← Table of contents
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (continued 5)

Simos Menardos translation

Έν εκ των χαρακτηριστικών των τελετών εκείνων ήτο η παρρησία, αύτη δε παρέμεινε καύχημα της κωμωδίας. Ηδύνατο δηλαδή κανείς κατά την ωρισμένην ημέραν να πειράζη και να υβρίζη ελευθέρως οιονδήποτε πρόσωπον, ενώπιον του οποίου κατά τας λοιπάς ημέρας ο φόβος ή η ευπρέπεια επέβαλλον σιωπήν. Κατά τινας των τελετών το προνόμιον τούτο είχον μόνον αι γυναίκες. Αφ' ής η κωμωδία προπαρεσκευάζετο επιμελώς, κέντρον αυτής ήτο άσμα, γραφόμενον και εκμανθανόμενον, διά του οποίου ο χορός, ενεργών απλώς ως στόμα του ποιητού, απετείνετο προς το κοινόν περί «θεμάτων της ημέρας»· τούτο απέβη η παράβασις της προηγμένης κωμωδίας. Κατά τάλλα, αρχή της κωμωδίας ήτο κατά τας εορτάς του Διονύσου ή συγγενούς αυτού θεού θίασος προσωπιδοφόρων, οίτινες παρήλαυνον ψάλλοντες μετ' αυλών φαλλικόν άσμα και τέρποντες τους θεατάς διά προχείρων πειραγμάτων. Αλλ' ούτ' επληρώνοντο, ούτε είχον επισημότητα καμμίαν. Μόνον από του 465 π. Χ περίπου ανεγνωρίσθησαν επισήμως οι κώμοι και η κωμωδία επετράπη να σταθή παραπλεύρως της τραγωδίας. Παρουσιάσθη πρώτον κατά τα Λήναια, [μηνός Γαμηλιώνος, ήτοι κατά Ιανουάριον ή Φεβρουάριον] έπειτα δε κατά τας άλλας του Διονύσου εορτάς. Αλλά μόνον από της αρχής του πελοποννησιακού πολέμου δύο νεαροί ποιηταί, ο Εύπολις και ο Αριστοφάνης, έδωσαν καλλιτεχνικήν μορφήν εις την παλαιάν κωμωδίαν, έπλεξαν τα μεμονωμένα κωμικά κομμάτια εις μίαν πλοκήν, και οπωσδήποτε απέρριψαν ή συνεκάλυψαν τα φαλλικά. Έκτοτε η κωμωδία ανεπτύχθη γοργοτέρον και αυτής της τραγωδίας. Ο χορός έλαβεν ενεργότερον και ζωηροτέρον μέρος εις την δράσιν, η εξ αρχής κενότης αυτού εδείχθη πολύ ολιγώτερον επιζημία και εξηφανίσθη πολύ ταχύτερον. Το τελευταίον έργον του Αριστοφάνους, ο Πλούτος, δεν έχει χορόν και είναι όριον της διαμέσου αναπτύξεως της γνωστής υπό το όνομα Μέση κωμωδία, δειλοτέρας παρά την παλαιάν, όχι τόσον τελείας όσον η νέα. Κατόπιν η κωμωδία μεταπίπτουσα δυστυχώς εις ασθενεστέρας χείρας και ολιγώτερον «δαιμονίους» εγκεφάλους, διώκει την πραγματοποίησιν των προσπαθειών του Ευριπίδου, τον θρίαμβον της δραματικής ιδέας, την τέχνην την ούτε τραγικήν ούτε κωμικήν, αλλά συνάμα και τα δύο, ήτις τείνει εσκεμμένως να γίνη μίμησις της ζωής, κάτοπτρον του καθ' ημέραν λόγου, έκφρασις του πραγματικού. Η μορφή αύτη της τέχνης διαπλασθείσα διήρκεσεν έπειτα επί αιώνας· ήρχισεν ολίγον μετά τα 400 π Χ. ότε η δημοσία πενία συνετέλεσεν όσον και το αίσθημα του καλού εις την κατάργησιν του πολυδαπάνου χορού και ότε το ονομαστί κωμωδείν μετά μακρούς αγώνας και αντιδράσεις κατηργήθη. Έφθασε δε η νέα κωμωδία εις το κατακόρυφον διά του Φιλήμονος και του Μενάνδρου περί τα 300 π. Χ., επιγραφαί δε ποικίλων περί τα 160 π. Χ. χρονολογιών εδίδαξαν προσφάτως ημάς ότι και τότε ακόμη κατά τα μεγάλα Διονύσια εδιδάσκοντο πλην των παλαιών και πέντε κατ' έτος πρωτότυποι κωμωδίαι. Αλλά παράδοξος ειρωνεία της τύχης εξήλειψεν εκτός μακράς σειράς αποσπασμάτων καί τινων αδεξίων λατινικών διασκευών, το σύνολον της εξαιρέτως πλουσίας ταύτης συγκομιδής της αρχαίας λογοτεχνίας.

ΦΡΥΝΙΧΟΣ Ο ΠΟΛΥΦΡΑΔΜΟΝΟΣ (ακμάζων κατά τα 494 π. Χ.)

Ολιγώτερον σκιώδης μεταξύ των προαισχυλείων δραματικών είναι ο Φρύνιχος. Η παράδοσις έσωσε τα ονόματα δέκα του δραμάτων, και την είδησιν ότι εν τω διαλόγω μετεχειρίζετο το τροχαϊκόν τετράμετρον και εισήγαγε πρόσωπα γυναικεία. Ο Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε *Μιλήτου άλωσιν, ότι του επεβλήθη πρόστιμον [διότι υπέμνησεν οικεία κακά] και ότι το θέμα τούτο κατόπιν απηγορεύθη. Η πτώσις της Μιλήτου ήτο εθνική συμφορά, πάντως δε το δράμα περιείχε και πολλά δυσάρεστα εις τας φατρίας. Ο Φρύνιχος επέτυχε περισσότερον εις άλλο συγχρόνου πηγής έργον, τας *Φοινίσσας εκεί ο χορός παρίστανε τας συζύγους των Φοινίκων του Ξέρξου ναυτών, η δε σκηνή τον θάλαμον του συμβουλίου του βασιλέως, όπου οι γέροντες ανέμενον τα νέα του πολέμου. Ο Φρύνιχος πιθανώτατα τότε έτυχε του άθλου έχων χορηγόν αυτόν τον Θεμιστοκλή, τον αληθινόν, καίτοι φυσικά μη ανημονευόμενον, ήρωα του έργου. Λυπηρά προ πάντων είναι η απώλεια των λυρικών αυτού μερών, των περιέργων απηρχαιωμένων μελών, τα οποία και κατά τας ημέρας του Πελοποννησιακού πολέμου εψιθύριζον ακόμη οι τραχείς παλαίμαχοι του Μαραθώνος,

λύχνους έχοντες και μινυρίζοντες μέλη αρχαιομελισιδωνοφρυνιχήρατα. (Αριστοφ. Σφήκες 220).

{ Lights in their hands, old music on their lips, Wild honey and the East and loveliness }

Η χάρις και τρυφερότης των σωζομένων αποσπασμάτων του Φρυνίχου παρέχει εις ημάς το μέτρον, όπως εννοήσωμεν πόσον το μεγαλείον ύφος του Αισχύλου ωφείλετο μάλλον εις τον ίδιον αυτού χαρακτήρα παρά την τέχνην του καιρού του· αληθινόν όμως απομένει ότι τα Μηδικά έπραξαν υπέρ της τραγωδίας ό,τι περίπου αι μεταναστάσεις υπέρ του Ομήρου και ότι ο Φρύνιχος και ο Αισχύλος ήσαν αμφότεροι «Μαραθωνομάχοι» (236).

Ι' ΑΙΣΧΥΛΟΣ

ΕΥΦΟΡΙΩΝΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΟΣ (525-456 π. Χ.)

Ο Αισχύλος κατήγετο εξ αρχαίων ευπατριδών. Ήλθε δε εις το άστυ εξ Ελευσίνος, της έδρας όχι μόνον μυστηρίων της Δήμητρος, αλλά και ειδικής λατρείας Διονύσου του Ζαγρέως, κειμένης πλησίον του δήμου του Θέσπιδος, της Ικαρίας. Λέγεται ότι ενωρίς ήρχισε να δραματουργή αλλά κατά τα 490 εκλήθη μακράν της σκηνής, ίνα πολεμήση εν Μαραθώνι, όπου ο αδελφός του Κυναίγειρος έπεσεν ενδόξως. Την πρώτην του ποιητικήν νίκην ενίκησε κατά το μέσον της κατόπιν εννεαετούς ειρήνης (484)· τέσσαρα δ' έτη βραδύτερον ηκολούθησε και αυτός την γενικήν έξοδον εις τα πλοία και την Σαλαμίνα, ότε εις την διάθεσιν των βαρβάρων αφείθησαν οι λίθοι των Αθηνών. Τα έτη εκείνα ήσαν κατάλληλα προς ενδιάθετον γένεσιν τραγωδιών και στοχασμών μεγάλων, αλλ' όχι και προς συγγραφήν αυτών και διδασκαλίαν. Κατά τα 476 ο Αισχύλος παρευρέθη πιθανώς εις τους εν Θράκη πολέμους· ηχώ τούτων έχομεν εν τη τετραλογία *Λυκουργεία (237) και εν τοις Πέρσαις (στ. 866). Ολίγον δε κατόπιν ήλθεν εις τας Συρακούσας, ίσως χάριν πολιτικών σκοπών, και έγραψε τας *Αιτναίας εις τιμήν της πόλεως Αίτνης, ήν τότε ίδρυεν ο Ιέρων (476-5) επί των προπόδων του ηφαιστείου.

Από του 484 και εξής ο Αισχύλος επρώτευε πιθανώς μεταξύ των εν Αθήναις ποιητών, καίτοι οι δύο γηραιοί αντίπαλοί του, ο Πρατίνας και ο Φρύνιχος, και πλην άλλων και υιοί τούτων, ο Αριστίας και ο Πολυφράδμων, από καιρού εις καιρόν ενίκων αυτόν και καθόσον ηξεύρομεν, ήσαν άξιοι των επάθλων. Παλαιοτάτη των σωζομένων τραγωδιών αυτού φαίνονται αι Ικέτιδες αλλά η πρώτη χρονολογικώς γνωστή είναι οι Πέρσαι, δι ών ενίκησε την πρώτην του νίκην κατά τα 470 π. Χ.

Κατά τα 478 απήλθεν εκ νέου εις τας Συρακούσας, άγνωστον και πάλιν προς ποίον σκοπόν, αν και λέγεται ότι εδίδαξε και εκεί τους Πέρσας. Κατά τα 468 ηττήθη πρώτην φοράν υπό του νεαρού Σοφοκλέους. Αλλά κατά το επόμενον έτος ενίκησε και πάλιν διά των Επτά επί Θήβας. Δεν γνωρίζομεν το έτος της μεγάλης τριλογίας του Προμηθέως, αλλ' αύτη, καθώς και η Λυκούργεια, φαίνεται ότι εδιδάχθησαν κατόπιν. Εσχάτη δε των νικών του ήτο η Ορέστεια [Αγαμέμνων, Χοηφόροι και Ευμενίδες) κατά τα 458. Κατόπιν απήλθε και πάλιν εις την Σικελίαν — οι μικροί άνθρωποι της παρακμής εικάζουσιν ότι εζήλευσε διά την προ δεκαετίας νίκην του Σοφοκλέους! — και απέθανεν αιφνιδίως εις την Γέλαν τω 406. Ο συρμός επανέφερε συχνά τα δράματά του επί της αθηναϊκής σκηνής, — τινές έχαιρον ότι δι' αυτών ηττάτο ο Ευριπίδης — αλλά και ειδικός νόμος εψηφίσθη προς αναπαράστασιν των τραγωδιών του και οριστικώς εθεωρήθη ως κλασσικός ήδη προ των χρόνων του Πλάτωνος. Ο δε περίφημος χάλκινος ανδριάς του κατεσκευάσθη χάριν του λιθίνου θεάτρου, όπερ ανήγειρεν ο Λυκούργος περί τα 330 π. Χ.

Το επίγραμμα, όπερ ελέγετο ότι είχε γράψει χάριν του εν Γέλα τάφου του, είναι χαρακτηριστικόν· ουδέ λέξις περί των ποιημάτων του· μόνον δύο στίχοι μετά τας αναγκαίας περί του ονόματος και του τόπου της γεννήσεως πληροφορίας, λέγουσιν·

Αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιοι άλσος αν είποι Και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.

{ grove of Marathon can bear witness to his good soldierhood, and the long- haired Mede who felt it! }

Είναι πιθανώτατον ότι η αντιμετώπισις του θανάτου κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν του ενετυπώθη ως η υπερτάτη του βίου του στιγμή, και ίσως η ποίησίς του δεν του εφαίνετο τελεία· διότι συχνά και εις τα ακρότατά της ύψη εμποιεί τοιαύτην εντύπωσιν.

Των 90 δραμάτων, όσα έγραψεν ο Αισχύλος, έχομεν επτά. Τούτων εικάζομεν ότι αρχαιότατον είναι αι Ικέτιδες — παράδοξον και ωραίον έργον, όμοιον προς ταρχαϊκά εκείνα αγάλματα, τα έχοντα άκαμπτα μέλη και έκφρασιν γελαστήν αλλά λιθίνην. Και η υπόθεσις είναι αρχαϊκή, καταλληλοτέρα προς μέλος ή προς δράμα. Ικέτιδες είναι αι 50 κόραι του Δαναού αι καταφυγούσαι εις το Άργος, διά να μη υπανδρευθώσι τους εξαδέλφους των, τους 50 υιούς του Αιγύπτου. Ο τρόμος των εμφαίνει χρόνον, ότε γάμος μεταξύ πρώτων εξαδέλφων ενομίζετο ως αιμομιξία (238). Ζητούσι την προστασίαν του Πελασγού βασιλέως του Άργους, ο οποίος αναφέρει το ζήτημα εις τον δήμον. Ο δήμος δέχεται τας Ικέτιδας και ο αγέρωχος Αιγύπτιος κήρυξ αποδιώκεται. Εν τοις *Θαλαμοποιοίς οι υιοί του Αιγύπτου διώκουσι τας Δαναΐδας, νικώσι τον Δαναόν και απαιτούσι τας νύμφας. Ο Δαναός, προτιμών τον φόνον παρά την αιμομιξίαν, παραγγέλλει τας κόρας του να δολοφονήσωσι τους άνδρας των κατά την νύκτα του γάμου, πάσαι δ' εκτελούσι τούτο εκτός της Υπερμήστρας, η οποία [σώσασα τον Λυγκέα] κατηγορείται εις τας *Δαναΐδας ως υπανδρευθείσα τον εξάδελφόν της και παρακούσασα την πατρικήν εντολήν, αθωώνεται δε διά της βοηθείας της Αφροδίτης. Αι Ικέτιδες φαίνεται ότι εδιδάχθησαν επί της παλαιάς κυκλικής ορχήστρας μετά «κοινοβωμίας» εν τω μέσω και ειδώλων κύκλω. Δεν υπάρχει πρόσοψις ανακτόρου και ο μόνιμος αριθμός 50 χορευτών καθ' όλην την τριλογίαν γεννά την υπόνοιαν, ότι ο παλαιός κυκλικός χορός ήτο ακόμη αδιαίρετος.

Οι Πέρσαι (472 π. Χ.) ήτο το μεσαίον δράμα τριλογίας, ής το πρώτον ωνομάζετο *Φινεύς, ο τυφλός γέρων του αργοναυτικού μύθου, όστις πιθανώς επροφήτευε κάτι περί μεγαλυτέρας συγκρούσεως μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, ής η εκστρατεία εκείνη ήτο η αρχή· τρίτον ήτο ο Γλαύκος αλλ' υπήρχον δύο δράματα φέροντα το όνομα τούτο και η πλοκή δεν είναι βεβαία. Οι δε Πέρσαι εγράφησαν κατά το υπόδειγμα των *Φοινισσών του Φρυνίχου· αι πρώται λέξεις και των δύο είναι σχεδόν αι ίδιαι και η σκηνή αμφοτέρων υπόκειται εν τω συμβουλίω των Σούσων, καίτοι κατόπιν εν τοις Πέρσαις μεταφέρεται παρά τον τάφον του Δαρείου. Οι Πέρσαι ολίγην έχουσι πλοκήν κατά την συνήθη της λέξεως σημασίαν. Αλλ' η βαρεία ομίχλη των πρώτων σκηνών, αι φοβεραί αστραπαί της αληθείας, η επίκλησις της σκιάς του γηραιού βασιλέως Δαρείου, όστις ουδένα Πέρσην έκαμε να κλαύση, και η σκυθρωπή προφητεία του περί της επερχομένης καταστροφής, πάντα ταύτα ενέχουσι το σπέρμα μεγάλης δραματικής δυνάμεως. Εις τον αναγνώστην απομένει αλησμόνητος

«Ασίας θούριος άρχων», πολύχειρ και πολυναύτας, Σύριον θ' άρμα διώκων [84].

{ the many arms and many ships, and the sweep of the chariots of Syria }

και κατά τα χορικά και κατά την εξαισίαν περιγραφήν της μάχης. Το δε γεγονός, ότι οι Πέρσαι είναι η πρώτη αφήγησις μεγάλης ιστορίας υπό μεγάλου ποιητού, όστις και αυτός συνετέλεσεν εις το αποτέλεσμα εκείνο, καθιστά το δράμα μοναδικόν εν τη λογοτεχνία· η δε καλλονή του είναι αληθώς ανταξία της σημασίας ταύτης.

Οι δ' Επτά επί Θήβας ήσαν το τρίτον δράμα της τριλογίας μετά τον *Λάιον και τον *Οιδίποδα. Κατά παλαιάν παραλλαγήν του μύθου ο Οιδίπους μετά την ανακάλυψιν της πλάνης εχωρίζετο την Ιοκάστην και ενυμφεύετο την αδελφήν αυτής Ευρυγάνειαν. Αλλ' ο Αισχύλος έλαβε την υπόθεσιν κατά την οικτροτάτην αυτής μορφήν, την πασίγνωστον. Οι Επτά παριστώσι την πολιορκίαν των Θηβών υπό του εξορίστου Πολυνείκους, την μάχην και την αλληλοκτονίαν των αδελφών, εθαυμάζοντο δε μεγάλως υπό των παλαιών ως δράμα «Άρεως μεστόν»

ο θεασάμενος πας αν τις ανήρ ηράσθη δάιος είναι

{ that made every one who saw it wish forthwith to be a 'fiery foe,' }

κατά τον Αριστοφάνη (Βατράχων 102). Πράγματι δε η ατμόσφαιρα είναι πολεμική, οι χαρακτήρες απλοί και δυνατοί. Και όμως οι Επτά είναι μεν έργον λαμπρόν και δυνατόν, αλλ' ίσως είναι το μόνον των Αισχυλείων δραμάτων, όπερ φέρει αμυδροτέραν την σφραγίδα μεγάλου ποιητού. Φαίνεται μάλλον ως καλόν έργον υποδεεστέρου (239).

Πολύ διάφορος είναι ο Προμηθεύς, έργον της αυτής μεταβατικής περιόδου, απαιτούν τρεις υποκριτάς εν τω προλόγω, όπως και οι Επτά πιθανώς απαιτούσιν εν τη εξόδω. Η τριλογία φαίνεται ότι συνέκειτο εκ του Δεσμώτου Προμηθέως, του *Λυομένου Προμηθέως και του *Πυρφόρου Προμηθέως (240). Η υπόθεσις είναι τιτανική και χρειάζεται μεγάλην και πτεροφόρον φαντασίαν, διά δε των χειρών του Αισχύλου και [κατά τα 1819] του Shelley' διεπλάσθη εις δύο των μεγίστων του κόσμου δραματικών έργων. Ο Προμηθεύς είναι ο τύπος του ανθρώπου, του μαχομένου κατά της τυραννικής δυνάμεως της διεπούσης τον κόσμον τούτον. Έσωσε τον άνθρωπον από της επιβουλής του Διός, τον εδίδαξε τας τέχνας του πολιτισμού και προ πάντων του έδωσε το πυρ, το οποίον άλλοτε ήτο θείον κτήμα, φυλαττόμενον εν τω ουρανώ. Διά την ανταρτικήν ταύτην αγάπην των ανθρώπων είναι προσηλωμένος επί υψηλοκρήμνου πέτρας του Καυκάσου· αλλά δεν υποτάσσεται, πρώτον μεν διότι είναι αθάνατος, έπειτα δε διότι κατέχει μυστικόν, εξ ού κρέμαται η τύχη του ουρανού και της γης. Ο Ζευς δοκιμάζει δι' απειλών και βασάνων να τον συντρίψη· αλλ' ο Προμηθεύς δεν εννοεί να εγκαταλείψη τους ανθρώπους. Και αι Ωκεανίδες, αι συναχθείσαι διά να τον παρηγορήσωσι, δεν θέλουσι να εγκαταλείψωσι τον Προμηθέα· αντιμετωπίζουσι τους αυτούς κεραυνούς και βυθίζονται μετ' αυτού εις την άβυσσον. Η δράσις συμβαίνει εις την αρχήν και το τέλος του δράματος, το δε μεσαίον μέρος, αναπληρούν κατά το φαινόμενον αιώνας μάλλον ή ημέρας, κατέχουσι μακραί διηγήσεις του Προμηθέως προς τας Ωκεανίδας, η άκαρπος παρέμβασις αυτού του Ωκεανού και η παράδοξος είσοδος άλλου θύματος του Διός, της εξάλλου Ιούς, διωκομένης υπό οίστρου και φοβουμένης το φάσμα του μυριωπού Άργου. Ο χορός του Προμηθέως είναι κατά τον χαρακτήρα και την δραματικήν τελειότητα ο κάλλιστος ίσως και ικανοποιητικώτατος των σωζομένων ελληνικών δραμάτων. Τα μέλη παρέχουσιν εντύπωσιν Weltschmerz, ομοίαν δε ταύτης θα ήτο δύσκολον να εύρη τις προ του δεκάτου ενάτου μ. Χ. αιώνος. Η όλη γη συμπάσχει μετά του Προμηθέως [στ. 431-5]

βοά δε πόντιος κλύδων ξυμπίτνων, στένει βυθός, κελαινός Άιδος δ' υποβρέμει μυχός [γας] πηγαί ο αγνορύτων ποταμών στένουσιν άλγος οικτρόν.

{ There is a cry in the waves of the sea as they fall together, and groaning in the deep ; a wail comes up from the cavern realms of Death, and the springs of the holy rivers sob with the anguish of pity! }

Αλλαχού ο τόνος είναι φιλικώτερος [στ. 545 — 553]

φέρ' όπως άχαρις χάρις, ω φίλος, ειπέ πού τις αλκά; τις εφαμερίων άρηξις; ουδ' εδέχθης ολιγοδρανίαν άκικυν, ισόνειρον, | α το φωτών αλαόν γένος έμπεπο | δισμένον; ούποτε πολλαί ταν Διός αρμονίαν θνατών παρεξίασι βουλαί.

{ Nay, thine was a hopeless sacrifice, O beloved; speak — what help shall there be, and where? What succour from things of a day? Didst thou not see the little- doing, strengthless, dream-like, wherein the blind race of man is fettered? Never, never shall mortal counsels outpass the great Harmony of Zeus! }

Ο Ζευς είναι ακαταμάχητος· οι υπακούοντες εις αυτόν είναι ήσυχοι και ευτυχείς, όπως ήσαν άλλοτε αι Ωκεανίδες. Αλλ' όμως αισθάνονται ότι είναι κάλλιον να εξαναστώσιν.

Ουδέν ίσως κομμάτιον αφανισθείσης λογοτεχνίας είναι τόσον επιθυμητόν όσον ο *Λυόμενος Προμηθεύς. Ποία συνδιαλλαγή ήτο άρα γε δυνατή; Εις πολλά σημεία ο Ζευς εντέλει δικαιολογείται. Παραδείγματος χάριν, η κατά το φαινόμενον άσκοπος καταδίωξις της Ιούς άγει εις αποτελέσματα μεγάλα, δηλαδή πλην άλλων την γέννησιν του Ηρακλέους, ο οποίος είναι άλλος λυτρωτής της ανθρωπότητος και ελευθερωτής του Προμηθέως. Εξ άλλου φαίνεται ότι ο Προμηθεύς δεν έχει σκοπόν ν' ανατρέψη τον νέον τύραννον, όπως ο Προμηθεύς του Shelley, αφού είχε σκοπίμως βοηθήσει αυτόν κατά των παλαιών τυφλών δυνάμεων, του Κρόνου και των Τιτάνων· αλλ' εννοεί τρόπον τινά να του αποσπάση ένα συνταγματικόν χάρτην και να σώση τοιουτοτρόπως τους ανθρώπους. Αλλά χρειάζεται άλλος Αισχύλος διά να λύση τον δεσμόν τούτον κατά τρόπον αντάξιον του πρώτου. Περί δε του δευτέρου δράματος μανθάνομεν ότι ήρχιζεν επανερχομένου του Προμηθέως εις το φως μετά 30 χιλιάδας ετών, τον δε χορόν απετέλουν Τιτάνες. Το τελευταίον δράμα ο * Πυρφόρος Προμηθεύς φαίνεται ότι ηρμήνευε την εν Αθήναις καθιέρωσιν της εορτής του Προμηθέως. Τοιαύται αρχαί εορτών ήσαν δραματικά θέματα συνήθη.

Η Ορέστεια είναι το ύψιστον κατόρθωμα του Αισχύλου και ίσως όλης της ελληνικής δραματουργίας. Ενέχει όλην την λάμψιν της γλώσσης και την λυρικήν γοητείαν των παλαιών τραγωδιών, το παλαιόν και σχεδόν υπεράνθρωπον μεγαλείον του διαγράμματος, είναι δ' εξίσου δυνατόν και βαθύ εις χαρακτηρισμούς, εξίσου τραγικόν ως το κάλλιστον του Σοφοκλέους έργον. Η εν τω Αγαμέμνονι σκηνή της Κασσάνδρας, όπου η μελλοθάνατος μάντις, την οποίαν ουδείς πιστεύει, βλέπει το όραμα του θανάτου, όστις περιμένει αυτήν και τον βασιλέα εντός του ανακτόρου, είναι φρικαλέα επί της σκηνής, μελετωμένη δε κατ' ιδίαν φαίνεται αιωνίως ζωηρά. Η πρώτη τραγωδία περιέχει τον φόνον του Αγαμέμνονος κατά την θριαμβευτικήν εκ της Τροίας επιστροφήν του υπό συζύγου, κατά της οποίας διεπράχθη βαρύ αμάρτημα και η οποία διέπραξεν αμάρτημα βαρύ. Αι Χοηφόροι παριστώσι την ανταπόδοσιν. Ο Ορέστης, ο οποίος ήτο παιδίον ότ' εδολοφονήθη ο πατήρ του, αφού εμεγάλωσεν εν τη εξορία, επανέρχεται μυστικά διά να τιμωρήση τον Αίγισθον και κατ' εντολήν του Απόλλωνος να φονεύση την μητέρα του.

Αι Χοηφόροι είναι υπό τινας επόψεις το περιπλοκώτατον των δραμάτων του Αισχύλου· υπάρχει σκηνή αναγνωρίσεως, αδύνατος εις τα καθ' έκαστα, αλλά μεγάλη εις συγκίνησιν· υπάρχει ωρισμένη πλεκτάνη, διά της οποίας οι εργάται της εκδικήσεως εισέρχονται εις το ανάκτορον· υπάρχει μεγάλη τόλμη εις την διαγραφήν πάντων των προσώπων μέχρις αυτής της παθητικής και γελοίας τροφού· υπάρχει επιφοιτώσα σκιά της άνωθεν του Ορέστου εξ αρχής επικρεμαμένης παραφροσύνης, η οποία γίνεται βαθυτέρα καθ' άς ώρας ο μητροκτόνος έχων έναυλον την φοβεράν φωνήν του Απόλλωνος, ταλαντεύεται μεταξύ δύο φόβων, μέχρι της στιγμής ότε αι κατάραι της μητρός του λαμβάνουσιν ορατήν εις αυτόν μορφήν και φεύγει τας «φαιοχίτωνας» Ερινύς.

Αι Ευμενίδες είναι δραματικαί εις την αρχήν και καθαρώς θεαματικαί κατά το τέλος· υπάρχει αρκετόν μεγαλείον εν τη σκηνή της διαδικασίας, όπου ο Ορέστης κατηγορείται υπό του χορού των Ερινύων, υπερασπίζεται δε υπό του Απόλλωνος, και αθωώνεται διά της ψήφου της Αθηνάς. Αλλ' οι θεοί φέρονται πολύ πλησίον ημών και ο θεσμός του Αρείου πάγου δεν έχει δι' ημάς την θρησκευτικήν σημασίαν, ήν είχε διά τον Αισχύλον. Ό,τι δ' όμως ψυχραίνει ημάς, δηλ. η βαθμιαία χαλάρωσις του διαφέροντος μέχρις ού ο έλεος και ο φόβος αναλύονται ηρέμα εις καλλιτεχνικήν απόλαυσιν, ήτο, καθά μαρτυρούσι πάντα τα χορικά και πλείσται τραγωδίαι, είς των ουσιωδών κανόνων της Ελληνικής τέχνης. Σημειωτέον ότι και ο Σαικσπήρος ωμοίαζεν εις τούτο προς τους Έλληνας· διότι καταλήγει τας τραγωδίας του εις ηρεμωτέρας μεταξύ δευτερευόντων προσώπων σκηνάς, όπως και τα σοννέτα του εις ηρέμους στίχους. Τανάπαλιν ημείς σήμερον περαίνομεν τα δράματά μας εις τέλος δυνατόν και τα σοννέτα μας εις τον βαρύτατον των στίχων.

Το γενικόν πνεύμα του Αισχύλου παρενοήθη διά τον λόγον ότι ήκμαζε κατά την αρχήν προοδευτικωτάτης περιόδου. Ο σκαπανεύς του 490 εκλαμβάνεται ως αντιδραστικός του 404. Καθόλου ο Αισχύλος είναι πρόδρομος του σοφιστικού κινήματος, όπως ο Ευριπίδης είναι επίγονος αυτού. Πρώτον, είναι ενθουσιώδης δημοκρατικός του παλαιού τύπου, καθά μαρτυρούσιν οι υπέρ ελευθερίας παιάνες των Περσών. Τούτο είναι ακριβώς το πνεύμα, όπερ ο Ηρόδοτος παριστάνει ως ανυψώσαν τας Αθήνας από κοινού ιωνικού κράτους εις ηγεμονίδα της Ελλάδος. Ουδ' είναι μόνοι οι Πέρσαι. Ο βασιλεύς των Ικετίδων είναι στοιχειωδώς συνταγματικός· ο δε Προμηθεύς βρίθει διαμαρτυριών κατά του δεσποτισμού, αι οποίαι αποπνέουσι το αληθινόν αττικόν πνεύμα· μέγα μέρος του Αγαμέμνονος είναι αμείλικτος καταδίκη μονάρχου κατακτητικού. Είναι αλήθεια ότι διά των Ευμενίδων ο Αισχύλος υπερεξαίρει τον Άρειον Πάγον καθ' ούς χρόνους ο Εφιάλτης και ο Περικλής εζήτουν ν' αφαιρέσωσι μέγα μέρος των δικαιωμάτων του· και δεν ήτο μεν αντίπαλος του Περικλέους, ο οποίος υπήρξε χορηγός του μίαν τουλάχιστον φοράν, αλλ' ήτο άνθρωπος του 490. Εις δε την γενεάν εκείνην, καθώς μας εδίδαξεν η Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλους, ο Άρειος Πάγος εφαίνετο η ενσάρκωσις των περσομάχων Αθηνών, ενώ διά την νεολαίαν του 460 ήτο απηρχαιωμένον και ανώμαλον σωματείον.

Περί δε της θρησκευτικής ευλαβείας του Αισχύλου, γινώσκομεν ότι ο ποιητής κατεδιώχθη, ως διακοινώσας ή άλλως βεβηλώσας τα μυστήρια, όπερ αποδεικνύει ότι ήτο μισητός εις την φιλόθρησκον μερίδα. Δυνάμεθα δε ν' αποδεχθώμεν ό,τι ρητώς λέγει ο Κλήμης και υποσημαίνει ο Αριστοτέλης, ότι δηλαδή διέφυγεν, αποδείξας ότι δεν είχε μυηθή και επομένως ουδέν είχε να διακοινώση. Αλλ' αν πιστεύσωμεν και μόνον ότι ο Ελευσίνιος ευπατρίδης δεν είχε μυηθή, τούτο σημαίνει τάσιν τινά εναντίαν των ιερέων. Πάντως δε φαίνεται ότι αυτός ουδέν έλαβεν ιερατικόν αξίωμα, όπως ο Πίνδαρος και ο Σοφοκλής, θα κατετάσσετο δε μετά των πολιτών εκείνων, οίτινες δεν ηδύναντο να συγχωρήσωσιν ή να λησμονήσωσι την προ του πολέμου ανανδρίαν των Δελφών. Οπωςδήποτε και αν έχη τούτο, θρησκευτικώς ο Αισχύλος είναι καθόλου πρόδρομος του Ευριπίδου· αλλ' αυτός μεν ίσταται επί βαθμίδος, όπως φαίνεται ακόμη δυνατός ο συμβιβασμός των κυρίων τύπων της καθεστώσης θρησκείας μετά της ηθικής και της λογικής· ο Ευριπίδης έφθασεν εις απώτερον σημείον, όθεν η διαφορά φαίνεται αθεράπευτος. Και αν αφήσωμεν τον Προμηθέα, ο οποίος είναι πράγματι ανατρεπτικός, καίτοι εν ταις λεπτομερείαις δυσερμήνευτος, ο ποιητής, ο λέγων ότι τον γόον των πτηνών, όσα έχασαν τους νεοσσούς των, ακούει «ή τις Απόλλων ή Παν ή Ζεύς { some Apollo, some Pan or Zeus } (Αγαμ. 55.), ο λέγων «Ζευς, όστις ποτ' εστίν» { Zeus, whoe'er he be}, ο ομολογών ο

«ουκ έχω προσεικάσαι πάντ' επισταθμώμενος πλην Διός, ει το μάταν από φροντίδος άχθος χρη βαλείν ετητύμως,

{ there is no power I can find, though I sink my plummet through all being, except only Zeus, if I would in very truth cast off this aimless burden of my heart }

απέχει πολύ της Πινδαρικής πολυθεΐας. Ενίοτε προσπαθεί να πιστεύση τον Δία ως θεόν λογικόν, αντίθετον προς τας τυφλάς τιτανικάς δυνάμεις του Ησιοδείου μύθου·

«Ουδ' όστις πάροιθεν ήν μέγας, παμμάχω θράσει βρύων ουδέ λέγεται πριν ων· ός δ' έπειτ' έφυ, τριακτήρος οίχεται τυχών. Ζήνα δε τις προφρόνως επινίκια κλάζων τεύξεται φρενών το παν· τον φρονείν βροτούς οδώ- σαντα, τον πάθει μάθος θέντα κυρίως έχειν».

{ Lo, there was one great of yore, swollen with strength and lust of battle, yet it shall not even be said of him that once he was! And he who came thereafter met his conqueror, and is gone. Call thou on Zeus by names of Victory. . . . Zeus, who made for Man the road to Thought, who stablished 'Learn by Suffering' to be an abiding Law! }

Ταύτα βεβαίως δεν είναι άρθρα πίστεως των Δελφών ή της Ελευσίνος· είναι ανυπόκριτοι ανθρώπινοι στοχασμοί, απωθούντες τα μυστήρια, ενέχοντες άρνησιν της κοινής πολυθεΐας και αντίληψιν, μεταφορικήν ίσως, αλλ' εμφαίνουσαν αληθινήν πίστιν πε?? σειράς θεών κυβερνησάντων τον κόσμον, δηλαδή μακρόν αγώνα μεταξύ φυσικών δυνάμεων, καταλήξαντα εις την παρούσαν τάξιν, την ερειδομένην επί του λόγου και ομοιάζουσαν προς την πολιτικήν τάξιν, την οποίαν ο Αισχύλος είδε κρατούσαν διά των Αθηναϊκών νόμων. Αν συγκρίνωμεν ταύτα προς τους στίχους του Ευριπίδου (Τρωάδων 884)

ω γης όχημα καπί γης έχων έδραν, όστις ποτ' ει συ, δυστόπαστος ειδέναι, Ζευς, είτ' ανάγκη φύσεος, είτε νους βροτών, προσηυξάμην σε· πάντα γαρ δι' αψόφου βαίνων κελεύθου κατά δίκην τα θνήτ' άγεις.

{ Base of the world and o'er the world enthroned, Whoe'er thou art, Unknown and hard of surmise, Cause-chain of Things or Man's own Reason, God, I give thee worship, who by noiseless paths Of justice leadest all that breathes and dies! }

βλέπομεν το αυτό πνεύμα, αλλά βαίνον περαιτέρω· διότι οι στίχοι είναι σαφέστεροι, έπειτα δε ο τρίτος είν' επαναστατικός, εν τέλει δε το μικρόν θρησκευτικόν υπόλειμμα, όπερ το χωρίον περιέχει, απορρίπτεται ως απατηλόν! Η θεία θρησκεία, διά την οποίαν απονέμονται ευχαριστήρια, αστοχεί· η άψοφος κέλευθος άγει εις αδίκους ερημίας, τουλάχιστον εφόσον το βλέμμα των θνητών δύναται να φθάση.

Ο μόνος σωθείς θρήσκος Έλλην ποιητής είναι ο Πίνδαρος. Ο Σοφοκλής ανέλαβε θρησκευτικόν αξίωμα και ίδρυσεν ιερόν, αλλ' επειδή κατά τους χρόνους του επεκράτησεν ο λόγος, ο ποιητής εκείνος, φύσει συμπαθής, αντανακλά αυτόν ασυναισθήτως.

Περί των θετικών ιδεών, των θρησκευτικών και των ηθικών, όσας εκφράζουσιν αι τραγωδίαι του Αισχύλου, πολλά εγράφησαν μέχρι τούδε. Εις τοιούτου είδους κριτικήν είναι δύσκολον ν' αποφύγη κανείς τα άκρα, οι δε κριτικοί καθόλου υπήρξαν μάλλον ιστορικοί της φιλοσοφίας ή ερασταί της ελληνικής ποιήσεως. Αλλ’ ίσως δυνάμεθα να διακρίνωμεν εν τω Αισχύλω σαφέστερον των άλλων συγγραφέων τρεις χαρακτηριστικούς τρόπους του βλέπειν εις την ζωήν. Αι τραγωδίαι του, καθώς ίσως πάσαι αι μεγάλαι τραγωδίαι, πηγάζουσιν έκ τινος ισχυράς εσωτερικής θελήσεως, — είτε διανοουμένης είτε συγκινουμένης είτε παθαινομένης, — η οποία μάχεται κατά ισχυροτέρων εξωτερικών δυνάμεων, είτε περιστάσεων, είτε νόμων, είτε θεών. Ο Αισχύλος ήτο ο υπέρ πάντα άλλον άνθρωπον αισθανόμενος τα ανυπέρβλητα εμπόδια, κατά των οποίων παλαίει η ανθρωπίνη φύσις· εξ άλλου η ανατροπή του μεγάλου βασιλέως ήτο η κυριωτάτη σκέψις των τότε Ελλήνων. Τοιουτοτρόπως ο κίνδυνος ο εκ της ανθρωπίνης «ύβρεως» και του θείου «φθόνου» — το ότι δηλαδή η βούλησις του ανθρώπου στοχάζεται μακροτέρον παρ' όσον φθάνει — είναι μία των προδηλοτέρων του Αισχύλου ιδεών.

Άλλη είναι η πεποίθησις αυτού εις το αναπόδραστον· όχι μοιρολατρεία, ουδέ σκιά ταύτης κατά την κοινήν σημασίαν, αλλά σκέψις καταλαμβάνουσα πλείστους ανθρώπους, βλέποντας μεγάλην συμφοράν, ότι αυτή είναι το φυσικόν επακολούθημα πολλών προηγουμένων λόγων. Τα εγκλήματα των Αισχυλείων δραμάτων είναι διττώς κληρονομικά. Αι μεγάλαι οικίαι των Θηβών και των Μυκηνών είχον ό,τι ημείς θα ωνομάζομεν σπέρμα εγκληματικής παραφροσύνης, όπως απεικονίζεται σαφώς εν τη Ηλέκτρα του Ευριπίδου. Ο Ορέστης ήτο υιός δολοφόνου γυναικός και ανδρός «πολυκτόνου». Οι δε προγονοί του ήσαν αγέρωχοι και στασιαστικοί «βασιλείς», των οποίων τα πάθη ευκόλως παρέφερον αυτούς εις εγκλήματα. Αλλά και αυτό καθ' εαυτό το έγκλημα είναι κληρονομικόν. Δηλαδή ο άγριος κτύπος φέρει κατ' ανάγκην τον αντίκτυπον, την παλαιάν τυφλήν εκδίκησιν, το αδίκημα όπερ εκπλύνει το άλλο αδίκημα. Τούτο βεβαίως είναι πράγμα απλούν· αλλ' ο ποιητής το παριστάνει υπό μυστηριώδη και συμβολικήν μορφήν το παλαιόν αίμα παραμένει νωπόν επί του εδάφους, κράζον άλλο αίμα να το πλύνη. Το αδίκημα γεννά τέκνα κατ' εικόνα του. Η πρώτη αμαρτία παράγει Αράν καθημένην επί του τόπου του εγκλήματος ή επί της καρδίας και ίσως της φυλής του αμαρτήσαντος. Κατά πόσον τούτο είναι μεταφορά ή πραγματική πίστις του ποιητού, είναι πρόβλημα δυσαπόκριτον.

Η άλυσις αυτή των ιδεών αναποδράστως άγει εις το ερώτημα, ποίον λοιπόν είναι το τέρμα του αδικήματος, του αιωνίως εκδικουμένου και αναγεννωμένου; Δύναται, εννοείται, να μη υπάρχη άλλο τέλος παρά την εξάλειψιν της οικογενείας καθώς εν τη Θηβαϊκή τριλογία· αλλά δύναται να έλθη και στιγμή, ότε τέλος πάντων ο νόμος ή η δικαιοσύνη δύναται να επεμβή και να είπη την τελικήν και ικανοποιητικήν λέξιν. Διαλλαγή είναι το τέλος της Ορεστείας, της τριλογίας του Προμηθέως και της των * Δαναΐδων. Και εδώ πάλιν έχομεν κατοπτρισμόν των χρόνων του Αισχύλου, δηλαδή απόδειξιν του Αθηναϊκού πολιτισμού και της ευνομίας.

Επιθεωρούντες τα σωθέντα δράματα και ταποσπάσματα ως σύνολον, ευρίσκομεν ποικίλα δείγματα και της περιόδου εκείνης και της φύσεως του ποιητού. Είναι χαρακτηριστικόν και των δύο ότι ο Αισχύλος έγραψε και σατυρικά δράματα πολλά και, ως φαίνεται, καλά. Πράγματι τιτανικά πνεύματα, οποία τότε μεν ήσαν ο Αισχύλος και ο Δημόκριτος, κατά δε τους ημετέρους χρόνους ο Βίκτωρ Ουγγώ και ο Καρλάιλ, οσάκις ευθυμούσι, τέρπονται και τέρπουσιν. Είς των αληθώς απλοϊκών αστεϊσμών του Αισχύλου, υπήρχεν εν τω σατυρικώ δράματι, όπερ ωνομάζετο *Προμηθεύς πυρκαεύς, όπου το πυρ εφέρετο κατά πρώτον εις τον κόσμον και οι άγριοι σάτυροι, έξαλλοι διά την λάμψιν έκαιον τα γένειά των, δοκιμάζοντες να το φιλήσουν. (Το πράγμα γίνεται κοινότερον αλλά και κοσμικώτερον εν τω σατυρικώ δράματι του Σοφοκλέους, τω * Ελένης γάμω, όπου οι σάτυροι επίσης τρελαίνονται διά την Ελένην). Της περιόδου εκείνης χαρακτηριστικόν είναι κυρίως το πλήθος των οραμάτων, όσα ωνομάζοντο εκ του χορού, ο οποίος ήτο ακόμη το κύριον μέρος, αι *Βασσάραι, οι * Ηδωνοί, αι *Νηρεΐδες κτλ. Άλλο χαρακτηριστικόν είναι η αγάπη του ποιητού προς την γεωγραφίαν. Ο Ηρόδοτος δεν είχεν ακόμη γράψει και γινώσκομεν πόσον θαυμάσιοι εφαίνοντο εις τους χρόνους του οι απώτεροι τόποι της γης· οι Αθηναίοι του Αισχύλου ηγάπων τας τοιαύτας περιγραφάς και διότι εξήγειρον την φαντασίαν των, και διότι η ακμή των Αθηνών ώθει αυτούς προς τα έξω χάριν ερευνών η χάριν εμπορίου. Των σωζομένων δραμάτων πρώτος ο Προμηθεύς γέμει γεωγραφικών μυθολογημάτων, έπειτα δε οι Πέρσαι και κατόπιν αι Ικέτιδες· και αυτός ο Αγαμέμνων έχει την απαρίθμησιν των σταθμών των φρυκτών. Ο * Γλαύκος ο πόντιος και η *Νιόβη, πιθανώς δε και οι * Μυσοί θα έγεμον τοιούτων περιγραφών. Αλλά το παράδειγμα τούτο του Αισχύλου δεν ηύρε μιμητήν. Ο μεν Σοφοκλής έχει την γνωστήν προς τον Ηρόδοτον κλίσιν και αγαπά τα γεωγραφικά επίθετα ως κοσμητικά, αλλά το προς την ιστορίην διαφέρον αυτού είναι περιωρισμένον. Ο δ' Ευριπίδης, ο ζητητικώτατος περί πάντας τους λοιπούς κλάδους της γνώσεως, είν' εντελώς αδιάφορος εις τούτον.

Κατά την εκλογήν των θεμάτων ο Αισχύλος προτιμά τα υπεράνθρωπα ήτοι τα υπερκόσμια, τα οποία παραδόξως συνδυάζονται προς την γεωγραφικήν ταύτην αγάπην. Ο Προμηθεύς αρχίζει τοιουτοτρόπως

«Χθονός μεν ες τηλουρόν ήκομεν πέδον Σκύθην ες οίμον, άβροτον εις ερημίαν».

{ Lo, we are come to the farthest verge of the world, to where the Scythians wander, an unearthly desolation! }

Εκεί είναι η αληθινή κατοικία του Αισχύλου και εκεί η μεγάλη του φωνή ακούεται φυσική και ανεμπόδιστος. Πολλά των χαμένων του δραμάτων έχουσι σκηνήν το βασίλειον εκείνο, όπερ λέγει ο Σοφοκλής [απόσπ. 658]

υπέρ τε πόντον πάντ' έπ' έσχατα χθονός νυκτός τε πηγάς ουρανού τ' αναπτυχάς, Φοίβου παλαιόν κήπον·

{ The last peaks of the world, beyond all seas, Well-springs of night and gleams of opened heaven, The old garden of the Sun. }

τοιαύτη ήτο η σκηνή των * Ηλιάδων, όπου ο Αισχύλος επραγματεύετο τον μύθον του Φαέθοντος, των * Ψυχαγωγών, όπου ο Ζευς εζύγιζε την μοίραν του Έκτορος και του Αχιλλέως, του *Ιξίονος, του * Μέμνονος· και τα πολυάριθμα δράματα του Διονυσιακού κύκλου δεικνύουσι το αυτό πνεύμα.

Κατά μέρος μεν ένεκα της νηπιότητος της τέχνης, κατά μέρος δ' εκ της τάσεως της μεγαλοφυίας του συχνά εξέλεγεν ο Αισχύλος θέματα κατά το φαινόμενον ουδεμίαν έχοντα πλοκήν, όπως αι Ικέτιδες και οι Πέρσαι. Απλώς παριστάνει μίαν θέσιν, ρίπτεται εντός αυτής και την φωτίζει διά της λάμψεως των λυρικών του στίχων. Και ο Ευριπίδης έκαμε το πείραμα τούτο π. χ. εις τας Ικέτιδας και τους Ηρακλείδας. Αλλ' ο Σοφοκλής ουδέποτ' ερριψοκινδύνευε τοιουτοτρόπως, πλην ίσως εν τω *Ελένης γάμω. Είναι δε περίεργον ότι ο Αισχύλος αντιθέτως προς τους διαδόχους του απέφυγεν εντελώς τους τοπικούς μύθους· ίσως διότι ησθάνετο ότι τα θέματα ταύτα ήσαν πολύ πτωχά, η δ' ευρύτης των μηδικών είχεν εξαφανίσει πάντα τα μικροτέρα πράγματα εκ του ορίζοντος της φιλοπατρίας του.

Διδακτική είναι η σύγκρισις των αποσπασμάτων των τριών μεγάλων τραγικών· εν γένει ταποσπάσματα είναι γνωμικά και δεικνύουσι την κλίσιν του πνεύματος των συγγραφέων. Ο μεν Σοφοκλής γράφει γνώμας, αλλ' ολίγας, μη αγαπών τας θεωρίας και γενικότητας, καίτοι λαλεί περί της δυνάμεως του πλούτου (απόσπ. 88) και των λέξεων (απόσπ. 192) και των κακών γυναικών (απόσπ. 188). Ο δ' Ευριπίδης, τουναντίον, υπεραγαπά τας γενικότητας περί πάντων των επουρανίων και επιγείων. Είναι δε κομψός και απλούς, μάλιστα τόσον απλούς, ώστε απρόσεκτος αναγνώστης αφαιρείται.

Ουδείς προσαιτών βίοτον ηράσθη βροτών. (απ. 322)

{ Love does not vex the man who begs his bread }

Τις δ' οίδεν ει το ζην μεν εστι κατθανείν, το κατθανείν δε ζην κάτω νομίζεται. (απ. 639)

{ Who knoweth if we quick be verily dead, And our death life to them that once have passed it? }

Ενίοτε, καθώς εν τοις λόγοις της Φαίδρας και της Μηδείας, πραγματεύεται λεπτώς ψυχολογικόν τι ζήτημα, λέγει δε πολλά περί του πλούτου και της δουλείας και της δυνάμεως του λόγου. Αλλ' ο Αισχύλος ουδέποτε σκέπτεται περί τοιούτων πραγμάτων. Έχει μεγάλους τινάς στίχους περί έρωτος (απόσπ. 44) αλλ' αι συνήθεις γνώμαι του είναι καθώς η εν τη * Νιόβη

Μόνος θεών γαρ θάνατος ου δώρων ερά ουδ' αν τι θύων, ουδ' επισπένδων άνοις, ουδ' έστι βωμός, ουδέ παιωνίζεται μόνον δε Πειθώ δαιμόνων αποστατεί· [αποσπ.

{ Lo, one god craves no gift. Thou shalt not bend him By much drink-offering and burnt sacrifice. He hath no attar, hearkeneth to no song, And fair Persuasion standeth far from Death }

Ενίοτε ο Αισχύλος λυπεί την νεωτέραν καλαισθησίαν· προ πάντων οι μακροί δραματικοί του λόγοι είναι τόσον θυελλωδώς μεγάλοι, ώστ' εκ πρώτης όψεως δεν διακρίνει κανείς την λεπτήν ψυχολογίαν· π.χ. ο λόγος, διά του οποίου η Κλυταιμήστρα υποδέχεται τον άνδρα της. Αγνοεί αν εκείνος ήκουσε τίποτε περί της απιστίας της· γνωρίζει ότι αυτή δεν έχει φίλους, ότι ο άνθρωπος τον οποίον ετρόμαζεν εις τα όνειρά της, επέστρεψε, και ότι η τελευταία ώρα δι' εκείνον ή δι' εκείνην ήλθε· προσπαθεί ως μελλοθάνατος να δικαιολογηθή· συχνά της έρχεται να λιποθυμήσει, αλλ' εφ' όσον ομιλεί συνάγει θάρρος, και τελειώνει εν μέσω της νευρικής εντάσεως [μετά φρικτών περί του παρασκευασμένου φόνου υπαινιγμών·]

ευθύς γενέσθω πορφυρόστρωτος πόρος ες δώμ' άελπτον ως αν ηγήται δίκη (241).

{ Let all his path be red, and Justice guide him, Who saw his deeds, at last, unhoped for, home! }

ΙΑ' ΣΟΦΟΚΛΗΣ

ΣΟΦΙΛΟΥ ΚΟΛΩΝΗΘΕΝ (496-406 π. Χ.)

Ο Σοφοκλής υπό του θρύλου διεμορφώθη εις πρόσωπον ιδανικής γαλήνης και ευτυχίας. Αληθώς δε ο βίος του συμπίπτει προς την μεγίστην της πατρίδος του ακμήν. Ήτο δηλαδή νεώτερος ή ώστε να κακοπαθήση πολύ κατά την φυγήν του 480, απέθανε δε πριν να κυριευθώσιν αι Αθήναι. Ήτο πλούσιος, ευσεβής, εύμορφος, εύθυμος, φιλήδονος, έξυπνος, και είχε την χάριν ν' αγαπάται πανταχού και υπό πάντων· είχε τους δύο εκείνους πόρους του βίου, τους μόνους ίσως μη βλαπτομένους εκ του πολέμου, δηλαδή την οπλοποιίαν και την υπό της πόλεως συντηρουμένην δραματουργίαν. Ενίκησε δε τας πλείστας νίκας, δηλαδή είκοσιν, ενώ ο Ευριπίδης πέντε· (αι του Αισχύλου συνέβησαν ότε η άμιλλα ήτο μικροτέρα). Ανεμείχθη εις τα πολιτικά, καίτοι δε η πρακτική του ικανότης ήτο μετρία, ανήλθεν εις τα επιφανέστατα της πόλεως αξιώματα. Έστεργε πάντοτε τας Αθήνας και δεν εδοκίμασε πικρίαν τοιαύτην ώστε να ζητήση παρηγορίαν εις ξένας αυλάς, όπως οι ομότεχνοί του. Εις ταύτα δυνάμεθα να προσθέσωμεν ότι ήτο και καλλιτέχνης άψογος, ολίγα δεικνύων σημεία θείας δυσμενείας (242). Ο πατήρ του ήτο πλούσιος οπλοποιός και τέλειος πολίτης, όχι μέτοικος, ως ο Κέφαλος. Εδιδάχθη δε ο Σοφοκλής την μουσικήν παρά του Λάμπρου, ελέγετο δε ότι κατά τα επινίκια της Σαλαμίνος εξήρχε «μετά λύρας γυμνός τοις παιανίζουσι περί το τρόπαιον». Την πρώτην νίκην ενίκησε κατά τα 408, ότε ήτο 28 ετών, πιθανώς διά του *Τριπτολέμου. Αύτη ήτο η πρώτη επιτυχία τοπικού δράματος, διότι ο Τριπτόλεμος ήτο επιχώριος ήρως, ουδαμού μνημονευόμενος υπό του Ομήρου. Η δε περί της νίκης ταύτης παράδοσις διεκοσμήθη ως εξής· ότι δηλαδή εν τω θεάτρω υπήρχε τόση ταραχή, ώστε ο άρχων αίφνης, καταργήσας τους πέντε συνήθεις κριτάς, παρεκάλεσε τους δέκα στρατηγούς, τους μόλις επιστρέψαντας εκ της εκστρατείας, να κρίνωσιν αυτοί τον αγώνα. Η πρώτη ήττα του Αισχύλου υπό της νεωτέρας γενεάς, η οποία δεν είχε γνωρίσει τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα, θα εγέννησε την αυτήν δυσθυμίαν οποία θα εκράτησεν εν τη νεωτέρα Ελλάδι και τη Ιταλία εναντίον των πρώτων πρωθυπουργών, οίτινες δεν επολέμησαν κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας αγώνας.

Έν των πρωιμωτάτων δραμάτων του Σοφοκλέους ήσαν πιθανώς αι * Πλύντριαι. Η σκηνή, όπου εφαίνετο η Ναυσικά και αι αμφίπολοι παρά την θάλασσαν, ενθυμίζει την παλαιάν ορχήστραν, πριν ή καθιερωθή οριστικώς η πρόσοψις ανακτόρου, αυτός δε ο ποιητής υπεδύθη την Ναυσικάν, όπερ θα ήτο δυνατόν κατά την πρώτην του νεότητα. Αρχαιότατον των χρονολογουμένων έργων του είναι η Αντιγόνη, η οποία εδιδάχθη ολίγον πριν ο ποιητής αναδειχθή στρατηγός κατά τον Σαμιακόν πόλεμον του 440, και απετέλει κατά τους ευφυολόγους τον κυριώτατον λόγον της εκλογής του. Ο ποιητής Ίων, ο οποίος συνήντησεν τον Σοφοκλή εν Χίω περιέγραψεν αυτόν ως εύθυμον και ομιλητικώτατον «τα μέντοι πολιτικά (λέγει) ούτε σοφός ούτε ρεκτήριος ην, αλλ' ως αν τις είς των χρηστών Αθηναίων» { of public affairs he "understood about as much as the average educated Athenian." }. Κατά τα 443 [ως μανθάνομεν εξ ευρεθείσης επιγραφής] (243) ήτο ελληνοταμίας, δηλ. ταμίας του συμμαχικού φόρου, και δεν απέτυχεν εις το έργον. Η φήμη και δημοτικότης του φαίνεται ότι ήσαν μεγάλαι, άλλως δεν θα εξελέγετο είς των δέκα προβούλων, των κατασταθέντων μετά την εις Σικελίαν εκστρατείαν του 413. Είναι δε αξιομνημόνευτον, ότι δικασθείς μετά των άλλων, διότι συνέπραξεν εις την εγκατάστασιν της ολιγαρχικής Βουλής του 411, ηθωώθη, ειπών αφελέστατα «ου γαρ ην άλλα βελτίω».

Αδέσποτος θρύλος [μνημονευόμενος υπό του Κικέρωνος] αναφέρει οικογενειακόν επεισόδιον του τέλους της ζωής του, αποδιδόμενον εις τας σχέσεις του μετά της Σικυωνίας εταίρας Θεωρίδος. Ο [εκ της Νικοστράτης| νόμιμος υιός του Ιοφών ενεκάλεσεν αυτών ως ανίκανον πλέον να διοική την οικογενειακήν περιουσίαν. Ο Σοφοκλής ανέγνωσε τότε χορικών του Οιδίποδος του επί Κολωνώ, όπερ έγραφε, και ούτως απέδειξε την πνευματικήν ακμήν του. Το ανέκδοτον όζει κωμωδίας, τα δε εις τον ποιητήν κατά τον χρόνον του θανάτου του αναφερόμενα, ιδίως υπό του Αριστοφάνους εν τοις Βατράχοις και υπό Φρυνίχου του Ευνομίδου εν ταις * Μούσαις, αποκλείουσι την πιθανότητα, ότι προ μικρού είχε συμβή εις αυτών τίποτε σπουδαίον. Ο Σοφοκλής απέθανε κατά τα 406 ολίγους μήνας μετά τον Ευριπίδην, εις τιμήν του οποίου εισήγαγε τον τελευταίον του χορόν και τους υποκριτάς αστεφανώτους «εν τω προάγωνι». Ο τάφος του έκειτο επί της εις Δεκέλειαν οδού, [το δε Μέγα ετυμολογικόν λέγει ότι] προσεφέροντο εις αυτών ως εις ήρωα «Δεξίωνα» θυσίαι, επί τω λόγω ότι «εδέξατό» ποτε τον θεόν Ασκληπιόν εις την οικίαν του. Όντως υπήρξεν ιερεύς του Ασκληπιάδου ήρωος Άλκωνος [όπερ κατά τας επιγραφάς ο Körte διώρθωσεν Αμύνου] και ίδρυσεν Ιερών εις των Μηνυτήν Ηρακλέα· αλλά των πραγματικών λόγον της εις αυτόν λατρείας διασαφεί μάλλον τούτο, ότι είχεν ιδρύσει «ταις Μούσαις θίασον», είδος τι θεατρικής λέσχης των «περί Διόνυσον τεχνιτών». Τοιουτοτρόπως απέβη ήρως ιδρυτής, ως ο Πλάτων και ο Επίκουρος, και αναμφιβόλως ετιμάτο διά θυμιαμάτων και ωδής κατά την γενέθλιον του ημέραν.

Ο Σοφοκλής έγραφε σχεδόν αδιακόπως επί 60 έτη· αξιόλογον χωρίον του Πλουτάρχου σκοπεί ναποδώση την ιδίαν του ποιητού εκτίμησιν περί της αναπτύξεως της τέχνης του. Ότι αυταί αι λέξεις είναι αληθώς ιδικαί του, δεν είναι πιστευτόν· αλλ' η χρήσις των όρων δεικνύει φράσεις παλαιοτάτας· δυστυχώς το χωρίον είν' εφθαρμένον (244). Πρώτον «έλεγε τον Αισχύλου διαπεπαικώς(;) όγκον» — δηλ. αφού ενέπαιξεν, ή αφού απεσκοράκισε την μεγαλορρημοσύνην του Αισχύλου; — «είτα το πικρόν και κατάτεχνον της αυτού κατασκευής, τρίτον ήδη το της λέξεως μεταβάλλειν είδος», ήτοι τέλος έφθασεν εις ευκολώτερον και απλούστερον ύφος και έμεινεν, ως φαίνεται, ευχαριστημένος. Ο Bergk ευρίσκει ίχνη «Αισχυλείου περιόδου» επί τινων αποσπασμάτων του Σοφοκλέους, είναι δε περίεργον ότι αρχαίοι κριτικοί εύρισκον « Σοφόκλειον χαρακτήρα» εν τω ψευδευριπιδείω Ρήσω. (Ούτος δεν ομοιάζει προς τας σωζομένας τελευταίας τραγωδίας του Σοφοκλέους, αλλά μάλλον υπεμφαίνει μίμησίν τινα του Αισχύλου, γενομένην κατά των τέταρτον αιώνα). Μέρος της κατατέχνου τάσεως — η λέξις δύναται να μεταφρασθή και «τεχνικής» ή «επαγγελματικής» — καταφαίνεται εν ταις σκηνικαίς μεταβολαίς, αι οποίαι ιδιαιτέρως αποδίδονται εις των Σοφοκλή, καίτοι βεβαίως πρέπει να φέρωμεν κατά νουν ότι η εις των ιερών χώρον παραδοχή «τριών υποκριτών και σκηνογραφίας» ωφείλετο κυρίως εις δημοσίαν απόφασιν και όχι εις την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν ενός ποιητού.

Ίσως η σπουδαιοτάτη του Σοφοκλέους μεταβολή ήτο η εν τη «οικονομία», ως έλεγον οι αρχαίοι Έλληνες, της τραγωδίας. Μετεχειρίζετο δηλ. όλην την μυθικήν του ύλην εις μίαν καλώς συγκροτουμένην και πλεκομένην υπόθεσιν και επομένως εδίδασκε συγχρόνως τρεις χωριστάς τραγωδίας αντί μιας συνεχομένης τριλογίας (245). Αλλά καθόλου ο Σοφοκλής ειργάζετο ως ευσυνείδητος καλλιτέχνης, καλλωπίζων τας λεπτομερείας, ζητών περισσότερα και λειότερα εργαλεία, και δι' επιτηδείας συναρμογής επιτυγχάνων έντεχνον κατασκευήν και τελείαν αποβολήν υπερβολής ή όγκου, αφού δεν ηδύνατο να πτερυγίζη τόσον πλησίον των ουρανών, όσον ο μέγας προκάτοχός του. Η «πικρά και κατάτεχνος» περίοδος καταφαίνεται καλώς εν τη Ηλέκτρα. Η Ηλέκτρα είναι κατάτεχνος υπό καλήν σημασίαν διά της τέχνης της πλοκής, των σαφών χαρακτήρων, του αρμόζοντος ύφους. Αλλά είναι «κατάτεχνος» και υπό κακήν σημασίαν. Παραδείγματος χάριν, εν τω λόγω του αγγέλου, όπου χρειάζεται μόνον ψευδής αγγελία του θανάτου του Ορέστου, ο ποιητής παρενείρει λαμπράν, μακράν και ήκιστα δραματικήν περιγραφήν των Πυθίων. Είναι και «πικρά». Ο Αισχύλος εν ταις Χοηφόροις είχε ζωηρώς αισθανθή την φρίκην της τραγωδίας του και έσυρε τα πρόσωπά του εις τον φόνον, παραφερόμενα υπό θυελλώδους συγκινήσεως, οδυνηράς και εν μέρει θρησκευτικής· ακμή του πάθους είναι βεβαίως η μητροκτονία, ο δε Ορέστης μετ' αυτήν παραφρονεί. Αλλ' εν τη Ηλέκτρα δεν υπάρχει τι τοιούτον. Η Ηλέκτρα δεν έχει τύψεις συνειδήσεως· ο Ορέστης δεν δεικνύει σημεία παραφροσύνης, την δε έντασιν αποτελεί όχι η κορύφωσις της φρίκης, η μητροκτονία, αλλά το δυσκολώτατον μέρος του έργου, η σφαγή του Αιγίσθου! Ο Αισχύλος, είχεν αποχωρίσει την Ηλέκτραν και την Κλυταιμήστραν· εδώ βλέπομεν αυτάς να επαναρχίζωσι την καθημερινήν λογομαχίαν. Τέλος δε αντί της φρικιαστικής κραυγής, όπου καταλήγουσιν αι Χοηφόροι.

πού δήτα κρανεί, ποί καταλήξει μετακοιμισθέν μένος άτης;

{-" What is the end of all this spilling of blood for blood?"-}

η Ηλέκτρα λήγει εις έκφρασιν εντελούς ικανοποιήσεως. Τούτο το πνεύμα παριστάνει την Ηλέκτραν κατά τα άλλα μεν τελείαν, αλλά τόσον άχαριν (246). Ίσως μερική τούτου εξήγησις είναι κάποια φυσική κλίσις του Σοφοκλέους προς την αυστηρότητα και απαρέσκεια προς την αισθηματολογίαν αλλά φαίνεται ότι συνετέλει και η τάσις του προς τον αρχαϊσμόν. Η γλώσσα του αρχαΐζει εξ αρχής μέχρι τέλους· και φαίνεται επίσης αρχαΐζουσα και η έμπνευσις.

Και οι τρείς τραγικοί επραγματεύθηοαν τον μύθον της Ηλέκτρας, αλλά κατά τρόπους χαρακτηριστικά διαφόρους. Το ρεαλιστικόν πνεύμα της Ηλέκτρας του Ευριπίδου είναι ολοφάνερον εις τους λυκοειδείς Πελοπίδας, τον αγαθόν αυτουργόν, και την οικτράν σκηνήν της μετανοίας και του αμοιβαίου ονειδισμού των δολοφόνων. Αλλά και ο Αισχύλος είχε προσπαθήσει να καταστήση ζωντανήν την υπόθεσιν· επήρε τον παλαιόν αιματηρόν μύθον κατά τρόπον σοβαρόν και συνταράσσοντα, όλως διάφορον του Ομήρου, αλλ' εξ ίσου δυνατόν· τοιουτοτρόπως ο Ορέστης του αισθάνεται και ομιλεί καθώς θα ωμίλει αυτός ο Αισχύλος. Μόνον ο Σοφοκλής αφήκε τον μύθον ακριβώς όπως τον ηύρεν. Εγνώριζεν ότι οι παλαιοί εκείνοι πολέμαρχοι δεν εσκότιζον πολύ την συνείδησίν των, ότι δηλαδή εσκότωναν κατά τον παλαιόν απλοϊκόν τρόπον. Δεν εδοκίμασε λοιπόν να τους μετρήση αναλόγως προς εαυτόν, κινδυνεύων να τους κάμη ασυμμέτρους προς το αρχαίον έπος. Η αυτή αντικειμενικότης διαφαίνεται και εις άλλο χαρακτηριστικόν του Σοφοκλέους, ότι τονίζει κυρίως την φυσικήν οδύνην εν τω Οιδίποδι, τον φυσικόν πόνον εν ταις Τραχινίαις και τω Φιλοκτήτη, τούτο δε είναι το πνεύμα του παλαιού και αγρίου έπους. (247)

Παρομοία επιφύλαξις κρατεί τον Σοφοκλή ασφαλή εντός των ορίων της τέχνης. Ποιητής αυστηρώς πιστός εις την πραγματικότητα ή τανάπαλιν αχαλίνωτος την φαντασίαν, διατρέχει τον κίνδυνον να κινήση ή την αγανάκτησιν των θεατών ή την θυμηδίαν. Ο Σοφοκλής αποφεύγει τους σκοπέλους τούτους, δεχόμενος εξ αρχής μέχρι τέλους την παράδοσιν περί των ηρώων και των μυθικών προσώπων όπως εύρισκεν αυτήν. Τα εις αυτόν αποδιδόμενα κριτικά λόγια· «παριστώ τους ανθρώπους οίους δει, Ευριπίδης δ' οίοι εισιν» { I draw men as they ought to be drawn ; Euripides draws them as they are }· ο Αισχύλος «τα δέοντα ποιεί αλλ' ουκ ειδώς γε» {Æschylus did the right thing, but without knowing it} πάντα σημαίνουσιν ό,τι λέγομεν «ακαδημαϊκήν» αντίληψιν της τέχνης. Ο Σοφοκλής είναι ο μόνος Έλλην ποιητής, ο «κλασσικός» κατά την κοινοτάτην σημασίαν, σχεδόν όπως και ο Βεργίλιος και ο Μίλτων. Και αυτό το τέλειόν του ύφος, το οποίον αποτελεί τόσον αισθητήν πρόοδον από της μεγαλορρημοσύνης του Αισχύλου, εμφαίνει μικρότερον ποιητήν, αλλά δεξιώτερον τεχνίτην. Ο υπεράνθρωπος λόγος του Αισχύλου φαίνεται οιονεί φυσικώς υπεράνθρωπος λόγος· είναι ακριβώς η γλώσσα, την οποίαν θα μετεχειρίζετο ο Προμηθεύς, ή εν εξάρσει και η Άτοσσα ή ο Αγαμέμνων. Αλλ' ούτε ο Οιδίπους, ούτε η Ηλέκτρα, ούτε κανείς άλλος θνητός εκτός πεπαιδευμένου Αθηναίον ποιητού θα ωμιλούσαν όπως παριστά τούτους ο Σοφοκλής. Τούτο το ιδικόν του χαρακτηριστικόν επέβαλεν ο Σοφοκλής ως τέλειον πρότυπον όχι μόνον εις τον Αριστοτέλη, αλλά και εις πάντας τους κριτικούς και τους γραμματικούς, απέμειναν δε μόνον οι ποιηταί θαυμάζοντες τον Αισχύλον, τον γράφοντα ως εν μέθη, και τον Ευριπίδην, τον συντριβόμενον μεταξύ των ακτών της ζωής και της ποιήσεως.

Ο αυτός εντός του μέτρου περιορισμός διακρίνεται και όπου ο ποιητής εγγίζει θρησκευτικά σημεία. Ως λέγει ο Σχολιαστής, (εις Ηλέκτραν 831) «τελέως αμηχανεί ο Σοφοκλής εις τους θεούς βλασφημών. Και γαρ εις ήν των θεοσεβεστάτων» {quite helpless in representing blasphemy}. Αντιπαραβάλετε λόγου χάριν τα όμοια χωρία της Αντιγόνης αυτού (στ. 1043) και του Ηρακλέους του Ευριπίδου (στ. 1232). Εν τω Ηρακλεί ο ήρως επιπλήττει τον Θησέα ότι θέλει να τον ανακουφίση εκ της οδύνης του και να εκκαλύψη την κεφαλήν του, όπερ αντέκειτο προς την κοινήν δεισιδαιμονίαν, ο δε Θησεύς απαντά διαρρήδην, ουδαμώς «μιαίνεις θνητός ών τα των θεών» {a mortal cannot pollute the eternally pure element}, και κατωτέρω ζητεί την χείρα του φίλου του· ότε δε ο Ηρακλής διστάζει «αλλ' αίμα μη σοις εξομόρξωμαι πέπλοις» {It is bloody, it will infect you with my crime!}, ο Θησεύς απαντά πάλιν «έκμασσε, φείδου μηδέν» {Let me clasp it, and fear not! }(στ. 1400). Τόσον τολμηρός ήτο ο Ευριπίδης· ενώ ο Σοφοκλής εγνώριζε μεν ότι μωρόν είναι να πιστεύη κανείς εις φυσικήν μόλυνσιν του αίματος και ότι ο θνητός δεν δύναται και θέλων να μολύνη το ηλιακόν φως, αλλ' εθεώρει τας γνώμας ταύτας ως ασεβείς ή ταπεινάς· εμβάλλει λοιπόν αυτάς ως βλασφημίας εις το στόμα του υβριστού Κρέοντος ουδείς παροξυσμός απιστίας ετάρασσε την συγκίνησίν του. Άλλην χαρακτηριστικήν διαφοράν των δύο ποιητών εμφαίνει ο τρόπος καθ' όν επραγματεύθησαν την αιμομιξίαν του Οιδίποδος. Ο Σοφοκλής συχνά την επαναλαμβάνει και τονίζει τας μετατροπάς των συγγενικών σχέσεων του ήρωος, αλλ' ουδέποτε την αισθάνεται κατά βάθος. Αντιπαραβάλετε προς την τραγικήν αυτού ρητορικήν την περί του αυτού πράγματος περιπαθή σκηνήν του Ευριπίδου εν τέλει των Φοινισσών, την ωραίαν συμπάθειαν, την οποίαν ο τυφλός διατηρεί προς την ταλαίπωρον Ιοκάστην, την πεποίθησίν του ότι αυτή, εάν έζη, θα τον συνώδευεν εις την εξορίαν χωρίς παράπονον [στ. 1617], τον τρυφερόν αποχαιρετισμόν προς τον νεκρόν της. Τι είχε προς ταύτα ν' απαντήση ο Κρέων; ενώ ηδήνατο, δεν ετόλμησε ν' αφήση άταφον την Ιοκάστην. Δεν είναι θαύμα ότι ο Σοφοκλής ενίκησε τετραπλασίας του Ευριπίδου νίκας! Δεν ήτο λίαν ευαίσθητος, ουδέ τολμηρός την φαντασίαν· εκ τούτου προέρχεται π. χ. το μόνον εν τη οικονομία του Οιδίποδος τον τυράννου σφάλμα. Η τραγωδία αυτή είναι θαύμα συνθέσεως· δηλ. εκάστη περιπέτεια επακολουθεί φυσικώτατα την άλλην, συγχρόνως δ' εκάστη εξαρτάται εκ των χαρακτήρων των προσώπων, επειδή δηλονότι ταύτα ήσαν οία ήσαν, προσέτι δε συντελεί και εις την διαγραφήν αυτών. Αλλ' ο Τειρεσίας έχει μίαν κηλίδα. Ο γηραιός μάντις έρχεται προς τον βασιλέα, έχων στερεάν απόφασιν να μη αποκαλύψη το απόρρητον, όπερ εφύλαττεν επί 16 έτη· και όμως το λέγει· διατί; εξ ακατασχέτου θυμού, επειδή τον ύβρισεν ο Οιδίπους. Τοιούτος μάντις υποβιβάζει το αξίωμα του· και όμως ο Σοφοκλής δεν φαίνεται ότι το εννοεί (248).

Ο Σοφοκλής λοιπόν εξιδανικεύει μεν, αλλά κάπως κατά συνθήκην. Δεν έχει ούτε την δημιουργικήν φλόγα του Αισχύλου, ούτε το εν τη σκέψει θάρρος ή την αβράν συμπάθειαν του Ευριπίδου. Αλλά παν ό,τι άλλο δύναται να λεχθή περί αυτού είναι μόνον ανεπιφύλακτος θαυμασμός. Πλοκή, ηθοποιία, περιβάλλον, πάντα ταύτα είναι σεμνά και «Ομηρικά»· η ανάλυσίς του, μέχρι του ορίου, όπου φθάνει, είναι θαυμασίως ασφαλής και αληθής· η γλώσσα του είναι θαύμα δυνάμεως λεπτής· η μελωδία του ιαμβικού του τριμέτρου, η προερχομένη εκ των βραχειών καταλήξεων του στίχου και των ποικίλων αυτού τομών, είναι απαράμιλλος· τα χορικά του είναι πάντοτε περίτεχνα και ωραία, αν και κάποτε καταλείπουσι την εντύπωσιν περισσής επεξεργασίας· εάν δεν έχουσι τον συγκινητικώτατον λυρισμόν του Αισχύλου και του Ευριπίδου, είν' εξ άλλου απηλλαγμένα και του κόμπου του ενός και της πολυλογίας του άλλου. Είναι δε βέβαιον ότι ο Σοφοκλής δεικνύει συχνά μίαν υψηλήν και σπανιωτάτην αρετήν. Αισθάνεται, καθώς ο Wordsworth, το μεγαλείον της τάξεως και της υγιείας· βλέπει τρόπον τινά το μέγεθος του θεού εν τη γαλήνη του κόσμου. Ολίγαι χείρες εκτός των ιδικών του ηδύναντο να καλλιτεχνήσωσι το εν τη Αντιγόνη στάσιμον περί της δεινότητος του ανθρώπου ή την πάροδον του χορού του Αίαντος περί μεγάλων και μικρών. Αλλά και η περίφημος εν τω επί Κολωνώ Οιδίποδι απάρνησις της ζωής

μη φύναι τον άπαντα νικά λόγον

έχει τόσον βάθος ηρεμίας, τόσην έλλειψιν παραφοράς, ώστε αν συγκριθώσι και τα αβρότατα και τολμηρότατα του Ευριπίδου μέλη, φαίνονται ταύτα ως ποιητικά πρωτόλεια.

Όσον ανόμοιοι και αν είναι οι δύο τραγικοί, εν τούτοις η οικονομία του Οιδίποδος του τυράννου ζωηρώς ενθυμίζει τα τελευταία του Ίψεν έργα. Από της πρώτης σκηνής η δράσις χωρεί κατ' ευθείαν και αδιάσπαστος προς το τέλος. Το δε διαφέρον στρέφεται όχι προς το τι πράττουσι τώρα οι ήρωες, αλλά προς την ανεύρεσιν του τι είχον άλλοτε διαπράξει. Και μία των ισχυροτάτων σκηνών είναι η προς αλλήλους εσκεμμένη και οδυνηρά εξομολόγησις του συζύγου και της γυναικός περί μερικών σκοτεινών σημείων της ζωής των, τα οποία μέχρι τότε είχον αφήσει σκεπασμένα. Ο μύθος του Οιδίποδος έχει το μέγα πλεονέκτημα ότι παρέχει τοιαύτην εν τω παρελθόντι πράξιν, την ακουσίαν πατροκτονίαν και την αιμομιξίαν, ώστε ο μεν ήρως βδελύσσεται εαυτόν, αλλ' όμως ημείς δεν τον αντιπαθούμεν. Και πράγματι ο χαρακτήρ του Οιδίποδος, η επιμονή του να μάθη την αλήθειαν αντί πάσης θυσίας, η εντελής περιφρόνησις του ιδικού του πόνου, πάντα ταύτα είναι ηρωικά και φυσικώς απορρέουσιν εκ του μύθου. Αλλά της Ιοκάστης η διαγραφή ήτο δύσκολος· και μόνον ότι ήτο πολύ πρεσβυτέρα του συζύγου της ήτο δυσάρεστον· αλλ' ο ποιητής έδωκεν εις αυτήν μεγαλοπρεπή θλίψιν, ήρεμον αξιοπρέπειαν και σκυθρωπήν αντίληψιν της ζωής, αρμόζουσαν εις γυναίκα πικρώς δοκιμασθείσαν. Βεβαίως ο αρχαϊκός μύθος έχει χονδράς απιθανότητας, αλλ' αύται, καθώς παρατηρεί ο Αριστοτέλης, κείνται έξω της τραγωδίας. Εν τη δράσει το παν είναι φυσικόν εκτός του τέλους. Διατί ο Οιδίπους εξορύσσει τους οφθαλμούς του; Η Ιοκάστη ενόησεν ότι ώφειλε ν' αποθάνη και εκρεμάσθη. Αυτός ο Οιδίπους εσκόπει να την φονεύση, αν μη τον προελάμβανε. Διατί δεν την ηκολούθησε; Βεβαίως πάσα ελευθέρα σύνθεσις τοιαύτην θα παρείχε λύσιν· αλλ' ο Σοφοκλής ήτο προσηλωμένος εις τον αρχαίον μύθον και ο μύθος έλεγε σαφέστατα ότι ο Οιδίπους έζησε τυφλός πολύν καιρόν κατόπιν. Ο Ευριπίδης απέφυγε δεξιώς την δυσκολίαν ταύτην. Ο Οιδίπους του συλλαμβάνεται και τυφλώνεται υπό των υπηκόων, φονεύσας ήδη την Ιοκάστην και ζητών να φονεύση τα τέκνα του και να φονευθή. Ως καθαρώς τεχνικόν έργον ο Τύραννος Οιδίπους του Σοφοκλέους είναι πραγματικώς άξιος της θέσεως, την οποίαν του έδωκεν ο Αριστοτέλης, είναι δηλαδή το ύψιστον πρότυπον της ελληνικής τραγωδίας. Έχει βαθείαν αλήθειαν συγκινήσεως και υψηλούς στοχασμούς· έχει θαυμαστήν ρώμην λόγου, ηθοποιίαν και φαντασίαν· και από της καθαράς απόψεως δραματικής εναργείας και τέχνης, ολίγαι οιουδήποτε δράματος σκηναί είναι τόσον ανεκφράστως τραγικαί, όσον η σιωπηλή έξοδος της Ιοκάστης, όταν αυτή μόνη συνείδε την επερχομένην καταστροφήν.

Ο Αίας — τον οποίον οι γραμματικοί επονομάζουσι μαστιγοφόρον προς διάκρισιν από του *Αίαντος του Λοκρού — είναι άκαμπτος και πρωιμωτάτη τραγωδία. Μόνον εν τω προλόγω και τω τελευταίω επεισοδίω έχει τρεις υποκριτάς και αυτοί πράγματι δεν φαίνονται χρησιμοποιούμενοι καλώς, όπως π. χ. εν τη Ηλέκτρα και τη Αντιγόνη. Ο Αίας ηττημένος υπό του Οδυσσέως κατά τον περί των όπλων του «Αχιλλέως αγώνα», ελύσσα μέχρις ού η Αθηνά του αφήρεσε το λογικόν. Απεπειράθη να προσβάλη τον Οδυσσέα και τους Ατρείδας εντός της σκηνής των και, καθώς ο Δον Κιχώτος, αντί τούτων επετέθη κατά προβάτων και βοών. Επανέρχεται εις τα λογικά του, απομακρύνεται εις έρημον παρά την θάλασσαν τόπον και εκεί πίπτει επί το ξίφος του. Τους τελευταίους πεντακοσίους στίχους καταλαμβάνει το ζήτημα της ταφής του, τέλος δε ο ασπονδότατος εχθρός του, ο Οδυσσεύς, πείθει τους Ατρείδας να τιμήσωσι τον νεκρόν. Ωραιότατα της τραγωδίας μέρη είναι οι εν τη μανία του λόγοι του ήρωος και προ πάντων η ηθογραφία της φίλης του Τεκμήσσης, της ευγενικής αιχμαλώτου, την οποίαν αυτός περιφρονεί και η οποία αληθώς υπερβαίνει τον ήρωα εις το θάρρος, την ψυχικήν δύναμιν και την αυταπάρνησιν. Αλλ' είναι δύσκολον να πεισθώμεν ότι ο Αίας όπως εσώθη είν' έργον ομοιόμορφον. Όχι μόνον το μέτρον ποικίλλει πολλαχού, αλλά και η αβρά Τέκμησσα και η αδυσώπητος Αθηνά φαίνονται φέρουσαι Ευριπίδειον επίδρασιν· άλλα δε τεκμήρια μεταγενεστέρας τέχνης, καθώς η κατάχρησις αγγέλων και η παράστασις του Μενελάου ως διεστραμμένου Σπαρτιάτου, συνδυαζόμενα προς το δυσανάλογον μήκος του περί της ταφής διαλόγου, γεννώσι την υπόνοιαν ότι το πρώιμον τούτο δράμα είναι κατόπιν επεξειργασμένον.

Η δε Αντιγόνη είναι ίσως η ενδοξοτάτη των ελληνικών τραγωδιών· ο μύθος στηρίζεται επί της αιωνίως συγκινητικής ιδέας του μαρτυρίου, της αφοσιώσεως εις υψηλοτέρον, άγραφον, νόμον, η οποία καταλήγει εις εξανάστασιν και παράβασιν του κατωτέρου, του γραπτού. Ο Πολυνείκης εσκοτώθη πολεμών εναντίον του σφετεριστού αδελφού του Ετεοκλέους και εναντίον της πατρίδος του· ο δε Κρέων — το όνομα σημαίνει απλώς «άρχων», όπερ εμφαίνει τους επισήμους μυθικούς ηγεμόνας — διατάσσει να ριφθή εις τους σκύλους και τα όρνεα ως προδότης, και απειλεί θάνατον κατά παντός πειρωμένου να τον θάψη. Η αδελφή του Αντιγόνη αποφασίζει να το πράξη· η άλλη αδελφή, η Ισμήνη, διστάζει και φοβείται. Η Αντιγόνη φωράται, αρνείται να υπακούση και καταδικάζεται. Η Ισμήνη δοκιμάζει να συμμερισθή την καταδίκην· ο εραστής της Αίμων ικετεύει· αλλά και οι δύο ματαιοπονούσιν. Ο Κρέων είναι αδυσώπητος. Ο Αίμων ορμά προς τον τύμβον, όπου κατεχώσθη ζωντανή η Αντιγόνη, την ευρίσκει νεκράν και «αυτόχειρ αιμάσσεται». {slays himself}

Εκτός της καλλονής των λεπτομερειών του δράματος τούτου, ιδίως της του ύφους, η μεγαλοφυία του ποιητού καταφαίνεται και εν τούτω, ότι η Αντιγόνη δεν έχει σαφώς ωρισμένον ελατήριον ή δικαιολογίαν ακριβή της πράξεώς της· έθαψε τον αδελφόν της διότι ο αγών του ήτο δίκαιος· και διότι ο θάνατος ήτο αρκετή των αδικημάτων του ποινή· και διότι αυτή δεν επλάσθη διά να συμμερίζεται μίση, αλλ' αγάπην· και διότι άταφος νεκρός είναι προσβολή κατά των θεών· και διότι η καρδία της ανήκει εις τους νεκρούς· και διότι ποθεί ν' αποθάνη. Κάπου δικαιολογείται κατ' αδέξιον και φαινομενικώς αναληθή τρόπον, ότι τον έθαψεν απλώς διότι ήτο αδελφός της· ενώ δεν θα έθαπτε τον άνδρα της ή τον υιόν της! Τούτο είναι απολύτως αληθινόν εν τη πραγματική ζωή. Καθώς η Βεατρίκη Censi, και η Αντιγόνη «δεν δύναται ν' απολογήται· γνωρίζει μόνον ν' αγαπά». Άλλο θαυμάσιον της Αντιγόνης χαρακτηριστικόν είναι ότι δεν εννοεί όλον το ύψος του μαρτυρίου, της αισθάνεται μόνον· ότι είναι δύστηνος κόρη, σκληρότατα τιμωρουμένη διά πράξιν, την οποίαν ήτο υπόχρεως να κάμη, νομίζει δε την πολλήν προς τους «ισοθέους» ευλάβειαν ως αστεϊσμόν· «οίμοι γελώμαι» (στ. 889).

Ο Κρέων επίσης διαγράφεται λεπτότατα. Δεν είναι τέρας, αν και οφείλει να ενεργήση ως τέρας, διότι εστήριξεν όλον του το μεγαλείον εις το πρόσταγμά του. Αφού είδεν ότι το πρόσταγμα εκείνο κατεπατήθη, έλαβε θέσιν, εξ ής είναι σχεδόν αδύνατον να υποχωρήση. Κατόπιν αποδεικνύεται ότι ένοχος ήτο η ανεψιά του. Αλλά δυσκολώτατον πλέον είναι ν' ανακαλέση τους λόγους του· εξ άλλου δ' εκείνη δεν προβάλλει ευλαβή δικαιολογίαν της πράξεώς της. Απεναντίας, τον προκαλεί περιφρονητικώτατα· η Ισμήνη, αναθαρρούσα ενώπιον του πραγματικού κινδύνου, τάσσεται μετά της αδελφής της. Αυτός ο υιός του, ο Αίμων, κατ' αρχάς μέτριος, βαθμηδόν γίνεται βίαιος και ακάθεκτος. Ο Κρέων φαίνεται ήδη ζητών υπεκφυγήν, αρκεί μόνον, ως πείσμων και αυταρχικός, να μη ανακαλέση ό,τι είπεν. Ούτω μετά την αποχώρησιν του Αίμονος, φωνάζει απηλπισμένος ότι επιμένει εις την απόφασίν του· ότι και αι δύο κόραι πρέπει να θανατωθούν. «Και αι δύο;» ερωτά ο χορός. Και εκείνος προφανώς ανακουφιζόμενος, απαντά « όν την γε μη θιγούσαν ευ γαρ συν λέγεις», μόνον την Αντιγόνην, αλλά και αυτήν δεν θέλει να την φονεύση αμέσως· προφανώς επιζητεί καιρόν ν' αναπνεύση και διατάσσει μόνον να καταχωσθή εντός πετρίνου τύμβου και ν' αφεθή έρημος εκεί. Μετά τας νουθεσίας του Τειρεσίου ο Κρέων μετανοεί, αλλ' εννοείται, είναι αργά.

Υπάρχουσι πολλαί ομοιότητες μεταξύ της Αντιγόνης, της υψηλοτάτης ίσως, και της Ηλέκτρας, της ήκιστα ίσως υψηλής των τραγωδιών του Σοφοκλέους. Μεταξύ της δυνατής και αδυνάτου αδελφής υπάρχει ακριβώς η αυτή αντίθεσις· πράγματι ο εν τοις στίχοις όπου η Αντιγόνη ερεθίζει τον Κρέοντα και αποκρούει την παράκλησιν της Ισμήνης να συναποθάνη, φαίνεται ότι έχομεν λείψανα της παλαιάς κατατέχνου περιόδου· υπάρχουσι και τεκμήρια παλαιότητος. Ούτως η ερώτησις « Τις ανδρών;» {What man hath dared?} εν ώ η πραγματική ένοχος είναι γυνή, είναι μέσον προς δραματικήν εντύπωσιν, του οποίου ταχέως απηλλάγη η αθηναϊκή σκηνή. Ο δ' έρως των αντιθέσεων, όν πάντοτε διετήρησεν ο Σοφοκλής, κυριαρχεί εν τη Αντιγόνη

«δυοίν αδελφοίν εστερήθημεν δύο μια θανόντων ημέρα διπλή χερί»·

{Two brothers by two hands on one day slain}

ή το ωραιοτέρον

θάρσει· συ μεν ζης, η δ' εμή ψυχή πάλαι τέθνηκεν, ώστε τοις θανούσιν ωφελείν. (στ. 560)

{Be of good cheer, thou livest; but my life For the dead's sake these many days is dead.}

Όντως αι αξιώσεις των νεκρών αποτελούσι κοινόν χαρακτηριστικόν της Αντιγόνης και της Ηλέκτρας· αι τραγωδίαι αύται επαναλαμβάνουσι την διαμαρτυρίαν εκείνην, ήν εξήγγειλεν ήδη ο Αισχύλος εν ταις Χοηφόροις, κατά της τιμωρίας αδικημάτων, γενομένων μόνον εξ ανάγκης επιβαλλομένης εις τους ζώντας. Το δε ερωτικόν ελατήριον του Αίμονος δεν είναι πιθανόν ότι είν' εύρημα αυτού του Σοφοκλέους· διότι δεν αρμόζει προς το πνεύμα του και δεν το μεταχειρίζεται αρκετά, δηλαδή πολύ ολιγώτερον ή ο Ευριπίδης εν τη Αντιγόνη. Η ιδέα θα προήρχετο ίσως εκ του Μιμνέρμου η άλλου ερωτικού ελεγειακού.

Αι Τραχίνιαι και ο Φιλοκτήτης δεικνύουσι σαφώς την επίδρασιν του Ευριπίδου. Αι Τραχίνιαι παριστώσι τον θάνατον του Ηρακλέους διά του κατατρώγοντος ιού, τον οποίον ο εχθρός του, ο Κένταυρος Νέσσος, έδωκεν εις την Δηιάνειραν, την γυναίκα του ήρωος, ως ερωτικόν φίλτρον. Η Δηιάνειρα ανακαλύπτει ότι ο Ηρακλής δεν είναι πιστός σύζυγος, και ότι η νεαρά Ιόλη, την οποίαν της έστειλεν ως αιχμάλωτον, ήτο η αληθινή αφορμή, διά την οποίαν είχε πολεμήσει. Ενθυμείται το ερωτικόν φίλτρον και το στέλλει, ο δε πολύσαρκος ημίθεος αποθνήσκει καταφλεγόμενος δι' αυτού. Ο Δωρικός ήρως, κοινόν πρόσωπον των σατυρικών δραμάτων, δεν είχε γίνει δεκτός εις τας τραγωδίας προ του Ευριπιδείου Ηρακλέους, όπου εμφανίζεται ως ρωμαλέος κατακτητής, εύθυμος και μικράν έχων ευγένειαν ψυχής. Αι Τραχίνιαι έχουσιν ωρισμένας τινάς μιμήσεις του Ηρακλέους, εκτός του Ευριπιδείου προλόγου και της λεπτής δραματικής αντιθέσεως μεταξύ της Δηινείρας και της ακουσίας ερωμένης του ανδρός της. Θα ήτο δε περίεργον να μάθωμεν, εάν υπάρχει καμμία σχέσις της τραγωδίας ταύτης και της κατηγορίας φαρμακείας του Αντιφώντος.

Ο δε Φιλοκτήτης (409 π. Χ.) είναι κατ' εξοχήν ηθογραφικόν δράμα. Ο ήρως ο άλλοτε σύντροφος του Ηρακλέους και ήδη κάτοχος του τόξου του, έπασχεν ένεκα δήγματος εχίδνης. Η εμπύησις εκινδύνευε να προκαλέση λοιμικήν νόσον, οι δ' Έλληνες αφήκαν τον άρρωστον εις την Λήμνον. Πολλά κατόπιν έτη χρησμός εγνωστοποίησεν ότι διά να κυριευθή η Τροία, πρέπει να έλθη ο Φιλοκτήτης και το τόξον. Είναι όμως αδύνατον να πλησιάσωσιν αυτόν· αλλ' ο πολυμήχανος Οδυσσεύς αναλαμβάνει να δοκιμάση, παραλαμβάνει δε και τον Νεοπτόλεμον, τον υιόν του Αχιλλέως. Επειδή δε ο Οδυσσεύς είναι γνωστός εις τον Φιλοκτήτην, απομένει αυτός οπίσω και πέμπει τον Νεοπτόλεμον να συλλάβη τον δυστυχή εις την παγίδα διά ψευδολογιών. Ο νέος αναδέχεται απροθύμως και επισύρει την εμπιστοσύνην του δυστήνου ερημίτου· τα πάντα χωρούσιν εις την σύλληψιν, ότε σπασμός αγωνίας εκ της ανιάτου πληγής προσβάλλει τον Φιλοκτήτην. Ο Νεοπτόλεμος τον περιθάλπει, αλλά συγκινείται ακούων τας ευχαριστίας του απατωμένου και του ομολογεί την αλήθειαν. Ενώ ο Φιλοκτήτης τον εξέλαβεν ως τον μόνον του φίλον, εκείνος υπήρξεν όργανον του ασπόνδου του εχθρού· βαθυτάτα τραγική σκηνή, εξαιρομένη υπό της αρμονίας των στίχων. Το δράμα λύεται κατά τον Ευριπίδειον τρόπον υπό του Ηρακλέους, εμφανιζομένου ως θεού συμφιλιωτού «από μηχανής».

Ο επί Κολωνώ Οιδίπους είναι τραγωδία του αρχαιολογικού εκείνου είδους, του οποίου παλαιότερον παράδειγμα έχομεν τους Ηρακλείδας του Ευριπίδου. Στρέφεται περί τον θρυλούμενον εν τη Αττική τάφον του Οιδίποδος, τον προφανώς μόνον «θρυλούμενον» και μάλιστα όχι παλαιόθεν, διότι βλέπομεν εν της τραγωδίας ότι τοιούτος τάφος δεν ήτο ορατός· Αφού ο Οιδίπους εγήρασε και διά των μακρών πλανών του μετά της θυγατρός του Αντιγόνης επράυνε τρόπον τινά την οξύτητα των εναντίον του αρών, μανθάνει παρά της ερχομένης Ισμήνης ότι νέα περί αυτού μαντεύματα ήλθον εις τας Θήβας εκ Δελφών. Ίο σώμα του θα διατηρήση το άγος (ήτοι taboo, δηλ. την δύναμιν του υπερφυσικώς αγνού ή υπερφυσικώς μιαρού) και θα είναι θείον έρεισμα { divine bulwark } διά την κατέχουσαν αυτό χώραν. Επομένως οι Θηβαίοι ζητούσι να συλλάβωσιν αυτόν, να τον κρατήσωσι πλησίον της Καδμείας γης μέχρις ού αποθάνη και κατόπιν να έχωσι τον τάφον του. Ο Οιδίπους εν τω μεταξύ έχει φθάσει εις τον Κολωνόν, την έδραν των σεμνών θεών, όπου γνωρίζει ότι πρόκειται ν' αποθάνη. Εκεί γίνεται δεκτός ως ξένος υπό του Θησέως και μυστηριωδώς εξαφανίζεται. Αύτη είναι η μόνη τραγωδία του Σοφοκλέους, η στερουμένη πλοκής, είναι δε θαύμα ότι το πείραμα παρήγαγεν έν των υψηλοτάτων αυτού έργων. Η ποίησις εν αυτώ καταλείπει την εντύπωσιν ότι είναι υπερτέρα των κοινών μεθόδων, αρκουμένη εις την ιδικήν της ακτινοβόλον λάμψιν. Αλλ' επειδή είχε παρέλθει πλέον ο καιρός, ότε υπόθεσις άνευ πλοκής, κοσμουμένη διά μόνης της φαντασίας, ηδύνατο να πληρώση έν όλον δράμα, ο Σοφοκλής ηναγκάσθη να παρεμβάλη τα επεισόδια του Κρέοντος και του Πολυνείκους και να παραστήση εκείνον μεν ματαίως αποπειρώμενον να συλλάβη τας δυο κόρας, τούτον δε ακούοντα την πατρικήν κατάραν. Αλλά κέντρον του έργου είναι η φλογερά και σχεδόν άπελπις φιλοπατρία των τελευταίων του Πελοποννησιακού πολέμου ετών. Η δόξα των Αθηνών, η εαρινή άνθησις και ταηδόνια του Κολωνού, η απόρθητος Ακρόπολις, εμπνέουσι τον πατριωτισμόν εκείνον· παλαιός αυτού αντιπρόσωπος είναι ο Θησεύς ο πιστός εις τους νόμους, ο φιλάνθρωπος και ευσεβέστατος βασιλεύς, ο πορίσας διηνεκή ασφάλειαν εκ της τότε γενναίας φιλοξενίας· η δε αποπομπή του Άργους και η αιωνία κατά των σκληρών Θηβών κατάρα θα επέτεινε τον ενθουσιασμόν των θεατών. Το δράμα μνημονεύεται ως θαυμαστόν επί της σκηνής. Πράγματι δε το εν τέλει μεγαλείον του Οιδίποδος είναι των μεγίστων της Ελληνικής ποιήσεως κατορθωμάτων και αυτή η αγρία σκηνή της κατάρας, η αποτόμως αντιτιθεμένη προς αυτό, θα εφαίνετο μεγαλοπρεπής διά καταλλήλου υποκλίσεως.

Η τραγωδία παραδίδεται εν ταις διδασκαλίαις ως διδαχθείσα μετά τον θάνατον του Σοφοκλέους υπό του ομωνύμου αυτού εγγόνου. (249) Αλλ' η στιχουργία φαίνεται σαφώς αρχαιοτέρα της του Φιλοκτήτου (409), οι δε πολιτικοί υπαινιγμοί ωδήγησαν εις απιθάνους εικασίας περί παλαιοτέρας συνθέσεως του έργου. Ίσως πιθανωτέρα είναι η του Campbell, η καθορίζουσα το 411 π. Χ.

Ο επί Κολωνώ Οιδίπους, αν και δεν είναι των χαρακτηριστικωτέρων του ποιητού τραγωδιών, είναι ίσως η βαθύτερον εκ της καρδίας αυτού προερχομένη· θα ήτο δε δύσκολον να εύρη κανείς άλλο τι παραστατικώτερον του Σοφοκλείου ύφους παρά τους ωραίους προς τον Θησέα στίχους του Οιδίποδος [στ.607 κεξ.]

ω φίλτατ' Αιγέως παι, μόνοις ου γίγνεται θεοίσι γήρας ουδέ κατθανείν ποτε, τα δ' άλλα συγχεί πάνθ' ο παγκρατής χρόνος· φθίνει μεν ισχύς γης, φθίνει δε σώματος, θνήσκει δε πίστις, βλαστάνει δ' απιστία, και πνεύμα ταυτόν ούποτ' ούτ' εν ανδράσιν φίλοις βέβηκεν, ούτε προς πόλιν πόλει.

{Fair Aigeus' son, only to gods in heaven Comes no old age nor death of anything ; All else is turmoiled by our master Time. The earth's strength fades and manhood's glory fades. Faith dies, and unfaith blossoms like a flower. And who shall find in the open streets of men Or secret places of his own heart's love One wind blow true for ever ?}

ΙΒ' ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

ΜΝΗΣΑΡΧΙΔΟΥ (480-406 π. Χ.)

Του Ευριπίδου σώζονται δέκα οκτώ δράματα [και πλείστα αποσπάσματα, ήτοι το έν τρίτον του έργου του] ενώ μόνον επτά εξ εκατέρου των άλλων τραγικών· έχομεν δε και περισσοτέρας περί αυτού μαρτυρίας ή περί παντός άλλου Έλληνος ποιητού (250). Και όμως απομένει ίσως η προβληματικωτάτη φυσιογνωμία της αρχαίας λογοτεχνίας. Ήτο πραγματικός αντιπρόσωπος της περιόδου εκείνης, και όμως προφανώς διέκειτο εχθρικώς προς τους συγχρόνους· απετύγχανεν επί της σκηνής — έλαβε μόνον τέσσαρα πρωτεία κατά τα 50 έτη της δράσεώς του (251) — και όμως υπήρξε πάντως ο γνωστότατος εν Ελλάδι ποιητής. Οι σύγχρονοί του τον έψεγον ως φορτικόν, διότι τους ηνώχλει διά ψυχολογικών προβλημάτων· ως μοχθηρόν, διότι τους ηνάγκαζε να βλέπωσιν αληθείας μη αρεστάς· ως βλάσφημον και πονηρόν, διότι εκίνει ζητήματα θρησκευτικά και πνευματικά, τα οποία αυτοί δεν ηδύναντο ούτε να λύσωσι ούτε να παραβλέψωσι. Απεδοκίμαζον αυτόν ως παραπολύ φαντασιοκόπον ή παραπολύ πραγματικόν, παραπολύ ευαίσθητον ή παραπολύ πεζόν, παραπολύ απλούν ή παραπολύ φιλοσοφικόν, κατά δε τον Αριστοφάνη ήτο συνάμα πάντα ταύτα. Ησθάνοντο ότι τους εξώργιζεν, αλλά δεν ηδύναντο παρά να τον ακούουν. Αναμφιβόλως εννοούσαν ότι δεν ηγάπα την ευθυμίαν και ότι επειράζετο ευκόλως. Ίσως δ' εξ άλλου παρεδέχοντο ότι ήτο σοφός, όπως σκωπτικώς τον απεκάλουν. Οπωσδήποτε μετά την μεγάλην εν Συρακούσαις συμφοράν εις αυτόν προσήλθον ζητούντες να γράψη τον επιτάφιον των ελπίδων των Αθηνών.

Η παράδοσις, η τόσον ευνοϊκή προς τον Σοφοκλή, μαίνεται κατά του Ευριπίδου. Ελέγετο ανήθικος, μετά πολλών ελαττωμάτων, αν και ήτο σκυθρωπός· ότι δεν έγραφεν αυτός τα δράματά του, αλλ' οι δούλοι και οι γνώριμοί του· ότι ο πατήρ του ήτο χρεωκόπος, η δε μήτηρ του λαχανόπωλις και τα λάχανά της άγρια· ότι η σύζυγός του ωνομάζετο Χοιρίνη και ήτο αξία του ονόματος· ότι την εχωρίσθη, αλλά και η δευτέρα του σύζυγος ήτο χειροτέρα. Είναι δε νόστιμοι αι συγκρίσεις των δύο τραγικών, όπου ο κακόμοιρος μισάνθρωπος ηττάται υπό του αγαθού Σοφοκλέους, ο οποίος όμως δεν ενόμιζεν εαυτόν χρηστότερον των λοιπών ανθρώπων.

Των θρύλων τούτων τινές ελέγχονται ψευδείς· άλλοι είναι χονδροειδώς απίθανοι· και οι πλείστοι είναι αμάρτυροι. Ούτω δύναται να αποδειχθή ότι ο πατήρ του ποιητού, ο Μνησαρχίδης, ανήκεν εις παλαιόν μεσαίας τάξεως οίκον, ότι είχεν αγρόν και κάποιον αξίωμα τοπικής λατρείας του Απόλλωνος « Φλυήσιν ». Η δε μήτηρ του Κλειώ, η « λαχανόπωλις », ήτο [κατά τον Φιλόχορον] «των σφόδρα ευγενών», φαίνεται δε ότι τρυφερώς ηγάπα τον υιόν της και επέδρασεν επ' αυτόν· πράγματι δε η μητρική στοργή ζωγραφείται ζωηρώς υπό του Ευριπίδου. Περί δε της γυναικός του γνωρίζομεν ότι ωνομάζετο όχι Χοιρίνη, αλλά Μελιτώ και ότι ο Αριστοφάνης κατά το 411 δεν εύρισκε τίποτε να της προσάψη. Περί δε των τριών υιών του λέγεται ότι ο Μνησαρχίδης ήτο έμπορος, ο Μνησίλοχος υποκριτής, ο δε ομώνυμος Ευριπίδης μετά τον θάνατον του πατρός του εδίδαξε την Ιφιγένειαν την εν Αυλίδι, τον Αλκμέωνα και τας Βάκχας. Ο ποιητής ελέγετο ότι διημέρευεν εις την Σαλαμίνα, όπου κατεσκεύασε σπήλαιον απέναντι της θαλάσσης, όπερ εδεικνύετο εις τους περιηγητάς μέχρι των χρόνων του Πλινίου· απέφευγε δε τον όχλον και τα πολιτικά, όσον ηδύνατο να τα αποφύγη Αθηναίος των ημερών εκείνων. Εστρατεύθη, ελειτούργησε μίαν τουλάχιστον φοράν, εξοπλίσας ίσως τριήρη και υπήρξε πρόξενος εν Μαγνησία· το αξίωμα είχεν ομοιότητα προς το των σημερινών προξένων και περιελάμβανε πραγματικήν πολιτικήν υπηρεσίαν. Τας δαπανηράς ταύτας θέσεις φαίνεται ότι κατείχε νέος, και ότι κατόπιν περιέπεσεν εις πενίαν, όπως και πάντες οι γεωκτήμονες κατά τα τέλη του πολέμου. Κατά τάλλα γνωρίζομεν ότι ήτο ο πρώτος Έλλην ο καταρτίσας βιβλιοθήκην χάριν ιδίας δηλαδή χρήσεως και όχι ως βιβλιοπώλης.

Άπαξ ευρίσκομεν αυτόν λαμβάνοντα έμμεσον τουλάχιστον μέρος εις τα πολιτικά. Περί τα 420 κατά τα τέλη του δεκαετούς πολέμου ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδίαν έχουσαν ωρισμένην «θέσιν». Αι Ικέτιδες όχι μόνον συμβουλεύουσιν ειρήνην μετά της Σπάρτης — εις το αυτό απέβλεπον και ο *Κρεσφόντης και ο *Ερεχθεύς — αλλά συμβουλεύει και συμμαχίαν μετά του Άργους και κηρύσσει την εν Αθήναις ανάγκην νεαρού και ευγενούς στρατηγού. Τοιούτος ήτο τότε, πρωταγωνιστών και προτρέπων εις την μετά του Άργους συμμαχίαν, ο Αλκιβιάδης· κατά δε το επόμενον έτος κατήρχετο εις τα Ολύμπια μετά τεσσάρων αρμάτων, τα οποία τόσον προεκάλεσαν θόρυβον ανά την Ελλάδα και ενίκησε την νίκην, της οποίας το επινίκιον εποίησεν ο Ευριπίδης. Εκ τούτων διαβλέπομεν ότι και ο από σκηνής φιλόσοφος, όπως ο Σωκράτης, υπερετίμησε κατά τινα περίοδον τον Αλκιβιάδην. Αλλ' αγνοούμεν πόσον χρόνον διήρκεσεν η φιλία εκείνη· διότι κατόπιν ο μεν Ευριπίδης ετάσσετο υπέρ της ειρήνης, ο δε Αλκιβιάδης υπέρ του πολέμου· περί δε τον χρόνον της εις Σικελίαν εκστρατείας ο Ευριπίδης έχασε την εμπιστοσύνην εις τον στρατηγόν εκείνον. Αι Τρωάδες (415 π. Χ.) άρχονται διά περιγραφής μεγάλου στόλου θριαμβικώς απερχομένου, επειδή οι ναύται αγνοούσιν ότι επικρέμαται θεία τιμωρία.

Έκτοτε πάντα τα δράματά του κατά την τελευταίαν αγωνίαν του πολέμου γράφονται πυρετωδώς και ρίπτουσι δυνατόν αλλά και παραμορφωτικόν φως εις τον χαρακτήρα του ποιητού. Αι βαθείαι του συγκινήσεις γίνονται κατάδηλοι προς βλάβην της τέχνης του, αυτός δε φαίνεται αγαπών να κατασχίζη τα ιδανικά του. Η φιλοπατρία ήτο ανέκαθεν ισχυρόν συναίσθημα του Ευριπίδου. Κατά τα 427 έχομεν την ευάρεστον πατριωτικήν αυτοπεποίθησιν των Ηρακλειδών, το πνεύμα νεωτέρου τινός Περικλέους. Αλλά και προτού (428) ο Ιππόλυτος ενείχε καθαράν αισθηματικήν φιλοπατρίαν, μετέπειτα δε Ερεχθεύς, ο *Θησεύς και αι Ικέτιδες. Τα τελευταία όμως έργα έχουσιν άλλο πνεύμα. Αι εκπνέουσαι Αθήναι δεν μνημονεύονται πλέον, αλλ' η επιθανάτιος αγωνία και τα αμαρτήματα της πόλεως περιστοιχούσιν ημάς πανταχόθεν· η μέθη της μάχης εξέλιπε, παραμένει δε η φρίκη του πολέμου. Ο ποιητής παριστάνει τους νικητάς τόσον δυστυχείς όσον και τους ηττημένους, άμα δε πανουργοτέρους και αθλιωτέρους.

Άλλη θεωρία πάντοτε κατέχουσα τον ποιητήν, αλλά τότε δεσπόζουσα, είναι δυσπιστία προς την πολιτείαν και τας μεθόδους αυτής, ήτοι η θεωρία, την οποίαν διαρρήδην εκήρυσσεν εσχάτως ο Τολστόης. Κατάρα της ζωής είναι οι πολύπλοκοι πολιτειακοί και κοινωνικοί δεσμοί. Αδέσμευτος άνθρωπος ημπορεί ν' αδικήση πολλά, πάντοτε όμως έχει καρδίαν· μόνον ο δούλος της πατρίδος του, το όργανον των συνηνωμένων πολλών, δεν δύναται να συμπαθή· ο Οδυσσεύς των Τρωάδων και του Παλαμήδους (415 π. Χ.) χωρεί περαιτέρω και αυτού του Οδυσσέως της Εκάβης (424) οπού ο τοιούτος τύπος απεικονίζεται κατά πρώτον. Δεν είναι δηλαδή αυτός αιμόδιψος, αλλ' είναι υπόχρεως να προτάξη παντός άλλου το συμφέρον των Αχαιών. Διότι θα επέλθη καταστροφή, αν αυτός μη ψευσθή, μη φονεύση και προδώση. Τοιούτος είναι και ο Μενέλαος του Ορέστου και προ πάντων ο Αγαμέμνων της εν Αυλίδι Ιφιγενείας· αι περί αυτούς κοινωνικαί συνθήκαι φαίνονται μη επιτρέπουσαι δικαιοσύνην ή ηθικήν.

Άλλο χαρακτηριστικόν των τελευταίων ετών του πολέμου είναι η τάσις του ποιητού προς περιγραφήν της εσχάτης εκδικήσεως. Τούτο ήτο παλαιόν του Ευριπίδου θέμα — τω 431 η Μήδεια εδίδασκε την εκδίκησιν — αλλ' ήδη ο ποιητής έβλεπε παντού παραδείγματα του κανόνος ότι οι πέρα τινός ορίου αδικούμενοι άνθρωποι μεταβάλλονται εις θηρία. Η ιδέα αυτή παρέχει ενότητα εις την Εκάβην, δηλ. η βαθμιαία απορρόφησις της όλης φύσεως της ανάσσης εις μίαν άπειρον δίψαν εκδικήσεως, λύει δε την απορίαν του Σχολιαστού του Ορέστου, ότι «πλην Πυλάδου πάντες φαύλοι εισιν». {apart from Pyladis everybody in it is bad} Άλλο επιτεινόμενον αίσθημα του Ευριπίδου είναι η προς τους αρχαίους μύθους, τους καλουμένους ηρωικούς, αποστροφή του. Η Ηλέκτρα του ήτο αρκετή να στηλιτεύση την αιμοδιψίαν των Ατρειδών. Μετ' αυτήν ας αναγνώση τις ό,τι λέγει περί του θέματος εκείνου όστις δήποτε άλλος ποιητής, ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος ή ο Όμηρος και θα πεισθή ότι μόνος ο Ευριπίδης απεικόνισε την αλήθειαν, ότι η δολοφονία ουδέποτε είναι συγγνωστή.

Κατά την τελευταίαν εκείνην περίοδον του εν Αθήναις βίου έχομεν πράγματι κάποτε τον θρυλούμενον Ευριπίδην — τον ανακόλουθον προς εαυτόν, τον τελείως μεν άθρησκον, αλλ' αντίθετον προς τους πλείστους φιλοσόφους, τον περιφρονούντα μεν τους πλουσίους, αλλά μανικώς πολέμιον της ακράτου δημοκρατίας, τον αποστρεφόμενον τους πολλούς, προκαλούντα δε την κοινήν προσοχήν διά μόνης της δυνάμεως του νου. Κατετρέχετο ήδη ακαταπαύστως υπό αγέλης κωμικών ποιητών και εννοείται, υπό των μεγάλων ομάδων των θρήσκων και των χυδαίων. Κατά την πάλην εκείνην ηττήθη. Διδάξας δε τον Ορέστην τω 408, αφήκε τας Αθήνας και απήλθεν εις την αυλήν του Αρχελάου του Μακεδόνος· ελέγετο δε ότι έφυγεν αχθόμενος «επί τω σχεδόν πάντας επιχαίρειν», αλλά δεν ηξεύρομεν και τον λόγον της κοινής εκείνης χαράς. Εν Μακεδονία ηύρε την ησυχίαν και πιθανώς όμιλον ομοφρόνων. Εκεί ήσαν ο τραγικός Αγάθων και ο μουσικός Τιμόθεος, παλαιοί του φίλοι και οι δύο, επίσης δε ο ζωγράφος Ζεύξις και πιθανώς ο Θουκυδίδης. Ενίοτε κάτωθεν της στιλπνής επιφανείας της Μακεδονικής αυλής διεφαίνετο περισσή βαρβαρότης. Ο θρύλος ότι ο Ευριπίδης εσπαράχθη υπό των σκύλων του βασιλέως φωράται μύθος, αφού σιωπά ο Αριστοφάνης. Αλλά πάντως ο Αθηναίος εξεπλάγη ότε κάποιος αυλικός, ομιλήσας αποτόμως προς αυτόν, του παρεδόθη αμέσως προς μαστίγωσιν. Ο ποιητής απέθανε δεκαοκτώ μήνας μετά την εις Μακεδονίαν άφιξίν του. Αλλά η ησυχία και άνεσις της νέας του διαμονής αφήκεν ίχνη επί των έργων του. Μοναδικήν έχουσι δροσερότητα και χάριν αι δύο τραγωδίαι, αι Βάκχαι και η εν Αυλίδι Ιφιγένεια, την οποίαν αφήκεν ατελή, πάντως δε αι Βάκχαι φέρουσι και εικόνας Μακεδονικών τοπίων (565 κεξ.). Του * Αρχελάου, τον οποίον έγραψεν εις τιμήν του ξενίζοντος αυτόν, μόνον ολίγα λείψανα επιζώσι (252).

Βεβαίως και εν Αθήναις η βαρυθυμία του δεν ήτο παντοτινή. Κάλλιστα δε τον χαρακτήρα του ποιητού απεικονίζουσιν αι λαμπραί επεξεργασίαι των τελευταίων του δραμάτων και αι νέαι μορφαί, τας οποίας επινοεί ως ιδεώδεις. Περιφρονών την ανωτέραν κοινωνίαν και την πολιτικήν ισχύν, καταλύουν τα πολυθαύμαστα είδωλα των Ομηρικών ηρώων, συμπαθών δε γενικώς προς τους αδυνάτους και τους αφανείς, ανευρίσκει την μεγαλοψυχίαν μεταξύ ανθρώπων ησύχων, αμολύντων υπό της κοινωνίας. Ήρως της Ηλέκτρας είναι ο Μυκηναίος αυτουργός, ο ειλικρινής, ο τίμιος, ο διακριτικός, ο οποίος τόσον καλά συναισθάνεται ότι είναι κατώτερος των αγρίων βασιλέων του οίκου, όσον εκείνοι πιστεύουσιν ότι είναι ανώτεροί του. Αλλά προ πάντων ο Ευριπίδης διατηρεί την παλαιάν του πεποίθησιν εις την απέραντον δύναμιν της απείρου κόρης. Μεταξύ μόνον των σωθέντων δραμάτων έχουσι μαρτυρικήν παρθένον ως ηρωίδα οι Ηρακλείδαι, η Εκάβη, η Ιφιγένεια η εν Αυλίδι· απηχήσεις δε αυτής έχουσιν αι Τρωάδες και αι Ικέτιδες. Η τοιαύτη παρθένος είναι πάντοτε τύπος πραγματικός και πάντοτε διάφορος. Ο μεν είς πόλος είναι ίσως η Κασσάνδρα των Τρωάδων, όπου εξαίρεται η δύναμις του βλέπειν πέρα των συμφορών του παρόντος, η δευτέρα αυτή όρασις των διαυγών πνευμάτων. Ο δε άλλος πόλος, η ανθρωπινωτέρα φάσις, υπάρχει εν τη Ιφιγενεία. Η νεαρά κόρη βλέπουσα κατά πρώτον ότι επιάσθη εις την θανάσιμον παγίδα, λιποψυχεί και καθικετεύει πάντας ως παιδίον, να μη σφαγή· αλλά κατόπιν, αφού παρέρχεται η πρώτη συγκίνησις, αφού συνομιλεί προς την ψυχήν της μόνη, αφού βλέπει ότι ο Αχιλλεύς είν' έτοιμος να πολεμήση και να αποθάνη χάριν της, εξαίρεται εις το ύψος εκουσίου υπέρ της Ελλάδος μαρτυρίου. Διότι η ζωή ενός Αχιλλέως αξίζει χιλίας ζωάς γυναικών, όπως αυτή! Ούτως αίρεται ασυγκρίτως υπερτέρα παντός άλλου προσώπου της τραγωδίας ταύτης, επισκιάζουσα και αυτόν τον Αχιλλέα. Και όμως ο Αριστοτέλης — τοιαύτα τα ολισθήματα της ανθρωπίνης κριτικής — την θεωρεί ως τύπον «ήθους ανωμάλου» [δηλαδή ανακολούθου].

Άλλο λαμπρόν στοιχείον περιέχουσι τα καθαρώς ρωμαντικά δράματα των τελευταίων ετών του ποιητού, η Ελένη και η *Ανδρομέδα, έργα, υπενθυμίζοντα τους Όρνιθας του Αριστοφάνους. Ο Ευριπίδης ευρίσκει αναψυχήν αποστρέφων το πρόσωπον από των πολιτικών πραγμάτων, τα οποία έθλιβον ολόκληρον την πόλιν. Η Ελένη είναι έργον φωτεινόν έχον καθαράν ατμόσφαιραν και ωραία χορικά· η Ελένη και ο Μενέλαος είναι και οι δύο αθώοι. Η δ' Ανδρομέδα ήτο, καθόσον φαίνεται, ο μόνος απλούς και ανέφελος ερωτικός μύθος, όν έγραψεν ο Ευριπίδης. Ήτο δε δράμα πολυθρύνητον. Ο Λουκιανός διηγείται νοστιμώτατα τα κατά τον τραγικόν πυρετόν, τον καταλαβόντα τους Αβδηρίτας· ότι περιερχόμενοι «ιαμβεία εφθέγγοντο», «μάλιστα δε την Ευριπίδου Ανδρομέδαν εμονώδονν και την τον Περσέως ρήσιν εν μέρει διεξήεσαν και μεστή ην η πόλις ωχρών απάντων και λεπτών των εβδομαίων εκείνων τραγωδών,

συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων έρως,

και τα άλλα μεγάλη τη φωνή αναβοώντων ». { and especially sang the solos in the Andromeda and went through the great speech of Perseus, one after another, till the city was full of seven-day-old tragedians, pale and haggard, crying aloud, ' O Love, high monarch over gods and men,' and so on." } Η *Ανδρομέδα ήρχιζεν (άρα γε άνευ προλόγου;) παριστάνουσα την ηρωίδα «διατεταμένην τας χείρας» επί του βράχου και περιμένουσαν την χαραυγήν διά των λόγων [απόσπ. 114]

ω νυξ ιερά, μακρόν ως ίππευμα διώκεις.

{ O holy Night, how long is the wheeling of thy chariot!}

Μικρά τινα λείψανα δεικνύουσι την καλλονήν του όλου έργου· π.χ. η επίκλησις του χορού προς την Ηχώ [απόσπ. 118]

προσαυδώ σε τάν εν άντροις,

{by Aidos that dwelleth in caves}

και η προς τον εραστήν και ελευθερωτήν αυτής αποστροφή της Ανδρομέδας [απόσπ. 133]

άγου δε μ' ω ξέν' είτε πρόσπολον θέλεις, είτ' άλοχον είτε δμωίδα.

{" Take me, O stranger, for thine handmaiden, Or wife or slave"}

Τοιούτον αγνόν και ευτυχή τόνον έρωτος ουδέποτε προτού είχεν εύρει ο Ευριπίδης. Μόνος δε ο *Φαέθων περιείχε τοιαύτα υπεράνθρωπα μυστήρια τεράτων και μαγείας.

Ούτος εννοείται είναι ο Ευριπίδης του τέλους του πολέμου, ότε η πάλη απέβη οξυτέρα. Αλλ' ήδη από του 445, ότε πρώτον ενεφανίσθη διά των *Πλειάδων, αφήκεν εις τον κόσμον την εντύπωσιν ότι ήτο ανόμοιος προς παν ό,τι εγνώριζον προτού. Αμέσως εδείχθη ως ποιητής της σχολής και της σκέψεως των σοφιστών, ως ο απόστολος της σαφηνείας της εκφράσεως, ο λέγων ό,τι έχει να είπη καθαρώς και ακόμπως. Η γλώσσα του εθαυμάζετο λίαν υπό των μεταγενεστέρων, αλλ' εις ημάς δεν εμποιεί πολλήν εντύπωσιν, επειδή φαίνεται ως τετριμμένη και άτονος, διότι είμεθα συνηθισμένοι εις κοινούς μιμητάς αυτής από του Ισοκράτους μέχρι Θεοδώρου του Προδρόμου. Και αι *Πελιάδες πιθανώς κατεδείκνυον την δύναμιν του Ευριπίδου εις την ανεύρεσιν νέας εμπνεύσεως. Και η μεν φιλοσοφική του κλίσις κατεφαίνετο επί στίχων οίοι οι εξής·

ουκ έστι τα θεών άδικ' εν ανθρώποισι δε κακοίς νοσούντα σύγχυσιν πολλήν έχει·

{in God there is no injustice . . . }

(αποσπ. 606) η δε συμπάθειά του προς τα παντοειδή πάθη εκ της εκλογής γυναικός οία η Μήδεια, ως πρωταγωνιστούσης.

Αλλά το παραστατικώτατον των παλαιών του έργων και το μάλιστα εκπλήξαν τους συγχρόνους ήτο ο *Τήλεφος. Έχει πολλά των κατόπιν χαρακτηριστικών, αλλ' ανεπτυγμένα μόνον εις το ήμισυ, και συγκαλυπτόμενα υπό τινος επιπολαιότητος και απειρίας. Πρέπει δε να έχωμεν διαρκώς τον *Τήλεφον υπ' όψιν, χαράσσοντες την βαθμιαίαν πρόοδον των Ευριπιδείων χαρακτήρων και μεθόδων. Ο πληγωμένος βασιλεύς της Μυσίας γινώσκει ότι ουδέν άλλο παρά το δόρυ του Αχιλλέως, όπερ επλήγωσεν αυτόν, δύναται και να τον θεραπεύση· οι Έλληνες είναι πάντες εχθροί του· περιέρχεται την Ελλάδα, χωλός ένεκα της πληγής και μετημφιεσμένος εις επαίτην· ομιλεί μεταξύ πολεμίων στρατηγών, προσβάλλεται εις την υπεροψίαν του, αλλ' επιτυγχάνει ό,τι επιζητεί· εισάγεται δηλαδή ως ικέτης εις την Κλυταιμήστραν, αρπάζει τον Ορέστην βρέφος ακόμη, αναγνωρίζεται, απειλεί ότι θα φονεύση το παιδίον, αν προχωρήση κανείς εναντίον του, προβάλλει τους όρους του και θεραπεύεται. Ο εξαιρέτως ψύχραιμος και επινοητικός ήρως — ο υπενθυμίζων τινά των προσώπων του Ουγγώ ή του Δουμά — ήτο κάτι νέον, και ελκυστικόν επί της σκηνής. Πρωτότυπος επίσης ήτο τότε η «αναγνώρισις» ως δραματική περιπέτεια, ως μεταβολή δηλαδή της θέσεως διά της αποκαλύψεως τις ήτο πραγματικώς εκείνος, ήτοι ενταύθα ότι ο χωλός εκείνος επαίτης ήτο ο Τήλεφος. Αλλά το αγαπητόν του Ευριπίδου μέσον κατήντησε κοινόν κατά τους χρόνους του Αριστοτέλους και σχεδόν κανονικός τρόπος της λύσεως δραμάτων. Των σωζομένων τραγωδιών ο Ίων, η Ηλέκτρα, η Ελένη και η Ιφιγένεια η εν Ταύροις έχει αναγνωρίσεις. Μεταξύ δε των απολομένων ο *Κρεσφόντης ήτο διά τούτο περίφημος. Ο ήρως εκείνος, υιός του φονευθέντος βασιλέως της Μεσσηνίας, διέφυγε τον σφετεριστήν της αρχής Πολυφόντην και ανετράφη κρύφα, ενώ η μήτηρ του Μερόπη ήτο υποχείρια του τυράννου. Ο υιός επιστρέφει διά να την σώση, κατορθώνει δε να πλησιάση τον Πολυφόντην υποκρινόμενος ότι εσκότωσε τον Κρεσφόντην και ζητεί διά τούτο αμοιβήν. Η Μερόπη ακούει ότι ξένος τις ευρίσκεται εντός της οικίας θέλων αμοιβήν ως φονεύσας τον υιόν της. Πέμπει αμέσως άνθρωπον εις το άσυλον του υιού της και μανθάνει ότι είχεν εξαφανισθή. Απηλπισμένη αρπάζει πέλεκυν και ορμά προς τον τόπον όπου ο νέος εκοιμάτο. Μόλις κατά την υστάτην στιγμήν, ότε ακριβώς έλεγεν

την δ' εγώ δίδωμί σοι | πληγήν,

{Infernal Hades, this is mine offering to thee}

ο παλαιός δούλος του ανδρός της, ο κρατών τον λύχνον, αναγνωρίζει το μειράκιον, ορμά και προλαμβάνει τα κτύπημα. Το σκηνικόν τούτο κατόρθωμα διετήρει την δύναμίν του μέχρι των χρόνων του Πλουτάρχου.

Πλην της τεχνικής αναγνωρίσεως ο *Τήλεφος έδωκε το σύνθημα προς ποίησιν υποθέσεων μελοδραματικών, η τάσις δ' αυτή είναι φανερά προ πάντων εν τω Ορέστη. Το δράμα τούτο αρχίζει ολίγας ημέρας μετά τον φόνον της Κλυταιμήστρας και του Αιγίσθου. Ο Ορέστης και Ηλέκτρα αποκλεισθέντες εντός των ανακτόρων υπό των Αργείων, περιμένουσι την καταδικαστικήν ψήφον της πόλεως. Και ο μεν Ορέστης είναι άρρωστος και παράφρων· η δε Ηλέκτρα, εξηντλημένη εκ των φροντίδων και των περιποιήσεων, φοβείται ότι πιθανώτατα και οι δύο θα λιθοβοληθώσιν. Αλλ' υποφώσκει η σωτηρία· ο Μενέλαος, ο αδελφός του πατρός των, εισέπλευσε μετά της Ελένης εις τον λιμένα. Η Ελένη έρχεται εις τα ανάκτορα και οι στρατιώται του Μενελάου φρουρούσι τας εισόδους. Ο Ορέστης βαθμηδόν ανακτά τας φρένας και φαίνεται ως να εσώθησαν οι δύο αδελφοί. Αλλ' ο Μενέλαος είναι ο φυσικός κληρονόμος της βασιλείας μετά τον Ορέστην, αποστρέφεται δε τας εκδικήσεις· εξ άλλου δεν θέλει ν' αντιπράξη εις το θέλημα του λαού μηδέ να προσβάλη τον πενθερόν του Τυνδάρεων, ζητούντα εκδίκησιν διά την Κλυταιμήστραν· εν συντόμω εννοεί ν' αφήση τους δύο αδελφούς να λιθοβοληθώσιν. Σκηναί ζωηρών αντιθέσεων επακολουθούσιν αλλήλας, μέχρις ού και οι δύο πείθονται ότι το παν εχάθη. Η μανία καταλαμβάνει τον Ορέστην· δράττει το ξίφος και ορμά κατά της Ελένης και της Ερμιόνης. Όπως διαφύγωσι τον λιθοβολισμόν, η Ηλέκτρα και ο Ορέστης αποφασίζουσι ν' αποθάνωσιν· εκείνη ζητεί παρ’ αυτού να την φονεύση· εκείνος απαντά « έκτεινα μητέρα» {My mother's blood is enough. I will not kill thee. Die as best thou mayest } [την δε λύσιν επιφέρει φαινόμενος ο Απόλλων από μηχανής].

Ο *Τήλεφος διά ποικίλους λόγους ήτο το χαρακτηριστικώτατον δράμα της πρώτης περιόδου του Ευριπίδου, αλλά φαίνεται ως έργον νέον. Ίσως η πραγματικότης εν αυτώ είναι τόσον λεπτή όσον εν τη Ηλέκτρα. Αλλά το κύριόν του γνώρισμα ήτο το φόρεμα του μετημφιεσμένου επαίτου, το οποίον απεσκοράκιζε πάσαν σκηνικήν εθιμοτυπίαν. Ο ήρως των Αχαρνέων του Αριστοφάνους, ο Δικαιόπολις, αναγκαζόμενος ν' απολογηθή όπως σώση την κεφαλήν του, παρακαλεί τον Ευριπίδην να του δώση μερικά «τραγικά τρύχη», τα οποία να συγκινήσουν τους θεατάς. Και γνωρίζει μεν ακριβώς ποία ράκη του αρμόζουσιν, αλλά δεν ενθυμείται το όνομα του ανθρώπου, ο οποίος τα εφόρει. Ο Ευριπίδης τον ερωτά·

τα ποία τρύχη; μων εν οίς Οινεύς οδί ο δύσποτμος γηραιός ηγωνίζετο;

Δικ. ουκ Οινέως ην, αλλ' έτ' αθλιωτέρου

Ευρ. τα του τυφλού Φοίνικος;

Δικ. Φοίνικος ου, αλλ' έτερος ην Φοίνικος; αθλιώτερος

Ευρ. Αλλ' ή Φιλοκτήτου τα τον πτωχού λέγεις;

Δικ. ουκ, αλλά τούτου πολύ πολύ πτωχιστέρου.

Ευρ. Αλλ' ή τα δυσπινή θέλεις πεπλώματα, ά Βελλεροφόντης είχ' ο χωλός ουτοσί;

Δικ. Ου Βελλεροφόντης . . .

Ευρ. Οίδ' άνδρα Μυσόν Τήλεφον . . .

Ω παι, δος αυτώ Τηλέφου ρακώματα· κείται δ' άνωθεν των Θυεστείων ρακών μεταξύ των Ινούς . . .

{"The old unhappy Oineus appeared in rags," says Euripides. " It was not Oineus; some one much wretcheder." " The blind Phoenix perhaps?" "Oh, much, much wretcheder than Phoenix!" "Possibly you mean Philoctetes the beggarman?" "No, a far worse beggar than Philoctetes." " The cripple Bellerophon ?" "No, not Bellerophon; though my man was a cripple too, and a beggar and a great speaker!' "I know; Telephus of Mysia! — Boy, fetch Telephus's beggar-clothes; they are just above Thyestes's rags, between them and Ino's!'}

Είναι δύσκολον επίσης ν' ανεύρωμεν εν τω *Τηλέφω καμμίαν επιτέχνησιν ή λεπτότητα, οποίαν βλέπομεν μετά δέκα έτη παραδείγματος χάριν εν τω Ιππολύτω (στ. 1000-1100), όπου ο Ιππόλυτος επανερχόμενος ευρίσκει τον πατέρα του ιστάμενον επί του νεκρού της Φαίδρας και αναγινώσκοντα το δελτίον, το περιέχον την κατ' αυτού συκοφαντίαν. Αγνοεί τα αναγραφέντα εκεί, αλλ' εικάζει αρκετά διατί απέθανεν η Φαίδρα. Αναποδράστως λοιπόν οι τρόποι του δεικνύουσι ταραχήν και η στενοχωρία του φαίνεται ως ενοχή. Τούτο είναι λεπτότατον· αλλ' υπάρχει και άλλη τεχνική λεπτότης ολίγον κατωτέρω, όπου ο Ιππόλυτος υπερασπίζει εαυτόν, αλλ' επειδή έχει ορκισθή ότι δεν θα είπη ό,τι ηδύνατο να τον σώση, οι λόγοι του γίνονται ελλιπέστεροι και δυσκολώτεροι. Δύο τουλάχιστον φοράς φαίνεται ως να πρόκειται να παραβή τον όρκον· και διατί να μη τον παραβή, αφού ο όρκος του απεσπάσθη διά στρατηγήματος και απέρριψεν αυτόν αμέσως λέγων

η μεν γλώττ' ομώμοχ' η δε φρην ανώμοτος;

{My tongue hath sworn; there is no bond upon my heart.}

και όμως τηρεί σιωπήν, όπως ωρκίσθη· στρέφεται απηλπισμένος προς τους θεούς και απέρχεται κατηραμένος (253) Ο Ιππόλυτος έχει και άλλην δεξιότητα της Ευριπιδείου οικονομίας, η οποία γενικώς παρενοήθη. Η κυρία δυσκολία ήτο να παρασυρθή το θέατρον υπέρ της Φαίδρας κατά την ακμήν του πάθους, όπερ εξώθησεν αυτήν εις την φονικήν συκοφαντίαν. Τούτο ηδύνατο να γίνη μόνον αδικουμένου του Ιππολύτου, είναι δε δυσχερέστατον να παραστήση τις ευθύν και γενναίον άνθρωπον πράττοντα μεν το δίκαιον, καθιστάμενον δε διά τούτο μισητόν. Αλλ' ο μακρός του Ιππολύτου λόγος (στ. 616 κεξ.) επιτυγχάνει τούτο. Κατά την έξοδον αυτού ο θεατής είναι προς στιγμήν δυσμενής και συμπαθεί ολοψύχως προς την Φαίδραν.

Κατά πρώτον τω 431, δηλαδή προ του Ιππολύτου, αλλά επτά έτη μετά τον *Τήλεφον, ο Ευριπίδης επραγματεύθη το θέμα του ατυχούς ή τραγικού έρωτος, το οποίον κατόπιν έκαμεν όλως ιδικόν του. Η Μήδεια είναι ίσως η καλλιτεχνικώς αψογωτάτη των τραγωδιών του· και όμως παραδόξως απέτυχε κατά την πρώτην διδασκαλίαν. Η βάρβαρος ηρωίνη απήχθη εκ της πατρίδος της υπό του Ιάσονος, αλλ' ούτος κατόπιν εγκατέλειψεν αυτήν, όπως νυμφευθή την κόρην του βασιλέως της Κορίνθου. Η Μήδεια προσποιουμένη ότι συναινεί, πέμπει προς την νύμφην δώρα

λεπτόν τε πέπλον και πλόκον χρυσήλατον.

Αλλά και τα δύο περιείχον φάρμακον «παμφάγον». Η νύμφη αποθνήσκει οδυνηρότατα, η δε Μήδεια διά να εκδικηθή και τον Ιάσονα, φονεύει τα τέκνα της και φεύγει εκ της Κορίνθου.

Αύτη ήτο η αρχή των θαυμασίων γυναικείων τύπων, διά των οποίων ο Ευριπίδης κατέπληττε και κατέθλιβε τους συγχρόνους του, οι οποίοι τον απεκάλουν μισογύνην· ο δε Αριστοφάνης παρέστησε τας γυναίκας των Αθηνών συνωμοτούσας κατ' αυτού. Αλλά πραγματικώς ο ποιητής ήτο φιλογύνης. Δηλαδή ηγάπα και εμελέτα και απεικόνιζε τας γυναίκας, τας οποίας οι μεν περί τον Σωκράτη παρέβλεπον, ο δε Περικλής παρήγγελλε να οικουρώσιν. Αλλ' όμως το έγκλημα είναι πάντοτε εκπληκτικώτερον και πραγματικώτερον ή η αρετή. Ηρωίδες όπως η Μήδεια, η Φαίδρα, η Σθενέβοια, η Αερόπη, η Κλυταιμήστρα πιθανώς εξεγείρουσι την φαντασίαν πιρισσότερον ή ο αγγελικός και αφωσιωμένος τύπος, η Άλκηστις, η αποθνήσκουσα, διά να σώση τον άνδρα της, η Ευάδνη και η Λαοδάμεια, αι οποίαι δεν ήθελον να επιζώσι χήραι, και όλη η μακρά σειρά των μαρτυρικών παρθένων. Αξιοσημείωτον όμως είναι ότι ο Ευριπίδης, καθώς ο Ίψεν, ενώ δεν εξιδανικεύει άνδρα, εξιδανικεύει γυναίκας· ένα μόνον έχει μαρτυρικόν νέον, τον Μενοικέα των Φοινισσών, αλλ' η θυσία του εκτελείται τρόπον τινά ως εργασία· δηλ. απομακρύνει τον πατέρα του, προσποιούμενος ότι θέλει τα οδοιπορικά του έξοδα, και δεν έχει εκείνην την ωραίαν λάμψιν, την περιβάλλουσαν τας κόρας. Γυναίκας δε ουδέ τας χειρίστας επιτρέπει να μισήσωμεν ο Ευριπίδης. Ουδείς δύναται να μη συμπαθή προς την Μήδειαν, και πολλοί αγαπώμεν την Φαίδραν, και προξενούσαν τον θάνατον του αθώου.

Από της υπερασπίσεως ταύτης των γυναικών ο Ευριπίδης εχώρησεν έν βήμα περαιτέρω, όπερ εξήγειρε θύελλαν κατ' αυτού, δηλαδή καθόλου εις το ζήτημα της σχέσεως των φύλων. Έγραψε τραγωδίας περί παραβάσεως του γάμου, καθώς τον Ιππόλυτον και την *Σθενέβοιαν — όπου η ηρωίνη έπραττε προς τον Βελλεροφώντα ό,τι η σύζυγος του Πετεφρή προς τον Ιωσήφ. Έγραψε τον *Χρύσιππον, όπως στιγματίση τα παιδικά, άπερ οι μεν σύγχρονοι εθεώρουν ως παράπτωμα μικρόν, εκείνος δε συνεχώρει μόνον εις τους Κύκλωπας. Έγραψε τον *Αίολον, όπου εξήταζε το πρόβλημα του αφελούς εκείνου μύθου, καθ' όν οι δώδεκα υιοί του θεού των ανέμων και αι δώδεκά του κόραι συνέζουν ως σύζυγοι επί της νήσου των ανέμων· εν τη τραγωδία ταύτη ο Μακαρεύς έλεγε τον περίφημον στίχον [απόσπ. 19]

τι δ' αισχρόν, ην μη τοίσι χρωμένοις δοκή;

{What thing is shameful if a mans heart feels it no shame?}

Αλλά σπουδαιοτέρα παρά τα ειδικά δράματα ήτο η παντοτινή προσπάθεια του Ευριπίδου να σχετίση τα ιδικά του πάθη προς εκείνας τας ψυχάς, τας οποίας ζητεί να ερευνήση, ιδίως προς τας δύο σιωπηλάς τάξεις, των γυναικών και των δούλων. Εν τη μέθη της μάχης, ίσως αφού επληγώθη, είχεν ειπεί προς εαυτόν

«τρις αν παρ ασπίδα στήναι θέλοιμ' αν μάλλον ή τεκείν άπαξ».

{This must be like child-bearing, but not half so bad!}

Ουδέν άπορον ότι το πολύ κοινόν ελύσσα κατ' αυτού! Και πώς ηδύνατο να χωνεύη τον άνθρωπον, ο οποίος ήτο μεν σφοδρός πολέμιος των ηδονών της ζωής, αλλ' όμως δεν εσκοτίζετο, αν οι ήρωές του ήσαν νόθοι. Αλλά το χειροτέρον, παρέστησε την ιέρειαν Αύγην, η οποία παρέβη τον περί παρθενίας όρκον, και ήκουσε φρικτάς επιπλήξεις της παρθένου Αθηνάς, απαντώσαν βλασφήμως ότι

σκύλα μεν βροτοφθόρα χαίρεις ορώσα και νεκρών ερείπια κου μιαρά σοι ταύτ' έστιν· ει δ' εγώ έτεκον, δεινόν τόδ' ηγεί. [απόσπ. 268).

{Arms black with rotted blood And dead men's wreckage are not foul to thee— Nay, these thou lovest: only Auges babe Frights thee with shame!}

Το αυτό και περί της δουλείας· πλην του * Αρχελάου και του *Αλεξάνδρου, όπου φαίνεται ότι ειδικώς επραγματεύετο περί αυτής, αισθανόμεθα ότι διαρκώς ο νους του Ευριπίδου ανεπόλει το γεγονός, ότι άνθρωποί τίνες ανήκον εις άλλους ανθρώπους, ηθικώς ενίοτε κατωτέρους (254).

Η προς την θρησκείαν στάσις του Ευριπίδου δεν είν' εύκολον να ορισθή. Ο Dr Verrall επιγράφει την περί του ζητήματος τούτου εμβριθή του πραγματείαν «Ευριπίδης ο ορθολογιστής» (255) φανερόν δε είναι ότι αι τραγωδίαι του ποιητού βρίθουσι δειγμάτων έχθρας προς την επίσημον πολυθεΐαν των Δελφών και προς αυτά τα δόγματα των πλείστων Αθηναίων. Είναι προς τούτοις βέβαιον ότι μεταξύ της γενεάς, η οποία κατεδίκασε τον Πρωταγόραν και τον Σωκράτη και εξεμάνη διά την περικοπήν των Ερμών, η παρρησία εν τη αγορά εκστόμισις τολμηρών θεωριών υπό οιουδήποτε ιδιώτου δεν ήτο ακίνδυνος· αλλ' ήτο πολύ κινδυνωδεστέρα προκείμενου περί ποιητού Διονυσιακού δράματος επισήμως διδασκομένου κατά την ημέραν της εορτής και εντός του ιερού περιβόλου. Οιαδήποτε υπόθεσις ότι ο Ευριπίδης επίστευε σπουδαίως εις τους «από μηχανής θεούς» του — ήτοι εις είδος δεισιδαιμονίας χονδρόν και δι' αυτό το πολύ κοινόν — είναι βεβαίως απαράδεκτος. Οι σύγχρονοί του τον εθεώρουν ως πασίγνωστον ελευθερόφρονα, οι δε σκηνικοί θεοί του ήσαν ανεγνωρισμένως πλαστοί. Εξ άλλου όμως ο Ευριπίδης κηρύσσει παραδόξως την ανεπάρκειαν της σκέψεως. Ουδεμία αντίθεσις είναι εν ταις τραγωδίαις του συχνοτέρα ή η αντίθεσις μεταξύ της αληθινής σοφίας ή συνέσεως και της απλής γνώσεως ή επιπολαίας ευφυίας, εις την οποίαν συμπεριλαμβάνει και την νυν καλουμένην «αθεΐαν». Ο Ευριπίδης ήτο μάλλον κατήγορος ή συνήγορος των καλουμένων «σοφών». Και εις τούτο πράγματι, ως και εις τας λοιπάς του γνώμας, ήτο αποστάτης.

Σπανίως λαλεί παρρησία ως άθεος· και οσάκις πράττει τούτο στηρίζεται πάντοτε επί λόγων ηθικών. Απλώς δε δραματικαί εκφράσεις είναι η περίφημος του Βελλεροφώντος (απόσπ. 286) «ουκ εισιν, ουκ είσι» (θεοί){ They are not, are not! } και αι βλασφημίαι του Ιξίονος και η κωμική του Κύκλωπος αθεΐα. Αλλά χαρακτηριστικώτερα είναι τα χωρία, τα μαρτυρούντα πόλεμον κατά των θεών. Παραδείγματος χάριν, εν τω *Βελλεροφώντι (απόσπ. 311) ο ήρως, ωργισμένος διά την άδικον διάταξιν των πραγμάτων, αποπειράται να προσέλθη εις τον Δία και να καθησυχάση τας αμφιβολίας του, ότε Ζευς πλήττει αυτόν διά κεραυνού. Βλέπει πλέον ότι είναι «θεοίς εχθρός» και λέγει πικρώς προς την εαυτού ψυχήν.

ήσθ' εις θεούς μεν ευσεβής, ότ' ήσθ' αεί ξένοις τ' επήρκεις ουδ' έκαμνες εις φίλους. . .

{Reverent thou wast to God, had he but known; Thy door oped to the stranger, and thine help For them that loved thee knew no weariness.}

Δεν είναι βεβαίως ορθόν να θεωρήσωμεν τα παράπονα ταύτα ως πραγματικά αισθήματα του ποιητού, είναι αλλ' είναι φανερόν ότι τοιαύται σκέψεις τον απησχόλουν. Έν των ολίγων παραδειγμάτων καθαράς προσωπικής εκφράσεως παρέχει ο Ηρακλής

«εγώ δε τους θεούς ούτε λέκτρ' ά μη θέμις στέργειν νομίζω, δεσμά τ' εξάπτειν χεροίν ουδ' ηξίωσα πώποτ' ούτε πείσομαι, ουδ' άλλον άλλου δεσπότην πεφυκέναι· δείται γαρ ο θεός, είπερ έστ' ορθώς θεός, ουδενός· αοιδών οίδε δύστηνοι λόγοι» (στ. 1341-6)

{Say not there be adulterers in heaven, Nor prisoner gods and gaolers: — long ago My heart hath named it vile and shall not alter! — Nor one god master and another thrall. God, if he be God, lacketh naught. All these Are dead unhappy tales of minstrelsy.}

Αι λέξεις αύται προδήλως χαρακτηρίζουσιν αυτόν τον ποιητήν και όχι τον όλως αφιλοσόφητον ήρωα, ο οποίος τας εκφράζει· φαίνονται ως θαρραλέα δικαιολογία ανδρός κατηγορουμένου ως αθέου. Ταύτα έγραφε περί τα 422, δηλαδή πριν να καταστή πικρότερος. Αλλά κατά το πλείστον ο Ευριπίδης δεν είν' ελευθερόστομος περί θρησκευτικών ζητημάτων. Τα πολλά των δραμάτων του δεν καταλήγουσιν εις σαφή συμπεράσματα, αλλά μόνον υποδεικνύουσι τους όρους του συλλογισμού. Δηλαδή αναπτύσσουσι σαφώς τας θρησκευτικές παραδόσεις και αφήνουσι τους ακροατάς να κρίνωσιν αυτοί αν είναι πιστευταί ή παραδεκταί. Το έργον του κατέλειπεν εις τους τότε Αθηναίους, και μετά προσοχής αναγινωσκόμενον καταλείπει και σήμερον εις ημάς, την εντύπωσιν ανησύχου και μόλις συγκαλυπτομένης αντιπαθείας προς το υπερφυσικόν στοιχείον, το αφθόνως αναμειγνυόμενον εις αυτό. Τραγωδίαι καθώς ο Ίων, η Ηλέκτρα, η Ιφιγένεια η εν Ταύροις, ο Ορέστης έχουσι πολλά τα παράφωνα και ακατάληπτα, αλλά δεν αιτιολογούμεν αυτά, υπολαμβάνοντες επιπολαίως τον Ευριπίδην ως «συρραφέα» ή ισχυριζόμενοι ότι δήθεν ήτο δημοκόπος ποιητής περιποιούμενος τα πλήθη.

Οφείλομεν όμως να μελετήσωμεν δυο τεχνικά μέρη, τα οποία ήσαν ευρήματα ή γνωρίσματα του Ευριπίδου, δηλαδή τον πρόλογον και τον από μηχανής θεόν. Ο πρόλογος εξηγείται ευκόλως. Επειδή δεν υπήρχον προγράμματα, ήτο αναγκαίον να λεχθή προς το θέατρον εις τίνα μύθον ανεφέρετο το δράμα· τούτο δε ήτο αναγκαιότερον, οσάκις ο ποιητής ηγάπα, καθώς ο Ευριπίδης, να εκλέγη μύθους όχι πολύ γνωστούς ή ασυνήθεις παραλλαγάς των πασιγνώστων. Ο πρόλογος λοιπόν εξευρέθη προς θεραπείαν της ανάγκης ταύτης. Αλλ' αφού άπαξ εισήχθη, επέφερε και άλλα καλά· κατέλαβε τρόπον τινά την θέσιν πρώτης πράξεως εξηγηματικής. Ούτω π.χ. οι πρόλογοι του Ορέστου και της Μηδείας συντελούσιν ώστ' αι τραγωδίαι αύται ν' αρχίσωσιν αμέσως εκ του κέντρου της υποθέσεως. Πρέπει δε να λάβωμεν υπ' όψιν, ότι οι σωζόμενοι πρόλογοι πολλάς έπαθον παραπληρώσεις και προσθήκας· διότι τα δράματα του Ευριπίδου κατείχον την σκηνήν επί αιώνας ολοκλήρους καθ' όλον τον Ελληνικόν κόσμον και πολλάκις εδιδάσκοντο ενώπιον ακροατών βαρβάρων, οίτινες είχον ανάγκην ν' ακούσωσιν εξ αρχής πάσαν εξήγησιν. Ούτως ο πρόλογος της Ηλέκτρας, όπως λάβωμεν πρόδηλον παράδειγμα, διηγείται πράγματα, τα οποία πας Αθηναίος εγνώριζεν από των παιδικών του χρόνων. Καθόλου όμως ο πρόλογος είναι καλόν Ευριπίδειον επινόημα.

Αλλ' αφού παρακάμψωμεν οπωσδήποτε την προς τον πρόλογον απαρέσκειαν ημών, ενοχλούμεθα και πάλιν εκ του τρόπου, καθ' όν ο Ευριπίδης λύει τα δράματά του. Των δεκαεπτά [πλην του Ρήσου (256) σωζομένων τραγωδιών δέκα μεν λύονται διά της άνωθεν εμφανίσεως θεού, προστάσσοντος, ερμηνεύοντος ή προλέγοντος. Αι δε επτά, αι μη λυόμεναι διά θεού, καταλήγουσιν εις προφητείαν ή άλλο τι ισοδύναμον, ήτοι εις σκηνήν μετατρέπουσαν την προσοχήν από των παρόντων εις τα μέλλοντα. Δηλαδή η υπόθεσις της τραγωδίας είναι μακρά σειρά συμβαινόντων· ο ποιητής επιμένει εις έν μέρος αυτής — καθόλου ειπείν, εις την πράξιν μιας ημέρας — και πραγματεύεται αυτήν ως απόσπασμα πραγματικής ζωής, εισαγόμενον διά καθαρώς διηγηματικής εισαγωγής και καταλήγον εις καθαρώς διηγηματικόν τέλος. Η μέθοδος αύτη της λύσεως κατά την ημετέραν αντίληψιν δεν είναι καθόλου δραματική, αλλά συμφωνεί προς την συνήθειαν της ελληνικής τέχνης του καταλήγειν ουχί εις έντασιν, αλλ' απεναντίας εις χαλάρωσιν του πάθους.

Της μεθόδου ταύτης διακρίνομεν τρία στάδια· τα πρωιμώτερα των σωζομένων δραμάτων του Ευριπίδου, πλην του Ιππολύτου, δεν έχουσιν από μηχανής Θεόν. Από του 420 περίπου μέχρι του 414 ο θεός επιφαίνεται, προλέγει ή εκφράζει κρίσιν, αλλά δεν διαταράσσει την πράξιν· κατά την τελευταίαν, την «τεταραγμένην» περίοδον ο θεός αυτός παράγει την καλουμένην «περιπέτειαν», ήτοι βιαίαν ανατροπήν της πορείας των συμβαινόντων (257). Και αν μεν η τοιαύτη ανάμειξις των θεών εγίνετο π.χ. υπό του Πινδάρου, θ' απεδοκιμάζομεν την δεισιδαιμονίαν ταύτην, αλλά θα παρεδεχόμεθα αυτήν. Αλλ' όπως γίνεται υπ' ανθρώπου, θεωρουμένου ως αθέου και μη δημοκοπούντος, καταντά σχεδόν αίνιγμα. Ο μη παραδεχόμενος τοιαύτην δυσκολίαν ας αναγνώση τον Ορέστην. Είναι πιθανόν ότι ο Ευριπίδης επίστευεν ότι η υπόθεσις έληγεν ή ηδύνατο να λήξη όπως παρέστησεν αυτήν, ότι δεν έβλεπεν ότι ο θεός του μετέβαλλε την όλην τραγωδίαν εις παίγνιον; Ο Verall λύει τον κόμβον τούτον διά της τολμηράς θεωρίας, ότι ο Ευριπίδης γράφων εκ συστήματος ως άθεος, κατά καιρούς δυσκόλους, ότε η ελευθεροστομία δεν ήτο ανεκτή, σκοπίμως περιεκάλυπτε τας εννοίας του, προσαρτών εις το πραγματικόν του δράμα πλαστόν τινα πρόλογον και επίλογον κατάλληλον εις λαϊκήν κατανάλωσιν, αλλά γνωστόν εις τους εμπίστους του ποιητού ως άσχετον προς τας πραγματικάς του σκέψεις. Αλλ' αι δυσκολίαι της τοιαύτης θεωρίας είναι οραταί. Προτιμότερον είναι να παραδεχθώμεν ότι ο Ευριπίδης σπανίως ηγάπα το υλικόν, το οποίον ήθελε να διαπλάση· δηλαδή ούτ' επίστευε τους μύθους, ούτ' εθαύμαζεν, ούτε ηρέσκετο εις αυτούς· αλλ' ήτο ανάγκη εξ αυτών να γράφη τραγωδίας. Και οσάκις μεν είχε διάθεσιν, η παραφωνία δεν διακρίνεται, καθώς εν τη Μηδεία και τω Ιππολύτω· ενίοτε πάλιν επιφαίνεται και μας εξαφνίζει, αλλά χάνεται κατόπιν εντός του ωραίου συνόλου. Τούτο συμβαίνει εις την Άλκηστιν, όπου η αφοσίωσις της συζύγου ταράσσει τον Ευριπίδην, καθώς και ημάς, διά την υπερβολικήν φιλαυτίαν του ανδρός, ο οποίος την αφήνει ν' αποθάνη χάριν του. Ο Σοφοκλής θα παρεσιώπα ή θα εδικαιολόγει οπωσδήποτε την αναρμοστίαν ταύτην. Αλλ' ο Ευριπίδης εισάγει μακρόν και ζωηρότατον επεισόδιον, μόνον και μόνον διά να την καταδείξη (στ. 614 κεξ.). Άλλοτε η παραφωνία καταντά θόρυβος· τότε ο Ευριπίδης επίτηδες δημιουργεί το δράμα του, διά να καταρρακώση τον αρχαίον μύθον. Τοιούτος είναι ο Ίων «πατριωτικόν δράμα εγκωμιάζον τον Αττικόν ήρωα, τον ημίθεον υιόν της Κρεούσης και του Απόλλωνος»· βεβαίως· αλλ' είναι πράγματι εγκώμιον ή στιγματισμός; Η παλαιά ιστορία του θείου εραστού, το έκθετον βρέφος, η διάσωσις αυτού υπό του πατρός του — ζήτημα, το οποίον ο Πίνδαρος εγγίζει τόσον ευλαβώς και αγνώς — πάντα φέρονται γυμνότατα εις το φως. «Εάν το πράγμα συνέβη» λέγει τρόπον τινά ο Ευριπίδης, — και πάντες ισχυρίζεσθε ότι συνέβη — ιδού πώς ήτο!». Εκθέτει την κτηνώδη φιλαυτίαν του Φοίβου, την απόγνωσιν της αδικηθείσης κόρης και τέλος την κατάπτωσιν αυτής μέχρι στυγερού φόνου. Και αν μεν τούτο μόνον ήτο το όλον δράμα, υπομονή· αλλά δεν είναι το όλον· καταλήγει εις ταπεινήν και αναλήθη δικαιολογίαν του Απόλλωνος· αλλ' ο μεν ένοχος δεν παρουσιάζεται αυτός, η δε Αθηνά, η αντιπρόσωπός του, δεν λέγει όλην την αλήθειαν! Και εδώ η φιλοσοφία του Ευριπίδου παρέσυρεν αυτόν εις καλλιτεχνικά σφάλματα, τα οποία αδικούσι και άλλα ωραιότατά του έργα. Δύο τραγωδίαι, η μία παλαιά και η άλλη νεωτέρα, διαγράφουσι το θείον μέρος λογικώτερον και τρόπον τινά εκφράζουσιν αληθέστερον τους στοχασμούς του ποιητού, ο Ιππόλυτος και αι Βάκχαι. Εν τω πρώτω (428 π. Χ.) η θεά του έρωτος είναι προσωποίησις φυσικής τινος δυνάμεως, της οποίας η ενέργεια είναι καταλυτική, όχι προσωπικώς εκδικητική· η Αφροδίτη εμφανιζομένη και λέγουσα τον παραδόξως φοβερόν πρόλογον, είναι καθαρόν σύμβολον, παριστών ιδέας γνωστάς και το πάλαι και νυν. Ο Ιππόλυτος είναι αγνός υβρίζων εις την Κύπριδα και αφοσιούμενος εις την παρθένον Άρτεμιν, αλλ' ουδόλως «ασεβής» ως νομίζεται. Ο Ευριπίδης όμως έχει την πεποίθησιν ότι απόλυτος αφοσίωσις εις μίαν αρχήν — η θεωρία «όλον ή ουδέν» του Brandt, η αλήθεια του Gregers Werle — αποβαίνει ολεθρία. Ίσως η τοιαύτη καταστροφή εν τω συνόλω είναι η αρίστη, διότι προδήλως ο Ιππόλυτος έζησε μεν καλώς και η πράξις του ήτο καλή, αλλ' όμως επέφερε κατάραν, αυτοκτονίαν και φόνον. Ομοία είναι και η Άρτεμις του τέλους, ωραιοτάτη μεν, αλλά και υπερανθρώπως άσπλαχνος. Διότι η δροσερά παρθενία της φύσεως, η θεότης των λειμώνων και των ποταμών, δεν συγκινείται διά τα θύματά της.

Αι Βάκχαι είναι δυσερμήνευτον δράμα. Λόγω καθαράς συγκινήσεως και εξάρσεως ουδεμίαν έχει ισόπαλον αρχαίαν τραγωδίαν. Η υπόθεσις είναι απλή, αλλά και τολμηρά. Ο Διόνυσος, μη αναγνωριζόμενος ως θεός υπό των συγγενών του, επιβάλλει εις αυτούς τιμωρίαν. Έρχεται εις τας Θήβας Βάκχος τις — μία ενσάρκωσις αυτού του θεού — και κηρύσσει την νέαν λατρείαν. Αι θυγατέρες του Κάδμου αρνούνται ν' αποδεχθώσι το Διονυσιακόν πνεύμα, αλλά τούτο μεταδίδεται εις αυτάς εις βαθμόν μανίας, ώστε απέρχονται εις τα όρη, εξυμνούσαι τον Βάκχον. Ο γέρων Κάδμος και ο μάντις Τειρεσίας αμέσως αναγνωρίζουσιν αυτόν ως θεόν· ανεκλάλητος χαρά τους καταλαμβάνει και αισθάνονται εαυτούς πάλιν νέους. Ο βασιλεύς Πενθεύς είναι το μέγα κώλυμα. Αναλαμβάνει τα λογικά του και λέγει ότι δεν θ' αναγνωρίση τον «θρασύν θεόν». Αλλ' ο Πενθεύς, διαμαρτυρόμενος τοιουτοτρόπως, αμαρτάνει· ίσως αυτός ούτος υπήρξε ποτε μανικός {mad} — ταύτην τουλάχιστον την σημασίαν φαίνεται έχων ο στίχος 359 «μέμηνας ήδη » και είναι φυσικόν το πράγμα εν βακχικώ μύθω — και ενεργεί ουχί νηφαλίως, αλλά μανιωδώς. Υβρίζει και δεσμεύει τον θεόν, όστις υποφέρει πάντα ησύχως και αφόβως διά της ενεργείας της λανθανούσης δυνάμεως. Οι τοίχοι της φυλακής πίπτουσι και ο Διόνυσος απέρχεται αμέσως προς τον βασιλέα και πάλιν διά να τον πείση. Αι Μαινάδες επί του Κιθαιρώνος εκτελούσι θαύματα και ο Διόνυσος είναι έτοιμος να επιδείξη και άλλα. Αλλ' ο Πενθεύς δεν θέλει να τα ίδη και απειλεί ότι θα φονεύση τον «Βάκχον»· ο θεός μεταβάλλει τόνον (στ. 810)· — η σκηνή αυτή είναι ισχυροτάτη και τολμηροτάτη· — ηρέμα κυριεύει — θα έλεγε κανείς υπνωτίζει — τον Πενθέα· του επιβάλλει να δεχθή την στολήν των Μαινάδων, να λάβη τον θύρσον και να εκτελέση πάσας τας θείας τελετάς. Ο Πενθεύς απάγεται εις τον Κιθαιρώνα, ίνα βλέπη εκ του αφανούς τας μυστικάς πράξεις των Μαινάδων και κατασπαράσσεται υπ' αυτών. Αι μαινόμεναι θυγατέρες του Κάδμου εισέρχονται, η Αγαύη φέρουσα εν θριάμβω την κεφαλήν του υιού της, την οποίαν εκλαμβάνει ως κεφαλήν λέοντος και ψάλλουσα χαρμόσυνον άσμα, όπερ φαίνεται ως η ουσία της Διονυσιακής μανίας εκφραζομένη διά της μουσικής. Πασίγνωστος είναι η ιστορία ότι ενώ Τραλλιανός υποκριτής εδίδασκε «τα περί την Αγαύην» εν τη Παρθική αυλή μετά την εν Κάρραις ήτταν του Κράσσου, εισήλθε στρατιώτης φέρων την κεφαλήν του Κράσσου, ο δε τραγωδός λαβών αυτήν, «επέραινεν εκείνα τα μέλη μετ' ενθουσιασμού και ωδής» (258).

Notes in this chapter

Note 1 · Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Φρυνίχου» παρά Nauck, Tragicorum Græcorum Fragmenta (Teubner) 1889 σ. 720-5-Τα του Χαριλάου σ. 719 του δε ΠρατίNote 2 · [Παρβ. Σχολιαστήν Αριστοφάνους Θεσμοφοριάζ. 135, Αισχύλου απόσπ. 59].↩Note 3 · [Ο Αισχύλος ουδέν τοιούτο λέγει].↩Note 4 · [O Bergk υπώπτευεν ως διεσκευασμένον υπό μεταγενεστέρου το τέλος των Επτά από των κομμών της Αντιγόνης και της Ισμήνης (στ. 961 κεξ.) ο δε WNote 5 · [Ούτως οι Σχολιασταί και οι νεώτεροι, (Wilamowitz). Αλλά φυσικωτέρα μέχρις εσχάτων εθεωρείτο η σειρά Πυρφόρος, Δεσμώτης, Λυόμενος].↩Note 6 · [Ο συγγραφεύς παραθέτει μετάφρασιν έμμετρον όλων των στίχων 855-9 Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Αισχύλου εν τη Biblioth. Teubner H. Weil 19Note 7 · [Αλλά βλ. ανωτέρω (σημ. 162) την κρίσιν του συγγραφέως του Περί ύψους].↩Note 8 · [Ο. I. Λ. αρ, 237 τόμ. I σ. 125].↩Note 9 · [Πώς αν τις αίσθοιτο εαυτού προκόπτοντος επ' αρετή 7. Παρά Βερναρδάκη τόμ. Α' σ. 191 φέρεται «διαπεπαιχώς» και της αυτού, ήτοι του Αισχύλου,Note 10 · Πρώτος ο σύγχρονος του Σοφοκλέους Αρίσταρχος ο Τεγεάτης κατά Σουίδαν «εις το νυν αυτών μήκος τα δράματα κατέστησεν».↩Note 11 · [Την Σοφόκλειον Ηλέκτραν επικρίνει και ο Δ. Βερναρδάκης εν τοις Προλεγομένοις των Φοινισσών σ. πα'-πε', αλλ' υπερασπίζει το δράμα εκτενέστατNote 12 · [Σήμερον έχομεν περισσότερα λείψανα της Σοφοκλείου τέχνης. Διότι ανεκαλύφθησαν επί παπύρων πολλοί στίχοι του &Ευρυπύλου& (εξ ών αναγινώσκοντNote 13 · [Η επίκρισις αύτη φαίνεται λίαν αυστηρά. Οι παλαιοί Έλληνες και τους μάντεις εννοούσαν ανθρώπους και μάλιστα Έλληνας, δηλαδή έχοντας το αιώνNote 14 · [Εκδόσεις νέαι του κειμένου των τραγωδιών του Σοφοκλέους εν τη Biblioth. Teubner. υπό G. Dindorf επιμελεία S. Mekler και εν τη Loeb ClassicaNote 15 · [Εις τα τέως περί Ευριπίδου γνωστά πάπυρος της Οξυρύγχου (δημοσιευθείς εν τόμ. IX σ. 124 αρ. 1176) προσέθηκεν εξ έργου του περιπατητικού ΣατNote 16 · Το πέμπτον έθλον εδόθη μετά τον θάνατόν του. ↩Note 17 · [Περί του βίου και των έργων του Ευριπίδου έγραψε νεώτερον ωραίον βιβλίον ο συγγραφεύς του προκειμένου έργου Gilbert Murray Euripides and hiNote 18 · Παρομοία σκηνή υπήρχεν εν τη *Μελανίππη, όπου, η ηρωίνη πρόκειται να απολογηθή υπέρ των δύο νόθων τέκνων της λέγουσα το παν εκτός της αληθείNote 19 · [Πρβ. Αντιόπης, απόσπ. 19 Φευ, φευ, το δούλον ως απανταχή γένος | προς την ελάσσω μοίραν ώρισεν θεός]. ↩Note 20 · [A. W. Verrall, Euripides the rationalist, a study in the history of art and religion, Cambridge, 1895. O Verrall έγραψε και αξιόλογα EssaysNote 21 · [Την γνησιότητα του Ρήσου αμφισβητούσιν από του Valckenær οι πλείστοι. O Wilamowitz (Heracles I, 41) θεωρεί αυτόν ως έργον του τετάρτου αιώνNote 22 · Δεν έχουσιν από μηχανής θεόν η Άλκηστις (438) ο Κύκλωψ, η Μήδεια (431) οι Ηρακλείδαι (427) και η Εκάβη (427)· επίσης δ' αι Τρωάδες (415) καιNote 23 · [Πλούταρχος εν βίω Κράσσου, 33].↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings