← Table of contents
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3

Front matter (continued 4)

Alexandros Rizos Rankaves translation

A. Ταύτα διηγείται η ιστορία, και προφανές είναι ότι δεν έχει πολλάς διαφοράς ουδ' ανομοιότητας η σύγκρισις. Διότι αμφότεροι επολέμησαν προς ενδόξους ανταγωνιστάς, ο μεν προς Μακεδόνας, ο δε προς Καρχηδονίους· και αι νίκαι αυτών υπήρξαν περιβόητοι, διότι ο είς εκυρίευσε την Μακεδονίαν, και έπαυσε την απ' Αντιγόνου διαδοχήν εις τον έβδομον Βασιλέα· ο δε εξήλειψε τας τυραννίδας πάσας εκ Σικελίας, και ηλευθέρωσε την νήσον. Εκτός μόνον αν θελήση τις να προτείνη την ένστασιν, ότι ο μεν Αιμίλιος επολέμησε προς τον Περσέα ακμαίον και νικήσαντα τους Ρωμαίους, ο δε Τιμολέων προς τον Διονύσιον απηυδημένον και κατασυντετριμμένον· και πάλιν υπέρ του Τιμολέοντος ότι πολλούς μεν τυράννους, μεγάλην δε δύναμιν, την των Καρχηδονίων, διά του τυχόντος στρατεύματος ενίκησε, και ουχί, ως ο Αιμίλιος, έχων άνδρας εμπειροπολέμους και μαθόντας να διοικώνται, αλλά διά μισθοφόρων, και ανδρών ατάκτων, και συνειθισμένων να εκστρατεύωσι προς ιδίαν αυτών ευχαρίστησιν. Διότι ίσα κατορθώματα δι' ανίσου δυνάμεως τιμήν προσθέτουσιν εις τον στρατηγόν.

Β. Ήσαν δε και οι δύο καθαροί και δίκαιοι εις την διοίκησιν των πραγμάτων· αλλ' ο μεν Αιμίλιος φαίνεται ότι ήλθεν εξ αρχής αμέσως ούτω παρεσκευασμένος υπό των νόμων της πατρίδος του· ο δε Τιμολέων εμόρφωσεν ούτως αυτός εαυτόν. Τούτου δε τεκμήριον είναι ότι οι μεν Ρωμαίοι κατά τους τότε καιρούς ήσαν όλοι επίσης εύκτατοι, και εις τα έθιμα υποκείμενοι, και τους νόμους σεβόμενοι και τους πολίτας· εκ δε των Ελλήνων ουδείς υπάρχει αρχηγός ή στρατηγός, όστις διοικήσας εν Σικελία δεν διεφθάρη, εκτός μόνου του Δίωνος· αν και αυτόν τον Δίωνα υπώπτευόν τινες ότι της μοναρχίας ωρέγετο, και ωνειροπόλει βασιλείαν τινά λακωνικήν. Ο δε Τίμαιος (357) λέγει ότι και τον Γύλιππον (358) αδόξως και ατίμως απέπεμψαν οι Συρακούσιοι, κατηγορήσαντες αυτόν διά φιλοπλουτίαν και απληστίαν κατά την στρατηγίαν του. Όσα δε παρενόμησαν και ηπίστησαν Φάραξ ο Σπαρτιάτης και Κάλλιππος ο Αθηναίος (359), ελπίσαντες να άρξωσι της Σικελίας, ταύτα υπό πολλών ιστορήθησαν. Αλλά τίνες ήσαν ούτοι, και τίνων πραγμάτων κύριοι, ώστε τοιαύτα να ελπίσωσιν; Ο είς εξ αυτών υπηρέτει τον Διονύσιον διωχθέντα των Συρακουσών, ο δε Κάλλιππος ήτον είς των αρχηγών των ξένων, οίτινες εβοήθουν τον Δίωνα. Αλλ' ο Τιμολέων, στρατηγός αυτοκράτωρ σταλείς εις τους Συρακουσίους κατ' αίτησιν και παράκλησιν αυτών, και οφείλων ουχί να ζητή δύναμιν αλλά να έχη όσην εκείνοι τω έδωκαν οικειοθελώς, ως τέρμα εθεώρησε της στρατηγίας και της αρχής του την κατάλυσιν των παρανόμων αρχόντων. Εκείνο όμως του Αιμιλίου είναι θαυμαστόν, ότι τοσαύτην βασιλείαν καταστρέψας, ουδέ κατά μίαν δραχμήν ηύξησε την περιουσίαν του, ουδ' είδεν, ουδ' ήγγισε τα χρήμματα, καίτοι πολλά εις άλλους δους και χαρίσας. Δεν λέγω δ' ότι ο Τιμολέων είναι αξιόμεμπτος, καλήν οικίαν λαβών και χωρίον διότι αισχρόν δεν είναι το να λάβη τις τοιαύτα, αλλά να μη λάβη είναι καλήτερον, και άκρας αρετής επίδειξις είναι το ν' αρνήται εκείνα, όσα τω είναι επιτετραμμένον να λάβη. Καθώς δε το σώμα δύναται μεν να υποφέρη ή το ψύχος ή την ζέστην, αλλά ρωμαλεώτερον είναι το ανεχόμενον αμφοτέρας ομού τας μεταβολάς, ούτως άκρα είναι της ψυχής η ευρωστία και η ισχύς, όταν ούτε αι ευτυχίαι την εξογκώσιν εις ύβριν και υπεροψίαν, ούτε αι συμφοραί την ταπεινώσι. Διά τούτο φαίνεται τελειότερος ο Αιμίλιος, όστις επί της καταδρομής της τύχης και κατά το μέγα πάθημα του θανάτου των υιών αυτού ουδέ μικρότερος ουδ' ήττον αξιοπρεπής εφάνη παρά επί των ευτυχημάτων του. Ο δε Τιμολέων, μετά την γενναίαν του πράξιν κατά του αδελφού του, δεν αντέσχε διά της φρονήσεως προς την συμφοράν, αλλ' υπό μετανοίας και λύπης ταπεινωθείς, επί είκοσι έτη δεν υπέμεινε να ιδή το βήμα και την αγοράν (360). Πρέπει δε τα αισχρά ν' αποφεύγη τις, και δι' αυτά να αισχύνηται· το δε να φοβήται πάσαν αδοξίαν είναι ίδιον ήθους ημέρου μεν και απλού, αλλά μη έχοντος μέγεθος.

ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ

Α. Κάτων ο πρεσβύτερος, πρός τινας επαινούντας άνθρωπον ασυλλογίστως παράφορον και τολμηρόν εις τον πόλεμον, είπεν ότι διαφέρει το να νομίζη τις την αρετήν πολλού λόγου αξίαν του να θεωρή μικρού λόγου αξίαν την ζωήν. Και ορθώς έλεγε ταύτα. Εις το στρατόπεδον του Αντιγόνου υπήρχε ριψοκίνδυνός τις στρατιώτης, αλλά καχεκτικός και ασθενής το σώμα. Ερωτηθείς δ' υπό του βασιλέως περί της αιτίας της ωχρότητος αυτού, ωμολόγησεν ότι είχε νόσον τινά εκ των αποκρύφων. Φιλοτιμηθείς λοιπόν ο βασιλεύς, διέταξεν εις τους ιατρούς, αν υπήρχε τις βοήθεια, να τω δαψιλεύσωσι πάσαν επιμέλειαν. Ούτω θεραπευθείς ο γενναίος εκείνος, έπαυσε να είναι φιλοκίνδυνος και ορμητικός εις τους αγώνας, ώστε και ο Αντίγονος τον επέπληττε διά τούτο, και εθαύμαζε διά την μεταβολήν. Ο δ' άνθρωπος δεν έκρυψε το αίτιον, αλλ' είπεν «Ω βασιλεύ, συ μ' έκαμες ατολμότερον, απαλλάξας με των κακών εκείνων, δι' ά μοι ην η ζωή αδιάφορος.» Προς τούτο συμφώνως φαίνεται ότι είπε και Συβαρίτης τις ανήρ (361) περί των Σπαρτιατών, ότι μέγα πράγμα δεν κάμνουσι ζητούντες τον θάνατον εις τους πολέμους, διά ν' αποφεύγωσι τοσούτους κόπους και τοιαύτην δίαιταν. Αλλ' εις μεν τους Συβαρίτας, οίτινες ήσαν εξηντλημένοι εκ μαλθακότητος και τρυφής, φυσικόν ήτον να φαίνωνται ως τον βίον μισούντες όσοι εξ ορμής προς το καλόν και εκ φιλοτιμίας δεν εφοβούντο τον θάνατον. Εις δε τους Λακεδαιμονίους η αρετή εδίδασκε και να ζώσι και ν' αποθνήσκωσιν ευχαρίστως, ως δηλοί το επικήδειον τούτο επίγραμμα·

«Έθνηξαν, όχι καλόν θεωρούντας το ζην ή το θνήσκειν, αλλά καλόν το καλώς πράττειν αμφότερ' αυτά.»

Διότι ούτε το ν' αποφεύγη τις τον θάνατον είναι μεμπτόν, αν ορέγεται του βίου ουχί αισχρώς, ούτε το να υπομένη αυτόν είναι καλόν, αν τούτο γίνηται εξ αηδίας προς την ζωήν. Διά τούτο ο Όμηρος τους θαρραλεωτάτους και μαχιμωτάτους άνδρας εξάγει πάντοτε προς τας μάχας καλώς και καταλλήλως ωπλισμένους· οι δε των Ελλήνων νομοθέται τιμωρούσι τον ρίψασπιν, ουχί τον ρίπτοντα το ξίφος ή την λόγχην του, διδάσκοντες ότι έκαστος πρέπει να φροντίζη μάλλον να μη πάθη παρά να κακοποιήση τους εχθρούς, και μάλιστα οι άρχοντες πόλεως ή στρατεύματος.

Β. Διότι αν, ως ο Ιφικράτης (362) διήρει, οι μεν ψιλοί ομοιάζωσι τας χείρας, το δ' ιππικόν τους πόδας, αύτη δ' η φάλαγξ το στήθος και τον θώρακα, και ο στρατηγός την κεφαλήν, ο ριψοκινδυνεύων και αυθαδώς τολμών δεν φαίνεται εαυτού μόνον παραμελών, αλλ' όλων όσων η σωτηρία απ' αυτού εξαρτάται, και τουναντίον. Όθεν ο Καλλικρατίδας (363), ει και μέγας ων κατά τ' άλλα, δεν απεκρίθη όμως καλώς προς τον μάντιν. Ότε ούτος τον παρεκάλει να φυλαχθή από του θανάτου, όν τα ιερά τω ανήγγελλον, εκείνος απήντησεν ότι η Σπάρτη δεν κατεστρέφετο παρά ένα. Είς τω όντι ήτον ο Καλλικρατίδας μαχόμενος, και πλέων, και πολεμών, αλλά στρατηγών, περιελάμβανεν εν εαυτώ όλην την δύναμιν, ώστε δεν ήτον είς, εκείνος μεθ' ού τοσαύτα εδύναντο να συναπολεσθώσι. Καλήτερα δ' ωμίλησεν ο γέρων Αντίγονος (364), όταν έμελλε να ναυμαχήση περί την Ανδρον. Τότε είς τινα όστις τω είπεν ότι πολύ περισσότερα ήσαν τα πλοία των εχθρών, «Εμέ δε, απεκρίθη, προς πόσα με υπολογίζεις;» μέγα λέγων το αξίωμα της αρχής, ως και είναι, όταν βοηθήται υπ' εμπειρίας και αρετής. Ταύτης δε πρώτον έργον είναι σώζη τον σώζοντα όλους τους άλλους. Διά τούτο καλώς ο Τιμόθεος, όταν ο Χάρης (365) επεδείκνυέ ποτε εις τους Αθηναίους πληγάς τινάς εις το σώμα του, και την ασπίδα του διά λόγχης τετρυπημένην! «Εγώ δε, είπε, πόσον ησχύνθην όταν κατά την πολιορκίαν της Σάμου έπεσε βέλος πλησίον μου, διότι παιδαριωδέστερον εφέρθην αφ' ό,τι έπρεπεν εις στρατηγόν και αρχηγόν τοσαύτης δυνάμεως.» Διότι όπου εις την κρίσιν της μάχης μεγάλως συντελεί του στρατηγού ο κίνδυνος, εκεί πρέπει αφειδώς να προσφέρει την χείρα του και το σώμα του, αφήνων να λέγωσιν οι διισχυριζόμενοι ότι πρέπει ο καλός στρατηγός κυρίως μεν διά γήρας, ειδέ μη, γέρων ν' αποθνήσκη. Όπου όμως μικρόν περιμένεται αποτέλεσμα εκ του κατορθώματος, απόλλυται δε το παν αν αποτύχη ο στρατηγός, ουδείς απαιτεί παρά του στρατηγού πράξιν στρατιώτου πραττομένην διά κινδύνου. Ταύτα είχον αφορμήν να προοιμιάσω, γράφων του Πελοπίδου τον βίον και τον του Μαρκέλλου, μεγάλων ανδρών, οίτινες έπεσαν παραλόγως. Διότι μαχιμώτατοι και ανδρειότατοι αμφότεροι χρηματίσαντες, και κοσμήσαντες τας πατρίδας των διά λαμπροτάτων στρατηγιών, έπειτα δε, ισχυροτάτους έχοντες ανταγωνιστάς, και ο μεν πρώτος, ως λέγεται, τρέψας εις φυγήν τον Αννίβαν, όστις ήτον αήττητος, ο δε τους Λακεδαιμονίους, άρχοντας της γης και θαλάσσης, νικήσας εκ παρατάξεως, δεν εφείσθησαν όμως εαυτών, και ασυλλογίστως εθυσίασαν την ζωήν των, όταν μάλιστα οι καιροί απήτουν τοιούτοι άνδρες, σωζόμενοι να άρχωσι. Διά τούτα ημείς, εις την ομοιότητα αυτών αφορώντες, εγράψαμεν παραλλήλους τους βίους αυτών.

Γ. Ο Πελοπίδας, υιός του Ιππόκλου, ήτον, ως και ο Επαμινώνδας, εξ επισήμου γένους των Θηβών. Τραφείς δ' εις πλούτον μέγαν, και παραλαβών, έτι νέος, λαμπρόν οίκον, ήρχισε βοηθών τους βοηθείας αξίους εκ των ενδεών, όπως φαίνηται αληθώς κύριος των χρημάτων και ουχί δούλος. Διότι οι πλείστοι, ως λέγει ο Αριστοτέλης, ή δεν μεταχειρίζονται τον πλούτον εκ φιλαργυρίας, ή καταχρώνται αυτόν εξ ασωτίας, και διάγουσι διηνεκείς δούλοι, ούτοι μεν των ηδονών, εκείνοι δε των ενασχολήσεων. Και οι μεν άλλοι, ευγνωμονούντες εις τον Πελοπίδαν, ωφελούντο εκ της προς αυτούς ελευθεριότητος και φιλανθρωπίας· μόνον δ' εκ των φίλων του τον Επαμινώνδαν δεν έπειθε να λαμβάνη του πλούτου του μέρους, εξ εναντίας δε μετείχεν αυτός της πενίας εκείνου διά της αφελείας των ενδυμάτων του, της λιτότητος της τραπέζης του, άοκνος ων εις τους κόπους, και εις τας εκστρατείας επιδεικνύων απλότητα, καθώς του Ευριπίδου ο Καπανεύς (366)

«..όστις βίον είχε μεν πολύν ολίγον επί πλούτω πλην εκόμπαζεν,»

αισχυνόμενος αν εφαίνετο περισσότερα εις το σώμα του δαπανών παρά ό τα ελάχιστα κεκτημένος Θηβαίος. Και ο μεν Επαμινώνδας, πατρικήν σύντροφον έχων την πενίαν, έτι ελαφροτέραν και ολιγώτερον οχληράν την κατέστησε διά της φιλοσοφίας, και απλούν και μονότροπον βίον απ' αρχής παραδεχθείς. Ο δε Πελοπίδας συνήλθεν εις γάμον λαμπρόν, απέκτησε δε και παίδας, και όμως μη φροντίζων να κερδαίνη αφιερών, δ' όλον του τον καιρόν εις την υπηρεσίαν της πόλεως, ηλάττωσε την περιουσίαν του. Όταν δ' οι φίλοι του τον ενουθέτουν, και τω έλεγον ότι παραμελεί πράγμα αναγκαίον, το να έχη χρήματα, «Αναγκαίον, μα τον Δία, είπεν, εις τον Νικόδημον (367) τούτον», δείξας χωλόν τινα και τυφλόν.

Δ. Ήσαν δε και προς πάσαν αρετήν προσφυείς ομοίως, πλην ότι ο μεν Πελοπίδας επροτίμα να γυμνάζηται, ο δ' Επαμινώνδας να μανθάνη· και όταν εσχόλαζον, ο μεν διέτριβεν εις παλαίστρας και κυνηγέσια, ο δε ακούων τι και φιλοσοφών. Είχον δ' αμφότεροι πολλά και καλά εις δόξαν συντείνοντα. Οι δε νουν έχοντες ουδέν νομίζουσι μεγαλήτερον του ότι διά τοσούτων αγώνων και στρατηγιών και πολιτικών ενεργειών, διετήρησαν απ' αρχής μέχρι τέλους απρόσβλητον την προς αλλήλους εύνοιαν και φιλίαν. Διότι, άν τις αποβλέψας εις την πολιτικήν διαγωγήν του Αριστείδου, του Θεμιστοκλέους, του Κίμωνος, του Περικλέους, του Νικίου, του Αλκιβιάδου, πόσων ήτον μεστή ερίδων και φθόνων και ζηλοτυπιών προς αλλήλους, και παρατηρήση πάλιν την του Πελοπίδου προς τον Επαμινώνδαν ευμένειαν και τιμήν, τούτους πολύ ορθότερον και δικαιότερον θα ονομάση συνάρχοντας και συστρατήγους, παρά εκείνους, οίτινες διετέλεσαν αγωνιζόμενοι πώς να υπερισχύσωσι κατ' αλλήλων μάλλον, παρά κατά των εχθρών. Αιτία δ' αληθινή μεν ήτον η αρετή, ής ένεκα δεν εθήρευον από των πράξεων αυτών πλούτον ή δόξαν, τας πηγάς ταύτας του δεινού και φιλέριδος φθόνου, αλλ' ηράσθησαν αμφότεροι εξ αρχής έρωτα θείον, του να ιδώσι την πατρίδα των μεγίστην γινομένην και λαμπροτάτην διά της ενεργείας αυτών, και προς τούτο ως ίδια εαυτού μετεχειρίζετε έκαστος τα του άλλου κατορθώματα. Οι πλείστοι όμως νομίζουσιν ότι η σφοδρά προς αλλήλους φιλία εγεννήθη από της εν Μαντινεία εκστρατείας, όταν συνεξεστράτευσαν μετά των Λακεδαιμονίων, εις ούς, φίλους έτι όντας και συμμάχους, είχον πέμψει οι Θηβαίοι βοήθειαν. Διότι τεταγμένοι μετ' αλλήλων εις τους οπλίτας, και μαχόμενοι κατά των Αρκάδων, όταν ενέδωκε το προς αυτούς κέρας των Λακεδαιμονίων, και οι πλείστοι ετράπησαν εις φυγήν, αυτοί συνασπισθέντες απέκρουον τους εφορμώντας· και ο μεν Πελοπίδας, επτά τραύματα λαβών κατά στήθος, έπεσεν επί πολλών νεκρών φίλων ομού και εχθρών. Ο δ' Επαμινώνδας, ει και νομίζων ότι δεν είχε πλέον αυτός ζωήν, προέβη και εστάθη εμπρός του σώματος και των όπλων του, και εκινδύνευσε πολεμών μόνος πολλούς, προτιμών ν' αποθάνη παρά ν' αφήση κείμενον τον Πελοπίδαν εκεί· Εν ώ δε ήδη και αυτός κακώς διέκειτο, και είχε πληγήν μεν λόγχης εις το στήθος, ξίφους δ' εις τον βραχίονα, έφθασε βοηθών από του ετέρου κέρως ο Αγησίπολις, ο βασιλεύς των Σπαρτιατών, και έσωσεν ανελπίστως αυτός αμφοτέρους.

Ε. Μετά δε ταύτα, επειδή οι Σπαρτιάται διά μεν των λόγων προσεφέροντο ως φίλοι και σύμμαχοι των Θηβαίων, πραγματικώς δ' υπέβλεπον της πόλεως το φρόνημα και την δύναμιν, και προ πάντων εμίσουν την εταιρίαν (368) του Ισμηνίου και Ανδροκλείδου, εις ήν ανήκε και ο Πελοπίδας, και ήτις εφαίνετο φιλελεύθερος συγχρόνως και δημοτική, ο Αρχίας, και ο Λεοντίδας (369) και ο Φίλιππος, άνδρες ολιγαρχικοί και πλούσιοι, και ξένοι προς πάσαν μετριοφροσύνην, καταπείθουσι Φοιβίδαν τον Λάκωνα, όστις μετά στρατεύματος διήρχετο την χώραν, να καταλάβη εξαίφνης την Καδμείαν (370) και εκδιώξας τους εναντιουμένους, να καταστήση την πολιτείαν υπήκοον των Λακεδαιμονίων. Πεισθείς λοιπόν εκείνος, επετέθη, εν ώ οι Θηβαίοι δεν τον περιέμενον, επί της εορτής των Θεσμοφορίων, και εκυρίευσε την ακρόπολιν. Αρπαγείς δ' ο Ισμηνίας, και κομισθείς εις την Λακεδαίμονα, μετ' ολίγον καιρόν εφονεύθη· ο δε Πελοπίδας και ο Φερένικος και ο Ανδροκλείδας, μετά πολλών άλλων φεύγοντες, απεκηρύχθησαν. Ο δ' Επαμινώνδας έμεινεν εις την πόλιν, διότι κατεφρονείτο, ένεκα μεν της φιλοσοφίας, ως μη εις τα πράγματα αναμιγνύμενος, ένεκα δε της πενίας του, ως αδύνατος.

ΣΤ. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι τον μεν Φοιβίδαν έπαυσαν από της αρχής, και τω επέβαλον εκατόν χιλιάδων δραχμών πρόστιμον, την Καδμείαν όμως ουχ' ήττον εξηκολούθουν φρουρούντες, όλοι μεν οι άλλοι Έλληνες εθαύμαζον διά το άτοπον του πράγματος, ότι ετιμώρουν μεν τον πράξαντα, την δε πράξιν επεδοκίμαζον. Οι δε Θηβαίοι, στερηθέντες του πατρίου πολιτεύματος, και δουλωθέντες υπό του Αρχίου και Λεοντίδου, ουδεμίαν διετήρουν ελπίδα να σωθώσιν από της τυραννίας, ήν έβλεπον δορυφορουμένην υπό της δυνάμεως των Σπαρτιατών, και μη δυναμένην να καταλυθή αν δεν έπαυέ τις και εκείνους της κατά γην και θάλασσαν ηγεμονίας. Οι περί τον Λεοντίδαν όμως, μανθάνοντες ότι οι φυγάδες διέτριβον εν Αθήναις, προσφιλείς όντες εις το πλήθος, και τιμώμενοι υπό των καλών καγαθών πολιτών, ήρχισαν κρυφίως να επιβουλεύωνται αυτούς· και πέμψαντες ανθρώπους αγνώστους, τον μεν Ανδροκλείδαν φονεύουσι διά δόλου, των δ' άλλων αποτυγχάνουσιν. Ήλθον δε και παρά Λακεδαιμονίων γράμματα προς τους Αθηναίους, διατάττοντα να μη δέχωνται, ουδέ να παροξύνωσι τους φυγάδας, αλλά να τους αποδιώξωσιν, ως κοινούς εχθρούς καταδειχθέντας υπό των συμμάχων των. Οι Αθηναίοι όμως, εκτός του ότι έχουσι πάτριον και έμφυτον αίσθημα την φιλανθρωπίαν, ηθέλησαν ν' ανταμείψωσι προσέτι τους Θηβαίους, διότι ούτοι προ πάντων συνετέλεσαν εις της δημοκρατίας την αποκατάστασιν (371) και είχον ψηφίσει· «Αν τις Αθηναίος κατά των τυράννων κινή όπλα διά της Βοιωτίας, ουδείς Βοιωτός ούτε να το ακούη, ούτε να το βλέπη.» Ένεκα τούτων δεν ηδίκησαν τους Θηβαίους.

Ζ. Ο δε Πελοπίδας, καί τοι ων είς εκ των νεωτάτων, παρεκίνει όμως ιδίως και έκαστον των φυγάδων, και προς το πλήθος ωμίλησε λέγων, ότι ούτε καλόν είναι ούτε όσιον την μεν πατρίδα να παραβλέπωσιν υπό δουλείαν ούσαν και φρουράν ξένην έχουσαν, αυτοί δε ν' αρκώνται ότι έσωσαν την ζωήν των, και να κρέμανται από των ψηφισμάτων των Αθηναίων, και να κολακεύωσι προσκυνούντες πάντοτε τους δυναμένους να ομιλώσι και να πείθωσι τον όχλον. Αλλά, τοις είπεν, ότι πρέπει και να κινδυνεύωσιν υπέρ των μεγίστων, παράδειγμα προτιθέμενοι του Θρασυβούλου την τόλμην και αρετήν και, ως εκείνος πρότερον, εκ Θηβών ορμηθείς, κατέλυσε τους εν Αθήναις τυράννους, ούτω και αυτοί πάλιν, εξ Αθηνών προελθόντες, να ελευθερώσωσι τας Θήβας. Ως λοιπόν τους έπεισε ταύτα λέγων, πέμπουσιν εις τας Θήβας κρυφίως προς τους υπολειπομένους των φίλους, να τοις ειπώσι τ' αποφασισθέντα. Εκείνοι δ' ενέκρινον ταύτα, και ο Χάρων, όστις ήτον ο όλων επισημότατος, υπεσχέθη να δώση την οικίαν του· ο δε Φυλλίδας κατώρθωσε να γίνη γραμματεύς του Αρχίου και του Φιλίππου, οίτινες ήσαν πολέμαρχοι (372). Ο δ' Επαμινώνδας προ πολλού επλήρου τους νέους γενναίου φρονήματος· και προς τούτο τοις έλεγεν εις τα γυμνάσια να προκαλώσι τους Λακεδαιμονίους και να παλαίωσι κατ' αυτών έπειτα δε, βλέπων αυτούς κομπάζοντας όταν ενίκων και υπερίσχυον, τους επέπληττεν ότι έπρεπε να αισχύνωνται μάλλον διότι δι' ανανδρίαν εισί δούλοι ανθρώπων ών κατά την δύναμιν του σώματος τοσούτον διαφέρουσιν.

Η. Ωρίσθη δε προς την πράξιν ημέρα, και απεφάσισαν οι φυγάδες τους μεν άλλους να συνάξη ο Φερένικος και να περιμένη εις το Θριάσιον (373), ολίγοι δε των νεωτάτων να ριψοκινδυνεύσωσιν εισερχόμενοι πρώτοι εις την πόλιν· αν δε τι πάθωσιν ούτοι υπό των εχθρών, να επιμεληθώσιν όλοι οι άλλοι όπως μήτε οι παίδες μήτε οι γονείς αυτών μείνωσί ποτε εστερημένοι των αναγκαίων. Ανέλαβε δε την πράξιν ο Πελοπίδας πρώτος, έπειτα δ' ο Μέλων (374) και ο Δαμοκλείδας και ο Θεόπομπος, άνδρες εκ των πρώτων οίκων, και προς αλλήλους κατά μεν τ' άλλα πιστοί όντες και φίλοι, περί δόξης όμως και ανδρείας πάντοτε φιλονεικούντες. Γενόμενοι δ' όλοι δώδεκα, και τους απολειπομένους ασπασθέντες, και αγγελιαφόρον πέμψαντες εμπρός προς τον Χάρωνα, επροχώρησαν χλαμύδια μικρά φέροντες, και σκύλους θηρευτικούς, και πάλους (375), ώστε ουδείς των όσοι καθ' οδόν τους απήντα να τους υποπτεύση, αλλά να φαίνωνται ως ασκόπως περιφερόμενοι και κυνηγούντες. Όταν δ' έφθασεν ο πεμφθείς προς τον Χάρωνα αγγελιαφόρος, και τω είπεν ότι είναι αυτοί καθ' οδόν, του μεν Χάρωνος ουδόλως μετέβαλε την γνώμην η προσέγγισις του δεινού, αλλ' ήτον ανήρ γενναίος, και έδωκε την οικίαν του. Ιπποσθενίδας δε τις, άνθρωπος ουχί πονηρός, αλλά και φιλόπατρις μάλιστα, και ευνοϊκώς προς τους φυγάδας διακείμενος, στερούμενος όμως της τόλμης ην απήτει ο επικίνδυνος εκείνος καιρός, και αι προκείμεναι πράξεις, ως ζαλισθείς απέναντι του αγώνος όστις επέκειτο, και μόλις τότε συλλογισθείς ότι τρόπον τινά σαλεύουσι την αρχήν των Λακεδαιμονίων, και επιχειρούσι την ανατροπήν της εκείνων δυνάμεως, εις μόνας τας από φυγάδων τινών ασθενείς ελπίδας στηριζόμενοι, απελθών εις την οικίαν του εν σιωπή, πέμπει τινά των φίλων του προς τον Μέλωνα και Πελοπίδαν, να τοις ειπή ν' αναβάλωσι προς το παρόν, και επιστρέψαντες εις Αθήνας να περιμείνωσι καιρόν καταλληλότερον. Ωνομάζετο δε Χλίδων ο πεμφθείς, και αμέσως εις την οικίαν του πορευθείς, και τον ίππον του εκ του ιπποστασίου εξαγαγών, εζήτει τον χαλινόν. Η γυνή του όμως δεν τον είχε, και μη ηξεύρουσα πού ήτον, τω είπεν ότι τον έδωκεν εις ένα των οικείων των, και τότε ήρχισαν ύβρεις μεταξύ των, και μετά ταύτα βλασφημίας και η γυνή τω κατηράτο κακήν οδόν, εις αυτόν και εις εκείνους οίτινες τον έπεμπον· ώστε ο Χλίδων εν τη οργή του καταναλώσας πολύ της ημέρας εις ταύτα, προσέτι δε και ως οιωνόν το συμβάν θεωρήσας, αφήκε διόλου την οδόν, και ετράπη προς άλλα. Ούτως, ολίγον έλειψεν της μεγίστης και καλλίστης των πράξεων ευθύς εξ αρχής να διαφύγη η ευκαιρία.

Θ. Οι δε περί τον Πελοπίδαν, ενδύματα γεωργών φορέσαντες, και διαιρεθέντες, εισήλθον αγνώστως άλλοι δι' άλλων μερών της πόλεως, εν ώ έτι ήτον ημέρα. Ήτον δε τότε του έαρος η αρχή, και έπνεεν άνεμος και έπιπτε χιών, ώστε ευκολώτερον διέφυγον, διότι εξ αιτίας της τρικυμίας οι πλείστοι είχον καταφύγει ήδη εις τας οικίας των. Όσοι δ' είχον συμφέρον να γνωρίζωσι τα πραττόμενα, εκείνοι εδέχοντο τους προσερχομένους και τους έφερον ευθύς εις την οικίαν του Χάρωνος. Συνεποσώθησαν δ' αυτόθι μετά των φυγάδων εις πεντήκοντα, παρά δύο. Τα δε περί τους τυράννους ούτως είχον. Φυλλίδας ο γραμματεύς συνέπραττε μεν, ως ερρέθη, καθ' όλα, και εβοήθει τους φυγάδας. Διά δε την ημέραν εκείνην προ πολλού είχεν υποσχεθή εις τον Αρχίαν και τους μετ' αυτού συμπόσιόν τι και συναναστροφήν, και γυναίκας τινάς εκ των υπάνδρων, και έπραττεν ό,τι εδύνατο όπως τους παραδώση εις την επιχείρησιν των επιτιθεμένων, εκλελυμένους υπό των ηδονών και μεθύοντας. Πριν δ' έτι μεθυσθώσιν αυτοί εντελώς, έφθασε μήνυσίς τις εις αυτούς ουχί ψευδής μεν, αλλ' αβέβαιος, και πολλήν ασάφειαν έχουσα περί των φυγάδων, ότι εκρύπτοντο εις την πόλιν. Και ο μεν Φυλλίδας έστρεψε τον λόγον αλλαχού· ο Αργίας όμως έπεμψέ τινα των υπηρετών του προς τον Χάρωνα, προστάττων αυτόν να έλθη αμέσως. Ήτον δ' εσπέρα, και ητοιμάζοντο εντός οι περί τον Πελοπίδαν, φέροντες ήδη τους θώρακας, και τας μαχαίρας λαβόντες. Εξαίφνης ήκουσαν ότι εκτύπα η θύρα, και τρέξας τις, και μαθών παρά του υπηρέτου έτι οι πολέμαρχοι εζήτουν τον Χάρωνα να έλθη προς αυτούς, επανήλθε και το ανήγγειλε τεθορυβημένος, και πάντες ευθύς υπενόησαν ότι κατεμηνύθη η πράξις των, και ότι απωλέσθησαν πάντες, ουδέν καν πράξαντες της αρετής των άξιον. Ουχ ήττον όμως ενέκριναν να υπακούση ο Χάρων και ν' απέλθη ως ανυπόπτως δήθεν προς τους άρχοντας. Ήτον δ' άλλως ανδρώδης, και ακατάβλητον έχων θάρρος εις τα δεινά· αλλά δι' εκείνους τότε ήτον καταπεπληγμένος και εφοβείτο μη τις υποψία προδοσίας έλθη επ' αυτόν, αν τοσούτοι και τοιούτοι πολίται απολεσθώσιν. Όταν λοιπόν έμελλε ν' αναχωρήση, λαβών εκ της γυναικωνίτιδος τον υιόν του, παιδίον έτι τότε, αλλά πρώτον των ομηλίκων του κατά το κάλλος και την ρώμην του σώματος, τον ενεχείρισεν εις τους περί τον Πελοπίδαν, λέγων εις αυτούς, αν εννοήσωσί τινα δόλον και προδοσίαν εκ μέρους του, να τον μεταχειρισθώσιν ως εχθρόν, και να μη φεισθώσιν αυτού. Και πολλοί μεν αυτών εδάκρυον προς του Χάρωνος το φρόνημα και το πάθος· πάντες δ' ηγανάκτουν ότι εδύνατο να νομίση τινά τοσούτον δειλόν ή διεφθαρμένον υπό του παρόντος κινδύνου, ώστε να υποθέση εκείνον, ή να τω αποδώση την αιτίαν των συμβαινόντων και τον παρεκάλουν να μη αναμίξη μετ' αυτών τον υιόν του, αλλά να τον θέση εν ασφαλεί κατά του μέλλοντος, όπως αυτός καν αυξήση εκδικητής της πόλεως και των φίλων, περισωθείς και διαφυγών τους τυράννους. Ο δε Χάρων τον μεν υιόν του είπεν ότι δεν μακρύνει απ' αυτών, διότι ποίον βίον ή τίνα σωτηρίαν βλέπει καλητέραν δι' αυτόν, του ν' αποθάνη ανύβριστος μετά του πατρός και τοσούτων φίλων των; Ευχηθείς δ' εις τους Θεούς, και ασπασθείς πάντας και ενθαρρύνας, ανεχώρησε, προσέχων εις εαυτόν, και ρυθμίζων το σχήμα του προσώπου του και τον τόνον της φωνής του, ώστε να φανή ανομοιότατος προς ά έπραττεν.

I. Όταν δ' έφθασεν εις την θύραν της οικίας, προήλθον ο Αρχίας και ο Φυλλίδας, και είπον· «Ω Χάρων, ήκουσα ότι τινές ήλθον κρυφίως και κρύπτονται εις την πόλιν, και ότι μετ' αυτών συμπράττουσί τινες των πολιτών.» Ο δε Χάρων εταράχθη το πρώτον, έπειτα δ' ηρώτησε τίνες ήσαν οι κρυφίως ελθόντες, και τίνες οι κρύπτοντες αυτούς, διότι έβλεπεν ότι ουδέν σαφές είπεν ο Αρχίας, και υπενόησεν ότι η μήνυσις δεν έγινεν υπ' ουδενός τω όσοι ήσαν εν γνώσει. «Ίδετε, είπε, μη μάταιος ότι σας ταράττη λόγος. Ουχ' ήττον όμως θέλω προσέξει διότι ίσως τίποτε δεν πρέπει να καταφρονήσωμεν.» Ταύτα και ο Φυλλίδας, όστις ήτον παρών, ενέκρινε, και μετά του Αρχίου επιστρέψας πάλιν εις την οικίαν, τον εβύθισεν εις πολύν άκρατον, και διά των ελπίδων των γυναικών παρέτεινε το συμπόσιον. Ως δ' επανήλθεν ο Χάρων οίκαδε, και εύρε τους άνδρας διεσκευασμένους, ουχί ως ελπίζοντας νίκην σωτηρίαν τινά, αλλ' ως μέλλοντας ν' αποθάνωσι λαμπρώς και μετά φόνου πολλού των εχθρών, την μεν αλήθειαν είπεν εις μόνον τον Πελοπίδαν, προς δε τους άλλους εψεύσθη, πλάσας λόγους τινάς ούς τω είπε δήθεν ο Αρχίας περί άλλων πραγμάτων. Μόλις δε παρήρχετο η πρώτη τρικυμία, και δευτέραν επέφερεν η τύχη κατά των ανδρών. Απεσταλμένος τις ήλθεν εξ Αθηνών παρ' Αρχίου του ιεροφάντου (376) προς τον ομώνυμον αυτού Αρχίαν, διά δεσμών φιλίας και φιλοξενίας συνδεδεμένον όντα μετ' αυτού, επιστολήν φέρων, ήτις δεν περιείχε ματαίαν ουδέ πεπλασμένην υπόνοιαν, αλλ' έλεγε σαφώς όλα τα γινόμενα, ως μετά ταύτα εγνώσθη. Τότε δε παρουσιασθείς ο γραμματοκομιστής εις τον Αρχίαν όστις εμέθυε, και δους την επιστολήν, τω είπεν ότι ο πέμψας αυτήν τω παραγγέλλει ευθύς να την αναγνώση, διότι τω γράφει περί σπουδαίων τινών. Ο δ' Αρχίας μειδιάσας, «Λοιπόν, είπεν, εις αύριον τα σπουδαία·» και λαβών την επιστολήν, την έθηκεν υπό το προσκεφάλαιον, και εξηκολούθησε προσέχων προς τον Φυλλίδαν περί ών έτυχε να συνομιλώσι. Και ο λόγος ούτος ως παροιμία περιφερόμενος, μέχρι τούδε σώζεται παρά τοις Έλλησιν.

ΙΛ. Ως δ' εφάνη ότι έφθασεν ο κατάλληλος διά την πράξιν καιρός, εξήλθον εις δύο διαιρεθέντες, και οι μεν περί τον Πελοπίδαν και Δαμοκλείδαν επορεύθησαν εις του Λεοντίδου και του Υπάτου, οίτινες κατώκουν εγγύς αλλήλων· ο δε Χάρων και ο Μέλων κατά του Αρχίου και του Φιλίππου, φέροντες γυναικεία φορέματα επί των θωράκων των, και δασείς στεφάνους ελάτης και πεύκης εις τας κεφαλάς, κατασκιάζοντας αυτών τα πρόσωπα. Δι' ό και άμα εφάνησαν εις τας θύρας του συμποσίου, οι εστιώμενοι τους εδέχθησαν μετά θορύβου και κρότου, νομίζοντες ότι ήσαν αι γυναίκες άς προ πολλού περιέμενον. Όταν όμως κύκλω εις το συμπόσιον τα βλέμματα περιφέροντες, και ακριβώς παρατηρήσαντες έκαστον των κατακεκλιμένων (377),έσυρον τας μαχαίρας, ορμώντες διά των τραπεζών κατά του Αρχίου και του Φιλίππου, τότε εφάνησαν τίνες ήσαν. Και ολίγους μεν εκ των συμποσιαζόντων έπεισεν ο Φυλλίδας να μείνωσιν ήσυχοι· τους δ' άλλους, επιχειρούντας ν' αντισταθώσι μετά των πολεμάρχων, και ανισταμένους μετ' αυτών, τους εφόνευσαν άνευ πολλής δυσκολίας, διότι εμέθυον. Οι δε περί τον Πελοπίδαν δυσχερέστερον είχον έργον, διότι εκινούντο κατά του Λεοντίδου, ανδρός νήφοντος και ανδρείου. Εκοιμάτο δ' αυτός, και εύρον την οικίαν του κεκλεισμένην, και πολλήν καιρόν εκτύπων χωρίς να τους ακούση ουδείς. Μόλις δ' ακούσας ο υπηρέτης, ήλθε και αφήρεσε τον μοχλόν, και ενδούσαι αι θύραι ανεώχθησαν, και ευθύς επιπεσόντες όλοι ομού, και τον οικέτην ανατρέψαντες, ώρμησαν εις τον θάλαμον. Ο δε Λεοντίδας, εξ αυτού του κτύπου και εκ της ορμής των εννοήσας το γινόμενον, εγύμνωσε το εγχειρίδιον του αναστάς, ελησμόνησε δε να σβύση τους λύχνους, και να κάμη ώστε εις το σκότος να επισέσωσιν αυτοί καθ' εαυτών οι άνδρες. Εις πολύ δε φως ορώμενος, ώρμησε προς τας θύρας του θαλάμου εναντίον αυτών, και κτυπήσας τον πρώτον όστις εισήρχετο, τον Κηφισόδωρον, τον έρριψε κάτω. Αφ' ού δ' αυτός έπεσε, συνεπλάκη μετά του δευτέρου, του Πελοπίδου· και την μάχην δεινήν καθίστα και δύσκολον η στενότης των θυρών και το εμπόδιον του κειμένου νεκρού του Κηφισοδώρου. Ενίκησε δε τέλος ο Πελοπίδας, και φονεύσας τον Λεοντίδαν, εκινήθη αμέσως κατά του Υπάτου μετά των συντρόφων του. Και εισήλθε μεν ομοίως εις την οικίαν του· τους ενόησεν όμως εκείνος, και κατέφυγε προς τους γείτονας· αλλ' εκείνοι διώξαντες αυτόν κατά πόδας, τον συνέλαβον και τον εθανάτωσαν.

ΙΒ. Αφ' ού δε κατώρθωσαν ταύτα, ενωθέντες μετά των περί τον Μέλωνα, έπεμψαν εις την Αττικήν προς τους μείναντας εκεί των φυγάδων, και συγχρόνως εκάλουν τους πολίτας εις ελευθερίαν, και ώπλιζον τους προσερχομένους, αφαιρούντες τα εις τας στοάς κρεμάμενα λάφυρα, και ανοίγοντες διά βίας τα περί την οικίαν εργαστήρια των δορυξόων και μαχαιροποιών. Ήλθον δ' εις βοήθειαν αυτών ένοπλοι οι περί τον Επαμινώνδαν και Γοργίδαν, συλλέξαντες ουχ ολίγους των νέων, και των πρεσβυτέρων τους αρίστους. Η δε πόλις ήδη μεν πάσα ηγέρθη επτοημένη, και πολύς ην ο θόρυβος, και φώτα ανήπτοντο εις τας οικίας, και πολίται έτρεχον προς αλλήλους. Δεν είχε δ' έτι συνέλθει το πλήθος, αλλ' εκπεπληγμένοι διά τα γινόμενα, και σαφές ουδέν γνωρίζοντες, περιέμενον την ημέραν. Όθεν φαίνεται ότι έσφαλον οι άρχοντες των Λακεδαιμονίων, ότι δεν επέδραμον αμέσως και δεν επέπεσαν κατ' αυτών· διότι αυτή μεν η φρουρά ήτον περί τους χίλιους πεντακοσίους, πολλοί δ' εκ της πόλεως συνέτρεχον προς αυτούς. Αλλά την βοήν φοβηθέντες και τα πυρά, και τον όχλον όστις πανταχόθεν πολύς εφέρετο, ησυχάζον μόνην κατέχοντες την Καδμείαν. Ως δ' εξημέρωσεν, έφθασαν μεν εκ της Αττικής οι φυγάδες ωπλισμένοι, συνηθροίσθη δε και ο δήμος εις την εκκλησίαν. Εισήγον δ' εις αυτήν τους περί τον Πελοπίδαν ο Επαμινώνδας και ο Γοργίδας, περιστοιχισμένους υπό των ιερέων, οίτινες επρότεινον στέμματα, και παρεκάλουν τους πολίτας να βοηθήσωσι την πατρίδα και τους θεούς. Η δ' εκκλησία, προς την όψιν ταύτην ανέστη ορθή μετά βοής και κρότου, και εδέχθη τους άνδρας ως σωτήρας και ευεργέτας.

ΙΓ. Μετά ταύτα ο Πελοπίδας εκλεχθείς Βοιωτάρχης (378) μετά του Μέλωνος και του Χάρωνος, ευθύς πολιορκών περιετείχιζε την ακρόπολιν, και την προσέβαλλε πανταχόθεν, σπεύδων να εκδιώξη τους Λακεδαιμονίους, και να ελευθερώση την Καδμείαν, πριν έλθη στρατός εκ της Σπάρτης. Και προέλαβε παρ' ολίγον, αφείς υποσπόνδους τους άνδρας, ώστε εν ώ ούτοι ήσαν εις Μέγαρα, απήντησαν τον Κλεόμβροτον εκστρατεύοντα κατά των Θηβών μετά μεγάλης δυνάμεως. Οι δε Σπαρτιάται, εκ των τριών αρμοστών (379) ούς είχον εν Θήβαις, τον μεν Ηριππίδαν και τον Άρκεσον εφόνευσαν αφ' ού τους έκρινον. Ο δε τρίτος, Λυσανορίδας, διά μεγάλου προστίμου τιμωρηθείς, ανεχώρησεν εκ της Πελοποννήσου. Ταύτην την πράξιν, ήτις κατά τας αρετάς των ανδρών, κατά τους κινδύνους και τους αγώνας εγένετο παραπλησία προς την του Θρασυβούλου, και εβραβεύθη ομοίως υπό της τύχης, αδελφήν εκείνης ωνόμαζον οι Έλληνες. Διότι δεν είν' εύκολον ν' αναφέρη τις άλλους οίτινες διά τόλμης και ικανότητος ολιγώτεροι να ενίκησαν περισσοτέρους, και ασθενέστεροι δυνατωτέρους, και να έγινον αίτιοι αγαθών μεγαλητέρων εις την πατρίδα. Ενδοξοτέραν δ' ανέδειξε ταύτην η μεταβολή των πραγμάτων. Διότι ο πόλεμος όστις κατέλυσε της Σπάρτης την επισημότητα, και έπαυσε την επί της γης και της θαλάσσης εξουσίαν αυτής, εξ εκείνης της νυκτός προήλθε, καθ' ήν ο Πελοπίδας, ουχί κυριεύσας φρούριον, ουδέ τείχος, ουδ' ακρόπολιν, αλλ' εις οικίαν μετ' άλλων ένδεκα εισελθών, αν πρέπη διά μεταφοράς να εκφράσωμεν την αλήθειαν, διέλυσε και διέκοψε τους δεσμούς της των Λακεδαιμονίων ηγεμονίας, οίτινες ενομίζοντο άλυτοι πριν και άρρηκτοι.

ΙΔ. Επειδή δ' οι Λακεδαιμόνιοι εισέβαλον μετά μεγάλου στρατού εις την Βοιωτίαν, οι Αθηναίοι, περίφοβοι γενόμενοι, ηρνήθησαν την συμμαχίαν εις τους Θηβαίους, και εκ των βοιωτιαζόντων (380) τινάς μεν εισαγαγόντες εις το δικαστήριον εθανάτωσαν, άλλους δ' εφυγάδευσαν, άλλους δε διά χρημάτων εζημίωσαν, και τα πράγματα των Θηβαίων εφαίνοντο κακώς διακείμενα, διότι ουδείς εβοήθει αυτούς. Έτυχε δε τότε να βοιωταρχή ο Πελοπίδας μετά του Γοργίδου· και σκεφθέντες να συγκρούσωσι πάλιν τους Αθηναίους προς τους Λακεδαιμονίους, τοιούτον τι μηχανώνται. Σφοδρίας, ανήρ Σπαρτιάτης, ευδόκιμος μεν εις τα πολεμικά και λαμπρός, κουφός δ' ολίγον την γνώμην, και κενών ελπίδων και φιλοτιμίας ανοήτου μεστός, εγκατελείφθη περί τας Θεσπιάς μετά δυνάμεως, ίνα δέχηται και βοηθή τους επαναστατούντας εκ των Θηβαίων. Προς τούτον έπεμψε κρυφίως ο Πελοπίδας χρήματα, και λόγους οίτινες μάλλον των χρημάτων τον έπεισαν, ότι πρέπει μεγάλα πράγματα να επιχειρήση, και να καταλάβη τον Πειραιά, επιπεσών απροσδοκήτως κατά των Αθηναίων οίτινες δεν εφυλάττοντο· διότι τίποτε δεν θα ηυχαρίστει τοσούτον τους Λακεδαιμονίους όσον το να κυριεύσωσι τας Αθήνας· οι δε Θηβαίοι, δυσηρεστημένοι όντες κατ' αυτών, και προδότας αυτούς νομίζοντες, δεν θέλουσι τους βοηθήσει. Τέλος λοιπόν, καταπεισθείς ο Σφοδρίας, και τους στρατιώτας αυτού λαβών, εισέβαλε διά νυκτός εις την Αττικήν, και προυχώρησε μέχρι της Ελευσίνος· εκεί δ' εδειλίασαν οι στρατιώται του, και ανακαλυφθείς, ανεχώρησεν εις Θεσπιάς αφ' ού εξήγειρεν ουχί μικρόν ουδ' εύκολον πόλεμον κατά των Σπαρτιατών.

ΙΕ. Έκτοτε πάλιν προθυμότατα οι Αθηναίοι συνεμάχουν μετά των Θηβαίων, και επεδόθησαν εις την θάλασσαν, και περιφερόμενοι εδέχοντο και είλκυον εις εαυτούς εκείνους των Ελλήνων όσοι είχον διαθέσεις αποστατικάς. Οι δε Θηβαίοι ιδίως εν τη Βοιωτία συμπλεκόμενοι μετά των Λακεδαιμονίων, και μάχας συγκροτούντες, ουχί μεν μεγάλας καθ' εαυτάς, αλλά σπουδαίας διότι τοις εχρησίμευον εις μελέτην και άσκησιν, ανερριπίζοντο τας ψυχάς και ενεδυνάμουν τα σώματά των, εμπειρίαν εκ της συνηθείας λαμβάνοντες, και πεποίθησιν εις εαυτούς. Δι' ό και λέγουσιν, ότι ο Σπαρτιάτης Ανταλκίδας, όταν ο Αγησίλαος επανήλθεν εκ της Βοιωτίας τετρωμένος, είπεν εις αυτόν· «Τω όντι καλά δίδακτρα λαμβάνεις παρά των Θηβαίων, διότι, χωρίς να θέλωσι, τοις εδίδαξας την τέχνην του πολέμου και των μαχών.» Ήτον δ' αληθώς διδάσκαλος ουχί ο Αγησίλαος, αλλ' οι εν καιρώ και μετά φρονήσεως ως κυνηγετικούς σκύλους εμπείρως φέροντες αυτούς κατά των εχθρών, και έπειτα, αφ' ού εγεύοντο νίκης και επληρούντο πεποιθήσεως, τους επανέφερον ασφαλώς. Μεταξύ τούτων μεγίστην δόξαν είχεν ο Πελοπίδας· διότι αφ' ότου εξελέξαντο αυτόν πρώτον αρχηγόν των όπλων, δεν έπαυσαν να χειροτονώσιν αυτόν καθ' έκαστον έτος άρχοντα, και εξακολούθησε μέχρι του θανάτου του ή διοικών τον ιερόν λόχον, ή βοιωταρχών. Συνέβησαν δε και περί τας Πλαταιάς και περί τας Θεσπιάς (381) ήτται και φυγαί των Λακεδαιμονίων, όπου και ο Φοιβίδας, ο την Καδμείαν καταλαβών, εφονεύθη. Πολλούς δε τρέψας εις φυγήν και πλησίον της Τανάγρας (382), εφόνευσε και Πανθοίδαν τον αρμοστήν. Αλλ' οι αγώνες ούτοι αναπτερούντες τους νικώντας εις υπερφροσύνην και εις θάρρος, δεν υπεδούλουν όμως εντελώς των νικημένων την γνώμην· διότι δεν ήσαν εκ παρατάξεως, ουδ' εις μάχην έχουσαν καταφανή και κανονικήν την διάταξιν. Αλλ' επετύγχανον εκδράμοντες αιφνιδίως, και φυγάς και διώξεις επιχειρούντες, και ούτω μετ' αυτών συμπλεκόμενοι.

ΙΣΤ. Η δε περί τας Ταγύρας μάχη, ήτις ήτον τρόπον τινά του Λευκτρικού προαγών, ηύξησε μεγάλως την δόξαν του Πελοπίδου, διότι ούτε εις τους συστρατήγους του αφήκε πώς να τω αμφισβητήσωσι το κατόρθωμα, ούτε εις τους εχθρούς πρόφασιν της ήττης τινά. Κατά της πόλεως των Ορχομενίων (383), ήτις είχε κηρυχθή υπέρ των Σπαρτιατών, και δεχθή δύο μόρας (384) αυτών προς ασφάλειαν, έτρεφεν αυτός σχέδια πάντοτε, και παρεφύλαττε τον καιρόν. Όταν δ' ήκουσεν ότι οι φρουροί αυτής εξεστράτευσαν εις την Λοκρίδα (385), ελπίσας να καταλάβη αφρούρητον τον Ορχομενόν, εξεστράτευσεν έχων μεθ' εαυτού τον ιερόν λόχον και ολίγους ιππείς. Επειδή όμως, εις την πόλιν πλησιάσας, εύρεν ότι έφθανεν εκ Σπάρτης φρουρά της πρώτης διάδοχος, ωδήγησε πάλιν οπίσω το στράτευμα διά των Τεγυρών, καθ' ό μέρος και μόνον πέριξ επατείτο ο τόπος παρά την υπώρειαν διότι την μεταξύ χώραν πάσαν καθίστα άβατον ο Μέλας ποταμός, ευθύς από των πηγών του εις βάλτους πλωτάς και εις λίμνας διασπειρόμενος (386). Ολίγον δ' υπό τα έλη υπάρχει ναός του Τεγυραίου Απόλλωνος, και μαντείον προ ολίγου καιρού εγκαταλελειμμένον. Μέχρι των Μηδικών όμως ήκμαζε, και προφήτης αυτού ήτον ο Εχεκράτης. Εδώ μυθολογούσιν ότι εγεννήθη ο Θεός, και το μεν πλησίον όρος Δήλος ονομάζεται, και προς αυτό καταλήγουσιν αι εκβολαί του Μέλανος. Οπίσω δε του ναού αναβρύουσι δυο πηγαί, ύδωρ έχουσαι θαυμαστόν διά την γλυκύτητα, το πλήθος και την ψυχρότητα, και εξ αυτών την μεν ονομάζομεν μέχρι τούδε Φοίνικα, την δε Ελαίαν· όθεν υποτίθεται ότι η Θεά εγέννησεν ουχί μεταξύ δύο δένδρων, αλλά μεταξύ δύο ρείθρων. Διότι και το Πτώον (387) είναι εγγύς, εφ' ού λέγεται ότι αύτη επτοήθη, όταν εφάνη εξαίφνης ο κάπρος. Και τα περί Πύθωνος δε και Τιτυού διηγήματα συνοικειούσιν επίσης τους τόπους μετά της γενέσεως του Θεού. Παραλείπω δε πλείστα άλλα τεκμήρια· διότι η αρχαία παράδοσις δεν κατατάττει τον Θεόν τούτον μετά τον γεννητών μεν δαιμόνων, είτα δ' εκ μεταβολής αθανάτων γενομένων, καθώς τον Ηρακλέα και τον Διόνυσον, οίτινες διά την αρετήν των απώλεσαν την θνητήν και εις πάθη υπείκουσαν φύσιν. Αλλ' είναι είς των αγεννήτων και αϊδίων, αν πρέπει να συμπεραίνωμεν περί των τοιούτων εξ όσων οι φρονιμώτατοι και οι αρχαιότατοι λέγουσιν (388).

ΙΖ. Κατά τον ίδιον λοιπόν καιρόν συνέπιπτον οι Θηβαίοι εις τας Τεγύρας, εκ της Ορχομενίας αναχωρούντες, και οι Λακεδαιμόνιοι, απέναντι αυτών εκ της Λοκρίδος, επιστρέφοντες. Ως δε πρώτον έφθασαν διερχόμενοι τα στενά, και τις προσδραμών είπε προς τον Πελοπίδαν· «Ενεπέσαμεν εις τους εχθρούς·» «Διατί, απεκρίθη, ουχί μάλλον αυτοί εις ημάς;» Και ευθύς διέταξε να προχωρήση το ιππικόν από της ουράς, ως διά να προσβάλη πρώτον αυτούς· αυτός δε τους οπλίτας, τριακοσίους όντας συνεπύκνωσεν, ελπίζων, όπου αν οι αυτών προσβάλη, να διακόψη τους εχθρούς, καί τοι κατά τον αριθμόν υπερέχοντας. Ήσαν δε δύο μόραι των Λακεδαιμονίων. Η δε μόρα λέγει ο Έφορος ότι σύγκειται εξ ανδρών πεντακοσίων, ο δε Καλλισθένης (389) επτακοσίων, άλλοι δε τινες εννεακοσίων, εν οίς και ο Πολύβιος (390). Και μετά θάρρους οι πολέμαρχοι των Σπαρτιατών Γοργολέων και Θεόπομπος ώρμησαν κατά των Θηβαίων. Έγινε δ' η έφοδος μετά βίας και προθυμίας κυρίως όπου ίσταντο οι άρχοντες αμφοτέρων· και πρώτον οι πολέμαρχοι των Λακεδαιμονίων, συγκρουσθέντες μετά του Πελοπίδου, έπεσαν· έπειτα δε, επειδή οι περί αυτούς προσεβάλλοντο και απέθνησκον, όλον το στράτευμα ενέπεσεν εις φόβον, και διεσχίσθη μεν εις τα δύο, ως ίν' αφήση ελευθέραν την δίοδον εις τους Θηβαίους, αν ήθελον να διέλθωσιν εμπρός και να διαφύγωσιν· αλλ' ο Πελοπίδας, αφείς την δοθείσαν δίοδον εις αυτόν, εστράφη κατά των εχθρών όπου συνεσωματούντο, και ερρίφθη κατ' αυτών φονεύων. Τότε όλοι ετράπησαν εις φυγήν· η δίωξις όμως δεν εγένετο μακράν, διότι οι Θηβαίοι εφοβούντο τους Ορχομενίους όντας εγγύς, και των Λακεδαιμονίων την νέαν φρουράν· αλλ' επετέθησαν μόνον έως ού τους ενίκησαν κατά κράτος, και διήλθον δι' όλου του στρατεύματος νικηθέντος· και στήσαντες τρόπαιον, και τους εχθρούς λαφυραγωγήσαντες, απήλθον εις την πόλιν των μέγα φρονούντες. Διότι εις τοσούτους πολέμους ελληνικούς και βαρβαρικούς, ποτέ, ως φαίνεται, πρότερον περισσότεροι Λακεδαιμόνιοι δεν εφονεύθησαν υπ' ολιγωτέρων, ουδ' ίσοι προς ίσους εκ παρατάξεως πολεμήσαντες. Όθεν ήσαν οι Σπαρτιάται ανυπόφοροι κατά την υπεροψίαν, και ήρχοντο εις χείρας καταπλήττοντες διά της δόξης των τους εις αυτούς αντιταττομένους, οίτινες ουδ' οι ίδιοι είχον την αξίωσιν μετ' ίσης δυνάμεως να εξισώνται προς τους Σπαρτιάτας. Εκείνη δ' η μάχη εδίδαξε πρώτη και τους άλλους Έλληνας ότι ουχί ο Ευρώτας, ουδ' ο μεταξύ Βαβύκας και Κνακίωνος τόπος (391) παράγει άνδρας μαχητάς και πολεμικούς, αλλ' εκείνοι εισίν εις τους εχθρούς φοβερώτατοι, όσοι τρέφουσι νέους θέλοντας να αισχύνωνται μεν διά τα αισχρά, να τολμώσι δε διά τα καλά, και ν' αποφεύγωσι την μομφήν μάλλον παρά τον κίνδυνον.

ΙΗ. Τον δ' ιερόν λόχον, ως λέγουσιν, ωργάνισε πρώτος ο Γοργίδας εξ ανδρών επιλέκτων τριακοσίων, εις ούς η πόλις εχορήγει κατοικίαν και τροφήν, όπως στρατοπεδεύσωσιν εις την Καδμείαν, και διά τούτο ωνομάζετο ο εκ της πόλεως λόχος· διότι τότε τας ακροπόλεις ως επί το πλείστον πόλεις ωνόμαζον. Τινές δε λέγουσιν ότι το σύνταγμα τούτο συνέκειτο εξ εραστών και ερωμένων (392). Και λόγος τις αστείος μνημονεύεται του Παμμένους, ειπόντος ότι ο Νέστωρ του Ομήρου δεν εγνώριζε την τακτικήν όταν διέταττε να παρατάττωνται οι Έλληνες κατά φύλα και φρήτρας (393),

«Όπως στηρίζωσι, φρήτραι τας φρήτρας και φύλα τα φύλα, (394)»

εν ώ έπρεπε να τάξη εραστήν παρ' ερώμενον. Διότι οι φυλέται περί των φυλετών και φράτορες περί των φρατόρων πολύ δεν φροντίζουσιν εις τους κινδύνους· στίφος όμως εξ ερωτικής φιλίας συνηρμοσμένον, είναι αδιάλυτον και άρρηκτον, όταν οι μεν αγαπώντες τους ερωμένους, οι δε αισχυνόμενοι τους ερώντας, εμμένωσιν εις τους κινδύνους υπέρ αλλήλων. Και θαυμαστόν τούτο δεν είναι, αφ' ού και μη παρόντας τους εντρέπονται περισσότερον παρ' άλλους παρόντας, καθώς εκείνος όστις, πεσών εις τον πόλεμον, παρεκάλει τον εχθρόν, όστις έμελλε να τον σφάξη, να τω βυθίση εις το στήθος το ξίφος του, «Όπως, είπε, μη ιδών με νεκρόν ο ερώμενος εις την ράχιν φέροντα πληγήν, εντραπή.» Λέγεται δ' ότι και ο Ιόλεως, ερώμενος ων του Ηρακλέους, μετείχε των άθλων αυτού. Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι και επ' αυτού έτι εις του Ιόλεω τον τάφον ώμνυον τους όρκους της πίστεως οι ερωμένοι και οι ερασταί (395). Επόμενον ήτον λοιπόν και ο λόχος ιερός να ονομάζεται, καθότι και ο Πλάτων ένθεον φίλον ωνόμασε τον εραστήν. Λέγεται δ' ότι έμεινεν ο λόχος μέχρι της εν Χαιρωνεία μάχης. Όταν δε μετά την μάχην, επιθεωρών τους νεκρούς ο Φίλιππος, εστάθη εις το μέρος όπου έκειντο ομού πεσόντες οι τριακόσιοι, κατά στήθος άντικρυς απαντήσαντες τας σαρίσσας, μετ' αλλήλων αναμεμιγμένοι, θαυμάσας, και ακούσας ότι ούτος είναι ο λόχος των εραστών και των ερωμένων, εδάκρυσε και είπε· «Κακώς να χαθή όστις υποπτεύει ότι οι τοιούτοι έπραττον ή έπασχόν τι αισχρόν.»

ΙΘ. Εν γένει δ' αρχήν της περί τους εραστάς συνηθείας δεν έδωκεν εις τους Θηβαίους, ως οι ποιηταί λέγουσι, το πάθος του Λαΐου (396), αλλ' οι νομοθέται, οίτινες θέλοντες να πραΰνωσι και μαλάξωσιν ευθύς εκ παίδων το φύσει θυμοειδές και ακράτητον του χαρακτήρος αυτών, πολλήν μεν ανέμιξαν την χρήσιν του αυλού και εις τα σπουδαία έργα αυτών και εις τα παιγνίδια, τιμήν και αξίαν εις αυτόν αποδίδοντες, λαμπρόν δε συνανέθρεψαν τον έρωτα εις των παλαιστρών την ανατροφήν, συγκιρνώντες τα ήθη των νέων. Ορθώς δ' ως προς τούτο συνωκείωσαν μετά της πόλεως και την Θεάν ήτις λέγεται ότι εγεννήθη εκ του Άρεως και της Αφροδίτης (397), διότι όπου το μάχιμον και πολεμικόν των ανθρώπων μέρος συνοικειούται και ζη μετά του μετέχοντος πειθούς και χαρίτων, εκεί τα πάντα μεθ' αρμονίας συνδυάζονται εις εύτακτον πολιτείαν και κοσμιωτάτην. Τον ιερόν λοιπόν τούτον λόχον ο μεν Γοργίδας είχε διαιρέσει εις τας πρώτας τάξεις, τάττων αυτόν καθ' όλον το μήκος της φάλαγγος των οπλιτών, δι' ό η ανδρεία αυτών δεν εδύνατο να εκδηλωθή, ουδέ να γίνη της δυνάμεως αυτών χρήσις προς έργον κοινόν, διότι ήσαν διαλελυμένοι, και κατά πολύ μεμιγμένοι μετά των ανανδροτέρων. Ο δε Πελοπίδας, ως εξέλαμψεν η ανδρεία αυτών περί τας Τεγύρας, όπου ηγωνίσθησαν περί αυτόν και υπό τα βλέμματά του, δεν τους διήρεσεν ουδέ τους διεχώρισε πλέον, αλλά τους μετεχειρίζετο ως σώμα αυτοτελές, και δι' αυτών προεκινδύνευεν εις τους μεγίστους αγώνας. Διότι, ως οι ίπποι ταχύτερον τρέχουσιν όταν ζευχθώσιν εις άρμα παρά καθ' εαυτούς, ουχί διότι πολλοί ομού ορμώντες διαρρηγνύουσι μάλλον διά του πλήθους των και βιάζουσι τον αέρα, αλλά διότι παροξύνει την προθυμίαν αυτών η προς αλλήλους άμιλλα και φιλονεικία· ούτως ενόμιζεν ότι οι αγαθοί ζήλον καλών έργων εις αλλήλους εμπνέοντες, ωφελιμώτατοι γίνονται εις κοινόν έργον και προθυμότατοι.

Κ. Επειδή δ' οι Λακεδαιμόνιοι, προς όλους τους Έλληνας ειρήνην συνομολογήσαντες, προς μόνους τους Θηβαίους είχον πόλεμον, και Κλεόμβροτος, ο βασιλεύς αυτών εισέβαλε φέρων δεκακισχιλίους οπλίτας, και χιλίους ιππείς, και εις τους Θηβαίους επέκειτο ουχί ο πριν κίνδυνος, αλλ' απειλή και προμήνυσις εξολοθρεύσεως, και φόβος κατείχε την Βοιωτίαν οίος ουδέποτε πριν, εξερχόμενος εκ της οικίας του ο Πελοπίδας, είπε προς την γυναίκα του, ήτις δακρύουσα τον προέπεμπε, και τον παρεκάλει να σώζη εαυτόν, «Ταύτα, ω γύναι, πρέπει να συμβουλεύης εις ιδιώτας, εις δε τους άρχοντας, πώς τους άλλους να σώζωσιν.» Ελθών δ' εις το στρατόπεδον, και ευρών τους Βοιωτάρχας μη ομονοούντας, πρώτος προσέθηκε την ψήφον του εις την του Επαμινώνδου, όστις εγνωμοδότει να συγκροτήσωσι μάχην κατά των εχθρών, ων ουχί Βοιωτάρχης, αλλ' αρχηγός του ιερού λόχου, και εμπιστοσύνην εμπνέων, ως ήτον δίκαιον δι' άνδρα όστις τοσαύτα έδωκεν εις την πατρίδα του ελευθερίας εχέγγυα. Ως απεφασίσθη λοιπόν να διακινδυνεύσωσι, και αντεστρατοπέδευσε περί τα Λεύκτρα (398) κατά των Λακεδαιμονίων, είδεν όνειρον καθ' ύπνους ο Πελοπίδας, και τούτο πολύ τον ετάραξεν. Εις το Λευκτρικόν πεδίον υπάρχουσι τα μνήματα των θυγατέρων του Σκεδάσου, άς καλούσι Λευκτρίδας, ένεκα του τόπου· διότι εκεί ετάφησαν, βιασθείσαι υπό ξένων Σπαρτιατών. Αφ' ού δ' έγινεν η φοβερά αυτή και παράνομος πράξις, ο μεν πατήρ, μη δικαιωθείς εν Σπάρτη, κατηράσθη τους Σπαρτιάτας, και εσφάγη επί των τάφων των παρθένων, χρησμοί δε και προφητείαι ειδοποίουν πάντοτε τους Σπαρτιάτας να φυλάττωνται από της λευκτρικής οργής. Πολλοί όμως δεν εννόουν, και είχον αμφιβολίας ως προς την θέσιν του τόπου· διότι και εις την Λακωνικήν πολύχνιόν τι παραθαλάσσιον ονομάζεται Λεύκτρα, και παρά την μεγάλην πόλιν της Αρκαδίας υπάρχει τόπος ομώνυμος. Αλλά το τραγικόν τούτο συμβάν ήτον πολύ των Λευκτρικών παλαιότερον.

ΚΑ, Ο δε Πελοπίδας, εις το στρατόπεδον κοιμηθείς, είδε καθ' ύπνον τας κόρας θρηνούσας περί τα μνήματα, και καταρωμένας τους Σπαρτιάτας, και τον Σκέδασον διατάττοντα να σφαγιάση εις τας θυγατέρας του παρθένον ξανθήν, αν θέλη να νικήση τους εχθρούς. Επειδή δε το πρόσταγμα τω εφάνη δεινόν και παράνομον, εξυπνήσας το εκοινοποίησεν εις τους μάντεις και εις τους άρχοντας. Εξ αυτών δε, οι μεν τω έλεγον να μη παραμελήση τα προσταχθέντα, ουδέ ν' απειθήση, και εκ μεν των παλαιών ανέφερον Μενοικέα τον υιόν του Κρέοντος, και Μακαρίαν την θυγατέρα του Ηρακλέους (399), εκ δε των ύστερον, τον σοφόν Φερεκύδην, φονευθέντα υπό των Λακεδαιμονίων, και το δέρμα αυτού, κατά προφητείαν τινά, φρουρούμενον υπό των βασιλέων, και τον Λεωνίδαν όστις τρόπον τινά έθυσε, κατά τον χρησμόν, εαυτόν υπέρ της Ελλάδος· προσέτι δε τους υπό του Θεμιστοκλέους σφαγιασθέντας εις τον ωμηστήν Διόνυσον προ της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας (400). Και υπέρ εκείνων μεν ότι μαρτυρούσι τα κατορθώματα αυτών· Όταν δ' ο Αγησίλαος εξεστράτευεν αφ' ών τόπων είχεν εκστρατεύσει και ο Αγαμέμνων, και κατά των ιδίων εχθρών, και η Θεά τω εζήτησε την θυγατέρα του σφάγιον, είδε δ' αυτάς την όψιν εις την Αυλίδα (401) κοιμώμενος, αλλά δεν την έδωκε, και εις μαλακόν ενέδωκεν αίσθημα, τότε διέλυσε την εκστρατείαν, άδοξον και ατελή γενομένην. Άλλοι όμως εξ εναντίας απηγόρευον θυσίαν τοσούτον βάρβαρον και παράνομον, ως εις ουδένα των κρειττόνων και υπέρ ημάς όντων δυναμένην ν' αρέση· διότι δεν άρχουσι του κόσμου οι Τυφώνες ουδέ οι Γίγαντες, αλλ' ο πάντων πατήρ των Θεών και ανθρώπων. Και να πιστεύωμεν μεν ότι Θεοί χαίρουσιν εις αίμα και φόνον ανθρώπων, είναι ίσως αβέλτερον· αν όμως είναι τοιούτοι, εισίν ανάξιοι επιμελείας, ως αδύνατοι· διότι εις ασθενείς μόνον και εις μοχθηράς ψυχάς φύονται και παραμένουσιν άτοποι και σκληραί επιθυμίαι.

KB. Εν ώ λοιπόν οι πρώτοι τοιαύτα διελέγοντο, και προ πάντων ο Πελοπίδας ηπόρει, νέα φοράς εξ αγέλης ίππων φυγούσα, και τρέχουσα διά των όπλων, όταν έφθασε πλησίον εκείνων, εστάθη, και οι μεν άλλοι εθαύμαζον το χρώμα της χαίτης της στίλβον πυρρότατον, προσέτι δε και το γαύρον και σοβαρόν αυτής βάδισμα, και της φωνής της το θάρρος. Θεόκριτος δ' ο μάντις, σκεφθείς τότε, ανεβόησε προς τον Πελοπίδαν· «Ιδού, σοι έρχεται το θύμα, ω δαιμόνιε. Άλλην παρθένον ας μη περιμένωμεν, αλλά δέξαι και θύσον αυτήν ήν ο Θεός σοι δίδωσι.» Τότε λαβόντες την φοράδα, την έφερον εις των παρθένων τους τάφους, ηυχήθησαν και έστεψαν αυτήν, και την εθυσίασαν χαίροντες, και λόγον διαδίδοντες εις το στρατόπεδον περί του ονείρου του Πελοπίδου και της θυσίας.

ΚΓ. Εις δε την μάχην ο Επαμινώνδας παρέταξε την φάλαγγα λοξήν εις το αριστερόν, όπως το δεξιόν των Σπαρτιατών απέχη ό,τι πλείστον από των άλλων Ελλήνων, και ίνα εξώση τον Κλεόμβροτον επιπεσών μεθ' όλων του των δυνάμεων κατά πλευράν, και βιάση αυτόν. Αλλ' οι εχθροί, εννοήσαντες το γινόμενον, ήρχισαν να μετακινώσι την τάξιν των, και ανέπτυσον και εξέτεινον πέριξ το δεξιό αυτών κέρας, ως θέλοντες να περικυκλώσωσι διά του πλήθους των τον Επαμινώνδαν. Εν τούτοις όμως ο Πελοπίδας προέλαβε, και συλλέξας περί εαυτόν τους τριακοσίους, επρόφθασε δράμων πριν ο Κλεόμβροτος εκτείνη το κέρας, ή πριν πάλιν το συγκεντρώση και κλείση την τάξιν, και εφώρμησεν εν ώ δεν ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι εις γραμμήν παρατεταγμένοι, αλλ' ήσαν εισέτι συγκεχυμένοι δι' αλλήλων· ει και οι Σπαρτιάται, οίτινες πάντων των πολεμικών ήσαν άκροι και σοφώτατοι τεχνίται, εις ουδέν τοσούτον εγυμνάζοντο και συνείθιζον, ως εις το να μη πλανώνται ουδέ να ταράττωνται όταν η τάξις των διαλύηται, αλλά να μεταχειρίζωνται όλοι όλους ως επιστάτας και παραστάτας (402) όπου επέλθη ο κίνδυνος, και να λαμβάνωσι τας θέσεις των, και να παρατάττωνται, και να μάχωνται πλησίον αλλήλων. Τότε δε του Επαμινώνδου η φάλαγξ προσβάλλουσα μόνους εκείνους, και διερχομένη εμπρός των άλλων, και ο Πελοπίδας μετά τάχους απίστου και τόλμης εις τους οπλίτας ριφθείς, εσύγχυσαν εις τοιούτον βαθμόν τα φρονήματα και τας επιστήμας αυτών, ώστε έγινε φυγή και φόνος των Σπαρτιατών οποίος ουδέποτε πριν. Διά τούτο ο Πελοπίδας απέκτησε διά την νίκην εκείνην ίσον μέρος δόξης μετά του Επαμινώνδου, βοιωταρχούντος, αυτός μη βοιωταρχών, και διοικούντος πάσαν την δύναμιν, μικρού μέρους άρχων αυτός.

ΚΔ. Εις την Πελοπόννησον δ' εισέβαλον Βοιωτάρχαι όντες αμφότεροι, και παρέσυρον τα πλείστα των εθνών, αποσπάσαντες από των Λακεδαιμονίων την Ήλιν, το Άργος, πάσαν την Αρκαδίαν και αυτής της Λακωνικής τα πλείστα. Ο καιρός ήτον τότε περί τας χειμερινάς τροπάς (403), και ολίγαι έμενον ημέραι μέχρι της λήξεως του τελευταίου μηνός. Άμα δ' ήρχιζεν ο πρώτος, έπρεπεν άλλοι να παραλάβωσι την αρχήν, ή κατεδικάζοντο εις θάνατον οι μη παραδίδοντες αυτήν. Τον νόμον τούτον φοβούμενοι οι άλλοι Βοιωτάρχαι, και τον χειμώνα φεύγοντες, έσπευδον να μεταφέρωσι το στράτευμα οπίσω, εις Βοιωτίαν. Πρώτος δ' ο Πελοπίδας, και του Επαμινώνδου έχων την ψήφον, και τους άλλους προτρέψας πολίτας, αντί τούτου ήγε τον στρατόν κατά της Σπάρτης, και διέβαινε μετ' αυτού τον Ευρώταν. Και πολλάς μεν εκυρίευσε πόλεις, πάσαν δε την χώραν ελεηλάτει μέχρι θαλάσσης, οδηγών εβδομήκοντα χιλιάδας ελληνικής στρατιάς, ής ουδέ το δωδέκατον ήσαν αυτοί οι Θηβαίοι· αλλ' η δόξα των ανδρών τούτων έκαμνεν, άνευ κοινής αποφάσεως και ψηφίσματος, ν' ακολουθώσιν όλοι οι σύμμαχοι εν σιωπή την αρχηγίαν εκείνων. Διότι, ως φαίνεται, ο πρώτος και κυριώτατος νόμος εις τον θέλοντα να σωθή δίδει φυσικώς ως άρχοντα τον δυνάμενον να τον σώση· ως οι πλέοντες οίτινες, και αν εν ευδία, η όταν ώσι προσωρμισμένοι εις την παραλίαν, προσφερθώσιν αυθαδώς και θρασέως κατά των κυβερνητών, άμα όμως επέλθη τρικυμία και κίνδυνος, στρέφουσι τα βλέμματα προς εκείνους, κει εις αυτούς στηρίζουσι τας ελπίδας των. Ούτως οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Αρκάδες, αντιφερόμενοι και φιλονεικούντες εις τα συνέδρια προς τους Θηβαίους περί της ηγεμονίας, όταν έφθασεν η στιγμή των αγώνων και των κινδύνων, οικειοθελώς επείθοντο εις τους στρατηγούς εκείνων, και τους ηκολούθουν. Κατά την εκστρατείαν λοιπόν εκείνην συνήνωσαν πάσαν την Αρκαδίαν εις μίαν δύναμιν, την δε Μεσσηνίαν αφαιρέσαντες από των Σπαρτιατών, οίτινες ενέμοντο την χώραν αυτής, εκάλεσαν και επανέφερον εις αυτήν τους παλαιούς Μεσσηνίους, και κατώκισαν την Ιθώμην. Ότε δ' ανεχώρουν εις την Βοιωτίαν διά των Κεγχρειών (404), ενίκησαν τους Αθηναίους, οίτινες ηθέλησαν να τους προσβάλωσιν εις τα στενά, και να τοις κλείσωσι την διάβασιν.

ΚΕ. Μετά ταύτα τα έργα πάντες μεν οι άλλοι υπερηγάπων τα προτερήματα των ανδρών τούτων, και εθαύμαζον την τύχην αυτών. Ο συγγενής όμως και πολιτικός φθόνος, συναυξάνων μετά της δόξης αυτών, παρεσκεύαζεν εις αυτούς υποδοχήν ούτε καλήν ούτε πρέπουσαν· Αλλ' επανελθόντες, υπεβλήθησαν εις δίκην αμφότεροι επί ποινή θανάτου, διότι, εν ώ ο νομός διέταττε να παραδώσωσι την Βοιωταρχίαν εις άλλους εντός του πρώτου μηνός, όν ονομάζουσι Βουκάτιον, αυτοί την κατέσχον επί τέσσαρας όλους μήνας έτι, καθ' ούς ενείργησαν τα κατά την Μεσσηνίαν, την Αρκαδίαν και την Λακωνικήν. Και πρώτος μεν εισήχθη εις το δικαστήριον ο Πελοπίδας, δι' ό και μάλλον εκινδύνευσεν· απελύθησαν όμως αμφότεροι. Την δε συκοφαντίαν και την δοκιμασίαν υπέμεινε πράως ο Επαμινώνδας· ως μέγα μέρος της ανδρείας και μεγαλοψυχίας θεωρών την πολιτικήν ανεξικακίαν. Ο δε Πελοπίδας, και φύσει θυμοειδέστερος ων, και παροξυνόμενος υπό των φίλων του να εκδικηθή τους εχθρούς, ωφελήθη εξ αιτίας τοιαύτης. Μενεκλείδας ο ρήτωρ ήτον εκ των συνελθόντων μετά του Πελοπίδου και του Μέλωνος εις την οικίαν του Χάρωνος. Επειδή όμως οι Θηβαίοι δεν απέδιδον ίσην υπόληψιν εις αυτόν, δεινότατος ων περί το λέγειν, ακόλαστος δε και κακοήθης τον τρόπον, μετεχειρίζετο την ευφυίαν αυτού εις το να διαβάλλη τους καλλητέρους του, και δεν έπαυσε μετά την δίκην εκείνην. Και τον μεν Επαμινώνδαν απέβαλε της Βοιωταρχίας, και αντιπολιτευόμενος τον κατέτρεξε πολύν χρόνον. Τον δε Πελοπίδαν δεν κατίσχυσε να διαβάλη προς τον δήμον, επεχείρησεν όμως να συγκρούση αυτόν μετά του Χάρωνος. Επειδή δε κοινώς παρηγορίαν τινά ευρίσκουσιν οι φθονεροί ν' αποδεικνύωσιν όπως δήποτε άλλων χειροτέρους εκείνους ών αυτοί δεν ημπορούσι να φανώσι καλήτεροι, διά παντός τρόπου επροσπάθει εις τον δήμον να μεγαλύνη τα έργα του Χάρωνος, και τας στρατηγίας εκείνου και τας νίκας εγκωμιάζων. Επεχείρησε δε και της ιππομαχίας ήν ενίκησαν υπό τον Χάρωνα εις τας Πλαταιάς προ των Λευκτρικών να κατορθώση τοιούτον τι μνημείον ν' ανατεθή. Ανδροκύδης ο Κυζικηνός, παραγγελθείς υπό της πόλεως να ζωγραφήση άλλης τινός μάχης εικόνα, ετελείονε το έργον αυτού εν Θήβαις. Όταν δ' έγινεν η κατά της Σπάρτης αποστασία, και συνέπεσεν ο πόλεμος, οι Θηβαίοι κατέσχον παρ' εαυτοίς την εικόνα, μη πολύ του τέλους απέχουσαν. Ταύτην λοιπόν έπεισε τους Θηβαίους ο Μενεκλείδας ν' αναθέσωσι, τ' όνομα του Χάρωνος επιγράφοντες, όπως διά τούτου αμαυρώση του Πελοπίδου και Επαμινώνδου την δόξαν. Ήτον δε κακόζηλος η φιλοτιμία, το να προτιμηθή υπέρ τοσούτους και τοιούτους αγώνας έν έργον και μία νίκη, καθ' ήν λέγουσιν ότι άσημος μόνον τις Σπαρτιάτης, Γεράνδας καλούμενος, και τεσσαράκοντα άλλοι έπεσον μετ' αυτού, άλλο δ' ουδέν μέγα επράχθη. Το ψήφισμα τούτο προσέβαλεν ο Πελοπίδας ως παράνομον, διισχυριζόμενος ότι δεν ήτον πάτριον τα τιμώσιν ιδίως άνδρα τινά, αλλ' ότι απέδιδον της νίκης τ' όνομα εις την πατρίδα κοινώς. Και τον μεν Χάρωνα δι' όλης της δίκης εξηκολούθησεν αφθόνως εγκωμιάζων, τον δε Μενεκλείδαν φθονερόν εξελέγχων και πονηρόν, και τους Θηβαίους ερωτών αν και αυτός ουδέν καλόν έπραξε. Κατεδικάσθη δ' ο Μενεκλείδας εις πρόστιμον, ό μη δυνηθείς να πληρώση, επεχείρησεν έπειτα να μεταβάλη και ν' αναστατώση την πολιτείαν. Ταύτα δεν είναι άχρηστα εις την ακριβεστέραν γνώσιν του βίου τούτου.

ΚΣΤ. Επειδή δε τότε Αλέξανδρος, ο τύραννος των Φερών (405), επολέμει μεν προδήλως πολλούς των Θεσσαλών, επεβουλεύετο δε πάντας, και αι Θεσσαλικαί πόλεις έπεμψαν πρεσβείαν εις Θήβας, στρατηγόν ζητούσαι και δύναμιν, βλέπων ο Πελοπίδας ότι ο Επαμινώνδας διεύθυνε τας εν Πελοποννήσω πράξεις, εδόθη αυτός εις τους Θεσσαλούς, ούτε την ιδίαν επιστήμην και δύναμιν υπομένων να βλέπη αργούσαν, ούτε, όπου ήτον ο Επαμινώνδας, νομίζων ότι ήτον και άλλος στρατηγός αναγκαίος. Ως λοιπόν εξεστράτευσεν εις την Θεσσαλίαν μετά δυνάμεως, παρέλαβεν ευθύς την Λάρισσαν, και τον Αλέξανδρον, όστις ήλθε προς αυτόν και τον παρεκάλει, επροσπάθει να τον διαλλάξη, και από τυράννου να καταστήση αυτόν άρχοντα των Θεσσαλών πράον και νόμιμον. Επειδή όμως ήτον άνθρωπος αδιόρθωτος και θηριώδης, και πολλή μεν ήτον η ωμότης αυτού, διά πολλήν δε κατηγορείτο ακολασίαν και πλεονεξίαν, και ο Πελοπίδας προσεφέρθη προς αυτόν μετά τραχύτητος και οργής, αποδράς ανεχώρησε μετά των δορυφόρων. Ο δε Πελοπίδας, αφείς τους Θεσσαλούς μη φοβουμένους πλέον τον τύραννον, και προς αλλήλους ομονοούντας, απήλθεν εις Μακεδονίαν, όπου ο Πτολεμαίος επολέμει προς Αλέξανδρον, τον τότε βασιλεύοντα των Μακεδόνων. Τον εκάλουν δ' αμφότεροι όπως γίνη διαλλακτής και δικαστής και σύμμαχος και βοηθός εκείνου όστις ήθελε νομισθή ότι αδικείται. Ελθών δε, και διαλύσας τας έριδας, και διενεργήσας των εξορίστων των επιστροφήν, έλαβεν ως όμηρον τον αδελφόν του βασιλέως Φίλιππον (406), και τριάκοντα παίδας άλλους εκ των επισημοτάτων, και τους έφερεν εις τας Θήβας, επιδεικνύων εις τους Έλληνας πόσον μακράν φθάνουσι των Θηβαίων τα πράγματα διά την εκ της δυνάμεως αυτών δόξαν, και διά την εμπιστοσύνην ήν ενέπνευσεν η δικαιοσύνη των. Ούτος ην ο Φίλιππος, όστις μετά ταύτα επολέμησε κατά των Ελλήνων όπως τοις αφαιρέση την ελευθερίαν των. Τότε δε παις ων, έζη παρά τω Παμμένει· μετά δε ταύτα εφάνη ότι και ζηλωτής έγινε του Επαμινώνδου, ίσως την κατά τους πολέμους και τας στρατηγίας δραστηριότητα αυτού εννοήσας, ήτις όμως ήτον μικρόν μέρος των προτερημάτων του ανδρός εκείνου. Της εγκρατείας όμως και της δικαιοσύνης και της μεγαλοψυχίας και της πραότητος, δι' ών ήτον αληθώς μέγας εκείνος, κατ' ουδέν ουδ' εκ φύσεως ουδ' εκ μιμήσεως μετέσχεν ο Φίλιππος.

ΚΖ. Μετά δε ταύτα, επειδή πάλιν οι Θεσσαλοί κατηγόρουν τον Φεραίον Αλέξανδρον, ότι τοις ετάραττε τας πόλεις, απεστάλη πρέσβυς μετά του Ισμηνίου ο Πελοπίδας· και απήλθεν, ούτε δύναμιν φέρων, ούτε πόλεμον προσδοκών, αλλά προς τα κατεπείγοντα των πραγμάτων ηναγκάζετο να μεταχειρισθή αυτούς τους Θετταλούς. Εν τούτοις δ' εταράττοντο εκ νέου πάλιν τα κατά την Μακεδονίαν, διότι ο Πτολεμαίος είχε φονεύσει τον βασιλέα, και καταλάβει την εξουσίαν, οι δε φίλοι του αποθανόντος εκάλουν τον Πελοπίδαν. Θέλων λοιπόν να φανή εις τα πράγματα, αλλ' ιδίους στρατιώτας μη έχων, έλαβεν αυτόθεν μισθοφόρους τινάς, και ευθύς εκινήθη κατά του Πτολεμαίου. Όταν δ' έφθασαν πλησίον αλλήλων, τους μεν μισθοφόρους διά χρημάτων διαφθείρας ο Πτολεμαίος, τους έπεισε να μεταβώσι περί αυτόν του δε Πελοπίδου φοβηθείς την δόξαν και τ' όνομα, ήλθε προς αυτόν ως προς καλήτερόν του, και δους εις αυτόν την δεξιάν, και παρακαλέσας αυτόν, υπεσχέθη την μεν εξουσίαν να διαφυλάξη εις του αποθανόντος τους αδελφούς, να έχη δε τον αυτόν εχθρόν και φίλον μετά των Θηβαίων. Έδωκε δε περί τούτων ομήρους τον υιόν του Φιλόξενον, και πεντήκοντα εκ των φίλων του. Και τούτους μεν έστειλεν εις Θήβας ο Πελοπίδας. Αυτός δε, βαρέως λυπούμενος διά των μισθοφόρων την προδοσίαν, και ακούσας ότι τα πλείστα των χρημάτων αυτών, και τα παιδία και αι γυναίκες των ήσαν περί την Φάρσαλον, ώστε, αν εκυρίευε ταύτα, ήθελεν ικανώς εκδικηθή δι' ήν υπέστη ύβριν, συνήγαγε Θεσσαλούς τινας, και τους έφερε προς την Φάρσαλον. Μόλις δ' επέρασεν αυτός, και εφάνη Αλέξανδρος ο τύραννος μετά της δυνάμεως. Νομίσαντες δ' ο Πελοπίδας και οι περί αυτόν ότι έρχεται ν' απολογηθή, επροχώρησαν προς αυτόν, ηξεύροντες μεν ότι ήτον αυτός εξώλης και μιαιφόνος, αλλ' ένεκα του μεγέθους των Θηβών, και της επισημότητος και της δόξης αυτών μη νομίζοντες ότι εδύναντο τι να πάθωσιν. Εκείνος δε, ως είδεν ότι ήρχοντο άοπλοι και μόνοι, εκείνους μεν ευθύς συνέλαβε, κατέσχε δε την Φάρσαλον. Φρίκην δε και φόβον ενέπνευσεν εις πάντας τους υπηκόους, διότι ήσαν πεπεισμένοι ότι μετά τοσαύτην αδικίαν και τόλμην ουδενός θα εφείδετο πλέον, αλλά πράγματα και ανθρώπους, όσοι ενέπιπτον εις τας χείρας του, θα μετεχειρίζετο ως άνθρωπος απηλπισμένος περί της ιδίας αυτού ζωής.

ΚΗ. Και οι μεν Θηβαίοι, ταύτα ακούσαντες, βαρέως ωργίζοντο, και στρατιάν εξέπεμψαν ευθύς· επειδή δε είχον αιτίαν τινά οργής κατά του Επαμινώνδου, διώρισαν άλλους άρχοντας. Τον δε Πελοπίδαν εις τας Φεράς απαγαγών ο τύραννος, το μεν πρώτον άφηνεν όσους ήθελον να ομιλώσι μετ' αυτού, νομίζων ότι ήθελε γίνει ελεεινός και ταπεινός υπό της συμφοράς. Επειδή όμως τους μεν Φεραίους ο Πελοπίδας οδυρομένους παρεκίνει να έχωσι θάρρος, διότι τώρα μάλιστα ο τύραννος θέλει τιμωρηθή, προς αυτόν δ' εκείνον αποστείλας, τω είπεν, ότι ήτον ασυνεπής στρεβλών και φονεύων καθ' εκάστην τους αθλίους και μηδέν αδικούντας πολίτας, φειδόμενος δ' αυτού, περί ού ηξεύρει ότι βεβαίως θέλει τον τιμωρήση εάν τον διαφύγη, «Διατί, είπεν ούτος, σπεύδει ν' αποθάνη ο Πελοπίδας;» Ακούσας δ' εκείνος, «Όπως, είπε, καταστραφής έτι ταχύτερον, τώρα μάλλον μισητός εις τους θεούς γενόμενος.» Έκτοτε απηγόρευσε να έρχωνται προς αυτόν οι εκτός. Ακούουσα δε η Θήβη, ήτις ήτον θυγάτηρ του Ιάσονος και γυνή του Αλεξάνδρου, παρά των φυλαττόντων τον Πελοπίδαν, τον θαρραλέον και γενναίον αυτού χαρακτήρα, επεθύμησε να ιδή τον άνδρα και να τον ομιλήση. Ως δ' ήλθε προς αυτόν, δεν εγνώρισε μεν ευθύς, καθό γυνή, εν τοιαύτη συμφορά το μέγεθος του ήθους αυτού, εκ της κουράς όμως και της ενδυμασίας και της διαίτης του εσυμπέρανεν ότι εταλαιπωρείτο αναξίως της δόξης αυτού, και εδάκρυσεν. Ως δε την εγνώρισε, την προσεφώνησε διά του ονόματος του πατρός της, διότι ήτον φίλος του Ιάσονος και οικείος. «Λυπούμαι την γυναίκα σου», τω είπεν εκείνη. «Και εγώ λυπούμαι σε, απεκρίθη ο Πελοπίδας, διότι άδετος ούσα, υποφέρεις τον Αλέξανδρον.» Τον λόγον δε τούτον ησθάνθη η γυνή, διότι απεστρέφετο την ωμότητα και την ύβριν του τυράννου, όστις, πλην άλλης ασελγείας, εις τας ηδονάς του εθυσίαζε και τον νεώτατον των αδελφών αυτής. Συνεχώς επομένως ερχομένη προς τον Πελοπίδαν, και μετά παρρησίας ομιλούσα προς αυτόν περί ών έπασχεν, επληρούτο θυμού και θάρρους και δυσμενείας κατά του Αλεξάνδρου.

ΚΘ. Επειδή δ' οι στρατηγοί των Θηβαίων, εις την Θεσσαλίαν εμβαλόντες, ουδέν έπραξαν, αλλά δι' απειρίαν ή δυστυχίαν αισχρώς ανεχώρησαν, εις έκαστον μεν εξ αυτών η πόλις επέβαλε δέκα χιλιάδων δραχμών πρόστιμον· απέστειλε δε τον Επαμινώνδαν μετά δυνάμεως. Ευθύς λοιπόν κίνησις έγινε μεγάλη των Θεσσαλών, διότι τους εξήγειρεν η δόξα του στρατηγού, και τα πράγματα του τυράννου παρ' ολίγον να καταστραφώσι· τοσούτος ενέπεσε φόβος εις τους φίλους αυτού και τους περί αυτόν αρχηγούς, τοσαύτη δε κατέλαβε τους υπηκόους αυτού ορμή προς αποστασίαν και χαρά διά το μέλλον, διότι ήλπιζον να ιδώσι τον τύραννον τιμωρούμενον. Και όμως ο Επαμινώνδας, της δόξης προτιμών την σωτηρίαν του Πελοπίδου, και φοβηθείς μη, αν ταραχθώσι τα πράγματα, απελπισθείς ο Αλέξανδρος, ως θηρίον στραφή κατ' εκείνου, παρέτεινε τον πόλεμον, και κύκλω περί αυτόν στρεφόμενος, διά μακρών προπαρασκευών και δι' αναβολών ητοίμαζε και συνέστελλε τον τύραννον, χωρίς ούτε μεν την αυθάδειαν αυτού και την θρασύτητα να ταπεινώση, αλλ' ούτε και την αγριότητα και την βιαιότητα αυτού να διερεθίση, ει και εγνώριζε την ωμότητα αυτού, και ότι όλων των καλών και δικαίων περιφρονητής, έθαπτε μεν ζώντας ανθρώπους, άλλους δ' ενδύων δέρματα αγριοχοίρων και άρκτων, και φέρων κατ' αυτών τους θηρευτικούς αυτού κύνας, τους κατεσπάραττε και τους κατηκόντιζεν, ως παιγνίδιον τούτο μεταχειριζόμενος· εις δε την Μελίβοιαν και την Σκότουσαν, πόλεις φίλας και συμμάχους, εν ώ ήσαν εις συνέλευσιν του λαού, στήσας πέριξ αμφοτέρων τους δορυφόρους του, απέσφαξεν όλον αυτών τον λαόν υβηδόν, την δε λόγχην, δι' ής εφόνευσε τον θείον του Πολύφρονα, καθιερώσας και στέψας, προσέφερεν εις αυτήν θυσίας ως εις Θεόν, και την ωνόμασε Τύχωνα (407). Ιδών δέ ποτε τραγωδόν υποκρινόμενον τας Τρωάδας του Ευριπίδου, ανεχώρησεν εκ του θεάτρου, και πέμψας προς αυτόν, τω εμήνυσε να μη δυσαρεστηθή, και να εξακολουθήση ουχ ήττον καλώς την παράστασιν, διότι απέρχεται ουχί εκείνον καταφρονών, αλλ' εντρεπόμενος τους πολίτας, ότι, εν ώ κανένα πώποτε των υπ' αυτού φονευομένων δεν ηλέησεν, ήθελον τον ιδή δακρύοντα διά τα κακά της Εκάβης και Ανδρομάχης. Ούτος λοιπόν καταπλαγείς διά την δόξαν και το όνομα και την φήμην της στρατηγίας του Επαμινώνδου,

«εζάρωσεν ο πετεινός, και έκλινεν ως δούλον το πτερόν του, (408)»

και έστειλεν αμέσως προς αυτόν ανθρώπους ν' απολογηθώσιν. Εκείνος δε να συνδέσωσι μεν ειρήνην και φιλίαν οι Θηβαίοι προς τοιούτον άνδρα δεν υπέμεινε· παραχωρήσας δ' εις αυτόν τριακονθήμερον ανακωχήν του πολέμου, και λαβών τον Πελοπίδαν και τον Ισμηνίαν, ανεχώρησεν.

Λ. Οι δε Θηβαίοι, πληροφορηθέντες ότι εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων ανέβαινον πρέσβεις προς τον μέγαν βασιλέα να προτείνωσι συμμαχίαν, έπεμψαν και αυτοί τον Πελοπίδαν, άριστα βουλευθέντες, διότι απέβλεψαν προς την δόξαν αυτού. Και πρώτον μεν ανέβαινε διά των επαρχιών του βασιλέως, ονομαστός ήδη και περιβόητος· διότι η δόξα του κατά των Λακεδαιμονίων αγώνος δεν προυχώρησε βραδέως ουδέ κατά μικρόν διά της Ασίας, αλλ' ως ο πρώτος διεδόθη λόγος περί τις εν Λεύκτροις μάχης, προσετίθετο νέον τι κατόρθωμα πάντοτε, και ούτως έφθασε μακρότατα αναβαίνουσα και αυξανομένη. Έπειτα, όταν τον είδον οι εν τοις ανακτόροις σατράπαι και στρατηγοί και ηγεμόνες, εθαύμασαν, και λόγος διέτρεχε μεταξύ αυτών, ότι ούτος εστίν ο ανήρ όστις εξέβαλεν εκ της ξηράς και της θαλάσσης τους Λακεδαιμονίους, συστείλας υπό τον Ταΰγετον και τον Ευρώταν την Σπάρτην, ήτις ολίγον πριν είχε κινήσει διά του Αγησιλάου πόλεμον κατά του μεγάλου βασιλέως και των Περσών περί των Σούσων και Εκβατάνων. Διά ταύτα έχαιρεν ο Αρταξέρξης, και τον Πελοπίδαν έτι μάλλον εθαύμαζε, και τον εμεγάλυνε διά των τιμών, θέλων να φαίνηται υπό των μεγίστων ανδρών περιποιούμενος και θεραπευόμενος. Ότε δε και την όψιν αυτού είδε και τους λόγους ήκουσεν, ασφαλεστέρους μεν των Αττικών, αφελεστέρους δε των Λακεδαιμονίων, έτι μάλλον τον ηγάπησε· και, ως συμβαίνει συνήθως εις τους βασιλείς, δεν έκρυψε την προς τον άνδρα τιμήν αυτού,, ουδ' έμεινεν άγνωστος εις τους άλλους πρέσβεις η προς εκείνον προτίμησις· αν και φαίνεται ότι υπέρ πάντας τους Έλληνας ετίμησε μάλλον τον Λακεδαιμόνιον Ανταλκίδαν, εις όν απέστειλε τον στέφανον όν εφόρει εν ώ έπινε, βρέξας αυτόν εις μύρον. Εις τον Πελοπίδαν δε τοιαύτας μεν οικειότητας δεν έδειξε, δώρα δε λαμπρότατα και μέγιστα εκ των εν συνηθεία τω έπεμψε, και τας απαιτήσεις αυτού επεκύρωσεν, αυτόνομοι μεν να είναι οι Έλληνες, να κατοικηθή δ' η Μεσσήνη, και οι Θηβαίοι να θεωρώνται πατρικοί φίλοι του βασιλέως. Ταύτας λαβών τας αποκρίσεις, ουδέν δε των δώρων δεχθείς, όσα δεν ήσαν σύμβολα ευνοίας ή φιλοφροσύνης, ανεχώρησε. Τούτο δε κυρίως εκίνησε την οργήν κατά των άλλων πρέσβεων, και οι Αθηναίοι, κρίναντες τον Τιμαγόραν, τον εφόνευσαν· αν μεν διά το πλήθος των δωρεών, ορθώς και δικαίως· διότι ου μόνον χρυσίον έλαβε και αργύριον, αλλά και κλίνην πολυτελή και θεράποντας διά να την στρόνωσιν, ως να μη ήξευρον οι Έλληνες· προσέτι δε βους ογδοήκοντα και βουκόλους, επί λόγω ότι δήθεν δι' αρρωστίαν τινών είχεν ανάγκην γάλακτος βοείου. Τέλος δε κατέβη εις την θάλασσαν εις φορείον κομιζόμενος, και τέσσαρα τάλαντα εδόθησαν υπό του βασιλέως μισθός εις τους κομίζοντας αυτόν. Φαίνεται όμως ότι δεν παρώξυνε κυρίως η δωροδοκία τους Αθηναίους· διότι, όταν Επικράτης ο Σακεσφόρος (409) ουδ' ηρνήθη ότι έλαβε δώρα παρά του βασιλέως, και είπεν ότι γράφει ψήφισμα αντί των εννέα αρχόντων να χειροτονώνται κατ' έτος εννέα πρέσβεις προς τον βασιλέα εκ των δημοτικών και πενήτων, όπως δώρα λαμβάνοντες ευπορώσιν, ο δήμος εγέλασεν. Αλλ' ωργίζοντο οι Αθηναίοι διότι ενεκρίθησαν πάσαι αι προτάσεις των Θηβαίων, μη αναλογιζόμενοι του Πελοπίδου την δόξαν, πόσον ανωτέρα ήτον πασών των ρητορειών και πάντων των λόγων πλησίον ανθρώπου όστις επεριποιείτο πάντοτε τους διά των όπλων υπερισχύοντας.

ΛΑ. Και η μεν πρεσβεία προσέθηκεν εις τον Πελοπίδαν ου μικράν εύνοιαν, αφ' ού επέστρεψε, διά τον συνοικισμόν της Μεσσήνης και των άλλων Ελλήνων την αυτονομίαν. Επειδή δ' Αλέξανδρος ο Φεραίος, εις την αρχαίαν φύσιν του επανελθών, των Θεσσαλών μεν ουκ ολίγας κατέστρεφε πόλεις, εις δε τας των Φθιωτών, τας των Αχαιών όλας (410), και εις τας των Μαγνήτων έθετε φρουράς, ακούσασαι ότι ο Πελοπίδας επέστρεψεν, ευθύς αι πόλεις έπεμψαν πρεσβείας εις Θήβας, ζητούσαι δύναμιν, και εκείνον ως στρατηγόν. Εψήφισαν δ' οι Θηβαίοι προθύμως, και τα πάντα εγένοντο ταχέως έτοιμα. Όταν δ' ο στρατηγός ήτον περί την έξοδον, εξέλιπεν ο ήλιος (411) και σκότος εν ημέρα κατέλαβε την πόλιν. Ο δε Πελοπίδας, βλέπων όλους τεταραγμένους διά το φαινόμενον τούτο, ενόμισεν ότι δεν πρέπει να τους βιάση, εν ώ ήσαν κατάφοβοι και μη έχοντες ελπίδας καλάς, ουδέ να ριψοκινδυνεύση μετά πολιτών επτακισχιλίων· αλλά δοθείς μόνος εις τους Θεσσαλούς, και τριακοσίους ιππείς αναλαβών εθελοντάς και ξένους, εκίνησεν, εν ώ ουδ' οι μάντεις τον άφηνον, ουδ' οι άλλοι πολίται εδείκνυον προθυμίαν· διότι εφαίνετο ότι προς άνδρα λαμπρόν μέγα εγένετο σημείον εξ ουρανού. Εκείνος όμως ήτον μεν και θερμότερος κατά του Αλεξάνδρου, υπ' οργής κατεχόμενος δι' όσα καθυβρίσθη· ήλπιζε δε και την οικίαν αυτού να εύρη νοσούσαν και ανάστατον δι' όσα είχεν ομιλήσει μετά της Θήβης. Προ πάντων δε τον προυκάλει το κάλλος της πράξεως, διότι επεθύμει και εφιλοτιμείτο, καθ' ούς καιρούς οι Λακεδαιμόνιοι έπεμπον στρατηγούς και αρμοστάς εις τον Διονύσιον, τον τύραννον της Σικελίας, οι δ' Αθηναίοι μισθόν εδέχοντο παρά του Αλεξάνδρου, και ήγειρον χαλκούν ανδριάντα αυτού ως ευεργέτου, τότε να επιδείξη εις τους Έλληνας τους Θηβαίους μόνους εκστρατεύοντας υπέρ των τυραννουμένων, και καταλύοντας μεταξύ των Ελλήνων τας παρανόμους και βιαίας δυναστείας.

ΑΒ. Ως λοιπόν, ελθών εις Φάρσαλον, ήθροισε την δύναμιν, ευθύς εβάδισε κατά του Αλεξάνδρου. Εκείνος δε, Θηβαίους μεν ολίγους περί τον Πελοπίδαν βλέπων, αυτός δε περισσοτέρους των διπλασίων έχων οπλίτας Θεσσαλούς, αντετάχθη κατ' αυτού παρά το Θετίδιον. Είς τινα δ' όστις είπε προς τον Πελοπίδαν ότι πολλούς έχων ο τύραννος έρχεται· «Καλήτερον, απεκρίθη αυτός· διότι περισσοτέρους θα νικήσωμεν.» Προς το μέσον, κατά τας καλουμένας Κυνός κεφαλάς, προέχουσι λόφοι απότομοι και υψηλοί. Τούτους ώρμησαν αμφότεροι να καταλάβωσι διά των πεζών των. Τους δ' ιππείς ο Πελοπίδας, πολλούς όντας και αγαθούς, αφήκε κατά των ιππέων του εχθρού, και νικώντες ούτοι, ώρμησαν εις το πεδίον ομού μετά των φευγόντων· ο δ' Αλέξανδρος εφάνη τους λόφους καταλαβών, και ορμών κατά των Θεσσαλών οπλιτών, οίτινες ανέβαινον ύστερον, και επροσπάθουν να βιάσωσι θέσεις ισχυράς και ανάντεις, εφόνευε τους πρώτους, οι δ' άλλοι πληγάς ελάμβανον, ουδέν κατορθούντες. Ιδών λοιπόν ταύτα ο Πελοπίδας, τους μεν ιππείς ανεκάλει οπίσω, και τους διέταξε να ορμήσωσι προς τους παρατεταγμένους εκ των εχθρών. Αυτός δε, την ασπίδα ευθύς λαβών, δράμων ανέβη προς τους επί των λόφων μαχομένους· και διά των όπισθεν ορμήσας προς τους πρώτους, τοσαύτην ενέπνευσε γενναιότητα και προθυμίαν εις όλους, ώστε οι εχθροί ενόμισαν ότι επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι γενόμενοι κατά τα σώματα και κατά τας ψυχάς. Και δύο μεν ή τρεις προσβολάς απέκρουσαν βλέποντες δ' αυτούς ευρώστως εφορμώντας, και το ιππικόν επιστρέφον από της διώξεως, υπεχώρησαν, και ανεχώρησαν βήμα προς βήμα. Ο δε Πελοπίδας, από των υψωμάτων ιδών όλον το στρατόπεδον των εχθρών ότι δεν είχε μεν έτι τραπή εις φυγήν, αλλ' ότι επληρούτο ήδη θορύβου και ταραχής, εστάθη, και περιέφερε πέριξ τα βλέμματά του, αυτόν ζητών τον Αλέξανδρον. Ως δ' είδεν αυτόν εις το δεξιό χέρας ενθαρρύνοντα και παρατάττοντα τους μισθοφόρους, δεν ανεχαίτισε την οργήν του, ουδ' εσυλλογίσθη, αλλά προς την όψιν ταύτην αναφλεχθείς, και εις το πάθος του παραδούς το σώμα και της πράξεως αυτού την διεύθυνσιν, επήδησε πολύ των άλλων εμπρός, και έτρεχε βοών και προκαλών τον τύραννον. Και εκείνος μεν δεν εδέχθη την ορμήν του ουδ' υπέμεινεν, αλλ' έφυγε προς τους δορυφόρους του, και εκρύβη μεταξύ αυτών. Των δε μισθοφόρων, οι μεν πρώτοι ελθόντες εις χείρας ανεχαιτίσθησαν υπό του Πελοπίδου, τινές δε και πληγωθέντες ετελεύτησαν. Οι δε περισσότεροι, μακρόθεν διά των δοράτων κτυπώντες αυτόν, τον κατετραυμάτιζον διά μέσου των όπλων αυτού, έως ότου οι Θεσσαλοί, συγκινηθέντες, έδραμον από των λόφων εις βοήθειαν αυτού. Αφ' ού δε ήδη έπεσεν, επελθόντες οι ιππείς, έτρεψαν όλην την φάλαγγα, και διώξαντες αυτήν μακράν, ενέπλησαν νεκρών την χώραν, υπέρ τους τρισχιλίους φονεύσαντες.

ΑΓ. Και ότι μεν οι Θηβαίοι βαθέως εθλίβοντο όσοι παρήσαν εις του Πελοπίδου τον θάνατον, και ότι τον ωνόμαζον πατέρα και σωτήρα και διδάσκαλον των μεγίστων και καλλίστων αγαθών, δεν είχε τι το πολλού θαυμασμού άξιον. Οι δε Θεσσαλοί και οι σύμμαχοι, υπερβαλόντες διά των ψηφισμάτων των πάσαν τιμήν πρέπουσαν εις αρετήν ανθρωπίνην, έτι μάλλον απέδειξαν διά της λύπης των την προς αυτόν εύνοιάν των. Διότι λέγουσιν ότι οι παρευρεθέντες εις την μάχην ούτε θώρακα απεδόθησαν, ούτε ίππον εξεχαλίνωσαν, ούτε πληγήν έδεσαν πρότερον, αφ' ότου ήκουσαν εκείνου τον θάνατον, αλλά μετά των όπλων θερμοί ερχόμενοι προς τον νεκρόν, ως αισθανόμενον, εσώρευσαν πέριξ του τα εχθρικά λάφυρα, έκοψαν δε τας χαίτας των ίππων των, και έκοψαν και την ιδίαν των κόμην. Αφ' ού δ' απήλθον εις τας σκηνάς των, πολλοί ουδέ πυρ ανήψαν, ουδέ δείπνον έλαβον, σιγή δε και κατήφεια κατείχε παν το στρατόπεδον, ως αν δεν είχον νικήσει επιφανεστάτην νίκην και μεγίστην, αλλ' αν είχον ηττηθή και υποδουλωθή υπό του τυράννου. Εκ δε των πόλεων, ως ανηγγέλθησαν ταύτα, ήλθον αι αρχαί, και μετ' αυτών οι έφηβοι και οι παίδες και οι ιερείς, προς υποδοχήν του σώματος, τρόπαια και στεφάνους και πανοπλίας χρυσάς φέροντες. Όταν δ' έμελλε να γίνη του σώματος η εκφορά, προσελθόντες οι πρεσβύτατοι των Θεσσαλών, παρεκάλουν τους Θηβαίους αυτοί να θάψωσι τον νεκρόν. Είς δ' αυτών έλεγεν· «Άνδρες σύμμαχοι, χάριν ζητούμεν παρ' υμών, ήτις επί της τοσαύτης δυστυχίας θέλει μας φέρει τιμήν και παρηγορίαν. Δεν θα προπέμψωσιν οι Θεσσαλοί ζώντα τον Πελοπίδαν, ουδέ θα αισθανθή τας αξίας τιμάς ας θέλομεν τω αποδώσει· αλλ' αν μας επιτρέψητε να εγγίσωμεν τον νεκρόν, και ημείς αυτοί να κοσμήσωμεν και να θάψωμεν το σώμα αυτού, θα δείξωμεν ότι αναγνωρίζομεν πόσον μεγαλητέρα είναι των Θεσσαλών η συμφορά παρά η των Θηβαίων· διότι σεις μεν εστερήθητε μόνον αγαθού αρχηγού· ημείς δε και τούτου και της ελευθερίας. Και τω όντι πώς θα τολμήσωμεν πλέον να σας ζητήσωμεν άλλον στρατηγόν, όταν δεν σας απεδώσαμεν τον Πελοπίδαν;» Και οι Θηβαίοι επέτρεψαν ταύτα.

ΛΔ. Εκείνων δε των ταφών δεν θεωρούσι γενομένας λαμπροτέρας ποτ' άλλας όσοι δεν νομίζουσι την λαμπρότητα συνισταμένην εις τον ελέφαντα και τον χρυσόν και τας πορφύρας, ως ο Φίλιστος (412), υμνών και θαυμάζων την του Διονυσίου ταφήν, ήτις υπήρξεν η από της τυραννίας εξοδός του ως μεγάλης τραγωδίας θεατρική καταστροφή. Ο δε μέγας Αλέξανδρος, όταν απέθανεν ο Ηφαιστίων, ου μόνον ίππους εκούρευσε και ημιόνους, αλλά και τας επάλξεις εκρήμνισε των τειχών, ώστε και αι πόλεις αύται να φαίνωνται ως πενθούσαι, αντί της προτέρας μορφής των κουράς λαβούσαι άτιμον σχήμα. Και ταύτα μεν, προστάγματα δεσποτών όντα, και διά βίας εκτελούμενα, και φθόνον προκαλούντα επί τους τυγχάνοντας αυτών, μίσος δ' επί των βιαζομένων, δεν ήσαν επίδειξις ευνοίας ουδέ τιμής, αλλά βαρβαρικού όγκου και πολυτελείας και αλαζονείας, και σπατάλη της περιουσίας εις μάταια και κακόζηλα. Ανήρ όμως δημοτικής καταγωγής, εις ξένην γην αποθανών, χωρίς ουδ' η γυνή, ουδ οι παίδες, ουδ' οι συγγενείς του να παρευρίσκωνται, χωρίς ουδείς να παρακαλέση περί τούτου, ή εις αυτό ν' αναγκάση, προπεμπόμενος υπό τοσούτων δήμων και πόλεων αμιλλωμένων, και συνοδευόμενος και στεφανούμενος, ευλόγως εφαίνετο της τελειοτάτης ευδαιμονίας τυχών. Ως έλεγεν ο Αίσωπος, δεν είναι λυπηρότατος των ευτυχούντων ο θάνατος, αλλά μακαριώτατος μάλιστα, διότι κατέθετεν εις ασφαλή τόπον τας ευτυχίας των αγαθών, μη αφήνων την τύχην να μεταβάλη αυτάς. Διά τούτο έτι ορθότερον Λάκων τις, ασπασθείς τον Ολυμπιονίκην Διαγόραν, όστις είδε και τους υιούς του στεφανουμένους εις τα Ολύμπια, είδε δε και τους υιούς των υιών και των θυγατέρων του, «Απόθανε, τω είπεν, ω Διαγόρα! Δεν θ' αναβής εις τον Όλυμπον.» Νομίζω δ' ότι αν τις όλας ομού προσέθετε τας Ολυμπιακάς και Πυθικάς νίκας, δεν θα τας έκρινεν αξίας να παραβληθώσι προς ένα των αγώνων του Πελοπίδου. Ηγωνίσθη δε πολλούς και κατώρθωσε πολλά, και το πλείστον του βίου του εν δόξη ζήσας και τιμή, τέλος επί της δεκάτης τρίτης βοιωταρχίας του απέθανεν αριστεύων υπέρ της ελευθερίας των Θεσσαλών, εις νίκην μετέχουσαν τυραννοκτονίας.

ΑΕ. Ο δε θάνατος αυτού μεγάλως μεν ελύπησε τους συμμάχους, έτι δε περισσότερον τους ωφέλησε. Διότι οι Θηβαίοι, ως ήκουσαν του Πελοπίδου τον θάνατον, χωρίς ουδόλως ν' αναβάλωσι την τιμωρίαν, εν τάχει απέστειλαν επτακισχιλίους οπλίτας ιππείς δ' επτακοσίους, υπό στρατηγούς τον Μάλκιτον και τον Διογείτονα. Ευρόντες δε τεταπεινωμένον και εξησθενημένον τον Αλέξανδρον, τον ηνάγκασαν εις τους Θεσσαλούς μεν ν' αποδώση τας πόλεις όσας κατείχε, τους δε Μάγνητας και τους Φθιώτας και Αχαιούς ν' αφήση ελευθέρους, αποσύρων την φρουράν, να ομώση δε ν' ακολουθή τους Θηβαίους καθ ών αν αυτοί τον οδηγώσιν ή τον διατάττωσιν. Εις ταύτα ηρκέσθησαν οι Θηβαίοι, θέλω δε διηγηθή πώς ολίγον μετά ταύτα εξεδίκησαν επ' αυτού οι Θεοί τον θάνατον του Πελοπίδου. Θήβην, την σύζυγον αυτού, πρώτον μεν, ως ευρέθη, ο Πελοπίδας εδίδαξε να μη φοβήται την έξω λαμπρότητα και την επίδειξιν της τυραννίδος, ήτις εφρουρείτο υπό φυλάκων και όπλων. Έπειτα δε, φοβουμένη την απιστίαν αυτού και μισούσα αυτού την ωμότητα, συνεφώνησε μετά των αδελφών της, οίτινες ήσαν τρεις, ο Τισίφονος, ο Πυθόλαος και ο Λυκόφρων, και επεχείρησε ταύτα· Την μεν άλλην οικίαν του τυράννου κατείχον αι φυλακαί των διανυκτερευόντων· ο δε θάλαμος εις όν συνείθιζον να κοιμώνται, ήτον υπερώος, και εμπρός αυτού εφύλαττε κύων δεδεμένος, φοβερός εις όλους, εκτός εις μόνους εκείνους και εις ένα εκ των οικετών, εκείνον όστις τον έτρεφεν. Όταν λοιπόν ήλθεν ο καιρός του επιχειρήματος, η Θήβη είχεν από της ημέρας ήδη κεκρυμμένους τους αδελφούς της εις παρακείμενον οίκον τινα. Εισελθούσα δε, ως συνείθιζε, μόνη προς τον Αλέξανδρον, κοιμώμενον ήδη, και μετ' ολίγον πάλιν εξελθούσα, εις μεν τον υπηρέτην διέταξε να λάβη έξω τον κύνα, διότι ήθελε ν' αναπαυθή μεθ' ησυχίας εκείνος· αυτή δ' εις την κλίμακα, φοβουμένη μη κροτή όταν αναβαίνωσιν οι νεανίσκοι, κατέστρωσε μαλλία· έπειτα δ' ανεβίβασεν ούτω τους αδελφούς της ξιφήρεις, και στήσασα αυτούς εμπρός των θυρών, εισήλθεν η ιδία, έλαβε το ξίφος του, κρεμμάμενον υπέρ την κεφαλήν του, και τοις το έδειξεν ως σημείον ότι εκοιμάτο ο τύραννος. Αλλ' επειδή οι νεανίσκοι ήσαν εκπεπληγμένοι και εδίσταζον, επιπλήττουσα αυτούς, τοις ώμνυε μετ' οργής ότι θέλει εξυπνήση τον Αλέξανδρον και τω καταμηνύσει την πράξιν. Ούτως αισχυνθέντας αυτούς συγχρόνως και φοβηθέντας, τους εισήγαγε, και τους έφερεν εις την κλίνην, κρατούσα και τον λύχνον. Εξ αυτών δε, ο μεν, πιέσας τους πόδας του, τους εκράτει, ο δε συλλαβών αυτόν εκ των τριχών, έστρεψεν οπίσω την κεφαλήν του, και ο τρίτος, κτυπών αυτόν διά του ξίφους, τον εφόνευσεν. Ούτως απέθανεν αυτός, θάνατον ταχύν, και διά τούτο ίσως πραότερον αφ' ό,τι προσήκεν. Επειδή όμως ην ο μόνος ή πρώτος των τυράννων όστις υπό της ιδίας αυτού γυναικός εφονεύθη, και το σώμα του μετά θάνατον παντοίως αικισθέν, ερρίφθη και κατεπατήθη υπό των Φεραίων, φαίνεται άξια των παρανομιών του παθών.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ

Α. Ο δε Μάρκιος Κλαύδιος, όστις πεντάκις ην ύπατος εν Ρώμη, λέγουσιν ότι υπήρξεν υιός Μάρκου, πρώτος δ' εκ της οικογενείας ωνομάσθη Μάρκελλος, όπερ εστίν Αρήιος (413) ως λέγει ο Ποσειδώνιος (414)· διότι είχε πολεμικήν εμπειρίαν, σώμα δε ρωμαλέον, χείρα δ' ανδρείαν, φύσιν δε φιλοπόλεμον, ήτον σώφρων, φιλάνθρωπος, εραστής της ελληνικής παιδείας και των ελληνικών γραμμάτων επί τοσούτον, ώστε να τιμά και να θαυμάζη τους εις ταύτα ευδοκιμούντας· ο ίδιος όμως, ένεκα των ασχολιών του, μη κατορθώσας να εξασκή και να μάθη αυτά καθ' όσον επροθυμείτο· Διότι αν εις άλλους ανθρώπους ο Θεός, ως είπεν ο Όμηρος,

έδωκεν, εκ νεαράς ηλικίας εις γήρας, να πλέκουν ανθρωποκτόνους πολέμους,

πολύ μάλλον επέκλωσε τούτο εις τους τότε πρωτεύοντας των Ρωμαίων, οίτινες, όταν μεν ήσαν νέοι, εις την Σικελίαν επολέμουν κατά των Καρχηδονίων, εν ακμαία δ' ηλικία κατά των Γαλατών υπέρ αυτής της Ιταλίας, και εις το γήρας των εμάχοντο πάλιν κατά του Αννίβα και των Καρχηδονίων, μη έχοντες, ως οι άλλοι, διά το γήρας ανάπαυσιν εκ των εκστρατειών, αλλ' εκαλούντο εις στρατηγίας πολέμων και εις αρχηγίας, εκλεγόμενοι διά την ευγένειαν και τα προτερήματά των.

Β. Ο δε Μάρκελλος, ουδενός μεν είδους μάχης ήτον άπειρος και ανάσκητος· αλλ' υπέρ πάντα εις την μονομαχίαν διακρινόμενος, ουδεμίαν απέφυγε ποτε πρόκλησιν, και πάντας, όσοι τον προυκάλεσαν, τους εφόνευσεν. Εις δε την Σικελίαν έσωσε τον αδελφόν του Οτακίλιον κινδυνεύοντα, υπερασπίσας αυτόν και φονεύσας τους προσβαλόντας αυτόν. Διά ταύτα νέος έτι έλαβεν αμοιβάς και στεφάνους παρά των στρατηγών. Γινόμενον δ' επί μάλλον και μάλλον επίσημον, ανέδειξεν αυτόν ο δήμος αγορανόμον της επιφανεστέρας τάξεως, οι δ' ιερείς Αύγουρα· είναι δε τούτο είδος ιερωσύνης, εις ήν ιδίως έδωκεν ο νόμος να επιβλέπη και παραφυλάττη των οιωνών την μαντικήν. Ηναγκάσθη δ' όταν ηγορανόμει να εισαγάγη παρά την θέλησίν του δίκην τοιαύτην. Είχεν υιόν ομώνυμον, νεαρού κάλλους εξαισίου, περίβλεπτον δ' υπό των πολιτών διά την σωφροσύνην και την ανατροφήν του. Εις τούτον ο Καπετωλίνος, ο συνάρχων του Μαρκέλλου, ανήρ ασελγής και θρασύς, επρότεινε λόγους ατίμους. Και το μεν πρώτον τον απέκρουσε μόνον του· επειδή δ' επανήλθε πάλιν αυτός, το είπε προς τον πατέρα του. Διά τούτο αγανακτήσας ο Μάρκελλος, κατήγγειλεν εις την βουλήν τον άνθρωπον. Εκείνος δε διαφόρους εμηχανάτο αποφυγάς και αναβολάς, τους δημάρχους επικαλούμενος, οίτινες όμως δεν εδέχθησαν την επίκλησιν αυτού, δι' ό αντέταξεν άρνησιν εις την κατηγορίαν. Αλλ' επειδή ουδείς υπήρξε των λόγων μάρτυς, απεφάσισεν η βουλή να φέρη εμπρός της τον παίδα. Ως δ' ήλθε, και είδον αυτού το ερύθημα και τα δάκρυα, και την αιδώ ανεμεμιγμένην μετ' ακατασχέτου θυμού, δεν εχρειάσθησαν άλλο τεκμήριον, και καταψηφίσαντες επέβαλον πρόστιμον εις τον Καπετωλίνον. Εκ δε των χρημάτων τούτων ο Μάρκελλος αργυρά σπονδής αγγεία κατασκευάσας, τ' αφιέρωσεν εις τους Θεούς.

Γ. Ο πρώτος των Καρχηδονίων πόλεμος, επί εικοσιδύο έτη διαρκέσας, είχεν ήδη περατωθή, όταν επήλθε νέος αγών εις την Ρώμην, ο Γαλατικός. Οι Ίνσομβρες, έθνος Κελκτικόν, κάτοικοι του υπό τας Άλπεις μέρους της Ιταλίας, και καθ' εαυτούς όντες μεγάλοι, εκάλουν και δυνάμεις, και εμήνυσαν εκ των Γαλατών τους επί μισθώ εκστρατεύοντας, οίτινες ωνομάζοντο Γεσσάται. Και θαυμαστόν μεν εφαίνετο, και τύχης αγαθής πρόνοια, ότι ο Κελτικός πόλεμος δεν εξερράγη συγχρόνως μετά του Λιβυκού· αλλ' ως αν έμενον οι Γαλάται εις εφεδρείαν, και ορθώς και δικαίως ησύχαζον εν όσω εκείνοι εμάχοντο, μετά ταύτα τότε εκηρύχθησαν κατά των νικητών, και τους επροκάλεσαν όταν τους είδον μη έχοντας πλέον ασχολίαν. Εν τούτοις όμως και η χώρα ενέπνεε φόβον, διότι η γειτνίασις έφερεν όμορον και οικιακόν ούτως ειπείν τον πόλεμον, και προσέτι η παλαιά των Γαλατών υπόληψις, ούς υπέρ πάντας άλλους φαίνονται φοβούμενοι οι Ρωμαίοι, διότι και η πόλις των υπ' αυτών εκυριεύθη, και έκτοτε νόμον έθεντο να μη είναι στρατεύσιμοι οι ιερείς, εκτός πάλιν αν επέλθη Γαλατικός πόλεμος. Εδήλουν δε τον φόβον αυτών και αι ετοιμασίαι, διότι τοσαύται μυριάδες Ρωμαίων ούτε πριν ούτε μετά ταύτα λέγονται τα όπλα λαβούσαι, προσέτι δε και η κατά τας θυσίας καινοτομία, διότι ενώ ουδέν ετέλουν βαρβαρικόν ουδέ ξενικόν, αλλά διέκειντο ως προς τας περί τα θεία δοξασίας των ελληνικώς και πράως όσον ενδέχεται, τότε, όταν συνέπεσεν ο πόλεμος ούτος, ηναγκάσθησαν να υπακούσωσιν εις λόγιά τινα εκ των Σιβυλλείων, και δυο μεν Έλληνας, άνδρα και γυναίκα, δύο δε Γαλάτας ομοίως έθαψαν ζώντας εις την καλουμένην βοών αγοράν, και διά τούτους μέχρι τούδε έτι τελούσιν εν Νοεμβρίω μηνί εις τους Έλληνας και Γαλάτας απορρήτους και αθεάτους ιερουργίας.

Δ. Και οι μεν πρώτοι αγώνες και νίκας μεγάλας και σφάλματα αναδείξασαι των Ρωμαίων, εις ουδέν απέληξαν βέβαιον. Όταν δ' οι ύπατοι Φλαμίνιος και Φούριος εξεστράτευσαν μετά μεγάλων δυνάμεων κατά των Ινσόμβρων, τότε εφάνη αίμα ρέων ο ποταμός όστις βρέχει την Πικηνίδα χώραν, ευρέθη δε και ότι τρεις σελήναι εφάνησαν περί την πόλιν Αρίμινον. Οι δ' ιερείς, οίτινες κατά τας επί των εκλογών των υπάτων ψηφοφορίας παρεφύλαττον τους οιωνούς, εβεβαίουν ότι κακαί τοις εφάνησαν, και εις των ορνίθων τας προρρήσεις εναντίαι αι των υπάτων αναγορεύσεις. Ευθύς λοιπόν έπεμψεν η σύγκλητος εις το στρατόπεδον γράμματα, και εμήνυσε τοις υπάτοις να επιστρέψωσιν όσον τάχιον και να παραιτηθώσι της αρχής, και ουδέν να επιχειρήσωσι πριν ως ύπατοι κατά των εχθρών. Ταύτα δε τα γράμματα λαβών ο Φλαμίνιος, δεν τα ηνέωξε πριν ή συνάψας μάχην προς τους βαρβάρους, τους έτρεψεν εις φυγήν, και επέδραμε την χώραν αυτών. Όταν όμως επανήλθε μετά πολλών λαφύρων, δεν τον προϋπάντησεν ο δήμος, αλλά διότι προσκληθείς ευθύς δεν υπήκουσεν, ουδ' επείσθη εις τα γράμματα, αλλά περιΰβρισε και κατεφρόνησεν αυτά, παρ' ολίγον να ψηφίσωσιν άρνησιν του θριάμβου αυτού· αφ' ού δ' εθριάμβευσε, τον κατέστησαν ιδιώτην, αναγκάσαντες αυτόν να παραιτηθή της υπατείας μετά του συνάρχοντος. Ούτω παρά Ρωμαίοις εις τον Θεόν ανήγοντο πάντα τα πράγματα. Παράβλεψιν δε των μαντείων και των πατρίων εθίμων ουδ' εις τας μεγίστας επιτυχίας εδέχοντο, συντελεστικώτερον νομίζοντες προς σωτηρίαν της πόλεως το να σέβωνται τα θεία οι άρχοντες, παρά το να υπερισχύωσι των εχθρών.

Ε. Και Τιβέριος μεν ο Σεμπρώνιος, ανήρ και διά την ανδρείαν και διά την καλοκαγαθίαν του ουδενός ολιγώτερον αγαπηθείς υπό των Ρωμαίων, ανέδειξεν ο ίδιος, υπατεύων, ως διαδόχους του, τον Σκηπίωνα Νασικάν και τον Γάιον Μάρκιον. Εν ώ δ' ήσαν αυτοί ήδη εις τας επαρχίας και επί κεφαλής των στρατευμάτων, κατά τύχην ιδών αυτός ιερατικά τινα υπομνήματα, εύρεν εις αυτά πάτριόν τι έθιμον ό ηγνόει. Ήτον δε τούτο· Όταν αρχων, εις ορνιθοσκοπίαν καθεζόμενος εις οίκον όν έχει εκτός της πόλεως ή εις μεμισθωμένην σκηνήν, υπ' αιτίας τινός αναγκασθή, πριν ή δοθώσιν ασφαλή σημεία, να επανέλθη εις την πόλιν, έπρεπε ν' αφήση την προμεμισθωμένην οικίαν, και να λάβη άλλην, εξ ής να επαναλάβη απ' αρχής πάλιν την θέαν. Τούτο δεν εγνώριζε, φαίνεται, ο Τιβέριος, και δις εις τον ίδιον οίκον καθήμενος, ανέδειξε τους ειρημένους υπάτους. Ύστερον δε, γνώρισας το σφάλμα του, ανέφερεν αυτό εις την σύγκλητον. Εκείνη δε, αν και μικρά ήτον η έλλειψις, δεν την κατεφρόνησεν, αλλ' έγραψεν εις τους άνδρας, και εκείνοι, εγκαταλιπόντες τάς επαρχίας, επέστρεψαν εις την Ρώμην, και κατέθεσαν την αρχήν. Αλλά ταύτα μεν ύστερον επράχθησαν. Περί δε τους αυτούς εκείνους χρόνους, και δύο ιερείς επιφανέστατοι εστερήθησαν της ιερωσύνης των, ο Κορνήλιος Κέθηγος, διότι έδωκε τα σπλάγνα του ιερείου παρά την τάξιν, και ο Κούιντος Σουλπίκιος, διότι, εν ώ ετέλει θυσίαν, έπεσεν από της κεφαλής του ο οξύς πίλος, όν οι καλούμενοι Φλαμίνιοι φορούσιν. Ότε δ' ο Δικτάτωρ Μινούκιος κατέστησεν ίππαρχον τον Γάιον Φλαμίνιον, επειδή ηκούσθη να τρίζη ποντικός, όν καλούσι Σόρικα (415), καθαίρεσαν τούτους διά ψήφου, και κατέστησαν άλλους. Φυλάττοντες δ' ούτως εν μικροίς την ακρίβειαν, μετ' ουδεμιάς ανεμίγνυον αυτήν δεισιδαιμονίας, αλλά μόνον επέμενον ουδέν ν' αλλάττωσιν ουδέ τα παρεκβαίνωσιν εκ των πατρίων.

ΣΤ. Όταν λοιπόν παρητήθη της αρχής ο Φλαμίνιος, διά των καλουμένων μεσοβασιλέων απεδείχθη ύπατος ο Μάρκελλος. Και παραλαβών την αρχήν, εκλέγει συνάρχοντά του τον Γναίον Κορνήλιον. Ελέχθη δ' ότι πολλά μεν συμβιβαστικά επρότεινον οι Γαλάται, έκλινε δε και η βουλή προς ειρήνην, αλλ' ο Μάρκελλος ότι ετράχυνε τον δήμον προς τον πόλεμον. Αλλά και αφ' ού έγινεν ειρήνη φαίνεται ότι ανεκαίνισαν τον πόλεμον οι Γαισσάται, υπερβάντες τας Άλπεις, και τους Ινσόμβρους διεγείραντες, διότι τριάκοντα χιλιάδες αυτοί προσετέθησαν εις εκείνους όντας πολλαπλασίους, και υπερηφανευόμενοι, ώρμησαν ευθύς εις τας Ακέρρας, πόλιν επέκεινα του Πάδου κειμένην. Εκείθεν δε, μυρίους Γεσσάτας ο βασιλεύς Βριτόμαρτος (416) λαβών, ελεηλάτει την περί τον Πάδον χώραν. Ταύτα ακούσας ο Μάρκελλος, τον μεν συνάρχοντα αυτού κατέλιπε παρά τας Ακέρρας, έχοντα μεθ' εαυτού πάσαν την πεζήν και βαρείαν δύναμιν, και των ιππέων το τρίτον μέρος· αυτός δε τους λοιπούς ιππείς λαβών, και τους ελαφροτάτους των πεζών, περί τους εξακοσίους, προυχώρει, ούτε ημέραν ούτε νύκτα αναστέλλων την πορείαν του, έως ού απήντησε τους δεκακισχιλίους Γεσσάτας, περί το καλούμενον Κλαστίδιον (417), κώμην Γαλατικήν, προ ολίγου των Ρωμαίων υπήκοον γενομένην. Δεν τω επετράπη δε ν' αναπαύση τον στρατόν του και να τον αφήση ν' αναλάβη· διότι, άμα έφθασε, ταχέως ενοήθη υπό των βαρβάρων, και κατεφρονήθη, ως έχων ολίγους πεζούς μεθ' εαυτού, και επειδή περί του ιππικού ολίγον εφρόντιζον οι Κελτοί. Καθότι, άριστοι όντες ιππομάχοι, και κατά τούτο μάλιστα φαινόμενοι ότι υπερέχουσι, τότε και κατά το πλήθος ήσαν πολύ του Μαρκέλλου υπέρτεροι. Ευθύς λοιπόν ώρμησαν επ' αυτόν, ως διά να τον αρπάσωσι, μετά βίας πολλής και δεινών απειλών, και ο βασιλεύς ίππευεν εμπρός των άλλων. Ο δε Μάρκελλος, όπως μη προλάβωσι και τον περικυκλώσωσι, και εκταθώσι πέριξ του ολιγοστού του στρατού, παρέτεινε μακράν τας ίλας των ιππέων, λεπτόν εκτείνων το κέρας, έως ότου ολίγον απείχε των εχθρών. Ήδη δε, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να προσβάλη, συνέβη να τρομάξη ο ίππος του εκ των αλαλαγμών των εχθρών, και στραφείς μετά βίας να φέρη οπίσω τον Μάρκελλον. Ούτος δε, φοβηθείς μη φέρη τούτο ταραχήν εις τους Ρωμαίους εκ δεισιδαιμονίας, σύρει ταχέως τον χαλινόν προς τ' αριστερά, και περιστρέψας τον ίππον απέναντι των εχθρών, προσεκύνησε τον ήλιον, ως στραφείς δήθεν ένεκα τούτου, και ουχί κατά τύχην. Διότι τοιαύτην έχουσιν οι Ρωμαίοι συνήθειαν, να προσκυνώσι τους Θεούς περιστρεφόμενοι (418)· όταν δε συγκρούωνται μετά των εχθρών, να προσεύχωνται εις τον Φερέτριον Δία (419) υποσχόμενοι ν' αφιερώσωσιν εις αυτόν τα ωραιότερα των όπλων ά ήθελον κυριεύσει επί των εχθρών.

Ζ. Κατά την στιγμήν ταύτην ιδών αυτόν ο των Γαλατών βασιλεύς, και από των συμβόλων αυτού τεκμαιρόμενος ότι άρχων τις είναι ούτος, εκέντησε τον ίππον του πολύ προ των άλλων, και ώρμησεν εναντίον του, μετά μεγάλης φωνής αλαλάζων προκλητικώς, και το δόρυ του σείων, ανήρ κατά το μέγεθος του σώματος εξέχων όλων των Γαλατών, και διαλάμπων εν πανοπλία, ήτις έστιλβεν ως αστραπή υπό χρυσού και αργύρου και βαφών και ποικιλμάτων παντοίων. Επειδή δ' όταν περιέφερε τα βλέμματά του εις την εχθρικήν φάλαγγα ο Μάρκελλος, ταύτα τω εφάνησαν ως τα κάλλιστα των όπλων, και υπέλαβεν ότι ταύτα εισίν εκείνα ά ηυχήθη να προσφέρη εις τον Θεόν, ώρμησε κατά του ανδρός, και διά του δόρατος διαπεράσας αυτού τον θώρακα, και διά της ορμής του ίππου του την προσβολήν επιτείνας, τον ανέτρεψε ζώντα, και επιφέρων δευτέραν και τρίτην πληγήν, τον εφόνευσε. Πηδήσας δ' από του ίππου του, και διά των χειρών του εγγίσας τα όπλα του νεκρού, είπε προς τον ουρανόν· «Ω μεγάλα στρατηγών και ηγεμόνων έργα και πράξεις επιβλέπων εν πολέμοις Φερέτριε Ζευ, σ' επικαλούμαι ως μάρτυρα ότι τρίτος εγώ άρχων των Ρωμαίων άρχοντα, και στρατηγός βασιλέα, τον άνδρα τούτον ιδιοχείρως κατατροπώσας και κτείνας, αφιερώ εις σε τα πρώτα και κάλλιστα των λαφύρων. Συ δε δος εις ημάς ομοίαν τύχην, ότε και εις τα λοιπά του πολέμου τρεπώμεθα.» Μετά ταύτα δ' εφώρμησαν οι Ρωμαίοι ιππείς ουχί προς τους ιππείς κεχωρισμένους, αλλά και προς τους πεζούς μαχόμενοι, οίτινες ομού αντετάττοντο. Και νικώσι νίκην κατά τρόπον αξιόλογον και παράδοξον· διότι ούτε πρότερον ούτε ύστερον ποτε λέγονται τοσούτοι ιππείς, τοσούτους ιππείς ομού και πεζούς νικήσαντες. Φονεύσας δε τους πλείστους, και όπλα και χρήματα κυριεύσας, επανήλθε προς τον συνάρχοντά του, εναγωνίως πολεμούντα κατά των Κελτών περί πόλιν μίαν των μεγίστων και πολυανθρωποτάτων εκ των Γαλατικών. Καλείται δε Μεδιόλανον, και έχουσι μητρόπολιν αυτήν οι κατά τούτο το μέρος Κελτοί, όθεν ζωηρότατα μαχόμενοι υπέρ αυτής, αντεπολιόρκουν τον Κορνήλιον. Ως όμως επήλθεν ο Μάρκελλος, ακούσαντες οι Γεσσάται την ήτταν και τον θάνατον του βασιλέως των, απήλθον, και το μεν Μεδιόλανον κυριεύεται, τας δ' άλλας πόλεις παρέδοσαν οι Κελτοί, πάντα τα καθ' εαυτούς αφέντες εις την διάκρισιν των Ρωμαίων. Και εις αυτούς μεν εδόθη ειρήνη επί συμφωνίαις μετρίαις.

Η. Εψήφισε δ' η σύγκλητος υπέρ μόνου του Μαρκέλλου θρίαμβον, και εισήλασεν ούτος κατά μεν την άλλην λαμπρότητα και τον πλούτον και τα λάφυρα και τα εξαίσια των αιχμαλώτων σώματα, θαυμαστός ως ολίγοι άλλοι εφάνησαν. Ευαρεστότατον δε πάντων και νεώτατον θέαμα επεδείκνυεν αυτός εαυτόν, φέροντα εις τον θεόν του βαρβάρου την πανοπλίαν. Κόψας ωραίας δρυός όρθιον και μέγαν κορμόν, και διασκευάσας αυτόν ως τρόπαιον, έδεσε και εκρέμασεν εις αυτόν τα λάφυρα, ευκόσμως διαβείς και περιαρμόσας έκαστον. Ως δε προυχώρει η πομπή, λαβών αυτόν εις τας χείρας του, ανέβη εις το τέθριππον, και επόμπευεν ούτω διά της πόλεως, ως τροπαιοφόρον άγαλμα της ιδίας αυτού νίκης κάλλιστον και αξιοπρεπέστατον. Ο δε στρατός είπετο δι' ωραιοτάτων όπλων κεκοσμημένος, και ψάλλων και αλλά επίτηδες ποιηθέντα μέλη, και παιάνας επινικίους εις τον Θεόν και τον στρατηγόν. Ούτω δε προβάς και φθάσας εις τον ναόν του Φερετρίου Διός, έστησε και καθιέρωσε το τρόπαιον, τρίτος και τελευταίος μέχρι των καθ' ημάς καιρών. Διότι πρώτος αφιέρωσεν όπλα φονευθέντος εχθρού ο Ρωμύλος, απ' Άκρωνος του Καινινήτου, δεύτερος δ' ο Κόσσος Κορνήλιος, από Τολουμνίου του Τυρρηνού· μετά δε τούτους ο Μάρκελλος από Βριτομάρτου, του βασιλέως των Γαλατών· μετά δε Μάρκελλον ουδέ είς (420). Καλείται δ' ο μεν Θεός εις όν γίνεται η πομπή Φερέτριος Ζευς, ως μέν τινες λέγουσιν από του εις φέρετρον περιαγομένου τροπαίου, κατά την Ελληνικήν γλώσσαν, ήτις τότε ήτον πολύ έτι συναναμεμιγμένη μετά της Λατινικής. Ως δ' άλλοι φρονούσιν, είναι αύτη επωνυμία του κεραυνοβολούντος Διός, διότι Φερίρε (421) καλούσι το κτυπάν οι Ρωμαίοι. Άλλοι δε λέγουσιν ότι το όνομα έγινεν εκ της πληγής του πολέμου· διότι τώρα εις τας μάχας, όταν διώκωσι τους εχθρούς, φωνάζουσι προς αλλήλους συνεχώς το Φέρι, τουτέστι κτύπα. Τα δ' όπλα των φονευθέντων εχθρών κοινώς μεν Σπόλια, ιδίως δε ταύτα Οπίμια καλούσιν· αν και εν τοις υπομνήμασι λέγεται ότι ο Νουμάς Πομπίλιος και πρώτων Οπιμίων και δευτέρων και τρίτων μνημονεύει, λέγων, τα μεν πρώτα όσα κυριευθώσι ν' αφιερώνται εις τον Φερέτριον Δία, τα δε δεύτερα εις τον Άρην, και τα τρίτα εις τον Κυρίνον· και να λαμβάνη ως αμοιβήν ασσάρια (422) τριακόσια ο πρώτος, ο δε δεύτερος διακόσια, και ο τρίτος εκατόν. Επικρατεί όμως μάλλον ο λόγος ότι εκείνα μόνα εισίν οπίμια, όσα λαμβάνει εις μάχην εκ παρατάξεως και πρώτα στρατηγός στρατηγόν φονεύσας. Αλλά περί τούτων τοσαύτα. Οι δε Ρωμαίοι διά την νίκην και του πολέμου την παύσιν ούτως ηυχαριστήθησαν, ώστε και εις τον Πύθιον Απόλλωνα εις τους Δελφούς έπεμψαν χαριστήριον κρατήρα χρυσούν από λιτρών . . (423), και εκ των λαφύρων λαμπρώς μετέδωκαν εις τας συμμαχίδας πόλεις, και προς τον Ιέρωνα πολλά έπεμψαν, των Συρακουσών βασιλέα, φίλον όντα και σύμμαχον.

Θ. Όταν ο Αννίβας εισέβαλεν εις την Ιταλίαν, επέμφθη ο Μάρκελλος εις Σικελίαν, στόλον άγων. Και αφ' ού έγινεν η κατά τας Κάννας ήττα (424), και των Ρωμαίων ουκ ολίγαι χιλιάδες εφονεύθησαν εις την μάχην, ολίγοι δε σωθέντες εις το Κανύσιον κατέφυγον, και περιεμένετο ότι ο Αννίβας θέλει ορμήσει ευθύς κατά της Ρώμης, καταστρέψας το άριστον μέρος της δυνάμεως των Ρωμαίων· πρώτον μεν έστειλεν ο Μάρκελλος εκ των πλοίων φυλακήν εις την πόλιν, άνδρας χιλίους πεντακοσίους· έπειτα, λαβών ψήφισμα της βουλής, ήλθεν εις Κανύσιον, και τους εκεί συνειλεγμένους παραλαβών, τους εξήγαγε των φρουρίων, ως μη έχων σκοπόν να εγκαταλείψη την χώραν εις των εχθρών την διάκρισιν. Παρά δε τοις Ρωμαίοις οι πρώτιστοι αρχηγοί και οι δυνατώτεροι άνδρες είχον αποθάνει εις τας μάχας. Τον Φάβιον δε Μάξιμον, τον έχοντα την μεγίστην υπόληψιν πίστεως και συνέσεως, κατηγόρουν ένεκα της πολλής ακριβείας των σκέψεών του όπως μη πάθη τι ο στρατός, ως αργόν εις τας πράξεις του και ως άτολμον. Και νομίζοντες ότι ο στρατηγός ούτος ήρκει μεν διά την ασφάλειαν, ουχί δε και διά την άμυναν, κατέφευγον εις τον Μάρκελλον, και το θαρραλέον αυτού και δραστήριον συγκιρνώντες και συναρμόττοντες μετά της περισκέψεως και της προνοίας εκείνου, ότε μεν τους εχειροτόνουν ομού υπάτους, ότε δ' εν μέρει τον ένα ύπατον και τον άλλον ανθύπατον, και ούτω τους έστελλον. Ο δε Ποσειδώνιος (425) λέγει ότι ο μεν Φάβιος ωνομάζετο ασπίς, ο δε Μάρκελος ξίφος. Αυτός δ' ο Αννίβας έλεγεν ότι τον μεν Φάβιον εφοβείτο ως παιδαγωγόν, τον δε Μάρκελλον ως ανταγωνιστήν διότι ο μεν τον εμπόδιζε να πράξη τι κακόν, ο δ' έπραττε κατ' αυτού.

I. Και πρώτον μεν, επειδή εκ της νίκης του Αννίβου πολλήν οι στρατιώται του συνέλαβον αφοβίαν και θρασύτητα, επιτιθέμενος ο Μάρκελλος κατά των σκορπιζομένων εκ του στρατοπέδου, και επιδραμόντων την χώραν, τους κατέκοπτε, και εξησθένει ούτω του εχθρού τας δυνάμεις. Έπειτα δε, προς την Νέαν πόλιν (426) και την Νώλαν κινηθείς, των μεν Νεαπολιτών ενίσχυσε την προς τους Ρωμαίους προσήλωσιν, εις δε την Νώλαν εισελθών, εύρεν αυτήν στασιάζουσαν, διότι η βουλή δεν εδύνατο να διαχειρισθή και να ρυθμίση τον δήμον Αννιβίζοντα. Εις την πόλιν εκείνην υπήρχεν ανήρ πρωτεύων, και κατ' ανδρείαν επιφανής, ονομαζόμενος Βάνδιος. Ούτος εν Κάνναις ενδόξως αγωνισθείς, και πολλούς Καρχηδονίους φονεύσας, ευρέθη τέλος μεταξύ των νεκρών, βελών πλήρης. Τούτον θαυμάσας ο Αννίβας, ου μόνον τον αφήκεν άνευ λύτρων, αλλά και δώρα προσέθηκε, και φίλον τον εδέχθη και ξένον. Αποδίδων λοιπόν ταύτην την χάριν ο Βάνδιος, εγένετο προθύμως είς των αννιβιζόντων, και ισχύων, εκίνει τον δήμον εις αποστασίαν. Ο δε Μάρκελλος, να φονεύση μεν άνθρωπον ούτω λαμπρόν την τύχην, και κοινωνήσαντα των μεγίστων αγώνων των Ρωμαίων, δεν το ενόμισεν όσιον. Ων δε φύσει φιλάνθρωπος, είχε προσέτι και της πειθούς το προτέρημα, ώστε διά της ομιλίας του να κερδίζη υπέρ εαυτού τους έχοντας ήθος φιλότιμον. Ότε λοιπόν τον εχαιρέτισέ ποτε ο Βάνδιος, ηρώτησεν αυτόν τι άνθρωπος είναι, γνωρίζων μεν αυτόν προ πολλού, αλλ' αρχήν και πρόφασιν γνωριμίας τούτο ζητών Διότι άμα εκείνος είπε, Λεύκιος Βάνδιος, ως χαρείς και θαυμάσας ο Μάρκελλος, «Εκείνος λοιπόν, είπεν, είσαι συ ο Βάνδιος, περί ού τοσαύτα διηγούνται εν Ρώμη οι εις τας Κάννας αγωνισθέντες, ότι δεν εγκατέλιπες τον στρατηγόν Παύλον Αιμίλιον, αλλ' ότι εις τα πλείστα των βελών όσα κατ' αυτού ερρίπτοντο αντετάχθης, και εδέχθης αυτά εις το σώμα σου; Όταν δ' ο Βάνδιος τω είπεν ότι εκείνος είναι, και τω έδειξε μίαν εκ των πληγών του, «Και λοιπόν, τω είπε, τοιαύτα φέρων γνωρίσματα της προς ημάς φιλίας, δεν ήρχεσο αμέσως; ή σοι φαινόμεθα κακοί εις το ν' αμείβωμεν αρετήν φίλων, όταν τιμώμεν αυτήν και παρά τοις εχθροίς;» Τοιαύτα φιλόφρονα και κολακευτικά ειπών εις αυτόν, τω εχάρισεν ίππον πολεμιστήν, και πεντακοσίας δραχμάς αργυρίου.

ΙΑ. Έκτοτε έγινεν ο Βάνδιος ασφαλέστερος του Μαρκέλλου συμπράκτωρ και σύμμαχος, και δεινότατος μηνυτής και κατήγορος των τα εναντία φρονούντων. Ήσαν δε πολλοί, και διενοούντο, όταν οι Ρωμαίοι εξήρχοντο κατά των εχθρών, να διαρπάσωσιν αυτοί τας αποσκευάς. Δι' ό, παρατάξας ο Μάρκελλος την δύναμιν εντός περί τας πύλας, έστησε μετ' αυτής και τα σκευοφόρα, και εις τους Νωλαίους διά κήρυκος απηγόρευσε να πλησιάσωσιν εις τα τείχη. Ήτον λοιπόν όπλων ερημία επί των τειχών, και είλκυσε τον Αννίβαν να πλησιάση ατακτότερον, νομίζων ότι οι εν τη πόλει είχον ταραχάς. Τότε διατάξας ο Μάρκελλος ν' ανοίξωσι την πύλην εις ήν αυτός ίστατο, εξώρμησεν έχων μεθ' εαυτού των ιπποτών τους λαμπροτάτους, και ριφθείς κατά μέτωπον, συνεπλάκη μετά των εχθρών. Κατ' ολίγον δ' οι πεζοί δι' ετέρας πύλης προυχώρουν τρέχοντες και βοώντες, και εν ώ ο Αννίβας εχώριζε και κατ' αυτών την δύναμίν του, ηνεώχθη η τρίτη των πυλών, και δι' αυτής δράμοντες εξήρχοντο οι λοιποί, και επέπιπτον πανταχόθεν κατά των εχθρών, οίτινες, εκπεπληγμένοι διά το απροσδόκητον, κακώς ανθίσταντο ήδη και προς τους πρώτους συμπλακέντας, εξ αιτίας των έπειτα επελθόντων. Ενταύθα κατά πρώτον ο στρατός του Αννίβου ενέδωκεν εις τους Ρωμαίους, μετά φόνου πολλού και τραυμάτων προς το στρατόπεδον απωθούμενος. Διότι λέγονται ότι απέθανον υπέρ τους πενταχισχιλίους, ότι δ' εφόνευσαν ουχί περισσοτέρους των πεντακοσίων. Ο Λίβιος όμως δεν βεβαιοί ότι τοσούτον μεγάλη έγινεν αύτη η ήττα, ουδ' ότι τοσούτοι έπεσαν νεκροί των εχθρών, αλλ' ότι μεγάλην έλαβε δόξαν ο Μάρκελλος από της μάχης εκείνης, και θαυμαστόν θάρρος ότι έδειξαν οι Ρωμαίοι μετά τα προγενέστερα αυτών κακά, εννοήσαντες ότι ηγωνίζοντο προς εχθρόν ουχί ακαταμάχητον ουδ' αήττητον, αλλά δυνάμενον και αυτόν να πάθη.

ΙΒ. Διά τούτο, ως απέθανεν ο είς των υπάτων, ο δήμος εκάλει εις την διαδοχήν τον Μάρκελλον απόντα, και διά της βίας ανέβαλε την αποκατάστασιν των αρχόντων, έως ότου ήλθεν εκείνος από του στρατοπέδου. Και ανεδείχθη μεν ύπατος δι' όλων των ψήφων. Επειδή όμως εβρόντησεν ο Θεός, και οι ιερείς δεν εθεώρησαν αίσιον το σημείον, εδίσταζον όμως να τον εμποδίσωσι φανερώς, και εφοβούντο τον δήμον, παρητήθη αυτός της αρχής, αλλά δεν απέφυγεν ουχ ήττον την στρατηγίαν, και αναγορευθείς ανθύπατος, και πάλιν εις το στρατόπεδον της Νώλας επανελθών, εκακοποίει τους προστεθέντες εις την φατρίαν του Φοίνικος. Όταν δ' εκείνος ήλθε δράμων εις βοήθειαν αυτών, και τον επροκάλει, ο Mάρκελλος δεν ηθέλησε να διαγωνισθή εκ παρατάξεως προς αυτόν^ αλλ' όταν ο Αννίβας έτρεψε το πλείστον του στρατού εις αρπαγήν, και δεν περιέμενε μάχην, τότε εκινήθη κατ' αυτού, δους εις τους πεζούς μεγάλα δόρατα των ναυμάχων, και διδάξας αυτούς να κτυπώσι δι' αυτών μοκρόθεν τους Καρχηδονίους, οίτινες δεν ήσαν ακοντισταί, αλλά μετεχειρίζοντο βραχέα και αγχέμαχα όπλα. Όθεν και φαίνεται ότι όσοι τότε συνεκρούσθησαν μετά των Ρωμαίων, έδειξαν εις αυτούς τα νώτα, και έφυγον φυγήν απροφάσιστον, απολέσαντες εξ εαυτών νεκρούς μεν πεντακισχιλίους, ελέφαντας δε τέσσαρας μεν φονευθέντας, δύο δε ζωντανούς αιχμαλωτισθέντας. Το δε μέγιστον, την τρίτην ημέραν μετά την μάχην, ιππείς φυγάδες εξ Ιβήρων και Νομάδων αυτομολούσιν υπέρ τους χίλιους τριακοσίους (427) εν ώ ποτέ πριν ο Αννίβας δεν έπαθε τοιούτον τι, αλλ' επί πλείστον χρόνον είχε διαφυλάξει εις μίαν γνώμην στράτευμα βαρβαρικόν εκ ποικίλων και πολυτρόπων εθνών συνηρμοσμένον. Και αυτοί μεν πιστοί παρέμειναν δι' όλου του καιρού και εις αυτόν τον Μάρκελλον και εις τους μετ' αυτόν στρατηγούς.

ΙΓ. Ο δε Μάρκελλος, ύπατος το τρίτον αναδειχθείς, έπλευσεν εις την Σικελίαν διότι υπό των περί τον πόλεμον επιτυχιών του Αννίβου επαρθέντες οι Καρχηδόνιοι, επεχείρησαν την άλωσιν της νήσου, εν ώ ήσαν μεγάλως τεταραγμένα τα πράγματα των Συρακουσών, μετά τον θάνατον του τυράννου Ιερωνύμου· διά τούτο υπήρχεν εκεί δύναμις των Ρωμαίων προαπεσταλμένη, και στρατηγός ο Άππιος. Εν ώ δε παρελάμβανε ταύτην ο Μάρκελλος, πολλοί Ρωμαίοι ελθόντες προσέπεσαν εις αυτόν, διότι τοιαύτη τοις είχε συμβή συμφορά· Εκ των περί τας Κάννας αντιταχθέντων εις τον Αννίβαν, άλλοι μεν έφυγον, άλλοι δε ζώντες ηχμαλωτίσθησαν, τόσοι το πλήθος, ώστε εφαίνετο εις τους Ρωμαίους ότι ουδ' έμενόν τινες να φυλάξωσι τα τείχη. Διετήρησαν όμως τοσαύτην μεγαλοψυχίαν και φρονήματος ύψος ώστε τους μεν αιχμαλώτους δεν έλαβον, ει και επώλει διά μικρά λύτρα αυτούς ο Αννίβας, αλλ' εψήφισαν αρνητικώς, και αφήκαν άλλοι μεν να φονευθώσιν, άλλοι δε να πωληθώσιν εκτός της Ιταλίας· το δε πλήθος των σωθέντων διά φυγής έστειλαν εις Σικελίαν, διατάξαντες να μη επιστρέψωσιν εις την Ιταλίαν, εν όσω η Ρώμη πολεμεί κατά του Αννίβου. Ούτοι, προσπεσόντες αθρόοι εις τον Μάρκελλον άμα έφθασε, και γονυπετείς ριφθέντες, εζήτουν μετά πολλής βοής και δακρύων να καταταχθώσιν εντίμως εις τον στρατόν, υποσχόμενοι να δείξωσι διά των έργων ότι κατ' ατυχίαν τινά μάλλον παρά δι' ανανδρίαν αυτών συνέβη η ήττα εκείνη. Οικτείρας λοιπόν αυτούς ο Μάρκελλος, έγραψεν εις την σύγκλητον ζητήσας εξ αυτών να συμπληροί πάντοτε του στρατού το ελλείπον. Αφ' ού δε πολλοί έγινον λόγοι, απόφασιν εξέδωκεν η βουλή, ότι οι Ρωμαίοι δεν έχουσι διά τα δημόσια πράγματα ανάγκην ανθρώπων ανάνδρων ανίσως δ' ο Μάρκελλος θέλη να μεταχειρισθή αυτούς, ότι ουδείς άρχων θέλει τοις απονείμη τινά των στεφάνων ή των δωρεών όσαι δίδονται δι' ανδρείαν. Το ψήφισμα τούτο ελύπησε τον Μάρκελλον, και επιστρέψας μετά τον εν Σικελία πόλεμον, εμέμφθη την βουλήν ότι αντί πολλών και μεγάλων έργων αυτού δεν τω παρεχώρησε να επανορθώση την δυστυχίαν τοσούτων πολιτών.

ΙΔ. Τότε δ' εις την Σικελίαν πρώτον μεν εκδικούμενος κατά του στρατηγού των Συρακουσίων Ιπποκράτους, όστις, χαριζόμενος εις τους Καρχηδονίους, και την τυραννίδα θέλων να κατακτήση, πολλούς Ρωμαίους εφόνευσε πλησίον των Λεοντίνων, εκυρίευσε κατά κράτος την πόλιν των Λεοντίνων, και τους μεν Λεοντίνους δεν ηδίκησεν, όσους όμως αυτομόλους συνέλαβε, τους εμαστίγωσε και τους εθανάτωσεν. Ο δ' Ιπποκράτης πρώτον μεν έπεμψεν εμπρός λόγον εις τας Συρακούσας, ότι ο Μάρκελλος σφάζει ηβηδόν τους Λεοντίνους, έπειτα δε, ενώ ήσαν εκ τούτου τεταραγμένοι οι Συρακούσιοι, επιπεσών κατέλαβε την πόλιν. Τότε ο Μάρκελλος, κινηθείς μετά παντός του στρατού, προυχώρει προς τας Συρακούσας, και στρατοπεδεύσας πλησίον, έπεμψεν εις την πόλιν πρέσβεις να τοις ειπώσι τα περί των Λεοντίνων. Επειδή όμως τούτο εις ουδέν ωφελεί, και δεν επείθοντο οι Συρακούσιοι, διότι επεκράτουν οι περί τον Ιπποκράτην, προσέβαλε την πόλιν κατά γην συγχρόνως και κατά θάλασσαν και το μεν πεζικόν ωδήγει ο Άππιος· ο ίδιος δ' είχεν εξήκοντα πεντήρεις (428) πλήρεις παντοίων όπλων και βελών. Επί μεγάλου δε ζεύγματος οκτώ πλοίων μετ' αλλήλων συνδεδεμένων υψώσας μηχανήν, επέπλει κατά του τείχους, εις το πλήθος και εις την λαμπρότητα των ετοιμασιών του και εις την περιστοιχίζουσαν αυτόν δόξαν πεποιθώς. Αλλ' η μηχανή αύτη ην ουδέν προς τον Αρχιμήδην και προς τ' Αρχιμήδεια μηχανήματα, εξ ών ουδέν εθεώρει ο ανήρ ούτος ως έργον εμβριθούς σπουδής άξιον· αλλά τα πλείστα παρήχθησαν ως πάρεργα παιζούσης γεωμετρίας· Και πρώτον εφιλοτιμήθη ο βασιλεύς Ιέρων και έπεισε τον Αρχιμήδην να τρέψη μέρος της τέχνης του από των νοητών εις τα σωματικά, και τον λόγον τρόπον τινά δι' αισθήσεως αναμίξας εις τας ανάγκας, να καταστήση αυτόν νοητότερον εις τους κοινούς των ανθρώπων· Διότι την αγαπωμένην ταύτην και περιβόητον οργανικήν ήρχισαν μεν ν' ασκώσιν οι περί τον Εύδοξον και Αρχύταν, ποικίλλοντες διά του ευαρέστου την γεωμετρίαν, και δι' αισθητών και οργανικών παραδειγμάτων στηρίζοντες προβλήματα στερούμενα λογικής και πραγματικής αποδείξεως. Καθώς το περί των δύο μέσων αναλόγων πρόβλημα, στοιχείον αναγκαίον όν διά πολλάς των διαγραφών, έλυσαν αμφότεροι δι' οργανικών κατασκευών, γραμμάς τινας συναρμολογούντες μεσογράφους εκ καμπύλων και εκ τμημάτων (429). Επειδή δ' ο Πλάτων ηγανάκτησε και διισχυρίζετο προς αυτούς ότι κατέστρεφαν και διέφθειρον το αγαθόν της Γεωμετρίας, από των ασωμάτων και νοητών αποδιδρασκούσης προς τα αισθητά, και μεταχειρισμένης πάλιν σώμα πολλής και φορτικής βαναυσουργίας έχον ανάγκην, εχωρίσθη τότε και διεκρίθη της γεωμετρίας η μηχανική, και περιφρονουμένη επί πολύν καιρόν υπό της φιλοσοφίας, έγινε μία των στρατιωτικών τεχνών. Ο Αρχιμήδης, συγγενής ων και φίλος του βασιλέως Ιέρωνος, έγραψεν ότι, δοθείσης δυνάμεως, δύναταί τις να κινήση παν δοθέν βάρος· και εις την δύναμιν της αποδείξεως του πεποιθώς, εκόμπασεν, ως λέγουσι, ποτέ επί το νεανικώτερον, ότι αν είχε γην, θα εκίνει ταύτην, μεταβάς εις εκείνην (430). Επειδή δ' εθαύμασεν ο Ιέρων, και τον παρεκάλεσε να εφαρμόση εμπράκτως το πρόβλημα, και να δείξη τι των μεγάλων κινούμενον υπό μικράς δυνάμεως, πορισθείς ολκάδα τινά των βασιλικών, ήτις διά μεγάλου κόπου και πολλών χειρών είχε νεωλκηθή, και εμβαλών πολλούς ανθρώπους και το σύνηθες φορτίον, αυτός μακρόθεν καθήμενος, χωρίς αγώνος, αλλά δι' ηρέμου χειρός σείων αρχήν τινα μηχανήματος πολυσπάστου (431), έφερε την ολκάδα ομαλώς και απροσκόπτως, ως διά θαλάσσης τρέχουσαν. Εκπλαγείς λοιπόν ο βασιλεύς, και εννοήσας της τέχνης την δύναμιν, έπεισε τον Αρχιμήδην να τω κατασκευάση μηχανήματα διά παν είδος πολιορκίας, είτε αμυντικής, είτε επιθετικής. Και αυτός μεν δεν μετεχειρίσθη αυτά, διότι έζησε το πλείστον του βίου του απολέμως και πανηγυρικώς· τότε δ' υπήρχε παρά τοις Συρακουσίοις εν δέοντι η παρασκευή, και μετά της παρασκευής και ο παρασκευάσας.

Notes in this chapter

Note 1 · Ο ιστορικός, Ίδ. Λυκ. Α.↩Note 2 · Ο στρατηγός των Λακεδαιμονίων, όστις επί Πελοποννησ. πολέμου εστάλη εις Συρακούσας και κατέστρεψε τους Αθηναίους.↩Note 3 · Τιμολ. §. ΙΑ.↩Note 4 · Επαινετός μάλιστα διά τούτο είναι ο Τιμολέων. Δεν τον κατέβαλε της τύχης καταφορά· αλλ' εβαρυθύμει δι' ό,τι περιείχε στυγερόν και ανόσιον η Note 5 · Σύβαρις, πόλις της Ιταλίας, διαβόητος διά την τρυφηλότητά της.↩Note 6 · Στρατηγός Αθηναίος, νέους εισαγαγών κανόνας εις την τακτικήν.↩Note 7 · Στρατηγός των Λακεδαιμονίων, ο φονευθείς εις την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν.↩Note 8 · Ο Στρατηγός του Αλεξάνδρου.↩Note 9 · Τιμόθεος, υιός του Κόνωνος, και Χάρης, στρατηγοί των Αθηναίων.↩Note 10 · Ευριπ. Ικέτ. 864.↩Note 11 · Νικομήδην λέγει τούτο εν Αποφθέγμασι.↩Note 12 · Πολιτικήν μερίδα.↩Note 13 · Λεοντιάδας, γράφει ο Ξενοφών.↩Note 14 · Ακρόπολιν των Θηβών.↩Note 15 · Επί Θρασυβούλου, μετά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον, κατά των τριάκοντα τυράννων.↩Note 16 · Μία των ανωτάτων αξιών εν Θήβαις.↩Note 17 · Η προ της Ελευσίνος πεδιάς, όθεν διέρχεται η οδός προς τας Θήβας.↩Note 18 · Μέλλων, κατά Ξενοφώντα.↩Note 19 · Στάλικας, λέγει το κείμενον, ό οι σχολιασταί εξηγούσιν ως πασσάλους εφ' ών στηρίζουσι τα θηρευτικά δίκτυα. Ίσως δε γενικώς τους θηρευτικούς Note 20 · Ανώτατον ιερατικόν αξίωμα.↩Note 21 · Οι αρχαίοι δεν εκάθηντο, αλλ' ήταν κατακεκλιμένοι εις τας τραπέζας. ↩Note 22 · Ότε επεκράτει το δημοκρατικόν πολίτευμα εν Θήβαις, οι ανώτατοι άρχοντες της πολιτείας ήσαν τρεις, καλούμενοι Βοιωτάρχαι. ↩Note 23 · Ούτως ωνομάζοντο οι υπό των Σπαρτιατών εις ξένας πόλεις πεμπόμενοι διοικηταί.↩Note 24 · Τα των Βοιωτών φρονούντων.↩Note 25 · Πλαταιαί η νυν Κόκλα. Θεσπιαί, το Ερημόκαστρον. ↩Note 26 · Τανάγρα, το Κακοσάλεσι, άντικρυ της Ευβοίας, μεταξύ Αττικής και Βοιωτίας.↩Note 27 · Όπου σήμερον το χωρίον και μοναστήριον της Σκριπούς. ↩Note 28 · Διαίρεσις του σπαρτιακού στρατού.↩Note 29 · Πλησιάζουσαν εις την Ορχομενίαν, προς τα βορειανατολικά. ↩Note 30 · Την Κωπαΐδα λίμνην, εις ήν εκρέει ο Μέλας, ενούμενος μετά του Κηφισού.↩Note 31 · Το υπέρ τον Ορχομενόν όρος. ↩Note 32 · Ο Πλούταρχος, καίτοι ιερεύς του Απόλλωνος φαίνεται όμως εφεκτικός.↩Note 33 · Ίδ. Κάμιλλ. § . . .↩Note 34 · Ο γνωστός Αρκάς ιστορικός, υιός του Λυκόρτα. Ο αριθμός των αποτελούντων την μόραν φαίνεται ότι δεν ήτον προσδιωρισμένος.↩Note 35 · Ίδ. Λυκούργ. §ΣΤ.↩Note 36 · Δηλαδή των συνδεδεμένων διά στενωτάτων δεσμών φιλίας. ↩Note 37 · Φυλάς και φρατρίας, υποδιαίρεσιν των φυλών, γένη. ↩Note 38 · Ιλιάδ. Β. 363.↩Note 39 · Εν Βοιωτία και Φωκίδι ελατρεύετο ιδίως ο έρως, και ετελούντο τα ερώτια. Ο έρως ούτος ην η θερμή φιλία των νέων προς τους άνδρας παρ' ών εδιδNote 40 · Ο Λάιος, πατήρ του Οιδίπου, ήρπασε τον Χρύσιππον υιόν του Πέλοπος.↩Note 41 · Την Αρμονίαν.↩Note 42 · Λεύκτρα, χωρίον εις την Βοιωτίαν, ου μακράν των Πλαταιών. ↩Note 43 · Περί Μενοικέως ίδ. Ευριπ. Φοινίσσας. Περί Μακαρίας ίδ. Ευριπ. Ηρακλείδ. Τα περί Φερεκύδου αλλαχόθεν άγνωστα.↩Note 44 · Ίδ. Θεμιστοκλ. §. ΙΓ ↩Note 45 · Ο λιμήν της Βοιωτίας, άντικρυ της Χαλκίδος, όθεν εξέπλευσαν οι Έλληνες κατά της Τρωάδος. Ίδε βίον Αγησιλ.↩Note 46 · Παραστάται (Ζευγίται εις το κείμενον) λέγονται οι πλησίον αλλήλων ιστάμενοι στρατιώται· επιστάται δ' οπίσω αλλήλων.↩Note 47 · Αρχάς δεκεμβρίου.↩Note 48 · Το Καλαμάκι εις τον Ισθμόν της Κορίνθου.↩Note 49 · Πόλις της Θεσσαλίας.↩Note 50 · Τον πατέρα του μεγάλου Αλεξάνδρου.↩Note 51 · Δηλαδή αγαθήν Τύχην.↩Note 52 · Ίδ. και Αλκιβ. Δ.↩Note 53 · Τούτο σημαίνει ασπιδοφόρος. Ελέγετο δ' ούτω χλευαστικώς διά τον μακρόν και δασύν πώγωνά του, όστις εκάλυπτε το στήθος του ως ασπίς. (ΑριστοφNote 54 · Των Θεσσαλών Αχαιών.↩Note 55 · Η έκλειψις συνέβη κατά το έτος 364 ή 365 π. Χ.↩Note 56 · Ιστορικός. Ίδ. Τιμολ. ΙΕ.↩Note 57 · Εκ του Mars, του Άρεως.↩Note 58 · Ιστορικός, Ίδ. Φάβ. Μάξ. ΙΘ.↩Note 59 · Sorex Soricem, εκ του αιολικού Ύραξ, ο μυς.↩Note 60 · Άλλοι γράφουσι Βιρδόμαρος· ούτω και οι πλείστοι των Ρωμαίων συγγραφέων Virdomares ή Viridomares. Το δε Βριτόμαρτος είναι εξελληνισμός κατά τNote 61 · Μεταξύ Μεδιολάνου και Πλακεντίας. ↩Note 62 · Ίδ. Β. Νουμά.↩Note 63 · Ίδ. Ρωμύλ.↩Note 64 · Ίδ. Ρωμύλ.↩Note 65 · Ferire.↩Note 66 · Ασσάριον ή Ας, ίσον αιγινητικώ οβολώ ή 1 2[3 του αττικού οβολού. ↩Note 67 · Ελλείπει ο αριθμός. ↩Note 68 · Ιδέ Παύλ. Αιμύλ.↩Note 69 · Ίδ. §. Α.↩Note 70 · Την Νεάπολιν, Νώλα, πόλις της αυτής επαρχίας. ↩Note 71 · Τριακοσίους λέγει το κείμενον. Αλλ' ο Κοραής προσέθηκεν την λέξιν χιλίους κατά Liv. ΧΧΙΙΙΙ, 46.↩Note 72 · Πλοία έχοντα πέντε σειράς κωπίων.↩Note 73 · Το χωρίον τούτο εις το κείμενον έχει πολλά τα αμφιβαλλόμενα. ↩Note 74 · Ειπών «Δος μοι πα στω, και ταν γαν κινήσω».↩Note 75 · Πολύσπαστος μηχανή είναι η έχουσα πολλούς κοχλίας (μακαράδες).↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings