← Table of contents
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3

Front matter

Alexandros Rizos Rankaves translation

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes and their numbers are included in ().//Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε ().

Εξώφυλλο
Εξώφυλλο

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ

ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΥΠΟ

Α.Ρ. ΡΑΓΚΑΒΗ

TOMOΣ ΤΡΙΤΟΣ. ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ. — ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ — ΤΙΜΟΛΕΩΝ. ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ — ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ — ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, ΤΥΠΟΙΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΡΟΜΗΛΑ. 1864

ΓΕΩΡΓΙΩ ΜΠΗΚΑ ΗΠΕΙΡΩΤΗ ΦΙΛΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΦΙΛΟΤΙΜΙΑΣ ΕΝΕΚΑ Η ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ

A. ΤΟΥ Αλκιβιάδου η οικογένεια φαίνεται πρώτον έχουσα αρχηγόν Ευρυσάκην τον υιόν του Αίαντος (1)· εκ μητρός δ' ήτον Αλκμαιωνίδης, γεννηθείς εκ Δεινομάχης, της θυγατρός του Μεγακλέους (2). Ο δε πατήρ αυτού Κλεινίας εναυμάχησεν ενδόξως εις το Αρτεμίσιον (3), έχων τριήρη ήν ώπλισε δι' ιδίας δαπάνης, και εφονεύθη έπειτα πολεμών κατά των Βοιωτών περί την Κορώνειαν (4). Επίτροποι δ' ήσαν του Αλκιβιάδου ο Περικλής και ο Αρίφρων, υιοί του Ξανθίππου, συγγενείς όντες αυτού (5). Ορθώς δε λέγεται ότι ουκ ολίγον συνετέλεσεν εις την δόξαν του η προς αυτόν εύνοια και φιλική διάθεσις του Σωκράτους. Και του μεν Νικίου και Δημοσθένους και Λαμάχου και Φορμίωνος και Θρασυβούλου και Θηραμένους (6), ανδρών οίτινες επί της εποχής αυτού επίσημοι ανεδείχθησαν, ουδενός ουδ' η μήτηρ καν ονομάζεται· του δ' Αλκιβιάδου ηξεύρομεν και την τροφόν, ότι ήτον Λάκαινα το γένος, και εκαλείτο Αμύκλα, και τον παιδαγωγόν, ότι ωνομάζετο Ζώπυρος, ως το μεν ο Αντισθένης (7), το δε διηγείται ο Πλάτων. Και περί μεν της ωραιότητος του Αλκιβιάδου ίσως τίποτε δεν πρέπει να ειπώμεν, εκτός ότι και παις όταν ήτον, και νεανίσκος και ανήρ, ήνθει αύτη εις πάσαν ηλικίαν και εις πάσαν ώραν του σώματός του, και τον καθίστα εράσμιον και γλυκύν. Διότι δεν είναι αληθές, ως ο Ευριπίδης έλεγεν, ότι όλων των ωραίων ανθρώπων ωραίον είναι και το φθινόπωρον· αλλά το πλεονέκτημα τούτο είχε μετ' ολίγων άλλων ο Αλκιβιάδης διά την καλήν φύσιν και κράσιν του σώματός του. Η δε φωνή του λέγουσιν ότι είχε και τραυλότητά τινα ήτις την εστόλιζε, και έδιδεν εις την πολυλογίαν αυτού επαγωγόν τινα χάριν. Απομνημονεύει δε και ο Αριστοφάνης την τραυλότητα αυτού (8) όπου περιπαίζει τον Θέωρον (9)·

Και ο Αλκιβιάδης μ' έλεγε τραυλώς· «Ο Θέωλος· ιδέ τον, έχει κόλακος (10) την κεφαλήν.» Ορθώς αυτά ετραύλισε.

Και ο Άρχιππος (11), χλευάζων τον υιόν του Αλκιβιάδου, λέγει·

«Νωθρώς βαδίζει έλκων το ιμάτιον,

όπως φαίνηται όσον ενδέχεται προς τον πατέρα του ομοιότερος, και

τραυλά προφέρει και στραβολαιμίζεται

Β. Και το μεν ήθος αυτού πολλάς μετά ταύτα, ως είναι επόμενον εν μέσω μεγάλων πραγμάτων και πολυτρόπων τυχών, έδειξε τας ανομοιότητας προς εαυτό και τας μεταβολάς· αλλ' εν ώ πολλά και μεγάλα είχεν εκ φύσεως πάθη, το ισχυρότατον αυτών ήτον το φιλόνεικον άμα και το φιλόπρωτον, ως φαίνεται εκ των παιδικών απομνημονευμάτων του. Παλαίων ποτέ και στενοχωρούμενος, διά να μη πέση, έφερεν εις το στόμα του τους δακτύλους του στενοχωρούντος αυτόν, και εφαίνετο ως αν ήθελε να τω φάγη τας χείρας, ώστε ηναγκάσθη να τον αφήση, και είπε. «Δαγκάνεις, ω Αλκιβιάδη, ως αι γυναίκες». «Όχι, απεκρίθη εκείνος, αλλ' ως οι λέοντες». Άλλοτε δε, μικρός ων, έπαιζεν αστραγάλους εις την οδόν. Όταν δ' ήτον η σειρά του να ρίψη, επήλθε φορτηγός άμαξα· και πρώτον μεν είπεν αυτός προς τον οδηγούντα το ζεύγος να περιμείνη, διότι έπρεπε να ρίψη τους αστραγάλους εις της αμάξης τον δρόμον. Επειδή δ' εκείνος, αγροίκος ων, δεν υπήκουσε και επροχώρει, οι μεν άλλοι παίδες απεσύρθησαν, ο δ' Αλκιβιάδης, πρηνής πεσών εμπρός του ζεύγους, και εξαπλωθείς, τω είπεν, αν θέλη να περάση. Τότε ο άνθρωπος φοβηθείς, ανεχαίτισε το ζεύγος του, όσοι δ' είδον τα γενόμενα, έμεινον εκπεπληγμένοι, και έτρεξαν μετά βοής προς αυτόν. Όταν δ' έφθασεν εις ηλικίαν να μανθάνη, εις μεν τους λοιπούς διδασκάλους προθύμως υπήκουεν, απέφευγε δε το μάθημα του αυλού, ως αγενές και ελευθέρων ανάξιον, λέγων ότι η χρήσις της λύρας και του πλήκτρου αυτής δεν διαφθείρει ούτε το σχήμα ούτε την μορφήν ήτις αρμόζει εις άνδρα ελεύθερον· ανθρώπου δε φυσώντος διά του στόματος τους αυλούς, ουδ' οι οικειότεροι δύνανται να γνωρίσωσιν ευκόλως το πρόσωπον. Προσέτι δε, ότι η μεν λύρα ομιλεί και τραγωδεί ομού μετά του παίζοντος αυτήν, ο δ' αυλός ότι αποστομοί και φράττει, και αφαιρεί εκάστου την φωνήν και τον λόγον. «Ας αυλώσιν, είπε, των Θηβαίων οι παίδες, διότι δεν ηξεύρουσι να διαλέγωνται. Εις ημάς δε τους Αθηναίους, καθώς λέγουσιν οι πατέρες ημών, αρχηγέτις είναι η Αθηνά, και ο πατρώος (12) Απόλλων. Εξ αυτών δε, εκείνη μεν έρριψε τον αυλόν, αυτός δ' έγδαρε τον αυλητήν (13).» Τοιαύτα αστειευόμενος ή σπουδαίως λέγων ο Αλκιβιάδης, και αυτός παράτησε το μάθημα, και εξ αιτίας αυτού και οι άλλοι· διότι ταχέως διεδόθη λόγος εις τους παίδας ότι καλώς ποιών ο Αλκιβιάδης αποστρέφεται την αυλητικήν, και χλευάζει τους σπουδάζοντας αυτήν. Διά τούτο ο αυλός εξέπεσεν όλως διόλου ως διασκέδασις των ελευθέρων, και περιεφρονήθη.

Γ. Μεταξύ διαφόρων άλλων ύβρεων έγραψεν ο Αντιφών (14) και ότι, όταν ήτον παις, εδραπέτευσεν εκ της οικίας του πρός τινα των εραστών του, Δημοκράτην καλούμενον· και ότι ο μεν Αρίφρων ήθελε να τον ζητήση διά κήρυκος, αλλ' ο Περικλής δεν αφήκεν, ειπών· «Αν μεν απέθανε, θέλει φανή διά του κηρύγματος μόνον κατά μίαν ημέραν πρότερον, αν δ' είναι σώος, η τιμή του δεν θέλει είσθαι σώα δι' όλου του βίου του.» Ομοίως διηγείται ότι εφόνευσε καί τινα των οπαδών του, κτυπήσας αυτόν διά ξύλου εις την παλαίστραν του Σιβυρτίου (15). Αλλ' ίσως ταύτα δεν πρέπει να πιστευθώσι, διότι γράφονται υπ' ανθρώπου όστις ο ίδιος ομολογεί ότι υβρίζει τον Αλκιβιάδην υπ' έχθρας κινούμενος.

Δ. Ήδη δε πολλοί και επίσημοι συνήγοντο περί αυτόν και τον επεριποιούντο· και οι μεν άλλοι ήτον προφανές ότι εξεπλήττοντο και τον επεμελούντο διά την λαμπρότητα της καλλονής αυτού· η δ' αγάπη του Σωκράτους ήτον μεγίστη απόδειξις της αρετής και της ευφυίας του νεανίου· διότι βλέπων αυτήν εμφαινομένην και διαλάμπουσαν εις την μορφήν αυτού, αλλά τον πλούτον και την επίσημον θέσιν αυτού φοβούμενος, και τον όχλον των πολιτών, των ξένων και των συμμάχων, των επιζητούντων την εύνοιαν αυτού διά κολακειών και χαρίτων, ήθελε να τον προστατεύση, και να μη τον παραβλέψη ως φυτόν ού ο καρπός πίπτει και φθείρεται εις το άνθος. Διότι κανένα η τύχη δεν περιεστοίχισε και ωχύρωσε τοσούτον διά των λεγομένων αγαθών, ώστε ουδ' υπό της φιλοσοφίας να είναι τρωτός, ουδ' η παρρησία ή οι δηκτικοί λόγοι να έχωσι λαβήν επ' αυτού. Και ευθύς μεν εξ αρχής εξεθήλυνον τον Αλκιβιάδην οι θέλοντες ν' αρέσωσιν εις αυτόν, και τον εκώλυον ν' ακούη τον νουθετούντα και εκπαιδεύοντα αυτόν. Εκείνος όμως, ευγενές έχων το φρόνημα, εγνώρισε τον Σωκράτην, και εσχετίσθη προς αυτόν, απομακρύνας τους πλουσίους και ενδόξους λατρευτάς του. Φίλον δ' αποκτήσας αυτόν τυχαίως, και ακούσας των λόγων αυτού, ουχί εραστού θέλοντος ηδονάς αναξίας ανδρών, ουδέ ζητούντος φιλήματα και εναγκαλισμούς, αλλά σοφού, όστις ήλεγχε την σαθρότητα της ψυχής αυτού, και κατέβαλλε τον κενόν και ανόητον τύφον αυτού,

Κατακαθίσας ο αλέκτωρ, έκλινεν ως δούλον το πτερόν του (16).

Και την μεν του Σωκράτους σχέσιν εξελάμβανεν ότι τω όντι ήτον θεών υπηρεσία προς επιμέλειαν και σωτηρίαν των νέων. Περιφρονών δ' αυτός εαυτόν, θαυμάζων εκείνον, αγαπών δε την φιλοφροσύνην αυτού, και την αρετήν αυτού εντρεπόμενος, αυτός, όστις ήτον εικών του έρωτος, ως λέγει ο Πλάτων, κατ' ολίγον απέκτησεν αντέρωτα και αυτός· ώστε εξεπλήττοντο πάντες βλέποντες ότι αυτός μετά του Σωκράτους συνεδείπνει, και συνεπάλαιε, και κατώκει υπό την ιδίαν σκηνήν, προς δε τους άλλους αυτού λατρευτάς ήτον απότομος και δύσκολος, και πρός τινας προσεφέρετο και διόλου σοβαρώς, καθώς προς Άνυτον τον υιόν του Ανθεμίωνος. Ούτος ηγάπα τον Αλκιβιάδην, και καλέσας ποτέ εις δείπνον ξένους τινάς, εκάλεσε και εκείνον. Και την μεν πρόσκλησιν ηρνήθη ο Αλκιβιάδης· μεθύσας δ' εις τον οίκον του μετά των φίλων του, ήλθε κωμάζων (17) προς τον Άνυτον, και σταθείς εις του ανδρώνος τας θύρας, και ιδών τας τραπέζας κεκαλυμμένας υπό ποτηρίων αργυρών και χρυσών, διέταξε τους υπηρέτας του να λάβωσι τα ημίση εξ αυτών, και να τα φέρωσιν εις την οικίαν του. Δεν κατεδέχθη δε να εισέλθη, αλλ' αφ' ού έπραξε ταύτα, ανεχώρησεν. Επειδή δ' οι ξένοι ωργίζοντο, και έλεγον ότι ο Αλκιβιάδης μετεχειρίσθη τον Άνυτον υβριστικώς και υπερηφάνως, ο Άνυτος είπεν, «Επιεικώς εξ εναντίας και φιλοφρόνως· διότι εν ώ τω ήτον επιτετραμμένον να τα λάβη όλα, μας αφήκε τα ημίση (18)».

Ε. Ούτως εφέρετο και προς τους λοιπούς λατρευτάς του, πλην ενός μετοίκου (19), όστις λέγουσιν ότι ολίγην είχε περιουσίαν, αλλά την επώλησεν όλην, και συνάξας εκατόν στατήρας (20), προσέφερεν αυτούς εις τον Αλκιβιάδην, και τον παρεκάλει να τους δεχθή. Γελάσας δε, και ευχαριστηθείς διά τούτο ο Αλκιβιάδης, εκάλεσεν εις δείπνον αυτόν, και εστιάσας και φιλοξενήσας αυτόν, τω απέδωκε το χρυσίον του, και τον επρόσταξε την επαύριον εις την δημοπρασίαν των δημοσίων φόρων να παρουσιασθή ως αγοραστής και να υπερθεματίση. Αλλ' ο άνθρωπος ήθελε ν' αποφύγη, διότι πολλών ταλάντων ήτον η αγορά. Ο Αλκιβιάδης όμως τον ηπείλησεν ότι θα τον μαστιγώση αν δεν υπακούση (21), διότι ο ίδιος είχεν ιδιαιτέραν τινά δυσαρέσκειαν τότε κατά των τελωνών (22). Ήλθε λοιπόν την αυγήν αμέσως εις την αγοράν, και προσέθεσεν εις την δημοπρασίαν τάλαντον (23). Τότε οι τελώναι συνήλθον αγανακτούντες, και τον έλεγον να ονομάση τον εγγυητήν του, πεπεισμένοι όντες ότι δεν θα εύρισκε. Ταραχθείς δ' ο άνθρωπος ανεχώρει, όταν ο Αλκιβιάδης, μακρόθεν ιστάμενος, είπε προς τους άρχοντας «Εμέ γράψατε, είναι φίλος μου. Εγγυώμαι.» Ταύτα ακούσαντες οι τελώναι, έμεινον εις αμηχανίαν, διότι συνήθιζον εκ των δευτέρων αγορών να χρεωλυτώσι τας πρώτας, και δεν έβλεπον πώς ν' απαλλαγώσι της δυσκολίας. Ήρχησαν λοιπόν να παρακαλώσι τον άνθρωπον, και να τω προσφέρωσι χρήματα· ο δ' Αλκιβιάδης δεν τον άφησε να λάβη ολιγώτερα του ταλάντου, και μόνον όταν τω έδωκαν το τάλαντον, τον διέταξε να παραιτηθή της δημοπρασίας. Κατά τούτον τον τρόπον ωφέλησεν αυτόν.

ΣΤ. H δε του Σωκράτους αγάπη, ει και πολλούς και μεγάλους είχεν ανταγωνιστάς, ως επί το πλείστον υπερίσχυε παρά τω Αλκιβιάδη, διότι οι λόγοι εκείνου είχον επιρροήν επί της ευγενούς αυτού φύσεως, και έστρεφον την καρδίαν του, και δάκρυα τω απέσπων πολλάκις. Ενίοτε όμως ενέδιδε και εις τους κόλακας, οίτινες πολλάς τω προσέφερον ηδονάς, και διέφευγε τον Σωκράτην, και ως δραπετεύων εκυνηγείτο· διότι μόνον εκείνον ησχύνετο και εφοβείτο, τους δ' άλλους όλους περιεφρόνει. Ο Κλεάνθης (24) έλεγεν ότι, ο νέος όν ηγάπα, υπ' αυτού μεν εκρατείτο εκ μόνων των ωτίων, εις δε τους άλλους ότι παρέχει πολλάς άλλας λαβάς, εννοών την πολυφαγίαν και την ακολασίαν και την οινοποσίαν. Ο δ' Αλκιβιάδης ην μεν έκδοτος εις τας ηδονάς· τοιαύτην τουλάχιστον υπόνοιαν δίδει η λεγομένη υπό του Θουκυδίδου «παρανομία της κατά το σώμα διαίτης του (25).» Αλλά μάλλον διά της φιλοτιμίας και φιλοδοξίας κυριεύοντες αυτόν οι διαφθορείς του, τον παρέσυρον προ της καταλλήλου ηλικίας εις μεγάλων πραγμάτων ενασχολήσεις, πείθοντες αυτόν ότι άμα αρχήση εις τα δημόσια αναμιγνύμενος, ου μόνον θέλει αμαυρώσει ευθύς τους άλλους στρατηγούς και δημαγωγούς, αλλά θέλει υπερτερήσει και του Περικλέους την δύναμιν και την δόξαν μεταξύ των Ελλήνων. Καθώς λοιπόν ο σίδηρος εις το πυρ γίνεται μαλακός, υπό του ψύχους όμως πυκνούται πάλιν και συστέλλει τα μόριά του, ούτω και εκείνον ο Σωκράτης, οσάκις τον κατελάμβανε πλήρη χαυνότητος και φιληδονίας, τον συνεπίεζε διά του λόγου και τον συνέστελλε, και τον καθίστα ταπεινόν και άτολμον, διδάσκων αυτόν πόσον ήτον ελλειπής και κατά πόσον προς την αρετήν ατελής.

Ζ. Ως δ' υπερέβη την παιδικήν ηλικίαν, επήγεν εις γραμματοδιδάσκαλον, και τω εζήτησεν έν βιβλίον του Ομήρου. Επειδή δ' ο διδάσκαλος τω είπεν ότι ουδέν έχει του Ομήρου, τω κατέφερε μίαν διά του γρόνθου και ανεχώρησεν. Εις άλλον δ' όστις τω είπεν ότι έχει τον Όμηρον διωρθωμένον υφ' εαυτού· «Και πώς, τω απεκρίθη, διδάσκεις γράμματα, όταν είσαι ικανός να διορθώνης τον Όμηρον, και δεν ανατρέφεις μάλλον τους νέους;» θέλων δε να συντύχη ποτέ μετά του Περικλέους, ήλθεν εις την θύραν αυτού, και ακούσας ότι καιρόν δεν έχει, αλλά σκέπτεται πώς να δώση απολογισμόν εις τους Αθηναίους, ανεχώρησεν ο Αλκιβιάδης ειπών «Και δεν ήτον καλλήτερον να σκεφθή πώς να μη δώση λόγον εις τους Αθηναίους;» Εν ώ ήτον εισέτι μειράκιον, ηκολούθησε την εις Ποτίδαιαν (26) εκστρατείαν, και είχε τον Σωκράτην σύνοικον εις την σκηνήν του, και επολέμει πλησίον αυτού εις τους αγώνας. Έγινε δε μάχη ισχυρά, καθ' ήν αμφότεροι διεκρίθησαν· ο δ' Αλκιβιάδης επληγώθη, και ο Σωκράτης εστάθη εμπρός του και υπερασπίσθη, και προδήλως έσωσεν αυτόν μετά των όπλων αυτού. Δικαιότατα επομένως το αριστείον ανήκεν εις τον Σωκράτην. Επειδή δ' οι στρατηγοί, εις την κοινωνικήν θέσιν του Αλκιβιάδου αποβλέποντες, εφαίνοντο ότι ήθελον εις αυτόν ν' αποδώσωσι την δόξαν, ο Σωκράτης, θέλων ν' αυξήση την προς τα καλά φιλοτιμίαν αυτού, πρώτος εμαρτύρει και παρεκάλει να τω δώσωσι τον στέφανον και την πανοπλίαν (27). Όταν δ' έγινεν η εν Δηλίω μάχη (28), και έφευγον οι Αθηναίοι, ο μεν Αλκιβιάδης, ήτον έφιππος. Ιδών δε τον Σωκράτην υποχωρούντα πεζόν μετ' ολίγων άλλων, δεν επέρασεν εμπρός, αλλά τον συνώδευσε και επολέμησεν υπέρ αυτού κατά των εχθρών, οίτινες επέπιπτον και πολλούς εφόνευον. Αλλά ταύτα εγένοντο ύστερον (29).

Η. Ήτον δ' ο Ιππόνικος, ο πατήρ του Καλλίου, ανήρ δόξαν έχων πολλήν και δύναμιν διά τον πλούτον και την καταγωγήν του (30). Τούτον εκτύπησε διά του γρόνθου, ουχί παραφερόμενος υπ' οργής ή έριδος, αλλά διά να γελάσωσι, στοιχηματίσας μετά των φίλων του. Επειδή δ' η αυθάδειά του αύτη έγινε περιβόητος εις την πόλιν, και, ως ήτον επόμενον, όλοι ηγανάκτουν κατ' αυτού, άμα εξημέρωσεν, απήλθεν ο Αλκιβιάδης εις την οικίαν του Ιππονίκου, εκτύπησε την θύραν, και εισελθών προς αυτόν, απεδύθη το ιμάτιόν του, και τω παρέδωκε το σώμα παρακαλών αυτόν να τον μαστιγώση και να τον τιμωρήση. Τότε εκείνος τον εσυγχώρησε, και κατεπραΰνθη, και μετά ταύτα τω έδωκεν εις γάμον και την κόρην του Ιππαρέτην. Τινές δε λέγουσιν ότι ουχί ο Ιππόνικος, αλλά Καλλίας ο υιός αυτού έδωκεν εις τον Αλκιβιάδην την Ιππαρέτην μετά προικός δέκα ταλάντων (31). Έπειτα δε, όταν αύτη εγέννησεν, ότι εισέπραξεν ο Αλκιβιάδης άλλα πάλιν δέκα, την απαίτησιν προτείνων ότι ούτω συνεφώνησεν αν γεννηθώσιν υιοί. Ο δε Καλλίας, φοβούμενος τας επιβουλάς του, προσήλθεν εις τον δήμον και τω εχάρισε τα χρήματα και τον οίκον του (32), εν περιπτώσει καθ' ήν ήθελε συμπέσει ν' αποθάνη χωρίς ν' αφήση απογόνους. Ήτον δ' εύτακτος γυνή η Ιππαρέτη, και ηγάπα τον άνδρα της, και ελυπείτο εις τον γάμον της, βλέπουσα τας σχέσεις αυτού μετά ξένων και Αθηναίων εταιρών, δι' ό και εγκαταλείψασα την οικίαν, απήλθε προς τον αδελφόν της. Επειδή δ' ο Αλκιβιάδης ηδιαφόρει, και εξηκολούθει παραδιδόμενος εις τρυφάς, ανάγκη ήτον να παραδώση την έγγραφον αίτησιν του διαζυγίου εις τον άρχοντα, ουχί δι' άλλων, άλλα παρουσιαζομένη αυτοπροσώπως. Όταν λοιπόν μετέβη προς αυτόν όπως πράξη τούτο κατά τον νόμον, επελθών ο Αλκιβιάδης, την ήρπασε, και απήλθε, φέρων αυτήν διά της αγοράς, χωρίς ουδείς να εναντιωθή ή να τολμήση να την αφαιρέση. Έμεινε δ' ούτω παρ' αυτώ μέχρι του θανάτου της, και απέθανε μετ' ολίγον, όταν ο Αλκιβιάδης έπλευσεν εις την Έφεσον. Δεν εφάνη δε παντελώς η βία αύτη ούτε παράνομος ούτε απάνθρωπος· διότι ο νόμος διά τούτο φαίνεται απαιτών να παρουσιάζηται η χωριζομένη γυνή η ιδία εις το δημόσιον, όπως δίδηται αφορμή εις τον άνδρα ν' απαιτή αυτήν και να την λαμβάνη οπίσω.

Θ. Είχε δ' αυτός κύνα θαυμαστόν διά το μέγεθος και το κάλλος, όν είχεν αγοράσει εβδομήκοντα μνας (33). Τούτου έκοψε την ουράν, ήτις ήτον ωραιοτάτη· οι δε φίλοι του τον επέπληττον διά τούτο, και τω έλεγον ότι όλοι οργίζονται διά τον κύνα και τον κακολογούσι. Τότε γελάσας ο Αλκιβιάδης, «Γίνεται λοιπόν, είπεν, ό,τι ήθελον. Διότι θέλω οι Αθηναίοι περί τούτου να λαλώσιν, όπως μη λέγωσι χειρότερόν τι περί εμού.»

Ι. Λέγεται δ' ότι η πρώτη αυτού είσοδος εις τα πολιτικά εγένετο μετά χρηματικής συνεισφοράς, ήν προσέφερεν ουχί εκ προμελέτης· αλλ' εν ώ διήρχετο, ακούσας τους Αθηναίους ότι εθορύβουν, ηρώτησε τις ην η του θορύβου αιτία· και μαθών ότι εγίνοντο επιδόσεις χρημάτων (34), προσήλθε και συνεισέφερεν· ο δε δήμος εχειροκρότει και εβόα, και εκείνος υπό χαράς ελησμόνησεν ότι είχεν ορτύκιον εις τον κόλπον του ιματίου του (35)· φοβηθέν δ' αυτό έφυγε, και τότε έτι μάλλον εβόων οι Αθηναίοι, και πολλοί ηγέρθησαν και έτρεχον να το κυνηγήσωσι· το συνέλαβε δ' ο κυβερνήτης (36) Αντίοχος, και τω το επέδωκε, δι' ό και έγινε προσφιλέστατος εις τον Αλκιβιάδην. Εν ώ δ' η καταγωγή και ο πλούτος αυτού, και αι εις τας μάχας ανδραγαθίαι, και οι πολλοί φίλοι και οικείοι του τω ήνοιγον ευρείας τας θύρας της πολιτείας, αυτός δι' ουδενός άλλου ήθελε τοσούτον να ισχύση παρά τω λαώ, ως διά της χάριτος του λόγου αυτού. Και ότι μεν είχε δύναμιν ευγλωττίας, και οι κωμικοί μαρτυρούσι τούτο, και ο δυνατώτατος των ρητόρων (37) εν τω κατά Μειδίου λόγω του λέγει ότι προς τοις άλλοις ο Αλκιβιάδης υπήρχε δεινότατος περί το λέγειν. Αν δε πιστεύσωμεν τον Θεόφραστον (38), άνδρα φιλομαθή και ιστορικόν υπέρ πάντα φιλόσοφον, ο Αλκιβιάδης ήτον ο πάντων ικανώτατος εις το να ευρίσκη επιχειρήματα, και να επινοή τα εικότα. Αλλά ζητών ου μόνον τι πρέπει να λέγη, αλλά και πώς και τίνας λέξεις και φράσεις πρέπει να μεταχειρίζηται μη έχων δ' αυτάς προχείρους, πολλάκις επρόσκοπτε, και εν ώ ωμίλει εσιώπα και διεκόπτετο, και όταν η λέξις τον διέφευγεν, επανελάμβανε την τελευταίαν και εσκέπτετο.

ΙΑ. Περιβόητοι δ' έγιναν και αι ιπποτροφίαι αυτού διά το πλήθος των αμαξών του· διότι ουδείς άλλος ούτε ιδιώτης ούτε βασιλεύς έπεμψε ποτέ επτά εις την Ολυμπίαν, αλλά μόνος εκείνος. Ότι δ' ενίκησε, και ότι έλαβε και το δεύτερον άθλον και το τέταρτον, ως λέγει ο Θουκυδίδης (39), ως δε λέγει ο Ευριπίδης, και το τρίτον, τούτο κατά λαμπρότητα και δόξαν υπερβαίνει πάσαν περί τα τοιαύτα φιλοτιμίαν. Λέγει δ' ο Ευριπίδης εις το άσμα αυτού ταύτα·

Σε, ω υιέ του Κλεινίου θα ψάλλω. Καλόν μεν η νίκη, πλην κάλλιστον, ό,τι ουδείς των Ελλήνων κατώρθωσε, πρώτος μ' άρμα να τρέξη, και δεύτερος και τρίτος· και νικήσας ακόπως (40), τρις στεφθείς μ' ελαίαν, υπό κήρυκος ν' ανευφημήσαι (41).

ΙΒ. Τούτο δε το λαμπρόν κατέστησεν έτι ενδοξότερον η φιλοτιμία των πόλεων. Διότι οι Εφέσιοι τω έστησαν σκηνήν πολυτελώς εστολισμένην, η δε πόλις των Χίων τω προσέφερε τροφάς διά τους ίππους του, και πλήθος θυμάτων, οίνον δ' οι Λέσβιοι, και τα άλλα προς υποδοχήν αναγκαία, όπως φιλεύη πολλούς αφειδώς. Αλλά συκοφαντία τις ή κακοήθεια ίσως συμβάσα κατά τον αγώνα εκείνον, έδωκεν αφορμήν πολλών λόγων. Λέγεται ότι εις τας Αθήνας υπήρχε Διομήδης τις, άνθρωπος ουχί πονηρός, φίλος δε του Αλκιβιάδου, και επιθυμών να κερδήση την νίκην των Ολυμπίων. Ακούσας λοιπόν ότι είχον οι Αργείοι δημόσιον άμαξαν, και ηξεύρων ότι ο Αλκιβιάδης είχε μεγάλην επιρροήν, και φίλους πολλούς εις το Άργος, τον κατέπεισε ν' αγοράση την άμαξαν δι' αυτόν. Την ηγόρασε λοιπόν ο Αλκιβιάδης, αλλά την ενέγραψεν εις ίδιον εαυτού όνομα, διά δε τον Διομήδην ηδιαφόρησεν εντελώς, και τον αφήκε ν' αγανακτή, και να επιμαρτύρηται Θεούς και ανθρώπους. Φαίνεται δ' ότι και δίκη προέκυψεν εκ τούτου, και λόγον έγραψεν ο Ισοκράτης (42) περί του ζεύγους υπέρ του υιού του Αλκιβιάδου· εις αυτόν όμως ο αντίδικος καλείται Τισίας και ουχί Διομήδης.

ΙΓ. Αφ' ού δ' επεδόθη εις την πολιτικήν, εν ώ ήτον μειράκιον έτι, τους μεν άλλους δημαγωγούς ευθύς εταπείνωσεν· ανταγωνιστάς δ' είχε Φαίακα τον Ερασιστράτου (43) και Νικίαν τον Νικηράτου, τούτον μεν προβεβηκότα ήδη την ηλικίαν και θεωρούμενον ως στρατηγόν άριστον· τον δε Φαίακα αρχίζοντα, ως αυτός, τότε ν' αυξάνη, και εξ επισήμων όντα γονέων, αλλά κατώτερον αυτού και κατά τ' άλλα και κατά την ευγλωττίαν· διότι εφαίνετο μάλλον κοινωνικός και καταπειστικός εις τας ιδιαιτέρας συναναστροφάς, παρά ικανός να υποφέρη τους αγώνας εις την εκκλησίαν του δήμου· και ως ο Εύπολις (44) λέγει·

καλώς ελάλει, αλλ' ωμίλει ασθενώς.

Υφίσταται δε και λόγος τις κατ' Αλκιβιάδου, γραφείς υπό Φαίακος· εν αυτώ δε μεταξύ άλλων λέγεται και ότι η πόλις είχε πολλά σκεύη χρυσά και αργυρά διά τας πομπάς, ο δ' Αλκιβιάδης τα μετεχειρίζετο όλα ως εδικά του, διά την καθ' ημέραν οικιακήν χρήσιν του. Υπήρχε δέ τις τότε Υπέρβολος Περιθοίδης (45) όν αναφέρει ως άνθρωπον πονηρόν και ο Θουκυδίδης (46) και όστις εις τους κωμικούς όλους εν γένει έδιδεν αφορμήν διασκεδάσεως, χλευαζόμενος πάντοτε εις τα θέατρα. Ανάλγητος ούτος προς τας κατηγορίας και απαθής ων, εξ αδιαφορίας διά την δόξαν, όπερ είναι αναισχυντία και ανοησία, αν καί τινες τ' ονομάζουσιν ανδρείαν και ευτολμίαν, εις κανένα μεν δεν ήρεσκε, τον μετεχειρίζετο δε πολλάκις ο δήμος, όταν επεθύμει να εξευτελίζη τους κατέχοντας τ' αξιώματα και να τους συκοφαντή. Υπό τούτου και τότε ο δήμος καταπεισθείς, έμελλε να ρίψη το όστρακον (47), δι' ού ταπεινούντες εξορίζουσι πάντοτε τον πολίτην εκείνον όστις υπερέχει των πολιτών κατά την δόξαν και δύναμιν, τον φθόνον των μάλλον παρηγορούντες παρά τον φόβον των. Επειδή δε προφανές ήτον ότι καθ' ενός των τριών θα έρριπτον το όστρακον, συνήνωσεν ο Αλκιβιάδης τας φατρίας, και συνδιαλλαχθεις μετά του Νικίου, έτρεψε τον οστρακισμόν κατά του Υπερβόλου. Ως δέ τινες λέγουσι, συνωμίλησεν ουχί μετά του Νικίου, αλλά μετά του Φαίακος, και εκείνου προσλαβών την φατρίαν, έδιωξε τον Υπέρβολον, όστις πολύ απείχε του να το περιμένη· διότι εις την ποινήν ταύτην ουδείς υπέπιπτε ταπεινός και άδοξος, ως είπε και ο Πλάτων ο κωμικός (48), τον Υπέρβολον αναφέρων·

Των τρόπων του έπαθ' εκείνος άξια, πλην των στιγμάτων κ' εαυτού ανάξια· Διά τοιούτους δεν ευρέθη τ' όστρακον.

Αλλά τα περί τούτων ιστορούμενα αλλαχού ερρέθησαν εκτενέστερον (49).

ΙΔ. Ελύπει δε τον Αλκιβιάδην επίσης ο Νικίας θαυμαζόμενος υπό των εχθρών, ή τιμώμενος υπό των πολιτών· διότι ο Αλκιβιάδης ήτον πρόξενος των Λακεδαιμονίων (50), και επεριποιήθη τους άνδρας αυτών όσοι είχον αιχμαλωτισθή εις την Πύλον (51). Επειδή δ' εκείνοι διά του Νικίου κυρίως επιτυχόντες ειρήνην, και λαβόντες τους άνδρας οπίσω, υπερηγάπων αυτόν, και μεταξύ των Ελλήνων ελέγετο λόγος ότι ο Περικλής μεν εκίνησεν, ο Νικίας δε διέλυσε τον πόλεμον, και οι περισσότεροι ωνόμαζον Νικίειον την ειρήνην, διά τούτο δυσηρεστείτο σφοδρώς ο Αλκιβιάδης και εφθόνει, και εσκέπτετο πώς να ταράξη τας συνθήκας. Και πρώτον μεν εννοήσας ότι οι Αργείοι, μισούντες και φοβούμενοι τους Σπαρτιάτας, ήθελον ν' αποσπασθώσιν απ' αυτών, τοις έδιδε κρυφίως ελπίδας συμμαχίας μετά των Αθηναίων, και τους ενεθάρρυνε, στέλλων και συνεννοούμενος μετά των προεστώτων του δήμου, να μη φοβώνται, ουδέ να κλίνωσιν υπό τους Λακεδαιμονίους, αλλά να στραφώσι προς τους Αθηναίους, και να περιμείνωσι, διότι τάχιστα αυτοί θα μετενόουν και θ' άφηνον την ειρήνην. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι συνήψαν συμμαχίαν προς τους Βοιωτούς, και παρέδωκαν εις τους Αθηναίους την Πάνακτον (52) ουχί, ως έπρεπεν, ορθήν, αλλά κατεδαφίσαντες αυτήν, ιδών τους Αθηναίους οργιζομένους, τους ηρέθιζεν έτι μάλλον, και εθορύβει περί Νικίου, και τον διέβαλλε, πιθανάς κατηγορίας προτείνων, ότι τους εν Σφακτηρία συλληφθέντας εχθρούς, ουδ' ο ίδιος, όταν εστρατήγει, ηθέλησε να τους αιχμαλωτίση, και ότε άλλοι τους ηχμαλώτισαν, αυτός τους αφήκε και τους απέδωκε, χαριζόμενος εις τους Λακεδαιμονίους· και όμως, ότι καί τοι φίλος ων εκείνων, δεν τους κατέπεισε να μη συνωμόσωσι μετά των Βοιωτών, ουδέ μετά των Κορινθίων, εμποδίζει δε τους Έλληνας όσοι θέλουσι να γίνωσι σύμμαχοι και φίλοι των Αθηναίων, αν δεν εγκρίνωσι τούτο οι Λακεδαιμόνιοι. Ταύτα κακώς διέθετον κατά του Νικίου, ότε, ως εκ τύχης, ήλθον πρέσβεις εκ Λακεδαίμονος, και εκείθεν λόγους φέροντες φιλικούς, και λέγοντες ότι έχουσι πληρεξουσιότητα να συνομολογήσωσι παν το δίκαιον και συμβιβαστικόν. Ταύτα εγένοντο δεκτά υπό της Βουλής, και την επαύριον έμελλε να συνέλθη ο δήμος (53). Φοβηθείς δ' ο Αλκιβιάδης, κατώρθωσεν οι πρέσβεις να έλθωσιν εις συνέντευξιν μετ' αυτού. Όταν δ' ήλθον, «Τι επάθατε, άνδρες Σπαρτιάται; τοις είπε· πώς δεν γνωρίζετε ότι η Βουλή είναι πάντοτε μετριοπαθής και φιλάνθρωπος προς πάντας τους εις αυτήν παρουσιαζομένους, ο δε δήμος μεγαλοφρονεί και μεγάλων ορέγεται, και αν ειπήτε ότι έρχεσθε πληρεξουσιότητα έχοντες, θέλει σας κακομεταχειρισθή, προστάζων σας και βίαν εις σας επιφέρων ; Μη πράττετε ταύτην την αφροσύνην, και αν θέλητε να εύρητε μετριοπαθείς τους Αθηναίους, και να μη βιασθήτε παρά την γνώμην σας, ομιλήσατε περί των δικαίων ως να μη έχητε πληρεξουσιότητα. Θέλομεν δε συμπράξει και ημείς διά να ευχαριστήσωμεν τους Λακεδαιμονίους.» Ταύτα δ' ειπών, έδωκεν όρκους εις αυτούς, και τους απέσπασεν εντελώς από του Νικίου, εις αυτόν εντελώς εμπιστευομένους, και θαυμάζοντας αυτού την μεγάλην ικανότητα και την σύνεσιν, ως ούσαν ανδρός ουχί του τυχόντος. Την δ' επαύριον συνήχθη ο δήμος, και εισήλθον προς αυτόν οι πρέσβεις. Ερωτηθέντες δε φιλοφρονέστατα υπό του Αλκιβιάδου υπό ποίους όρους ήλθον, είπον ότι δεν έχουσι πληρεξουσιότητα. Τότε αμέσως ο Αλκιβιάδης επέπεσε κατ' αυτών μετά κραυγών και οργής, ως αδικούμενος αυτός και ουχί ως αδικών, και τους εκάλει απίστους και παλιμβούλους, και ελθόντας επί σκοπώ ούτε να ειπώσιν ούτε να πράξωσί τι ορθόν. Ηγανάκτει δε και η βουλή, και ο δήμος ωργίζετο· ο δε Νικίας εκυριεύετο υπ' εκπλήξεως και κατηφείας διά των ανδρών την μεταβολήν, αγνοών την απάτην και τον δόλον.

ΙΕ. Ούτως απεπέμφθησαν οι Λακεδαιμόνιοι, και στρατηγός εκλεχθείς ο Αλκιβιάδης, κατέστησεν ευθύς τους Αργείους και τους Μαντινείς και τους Ηλείους (54) συμμάχους των Αθηναίων. Και τον μεν τρόπον της πράξεως ουδείς επήνει· το πραχθέν όμως υπ' αυτού ήτον μέγα, ότι διαίρεσε και εκλόνισε σχεδόν πάσαν την Πελοπόννησον, και εις μίαν ημέραν τόσας ασπίδας αντέταξε περί την Μαντίνειαν κατά των Λακεδαιμονίων, και διήγειρεν επ' αυτούς μακράν όλως των Αθηνών αγώνα και κίνδυνον, εις όν αν υπερίσχυον, η νίκη ουδέν μέγα πλεονέκτημα θα προσέθετεν εις αυτούς, αν δ' ενικώντο, δύσκολον θα ήτον η Λακεδαίμων να σωθή. Ευθύς δε μετά την μάχην, οι Χίλιοι (55) εν Άργει επιχείρησαν να καταλύσωσι τον δήμον και υποτάξωσιν εις εαυτούς την πόλιν. Ελθόντες δ' οι Λακεδαιμόνιοι, κατέλυσαν την δημοκρατίαν. Αλλ' οπλισθείς πάλιν ο δήμος υπερίσχυσε, και επελθών ο Αλκιβιάδης εξησφάλισε την νίκην εις τον δήμον, και τους έπεισε ν' ανεγείρωσι τα μακρά τείχη, και ενωθέντες μετά της θαλάσσης, να εξαρτήσωσιν εντελώς την πόλιν από της των Αθηναίων δυνάμεως. Και έφερε δε και τέκτονας και λιθουργούς εξ Αθηνών, και πάσαν εδείκνυε προθυμίαν, ευγνωμοσύνην και δύναμιν αποκτών δι' εαυτόν ουχί ήττον ή διά την πατρίδα του. Ομοίως δ' έπεισε και τους Πατρείς να συνάψωσι διά μακρών τειχών την πόλιν μετά της θαλάσσης. Και επειδή τις έλεγεν εις τους Πατρείς· «Οι Αθηναίοι θα σας καταπίωσιν,» «Ίσως, είπεν ο Αλκιβιάδης, κατ' ολίγον, και από τους πόδας· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι διά μιας και από την κεφαλήν.» Συγχρόνως δε συνεβούλευε τους Αθηναίους να φροντίζωσι και κατά ξηράν να είναι ισχυροί, και να κυρώσιν εμπράκτως τον όρκον όν οι έφηβοι έδιδον πάντοτε εις της Αγραύλου το ιερόν (56). Διότι ομνύουσιν, ως όρια της Αττικής να θεωρώσι τους σίτους, τας κριθάς, τας αμπέλους και τας ελαίας, διδασκόμενοι να καταστήσωσιν εδικήν των πάσαν την ήμερον και καρποφόρον χώραν.

ΙΣΤ. Αλλ' εν τω μέσω τοσούτων έργων πολιτικών, και λόγων, και φρονημάτων, και ικανότητος, πολλήν αφ' ετέρου εδείκνυε τρυφήν εις τον τρόπον του βίου του, και ακρασίαν εις τα φαγοπότια και τους έρωτας, και θηλυπρέπειαν εις την ενδυμασίαν του, έλκων πορφυράς εσθήτας διά της αγοράς, και πολιτέλειαν υπερήφανον, κόπτων τα καταστρώματα εις τας τριήρεις και απλών τα στρώματα εις ζώνας, ουχί εις σανίδας, όπως κοιμάται μαλακώτερον, και την ασπίδα του κατασκευάζων διάχρυσον, έχουσαν ως τύπον ουχί σημείον τι των πατέρων του, αλλ' έρωτα κεραυνοφόρον. Ταύτα βλέποντες, οι μεν επίσημοι πολίται εβδελύττοντο αυτά και ηγανάκτουν, αλλά και εφοβούντο συγχρόνως την αδιαφορίαν αυτού και την παρανομίαν, ως συμπτώματα τυραννικά και αλλόκοτα. Εξηγών δ' ο Αριστοφάνης ουχί κακώς την προς αυτόν διάθεσιν του δήμου λέγει ταύτα (57)·

Ποθεί, μισεί, και να τον έχη βούλεται.

Έτι δ' ισχυροτέρα είναι η επομένη αλληγορία·

Ποτέ μη τρέφης εις την πόλιν λέοντα· ή εάν τρέφης, κλίνε εις τους τρόπους του.

Διότι αι συνεισφοραί και χορηγίαι αυτού, και όσα, πάσης υπερβολής ανώτερα, φιλοτίμως εδαπάνα υπέρ της πόλεως, και των προγόνων αυτού η δόξα, και του λόγου η δύναμις, και του σώματος το κάλλος, και η ευρωστία και η δύναμις μετά της πολεμικής εμπειρίας, έπειθον τους Αθηναίους να συγχωρώσι πάντα τ' άλλα, και να υποφέρωσιν αυτά μεθ' υπομονής, αποδίδοντες εις τας παρεκτροπάς του τα μετριώτερα ονόματα πάντοτε, και παιγνίδια ονομάζοντες αυτάς και φιλανθρωπίας. Τοιούτον τι ήτον και το να κατακλείση τον ζωγράφον Αγάθαρχον, και μετά ταύτα, αφ' ού εζωγράφησε την οικίαν του, να τον αφήση, πλούσια δώρα δους εις αυτόν (58). Και το να ραπίση τον Ταυρέαν (59), όστις αντεχορήγει (60), διότι εφιλοτιμείτο να κερδίση την νίκην· και το ότι έλαβε γυναίκα Μηλίαν εκ των αιχμαλώτων, και αποκτήσας έθρεψε παιδίον εξ αυτής. Τούτο το έλεγον φιλάνθρωπον· και όμως αυτός εγένετο αιτιώτατος του ν' αποσφαγώσιν ηβηδόν όλοι οι Μήλιοι, υποστηρίξας το περί τούτου ψήφισμα. Όταν δ' ο Αριστοφών (61) εξωγράφησε την Νεμέαν, έχουσαν εις τας αγκάλας της καθήμενον το Αλκιβιάδην, τότε όλοι έτρεχον και έβλεπον την εικόνα χαίροντες. Οι δ' αρχαιότεροι δυσηρεστούντο και διά ταύτα, θεωρούντες αυτά ως εις τυράννους ίδια και παράνομα. Και ο Αρχέστρατος δε (62) δεν εφαίνετο ατόπως λέγων ότι η Ελλάς δεν θα εδύνατο να υποφέρη δύο Θεμιστοκλείς. Απαντήσας δέ ποτε Τίμων ο μισάνθρωπος τον Αλκιβιάδην, μετά τινα μεγάλην αυτού επιτυχίαν θριαμβευτικώς προπεμπόμενον εκ της εκκλησίας, δεν επέρασεν εμπρός του, ουδέ τον απέφυγεν ως συνήθως έπραττε δι' άλλους, αλλ' ήλθε προς αυτόν και χαιρετήσας· «Καλά κάμνεις, τω είπεν, ω παι, αυξανόμενος, διότι αυξάνεις κακόν μέγα εις όλους τούτους.» Τότε μεν άλλοι εγέλων, άλλοι δ' ύβριζον αυτόν· είς τινας όμως επροξένησεν ο λόγος πολλήν εντύπωσιν. Ούτως αμφίβολος ην η περί αυτού υπόληψις διά του χαρακτήρος αυτού το ανώμαλον.

ΙΖ. Έτι δ' επί ζωής του Περικλέους επεθύμουν οι Αθηναίοι την Σικελίαν, και ευθύς μετά τον θάνατόν του ήρξαντο της επιχειρήσεως, και έστελλον τας λεγομένας βοηθείας και συμμαχίας προς τους λαούς όσοι εκάστοτε ηδικούντο υπό των Συρακουσίων, ως οχετούς αυτάς προς την μεγάλην εκστρατείαν μεταχειριζόμενοι. Ο δε προ πάντων την επιθυμίαν αυτών ταύτην παροξύνας, και παρακινήσας αυτούς να επιχειρήσωσι να καταστρέψωσι την νήσον ουχί κατά μέρος ουδέ κατ' ολίγον, αλλά διά μεγάλου στόλου εκπλεύσαντες, ήτον ο Αλκιβιάδης, τον δήμον μεγάλα να ελπίση πείσας, και αυτός μεγαλητέρων όρεξιν έχων· Διότι διενοείτο να είναι η Σικελία ως προς τας ελπίδας του, αρχή της εκστρατείας, και ουχί τέλος, καθώς οι άλλοι ενόμιζον. Και ο μεν Νικίας, θεωρών την άλωσιν των Συρακουσών έργον δύσκολον, απέτρεπε τον δήμον· ο δ' Αλκιβιάδης την Καρχηδόνα και την Λιβύην (63) ονειροπολών, και αφ' ού αύται εκυριεύοντο, κατέχων ήδη την Ιταλίαν και την Πελοπόννησον, εθεώρει την Σικελίαν σχεδόν ως απλούν πολέμου εφόδιον. Και οι μεν νέοι αμέσως εξήπτοντο διά των ελπίδων, και ήκουον τους γεροντοτέρους πολλά και θαυμάσια περί εκστρατείας διηγουμένους, και πολλοί εκάθηντο εις τας παλαίστρας και εις τα αμφιθέατρα, διαγράφοντες το σχήμα της νήσου, και την θέσιν της Λιβύης και της Καρχηδόνος. Αλλ' ο φιλόσοφος Σωκράτης και ο αστρολόγος Μέτων (64) λέγουσιν ότι ουδέν καλόν ήλπιζον διά την πόλιν εκ της εκστρατείας εκείνης, ο μεν διότι, ως φαίνεται, ήλθε και τον ειδοποίησε το σύνηθες αυτού δαιμόνιον (65)· ο δε Μέτων, είτε εκ σκέψεως φοβηθείς το μέλλον, είτε μαντείας τινά τρόπον μεταχειρισθείς, επροσποιήθη ότι εβλάβη τας φρένας, και λαβών δάδα καίουσαν, επεχείρησε να πυρπολήση την οικίαν του. Τινές δε λέγουσιν ότι μανίαν ουδόλως επροσποιήθη ο Μέτων, αλλ' ότι έκαυσε την νύκτα τον οίκον του, και έπειτα το πρωί εξελθών παρεκάλει και καθικέτευε, μετά την τοσαύτην συμφοράν να επιτραπή εις τον υιόν του να μη συνεκστρατεύση. Και επέτυχε την επιθυμίαν του, απατήσας τους πολίτας.

ΙH. Εξελέγη δε στρατηγός ο Νικίας παρά την θέλησίν του, αποφεύγων την αρχήν προς τοις άλλοις και διά τον συνάρχοντά του. Διότι εις τους Αθηναίους εφαίνετο ότι ο πόλεμος μάλλον θα ευδοκίμει αν δεν εστέλλετο ο Αλκιβιάδης άκρατος, αλλ' εις την τόλμην αυτού συνεμίγνυτο και η πρόνοια του Νικίου· καθ' όσον ο τρίτος στρατηγός Λάμαχος, καί τοι προβεβηκώς την ηλικίαν, δεν εφαίνετο όμως ολιγώτερον του Αλκιβιάδου θερμός και φιλοκίνδυνος κατά τους αγώνας. Όταν δ' έγινε διάσκεψις εν τω δήμω περί του πλήθους και του τρόπου των προπαρασκευών, ο Νικίας και τότε πάλιν επροσπάθει ν' αντισταθή και να εμποδίση τον πόλεμον. Αλλ' ο Αλκιβιάδης αντικρούσας αυτόν υπερίσχυσε, και τότε ο ρήτωρ Δημόστρατος (66) έγραψε ψήφισμα και είπεν ότι εις τους στρατηγούς πρέπει να δοθή πληρεξουσιότης και διά τας προπαρασκευάς, και δι' όλον τον πόλεμον. Επεκύρωσε δε τούτο ο δήμος, και όλοι ήσαν έτοιμοι ν' αποπλεύσωσιν· αλλά καλοί δεν ήσαν ουδέ της εορτής οι οιωνοί· διότι κατά τας ημέρας εκείνας συνέπιπτον τ' Αδώνια (67), και αι γυναίκες εξέθετον πολλαχού είδωλα όμοια προς νεκρούς ενταφιαζομένους, και ταφάς εμιμούντο κλαίουσαι, και έψαλλον θρήνους. Η δε περικοπή των Ερμών (68), ών οι πλείστοι, εντός μιάς νυκτός ηκρωτηριάσθησαν κατά τα πρόσωπα, συνετάραξε πολλούς εξ εκείνων οίτινες περιεφρόνουν τα τοιαύτα. Και ευρέθη μεν ότι οι Κορίνθιοι, αποίκους έχοντες τους Συρακουσίους, έπραξαν ταύτα επ' ελπίδι ότι ένεκα των οιωνών θ' ανεχαιτίζοντο οι Αθηναίοι, ή θα μετενόουν διά τον πόλεμον. Αλλ' εις το πλήθος δεν απετέλει εντύπωσιν ούτε ούτος ο λόγος, ούτ' εκείνοι των διισχυριζομένων ότι ουδέν υπήρχε κακόν σημείον, αλλ' οινοποσίας ακολάστων νέων αποτελέσματα, αρχομένων από παιγνιδίων, και τελευτώντων εις ασέβειαν. Εκλαμβάνοντες δε το γεγονός μετ' οργής και φόβου, και φρονούντες ότι ετολμήθη εκ συνωμοσίας διά πράγματα μεγάλα, εξετάζον αυστηρώς πάσαν αφορμήν υπονοίας, και η βουλή συνεδρίαζε προς τούτο, και ο δήμος συνήλθεν εις ολίγας ημέρας πολλάκις.

ΙΘ. Κατά τον αυτόν δε καιρόν ο δημαγωγός Ανδροκλής (69) παρουσίασε δούλους τινάς και μετοίκους (70), οίτινες κατηγόρουν τον Αλκιβιάδην και τους φίλους αυτού ότι και άλλα αγάλματα περιέκοψαν, και μεθύοντες απεμιμήθησαν τα μυστήρια. Έλεγον δ' ότι Θεόδωρος μέν τις εξετέλει το μέρος του κήρυκος, Πολυτίων (71) δε το του Δαδούχου, το δε του Ιεροφάντου ο Αλκιβιάδης, και οι άλλοι σύντροφοί του ότι ήσαν παρόντες, και εμυούντο δήθεν, μύστας ονομάζοντες αλλήλους. Ταύτα ήσαν γεγραμμένα εις την εισαγγελίαν (72) του Θεσσαλού, υιού του Κίμωνος, όστις κατήγγειλε τον Αλκιβιάδην δι' ασέβειαν προς τας Θεάς (73). Εκ τούτων ο δήμος ωργίζετο, και πικρώς διάκειτο προς τον Αλκιβιάδην, και ο Ανδροκλής, όστις ήτον εκ των ασπονδοτέρων εχθρών αυτού, παρώξυνε το πλήθος, ώστε κατ' αρχάς εταράχθησαν οι φίλοι του Αλκιβιάδου. Αλλ' ιδόντες ότι οι ναύται όσοι έμελλον ν' αποπλεύσωσιν εις Σικελίαν διέκειντο ευνοϊκώς προς αυτούς, ομοίως δε και οι στρατιώται, και ακούσαντες ότι οι Αργείοι και Μαντινείς, οίτινες ήσαν χίλιοι οπλίται, έλεγον αναφανδόν, ότι διά τον Αλκιβιάδην απέρχονται εις εκστρατείαν μακράν και υπερθαλάσσιον, αν δε κακώς τις κατ' αυτού προσφερθή, ότι αυτοί αμέσως αναχωρούσιν, έλαβον θάρρος, και παρέστησαν, όταν ήλθεν ο καιρός, ν' απολογηθώσιν, ώστε οι εχθροί των περιέστησαν πάλιν εις αθυμίαν και φόβους, μήπως κατά την κρίσιν ο δήμος φανή εξ ανάγκης ηπιώτερος προς αυτόν. Ετεχνάσθησαν επομένως να εγερθώσιν εις την εκκλησίαν του δήμου τινές ρήτορες, οίτινες εφαίνοντο εχθροί του Αλκιβιάδου, και τον εμίσουν ουχ ήττον των ομολογουμένων εχθρών του, και να ειπώσιν ότι άτοπον είναι, αφ' ού εξελέγη στρατηγός αυτοκράτωρ (74) τοσαύτης δυνάμεως, αφ' ού συνήλθον ο στρατός και οι σύμμαχοι, να χρονοτριβή ενόσω αυτοί εκλήρουν δικαστάς (75) και εμέτρουν το ύδωρ (76). «Και τώρα μεν, αγαθή τύχη, ας αποπλεύση· αφ' ού δε περατωθή ο πόλεμος, τότε ας απολογηθή κατά τους αυτούς νόμους.» Και δεν ηπατάτο μεν ο Αλκιβιάδης ως προς την κακοήθειαν της αναβολής, και προελθών έλεγεν ότι δεινόν είναι, αφήνων οπίσω του κατηγορίας καθ' εαυτού και διαβολάς, να στέλληται αβέβαιος μετά τοσαύτης δυνάμεως. Διότι πρέπει να θανατωθή μεν αν δεν αθωωθή εκ των κατηγοριών, αν δ' αθωωθή και φανή καθαρός, τότε να στραφή κατά των πολεμίων, χωρίς να φοβήται τους συκοφάντας.

Κ. Επειδή όμως δεν τους κατέπειθε, και τον διέταττον ν' αποπλεύση, ανεχώρησε μετά των συστρατήγων του, έχων τριήρεις μεν όχι πολύ ολιγωτέρας των εκατόν τεσσαράκοντα, οπλίτας δε πέντε χιλιάδας και εκατόν, τοξότας δε και σφενδονήτας και ψιλούς χιλίους τριακόσιους περίπου, και την άλλην ετοιμασίαν αξιόλογον. Φθάσας δ' εις την Ιταλίαν, και κυριεύσας το Ρήγιον, επρότεινε γνώμην κατά τίνα τρόπον πρέπει ο πόλεμος να διευθυνθή. Και ο μεν Νικίας ηναντιούτο· αλλ' ο Λάμαχος συνεφώνησε μετ' αυτού, και ούτω πλεύσας εις Σικελίαν εκυρίευσε την Κατάνην, άλλο δ' ουδέν έπραξε, διότι προσεκλήθη ευθύς υπό των Αθηναίων οπίσω ίνα κριθή. Διότι πρώτον μεν, ως ερρέθη, εκινήθησαν κατά του Αλκιβιάδου υπό δούλων και μετοίκων χλιαροί τινες υπόνοιαι και διαβολαί· έπειτα δε, οι εχθροί αυτού επί της απουσίας του σφοδρότερον καταφερόμενοι, και την εξύβρισιν των Ερμών μετά της των μυστηρίων συμπλέκοντες, ως γενομένας εκ μιας και της αυτής συνωμοσίας επί σκοπώ νεωτερισμού, τους μεν οπωσούν υπόπτους έρριψαν ακρίτους εις το δεσμωτήριον, ελυπούντο δε διότι δεν κατεψήφισαν τότε κατά του Αλκιβιάδου, και δεν τον έκρινον διά τοιαύτα εγκλήματα. Πας δ' οικείος ή φίλος ή σύντροφος αυτού, όστις υπέπεσεν εις την κατ' εκείνου οργήν, εύρεν αυτούς αμειλίκτους. Και ο μεν Θουκυδίδης παρέλειψε να ονoμάση τους καταμηνυτάς του· άλλοι δε ονομάζουσι τον Διοκλείδαν και τον Τεύκρον, και μεταξύ άλλων και ο κωμικός Φρύνιχος (77) ταύτα γράφων·

Φίλτατ' Ερμή, φυλάξου μη θραυσθής πεσών, κ' αιτίαν πάλιν δώσης εις διαβολάς ετέρου Διοκλείδου, όπως κακουργή.

ΕΡΜΗΣ. Θα φυλαχθώ· να προμηθεύσω μήνυτρα δεν θέλω εις τον Τεύκρον, ξένον βδελυρόν.

Βέβαιον όμως τίποτε ούτε ισχυρόν αι καταμηνύσεις δεν εδείκνυον. Είς εξ αυτών ερωτώμενος πώς εγνώρισε τα πρόσωπα των ερμοκοπιδών (78), απεκρίθη ότι εις την σελήνην· αλλ' έσφαλε προφανέστατα, διότι όταν ταύτα έγιναν, ήτον η τελευταία του μηνός ημέρα (79). Και τους μεν νουνεχείς ετάραξε τούτο· αλλά τον δήμον κατ' ουδέν διέθεσε μαλακώτερον προς τας συκοφαντίας, αλλ' ως ήρχησεν εξ αρχής, δεν έπαυσε φέρων και ρίπτων εις το δεσμωτήριον πάντα τον υφ' ούτινος δήποτε καταγγελλόμενον.

ΚΑ. Μεταξύ δε των τότε δεθέντων και φυλακισθέντων όπως κριθώσιν, ήτον και ο ρήτωρ Ανδοκίδης (80), όν ο συγγραφεύς Ελλάνικος (81) καταριθμεί μετά απογόνων του Οδυσσέως. Εφαίνετο δ' ο Ανδοκίδης μισόδημος και ολιγαρχικός. Ύποπτον δε της κολοβώσεως των Ερμών κατέστησεν αυτόν προς τοις άλλοις και ο μέγας Ερμής όστις ήτον πλησίον της οικίας αυτού ιδρυμένος, ανάθημα της Αιγηίδος φυλής, διότι μεταξύ ολιγίστων, και εκ των αξιολόγων μόνος έμεινεν ακέραιος. Διά τούτο τώρα ονομάζεται του Ανδοκίδου, και όλοι ούτω τον καλούσιν, αν και η επιγραφή μαρτυρά τα εναντία. Συνέβη δε, μεταξύ των συγκατηγορουμένων να γένη εντός του δεσμωτηρίου οικείος καν φίλος του Ανδοκίδου ανήρ ουχί μεν ένδοξος ως εκείνος, αλλά διακεκριμένος διά την σύνεσιν και την τόλμην του, ονομαζόμενος Τίμαιος. Ούτος πείθει τον Ανδοκίδην να γίνη κατήγορος εαυτού και άλλων τινών ου πολλών, διότι κατά ψήφισμα του δήμου εδίδετο χάρις εις τον ομολογούντα, εν ώ τα της κρίσεως ήσαν δι' όλους άδηλα, διά δε τους δυνατούς φοβερώτατα. Τω απέδειξε δε, ότι προτιμώτερον είναι να σωθή ψευδόμενος, παρά, ουχ ήττον ένοχος θεωρούμενος, ν' αποθάνη άδοξος· και εις το κοινόν συμφέρον αν προσέτι απέβλεπεν, ότι εδύνατο ολίγους και αμφιβόλους παραδίδων ανθρώπους, ν' αποσπάση πολλούς και αγαθούς της του δήμου οργής. Ταύτα λέγοντος και διδάσκοντος του Τιμαίου, ο Ανδοκίδης επείσθη, και γενόμενος καταμηνυτής καθ' εαυτού και κατ' άλλων, έλαβε την κατά το ψήφισμα χάριν αυτός· όσους δ' ωνόμασεν, όλοι, πλην των σωθέντων διά φυγής, εφονεύθησαν. Όπως δε μάλλον πιστευθή, προσέθηκεν εις αυτούς και ιδίους υπηρέτας ο Ανδοκίδης. Αλλά δεν εξεθύμανεν ενταύθα όλην την οργήν του ο δήμος· αλλά μάλλον ως αν εσχόλαζεν ο θυμός του, απαλλαγείς των ερμοκοπιδών, εχύθη όλος κατά του Αλκιβιάδου. Και τέλος έπεμψε την Σαλαμινίαν (82) προς αυτόν, προστάξας επιτηδείως να μη τον βιάσωσιν, ουδέ να τον συλλάβωσιν, αλλά ν' αποταθώσιν εις αυτόν διά λόγων ηπίων, λέγοντες τω να τους ακολουθήση εις την κρίσιν, και να πείση τον δήμον· διότι εφοβούντο ταραχάς του στρατεύματος εις γην εχθρικήν, και στάσιν, ήν ευκόλως θα κατώρθου αν ήθελεν ο Αλκιβιάδης, καθ' όσον οι στρατιώται δυσηρεστούντο διά την αναχώρησίν του, και επίστευον ότι υπό τον Νικίαν ο πόλεμος ήθελε πολύ παραταθή εις ματαίας χρονοτριβάς, ως αν εξέλειπε το κέντρον από των πράξεων. Διότι ο Λάμαχος ήτον μεν πολεμικός και ανδρείος, αλλά δεν είχε μεγάλην υπόληψιν ούτε επιρροήν διά την πενίαν του.

KB. Αποπλεύσας λοιπόν ο Αλκιβιάδης, ευθύς μεν αφήρεσεν από των Αθηναίων την Μεσσήναν· διότι υπήρχον τινές οι μέλλοντες να την παραδώσωσι· και τούτους γνωρίζων σαφέστατα, τους κατεμήνυσεν εις τους φίλους των Συρακουσίων, και ούτως η πράξις απέτυχε. Φθάσας δ' εις Θουρίους (83), και αποβάς του πλοίου, εκρύβη, και διέφυγε τους ζητούντας αυτόν. Πρός τινα δε όστις τον εγνώρισε και τω είπε· «Δεν εμπιστεύεσαι, ω Αλκιβιάδη, εις την πατρίδα σου;» «Ως προς όλα μεν τ' άλλα, απεκρίθη, ναι· αλλά περί της ψυχής μου δεν εμπιστεύομαι ουδ' εις την μητέρα μου, μήπως παραγνωρίσασα ρίψη την μέλαιναν ψήφον αντί της λευκής.» Ύστερον δ' ακούσας ότι η πόλις τον κατεδίκασεν εις θάνατον, «Αλλ' εγώ, είπε, θα τοις δείξω ότι ζω.» Η δε κατ' αυτού εισαγγελία αναφέρεται ως ούσα ούτω συντεταγμένη· «Θεσσαλός Κίμωνος Λακιάδης κατήγγειλεν Αλκιβιάδην τον Κλεινίου Σκαμβωνίδην (84), ότι αδίκως προσηνέχθη προς τας Θεάς, την Δήμητραν και την κόρην, απομιμούμενος τα μυστήρια, και δεικνύων αυτά εις τους φίλους του εντός της οικίας του, φορών στολήν οίαν φορεί ο ιεροφάντης όταν δεικνύη τα ιερά, και ονομάζων εαυτόν ιεροφάντην, τον δε Πολυτίωνα δαδούχον, κήρυκα δε τον Φηγαιέα Θεόδωρον· τους δ' άλλους φίλους του ονομάζων μύστας και επόπτας (85), απ' εναντίας των νόμων και των διατάξεων των Ευμολπιδών και των Κηρύκων (86) και των ιερέων των εξ Ελευσίνος.» Καταδικάσαντες δ' αυτόν ερήμην, και την περιουσίαν αυτού δημεύσαντες, εψήφισαν προσέτι να τον καταρώνται όλοι οι ιερείς και αι ιέρειαι (87). Εξ αυτών δε λέγουσιν ότι μόνη αντέστη εις το ψήφισμα η Θεανώ Μένωνος εξ Αγρυλής (88), λέγουσα ότι έγινεν ιέρεια διά να εύχηται όχι διά να καταράται.

ΚΓ. Εν ώ δε τοιαύτα ψηφίσματα και καταδίκαι εγράφοντο κατά του Αλκιβιάδου, αυτός διέτριβεν εις το Άργος, διότι άμα αποδράς εκ Θουρίων, μετέβη εις την Πελοπόννησον. Φοβούμενος δε τους εχθρούς, και εντελώς απελπισθείς από της πατρίδος του, έπεμψεν εις την Σπάρτην, ζητών να τω δοθή ασφάλεια, και εζήτησε να τω δώσωσι τα πιστά, υποσχόμενος περισσοτέραν βοήθειαν και ωφέλειαν εις αυτούς παρ' όσην τοις επροξένησε βλάβην άλλοτε όταν τους επολέμει. Τότε έδωκαν και έλαβον υποσχέσεις οι Σπαρτιάται, και ελθών προθύμως αυτός, έν μεν ευθύς κατώρθωσεν, ευρών αυτούς χρονοτριβούντας και αναβάλλοντας να βοηθήσωσι τους Συρακουσίους, να τους διεγείρη και να τους παροξύνη να στείλωσι τον Γύλιππον στρατηγόν, και να θραύσωσι την εκεί των Αθηναίων δύναμιν· άλλο δε, να κινήση εκείθεν πόλεμον κατά των Αθηναίων· και το τρίτον και μέγιστον, να περιτειχίση την Δεκέλειαν (89). Του μέτρου τούτου ουδέν ήτον επιβλαβέστερον και φθοροποιότερον εις τους κατοίκους της πόλεως. Ήρεσκε δ' αυτός δημοσίως και εθαυμάζετο και ιδιωτικώς, και εδημαγώγει το πλήθος και το κατεγοήτευε, λακωνίζων κατά τον τρόπον του ζην· ώστε οι βλέποντες αυτόν να ξυρίζεται σύρριζα (90), να λούηται εις ψυχρόν ύδωρ, να τρώγη μάζαν, και να μεταχειρίζηται τον μέλανα ζωμόν, δεν επίστευον, και ηπόρουν αν ποτέ ο άνθρωπος ούτος είχε μάγειρον εις την οικίαν του, αν είδε ποτέ μυρεψόν (91) κατά πρόσωπον, ή υπέφερέ ποτε να εγγίση Μιλησίαν χλαμύδα (92). Διότι, ως λέγουσι, και αύτη ήτον μία των μεγάλων ικανοτήτων αυτού, και μηχανή όπως συλλαμβάνη ανθρώπους, το να συνομοιούται και να συνομοπαθή μετά των εθίμων και της διαίτης εκάστου μέρους, ευμεταβλητότερος ων του χαμαιλέοντος· εκτός ότι εκείνος μεν, ως λέγεται, αδυνατεί ν' αφομοιωθή προς έν χρώμα, προς το λευκόν, διά δε τον Αλκιβιάδην, όστις διά των καλών επίσης και διά των κακών διήρχετο, ουδέν υπήρχεν ό δεν εδύνατο να μιμηθή και να επιτηδευθή· αλλ' εν μεν τη Σπάρτη ήτον γυμναστικός, ευτελής, σκυθρωπός, εν δ' Ιωνία φιλήδονος, φιλάρεσκος, οκνηρός, εν Θράκη προς μέθην, εν Θεσσαλία προς ιππασίαν επιρρεπής· όταν δε συνέζη μετά του σατράπου Τισαφέρνους, υπερέβη κατά τον όγκον και την πολυτέλειαν την περσικήν μεγαλοπρέπειαν· ουχί ότι μετέπιπτε τόσον ευκόλως αφ' ενός τρόπου εις έτερον, ουδ' ότι εδέχετο πάσαν μεταβολήν εις τα ήθη του, αλλ' εννοών ότι την φύσιν του παρακολουθών θα δυσηρέστει εκείνους μεθ' ών συνανεστρέφετο, υπεκρύπτετο και κατέφευγεν εις παν σχήμα και παν πλάσμα πρόσφορον εις εκείνους. Όταν διέτριβεν εις την Λακεδαίμονα, αποβλέπων τις εις τον εξωτερικόν αυτού βίον, ηδύνατο να ειπή· «Δεν είν' υιός του Αχιλλέως, αλλ' ούτος ο Αχιλλεύς» (93)· αφορών δ' εις τ' αληθινά αυτού πάθη και εις τας πράξεις αυτού, εδύνατο να επιφωνήση· «Είν' η παλαιά γυνή» (94). Διότι ούτω διέφθειρε την Τιμαίαν, γυναίκα του Βασιλέως Άγιδος, όστις τότε ην εις εκστρατείαν απών, ώστε και τέκνον απέκτησεν εκ του Αλκιβιάδου, και δεν το ηρνείτο. Ήτον δε το γεννηθέν άρρεν, και έξω μεν ωνομάζετο Λεωτυχίδας, το δ' εντός του οίκου υπό της μητρός προς τας φίλας και οπαδούς ψιθυριζόμενον όνομα αυτού ήτον Αλκιβιάδης. Τοσούτος ήτον ο έρως της γυναικός. Εκείνος δ' εις τούτο ενασμενιζόμενος, έλεγεν ότι ούτε όπως υβρίση τον βασιλέα, ούτε εκ φιληδονίας έπραξε τούτο, αλλ' όπως απόγονοί του βασιλεύσωσι των Λακεδαιμονίων. Τα διατρέχοντα ταύτα πολλοί κατήγγειλον προς τον Άγιν, και επίστευσεν εις αυτά, τον καιρόν αναλογιζόμενος· διότι, όταν έγινε σεισμός, φοβηθείς, έδραμεν εντός του θαλάμου της γυναικός του, και έκτοτε επί δέκα μήνας δεν προσήλθε προς αυτήν. Επειδή δ' ο Λεωτυχίδης εγεννήθη μετά τούτο, ηρνήθη ότι ήτον υιός του. Διά τούτο έπειτα εστερήθη της βασιλείας ο Λεωτυχίδης.

ΚΑ. Μετά δε την εν Σικελία των Αθηναίων δυστυχίαν (95), έπεμψαν πρέσβεις εις Σπάρτην ομού οι Χίοι, και οι Λέσβιοι, και οι Κυζικηνοί, όπως αποστατήσωσιν από των Αθηναίων (96). Και τους μεν Λεσβίους επροστάτευον οι Βοιωτοί, τους δε Κυζικηνούς ο Φαρνάβαζος· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι εις τον Αλκιβιάδην πεισθέντες, επροτίμησαν να βοηθήσωσι τους Χίους. Εκπλεύσας δε και αυτός, επανεστάτησε παρ' ολίγον πάσαν την Ιωνίαν, και πολλά συμπράττων μετά των στρατηγών των Λακεδαιμονίων, έβλαπτε τους αθηναίους. Ο δ' Άγις εχθρός μεν ήτον αυτού εξ αιτίας της γυναικός του, ως κακοποιηθείς· δυσηρεστείτο δε και διά την δόξαν του· διότι λόγος διέτρεχεν ότι τα πλείστα εγίνοντο και επετύγχανον διά του Αλκιβιάδου. Και των άλλων δε Σπαρτιατών οι δυνατώτατοι και φιλοτιμότατοι εβαρύνοντο ήδη τον Αλκιβιάδην και τον εφθόνουν. Υπερίσχυσαν λοιπόν και κατώρθωσαν, να γράψωσιν οι εν Σπάρτη άρχοντες εις την Ιωνίαν, όπως τον θανατώσωσιν. Εκείνος όμως προϊδών τούτο σιωπηλώς και φοβηθείς, εις όλας μεν τας πράξεις συνήργει μετά των Λακεδαιμονίων, αλλ' απέφευγεν εντελώς να πέση εις χείρας των. Δοθείς δε προς ασφάλειαν εις Τισαφέρνην, τον σατράπην του βασιλέως, εγένετο αμέσως παρ' αυτώ πρώτος και μέγιστος· διότι ο βάρβαρος, μη ων απλούς, αλλά κακοήθης και πονηρός, εθαύμαζε της ικανότητος αυτού το πολύτροπον και πολυποίκιλον. Εις δε την χάριν της καθημερινής του συναναστροφής και οικειότητος δεν υπήρχεν ήθος μη ενδίδον, ουδέ φύσις μη γοητευομένη· αλλά και οι φοβούμενοι και οι φθονούντες αυτόν εύρισκον ηδονήν και θέλγητρα εις το να συνδιαιτώνται μετ' αυτού και εις το να τον βλέπωσιν. Εν ώ κατά τ' άλλα ήτον σκληρός ο Τισαφέρνης και υπέρ πάντα Πέρσην μισέλλην, τοσούτον εθέλγετο κολακευόμενος υπό του Αλκιβιάδου, ώστε τον υπερέβαινεν αυτός διά της προς αυτόν κολακείας. Μεταξύ άλλων έχων αγροκήπιον απαραμίλλου ωραιότητος και διά τα ύδατα και διά τους υγιεινούς του λειμώνας, και διά τους περιπάτους και διά τα διαιτήματα αυτού τα βασιλικώς και λαμπρώς κεκοσμημένα, έδωκεν εις αυτό το όνομα του Αλκιβιάδου, και όλοι επί πολύν καιρόν ούτως εξηκολούθουν να τ' ονομάζωσιν.

ΚΕ. Απίστους δε θεωρών τους Σπαρτιάτας, και απελπισθείς απ' αυτών, και τον Άγιν φοβούμενος, τους έβλαπτε και τους διέβαλλε παρά τω Τισαφέρνη, και δεν τον αφήκε να τοις βοηθήση προθύμως, ουδέ να καταστρέψη τους Αθηναίους, αλλά φειδολάς δίδων τας βοηθείας, να θλίβη και κατατρίβη αυτούς βραδέως, και να τους καθιστά αμφοτέρους ευποτάκτους εις τον βασιλέα αφ' ού ήθελον καταπονηθή υπ' αλλήλων. Εις ταύτα ο Τισαφέρνης ευκόλως επείθετο, και προφανές ήτον ότι ευχαριστείτο και τον εθαύμαζεν· ώστε εκατέρωθεν οι Έλληνες ήρχισαν πάλιν ν' αποβλέπωσι προς τον Αλκιβιάδην, οι δ' Αθηναίοι, κακώς πάσχοντες, και μετενόουν δι' όσα κατ' αυτού κατεψήφισαν, και εκείνος δ' ελυπείτο, και εφοβείτο μη, αν εντελώς η πόλις αφανισθή, πέση ο ίδιος εις χείρας των Λακεδαιμονίων, υφ' ών εμισείτο. Τότε δ' όλα σχεδόν τα συμφέροντα των Αθηναίων συνεκεντρούντο εις την Σάμον, και εκείθεν εξορμώντες διά της ναυτικής των δυνάμεως, άλλα μεν μέρη ανεκτώντο εξ όσων είχον αποστατήσει, άλλα δ' εφύλαττον, μέχρι τινός αξιόμαχοι έτι όντες προς τους εχθρούς κατά θάλασσαν, φοβούμενοι όμως και τον Τισαφέρνην, και τας Φοινικικάς τριήρεις, περί ών ελέγετο ότι όσον ούπω έμελλον να φθάσωσιν, ούσαι εκατόν πεντήκοντα, και αν ήρχοντο, ουδεμία σωτηρίας ελπίς έμενεν εις την πόλιν. Ταύτα γνωρίζων ο Αλκιβιάδης, έπεμψε κρυφίως προς τους εν Σάμω ισχυρούς των Αθηναίων, και τοις έδιδεν ελπίδας ότι θέλει τοις καταστήσει φίλον τον Τισαφέρνην, ουχί χάριν του πλήθους, και έχων εμπιστοσύνην ουχί εις αυτό, αλλ' εις τους αρίστους, αν ήθελον τολμήσει να γίνωσιν άνδρες αγαθοί, και παύοντες την αυθάδειαν του δήμου, να σώσωσιν αυτοί τα ίδια εαυτών συμφέροντα και την πόλιν. Και οι μεν λοιποί πολλήν έδωκαν προσοχήν εις τας προτάσεις του Αλκιβιάδου. Είς όμως εκ των στρατηγών, Φρύνιχος ο Δειραδιώτης (97) ανθίστατο, υποπτεύσας, την αλήθειαν άλλως τε, ότι τον Αλκιβιάδην δεν έμελλε μάλλον υπέρ της ολιγαρχίας ή υπέρ της δημοκρατίας, αλλ' ότι θέλων διά παντός τρόπου να επιστρέψη εις τας Αθήνας, κατηγόρει τον δήμον διά να περιποιηθή και κερδίση τους δυνατούς. Νικηθείς όμως υπό της γνώμης των άλλων, και φανερώς ήδη εχθρός του Αλκιβιάδου γενόμενος, κατήγγειλε τα διατρέχοντα εις Αστύοχον, τον Ναύαρχον των πολεμίων, και τον παρήγγειλε να φυλάττηται, και να συλλάβη τον Αλκιβιάδην ως προς αμφότερα τα μέρη απιστούντα. Αλλά δεν ήξευρεν ότι προδότης απετείνετο προς προδότην. Διότι ο Αστύοχος, τεθαμβωμένος υπό της δυνάμεως του Τισαφέρνους, και βλέπων τον Αλκιβιάδην μέγαν όντα παρ' αυτώ, κατεμήνυσε προς αυτόν τα παρά του Φρυνίχου. Ο δ' Αλκιβιάδης έπεμψεν ευθύς εις Σάμον να τον κατηγορήση και εν ώ όλοι ηγανάκτουν και εξανίσταντο κατά του Φρυνίχου, ούτος, μη βλέπων άλλην εκ του κινδύνου διαφυγήν, επεχείρησε να θεραπεύση διά μείζονος κακού το κακόν και έπεμψε πάλιν προς τον Αστύοχον, παραπονούμενος προς αυτόν ότι τον κατεμήνυσεν, υποσχόμενος δε να τω παραδώση τα πλοία και τον στρατόν των Αθηναίων. Αλλ' η προδοσία του Φρυνίχου δεν έβλαψε τους Αθηναίους, εξ αιτίας της αντιπροδοσίας του Αστυόχου, όστις και ταύτας τας προτάσεις του Φρυνίχου κατήγγειλεν εις τον Αλκιβιάδην. Ο δε Φρύνιχος, προϊδών, και περιμένων δευτέραν κατηγορίαν παρά του Αλκιβιάδου, προέλαβε και είπεν εις τους Αθηναίους ότι μέλλουσι να επέλθωσιν οι εχθροί, και τους παρεκίνησε να μένωσιν εις τα πλοία των, και να περιστοιχίσωσι το στρατόπεδον. Εν ώ δε ταύτα εγίνοντο, ήλθον πάλιν γράμματα παρά του Αλκιβιάδου, όστις τοις έλεγε να φυλάττωνται από του Φρυνίχου, διότι προδίδει εις τους πολεμίους τον ναύσταθμον· αλλά τότε δεν τον επίστευσαν, νομίσαντες ότι ο Αλκιβιάδης, καλώς γνωρίζων των εχθρών την ετοιμασίαν και τους σκοπούς, ωφελήθη εξ αυτής ψευδώς, όπως διαβάλη τον Φρύνιχον. Ύστερον δε, όταν είς των περιπόλων (98), ο Έρμων, κτυπήσας εις την αγοράν δι' εγχειριδίου τον Φρύνιχον, τον εφόνευσεν, οι Αθηναίοι, δικάσαντες, εκήρυξαν και αποθανόντα τον Φρύνιχον προδότην, εστεφάνωσαν δε τον Έρμωνα και τους συνωμότας του.

ΚΣΤ. Εν δε τη Σάμω τότε υπερισχύσαντες οι φίλοι του Αλκιβιάδου, έπεμψαν τον Πείσανδρον εις την πόλιν των Αθηνών, όπως επιφέρη μεταβολήν του πολιτεύματος και ενθαρρύνη τους δυνατούς να λάβωσιν αυτοί τα πράγματα εις τας χείρας των, και να καταλύσωσι τον δήμον, λόγω ότι κατά τούτους μόνον τους όρους ο Αλκιβιάδης θέλει τοις καταστήσει τον Τισαφέρνην φίλον και σύμμαχον. Αύτη ήτον η πρόφασις, και τούτο ήτον το πρόσχημα των θελόντων να εισαγάγωσι την ολιγαρχίαν. Όταν δ' υπερίσχυσαν, και παρέλαβον τα πράγματα οι πεντακισχίλιοι μεν λεγόμενοι, τετρακόσιοι δ όντες (99), τότε αυτοί πολύ ολίγον εφρόντιζον πλέον περί Αλκιβιάδου, και νωθρότερον εξηκολούθουν τον πόλεμον, μέρος μεν διότι δεν είχον εισέτι εμπιστοσύνην εις τους πολίτας, δυσμενώς διακειμένους προς την μεταβολήν, μέρος δε διότι ενόμιζον ότι προς αυτούς θέλουσι μάλλον ενδώσει οι Λακεδαιμόνιοι, ως διακείμενοι φιλικώτερον πάντοτε προς την ολιγαρχίαν. Και ο μεν κατά την πόλιν δήμος, και άκων υπό φόβου έμενεν ήσυχος· διότι εσφάγησαν ουκ ολίγοι εκ των εναντιουμένων εις τους τετρακοσίους. Οι δ' εν Σάμω, ακούοντες ταύτα και αγανακτούντες, ηθέλησαν να πλεύσωσιν αμέσως κατά του Πειραιώς, και έφερον τον Αλκιβιάδην και τον κατέστησαν στρατηγόν των, και ήθελον να τους οδηγήση να καταλύσωσι τους τυράννους. Αλλ' αυτός δεν έπαθεν ουδ' έπραξεν ό,τι συνήθως ο διά χάριτος του πλήθους μέγας γινόμενος, όστις νομίζει ότι πρέπει να ευχαριστή κατά πάντα, και κατ' ουδέν να μη αντικρούη τους εκ πλάνητος και φυγάδος αναδείξαντας αυτόν τοσούτων πλοίων και στρατοπέδου, και τοσαύτης δυνάμεως ηγεμόνα και στρατηγόν. Αλλά, κατά το καθήκον ό έχει αρχηγός μέγας, του ν' ανθίσταται εις τους υπ' οργής παραφερομένους, εμποδίσας αυτούς ν' αμαρτήσωσιν, έσωσε τότε προφανώς τα πράγματα της πόλεως. Διότι, αν κινηθέντες απέπλεον οίκαδε, οι μεν εχθροί ευθύς θα εκυρίευον αμαχητί πάσαν την Ιωνίαν, τον Ελλήσποντον και τας νήσους, οι δ' Αθηναίοι θα εμάχοντο κατά των Αθηναίων, τον πόλεμον εμβάλλοντες εις την πόλιν. Τούτο δε μόνος, ή καν υπέρ πάντα άλλον ο Αλκιβιάδης εμπόδισε να μη γίνη, ου μόνον πείθων και διδάσκων το πλήθος, αλλά και ανά ένα έκαστον, άλλους μεν παρακαλών, άλλους δ' επιπλήττων. Συνέπραττε δε μετ' αυτού και Θρασύβουλος ο Στειριεύς (100), παρών εκεί και κραυγάζων· διότι ήτον, ως λέγεται, όλων των Αθηναίων μεγαλοφωνότατος. Και δεύτερον δε τι άλλο είναι καλόν του Αλκιβιάδου, ότι, υποσχεθείς τα εκ Φοινίκης πλοία, τα στελλόμενα υπό του βασιλέως και περιμενόμενα υπό των Λακεδαιμονίων, ή να τα φέρη προς αυτούς, ή να κατορθώση να μη απέλθωσιν ουδέ προς εκείνους, εξέπλευσε μετά πάσης ταχύτητος. Και εφάνησαν μεν τα πλοία περί την Άσπενδον (101), αλλά δεν τα έφερεν ο Τισαφέρνης, και ηπάτησε τους Λακεδαιμονίους. Εθεωρείτο δ' ως αίτιος της επιστροφής των αμφοτέρωθεν ο Αλκιβιάδης, και μάλιστα εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, λεγόντων ότι εδίδασκε τον βάρβαρον ν' αφήνη τους Έλληνας να καταστρέφονται αυτοί δι' εαυτών. Διότι προφανές ήτον ότι, αν εις το έν μέρος προσετίθετο τοσαύτη ναυτική δύναμις, αφήρει αμέσως από του ετέρου το κράτος της θαλάσσης.

ΚΖ. Αμέσως δε μετά ταύτα κατελύθησαν μεν oι τετρακόσιοι, διότι οι φίλοι του Αλκιβιάδου προθύμως εβοήθησαν τους δημοκρατικώς φρονούντας. Επειδή δ' οι εν τη πόλει ήθελον και προσεκάλουν τον Αλκιβιάδην να επιστρέψη, αυτός ενόμιζεν ότι δεν πρέπει κενάς έχων τας χείρας, και απράκτως, και δι' οίκτου και χάριτος του λαού, αλλ' ότι πρέπει να κατέλθη ενδόξως. Διά τούτο πρώτον μεν μετ' ολίγων πλοίων εκ Σάμου περιέπλεε των Κνιδίων και των Κώων την θάλασσαν (102)· εκεί δ' ακούσας ότι ο Σπαρτιάτης Μίνδαρος απέπλεε μεθ' όλου του στόλου εις τον Ελλήσποντον, και παρηκολούθει τους Αθηναίους, έσπευσε να βοηθήση τους στρατηγούς. Κατά τύχην δ' έφθασε πλέων μετά δεκαοκτώ τριήρεων, εν ώ τα δύο μέρη μεθ' όλων των πλοίων των συμπλακέντα εναυμάχουν περί την Άβυδον (103), και κατά μέρη ενίκων ή ενικώντο, και μέγας αγών εξηκολούθει μέχρι της δείλης. Και άμα μεν εφάνη, εναντίας ενέπνευσεν εις αμφοτέρους ιδέας, ώστε θάρρος μεν ανέλαβον οι εχθροί, εθορυβήθησαν δ' οι Αθηναίοι. Αλλ' αμέσως φιλικόν από της ναυαρχίδος υψώσας σημείον, ώρμησεν ευθύς κατά των Πελοποννησίων όσοι ενίκων και εδίωκον των Αθηναίων τα πλοία. Τρέψας δ' αυτούς εις φυγήν, τους έρριψεν εις την γην, και εξακολουθών να τους διώκη, κατέστρεψε τα πλοία των, και επλήγωσε τους άνδρας όσοι ερρίπτοντο εις την θάλασσαν διά να σωθώσιν, ει και ο Φαρνάβαζος τους εβοήθει, και εμάχετο πλησίον της θαλάσσης όπως σώση το ναυτικόν των. Τέλος δε, κυριεύσαντες οι Αθηναίοι τριάκοντα εχθρικά πλοία, σώσαντες δε τα εδικά των, έστησαν τρόπαιον. Μετά τοιαύτην δε λαμπράν ευτυχίαν, φιλοτιμούμενος να επιδειχθή εις τον Τισαφέρνην, ητοίμασε προσφοράς και δώρα, και συνοδίαν έχων ηγεμονικήν, επορεύθη προς αυτόν, άλλα δεν επέτυχεν ό,τι περιέμενε· διότι προ πολλού ο Τισαφέρνης κατηγορούμενος υπό των Λακεδαιμονίων, και φοβούμενος μη δώση δυσαρεσκείας αιτίαν εις τον Βασιλέα, εύρεν ότι εγκαίρως τω ήλθεν ο Αλκιβιάδης, και συλλαβών αυτόν, τον εφυλάκισεν εις τας Σάρδεις (104), ως η αδικία αύτη αν έλυε την κατηγορίαν εκείνην.

ΚΗ. Αφ' ού δε παρήλθον τριάκοντα ημέραι, ο Αλκιβιάδης κατώρθωσε να προμηθευθή ίππον, και αποδράς εκ των φυλακών, διέφυγεν εις Κλαζομενάς. Και διέβαλλε μεν προς τούτοις τον Τισαφέρνην, έτι εκείνος τον αφήκε να φύγη· έπλευσε δ' εις το στρατόπεδον των Αθηναίων (105), και ακούσας ότι ο Μίνδαρος και ο Φαρνάβαζος ήσαν ομού εις την Κύζικον (106), παρώτρυνε τους στρατιώτας, λέγων αυτοίς ότι ανάγκη είναι και να ναυμαχήσωσι, και να πεζομαχήσωσι, προσέτι και να τειχομαχήσωσι κατά των εχθρών· διότι χρήματα δεν έχουσιν, αν δεν νικήσωσι κατά κράτος. Επιβιβάσας δ' αυτούς, και πλεύσας εις Προκόνησον, διέταξε να περιβάλωσι τα μικρά πλοιάρια εις το μέσον των, όπως μη εννοήση παντάπασιν ο εχθρός τον έκπλουν των. Έτυχε δε και πολλή αιφνηδίως πεσούσα βροχή, μετά βροντών και σκότους, να συνεργήση εις τον σκοπόν του, και να κρύψη τας ετοιμασίας του. Και όχι μόνον οι εχθροί δεν τον ενόησαν, αλλά και οι Αθηναίοι είχον απολέσει πάσαν ελπίδα, όταν τους διέταξε να επιβιβασθώσι, και εκίνησε. Μετ' ολίγον δε διελύθη το σκότος, και εφάνησαν τα πλοία των Πελοποννησίων εις το πέλαγος εμπρός του λιμένος των Κυζικηνών. Φοβηθείς λοιπόν ο Αλκιβιάδης μήπως εξ αιτίας του πλήθους των πλοίων ιδόντες αυτόν προφθάσωσι να καταφύγωσιν εις την ξηράν, τους μεν στρατηγούς διέταξε, βραδέως πλέοντες, να μείνωσιν οπίσω, αυτός δε, τεσσαράκοντα πλοία έχων, εφαίνετο και επροκάλει τους εχθρούς. Και αυτοί μεν εξαπατηθέντες, και καταφρονήσαντες τας εχθρικάς δυνάμεις, ότι τόσαι μόνον ήσαν, ώρμησαν κατ' αυτών, και ήλθον ευθύς εις χείρας και συνεπλέκοντο. Αλλ' εν ώ εμάχοντο, επήλθον και τα λοιπά πλοία και τότε εκπλαγέντες, ετράπησαν εις φυγήν. Ο δ' Αλκιβιάδης μετ' είκοσι, των αρίστων τριηρών, πλεύσας εμπρός, και προσελθών εις την γην και αποβάς, επέπεσε κατά των φευγόντων εκ των πλοίων, και πολλούς εφόνευσεν. Επελθών δε κατά του Μινδάρου και του Φαρναβάζου, οίτινες ώρμησαν εις βοήθειαν, τον μεν Μίνδαρον εθανάτωσεν, ανδρείως αγωνιζόμενον, ο δε Φαρνάβαζος έφυγεν. Εκυρίευσαν δε πολλούς νεκρούς (107) και όπλα πολλά, και έλαβον όλα τα πλοία· υποτάξαντες δε την Κύζικον, αφ' ού εξέλιπεν ο Φαρνάβαζος και κατεστράφησαν οι Πελοποννήσιοι, ου μόνον εκράτουν ασφαλώς του Ελλησπόντου, αλλά και της λοιπής θαλάσσης εξεδίωξαν κατά κράτος τους Λακεδαιμονίους. Συνελήφθησαν δε και γράμματα Λακωνικώς ούτω λέγοντα εις τους εφόρους την συμβάσαν δυστυχίαν· «Παρήλθον τα καλά. Ο Μίνδαρος εφονεύθη. Πεινώσ' οι άνδρες. Δεν ηξεύρομεν τι να κάμωμεν. (108)».

ΚΘ. Τοσαύτην δ' έπαρσιν έλαβον οι στρατιώται του Αλκιβιάδου, και τοσούτον υπερεφρόνησαν, ώστε δεν κατεδέχοντο πλέον ουδέ ν' αναμιγώσιν αυτοί, ως αήττητοι, μετά των άλλων στρατιωτών, οίτινες πολλάκις ενικήθησαν. Διότι προ ολίγου είχε συμβή ν' αποτύχη περί την Έφεσον ο Θρασύλλος (109), και οι Εφέσιοι να στήσωσι χαλκούν τρόπαιον προς αισχύνην των Αθηναίων. Ταύτα προσήπτον οι μετ' Αλκιβιάδου εις τους μετά του Θρασύλλου, μεγαλύνοντες εαυτούς και τον στρατηγόν των, και μη θέλοντες μετ' εκείνων ούτε τα γυμνάσια ούτε τον τόπον να έχωσιν από κοινού εις το στρατόπεδον. Όταν δ' ο Φαρνάβαζος, πολλούς έχων ιππείς και πολλούς πεζούς, ήλθε κατ' αυτών, διότι εισέβαλον εις την πόλιν των Αβυδηνών, και ο Αλκιβιάδης, ορμήσας εναντίον του, τρις τον έτρεψεν εις φυγήν, και τον εδίωξε μέχρι της νυκτός μετά του Θρασύλλου, τότε συνανεμίγησαν, και αμοιβαίως φιλοφρονούμενοι και χαίροντες, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον. Την δ' επαύριον, στήσας τρόπαιον, ελεηλάτει την χώραν του Φαρναβάζου, και ουδείς ετόλμα να τον εμποδίση. Συνέλαβε δ' εκεί και ιερείς και ιερείας, αλλά τους αφήκεν άνευ λύτρων. Εκινήθη δε να πολεμήση και τους Χαλκηδονίους (110), οίτινες, αποστατήσαντες, είχον δεχθή φρουράν και αρμοστήν των Λακεδαιμονίων. Ακούσας δ' ότι τα υπάρχοντα πάντα συναγαγόντες ούτοι εκ της χώρας, τα έπεμψαν εις τους Βιθυνούς (111), οίτινες ήσαν φίλοι των, ήλθε μετά του στρατεύματος εις τούτων τα σύνορα, και κήρυκα πέμψας, παρεπονείτο κατά των Βιθυνών. Ούτοι δε φοβηθέντες, και τα υπάρχοντα παρέδωκαν, και φιλίαν συνωμολόγησαν.

Λ. Εν ώ δε περιετείχιζε την Χαλκηδόνα από θαλάσσης εις θάλασσαν (112), ήλθεν ο Φαρνάβαζος, επί σκοπώ να λύση την πολιορκίαν και Ιπποκράτης ο αρμοστής, συναγαγών εκ της πόλεως όσην είχε δύναμιν, επετίθετο κατά των Αθηναίων. Αλλ' ο Αλκιβιάδης, προς αμφοτέρους ομού αντιτάξας το στράτευμα, τον μεν Φαρνάβαζον ηνάγκασε να φύγη αισχρώς, τον δ' Ιπποκράτην εφόνευσε, και πολλούς των μετ' αυτού, ούς ενίκησεν. Έπειτα δε, αυτός μεν εκπλεύσας εις τον Ελλήσποντον, ηργυρολόγει, και εκυρίευσε την Σηλυβρίαν (113), εκτεθείς εις μέγαν κίνδυνον παρακαίρως· διότι οι μέλλοντες να παραδώσωσι την πόλιν είχον συμφωνήσει να εγείρωσι πυρσόν κατά το μεσονύκτιον· αλλ' ηναγκάσθησαν να πράξωσι τούτο προ του καιρού, διότι εφοβήθησάν τινα των συνωμοτών, όστις εξαίφνης εφάνη μεταβάλλων γνώμην. Ήγειρον λοιπόν τον πυρσόν εν ώ το στράτευμα δεν ήτον εισέτι έτοιμον, και τότε λαβών ο Αλκιβιάδης ως τριάκοντα των περί αυτόν, ώρμησε τρέχων προς τα τείχη, διατάξας τους άλλους να τον ακολουθήσωσι κατά τάχος. Ως δε τω ηνεώχθη η πύλη, και εις τους τριάκοντα προσετέθησαν είκοσι πελτασταί (114), ώρμησεν αυτός, αλλ' ευθύς είδε τους Σηλυβριανούς, οίτινες ένοπλοι ήρχοντο εναντίον του. Επειδή δε, εις μεν την αντίστασιν δεν έβλεπε σωτηρίαν, να φύγη δε δεν ήθελεν, αφ' ού μέχρι της ημέρας εκείνης ουδέποτε στρατηγών ενικήθη, εσήμανε διά της σάλπιγγος σιωπήν, και διέταξεν είς των παρόντων ν' ανακηρύξη «ότι οι Αθηναίοι δεν κινούσιν όπλα κατά των Σηλυβριανών.» Τούτο το κήρυγμα τινάς μεν κατέστησε μάλλον διστάζοντας προς την μάχην, διότι ενόμισαν ότι όλοι οι εχθροί ήσαν εντός της πόλεως· οι δε συνέλαβον αγαθάς ελπίδας περί συμβιβασμού. Εν ώ δε συνελθόντες μετ' αλλήλων εξηγούντο, έφθασε το στράτευμα του Αλκιβιάδου, όστις εικάζων, όπερ ήν και η αλήθεια, ότι οι Σηλυβριανοί ήσαν ειρηνικώς διατεθειμένοι, εφοβήθη μήπως οι Θράκες διαρπάσωσι την πόλιν. Ήσαν δε πολλοί εξ αυτών, οίτινες χαριζόμενοι προς τον Αλκιβιάδην, και εξ αγάπης προς αυτόν, συνεξεστράτευον μετ' αυτού προθύμως. Απέπεμψε λοιπόν όλους τούτους εκ της πόλεως, τους δε Σηλυβριανούς, ενδούς εις τας παρακλήσεις των, δεν τους έβλαψεν, αλλά χρήματα λαβών, και φρουράν εγκαταστήσας, απήλθεν.

ΛΑ. Οι δε πολιορκούντες την Χαλκηδόνα στρατηγοί, εσυνθηκολόγησαν μετά του Φαρναβάζου να λάβωσι χρήματα, και οι Χαλκηδόνιοι να γίνωσι πάλιν των Αθηναίων υπήκοοι, του Φαρναβάζου δε την χώραν να μη βλάπτωσιν· ο δε Φαρνάβαζος να εξασφαλίση διά συνοδίας πρέσβεις ούς οι Αθηναίοι ήθελον πέμψει προς τον βασιλέα. Ότε δ' επανήλθεν ο Αλκιβιάδης, ο Φαρνάβαζος απήτει και αυτός να ομώση περί των συμφωνηθέντων· αλλ' ο Αλκιβιάδης είπεν ότι δεν θέλει ομώσει πριν ή εκείνος ορκισθή προς αυτούς. Έγιναν λοιπόν οι όρκοι, και τότε απήλθε κατά των Βυζαντίων, οίτινες είχον αποστατήσει, και περιτείχιζε την πόλιν αυτών. Αλλ' ο Αναξίλαος και ο Λυκούργος και άλλοι τινες εσυμφώνησαν μετ' αυτού να τω παραδώσωσι την πόλιν επί τω όρω του να μείνη σώα· και τότε διαδούς λόγον, ότι στάσεις κατά την Ιωνίαν τον αναγκάζουσι ν' αναχωρήση, εν τω μέσω της ημέρας απέπλευσε μεθ' όλων των πλοίων του· αλλά την νύκτα, επιστρέψας οπίσω, αυτός μεν μετά των οπλιτών απέβη, και πλησιάσας εις τα τείχη, έμεινεν ήσυχος. Τα δε πλοία, πλεύσαντα κατά του λιμένος, και εισορμώντα διά βίας, μετά πολλής κραυγής και Θορύβων και κρότου, κατετρόμαξαν μεν τους Βυζαντίους διά την απροσδόκητον αυτών εμφάνισιν, έδωκαν δ' ευκολίαν εις τους αττικίζοντας να δεχθώσι τον Αλκιβιάδην, διότι όλοι έτρεχον προς τα πλοία και τον λιμένα. Δεν επέτυχεν όμως όλως αμαχητί· διότι οι εις το Βυζάντιον παρόντες Πελοποννήσιοι και Βοιωτοί και Μεγαρείς (115), τους μεν ορμώντας από των πλοίων, τους έτρεψαν και τους κατέκλεισαν εις τα πλοία πάλιν· εννοήσαντες δ' ότι οι Αθηναίοι ήσαν εντός της πόλεως, παρετάχθησαν και ώρμησαν κατ' αυτών. Έγινε δ' ισχυρά μάχη, και ενίκησεν ο Αλκιβιάδης, έχων το δεξιό κέρας, ο δε Θηραμένης το αριστερόν, και τους εχθρούς, όσοι δεν εφονεύθησαν, περί τους τριακοσίους, συνέλαβε ζώντας. Των δε Βυζαντίων μετά την μάχην ουδείς εφονεύθη ουδ' εδιώχθη· διότι επί τοιαύτη συνθήκη αι άνδρες παρέδοσαν την πόλιν, και ταύτα εσυμφώνησαν. Ουδέν ίδιον ωφέλημα δι' αυτούς επιφυλαχθέντες. Διά τούτο και δικαζόμενος επί προδοσία ο Αναξίλαος εν Λακεδαίμονι, εφάνη διά του λόγου του μη καταισχύνας το έργον του. Διότι είπεν ότι, μη ων Λακεδαιμόνιος αλλά Βυζάντιος, και βλέπων εις κίνδυνον ουχί την Σπάρτην, αλλά το Βυζάντιον, και την πόλιν ότι περιετειχίσθη, και ότι ουδέν εισήγετο εις αυτήν, τον δε σίτον όστις ην εντός της πόλεως ότι έτρωγον οι Πελοποννήσιοι και οι Βοιωτοί, οι δε Βυζάντιοι ότι επείνων μετά των τέκνων και των γυναικών των, δεν επρόδωκε την πόλιν εις τους εχθρούς, αλλά την απήλλαξε πολέμων και κακών, μιμούμενος τους αρίστους των Λακεδαιμονίων, δι' ούς έν υπάρχει απλώς το καλόν και το δίκαιον, το της πατρίδος συμφέρον. Ταύτα ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι, και εντραπέντες, απέλυσαν τους άνδρας.

ΛΒ. Ο δ' Αλκιβιάδης, θέλων ήδη να ιδή την πατρίδα του, και έτι μάλλον ποθών να δειχθή εις τους συμπολίτας του, αφού τοσάκις ενίκησε τους εχθρούς, απέπλευσεν, έχων διά πολλών ασπίδων και λαφύρων πέριξ τας Αττικάς τριήρεις κεκοσμημένας, πολλούς δε σύρων αιχμαλώτους, και έτι περισσότερα φέρων στολίσματα των όσων αυτός κατέστρεψεν και εκυρίευσε· διότι ομού δεν ήσαν ολιγώτεραι των διακοσίων. Όσα δε Δούρις ο Σάμιος (116), όστις έλεγεν ότι ήτον απόγονος του Αλκιβιάδου, προστίθησιν εις ταύτα, ότι ηύλει μεν διευθύνων την κωπηλασίαν Χρυσόγονος ο Πυθιονίκης (117), το κέλευσμα δ' έδιδε Καλλιππίδης, ο τραγωδιών υποκριτής, ενδεδυμένοι μακρούς και πολυτελείς χιτώνας και τον άλλον θεατριακόν στολισμόν, ότι δ' η ναυαρχίς εισήρχετο εις τους λιμένας έχουσα πορφυρούν ιστίον, ως αν εκώμαζον μεθύοντες, ταύτα ούτε ο Θεόπομπος (118), ούτε ο Έφορος, ούτε Ξενοφών δεν τα έγραψεν. Ούτε πιθανόν είναι να ενεκαυχάτο ούτω προς τους Αθηναίους, επιστρέφων μετ' εξορίαν και μετά συμφοράς τοσαύτας. Εξ εναντίας ήρχετο πεφοβισμένος, και όταν έφθασε, δεν απέβη της τριήρους, πριν από του καταστρώματος εφ' ού ίστατο να ιδή προσερχόμενον τον εξάδελφον αυτού Ευρυπτόλεμον, και πολλούς άλλους εκ των φίλων και οικείων του, οίτινες τον περιέμενον και τον προσεκάλουν. Όταν δ' απέβη, τους μεν άλλους στρατηγούς απαντώντες οι άνθρωποι, εφαίνοντο ότι ούτε τους έβλεπον, συντρέχοντες δε προς εκείνον, έκραζον, τον εχαιρέτων, τον συνώδευον, ήρχοντο πλησίον και τον εστεφάνουν. Όσοι δε δεν ηδύναντο να τον πλησιάσωσι, τον έβλεπον μακρόθεν, και οι γέροντες τον εδείκνυον εις τους νέους. Μετά δε των χαιρόντων καθ' όλην την πόλιν ήσαν πολλοί και οι δακρύοντες, και απέναντι της παρούσης ευτυχίας διηγείρετο η μνήμη των αρχαιοτέρων ατυχημάτων, και διελογίζοντο ότι ούτε της Σικελίας θα εστερούντο, ούτε κανέν άλλο αφ' όσα είχον ελπίσει θα τους διέφευγεν, αν είχον αφήσει τον Αλκιβιάδην επί των τότε πραγμάτων και επί της δυνάμεως εκείνης, αφ' ού ήδη παραλαβών την πόλιν, ήτις παρ' ολίγον είχεν εξωσθή της θαλάσσης, κατά ξηράν δε μόλις ήτον κυρία των προαστείων της, και εσωτερικώς ήτον εις στάσεις παραδεδομένη, εκ λειψάνων τοσούτων αθλίων και ταπεινών ανέστησεν όμως αυτήν, και ου μόνον τη απέδωκε της θαλάσσης το κράτος, αλλά και επί της στερεάς την ανέδειξε πανταχού τροπαιούχον κατά των εχθρών.

ΛΓ. Και το μεν ψήφισμα της επιστροφής αυτού είχε κυρωθή πρότερον ήδη. Είχε δε προτείνει αυτό Κριτίας ο Καλλαίσχρου (119), και ο ίδιος έγραψεν εις τας ελεγείας του, ενθυμίζων εις τον Αλκιβιάδην την χάριν διά τούτων·

Είπον εγώ εις το πλήθος την γνώμην δι' ής επανήλθες, κ' έγραψα ταύτην, εγώ πράξας το έργον αυτό· αλλ' επί τούτων σφραγίς σιωπής εις την γλώσσαν μας κείται.

Τότε δε, συνήλθεν ο δήμος εις εκκλησίαν, και προσελθών ο Αλκιβιάδης, και κλαίων μεν και ολοφυρόμενος εξέθηκε τα πάθη αυτού, απηύθυνε δε και παράπονα ολίγα και μέτρια κατά του δήμου, εν γένει δ' απέδωκεν όσα τω συνέβησαν εις τύχην τινα πικράν και εις φθονερόν δαίμονα, πολλά δ' είπε και περί των ελπίδων των πολιτών, και παρώτρυνεν αυτούς εις θάρρος· ο δε δήμος τον εστεφάνωσε διά στεφάνων χρυσών, και τον εχειροτόνησε και κατά γην και κατά θάλασσαν, στρατηγόν αυτοκράτορα. Εψήφισε δε να τω αποδώσωσι και την περιουσίαν του, και ν' αναιρέσωσι πάλιν τας κατάρας οι Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες (120), άς είχον προφέρει κατά προσταγήν του δήμου. Όταν δ' οι άλλοι τας ανήρουν, ο ιεροφάντης Θεόδωρος, «αλλ' εγώ, είπεν, ούτε τω κατηράσθην κακόν ουδέν, αν δεν αδική την πόλιν».

ΛΔ. Αλλ' αν και η ευτυχία του Αλκιβιάδου ήτον τότε τοσούτον λαμπρά, ανησύχει όμως τινάς ο καιρός της επιστροφής του. Διότι καθ' ήν ημέραν κατέπλευσεν, ετελούντο τα Πλυντήρια της Θεάς (121). Εορτάζουσι δε τας τελετάς αυτών μυστικάς οι Πραξιεργίδαι (122), κατά την εικοστήν τετάρτην ημέραν του Θαργιλιώνος (123), και αφαιρούσιν από του αγάλματος την στολήν αυτού, και καλύπτουσιν αυτό το άγαλμα (124). Δια τούτο την ημέραν ταύτην θεωρούσιν οι Αθηναίοι ως μίαν των μάλλον αποφράδων, και ουδεμίαν πράξιν επιτελούσιν επ' αυτής. Εφαίνετο λοιπόν ότι η Θεά δεν εδέχθη τον Αλκιβιάδην φιλοφρόνως και ευμενώς, αλλ' ότι συνεκαλύφθη, και τον απεδίωκεν αφ' εαυτής. Ουχ ήττον όμως, αφ' ού όλα επέτυχον κατά γνώμην του Αλκιβιάδου, και εκατόν τριήρεις ωπλίσθησαν και έμελλον να εκπλεύσωσι πάλιν, ευγενής τις φιλοτιμία καταλαβούσα αυτόν, τον απέτρεψε ν' αποπλεύση μέχρι των μυστηρίων (125). Αφ' ού καιρού απεκλείσθη διά τείχους η Δεκέλεια (126), και οι εχθροί εκεί στρατοπεδεύοντες είχον εις την εξουσίαν των τας οδούς προς την Ελευσίνα, ουδεμίαν ευπρέπειαν είχε πλέον η τελετή, διότι εστέλλετο κατά θάλασσαν, και εξ ανάγκης παρελείποντο και θυσίαι, και χοροί, και πολλά εκ των ιερών όσα εγίνοντο όταν φέρωσι διά ξηράς τον Ίακχον (127). Καλόν λοιπόν εφαίνετο εις τον Αλκιβιάδην, και προς τους Θεούς όσιον και προς τους ανθρώπους ένδοξον, ν' αποδώση το πάτριον σχήμα εις τα ιερά, και να συνοδεύση πεζή την τελετήν, και να δορυφορήση αυτήν κατά των εχθρών. Διότι ή, αν έμενεν ήσυχος ο Άγις (128), θα κατεβίβαζεν εντελώς την οφρύν του και θα τον εταπείνου, ή θα εμάχετο μάχην ιεράν και θεοφιλή υπέρ των αγιωτάτων και μεγίστων, εν όψει της πατρίδος, και θα είχε πάντας τους πολίτας μάρτυρας της ανδραγαθίας του. Άμα δ' απεφάσισε ταύτα, και ειδοποίησε τους Ευμολπίδας και τους Κήρυκας, έθηκε σκοπούς εις τας κορυφάς, και άμα εξημέρωσεν έπεμψεν εμπρός προδρόμους τινάς. Λαβών δε μεθ' εαυτού τους ιερείς και μύστας και μυσταγωγούς (129), και καλύψας αυτούς πέριξ διά των στρατιωτών, προυχώρει εν τάξει και μετά σιωπής, θέαμα επιδεικνύων σεβάσμιον και θεοπρεπές την στρατηγίαν εκείνην, ήν άπαντες οι μη φθονούντες αυτόν ιεροφαντίαν ωνόμαζον και μυσταγωγίαν. Ουδείς δε των εχθρών ετόλμησε να τον προσβάλη, και ασφαλώς επαναγαγών την πομπήν εις την πόλιν, επήρθη μεν αυτός κατά το φρόνημα, ενέπλησε δ' υπερηφανείας και τον στρατόν, θεωρούντα εαυτόν ακαταμάχητον και αήττητον, όταν εστρατήγει εκείνος· τον δ' όχλον και τους πένητας ούτω διά τούτων των δημαγωγιών εκέρδησεν υπέρ εαυτού, ώστε είχον ισχυράν επιθυμίαν να τυραννώνται υπ' εκείνου, καί τινες έλεγον, και ερχόμενον προς αυτούς τον προέτρεπον, να υπερισχύση του φθόνου, και ρίπτων κάτω ψηφίσματα, και νόμους, και τους φλυάρους οίτινες κατέστρεψαν την πόλιν, ν' αναλάβη και διευθύνη τα πράγματα, μη φοβούμενος τους συκοφάντας.

ΑΕ. Και ποίαν μεν ο ίδιος είχε περί της τυραννίδος γνώμην, είναι άγνωστον· οι δε δυνατώτατοι των πολιτών, φοβηθέντες, επετάχυνον τον έκπλουν αυτού, και τ' άλλα όλα ψηφίσαντες, και συνάρχοντας ούς εκείνος ηθέλησεν· Εκπεύσας λοιπόν μετά των εκατόν πλοίων, και προσβαλών την Άνδρον, ενίκησε μεν εις μάχην τους Λακεδαιμονίους όσοι ήσαν εκεί, την πόλιν όμως δεν εκυρίευσε. Και τούτο υπήρξεν η πρώτη κατ' αυτού δημοσία των εχθρών του κατηγορία. Φαίνεται δ' ότι υπέρ τινα και άλλον ο Αλκιβιάδης μάλιστα κατεστράφη υπό της ιδίας αυτού δόξης, ήτις μεγάλη ούσα και πλήρης τόλμης και συνέσεως, καθίστα ως εξ ών κατώρθωσεν, ύποπτον πάσαν έλλειψιν αυτού, διότι υπετίθετο ότι δεν ήθελε, καθόσον ουδείς επίστευσεν ότι δεν εδύνατο. Ήλπιζον δ' ότι και περί των Χίων θ' ακούσωσιν ότι κατετροπώθησαν, και περί της λοιπής Ιωνίας. Όθεν ηγανάκτουν όταν δεν επληροφορούντο ότι όλα κατωρθούντο ταχέως και ευθύς, καθώς ήθελον· ουδ' ανελογίζοντο την αχρηματίαν, υφ' ής περιοριζόμενος, επολέμει προς ανθρώπους έχοντας μέγαν πόρον το ταμείον του Βασιλέως, και ηναγκάζετο πολλάκις να εκπλέη και να εγκαταλείπη το στρατόπεδον, όπως προμηθευθή μισθούς και τροφάς. Και η τελευταία δε κατ' αυτού κατηγορία τοιαύτην έλαβε την αιτίαν. Ο Λύσανδρος είχε σταλή υπό των Λακεδαιμονίων ναύαρχος, και εκ των χρημάτων όσα έλαβε παρά του Κύρου έδιδε τετρώβολον (130) αντί τριωβόλου εις έκαστον ναύτην. Ο δ' Αλκιβιάδης μετά δυσκολίας δίδων και το τριώβολον, απήλθεν εις την Καρίαν διά ν' αργυρολογήση. Ο δ' επιμελητής, όστις έμεινεν εις τα πλοία, ο Αντίοχος (131), ήτον μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τ' άλλα ήτον ανόητος και υπεροπτικός· έχων δε παραγγελίαν παρά του Αλκιβιάδου, ουδ' αν επιπλεύσωσι κατ' αυτού οι εχθροί να ναυμαχήση, τοσούτον εθρασύνθη και περιεφρόνησε την διαταγήν, ώστε πληρώσας την ιδίαν αυτού τριήρη και μίαν άλλην, έπλευσεν εις την Έφεσον, και παραπλέων προς τας πρώρας των εχθρικών πλοίων, πολλά έλεγε και έπραττεν ακόλαστα και βωμολόχα. Και κατ' αρχάς μεν ο Λύσανδρος μετ' ολίγων πλοίων εξορμήσας κατ' αυτού τον εδίωκεν· επειδή όμως και οι Αθηναίοι ήλθον εις βοήθειαν, κινηθείς ο Λύσανδρος μεθ' όλων των πλοίων του, και τον Αντίοχον εφόνευσε, και πλοία πολλά και ανθρώπους συνέλαβε, και τρόπαιον έστησεν. Όταν δ' ήκουσεν αυτά ο Αλκιβιάδης, επιστρέψας εις την Σάμον, εκινήθη μεθ' όλου του στόλου και επροκάλει τον Λύσανδρον. Εκείνος όμως ηρκείτο εις το ότι ενίκησε, και δεν εκινείτο κατ' αυτού.

ΛΣΤ. Εκ δε των κατά το στρατόπεδον μισούντων τον Αλκιβιάδην, Θρασύβουλος ο υιός του Θράσωνος (132), εχθρός ων αυτού, απήλθεν εις Αθήνας διά να τον κατηγορήση. Και παροξύνας τους εκεί, έλεγε προς τον δήμον, ότι ο Αλκιβιάδης κατέστρεψε τα πράγματα, και απώλεσε τα πλοία, εντρυφών εις την εξουσίαν, και παραδίδων την στρατηγίαν εις ανθρώπους οίτινες ήσαν παντοδύναμοι παρ' αυτώ διά τα φαγοπότια και τας βωμολοχίας, όπως συλλέγη αυτός χρήματα περιπλέων, και ν' ακολασταίνη μεθύων, και συνοικών μεθ' εταίρων εξ Αβύδου και Ιωνίας, εν ώ οι εχθροί εισίν εις μικράν απόστασιν ηγκυροβολημένοι. Τω προσήπτον δε και την κατασκευήν των τειχών, ά κατεσκεύασεν εις την Θράκην, περί την Βισάνθην (133), όπως έχη αυτά καταφύγιον, διότι δεν εδύνατο ή δεν ήθελε να ζήση εις την πατρίδα του. Πεισθέντες λοιπόν οι Αθηναίοι, εξελέξαντο άλλους στρατηγούς, οργήν, και κακήν προς εκείνον δεικνύντες διάθεσιν. Ταύτα μαθών ο Αλκιβιάδης, και φοβηθείς, απήλθεν εντελώς εκ του στρατοπέδου· και συναγαγών ξένους, επολέμει ιδιαιτέρως κατά των αβασιλεύτων Θαρκών (134), και πολλά συνέλεξε χρήματα εκ των λαφύρων, και εξησφάλισε συγχρόνως κατά των βαρβάρων τους περιοικούντας Έλληνας. Επειδή δ' οι στρατηγοί Τυδεύς, Μένανδρος και Αδείμαντος, έχοντες εις τους Αιγός Ποταμούς (135) πάντα ομού τα πλοία όσα εκέκτηντο τότε αι Αθήναι, συνείθιζον να επιπλέωσι πάσαν αυγήν κατά του Λυσάνδρου, όστις ήτον προσωρμισμένος περί την Λάμψακον, και να τον προκαλώσι, και πάλιν να επιστρέφωσιν οπίσω, και να διημερεύωσιν ατάκτως και αμελώς, ως περιφρονούντες αυτόν, πλησίον ών ο Αλκιβιάδης, δεν παρέβλεψε τούτο ουδέ το παρημέλησεν, αλλ' έφιππος ελθών, εδίδασκε τους στρατηγούς ότι κακώς ηγκυροβόλουν εις μέρη αλίμενα και πόλιν μη έχοντα, λαμβάνοντες μακρόθεν εκ Σηστού τας ζωοτροφίας των, και αφήνοντες τους ναύτας, όταν εξέρχωνται εις την γην, να πλανώνται όπου έκαστος θέλει, και να διασπείρωνται, εν ώ άντικρυς αυτών ίστατο στόλος ειθισμένος να πράττη τα πάντα εν σιωπή, εις μοναρχικόν πειθόμενος πρόσταγμα.

ΑΖ. Και ταύτα μεν έλεγεν ο Αλκιβιάδης, και τοις εσυμβούλευε να μεταθέσωσι τον στόλον εις την Σηστόν. Αλλ' οι στρατηγοί δεν προσείχον εις τας συμβουλάς του. Ο δε Τυδεύς και υβριστικώς τον προσεκάλεσε ν' αναχωρήση, διότι άλλοι στρατηγούσι και ουχί εκείνος. Επομένως ό Αλκιβιάδης, υποπτεύσας και προδοσίαν τινά παρ' αυτοίς, ανεχώρησε, και εις τους επισήμους εκ του στρατοπέδου όσοι τον προέπεμπον έλεγεν, ότι αν δεν είχεν ούτω προπηλακισθή υπό των στρατηγών, εις ολίγας ημέρας θα είχεν αναγκάση τους Λακεδαιμονίους ή να ναυμαχήσωσιν άκοντες, ή ν' αφήσωσι τα πλοία των. Εφαίνετο δ' εις μέν τινας ότι εκαυχάτο ταύτα λέγων, εις άλλους δ' ότι πιθανά λέγει, διότι αν έφερε πολλούς Θράκας ακοντιστάς και ιππείς, εδύνατο να πολεμήση και να ταράξη αυτών το στρατόπεδον. Ότι δε τα σφάλματα των Αθηναίων ορθώς ενόησε, ταχέως εμαρτύρησαν τα έργα αυτά. Διότι αίφνης και απροσδοκήτως επέπεσε κατ' αυτών ο Λύσανδρος, και οκτώ μόνον τριήρεις διέφυγον μετά του Κόνωνος, αι δ' άλλαι, διακόσιαι περίπου απήχθησαν αιχμάλωτοι· ανθρώπους δε τρισχιλίους ζώντας συλλαβών, απέσφαξεν ο Λύσανδρος, εκυρίευσε δε και τας Αθήνας εις ολίγον καιρόν, και έκαυσε τα πλοία των, και εκρήμνισε τα μακρά τείχη. Τότε φοβηθείς ο Αλκιβιάδης τους Λακεδαιμονίους, οίτινες και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν εκυρίευον ήδη, μετέβη εις Βιθυνίαν, πολλά μεν χρήματα φέρων μεθ' εαυτού, πολύ δε περισσότερα αφήσας εις τα τείχη όπου κατώκει. Και εις την Βιθυνίαν δε πολλά των κτημάτων του απολέσας, αρπαγέντα υπό των εκεί Θρακών, απεφάσισε ν' αναβή προς τον Αρταξέρξην, νομίζων ότι όταν τον δοκιμάση ο Βασιλεύς, αυτός μεν δεν θέλει φανή χειρότερος του Θεμιστοκλέους, η δε πρόφασις αυτού ότι θέλει φανή καλητέρα· διότι θα ήρχετο, ουχί κατά των συμπολιτών του, ως εκείνος, αλλ' όπως συντελέση υπέρ της πατρίδος του και ζητήση κατά των εχθρών, του Βασιλέως την δύναμιν. Πιστεύων δ' ότι ο Φαρνάβαζος θα τω εχορήγει ευκολίαν και ασφάλειαν όπως πορευθή προς τον Βασιλέα, ήλθε προς αυτόν εις Φρυγίαν, και διέμεινε μετ' αυτού, περιποιούμενος αυτόν και τιμώμενος.

AH. Οι δ' Αθηναίοι ελυπούντο μεν στερηθέντες της ηγεμονίας· αφ' ού δε και της ελευθερίας στερήσας αυτούς ο Λύσανδρος, παρέδωκε την πόλιν εις τριάκοντα άνδρας, τότε ενόουν την σπουδαιότητα των σκέψεων άς είχον αμελήσει όταν εδύναντο εισέτι να σωθώσιν, εις αυτάς επανήρχοντο ήδη όταν τα πράγματα είχον απολεσθή, και ολοφυρόμενοι επανέλεγον τα σφάλματα και τας ανοησίας των, ών μεγίστην εθεώρουν την δευτέραν προς τον Αλκιβιάδην οργήν των διότι τον απέρριψαν, χωρίς εις ουδέν ν' αδικήση· αλλά θυμωθέντες καθ' υπηρέτου όστις ολίγα πλοία αισχρώς απώλεσεν, έτι αισχότερον αυτοί αφήρεσαν από της πόλεως τον άριστον αυτής και πολεμικώτατον στρατηγόν. Και όμως και εις αυτήν έτι την κατάστασιν υπέφωσκεν αμυδρά τις ελπίς, ότι των Αθηναίων τα πράγματα δεν απωλέσθησαν εντελώς, εν όσω ο Αλκιβιάδης εισέτι εσώζετο. «Διότι ούτε άλλοτε ηρκέσθη φεύγων να ζη απραγμόνως και εν ησυχία, ούτε ήδη, αν οπωσούν καλώς διάκεινται τα κατ' αυτόν, θέλει ανεχθή την υπεροψίαν των Λακεδαιμονίων και των τριάκοντα τον εκτραχηλισμόν.» Και δεν ήσαν άτοπα τα τοιαύτα του πλήθους ονειροπολήματα· διότι και οι Τριάκοντα πολύ εφρόντιζον και ηρεύνων, και πολύν εποιούντο λόγον περί του τι έπραττεν εκείνος και τι διενοείτο. Τέλος δ' ο Κριτίας υπέβαλεν εις τον Λύσανδρον ότι, ενόσω οι Αθηναίοι εδημοκρατούντο, δεν εδύναντο οι Λακεδαιμόνιοι ν' άρχωσιν ασφαλώς της Ελλάδος· τους δ' Αθηναίους, και πράως αν διάκεινται και καλώς προς την ολιγαρχίαν, ο Αλκιβιάδης εν όσω ζη, δεν θα τους αφήση ποτέ να εμμείνωσιν ησύχως εις τα καθεστώτα. Αλλ' ο Λύσανδρος δεν επείσθη εις ταύτα πριν παρά των αρχόντων της πατρίδος του έλθη σκυτάλη (136) διατάττουσα αυτόν να εξολοθρεύση τον Αλκιβιάδην είτε διότι και εκείνοι εφοβήθησαν του ανδρός το επιχειρηματικόν και μεγαλοπράγμον, είτε διότι ηθέλησαν εις τον Άγιν να χαρισθώσιν.

ΛΘ. Ο Λύσανδρος λοιπόν έστειλε και παρήγγειλε ταύτα εις τον Φαρνάβαζον, εκείνος δε προσέταξε το έργον εις Μαγαίον τον αδελφόν, και εις Σουσαμίθρην τον θείον του. Τότε δ' έτυχε κατοικών ο Αλκιβιάδης εις κώμην τινα της Φρυγίας, έχων μεθ' εαυτού και την εταίραν Τιμάνδραν. Είδε δ' εις τον ύπνον του όνειρον τοιούτον· ότι εφόρει αυτός το ένδυμα της εταίρας, εκείνη δ' ότι είχε την κεφαλήν του εις τας αγκάλας της, και τω εστόλιζε το πρόσωπον ως γυναικός, και τω εζωγράφιζε, και τω έχριε ψιμμίθιον. Αλλοι δε λέγουσιν ότι είδε καθ' ύπνον τους περί τον Μαγαίον κόπτοντας την κεφαλήν του, και το σώμα του καιόμενον. Λέγεται δ' ότι ωνειρεύθη ταύτα ολίγον προ του θανάτου του. Οι δε σταλέντες κατ' αυτού δεν ετόλμησαν ν' εισέλθωσιν, αλλά περικυκλώσαντες την οικίαν ηθέλησαν να την καύσωσιν. Εννοήσας δε τούτο ο Αλκιβιάδης, συνήγαγε τα πλείστα των ιματίων και των στρωμάτων του, και τα έρριψεν εις το πυρ. Περιτυλίξας δε την χλαμύδα του εις την αριστεράν του χείρα, και λαβών γυμνόν το εγχειρίδιον εις την δεξιάν, διήλθε διά του πυρός χωρίς τι να πάθη. Διότι ουδείς υπέμεινεν εμπρός του, ή ήλθε μετ' αυτού εις χείρας, αλλά μακρυνθέντες, τον εκτύπησαν δι' ακοντίων και βελών. Ούτως έπεσεν αυτός, και οι βάρβαροι ανεχώρησαν· η δε Τιμάνδρα έλαβε τον νεκρόν, και τυλίξασα και καλύψασα αυτόν εις τους ιδίους αυτής χιτώνας, εκήδευσεν αυτόν, όσον αι περιστάσεις τη επέτρεπον, λαμπρώς και φιλοτίμως. Ταύτης λέγουσιν ότι ήτον θυγάτηρ η Λαΐς, η επονομασθείσα Κορινθία, αλλ' αιχμαλωτισθείσα εκ των Υκκάρων, μικράς Σικελικής πόλεως (137). Τινές δε, διά μεν τα λοιπά του θανάτου του Αλκιβιάδου συμφωνούσι προς ταύτα· λέγουσι δ' ότι την αιτίαν δεν έδωκεν ούτε ο Φαρνάβαζος, ούτε ο Λύσανδρος, ούτε οι Λακεδαιμόνιοι, αλλ' αυτός ο Αλκιβιάδης, διότι διέφθειρε την γυναίκα ενός των επισήμων, και την είχε μεθ' εαυτού· οι δ' αδελφοί της γυναικός, αγανακτούντες διά την ύβριν, έκαυσαν διά νυκτός την οικίαν ήν κατώκει ο Αλκιβιάδης, και εφόνευσαν αυτόν, ως ευρέθη, εν ώ επήδα διά του πυρός.

ΜΑΡΚΙΟΣ ΓΑΪΟΣ

Α. Ο οίκος των Μαρκίων εν Ρώμη πολλούς έδωκεν ενδόξους άνδρας εις των Πατρικίων την τάξιν, και εξ αυτών είς ην και ο Μάρκιος Άγκος, ο προς θυγατρός εγγονός του Νουμά (138), ο μετά τον Τύλλον Οστίλιον βασιλεύσας. Μάρκιοι δ' ήσαν και ο Πόπλιος, και ο Κόιντος, οίτινες έφερον το πλείστον και κάλλιστον ύδωρ εις την πόλιν της Ρώμης (139), και Κηνσωρίνος (140), όν δις διώρισε τιμητήν (141) ο δήμος των Ρωμαίων και έπειτα, υπ' αυτού του ιδίου πεισθείς, έθετο νόμον και εψήφισεν ουδείς να δύναται δις να περιέλθη εις την αρχήν ταύτην. Γάιος δ' ο Μάρκιος, περί ού ενταύθα ο λόγος, τραφείς υπό χήραν μητέρα, και πατρός ορφανός, απέδειξεν ότι η ορφανία άλλα μεν έχει κακά, αλλά δεν εμποδίζει τινά να γίνη ανήρ σπουδαίος και διακεκριμένος· μόνοι δ' οι φαύλοι προτείνουσιν αυτήν ως τούτου αιτίαν, και την κατηγορούσιν ότι αυτή διαφθείρει δι' αμελείας. Ο ίδιος όμως εδικαιολόγησε και τους φρονούντας ότι αν φύσις γενναία και αγαθή μείνη παιδείας εστερημένη, μετά των καλών γεννά και κακά, καθώς ευγενής χώρα εις την γεωργίαν, μη αρκούσης τυχούσα καλλιεργίας διότι το κατά πάντα ισχυρόν και έντονον της διανοίας αυτού παρήγαγε μεν ορμάς μεγάλας και των καλών λειτουργούς· αλλ' αφ' ετέρου τον καθίστα δύσκολον και δυσσυμβίβαστον μετά των ανθρώπων, όντα και ακρίτως θυμώδη, και αμειλίκτως φιλόνεικον. Αλλά θαυμάζοντες οι άνθρωποι την προς ηδονάς και κόπους και προς χρημάτων απόκτησιν απάθειαν αυτού, και εγκράτειαν αυτήν ονομάζοντες και ανδρείαν και δικαιοσύνην, εις τας πολιτικάς σχέσεις του τον εθεώρουν μετά δυσαρεσκείας βαρύν, και άχαριν και ολιγαρχικόν. Ουδ' ωφελούνται ως προς άλλο τοσούτον οι άνθρωποι εκ της των Μουσών ευμενείας, όσον ότι διά του λογικού και της παιδείας εξημερούται η φύσις των, το ορθόν μέτρον δεχομένη εις το λογικόν, και αποβάλλουσα τας υπερβολάς. Κατ' εκείνους τους καιρούς εν γένει η Ρώμη εκείνο κυρίως το μέρος ετίμα της αρετής, το αφορών τας πολεμικάς και στρατιωτικάς πράξεις· και απόδειξις τούτου είναι ότι δι' ενός και του αυτού ονόματος εκαλούντο παρ' αυτή και η αρετή και η ανδρεία, και το δι' ού ιδίως ονομάζουσι την ανδρείαν έγινεν όνομα γένους διά την αρετήν (142).

Β. Επιρρεπέστερος δε των άλλων υπήρξεν ο Μάρκιος προς τους πολεμικούς αγώνας, και ευθύς εκ παιδικής ηλικίας είχε τα όπλα εις χείρας του. Και φρονών ότι εις ουδέν χρησιμεύουσι τα επίκτητα όπλα εις τους μη έχοντας ηκονισμένον και παρεσκευασμένον όπλον έμφυτον και συγγενές μετ' αυτών, ούτως εξήσκησε το σώμα του προς παν είδος μάχης, ώστε και ελαφρός ήτον τρέχων, και βαρύς εις τας συμπλοκάς, και δυσκατάβλητος εις του πολέμου την πάλην. Δια τούτο οι προς αυτόν έριν έχοντες ανδρείας και γενναιότητος, νικώμενοι επροφασίζοντο του σώματος αυτού την δύναμιν, ήτις δεν ελυγίζετο, και εις ουδένα κόπον ενέδιδεν.

Γ. Εξεστράτευσε δε κατά πρώτον ενώ ήτον μειράκιον έτι, ότε ο Ταρκύνιος, όστις εβασίλευσε της Ρώμης και εξεθρονίσθη, μετά πολλάς μάχας και ήττας έρριπτε τον έσχατον ούτως ειπείν κύβον αυτού (143), και πολλοί μεν Λατίνοι, πολλοί δ' άλλοι Ιταλιώται συνεξεστράτευον, και τον συνώδευον εις την Ρώμην, ουχί τοσούτον θέλοντες εκείνον να ευχαριστήσωσιν, όσον επιθυμούντες εκ φόβου και φθόνου να καταβάλωσι την αυξάνουσαν δύναμιν των Ρωμαίων. Εις την μάχην δε ταύτην, ήτις πολλάκις αμφιβόλως έκλινε προς αμφοτέρους, ευρώστως αγωνιζόμενος ο Μάρκιος υπό τους οφθαλμούς του Δικτάτωρος (144), και ιδών πλησίον πεσόντα άνδρα Ρωμαίον, δεν παρημέλησεν αυτόν, αλλά στας εμπρός, αντετάχθη κατά του επερχομένου εχθρού, και τον εθανάτωσεν. Όταν λοιπόν ενίκησεν ο στρατηγός, πρώτον εκείνον εστεφάνωσε διά στεφάνου δρυός· διότι εις τον όστις ήθελεν υπερασπίσει πολίτην, τούτον αποδίδει ο νόμος τον στέφανον, είτε τιμήσας προ πάντων την δρυν εξ αιτίας των Αρκάδων, διότι ο χρησμός του θεού τους ωνόμασε βαλανηφάγους (145), είτε διότι πανταχού και ταχέως οι εκστρατεύοντες δύνανται να προμηθεύωνται δρυν, είτε διότι ενόμιζον ότι ο της δρυός στέφανος, ιερός ων του Πολιέως Διός, πρεπόντως εδίδετο διά σωτηρίαν πολίτου. Είναι δε η δρυς εκ μεν των αγρίων δένδρων το φέρον τους ωραιοτάτους καρπούς, εκ δε των ημέρων (146) το ευρωστότατον· και έδιδεν όχι μόνον τροφήν το βαλανίδιον, αλλά και ποτόν, το μελίτειον (147). Επρομήθευε δε και παντοία κρέατα ζώων και πτηνών, διότι έδιδε τον ιξόν (148), όργανον κυνηγετικόν. Κατ' εκείνην δε την μάχην λέγουσιν ότι επεφάνησαν και οι Διόσκουροι, και μετά την μάχην ότι εδείχθησαν αμέσως εις την αγοράν επί των ίππων των, ών έρρεεν ο ιδρώς, και ανήγγειλε την νίκην, καθ' ό μέρος σήμερον υπάρχει ναός αυτών ωκοδομημένος περί την κρήνην. Όθεν και την ημέραν καθ' ήν εορτάζεται η νίκη εκείνη, κατά τας ειδούς του Ιουλίου μηνός (149), εις τοις Διοσκούρους την αφιέρωσαν.

Δ. Αλλ' ως φαίνεται, δόξα και τιμή εις τους νέους αποδιδομένη, αποσβέει μεν τας ελαφρώς φιλοτίμους φύσεις, όταν πολύ πρωίμως επέρχεται, και ταχέως ευχαριστεί αυτών την δίψαν και το αψίκορον· τας δ' εμβριθείς και ασφαλείς διανοίας αυξάνουσι και λαμπρύνουσιν αι τιμαί, ως υπό πνεύματος ανέμου προς το φαινόμενον καλόν ωθουμένας· διότι αι τοιαύται, ουχί επί σκοπώ αμοιβής, αλλ' ως ενέχυρον ήδη δούσαι, αισχύνονται να εγκαταλείψωσι την δόξαν αυτών, και να μη υπερβώσιν αυτήν διά νέων έργων. Τούτο συνέβη εις τον Μάρκιον, όστις αυτός εις εαυτόν προέθετο αγώνα ανδραγαθίας, και θέλων να ήναι κατά τας ορέξεις του πάντοτε νέος, προσέθετε κατορθώματα επί κατορθωμάτων και λάφυρα επί λαφύρων, και έβλεπε πάντοτε τους επομένους στρατηγούς, φιλονεικούντας μετά των προηγουμένων περί του τις να τω αποδώση περισσοτέρας τιμάς, και να υπερβή τον έτερον ως προς τας υπέρ αυτού μαρτυρίας. Οι Ρωμαίοι είχον τότε πολλούς αγώνας και πολλούς πολέμους, και ο Μάρκιος εξ ουδενός εξήλθεν αστεφάνωτος και αβράβευτος. Και διά μεν τους άλλους η δόξα ην της αρετής ο σκοπός, δι' εκείνον δε ο σκοπός της δόξης η ευχαρίστησις της μητρός του· διότι ενόμιζεν ότι εντιμώτατον τον καθιστά και μακαριώτατον το να τον ακούη εκείνη επαινούμενον, και να τον ιδή στεφανούμενον, και να τον εναγκαλισθή υπό χαράς δακρύουσα. Λέγουσι δ' ότι και ο Επαμινώνδας ωμολόγησε το ίδιον αίσθημα, ως μεγίστην ευτυχίαν του θεωρών, ότι έζων ο πατήρ και η μήτηρ του, και είδον την εν Λεύκτροις στρατηγίαν και νίκην του. Αλλ' εκείνος μεν είχε και τους δύο γονείς του χαίροντας μετ' αυτού και συνευτυχούντας. Ο δε Μάρκιος, φρονών ότι εις την μητέρα του οφείλει και την προς τον πατέρα ευγνωμοσύνην, ήτον ακόρεστος ευφραίνων και τιμών την Ουολουμνίαν (150), αλλά και κατά θέλησιν και παράκλησιν αυτής ενυμφεύθη, και αφ' ού απέκτησε παίδας, κατώκει την αυτήν οικίαν μετά της μητρός του.

Ε. Εν ώ δ' ήδη μεγάλην είχε δόξαν και δύναμιν εις την πόλιν διά την ανδρείαν του, η βουλή, τους πλουσίους υπερασπίζουσα, διεφώνησε προς τον δήμον, όστις φαίνεται ότι πολλά έπασχε και δεινά υπό των πλουσίων. Διότι τους μεν μετρίαν περιουσίαν έχοντας, τους εστέρουν πάντων των κτημάτων των, εις ενέχυρα λαμβάνοντες και πωλούντες αυτά· τους δ' όλως απόρους τους συνελάμβανον και τους εφυλάκιζον, ει και είχον τα σώματα κεκαλυμμένα υπό πληγών και καταβεβλημένα υπό των κοπών ούς υπέστησαν εις τους υπέρ της πατρίδος πολέμους. Τούτων ο τελευταίος ην ο κατά των Σαβίνων, όν ανεδέχθησαν διότι και οι πλουσιώτατοι είχον υποσχεθή να δειχθώσι μετριώτεροι προς αυτούς, και η βουλή εψήφισεν εγγυητήν τον άρχοντα Μάρκον Ουαλέριον (151). Αλλ' αφ' ού και εις εκείνην την μάχην ηγωνίσθησαν προθύμως και ενίκησαν τους εχθρούς, χωρίς οι δανεισταί ουδεμίαν να δείξωσι προς αυτούς επιείκειαν, και η βουλή προσεποιείτο λήθην των υποσχέσεών της, και ηδιαφόρει βλέπουσα αυτούς συρομένους εις τας φυλακάς, τότε θόρυβος ηγέρθη πολύς εις την πόλιν, και συνωμοσίαι εγίνοντο επικίνδυνοι, και οι εχθροί εννοήσαντες ότι υπήρχον ταραχαί εις τον δήμον, εισώρμησαν και έκαιον την χώραν, και όταν οι άρχοντες εκάλουν εις τα όπλα τους έχοντας την στρατεύσιμον ηλικίαν, ουδείς υπήκουεν. Ούτω διηρέθησαν πάλιν αι γνώμαι των αρχόντων. Και τινές μεν ενόμιζον ότι πρέπει να ενδώσωσι μέχρι τινός εις τους πένητας, και να χαλαρώσωσι την υπερβολικήν της νομιμότητος αυστηρότητα· άλλοι δ' αντέτεινον, και είς αυτών ήτον και ο Μάρκιος, ουχί ότι ενόμιζε μέγιστον το των χρημάτων ζήτημα, αλλά παρακινών τους βουλευτάς, να καταπαύσωσιν, αν σωφρονώσι, και να σβέσωσι την αρχήν και την πρώτην απόπειραν της αυθαδείας του όχλου και της θρασύτητος αυτού, επανισταμένου κατά των νόμων.

ΣΤ. Επειδή δε πολλάκις εις ολίγον καιρόν συνήλθεν η βουλή, αλλ' ουδέν απεφάσιζε, συσσωματωθέντες αίφνης οι πένητες, και παρακινήσαντες αλλήλους, εγκατέλιπον την πόλιν, και καταλαβόντες το όρος το ήδη καλούμενον ιερόν, παρά τον Ανίωνα ποταμόν, αποκατέστησαν εκεί, και στασιαστικόν μεν ή βίαιον ουδέν έπραττον, έκραζον δ' ότι προ πολλού οι πλούσιοι τους εδίωξαν εκ της Ρώμης, πανταχού δ' η Ιταλία ότι θέλει τοις δώσει αέρα και ύδωρ και τόπον όπου να ταφώσι, και ότι ουδέν άλλο κερδίζουσι κατοικούντες την Ρώμην, παρά να πληγώνωνται και να φονεύωνται εκστρατεύοντες υπέρ των πλουσίων. Τότε εφοβήθη η βουλή, και έπεμψε τους μετριοπαθεστέρους και δημοτικωτέρους των πρεσβυτέρων. Μεταξύ δ' αυτών τον λόγον έλαβεν ο Μενήνιος Αγρίππας· και πολλά μεν παρεκάλεσε τον δήμον, πολλά δ' είπε μετά θάρρους υπέρ της βουλής, και εις το τέλος του λόγου του περιήλθεν εις το σχήμα του μύθου το περίφημον έκτοτε γενόμενον «Εστασίασαν, είπε, του ανθρώπου τα μέλη πάντα προς την γαστέρα, και την κατηγόρουν ότι μόνη αυτή εκάθητο αργή εις το σώμα, και ουδέν συνεισέφερε, τα δ' άλλα διά τας ορέξεις εκείνης υπέμενον κόπους πολλούς και υπηρεσίας· η δε γαστήρ ότι εγέλα διά την ανοησίαν των, διότι ηγνόουν ότι δέχεται μεν αυτή την τροφήν πάσαν, αλλ' αυτή την αναπέμπει πάλιν εξ εαυτής, και την διανέμει εις τα λοιπά. Τοιαύτη, είπεν, είναι και της συγκλήτου η σχέσις προς σας, ω πολίται· διότι όσα εκείνη βουλεύεται και πράττει υπέρ της προσηκούσης οικονομίας, επιφέρουσι και διανέμουσιν εις σας παν το χρήσιμον και ωφέλιμον».

Ζ. Έκτοτε διηλλάγησαν, ζητήσαντες παρά της βουλής και επιτυχόντες να εκλέγωσι πέντε άνδρας, προστάτας των χρηζόντων βοηθείας, τους νυν δημάρχους καλουμένους. Εξελέξαντο δε πρώτους αυτούς εκείνους ούς είχον λάβει και ως αρχηγούς της αποστασίας των, τον Ιούνιον Βρούτον και τον Σικίννιον Βέλλουτον. Αφ' ού δ' η πόλις ηνώθη, ευθύς ωπλίσθη ο λαός, και προσεφέρετο προθύμως εις τους άρχοντας διά να εκστρατεύσωσιν. Ο δε Μάρκιος, καίτοι ουδόλως ευχαριστούμενος ότι ο δήμος υπερίσχυσε και ενέδωκεν η αριστοκρατία, και εκ των άλλων πατρικίων πολλούς βλέπων ότι το αυτό ησθάνοντο, τους παρεκάλει όμως να μη μείνωσι κατώτεροι των δημοτών εις τους υπέρ πατρίδος αγώνας, αλλά να φανώσιν ότι υπερέχουσιν αυτών κατά την αρετήν μάλλον παρά κατά την δύναμιν.

Η. Εις δε το έθνος των Ουολούσκων, προς ούς επολέμουν, επισημοτάτη ήτον η πόλις των Κοριολάνων. Περί αυτήν εστρατοπέδευσεν ο ύπατος Κομίνιος· οι δ' άλλοι Ουολούσκοι, φοβηθέντες, συνέρρεον πανταχόθεν κατά των Ρωμαίων, διά να πολεμήσωσι πλησίον της πόλεως και να επιπέσωσι κατ' αυτών εκ δύο μερών. Επειδή δ' ο Κομίνιος διήρεσε την δύναμιν, και αυτός μεν κατετάχθη κατά των έξωθεν επερχομένων Ουολούσκων, τον δε Τίτον Λάρκιον, ένα των ανδρειοτάτων Ρωμαίων, αφήκε να διευθύνη την πολιορκίαν, καταφρονήσαντες οι Κοριολάνοι τους μείναντας, εξήλθαν, και προσβαλόντες τους Ρωμαίους, τους εδίωξαν μέχρι του χάρακος. Αλλ' εκεί εκδραμών μετ' ολίγων ο Μάρκιος, και νικήσας τους συμπλακέντας κατ' αρχάς μετ' αυτού, αναχαιτίσας δε τους άλλους όσοι εφώρμων, εκάλει τους Ρωμαίους μεγαλοφώνως. Διότι ήτον, ως απήτει παρά του στρατιώτου ο Κάτων, ου μόνον η χειρ αυτού και αι πληγαί άς κατέφερε φοβεραί εις τους εχθρούς όσοι τον απήντων, αλλ' ουδ' εις της φωνής του τον τόνον, ουδ' εις του προσώπου του την όψιν ηδύναντο ευκόλως ν' αντισταθώσι. Τότε πολλοί ηθροίσθησαν περί αυτόν και τον περιεκύκλωσαν, και οι εχθροί φοβηθέντες ανεχώρουν αλλά δεν ευχαριστήθη εκείνος, και τους ηκολούθησε, και τρέψας αυτούς, τους εδίωκε, φεύγοντας μέχρι των πυλών· εκεί δε, βλέπων ότι οι Ρωμαίοι παρητούντο της διώξεως, διότι πολλά εκ του τείχους κατεφέροντο βέλη, ουδείς δ' ετόλμα ουδέ την ιδέαν καν να συλλάβη του να ορμήση ομού μετά των φευγόντων εις πόλιν πλήρη εχθρών ενόπλων, αυτός εμπρός των σταθείς, τους παρεκίνει και τους ενεθάρρυνε, κράζων ότι υπό της τύχης ηνεώχθη η πόλις εις τους διώκοντας μάλλον παρά εις τους φεύγοντας. Επειδή δε πολλοί δεν ήθελον να τον ακολουθήσωσιν, ορμήσας διά μέσου των εχθρών, επήδησεν εις τας πύλας, και εισήλθε μετ' αυτών, διότι κατ' αρχάς ουδείς ετόλμησε να τον αντικρούση ή να τω αντισταθή· έπειτα όμως, όταν είδον ότι πολύ ολίγοι είχον εισέλθει, και πανταχόθεν έτρεχον και εμάχοντο προς αναμεμιγμένους ομού φίλους και εχθρούς, τότε λέγεται ότι και διά της ανδρείας, και διά της ταχύτητος ως και διά της τόλμης του ηγωνίσθη εντός της πόλεως αγώνα απίστευτον, και νικών πάντας καθ ών εφώρμα, άλλους μεν εξεδίωξε προς τ' έσχατα μέρη, άλλους δ' ηνάγκασεν εν απελπισία να ρίψωσι τα όπλα, και ούτως έδωκε καιρόν εις τον Λάρκιον να φέρη έξωθεν μετ' ασφαλείας τους Ρωμαίους.

Θ. Ούτως εκυριεύθη η πόλις, και οι πλείστοι επεδόθησαν εις αρπαγάς και λεηλασίας· ο δε Μάρκιος εβόα, φοβερόν νομίζων, εν ώ ο ύπατος και οι συν αυτώ είχον βεβαίως συμπλακή που ήδη μετά των εχθρών και εμάχοντο, αυτοί να περιφέρωνται ζητούντες χρήματα να κερδήσωσιν, ή επί προφάσει χρημάτων να δραπετεύσωσιν από του κινδύνου. Επειδή δε πολλοί δεν επείθοντο εις αυτόν, λαβών τους θελήσαντας να τον ακολουθήσωσι, διευθύνθη προς την οδόν καθ' ήν ενόησεν ότι είχε προχωρήσει το στράτευμα. Και πολλάκις μεν παρεκίνει τους μετ' αυτού και τους παρεκάλει να μη ενδώσωσι, πολλάκις δ' ηύχετο εις τους Θεούς να μη καθυστερήση εις την μάχην, αλλά να έλθη εν καιρώ, να συναγωνισθή και συγκινδυνεύση μετά των πολιτών. Ήτον δε τότε και συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις, όταν παρετάττοντο εις μάχην, και πριν ή λάβωσι τας ασπίδας και ζωσθώσι την τήβεννον (152), να κάμνωσι την διαθήκην των προφορικώς, εις επήκοον τριών ή τεσσάρων, ονομάζοντες τον κληρονόμον των. Εύρε λοιπόν ο Μάρκιος τους στρατιώτας εν ώ ταύτα έπραττον, όντες ήδη απέναντι των εχθρών. Και κατ' αρχάς μεν εταράχθησάν τινες, όταν τον είδον ελθόντα μετ' ολίγων, πλήρη αίματος και ιδρώτος. Όταν όμως δραμών προς τον ύπατον περιχαρής, τω έδωσε την δεξιάν, και τω ανήγγειλε την της πόλεως άλωσιν, και ο Κομίνιος τον ενηγκαλίσθη και τον εφίλησε, τινές μεν ακούσαντες, άλλοι δ' εικάσαντες το γενόμενον κατόρθωμα, ενεπλήσθησαν θάρρους, και μετά βοής παρεκάλουν να ορμήσωσι κατά των εχθρών και να συμπλακώσιν. Ο δε Μάρκιος ηρώτησε τον Κομίνιον, πώς εισιν οι εχθροί παρατεταγμένοι, και πού ίστατο το μαχημώτατον μέρος αυτών. Τω είπε δ' εκείνος ότι κατά το μέσον, ως ενόμιζεν, ήσαν τα τάγματα των Αντιατών, ανθρώπων πολεμικωτάτων, και ουδενός κατωτέρων κατά την γενναιότητα. «Σε παρακαλώ λοιπόν, είπεν ο Μάρκιος, και ζητώ επιμόνως, απέναντι τούτων να τάξης ημάς.» Και ο ύπατος ενέδωκε, θαυμάσας την προθυμίαν αυτού. Ότε δ' ήρχισε των δοράτων η συμπλοκή, ώρμησεν εμπρός ο Μάρκιος, και οι κατά μέτωπον τεταγμένοι Ουολούσκοι δεν αντέσχον, αλλά το μέρος της φάλαγγος καθ' ού επέπεσεν, αμέσως διεσπάσθη. Αι δύο πτέρυγες όμως στρεφόμεναι εφ' εαυτάς, περιεκύκλουν διά των οπλών τον άνδρα, και τότε φοβηθείς ο ύπατος, έπεμψεν εις βοήθειάν του τους ανδρειοτάτους των περί αυτόν. Έγινε δ' ισχυρά μάχη περί τον Μάρκιον, εις ήν πολλοί έπεσαν εν ολίγω χρόνω νεκροί, και οι Ρωμαίοι, επιμένοντες βιαίως κατά των εχθρών, τους απέκρουσαν, και όταν έτρεψαν αυτούς εις φυγήν, απήτουν παρά του Μαρκίου, βεβαρυμένου υπό κόπου και υπό πληγών, ν' αναχωρήση εις το στρατόπεδον. Αλλ' εκείνος είπεν ότι δεν απαυδούσιν οι νικηταί, και επετίθετο κατά των φευγόντων. Ηττήθη δε και το επίλοιπον στράτευμα, και πολλοί μεν εφονεύθησαν, πολλοί δ' ηχμαλωτίσθησαν.

I. Την δ' επαύριον, αφ' ού ήλθε και ο Λάρκιος (153) και οι άλλοι συνηθροίζοντο προς τον ύπατον, αναβάς ούτος το βήμα, και εις τους Θεούς αποδούς την πρέπουσαν ευλογίαν διά τα τοιαύτα κατορθώματα, εστράφη και προς τον Μάρκιον. Και πρώτον μεν είπε θαυμαστόν αυτού έπαινον, διά τα κατορθώματα αυτού, ών τα μεν είδεν ο ίδιος εν τη μάχη, τα δε εμαρτύρει ο Λάρκιος. Έπειτα δε, εκ των πολλών αιχμαλωτισθέντων χρημάτων και ίππων και ανθρώπων, τον προσεκάλεσε να εκλέξη ανά δέκα εξ όλων, πριν ή γίνη η διανομή εις τους άλλους, εκτός δε τούτων τω προσέφερε και ως αριστείον, ίππον κεκοσμημένον. Ταύτα επήνεσαν οι Ρωμαίοι· αλλ' ο Μάρκιος, ελθών εις το μέσον, τον μεν ίππον είπεν ότι δέχεται, και χαίρει διά τους επαίνους του άρχοντος· τα δ' άλλα θεωρών ως μισθόν και ουχί ως τιμήν, τα εγκαταλείπει, και θα ευχαριστηθή εις την διανομήν οία θέλει γίνη εις ένα έκαστον. «Κατ' εξαίρεσιν όμως, είπε, μίαν χάριν ζητώ, και παρακαλώ να την λάβω. Είχον φίλον μεταξύ των Ουολούσκων, μετ' εμού διά φιλοξενίας συνδεδεμένον, άνδρα αγαθόν και μετριοπαθή. Ούτος ηχμαλωτίσθη, και εκ πλουσίου και μακαρίου έγινε δούλος. Μεταξύ των πολλών κακών υφ' ών περιστοιχίζεται, αρκεί έν να τω αφαιρέσω, την πώλησιν.» Ως δ' είπε ταύτα, έτι μείζων βοή απήντησεν εις τον Μάρκιον, και περισσότερον τον εθαύμαζον ότι δεν ενικάτο υπό των χρημάτων, παρ' ότι ηνδραγάθει εις τους πολέμους. Διότι και όσοι όπως δήποτε τον εφθόνουν και εζηλοτύπουν διότι έτυχεν εξαισίων τιμών, και εκείνοι, ως ουδέν λαβόντα, τον εθεώρουν άξιον μεγάλα να λάβη· και μάλλον εθαύμαζον την αρετήν αυτού δι' ής κατεφρόνει τοιούτων αμοιβών, παρ' εκείνην δι' ής ηξιούτο αυτών. Διότι καλλήτερον είναι καλώς να μεταχειριζώμεθα τα χρήματα μάλλον παρά τα όπλα· ευγενέστερον δ' είναι να μη χρειαζώμεθα τα χρήματα, παρά να τα μεταχειριζώμεθα.

ΙΑ. Αφ' ού δ' έπαυσε βοών και θορυβούν το πλήθος, αναλαβών τον λόγον ο Κομίνιος, «Εκείνας μεν, είπεν, ω συστρατιώται, τας δωρεάς δεν ημπορείτε να βιάσητε τον άνδρα να τας λάβη, όταν δεν τας δέχηται ουδέ τας θέλη. Ας τω δώσωμεν όμως δωρεάν ήν δεν δύναται ν' αποποιηθή, αν ψηφίσωμεν να καλήται Κοριολάνος, αν προ ημών ήδη αύτη η πράξις του δεν τω έδωκε τούτο.» Εκ τούτου έλαβε τρίτον όνομα το Κοριολάνος. Διό και προφανές είναι ότι εκ των ονομάτων του το κύριον μεν ήτον Γάιος· το δε δεύτερον, Μάρκιος, ήτον το κοινόν της οικίας ή του γένους αυτού· το δε τρίτον προσέλαβεν έπειτα ως επίθετον εκ πράξεως τίνος, ή συμβάντος, ή χαρακτήρος της μορφής ή αρετής τινος· ως οι Έλληνες εκ πράξεως μεν έδιδον επίθετα Σωτήρα και Καλλίνικον· της δε μορφής Φύσκωνα και Γρυπόν, της δ' αρετής Ευεργέτην και Φιλάδελφον· της τύχης δ' Ευδαίμονα, ως εκαλείτο ο δεύτερος των Βάττων. Είς τινας δε βασιλείς και τα σκώμματα έδωκαν επικλήσεις, ως ο Αντίγονος επεκλήθη Δώσων, και ο Πτολεμαίος Λάθυρος (154). Έτι δε μάλλον ποιούνται χρήσιν του τοιούτου γένους των ονομάτων οι Ρωμαίοι, Διαδήματον (155) καλέσαντές τινα των Μετέλλων, διότι πολύν καιρόν, πληγήν έχων, περιεπάτει περιδεδεμένος το μέτωπον· άλλον δε Κέλερα (156), διότι έσπευσεν ολίγας ημέρας μετά τον θάνατον του πατρός του να τελέση επιταφίους μονομάχων αγώνας, και εθαυμάσθη αυτού η ταχύτης και η δραστηριότης των προπαρασκευών. Τινάς δε μέχρι τούδε καλούσιν, ως εκ της συμπτώσεως της γεννήσεως, Πρόκλον μεν αν εγεννήθη απόντος του πατρός του (157) Πόστουμον δε, αν αφ' ού ο πατήρ απέθανεν (158), Ουοπίσκον δε, αν εκ διδύμων ο είς επιζήση (159). Εκ δε σωματικών αιτιών ονομάζουσιν όχι μόνον Σύλλας, ουδέ Νίγρους, ουδέ Ρούφους, αλλά και Καίκους, και Κλωδίους (160), καλώς συνηθίζοντες μήτε την τυφλότητα, μήτ' άλλην τινά σωματικήν ατυχίαν να θεωρώσιν ως όνειδος ουδ' ως λοιδορίαν, αλλά να τ' ακούωσιν ως ίδια εαυτών ονόματα. Αλλά ταύτα ανήκουσιν εις άλλο είδος συγγραφής.

ΙΒ. Αφ' ού δ' ο πόλεμος έπαυσε, διήγειρον πάλιν στάσιν οι δημαγωγοί, νέαν μεν ουδεμίαν έχοντες αιτίαν, ουδέ δικαίαν κατηγορίαν, αλλ' ως πρόφασιν επρότεινον κατά των πατρικίων αυτά εκείνα τα κακά, όσα ήσαν αναγκαίαι συνέπειαι των προτέρων αυτών ταραχών και ερίδων. Διότι το πλείστον μέρος της χώρας είχε μείνει άσπαρτον και αγεώργητον· εξ αιτίας δε του πολέμου ο καιρός δεν επέτρεψε να ετοιμασθή αγορά επεισάκτων καρπών. Επήλθεν επομένως μεγάλη ένδεια, και οι δημαγωγοί, βλέποντες ότι ο δήμος ούτε αγοράν είχε, ούτε, αν αγορά υπήρχεν, είχε χρήματα διά ν' αγοράση, διέδιδον λόγους και κατηγορίας κατά των πλουσίων, ότι εκείνοι επέφερον την πείναν εις τον λαόν εκ μνησικακίας. Ήλθε δ' εν τούτοις πρεσβεία των Οθελιτράνων (161), να παραδώση την πόλιν εκ μέρους αυτών, και να παρακαλέση να τοις στείλωσιν οι Ρωμαίοι αποίκους· διότι νόσος επελθούσα λοιμώδης, τόσην φθοράν επέφερε των ανθρώπων, ώστε μόλις έμεινεν αυτών το δέκατον. Εφάνη λοιπόν εις τους νουν έχοντας ότι καταλλήλως και εν καιρώ επήλθεν η ανάγκη αύτη των Ουελιτράνων, ότε και αυτοί εχρειάζοντο ανακούφισιν της αμηχανίας των· και ήλπιζον να διασκεδάσωσι την στάσιν, αν το θορυβούν και εξημμένον μέρος μετά των δημαγωγών εκαθαρίζετο ως περίττωμα νοσερόν και ταραχώδες της πόλεως. Τούτους λοιπόν καταγράφοντες έπεμψαν εις την αποικίαν οι ύπατοι, και επιχείρησαν δι' άλλων εκστρατείαν κατά των Ουολούσκων, προσπαθούντες να δώσωσιν εις αυτούς άλλην ασχολίαν από των εμφυλίων θορύβων, και νομίζοντες ότι αν πλούσιοι ομού και πένητες, και δημοτικοί και πατρίκιοι συνήρχοντο πάλιν εις τα όπλα και το στρατόπεδον και εις αγώνας κοινούς, ημερώτερον και φιλικώτερον θα διετίθεντο προς αλλήλους.

Notes in this chapter

Note 1 · Ευρυσάκης, υιός Αίαντος του Τελαμώνος, βασιλέως της Σαλαμίνος, ελατρεύετο ως ήρως εν Αθήναις, όπου είχε και ιερόν λεγόμενον Ευρυσάκειον. ↩Note 2 · Αλκμαιωνίδαι, επίσημον και πλούσιον γένος εν Αθήναις, απ' Αλκμαίωνος καταγόμενοι, του τελευταίου ισοβίου άρχοντος. Απόγονος εκείνου και προπNote 3 · Κατά του Ξέρξου. Ίδ. βίον Θεμιστοκλ. §Η.↩Note 4 · Υπό στρατηγόν τον Τολμίδην, εν Ολ. 83 β'.↩Note 5 · Ο μέγας Περικλής. Η δε συγγένεια ήτον αύτη· Δεινομάχη η μήτηρ του Αλκιβιάδου, ήτον πρώτη εξαδέλφη του Περικλέους, διότι ο πατήρ αυτής ΜεγακλNote 6 · Νικίας και Δημοσθένης, οι επί του Πελοποννησιακού πολέμου περίφημοι στρατηγοί, Λάμαχος, ο μετά του Νικίου εις Σικελίαν σταλείς στρατηγήσας. Note 7 · Ο ιδρυτής της κυνικής φιλοσοφίας, γράψας βίον Αλκιβιάδου. Κατ' άλλους Ρόδιος ιστορικός. Ίδ. Περικλ. § Α.↩Note 8 · Σφήκ. Στ. 44 επ.↩Note 9 · Τούτον ως επίορκον και χαμερπή κωμωδεί και αλλαχού ο Αριστοφάνης, εν Νεφ. 397.↩Note 10 · Είπε κόλακος διά την τραυλότητα αντί κόρακος.↩Note 11 · Κωμικός ποιητής και αυτός, σύγχρονος του Αλκιβιάδου. ↩Note 12 · Επίθετον υφ' ό ο Απόλλων ελατρεύετο αρχαιότατα εν Αθήναις ως Θεός των προπατόρων, διότι ο Απόλλων ήτον πατήρ του Ξούθου και πάππος του ΊωνοςNote 13 · Η Αθηνά εφεύρε τους αυλούς. Αλλ' ότε αυλούσα είδεν εις τον καθρέπτην του ύδατος ότι τούτο διέστρεφε την μορφήν της, έρριψε τους αυλούς εις τNote 14 · Ρήτωρ εκ Ραμνούντος, δήμου της Αττικής, γράψας κατ' Αλκιβιάδου.↩Note 15 · Ιδιώτης τις έχων κατάστημα εν ώ οι νέοι εγυμνάζοντο εις την πάλην.↩Note 16 · Άγνωστον πόθεν τούτο το χωρίον.↩Note 17 · Ψάλλων μετά των φίλων του, κάμνων πατινάδαν.↩Note 18 · Κατ' Αθήναιον τα χρυσά και αργυρά ποτήρια έφερεν εις την οικίαν ουχί εαυτού, αλλ' απόρου τινός πολίτου, όν εβοήθησε. δι' αυτών.↩Note 19 · Μέτοικος, ο εν Αθήναις εγκατεστημένος ξένος.↩Note 20 · Ο αργυρούς στατήρ ήτον τετράδραχμον· συνήθως όμως απεκάλουν ούτω τους χρυσούς, οίτινες δύο δραχμών σταθμόν άγοντες ήξιζον 20, ήτοι περίπου 9Note 21 · Τούτο εδύνατο ο Αλκιβιάδης, διότι η θέσις των μετοίκων ήτον πολύ κατωτέρα εν Αθήναις παρά η των πολιτών, και μέτοικος ουδ' εις το δικαστήριοNote 22 · Τελώναι ήσαν οι ενοικιασταί των δημοσίων εισοδημάτων, άτινα πάλιν ουχί κατ' ευθείαν, αλλά δι' ενοικιάσεως εισεπράττοντο.↩Note 23 · 6000 των τότε δραχμών, περί τας 28800 των σημερινών. ↩Note 24 · Κλεάνθης, ο μαθητής και διάδοχος του Ζήνωνος, περίφημος φιλόσοφος στωικός.↩Note 25 · Θουκ. ΣΤ. l3.↩Note 26 · Ποτίδαια, πόλις Θρακική, υποκειμένη εις των Αθηναίων την ηγεμονίαν και επαναστατήσασα. Η εκστρατεία αύτη εγένετο έν έτος προ του ΠελοποννησιNote 27 · Το βραβείον της ανδρείας.↩Note 28 · Δήλιον, ναός του Δηλίου Απόλλωνος, παρά την Αυλίδα, απέναντι της Ευβοίας, κατά την θέσιν ήτις διετήρησε το αρχαίον όνομα, παραφθείρουσα αυτόNote 29 · Μετά 12 έτη, το όγδοον του Πελοποννησιακού πολέμου. ↩Note 30 · Οι Καλλίαι και Ιππόνικοι, αρχαιοτάτη και ευπορωτάτη οικογένεια Δαδούχων.↩Note 31 · 60,000 δραχμών αρχαίων.↩Note 32 · Εν τω κειμένω («προσήλθε τω δήμω τα χρήματα διδούς») μένει επίσης αμφίβολον, ως εν τη μεταφράσει, αν εχάρισε ταύτα τω Αλκιβιάδη, ίν' απαλλαγNote 33 · 7,000 δραχμών των τότε, 33,000 των σημερινών δραχμών. ↩Note 34 · Η Επίδοσις ήτον έκτακτος εκουσία συνεισφορά εις ήν εκαλούντο οι πολίται δι' εκτάκτους ανάγκας της πόλεως. ↩Note 35 · Οι αρχαίοι έτρεφον όρτυγας, και έχαιρον εις τας μάχας αυτών, ως και των αλεκτρυόνων.↩Note 36 · Πλοίαρχος τριήρεως. Ο αυτός όστις ηττήθη μετά ταύτα εν Εφέσω υπό Λυσάνδρου. Ίδ. κατωτ. § ΛΕ.↩Note 37 · Δημοσθένης.↩Note 38 · Ο μαθητής και διάδοχος του Αριστοτέλους, φιλόσοφος και ιστορικός, Ίδ. Σολ. Δ. ↩Note 39 · Θουκ. ΣΤ, 15.↩Note 40 · Διότι άλλοι επέβαινον των αρμάτων.↩Note 41 · Μέτρον ασυνάρτητον, εξ ωδής απολεσθείσης του Ευριπίδου. ↩Note 42 · Ο Ισοκράτης ως συνήγορος. Ο λόγος ούτος σώζεται. ↩Note 43 · Ερασίστρατος εκαλείτο και είς των Τριάκοντα. Ίσως εκείνου ήτον υιός ο Φαίαξ.↩Note 44 · Κωμικός ποιητής. Ίδ. Περικλ. Γ.↩Note 45 · Περιθοίδαι, δήμος της Οινηίδος φυλής, ού η θέσις άγνωστος. ↩Note 46 · Θουκ. Η, 73.↩Note 47 · Δηλαδή ν' αποφασίση εξοστρακισμόν. Εψηφίζετο εν γένει ότι θέλει ενεργηθή εξοστρακισμός, και τότε έκαστος πολίτης έφερε γεγραμμένον επί οστράNote 48 · Κωμικός ποιητής, άλλος του φιλοσόφου.↩Note 49 · Εν βίω Αριστείδου, Ζ.↩Note 50 · Ο πρόξενος διωρίζετο υπό τινος πόλεως εκ των πολιτών της ετέρας, όπως περιοιήται τα συμφέροντα της πρώτης, και τους εις την πατρίδα του επιδNote 51 · Όταν ο Κλέων εκυρίευσε την Σφακτηρίαν, την νήσον παρά την Πύλον.↩Note 52 · Φρούριον εν τοις μεθορίοις της Αττικής και Βοιωτίας, αποδοθέν τοις Αθηναίοις κατά τας συνθήκας.↩Note 53 · Τους ξένους πρέσβεις εδέχετο η Βουλή ως σώμα προβουλευτικόν, και παρουσίαζεν εις τον δήμον.↩Note 54 · Μαντινείς, οι κάτοικοι της Μαντινείας, πόλεως αρκαδικής, Πλείοι, οι της Ηλίδος εις την δυτικήν παραλίαν της Πελοποννήσου.↩Note 55 · Τάγμα προνομοιούχων οπλιτών εν Άργει, περί ού ίδ. Θουκυδ. Ε, 81. — Διόδ. Σικ. ΙΒ, 79 — Παυσ. Β, 1.↩Note 56 · Άγραυλος, θυγάτηρ του Κέκροπος, κρημνισθείσα οικειοθελώς εκ των βράχων της Ακροπόλεως, ότε ο χρησμός προς κατάπαυσιν μακρού πολέμου απήτησε Note 57 · Αριστοφ. Βάτραχ 1425. Και το κατωτέρω αυτόθεν 1431. ↩Note 58 · Θέλων ο Αλκιβιάδης να ζωγραφήση την οικίαν του διά του επισήμου ζωγράφου Αγαθάρχου, όστις ηρνείτο, τον προσεκάλεσεν εις την οικίαν του, και Note 59 · Ταυρέας, είχε παλαίστραν, εις ήν εφοίτα και ο Σωκράτης. Πλατ. Χαρίδ. Σ, 153.↩Note 60 · Εις τας θεατρικάς παραστάσεις οι εύποροι πολίται εδαπάνων υπέρ του καταρτισμού των χορών, και ημείβετο εκείνος ου ο χορός ενίκα. Ίδ. Β. ΘεμιNote 61 · Αριστοφών, επίσημος ζωγράφος. Παρέστησε δ' εν προσωποποιήσει γυναικός περιποιουμένης τον Αλκιβιάδην την πανήγυριν των Νεμέων, εις ά φαίνεταιNote 62 · Ποιητής Σικελός, τότε εν Αθήναις επιδημών. Αλλαχού δε τ' αυτά λέγει ο Πλούταρχος ότι είπεν ο Ετεοκλής περί Λυσάνδρου Β. Λυσάνδρ. § ΙΘ. ↩Note 63 · Την βόρειον Αφρικήν.↩Note 64 · Ο Μέτων ήτον επίσημος αστρονόμος, καν ταύτην την σημασίαν έχει ενταύθα το «αστρολόγος.» Δεν εγίνετο δε τότε η δέουσα διάκρισις μεταξύ της αλNote 65 · Ο Σωκράτης έλεγε, και οι σύγχρονοι επίστευον ότι δαιμόνιόν τι, ίσως ενόει εκείνος τον ορθόν λόγον του, ήρχετο προς αυτόν εις σπουδαίας περισNote 66 · Άλλως άγνωστος.↩Note 67 · Άδωνις, ο εραστής της Αφροδίτης, φονευθείς εις κυνήγιον υπό κάπρου. Η εορτή αυτού ην διήμερος, και η μεν πρώτη ημέρα ην πένθους και θρήνου, Note 68 · Οι Ερμείς, τετράγωνοι στήλαι έχουσαι κεφαλήν Θεού τινος, συνηθέστερον Ερμού πωγωνοφόρου, μεταγενέστερον δε και ανθρώπων, ιδρύοντο συνήθως καNote 69 · Ίδ. Θουκυδ. Η, 65.↩Note 70 · Ίδ. ανωτ. § Ε.↩Note 71 · Περί της οικίας του Πολυτίωνος τούτου, μεταξύ της πειραϊκής πύλης και του έσω Κεραμεικού, παρά την μικράν εκκλησίαν των Αγίων Ασωμάτων. Ίδ. Note 72 · Εισαγγελία ήτον η ουχί τυρός άρχοντα τινα ή προς δικαστήριον, αλλ' αμέσως προς τον δήμον καταγγελία. Αν ο δήμος την εδέχετο, ώφειλε να παραπNote 73 · Τας Ελευσινιακάς Θεάς, Δήμητραν και Κόρην, προς άς ετελούντο τα μυστήρια.↩Note 74 · Πληρεξούσιος.↩Note 75 · Οι δικασταί εν Αθήναις ήσαν 6,000 κατ' έτος κληρούμενοι, και διαιρούμενοι, εις δικαστήρια εκ 500, πλειόνων ή ολιγωτέρων κατά τας υποθέσεις. Note 76 · Εις τας δίκας προσδιωρίζετο δι' υδραυλικού ωρολογίου (κλεψύδρας) η έκτασις της αγορεύσεως εκάστου ρήτορος. Τούτο ην το «προς ύδωρ μετρείν».↩Note 77 · Ποιητής της αρχαίας κωμωδίας σύγχρονος του Αριστοφάνους. ↩Note 78 · Ούτως ωνομάσθησαν oι ακρωτηριάσαντες τους Ερμείς. ↩Note 79 · Όταν σελήνη δεν φαίνεται.↩Note 80 · Ίδ. Θεμιστ. ΛΒ.↩Note 81 · Αρχαίος ιστορικός. Ίδ. Θησ. ΙΖ.↩Note 82 · Σαλαμινία και Πάραλος, δύο δημόσιοι τριήρεις, άς έπεμπον εις υπηρεσίας, και ιδίως την πρώτην διά να φέρη υποδίκους. Ίδ. Περικλ. Ζ. ↩Note 83 · Πόλις της κάτω Ιταλίας, αποικισθείσα υπό των Αθηναίων 12 έτη προ του Πελοποννησιακού πολέμου. Ίδ. Νικ. Ζ.↩Note 84 · Λακιάδαι, και Σκαμβωνίδαι, δήμοι της Αττικής, ο μεν της Οινηίδος φυλής, εκείτο, ως φαίνεται, περί τον Βοτανικόν κήπον, ο δε της Λεοντίδος, ηNote 85 · Τα μυστήρια της Ελευσίνος περιείχον δύο βαθμούς μυήσεως. Οι το πρώτον μυούμενοι εκαλούντο μύσται, οι δ' εκ δευτέρου μετά έν έτος, επόπται. ΟNote 86 · Ευμολπίδαι, ιερατική τάξις και γένος εν Ελευσίνι, καταγόμενον απ' Ευμόλπου, αρχαιοτάτου βασιλέως. Και οι κήρυκες ήσαν επίσης τάξις ιερατική.Note 87 · Σώζεται κατ' Ανδοκίδου κατηγορία υπό Λυσίου, ότι άτιμος γενόμενος ο Ανδοκίδης διά των Ερμών την κατηγορίαν, δεν απέσχε των ιερών. Κατ' αυτήνNote 88 · Αγρυλή, δήμος της Ερεχθηίδος φυλής παρά το στάδιον. Το κείμενον φέρει Αγραυλήθεν, εσφαλμένως αντί Αγρυλήθεν, διότι Αγραυλή δήμος δεν υπήρχενNote 89 · Δήμος της Ιπποθοοντίδος φυλής, βορείως των Αθηνών επί της οδού του Μαραθώνος, εις χωρίον Ταττόι. Η τειχισθείσα άκρα λέγεται Κατσιμίδι. ↩Note 90 · Ούτως οι νέοι Σπαρτιάται. Ίδ. Λυκούργ. § ΙΣΤ.↩Note 91 · Μυρεψός είναι ο κατασκευάζων τα μύρα, ών πολλήν εποιούντο χρήσιν οι Έλληνες, αλειφόμενοι ου μόνον την κόμην, αλλά το όλον σώμα. ↩Note 92 · Εν γένει εις την Ιωνίαν, μάλιστα δ' εις την Μίλητον πρέπον εις την υφαντικήν των πολυτελών ενδυμάτων.↩Note 93 · Έμμετρός τις παροιμία, ής μνημονεύει και αλλαχού ο Πλούταρχος (Πώς αν τις διακρ. § Ε.)↩Note 94 · Ευριπίδης, εν Ορέστη, (στοιχ. 129) περί Ελένης.↩Note 95 · Γνωστοτάτη και περίφημος η εν Σικελία φοβερά ήττα των Αθηναίων. Ίδ. Θουκ.↩Note 96 · Υπέκειντο εις την ηγεμονίαν των Αθηναίων, ως σύμμαχοι, φόρου υποτελείς.↩Note 97 · Δειράς, δήμος της Λεοντίδος φυλής. Πιθανώς εις το χωρίον Κερατιά, εις ού την εκκλησίαν και επιγραφή σώζεται περιέχουσα το δημοτικόν ΔειραδιώNote 98 · Περίπολοι ήσαν οι από 18 μέχρι 20 ετών νέοι. Ούτοι εξήρχοντο εις υπερορίους εκστρατείας.↩Note 99 · Διά των περί τον Πείσανδρον κατελύθη η δημοκρατία, και τα πράγματα ανετέθησαν εις πεντακισχιλίους των ευπορωτέρων και επισημοτέρων πολιτών· Note 100 · Στειρία, δήμος της Πανδιονίδος φυλής, κατά την ανατολικήν παραλίαν της Αττικής, διατηρών το αυτό, όνομα σήμερον, καί τινα ερείπια. Ούτος ην Note 101 · Πόλις επίσημος της Παμφυλίας, εις τα νότια της Μικράς Ασίας, επί του Ευρυμέδοντος ποταμού.↩Note 102 · Η Κνίδος ελληνική πόλις της Καριάς, η Κως, νήσος απέναντι, της Καρίας.↩Note 103 · Πόλις εις τον Ελλήσποντον.↩Note 104 · Πρωτεύουσα της Λυδίας.↩Note 105 · Ήτον τότε εις Καρδίαν, πόλιν της Θρακικής χερσονήσου. ↩Note 106 · Η Κύζικος, υπεράνω του Ελλησπόντου εις την Ασιατικήν παραλίαν της Προποντίδος. Η Προκόνησος, νήσος εμπρός της Κυζίκου. ↩Note 107 · Εις άλλας εκδόσεις διωρθώθη νεών αντί νεκρών, αλλά κακώς, διότι επιφέρεται τας ναυς πάσας έλαβον. Το να κυριεύωσι τους νεκρούς των εχθρών, ήNote 108 · Έρρει τα καλά· Μίνδαρος απεσσούα· πεινώντι τώνδρες· απορέομες τι χρη δραν.↩Note 109 · Θρασύλλος, στρατηγός, ο πατήρ του Κριτίου, ενός των λ'. τυράννων.↩Note 110 · Χαλκηδών, πόλις άντικρυ του Βυζαντίου.↩Note 111 · Βιθυνία, η ανατολικωτέρα ασιατική επαρχία της Προποντίδος κατά τον κόλπον της Κίου, και το αρχαίον της επαρχίας όνομα εν παραφθορά διατηρήσαNote 112 · Η Χαλκηδών ήτον επί ακρωτηρίου. Την απεμόνου, τειχίζων τον ισθμόν. Αύτη ήτον μία των πολιορκητικών μεθόδων των αρχαίων, να περιτειχίζωσι τουNote 113 · Επί της Θρακικής παραλίας, εις την Προποντίδα. ↩Note 114 · Στρατιώται φέροντες πέλτας, μικράς στρογγύλας ασπίδας. ↩Note 115 · Οι Βυζάντιοι, ήσαν άποικοι των Μεγαρέων.↩Note 116 · Ιστορικός. Ίδ. Περικλ. ΚΗ.↩Note 117 · Νικητής εις τους αγώνας των Πυθίων. Εις τ' αρχαία πλοία εκωπηλάτουν συνήθως προς άσμα και προς πρόσταγμά τι κατά ρυθμόν επαναλαμβανόμενον υπNote 118 · Θεόπομπος, ιστορικός. Ίδ. Λυκ. Λ.↩Note 119 · Ο μετά ταύτα είς, ο επισημότερος των τριάκοντα τυράννων, ήτον και ποιητής.↩Note 120 · Ιερείς των Ελευσινίων.↩Note 121 · Τ' αρχαία αγάλματα επλύνοντο πολλάκις, μάλιστα δε τα ξύλινα και χρυσελεφάντινα, διότι τούτο ήτον αναπόφευκτον διά την διατήρησίν των. Τα ΠλυNote 122 · Ούτως ελέγοντο οι ιερείς οι επιτετραμμένοι την περιποίησιν του αγάλματος.↩Note 123 · Απριλίου — Μαΐου.↩Note 124 · Ή το χρυσελεφάντηνον του Φειδίου εν τω Παρθενώνι, ή πιθανώτερον το αρχαίον ξόανον, το καθήμενον (το κυρίως έδος λεγόμενον) εν τω ναώ της ΠολNote 125 · Τα τελούμενα εις την Ελευσίνα διά πομπής εξ Αθηνών. ↩Note 126 · Τατόι. Ίδ. § ΚΓ.↩Note 127 · Αύτη η πομπή ούτως ελέγετο, διότι επ' αυτής εψάλλοντο ύμνοι διονυσιακοί εις τον Ίακχον.↩Note 128 · Ο κατ' Αθηνών εκστρατεύων βασιλεύς της Σπάρτης, ο προσωπικός εχθρός του Αλκιβιάδου.↩Note 129 · Τους τελούντας και τους φέροντας τα μυστήρια. ↩Note 130 · Έξ οβολοί απετέλουν μίαν δραχμήν, ήτις είχε σχεδόν τριπλασίαν αξίαν της σημερινής.↩Note 131 · Ίδ. ανωτ. § I.↩Note 132 · Ουχί ο ελευθερωτής των Αθηνών, όστις ήτον υιός του Λύκου. ↩Note 133 · Θρακική πόλις επί της Προποντίδος, αποικία της Σάμου. ↩Note 134 · Των θρακικών δηλαδή φυλών, αίτινες ήσαν ανεξάρτητοι και αυτόνομοι.↩Note 135 · Αιγός ποταμοί, μικρός ποταμός και πολύχνιον παρά την Σηστόν επί του Ελλησπόντου.↩Note 136 · Σκυτάλη, ούτως εκαλούντο αι επίσημοι διαταγαί, διότι εγράφοντο επί χάρτου ειλιγμένου περί ράβδον, ήν διετήρουν οι έφοροι, και ής ομοίαν ελάμNote 137 · Ίδ. βίον Νικίου.↩Note 138 · Ίδ. Νουμ. Κ. Α. Η θυγάτηρ του Νουμά ήτον η Πομπιλία, νυμφευθείσα Μάρκιον, τον υιόν του Μαρκίου, του προτρέψαντος τον Νουμάν να δεχθή τον θρόNote 139 · Το υδραγωγείον τούτο, Μάρκιον καλούμενον (Aqua Marcia), συνετέλεσεν ο Δήμαρχος Lucius Marcius Titius Rex.↩Note 140 · Γάιος Μάρκιος Ρουτίλιος, το όλον όνομα.↩Note 141 · Censor, Τιμητής το δεύτερον εν έτει 489 α. κ. Ρ'., 85 π.X. ↩Note 142 · Virtus εκ του vir, ανήρ.↩Note 143 · Κατά τα 499 π. Χ. Το αυτό έτος απέθανεν ο Ταρκύνιος. ↩Note 144 · Δικτάτωρ των Ρωμαίων ήτον τότε ο Αυλός Ποστούμιος Άλβος. ↩Note 145 · Ίδε τον χρησμόν εν Προδ. Α., 66. «Πολλοί εν Αρκαδίη βαλανηφάγοι άνδρες έασιν». Οι Αρκάδες περιγράφονται ως ημιάγριοι, εις τα όρη και τα δάσηNote 146 · Ως ήμερον θεωρούμενον διότι φέρει τα γλυκά βαλανίδια, τα χρησιμεύοντα εις τροφήν των ζώων, και αυτών των ανθρώπων.↩Note 147 · Υδρόμελι, δριμύ γινόμενον διά ζωμού βαλάνων. Ίδ. Πλούτ. Συμπόσ. Δ, 5, και Ησυχ. 7. Διάβαλον, ήν ο Κοραής ευφυώς διορθοί εις Διά βάλανο ν.↩Note 148 · Ο ιξός κατεσκευάζετο τότε, φαίνεται, εξ επί τινος της δρυός. ↩Note 149 · Την 13 Ιουλίου.↩Note 150 · Κατά Διον. Αλικ. και Τ. Λίβιον, ωνομάζετο Βετουρία, και Ουολουμνία ελέγετο η γυνή του.↩Note 151 · Αδελφός του Πουβλ. Βαλερίου Πουπλικώλα, γέρων σεβάσμιος όστις όταν η Βουλή παρεσπόνδισεν, εγκατέλιπε το βουλευτήριον, κηρυττόμενος δημοσίως Note 152 · Τον στρατιωτικόν χιτώνα.↩Note 153 · Κατ' αλλάς γραφάς Μαρκίου αντί Λαρκίου↩Note 154 · Σωτήρ, ο Πτολεμαίος Α, 323 π. Χ. — Καλλίνικος, ο Σέλευκος Β, 247 — Φύσκοων, ο Πτολεμαίος II, 145, διότι ήτον προγάστωρ και πεφυσημένος το σώNote 155 · Ίσως Διαδημάτον, κατά την συνήθη λατινικήν κατάληξιν, ως τα πωγωνάτος, βαρβάτος, κτλ. ↩Note 156 · Coler, ταχύς.↩Note 157 · Procul, μακράν.↩Note 158 · Υστερογεννής Post, ύστερον.↩Note 159 · Vopiscus = αγνώστου ή αμφιβόλου παραγωγής.↩Note 160 · Sulla, Sylla Sula. ίσως ωχρός εκ του Sil, της ώχρας, ή σιμός, εκ του Silus. — Νίγρος, μέλας. — Ρούφος, πυρρός, — Καίκος, τυφλός. — Κλώδιος, Note 161 · Ουελίτραι, ήδη Βελέτρι, πόλις των Ουολόσκων.↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings