← Table of contents
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (continued 8)

Simos Menardos translation

Παραλείποντες τας ειδικάς ιστορίας, όπως την Ατθίδα του Φιλοχόρου και τους Σαμίων ώρους του Δούριδος, ευρίσκομεν την παλαιάν κριτικήν του Ηροδώρου αναζώσαν υπό ιστορικόν σχήμα. Ο ΕΥΗΜΕΡΟΣ και ο μαθητής του ΠΑΛΑΙΦΑΤΟΣ μετεποίουν τον μύθον και την θρησκείαν κατά τον κοινόν νουν, διδάσκοντες ότι οι καλούμενοι θεοί πάντες ήσαν θνητοί άνθρωποι, τους οποίους μετά θάνατον ελάτρευον οι όμοιοί των είτε εκ δεισιδαιμονίας είτε εξ ευγνωμοσύνης. Ο Ευήμερος ευτύχησε να εύρη εν Κρήτη επιγραφήν, ως ενόμιζε, τάφου, λέγουσαν Ζαν Κρόνου (342). Ευρίσκομεν επίσης σπουδαία προϊόντα του κοσμοπολιτικού πνεύματος του καιρού εκείνου, του πνεύματος, όπερ εγέννησε την μετάφρασιν των Εβδομήκοντα και τα έργα του Φίλωνος· ήσαν αι ιστορίαι του ΒΗΡΩΣΟΥ, ιερέως του Βήλου εν Βαβυλώνι και του ΜΑΝΕΘΩΝΟΣ, ιερέως του Σεράπιδος εν Αλεξάνδρεια (343).

Αλλ' αναντιρρήτως ο μέγιστος των μεταγενεστέρων Ελλήνων ιστορικών ήτο ΠΟΛΥΒΙΟΣ ο Μεγαλοπολίτης (205-123 π. Χ.). Ο Πολύβιος είχε πατέρα τον στρατηγόν των Αχαιών Λυκόρταν, τα δε 40 πρώτα έτη της ζωής του εδαπάνησεν εις την στρατιωτικήν και την πολιτικήν υπηρεσίαν της Αχαϊκής συμπολιτείας, ιδίως ότε αυτή ανθίστατο κατά των Ρωμαίων. Τω 166 απήχθη εις την Ρώμην ως όμηρος και επί 16 έτη διέτριβεν εκεί, συνάψας φιλίαν μετά των Σκιπιώνων. Τοιουτοτρόπως ηκολούθησε τον νεώτερον Αφρικανόν εις τας πλείστας των εκστρατειών του και είδε την άλωσιν της Νουμαντίας και της Καρχηδόνος. Κατά δε τα τελευταία του έτη ήτο ο κύριος μεσίτης μεταξύ των Ελλήνων και Ρωμαίων, απολαμβάνων την εκτίμησιν αμφοτέρων και τελείως συνδυάζων την φιλοπατρίαν Αχαιού ιππέως προς αφιλοκερδή και ειλικρινή προς την Ρώμην θαυμασμόν. Η ιστορία του ήρχιζεν από του 264 π. Χ. όπου κατέληγεν ο Τίμαιος, και διά των δύο πρώτων βιβλίων έφθανε μέχρι των ημερών του· κατόπιν επεξετείνετο εις καθολικήν ιστορίαν, περιγράφουσαν κατά βήμα την πρόοδον της Ρώμης μέχρι της καταστροφής της Καρχηδόνος και της τελικής καταστροφής της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ως φιλόσοφος ιστοριογράφος, ως ερευνητής των αιτίων και των αρχών, των φυσικών και των γεωγραφικών όρων, των ηθών και των τιμών, και πρώτιστα και μάλιστα των πολιτευμάτων, ουδένα έχει ο Πολύβιος ισόπαλον, ουδ' αυτόν τον Θουκυδίδην. Συνδυάζει την επιμέλειαν και την ευρύτητα της βλέψεως νεωτέρου φιλοσόφου ιστοριογράφου προς την πρακτικήν πείραν αρχαίου ιστορικού. Δυστυχώς μόνον τα πέντε πρώτα βιβλία της ιστορίας σώζονται ακέραια, των δε λοιπών δεκατριών έχομεν αποσπάσματα. Αλλά το ύφος του Πολυβίου ο Διονύσιος κατέτασσεν εις τας «συντάξεις» εκείνας, «οίας ουδείς υπομένει μέχρι κορωνίδος διελθείν». { whom no human being can expect to finish } Τούτο ήτο φυσικόν, λεγόμενον υπό διδασκάλου αττικιστού, όστις δεν ηδύνατο να συγχωρήση εις τον Πολύβιον, ότι έγραφε την κοινήν γλώσσαν του καιρού του. Είναι όμως παράδοξον ότι την εκ μέρους ρήτορος επίκρισιν ταύτην του εκφραστικού και ζωντανού λόγου του πρακτικού και συνετού ανδρός επαναλαμβάνουσι νεώτεροι λόγιοι, δυνάμενοι να παραβάλωσι το ύφος των αττικιστών και το του Πολυβίου. Βεβαίως ο Πολύβιος δεν εμποιεί την αυτήν εντύπωσιν μεγαλοφυίας ως ο Θουκυδίδης· αλλ' είναι πάντοτε ζωηρός, ακριβής, βαθύς και οξύτατος. Αναμφιβόλως έχει μίαν ή δύο προκαταλήψεις π.χ. εναντίον του Κλεομένους και των Αιτωλών. Αλλά πώς διαβλέπει τα πνεύματα και τα αισθήματα πάντων σχεδόν των μεγάλων ανδρών, ούς αναφέρει! Ο Άρατός του και ο Σκιπίων καταλέγονται μεταξύ των ζωηροτέρων χαρακτήρων της ιστορίας· ο δε Αννίβας του δεν είναι ο θεατρικός μικράνθρωπος του Λιβίου, αλλ' ευφυέστατος Σημίτης, βλεπόμενος ορθώς και δικαίως. Ο Πολύβιος είχε πεζήν ιδιοσυγκρασίαν και πολλήν κλίσιν εις την επίκρισιν άλλων ιστορικών. Αλλά πλην της επιστημονικήν του αξίας, είχε τόσην ηθικήν και πνευματικήν άμα ευγένειαν, ώστε ηδύνατο, αν και βαθυτάτα ηγάπα την πατρίδα του, να λαλή δικαίως περί των εχθρών αυτής, αν και ήτο ηττημένος, να φροντίζη μάλλον περί της αληθείας ς της ιδικής του φιλοτιμίας. Πόσον ήτο διάφορος της προκατειλημμένης κρίσεως του Τακίτου, και των καθαρών ρητορικών επιδείξεων του Ισοκρατικού Λιβίου (344)!

II Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΚΑΙ Η ΒΥΖΑΝΤΙΑΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η επέκτασις του ρωμαϊκού κράτους μετέθεσε το εν Ευρώπη κέντρον της βαρύτητος και έταξεν εις την ελληνικήν ευφυίαν έργον δευτερεύον και αρκετά στενόν. Η Ελλάς κατήντησεν ο μισθωτός διδάσκαλος του ρωμαϊκού κόσμου. Αληθές είναι ότι εν τη ανατολή ο μέγας ελληνικός πολιτισμός, όν ίδρυσεν ο Αλέξανδρος, διέμεινεν οπωσδήποτε αυτάρκης και ανεξάρτητος της Ρώμης, η δ' ελληνική λογοτεχνία διετήρησεν εκεί πολλήν δημιουργικήν δύναμιν και πρωτοτυπίαν. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα των δύο πρώτων μ. Χ. αιώνων αποτελούνται κυρίως εκ βιβλίων αναγινωσκομένων εν τη Ρώμη· ο δε δυτικός κόσμος τόσον επεζήτει τους Έλληνας όπως μεταβώσι και διδάξωσιν αυτοί, ώστε ούτοι παρέρριψαν τα πάντα χάριν της αποστολής εκείνης. Η πρωτότυπος ποίησις σχεδόν εσιώπησεν. Ο ΒΑΒΡΙΟΣ ο μυθογράφος δεν ήτο ποιητής (345). Του δε ΟΠΠΙΑΝΟΥ τα Αλιευτικά σπανίως κινούσι το διαφέρον (346). Μόνον η αισθηματική ελεγεία, περιοριζομένη ήδη εις ολιγόστιχα επιγράμματα, ήκμασε τω όντι. ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ ο Γαδαρηνός έγραψεν αυθορμήτως· ήτο λόγιος και διδάσκαλος, ούτω δ' εσχημάτισε την ποιητικήν συλλογήν, ήτις υπήρξεν η βάσις της σωζομένης Ανθολογίας του Κεφάλα· αλλ' ήτο και πραγματικός και αβρότατος ποιητής εντός στενού κάπως κύκλου. Τα πολυάριθμα ερωτικά του επιγράμματα είναι γλυκύτατα, τα δε θρηνητικά ελεγεία του τρυφερώτατα. Αλλά και του Μελεάγρου τα έργα φέρουσι σημεία των χρόνων εκείνων. Η συγκίνησίς του είναι κάπως ωχρά, η δ' ανύψωσις αυτής γίνεται πολύ συντόμως και λίαν περιτέχνως. Και έχει μεν πολλήν χάριν της φράσεως και της στιχουργίας, αλλά και έλλειψιν ευστροφίας, δηλούσαν τον ξένον. Όθεν υποπτεύει τις ότι εν τη πατρίδι του τα ελληνικά ήσαν δευτέρα γλώσσα, έξω δε του σχολείου ελάλει αραμαϊκά. Το ευφυέστατον ίσως έργον του είναι το προοίμιον της Ανθολογίας, όπου λέγει ότι έπλεξε τον μεταφορικόν στέφανον,

πολλά μεν εμπλέξας Ανύτης κρίνα, πολλά δε Μοιρούς λείρια, και Σαπφούς βαιά μεν, αλλά ρόδα.

{ "Whereunto many blooms brought Anytê, Wild flags; and Mœro many,—lilies white; And Sappho few, but roses.}

ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΣ ο Σιδώνιος ήτο σχεδόν ίσος προς αυτόν. Ο δε ΚΡΙΝΑΓΟΡΑΣ είναι πάντοτε εύμορφος. Πράγματι δ' εξηκολούθουν να παράγωνται παρόμοια επιγράμματα, πολλά μεν ωραία, πολλά δε ακόλαστα, μέχρι των χρόνων του ΠΑΛΛΑΔΑ κατά τον πέμπτον μ. Χ. αιώνα και του ΑΓΑΘΙΟΥ και του ΠΑΥΛΟΥ του Σιλεντιαρίου κατά τον έκτον.

Αλλά κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους υπήρχε σπουδαιότατον πλέον κώλυμα της ποιήσεως, ότι το μέτρον δεν συνεφώνει προς την ζώσαν προφοράν. Ο μεν Αισχύλος και ο Σοφοκλής εστήριζον τους στίχους των επί συλλαβών μακρών και βραχειών, άς διέκρινεν η ακοή των. Ο δε Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (257-180 π. Χ.) πλην της ποσότητος των μακρών και των βραχέων εσημειώσε και μουσικόν τινα τόνον επί των λέξεων των αττικών φράσεων και ηύρε το σύστημα του τονισμού προς διδασκαλίαν των αλλοδαπών. Δύσκολον είναι να εκτιμήσωμεν εντελώς την φωνητικήν αξίαν του τόνου τούτου· αλλ' είναι βέβαιον ότι κατά τους χρόνους της ακμής δεν είχε σχέσιν προς την στιχουργίαν, πιθανώς δε διέφευγε και την ακοήν, μέχρι δε του τέλους του Β' π. Χ. αιώνος ήτο κάτι εντελώς διάφορον του ό,τι καλούμεν ημείς τόνον, ήτοι τον δυναμικόν. Αλλά κατά τον Δ' μ. Χ. αιώνα ο ποιητής των Διονυσιακών ΝΟΝΝΟΣ ο Πανοπολίτης, Έλλην Αιγύπτιος, αρχίζει αίφνης να λαμβάνη υπ' όψιν και τον τόνον. Διαιρών τον στίχον του διά της τομής εις δύο μέρη, φρονεί ότι εν μεν τω δευτέρω μέρει δεν πρέπει να πίπτη ο τόνος εις την προπαραλήγουσαν, εν δε τη πρώτη πρέπει. Φαίνεται λοιπόν ότι τότε ο τόνος είχεν αποβή δυναμικός, ο δε έξυπνος εκείνος άνθρωπος ηγωνίζετο «δυσί κυρίοις δουλεύειν»· στίχος, όπως ο εξής·

ουρανόν υψιμέδοντος αιστώσαι Διός έδρην

κατά προσωδίαν μεν είναι καλός εξάμετρος, κατά τόνον δε πλησιάζει προς τον καλούμενον «πολιτικόν» στίχον, τον κανονικόν κατά τους μέσους χρόνους, χρησιμοποιούμενον δε υπό του λαού ήδη από του Δ' μ. Χ. αιώνος (347). ΚΟΪΝΤΟΣ ο Σμυρναίος, επικός ποιητής παλαιότερος του Νόννου, αγνοεί τους τονικούς τούτους κανόνας· αλλ' ο ΚΟΛΟΥΘΟΣ και ο ΤΡΥΦΙΟΔΩΡΟΣ φυλάττουσιν αυτούς (348). Τα Διονυσιακά λοιπόν ήνοιξαν νέον δρόμον.

Εν τω από των χρόνων του Αυγούστου και εξής πεζώ λόγω εγράφησαν πολλά ιστορικά και γεωγραφικά έργα, και πολλά σοφιστικά. Διόδωρον τον Σικελιώτην, Διονύσιον τον Αλικαρνασσέα, Ιώσηπον τον Ιουδαίον ακολουθούσιν ο Αρριανός, ο Αππιανός, και Δίων ο Κάσσιος. Ο ΑΡΡΙΑΝΟΣ είναι ο Ξενοφών της παρακμής· έγραψεν Αλεξάνδρου ανάβασιν ως εκείνος Κύρου ανάβασιν, και ανέλυσε τας θεωρίας του Επικτήτου πολύ κάλλιον ή ο Ξενοφών τας του Σωκράτους· πλην τούτου έγραψεν έργα περί γεωγραφίας και τακτικής (349). Αλλ' ο ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ (46-120 μ. Χ.) υπερέβαλε πάντας διά των αθανάτων αυτού Βίων, του ελκυστικωτάτου ίσως έργου, όπερ εγράφη ποτέ, και των μικρών εκείνων πραγματειών, αι οποίαι αρέσκουσιν όχι ολιγώτερον, επιγράφονται δε συνήθως Ηθικά. Δεν ήτο επιστημονικός ιστοριογράφος, και η αξία των μαρτυριών του εξαρτάται καθ' ολοκληρίαν εκ των πηγών, άς εξέλεγεν· αλλ' είχε το δώρον ν' αγαπά τους ήρωάς του και την δύναμιν να διακρίνη τι ήτο διαφέρον. Ως φιλόσοφος ίσως αποκλίνει πλέον του δέοντος εις τας συμβουλάς και βεβαίως είναι περιωρισμένος· αλλ' είναι είς των ευγενεστέρων και θελκτικωτέρων συγγραφέων, άμα δε εις των προσφιλεστάτων εξ όλης της αρχαιότητος χαρακτήρων (350).

Εις την ιδίως λογοτεχνίαν ή την «σοφιστικήν» διακρίνονται πολλοί. Δίων ο Χρυσόστομος, Ηρώδης ο Αττικός και Αριστείδης ο ρήτωρ είναι καθαροί stylistes, αλλά τούτο σημαίνει μόνον ότι ηδύναντο να μεταχειρισθώσι λεκτικόν αρκούντως ομοιάζον προς το του Πλάτωνος ή του Δημοσθένους. Αξιολογώτεροι τούτων είναι οι τέσσαρες ΦίΛΟΣΤΡΑΤΟΙ και ως ευφυής οικογένεια, και διά τα θέματα των έργων των. Του πρώτου έχομεν μόνον ένα διάλογον περί Νέρωνος και της Κορινθιακής διώρυγος, του δε δευτέρου τον θαυμάσιον διάλογον περί Απολλωνίου του Τυανέως, του νεοπυθαγορικού αγίου και φιλοσόφου, του οποίου η θρησκεία επί τινα χρόνον αντηγωνίζετο προς τον «χριστιανισμόν και τέλος τον Γυμναστικόν και τινας ερωτικάς επιστολάς. Του δε τρίτου και του τετάρτου έχομεν σειράν Εικόνων ήτοι περιγραφήν έργων τέχνης, εν ποιητική πεζογραφία. Αι Εικόνες είναι παράδοξοι και περίτεχνοι κατά το ύφος, εκτιμώνται δε υπό των αρχαιολόγων, ως μαρτυρίαι αληθινών εικόνων. Τοιαύται περιγραφαί ήσαν κοινόν σοφιστικόν γύμνασμα, όπερ ήκμασεν ιδίως κατά την επί Αντωνίνων αναγέννησιν της τέχνης και διήρκεσε μέχρι των ημερών του Λόγγου και Αχιλλέως Τατίου (351).

Εις τους σοφιστάς πρέπει να καταταχθή και ο συχνάκις μνημονευόμενος ΑΘΗΝΑΙΟΣ ο Ναυκρατίτης, ο κατά το τέλος του Β'. μ. Χ. αιώνος γράψας τους Δειπνοσοφιστάς. Οι εις το δείπνον παρακαθήμενοι πάντες είναι πεπαιδευμένοι άνδρες των χρόνων του Αυρηλίου και το βιβλίον παρέχει τον διάλογον αυτών. Παράξενος διάλογος! Συζητούσι περί παντός φαγητού και παντός πράγματος σχετικού προς τα δείπνα, εγκυκλοπαιδικοί άμα και αρχαιολόγοι. Παν ότι ήτο γνωστόν περί αγγείων, οίνων, χορών, μαγειρικών σκευών, όψων, περί αδυναμιών των φιλοσόφων και ευφυολογιών των εταιρών είναι εκεί συνηγμένον μετά προσοχής και κατά τάξιν. Οιαςδήποτε πηγάς και αν είχεν ο Αθηναίος, φαίνεται ότι είχεν αναγνώσει πάμπολλα και ότι ήτο φύσει ευθυμολόγος· το δε βιβλίον του, καίτοι φαινόμενον ως μόνον συμποσιακόν, αποτελεί πολύτιμον όργανον προς σπουδήν του όλου αρχαίου βίου (352).

Αλλά μέγιστος των σοφιστών του Β' μ. Χ. αιώνος ήτο ο ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Ο Λουκιανός και ο Πλούταρχος είναι οι μόνοι συγγραφείς της περιόδου ταύτης οι έχοντες παγκόσμιον σπουδαιότητα, οι λαλούντες όπως ουδείς άλλος δύναται να λαλήση, οι και σήμερον ευαρέστως αναγινωσκόμενοι διά την πραγματικήν αξίαν. Ο Λουκιανός παρεβλήθη κατά την τάσιν του πνεύματός του προς τον Ολλανδόν Έρασμον. Ήτο δηλαδή πολυμαθής, οξυδερκής και προ πάντων εύθυμος· επεζήτει πανταχού την ειλικρίνειαν· ήτο δε τόσον φρόνιμος και πεζός, ώστε να μη παρασυρθή εις τα μεγάλα ρεύματα του καιρού του. Έζη επί Μάρκου Αυρηλίου εν τω μέσω της τότε μεγάλης μεταρρυθμίσεως και της λογοτεχνικής αναγεννήσεως, αλλά δεν φαίνεται μετέχων εις αυτήν. Εμελέτησε πολλήν φιλοσοφίαν, αλλά πάντοτε ως ξένος ερχόμενος να ανακαλύψη τα παράδοξα διά να γελάση. Εάν κρίνωμεν εκ των πολλών εν τοις έργοις αυτού απολογιών φαίνεται ότι έπαθε πολλάς επιθέσεις, ιδίως παρά των Κυνικών, εν οποίων η ακαθαρσία, η αμάθεια και η αναισθησία του ετάρασσον τα νεύρα. Ο Λουκιανός υπό του πατρός του ήτο προωρισμένος να γίνη γλύπτης, αλλ' ετράπη προς τα γράμματα, ήρχισε δε το στάδιόν του ως συνήθης σοφιστής, αλλά κατόπιν ηύρε τον δρόμον του προς τους σατιρικούς διαλόγους, των οποίων το ύφος είναι μίμησις του Πλάτωνος, αλλά το κωμικόν στοιχείον είναι υπέρτερον του φιλοσοφικού. Κατά δε τα τέλη της ζωής του έλαβε κυβερνητικήν τινα θέσιν εν Αιγύπτω, και επανέλαβε τα ρητορικά του έργα. Ο Λουκιανός είναι λογογράφος σημαντικός, και ως παριστών μίαν όψιν του ανθρωπίνου βίου, ήτις έχει μόνιμον αξίαν διά πάσαν γενεάν, αλλά και ως μαρτυρών το ανεξάρτητον σθένος του ανατολικού Ελληνισμού, οσάκις εξέφευγεν ούτος την επίσημον προστασίαν του ρωμαϊκού κράτους ή απέστεργε να εκπαιδεύη τους δυτικούς λαούς (353).

Εκ της φιλοσοφίας, όση συνδέεται προς την εκπαίδευσιν, και επομένως ήκμασεν υπό τους πρώτους αυτοκράτορας, εσώθη σπουδαίον κληροδότημα. Πρώτον υπάρχουσι δύο μεγάλοι φιλοσοφούντες ιατροί. Τούτων ο μεν ΓΑΛΗΝΟΣ ήτο πολυμαθής και σαφής, αλλά διεξοδικώτατος συγγραφεύς και ιατρός των χρόνων του Μάρκου Αυρηλίου (354). Ο δε ΣΕΞΤΟΣ ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ζων επί Καλιγόλα, ανήκεν εις την σκεπτικήν σχολήν, έγραψε δε δύο σειράς βιβλίων, προς Μαθηματικούς, ήτοι τους επαγγελλομένους γενικήν σοφίαν, και προς Δογματικούς, ήτοι τους αιρετικούς φιλοσόφους· ταύτα είναι πλήρη δυνατών στοχασμών και περιέργου ύλης (355). Έπειτα δύο φιλόσοφοι γεωγράφοι, ο ΣΤΡΑΒΩΝ και ο ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ επί Μάρκου. Και ο μεν Στράβων εξείχεν εις την τοπογραφίαν και την ιστορίαν (356), του δε Πτολεμαίου τα γεωγραφικά και αστρονομικά έργα είναι τα επιστημονικώς σπουδαιότατα πάντων, όσα περιήλθον αρχαιόθεν εις ημάς (357). Άλλος γεωγράφος ο ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ο γράψας επί Αντωνίνων Περιήγησιν Ελλάδος εις δέκα βιβλία, φαίνεται ότι περιηγήθη χάριν διασκεδάσεως και αφού επανήλθεν εις την πατρίδα του, συνέρραψεν εκ βιβλίων πολύ παλαιοτέρων διήγησιν περί των όσα είδεν ή θα έβλεπεν αυτός! Αύτη είναι η μόνη δυνατή εξήγησις της παραδόξου αυτού συνηθείας του να παρατρέχη αμνημόνευτα και τα μάλιστα περίοπτα μνημεία, όσα ανηγέρθησαν μετά τα 150 μ. Χ. Οι δε νεώτεροί του κριτικοί διατείνονται ότι ενίοτε οσάκις λέγει ήκουσα ή είδον απλώς αντιγράφει τον ενώπιόν του περιηγητήν, ουδ' αυτό του ρήματος το πρόσωπον μεταβάλλων. Τούτο βεβαίως παραβλάπτει αυτόν τον Παυσανίαν, αλλ' επαυξάνει του βιβλίου την αξίαν, όπερ, όσον ανακριβές και ασυστηματοποίητον και αν είναι, είναι πλουσιώτατον και αρχαιοτάτη πηγή πληροφοριών μοναδικής όλως χρησιμότητος εις τε τους αρχαιολόγους και τους σπουδαστάς των θρησκευμάτων. Ο Παυσανίας π.χ. ήτο ο καθοδηγήσας τον Σλήμαν εις τας Μυκήνας (358).

Εκ της καθαράς φιλοσοφίας, την Στωικήν διδασκαλίαν κάλλιστα εις ημάς απεικονίζουσιν αι Διατριβαί και το Εγχειρίδιον του ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ. Ο εκ Φρυγίας καταγόμενος ούτος δούλος απηλευθερωθή και εδίδαξεν εν Ρώμη. Διωχθείς δ' εκείθεν κατά τα 94 μ. Χ. ένεκα του γνωστού κατά των φιλοσόφων διατάγματος του Δομιτιανού, αποκατεστάθη εις την Νικάπολιν της Ηπείρου· έπειτα δε απέλαυσε της φιλίας του Τραϊανού, λέγεται δε και του Αδριανού (117-138 μ. Χ.). Ο Επίκτητος δεικνύει την διαφοράν του καιρού εκείνου από των χρόνων του Πλάτωνος ή και του Χρυσίππου διά τούτου, ότι πραγματικώς εγκαταλείπει πάσαν θεωρίαν και περιορίζεται μόνον εις την δογματικήν και πρακτικήν ηθικήν. Και δέχεται μεν και μεταδίδει την θεωρητικήν βάσιν της ηθικής, όπως έθεσαν αυτήν οι πρώτοι Στωικοί, αλλ' η αληθινή του δύναμις ήτο το κήρυγμα και η διδασκαλία. Όθεν έλεγεν ότι «ιατρείον έστι το του φιλοσόφου σχολείον»· τοιούτον επάγγελμα δεν είν' ελληνικόν· αλλ' όμως η πνοή και η αδρότης των εμπνεύσεων του διδασκάλου, το ύψος των στοχασμών και αυτή η ευθυμία του ελκύουσι την εύνοιαν των πλείστων αναγνωστών (359) όσον περίεργοι και αν είναι αι βιοτικαί περιπέτειαι του Επικτήτου, βεβαίως αμαυρούνται ενώπιον της λάμψεως, η οποία περιβάλλει την συμπαθεστάτην μορφήν του ΜΑΡΚΟΥ ΑΥΡΗΛΙΟΥ. Και το σαφές και δυνατόν ύφος του εξ επαγγέλματος διδασκάλου δεν φθάνει βαθυτάτην εντύπωσιν, ήν προξενεί το περίφημον Εις εαυτόν βιβλίον του αυτοκράτορος. Και τον Μάρκον, όπως και πολλάς άλλας μεγάλας ψυχάς δύνασαι να τον εκτιμήσης μόνον αν τον αγαπήσης. Εάν τα τρία πρώτα κεφάλαιά του σε προσελκύσωσι, κατόπιν εκάστη του λέξις φαίνεται πολύτιμος. Αλλ' υπάρχουσι και πολλοί, και όχι όλοι στενοκέφαλοι ουδέ αναίσθητοι, οίτινες ευρίσκουσιν ολόκληρον το πόνημα οχληρόν και ανόητον. Και όμως είναι δύσκολον ν' αρνηθή κανείς ότι η ηθική διδασκαλία της αρχαίας Στοάς, όπως αναπτύσσουσιν αυτήν οι δύο ούτοι άνδρες, είναι εκ των υψηλοτάτων και λεπτοτάτων και λογικωτάτων του ανθρωπίνου πνεύματος δημιουργημάτων (360). Ο Μάρκος απέθανε κατά τα 180 μ. Χ. Ο δε μέγας φιλόσοφος της επομένης εκατονταετίας, ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ, ο αρχηγός των νεοπλατωνικών εγεννήθη τω 204. Καίτοι κατά το πλείστον επαγγέλλεται μόνον ότι ερμηνεύει τον Πλάτωνα, είναι πιθανώς ο τολμηρότατος φιλόσοφος των ρωμαϊκών χρόνων, η δε φιλοσοφία του το πληρέστατον και περιληπτικώτατον σύστημα. Η διδασκαλία του είναι καθαρά ιδεολογία. Ο κόσμος όλος απορρέει εκ του πρώτου όντος, όπερ κατά πρώτον παράγει τον Νουν, ούτω δε διακρίνεται ο Λογισμός και το όν. Η φύσις είναι αποτέλεσμα των Λογισμών, θεωρούντων εαυτούς, και τα γεγονότα της φύσεως είναι αυτοθεωρίαι αυτής (361). Το σύστημα τούτο ενέχει και θρησκευτικόν στοιχείον, όπερ ανέπτυξε πρώτος μεν ο Πορφύριος, ο βιογράφος και εκδότης του διδασκάλου, έπειτα δε ο Ιάμβλιχος, εις λογικόν τι σύστημα, όπερ κατόπιν οι εθνικοί αντέτασσον κατά των επιθέσεων των χριστιανών.

Τους Χριστιανούς κρατεί συνήθεια [εν τη Δύσει] ν' αποκλείωμεν εκ της ιστορίας των ελληνικών γραμμάτων. Και όμως η εξάρτησις αυτών εκ των ελληνικών θεωριών, και του ελληνικού τρόπου του σκέπτεσθαι είναι πρόδηλος και εις επιπολαίαν ανάγνωσιν. Αλλ' εάν πραγματευθή τις περί της σχέσεως ταύτης ανάγκη να εισέλθη εις λεπτομέρειας· κατά μίαν δ' έποψιν ο θάνατος και η αποτυχία του αυτοκράτορος ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ· είναι τέλος μιας όλης περιόδου, και σχεδόν τελική απόσβεσις της αρχαίας θρησκείας δε και των αθρήσκων ιδανικών. Το στάδιον του εκτάκτου τούτου ανδρός ήρμοζε τελείως προς τον χαρακτήρα του, όστις άνευ της σχεδόν υπερβολικής ελευθεροστομίας και ειλικρινείας του θα εφαίνετο θεατρικός, και όστις συμβολίζει το αρχαίον ηρωικόν πνεύμα, μαχόμενον απεγνωσμένως εντός των χρόνων της παρακμής. Ο Ιουλιανός προσπαθεί να γίνη φιλόσοφος και καταντά μυστικιστής· σαλπίζει την ελευθερίαν του πνεύματος και γίνεται θρησκόληπτος, σχεδόν πλέον των φανατικών, ούς πολεμεί· κατακλύζει τους στρατιώτας και τους υπαλλήλους του διά παραγγελμάτων δικαιοσύνης και μετριοπαθείας και κατόπιν διαφθείρει αυτούς διά συνεχών θυσιών προς τους θεούς. Κηρύσσει την ανοχήν και εφαρμόζεται νέος διωγμός. Τοιουτοτρόπως ο ηγεμών ο διάγων ζωήν αγίου, ο προσευχόμενος και μελετών κατά τας νύκτας, ο ζων ως πένης, διότι εξεκένωσε τα θυλάκιά του προς ανακούφισιν των απόρων των επαρχιών, ο επιζητών την μόνην παραμυθίαν εις την επιδίωξιν των υψίστων και ευγενεστάτων ιδανικών, παραδόξως πλησιάζει, αν παραβλέψωμεν το πρακτικόν μέρος, προς τινας των χριστιανών εκείνων αναχωρητών, τους οποίους αυστηρότατα κατεδίωκεν. Υπήρχε πράγματι κάτι μέγα και αληθινόν, προς το οποίον καθ' όλην του την ζωήν έτεινε τας χείρας, αλλά μόνον έψαυεν ο Ιουλιανός, και όπερ ίσως θα ηδύνατο να δράξη, αν έζη κατ' ευτυχεστέρους χρόνους. Διότι ήτο μέγας και φιλάνθρωπος στρατηγός, ήτο ικανός και ανιδιοτελής πολιτικός· αλλά διανοούμενος είχε πυρετόν· έτρεμεν εκ συνειδητής αδυναμίας ενώπιον των μεγάλων του πειραμάτων. Τούτο δε είναι το αίσθημα, το κατέχον όλην την ελληνικήν ψυχήν κατά τους χρόνους της πτώσεώς της. Τω όντι, ενώ η ρωμαϊκή παρακμή έτεινε προς την υπερβολήν, την κενοδοξίαν και την ματαιότητα, η ελληνική παρακμή ήτο άτονος και ασθενής (362).

Έν λογοτεχνικόν είδος, σύγχρονον του Ιουλιανού και καταδικαζόμενον εξ ίσου υπ' αυτού και υπό των αντιπάλων του, δεικνύει περίεργον συνδυασμόν παρακμής και νέας ζωής, το μυθιστόρημα. Τα δύο αρχαιότατα λείψανα πεζού μυθιστορήματος είν' επιτομαί. Τα Ερωτικά παθήματα ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ, όστις εδίδαξε τον Βεργίλιον και συνέλεξε τους μύθους τούτους προς χρήσιν Ρωμαίων ποιητών, επιθυμούντων να μεταχειρίζωνται μυθικά ονόματα χωρίς ν' αναγινώσκωσι τα πρωτότυπα, δεν έχουσιν ίσως πολλήν ιδικήν του φαντασίαν. Αλλά πιθανόν το πρωτότυπον να ήτο διάφορον. Καθαράν εύρεσιν περιέχει το έργον του ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ περί Των υπέρ Θούλην απίστων. Ο Αντώνιος ούτος έζη προ του Λουκιανού, ο οποίος τον εμπαίζει. Το βιβλίον έγεμε περιπετειών, περιελάμβανε δε και ανάβασιν εις την σελήνην· αλλ' αν κρίνωμεν εκ της επιτομής, είχε πολλάς επαναλήψεις και χαρακτήρας ως νευρόσπαστα. Ούτω κατέθελγε τον συγγραφέα η επίνοια, ότι ο ήρως ή ηρωίς είχον εκληφθή ως φάσματα. Αλλ' έχει τέχνην τινά προς συλλογήν των φαντασιωδών της διηγήσεως πηγών. Κατά τον τρίτον μ. Χ. αιώνα το μυθιστόρημα ήτο δημοφιλέστατον, έκτοτε δε σώζονται τα Εφεσιακά του ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ του Εφεσίου. Αλλ' αναμφιβόλως οι κάλλιστοι των παλαιών μυθιστοριογράφων είναι ο ΛΟΓΓΟΣ και ο ΗΛΙΟΔΩΡΟΣ· ο μεν πρώτος διά την καθαρώς ποιητικήν και λογοτεχνικήν αυτού αξίαν ο δε δεύτερος διά την πλοκήν και την δύναμιν της διηγήσεως. Ο Ηλιόδωρος γράφει ως δημιουργός νέας κινήσεως, είναι δε αγνός και πλήρης ζήλου και πεποιθήσεως. Το έργον του δύναται ν' αναγνωσθή και τώρα, ότε η τέχνη της διηγηματογραφίας έφθασεν εις την τελειότητα. Λέγεται ότι ο Ηλιόδωρος ήτο χριστιανός και μάλιστα επίσκοπος της εν Θεσσαλία Τρίκκης, παραιτηθείς, ότε η σύνοδος της επαρχίας του τον προσεκάλεσεν ή να καύση το βιβλίον του ή ν' απέλθη. Τούτο στηρίζεται μεν επί ασθενεστάτης μαρτυρίας, αλλά δεν είναι ανάρμοστον εις τον Ηλιόδωρον, οποίον τον γνωρίζομεν. Ο Λόγγος ήτο διάφορος· ψυχρός άνθρωπος και εθνικός, αλλά όχι ανήθικος· χρειάζεται ανόητος αναγνώστης ή αδέξιος μεταφράστης, όπως ευρεθή τίποτε πονηρόν εις τα Κατά Δάφνην και Χλόην. Αλλά το βιβλίον διαπνέει κάποιον αίσθημα αποθαρρύνσεως, τάσις προς αναχώρησιν εκ του κόσμου, και άφεσιν των φιλοδοξιών και των δυσχερειών αυτού, ροπή προς την απλότητα και την ησυχίαν των αγρών. Νομίζει τις ότι είναι Θεόκριτος κουρασμένος και γράφων πεζόν λόγον. Άλλοι τινές μυθιστοριογράφοι ως Αχιλλεύς ο Τάτιος και ο Χαρίτων έγραψαν μυθιστορήματα, τα οποία, κρινόμενα διά κοινού αισθητηρίου, πιθανόν να θεωρώνται ως ανώτερα του Λόγγου· διότι είναι ζωηρότερα, μάλλον έντεχνα και περίεργα, αρκετά δε ανήθικα. Αλλά δεν έχουσι την ποίησιν του Λόγγου (363).

Ο Λόγγος, εάν μη σφάλληται ο γράφων την ιστορίαν ταύτην, είναι ο τελευταίος λατρευτής του γνησίου κάλλους, ο έχων την παλαιάν ολόψυχον αφοσίωσιν, καθώς ο Πλωτίνος έζη χάριν της θεωρίας και ο Ιουλιανός χάριν της «μεγάλης πόλεως των θεών και των ανθρώπων». Εκ των τριών εκείνων ιδανικών, προς τα οποία πλέον παντός άλλου είχεν ανοίξει η Ελλάς τα όμματα του κόσμου, το μεν ιδανικόν της ελευθερίας και της δικαιοσύνης ήτο εξωρισμένον προ πολλού εκ της ζωής εις τα βασίλεια των ονείρων, διότι οι κρατούντες δεν εφρόντιζον περί τούτου. Η δε ζήτησις της επιστημονικής αληθείας κατήντησε πλέον αδύνατος, αφότου ο κόσμος, δυσπιστήσας προς τον λόγον, και βαρυνθείς τους συλλογισμούς, αφωσιώθη περιπαθώς εις σύστημα θείας αποκαλύψεως, όπερ ανέλαβεν αυτό τον έλεγχον πάσης αληθείας. Τις δε απέμεινε πλέον να κηρύξη το αρχαίον κάλλος, το γυμνόν άμα και αγνόν εις γενεάς, αίτινες προ πολλού απέστρεψαν απ' αυτού το βλέμμα ή τον νουν των; Το πνεύμα της Ελλάδος απέθανεν εν τέλει εκ της μακράς εκείνης αποθαρρύσεως, η οποία παραλύει την δύναμιν των εθνών όπως το βραδύ δηλητήριον. Η Ελλάς έπαυσε να εκτελή τον προορισμόν της, διότι ο προορισμός αυτής δεν ήτο πλέον καρποφόρος (364). Οι δε τελευταίοι μεγάλοι εθνικοί, καθώς ο Πλωτίνος, ο Λόγγος και ο Ιουλιανός, ομολογούσιν αυτοί την ήτταν των και ζητούσι τρόπον τινά συγγνώμην, ότι δεν δημιουργούσι νέαν μελωδίαν, ουδέ δοκιμάζουσιν όλην την τάσιν της φωνής των, περιοριζόμενοι μόνον εις απηχήσεις των παλαιών ύμνων προς την Αλήθειαν, το Κάλλος, την Ελευθερίαν και την Δικαιοσύνην, των ύμνων δι' ών η Ελλάς είχεν αφυπνίσει τον κόσμον προ πολλού, ότε ο ήλιος ανέτελλεν επ' αυτήν και ήσαν ισχυρά ακόμη τα πτερά της.

Π Ε Ρ I Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Πρόλογος — Σημείωμα περί του Ομηρικού ζητήματος

Α' Όμηρος Σελ1

Β' Μικρότερα Ομηρικά ποιήματα Ησίοδος Ορφεύς »44

Γ' Απόγονοι του Ομήρου, του Ησιόδου και του Ορφέως»69

Δ' Το Μέλος»91

Ε' Αι αρχαί του πεζού λόγου»125

ΣΤ' Ηρόδοτος»140

Ζ' Φιλοσοφικά και πολιτικά συγγράμματα μέχρι του

θανάτου του Σωκράτους»160

Η' Θουκυδίδης»184

Θ' Το δράμα»209

Ι' Αισχύλος»222

ΙΑ' Σοφοκλής»238

ΙΒ' Ευριπίδης»256

ΙΓ' Κωμωδία»281

ΙΔ' Πλάτων»300

ΙΕ' Ξενοφών»320

ΙΣΤ' Οι Ρήτορες»330

ΙΖ' Οι χρόνοι του Δημοσθένους»357

ΙΗ' Η μεταγενεστέρα Λογοτεχνία

I Από του θανάτου του Δημοσθένους μέχρι της μάχης

του Ακτίου»373

II Η Ρωμαϊκή και η Βυζαντιακή»401

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

Οι αριθμοί σημαίνουσι τας σελίδας το σημ. = σημείωσις· το πρόλ. — πρόλογος).

Άβαρις 67. Αβιανός 2, 90 Αγίας 45. Αγαθίας 402 Αγάθων 210, σ. 211 σ. 261, 307. Αθηναίος 405. Αιλιανός 103, 128 σημ. Αινείας τακτικός 328 σημ. αίνος 90. Αισχίνης 17, 359,365. Αισχίνης Σωκρατικός 179, 345, πρόλ. Αισχρίων 90. Αισχύλος 9, 214, 215, 216, 222-237, 241, 242, 243-296. Αίσωπος 90. Ακαδήμεια 309 σημ. 310 Ακουσίλαος 129. Αλεξάνδρεια 383, 395, 396. Άλεξις 381. Αλκαίος 91, 92, 97 πρόλ. Αλκιδάμας 6, 170, 335, 337, 339 Αλκίφρων 388. Αλκμάν 101. Αμειψίας 290, 293, 299 σημ. Άμφων 294. Ανακρέων 96. Ανακρεόντεια 96 Ανάνιος 90. Αναξαγόρας 165. Αναξίμανδρος 160. Αναξιμένης 161. Ανδοκίδης 337, 341. Ανδροτίων 129. Αντίδωρος Κυμαίος 131. Αντίμαχος 16, 71, 72. Αντίοχος Συρακόσιος 130. Αντίπατρος 402. Αντισθένης 168, 179, 310, 317. Αντιφάνης 381. Αντιφών 131 σ. 327, 339. Αντιφών σοφιστής 170, 340. Αντώνιος Διογένης 411. Ανύτη 72. Άνυτος 183. Απολλόδωρος γραμματικός 10, 46. Απολλόδωρος Σωκρατικός 179. Απολλώνιος Ρόδιος 71, 386. Απολλώνιος Τυανεύς 404. Αππιανός 403 Άρατος 73, 394. Αρίσταρχος 11, 15, 16, 395. Αρίσταρχος Τεγεάτης 280 σημ. Αριστέας 67, 73. Αριστίας 223. Αριστείδης 404. Αρίστιππος 168, 180, 309. Αριστόνικος 15 Αριστοφάνης 90,147,169,220,286-299. Αριστοφάνης Βυζάντιος 15, 335, 402. Αριστοτέλης 18, 101. 149. 171, 176, 213, 218, 248, 262, 313, 317, 338, 355, 376-9. Αρίων 103. Αρκτίνος 4, 44. Αρριανός 403. Αρχέστρατος 73. Αρχίλοχος 73, 80, 87, 90. Αρχιμήδης 395. Άρχιππος 293 σημ. Άσιος 72 Ασκληπιάδης 384. Αχιλλεύς Τάτιος 411.

Βάβριος 90, 401. Βάκις 3, 67, 126. Βακχυλίδης 111-115. Βηρωσός 399. βιβλιοθήκαι 258. Βίων βουκολικός 390 Βίων Προκοννήσιος 130. βουκολικοί 388, 390.

Γαληνός 405. Γλαύκος 131. Γοργίας 167, 170, 339. γραφή 31, 125.

Δαμάστης 131 Δείναρχος 366. Δημάδης 367. Δημήτριος Φαληρεύς 90, 395. Δημοδόκος 85. Δημόκριτος 357. διάλεκτοι 23, 98. Δίδυμος 15. δίγαμμα 26. διδασκαλίαι 376. Διευχίδας 12, 13. διθύραμβος 100, 101, 99. Διόδωρος Σικελιώτης 397, 403. Διονύσιος Αλικαρνασσεύς 331, 403. Διονύσιος κυκλογράφος 46. Διονύσιος Μιλήσιος 130. Διονύσου λατρεία 64. Δίων Χρυσόστομος 404. Δούρις 398 δράμα 2Ο9 — 12.

Ειδύλλια 389. Εκαταίος 133-5. Εκφαντίδης 283 ελεγεία 76. έλεγος 79. εμβατήρια 100. Εμπεδοκλής 75, 164, 166. επεισόδια 215. επιγραφαί 125. Επικούρειοι 375, Επίκουρος 166. Επίκτητος 407. Επιμενίδης 67. επίνικοι 100, 121. έπος 28. Επίχαρμος 281, 301. Ερατοσθένης 395. Ερμησιάναξ 384. Έρμιππος 90. Ερμογένης 134. Ευγαίων 130. Ευγάμων 5. Εύδημος Περιπατητικός 378. Ευήμερος 398 Ευκλείδης μαθηματικός 395. Ευκλείδης Σωκρατικός 179 Εύμηλος 68. Εύπολις 220, 285, 287. Ευριπίδης 217, 220, 236, 256, 280, 294, 295. Ευφορίων 397. Έφορος 157, 397.

Ζαγρεύς 66. Ζηνόδοτος 395. Ζήνων Ελεάτης 164.

Ηγήμων 173. Ηγησίας 44. Ηλιόδωρος 411. ησίαι 47 Ηρακλείδης Ποντικός 317. Ηράκλειτος 162. Ήριννα 92. Ηρόδοτος 10, 135, 140, 159, 201. Ηρόδωρος 135, 137. Ηρωδιανός 15. Ηρώνδας 391. Ήρων μηχανικός 395. Ησίοδος 3, 6, 53, 62.

Θαλής 160. Θεαγένης 131. θέατρον 212 σ. «Θεμιστογένης» Θέογνις 83 Θεοδέκτης 280 σημ. Θεόδωρος γραμματικός 45. Θεόκριτος 388-390 Θεόπομπος ιστορικός 188, 397 Θεόπομπος κωμικός 299 σημ. θεός από μηχανής 274. Θεόφραστος 378. Θέσπις 212. Θουκυδίδης 184-208. Θρασύμαχος 168, 169, 176, 331. θρήνος 100.

Ιάμβλιχος 408. Ίαμβος 76. Ίβυκος 167. Ιεροκλής 53. Ιουλιανός 408. Ιοφών 240, 295. Ίππαρχος 394. Ιππίας σοφιστής 170. Ίππυς 131. Ιππώναξ 89. Ισαίος 332, 346 Ισοκράτης 310, 311, 332, 336, 338, 346, 356. Ιστορία 131. Ίων Χίος 172. Ιώσηπος 11, 403.

Κάδμος 120. καθαρμοί 67. Καικίλιος Καλακτίνος Καλλίας 299. Καλλίμαχος 385, 387, 395, 396. Καλλίνος 80. κανών ρητόρων Καρκίνος 72. Κερκιδάς 90, 393 σημ. Κέρκωψ 90. Κλείδημος 129. Κλεοβουλίνη 85. Κλεόβουλος 85. Κλεόστρατος 73. Κόιντος 402. Κόλουθος 402. Κόριννα 116 σημ. Κράτης 284. Κράτης Μαλλώτης 396. Κρατίνος 283, 288. Κράτιππος 188. Κρεόφυλος 90. Κριναγόρας 402. Κριτίας 176. Κτησίας 396. κύκλος επικός 45 Κύναιθος 27 Κυνικοί 375. κύπρια έπη 43, 47, 48. κωμωδία 218.

Λέσχης 5, 46. Λεύκιππος 166. «Λίνος» 5. Λόβων 85 Λογγίνος 112, 398. Λόγγος 400. λόγοι 127. Λουκιανός 405 λύκειον 377, 380. Λυκούργος 363. Λυσίας 337, 342, 346.

Μάγνης 283. Μανέθων 399. Μαρκελλίνος 188. Μάτρων 73. Μελέαγρος 401. Μελησαγόρας 129. μελικοί ποιηταί 92 Μέλισσος 164. μέλος 91, 92. Μένανδρος ζ' 298, 381, 383. Μίμνερμος 81. μιλήσιοι λόγοι 127. μίμοι 391. Μόσχος 390. «Μουσαίος» 4. Μουσαίος γραμματικός 373. Μυρτίς 116. μυστήρια 64, 173.

Νίκανδρος 394. Νικάνωρ 15. νόμοι 77, 284 σημ. νόστοι 47. Νόννος 402.

Ξάνθος 130. Ξενοφάνης 10, 71, 161. Ξενοφών Αθηναίος 174, 182, 208, 320, 329. Ξενοφών Εφέσιος 411. Ξένων, 11.

«Ολιγαρχικός» 174-6, 285, 287. «Όλυμπος» 77. Ομηρίδαι 23. Ομηρικοί ύμνοι 49, 68. Όμηρος 3-51 πρόλ. ι'-κγ'. Ονομάκριτος 11, 67, 126 Οππιανός 401. Ορφεύς 5, 62-64. Ορφικοί ύμνοι 66. Ορχήστρα 213.

Παιάν 101, 121. Παλαίφατος 398 Παλλαδάς 402. Πανύασις 70. πάπυροι 93, 95, 121, 130, 188, 279. παράβασις 219. παραχορηγήματα 214. Παρθένιος 411, 412 σημ Παρμενίδης 74, 163. Παύλος Σιλεντάριος 402. Παυσανίας 11, 72, 407. πεζός λόγος 125. Πείσανδρος 69 Πέργαμος 396. περιπατητικοί 377, 379. Πίγρης 52, Πίνδαρος ζ', 9, 14, 106, 115-124,184. Πιττακός 85, 91. Πλάτων 18, 67, 71, 168, 180, 189, 300, 319-348 Πλάτων κωμικός 286. Πλούταρχος 154, 241, 299, 403. Πολύβιος 118, 192, 399-400. Πλωτίνος 408. Πολυκράτης Σοφιστής 181. Πολυφράδμων 223. Πορφύριος 409. Πρατίνας 211, 212, 213, 223. Πράξιλλα 92. Πραξιφάνης 189. Πρόδικος 170. Πρόκλος 46, 47. πρόλογος 215, 273. Πρωταγόρας 167, 305. Πτολεμαίος 407. Πυθαγόρας 161.

Ραψωδοί 25. ρήτορες 330-370. ρητορική 33. Ριανός 16, 80, 393.

Σαπφώ ς', 93 96. σατυρικόν δράμα 213, 217, 244. Σέξτος Εμπειρικός 406. Σημωνίδης Αμοργίνος 86. Σημωνίδης Κείος 108-11. σκόλια 77. Σκύλαξ 394. Σκύμνος 394. Σόλων 82, 212. σοφισταί 197-171. σοφοί επτά 72, 85. Σοφοκλής 214, 215, 216, 238-256. Σπεύσιππος 376. στάσιμα 100, 210 σημ. Στασίνος 44. Στέφανος Βυζάντιος 198, 199. Στησίμβροτος 172-3. Στησίχορος 104-7. Στράβων 406. Στράττις 299. συβαριτικοί λόγοι 127. Στωικοί 375. Σωκράτης 177, 183. Σώφρων 281, 301.

Τεισίας 104. Τελέσιλλα 92. Τέρπανδρος 77. Τζέτζης ιδ', 11. Τίμαιος 398 Τιμόθεος 100, 284, σημ. Τιμοκρέων 111. Τισαμενός 126. τραγωδία 211, 217 σημ. Τρυφιόδωρος 402. Τυρταίος 70, 80.

Ύμνος 49 Υπερείδης 361, 367. υποκριταί 209, 214, 217.

Φαίδων 179. φαλλικά 218, 219. Φερεκράτης 284. Φερεκύδης 129, 130. Φιλήμων 220, 280, 383. Φιλητάς 384. Φίλιππος Οπούντιος 315 Φίλιστος 396. Φιλοσοφία 160-171. Φιλόξενος 100. Φιλόστρατοι 404. Φιλύλλιος 299. Φίλων 399. Φοίνιξ 386 σημ Φρύνιχος τραγικός 220 Φρύνιχος νεώτερος 286. Φωκυλίδης 85. Φώτιος 46.

Χαιρεφών 182. Χαιρήμων 280 σημ. Χαρίτων 411. Χάρων 130. χασμωδία 336. Χιωνίδης 283. Χοιρίλος 70, 212. χορηγός 214. χορικά 98, 100, 211, 218. χορός 101, 210, 210.

Ώροι 128, 398.

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Φωνητική των σημερινών Κυπρίων, (Αθηνά, τόμ. ΣΤ' (1894), σ, 145-173).

Η γενική κατά Κυπρίους, (Αθηνά, τόμ. Η' (1896), σ. 435,-450).

Κυπριώτικα τραγούδια, (Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. Ε' (1897), σ. 327-346).

Γαλλικαί μεσαιωνικαί λέξεις εν Κύπρω, (Αθηνά τόμ. ΙΒ' (1900) σ. 360- 384).

Λεμεσός (Νέα Ημέρα, 8/21 Φεβ. 1903, αρ. 1471 (2459).

Η Ρήγαινα, (Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. ΣΤ' (1903), σ. 117-148.

Περί των ονομάτων των Κυπρίων, (Αθηνά, τόμ. ΙΣΤ' (1904). σ. 257- 294).

Θρήνος της Κύπρου, (Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. ΣΤ' (1906), σ. 405-432.

Τοπωνυμικόν της Κύπρου, (Αθηνά, τόμ. ΙΗ' (1907), σ, 315-421).

Επιγραφαί Ροδίων αμφορέων, ευρεθέντων εν Πάφω, (Παναθήναια, 15 Μαΐου 1907.

Where did Aphrodite find the body of Adonis (Journal of Hellenic Studies, Vol. XXVIII(1908), σ. 133-137).

The Value of Byzantine and Moderne Greek in Hellenic Studies, Oxford The Clarendon Press. 1909).

Ο εναρκτήριος του κ. Μενάρδου, (Παναθήναια, 15 Φεβρ. 1909).

Επιτύμβιοι επιγραφαί εκ Κύπρου, (Αθηνά, τόμ. ΚΒ' (1910), σ. 113-146.

Γολγοί και Εβραίοι, (Αθηνά, τόμ. ΚΒ' (1910) σ. 417-425).

Η Αγία Ελένη εις την Κύπρον, (Λαογραφία τόμ. Β' (1910) σ. 266-298).

Δύο Ζακυνθινοί ποιηταί, εν Αθήναις 1910.

Κυπριακή Γραμματική, (Επετηρίς Πανεπιστημίου (191-13) σ, 133-161).

Χολλά, (Επετηρίς Πανεπιστημίου (1913-14).

Η εν Κύπρω Ιερά Μονή της Παναγίας του Μαχαιρά, (Επετηρίς Παρνασσού τόμ. Γ (1914), σ. 117-168).

Φουντάνα Μορώζα, (Επετηρίς Πανεπιστημίου).

Μπεργαδής, (Επετηρίς Παρνασσού).

Εμμανουήλ Ροΐδης, εν Αθήναις, 1914.

Ιστορία των λέξεων τραγωδώ και τραγωδία, (Αφιέρωμα εις Γ. Χατζιδάκιν (εν Αθήναις, 1921) σ. 15-32).

Τρεις λόγοι, 1891-1921, εν Αθήναις 1921.

Το τραούδιν της Ζωγγραφούς, (Λαογραφία τόμ. Η' 1921) σ. 180-200).

Ιστορικαί παροιμίαι των Κυπρίων, (Λαογραφία τόμ. Η' (1922)

Και του Αλκαίου τα τεμάχια είναι πολλά, (αρ. 1233 και 1234 σ. 50-81) αλλά κατά μέγα μέρος εφθαρμένα. Έν των αρτιωτέρων αποτείνεται προς τον φίλον Μελάνιππον, εις όν, ως γινώσκομεν εκ του Ηροδότου Ε' 95, ο ποιητής εξήγγειλε «το εαυτόν πάθος» δηλαδή την εν Σιγείω φυγήν του· ενταύθα προτρέπει αυτόν «αλλ' άγι, μη μεγάλων επιβάλλεο», φέρων παράδειγμα την αποτυχίαν του Σισύφου. Άλλο κομμάτιον περιέχον τέσσαρας εν Σαπφικώ μέτρω στροφάς, αναφέρεται εις την Ελένην, ήν αντιπαραβάλλει προς την Θέτιν· τάλλα τεμάχια φαίνονται διαφόρου ύλης και μέτρου, ώστε το βιβλίον τούτο του ποιητού θα ήτο συμμιγές. Αλλ' ο δεύτερος πάπυρος περιέχει μόνον «στασιωτικά», όπου πολλάκις διασύρει ο ποιητής τον «κακοπάτριδα «Φίττακον, αναφέρων τον γάμον αυτού και τας προς τον Μυρσίλον σχέσεις· εν τω 3 αποσπάσματι περιγράφων κακόν πλουν, επιφέρει «ούτων λελάθων, ω φ[ίλε, βάλλομαι], συν τ' ύμμι τέρπ[εσθαι και πεδά Βύκχιδος».

Του δε Πινδάρου ευρέθησαν διθύραμβοι, — ών εστερούμεθα μέχρι τούδε — δημοσιευθέντες εν Oxyr. Pap. XIII (1919) σ. 27-49 αρ. 1604. Εκ των πολλών στίχων αναγινώσκονται σχεδόν ακέραιοι 30, φέροντες την επιγραφήν Θρα[σύς] Ηρακλής ή Κέρβερος Θηβαίοις». Εν αυτώ μνημονεύει του «Βρομίου»· δε κηλείται χορευούσαισι κα[ι θηρών αγέλαις, εμέ δ' εξαίρετον | κάρυκα σοφών επέων | Μοίσ' ανέστησ' Ελλάδι». Εις τον Διόνυσον επίσης αναφέρεται και μέρος του 3 αποσπ. Ώστε οι διθύραμβοι του Πινδάρου είναι ό,τι αρχικώς ήσαν τα τοιαύτα ποιήματα, δηλαδή ωδαί Διονυσιακαί, ενώ οι του Βακχυλίδου έχουσιν άλλους ήρωας. Ούτω, συμπεραίνει ο Grenfell, «οι νεωτερισμοί, οι εισαχθέντες (εις τον διθύραμβον) κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα δεν ήσαν του Πινδάρου».

Και του Μενάνδρου εδημοσιεύθησαν εσχάτως νέα αποσπάσματα εκ της κωμωδίας Μισουμένου υπό Wilamowitz εν Sitzungsb. der Berl. Academ. 1918, σ. 747-9 και άλλα τεμάχια της αυτής κωμωδίας υπό Grenfell εν Oxyr. Pap. τόμ XIII (1920) σ. 45 αρ. 1605. — Υπό δε του Otto Schroeder εξεδόθησαν (εν τη σειρά Κleine Texte αρ. 135) Novæ Comoediæ Fragmenta in papyris reperta exceptis Menandreis, Bonn. 1915.

Των πεζών αξιολογώτατα ίσως είναι τανακαλυφθέντα τεμάχια Αισχίνου του Σωκρατικού (βλ. σ. 181 του προκειμένου βιβλίου) εκ του διαλόγου Αλκιβιάδου. Του φιλοσόφου τούτου επαινούσι το ύφος οι αρχαίοι τεχνογράφοι, ιδίως ο Αριστείδης, ο διασώσας και το μακρότατον των τέως σωζομένων αποσπασμάτων, το περί του χαρακτήρος του Θεμιστοκλέους. Εν τω νέω ο Σωκράτης ερωτά καθώς παρά Πλάτωνι «πότερον δε δοκεί σοι τους ανθρώπους αναγκαίον είναι αμούσους ή μουσικούς γίνεσθαι και πότερον αφίππους ή ιππικούς;» μνημονεύεται δε και το όνομα του Απολλοδώρου πιθανώς ως διαλεγομένου και αυτού. Τα σωζόμενα τέως αποσπάσμ. του Αισχίνου συνέλεξεν εν τη Biblioth. Teubner, ο H. Krauss 1911. τα δε νέα εδημοσιεύθησαν εν Oxyr. Pap. XIII (1919) σ. 88 αρ. 1608. ↩

Αλλά το ζήτημα της υπάρξεως γραφής ελύθη σήμερον οριστικώς μετά την νεωτάτην υπό τον κ. Κεραμοπούλου εν Θήβαις ανακάλυψιν ενεπιγράφων αμφορέων της νεωτέρας μυκηναϊκής περιόδου εντός αυτών των ανακτόρων του Κάδμου, εξ ής αποδεικνύεται ότι η αρχαία παράδοσις ήτο σοφωτέρα παρά την νέαν κριτικήν. ↩

Των εις Ιλιάδα παλαιών σχολίων G. Dindorf, Scholia græca in Iliadem (Teubner) 1875-77 εις 4 τόμους. Συμπλήρωσις υπό Ernest, Maass, Scholia græca in Homeri Illiadem Townleyana, Lipsiæ, 1988 δύο τόμοι. — J. Nicole, Les scholies génevoises de l' Illiade, Paris 1888 δύο τόμοι. Tων εις Οδύσσειαν σχολίων G. Dindorf Scholia græca in Odysseam, Oxonii 1855 δύο τόμοι. Των Ομηρικών ζητημάτων του Πορφυρίου κριτική έκδοσις Η. Schrader (Teubner) των μεν εις Ιλιάδα 1880-2, των δε εις την Οδύσσειαν 1890]. ↩

ρίγει πεπηγότ' αυτόν, εκ δε του ρόθου φυκία πόλλ' επέχοι, κροτέοι δ' οδόντας ως κύων, επί στόμα κείμενος ακρασίη άκρον παρά ρηγμίνα κυμάτων. . . .]↩

Πότνιαι Νηρήιδες, αβλάβην μοι τον κασίγνητον δότε τυίδ' ίκεσθαι.

εννοούσα βεβαίως τον αδελφόν της Χάραξον, όστις ήτο εις την Αίγυπτον. Τρυφερόν ιδίως είναι το 5, όπου υπενθυμίζει τον αποχωρισμόν και τας τότε ανταλλαγείσας περιπαθείς φράσεις

ή μαν σ' αέκοισ' απολιμπάνω,

και το 6, όπου λέγει ότι η φίλη της διαπρέπει μεταξύ των Λυδών γυναικών

«. . ως ποτ' αελίω δύντος α βροδοδάκτυλος μήνα πάντα περρέχοισ' άστρα, φάος δ' επί σχει θάλασσαν επ' αλμύραν ίσως και πολυανθέμοις αρούραις.

Το επίθετον αλμυρά περί της θαλάσσης, το τόσον κοινόν, αρμόζει εδώ τόσον τελείως, ώστε η στροφή καταντά εικών. Την αυτήν προσοχήν, την αυτήν αγάπην προς την σελήνην, τα άστρα, τον έσπερον και ιδίως τα άνθη, τα ία, τον υάκινθον, τα βρόδα, δεικνύουσι και τάλλα αποσπασμάτια της Σαπφούς. Ίσως ουδενός άλλου ποιητού στίχοι είναι τόσον βαρύτιμοι, όσον και η ελαχίστη φράσις της Λεσβίας].↩

πλίονας δ' είλε Κιθηρών

Οι δε λοιποί στίχοι είναι απάντησις μάντεως προς τον Ασωπόν περί της τύχης των θυγατέρων αυτού, άς έχουσι τρεις ο Ζευς, τρεις ο Ποσειδών, δύο ο Φοίβος,

ταν δ' ίαν Μή[ας] αγαθός πης Ερμάς·

Ούτω τα θέματα της Κορίννης ήσαν επιχώρια βοιωττικά, περίπου βουκολικά, βοιωτική δε όλως είναι και η διάλεκτος αυτής, ής ένεκα «φαίνεταί μοι νικήσαι» Πίνδαρον. λέγει ο Παυσανίας Θ' 22,3) «ότι ήδεν ου τη φωνή τη Δωρίδι, ώσπερ Πίνδαρος, αλλά οποία, συνήσειν έμελλον Αιολείς, και ότι ην γυναικών τότε δη καλλίστη το είδος», ως συνεπέραινεν εκ της εικόνος αυτής ο περιηγητής.

Εκδόσεις των αποσπασμάτων της Κορίννης, των μεν παλαιών παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 543-53 και Hiller-Crusius σ. 269-71, των δε νέων (πλην των εν περιοδικοίς) παρά Buchholz-Sitzler II σ. 173-7 Ernst Diehl, Supplementum Lyricum 19-22 και J. M. Edmonds, The new fragments of Alcæus, Sappho and Corinna, Cambridge 1909]↩

ιήιε, Παιάν, ιήιε· Παιάν δε μηδέποτε λείποι.

Μακρότατος και κάλλιστος είναι ο ς' (στίχοι 140) ού σώζεται και η επιγραφή «Δελφοίς εις Πυθώ», αρχόμενος διά της μεγαλοπρεπούς στροφής

Προς Ολυμπίου Διός σε, χρυσέα κλυτόμαντι Πυθοί, λίσσομαι Χαρίτεσ- σίν τε και συν Αφροδίτα, εν ζαθέω με δέξαι χρόνω αοίδιμον Πιερίδων προφάταν.

περιγράφει κατόπιν την άλωσιν της Τροίας υπό του Νεοπτολέμου και τας μετέπειτα συμφοράς αυτού, διότι εφόνευσε τον γηραιόν Πρίαμον παρά τον βωμόν. Του θ' παιάνος σώζονται λέξεις τινές και η συνέχεια της ήδη εκ του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως γνωστής α' στροφής, της αναφερομένης εις έκλειψιν του ηλίου η β' στροφή αποτείνεται περιπαθώς προς τον Απόλλωνα. Καθόλου οι παιάνες του Πινδάρου είναι μάλλον εύληπτοι των επινίκων, δεν έχουσι δε τόσον στενήν σχέσιν προς το πρόσωπον του ποιητού].↩

Εκδόσεις των νέων αποσπ. (εν τη Biblioth. Teubner) Menandrea iterum edid. Alf. Koerte 1912, και Menandri reliquiæ nuper repertæ. Iterum edidit S. Sudhaus (εν τη σειρά Kleine Texte von ΙΙ. Lietzmann 44-46) Bonn 1914. — Μετά σχολ. αγγλ. υπό E. Capps, Four Plays of Menander (Ήρως, Επιτρέπ., Περικειρ., Σαμ.) Boston 1910 — Μετά σχολ. γαλλ. υπό Μ. Croiset, L' Arbitrage (Επιτρ.) Paris 1908. — Μετά σχολ. γερμαν. C. Robert, Der Neue Menander, Berlin 1908. — Μετά σχολ. λατιν. Menandri fabularum reliquiæ cum notis criticis commentariis tertium edidit J. van Leeuwen Lugduni Batavorum 1919. — Τα δε παλαιά Μenandri et Philemonis fragmenta υπό Fr. Dübner (Didot) σ. 1-106 και Kock, τόμ. II μ. II σ. 3-272]. ↩

Εκδόσεις. U. v. Wilamowitz-Mœllendorff Callimachi Hymni et epigrammata Berolini, 3η έκδ. 1907 και μετά λατιν. σχολ. O. Schneider Callimachea, εις 2 τόμ. (Teubner) 1870, και μετά γαλλ. μετάφρ. A Hauvette Les epigrammes de C. εν R. É. Gr. XX. (1907) σ. 295-355. — Τα δε νέα αποσπ. Th. Gomperz, Aus der Hekale des K. Wien 1893 και A. Puech, Acontios et Cydippé εν R. É. Gr. XXI1I (1910) σ. 255-275 και K. Kuider περί των ιάμβων εν R. E. Gr. XXIX (1916) 404].↩

«Make leap up with joy the beauteous head Of Prosperpine, among whose crowned hair Are flowers, first opened on Sicilian air And flute his friend, like Orpheus, from the dead».

[Eκδόσεις Βουκολικών (Θεοκρίτου Βίωνος και Μόσχου) εν τη Biblioth. Teubner η υπό H. L. Ahrens ανετυπ. 1909, εν δε τη Biblioth. Oxon. υπό U. de Wilamowitz-Mœllendorff. — Τα αρχαία σχόλ. Scholia in Theocritum υπό Fr. Dübner (Didot) 1849, Μετά νέων ελλην. σχολ. Ειδύλλια, τα διδασκόμενα εν τω Γυμνασίω υπό Π. Ηρειώτου (1914) Εμμ. Γενεράλι (1915) Χρ. Β. Λώλου (1916). — Μετά σχολ. αγγλ. υπό R. J. Cholmeley, London, 1901. — Μετά λατιν. σχολ υπό Fritxsche και Hiller (Teubner) 1881. Αξιόλογος Ph. E. Légrand Étude sur Théocrite, Paris, 1889].↩

Μετά τον Ηρώδαν η Αίγυπτος απεκάλυψεν εις ημάς τον Μεγαλοπολίτην ποιητήν και φιλόσοφον ΚΕΡΚΙΔΑΝ (βλ. ανωτ. σ. 90) ζήσαντα κατά τους χρόνους του Φιλίππου. Πάπυρος της Οξυρύγχου (δημοσιευθείς εν τόμ. VIII (1191) σ. 20 αρ. 1082) περιέχει «μελιάμβους» τινάς αυτού, παραπονουμένους ότι ο Κροκίδας «των μεν πατρωός, των δε πέφηνα πατήρ»].↩

Notes in this chapter

Note 1 · [Έκδοσις νέα Euemeri reliquiæ colllegit G. Nemethy Budapest]. ↩Note 2 · [Εκδόσεις Τα αποσπάσμ. του Βυρωρού ή Βηρώσσου παρά C. Müller Fr. H. Gr. II. σ. 495-510, του δε Μενεθώνος του Σεβεννύτου σ. 511-616].↩Note 3 · [Εκδόσεις Πολυβίου εν Biblioth, Teubner. την υπό L. Dindorf retractavit Th. Büttner-Wolst εις 4 τόμ. (ο α' ανετυπ. 1906 Appendix 1904. Και τNote 4 · [Εκδόσεις νέαι των μύθων του Βαβρίου. (ών το πληρέστερον χφ, ανεκάλυψεν εν Άθω τω 1843 ο Μινωίδης Μηνάς, υπό M. Croiset, Paris 1892 και A.M.Note 5 · [Εκδόσεις Οππιανού Κυνηγετικά και Αλιευτικά emendavit Ιο. Cot. Schneider, 1813. (μετά λατιν. μετάφρ.) — υπό K. Lehrs. — Νεωτέρα P. BoudreauxNote 6 · [Εκδόσεις των Διονυσιακών του Νόννου η Παρισιανή (Didot) μετά γαλλ. μεταφράσ. par le Compte de Marcellus (1856) και η δίτομος υπό Armin KoecNote 7 · [Εκδόσεις. Κοΐντου Σμυρναίου Τα μεθ' Όμηρον, Κολούθου Ελένης Αρπαγή και Τρυφιοδώρου Άλωσις Ιλίου εν τη παρισιανή εκδόσει του Ησιόδου υπό Fr.Note 8 · [Εκδόσεις Αρριανού. Την Παρισιανήν (Didot) emendavit Fr. Dübner, Fragmenta collegit Carolus Müller, 1846. — Εν τη — Εν τη Biblioth. Teubner Note 9 · [Εκδόσεις Πλουτάρχου η Παρισιανή (Didot) εις 5 τόμ. Τόμ. α' και β' (Βίοι] recognovit Theod. Doehner, 1846, τον γ' και δ' (Ηθικά) emendavit FNote 10 · [Εκδόσεις Flavii Philostrati opera auctiora edidit C. L. Cayser εις 2 τόμ. (Teubner) 1870. — Philostrati majoris Imagines recensuerunt SeminNote 11 · [Έκδοσις τελευταία του Αθηναίου εν τη Biblioth. Teubner υπό Georg Kaibel εις 3 τόμ. α' β' 1887, γ' 1890]↩Note 12 · [Εκδόσεις νέαι Λουκιανού υπό Julius Sommerbrodt. (Weidmann) εις 3 τόμ (έκαστον εκ δύο μερών) 1886-99, εν δε τη Biblioth. Teubner ex recognitNote 13 · [Έκδοσις Γαληνού νέα εν τη Biblioth. Teubner τα Περί χρείας Μορίων υπό Georg. Helmreich, εις 2 τόμ. Ο α' (βιβλ. α'-η') 1907, ο β' (βιβλ. θ'-Note 14 · [Εκδόσεις Σέξτου ex recensione Imm. Bekkeri, Berolini, 1842, εν τη Biblioth. Teubner υπό Hermann Mutschmann, τόμ. α' (Πυρρώνειοι υποτυπώσειςNote 15 · [Εκδόσεις Στράβωνος. Γεωγραφικών βιβλία επτακαίδεκα εκδίδοντος και διορθούντος A. Κοραή εν Παρισίοις Μέρ Α' (βιβλ. α'-ς') αωιε'. Β' (βιβλ. ζNote 16 · [Εκδόσεις Claudii Ptolemæi Geographia recognovit C. Müllerus (Didot) εις 2 τόμ. 1883 και 1901 και tabulæ 1901 και εν τη Biblioth. Teubner υπNote 17 · [Εκδόσεις Παυσανίου εν τη Biblioth. Teubner υπό J. H. Ch. Schubart εις 2 τόμ. 1889 και 1891 και νεωτέρα Fr. Spiro εις 3 τόμ 1903. Το κείμ. eNote 18 · [Εκδόσεις Επικτήτου εν τη Biblioth. Teubner υπό Henr. Schenkl, major 1894 minor 1898. — Μετά σχολ. ελην. εκδόντος και διορθώσαντος Α. ΚοραήςNote 19 · [Εκδόσεις εν τη Biblioth. Oxon. υπό J. H. Leopold, M. Antoninus Imperator ad se ipsum (1908) εν δε τη Biblioth. Teubner, υπό Joann, Stich 18Note 20 · [Εκδόσεις του Πλωτίνου εν τη Biblioth. Teubner υπό A. Kirchoff εις 2 τόμ. 1856 και νεωτέρα υπό R. Volkmann εις 2 τόμ. 1883 και υπό H. Fr. MüNote 21 · [Εκδόσεις Ιουλιανού εν τη Biblioth. Teubner F. C. Hertlein εις 2 τόμ. 1875-6 C. J. Neumann librorum contra Christanos quæ supersunt, 1888]. Note 22 · [Εκδόσεις. Οι ερωτικών λόγων συγγραφείς, Erotici scriptores ex nova recensione G. A. Hirshig (Didot 1856 (Παρθένιος σ. 3-23, Αχιλλεύς ΤάτιοςNote 23 · [Τούτο πιθανώς αληθεύει λεγόμενον περί της Κυρίως Ελλάδος, ήν είχε διαφθείρει η ρωμαϊκή δουλεία. Αλλ' η ασιατική Ελλάς ανεγεννήθη διά του χρ
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings