Front matter
Demetrios Anastasopoulos translation
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A table of corrections has been taken into account. otherwise the spelling of the book has not been changed. I have inserted three notes included in {}. Footnotes have been converted to endnotes.// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ένας πίνακας διορθώσεων έχει ενσωματωθεί στο κείμενο. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Έχω προσθέσει τρεις σημειώσεις, εντός {}. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΒΙΒΛΙΑ Α'. — Δ'.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ 1911
ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΙΩΤΗ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4
Όταν ο Ξενοφών εκστρατεύη με τους Μυρίους προς τα Κούναξα, είναι μόλις ετών τριάκοντα. Είναι πλούσιος. Είναι ωραίος. Και ανήκει εις μίαν των αριστοκρατικωτέρων των Αθηναίων τάξεων, την τάξιν των «ιππέων». Η ωραιότης του έχει αρμονίαν ως η σκέψις του. Ο διαβάζων τα συγγράμματά του, ιδίως την «Κύρου Παιδείαν» και «Ανάβασιν», αντιλαμβάνεται όλον το ύψος της ωραιότητός του αυτής. Ωραιότητος ευρύθμου αριστοκράτου Αθηναίου.
Είναι ο λεπτός μεν, αλλ' εν αρμονία προς αρρενωπότητα ψυχής και ήθους. Ο αβρός, ο μημουακτικός, ίσως και ο χαϊδεμμένος, αλλ' εξ εκείνων οίτινες με τας ομαλότητας αυτάς περιβάλλουν χαλύβδινον ψυχήν και πλαισιούν με όλον το σφρίγος του καθήκοντος κάθε της ζωής των πράξιν.
Εάν ανήκη εις τους αριστοκρατικούς, η αριστοκρατικότης του γαληνιά και έλκει. Δεν ερεθίζει, δεν τρομάζει. Είναι — ως θα ελέγαμεν σήμερα — από τους «μετριοπαθείς», δηλ. από τους σκορπίζοντας γύρω των ένα ωραίον και ευγενέστατον γαλήνης και ηρεμίας πνεύμα. Και αυτή η ορμή του ως στρατιώτου εις τον πόλεμον υπολανθάνει μέσα του. Η ενεργητικότης του είναι εσωτερική. Και ομοιάζει με την αόρατον ορμήν ποταμού, που τρέχει μεν και τρέχει πάντοτε, αλλ' όταν τον βλέπης εις την κοίτην του νομίζεις ότι ονειροπολεί ή κοιμάται . . . Που αισθάνεσαι την ορμήν του, μόνον όταν εισέλθης στα νερά του και αφεθής με υπακοήν εις την Μοίραν του . . .
Ο Ξενοφών είναι ο μαθητής του Σωκράτους, αλλ' όχι όπως ο Πλάτων, υψηλός και θείος. Δεν ανέρχεται αυτός, αλλά βαδίζει. Και είναι τόσον καλόν και τόσον δυνατόν το βάδισμά του! Είναι «ο ισχυρός» χωρίς να φαίνεται. Ο Διογένης ο Λαέρτιος τον λέγει ντροπαλόν. Φαντασθήτε τον Ξενοφώντα «ντροπαλόν» δια μέσου της εποποιίας των Μυρίων! Και όμως ήτο. Είχεν όλην των τοιούτου είδους ντροπαλών την ασφάλειαν εις την χείρα και το μέτωπον.
Οκτώ ολόκληρα έτη διατριβής με τον Σωκράτην του είχαν το φρόνημα ατσαλώση. Η διαλεκτική εκείνου εισήλθεν εις κάθε πτυχήν του πνεύματός του. Ακόμη και αυτή η σοφιστεία δεν του ήτο ξένη, διδαχθείσα αυτώ υπό του ωφελιμωτέρου των Αθηναίων σοφιστών της εποχής του, του Προδίκου.
Εις τον Ξενοφώντα εχρειάζετο, όταν ανέτρεπε λόγους και πράξεις αντιπάλων, έπρεπε δε ν' ανατρέψη αυτάς όχι εκ του συνήθους εν Ελλάδι της αντιδράσεως και της αντιλογίας πνεύματος ορμώμενος, αλλ' εκ του καθήκοντος και εκ της ισχύος και επιβολής των περιστάσεων, εχρειάζετο, λέγω, ουχί σπανίως ως όπλον μαχιμώτατον και η Σοφιστική.
Ουχ ήττον ήτο και τότε, όπως πάντοτε, ηθικός. Με ωραιότητα ηθικός. Ανέτρεπε πάλλων την σοφιστικήν του σπάθην προς όλα τα σημεία. Δεν ήτο ο άνθρωπος του «νόμω καλόν, νόμω κακόν». Δεν ήτον ο άνθρωπος «ο ποιών τον ήττονα λόγον κρείττω», δια να ωφεληθή αυτός και διά να επιβληθή και δεσπόση και νικήση, απλώς από χαιρέκακον εις τούτο ορμήν ωθούμενος.
Και όταν εσοφιστεύετο, η σοφιστεία του είχεν ως σκοπόν την ανωτέραν εκείνην ωφέλειαν, την, είτε υπέρ της προσωπικής του αξιοπρεπείας και ηθικής ακεραιότητος της ψυχής του, είτε υπέρ του γενικού καλού και γοήτρου εκείνων ους διώκει, επιδιωκομένην.
Είναι περίεργον ότι η ζωή του Ξενοφώντος είναι: σταθμοί εδώ και σταθμοί εκεί. Όχι συνέχεια ζωής. Ο έρρυθμος αυτός ήτο πλέον ξένος δια πολιτείαν έκρυθμον, ως η των Αθηνών. Το περιβάλλον των ήτο ξένον προς την αριστοκρατικότητά του. Η Δημοκρατία είχε πέση υπό τον Λύσανδρον. Και είχεν η Ολιγαρχία των Τριάκοντα δαμάση κάθε έκδοτον ροπήν του Δήμου. Μεθ' ό ανέστησαν και πάλιν όσα είχαν απομείνη λείψανα δημοκρατικά, των αρχαίων συντηρητικών μεταβληθέντων εις ποιητικούς πλάνητας ή επαγγελματικούς τυχοδιώκτας της ζωής.
Ο Ξενοφών ήτον από τους τελευταίους. Η αρμονία έχουσα αντιμέτωπον το χάος. Χάος δε ήσαν τα του Άστεως. Ο ωραίος ιππεύς, ο ευγενής ευπατρίδης, ο κομψός και στωμύλος αυτός έφηβος φεύγει εξ Αθηνών, ως έφυγαν όχι ολίγοι αριστοκρατικοί αρχαίοι οίκοι της Γαλλίας μετά την επικράτησιν των Δημοκρατικών της.
Ο Ξενοφών αισθάνεται τας Αθήνας, αι οποίαι όμως δεν δύνανται να τον αισθανθώσι πλέον. Τας αγαπά. Είναι η πατρίς του. Αλλ' η Τύχη του τείνει τον δάκτυλον αυτής ή προς την Ασίαν με τον Κύρον ή προς την Σπάρτην με τον Αγησίλαον, παντού αλλού πλέον εκτός των Αθηνών. Και ο Ξενοφών ακολουθεί την οδόν, ην του δεικνύει η Τύχη του.
* * *
Εγνώρισα ένα — μέγα και εις το ύψος του μοναδικόν — παράδειγμα στρατηγού εγκολπωθέντος τους εχθρούς της πόλεως που τον γέννησε, διά να φανερώση όλον το προς την Πολιτείαν της μέχρι θανάτου μίσος του, τον Κοριολάνον. Και εγνώρισα εραστάς που αγαπούν με φρίκην, με μίσος την αγαπημένην των. Που την αποστρέφονται μεν ως αναξίαν των, και όμως, διότι επήραν άπαξ μίαν φόραν έρωτος, την αγαπούν, την θέλουν.
Το ιδανικόν των Αθηνών εις την διάνοιαν του Ξενοφώντος ήτο πολύ ανώτερον των Αθηνών των χρόνων του. Ηγάπα το ιδανικόν των Αθηνών εκείνων και, αν δεν εμίσει, δεν προσηρμόζετο όμως η ψυχή του προς τας Αθήνας ταύτας, τας γεμάτας από δημαγωγίαν και παράλυσιν.
Προσκληθείς ίνα μεταβή εις τας Σάρδεις από τον φίλον του Πρόξενον ανεχώρησεν εξ Αθηνών βέβαια με άφατον πίκρα στην καρδία του. Αυτός ανήκεν εις τους Άρχοντας. Και οι Άρχοντες είχαν απολέση όλην την παλαιάν των γοητείαν. Και έφευγε με το μυστικόν δάκρυ του ισχυρού που δύναται μεν να αποχωρισθή, αλλά χωρίς ποτέ να λησμονήση την αποχωριζομένην του.
Τας αναλογίας της ψυχής του Ξενοφώντος αισθάνομαι εγώ, που έχω την Αθηναίαν μητέρα μου όλην εις τα στήθη μου και αγαπώ τας διεφθαρμένας και ακαλλιτέχνους και οχλοκρατικάς της σήμερον Αθήνας με το μίσος εκείνο του εραστού που εσημείωσα άνω. Που φεύγω με μίσος προς αυτάς, διά να τας ποθήσω, επανερχόμενος, περισσότερον. Απόδημος κ' εγώ, ως ο Ξενοφών, ακολουθώ την ωραίαν τυχοδιωκτικήν ζωήν αυτού, κρατών, αντί όπως εκείνος σπάθην, κάλαμον. Και αντί, όπως εκείνος γράφων κατά τύχην, γράφων κατ' ανάγκην και . . . κλαίων με το μειδίαμα πάντοτε στα χείλη.
Ο οργασμός του Ξενοφώντος, με τα τριάντα χρόνια του, με την αγάπην του, με το μίσος του, με τας φιλοδοξίας του, με την εξωσθείσαν εκ της πατρίδος του αρχαίαν αριστοκρατικήν φυήν του, ο οργασμός αυτός εκδηλώνεται εν όλω αυτού τω μεγαλείω με 10 χιλιάδας Έλληνας τυχοδιώκτας εις χώραν μακρυνήν, ξένων και βαρβάρων, εις την Ασίαν.
Φθάνει εκεί χωρίς να γνωρίζη τι θα κάμη ή τι θα γείνη. Η τύχη του δουλεύει όμως. Η Ασία γεννά μίαν ωραίαν ψυχήν φιλόδοξον, την ψυχήν του Κύρου. Που αγαπά και ευνοεί τους Έλληνας. Αλλά και θέλει να εκθρονίση τον αδελφόν του, διά να βασιλεύσω αυτός δυνάμει της αγάπης ταύτης.
Ο Αρταξέρξης, ο αδελφός του, είναι ο πρεσβύτερος. Και η φύσις αναγνωρίζει εις τον πρεσβύτερον αυτόν, ως εις κάθε πρεσβύτερον, πρωτεία. Αλλ' ο Κύρος είναι ο διανοητικώτερος, ο ευγενέστερος. Και το πνεύμα και η ευγένεια, ως φύσις και αυτά, διεκδικούν τα δικαιώματά των επ' εκείνου. Η κτηνώδης κληρονομική βία ετοιμάζεται προς πάλην κατά της αυθαιρέτου μεν, αλλ' εκ της λεπτότητος και της διανοήσεως αντλούσης την ισχύν της, φύσεως του Κύρου.
Η πάλη γίνεται εις τα Κούναξα, παρά την Βαβυλώνα. Και, ως συνήθως συμβαίνει εις τον κόσμον τούτον, η βία ενίκησε το Πνεύμα. Τον στρατόν ακολουθεί και ο Ξενοφών, ως εθελοντής φέρων, μαζή με την μετριόφρονα αυτήν του ιδιότητα, και την μεγαλοφυίαν του.
Εις τας Αθήνας ήτον ο κατ' εξοχήν σπόρτσμαν. Οπλομάχος, φιλόστρατος, φίλαθλος, ιππεύς. Αυτά διά τους μυς, αφ' ενός, και διά την ευρυθμίαν της ψυχής του, αφ' ετέρου. Είπομεν, ήτο και μαθητής του Σωκράτους, μαθών τον τρόπον του πείθειν εις το τέλειον. Αι δύο του αύται ιδιότητες, λέγει ο Πανταζίδης, εξηγούν το στρατηγικόν αυτού δαιμόνιον κατά την Ανάβασιν και Κατάβασιν εκείνην των Μυρίων.
Πεζή, πεζοτάτη η εξήγησις. Οιονδήποτε Δαιμόνιον είναι ανεπίδεκτον οιασδήποτε ερμηνείας συμφώνως προς καθεστώτας νόμους, είτε κοινωνικούς τοιούτους είτε φυσικούς. Το στρατιωτικόν δαιμόνιον του Ξενοφώντος ηδύνατο να υπάρχη και άνευ των σπoρτ εκείνων, και άνευ της Σωκρατικής πειθούς αυτής. Δεν επλάσθη δι' αυτών. Εξωραΐσθη μόνον και ερρυθμίσθη. Εζήτει μίαν τινά διέξοδον εις την ζωήν. Αι Αθήναι δεν ήτο δυνατόν να του την δώσουν πλέον. Και του την έδωκεν ο Κύρος στην Ασίαν.
* * *
Μέχρι της δολοφονίας των στρατηγών, ο Ξενοφών ήτον και αυτός ένας από τους κάποιους του στρατεύματος. Και θα ήτον ακόμη περισσότερον από τους κάποιους τούτους, εάν δεν κατέβαινε του Κύρου να εκθρονίση τον αδελφόν του διά της βίας. Η Τύχη λοιπόν ειργάζετο υπό την μορφήν της αποφάσεως της εκστρατείας ταύτης και υπό την μορφήν της δολοφονίας των στρατηγών εκείνης, διά να έλθη ένα ωραίον φαινόμενον Στρατηγικής στον κόσμον, ο Ξενοφών αυτός, να έλθη δε ούτω υπέροχον και ούτω μοναδικόν, ώστε να καταπλήξη, ως και κατέπληξε πράγματι, τον κόσμον.
Ο συγγραφεύς των «Απομνημονευμάτων» και της «Κύρου Παιδείας» δεν θα ήτο ικανός να τον δοξάση. Η ζωή του, άνευ της μοιραίας Αναβάσεως αυτής, θα περιωρίζετο ίσως εις ένα άκαρπον λακωνισμόν. βεβαίως εις μίαν μονότονον διέλευσιν των πεζοτέρων κύκλων της, χωρίς ούτε τα «Απομνημονεύματα» ούτε η «Κύρου Παιδεία» ούτε οιανδήποτε άλλο έργον του να δυνηθούν να τον ανυψώσουν μέχρι του θαυμασμού του κόσμου όλου, ως τον ανύψωσε μόνη η «Ανάβασις».
Η Ανάβασις αυτή είναι ένα μεγαλούργημα. Αναπηδά «ο στρατηγός ο δαιμόνιος» εκ του μέσου. Και αναπηδά με τόσην λιτότητα και τόσην ηρεμίαν, ώστε νομίζεις ότι η Τακτική του, παρ' όλα τα, άτινα διήλθε, βάσανα, δεν είναι παρά ένα ωραίον χάιδι του ρυθμού και της συμμετρίας και της αρμονικότητος της καθολικής του Σύμπαντος.
Προσκαλούμενος εις τον στρατόν του Κύρου, ούτε εγνώριζε κατά τίνος θα βαδίση αύριον. Εισήλθεν ως ένα άγνωστον νούμερο εις αυτόν. Και τίποτε άλλο. Ο Κύρος και αυτόν και τους περί αυτόν, εκτός του Κλεάρχου, είχε πείσει ότι θα βαδίσουν κατά των Πισιδών, ενώ αυτοί εβάδιζαν κατά της μεγαλειοτέρας Ειμαρμένης, την οποίαν ήτο δυνατόν ποτε να συναντήσουν άνδρες Έλληνες.
Μία ορμή ήτο και μία ορμή εφέρετο εις τον στρατόν αυτόν. Αλλά με γλύκα, με μυστικότητα, με ταπεινότητα. Και η ορμή αυτή ήτον ο υιός του Γρύλλου. Όταν επεφάνη πλέον κατ' ανάγκην ως Ισχύς και ως Μεγαλείον η ορμή αυτή, μετά την ήτταν του Κύρου παρά την Βαβυλώνα, ήλλαξεν ο ρυθμός δέκα χιλιάδων Ελλήνων τότε αυτοστιγμεί. Ο Ξενοφών είναι τότε η Πρόνοια. Είναι ο άγνωστος, που έλκεται από την αφάνειαν υπό του θεού, διά να εκτελέση τα προστάγματά του.
Και πώς, αλήθεια, τα εκτελεί! Όχι ως Ζευς υψιβρεμέτης, αλλ' ως ωραία χαμογελώσα Μοίρα, η οποία μόνον ένα «Εμπρός!» αιώνιον και σταθερόν και αναλλοίωτον και ακατάβλητον έχει πάντοτε προ οφθαλμών της . . .
Ιδού η Ανάβασις αύτη, διά να ίδη ο αναγνώστης πώς βαδίζει ο Ξενοφών και πώς μάχεται και πώς νικά και πώς αγορεύει και πώς πείθει. Ένα πράγμα μόνον θα εξάρω εδώ. Ότι η Τέχνη είναι τόσον ευρεία εις τους πόθους της, ώστε περιέλαβε και την Ανάβασιν αυτήν ως ένα εκ των θαυμαστοτέρων εις τον κόσμον φαινομένων της. Δεν ομιλώ περί του έργου αυτού ως συγγραφής. Αλλά περί της Αναβάσεως ως εκστρατείας. Εις χείρας του Ξενοφώντος αποτελεί αύτη καλλιτέχνημα. Τόσον ωραία βαδίζει, διατάσσει, αντιπαλαίει, υπερπηδά, καταβάλλει, κατευνάζει, σαγηνεύει, συγχωρεί, επιτιμά, οργίζεται, ώστε όλαι αι διαθέσεις αύται αποτελούν ένα υπέρτατον καλλιτεχνικόν σύμπλεγμα κινήσεων διά μέσου των ορέων και των ποταμών και των ερήμων και των αγρίων της Ασίας, τόσον αρμονικόν ως όλον, τόσω συμμετρικόν εις τα μέρη του, ωσάν να ήτο κάποιο τέλειον μεγάλου της Αρχαιότητος τεχνίτου άγαλμα.
Ο Ξενοφών «έγραψε» την Ανάβασιν, πριν ή την γράψη πράγματι. Αι αναλογίαι των καθ' έκαστα μερών του έργου τούτου, ασχέτως προς τον μέγαν ή μικρόν βαθμόν της ωραιότητός των, νομίζει τις ότι έπρεπε προηγουμένως να υπάρξουν εις τα καθ' έκαστον μέρη της εκστρατείας ταύτης διά να συντεθούν κατόπιν εις σελίδας. Η Ανάβασις λοιπόν δεν υπάρχει ως Έργον μόνον, αλλά και ως Ζωή. Η τέχνη του είναι η τέχνη των βημάτων, των επιθέσεων, των λογχισμών, των πηδημάτων, των φορών, των καταλήψεων, των νικών.
Ο Ξενοφών λοιπόν είναι ο καλλιτέχνης στρατηγός εις τας μεγάλας της εκστρατείας του γραμμάς. Και τόσον μάλιστα, ώστε να κατορθώνη να διοχετεύη την καλλίτεχνον στρατηγικήν του ταύτην και εις την περιγραφήν της. Είναι ο καλλιτέχνης στρατηγός, ούτινος η τέχνη από των μαχών σύρεται και ξεχειλίζει μέχρι των περγαμηνών και των παπύρων, όπου έγραφεν.
* * *
Επιστρέφει, και ο νόστος τον κατέχει ολόκληρον. Πατεί το πόδι του εις το Βυζάντιον. Αλλά και εντεύθεν ο νόστος προς τας Αθήνας παραμένει πάντοτε ακέραιος. Το ότι είδε «θάλατταν» επί τέλους, θάλατταν Ελληνικήν, και ότι ευρίσκετο από της Τραπεζούντος μέχρι του Βυζαντίου πάντοτε μεταξύ Ελλήνων, δεν τον ικανοποίει.
Εφιλοδόξει Αθήνας. Αλλ' αι Αθήναι του τον φυγαδεύουν διά ψηφίσματος, κατ' άλλους μεν διά τον λακωνισμόν του, κατ' άλλους δε διότι εξεστράτευσε μετά του εχθρού των Αθηναίων Κύρου. Το πολυθρύλητον ζήτημα αυτό δεν θα εξακριβώσω εδώ. Το βέβαιον είναι τούτο: ότι ο Ξενοφών ήτο φιλολάκων. Και ότι ο λακωνισμός του αυτός ένα εκ των χαρακτηριστικωτέρων του αποτελεσμάτων έσχε την μετά του χαρακτηριστικώτατα λακωνίζοντας επίσης Κύρου εκστρατείαν του.
Και λοιπόν, αφού ο Ξενοφών είναι φιλολάκων, είναι μισαθηναίος, άρα! Άρα ο Ξενοφών είναι ένας επαίσχυντος, είναι ένας προδότης! Έτι περισσότερον είναι, αφού φθάνει μέχρι του σημείου: εις την εν Κορώνεια μάχην να είναι εν τω στρατοπέδω των Σπαρτιατών παράπλευρος του Αγησιλάου!
Όχι! μυριάκις όχι! Μία ψυχή ως η του Ξενοφώντος δεν κρίνεται ποτέ εκ των έργων της, αλλ' εκ των προθέσεών της. Ο Ξενοφών ήτο φιλολάκων! Και είθε, μετά τον θάνατον του Περικλέους, ότε ενέσκηψαν εις τας Αθήνας τα ανεμοφορητότερα των τριόδων πνεύματα, διά να διευθύνουν τας τύχας του ήδη παρημελημένου Δήμου, είθε να εγίνοντο όλοι οι Αθηναίοι τότε φιλολάκωνες. Πολιτικώς — εννοώ — να εφρόνουν τα των Λακώνων.
Το εύχαρι και διαυγές και ακτινοβόλον πνεύμα των βεβαίως δεν ήτο δυνατόν να μεταβαπτισθή εις Σπαρτιατικόν ώμον και σκληροτράχηλον. Αλλά το πνεύμα αυτό, του οποίου και μίαν εγώ ακτίνα δεν αντιζυγίζω προς όλον το διανοητικόν και καλλιτεχνικόν (!) της Σπάρτης παρελθόν, το πνεύμα αυτό, μαντεύον την κατωφέρειαν, εις ην εφέροντο τα πολιτικά των Αθηναίων πράγματα, ηδύνατο πράγματι δι' επιδεξίας τινός χειρός να οιακοστροφήση ταύτα προς την ομολογουμένην στιβαρότητα των πολιτικών Σπαρτιατικών ηθών, προς μίμησιν εξ αυτών και παραδειγματισμόν.
Ο Ξενοφών ως πνεύμα ήτον Αθηναίος. Αλλ' ως χαρακτήρ εσπαρτιάτιζε. Και θα εσπαρτιάτιζε, και εάν ακόμη δεν ανήκεν εις τους Αριστοκρατικούς, την τάξιν την βλέπουσαν ομαλώς μεν, αλλά και ισχυρώς, λιτώς μεν, αλλά και τετραγωνικά σωφρόνως, τα πράγματα της ζωής του κόσμου. Ήθος άλλως τε σωκρατικώς συγκεκροτημένον, χαρακτήρ δράσεως μεν, αλλά μετά λογικής, συμμετρία απόλυτος όλων των ψυχικών και διανοητικών αυτού δυνάμεων — χρήσιμα πάντα ταύτα, εάν δεν κατηυθύνοντο προς την Στρατηγικήν, αλλά προς την Τέχνην, να ανεγείρουν νέον Παρθενώνα εις τον κόσμον — όλα αυτά βεβαίως έκλιναν την πλάστιγγα της ψυχής του προς την Σπάρτην.
Ο Ξενοφών ήθελε τότε ό,τι ζητούμεν ημείς σήμερον. Κράτος δηλ. και πάλιν Κράτος και μόνον Κράτος. Το πνεύμα, όπως και σήμερον, έρρεε διά των οδών. Αλλ' η Πολιτεία κατέρρεε διά των τριόδων. Και εθύμωνε και ηθύμει και ηγανάκτει βέβαια μέσα του. Όχι κατά της Πατρίδος του. Αλλά κατά των Αθηναίων, θαπτόντων την ευγενή Πατρίδα του.
Υπάρχουν προδόται που γίνονται τοιούτοι εξ αγάπης ανυπερβλήτου, ασυγκρίτου, ιδανικής προς τα πατρώα εδάφη. Προδόται που εξαγνίζουν και εξωραΐζουν και εξιδανικεύουν την εις άλλα εδάφη δράσεως ζοφεράν της προδοσίας έννοιαν. Όταν οι την πατρίδα μου κατοικούντες Έλληνες είναι ανάξιοι αυτής και του παρελθόντος της, εγώ δε θεωρούμαι πλέον υπ' αυτών ως άχρηστος και απροσάρμοστος εις τα κατ' οίκον και δημοσία αίσχη των, και τους Έλληνάς της τούτους εώ χαίρειν εις τας ατιμίας των και τα όργιά των, έστω και διά παντός, και συμφιλιούμαι ακόμη προς τους εχθρούς αυτής, ων η πολιτεία όμως και η προς τους νόμους υποταγή και ευπείθεια, μεταβιβαζόμενα εις «τη δόλια» εκείνη, θα την ανίστων εκ του τάφου ένδοξον, χωρίς εν τούτοις να υπάρχη καμμία εκείθεν ελπίς μεταβιβάσεως· τοιαύτην, λέγω, πατρίδα, όταν ανεπανορθώτως και ανεκκλήτως βλέπω φερομένην προς την παρακμήν, τις μωρός θα με ονομάση προδότην, εάν, μη δυνάμενος πλέον να την ωφελήσω διά της αγάπης μου, την αγαπώ πλέον διά του μίσους μου ή της αδιαφορίας μου ή και της περιφρονήσεώς μου ;
Όχι μόνον διότι ηκολούθησε τον φιλολάκωνα Κύρον εις την Ασίαν, ή διότι η συντηρητικότης του, ήτις δεν ήτο τίποτε άλλο παρά αρμονία, όχι σχολαστικισμός και όχι νοικοκυροσύνη άνοστη, εστράφη προς την Σπάρτην, ης την πολιτείαν εζήλευε και εφθόνει, αλλ' ακόμη και εάν ύψωνε χείρα εκδικητικήν εν Κορωνεία κατά των συμπολιτών του, ων η συμπολιτοσύνη όμως έβλεπεν ότι ωδήγει τας Αθήνας εις τον εν Χαιρωνεία όλεθρον, ακόμη, λέγω, και εάν τούτο έπραττεν, όχι! μυριάκις όχι! ο Ξενοφών δεν είναι δυνατόν να ονομασθή προδότης. Απέναντι των μεγάλων εκρήξεων ψυχής δικαίας η υψίστη δικαιοσύνη βέβαια φθάνει πολλάκις εις αδικίαν. Αδικίαν όμως που δεν ατιμάζει, αφού προέρχεται από την εξαιρετικήν, εξ εξαιρετικής ψυχής, αντίληψιν αυτής και στάθμην.
* * *
Φυγάς πλέον ο Ξενοφών. Και φυγάς διά παντός. Εις δωρηθέν αυτώ, τιμής ένεκα, υπό της Σπάρτης κτήμα, τον Σκιλλούντα, ιδιωτεύει ήδη έχων απέραντον υποστατικόν, ναούς, οικίας, τεμένη, κυνήγια, δάση, ό,τι θα ηδύνατο να εμφανίση τον Ξενοφώντα τέλειον διά την εποχήν εκείνην Άρχοντα, υπό την Νεοελληνικήν της λέξεως σημασίαν.
Ο Ξενοφών εκεί δεν είναι παρά μία νότα της Φύσεως ευγενεστάτη. Αι αρμονίαι της ευρίσκουν τόσην ηχώ εις την ψυχήν του! Ο τίμιος αυτός άνθρωπος, ο τίμιος άνευ μεταφυσικών ως ο Πλάτων ιδεολογιών, την μεγαλοφυίαν του οποίου δεν είχε μεν ούτε το ύφος ούτε την λεπτότητα ούτε την τέχνην, ον υπερτερεί όμως εις την «τιμιωτέραν» διατύπωσιν των νοημάτων και διδασκαλιών του μεγάλου Αθηναίου διδασκάλου των, ο τίμιος, λέγω, αυτός άνθρωπος, έγεινεν εκεί εις το κτήμα του, όπου και συνέγραψεν ό,τι υπό το όνομά του φέρεται, ένα κομμάτι Φύσεως τόσω ωραίον και τόσω αρμονικόν, ώστε μόνον διά την ευγένειαν της ζωής του αυτής να δικαιολογήται όλη η προς τους Σπαρτιάτας πολιτεία του.
Ο Ξενοφών είναι ήθος, είναι πνεύμα, είναι κρίσις, είναι χαρακτήρ. Είναι αυτή η υγεία της ζωής η φυσιολογικωτέρα. Καμμίαν ανωμαλίαν δεν επήρεν από την Αττικήν Φύσιν. Και τίποτε από το ευμετάβολον αυτής. Και τίποτε από το πτητικόν και αερινόν και αιθέριον αυτής.
Αλλ' η Αττική φύσις έρχονται ημέραι — και είναι όχι ολίγαι αι ημέραι αυταί — καθ' ας είναι όλω και αρμονία. Άνθησις, ουρανός, ατμόσφαιρα, φως, χρώμα, τα πάντα είναι εν αναλογία. Γύρω δε γαλήνη και ηρεμία και ιερότης έξοχος. Μία ευσέβεια επιτάσσεται τότε αοράτως προς το εκπάγλου κάλλους αυτό όραμα, ευσέβεια, υπό την οποίαν γονατίζει η ψυχή και στρέφονται τα βλέμματα Άνω, προς το Κυανούν, με την θειοτέραν μέσα των αναλαμπήν εκστάσεως και λατρείας.
Ο Ξενοφών λοιπόν είναι η ωραία υγεία της στιγμής αυτής. Ης έχει την ευσέβειαν εκείνην όλην αναρπάση, και ης το μυστικόν ρέει δι' όλης της ζωής του ως νάμα. Ο Ξενοφών είναι η μουσική η προσγειοτέρα, που δεν έχει μεν τίποτε Μπετόβειον, έχει όμως όλους τους ρυθμούς εντός της, παιάνος αρχαϊκού προς μάχην και προς θρίαμβον. Το σώμα του ορθούται ακέραιον, ευθυτενές, σαν σώμα ωραίου Έλληνος ανδρός, με ένα υπέρτατον αριστείον εις τα στήθη του, το αριστείον της τιμής και της συνεπείας εις εαυτόν εις κάθε λόγον του ή πράξιν.
Εκεί, εις την Σκιλλούντα, τα έργα του που γράφει, γίνονται ένα με την πέριξ υγείαν της Φύσεως και της Ζωής. Δεν ανέρχεται εις τας μεταφυσικότητάς των. Αλλά τας παρατηρεί τιμίως και ασφαλώς. Ο Ξενοφών είναι ο τύπος του καλού καγαθού υπό την αρχαίαν έννοιαν των λέξεων. Είναι ο τύπος του χρηστού και του δικαίου. Όλη η «Ανάβασις» θάλλει και ανθίζει και καρποφορεί αδρότατα την χρηστότητα αυτήν, το δίκαιον αυτό, εις κάθε αυτής κύκλον.
Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται και ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Το του Ευαγγελίου Θείον αυτό ρήμα, η φύσει προφητική, αλλ' εκ των γεγονότων προφητική κ' εκ των πραγμάτων, ψυχή του προμαντεύει ούτω: «και ο Θεός (ο Θεός! η γενική του και παγκόσμιος έννοια δεν διαφεύγει την Σωκρατίζουσαν μεν, θυμόσοφον δε διάνοιαν του Ξενοφώντος) και ο Θεός ίσως άγει ούτως, ος τους μεγαληγορήσαντας ως πλέον φρονούντας ταπεινώσαι βούλεται, ημάς δε τους από των Θεών αρχομένους εντιμοτέρους εκείνων καταστήσαι».
Τίποτε το υπερφίαλον δεν έχει. Ντρίτος εις όλα. Ευθύς. Και με κρίσιν, υπό το φως της οποίας ίσως θα ηδύνασο κάποτε ν' αναμνησθής την εν τω Ευαγγελίω, με την οποίαν θα εκρίνοντο «οι τα αγαθά ποιήσαντες» και «οι τα φαύλα πράξαντες». Τόσην ισχύν έχει και τόσην κρυσταλλώδη διαφάνειαν εις το θέτειν τα ζητήματα, εις το ερευνάν αυτά, εις το αποδεικνύειν, εις το συνδυάζειν, εις το σταθμίζειν, εις το συμπεραίνειν.
Η δε ευσέβειά του έχει και αυτή προαναπόλησίν τινα χριστιανικήν, όταν λέγη ότι εν καιρώ κινδύνων και αποριών περί του πρακτέου και επιβουλών και πολέμων και αγνοιών το «συν Θεώ πράττειν» είναι θεσμός της ψυχής υπέρτατος.
Ο «αριστοκράτης» Αθηναίος δεν ήτο δυνατόν ή να είναι ο «ευσεβής» της Αναβάσεως υφ' όλας αυτού τας ποικιλίας. Όταν λέγη «Θεόν» μόνον και ουχί «Θεούς», βεβαίως προφοιβάζεται την Ευαγγελικήν του Ναζωραίου δόξαν. Και βεβαιότερον η τελευταία αυτή, διά των λόγων του, διά των του Πλάτωνος. 400 έτη πριν λάμψη εις τον κόσμον, ενωράθη επί του διανοητικού ουρανού του Άστεως ως Λόγος.
Η ευσέβεια αύτη είναι η μόνη δυνατή φιλοσοφία εις τον Ξενοφώντα. Η μέχρι προλήψεων εδώ, η μέχρι καθολικότητος εκεί. Εκεί φωνάζει εις την ψυχήν του η Παράδοσις και το Καθεστώς. Εδώ φωνάζει η μεγάλη φωνή του Παύλου εμφαίνοντος τον «Άγνωστον Θεόν».
Ο άνθρωπος που διαρκώς μαντεύεται και σπλαγχνοσκοπεί και οιωνοσκοπεί και θυσιάζει και ονειρεύεται απέκτησε καθ' έξιν, γενομένην πλέον εις την ψυχήν του ένστικτον, μίαν σταθεράν ψυχικήν ανάτασιν, από την οποίαν, εάν δεν εκπορεύεται πάντοτε ο ενιαίος και μοναδικός Θεός, πάντοτε όμως εκπορεύεται ο αιώνιος προς το Θείον σεβασμός, έστω και όταν ούτος φθάνη μέχρις αίματος . . .
* * *
Ο Πανταζίδης γράφων περί του Ξενοφώντος ως συγγραφέως λέγει — υπό τινα βεβαίως τύπον μειώσεως της συγγραφικής του αξίας — ότι «έγινε συγγραφεύς εκ τύχης και περιστάσεων, ουχί δε συναισθανόμενος τοιαύτην εν εαυτώ αποστολήν». Τούτο είναι αληθέστατον. Αλλ' — ερωτάται — τι θα 'πή «γράφειν εκ τύχης» και «γράφειν εξ αποστολής»; Το γράφειν είναι απλούστατα ένστικτον, το οποίον, από δυναμικόν που είναι, το κάνει ενεργητικόν πότε η ανάγκη και πότε η περίστασις.
Δύναται να υπάρχη «αποστολή συγγραφική» και όμως να μην υπάρχη καμμία εις την συγγραφήν αξία. Και δύναται να γράψη κανείς «εκ τύχης» και η τύχη να βγάλη εις το μέσον αριστούργημα. Επαναλαμβάνω: αρκεί να υπάρχη το ένστικτον της πέννας. Και ελησμόνησα να προσθέσω: αρκεί το ένστικτον αυτό να έχη εξευγενισθή ή κληρονομικώς, από προγόνου εις απόγονον, ή διά των εντυπώσεων και της πείρας ή από μίαν μεγάλην μεν, αλλ' ωραίαν της ζωής σφοδρότητα.
Την τέχνην θα την δώση ο όλος του συγγραφέως χαρακτήρ. Το ήθος του, η περιπέτειά του, ο σκοπός του, η ευθύτης του, αι σπουδαί του, το περιβάλλον όπου ζη και η ευγένεια. Ο Πλάτων είχεν αποστολήν, ουδείς βέβαια αντιλέγει. Αλλ' εκ τούτου δεν έπεται ότι η αφέλεια, η απλότης και η σαφήνεια, αι κυριώτεραι των συγγραφών του Ξενοφώντος αρεταί, δεν δύνανται να φθάσουν το ύψος της καλλιτεχνικής μορφής, εις το οποίον έφθασαν εξ άλλων αρετών συγγραφικών τα έργα του εξ αποστολής γράψαντος ιδεολόγου Πλάτωνος.
Τάχα ο Δαυίδ, γράφων τους δαιμονίους του Ψαλμούς, είχεν αποστολήν συγγραφικήν; Ή όλοι οι αρχαίοι Εβραίοι συγγραφείς, Σολομών, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Ιώβ, όλοι εξ Εβραϊκής απόψεως αριστοτέχναι του Θείου Ιερογράφοι, τάχα είναι κατώτεροι των εξ αποστολής γραφόντων συγγραφέων, διότι ο μεν εξ αυτών έγραψεν υπό την πίεσιν της Μετανοίας ή ο άλλος υπό την πίεσιν της Ματαιότητος ή ο τρίτος υπό την πίεσιν των αγρίων της Πατρίδος του δυστυχιών;
Ένα είναι θετικόν, ότι ο Ξενοφών είναι «συγγραφεύς». Αλλ' εκεί όπου φρονούν τινες ότι είναι έξοχος, εις την περιγραφήν, εγώ φρονώ ότι είναι μετριώτατος. Είναι δε πράγματι έξοχος, όπου τον εμπνέει η στρατιωτική του μεγαλοφυία, διά να πείση ή διά να παρορμήση ή διά να ενθουσιάση, εις τας δημηγορίας του.
Η παρατήρησις εν αυτώ είναι μοναδική και οξυτάτη και λεπτομερής. Η σύνθεσίς της όμως χαλαρά ή αδεξία. Ήτον ο Σωκράτης περιγραφικός; Παν άλλο. Ως διαλεκτικός, ως ερωτηματικός, ως συνθετιστής ή αναλυτικός της ανθρωπίνης σκέψεως ήτον αληθώς δαιμόνιος. Και ο Ξενοφών, εκεί όπου η διαφάνεια του Αττικού αιθέρος επιτρέπει δι' αυτής να φαίνεται και η ελαχίστη πτυχή του εγκεφάλου του, όπου γίνεται ένα με αυτόν, όπου όλος ο Σωκρατικός αέρας διέρχεται ως απαλή θωπεία ευγενεστάτη δι' όλων των πτυχών της διανοίας του, ο Ξενοφών είναι αντάξιος μαθητής του διδασκάλου, και η δημηγορία του με ό+λας τας ποικιλίας των γλωσσικών μορίων, αποτελούντων τους στερεωτέρους της αρμούς, εγγίζει τότε όλα του «αριστουργήματος» τα ύψη ανάερος, χαριτωμένη, ελαφρά, ευγενική, ωραία. Ως ιστορικός δε, με την απλότητα, ην έχει, σε ξαφνίζει με τους προσανατολισμούς της τους σεμνούς πολλάκις προς τα Ιερά των Εβραίων Γράμματα.
Ο Ξενοφών έχει δι' όλου του έργου του την επιβολήν δεμένην με τον χαρακτήρα. Πλουτάρχειον χαρακτήρα με χρώματα Ρεμπράν. Επιβολήν επί Αρκάδας και Λακεδαιμονίους και Μαντινείς και Αχαιούς, επί πάντας, ων κατά την Ανάβασιν προέστη. Επιβολήν ούτε εκ τραχύτητος, ούτε εκ σκαιότητος, ούτε εκ συνοφρυώσεων, ούτε εκ θυμών, ούτε εξ εξοργίσεων.
Είναι ο θηριοδαμαστής εκείνου του στρατεύματος, ο με πειθώ και διαλεκτικήν και χάριν. Εάν δεν υπήρχεν αυτός μετά την δολοφονίαν των στρατηγών, το στράτευμα εκείνο θα εγίνετο βορά των βαρβάρων ή των θηρίων· θα εχάνετο μία δόξα, η της Αναβάσεως. Και το ωραίον όνειρον που επέρασε διά των βαρβαρικών χωρών εκείνων ως όνειρον Ελληνισμού υπέροχον, θα έσβυνε σαν σαπουνόφουσκα στο χάος. Τώρα μένει. Η Τραπεζούς, η οποία πρώτη είδε τα αρήια εκείνα σώματα, είναι τουλάχιστον εκεί ακόμη το τέρμα της επί θάλατταν εποποιιακής εκείνης εκστρατείας. Και είναι ο Ξενοφών η δύναμις του ονείρου αυτού, το φως του.
Ολίγας λέξεις ακόμη περί της μεταφράσεως. Εις αυτήν λέγω ότι ηρνήθην σχεδόν εντελώς την ατομικότητά μου. Το ύφος μου εις ελάχιστα σημεία μόνον έχω. Ηθέλησα να σεβασθώ τον συγγραφέα καθ' ολοκληρίαν. Πιστώς δε μέχρι του ελαχίστου του, μέχρι του επουσιωδεστάτου του μορίου. Ο σκοπός μου ήτο μόνον «τι θέλει να 'πή ο Ξενοφών». Τίποτε άλλο. Πώς θα το έλεγα εγώ, με το ιδικόν μου ύφος, ούτε εσκέφθην.
Περιέπεσα επίτηδες εις το «δυστύχημα» να μην έχη σχεδόν κανένα ύφος η μετάφρασίς μου. Και εθυσίασα κάθε εγώ επί των σελίδων του. Έως εκεί ενόμισα ότι έπρεπε να φθάση η ευλάβειά μου. Εάν η Νεοελληνική γλώσσα, ακολουθούσα το ύφος και την ομαλότητα οιουδήποτε αρχαίου συγγραφέως, χωρίς καμμίαν παρεμβολήν ούτε του γούστου, ούτε του ύφους του μεταφραστού εις την μετάφρασιν, παρουσιάζη αυτήν μετάφρασιν διά την σύγχρονων καλαισθησίαν και μουσικήν σύνθεσιν της φράσεως άτονον και λιτήν και ήρεμον, έστω και χαλαράν ακόμη, αδιαφόρησα. Είπα: ηρνήθην τον εαυτόν μου εντελώς. Κ' επρόσεξα μόνον εις την ευσυνειδητοτέραν της φράσεως απόδοσιν. Διά να είναι δε η απόδοσις αυτής τελειοτέρα, εντός παρενθέσεως, όπου μεν επρόκειτο ν' αποδοθή σαφέστερον, ενέθεσα και άλλην μετάφρασιν αυτής αναλυτικωτέραν, όπου δε ζωηρότερον και παραστατικώτερον, και δημοτικήν. Με δύο λέξεις: Ο αναγινώσκων την πολύμοχθον, την απ' ευθείας εκ του κλασικού κειμένου μετάφρασίν μου αυτήν, φρονώ, ότι θα ηδύνατο να είπη απεριφράστως, αρκεί μόνον ολίγον να προσέξη: την κατάλαβα!
Δημήτριος Αναστασόπουλος Ο Αθηναίος
ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
Κεφάλαιον πρώτον.
Υπό του Δαρείου και της Παρυσάτιδος εγεννήθησαν δύο υιοί, των οποίων ο μεγαλείτερος μεν ωνομάζετο Αρταξέρξης, ο νεώτερος δε Κύρος. Επειδή δε ησθένει ο Δαρείος και προεμάντευε τον θάνατόν του, επεθύμει να είναι πλησίον του και οι δύο υιοί του.
Και ο μεγαλείτερος μεν ήτο παρών. Τον δε Κύρον προσεκάλεσε να έλθη από την έδραν της διοικήσεώς του, της οποίας τον είχεν αναδείξη σατράπην και στρατηγόν όλων των εν τη περιφερεία του Καστωλού αθροιζομένων στρατευμάτων. Αναβαίνει λοιπόν ο Κύρος παραλαβών μαζή του και τον ως φίλον υπ' αυτού θεωρούμενον Τισσαφέρνην, προς τούτοις δε και τριακοσίους Έλληνας οπλίτας υπό στρατηγόν τον Ξενίαν Παρράσιον.
Αφού δε απέθανεν ο Δαρείος και κατέλαβε τον βασιλικόν θρόνον ο Αρταξέρξης, ο Τισσαφέρνης συκοφαντεί τον Κύρον προς τον αδελφόν του, ότι τάχα τον επιβουλεύεται. Ούτος δε πείθεται και συλλαμβάνει τον Κύρον με τον σκοπόν να τον φονεύση. Η δε μήτηρ, παρακαλέσασα αυτόν να τον αφήση ελεύθερον, τον αποστέλλει πάλιν εις την έδραν του.
Ο δε Κύρος, άμα ως απηλλάγη του κινδύνου και της γενομένης εις αυτόν προσβολής, σκέπτεται να απελευθερωθή πλέον της εξουσίας του αδελφού του και, αν το κατορθώση, να βασιλεύση αυτός αντ' εκείνου. Προς τούτο, η μεν Παρύσατις, η μήτηρ του, υπεβοήθει τον Κύρον παραμένουσα πλησίον του, αγαπώσα δε περισσότερον αυτόν ή τον βασιλεύοντα υιόν της Αρταξέρξην.
Οιοσδήποτε δε ήρχετο προς αυτόν παρά του βασιλέως (ως απεσταλμένος), τοιούτων ηξιούτο υπό του Κύρου περιποιήσεων, ώστε, επιστρέφων, να είναι μάλλον φίλος αυτού ή του βασιλέως. Επεριποιείτο δε πάντας όσοι εκ των Περσών ήσαν πλησίον του, ώστε και ικανοί να είναι προς πόλεμον εν καιρώ και ευνοϊκώς να είναι διατεθειμένοι υπέρ αυτού.
Τας δε Ελληνικάς στρατιωτικάς δυνάμεις συνήθροιζεν όσον του ήτο δυνατόν κρυφίως, επί τω σκοπώ να καταλάβη εντελώς απροετοίμαστον προς πόλεμον τον βασιλέα. Κατά τον εξής λοιπόν τρόπον συνέλεγε τα στρατεύματα. Παρήγγειλεν εις έκαστον των φρουράρχων των πόλεων, εις τας οποίας είχε προς φύλαξιν αυτών φρουράς, να λαμβάνουν στρατιώτας Πελοποννησίους όσον το δυνατόν περισσοτέρους και γενναιοτέρους, προφασιζόμενος ότι ο Τισσαφέρνης επιβουλεύει τας πόλεις. Αληθώς δε αι Ιωνικαί πόλεις ανήκον εις παλαιοτέραν εποχήν εις τον Τισσαφέρνην, δωρηθείσαι εις αυτόν υπό του βασιλέως. Ήδη δε όλαι, εκτός της Μιλήτου, είχαν αποστατήση προς τον Κύρον.
Προβλέπων λοιπόν ο Τισσαφέρνης ότι και οι κάτοικοι της Μιλήτου σκέπτονται επίσης ν' αποστατήσουν προς τον Κύρον, άλλους μεν εξ αυτών εφόνευσεν, άλλους δε εξεδίωξεν. Ο δε Κύρος δεχθείς τους φυγάδας και συγκροτήσας στράτευμα επολιόρκει κατά γην και κατά θάλασσαν την Μίλητον και προσεπάθει παντί τρόπω να επαναφέρη τους εκδιωχθέντας εις την πατρίδα των. Και το γεγονός αυτό του εχρησίμευσεν ως νέα πρόφασις και πάλιν προς συλλογήν στρατευμάτων.
Προς δε τον βασιλέα Αρταξέρξην παρήγγειλε να δοθούν μάλλον εις αυτόν, ως αδελφόν του, αι περί ων ο λόγος πόλεις, παρά να είναι άρχων αυτών ο Τισσαφέρνης. Προς επιτυχίαν δε του σκοπού του αυτού συνέπραττε και η μήτηρ του. Ούτω ο βασιλεύς την εναντίον μεν αυτού επιβουλήν του Κύρου δεν ηννόει, ενόμιζε δε ότι ούτος δαπανά διά τον στρατόν, επειδή ευρίσκετο εις πόλεμον με τον Τισσαφέρνην. Ώστε δεν εδυσφόρει διόλου, βλέπων ότι αυτοί επολέμουν κατ' αλλήλων. Άλλως τε ο Κύρος απέστελλε τακτικά εις τον βασιλέα τους εκ των πόλεων εκείνων εισπραττομένους φόρους, αι οποίαι έτυχε να υπάγωνταί ποτε υπό τον Τισσαφέρνην.
Νέον δε στρατόν συνέλεγεν εν τη απέναντι της Αβύδου κειμένη Χερρονήσω κατά τον εξής τρόπον. Ο Λακεδαιμόνιος Κλέαρχος ήτο μεταξύ των φυγάδων. Τούτον γνωρίσας εκ του πλησίον ο Κύρος εξετίμησε και του έδωκε δέκα χιλιάδας δαρεικών (1) . Αυτός δε, παραλαβών τα χρήματα, συνέλεξε δι' αυτών στράτευμα και, εκ της Χερρονήσου ορμώμενος, επολέμει προς τους Θράκας τους υπεράνω του Ελλησπόντου κατοικούντας, γενόμενος ούτω ωφέλιμος εις τους Έλληνας. Ώστε και χρήματα εκουσίως συνεισέφερον αι Ελλησποντιακαί πόλεις προς συντήρησιν των στρατιωτών του. Τοιουτοτρόπως δε και τούτο το στράτευμα συνετηρείτο υπ' αυτού κρυφίως.
Ο δε Αρίστιππος ο Θεσσαλός, όστις είχε ποτε φιλοξενηθή υπό του Κύρου, πιεζόμενος υπό των εν τη πατρίδι του στασιωτών του αντιθέτου κόμματος, έρχεται προς τον Κύρον και του ζητεί ως δύο χιλιάδας στρατιώτας και τον προς διατροφήν αυτών επί τρεις μήνας ανάλογον μισθόν, νομίζων ότι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον θα ηδύνατο να κατισχύση των αντιπάλων του. Ο δε Κύρος δίδει εις αυτόν τέσσαρας χιλιάδας στρατιώτας και μισθόν δι' έξ μήνας και τον παρακαλεί να μη συνδιαλλαγή μετ' αυτών, πριν ή συνεννοηθή μαζή του. Ούτω δε και πάλιν ετρέφετο υπ' αυτού κρυφίως και το εν Θεσσαλία στράτευμα.
Προς τον επίσης δε φιλοξενηθέντα ποτέ υπ' αυτού Πρόξενον τον εκ Βοιωτίας παρήγγειλεν, αφού λάβη όσον το δυνατόν περισσοτέρους άνδρας, να σπεύση προς αυτόν, επειδή σκοπεύει να εκστρατεύση κατά των Πισιδών (2) διότι οι Πισίδαι ούτοι ενοχλούν την χώραν του. Προς δε τον εκ Στυμφαλίας Σοφαίνετον και τον εξ Αχαΐας Σωκράτην, επίσης και τούτους φιλοξενηθέντας άλλοτε υπ' αυτού, παρήγγειλε να λάβουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους άνδρας και να έλθουν προς αυτόν, επειδή σκέπτεται να πολεμήση μετά των φυγάδων της Μιλήτου κατά του Τισσαφέρνους. Όλοι δε αυτοί συνεμορφούντο προς τας παραγγελίας του.
Κεφάλαιον δεύτερον.
Όταν δε πλέον ενόμισεν ότι είναι κατάλληλος ο καιρός να εκστρατεύση (να βαδίση προς τα μεσόγεια), επροφασίσθη κατ' αρχάς ότι θέλει να εκδιώξη εντελώς από την χώραν των τους Πισίδας. Συναθροίζει λοιπόν τα Περσικά και Ελληνικά στρατεύματα ως εάν επρόκειτο να πολεμήση εναντίον των. Συγχρόνως δε παραγγέλλει και εις τον Κλέαρχον να έλθη, αφού παραλάβη όσον είχε μαζή του στράτευμα, και εις τον Αρίστιππον, αφού συμφιλιωθή προς τους εν τη πατρίδι του αντιπάλους του, να του αποστείλη όσον είχε πλησίον του στρατόν. Επίσης και εις τον Ξενίαν τον εξ Αρκαδίας, όστις ήτο στρατηγός του εις τας πόλεις υπάρχοντος ξενικού (μισθοφορικού) στρατού, παρήγγειλε να έλθη, αφού παραλάβη όλους τους στρατιώτας, εκτός εκείνων, οίτινες ήσαν επιτήδειοι προς υπεράσπισιν των φρουρίων (ακροπόλεων).
Προσεκάλεσε δε και τους πολιορκούντας την Μίλητον και διέταξεν όλους τους φυγάδας της να εκστρατεύσουν μετ' αυτού, υποσχόμενος εις αυτούς, εάν ήθελον πολεμήση και συμπεριφερθή καλώς εις τον πόλεμον, να μη τους στερήση της προστασίας του, πριν ή επαναφέρη αυτούς εις την πατρίδα των. Ούτοι δε ευχαρίστως επείθοντο. Διότι έδιδον ιδιαιτέραν πίστιν εις τους λόγους του. Και παραλαβόντες τα όπλα ήλθον (ο είς μετά τον άλλον) εις τας Σάρδεις.
Και ο μεν Ξενίας ήλθεν, αφού παρέλαβεν εκ των ευρισκομένων εις τας πόλεις στρατευμάτων περί τας τέσσαρας χιλιάδας οπλίτας. Ο δε Πρόξενος ήλθε φέρων μαζή του οπλίτας μεν μέχρι χιλίων πεντακοσίων, γυμνήτας δε (ευζώνους — ελαφρούς) μέχρι πεντακοσίων. Ο δε εκ Στυμφαλίας Σοφαίνετος ήλθε φέρων χιλίους οπλίτας, ο δε εξ Αχαΐας Σωκράτης έως πεντακοσίους οπλίτας, ο δε εκ Μεγάρων Πασίων τριακοσίους μεν οπλίτας, τριακοσίους δε πελταστάς. Ούτος δε, καθώς και ο Σωκράτης, ήτον εξ εκείνων, οίτινες επολιόρκουν την Μίλητον.
Και αυτοί μεν έφθασαν εις τας Σάρδεις, όπου ήτον ο Κύρος. Ο δέ Τισσαφέρνης, εννοήσας καλώς όλα αυτά τα τεχνάσματα και αντιληφθείς ότι όλη η πολεμική προπαρασκευή αυτή ήτο πολύ μεγαλειτέρα παρ' όσον εχρειάζετο διά να εκστρατεύση τις κατά των Πισιδών, μεταβαίνει εις τον βασιλέα Αρταξέρξην όσον ηδύνατο ταχύτερον, φέρων μαζή του έως πεντακοσίους ιππείς.
Και λοιπόν ο μεν βασιλεύς, αφού ήκουσε τα καθ' έκαστα από τον Τισσαφέρνην περί της τοιαύτης, προπαρασκευής του Κύρου, αντιπαρεσκευάζετο επίσης και αυτός προς πόλεμον. Ο δε Κύρος, έχων μαζή του πάντα τα στρατεύματα, τα οποία ανέφερα ανωτέρω, εξεκίνησεν από τας Σάρδεις. Και, προχωρών διά μέσου της Λυδίας σταθμούς τρεις, παρασάγγας (3) είκοσι δύο, φθάνει εις τον Μαίανδρον ποταμόν, έχοντα πλάτος δύο πλέθρα (4) . Επ' αυτού υπήρχε γέφυρα αποτελούμενη από επτά συνεχόμενα μεταξύ των πλοία. Διαβάς τον ποταμόν αυτόν προχωρεί διά μέσου της Φρυγίας σταθμόν ένα, παρασάγγας οκτώ και φθάνει εις Κολοσσάς, πόλιν κατοικουμένην, πλουσίαν και μεγάλην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας επτά. Και κατά το διάστημα τούτο ήλθεν εις την πόλιν αυτήν προς συνάντησίν του ο εκ Θεσσαλίας Μένων, φέρων μαζή του χιλίους οπλίτας και πεντακοσίους πελταστάς, Δόλοπας και Αινιάνας και Ολυνθίους.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις Κελαινάς, πόλιν της Φρυγίας, κατοικουμένην επίσης, μεγάλην και πλουσίαν. Ενταύθα υπήρχον ανάκτορα του Κύρου και κήπος απέραντος, πλήρης αγρίων θηρίων, τα οποία εθήρευεν εκείνος έφιππος, οσάκις ήθελε να γυμνάση και τον εαυτόν του και τους ίππους του. Διά μέσου δε του κήπου τούτου ρέει ο Μαίανδρος ποταμός, πηγάζων πλησίον των ανακτόρων, διερχόμενος δε και διά μέσου της πόλεως των Κελαινών.
Υπάρχουν δε και οχυρώτατα ανάκτορα του μεγάλου βασιλέως εις τας Κελαινάς, πλησίον των πηγών του Μαρσύου ποταμού, κάτωθεν της ακροπόλεως. Ρέει δε και ούτος διά μέσου της πόλεως και χύνεται εις τον Μαίανδρον, έχων πλάτος είκοσι πέντε ποδών. Ενταύθα λέγεται ότι ο Απόλλων έγδαρε τον Μαρσύαν, αφού τον ενίκησε διαφιλονεικούντα από αυτόν τα πρωτεία της περί την μουσικήν ικανότητος και τέχνης, ότι δε εκρέμασε το δέρμα του εις το άντρον, από το οποίον πηγάζει ο ποταμός. Διά τούτο, δε και καλείται έκτοτε ο ποταμός: Μαρσύας.
Ενταύθα και ο Ξέρξης, ότε επέστρεφεν εκ της Ελλάδος, μετά την μεγάλην εκείνην εν Σαλαμίνι ήτταν του, λέγεται ότι οικοδόμησε τα ανάκτορα ταύτα και την ακρόπολιν των Κελαινών. Όπου και έμεινεν ο Κύρος ημέρας τριάκοντα. Ήλθε δε εν τω μεταξύ ο Λακεδαιμόνιος Κλέαρχος, φυγάς εκ της πατρίδος του, φέρων χιλίους οπλίτας και οκτακοσίους πελταστάς Θράκας, και τοξότας Κρήτας διακοσίους. Ταυτοχρόνως δε έφθασε και Σώσις ο Συρακούσιος, φέρων τριακοσίους οπλίτας, και Σοφαίνετος ο Αρκάς, φέρων χιλίους οπλίτας. Ενταύθα, εν τη μεγάλη περιοχή του κήπου, επεθεώρησε και αρίθμησεν ο Κύρος τα Ελληνικά στρατεύματα, εύρε δε ότι ανήρχοντο εις ένδεκα χιλιάδας οπλίτας και εις δύο χιλιάδας περίπου πελταστάς.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις Πέλτας, πόλιν οικουμένην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας τρεις, κατά τας οποίας ο εξ Αρκαδίας Ξενίας εώρτασε την εορτήν των Λυκίων, θύσας εις τους θεούς και συστήσας αγώνας, των οποίων βραβεία ήσαν χρυσαί στλεγγίδες (ξύστραι). Εθεάτο δε τους αγώνας τούτους και ο Κύρος. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δώδεκα και φθάνει εις την αγοράν των Κεράμων, πόλιν κατοικουμένην, κειμένην δε εις τα έσχατα μεθόρια της Μυσίας.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας τριάκοντα και φθάνει εις την πεδιάδα του Καΰστρου, πόλεως κατοικουμένης. Ενταύθα έμεινεν ημέρας πέντε. Και εις τους στρατιώτας ωφείλοντο μισθοί πλέον των τριών μηνών, πολλάκις δε ούτοι ήρχοντο εις την μεγάλην θύραν της αυλής του Κύρου, ζητούντες επιμόνως τους μισθούς των. Ο δε Κύρος τους έλεγε να περιμένουν, αν και προφανώς εστενοχωρείτο διά την έλλειψιν χρημάτων. Διότι δεν ήτο ίδιον του Κύρου να έχη χρήματα εις χείρας του και να μη πληρώνη.
Ενταύθα έρχεται εις τον Κύρον η Επύαξα, σύζυγος του Συεννέσιος, βασιλέως της Κιλικίας. Διεδίδετο δε ότι του έδωκε πολλά χρήματα. Το βέβαιον εν τούτοις είναι ότι επλήρωσε τότε ο Κύρος εις τον στρατόν μισθούς τεσσάρων μηνών. Συνωδεύετο δε η βασίλισσα και υπό φρουράς εκ στρατιωτών Κιλίκων και Ασπενδίων. Και ελέγετο ότι εσυγγένευε με τον Κύρον. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις το Θύμβριον, πάλιν κατοικουμένην. Ενταύθα, παρά την οδόν την άγουσαν εις την πόλιν, ήτο κρήνη, η ονομαζομένη κρήνη του Μίδου, του βασιλέως των Φρυγών, παρ' αυτήν δ' ελέγετο ότι ο Μίδας ούτος συνέλαβε τον Σάτυρον ενώ έπινεν, αφού πρώτον ανέμιξε τα ύδατα αυτής με οίνον.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις το Τυριάειον, πόλιν κατοικουμένην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας τρεις, κατά τας οποίας λέγεται ότι η βασίλισσα της Κιλικίας παρεκάλεσε τον Κύρον να της παρουσιάση τα στρατεύματα. Επιθυμών λοιπόν ο Κύρος να συμμορφωθή προς την παράκλησίν της ταύτην επιθεωρεί εις ανοικτήν πεδιάδα πάντα τα στρατεύματα Ελλήνων και Περσών.
Διέταξε δε τους Έλληνας να παραταχθούν, ως εάν ήσαν έτοιμοι προς μάχην, να παρατάξη δ' έκαστος στρατηγός ξεχωριστά τους ιδικούς του. Παρετάχθησαν λοιπόν εις φάλαγγα βάθους τεσσάρων ανδρών. Και του μεν δεξιού κέρατος στρατηγός ήτον ο Μένων και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί· του δε αριστερού ο Κλέαρχος και οι αξιωματικοί του. Οι επίλοιποι δε των στρατηγών διηύθυναν το μέσον του στρατεύματος.
Επεθεώρει λοιπόν ο Κύρος πρώτον μεν τους βαρβάρους (τους Πέρσας) παρελαύνοντας ενώπιόν του, το μεν ιππικόν κατ' ίλας, το δε πεζικόν κατά λόχους. Μετ' αυτούς δ' επεθεώρει τους Έλληνας, αυτός μεν ο ίδιος παρελαύνων επί πολεμικού άρματος, η δε βασίλισσα της Κιλικίας επί τεθρίππου αμάξης εις ένδειξιν τιμής. Έφεραν δε όλοι χαλκίνας περικεφαλαίας και χιτώνας κοκκίνους και περικνημίδας και ασπίδας γυμνάς.
Αφού δε επεθεώρησε πάντας, εσταμάτησε το άρμα του προ του μέσου του φάλαγγος και, αποστείλας εις τους Έλληνας στρατηγούς τον διερμηνέα του Πίγρητα, διέταξε να εφορμήση τροχάδην όλη η φάλαγξ με προτεταμένα τα όπλα (τας ασπίδας και τα δόρατα). Οι στρατηγοί ανήγγειλαν ευθύς ενώπιον όλου του στρατεύματος τας διαταγάς του Κύρου και, σαλπίσαντος του σαλπιγκτού, όλη η φάλαγξ με τα όπλα προτεταμένα εφώρμησε προς τα εμπρός. Οι στρατιώται εφ' όσον επροχώρουν, εκσπώντες όλοι εις τον δρόμον των εις αλαλαγμούς ακρατήτους, εφέροντο δρομαίοι προς τας σκηνάς (το μέρος όπου εστρατοπέδευαν), ως εκ τούτου δε κατέλαβε μέγας φόβος τους Πέρσας, και η βασίλισσα της Κιλικίας, ηναγκάσθη να φύγη και αυτή επί της αρμαμάξης της, και οι πωληταί ωνίων επίσης μετ' αυτής, εγκαταλείψαντες τα ώνια, ενώ οι Έλληνες, μόλις συγκρατούντες τους γέλωτας, είχον ήδη φθάση προ του στρατοπέδου των.
Η βασίλισσα, ιδούσα την λαμπρότητα και την εν γένει τάξιν του στρατεύματος, εξέφρασε τον θαυμασμόν της προς τον Κύρον, όστις εξ άλλου λίαν ηυχαριστήθη ιδών τον εις τους Πέρσας υπό των Ελλήνων προξενηθέντα φόβον.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις το Ικόνιον, πόλιν κειμένην εις τα έσχατα όρια της Φρυγίας, όπου και έμεινεν ημέρας τρεις. Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Λυκαονίας σταθμούς πέντε, παρασάγγας τριάκοντα. Την χώραν όμως ταύτην ως εχθράν της σατραπείας του επέτρεψεν εις τους Έλληνας να την διαρπάσουν (πλιάτσικο).
Ενταύθα ο Κύρος αποστέλλει διά της συντομωτέρας οδού την βασίλισσαν εις την πατρίδα της (την Κιλικίαν), ως τιμητικήν δε συνοδίαν της ορίζει τον στρατηγόν Μένωνα με όλους του τους άνδρας. Ο δε Κύρος με το επίλοιπον στράτευμα προχωρεί διά μέσου της Καππαδοκίας σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι πέντε και φθάνει εις Δάνα, πόλιν κατοικουμένην, μεγάλην και πλουσίαν, όπου και έμεινεν ημέρας τρεις και όπου εθανάτωσε κάποιον Πέρσην ονομαζόμενον Μεγαφέρνην, αξιωματικόν της Περσικής αυλής, όστις εφρόντιζε περί της παρασκευής της πορφύρας, και κάποιον άλλον προϊστάμενον των υπάρχων, επί τω λόγω ότι ούτοι επεβουλεύοντο την ζωήν του.
Από του μέρους τούτου προσεπάθουν να εισβάλουν εις την Κιλικίαν, της οποίας το μόνον πέρασμα ήτον αμαξιτός δρόμος, τόσον όμως απόκρημνος, ώστε ήτον απολύτως αδύνατον να διέλθουν δι' αυτού τα στρατεύματα, εάν τις αιφνιδίως ήθελε τα εμποδίση. Προς τούτοις ελέγετο ότι και ο Συέννεσις ευρίσκετο επί των εκατέρωθεν κορυφών των ορέων, φυλάττων τα στενά. Διά τον λόγον δε τούτον και έμεινεν ο Κύρος μίαν ημέραν εις την πεδιάδα.
Την επομένην όμως έφθασεν εις το στράτευμα απεσταλμένος λέγων ότι είχεν εγκαταλείψη ο Συέννεσις τας κορυφάς, επειδή έμαθεν ότι ο στρατός του Μένωνος ευρίσκετο ήδη εντός της Κιλικίας διαβάς τα όρη, και ότι ο Ταμώς, κυβερνών τα πλοία των Λακεδαιμονίων και του Κύρου, περιέπλεε τα από Ιωνίας εις Κιλικίαν παράλια, απειλών απόβασιν.
Ο Κύρος λοιπόν ανέβη τα όρη, χωρίς ουδείς να του εμποδίση την διάβασιν, εντεύθεν δε είδε και το μέρος, όπου οι Κίλικες εφύλαττον. Κατόπιν καταβαίνει εις πεδιάδα μεγάλην και εύφορον, γεμάτην από νερά και διάφορα καρποφόρα δένδρα και αμπέλους, παράγουσαν δε αφθόνους δημητριακούς καρπούς, σουσάμι, κεχρί, αραβόσιτον, κριθήν και σίτον, περιβαλλομένην δε από του ενός άκρου της θαλάσσης εις το άλλο από όρη μεγάλα και υψηλά.
Κατελθών διά της πεδιάδος ταύτης διήνυσε σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι πέντε και φθάνει εις Ταρσόν, πόλιν της Κιλικίας μεγάλην και πλουσίαν, όπου και ήσαν τα ανάκτορα του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσιος, και όπου, διά μέσου της πόλεως, ρέει ποταμός, ονομαζόμενος Κύδνος, έχων πλάτος δύο πλέθρων.
Την πόλιν ταύτην εγκατέλιπον οι κάτοικοι με τον βασιλέα των Συέννεσιν, καταφυγόντες επί των ορέων εις τόπον οχυρόν, έμειναν δε μόνον οι έχοντες καπηλεία καθώς και οι πλησίον της θαλάσσης εις Σόλους και εις Ισσούς κατοικούντες.
Η δε Επύαξα, η σύζυγος του Συεννέσιος, είχεν ήδη φθάση εις Ταρσούς πέντε ημέρας πριν ή φθάση ακόμη ο Κύρος. Κατά δε την διάβασιν των ορέων, προς το μέρος της πεδιάδος, κατεστράφησαν δύο λόχοι του Μένωνος. Και ως αιτία της καταστροφής αυτής φέρεται: κατ' άλλους μεν ότι κατεσφάγησαν, ενώ κάπου εκεί επάνω διήρπαζον, υπό των Κιλίκων, κατ' άλλους δε ότι, μείναντες οπίσω και μη δυνάμενοι ν' ανεύρουν το υπόλοιπον στράτευμα ουδέ την οδόν, εχάθησαν, περιπλανηθέντες, εις τα όρη. Ήσαν δ' εν όλω ούτοι οπλίται περί τους εκατόν.
Οι δε άλλοι Έλληνες, εξωργισμένοι διά την καταστροφήν αυτήν των συστρατιωτών των, μόλις έφθασαν εις την πόλιν, αμέσως και την διήρπασαν, καθώς και τα εν αυτή ανάκτορα του βασιλέως. Ο Κύρος δ' εξ άλλου, μετά την εις Ταρσούς είσοδόν του, έστειλεν αμέσως και προσεκάλεσε τον Συέννεσιν, όστις όμως απήντησεν ότι ούτε πρωτήτερα είχεν έλθη ποτέ εις ρήξιν με κανένα ανώτερόν του, ούτε τώρα επεθύμει να συγκρουσθή με τον Κύρον, έως ου επί τέλους επείσθη από την γυναίκα του να προσέλθη, αφού πρώτον έλαβε παρά του Κύρου υπόσχεσιν περί της ασφαλείας της ζωής του.
Κατόπιν τούτων, αφού συνηντήθησαν, ο μεν Συέννεσις εδώρησεν εις τον Κύρον άφθονα χρήματα διά το στράτευμα, ο δε Κύρος εδώρησεν εις τον Συέννεσιν δώρα, τα οποία οι της Περσίας βασιλείς θεωρούν άξια να τιμήσουν ένα βασιλέα, δηλαδή ίππον φέροντα χρυσούς χαλινούς και περιδέραιον χρυσούν και βραχιόλια χρυσά και ακινάκην (μάχαιραν καμπύλην) χρυσούν και στολήν Περσικήν, υποσχεθείς συγχρόνως εις αυτόν ότι δεν θα διαρπαγή πλέον εν τω μέλλοντι η χώρα του, τους δε αιχμαλωτισθέντας εκ των υπηκόων του, ότι δύναται να τους παραλάβη οπίσω, οπουδήποτε και εις οιουδήποτε χείρας ήθελε τους συναντήση.
Κεφάλαιον τρίτον.
Ενταύθα (εις την Κιλικίαν) έμεινεν ο Κύρος και ο στρατός του είκοσιν ημέρας. Διότι οι στρατιώται του δεν ήθελαν να προχωρήσουν πλέον, επειδή ήρχισαν ήδη να υποπτεύωνται ότι βαδίζουν εναντίον του μεγάλου βασιλέως. Έλεγαν δε ότι δεν είχαν προς τον σκοπόν τούτον μισθωθή. Πρώτος δε ο Κλέαρχος εβίαζε τους στρατιώτας του να προχωρούν. Ούτοι όμως, ότε ηναγκάσθησαν να βαδίσουν διά της βίας, και αυτόν τούτον τον Κλέαρχον ελιθοβόλησαν και τα υποζύγια του.
Ο Κλέαρχος τότε μεν μόλις διέφυγε τον εκ λιθοβολισμού θάνατον, κατόπιν δε, αφού ενόησεν ότι δεν θα ημπορέση να τους εξαναγκάση, προσεκάλεσεν εις γενικήν συνέλευσιν τους στρατιώτας του. Και κατ' αρχάς μεν επί αρκετήν ώραν εδάκρυεν ιστάμενος σιωπηλός ενώπιόν των οι δε στρατιώται, βλέποντες αυτόν ούτω δακρύοντα, εθαύμαζαν και αυτοί σιωπώντες. Μετ' ολίγον δε ωμίλησε προς αυτούς ως εξής:
«Άνδρες στρατιώται, μην απορήτε ότι με μεγάλην μου στενοχωρίαν φέρω την τοιαύτην των πραγμάτων κατάστασιν. Διότι ο Κύρος και φίλος καλός προς εμέ υπήρξε, και, διωκόμενον εκ της πατρίδος μου, με περιέβαλε διά πλείστων τιμών, και δέκα χιλιάδας δαρεικών μου έδωκε. Τους οποίους και παραλαβών δεν εκράτησα διά τον εαυτόν μου, ουδέ διά διασκεδάσεις μου εξώδευσα. αλλά πάντας προς χάριν σας κατεδαπάνησα.
Και πρώτον μεν επολέμησα κατά των Θρακών και μαζή σας τους ετιμώρουν υπέρ της Ελλάδος, εκδιώκων αυτούς από την Χερρόνησον, επειδή ήθελαν ν' αρπάσουν από τους ενοικούντας Έλληνας την γην των. Επειδή δε κατόπιν με προσεκάλεσε πλησίον του ο Κύρος, μετέβην και πάλιν μαζή σας προς αυτόν, όπως, εάν τυχόν ήθελε με χρειασθή, του φανώ χρήσιμος αντί των τόσων ευεργεσιών, τας οποίας παρ' αυτού έλαβον.
»Αλλά σεις τώρα δεν θέλετε πλέον να με ακολουθήσετε. Είμαι λοιπόν ηναγκασμένος ή να προδώσω σας, γενόμενος φίλος του Κύρου, ή να φανώ ψεύστης προς εκείνον, μένων με σας. Εάν λοιπόν θα πράξω πράξιν δικαίαν ή όχι δεν γνωρίζω, αποφασίζων να προτιμήσω σας και μαζή σας να υποστώ εκ καθήκοντος παν ό,τι ήθελον φέρη αι περιστάσεις. Κανείς δε δεν θα είπη ποτέ ότι εγώ, οδηγήσας Έλληνας εις βαρβαρικάς χώρας, επρόδωσα τα ελληνικά συμφέροντα, προτιμήσας την φιλίαν των βαρβάρων.
»Και αφού σεις δεν θέλετε να πεισθήτε εις εμέ, αρνούμενοι να με ακολουθήσετε, θ' ακολουθήσω τότε εγώ σας και ας γείνη ό,τι γείνη. Διότι δι' εμέ σεις είσθε και πατρίς και φίλοι και σύμμαχοι, με σας δε, όπου και αν ευρεθώ, νομίζω ότι θα είμαι πάντοτε σεβαστός και άξιος τιμών, ενώ μακράν σας νομίζω ότι ποτέ δεν θα ημπορέσω ούτε προς οιονδήποτε φίλον να φανώ ωφέλιμος, ούτε οιονδήποτε εχθρόν να αποκρούσω. Λοιπόν έχετε πεποίθησιν όλοι ότι εγώ θα σας ακολουθήσω όπου σεις θελήσετε».
Αφού είπε ταύτα, τόσον οι στρατιώται αυτού του ιδίου, όσον και οι άλλοι όλοι, ακούοντες ότι συμφώνως προς την επιθυμίαν των δεν επέμενε πλέον να βαδίση κατά του βασιλέως, επεδοκίμασαν τους λόγους του. Περισσότεροι δε των δύο χιλιάδων ανδρών εκ του στρατού του διοικουμένου υπό του Ξενίου και του Πασίωνος, λαβόντες τα όπλα και τας σκευοφόρους αμάξας εστρατοπέδευσαν παρά τον Κλέαρχον.
Ο δε Κύρος, δι' όλα αυτά απορών και λυπούμενος, έστειλε και προσεκάλεσε τον Κλέαρχον, αλλ' ούτος εν τω φανερώ μεν ηρνείτο να μεταβή, κρυφά όμως από τους στρατιώτας του παρήγγελλε να έχη θάρρος, επειδή εφρόνει ότι τα πράγματα θέλουν ησυχάση. Τον συνεβούλευε δε να στέλλη συχνά να τον προσκαλή. Αλλ' ούτος ηρνείτο πάντοτε να υπάγη προς συνάντησίν του.
Μετά ταύτα συναθροίσας και τους στρατιώτας του και όσους είχαν ήδη προσέλθη εις αυτόν και οιονδήποτε άλλον θέλοντα να τον ακούση, είπε τα εξής: «Άνδρες στρατιώται, είναι φανερόν πλέον ότι αι σχέσεις του Κύρου προς ημάς είναι τοιαύται, οποίαι είναι και αι ιδικαί μας προς αυτόν. Διότι ούτε ημείς είμεθα ήδη στρατιώται του, αφού δεν τον ακολουθούμεν, ούτε εκείνος μας δίδει πλέον μισθούς. Ότι όμως είναι της γνώμης πως τον αδικούμεν, το γνωρίζω πολύ καλά. Ώστε, αν και με προσκαλεί, όπως είδατε, αρνούμαι να υπάγω προς αυτόν, προ πάντων μεν διότι εντρέπομαι, αναγνωρίζων ότι εντελώς διέψευσα τας υποσχέσεις, τας οποίας του έδωκα (τον εξηπάτησα), έπειτα δε και διότι φοβούμαι μήπως, αφού με συλλάβη, με καταδικάση δι' όσα νομίζει ότι τον ηδίκησα.
»Εγώ λοιπόν φρονώ ότι δεν είναι ώρα πλέον να απρακτώμεν ούτε ν' αδιαφορούμεν διά τα συμφέροντά μας, αλλά να σκεφθώμεν τι πρέπει να αποφασίσωμεν διά το μέλλον. Και εφ' όσον μεν διαμένομεν ενταύθα, μου φαίνεται ότι πρέπει να σκεφθώμεν πώς όσον το δυνατόν να διαμείνωμεν ασφαλέστερον, ή, εάν μας φανή καλόν ν' απέλθωμεν τώρα, πώς όσον το δυνατόν ασφαλέστερον ν' απέλθωμεν, και πώς τα προς συντήρησίν μας αναγκαία να προμηθευθώμεν. Διότι χωρίς αυτά βεβαίως τίποτε δεν αξίζει ούτε ο στρατηγός ούτε ο στρατιώτης.
» Ο Κύρος δε είναι μεν έξοχος φίλος εις εκείνον, εις τον οποίον είναι όντως φίλος, εχθρός δε θανάσιμος εκείνου, εις τον οποίον εκήρυξε τον πόλεμον. Έχει δε υπό τας διαταγάς του δύναμιν και πεζικήν και ιππικήν και ναυτικήν, την οποίαν όλοι ανεξαιρέτως και βλέπομεν ενώπιόν μας και καλώς γνωρίζομεν. Διότι, άλλως τε, νομίζω ότι δεν είμεθα και πολύ μακράν αυτού. Ώστε είναι καιρός πλέον να λέγη τις παν ό,τι νομίζει ότι είναι καλλίτερον». Αφού είπε ταύτα, εσιώπησε.
Μετά ταύτα δε εσηκώνοντο άλλοι μεν μόνοι των, διά να ειπούν όσα ενόμιζαν ότι έπρεπε να είπουν, άλλοι δε εγκάθετοι (βαλτοί) από τον Κύρον, επιδεικτικώς εκφραζόμενοι εις ποίαν αμηχανίαν θα περιήρχοντο, εάν έμεναν ή ανεχώρουν χωρίς την συγκατάθεσίν του. Ένας μάλιστα εξ αυτών, προσποιούμενος ότι βιάζεται να επιστρέψη όσω το δυνατόν ταχύτερον εις την Ελλάδα, είπε να εκλέξουν όσον δύνανται τάχιστα άλλους στρατηγούς, εάν δεν θέλη να τους οδηγήση εις τας πατρίδας των ο Κλέαρχος. Ν' αρχίσουν δε ν' αγοράζουν τα προς συντήρησίν των αναγκαία — ήτο δε η αγορά εντός του βαρβαρικού στρατεύματος — και να ετοιμάζουν τας αποσκευάς των. Να έλθουν δε προς τον Κύρον και να του ζητήσουν πλοία προς αναχώρησιν. Εάν δε ηρνείτο να τους δώση τοιαύτα, να του ζητήσουν αρχηγόν (οδηγόν), ο οποίος να τους οδηγήση ως φίλος διά της χώρας του. Εάν δε και οδηγόν ακόμη αρνηθή να τους δώση, να προετοιμασθούν όσον δύνανται τάχιστα ως προς μάχην, να αποστείλουν δε ταυτοχρόνως άνδρας να προκαταλάβουν τας κορυφάς των ορέων, διά να μη προφθάσουν να τας καταλάβουν ούτε ο Κύρος, ούτε οι Κίλικες, από τους οποίους και πολλούς άνδρας και πολλά πράγματα έχομεν αρπάση. Και αυτός μεν τοιαύτα είπε περίπου. Μετά τούτον δε ο Κλέαρχος ωμίλησεν ως εξής:
«Κανείς από σας δεν πρέπει να προτείνη να γείνω εγώ ο στρατηγός της εκστρατείας ταύτης. Διότι πολλοί λόγοι υπάρχουν, διά τους οποίους δεν πρέπει να δεχθώ, θα υπακούσω όμως, όσον μου είναι δυνατόν, εις τον άνδρα εκείνον, τον οποίον ηθέλετε εκλέξη ως αρχηγόν, διά να μάθετε ότι γνωρίζω και να υποτάσσωμαι, περισσότερον από κάθε άλλον άνθρωπον».
Μετά τον Κλέαρχον εσηκώθη άλλος, καταδείξας μεν την ανοησίαν εκείνου, όστις συνεβούλευσε να ζητήσουν πλοία από τον Κύρον, σαν να εσκόπευεν ούτος να κάμη ανάποδα την εκστρατείαν του (προς τας Σάρδεις), ειπών δε ότι «είναι εντελώς ανόητον να ζητούμεν οδηγόν από τον Κύρον, του οποίου τόσον πολύ εζημιώσαμεν την επιχείρησιν. Εάν δε δώσωμεν πίστιν και εις τον οδηγόν, τον οποίον ήθελε μας δώση, τι θα ημπόδιζε τούτον να διατάξη τον στρατόν να προκαταλάβη τας κορυφάς των ορέων, προς ζημίαν μας;
» Διότι εγώ αφ' ενός μεν θα εδίσταζα να εισέλθω εις τα πλοία, τα οποία θα μας έδιδε, και τούτο μήπως μαζή με τα πλοία μας καταβυθίση, εξ άλλου δε θα εφοβούμην να ακολουθήσω τον οδηγόν που θα μας ώριζεν, υποπτευόμενος μήπως μας οδηγήση εις μέρος, από το οποίον θα μας ήτον εντελώς αδύνατον πλέον να εξέλθωμεν. Θα επροτίμων μάλλον, αν επρόκειτο να φύγω παρά την θέλησιν του Κύρου, να φύγω χωρίς να με ίδη, το οποίον όμως δεν είναι δυνατόν.
» Αλλ' εγώ όσα μεν είπαμεν έως τώρα τα κρίνω ως φλυαρίας. Εκείνο δε το οποίον μοι φαίνεται ορθόν είναι να υπάγουν προς τον Κύρον οι καταλληλότεροι από ημάς μ' επί κεφαλής αυτών τον Κλέαρχον, και να τον ερωτήσουν πώς σκέπτεται να μας χρησιμοποιήση. Και εάν πρόκειται να μας χρησιμοποιήση καθ' ον τρόπον εχρησιμοποίει μέχρι προ ολίγου τους μισθοφόρους στρατιώτας του, να τον ακολουθήσωμεν και να φιλοτιμηθώμεν να μη φανώμεν χειρότεροι εκείνων, οι οποίοι ανέβησαν με αυτόν πρωτήτερα (5) .
» Εάν δε πρόκηται να υποβληθώμεν εις κόπους περισσοτέρους, μεγαλειτέρους και επικινδυνοτέρους εκείνων, τους οποίους μέχρι τούδε εδοκιμάσαμεν, ν' αξιώσωμεν από αυτόν ή να μας παραλάβη και πάλιν μαζή του, αφού, εννοείται, μας πείση περί τούτου, ή να μας επιτρέψη να αναχωρήσωμεν, αφού συγκατανεύση και πεισθή εις τους λόγους μας ως φίλος. Τοιουτοτρόπως, εάν μεν τον ακολουθήσωμεν, θα τον ακολουθήσωμεν προθυμότατα και ως φίλοι του. Εάν δε επιστρέψωμεν, να επιστρέψωμεν ασφαλώς εις την πατρίδα μας. Οιανδήποτε δε απάντησιν μας δώση, ν' αναγγελθή αύτη εδώ ενώπιον όλων. Και ημείς, αφού την ακούσωμεν, να εκφέρωμεν επ' αυτής την γνώμην μας με φρόνησιν».
Οι λόγοι ούτοι εφάνησαν καλοί εις όλους, και εκλέξαντες τους καλλιτέρους άνδρας τους αποστέλλουν μαζή με τον Κλέαρχον προς τον Κύρον. Ούτος δε, αφού του εζήτησαν την γνώμην περί των αποφασισθέντων εις το στράτευμα, τους απήντησεν ότι έμαθεν ότι ο εχθρός του Αβροκόμας είναι ήδη πλησίον του Ευφράτου ποταμού, εις απόστασιν δώδεκα σταθμών από του στρατοπέδου του. Εναντίον αυτού λοιπόν τους είπεν ότι θέλει να βαδίση. Και, εάν μεν πραγματικώς ευρίσκεται εκεί, είναι απόλυτος ανάγκη να τον τιμωρήση. Εάν δε έχει φύγη, τότε θα αποφασίσωμεν πλέον εκεί επί τόπου τι πρέπει να κάμωμεν.
Αφού δε ήκουσαν ταύτα οι εκλεχθέντες, επέστρεψαν και τα ανήγγειλαν εις τους στρατιώτας. Ούτοι δε, αν και υπωπτεύθησαν ότι ο Κύρος σκοπεύει να τους οδηγήση κατά του βασιλέως, εν τούτοις απεφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Αλλά προ τούτου ζητούν να τους αυξήση τον μισθόν ο Κύρος, όστις και τους υπόσχεται να δώση εις όλους μισθόν κατά το ήμισυ μεγαλείτερον εκείνου, τον οποίον ελάμβανον πρωτήτερα. Δηλαδή εις έκαστον στρατιώτην ενάμισυ δαρικόν, αντί ενός, κατά μήνα. Ότι δε είχε σκοπόν να τους οδηγήση κατά του βασιλέως, περί τούτου, τουλάχιστον εν τω φανερώ, ούτε εδώ τίποτε από κανένα δεν ηκούσθη.
Κεφάλαιον τέταρτον.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις τον Ψάρον ποταμόν, του οποίου το πλάτος ήτο τρία πλέθρα. Εντεύθεν προχωρεί σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις τον Πύραμον ποταμόν, του οποίου το πλάτος ήτο έν στάδιον. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνει εις Ισσούς, πόλιν κειμένην εις τα έσχατα όρια της Κιλικίας, παρά την θάλασσαν, κατοικουμένην δε, μεγάλην και πλουσίαν.
Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις. Και ήλθαν προς τον Κύρον τα εκ Πελοποννήσου προερχόμενα τριάκοντα πέντε πλοία με ναύαρχον τον Πυθαγόραν τον Λακεδαιμόνιον. Ωδήγει δε ταύτα εκ της Εφέσου ο Αιγύπτιος Ταμώς, έχων υπό τας διαταγάς του άλλα είκοσι πέντε πλοία του Κύρου, διά των οποίων επολιόρκει την Μίλητον, ότε ήτον ακόμη αύτη φίλη του Τισσαφέρνους, και επολέμει μετά του Κύρου εναντίον του.
Ήλθε δε μαζή με τα πλοία, προσκληθείς από τον Κύρον, και ο Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος, φέρων επτακοσίους οπλίτας, των οποίων ήτο στρατηγός, διατελών υπό τας διαταγάς του Κύρου. Τα πλοία προσωρμίσθησαν πλησίον της σκηνής του. Τότε δε και οι υπό τον στρατηγόν Αδροκόμαν υπηρετούντες μισθοφόροι Έλληνες, περί τους τετρακοσίους περίπου οπλίτας, αποσκιρτήσαντες ήλθαν προς τον Κύρον και συνεξεστράτευαν μαζή του κατά του βασιλέως.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις τας πύλας της Κιλικίας και της Συρίας. Ήσαν δε αι πύλαι αύται δύο τείχη, των οποίων το εσωτερικόν μεν, το προς τα μεθόρια της Κιλικίας, κατείχεν ο Συέννεσις και φρουρά εκ Κιλίκων, το εξωτερικόν δε, το προ της Συρίας, ελέγετο ότι εφυλάσσετο από φρουράν του βασιλέως. Διά μέσου δε των δύο αυτών τειχών ρέει ποταμός ονομαζόμενος Κάρσος, έχων πλάτος ενός πλέθρου. Το μεταξύ των τειχών διάστημα ήτο τριών σταδίων. Δεν ήτο δε δυνατόν να το διέλθη τις διά της βίας. Διότι η πάροδος ήτο στενή και τα εκατέρωθεν τείχη έφθαναν έως την θάλασσαν, άνωθεν δε ήσαν βράχοι απότομοι. Επί των δύο λοιπόν τειχών αυτών ήσαν αι πύλαι.
Σκοπεύων ο Κύρος να περάση διά μέσου αυτών έστειλε και προσεκάλεσε τον στόλον, διά να αποβιβάση έσω και έξω των πυλών στρατόν, όστις θα εξεβίαζε τους πολεμίους, εάν τυχόν παρά τας πύλας της Συρίας παρεμόνευαν τοιούτοι, πράγμα το οποίον υπωπτεύετο ο Κύρος ότι ήθελε πράξη ο Αβροκόμας, φέρων μαζή του πολύν στρατόν. Ο Αβροκόμας όμως απέφυγε να πράξη τούτο, αφού δε έμαθεν ότι ο Κύρος ευρίσκεται εν Κιλικία, στρέψας προς τα οπίσω εβάδιζεν εκ της Φοινίκης προς τον βασιλέα με στρατόν, ως ελέγετο, τριακοσίων χιλιάδων.
Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Συρίας σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις Μυρίανδον, πόλιν κατοικουμένην υπό των Φοινίκων και κειμένην παρά την θάλασσαν. Ήτο δε αύτη εμπορικός λιμήν και ήσαν εν αυτώ προσωρμισμένα πολλά εμπορικά πλοία.
Ενταύθα έμειναν ημέρας επτά. Και Ξενίας ο Αρκάς, στρατηγός, και Πασίων ο Μεγαρεύς εισελθόντες εις πλοίον και θέσαντες εντός αυτού τα πολυτιμότερα αυτών πράγματα απέπλευσαν κατά την γνώμην μεν των περισσοτέρων προσβληθέντες εις την φιλοτιμίαν των, διότι ο Κύρος επέτρεπεν εις τον Κλέαρχον να έχη υπό τας διαταγάς αυτού τους στρατιώτας των, οι οποίοι εντούτοις ήλθαν προς αυτόν (τον Κλέαρχον) νομίζοντες ότι θα επιστρέψουν εις την Ελλάδα, όχι δε ότι θα εκστρατεύσουν εναντίον του βασιλέως. Επειδή δε ουδαμού οι στρατηγοί ούτοι εφαίνοντο, διεδόθη ότι τους καταδιώκει ο Κύρος με τα πλοία του. Και άλλοι μεν ηύχοντο να συλληφθούν, αφού τόσον δειλοί εδείχθησαν, άλλοι δε τους ώκτειρον, εάν τυχόν συνελαμβάνοντο.
Ο Κύρος όμως συγκαλέσας τους στρατηγούς είπε: «Μας εγκατέλειψαν οι στρατηγοί Ξενίας και Πασίων. Ας μάθουν όμως ότι ούτε να κρυφθούν είναι δυνατόν, διότι γνωρίζω πολύ καλά πού ευρίσκονται, ούτε να μου διαφύγουν, διότι δύναμαι όποτε θέλω να συλλάβω το πλοίον των με τα πλοία μου. Σας ορκίζομαι, εν τούτοις, εις τους θεούς ότι δεν θα τους καταδιώξω, ούτε θα είπη κανείς ότι, εφ' όσον μεν ευρίσκεταί τις εκ των στρατιωτών μου εις τον στρατόν, τον χρησιμοποιώ εις τας ανάγκας μου, όταν δε θελήση να απέλθη, ότι τον συλλαμβάνω και τον κακομεταχειρίζομαι και του παίρνω οπίσω τα χρήματά του. Ας υπάγουν όπου θέλουν, συναισθανόμενοι ότι αυτοί μάλλον εφάνησαν κακοί προς ημάς ή ημείς προς εκείνους. Αν και έχω δε υπό την εξουσίαν μου και τα τέκνα των και τας γυναίκας των, φυλασσομένας εις τας Τράλλεις, εν τούτοις ούτε αυτών θέλω τους στερήση, αλλά θα τους επιτρέψω να τας παραλάβουν και πάλιν, ένεκα της προ της φυγής αυτών αρίστης προς εμέ διαγωγής των».
Και ο μεν Κύρος είπε ταύτα. Εκ των Ελλήνων δε, εάν τις ήτο ακόμη όχι και πολύ πρόθυμος διά την ανάβασιν, βλέπων την προς τους αποστατήσαντας τοιαύτην μεγαλοψυχίαν του Κύρου, συνεξεστράτευε μαζή του έτι ευχαριστότερον και προθυμότερον.
Μετά ταύτα ο Κύρος προχωρεί σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις τον Χάλον ποταμόν, όστις είχε πλάτος ενός πλέθρου και ήτο πλήρης μεγάλων και ημέρων ιχθύων, τους οποίους οι Σύροι ελάτρευαν ως θεούς και δεν επέτρεπαν εις κανένα να τους βλάπτη, όπως επίσης και τας περιστεράς. Αι δε κώμαι, εις τας οποίας είχαν τας σκηνάς των, ήσαν ιδιοκτησία της Παρυσάτιδος, προωρισμέναι εις το να εισφέρουν ωρισμένον φόρον διά τας δαπάνας της ζώνης {;} της.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς πέντε, παρασσάγγας τριάκοντα και φθάνει εις τας πηγάς του ποταμού Δάρδατος, του οποίου το πλάτος ήτο ενός πλέθρου. Ενταύθα ήσαν τα ανάκτορα του Βελέσυος, άλλοτε άρχοντος της Συρίας, και κήπος εκτεταμένος και ωραίος, εις τον οποίον ευρίσκοντο καρποφόρα δένδρα και των τεσσάρων εποχών του έτους. Εκ τούτων ο Κύρος τον μεν κήπον κατέκοψε, τα δε ανάκτορα κατέκαυσεν.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνει εις τον Ευφράτην ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων σταδίων. Και πόλις εκεί υπήρχε μεγάλη και πλουσία, ονομαζομένη Θάψακος. Ενταύθα έμεινε πέντε ημέρας. Και ο Κύρος, αφού έστειλε και προσεκάλεσε τους Έλληνας στρατηγούς, τους ανήγγειλεν ότι η εκστρατεία γίνεται εναντίον του μεγάλου βασιλέως και ότι ο δρόμος των είναι προς την Βαβυλώνα. Τους λέγει δε να αναγγείλουν ταύτα εις τους στρατιώτας και να τους πείσουν με κάθε τρόπον να τον ακολουθήσουν.
Οι στρατηγοί συγκαλέσαντες τους στρατιώτας ανήγγειλαν τους λόγους του Κύρου. Οι δε στρατιώται δυσηρεστούντο κατά των στρατηγών και τους έλεγαν ότι, αν και εγνώριζαν ταύτα προ πολλού, τους τα απέκρυπτον. Ηρνούντο δε να προχωρήσουν, εάν δεν τους επλήρωναν, όπως άλλοτε επλήρωσαν και εκείνους, οίτινες είχαν αναβή μαζή με τον Κύρον προς τον πατέρα του. Αν και τότε δεν μετέβαιναν διά να πολεμήσουν, αλλ' απλώς και μόνον διότι είχε προσκαλέση τον Κύρον ο πατήρ του.
Οι στρατηγοί ανήγγειλαν ταύτα εις τον Κύρον. Ούτος δε υπεσχέθη να δώση εις έκαστον στρατιώτην πέντε αργυράς μνας, άμα ως φθάσουν εις την Βαβυλώνα, ολόκληρον δε τον μισθόν από της Βαβυλώνος μέχρις ου επαναφέρη τους Έλληνας εις την Ιωνίαν. Και οι περισσότεροι μεν εκ των Ελλήνων επείσθησαν, κατόπιν των υποσχέσεων αυτών. Αλλ' ο στρατηγός Μένων, πριν ή ακόμη γείνη γνωστόν τι θ' αποφασίσουν οι άλλοι στρατιώται (οι μη πεισθέντες), δηλ. αν θ' ακολουθήσουν ή όχι τον Κύρον, συνήθροισε ξεχωριστά από αυτούς το στράτευμά του και είπε προς αυτό τα εξής:
«Ω άνδρες, εάν πεισθήτε εις εμέ, θα προτιμηθήτε από τον Κύρον πολύ περισσότερον από τους άλλους στρατιώτας, χωρίς ούτε να κινδυνεύσετε, ούτε να κοπιάσετε. Τι πρέπει, λοιπόν, να σας συμβουλεύσω να κάμετε; Τώρα ο Κύρος έχει ανάγκην να τον ακολουθήσουν οι Έλληνες βαδίζοντα κατά του βασιλέως. Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι πρέπει να διαβήτε τον Ευφράτην ποταμόν, πριν ακόμη γείνη γνωστόν ποίαν απάντησιν θα δώσουν οι άλλοι Έλληνες εις τον Κύρον.
»Διότι, εάν μεν αποφασίσουν να τον ακολουθήσουν, θα φανήτε ότι σεις εγείνατε η αφορμή τούτου, διότι και πρώτοι σεις αρχίσατε να διαβαίνετε τον ποταμόν. Διά την προθυμίαν σας δε ταύτην ο Κύρος θα σας γνωρίζη χάριν, διά την οποίαν και θέλει εν καιρώ σας ανταμείψη. Αναγνωρίζει δε περισσότερον από κάθε άλλον ο Κύρος την χάριν την οποίαν του κάμνει τις. Εάν δε αρνηθούν να τον ακολουθήσουν οι άλλοι Έλληνες, τότε επιστρέφομεν μεν όλοι μαζή, σεις όμως, ως οι μόνοι εις τους λόγους του υπακούσαντες, (ως οι μόνοι εις αυτόν πιστοί) θέλετε χρησιμοποιηθή από τον Κύρον και εις φρούρια και εις αρχηγίας λόχων, οιουδήποτε δε πράγματος θέλετε λάβη ανάγκην, είμαι εις θέσιν να σας βεβαιώσω ότι, ως φίλοι του Κύρου, θα το έχετε».
Ακούσαντες ταύτα οι στρατιώται επείσθησαν και διέβησαν τον Ευφράτην, πριν ή ακόμη οι άλλοι απαντήσουν. Ο δε Κύρος, αφού έμαθεν ότι είχαν διαβή ήδη τον ποταμόν, ηυχαριστήθη και διά του (Αιγυπτίου) Γλου διεβίβασε τα εξής εις τον στρατόν: «Εγώ μεν, ω άνδρες, επί του παρόντος σας ευχαριστώ. Θα προσπαθήσω δε με κάθε τρόπον πώς και σεις εν καιρώ να μ' ευχαριστήσετε, άλλως να χάσετε κάθε ιδέαν περί εμού ως Κύρου (άλλως να μη με λένε Κύρον)».
Οι μεν στρατιώται λοιπόν, πολλά ελπίζοντες, ηύχοντο ν' αποβή ευτυχής η εκστρατεία του, εις τον Μένωνα δε ελέγετο ότι και πλούσια δώρα του απέστειλε μετά μεγαλοπρεπείας και τιμών. Αφού δε έπραξε ταύτα, ήρχισε να διαβαίνη τον ποταμόν· τον ηκολούθει δε και όλον το άλλο στράτευμα. Εξ όσων δε τον διέβησαν, ουδείς εβράχη υπεράνω των μαστών.
Οι δε κάτοικοι της Θαψάκου έλεγαν ότι ουδείς ποτε άλλοτε διέβη τον ποταμόν αυτόν πεζή, παρά μόνον τότε. Πάντοτε δε μόνον διά πλοίων ήτο διαβατός, τα οποία όμως τότε προχωρών ο Αβροκόμας κατέκαυσε, διά να μη διαβή ο Κύρος. Ενόμιζε δε (ο Κύρος) ότι εκ θείας προνοίας συνέβαινε τούτο και ότι φανερώς υπεχώρει εις αυτόν ο ποταμός ως μέλλοντα ποτέ να βασιλεύση.
Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Συρίας σταθμούς εννέα, παρασάγγας πεντήκοντα. Και φθάνει εις τον ποταμόν Αράξην. Ενταύθα ήσαν κώμαι πολλαί πλούσιοι εις σίτον και οίνον. Όπου και έμεινεν ο στρατός τρεις ημέρας, διά να προμηθευθή τροφάς.
Κεφάλαιον πέμπτον
Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Αραβίας σταθμούς ερήμους πέντε, παρασάγγας τριάκοντα πέντε, έχων από τα δεξιά του τον Ευφράτην ποταμόν. Εις την χώραν δ' αυτήν όλη μεν η γη ήτο πεδιάς ομαλή ως θάλασσα, πλήρης δε αψίνθου. Εάν δε εις αυτήν εφύετο και κανέν άλλο είδος θαμνώδους φυτού ή καλάμου, ευωδίαζαν όλα ως αρώματα.
Ουδέν υπήρχε δένδρον, αλλά θηρία παντός είδους, πλείστοι άγριοι όνοι και πολλαί στρουθοκάμηλοι. Υπήρχον ακόμη και αγριόγαλλοι και δορκάδες. Όλα δε αυτά τα θηρία κάποτε οι ιππείς τα κατεδίωκον. Και οι μεν όνοι, καταδιωκόμενοι, εις τας αρχάς μεν προέτρεχον, κατόπιν όμως εσταμάτων. Διότι έτρεχαν πολύ ταχύτερον των ίππων. Μόλις δε ούτοι τους επλησίαζαν, πάλιν ήρχιζαν να τρέχουν. Και δεν θα ήτο δυνατόν να τους συλλάβουν, εάν δεν τους κατεδίωκον ο είς μετά τον άλλον οι ιππείς, κατ' αποστάσεις. Τα δε κρέατά των ωμοίαζαν με το της ελάφου, ήσαν όμως τρυφερώτερα.
Στρουθοκάμηλον δε κανείς δεν κατώρθωσε να συλλάβη. Όσοι δε εκ των ιππέων απεπειράθησαν να τας καταδιώξουν, πολύ ταχέως έπαυσαν την καταδίωξιν. Διότι αμέσως απεμακρύνοντο φεύγουσαι, τους μεν πόδας μεταχειριζόμεναι προς δρόμον, ανοίγουσαι δε τας πτέρυγας ως ιστία. Τους δε αγριογάλλους, αν δυνηθή τις να τους σηκώση ταχέως από την κοίτην των, τους συλλαμβάνει ευκόλως. Διότι πετούν ολίγον μόνον, καθώς αι πέρδικες, και ευκόλως κουράζονται. Το δε κρέας των είναι γλυκύτατον.
Πορευόμενοι δε διά της χώρας ταύτης φθάνουν εις τον Μάσκαν ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου. Ενταύθα ήτο πόλις μεγάλη, ονομαζομένη Κορσωτή, εγκαταλελειμμένη όμως υπό των κατοίκων, περιεβρέχετο δε γύρω υπό του Μάσκα, όπου και έμειναν ημέρας τρεις, διά να προμηθευθούν τροφάς.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς ερήμους δέκα τρεις, παρασάγγας ενενήκοντα, έχων πάντοτε από τα δεξιά τον Ευφράτην ποταμόν, και φθάνει εις τας Πύλας. Εις τους σταθμούς αυτούς πολλά εκ των ζώων απωλέσθησαν εκ πείνης. Διότι ούτε χόρτον υπήρχεν ουδαμού, ούτε κανέν άλλο δένδρον, όλη δε η χώρα ήτο γυμνή βλαστήσεως. Οι δε κάτοικοι αυτής, εξορύσσοντες και κατασκευάζοντες παρά τας όχθας του ποταμού μυλοπέτρας, τας μετέφερον εις την Βαβυλώνα, όπου τας επώλουν, διά του εκ της πωλήσεως δε χρήματος αγοράζοντες σίτον έζων.
Ετελείωσε δε πλέον ο σίτος του στρατεύματος και εις κανέν άλλο μέρος δεν εύρισκαν να αγοράσουν παρά εις την Λυδίαν αγοράν, εντός του βαρβαρικού στρατού του Κύρου. Αλλά και εδώ ακριβώτατα, αντί τεσσάρων σίγλων (6) εκάστην καπίθην (7) σίτου ή κριθής. Έκαστος δε σίγλος ισοδυναμεί προς επτάμισυ Αττικούς οβολούς. Εκάστη δε καπίθη εχώρει δύο χοίνικας (8) Αττικάς. Οι στρατιώται λοιπόν έζων (επερνούσαν) τρώγοντες κρέατα.
Τινές δε εκ των σταθμών, τους οποίους διήρχετο ο Κύρος, εις τους οποίους όμως έπρεπε να παραμείνη προς προμήθειαν ύδατος ή χόρτου ξηρού διά τους ίππους (σανού), ήσαν εις μεγάλας απ' αλλήλων αποστάσεις. Όταν δε κάποτε παρέστη ανάγκη να διέλθη ο στρατός λασπώδη και στενήν οδόν, δυσκολοδιάβατον ένεκα τούτου υπό των αμαξών, παρουσιάσθη αίφνης ο Κύρος με τα καλλίτερα και πλουσιώτερον στολισμένα μέλη του επιτελείου του και διέταξε τον Γλουν και τον Πίγρητα, αφού λάβουν απόσπασμα του Περσικού στρατού, να εξαγάγουν εκ του πηλού τας αμάξας. Επειδή όμως του εφάνησαν ότι ειργάζοντο με βραδύτητα, διέταξεν ωργισμένος τους περί αυτόν κρατίστους εκ των Περσών να συμβοηθήσουν εις την ταχυτέραν εξαγωγήν των αμαξών.
Τότε θα ηδύνατό τις να λάβη μικράν τινα ιδέαν της στρατιωτικής πειθαρχίας του Περσικού στρατού. Διότι, αφού έρριψαν τα πορφυρά των ιμάτια (επανωφόρια), όπου έτυχε να ίσταται έκαστος, έτρεχαν σαν να επρόκειτο περί σπουδαίας τινός νίκης, και μάλιστα εις κατήφορον λόφου, φορούντες εκείνους τους πολυτελείς χιτώνας και τας πλουσίως κεντητάς περισκελίδας, τινές δε εξ αυτών και περιδέραια εις τον λαιμόν και βραχιόλια εις τας χείρας. Μαζή λοιπόν μ' αυτά όλα αμέσως πηδήσαντες εις τον πηλόν έβγαλαν τας αμάξας σηκωτάς ταχύτερον παρ' όσον κανείς θα εφαντάζετο.
Εν γένει δε ο Κύρος εφαίνετο εις όλους ως άνθρωπος, όστις εβιάζετο εις τον δρόμον του και όστις δεν έχανε τον καιρόν του παντού όπου δεν ήτον ηναγκασμένος να χρονοτριβή προς προμήθειαν τροφών ή άλλου τινός αναγκαίου διά τον στρατόν, νομίζων ότι όσον ταχύτερον έφθανε, τόσω περισσότερον απροετοίμαστον προς μάχην θα συνήντα τον βασιλέα, όσω δε βραδύτερον, τόσω περισσότερον στρατόν ήθελε συναθροίση κατ' αυτού ο βασιλεύς. Εις τον προσεκτικώς δε εξετάζοντα τα πράγματα ήτο φανερόν ότι το Κράτος του βασιλέως ήτο μεν ισχυρόν κατά την έκτασιν της χώρας και τον πληθυσμόν, ως εκ του μήκους όμως των αποστάσεων και του διασκορπισμού των στρατιωτικών του δυνάμεων ήτον ασθενέστατον, εάν τις επολέμει τον βασιλέα όσον το δυνατόν ταχύτερον.
Πέραν δε του Ευφράτου ποταμού, κατά τους ερήμους σταθμούς, ήτο πόλις πλουσία και μεγάλη, ονομαζομένη Χαρμάνδη. Από αυτήν οι στρατιώται ηγόραζον τα προς τροφήν αναγκαία, διαβαίνοντες με σχεδίας τον ποταμόν κατά τον εξής τρόπον: Αφού πρώτον εγέμιζαν με ξηρόν χόρτον τα δέρματα, με τα οποία εστεγάζοντο αι σκηναί, τα συνεμάζευαν κατόπιν από τας τέσσαρας άκρας των και τα συνέσφιγγαν κατά τοιούτον τρόπον, ώστε από κανέν μέρος να μη βρέχεται το χόρτον από το ύδωρ. Επ' αυτών λοιπόν επιβαίνοντες διέβαινον τον ποταμόν και ελάμβανον τας τροφάς, δηλαδή οίνον κατασκευασμένον από φοίνικας, και άρτον από αραβόσιτον, από τον οποίον η χώρα ήτο γεμάτη.
Επειδή δ' ενταύθα εμάλωσαν (ελογόφεραν) στρατιώται του Μένωνος και του Κλεάρχου, ο Κλέαρχος, νομίσας ότι είχεν άδικον ο στρατιώτης του Μένωνος, τον έδειρεν. Ούτος δε ελθών εις τον λόχον του κατήγγειλε την πράξιν. Οι δε συστρατιώται του ακούσαντες αυτόν ηγανάκτουν και ωργίζοντο εις βαθμόν μέγαν κατά του Κλεάρχου.
Την αυτήν δε ημέραν ο Κλέαρχος, αφού ήλθεν εις ο σημείον διέβη ο στρατός τον ποταμόν και αφού επεσκέφθη την αγοράν (επεθεώρησε τα αγορασθέντα τρόφιμα), απέρχεται έφιππος με ολίγους μόνον εκ των στρατιωτών του εις την σκηνήν του διά μέσου του στρατεύματος του Μένωνος. Ο Κύρος δεν είχεν ακόμη φθάση, ευρισκόμενος έτι καθ' οδόν. Ενώ λοιπόν διήρχετο (ο Κλέαρχος), κάποιος εκ των στρατιωτών του Μένωνος, σχίζων κάπου εκεί ξύλα, μόλις τον είδε ρίπτει κατ' αυτού την αξίνην του. Και αυτός μεν δεν τον επέτυχεν. Ευθύς αμέσως όμως άλλος τον κτυπά με λίθον και κατόπιν άλλος και άλλος και έπειτα πολλοί, επειδή είχεν εγερθή ήδη μεγάλη βοή (κατακραυγή) εις το στράτευμα.
Ο Κλέαρχος λοιπόν αμέσως καταφεύγει εις τους ιδικούς του και τους διατάσσει ευθύς να λάβουν τα όπλα των. Και τους μεν οπλίτας του διέταξε να μείνουν επί τόπου εκεί, κρατούντες τας ασπίδας επί των γονάτων. Αυτός δε παραλαβών τους Θράκας και τους ιππείς, οι οποίοι ήσαν εις το στράτευμά του υπέρ τους τεσσαράκοντα, και εξ αυτών δε οι πλείστοι επίσης Θράκες, εβάδιζε κατά των στρατιωτών του Μένωνος, ώστε ούτος να εκπλαγή και να τρέξη και αυτός ευθύς να λάβη με τους στρατιώτας του τα όπλα. Όχι ολίγοι δε και εστάθησαν απορούντες περί του ποίαν έκβασιν θα ελάμβανε το πράγμα.
Ο δε Πρόξενος, ο οποίος έτυχε να έρχεται κατόπιν, ακολουθούμενος από τάγμα οπλιτών, αφού ωδήγησεν αυτό ευθύς εις το μέσον των διαμαχομένων, κατέθεοεν (ως προς ανάπαυσιν) κατά γης τα όπλα και παρεκάλει τον Κλέαρχον να μην επιτεθή κατά του Μένωνος. Ούτος όμως (ο Κλέαρχος) ηγανάκτει, διότι, ενώ αυτός ολίγον έλειψε να φονευθή από τους λιθοβολισμούς, ο Πρόξενος του συνίστα ήδη γαλήνην εις το πάθημά του. Του είπε λοιπόν να απομακρυνθή από το μέσον (να φύγη από τη μέση) Εν τω μεταξύ δε τούτω, ιδού έρχεται και ο Κύρος και μανθάνει τα γενόμενα. Ευθύς αμέσως δε έλαβε τα μικρά ακόντια εις τας χείρας και με τους πλησιεστέρους των πιστών του τρέχων ήλθεν εις το μέσον και λέγει προς αμφοτέρους τους αντιπάλους τα εξής: «Κλέαρχε και Πρόξενε και όσοι άλλοι Έλληνες είσθε παρόντες, δεν γνωρίζετε τι κάμνετε. Διότι, εάν σκέπτεσθε να συνάψετε μάχην τινά προς αλλήλους, πιστεύσατε ότι την ημέραν αυτήν και εμέ θα καταστρέψετε και σας μετ' ου πολύ. Διότι εάν τα ημέτερα πράγματα ευρίσκωνται εις κακήν κατάστασιν, τότε όλοι αυτοί, τους οποίους βλέπετε τριγύρω σας, θα είναι δι' ημάς εχθρικώτεροι βάρβαροι εκείνων, οίτινες είναι πλησίον του βασιλέως (του βαρβαρικού στρατού του βασιλέως)».
Ακούσας ταύτα ο Κλέαρχος ήλθεν εις τον εαυτόν του (συνήλθε). Και ούτω, αφού κατέπαυσε και από τα δύο μέρη η φιλονεικία, κατέθεσαν τα όπλα.
Κεφάλαιον έκτον
Ενώ δε επροχώρουν εντεύθεν, εφάνησαν ίχνη ίππων και κόπρος. Από τα πατήματά των δε συνεπέραινε κανείς ότι θα ήσαν ίχνη ιππέων ως δύο χιλιάδων. Ούτοι, εφ' όσον επροχώρουν, έκαιον και χόρτον και ό,τι άλλο διά τον στρατόν χρήσιμον συνήντων εις τον δρόμον των. Ο Ορόντας δε, Πέρσης ανήρ, εκ βασιλικού γένους καταγόμενος και φημιζόμενος εις τα πολεμικά μεταξύ των αρίστων εκ των Περσών, επιβουλεύει τον Κύρον και, ενώ πρότερον τον επολέμει, ήδη υποκρίνεται φιλίαν προς αυτόν.
Ούτος λοιπόν λέγει εις τον Κύρον ότι, εάν ήθελε του δώση χιλίους ιππείς, ή θα εφόνευε δι' ενέδρας τους προκατακαίοντας ιππείς, ή θα συνελάμβανε πολλούς εξ αυτών ζώντας, εμποδίζων αυτούς από του να καίουν πλέον εφ' όσον προχωρούν, ότι θα κατώρθωνε δε, ώστε να μην ημπορέσουν ποτέ, εάν τυχόν που έβλεπαν το στράτευμα του Κύρου, να το αναγγείλουν εις τον βασιλέα.
Ο δε Κύρος, αφού ήκουσε ταύτα, τα ηύρεν επωφελή εις τον σκοπόν του, και διέταξε να λάβη από έκαστον των στρατηγών μίαν ίλην ιππικού.
Ο δε Ορόντας, όταν είδεν ότι ήσαν έτοιμοι οι ιππείς, τους οποίους ήθελε, γράφει επιστολήν προς τον βασιλέα, δι' ης του αναγγέλλει ότι όσον ούπω φθάνει με ιππικόν όσον δύναται περισσότερον. Του παρήγγειλεν όμως να διατάξη το ιππικόν του να τον υποδεχθή ως φίλον. Προσθέτως δε του υπενθύμιζεν εις την επιστολήν του και την προτέραν προς αυτόν φιλίαν και αφοσίωσιν. Την επιστολήν λοιπόν αυτήν δίδει εις στρατιώτην, τον οποίον αυτός ενόμιζε πιστόν. Αλλ' ούτος, λαβών αυτήν, την παραδίδει εις τον Κύρον.
Ο Κύρος δε, αφού την ανέγνωσε, συλλαμβάνει τον Ορόνταν και συγκαλεί εις την σκηνήν του επτά εκ των περί αυτόν αρίστων Περσών, διατάσσει δε και τους Έλληνας στρατηγούς να φέρουν στρατιώτας, οι οποίοι να τοποθετηθούν περί την σκηνήν του με προτεταμένα τα όπλα. Οι δε στρατηγοί, συμφώνως προς τας διαταγές του ταύτας ενεργήσαντες, έφεραν ως τρεις χιλιάδας στρατιώτας.
Τον δε Κλέαρχον, τον οποίον τόσον αυτός, όσον και το λοιπόν στράτευμα ενόμιζεν άξιον προτιμήσεως μεταξύ πάντων των άλλων Ελλήνων, προσεκάλεσε και να εισέλθη εις την σκηνήν και λάβη μέρος εις το συμβούλιον. Άμα δε, μετά το πέρας του συμβουλίου, εξήλθεν, ανήγγειλεν εις τους φίλους του την κατά του Ορόντα κρίσιν, όπως έγεινε. Διότι δεν ήτο το πράγμα μυστικόν. Διηγήθη λοιπόν, ότι ο Κύρος ωμίλησεν ως εξής: «Σας εκάλεσα εδώ, φίλοι μου, όπως διασκεφθώμεν μαζή, παν ό,τι είναι δίκαιον ενώπιον Θεών και ανθρώπων, τούτο και να αποφασίσω περί του Ορόντα τούτου. Τον άνθρωπον αυτόν, εις τας αρχάς, ο πατήρ μου διέταξε να είναι υπήκοός μου. Κατόπιν, επειδή, όπως έλεγε, διετάχθη από τον αδελφόν μου, μ' επολέμησε κατέχων την ακρόπολιν των Σάρδεων. Αλλά κ' εγώ αντιπολεμών αυτόν βήμα προς βήμα κατώρθωσα ώστε να νομίση ούτος ότι θα ήτο προτιμότερον να παύση τον κατ' εμού πόλεμον, ούτω δε και εδώκαμεν ο είς προς τον άλλον χείρα φιλίας (συνδιηλλάγημεν)».
Μετά τους λόγους τούτους ο Κύρος, αποτεινόμενος προς τον Ορόνταν, είπεν: «Ειπέ μου, ω Ορόντα, σε ηδίκησα ως τώρα εις τίποτε;». «Όχι» απήντησεν αυτός. Και πάλιν ο Κύρος τον ηρώτησεν: «Αν και, κατά την ομολογίαν σου, εις τίποτε ως τώρα δεν σ' ηδίκησα, δεν είσαι συ, εν τούτοις, όστις απεστάτησες κατόπιν εις τους Μυσούς, βλάπτων όσον σου ήτο δυνατόν την χώραν μου;» «Μάλιστα» είπεν ο Ορόντας. «Όταν δε πάλιν ησθάνθης την αδυναμίαν σου, δεν είσαι συ όστις ήλθες εις τον βωμόν της Εφεσίας Αρτέμιδος και ωμολόγεις εκεί την μετάνοιάν σου, και, αφού με κατέπεισες, δεν είσαι συ όστις ενόρκως με διεβεβαίωσες και πάλιν περί της φιλίας σου και προς τον οποίον κ' εγώ παρομοίαν έδωκα διαβεβαίωσιν;». «Μάλιστα» απήντησεν ο Ορόντας.
«Εις τι λοιπόν σε ηδίκησα, ώστε να φωραθής ήδη διά τρίτην φοράν επιβουλευόμενος την ζωήν μου;». «Εις τίποτε» απεκρίθη ο Ορόντας. «Ομολογείς, λοιπόν» τον ηρώτησεν ο Κύρος ότι με ηδίκησες;». «Δεν δύναμαι παρά να το ομολογήσω» είπεν ο Ορόντας. Και πάλιν τον ηρώτησεν ο Κύρος: «θα ηδύνασο αρά γε να γείνης εις το εξής εχθρός μεν του αδελφού μου, εις εμέ δε πιστός και αφωσιωμένος φίλος;». Και ο Ορόντας απήντησε: «Και εάν εγενόμην, ω Κύρε, φίλος σου, δεν θα ήτο δυνατόν ποτε να με πιστεύσης πλέον ως τοιούτον».
Απαντών εις ταύτα ο Κύρος, είπεν εις τους παρισταμένους: «Ο μεν ανήρ τοιαύτα μεν έχει πράξη, τοιαύτα δε λέγει. Εξ υμών δε συ πρώτος, ω Κλέαρχε, ειπέ την γνώμην σου, ό,τι κρίνεις εύλογον». Ο δε Κλέαρχος είπε τα εξής: «Η γνώμη μου είναι, τον άνθρωπον αυτόν να φονεύσωμεν (να βγάλουμε από πάνω μας), όσω το δυνατόν ταχύτερον, διά να μην ευρισκώμεθα πλέον εις την ανάγκην να προφυλαττώμεθα από αυτόν, τον καιρόν δε, τον οποίον θα διεθέτομεν προς φύλαξίν του, να χρησιμοποιήσωμεν προς περιποίησιν εκείνων, οι οποίοι είναι πάντοτε πρόθυμοι φίλοι μας». Την γνώμην μου ταύτην, είπεν (ο Κλέαρχος), επεδοκίμασαν και όλοι οι άλλοι.
Μετά ταύτα δε, κατά διαταγήν του Κύρου, εγερθέντες όλοι, και αυτοί ακόμη οι συγγενείς του, έπιασαν από την ζώνην τον Ορόνταν, φανερώνοντες διά της πράξεώς των ταύτης την εις θάνατον καταδίκην του. Κατόπιν εξήγαγον αυτόν της σκηνής εκείνοι, οι οποίοι είχαν επί τούτω διαταχθή. Ότε δε, ούτω απαγόμενον, τον είδαν όσοι και πρότερον τον είχαν ήδη προσκυνήση, τον προσεκύνησαν και τότε, αν και εγνώριζαν ότι απάγεται προς θάνατον.
Αφού δε εισήχθη εις την σκηνήν του Αρταπάτου, του μάλλον πιστού εκ των σκηπτούχων του Κύρου, κατόπιν κανείς δεν είδε πλέον τον Ορόνταν, ούτε ζώντα, ούτε αποθανόντα. Όπως επίσης κανείς δεν εβεβαίωσεν έκτοτε τον τρόπον με τον οποίον εθανατώθη, αλλ' έκαστος εφαντάζετο αυτόν κατά συμπερασμόν. Ουδέ καν εφάνη ποτέ εις κανέν μέρος ο τάφος του.
Κεφάλαιον έβδομον
Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Βαβυλωνίας σταθμούς τρεις, παρασάγγας δώδεκα. Εις δε τον τρίτον σταθμόν περί το μεσονύκτιον περίπου επιθεωρεί ο Κύρος εις την πεδιάδα τον Ελληνικόν και Περσικόν στρατόν. Διότι ενόμιζεν ότι την επομένην πρωίαν θα έλθη ο βασιλεύς με τον στρατόν του να πολεμήση. Διέταξε λοιπόν τον μεν Κλέαρχον να διοική το δεξιόν μέρος του στρατού, τον δε Μένωνα τον Θεσσαλόν το αριστερόν, αυτός δε ο ίδιος έβαλεν εις γραμμήν τους ιδικούς του.
Μετά δε την επιθεώρησιν, μόλις εξημέρωσεν, ελθόντες στρατιώται τινες αυτομολήσαντες από τον στρατόν του μεγάλου βασιλέως, έφεραν εις τον Κύρον ειδήσεις περί του στρατού του. Ούτος δε, συγκαλέσας τους στρατηγούς και λοχαγούς των Ελλήνων, εζήτει την γνώμην των περί του πώς θα κάμη την μάχην, και ο ίδιος τους συνεβούλευεν ενθαρρύνων αυτούς ως εξής:
«Ω άνδρες Έλληνες, αν και δεν εστερούμην βαρβάρων στρατιωτών, εζήτησα εν τούτοις την βοήθειάν σας, και σας προσέλαβα εις τον στρατόν μου ως συμμάχους μου, επειδή φρονώ ότι είσθε ανδρειότεροι και δυνατώτεροι πολλών βαρβάρων. Προσπαθήσατε λοιπόν να φανήτε άνδρες άξιοι της ελευθερίας, την οποίαν έχετε, και διά την οποίαν εγώ σας μακαρίζω. Την ελευθερίαν ταύτην μάθετε ότι εγώ θα επροτίμων αντί όλων των αγαθών τα οποία έχω, ακόμη και αντί απείρως περισσοτέρων τούτων.
»Επειδή δε γνωρίζω καλώς τα πράγματα, θα σας είπω εις ποίον αποδύεσθε αγώνα. Ο μεν στρατός του βασιλέως είναι μέγας και εφορμά με αλαλαγμούς πολλούς. Και αν δεν δειλιάσετε ως προς τούτο, κατά τα άλλα όλα νομίζω ότι πρέπει και να εντραπώ να σας είπω από τώρα ποίοι είναι οι άνθρωποι της χώρας ταύτης, τους οποίους μετ' ολίγον θέλετε γνωρίση. Εάν εμφανήτε γενναίοι και ευτυχήσωμεν εις τον αγώνα μας (νικήσωμεν), πάντα μεν, όστις θα ήθελε να επιστρέψη εις την πατρίδα του, θα καταβάλω πάσαν προσπάθειαν να επιστρέψη όσον το δυνατόν επίφθονος από τους συμπατριώτας του, πολλοί δε από σας νομίζω ότι θα προτιμήσουν να μείνουν πλησίον μου παρά να επιστρέψουν εις την πατρίδα των».
Παρών εκεί κατά τύχην ο εκ Σάμου φυγάς Γαυλίτης, πιστός του Κύρου φίλος, απαντών εις ταύτα είπε τα εξής: «Και εν τούτοις, ω Κύρε, λέγουν τινες ότι τώρα υπόσχεσαι πολλά ως εκ των περιστάσεων, υπό τας οποίας ευρίσκεσαι, βαθμηδόν του κινδύνου πλησιάζοντος. Εάν όμως τα πράγματα λάβουν καλήν έκβασιν, λέγουσιν ότι θα λησμονήσης ό,τι υπεσχέθης. Τινές δε ότι, και εάν ενεθυμείσο τας υποσχέσεις σου και είχες όλην την καλήν θέλησιν να τας εκπληρώσης, δεν θα είχες την δύναμιν».
Ακούσας ταύτα ο Κύρος είπεν: «Αλλά σας είναι γνωστόν, ω άνδρες, ότι η εξουσία του πατρός μου εκτείνεται προς μεσημβρίαν μεν τόσον ώστε να μη δύνανται να κατοικούν οι άνθρωποι ως εκ της θερμότητος, προς βορράν δε τόσον, ώστε να μη δύνανται να κατοικούν ως εκ του ψύχους. Ότι δε τας εν τω μεταξύ χώρας διοικούν οι φίλοι του αδελφού μου.
»Εάν δε νικήσωμεν, έχομεν την υποχρέωσιν να καταστήσωμεν σας, τους φίλους μας, κυρίως των χωρών αυτών. Ώστε δεν φοβούμαι μήπως δεν έχω επαρκή δώρα, διά να αμείψω έκαστον των φίλων μου, εάν τυχόν νικήσω, αλλά μήπως δεν έχω αρκετούς φίλους τότε, διά να τους τα δώσω. Εις έκαστον δ' εξ υμών των Ελλήνων θα προσφέρω προσθέτως και στέφανον χρυσούν.
Ακούσαντες ταύτα ούτοι και προθυμότεροι εφάνησαν προς δράσιν και εις τους άλλους έσπευσαν να τα αναγγείλουν. Παρά τους στρατηγούς δε, εφ' όσον ωμίλει εκείνος, είχαν εισχωρήση εις την συνέλευσιν και άλλοι Έλληνες αξιωματικοί, αξιούντες να μάθουν ποίαν αμοιβήν θα λάβουν, εάν νικήσουν.
Ο δε Κύρος, αφού ικανοποίησε την περιέργειαν όλων, τους απέλυσε. Τον παρώτρυναν δε όλοι, όσοι συνωμίλουν με αυτόν, να μη πολεμήση, αλλά να ταχθή όπισθέν των Ελλήνων. Τότε ο Κλέαρχος ηρώτησε τον Κύρον: «Φρονείς, ω Κύρε, ότι ο αδελφός σου θα πολεμήση μαζή σου (ατομικώς);» «Μα τον Δία, απήντησεν ο Κύρος, εάν είναι αληθώς υιός του Δαρείου και της Παρυσάτιδος, γνήσιος δε αδελφός μου, ποτέ δεν θα καταδεχθώ εγώ να λάβω όσα ανωτέρω ανέφερα, χωρίς να τον πολεμήσω (ως Κύρος)».
Κατά την επιθεώρησιν λοιπόν των στρατευμάτων ευρέθησαν οπλίται μεν Έλληνες δέκα χιλιάδες τετρακόσιοι και πελτασταί δύο χιλιάδες πεντακόσιοι, βάρβαροι δε υπό τας διαταγάς του Κύρου εκατόν χιλιάδες και άρματα δρεπανηφόρα είκοσιν. Ο δε στρατός του βασιλέως (μετά του ακολουθούντος αυτόν όχλου) ελέγετο ότι ανήρχετο εις ένα εκατομμύριον διακοσίας χιλιάδας και εις δρεπανηφόρα άρματα διακόσια. Εκτός αυτών δε ηκολούθουν και έξ χιλιάδες ιππέων, οίτινες ήσαν παρατεταγμένοι προ του βασιλέως και των οποίων στρατηγός ήτον ο Αρταγέρσης.
Ολοκλήρου του βασιλικού αυτού στρατεύματος άρχοντες και στρατηγοί και ηγεμόνες ήσαν τέσσαρες, έκαστος τριακοσίας οδηγών χιλιάδας, ο Αβροκόμας, ο Τισσαφέρνης, ο Γωβρύας και ο Αρβάκης. Εξ όλων όμως τούτων έφθασαν εις τον τόπον της μάχης εννεακόσιαι χιλιάδες και άρματα δρεπανηφόρα εκατόν πεντήκοντα. Ο δε Αβροκόμας ήλθε πέντε ημέρας μετά την μάχην εκ Φοινίκης ορμώμενος.
Τας πληροφορίας ταύτας έδωκαν εις τον Κύρον όσοι εκ των εχθρών είχαν αυτομολήση προ της μάχης και όσοι, μετά την μάχην, είχαν συλληφθή αιχμάλωτοι του Κύρου.
Εντεύθεν προχωρεί ούτος σταθμόν ένα, παρασάγγας τρεις, έχων συντεταγμένον ως προς μάχην όλον τον στρατόν του, Ελληνικόν και Περσικόν. Διότι ενόμιζεν ότι την ημέραν αυτήν θα του επιτεθή ο βασιλεύς. Τα σημεία, άλλως τε, τούτο εφανέρωναν. Διότι εν τω μέσω του σταθμού τούτου ήτον εσκαμμένη βαθεία τάφρος, έχουσα πλάτος μεν πέντε οργυιάς, βάθος δε τρεις.
Εξετείνετο δε η τάφρος αύτη προς τ' άνω διά της πεδιάδος, εις έκτασιν δώδεκα παρασαγγών, μέχρι του τείχους της Μηδίας. Εδώ δε πλησίον ήσαν αι διώρυγες, αι οποίαι ελάμβανον το ύδωρ από τον Τίγρητα ποταμόν. Ήσαν δε τέσσαρες τον αριθμόν, έχουσαι εκάστη πλάτος ενός πλέθρου, τόσον δε βαθείαι, ώστε να πλέουν εντός αυτών σιταγωγά πλοία. Όλαι αυταί χύνονται εις τον Ευφράτην ποταμόν, απέχουσαι η μία της άλλης παρασάγγην, επ' αυτών δε είναι στημέναι γέφυραι. Παρά τον Ευφράτην δε ήτο πάροδος στενή μεταξύ του ποταμού και της τάφρου, έχουσα πλάτος είκοσι ποδών.
Την εν λόγω τάφρον κατεσκεύασεν ο βασιλεύς ως προφυλακτικόν οχύρωμα κατά του Κύρου, ότε έμαθεν ότι ούτος επλησίαζε. Λοιπόν την πάροδον εκείνην διελθόντες ο Κύρος μαζή με τον στρατόν του ευρέθησαν εντός της τάφρου.
Την ημέραν λοιπόν αυτήν δεν επολέμησεν ο βασιλεύς. Ήσαν όμως φανερά πολλά ίχνη ίππων και ανθρώπων του υποχωρούντος βασιλικού στρατού.
Ενταύθα καλέσας ο Κύρος τον εξ Αμπρακίας Σιλανόν του έδωκε τρεις χιλιάδας δαρεικούς, διότι ούτος, ένδεκα ημέρας πρωτήτερα, ότε προσέφερεν εις τους θεούς θυσίας, του είπεν ότι επί δέκα ημέρας δεν θα συγκροτήση μάχην ο βασιλεύς. Ο Κύρος δε του είχεν είπη τότε ότι, εάν την μάχην ταύτην δεν συνάψη ο βασιλεύς κατά το διάστημα των δέκα ημερών αυτών, δεν θα συνάψη μάχην πλέον. Ότι δε, «εάν αποδειχθούν αληθείς οι λόγοι σου, υπόσχομαι να σου δώσω δέκα τάλαντα». Τα χρήματα λοιπόν αυτά του έδιδε τώρα, επειδή είχαν ήδη παρέλθη αι δέκα ημέραι.
Επειδή δε ο βασιλεύς δεν ημπόδισε το στράτευμα του Κύρου να διαβαίνη επί της τάφρου, ο Κύρος και οι περί αυτόν ενόμισαν ότι έπρεπε ν' απελπισθούν πλέον περί συγκροτήσεως μάχης μετά του βασιλέως. Διά τούτο δε ο Κύρος την επομένην εβάδιζε με ολιγωτέραν προσοχήν.
Την δε τρίτην ημέραν επορεύετο καθήμενος επί του άρματος και ολίγους μόνον στρατιώτας έχων προτεταγμένους προ αυτού. Το δε μέγα μέρος του στρατεύματος επορεύετο με ταραχήν και ατάκτως, οι δε στρατιώται είχαν τα περισσότερα όπλα των επί των αμαξών και των υποζυγίων.
Κεφάλαιον όγδοον
Και ήδη ήτο η ώρα, καθ’ ήν η αγορά ήτο γεμάτη από πλήθη, πλησίον δ' εκεί που ήτον ο σταθμός, εις τον οποίον έμελλεν ο στρατός να καταλύση, ότε ο Πατηγύας, ανήρ Πέρσης, εκ των πιστών φίλων του Κύρου, παρουσιάζεται αίφνης τρέχων με καλπάζοντα ιδρωμένον ίππον, εις πάντας δε όσους καθ' όσον συνήντα εκραύγαζεν εις Περσικήν και Ελληνικήν γλώσσαν ότι ο βασιλεύς έρχεται με μέγα στράτευμα, παρασκευασμένος ως προς μάχην.
Ηγέρθη λοιπόν μεγάλη ταραχή. Διότι αμέσως όλος ο στρατός ενόμισεν ότι ο βασιλεύς θα επιπέση εναντίον του, εις μεγάλην ευρισκομένου αταξίαν.
Και ο Κύρος, αφού επήδησε από το άρμα, ενεδύθη τον θώρακα και, αφού ανέβη εις τον ίππον του, έλαβεν εις χείρας τα παλτά (όπλα. Δηλ. την λόγχην και το ακόντιον) και εις όλους τους άλλους παρήγγελλε να εξοπλίζωνται, έκαστος δε να τοποθετήται εις το τάγμα του.
Τότε λοιπόν όλοι, υπακούοντες εις τας παραγγελίας του αυτάς, με μεγάλην ταχύτητα ελάμβανον τας θέσεις των, ο μεν Κλέαρχος πλησίον του Ευφράτου ποταμού, ταχθείς εις τα δεξιά του υπ' αυτόν στρατού, ο δε Πρόξενος πλησίον του Κλεάρχου, και οι άλλοι, μετά τον Πρόξενον, ο δε Μένων και ο στρατός του κατέλαβε το αριστερόν κέρας του όλου Ελληνικού στρατεύματος.
Εκ δε του Περσικού στρατού, Παφλαγόνες μεν ιππείς, περί τους χιλίους, παρετάχθησαν πλησίον του Κλεάρχου, εις τα δεξιά του, μετά τούτων δε και οι Έλληνες πελτασταί. Εις δε το αριστερόν ο ύπαρχος του Κύρου Αριαίος και οι λοιποί Πέρσαι.
Ο δε Κύρος και οι ιππείς του, περί τους εξακοσίους, [εις το μέσον], ωπλισμένοι όλοι, εκτός του Κύρου, με θώρακας και παραμηρίδια (9) και κράνη. Ο Κύρος όμως, μαχόμενος, είχε σχεδόν γυμνήν την κεφαλήν [λέγεται δε ότι και άλλοι Πέρσαι διεκινδύνευαν μαζή του, χωρίς κράνος πολεμούντες].
Ολόκληρον δε το ιππικόν του Κύρου έφερε προμετωπίδια και προστερνίδια (10) , οι δε ιππείς εκράτουν προς τοις άλλοις και Ελληνικάς μαχαίρας.
Και ήτο λοιπόν ήδη μεσημβρία και ακόμη δεν είχαν φανή οι πολέμιοι. Ότε δε ήρχιζεν η δείλη (να βραδυάζη), εφάνη από μακράν κονιορτός, λευκός ως νέφος, επί πολύν δε χρόνον κατόπιν σαν κάποια ανά την πεδιάδα μαυρίλα εις έκτασιν μεγάλην. Όταν δε έφθασαν πλησιέστερον, τότε ήρχιζε πλέον ν' απαστράπτη εδώ κ' εκεί ο χαλκός και αι λόγχαι και να γίνωνται καταφανή τα τάγματα.
Και επί του αριστερού μεν κέρατος των πολεμίων εφάνησαν ιππείς λευκοθώρακες, των οποίων ελέγετο ότι στρατηγός ήτον ο Τισσαφέρνης. Μετά τούτους ήρχοντο οι φέροντες πλεκτάς από κλάδους ιτέας ασπίδας. Μετ' αυτούς δε οπλίται, φέροντες τοιαύτας εκ ξύλου, αι οποίαι έφθαναν μέχρι των ποδών. Οι τελευταίοι δε ούτοι ελέγετο ότι ήσαν Αιγύπτιοι. Κατόπιν ήρχοντο και άλλοι ιππείς. Κατόπιν και άλλοι τοξόται. Πάντες δε ούτοι επορεύοντο κατά έθνη, έκαστον δε έθνος απετέλει ξεχωριστόν τετράγωνον πλήρες ανθρώπων.
Προηγούντο δε αυτών όλων άρματα εις αραιάς μεταξύ των αποστάσεις, τα ονομαζόμενα δρεπανηφόρα, φέροντα υπό τα καθίσματα των ηνιόχων δρέπανα, εκτεινόμενα εκ των αξόνων προς τα πλάγια, όλα δε προς την γην βλέποντα, ώστε να διαμελίζουν οιονδήποτε συνήντων εις τον δρόμον των. Ο σκοπός των δε ήτο: επερχόμενα κατά των Ελληνικών ταγμάτων, να τα κατακόψουν.
Αλλ' ο Κύρος, όσον αφορά την ην είχε δώση προηγουμένως συμβουλήν, ότε συγκαλέσας τους Έλληνας τους παρεκίνει να μη φοβηθούν διόλου τας βαρβαρικάς κραυγάς, τελείως ηπατήθη. Διότι οι βάρβαροι επλησίαζαν ουχί με κραυγάς, αλλά, εφ' όσον ήτο κατορθωτόν εις τόσω μέγα πλήθος, με ησυχίαν και σιγήν, με το βήμα δε ίσον και αργόν.
Και εν τω μεταξύ τούτω ο Κύρος, διερχόμενος έφιππος με τον διερμηνέα του Πίγρητα και με τρεις ή τέσσαρας άλλους, εφώναζε δυνατά εις τον Κλέαρχον να οδηγήση το στράτευμα προς το κέντρον του εχθρού, διότι εκεί ήτον ο βασιλεύς. «Και εάν νικήσωμεν το κέντρον» είπεν «η νίκη θα είναι υπέρ ημών».
Βλέπων όμως ο Κλέαρχος το μέγα στίφος των ιππέων και ακούων τον Κύρον να λέγη ότι ο βασιλεύς ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων — διότι τόσον πολύ υπερτέρει ο βασιλεύς κατά το πλήθος, ώστε, ενώ κατείχε το κέντρον του στρατού του, ευρίσκετο πέραν του αριστερού κέρατος του Κύρου — ο Κλέαρχος όμως, βλέπων και ακούων ταύτα, δεν ήθελε να αποσπάση από του ποταμού το δεξιόν του κέρας, φοβούμενος μήπως περικυκλωθή και από τα δύο μέρη. Εις δε τον Κύρον απεκρίθη ότι αυτός θα λάβη τα μέτρα του να κανονισθή το πράγμα όπως πρέπει.
Εν τω μεταξύ τούτω ο μεν Περσικός στρατός επροχώρει ομαλώς, ο δε Ελληνικός, εξακολουθών ακόμη να τηρή την θέσιν του, συνετάσσετο δεχόμενος τους προσερχομένους ακόμη εις τας τάξεις του. Και ο Κύρος παρελαύνων ουχί πολύ μακράν του στρατεύματος εθεάτο βλέπων και προς τα δύο μέρη, προς τον στρατόν του και προς τους πολεμίους του.
Ιδών δε αυτόν από του Ελληνικού στρατού Ξενοφών ο Αθηναίος και κατευθύνας τον ίππον του πλαγίως αυτού, διά να τον συναντήση, τον ηρώτα αν ήθελε να παραγγείλη τι. Ούτος δε σταματήσας είπε και διέταξε να αναγγείλη εις όλους ότι και αι προς τους Θεούς θυσίαι και τα σφάγια (όσα εις αυτούς προσεφέρθησαν) ήσαν ευοίωνα.
Ενώ δε έλεγε ταύτα, ήκουσε να διέρχεται τας τάξεις του στρατού θόρυβος και ηρώτα τις και πόθεν προήρχετο ο θόρυβος ούτος. Ο δε Ξενοφών είπεν ότι το σύνθημα δευτέραν ήδη φοράν διαβιβάζεται δι' όλων των τάξεων του στρατού. Ο Κύρος ηπόρησε ποίος το έδωκε πρώτος και ηρώτα οποίον ήτο το σύνθημα. Ο δε Ξενοφών απεκρίθη «Ζευς σωτήρ» και «νίκη».
Ο Κύρος, ακούσας τούτο, είπε: «Μάλιστα! Το δέχομαι ευχαρίστως, εύχομαι δε να πραγματοποιηθή». Ταύτα δε ειπών επέστρεψεν εις την θέσιν του. Και δεν απείχον ακόμη παρά τρία ή τέσσαρα στάδια απ' αλλήλων αι δύο φάλαγγες (η του Κύρου και η του βασιλέως), ότε οι Έλληνες ηκούσθησαν ψάλλοντες θούριον πολεμικόν άσμα, ενώ ήδη ήρχιζαν να βαδίζουν κατά των πολεμίων.
Ενώ δε επορεύοντο ούτω κατ' αυτών, κάποιο μέρος της φάλαγγος εξέσπασε πέραν της γραμμής του ως κύμα, το δε όπισθεν εναπομείναν στράτευμα ήρχισε να τρέχη τότε, διά να το προφθάση. Και ταυτοχρόνως όλοι εκραύγασαν καθ' ον τρόπον κραυγάζουν οι εν ώρα μάχης αλαλάζοντες προς τον Θεόν του πολέμου Άρην, ούτω δε όλοι ομού εν αλαλαγμοίς έτρεχαν. Λέγουν δέ τινες, ότι εκτύπησαν και τα δόρατά των εις τας ασπίδας των, προξενούντες φόβον εις τους ίππους.
Πριν ή δε ακόμη φθάσουν εις απόστασιν βολής τόξου, στρέφουν τα νώτα οι βάρβαροι και φεύγουν. Και λοιπόν τότε τους κατεδίωκον κατά κράτος οι Έλληνες και εφώναζαν προς αλλήλους να μη τρέχουν τόσον (να μη παίρνουν δρόμο), αλλά ν' ακολουθούν κατά πόδας τον εχθρόν.
Εκ των αρμάτων δε τούτου άλλα μεν εφέροντο διά μέσου αυτών των πολεμίων, άλλα δε και διά μέσου των Ελλήνων χωρίς ηνιόχους. Ούτοι δε (οι Έλληνες), οσάκις τα έβλεπαν ερχόμενα, έκαμαν αμέσως τόπον, διά να περάσουν. Ένας δε και μόνος κατελήφθη (ανετράπη) υπό άρματος, καταπλαγείς, όπως κάποτε συμβαίνει από τους τρέχοντας ιππείς εις τα ιπποδρόμια. Και όμως ούτε καν αυτός έπαθε τίποτε, όπως λέγουν, ούτε άλλος κανείς εκ των Ελλήνων, εις την μάχην ταύτην, πλην ένας κατά το αριστερόν κέρας, όστις και μόνος, ως ελέγετο, εκτυπήθη από τόξον.
Ο δε Κύρος, βλέπων να νικά ο Ελληνικός στρατός και να καταδιώκη ούτω τον πολέμιον, ευχαριστημένος πλέον και ανευφημούμενος υπό των περί αυτόν ως βασιλεύς, δεν απεμακρύνθη, εν τούτοις, της θέσεώς του προς καταδίωξίν του, αλλ' έχων περί εαυτόν συγκεντρωμένην την εξ εξακοσίων ιππέων δύναμίν του εφρόντιζε να παρακολουθή τας κινήσεις του βασιλέως. Διότι εγνώριζεν ήδη ότι ούτος κατέχει το κέντρον του Περσικού στρατεύματος.
Επίσης και όλοι οι στρατηγοί των βαρβάρων, οσάκις οδηγούν προς μάχην πολεμικόν στρατόν, κατέχουν έκαστος το κέντρον του, νομίζοντες ότι τοιουτοτρόπως και εν μεγαλειτέρα ασφαλεία είναι, όταν η δύναμίς των υπάρχη εξ ίσου και από τα δύο μέρη, και ότι, εάν ελάμβανον ανάγκην να διατάξουν τι, η διαταγή θα ηκούετο από τον στρατόν εις το ήμισυ του προς τούτο απαιτουμένου χρόνου.
Και ο βασιλεύς λοιπόν τότε, ει και κατείχε το κέντρον του στρατεύματός του, ήτον όμως έξω του αριστερού κέρατος του Κύρου. Επειδή δε κανείς εκ του στρατού του Κύρου δεν εμάχετο κατ' αυτού, ουδέ καν με τους έμπροσθεν αυτού παρατεταγμένους (ιππείς του), έστρεψε το κέρας του στρατού του προς τα εμπρός, διά να περιζώση τον εχθρόν (τους Έλληνας).
Οπότε ο Κύρος, φοβηθείς μήπως ο βασιλεύς εκ των όπισθεν ερχόμενος κατακόψη τον Ελληνικόν στρατόν, τρέχει εναντίον του. Και ορμών με τους εξακοσίους του νικά τους προ του βασιλέως τεταγμένους, τρέπει εις φυγήν τους εξακισχιλίους ιππείς, και, ως λέγεται, αυτός ο ίδιος (με το χέρι του) φονεύει τον στρατηγόν αυτών Αρταγέρσην.
Ευθύς δε ως ετράπησαν εκείνοι εις φυγήν, διασκορπίζονται καθ' όλας τας διευθύνσεις και οι εξακόσιοι του Κύρου, ορμήσαντες προς καταδίωξίν των, εκτός ολίγων, οίτινες έμειναν περί τον Κύρον, σχεδόν μόνοι οι ονομαζόμενοι: ομοτράπεζοι.
Ενώ δ' ευρίσκετο μ' αυτούς, βλέπει αίφνης τον βασιλέα και την περί αυτόν σωματοφυλακήν του. Αμέσως δε μη συγκρατούμενος και ειπών μόνον: ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ εφορμά εναντίον του και τον κτυπά εις το στήθος και τον πληγώνει διά του θώρακος, καθώς βεβαιοί ο ιατρός Κτησίας, όστις και εθεράπευσε το τραύμα του. Ενώ δε ο Κύρος εκτύπα ούτω τον βασιλέα, κάποιος εκ του βασιλικού στρατού ρίπτει εναντίον του ακόντιον με ορμήν υπό τον οφθαλμόν του.
Ενταύθα λοιπόν μαχόμενοι και ο βασιλεύς και ο Κύρος και οι περί αυτούς υπέρ της σωτηρίας εκατέρου των αδελφών εφονεύθησαν εκ μεν των περί τον βασιλέα όσοι υπό του Κτησίου αναφέρονται. Διότι ούτος ήτο πλησίον του. Και αυτός δε ο Κύρος εφονεύθη και οκτώ εκ των περί αυτόν οι καλλίτεροι, ων τα σώματα είχαν πέση (σωριασθή) επί του ιδικού του.
Ο δε Αρταπάτης, ο εκ των σκηπτούχων πιστότατος εις αυτόν θεράπων, λέγεται ότι, μόλις είδε να πίπτη ο Κύρος, επήδησεν από του ίππου του και τον ενηγκαλίσθη.
Και άλλοι μεν λέγουν ότι ο βασιλεύς διέταξέ τινα να τον σφάξη επί του πτώματος του Κύρου, άλλοι δε ότι ηυτοκτόνησεν επ' αυτού, διατρυπήσας εαυτόν διά της λόγχης του. Έφερε δε χρυσήν τοιαύτην και περιδέραιον και βραχιόλια και όλα όσα συνηθίζουν να φέρουν οι ευγενείς Πέρσαι. Διότι ο Κύρος τον είχε περιβάλη με μεγάλας τιμάς διά την προς αυτόν αγάπην και αφοσίωσίν του.
Κεφάλαιον ένατον
Ο μεν λοιπόν Κύρος ούτως απέθανεν. Ανήρ εξ όλων όσοι διεδέχθησαν τον παλαιόν εκείνον Κύρον ικανώτατος εις το βασιλεύειν και αξιώτατος εις το άρχειν, καθώς ομολογείται παρά πάντων όσοι έλαβαν πείραν των πραγμάτων της διοικήσεως του Κύρου.
Διότι πρώτον μεν, ότε ακόμη ήτο παις, εκπαιδευόμενος με τον αδελφόν του και με τους άλλους των μεγιστάνων παίδας, εθεωρείτο παρ' όλων και εις όλα ικανώτατος.
Διότι όλοι οι των καλλιτέρων Περσών παίδες ανατρέφονται εις την αυλήν του βασιλέως. Όπου θα ηδύνατό τις να διδαχθή πολλήν μεν (περί τον βίον) φρόνησιν, ουδέν δε το αισχρόν ούτε να ίδη ούτε ν' ακούση.
Εις την αυλήν, προς τούτοις, και βλέπουν και ακούουν τόσον τους τιμωμένους υπό του βασιλέως, όσον και τους ατιμαζομένους υπ' αυτού. Ώστε από της παιδικής των ακόμη ηλικίας μανθάνουν να άρχουν των άλλων και να άρχωνται.
Εκεί ο Κύρος εφαίνετο ότι ήτον ο ντροπαλώτερος όλων των ομηλίκων του και ότι υπήκουε περισσότερον από τους κατωτέρους του εις τους μεγαλειτέρους αυτού την ηλικίαν. Έπειτα δε ηγάπα πάρα πολύ τους ίππους, γνωρίζων την τέχνην να τους μεταχειρίζεται μετά δεξιότητος. Πάντες δε τον έκριναν και εις τας πολεμικάς ακόμη ασχολίας, εις το να ρίπτη το τόξον και το ακόντιον, ότι και φιλομαθέστατος ήτο και μελετηρότατος.
Όταν δ' έγεινεν έφηβος (εμεγάλωσεν), έδειξε μεγάλην κλίσιν εις το κυνήγιον, εις τας επιθέσεις του δε κατά των θηρίων ήτο λίαν ριψοκίνδυνος. Όταν δέ ποτε ώρμησεν άρκτος εναντίον του, δεν την εφοβήθη, αλλά συμπλακείς μαζή της έπεσε κάτω από τον ίππον. Και όσα μεν υπέστη εκ της συμπλοκής τα εφανέρωναν αι επουλωμέναι έκτοτε πληγαί του. Την εφόνευσεν όμως επί τέλους. Εκείνος δε, όστις πρώτος έτρεξεν εις βοήθειάν του, εμακαρίζετο παρ' όλων κατόπιν διά τα δώρα που έλαβεν.
Αφού δε απεστάλη από τον πατέρα του σατράπης της Λυδίας και της μεγάλης Φρυγίας και της Καππαδοκίας, και απεδείχθη εκεί στρατηγός όλων των στρατευμάτων όσα είχαν διαταγάς να συναθροίζωνται εις την πεδιάδα του Καστωλού, πρώτον μεν εφάνη ότι εξαιρετικήν κατέβαλε φροντίδα να μη ψεύδεται ούτε προς εκείνον με τον οποίον έκαμε σπονδάς ειρήνης ή ανακωχής, ούτε προς εκείνον με τον οποίον ήρχετο εις συμφωνίας δι' οιανδήποτε υπόθεσιν, ούτε προς εκείνον εις τον οποίον υπεσχέθη τι.
Διά τούτο βεβαίως και τον ενεπιστεύοντο όσαι πόλεις εκήρυττον αυτόν επίτροπόν των. Επίσης και όλος ο στρατός. Και εάν τις εγίνετο εχθρός του, ήτο βέβαιος ότι, εις ενδεχομένας περί ειρήνης σπονδάς μετά του Κύρου, δεν θα υφίστατο καμμίαν από αυτόν ενόχλησιν παρά τας σπονδάς.
Και τω όντι, ότε εκήρυξεν άλλοτε τον πόλεμον κατά του Τισσαφέρνους, όλαι αι πόλεις εκουσίως των είχον προτιμήση αντί του Τισσαφέρνους τον Κύρον, εκτός των Μιλησίων. Ούτοι δε εφοβούντο αυτόν, μόνον και μόνον διότι δεν ήθελε να εγκαταλείψη τους φυγάδας (εις την τύχην των).
Διότι και εμπράκτως και διά λόγου εβεβαίωνεν ότι δεν θα ήθελέ ποτε να τους εγκαταλείψη, αφού άπαξ έγινε φίλος των, ούτε εάν ακόμη μείνουν ολιγώτεροι, ούτε εάν ακόμη περισσότερον δυστυχήσουν.
Εφαίνετο δε πάντοτε καταβάλλων προσπαθείας να υπερτερήση πάντα όστις ήθελε τον ωφελήση ή τον βλάψη. Τινές δε εκ των φίλων του διηγούντο περί αυτού κάποτε κάποιαν του ευχήν, ότι δηλαδή είχε ποτε ευχηθή εις τους Θεούς, τόσον μόνον χρόνον να ζήση, έως ότου κατώρθωνε να υπερτερήση εις το ευεργετείν μεν πάντα ευεργετούντα, εις το βλάπτειν δε πάντα κακουργούντα.
Διά τούτο λοιπόν και πλείστοι όσοι εκ των συγχρόνων μας ενεπιστεύθησαν εις αυτόν (άφησαν εις την διάκρισίν του) ως εις τον μόνον άξιον πάσης εμπιστοσύνης άνδρα και τας περιουσίας των και τας πόλεις των και τα σώματά των (την ασφάλειαν της ζωής των). Παρά πάντα ταύτα όμως, δεν θα ηδύνατό τις βέβαια να είπη ότι άφηνε να τον ξεγελούν οι αδικούντες και οι κακούργοι, αλλ' αμειλίκτως πάντας ετιμώρει. Πολλάκις δε έβλεπέ τις εις τας μάλλον πολυσυχνάστους οδούς των πόλεων ανθρώπους στερουμένους και ποδών και χειρών και οφθαλμών. Ούτω λοιπόν εις τας επαρχίας τας διοικουμένας από τον Κύρον ηδύνατο αφόβως να βαδίζη οιοσδήποτε Έλλην ή βάρβαρος, ήρκει μόνον να μην είχε βλάψη ουδένα, να μεταβαίνη δε όπου ήθελε, φέρων μαζή του ό,τι του ήτο δυνατόν ή εύκολον.