ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (continued 7)
Simos Menardos translation
Οι σωζόμενοι λόγοι είναι τριών ειδών. Πρώτον είναι οι λόγοι, τους οποίους έσωσαν οι αγοράσαντες αυτούς πελάται· τοιούτοι είναι οι επτά Υπέρ Απολλοδώρου λόγοι της Δημοσθενείου συλλογής, ο Υπέρ Λυκόφρονος και ο Κατ' Αθηνογένους λόγος του Υπερείδου και πλείστοι των κληρονομικών του Ισαίου. Ομοία είναι και η του Λυσίου Κατηγορία προς τους συνουσιαστάς κακολογιών, όπου ανώνυμός τις καταγγέλλει τον σύλλογον των φίλων — αποσύρεται της λέσχης του, όπως θα ελέγομεν ημείς — διά τον λόγον ότι τον εκακολογούσαν «και τους δοκούντας είναι φίλους αδικούντας» εύρισκε. Αναμφιβόλως θα υπήρχον και άλλαι εκδόσεις της υποθέσεως και ο λόγος της αντιγραφής και κυκλοφορίας του λόγου είναι φανερός [αλλ' η γνησιότης αμφισβητείται]. Και άλλο απόσπασμα του Λυσίου έχει την αυτήν περίπου αρχήν. Το β' μέρος του υπέρ Πολυστράτου λόγου (από της 11 § κεξ.) δεν είναι υπεράσπισις του Πολυστράτου, αλλ' ηθική ικανοποίησις αυτού του λέγοντος, του υιού του εναγομένου.
Κατόπιν έχομεν τα δημοσιεύματα αυτών των ρητόρων, ενίοτε μεν απλά γραπτά φυλλάδια, άλλοτε δε πραγματικούς λόγους, εκδιδομένους εις μόνιμον σχήμα, όπως αναγνωσθώσιν υπό περισσοτέρων. Ο Περί των μυστηρίων του Ανδοκίδου είναι υπεράσπισις του βίου του ρήτορος, άνευ της οποίας δεν θα ηδύνατο ίσως να ζήση εν Αθήναις. Τοιούτοι ήσαν και οι αντίπαλοι Περί του στεφάνου λόγοι. Ο Αισχίνης έχασε την δίκην και την υπόληψίν του· προς υπεράσπισίν του λοιπόν εδημοσίευσεν επιθεωρημένην και βελτιωμένην έκδοσιν του λόγου του, απαντών εις σημεία, τα οποία παρέδραμε κατά την πραγματικήν δίκην. Τούτο παρεκίνησε τον Δημοσθένην, όστις τότε δεν θα έγραφε πλέον, να επιθεωρήση και δημοσιεύση την απάντησίν του. Αλλά πλείστοι των πολιτικών λόγων, καθώς οι Ολυνθιακοί και οι Φιλιππικοί, φαίνονται ότι εδημοσιεύθησαν προς υπεράσπισιν ωρισμένης πολιτικής· είναι δε αξιοσημείωτον ότι εις την δημοσίευσιν κατέφευγον ιδίως οι αντιπολιτευόμενοι, δεν κατέβαινον δε εις αυτήν οι κατέχοντες την εξουσίαν.
Υπάρχουσι περιπτώσεις τινές, όπου σκοπός της δημοσιεύσεως ήτο καθαρώς λογοτεχνικός ή εκπαιδευτικός. Τα λεγόμενα λείψανα του Γοργίου, οι δύο λόγοι του Αλκιδάμαντος και δύο του Ισοκράτους είναι «καθαρά λογοτεχνία». Αι τετραλογίαι του Αντιφώντος είναι παιδευτικά γυμνάσματα έχοντα πολιτικόν σκοπόν. Οι μεγάλοι επιδεικτικοί λόγοι είναι άξιοι καλυτέρας επωνυμίας. Εκφράζουσι το τότε πανελληνικόν αίσθημα και δεν είναι πρακτικοί μόνον διά τον λόγον ότι το διεθνές δίκαιον δεν περιέχει εκτελεστικήν εξουσίαν. Ο Γοργίας διά του Ολυμπιακού του 408 προέτρεπεν εις ωρισμένην πανελληνικήν πολιτικήν εναντίον της Περσίας. Ο Λυσίας κατά τα 388 ανέμειξε τας Αθήνας εις γενναίαν μεν αλλ' αγρίαν προσβολήν κατά του Διονυσίου των Συρακουσών. Μετά δύο δε ολυμπιάδας ο Ισοκράτης έδωκεν εις το Πανελλήνιον το αριστούργημα της πολιτικής κριτικής, τον Πανηγυρικόν. Οι δ' επιτάφιοι οι λεγόμενοι κατ' έτος εις τους εν τω πολέμω πεσόντας ήσαν θρησκευτικοί λόγοι κάπως τυπικοί και σπανίως εδημοσιεύοντο. Το μόνον σωζόμενον γνήσιον παράδειγμα έχει πρακτικόν σκοπόν, την υπεράσπισίν της κατά τα 323 πολεμικής πολιτικής του Υπερείδου. Και αναμφιβόλως ο μη σωθείς Επιτάφιος του Δημοσθένους περιείχεν ομοίαν δικαιολογίαν περί της Χαιρωνείας.
Η δημοσίευσις λοιπόν λόγου τινός εξηρτάτο κυρίως εκ πρακτικών υπολογισμών, ελάχιστα δ' εκ της καλλιτεχνικής αξίας αυτού του λόγου. Η δε διατήρησις των δημοσιευθέντων ήτο κατά μέγα μέρος ζήτημα τύχης. Η πολλή ζήτησις και περισυλλογή βιβλίων δύναται να χρονολογηθή αδρομερώς από της ιδρύσεως της Αριστοτελικής Σχολής κατά τα 335 π. Χ. Οι Περιπατητικοί έδωσαν την αρχήν εις την Σχολήν της Αλεξανδρείας. Εκείνοι ανεζήτησαν άξια λόγου βιβλία, καθώς ηρεύνησαν ιστορικά και φυσικά γεγονότα, Όπως καταλέξωσι και μελετήσωσιν αυτά. Καίτοι δε ο Αριστοτέλης μικράν πιθανώς απέδιδε σημασίαν εις τα έργα του Δημοσθένους και του Υπερείδου ή και του Λυσίου, το παράδειγμα το οποίον είχε δώσει, εξησφάλισε κάπως την διατήρησιν παντός χειρογράφου κυκλοφορουμένου υπό γνωστόν όνομα. Αυτή η ιδέα των μεγάλων βιβλιοθηκών του επομένου αιώνος ουδέποτε θα εγεννάτο, αν μη υπήρχον ήδη μεγάλαι βιβλιοθήκαι και διαδεδομένος ζήλος προς συντήρησιν βιβλίων (289).
ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΡΗΤΟΡΩΝ
Οι μέχρις Ισοκράτους
Κανών αγνώστου αρχής — όν έσωσε Καικίλιος ο Καλακτίνος, αλλ' ουχί και ο σύγχρονος αυτού Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς — καταλέγει δέκα κατ' εξοχήν Αττικούς ρήτορας· ήτοι Αντιφώντα, Ανδοκίδην, Λυσίαν, Ισοκράτην, Ισαίον, Λυκούργον, Αισχίνην, Υπερείδην, Δημοσθένη και Δείναρχον. Ο αυθαίρετος ούτος κατάλογος ώριζε τίνας ρήτορας έπρεπε ν' αναγινώσκωσιν οι μαθηταί των τότε Σχολών (του α' μ Χ. αιώνος) και, εννοείται, επέδρασεν εις την κατόπιν παράδοσιν. Πλην των εν αυτώ περιλαμβανομένων εσώθησαν μόνον έν σπουδαίον απόσπασμα του Αλκιδάμαντος Περί των τους γραπτούς λόγους γραφόντων ή Περί σοφιστών καί τινα ύποπτα παίγνια, Jeu d' esprit, Οδυσσεύς υπό του αυτού, Αίας και Οδυσσεύς υπό του κυνικού Αντισθένους, Ελένης εγκώμιον και Παλαμήδης υπό του Γοργίου. Τούτων η γνησιότης δεν είναι απίθανος, αλλ' έχουσι σχεδόν μόνον αρχαιολογικήν αξίαν. Ευτυχώς και άλλων ρητόρων εσώθησαν λόγοι, σφαλερώς αποδοθέντες εις τους δέκα. Ούτω π.χ. εν τη Δημοσθενείω συλλογή ο μεν Κατά Νεαίρας είν' έργον ευφυούς Αθηναίου, όστις είχεν ασφαλείς ειδήσεις, ο δε Περί Αλοννήσου είναι πιθανώς έργον του Ηγησίππου.
Περί του ΑΝΤΙΦΩΝΤΟΣ ολίγα είναι γνωστά πλην των υπό του Θουκυδίδου λεγομένων, άπερ εμνήσθημεν ανωτέρω. Ο Αντιφών ειργάσθη όλην του την ζωήν παρασκευάζων το πραξικόπημα του 411. Ειργάσθη εκθύμως υπέρ αυτού, και απέθανε χάριν αυτού, η δε περί τούτου απολογία του κατά τον Θουκυδίδην ήτο η αρίστη μέχρι του καιρού εκείνου. Του Αντιφώντος σώζονται τρεις πραγματικοί λόγοι και τέσσαρες τετραλογίαι. Αύται δε είναι ασκήσεις εις το λέγειν και δεικνύουσι τον αρχηγόν των πιεζομένων αριστοκρατικών γυμνάζοντα τους φίλους του εις τους δικανικούς αγώνας, καθ' ούς κατά τον Θουκυδίδην αυτός «πλείστα ωφέλει». Λαμβάνει μίαν φανταστικήν υπόθεσιν μετά των ολιγίστων δυνατών μαρτυριών και λεπτομερειών και παρέχει δύο σκελετούς λόγων διά την κατηγορίαν και δύο διά την υπεράσπισιν. Τα παίγνια ταύτα, αν λάβωμεν υπ' όψιν την δυσκολίαν του πράγματος, είν' εύμορφα. Τα επιχειρήματα κατ' ανάγκην δεν είναι αναντίλεκτα και πολλάκις είναι σοφιστικά, αλλά δεν ηδύναντο να είναι διαφορετικά, αφού πραγματική μαρτυρία ήτο εναντία των κανόνων. Ουδέ περιέχουσι λεπτά νομικά επιχειρήματα· διότι ο εν ταις τετραλογίαις υποτιθέμενος νόμος δεν είναι ο αττικός, αλλά σύστημά τι κοινής λογικής. Ίσως ο Αντιφών, όπως πολλοί του κόμματός του, προσεπάθει πράγματι να διδάξη περισσότερον τους αριστοκρατικούς των υπό τας Αθήνας πόλεων παρά τους συμπολίτας του. Οι δε πραγματικοί του λόγοι αναφέρονται και οι τρεις εις φονικάς δίκας· τούτων άριστος είναι ο υπέρ του Μυτιληναίου, του κατηγορουμένου ότι είχε φονεύσει τον συνταξειδιώτην του Ηρώδην. Ο πρώτος λόγος, η κατηγορία φαρμακείας κατά μητρυιάς πραγματεύεται υπόθεσιν τραγικωτάτην. Ο Φιλόνεως επρόκειτο να καταστήση δημοσίαν μίαν δούλην, η οποία τον ηγάπα· άλλη θέλουσα ν' απαλλαγή του ανδρός της, παρέπεισε την δούλην να ποτίση τους δύο άνδρας, δειπνούντας εντός καπηλείου του Πειραιώς, ποτόν, όπερ έλεγεν ερωτικόν φίλτρον· αλλά και οι δύο απέθανον. Η δούλη ομολογήσασα ετροχίσθη, τότε δ' εδικάζετο η αληθινή ένοχος, κατηγορουμένη υπό του προγόνου της (290).
Ο ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ, υιός του Λεωγόρου, της οικογενείας των ιερών κηρύκων, παραδίδεται εις ημάς ως άνθρωπος δυνατός, επιχειρηματικός και παράφορος ένεκα των καταδιώξεων. Κατά τας φοβεράς ημέρας του δράματος των Ερμοκοπιδών (415) ο Ανδοκίδης ήτο μεταξύ των 300, τους οποίους κατηγόρησεν ο Διοκλείδης, και, αντιθέτως προς τους πλείστους, ήτο κατά τινα έποψιν αθώος του εγκλήματος. Τούτο ήτο απλώς έργον μερικών αθρήσκων νέων, εταίρων αυτού, οίτινες πιθανώς εύρισκον τους Ερμάς γελοίους και ασέμνους. Ο Ανδοκίδης, διά να σταματήση τον κοινόν πανικόν και να προλάβη πιθανήν καταδίκην αθώων, κατέδωκε τους δράστας υπό τον όρον ν' απολυθή αυτός· αλλά τούτο είναι διάβημα εξ εκείνων, τα οποία ουδέποτε συγχωρούνται τελείως. Αν και απελύθη, εξωρίσθη διά ειδικού ψηφίσματος αποκλείοντος της αγοράς και των ιερών «τους ασεβήσαντας και ομολογήσαντας». Τα επόμενα δώδεκα έτη επέρασεν εμπορευόμενος ριψοκίνδυνος και προσπαθών αδιακόπους να επανέλθη εις τας Αθήνας. Την πρώτην απόπειραν έκαμε κατά τα 411, αφού έλαβεν άδειαν υλοτομίας παρά του Αρχελάου του Μακεδόνος και επώλησεν άνευ κέρδους ξύλα χάριν του αθηναϊκού στόλου. Αλλ' εξωρίσθη και πάλιν αμέσως. Η δευτέρα επιστροφή ήτο η αφορμή του Περί της εαυτού καθόδου λόγου, συνέβη δε μετά τα 410, ότε προσεπάθησεν εκ Κύπρου να πέμψη σιταγωγά πλοία προς ανακούφισιν της εν Αθήναις σιτοδείας. Επανήλθε τέλος μετά του Θουκυδίδου και άλλων εξορίστων, πολιτικών και εγκληματιών, μετά την αμνηστίαν του 403. Τότ' εδαπάνησεν αφειδώς εις τα δημόσια και διέφυγε την καταδίωξιν μέχρι του 399, ότε μεταξύ άλλων ο διαβόητος Μέλητος κατηγόρησεν αυτόν επί ασεβεία, ανακινών το παλαιόν σκάνδαλον του 415 και προσάπτων εις αυτόν βεβήλωσιν των μυστηρίων. Ο Ανδοκίδης ηθωώθη. Ο λόγος του φέρει το όνομα της κατηγορίας, αλλ' ο κύριος του λέγοντος σκοπός είναι πράγματι να παραστήση όπως αυτός ήθελε την νεανικήν εκείνην πράξιν, διά την οποίαν επί τόσον καιρόν κατεδιώκετο. Ο τρίτος λόγος Περί της προς Λακεδαιμονίους ειρήνης (390) απέτυχε του σκοπού του και προφανώς εδημοσιεύθη κατόπιν προς δικαιολογίαν της ειρηνικής του ρήτορος πολιτικής (291).
Ο ΛΥΣΙΑΣ εγεννήθη πιθανώς περί τα 450, αλλά τα σωζόμενα έργα του αναφέρονται μόνον εις την από 403 μέχρι380 περίοδον. Ο Συρακόσιος πατήρ του Κέφαλος, γνωστός εις ημάς εκ της θελκτικής εικόνος της Πολιτείας του Πλάτωνος, προσεκλήθη εις τας Αθήνας υπό του Περικλέους, απέκτησε δε πολλάς οικίας και μέγα οπλοποιείον εν Πειραιεί. Δεκαπενταέτης ο Λυσίας απήλθεν εις Θουρίους, κατά δε τα 412 μετά την καταστροφήν της εις Σικελίαν εκστρατείας έπαθε πρώτην φοράν χάριν των Αθηνών. Εξωσθείς εκ της Ιταλίας, επανήλθεν εις τας Αθήνας και εξηκολούθησε το έργον του πατρός του μετά του αδελφού του Πολεμάρχου. Αλλ' έγραφε και λόγους προς τέρψιν και πιθανώς εδίδασκε ρητορικήν. Λέγεται δε ότι ως διδάσκαλος δεν επετύγχανεν όσον άλλοι και ο Ισοκράτης· τούτο δεν είναι άπορον, εάν ο Ερωτικός, ο αποδιδόμενος εις αυτόν υπό του Πλάτωνος εν τω Φαίδρω, ο σωζόμενος μεταξύ των έργων του Επιτάφιος είναι γνήσια δείγματα του επιδεικτικού του ύφους (292).
Τω 404 τα κατά τον Λυσίαν ήλλαξαν. Οι τριάκοντα τύραννοι επεδόθησαν εις την λήστευσιν των μετοίκων, ήτοι των πλουσίων ξένων. Τότε ο Λυσίας και ο αδελφός του συνελήφθησαν· και ο μεν Λυσίας διέφυγεν, ο δε Πολέμαρχος εθανατώθη· όση δε περιουσία των ευρέθη, εδημεύθη· αλλά προφανώς όχι όλη· διότι ο Λυσίας, ριφθείς μετά ζέσεως εις τον υπέρ των δημοκρατικών αγώνα, ηδυνήθη να χορηγήση 200 ασπίδας, 2000 δραχμάς και ισχυράν έμμεσον υποστήριξιν. Μετά την παλινόρθωσιν του Δήμου ο Λυσίας έγινε δεκτός ως πολίτης κατά πρότασιν αυτού του Θρασυβούλου. Τότε είπε την μόνην σωζομένην δημηγορίαν του, αντικρούων Φορμίσιόν τινα προτείναντα όπως η ψήφος περιορισθή εις τους έχοντας οικίαν ή αγρόν (293). Η πολιτική του Φορμισίου θα ήτο η του Θουκυδίδου, του Ισοκράτους, του Θηραμένους, και, εννοείται, η του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Αλλ' ο Λυσίας ήτο απροκάλυπτος οχλοκρατικός. Τότε δε ήτο και πτωχός και η εις τους πολίτας εγγραφή αυτού επολεμήθη ως παράνομος σχεδόν αμέσως, κατεψηφίσθη δε κατά πρότασιν του δημοκρατικού Αρχίνου, όστις συνεπολέμησε μετά του Θρασυβούλου, αλλ' ετάσσετο μετά των μετρίων. Ούτως ο Λυσίας απεκλείσθη από πάσης αμέσου πολιτικής φιλοδοξίας, αλλ' ανέκτησε την περιουσίαν του και έπραξεν αρκετά υπέρ του κόμματός του, αδιακόπως δικηγορών. Μετά την έξωσιν των τριάκοντα τυράννων κατά τα 403, ότε τα ποικίλα κόμματα δεν εγνώριζον καλώς τας δυνάμεις των και είχον αποκάμει εκ του αγώνος, εψηφίσθη αμνηστία, περιλαμβάνουσα πάντας πλην αυτών των τυράννων και επιτρέπουσα και εις αυτούς ή να φύγωσιν εκ της πόλεως ή να δικασθή έκαστος διά τας ατομικάς του πράξεις. Ότε οι άκροι δημοκρατικοί ενόησαν τας δυνάμεις των, μετεμελήθησαν διά την αμνηστίαν καί τινες των κυριωτέρων λόγων του Λυσίου είναι απόπειρα προς ματαίωσιν αυτής. Ούτως εν τω Κατά Ερατοσθένους, όστις ήτο είς των τριάκοντα, εζήτησε δε να δικασθή συμφώνως προς την αμνηστίαν, ήτοι μόνον δι' όσα αυτός είχε πράξει, ο Λυσίας επιμένει εις την αλληλεγγύην των τυράννων. Ο Ερατοσθένης είχεν αναμειχθή εις την σύλληψιν του Πολεμάρχου, αλλ' όχι και εις την θανάτωσιν αυτού· ουδέν δε άλλο υπήρχε κατ' αυτού και φαίνεται ότι ηθωώθη.
Ο δε Κατ' Αγοράτου λόγος υποστηρίζει κάτι περίεργον περί της αμνηστίας. Ο Αγόρατος ενήργει ως μηνυτής κατά τα 405 και 404 και ψευδώς ηξίωσεν αμοιβήν ως φονεύσας τον Φρύνιχον· τούτο λοιπόν αποδεικνύει, ισχυρίζεται ο Λυσίας, ότι υπήρξε δημοκρατικός· επειδή δε η αμνηστία εδόθη υπό του Δήμου προς τους ολιγαρχικούς, δεν εφαρμόζεται μεταξύ δύο δημοκρατικών. Κατά παρόμοιον κομματικόν τρόπον κατηγορεί ο Λυσίας τον ομώνυμον υιόν του Αλκιβιάδου. Όλον το έγκλημα του νέου ήτο, ότι [αδοκίμαστος] υπηρέτησεν εις το ιππικόν αντί του πεζικού, είναι δε δύσκολον να εύρη τις συγγνωστότερον αδίκημα. Αλλ' η μνήμη του πατρός επείραζε τους άκρους δημοκρατικούς· όθεν ο Λυσίας έγραψε δύο χωριστούς λόγους, πρώτον τον Κατά Αλκιβιάδου λιποταξίου, κατηγορών ότι ελιποτακτήσεν ο νέος, και δεύτερον τον Κατά Αλκιβιάδου αστρατείας, κατηγορών ότι δεν προσήλθεν εις την [πεζήν] στρατείαν! Μετά τους λόγους τούτους και τον Κατά σιτοπωλών και την εξαιρετικώς άδικον Κατ' Ευάνδρου κατηγορίαν είναι δύσκολον ν' αθετήσωμεν ως νόθα άλλα μέρη της Λυσιακής συλλογής λόγω «του συκοφαντικού των τόνου»!
Ο Λυσίας επαινείται ιδίως υπό των αρχαίων ότι ενεβάθυνεν εις τον χαρακτήρα εκάστου πελάτου και προσήρμοζε τον λόγον τοιουτοτρόπως, ώστε να φαίνεται φυσικός και όχι αγοραστός. Και είναι πιθανόν ότι η τοιαύτη συμπάθειά του ήτο μεγάλη, αλλ' ουχί απεριόριστος. Ούτως ο Λυσίας δεν ηδύνατο να φαντασθή τίμιον ολιγαρχικόν. Αναλαμβάνων να ομιλήση υπέρ ενός τοιούτου εν τω 25 λόγω, τον παριστάνει κυνικώς ομολογούντα ότι άλλοτε μεν ήτο ολιγαρχικός χάριν του συμφέροντός του, αλλ' ήδη είναι δημοκρατικός, χωρίς να παραβή τον νόμον!
Κάλλιστα γράφει υπέρ των πελατών, των ανηκόντων εις το μέτριον κόμμα, καθώς ήτο ο Μαντίθεος, ο οποίος είχεν ενοχλήσεις εκ μέρους των συκοφαντών, επίσης δε ωραιότατα κατά της μανίας της δημεύσεως των περιουσιών, η οποία εχαρακτήριζε τους χειρίστους αντιπροσώπους των άκρων (18, 19). Ο δε Υπέρ του αδυνάτου, ήτοι αναπήρου, του οποίου το δικαίωμα της συντάξεως διεφιλονικήθη, ευαρεστεί διά την υπέρ των απόρων συνηγορίαν. Φαίνεται δ' ότι ο άπορος δεν επλήρωσε διά τον λόγον· αλλά και αν επλήρωσε κανείς άλλος, η προσοχή του Λυσίου φανερώνει αληθινήν συμπάθειαν. Καθόλου δε, διεξερχόμενοι τους σωζομένους 34 πλήρεις οπωσδήποτε λόγους — οι αρχαίοι είχον 425, των οποίων 233 εθεωρούντο γνήσιοι! — και τα ουκ ολίγα αποσπάσματα, αναλογιζόμενοι δε ότι ο Λυσίας έγραφεν ως δικηγόρος συνεχώς επί 25 έτη, φρονούμεν ότι εξέρχεται αδιάπτωτος εκ της όλης δοκιμασίας. Αλλά δεν είναι παράδοξον ότι απήρεσκεν εις τον Πλάτωνα, αφού ήτο τύπος δεξιού πρακτικού ανθρώπου, ήτο άκρατος δημοκρατικός, και προ πάντων ελοιδόρησε σκαιώς τον Σωκρατικόν Αισχίνην (απόσπ. 1). Ο φιλόσοφος εκείνος εδοκίμασε να ζήση καθώς ο Σωκράτης άνευ χρημάτων, δεχόμενος διά τας ολίγας του ανάγκας μόνον τα εκούσια δώρα των φίλων και των μαθητών του. Δυστυχώς όμως έπεσεν εις ημέρας πονηράς· οι φίλοι του δεν εξετίμησαν το κήρυγμά του και οι γείτονές του ήλλαξαν οικίας, διά ν' αποφύγωσιν αυτόν· τέλος κατεδιώχθη διά τα χρέη του και κατήντησε να λάβη «Ερμαίου του μυροπώλου την γυναίκα, εβδομήκοντα έτη γεγονυίαν» {seventy years old} και να γίνη μυροπώλης αυτός! Ο λόγος θα ήρεσεν εις τους δικαστάς, αλλ' όχι και εις τον Πλάτωνα. Ακόμη οι ολιγώτερον ηδύνατο να του αρέση η θορυβώδης επιτυχία του Ολυμπιακού λόγου, ότε ο Λυσίας εξεδικήθη διά την υποδούλωσιν των Συρακουσών, καλέσας πάντας τους Έλληνας να εκστρατεύσωσι κατά του Διονυσίου — όπερ η Ελλάς ουδέποτε εσκέπτετο να κάμη — και προτρέψας το πλήθος να καύση και να συλήση τας σκηνάς της πρεσβείας του τυράννου, όπερ απεπειράθη πράγματι το πλήθος. Η πράξις αυτή θα κατεβίβασε την υπόληψιν των Αθηνών αλλ' είναι πολύτιμος δι' ημάς, επειδή αποκαλύπτει τον αληθινόν Λυσίαν, τον περιπίπτοντα εις εμπάθειαν και αδιακρισίαν κάτωθεν του μανδύου εκείνου της λεπτότητος και της ηρεμίας και της «αψόγου στάσεως», τον οποίον φορεί κατά τους λόγους (294).
Και ο ΙΣΑΙΟΣ, καθώς ο Λυσίας, ήτο ξένος, εκ Χαλκίδος, αλλ' αντιθέτως προς αυτόν, απεδέχθη ησύχως τον εκ της πολικής αποκλεισμόν του. Τούτου έχομεν δέκα πλήρεις λόγους και μεγάλα αποσπάσματα άλλων δύο. Πάντες είναι κληρονομικοί και δυνατοί· καίτοι αληθεύει η αρχαία κρίσις, ότι «Λυσίας μεν και υπέρ αδίκων έπειθε λέγων, Ισαίος δε και υπέρ αγαθών λέγων ύποπτος ην». Οι σωζόμενοί του λόγοι ανάγονται εις την από 390 μέχρι 340 π. Χ. περίοδον (295).
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΡΧΙΕΥΣ (436-338 π. Χ.)
Η εκατονταετηρίς του βίου του Ισοκράτους εκτείνεται διά μέσου σπουδαιοτάτων γεγονότων της ελληνικής ιστορίας από Περικλέους μέχρι Αλεξάνδρου. Ο Ισοκράτης ήτο υιός πλουσίου αυλοποιού και είχε τας ιδέας της ανεπτυγμένης μεσαίας τάξεως· εσχετίζετο στενώς προς τον Θηραμένη, τον μέγαν ρήτορα και ηγέτην των μετριοπαθών, και τον διάδοχον εκείνου Αρχίνον, τον αποκρούσαντα τον Λυσίαν· ηγάπα ενθουσιωδώς τα γράμματα· ήκουσε δε του Πρωταγόρου, του Προδίκου και του Σωκράτους· γέρων ήδη, ελάλει υπερηφάνως περί των μαθητικών του χρόνων και δύναται να λεχθή ότι επέρασεν όλην του την ζωήν εντός του σχολείου, ως μαθητής και ως διδάσκαλος. Ουδέποτε απέβλεψεν εις το πολιτικόν στάδιον, αι δε θεωρίαι του δεν ήσαν δημοτικαί. Ήτο εξαιρέτως ευσυνείδητος· η συστολή του και κατά το γήρας του διεσκέδαζε τους μαθητάς του· αλλ' όμως κατά το τέλος του πολέμου, αφού ο πατήρ του απέθανε, και καθώς οι πλείστοι, ευρέθη και αυτός άνευ χρημάτων, ηναγκάσθη να ζήση εκ της πνευματικής του εργασίας. Ευθύς ως επήλθεν ειρήνη και ηδύνατο ν' αφήση τας Αθήνας, απήλθεν εις την Θεσσαλίαν και εδιδάχθη παρά του μεγάλου Γοργίου, πράγμα τολμηρότατον, αφού ήτο άνθρωπος πτωχός — εάν δεχθώμεν τον περί της απληστίας των σοφιστών μύθον. Αλλά πιθανώτατα ο γέρων σοφιστής ήτο πρόθυμος να διδάξη μαθητήν επιμελή και αμισθί.
Επανήλθεν εις τας Αθήνας περί τα 400 π. Χ. ως συγγραφεύς λόγων και διδάσκαλος της ρητορικής. Το δεύτερον επάγγελμα δεν θα ήτο τότε προσοδοφόρον, αλλά το πρώτον ήτο. Κατά δε μαρτυρίαν του Αριστοτέλους (296) οι τότε βιβλιοπώλαι περιέφερον «δέσμας πάνυ πολλάς δικανικών λόγων Ισοκρατείων». Αλλά και αυτός ο Ισοκράτης θ' απεδοκίμαζε τα πρωτόλεια εκείνα. Σχολήν ρητορικής ίδρυσε το πρώτον εν Χίω, ουχί εν Αθήναις, πιθανώς κατά τα 393, ότε μετά νίκας του Κόνωνος η Χίος επανήλθεν εις την αθηναϊκήν συμμαχίαν. Ο Κόνων ήτο φίλος του Ισοκράτους και ίσως του έδωκε διοικητικήν τινα θέσιν εις την νήσον εκείνην, ήτις υπήρξεν επί μακρόν ονομαστή διά τους καλούς της νόμους και την ειρηνικήν ζωήν. Συγγραφή λόγων δικανικών προφανώς δεν επετρέπετο εις διοικητικόν λειτουργόν, ίσως δε ουδέ εις Αθήναιον πολιτικόν, αλλ' η διδασκαλία δεν θα ήτο απηγορευμένη. Ο Ισοκράτης είχεν εν τη Χίω εννέα μαθητάς και εθεμελίωσε την φήμην του ως έξοχος διδάσκαλος. Ότε δ' επέστρεψεν εις τας Αθήνας (391) δεν έγραφε δικανικά. Ίδρυσε σχολήν όχι απλώς ρητορικής, αλλά καθώς ωνόμαζεν αυτήν, της φιλοσοφίας.
Τι ήτο η φιλοσοφία του, δεν εκφράζουσι σαφώς ούτε ο Κατά των σοφιστών, όστις αποτελεί περίληψιν του συστήματός του, ούτε η εξεζητημένη εκείνη υπεράσπισις του βίου και των ιδεών του, ο Περί αντιδόσεως. Η φιλοσοφία του Ισοκράτους δεν ήτο ό,τι συνήθως καλείται τοιουτοτρόπως, δηλαδή παράδοξος μεταφυσική, ή καθαρά λογομαχία ή η απόλυτος εκ των προτέρων περί παντός γνώσις, όσα πολλοί προσφέρουσιν ευθηνά προς κατανάλωσιν, αλλ' ουδείς αληθώς κατέχει. Ουδέ ήτο μόνον απλή δεξιότης είτε προς συγγραφήν δικανικών λόγων, όπως η του Λυσίου, είτε προς αυτοσχεδιασμόν, ως η του Αλκιδάμαντος. Ο Ισοκράτης φιλοσοφίαν εννοεί ό,τι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, δηλαδή πρακτικήν καλλιέργειαν όλου του πνεύματος, ενίσχυσιν του χαρακτήρος, σχηματισμόν ορθής κρίσεως και ανάπτυξιν τελειοτάτην του υψίστου των ανθρωπίνων αγαθών, της γλώσσης. Θέλει τον φιλόσοφον ερασιτεχνικόν γνώστην πολλών θεμάτων, ιστορίας, διαλεκτικής, μαθηματικών, της τότε πολιτικής καταστάσεως της Ελλάδος, και τέλος της λογοτεχνίας. Καθόλου ο Ισοκράτης ήτο πολύ φιλοσοφικώτερος και λογικώτερος των τότε συνήθων ρητόρων και πολύ πρακτικώτερος και συνετώτερος των τότε φιλοσόφων· διαρκώς παρεπονείτο ότι και οι φιλόσοφοι και οι πρακτικοί άνθρωποι παρέβλεπον την ιδικήν του μέσην οδόν και ότι οι πολλοί δεν τον εννοούσαν. Ο Πλάτων σαφέστατα τον επικρίνει δις. Εν τω Φαίδρω (βλ. ανωτ. σελ. 305) Λέγει [σ. 378 Ε] «νέος έτι Ισοκράτης», αλλά προτιμητέος των κοινών ρητόρων. Εν δε τω επιλόγω του Ευθυδήμου (297)] ο Κρίτων αναφέρει τους κατά του Σωκράτους ψόγους ανωνύμου τινός ανδρός, ερωτώμενος δε ποίος ούτος, λέγει [305 β] Ήκιστα νη τον Δία ρήτωρ, ουδέ οίμαι πώποτ' αυτόν επί δικαστήριον αναβεβηκέναι· αλλ' επαΐειν αυτόν φασι περί του πράγματος». { " Not a philosopher, not a speaker." Crito doubts if he has ever been into a law-court; but he understands the art of speech, and writes wonderfully. } — «Ήδη μανθάνω» απαντά ο Σωκράτης . . . «ούτοι γαρ εισι μεν, ω Κρίτων, ούς έφη Πρόδικος μεθόρια φιλοσόφου τε ανδρός και πολιτικού, οίονται δ' είναι πάντων σοφώτατοι ανθρώπων . . . ει μεν ουν η φιλοσοφία αγαθόν έστι και η πολιτική πράξις, προς άλλο δε εκατέρα, ούτοι δε αμφοτέρων μετέχοντες τούτων εν μέσω εισίν, ουδέν λέγουσιν· αμφοτέρων γαρ εισι φαυλότεροι». { "he is what Pro- dicus used to call a Boundary Stone, half philosopher and half practical statesman. The Boundary Stones believe themselves to be the wisest people in the world; but probably are not so. For practical statesmanship may be the right thing, or philosophy may be the right thing, or conceivably both may be good, though different. But in none of these cases can that which is half one and half the other be superior to both. Perhaps in our friend's eyes both are positively bad?" } Η προς τον Ισοκράτην ομοιότης είναι αναμφισβήτητος. Αλλ' ο Ισοκράτης είχεν εύκολον απάντησιν· ότι και ο πρακτικός πολιτικός και ο φιλόσοφος είναι μονομερείς· ο πρώτος χρειάζεται παιδείαν και ανάπτυξιν της φαντασίας, ο δε άλλος αποβάλλει την αντίληψιν της πραγματικής ζωής. Η τοιαύτη απάντησις εξηγεί την επιτυχίαν του Ισοκράτους. Η σχολή του απέβη τω όντι Πανεπιστήμιον της Ελλάδος· διότι παρείχεν ευρείαν παίδευσιν εις τους μη θέλοντας να γίνωσιν ειδικοί μαθηματικοί ή αποκλειστικοί φιλόσοφοι. Πάντες οι άριστοι της επομένης γενεάς εξήλθον εκ της σχολής του — οι πολιτικοί Τιμόθεος και Λεωδάμας, ο τραγικός Θεοδέκτης, οι ιστορικοί Έφορος και Θεόπομπος, οι ρήτορες Ισαίος, Λυκούργος, Αισχίνης, Υπερείδης και πλείστοι άλλοι. Ο Αλεξανδρεύς Έρμιππος έγραψε κατόπιν βιβλίον όλον *Περί των Ισοκράτους μαθητών.
Ολίγον ίσως μετά την ίδρυσιν της σχολής έγραψε κατά τον τρόπον του Γοργίου δύο ελαφρά γυμνάσματα σωθέντα, τον Βούσιριν, όπου υπερασπίζει τους Σωκρατικούς, και την ωραίαν Ελένην, όπου ευφυώς ομιλεί περί των φιλοσόφων. Το περί κάλλους χωρίον της Ελένης (54-58) είναι σχεδόν Πλατωνικόν κατά το ύφος και την χάριν. Αλλ' αριστούργημά του είναι ο Πανηγυρικός, όν έγραψε χάριν της πανηγύρεως της κατά την εκατοστήν Ολυμπιάδα, (380 π. Χ.). Εκτός της μεγαλοπρεπείας της λέξεως δεικνύει αρετάς μεγάλου δημοσιολόγου. Περιλαμβάνει δηλαδή σαφή έκθεσιν της συγχρόνου ιστορίας και της τότε καταστάσεως της Ελλάδος και θαυμασίαν δικαιολογίαν των Αθηνών και επίκλησιν προς τους Πανέλληνας υπέρ ανανεώσεως της συμμαχίας. Κατ' αλήθειαν δεν είναι ίσος προς πάντας τους Έλληνας· π.χ. ο τόνος των παραγράφων 122-132 δεν θα ήρεσεν εις τους Λακεδαιμονίους, αλλά θα συνεκίνησε τους νησιώτας. Μετά δύο έτη 70 πόλεις, ηγουμένης της Χίου, προσετέθησαν εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν και ο Ισοκράτης συνώδευσεν επί δύο έτη τον στρατηγόν Τιμόθεον αναλαβόντα να οργανώση τας συμμαχίδας νήσους και τας επιθαλασσίας πόλεις. Τότε φαίνεται ότι έγινε ξένος του Ευαγόρου, του βασιλέως της εν Κύπρω Σαλαμίνος, όστις εμάχετο σχεδόν μόνος επί οκτώ έτη κατά των Περσών. Η Κύπρος ήτο το μεθόριον μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων, και παν προς τα εμπρός βήμα του Ευαγόρου ήτο πρόοδος του πολιτισμού και της ελευθερίας, πάσα δε υποχώρησις ήτο επικράτησις βαρβαρικών νόμων και εθίμων. Το θέαμα τούτο αφήκε κέντρον διαρκές εις την ψυχήν του Ισοκράτους. Τω 374 ο Ευαγόρας ηττήθη και εφονεύθη, τον διεδέχθη δε ο υιός του Νικοκλής. Ο Ισοκράτης έγραψε τότε τον Προς Νικοκλέα, παρακινών αυτόν ενθουσιωδώς και δεξιώς ν' αναδειχθή άξιος του ελληνικού ονόματος βασιλεύς, τον Νικοκλέα, δημηγορίαν του βασιλέως ζητούντος παρά των Κυπρίων πρόθυμον υπακοήν, και τον Ευαγόραν, το πρώτον, ως λέγεται, εγκώμιον όπερ εγράφη περί συγχρόνου ανδρός.
Εν τω μεταξύ η εν Ελλάδι πολιτική κατάστασις μετεβλήθη. Η κατά των Λακεδαιμονίων συμμαχία των Αθηναίων και Θηβαίων ενίσχυσε μεν υπερβολικά τας Θήβας, αλλ' εξησθένισε τας Αθήνας παραπολύ. Το αντιθηβαϊκόν ρεύμα, όπερ ήτο ανέκαθεν εν Αθήναις ισχυρόν, απέβη βαθμηδόν ακατάσχετον· η πρώτη ρήξις φαίνεται ότι επήλθε κατά τα 373, ότε αι Θήβαι κατέστρεψαν αίφνης τας Πλαταιάς. Η μικρά πόλις ήτο λόγω σύμμαχος των Θηβών, αλλ' ουδέποτε φίλη· ώστε η συνθήκη επεδέχετο διαφόρους ερμηνείας. Οι απομένοντες κάτοικοι αυτής κατέφυγον εις Αθήνας, ζητούντες βοήθειαν προς επάνοδον εις την πατρίδα· αλλά τοιαύτη βοήθεια θα εσήμαινε ρήξιν των Αθηνών προς τας Θήβας και συμμαχίαν μετά της Σπάρτης. Διά του Πλαταϊκού ο Ισοκράτης συνηγορεί θερμώς υπέρ των Πλαταιών, αλλ' ο λόγος, εννοείται, ήτο πολιτική μελέτη. Πραγματικοί ρήτορες ήσαν υπέρ των Πλαταιών μεν και της Σπάρτης ο Καλλίστρατος, υπέρ δε των Θηβών ο μέγας Επαμεινώνδας. Τω 366 ο Ισοκράτης έγραψε και πάλιν υπέρ της αυτής πολιτικής. Αι Θήβαι μετά το περί Λεύκτρα τρόπαιον αποκαταστήσασαι την ανεξαρτησίαν της Μεσσήνης, εζήτουν την αναγνώρισιν αυτής ως ένα των όρων της ειρήνης. Πολλοί των συμμάχων των Λακεδαιμονίων ήθελον ειρήνην αντί πάσης θυσίας· η απελευθέρωσις της πολυπαθούς Μεσσήνης δεν έβλαπτεν αυτούς, εξήγειρε δε τον ενθουσιασμόν όλης της Ελλάδος, όν εξέφραζεν ο Αλκιδάμας εν τω *Μεσσηνιακώ. Αλλ' η Σπάρτη ουδέποτε θα ησύχαζεν, αν παρεχώρει το ευφορώτατον μέρος των κτήσεών της και είχεν εχθρούς γείτονας τους τέως υπηκόους. Αφήκε λοιπόν τους συμμάχους της να συνάψωσιν ειρήνην χωριστά. Ο δε Ισοκράτης γράψας τον Αρχίδαμον, ως δημηγορίαν του βασιλέως τούτου, υποστηρίζει τα δίκαια της Σπάρτης. Και η μεν υπόθεσις του λόγου ήτο δύσκολος, διότι αντέκειτο προς τας αρχάς του, αλλ' ο ρήτωρ επέτυχεν εις την πρακτικήν και αισθηματικήν έκθεσιν αυτής· ο λόγος είναι τω όντι πλήρης «ήθους» ως έλεγον οι αρχαίοι, διότι απεικονίζει τον σπαρτιατικόν χαρακτήρα, ιδίως εκεί [73 §λα'] όπου ο Αρχίδαμος προτείνει τα έσχατα μέτρα· να εκπέμψωσι δηλαδή τους γονείς και τα παιδία και τας γυναίκας εις Σικελίαν και Κυρήνην, ν' αφήσωσι την Σπάρτην και να καταλάβωσι χωρίον οχυρόν, εξ ού να βλάπτωσι τους πολεμίους, γινόμενοι και νυν ό,τι ήσαν άλλοτε, στρατόπεδον αοίκων μαχητών και όχι πόλις.
Και τότε πάλιν ο Ισοκράτης είδε την πολιτικήν του κατισχύουσαν και τας Αθήνας συμμαχούσας μετά της Σπάρτης. Αλλ' εν τω μεταξύ αι μεγάλαι των Αθηνών ελπίδες είχον μαρανθή· αι συμμαχίδες πόλεις υπώπτευον το άστυ, και αι δαπάναι της ηγεμονίας αυτών ήσαν μεγάλαι. Ο Ισοκράτης αφότου είχεν ιδεί τον Ευαγόραν, διεμόρφωσεν οριστικώτερον το πολιτικόν του πρόγραμμα· τούτο ήτο ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων, κατάλυσις της πειρατείας, απελευθέρωσις των εν Ασία Ελληνίδων πόλεων, ακώλυτος προς τα εκεί αποικισμός και παγκόσμιος του ελληνισμού διάδοσις. Ήδη από του 367 είχε δημοσιεύσει επιστολήν προς τον Διονύσιον των Συρακουσών, όστις τότε είχε σώσει τους εν τη Δύσει Έλληνας από των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων, καλών αυτόν εις την Ανατολήν προς απελευθέρωσιν των Ελληνίδων πόλεων από των Περσών. Αλλ' ο Διονύσιος απέθανε κατά το επόμενον έτος, ο δε Ισοκράτης ήλπιζε πλέον τα πάντα παρά της αθηναϊκής συμμαχίας. Αλλ' όμως τω 357 η συμμαχία διελύθη, ο δ' επακολουθήσας πόλεμος κατέληξεν εις την απώλειαν της ηγεμονίας. Αι Αθήναι κατέβησαν έκτοτε εις την σειράν κοινής μεγάλης ελληνικής πόλεως και υπό την ηγεσίαν του Ευβούλου κατεγίνοντο μόνον εις περιορισμόν των δαπανών και διατήρησιν της ειρήνης. Ο Ισοκράτης ήτο εκ των ολίγων όσοι ενόησαν τι εσήμαινεν η τοιαύτη πολιτική, δηλαδή τελικήν εγκατάλειψιν πάσης αξιώσεως. Εν τω Περί ειρήνης υποστηρίζει την αυτονομίαν των πόλεων, μεταχειριζόμενος επιχειρήματά τινα των νησιωτών, άπερ είχεν άλλοτε αποκρούσει εν τω Πανηγυρικώ.
Περί τους αυτούς χρόνους διά του Αρεοπαγιτικού συνηγόρησεν υπέρ της κατ' οίκον μετρίας πολιτικής, δηλαδή της του Φωκίωνος και του Αριστοτέλους, ζητών επάνοδον εις την «πάτριον πολιτείαν» των παλαιών Αθηνών, ήν συνδέει μετά του Αρείου Πάγου. Φανερώτερον ο λόγος είναι συνηγορία υπέρ του Ευβούλου, καθώς ο Οικονομικός του Ξενοφώντος. Αλλ' είν' επίσης και απόδειξις της ηθικής καταστάσεως και της δυσπιστίας του καιρού εκείνου, του αισθήματος όπερ άγει τον Δημοσθένην εις μομφάς καθ' όλης της Ελλάδος. Ολίγον προ του τέλους του κοινωνικού πολέμου ο Ισοκράτης έγραψε την προς Αρχίδαμον της Σπάρτης επιστολήν καλών αυτόν όπως άλλοτε τον Διονύσιον. Τις άλλος ηδύνατο καθώς εκείνος να εκστρατεύση κατά των βαρβάρων; Ο πατήρ του ο Αγησίλαος εξεστράτευσε και εδοξάσθη, απέτυχε δε μόνον επειδή ανεκόπη, και επειδή επεχείρησε «των φίλων τους φεύγοντας εις τας πόλεις καταγαγείν». Όθεν ο Αρχίδαμος έπρεπε τους μεν Έλληνας ν' απαλλάξη των πολέμων, τους δε βαρβάρους να παύση υβρίζοντας. Ο Ισοκράτης ήτο τότε (356) 80 ετών και τα πλείστα των έργων του έχουσιν αρκετήν μεμψιμοιρίαν, ήν φαίνεται και αυτός συναισθανόμενος· αλλά το πολιτικόν του βλέμμα παρέμεινεν εκτάκτως οξύ και απροκατάληπτον. Επέμενε πάντοτε εις την κυρίαν του ιδέαν, αλλά μετέβαλλε δεξιώς το ένδυμά της. Είχεν ήδη εγκαταλείψει την ελπίδα της αθηναϊκής ηγεμονίας, και έπαυσε πιστεύων — ίσως ευκολώτερον ή όσον έλεγεν (298) — εις την ανόρθωσιν της πολιτείας. Μετά δε την αποτυχίαν του Αρχιδάμου εστράφη προς τον Φίλιππον. Ως ο Δημοσθένης, έβλεπε και αυτός ότι ο Φίλιππος ήτο αυξανομένη δύναμις· αλλά δεν εθεώρει αυτόν εχθρόν· προ πολλού είχεν εννοήσει ότι η ηγεμονία των Αθηνών ήτο πλέον απραγματοποίητος. ΠροσεπάΘησε λοιπόν να διατηρή φιλίαν προς τον Φίλιππον, και δι' αυτής να μετριάζη τας εκ του πολέμου συμφοράς. Είναι δε δύσκολον ν' αναγνώση τις απαθής τον Φίλιππον, τον προς τον βασιλέα λόγον, όν έγραψεν αμέσως μετά την ειρήνην του 346· κατά την διάρκειαν του κατ' αυτού πολέμου είχεν αποφύγει να του γράψη, αλλ' ήδη ελάλησε μετά πολλής παρησσίας (299) αλλά και πολλής δεξιότητος. Λέγει προς αυτόν ότι και άλλοτε ανεζήτησεν ηγεμόνα της Ελλάδος, τον Ιάσονα των Φερών, τον Διονύσιον, τον Αρχίδαμον, αλλ' ουδείς τούτων ηύρεν οποίαν ο Φίλιππος ευκαιρίαν ότι πρέπει να διαλλάξη τους Έλληνας, — τας Αθήνας, την Σπάρτην, και Θήβας και την Κόρινθον — και ν' αναδειχθή ελευθερωτής και φιλάνθρωπος ηγεμών της Ελλάδος και ευεργέτης πάντων. Τούτο δεν πρέπει να θεωρήσωμεν ως απλούν όνειρον του Ισοκράτους. Ό,τι επίστευεν ήτο πραγματικόν, και απεδείχθη παντός άλλου, εγγύτερον προς τα κατόπιν συμβάντα. Όσα δε δεινά εζήτει ο Ισοκράτης να περιστείλη ήτο πράγματι ανάγκη να εκλείψωσιν, η οικονομική στενοχώρια, ο πλεονάζων πληθυσμός, οι πολλοί μισθοφόροι, και οι πειραταί, οίτινες εκτός της βραχείας ηγεμονίας των Αθηνών, της Ρόδου [της Κωνσταντινουπόλεως] και ίσως της Βενετίας, εβασάνισαν την ανατολικήν Μεσόγειον από του Ομήρου μέχρις αυτού του δεκάτου ενάτου αιώνος.
Αλλ' αι Αθήναι απέβλεπον εμμόνως εις τον ολέθριον πόλεμον, ουδόλως υποχωρούσαι εις τον εχθρόν. Τότε ο Ισοκράτης εμισήθη, αλλ' είναι άξιον προσοχής, ότι ουδέ κατά τους καχυπόπτους εκείνους καιρούς διεβλήθη ως δωροδόκος. Τον ωνόμαζον μόνον διαφθορέα των πολιτικών, όσοι υπήρξαν μαθηταί του. Κατά των διαβολών εκείνων έχομεν δύο απολογίας· τον Παναθηναϊκόν, — όστις εγράφη χάριν των Παναθηναίων τω 342, αλλά δεν επερατώθη εγκαίρως — δεύτερον εκχύλισμα του Πανηγυρικού, και τον Περί αντιδόσεως, υπεράσπισίν του διδασκαλικού του βίου.
Μετά μίαν έτι επιστολήν ο μακρός βίος εκόπη. Η μάχη της Χαιρωνείας του 338 έπληξε βαρύτατα τον γέροντα. Ήτο μεν αυτή πλήρωσις των προρρήσεών του και καθίστα το πρόγραμμά του δυνατόν, αλλ' όμως ήτο ανυπόφορος. Η πατρίς του εταπεινώθη, ο δε ήρως του ελέγετο ότι έπινεν εύθυμος εν μέσω των νεκρών. Τότε ο Ισοκράτης εξετέλεσε την τελευταίαν προς την πατρίδα του υπηρεσίαν. Έγραψε νέαν επιστολήν [3] προς τον νικητήν του οποίου ουδείς εγνώριζε τας διαθέσεις· δεν μετεχειρίσθη καμμίαν λέξιν υποταγής, ουδέ συνεχάρη τον Φίλιππον διά την νίκην· αλλά θεωρών αγαθάς τας προς τους Έλληνας διαθέσεις αυτού, τον προτρέπει και πάλιν ήδη, ότε το πράγμα τυγχάνει «πολύ ράον», ν' αναγκάση «τους βαρβάρους ειλωτεύιν». Αλλ' ο Ισοκράτης δεν είδε το αποτέλεσμα της παραινέσεώς του. Ηυτοκτόνησεν άρα γε; Οι μεταγενέστεροι — ο Διονύσιος, ο Παυσανίας, ο Φιλόστρατος, ο Λουκιανός, ο Ψυδοπλούταρχος και ο Βίος — ομοφωνούσιν. Οπωσδήποτε βέβαιον είναι ότι εννέα ημέρας — ο Αριστοτέλης λέγει πέντε — μετά την μάχην της Χαιρωνείας ο Ισοκράτης ήτο νεκρός.
Οι επτά δικανικοί του λόγοι είν' έντεχνοι, και απηλλαγμένοι σοφισμάτων, αλλά και υπέρ το δέον κομψοί και γλαφυροί. Αι δε επιστολαί του, η τοις Ιάσονος παισίν, η Τιμοθέω, και η τοις Μυτιληναίων άρχουσι, μαρτυρούσι πόσην είχε δύναμιν ο μονήρης εκείνος διδάσκαλος. Οι δε θεωρούντες αυτόν κόλακα των βασιλέων, προς ούς έγραφεν, ας αναγνώσωσι και την επιστολήν του Σωκρατικού αντιπάλου του (300), (του Σπευσίππου;)
Είπομεν ήδη τινά περί του πώς διέκειτο προς αυτόν ο Πλάτων (301). Και ο Αριστοτέλης δεν ήτο διάφορος. Οι μαθηταί των ανέπτυξαν κατόπιν πολλήν αμοιβαίαν έχθραν, αλλ' οι διδάσκαλοι εσέβοντο αλλήλους. Και ο μεν Πλάτων είχεν άλλην σφαίραν ενεργείας· αλλ' ο Αριστοτέλης εδίδαξε και αυτός ρητορικήν και ελέγετο ότι παρωδών στίχον του Ευριπίδου είπεν· « Αισχρόν εστι σιγάν, Ισοκράτη δ' εάν λέγειν» { "Base to sit dumb, and let barbarians speak" by substituting 'Isocrates' for 'barbarians.' }. Η αυστηρά επιστημονική μέθοδος της Ρητορικής του ήτο, εννοείται, επίκρισις της κατά το ήμισυ εμπειρικής μεθόδου του Ισοκράτους. Αλλ' ο Αριστοτέλης επέκρινε μεν, αλλά και εδιδάσκετο. Όχι μόνον το πρώτον του έργον η περί φιλοσοφίας παραίνεσις εδείκνυε προτίμησιν προς το Ισοκρατικόν πρότυπον αντί του Πλατωνικού, αλλά και κατόπιν οσάκις επεζήτησε καλόν ύφος, εμιμήθη το του Ισοκράτους. Έπειτα δε μεταξύ των παλαιοτέρων διδασκάλων της ρητορικής ο Ισοκράτης, αν και μη φιλόσοφος όσον ήθελεν ο Αριστοτέλης, ήτο πάντως ο φιλοσοφικώτερος. Και εις τούτο, καθώς εις παν άλλο, ηκολούΘησε την μέσην οδόν και απέφυγε την μανίαν των ακροτήτων. Αλλά κατά τινας τούτο ήτο και το κύριον ελάττωμά του. Τι ήτο; τεχνίτης του ύφους ή πολιτικός συγγραφεύς; Συνεβούλευε πράγματι την πόλιν, ή απλώς παρείχεν υποδείγματα ρητορείας εις τους μαθητάς του;
Τοιαύτη επίκρισις δεν είναι δικαία· διότι δύναται να εφαρμοσθή εις πάντα ρήτορα και λογογράφον, εις τον Γράτταν, τον Βούρκε, τον Κικέρωνα και αυτόν τον Δημοσθένη. Ίσως η αληθινή αιτία του περιέργου εκείνου καμάτου, όν παράγει σήμερον εις τον αναγνώστην ο Ισοκράτης, είναι αφ' ενός μεν η αποστροφή μας προς την κανονικότητα του ρέοντος και ομαλού ύφους, όπερ τόσον διέδωκεν ο δέκατος όγδοος αιών, ώστε ημείς το βαρυνόμεθα· αφ' ετέρου δε η εξ αυτού έλλειψις πάσης υψηλοτέρας εμπνεύσεως. Ο Ισοκράτης ήτο μάταιος· επεδίωκε πεζόν λόγον υπέρτερον των Ομηρικών επών, εν ώ δεν ενόει την ποίησιν και απεδοκίμαζε την μουσικήν. Αλλά τοιαύτα σφάλματα δεν συγχωρούνται· διότι προσβάλλουσιν ό,τι αιώνιον έχει ο βίος των ανθρώπων. Κατά δε την θρησκείαν ο Ισοκράτης ήτο μέτριος, ως συνήθως· δηλαδή ευσεβής, αλλ' ουδέποτε δεισιδαίμων, μεταχειριζόμενος τας θρησκευτικάς παραδόσεις ως στοιχεία των λόγων του και βαθύτερον αποδεικνύων την έλλειψιν εκείνην πάσης πίστεως — είτε εις τον νουν, είτε εις τον Δία, είτε εις την φιλοσοφίαν — την έλλειψιν, ήτις είναι χαρακτηριστικόν των μετρίων και πρακτικών ηθικολόγων. Αλλ' όμως υπήρξε χρηστός και οξύς, ισχυροτάτη δύναμις εν τη ιστορία των γραμμάτων, και είς των μεγίστων διδασκάλων, όσοι ποτέ υπήρξαν. (302)
ΙΖ' ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΤΣ ΠΑΙΑΝΙΕΥΣ
Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ (303) έχασε τον πατέρα του επταετής. Οι δε κηδεμόνες του ενοσφίσθησαν την περιουσίαν του και αφήκαν απροστάτευτον την μητέρα του, [ήτις ήτο σκυθικής καταγωγής], Εκείνη όμως κατώρθωσε να αναθρέψη το ασθενικόν, δειλόν, κα αγύμναστον παιδίον. Εξάπαντος δε και οι δύο θα εκάθηντο συχνά συλλογιζόμενοι πόσα είχον αδικηθή. Ο δε Δημοσθένης ευθύς ως απέκτησε το νόμιμον δικαίωμα εκίνησε κατά των κηδεμόνων του αγωγήν [364]. Αυτοί ήσαν άνθρωποι ισχυροί μεταξύ της τότε διοικούσης φατρίας, και επεχείρησαν ν' αποκρούσωσι το μειράκιον δι' ανταγωγής και στρεψοδικίας. Ότε δε τέλος εκέρδισε την δίκην, δεν υπήρχε πλέον πολλή περιουσία προς ανάληψιν. Ούτως ο Δημοσθένης ωφελήθη μάλλον εκ της πρακτικής πείρας των νόμων και της δικανικής, εις ήν τον είχον, ως λέγεται, ασκήσει και τα μαθήματα του Ισαίου, και απέκτησεν έχθραν προς τους εν τη αρχή. Αλλά και ο πολυχρόνιος περί χρημάτων αγών εζημίωσεν αυτόν. Φυσικά δε ήτο σπάταλος· επροίκιζε θυγατέρας απόρων πολιτών, απελύτρωνεν αιχμαλώτους, και τέλος εξώπλισε τριήρη — ετέλεσε δηλαδή μίαν των δαπανηροτάτων λειτουργιών των πολιτών. Ούτως έπεσεν εις ανέχειαν και ήρχισε να γράφη λόγους και ίσως να διδάσκη ρητορικήν. Αλλά ταχέως ευδοκίμησεν εις το έργον, καίτοι εκ φύσεως ήτο τραυλός και είχε φωνήν διακοπτομένην· ανελάμβανε δε σπουδαίας υποθέσεις, δεν ανεμειγνύετο εις δίκας εταίρων, ως ο Υπερείδης, και απέφευγε τας συκοφαντικάς καταμηνύσεις, έγραφε δε και εδημηγόρει πάντοτε περί σπουδαίων πολιτικών θεμάτων.
Η πρώτη δημοσία παράστασις αυτού έγινεν ίσως τω 355 ότε είπε τον προς Λεπτίνην, όστις είχε προτείνει νόμον, είναι μηδέν' ατελή, δηλαδή να μη μένη κανείς αφορολόγητος. Τούτο ήτο φανερόν οικονομικόν μέτρον, αλλ' αι ατέλειαι ήσαν αμοιβαί σπουδαίων διπλωματικών υπηρεσιών και απετέλουν μέρος της πολιτικής των τότε αντιπολιτευομένων, εις ούς κατετάχθη ο Δημοσθένης.
Κατά τα 357 είχεν αναλάβει την αρχήν ο Εύβουλος, ότε η κατάστασις εχρειάζετο περισυλλογήν και ησυχίαν. Η οικονομική αυτού πολιτική απεδείχθη εξαιρέτως τελεσφόρος, αλλ' εσήμαινεν εγκατάλειψιν της ηγεμονίας και κάτι χειρότερον. Διότι ο Φίλιππος ο από πολλού πολέμιος της πόλεως, κατελάμβανε το έν μετά το άλλο, τα επί της Θράκης αθηναϊκά χωρία, ο δε Εύβουλος, επειδή ο δήμος απέστεργε την ειρήνην, περιωρίζετο εις ασθενή αποκλεισμόν των μακεδονικών παραλίων και μερικάς επιδρομάς. Οι μεν σφοδροτέροι των αντιθέτων αυτού εζήτουν μαινόμενοι στρατόν 30 χιλιάδων μισθοφόρων, όπως εισβάλωσι κατ' ευθείαν εις την Πέλλαν, ο δε Δημοσθένης ήθελε μόνον έντονον δράσιν, ώστε δι' αξιολόγου τινός επιτυχίας να συναφθή έντιμος ειρήνη.
Αλλά πλην του Φιλίππου ο Δημοσθένης εστρέφετο και προς άλλα του πολιτικού ορίζοντος σημεία. Διά του Υπέρ της Ροδίων ελευθερίας λόγου (353 ή 351 π. Χ;) προέτρεπε τους Αθηναίους να βοηθήσωσι τους δημοκρατικούς της Ρόδου ελπίζοντας ότι θ' ανακτήσωσι μέρος της άλλοτε δυνάμεως της πόλεως ανά το Αιγαίον. Αλλ' ο Εύβουλος ήτο εναντίον της αναμείξεως εις τον αγώνα εκείνον. Διά δε του Υπέρ Μεγαλοπολιτών (353 π. Χ.;) ο Δημοσθένης, φοβούμενος την αύξησιν της Σπάρτης, προέτρεπεν εις προστασίαν της πιεζομένης Μεγάλης πόλεως. Και ίσως μεν ενεργός βοήθεια θα ήτο τότε αδύνατος, αλλά πιθανώς ηδύνατο να προλάβη το ολέθριον αποτέλεσμα, ότι δηλαδή έκτοτε οι εν Πελοποννήσω εχθροί των Λακεδαιμονίων απέβλεπον πλέον προς τον Φίλιππον. Τω 352 ο Φίλιππος απεπειράθη να διαβή τας Θερμοπύλας· και ο μεν Εύβουλος εξεγερθείς επί τέλους ανέκοψεν αυτόν, αλλ' ο κύνδυνος ήτο ήδη άμεσος και δεινός, ο δε Δημοσθένης αναπτύσσει αυτόν διά του πρώτου Φιλιππικού. Ο Φίλιππος υποχωρήσας τότε προς βορράν, επολιόρκησε την Όλυνθον οι δε Αθηναίοι γνωρίζοντες την σπουδαιότητα της πόλεως εκείνης, έπεμψαν εις επικουρίαν αυτής τρεις στρατιάς· αλλ' ο πολιτικώτατος βασιλεύς κατώρθωσε να εξεγείρη στάσιν εν Ευβοία. Ο Δημοσθένης διά των τριών Ολυνθιακών αδιστάκτως παρορμά προς βοήθειαν της Ολύνθου· αλλ' οι κυβερνώντες επεδίωξαν το προχειρότερον, να σώσωσι την Εύβοιαν καθό πλησιεστέραν. Και η μεν Εύβοια εσώθη, αλλά η Όλυνθος έπεσε και η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να παρατείνη τον αγώνα, ότε δε ο Φιλοκράτης προέτεινεν ειρήνην, ο Δημοσθένης υπεστήριξεν αυτήν και εχειροτονήθη είς των δέκα πρέσβεων, όσοι εστάλησαν να διαπραγματευθώσι μετά του Φιλίππου. Αλλά μεταξύ εκείνων ουδένα είχεν ομόφωνον.
Επιφανέστατος αυτών μετά τον Φιλοκράτην ήτο ο ΑΙΣΧΙΝΗΣ (389 — 314 π. Χ.), ανήρ λόγιος και ουχί ταπεινού γένους, «των δε δήμων Κοθωκίδης»· αλλ' ένεκα των δυστυχημάτων του πολέμου πάντες οι οικείοι αυτού είχον αναγκασθή να ζητήσωσι βιοποριστικόν έργον· και ο μεν πατήρ του Ατρόμητος έγινε διδάσκαλος, η δε μήτηρ Γλαυκοθέα τελέστρια των μυστηρίων. Αυτός δε ο Αισχίνης έγινεν υποκριτής, — το θεατρικόν επάγγελμα δεν ενομίζετο χυδαίον — και γραμματεύς της πόλεως. Αποστρεφόμενος τους δημαγωγούς, ήτο φίλος του Ευβούλου. Οι δε τρεις σωζόμεμενοι αυτού λόγοι σχετίζονται με τον Δημοσθένη και την πρεσβείαν εκείνην.
Αι διαπραγματεύσεις υπήρξαν μακραί. Τέλος συνωμολογήθη συνθήκη, αλλά περιέχουσα δύο τουλάχιστον επικίνδυνα διφορούμενα· περιελάμβανε δηλαδή τους Αθηναίους «και τους Αθηναίων συμμάχους » και κατέλειπε τους συνθηκολογούντας κυρίους των χωρίων όσα τότε κατείχον. Αλλ' οι Αθηναίοι εφοβούντο περί δύο εμπολέμων, οίτινες ήσαν μεν σύμμαχοι, ουχί δε και υποτελείς· περί του Κερσοβλέπτου, βασιλέως κρατιδίου τινός της Θράκης, και περί των Φωκίων, ούς αν προσέβαλλεν ο Φίλιππος, θα εισεχώρει πλέον εις τα σπλάγχνα της Ελλάδος. Οι πρέσβεις του Φιλίππου δεν εδέχοντο μνείαν των δύο τούτων συμμάχων εν τη συνθήκη, οι δε Αθηναίοι πρέσβεις ήλπιζον να πείσωσιν αυτόν τον Φίλιππον. Περί δε του χρόνου της ειρήνης, οι μεν Αθηναίοι ήσαν υπόχρεοι αφ' ής ημέρας έλαβον τους όρκους. Αλλ' άραγε ο Φίλιππος θα ενόμιζεν εαυτόν εξ ίσου δεσμευόμενον ή θα εξηκολούθει τας επιχειρήσεις του μέχρις ού ήθελεν ομόσει; Ο μεν Φιλοκράτης και ο Αισχίνης ενόμιζον προτιμότερον να θεωρήσωσιν ως αναμφίβολον την καλήν πίστιν του βασιλέως και να προχωρήσωσι κατά τους συνήθεις τύπους. Αλλ' ο Δημοσθένης εζήτει να σπεύσωσιν όσον ήτο δυνατόν, ισχυριζόμενος ότι δεν ήτο ανάγκη να εύρωσι τον Φίλιππον εις την Πέλλαν, αλλ' όπου και αν ήτο, έστω και στερούμενοι πληρεξουσίων. Αλλ' όμως επήλθον πολλαί αναβολαί και ότε τέλος ο Φίλιππος συνήντησε τους πρέσβεις είχεν ήδη σαρώσει τον Κερσοβλέπτην και στρογγυλεύση τα προς ανατολάς όρια του κράτους του. Τότε ο Δημοσθένης διεφώνησε φανερά προς τους συμπρεσβευτάς και τον βασιλέα· απέρριψε τα συνήθη προς τους πρέσβεις δώρα, άπερ ο Φίλιππος έδιδε «μεγαλοψύχως», δεν προσήλθεν εις την επίσημον θυσίαν και ηθέλησε ν' αναχωρήση μόνος. Επιστρέψας δε εις Αθήνας, προέτεινεν όπως μηδένα δοθή ο συνήθης πρεσβευτικός στέφανος.
Προ της παρόδου του μηνός ο Φίλιππος διήλθε τας Θερμοπύλας, εκυρίευσε την Φωκίδα και ηξίωσεν ως ανήκων ήδη εις την Αμφικτυονίαν, ν' αναμειγνύεται εις τα πράγματα της Ελλάδος, κατ' εκείνο δε το έτος (346) προήδρευσε και των Πυθίων. Τότε οι Αθηναίοι έξαλλοι εξ οργής ήθελον να κηρύξωσι λυθείσαν την ειρήνην· αλλ' ο Δημοσθένης διά του Περί της ειρήνης απέδειξε πόσον ολέθριον θα ήτο τούτο. Η αγανακτήσις όμως κατά των πρέσβεων ήτο φοβερά και οι αντίπαλοι κατήλθον εις δικαστικούς αγώνας. Ο Δημοσθένης μετά τινος Τιμάρχου κατεδίωξαν τον Αισχίνην ως παραπρεσβεύσαντα. Ο Αισχίνης εκινδύνευε και διέφυγε μόνον διά της τολμηράς Κατά Τιμάρχου ανταγωγής, δι' ής απέδειξε τον Τίμαρχον « ηταιρηκότα ». Σήμερον ίσως τοιαύτη κατηγορία θα προεκάλει μόνον επιζήμιον σκάνδαλον· αλλά τότε ο Τίμαρχος απεστερήθη πάντων των πολιτικών δικαιωμάτων [και κατά τινας «απήγξατο»]. Ο Αισχίνης απηλλάγη, αλλ' οι φίλοι του δεν υπήρξαν τόσον ευτυχείς. Ο Φιλοκράτης δραπετεύσας κατεδικάσθη.
Κατήγορος αυτού υπήρξεν ΥΠΕΡΕΙΔΗΣ ο Γλαυκίππου, ρήτωρ θεωρούμενος διά την ρώμην του λόγου δεύτερος μόνον του Δημοσθένους, ανώτερος δε και αυτού κατά την χάριν (304). Πολιτευόμενος ανήκεν εις τους άκρους εναντίους των Μακεδόνων· κατά δε την δίαιταν ήτο πασίγνωστος φιλήδονος και εκωμωδείτο ως οψοφάγος (305) Ο σωζόμενος βίος του είναι συρραφή ανεκδότων, γνωστότατον δε είναι ότι επέδειξεν εις τους δικαστάς τα στήθη της Φρύνης. Οι λόγοι του είχον ολόκληροι χαθή, μέχρις ού από του 1848 ήρχισαν ν' ανακαλύπτωνται επί παπύρων της Αιγύπτου μεγάλα αποσπάσματα [6 μέχρι τούδε λόγων] ουχί μεν εύγλωττα, αλλ' υπερβαίνοντα και τους Λυσιακούς λόγους εις την δροσερότητα, την ευφυολογίαν και την αποφυγήν πάσης σοφιστείας (306).
Ο δε Δημοσθένης ήτο απησχολημένος εις την παρασκευήν του μέλλοντος πολέμου και απόκρουσιν των εν Πελοποννήσω ραδιουργιών του Φιλίππου· (β' Φιλιππικός). Ήτο λυπηρόν ότι τω 344 ανέλαβε την παλαιάν κατά του Αισχίνου αγωγήν, την Περί της παραπρεσβείας. Οι λόγοι και των δύο ρητόρων σώζονται· και ο μεν Αισχίνης φαίνεται ανώτερος εαυτού, ο δε Δημοσθένης κατώτερος. Διότι η επίθεσις αυτού ήτο παράφορος, ο δε χαρακτηρισμός των γεγονότων ένεκα της προκαταλήψεώς του άδικος. Πιθανώς ηδύνατο ν' αποδείξη ότι ο Αισχίνης ήτο νωθρός πρέσβυς, αλλά δεν έπεισε τους δικαστάς, ότι ήτο και προδότης. Όθεν ο Αισχίνης ηθωώθη, ο δε Δημοσθένης δεν προέβη αμέσως εις την έκδοσιν του λόγου.
Ο Περί των εν Χερρονήσω [341] υπερασπίζει τον στρατηγόν Διοπείθη, κατηγορούμενον υπό των φιλιππιζόντων διά παράβασιν της ειρήνης, ο δε γ' Φιλιππικός καταγγέλλει προς πάντας τους Έλληνας την πανουργίαν του Φιλίππου. Και άλλαι δημηγορίαι του Δημοσθένους είναι απηλλαγμέναι παντός ό,τι καλούμεν ημείς «ρητορικήν» και δεικνύουσι την αυτήν αυταπάρνησιν· αλλ' ο γ' Φιλιππικός είναι αληθώς μοναδικός εν τη λογοτεχνία· ουδεμίαν δεικνύει στενότητα «πατριωτισμού», εκφράζει το προαίσθημα της επικειμένης καταστροφής και έχει πένθιμον της φράσεως μελωδίαν. Ο πόλεμος εκηρύχθη τω 340 και κατ' αρχάς έβαινε καλώς υπέρ των Αθηναίων. Αλλά θρησκευτική ραδιουργία μετέβαλε τα πράγματα. Οι Λοκροί κατηγόρησαν τους Αθηναίους ως ασεβείς ενώπιον των Αμφικτυόνων. Η ασέβεια εσήμαινε τότε ό,τι η αίρεσις κατόπιν, δηλαδή πας ήτο δυνατόν να ευρεθή ασεβής, εάν ήθελε το δικαστήριον. Οι Αθηναίοι είχον παρά τους τύπους αφιερώσει Θηβαϊκάς τινας ασπίδας. Αλλά και οι Λοκροί βεβήλως κατέλαβον ιεράν γην της Κίρρας. Ο Αισχίνης, όστις ήτο τότε αντιπρόσωπος των Αθηνών, («πυλαγόρας»}, κατώρθωσε να στρέψη την φιλοπόλεμον δεισιδαιμονίαν του συνεδρίου εναντίον των Λοκρών και εκόμπαζε διά τούτο. Αλλά ταυτοχρόνως εξυπηρέτει και τον Φίλιππον, διότι τούτο ήθελε και εκείνος, ένα οιονδήποτε ιερόν πόλεμον, ότε οι Αμφικτύονες στερούμενοι στρατού, θα προσέφευγον εις αυτόν, ως προστάτην του ιερού. Αφ' ού δε διέβη τας Θερμοπύλας, απέρριψε το προσωπείον. Κατά την υστάτην στιγμήν ο Δημοσθένης κατώρθωσεν ό,τι εζήτει από πολλού, την μετά των Θηβαίων συμμαχίαν. Αλλ' η στρατηγική των Μακεδόνων ήτο υπερτέρα, και οι σύμμαχοι συνετρίβησαν παρά την Χαιρώνειαν τω 338.
Οι Αθηναίοι εδέχθησαν την συμφοράν εκείνην μετά της συνήθους μεγαλοψυχίας. Αυθορμήτως κατέβαλον προς τον Λυκούργον, τον τότε ταμίαν, μεγάλας εισφοράς και τα τείχη επεσκευάσθησαν προς έσχατον αγώνα. Αλλ' ο Φίλιππος δεν επεζήτει τούτον. Απέστειλε τον ρήτορα Δημάδην, όστις είχεν αιχμαλωτισθή, να είπη ότι εδέχετο προτάσεις περί ειρήνης. Οι μακεδονίζοντες, ο Φωκίων, ο Αισχίνης και αυτός ο Δημάδης εχειροτονήθησαν πρεσβευταί και αι Αθήναι αντί ελαφρών όρων συμπεριλήφθησαν εις την κατά των Περσών υπό την ηγεσίαν του Φιλίππου συμμαχίαν. Αλλά κατόπιν επήλθε πόλεμος δικαστικός καθ' όν οι μακεδονίζοντες εζήτουν ν' απολακτίσωσι τους φιλοπολέμους. Ο Υπερείδης κατά την πρώτην συγκίνησιν, την εκ της ήττης, προέτεινεν απελευθέρωσιν και εξοπλισμόν των δούλων. Τούτο ήτο παράνομον, ότε δε ο Αριστογείτων κατηγόρησεν αυτόν, «τούτο το ψήφισμα» είπεν «ουχ ο ρήτωρ έγραψεν, αλλ' η εν Χαιρωνεία μάχη·» (307). Το επιχείρημα ήτο αρκετόν και ο Υπερείδης ηθωώθη. Αλλά κατά του Δημοσθένους έγινεν έφοδος λυσσαλέα· ο Αριστογείτων, ο Σωσικλής, ο Φιλοκράτης, ο Μελάνθιος και άλλοι κατέτρεχον αυτόν· αλλ' ο δήμος παρέμεινεν ακλόνητος· τινές των κατηγόρων δεν έλαβον ουδέ το πέμπτον των ψήφων, ο δε Δημοσθένης εξελέγη όπως είπη και τον επιτάφιον εις τους νεκρούς της Χαιρωνείας (308). Τότ' επήλθεν η απρόοπτος αντεπίθεσις του ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ κατά των μακεδονιζόντων. Λυκούργος ο Λυκόφρονος ήτο άλλος Κάτων· εντιμότατος ευπατρίδης αυτός, είχε την μανίαν να εκριζώση και πάσαν διαφθοράν των πολιτών. Αλλ' αι απαιτήσεις του ήσαν αυστηρόταται· ο μόνος σωζόμενος λόγος του, ο Κατά Λεωκράτους κατηγόρει τον άνθρωπον τούτον ως προδότην, διότι μετά την ήτταν της Χαιρωνείας, εγκατέλιπε την πόλιν αντί να μείνη και να κοινωνήση των κινδύνων (309). Η ποινή της μικράς ταύτης αφιλοπατρίας ήτο θάνατος και των δικαστών αι ψήφοι εδιχάσθησαν (310)
Τούτο δεικνύει το φρόνημα της πόλεως· αλλά πάσα κατά του Μακεδόνος αντίστασις ήτο τότε αδύνατος. Οι Αθηναίοι εδέχοντο την καιροσκόπον πολιτικήν, όπως ερρύθμιζον αυτήν ηνωμένοι ο Δημοσθένης και ο Δημάδης. Ότε δ' εγνώσθη η δολοφονία του Φιλίππου, εμελετάτο εξέγερσις, αλλά ταύτην προέλαβεν η γοργότης του Αλεξάνδρου. Ολίγον κατόπιν διεδόθη ότι ο Αλέξανδρος εφονεύθη εν Ιλλυρία και τότ' επανεστάτησαν αι Θήβαι, ο δε Δημοσθένης ήθελε συμμαχίαν μετ' αυτών. Στρατός και στόλος παρεσκευάσθη, χρήμα επέμφθη εις τας Θήβας και πρέσβεις εστάλησαν εις τον μέγαν βασιλέα, ζητούντες περσικήν βοήθειαν, ότε ο Αλέξανδρος επανήλθε, κατέσκαψε τας Θήβας και εζήτησε την παράδοσιν δέκα πρωτευόντων φιλοπολέμων, εννοείται και του Δημοσθένους. Αλλ' ο Δημάδης, ο μεσίτης της Χαιρωνείας, εμεσολάβησε και πάλιν, ώστε ο Αλέξανδρος ηρκέσθη μόνον εις την καταδίκην του στρατηγού Χαριδήμου και αφήκε τους λοιπούς (335 π. Χ.).
Αι επανειλημμέναι αύται αποτυχίαι κατέστησαν φυλακτικώτερον τον Δημοσθένην· προσεχώρησε λοιπόν έτι περισσότερον προς την καιροσκοπίαν του Δημάδου, απομακρυνόμενος βαθμηδόν από των άκρων φιλοπολέμων. Τούτο έδιδεν εις τους παλαιούς του αντιπάλους λαβήν προς την από πολλού σκευωρουμένην επίθεσιν. Κάποιος Κτησιφών — ονομαστός κατά τον Αισχίνην διότι ήτο ο μόνος γελών διά τους αστεϊσμούς του Δημοσθένους — είχε προτείνει, ολίγον μετά την εν Χαιρωνεία μάχην, να στεφανωθή ο Δημοσθένης εν τω θεάτρω του Διονύσου διά στεφάνου χρυσού, «αρετής συμπσης ένεκα και ευνοίας της προς την πόλιν». Αμέσως ο Αισχίνης «εγράψατο Κτησιφώντα παρανόμων», Αλλ' η δίκη ανεβλήθη μέχρι του 330. Ο Κατά Κτησιφώντος του Αισχίνου στηρίζεται εις τα εξής τρία· πρώτον ότι ήτο παράνομον να στεφανωθή υπεύθυνος έτι άρχων, ο δε Δημοσθένης κατείχε τότε δύο αρχάς· δεύτερον, ότι παράνομος ήτο ανακήρυξις εν τω θεάτρω και τρίτον, ότι ο Δημοσθένης δεν ήτο πολίτης αγαθός ουδέ άξιος του στεφάνου. Ήτο φανερόν, ότι αν το τρίτον κεφάλαιον συνεζητείτο, τα δύο πρώτα θα ήσαν ασήμαντα. Η αγωγή, εννοείται, ήτο άμεσος πρόκλησις προς τον Δημοσθένη και αυτός αντεπεξήλθεν ως συνήγορος του Κτησιφώντος διά του Περί του στεφάνου, όπως υπερασπίση ολόκληρον τον πολιτικόν του βίον.
Αλλ' η πανουργία της επιθέσεως του Αισχίνου έγκειται εις τούτο. Κατά το πραγματικόν ζήτημα, το μεταξύ της μιας και της άλλης πολιτικής, η μεγάλη πλειοψηφία ήτο βεβαίως υπέρ του Δημοσθένους. Αλλά το φλέγον ερώτημα ήτο αν ο Δημοσθένης των τελευταίων οκτώ ετών ήτο απαράλλακτος ο Δημοσθένης των Φιλιππικών. Ο Αισχίνης γινώσκων ότι κατίσχυον οι περί τον Υπερείδην άκροι φιλοπόλεμοι, λαλεί διαρρήδην υπέρ αυτών. Εξαίρει πονηρότατα πόσον ο Δημοσθένης κατά την αρχήν του σταδίου του ειργάσθη χάριν της ειρήνης και φθάνει μέχρι τόσου θράσους, ώστε να τον κατηγορή ότι προ μικρού απώλεσε τρεις ευκαιρίας να καταβάλη τον Αλέξανδρον! Και ταύτα, ενώ αυτός ήτο φίλος και υποστηρικτής του Αλεξάνδρου! Προς τας συκοφαντίας ταύτας ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' απαντήση απλώς διά καθαράς καταγγελίας περί προδοσίας του Αισχίνου, ήτις θα επέφερε την ήτταν τούτου και την αποστολήν αυτού δεσμίου προς τον Μακεδόνα. Αλλ' ο Δημοσθένης δεν απαντά προς ταύτα. Αφήνει τους φιλοπολέμους ν' αποφασίσωσι σιωπηλώς κατά πόσον αυτός εξυπηρέτησε την πολιτικήν ολοκλήρου της ζωής του, και αν μετενόει διά την Χαιρώνειαν ή όχι. Τούτο ήτο αρκετόν. Ο Αισχίνης ουδέ το πέμπτον έλαβε των ψήφων και έφυγε κατησχυμμένος εξ Αθηνών. Αποκατεστάθη εις την Ρόδον, όπου ήνοιξε σχολήν, ελέγετο δε ότι ο Δημοσθένης συνέδραμε χρηματικώς αυτόν (311).
Αλλ' οι εχθροί του δεν ανέμενον επί πολύ. Τω 324 ο Άρπαλος, ο ταμίας του Αλεξάνδρου, κατέφθασε μετά στόλου και 70 ταλάντων δηλαδή τελείας παρασκευής προς επανάστασιν. Εζήτησε να γίνη δεκτός εις τας Αθήνας και οι άκροι φιλοπόλεμοι ήνοιγον τας αγκάλας προς αυτόν. Αλλ' ο καιρός ήτο δι' άλλους λόγους ακατάλληλος· όθεν ο Δημοσθένης προέτεινε κάτι δεξιώτερον· θέλων ν' αποφύγη πάσαν φανεράν ρήξιν προς τον Αλέξανδρον, εζήτει ν' αποπέμψη τον στόλον του ο Άρπαλος και τότε συγκατένευε να τον δεχθή απλώς ως ιδιώτην πρόσφυγα. Εάν δε ο Αλέξανδρος εζήτει την έκδοσιν αυτού, ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' αποφύγη τούτο (ως ζήτημα προσωπικόν) χωρίς να διαταράξη τας προς τον βασιλέα σχέσεις. Οι μακεδονίζοντες επέμενον όπως ο Άρπαλος συλληφθή, το δε χρυσίον κατατεθή εις τον Παρθενώνα, ως παρακαταθήκη του Αλεξάνδρου. Ο Δημοσθένης συνεφώνησεν εις ταύτα διά μακρού λόγου, αλλά κατόπιν είναι γνωστόν μόνον ότι ο Άρπαλος αίφνης εδραπέτευσε και το ποσόν μετρηθέν κατ' απαίτησιν των μακεδονιζόντων, ευρέθη ολιγώτερον παρά το ήμισυ. Ότι τα χρήματα εδαπανώντο εις μυστικάς πολεμικάς παρασκευάς είναι αναμφίβολον· οι μακεδονίζοντες εζήτουν επισήμους ανακρίσεις και άμεσα μέτρα. Αλλ' ο Δημοσθένης κατώρθωσε να παραπεμφθή το ζήτημα εις την εξ Αρείου πάγου βουλήν και ν' αναβληθή. Αλλά τέλος εδικάσθη, η δε βουλή χωρίς να δηλώση, τι απέγιναν τα χρήματα, ηύρεν ενόχους δωροδοκίας πολλούς και δη τον Δημοσθένη. Οι μακεδονίζοντες έδραξαν την περίστασιν, και αφ' ενός μεν κατεδίωξεν αυτόν ο ΔΕΙΝΑΡΧΟΣ, αφ' ετέρου δε ο Υπερείδης. Ο Δείναρχος ήτο Κορίνθιος, φημισθείς εκ της δίκης ταύτης, διότι και οι τρεις σωζόμενοι λόγοι του σχετίζονται προς αυτήν· εκαλείτο δε «κρίθινος Δημοσθένης» (διά το «τραχύ και γοργόν και σφοδρόν», όπερ εμφαίνει προ πάντων ο Κατά Δημοσθένους λόγος] (312). Πολύ, μέχρις υποψίας διάφορος, είναι ο Κατά Δημοσθένους του Υπερείδου, όστις ουδέν λέγει δυνάμενον διά παντός να διαρρήξη την φιλίαν των (313) και εφιστά την προσοχήν εις την θέσιν του Δημοσθένους, εις το άλυτον ζήτημα του τι εσκόπει να κάμη διά των χρημάτων εκείνων. Αλλά ζητεί την καταδίκην του μετά ψυχραιμίας, ήτις δικαιολογεί τα λεγόμενα περί του θάρρους του. Ο Δημοσθένης κατεδικάσθη. Μη δυνάμενος δε να καταβάλη το τεράστιον πρόστιμον των 50 ταλάντων, έφυγεν εις την Τροιζήνα.
Εννέα μήνας μετά ταύτα, ο Αλέξανδρος απέθανε και η Ελλάς εξηγέρθη. Τότε ο Δημοσθένης μετά του κατηγόρου του Υπερείδου εστάλη όπως εξεγείρη τους Πελοποννησίους, επανερχόμενος δε εις Αθήνας, έτυχεν ενθουσιωδεστάτης υποδοχής. Ο πόλεμος ήρχισεν επιτυχώς. Ο σωζόμενος Επιτάφιος του Υπερείδου εξεφωνήθη κατά το πρώτον αυτού έτος. Αλλά τω 322 επήλθεν η ήττα της Κραννώνος, και ο Αντίπατρος εζήτησε την παράδοσιν του Δημοσθένους και του Υπερείδου. Ο γέρων Δημάδης, ανίσχυρος να μεσιτεύη πλέον, έγραψε το ψήφισμα της εις θάνατον καταδίκης. Ο Δημοσθένης κατέφυγε τότε εις το ιερόν του Ποσειδώνος το εν Καλαυρία, όπου συλληφθείς υπό του Αρχίου, έπιε δηλητήριον. Ο Υπερείδης λέγεται ότι εκόπη την γλώσσαν και εβασανίσθη, όπερ θα ήτο ίσως απίστευτον, αν μη ήτο γνωστόν ότι μετά την απώλειαν της ελευθερίας κατέκλυσε την Ελλάδα η ασιατική βαρβαρότης και αγριότης.
Ο Δημοσθένης ουδέποτε διέφυγε την επήρειαν της νοσηράς ατμοσφαίρας, όπου έζη. Και αυτός πολιτικώς παραφερόμενος, είν' επικίνδυνος διδάσκαλος. Όθεν αι σχολαί της Αλεξανδρείας, ως μοναρχικαί δεν τον εθαύμαζον. Ο Γρότε τον ενόμιζεν αθλητήν της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ο Niebuhr (1804) εξελάμβανε τον Φίλιππον ως Ναπολέοντα, και τον Δημοσθένην ως τον ιδεώδη αυτού τιμωρόν. Αλλ' από του 1870, αφ' ότου η μοναρχική στρατοκρατία ήλλαξε διαμονήν, οι Γερμανοί σοφοί (314) στενοχωρούμενοι διά την ομοιότητα Δημοσθένους και Γαμβέττα, κατακρίνουσιν εν γένει την πολιτικήν της revanche. Είς τούτων ενθυμείται και τον «δημοκόπον Γλάδστωνα». Οι δε τεχνοκρίται διαβάλλουσι την δόξαν του ρήτορος, επικρίνοντες τον σχηματισμόν και τον ρυθμόν των φράσεών του και δεικνύοντες ότι απέφευγε την σύμπτωσιν περισσοτέρων των δύο βραχειών συλλαβών. Αλλ' είναι απλοϊκός των νεωτέρων βαρβαρισμός να νομίζωμεν ότι πολλή περί τας τοιαύτας λεπτομερείας προσοχή αποδεικνύει το μη αυθόρμητον των ρητορικών λόγων.
Δεν απόκειται εις ημάς να συζητήσωμεν την αξίαν της πολιτικής του Δημοσθένους. Το ζήτημα εξαρτάται αφ' ενός μεν εξ ιστορικών προβλημάτων, αφ ετέρου δε και εκ της σπουδαιότητος, ήν αποδίδομεν καθείς εις τον πολιτισμόν και την ελευθερίαν· από ποίου δηλαδή σημείου θεωρούμεν άνδρα τινά υποχρεούμενον να υποκύψη σιωπηλώς εις τον ζυγόν άλλου, ηθικώς υποδεεστέρου. Οι Αθηναίοι, και αφού υπέμειναν τα πάνδεινα, προκειμένου να υποταχθώσιν, ενόμισαν κάλλιον να πέσωσι κατόπιν μάχης.
Περί δε της φιλαληθείας του Δημοσθένους, η ανόητος τάσις των θεωρούντων τους πολιτικούς αυτού λόγους ως αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων επέφερε φυσικήν αντίδρασιν· οι νέοι κριτικοί επιπίπτουσιν άγριοι και κατά των ελαχίστων αυτού υπερβολών· ούτως ο Holm ευρίσκει «τρία χονδρά ψεύδη του αριστοτεχνήματος εκείνου της σοφιστείας, του γ' Φιλιππικού»· δηλαδή τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος, ότ' εκυρίευε χωρία τινά, είχεν ήδη ομόσει, ενώ πράγματι μόνον είχε πείσει τους Αθηναίους να λάβωσι τους όρκους· τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος εβάδιζε ταχύτατα εξαρτύσας «ψιλούς, ιππέας, τοξότας, ξένους», ισχυρισμόν αληθινόν, αλλ' αποκρύπτοντα ότι ήγε και βαρείαν φάλαγγα οπλιτών και τέλος την συκοφαντίαν, ότι ο Φίλιππος ήλθε προς τους Φωκείς ως σύμμαχος, ενώ πράγματι είχεν επίτηδες αφήσει τους σκοπούς του αμφιβόλους. Αλλ' ο κριτικός ο δεινολογών διά μικρολογήματα τοιαύτα, ολίγην έχει είδησιν περί κοινοβολευτικών αγώνων.
Αναμφισβήτητον είναι ότι ο Δημοσθένης παρέβαινε την λεπτήν συμπεριφοράν και την εθιμοτυπίαν, ότε κατηγόρει τους συμπρεσβευτάς του, και κατόπιν ότ' ενεδύθη εορτάσιμα διά την δολοφονίαν του Φιλίππου, αν και μόλις προ μικρού είχεν ο ίδιος χάσει την μόνην του θυγατέρα. Κατά τας αρχάς του εσχάτου πολέμου η ενέργεια του Φιλίππου ήτο τόσον άμεμπτος, όσον και η συμπεριφορά ετέρου Φιλίππου προς τον Γουλιέλμον της Οράγγης. Μεταξύ δε των δικανικών του Δημοσθένους λόγων ευρίσκομεν περιεργοτάτην μεταστροφήν. Κατά τα 350 έγραψεν Υπέρ Φορμίωνος κατ' Απολλοδώρου περί τραπεζιτικών χρημάτων και εκέρδισε την δίκην. Το δε ακόλουθον έτος έγραψεν υπέρ του Απολλοδώρου, Κατά Στεφάνου, εγκαλών ως ψευδομάρτυρα ένα των προηγουμένων του μαρτύρων και στηλιτεύων την πονηρίαν του Φορμίωνος. Και ίσως μεν ο Δημοσθένης ανεκάλυψε κατόπιν επιβαρυντικά τινα κατά του παλαιού του πελάτου, λ. χ. ότι ο Στέφανος είχε ψευδομαρτυρήσει. Αλλά σχετικώτερον προς το πρόβλημα φαίνεται το γεγονός, ότι κατ' αυτό εκείνο το έτος ο Απολλόδωρος ουχί άνευ ιδίου κινδύνου είχε προτείνει ό,τι προ μακρού επόθει ο Δημοσθένης, ήτοι την χρήσιν των θεωρικών προς πολεμικήν παρασκευήν και έκτοτε παρέμεινε πιστός του ρήτορος φίλος. Η δε υπόθεσις του Μειδίου είναι λαμπρόν παράδειγμα της υποταγής της ιδιωτικής φιλοτιμίας εις το δημόσιον συμφέρον. Ο Μειδίας, στενός φίλος του Ευβούλου, είχεν υβρίσει και ραπίσει τον Δημοσθένην, όντα χορηγόν κατά την εορτήν των Διονυσίων. Ο Δημοσθένης ητοιμάζετο να διώξη αυτόν [348] και έγραψε τον σωθέντα σφοδρότατον Κατά Μειδίου λόγον, όπου ζητεί την αυστηροτάτην αυτού τιμωρίαν. Εν τω μεταξύ όμως ήρχισαν αι περί της ειρήνης διαπραγματεύσεις του 346 και ο Δημοσθένης θέλων να συνεργασθή μετά του Ευβούλου, εδέχθη αποζημίωσιν και απέσυρε την μήνυσιν.
Αναγινώσκοντες τον Δημοσθένην και τον Αισχίνην ουδέποτε πρέπει να λησμονώμεν ότι έχομεν ενώπιον μας μεσημβρινόν λαόν, ευρισκόμενον εν τη αγωνία της υστάτης πάλης· εκεί αβρότης ή λεπτότης δεν υπάρχει, ουδέ στολισμός της μονομαχίας. Οι άνδρες μάχονται κρατούντες ξίφη γυμνά και αποβλέποντες εις τον σκοπόν. 0 Δημοσθένης ενόμιζε τους αντιπάλους του όχι σφαλλομένους πολιτικούς, αλλά προδότας επιόρκους, οίτινες επώλησαν την πατρίδα εις τον βάρβαρον. Εκείνοι πάλιν τον ενόμιζον, όχι ίσως προδότην, — τούτο ήτο αδύνατον — αλλά κακόβουλον και μανικόν άνθρωπον, εμποδίζοντα πάσαν ειρηνικήν διευθέτησιν των πραγμάτων. Αι λέξεις «προδότης» και «δωροδόκος» εκυκλοφορούντο τότε πανταχού, αλλ' ουδεμία απεδείχθη προδοσία, ουδέ πραγματική δωροδοκία, πλην εάν ονομάσωμεν ούτω την υπόθεσιν του Αρπάλου. Ταμιακά σκάνδαλα εν Αθήναις δεν υπήρχον, ουδέ καν νομικαί ατασθαλίαι· υπήρχε δε μοναδική τιμιότης εις την διαχείρισιν των κοινών. Οι Αθηναίοι ους επετίμα ως αδιαφόρους ο Δημασθένης, εδείκνυον έντασιν αυτοθυσίας και προσπαθείας, όσην ολίγοι πολιτισμένοι λαοί δύνανται σήμερον να υποστώσιν. Η περί δωροδοκίας υποψία κυρίαν αφορμήν είχεν ότι τότε οι Αθηναίοι ευρέθησαν ενώπιον εχθρού πολύ υπερτέρου κατά την υλικήν δύναμιν και την διπλωματικήν τέχνην. Τους εξέπλησσε το παράδοξον ότι ενώ ενίκων κατά τας πλείστας μάχας, αδιακόπως τα πράγματά των εγίνοντο χειροτέρα. Πώς ημιβάρβαρος βασιλεύς ενέπαιζε τους ευφυεστάτους των πολιτευομένων; Εξ άπαντος υπήρχε λοιπόν προδότης! Η σκέψις αύτη παρέφερε τον Δημοσθένη μέχρι μανίας. Έβλεπε γύρω κόσμον όλον προδοτών, και εφώρμα κατά τινος Αντιφώντος εν τω μέσω της οδού να τον συλλάβη. Κατά καλήν τύχην οι δικασταί ήσαν σωφρονέστεροι, και σχεδόν ουδένα κατεδίκαζον. Τα αυτά περίπου συνέβαινον και εν Ιταλία προ του 1848 και μετά ταύτα, ότε γενναίοι πατριώται κατηγόρουν αλλήλους ως προδότας. Αλλ' όμως οι άνδρες του 404, του 338 και αυτού του 262 π. Χ. ολίγους έχουσιν ίσους κατά την φιλοπατρίαν και την αυτοθυσίαν.
Άλλο δυσάρεστον αποτέλεσμα της υποψίας και του μίσους εκείνου είναι η υπερβολή και κατάχρησις της γλώσσης των αντιπάλων. Όχι βεβαίως εν τη εκκλησία του δήμου· διότι ο Δημοσθένης δημηγορών ουδέ μνημονεύει κανένα. Αλλ' ενώπιον των δικαστηρίων αι επιθέσεις ήσαν άγριαι, εκεί δε κατέληγον συχνά οι πολιτικοί αγώνες. Και σήμερον οι δικηγόροι επισωρεύουσι «σκάνδαλα», οπωσδήποτε σχετικά προς τους διαδίκους ή τους μάρτυρας. Αλλ' η κατά του Αισχίνου επίθεσις εν τω Περί του στεφάνου ήτο όλως εξαιρετική. Ο Δημοσθένης τον εμίσει κατάκαρδα. Αλλ' ίσως δεν θα κατέβαινε μέχρι του πατρός και της μητρός και της ανατροφής του, εάν μη ο Αισχίνης υπερηφανεύετο πάντοτε διά την καταγωγήν του, — διότι βεβαίως ήτο κοινωνικώς ανώτερος του Δημοσθένους και περισσότερον πεπαιδευμένος — και αν μη προσέβαλλεν αυτός τον Δημοσθένην ως πρόστυχον δημαγωγόν. Και πάλιν ίσως ο Δημοσθένης θα μετενόει διά τους κατά της γραίας σαρκασμούς του (315), είναι δε καλόν και οι νεώτεροι λόγιοι να μη ανευρίσκωσιν υπό τας λέξεις ανυπάρκτους σημασίας.
Ο Δημοσθένης (316) λοιπόν πρέπει να κρίνεται μετά των τότε καιρών. Ούτε άγιος ήτο, ούτε μέτριός τις άνθρωπος. Ήτο ανήρ μεγαλοφυής και υπό τινας επόψεις ήρως· βεβαίως «φανατικός», πάντοτε δε «πολιτευόμενος». Είναι αντιπρόσωπος των Αθηνών εις τον συνδυασμόν εκείνον της οξυνοίας και της δραστηριότητος μετά του ευγενούς ιδανικού, την ένωσιν εκείνην του πάθους και της τέχνης, την επιζήτησιν της ηθικής απόψεως των πραγμάτων ήτοι του αγαθού και του καλού, ήτις είναι το κύριον γνώρισμα των πλείστων συγγραφέων της Ελλάδος. Αν ονομάσωμεν ως ο Κοϊντιλιανός «κακόν» τον Δημοσθένη, πρέπει να είπωμεν κακόν και αυτόν τον Ησαΐαν. Τούτο σημαίνει είτε ότι γενναίαι λέξεις και στοχασμοί δεν εμφαίνουσιν αρετήν, είτε ότι τας ισχυράς ταύτας εκφράσεις της ψυχής δύναται να εκστομίση και αγύρτης. Αλλά τούτο δεν είναι πιστευτόν. Δύο χωρία του Δημοσθένους αντηχούσιν εις τα ώτα ημών ως πισταί εικόνες του ανδρός «Ου γαρ έστιν, ουκ έστιν, ω άνδρες Αθηναίοι, αδικούντα καπιορκούντα και ψευδόμενον δύναμιν βεβαίαν κτήσασθαι· αλλά τα τοιαύτα εις μεν άπαξ και βραχύν χρόνον αντέχει και σφόδρα γ' ήνθησ' επί ταις ελπίσιν αν τύχη, τω χρόνω δε φωράται και περί αυτά καταρρεί» (317).
«Αλλ' ουκ έστ' ουκ έστιν όπως ημάρτετ' άνδρες Αθηναίοι, τον υπέρ της απάντων ελευθερίας και σωτηρίας κίνδυνον αράμενοι, μα τους Μαραθώνι προκινδυνεύσαντας των προγόνων, και τους εν Πλαταιαίς παραταξαμένους και τους εν Σαλαμίνι ναυμαχήσαντας και τους επ' Αρτεμισίω και πολλούς ετέρους τους εν τοις δημοσίοις μνήμασι κειμένους αγαθούς άνδρας, ούς άπαντας η πόλις της αυτής αξιώσασα τιμής έθαψεν, Αισχίνη, ουχί τους κατορθώσαντας αυτών, ουδέ τους κρατήσαντας μόνους» { It cannot be, Athenians, that you did wrong when you took upon you the battle for the freedom and safety of all. No, by our fathers who first met the Μede at Marathon, by the footmen of Platοea, by the sailors of Salamis and Artemisium, by all the brave men lying in our national sepulchres — whom the city has interred with honour, ΑEschines, all alike, not only the successful or the victorious! It cannot be, Athenians, that you did wrong when you took upon you the battle for the freedom and safety of all. No, by our fathers who first met the Μede at Marathon, by the footmen of Platοea, by the sailors of Salamis and Artemisium, by all the brave men lying in our national sepulchres — whom the city has interred with honour, ΑEschines, all alike, not only the successful or the victorious! } (318).
ΙΗ' Η ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Η ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΪΚΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
I. ΑΠΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΤΟΤ ΑΚΤΙΟΥ
Αν και συχνότατα και στερεοτύπως επαινούμεν την ελληνικήν λογοτεχνίαν, σπανίως ενθυμούμεθα το μοναδικόν μάκρος της ζωής της. Από των προϊστορικών αρχών του έπους μέχρι Ναύλου του Σιλεντιαρίου και του Μουσαίου, δηλαδή μέχρι του έκτου μ. Χ. αιώνος, ουδεμία υπήρξε γενεά στερουμένη ωραίας ποιήσεως, μάλλον ή ήττον πρωτοτύπου. Από δε του Εκαταίου μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπήρχε σχεδόν αδιάκοπος άλυσις ιστορικών, και δύναται κατά μίαν έποψιν να λεχθή ότι η ιστορία την τελειοτάτην έκφρασίν της ηύρε κατά τον β' αιώνα π. Χ. διά του στόματος του Πολυβίου. Έτι δε προφανέστερον η φιλοσοφία διέλαμψε κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους· πολλοί δε διατείνονται ότι, αν υπήρξαν προ του Πλάτωνος μεγάλοι κατ' ιδίαν φιλόσοφοι, τα μέγιστα όμως της θεωρίας κατορθώματα δεν επετελέσθησαν ειμή διά του Επικτήτου και του Πλωτίνου. Η δε γραμματεία της γνώσεως και της φυσικής επιστήμης αρχίζει μόνον από του σημείου, όπου λήγει το προκείμενον βιβλίον. Επίσης δύναται να λεχθή ότι ο σπουδαιότατος παράγων της δημιουργικής λογοτεχνίας, ο έρως, είχε σχεδόν εκπέσει των δικαιωμάτων του καθ' όλην την αττικήν περίοδον και ότι ο Μίμνερμος και η Σαπφώ δεν απέκτησαν άξιον διάδοχον προ της εμφανίσεως του Θεοκρίτου.
Και όμως ο θάνατος του Δημοσθένους είναι πράγματι μέγα όριον. Δηλαδή προ αυτού μεν η ελληνική λογοτεχνία υπήρξεν απολύτως μοναδική· μετ' αυτόν δε είναι απλώς πρώτης τάξεως λογοτεχνία, όπως η λατινική ή η γαλλική ή η ιταλική. Βεβαίως αδύνατον είναι να χαράξη κανείς γραμμήν χωρίζουσαν την δημιουργίαν από της απλής εφαρμογής· αλλά κατά την κοινήν των λέξεων σημασίαν προ του θανάτου του Δημοσθένους οι Έλληνες ποιηταί, λογογράφοι, φιλόσοφοι και ρήτορες αληθώς εδημιούργουν, δηλαδή παρήγον πράγματα, των οποίων ουδαμού ευρίσκοντο πρότυπα· κατόπιν δε απλώς εφήρμοζον και ετελειοποίουν, παράγοντες πράγματα παρόμοια προς άλλα, υπάρχοντα προτού.
Αύτη είναι η μία μεγάλη διαφορά· η άλλη είναι παραπλησία. Είδομεν πως η ήττα του 404 εμάρανε τας ελπίδας των Αθηνών, εσάλευσε την πίστιν αυτών εις τον ίδιον προορισμόν και εις την ανθρωπίνην πρόοδον. Κατόπιν αι ήτται της Χαιρωνείας και της Κραννώνος απέσβεσαν και τους απομείναντας σπινθήρας. Αι Αθήναι και η όλη διανοουμένη Ελλάς είδον εναργή την εκ των μεγάλων μαχών προκύπτουσαν αμείλικτον αλήθειαν, ότι εν τέλει κατισχύει η υλική βία. Η ελευθέρα πολιτική ζωή παρήλθεν. Αι δε πολιτικαι θεωρίαι ήσαν άχρηστοι, διότι οι δορικτήτορες δεν ήκουον αυτάς. Και αυτός ο Αριστοτέλης ο γενόμενος διδάσκαλος του Αλεξάνδρου και διατελών φίλος αυτού, εθεώρει ότι αι κατακτήσεις και το όλον σύστημα του Αλεξάνδρου ήσαν εντελώς άσχετα προς οιανδήποτε λογικήν σύστασιν της κοινωνίας. Την ιδέαν ταύτην εχάραξαν βαθυτέραν τα γεγονότα των δύο κατόπιν αιώνων και πολιτικαί φιλοδοξίαι δεν εκίνουν πλέον ούτε την ζωήν ούτε την λογοτεχνίαν. Βεβαίως πολλαί γενεαί και πολλοί λαοί έζησαν καλώς και άνευ ελευθερίας πολιτικού βίου ή Λόγου ή σκέψεως. Αλλ' αυτά τόσον ήσαν ερριζωμένα εντός της καρδίας της ελληνικής φυλής, ώστε ωλιγοψύχησεν αφότου εστερήθη τούτων.
Οι άνθρωποι του μεσαίωνος και οι Ανατολίται αντί διαφέροντος είχον τουλάχιστον θερμήν θρησκευτικήν πίστιν. Αλλά οι μεταγενέστεροι Έλληνες εστερούντο και της παραμυθίας ταύτης. Ήδη από του πέμπτου αιώνος η θρησκεία εψυχορράγει μεταξύ των πεπαιδευμένων μετά δε τον τέταρτον δεν ήτο άξια ουδέ καν να πολεμηθή· εθεωρείτο δηλαδή μωρία χρήσιμος μόνον εις τον όχλον πας δε φιλόσοφος ηρωτάτο αν είχε τίποτε άλλο προς αντικατάστασιν αυτής· προς ικανοποίησιν δε της ζητήσεως ταύτης κατηναλώθη κατά τον τέταρτον αιώνα πολλή ευφυία. Εξ ενός αι Αθήναι επληρώθησαν περιέργων θρησκευμάτων αναζησάντων, εισαχθέντω ή εφευρεθέντων· η δεισιδαιμονία ήτο τότε σπουδαίον στοιχείον της ζωής· τούτο υποδεικνύει μεν και η επιμονή του Επικούρου εις το ζήτημα τούτο, καθώς και αι κωμωδίαι του Αντιφάνους και του Μενάνδρου, ο Οιονιστής και ο Δεισιδαίμων αλλά διαρρήδην μαρτυρούσιν αι σωθείσαι επιγραφαί. Εξ άλλου ήλθον τα μεγάλα Φιλοσοφικά συστήματα, τρία των οποίων ήσαν καθαυτό θρησκευτικά, αρμόζοντα μάλλον εις τον έκτον π. Χ. αιώνα ή τον τρίτον. Οι μεν Κυνικοί εφρόντιζον μόνον περί της αρετής και της σχέσεως της ψυχής προς τον θεόν· ο δε κόσμος και η σοφία του και αι τιμαί του δι' αυτούς ήσαν άχυρα. Οι δε Στωικοί και οι Επικούρειοι, καίπερ διαφέροντες εντελώς εκ πρώτης όψεως, ήσαν σχεδόν όμοιοι κατά τον τελικόν σκοπόν. Αυτοί κυρίως εφρόντιζον περί της ηθικής δηλαδή του πρακτικού ζητήματος, πώς πρέπει να κανονίζη ο άνθρωπος τον βίον. Και ησχολήθησαν μεν ολίγον και αι δύο σχολαί εις την επιστήμην, οι μεν Επικούρειοι εις την φυσικήν, οι δε Στωικοί την λογικήν και την ρητορικήν, αλλά μόνον ως μέσον άγον προς τον κύριον σκοπόν. Οι Στωικοί επεζήτουν να προσελκύσωσι τας καρδίας και τας συνειδήσεις των ανθρώπων διά δεξιότητος περί αφηρημένα επιχειρήματα και διά εξάρσεως των στοχασμών και της εκφράσεως, οι δ' Επικούρειοι να καθοδηγήσωσι την ανθρωπότητα εις τον προορισμόν της χωρίς να υποδουλωθή εις ιδιοτρόπους θεούς ή να θυσιάση την ελευθέραν βούλησιν.
Δύο μόνον μεγάλα συστήματα απέμειναν περισσότερον σκεπτόμενα και ολιγώτερον παθαινόμενα· η Ακαδήμεια, ήτις μετά τον θάνατον του ιδρυτού της και του Σπευσίππου εστράφη από παραδόξου μεταφυσικής εις κριτικήν και σκεπτικήν εκλεκτικότητα, και το Λύκειον ή ο Περίπατος, όπου η γνώσις ωργανώθη κατά τρόπον αποτελούντα το κυριώτατον γνώρισμα της περιόδου ταύτης. Ο ιδρυτής αυτής ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ο Σταγιρίτης (384-322 π. Χ.) και κατά τον χαρακτήρα και κατά τους χρόνους ίσταται μεταξύ φιλοσόφου των Αθηνών και λογίου της Αλεξανδρείας. Ήλθεν εις τας Αθήνας δεκαεπταέτης και διέμεινεν ενταύθα είκοσιν έτη. Αλλά ηνδρώθη υπό την σκιάν του Μακεδόνος, έχων πατέρα τον ιατρόν του Αμύντα του β'· δεν ηγάπα λοιπόν τους δημοκρατικούς, ουδ' εφρόντιζε περί της πολιτικής τύρβης των Αθηνών· το πρώτον έργον, όπερ εδημοσίευσεν, επιστολή κατά το ύφος του Ισοκράτους, ήτο προτρεπτικός εις φιλοσοφίαν, όπου ο θεωρητικός βίος προκρίνεται του αντιθέτου, του πρακτικού· εις την αρχήν ταύτην παρέμεινε πιστός ο Αριστοτέλης μέχρι τέλους. Κύριον διδάσκαλον είχε τον Πλάτωνα· αλλ' ήτο ακόρεστος εραστής της γνώσεως, καταγινόμενος όχι μόνον εις την ιστορίαν της προηγουμένης φιλοσοφίας, εις τας μαθηματικάς ζητήσεις του Ευδόξου και τα μυστήρια των Πυθαγορείων, αλλά και εις λεπτομερείς σπουδάς, καθώς την συναγωγήν των δραματικών διδασκαλιών και των ειδών των πολιτευμάτων. Τας προς τον διδάσκαλόν του σχέσεις απεικονίζει καλώς η περίφημος φράσις των Ηθικών· [Α', 6 σ. 1095 α 16] «δυοίν γαρ όντοιν φίλοιν, όσιον προτιμάν την αλήθειαν» { Both being dear, I am bound to prefer Truth! } Άλλος περισσότερον αφωσιωμένος ή ολιγώτερον πρωτότυπος μαθητής, π.χ. ο Σπεύσιππος, δεν ήθελεν αντιθέσει τον Πλάτωνα προς την αλήθειαν. Μετά τον θάνατον του Πλάτωνος (347) σχολάρχης της Ακαδημείας εξελέγη ο Σπεύσιππος, τότε δε ο Αριστοτέλης ενόμισε πρέπον ν' αφήση τας Αθήνας, καθώς και ο Ξενοκράτης, ο μετέπειτα διάδοχος του Σπευσίππου. Ο Αριστοτέλης, περάσας τρία έτη εν Άσσω της Μυσίας, ενυμμεύθη την Πυθιάδα, την ανεψιάν του εκεί δυνάστου, κατά τρόπον ρωμαντικόν, αφού δηλαδή την έσωσεν από τινος οχλαγωγίας. Κατά δε το 343 π. Χ. προσεκλήθη εις την Πέλλαν υπό του Φιλίππου, και ανέλαβε την εκπαίδευσιν του Αλεξάνδρου, όστις ήτο τότε δέκα τριών ετών.
Περί των μαθημάτων εκείνων ουδέν είναι γνωστόν και πιθανώς ολίγα είχον κοινά ο ζηλωτής του Αχιλλέως και ο μέγας θεωρητικός, πλην τούτου μόνον, ότι και οι δύο ήσαν υπέροχοι. Γνήσιος φίλος του Αριστοτέλους ήτο, φαίνεται, ο Φίλιππος. Ο Αριστοτέλης είχεν ίσως ποθήσει, καθώς ο Πλάτων και ο Ισοκράτης, να προσηλυτίση κανένα ηγεμόνα· τουλάχιστον έκαμε προ του Φιλίππου δύο πειράματα επί δύο μικρών δυναστών, του Θεμίσωνος της Κύπρου και του Ερμείου, του θείου της γυναικός του. Έν έτος μετά τον θάνατον του Φιλίππου, ο μεν Αριστοτέλης επανήλθεν εις τας Αθήνας, ο δε Αλέξανδρος εξεστράτευσε κατά των Περσών. Αλλ' ο Αριστοτέλης ουδέποτε είχεν επιδοκιμάσει το σχέδιον της κατακτήσεως της Ασίας· διότι δεν ήτο «θεωρητικόν». Αλλά και την άλλην του συμβουλήν, ότι ο κατακτητής έπρεπε να είναι των μεν Ελλήνων ηγεμών, των δε βαρβάρων κύριος, απέρριψεν ο Αλέξανδρος, επιμένων να μη κάμνη διάκρισιν μεταξύ των δύο. Yπήρχεν επίσης και άλλη μεταξύ των προστριβή, ιδιαιτέρα και χειροτέρα· κάποιος Καλλισθένης, τον οποίον ο Αριστοτέλης του αφήκεν ως σύμβουλον, εθεωρήθη ως μέτοχος συνωμοσίας και εθανατώθη. Αλλά φανερά διάστασις διδασκάλου και μαθητού δεν επήλθεν. Κατ' εκείνο δε πιθανώς το έτος (335) ο Αριστοτέλης ίδρυσε την φιλοσοφικήν σχολήν του εντός οικοδομής, εχούσης «περίπατον», ήτοι στεγασμένον ηλιακόν, και κειμένης πλησίον του άλσους του Λυκείου Απόλλωνος, ολίγον έξω του άστεως (319). Τούτο ήτο ίδρυμα μάλλον ομοιάζον προς τας βιβλιοθήκας της Αλεξανδρείας ή προς την Ακαδήμειαν και πιθανώς έχον, όπως εκείναι, χορηγίαν βασιλικήν. Η παντοφάγος πολυμάθεια του Αριστοτέλους και η οργανωτική του μεγαλοφυία εύρον εκεί τον εντελή προορισμόν των. Εκεί ο φιλόσοφος περιστοιχούμενος υπό των συμφιλοσοφούντων, καθωδήγει αυτούς εις ποικίλας ερεύνας και συλλογάς· ήκουεν αντιλογίας και επέκρινεν αυτάς ελευθέρως· και τοιουτοτρόπως ανήγειρε το γιγάντειον εκείνο οικοδόμημα, της ωργανωμένης και αιτιολογουμένης γνώσεως, όπερ υπήρξε το θαύμα των έκτοτε γενεών.
Τα συγγράμματα του Αριστοτέλους οι μεταγενέστεροι περιπατητικοί διήρεσαν εις εξωτερικούς και ακροαματικούς λόγους, δηλαδή έργα προς δημοσίευσιν και υπομνήματα προς διδασκαλίαν. Η δόξα δε του φιλοσόφου κατά τους αρχαίους χρόνους εστηρίζετο εντελώς εις την πρώτην τάξιν, και ιδίως εις τους δημωδεστέρους διαλόγους· και όμως είναι πράγματι περίεργον, ότι εξαιρουμένης ίσως της Αθηναίων πολιτείας, ουδέ έν έργον της σειράς εκείνης διεσώθη. Ο ημέτερος Αριστοτέλης δεν περιλαμβάνει συμπληρωμένα και προσωπικά έργα τέχνης, καθώς είναι οι διάλογοι του Πλάτωνος αλλά μόνον υπομνήματα, δηλαδή τας χάριν της σχολής σημειώσεις. Τούτο εξηγεί τους υπαινιγμούς και τας ελλείψεις του ύφους, τα ανέκδοτα και τα παραδείγματα, τα οποία μνημονεύονται χωρίς ν' αναπτύσσωνται· εξηγεί επίσης τας επαναλήψεις και παραδρομάς και τας ενιαχού αντιφάσεις. Διάφοροι συμφιλοσοφούντες, συνεκόμισαν ύλην, ποικίλοι δε σχολάρχαι επανέλαβον και επεξειργάσθησαν τα μαθήματα. Ούτως η Ρητορική του εστηρίζετο μεν επί των συλλογών του μαθητού Θεοδέκτου, επεξετάθη δε κατόπιν υπό του διαδόχου του Θεοφράστου. Τα Φυσικά καταριθμούνται εις τον Αριστοτέλη· το δε Περί φυτών εις τον Θεόφραστον· αλλά προφανώς και οι δύο ειργάσθησαν και εις τα δύο. Τα Ηθικά περιέχουσιν ευδιάκριτα ίχνη τριών σχολαρχών, δηλαδή αυτού του διδασκάλου, του Ευδήμου και άλλου τινός. Των Μετά τα φυσικά πιθανώς αι κύριαι γραμμαί διεγράφησαν κατά τας αρχικάς θεωρίας του Αριστοτέλους. Το δε Περί ποιητικής φαίνεται ως προσωπική απάντησις αυτού προς την πρόκλησιν, ήν εν τη Πολιτεία (σ. 607 ό προτείνει ο Πλάτων «τοις προστάταις αυτής (της ποιήσεως), όσοι μη ποιητικοί, φιλοποιηταί δε, άνευ μέτρου λόγον υπέρ αυτής ειπείν». Αλλά πάντα τα έργα ταύτα φέρουσι προσθήκας και σχόλια άλλων διδασκάλων. Πολιτεύματα δε διάφορα η σχολή συνέλεξε και ανέλυσεν 158 εκ των τότε υπαρχόντων. Αυτός δε ο Αριστοτέλης έγραψε την Πολιτείαν των Αθηναίων και των Σπαρτιατών· αλλ' εδημοσίευσε το μέγα θεωρητικόν του σύγγραμμα, τα Πολιτικά, πριν οι συλλέκται του συμπληρώσωσι το έργον των (320).
Ήμισυν αιώνα μετά τον θάνατον του Αριστοτέλους ο Περίπατος εξέπεσεν εις ασήμαντον ίδρυμα, τα δε έργα του διδασκάλου ολίγον ανεγινώσκοντο μέχρι της ρωμαϊκής περιόδου, ότε η σπουδή αυτών ανεζωπυρήθη. Αίτιον της ολιγωρίας ήτο πρώτον μεν ότι πολλά τούτων ήσαν ρηξικέλευθα· ταύτα δε ταχέως παραμερίζονται, καθόσον άλλοι προχωρούσι πατούντες επ' αυτών. Έπειτα δε ότι εχρειάζετο χρήμα προς νέας ερεύνας, οι δε ποικίλοι «διάδοχοι» του Αλεξάνδρου τας χορηγίας των εφύλασσον χάριν των ιδικών των πόλεων. Αλλά προς τούτοις κατεφάνη ή μάλλον απεδείχθη εκ της πείρας αυτού του Αριστοτέλους, ότι η παντογνωσία υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην δύναμιν. Τα μεγάλα καθιδρύματα της Αλεξανδρείας προθύμως εδαπάνων χάριν ωρισμένων τινών κλάδων, οίον της αρχαίας ποιήσεως ή της μηχανικής, περισσότερον κόπον και χρήμα ή όσον ηδύνατο να διαθέση το Λύκειον χάριν της όλης εγκυκλοπαιδικής σοφίας. Και αυτός ο πολυμαθέστατος Ερατοσθένης μεγάλως υπελείπετο του Αριστοτέλους.
Αι Αθήναι παρέμειναν έδρα της φιλοσοφίας. Αλλ' η κυρίως λογοτεχνία προσειλκύσθη βαθμηδόν εις τόπον, όπου ηδύνατο να εύρη καλούς μισθούς και αναπαύσεις. Και κατά τους ενδόξους χρόνους οι ποιηταί είχον συναχθή εις τας αυλάς του Ιέρωνος και του Αρχελάου. Τότε δ' όμως αι Αθήναι υπερείχον των ενδιαιτημάτων εκείνων διά της ελευθερίας του λόγου και της σκέψεως και διά της συμπαθείας και της συμμέτρου αναπτύξεως των συγγραφέων και του κοινού· επί πλέον δε διότι κατά το πλείστον του πέμπτου αιώνος ήσαν ο ασφαλέστατος και ησυχώτατος εν τω κόσμω τόπος διαμονής. Αλλ' από του τετάρτου δεν ήσαν. Περισσοτέραν ασφάλειαν παρείχον αι πρωτεύουσαι πόλεις των μεγάλων μοναρχών, τας οποίας επροστάτευον στρατοί πολυάριθμοι και ησκημένοι. Ούτως ασφαλής ήτο η Πέλλα, η Αντιόχεια και μετά την εκδίωξιν των Γαλατών η Πέργαμος· ασφαλεστάτη δε η Αλεξάνδρεια. Κοινωνία δε βαθέως αισθανομένη ουδαμού υπήρχε πλέον. Ο λογογράφος έπρεπε κατ' ανάγκην να είναι λόγιος και το μέτρον της λογιότητος κατά τους χρόνους εκείνους ήτο υπερβολικόν. Διότι αδιακόπως εγράφοντο νέα βιβλία χάριν των ήδη αναγνωσάντων πάντα τα προτού, αλλά ταύτα μόλις ήσαν καταληπτά εις τους επιλοίπους. Ποιητής του τρίτου αιώνος — αλλά και πολύ πρότερον ποιητής ως ο Αντίμαχος — ήλπιζε ν' αναγνωσθή μόνον υπό τινων ομοτέχνων, δηλαδή ανθρώπων εχόντων αρκετήν άνεσιν και μάθησιν, όπως ευκόλως παρακολουθώσι τα διανοήματά του.
Μόνον έν εκ των λογοτεχνικών ειδών, η κωμωδία παρέμεινε πιστή εις την γενέθλιόν της γην. Η αττική ευφυία, η ελευθερία του λόγου, το δραματικόν πνεύμα δεν ήτο δυνατόν να μεταφυτευθώσιν. Η μέση και η νέα κωμωδία ήσαν πιθανώς υπέρ παν άλλο το αυτόματον και πρωτότυπον λογοτέχνημα των τότε χρόνων. Η διαίρεσις μεταξύ των δύο περιόδων δεν ήτο σαφής. Η μέση κωμωδία αδρομερώς χρονολογείται από του 404 μέχρι του 338, του έτους της εν Χαιρωνεία μάχης, γνωρίζεται δε εκ της προς την παρωδίαν αγάπης και της γελοιοποιήσεως των ποιητών και των μύθων. Η δε νέα, καθώς ήδη είπομεν, εξέτεινε τον κύκλον της εις πάντα τα θέματα της καθημερινής ζωής. Η πλοκή αυτής είναι έντεχνος και πολλάκις αληθοφανής. Διότι οι χρόνοι των «διαδόχων» ήσαν πλήρεις περιπετειών και ραδιουργιών, η δε πραγματική ζωή παρείχεν εις την σκηνήν πρότυπα μισθοφόρων, κλεμμένων κορών, τυχοδιωκτών μετά παραδόξων μεταβολών της τύχης, επίσης δε παρασίτων και εταιρών. Και η φράσις της νέας κωμωδίας ομοιάζει προς την ζωντανήν· διότι είναι γλώσσα βασιζομένη εις την ζωήν, και μη απομακρυνομένη της ζωής, εντελώς αντίθετος της τεχνητής καλλονής του τότε έπους και της ελεγείας, τείνουσα να φανή «αστική και καθαρά» και χαρίεσσα, αλλ' όχι επιτετηδευμένη. Ο ΑΝΤΙΦΑΝΗΣ και ο ΑΛΕΞΙΣ ανήκοντες εις την μέσην κωμωδίαν, έγραψαν πλέον των 200 κωμωδιών έκαστος (321), ο δε ΑΛΕΞΆΝΔΡΟΣ και ο ΦΙΛΗΜΟΝ πλέον των 200 ομού (322). Περί του ανηθίκου της νέας κωμωδίας ελέχθησαν πολλά, καθόλου ειπείν αδίκως. Διότι γενικώς οι ποιηταί έκλινον προς την ηθικήν, αλλά συστηματικώς απείχον από παντός υψηλού τόνου και ίσως παρέβλεπον την δραματικήν και υπέροχον όψιν των ευγενεστέρων φάσεων της ζωής. Ο Μένανδρος ήτο πιστός φίλος του Επικούρου, κατακρινόμενος και αυτός ως υπερμέτρως εγκωμιάζων την ηδονήν. Η τέχνη και η δύναμις της μέσης κωμωδίας εις την περιγραφήν συμποσίων παριστάνεται κάποτε ως σύμπτωμα της τότε αγροικίας. Αλλά το συμπόσιον ήτο ανέκαθεν έν των στοιχείων της κωμωδίας· πώς ήτο δυνατή κωμωδία χωρίς κώμον; Αλλά και αι σωζόμεναι μαρτυρίαι παραπλανώσιν ημάς, προερχόμεναι κυρίως εκ των Δειπνοσοφιστών του Αθηναίου, βιβλίου, όπερ έθελξε την αρχαιότητα διά των παρατιθεμένων περί συμποσίων περικοπών και αποφθεγμάτων. Αλλά προ πάντων πρέπει να ενθυμώμεθα ότι η μέση κωμωδία επί χρόνων απορίας και πάσα γραμματεία μαρτυρεί ότι πεινασμένοι ακροαταί καταβροχθίζουσιν απλήστως φανταστικά δείπνα. Όπισθεν των μακρών εκείνων καταλόγων των οψαρίων και των κρεάτων υπήρχε πολλή φαιδρότης, αλλά και ίση δυστυχία.
Σπουδαίον ελατήριον της πλοκής της νέας κωμωδίας απετέλει ο ρωμαντικός και περιπετειώδης έρως, τοιούτος δ' ευρίσκετο τότε μεταξύ ταραχωδών υποθέσεων και χαρακτήρων διεφθαρμένων. Των σατυρικών δραμάτων αύται αι ηρωίδες ήσαν εταίραι. Άλλων πολύ περισσοτέρων τα κύρια πρόσωπα εσώζοντο εκ των ονύχων των εταιρών και των συντρόφων των. Άλλων πάλιν, ολιγωτέρων, αι ηρωίδες είχον, ως φαίνεται, κάποιον «παρελθόν», αλλ' ουχ ήττον παριστάνοντο συμπαθητικαί. Τέλος έν ή δύο, καθώς η Άμαστρις του Διφίλου, ως ηρωίνην είχον ενάρετον, ή τουλάχιστον σεβαστήν, ηγεμονίδα, το δε έργον ήτο καθαυτό ιστορικόν δράμα. Πάντως δε το αισθηματικόν μέρος ήτο περισσότερον παρά το κωμικόν.
Ο Φιλήμων εν τέλει απήλθεν εις την Αλεξάνδρειαν και ο Μάχων έζησεν εκεί· αυτοί όμως ήσαν εξαιρέσεις. Ο Μένανδρος έμεινε πάντοτε πιστός εις τας Αθήνας. Η περί του ανδρός τούτου αντίληψις ημών πηγάζει αφ' ενός μεν εκ του περιφήμου αγάλματός του και των φανταστικών επιστολών (323), άς έγραψεν εν ονόματι του Μενάνδρου ο σοφιστής Αλκίφρων (περί τα 200 μ. Χ.), αφ' ετέρου δ' εκ των πολυαρίθμων αυτού αποσπασμάτων. Αι επιστολαί εκείναι είναι δεξιώταται και καθιστώσιν αγαπητόν τον πεπαιδευμένον και εύκολον την φύσιν ποιητήν, όστις ουδέν άλλο ηγάπα παρά τα γράμματα και την ησυχίαν και ανεξαρτησίαν του και δεν εδέχετο αντί οποιουδήποτε μισθού να κατοικήση εις την αυλήν της Αλεξανδρείας ή να γράψη κωμωδίας χάριν των πολλών, όπως αποκομίση όσα ο Φιλήμων άθλα (324).
Όπως εις την κωμωδίαν, ούτω και εις την ελεγειακήν και την επικήν ποίησιν υπεισήλθε το αυτό περιπετειώδες ερωτικόν διαφέρον και ανύψωσεν αυτάς εις μεγίστην ακμήν. Η μεταγενεστέρα ελληνική ελεγεία δεν ήτο μόνον αυτή περικαλλής, αλλ' είχε και μεγάλην επίδρασιν· δηλαδή ο Καλλίμαχος, ο Ευφορίων, και ο Φιλητάς είναι οι κυρίως εμπνεύσαντες την μικρόβιον λατινικήν ελεγείαν. ΦΙΛΗΤΑΣ. [ο Τηλέφου, Κώος (περίπου 338-285 π. Χ.)] είναι ο πρώτος αντιπρόσωπος της αλεξανδρεωτικής ελεγείας· ωχρός μελετητής, τόσον ισχνός, ώστε «σφαίρας εκ μολίβου πεποιημένας είχε περί τω πόδε, ως μη υπό ανέμου ανατραπείη», κριτικός του Ομήρου, διδάσκαλος του Πτολεμαίου του β' και του Θεοκρίτου· ποιητής ερωτικών ελεγειών, εις τας οποίας έδωκε το όνομα της ερωμένης του Βιττίδος, και ενός ειδυλλίου περί Οδυσσέως και Πολυμήλης. Ο Φιλητάς και ο ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ ο Σάμιος, του οποίου πολλά χαριτωμένα επιγράμματα διέσωσεν η Ανθολογία (325), ήσαν οι μόνοι ζώντες ποιηταί, τους οποίους ο Θεόκριτος ανεγνώριζεν ως ανωτέρους του. Ο δε φίλος του Φιλητά, ΕΡΜΗΣΙΑΝΑΞ ο Κολοφώνιος μας αφήκε μόνον έν μακρόν απόσπασμα, περιέχον απλούν σχεδόν κατάλογον αρχαίων εραστών, ο οποίος θα συνεκίνησε πολλούς των αναγνωστών του Αθηναίου ως γλυκεία και μακρινή απήχησις. Αλλ' ο ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, [ο Κυρηναίος ευπατρίδης (περίπου 310-240 π. Χ.) ο εισελθών εις την υπηρεσίαν του ανακτόρου και της βιβλιοθήκης], ο αρχαιολόγος και ποιητής, υπερηκόντισε κατά την δόξαν και την επίδρασιν πάντας ίσως τους από Πλάτωνος μέχρι Κικέρωνος λογογράφους. Διότι ενόησε και εξέφρασεν ό,τι εχρειάζοντο και ό,τι ηδύναντο να εκτιμήσωσιν οι σύγχρονοί του. Οι δημιουργικοί χρόνοι κατ' αυτόν είχον περάσει και ήτο αδύνατον να γράφη τις τότε καθώς ο Όμηρος, ο Ησίοδος ή ο Αισχύλος· όπως εκείνοι έγραψαν χάριν του καιρού των, ούτως, ενόμιζε, και ημείς πρέπει ν' ακολουθήσωμεν τον ιδικόν μας και όχι να γελωτοποιώμεθα, διαγωνιζόμενοι προς αυτούς επί του ιδικού των εδάφους. Τώρα δυνάμεθα να γράψωμεν μόνον μικρά ποιήματα κομψά και τέλεια καθ' έκαστον στίχον. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα του Καλλιμάχου δεν είν' ευάρεστα εκτός ολίγων ωραίων επιγραμμάτων και της εις Λουτρά της Παλλάδος ελεγείας. Τα λοιπά φαίνονται κάπως ψυχρά και επιζητούντα να εκπλήξωσιν· εκ τούτου δε παραβλάπτεται η ποίησις του μεγάλου κριτικού· ίσως δε πολλοί προτιμώσι τον Απολλώνιον, όστις παρέβη την απαγόρευσιν του διδασκάλου (326).
Ο ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ επεχείρησε να γράψη έπος κατά την παλαιάν τέχνην, δηλαδή μακρόν, τολμηρόν, έχον σύνθεσιν εντελώς απλήν και γλώσσαν μη επιγραμματικήν. Τοιαύτην ποίησιν ηγάπα και ενόει αυτός να γράψη. Αλλά τα Αργοναυτικά απέτυχον εν Αλεξανδρεία και ο Απολλώνιος ανεχώρησεν εις την Ρόδον, όπου επεξειργάσθη δευτέραν έκδοσιν του έργου· [εκεί δε διδάσκων ρητορικήν, ετιμήθη και επωνομάσθη Ρόδιος]. Ζων είχε μικρόν κύκλον θαυμαστών διότι το πολύ κοινόν ηκολούθει την προς το σύντομον και λαμπρόν ύφος ροπήν του Καλλιμάχου. Και αυτός ο Κάτουλλος και ο Προπέρτιος ήσαν Καλλιμάχειοι. Εις τον Βεργίλιον απέκειτο να κατακτήση τον κόσμον διά ποιήματος, όπερ εγράφη κατά το έπος του Απολλωνίου και είχε πολλά της συνθέσεως εκείνου, γλώσσαν δε κατά στίχον δανεισθείσαν παρ' αυτού. Εννοείται δ' όμως ότι ο μεν Βεργίλιος είχεν ανωτέραν τινά «αποστολήν», όπως γράψη το εθνικόν έπος της πατρίδος του, τον δε Απολλώνιον ουδείς είχε καλέσει να εγκωμιάση τους Αργοναύτας, τούτο δε καθ' εαυτό παρέχει περισσότερον εις τον Βεργίλιον διαφέρον. Αλλά πάντως η Μήδεια και ο Ιάσων των Αργοναυτικών είναι ζωηρότεροι και φυσικώτεροι των αντιγράφων των, ήτοι της Διδούς και του Αινείου της Αινειάδος. Ο άγριος έρως της μαγίσσης φαίνεται παράδοξος επί της βασιλίσσης της φιλοπόνου Καρχηδόνος και τα δύο κύρια γνωρίσματα του Ιάσονος, η αδυναμία, η οποία τον καθιστά προδότην, και η γλυκύτης, η οποία τον αντιθέτει προς την Μήδειαν, έρχονται ασύμφωνα προς τον γενάρχην της Ρώμης. Δύο περικοπαί δύνανται ίσως να εκλεχθώσιν ως εξόχως χαρακτηρίζουσαι την αλεξανδρεωτικήν ποίησιν. Το πρώτον είναι η γνώμη του Καλλιμάχου (εν τω εις Απόλλωνα ύμνω, 107 κεξ.)
Ασσυρίου ποταμοίο μέγας ρόος, αλλά τα πολλά λύματα γης και πολλόν εφ' ύδατι συρφετόν έλκει. Δηοί δ' ουκ από παντός ύδευς φορέουσι μέλισσαι, αλλ' ήτις καθαρή τε και αχράαντος ανέρπει πίδακος εξ ιερής ολίγη λιβάς, άκρον άωτον
{ Great is the sweep of the river of Assyria ; but it bears many scourings of earth on the food of it, and much driftwood to the sea. Apollo's bees draw not their water everywhere: a little dew from a holy fount, the highest bloom of the flower }
Το δε άλλο είναι η απάντησις της Μηδείας, ότε ο Ιάσων ήθελε να ομιλήση προς τον πατέρα της Αιήτην και να συμφωνήση περί του γάμου της, καθώς ο Θησεύς εζήτησε την Αριάδνην παρά του Μίνωος. Η Μήδεια του λέγει [Αργοναυτικών Γ' 1105]
«Ελλάδι που τάδε καλά, συνημοσύνας αλεγύνειν Αιήτης δ' ου τοίος εν ανδράσιν, οίον έειπας Μίνω Πασιφάης πόσιν έμμεναι· ουδ' Αριάδνη ισούμαι· τω μήτι φιλοξενίην αγόρευε. αλλ' οίον τύνη μεν εμεύ, ότ' Ιωλκόν ίκηαι, μνώεο· σείο δ' εγώ και εμών αέκητι τοκήων μνήσομαί· έλθοι δ' ήμιν απόπροθεν ηέ τις όσσα, ηέ τις άγγελος όρνις, ότ' εκλελάθοιο εμείο· ή αυτήν γε ταχείαι υπέρ πόντοιο φέροιεν ενθένδ' εις Ιαωλκόν αναρπάξασαι άελλαι, όφρα σ' εν οφθαλμοίσιν ελεγχείας προφέρουσα, μνήσω εμή ιότητι πεφυγμένον. αίθε γαρ είην απροφάτως τότε σοίσιν εφέστιος εν μεγάροισιν».
{ Speak not of ruth nor pact. They dwell not here. Aiêtes keeps no bond, nor knows no fear, Nor walks with men as Minos walked of old; And I am no Greek princess gentle-souled. — One only thing: when thou art saved and free, Think of Medea, and I will think of thee Always, though all forbid. And be there heard Some voice from far away, or some wild bird Come crying on the day I am forgot. Or may the storm-winds hear, and spurn me not, And lift me in their arms through wastes of sky To face thee in thy falseness, and once cry, 'I saved thee! Yea, a-sudden at thy hall And hearthstone may I stand when those days fall }
Ο Απολλώνιος έχει, εννοείται, τα ελαττώμματα του καιρού του, μακράς περιγραφάς ως εικόνας, οχληρόν όγκον ψευδομηρικής γλώσσης, εκθέσεις περί του διακόσμου της Αφροδίτης και των τόξων του Έρωτος, οποίας θα έγραφεν ο Οβίδιος ή και ο Cowley. Αλλ' υπάρχει και γνησία πρωτοτυπία και δύναμις παρατηρήσεως και ευαισθησίας· τοιαύτη είναι η περιγραφή [Α' 1063] του τέλους νεαράς χήρας [της Κλείτης] ήτις μετά τον θάνατον του ανδρός της
«κακώ δ' επί κύντερον άλλο
ήνυσεν, αψαμένη βρόχον αυχένι· η παρομοίωσις της παλλομένης καρδίας της Μηδείας προς αίγλην του ηλίου αντανακλωμένην εντός ύδατος [Γ' 756] και πολλαί άλλαι παρομοιώσεις, πείθουσαι ημάς ότι ο Απολλώνιος εξέφρασε πράγματα, ουδέποτε προτού περιγραφέντα εν Ελλάδι, και εις την έκφρασιν του ρωμαντικού έρωτος ουδένα έχει ισόπαλον, ουδ' αυτόν τον Θεόκριτον τον Συρακόσιον (327).
Ο ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ είναι ίσως ο ελκυστικώτατος απάντων των Ελλήνων ποιητών. Πολλοί νέοι σπουδασταί τον προτιμώσι του Ομήρου, και πλείστοι ενθυμούνται την πρώτην εκ της γνωριμίας του ηδονήν. Πράγματι εντός του θελκτικού και ησύχου του βασιλείου είναι απόλυτος μονάρχης· δυνάμεθα δε σχεδόν να είπωμεν, ότι η παγκόσμιος βουκολική ποίησις ουδέν έχει καλόν μη πηγάζον εκ του Θεοκρίτου. Το πρώτον του ειδύλλιον, ο Θύρσις έχει τας περισσοτέρας παρά παν άλλο ποίημα απομιμήσεις, από του Αδώνιδος του Βίωνος, του Βίωνος Επιταφίου του Μόσχου, του Δάφνιδος του Βεργιλίου μέχρι του αγγλικού Αδώνιδος και Λυκίδα.
Η συνήθεια εκείνη της αναδρομής προς τα οπίσω, η κλίσις εκείνη προς το παρελθόν, η χαρακτηρίζουσα όλην την ποίησιν και μέρος της επιστήμης της Αλεξανδρείας, διακρίνεται και εν Θεοκρίτω. Πολλά ποιήματά του αποβλέπουσιν εις το παρόν, τινά δε και εις το μέλλον, δεικνύοντα τι ήλπιζε παρά των προστατών του ο ποιητής· αλλά το μεν παρόν είναι μάλλον άσχημον, το δε μέλλον μη αληθινόν· την γνησίαν καλλονήν του Θεοκριτείου κόσμου περιέχει η αρχαία αγροτική ζωή. Οι Σικελοί αγρόται του καιρού του παρετηρήθη ορθότατα ότι επλησίαζον να καταντήσωσιν οι γεωργικοί δούλοι του ρωμαϊκού κράτους «οι αθλιώτατοι πάντων των αστέγων»· και όμως και πολύ κατόπιν, ότε κατεπίεζεν αυτούς ο Ουέρρης, εφημίζοντο ως εύθυμοι και φιλωδοί και είναι πιθανόν ότι οι αγροτικοί «βάρδοι» του Θεοκρίτου δεν είναι εντελώς πλαστοί. Τον τύπον αυτών απεικόνισε πρώτον η παλαιά σικελική ποίησις του Στησιχόρου. Φαίνεται δε ότι ο Σικελός χωρικός, όπως ο Προβιγκιανός, ο Ρουμάνος και ο Σκώτος εθεώρει την στιχουργίαν και το άσμα ως μέρος της καθημερινής του εργασίας.
Το ύφος του Θεοκρίτου και το περιεχόμενον των ειδυλλίων είναι τόσον σύμφωνα, ώστ' ευκόλως διαφεύγει τον αναγνώστην η μεγάλη των θεμάτων του ποικιλία. Επειδή δε τα ποιήματά του ονομάζονται ειδύλλια, τα θέλομεν όλα ειδυλλιακά. Αλλά η λέξις ειδύλλιον είναι υποκοριστικόν του είδος, ήτοι μορφή ή ύφος, η δε κοινή χρήσις αυτής φαίνεται ότι προέρχεται εκ της συνηθείας του να επιγράφωνται ταύτα χάριν μουσικής οδηγίας κατά την περίστασιν «ειδύλλιον βουκολικόν ή αιπολικόν» . Των δε σωζομένων 32 ειδυλλίων του Θεοκρίτου μόνον δέκα παριστώσι βίον καθαυτό ποιμενικόν, πραγματικόν ή ιδανικόν· έξ είναι επικά, δύο εγράφησαν χάριν «ευκαιριών», δύο αποτείνονται προς προστάτας, έξ είναι καθαρώς ερωτικά και δύο είναι πραγματικαί εικόνες της καθημερινής ζωής. Τούτων περιφημόταται είν' αι Αδωνιάζουσαι, (ειδ. ιε') μίμος περιγράφων τας εντυπώσεις δύο μεσαίας τάξεως Συρακοσίων γυναικών, της Γοργούς και της Πραξινόης εκ της μεγάλης εορτής του Αδώνιδος, της εορταζομένης εν Αλεξανδρεία υπό Πτολεμαίου του β'. Το ειδύλλιον τούτο παριστάνεται κάποτε και επί παρισιανών θεάτρων, διότι περιέχει αληθινήν καλλονήν εν μέσω της κωμικής και υπέρ το δέον πιστής πραγματικότητος. Ο δε προηγούμενος μίμος, ο Κυνίσκας έρως, (ειδ. ιδ') διαγράφων συντόμως τι εκίνει τους νέους να κατατάσσωνται ως μισθοφόροι εις ξένους στρατούς, δεν είναι μεν τόσον εύμορφος, αλλ' έχει περισσότερον ίσως βάθος και αλήθειαν και, προσθετέον, πιστότερον αποδιδομένην αγροικίαν. Το β' ειδύλλιον αι Φαρμακεύτριαι, απεικονίζον τον έρωτα της Σιμαίθας και τας μαγγανείας αυτής, είναι δύσκολον να καταταχθή· είναι πραγματικόν, ωραίον, τραγικόν, ιδιαιτέρως κωμικόν και εν γένει, αλησμόνητον· διότι παρουσιάζει το βάθος της ζωής, όπως ο μίμος την επιφάνειαν· και ενώ πολλαί εγράφησαν απομιμήσεις, απέμεινε μοναδικόν αριστοτέχνημα. Τρία ποιήματα φαίνονται εκφράζοντα τα προσωπικά του ποιητού αισθήματα, αποτεινόμενα προς τον εταίρον του και παριστώντα διά του σοβαρού και ηρέμου ύφους το έπακρον ίσως της τοιαύτης συγκινήσεως. Έν τούτων, το κθ', εκφράζει το συχνά περιαδόμενον αίσθημα περί του καταλλήλου τόπου της αγάπης ή της φιλίας [στ. 12]
«ποίησον καλιάν μίαν ειν ενί δενδρίω όππη μηδέν απίξεται άγριον όρπετον»
{ A single nest built in a single tree, Where no wild crawling thing shall ever climb }
Το εις Ιέρωνα Εγκώμιον και το προς τον Πτολεμαίον είναι τόσον καλά όσον δύνανται να είναι τοιούτου είδους ικεσίαι. Και τα μικρά έπη, τα διά της μορφής υπενθυμίζοντα τας Ηοίας, ουδέποτε στερούνται χάριτος και δρόσου, καίτοι καθόλου φαίνονται ψυχρά. Δύο άλλα ποιήματα, το ζ' τα Θαλύσια, περιγράφοντα εξοχικόν περίπατον εις την Κω εν ημέρα συγκομιδής, και το κη' η Ηλακάτη, ποιημάτιον συνοδεύον δώρον προς την Θευγενίδα, την γυναίκα του φίλου του ιατρού Νικίου, δεν είναι μόνον αυτά καθ' εαυτά πραγματικοί μαργαρίται, αλλά και αναδίδουσιν άρωμα ερασμίου χαρακτήρος.
Οι δύο άλλοι βουκολικοί ποιηταί, ο ΒΙΩΝ και ο ΜΟΣΧΟΣ, ομολογουμένως είναι μιμηταί του Θεοκρίτου. Ο Βίων ήτο νεώτερος αυτού καί πιθανώς έγραψε τον Αδώνιδος επιτάφιον χάριν της εορτής εκείνης, εις την οποίαν ανάγονται αι Αδωνιάζουσαι. Ο επιτάφιος είναι λαμπρόν τεχνικόν έργον· ανθηρόν, μονότονον, σχεδόν ανατολικόν εις την υπερβολικήν και άσωτον φαντασίαν, αρμόζει τελείως προς το θέμα του. Ίσως ουδεμίαν ενέχει πραγματικήν συγκίνησιν, αλλά παρασύρει θυελλωδώς την φαντασίαν και είναι ζυγισμένον ώστε να προκαλέση χειμάρρους δακρύων εκ μέρους προσώπων, όπως η Γοργώ και η Πραξινόη. Ο δε Μόσχος παριστάνει εαυτόν ως μαθητήν του Βίωνος, λέγεται δε ότι υπήρξε φίλος του Αριστάρχου, αν και, το ύφος φαίνεται νεώτερον. Τούτο είναι περίκοσμον ως η ρωμαϊκή ποίησις της αργυράς περιόδου, και γέμει εκ των μικρών εκείνων φράσεων, αι οποίαι όζουσι λεξικού και εμφαίνουσιν αυταρέσκειαν. Ο Βίων καλείται Δώριος Ορφεύς ο Όμηρος Καλλιόπας γλυκερόν στόμα και όμως ο τρόπος ούτος δεν ημπορεί ν' αμαυρώση τα έμφυτα χαρίσματα του ποιητού. Μεταξύ των αναριθμήτων ήχων της ελληνικής βουκολικής ποιήσεως, όσαι πλήσσουσιν ακόμη τα ώτα της νεωτέρας Ευρώπης, πολλαί προέρχονται εκ του Βίωνος επιταφίου (328).
[Εις την πρωτοτυπωτέραν αλεξανδρεωτικήν ποίησιν ανήκουσι και τα ποιήματα εκείνα] άπερ εφανέρωσεν ο υπ' αρ. 535 πάπυρος του Βρεττανικού Μουσείου (329), έργα αξιόλογα κυρίως διότι αποτελούσι τα σπουδαιότατα σωζόμενα δείγματα ενός όλου είδους, του μίμου. Ο ΗΡΩΔΑΣ ήτο πρόσωπον σχεδόν άγνωστον, αναφερόμενον μόνον τρις ή τετράκις· και αυτό το όνομά του δεν είναι ασφαλές· ο Αθηναίος τον ονομάζει Ηρώνδαν, αλλ' ο Πλίνιος και ο Στοβαίος παραλείπουσι το ν. Τα έργα του και η ζωή του μας ήσαν όλως σκοτεινά, αι δε περί των χρόνων του γνώμαι εκυμαίνοντο μεταξύ του έκτου και του τρίτου π. Χ. αιώνος! Και τα μεν ζήτημα του ν μένει ακόμη άλυτον, διότι ο πάπυρος δεν έχει επιγραφήν. Αλλ' ήδη δυνάμεθα να εικάσωμεν και την πατρίδα και τους χρόνους του ποιητού. Ο Ηρώδας φέρει όνομα δωρικόν, αλλά γράφει ιωνιστί. Τόποι δε των μίμων του είναι είτε η αναπόφευκτος Αλεξάνδρεια, είτε η Κως, και περί Κωακών πραγμάτων κάμνει πολύν λόγον. Αλλ' η Κως ήτο δωρική νήσος, όπερ ερμηνεύει το δωρικόν όνομα του ποιητού. Την δε διάλεκτον αυτού πιθανώς μεν επέβαλλεν η λογοτεχνική παράδοσις του μίμου, αξιοσημείωτος δ' όμως είναι και η επί των επιγραφών της Κως ανάμειξις ιωνικών τύπων, προερχομένη ίσως εξ ιωνικής επιμειξίας. Ούτω πατρίς του Ηρώδα ήτο πιθανώς η Κως, τους δε χρόνους αυτού καθορίζει μνεία των «θεών αδελφών», ήτοι Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου και της αδελφής αυτού Αρσινόης, οίτινες απεθεώθησαν ζώντες περί τα 268 π. Χ. Λαλεί δε περί του Απελλού, ως προ μικρού αποθανόντος, όπερ συνάδει προς την χρονολογίαν ταύτην. Μνημονεύεται δε ότι προ των μίμων έγραψεν άλλα είδη ποιήσεως· έζη λοιπόν κατά τους χρόνους του Καλλιμάχου και του Θεοκρίτου.
Οι μίμοι πάντες είναι γραμμένοι εις στίχους «σκάζοντας» ή «χωλιάμβους» και παριστάνουσι κάπως ευθύμως και γελοιογραφικώς σκηνάς της καθημερινής ζωής κατά την χυδαιοτέραν αυτής όψιν. Έχουσιν επιτυχεστάτην γλώσσαν, δεικνύουσι δε θαυμάσιον παρατηρητικόν, ήρεμον δε και αβίαστον πνεύμα, όπερ και κατά τον τρόπον και κατά το θέμα ενθυμίζει Γάλλους δραματικούς. Ο πρώτος μίμος παριστάνει νεαράν ύπανδρον γυναίκα, την Μητρίχην, δεχομένην την επίσκεψιν της γραίας Γυλλίδος, η οποία βλέπουσα, ως λέγει, την παρατεινομένην απουσίαν του ανδρός της Μητρίχης, της προτείνει κάποιον αθλητήν ως αντικαταστάτην. Αλλ' η Μητρίχη αποποιείται την παρηγορίαν ταύτην, έχει δε και άλλο προτέρημα, ότι μόνη μεταξύ των γυναικών του Ηρώδα δεν εξυβρίζει τας δούλας. Η κατά τούτο χυδαιότης των λοιπών λυπεί ημάς, καθόσον φαίνεται πιστώς αντιγράφουσα την ζωήν ως και εν ταις Αδωνιαζούσαις].
Εν τω β' μίμω αναίσχυντος αλλά κωμικός μέτοικος κατηγορεί ενώπιον των δικαστών [πλούσιον Φρυγά, ότι του επυρπόλησε το ανήθικον κατάστημά του). Εν τω γ' βλέπομεν μητέρα οδηγούσαν τον υιόν της εις το σχολείον. Εν τω δ' γυναίκες « Θυσιάζουσαι» περιέρχονται το Ασκληπιείον της Κω και θαυμάζουσι τα αγάλματα και τας ζωγραφίας. Εν τω ε' η ζηλότυπος Βίτιννα στέλλει τον Γάστρωνα να φάγη «χιλίοις μεν εις το νώτον . . . χιλίας δε τη γαστρί», και κατόπιν μετανοεί και τον ανακαλεί. Εν τω ς' δύο νεαραί γυναίκες συνομιλούσιν ιδιαιτέρως περί δούλων και φορεμάτων· η ομιλία των δεν είναι ούτε πνευματώδης ούτε κωμική, αλλ' όμως έχει εξαιρετικήν αληθοφάνειαν. Εν δε τω ζ' η Μητρώ συνιστά εις τον Σκυτέα νέας πελάτιδας, [ερχομένας ν' αγοράσωσιν υποδήματα].
Οι επτά ούτοι μίμοι του Ηώδα διατηρούνται καλώς, υπάρχουσι δε και θρύμματα εξ άλλων. Πάντες θα ήσαν διασκεδαστικότατοι παριστανόμενοι κατά πρώτον εν Κω ή εν Αλεξανδρεία, με το σκώμμα νωπόν όλον, και με τας ελαφράς σκιάς ευκόλως ορατάς. Αλλά το humour ήτο κατά μέγα μέρος πρόσκαιρον και τοπικόν. Ο δε σημερινός αναγνώστης βλέπει πιθανώς ότι οι μίμοι ήσαν έργα κάλλιστα, αλλά δεν ποθεί να τους αναγνώση πάλιν. Εάν δε πράξη τούτο, κύριος λόγος θα είναι η μεγάλη αρχαιολογική αυτών αξία, και δεύτερος η πράγματι δεξιά μίμησις. Ο Ηρώδας είναι κομψός και εις τα εγκώμια του Πτολεμαίου, ενώ και ο Καλλίμαχος και ο Θεόκριτος έφθασαν μέχρις υπερβολών (330)·
Πλην του έρωτος το άλλο μέγα χαρακτηριστικόν του Αλεξανδρεωτικού έπους και της ελεγείας ήτο η λογιότης. Υπήρχον δηλαδή πολλά αρχαιολογικά ποιήματα. Ο ΡΙΑΝΟΣ έγραψε περί μεσσηνιακών πολέμων, παριστών τον Αριστομένη ως είδος Wallace και άλλα έπη. Έτι περισσότερα ήσαν τα φιλοσοφικά ποιήματα (331). ΑΡΑΤΟΣ ο Σολεύς έγραψε Φαινόμενα μετά μετεωρολογικού παραρτήματος. Ο ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ έγραψε Θηριακά και Αλεξιφάρμακα, σωζόμενα και *Περί κτίσεων πόλεων (332). Ουδέτερος των ποιητών τούτων αρέσκει σήμερον εις ημάς, διότι προτιμώμεν την επιστήμην καθαράν και αμιγή. Η κατά τους αρχαίους χρόνους έκτακτος επίδρασις και φήμη του Αράτου ωφείλετο, φαίνεται, εις τούτο, ότι επέτυχεν ούτως ειπείν να οικειοποιηθή μίαν των μεγάλων συγκινήσεων του ανθρώπου. Κατά τους αμέσους μετ' αυτόν αιώνας ουδείς σχεδόν πεπαιδευμένος ηδύνατο ν' ατενίση προς τα άστρα χωρίς να ψιθυρίση ένα στίχον των Φαινομένων (333). Ο πολυμαθέστατος λόγιος των Πτολεμαϊκών χρόνων, ο ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ έγραψε τα γεωγραφικά και χρονολογικά του έργα εις λόγον πεζόν, επίσης δε τα περί της αρχαίας κωμωδίας. Το δε μικρόν του έπος περί του θανάτου και της εκδικήσεως του Ησιόδου και η ελεγεία Ηριγόνη είχον μυθικάς και ως θα ελέγομεν ημείς «ποιητικάς υποθέσεις».
Εν δε τω πεζώ λόγω επεκράτουν η πολυμάθεια και η έρευνα. Αι στρατείαι του Αλεξάνδρου ήνοιξαν μεγάλην έκτασιν του κόσμου εις την ελληνικήν επιστήμην, και τα ταξείδια του ναυάρχου του Νεάρχου και άνδρες ως ο Πολέμων μετέβαλον εντελώς την παλαιάν γεωγραφίαν. Τα κυριώτατα των σωζομένων εγχειριδίων είναι ο Περίπλους του ΣΚΥΛΑΚΟΣ του Καρυανδέως και η φερομένη υπό το όνομα του ΣΚΥΜΝΟΥ του Χίου έμμετρος Περιήγησις (334). Η δ' επιστημονική κατάταξις της γεωγραφίας εξετελέσθη υπό του Ερατοσθένους και του Ιππάρχου, ευρόντων και συστήματα προς υπολογισμόν του πλάτους και του μήκους και μεταχειρισθέντων την τριγωνομετρίαν. Τα μαθηματικά, τα καθαρά και εφηρμοσμένα, ανεπτύχθησαν υπό πολλών διαπρεπών ανδρών, εν οίς ο ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ, ζων επί Πτολεμαίου του α' (335) και ο ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ, όστις απέθανε κατά τα 212 π. Χ. (336) Η μηχανική — τότ' αι μηχαναί κατά μέγα μέρος ήσαν ξύλιναι η δε κινητήριος δύναμις συνήθως ήτο νερόν ή απλή βαρύτης, — ανεπτύχθη και χάριν πολεμικών σκοπών και χάριν της καθημερινής ζωής. Μεταξύ των σωζομένων έργων του ΗΡΩΝΟΣ υπάρχει περίεργον χωρίον, περιγράφον μικράν μηχανήν, η οποία, κινουμένη κατ' αρχάς, ηδύνατο άνευ βοηθείας να παραστήση τετράπρακτον τραγωδίαν περιλαμβάνουσαν ναυάγιον και πυρκαϊάν (337).
Η πολυμάθεια ιδιαιτέρως εφηρμόσθη εις την λογοτεχνίαν. Υπήρχον δύο μεγάλαι βιβλιοθήκαι εν Αλεξανδρεία η μεν πρώτη πλησίον του Μουσείου και των ανακτόρων· η δε κατά χρόνον και σπουδαιότητα δευτέρα πλησίον του ναού του Σεράπιδος. Αύται ιδρύθησαν τη συνεργασία Δημητρίου του Φαληρέως, υπό του α' Πτολεμαίου, ωργανώθησαν υπό του β', του Φιλαδέλφου, και απετέλεσαν εφεξής την εστίαν των γραμμάτων. Ο Ζηνόδοτος, ο Καλλίμαχος, ο Ερατοσθένης, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, και ο Αρίσταρχος προέστησαν αλληλοδιαδόχως της βιβλιοθήκης· ποιόν ποτε ίδρυμα είχεν ως προϊσταμένους ομοίους γίγαντας; Των βιβλιοθηκαρίων εκείνων πρώτος σκοπός ήτο να συνάγωσι και διασώζωσι βιβλία· προς τούτο παν πλοίον καταπλέον εις την Αλεξάνδρειαν ηρευνάτο και ούτε χρημάτων ούτε τεχνασμάτων εφείδοντο αι αρχαί· δεύτερος δε να συντάξωσι catalogues raisonnés· κύριον του Καλλιμάχου έργον ήσαν *Πίνακες των εν πάση παιδεία, διαλαμψάντων και ών συνέγραψαν { catalogue raisonné } εις 120 τόμους· τέλος δε ν' αποχωρίσωσι τα γνήσια έργα από των νόθων και να ερμηνεύσωσι τους δυσκόλους και απηρχαιωμένους συγγραφείς. Και οι άλλοι βασιλείς ίδρυον βιβλιοθήκας, περιφημοτάτη δε ήτο η εν Περγάμω των Ατταλιδών. Η Πέργαμος ήτο σπουδαιότερον και αυτής της Αλεξανδρείας κέντρον τέχνης, αλλ' ως προς τα γράμματα ήτο κατωτέρα. Διότι είχεν αρχίσει πολύ αργά, ότε η Αλεξάνδρεια είχεν αρπάσει πλείστα των μοναδικών βιβλίων. Έπειτα δε δεν είχε πάπυρον. Το φυτόν εφύετο μόνον εν Αιγύπτω, οι δε Πτολεμαίοι απηγόρευσαν την εξαγωγήν αυτού· ούτως η Πέργαμος ηναγκάσθη να χρησιμοποιή μόνον το δαπανηρόν υλικόν, το φέρον το όνομά της, την περγαμηνήν. Εις την κριτικήν η Πέργαμος ηκολούθει καθόλου την Στωικήν σχολήν [ΚΡΑΤΗΣ ο Μαλλώτης και οι μετ' αυτόν] ενέκυψαν ιδίως εις την ερμηνείαν πολλάκις φαντασιωδώς, εξετάζοντες το πνεύμα μάλλον παρά το γράμμα των παλαιών συγγραφέων, και απέκρουον την αυθεντίαν του Αριστάρχου και την τελείαν προσήλωσιν εις την ακριβή γνώσιν.
Εκ των καταλληλοτάτων προς έρευναν και γνώσιν πεδίων ήτο, φυσικά, η ιστοριογραφία. Αμέσως μετά τον θάνατον του Θουκιδίδου και πριν αποθάνη ο Ξενοφών, ο ιατρός του Αρταξέρξου ΚΤΗΣΙΑΣ έγραψε Περσικά και Ινδικά και Περίπλουν, εν μέρει μεν όπως επανορθώση πλάνας τινάς του Ηροδότου, αλλ' εν μέρει και όπως αυξήση τους μύθους αυτού. Ούτω δε κατήντησε σπουδαιότερος ως μυθιστοριογράφος ή ως ιστορικός (338). Ο δε Σικελιώτης στρατηγός ΦΙΛΙΣΤΟΣ έγραψεν εξόριστος ιστορίαν του καιρού του, λαβών ως πρότυπον τον Θουκυδίδην, κολακεύσας δε, καθώς ελέγετο, τον β' Διονύσιον, όπως ανακληθή εκ της εξορίας. Τέλος εφονεύθη κατά την στάσιν του Δίωνος (357 π. Χ.).
Των δε ιστοριογράφων όσοι ήκμασαν κατά τα τέλη του δ' αιώνος, κοινόν χαρακτηριστικόν ήτο ότι δεν ήσαν άνδρες πολιτικοί ή στρατιωτικοί, αλλ' απλοί λόγιοι. Πρώτοι δε του καταλόγου ήσαν δύο μαθηταί του Ισοκράτους. Εκ τούτων ΕΦΟΡΟΣ ο Κυμαίος έγραψε καθολικήν ιστορίαν, αρχομένην από της μεταναστάσεως των Δωριέων και λήγουσαν εις τα 340 π. Χ. Ο Έφορος ήτο συλλογεύς και κριτικός, αλλ' όχι ερευνητής· αντέγραφε δηλαδή προηγουμένους συγγραφείς ελευθέρως και πολλάκις κατά λέξιν· αλλ' απέρριπτε τας παλαιοτάτας περιόδους ως μυθικάς, και παραβάλλων τας πηγάς του, διώρθωνεν αυτάς. Ως Ισοκράτειος, επέμενε λίαν εις το ύφος και την σύνταξιν. Αλλά περιγράφων μάχας, κατά Πολύβιον «γελοίος φαίνεται»· σημειωτέον όμως ότι ο Πολύβιος λέγει περίπου τα αυτά περί πάντων των μη στρατιωτικών. Μέγα μέρος του Εφόρου αντεγράφη, μάλλον ή ήττον πιστώς εν τη σωζομένη ιστορία του Διοδώρου (339).
Ο δεύτερος Ισοκράτειος, όστις έγραψεν ιστορίαν, ήτο σπουδαιότερος ανήρ, ο ΘΕΟΠΟΜΠΟΣ (γεννηθείς κατά τα 380). Ήτο Χίος και είχε την κοινήν προκατάληψιν των νησιωτών εναντίον του αθηναϊκού κράτους, και άλλας δριμυτέρας εναντίον των στρατιωτικών δεσποτών. Τα Ελληνικά, διαιρούμενα εις δώδεκα βιβλία, και τα Φιλιππικά εις δέκα οκτώ, ήσαν τα δύο μεγάλα του έργα. Καθώς άλλοι φλύαροι, ηγάπα και αυτός να επαινή την συντομίαν και την απλότητα· ως φαίνεται δε, ήτο κυνικός· τουλάχιστον εμίσει τον κόσμον και περιεφρόνει τα μεγαλεία. Επίστευε δε ότι όλα τα κακά της Ελλάδος αφορμήν είχον τας Αθήνας, την Σπάρτην και τας Θήβας και ότι οι βασιλείς και πολιτικοί και ηγέται των λαών ήσαν τα αποβράσματα της κοινωνίας. Επαινείται δε ως ικανός να διαβλέπη τα κρύφια αίτια και τους όπισθεν των πολιτικών παραπετασμάτων κρυπτομένους πονηρούς, το δε ύφος του εθαυμάζετο σχεδόν υπό πάντων. Το Περί ύψους βιβλίον, το αποδιδόμενον εις τον Λογγίνον, περιέχει περιγραφήν του Θεοπόμπου περί της «του Πέρσου καταβάσεως επ' Αίγυπτον» αρχομένην από των στρωμνών και των χλανίδων και των σκηνών και καταλήγουσαν εις θυλάκους και σάκκους και κρέα τεταριχευμένα. { beginning with magnificent tents and chariots, ending with bundles of shoe-leather and pickled meats } Ο κριτικός δηλαδή κατακρίνει το «ανοίκειον πάθος»· αλλά το χωρίον εκείνο φαίνεται ότι μάλλον ήτο σκόπιμος σάτιρα. Αι πολεμικαί του περιγραφαί απήρεσκον εις τον Πολύβιον, είναι δε δύσκολον να δικαιώση τις τους μακρούς λόγους, ούς αποδίδει εις πολεμούντας στρατηγούς.
Ο Σικελιώτης ΤΙΜΑΙΟΣ ήτο ιστοριογράφος των αυτών τάσεων, ήτοι λόγιος, αδαής του πραγματικού πολέμου, έγραψε δε την ιστορίαν της νήσου του εις 38 βιβλία. Και αυτός έψεγεν όχι μόνον τους βασιλείς και τους πολιτικούς, αλλά και τους άλλους ιστοριογράφους (340) · αλλ' είχε την ιδιάζουσαν αρετήν ότι εξήντλησε τας ιστορικάς πηγάς του και αυτάς τας επιγραφάς και τα μνημεία και αυτά τα Καρχηδονικά και Φοινικικά αρχεία. Ο δε Πολύβιος επαινεί και των χρονολογιών του την ακρίβειαν (341).