← Table of contents
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3

Front matter (continued 2)

Alexandros Rizos Rankaves translation

ΙΓ. Αλλ' οι περί τον Σικίννιον Βρούτον δημαγωγοί ανθίσταντο, βοώντες ότι το σκληρότατον των έργων ωνόμασαν διά του πραοτάτου ονόματος, αποικίαν, και ωθούσιν ανθρώπους πτωχούς ως εις βάραθρον, στέλνοντες αυτούς εις πόλιν αέρος νοσερού και νεκρών ατάφων γέμουσαν, να συγκατοικήσωσι μετά δαίμονος ξένου και εξολοθρευτού (162). Και έπειτα, ως να μη ηρκούντο εις το να εξολοθρεύσωσιν άλλους των πολιτών διά της πείνης, και άλλους να παραδίδωσιν εις την πανώλην, επιφέρουσι προσέτι και αυθαίρετον πόλεμον, όπως ουδενός κακού μείνη η πόλις απηλλαγμένη, διότι είχεν αρνηθή να δουλεύη τους πλουσίους. Τοιούτους λόγους πανταχόθεν ακούων ο δήμος, ούτε εις τον κατάλογον ενεγράφετο των υπάτων (163), και κατά της αποικίας ήτον προκατειλημμένος. Και η μεν βουλή ήτον εις απορίαν ο δε Μάρκιος, πλήρης όγκου ήδη ων και υψηλοφρονών, και θαυμαζόμενος υπό των ισχυροτάτων, ανθίστατο απαρακαλύπτως εις τους δημαγωγούς. Και την μεν αποικίαν απέστειλαν, αναγκάσαντες διά μεγάλων ποινών τους διά κλήρου τυχόντας ν' απέλθωσιν εις αυτήν. Επειδή δ' εντελώς απεποιούντο την εκστρατείαν, ο Μάρκιος, λαβών τους πελάτας αυτού (164), και όσους άλλους έπεισεν, επέδραμε την χώραν των Αντιατών, και πολύν σίτον εύρε, πολλά δ' επέτυχε λάφυρα ποιμνίων και αιχμαλώτων, αλλά δι' εαυτόν ουδέν εκράτησεν, επανήλθεν όμως εις την Ρώμην μετά των στρατιωτών του, οίτινες πολλά και ποικίλα πράγματα έφερον μεθ' εαυτών εκ της λεηλασίας, ώστε μετενόουν οι άλλοι, και εφθόνουν τους πλουτήσαντας, και ηγανάκτουν κατά του Μαρκίου, και δυσηρεστούντο διά την δόξαν αυτού και την δύναμιν, ής την αύξησιν εθεώρουν ως επιβλαβή εις τον δήμον.

ΙΔ. Μετ' ολίγον δε καιρόν (165) επεζήτησε την υπατείαν ο Μάρκιος, και οι πλείστοι έκλινον προς αυτόν, και αιδώς τις εκυρίευσε τον δήμον, ν' ατιμάση και να ταπεινώση άνδρα και κατά το γένος πρώτον και κατά την αρετήν, μετά τοσαύτα και τοιαύτα ευεργετήματα. Διότι συνήθεια ήτον, οι επιζητούντες την αρχήν να παρακαλώσι, την δεξιάν δίδοντες εις τους πολίτας, και να κατέρχωνται εις την αγοράν το ιμάτιον μόνον ενδεδυμένοι, άνευ χιτώνος (166), είτε όπως διά του σχήματος τούτου ταπεινώσωσιν αυτούς έτι μάλλον κατά την δέησιν, είτε όπως, όσοι είχον πληγάς, δεικνύωσι προφανή τα σύμβολα της ανδρείας των. Ο λόγος καν δι' όν ήθελον, ο παρακαλών τους πολίτας να προσέρχηται εις αυτούς αχίτων και άζωστος, δεν ήτον η υποψία διανομής χρημάτων δήθεν και δεκασμού· διότι πολύν καιρόν μετά ταύτα εισήχθη η αγορά και η πώλησις, και συνανεμίγη αργύριον εις τας ψήφους της εκκλησίας· και έκτοτε και εις τους δικαστάς εκταθείσα και εις τα στρατόπεδα η δωροδοκία, έρριψεν εις μοναρχίαν την πόλιν, εξανδραποδίσασα διά των χρημάτων τα όπλα. Και φαίνεται τω όντι ότι κακώς δεν είπεν ο ειπών ότι την δημοκρατίαν κατέλυσεν όστις πρώτος έδωκε συμπόσια και εδωροδόκησε. Φαίνεται δ' ότι κρυφίως και κατ' ολίγον ογκούμενον, δεν εφανερώθη ευθύς το κακόν εις την Ρώμην· διότι δεν είναι γνωστόν τις είναι εις την Ρώμην όστις πρώτος εδωροδόκησε τον δήμον ή το δικαστήριον. Εις τας Αθήνας δε λέγεται ότι πρώτος έδωκεν αργύριον εις τους δικαστάς Άνυτος ο Ανθεμίωνος (167), κρινόμενος επί προδοσία κατά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, καθ' ήν εποχήν ο χρυσούς και ακηλίδωτος αιών επεκράτει εισέτι εις της Ρώμης την αγοράν.

ΙΕ. Επειδή λοιπόν ο Μάρκιος πολλάς εδείκνυε πληγάς εκ των πολλών αγώνων καθ' ούς επρώτευσεν, επί δεκαοκτώ έτη συνεχώς εκστρατεύων, σέβας ησθάνετο ο λαός προς την ανδρείαν αυτού, και συνενοούντο ήδη προς αλλήλους αυτόν να εκλέξωσιν. Όταν όμως, κατά την ημέραν της ψηφοφορίας ο Μάρκιος εισήλθεν εις την αγοράν, σοβαρώς υπό της βουλής προπεμπόμενος, και πάντες οι πατρίκιοι περί αυτόν φανερώς εδείκνυον ότι ποτέ υπέρ ουδενός τοσούτον είχον ενδιαφέρον, τότε ηλαττώθη πάλιν η προς αυτόν εύνοια του λαού, και ήρχισαν να οργίζωνται κατ' αυτού και να τον φθονώσιν. Εις τα αισθήματα δ' αυτών ταύτα προσετίθετο και ο φόβος, αν γίνη κύριος της αρχής άνθρωπος αριστοκρατικός, και τοσαύτην έχων παρά τοις πατρικίοις επιρροήν, μη αφαιρέση εντελώς την ελευθερίαν του δήμου. Τοιαύτα λοιπόν φρονούντες, ηρνήθησαν την ψήφον εις τον Μάρκιον. Όταν δ' ανηγορεύθησαν άλλοι, βαρέως μεν δυσαρεστήθη η βουλή, ως φρονούσα ότι αυτή μάλλον ή ο Μάρκιος περιεφρονήθη, και αυτός δεν υπέφερε το συμβάν μετριοπαθώς και πράως, διότι εκυβερνάτο μάλλον υπό θυμώδους και φιλονείκου της ψυχής, ως εκλαμβάνων ότι εις τούτο ενέκειτο το μέγεθος και η υψηλοφροσύνη· την εμβρίθειαν δε και την πραότητα, τα συντελεστικώτερα ταύτα στοιχεία της πολιτικής αρετής, δεν τας είχε προσοικειωθή διά του λόγου και της παιδείας, ουδ' ήξευρεν ότι ο επιχειρών ν' αναμιγή εις τα δημόσια και εις την των ανθρώπων διοίκησιν, πρέπει επιμελώς ν' αποφεύγη την υπεροψίαν, ήν ο Πλάτων έλεγε «της ερημίας σύνοικον», και να γίνηται εραστής της υπό τινων πολύ χλευαζομένης ανεξικακίας. Αλλ' απλούς τις πάντοτε και άκαμπτος ων, και πεποιθώς ότι της ανδρείας μόνον έργον είναι το να νικά πάντοτε και αφεύκτως, ουχί δε και της ασθενείας και μαλθακότητος, ανεχώρησε ταραχής πλήρης και πικρίας κατά του δήμου, θυμόν τρέφων όστις ανεδίδετο ως οίδημα εκ του πονούντος μάλιστα και του πάσχοντος μέρους της ψυχής αυτού. Οι δ' ενήλικες των πατρικίων, και ό,τι υπήρχεν εν τη πόλει επιδεικτικώτερον και μάλλον κομπάζον επ' ευγενεία, πάντοτε μεν ήσαν θερμώς εις τον άνδρα αφωσιωμένοι, τότε δ' έτι μάλλον προσηλούμενοι εις αυτόν, και περιστοιχίζοντές τον ουχί επ' αγαθώ, ηρέθιζον περισσότερον τον θυμόν αυτού, συμπάσχοντες και συναγανακτούντες· διότι ήτον οδηγός αυτών και διδάσκαλος ευμενής των πολεμικών εις τας εκστρατείας, και επαίρων διά ζήλου προς την αρετήν, άνευ δε φθόνου προς αλλήλους, το φρόνημα των ικανών να διαπρέψωσι διά κατορθωμάτων.

ΙΣΤ. Εν τούτοις δ' έφθασε σίτος εις την Ρώμην, πολύς μεν αγορασθείς εξ Ιταλίας, και ουχί ολιγώτερος χαρισθείς εκ Συρακουσών, όν έπεμψεν ο τύραννος Γέλων, ώστε οι πλείστοι συνέλαβον ελπίδας καλάς, πεποιθότες ότι μετά της σιτοδίας θα λείψωσι και αι έριδες εκ της πόλεως. Ευθύς λοιπόν συνήλθεν η βουλή, και σωρευθείς ο δήμος έξωθεν, περιέμενε το τέλος, ελπίζων ότι θέλει τύχει τιμών μετριωτάτων προς αγοράν, ή μάλλον ότι δωρεάν θέλει τοις διανεμηθή ο σταλείς σίτος· διότι υπήρχον εντός της βουλής τινές αναλαβόντες να πείσωσιν αυτήν περί τούτου. Αλλ' ο Μάρκιος αναστάς, σφοδρώς κατηγόρησε τους χαριζομένους εις τον λαόν, δημαγωγούς αποκαλών αυτούς, και προδότας της αριστοκρατίας, και τρέφοντας τα κατ' αυτής εις τον όχλον ερριμμένα πονηρά ύβρεως σπέρματα και θρασύτητος, ά καλόν ήτον αν δεν τα είχον αφήσει εξ αρχής να φυτρώσωσιν, ουδέ να γίνη ισχυρός ο δήμος διά τοιαύτης εξουσίας, και ήδη να είναι επίφοβος, διότι έχουσι παν ό,τι θέλουσι, και εις ουδέν παρά την θέλησίν των βιάζονται, ουδέ πείθονται εις τους υπάτους, αλλ' έχουσιν αναρχίαν, και αναγορεύουσιν ιδίους ηγεμόνας και άρχοντας. Προσέθηκε δε, ότι αν καθήσωσι και ψηφίσωσιν επιδόσεις και διανομάς, καθώς οι μάλλον δημοκρατούμενοι των Ελλήνων, θέλουσι μόνον προς κοινόν όλεθρον υποθάλψει αυτών την απείθειαν· διότι δεν θέλουσιν ειπεί ότι λαμβάνουσιν αυτάς εις αμοιβήν των εκστρατειών ας εγκατέλιπον, και των αποστασιών αυτών δι' ών επρόδοσαν την πατρίδα, και των κατά της βουλής διαβολών άς εδέχθησαν· αλλ' ελπίσαντες ότι ενδίδομεν διά φόβον, και ότι δίδομεν και επιτρέπομεν ταύτα όπως τους κολακεύσωμεν, δεν θέλουσι παύσει βρίζοντες και στασιάζοντες. Ώστε τούτο είναι εντελώς άφρον. Αν δε σωφρονώμεν, θέλομεν αφαιρέσει απ' αυτών την δημαρχίαν, ήτις είναι της υπατείας καταστροφή, και διαίρεσις της πόλεως, μη ούσης πλέον μιας, αλλά λαβούσης τομήν, ήτις ουδέτε πλέον θα μας επιτρέψη να συνεννοηθώμεν, ουδέ να ομοφρονήσωμεν, ουδέ να παύσωμεν νοσούντες και ταραττόμενοι.

ΙΖ. Πολλά δε τοιαύτα λέγων ο Μάρκιος, εξήγειρε μεγάλως υπέρ αυτού ενθουσιώντας τους νέους, και παρ' ολίγον και πάντας τους πλουσίους, οίτινες εβόων ότι η πόλις μόνον εκείνον είχεν άνδρα ακολάκευτον και ανίκητον. Τινές όμως των πρεσβυτέρων αντέλεγον, υποπτεύοντες το αποβησόμενον. Και τω όντι καλόν δεν απέβη· διότι οι δήμαρχοι, παρόντες (168) ως ενόησαν ότι υπερίσχυε του Μαρκίου η γνώμη, έδραμον έξω προς τον όχλον μετά βοής, προοκαλούντες το πλήθος να συνέλθη και βοηθήση αυτούς. Έγινε δ' εκκλησία θορυβώδης, και ως διεδόθησαν εις αυτήν οι λόγοι ούς είπεν ο Μάρκιος, ολίγον έλειψε μετ' οργής ορμών να επιπέση ο δήμος κατά της βουλής· οι δε δήμαρχοι κατηγόρουν τον Μάρκιον και τον εκάλουν ν' απολογηθή. Όταν δ' αυτός υβριστικώς απεδίωξε τους πεμφθέντας υπηρέτας, τότε ήλθον αυτοί μετά των αγορανόμων (169), να τον σύρωσι διά της βίας, και έθηκαν χείρα επί του σώματος αυτού. Συνελθόντες όμως περί αυτόν οι πατρίκιοι, τους μεν δημάρχους απεδίωξαν, τους δ' αγορανόμους ερράβδισαν. Και τότε μεν εσπέρα επελθούσα, διέλυσε την ταραχήν· ως δ' εξημέρωσε, βλέποντες οι ύπατοι εξηγριωμένον τον δήμον, και συντρέχοντα πανταχόθεν εις την αγοράν, εφοβήθησαν διά την πόλιν, και συναθροίσαντες την βουλήν, την παρεκάλουν να σκεφθή ως διά λόγων ηπίων και ευμενών αποφάσεων να πραΰνωσι και ησυχάσωσι το πλήθος· διότι αν ήσαν φρόνιμοι, έπρεπε ν' αναγνωρίσωσιν ότι δεν ήτον πλέον ώρα φιλοτιμίας, ουδ' ανταγωνισμού περί δόξης, αλλά καιρός ακροσφαλής και κατεπείγων, εσκεμμένην και μετριοπαθή πολιτικήν απαιτών. Εις ταύτα υπεχώρησαν οι πλείστοι, και εξελθόντες όσον ηδύναντο, κατεπράυνον τον δήμον ομιλούντες προς αυτόν, τας κατ' αυτών κατηγορίας αναιρούντες μετά πραότητος, και μετρίαν χρήσιν ποιούμενοι της παραινέσεως και της επιπλήξεως ως δε προς την τιμήν και την αγοράν των ωνίων, λέγοντες ότι ουδεμία θέλει υπάρξει φιλονεικία μεταξύ αυτών.

IH. Επειδή δε το πλείστον μέρος του δήμου ενέδιδε, και, σωφρόνως τους λόγους τούτους ακούον, εφαίνετο ότι επείθετο και κατηυνάζετο, ανέστησαν οι δήμαρχοι, και είπον ότι, ως η βουλή φρονίμως σκέπτεται, θέλει και ο δήμος υποχωρήσει εις όσα είναι ορθά· απήτησαν όμως ν' απολογηθή ο Μάρκιος, αν διισχυρίζηται ότι δεν παρώξυνε την βουλήν, ουδέ προσκληθείς υπ' αυτών ηπείθησεν, όπως συνταράξη την πολιτείαν και καταλύση την δημοκρατίαν. Τέλος δ' ότι, κτυπών και υβρίζων τους αγορανόμους εν τη αγορά, δεν ήθελεν, όσον εξ αυτού εξηρτάτο, εμφύλιον να διεγείρη πόλεμον, και ν' αναγκάση τους πολίτας να λάβωσι τα όπλα. Έλεγον δε ταύτα, διότι ήθελον ή να ταπεινώσωσι τον Μάρκιον, αναγκάσαντες αυτόν να μετριάση παρά την φύσιν του το αγέρωχον της φρενός του και να κολακεύση τον δήμον, ή, αν ηκολούθει την φύσιν του, ν' αποβή άσπονδος η κατ' αυτού οργή του λαού, και τούτο μάλλον ήλπιζον, ορθώς τον άνδρα γνωρίζοντες. Τότε ανέστη αυτός ως ίν' απολογηθή, και ο δήμος εσιώπησε και ησύχασε να τον ακούση· όταν όμως προς ανθρώπους περιμένοντας λόγους παρακλητικούς ήρχισεν ου μόνον μετ' επαχθούς να ομιλή παρρησίας, και μετά της παρρησίας πολλήν κατηγορίαν ν' αναμιγνύη, αλλά και διά του τόνου της φωνής αυτού και διά της εκφράσεως του προσώπου του να εμφαίνη αφοβίαν ήτις υπεροψίαν εδείκνυε μάλλον και περιφρόνησιν, και ο δήμος εφαίνετο δυσανασχετών και οργιζόμενος διά τα λεγόμενα, τότε ο θρασύτατος των δημάρχων Σικίννιος, ολίγα τινά διαλεχθείς μετά των συναρχόντων του, προέβη εις το μέσον, και είπεν ότι οι δήμαρχοι κατεδίκασαν τον Μάρκιον εις θάνατον, και διέταξε τους αγορανόμους, αναβιβάσαντες αυτόν εις την άκραν, να τον κρημνίσωσιν ευθύς εις την υπ' αυτήν χαίνουσαν φάραγγα (170). Και οι μεν αγορανόμοι τον συνελάμβανον ήδη· αλλ' εις πολλούς των δημοτών εφαίνετο φρικτόν τούτο και υπεροπτικόν εκ μέρους του δήμου· οι δε πατρίκιοι, εκτός εαυτών, και πλήρεις οργής, ώρμησαν μετά κραυγών να τον βοηθήσωσι, καί τινες μεν διά των χειρών απέκρουον τους συλλαμβάνοντας αυτόν, και τον ενέκλειον εν τω μέσω των, άλλοι δε, τας χείρας εκτείνοντες, παρεκάλουν το πλήθος, επειδή λόγος και φωνή ουδέν κατώρθου εν μέσω τοιαύτης συγχύσεως και τοσούτου θορύβου. Τέλος, συνελθόντες οι φίλοι και οικείοι των δημάρχων, και εννοήσαντες, ότι άνευ φόνου πολλού των πατρικίων δεν εδύναντο ν' αποσπάσωσι και να τιμωρήσωσι τον Μάρκιον, κατέπεισαν αυτούς ν' αφαιρέσωσιν από της τιμωρίας ό,τι είχεν αλλόκοτον και βαρύ, και να μη τον θανατώσωσι διά βίας και άκριτον, αλλά ν' αφήσωσι τον δήμον να ψηφίση περί αυτού. Τότε προελθών ο Σικίννιος, ηρώτα τους πατρικίους· «Τι θέλοντες αφαιρούσι τον Μάρκιον από του δήμου, όστις θέλει να τον τιμωρήση;» Εκείνοι δε πάλιν τον αντηρώτων· «Αλλά τι διανοείσθε, και τι θέλετε σεις, φέροντες ούτως άνευ κρίσεως εις τιμωρίαν ωμήν και παράνομον ένα των αρίστων Ρωμαίων ανδρών;» «Μη λαμβάνετε λοιπόν, είπεν ο Σικίννιος, τούτο ως πρόφασιν έριδος και στάσεως προς τον δήμον· διότι σας δίδει ό,τι ζητείτε, το να κριθή ο άνθρωπος. Σε δε, Μάρκιε, παραγγέλλομεν, να παρουσιασθής εις την τρίτην από της παρούσης του δήμου αγοράν, και να πείσης τους πολίτας αν δεν ήσαι ένοχος, διότι θα σε κρίνωσι διά της ψήφου αυτών.»

ΙΘ. Και τότε μεν ηρκέσθησαν οι πατρίκιοι εις ταύτην την λύσιν, και απήλθον περιχαρείς, έχοντες τον Μάρκιον. Εις δε τον μεταξύ της τρίτης αγοράς χρόνον (αι δ' αγοραί γίνονται παρά τοις Ρωμαίοις δι' εννέα ημερών, ας καλούσι Νουνδίνας), (171)συνέλαβον ελπίδα ν' αποφύγωσιν την κρίσιν, διότι επήλθεν εκστρατεία κατά των Αντιατών (172), και ενόμιζον ότι αν αποβή πολυχρόνιος και μακρά, ο δήμος θέλει είσθαι ημερώτερος επ' αυτής, και ή θέλει χαλαρωθή η οργή του, ή και θέλει όλως αποσβεσθή, όταν είναι επιδεδομένος εις του πολέμου τας ασχολίας. Αλλ' όταν ταχέως συμβιβασθέντες μετά των Αντιατών επέστρεψαν, εγίνοντο συχνά συνεδριάσεις των Πατρικίων, οίτινες εφοβούντο, και εσκέπτοντο πώς να μη δώσωσι τον Μάρκιον, και να μη αφήσωσι τους δημαγωγούς να ταράττωσι πάλιν τον δήμον. Και ο μεν Άππιος Κλαύδιος, όστις κατηγορείτο ως υπέρ πάντας μισόδημος, διεμαρτύρετο, λέγων ότι αυτοί οι ίδιοι θα καταστρέψωσι την βουλήν και θ' αφανίσωσιν εντελώς την πολιτείαν, αν δεχθώσι να γίνη ο δήμος κύριος της ψήφου κατά των πατρικίων. Οι πρεσβύτεροι όμως και δημοτικώτατοι (173) εξ εναντίας διισχυρίζοντο ότι, αν λάβη την εξουσίαν ο δήμος, θέλει γίνει ουχί σκληρός και βαρύς, αλλά πράος μάλιστα και φιλάνθρωπος· διότι δεν κατεφρόνει την βουλήν, αλλ' ενόμιζεν ότι κατεφρονείτο υπ' αυτής, κει η κρίσις θέλει τω φανή ως τιμή και παρηγορία, ώστε άμα λάβη την ψήφον, θέλει απεκδυθή την οργήν.

Κ. Βλέπων λοιπόν o Μάρκιος ότι, εξ ευνοίας μεν προς αυτόν, εκ φόβου δε προς τον δήμον η βουλή ήτον εις απορίαν, ηρώτησε τους δημάρχους τι κατηγορούσιν αυτόν, και περί τίνος τον φέρουσι να κριθή εις τον δήμον. Ως δ' είπον εκείνοι ότι τυραννία είναι το έγκλημά του, και ότι θέλουσι τον αποδείξει διανοούμενον να τυραννήση, αναστάς αμέσως, είπεν ότι o ίδιος θέλει έλθει προς τον δήμον ν' απολογηθή, μη θέλων ν' αποφύγη ουδένα τρόπον κρίσεως ούτε τιμωρίας, αν καταδικασθή. «Αρκεί μόνον, είπε, περί τούτου να με κατηγορήσητε, και να μη ψευσθήτε προς την βουλήν». Ως δ' υπεσχέθησαν, έγινεν επί τοις όροις τούτοις η κρίσις. Ότε δε συνήλθεν ο δήμος, εβίαζον οι δήμαρχοι να γίνη η ψηφοφορία ουχί κατά λόχους, αλλά κατά φυλάς (174), επιρροήν κατά τας ψήφους δίδοντες εις τον άπορον, και πολυπράγμονα, και περί του καλού ολίγον φροντίζοντα όχλον, υπέρ τους ευπόρους, και επισήμους, και εις τας εκστρατείας υποχρεουμένους πολίτας. Έπειτα δε, αφέντες την περί τυραννίδος κατηγορίαν, διότι ήτον αναπόδεικτος, εκείνους πάλιν ανέφερον τους λόγους, ούς πρότερον είπεν ο Μάρκιος εν τη βουλή, εμποδίζων να καταβιβάσωσι της αγοράς τας τιμάς, και ζητών ν' αφαιρεθή η δημαρχία από του δήμου. Νέαν δε κατηγορίαν εξέφερον κατ' αυτού, την περί διανομής των λαφύρων, ά λαβών εκ της χώρας των Αντιατών, δεν έφερεν εις το δημόσιον, αλλά τα διένειμεν εις τους μετ' αυτού συνεκστρατεύσαντας (175). Εκ ταύτης δε της κατηγορίας λέγεται ότι προ πάντων εταράχθη ο Μάρκιος, διότι δεν την περιέμενεν, ουδ' εύρεν εκ του προχείρου λόγους πειστικούς προς τον όχλον, αλλ' επαινέσας τους εκστρατεύσαντας, έτι μάλλον διήγειρε θόρυβον παρά των μη εκστρατευσάντων, οίτινες ήσαν πολυπληθέστεροι. Τέλος δ' εδόθη η ψήφος εις τας φυλάς, και κατ' αυτού εκηρύχθη τριών φυλών πλειονοψηφία (176). Ήτον δ' η ποινή της καταδίκης αειφυγία. Μετά δε την αναγόρευσιν της αποφάσεως ο δήμος απήλθε χαίρων και μεγαλοφρονών όσον ουδέποτε νικήσας εις μάχην τους πολεμίους. Η δε βουλή κατείχετο υπό λύπης και δεινής κατηφείας, μετανοούσα και αγανακτούσα ότι τα πάντα δεν έπραξε και δεν έπαθε πρότερον, πριν ή αφήση τον δήμον να την υβρίση, τοσαύτην εξουσίαν αναλαβών. Προς διάγνωσιν δε τότε δεν απητείτο ούτε ένδυμα ούτε παράσημον άλλο, αλλ' ευθύς προφανές ήτον ότι ο χαίρων ήτον δημότης, ο δε τεθλιμμένος ότι ήτον Πατρίκιος.

ΚΑ. Αλλ' ο Μάρκιος ανέκπληκτος ο ίδιος και αταπείνωτος κατά τε το σχήμα, το βάδισμα και του προσώπου την σύστασιν, εν ώ όλοι οι άλλοι ισχυρώς επαθαίνοντο, αυτός μόνος εφαίνετο ασυμπαθής προς εαυτόν, ουχί υπό φρονήσεως και πραότητος, ουδ' εκ μετριοπαθείας προς το συμβάν, αλλά μάλλον διότι τον κατεκυρίευεν η οργή και η αγανάκτησις. Τούτο δ' αγνοούσιν οι περισσότεροι ότι είναι αληθής λύπη. Διότι το αίσθημα τούτο, όταν αναφλεχθή εις θυμόν, αποβάλλει την ταπεινότητα και αδράνειαν, και δραστήριος φαίνεται ο οργιζόμενος, ως θερμός φαίνεται ο πυρέσσων, καθόσον η ψυχή σφύζει τότε τρόπον τινά, και διατείνεται και ογκούται. Την διάθεσιν ταύτην εδήλωσε διά των έργων του ευθύς τότε ο Μάρκιος· διότι εισελθών εις την οικίαν του, και ασπασθείς την μητέρα και την γυναίκα του, αίτινες μετά βοής ωλοφύροντο, και ειπών εις αυτός να υποφέρωσι το συμβάν μετά μετριότητος, ανεχώρησεν αμέσως και διευθύνθη προς τας πύλας. Εκεί δε πάντες σχεδόν οι πατρίκιοι ομού τον προέπεμπον. Αλλ' ούτε τι λαβών ή τι ζητήσας, ανεχώρησε, τρεις ή τέσσαρας πελάτας έχων περί αυτόν. Ημέρας δ' ολίγας διέτριψεν εις αγρούς τινας μόνος, υπό πολλών αντεφελκόμενος διά λογισμών ούς ο θυμός τω υπέβαλλεν, ουχί καλόν ή συμφέρον τι αφορώντας, αλλά πώς να εκδικηθή τους Ρωμαίους, και πώς να διεγείρη κατ' αυτών βαρύν τον πόλεμον και γειτονικόν. Απεφάσισε λοιπόν ν' αποπειραθή κατ' αρχάς των Ουολούσκων, οίτινες ήξευρεν ότι ήκμαζον και κατά τα σώματα ακόμη και κατά τα χρήματα, και ενόμιζεν ότι αι τελευταίαι των ήτται δεν κατέστρεψαν τοσούτον την δύναμιν αυτών, όσον τοις ενέβαλον οργήν φιλοπόλεμον.

ΚΒ. Υπήρχε δέ τις ανήρ εκ της πόλεως του Αντίου, όστις διά τε τον πλούτον και την ανδρείαν και του γένους του την λαμπρότητα είχε βασιλικήν επιρροήν μεταξύ των Ουολούσκων· ωνομάζετο δε Τύλλος Αμφίδιος (177). Ήξευρε δ' ο Μάρκιος ότι υπό τούτου εμισείτο υπέρ πάντα άλλον Ρωμαίον, διότι πολλάκις απειλήσαντες και προκαλέσαντες αλλήλους κατά τας μάχας, και κομπάσαντες διότι ήσαν αλλήλων εφάμιλλοι, ως ταύτα φέρουσιν αι φιλοτιμίαι και ζηλοτυπίαι των νέων πολεμιστών, προσέβηκαν εις την κοινήν των εθνών αυτών και ιδιαιτέραν κατ' αλλήλων έχθραν. Ουχ ήττον όμως, βλέπων ότι ο Τύλλος είχε φρονήματος μέγεθος, και προ πάντων ότι επεθύμει να βλάψη τους Ρωμαίους, άμα τω έδιδον λαβήν, εδικαίωσε τον ειπόντα (178)· «Δύσκολον να πολεμή τις τον θυμόν, διότι και την ψυχήν δίδει, διά ν' απολαύση ό,τι επιθυμεί. Λαβών λοιπόν ιμάτιον, και όλην την ενδυμασίαν δι' ής εις όντινα ήθελε τον ιδή, να μη φανή ποίος ήτον, ως ο Οδυσσεύς,

Ήλθεν εις πόλιν ανδρών δυσμενών (179).

ΚΓ. Ήτον δ' εσπέρα, και πολλοί μεν τον απήντων, ουδείς δε τον εγνώριζεν. Εβάδιζε δε προς την οικίαν του Τύλλου, και εισελθών, αίφνης εκάθησεν εις την εστίαν σιωπών (180), και καλύψας την κεφαλήν του, έμεινεν ήσυχος. Οι δ' άνθρωποι της οικίας, θαυμάσαντες, δεν ετόλμησαν μεν να τον ανεγείρωσι, διότι είχεν αξιοπρέπειάν τινα και το σχήμα και η σιωπή αυτού. Είπον δε εις τον Τύλλον, όταν εκάθητο εις το δείπνον, το παράδοξον του πράγματος. Τότε εγερθείς εκείνος, ήλθε προς αυτόν, και τον ανέκρινε, τις ήτον, διατί ήλθε, και τι ήθελεν· ο δε Μάρκιος, αποκαλύψας την κεφαλήν του, και ολίγον καιρόν περιμείνας, «Αν εισέτι δεν με γνωρίζης, ω Τύλλε, είπε τέλος, ή αν βλέπων με δεν πιστεύης τους οφθαλμούς σου, ανάγκη να γίνω εγώ κατήγορος εμαυτού. Ειμί ο Γάιος Μάρκιος, όστις έπραξε μεγάλα κακά κατά των Ουολούσκων, και περιφέρω την επωνυμίαν ήτις δεν επιτρέπει ν' αρνηθώ αυτά, Κοριολάνος καλούμενος. Διότι όλων των κόπων και των κινδύνων μου ουδέν άλλο απήλαυσα έπαθλον, πλην του ονόματος ό φέρω ως παράσημον της προς υμάς έχθρας. Τούτο μοι έμεινεν αναφαίρετον, όλα δε τ' άλλα ομού μοι τα εστέρησεν ο φθόνος και η ύβρις του δήμου και η ανανδρεία και προδοσία των αρχών και των ισοτίμων μου, και φυγάς εδιώχθην, και εκάθησα ικέτης εις την εστίαν σου, ουχί ασφάλειαν και σωτηρίαν ζητών, — διότι προς τι θα ηρχόμην εδώ αν εφοβούμην ν' αποθάνω; — αλλά θέλων να λάβω εκδίκησιν, και εκδικούμενος ήδη κατά των αποβαλόντων με, δι' αυτού τούτου ότι καθιστώ σε κύριον εμαυτού. Αν λοιπόν έχης όρεξιν να επιχειρήσης τι κατά των εχθρών σου, άγε, ω γενναίε, και ωφελήθητι εκ των συμφορών μου, και κατάστησον την ατυχίαν μου κοινόν των Ουολούσκων ευτύχημα· εγώ δε θέλω πολεμήσει υπέρ υμών τόσω επιτυχέστερον παρά καθ' υμών, όσω καλήτερον πολεμούσιν οι γνωρίζοντες τα κατά τους εχθρούς, παρά οι αγνοούντες. Αν όμως απέκαμες πολεμών, ούτ' εγώ θέλω να ζήσω, ούτε σύ καλόν είναι να με σώσης, άνδρα έκπαλαι μεν εχθρόν και πολέμιον, ήδη δ' ανωφελή και άχρηστον.» Ως λοιπόν ήκουσε ταύτα ο Τύλλος, εχάρη θαυμαστώς, και δους την δεξιάν, «Ανάστα, τω είπεν, ω Μάρκιε, και θάρρει. Διότι ήλθες μέγα δίδων αγαθόν εις ημάς, όταν μας δίδης τον εαυτόν σου. Έλπιζε δε μεγαλήτερα παρά των Ουολούσκων.» Και τότε μεν εφιλοξένησε και επεριποιήθη τον Μάρκιον· τας δ' επιούσας ημέρας συνεσκέπτοντο περί του πολέμου.

ΚΛ. Την δε Ρώμην ετάραττε μεν η δυσμένεια των πατρικίων κατά του δήμου, αφορμήν μεταξύ άλλων έχουσα και του Μαρκίου την καταδίκην, πολλά δε ανήγγελλον θαύματα προσοχής άξια και οι μάντεις και οι ιερείς και οι ιδιώται. Έν δε λέγεται ότι τοιούτον τι υπήρξεν. Υπήρχε Τίτος τις Λατίνος, ανήρ ουχί λίαν επίσημος, φιλήσυχος άλλως και μέτριος, και καθαρός δεισιδαιμονίας, έτι δε μάλλον αγυρτίας. Ούτος είδεν όνειρον ότι τω εφάνη ο Ζευς, και τω διέταξε να ειπή προς την σύγκλητον, ότι κακόν και δυσαρεστότατον χορευτήν τω έστειλαν προ της πομπής (181). Έλεγε δε ότι ιδών το όνειρον, δεν εφρόντισε πολύ κατ' αρχάς. Όταν όμως και εκ δευτέρου το είδε και εκ τρίτου, και πάλιν ημέλησε, τότε ότι τω απέθανεν υιός αγαθός, και το σώμα του ιδίου ότι έγινεν αιφνιδίως παράλυτον. Ταύτα δ' είπε κομισθείς φοράδην επί κλίνης εις την σύγκλητον. Άμα δε τα είπεν, ησθάνθη ευθύς, ως λέγουσι, δυνάμεις αναλαμβάνον το σώμα του, και αναστάς απήλθε βαδίζων. Θαυμάσαντες λοιπόν οι βουλευταί, ηρεύνησαν ακριβώς το πράγμα, και ήτον τοιούτον· Παραδούς τις δούλον του εις άλλους δούλους, τους διέταξε να φέρωσιν αυτόν εις την αγοράν μαστιγούντες, και έπειτα να τον φονεύσωσιν. Εν ώ δε ταύτα έπραττον, και ο άνθρωπος βασανιζόμενος, πολλάς και παντοίας εστρέφετο υπό του πόνου στροφάς, και κινήσεις άλλας δυσαρέστους εκινείτο πάσχων δεινώς, επήλθεν η πομπή κατά τύχην· και πολλοί μεν ηγανάκτουν εκ των παρόντων, ούτε θέαμα φαιδρόν βλέποντες, ούτε πρεπούσας κινήσεις· ουδείς όμως επεχείρισε να εμποδίση, αλλά περιωρίσθησαν όλοι εις ύβρεις και εις κατάρας, κατά του ούτω πικρώς τον άνθρωπον τυραννούντος, εν ώ οι τότε μετεχειρίζοντο τους δούλους μετά μεγαλητέρας επιεικείας, διότι και οι ίδιοι ειργάζοντο εις τας οικιακάς υπηρεσίας, και συνέζων μετ' εκείνων, ώστε είχον περισσοτέραν σχέσιν, και ήσαν ημερώτεροι προς αυτούς· και μεγάλη τιμωρία δούλου αμαρτήσαντος ήτον, να λάβη επ' ώμων το ξύλον της αμάξης εφ' ού στηρίζουσι τον ρυμόν, και να περιέλθη ούτω την γειτονίαν· όστις δ' ήθελε πάθει τούτο, και τον έβλεπον οι συγκάτοικοι και οι γείτονες, δεν επιστεύετο πλέον, και εκαλείτο Φούρκιφερ (182)· διότι καλούσι Φούρκαν οι Ρωμαίοι ό,τι οι Έλληνες ονομάζουσιν υποστάτην και στήριγμα.

ΚΕ. Όταν λοιπόν ο Λατίνος τοις διηγήθη το δράμα τούτο, και ηπόρουν τις ήτον ο τότε της πομπής προηγούμενος δυσάρεστος και κακός χορευτής, ανεμνήσθησάν τινες την άτοπον τιμωρίαν του δούλου εκείνου, όν μαστιγούντες εδίωκον διά της αγοράς, και μετά ταύτα τον εθανάτωσαν. Eσυμφώνησαν λοιπόν οι ιερείς, και ο μεν δεσπότης του δούλου ετιμωρήθη, και εις τον Θεόν ετέλεσαν εξ αρχής πάλιν την πομπήν και τα θεάματα. Φαίνεται δ' ο Νουμάς και κατά τα άλλα ότι υπήρξε σοφώτατος των ιερών εξηγητής, και τούτο ότι άριστα ενομοθέτησε προς ευλάβειαν, ότι, όταν οι άρχοντες και οι ιερείς εκτελώσι τι των αφορώντων τα θεία, προβαίνει ο κήρυξ μεγαλοφώνως βοών· «Οκ άγε (183)» Σημαίνει δ' η λέξις· «Τούτο πράττε,» προσκαλούσα να προσέχωσιν εις τα ιερά, και μηδέν έργον να παρεμβάλλωσι, μηδ' ασχολίαν τινα βιωτικήν, καθώς τα πλείστα των ανθρωπίνων γίνονται τρόπον τινά κατ' ανάγκην και διά βίας. Είναι δε συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις να επαναλαμβάνωσι τας ουσίας και τας πομπάς και τα θεάματα ου μόνον διά τοσούτον σπουδαίαν αιτίαν, αλλά και διά μικροτάτας. Αν είς των ίππων οίτινες είλκον τας καλουμένας Θήσσας (184) ήθελε ατονήσει, ή αν ο ηνίοχος ήθελε λάβει τας νίας εις την αριστεράν χείρα, αμέσως εψήφιζον ν' αρχίση η πομπή εκ νέου· και εις τους μεταγενεστέρους χρόνους τριακοντάκις επανέλαβον μίαν θυσίαν, διότι τοις εφαίνετο πάντοτε ότι επήλθε τι κώλυμα, ή ότι προσέκρουσεν είς τι η τελετή. Τοσαύτη ήτον των Ρωμαίων η προς το θείον ευλάβεια.

ΚΣΤ. Ο δε Μάρκιος και ο Τύλλος εις το Άντιον συνωμίλουν κρυφίως μετά των δυνατωτάτων, και τους παρεκίνουν, εν ώ οι Ρωμαίοι διετέλουν στασιάζοντες προς αλλήλους, να κινήσωσι πόλεμον. Και τινές μεν εδίσταζον, διότι είχον διετείς σπονδάς και ανακωχήν μετά των Ρωμαίων· αλλά την πρόφασιν τοις επρομήθευσαν αυτοί οι Ρωμαίοι, ένεκα υποψίας τινός ή διαβολής κηρύξαντες εις τα θεάματα και τους αγώνας ν' αναχωρώσιν οι Ουολούσκοι εκ της πόλεως πριν της δύσεως του ηλίου. Τινές δε λέγουσιν ότι τούτο έγινε δι' απάτης και δόλου του Μαρκίου, πέμψαντος εις την Ρώμην προς τους άρχοντας άνθρωπον να κατηγορήση ψευδώς τους Ουολούσκους, ότι διανοούνται εις τα θεάματα να επιτεθώσι κατά των Ρωμαίων, και να καύσωσι την πόλιν. Το κήρυγμα τούτο τους κατέστησεν όλους δυσμενεστέρους προς τους Ρωμαίους· ο δε Τύλλος έτι μάλλον αυξάνων το πράγμα και παροξύνων αυτούς, τους έπεισε τέλος να πέμψωσιν εις την Ρώμην, και ν' απαιτήσωσι την χώραν και τας πόλεις όσας διά πολέμου αφήρεσαν οι Ρωμαίοι από των Ουολούσκων. Οι δε Ρωμαίοι, ακούσαντες τους πρέσβεις, ηγανάκτησαν, και απεκρίθησαν, ότι πρώτοι μεν θα λάβωσι τα όπλα οι Ουολούσκοι, τελευταίοι όμως θα τα καταθέσωσιν οι Ρωμαίοι. Μετά ταύτα, συναγαγών πάντα τον δήμον εις εκκλησίαν ο Τύλλος, αφ' ού εψήφησαν τον πόλεμον, τοις εσυμβούλευσε να καλέσωσι τον Μάρκιον, μη μνησικακούντες κατ' αυτού, και πιστεύοντες ότι συμμαχών θέλει τους ωφελήσει περισσότερον αφ' ό,τι τους έβλαψεν.

ΚΖ. Επειδή δε, προσκληθείς ο Μάρκιος, και ομιλήσας προς το πλήθος, εφάνη επίσης και διά των λόγων ως και διά των όπλων ανήρ ικανός και πολεμικός, και έξοχος κατά τε το φρόνημα και την τόλμην, ανηγορεύθη μετά του Τύλλου στρατηγός αυτοκράτωρ (185) εις τον πόλεμον. Φοβούμενος δε μη ο αναγκαίος καιρός προς προπαρασκευήν των Ουολούσκων γίνη πολύς, και αφαιρέση την ευκαιρίαν της πράξεως, τα μεν άλλα διέταξε να συνάξωσι και χορηγήσωσιν οι κατά την πόλιν δυνατοί και οι άρχοντες· αυτός δε τους προθυμοτάτους άνευ καταλόγου πείσας να ταχθώσιν υπ' αυτόν εκουσίως, εισώρμησεν εις την χώραν των Ρωμαίων αιφνιδίως, και όταν ουδείς τον επρόσμενεν· όθεν τοσαύτα ήρπασε λάφυρα, ώστε απηύδησαν άγοντες και φέροντες αυτά οι Ουολούσκοι, και μεταχειριζόμενοι αυτά εις το στρατόπεδον. Ήτον δ' η τοσαύτη ευπορία, και το ότι έβλαψε και κατέστρεψε την χώραν, το μικρότατον δι' αυτόν ωφέλημα εκ της εκστρατείας εκείνης. Ο δε σκοπός δι' όν έπραττε ταύτα, ο μέγας, ήτον ότι καθίστα τους πατρικίους έτι μισητοτέρους προς τον δήμον· διότι, εν ώ εκακοποίει και διέφθειρε τ' άλλα πάντα, εκείνων τους αγρούς εφύλαττεν ισχυρώς, και δεν άφηνε να τους εγγίσωσιν, ούτε να λάβωσι τίποτε εξ αυτών. Όθεν έτι μάλλον ύποπτοι εγένοντο προς αλλήλους, και εταράττοντο, οι μεν πατρίκιοι κατηγορούντες το πλήθος, ότι εξεδίωξεν αδίκως άνδρα δυνατόν, ο δε δήμος αιτιώμενος εκείνους ότι εκ μνησικακίας αυτοί φέρουσι τον Μάρκιον, και ότι εν ώ πoλεμούνται οι άλλοι, αυτοί κάθηνται θεαταί, φύλακα του πλούτου και των κτημάτων των έχοντες έξω αυτόν τον πόλεμον. Ταύτα κατορθώσας ο Μάρκιος, και μεγάλως βοηθήσας τους Ουολούσκους εις το να λάβωσι θάρρος και να καταφρονώσι τους εχθρούς, επέστρεψεν ασφαλώς.

ΚΗ. Ως δε συνηθροίσθη ταχέως και προθύμως όλη η δύναμις, και εφάνη πολλή, απεφάσισαν μέρος μεν αυτής ν' αφήσωσιν εις τας πόλεις προς ασφάλειαν, μετά του λοιπού δε μέρους να εκστρατεύσωσι κατά των Ρωμαίων. Αφήκαν δ' ο Μάρκιος να εκλέξη οίαν ήθελεν εκ των δύω στρατηγιών. Αλλ' ο Τύλλος, ειπών ότι κατά μεν την ανδρείαν δεν βλέπει κατώτερόν του τον Μάρκιον, τον βλέπει όμως να έχη τύχην καλητέραν εις όλας τας μάχας, προσεκάλεσεν αυτόν ν' αναλάβη την ηγεμονίαν των εκστρατευόντων· αυτός δ' είπεν ότι μένων οπίσω, θα φυλάξη τας πόλεις, και διά τους εκστρατεύοντας θέλει φροντίζει τα πρόσφορα. Έτι μάλλον λοιπόν ενθαρρυνθείς ο Μάρκιος, επροχώρησε πρώτον προς το Κίρκαιον, πόλιν άποικον των Ρωμαίων (186) και επειδή αύτη παρεδόθη εκουσίως, ουδόλως την έβλαψε. Μετά δε ταύτα ελεηλάτει των Λατίνων την χώραν, πιστεύων ότι ενταύθα θα ήρχοντο να πολεμήσωσι προς αυτόν οι Ρωμαίοι υπέρ των Λατίνων, οίτινες ήσαν σύμμαχοι αυτών, και πολλάκις τους επεκαλούντο. Επειδή δε το πλήθος εφάνη πρόθυμον, και οι ύπατοι, ολίγον έτι έχοντες της αρχής χρόνον, δεν ήθελον να κινδυνεύωσιν επ' αυτού, και επομένως απέπεμψαν τους Λατίνους, ο Μάρκιος προέβη κατ' αυτών των πόλεων, και κυριεύσας κατά κράτος τους Τολερίνους και τους Λαουικάνους και τους Πεδάνους, προσέτι δε τους Βωλάνους, διότι αντεστάθησαν εις αυτόν, και τους ανθρώπους αιχμαλώτισε και τα χρήματα αυτών διήρπασε. Των δε παραδιδομένων ελάμβανε μεγίστην επιμέλειαν, όπως ουδέ παρά την θέλησιν αυτού βλάπτωνται, και διά τούτο εστρατοπέδευεν απώτατα απ' αυτών, και απέφευγε την χώραν των εντελώς.

ΚΘ. Όταν δε, κυριεύσας τας Βόλλας, πόλιν μη απέχουσαν υπέρ τους εκατόν σταδίους (187) της Ρώμης, πολλά μεν ελαφυραγώγησε πράγματα, σχεδόν δ' όλους εφόνευσε τους ενήλικας, και οι Ουολούσκοι, ουδ' όσοι διωρίσθησαν να μένωσιν εις τας πόλεις, συγκατένευον εις τούτο, αλλ' όλοι ένοπλοι συνέρρεον περί τον Μάρκιον, λέγοντες ότι εκείνον μόνον ηξεύρουσιν άρχοντά των, τότε μέγα εφημίσθη το όνομά του καθ' όλην την Ιταλίαν, και θαυμαστή ήτον της αρετής αυτού η υπόληψις, διότι ενός μόνου ατόμου μετάθεσις κατώρθωσε στροφήν των πραγμάτων τοσούτον παράδοξον. Των δε Ρωμαίων αι υποθέσεις ήσαν εις δεινήν κατάστασιν, διότι είχον μεν απελπισθή από του πολέμου, κατέτριβον δε τας ημέρας των εις συνωμοσίας και στασιαστικούς λόγους προς αλλήλους, έως ότου ανηγγέλθη ότι οι εχθροί πολιορκητικόν τείχος ωκοδόμουν περί το Λαουίνιον, όπου και θεών πατρώων των Ρωμαίων έκειντο ιερά, και ήτον η του γένους αυτών αρχή, διότι πρώτην εκείνην την πόλιν έχτισεν ο Αινείας. Έκτοτε δε διά μιας θαυμαστώς μετεβλήθη η γνώμη του δήμου, παραδόξως δε και απροσδοκήτως μετετράπη και η των πατρικίων και ο μεν δήμος επροθυμήθη ν' ακυρώση του Μαρκίου την καταδίκην, και να προσκαλέση αυτόν εις την πόλιν, η δε βουλή συναχθείσα, και σκεφθείσα περί του βουλεύματος, απέρριψεν αυτό, και εμπόδισε την εκτέλεσίν του, είτε διότι φιλονείκως ηναντιούτο εις όλα όσα ο δήμος εζήτει, είτε άλλως μη θέλουσα να επιστρέψη αυτός διά χάριτος του λαού, είτε και κατ' αυτού εκείνου ήδη οργιζομένη, διότι αυτός όλους εκακοποίει, εν ώ όλοι δεν εδείχθησαν αγνώμονες προς αυτόν, και εφάνη εχθρός της πατρίδος του, εν ώ ήξευρεν ότι το κυριώτατον και άριστον μέρος αυτής έτρεφε προς αυτόν συμπαθείας, και ηδικείτο ομού μετ' αυτού. Ως δ' η απόφασις αύτη εκοινοποιήθη προς τον λαόν, ο μεν δήμος δεν είχε δικαίωμα να ψηφίση τι νομίμως άνευ προδουλεύματος.

Λ. Ο δε Μάρκιος, ακούσας ταύτα, έτι μάλλον ετραχύνθη, και αφείς την πολιορκίαν, εβάδιζε μετ' οργής κατά της πόλεως, και εστρατοπέδευσε περί τας λεγομένας Κλοιλίας τάφρους, τεσσαράκοντα μόνον σταδίους απέχων της πόλεως. Εφάνη δε φοβερός, και πολύν εξήγειρε θόρυβον, αλλά και προς το παρόν έπαυσε την διχογνωμίαν· διότι κανείς, ούτε άρχων, ούτε βουλευτής ετόλμησε πλέον ν' αντειπή εις το πλήθος ότι δεν πρέπει να φέρωσιν οπίσω τον Μάρκιον· αλλά βλέποντες τας γυναίκας να τρέχωσιν άνω και κάτω της πόλεως, και προσευχάς και δάκρυα και δεήσεις των γερόντων εις τα ιερά, και πανταχού έλλειψιν τόλμης και λογισμών σωτηρίων, ωμολόγησαν ότι ορθώς ο δήμος επεχείρησε συνδιάλλαξιν μετά του Μαρκίου, η δε βουλή ότι εντελώς έσφαλεν όταν έδειξεν οργήν και μνησικακίαν, εν ώ καλόν ήτον να παύση μάλλον αυτήν. Απεφάσισαν λοιπόν όλοι να πέμψωσι πρέσβεις προς τον Μάρκιον, και να τω προτείνωσι να επανέλθη εις την πατρίδα του, να τον παρακαλέσωσι δε συγχρόνως να παύση τον πόλεμον. Οι δε πεμφθέντες βουλευταί ήσαν σχετικοί του Μαρκίου, και ήλπιζον πολλήν φιλοφροσύνην κατά τας πρώτας αυτών συνεντεύξεις μετ' ανδρός οικείου και φίλου. Δεν συνέβη όμως ούτως, αλλά, διά του στρατοπέδου των εχθρών οδηγηθέντες, εύρον αυτόν καθήμενον μετ' όγκου και υπεροψίας ανυποφόρου. Έχων δε τους πρώτους των Ουολούσκων περί εαυτόν, διέταξε τους πρέσβεις να ειπώσι τι θέλουσιν. Ως δ' είπον αυτοί μετά του πρέποντος ήθους λόγους επιεικείς και φιλόφρονας, και έπειτα εσιώπησαν, αυτός απεκρίθη μέρος μεν πικρώς υπέρ εαυτού, και μετ' οργής δι' όσα έπαθε, μέρος δ' υπέρ των Ουολούσκων, ως στρατηγός, προσκαλών ν' αποδώσωσι τας πόλεις και την χώραν όσην διά του πολέμου απέκοψαν, και να δώσωσιν εις τους Οδολούσκους ισοπολιτείαν οποίαν είχον και οι Λατίνοι· διότι άλλη ασφαλής κατάλυσις του πολέμου δεν υπήρχε, παρά η επί τη βάσει ισότητος και δικαιοσύνης. Τοις έδωκε δε τριάκοντα ημέρας καιρόν να σκεφθώσι. Και άμα αναχώρησαν οι πρέσβεις, ευθύς απεσύρθη και αυτός εκ της Ρωμαϊκής χώρας.

ΛΑ. Ταύτην έλαβον ως πρώτην αιτίαν δυσαρεσκείας κατ' αυτού όσοι των Ουολούσκων προ πολλού βαρείαν ησθάνοντο και εφθόνουν αυτού την δύναμιν. Είς τούτων ην και ο Τύλλος, ιδίως μεν κατ' ουδέν αδικηθείς υπό του Μαρκίου, αλλ' εις πάθος υποπεσών τοις ανθρώποις κοινόν. Διότι ελυπείτο βλέπων ότι η δόξα του εντελώς ημαυρούτο, και ότι παρεβλέπετο υπό των Ουολούσκων, φρονούντων ότι ο Μάρκιος ήτον το παν δι' αυτούς, απαιτούντων δε ν' αρκώνται οι άλλοι εις μόνον το μέρος της αρχής και της δυνάμεως όσον ήθελε τοις δώσει εκείνος. Εκ τούτου διεσπείροντο κρυφίως αι πρώται κατηγορίαι, και συνερχόμενοι μεταξύ των ηγανάκτουν, και την αναχώρησίν του ωνόμαζον προδοσίαν, διότι αν δεν έδωκεν όπλα και τείχη, έδωκεν όμως καιρόν, εφ' ού τα λοιπά δύνανται και να σώζωνται και πάλιν να καταστρέφωνται, έδωκε τριάκοντα ημέρας εις τον πόλεμον, εν ώ δεν υπάρχει τι ως αυτόν μεγαλητέρας μεταβολάς εις μικρότερον λαμβάνον καιρόν. Ο Μάρκιος όμως δεν αφήκε το διάστημα τούτο του χρόνου να παρέλθη ματαίως, αλλά, περιερχόμενος, έφθειρε και κατέστρεφε τους συμμάχους των πολεμίων, και εκυρίευσεν επτά πόλεις μεγάλας και πολυανθρώπους. Οι δε Ρωμαίοι δεν ετόλμων μεν να βοηθήσωσιν αυτούς, αλλ' αι ψυχαί των ήσαν καταβεβλημέναι, και ομοίως διέκειντο προς τον πόλεμον και τα υπό νάρκης ήδη καταληφθέντα και παραλελυμένα σώματα αυτών. Αφ' ού δ' ο καιρός παρήλθε, και ο Μάρκιος επέστρεψεν εκ νέου μεθ' όλης της δυνάμεως, έπεμψαν πάλιν πρεσβείαν να παρακαλέση τον Μάρκιον να μετριάση την οργήν του, και μακρύνας τους Ουολούσκους εκ της χώρας, να πράξη και προτείνη ό,τι νομίζει συμφέρον εις αμφοτέρους· διότι εκ φόβου μεν ουδόλως θα ενέδιδον οι Ρωμαίοι· αν όμως νομίζη ότι πρέπει να τύχωσιν ευγενούς τινος υποχωρήσεως οι Ουολούσκοι, ότι όλα δύνανται να εγκριθώσιν υπέρ αυτών, αφ' ού καταθέσωσι τα όπλα. Προς ταύτα δ' ο Μάρκιος είπεν, ότι ως στρατηγός μεν των Ουολούσκων ουδέν αποκρίνεται, ως συμπολίτης δε των Ρωμαίων ότι τους συμβουλεύει και τους παρακαλεί, μετριοφρονέστερον περί του δικαίου σκεφθέντες, να επιστρέψωσι προς αυτόν μετά τρεις ημέρας, φέροντες το ζητούμενον ψήφισμα· αν δ' άλλως αποφασίσωσι, να ηξεύρωσιν ότι δεν θέλουσιν έχει άδειαν να επανέλθωσι φέροντες κενούς λόγου εις το στρατόπεδον.

ΛΒ. Όταν δ' επέστρεψαν εις την Ρώμην οι πρέσβεις, και ταύτα ήκουσεν η βουλή, ως αν είχεν η πόλις εμπέσει εις χειμώνα και τρικυμίαν, ανέσυρε και έρριψε την ιεράν άγκυραν (188), ψηφίσασα, όσοι ήσαν ιερείς θεών, ή μυστικών οργίων εκτελεσταί, ή των οιωνών την μαντικήν μετερχόμενοι τέχνην, ήτις ήτον παλαιόθεν πατροπαράδοτος παρά τοις Ρωμαίοις, όλοι ούτοι ν' απέλθωσι προς τον Μάρκιον, φέροντες τας στολάς, άς δι' εκάστον προσδιώριζεν ο νόμος κατά τας ιερουργίας, και να προτείνωσι και παρακαλέσωσιν αυτόν να παύση τον πόλεμον πρότερον, και μετά ταύτα να συνδιαλεχθή μετά των πολιτών περί των Ουολούσκων. Και εδέχθη μεν τους άνδρες εις το στρατόπεδον, ουδ' υπεχώρησεν όμως, ουδ' έπραξεν, ουδ' είπε τι μαλακώτερον, αλλά τους προσεκάλεσεν ή να κλείσωσι την ειρήνην επί τοις όροις ούς τοις είπε και πρότερον, ή να δεχθώσι τον πόλεμον. Αφ' ού λοιπόν επέστρεψαν οι ιερείς, απεφασίσθη να μένωσιν ακίνητοι εις την πόλιν, και να φυλάττωσι τα τείχη, αποκρούοντες τους εχθρούς όταν τους προσβάλλωσι, και πάσαν των την ελπίδα στηρίζοντες μάλλον εις τον καιρόν και εις τας απροσδοκήτους της τύχης φοράς, διότι ήξευρον ότι εξ ιδίων ουδέν έπραττον προς σωτηρίαν των, αλλά την πόλιν κατείχε ταραχή, και φόβος, και φήμαι κακαί, μέχρις ού συνέβη πράγμα τι όμοιον προς το πολλάκις υπό του Ομήρου λεγόμενον, μη πείθον όμως πολύ τους ανθρώπους. Όταν εκείνος εις τας μεγάλας και απροσδοκήτους πράξεις λέγη και αναφωνή·

«Τω το ενέβαλε δε η Θεά Αθηνά εις τας φρένας·» (189) «Έτρεψε δε τις αθάνατος τούτων τας φρένας, την φήμην θεις εις του δήμου τον νουν· (190)

και το

«Ταύτα ενόμισεν, ή τω διέταξε ταύτα Θεός τις.» (191).

καταφρονούσι ταύτα πολλοί, διισχυριζόμενοι ότι διά πραγμάτων αδυνάτων και δι' απιστεύτων μυθευμάτων, καθιστά απίστευτον την λελογισμένην και ελευθέραν εκάστου προαίρεσιν. Αλλά δεν πράττει τούτο ο Όμηρος· εξ εναντίας τα πιθανά και συνήθη και λογικώς περαιούμενα αποδίδει εις την ημετέραν ενέργειαν, ώστε και λέγει πολλάκις·

«Τότε εσκέφθην εγώ εντός της μεγάλης ψυχής μου» (192).

και

«Είπε, κ' εθλίβη πικρώς ο Πηλείδης, διπλώς δ' η ψυχή του εις λογισμούς εκυμάτει εντός του λασίου του στήθους» (193)

και πάλιν

«Δεν έπεισεν όμως τον αγαθόν εις τας σκέψεις, τον έμφρονα Βελλεροφόντην .» (194)

Εις δε τας εκτάκτους και παραδόξους πράξεις, όσαι ανάγκην έχουσιν ενθουσιώδους τινός ορμής και θάρρους, παρεισάγει τον Θεόν ουχί ως αφαιρούντα την ελευθέραν θέλησιν, αλλ' ως κινούντα αυτήν, ούτε εμποιούντα τας ορμάς, αλλά μόνον τας φαντασίας υφ' ών αι ορμαί διεγείρονται· και διά τούτων δεν παριστά την πράξιν ακούσιον, αλλά δίδει την αρχήν της εκουσίου ενεργείας, προσθέτων θάρρος εις αυτήν και ελπίδα. Διότι ή πρέπει να θεωρήσωμεν τα θεία ως ξένα πάσης αρχής και αιτίας των καθ' ημάς συμβαινόντων, ή τις άλλος υπάρχει τρόπος δι' ού να βοηθώσι τους ανθρώπους και να συνεργώσιν υπέρ αυτών; Τούτο δεν κατορθούσι βεβαίως πλάττοντες το σώμα ημών, ουδέ μεταστρέφοντες οι ίδιοι εις ό,τι χρειάζεται τας χείρας ημών και τους πόδας, αλλά διά τινων αρχών και φαντασιών και επινοιών διεγείροντες της ψυχής ημών τας πρακτικάς ή προαιρετικάς δυνάμεις, ή εκ του εναντίου αποτρέποντες αυτάς και συνέχοντες.

ΛΓ. Εν Ρώμη δε τότε και αι γυναίκες, άλλαι μεν εις άλλα ιερά, αι δε πλείσται, και επισημόταται προσέφευγον ικετεύουσαι εις τον βωμόν του Καπιτωλίου Διός. Μεταξύ δ' αυτών ήτον και η Ουαλερία, αδελφή του Ποπλικόλα, του πολλά και μεγάλα και εν πολέμοις και εν τη πολιτεία ωφελήσαντος τους Ρωμαίους. Και ο μεν Ποπλικόλας είχεν αποθάνει πριν, ως διηγήθημεν εις εκείνου τον βίον· η δε Ουαλερία ήτον ένδοξος εις την πόλιν και τιμωμένη, διότι εφαίνετο ότι διά του βίου της δεν κατήσχυνε το γένος αυτής. Αύτη, παθούσα εξαίφνης το πάθος ό λέγω, και κατ' επίνοιαν, εις ήν βεβαίως δεν ήτον ξένη η θεία έμπνευσις, το συμφέρον κατανοήσασα, ηγέρθη η ιδία, και εγείρασα και όλας τας άλλας, ήλθεν εις την οικίαν της μητρός του Μαρκίου Ουολουμνίας. Ως δ' εισήλθε, και εύρεν αυτήν καθημένην μετά της νύμφης της, και εις τα γόνατά της έχουσαν τα παιδία του Μαρκίου, στήσασα τας γυναίκας κύκλω πέριξ αυτής, «Ημείς, είπεν, ω Ουολουμνία, και συ ω Ουεργιλία (195), ερχόμεθα γυναίκες προς γυναίκας, ούτε κατά ψήφισμα της βουλής, ούτε κατά διαταγήν άρχοντος. Αλλ' ο θεός οικτείρας, ως φαίνεται, τας ικεσίας ημών, μας εκίνησε να διευθυνθώμεν εδώ προς σας, και να ζητήσωμεν παρ' υμών ό,τι εις ημάς μεν και τους άλλους πολίτας θέλει γίνει αίτιον σωτηρίας, εις σας δε, αν πεισθήτε, θέλει φέρει δόξαν λαμπροτέραν εκείνης, ής απήλαυσαν των Σαβίνων αι θυγατέρες, όταν εις φιλίαν και ειρήνην συνήνωσαν τους πολεμούντας πατέρας και άνδρας των (196). Έλθετε, πορευθήτε μεθ' ημών προς τον Μάρκιον, και ενώσατε τας δεήσεις υμών μετά των ημετέρων, και μαρτυρήσατε υπέρ της πατρίδος σας μαρτυρίαν αληθή και δικαίαν, ότι καί τοι πολλά βλαπτομένη, ουδέν κακόν έπραξεν ή εσκέφθη καθ' υμών οργιζομένη, αλλά σας αποδίδει εις εκείνον, και αν ουδεμίαν επιεική παραχώρησιν μέλλη παρ' αυτού ν' απολαύση.» Ταύτα είπεν η Ουαλερία, ανεβόησαν δ' αι άλλαι γυναίκες, και η Ουολουμνία απήντησε· «Και των κοινών συμφορών, ω γυναίκες, εξ ίσου μετέχομεν, και ιδίως κακώς διακείμεθα, απολέσασαι του Μαρκίου την δόξαν και αρετήν, και βλέπουσαι ως και το σώμα αυτού φρουρούμενον μάλλον παρά σωζόμενον υπό των εχθρικών όπλων. Το μέγιστον δε δι' ημάς των δυστυχημάτων είναι, αν η πατρίς ημών ούτως εξησθένησεν, ώστε εις ημάς να στηρίζη τας ελπίδας της· διότι δεν ηξεύρω αν θέλη φροντίσει δι' ημάς εκείνος, αφ' ού δεν φροντίζει διά την πατρίδα του, ήν πάντοτε προετίμησε και μητρός και γυναικός και παιδίων. Ουχ ήττον όμως λάβετε και φέρετε ημάς προς εκείνον, διότι αν όχι άλλο, δυνάμεθα την τελευταίαν πνοήν ημών να εκπνεύσωμεν εν ικεσίαις υπέρ της πατρίδος.»

ΛΑ. Και τότε αναστήσασα τα παιδία και την Ουεργιλίαν, μετά των άλλων γυναικών επορεύθη προς το στρατόπεδον των Ουολούσκων· η δ' όψις αυτών ενέπνευσε και εις τους εχθρούς οίκτον, αιδώ και σιωπήν. Έτυχε δ' ο Μάρκιος να κάθηται τότε επί του βήματος μετά των ανωτέρων αξιωματικών, και ως είδε προερχομένας τας γυναίκας, εθαύμασεν· όταν δ' εγνώρισε την μητέρα του, ήτις εβάδιζε πρώτη, ήθελε να εμμείνη εις τους μεν αμετατρέπτους και ακάμπτους του διαλογισμούς, αλλά νικηθείς υπό του πάθους και συνταραχθείς υπό του θεάματος, δεν υπέμεινε να πλησιάση εν ώ αυτός εκάθητο, και καταβάς μετά βίας, την προϋπάντησε, και ησπάσθη πρώτον και επί μακρόν χρόνον την μητέρα του, έπειτα την γυναίκα και τα παιδία του, ούτε δακρύων ούτε φιλοφροσύνης πλέον φειδόμενος, αλλ' εις του πάθους το ρεύμα όλον εαυτόν παραδούς.

ΛΕ. Κορεσθείς δε τούτων, όταν ενόησεν ότι η μήτηρ του ήθελε ν' αρχήση να ομιλή, περιστοιχισθείς υπό των προβούλων των Ουολούσκων, ήκουσε την Ουολουμνίαν ταύτα λέγουσαν· «Βλέπεις, ω υιέ μου, και χωρίς ημείς να σοι το ειπώμεν, και εννοείς εκ των ενδυμάτων και εκ της μορφής των αθλίων σωμάτων ημών, εις ποίαν οικουρίαν μας κατεδίκασεν η φυγή σου. Σκέφθητι τώρα πόσον είμεθα πασών των γυναικών ατυχέσταται ημείς αι ενταύθα ελθούσαι, δι' άς η τύχη μετέβαλε το γλυκύτατον των θεαμάτων εις φοβερώτατον, διότι εγώ μεν βλέπω τον υιόν μου, αυτή δε τον άνδρα της εχθρικώς απειλούντα της πατρίδος τα τείχη. Ό,τι δ' εις τους άλλους είναι παρηγορία πάσης δυστυχίας και κακοπραγίας, το να προσεύχωνται εις τους θεούς, και τούτο κατήντησε δυσχερέστατον δι' ημάς· διότι δεν δυνάμεθα να ζητώμεν νίκην συγχρόνως διά την πατρίδα και σωτηρίαν διά σε παρά των Θεών· αλλ' ό,τι ήθελε καταρασθή τις των εχθρών εναντίον ημών, ταύτα περιέχουσιν αι ημέτεραι ευχαί. Διότι ανάγκη η γυνή και τα τέκνα σου να στερηθώσιν ή σου ή της πατρίδος των. Εγώ δε δεν θα περιμείνω να κρίνη ο πόλεμος εν ώ ζω την τύχην μου κατά τούτο. Αλλ' αν δεν σε πείσω αντί έριδος και κακών να φέρης ομόνοιαν και φιλίαν, και να γίνης αμφοτέρων ευεργέτης μάλλον παρά του ενός μέρους καταστροφεύς, ήξευρε και έσω προειδοποιημένος, ότι δεν θα επέλθης κατά της πατρίδος σου, πριν πατήσης νεκρόν της μητρός σου το σώμα· διότι δεν πρέπει να περιμείνω την ημέραν καθ' ήν θέλω ιδή ή τους πολίτας θριαμβεύοντας κατά του υιού μου, ή τον υιόν μου θριαμβεύοντα κατά της πατρίδος του. Και αν μεν σοι ζητώ να σώσης την πατρίδα σου καταστρέφων τους Ουολούσκους, τότε βεβαίως, υιέ μου, δύσκολος σοι προτείνεται και δυσδιάλυτος σκέψις· διότι ούτε τους πολίτας ν' αφανίσης είναι καλόν, ούτε τους εις σε εμπιστευθέντας είναι δίκαιον να προδώσης. Τώρα δε ζητούμεν απαλλαγήν των κακών, σωτήριον μεν εις αμφοτέρους επίσης, ένδοξον δε μάλλον και καλήν εις τους Ουολούσκους, διότι, όντες ισχυρότεροι, θέλουσι φανή ότι αυτοί δίδουσιν, εν ώ τα λαμβάνουσι, τα μέγιστα των αγαθών, την ειρήνην και την φιλίαν. Τούτων, αν γίνωσι, συ θέλεις είσθαι προ πάντων αίτιος, αν δε δεν γίνωσι, συ θέλεις έχει μόνος την μομφήν παρ' αμφοτέρων. Εν ώ δε ο πόλεμος είναι άδηλος πάντοτε, τούτο όμως έχει το πρόδηλον, ότι εις σε άλλο δεν μένει, παρ' αν νικήσης, να ήσαι ο κακός της πατρίδος σου δαίμων, αν νικηθής, να φανής ότι διά της οργής σου έγινες εις άνδρας φίλους και ευεργέτας αίτιος των μεγίστων συμφορών.»

ΛΣΤ. Εν ώ δε ταύτα έλεγεν η Ουολουμνία, ο Μάρκιος ηκροάτο ουδέν αποκρινόμενος. Επειδή δε και αφ' ού εσιώπησεν αύτη, έμεινεν έτι σιωπών επί χρόνον πολύν, πάλιν η Ουολουμνία «Τι σιγάς, ω υιέ μου; τω είπε. Τι; καλόν είναι να παραδίδηταί τις εντελώς εις την οργήν και την μνησικακίαν; και δεν είναι καλόν να κάμνη τινά χάριν εις την μητέρα όταν περί τοιούτων παρακαλή. Ή αρμόζει εις μέγαν άνδρα να ενθυμήται ότι εκακοποιήθη, το δε να σέβηται και τιμά τους γονείς του διά τας ευεργεσίας δι' ών τα παιδία υπ' αυτών ευεργετούνται, δεν είναι ίδιον ανδρός μεγάλου και αγαθού; Αλλ' εις ουδένα μάλλον ήρμοζε ν' αποδώση χάριν, ως εις σε, όστις ούτω πικρώς ενεργείς την αχαριστίαν. Άλλως τε κατά μεν της πατρίδος μεγάλως ήδη εξεδικήθης, εις δε την μητέρα σου ουδεμίαν χάριν απέδωκας. Και οσιώτατον μεν θα ήτον, και χωρίς τινος ανάγκης, όταν ούτω σε παρακαλώ, να τύχω παρά σου των καλών και δικαίων. Αλλ' αν συ δεν πείθησαι, διατί να μη προσφύγω και εις την εσχάτην ελπίδα;» Και ταύτα ειπούσα, προσπίπτει εις τους πόδας αυτού, ομού μετά της γυναικός και των τέκνων του. Ο δε Μάρκιος, «Τι μ' έκαμες, ω μήτερ» αναβοήσας, την ανήγειρε, και σφοδρώς πιέσας την δεξιάν της, «Ενίκησας, είπε, νίκην ευτυχή μεν διά την πατρίδα, εις εμέ δ' ολεθρίαν, και απέρχομαι νικηθείς υπό σου μόνης.» Ως δ' είπε ταύτα, ολίγα συνομιλήσας ιδίως μετά της μητρός και της γυναικός του, αυτάς μεν απέπεμψεν οπίσω εις Ρώμην, ως τον παρεκάλεσαν· άμα δε παρήλθεν η νυξ, απήγαγε τους Ουολούσκους, οίτινες διέκειντο ουχί κατά τον ίδιον τρόπον πάντες, ουδ' ομοίως, αλλ' οι μεν αυτών εμέμφοντο και τον άνθρωπον και την πράξιν του, οι δε ούτε τούτον ουδ' εκείνον, διότι επεθύμουν την φιλίωσιν και την ειρήνην. Τινές δε, δυσαρεστούμενοι προς τα γινόμενα, εθεώρουν όμως τον Μάρκιον ουχί ως άνθρωπον πονηρόν, αλλά συγγνώμης άξιον, διότι εις τοιαύτην πίεσιν μόνον ενέδωκεν. Ουδείς δ' αντέστη, αλλ' όλοι τον ηκολούθησαν, την αρετήν μάλλον παρά εις την εξουσίαν αυτού σεβόμενοι.

ΛΖ. Το δε μέγεθος του φόβου και του κινδύνου των Ρωμαίων ως εκ του πολέμου, απεδείχθη μάλιστα όταν κατελύθη ο πόλεμος. Διότι ως οι τα τείχη φυλάττοντες είδον εκείθεν τους Ουολούσκους αναχωρούντας, ανεώχθησαν ευθύς πάντα τα ιερά, και πάντες εφόρεσαν στεφάνους, ως αν είχον νικήσει, και ετέλουν θυσίας. Μάλιστα δ' η προς τας γυναίκας αγάπη και τιμή της τε βουλής και του πλήθους άπαντος εδήλωσε την χαράν της πόλεως, και όλοι εν πάση πεποιθήσει έλεγον και εφρόνουν ότι εκείναι έγινον της κοινής σωτηρίας αίτιαι. Και η μεν βουλή εψήφισεν, παν ό,τι αύται ήθελον ζητήσει προς δόξαν ή προς χάριν, να το πράξωσι και το χορηγήσωσιν αυταίς οι άρχοντες· αλλ' αύται ουδέν άλλο εζήτησαν, εκτός του να οικοδομηθή ιερόν της Γυναικείας τύχης, και το μεν ανάλωμα να καταβάλωσιν εξ εαυτών διά συνεισφοράς, τας δ' ιερουργίας και τας τιμάς όσαι ανήκουσιν εις τους Θεούς ν' αναλάβη δημοσίως η πόλις. Η βουλή επήνεσε τότε την φιλοτιμίαν αυτών, και διά δημοσίας δαπάνης ίδρυσε τον ναόν και το άγαλμα (197)· αύται όμως ουχ ήττον συνεισέφερον, και κατασκεύασαν δεύτερον άγαλμα. Περί αυτού δε λέγουσιν οι Ρωμαίοι ότι, όταν το έστηνον εντός του ναού, ωμίλησε και είπε τοιαύτα τινά·

«Μ' εδόσατε, γυναίκες, κατά θεσμόν θεοφιλή.» ΛΗ. Μυθολογούσι δε μάλιστα ότι δις ηκούσθη η φωνή αυτή, πείθοντες ημάς περί πραγμάτων άτινα φαίνονται ως ποτέ να μη έγιναν, και περί ών είναι δύσκολον να πεισθώμεν. Αδύνατον δεν είναι τω όντι να φανώσιν αγάλματα ιδρούντα, δακρύοντα, ή υγρασίαν τινά σταλάζοντα αιματώδη· διότι τα ξύλα και οι λίθοι πολλάκις μεν συνάγουσι σήψιν τινά, εξ υγρασίας προκύπτουσαν, πολλά δ' εκπέμπουσιν αφ' εαυτών χρώματα, και δέχονται βαφάς εκ των περί αυτά· και ουδέν φαίνεται υπάρχον εμπόδιον εις το να δίδη ο Θεός ενίοτε σημεία τινά διά των τοιούτων. Δυνατόν δ' είναι προσέτι όταν ρήγνυνται τα αγάλματα να εκβάλλωσι και κρότον τινά ομοιάζοντα γογγισμόν ή στεναγμόν, ή όταν διαστέλλωνται κατά το βάθος τα μόρια αυτών βιαιότερον· αλλ' εις άψυχον να ενυπάρχη φωνή έναρθρος, και διάλεκτος ούτω σαφής και αξιόλογος, και εντελής κατά την προφοράν, τούτο είναι όλως ακατανόητον· αφ' ού ουδ' η ψυχή, ουδ' ο Θεός δύναται να ηχή και να ομιλή άνευ σώματος οργανικού, και έχοντος τα προς τον λόγον αρμόδια μέρη. Όπου δ' η ιστορία διά πολλών και αξιοπίστων μαρτύρων βιάζει ημάς να πιστεύσωμεν, εκεί το φαινόμενον μας πείθει ότι πάθος τι ανόμοιον προς την αίσθησιν προσέβαλε την φανταστικήν της ψυχής ημών δύναμιν (198)· καθώς καθ' ύπνους νομίζομεν ότι βλέπομεν όσα δεν βλέπομεν, και ακούομεν όσα δεν ακούομεν. Ουχ ήττον όμως οι λίαν εμπαθές έχοντες το αίσθημα της προς τον Θεόν αγάπης και φιλίας αυτών, και μηδέν των τοιούτων δυνάμενοι να διαμφισβητήσωσιν ή ν' αρνηθώσι, στηρίζουσι κυρίως την πίστιν αυτών εις το θαυμάσιον, και εις την ιδέαν ότι η δύναμις του Θεού είναι εκ των ου καθ' ημάς· διότι ουδέν αυτής ουδαμώς ομοιάζει την δύναμιν του ανθρώπου, ούτε η φύσις, ούτε η τέχνη, ούτε η ισχύς· ούτε παράλογον είναι οσάκις πράττει τι εκ των όσων δεν πράττονται υφ' ημών, και κατορθοί τ' ακατόρθωτα· αλλά μάλλον κατά πάντα ο Θεός διαφέρων, προ πάντων είναι ανόμοιος του ανθρώπου και αλλοίος ως προς τα έργα. Αλλά των μεν θείων τα πλείστα, καθ' Ηρακλείτου (199), διαφεύγουσιν εξ απιστίας την γνώσιν ημών.

ΛΘ. Τον δε Μάρκιον, ως επανήλθεν εις το Άντιον εκ της εκστρατείας, μισών μεγάλως ο Τύλλος, και δυσμενώς εκ φόβου προς αυτόν διακείμενος, υπεβουλεύετο να τον φονεύση ευθύς, φρονών ότι αν διέφευγε τότε, λαβήν άλλην δεν θα τω έδιδε. Πολλούς δε συναγαγών και ετοιμάσας κατ' αυτού, διέταξε ν' αποδώση την αρχήν, δίδων εις τους Ουολούσκους και λόγον των πράξεών του. Εκείνος δε, φοβούμενος να γίνη ιδιώτης εν ώ εστρατήγει ο Τύλλος και είχε μεγίστην δύναμιν μεταξύ των συμπολιτών του, έλεγεν ότι την μεν αρχήν θέλει αποδώση εις τους Ουολούσκους εάν διατάξωσι, διότι και διά της διαταγής όλων αυτών την έλαβεν^ ευθύνας όμως και λόγον να δώση εις τους Αντιάτας όσοι επιθυμούσιν, ουδέ τώρα το αποφεύγει. Έγινεν επομένως εκκλησία, και εκεί οι προητοιμασμένοι δημαγωγοί εγειρόμενοι παρώξυνον το πλήθος. Όταν δ' ανέστη ο Μάρκιος, και οι μεν λίαν θορυβούντες ενέδιδον υπ' αιδούς, και τον άφηνον να ομιλήση αφόβως, οι δε άριστοι των Αντιατών, οι προ πάντων χαίροντες διά την ειρήνην, εφαίνοντο ότι θα τον ήκουον μετ' ευνοίας και θα τον έκρινον μετά δικαιοσύνης, εφοβήθη ο Τύλλος του ανδρός την απολογίαν, διότι ήτον περί το λέγειν δεινότατος, και τα πρότερα αυτού έργα τω περιποίουν εύνοιαν νικώσαν την μετά ταύτα κατηγορίαν του· ή μάλλον αυτή η κατηγορία ήτον απόδειξις του μεγέθους της οφειλομένης χάριτος εις αυτόν διότι δεν θα εφαίνοντο αδικούμενοι ως μη κατακτήσαντες την Ρώμην, αν, εξ αιτίας του Μαρκίου, δεν ήσαν εγγύς να την κατακτήσωσιν. Έκρινον λοιπόν ότι δεν πρέπει ν' αργήσωσι περισσότερον, ή ν' αποπειραθώσι του πλήθους· αλλά κραυγάζοντες οι θρασύτατοι των συνωμοτών ότι δεν πρέπει να τον ακούσωσιν, ουδέ ν' αφήσωσι να τυραννή ο προδότης τους Ουολούσκους, και να μη καταθέτη την αρχήν, επέπεσαν όλοι ομού και τον εφόνευσαν, και ουδείς των παρόντων τον υπερησπίσθη. Ότι όμως τούτο εγένετο παρά την γνώμην των πλείστων, τούτο αμέσως το έδειξαν, συνδραμόντες εξ όλων των πόλεων, και θάψαντες εντίμως αυτόν, και δι' όπλων και λαφύρων κοσμήσαντες τον τάφον αυτού, ως ανδρός εξόχου και στρατηγού. Οι δε Ρωμαίοι τον θάνατον αυτού ακούσαντες, άλλο μεν ουδέν έδειξαν σημείον ουδέ τιμής, ουδ' οργής κατ' αυτού· αλλ' έδωκαν εις τας γυναίκας την άδειαν ήν εζήτησαν να πενθήσωσιν αυτόν επί δέκα μήνας, ως ήτον συνήθεια να πενθή εκάστη τον πατέρα, τον υιόν ή τον αδελφόν της, και τούτο ήτον το όριον του μακροτάτου πένθους, ορισθέν υπό του Νουμά Πομπιλίου, ως εδηλώσαμεν εις όσα περί εκείνου εγράψαμεν (200). Του δε Μαρκίου την έλλειψιν ευθύς συνησθάνθησαν των Ρωμαίων τα πράγματα. Διότι πρώτον μεν διαιρεθέντες περί ηγεμονίας προς τους Αικανούς, οίτινες ήσαν φίλοι αυτών και σύμμαχοι, προέβησαν μέχρι τραυμάτων και φόνων (201). Έπειτα δε, νικηθέντες υπό των Ρωμαίων εις μάχην, εις ήν και ο Τύλλος απέθανε, και το άνθος της δυνάμεως αυτών κατεστράφη, ηρκέσθησαν εις συνθήκας αισχίστας, υπήκοοι γενόμενοι, να υπακούωσιν εις της Ρώμης τας προσταγάς.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ ΚAI MAPKIOΥ ΓΑΪΟΥ

A. Αφ' ού δ' εξετέθησαν αι πράξεις όσας ενομίσαμεν λόγου και μνείας αξίας, προφανές είναι ότι αι μεν πολεμικαί υπέρ ουδετέρου κλίνουσι την πλάστιγγα ισχυρώς· διότι επίσης αμφότεροι πολλά μεν εις τας στρατηγίας των στρατιωτικής ανδρείας και τόλμης, πολλά δε τέχνης και προνοίας επέδειξαν έργα· εκτός αν θέλη τις να ειπή τον Αλκιβιάδην στρατηγόν τελειότερον, διά τας κατά γην και κατά θάλασσαν και εις πολλούς αγώνας διηνεκείς νίκας αυτού και τα κατορθώματα. Κοινόν δ' είχον αμφότεροι ότι όταν αυτοπροσώπως διώκουν τους στρατούς, ανώρθουν πάντοτε και προδήλως τα πράγματα της πατρίδος των, και όταν πάλιν απεσύροντο, ότι έτι προδηλότερον έβλαπτον. Ως προς την πολιτικήν δε διαγωγήν, την μεν του Αλκιβιάδου, την λίαν εκλελυμένην, και μη καθαρεύουσαν αναγωγίας και βωμολοχίας, διότι εθήρευε την εύνοιαν του λαού, ταύτην οι σώφρονες εβδελύττοντο· την δε του Μαρκίου, διότι ήτον χάριτος εστερημένη, υπερήφανος και ολιγαρχική, εμίσησεν ο δήμος των Ρωμαίων. Και επαινετή μεν ουδεμία είναι· αλλ' ο δημαγωγών και προς χάριν του δήμου πολιτευόμενος είναι αμεμπτότερος των κακώς μεταχειριζομένων τον λαόν, όπως μη φαίνωνται ότι δημαγωγούν διότι, αισχρόν μεν είναι το να κολακεύη τις τον δήμον όπως αποκτά δύναμιν, αλλά το να ισχύη διά του φόβου, και κακοποιών και πιέζων, είναι ου μόνον αισχρόν, αλλά προσέτι και άδικον.

Β. Κατά δε τον τρόπον, ως γνωστόν, ο μεν Μάρκιος υπολαμβάνεται ότι ήτον απλούς και ακέραιος, ο δ' Αλκιβιάδης πανούργος την διαγωγήν και μη σεβόμενος την αλήθειαν. Μάλιστα δε κατηγορούσιν αυτόν και δι' απάτην και κακοήθειαν, μεθ' ής δολιευθείς τους πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, ως διηγείται ο Θουκυδίδης (202), διέλυσε την ειρήνην. Αλλά τούτο μεν το πολιτικόν αυτού τέχνασμα, ει και έρριψε πάλιν την πόλιν εις πόλεμον, την κατέστησεν όμως ισχυράν συγχρόνως και φοβεράν, διότι διά του Αλκιβιάδου απέκτησε την συμμαχίαν των Μαντινέων και των Αργείων. Ότι δε και ο Μάρκιος κατέστησε και αυτός δι' απάτης εις πόλεμον τους Ρωμαίους και τους Ουολούσκους, ψευδώς διαβαλών τους ερχομένους εις την θεωρίαν, τούτο διηγείται ο Διονύσιος (203)· η δ' αιτία καθιστά το έργον αυτού έτι χειρότερον διότι ουχί εκ φιλονεικίας, ή πολιτικής έριδος ή αμίλλης, ως εκείνος, αλλ' εις οργήν ενδίδων, παρ' ής, ως λέγει ο Δίων (204), ουδείς ουδέν ποτε απολαμβάνει ευχάριστον, πολλά της Ιταλίας μέρη συνετάραξε, και πολλάς πόλεις, αίτινες κατ' ουδέν τον ηδίκησαν, κατέστησε παρανάλωμα του κατά της πατρίδος θυμού. Και ο Αλκιβιάδης μεν κατέστη εξ οργής αίτιος μεγάλων συμφορών εις τους συμπολίτας του· αλλ' άμα είδε μετανοούντας αυτούς, κατεπραΰνθη· και ότε πάλιν απερρίφθη, δεν ενέκρινε των στρατηγών τα σφάλματα, ουδ' ημέλησεν όταν τους είδε κακώς να σκέπτωνται και να κινδυνεύωσιν· αλλ' ό,τι τοσούτον επαινείται ο Αριστείδης πράξας προς τον Θεμιστοκλέα, τούτο έπραξε και αυτός προς τους τότε άρχοντας, ελθών, αν και δεν ήσαν φίλοι του, και ειπών και διδάξας τα δέοντα. Ο δε Μάρκιος, πρώτον μεν εκακοποίησεν όλην την πόλιν, αν και υφ' όλης δεν εκακοποιήθη, εξ εναντίας μάλιστα η αρίστη και ισχυροτάτη μερίς των πολιτών συνηδικήθη μετ' αυτού και συνέπαθεν. Έπειτα δε, όταν διά πολλών πρεσβειών και παρακλήσεων επροσπάθησαν να κατευνάσωσι την οργήν και την λύπην του, δεν συνεκινήθη, ουδ' ενέδωκε, και απέδειξεν ότι εκίνησε βαρύν και άσπονδον πόλεμον όπως καταβάλη και καταστρέψη την πατρίδα του, όχι όπως επιστρέψη εις αυτήν και την απολαύση. Και κατά τούτο δεν δύναταί τις να τους ειπή διαφέροντας, ότι ο μεν Αλκιβιάδης, όταν επεβουλεύθη υπό των Σπαρτιατών, εκ φόβου συγχρόνως και μίσους αυτών μετέβη προς τους Αθηναίους· ο δε Μάρκιος, προς όν οι Ουολούσκοι προσεφέροντο μετά πάσης δικαιοσύνης, δεν ήτον καλόν να εγκαταλείψη αυτούς· διότι και αρχηγός αυτών ανηγορεύθη, και μεγίστην δύναμιν είχε, και πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην, εν ώ εκείνου κατεχρώντο μάλλον ή ό,τι τον μετεχειρίζοντο οι Λακεδαιμόνιοι, μέχρις ού, περιφερόμενος εις την πόλιν, και κυλινδούμενος εις το στρατόπεδον, μέχρι τέλους ερρίφθη εις του Τισαφέρνου τας χείρας· εκτός αν τον επεριποιείτο, διά να μη φθαρώσιν εντελώς αι Αθήναι, εις άς επόθει να επιστρέψη.

Γ. Χρήματα δε ο μεν Αλκιβιάδης ότι και έλαβε πολλάκις ουχί πρεπόντως εκ δωροδοκιών λέγεται, και ότι εδαπάνησε κακώς εις τρυφήν και ακολασίαν. Εις δε τον Μάρκιον έδωκαν οι στρατηγοί προς τιμήν, αλλά δεν τον έπεισαν να τα δεχθή. Διά τούτο και προ πάντων δυσηρέστει το πλήθος εις τας περί χρεών του δήμου διαφοράς του, διότι επίστευον ότι έβλαπτε τους πένητας ουχί προς κέρδος, αλλά προς ύβριν και περιφρόνησιν. Ο Αντίπατρος (205) έν τινι επιστολή του, γράφων περί του θανάτου του φιλοσόφου Αριστοτέλους, προς τοις άλλοις λέγει ότι ο ανήρ εκείνος είχε και του πείθειν την δύναμιν. Εκ των πράξεων όμως και των αρετών του Μαρκίου ελλείπον το προσόν τούτο, καθίστα αυτάς επαχθείς και εις αυτούς τους υπ' αυτού ευεργετουμένους, διότι δεν υπέφερον την υπερηφάνειαν αυτού, και την αυθάδειαν, της ερημίας σύνοικον, ως λέγει ο Πλάτων (206). Ο δ' Αλκιβιάδης εξ εναντίας ήξευρε να μεταχειρίζηται οικείως τους υποθέσεις έχοντας μετ' αυτού, ώστε θαυμαστόν δεν είναι ότι εις όσα κατώρθου ήνθει η δόξα του ενισχυομένη υπό της αγάπης και της τιμής των ανθρώπων· διότι και αυτών των σφαλμάτων του τινά ευχαρίστουν πολλάκις και ήρεσκον. Όθεν ούτος μεν, εν ώ ου μικράς ουδ' ολίγας βλάβας επέφερεν εις την πόλιν, εξελέγετο όμως πολλάκις αρχηγός και στρατηγός· Εκείνος δ' εν ώ διά πολλών κατορθωμάτων και ανδραγαθιών απέκτησεν αρχήν ήτις τω ανήκεν, απεβλήθη όμως αυτής. Ούτω τον μεν, ουδέ κακοποιούμενοι υπ' αυτού εδύναντο να μισώσιν οι πολίται, ο δε συνέβαινε να μισήται καίτοι θαυμαζόμενος.

Δ. Προσέτι δε, ο μεν Μάρκιος ουδέν έπραξε μέγα όταν ήτον της πόλεως στρατηγός, αλλ' όταν εστρατήγει των εχθρών κατά της πατρίδος του. Ο δ' Αλκιβιάδης και ως στρατιώτης και ως στρατηγός ωφέλησε τους Αθηναίους, και παρών εν Αθήναις υπερίσχυσε πάντοτε των εχθρών του όσον ήθελεν, και αι κατ' αυτού διαβολαί ίσχυον μόνον επί της απουσίας του. Ο Μάρκιος όμως παρών κατεδικάσθη υπό των Ρωμαίων, και παρόντα τον εφόνευσαν οι Ουολούσκοι, ανοσίως, ει και δικαίως. Αιτίαν δ' ευλογοφανή έδωκεν ο ίδιος, ότι μη δεχθείς δημοσίως τας συνθηκολογίας, επείσθη ιδίως υπό των γυναικών, και δεν διήλλαξε μεν την έχθραν, αλλ' εν ώ εξηκολούθει ο πόλεμος, απώλεσε τον καιρόν και τον κατεδαπάνησε. Διότι έπρεπε να καταπείση τους εις αυτόν εμπιστευθέντας, και ούτω ν' απέλθη, αν λόγου άξιον εθεώρει να τηρήση δικαίαν διαγωγήν προς αυτούς. Αν δ' ολίγον περί των Ουολούσκων εφρόντιζε, και εκίνησε τον πόλεμον όπως κορέση την ιδίαν οργήν του, και μετά ταύτα τον έπαυσε, δεν ήτον καλόν να φεισθή της πατρίδος του ένεκα της μητρός του, αλλ' έπρεπε να φεισθή της μητρός του ομού μετά της πατρίδος του· διότι και η μήτηρ και η γυνή του ήσαν μέρος της πατρίδος ήν επολιόρκει. Το δε, απηνώς μεν ν' αποκρούση τας δημοσίας ικεσίας και την δέησιν των πρέσβεων και τας παρακλήσεις των ιερέων, έπειτα δε να χαρισθή εις την μητέρα του και ν' αναχωρήση, δεν ήτον τιμή της μητρός του, αλλά της πατρίδος του ατιμία, ήτις εσώζετο εξ οίκτου και εκ παρακλήσεων, ένεκα μιας γυναικός, ως αν δεν ήτον αξία να σωθή ένεκα εαυτής. Η χάρις αύτη φθόνον διήγειρε, και ήτον ωμή και άχαρις, και προς ουδέν των δύο μερών εύνοιαν μαρτυρούσα· διότι αναχώρησεν ούτε πεισθείς υπό των πολεμουμένων, ούτε πείσας τους συμπολίτας του. Τούτων δε πάντων αίτιον ήτον του τρόπου του το ακοινώτητον, το λίαν υπερήφανον και αύθαδες· διότι αυτό καθ' εαυτό δυσάρεστον όν εις το πλήθος, όταν συνδυάζηται και μετά της φιλοδοξίας, γίνεται εντελώς άγριον και ανυπόφορον. Οι έχοντες αυτό, εν ώ δεν περιποιούνται το πλήθος, ως αν δεν είχον ανάγκην τιμής, οργίζονται όμως ότι τιμή δεν τοις αποδίδεται. Και το να μη είναι μέν τις κολακευτικός και περιποιητικός των όχλων, τούτο το είχε και ο Μέτελλος, και ο Αριστείδης, και ο Επαμινώνδας· αλλ' ούτοι, καταφρονούντες αληθώς όσα ο δήμος είναι κύριος να δίδη και ν' αφαιρή, και εξοστρακιζόμενοι πολλάκις, και εις τας χειροτονίας αποτυγχάνοντες, και καταδικαζόμενοι, δεν ωργίζοντο κατά των πολιτών ότι δυσμενώς διέκειντο προς αυτούς, αλλ' ηγάπων αυτούς άμα μετενόουν, και εφιλιούντο προς αυτούς όταν τους παρεκάλουν. Όστις δεν περιποιείται το πλήθος πολύ, ούτος δεν αρμόζει ουδέ πολύ να το τιμωρή· διότι η αγανάκτησις δι' αποτυχίαν τιμής προέρχεται μάλιστα εκ της μεγάλης επιθυμίας προς επιτυχίαν αυτής.

Ε. Και ο μεν Αλκιβιάδης δεν ηρνείτο ότι τιμώμενος έχαιρε, και ότι παραβλεπόμενος ελυπείτο· όθεν επροσπάθει ν' αγαπάται υπό των περί αυτόν και να τους ευχαριστή. Τον δε Μάρκιον δεν άφηνεν η υπερηφάνειά του να περιποιήται τους δυναμένους να τιμήσωσιν αυτόν και να τον προαγάγωσι, και όμως η φιλοδοξία του τω ενέπνεεν οργήν και λύπην όταν παρημελείτο. Ταύτα είναι όσα δύναταί τις να εύρη ψεκτά εις τον άνδρα· τα δ' άλλα όλα εισί λαμπρά. Ως προς την σωφροσύνην δε και την περί τα χρήματα εγκράτειαν άξιος είναι να παραβληθή προς τους αρίστους και καθαρωτάτους των Ελλήνων, ουχί δε τω όντι προς τον Αλκιβιάδην, όστις ως προς ταύτα υπήρξε πάντων θρασύτατος, και υπέρ πάντας προς το καλόν αδιαφορώτατος.

ΤΙΜΟΛΕΩΝ

Α. Η κατάστασις των πραγμάτων των Συρακουσών ήτον προ της αποστολής του Τιμολέοντος εις Σικελίαν τοιαύτη. Ο Δίων, αποδιώξας Διονύσιον τον τύραννον (207), ευθύς εφονεύθη δολίως, και διηρέθησαν οι μετά του Δίωνος τους Συρακουσίους ελευθερώσαντες. Η δε πόλις άλλον μετ' άλλον μεταβαλούσα συνεχώς τύραννον, υπό πλήθους κακών παρ' ολίγον να μείνη εντελώς έρημος. Της δε λοιπής Σικελίας μέρος μεν ήτον εντελώς ανεστατωμένον και εστερημένον πόλεων εξ αιτίας των πολέμων, αι δε πλείσται πόλεις κατείχοντο υπό βαρβάρων μιγάδων και στρατιωτών αμίσθων, οίτινες πρόθυμοι ήσαν εις τας μεταβολάς των δυναστειών. Τότε, δέκα έτη μετά την αποδίωξίν του, ο Διονύσιος, ξένους συλλέξας, και εκδιώξας τον Νυσαίον (208), όστις τότε εκυρίευε των Συρακουσών, ανέλαβε τα πράγματα πάλιν, και εγκατέστη εκ νέου τύραννος, ανελπίστως μεν διά μικράς δυνάμεως την μεγίστην των τυραννίδων αίτινες ποτέ υπήρξαν απολέσας, έτι δ' ανελπιστότερον από φυγάδος και ταπεινού γενόμενος πάλιν κύριος εκείνων οίτινες τον εδίωξαν. Όσοι λοιπόν Συρακούσιοι έμεινον εις την πόλιν, εδούλευον τον τύραννον όστις ούτε άλλως ήτον ήπιος, τότε δ' είχεν εντελώς εξαγριωθή την ψυχήν υπό των συμφορών του. Οι δ' άριστοι και οι επισημότατοι, απευθυνθέντες προς τον Ικέτην, όστις ήτον των Λεοντίων δυνάστης, παρεδόθησαν εις εκείνον, και τον ανηγόρευσαν στρατηγόν εις τον πόλεμον, αν και δεν ήτον καλήτερος ουδενός των ομολογουμένως τυράννων, αλλά διότι δεν είχον πού αλλαχού να στραφώσι, και ενεπιστεύθησαν εις αυτόν, ως όντα εκ γενετής Συρακούσιον, και έχοντα δύναμιν αξίαν ν' αντιταχθή εις την του τυράννου.

Β. Εν τω μεταξύ δ' ήλθον Καρχηδόνιοι μετά στόλου μεγάλου, και εγένοντο απειλητικοί· ώστε φοβηθέντες οι Σικελιώται, ήθελον να στείλωσι πρεσβείαν εις την Ελλάδα, και να ζητήσωσι παρά των Κορινθίων βοήθειαν, ου μόνον διά την συγγένειαν, ουδέ διότι πολλάκις εμπιστευθέντες εις εκείνους ευηργετήθησαν, αλλά προ πάντων διότι έβλεπον την πόλιν φιλελεύθερον και μισοτύραννον, και πολεμήσασαν τους πλείστους και μεγίστους πολέμους ουχί διά πλεονεξίαν και υπέρ εκτάσεως της εξουσίας της, αλλ' υπέρ της των Ελλήνων ελευθερίας. Ο δ' Ικέτης, της στρατηγίας σκοπόν έχων την τυραννίδα, ουχί δε την ελευθερίαν των Συρακουσίων, είχε μεν ήδη συνεννοηθή κρυφίως προς τους Καρχηδονίους, φανερώς δ' επήνει τους Συρακουσίους, και έπεμψεν ομού μετ' αυτών τους πρέσβεις εις την Πελοπόννησον, ουχί διότι ήθελε να έλθη συμμαχία εκείθεν, αλλ' αν, ως ήτον επόμενον, οι Κορίνθιοι, διά τας ελληνικάς ταραχάς και ασχολίας ηρνούντο την βοήθειαν, ήλπιζεν ότι ευκολώτερον θα παρέδιδε τα πράγματα εις τους Καρχηδονίους, όπως έχη αυτούς συμμάχους και συναγωνιστάς κατά των Συρακουσίων μάλλον παρά κατά του τυράννου. Αλλά ταύτα ολίγον μετέπειτα απεδείχθησαν.

Γ. Όταν δ' έφθασαν οι πρέσβεις, οι Κορίνθιοι, συνήθειαν έχοντες να φροντίζωσι πάντοτε υπέρ των αποίκων αυτών, προ πάντων δ' υπέρ της πόλεως των Συρακουσίων (209), επειδή συνέπεσε και τότε κατά τύχην ουδεμία των ελληνικών υποθέσεων να τους ενασχολή, αλλ' έζων εν ειρήνη και εν αργία, εψήφισαν προθύμως να τους βοηθήσωσιν. Εζητείτο δε στρατηγός, και εν ώ οι άρχοντες έγραφον και επρόβαλλον τους σπουδαρχούντας των πολιτών, είς εκ του πλήθους αναστάς ωνόμασε τον Τιμολέοντα, υιόν του Τιμοδήμου, όστις ούτε είχεν εισέτι αρχίσει να πράττη τα κοινά, ούτ' ελπίδα ή προαίρεσιν είχε τοιαύτην· αλλά Θεός τις, ως φαίνεται, ενέβαλε την πρότασιν εις του ανθρώπου τον νουν τοσαύτη και περί την εκλογήν αυτού έλαμψεν ευθύς εξ αρχής ευμένεια τύχης, και τοσαύτη όλας τας πράξεις του επηκολούθησε χάρις, επικοσμούσα του ανδρός την ανδρείαν. Και ήτον μεν υιός γονέων εις την πόλιν ενδόξων, του Τιμοδήμου και της Δημαρίστης, φιλόπατρις δ' εις άκρον και πράος, αλλ' ενταυτώ σφόδρα μισοτύραννος και μισοπόνηρος. Προς δε τους πολέμους είχε φύσιν τοσούτον καλώς και ομαλώς συγκεκερασμένην, ώστε πολλήν μεν, νέος ων, εδείκνυεν εις τας πράξεις του σύνεσιν, ουχί ολιγωτέραν δ' ανδρείαν αφ' ού εγήρασεν. Αδελφόν δ' είχε τον Τιμοφάνην, πρεσβύτερον, κατ' ουδέν αυτόν ομοιάζοντα, αλλά παράφορον και εκ πόθου της μοναρχίας διεφθαρέντα υπό φίλων φαύλων και υπό ξένων στρατιωτικών, ούς είχε πάντοτε περί εαυτόν, φαινόμενον όμως ορμητικόν κατά τι εις τας εκστρατείας και φιλοκίνδυνον. Διά τούτο και κερδίζων την εύνοιαν των πολιτών, ως ανήρ πολεμικός και δραστήριος, εξελέγετο αρχηγός πολλάκις. Εις ταύτα δε συνείργει μετ' αυτού και ο Τιμολέων, κρύπτων μεν αυτού τα ελαττώματα εντελώς, ή κατορθών να φαίνωνται μικρά, όσα δ' η φύσις τω έδωκε προτερήματα, ταύτα ως ωραιότερα και ανώτερα παριστών.

Δ. Όταν δε μάχη συνεκροτήθη των Κορινθίων κατά των Αργείων και Κλεωναίων (210), ο μεν Τιμολέων έτυχεν εις τους οπλίτας τεταγμένος, ο δε Τιμοφάνης, όστις ωδήγει τους ιππείς, περιέπεσεν εις δεινόν κίνδυνον· διότι ο ίππος του πληγωθείς, τον έρριψεν εις τους πολεμίους, και εκ των συντρόφων του οι μεν ευθύς εκορπίσθησαν φοβηθέντες, οι δε παραμείναντες, ολίγοι προς πολλούς μαχόμενοι, δυσκόλως αντείχον. Ως λοιπόν ο Τιμολέων είδε το συμβεβηκός, ορμήσας εις βοήθειαν, και προτείνας την ασπίδα του εμπρός του Τιμοφάνους, όστις έκειτο κατά γης, και πολλά μεν ακοντίσματα, πολλάς δ' εκ του πλησίον πληγάς λαβών εις το σώμα και εις τα όπλα, μόλις απέκρουσε τους εχθρούς και διέσωσε τον αδελφόν του. Εν τούτοις οι Κορίνθιοι φοβηθέντες μη πάθωσιν ό,τι και πριν είχον πάθει, στερηθέντες, εξ αιτίας των συμμάχων, της πόλεως των, εψήφισαν να μισθώσωσι τετρακοσίους ξένους, και κατέστησαν αρχηγόν αυτών τον Τιμοφάνην. Ούτος δε, παν καλόν και δίκαιον παραβλέψας, ευθύς ήρξατο έργων δι' ών εμελέτα να υποτάξη την πόλιν, και πολλούς φονεύσας ακρίτους εκ των πρώτων πολιτών, ανεδείχθη τύραννος. Βαθέως δε διά τούτο λυπούμενος ο Τιμολέων, και συμφοράν εαυτού θεωρών την εκείνου κακίαν, επεχείρησε μεν να ομιλήση μετ' αυτού, και να τον παρακαλέση ν' αφήση την μανίαν και την δυστυχίαν της επιθυμίας εκείνης, και να ζητήση να επανορθώση διά τινος τρόπου το κατά των πολιτών έγκλημά του. Επειδή δ' εκείνος τον απέκρουσε και τον κατεφρόνησε, παραλαβών αυτός εκ μεν των οικείων του τον Αισχύλον, αδελφόν της γυναικός του Τιμοφάνους, εκ δε των φίλων του τον μάντιν όν Σάτυρον μεν ο Θεόπομπος (211), Ορθαγόραν δ' ο Έφορος και ο Τίμαιος (212) ονομάζουσι, και αφείς να παρέλθωσιν ολίγαι ημέραι, ανέβη προς τον αδελφόν του, και στάντες περί αυτόν οι τρεις, τον καθικέτευον, ήδη καν συνελθών και σωφρονήσας, να μεταβάλη την διαγωγήν του. Αλλ' ο Τιμοφάνης πρώτον μεν τους κατεγέλα· έπειτα δ' εξετράπη παραφερόμενος εις οργήν. Τότε ο Τιμολέων εμακρύνθη ολίγον αυτού, και καλύψας το πρόσωπόν του, εστάθη δακρύων· οι δ' άλλοι, τα ξίφη σύραντες, ταχέως τον εθανάτωσαν (213).

Ε. Ως δ' η πράξις διεβοήθη, οι μεν επισημότατοι των Κορινθίων επήνουν την μισοπονηρίαν και μεγαλοψυχίαν του Τιμολέοντος, διότι εν ώ ήτον ανήρ χρηστός και αγαπών τους οικείους του, προυτίμησεν όμως την πατρίδα της οικίας, και το καλόν και το δίκαιον του συμφέροντος, σώσας μεν τον αδελφόν του όταν ηνδραγάθει υπέρ της πατρίδος του, φονεύσας δ' αυτόν όταν την επεβουλεύθη και την υπεδούλωσεν. Όσοι δε δεν εδύναντο να ζώσιν εις δημοκρατίαν, και ήσαν συνειθισμένοι ν' αποβλέπωσι προς δυνάστας, προσεποιούντο μεν ότι χαίρουσι διά τον θάνατον του τυράννου, ύβριζον όμως τον Τιμολέοντα, ως πράξαντα έργον ασεβές και μυσαρόν, και τον έρριψαν εις λύπην βαθείαν. Ακούσας δ' ότι και η μήτηρ του ηγανάκτει, και ότι φοβεράς φωνάς και κατάρας φρικώδεις εξέπεμπε κατ' αυτού, επορεύθη προς αυτήν να την παρηγορήση· Εκείνη όμως δεν υπέφερε να τον ιδή κατά πρόσωπον, αλλά τω έκλεισε την οικίαν, και τότε, όλως περίλυπος γενόμενος, και συνταραχθείς την διάνοιαν, απεφάσισε ν' αποθάνη εξ ασιτίας. Οι φίλοι του όμως δεν τον αφήκαν, αλλά μετεχειρίσθησαν πάσαν δέησιν προς αυτόν και πάσαν βίαν, και ούτως απεφάσισε μεν να ζήση, αλλά μόνος και μεμακρυσμένος· και αφήκε πάσαν ανάμιξιν εις την πολιτικήν, τους δε πρώτους χρόνους ουδέ κατήλθε παντάπασιν εις την πόλιν, αλλ' αδημονών και πλανώμενος, διέτριβεν εις των αγρών τους ερημοτάτους.

ΣΤ. Ούτως αι κρίσεις ημών, αν μη λάβωσι στερεότητα και δύναμιν εκ της λογικής και της φιλοσοφίας, όταν εις πράξεις καθοδηγώσι, σείονται και παραφέρονται ευκόλως υπό των τυχόντων επαίνων ή κατηγοριών, από των ιδίων αυτών λογισμών μακρυνόμεναι. Διότι πρέπει, ως φαίνεται, όχι μόνον η πράξις να ήναι καλή και δικαία, αλλά και η γνώμη δ' ήν πράττεται να είναι μόνιμος και αμετάτρεπτος, και να πράττωμεν αφ' ού σκεπτόμεθα, ουδέ, καθώς οι λαίμαργοι επιζητούσι μετά σφοδράς επιθυμίας τα φαγητά όσα φέρουσι κόρον, και ταχέως εμπλησθέντες τα αποστρέφονται, ούτω και ημείς να λυπώμεθα εξ ασθενείας διά τας πράξεις αίτινες ετελέσθησαν, διότι μαραίνεται του καλού η ιδέα. Η μετάνοια αισχρόν καθιστά και το καλώς πεπραγμένον· απόφασις δ' εκ γνώσεως και εκ σκέψεως ορμωμένη, ουδ' αν αποτύχωσιν αι πράξεις, μεταβάλλεται. Ούτω Φωκίων ο Αθηναίος, εναντιωθείς εις όσα ο Λεωσθένης (214) έπραττεν, όταν εκείνος εφαίνετο επιτυγχάνων, βλέπων τους Αθηναίους θύοντας και μεγαλαυχούντας διά την νίκην, είπεν ότι «ήθελε να είχε μεν πράξει ταύτα, να είχε δε σκεφθή εκείνα.» Σφοδρότερον δ' απεκρίθη ο Λοκρός (215) Αριστείδης, είς των εταίρων του Πλάτωνος, όταν Διονύσιος ο πρεσβύτερος τω εζήτει εις γυναίκα μίαν των θυγατέρων του, και εκείνος είπεν ότι προτιμά να την ιδή νεκράν, παρά σύζυγον του τυράννου. Μετ' ολίγον δε χρόνον ο Διονύσιος εφόνευσε τους υιούς του, και προς ύβριν ηρώτησεν αν έχη πάντοτε την ιδίαν γνώμην περί του γάμου των θυγατέρων του· ο δ' Αριστείδης απεκρίθη ότι λυπείται μεν διά τα γενόμενα, δεν μετανοεί δε διά τα ρηθέντα. Αλλά ταύτα ίσως εισίν συμπτώματα αρετής μείζονος και τελειοτέρας.

Ζ. Το δε πάθος του Τιμολέοντος διά την πράξιν αυτού, είτε λύπη ήτον διά τον αποθανόντα, είτε συστολή διά την μητέρα του, τοσούτον κατέβαλε και συνέτριψεν αυτού την διάνοιαν, ώστε εις είκοσι σχεδόν ετών διάστημα ουδεμίαν επεχείρησε πράξιν επίσημον ή πολιτικήν. Ως λοιπόν τότε ανηγορεύθη, και ο δήμος προθύμως τον εδέχθη και τον εχειροτόνησεν, αναστάς ο Τηλεκλείδης, ο τότε και κατά δύναμιν και κατά δόξαν πρωτεύων εις την πόλιν, παρεκάλει τον Τιμολέοντα να δειχθή εις τας πράξεις ανήρ αγαθός και γενναίος. «Διότι αν, είπε, καλώς αγωνισθής, θα νομίσωμεν ότι εφόνευσας τύραννον, αν δε κακώς, αδελφόν». Ενώ δ' ητοίμαζεν ο Τιμολέων τον πλουν, και συνέλεγε στρατιώτας, ήλθον γράμματα του Ικέτου προς τους Κορινθίους, μηνύοντα την μεταβολήν αυτού και την προδοσίαν· Διότι, άμα εξέπεμψε τους πρέσβεις, ηνώθη αναφανδόν μετά των Καρχηδονίων, και συνέπραττε μετ' εκείνων, επί σκοπώ του ν' αποβάλη τον Διονύσιον εκ των Συρακουσών, και αυτός να γίνη τύραννος. Φοβούμενος όμως μη έλθη πρότερον δύναμις και στρατηγός εκ Κορίνθου, και επιφέρη των σκοπών του την αποτυχίαν, έπεμψεν επιστολήν προς τους Κορινθίους, λέγουσαν ότι δεν είναι ανάγκη να εκτεθώσιν εις φροντίδας και εις δαπάνας, εκπλέοντες εις την Σικελίαν και κινδυνεύοντες, αφ' ού μάλιστα και οι Καρχηδόνιοι δεν επέτρεπον τούτο, και πολλά πλοία έχοντες παρεμόνευον τον στόλον, αυτός δε, διότι εκείνοι εβράδυνον, ηναγκάσθη να δεχθή αυτούς ως συμμάχους κατά του τυράννου. Ως δ' ανεγνώσθησαν ταύτα τα γράμματα, αν καί τις ήτον αμφιταλαντευόμενος προς την εκστρατείαν, τότε παρώξυνε πάντας η κατά του Ικέτου οργή, ώστε προθύμως εχορήγησαν εις τον Τιμολέοντα και συμπαρεσκεύασαν όλα τα εις τον έκπλουν χρήσιμα.

Η. Ως δ' έγινον τα πλοία έτοιμα, και επρομηθεύθησαν όλα τ' αναγκαία εις τους στρατιώτας, εις τας ιερείας της Κόρης (216) εφάνη ότι είδαν κατ' όναρ τας Θεάς ετοιμαζομένας ως δι' αποδημίαν τινά, και λεγούσας ότι μέλλουσι να συμπλεύσωσι μετά του Τιμολέοντος εις την Σικελίαν δι' ό και κατασκευάσαντες τριήρη ιεράν οι Κορίνθιοι, την επωνόμασαν «Των δύο Θεών (217).» Ο ίδιος δε, μεταβάς εις Δελφούς, προσέφερε θυσίαν εις τον Θεόν (218), και όταν κατέβαινεν εις τον χρησμόν (219), έγινε σημείον, ότι εκ των κρεμαμένων αναθημάτων ελύθη ταινία τις, έχουσα και κεντήματα παριστώντα στεφάνους και νίκας, και ελθούσα έπεσεν εις την κεφαλήν του Τιμολέοντος, ώστε εφάνη ως αν αυτός εστέλλετο εις τας μελλούσας του πράξεις υπό του Θεού στεφανούμενος. Ανεχώρησε δε, έχων πλοία Κορίνθια μεν επτά, Κερκυραία δε δύο, και έν δέκατον, ό έδωκαν οι Λευκάδιοι. Εξέπλευσε δε διά νυκτός εις το πέλαγος, και καλόν είχεν άνεμον, όταν αιφνιδίως εφάνη ως αν ανεώχθη ο ουρανός υπέρ το πλοίον αυτού, και έχυσε πυρ πολύ και λαμπρόν. Εξ αυτού δ' υψωθείσα λαμπάς ομοία προς τας των μυστηρίων, και τρέχουσα μετ' αυτών τον ίδιον δρόμον όν ηκολούθουν οι κυβερνώντες προς την Ιταλίαν, έπεσε τέλος κάτω (220). Οι δε μάντεις είπον ότι το φαινόμενον επεκύρου τα όνειρα των ιερειών, και ότι βοηθούσαι αι Θεαί την εκστρατείαν, έστελλον το φως εκ του ουρανού· διότι η Σικελία ήτον ιερά της Κόρης, και εκεί μυθολογούσιν ότι έγινεν η αρπαγή αυτής (221), και ότι η νήσος τη εδόθη εις τους γάμους της ως δώρον ανακαλυπτήριον (222).

Θ. Υπό των Θεών λοιπόν ούτως ενεθαρρύνετο η εκστρατεία αυτών, και μετά σπουδής το πέλαγος διαπλέοντες, διευθύνοντο προς την Ιταλίαν. Τα δ' από της Σικελίας αγγελλόμενα πολλήν αμηχανίαν έφερον εις τον Τιμολέντα, και πολλήν αθυμίαν εις τους στρατιώτας. Διότι ο Ικέτης ενίκησε πολεμήσας τον Διονύσιον, και κατέλαβε τα πλείστα μέρη των Συρακουσών, και περιορίσας αυτόν εις την ακρόπολιν, την καλουμένην Νήσον (223), τον επολιόρκει εκεί και τον περιετείχιζε. Τους δε Καρχηδονίους προσεκάλει να φροντίσωσι να μη επιβή ο Τιμολέων εις την Σικελίαν, αλλ' αφ' ού εκείνος αποκρουσθή, αυτοί τότε να διανεμηθώσι μεταξύ των την νήσον. Έπεμψαν λοιπόν οι Καρχηδόνιοι είκοσι τριήρεις εις Ρήγιον (224), και μετ' αυτών πρέσβεις του Ικέτου προς τον Τιμολέοντα, φέροντας λόγους ομοίους προς όσα επράττοντο. Ήσαν δ' απάται ομοιαλήθεις και προφάσεις πονηρών βουλευμάτων, και έλεγον να έλθη, αν θέλη, αυτός ο Τιμολέων σύμβουλος εις τον Ικέτην, και συμμέτοχος όλων των μέχρι τούδε ευπραγιών του· τας δε ναυς και τους στρατιώτας να στείλη οπίσω εις την Κόρινθον, διότι ο πόλεμος μετ' ολίγον επερατούτο, οι δε Καρχηδόνιοι ήσαν έτοιμοι να εμποδίσωσι την διάβασιν, και να τον πολεμήσωσιν αν ήθελε να διαβή διά βίας. Όταν λοιπόν, καταπλεύσαντες οι Κορίνθιοι εις το Ρήγιον, απήντησαν τας προτάσεις ταύτας των πρέσβεων, και είδον τους Φοίνικας παραμονεύοντας ου μακράν, ηγανάκτουν μεν ότι υβρίσθησαν, και πάντας κατελάμβανεν οργή κατά του Ικέτου, και φόβος υπέρ των Σικελιωτών, διότι σαφώς έβλεπον ότι κατελείποντο αυτοί ως άθλον και μισθός εις τον Ικέτην της προδοσίας, εις δε τους Καρχηδονίους της τυραννίας ήν ούτοι τω επρομήθευον. Τοις εφαίνετο δ' αδύνατον να νικήσωσι και τα ενταύθα ηγκυροβολημένα πλοία των βαρβάρων, διπλάσια όντα των εδικών των, και του Ικέτου την δύναμιν, ής ήρχοντο να στρατηγήσωσιν.

Ι. Εν τούτοις ο Τιμολέων εις συνέντευξιν ελθών μετά των πρεσβευτών και των αρχόντων των Καρχηδονίων, και πράως μετ' αυτών ομιλήσας, τους είπεν ότι πείθεται μεν εις όσα προτείνουσι, διότι τι θα κατώρθου αν δεν επείθετο; ότι όμως θέλει ν' ακούση και να ειπή ταύτα εμπρός πόλεως Ελληνικής και κοινής φίλης, της των Ρηγίνων, και ούτω ν' αναχωρήση· τούτο καν ότι ενδιαφέρει εις αυτού την ασφάλειαν, και εκείνοι ότι πιστότεροι θέλουσιν εμμείνει εις όσα περί Συρακουσίων υπόσχονται, όταν λάβωσι τον δήμον ως μάρτυρα των υποχρεώσεών των. Αλλά τοις επρότεινε ταύτα απάτην τεχναζόμενος διά την διάβασιν. Συνετεχνάζοντο δε μετ' αυτού και πάντες οι στρατηγοί των Ριγίνων, επιθυμούντες να γίνωσι οι Κορίνθιοι κύριοι των πραγμάτων εν Σικελία, και φοβούμενοι την γειτνίασιν των βαρβάρων. Διά τούτο συνεκάλεσαν εκκλησίαν, και έκλεισαν τας πύλας, επί λόγω δήθεν να μη τραπώσιν οι πολίται εις άλλας ενασχολήσεις· ελθόντες δ' εις το πλήθος, μακρούς έλεγον λόγους, και άλλος εις άλλον παρέδιδε την ιδίαν υπόθεσιν, προς ουδέν τέλος, και μόνον τον καιρόν κατατρίβοντες, έως ού κινήσωσιν αι τριήρεις των Κορινθίων. Είχον δε και τους Καρχηδονίους όλως ανυπόπτως παρόντας εις την εκκλησίαν, διότι και ο Τιμολέων ήτον παρών, και εφαίνετο ότι όσον ούπω έμελλε να εγερθή και να ομιλήση. Ως δ' ανήγγειλε τις εις αυτόν κρυφίως ότι αι άλλαι τριήρεις εκίνησαν, μία δ' ότι έμεινεν οπίσω και περιέμενεν, η εδική του, διασχίσας τον όχλον, εν ώ τον έκρυπτον και οι περί το βήμα Ρηγίνοι, και καταβάς εις την θάλασσαν, απέπλευσε διά τάχους· και προσωρμίσθησαν εις το Ταυρομένιον (225), όπου τους εδέχθη, και προ πολλού προθύμως τους εκάλει ο Ανδρόμαχος, όστις είχε την πόλιν, και ήτον δυνάστης αυτής. Ούτος ήτον πατήρ Τιμαίου του ιστορικού (226) και επισημότατος πολύ γενόμενος όλων των τότε εν Σικελία δυναστευόντων, ου μόνον τους συμπολίτας αυτού διώκει νομίμως και δικαίως, αλλά και προς τους τυράννους προφανής ην αυτού η απέχθεια και το μίσος. Διά τούτο επέτρεψε τότε και εις τον Τιμολέοντα να λάβη την πόλιν εκείνην ως ορμητήριον, και τους πολίτας έπεισε να συναγωνισθώσι μετά των Κορινθίων, και να συντελέσωσι μετ' εκείνων εις την ελευθερίαν της Σικελίας.

ΙΑ. Οι δ' εν Ρηγίω Καρχηδόνιοι, αφ' ού ο Τιμολέων απέπλευσε, και διελύθη η εκκλησία, αγανακτούντες διότι διά του στρατηγήματος τούτου εξηπατήθησαν, αστείοι εφαίνοντο εις τους Ρηγίνους, ότι Φοίνικες όντες δεν ηρέσκοντο εις τα δι' απάτης γινόμενα (227). Έπεμψαν δ' εις Ταυρομένιον τριήρην μετά πρεσβευτού, όστις πολλά ομιλήσας προς τον Ανδρόμαχον, και αυθαδώς και βαρβάρως αυτόν απειλήσας, αν δεν αποδιώξη όσον τάχος τους Κορινθίους, τέλος τω έδειξεν υπτίαν την χείρα του, και έπειτα την ανέστρεψε, λέγων ότι τοιαύτη ήτον η πόλις του, και τοιαύτην θέλουσι την κάμει. Γελάσας δ' ο Ανδρόμαχος, άλλο μεν ουδέν απεκρίθη, αλλά την χείρα του, ως εκείνος, πρώτον μεν υπτίαν, έπειτα δ' ανεστραμμένην προτείνας, τον διέταξε ν' αποπλεύση, αν δεν θέλη το πλοίον του, τοιούτον όν, να γίνη τοιούτον. Ο δ' Ικέτης, ακούσας του Τιμολέοντος την διάβασιν και φοβηθείς, εμήνυσε και τω ήλθον πολλαί των Καρχηδονίων τριήρεις. Τότε οι Συρακούσιοι απώλεσαν πάσαν σωτηρίας ελπίδα, βλέποντες τον μεν λιμένα αυτών εις την εξουσίαν των Καρχηδονίων, την δε πόλιν κατέχοντα τον Ικέτην, την δ' ακρόπολιν εις την εξουσίαν του Διονυσίου, τον δε Τιμολέοντα προσηρτημένον εις την Σικελίαν ως εκ κρασπέδου τινός λεπτού, εκ της κωμοπόλεως των Ταυρομενιτών, μετ' ασθενούς ελπίδος και ολίγης δυνάμεως· διότι είχε χιλίους στρατιώτας και την αναγκαίαν τροφήν δι' αυτούς, άλλο δε τίποτε. Ουδ' ενεπιστεύοντο εις αυτόν αι πόλεις, διότι ήσαν πλήρεις κακών, και απηγριωμέναι προς πάντας τους αρχηγούς των στρατοπέδων, προ πάντων διά την απιστίαν του Καλλίππου και Φάρακος (228), ών ο είς, Αθηναίος ων, ο δ' έτερος Λακεδαιμόνιος, αμφότεροι δε λέγοντες ότι ήλθον υπέρ της ελευθερίας και ίνα καταλύσωσι τους μονάρχας, χρυσούν αιώνα έδειξαν εις την Σικελίαν της τυραννίδος τας συμφοράς, και έκαμον να νομίζωνται μακαριώτεροι οι αποθανόντες εν δουλεία των ιδόντων την αυτονομίαν.

ΙΒ. Μη προσδοκώντες λοιπόν ότι ο Κορίνθιος θα ήτον κατ' ουδέν αυτών καλήτερος, αλλ' ότι θέλει έλθει τα ίδια σοφίσματα εις αυτούς φέρων και τα ίδια δελεάσματα μετ' ελπίδων χρηστών, όπως τους καταφέρη εις μεταβολήν νέου δεσπότου, υπώπτευον και απέκρουον τας προσκλήσεις των Κορινθίων, εκτός μόνον των Αδρανιτών (229), οίτινες πόλιν μικράν μεν κατοικούντες, αλλ' ιεράν του Αδρανού, Θεού τινος μεγάλως τιμωμένου καθ' όλην την Σικελίαν, εστασίασαν προς αλλήλους, και άλλοι μεν προσεκάλουν τον Ικέτην και τους Καρχηδονίους, άλλοι δ' έστελλον και διεπραγματεύοντο μετά του Τιμολέοντος. Συνέπεσε δ' αυτομάτως πως, ως έσπευδον αμφότεροι, να προφθάσωσι και δύο οι κατά τον ίδιον καιρόν. Αλλ' ο μεν Ικέτης ήλθεν έχων στρατιώτας πεντακισχιλίους, του δε Τιμολέοντος όλοι ομού δεν ήσαν περισσότεροι των χιλίων διακοσίων. Τούτους είχε λάβει εκ του Ταυρομενίου, απέχοντος του Αδρανού σταδίους τριακοσίους τεσσαράκοντα (230)· και την μεν πρώτην ημέραν δεν επροχώρησε πολύ, και κατεσκήνωσε· την δ' επαύριον, ταχέως οδοιπορήσας, και δυσβάτους τόπους διελθών, περί το τέλος ήδη της ημέρας ήκουσεν ότι ο ικέτες είχε φθάσει αρτίως εις την κωμόπολιν, και είχε στρατοπεδεύσει. Και οι μεν λοχαγοί και ταξίαρχοι (231) εσταμάτησαν τους πρώτους διά να φάγωσι και ν' αναπαυθώσιν, ίνα ώσιν ούτω προθυμότεροι εις τον πόλεμον. Αλλ' ο Τιμολέων, περιερχόμενος μεταξύ αυτών, τους παρακάλει να μη πράξωσιν ούτως, αλλά να προχωρήσωσι ταχέως, και να έλθωσιν εις χείρας μετά των εχθρών οίτινες δεν ήσαν παρατεταγμένοι, ως ήτον επόμενον, διότι μόλις έπαυσαν οδοιπορούντες, και ησχολούντο εις τας σκηνάς και το δείπνον. Και λέγων ταύτα, έλαβε συγχρόνως την ασπίδα του, και προηγείτο πρώτος, ως εις νίκην βεβαίαν. Τον ηκολούθουν δ' οι λοιποί, θάρρος αναλαβόντες, και ολιγώτερον των τριάκοντα σταδίων (232) απέχοντες από των εχθρών. Αφ' ού δε διήλθον και την απόστασιν ταύτην, επιπίπτουσι κατ' αυτών, και ταράττονται οι εχθροί, και τρέπονται εις φυγήν άμα τους ενόησαν πλησιάσαντας. Τότε εφονεύθησαν ολίγοι περισσότεροι των τριακοσίων, ηχμαλωτίσθησαν δε δις τόσοι ζώντες, και εκυριεύθη και το στρατόπεδον. Οι δε Αδρανίται, ανοίξαντες τας πύλας, προσετέθησαν εις τον Τιμολέοντα, μετά φρίκης και θαυμασμού κηρύτοντες, ότι εν ώ συνεκροτείτο η μάχη, ανεώχθησαν αυτομάτως οι ιεροί του ναού πυλώνες, και εφάνη του Θεού (233) το μεν δόρυ εκ του άκρου της αιχμής σειόμενον, το δε πρόσωπον υπό πολλού ιδρώτος βρεχόμενον.

ΙΓ. Ταύτα δε, ως φαίνεται, εσήμαινον όχι την τότε νίκην μόνον, αλλά και τας μετά ταύτα πράξεις, ών ο αγών εκείνος εγένετο αρχή ευτυχής. Διότι πόλεις ευθύς πρεσβείας στέλλουσαι, προσετίθεντο εις τον Τιμολέοντα, και Μάμερκος (234), ο τύραννος της Κατάνης, ανήρ πολεμικός, και διά του πλούτου του ισχυρός, προσέφερε την συμμαχίαν του. Το δε μέγιστον, αυτός ο Διονύσιος, απελπιζόμενος ήδη, και κινδυνεύων να παραδοθή πολιορκούμενος, τον μεν Ικέτην κατεφρόνησε διότι αισχρώς ενικήθη, θαυμάζων δε τον Τιμολέοντα, έπεμψε να παραδώση εις εκείνον και εις τους Κορινθίους εαυτόν και την ακρόπολιν (235). Δεχθείς δ' ο Τιμολέων την ανέλπιστον ευτυχίαν, αποστέλλει τον Ευκλείδην και τον Τηλέμαχον, άνδρας Κορινθίους, εις την ακρόπολιν, και στρατιώτας τετρακοσίους, όχι όλους ομού, ουδέ φανερώς· τούτο ήτον αδύνατον, διότι οι εχθροί ήσαν έτοιμοι να ορμήσωσι κατ' αυτών αλλά κρυφίως, και κατ' ολίγους ριπτομένους εις το φρούριον. Και οι μεν στρατιώται παρέλαβον λοιπόν την ακρόπολιν και του τυράννου την κατοικίαν μεθ' όλης της αποσκευής αυτής, και μεθ' όλων των εις πόλεμον χρησίμων· διότι και ίπποι ήσαν εις την ακρόπολιν ουκ ολίγοι, και παν μηχανών είδος, και βελών πλήθος· όπλων δ' έκειντο αυτόθι επτά μυριάδες εκ παλαιού χρόνου τεθησαυρισμένοι. Στρατιώτας δ' είχε δισχιλίους ο Διονύσιος, ούς παρέδωκεν, ως όλα τα λοιπά, εις τον Τιμολέοντα. Αυτός δ' ο Διονύσιος, χρήματα λαβών και ολίγους των φίλων του, εξέπλευσε χωρίς ο Ικέτης να τον εννοήση, και ελθών εις του Τιμολέοντος το στρατόπεδον, και κατά πρώτον τότε ιδιώτης και ταπεινός φανείς, επί πλοίου ενός και μετ' ολίγων χρημάτων εστάλη εις Κόρινθον, γεννηθείς μεν και τραφείς εις την τυραννικήν αξίαν, την πασών ενδοξοτάτην και μεγίστην, κατασχών δ' αυτήν έτη δέκα, άλλα δε δώδεκα μετά την εκστρατείαν του Δίωνος εις αγώνας και εις πολέμους κακοπαθήσας, και παθών δεινότερα αφ' όσα τυράννων έπραξε. Διότι είδε και τους ενήλικας υιούς του θανατωθέντας, και τας παρθένους θυγατέρας του ατιμασθείσας, και την αδελφήν του, ήτις ήτον και γυνή του συγχρόνως, επί ζωής της μεν εις ασελγεστάτας των εχθρών ηδονάς παρανόμως παραδοθείσαν, βίαιον δε θάνατον αποθανούσαν μετά των τέκνων της, και εις το πέλαγος καταποντισθείσαν (236). Αλλά ταύτα εγράφησαν ακριβώς εις τον βίον του Δίωνος.

ΙΔ. Όταν δ' ο Διονύσιος έφθασεν εις την Κόρινθον, ουδείς υπήρχε των Ελλήνων όστις δεν επεθύμει να τον ιδή και να τον ομιλήση. Και άλλοι μεν, χαίροντες διά τας συμφοράς του, εκ μίσους μετ' ευχαριστήσεως συνήλθον διά να τον πατήσωσιν ως ερριμμένον υπό της τύχης· οι δε διά την μεταβολήν συγκινούμενοι και συμπαθούντες, έβλεπον επί των ασθενών και προδήλων ανθρωπίνων πραγμάτων μεγάλην των αδήλων και θείων αιτιών την δύναμιν. Διότι οι τότε καιροί ουδέν είχον να επιδείξωσιν ούτε φύσεως προϊόν ούτε τέχνης τοσούτον περίεργον, όσον το έργον της τύχης, εκείνον, τον της Σικελίας ολίγον πρότερον τύραννον, τότε εν Κορίνθω διατρίβοντα παρά την οψόπωλιν, ή καθήμενον εις το μυροπώλιον, πίνοντα κρασίον εκ των καπηλείων, και εν τω μεταξύ διαπληκτιζόμενον μετά δημοσίων γυναίων, και τας τραγωδιστρίας εις τας ωδάς διδάσκοντα, και φιλονεικούντα μετά σπουδής προς εκείνας περί θεατρικών ασμάτων και περί αρμονίας του μέλους. Ταύτα δέ τινες μεν ενόμιζον ότι εποίει ο Διονύσιος διότι ήτον οκνηρός την φύσιν και αμελής και ακόλαστος· άλλοι δε, ότι θέλων να καταφρονήται, και να μη ήναι φοβερός εις τους Κορινθίους, ουδ' ύποπτος ότι βαρέως έφερε του βίου την μεταβολήν και ότι επεθύμει τα δημόσια πράγματα, επετηδεύετο ταύτα, και υπεκρίνετο παρά φύσιν, και πάσαν επεδείκνυε φιλοτιμίας έλλειψιν εις την τοιαύτην αργίαν παραδιδόμενος.

ΙΕ. Αναφέρονται δε και λόγοι τινες αυτού, οίτινες φαίνονται αποδεικνύοντες ότι υπέφερεν ουχί αγεννώς τας παρούσας αυτού καταστροφάς. Καταπλεύσας εις την Λευκάδα, πόλιν άποικον των Κορινθίων, ως ήτον και η των Συρακουσών, είπεν ότι τω συμβαίνει το αυτό ό,τι και εις τους σφάλλοντας νεανίσκους· διότι καθώς εκείνοι μετά μεν των αδελφών των φαιδρώς συγκατοικούσι, τους δε πατέρας των αισχυνόμενοι αποφεύγουσιν, ούτω και αυτός, εντρεπόμενος την μητρόπολιν, ευχαρίστως θα κατώκει μεταξύ αυτών. Εις δε την Κόρινθον, προς ξένον τινα αγροίκως πως χλευάζοντα αυτόν διά τας μετά των φιλοσόφων συναναστροφάς του, αίτινες τον ευχαρίστουν όταν ήτον τύραννος, και τέλος ερωτήσαντα, τι άρα απήλαυσεν εκ της σοφίας του Πλάτωνος, «Και σοι φαίνεται, τω είπεν, ότι ουδέν ωφελήθημεν εκ του Πλάτωνος, όταν ούτως υποφέρωμεν της τύχης την μεταβολήν;» Προς δε τον μουσικόν Αριστόξενον (237) καί τινας άλλους, οίτινες τον ηρώτησαν πόθεν προήλθε και τις ήτον η κατά του Πλάτωνος δυσαρέσκειά του, είπεν αυτός ότι, κακών μεν πολλών μεστή είναι η τυραννίς, αλλά κανέν αυτών δεν είναι τόσον μέγα, όσον το ότι κανείς των λεγομένων φίλων δεν ομιλεί προς αυτήν μετά παρρησίας· ότι δε και αυτός υπ' εκείνων εστερήθη της ευνοίας του Πλάτωνος. Όταν δε τις των θελόντων ευφυίαν να δείξη, περιπαίζων τον Διονύσιον, ετίνασσε το ιμάτιόν του εισερχόμενος προς αυτόν, ως εισερχόμενος δήθεν προς τύραννον (238), τω είπεν ο Διονύσιος, αντισκώπτων αυτόν, να πράττη τούτο όταν εξέρχηται, διά να δείξη ότι δεν απέρχεται κλέψας τι εκ του δωματίου. Φίλιππος δ' ο Μακεδών, εις συμπόσιον καθήμενος (239), έρριψεν ειρωνικόν τινα λόγον περί των μελών και των τραγωδιών άς κατέλιπεν ο πρεσβύτερος Διονύσιος, και επροσποιήθη ότι ηπόρει πότε εύρισκεν εκείνος καιρόν να συνθέτη ταύτα· Τω απήντησε δ' ο Διονύσιος ουχί αστόχως· «Όταν συ και εγώ, και όλοι οι μακάριοι νομιζόμενοι, διετρίβομεν περί το ποτήριον.» Και ο μεν Πλάτων δεν είδεν εν Κορίνθω τον Διονύσιον, αλλ' είχεν ήδη αποθάνει· ο δε Σινωπεύς Διογένης (240), όταν απήντησεν αυτόν κατά πρώτον, «Ποσόν αναξίως, τω είπεν, ω Διονύσιε ζης!». Τότε δ' εστάθη εκείνος, και τω απεκρίθη· «Καλά κάμνεις, ω Διόγενες, λυπούμενος μετ' εμού διά τα δυστυχήματά μου.» «Και πώς; είπεν ο Διογένης· Νομίζεις ότι συμπάσχω μετά σου, και ότι πολύ μάλλον δεν αγανακτώ διότι τοιούτον ανδράποδον ων, και άξιος να γηράσης, ως ο πατήρ σου, και ν' αποθάνης εις τα καταγώγια των τυράννων, συ διατρίβεις ενταύθα, παίζων και τρυφών μεθ' ημών;» Ώστε όταν παραβάλλω προς ταύτα τας φωνάς του Φιλίστου, άς εκπέμπει περί των Θυγατέρων του Λεπτίνου ολοφυρόμενος (241), ότι εκ μεγάλων αγαθών, των της τυραννίδος, εις βίον κατέπεσαν ταπεινόν, μοι φαίνονται εκείναι ως θρήνοι γυναικός αλαβάστρους (242) ποθούσης και πορφύρας και χρυσά κοσμήματα. Ταύτα δεν νομίζομεν ξένα εις βιογραφίας, και ελπίζομεν να μη φανώσιν άχρηστα εις ακροατάς μη σπεύδοντας ή μη πολυασχόλους.

ΙΣΤ. Και η μεν δυστυχία του Διονυσίου εφάνη παράδοξος· θαυμαστόν δε ότι είχεν η επιτυχία του Τιμολέοντος. Διότι, αφ' ού επάτησε την Σικελίαν, εντός πεντήκοντα ημερών και την ακρόπολιν των Συρακουσών παρέλαβε, και τον Διονύσιον εις την Πελοπόννησον απέπεμψεν. Εκ τούτων εμψυχωθέντες οι Κορίνθιοι, τω έπεμψαν δισχιλίους οπλίτας και διακοσίους ιππείς, οίτινες φθάσαντες μέχρι Θουρίων (243), επειδή αδύνατον έβλεπον να περάσωσιν εκείθεν, διότι οι Καρχηδόνιοι μετά πολλών πλοίων κατείχον την θάλασσαν, αναγκαζόμενοι να μείνωσιν αυτόθι αργοί και να περιμείνωσιν εύθετον καιρόν, μετεχειρίσθησαν εις κάλλιστον έργον της απραξίας των τον καιρόν. Οι Θούριοι εξεστράτευον τότε κατά των Βρεττίων (244)· παραλαβόντες δ' αυτοί την πόλιν αυτών, την διεφύλαξαν ως ιδίαν αυτών πατρίδα, καθαρώς και πιστώς. Ο δ' Ικέτης την μεν ακρόπολιν των Συρακουσών επολιόρκει, και εμπόδιζε να εισπλεύση σίτος διά τους Κορινθίους. Παρασκευάσας δε δύο ξένους, έπεμψεν αυτούς κρυφίως εις Αδρανόν, διά να δολοφονήσωσι τον Τιμολέοντα, όστις ούτε άλλως είχεν ωργανισμένην σωματοφυλακήν, και τότε, ένεκα της θείας προστασίας, όλως ελευθέρως και ανυπόπτως συνέζη μετά των Αδρανιτών. Οι δε σταλέντες, κατά τύχην ακούσαντες ότι έμελλεν αυτός να προσφέρη θυσίαν, ήλθον εις το ιερόν, εγχειρίδια υπό τα ιμάτια έχοντες, και συναναμιχθέντες μετά των ισταμένων πέριξ του βωμού, επλησίαζον κατά μικρόν επί μάλλον και μάλλον. Ήδη δε προέτρεπον αλλήλους ν' αρχήσωσιν όσον ούπω, όταν τον ένα αυτών εκτύπησέ τις διά ξίφους κατά της κεφαλής, και άμα ούτος έπεσεν, ούτ' εκείνος έμεινεν, όστις τον εκτύπησεν, ούτε ο ελθών μετά του πληγωθέντος· αλλ' εκείνος μεν το ξίφος κρατών και φεύγων, εις πέτραν υψηλήν ανεπήδησεν· ο δ' άλλος, τον βωμόν εναγκαλισθείς, εζήτει χάριν παρά του Τιμολέοντος, υποσχόμενος τα πάντα να τω καταμηνύση. Λαβών δ' αυτήν, εμαρτύρησε καθ' εαυτού και κατά του αποθανόντος, ότι εστάλησαν διά να τον φονεύσωσιν. Εν τούτοις δε και τον εις την πέτραν καταφυγόντα κατεβίβασαν άλλοι, βοώντα άτι ουδέν κακόν έπραξεν, αλλ' ότι δικαίως εφόνευσε τον άνθρωπον, εκδικών τον αποθανόντα πατέρα του, όν εκείνος πριν είχε θανατώσει εν Λεοντίνοις (245). Και εμαρτύρουν υπέρ αυτού τινες των παρόντων, θαυμάζοντες συγχρόνως της τύχης το μηχάνημα, ήτις άλλα δι' άλλων ενεργούσα, και συνάγουσα πάντα μακρόθεν και συγκαταπλέκουσα τα φαινόμενα όλως διάφορα και ουδέν προς άλληλα κοινόν έχοντα, μεταχειρίζεται των μεν τα τέλη εις άλλων αρχάς. Και τον μεν άνθρωπον τούτον εστεφάνωσαν οι Κορίνθιοι διά στεφάνου αξίας δέκα μνων (246), διότι εδάνεισε πάθος δίκαιον εις τον δαίμονα τον φύλακα του Τιμολέοντος, και δεν κατηνάλωσε πρότερον τον θυμόν όν έτρεφε προ πολλού, αλλ' εξ ιδίων αιτιών, και συνάρσει της τύχης, διετήρησεν αυτόν προς σωτηρίαν εκείνου. Η δε του παρόντος καιρού ευτυχία, και προς τα μέλλοντα ανεπτέρωσε τας ελπίδας αυτών, και έβλεπον ως ιερόν άνδρα τον Τιμολέοντα, όν ως εκ Θεού πεμφθέντα βοηθόν εις την Σικελίαν, ώφειλον να σέβωνται και να προφυλάττωσιν.

ΙΖ. Ως δ' απέτυχεν εις την απόπειραν ταύτην ο Ικέτης, και έβλεπε πολλούς περί τον Τιμολέοντα συνασπιζομένους, μεμφθείς εαυτόν, ότι εν ώ τοσαύτην είχε δύναμιν των Καρχηδονίων, μετεχειρίζετο αυτήν ως αισχυνόμενος, κατά μικρά σώματα και λαθραίως υποκλέπτων και παρέργως δεχόμενος την συμμαχίαν αυτών, εμήνυσε τον στρατηγόν αυτών Μάγωνα να έλθη μεθ' όλου του στόλου του. Εισέπλευσε δ' αυτός τότε φοβερός, δι' εκατόν πεντήκοντα πλοίων καταλαμβάνων τον λιμένα, πεζών δ' έξ μυριάδας αποβιβάζων, και στρατοπεδεύων εις την πόλιν των Συρακουσίων· ώστε η έκπαλαι λεγομένη και περιμενομένη εκβαρβάρωσις ήλθεν εις την Σικελίαν. Διότι ποτέ πρότερον δεν είχον κατορθώσει οι Καρχηδόνιοι, αν και μυρίους επολέμησαν πολέμους εις την Σικελίαν, να λάβωσι τας Συρακούσας· τότε δε, όταν τους εδέχθη ο Ικέτης και τοις παρέδωκε την πόλιν, εφαίνετο αύτη εις βαρβάρων μεταβληθείσα στρατόπεδον. Οι δε Κορίνθιοι όσοι είχον την ακρόπολιν, δεινώς διέκειντο και επικινδύνως, τροφήν ικανήν μη έχοντες πλέον, και ένδειαν πάσχοντες, διότι εφρουρούντο οι λιμένες, κατεμερίζοντο δε πάντοτε εις αγώνας και μάχας περί τα τείχη, και εις παν μηχάνημα και εις πάσαν επίνοιαν πολιορκητικήν.

ΙΗ. Ουχ ήττον όμως ο Τιμολέων τους εβοήθει, στέλλων εις αυτούς σίτον εκ Κατάνης διά μικρών αλιευτικών πλοιαρίων και δι' ακατίων λεπτών, άτινα κατώρθουν εν καιρώ τρικυμίας μάλιστα να εισπλέωσι διά των βαρβαρικών τριηρών, περώντα κάτωθεν αυτών, όταν τας εχώριζεν ο κυματισμός και ο σάλος. Ταύτα βλέποντες οι περί τον Μάγωνα και Ικέτην, ηθέλησαν να κυριεύσωσι την Κατάνην εξ ής ήρχοντο διά θαλάσσης αι τροφαί εις τους πολιορκουμένους, και λαβόντες της δυνάμεως αυτών το μαχιμώτατον, εξέπλευσαν εκ των Συρακουσών. Ο δε Κορίνθιος Νέων, (ήτον δ' ούτος ο αρχηγός των πολιορκουμένων), ιδών από της κορυφής τους εχθρούς όσοι έμειναν, ότι απροσέκτως και αμελώς εφύλαττον, επέπεσεν εξαίφνης επ' αυτούς εν ώ ήσαν διεσπαρμένοι, και άλλους μεν φονεύσας άλλους δε τρέψας εις φυγήν, εκυρίευσε και κατέλαβε την θέσιν την λεγομένην Αχραδινήν, ήτις εφαίνετο ότι ήτον το ισχυρότατον και μάλλον απρόσβλητον μέρος της πόλεως των Συρακουσών, συγκειμένης τρόπον τινα εκ πολλών πόλεων. Κυριεύσας δε πολύν σίτον και πολλά χρήματα, δεν αφήκε τον τόπον, ουδ' ανεχώρησε πάλιν εις την άκραν, αλλά περιφράξας τον περίβολον της Αχραδινής, και συνάψας αυτήν διά των περιτειχισμάτων μετά της ακροπόλεως, την εφύλαττε. Τους δε μετά του Μάγωνος και του Ικέτου, όντας ήδη πλησίον της Κατάνης, προφθάσας ιππεύς εκ Συρακουσών, τοις ανήγγειλε την άλωσιν της Αχραδινής. Ταραχθέντες δ' αυτοί, ανεχώρησαν διά τάχους, ούτε την πόλιν κυριεύσαντες καθ' ής εξήλθον, ούτε φυλάξαντες εκείνην ήν είχον.

ΙΘ. Και ταύτα μεν η πρόνοια και η ανδρεία δύναται μέχρι τινός να τ' αμφισβητήση προς την τύχην· το δε μετά ταύτα γενόμενον φαίνεται εντελώς ότι εξ ευνοίας της τύχης συνέβη. Οι στρατιώται των Κορινθίων όσοι διέτριβον εν Θουρίοις, φοβούμενοι τας τριήρεις των Καρχηδονίων αίτινες τους παρεφύλαττον μετά του Άννωνος, και επειδή συγχρόνως διά την σφοδρότητα του ανέμου προ πολλών ημερών ήτον εξηγριωμένη η θάλασσα, εκίνησαν να πορευθώσι πεζή διά της χώρας των Βρεττίων (247). Και μέρος μεν πείθοντες τους βαρβάρους, μέρος δε διά της βίας διερχόμενοι, κατέβαινον προς το Ρήγιον, εν ώ το πέλαγος ήτον έτι τρικυμιώδες. Ο δε των Καρχηδονίων ναύαρχος επειδή δεν περιέμενε τους Κορινθίους, και ενόμιζεν ότι ματαίως εκεί εκάθητο, πείσας εαυτόν ότι επενόησε σοφόν ότι και πανούργον προς απάτην, διέταξε τους ναύτας να στεφανωθώσι, και κοσμήσας τας τριήρεις δι' ελληνικών ασπίδων και φοινίκων καλυμμάτων, έπλεε προς τας Συρακούσας· και παρά την ακρόπολιν, ισχυρώς τας κώπας κτυπών, και μετά κρότου και γέλωτος, εβόα ότι έρχεται νικήσας και κατατροπώσας τους Κορινθίους, ούς κατέλαβεν εις την θάλασσαν διαπλέοντας. Ήλπιζε δε διά τούτων να προξενήση δυσθυμίαν εις τους πολιορκουμένους. Αλλ' εν ώ ταύτα εφλυάρει και γελοίαν απάτην μετεχειρίζετο, οι Κορίνθιοι, καταβάντες εκ των Βρεττίων εις το Ρήγιον, επειδή ουδείς εφύλαττε, και είχε πέσει ο άνεμος ανελπίστως, και ο πορθμός εφαίνετο ακύμαντος και λείος, πληρώσαντες ταχέως τα περάματα και τα αλιευτικά πλοιάρια όσα ήσαν εκεί, απέπλευσαν, και διέβησαν εις την Σικελίαν τοσούτον ασφαλώς και μετά τοσαύτης γαλήνης, ώστε έσειρον και τους ίππους εκ των χαλεινών, κολυμπώντας πλησίον των πλοίων.

Κ. Αφ' ού δ' όλοι διήλθον, ο Τιμολέων δεχθείς αυτούς, εκυρίευσεν ευθύς την Μεσσήνην (248), και παραταχθείς, εξεστράτευσε κατά των Συρακουσών, πεποιθώς μάλλον εις την καλήν τύχην δι' ής τοσαύτα επετύγχανε και κατώρθου, παρά εις την δύναμίν του· διότι δεν είχε μεθ' εαυτού περισσοτέρους των τετρακισχιλίων. Ως δ' ανηγγέλθη η έφοδος αυτού εις τον Μάγωνα, θορυβούμενος ούτος και φοβηθείς, έτι μάλλον συνέλαβεν υποψίας εξ αιτίας τοιαύτης. Οι περί την πόλιν βάλτοι πολύ μεν δέχονται εκ βρύσεων πότιμον ύδωρ, πολύ δ' εξ ελών και ποταμών, οίτινες καταρρέουσιν εις την θάλασσαν, και εις αυτούς τρέφεται πλήθος εγχέλεων, και υπάρχει πάντοτε άφθονος άγρα αυτών. Ταύτας δ' εθήρευον ομού οι μισθωτοί στρατιώται και των δύο μερών, επειδή ήσαν εις αργίαν και εις ανακωχήν. Ως όντες δ' εκατέρωθεν Έλληνες, και προς αλλήλους μη έχοντες αφορμήν ιδίων απεχθειών, εις μεν τας μάχας εκινδύνευον προς αλλήλους ευρώστως, επί δε της ανακωχής ερχόμενοι προς αλλήλους, συνδιελέγοντο. Και τότε κοινόν έχοντες το έργον της αλιείας, συνωμίλουν, θαυμάζοντες της θαλάσσης εκείνης την ωραιότητα, και την αξιολογότητα των χωρών. Και τις εκ των συνεκστρατευόντων μετά των Κορινθίων, είπε· «Πόλιν τόσον μεγάλην και τόσα καλά έχουσαν, σεις, Έλληνες όντες, θέλετε να την εκβαρβαρώσητε, κατοικίζοντες πλησιέστερον ημών τους κακίστους και φονικωτάτους Καρχηδονίους, εν ώ έπρεπε να εύχεσθε πολλαί Σικελίαι να κείνται μεταξύ αυτών και της Ελλάδος. Ή νομίζετε ότι ούτοι συνήθροισαν στρατόν και ήλθον από των Ηρακλείων στηλών και της Αντλαντικής θαλάσσης διά να κινδυνεύσωσιν υπέρ της δυναστείας του Ικέτου, όστις, αν εσκέπτεπο ως ηγεμών, δεν θ' απέκρουε τους πατέρας (249) ουδέ θα έφερε τους εχθρούς κατά της πατρίδος του, αλλά θ' απελάμβανε και τιμήν και δύναμιν όσην πρέπει, πείσας τους Κορινθίους και τον Τιμολέοντα;» Τούτους τους λόγους οι μισθοφόροι διέδωκαν εις το στρατόπεδον, και ενέπνευσαν υποψίαν εις τον Μάγωνα, ότι προδίδεται. Εζήτει δε και προ πολλού πρόφασιν. Επομένως, ει και τον παρεκάλει ο Ικέτης να παραμείνη, και τω έλεγε πόσον ανώτεροι εισί των εχθρών, αυτός όμως, νομίζων ότι εισί κατά την ανδρείαν μάλλον και κατά την τύχην κατώτεροι του Τιμολέοντος, παρ' ό,τι υπερισχύουσι κατά το πλήθος της δυνάμεως, απέπλευσεν ευθύς εις Λιβύαν, αισχρώς και κατ' ουδεμίαν ανθρωπίνην προσδοκίαν αφείς εκ των χειρών του την Σικελίαν.

ΚΑ. Την δ' επαύριον παρέστη ο Τιμολέων παρατεταγμένος εις μάχην. Ως δ' ήκουσαν την φυγήν, και είδαν την ερημίαν των νεωρίων, τοις ήλθε να γελάσωσι διά την ανανδρίαν του Μάγωνος, και περιερχόμενοι, εκήρυττον εις την πόλιν αμοιβήν εις όν τινα τοις κατήγγελλε πού απέδρα ο στόλος των Καρχηδονίων. Επειδή όμως ο Ικέτης ήθελε μάχην εισέτι, και δεν παρητείτο της εξουσίας επί της πόλεως, αλλ' ενέμενε πεισματωδώς εις τα μέρη όσα κατείχε, διότι ήσαν ισχυρά και δυσάλωτα, διαιρέσας ο Τιμολέων την δύναμίν του, ο ίδιος μεν προσέβαλλε παρά το ρείθρον του Ανάπου ποταμού, όπου ήτον βιαιότερον, τους δ' άλλους διέταξε να επιτεθώσιν εκ της Αχραδινής, και τούτων αρχηγός ήτον Ισίας ο Κορίνθιος. Τους δε τρίτους έφερον κατά των Επιπολών (250) ο Δείναρχος και ο Δημάρετος, εκείνοι οίτινες έφερον την τελευταίαν βοήθειαν εκ Κορίνθου. Ως επέπεσαν λοιπόν ούτοι πανταχόθεν συνάμα, και οι περί τον Ικέτην τραπέντες έφευγον, η πόλις εκυριεύθη κατά κράτος, και ταχέως έγινεν υποχείριος, και οι εχθροί εδιώχθησαν. Και ταύτα μεν είναι δίκαιον ν' αποδώσωμεν εις την των μαχομένων ανδρείαν και εις του στρατηγού την ικανότητα. Το δ' ότι ουδείς των Κορινθίων ουδ' εφονεύθη ουδ' ετραυματίσθη, εφάνη κατόρθωμα ίδιον αυτής της τύχης του Τιμολέοντος, ήτις διηγωνίζετο τρόπον τινα προς την αρετήν του ανδρός, όπως θαυμάζωοιν οι ακούοντες τα μακαριζόμενα έργα αυτού έτι μάλλον των επαινουμένων. Διότι ου μόνον εις την Σικελίαν πάσαν και εις την Ιταλίαν διεδόθη ευθύς η φήμη, αλλ' εντός ολίγων ημερών αντήχει καθ' όλην την Ελλάδα το μέγεθος του κατορθώματος· ώστε, εν ώ η πόλις των Κορινθίων δεν επίστευεν έτι ότι ο στόλος αυτής διέπλευσεν, ήκουσε συγχρόνως ότι εσώθη και ενίκησεν ο στρατός της. Ούτως άριστα αι πράξεις επέτυχον, και εις το τόσον κάλλος των έργων προσέθηκεν η τύχη και την ταχύτητα.

ΚΒ. Ως δ' έγινε της άκρας κύριος, δεν έπαθε το ίδιον πάθος μετά του Δίωνος, ουδ' εφείσθη του τόπου διά το κάλλος αυτού και την πολυτέλειαν της κατασκευής, αλλά φυλαχθείς από της υποψίας δι' ήν πρώτον διεβλήθη και μετά ταύτα κατεστράφη εκείνος, εκήρυξε να έλθη όστις θέλει των Συρακουσίων μετά σιδήρου, και να βοηθήση εις το να κατασκαφώσι τα τυραννικά οχυρώματα. Όλοι δ' ανέβησαν, αρχήν ελευθερίας ασφαλεστάτην θεωρήσαντες το κήρυγμα και την ημέραν εκείνην, και ου μόνον την άκραν, αλλά και τας οικίας και τα μνήματα των τυράννων ανέτρεψαν και κατέσκαψαν. Ευθύς δ' ομαλύνας τον τόπον, ωκοδόμησε τα δικαστήρια εις αυτόν, να ευχαριστήση ζητών τους πολίτας, και της τυραννίδος ανωτέραν αναδεικνύων την δημοκρατίαν. Αφ' ού, όμως εκυρίευσε την πόλιν, δεν είχε πολίτας, διότι άλλοι μεν εφονεύθησαν εις τας στάσεις και τους πολέμους, άλλοι δ' έφυγον την τυραννίαν και η μεν των Συρακουσών αγορά διά την ερημίαν υπό τόσον βαθέος εκαλύφθη χόρτου, ώστε οι ίπποι έβοσκον εν αυτή, και οι ιπποκόμοι κατέκειντο εις την χλόην, αι δ' άλλαι πόλεις, πλην ολιγίστων, εγένοντο πλήρεις ελάφων και αγριοχοίρων, και εις τα προάστεια και περί τα τείχη πολλάκις οι αργοί εκυνήγουν. Δεν υπήκουε δε κανείς των εις τα οχυρώματα και τα φρούρια κατοικούντων, ουδέ κατέβησαν δις την πόλιν, αλλά φρίκη και μίσος εκυρίευσε πάντας διά τας εκκλησίας του δήμου, και διά την πολιτικήν, και διά των ρητόρων το βήμα, εξ ών προέκυψαν εις αυτούς οι πλείστοι των τυράννων. Διά τούτο απεφάσισεν ο Τιμολέων και οι Συρακούσιοι να γράψη προς τους Κορινθίους, αυτοί να στείλωσι κατοίκους εις τας Συρακούσας εκ της Ελλάδος, διότι άλλως η χώρα έμελλε να μείνη ακαλλιέργητος, και πολύν πόλεμον περιέμενον εκ Λιβύας, ακούσαντες ότι ο Μάγων ηυτοχειριάσθη, και οι Καρχηδόνιοι εσταύρωσαν το σώμα του, οργισθέντες διά την στρατηγίαν του, και συνήγον μεγάλην δύναμιν, προτιθέμενοι την άνοιξιν να διαβώσιν εις Σικελίαν.

ΚΓ. Ως δ' εκομίσθησαν τα γράμματα ταύτα του Τιμολέοντος, και ήλθον και των Συρακουσίων οι πρέσβεις, και παρεκάλουν να επιμεληθώσι της πόλεως οι Κορίνθιοι, και να γίνωσιν εκ νέου πάλιν αυτής οικισταί, δεν ήρπασαν ούτοι ευθύς την ευκαιρίαν προς κόρεσιν της πλεονεξίας, ουδ' έλαβον την πόλιν αλλά πρώτον μεν, περιερχόμενοι τους ιερούς αγώνας εις την Ελλάδα και τας μεγίστας των πανηγύρεων, ανηγόρευον διά κηρύκων, ότι οι Κορίνθιοι καταλύσαντες την εν Συρακούσαις τυραννίδα, και διώξαντες τον τύραννον, καλούσι τους Συρακουσίους, και όν τινα θέλει των άλλων Σικελιωτών, να κατοικήσωσι την πόλιν, ελεύθεροι και αυτόνομοι, και την χώραν εξ ίσου και δικαίως διανεμηθέντες. Έπειτα δε, αγγελιαφόρους στέλλοντες εις την Ασίαν και τας νήσους, όπου ήκουσαν ότι κατώκουν διεσπαρμένοι φυγάδες, τους προσεκάλουν όλους να έλθωσιν εις την Κόρινθον, όθεν οι Κορίνθιοι έμελλον να τους πέμψωσιν ασφαλώς εις τας Συρακούσας, και πλοία και στρατηγούς να τοις χορηγήσωσιν ιδίαις δαπάναις. Ως δε ταύτα εκηρύττοντο, η μεν πόλις τον δικαιότατον και κάλλιστον απελάμβανεν έπαινον, και εζηλεύετο διότι ηλευθέρωσε μεν από των τυράννων, έσωσε δ' από των βαρβάρων και απέδιδεν εις τους πολίτας την χώραν οι δε συνελθόντες εις Κόρινθον, μη όντες αρκετοί το πλήθος, παρεκάλεσαν να λάβωσι συνοίκους εκ Κορίνθου και της άλλης Ελλάδος· και γενόμενοι ουχί ολιγώτεροι των δεκακισχιλίων, κατέπλευσαν εις τας Συρακούσας. Ήδη δε και εκ των διεσπαρμένων εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν πολλοί συνήχθησαν περί τον Τιμολέοντα, και τότε εις αυτούς, εξήκοντα χιλιάδας γενομένους τον αριθμόν, ως λέγει ο Άθανις (251) διένειμε μεν την χώραν, επώλησε δε τας οικίας διά χίλια τάλαντα (252) δίδων ούτω συγχρόνως εις τους αρχαίους Συρακουσίους αφορμήν να εξαγοράσωσι τας εδικάς των, και ενταυτώ προμηθεύων ευπορίαν χρημάτων εις τον δήμους, όστις ούτως επένετο και προς όλα τ' άλλα και προς τον πόλεμον, ώστε και τους ανδριάντας επώλησε, και ψηφοφορία εγένετο περί εκάστου και κατηγορία, ως περί ανθρώπων εις ευθύνην υποβαλλομένων. Τότε δε λέγεται ότι οι Συρακούσιοι διετήρησαν τον ανδριάντα του παλαιού τυράννου Γέλωνος, εν ώ τους άλλους όλους κατεδίκασαν εν τη χειροτονία, διότι εσέβοντο και ετίμων τον άνδρα εκείνον ένεκα της νίκης ήν ενίκησε πλησίον της Ιμέρας κατά των Καρχηδονίων (253).

Notes in this chapter

Note 1 · Της πανώλους. ↩Note 2 · Τον στρατολογικόν.↩Note 3 · Δηλαδή τους εκ του λαού όσοι ήσαν υπό την προστασίαν του, καλλιεργούντες τα κτήματά του.↩Note 4 · Το επόμενον έτος 263 α. κ. Ρ'.↩Note 5 · Το ιμάτιον ήτον το επί του χιτώνος ένδυμα.↩Note 6 · Ο κατήγορος του Σωκράτους.↩Note 7 · Οι δήμαρχοι είχον το δικαίωμα, παρά την θύραν καθήμενοι της Βουλής ν' ακούωσι τας συζητήσεις.↩Note 8 · Aediles, κατ' αρχάς βοηθοί των δημάρχων, έχοντες την αστυνομίαν των οικοδομών, των οδών, του σίτου κτλ.↩Note 9 · Την Ταρπηίαν πέτραν υπό το Καπιτώλιον.↩Note 10 · Nundinæ, εκ του Nono die, εννάτη ημέρα.↩Note 11 · Οι Αντιάται είχον συλλάβει τα παρά του Γέλωνος πεμπόμενα τοις Ρωμαίοις σιτοφόρα πλοία, και αιχμαλωτίσει τους ναύτας. Οι Ρωμαίοι έπεμψαν προςNote 12 · Ιδίως ο Μάνιος, Ουαλέριoς.↩Note 13 · Λόχος Centuria. Φυλή Tribus. Λόχοι υπήρχον 193, και εις αυτούς ην διηρρημένον το πλήθος κατά περιουσίας, ώστε αι πλουσιώτεραι τάξεις εξήσκουNote 14 · Ο Δήμαρχος Δέκιος διισχυρίσθη ότι διά των στρατιωτών τούτων ήθελε να υποτάξη την Ρώμην.↩Note 15 · Υπέρ αυτού εκηρύχθησαν 9 φυλαί, και 12 κατ' αυτού. ↩Note 16 · Αφίδιος, κατ' άλλας ορθοτέρας γραφάς. Άττιος παρά Λιβίω και Δ. Αλικαρνασσεί.↩Note 17 · Ο ειπών είναι ο Ηράκλειτος, ως αναφέρει και Αριστοτ. (Πολιτ. Ε, 1') και αυτός ο Πλούταρχος αλλαχού (Π. Λοργ. § 9. Ερωτ. § 11.). Το χωρίον είNote 18 · Οδύσσ. Δ, 246.↩Note 19 · Η Εστία ήτον άσυλον. Εις αυτήν εκάθησεν ως ικέτης. ↩Note 20 · Η πομπή αύτη ήτον η των ludi magni circenses, των αγομένων προς τιμήν του Καπιτωλίου Διός.↩Note 21 · Furcifer, Δικρανοφόρος, κύλων.↩Note 22 · Hoc age. Ίδ. Νουμ. ΙΔ.↩Note 23 · Thensæ (του ν προ του σ μεταβληθέντος εις σ κατά τον ελληνικόν κανόνα) ήσαν αργυραί ή ελεφάντιναι άμαξαι, φέρουσαι των θεών αγάλματα.↩Note 24 · Αυτεξούσιος.↩Note 25 · Αποικία από Ταρκυνίου Σουπέρβου, κληθείσα κατά την ομηρικήν Κίρκην, ήτις υπετίθετο ότι ενταύθα κατώκει.↩Note 26 · Σχεδόν 5 ώρας. ↩Note 27 · «Άρασα την αφ' ιεράς αφήκεν.» Ως και ο Κοραής παρατηρεί, συγχέει ενταύθα δύω παροιμίας ο Πλούταρχος· διότι, έλεγον «ιεράν» μίαν των αγκύρων Note 28 · Ομήρ. Οδύσσ. Φ. 1, όπου φέρεται «Τη δ' αρ» αντί «Τω δ' αρ» ↩Note 29 · Ομ. Οδ. Σ, 178, όπου όμως άλλως ο στίχος φέρεται, και είτε εκ λήθης, είτε εξ άλλου αντιγράφου έγραψεν ούτως ο Πλούταρχος. ↩Note 30 · Ομ. Οδύσσ. 1, 339.↩Note 31 · Αυτ. 299. ↩Note 32 · Ομ. Ιλιάδ. Α, 188 ↩Note 33 · Ομ. Ζ. 162.↩Note 34 · Ουολουμνίαν λέγει, την γυναίκα του Κοριολάνου Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, την μητέρα αυτού καλών Ουατουρίαν. Ίδ. και §Δ. ↩Note 35 · Ίδ. Βίον Ρωμύλου, § ΙΘ.↩Note 36 · Ανηγέρθη ο ναός της Γυναικείας Τύχης επί της λατινικής οδού (via latina), τετρακισχίλια βήματα μακράν της πόλεως, εις αυτήν εκείνην την θέσιNote 37 · Το χωρίον ενταύθα φαίνεται βεβλαμμένον, και η έννοια βεβιασμένη. ↩Note 38 · Φιλόσοφος. Ίδ. Ρωμύλ. ΚΗ.↩Note 39 · Βίος Νουμά, § ΙΒ. Κατ' άλλους επένθησαν τον Μάριον όλοι οι Ρωμαίοι· και πάλιν κατ' άλλας ειδήσεις εγκατεβίωσεν αυτός μέχρις εσχάτου γήρως παNote 40 · Τούτο, εν ώ εξεστράτευον κατά των Ρωμαίων, δι' ό και υπ' αυτών κατεστράφησαν.↩Note 41 · Θουκ. Bιβλ. Ε.↩Note 42 · Ο Αλικαρνασεύς, Βιβλ. II, 1.↩Note 43 · Άγνωστος συγγραφεύς· ίσως ο Συρακούσιος. Τινές υπέλαβον γραπτέον ο Ίων, εννοούντες τον Χίον ιστοριογράφον. Ίδ. Β. Θησ. § Κ. ↩Note 44 · Εκ Ταρσού, στωικός φιλόσοφος, ζήσας εν Αθήναις επί Καίσαρος, και πολλά περί φιλοσοφίας συγγράψας, εξ ών ουδέν διεσώθη.↩Note 45 · Ίδ. Βίον Κοριολ. § ΙΕ.↩Note 46 · Διονύσιος ο νεώτερος. Τούτον έρριψεν εν έτει 357 π. Χ. Δίων, ο γυναικάδελφος του πατρός του Διονυσίου του προσβυτέρου, τον δε Δίωνα ο ΑθηναίNote 47 · Πιθανώς υιόν του πρεσβυτέρου Διονυσίου, και Αριστομάχης της αδελφής του Δίωνος.↩Note 48 · Οι Συρακούσιοι ήσαν άποικοι των Κορινθίων από του έτους 732 π. Χ.↩Note 49 · Κλεωμεναί, πόλις μεταξύ Άργους και Κορίνθου↩Note 50 · Θεόπομπος, ιστορικός. Ίδ. Λυκούργον Λ.↩Note 51 · Έφορος, ομοίως. Ίδ. Θεμιστ. § ΚΖ. Τίμαιος, ομοίως, ίδε Λυκούργον § Α.↩Note 52 · Κατά Διόδωρον τον εθανάτωσεν αυτός ο Τιμολέων εν τη αγορά και ολίγον μετά τούτο εξελέγη στρατηγός.↩Note 53 · Λεωσθένης, στρατηγός των Αθηναίων εις τον Λαμιακόν πόλεμον, επιτυχών μεν κατ' αρχάς κατ' Αντιπάτρου, είτα δε κατά κράτος ηττηθείς και φονευθNote 54 · Εκ των Λοκρών των εν Σικελία.↩Note 55 · Της Περσεφόνης.↩Note 56 · Της Δήμητρος και της Περσεφόνης.↩Note 57 · Τον Απόλλωνα.↩Note 58 · Το μέρος εις ό εχρησμοδότει η Πυθία ήτον χάσμα, εις ό κατέβαινον, ως φαίνεται εκ του χωρίου τούτου.↩Note 59 · Κατά το Μεταπόντιον.↩Note 60 · Υπό του Πλούτωνος, όστις την ενυμφεύθη.↩Note 61 · Ούτως ελέγετο δώρον την τρίτην ημέραν του γάμου υπό του νυμφίου διδόμενον εις την νύμφην, αφ' ού αυτή εφαίνετο εμπρός του αποβαλούσα της κεφNote 62 · Νάσος ή Ορτυγία, μία των πρωτίστων συνοικιών των Συρρακουσών.↩Note 63 · Εν Καλαβρία, εις το στενόν της Μεσσήνης.↩Note 64 · Πόλις μεταξύ Μεσσήνης και Κατάνης, οικισθείσα, κατά Διόδωρον, υπ' αυτού τον Ανδρομάχου. Διατηρεί το αρχαίον όνομα. ↩Note 65 · Ίδ. βίον Λυκούργ. § Α.↩Note 66 · Η Φοινικική πίστις, Punica fides, ήτον παροιμιακή, επί κακού, παρά τοις αρχαίοις.↩Note 67 · Ο μεν Κάλλιππος είναι του Δίωνος ο φονεύς, ο δε Φάραξ αλλαχόθεν άγνωστος. Ίδ, βίον Δίωνος, περί το τέλος.↩Note 68 · Άδρανος, πόλις εις τους πρόποδας της Αίτνης, υπό Διονυσίου του πρεσβυτέρου κτισθείσα.↩Note 69 · Ώρας 17. ↩Note 70 · Ταγματάρχαι.↩Note 71 · Μίαν και ημίσειαν ώραν. ↩Note 72 · Του Αδράνου, όστις φαίνεται ότι ήτον πολεμικός Θεός, ο επιχώριος Άρης. ↩Note 73 · Μάρκος, κατά τον Διόδωρον. Φαίνεται δ' ότι είναι το αυτό όνομα.↩Note 74 · Εν έτει 313 π. Χ.↩Note 75 · Την αποτρόπαιον ταύτην εκδίκησιν ενήργησαν οι Λοκροί, παρ' οίς επί πολύ είχε διατρίψει ο Διονύσιος. Κατ' Αιλιανόν δ' εβασάνισαν τας θυγατέραNote 76 · Μαθητής του Αριστοτέλους, συγγράψας περί μουσικής. ↩Note 77 · Διά να δείξη ότι δεν έχει όπλα.↩Note 78 · Εν Κορίνθω βεβαίως, όταν έγινεν εκεί η γενική των Ελλήνων συνέλευσις, η αναγορεύσασα τον Φίλιππον στρατηγόν.↩Note 79 · Ο κυνικός.↩Note 80 · Ο Φίλιστος, στρατηγός και συγγραφεύς Συρακούσιος επί των δύο Διονυσίων. Ο δε Λεπτίνης άγνωστος. Ίσως αδελφός Διονυσίου του πρεσβυτέρου.↩Note 81 · Αλαβάστρινα μυροφόρα αγγεία.↩Note 82 · Θούριοι, πόλις ιταλική, εις τον κόλπον της Τάραντος. Η αρχαία Σύβαρις.↩Note 83 · Βρέττιοι, πόλις ιταλική της Καλαβρίας, μη εξελληνισθείσα. ↩Note 84 · Πόλις μεταξύ Κατάνης και Συρακουσών.↩Note 85 · Χιλίων δραχμών, αίτινες αντιστοιχούσι προς τετρακισχιλίας των σημερινών. Αντί των στεφάνων κατά την εποχήν εκείνην έδιδον αυτάς τας ποσότηταNote 86 · Ίδε ΙΣΤ, 2.↩Note 87 · Η Μεσσήνη επί της Σικελίας, κείται κατάντικρυ του Ρηγίου, κειμένου εις τον πορθμόν επί της ιταλικής ακτής.↩Note 88 · Τους Κορινθίους, διότι άποικοι αυτών ήσαν οι Συρακούσιοι. ↩Note 89 · Επιπολαί, άκρα τραχεία και σχεδόν απρόσβατος προς βοράν των Συρακουσών, οχυρωθείσα επί Διονυσίου του πρεσβυτέρου, και συνδεθείσα μετά της πόNote 90 · Σικελός ιστοριογράφος, εξακολουθήσας του Φιλίστου την ιστορίαν.↩Note 91 · 6,000,000 των τότε 24,000,000 των νυν δραχμών. ↩Note 92 · Ιμέρα, πόλις Σικελική, επί ποταμού ομωνύμου. Η δε νίκη εγένετο κατά το αυτό έτος της εν Θερμοπύλαις και Σαλαμίνι, το 480 π. Χ. ↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings