← Table of contents
Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Front matter (continued 3)

Demetrios Anastasopoulos translation

»Και τότε μεν εφάνητε γενναίοι άνδρες, αγωνιζόμενοι περί της βασιλείας του Κύρου. Τώρα όμως, οπότε ο αγών είναι περί της σωτηρίας σας, οφείλετε βεβαίως και πολύ καλλίτεροι και προθυμότεροι ν' αναδειχθήτε.

»Αλλά και πλέον θαρραλέοι πρέπει να φανήτε τώρα πολεμούντες κατά των πολεμίων. Διότι τότε, μη έχοντες πείραν αυτών, αν και είχατε ακαταμέτρητον ενώπιόν σας πλήθος, εν τούτοις ετολμήσατε με το πατροπαράδοτον εκείνο φρόνημα εις την ψυχήν σας να βαδίσετε εναντίον των. Τώρα όμως, οπότε και πείραν έχετε αυτών, την πείραν ότι θ' αποφύγουν, όσον και αν ήναι πολυπληθέστεροι από σας, να συγκρουσθούν μαζή σας, υπάρχει τι πλέον το οποίον να σας εμπνέη τον προς αυτούς φόβον;

Αλλά ούτε ως μειονέκτημά σας να νομίσετε το γεγονός, ότι οι περί τον Κύρον βάρβαροι, ενώ προτήτερα ήσαν σύμμαχοί μας (με το μέρος μας), μας έχουν εγκαταλείψη πλέον. Διότι ούτοι είναι έτι ανανδρότεροι εκείνων τους οποίους ενικήσαμεν. Και βεβαίως, αφού ηυτομόλησαν προς τους νικηθέντας, εγκαταλείψαντες ημάς τους νικητάς. Είναι δε πολύ προτιμότερον, εκείνοι οίτινες θέλουν να ήναι αρχηγοί φυγής (να δίδουν το σύνθημα της φυγής, να διδάσκουν εις τους άλλους την φυγήν) να τάσσωνται εις το πλευρόν των πολεμίων μας, παρά να τους βλέπωμεν εις τας τάξεις του στρατεύματός μας.

»Εάν δε κανείς εξ υμών λυπήται (στενοχωρείται), διότι στερούμεθα ιππικού, ενώ τουναντίον αφθονούν τοιούτου οι εχθροί μας, ενθυμήθητε ότι δέκα χιλιάδες ιππείς δεν είναι τίποτε άλλο παρά δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Διότι ουδείς ουδέποτε (έως τώρα) απέθανε δηχθείς ή λακτισθείς από ίππον εν ώρα μάχης, ουχί δε οι ίπποι, αλλ' οι άνδρες (οι ιππείς) είναι εκείνοι οίτινες κατορθώνουν παν ό,τι γενναίον συμβαίνει εις τας μάχας.

»Μη δεν ευρισκόμεθα ημείς (μη δεν πολεμούμεν ημείς) επί εδάφους πολύ ασφαλεστέρου εκείνου, επί του οποίου πολεμούσιν οι ιππείς; Και τω όντι. Ούτοι μεν είναι κρεμασμένοι επί των ίππων, φοβούμενοι όχι μόνον ημάς, αλλά και (ενδεχομένην) από των ίππων πτώσιν των. Ημείς δε, βαδίζοντες ασφαλώς επί εδάφους, πολύ μεν ισχυρότερον κτυπώμεν πάντα όστις ήθελε μας πλησιάση, πολύ δε ευστοχώτερον επιτυγχάνομεν οιονδήποτε ηθέλομεν κτυπήση. Κατά έν δε και μόνον δύνανται να μας υπερτερήσουν οι ιππείς: Κατά το ότι πολύ ασφαλέστερον ημών δύνανται να τραπώσιν εις φυγήν.

»Εάν δε, ενώ τας μάχας (τους εκ των μαχών κινδύνους) υπομένετε με θάρρος, στενοχωρήσθε, εξ άλλου, διότι ούτε ο Τισσαφέρνης πλέον δύναται να γείνη οδηγός μας, ούτε ο βασιλεύς να μας παράσχη τροφάς προς αγοράν — σκεφθήτε ποίον εκ των δύο είναι προτιμότερον: να έχωμεν οδηγόν εις την πορείαν μας τον Τισσαφέρνην τούτον, όστις τόσον καταφώρως επεβουλεύθη ημάς ή εκείνους τους οποίους, αιχμαλωτίζοντες καθ' οδόν ημείς, θα ηδυνάμεθα να τους διατάσσωμεν να γείνουν οδηγοί μας, και οίτινες δεν θ' αγνοούν βεβαίως ότι, εάν σφάλουν εις παν ό,τι μας αφορά (εις παν ό,τι αφορά τα συμφέροντά μας), θα πληρώσουν τα σφάλματά των με θάνατον ή με σωματικάς ποινάς;

»Ποίον δ' εκ των δύο είναι επίσης προτιμότερον: ν' αγοράζωμεν τα προς τροφήν μας αναγκαία από αγοράν, την οποίαν θα μας παρείχον οι εχθροί μας, αντί πολλού χρήματος — του οποίου (σημειωθήτω εν παρόδω) και στερούμεθα πλέον, αφού δεν μισθοδοτούμεθα — αγοράζοντες ελαχίστας εξ αυτών ποσότητας, ή ημείς οι ίδιοι δικαιωματικώς να τας προμηθευώμεθα, μεταχειριζόμενοι οιονδήποτε έκαστος εξ ημών ήθελεν εγκρίνη μέτρον;

»Εάν, λοιπόν, έχετε μεν υπ' όψει ότι πάντα ταύτα είναι όντως προτιμότερα, αλλά και νομίζετε ότι οι προ ημών ποταμοί ούτοι είναι αδιάβατοι ή ότι επίτηδες και δολίως οι πολέμιοι μας προσείλκυσαν πέραν ακόμη και του Τίγρητος, σκεφθήτε ότι, προβάντες εις τοιαύτην τινά πράξιν οι βάρβαροι, εσκέφθησαν αληθώς μωρότατα. Διότι όλοι οι ποταμοί, αν και είναι αδιάβατοι πέραν των πηγών των, εις τους πλησιάζοντας προς τας πηγάς των γίνονται διαβατοί, ουδέ καν το γόνυ τούτων βρέχοντες.

»Εάν δε ούτε οι ποταμοί μας επιτρέψουν την επάνοδον (μας αποκλείσουν), ούτε κανείς πλέον οδηγός της προς την πατρώαν οδού εμφανισθή, φρονώ ότι και τότε ακόμη δεν μας είναι επιτετραμμένον να μικροψυχήσωμεν (αποδειλιάσωμεν). Διότι έχομεν υπ' όψει ότι και οι κάτοικοι της Μυσίας, οίτινες θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι δεν ευρίσκονται εις καλλιτέραν από ημάς θέσιν, κατοικούν εντός της επικρατείας του βασιλέως πολλάς και ευδαίμονας και μεγάλας πόλεις παρά την θέλησίν του, ότι δ' επίσης και οι κάτοικοι της Πισιδίας και της Λυκαονίας — τους τελευταίους δε τούτους, ενθυμείσθε ότι και ημείς οι ίδιοι εγνωρίσαμεν — καρπούνται τας χώρας ταύτας (του βασιλέως), αφού κατέλαβον ανά τας πεδιάδας τα πλέον οχυρά και απόκρημνα αυτών μέρη.

»Εγώ τουλάχιστον θα σας έλεγα ότι δεν μας συμφέρει ακόμη να φαινώμεθα εις τους βαρβάρους ότι όντως έχομεν ξεκινήση διά την πατρίδα μας, αλλ' ότι παρασκευαζόμεθα, διά να εγκατασταθώμεν εις κάποιο εδώ τριγύρω μέρος. Διότι γνωρίζω ότι και εις τους κατοίκους της Μυσίας ο βασιλεύς θα εχορήγει πολλούς οδηγούς, ακόμη δε, (προς ασφάλειάν των περί της καλής του πίστεως), ότι θα τους έδιδε και πολλούς αιχμαλώτους ως εγγύησιν της άνευ δόλου απομακρύνσεώς των εκ της χώρας του, ότι δε και δρόμους ευρυτάτους προς χάριν των θα κατεσκεύαζε, τοιούτους ώστε ν' απέλθουν και επί τεθρίππων ακόμη αρμάτων, εάν ήθελαν (19) . Βεβαίως δε και προς χάριν μας γνωρίζω ότι πάντα όσα ανέφερα (διά τους Μυσούς) θα έπραττε με μεγάλην του ευχαρίστησιν, εάν μας έβλεπεν ότι προετοιμαζόμεθα να μείνωμεν (να εγκατασταθώμεν) διά παντός εις την χώραν του.

»Φοβούμαι όμως μήπως, αν άπαξ μάθωμεν να ζώμεν εδώ άνευ εργασίας και να διερχώμεθα τον βίον μας εν αφθονία τροφών και απολαύσεων, με ωραίας δε και ευσώμους γυναίκας και παρθένους των Μήδων και Περσών συναναστρεφώμεθα, φοβούμαι, λέγω, μήπως, καθώς οι λωτοφάγοι εκείνοι, λησμονήσωμεν πλέον διά παντός την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν.

»Νομίζω, λοιπόν, ότι συνεπές και δίκαιον είναι κατά πρώτον λόγον να προσπαθήσωμεν να φθάσωμεν εις την Ελλάδα, εκεί δε να αποδείξωμεν εις την Ελλάδα και τους οικίους μας, ότι εκουσίως των πένονται, αφού ημπορούν όλους εκείνους, οίτινες ζουν εκεί τώρα με στερήσεις, να τους ίδουν, μετά τον ενταύθα αποικισμόν αυτών, ποριζομένους τα προς το ζην εν αφθονία. Αλλ' είναι φανερόν, ω άνδρες, ότι πάντα ταύτα τα αγαθά (όσα μέχρι τούδε ανέφερα) ανήκουν εις τους νικητάς (τους ισχυρούς).

»Λοιπόν, διά να πορευώμεθα όσον το δυνατόν ασφαλέστερον και, εάν παραστή ανάγκη μάχης, διά να πολεμώμεν όσον το δυνατόν γενναιότερον, πρέπει να σας προτείνω ταύτα: πρώτον μεν ότι νομίζω ορθόν (είμαι της γνώμης) να κατακαύσωμεν όσας έχομεν (σκευοφόρους) αμάξας, διά να μη μας ήναι στρατηγοί (διά να μη μας διευθύνουν) κατά την πορείαν μας αι άμαξαι, αλλά να βαδίζωμεν προς οιονδήποτε μέρος μας συμφέρει (ελεύθερα). Μετά τούτο δε, να συγκατακαύσωμεν και τας σκηνάς, αίτινες και κατά την μετακόμισίν των είναι οχληραί και εις ουδέν χρησιμεύουν, ούτε εις το πολεμείν ούτε εις το συγκρατείν τα τρόφιμα.

»Προσέτι δε να εξαφανίσωμεν (καταστρέψωμεν) και εκ των άλλων σκευών τα περιττά, εκτός εκείνων τα οποία φέρομεν μαζή μας χάριν του πολέμου ή προς μεταφοράν των τροφών ή ποτών, και τούτο, διά να ήναι όσον το δυνατόν περισσότεροι οι ωπλισμένοι, όσον το δυνατόν δε ολιγώτεροι οι σκευοφορούντες. Διότι γνωρίζετε καλώς ότι, όταν μεν ηττώμεθα, τα πάντα είναι ξένα. Όταν δε νικώμεν, είμεθα εις θέσιν να μεταχειριζώμεθα και αυτούς ακόμη τους εχθρούς ημών ως σκευοφόρους.

»Αλλά μου υπολείπεται ακόμη να σας είπω κάτι, όπερ νομίζω σπουδαιότατον. Όλοι, βέβαια, γνωρίζετε ότι οι πολέμιοι δεν ετόλμησαν να κηρύξουν καθ' ημών τον πόλεμον πριν ή συλλάβουν τους στρατηγούς μας, φρονούντες ότι, εφ' όσον μεν ζουν οι άρχοντες, πειθαρχούμεν δε προς αυτούς ημείς, ότι ημπορούμεν να κατισχύσωμεν του πολέμου (να νικήσωμεν), ότι όμως μετά την σύλληψίν των θα καταστραφώμεν εκ της εν τω στρατεύματι αναρχίας και αταξίας.

»Πρέπει, λοιπόν, οι μεν ήδη εκλεγέντες στρατηγοί να γείνουν επιμελέστεροι των πρώην (των φονευθέντων), οι δε αρχόμενοι πολύ ευτακτότεροι και μάλλον πειθαρχικοί προς τους στρατηγούς ή πριν.

»Εάν δε διά ψηφίσματος αποφασίσετε: έκαστος στρατιώτης μαζή με τον στρατηγόν (συμπράττων με τον στρατηγόν) να τιμωρή κάθε απειθούντα, τότε έτι περισσότερον θα διαψευσθούν αι (καθ' ημών) προσδοκίαι των εχθρών μας. Ψηφιζομένου τούτου, θα ίδουν ούτοι κατά την σημερινήν ημέραν να παρουσιάζωνται εις τον στρατόν μας αναρίθμητοι αντί ενός Κλέαρχοι, οίτινες δεν θα επιτρέψουν ποτέ εις κανένα να φανή δειλός.

»Αλλ' είναι πλέον ώρα να μεταβώμεν από τους λόγους εις τα έργα. Διότι ίσως εμφανισθούν προ ημών αιφνιδίως οι πολέμιοι. Λοιπόν, εις οιονδήποτε εξ υμών φανούν όσα επρότεινα ορθά, ούτος όσον το δυνατόν ταχύτερον ας τα επικυρώση, ίνα τα ίδωμεν ευθύς και εφαρμοζόμενα. Εάν δε τυχόν υπάρχη και καμμία άλλη γνώμη καλλιτέρα της ιδικής μου, ταύτην ακόμη και εις τον απλούν στρατιώτην επιτρέπεται να προτείνη θαρραλέως. Διότι όλοι εξ ίσου έχομεν ανάγκην σωτηρίας».

Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος, Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος είπεν: «Αλλ' εάν, παρ' όσα επρότεινεν ο Ξενοφών, παρίσταται και άλλου τινός ακόμη ανάγκη, οφείλομεν αμέσως να το εξετάσωμεν. Όσα δε προ ολίγου είπε, φρονώ ότι είναι καλόν να ψηφίσωμεν ως τάχιστα. Όστις, λοιπόν, νομίζει ορθά (εγκρίνει) τα προταθέντα, ας υψώση την χείρα».

Και ταύτην μεν ύψωσαν όλοι ανεξαιρέτως. Ο δε Ξενοφών εγερθείς και πάλιν είπε τα εξής: «Ω άνδρες, ακούσατε όσα, προς τούτοις, νομίζω ακόμη ότι χρειάζονται. Είναι βεβαίως φανερόν εις όλους ότι πρέπει να πορευώμεθα όπου δυνάμεθα να έχωμεν τα προς τροφήν μας αναγκαία. Ακούω δε ότι εις απόστασιν ουχί μεγαλητέραν των είκοσι σταδίων υπάρχουν χωρία πλουσιώτατα (ευφορώτατα).

»Δεν θα μου εφαίνετο, λοιπόν, περίεργον, αν οι πολέμιοι, καθώς οι δειλοί κύνες καταδιώκουν μεν και δαγκάνουν τους πλησιάζοντας αυτούς (τους παρερχομένους προ αυτών), όταν ημπορούν, τρέπονται δε εις φυγήν προ εκείνων οίτινες τους καταδιώκουν, εάν, λέγω, οι πολέμιοι μας ηκολούθουν, απερχομένους, κατά πόδας (μας έπαιρναν το κατόπιν).

»Ίσως, λοιπόν, θα ήμεθα περισσότερον εξησφαλισμένοι, εάν εβαδίζαμεν κατά φάλαγγα τετράπλευρον, εκάστην πλευράν της οποίας να απετέλουν οι οπλίται, διά να φυλάσσωνται ούτω ασφαλέστερον εντός του τετραπλεύρου τούτου τα φέροντα τα σκεύη υποζύγια και ο πολύς όχλος (οι μη μάχιμοι). Εάν, λοιπόν, από τώρα παρίστατο ανάγκη να ορισθή ποίοι πρέπει να ήναι εκείνοι οίτινες θα ηγούνται του τετραπλεύρου αυτού, τασσόμενοι κατά μέτωπον (επί της κατέμπροσθεν αυτού πλευράς), και ποίοι (θα είναι) επί των εκατέρωθεν αυτού (πλευρών), ποίοι δε θ' αποτελούν την οπισθοφυλακήν αυτού, βεβαίως δεν θα έπρεπε να περιμένωμεν να έλθουν πρώτα οι πολέμιοι, διά να σκεφθώμεν περί του πρακτέου (διά ν' αποφασίσωμεν ποίους πρέπει να ορίσωμεν), αλλ' αμέσως τώρα να χρησιμοποιήσωμεν τους προς τον σκοπόν αυτόν ενδεδειγμένους.

»Εάν μεν, λοιπόν, έχη τις υπ' όψει του άλλο τι καλλίτερον των όσων είπα, ας το προτείνη, διά να τεθή εις εφαρμογήν ευθύς. Άλλως θα ηυχόμην γενικός μεν αρχηγός του στρατού, επί της έμπροσθεν πλευράς τασσόμενος, να ωρίζετο ο Χειρίσοφος, και δι' άλλους μεν λόγους, αλλά και διότι τυγχάνει να ήναι Λακεδαιμόνιος. Επιμεληταί δε των εκατέρωθεν πλευρών ας ορισθούν δύο εκ των αρχαιοτέρων στρατηγών. Ως οπισθοφυλακή δε, επί του παρόντος, οι νεώτατοι ημείς, εγώ δηλαδή και ο Τιμασίων.

»Ως προς τα άλλα δε, αφού άπαξ θέσωμεν εις εφαρμογήν την τακτικήν αυτήν, θα σκεφθώμεν πάντοτε παν ό,τι ηθέλαμεν κρίνη ως καλλίτερον. Αλλ' εάν, παρά ταύτα, έχη τις να προτείνη τίποτε άλλο καλλίτερον, ας το είπη». Επειδή όμως ουδείς είχεν εναντίαν γνώμην, είπε: «Πας όστις εξ υμών εγκρίνει όσα επρότεινα, ας υψώση την χείρα». Ούτω δε απεφασίσθησαν και ταύτα.

»Και, λοιπόν, τώρα» είπεν ο Ξενοφών «απερχόμενοι ας πράξωμεν (ας θέσωμεν εις εφαρμογήν) τα αποφασισθέντα. Όστις δε από σας τρέφει την επιθυμίαν να επανίδη τους συγγενείς και φίλους του, ας μη λησμονή ότι από τούδε και εις το εξής οφείλει να ήναι γενναίος. Διότι δεν θα ηδύνατο ή μόνον διά της γενναιότητος να εκπληρώση την επιθυμίαν του ταύτην. Όστις επιθυμεί να ζη, ας προσπαθή να ήναι πάντοτε νικητής (των περιστάσεων), έχων υπ' όψει του ότι των μεν νικώντων ίδιον είναι να φονεύουν, των δε ηττωμένων να φονεύωνται. Και εάν δε κανείς εξ υμών επιθυμή να αποκτήση χρήματα, ας προσπαθήση να γείνη κύριος της επιθυμίας του αυτής. Διότι οι νικηταί έχουν πάντοτε την δύναμιν και τα ιδικά των (χρήματα) να σώζουν και τα των ηττημένων να λαμβάνουν (ν' αποκτούν)».

Κεφάλαιον τρίτον.

Αφού ελέχθησαν ταύτα, ηγέρθησαν και, απελθόντες, κατέκαιον τας αμάξας και τας σκηνάς, από τα περιττά δε, κάθε μεν πράγμα χρήσιμον εμοίραζεν ο ένας εις τον άλλον, τα δε άλλα έρριπτον εις το πυρ. Αφού δε έπραξαν ταύτα, ήρχισαν να ετοιμάζουν το γεύμα των. Αλλά, ενώ το ετοίμαζαν, έρχεται ο Μιθραδάτης με τριάκοντα περίπους ιππείς και, προσκαλέσας τους στρατηγούς εις μέρος, από το οποίον ηδύνατο ν' ακούεται παρ' όλων, λέγει εις αυτούς τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες Έλληνες, και εις τον Κύρον ήμην πιστός φίλος, καθώς γνωρίζετε όλοι σας, και τώρα διάκειμαι προς σας ευνοϊκώς. Αλλά, εδώ όπου ευρίσκομαι την στιγμήν αυτήν, πολύ φοβούμαι μήπως με κρίνετε ως ύποπτον διά την προς τον Κύρον φιλίαν μου αυτήν και πίστιν. Ουχ ήττον εγώ, εάν σας έβλεπα να λαμβάνετε κανένα σοβαρόν μέτρον (να σκέπτεσθε σοβαρόν τι) περί της σωτηρίας σας, θα έσπευδα με όλους τους οπαδούς μου προς βοήθειάν σας. Εις εμέ, λοιπόν, ως εις φίλον σας και καλοθελητήν σας και επιθυμούντα μαζή σας να εκστρατεύση ειπέτε τι σκέπτεσθε να πράξετε».

Αφού συνεσκέφθησαν επ' αυτών οι στρατηγοί, κατ' απόφασίν των και επ' ονόματι όλων απήντησε Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος τα εξής: «Απεφασίσαμεν: εάν μεν κανείς δεν μας εμποδίση να επιστρέψωμεν εις την πατρίδα μας, να διερχώμεθα την χώραν όσον δυνάμεθα αβλαβέστατα. Εάν όμως μας παρουσιάση εμπόδια εις τον δρόμον μας, θα τον πολεμούμεν εφ' όσον προχωρούμεν και όσον δυνάμεθα σφοδρότερον».

Μετά τους λόγους τούτους ο Μιθραδάτης προσεπάθει να τους πείση ότι είναι εντελώς αδύνατον να σωθούν (να επιστρέψουν σώοι εις την πατρίδα των) παρά την θέλησιν του βασιλέως. Εις το σημείον ακριβώς αυτό εγίνετο γνωστόν εις τον στρατόν ότι ο Μιθραδάτης είχε σταλή κρυφά προς κατασκόπευσιν. Διότι (συν τοις άλλοις) και κάποιος εκ των οπαδών του Τισσαφέρνους τον παρηκολούθει λαμβάνων περί του στρατού πληροφορίας.

Ως εκ τούτου δε ενόμισαν οι στρατηγοί ότι η καλλιτέρα απόφασις, την οποίαν ηδύναντο να λάβουν, ήτο να κηρύξουν αδιάλλακτον καθ' όλην την γραμμήν τον πόλεμον κατά του εχθρού, εφ' όσον ευρίσκοντο εν χώρα εχθρική. Εις τούτο προέβησαν και διότι οι πολέμιοι πλησιάζοντες διέφθειρον (μετέβαλλον το φρόνημα) των στρατιωτών. Ένα λοχαγόν μάλιστα, Νίκαρχον ονομαζόμενον, εξ Αρκαδίας, παρέσυραν προς το μέρος των (ξελόγιασαν), ώστε ν' αποσκιρτήση με είκοσι περίπου στρατιώτας προς τους πολεμίους εν καιρώ νυκτός.

Μετά ταύτα, γευματίσαντες και διαβάντες τον Ζαπάταν ποταμόν, εβάδιζαν συντεταγμένοι, έχοντες εν μέσω αυτών τα υποζύγια και τον όχλον. Μόλις δε είχαν προχωρήση, ότε και πάλιν εμφανίζεται ο Μιθραδάτης, έχων μαζή του περί τους διακοσίους ιππείς, τοξότας δε και σφενδονήτας τετρακοσίους περίπου, λίαν ελαφρούς και ελευθέρους (περί τας κινήσεις και το βάδισμα). Και επροχώρει μεν ολίγον κατ' ολίγον ως φίλος δήθεν των Ελλήνων. Άμα όμως τους επλησίασαν, αιφνιδίως άλλοι μεν εξ αυτών, ομού ιππείς μετά πεζών, ετόξευαν, άλλοι δε εσφενδόνιζαν, πάντες δε επλήγωναν.

Οι δε οπισθοφύλακες των Ελλήνων εβλάπτοντο μεν (εκτυπώντο μεν), δεν επροξένουν δε καμμίαν βλάβην εις τον πολέμιον. Διότι και οι Κρήτες κοντήτερα των Περσών ετόξευαν, συγχρόνως δε, όντες ωπλισμένοι ελαφρώς, ηναγκάζοντο να πολεμούν προφυλαγμένοι (περιωρισμένοι) εντός του στρατοπέδου των (του τετραπλεύρου εξ οπλιτών πλαισίου των), και οι ακοντισταί κοντήτερα των σφενδονητών ακόντιζαν, ώστε να μη τους φθάνουν διόλου τα ακόντιά των. Ως εκ τούτου ο Ξενοφών ενόμισε καλόν να τους καταδιώξη (να τους κυνηγήση). Και ήρχισαν, λοιπόν, την καταδίωξιν όσοι εκ των οπλιτών και πελταστών έτυχε να ήναι μαζή του εν τη οπισθοφυλακή.

Καταδιώκοντες όμως δεν συνελάμβαναν κανένα εκ των πολεμίων. Διότι ούτε ιππικόν είχαν οι Έλληνες, ούτε οι πεζοί εξ αυτών ηδύναντο εν μικρώ χώρω να συλλαμβάνουν τους ήδη προ πολλού φεύγοντας πεζούς. Επειδή τους ήτον αδύνατον να καταδιώκουν (τους βαρβάρους) εις μεγάλην από του όλου (Ελληνικού) στρατεύματος απόστασιν.

Οι δε ιππείς των βαρβάρων, ακόμη και φεύγοντες, επλήγωναν τους διώκτας των, τοξεύοντες εις τα όπισθεν αυτών από των ίππων των. Όσον δε κατεδίωκον οι Έλληνες, τόσον έπρεπε να υποχωρούν πάλιν, πολεμούντες. Ώστε καθ' όλην την ημέραν δεν διέτρεξαν περισσότερον των είκοσι πέντε σταδίων, μόλις δε περί το δειλινόν έφθασαν εις τας κώμας.

Ένεκα όλων αυτών κατέλαβε και πάλιν το στράτευμα αθυμία. Ο Χειρίσοφος δε και οι γηραιότεροι των στρατηγών κατηγόρουν τον Ξενοφώντα, διότι, αποσπασθείς της φάλαγγος, ετράπη εις καταδίωξιν του εχθρού, και αυτός ο ίδιος ούτω ριψοκινδυνεύσας και εις τους πολεμίους ουδεμίαν σοβαράν βλάβην προξενήσας.

Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών έλεγεν ότι δικαίως τον κατηγόρουν, άλλως τε και αυτά ταύτα τα αποτελέσματα (της καταδιώξεως) εμαρτύρουν την αλήθειαν των λόγων των. «Αλλ' εγώ, είπεν, ευρέθην ηναγκασμένος να καταδιώξω τον πολέμιον, επειδή σας έβλεπα να ζημιώνεσθε μεν απρακτούντες (διατηρούντες τας εν τη φάλαγγι θέσεις σας), να μην ημπορήτε δε, ουδέ κατ' ελάχιστον, ν' αποδώσετε τα ίσα εις τον εχθρόν.

»Τέλος πάντων, αφού ούτω ευρέθην πλέον εις την ανάγκην να τον καταδιώξω, ομολογώ ότι, ως προς τα κατόπιν γενόμενα, είσθε εν τη αληθεία. Διότι δεν ήμεθα εις θέσιν να βλάψωμεν περισσότερον τον πολέμιον, επιστρέφαμεν δε πάντοτε ζημιωμένοι (εις κακήν κατάστασιν). Ας ευχαριστώμεν, λοιπόν, τους Θεούς, διότι ουχί με μεγάλην δύναμιν, αλλά μ' ελαχίστους μόνον εβάδισα κατά του εχθρού ώστε να μη τον βλάψω μεν επαισθητώς, να ήμαι όμως πλέον εις θέσιν να σας φανερώσω τίνων ακόμη έχομεν ανάγκην (ποίας ακόμη έχομεν ελλείψεις).

Είναι ήδη βέβαιον ότι οι μεν πολέμιοι τοξεύουν και σφενδονίζουν εις τοιαύτην (απ' αυτών) απόστασιν, εις οίαν ούτε οι Κρήτες, αντιτοξεύοντες, δύνανται να φθάσουν, ούτε οι ακοντισταί. Όταν δε τους καταδιώκωμεν, εις μεγάλην μεν απόστασιν από του στρατεύματος μας είναι αδύνατον (δεν μας επιτρέπεται) να τους καταδιώξωμεν, εις μικράν δε, ουδέ ο ταχύτερος (εξ ημών) πεζός θα ηδύνατο διώκων να συλλάβη πεζόν (εκ των πολεμίων), έστω και εις απόστασιν βολής τόξου.

»Εάν, λοιπόν, έχωμεν σκοπόν (θέλωμεν) να τηρώμεν τούτους εις απόστασιν, ώστε να μη δύνανται να μας βλάπτουν πλέον πορευομένους, ανάγκη όσον το δυνατόν ταχύτερον να παρασκευάσωμεν σφενδονήτας και ιππείς. Ακούω δ' ότι ευρίσκονται εις το στράτευμά μας άνδρες, καταγόμενοι εκ Ρόδου, οι περισσότεροι εκ των οποίων, όπως λέγουν, γνωρίζουν να ρίπτουν την σφενδόνην, και των οποίων η βολή φθάνει εις διπλασίαν της των Περσικών σφενδονών απόστασιν. Διότι αύται μεν, επειδή οι Πέρσαι σφενδονίζουν με ογκώδεις λίθους, φθάνουν εις απόστασιν μικράν. Οι δε Ρόδιοι γνωρίζουν να μεταχειρίζωνται ακόμη και τας μολυβδίδας (εκ μολύβδου βλήματα).

»Εάν, λοιπόν, εξετάσωμεν ποίοι εξ αυτών κέκτηνται σφενδόνας, και αμείψωμεν άλλους μεν διά την χρήσιν των, άλλους δε διά τον, ον θα λάβουν, κόπον να πλέξουν άλλας νέας (σφενδόνας), εάν δε και τον θέλοντα να καταταχθή εις τας τάξεις των σφενδονητών, από διάφορα άλλα βάρη (φρουράς ή αγγαρείας) τον ανακουφίσωμεν, ίσως τότε φανούν τινες ικανοί να μας ωφελήσουν (και εις το σφενδονίζειν).

»Αλλ' εκτός τούτου, έχω υπ' όψει μου ότι ευρίσκονται εις τον στρατόν και ίπποι, άλλοι μεν εξ αυτών πλησίον μου, άλλοι δε εγκαταλελειμμένοι από τον Κλέαρχον, και ουκ ολίγοι αιχμαλωτισθέντες, προς μεταφοράν δε χρησιμοποιούμενοι σκευών. Εάν, λοιπόν, αφού συλλέξωμεν όλους αυτούς, τους αντικαταστήσωμεν με (πραγματικά) σκευοφόρα υποζύγια (όνους, ημιόνους κ.λ.π.), τους ίππους δε εις ιππείς μεταβάλωμεν, ίσως και ούτοι συντελέσουν κάπως εις το να ενοχλήσουν τον φεύγοντα εχθρόν».

Και ταύτα πάντα εψηφίσθησαν. Κατά την νύχτα δε ταύτην οι μεν σφενδονήται ανήλθον εις διακοσίους, οι δε ιππείς και ίπποι, αφού εδοκιμάσθησαν την επομένην και ενεκρίθησαν, εις πεντήκοντα. Πάντες δε ούτοι επρομηθεύθησαν δερματίνους θώρακας, ίππαρχος δε όλων ωρίσθη, Λύκιος ο Πολυστράτου, Αθηναίος.

Κεφάλαιον τέταρτον.

Αφού δε έμειναν ενταύθα καθ' όλην ταύτην την ημέραν, επορεύοντο την επιούσαν, περί τα ξημερώματα εγερθέντες. Διότι έπρεπε να διαβούν χαράδραν, δι' ην εφοβούντο μήπως κατά την διάβασιν επετίθεντο κατ' αυτών οι πολέμιοι.

Πράγματι δε, ενώ την διέβαιναν, εμφανίζεται και πάλιν ο Μιθραδάτης, έχων χιλίους μεν ιππείς, σφενδονήτας δε και τοξότας έως τέσσαρας χιλιάδας. Διότι τόσους εζήτησε και έλαβεν από τον Τισσαφέρνην, υποσχεθείς εις αυτόν ότι, αν τους λάβη, θα του παραδώση τους Έλληνας, υπερηφανευτείς δ' ότι κατά την προσβολήν της προτεραίας, αν και είχε μαζή του τόσον ολίγους, αυτός μεν τίποτε δεν έπαθε, πλείστας δ' όσας ζημίας εφαντάζετο ότι επροξένησεν εις τους αντιπάλους του.

Ότε δε οι Έλληνες, διαβάντες πλέον την χαράδραν, απείχον αυτής περί τα οκτώ στάδια, ήρχισε να την διαβαίνη και ο Μιθραδάτης με όλην του την δύναμιν. Τότε (από τους Έλληνας στρατηγούς) ειδοποιήθησαν ίνα ήναι έτοιμοι) εκείνοι εκ των πελταστών και οπλιτών του Ελληνικού στρατού, οίτινες ήσαν επιτηδειότεροι εις το καταδιώκειν, επίσης δε επροτρέποντο και οι ιππείς να καταδιώκουν τον εχθρόν με θάρρος, έχοντες υπ' όψει ότι ακολουθούνται (διώκονται) από ισχυράν εχθρικήν δύναμιν.

Είχε πλέον αρκετά πλησιάση ο Μιθραδάτης (τους κατέφθανεν ήδη ο Μιθραδάτης), τοξεύματα δε και σφενδονισμοί έφθαναν ήδη μέχρι των Ελλήνων, όταν εκ του Ελληνικού στρατού εδόθη το σημείον της επιθέσεως διά της σάλπιγγος, κ' ευθύς αμέσως τότε έτρεχαν προς την αυτήν διεύθυνσιν όλοι όσοι είχαν ήδη προειδοποιηθή, μαζή μ' αυτούς δ' εξώρμων (προς όλα τα σημεία) και οι ιππείς. Αλλ' οι βάρβαροι δεν αντέσχον εις την καταδίωξιν και, υποστρέψαντες, ετράπησαν εις φυγήν προς την χαράδραν.

Εις τούτον, λοιπόν, τον διωγμόν εκ μεν των βαρβάρων πεζών εφονεύθησαν πολλοί, εκ δε των ιππέων συνελήφθησαν ζωντανοί (αιχμάλωτοι) εν τη χαράδρα περί τους δέκα οκτώ. Των δε φονευθέντων εξ αυτών απέκοψαν τα μέλη οι Έλληνες αυθόρμητοι, διά να παρουσιάσουν ούτω εις τους πολεμίους όσον το δυνατόν φοβερώτερον θέαμα.

Και οι μεν πολέμιοι τοιαύτην τύχην λαβόντες απήλθον. Οι δε Έλληνες ασφαλώς πλέον πορευόμενοι κατά το υπόλοιπον διάστημα της ημέρας έφθασαν εις τον Τίγρητα ποταμόν.

Ενταύθα ήτο πόλις μεγάλη, εγκαταλελειμμένη υπό των κατοίκων, ονομαζομένη δε Λάρισα, την οποίαν κατώκουν το πάλαι οι Μήδοι. Του τείχους της πόλεως ταύτης το μεν πλάτος ήτον είκοσι πέντε πόδες, το δε ύψος εκατόν. Είχε δε περίμετρον δύο παρασάγγας. Και ήτον εκτισμένον όλον με οπτάς πλίνθους (τούβλα), έχον την βάσιν λιθίνην, ύψους είκοσι ποδών.

Την πόλιν αυτήν πολιορκών ο βασιλεύς των Περσών, ότε παρά των Μήδων ελάμβαναν την αρχήν οι Πέρσαι, κατ' ουδένα τρόπον ηδύνατο να την κυριεύση. Χάρις όμως εις έκλειψίν τινα τότε του Ηλίου, καθ’ ήν εσκιάσθη υπό νεφέλης ούτος (20) , μέχρι τοιούτου σημείου εσκοτείνιασεν η πόλις, ώστε καθ' ολοκληρίαν εγκατέλειψαν αυτήν οι άνθρωποι (εκ φόβου), ούτω δ' ερημωθείσα εκυριεύθη.

Παρά την πόλιν ταύτην υπήρχε πυραμίς λιθίνη, έχουσα πλάτος μεν ενός πλέθρου, ύψος δε δύο πλέθρων. Επί της πυραμίδος ταύτης φοβηθέντες είχαν καταφύγη εκ των πλησίων χωρίων πολλοί εκ των βαρβάρων.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμόν ένα, παρασάγγας έξ, και φθάνουν εις τείχος έρημον, μέγα, κείμενον πλησίον πόλεως, ονομαζομένης Μέσπιλα, κατοικουμένης δέ ποτε υπό των Μήδων.

Ήτο δε η μεν βάσις του τείχους από πελεκητόν κογχυλιάτην λίθον, (21) έχουσα πλάτος πεντήκοντα ποδών και ύψος πεντήκοντα.

Επί της βάσεως δε ταύτης ήτον οικοδομημένον πλίνθινον τείχος, έχον πλάτος μεν πεντήκοντα ποδών, ύψος δ' εκατόν. Του τείχους δε η περίμετρος ήτον έξ παρασάγγαι. Ενταύθα λέγεται ότι κατέφυγέ ποτε η σύζυγος του βασιλέως Μήδεια, ότε οι Μήδοι έχασαν την αρχήν, καταληφθείσαν υπό των Περσών.

Την πόλιν δε ταύτην πολιορκών ο βασιλεύς των Περσών δεν ηδύνατο να κυριεύση ούτε διά της επί μακρόν χρόνον πολιορκίας, ούτε διά της βίας. Μόνον δε, αφού ο Ζευς κατετρόμαξε διά κεραυνού τους κατοίκους (και τους ηνάγκασε να εγκαταλείψουν την πόλιν), κατωρθώθη η κυρίευσις αυτής.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμόν ένα, παρασάγγας τέσσαρας.

Εις τον σταθμόν δε τούτον ανεφάνη ο Τισσαφέρνης φέρων μαζή του και τους ιππείς με τους οποίους ήλθε και την δύναμιν του Ορόντα του έχοντος (σύζυγον) την θυγατέρα του βασιλέως και τους βαρβάρους με τους οποίους εξεστράτευσεν ο Κύρος και τους βαρβάρους με τους οποίους εβοήθει τον βασιλέα ο (νόθος) αδελφός του και, εκτός τούτων, και όσους ακόμη ο βασιλεύς του έδωκεν, ώστε εφαίνετο ούτω πάρα πολύ το στράτευμα.

Άμα δ' επλησίασεν, άλλα μεν των ταγμάτων του ετοποθέτησεν όπισθεν (του Ελληνικού στρατού), άλλα δε μετέφερεν εις τα πλάγια. Εν τούτοις, ούτε να κάμη έφοδον ετόλμα, ούτε να ριψοκινδυνεύση ήθελε, διέταξε δε μόνον να σφενδονίζουν κατ' αυτού και να τοξεύουν.

Αλλ' αφού, διαταχθέντες, ήρχισαν και οι Ρόδιοι να σφενδονίζουν και οι Κρήτες να τοξεύουν, τότε πλέον ουδείς των Ελλήνων σφενδονητών και τοξοτών ηστόχει του σκοπού του, καθ' οιουδήποτε των πολεμίων και αν έβαλλεν. Ούτε ήτον, άλλως τε, εύκολος η αποτυχία, ακόμη και αν επεθύμει τις να κατορθώση τούτο (ένεκα του μεγάλου πλήθους των βαρβάρων). Ούτω ο Τισσαφέρνης ηναγκάσθη να αποχωρήση, πάρα πολύ ταχέως τεθείς εκτός βολής. Μετ' αυτών δε συναπεχώρησαν και αι άλλαι τάξεις (του στρατού του).

Μετά ταύτα, κατά το υπόλοιπον διάστημα της ημέρας οι μεν (Έλληνες) επορεύοντο, οι δε (Πέρσαι) ηκολούθουν. Και δεν ηδύναντο πλέον να βλάψουν (να ενοχλήσουν) οι βάρβαροι τους Έλληνας ακροβολιστάς (Κρήτας και Ροδίους). Διότι και οι Ρόδιοι εσφενδόνιζαν μακρότερον των Περσών σφενδονητών και οι Κρήτες μακρότερον ετόξευον των Περσών τοξοτών.

Μεγάλα δε ήσαν και τα Περσικά τόξα. (22) Ώστε όσα εκ των Περσικών βελών εκυριεύοντο, εχρησιμοποιούντο από τους Κρήτας, οίτινες μετεχειρίζοντο ούτω βέλη εχθρικά, με τα οποία, ρίπτοντες και επαναρρίπτοντες αυτά προς τάνω, εγυμνάζοντο εις το να τοξεύουν μακράν. Ευρίσκοντο δε και πολλά σχοινία εις τας κώμας και μόλυβδος, χρήσιμα διά τας σφενδόνας.

Και κατά την ημέραν μεν αυτήν, αφού ήδη εστρατοπέδευσαν οι Έλληνες εις χωρία τυχαίως απαντηθέντα εις τον δρόμον των, απεμακρύνθησαν οι βάρβαροι, μειονεκτούντες εκείνων κατά τον ακροβολισμόν. Την δ' επιούσαν διημέρευσαν εκεί οι Έλληνες προμηθευόμενοι τον προς διατροφήν των αναγκαιούντα σίτον. Διότι εξ αυτού υπήρχε πάρα πολύς εις τα χωρία. Την επαύριον δ' επορεύοντο διά μέσου της πεδιάδος, ακολουθούμενοι από τον Τισσαφέρνην ακροβολιζόμενον.

Τότε ενόησαν (οι Έλληνες) ότι το τετράπλευρον εκείνο στρατιωτικόν των σώμα ήτο τακτική δι' αυτούς επιζημία, εις περίπτωσιν καθ’ ήν ακολουθούν πολέμιοι. Διότι ήσαν ηναγκασμένοι οι οπλίται, εάν μεν, ως εκ των συναντωμένων καθ' οδόν ορέων ή γεφυρών ή ως εκ της στενότητος του δρόμου, συμπιέζωνται τα εκατέρωθεν κέρατα του τετραπλεύρου, (23) να στενοχωρούνται και να βαδίζουν με δυσκολίαν και αταξίαν, ούτως ώστε, εν τοιαύτη ανωμαλία διατελούντες, να ήναι εν ώρα ανάγκης δυσκολομεταχείριστοι.

Οσάκις δε πάλιν (ευρυχωρίας επιφανείσης, τα πρότερον συμπιεσθέντα κέρατα) διεχωρίζοντο, παρίστατο ανάγκη τότε οι μέχρις εκείνης της στιγμής συμπιεζόμενοι να χωρίζωνται των εν τω κέντρω οπλιτών, να κενούται ανδρών το μέσον των κεράτων και να περιέρχωνται οι υφιστάμενοι ταύτα (στρατιώται) εις αθυμίαν, ακολουθούντος μάλιστα παρά πόδας του εχθρού.

Και οπόταν ήτον ανάγκη να διαβούν γέφυραν ή άλλην τινά οιανδήποτε δίοδον, έσπευδεν έκαστος προς αυτήν, επιθυμών να φθάση πρώτος. Ως εκ τούτου, λοιπόν, το στράτευμα ήτον ενταύθα λίαν εκτεθειμένον εις τας επιθέσεις των πολεμίων.

Αφού δ' ενόησαν πάντα ταύτα οι στρατηγοί, συνέταξαν (ωργάνωσαν) έξ λόχους, από εκατόν άνδρας έκαστον, και διώρισαν (προς διοίκησίν των) λοχαγούς και άλλους, πεντηκοντάρχους, και άλλους, ενωμοτάρχας. Τούτων δε πορευομένων, οσάκις μεν συνεπιέζοντο αι εκατέρωθεν πλευραί (κέρατα), άλλοι μεν (των λόχων) έμεναν τελευταίοι, ώστε να μην ενοχλούν τα κέρατα (ερχόμενοι όπισθέν των), άλλοι δε προηγούντο αυτών.

Οσάκις δε εχωρίζοντο απ' αλλήλων αι πλευραί του τετραπλεύρου, τότε το εκ του χωρισμού τούτου παρουσιαζόμενον διάστημα επλήρουν (οι λοχαγοί) κατ' ενωμοτίας μεν, εάν ήτο το διάστημα στενώτερον, κατά πεντηκοντάδας δε, εάν ήτο πλατύτερον, κατά λόχους δε, εάν ήτο πλατύτατον (ότε πλέον τα κέρατα επανήρχοντο εις την προτέραν θέσιν των). (24) Ώστε να ήναι πάντοτε πλήρες το εν τω μέσω των πλευρών διάστημα.

Εάν δε και ηναγκάζοντο να διαβούν δίοδόν τινα ή γέφυραν, δεν εταράσσοντο (οι λόχοι), αλλά διέβαιναν έκαστος με την σειράν του. Και οπουδήποτε αλλού της φάλαγγος υπήρχε κενόν τι, αμέσως προσήρχοντο ούτοι (προς συμπλήρωσίν της). Κατ' αυτόν, λοιπόν, τον τρόπον επορεύθησαν σταθμούς τέσσαρας.

Ότε δ' επορεύοντο τον πέμπτον, είδαν κατοικίαν τινά (μεγαλοπρεπή τινα έπαυλιν) και περί αυτήν πολλά χωρία, την δε οδόν, άγουσαν προς το μέρος τούτο διά μέσου υψηλών γηλόφων, οίτινες κατήρχοντο από του όρους, υπό το οποίον υπήρχε το χωρίον (με την μεγαλοπρεπή εκείνην έπαυλιν). Και είδαν μεν, ως ήτον επόμενον, με μεγάλην των ευχαρίστησιν τους λόφους οι Έλληνες, αφού οι επερχόμενοι όπισθεν αυτών πολέμιοι ήσαν ιππείς.

Αλλ' αφού, πορευόμενοι, ανέβησαν από της πεδιάδος εις τον πρώτον γήλοφον, ήρχισαν δε να κατέρχωνται και τούτον, διά ν' ανέβουν τον (αμέσως ερχόμενον) κατόπιν, εμφανίζονται αίφνης επ' αυτού οι βάρβαροι και από τα υψηλότερα σημεία του λόφου επιτίθενται κατά των εν τη κατωφερεία ήδη ευρισκομένων Ελλήνων, τους σφενδονίζουν, τους τοξεύουν με μανίαν, πληγώνουν πλείστους εξ αυτών και τρέπουν εις φυγήν τους ψιλούς (ευζώνους), αναγκάσαντες αυτούς να κλεισθούν εντός του εξ οπλιτών πλαισίου του τετραπλεύρου. Ώστε κατά την ημέραν ταύτην ήσαν εντελώς άχρηστοι τόσον οι σφενδονήται, όσον και οι τοξόται, διότι ευρίσκοντο μαζή με τον εν τω μέσω του πλαισίου όχλον.

Επειδή δε, πιεζόμενοι οι Έλληνες, ηναγκάσθησαν να καταδιώξουν τον εχθρόν, οσάκις μεν οι (εξ αυτών) οπλίται κατώρθωναν με μεγάλην των δυσκολίαν να φθάσουν εις την κορυφήν του όρους, οι πολέμιοι (ιππείς) έφευγαν δρομαίοι. Οσάκις δε πάλιν επέστρεφαν (διά να ενωθούν) προς το απομένον όπισθέν των στράτευμα, (25) επάθαιναν και πάλιν τα ίδια όπως πρότερον (εσφενδονίζοντο κ. λ. π.). Αλλά και επί του δευτέρου λόφου τα αυτά συνέβησαν, ώστε από του τρίτου πλέον απεφάσισαν να μη μετακινηθούν (να μη το κουνήσουν) διόλου, πριν ή μεταφέρουν τους πελταστάς από την δεξιάν πλευράν του τετραπλεύρου προς το υπερκείμενον των λόφων όρος.

Αφού δε, (καταλαβόντες τα υπερκείμενα των λόφων πλευρά του όρους), εδέσποσαν των ακολουθούντων (διωκόντων) αυτούς εχθρών, έπαυσαν πλέον ούτοι να επιτίθενται κατά των καταβαινόντων τους λόφους (Ελλήνων), φοβηθέντες μήπως οι Έλληνες, χωριζόμενοι ούτω (βαθμηδόν), τους περικυκλώσουν και από τα δύο μέρη.

Ούτω κατά το υπόλοιπον της ημέρας πορευόμενοι, άλλοι μεν εκ των Ελλήνων ήρχοντο εις βοήθειαν των βαδιζόντων την επί των γηλόφων οδόν (των μαχομένων επί της διά των γηλόφων αγούσης οδού), άλλοι δε (εις βοήθειαν) των επί του όρους αφιχθέντων, έως ου έφθασαν (όλοι) εις τας επ' αυτού (κειμένας) κώμας, όπου εξέλεξαν οκτώ εκ των εμπείρων περί τας πληγάς (ιατρούς), διότι οι πληγωθέντες ήσαν ουκ ολίγοι.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις και ένεκα των πληγωμένων και διότι είχαν άφθονα τα προς τροφήν αναγκαία, άλευρα, οίνον, άφθονον δε και προωρισμένην διά τους ίππους, εις αποθήκας δε μαζή με άλλας τροφάς αποκειμένην, κριθήν. Όλαι δε αι τροφαί αύται, επί ταυτό συνηγμέναι, ανήκον εις τον σατράπην της χώρας. Την τετάρτην δ' ημέραν καταβαίνουν (από του όρους) εις την πεδιάδα.

Επειδή δε τους κατέφθασεν ο Τισσαφέρνης με τον στρατόν του, τα μέχρι τούδε κατά την πορείαν των παθήματα τους εδίδαξαν αμέσως να κατασκηνώσουν εις το πρώτον που συνήντησαν χωρίον, να παύσουν δε πλέον να πορεύωνται μαχόμενοι. Διότι πολλοί είχαν ήδη τεθή εκτός μάχης, οι πληγωμένοι δηλαδή, οι φέροντες αυτούς και οι αναλαβόντες να φέρουν (κουβαλούν) τα όπλα των φερόντων (τους πληγωμένους).

Αφού δε κατεσκήνωσαν, και ήρχισαν ν' ακροβολίζωνται προς αυτούς οι βάρβαροι, πλησιάζοντες βαθμηδόν προς το χωρίον, ήσαν ήδη οι Έλληνες εις πολύ καλλιτέραν τούτων θέσιν. Διότι υπήρχε μεγάλη διαφορά του να εφορμούν ούτοι εξ εφόδου από κατεχομένην θέσιν, προς απομάκρυνσιν των βαρβάρων, από το να πολεμούν κατά πολεμίων επερχομένων βαδίζοντες.

Όταν δε πάλιν εβράδυασε, ενόμισαν καλόν ν' απέλθουν οι πολέμιοι. Διότι οι βάρβαροι ουδέποτε εστρατοπέδευαν εις απόστασιν από το Ελληνικόν στρατόπεδον μικροτέραν των εξήκοντα σταδίων, (26) φοβούμενοι μήπως επιτεθούν κατ' αυτών οι Έλληνες την νύκτα.

Διότι εις πολλάς ταλαιπωρίας και κόπους υπεβάλλετο εν καιρώ νυκτός το Περσικόν στράτευμα. Τους μεν ίππους των, δηλαδή, έδεναν οι βάρβαροι, οι περισσότεροι δ' εξ αυτών ήσαν δεμένοι διά της πέδης (πεδικλωμένοι) με την φάτνην των, διά να μη φεύγουν, εάν τυχόν ήθελαν λυθή. Εάν δε επροκαλείτο κανείς θόρυβος από τον εχθρόν, έπρεπεν ο Πέρσης ιππεύς να σελλώση πρώτα τον ίππον, κατόπιν να του βάλη τον χαλινόν και κατόπιν, αφού θωρακισθή, ν' ανέβη επί του ίππου. Όλα δε ταύτα ήσαν, βέβαια, δυσκολώτατα, γινόμενα εν ώρα νυκτός και κατόπιν αιφνιδίου εκ των πολεμίων θορύβου. Ένεκα τούτου, λοιπόν, κατεσκήνουν εις μακράν από των Ελλήνων απόστασιν.

Αφού δε ήρχισαν να εννοούν οι Έλληνες ότι οι πολέμιοι ήθελαν ν' αποχωρήσουν, ότι δε μετέδιδον κρυφίως αναμεταξύ των το επί τούτω σχετικόν παράγγελμα, ήρχισεν ο κήρυξ των να κηρύττη ότι πρέπει να συσκευάζωνται προς αναχώρησιν, τώρα μάλιστα που έγεινεν αισθητή η πρόθεσις της αναχωρήσεώς των από τους πολεμίους. Και επί τινα μεν χρόνον επεβράδυναν την πορείαν των οι βάρβαροι, περί την εσπέραν, όμως ανεχώρησαν. Διότι δεν ενόμιζαν ασφαλές και σκόπιμον να βαδίζουν και να φθάνουν εις το στρατόπεδόν των εν καιρώ νυκτός.

Αφού δε εβεβαιώθησαν πλέον οι Έλληνες περί της αναχωρήσεως των βαρβάρων, ανεχώρουν και αυτοί, ζεύξαντες πάλιν τους ίππους και τα υποζύγια εις τα άρματα και τας αμάξας, εβάδισαν δε περί τα εξήκοντα περίπου στάδια. Τοσαύτη δε ήτον η μεταξύ των αντιπάλων στρατευμάτων απόστασις, ώστε ούτε την επομένην ούτε την τρίτην ημέραν ανεφάνησαν πουθενά οι πολέμιοι. Κατά δε την τετάρτην προχωρήσαντες (προτρέξαντες) οι βάρβαροι εν καιρώ νυκτός καταλαμβάνουν θέσιν τινά δεξιά και υψηλότερα του μέρους, από το οποίον επροτίθεντο να διαβούν οι Έλληνες, δηλαδή προεξοχήν τινα όρους, υπό την οποίαν ήτον η άγουσα προς την πεδιάδα οδός.

Αφού δε είδεν ο Χειρίσοφος ότι η προεξοχή αύτη είχεν ήδη καταληφθή υπό των πολεμίων, προσκαλεί από της ουράς του τετραπλεύρου τον Ξενοφώντα και τον διατάσσει, αφού παραλάβη τους πελταστάς, να έλθη εις τα έμπροσθεν αυτού (εις το μέτωπον).

Αλλ' ο Ξενοφών τους μεν πελταστάς δεν έφερε. Διότι έβλεπεν εμφανιζόμενον όπισθεν τον Τισσαφέρνην με όλον του το στράτευμα. Ο ίδιος δε (ο Ξενοφών) πλησιάσας τον Χειρίσοφον τον ηρώτα: «Διά ποίον λόγον με προσκαλείς;». Ούτος δε του απαντά:» Είναι περιττόν να ερωτάς, αφού βλέπεις. Έχει ήδη προκαταληφθή ο υπεράνω του δρόμου, από τον οποίον θα καταβώμεν, λόφος, δεν θα ήναι δε δυνατόν να περάσωμεν, εάν δεν τους αποδιώξωμεν εκείθεν. Αλλά διατί δεν έφερες τους πελταστάς;».

Ο δε Ξενοφών του απήντησεν ότι δεν ενόμισε φρόνιμον να εγκαταλείψη (ν' αφήση έκθετα) τα όπισθεν (νώτα) του στρατού, εις στιγμήν καθ’ ήν εμφανίζονται πολέμιοι όπισθέν του. Παρίσταται όμως ανάγκη (είναι όμως καιρός) — είπε — να σκεφθώμεν πώς ν' αποδιώξωμεν τους βαρβάρους από τον λόφον εκείνον (την προεξοχήν)».

Ενταύθα ο Ξενοφών βλέπων ότι η κορυφή του όρους (εξ ου προεξείχεν ο λόφος ούτος) ήτον υπεράνω αυτού του Ελληνικού στρατεύματος και ότι από της κορυφής ταύτης υπήρχε διάβασις προς τον λόφον, επί του οποίου ήσαν οι πολέμιοι, λέγει: «Κάλλιστον νομίζω, ω Χειρίσοφε, να βαδίσωμεν όσον το δυνατόν ταχύτερον προς την κορυφήν. Διότι, εάν την καταλάβωμεν, δεν θα ημπορέσουν να παραμένουν πλέον οι υπεράνω της οδού παραμονεύοντες πολέμιοι. Αλλά συ, εάν θέλης, μείνε εις το στράτευμα, εγώ όμως έχω ήδη αποφασίση να υπάγω. Εάν, εν τούτοις, νομίσης αναγκαίον (να υπάγης συ), πορεύου, εγώ δε μένω ενταύθα».

«Αλλά σου δίδω το δικαίωμα» είπεν ο Χειρίσοφος «να εκλέξης οιονδήποτε εκ των δύο θέλεις». Αφού δε ο Ξενοφών απήντησεν ότι, ως νεώτερος, προτιμά να πορευθή ο ίδιος, παρακαλεί τον Χειρίσοφον να επιτρέψη να τον ακολουθήσουν άνδρες (παρμένοι) από το μέτωπον. Διότι θα απήτει πολύν χρόνον να λάβη τις τοιούτους από την ουράν.

Και ο Χειρίσοφος, λοιπόν, συναποστέλλει τους από του μετώπου πελταστάς, προς αντικατάστασιν των οποίων παρέλαβεν άλλους εκ των εν τω μέσω του πλαισίου. Διέταξε δε ν' ακολουθήσουν τον Ξενοφώντα και οι τριακόσιοι, τους οποίους αυτός είχε τοποθετήση εις το μέτωπον του πλαισίου, εκ των μάλλον επιλέκτων ανδρών του στρατεύματος.

Εντεύθεν, λοιπόν, εβάδιζαν όσον ηδύναντο ταχύτερον. Οι δε επί του λόφου πολέμιοι, μόλις ενόησαν την προς την κορυφήν (του όρους) πορείαν των Ελλήνων, άμέσως και αυτοί ήρχισαν σφοδρώς να αμιλλώνται ποίος να φθάση εις αυτήν πρωτήτερα.

Και, λοιπόν, ενταύθα πολλή μεν κραυγή (ξεφωνητό) ήτον εκ μέρους του ελληνικού στρατεύματος, πάντων παρακινούντων αλλήλους προς έφοδον, πολλή δ' επίσης κραυγή εκ μέρους των περί τον Τισσαφέρνην, παρορμώντων επίσης αλλήλους προς αντέφοδον.

Ο δε Ξενοφών, παρελαύνων επί του ίππου του, ενεκαρδίωνεν όλους λέγων: «Ω άνδρες, λάβετε υπ' όψιν σας ότι την στιγμήν αυτήν αμιλλάσθε όπως φθάσετε εις την πατρίδα σας (ταχύτερον). Ότι υπέρ των τέκνων σας και των γυναικών σας τώρα αγωνίζεσθε. Ότι, εάν ολίγον μόνον τώρα κοπιάσωμεν, αμαχητί πλέον την επίλοιπον οδόν θα πορευθώμεν».

Σωτηρίδας δε ο Σικυώνιος είπε: «Δεν είμεθα, ω Ξενοφών, εις την αυτήν και οι δύο θέσιν (δεν αγωνιζόμεθα υπό τας αυτάς συνθήκας). Διότι συ μεν φέρεσαι επί ίππου, εγώ δε καταπονούμαι (ταλαιπωρούμαι) φέρων την ασπίδα μου».

Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών πηδά αμέσως από του ίππου του και τον σπρώχνει βιαίως έξω από τας τάξεις των πεζών, και, αφού του αφήρεσε την ασπίδα, εβάδιζε μ' αυτήν όσον ηδύνατο ταχύτερον. Ετύχαινε δε να φορή και τον ιππικόν θώρακα, ώστε ούτω με την ασπίδα εκείνην ανά χείρας εστενοχωρείτο. Και επειδή, ως εκ του βάρους του οπλισμού του, μόλις ηδύνατο ν' ακολουθή τους στρατιώτας του, διέταξεν όσους μεν ήσαν έμπροσθεν να βαδίζουν αργότερα, όσους δ' ήσαν όπισθεν, ν' ακολουθούν αυτούς εκ του πλησίον.

Οι δ' άλλοι στρατιώται κτυπούν και πληγώνουν και λοιδορούν τον Σωτηρίδαν, έως ότου (επί τέλους) τον ηνάγκασαν να λάβη και πάλιν την ασπίδα του και να βαδίζη. Ο δε Ξενοφών, αφού ανέβη επί του ίππου του, εις όσα μεν μέρη ήσαν διαβατά επορεύετο έφιππος, εις όσα δε αδιάβατα, εγκαταλείπων τον ίππον, έσπευδε πεζός. Τέλος οι Έλληνες, παρατρέξαντες ούτω, μετά τοιαύτην άμιλλαν, τους Πέρσας, κατορθώνουν να φθάσουν πρώτοι εις την κορυφήν του όρους.

Κεφάλαιον πέμπτον.

Τότε, λοιπόν, οι μεν βάρβαροι στραφέντες έφευγαν όπου ηδύνατο έκαστος. (27) Ενώ οι Έλληνες είχαν καταλάβη ήδη την ακρωρείαν. Οι δε περί τον Τισσαφέρνην και τον Αριαίον (οι παρακολουθούντες κατόπισθεν τους Έλληνας), τραπέντες άλλην οδόν (προς ανατολάς), εξηφανίσθησαν. Οι περί τον Χειρίσοφον δε, καταβάντες (την εκ της προεξοχής του όρους άγουσαν προς την πεδιάδα οδόν), εστρατοπέδευσαν εις πλουσιώτατον από τρόφιμα χωρίον. Ήσαν δε εις την παρά τον Τίγρητα ποταμόν πεδιάδα ταύτην και άλλα πολλά αφθονούντα εις τροφάς χωρία.

Περί την εσπέραν όμως αίφνης εμφανίζονται εις την πεδιάδα οι πολέμιοι, και κατέσφαξάν τινας εκ των διεσκορπισμένων εν αυτή προς αρπαγήν (πλιατσικολόγημα) Ελλήνων. Όχι ολίγα δε κοπάδια (προβάτων και άλλων βοσκησίμων ζώων), διαβιβαζόμενα (από τους Έλληνας) εις την αντίπεραν του ποταμού όχθην, συνελήφθησαν.

Ενταύθα ο Τισσαφέρνης και οι μετ' αυτού ήρχισαν να καίουν τα χωρία. Ένεκα τούτου δέ τινες εκ των Ελλήνων πολύ εστενοχωρήθησαν, σκεφθέντες ότι, εάν τα κάψουν, δεν θα έχουν πλέον που να προμηθευθούν τα προς τροφήν των αναγκαία.

Και οι μεν περί τον Χειρίσοφον επέστρεψαν από το μέρος, εις το οποίον είχαν προστρέξη προς βοήθειαν των κατασφαζομένων Ελλήνων. Ο δε Ξενοφών, αφού κατέβη και αυτός (από την κορυφήν εκείνην, ην είχε προ ολίγου καταλάβη), διερχόμενος έφιππος τας τάξεις του στρατού, καθ’ ήν στιγμήν ακριβώς επανήρχοντο οι προσδραμόντες εις βοήθειαν Έλληνες, έλεγε τα εξής:

«Βλέπετε, ω άνδρες Έλληνες, ότι οι βάρβαροι αφίνουν πλέον με τρόπον εις ημάς την χώραν των (εις την διάθεσίν μας). Διότι όσα επεδίωκον καθ’ ήν εποχήν συνήπτον μαζή μας τας συνθήκας, να μη καίωμεν δηλαδή (να μη καταστρέφωμεν) την χώραν του βασιλέως, αυτοί οι ίδιοι διαπράττουν τώρα, καίοντες αυτήν σαν να μην ήναι ιδική των. Εάν, εν τούτοις, αφήσουν διά λογαριασμόν των εις κανέν μέρος τρόφιμα, θα ίδουν και ημάς αμέσως να βαδίζωμεν προς το μέρος τούτο.

»Αλλ', ω Χειρίσοφε, είπε, νομίζω καλόν να σπεύσωμεν να υπερασπίσωμεν την χώραν ταύτην κατά των καιόντων, σαν να επρόκειτο να υπερασπίσωμεν χώραν ιδικήν μας». Ο δε Χειρίσοφος απεκρίθη: «Αλλ' εγώ δεν είμαι της αυτής γνώμης, φρονών ότι και ημείς πρέπει ν' αρχίσωμεν να καίωμεν, διά ν' αναγκασθούν ούτω πολύ ταχέως να παύσουν (καίοντες)».

Αφού δ' απήλθον εις τα καταλύματά των, οι μεν άλλοι ησχολούντο περί τα επιτήδεια. (28) Οι δε στρατηγοί και λοχαγοί συνήλθον όλοι επί ταυτό, διά να συσκεφθούν, ευρισκόμενοι εις πολλήν στενοχωρίαν περί του πρακτέου. Διότι αφ' ενός μεν υψούντο (προ αυτών) όρη υπερύψηλα, αφ' ετέρου δε το βάθος του ποταμού ήτο τοσούτον ώστε οι δοκιμάσαντες να το καταμετρήσουν είδαν ότι ούτε αυτά τα δόρατα έφθαναν μέχρι του πυθμένος του.

Ενώ δε εις τοιαύτην ευρίσκοντο στενοχωρίαν, προσελθών κάποιος στρατιώτης, εκ Ρόδου καταγόμενος, είπεν: «Εγώ δύναμαι, ω άνδρες, να σας διαβιβάσω (εις την αντίπεραν όχθην του ποταμού) κατά τετρακισχιλίους οπλίτας, εάν μου χορηγήσετε όσα μου χρειάζονται μέσα, μου δώσετε δε ως αμοιβήν των κόπων μου ένα τάλαντον».

Ερωτώμενος δε: τίνων έχει ανάγκην, απεκρίθη: «Μου χρειάζονται δύο χιλιάδες ασκοί. Προς τούτο δύνανται να μου χρησιμεύσουν πολλά των όσα βλέπω τριγύρω μου πρόβατα και αίγες και βόες και όνοι, άτινα πάντα, αφού εκδαρούν και τα εξ αυτών δέρματα εμφυσηθούν καλώς, δύνανται να μας διευκολύνουν την διάβασιν.

»Θα λάβω δε ανάγκην και των σχοινίων, τα οποία μεταχειρίζεσθε διά τα υποζύγια (τριχιές). Αφού συνδέσω δηλ. μεταξύ των τους ασκούς με τα σχοινία αυτά, και αφού (ούτω συνδεδεμένους) τους κρατήσω επί της επιφανείας του ύδατος ακινήτους διά λίθων, τους οποίους θα κρεμάσω απ' αυτών και θ' αφήσω ως αγκύρας εις τον πυθμένα, και αφού δι' όλου του πλάτους του ποταμού μεταφέρω την ασκογέφυραν ταύτην από της μιας εις την άλλην όχθην, δένων αυτήν και από δυο της άκρα εις τας όχθας του, θα ρίψω επάνω της διάφορα χόρτα και χαμόκλαδα και επ' αυτών κατόπιν θα επισωρεύσω (κουβαλήσω) χώματα.

»Και ότι μεν δεν θα καταβυθισθήτε (επ' αυτών φερόμενοι), θα το ιδήτε αμέσως με τα μάτια σας. Διότι κάθε ασκός δύναται να φέρη βάρος δύο ανδρών χωρίς κανένα φόβον καταδύσεως. Τα χόρτα δε και τα χώματα εντελώς θα εμποδίζουν του να ολισθαίνη (να ξεγλιστρά) τις επ' αυτού».

Εις τους ακούσαντας ταύτα στρατηγούς η μεν γνώμη αύτη του Ροδίου εφάνη ευφυεστάτη, η πραγματοποίησίς της όμως αδύνατος. Διότι εις την αντίπεραν όχθην ευρίσκοντο πολλοί ιππείς εκ των βαρβάρων, οίτινες θα ημπόδιζαν την διάβασιν και οίτινες ευθύς αμέσως εις τους πρώτους, που θ' απετόλμων τοιαύτην τινά ασκογέφυραν, δεν θα επέτρεπαν τίποτε από όσα ανέφερα να γείνη (να πράξουν).

Ενταύθα την μεν επομένην, αφού έκαυσαν τα καταλύματά των, επανεχώρουν οπίσω εις τας ακαύστους κώμας, βαδίζοντες και πάλιν την άγουσαν προς την Βαβυλώνα οδόν. Ώστε οι πολέμιοι έπαυσαν πλέον να τους παρακολουθούν, θεώμενοι αυτούς (εκ του μακρόθεν) και απορούντες προς ποίαν άρα γε διεύθυνσιν θα τραπούν οι Έλληνες και τι σκέπτονται να πράξουν.

Ενταύθα οι μεν άλλοι στρατιώται εφρόντιζαν περί των επιτηδείων. Οι δε στρατηγοί και πάλιν συνήλθον προς σύσκεψιν και, αφού πρώτον συνήθροισαν τους (εκ των εγχωρίων κατά την πορείαν των) αιχμαλωτισθέντας, τους ηρώτων επισταμένως περί όλων των κύκλω των χωρών, οποία τις δηλαδή ήτον εκάστη εξ αυτών.

Ούτοι δε έλεγαν ότι προς νότον μεν η οδός έφερε προς την Βαβυλώνα και την Μηδίαν, από την οποίαν και είχαν έλθη. Προς ανατολάς δε ότι έφερε προς τα Σούσα και τα Εκβάτανα, όπου λέγεται ότι διέρχεται το θέρος και την άνοιξιν ο βασιλεύς. Η δε προς δυσμάς εις τον διαβαίνοντα τον ποταμόν οδός ότι έφερε προς την Λυδίαν και την Ιωνίαν. Η δε τρεπομένη διά μέσου των ορέων και προς βορράν ότι ήγε προς την χώραν των Καρδούχων.

Περί τούτων δε έλεγαν ότι κατοικούν ανά τα όρη και ότι είναι πολεμοχαρής λαός, μη υποτασσάμενος ουδ' εις αυτόν τον βασιλέα. Ότι δε άλλοτε ποτε είχεν εισβάλη εις την χώραν των και βασιλικός στρατός εξ εκατόν είκοσι χιλιάδων (προς υποταγήν των). Εκ των οποίων όμως, ως εκ των δυσκολιών της διαβάσεως, ουδείς εις την πατρίδα του επέστρεψεν. Οπόταν δε εσυνθηκολόγησαν (κατόπιν συνθηκών ειρήνευσαν) με τον εν τη πεδιάδι οικούντα σατράπην των, (έλεγαν) ότι δι' επιγαμιών συνανεμίγησαν αναμεταξύ των, αυτοί προς τους Καρδούχους και οι Καρδούχοι προς αυτούς.

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί εκάθησαν ξεχωριστά (απεσύρθησαν) από τους λέγοντας ότι εγνώριζαν τας προς εκάστην χώραν αγούσας οδούς (αιχμαλώτους οδηγούς των), μη ανακοινούντες τίποτε περί της οδού, την οποίαν έμελλον να βαδίσουν.

Ενόμισαν, λοιπόν, οι στρατηγοί αναγκαίον να εισέλθουν διά των ορέων εις την χώραν των Καρδούχων. Διότι έλεγαν ότι, αφού διήρχοντο την χώραν ταύτην, θα ήσαν εις την φημισμένην και ευδαίμονα Αρμενίαν, την οποίαν διώκει ο (ήδη προ πολλού φθάσας εις αυτήν) Ορόντας. Από την Αρμενίαν δ' έλεγαν ότι είναι πλέον η οδός ευκολοδιάβατος, προς οιονδήποτε μέρος και εάν ήθελέ τις να βαδίση.

Μετά ταύτα προσέφεραν θυσίας εις τους Θεούς, ερωτώντες αυτούς πότε θα ήτον η κατάλληλος ώρα διά να ξεκινήσουν (διά να μάθουν την κατάλληλον της αναχωρήσεως ώραν). Διότι εφοβούντο μήπως προλάβουν και διαβούν πρώτοι οι πολέμιοι τα (Καρδούχια) όρη. Και διέταξαν, αφού δειπνήσουν, να αναπαυθούν όλοι, αφού πρώτον ετοιμάσουν τας αποσκευάς των, εις πρώτην δε διαταγήν των να ήναι αμέσως έτοιμοι διά την πορείαν.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον.

Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν των Μυρίων έγειναν μέχρι της ημέρας της (περί τα Κούναξα) μάχης και όσα μετ' αυτήν συνέβησαν κατά την διαπραγμάτευσιν των συνθηκών, τας οποίας ο βασιλεύς και οι με τον Κύρον αναβάντες Έλληνες συνωμολόγησαν και όσοι πόλεμοι, αφού βασιλεύς και Τισσαφέρνης παρέβησαν τας συνθήκας ταύτας, επολεμήθησαν μεταξύ των Ελλήνων και του ακολουθούντος τούτους Περσικού στρατεύματος — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά εις όσα μέχρι τούδε αφηγήθημεν.

Αφού δε (οι Έλληνες) έφθασαν εις ο μέρος ο μεν Τίγρης ποταμός είναι καθ' ολοκληρίαν αδιάβατος ως εκ του μεγάλου βάθους του και πλάτους, ουδεμία δε υπήρχε διάβασις (πέρασμα), τα δε Καρδούχια όρη, απόκρημνα υπεράνω αυτού του ποταμού εκρέμαντο, απεφάσισαν οι στρατηγοί να πορευθούν διά μέσου των ορέων.

Διότι από τους (καθ' οδόν) συλληφθέντας αιχμαλώτους εμάνθαναν ότι, εάν διέλθουν τα Καρδούχια όρη, θα συναντήσουν εις την Αρμενίαν τας πηγάς του Τίγρητος ποταμού, τας οποίας, εάν μεν θέλουν, δύνανται να διαβούν, εάν δε όχι, δύνανται να παρακάμψουν. Ελέγετο δε ότι και αι πηγαί του Ευφράτου δεν ήσαν και πολύ μακράν των πηγών του Τίγρητος. Τοιαύται δ' εν γένει ήσαν αι πληροφορίαι των μέχρι της στιγμής αυτής (ούτω δ' εν γένει είχον τα πράγματα των Ελλήνων μέχρι της στιγμής αυτής).

Την δε εισβολήν εις την χώραν των Καρδούχων επιχειρούν κατά τον εξής τρόπον, αφ' ενός μεν καταβάλλοντες πάσαν προσπάθειαν όπως διαλάθουν την προσοχήν των εγχωρίων, αφ' ετέρου δε, όπως φθάσουν όσον το δυνατόν ταχύτερο, πριν ή ακόμη προφθάσουν και καταλάβουν τας κορυφάς των ορέων οι πολέμιοι:

Ότε ήσαν περί την τελευταίαν νυκτερινήν φύλαξιν (περί ώραν καθ’ ήν ήλλασσεν η τελευταία της νυκτός φρουρά), υπελείπετο δ' από την νύκτα τόσον μόνον χρονικόν διάστημα, όσον ήρκει διά να διέλθουν εν μέσω ακόμη σκότους την πεδιάδα, τότε, αφού ηγέρθησαν από του ύπνου όλοι διά κατ' ιδίαν (από ανωτέρου εις κατώτερον) διαβιβασθείσης διαταγής, πορευόμενοι φθάνουν με τα ξημερώματα εις το όρος.

Τότε, λοιπόν, ο μεν Χειρίσοφος προηγείτο του στρατεύματος, λαβών το περί εαυτόν στράτευμα και όλους τους ευζώνους υπό την αρχηγίαν του, ο δε Ξενοφών ηκολούθει με τους οπισθοφύλακας οπλίτας, ουδένα έχων εύζωνον. Διότι και ουδείς εφαίνετο να υπάρχη κίνδυνος, μήπως, ενώ προς τάνω εβάδιζαν (ενώ ανέβαιναν τα όρη), τους ηκολούθει εκ των όπισθεν κανείς.

Και, πριν ή ακόμη τον εννοήσουν οι πολέμιοι, ο Χειρίσοφος ανέρχεται εις την κορυφήν. Έπειτα δε εβάδιζε βραδύτερον, ηκολούθει δε πάντοτε όπισθέν του το μεγαλύτερον μέρος του στρατεύματος εις τας ανά τα κοιλώματα και τους μυχούς των ορέων κώμας.

Τότε, λοιπόν, οι μεν Καρδούχοι, εγκαταλείψαντες τας οικίας των, φέροντες δε μαζή των και τους παίδας και τας γυναίκας των, έφευγαν ανά τα όρη. Τα δε τρόφιμα, εάν ήθελαν να λάβουν, ήσαν αφθονώτατα, γεμάται δε και αι οικίαι των από χαλκώματα, από τα οποία, εν τούτοις, ουδέν έλαβαν οι Έλληνες, ουδέ τους ανθρώπους κατεδίωκον, σκοπίμως φειδόμενοι αυτών επί τη ελπίδι ότι θα θελήσουν οπωσδήποτε οι Καρδούχοι να τους επιτρέψουν φιλικήν διάβασιν διά της χώρας των, αφού ήσαν εχθροί του βασιλέως. Εάν που όμως κανείς συνήντα κατά τύχην τρόφιμα, τα κατελάμβανεν. Διότι είχαν μεγάλην έλλειψιν αυτών. Οι δε Καρδούχοι ούτε εις τους προσκαλούντας αυτούς υπήκουον (έδιδαν ακρόασιν) ούτε οιανδήποτε άλλην φιλικήν διάθεσιν εδείκνυον.

Ότε δε κατέβαιναν οι τελευταίοι των Ελλήνων εις τας κώμας από την κορυφήν, εν μέσω πλέον σκότους βαδίζοντες (βραδυάσαντες) — επειδή, διά το είναι την οδόν στενήν, η διά των ορέων ανάβασις και κατάβασις διήρκεσε καθ' όλην την ημέραν — τότε συναθροισθέντες τινές εκ των Καρδούχων επιτίθενται κατά των τελευταίων τούτων και, αν και ήσαν ολίγοι, εφόνευσάν τινας και άλλους με λίθους και τοξεύματα σοβαρώς επλήγωσαν. Διότι εντελώς αιφνιδίως και χωρίς καν ούτε να το φαντάζωνται ενεφανίσθη προ αυτών (επλάκωσεν) ο Ελληνικός στρατός.

Εάν όμως τότε συνηθροίζοντο (προς αντίστασιν) περισσότεροι, θα εκινδύνευεν αφεύκτως να καταστραφή μέγα μέρος του στρατεύματος. Και ταύτην μεν την νύκτα ούτως εις τας κώμας (υπαίθριοι) εξενύκτισαν. Οι δε Καρδούχοι έκαιαν πολλά πυρά γύρω επί των ορέων, ούτω δε φωτιζόμενοι έβλεπαν αλλήλους (πού και πόσοι έκαστοι ευρίσκοντο).

Άμα δ' εξημέρωσε, συνασθροισθέντες οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων απεφάσισαν, έχοντες μόνον τα χρησιμώτερα και ευρωστότερα των υποζυγίων, να βαδίζουν, εγκαταλείποντες τα άλλα, ν' αφήσουν δ' επίσης και όλους τους προ ολίγου μόλις υπό του στρατού συλληφθέντας αιχμαλώτους.

Διότι ως εκ του πλήθους των υποζυγίων και των αιχμαλώτων επεβραδύνετο η πορεία του στρατού, πολλοί δε και απείχον της μάχης έχοντες την επιστασίαν τούτων, ως εκ του μεγάλου δε αριθμού των αιχμαλώτων παρίστατο ανάγκη να προμηθεύωνται διπλασίας ποσότητος τροφάς. Αφού δ' ενεκρίθησαν και ταύτα, εκήρυξαν ανά το στράτευμα να συμμορφωθούν όλοι προς τας διαταγάς των.

Ότε, λοιπόν, γευματίσαντες, ήρχισαν να βαδίζουν, σταθέντες οπίσω (σταματήσαντες ολίγον) εις κάποιο εκεί στενόν οι στρατηγοί, εάν τυχόν εύρισκαν εις κανένα τίποτε εξ εκείνων, τα οποία κατά τας διαταγάς των ώφειλαν να εγκαταλείψουν, του το έπαιρναν, οι δε στρατιώται υπήκουον, άφηναν δε μόνον (χωρίς να του το πάρουν) παν ό,τι τις είχε κλέψη, ως παραδείγματος χάριν κανένα προς απόλαυσιν παιδί ή καμμίαν εκ των καλοκαμωμένων γυναικών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτως επορεύθησαν, άλλοτε μεν (οπωσδήποτε) μαχόμενοι, άλλοτε δε και αναπαυόμενοι.

Την δε επομένην ενσκήπτει βαρύτατος χειμών, ουκ ήττον όμως ήτον απόλυτος ανάγκη να βαδίζουν. Διότι δεν επήρκουν πλέον τα προς συντήρησιν του στρατού τρόφιμα. Και επροπορεύετο μεν ο Χειρίσοφος, ωπισθοφυλάκει δε ο Ξενοφών.

Οι δε πολέμιοι (Καρδούχοι) ισχυρώς επετίθεντο και, επειδή τα μέρη, από τα οποία διήρχοντο, ήσαν στενά (κλεισούρες), ετόξευαν και εσφενδόνουν τους Έλληνας εκ του πλησίον. Ώστε ευρίσκοντο ηναγκασμένοι ούτοι, καταδιώκοντες αυτούς και πάλιν επιστρέφοντες (στας θέσεις των), να βαδίζουν βραδέως. Και συχνάκις ο Ξενοφών προέτρεπε (κρύφα) τον στρατόν να σταματά ολίγον κάθε φορά που οι πολέμιοι ισχυρώς επετίθεντο εναντίον του.

Ενταύθα ο Χειρίσοφος, άλλοτε μεν, ότε (ιεραρχικώς) διεβιβάζετο τοιαύτη κρυφή διαταγή, έμενεν οπίσω (σταματούσε λίγο), τότε όμως ηρνήθη να συμμορφωθή προς τας προτροπάς του Ξενοφώντος, αλλά ταχέως εβάδιζε και κρυφοδιέτασσε να τον ακολουθούν όλοι, ώστε ήτο πλέον εις πάντας φανερόν ότι θα είχε (πάντως) παρουσιασθή κάποια δυσκολία. Εις τον βαδίζοντα δε (παρερχόμενον) δεν εδίδετο καιρός να ίδη το αίτιον της σπουδής αυτής (ταχυπορίας). Ώστε η πορεία εν τη οπισθοφυλακή ωμοίαζε (μάλλον) προς φυγήν.

Και τότε αποθνήσκει ανήρ γενναίος, Λάκων την πατρίδα, ονομαζόμενος Κλεώνυμος, τοξευθείς διά της ασπίδος και του δερματίνου θώρακος εις τας πλευράς, και Βασίας ο Αρκάς, λαβών διαμπερές κτύπημα εις την κεφαλήν.

Άμα δε έφθασαν εις σταθμόν, ευθύς όπως ήτο κ' ευρίσκετο ο Ξενοφών, ελθών εις τον Χειρίσοφον, τον κατηγόρει διατί δεν εσταμάτησεν ολίγον, αλλ' εξ αιτίας του ηναγκάσθησαν να φεύγουν και να μάχωνται συγχρόνως. «Και ιδού τώρα ταποτελέσματα: Δύο καλοί και γενναίοι άνδρες να φονευθούν (αδίκως), χωρίς να ημπορέσωμεν ούτε τους νεκρούς των να λάβωμεν, ούτε να τους θάψωμεν (ως είχομεν καθήκον)».

Εις ταύτα ο Χειρίσοφος απεκρίθη: «Στρέψε το βλέμμα προς τα όρη ταύτα και ιδέ ό,τι όλα είναι αδιάβατα. Μία δε και μόνη είναι ανηφορική οδός, αυτή ην έχεις ενώπιόν σου, αλλά και επί ταύτης ημπορείς να ίδης μέγα πλήθος ανθρώπων, οίτινες φυλάττουν, προκαταλαβόντες ήδη, την οφρύν του όρους (το υψηλότατον της ράχεως του όρους).

»Διά τούτο, λοιπόν, έσπευδα και διά τούτο δεν σ' επερίμενα διόλου, με την ιδέαν ότι ίσως ηδυνάμην να φθάσω την επί της οφρύος ταύτης διάβασιν, πριν ή ακόμη καταληφθή από τον εχθρόν. Οι δε οδηγοί, τους οποίους έχομεν, λέγουν ότι δεν υπάρχει άλλη (διαβατή) οδός».

Ο δε Ξενοφών λέγει: «Αλλ' εγώ εκράτησα ως οδηγούς δύο (μόνον) άνδρας. Διότι ενεδρεύσαντες εφονεύσαμεν εξ αυτών τινας, επειδή μας ήσαν ενοχλητικοί, πράγμα το οποίον συνετέλεσε και εις το να ανακουφισθώμεν ουκ ολίγον, εάν δε μόνον τους δύο αυτούς επροθυμήθημεν να πάρωμεν μαζή μας ζωντανούς, επράξαμεν τούτο, διά να τους χρησιμοποιήσωμεν ως οδηγούς γνωρίζοντας την χώραν».

Και ευθύς, αφού έφεραν ενώπιόν των τους δύο τούτους αιχμαλώτους, λαβόντες έκαστον ξεχωριστά τους εξήταζον αν εγνώριζαν καμμίαν άλλην, εκτός της φανεράς αυτής, οδόν. Και ο μεν είς εξ αυτών δεν απήντησε προφασιζόμενος πλείστους όσους λόγους, δι' ους εφοβείτο ν' απαντήση. Επειδή δε δεν έλεγε τίποτε επωφελές (διά τον στρατόν), κατεσφάγη υπό τα βλέμματα του άλλου.

Ο δε απομείνας, (ερωτηθείς), είπεν ότι εκείνος μεν (ο σφαγείς) ηρνείτο να είπη ότι εγνώριζεν άλλην τινά οδόν διά τον λόγον ότι ετύχαινε να έχη εκεί κάπου θυγατέρα ύπανδρον. Αυτός όμως είπεν ότι έχει υπ' όψει του οδόν, εις ην θα ήτο δυνατόν να βαδίζουν ακόμη και υποζύγια.

Ερωτηθείς δε, αν εις την οδόν αυτήν υπάρχη κανέν δυσκολοδιάβατον μέρος, είπεν: «ότι τοιούτον είναι (κάποια) κορυφή, την οποίαν, εάν δεν προλάβη τις να καταλάβη, είναι εντελώς αδύνατον από οιονδήποτε άλλο μέρος να διαβή».

Τότε απεφάσισαν (ενόμισαν καλόν ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών), αφού συγκαλέσουν τους λοχαγούς των οπλιτών και τους ταξιάρχους των πελταστών, να ομιλήσουν εις αυτούς περί της καταστάσεως και να τους ερωτήσουν, ποίοι εξ αυτών είναι εκείνοι οι οποίοι θα ήθελαν ν' αναδειχθούν άνδρες γενναίοι και εκουσίως των (ως εθελονταί) ν' αναλάβουν να βαδίσουν κατά του εχθρού.

Και των μεν οπλιτών (εθελοντών) αρχηγοί αναλαμβάνουν να γείνουν ο εκ Μεθυδρίου της Αρκαδίας Αριστώνυμος και ο εκ Στυμφαλίας της Αρκαδίας Αγασίας. Αμιλλώμενος όμως προς αυτούς Καλλίμαχος ο Παρράσιος (Αρκάς και ούτος) λέγει ότι και αυτός έχει όλην την επιθυμίαν να βαδίση, αλλ' αφού προσλάβη εθελοντάς (όχι εξ ενός μόνον στρατιωτικού σώματος), αλλ' εξ ολοκλήρου του στρατεύματος. «Διότι εγώ — είπεν — είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι, εμού αρχηγούτος, (όταν μπω εγώ μπροστά), θα με ακολουθήσουν πολλοί εκ των νέων».

Μετά ταύτα ερωτούν οι στρατηγοί, εάν επιθυμή κανείς να συμπορευθή ως ταξίαρχος και των ευζώνων («γυμνήτων»). (29) Αναλαμβάνει δε να γείνη τούτων αρχηγός Αριστέας ο Χίος, όστις περί τα τοιαύτα πολλάκις πολλού λόγου άξιος εφάνη εις το στράτευμα.

Κεφάλαιον δεύτερον.

Και ήτο μεν βράδυ. Οι δε στρατηγοί (Χειρίσοφος και Ξενοφών) διέτασσον τους εθελοντάς, αφού φάγουν χορταστικά (αφού την τηλώσουν), ν' αρχίσουν να πορεύωνται. Και αφού έδεσαν τον οδηγόν, (διά να μη τους φύγη), τους τον παραδίδουν και συμφωνούν: την μεν νύκτα, εάν κατορθώσουν και καταλάβουν την κορυφήν, (30) να κρατήσουν την θέσιν των, άμα ξημερώση δε, να τους ειδοποιήσουν διά της σάλπιγγος. Και — συμφωνούν ακόμη — ούτοι μεν, όταν θα ήναι πλέον επάνω, να βαδίζουν κατά των κατεχόντων την φανεράν διάβασιν (Καρδούχων), (31) αυτοί δε (δηλαδή οι περί τον Χειρίσοφον μόνον) να τους βοηθήσουν, βαδίζοντες (και αυτοί) προς το μέρος εκείνο όσον δυνηθούν ταχύτερον.

Αφού συνεφώνησαν ταύτα, εκείνοι μεν (οι εθελονταί), ανερχόμενοι εις δισχιλίους περίπου, επορεύοντο. Έβρεχε δε ραγδαίως. Ο δε Ξενοφών με τους οπισθοφύλακας προσεποιήθη ότι εβάδιζε (και αυτός) διά της ευρείας οδού προς την διάβασιν, επί τω σκοπώ να περισπάση επ' αυτής (της οδού) την προσοχήν των πολεμίων, να διαλάθουν δε τούτους όσον ηδύναντο περισσότερον οι διά της άλλης οδού (της στενής) βαδίζοντες εθελονταί.

Αφού δε οι οπισθοφύλακες έφθασαν εις το χείλος μιας χαράδρας, την οποίαν έπρεπε να διαβούν, διά να ανέλθουν τον ανήφορον, οι βάρβαροι ήρχισαν να κυλίουν κατ' αυτών μεγάλα και στρογγυλά τεμάχια βράχων, προς μεταφοράν εκάστου των οποίων θα απητείτο άμαξα, και τα οποία, προσκρούοντα, όταν εφέροντο προς τα κάτω, κατά των πετρών, εξετινάσσοντο εις μεγάλην καθ' όλας τας διευθύνσεις απόστασιν. Ούτω δε ούτε να πλησιάση τις ήτο δυνατόν προς την είσοδον της χαράδρας.

Τινές δε εκ των λοχαγών, όταν δεν ηδύναντο να πλησιάσουν προς αυτήν, προσεπάθουν να ανεύρουν άλλην. Και ταύτα έπραττον, μέχρις ου ενύκτωσεν. Όταν δ' ενόμισαν ότι, απερχόμενοι, δεν θα διεκρίνοντο πλέον από τον εχθρόν (ως εκ του σκότους), απήλθον διά να δειπνήσουν, αφού όλοι τους ήσαν νηστικοί από της προτεραίας. Ουχ ήττον οι πολέμιοι δεν έπαυσαν καθ' όλην την νύκτα να κυλίουν λίθους. Εβεβαιούντο δε περί τούτου από τους κρότους.

Οι δ' έχοντες μαζή των τον οδηγόν εθελονταί, ερχόμενοι κυκλικώς προς την διάβασιν διά της άλλης, της στενής, οδού, καταλαμβάνουν αιφνιδίως τους (παρ' αυτήν) φύλακας, οίτινες, ως εκ του ψύχους, είχαν ανάψη φωτιά και εθερμαίνοντο, και επιπίπτουν κατ' αυτών, άλλους μεν φονεύσαντες, άλλους δε καταδιώξαντες, αυτοί δε, νομίζοντες ότι είχαν φθάση πλέον εις την κορυφήν, παρέμεναν ενταύθα.

Αλλ' όπου έμεναν δεν ήτον η κορυφή, αλλά λόφος τις («μαστός») υψούτο υπεράνω αυτών, πλησίον του οποίου διήρχετο η στενή αύτη οδός, εφ' ης εκάθηντο οι θερμαινόμενοι εκείνοι φύλακες. Από το μέρος τούτο όμως ηδύνατο να γείνη έφοδος κατά των πολεμίων, οίτινες κάθηντο επί της φανεράς οδού. (32)

Και την μεν νύκτα επέρασαν εδώ. Άμα δε ήρχισε να ξημερώνη, εβάδιζαν συντεταγμένοι και αθορύβως κατά των πολεμίων. Επειδή δε ήτον ομίχλη, επλησίασαν χωρίς να εννοηθούν. Αφού δε αντίκρυσαν αλλήλους και η σάλπιγξ ήχησε δώσασα το σύνθημα, επέπεσαν κατά των Καρδούχων αλαλάζοντες. Ούτοι δε δεν αντεστάθησαν, αλλά εγκαταλιπόντες την διάβασιν ετράπησαν εις φυγήν. Επειδή δε ήσαν ελαφρά ωπλισμένοι (και ηδύναντο να τρέχουν ευκολώτερον), ολίγοι μόνον εφονεύθησαν.

Οι δε περί τον Χειρίσοφον, άμα ως ήκουσαν την σάλπιγγα, έτρεξαν ευθύς προς τάνω, κατά την φανεράν διάβασιν («οδόν»). Άλλοι δε εκ των στρατηγών έτρεχαν προς αυτήν κατά διαφόρους απατήτους δρόμους, όπου έτυχε να ευρίσκεται έκαστος, και αναβάντες, όπως ηδύναντο, ανέσυραν αλλήλους διά δοράτων.

Ούτοι δε (οι στρατηγοί) ήσαν και οι πρώτοι οίτινες ηνώθησαν με τους προκαταλαβόντας την διάβασιν εθελοντάς. Ο δε Ξενοφών, έχων μαζή του τους μισούς μόνον εκ των οπισθοφυλάκων, (αφού ήκουσε και αυτός την σάλπιγγα), εβάδιζε την οδόν, την οποίαν είχαν ήδη προ αυτού βαδίση οι έχοντες τον οδηγόν εθελονταί, διότι ήτον καταλληλοτάτη διά την διάβασιν των υποζυγίων, όπισθέν των οποίων έταξε τους άλλους μισούς εκ των οπισθοφυλάκων.

Ενώ δε επορεύοντο, συναντούν λόφον υπεράνω της οδού, κατειλημμένον υπό των πολεμίων (των εκ της καταληφθείσης ήδη «φανεράς οδού» φυγόντων), τους οποίους ήτον ανάγκη ή να εκδιώξουν ή να μείνουν εκεί όπως ήσαν, χωρισμένοι από των εθελοντών και των περί τον Χειρίσοφον. Και αυτοί μεν ηδύναντο να βαδίσουν την οδόν, ην οι περί τον Χειρίσοφον εβάδισαν, ως προς τα υποζύγια όμως, δεν ήτο δυνατόν δι' άλλης οδού παρά δι' αυτής μόνον να περάσουν προς την διάβασιν. Τότε λοιπόν, παρακινήσαντες (δι' ενθουσιωδών λόγων) αλλήλους, εφορμούν κατά του λόφου, έχοντες τους άνδρας των λόχων τον ένα μετά τον άλλον τεταγμένους, μη επιδιώκοντες δε να τους περικυκλώσουν, αλλ' (επίτηδες) αφήνοντες διέξοδον εις τους πολεμίους, εάν τυχόν ήθελαν να φύγουν.

Και μέχρι τινός μεν εφ' όσον ανέβαιναν, από οιονδήποτε μέρος ηδύνατο έκαστος, οι βάρβαροι τους ετόξευαν και τους επλήγωναν. Αλλ' ότε ήδη έφθαναν προς την κορυφήν, δεν τους επλησίασαν πλέον, αλλ' εγκατέλειψαν τον λόφον πάντες, τραπέντες εις φυγήν. Και, λοιπόν, αφού αντιπαρήλθον τον λόφον τούτον οι Έλληνες, και ιδού βλέπουν μετ' ολίγον ενώπιόν των άλλον, επίσης και τούτον υπό των Καρδούχων κατεχόμενον (των εκ του πρώτου λόφου αποβληθέντων). Απεφάσισαν δε και κατά τούτου να βαδίσουν (όπως κατά του πρώτου).

Σκεφθείς όμως ο Ξενοφών μήπως, εάν άφηνεν έρημον τον κυριευθέντα λόφον, οι πολέμιοι επανέκτων αυτόν και πάλιν, διά να επιτεθούν κατά των παρερχομένων υποζυγίων — τα οποία, σημειωθήτω, κατελάμβανον, πορευόμενα, μέγα μέρος της οδού ως εκ της στενότητός της — αφήνει επί του (κυριευθέντος) λόφου τους λοχαγούς Κηφισόδωρον τον Κηφισοφώντος, Αθηναίον, και Αμφικράτην τον Αμφιδήμου, Αθηναίον επίσης, και Αρχαγόραν τον Αργείον, φυγάδα, αυτός δε με τους άλλους εβάδιζε κατά του δευτέρου λόφου, τον οποίον ωσαύτως διά του αυτού τρόπου κυριεύει.

Ακόμη δε ύπελείπετο και τρίτος λόφος, (33) ανηφορικώτατος όμως ούτος (λίαν απόκρημνος), ήτο δε ο λόφος ο υπερκείμενος της εκ θερμαινομένων Καρδούχων φρουράς εκείνης της νυκτός, της υπό των εθελοντών κατακοπείσης. Άμα δ' επλησίασαν οι Έλληνες, εγκαταλείπουν αμέσως οι βάρβαροι αμαχητί τον λόφον («μαστόν»), πράγμα το οποίον ενέβαλεν εις έκπληξιν όλους, υποπτευθέντας ότι τον εγκατέλειψαν φοβηθέντες μήπως, περικυκλούμενοι, επολιορκούντο υπό του Ελληνικού στρατού. Αυτοί όμως, ως απεδείχθη εκ των υστέρων, ιδόντες ήδη από της κορυφής τα όπισθεν αυτού γενόμενα (επί των άλλων λόφων), ετράπησαν όλοι κατά των οπισθοφυλάκων (των φρουρούντων ήδη τον πρώτον κυριευθέντα λόφον υπό τους τρεις λοχαγούς εκείνους).

Και ο μεν Ξενοφών με τους νεωτέρους οπισθοφύλακας ανέβαινεν εις την κορυφήν του μαστού, τους δε υπολοίπους διέταξε να επιβραδύνουν το βήμα των, διά να προφθάσουν να ενωθούν μαζή των (οι απομείναντες όπισθεν) τελευταίοι λόχοι, και, αφού προσπεράσουν εις την φανεράν οδόν (την ήδη κατειλημμένην υπό των Ελλήνων, ν' αναπαυθούν εις το ομαλόν αυτής μέρος (ίσωμα).

Αλλ' ενώ έλεγε ταύτα, έρχεται δρομαίος Αρχαγόρας ο Αργείος και αναγγέλλει ότι οι επί του πρώτου λόφου απεδιώχθησαν κακήν κακώς και ότι εφονεύθησαν ο Κηφισόδωρος και ο Αμφικράτης και όσοι άλλοι εκ των οπισθοφυλάκων δεν επρόφθασαν να πηδήσουν από του βράχου.

Αφού δε διέπραξαν ταύτα οι βάρβαροι, ήλθαν εις λόφον απέναντι του μαστού κείμενον και χωριζόμενον από τούτου διά φάραγγος. (34) Ιδών αυτούς ο Ξενοφών από του μαστού (του τρίτου λόφου), ήρχισε να συνεννοήται μαζή τους διά διερμηνέως περί ειρήνης και εζήτει τους νεκρούς των φονευθέντων.

Ούτοι δε απήντησαν ότι θα τους αποδώσουν επί τω όρω να μη καίουν τας οικίας των (οι Έλληνες). Συνήνεσε δε εις ταύτα ο Ξενοφών. Αλλ' ενώ το μεν άλλο στράτευμα (οι οπισθοφύλακες και τα υποζύγια) παρήρχετο (βαίνον προς το ανώτατον ομαλόν μέρος της φανεράς οδού), αι δε περί ειρήνης διαπραγματευθείς εξηκολούθουν, πάντες οι εκ των πέριξ τούτων μερών Καρδούχοι συνέρρευσαν εις τον αντικρυνόν λόφον (τον «αντίπορον»), όπου ανέμεναν («ίσταντο») ήδη οι πολέμιοι.

Αλλ' ιδόντες ότι ήρχισαν να καταβαίνουν οι «από του μαστού» προς τους άλλους οπισθοφύλακας, εκεί ένθα ούτοι ήσαν παρατεταγμένοι αναμένοντες διαταγάς (εις ό μέρος «έκειτο τα όπλα»), ώρμησαν πολυπληθείς και με μεγάλον θόρυβον (προς τον εγκαταλειφθέντα μαστόν). Αφού δε έφθασαν εις την κορυφήν του, από της οποίας ήδη ο Ξενοφών κατέβαινεν, ήρχισαν να κυλίουν μεγάλους λίθους κατ' αυτού. Και ενός μεν των οπισθοφυλάκων έσπασαν το σκέλος, ο κρατών δε την ασπίδα του Ξενοφώντος υπασπιστής τον εγκατέλειψεν.

Αλλ' ο οπλίτης Ευρύλοχος ο Λουσιεύς, Αρκάς, έτρεξεν αμέσως πλησίον του και προτάξας προ αμφοτέρων (εαυτού τε και του Ξενοφώντος) την ασπίδα του ωπισθοχώρει, ενώ οι άλλοι όλοι απήρχοντο ήδη προς τους επί της φανεράς οδού συγκεντρωμένους Έλληνας.

Ούτω, λοιπόν, συνήλθον επί ταυτό όλοι οι Έλληνες και κατεσκήνωσαν εκεί τριγύρω εις πολλάς και καλοκτισμένας οικίας, έχοντες αφθονώτατα τα προς συντήρησίν των αναγκαία. Διότι, προς τοις άλλοις, είχεν ο τόπος και άφθονον κρασί, τόσον, ώστε να το αποθηκεύουν μέσα εις μεγάλους ασβεστωμένους λάκκους.

Ο δε Ξενοφών και ο Χειρίσοφος κατώρθωσαν, ώστε να λάβουν τους νεκρούς των από τους Καρδούχους αποδώσαντες εις αυτούς τον οδηγόν των. Και ετέλεσαν εκ των ενόντων εις τους αποθανόντας όσα εις παρομοίας περιστάσεις νομίζονται ως επιβεβλημένα εις τους νεκρούς ανδρών γενναίων.

Την δ' επομένην εβάδιζαν άνευ οδηγού. Μαχόμενοι δ' (ακόμη) οι πολέμιοι και προκαταλαμβάνοντες κάθε στενόπορον μέρος, όπου και αν ήτον, ημπόδιζαν τας παρόδους εις τους Έλληνας.

Και λοιπόν, οσάκις μεν οι Καρδούχοι ημπόδιζαν το μέτωπον του στρατού (την πρωτοπορίαν), ο Ξενοφών όπισθεν, παρεκβαίνων της οδού του προς τα όρη, διέλυε την εις το μέτωπον απόφραξιν της παρόδου, διαρκώς καταβάλλων προσπαθείας να αναβαίνη υψηλότερα των εμποδιζόντων.

Οσάκις δε πάλιν επετίθεντο κατά της οπισθοφυλακής, ο Χειρίσοφος, παρεκβαίνων της οδού του (και αυτός) και προσπαθών να ανέλθη υψηλότερα των εμποδιζόντων, διέλυε την απόφραξιν της παρόδου εις την οπισθοφυλακήν, και τοιουτοτρόπως εβοήθουν πάντοτε αλλήλους και μετά σθένους εφρόντιζεν ο είς διά τον άλλον.

Με πολλάς δε και διαφόρους ενοχλήσεις τους ηνώχλουν οι βάρβαροι καταβαίνοντας από τα όρη μετά κάθε αυτών ανάβασιν. Διότι ήσαν τόσον ελαφροί, ώστε και από πλησίον φεύγοντες να γλυτώνουν (από τας επιθέσεις των Ελλήνων). Διότι τίποτε άλλο δεν έφεραν επάνω των παρά τόξα μόνον και σφενδόνας. Ήσαν δε άριστοι τοξόται. Και τα τόξα των ήσαν τριών πήχεων περίπου, τα δε βέλη των πλέον των τριών πήχεων. Οσάκις δ' ετόξευαν, είλκον τας νευράς, πατούντες δυνατά προς τα κάτω του τόξου με τον αριστερόν των πόδα. Τα δε βέλη (ως εκ της μεγάλης ορμής, ην διά της τοιαύτης τοξεύσεως ελάμβανον) ηδύναντο να διέλθουν διά των ασπίδων και θωράκων (να διατρυπήσουν τας ασπίδας και τους θώρακας). Τα μετεχειρίζοντο δε οι Έλληνες, περιπίπτοντα τυχόν εις χείρας των, ως ακόντια, προσαρμόζοντες εις το μέσον δερματίνους βρόχους (θηλειές), (δι' ων, αφού ενέθετον εις αυτούς ένα ή δύο δακτύλους κατά την στιγμήν του ακοντισμού, επέτεινον την φοράν του ακοντίου). (35) Εις τα μέρη αυτά οι Κρήτες, των οποίων αρχηγός ήτο Στρατοκλής ο Κρης, προσέφεραν μεγάλας υπηρεσίας εις το στράτευμα (36) .

Κεφάλαιον τρίτον.

Και την ημέραν αυτήν επίσης διέμειναν εις τα χωρία τα κείμενα υπεράνω της παρά τον Κεντρίτην ποταμόν πεδιάδος, του οποίου το πλάτος ήτο δύο πλέθρων περίπου και όστις χωρίζει την χώραν των Καρδούχων από την Αρμενίαν. Και οι Έλληνες ενταύθα ανεκουφίσθησαν, ιδόντες με μεγάλην των χαράν πεδιάδα (ύστερα από τόσω πολύμοχθον ανά τα Καρδούχια πορείαν). Απείχε δε από τα όρη ο ποταμός έξ έως επτά Καρδουχικά στάδια.

Και τότε μεν, λοιπόν, ανεπαύθησαν λίαν ευχαρίστως, και διότι είχαν αφθονώτατα τα τρόφιμα και διότι ηδύναντο ανέτως πλέον να αναμνησθούν των περασμένων πόνων των. Επί επτά ολοκλήρους ημέρας, καθ' ας εβάδιζαν διά της χώρας των Καρδούχων, εμάχοντο και υπέστησαν τόσας ζημίας, όσας εν γένει δεν υπέστησαν από τον βασιλέα και τον Τισσαφέρνην. Απηλλαγμένοι, λοιπόν, πλέον απ' όλα αυτά, ηδέως εκοιμήθησαν.

Άμα όμως εξημέρωσε, βλέπουν εκεί που πέραν του ποταμού ιππείς εξωπλισμένους, με τον σκοπόν να τους εμποδίσουν την διάβασιν, πεζούς δε επί των παρά τον ποταμόν υψωμάτων, παρατεταγμένους άνωθεν των ιππέων, με τον σκοπόν και αυτούς να τους εμποδίσουν να μεταβούν (να περάσουν) εις την Αρμενίαν. Ήσαν δε ούτοι Αρμένιοι και Μάρδοι και Χαλδαίοι μισθοφόροι του Ορόντα και του Αρτούχα. Περί των Χαλδαίων δ' ελέγετο ότι ήσαν λαός φιλελεύθερος και ισχυρός. Είχαν δε (όλοι) όπλα, πλεκτάς ασπίδας και λόγχας. Αι δε όχθαι, επί των οποίων ήσαν ούτοι παρατεταγμένοι, απείχον τρία έως τέσσαρα πλέθρα από τον ποταμόν. Μία δε και μόνη οδός εφαίνετο άγουσα προς τ' άνω, σαν να ήτο κατασκευασμένη με τα χέρια. Ταύτην προσεπάθουν να διαβούν οι Έλληνες. (37)

Αλλ' οι αποπειραθέντες να διέλθουν τον ποταμόν είδαν ότι το ύδωρ του ανήρχετο υπεράνω των μαστών, και ότι, ως εκ των μεγάλων και ολισθηρών λίθων, ήτο το έδαφος της κοίτης του ανώμαλον, ότι δε ήτον απολύτως αδύνατον να τον διέλθη τις κρατών τα όπλα του, διότι αμέσως παρεσύρετο από το ρεύμα του. Εάν δε πάλιν έφερε τις ταύτα επί της κεφαλής κατά την διάβασιν, εξετίθετο άοπλος εις τα βέλη και τα άλλα κτυπήματα των πολεμίων. Εστράφησαν, λοιπόν, οπίσω και εστρατοπέδευσαν ενταύθα παρά τον ποταμόν.

(Ενεθυμήθησαν δε τότε και ότι), ότε ακόμη ήσαν κατά την προηγουμένην νύκτα επί του όρους, είχαν ίδη να συναθροίζωνται πολλοί εκ των Καρδούχων, ετοιμαζόμενοι προς επίθεσιν. Η αθυμία των, λοιπόν, ήτο μεγάλη, επειδή έβλεπαν αφ' ενός μεν το δυσκολοδιάβατον του ποταμού, αφ' ετέρου δε τους πέραν αυτού, ετοίμους να εμποδίσουν την διάβασίν του, ακόμη δε και διότι, εάν τον διέβαιναν, θα είχαν επιτιθεμένους όπισθέν των τους Καρδούχους.

Δι' όλα αυτά, λοιπόν, την ημέραν και την νύκτα ταύτην διήλθον εν μεγάλη περί του πρακτέου αμηχανία. Ότε ο Ξενοφών είδεν όνειρον. Του εφάνη δηλαδή ότι ήτο με πέδας δεμένος εις τους πόδας, και ότι αύται μόναι των έπεσαν κάτω αιφνιδίως, ώστε τελείως ν' απαλλαγή αυτών και να δύναται ν' ανοίγη τα σκέλη του όσον ήθελε. Περί τα εξημερώματα δε έρχεται προς τον Χειρίσοφον και λέγει ότι έχει πολλάς ελπίδας ότι τα πράγματα θα λάβουν καλήν έκβασιν, του διηγείται δε το όνειρον.

Ούτος δε πάρα πολύ ευχαριστείτο, και τότε ευθύς, έως ότου ήρχιζε να γλυκοχαράζη, προσέφερον όλοι οι παρευρισκόμενοι στρατηγοί θυσίας. Και αμέσως, από το πρώτον ακόμη σφάγιον εφάνησαν τα ιερά καλά. Και απελθόντες από των ιερών οι στρατηγοί και οι λοχαγοί έδωκαν εις τους στρατιώτας διαταγάς να γευματίσουν.

Και ενώ εγευμάτιζεν ο Ξενοφών, προστρέχουν προς αυτόν δύο νεανίσκοι. (38) Διότι όλοι εγνώριζαν ότι είχεν επιτρέψη, και όταν γευματίζη και όταν δειπνή, να τον πλησιάζη οιοσδήποτε ήθελεν. Ακόμη δε και εάν κοιμάται να τον εξυπνούν, διά να του αναγγέλλουν οτιδήποτε σχετικόν τις είχε με τον πόλεμον.

Του έλεγαν, λοιπόν, τότε, ότι, ενώ συνέλεγαν φρύγανα, διά να τα χρησιμοποιήσουν ως προσάναμμα της φωτιάς των, αντίκρυσαν εις την αντίπεραν όχθην του ποταμού, επί των βράχων, οι οποίοι εκτείνονται (φθάνουν) μέχρι των οχθών του, ένα γέροντα, μίαν γυναίκα και κάτι κορίτσια να κρύπτουν μέσα εις σπηλαιώοη βράχον κάτι που ωμοίαζε με μικρούς σάκκους γεμάτους ρούχα.

Αφού είδαν την σκηνήν αυτήν, ενόμισαν ότι ήτον εντελώς ακίνδυνον να διέλθουν τον ποταμόν. Διότι προς το μέρος τούτο ουδέ εις αυτό το εχθρικόν ιππικόν είναι εύκολον να πλησιάση. Έλεγαν, λοιπόν, ότι, αφού εξεδύθησαν, επέρασαν απέναντι γυμνοί, ως εάν επρόκειτο να κολυμβήσουν, και κρατούντες εις χείρας των τα ενδύματά των. Ότι, ούτω βαδίζοντες προς τα εμπρός, διέβησαν, χωρίς ούτε την μέσην των να βρέξουν. Και ότι, αφού διέβησαν κ' επήραν τους σάκκους με τα ρούχα, επέστρεψαν και πάλιν εις την απέναντι όχθην.

Ευθύς, λοιπόν, και αυτός ούτος ο Ξενοφών έκαμε με γεμάτα από κρασί ποτήρια σπονδάς, διά να ευχαριστήση τους Θεούς, και τους νεανίσκους προέτρεψε να γεμίσουν τα ποτήρια των διά τον αυτόν σκοπόν και να ευχηθούν τόσον αυτοί, όσον και όλοι οι άλλοι οι περί αυτόν εις τους Θεούς, τους φανερώσαντας τα ονείρατα, και την διάβασιν («πόρον») να εκτελέσουν και όσα αγαθά ακόμη υπολείπονται (αισίαν εις την πατρίδα επιστροφήν). Αφού δε έκαμε σπονδάς, έφερεν αμέσως τους νεανίσκους εις τον Χειρίσοφον, προς τον οποίον ούτοι επαναλαμβάνουν την διήγησίν των, και ο οποίος, μόλις τους ήκουσεν, έκαμε και αυτός σπονδάς.

Κατόπιν των οποίων, εις μεν τους άλλους (τους στρατιώτας) έδωκαν διαταγάς να προετοιμάζονται, αυτοί δε (ο Ξενοφών και ο Χειρίσοφος) συγκαλέσαντες τους στρατηγούς συνεσκέπτοντο πώς όσον το δυνατόν ασφαλέστερα θα διαβούν τον ποταμόν και πώς θα νικήσουν μεν τους έμπροσθεν (τους πέραν του ποταμού), δεν θα πάθουν δε καμμίαν ζημίαν από τους εκ των όπισθεν ετοίμους προς επίθεσιν Καρδούχους.

Και απεφάσισαν να προηγηθή μεν εις την διάβασιν ο Χειρίσοφος, έχων μαζή του το ήμισυ του στρατεύματος, το δε άλλο ήμισυ να σταθή οπίσω με τον Ξενοφώντα (περιμένον), τα δε υποζύγια και ο όχλος να διαβούν (ευρισκόμενα) εν τω μέσω τούτων.

Αφού δ' εκανονίσθησαν όλα όπως πρέπει, ήρχισαν να πορεύωνται. Προηγούντο δε οι νεανίσκοι, έχοντες προς τα αριστερά των τον ποταμόν. Η οδός δε μέχρι του διαβατού μέρους ήτο τέσσαρα περίπου στάδια.

Αλλ' ενώ επορεύοντο, παραλλήλως από την απέναντι όχθην ώδευε και το ιππικόν. Άμα δε έφθασαν εις το ωρισμένον μέρος της διαβάσεως, παρετάχθησαν (ως προς μάχην), και αυτός πρώτος ο Χειρίσοφος, αφού έθεσεν εις την κεφαλήν του στέφανον (κατά την συνήθειαν των Λακεδαιμονίων) και αφού έβγαλε τον επενδύτην του, έλαβε τα όπλα ανά χείρας, δίδων και εις όλους τους άλλους διαταγάς να πράττουν το αυτό, εις δε τους λοχαγούς να φέρουν τους λόχους των με τους άνδρας τεταγμένους τον ένα όπισθέν του άλλου, παρατάσσοντες άλλους μεν εξ αυτών (των λόχων) προς τα αριστερά του, άλλους δε προς τα δεξιά του.

Και οι μεν μάντεις προσέφεραν σφάγια εις τον εν τω ποταμώ οικούντα Θεόν προς εξευμένισίν του, οι δε πολέμιοι ετόξευαν και εσφενδόνιζον. Ούτε τα βέλη των όμως, ούτε οι λίθοι έφθαναν μέχρι του στρατού. Επειδή δε ήσαν ευοίωνα τα προσφερθέντα σφάγια, έψαλαν πρώτον άσμα προς τον Απόλλωνα, επικαλεσθέντες την βοήθειάν του, κατόπιν δε ήρχισαν αλαλαγμούς ζωηροτάτους, ανεβόων δε και όλαι ομού αι γυναίκες. Διότι ουκ ολίγαι εταίραι ήσαν εις το στράτευμα.

Και ο μεν Χειρίσοφος με τον στρατόν του εισήλθον εις τον ποταμόν. Ο δε Ξενοφών, αφού έλαβε τους ελαφροτέρους και πλέον ελευθερόποδας εκ των σωματοφυλάκων, έτρεχεν έφιππος με όλην του την δύναμιν εις το δυσκολοδιάβατον εκείνο πέρασμα του ποταμού, το άγον κατά τον προς τα όρη της Αρμενίας δρόμον, προσποιούμενος ότι, αφού διαβιβασθή εκείθεν, θα αποκλείση τους παρά τον ποταμόν ιππείς.

Οι δε πολέμιοι, βλέποντες μεν αφ' ενός τους περί τον Χειρίσοφον να διαβαίνουν ευπετώς τον ποταμόν, βλέποντες δ' εξ άλλου τους περί τον Ξενοφώντα να τρέχουν πάλιν οπίσω (προς το δυσκολοδιάβατον εκείνο πέρασμα), φοβηθέντες μήπως τυχόν αποκλεισθούν, τρέπονται με άλας των τας δυνάμεις εις φυγήν προς τον υπεράνω του ποταμού (χειροποίητον) εκείνον δρόμον. Αφού δε εισήλθον εις αυτόν, ετράπησαν άνω, προς το όρος.

Λύκιος δε ο Πολυκράτους, ο Αθηναίος, ο διοικών το τάγμα των ιππέων και Αισχίνης ο Ακαρνάν, ο το τάγμα των πελταστών διοικών των περί τον Χειρίσοφον, αφού τους είδαν ούτοι κατά κράτος φεύγοντας, τους ηκολούθησαν. Οι δε στρατιώται (οι περί τον Χειρίσοφον) τους εφώναζαν (να παύσουν πλέον διώκοντες τους ιππείς), διά να μη μένουν μόνοι των μακράν του ιππικού, (39) αλλ' όλοι μαζή (όταν θα έπρεπε) να βαδίζουν την προς το όρος άγουσαν.

Ο δε Χειρίσοφος, εξ άλλου, αφού διέβη τον ποταμόν, τους μεν ιππείς δεν κατεδίωκεν, αλλά, περάσας ήδη εις τα εκτεινόμενα προς τον ποταμόν υψώματα, επετέθη αμέσως κατά των πολεμίων. (40) Ούτοι δε αφ' ενός μεν βλέποντες τους ιππείς των να τρέπωνται εις φυγήν, αφ' ετέρου δε τους οπλίτας να βαδίζουν εναντίον των, εγκαταλείπουν τα υπεράνω του ποταμού υψώματα.

Ο δε Ξενοφών, αφού είδεν ότι τα εκείθεν του ποταμού εξελίσσοντο συμφώνως προς τας επιθυμίας και τα βλέψεις του, εστράφη βαδίζων όσον ηδύνατο ταχύτερον προς τον ακόμη διαβαίνοντα τον ποταμόν στρατόν. Διότι οι Καρδούχοι είχαν φανή πλέον καταβαίνοντες εις την πεδιάδα με σκοπόν να επιτεθούν εναντίον του.

Λοιπόν, ο μεν Χειρίσοφος κατείχεν ήδη τα υψώματα, ο δε Λύκιος με ολίγους μόνον ιππείς, επιχειρήσας να καταδιώξη τους ήδη φεύγοντας πεζούς, συνέλαβεν όσα σκευοφόρα υποζύγια έμειναν οπίσω και, μαζή μ' αυτά, διάφορα ρουχικά και στρώματα και αγγεία (στρωσίδια και τσουμπλέκια).

Αλλ' εν τω μεταξύ εξηκολούθουν ακόμη να διαβαίνουν (τον ποταμόν) τα σκευοφόρα υποζύγια των Ελλήνων και ο όχλος. Ο δε Ξενοφών στραφείς προς τους Καδούχους παρετάχθη απέναντί των προς επίθεσιν και διέταξε τους λοχαγούς να παρατάξη έκαστος τον λόχον του κατ' ενωμοτίας, εκάστην των οποίων να οδηγήσουν αριστερά («παρ' ασπίδα») της άλλης, κατά μέτωπον. (41) Και οι μεν λοχαγοί και οι ενωμοτάρχαι να παραταχθούν (στραφούν) απέναντι των Καρδούχων, οι δε ουραγοί να τοποθετηθούν απέναντι του ποταμού.

Οι δε Καρδούχοι, καθώς είδαν τους οπισθοφύλακας να αποχωρίζωνται από τον όχλον και να φαίνωνται πλέον εις αυτούς ολίγοι, επέδραμον εναντίον των ταχύτερον, ψάλλοντες (πολεμικάς) τινας ωδάς. Ο δε Χειρίσοφος, επειδή ήτον ήδη εν πλήρει ασφαλεία, αποστέλλει εις τον Ξενοφώντα τους πελταστάς και τους σφενδονήτας και τους τοξότας με την εντολήν να συμμορφωθούν απολύτως προς τας διαταγάς του.

Μόλις όμως τους είδεν ο Ξενοφών αποπειρωμένους να διαβούν τον ποταμόν, τους διατάσσει αμέσως δι' αγγελιοφόρου να μη κινηθούν, αλλά να περιμένουν εκεί επί της όχθης του. Όταν δε αρχίσουν αυτοί (οι περί τον Ξενοφώντα) να διαβαίνουν, τότε να εισέλθουν κ' εκείνοι απέναντι μεν, αλλά χωριζόμενοι δεξιά και αριστερά του στρατού του, προφασιζόμενοι (καμωνόμενοι) ότι θα τον διαβούν, έτοιμοι όμως ως προς μάχην, οι μεν ακοντισταί έχοντες τους δακτύλους εις την θηλειάν του ακοντίου, οι δε τοξόται τα βέλη των επί των νευρών των τόξων. Να μη προχωρήσουν δε πολύ εις τον ποταμόν.

Αυτός δε διέταξε τους στρατιώτας του, όταν μεν ίδουν ότι τα σφενδονήματα φθάνουν μέχρις αυτών και αι ασπίδες των αρχίζουν να κροτούν από τα κτυπήματα των πολεμίων, να επιτεθούν, αφού πρώτον επικαλεσθούν τον Θεόν διά παιάνος (ύμνου), εναντίον των.

Άμα όμως ούτοι στραφούν προς τα όρη φεύγοντες, και σημάνη εκ του ποταμού το πολεμικόν ο σαλπιγκτής, τότε, αφού στραφούν και αυτοί δεξιά («επί δόρυ»), προηγηθούν δε όλων οι αρχηγοί των ενωμοτιών, να τρέξουν πάντες εις τον ποταμόν και όσον δυνηθούν ταχύτερον να τον περάσουν εις ην τάξιν θα ευρίσκεται έκαστος, διά να μην εμποδίζουν κατά την διάβασιν αλλήλους. Διότι ο επιτηδειότερος και γενναιότερος όλων θα ήναι εκείνος εκ των αρχηγών («ουραγών»), όστις πρώτος ήθελε περάση εις την αντίπεραν του ποταμού όχθην.

Οι δε Καρδούχοι βλέποντες πλέον τους οπισθοφύλακας ολίγους (μετά την διάβασιν του όχλου) — διότι και εξ αυτού (του όχλου) πολλοί, οίτινες είχαν λάβη διαταγάς να μη διαβούν μετά των άλλων, αλλά να μένουν, έφυγαν εκείθεν, ασχολούμενοι άλλοι μεν με τα υποζύγια, άλλοι δε με τας αποσκευάς, άλλοι δε με τας εταίρας — επετέθησαν με τόλμην αρχίσαντες να σφενδονούν και να τοξεύουν.

Οι δ' Έλληνες, αφού επεκαλέσθησαν πρώτον τον Θεόν, ώρμησαν δρομαίως εναντίον των. Οι δε Καρδούχοι δεν αντέστησαν εις την ορμήν των. Διότι ήσαν ωπλισμένοι διά μεν τον εκ των ορέων κλεφτοπόλεμον, επαρκέστατα εις το να επιπίπτουν και να φεύγουν, διά δε την εκ του συστάδην μάχην, όχι επαρκώς.

Εις το σημείον τούτο σημαίνει ο σαλπιγκτής. Και οι μεν πολέμιοι έφευγαν ακόμη περισσότερον, οι δ' Έλληνες, στραφέντες αντιθέτως, προς τον ποταμόν, έφευγαν δι' αυτού όσον ηδύναντο ταχύτερον.

Εκ δε των πολεμίων, άλλοι μεν, εννοήσαντες το τέχνασμα, επανέστρεψαν προς τον ποταμόν και, τοξεύοντες, επλήγωσάν τινας εκ των Ελλήνων, άλλοι δε, οι και περισσότεροι, και μετά την διάβασιν τούτων, εφαίνοντο ακόμη προς τα όρη φεύγοντες. Οι δε περί τον Χειρίσοφον, προϋπαντήσαντες εν τω ποταμώ τον διαβαίνοντα στρατόν του Ξενοφώντος, αναλαμβάνοντες θάρρος κ' εκ τούτου προχωρήσαντες περισσότερον του πρέποντος, ευρέθησαν εις την ανάγκην να τον ξαναπεράσουν, αφού ήδη είχαν διέλθη οι μετά του Ξενοφώντος. Και εκ τούτων δ' επίσης ολίγοι επληγώθησαν. (42)

Κεφάλαιον τέταρτον.

Αφού δ' επέρασαν όλοι εκείθεν του ποταμού, ανασυνταχθέντες και πάλιν περί την μεσημβρίαν εβάδισαν διά μέσου της Αρμενίας, επί πεδιάδος συνεχώς και ομαλών γηλόφων, ουχί ολιγώτερον των πέντε παρασαγγών. Διότι ένεκα των προς τους Καρδούχους πολέμων δεν υπήρχον πλησίον του ποταμού χωρία.

Το δε χωρίον, εις το οποίον έφθασαν, και μεγάλον ήτο και μεγαλοπρεπή κατοικίαν διά τον σατράπην είχε και προμαχώνες (πύργοι) επί των περισσοτέρων οικιών υπήρχαν. Τα δε τρόφιμα ήσαν αφθονώτατα.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα, μέχρις ου υπερέβησαν τας πηγάς του Τίγρητος ποταμού. Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και έφθασαν εις τον Τηλεβόαν ποταμόν, όστις ήτον ευδιάβατος, ουχί δε μέγας, και περί τον οποίον ευρίσκοντο πολλά χωρία.

Ο δε τόπος ούτος εκαλείτο δυτική Αρμενία και σατράπης εν αυτή του βασιλέως ήτον ο Τιρίβαζος, ο και φίλος αυτού γενόμενος κατόπιν, οσάκις δε ήρχετο εις επίσκεψίν του ο βασιλεύς, ουδείς άλλος εκτός αυτού τον εβοήθει, διά να ανέρχεται επί του ίππου του (!).

Ούτος, λοιπόν, (ο Τιρίβαζος) επλησίασε με ιππικόν τον Ελληνικόν στρατόν, και, προαποστείλας διερμηνέα, παρήγγειλεν ότι θα επεθύμει να συνομιλήση με τους αρχηγούς του. Ούτοι δε απεφάσισαν να τον ακούσουν. Και προσελθόντες εις επήκοον αυτού τον ηρώτων τι θέλει.

Ο δε Τιρίβαζος είπεν ότι θα ήθελε να συνθηκολογήση περί ειρήνης μαζή των επί τω όρω ούτε αυτός να βλάπτη τους Έλληνας, ούτε εκείνοι να καίουν τας οικίας, να λαμβάνουν δε όσα μόνον θα εχρειάζοντο προς συντήρησίν των τρόφιμα. Οι στρατηγοί, εγκρίναντες ταύτα, εσυνθηκολόγησαν επί τοις όροις αυτοίς περί ειρήνης («εσπείσαντο»).

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν διά μέσου πεδιάδος σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε. Και ο Τιρίβαζος τους παρηκολούθει με τον στρατόν του εις απόστασιν δέκα σταδίων. Και φθάνουν εις μεγαλοπρεπή οικήματα και πολλά πέριξ των χωρία, γεμάτα από πολλά και ποικίλα τρόφιμα.

Ενώ δε εστρατοπεδεύοντο, αρχίζει την νύκτα να πίπτη χιών άφθονος. Και προς τα εξημερώματα απεφάσισαν, διανεμόμενοι εις διάφορα χωρία, να κατασκηνώσουν στρατός και στρατηγοί. Διότι δεν έβλεπαν πολέμιον κανένα. Και εφρόνουν ότι ως εκ της πολλής χιόνος θα ευρίσκοντο έτι περισσότερον εκεί εν ασφαλεία.

Ενταύθα (εις τα χωρία αυτά) είχαν ό,τι ήθελαν. Όλα τα αγαθά. Ζώα δηλαδή κατάλληλα διά θυσίας, σίτον, οίνους παλαιούς ευώδεις, σταφίδας, όσπρια διάφορα. Τινές δε εκ των από του στρατοπέδου διασκορπισθέντων έλεγαν ότι είχαν ίδη την νύκτα διάφορα πυρά αναμμένα (λάμποντα).

Ενόμισαν, λοιπόν, οι στρατηγοί (μετά την αναγγελίαν ταύτην) ότι δεν ήσαν πλέον εν ασφαλεία, ούτω ανά τα χωρία διεσκορπισμένοι, και ότι έπρεπε και πάλιν να συναθροίσουν τον στρατόν. Εφ' ω και συνηθροίσθησαν. Άλλως τε εδώ κ' εκεί εφαίνετο να αιθριάζη (να ξανοίγη) ο ουρανός.

Την νύκτα όμως πίπτει φοβερά χιών, τόση, ώστε να σκεπάση, και τα όπλα και τους ανθρώπους όλους κοιμωμένους. Ακόμη και τα ζώα αυτά εζάρωσεν. Ώστε με μεγάλην των οκνηρίαν να σηκώνονται. Διότι, εφ' όσον ήσαν ξαπλωμένα, η χιών, όση είχε πέση επάνω των, παρείχεν εις κάθε ζώον, από το οποίον δεν κατέρρεεν (ως εκ της αδρανείας του), θερμότητα.

Όταν δε ο Ξενοφών, καταβαλών την εκ της θαλπωρής της χιόνος ραθυμίαν, ηγέρθη γυμνός και ήρχισε να σχίζη ξύλα, ταχέως τότε και κάποιος άλλος εγερθείς, αφού αφήρεσε την αξίνην από τας χείρας του, τα έσχιζεν. Ως εκ τούτου και άλλοι εγερθέντες ήναπτον πυρ και ήλειφον το σώμα των (διά να θερμανθούν).

Διότι ενταύθα ευρίσκετο άφθονον χρίσμα (άλειμμα), με το οποίον ηλείφοντο αντί ελαίου, κατασκευασμένον από λίπος χοίρου, από σκυαμόλαδο, αμυγδαλόλαδο — από πικρά καμωμένο αμύγδαλα — και από τρεμεντίνα. Από τα αυτά δε είδη ευρίσκετο και μύρον.

Μετά ταύτα ενόμισαν ότι έπρεπε και πάλιν να κατασκηνώσουν (διασκορπιζόμενοι) εις διαφόρους ανά τα χωρία οικίας. Ενταύθα, λοιπόν, ελθόντες οι στρατιώται επέδραμον με μεγάλην των ευχαρίστησιν και πολλάς κραυγάς ανά τας οικίας και τα τρόφιμα (ρεμούλα). Όσοι δε, πρωτήτερα από αυτούς επιδραμόντες, έκαυσαν από ανόητον γενναιότητα και αναίδειαν τας οικίας, (εις τας οποίας είχαν εισέλθη), ετιμωρήθησαν ως επιδείξαντες άνανδρον εν αυταίς διαγωγήν.

Εντεύθεν απέστειλαν την νύκτα με άνδρας Δημοκράτην τον εκ Τήμνου εις τα όρη, όπου οι εκεί διεσκορπισμένοι (εκ του στρατοπέδου) είχαν είπη ότι έβλεπαν λάμποντα πυρά. Διότι ο Δημοκράτης ούτος είχεν ήδη εξακριβώση και πρωτήτερα πολλά τοιαύτα, τα αληθινά ως αληθινά (ελέγχων) και τα ψευδή ως ψευδή.

Πορευθείς, λοιπόν, είπεν ότι τα μεν πυρά δεν είδεν, επανήλθεν όμως με κάποιον, ον καθ' οδόν συνέλαβε, φέροντα τόξον Περσικόν και φαρέτραν και δίστομον πέλεκυν, οποίον και αι Αμαζόνες φέρουν.

Ερωτηθείς ο άνθρωπος ούτος: ποίος ήτον, απεκρίθη ότι ήτο Πέρσης και ότι έρχεται από το στρατόπεδον του Τιριβάζου, διά να λάβη τρόφιμα. Οι δε Έλληνες τον ηρώτων: πόσος ήτον ο στρατός του και διά ποίον σκοπόν τον είχε συναθροίση.

Ούτος δε είπεν ότι ο Τιρίβαζος ευρίσκετο εκεί (που) με όλον τον στρατόν του, και με μισθοφόρους Χάλυβας και Ταόχους. Ότι είχε παρασκευασθή με την πρόθεσιν να υπερβή το όρος προς το μέρος των στενών του (από της κλεισούραις του), από το οποίον και μόνον υπήρχε διάβασις, και ότι εις το μέρος τούτο ακριβώς θα επετίθετο αιφνιδίως κατά των Ελλήνων.

Μόλις ήκουσαν ταύτα οι στρατηγοί αμέσως απεφάσισαν να συναθροίσουν τον στρατόν. Και παρευθύς, αφήσαντες φρουράν και ως στρατηγόν της ορίσαντες Σοφαίνετον τον Στυμφάλιον, επορεύοντο έχοντες ως οδηγόν τον συλληφθέντα Πέρσην.

Άμα δε ούτοι υπερέβησαν τα όρη, οι πελτασταί, αφού επροχώρησαν αρκετά και παρετήρησαν λεπτομερώς το στρατόπεδον, δεν εκρατήθησαν αναμένοντες τους (όπισθεν αυτών) οπλίτας, αλλ', ανακράξαντες (ξεφωνίσαντες), έτρεχαν κατ' επάνω του μ' ορμήν. Οι δε βάρβαροι, ακούσαντες τον θόρυβον, δεν αντέστησαν, αλλ' ετράπησαν πάντες εις φυγήν. Εν τούτοις εφονεύθησαν καί τινες των βαρβάρων και ίπποι ως είκοσι τον αριθμόν συνελήφθησαν και η του Τιριβάζου σκηνή εκυριεύθη, εντός της οποίας ευρέθησαν αργυρόποδες κλίναι και διάφορα αγγεία με ποτά, προς δε και όσοι έλεγαν ότι ήσαν οι αρτοκόποι και οινοχόοι του σατράπου. Αφού δ' εξήτασαν και έμαθαν όλα αυτά (από τους πελταστάς) οι στρατηγοί των οπλιτών, ενόμισαν φρόνιμον ν' απέλθουν εις το στρατόπεδόν των όσον το δυνατόν ταχύτερον, μη τυχόν γείνη καμμία επίθεσις κατά της εκεί καταλειφθείσης προς φύλαξιν φρουράς. Και ευθύς αμέσως προσκαλέσαντες διά της σάλπιγγος όλον τον στρατόν, ανεχώρησαν και έφθασαν αυθημερόν εις το στρατόπεδον.

Κεφάλαιον πέμπτον.

Την δ' επομένην ενόμισαν ότι το φρονιμώτερον ήτον αμέσως ν' αναχωρήσουν, βαδίζοντες όσον ηδύναντο ταχύτερον, πριν ή ανασυνταχθούν και πάλιν οι πολέμιοι και καταλάβουν τα στενά. Ευθύς δ' ετοιμάσαντες τας αποσκευάς των επορεύοντο διά μέσου πυκνοτάτης χιόνος, έχοντες οδηγούς πολλούς. Και αυθημερόν υπερπηδήσαντες την κορυφήν του όρους, από την οποίαν έμελλε να επιτεθή ο Τιρίβαζος, εστρατοπέδευσαν κάπου εκεί προχείρως.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνουν εις τον Ευφράτην ποταμόν, τον οποίον και διέρχονται, βρεχόμενοι σχεδόν μέχρις ομφαλού, και του οποίου αι πηγαί ελέγετο ότι δεν ήσαν και πολύ μακράν.

Εντεύθεν επορεύοντο διά μέσου πεδιάδος, χιονιζόμενοι, σταθμούς τρεις, παρασάγγας πέντε. Ο τρίτος όμως σταθμός υπήρξε δι' αυτούς ταλαιπωρότατος. Βορράς έπνεε καταντικρύ των φοβερός (κατάμουτρα), καθολοκληρίαν κατακαίων όλα και ξεπαγιάζων τους ανθρώπους. Όπου κάποιος εκ των μάντεων είπε να προσφέρουν σφάγια (θυσίαν) εις τον Θεόν του ανέμου. Αμέσως δε και προσφέρονται τοιαύτα. Όλοι δε είδαν ολοφάνερα ότι (αμέσως) το κακόν του ανέμου εμετριάσθη. Ήτο δε το βάθος της χιόνος έως μίαν οργυιάν. Ώστε και από τα υποζύγια και από τους αιχμαλώτους πολλοί καθ' οδόν απέθαναν και εκ των στρατιωτών περί τους τριάκοντα.

Επέρασαν δε την νύκτα ανάπτοντες (διαρκώς) φωτιάν και θερμαινόμενοι. Ξύλα δε ήσαν εις τον σταθμόν ουκ ολίγα. Τα οποία όμως δεν επήρκουν και διά τους κατόπιν ερχομένους. Οι δε ελθόντες πρωτήτερα και θερμαινόμενοι ήδη δεν άφηναν τους αργοπορήσαντας να πλησιάσουν στη φωτιά των, εάν δεν τους έδιδαν σίτον ή ό,τι δήποτε άλλο είχαν επάνω των φαγώσιμον.

Τότε, λοιπόν, ό,τι είχεν έκαστος έδωκεν εις τον άλλον. Όπου δε ήτο φωτιά αναμμένη, αναλυομένης, (ως εκ της θερμότητος), της χιόνος, εσχηματίζοντο μεγάλοι λάκκοι μέχρι του εδάφους. Όπου και ήτο δυνατόν να καταμετρήση τις το βάθος της χιόνος.

Εντεύθεν δε, καθ' όλην την επιούσα ημέραν, επορεύοντο εν μέσω χιόνων, πολλοί δε εκ των στρατιωτών έπαθαν από εξάντλησιν των δυνάμεών των εκ της μαστιζούσης αυτούς μεγάλης πείνας («βουλιμίας»). Ο δε Ξενοφών, οπισθοφυλακών και συγκρατών (προφθάνων) τους πίπτοντας εκ των στρατιωτών, ηγνόει οποία τις ήτον η αρρώστιά των.

Όταν δε κάποιος από τους γνωρίζοντας τα τοιαύτα του είπεν ότι προφανώς έπαθαν από μεγάλην εκ της ασιτίας των εξάντλησιν, ότι δε, εάν φάγουν κάτι, (έστω και ελάχιστον), θα αναζωγονηθούν, τότε, περιερχόμενος (τριγυρίζων) τα υποζύγια, όπου ήθελεν εύρη τίποτε φαγώσιμον το εμοίραζε και παντού απέστελλε τους δυναμένους να περιτρέχουν (προς εξεύρεσιν τροφής), οίτινες (ό,τι εύρισκαν) το έδιδαν αμέσως εις τους πάσχοντας. (43)

Πράγματι δε, μόλις έτρωγαν κάτι, ανεζωογονούντο και επορεύοντο. Ενώ δ' επορεύοντο, ο μεν Χειρίσοφος φθάνει (κοντοφτάνει), ότι ήρχισε να σκοτεινιάζη, εις κάποιο εκεί χωρίον, έμπροσθεν δε του τειχίσματός του συναντά εκ του χωρίου ερχομένας γυναίκας τινας και κόρας να υδροφορούν από κάποια εκεί πηγήν.

Αύται, λοιπόν, τους ηρώτων: ποίοι είναι. Ο δε διερμηνεύς απήντησεν εις Περσικήν γλώσσαν, ότι έρχονται εκ μέρους του βασιλέως προς τον σατράπην. Εκείναι δε απεκρίθησαν ότι δεν είναι ενταύθα (εις το χωρίον), αλλ' ότι απουσιάζει μακράν του ένα παρασάγγην. Ούτοι δε, επειδή ήτον αργά, έρχονται μαζή με τας υδροφόρους προς τον κωμάρχην, εντός του τειχίσματος.

Και ο μεν Χειρίσοφος και όσοι ηδυνήθησαν εκ του στρατεύματος εστρατοπέδευσαν ενταύθα, οι δε μη δυνάμενοι εκ των άλλων στρατιωτών να διανύσουν την (μέχρι του χωρίου) οδόν διενυκτέρευσαν (εις το ύπαιθρον) χωρίς να φάγουν τίποτε και χωρίς φωτιά. Επίσης και εδώ απέθανάν τινες εκ των στρατιωτών από το ψύχος.

Τους ηκολούθουν δε (τους κατεδίωκον) όπισθεν αθροίσματά τινα (μπουλούκια) εκ των βαρβάρων, αρπάζοντα όσα ζώα εύρισκαν εξησθενημένα καθ' οδόν και περί της κατοχής των αναμεταξύ των συμπλεκόμενα. Έμεναν δ' ακόμη οπίσω και όσοι εκ των στρατιωτών είχαν εκ της χιόνος τυφλωθή και εκείνοι των οποίων τα δάκτυλα των ποδών είχαν σαπίση από το ψύχος.

Ανεκουφίζοντο δε ουκ ολίγον από το κακόν της χιόνος οι οφθαλμοί, εάν προ αυτών εκράτει τις τίποτε μαύρον, ενώ επορεύετο. Ως προς τους πόδας δε, εάν τις εκινείτο διαρκώς και δεν ησύχαζε (δεν εκοιμάτο) διόλου και καθ' όλην την νύκτα είχεν αυτούς ελευθέρους από τα υποδήματα.

Δι' όσους όμως εκοιμώντο μ' αυτά (με τα παπούτσια), εισήρχοντο τα λουριά («ιμάντες») εις τους πρησμένους από το ψύχος πόδας, και τα υποδήματα ολοτρόγυρα επάγωναν (εκοκκάλιαζαν). Διότι, επειδή είχαν ήδη φθαρή (λυώση) προ πολλού τα παλαιά των υποδήματα, τα είχαν αντικαταστήση με ακατέργαστα μονόπετσα τσαρούχια, καμωμένα από τα δέρματα βοών προσφάτως εκδαρέντων.

Ως εκ των ταλαιπωριών των, λοιπόν, αυτών έμεναν (ακόμη) οπίσω τινές εκ των στρατιωτών. Οίτινες (μάλιστα) ιδόντες κάποια εκεί που τοποθεσίαν να μαυρίζη, διότι δεν υπήρχε χιών εις το μέρος τούτο, ενόμισαν (προς στιγμήν) ότι (εκεί) αύτη είχεν ήδη λυώση. Πράγματι δε και είχε λυώση ένεκα θερμής τινος πηγής, η οποία ήτον εκεί που πλησίον, εντός δασώδους φάραγγος. Προς το μέρος αυτό τραπέντες οι στρατιώται εκείνοι εκάθηντο και δεν ήθελαν διόλου να βαδίσουν.

Ο δε Ξενοφών, επειδή ωπισθοφυλάκει (και, συνεπώς, ήτον εις θέσιν ν' αντιλαμβάνεται καλλίτερον τα συμβαίνοντα), άμα ως έμαθε περί τίνος πρόκειται, τους παρεκάλει επιτηδείως και με τρόπον να μη μένουν οπίσω (από το στράτευμα), λέγων εις αυτούς ότι έρχονται όπισθεν πολλοί πολέμιοι συγκεντρωμένοι (μαζεμμένοι). Εν τέλει δε (βλέπων τούτους αρνουμένους), και εξωργίσθη. Ούτοι όμως τον παρεκάλουν να τους φονεύση (του έλεγαν ότι καλλίτερον δι' αυτούς θα ήτο να τους φονεύση παρά να προχωρήσουν). Διότι τους είναι απολύτως αδύνατον να βαδίσουν.

Τότε ενόμισαν ότι έπρεπε να εκφοβίσουν, ει δυνατόν, τους ακολουθούντας όπισθεν πολεμίους, διά να μην επιτεθούν κατά των ασθενών και κουρασμένων. Και ήτο μεν ήδη σκότος, ούτοι δε (οι πολέμιοι) τους επλησίασαν με μεγάλον θόρυβον, φιλονεικούντες περί του τις πρώτος θα επιτεθή εναντίον των.

Τότε, λοιπόν, οι οπισθοφύλακες, ως υγιαίνοντες, εξεγερθέντες επετέθησαν κατά των πολεμίων. Οι δε ασθενείς, αναβοήσαντες όσον ηδύναντο περισσότερον, εκτύπησαν τας ασπίδας προς τα δόρατα. Οι δε πολέμιοι φοβηθέντες άφησαν εαυτούς να φέρωνται επί της χιόνος προς την φάραγγα (ετράπησαν εις φυγήν), και ουδείς πλέον ουδαμού έκαμε λόγον περί αυτών.

Και ο μεν Ξενοφών με τους ιδικούς του, αφού είπαν εις τους ασθενείς ότι την επομένην θα τους επισκεφθούν τινες (εκ των στρατιωτών του), βαδίζοντες, πριν ή ακόμη διανύσουν τέσσαρα στάδια, συναντούν εις τον δρόμον κοιμωμένους, καθ' ολοκληρίαν δε από την χιόνα σκεπασμένους, τους (υπολειφθέντας από τους περί τον Χειρίσοφον) στρατιώτας. Είδαν δε ότι ούτε ίχνος καν φρουράς είχε τοποθετηθή (προς φρούρησίν των). Και τους παρεκίνουν να επιστρέψουν. Ούτοι δε έλεγαν ότι, όσοι είναι έμπροσθεν (όσοι προχωρούν) δεν πρέπει να υποχωρούν.

Ο δε Ξενοφών, αφού επροσπέρασεν, απέστειλε προς αυτούς τους ισχυροτέρους των πελταστών με την διαταγήν να εξετάσουν ποίον είναι το αίτιον που τους εμποδίζει να τον ακολουθήσουν. Ούτοι δε, (επιστρέψαντες), του ανήγγειλαν: διότι όλον το στράτευμα επεθύμει να ησυχάση (να κοιμηθή) εκεί, όπως ευρίσκετο.

Τότε και οι περί τον Ξενοφώντα διενυκτέρευσαν ενταύθα (εις το ύπαιθρον) χωρίς φωτιά και άδειπνοι, εγκαταστήσαντες οίας ηδύναντο φρουράς. Αφού δε εξημέρωσεν, ο μεν Ξενοφών, αποστείλας προς τους ασθενούντας τους νεωτάτους (των οπισθοφυλάκων), τους διέταξεν, αφού τους σηκώσουν (από τον ύπνον των), να τους εξαναγκάσουν να βαδίσουν.

Εν τούτω δε τω μεταξύ ο Χειρίσοφος αποστέλλει τινάς εκ των εν τω χωρίω στρατοπεδευμένων στρατιωτών του, διά να εξετάσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται οι τελευταίοι (οι περί τον Ξενοφώντα). Ούτοι δε, ιδόντες (αυτούς) με ευχαρίστησίν των, τους μεν ασθενούντας παρέδωσαν εις αυτούς, διά να τους φέρουν εις το στρατόπεδον, αυτοί δε επορεύοντο και, πριν διανύσουν είκοσιν εν όλω στάδια, έφθασαν εις το χωρίον, όπου εστρατοπέδευεν ο Χειρίσοφος.

Αφού δε συνηντήθησαν, ενόμισαν ότι θα ήσαν εν πλήρει ασφαλεία, εάν κατεσκήνου κατά κώμας ο στρατός. Και ο μεν Χειρίσοφος έμενεν ενταύθα. Οι δε άλλοι, μοιρασθέντες προς αλλήλους όσας είχαν προ των οφθαλμών των κώμας (όσα έφτανε το μάτι των χωριά), επορεύοντο έκαστος με τους ιδικούς του εις ο έτυχεν εις αυτόν χωρίον.

Τότε, λοιπόν, ο λοχαγός Πολυκράτης ο Αθηναίος τους παρεκάλεσε να τον αφήσουν ελεύθερον εις τας ενεργείας του. Και λαβών τους ευζώνους ορμά κατά του χωρίου, το οποίον έτυχεν εις τον Ξενοφώντα, και καταλαμβάνει απροόπτως όλους τους κατοίκους του με τον αρχηγόν των και δέκα επτά πώλους συντηρουμένους, διά να σταλούν ως φόρος εις τον βασιλέα, και την θυγατέρα του κωμάρχου, μόλις προ εννέα ημερών νυμφευθείσαν, της οποίας ο σύζυγος, επειδή επήγε την ημέραν εκείνην να κυνηγήση λαγούς, δεν συνελήφθη μαζή με τους άλλους από τον Πολυκράτην.

Αι δε οικίαι ήσαν υπόγειοι και είχαν την θύραν στενήν καθώς το στόμα φρέατος, προς τα κάτω δ' ευρείαι. Αι δε είσοδοι διά μεν τα ζώα ήσαν εσκαμμέναι, οι άνθρωποι όμως κατέβαιναν διά (χωματίνης) κλίμακος. Εντός δε των οικιών συνδιαιτώντο μαζή με τα μικρά των αίγες, χοίροι, βόες, όρνιθες.

Τα δε κτήνη συνετηρούντο με ξηρόν χόρτον. Ήσαν δ' ακόμη και σίτος και κριθαί και όσπρια και οίνος κρίθινος (μπύρα) μέσα εις αγγεία, επίτηδες προωρισμένα διά κέρασμα («κρατήρας»), εντός των οποίων υπήρχον και αυταί αι κριθαί, επιπλέουσαι μέχρι του χείλους των αγγείων. Ακόμη δε και άχυρα υπήρχον εντός αυτών, άλλα μικρά και άλλα μεγάλα, χωρίς κόμβους.

Ένεκα τούτου δε, όταν τις εδίψα, έπρεπε να τον απομυζεί (ρουφάη) από τον κρατήρα με κλειστά τα χείλη. Ήτο δε πάρα πολύ δυνατός δι' εκείνον που τον έπινε χωρίς νερό. Πάρα πολύ δε γλυκύς δι' εκείνον που τον είχε συνηθίση.

Ο δε Ξενοφών εδείπνησε μαζή με τον άρχοντα του χωρίου και του συνίστα να έχη θάρρος, διαβεβαιών αυτόν ότι και των τέκνων του δεν θα στερηθή και από την οικίαν του θ' αναχωρήσουν, αφού πρώτα την ξαναγεμίσουν με νέας τροφάς, (44) εάν είχε την διάθεσιν να του υποδείξη κανένα χρήσιμον πράγμα διά το στράτευμα, έως ότου φθάσουν εις άλλο Έθνος.

Ούτος δε του το υπεσχέθη αμέσως και, φιλοφρονούμενος, του έδειξεν ως τοιούτον οίνον εις ο μέρος ήτον εντός καταχώστων αγγείων («αμφορέων») αποτεθειμένος. Ταύτην μεν, λοιπόν, την νύκτα ούτω ανά τας διαφόρους κώμας διανεμηθέντες εκοιμήθησαν, έχοντες τα πάντα εν αφθονία, όλοι οι στρατιώται, φυλάσσοντες δε τον κωμάρχην και τα τέκνα του ούτως ώστε να τους βλέπουν.

Την δ' επομένην ο Ξενοφών, παραλαβών τον κωμάρχην, επορεύετο προς τον Χειρίσοφον. Από οιονδήποτε δε χωρίον διήρχετο, διηυθύνετο προς τους χωρικούς και συνήντα παντού (στρατιώτας) ευωχουμένους και ευθυμούντας, και από κανένα μέρος δεν τους άφηναν να φύγουν, χωρίς να τους παραθέσουν γεύμα.

Πανταχού δε, όπου και αν μετέβησαν, εις μίαν και την αυτήν τράπεζαν παρέθετον κρέατα αρνίσια, κατσικίσια, χοιρινά, μοσχαρίσια, ορνίθινα, μαζή με πολλούς άρτους, άλλους μεν σιταρένιους, άλλους δε κριθίνους.

Οσάκις δε ήθελε κανείς, φιλοφρονούμενος πρός τινα, να προπίη εις υγείαν του, τον έσυρε (σχεδόν διά της βίας) άνωθεν του κρατήρος, από τον οποίον ήτον υποχρεωμένος, αφού έσκυβεν από 'πάνω του, να πίνη ροφών σαν βώδι. Και εις τον κωμάρχην επέτρεψαν να λαμβάνη ό,τι ήθελεν η καρδιά του. (45) Ούτος δε δεν εδέχετο μεν απολύτως τίποτε, αλλ' όπου έβλεπε κανένα εκ των συγγενών του, πάντοτε τον έσυρε προς το μέρος του.

Αφού δε ήλθαν εις τον Χειρίσοφον, ηύραν και τους εκεί κατασκηνούντας (στρατιώτας) στεφανωμένους με στεφάνους, από ξηρόν χόρτον καμωμένους, παίδας δε Αρμενίους υπηρετούντας αυτούς με βαρβαρικάς στολάς, εις τους οποίους, σαν να ήσαν άλαλοι, υπεδείκνυαν διά νευμάτων παν ό,τι έπρεπε να κάμουν. (46)

Αφού δ' εχαιρετήθησαν ο Ξενοφών και ο Χειρίσοφος, από κοινού ηρώτων τον κωμάρχην διά του ομιλούντος την Περσικήν διερμηνέως «οποία τις ήτον η χώρα, εις ην ευρίσκοντο». Ούτος δ' έλεγεν «ότι ήτον η Αρμενία». Και πάλιν τον ηρώτων: «διά ποίον συνετηρούντο οι ίπποι». Και εκείνος απήντα ότι προωρίζοντο ως φόρος διά τον βασιλέα. Ότι δε οι κάτοικοι οι την γείτονα χώραν κατοικούντες ωνομάζοντο Χάλυβες». Περιέγραφε δε την άγουσαν εις την χώραν των οδόν.

Και τον μεν κωμάρχην τότε παραλαβών μαζή του ο Ξενοφών απήλθε προς τους υπηρέτας (του κωμάρχου). Κάποιον δε ίππον, τον οποίον είχεν αιχμαλωτίση προ πολλού, του τον προσφέρει (με την σύστασιν), αφού τον παχύνη, να τον θυσιάση, διότι είχεν ακούση ότι ήτον εκ των προς θυσίαν εις τον Ήλιον συντηρουμένων, φοβούμενος μήπως αποθάνη (ψοφήση) ένεκα των κακοπαθειών, τας οποίας είχεν υποστή εν τη οδοιπορία. Ο δε Ξενοφών λαμβάνει (δι' εαυτόν) ένα εκ των πώλων (των διά βασιλικόν φόρον προωρισμένων), δίδων επίσης από ένα και εις έκαστον των άλλων στρατηγών και λοχαγών του.

Οι δε εν τη χώρα ταύτη ίπποι ήσαν μικρότεροι μεν των Περσικών, κατά πολύ όμως θυμοειδέστεροι. Τότε, λοιπόν, και ο κωμάρχης τους εξηγεί (τους μαθαίνει) πώς να τυλίσσουν περί τους πόδας των ίππων και των υποζυγίων μικρούς σάκκους, όταν οδοιπορούν εν μέσω χιόνων, διότι χωρίς τους σάκκους αυτούς (θα) εβυθίζοντο (ίπποι και υποζύγια) μέχρι της κοιλίας,

Κεφάλαιον έκτον.

Μετά οκτώ δ' ημέρας ο Ξενοφών τον μεν οδηγόν (κωμάρχην) παραδίδει εις τον Χειρίσοφον, τους δε υπηρέτας του, χαριζόμενος, αφήνει εις την διάθεσίν του, πλην του υιού του, προ ολίγου μόλις εισελθόντος εις την εφηβικήν ηλικίαν, ον παραδίδει εις τον Επισθένην τον Αμφιπολίτην προς φύλαξιν, με την εντολήν όπως, εάν το νομίζη ορθόν, απέλθη κρατών (ως όμηρον) και τούτον. Εις δε την οικίαν του εισεκόμισαν (αντί των καταναλωθέντων υπ' αυτών τροφίμων) όσα ηδύναντο περισσότερα.

Και ανασυνταχθέντες επορεύοντο. Προηγείτο δ' αυτών βαδίζων διά της χιόνος ο κωμάρχης με λυτάς τας χείρας. Και ήδη ήσαν εις τον τρίτον σταθμόν, και ο Χειρίσοφος εξωργίσθη εναντίον του, διότι δεν τους ωδήγησεν εις χωρία. Ούτος δε, (δικαιολογούμενος), έλεγεν ότι δεν υπήρχον τοιαύτα εις τον τόπον τούτον. Ο δε Χειρίσοφος τον εκτύπησε μεν, δεν τον έδεσεν όμως.

Ως εκ τούτου δ' εκείνος, (ευρών ευκαιρίαν), κατώρθωσε να δραπετεύση την νύκτα, εγκαταλείψας τον υιόν του. Το γεγονός δ' αυτό υπήρξε το μόνον που έγεινε, καθ' όλον το διάστημα της οδοιπορίας, αφορμή ψυχρότητος μεταξύ του Χειρισόφου και του Ξενοφώντος: η κακομεταχείρισις δηλ. του κωμάρχου από τον Χειρίσοφον και η περί την φύλαξιν αυτού επιδειχθείσα αμέλεια. Ο δ' Επισθένης ηγάπησεν («ηράσθη») τον παίδα, και, αφού τον έφερεν εις την πατρίδα του, τον μετεχειρίζετο ως ερωμένην του (ως καταλληλότατον διά να αφροδισιάζεται).

Μετά ταύτα επορεύθησαν επτά σταθμούς, διανύοντες ανά πέντε παρασάγγας εκάστην ημέραν, και φθάνουν εις τον Φάσιν ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου. Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα. Εις ο δε μέρος υπήρχεν η από των ορέων προς την πεδιάδα διάβασις, τους συνήντησαν οι των χωρών αυτών κάτοικοι, οι Χάλυβες και οι Ταόχοι και οι Φασιανοί. Ο δε Χειρίσοφος, αφού παρετήρησεν εις το μέρος τούτο της διαβάσεως τους πολεμίους, έπαυσε πλέον να βαδίζη, απέχων αυτής μέχρι τριάκοντα σταδίων, και τούτο, διά να μη πλησιάση τους πολεμίους οδηγών την φάλαγγα κατά κέρας. (47) Διέταξε δε και τους άλλους να παρατάξουν κατά παραγωγήν τους λόχους, διά να παρουσιασθή το στράτευμα όλον κατά μέτωπον.

Αφού δε ήλθαν οι οπισθοφύλακες, συνεκάλεσε τους στρατηγούς και λοχαγούς και είπε προς αυτούς τα εξής: «Οι μεν πολέμιοι, όπως βλέπετε, κατέλαβον την διάβασιν του όρους. Είναι δε καιρός να σκεφθώμεν πώς θ' αγωνισθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα.

»Εγώ μεν, λοιπόν, νομίζω ορθόν να διατάξωμεν μεν να γευματίσουν οι στρατιώται, ημείς δε να σκεφθώμεν αν σήμερον ή αύριον θ' αποφασίσωμεν να υπερβώμεν το όρος».

«Αλλ' όσον αφορά εμέ — είπεν ο Κλεάνωρ — φρονώ ότι, αφού ως τάχιστα γευματίσωμεν, πρέπει να βαδίσωμεν, εξοπλιζόμενοι ως τάχιστα, κατά των πολεμίων. Διότι, εάν αφήσωμεν να περάση η σημερινή ημέρα ασκόπως (εάν χρονοτριβήσωμεν σήμερον), και οι βλέποντες ήδη ημάς πολέμιοι θα γείνουν τολμηρότεροι, και άλλοι πολύ περισσότεροι, τούτων τολμηροτέρων γινομένων, θα προστεθούν βεβαίως εις αυτούς».

Μετά τον Κλεάνορα ο Ξενοφών είπεν: «Η δε ιδική μου γνώμη είναι η εξής: «Εάν μεν ήναι ανάγκη να πολεμήσωμεν, υπέρ παν άλλο οφείλομεν να φροντίσωμεν πώς να πολεμήσωμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα. Εάν δε θέλωμεν να επιχειρήσωμεν την διάβασιν όσον το δυνατόν ευκολώτερα, υπέρ παν άλλο μου φαίνεται ότι τούτο πρέπει να σκεφθώμεν: πώς να υποστώμεν όσον το δυνατόν μεν ολιγωτέρας ζημίας, όσον το δυνατόν δε ολιγωτέρους να απολέσωμεν άνδρας.

»Και το μεν όρος, λοιπόν, είναι αυτό που βλέπετε, εκτεινόμενον εις έκτασιν μεγαλητέραν των εξήκοντα σταδίων. Ουδαμού δ' αλλού φαίνονται άνδρες παραμονεύοντες ημάς παρά μόνον όσοι είναι επί της προς αυτό αγούσης οδού, (ην έχομεν ενώπιόν μας). Θα ήτο, λοιπόν, πολύ προτιμότερον να προσπαθήσωμεν με κάθε τρόπον: και να υποκλέψωμεν απαρατήρητοι κανένα κομμάτι από το υπόλοιπον αφύλακτον («έρημον») όρος, και, αφού φθάσωμεν εις αυτό κρυφίως, να το αρπάσωμεν, εάν ημπορούμεν, εξ εφόδου, παρά να πολεμήσωμεν (εκ του συστάδην) προς οχυρά του όρους μέρη και άνδρας προς μάχην ήδη προετοιμασμένους.

»Διότι θα ήτο πολύ ευκολώτερον (ακινδυνότερον) να βαδίσωμεν αμαχητί ανηφορικόν δρόμον (μη έχοντες ενώπιον μας πολεμίους) παρά (να βαδίζωμεν δρόμον) ομαλόν, έχοντες όμως από το ένα μέρος και από το άλλο (δεξιά και αριστερά μας) τον εχθρόν. Και είναι προτιμότερον ακόμη να βαδίζη τις αμαχητί την νύκτα, βλέπων καλά (μόνον) τα προ των ποδών του, παρά να πολεμή την ημέραν (βλέπων καθ' όλον το μήκος της οδού). Η δε κρημνώδης γη είναι πλέον υποφερτή στους πόδας, εάν οι άνδρες βαδίζουν αμαχητί, παρά η ομαλή, εάν οι άνδρες κτυπώνται κατακέφαλα.

»Και δεν μου φαίνεται δα ότι είναι ακατόρθωτον το να υποκλέψωμεν κρυφίως κανένα σημείον (μέρος) του όρους, αφού είναι μεν δυνατόν να βαδίσωμεν νύκτα (κατά των πολεμίων), ώστε να μη μας ίδουν, είναι δε επίσης δυνατόν να προχωρήσωμεν επί τοσούτον, ώστε να μη μας καταλάβουν. Κατά την γνώμην μου δε, εάν προσποιηθώμεν ότι επιτιθέμεθα φανερά κατά των πολεμίων (εις ο μόνον μέρος ευρίσκονται ούτοι), θα δυνηθώμεν να χρησιμοποιήσωμεν υπέρ ημών περισσότερον αφύλακτον του όρους μέρος. Διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, οι πολέμιοι θα έμεναν περισσότερον μαζεμμένοι εις ην θέσιν ήδη ευρίσκονται.

»Αλλά τι σημασίαν έχει η περί κλοπής ιδική μου γνώμη και κατά τι θα ηδύνατο να συντελέση εις τον περί ου πρόκειται σκοπόν; Διότι εγώ, ω Χειρίσοφε, ακούω περί υμών των Λακεδαιμονίων και εν γένει περί όσων είναι ομότιμοι με σας (περί όλων των σπαρτιατιζόντων όπως σεις), ότι από της παιδικής ακόμη ηλικίας σπουδάζετε το κλέπτειν, και ότι δεν είναι εντροπή, τουναντίον μάλιστα ότι είναι άξιον επαίνου το να κλέπτη τις όσα δεν εμποδίζει ο νόμος.

Notes in this chapter

Note 1 · Ρητορικός τρόπος του λέγειν, διά να παραστήση ο Ξενοφών, πόσον Θα ήτον επικίνδυνος διά τον βασιλέα η παραμονή των Ελλήνων εις την χώραν του,Note 2 · Κατά την περί εκλείψεων κρατούσαν τότε δοξασίαν.↩Note 3 · Λίθον περιέχοντα τύπους κογχυλίων απολιθωμένα κογχύλια.↩Note 4 · Ανακόλουθον το χωρίον προς τα επόμενα.↩Note 5 · Το όλον σώμα των Ελλήνων απετέλει τετράπλευρον, ούτινος το μεν πρόσθεν μέρος ωνομάζετο μέτωπον, το δ' όπισθεν ουρά, τα δε πλάγια κέρατα.↩Note 6 · Το χωρίον είναι από τα μάλλον δυσερμήνευτα του Ξενοφώντος. Έχων υπ' όψει τας εν τη εκδόσει του Πανταζίδου διαφόρους αυτού ερμηνείας και διορNote 7 · Το οποίον ήδη είχε φθάση εις τον δεύτερον λόφον.↩Note 8 · Ήτοι εις απόστασιν — προς 186 μέτρα το στάδιον — μέτρων 111,60. ↩Note 9 · Είναι εκείνοι οίτινες είχαν προκαταλάβει την προεξοχήν του όρους. («λόφον»).↩Note 10 · Διά την συχνοτάτην επανάληψιν της λέξεως σημαινούσης τα προς συντήρησιν αναγκαία, την αφήνω ενίοτε αναπόδοτον.↩Note 11 · Ενιαχού ενόμισα κατάλληλο, να παραθέτω παρά τας αποδοθείσας και τας αντιστοίχους εκ του κλασσικού κειμένου λέξεις.↩Note 12 · Περί της οποίας έγεινε λόγος εις το αμέσως προηγούμενον Κεφάλαιον, από τον επιζήσαντα εκ των δύο του Ξενοφώντος οδηγών, όταν ηρωτήθη εάν υπάNote 13 · Την εν τω κειμένω ονομαζομένην «υπερβολήν» η «έκβασιν», δηλ. την κορυφογραμμήν του όρους, ην, αφού υπερβή τις, κατέρχεται εις την άλλην αυτοNote 14 · Κατά παρέκτασιν της εννοίας του μέρους προς το όλον η «φανερά έκβασις = διάβασις λέγεται και «φανερά οδός», το τέρμα της οποίας απετέλει η «Note 15 · Ον ο Ξενοφών ονομάζει εδώ «μαστόν».↩Note 16 · Τούτον τον λόφον ονομάζει ο Ξενοφών «λόφον αντίπορον», ως δι' πόρου — φάραγγος — ίσως — χωριζόμενον υπό του μαστού.↩Note 17 · Όχι ολίγαι των παρενθέσεων, όπως αυτή, είναι επεξηγηματικαί φράσεων ή λέξεων του κειμένου. Τοιαύτας επεξηγήσεις έθεσεν επίτηδες παραπλεύρως Note 18 · Τόσον εις το Κεφάλαιον αυτό, όσον και εις το δ' του Γ' βιβλίου και εν γένει εις τα δυσκολώτερα χωρία της «Αναβάσεως» είχα υπ' όψει μου και τNote 19 · Φρονώ ότι από τον πρωτόγονον αυτόν τρόπον του συνθέτειν, ομοίους του οποίου είναι απολύτως αδύνατον να νεωτεροποιήση τις, δι' ο και αφήνω αυNote 20 · Και άλλος πρωτόγονος τρόπος του συνδέειν τας προτάσεις προς αλλήλας διά του και.↩Note 21 · Του υπό τον Λύκιον.↩Note 22 · Εκείνων οίτινες ήσαν παρατεταγμένοι επί των υψωμάτων, άνωθεν του ήδη διωκομένου βαρβαρικού ιππικού.↩Note 23 · Ως θα ελέγαμεν σήμερα: να παρατάξουν κατά παραγωγήν».↩Note 24 · Ο Ξενοφών είναι μόνος υπό έμπνευσιν σοβαρός «στρατιωτικός συγγραφεύς» της Αρχαιότητος. Προκείμενου λοιπόν ν' αποδοθή και η ελαχίστη στρατιωτNote 25 · Ο Ξενοφών δεν είναι μόνον στρατηγός υπέροχος δι' όλης της Καταβάσεως αυτής. Αλλά και άνθρωπος. Άνθρωπος, ον θα ενόμιζέ τις ότι, 400 έτη προ Note 26 · Τας οποίας θα ελάμβαναν εξ άλλων χωρίων, αντί εκείνων τας οποίας, κατηνάλωσαν.↩Note 27 · Εις μετάφρασιν, της οποίας η γλώσσα είναι συμβατική, η δημοτική, εν τούτοις, ζητεί κάποτε, παρά τους όρους της συμβάσεως, τα δικαιώματά της,Note 28 · Ή υπεδείκνυαν διά νευμάτων ό,τι εχρειάζοντο.↩Note 29 · Στρέφων δηλ. αυτήν δεξιά ή αριστερά, ώστε να βαδίζη προηγουμένου του ενός κέρατος και τελευταίου ακολουθούντος του ετέρου (ίδε: Ξενοφώντος Α
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings