν ανήκε πλέον εις την σπαρτιατικήν υπηρεσίαν. Εξεδιώχθη εκ Σκιλλούντος υπό ανταρσίας των Ηλείων κατά τα 370 και φυγών επέρασε το υπόλοιπον της ζωής του εν Κορίνθω, ήτις ήτο ουδετέρα.
Των συγγραφικών προϊόντων της εν Σκιλλούντι διαμονής σπουδαιότατον βεβαίως και άριστον κατά το ύφος είναι η Ανάβασις. Φαίνεται δε και έν των παλαιοτάτων, καίτοι χωρία τινά — καθώς το Ε' 3, 9, όπου αναφέρει την εν Σκιλλούντι διατριβήν του διά παρατατικών — προσετέθησαν κατόπιν. Αυτοβιογραφίαι ήσαν τότε σχεδόν άγνωστοι· αλλά την δημοσίευσιν της Αναβάσεως επέβαλλον εις τον Ξενοφώντα αι εν Αθήναις περί της δράσεώς του διαδόσεις, ιδίως δε η ήδη δημοσιευθείσα υπό του Σοφαινέτου του Στυμφαλίου εξιστόρησις της εκστρατείας. Αναγινώσκομεν εν τη Αναβάσει ότι ο Σοφαίνετος ήτο ο πρεσβύτατος των στρατηγών· ότι κάποτε είχεν σχεδόν αρνηθή να υπακούση εις την διαταγήν του Ξενοφώντος όπως περάση επικίνδυνον νάπος· ότι είνε προστιμηθή δέκα μνας διά παράλειψιν καθήκοντος. Ταύτα λέγει περί αυτού ο Ξενοφών, αναμφιβόλως δε η περί Ξενοφώντος διήγησις εκείνου έχρηζεν απαντήσεως. Αλλά διατί ο Ξενοφών εδημοσίευσε το βιβλίον ψευδωνύμως και αναφέρει αυτό εν τοις Ελληνικοίς ως έργον Θεμιστογένους του Συρακοσίου; Βεβαίως δεν επειράτο σπουδαίως ν' αποκρυφθή. Το όλον ύφος αποδεικνύει ότι ο αναφερόμενος τριτοπροσώπως Ξενοφών ο Αθηναίος είναι ο πραγματικός του βιβλίου συγγραφεύς. Η εξήγησις είναι αυτονόητος· ότι δηλαδή η ψευδωνυμία ήτο προφύλαξις από δυνατής συκοφαντίας, υπαγορευομένη υπό της νομικής καταστάσεως του Ξενοφώντος, ο οποίος ήτο άτιμος, δηλαδή εκτός του νόμου· ήτο λοιπόν απηγορευμένον εις αυτόν το εν τη Αττική «λέγειν και πράττειν» κατά την νομικήν έννοιαν των λέξεων. Αφού δε δεν ηδύνατο να έχη κτήματα, ποία τάχα ήτο η θέσις βιβλίου, όπερ έγραψεν άνθρωπος τοιούτος; Υπέκειτο άρα γε εις καύσιν, καθώς τα έργα του Πρωταγόρου; Ή ο βιβλιοπώλης υπέκειτο εις καταδίωξιν; Πιθανώτατα λοιπόν ήτο φρόνιμον χάριν του νομικού τύπου να εκδοθή το βιβλίον υπό ασφαλέστερον όνομα.
Το ύφος της Αναβάσεως δεν είναι πολύ έντεχνον και η διήγησις είναι κάποτε άτονος, ενώ τα γεγονότα είναι ζωηρότατα. Και όμως εν τω συνόλω αισθανόμεθα μετά του Γίββωνος ότι «το τερπνόν τούτο έργον είναι πρωτότυπον και αυθεντικόν», τούτο δε αποτελεί ανεκτίμητον χάριν. Πλείσται λεπτομέρειαι είναι ζωνταναί· π.χ. οι Μοσσύνοικοι επιδεικνύουσι τα σιτευτά των παιδία «τεθραμμένα καρύοις φθοις» εις τους θαυμάζοντας Έλληνας, οι παρά την Τραπεζούντα αγώνες δρόμου [Δ' 8,26] γίνονται από λόφου «καλλίστου τρέχειν όπου αν τις βούληται»· οι Θυνοί καλούσιν ονομαστί τον Ξενοφώντα να εξέλθη εκ του οικήματος και ν' αποθάνη γενναίως παρά να μένη εντός και να κατακαή· υπάρχουσι δ' εκατοντάδες τοιούτων χωρίων. Εννοείται ότι ο Ξενοφών σφάλλεται κάποτε εις τας αποστάσεις και τας λεπτομερείας και η ρωμαντική τάσις, την οποίαν ευρίσκομεν εις την Κύρου παιδείαν, έχει ελαφράν αλλ' ορατήν επίδρασιν και εις την Ανάβασιν. Αι δε διακοσμητικαί προσλαλιαί είναι πενιχραί και όχι πειστικαί. Και όμως εν τω συνόλω είναι δροσερόν και χαριτωμένον έργον, όπου ο συγγραφεύς επιτυγχάνει τουλάχιστον να μη παραλύη διεγερτικωτάτην ιστορίαν.
Τα λοιπά του έργα θα διέλθωμεν ακροθιγώς. Ότε ο Σωκράτης κατηγορήθη και παρεξηγήθη, ότε ο Πλάτων και οι άλλοι Σωκρατικοί υπερήσπισαν τον διδάσκαλον, ησθάνθη και ο Ξενοφών υποχρέωσιν να γράψη τα Απομνημονεύματά του. Η αξιόλογος μνήμη του τον εβοήθησε πολύ, ώστε απεικόνισε τοιούτον Σωκράτη, οποίον θ' ανεγνώριζεν ως αληθή και μέτριος άνθρωπος σύγχρονός του. Ο Πλάτων, εξημμένος υπό των ιδίων του θεωριών, αναποφεύκτως μετέβαλε τον Σωκράτη. Αλλά του Ξενοφώντος αι ιδέαι ήσαν μικρότεραι και ευπειθέστεραι. Ο Ξενοφών δεν παρεμόρφωνεν εκτός οσάκις παρενόει. Εις τας κατόπιν εκδόσεις των Απομνημονευμάτων παρενέβαλε λεπτομερή αντίκρουσιν των κατά της μνήμης του Σωκράτους κατηγοριών του «κατηγόρου», ως ονομάζει τον Πολυκράτη, εκεί δε φαίνεται ότι αφήκε την φαντασίαν του μάλλον ελευθέραν. Αφού δε ο Πλάτων έγραψε την Απολογίαν, ο Ξενοφών ηύρε μερικά κενά· εζήτησε και εδημοσίευσε μικρόν ιδικόν του σημείωμα, την Απολογίαν. Αφού πάλιν ο Πλάτων έγραψε το Συμπόσιον, ο Ξενοφών δεν έμεινεν εντελώς ευχαριστημένος εκ της φανταστικής εντυπώσεως του αριστουργήματος εκείνου· διώρθωσε λοιπόν αυτό, γράψας ιδικόν του Συμπόσιον, επίσης φανταστικόν — διότι ήτο παιδίον ότε συνέβη το υποτιθέμενον συμπόσιον — αλλά πολύ ακριβέστερον, έργον διασκεδαστικόν και διά την αρχαιομάθειαν άξιον πολλού λόγου.
Άλλο παράρτημα των Σωκρατικών συγγραμμάτων του Ξενοφώντος, ο Οικονομικός, όπου ο Σωκράτης δίδει συμβουλάς περί διοικήσεως οίκου και των καθηκόντων ανδρός και γυναικός, κινεί κάπως ιδιαιτέρως την συμπάθειαν των νεωτέρων. Η σύζυγος είναι χαριτωμένη, καθώς αι ηρωίδες του Θακεραίη, αλλά περισσότερον δεκτική μορφώσεως, και ο μικρός διάλογος, λαμβανόμενος ομού μετά των αντιστοίχων μερών των Απομνημονευμάτων και της Κύρου παιδείας, αποτελεί το μόνον σχεδόν κατά την περίοδον ταύτην παράδειγμα της αττικής αντιλήψεως περί του ιδεώδους τύπου της συνήθους γυναικός και των συνήθων ευτυχών γάμων. Ο σοφιστής Αντιφών, ο οποίος εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έγραψε κατά το αυτό πνεύμα, πραγματικώς είναι φιλοσοφικώτερος.
Ο Ιέρων είναι διάλογος περί των τέρψεων του άρχοντος μεταξύ του τυράννου Ιέρωνος και του ποιητού Σιμωνίδου. Ο δε Αγησίλαος είν' εγκώμιον του Ξενοφώντος προς τον βασιλικόν του φίλον, κατεσκευασμένον κυρίως εξ αποσπασμάτων των Ελληνικών και δεικνύον Ισοκρατικήν τινα επιμέλειαν περί το ύφος.
Το μακρότατον του Ξενοφώντος έργον, τα Ελληνικά, διαιρείται εις δύο μέρη διακρινόμενα και κατά τον χρόνον και κατά το ύφος. Το Α' και Β' βιβλίον είναι προφανώς συνέχεια του Θουκυδίδου μέχρι τέλους του πελοποννησιακού πολέμου. Τα δε λοιπά βιβλία περιέχουσι τα χρονικά της Ελλάδος μέχρι της μάχης της Μαντινείας, καταλήγουσι δε διά της φράσεως «εμοί μεν δη μέχρι τούτου γραφέσθω· τα δε μετά ταύτα ίσως άλλω μελήσει». { So far I have written ; what came after will perhaps be another's study } Το πρώτον μέρος, αν και πολύ κατώτερον του Θουκυδίδου κατά την ακρίβειαν, την αντίληψιν, την ενότητα και το ύφος, είν' αισθητώς υπέρτερον του υπολοίπου έργου. Τα Ελληνικά, καίτοι πολλάκις λαμπρά και σαφή κατά τας λεπτομερείας, ως ιστορία είναι ασθενής. Έξω της ιδίας του παρατηρήσεως, ο Ξενοφών είναι λίαν αδύνατος. Η χρονολογία είναι σφαλερά· η σειρά των γεγονότων ακατάληπτος· του δε Επαμεινώνδου ουδεμία υπάρχει εκτίμησις. Όταν δε αναλογισθώμεν ότι η πενιχρά αύτη ιστορία είν' έργον ανδρός ικανού, πολλήν έχοντος πείραν και εξαιρετικάς ευκολίας προς συλλογήν πληροφοριών, τότ' εκτιμώμεν ακριβέστερον την έκτακτον ιδιοφυίαν του Θουκυδίδου.
Έχομεν μίαν πραγματείαν περί της Λακεδαιμονίων πολιτείας, δοκίμιον Περί προσόδων ήτοι των οικονομικών των Αθηνών, τον Ιππαρχικόν, λόγον προς διδασκαλίαν ιππάρχων, τον περί Ιππικής προς διδασκαλίαν ιδιωτών ιππέων, και τον Κυνηγετικόν. Το έργον τούτο υποπτεύεται ένεκα του ύφους, αλλά δυνατόν να είναι νεανικόν. Του δε Περί προσόδων η γνησιότης εξαρτάται κατά μέρος από χρονολογικών ζητημάτων, αλύτων εισέτι· είναι βιβλίον περίεργον και φαίνεται ότι εγράφη προς υποστήριξιν της ειρηνικής πολιτικής του Ευβούλου. Τα δε περί ιππικής δύο εγχειρίδια δεν εμπνέουσιν υψηλήν ιδέαν περί της στρατιωτικής πειθαρχίας των Ελλήνων και είναι ολιγώτερον συστηματικά παρά το Τακτικόν υπόμνημα περί του πώς χρη πολιορκουμένους αντέχειν του συγχρόνου του Αρκάδος ΑΙΝΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΑΚΤΙΚΟΥ (284)
Η δε Κύρου παιδεία δεν είναι ιστορικόν μυθιστόρημα· εάν ήτο τοιούτο, ο Ξενοφών θα ήτο είς των μεγάλων εισηγητών φιλολογικού είδους· είναι πραγματεία περί του ιδεώδους κυβερνήτου και της αρίστης κυβερνήσεως εις σχήμα ιστορίας του μεγάλου Κύρου, όπου η αλήθεια υποτάσσεται εις την διδαχήν. Ο Ξενοφών πιθανώς έλαβε το είδος τούτο παρά του Προδίκου, προτιμήσας αυτό αντί του συνήθους Σωκρατικού φανταστικού διαλόγου. Η Κύρου παιδεία εθαυμάσθη μεγάλως κατά τους αρχαίους χρόνους και τον ιη' αιώνα· το ύφος είν' εντελέστερον παντός άλλου έργου του Ξενοφώντος. Το Ανατολικόν χρώμα διατηρείται καλώς· τα επεισόδια περιέχουσι πολλά τραγικά μέρη, τα οποία δεν εμποιούσι πολλήν εντύπωσιν διά μόνον τον λόγον ότι η νεωτέρα καλαισθησία θέλει περισσοτέραν επεξεργασίαν ή όσην έστεργεν ο Ξενονοφών. Το δε πολιτικόν ιδανικόν, το οποίον αποτελεί τον κύριον του βιβλίου σκοπόν, διαγράφει νόστιμα ο Croiset ως «Βερσαλλίας του ιδ' Λουδοβίκου, διωρθωμένας υπό του Φενελώνος». Εάν πιστεύσωμεν την μαρτυρίαν του Λατίνου γραμματικού Αύλου Γελλίου, η Κύρου Παιδεία ήτο προωρισμένη ως αντίρροπον της Πολιτείας του Πλάτωνος!
Ο Ξενοφών ήτο ερασιτέχνης των γραμμάτων, όπως και του πολέμου και της φιλοσοφίας και της πολιτικής και των κυνηγίων. Ήτο δεκτικός πάσης επιδράσεως, η οποία δεν αντέκειτο προς την ηθικήν του. Το ύφος του είναι απλούν, αλλ' όχι πάντοτε· κάποτε κλίνει προς την καλλιέπειαν· το δ' εγκώμιον του Αγησιλάου δεν περιέχει χασμωδίας και μαρτυρεί την επίδρασιν του Ισοκράτους· αι δημηγορίαι των ιστοριών του και η όλη σύλληψις των Ελληνικών μηνύουσι την επίδρασιν του Θουκυδίδου. Αλλά το παράδειγμα του Πλάτωνος άγει τον Ξενοφώντα εις σύστημα μιμήσεως και διορθώσεως σχεδόν ανόητον. Και η γλώσσα του είν' επίσης δεκτική διαφόρων στοιχείων. Δεικνύει την διαλογικήν και δημοκρατικήν εκείνην έλλειψιν πάσης αποκλειστικότητος, η οποία ετάρασσε τον γράψαντα την Αθηναίων πολιτείαν Ολιγαρχικόν· περιέχει παλαιάς αγροτικάς λέξεις, ποιητικάς λέξεις, λέξεις της lingua franca των εν Ασία μισθοφόρων, και πιθανώς εμφαίνει και την μακράν εν ξέναις χώραις διαμονήν, αλλά διορισμούς δεν έχει. Εάν δε παρά πάντα ταύτα ο Ξενοφών κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους εθεωρήθη ως υπόδειγμα «αττικισμού», τούτο παρείχεν η αρχαϊκή του απλότης και ευκολία εις το γράφειν, inaffectata jucunditas αυτού. Είναι αττικός κατά τούτο, ότι ουδέν έχει παρένθυρσον { he has no bombast }, ουδέποτ' επιδιώκει να «κάμη εντύπωσιν», δύναται δε να ομιλή περί πολλών ζητημάτων, κινών το διαφέρον χωρίς να υψώνη στομφωδώς τον τόνον της φωνής του. (285)
ΙΣΤ' ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πλείστοι ερασταί των ελληνικών γραμμάτων, όσον και αν εκτιμώσι την πρόδηλον αξίαν των Ελλήνων ποιητών και ιστοριογράφων, δυσκολεύονται να θαυμάσωσιν ή και ν' αναγνώσωσι τον Λυσίαν, τον Ισοκράτη και τον Ισαίον. Η τοιαύτη απαρέσκεια είναι κατά μέρος μεν εύλογος, διότι οι Έλληνες ρήτορες δεν απεκάλυψαν εις τον κόσμον τόσα, όσα οι Έλληνες ποιηταί. Εξ άλλου δ' όμως είν' αποτέλεσμα παρεξηγήσεως. Ημείς περιμένομεν να εύρωμεν ό,τι καλούμεν «ευγλωττίαν», ν' «απαγγείλωμεν», τους αρχαίους όπως τους νεωτέρους, τον Βούρκε (286) τον Γράτταν (287) και τον Βοσσουέτον, και κατόπιν ευρίσκομεν ότι, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, τούτο δεν είναι δυνατόν. Και ο μεν Δημοσθένης είναι πράγματι δεινός, εάν δε μη ενθουσιάζη τους κοινούς νεωτέρους αναγνώστας, αιτία είναι μόνον ότι ο νεώτερος αγαπά περισσοτέραν λάμψιν και διάχυσιν και δεν δύναται ως ο αρχαίος ν' αρπάση αμέσως τα κύρια του λόγου σημεία. Αλλά τους παλαιοτέρους αττικούς ρήτορας βέβαιον είναι ότι οι πλείστοι κλείουσιν όλως ψυχροί, απορούντες διά ποίαν τέχνην ή χάριν εσώθησαν επί δύο χιλιετηρίδας ο Κατά των σιτοπωλών λόγος του Λυσίου ή ο Περί του Κλεωνύμου κλήρου του Ισαίου.
Η αλήθεια είναι ότι αποβλέπομεν προς τους συγγραφείς εκείνους ως «ρήτορας», πειθόμενοι εις την παράδοσιν. Η παράδοσις προέρχεται αφ' ενός μεν από των Ρωμαίων, οι οποίοι εστήριξαν όλην την αγωγήν εις την ρητορικήν, αφ' ετέρου ο εκ της προς το ύφος λατρείας των μεταγενεστέρων ελληνικών σχολών. Τύπος σχολικού κριτικού είναι Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, διδάσκαλος της ρητορικής κατά τους χρόνους του Αυγούστου, έχων αρκετήν ευφυίαν και πολύν ενθουσιασμόν, αλλά μη προσέχων εις τίποτε άλλο παρά την τεχνικήν ρητορικήν. Ο Διονύσιος κρίνει πάντας, Θουκυδίδην τον ιστορικόν, Πλάτωνα τον φιλόσοφον, Ισοκράτη τον δημοσιολόγον, Ισαίον τον νομικόν, Λυσίαν τον δικηγόρον, πάντας από της αυτής απόψεως — απόψεως ανθρώπου, όστις κατέτριψεν όλην του την ζωήν εις την απουδήν και την διδασκαλίαν του ύφους, και έγραψεν είκοσι βιβλία ιστοριών αποβλέπων μόνον εις το ύφος. Εις την αντίληψιν του ύφους είναι πράγματι έξοχος. Βλέπει όσα δεν διακρίνομεν ημείς και αισθάνεται περισσότερον ημών. Ομιλεί με αληθινόν μίσος κατά του Ασιατικού ή ανθηρού ύφους, όπερ εξέβαλε το γνήσιον και απέριττον Αττικόν. Τοιουτοτρόπως η παράδοσις παρημέλησε τους ιστοριογράφους, τους κωμικούς, τους φιλοσόφους, τους επιστήμονας και εκολλήθη εις τους ανθρώπους τους γράψαντας λόγους, τούτους δε, οιοσδήποτε και αν ήτο ο σκοπός των ή το περιεχόμενον του έργου των, κρίνει πάντας ως ρήτορας τεχνικούς.
Δι' ημάς η σπουδαιότης των ρητόρων είναι τριττή· πρώτον δεικνύουσι τον βαθμιαίον σχηματισμόν κανονικής και σταθεράς πεζογραφίας. Οι πρώτοι τεχνίται του πεζού λόγου είχον υπερβολικά κοσμήματα· ο Γοργίας ήτο παραπολύ ποιητικός, ο Αντιφών βαρύς, ο Θουκυδίδης δύσκολος. ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ο Χαλκηδόνιος απέφυγε πιθανώς την σειράν ταύτην των σφαλμάτων. Το ύφος του ήτο «μέσον» μεταξύ του πομπικού ύφους του Γοργίου και της οικειότητος του καθ' ημέραν λόγου. Αι κoμψαί και έρρυθμοι αυτού περίοδοι ήρεσκον εις τον Αριστοτέλη. Αλλ' ήτο δικηγόρος, όχι λογoγράφος. Το δε κατόπιν βήμα έκαμεν ο ΛΥΣΙΑΣ. O Λυσίας είχε μεγίστην πελατείαν ως συγγραφεύς λόγων επί της παλινορθωθείσης δημοκρατίας και χωρίς πολλής ρητορικής ή βαθείας γνώσεως των νόμων εφημίζετο ότι σχεδόν πάντοτε εκέρδιζε τας δίκας του. Το ύφος του είναι ύφος κοινού εξύπνου ανθρώπου, ο οποίος λέγει την υπόθεσίν του και αναπτύσσει τα επιχειρήματά του τόσον τιμίως, ώστε οι λόγοι του αντιδίκου να φαίνωνται τεχνητοί και απατηλοί. Εντός των ορίων τούτων ο Λυσίας έχει και τέλειον ύφος· αλλ' είναι και άνθρωπος ολίγης φαντασίας και γνωρίζων ότι αποτείνεται προς δικαστάς, δεν επιτηδεύει κανονικόν λογοτεχνικόν ύφος. Ο ΙΣΑΙΟΣ, βαθύς νομικός και δυνατός εις τα επιχειρήματα, έτι περισσότερον απέχει τοιούτου σκοπού. Ο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ηυστόχησεν. Το ύφος της σχολής του — όπου ανεπτύσσοντο νέοι δυνατοί εις τα γράμματα, την φιλοσοφίαν, την ιστορίαν και δυνάμενοι να πραγματευθώσι μεγάλα ζητήματα υπό φιλελεύθερον, πανελλήνιον πνεύμα, — κατά μίαν μεν έποψιν αποτελεί την τελειοποίησιν της αρχαίας πεζογραφίας, κατ' άλλην δε την καταστροφήν εκείνου, όπερ ήτο χαρακτηριστικώτατα αττικόν ή ελληνικόν. Δηλαδή το ύφος του Ισοκράτους είναι λιτόν, ορθόν, εύφωνον, απρόσωπον, αλλ' είναι και το πρώτον ελληνικόν ύφος το δυνάμενον να θεωρηθή άσχημον. Διήρκεσεν από της ημέρας εκείνης μέχρι τούδε, και είναι η βάσις της λατινικής πεζογραφίας και των νεωτέρων. Εθυσίασε τα θέλγητρα της ελληνικής εκφράσεως, την ατομικότητα, την στενήν σχέσιν μεταξύ σκέψεως και γλώσσης, την φυσικότητα του πνεύματος, το οποίον βλέπει τα πράγματα γυμνά και εκφράζει πάντα στοχασμόν διά των κοινοτάτων όρων. Η ροπή του Ισοκράτους ήτο μεγίστη εις όλην την ιδίως λογοτεχνίαν· αλλ' η επιστημονική εργασία και η ζώσα ρητορική εβάδισαν τον δρόμον των, ολίγα διδαχθείσαι παρ' αυτού.
Δεύτερον, οι ρήτορες έχουσι μεγάλην ιστορικήν αξίαν. Πάντες ήσαν Αθηναίοι και πάντες ήκμαζον μεταξύ του 420 και 320 π. Χ. Αι άλλαι περίοδοι και αι άλλαι πόλεις είτ' εστερούντο της παιδείας και της ελευθερίας της αναγκαίας προς άνθησιν πολιτικής ρητορείας, είτε, καθώς συνέβη περί των Συρακουσών, παρημελήθησαν υπό της παραδόσεως. Οι αττικοί ρήτορες είναι η κυρία δι' ημάς πηγή του αττικού νόμου και μας εισάγουσιν εις τα δικαστήρια μεγάλης πόλεως, εις τους νομικούς, τους δικαστάς, τους απατεώνας και τους συκοφάντας, τους ζητούντας να κερδίσωσι πολιτικά κεφάλαια διά της καταμηνύσεως εντίμων πολιτών. Τα αθηναϊκά πινάκια ήσαν ολιγώτερον αηδή ή πολλά μεταγενέστερα ένεκα της ηπιότητος του νόμου και της σχετικής ελλείψεως μεγάλων κακουργημάτων. Το λυπηρότατον φαινόμενον είναι η βάσανος των δούλων μαρτύρων αλλά και επί τούτων η υπερβολική σκληρότης ήτο απηγορευμένη, και πάσα βλάβη δούλου, πρόσκαιρος ή μόνιμος, ετιμωρείτο διά χρηματικής ζημίας. Αλλ' η αθηναϊκή βάσανος θα εφαίνετο πιθανώς παιγνίδιον εις τους μαστιγωτάς της Ρώμης και της νεωτέρας Ευρώπης. Ευτυχώς δε και οι κύριοι των δούλων φαίνεται ότι συχνότερον ηρνούντο να επιτρέψωσι τοιαύτην εξέτασιν, έστω και προς ζημίαν της υποθέσεώς των. Πάντα τα επιχειρήματα σχετίζονται προς την αξίαν ή απαξίαν τοιαύτης μαρτυρίας και προς τους λόγους, διά τους οποίους ο κύριος επέτρεψεν αυτήν ή όχι. Ίσως δε το παραδοξότατον είναι ότι διάδικός τις ζητεί την βάσανον μιας δούλης, όπως υποδείξη ότι ο μη δεχόμενος αντίδικος έχει έρωτα προς αυτήν.
Αλλ' οι ρήτορες έχουσι και άλλην, σπουδαιοτέραν ταύτης σημασίαν. Αι πραγματικαί λέξεις του Δημοσθένους και αυτού του Ισοκράτους περί δεινής τινος περιστάσεως είναι πηγαί γνησιώτεραι πάσης λογοτεχνικής ιστοριογραφίας. Διότι δεικνύουσι ψηλαφητάς τας τότε μεθόδους, τας ιδέας, τας πολιτικάς και ηθικάς αρχάς της δ' εκατονταετηρίδος ή μάλλον θα δείξωσιν αυτάς, όταν μελετηθώσι κάλλιον και κατανοηθώσι. Οι ρήτορες ρίπτουσι φως εις την θρησκείαν, ως ο Λυσίας εν τω Υπέρ τον σηκού λόγω, όπου ο κατηγορούμενος απολογείται διά την εκ του αγρού του εκρίζωσιν ιεράς ελαίας, και ο Υπερείδης εν τω Υπέρ Ευξενίππου· όρος τι εν Ωρωπώ ελέγετο ανήκον εις τον Αμφιάραον, ο δ' Ευξένιππος προσετάχθη υπό του δήμου να εγκατακλιθή εις το ιερόν και να είπη το όνειρόν του· το όνειρόν του ήτο προς όφελος του θεού, ο δε Πολύευκτος έκαμε πρότασιν συμφώνως προς αυτό· αλλ' η εκκλησία του δήμου, παραβλέψασα το όνειρον, απεφάσισεν ότι η πρότασις ήτο παράνομος και εζημίωσε τον Πολύευκτον 25 δραχμάς. Εκείνος ουχί αδίκως οργισθείς, εστράφη κατά του Ευξενίππου και εισήγγειλεν αυτόν «λέγειν μη τα άριστα τω δήμω τω Αθηναίων».
Πολύ φως ρίπτεται και εις την πολιτικήν, ιδίως υπό του Λυσίου εις την πολιτικήν των φατριών μετά την μεταβολήν του 404. Ίνα λάβωμεν έν παράδειγμα, ο σύντομος Κατά των σιτοπωλών λόγος του διαφωτίζει ζωηρότατα την τότε οικονομικήν κατάστασιν και την πονηρίαν των εμπόρων εκείνων, [οίτινες ήσαν μέτοικοι]. Ο δημοκρατικός ηγέτης Άνυτος ήτο σιτοφύλαξ κατά το έτος 388. Διά να κράτηση δε χαμηλήν την τιμήν του σίτου, συνεβούλευσε τους σιτοπώλας, «μη αλλήλοις αντωνείσθαι», να μη διαγωνίζωνται προς αλλήλους αγοράζοντες. Εκείνοι ενωθέντες, ηγόρασαν το όλον. Αλλ' επειδή ο νόμος απηγόρευε ρητώς [μη «πλείω σίτον συμπρίασθαι πεντήκοντα φορμών», κατεμηνύθησαν εις την βουλήν, ήτις παρέπεμψε την υπόθεσιν εις την ηλιαίαν.] Οι σιτοπώλαι ήσαν πανίσχυροι· και βλέπομεν τον Λυσίαν τον μέγαν δημοκρατικόν ρήτορα αγωνιζόμενον να θυσιάση αυτούς και να προασπίση τον Άνυτον.
Εν τέλει, θα ήτο παράλογον ν' αρνηθώμεν ότι η ελληνική ρητορική δεν έχει μόνιμον κάλλος. Οι Φιλιππικοί, οι Ολυνθιακοί, ο Περί του στεφάνου έχουσι τον αέρα εκείνον του αιωνίου μεγαλείου, τον οποίον αποπνέουσι μόνον τα ύψιστα της φαντασίας έργα· Ο Υπερείδης, ο Αισχίνης, ο Ανδοκίδης έχουσιν ύφος διάφορον, αλλά πάντες καταλείπουσι δυνατήν εντύπωσιν. Και συνήθης δε λόγος του Λυσίου πρέπει να τύχη της προσοχής του κόσμου, ως υπόδειγμα του ύφους, της λέξεως εκείνης, ήν ο Διονύσιος ονομάζει «λιτήν και αφελή», δηλαδή έχουσαν πάσαν φράσιν σαφή, χωρίς πλατειασμόν, χωρίς υπερβολήν, χωρίς άλλον διάκοσμον εκτός της φυσικής χάριτος και της οξύτητος της γνησίως αττικής. Βεβαίως δεν είν' έργον τέχνης κατά την αυτήν έννοιαν όπως ποίημα του Σοφοκλέους. Η λογογραφία δ' όμως ήτο τέχνη κατά τούτο, ότι είχε κανόνας και σκοπόν, αλλ' ο σκοπός ήτο να πείση τους δικαστάς, όχι να δειχθή ωραία· ας μη πλανώμεθα εκ του Κικέρωνος και των μεταγενεστέρων περί ρητορικής τεχνοκριτών αυτοί λαλούσι τεχνικώς. Επαινούντες την φιλοπονίαν των μεγάλων, λέγουσιν ότι ο Ισοκράτης ειργάζετο δέκα έτη διά να συνθέση τον Πανηγυρικόν τούτο είνε μεν διδακτικόν, αλλά και αδύνατον ν' αληθεύη, διότι ο Πανηγυρικός αναφέρεται εις ωρισμένην πολιτικήν κατάστασιν, η οποία δεν διήρκεσε δέκα έτη.
Ο τόνος των ρητόρων τούτων διαφέρει εντελώς του τόνου των λοιπών, είτε των μεταγενεστέρων, ως του Διονυσίου, είτε των παλαιοτέρων, ως του Αλκιδάμαντος και του Γοργίου. Πλην του Ισοκράτους, όστις επανειλημμένως ομολογεί ότι είνε διδάσκαλος της ρητορικής και όχι ρήτωρ, ευρίσκομεν την αυτήν περί ρητορικής αρχήν κρατούσαν και τότε, όπως σήμερον, ότι δηλαδή αληθινός λόγος εθεωρείτο ο απαγγελλόμενος και ότι η προπαρεσκευασμένη ή επαγγελματική ρητορική κατεγελάτο· εάν ο Αισχίνης επανελάμβανεν ανόητον του Δημοσθένους φράσιν, έπραττεν όπως θα έπραττε και σημερινός πρακτικός πολιτικός. Εις τους νεωτέρους αναγνώστας φαίνονται τεχνητοί κυρίως οι εις την ευφωνίαν αναφερόμενοι κανόνες της αρχαίας πεζογραφίας. Η αρχαία λογοτεχνία εγράφετο διά ν' αναγνωσθή μεγαλοφώνως και η μεγαλόφωνος αυτή ανάγνωσις παρέχει την κλείδα των κανόνων του ρυθμού και της χασμωδίας, ερμηνεύει δε και πολλά του συστήματος της στίξεως, π. χ την στιγμήν, την σημαίνουσαν εγκαίρως ότι πλησιάζει το τέλος της φράσεως. Σήμερον ημείς ολίγον αισθανόμεθα τον ρυθμόν και ολιγώτερον την χασμωδίαν, ήτοι την άμεσον σύμπτωσιν δύο φωνηέντων, ενώ εξ άλλου κάλλιστα αισθανόμεθα την ομοιοκαταληξίαν. Απεναντίας δε οι Έλληνες δεν απέβλεπον μεν εις την ομοιοκαταληξίαν, αλλ' ησθάνοντο βαθυτάτα τον ρυθμόν και απεστρέφοντο την χασμωδίαν. Η χασμωδία απηγορεύετο απολύτως εν τη στιχουργία. Εν δε τη προσεκτική πεζογραφία απεφεύγετο κατά διαφόρους βαθμούς υπό των πλείστων συγγραφέων μετά τα 380 περίπου π. Χ. Την συνήθειαν ταύτην θεωρείται ότι εισήγαγεν ο Ισοκράτης, ηκολούθησαν δε πάντες οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι και οι λογοτέχναι, και αυτός ο Πλάτων και ο Ξενοφών κατά τους πρεσβυτικούς των χρόνους (288). Οι ρήτορες οι δημοσιεύοντες τα έργα των ησθάνθησαν υποχρέωσιν να φυλάξωσι την επικρατήσασαν συνήθειαν. Βεβαίως κατά τας πραγματικάς συζητήσεις της εκκλησίας τοιαύται λεπτολογίαι δυσκόλως ήσαν κατορθωταί ή αισθηταί, αλλά δημοσιευόμενος λόγος έπρεπε να είχε το τεχνικόν του κτένισμα. Αλλά γραπτός λόγος ήτο κάτι εξαιρετικόν. Οι συνήθεις ρήτορες, ο Καλλίστρατος, ο Θρασύβουλος, ο Λεωδάμας ηρκούντο απλώς εις το λέγειν. Και αυτός ο Δημοσθένης θα είπε δεκαπλάσια των όσα έχει γράψει.