← Table of contents
Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Front matter (continued 4)

Demetrios Anastasopoulos translation

»Διά να κλέπτετε δε όσον το δυνατόν καλλίτερα, καταβάλλετε κάθε προσπάθειαν να μη σας εννοούν (ενώ κλέπτετε). Διότι, συμφώνως με τα έχοντα ισχύν νόμου έθιμά σας, εάν τυχόν συλληφθήτε κλέπτοντες, τιμωρείσθε με μαστίγωσιν. Τώρα, λοιπόν, είπερ ποτέ είναι διά σε ευκαιρία να επιδείξης την τέχνην σου αυτήν και να προφυλαχθής, ώστε να μη συλληφθώμεν κλέπτοντες κανέν σημείον του όρους, διά να μη ξυλισθώμεν (διά να μη της φάμε)».

«Αλλ' όμως, είπεν ο Χειρίσοφος, κ' εγώ ακούω περί υμών των Αθηναίων ότι είσθε ικανώτατοι (φοβεροί) περί το κλέπτειν τα δημόσια, αν και ο (της τιμωρίας) κίνδυνος είναι μέγας διά τον κλέπτοντα, και μάλιστα ότι οι ικανώτατοι περί το κλέπτειν είναι και οι καλλίτεροί σας, εάν αληθώς εν Αθήναις κρίνωνται ως άξιοι να διευθύνουν τα δημόσια πράγματα (να διαχειρίζωνται τα δημόσια) οι καλλίτεροι».

«Εγώ μεν, λοιπόν, απήντησεν ο Ξενοφών, είμαι πάντοτε έτοιμος, έχων τους οπισθοφύλακας, να βαδίσω, ευθύς άμα δειπνήσωμεν, προς κατάληψιν του όρους. Έχω δε μαζή μου και οδηγούς. Διότι οι εύζωνοί μου, ενεδρεύοντες, συνέλαβόν τινας εκ των παρακολουθούντων το στράτευμα λωποδυτών (του τόπου). Τούτους ερωτήσας έμαθον ότι δεν είναι άβατον το όρος, αλλ' ότι βόσκεται από βόας και αίγας. Ώστε, όταν άπαξ καταλάβωμεν μέρος τι εξ αυτού, θα το έχωμεν ευδιάβατον (θα μας ήναι τότε ευδιάβατον) και εις τα ζώα μας.

» Ελπίζω δε ότι, όταν μας ίδουν οι πολέμιοι ευρισκομένους επί της κορυφής όπως αυτοί, δεν θα τολμήσουν να παραμείνουν (ανθιστάμενοι). Διότι και τώρα δεν τολμούν, κατερχόμενοι, να παρουσιασθούν ισόπαλοι ημών (να μετρηθούν μαζή μας)».

Ο δε Χειρίσοφος είπε: «Και διά ποίον λόγον πρέπει να βαδίσης συ (προς την κορυφήν), εκθέτων (εις την διάκρισιν του εχθρού) την οπισθοφυλακήν; (48) Άλλους ν' αποστείλης, αν δεν παρουσιασθούν τινες αφ' εαυτών (εκουσίως των) γενναίοι».

Μετά τους λόγους τούτους του Χειρισόφου έρχεται με οπλίτας μεν Αριστώνυμος ο Μεθυδριεύς, μ' ευζώνους δε Αριστέας ο Χίος και Νικόμαχος ο Οιταίος. Οίτινες συνεφώνησαν (με τον Ξενοφώντα και τον Χειρίσοφον), άμα ως καταλάβουν την κορυφήν του όρους, ν' ανάψουν πολλά πυρά επ' αυτού (προς είδησίν των).

Μετά ταύτα εγευμάτισαν. Και μετά το γεύμα επροχώρησεν (επλησίασεν) ο Χειρίσοφος με όλον του το στράτευμα προς τους πολεμίους περί τα δέκα στάδια, επί τω σκοπώ να τους εξαπατήση όσον το δυνατόν περισσότερον, ότι διά της φανεράς αυτής οδού και μόνον θα οδηγήση εναντίον των το στράτευμα.

Αφού δ' εδείπνησαν κ' ενύκτωσεν, όσοι μεν ωρίσθησαν (διά την κατάληψιν) ανεχώρησαν και καταλαμβάνουν (διά μυστικής οδού) το όρος. Οι δε υπόλοιποι έμειναν ενταύθα αναπαυόμενοι. Αλλ' οι πολέμιοι, μόλις ενόησαν ότι το όρος κατελήφθη, ηγρύπνουν και έκαιον πολλά πυρά καθ' όλην την νύκτα.

Άμα δ' εξημέρωσεν, ο μεν Χειρίσοφος, αφού προσέφερε θυσίαν εις τους Θεούς, εβάδισε διά της φανεράς (προς την διάβασιν) οδού κατά των πολεμίων. Οι δε καταλαβόντες ήδη τας κορυφάς του όρους ώρμησαν εναντίον των.

Εκ δε των πολεμίων πάλιν το μεν μεγαλείτερον μέρος έμεινε κατέχον την διάβασιν («υπερβολήν») του όρους, μέρος δε μόνον εξ αυτών εβάδισε κατά των καταλαβόντων τας κορυφάς (Ελλήνων). Πριν ή δ' ακόμη συγκρουσθή το μεγαλήτερον μέρος των πολεμίων προς τον διά της φανεράς οδού επερχόμενον Χειρίσοφον, έρχονται εις σύγκρουσιν επί των κορυφών («κατά τα άκρα») πολέμιοι και Έλληνες και νικούν οι δεύτεροι και τους καταδιώκουν.

Εν τω μεταξύ δε τούτω και εκ των εκ της πεδιάδος επερχομένων Ελλήνων οι μεν πελτασταί επιτίθενται δρομαίοι κατά των παρατεταγμένων (επί της διαβάσεως) πολεμίων, με ταχύ δε βήμα έρχεται κατόπιν των με τους οπλίτας του ο Χειρίσοφος.

Οι δε πολέμιοι, οι επί της διαβάσεως ταύτης (ευρισκόμενοι), (49) αφού είδαν ότι οι επί των κορυφών (με τους Έλληνας) συγκρουσθέντες ενικήθησαν, τρέπονται εις φυγήν. Και εφονεύθησαν μεν ουκ ολίγοι εξ αυτών, πλείσται δε όσαι πλεκταί ασπίδες κατελήφθησαν, τας οποίας κόψαντες με τας μαχαίρας των οι Έλληνες κατέστησαν αχρήστους.

Ευθύς δε άμα ανήλθον όλοι (Χειρίσοφος και πελτασταί και εύζωνοι και οπλίται) επί της (προς την πεδιάδα αγούσης) διαβάσεως, αφού προσέφεραν θυσίαν εις τους Θεούς και έστησαν επ' αυτής (εις ανάμνησιν της νίκης των) τρόπαιον, κατήλθον εις την πεδιάδα και κατεσκήνωσαν εις χωρία, γεμάτα από πολλά αγαθά (τρόφιμα).

Κεφάλαιον έβδομον.

Μετά ταύτα δε επορεύθησαν εις την χώραν των Ταόχων βαδίσαντες σταθμούς πέντε, παρασάγγας τριάκοντα. Και αι τροφαί εσώθησαν. Διότι οι Ταόχοι κατώκουν οχυρά μέρη, εις τα οποία, (απ' όλα τα πέριξ μεταφέροντες), είχαν συσσωρεύση όλας τας τροφάς.

Αφού δ' επλησίασαν εις μέρος, εις το οποίον ούτε πόλις υπήρχεν, ούτε οικία, και εις το οποίον είχαν συναθροισθή (ωχυρωμένοι) και άνδρες και γυναίκες και πολλά κτήνη, ο μεν Χειρίσοφος, ευθύς άμα έφθασε, κατηύθυνε κατ' αυτού την επίθεσίν του. Επειδή δε οι πρώτοι εκ των επιτεθέντων κατεβλήθησαν (απόστασαν), ήλθαν κατόπιν άλλοι και πάλιν άλλοι. Διότι δεν ήτο δυνατόν όλοι μαζή να τους περικυκλώσουν, επειδή το μέρος ήτον ολόγυρα απόκρημνον.

Αφού δε ήλθεν ο Ξενοφών με τους οπισθοφύλακας και τους πελταστάς και τους οπλίτας, τότε ο Χειρίσοφος του λέγει: «Εις καλήν ώραν ήλθατε. Διότι το μέρος αυτό είναι απόλυτος ανάγκη να κυριευθή. Διότι θα στερηθή ο στρατός των τροφίμων του, εάν δεν το καταλάβωμεν (διά πάσης θυσίας)».

Τότε, λοιπόν, από κοινού συνεσκέφθησαν. Και επειδή ο Ξενοφών ηρώτησε: «τι εμποδίζει ίνα εισβάλη τις εις το μέρος τούτο», ο Χειρίσοφος απήντησε: «Καθώς βλέπεις, ένα μόνον μονοπάτι υπάρχει (προς επίθεσιν). Όταν δε αποπειραθή τις να το προσπεράση, κυλίουν άνωθέν του (οι πολέμιοι) από του μεγάλου αυτού βράχου (τον οποίον βλέπεις) λίθους. Εκείνος δε ο οποίος ήθελε κτυπηθή, ιδού τι παθαίνει». Και συγχρόνως του έδειξεν ανθρώπους έχοντας συντετριμμένα και σκέλη και πλευράς. «Όταν δε τελειώσουν τους λίθους, είπεν ο Ξενοφών, υπάρχει τίποτε άλλο, το οποίον να μας εμποδίση να περάσωμεν; Τουναντίον μάλιστα! — δεν βλέπομεν (εκεί επάνω) παρά τους ολίγους αυτούς ανθρώπους, και εξ αυτών δύο ή τρεις μόνον ωπλισμένους.

»Το δε μέρος, το οποίον είναι ανάγκη να διέλθωμεν κτυπώμενοι, έχει, όπως και συ βλέπεις, έκτασιν ενός και ημίσεος μόλις πλέθρου. (50) Εξ αυτού δε (του μέρους) έκτασις ενός πλέθρου είναι δάσος από αραιά μεγάλα πεύκα, όπισθεν των οποίων ιστάμενοι οι άνδρες τι θα ηδύναντο να πάθουν από τους διευθυνομένους ή κυλιομένους εναντίον των λίθους; Ό,τι μένει, λοιπόν, είναι ήμισυ περίπου πλέθρον, το οποίον ταχέως θα διατρέξωμεν, όταν τους ολιγοστέψουν οι λίθοι».

«Αλλά μόλις — είπεν ο Χειρίσοφος — αρχίσωμεν να προχωρούμεν προς το δάσος, αμέσως τότε καταφέρονται πλείστοι όσοι λίθοι εναντίον μας. Αυτό δ' ακριβώς θα ήτο δι' ημάς και το επωφελέστερον. Διότι ταχέως ούτω θα καταναλώσουν τους λίθους. Αλλ' ας βαδίζωμεν (ή Λοιπόν ας βαδίζωμεν) προς εκείνο το μέρος του δάσους, από το οποίον ελάχιστον μόνον διάστημα θα έχωμεν να διατρέξωμεν, εάν ημπορούμεν, και, εξ άλλου, θα οπισθοχωρούμεν ευκολώτερα, εάν θέλωμεν».

Μετά ταύτα επορεύοντο ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών και ο Καλλίμαχος ο Παρράσιος, λοχαγός. Διότι ούτος κατ' εκείνην την ημέραν είχε την αρχηγίαν εφ' όλων των λοχαγών της οπισθοφυλακής — οι δε άλλοι λοχαγοί έμειναν αμετακίνητοι (δεν το κούνησαν) — Με τον Καλλίμαχον, λοιπόν, επροχώρησαν σιγά υπό τα δένδρα έως εβδομήκοντα άνδρες. Και όχι όλοι μαζή, αλλ' ένας-ένας, προφυλαττόμενοι έκαστοι όπως ηδύναντο.

Αγασίας δε ο Στυμφάλιος και Αριστώνυμος ο Μεθυδριεύς, λοχαγοί και αυτοί εκ των οπισθοφυλάκων, και άλλοι ακόμη, εστάθησαν (εκοντοστάθησαν) έξω των δένδρων. Διότι ήτον επικίνδυνον να σταθούν εντός της περιοχής των δένδρων περισσότεροι του ενός λόχου.

Τότε, λοιπόν, ο Καλλίμαχος μηχανάται το εξής: Αρχίζει να προτρέχη δύο-τρία βήματα από του δένδρου, όπισθέν του οποίου ευρίσκετο. Όταν δε ήρχιζαν οι πολέμιοι να τον λιθοβολούν, ευκολώτατα (ταχέως) υπεχώρει και πάλιν υπό το δένδρον. Εις έκαστον δε τρέξιμο του περισσότεραι από δέκα άμαξαι πετρών κατηναλίσκοντο.

Ο δε Αγασίας, καθώς βλέπει τον Καλλίμαχον να τολμά τοιαύτα, και το στράτευμα ολόκληρον να τον παρατηρή, φοβηθείς μήπως δεν φθάση αυτός πρώτος εις το μέρος (όπου ευρίσκοντο οι πολέμιοι), και χωρίς να καλέση εις βοήθειάν του ούτε τον πλησίον του ιστάμενον Αριστώνυμον, ούτε Ευρύλοχον τον Λουσιέα, αμφοτέρους ομοτίμους φίλους του, ούτε άλλον κανένα, προχωρεί μόνος του και προσπερνά όλους (τρέχων προς τα εμπρός).

Αλλ' ο Καλλίμαχος, μόλις τον είδε παρερχόμενον, τον πιάνει από την περιφέρειαν της ασπίδος του και τον σταματά. Εν τω μεταξύ δε τούτω παρατρέχει αυτούς (τους ξεπερνά) Αριστώνυμος ο Μεθυδριεύς και μετά τούτον Ευρύλοχος ο Λουσιεύς. Διότι όλοι αυτοί συνηγωνίζοντο τις να επιδειχθή περισσότερον γενναίος, ανταγωνιζόμενοι ούτω προς αλλήλους. Ούτω δ' ερίζοντες, κυριεύουν επί τέλους το περιμάχητον εκείνο μέρος. Διότι, αφού άπαξ εισέδραμον, καμμία πλέον πέτρα δεν ερρίφθη άνωθεν.

Και ήτο, λοιπόν, εδώ φοβερόν αληθώς το θέαμα! Διότι αι γυναίκες, αφού πρώτα έρριπτον κάτω τα παιδιά των, εκρημνίζοντο κατόπιν και αύται επάνω των, επίσης δε και οι άνδρες. Ενταύθα Αινείας ο Στυμφάλιος, λοχαγός, βλέπων κάποιον τρέχοντα προς τον κρημνόν, έχοντα όμως πολυτελή στολήν, τον πιάνει (τον προφθάνει) έξαφνα, προσπαθών να τον εμποδίση. Ούτος όμως τον σύρει όπισθέν του, ούτω δε, φερόμενοι κατά των πετρών, εξηφανίσθησαν και οι δύο φονευθέντες. Από το μέρος αυτό αιχμάλωτοι μεν πολύ ολίγοι συνελήφθησαν, βόες δε και όνοι και πρόβατα πολλά.

Εντεύθεν επορεύθησαν διά της χώρας των Χαλύβων σταθμούς επτά, παρασάγγας πεντήκοντα. Οι Χάλυβες ούτοι, διά μέσου των οποίων διήλθον, ήσαν πολεμικώτατοι, ήλθαν δε οπωσδήποτε και εις χείρας με τους Έλληνας (συνεπλάκησαν). Εφόρουν δε θώρακας λινούς μέχρι του υπογαστρίου. Αντί δε πτερύγων, (51) είχαν πυκνά σχοινιά στριμμένα από σπάρτα.

Εφόρουν δε και περικνημίδας και κράνη και παρά την ζώνην έφεραν μαχαίριον μακρόν όσον η προς το άκρον επικαμπής Λακωνική μάχαιρα, διά του οποίου έσφαζαν πάντα όστις ήθελε περιέλθη εις την εξουσίαν των (τους αιχμαλώτους των), των οποίων τας κεφαλάς, αφού τας απέκοπτον, εκράτουν ανά χείρας πορευόμενοι, οσάκις δ' έμελλε να τους ίδουν οι εχθροί των, εχόρευαν κ' ετραγουδούσαν μ' αυτάς ενώπιόν των. Εκράτουν δε και δόρυ μήκους δέκα πέντε πήχεων, με μίαν μόνον λόγχην προς τ' άνω.

Ούτοι, λοιπόν, ανέμεναν τους Έλληνας εις τα χωριά των. Αφού δ' επροσπέρασαν εκείνοι, τους ηκολούθουν πάντοτε, πότε με τους Έλληνας και πότε με τους εχθρούς των συμπλεκόμενοι. Κατώκουν δε εις τα πλέον οχυρά μέρη, εις τα οποία είχαν μεταφέρη και όλας τας τροφάς των. Ώστε να μη δυνηθούν οι Έλληνες να λάβουν τίποτε από την χώραν των φαγώσιμον, διά τούτο δε καθ' όλον αυτό το διάστημα της οδοιπορίας των συνετηρούντο με τα αιχμαλωτισθέντα από τους Ταόχους κτήνη.

Κατόπιν οι Έλληνες έφθασαν εις τον Άρπασον ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων πλέθρων. Εντεύθεν επορεύθησαν διά της χώρας των Σκυθηνών σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι, φθάσαντες διά μέσου πεδιάδος εις χωρία, εις τα οποία κατεσκήνωσαν τρεις ημέρας και από τα οποία επρομηθεύθησαν τροφάς.

Εντεύθεν, αφού διήλθον σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσιν, έφθασαν εις πόλιν μεγάλην, κατοικουμένην και πλουσίαν, ονομαζομένην Γυμνιάδα. Εκ της πόλεως αυτής ο της χώρας άρχων αποστέλλει εις τους Έλληνας οδηγόν, διά να τους οδηγήση διά μέσου της εχθρικής του χώρας.

Αφού, λοιπόν, προσήλθεν ούτος, τους υπόσχεται ότι θα τους φέρη εντός πέντε ημερών εις μέρος, από το οποίον θ' αντικρύσουν θάλασσαν. Άλλως τους έλεγε: να τον καταδικάσουν εις θάνατον. Γενόμενος, λοιπόν, οδηγός των, αφού εισέβαλεν εις την εχθρικήν του χώραν, τους παρεκάλει να την κάψουν και να την καταστρέψουν. Του είπαν δε τότε (του εφανέρωσαν) ότι δι' αυτόν τον λόγον μόνον προσήλθεν εις αυτούς, όχι από αγάπην προς τους Έλληνας.

Και φθάνουν την πέμπτην ημέραν εις το όρος, το οποίον ωνομάζετο Θήχης. Μόλις δ' επάτησαν επ' αυτού οι πρώτοι του στρατεύματος και είδαν πέραν, προς το βάθος, την θάλασσαν, έρρηξαν κραυγάς μεγάλας εκ χαράς.

Ακούσας δε ο Ξενοφών και οι οπισθοφύλακες, ενόμισαν ότι και άλλοι εχθροί εμπρός τους επετέθησαν. Διότι τους ηκολούθουν όπισθεν και οι από της καιομένης εχθρικής των Σκυθηνών χώρας πολέμιοι. Εξ αυτών οι οπισθοφύλακες κ' εφόνευσάν τινας και ηχμαλώτισαν, στήσαντες εις αυτούς ενέδραν, και πλεκτάς ασπίδας εκυρίευσαν περί τας είκοσι, κατασκευασμένας από πυκνότριχα ακατέργαστα δέρματα βοών.

Επειδή δε η βοή εγίνετο βαθμηδόν μεγαλητέρα και πλησιεστέρα (προς το όπισθεν ερχόμενον λοιπόν στράτευμα), οι δε συνεχώς κατόπιν επερχόμενοι έτρεχαν δρομαίοι προς τους διαρκώς κραυγάζοντας, ούτω δε η βοή εγίνετο ακόμη μεγαλητέρα, όσον περισσότεροι οι κραυγάζοντες εγίνοντο, υπέθεσεν ο Ξενοφών ότι κάτι τι σπουδαίον θα συμβαίνη, και, αναβάς αμέσως εις τον ίππον του και παραλαβών μαζή του τον Λύκιον και τους ιππείς, έτρεξε ταχέως εις βοήθειάν των.

Και τότε πλέον ευκρινώς ακούουν τους στρατιώτας όλους να φωνάζουν: ΘΑΛΑΣΣΑ! ΘΑΛΑΣΣΑ! και να διαβιβάζουν την κραυγήν αυτήν (αστραπιαίως) ο ένας εις τον άλλον. Τότε πλέον έτρεχαν (προς την κορυφήν) όλοι και οι οπισθοφύλακες, και τα υποζύγια εφέροντο τρέχοντα και οι ίπποι.

Αφού δ' έφθασαν όλοι εις την κορυφήν, τότε (οι στρατιώται) ενηγκαλίσθησαν αλλήλους και στρατηγούς και λοχαγούς δακρύοντες. Και αιφνιδίως, κάποιου εκεί από του ενός εις τον άλλον μεταδώσαντος ακαριαίως το σύνθημα εις όλους, όλοι οι στρατιώται φέρουν λίθους και κατασκευάζουν μέγα εις σχήμα λόφου ύψωμα.

Και επ' αυτού αφιέρωσαν πλήθος βοείων δερμάτων ακατεργάστων και ράβδους (οδοιπορικάς) και όσας πλεκτάς ασπίδας εκυρίευσαν. Ο δε οδηγός, ου μόνον έκοπτεν ο ίδιος εις τεμάχια τας ασπίδας, αλλά και τους άλλους προς τούτο παρεκίνει.

Κατόπιν οι Έλληνες τον αποστέλλουν εις την πατρίδα του, αφού του εδώρησαν όλοι από κοινού ένα ίππον και μίαν φιάλην αργυράν και μίαν Περσικήν ενδυμασίαν και δέκα δαρεικούς. Παρά ταύτα πάντα όμως, επειδή είχεν ιδιαιτέραν επιθυμίαν προς τους δακτυλίους, έλαβε και εξ αυτών πολλούς παρά των στρατιωτών. Αφού δε τους έδειξε κάποιο χωρίον, εις το οποίον να κατασκηνώσουν, και τον δρόμον, τον οποίον θ' ακολουθήσουν βαδίζοντες προς την χώραν των Μακρώνων, αφού πλέον εβράδυασεν, ανεχώρησεν, αρχομένης της νυκτός, εις την πατρίδα του.

Κεφάλαιον όγδοον.

Εντεύθεν επορεύθησαν οι Έλληνες διά της χώρας των Μακρώνων σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα. Την πρώτην δε ημέραν έφθασαν εις τον (Άρπασον) ποταμόν, όστις εχώριζε την χώραν των Μακρώνων από την των Σκυθηνών.

Είχαν δε εκ δεξιών μέρη αγριώτατα και εξ αριστερών άλλον ποταμόν, εις τον οποίον εχύνετο ο χωρίζων τας δύο χώρας, (ον ανέφερα), και τον οποίον ήσαν ηναγκασμένοι να διαβούν. Ήσαν δε αι όχθαι του ποταμού αυτού (του «άλλου») δασώδεις από δένδρα ουχί μεν μεγάλα, αλλά πυκνά. Ταύτα, αφού επλησίασαν οι Έλληνες, ήρχισαν να κόπτουν, σπεύδοντες να εξέλθουν από το μέρος αυτό όσον το δυνατόν ταχύτερον.

Οι δε Μάκρωνες, φέροντες πλεκτάς ασπίδας και λόγχας και τριχίνους χιτώνας, ήσαν παρατεταγμένοι εις την απέναντι της διαβάσεως (του μέρους όθεν θα διέβαιναν οι Έλληνες) όχθην του ποταμού και παρώρμων αλλήλους (προς επίθεσιν) και λίθους εις τον ποταμόν έρριπτον. Διότι δεν έφθαναν μέχρι των Ελλήνων, ούτ' έβλαπτον εξ αυτών κανένα.

Τότε, λοιπόν, (εις την δύσκολον περίστασιν ακριβώς αυτήν) προσέρχεται εις τον Ξενοφώντα στρατιώτης τις εκ των πελταστών, όστις, καθώς έλεγεν, υπηρέτει ως δούλος εν Αθήναις και όστις εβεβαίου ότι εγνώριζε την γλώσσαν των ανθρώπων τούτων. «(Και τόσον καλά μάλιστα), ώστε — προσέθηκε — νομίζω πώς είναι η χώρα των πατρίς μου. (52) Εάν δε δεν εμποδίζη τίποτε, θα ήθελα να συνομιλήσω με αυτούς».

«Αλλ' ουδέν υπάρχει εμπόδιον, του είπεν ο Ξενοφών, δύνασαι δε ελευθέρως να συνομιλήσης και να μάθης πρώτον ποίοι είναι». Ερωτήσαντος δε του στρατιώτου, απήντησαν εκείνοι ότι είναι οι Μάκρωνες. «Ερώτησέ τους, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, τι τους ηνάγκασε να αντιταχθούν εναντίον μας και διατί εκηρύχθησαν εχθροί μας».

Και πάλιν ερωτήσαντος εκείνου, ούτοι απεκρίθησαν: «Διότι και σεις εκστρατεύσατε ως εχθροί κατά της χώρας μας». Εις απάντησίν των διέταξαν οι στρατηγοί να τους βεβαιώση εκ μέρους των «ότι δεν έχουν κανένα απολύτως κακόν σκοπόν εναντίον των, αλλ' ότι, αφού επολέμησαν κατά του βασιλέως, απέρχονται ήδη εις την Ελλάδα και ότι ο πόθος των είναι πλέον να φθάσουν (το ταχύτερον) εις θάλασσαν».

Οι Μάκρωνες δε τους ηρώτων «εάν περί όσων λέγουν θα ηδύναντο να δώσουν εγγύησίν τινα (απόδειξιν)». Οι δ' Έλληνες απήντησαν: «ότι είναι ευχαρίστως έτοιμοι και να δώσουν τοιαύτην και να λάβουν». Κατόπιν τούτων οι μεν Μάκρωνες δίδουν (ως εγγύησιν ειρήνης μεταξύ των) βαρβαρικήν λόγχην εις τους Έλληνας, οι δ' Έλληνες εις εκείνους Ελληνικήν. Διότι διά της τοιαύτης ανταλλαγής των λογχών είπον ότι ομολογείται παρ' αυτοίς η μεταξύ των (περί ειρήνης) πίστις. Και τα δύο δε μέρη επεκαλέσθησαν τους Θεούς ως μάρτυρας της διαμειφθείσης αυτής ομολογίας των.

Μετά την οποίαν ευθύς οι Μάκρωνες έκοπτον μαζή με τους Έλληνας τα δένδρα από την ρίζαν και άνοιγαν διά του δάσους δρόμον, διά να τους διευκολύνουν εις την αντίπεραν όχθην την διάβασιν, με όλους τους στρατιώτας ανακατευόμενοι, και τροφάς παρείχον προς αγοράν, όσας ηδύναντο, και επί τρεις ημέρας τους συνώδευσαν, έως ου τους έφεραν εις τα όρια της Κολχίδος.

Ενταύθα ήτο όρος μέγα, ευδιάβατον δε. Και επί τούτου οι Κόλχοι ήσαν παρατεταγμένοι (έτοιμοι προς επίθεσιν). Και κατ' αρχάς μεν οι Έλληνες αντιπαρετάχθησαν κατά φάλαγγα (κατά μέτωπον), επειδή ούτω εσκέφθησαν να οδηγήσουν τον στρατόν προς το όρος. Έπειτα δε απεφάσισαν οι στρατηγοί, αφού συναθροισθούν, να σκεφθούν πώς θ' αγωνισθούν όσον το δυνατόν καλλίτερα.

Είπε, λοιπόν, ο Ξενοφών «ότι νομίζει φρόνιμον, αφού εγκαταλείψουν το σχέδιον της κατά φάλαγγα παρατάξεως, να παραταχθούν κατ' ορθίους λόχους (53) . Διότι η μεν φάλαγξ θα διασπασθή αμέσως. Επειδή θα εύρωμεν το όρος αλλού μεν έχον καλάς (διά την ανάβασιν) οδούς, αλλού δε όχι. Τούτο δ' ευθύς θα προξενήση αθυμίαν εις τους στρατιώτας, όταν, παρατεταγμένοι ούτω κατά φάλαγγα, ίδουν να διασπάται αύτη.

«Αλλ' εκτός τούτου, εάν μεν βαδίσωμεν παρουσιάζοντες με μέτωπον μεν μικρόν, με βάθος δε μεγαλήτερον την φάλαγγα, θα μείνουν εκατέρωθεν αυτής παραπανιστοί οι πολέμιοι, (54) και εν τοιαύτη περιπτώσει θα χρησιμοποιήσουν τους παραπανιστούς τούτους καθ' ημών, καθ' οιονδήποτε θελήσουν τρόπον. Εάν δε πάλιν βαδίσωμεν συντεταγμένοι με μέτωπον μεν μέγα, με βάθος δε μικρότερον, δεν θα ήναι διόλου απορίας άξιον, αν η φάλαγξ διασπασθή εξ επιθέσεως (κατ' αυτής) πολυαρίθμων ανθρώπων και βελών. Εις οιονδήποτε δε μέρος ταύτης ήθελε γείνη η διάσπασις, το πράγμα θα ήναι δι' όλην την φάλαγγα ολέθριον.

Νομίζω, λοιπόν, ότι, αφού παραταχθώμεν κατ' ορθίους (λόχους) και αφού αφήσωμεν μεταξύ αυτών διάστημα ανάλογον, να καταλάβωμεν με τους λόχους τόσον χώρον, ώστε οι τελευταίοι εξ αυτών να ευρεθούν έξω των εκατέρωθεν κεράτων του εχθρού. Τοιουτοτρόπως δε και οι τελευταίοι λόχοι θα ήναι έξω της φάλαγγος των πολεμίων, και το στράτευμα ούτω κατ' ορθίους (λόχους) οδηγούντες οι καλλίτεροι (των λοχαγών μας), πρώτοι αυτοί εξ όλων και θα πλησιάσουν τον εχθρόν, και εις ο μέρος του όρους ήθελεν είσθαι εύκολος η ανάβασις, δι' αυτού θα οδηγήση και έκαστος των λοχαγών τον λόχον του.

»Και ου μόνον εις τα εν τω μεταξύ διαστήματα των λόχων δεν θα ήναι εύκολον εις τους πολεμίους να εισχωρήσουν, αφού εκατέρωθεν αυτών (των διαστημάτων) θα υπάρχουν λόχοι, αλλά και να διασπάσουν, επίσης δεν θα ήναι εύκολον, λόχον όρθιον (κατά του εχθρού) βαδίζοντα. Και εάν κανείς εκ των λόχων στενοχωρηθή, θα προστρέξη αμέσως εις βοήθειαν του ο πλησίον (του). Και εάν ένας και μόνον εξ αυτών κατορθώση από οιονδήποτε του όρους μέρος ν' αναβή εις την κορυφήν του («άκρον»), δεν υπάρχει φόβος πλέον να παραμείνη εκεί ούτε ένας καν των πολεμίων».

Ταύτα πάντα (όσα ο Ξενοφών είπεν) ενεκρίθησαν, και αμέσως παρετάχθησαν κατ' ορθίους λόχους. Ο δε Ξενοφών, απελθών εις το αριστερόν κέρας εκ του δεξιού, (όπου όλοι οι αξιωματικοί είχαν συνέλθη περί τον Χειρίσοφον προς σύσκεψιν), είπεν εις τους στρατιώτας τα εξής: «Ω άνδρες, αυτοί τους οποίους βλέπετε (εκεί κάτω) είναι οι μόνοι πλέον που μας εμποδίζουν να φθάσωμεν εκεί όπου προ πολλού σπεύδομεν (να φθάσωμεν). Αυτούς, λοιπόν, πρέπει, αν μας ήναι δυνατόν, και ωμούς ακόμη να τους καταφάγωμεν».

Αφού δ' έκαστος των λοχαγών κατέλαβε την θέσιν του και παρέταξε κατ' ορθίους λόχους τον στρατόν, έγειναν λόχοι μεν εξ οπλιτών περί τους ογδοήκοντα, εκάστου λόχου έχοντος περί τους εκατόν άνδρας. Οι δε πελτασταί και οι τοξόται διηρέθησαν εις τρία τμήματα, παραταχθέντες άλλοι μεν έξω του αριστερού κέρατος, άλλοι δε έξω του δεξιού και άλλοι εις το μέσον, έκαστον δε τμήμα απετελείτο από εξακοσίους σχεδόν άνδρας.

Μετά ταύτα οι στρατηγοί διέταξαν από ανωτέρου εις κατώτερον (ιεραρχικώς) όλον τον στρατόν να προσευχηθή εις τους Θεούς. Αφού δε προσηυχήθησαν και επεκαλέσθησαν διά παιάνος (ύμνου εμβατηριακού) την βοήθειάν των, ήρχισαν βαδίζοντες. Και ο μεν Χειρίσοφος και ο Ξενοφών και οι μετ' αυτών πελτασταί εβάδιζαν, αφού εξήλθον της φάλαγγος των πολεμίων εκατέρωθεν (αφού υπερφαλάγγισαν τους πολεμίους και από τα δύο μέρη. Ο μεν Χειρίσοφος εκ δεξιών, ο δε Ξενοφών εξ αριστερών).

Οι δε πολέμιοι, μόλις τους είδαν, τρέχοντες παραλλήλως του μετώπου των Ελλήνων, εκατέρωθεν δε διευθυνόμενοι, οι μεν κατά του δεξιού, οι δε κατά του αριστερού των κέρατος, διεσπάσθησαν ανοίξαντες εν τω μέσω της φάλαγγος αυτών μέγα κενόν.

Οι δε Αρκάδες πελτασταί, των οποίων αρχηγός ήτον Αισχίνης ο Ακαρνάν, άμα τους είδαν ούτω παρεκκλίνοντας (αποσυρομένους), νομίσαντες ότι ετράπησαν εις φυγήν, έτρεξαν προς το όρος ξεφωνήσαντες με όλην των την δύναμιν (από χαράν). Και ήσαν οι πρώτοι ούτοι που ανέβησαν. Συνηκολούθουν δε αυτούς και οι οπλίται Αρκάδες, των οποίων αρχηγός ήτο Κλεάνωρ ο Ορχομένιος.

Οι δε πολέμιοι, αφού άπαξ ήρχισαν να τρέχουν, δεν εστάθησαν πλέον, αλλ' ετράπησαν άλλος εδώ και άλλος εκεί (καθ' όλας τας διευθύνσεις) εις φυγήν. Οι δ' Έλληνες αναβάντες εστρατοπεδεύθησαν εις πολλά χωρία, έχοντα τα προς συντήρησίν των αφθονώτατα.

Και εξ όλων μεν των άλλων, (τα οποία ενταύθα είδαν), ουδέν ιδιαίτερον υπήρχε, διά το οποίον να εκφράσουν θαυμασμόν. Τα σμήνη μόνον των μελισσών ήσαν άπειρα εδώ. Και όσοι εκ των στρατιωτών έφαγαν από τας κηρήθρας των (τας μελόπιτταις) απεμωραίνοντο και εξήμουν (εξερνούοαν) και από διάρροιαν κατελαμβάνοντο (τους 'πήγαινε από κάτω) και κανείς δεν ηδύνατο να σταθή ορθός (στα πόδια του), αλλ' όσοι μεν είχαν φάγη ολίγον ωμοίαζαν με στουππί («σφόδρα») μεθυσμένους, όσοι δε πολύ, άλλοι μεν με μαινομένους, άλλοι δε με νεκρούς.

Ως νεκροί δε ούτω κατέκειντο πολλοί χαμαί σαν να είχαν τραπή εις φυγήν υπό των πολεμίων και ευρίσκοντο ήδη μετ' αυτήν κατάκοποι εκ του καμάτου και του φόβου. (55) Ένεκα τούτου δε επεκράτει εις όλον το στράτευμα αθυμία. Την επομένην όμως, χωρίς κανείς των ν' αποθάνη, ανελάμβαναν όλοι τας φρένας των κατά την αυτήν περίπου ώραν (καθ’ ήν είχαν φάγη τας κηρήθρας). Και άλλοι μεν την τρίτην, άλλοι δε την τετάρτην ημέραν εσηκώνοντο, σαν να είχαν πάρη κανένα δυνατόν φάρμακον (καθάρσιον ή ναρκωτικόν) προηγουμένως.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας επτά και ήλθαν εις την παραθαλασσίαν Τραπεζούντα, πόλιν κατοικουμένην από Έλληνας και κειμένην εις τον Εύξεινον Πόντον, αποικίαν δε των κατοίκων της Σινώπης εις την χώραν των Κόλχων. Ενταύθα έμειναν περί τας τριάκοντα ημέρας, κατασκηνώσαντες εις τα Κολχικά χωρία.

Και εντεύθεν ορμώμενοι (έχοντες ταύτα ως ορμητήριον) ελεηλάτουν την Κολχίδα. Τροφάς δε προς αγοράν παρείχον εις το στρατόπεδον οι Τραπεζούντιοι, οίτινες και εδεξιώθησαν τους Έλληνας και δώρα τους έδωκαν φιλοξενίας, βους και σίτον και οίνον, αφθονώτατα.

Με κάθε τρόπον δε ενήργουν να τους εμπνεύσουν φιλικά αισθήματα και υπέρ των γειτόνων των Κόλχων, των εις την πεδιάδα προ πάντων κατοικούντων, αποτέλεσμα δε των ενεργειών των ήτο να έλθουν και παρ' αυτών εις τους Έλληνας ως δώρα βόες.

Μετά ταύτα δε ήρχισαν να προετοιμάζουν την θυσίαν, την οποίαν είχαν ήδη προ πολλού τάξη ότι θα προσέφερον εις τους Θεούς επί τη σωτηρία των. Προς τούτο δε τους ήλθαν ικανοί βόες, ίνα θυσιασθούν, ως απόδοσις του τάμματος εκείνου, εις τον Δία τον Σωτήρα και εις τον Ηρακλέα, προσφερόμενοι εις αυτούς διά το μέχρις εδώ κατευόδιόν των. Και εν γένει όσα είχαν ήδη τάξη και εις τους άλλους Θεούς προσέφεραν προθύμως. Ετέλεσαν δε και γυμνικούς αγώνας εις το όρος, εις ο μέρος ακριβώς εστρατοπέδευσαν. Εξέλεξαν δε Δρακόντιον τον Σπαρτιάτην, όστις από παιδί είχε φύγη από την πατρίδα του, διότι χωρίς να θέλη είχε φονεύση κάποιον συνομήλικόν του με μαχαίρι, διά να φροντίση περί του μέρους, εις το οποίον θα έτρεχαν οι αγωνιζόμενοι, και διά να αναλάβη εν γένει την προστασίαν των αγώνων.

Αφού δ' έγεινεν η θυσία, τα εκ των σφαγίων δέρματα παρέδωσαν εις τον Δρακόντιον, (διά να χρησιμεύσουν ως βραβεία εις τους νικητάς), και τον διέταξαν να τους οδηγήση εις το μέρος, το οποίον προετοίμασε διά την διεξαγωγήν των αγώνων. Αλλ' ο Δρακόντιος, δείξας ως τοιούτο τον λόφον, όπου έτυχαν ιστάμενοι, είπεν: «Ο λόφος αυτός είναι το καλλίτερον στάδιον, όπου δύναταί τις να τρέχη όπου θέλει». «Αλλά πώς» του απήντησαν «θα ημπορέσουν να παλαίσουν οι αγωνισταί εις μέρος τόσον δασύ και απότομον;». Εκείνος δε απήντησε: «(Τόσω το καλλίτερον). Αφού εκείνος που θα πέφτη χάμω θα . . . δυσαρεστήται (θα πονή) περισσότερον» (!)

Ηγωνίζοντο δε δρόμον μεν απλούν παιδία, των οποίων τα πλείστα ήσαν τέκνα αιχμαλώτων, δρόμον δε μακρόν άνω των εξήκοντα Κρητών διέτρεξαν. Άλλοι δε ηγωνίσθησαν εις την πάλην και την πυγμήν και το παγκράτιον, και ούτω απέβη το θέαμα παρά πολύ ενδιαφέρον. Διότι πολλοί είχαν κατέλθη εις το στάδιον, ίνα αγωνισθούν, και, επειδή (μεταξύ των άλλων) εθεώντο αυτούς κ' εταίραι, πολλή περί την νίκην άμιλλα είχε προκληθή.

Ηγωνίσθησαν δε και ίπποι, οι οποίοι έπρεπεν, αφού τρέξουν επί της κατωφερείας του λόφου, φθάσουν μέχρι της παραλίας κ' εκείθεν υποστρέψουν, να γυρίσουν και πάλιν άνω προς τον λόφον. Και κάτω μεν (επί του σταδίου) ηγωνίζοντο κυλιόμενοι οι αθληταί. Άνω δε, προς το μάλλον ανηφορικόν του όρους μέρους, επροχώρουν οι ίπποι, μόλις δυνάμενοι να βαδίζουν. Οπότε και μεγάλαι κραυγαί και γέλωτες και ξεφωνητά δυνατά προς παρακίνησιν αυτών (καθ' όλον το στάδιον) ηκούοντο.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α' ΤΟΜΟΥ

Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ

Εις την μετάφρασιν αυτήν, δι' ην επιθυμώ πας τις να γνωρίζη ότι η χαρακτηριστικωτέρα της γραμμή είναι η ευσυνειδησία — ένα και αυτή από τα «φιλολογικά θαύματα» του Τόπου μας — εις την μετάφρασιν αυτήν ό,τι κυρίως λέγομεν «παρόραμα» διά τα μη έχοντα καμμίαν σχέσιν με την Ζωήν ή με την μουσικήν ευφωνίαν έργα δεν υπάρχει. Πρόκειται ή περί διορθώσεων μεταφραστικών του συγγραφέως ή περί απαιτήσεων ευφωνικών της φράσεως. Όχι περί τυπογραφικών αβλεψιών, από τας οποίας ελαχίστας θα ηδύνατό τις ν' ανεύρη εις αυτήν, και ταύτας επουσιωδεστάτας.

Έχομεν λοιπόν, πρώτον: παράλειψιν ευφωνικών ν εις λέξεις, ων έπονται άλλαι αρχόμεναι από φωνήεν, ως π. χ. αντί ήτο, ήτον. Έπειτα λέξεις, ας η ομιλία μας, προς το πνεύμα της οποίας, εφ' όσον ήτο δυνατόν εις γλώσσαν συμβατικήν, προσανατολίσθη η μετάφρασις, αλάφρωσε εδώ μεν από αυξήσεις, εκεί δε από αναδιπλασιασμούς, αλλού δε από πολλούς και διαφόρους άλλους πίνους, έπειτα λέξεις, λέγω, ως π. χ. παρασκευασμένος αντί παρεσκευασμένος, ο αναγνώστης οφείλει να μη καταλογίση ως «λάθη».

Αλλ' υπάρχουν και περίοδοι, παράγραφοι, σελίδες πολλαχού ολόκληροι εν τη μεταφράσει, απαιτούσαι κάποιαν αρχαιοπρεπή πνοήν εις την σύνθεσιν ή δαμαζόμενοι από κάποιο διαφυγόν τον συγγραφέα πνεύμα ύφους αρχαΐζοντος. Εις τα μέρη αυτά τα: παρασκευασμένος και τα: χωρίς και τα: λέγουν, διά να υπάρξη ομοιομορφία μεν εις το όλον, συνέπεια δε του όλου προς τα μέρη, μεταβάλλονται εις: παρεσκευασμένος, εις λέγουσιν, εις άνευ κ. λ. π.

Εις άλλα πάλιν μέρη πρόκειται καθαρώς περί υστερογενών διορθώσεων της μεταφράσεως επί το πιστότερον ή το ευφωνότερον. Και εις άλλα τέλος, περί συμπληρώσεων αυτής διά διαφυγουσών τον μεταφραστήν λέξεων ή φράσεων. Και τούτων και εκείνων ελαχίστων.

Με τας όπισθεν, λοιπόν, σημειουμένας διορθώσεις δίδεται η αρτιωτέρα της μεταφράσεως αυτής συμπλήρωσις, δεδομένου ότι ο αναγνώστης — έχων υπ' όψει του και ότι η σημείωσίς μου αυτή αναφέρεται και εις τα ενδεχόμενα «λάθη» του Β' τόμου — οφείλει να διορθώνη προηγουμένως εις το κείμενον, προ πάσης αναγνώσεως αυτού, όσα εις το τέλος εκάστου τόμου επανορθούνται, διά να έχη ούτω πλήρη την εικόνα της, ην εσημείωσα άνω, ευσυνειδησίας εκ της πολυπόνου εργασίας ταύτης, ήτις, με την πεποίθησιν ότι θα χρησιμεύση ως το φρονηματωδέστερον Ελληνικόν ανάγνωσμα, προσφέρεται μετά τιμών εις το Δημόσιον.

Δ Ι Ο Ρ Θ Ω Σ Ε Ι Σ

{Έχουν ληφθεί υπ' όψη και διαγραφεί} Σημ. Παραλείπονται προσθήκαι ή αφαιρέσεις κομμάτων ή άλλων σημείων στίξεως ως επουσιώδεις. Επίσης καί τινες εσφαλμένοι συντάξεις του να ή θα με οριστικήν αντί με υποτακτικήν.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 654.506

Notes in this chapter

Note 1 · Το χωρίον: «Και τι δει σε ιέναι και λιπείν την οπισθοφυλακίαν;» μεταφράζεται κατά λέξιν: «Και τι σε αναγκάζει (ή: Και διατί πρέπει) να μεταβNote 2 · Καθ' ων ήδη επήρχοντο οι πελτασταί και οι περί τον Χειρίσοφον οπλίται.↩Note 3 · Ή: δεν απέχει από μας παρά ενάμισυ μόλις πλέθρον.↩Note 4 · Τα κατώτατα του Θώρακος, απολήγοντα εις δερματίνας λωρίδας, ουχί σπανίως κεκαλυμμένας από ελάσματα μετάλλινα.↩Note 5 · Ή, κατ' άλλην ερμηνείαν: . . . όστις καθώς έλεγεν, είχεν εξαγορασθή ως δούλος εν Αθήναις και όστις εβεβαίου ότι εγνώριζε την γλώσσαν ανθρώπωNote 6 · «Τάσσοντες δηλαδή τους 100 άνδρας του λόχου τον ένα μετά τον άλλον και αφήνοντες διαλείμματα μεταξύ των λόχων». Ίδε «Ξενοφ. Ανάβασιν εκ διορNote 7 · Ή θα καταστούν ισχυρότεροί μας οι πολέμιοι.↩Note 8 · Το κείμενον ελέγει: «ώσπερ τροπής γεγενημένης». Το δε ξάνοιγμα της μεταφράσεώς του οφείλεται εις τον Πανταζίδην.↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings