Front matter (continued 3)
Alexandros Rizos Rankaves translation
ΚΔ. Εν ώ δ' ούτως ανέζη και επληρούτο η πόλις, και πανταχόθεν συνέρρεον εις αυτήν πολίται, θέλων ο Τιμολέων και τας άλλας πόλεις να ελευθερώση, και εντελώς να εκριζώση εκ της Σικελίας τας τυραννίδας, εξεστράτευσεν εις τας χώρας αυτών, και τον μεν Ικέτην ηνάγκασε να χωρισθή από των Καρχηδονίων, και να συμφωνήση να κατεδαφίση τας ακροπόλεις, και να ζήση ως ιδιώτης εις τους Λεοντίνους· τον δε Λεπτίνην, όστις ετυράννει της Απολλωνίας (254) και πολλών άλλων κωμοπόλεων, επειδή παραδόθη όταν εκινδύνευεν ήδη να συλληφθή, δεν τον εθανάτωσεν, αλλά τον έπεμψεν εις την Κόρινθον, καλόν νομίζων να βλέπωσιν οι Έλληνες εν τη μητροπόλει ως φυγάδας και ταπεινώς ζώντας τους τυράννους της Σικελίας. Θέλων δε να ωφελώνται οι μισθοφόροι εκ της εχθρικής χώρας, και να μη μένωσιν αργοί, αυτός μεν επέστρεψεν εις τας Συρακούσας, όπως προσέξη εις της πολιτείας την αποκατάστασιν, και συνδιαθέση τα κυριώτατα και τα κάλλιστα μετά του Κεφάλου και του Διονυσίου, των νομοθετών οίτινες ήρχοντο εκ Κορίνθου· έπεμψε δε και τον Δείναρχον και τον Δημάρετον εις των Καρχηδονίων την επικράτειαν (255). Ούτοι δε, πόλεις πολλάς αποσπάσαντες από των βαρβάρων, ου μόνον αυτοί έζων εν αφθονία, αλλά και χρήματα παρεσκεύαζον διά τον πόλεμον, εξ όσων ελαφυραγώγουν.
ΚΕ. Εν τούτοις δ' οι Καρχηδόνιοι καταπλέουσιν εις το Λιλύβαιον (256), φέροντες εβδομήκοντα χιλιάδας στρατού, και τριήρεις διακοσίας, και πλοία άλλα χίλια, μηχανάς έχοντα και τέθριππα και σίτον άφθονον και τ' άλλα εφόδια, ως μέλλοντες να πολεμήσωσιν ουχί κατά μέρος πλέον, αλλά να διώξωσιν εξ όλης της Σικελίας τους Έλληνας· διότι η δύναμις εκείνη ήτον αρκούσα όπως καταβάλη τους Σικελιώτας και αν νοσηρώς δεν διέκειντο, και αν δεν είχον δι' αλλήλων εξαφανισθή. Ακούσαντες δ' ότι ελεηλατείτο η επικράτειά των, ευθύς μετ' οργής εκινήθησαν κατά των Κορινθίων, στρατηγούς έχοντες τον Ασδρούβαν και τον Αμίλκαν. Έφθασε δε ταχέως η αγγελία εις Συρακούσας, και τόσον κατεπλάγησαν οι Συρακούσιοι διά το μέγεθος της δυνάμεως, ώστε εκ τοσούτων μυριάδων μόλις τρισχίλιοι ετόλμησαν, λαβόντες τα όπλα, να ταχθώσιν υπό τον Τιμολέοντα· οι δε μισθοφόροι ήσαν τετρακισχίλιοι τον αριθμόν, και εκ τούτων πάλιν περί τους χιλίους δειλιάσαντες καθ' οδόν ανεχώρησαν, φρονούντες ότι δεν είχεν υγιείς ο Τιμολέων τας φρένας, αλλ' εμαίνετο παρ' ηλικίαν, και προς επτά μυριάδας εχθρών εβάδιζε μετά πεντακισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων, και έφερε την τοσαύτην δύναμιν οκτώ ημερών δρόμον μακράν των Συρακουσών, όθεν ούτε σωτηρίαν εδύναντο να ελπίσωσιν οι φεύγοντες, ούτε τάφον καν οι πεσόντες. Ενόμιζε δε κέρδος ο Τιμολέων ότι ούτοι φανεροί εγένοντο προ της μάχης· τους δε λοιπούς ενθαρρύνας, ταχέως επορεύθη προς τον Κρίμησον ποταμόν, όπου ήκουσεν ότι συνέρχονται οι Καρχιδόνιοι.
ΚΣΤ. Εν ώ δ' αυτός ανέβαινε τον λόφον, μεθ' όν έμελλον να ιδώσι το στράτευμα και την δύναμιν των εχθρών, τον απήντησαν ερχόμενοι ημίονοι φέροντες σέλινα· και εις τους στρατιώτας εφάνη ως αν ήτον κακόν το σημείον, διότι τα μνήματα των νεκρών συνηθίζομεν ως επί το πλείστον διά σελίνων να στεφανώμεν, και παροιμία τις επεκράτησεν εκ τούτου διά τον επικινδύνως νοσούντα, ότι χρειάζεται σέλινον. Θέλων λοιπόν ν' απαλλάξη αυτούς από της δεισιδαιμονίας, και να τοις αφαιρέση τους φόβους ο Τιμολέων, εσταμάτησε την πορείαν, και άλλα πολλά πρόσφορα προς τον καιρόν εις αυτούς ομιλήσας, είπεν ότι ο στέφανος φερόμενος εις αυτούς προ της νίκης, αυτομάτως ήλθεν εις χείρας των· διότι οι Κορίνθιοι στεφανούσι διά σελίνου τους νικώντας τα Ίσθμια, ως ιερόν, και πάτριον θεωρούντες τούτο το στέμμα, και τότε ακόμη, των Ισθμίων, ως τώρα των Νεμείων (257), σέλινον ήτον ο στέφανος. Το πάλαι δε δεν εγίνετο χρήσις της πεύκης. Ομιλήσας λοιπόν ο Τιμολέων, ως ερρέθη, προς τους στρατιώτας, έλαβε σέλινα και εστέφη πρώτος αυτός, και έπειτα οι περί αυτόν αρχηγοί και το πλήθος. Οι δε μάντεις ιδόντες δύο αετούς οίτινες επέτων προς αυτούς, και ο μεν είς έφερε δράκοντα εις τους όνυχάς του, ο δ' έτερος επέτα μεγαλοφώνως κλαγκάζων και θαρραλέως, έδειξαν αυτούς εις τους στρατιώτας, και όλοι ετρέποντο εις προσευχάς των θεών και εις παρακλήσεις.
ΚΖ. Το έτος ήτον τότε κατά την αρχήν του θέρους, και λήγων ο Θαργηλίων (258), επλησίαζεν ήδη εις τας τροπάς του ηλίου. Επειδή δε πολλήν ανέδιδεν ομίχλην ο ποταμός, κατ' αρχάς μεν εκρύπτετο υπό σκότος η πεδιάς, και ουδέν εφαίνετο των εχθρών· βοή δ' αμφίβολος και συγκεχυμένη ανέβαινε προς τον λόφον επάνω, όταν ανίστατο τοσούτος στρατός. Ως δ' αναβάντες εις τον λόφον εστάθησαν οι Κορίνθιοι, και κατά γης αφέντες τας ασπίδας ανεπαύοντο, ο ήλιος προχωρών ανεβίβαζε την αναθυμίασιν, και ο θολός αήρ αθροιζόμενος πρός τα υψηλά και συμπυκνούμενος, εκάλυψεν υπό νέφη τας ακρωρείας. Εκαθαρίσθησαν δ' οι τόποι υπό τους πόδας αυτών, και εφάνη ο Κρίμησος, και είδον τους εχθρούς διαβαίνοντας αυτόν, πρώτα μεν τα τέθριππα, καταπληκτικώς προς τον αγώνα παρεσκευασμένα, κατόπιν δε τούτων δεκακισχίλιοι οπλίται λευκάσπιδες. Τούτους εξέλαβον ως Καρχηδονίους ως εκ της λαμπρότητος του οπλισμού, και εκ της βραδύτητος και της τάξεως της πορείας αυτών. Μετά δε τούτους ήρχετο ο χείμαρος των άλλων εθνών, και διέβαινον αντωθούμενοι και μετά πολλής ταραχής· ώστε εννοήσας ο Τιμολέων ότι ο ποταμός τω έδιδε την αφορμήν να λάβη εκ των εχθρών τόσους μεθ' όσων θέλει να πολεμήση, και ειπών εις τους στρατιώτας να ιδώσι την φάλαγγα ότι είχε διαλυθή υπό του ρεύματος, και άλλοι μεν είχον ήδη διαβή, άλλοι δ' έμελλον να διαβώσι, διέταξε τον Δημάρετον να λάβη τους ιππείς και να ορμήση κατά των Καρχηδονίων, και να συνταράξη τας γραμμάς αυτών πριν έτι παραταχθώσιν. Ο ίδιος δε, καταβάς εις την πεδιάδα, τα μεν κέρατα έδωκεν εις τους άλλους Σικελιώτας, εγκαταμίξας εις εκάτερον καί τινας ξένους. Εν τω μέσω δε, λαβών πέριξ του τους Συρακουσίους και των μισθοφόρων το μαχιμώτατον, ολίγον μεν περιέμνεινε, παρατηρών των ιππέων το κίνημα. Ως δ' είδεν ότι τα άρματα, τρέχοντα εμπρός της τάξεως, δεν άφηνον αυτούς να προσβάλωσι τους Καρχηδονίους, και ότι όπως μη συνταραχθώσιν ηναγκάζοντο εις συνεχείς εξελιγμούς, και εις πυκνάς επιστροφάς και εφόδους, λαβών την ασπίδα του, και κράξας προς τους πεζούς να τον ακολουθήσωσι και να έχωσι θάρρος, εφάνη ότι εξέπεμπε φωνήν υπερφυσικήν και μείζονα της συνήθους, είτε διότι εις το πάθος κατά των αγώνα και τον ενθουσιασμόν ούτω την επέτεινεν, είτε διότι, ως τότε οι πλείστοι επίστευσαν, θεός τις ανέκραζε μετ' αυτού. Απέδωκε δε ταχέως την κραυγήν ο στρατός, και τον προέτρεψε να τους οδηγήση και να μην αργή. Τότε διά σημείου διέταξε τους ιππείς να παρελάσωσιν έξω παρά την τάξιν των αρμάτων, και να προσβάλωσι κατά πλευράν τους εχθρούς· αυτός δε, τους προμάχους πυκνώσας και συνασπίσας, και κελεύσας την σάλπιγγα να ηχήση, ώρμησε κατά των Καρχηδονίων.
ΚΗ. Ούτοι δε, την μεν πρώτην προσβολήν υπέμεινον ανδρείως, και απέφευγον τας πληγάς των δοράτων, διότι είχον κατάφρακτα τα σώματά των εις σιδηρούς θώρακας και χαλκάς περικεφαλαίας, και εκαλύπτοντο υπό μεγάλας ασπίδας. Όταν δ' εις ξίφη κατήντησεν ο αγών, απαιτών τέχνην ουχ ήττον ή ρώμην, εξαίφνης από των βουνών βρονταί φοβεραί εξερρήγνυντο, και πυρώδεις κατήρχοντο αστραπαί. Έπειτα δε το σκότος καταβάν από των λόφων και των κορυφών εις την μάχην μετά βροχής και ανέμου και χαλάζης, εις μεν τους Έλληνας επέπιπτεν όπισθεν και κατά νώτον, των δε βαρβάρων εκτύπα τα πρόσωπα, και ήστραπτεν εις τους οφθαλμούς των, και λαίλαψ υγρά και συνεχής κατεφέρετο συγχρόνως από των συννέφων. Ταύτα δε πολύ τους ενώχλουν, και μάλιστα τους απείρους· ουχ ήττον δε φαίνεται ότι τους έβλαψαν αι βρονταί, και των όπλων ο πάταγος, όταν εκτύπα αυτά η ραγδαία βροχή και η χάλαζα, διότι δεν ηκούοντο των αρχηγών τα προστάγματα. Προσέτι δε, επειδή οι Καρχηδόνιοι δεν ήσαν ελαφροί κατά τον οπλισμόν, αλλά, καθώς είπομεν, όλοι κατάφρακτοι, εμπόδιον ήτον εις αυτούς ο πηλός, και οι κόλποι των χιτώνων των πληρούμενοι ύδατος, ώστε ήσαν βαρείς εις τον αγώνα και δυσκίνητοι, ευκόλως δ' ερρίπτοντο κατά γης υπό των Ελλήνων, και αφ' ού έπιπτον, δεν εδύναντο πλέον να ανεγερθώσιν εκ του πηλού μετά των όπλων των. Προσέτι και ο Κρίμησος εξεχείλισε διά το πλήθος των διαβαινόντων, μεγάλως ήδη και υπό των βροχών αυξηθείς, και η περί αυτόν πεδιάς, διατεμνομένη υπ' αυλάκων και φαράγγων πολλών, επληρούτο ρευμάτων μη εχόντων εκροήν, και εις αυτά κατακυλιόμενοι οι Καρχηδόνιοι, δυσκόλως εξήρχοντο. Τέλος δε, εν ώ η κακοκαιρία εξηκολούθει, οι Έλληνες κατέβαλον την πρώτην τάξιν αυτών, άνδρας τετρακοσίους, και τότε το πλήθος όλον ετράπη εις φυγήν. Και πολλούς μεν επρόφθανον εις την πεδιάδα και τους εφόνευον, πολλούς δ' ο ποταμός, απαντωμένους μετά των έτι διαβαινόντων, τους κατέβαλλε, και παρασύρων αυτούς τους έπνιγε, πλείστους δε θέλοντας να σωθώσιν εις τους λόφους, τρέχοντες κατόπιν οι ψιλοί, τους εθανάτουν. Λέγεται δ' ότι δέκα χιλιάδες εφονεύθησαν, και ότι εξ αυτών τρισχίλιοι ήσαν Καρχηδόνιοι (259)· μέγα πένθος εις την πόλιν αυτών! διότι ούτε κατά το γένος, ούτε κατά τον πλούτον, ούτε κατά την δόξαν δεν υπήρχον άλλοι εκείνων ανώτεροι, ούτε μνημονεύεται ότι απέθανον πρότερον ποτέ εις μίαν μάχην τοσούτοι εξ αυτών των Καρχηδονίων· αλλά Λίβυας ως επί το πλείστον και Ίβηρας και Νομάδας μετεχειρίζοντο εις τας μάχας, ώστε όταν ενικώντο, άλλοι εβλάπτοντο.
ΚΘ. Γνωστή δ' έγινεν εις τους Έλληνας η δόξα των πεσόντων, από των λαφύρων. Οι λαφυραγωγούντες ουδ' εφρόντιζον καν περί των σιδηρών και χαλκών αντικειμένων· τοσούτον άφθονος ήτον ο άργυρος, άφθονος δε και ο χρυσός, ότε, διαβάντες τον ποταμόν, εκυρίευσαν το στρατόπεδον μετά των υποζυγίων. Εκ δε των αιχμαλώτων οι μεν περισσότεροι εκλάπησαν υπό των στρατιωτών, εις το κοινόν δ' εδείχθησαν πεντακισχίλιοι τον αριθμόν. Εκυριεύθησαν δε και διακόσια τέθριππα. Καλλίστην δε και μεγαλοπρεπεστάτην θέαν εδείκνυε του Τιμολέοντος η σκηνή, διότι πέριξ αυτής εσωρεύθησαν παντοδαπά λάφυρα, και μεταξύ αυτών εξετέθησαν χίλιοι μεν θώρακες εξαίρετοι το κάλλος και την εργασίαν, ασπίδων δε δέκα χιλιάδες. Και ολίγοι πολλούς λαφυραγωγούντες και πολλάς έχοντες ωφελείας, μόλις την τρίτην ημέραν μετά την μάχην έστησαν τρόπαιον. Ομού δε μετά της φήμης της νίκης, έπεμψεν, ο Τιμολέων εις Κόρινθον τα ωραιότατα των αιχμαλώτων όπλων, θέλων η πατρίς του να γίνη ζηλωτή εις όλους τους ανθρώπους, και όλοι να βλέπωσιν εις εκείνην μόνην μεταξύ των ελληνικών πόλεων τους επιφανεστάτους ναούς ουχί δι' ελληνικών κεκοσμημένους λαφύρων, ουδέ λυπηρά έχοντας μνημόσυνα αναθημάτων εκ φόνου ομοφύλων και συγγενών, αλλά βαρβαρικά λάφυρα, διά καλλίστων επιγραφών δηλούντα την ανδρείαν και την δικαιοσύνην των νικητών, ότι «οι Κορίνθιοι και Τιμολέων ο στρατηγός, ελευθερώσαντες από των Καρχηδονίων τους Έλληνας τους κατοικούντας την Σικελίαν, αφιέρωσαν ταύτα εις τους Θεούς ως ευχαριστήρια.»
Λ. Μετά ταύτα αφήσας εις την εχθρικήν χώραν τους μισθοφόρους να λεηλατώσι των Καρχηδονίων την επικράτειαν, επέστρεψεν ο ίδιος εις τας Συρακούσας, και τους χιλίους μισθοφόρους εκείνους οίτινες τον εγκατέλιπον προ της μάχης επεκήρυξεν από της Σικελίας, και πριν ή δύση ο ήλιος τους ηνάγκασε να εξέλθωσι των Συρακουσών. Και ούτοι μεν, διαπλεύσαντες εις την Ιταλίαν, εφονεύθησαν δι' απιστίας των Βρεττίων, και τοιαύτην τιμωρίαν τοις επέβαλεν ο Θεός διά την προδοσίαν των. Ο δε Μάμερκος, ο τύραννος της Κατάνης, και ο Ικέτης, είτε φθονούντες τα κατορθώματα του Τιμολέοντος, είτε φοβούμενοι αυτόν, και μη εμπιστευόμενοι εις αυτόν, ως άσπονδον εχθρόν των τυράννων, συνεμάχησαν προς τους Καρχηδονίους, και τους προσεκάλεσαν να στείλωσι δύναμιν και στρατηγόν, αν δεν θέλωσι ν' απολέσωσιν όλως διόλου την Σικελίαν. Ούτως έπλευσεν ο Γέσκων, πλοία μεν έχων εβδομήκοντα, μισθοφόρους δε προσλαβών Έλληνας, εν ώ πριν ποτέ οι Καρχηδόνιοι δεν είχον μεταχειρισθή Έλληνας· τότε δε τους εθαύμασαν ως ακαταμαχήτους, και μαχιμωτάτους όλων των ανθρώπων. Συνενωθέντες δ' όλοι ομού εις την Μεσσηνίαν (260) εφόνευσαν τετρακοσίους ξένους επικούρους, ούς είχε στείλει ο Τιμολέων. Εις δε των Καρχηδονίων την επικράτειαν, περί τας καλουμένας Ιεράς (261), ενεδρεύσαντες, εφόνευσαν τους μετ' Ευθύμου του Λευκαδίου μισθοφόρους. Εκ τούτων δε προ πάντων έγινε περίφημος η ευτυχία του Τιμολέοντος. Διότι ούτοι ήσαν εξ εκείνων οίτινες μετά Φιλοδήμου του Φωκέως και μετά του Ονομάρχου κατέλαβον τους Δελφούς και μετέσχον της ιεροσυλίας (262). Επειδή δε πάντες τους εμίσουν, και εφυλάττοντο απ' αυτών ως επικαταράτων, επλανώντο εις την Πελοπόννησον, και παρέλαβεν αυτούς ο Τιμολέων, μη έχων άλλους στρατιώτας. Φθάσαντες δ' εις Σικελίαν, ενίκησαν μεν εις όλας τας μάχας όσας επολέμησαν μετ' εκείνου. Αφ' ού δ' ετελείωσαν οι πλείστοι και μέγιστοι των αγώνων, σταλέντες υπ' αυτού άλλου να βοηθήσωσι, κατεστράφησαν και εξολοθρεύθησαν, όχι όλοι ομού, αλλά κατά μέρος, και η εις αυτούς προφανώς επιβληθείσα καταδίκη ήτον προς ευτυχίαν του Τιμολέοντος τοιαύτη, ώστε να μη αποβαίνη εις βλάβην των αγαθών ή των πονηρών τιμωρία. Επομένως των θεών η ευμένεια προς τον Τιμολέοντα απεδείχθη θαυμασίως ου μόνον εις τα κατορθώματα αυτού, αλλά προσέτι και εις τας πράξεις εις άς απέτυχεν.
ΛΑ. Αλλ' ο λαός των Συρακουσίων ωργίζετο υπό των τυράννων περιοριζόμενος· διότι ο Μάμερκος, όστις εμεγαλοφρόνει ως γράφων ποιήματα και τραγωδίας, εκόμπαζε και διά την νίκην του επί των μισθοφόρων· και τας ασπίδας αναθείς εις τους Θεούς, επέγραψεν εις αυτάς ελεγείον υβριστικόν·
«Ταύτας, ασπίδας οστρειογραφείς (263), χρυσελεφαντηλέκτρους (264), έχομεν δι' ευτελών λάβει ασπίδων ημείς.»
Αφ' ού δε ταύτα έγινον, και ο Τιμολέων εξεστράτευσεν εις Καλαυρίαν (265), ο Ικέτης εισώρμησεν εις την Συρακουσίαν, και πολλά λαβών λάφυρα, και πολλά αυτήν βλάψας και υβρίσας, απήλθε παρ' αυτήν την Καλαυρίαν, καταφρονών τον Τιμολέοντα διότι ολίγους είχε στρατιώτας. Εκείνος δε, αφείς αυτόν να προχωρήση, τον παρηκολούθησε διώκων αυτόν μετά ψιλών και ιππέων. Ως δ' ενόησε τούτο ο Ικέτης, αφ' ού διέβη τον Δαμυρίαν ποταμόν, εστάθη αμυντικήν θέσιν λαμβάνων· διότι θάρρος τω έδιδεν η δυσκολία της διαβάσεως και το κρημνώδες της εκατέρωθεν όχθης. Εις δε τους ιλάρχους (266) του Τιμολέοντος ενέπεσε δεινή έρις και φιλονεικία, ήτις επέφερε της μάχης αναβολήν· διότι ουδείς αυτών ήθελε να διαβή ύστερος των άλλων κατά των εχθρών, αλλ' έκαστος ήθελεν αυτός να προταγωνιστήση· και τάξιν ουδεμίαν είχεν η διάβασις, ως ωθούντο και παρέτρεχον ο είς τον άλλον. Θέλων επομένως ο Τιμολέων να κληρώση τους αρχηγούς, έλαβε παρ' εκάστου δακτύλιον, και αφ' ού έβαλεν όλους τους δακτυλίους εις την χλαμύδα του και τους ανέμιξε, έδειξε τον πρώτον, όστις κατά τύχην είχε γλυφήν της σφραγίδος τρόπαιον. Ως δ' είδον τούτο οι νεανίσκοι, μετά χαράς ανακράζοντες, δεν περιέμεινον πλέον τον άλλον κλήρον, και όσον ταχύτερον εδύνατο έκαστος διαβάντες τον ποταμόν, ήλθον εις χείρας μετά των εχθρών. Ούτοι δε δεν υπέμεινον την βίαν αυτών, αλλά φεύγοντες, έρριπτον, όλοι ανεξαιρέτως τα όπλα των, και έπεσαν και χίλιοι φονευθέντες.
AΒ. Ολίγον δε μετά ταύτα, εις των Λεοντίνων την χώραν στρατεύσας ο Τιμολέων, συλλαμβάνει τον Ικέτην ζώντα, και τον υιόν αυτού Ευπόλεμον, και τον ίππαρχον Εύθυμον, υπό των στρατιωτών δεθέντας και εις αυτόν κομισθέντας. Και ο μεν Ικέτης και ο νεανίσκος, ως τύραννοι και προδόται τιμωρηθέντες, εθανατώθησαν. Ο δ' Εύθυμος, ανήρ αγαθός ων εις τους πολέμους, και διά της τόλμης αυτού διακρινόμενος, δεν έτυχεν οίκτου, διότι κατηγορήθη ως ειπών βλασφημίαν τινά κατά των Κορινθίων. Ερρέθη δηλαδή ότι, όταν οι Κορίνθιοι εξεστράτευσαν κατ' αυτών, δημηγορών εις τους Λεοντίνους, είπεν ότι ουδέν έγινε φοβερόν ή δεινόν αν
«Κορίνθιαι γυναίκες εκ του οίκου των εξήλθον. (267)»
Ούτως οι πολλοί των ανθρώπων αγανακτούσιν εκ λόγων μάλλον ή εκ πράξεων πονηρών, και δυσκολώτερον υποφέρουσι την ύβριν παρά την βλάβην. Και η μεν δι' έργων άμυνα επιτρέπεται ως αναγκαία εις τους πολεμούντας· αι δ' ύβρεις, αποτέλεσμα φαίνονται ούσαι πολλού μίσους ή πολλής κακίας.
ΛΓ. Αφ' ού δ' επανήλθεν ο Τιμολέων, οι Συρακούσιοι δικάσαντες τα θυγατέρας του Ικέτου επ' εκκλησίας, τας εθανάτωσαν (268). Τούτο δε το έργον φαίνεται πάντων των του Τιμολέοντος αξιομεμπτότερον διότι, αν εκείνος ήθελε να το εμποδίση, δεν θα εφονεύοντο ούτως αύται. Φαίνεται δ' ότι τας παρέβλεψε, και τας αφήκεν εις τον θυμόν των πολιτών, οίτινες εξεδίκησαν επ' αυτών τον Δίωνα, τον αποβαλόντα τον Διονύσιον. Διότι ο Ικέτης ήτον ο καταποντίσας ζώσας την γυναίκα του Δίωνος Αρετήν, και την αδελφήν αυτού Αριστομάχην, και τον υιόν του, παίδα έτι όντα, ως εγράψαμεν εις τον βίον του Δίωνος.
ΛΔ. Μετά δε ταύτα, στρατεύσας κατά του Μαμέρκου εις την Κατάνην, εύρεν αυτόν εις αντίστασιν παραταχθέντα περί το ρεύμα την Άβολον (269), και νικήσας, τον έτρεψεν εις φυγήν, και εφόνευσεν υπέρ τους δισχιλίους, ων μέρος ουκ ολίγον ήσαν οι υπό Γέσκωνος πεμφθέντες επίκουροι Φοίνικες. Μετά ταύτας τας πράξεις οι Καρχηδόνιοι μετά παρακλήσεων έκλεισαν ειρήνην μετ' αυτού, επί συμφωνία αυτοί μεν να έχωσι την εντός του Αλύκου χώραν (270), εις δε τους θέλοντας να μετοικώσι προς τους Συρακουσίους να δίδωσι τας περιουσίας και τας οικογενείας των, και να παύσωσι πάσαν συμμαχίαν μετά των τυράννων. Ο δε Μάμερκος, το θάρρος απολέσας και τας ελπίδας, απέπλευσεν εις την Ιταλίαν, όπως φέρη Λευκανούς (271) κατά του Τιμολέοντος και των Συρακουσίων. Αλλ' οι μετ' αυτού εκπλεύσαντες, στρέψαντες τας τριήρεις οπίσω, επανήλθον εις Σικελίαν, και παρέδωκαν εις τον Τιμολέοντα την Κατάνην. Τότε, αναγκασθείς και αυτός, κατέφυγεν εις Μεσσήνην προς τον Ίππωνα, όστις ήτον της πόλεως τύραννος. Αλλ' ο Τιμολέων επήλθε κατ' αυτών και τους επολιόρκησε κατά γην και κατά θάλασσαν· και ο μεν Ίππων, αποδιδράσκων επί πλοίου, συνελήφθη, και παραλαβόντες αυτόν οι Μεσσήνιοι, και τους υιούς αυτού εκ των σχολείων, και ως θέαμα κάλλιστον του τυράννου την τιμωρίαν νομίζοντες, τους έφερον εις το θέατρον, και βασανίσαντες αυτούς, τους εφόνευσαν. Ο δε Μάμερκος παρεδόθη εις τον Τιμολέοντα, επί τω όρω του να δικασθή υπό των Συρακουσίων, χωρίς όμως να τον κατηγορήση ο Τιμολέων. Εκομίσθη επομένως εις Συρακούσας, και προελθών εις τον δήμον, επεχείρησε ν' απαγγείλη λόγον τινά ον είχε προ πολλού συνθέσει ο ίδιος. Αλλ' επειδή θόρυβος ηγείρετο, και έβλεπε την εκκλησίαν ανένδοτον, ώρμησε, ρίψας το ιμάτιόν του, διά μέσου του θεάτρου (272), και τρέχων έθραυσε την κεφαλήν του εις έν εκ των βάθρων διά ν' αποθάνη. Δεν έτυχεν όμως τοιούτου τέλους, αλλ' απήχθη ζων έτι, και υπέστη των ληστών την ποινήν (273).
ΛΕ. Τας τυραννίδας λοιπόν κατά τούτον τον τρόπον εξήλειψεν ο Τιμολέων, και έπαυσε τους πολέμους. Την όλην δε νήσον εξηγριωμένην εκ των κακών παραλαβών, και υπ' αυτών των ιδίων αυτής κατοίκων μεμισημένην, εις τοσούτον βαθμόν την εξημέρωσε και την κατέστησε ποθητήν εις όλους, ώστε και ξένοι ήρχοντο να κατοικήσωσιν εκεί, όθεν πριν απεδίδρασκον αυτοί οι πολίται. Διότι την Ακράγαντα και την Γέλαν (274), πόλεις μεγάλας, ερημωθείσας υπό των Καρχηδονίων μετά τον αττικόν πόλεμον (275), κατώκησαν τότε, την μεν ο Μέγελλος και ο Φέριστος πλεύσαντες εξ Ελέας (276), την δε ο Γοργός εκ Κέου (277), και συναγαγόντες τους αρχαίους πολίτας, υπό τούτων δ' ηγαπάτο ο Τιμολέων, διότι ου μόνον παρέσχεν εις τας ιδρύσεις αυτών ασφάλειαν και γαλήνην, αλλά και τ' άλλα πάντα συμπαρεσκεύασε μετά πάσης προθυμίας, ως αν ήτον ο ίδιος οικιστής αυτών. Και πάντες δ' οι άλλοι ομοίως διέκειντο προς αυτόν, ώστε ούτε πολέμου κατάλυσις, ούτε νόμων θέσις, ούτε χώρας κατοικισμός, ούτε πολιτείας διάταξις εφαίνετο καλώς έχουσα, αν εκείνος δεν συνέπραττε και δεν συνδιέθετεν, ως ανώτατος καλλιτέχνης εις του έργου την αποπεράτωσιν θεοφιλή τινα και πρέπουσαν χάριν προσθέτων.
ΛΣΤ. Επί των χρόνων αυτού πολλοί μεγάλοι εγένοντο Έλληνες και μεγάλα κατώρθωσαν, ως ο Τιμόθεος (278), και ο Αγησίλαος, και ο Πελοπίδας, και ο Επαμινώνδας, όν προ πάντων εφιλοτιμείτο ο Τιμολέων να μιμηθή. Αλλ' αι πράξεις εκείνων είχον την λαμπρότητα μετά βίας τινός και μετά κόπου συναναμεμιγμένην, καί τινες αυτών δεν έμεινον άνευ μομφής και άνευ μετανοίας. Εις δε τα έργα του Τιμολέοντος, εξαιρουμένης της πράξεως εις ήν εξ ανάγκης εκινήθη κατά του αδελφού του, ουδέν υπάρχει εφ' ού να μη πρέπη, ως λέγει ο Τίμαιος, το του Σοφοκλέους επιφώνημα (279).
Διότι, ως η μεν ποίησις του Αντιμάχου (282) και τα ζωγραφήματα του Διονυσίου (283), των Κολοφωνίων (284), ισχύν έχοντα και τόνον, φαίνονται βεβιασμένα και μετά κόπου γενόμενα, εις δε τας εικόνας του Νικομάχου (285) και εις του Ομήρου τους στίχους, εν ώ έχουσι δύναμιν και χάριν, φαίνεται όμως αριδήλως ότι ευκόλως και φυσικώς εξειργάσθησαν, ούτω προς τας στρατηγίας του Επαμινώνδου και του Αγησιλάου, αίτινες υπήρξαν πολύπονοι, και επετύγχανον δι' αγώνων δυσκόλων, ανεξεταζομένη η του Τιμολέοντος, και πολύ έχουσα το κάλλος συγχρόνως και την ευκολίαν, φαίνεται ουχί έργον τέχνης, αλλ' ικανότητος ευτυχούσης. Εκείνος όμως πάντα τα κατορθώματα αυτού απέδιδεν εις την τύχην, και εις την πατρίδα του προς τους φίλους γράφων, και δημηγορών προς τους Συρακουσίους, πολλάκις είπεν ότι γνωρίζει χάριν εις τον Θεόν, διότι, θέλων να σώση την Σικελίαν, αυτού προς τούτο μετεχειρίσθη το όνομα. Εις δε την οικίαν του ίδρυσεν ιερόν της Αυτοματίας (286), και εθυσίασεν εις αυτήν· αυτήν δε την οικίαν καθιέρωσεν εις τον ιερόν Δαίμονα. Κατώκει δ' οικίαν εκλεχθείσαν δι' αυτόν ως βραβείον της στρατηγίας του υπό των Συρακουσίων, ως τω έδωκαν και το τερπνότερον μέρος και κάλλιστον των αγρών. Εις τούτους δε διέμενε τον περισσότερον καιρόν, και εκεί έφερεν εξ Ελλάδος και την γυναίκα και τα παιδία του. Ποτέ δε δεν επέστρεψεν εις την Κόρινθον, ουδ' ανεμίγη εις τους ελληνικούς θορύβους, ουδέ παρεδόθη εις τον πολιτικόν φθόνον, εις όν ναυαγούσιν οι πλείστοι των στρατηγών, εξ απληστίας τιμών και δυνάμεων αλλά διεβίωσεν εκεί, απολαμβάνων τα καλά όσα αυτός κατώρθωσε. Τούτων δε το μέγιστον ήτον το να βλέπη να ευδαιμονώσιν εξ αιτίας του τοσαύται πόλεις και μυριάδες ανθρώπων.
ΛΖ. Επειδή δε πρέπει, ως φαίνεται, ου μόνον πας κορυδαλός να έχη λόφον εις την κεφαλήν, αλλά και πάσα δημοκρατία συκοφάντην, επετέθησαν και κατά του Τιμολέοντος δυο των δημαγωγών, ο Λαφύστιος και ο Δημαίνετος. Και ο μεν Λαφύστιος εις δίκην τινά τω εζήτει εγγύησιν, διό οι πολίται εθορύβουν και ήθελον να τον εμποδίσωσιν· αλλ' ο Τιμολέων δεν τους αφήκεν, ειπών ότι εκών αυτός υπέστη τοσούτους πόνους και τοσούτους κινδύνους, όπως δύναται ο βουλόμενος των Συρακουσίων να ποιήται χρήσιν των νόμων. Προς δε τον Δημαίνετον, όστις τον κατηγόρησε πολύ εις την εκκλησίαν διά την στρατηγίαν του, ουδέν απήντησεν· είπε δ' ότι χάριν εις τους Θεούς χρεωστεί, αυτήν εκείνην ήν τοις εζήτησε, βλέπων τους Συρακουσίους γενομένους κυρίους της ελευθερίας του λόγου. Αφ' ού δ' ομολογουμένως κατώρθωσεν έργα μέγιστα και κάλλιστα όλων των συγχρόνων αυτού Ελλήνων, και μόνος ηρίστευσεν εις τας πράξεις εκείνας εις άς παρεκίνουν πάντοτε οι σοφισταί διά πανηγυρικών λόγων τους Έλληνας· και εκ μεν των εγχωρίων κακών, άτινα κατείχον την αρχαίαν Ελλάδα, εκομίσθη υπό της τύχης μακράν, αναίμακτος και καθαρός, την δ' ικανότητα και την ανδρείαν του επέδειξεν εις τους βαρβάρους και τους τυράννους, εις τους Έλληνας δε και εις τους φίλους την πραότητα και την δικαιοσύνην του· τα δε πλείστα τρόπαια των αγώνων του έστησεν άνευ δακρύων και άνευ πένθους των πολιτών, παραδούς την Σικελίαν εις τους εγκατοίκους αυτής, εντός ολιγωτέρων των οκτώ ετών, καθαράν κακών και νόσων αιωνίων και συμφυών. Εις δε την πρεσβυτικήν ηλικίαν του ησθάνθη αμβλυνομένην την όρασίν του, και μετ' ολίγον εντελώς ετυφλώθη, ούτε δους αυτός αφορμήν, ούτε εξ ιδιοτρόπου καταδρομής της τύχης, αλλ', ως φαίνεται, εξ αιτίας τινός και διαθέσεως οικογενειακής, ήτις ενείργησε μετά του καιρού· διότι λέγεται ότι και πολλοί των συγγενών του απώλεσαν ούτω την όρασιν εις το γήρας απομαρανθείσαν. Ο δ' Άθανις (287) λέγει ότι επί του πολέμου έτι του προς τον Ίππωνα και τον Μάμερκον, εις το στρατόπεδον το κατά τας Μυλλάς (288), τω επήλθε γλαύκωμα εις τους οφθαλμούς, και όλοι προφανώς προείδον την τύφλωσιν· αλλ' ότι διά τούτο δεν εγκατέλιπε την πολιορκίαν, αλλ' επιμείνας εις τον πόλεμον, συνέλαβε τους τυράννους· άμα δ' επανήλθεν εις τας Συρακούσας, ότι παρητήθη της υπερτάτης αρχηγίας, και παρεκάλεσε τους πολίτας να τον απαλλάξωσιν, αφ' ού τα πράγματα είχον φθάσει εις κάλλιστον τέλος.
ΛH. Και ολιγώτερον πρέπει να θαυμάση τις αυτόν ότι υπέμεινε την συμφοράν αλύπως· αξιοθαύμαστοι δε μάλιστα ήσαν οι Συρακούσιοι διά την τιμήν και την ευγνωμοσύνην ήν απέδειξαν προς τον άνδρα αφ' ού ετυφλώθη, ότε ήρχοντο μεν και αυτοί εις τας θύρας του, έφερον δε και τους παρεπιδημούντας ξένους εις την οικίαν και το χωρίον του, ίνα ιδώσι τον ευεργέτην αυτών, αγαλλόμενοι και μεγαλοφρονούντες ότι επροτίμησε παρ' αυτοίς να εγκαταβιώση, καταφρονήσας την λαμπροτάτην επάνοδον εις την Ελλάδα, ήν τα κατορθώματά του τω παρεσκεύασαν. Και πολλά μεν και μεγάλα εις τιμήν εκείνου και εγράφοντο και επράττοντο· ουδενός δ' αυτών κατώτερον ήτον ότι εψήφισεν ο δήμος των Συρακουσίων, οσάκις συμπέση πόλεμος αυτών προς αλλοφύλους, να λαμβάνωσι Κορίνθιον στρατηγόν. Ωραίον δε θέαμα, και έντιμον δι' αυτόν παρίστα και το εις τας εκκλησίας γινόμενον· διότι τ' άλλα όλα δι' εαυτών κρίνοντες, εις τας μεγίστας διασκέψεις εκείνον εκάλουν. Ούτος δε, διά της αγοράς υπό ζεύγους συρόμενος, εκομίζετο εις το θέατρον, και εισήγετο επ' αυτής της αμάξης, καθώς εκάθητο. Και ο μεν δήμος τον ησπάζετο, ομοφώνως προσαγορεύων αυτόν· εκείνος δε, αντασπαζόμενος το πλήθος, και καιρόν τινα αφήνων διά τας ευφημίας και τους επαίνους, έπειτα ήκουε το συζητούμενον, και έδιδε γνώμην. Αφ' ού δ' αύτη ενεκρίνετο διά χειροτονίας, οι μεν υπηρέται πάλιν απεκόμιζον διά του θεάτρου το ζεύγος, οι δε πολίται, διά βοής και κρότου προπέμψαντες αυτόν, τας λοιπάς δημοσίας αποφάσεις διεπραγματεύοντο καθ' εαυτούς.
ΛΘ. Ενώ δ' ούτως εγηροτροφείτο εν τιμή και ευνοία, ως πατήρ κοινός, εκ μικράς αφορμής προστεθείσης εις την ηλικίαν, απέθανεν. Εδόθησαν δ' ημέραι τινές εις μεν τους Συρακουσίους όπως παρασκευάσωσι τα της ταφής του, εις δε τους περιοίκους και ξένους όπως συνέλθωσι· και κατά τ' άλλα λαμπράς έτυχε κηδείας, και νεανίσκοι διά ψήφου εκλεχθέντες, έφερον κεκοσμημένον τον νεκρικόν κράββατον διά των ανακτόρων του Διονύσου, άτινα δεν ήσαν κατεδαφισμένα, και πολλαί μυριάδες ανδρών και γυναικών τον προέπεμπον. Ήτον δ' η θέα αυτών εορτάσιμος, διότι πάντες ήσαν εστεφανωμένοι, και εφόρουν ενδύματα καθαρά, φωναί δε και δάκρυα, συγκεκραμένα μετά μακαρισμού του αποθανόντος, ενέφαινον ουχί τιμής τυπικήν ένδειξιν, ουδέ λειτουργίαν τινά εκ συνθήκης, αλλά πόθον δίκαιον, και αφοσίωσιν ευνοίας αληθινής. Τέλος δε, όταν η κλίνη ετέθη εις την πυράν, ο Δημήτριος, όστις ήτον ο μεγαλοφωνότατος των τότε κηρύκων, ανεκήρυξε τοιούτον κήρυγμα, πρότερον γεγραμμένον· «Ο δήμος των Συρακουσίων τούτον τον Τιμολέοντα Τιμοδήμου, Κορίνθιον, θάπτει διά διακοσίων μνων (289)· ετίμησε δ' αυτόν εις αιώνα τον άπαντα δι' αγώνων μουσικών, ιππικών, γυμνικών διότι τους τυράννους καταλύσας, και τους βαρβάρους καταπολεμήσας, και τας μεγίστας των κατεστραμμένων πόλεων κατοικίσας, απέδωκε τους νόμους εις τους Σικελιώτας.» Ενεταφίασαν δε το σώμα εις την αγοράν, και στοάς ύστερον περιεγείραντες, και παλαίστρας ενοικοδομήσαντες, προσδιώρισαν ταύτα εις γυμνάσιον των νέων, και ωνόμασαν αυτό Τιμολεόντειον. Αυτοί δε το πολίτευμα και τους νόμους μεταχειριζόμενοι τους υπ' αυτού τεθέντας, έμειναν επί πολύν χρόνον ευδαιμονούντες.
ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
Α. Δι' άλλους μεν συνέβη ν' αρχίσω γράφων τους βίους εγώ, επέμεινα δε και εξηκολούθησα ήδη δι' εμαυτόν, προσπαθών ως εις κάτοπρον να βλέπω εις την ιστορίαν, και να διακοσμώ όσον δύναμαι και ν' αφομοιώ τον βίον μου προς εκείνων τας αρετάς· διότι συνδιαίτησιν και συμβίωσιν ομοιάζει προ πάντων το πράγμα, όταν δεχόμενοι και παραλαμβάνοντες έκαστον αυτών διά της ιστορίας ως εις φιλοξενίαν, αναθεωρώμεν «πόσος και ποίος τις ήτον» (290) τα κυριώτερα και τα κάλλιστα των πράξεων αυτού προς γνώσιν λαμβάνοντες.
«Φευ! ποία ταύτης έστι μείζων ηδονή (291)»,
και ενεργότερα προς ηθών επανόρθωσιν; Και ο μεν Δημόκριτος (292) λέγει ότι πρέπει να ευχώμεθα όπως τυγχάνωμεν ειδώλων ευτυχών, και όπως κατέρχονται προς ημάς εκ του περιέχοντος τα συμφωνούντα μεθ' ημών και χρηστά μάλλον παρά τα φαύλα και τα μοχθηρά (293), εισαγαγών εις την φιλοσοφίαν λόγον ουχί αληθή, και παρεκτρέποντα προς απεράντους δεισιδαιμονίας. Ημείς δε, διά της περί την ιστορίαν ενασχολήσεως, και διά της συνηθείας της συγγραφής, παρασκευάζομεν ημάς αυτούς εις το να δεχώμεθα πάντοτε εις τας ψυχάς ημών τας μνήμας των αρίστων και δοκιμωτάτων· και αν η σχέσις των ανθρώπων μεθ' ών διαιτώμεθα εξ ανάγκης, φαύλον τι έχουσα ή αγενές ή κακόηθες, προσβάλλη ημάς δι' αυτού, ν' αποκρούωμεν αυτό και να το αποβάλλωμεν, στρέφοντες προς τα κάλλιστα των παραδειγμάτων ιλαράν την διάνοιαν και πραείαν. Εκ τούτων σοι πέμπω διά του παρόντος τον βίον Τιμολέοντος του Κορινθίου και τον του Αιμιλίου Παύλου, ανδρών ών ου μόνον αι προαιρέσεις αλλά και αι τύχαι υπήρξαν αγαθαί προς τα πράγματα, ώστε θέλει αμφισβητηθή αν δι' ευτυχίας μάλλον ή διά φρονήσεως κατώρθωσαν των έργων αυτών τα μέγιστα.
Β. Οι πλείστοι συγγραφείς ομολογούσιν ότι ο οίκος των Αιμιλίων ήτον εκ των ευπατριδών και των παλαιών. Ότι δ' ο πρώτος αυτών, όστις και εις το γένος κατέλιπε την επωνυμίαν του, ήτον ο Μάμερκος, υιός Πυθαγόρου του σοφού (294) διά την γλυκύτητα και χάριν του λόγου του Αιμύλιος (295) προσαγορευθείς, είπον τινές, οίτινες απέδωκαν εις τον Πυθαγόραν την εκπαίδευσιν του βασιλέως Νουμά (296). Και οι πλείστοι μεν των εκ της οικίας ταύτης εις δόξαν προαχθέντων ευτύχησαν διά της αρετής ήν εζήλωσαν. Του δε Λευκίου Παύλου το κατά τας Κάννας ατύχημα έδειξε και την φρόνησιν συγχρόνως και την ανδρείαν αυτού, διότι μη δυνηθείς να πείση τον συνάρχοντα αυτού, και να τον εμποδίση του να πολεμήση, εις μεν την μάχην άκων συνέπραξε μετ' αυτού, της δε φυγής δεν συμμετέσχεν, αλλ' όταν ο συνάψας την μάχην εγκατέλιπεν αυτήν, αυτός σταθείς και μαχόμενος κατά των εχθρών εφονεύθη. Τούτου η μεν θυγάτηρ Αιμιλία ενυμφεύθη τον μέγαν Σκηπίωνα· ο δ' υιός Παύλος Αιμίλιος, περί ού ταύτα γράφονται, εις ηλικίαν ελθών κατά καιρόν εφ' ού ήνθουν δόξαι και αρεταί επιφανεστάτων ανδρών και μεγίστων, διέλαμψεν ουχί ζηλώσας τα επιτηδεύματα των νέων οίτινες ευδοκιμούσιν, ουδέ την ιδίαν μετ' αυτών οδόν απ' αρχής πορευθείς· διότι ούτε εις λόγους ησχολείτο δικαστικούς, και τους ασπασμούς και τας δεξιώσεις και φιλοφροσύνας, δι' ών κολακεύοντες πολλοί τον δήμον απέκτων αυτού την εύνοιαν, θεραπευτικοί και σπουδαίοι λεγόμενοι, παρέλιπεν εντελώς, αν και προς αμφότερα ήτον ευφυής· αλλ' επιζητών μάλλον την απ' ανδρείας και δικαιοσύνης και πίστεως δόξαν, ως εκατέρου κρείττονα, και κατά τούτο διέφερε των ομηλίκων του απ' αρχής.
Γ. Η πρώτη δε των επισήμων αρχών ήν εζήτησεν υπήρξεν η αγορανομία (297), και προεκρίθη εκ δώδεκα υποψηφίων, οίτινες λέγεται ότι μετά ταύτα πάντες υπάτευσαν. Γενόμενος δ' ιερεύς των Αυγούρων ονομαζομένων (298), ούς οι Ρωμαίοι αναδεικνύουσιν επισκόπους και φύλακας της δι' ορνίθων και διοσημειών μαντικής, ούτως εσεβάσθη τα πάτρια ήθη, και κατενόησε την των παλαιών περί τα θεία ευλάβειαν, ώστε την ιερωσύνην, ήτις εφαίνετο έντιμός τις υπηρεσία, και επιζήτητουν άλλοι ένεκα δόξης, ανέδειξε μίαν των υπερτάτων τεχνών, και εδικαίωσε τους φιλοσόφους, όσοι ώρισαν την ευσέβειαν επιστήμην της των θεών θεραπείας. Διότι τα πάντα ετελούντο υπ' αυτού μετά σπουδής και μετ' εμπειρίας, και απείχε πάσης άλλης εργασίας όταν περί αυτής επρόκειτο, και ουδέν παρέλειπεν ή εκαινοτόμει, μετά των συνιερέων πάντοτε και περί των μικρών φιλονεικών, και διδάσκων ότι, αν νομίζη τις ότι το θείον είναι εύκολον και δεν δυσαρεστείται διά τας τοιαύτας αμελείας, εις την πόλιν όμως δύσκολον είναι να συγχωρή τα τοιαύτα και να τα παραβλέπη. Διότι ουδείς εξ αρχής αμέσως διά μεγάλου παρανομήματος μετακινεί την πολιτείαν, αλλά και αυτήν των μεγίστων την τήρησιν καταστρέφουσιν οι παραμελούντες την ακρίβειαν περί τα μικρά. Ουχ ήττον δ' απεδείκνυτο και των στρατιωτικών ηθών και παραδόσεων εξεταστής και φύλαξ, και στρατηγών δεν εδημαγώγει, ουδέ, ως οι πλείστοι τότε, εθήρευε δευτέρας αρχάς χαριζόμενος εις των πρώτων την διαχείρησιν, και πράως προσφερόμενος προς τους αρχομένους, αλλ' ως τις άλλων οργίων έμπειρος ιερεύς, εξήγει τα καθ' έκαστα των κατά τας στρατείας εθίμων, και φοβερός ών εις τους απειθούντας και παραβαίνοντας, ανώρθου την πατρίδα, και σχεδόν εθεώρει την επί των εχθρών νίκην ως πάρεργον της των πολιτών παιδεύσεως.
Δ. Επεκράτει τότε ο πόλεμος όν είχον οι Ρωμαίοι προς Αντίοχον τον μέγαν (299), και οι επιτηδειότατοι των στρατηγών αυτών ήσαν κατ' εκείνου απεσταλμένοι, όταν άλλος πόλεμος ηγέρθη εκ δυσμών, και μεγάλα κινήματα έγιναν εις την Ιβηρίαν. Εις τούτον εστάλη ο Αιμίλιος στρατηγός, έχων ουχί έξ πελέκεις (300), όσους έχουσιν οι στρατηγούντες, αλλά προσλαβών άλλους τόσους, ώστε η επισημότης της εξουσίας αυτού ωμοίασε την υπατικήν. Ενίκησε δε δις τους βαρβάρους εκ παρατάξεως, και εφόνευσε περί τας τριάκοντα χιλιάδας αυτών. Φαίνεται δ' ότι τούτο υπήρξε προφανές της στρατηγικής αυτού ικανότητος κατόρθωμα, διότι ωφεληθείς εκ της καταλληλότητος των χωρίων, και διάβασίν τινα ποταμού ενεργήσας, διευκόλυνε την νίκην εις τους στρατιώτας. Υπέταξε δε πόλεις διακοσίας πεντήκοντα, δεχθείσας αυτόν εκουσίως. Αφείς δε την επαρχίαν κατηρτισμένην εν ειρήνη και πίστει, επανήλθεν εις Ρώμην, ουδέ κατά μίαν δραχμήν εκ της εκστρατείας γενόμενος ευπορώτερος. Ήτον δε και κατά τ' άλλα αργός μεν εις το ν' αποκτά, δαπανηρός δε και αφειδής της περιουσίας του. Αύτη δε δεν ήτον πολλή, αλλά μόλις εξήρκεσε μετά τον θάνατον αυτού εις απόδοσιν της οφειλομένης προικός εις την γυναίκα του.
Ε. Ενυμφεύθη δε την Παπιρίαν, θυγατέρα του Μάσωνος (301), ανδρός υπατικού, και αφ' ού πολύν καιρόν συνώκησε μετ' αυτής, αφήκε τον γάμον, ει και άριστα τέκνα απ' αυτής αποκτήσας. Διότι αύτη τω εγέννησε τον κλεινότατον Σκηπίωνα και τον Μάξιμον Φάβιον. Αιτία δε γραπτή της διαξεύξεως αυτού δεν περιήλθεν εις ημάς, αλλά φαίνεται ότι αληθής είναι λόγος τις όστις ερρέθη περί της των γάμων διαλύσεως. Ανήρ Ρωμαίος εχώριζε την γυναίκα του· οι δε φίλοι του ενουθέτουν αυτόν· «Δεν είναι σώφρων; τω έλεγον, δεν είναι εύμορφος; δεν είναι γόνιμος;» Αλλ' εκείνος, δείξας το υπόδημά του (κάλτιον (302) καλούσαν αυτό οι Ρωμαίοι)· «Δεν είναι ωραίον αυτό; απήντησε, δεν είναι καινούργιον; Αλλά τις εξ υμών ημπορεί να γνωρίζη ποίον μέρος του ποδός μου θλίβει;» Και τω όντι μεγάλα μεν και πασίγνωστα σφάλματα εγένοντο αιτίαι διαζυγίων άλλων γυναικών· δι' άλλας δε, αηδία τις, και των ηθών δυσαρμοστία, και μικρά τινα και πυκνά παραπτώματα, άγνωστα εις τους άλλους, απεχθείας επιφέρουσιν ασυμβιβάστους εις τα συνοικέσια. Ούτω λοιπόν ο Αιμίλιος, χωρισθείς της Παπιρίας, ενυμφεύθη άλλην, και τους δύο παίδας ούς αυτή εγέννησεν είχεν εις την οικίαν του, τους δε προτέρους έδωκε θετούς εις τους μεγίστους οίκους και εις τα επιφανέστατα γένη, τον μεν πρεσβύτερον εις το του Μαξίμου Φαβίου, του πεντάκις υπατεύσαντος· τον δε νεώτερον υιοθετήσας ο υιός του Αφρικανού Σκηπίωνος, εξάδελφόν του όντα, ωνόμασε Σκηπίωνα. Εκ δε των θυγατέρων του Αιμιλίου την μεν ενυμφεύθη ο υιός του Κάτωνος, την δ' άλλην ο Αίλιος Τουβέρων, ανήρ άριστος, και εκείνος μεταξύ των Ρωμαίων, όστις την πενίαν υπέμεινε μεγαλοπρεπέστατα· διότι δεκαέξ ήσαν οι συγγενείς, Αίλιοι όλοι· είχον δ' οικίσκον μικρότατον, και έν χωρίον ήρκει εις όλους, μίαν έχοντας εστίαν μετά πολλών παίδων και γυναικών. Μεταξύ τούτων ήτον και η θυγάτηρ τούτου του Αιμιλίου, του δις υπατεύσαντος και δις θριαμβεύσαντος, μη αισχυνομένη την πενίαν του ανδρός της, αλλά θαυμάζουσα την αρετήν αυτού δι' ήν ήτον πένης. Οι σημερινοί δ' αδελφοί και συγγενείς, αν διά κλιμάτων (303) και ποταμών και διατειχισμάτων δεν χωρίσωσι τα κοινά κτήματα, και ευρύχωρον δεν λάβωσιν απ' αλλήλων απόστασιν, δεν παύουσι φιλονεικούντες. Ταύτα παρέχει η ιστορία άξια παρατηρήσεως και σκέψεως εις τους θέλοντας και αυτοί να σωθώσιν.
ΣΤ. Ο δ' Αιμίλιος, ύπατος εκλεχθείς (304), εξεστράτευσε κατά των παρά τας Άλπεις Αιγύων, ούς τινες και Λιγυστίνους ονομάζουσιν, έθνος μάχιμον και θυμοειδές, πείραν δε του πολέμου λαμβάνον παρά των Ρωμαίων διά την γειτνίασιν· διότι νέμονται τα έσχατα και προς τας Άλπεις καταλήγοντα μέρη της Ιταλίας, και εξ αυτών των Άλπεων όσα βρέχονται υπό του Τυρρηνικού πελάγους και αντικρύζουσι την Λιβύαν (305), μεμιγμένοι μετά Γαλατών και των παραλίων Ιβήρων. Τότε δε, περιτρέχοντες την θάλασσαν εις σκάφη πειρατικά, αφήρουν και διήρπαζον τα εμπορεύματα μέχρι των Ηρακλείων στηλών αναπλέοντες. Όταν λοιπόν επήλθε κατ' αυτών ο Αιμίλιος, τεσσαράκοντα χιλιάδες γενόμενοι, αντέστησαν κατ' αυτού· έχων δ' εκείνος μόνον οκτακισχιλίους, προσέβαλεν αυτούς, αν και πενταπλασίους, τους έτρεψεν εις φυγήν, και εις τα τείχη κατακλείσας αυτούς, τοις απεύθυνε προτάσεις φιλανθρώπους και συμβιβαστικάς· διότι οι Ρωμαίοι δεν ήθελον να εξολοθρεύσωσιν εντελώς το έθνος των Λιγύων, κείμενον ως περίφραγμα εμπρός αυτών η προπύργιον, και εμποδίζον τα κινήματα δι' ών οι Γαλάται πάντοτε ηπείλουν την Ιταλίαν. Εμπιστευθέντες λοιπόν εις τον Αιμίλιον, τω παρέδωσαν και τα πλοία των και τας πόλεις· και αυτός τας μεν πόλεις ουδόλως ηδίκησε, και τα τείχη μόνον κρημνίσας, τας απέδωκεν εις αυτούς· τα πλοία όμως τοις αφήρεσεν όλα, και ουδέν τοις αφήκε τρισκάλμου (306) μεγαλήτερον· τους δε συλληφθέντος υπ' αυτών διέσωσε, πολλούς ευρεθέντας και Ρωμαίους και ξένους. Ύστερον δε, ει και πολλάκις εφάνη ότι ήθελε πάλιν να υπατεύση, και άπαξ μάλιστα ετέθη και υποψήφιος, αποτυχών όμως και παροραθείς, έμενεν ήσυχος του λοιπού, εις των ιερών αφιερωμένος την επιμέλειαν, και εξασκών τους υιούς του εις μεν την επιχώριον και πάτριον παιδείαν, καθώς αυτός εξησκείτο, εις δε την ελληνικήν έτι φιλοτιμότερον. Διότι ου μόνον γραμματικοί, και σοφισταί, και ρήτορες, αλλά και πλάσται, και ζωγράφοι, και ίππων και σκύλων επιστάται, και κυνηγίου διδάσκαλοι Έλληνες ήσαν περί τους νεανίσκους. Ο δε πατήρ αυτών, αν δεν υπήρχε δημόσιόν τι εμπόδιον, παρευρίσκετο πάντοτε εις τας μελέτας και τα γυμνάσια αυτών, φιλότεχνος ών ως ουδείς έτερος των Ρωμαίων.
Ζ. Ήτον δε τότε των δημοσίων πράξεων ο καιρός, καθ' όν πολεμούντες κατά Περσέως, του βασιλέως των Μακεδόνων, κατηγόρουν τους στρατηγούς, ότι εξ απειρίας και ατολμίας διεχειρίζοντο αισχρώς και καταγελάστως τα πράγματα, και εκακοποιούντο μάλλον υπό των εχθρών ή ό,τι τους εκακοποίουν. Αφ' ού Αντίοχον, τον επικληθέντα Μέγαν, υποχωρήσαντα εκ της άλλης Ασίας, εδίωξαν επέκεινα του Ταύρου και τον κατέκλεισαν εις την Συρίαν, ευχαρίστως διά δεκαπέντε χιλιάδων ταλάντων τας συνθήκας ταύτας εξαγοράσαντα· αφ' ού ολίγον πρότερον εν Θεσσαλία συνέτριψαν τον Φίλιππον (307) και ηλευθέρωσαν τους Έλληνας από των Μακεδόνων· αφ' ού και τον Αννίβαν κατεπολέμησαν, προς όν ουδείς βασιλεύς εδύνατο να παραβληθή κατά τόλμην ή κατά δύναμιν, ενόμιζον ουχί ανεκτόν να είν' εμπεπλεγμένοι μετά του Περσέως, ως ίσοι προς ίσον της Ρώμης αντίπαλον, και επί πολύν χρόνον να πολεμή αυτός τους Ρωμαίους διά των λειψάνων της πατρικής ήττης· αγνοούντες ότι νικηθείς ο Φίλιππος, κατέστησε των Μακεδόνων την δύναμιν πολύ ισχυροτέραν και μαχιμωτέραν. Ταύτα θέλω βραχέως διηγηθή, αρχόμενος άνωθεν.
II. Αντίγονος, ο κραταιότατος των Αλεξάνδρου διαδόχων και στρατηγών, αποκτήσας δι' εαυτόν και τους απογόνους του την προσηγορίαν του βασιλέως, έσχεν υιόν Δημήτριον, (308) ού υιός εγένετο ο Αντίγονος, ο επονομασθείς Γονατάς. Τούτου δ' υιός ην ο Δημήτριος, όστις ολίγον βασιλεύσας καιρόν, και υιόν εις παιδικήν ηλικίαν απολιπών τον Φίλιππον, απέθανε. Φοβηθέντες δ' οι πρώτοι των Μακεδόνων την αναρχίαν, εκάλεσαν τον Αντίγονον, εξάδελφον του αποθανόντος, και νυμφεύσαντες μετ' αυτού την μητέρα του Φιλίππου, πρώτον μεν τον ωνόμασαν επίτροπον και στρατηγόν, έπειτα δε, γνωρίσαντες αυτόν μετριοπαθή και χρήσιμον, τον ανηγόρευσαν βασιλέα. Επεκλήθη δε Δώσων, ως υποσχόμενος μεν πάντοτε, μη εκτελών δε τας υποσχέσεις του (309). Μετά τούτον δε βασιλεύσας ο Φίλιππος, διέπρεψε μεγάλως μεταξύ των βασιλέων, έτι μειράκιον ων, και εφαίνετο ως μέλλων ν' αναστήση την Μακεδονίαν εις την παλαιάν αυτής περιοπήν, και ως μέλλων μόνος ν' αναχαιτήση των Ρωμαίων την δύναμιν, κατά πάντων ήδη εγειρομένην. Νικηθείς δ' εις μεγάλην μάχην περί την Σκοτούσσαν υπό Τίτου Φλαμινίνου, τότε μεν υπέκυψε, και πάντων των καθ' εαυτόν κυρίους ανεγνώρισε τους Ρωμαίους, και μετρίου προστίμου τυχών, έμεινεν ευχαριστημένος. Ύστερον δε, δυσανασχετών, και το να οφείλη την βασιλείαν εις χάριν των Ρωμαίων θεωρών ίδιον αιχμαλώτου μάλλον την τρυφήν αγαπώντος, παρ' ανδρός έχοντος φρόνημα και μεγαλοψυχίαν, έστρεψε την γνώμην του προς τον πόλεμον, και παρεσκευάζετο λαθραίως και πανούργως. Και τας μεν πόλεις τας κειμένας επί των μεγάλων οδών και τας παραθαλασσίους εγκατέλειπεν ασθενείς και σχεδόν ερήμους, ώστε να καταφρονώνται, συνήγε δε δύναμιν πολλήν εις τα άνω μέρη, και τα μεσόγεια χωρία και φρούρια και πόλεις πληρών όπλων και χρημάτων πολλών και ακμαίων στρατιωτών, εγύμναζε τον πόλεμον, και τον συνείχεν ως κεκρυμμένον αδήλως· διότι όπλων αποτεταμιευμένων, και εν αχρηστία μενόντων είχε τριάκοντα χιλιάδας, οκτώ δ' εκατομμύρια μεδίμνων σίτου ήσαν εγκατωκοδομημένα εντός των τειχών, και πλήθος χρημάτων, όσον ήρκει όπως επί δέκα έτη τρέφη δεκακισχιλίους μισθοφόρους, πολεμούντας υπέρ της χώρας. Αλλ' εκείνος μεν δεν επρόφθασε να κινήση τας δυνάμεις ταύτας και να εκτελέση το σχέδιό του, αποθανών εκ λύπης και αθυμίας, διότι ενόησεν ότι αδίκως εθανάτωσε τον ένα των υιών του, Δημήτριον, πεισθείς εις του άλλου, του χειροτέρου τας διαβολάς. Ο δε μένων των υιών του, ο Περσεύς, μετά της βασιλείας διεδέχθη και την κατά των Ρωμαίων έχθραν αυτού. Αλλά τοιούτο βάρος να φέρη ήτον ανίκανος διά την μικρότητα και την μοχθηρίαν του ήθους του, πλήρης ων παθών και ελαττωμάτων, εν οίς επρώτευεν η φιλαργυρία. Λέγεται δ' ότι ουδέ γνήσιος ην την καταγωγήν, αλλ' ότι τον εγέννησε ράπτριά τις εξ Άργους, Γναθαινία ονομαζομένη, τον έλαβε δ' αρτιγέννητον η σύζυγος του Φιλίππου, και κρυφίως τον εδέχθη υποβολιμαίον. Διά τούτο φαίνεται προ πάντων ότι εφοβήθη και εφόνευσε τον Δημήτριον, μήπως έχων γνήσιον ο οίκος διάδοχον, αποκαλύψη την νοθείαν εκείνου.
Θ. Αλλά καί τοι αγεννής ών και ταπεινός, υπό των δυνάμεων άς διέθετεν παρακινούμενος, απεδύθη προς τον πόλεμον, και αντέσχε πολύν καιρόν, νικήσας υπατικούς αρχηγούς των Ρωμαίων, και στρατεύματα και στόλους μεγάλους, και κυριεύσας τινάς αυτών. Και τον πρώτον μεν εισβαλόντα εις την Μακεδονίαν, Πόπλιον Λικίννιον, ενίκησεν εις ιππομαχίαν και τον έτρεψεν εις φυγήν, και δισχιλίους και πεντακοσίους γενναίους άνδρας εφόνευσε, και ζώντας άλλους εξακοσίους συνέλαβεν. Εις δε τον στόλον, όστις ήτον προσωρμισμένος εις τον Ωρεόν, επιπλεύσας απροσδοκήτως, είκοσι μεν εκυρίευσεν ολκάδας (310) μετ' αυτού του φορτίου, των, τα δ' επίλοιπα, σίτου πλήρη, κατεβύθισεν. Εκυρίευσε δε και τέσσαρα πλοία πεντηρικά (311). Και μάχην συνήψεν εκ δευτέρου, καθ' ήν απέκρουσε τον υπατικόν Οστίλιον, θέλοντα διά βίας να εισβάλη κατά τας Ελιμίας (312) Εισβαλόντα δε λαθραίως διά της Θεσσαλίας, τον προσεκάλεσεν εις μάχην, αλλ' εφοβήθη εκείνος να την δεχθή. Εκστρατεύσας δε, παρέργως του πολέμου, κατά των Δαρδανέων (313), ως περιφρονών δήθεν τους Ρωμαίους και ως έχων καιρόν ν' ασχοληθή αλλαχού, κατέκοψε δέκα χιλιάδας εκ των βαρβάρων τούτων, και έλαβε πολλά λάφυρα, Υπεκίνει δε και τους Γαλάτας τους περί τον Ίστρον κατοικούντας, οίτινες καλούνται Βαστάρναι (314), στρατόν ιππικόν και μάχιμον· εκάλει δε και τους Ιλλυρίους (315), διά Γενθίου, του βασιλέως αυτών, να βοηθήσωσιν εις τον πόλεμον και αυτοί. Και λόγος διέτρεξεν ότι διά μισθού υπ' αυτού πεισθέντες οι βάρβαροι, έμελλον διά της κάτω Γαλατίας παρά τον Αδρίαν να εισβάλωσιν εις την Ιταλίαν.
I. Ταύτα μανθάνοντες οι Ρωμαίοι, ενέκρινον ν' αφήσωσι τας χάριτας και τας υποψηφιότητας ως προς τας στρατηγίας, και να καλέσωσιν εις την αρχηγίαν άνδρα νουν έχοντα, και ηξεύροντα πώς να διεξαγάγη μεγάλα πράγματα. Ούτος ήτον ο Παύλος Αιμίλιος, ηλικίας, μεν ήδη προκεχωρημένης και εξηκοντούτης σχεδόν, ακμάζων δε κατά την σωματικήν δύναμιν, υπό νέων υιών και γαμβρών περιστοιχιζόμενος, και υπό φίλων και συγγενών πολλήν εχόντων δύναμιν, οίτινες πάντες τον έπειθον να υπακούση εις τον δήμον, καλούντα αυτόν εις την υπατείαν. Αλλ' εκείνος κατ' αρχάς μεν απεποιείτο δήθεν προς το πλήθος, και απέκρουε την προθυμίαν αυτών, ως μη επιθυμών την αρχήν. Επειδή δε καθ' ημέραν επανήρχοντο και τον προσεκάλουν εις την αγοράν, και κατεβόων κατ' αυτού, επείσθη· και άμα παρουσιάσθη μεταξύ των επιζητούντων την υπατείαν, εφάνη ουχί ερχόμενος όπως λάβη αρχήν, αλλ' όπως φέρη νίκην και του πολέμου επιτυχίαν, και όπως δώση εις τους πολίτας το ενδόσιμον να καταβώσιν εις το πεδίον· μετά τοσαύτης ελπίδος και προθυμίας εδέχθησαν πάντες αυτόν, και κατέστησαν ύπατον αυτόν εκ δευτέρου, μη αφήσαντες να τεθή, κατά την συνήθειαν, κλήρος επί των επαρχιών, αλλά ψηφίσαντες ευθύς δι' αυτόν του Μακεδονικού πολέμου την αρχηγίαν. Λέγεται δ' ότι, ως ανηγορεύθη στρατηγός κατά του Περσέως, προπεμφθείς εις την οικίαν του λαμπρώς υπό του δήμου παντός, εύρε την θυγατέρα του Τερτίαν, ήτις ήτον παιδίον έτι, δακρύουσαν, και ασπασθείς αυτήν την ηρώτησε διατί λυπείται. Εκείνη δ' εναγκαλισθείσα και φιλούσα αυτόν, «Δεν ηξεύρεις, ω πάτερ, τω είπεν, ότι μας απέθανεν ο Περσεύς;» «Ενόει δε κυνάριον τρεφόμενον υπ' αυτής, και ούτως ονομαζόμενον. Ο δ' Αιμίλιος, «Αγαθή τύχη, είπεν, ω θύγατερ, και δέχομαι τον οιωνόν.» Ταύτα ιστορεί Κικέρων ο ρήτωρ εν τοις περί μαντικής (316).
ΙΑ. Ήτον δε συνήθεια, οι λαμβάνοντες την υπατείαν ν' αποδίδωσι χάριν τρόπον τινά εις τον δήμον, και διά τούτο να προσαγορεύσωσιν αυτόν φιλοφρόνως από του βήματος. Ο Αιμίλιος λοιπόν εις εκκλησίαν συναγαγών τους πολίτας, είπεν ότι την μεν πρώτην υπατείαν αυτός επεζήτησε, διότι ήθελεν εξουσίαν, την δε δευτέραν, διότι εκείνοι ήθελον στρατηγόν. Επομένως ότι ουδεμίαν τοις γνωρίζει χάριν, και παραχωρεί την αρχηγίαν, αν νομίζωσιν ότι δι' άλλου τινός καλήτερον θα διεξαχθώσι τα του πολέμου. Αν δ' εμπιστεύωνται εις αυτόν, ούτε να στρατηγώσι και αυτοί παρά τον στρατηγόν, ουδ' εις λόγους να δαπανώνται, αλλά να εκτελώσιν εν σιωπή τα δέοντα προς τον πόλεμον· διότι αν ζητώσι ν' άρχωσι του άρχοντος, θέλουσι γίνει έτι μάλλον καταγέλαστοι παρά σήμερον. Ταύτα ειπών, πολλήν μεν αιδώ προς εαυτόν ενέπνευσεν εις τους πολίτας, μεγάλην δε προσδοκίαν του μέλλοντος, και όλοι έχαιρον ότι αφέντες τους κολακεύοντας, εξελέξαντο στρατηγόν έχοντα παρρησίαν και γενναιοφροσύνην. Ούτως ο δήμος των Ρωμαίων, όπως άρχη των άλλων και αναδείκνυται πάντων μέγιστος, εγίνετο δούλος του καλού και της αρετής.
ΙΒ. Ότι δ' ο Αιμίλιος Παύλος, άμα εκίνησεν εις εκστρατείαν, είχε πλουν ευτυχή και πάσαν ευκολίαν προς οδοιπορίαν, ώστε ταχέως και ασφαλώς έφθασεν εις το στρατόπεδον, τούτο αποδίδω εις την καλήν αυτού τύχην. Εις δε τον πόλεμον και την στρατηγίαν αυτού, βλέπων άλλα μεν κατορθωθέντα διά της μεγάλης τόλμης αυτού, άλλα δε διά των φρονίμων αυτού βουλευμάτων, άλλα διά προθύμων υπηρεσιών των φίλων του, και άλλα διότι εις τας δεινάς περιστάσεις είχε θάρρος και σκέψιν ορθήν, ουδέν δύναμαι των λαμπρών και διασήμων έργων αυτού ν' αποδώσω εις την λεγομένην του ανδρός ευτυχίαν, ως επ' άλλων στρατηγών, εκτός αν τις ειπή ότι τύχη ήτον αγαθή εις του Αιμιλίου τας επιχειρήσεις η φιλαργυρία του Περσέως, όστις το αργύριον φειδωλευθείς, ανέτρεψε και κατέβαλε των Μακεδόνων τας εκ του πολέμου τούτου εξαρθείσας λαμπράς και μεγάλας ελπίδας. Διότι κατά παράκλησιν αυτού τω ήλθαν Βαστάρναι, ιππείς μεν δεκακισχίλιοι, δεκακισχίλιοι δε και παραβάται (317) μισθοφόροι πάντες, άνδρες μη ηξεύροντες ούτε να γεωργώσιν, ούτε να πλέωσιν, ούτε να ζώσι ποίμνια βόσκοντες, αλλ' έν έργον μελετώντες και μίαν τέχνην, να πολεμώσι πάντοτε και να νικώσι τους αντιταττομένους. Όταν δε στρατοπεδεύσαντες παρά την Μαιδικήν (318), συνανεμίγησαν μετά των στρατευμάτων του βασιλέως, άνδρες υψηλοί μεν τα σώματα, θαυμαστοί δ' εις τα γυμνάσια αυτών, καυχηματίαι δε και λαμπροί εις τας κατά των εχθρών απειλάς, ενέβαλον θάρρος εις τους Μακεδόνας, και την πεποίθησιν ότι οι Ρωμαίοι δεν θέλουσι τους υπομείνει, αλλ' ότι θέλουσιν εκπλαγή προς την όψιν αυτών και την κίνησιν, ούσαν φοβεράν και ξενοφανή. Αφ' ού όμως ούτω διέθεσε τους ανθρώπους ο Περσεύς, και τοσούτων ενέπλησεν αυτούς ελπίδων, επειδή δι' έκαστον των αρχηγών αυτών τω εζητούντο ανά χίλιοι στατήρες (319), ζαλισθείς και παραφρονήσας διά το συμποσούμενον του χρυσίου πλήθος, εκ μικρολολογίας ηρνήθη, και εγκατέλιπε την συμμαχίαν, ως αν επρόκειτο να οικονομήση, ουχί να πολεμήση, κατά των Ρωμαίων, και να δώση ακριβή απολογισμόν της του πολέμου δαπάνης εις εκείνους καθ' ών επολέμει· και ταύτα εν ώ διδασκάλους είχεν εκείνους, συλλέξαντας, και έχοντας ετοίμους εις πάσαν χρείαν, πλην της άλλης παρασκευής, και εκατόν χιλιάδας στρατιωτών. Εκείνος δε, προς τοιαύτην αντιταττόμενος δύναμιν, και εις πόλεμον καταβαίνων δι' όν τόσοι υπεράριθμοι ετρέφοντο στρατιώται, εμέτρει το χρυσίον και το εσφράγιζε και εφοβείτο να το εγγίση, ως αν ήτον ξένον. Και έπραττε ταύτα ουχί εκ Λυδών γεννηθείς ουδ' εκ Φοινίκων, αλλά κατά συγγένειαν την αρετήν αντιποιούμενος του Φιλίππου και Αλεξάνδρου, οίτινες τα πάντα ενίκησαν, θεωρήσαντες τα πράγματα διά χρημάτων αγοραζόμενα, και ουχί τα χρήματα διά των πραγμάτων, δι' ό και ερρέθη ότι τας πόλεις των Ελλήνων κυριεύει ουχί ο Φίλιππος, αλλ' ο χρυσός του Φιλίππου· όταν δ' ο Αλέξανδρος ήρχισε την κατά των Ινδών εκστρατείαν, και είδε τους Μακεδόνας βαρύν κατόπιν των και δυσκίνητον σύροντας του περσικού πλούτου τον όγκον, πρώτας επυρπόλησε τας βασιλικάς αμάξας, έπειτα δε κατέπεισε και τους άλλους να πράξωσι το ίδιον, και ελαφροί να κινήσωσι προς τον πόλεμον, ως αν είχον απολυθή. Ο δε Περσεύς εις τον χρυσόν πνίξας εαυτόν και τα τέκνα και την βασιλείαν του, δεν ηθέλησε να σωθή δι' ολίγων χρημάτων, αλλά μετά πολλών εις αλύσεις συρθείς ο πλούσιος αιχμάλωτος, προυτίμησε να επιδείξη εις τους Ρωμαίους πόσων εφείσθη, διατηρήσας αυτά δι' αυτούς.
ΙΓ. Και ου μόνον απέπεμψε τους Γαλάτας, ψευσθείς προς αυτούς, αλλά και Γένθιον τον Ιλλυριόν παρακινήσας να συμπράξη εις τον πόλεμον επί πληρωμή τριακοσίων ταλάντων, τα μεν χρήματα εξέθηκεν ηριθμημένα εις τους υπ' αυτού πεμφθέντας, και τους αφήκε να τα σφραγίσωσιν. Όταν δ' ο Γένθιος, πεισθείς ότι είχε τα ζητηθέντα, έπραξεν έργον ασεβές και απαίσιον, συλλαβών και δέσας τους προς αυτόν ελθόντας πρέσβεις των Ρωμαίων, τότε ο Περσεύς, φρονών ότι δεν εχρειάζοντο πλέον χρήματα όπως τον καταστήσωσιν εις πόλεμον προς τους Ρωμαίους, αφ' ού ο Γένθιος έδωκε διά της προδοσίας του αδιάλυτα έχθρας ενέχυρα, και αφ' ού διά τοιαύτης αδικίας ερρίφθη εις τον πόλεμον, εστέρησε τον δυστυχή των τριακοσίων ταλάντων, και τον αφήκεν αδιαφόρως ν' αρπαγή εντός ολίγου χρόνου μετά γυναικός και τέκνων από της βασιλείας του, ως από φωλεάς, υπό Λευκίου Ανικίου, του στρατηγού του κατ' αυτού πεμφθέντος μετά δυνάμεως. Κατά τοιούτου λοιπόν αντιπάλου ελθών ο Αιμίλιος, αυτόν μεν κατεφρόνει, την δ' υπ' αυτόν στρατιωτικήν προμήθειαν και δύναμιν εθαύμαζε· διότι ήσαν ιππείς μεν τετρακισχίλιοι, πεζοί δ' εις φάλαγγα σχεδόν τεσσαράκοντα χιλιάδες. Στρατοπεδεύων δε παρά την θάλασσαν υπό την υπώρειαν του Ολύμπου, εις τόπους ουδαμόθεν προσιτούς, και πανταχόθεν καταφραχθέντες υπ' αυτού διά χαρακωμάτων και προτειχισμάτων ξυλίνων, έμεινεν εν εντελεί αργία, νομίζων ότι ο καιρός και η των χρημάτων δαπάνη θα εξήντλουν εντελώς τον Αιμίλιον. Αλλ' ούτος άγρυπνον έχων την φρένα, εβουλεύετο αδιακόπως, και τα πάντα εξέταζε και ηρεύνα. Βλέπων δ' ότι οι στρατιώται δυσηρεστούντο διά την έως τότε αργίαν, και έκαμνον τους στρατηγούς διά των λόγων, γνωμοδοτούντες ότι έπρεπε να γίνη, τους επέπληξε, και τοις παρήγγειλε να μη επεμβαίνωσιν, ουδέ να φροντίζωσι παρά πώς έκαστος να καταστήση το σώμα και την πανοπλίαν του όσον το δυνατόν χρησιμωτέραν, και ρωμαϊκούς να μεταχειρισθώσι την μάχαιράν των, όταν τοις προσδιορίση ο στρατηγός τον καιρόν. Τους δε νυκτερινούς φύλακας διέταξε να φυλάττωσιν άνευ λόγχης (320), διότι ούτως θα προσείχον μάλλον, και θ' ανθίστατο κατά του ύπνου, αν δεν εδύναντο ν' αντισταθώσι κατά των εχθρών όταν επλησίαζον.
ΙΔ. Επειδή δ' οι άνθρωποι προ πάντων ηνοχλούντο εκ της ελλείψεως του ποτού, διότι ολίγον και κακόν επήγαζε και έτρεχε παρ' αυτήν την θάλασσαν, βλέπων ο Αιμίλιος μέγα και σύμφυτον όρος τον Όλυμπον υπερκείμενον, και εκ της χλωρότητος των φυτών εννοών ότι πρέπει να έχη πηγάς ύδατος βαθέως ρέοντος, έσκαψε πολλάς αναπνοάς δι' αυτάς και πολλά φρέατα κατά την υπώρειαν. Και ταύτα επληρώθησαν αμέσως ρευμάτων καθαρών, άτινα υπό του βάρους των θλιβόμενα, και διά της φυσικής των ορμής, εφέροντο προς το κενούμενον μέρος. Τινές λέγουσιν ότι εις τους τόπους εξ ών τα ύδατα ρέουσι δεν εναπόκεινται πηγαί αυτών κεκρυμμέναι και έτοιμοι, ουδ' είναι η εκβολή αυτών αποκάλυψις η ρήξις αυτών, αλλά γέννησις και σύστασις, διότι η όλη ενταύθα υγραίνεται. Υγραίνεται δε διά της πυκνότητος και ψυχρότητος η υδατώδης αναθυμίασις, όταν εις το βάθος καταθλιβείσα, γίνη ρευστή. Διότι, καθώς οι μαστοί των γυναικών δεν είναι, ως αγγεία, πλήρεις ετοίμου γάλατος καταρρέοντος, αλλά μεταβάλλουσι την τροφήν εντός των, και κατασκευάζουσι γάλα και το χύνουσιν, ούτως οι δροσεροί και πηγοτρόφοι τόποι της γης δεν καλύπτουσι μεν ύδωρ, ουδέ κοιλώματα εκχέοντα ρεύματα και βάθη ποταμών τοσούτων εκ πηγής ετοίμης και υπογείου, αλλά διά της πιέσεως και της καταπυκνώσεως αποθλίβοντες τον ατμόν και τον αέρα, τρέπουσιν αυτόν εις ύδωρ. Οι τόποι λοιπόν οίτινες σκάπτονται, αναδίδουσι μάλλον και αναβλύζουσιν ύδωρ εις την τοσαύτην ψηλάφησιν, καθώς οι μαστοί των γυναικών εις τον θηλασμόν, υγραίνοντες και μαλάττοντες την αναθυμίασιν. Όσα δε μέρη της γης εισί πεφραγμένα και ακατέργαστα, αυτά μένουσι τυφλά προς γένεσιν ύδατος, διότι δεν έχουσι την κίνησιν, ήτις παρέχει υγρόν. Οι δε ταύτα λέγοντες, αφορμήν έδωκαν εις τους απορητικούς (321) να προτείνωσιν ότι ουδέ το αίμα ενυπάρχει εις τα ζώα, αλλά γεννάται όταν γίνωσι τραύματα, διά μεταβολής πνεύματος τίνος ή σαρκών, ήτις παράγει ρύσιν και αναλύει. Αλλά την απάτην αυτών αποδεικνύουσιν οι εντός των υπονόμων και των μεταλλείων απαντώμενοι εις τα βάθη ποταμοί, οίτινες δεν συλλέγονται κατ' ολίγον, ως θα ήτον επόμενον αν εγεννώντο τότε διά της κινήσεως της γης, αλλ' αθρόοι εκχεόμενοι ρέουσιν. Εις δε τα όρη, όταν πέτρα κτυπηθή και ραγή, εκπηδά άφθονον ρεύμα ύδατος, και έπειτα πάλιν εκλείπει. Και ταύτα μεν περί τούτων.
ΙΕ. Ο δ' Αιμίλιος, ημέρας μέν τινας ηρέμει, και λέγεται ότι ποτέ τόσον μεγάλα στρατόπεδα, τοσούτον εγγύς αλλήλων ιδρυμένα, τοσαύτην δεν ετήρησαν ησυχίαν. Εξετάζων δε τα πάντα και διερευνών, ήκουσεν ότι μία μόνη εκ των διόδων έμενεν αφρούρητος, η διά της Περραιβίας, παρά το Πύθιον (322) και την Πέτραν (323), και εκ του ότι ο τόπος δεν εφυλάττετο ελπίσας μάλλον ή ό,τι εφοβήθη την κακοτοπίαν και την τραχύτητα ής ένεκα δεν εφυλάττετο, συνεκρότησε περί τούτου συμβούλιον. Πρώτος δ' εκ των παρόντων ο Νασικάς επικαλούμενος Σκηπίων, γαμβρός Σκηπίωνος του Αφρικανού, ύστερον δ' ισχυρότατος γενόμενος εις την σύγκλητον, εδέχθη να γίνη της κυκλώσεως αρχηγός. Δεύτερος δ' ο Φάβιος Μάξιμος, ο πρεσβύτατος των υιών του Αιμιλίου, μειράκιον ων εισέτι, ηγέρθη προθυμότατος και αυτός. Ευχαριστηθείς λοιπόν διά τούτο ο Αιμίλιος, τοις έδωκεν ουχί όσους ο Πολύβιος είπεν, αλλ' όσους ο ίδιος Νασικάς λέγει ότι έλαβε, γράψας περί των πράξεων τούτων επιστολήν πρός τινα των βασιλέων. Ήσαν δε Ιταλοί μεν εκτός τάξεως των λεγεώνων τρισχίλιοι, το δ' αριστερόν κέρας περί τους πεντακισχιλίους. Εκτός τούτων λαβών ο Νασικάς ιππείς εκατόν είκοσι, και διακοσίους εκ των μετά του Αρπάλου αναμεμιγμένων Θρακών και Κρητών, εκίνησε κατά τον δρόμον της θαλάσσης, και εστρατοπέδευσε παρά το Ηράκλειον, ως μέλλων δήθεν να πλεύση, και διά των πλοίων να κυκλώση των εχθρών το στρατόπεδον. Αφ' ού δ' εδείπνησαν οι στρατιώται και έγινε σκότος, ειπών εις τους αρχηγούς την αλήθειαν, τους έφερε διά νυκτός εις τον δρόμον τον εναντίον της θαλάσσης, και καταλύσας ανέπαυσε το στράτευμά του υπό το Πύθιον. Εδώ του Ολύμπου το ύψος είναι ανώτερον των δέκα σταδίων (324). Δηλούται δε δι' επιγράμματος του μετρήσαντος αυτόν, ούτω·
«Της κορυφής του Ολύμπου το ύψος, εκεί όπου κείται ο του Πυθίου (325) ναός (κάθετον πλην μετρηθέν) Έχει σταδίων μεν πλήρη δεκάδα, αλλά επί ταύτη Έτι και πλέθρον, εκτός μόνον τεσσάρων ποδών. Ο Ξεναγόρας δ' υιός του Ευμήλου ανεύρε τα μέτρα. Χαίρε δε συ, βασιλεύ (326), δίδων πληθύν αγαθών.
Ει και λέγουσιν οι γεωμέτραι ότι ούτε ύψος όρους ούτε βάθος θαλάσσης υπερβαίνει τους δέκα σταδίους. Φαίνεται δ' ότι ο Ξεναγόρας έλαβε την καταμέτρησιν ουχί περιέργως, αλλά μεθοδικώς και δι' οργάνων.
ΙΣΤ. Ο μεν Νασικάς λοιπόν ενταύθα διενυκτέρευσεν· ο δε Περσεύς, βλέπων τον Αιμίλιον ακίνητον εις την θέσιν του, δεν εφαντάζετο το γινόμενον. Κρης δ' αυτόμολος, αποδράς καθ' οδόν, ήλθε και τω ανήγγειλε των Ρωμαίων την περικύκλωσιν. Τότε δε ταραχθείς, το μεν στρατόπεδον δεν μετεκίνησε· παραδούς δ' εις τον Μίλωνα δεκακισχιλίους ξένους μισθοφόρους και δισχιλίους Μακεδόνας, τους έπεμψε και τους διέταξε να σπεύσωσι και να καταλάβωσι την διάβασιν. Εις τούτους ο μεν Πολύβιος λέγει ότι επέπεσαν οι Ρωμαίοι εν ώ εκοιμώντο ακόμη· ο δε Νασικάς, ότι σφοδρός έγινε προς αυτούς αγών και κίνδυνος εις τας κορυφάς, και ότι αυτός Θράκα μισθοφόρον, προσβαλόντα αυτόν στήθος προς στήθος, τον εκτύπησε διά της λόγχης του εις το στήθος και τον εφόνευσεν. Ούτως εδιώχθησαν οι εχθροί διά βίας, και ο Μίλων έφυγεν αίσχιστα άνευ όπλων, μόνον τον χιτώνα φορών, ο Αιμίλιος ηκολούθει ασφαλώς, καταβιβάζων εις την χώραν το στράτευμα. Ως δ' ήκουσε ταύτα ο Περσεύς, αμέσως αναχωρήσας, απεσύρθη προς τα οπίσω, περίφοβος γενόμενος, και βλέπων τας ελπίδας του καταστρεφομένας. Αλλ' ανάγκη ήτον να μείνη εμπρός της Πύδνης (327) και να δοκιμάση την τύχην της μάχης, ή να σκορπίση τον στρατόν εις τας πόλεις, και να δεχθή τον εχθρόν όστις, αφ' ού άπαξ εμβήκεν εις την χώραν, δεν εδύνατο να εκδιωχθή χωρίς πολλού φόνου και πολλών νεκρών. Αλλ' οι φίλοι του ενεθάρρυνον τον Περσέα, λέγοντες εις αυτόν ότι ενταύθα είχε πλήθος στρατιωτών ανώτερον, ότι δ' αυτοί θέλουσι δείξει πολλήν προθυμίαν, μαχόμενοι υπέρ των τέκνων και των γυναικών των, εν ώ μάλιστα τους επέβλεπεν ο βασιλεύς και εκινδύνευεν επί κεφαλής αυτών. Εστρατοπέδευσαν επομένως και παρετάττοντο εις μάχην, και κατεσκόπει τάς θέσεις, και διήρει τας αρχηγίας, ως μέλλων ευθύς εξ εφόδου ν' αντικρούση τους Ρωμαίους. Ο δε τόπος ήτον πεδιάς, κατάλληλος διά την φάλαγγα, ήτις έχει ανάγκην βάσεως επιπέδου και χωρίων ομαλών, και λόφοι υπήρχον συνέχεις, αλλήλους διαδεχόμενοι, εις τους γυμνήτας και ψιλούς στρατιώτας παρέχοντες καταφύγια και περιδρομάς. Διά μέσου δε ποταμοί ρέοντες, ο Αίσων και ο Λεύκος, ουχί λίαν βαθείς τότε, διότι ήτον περί τα τέλη του θέρους, εφαίνοντο ως δυνάμενοι δυσχέρειάν τινα να επιφέρωσιν εις τους Ρωμαίους.
ΙΖ. Ο Αιμίλιος, ενωθείς μετά του Νασικά, κατέβαινε παρατεταγμένος κατά του εχθρού. Ως δ' είδε την παράταξιν αυτών και το πλήθος, θαυμάσας ανέστειλε την πορείαν του, και εσκέπτετο καθ' εαυτόν. Οι δε νέοι αξιωματικοί, προθυμίαν έχοντες να πολεμήσωσι, προυχώρουν εμπρός αυτού, και τον παρεκάλουν να μη χρονοτριβή, και υπέρ πάντας ο Νασικάς, θάρρος λαβών εκ της κατά τον Όλυμπον επιτυχίας. Ο Αιμίλιος όμως μειδιάσας, «Αν είχον, είπε, την ηλικίαν σου. Αλλ' αι πολλαί μου νίκαι, διδάσκουσί μοι των νικωμένων τα σφάλματα, μ' εμποδίζουσι μετά μακράν οδόν να συγκροτήσω μάχην προς φάλαγγα παρατεταγμένην ήδη και ετοίμην.» Μετά ταύτα, τα μεν πρώτα τάγματα, όσα ήσαν υπ' όψιν του εχθρού, διέταξε να συνέλθωσιν εις σπείρας, και να φανώσιν ως εις μάχην παραταττόμενα, τους δε κατά την ουράν να μείνωσιν επιτοπίως, να περιστοιχισθώσιν υπό χάρακος, και να στρατοπεδεύσωσιν. Ούτως οι προσεχέστεροι εις τους τελευταίους εξετέλουν αφανώς τους εξελιγμούς των, και, χωρίς οι εχθροί να το εννοήσωσιν, ελύθη η παράταξις, και εισήλθον πάντες αθορύβως εις τον χάρακα. Αφ' ού δ' έγινε νυξ, και μετά το δείπνον ετράπησαν εις ύπνον και ανάπαυσιν, αιφνιδίως η σελήνη, ήτις ήτο πλήρης και υψηλά εις τον ουρανόν, έγινε μελανή, εξέλιπε το φως της, και αφ' ού διάφορα μετέβαλε χρώματα, έπαυσε του να φαίνηται. Και οι μεν Ρωμαίοι, ως συνηθίζουσιν, ανεκάλουν το φως αυτής διά πατάγων χαλκού, και πολλά ύψουν πυρά και δαυλούς και δάδας προς τον ουρανόν· οι δε Μακεδόνες ουδέν όμοιον έπραττον, αλλά φρίκη και θάμβος εκυρίευσε το στρατόπεδον, και λόγος διά πολλών κρυφίως διεδίδετο, ότι το φαινόμενον σημαίνει του βασιλέως έκλειψιν (328). Ο δ' Αιμίλιος, όχι ότι δεν ήκουσεν ουδ' εγνώριζε τας εκλειπτικάς ανωμαλίας, αίτινες την σελήνην περιφερομένην εμβάλλουσι κατά τεταγμένας περιόδους εις της γης την σκιάν και την αποκρύπτουσι, μέχρις ού παρελθούσα το εσκοτισμένον μέρος, πάλιν αναλάμψη απέναντι του ηλίου· αλλ' επειδή πολλά απέδιδεν εις τους θεούς, και ήτον φιλοθύτης και φίλος των μαντείων, ότε είδε κατά πρώτον την σελήνην καθαιρομένην, έθυσεν εις αυτήν ένδεκα μόσχους. Αμα δ' εξημέρωσεν, εθυσίασε βους εις τον Ηρακλήν, αλλά τα ιερά δεν ήσαν καλά μέχρι του εικοστού· εις δε το εικοστόν πρώτον εφάνησαν τα σημεία, και προεμήνυσαν εις αυτούς νίκην, αν έμενον αμυνόμενοι. Υποσχεθείς επομένως εκατόν βους και ιερόν αγώνα εις τον Θεόν, διέταξε τους αρχηγούς να παρατάξωσι τον στρατόν εις μάχην. Αυτός δε, περιμένων να στραφή και κλίνη το φως, όπως μη την αυγήν λάμπη ο ήλιος κατά πρόσωπον αυτών εν ώ επολέμουν, παρήρχετο τον χρόνον εις την σκηνήν του ανεωγμένην προς την πεδιάδα και προς το εχθρικόν στρατόπεδον.
ΙΗ. Περί δε δείλην τινές λέγουσιν ότι διά τεχνάσματος αυτού του Αιμιλίου προήλθεν η πρώτη προσβολή εκ μέρους των εχθρών, και ότι οι Ρωμαίοι, απολύσαντες αχαλίνωτον ίππον, τον εδίωξαν προς αυτούς, και ούτος διωκόμενος έγινε πρώτη αρχή της μάχης. Κατ' άλλους δε, υποζύγια ρωμαϊκά, φέροντα χόρτον προσεβλήθησαν υπό Θρακών, ών αρχηγός ήτον ο Αλέξανδρος· κατ' αυτών δ' ότι σφοδρώς επέπεσαν επτακόσιοι Λίγυοι, και ως αμφοτέρωθεν ήλθεν περισσοτέρων βοήθεια, ούτω συνήφθη η μάχη. Και ο μεν Αιμίλιος, ως έμπειρος κυβερνήτης, εκ του πολλού σάλου και της κινήσεως προβλέπων το μέγεθος του αγώνος, εξήλθε της σκηνής, και περιερχόμενος των οπλιτών τα τάγματα, τα ενεθάρρυνεν. Ο δε Νασικάς, ιππεύσας προς τους ακροβολιζομένους, βλέπει σχεδόν όλους τους εχθρούς ελθόντας εις χείρας. Πρώτοι δ' εβάδιζον οι Θράκες, ών, ως λέγει, η θέα προ πάντων τον εξέπληξεν, άνδρες υψηλοί τα σώματα, λευκόν έχοντες και λάμποντα ασπίδων οπλισμόν και περικνημίδων, μέλανας δ' υπ' αυτόν ενδεδυμένοι χιτώνας, και ορθάς ρομφαίας βαρυσιδήρους εκ των δεξιών ώμων επισείοντες. Πλησίον δε των Θρακών ετάττοντο οι μισθοφόροι, ών το ένδυμα ήτον παντοδαπόν, και μεθ' ών ήσαν Παίονες μεμιγμένοι. Μέτ' αυτούς δ' είπετο τάγμα τρίτον, οι επίλεκτοι, το κατά την ανδρείαν και την ηλικίαν καθαρώτερον των Μακεδόνων, αστράπτοντες μ' επίχρυσα όπλα και νεουργείς φοινικίδας. Εν ώ δ' ούτοι παρετάττοντο, αναφαινόμεναι εκ των χαρακωμάτων αι φάλαγγες των χαλκασπίδων, επλήρωσαν ακτίνων σιδήρου και λάμψεως χαλκού το πεδίον, και κραυγής και θορύβου το όρος ως παρεκίνουν αλλήλας. Τόσον δε θρασέως και μετά τάχους προυχώρουν, ώστε οι πρώτοι νεκροί έπεσαν δύο μόνον σταδίους μακράν του χαρακώματος των Ρωμαίων.
ΙΘ. Εν ώ δ' εγίνετο η έφοδος, επρόφθασεν ο Αιμίλιος, και εύρε τους εκ των ταγμάτων Μακεδόνας ότι ήγγιζον τας σαρίσας (329) αυτών εις τας ασπίδας των Ρωμαίων, οίτινες δεν τους έφθανον διά των μαχαιρών των. Αφ' ού δε είδε και τους άλλους Μακεδόνας ότι εξεκρέμασαν τας πέλτας των (330) εκ των ώμων, και εις έν πρόσταγμα κλίναντες τας σαρίσσας, αντέστησαν εις τους ασπιδοφόρους, και την δύναμιν είδε του συνασπισμού και την τραχύτητα της αντιστάσεως, εκυριεύθη υπ' εκπλήξεως και φόβου, διότι ποτέ δεν είχεν ιδή θέαμα φοβερώτερον, και πολλάκις έκτοτε ενθυμείτο την εντύπωσιν εκείνην και την όψιν. Τότε δε, δεικνύων εαυτόν προς τους μαχομένους ιλαρόν και φαιδρόν, διήρχετο εμπρός των έφιππος, χωρίς περικεφαλαίας και θώρακος. Ο δε των Μακεδόνων βασιλεύς, ως λέγει ο Πολύβιος, όταν ήρχισεν η μάχη, δειλιάσας, έφυγεν έφιππος εις την πόλιν (331), προσποιηθείς ότι θέλει να θύση εις τον Ηρακλέα, όστις όμως δεν δέχεται δειλά παρά δειλών, ουδ' εκτελεί ευχάς αθεμίτους. Διότι δεν είναι θεμιτόν ούτε ο μη ρίπτων να ευθυβολή, ούτε ο μη υπομένων να υπερισχύη, ούτε ο μηδέν πράττων να ευπραγή, ούτε ο κακός να ευδαιμονή. Αλλά του Παύλου Αιμιλίου εδέχθη τας ευχάς ο Θεός, διότι ούτος εζήτει του πολέμου το κράτος και την νίκην το δόρυ κρατών, και πολεμών επεκαλείτο σύμμαχον τον Θεόν. Εν τούτοις Ποσειδώνιός τις, όστις λέγει ότι έζη επ' εκείνων των καιρών και των πράξεων, και έγραψεν ιστορίαν περί Περσέως εις πολλά βιβλία (332), λέγει ότι απήλθεν αυτός ουχί υπό δειλίας, ουδέ πρόφασιν θυσίας προτείνας, αλλά διότι την προτεραίαν της μάχης έτυχεν ίππος να λακτίση αυτόν εις το σκέλος· κατά δε την μάχην, ει και ενοχλούμενος, και κωλυόμενος υπό των φίλων, διέταξεν όμως να τω φέρωσι φορτηγόν ίππον, και αναβάς αυτόν, συνετάχθη αθωράκιστος εις την φάλαγγα. Έπιπτον δε πανταχόθεν βέλη παντοία, και δόρυ έπεσεν ολοσίδηρον εις αυτόν, χωρίς διά της αιχμής να τον εγγίση, αλλά πλάγιον επέρασε περί την αριστεράν του πλευράν. Διά της ορμής του δε διέσχισε τον χιτώνα του, και τυφλόν θλάσμα εκοκκίνισε το σώμα του, διατηρήσαν επί πολύν χρόνον τον τύπον. Ταύτα απολογείται ο Ποσειδώνιος υπέρ του Περσέως.
Κ. Αλλ' επειδή οι Ρωμαίοι, οίτινες αντετάχθησαν εις την φάλαγγα, δεν εδύναντο να βιάσωσιν αυτήν, ο Σάλιος, αρχηγός των Πελιγνών (333) αρπάσας την σημαίαν των υφ' εαυτόν, την έρριψεν εις τους εχθρούς. Τότε δ' οι Πελιγνοί, (διότι παρά τοις Ιταλοίς δεν είναι θεμιτόν ουδ' όσιον να εγκαταλείψωσι την σημαίαν), συνέδραμον προς εκείνον τον τόπον, και έργα φοβερά και φόνοι συνέβησαν εκατέρωθεν όταν συνεκρούσθησαν. Διότι οι μεν επροσπάθουν να κόψωσι διά των μαχαιρών τας σαρίσσας, και ν' αποκρούσωσιν αυτάς διά των ασπίδων, και συλλαμβάνοντες αυτάς διά των χειρών να τας μακρύνωσιν· οι δε Μακεδόνες, δι' αμφοτέρων των χειρών ισχυρώς κρατούντες τας λόγχας, και διατρυπώντες τους κατ' αυτών επιπίπτοντας, χωρίς ούτε ασπίς ούτε θώραξ ν' αντιστή εις της σαρίσσης την βίαν, ανέτρεπον κατά κεφαλήν τους Πελιγνούς και Μαρρρουκινούς, οίτινες χωρίς ουδέν να λογίζωνται, και μετά θυμού θηριώδους, ερρίπτοντο εις τας πληγάς και εις βέβαιον θάνατον. Ως δ' εφονεύθησαν ούτως οι πρόμαχοι, ωπισθοδρόμησαν οι οπίσω τεταγμένοι· δεν ήτον δε τούτο φυγή, αλλ' υποχώρησις προς το όρος το καλούμενον Ολόκρον, ώστε, ως λέγει ο Ποσσειδώνιος, ο Αιμίλιος διέρρηξε τον χιτώνα του, ιδών ότι ούτοι μεν ενέδιδον, οι δ' άλλοι Ρωμαίοι απέφευγον την φάλαγγα, ήτις ουδαμόθεν εδύνατο να προσβληθή και πανταχόθεν παρίστατο ακαταμάχητος, το πύκνωμα των σαρισσών έχουσα ως χαράκωμα. Αλλ' επειδή τα χωρία ήσαν ανώμαλα και η παράταξις διά το μήκος της δεν εφύλαττε συνεχή τον συνασπισμόν, είδεν ο Αιμίλιος ότι η φάλαγξ των Μακεδόνων παρίστα διαστήματα και διασπάσματα, ως είναι επόμενον εις μεγάλους στρατούς και εις τας ποικίλας των μαχομένων ορμάς, και ότι εις άλλα μεν μέρη προυχώρει εμπρός θλιβομένη, εις άλλα δ' υπεχώρει. Τότε, ταχέως περιελθών τον στρατόν, και διαιρέσας αυτόν εις σπείρας, διέταξε να παρεμπίπτωσιν εις τα διαλείμματα και τα κενά της τάξεως των εχθρών, και να συμπλέκωνται ουχί πάντες προς πάντας μίαν συγκροτούντες μάχην, αλλά πολλάς κατά μέρος και μεμιγμένας. Ταύτα ωδήγησεν ο Αιμίλιος τους αξιωματικούς, οι δ' αξιωματικοί πάλιν τους στρατιώτας· και ως πρώτον εισεχώρησαν και διέδυσαν εντός των οπλιτών, επί των μεν εκ πλαγίου και εις τα γυμνά επιπίπτοντες, τους δε περικυκλούντες και όπισθεν λαμβάνοντες, διερράγη η φάλαγξ, και απωλέσθη αυτής ευθύς η δύναμις και η κοινή ενέργεια. Εις δε τας καθ' ένα και κατ' ολίγους συγκρούσεις, οι Μακεδόνες διά μικρών εγχειριδίων κτυπώντες τας στερεάς και μέχρι των ποδών καλυπτούσας ασπίδας, διά των ελαφρών δε και μικρών πελταρίων αυτών κακώς αντέχοντες προς τας μαχαίρας εκείνων, αίτινες, βαρείαι καταφερόμεναι, διέσχιζον παν όπλον μέχρι του σώματος, ετράπησαν εις φυγήν.
ΚΑ. Εις τούτο το μέρος μέγας ην ο αγών. Εκεί και Μάρκιος ο υιός του Κάτωνος, γαμβρός του Αιμιλίου, μεγάλην αναπτύξας ανδρείαν, απώλεσε το ξίφος του. Ως δε νεανίας άριστα εκπαιδευθείς, και εις τον μέγαν πατέρα του μεγάλης αρετής αποδείξεις οφείλων, φρονών ότι ο θάνατος ήτον προτιμότερος παρά ζων αυτός ν' αφήση λάφυρον εαυτού εις τους εχθρούς, έτρεχε διά της μάχης, και αν έβλεπε που φίλον τινά ή οικείον, τω έλεγε το συμβάν εις αυτόν, και τον παρεκάλει να τον βοηθήση. Πολλοί δε και ανδρείοι ούτω συνελθόντες, και μεθ' ορμής υπό την οδηγίαν αυτού τους λοιπούς διασχίσαντες, ώρμησαν εις τους εναντίους. Διά μεγάλου δ' αγώνος και φόνου πολλού και τραυμάτων εκδιώξαντες αυτούς εκ της θέσεώς των, και τόπον έρημον και γυμνόν καταλαβόντες, ετράπησαν εις του ξίφους την αναζήτησιν. Ως δε μόλις εν μέσω πολλών όπλων και πτωμάτων νεκρών ανευρέθη κεκρυμμένον, περιχαρείς γενόμενοι και παιανίσαντες, έτι λαμπρότερον εφορμώσι κατά των εισέτι ανθισταμένων εχθρών. Και τέλος oι τρισχίλιοι επίλεκτοι, εις τας τάξεις των μένοντες και μαχόμενοι, κατεκόπησαν πάντες· οι δ' άλλοι έφευγον, και πολύς ην ο φόνος αυτών, ώστε η μεν πεδιάς και η υπώρεια κατεπληρώθησαν νεκρών^ του δε Λεύκου ποταμού το ρεύμα διέβησαν οι Ρωμαίοι την μετά την μάχην ημέραν μεμιγμένον έτι μεθ' αίματος· διότι λέγεται ότι απέθανον υπέρ τας εικοσιπέντε χιλιάδας. Εκ δε των Ρωμαίων έπεσαν, ως μεν ο Ποσειδώνιος λέγει, εκατόν, ως δ' ο Νασικάς, ογδοήκοντα.
KB. Και κρίσιν μεν έλαβε ταχυτάτην ο μέγιστος ούτος αγών διότι αρχήσαντες την εννάτην (334) ώραν να πολεμώσιν, ενίκησαν προ της δεκάτης. Το δ' επίλοιποι της ημέρας μετεχειρίσθησαν εις την δίωξιν, και διώξαντες τους φυγάδας μέχρι σταδίων εκατόν είκοσι, μόλις αφ' ού εντελώς ενύχτωσεν εστράφησαν οπίσω. Και τους μεν άλλους οι θεράποντες μετά λαμπάδων προϋπαντώντες, μετά χαράς και βοής τους έφερον εις τας σκηνάς, καταφώτους και κεκοσμημένας διά στεφάνων κισσού και δάφνης. Τον στρατηγόν δε τον ίδιον μέγα πένθος κατείχε· διότι εκ των δύο υιών του οίτινες συνεξεστράτευον μετ' αυτού, ο νεώτερος ουδαμού εφαίνετο, εκείνος όν ηγάπα περισσότερον, και όν έβλεπεν εκ φύσεως μάλλον των αδελφών του κλίνοντα προς την αρετήν. Επειδή δ' ήτον γενναίος την ψυχήν και φιλότιμος, και αντίπαις εις την ηλικίαν (335) εφρόνει ότι εχάθη εντελώς, εξ απειρίας αναμιχθείς κατά την μάχην μετά των εχθρών. Αλλ' άμα το στράτευμα όλον ήκουσε περί της ανησυχίας αυτού και της θλίψεως, αφήνοντες το δείπνον, ανεπήδων και έτρεχον μετά λαμπάδων, πολλοί μεν εις την σκηνήν του Αιμιλίου, πολλοί δ' εμπρός του χαρακώματος, ζητούντες αυτόν μεταξύ των πρώτων νεκρών. Κατήφεια δε κατείχε το στρατόπεδον, και κραυγή ηκούετο εις παν το πεδίον, ως εκάλουν τον Σκηπίωνα· διότι όλοι τον εθαύμαζον ευθύς εξ αρχής, βλέποντες το ήθος του, ως ουδενός άλλου των συγγενών του, πάσας έχον τας αρετάς του στρατηγού και του πολιτικού ανδρός· Εξώρας δε, αφ' ού πάντες σχεδόν είχον απελπισθή περί αυτού, επανήλθεν εκ της διώξεως, μετά δύο ή τριών φίλων του, πλήρης αίματος και φόνου των πολεμίων, ως σκύλαξ γενναίος υφ' ηδονής της νίκης ακρατήτως παρασυρθείς. Ούτος είναι ο Σκηπίων, όστις μετά ταύτα κατέσκαψε την Καρχηδόνα και Νομαντίαν, και πολύ επρώτευσε των Ρωμαίων, και μεγάλην έλαβε δύναμιν. Εις τον Αιμίλιον λοιπόν, αναβαλούσα η τύχη δι' άλλον καιρόν τον φθόνον αυτής διά το τότε κατόρθωμα, απέδωκε τότε εντελή της νίκης την ηδονήν.
ΚΓ. Ο δε Περσεύς φυγών, ανεχώρησεν εκ Πύδνας εις Πέλλαν μετά των ιππέων, οίτινες σχεδόν πάντες εσώθησαν από της μάχης. Επειδή δε, προφθάνοντες οι πεζοί τους ιππείς, και λοιδορούντες αυτούς ως ανάνδρους και προδότας, τους έρριπτον κάτω των ίππων των και τους εκτύπων, φοβηθείς τον θόρυβον, έστρεψε τον ίππον του εκτός της οδού, και διά να μη διακριθή, αποδυθείς την πορφύραν του, την έθεσεν εμπρός του, και το διάδημά του εκράτει εις τας χείρας του. Συνδιαλεγόμενος δε μετά των φίλων του εν ώ εβάδιζε, κατέβη και έσυρε τον ίππον του· αλλ' εξ αυτών, άλλος μεν προσποιούμενος ότι δένει το υπόδημά του λυθέν, άλλος ότι ποτίζει τον ίππον του, άλλος ότι θέλει να πίη, έμενον κατ' ολίγον οπίσω και απεδίδρασκον, μη φοβούμενοι τοσούτον τους εχθρούς, όσον εκείνου την αγριότητα· Διότι υπό των κακών τεταραγμένος, εζήτει ν' αποκυλίση αφ' εαυτού εις πάντα άλλον την αιτίαν της ήττης. Την δε νύκτα, όταν εισήλθεν εις την Πέλλαν, ο Εύκτος και ο Εύδαιος, οι νομισματοφύλακες αυτού, ελθόντες εις προϋπάντησίν του, τον ήλεγχον διά τα γενόμενα, και μετ' ακαίρου παρρησίας τω ωμίλουν και τον εσυμβούλευον. Εκείνος δ' οργισθείς, τους εκτύπησεν ο ίδιος διά του ξιφιδίου του και τους εφόνευσε. Τότε ουδείς πλέον έμεινε πλησίον του, παρεκτός Ευάνδρου του Κρητός και Αρχιδάμου του Αιτωλού, και του Βοιωτού Νέωνος. Εκ δε των στρατιωτών τον ηκολούθησαν οι Κρήτες, ουχί εξ αγάπης, αλλά διά τα χρήματα προσκολλώμενοι εις αυτόν, ως εις το κηρίον αι μέλισσαι. Διότι έφερε πάμπολλα μεθ' εαυτού, και αφήκεν εξ αυτών ν' αρπάσωσιν οι Κρήτες εκπώματα και κρατήρας, και τ' άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, ως τριάκοντα ταλάντων αξίας. Φθάσας δ' εις Αμφίπολιν πρώτον, έπειτα δ' εκείθεν εις Γαληψόν, και αφ' ού ολίγον επραΰνθη ο φόβος του, επανήλθε πάλιν εις το έμφυτον και πρεσβύτατον των νοσημάτων αυτού, την μικρολογίαν, και ωδύρετο προς τους φίλους του ότι, εξ αγνοίας εσκόρπησεν εις τους Κρήτας τινά εκ των χρυσωμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και παρεκάλει τους έχοντας αυτά, μεθ' ικεσιών και δακρύων, να τ' ανταλλάξωσι προς νόμισμα. Και όσοι μεν καλώς τον εγνώριζον, ενόησαν ότι εκρήτιζε προς Κρήτας (336). Εκείνοι δε πεισθέντες, και δόντες τα χρυσώματα, εστερήθησαν της τιμής των, διότι δεν τοις έδωκε το αργύριον, αλλά τριάκοντα τάλαντα κερδήσας από των φίλων του, άτινα έμελλον μετ' ολίγον να λάβωσι οι εχθροί, έπλευσε μετ' αυτών εις την Σαμοθράκην, και κατέφυγεν ως ικέτης εις τους Διοσκούρους (337)
ΚΑ. Και πάντοτε μεν λέγονται φίλοι των βασιλέων οι Μακεδόνες. Τότε δε, ως αν είχε θραυσθή ο στύλος, έπεσαν πάντες ομού, και παραδοθέντες εις τον Αιμίλιον, εντός δύο ημερών τον κατέστησαν κύριον όλης της Μακεδονίας. Και τούτο φαίνεται δικαιολογούν τους λέγοντας ότι πόσαι αι πράξεις εκείναι εγένοντο δι' ευνοίας της τύχης. Προσέτι δε και η κατά την θυσίαν σύμπτωσις ήτον εκ Θεού και αυτή· διότι εν ώ ο Αιμίλιος εθυσίαζεν εν Αμφιπόλει, και το θύμα είχε σφαγή, κεραυνός ενσκήψας εις τον βωμόν, έβαλε πυρ, και ηγίασε την ιερουργίαν. Αλλ' έτι μάλλον αποδεικνύουσι την εύνοιαν των θεών και της τύχης τ' αφορώντα την φήμην^ διότι τετάρτη ήτον ημέρα αφ' ότου ενικήθη ο Περσεύς περί την Πύδναν, όταν ο δήμος εν Ρώμη εκάθητο εις ιππικών αγώνων θεωρίαν. Αίφνης διεδόθη λόγος εις το πρώτον του θεάτρου μέρος, ότι ο Αιμίλιος εις μεγάλην μάχην νικήσας τον Περσέα κατέστρεψε πάσαν την Μακεδονίαν. Ταχέως δε διεσπάρη η φήμη εις όλον το πλήθος, και χαρά εξέλαμψε μετά κρότου και βοής, δι' όλης της ημέρας εκείνης κατασχούσα την πόλιν. Έπειτα όμως, επειδή ο λόγος δεν εδύνατο ν' αναχθή εις αρχήν βεβαίαν, αλλ' εις όλους εν γένει εφαίνετο πλανώμενος, τότε μεν διεσκεδάσθη και εξέλιπεν η φήμη. Ολίγας δ' ημέρας μετά ταύτα, μαθόντες σαφώς, εθαύμαζον πώς η αγγελία προέδραμε, και πώς το ψεύδος περιείχε την αλήθειαν.
ΚΕ. Λέγεται δ' ότι και της επί του Σάγρα ποταμού μάχης των Ιταλιωτών (338) έγινεν αυθημερόν λόγος εν Πελοποννήσω, και εις τας Πλαταιάς της εν Μυκάλη κατά των Μήδων (339). Την δε νίκην ήν ενίκησαν οι Ρωμαίοι κατά των Ταρκυνίων, επιστρατευσάντων μετά Λατίνων, εφάνησαν ολίγον μετά ταύτα δύο καλοί και μεγάλοι άνδρες, ελθόντες οι ίδιοι από του στρατοπέδου να την αναγγείλωσι, και εξελείφθη ότι ήσαν οι Διόσκουροι ούτοι. Ο δε πρώτος όστις τους απήντησεν εις την αγοράν εμπρός της κρήνης να δροσίζωσι τους ίππους των, καταβρόχους από πολλού ιδρώτος, εθαύμαζε τον περί της νίκης λόγον αυτών. Εκείνοι δε λέγεται ότι έψαυσαν το γένειον αυτού διά των χειρών των ελαφρώς μειδιώντες, και αι τρίχες του ευθύς, μέλαιναι ούσαι, μετεβλήθησαν εις πυρράς. Τούτο δ' έδωκε πίστιν εις λόγον αυτών, εις δε τον άνδρα την επίκλησιν Αινόβαρβος, όπερ εστί χαλκοπώγων. Όλα δε ταύτα κατέστησαν αξιόπιστα το εφ' ημών γενόμενον. Όταν ο Αντώνιος απεστάτησε του Δομετιανού, και πολύς πόλεμος εκ Γερμανίας περιεμένετο, και η Ρώμη ήτον εν ταραχή, αιφνιδίως και αυτομάτως ο δήμος αφ' εαυτού φήμην διέδωκε νίκης, και την Ρώμην επέδραμε λόγος ότι εφονεύθη ο Αντώνιος, ότι ηττήθη το υπ' αυτόν στράτευμα, και ότι ουδέν μέρος αυτού έμεινε. Τόσον δ' εντελώς και γενικώς επιστεύθη η φήμη αύτη, ώστε και θυσίας προσέφερον πολλοί των εν ταις αρχαίς. Ότε δ' εζήτησαν τις ήτον όστις πρώτος το είπε, και ουδείς ευρίσκετο, και ο λόγος, απ' άλλου εις άλλον κυνηγούμενος έφευγε, και τέλος βυθισθείς, ως εις πέλαγος αχανές εις τον άπειρον όχλον, εφάνη ότι ουδεμίαν είχε βεβαίαν αρχήν, αυτή μεν η φήμη διελύθη εκ της πόλεως ταχέως. Επορεύετο δ' ο Δομετιανός, μετά της δυνάμεως εις τον πόλεμον, και καθ' οδόν τον απήντησεν αγγελία και γράμματα λέγοντα εις αυτόν την νίκην. Ήτον δ' η ιδία ημέρα του κατορθώματος και της φήμης, εν ώ οι τόποι απείχον υπέρ τας είκοσι χιλιάδας σταδίων (340). Ταύτα ουδείς των εφ' ημών αγνοεί.
ΚΣΤ. Ο δε Γναίος Οκτάβιος, ο ναύαρχος του Αιμιλίου, προσορμισθείς εις την Σαμοθράκην, ασυλίαν μεν έδωκεν εις τον Περσέα ένεκα των Θεών (341), τον εκώλυε δε να εκπλεύση και να φύγη. Κατώρθωσεν όμως ο Περσεύς κρυφίως αυτού να πείση Ορυάνδην τινά, Κρήτα, λέμβον έχοντα, να παραλάβη αυτόν μετά των χρημάτων του. Εκείνος όμως, κρητισμόν μεταχειρισθείς, τα μεν χρήματα έλαβε το εσπέρας, μηνύσας δ' εκείνον να έλθη την νύχτα εις τον λιμένα πλησίον του Δημητρείου (342) μετά των τέκνων και των αναγκαίων υπηρετών του, ευθύς αφ' εσπέρας απέπλευσεν. Ο δε Περσεύς οικτρά μεν έπασχε, και διά στενού παραθύρου παρά το τείχος κατέβη διά σχοινίου αυτός και τα παιδία και η γυνή του, μη έχοντες έως τότε πείραν πόνων και πλάνης. Οικτρότατον δε στεναγμόν αφήκεν όταν εν ώ επλανάτο παρά τον αιγιαλόν, ιδών τις τω έδειξε τον Οροάνδην όστις έτρεχεν εις το πέλαγος ήδη· διότι υπέλαμπεν η ημέρα, ώστε πάσαν απολέσας ελπίδα, επέστρεφε φεύγων προς το τείχος· και ενοήθη μεν, επρόλαβεν όμως τους Ρωμαίους μετά της γυναικός του. Τα δε παιδία του λαβών, τα ενεχείρισεν ο ίδιος εις τον Ίωνα, όστις ήτον ποτέ ερωμένος του Περσέως, τότε δε προδότης γενόμενος, έγινεν αιτία ν' αναγκασθή ο άνθρωπος, ως θηρίον όταν συλλαμβάνωνται τα παιδία του, να παραδώση το σώμα του εις τας χείρας εκείνων αίτινες είχον αυτά εις την εξουσίαν των. Είχε δε περισσοτέραν εμπιστοσύνην εις τον Νασικάν, και εκείνον εκάλει· επειδή δ' εκείνος δεν ήτον παρών, κλαύσας την τύχην του, και την ανάγκην ιδών, παρεδόθη εις την διάκρισιν του Γναίου, τότε μάλιστα φανερώς αποδείξας ότι υπήρχε ότι εν αυτώ κακόν αγενέστερον της φιλαργυρίας, η φιλοψυχία, δι' ής εστερήθη του μόνου ό η τύχη δεν αφαιρεί από των δυστυχησάντων, την συμπάθειαν. Διότι παρεκάλεσε να τον φέρωσι προς τον Αιμίλιον, όστις αναστάς τον προϋπάντησε μετά των φίλων του δακρύων, ως άνδρα μέγαν, πεσόντα πτώσιν υπό των Θεών επιβληθείσαν και δυστυχή. Εκείνος δε, αίσχιστον θέαμα! πεσών κατά γης, και τα γόνατα αυτού εναγκαλισθείς, εξέπεμψε φωνάς αγενείς, και δεήσεις άς δεν υπέμεινεν ουδ' ήκουσεν ο Αιμίλιος, αλλά προσβλέψας αυτόν μετά προσώπου αλγούντος και λελυπημένου· «Τι, ω ταλαίπωρε, τω είπε ταύτα πράττων, αφαιρείς από της τύχης το μέγιστον των προς σε εγκλημάτων της, και φαίνεσαι ότι πάσχεις ουχί παρ' αξίαν, και ότι ανάξιος είσαι ουχί ταύτης, αλλά της αρχαίας σου τύχης; Διατί δε ταπεινοίς και την νίκην μου, και το κατώρθωμά μου κάμνεις μικρόν, δεικνύων σεαυτόν ούτε γενναίον ούτε άξιον των Ρωμαίων ανταγωνιστήν;» Των δυστυχούντων η αρετή απαιτεί σεβασμού φόρον και παρά των πολεμίων. Η δειλεία δε, και όταν ευημερή, θεωρείται ατιμοτάτη παρά τοις Ρωμαίοις.
ΚΖ. Ουχ ήττον όμως αναστήσας και εκ της δεξιάς λαμβάνων αυτόν, τον παρέδωκεν εις τον Τουβέρωνα. Έπειτα δε τους υιούς και τους γαμβρούς του και των άλλων αξιωματικών τους νεωτάτους καλέσας εντός της σκηνής, πολύν καιρόν έμεινεν εν σιωπή και σκέψει καθήμενος, ώστε όλοι εθαύμαζον. Αρξάμενος δε περί της τύχης να ομιλή και περί των ανθρωπίνων πραγμάτων· «Άραγε, είπεν, άξιον είναι να κομπάζη ο άνθρωπος και να μεγαλοφρονή διά τας επιτυχίας του, όταν κατέστρεψεν έθνος ή πόλιν ή βασιλείαν; ή μάλλον την μεταβολήν ταύτην να διανοήται της τύχης, ήτις παράδειγμα προτάτουσα εις τους πολεμούντας, διδάσκει αυτούς ότι ουδέν είναι μόνιμον και βέβαιον; Τις καιρός δύναται θάρρος να εμπνεύση εις τους ανθρώπους, όταν η επί των άλλων νίκη, αυτή προ πάντων τοις δίδει αφορμήν να φοβώνται την τύχην, και εις τον χαίροντα επιφέρει αθυμίαν τοσαύτην ο αναλογισμός της ειμαρμένης ήτις περιστρέφεται και άλλοτε άλλους ευνοεί. Ή, όταν υπό τους πόδας ημών επατήσαμεν εντός ουδέ μιας ώρας πεσούσαν του Αλεξάνδρου την διαδοχήν, όστις εις υπερτάτην υψώθη δύναμιν και μέγιστον είχε κράτος, και όταν τους μέχρις εσχάτων διά τοσούτων μυριάδων πεζών και χιλιάδων ιππέων δοριφορουμένους βασιλείς βλέπωμεν εξ εχθρικών χειρών εφήμερον τροφήν και ποτόν λαμβάνοντας, νομίζετε ότι τα καθ' ημάς έχουσι διαρκή τινα βεβαιότητα περιεχομένου του χρόνου; Καταστείλατε σεις οι νέοι την ματαίαν υπεροψίαν και το γαυρίαμα της νίκης, και ταπεινοί κλίνατε την κεφαλήν, εις το μέλλον αποβλέποντες πάντοτε μετά προσδοκίας του τέλους, ότε ο Θεός θέλει ρίψει εφ' ημών την νέμεσιν της παρούσης ευημερίας.» Toιαύτα πολλά λέγουσιν ότι είπεν ο Αιμίλιος, και απέπεμψε τους νέους, καλώς, ως διά χαλινού, διά του αναχαιτίζοντος λόγου κολάσας το καύχημα αυτών και την ύβριν.
ΚΗ. Μετά δε τούτο έτρεψε τον μεν στρατόν εις ανάπαυσιν, αυτός δ' απήλθε ν' επισκεφθή την Ελλάδα, διατριβήν ποιούμενος ένδοξον ενταυτώ και φιλάνθρωπον. Διότι παριερχόμενος ανεκούφιζε τους δήμους, και συνίστα τα πολιτεύματα, και δωρεάς έδιδε, είς τινας μεν σίτον εκ του βασιλικού, εις άλλους δε έλαιον· εξ' ού λέγεται ότι τοσούτον ευρέθη εν ταις αποθήκαις, ώστε εξέλιπον οι λαμβάνοντες αυτά και χρείαν αυτού έχοντες, πριν ή καταναλωθή το πλήθος των ευρεθέντων. Εις τους Δελφούς δ' ιδών στήλην τετράγωνον μεγάλην εκ λίθων λευκών συναρμοσμένην, εις ήν έμελλε να στηθή του Περσέως ο χρυσούς ανδριάς, προσέταξε να θέσωσι τον εδικόν του, διότι δέον είναι οι νικώμενοι να υποχωρώσιν εις τους νικώντας. Εις δε την Ολυμπίαν λέγεται ότι ανέκραξε το πολυθρύλλητον εκείνο, ότι του Ομήρου τον Δία ο Φειδίας απέπλασε (343). Όταν δ' εκ Ρώμης έφθασαν οι δέκα πρέσβεις, τότε απέδωκεν εις τους Μακεδόνας την χώραν και τας πόλεις αυτών να τας κατοικώσιν ελευθέρας και αυτονόμους, φόρον δε να δίδωσιν εις τους Ρωμαίους εκατόν τάλαντα, ών υπερδιπλάσια (344) έδιδον άλλοτε εις τους βασιλείς των. Τελών δε θεωρίας παντοίων αγώνων και θυσίας εις τους θεούς, προσέφερεν εστιάσεις και δείπνα, αφθόνως μεν τα βασιλικά χρήματα εις ταύτα δαπανών, ως δε προς την τάξιν αυτών, και την διακόσμησιν, και τας θέσεις εις άς έκαστος κατεκλίνετο, και τας δεξιώσεις προς τους προσκεκλημένους, και την τιμήν και την φιλοφροσύνην ήτις έπρεπε κατ' αξίαν εις έκαστον, ούτως ακριβή την περί ταύτα γνώσιν αποδεικνύων, και τοσαύτην καταβάλλων φροντίδα, ώστε εθαύμαζον οι Έλληνες ότι ουδέ τας διασκεδάσεις άφηνεν άνευ σπουδής, και άνθρωπος πράγματα κατορθών τοσούτον μεγάλα, ότι και εις τα μικρά επέδιδε την πρέπουσαν επιμέλειαν. Εκείνος δ' έχαιρε προ πάντων ότι εν μέσω των πολλών εκείνων και λαμπρών παρασκευών, αυτός ήτον η γλυκυτάτη απόλαυσις και θέα εις πάντας. Εις δε τους θαυμάζοντας διά την τοσαύτην του επιμέλειαν έλεγεν ότι της αυτής ψυχής έργον ήτον και παράταξιν να διευθύνη καλώς και συμπόσιον, ώστε η μεν να φανή φοβερωτάτη εις τους εχθρούς, το δε ευχαριστότατον εις τους συνεστιωμένους. Προ πάντων δ' επήνουν οι άνθρωποι αυτού την ελευθεριότητα και την μεγαλοψυχίαν, διότι ουδ' ηθέλησε καν να ιδή το πολύ ηθροισμένον βασιλικόν αργύριον και χρυσίον, αλλά παρέδωκεν αυτά εις τους ταμίας διά το δημόσιον. Μόνα δε τα βιβλία του βασιλέως επέτρεψε να λάβωσιν οι υιοί του, οίτινες ηγάπων τα γράμματα· και διανέμων αριστεία της μάχης, έδωκεν εις τον γαμβρόν του Αίλιον Τουβέρωνα φιάλην βάρος έχουσαν πέντε λύτρων. Ούτος είναι ο Τουβέρων, περί ού είπωμεν ότι κατώκει μετά δεκαπέντε άλλων συγγενών του, και ότι όλοι ομού ετρέφοντο εξ ευτελούς τινός κτηματιδίου. Και λέγουσιν ότι ούτος είναι ο πρώτος εις τον οίκον των Αιλίων εισελθών άργυρος, υπό της αρετής και της τιμής εισαγόμενος· καθ' όλον δε τον λοιπόν καιρόν ότι ούτε ούτοι, ούτε αι γυναίκες των είχον ανάγκην χρυσού και αργύρου.
ΚΘ. Αφ' ού δ' ωργάνισε τα πάντα καλώς, αποχαιρετίσας τους Έλληνας, και παρακαλέσας τους Μακεδόνας να ενθυμώνται την ελευθερίαν ήν τοις έδωκαν οι Ρωμαίοι, και να διατηρώσιν αυτήν δι' ευνομίας και ομονοίας, απήλθεν εις την Ήπειρον, έχων ψήφισμα της συγκλήτου να ωφελήση εκ λεηλασίας των εκεί πόλεων τους στρατιώτας όσοι επολέμησαν μετ' αυτού κατά του Περσέως. Θέλων δε να επιπέση καθ' όλων συγχρόνως, και εν ώ ουδείς τον περιέμενεν, εμήνυσε και ήλθον προς αυτόν δέκα οι πρώτοι εξ εκάστης πόλεως, και διέταξεν αυτούς όσος άργυρος και χρυσός υπήρχεν εις τας οικίας και τα ιερά, να τον φέρωσιν εις αυτόν εν ημέρα ρητή. Μεθ' εκάστων δ' εξ αυτών έστειλεν, ως δι' αυτό τούτο δήθεν, και φρουράν στρατιωτών, και ταξίαρχον προσποιούμενον ότι ζητεί και παραλαμβάνει το χρυσίον. Όταν δ' έφθασεν η ημέρα, εις ένα και τον αυτόν καιρόν ορμήσαντες όλοι ομού, ετράπησαν εις επιδρομήν και διαρπαγήν των πόλεων· ώστε εντός μιάς ώρας εξηνδραποδίσθησαν εκατόν πεντήκοντα χιλιάδες ανθρώπων, επορθήθησαν δε πόλεις εβδομήκοντα· από τόσης δε φθοράς και τοσούτου ολέθρου έκαστος στρατιώτης δεν έλαβε περισσοτέρας των ένδεκα δραχμών. Έφριξαν δ' όλοι οι άνθρωποι διά το τέλος του πολέμου, καθ' ό κατεκερματίσθη ολόκληρον έθνος, όπως προμηθευθή εις έκαστον τόσον μικρόν μέρισμα και κέρδος.
Λ. Πράξας δε τούτο ο Αιμίλιος, όλως παρά την φύσιν αυτού, ήτις ήτον χρηστή και επιεικής, κατέβη εις Ωρικόν (345) και εκείθεν διαβάς εις την Ιταλίαν μετά των δυνάμεων, ανέπλευσε τον Θύβριν (346) ποταμόν επί της βασιλικής εκκαιδεκήρους (347), κατακεκοσμημένης δι' όπλων αιχμαλώτων, διά φοινικίδων και πορφυρών, ώστε οι Ρωμαίοι, παρακολουθούντες την ναόν ήτις προς τον κτύπον των κωπίων βραδέως επροχώρει, την προέπεμπον ών πανηγυρίζοντες έξωθεν θριαμβευτικήν τινα θέαν πομπής. Οι δε στρατιώται, εποφθαλμιάσαντες τα βασιλικά χρήματα, επειδή δεν έτυχον τόσων όσα ηξίουν, ωργίζοντο μεν κρυφίως διά τούτο, και ηγανάκτουν κατά του Αιμιλίου· φανερώς δε τον κατηγόρουν ότι ήτον προς αυτούς αρχών βαρύς και δεσποτικός, και δεν ανταπεκρίθησαν πολύ προθύμως εις την επιθυμίαν ήν είχε να τελέση θρίαμβον. Εννοήσας δε τούτο ο Σέρβιος Γάλβας, όστις ήτον του Αιμιλίου εχθρός, και είς των υπ' αυτόν χιλιάρχων, ετόλμησεν αναφανδόν να ειπή ότι δεν πρέπει να τω δοθή ο θρίαμβος. Πολλάς δε διασπείρας εις το πλήθος των στρατιωτών διαβολάς κατά του στρατηγού, και την κατ' αυτού οργήν έτι μάλλον διερεθίσας, εζήτει παρά των δημάρχων και άλλην ημέραν, διότι δεν τω ήρκει εκείνη προς την κατηγορίαν, αν και είχε τέσσαρας έτι ώρας επιλοίπους. Οι δε δήμαρχοι τω είπον να ειπή ό,τι θέλει· και τότε αρχίσας λόγον μακρόν και ύβρεων πλήρη παντοδαπών, κατηνάλωσε της ημέρας τον χρόνον. Ως δ' έγινε σκότος, οι μεν δήμαρχοι έλυσαν την εκκλησίαν, οι δε στρατιώται θρασύτεροι γενόμενοι, συνέδραμον προς τον Γάλβαν, και συνασπισθέντες, περί την αυγήν κατέλαβον το Καπιτώλιον διότι οι δήμαρχοι εκεί έμελλον να συναθροίσωσι την εκκλησίαν.
ΛΑ. Άμα δ' εξημέρωσε, προέβησαν εις την ψηφοφορίαν, και η πρώτη φυλή εψήφισε κατά του θριάμβου. Ως δ' ενόησε το πράγμα ο άλλος δήμος και η σύγκλητος, το μεν πλήθος, λυπούμενον ότι υβρίζετο ο Αιμίλιος, φωνάς εξέπεμπεν απράκτους· οι δ' επισημότατοι των βουλευτών, βοώντες ότι το γινόμενον ήτον δεινόν, παρεκίνουν αλλήλους να επιληφθώσι της αναιδείας και της θρασύτητος των στρατιωτών, ήτις έμελλεν εις παν άνομον και βίαιον έργον να εκτραχηλισθή, αν ουδέν τους εκώλυε ν' αφαιρέσωσιν από του Αιμιλίου Παύλου τας επινικίους τιμάς. Διασχίσαντες επομένως τον όχλον και αναβάντες αθρόοι, είπον εις τους δημάρχους ν' αναβάλωσι την ψηφοφορίαν μέχρις ού εκθέσωσιν όσα θέλουσιν εις το πλήθος. Ως δ' έπαυσαν πάντες, και έγινε σιωπή, ανελθών ανήρ υπατικός, όστις διά προκλήσεων είχε φονεύσει εικοσιτρείς εχθρούς, ο Μάρκος Σερβίλιος, είπεν ότι, «πόσον μέγας στρατηγός ήτον ο Αιμίλιος Παύλος, ήδη προ πάντων το εννοεί, βλέπων ότι στράτευμα έχων τόσης γέμον κακίας και απειθείας, τόσω καλάς και μεγάλας πράξεις κατώρθωσε δι' αυτού· θαυμάζει δε τον δήμον, αν χαίρων διά τους κατά των Ιλλυριών και Λιγύων θριάμβους, στερή εαυτόν εκ φθόνου της ευχαριστήσεως του να ιδή ζώντα τον βασιλέα των Μακεδόνων, και του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου την δόξαν αιχμάλωτον φερομένην υπό των ρωμαϊκών όπλων. Διότι, είπε, πώς δεν είναι δεινόν, ότι πριν, όταν διεδόθη φήμη αβέβαιος εις την πόλιν περί της νίκης, σεις εθύσατε εις τους θεούς, ευχόμενοι τον λόγον τούτον ταχέως να ιδήτε πραγματοποιούμενον· όταν δ' ήλθεν ο στρατηγός μετά της αληθούς νίκης, αφαιρείτε ήδη από μεν των θεών την τιμήν, αφ' υμών δ' αυτών την χαράν, ως φοβούμενοι να ιδήτε το μέγεθος των κατορθωμάτων σας, ή φειδόμενοι εχθρού βασιλέως; Τότε καν καλλήτερον θα ήτον αν απεκρούετε τον θρίαμβον εξ οίκτου προς εκείνον, ουχί εκ φθόνου προς τον στρατηγόν. Αλλ' εις τοσαύτην, είπεν, εξουσίαν προάγεται δι' ημών, ώστε περί στρατηγίας και θριάμβου τολμά να ομιλή άνθρωπος άτρωτος, και το σώμα έχων στίλβον εκ λειότητος και σκιατραφίας, προς ημάς οίτινες διά τοσούτων τραυμάτων επαιδεύθημεν να κρίνωμεν τας αρετάς και τας κακίας των στρατηγών.» Και ταύτα λέγων, ανέωξε τον χιτώνα του, και έδειξεν εις το στήθος του πληγών πλήθος απίστευτον. Έπειτα δε στραφείς, ανεκάλυψε μέρη τινά του σώματος, άτινα η ευπρέπεια δεν επιτρέπει να δείκνυνται γυμνά εις τον όχλον. Και προς τον Γάλβαν στραφείς, «Συ μεν, είπε, γελάς διά ταύτα· εγώ δε σεμνύνομαι απέναντι των πολιτών· διότι υπέρ αυτών ημέραν και νύκτα έφιππος τρέχων, έλαβον ταύτα. Αλλ' ελθέ και κάλεσον αυτούς εις την ψηφοφορίαν· εγώ δε καταβάς, θέλω τους παρακολουθήσει πάντας, και θέλω γνωρίσει τους κακούς και τους αχαρίστους, τους θέλοντας να δημαγωγώνται και ουχί να στρατηγώνται εις τους πολέμους.»
ΛΒ. Ούτω λέγουσιν ότι υπό, των λόγων τούτων ανεχαιτίσθη και μετεπείσθη το στρατιωτικόν, ώστε πάσαι αι φυλαί επεκύρωσαν τον θρίαμβον υπέρ του Αιμιλίου. Λέγεται δ' ότι ούτως ετελέσθη αυτός. Ο μεν δήμος, εις τα ιππικά θέατρα, τα καλούμενα Κίρκους, και εις την αγοράν στήσαντες ικριώματα, και τ' άλλα μέρη καταλαβόντες της πόλεως, όσα κατάλληλα εις θέσιν της πομπής, εκάθηντο να ιδώσιν αυτήν εστολισμένοι, και καθαρά ενδύματα φέροντες. Πας δε ναός ανεώχθη, και ην πλήρης στεφάνων και θυμιαμάτων. Υπηρέται δε, πολλοί και ραβδούχοι, εμποδίζοντες τους ατάκτως συρρέοντας και τρέχοντας εις το μέσον, ετήρουν ανοικτάς και καθαράς τας οδούς. Διηρέθη δ' η πομπή εις ημέρας τρεις, και εξ αυτών η μεν πρώτη παρέστησε την θέαν, μόλις εξαρκέσασα εις αυτήν, των αιχμαλώτων ανδριάντων και εικόνων, και κολοσσών, κομιζομένων επί ζευγών διακοσίων πεντήκοντα. Την δ' επαύριον διέβησαν εν πομπή τα κάλλιστα και πολυτελέστατα των Μακεδονικών όπλων εντός πολλών αμαξών, αστράπτοντα όλα εκ νεοχύτου χαλκού και σιδήρου, και ούτως εντέχνως διατεθειμένα και συναρμοσμένα, ώστε να φαίνωνται ως αν είχον σωρευθή ανωμάλως και αυτομάτως, περικεφαλαίαι πλησίον ασπίδων, και θώρακες επί κνημίδων, και Κρητικαί πέλται, και Θράκια δόρατα, και φαρέτραι μεθ' ιππικών αναμεμιγμέναι χαλινών, και ξίφη γυμνά μεταξύ τούτων προκύπτοντα, και σάρισσαι παραπεπηγμέναι· και ήσαν δεδεμένα χαλαρώς, όσον απητείτο ώστε η προς άλληλα κρούσις, όταν εσύροντο υπό των αμαξών, να ηχή τραχέως και φοβερώς, και η όψις αυτών και νενικημένων να εμπνέη φόβον τινά. Μετά δε τας οπλοφόρους αμάξας είποντο άνδρες τρισχίλιοι, νόμισμα φέροντες αργυρούν εντός αγγείων επτακοσίων πεντήκοντα τριταλάντων, ών έκαστον εκόμιζον ανά τέσσαρες. Άλλοι δ' έφερον κρατήρας αργυρούς, και κέρατα (348) και φιάλας, και ποτήρια, και καλώς διατεθειμένα όλα διά την πομπήν, και αξιόλογα διά το μέγεθος και την παχύτητα των τορευμάτων αυτών.
ΛΓ. Την δε τρίτην ημέραν ευθύς την αυγήν επορεύοντο σαλπιγκταί, παίζοντες μέλος ουχί προσόδων (349) ούτε πομπικόν, αλλ' όμοιον εκείνου δι' ού παροτρύνονται εις τας μάχας. Μετά δε τούτων ωδηγούντο εκατόν είκοσι οικότροφοι βόες χρυσόκεροι, κεκοσμημένοι διά ταινιών και στεμμάτων. Οι δ' οδηγοί αυτών νεανίσκοι προυχώρουν περιζώματα φορούντες ευπάρυφα, ως προς ιερουργίαν, και μετ' αυτών ήσαν παίδες, σπονδής αγγεία αργυρά κομίζοντες και χρυσά. Είποντο δε μετά τούτους οι το χρυσούν νόμισμα φέροντες εις αγγεία τριταλαντιαία διηρημένον, ως και το αργυρούν. Το δε πλήθος των αγγείων ήτον ογδοήκοντα, πλην τριών. Τούτους παρηκολούθουν οι κρατούντες την ιεράν φιάλην, ήν κατεσκεύασεν ο Αιμίλιος εκ χρυσού δεκατάλαντον, και διά πολυτίμων λίθων κεκοσμημένην, ως και οι επιδεικνύντες τας Αντιγονίδας και Σελευκίδας και τα Θηρίκλεια (350) και όλα τα κατά το δείπνον χρυσώματα του Περσέως. Τούτους παρηκολούθει το άρμα του Περσέως, και τα όπλα αυτού, και το διάδημα επί των όπλων του κείμενον. Έπειτα, μετά μικράν απόστασιν, εφέροντο δούλα τα τέκνα του βασιλέως, και μετ' αυτών όχλος τροφέων και διδασκάλων και παιδαγωγών, οίτινες εδάκρυον, και εξέτεινον μεν και αυτοί τας χείρας προς τους θεατάς, εδίδασκον δε και τα παιδία να παρακαλώσι και να ικετεύωσιν. Ήσαν δε, άρρενα μεν δύο, θήλυ δ' έν, μη εννοούντα εντελώς το μέγεθος των κακών, ένεκα της ηλικίας των· και καθίστα αυτά έτι μάλλον άξια ελέους η αναισθησία των προς την μεταβολήν, ώστε παρ' ολίγον να παρέλθη παροραθείς ο Περσεύς, διότι οι Ρωμαίοι υπ' οίκτου προσείχον εις τα νήπια, και εις πολλούς και δάκρυα συνέβη να χύσωσιν. Δι' όλους δε ην πλήρης λύπης και χάριτος η θέα, έως ότου τα παιδία παρήλθον.
ΛΔ. Κατόπιν δε των τέκνων και της ακολουθίας αυτών επορεύετο αυτός ο Περσεύς, ιμάτιον ενδεδυμένος χρώματος σκοτεινού, και εμβάδας επιχωρίας μακεδονικάς· εφαίνετο δ' ως υπό του μεγέθους των κακών τεθαμβωμένος και στερηθείς της χρήσεως του λογικού του. Μετά τούτων δ' είπετο χορός φίλων και οικείων αυτού, οίτινες είχον υπό πένθους βεβαρημένα τα πρόσωπα, βλέποντες δ' αδιακόπως προς τον Περσέα, εδάκρυον, ώστε προφανές ήτον εις τους θεατάς ότι διά την τύχην εκείνου έκλαιον, ολίγον φροντίζοντες περί της εδικής των. Ο Περσεύς είχε πριν πέμψει εις το Αιμίλιον, και τον παρεκάλεσε να μη πομπευθή, και ν' αποφύγη τον θρίαμβον. Εκείνος δε την ανανδρίαν αυτού, ως φαίνεται, και την φιλοψυχίαν καταγελών, «Αλλά τούτο, είπε, και πρότερον απ' αυτού εξηρτάτο, και ήδη εξαρτάται εισέτι,» δηλών τον προ της αισχύνης θάνατον, όν δεν υπέμεινεν ο ταλαίπωρος, αλλ' υπ' ελπίδων τινών δελεασθείς, έγινε μέρος των ιδίων αυτού λαφύρων. Μετά ταύτα δ' εκομίζοντο χρυσοί στέφανοι τετρακόσιοι το πλήθος, ούς αι πόλεις έπεμψαν μετά πρεσβειών εις τον Αιμίλιον, ως αριστεία της νίκης του. Έπειτα δ' ηκολούθει αυτός εις άρμα κεκοσμημένον μεγαλοπρεπώς επιβαίνων, ανήρ και άνευ της τοσαύτης εξουσίας αξιοθέατος, πορφύραν φέρων χρυσόστικτον, και δάφνης κλάδον προτείνων εις την δεξιάν του. Εδαφνηφόρει δε και πας ο στρατός, κατά λόχους και τάξεις επόμενος εις το άρμα του στρατηγού, άδων δε οτέ μεν πατρίους τινάς ωδάς, αίτινες είχον και μέρη προς γέλωτα, οτέ δ' επινικίους παιάνας, και επαίνους των κατορθωμάτων του Αιμιλίου, όστις ήτον περίβλεπτος και ζηλωτός υπό πάντων, και ουδενός εστερείτο των αγαθών· εκτός αν υπάρχη δαιμόνιόν τι προσδιωρισμένον ν' αφαιρή μέρος των μεγάλων και υπερόγκων ευτυχιών, και να μιγνύη ούτω τον ανθρώπινον βίον, ώστε ουδείς να έχη αυτόν άκρατον κακών και καθαρόν, αλλά, καθ' Όμηρον, εκείνοι να φαίνωνται μάλιστα ευτυχούντες δι' ούς αι τύχαι των πραγμάτων επ' αμφότερα τρέπονται (351).
ΛΕ. Διότι είχε τέσαρας υιούς, δύο μεν εις άλλας μετατεθέντας συγγενείας, ως ήδη ευρέθη, τον Σκηπίωνα και τον Φάβιον, δύο δε, παίδας έτι την ηλικίαν, ούς έτρεφεν εις την οικίαν του, γεννηθέντος εξ άλλης γυναικός. Εκ τούτων ο μεν ετελεύτησε πέντε ημέρας πριν ή θριαμβεύση ο Αιμίλιος, και ην ετών δεκατεσσάρων· ο δε, δωδεκαετής, απέθανε τρεις ημέρας μετά τον θρίαμβον· ώστε ουδείς έμεινε ρωμαίος μη λυπηθείς αυτόν διά το πάθος, και πάντες έφριξαν διά της τύχης την ωμότητα, ότι δεν εδίστασε τοσούτον πένθος να ρίψη εις οικίαν ζηλευομένην, και χαράς και θυσιών γέμουσαν, και ν' αναμίξη θρήνους και δάκρυα εις παιάνας επινικίους και εις θριάμβους.
ΛΣΤ. Αλλ' ο Αιμίλιος ορθώς φρονών ότι η ανδρία και το θάρρος εισί χρήσιμα εις τους ανθρώπους ουχί μόνον κατά των όπλων και των σαρισσών, αλλ' επίσης προς πάσαν της τύχης αντίστασιν, ούτως ήρμοσε και διέθεσε τον συγκερασμόν των εις αυτόν συμβαινόντων, ώστε εντός των αγαθών ηφανίσθησαν τα κακά, και τα οικεία εντός των δημοσίων, και δεν εταπεινώθη της νίκης το μέγεθος, ουδέ καθυβρίσθη αυτής η αξιοπρέπεια. Και τον μεν πρώτον των υιών του αποθανόντα θάψας, ευθύς εθριάμβευσεν, ως ερρέθη· αφ' ού δε μετά τον θρίαμβον απέθανε και ο δεύτερος, συναγαγών εις εκκλησίαν των Ρωμαίων τον δήμον, είπε λόγους ανδρός μη χρήζοντος παρηγορίας, αλλά παρηγορούντος τους πολίτας θλιβομένους δι' όσα εκείνος υπέφερε. Προς ουδέν ουδέποτε, τοις είπε, δειλιάσας των ανθρωπίνων, εκ των θείων εφοβήθη πάντοτε την τύχην, ως απιστότατον και ποικιλώτατον πράγμα· μάλιστα δε, βλέπων αυτήν ως πνεύμα λαμπρόν να βοηθή πάσας τας πράξεις του εις τούτον τον πόλεμον, περιέμενε μεταβολήν αυτής τινά και παλίρροιαν· «Διότι εις μίαν, είπεν, ημέραν τον Ιόνιον κόλπον από Βρεντεσίου (352) περάσας, έφθασα εις την Κέρκυραν· πέντε δ' ημέρας μετά ταύτα ήμην εις Δελφούς και έθυον εις τον Θεόν, και μετ' άλλας πέντε ημέρας παρέλαβον τον στρατόν εν Μακεδονία, και τελέσας τον συνήθη καθαρμόν αυτού (353), και αρχίσας τας πράξεις, εντός άλλων δεκαπέντε ημερών επέθηκα εις τον πόλεμον το κάλλιστον τέλος. Απιστών δε προς την τύχην, διότι πάντα κατά ρουν εχώρουν, και ουδείς ήτον φόβος και ουδείς κίνδυνος από των εχθρών, προ πάντων κατά τον πλουν εφοβούμην την μεταβολήν της μοίρας, διότι έφερον ευτυχώς τοσούτον στρατόν νικήσαντα, και λάφυρα και βασιλείς αιχμαλώτους. Αλλά και αφ' ού σώος ήλθον προς υμάς, και είδα την πόλιν χαράς γέμουσαν και προθυμίας και θυσιών, πάντοτε υπώπτευον την τύχην, ηξεύρων ότι ουδέν μέγα χαρίζει εις τους ανθρώπους ειλικρινώς και άνευ φθόνου. Η δε ψυχή μου αγωνιώσα, και υπέρ της πόλεως το μέλλον επισκοπούσα, δεν αφήκε τούτον τον φόβον, ειμή αφ' ού τοσαύτη μοι επέπεσε δυστυχία εις τον οίκον, και ηναγκάσθην να θάψω αλλεπαλλήλως, εν ημέραις ιεραίς, υιούς αρίστους, τους μόνους ούς κατέλιπον εις εμαυτόν διαδόχους. Τώρα πλέον είμαι όλως ακίνδυνος, και θάρρος έχω, και νομίζω ότι η τύχη θέλει σας μείνει αβλαβής και βεβαία. Διότι ικανώς ανταπέδωκεν εις εμέ και διά των εμών κακών τα γενόμενα κατορθώματα, τον θριαμβεύοντα ουχ ήττον προφανές παράδειγμα της ανθρωπίνης παραστήσασα ασθενείας παρά τον εν θριάμβω συρόμενον· εκτός ότι ο Περσεύς μεν και νικηθείς έχει τους υιούς του, ο δ' Αιμίλιος, νικήσας, εστερήθη των εδικών του.»
ΛΖ. Τοιούτους ευγενείς και μεγάλους λόγους λέγουσιν ότι επρόφερεν ο Αιμίλιος εις τον δήμον, εξ αληθινού και απλάστου φρονήματος. Ως προς τον Περσέα δεν ει και οικτείρων της τύχης την μεταβολήν, και προθυμηθείς να τον βοηθήση, ουδέν κατώρθωσεν, εκτός του να τον μεταφέρη εκ του καλουμένου κάρκερε παρ' αυτοίς (354) εις τόπον καθαρόν και εις φιλανθρωποτέραν δίαιταν. Εκεί φρουρούμενος, ως μεν οι πλείστοι έγραψαν, απέθανεν εκουσίως εξ ασιτίας. Τινές όμως ιστορούσιν ίδιόν τινα και διάφορον του θανάτου του τρόπον. Λέγουσιν ότι δυσαρεστηθέντες κατά τι και θυμώσαντες κατ' αυτού οι φυλάττοντες αυτόν στρατιώται, επειδή κατ' άλλο δεν εδύναντο να τον ενοχλήσωσι και τον βλάψωσι, του αφήρουν τον ύπνον, και προσέχοντες ακριβώς, τον εμπόδιζον ν' αποκοιμηθή, και διά παντός τρόπου τον διετήρουν έξυπνον, και ούτω βασανισθείς ετελεύτησεν. Απέθανον δε και τα δύο εκ των παιδίων του. Ο δε τρίτος, ο Αλέξανδρος, λέγουσιν ότι έγινεν επιτήδειος εις την τορευτικήν και την λεπτουργικήν, και ότι μαθών τα ρωμαϊκά γράμματα και την διάλεκτον, έγινεν υπογραμματεύς των αρχόντων, και ότι εις την υπηρεσίαν ταύτην έδειξεν ευφυίαν και επιτηδειότητα.
ΛH. Μεταξύ δε των Μακεδονικών κατορθωμάτων του Αιμιλίου προσαναφέρεται η δημοτικωτάτη και τον λαόν μεγάλως ευχαριστήσασα πράξις, ότι τοσαύτα κατετέθησαν υπ' αυτού χρήματα εις το δημόσιον, ώστε δεν εχρειάσθη έκτοτε πλέον να πληρώση φόρον ο δήμος μέχρι των καιρών του Ιρτίου και Πάνσα, οίτινες ήσαν ύπατοι επί του πρώτου πολέμου του Αντωνίου και Καίσαρος. Και εκείνο δε ιδίον είναι και αξιόλογον του Αιμιλίου, ότι εν ώ ηγαπάτο και ετιμάτο διαφερόντως υπό του δήμου, επέμεινεν όμως εις τας αριστοκρατικάς του αρχάς, και ουδ' είπεν ουδ' έπραξε τι χαριζόμενος εις τους πολλούς, αλλά μετά των πρώτων και ισχυροτάτων συνειργάζετο πάντοτε τα της πολιτείας. Τούτο μάλιστα και προσήψε μετά καιρόν ο Άππιος εις τον Αφρικανόν Σκηπίωνα, ότι μέγιστοι όντες ούτοι εις την πόλιν, εζήτουν την τιμητικήν αρχήν (355), ο μεν την βουλήν έχων και τους αρίστους περί αυτόν (διότι αύτη ήτον η πατροπαράδοτος των Αππίων πολιτική), ο δε, μέγας μεν ων αφ' εαυτού, μεγάλως όμως σπουδάζων πάντοτε και να ευχαριστή τον δήμον. Όταν λοιπόν είδε ποτέ ο Αππιος τον Σκηπίωνα να εισέλθη εις την αγοράν, έχων παρά την πλευράν αυτού ανθρώπους αγεννείς και αρχαίους δούλους, ανθρώπους αγοραίους και δυναμένους να συναθροίσωσιν όχλον, και να βιάσωσι πράγματα διά κραυγής και διά σπουδαρχίας, αναβοήσας, «Ω Παύλε, είπεν, Αιμίλιε, στέναξον υπό την γην, βλέπων ότι τον υιόν σου φέρουσιν εις την τιμητίαν ο κήρυξ Αιμίλιος και ο Λικίννιος και ο Φιλόνεικος (356)». Αλλ' ο Σκηπίων απελάμβανε της ευνοίας ταύτης του δήμου, ωφελών μεγάλως αυτόν. Ο δ' Αιμίλιος, καί τοι ων αριστοκρατικός, ηγαπάτο όμως υπό του πλήθους ουχί ολιγώτερον εκείνου όστις δημαγωγικώς εφαίνετο κολακεύων αυτό, και ομιλών ούτως ώστε να τω ευχαριστή. Εδήλωσε δε τούτο και διά του ότι, εκτός των άλλων καλών τον ηξίωσαν και της τιμητίας, ήτις είναι των αρχών η ιερωτάτη, και μεγάλης απολαμβάνουσα δυνάμεως και ως προς τ' άλλα, και ως προς την των βίων εξέτασιν διότι οι τιμηταί έχουσι το δικαίωμα να εκβάλωσι της συγκλήτου τον απρεπώς ζώντα, και να προγράφωσι τον άριστον, και ν' ατιμάζωσι τον ακολασταίνοντα νέον δι' αφαιρέσως του ίππου αυτού. Προσέτι αυτοί επιβλέπουσι των περιουσιών τας εκτιμήσεις, και του πληθυσμού τας απογραφάς. Απεγράφησαν δ' επ' αυτού χιλιάδες ανθρώπων τριακόσιοι τριάκοντα επτά, και τετρακόσιοι πεντήκοντα δύο. Προέγραψε δ' εκ της βουλής τον Μάρκον Αιμίλιον Λέπιδον, τετράκις ήδη καρπούμενον την ανωτάτην ταύτην τιμήν· εξέβαλε δε τρεις συγκλητικούς εκ των μη επισήμων, και εις την των ιππέων εξέτασιν εδείχθη μετριώτατος και αυτός, και ο συνάρχων αυτού Μάρκιος Φίλιππος.
ΛΘ. Αφ' ού δε διευθέτησε τα πλείστα και μέγιστα, ενόσησε νόσον κατ' αρχάς μεν δεινήν, έπειτα δ' ακίνδυνον, αλλά μακράν και δυσθεράπευτον γενομένην. Πεισθείς δ' υπό των ιατρών, έπλευσεν εις την Ελέαν της Ιταλίας, και διέτριβεν εκεί πολύν χρόνον εις παραλίους αγρούς εν μέσω ησυχίας βαθείας. Τότε δ' επόθησαν αυτόν οι Ρωμαίοι, και φωνάς πολλάκις εξέπεμπον εις τα θέατρα, ως ευχόμενοι και ανυπόμονοι όντες να τον ιδώσιν. Επειδή δε τις ιερουργία ετελείτο, και η υγεία αυτού εφαίνετο ικανώς αναλαβούσα, επανήλθεν εις την Ρώμην. Και εκείνην μεν την θυσίαν έθυσε μετά των άλλων ιερέων, εν ώ ο λαός όλος χαίρων τον περιεστοίχιζε. Την δ' επαύριον έθυσε πάλιν ο ίδιος εις τους Θεούς ευχαριστήρια διά την σωτηρίαν του. Ως δ' ετελείωσεν η θυσία, επιστρέψας εις την οικίαν του, και εις την κλίνην ριφθείς, πριν ή αισθανθή και νοήση την μεταβολήν, τω επήλθεν έκστασις και παραφορά των φρενών, και απέθανε την τρίτην ημέραν, ουδενός στερηθείς και πάντων απολαύσας όσα θεωρούνται εις ευδαιμονίαν συντείνοντα· διότι και η περί την εκφοράν αυτού πομπή θαυμασία εγένετο, μετά προθυμίας ήτις εκόσμησε την αρετήν του ανδρός διά των αρίστων και μακαριωτάτων ενταφίων δώρων. Ήσαν δε ταύτα ουχί χρυσός, ουδ' ελέφας, ουδ' η λοιπή πολυτέλεια και επίδειξις της παρασκευής, αλλ' εύνοια, και τιμή, και ευγνωμοσύνη, ου μόνον παρά των πολιτών, αλλά και παρά των εχθρών. Και όσοι κατά τύχην παρήσαν Ίβηρες και Λίγυοι και Μακεδόνες, οι μεν ισχυροί κατά τα σώματα και νέοι, λαβόντες την νεκρικήν κλίνην, την ύψωσαν επί των ώμων των και την έφερον· οι δε πρεσβύτεροι παρηκολούθουν καλούντες τον Αιμίλιον ευεργέτην και σωτήρα των πατρίδων των· διότι ου μόνον κατά τους καιρούς των κατακτήσεών του μετεχειρίσθη πάντας ηπίως και φιλανθρώπως, αλλά και καθ' όλον τον λοιπόν βίον του διετέλεσε πάντοτε ευεργετών αυτούς, και φροντίζων υπέρ αυτών ως υπέρ οικείων και συγγενών. Η δε περιουσία αυτού λέγουσιν ότι μόλις συνεποσούτο εις τριακοσίας εβδομήκοντα χιλιάδας δραχμών, και ότι κληρονόμους αυτής αφήκε τους δύο υιούς του· αλλ' ο νεώτερος Σπηκίων την παρεχώρησεν όλην εις τον αδελφόν του, διότι αυτός είχε δοθή εις οίκον ευπορώτερον, τον του Αφρικανού Σκηπίωνος. Τοιούτος λέγεται ο τρόπος και ο βίος του Παύλου Αιμιλίου.