← Table of contents
Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Front matter (continued 2)

Demetrios Anastasopoulos translation

Πάντα δε γενναίον και χρήσιμον προς πόλεμον υπό πάντων ωμολογείτο ότι εξαιρετικώς ετίμα. Και εις τας αρχάς μεν επολέμησε προς τους Πισίδας και τους Μυσσούς. Λοιπόν, ότε αυτός ο ίδιος είχεν εκστρατεύση ποτέ κατά των χωρών αυτών, όλους εκείνους, τους οποίους έβλεπε ριψοκινδυνεύοντας, εκήρυττεν άρχοντας της χώρας την οποίαν εκυρίευε, κατόπιν δε και με άλλα δώρα τους ετίμα. Ώστε εφαίνετο αξιών οι μεν ανδρείοι να είναι ευτυχέστατοι, οι δε δειλοί και άνανδροι, σκλάβοι των. Διά τούτο και ήσαν πάντοτε αφθονώτατοι εκείνοι οίτινες ήθελαν να κινδυνεύουν υπέρ αυτού παντού όπου τυχόν εφαντάζοντο ότι θα το εμάνθανεν ο Κύρος.

Εάν δέ τις εγίνετο γνωστόν ότι εφιλοδόξει να αναδεικνύεται εις δικαιοσύνην (ως φιλοδίκαιος), κάθε τρόπον κατέβαλλε να αποκαθιστά τούτον πλουσιώτερον εκείνου όστις ήντλει τα κέρδη του από τας αδικίας. Αλλά και πολλών άλλων πραγμάτων δικαίως εγίνετο υπέρ αυτού η διαχείρισις και ένεκα πάντων τούτων αληθινόν στρατόν είχεν αποκτήση. Πράγματι δε. Διότι και οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, όσοι ένεκα κέρδους έπλευσαν προς αυτόν (κατετάχθησαν εις τον στρατόν του), επείσθησαν ότι είναι επικερδέστερον δι' αυτούς να πειθαρχούν τελείως εις τον Κύρον, παρά ν' αποβλέπουν εις το κατά μήνα ωρισμένον κέρδος των (τον μισθόν των).

Αλλά και ο Κύρος πάλιν, εάν τις ήθελε πιστώς τον υπηρετήση, δεν άφηνε ποτε άνευ ανταμοιβής τον ζήλον του. Αυτή δε είναι και η αιτία, διά την οποίαν, καθώς λέγουν, απέκτησεν ο Κύρος εις κάθε έργον του ικανωτάτους υπαλλήλους.

Εάν δε έβλεπε κανένα να ήναι δεινός οικονομολόγος μετά δικαιοσύνης, να καλλιεργή δε την χώραν, της οποίας ήτον ο αρχηγός και να αυξάνη μετ' επιμελείας τας προσόδους της, από αυτόν όχι μόνον δεν αφήρει τίποτε, αλλά και με περισσότερα (μέσα) πάντοτε τον εφωδίαζε. Τοιουτοτρόπως όλοι και ευχαρίστως ειργάζοντο και παρρησία, ενώπιον όλων, απέκτων περιουσίας, οσαδήποτε δε και αν απέκτα τις δεν τα απέκρυπτεν από τον Κύρον. Διότι προς πάντας τους ούτω φανερώς πλουτούντας, ούτος δεν εδοκίμαζε κανένα φθόνον, προσεπάθει δε μόνον να χρησιμοποιή δι' εαυτόν τα χρήματα εκείνων οι οποίοι τα έκρυπτον.

Όσους δε ήθελε κάμη φίλους και ήτο βέβαιος ότι πραγματικώς τον αγαπούν, τους έκρινε δε ότι θα ήσαν ικανοί συνεργάται του εις παν ό,τι ήθελε να φέρη εις πέρας, τούτους ομολογείται παρά πάντων ότι με μεγάλην προθυμίαν επεριποιείτο.

Και λοιπόν, δι' ον λόγον αυτός ενόμιζεν ότι έχει ανάγκην φίλων, όπως έχη τούτους συνεργάτας του, διά τον αυτόν λόγον και αυτός φρόντιζε να είναι συνεργάτης των (βοηθός) όσον του ήτο δυνατόν περισσότερον, εις κάθε τι που εκαταλάβαινεν ότι έκαστος εξ αυτών είχεν ανάγκην.

Ήτο δε ο μόνος εις το Κράτος ανήρ, κατά την γνώμην μου, ο οποίος ελάμβανε τόσα πολλά δώρα διά τόσον πολλάς αιτίας. Τα δώρα δε ταύτα ουδείς γενναιότερον αυτού εσκόρπιζεν (εδώρει εις τους φίλους του, αποβλέπων κυρίως εις τους τρόπους εκάστου και εις ό,τι έκαστος εξ αυτών εστερείτο περισσότερον.

Και ως προς εκείνα, τα οποία του απεστέλλοντο πανταχόθεν προς στολισμόν του σώματός του, είτε εν πολέμω στολισμόν, είτε εν ειρήνη, και ως προς αυτά ακόμη λέγεται ότι κάποτε είπεν ότι το σώμα του δεν θα ήτο δυνατόν ποτε με όλα αυτά να στολισθή, επίστευεν όμως στολισμόν του μέγιστον να βλέπη όλους τους φίλους του καλώς εστολισμένους.

Και το να υπερτερή μεν τους φίλους του εις τας ευεργεσίας δεν ήτο διόλου παράδοξον, επειδή ήτο βέβαια πλουσιώτερός των. Το να τους υπερτερή όμως εις το να φροντίζη υπέρ των αναγκών των και εις το να ευχαριστήται να ήναι προθυμότατος εις όλα, τούτο, εις εμέ τουλάχιστον, φαίνεται εξαιρετικώς θαυμασμού άξιον.

Διότι πολλάκις ο Κύρος, οπότε θα ελάμβανεν οίνον παρά πολύ γλυκύν, απέστελλεν εξ αυτού εις τους φίλους του ημίκενα αγγεία, λέγων εις αυτούς ότι από μακρού ήδη χρόνου δεν έχει λάβη τόσον γλυκύν οίνον. Τούτον, λοιπόν, σου αποστέλλει και σε παρακαλεί να τον πίης σήμερον με τους μάλλον αγαπητούς σου φίλους.

Ημιφαγωμένας δε χήνας επίσης απέστελλε πολλάκις και ημίσεις άρτους και άλλα τοιαύτα, διατάσσων τον υπηρέτην του να λέγη εις εκείνους εις τους οποίους τα απέστελλεν: Από αυτά έφαγεν ο Κύρος και ευχαριστήθη. Επιθυμεί, λοιπόν, να τα δοκιμάσετε και σεις. Οσάκις δε (ένεκα ανομβρίας) ο σανός ήτο σπανιώτατος, αυτός δε, διότι είχε πολλούς φροντιστάς και υπηρέτας, ηδύνατο να προμηθευθή τοιούτον, απέστελλεν εξ αυτού και εις τους φίλους του, παραγγέλλων εις αυτούς να τον δώσουν εις τους προς ιππασίαν προωρισμένους ίππους των, διά να μη φέρουν ούτοι τους φίλους του πεινώντες.

Εάν δέ ποτε εξήρχετο εις περίπατον και επρόκειτο πλείστοι να τον ίδουν καθ' οδόν, προσκαλών ενώπιόν των τους φίλους του, συνομίλει με σοβαρότητα μαζή των, διά να δείξη φανερά εις όλους εκείνους τους οποίους νομίζει αξίους της εκτιμήσεώς του. Ώστε εγώ τουλάχιστον, εξ όσον ακούω, νομίζω ότι ουδείς ηγαπήθη υπό περισσοτέρων Ελλήνων ή Περσών όσον ο Κύρος.

Απόδειξις τούτου είναι και το εξής γεγονός. Από μεν τον Κύρον, εφ' όσον ήτον υπό τον αδελφόν του, ουδείς έφυγε, διά να γείνη οπαδός του βασιλέως, εκτός του Ορόντα εκείνου (ως είδομεν ανωτέρω). Και αυτός δα ο Ορόντας δεν το κατώρθωσε, διότι εκείνον τον οποίον ενόμιζε πιστότατόν του υπηρέτην, πολύ γρήγορα τον ηύρε να αγαπά περισσότερον τον Κύρον ή αυτόν. Από δε τον βασιλέα, πολλοί προς τον Κύρον απεσκίρτησαν, αφ' ότου οι δύο αδελφοί έγειναν πολέμιοι προς αλλήλους, και μάλιστα εκείνοι οι οποίοι ηγαπώντο από τον βασιλέα περισσότερον. Τούτο δε, διότι ενόμιζαν ότι, εάν ήσαν καλοί (πιστοί) παρά τον Κύρον, θα ηξιούντο περισσοτέρων τιμών υπ' αυτού ή υπό του βασιλέως.

Έτι δε μεγαλειτέρα απόδειξις της αγαθότητός του και της κρίσεως, με την οποίαν ορθώς εστάθμιζε τους εύνους και σταθερούς και αφωσιωμένους φίλους του, είναι και εκείνο το οποίον συνέβη κατά τον θάνατόν του.

Ενώ δηλαδή αυτός απέθνησκεν, όλοι οι περί αυτόν φίλοι και ομοτράπεζοι απέθαναν μαχόμενοι υπέρ του Κύρου εκτός του Αριαίου, όστις έτυχε να ήναι τεταγμένος εις το αριστερόν κέρας, ως αρχηγός του ιππικού. Αλλά και αυτός, μόλις έμαθε τον θάνατον του Κύρου, έφυγε μαζή με όλον το στράτευμα, του οποίου ήτον ηγεμών.

Κεφάλαιον δέκατον

Ενταύθα, λοιπόν, αποκόπτεται η κεφαλή και η δεξιά χειρ του Κύρου. Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν, διώκοντες τους πολεμίους, επιπίπτουν εις το στρατόπεδον του Κύρου. Και ο μεν μετά του Αριαίου στρατός δεν μένει εκεί πλέον, αλλά φεύγει διά μέσου του στρατοπέδου του εις τον σταθμόν, από τον οποίον είχεν ορμηθή. Ελέγετο δε ότι το διάστημα της μέχρι του σταθμού οδού ήτο παρασάγγαι τέσσαρες.

Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν πλείστα όσα τότε διαρπάζουν πράγματα, λαμβάνει δε (υπό την κατοχήν αυτού και κυριότητα) και την Φωκαΐδα, παλλακίδα του Κύρου, γυναίκα συνετήν, περί ης ελέγετο ότι ήτον ωραιοτάτη.

Η δε Μιλησία, ήτις ήτο νεωτέρα, αρπαγείσα εις τας αρχάς υπό των περί τον βασιλέα, τους ξεφεύγει κατόπιν, φέρουσα μόνον τον χιτώνα της, και τρέχει προς όσους Έλληνας έτυχε να είναι την στιγμήν εκείνην εις τας σκευοφόρους των αμάξας ωπλισμένοι, οι οποίοι και αντιταχθέντες, πολλούς μεν εκ των διαρπαζόντων εφόνευσαν, τινές δε εξ αυτών και εφονεύθησαν. Δεν ετράπησαν πράγματι εις φυγήν (εγκαταλείποντες την Μιλησίαν εις την τύχην της), αλλά και ταύτην έσωσαν και όσα άλλα πράγματα και ανθρώπους έτυχε να ευρίσκωνται εις τας αμάξας των (καταφυγόντας κατά την ώραν του διωγμού εκεί).

Ενταύθα βασιλεύς και Έλληνες απεμακρύνθησαν αλλήλων έως τριάκοντα στάδια. Αλλ' οι μεν Έλληνες εδίωκον τους προς το μέρος των βαρβάρους, νομίζοντες ότι ενίκων πάντας. Οι δε βάρβαροι ετρέποντο εις διαρπαγάς, νομίζοντες ότι ήσαν ήδη και αυτοί πάντες νικηταί.

Αφού δε οι μεν Έλληνες έμαθαν ότι ο βασιλεύς με όλον του το στράτευμα είχε φθάση μέχρι των αποσκευών, ο δε βασιλεύς, εξ άλλου, εμάνθανεν από τον Τισσαφέρνην ότι οι Έλληνες το καθ' εαυτούς νικούν και προχωρούν προς τα εμπρός διώκοντες, τότε ο μεν βασιλεύς συναθροίζει τον στρατόν του και παρατάσσεται, ο δε Κλέαρχος, καλέσας τον Πρόξενον, διότι αυτός ήτον ο πλησιέστερός του, συνεσκέπτετο μαζή του αν πρέπει ν' αποστείλουν μόνον μερικούς ή όλοι μαζή να σπεύσουν εις βοήθειαν του στρατοπέδου.

Εν τω μεταξύ τούτω οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο βασιλεύς εφαίνετο (εκ των κινήσεών του) ότι έμελλε να τους επιτεθή και πάλιν εκ των όπισθεν. Και οι μεν Έλληνες, στραφέντες, ητοιμάζοντο να τον υποδεχθούν ούτω (εκ των όπισθεν) ερχόμενον. Ο δε βασιλεύς (μετανοήσας ίσως) ήλλαξε διεύθυνσιν, δι' ου δε δρόμου είχε προηγουμένως προσπεράση, ότε ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων, διά του αυτού και επέστρεψεν (απεμακρύνθη των Ελλήνων), αναλαβών και τους εν καιρώ της μάχης προς τους Έλληνας λιποτακτήσαντας και τον Τισσαφέρνην με τους περί αυτόν.

Διότι ο Τισσαφέρνης κατά την πρώτην σύρραξιν δεν είχε φύγη, αλλά διήλθεν έφιππος πλησίον του ποταμού, εις ο μέρος ήσαν παρατεταγμένοι οι Έλληνες πελτασταί. Διερχόμενος δ' εκείθεν ουδένα μεν εφόνευσεν, οι Έλληνες όμως, απομακρυνθέντες, τους εκτύπων και τους ηκόντιζον.

Των πελταστών δε αρχηγός ήτον ο εξ Αμφιπόλεως Επισθένης, περί ου ελέγετο ό,τι ενήργησε κατά την περίστασιν ταύτην συνετώτατα.

Ο Τισσαφέρνης, λοιπόν, μόλις απηλλάγη των ακοντισμών, μειονεκτήσας ούτω, δεν επιστρέφει μεν και πάλιν οπίσω, αλλά, φθάσας εις το στρατόπεδον των Ελλήνων, συναντά εκεί τον βασιλέα και, μαζή ανασυντάξαντες πάλιν τας δυνάμεις των, επορεύοντο.

Ότε δ' έφθασαν κατά το αριστερόν κέρας των Ελλήνων, εφοβήθησαν ούτοι, μήπως ο εχθρός πλησιάζων τον στρατόν του προς το κέρας των και περικυκλώνων και από τα δύο μέρη αυτούς, τους κατακόψη. Ενόμισαν δε καλόν ν' αναπτύξουν το κέρας του στρατού των κατά μέτωπον και να βάλουν όπισθεν αυτών τον ποταμόν.

Ενώ δε εσκέπτοντο ταύτα, ο βασιλεύς, αντιπαρελθών (το αριστερόν κέρας των Ελλήνων), παρέταξε τον στρατόν του απέναντί των, εις ο σχήμα τον είχε παρατάξη, ότε το πρώτον επήρχετο ίνα συνάψη μάχην. Μόλις δε είδαν οι Έλληνες ότι οι Πέρσαι τους επλησίασαν και ότι ήσαν ήδη παρατεταγμένοι προς μάχην, ευθύς, αφού έψαλαν το πολεμικόν των άσμα, ώρμησαν κατ' αυτών με πολύ μεγαλητέραν ή πρότερον προθυμίαν.

Οι βάρβαροι όμως δεν εδέχθησαν την επίθεσίν των, αλλ' έφευγαν πολύ πλέον μακρύτερα ή πρότερον. Οι Έλληνες δε τους κατεδίωκον μέχρι κώμης τινός, όπου και εστάθησαν.

Διότι άνωθεν της κώμης ήτο λόφος, επί του οποίου, αίφνης επιστρέψαντες εκ της φυγής, εσταμάτησαν οι περί τον βασιλέα, όχι οι πεζοί, αλλ' οι ιππείς του, από τους οποίους και εγέμισεν ο λόφος τόσον, ώστε, ως εκ του πλήθους των, να μη γνωρίζουν οι Έλληνες ποίαν απόφασιν πρόκειται να λάβουν κατ' αυτών οι βάρβαροι. Έλεγαν δε τότε ότι έβλεπαν το βασιλικόν σημείον, χρυσούν τινα δηλαδή αετόν ανυψωμένον επί ξυλίνου ακοντίου.

Επειδή δε και προς τον λόφον επροχώρουν οι Έλληνες, τον εγκαταλείπουν τότε οι ιππείς, όχι όμως πλέον όλοι μαζή, αλλά καθ' ομάδας και προς διαφόρους διευθύνσεις. (Άλλοι από 'δω και άλλοι από 'κεί). Ούτω δε κατ' ολίγον απεγυμνώθη ο λόφος από τους ιππείς, έως ότου όλοι εκείθεν απεχώρησαν.

Ο Κλέαρχος, λοιπόν, δεν ανεβίβαζε τον στρατόν του εις τον λόφον, αλλά, στρατοπεδεύσας κάτωθεν αυτού, αποστέλλει Λύκιον τον Συρακούσιον με κάποιον άλλον (εις τον λόφον) με την διαταγήν, αφού κατοπτεύσουν τι είναι υπέρ αυτόν, να τον ειδοποιήσουν.

Και ο Λύκιος, αφού τον διέτρεξεν έφιππος και παρετήρησε παντού, του αναγγέλλει ότι οι εχθροί φεύγουν κατά κράτος.

Ότε δε συνέβαιναν ταύτα, ο ήλιος ήτο περί την δύσιν του σχεδόν. Ενταύθα, λοιπόν, εσταμάτησαν οι Έλληνες και, θέσαντες κατά γης τα όπλα, ανεπαύοντο. Συγχρόνως δε ηπόρουν ότι ο Κύρος ουδαμού εφαίνετο, ούτε κανείς άλλος παρουσιάσθη εκ μέρους του ερχόμενος. Διότι δεν εγνώριζαν ακόμη ότι εφονεύθη, αλλ' ενόμιζαν ή ότι είναι μακράν ήδη καταδιώκων τους εχθρούς, ή ότι επροχώρησε προς τα εμπρός (προς βορράν), διά να καταλάβη κανένα τόπον (μέρος εύθετον προς υπεράσπισίν του).

Και εσκέπτοντο αν πρέπει, μείναντες εκεί, να μεταφέρουν ενταύθα και τας αποσκευάς των, ή αν πρέπει ν' απέλθουν εις το στρατόπεδόν των. Ενόμισαν, λοιπόν, καλλίτερον να απέλθουν και φθάνουν σχεδόν κατά την ώραν του δείπνου εις τας σκηνάς των.

Και ούτω μεν ετελείωσεν η ημέρα αυτή. Ευρίσκουν δε τα περισσότερα πράγματά των διαρπαγέντα, ακόμη και ό,τι τρόφιμον και ποτόν υπήρχε. Τας δε αμάξας, αι οποίαι ήσαν γεμάται άλευρα και οίνον, προετοιμασθείσαι ούτω επίτηδες από τον Κύρον, ίνα, εάν ποτε παρουσιασθή εις τον στρατόν μεγάλη έλλειψις τροφίμων, διανεμηθούν εις τους Έλληνας — ελέγετο δε ότι ήσαν τοιαύται αμάξας περί τας τετρακοσίας — και ταύτας ακόμη (τας αμάξας) είχαν ήδη διαρπάση οι περί τον βασιλέα.

Ώστε οι πλείστοι εκ των Ελλήνων έμειναν την εσπέραν εκείνην χωρίς δείπνον. Είχαν δε μείνη και την μεσημβρίαν χωρίς γεύμα. Διότι πριν ή καταλύση ο στρατός, διά να γευματίση, ανεφάνη ο βασιλεύς. Ούτω λοιπόν επέρασαν την νύκτα ταύτην.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον

Κατά ποίον, λοιπόν, τρόπον συνήθροισε τον Ελληνικόν στρατόν ο Κύρος, ότε εξεστράτευσε κατά του αδελφού του Αρταξέρξου, και όσα κατά την ανάβασιν του στρατού αυτού επράχθησαν και πώς έγεινεν η μάχη, και πώς απέθανεν ο Κύρος, και πώς, ελθόντες εις το στρατόπεδον οι Έλληνες, εκοιμήθησαν, νομίζοντες ότι καθ' όλην την γραμμήν ενίκων και ότι ο Κύρος έζη, — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά δι' όσων μέχρι τούδε είπομεν.

Άμα δε εξημέρωσε, συνελθόντες οι στρατηγοί ηπόρουν ότι ο Κύρος ούτε άλλον τινά αποστέλλει, διά να τους ειδοποιήση τι πρέπει να κάμουν, ούτε ο ίδιος πουθενά εφαίνετο. Απεφάσισαν, λοιπόν, αφού προετοιμάσουν τα πράγματά των, όσα τους είχαν μείνη από την διαρπαγήν, και εξοπλισθούν, να βαδίσουν προς τα εμπρός, έως ου συναντηθούν με τον Κύρον.

Ενώ δε ήρχιζαν να βαδίζουν, καθ’ ήν στιγμήν ανέτελλεν ο ήλιος, ήλθεν ο άρχων της Τευθρανίας Προκλής, καταγόμενος από τον Λάκωνα Δημάρατον (βασιλέα της Σπάρτης), και Γλους ο υιός του Ταμώ, οίτινες έλεγαν ότι ο μεν Κύρος εφονεύθη, ο δε Αριαίος ότι έχει ήδη φύγη, ευρισκόμενος με τους λοιπούς βαρβάρους εις τον σταθμόν, από τον οποίον την προηγουμένην ημέραν είχαν ξεκινήση, ότι δε τους ειδοποίει ότι καθ' όλην εκείνην την ημέραν θα τους επερίμενεν, εάν εσκόπευαν να έλθουν (πλησίον του), την επομένην όμως ότι εμελέτα ν' αναχωρήση διά την Ιωνίαν, από την οποίαν ήλθεν.

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και οι άλλοι Έλληνες ελυπούντο κατάκαρδα. Ο δε Κλέαρχος τους είπε τα εξής: «Είθε ο Κύρος να έζη! Επειδή όμως απέθανεν, αναγγείλατε εις τον Αριαίον ότι και τον βασιλέα νικώμεν και, όπως βλέπετε, ουδείς πλέον μάχεται εναντίον μας, και, εάν δεν ήρχεσθε σεις, θα εβαδίζαμεν ήδη ημείς κατά του βασιλέως. Υποσχόμεθα δε εις τον Αριαίον, εάν έλθη εδώ, να τον ανακηρύξωμεν βασιλέα. Διότι εις τους κατόπιν μάχης νικητάς (καθώς γνωρίζετε) ανήκει και η Αρχή.

Αφού είπε ταύτα, αποστέλλει (προς τον Αριαίον) τους αγγελιοφόρους και μαζή με αυτούς τον Λάκωνα Χειρίσοφον και τον Θεσσαλόν Μένωνα. Όστις και αφ' εαυτού ήθελε (μόνος του επρότεινε) να υπάγη. Διότι και φίλος του Αριαίου ήτο και είχε ποτε φιλοξενηθεί υπ' αυτού. Και αυτοί μεν ανεχώρησαν, ο Κλέαρχος δ' επερίμενε (την απάντησιν).

Το δε στράτευμα επρομηθεύετο τροφήν και ύδωρ, όπως ηδύνατο, σφάζον εκ των φορτηγών του ζώων τους βους και τους όνους. Απομακρυνόμενοι δε ολίγον από του μέρους, εις το οποίον έγεινεν η μάχη, επρομηθεύοντο ξύλα συλλέγοντες τα βέλη, τα οποία ήσαν εκεί αφθονώτατα και τα οποία οι Έλληνες ηνάγκαζον τους λιποτακτούντας από τον στρατόν του βασιλέως να ρίπτουν κατά γης, καθώς και τας πλεκτάς και από ξύλον ασπίδας, τας οποίας μετεχειρίζοντο οι Αιγύπτιοι. Ήσαν δε εν αχρηστία και περιτταί δι' έλλειψιν ζώων και πολλαί άμαξαι, ακόμη δε και πολλά δόρατα και ακόντια. Με όλα, λοιπόν, τα ξύλα αυτά αφού έβρασαν όσα ήθελαν κρέατα, έφαγαν την ημέραν εκείνην.

Και ήτον ήδη η ώρα (η προ μεσημβρίας δεκάτη), καθ’ ήν η αγορά ήτο πλήρης ανθρώπων, ότε έρχονται εκ μέρους του βασιλέως και του Τισσαφέρνους κήρυκες, εξ ων όλοι μεν οι άλλοι ήσαν Πέρσαι, είς δε και μόνον Έλλην, ονομαζόμενος Φαλίνος, όστις έτυχε να ευρίσκεται πλησίον του Τισσαφέρνους, ιδιαιτέρως παρ' αυτού τιμώμενος. Διότι επροσποιείτο ότι εγνώριζε καλώς την στρατιωτικήν τακτικήν και οπλομαχίαν.

Ούτοι, λοιπόν, προσελθόντες και καλέσαντες τους στρατηγούς των Ελλήνων λέγουν ότι ο βασιλεύς, επειδή είναι (αυτός) ο νικητής και επειδή (αυτός) εφόνευσε τον Κύρον, προστάζει τους Έλληνας, αφού του παραδώσουν τα όπλα, να έλθουν εις την αυλήν του βασιλέως, και εκεί, αν ημπορούν, να επιτύχουν παρ' αυτού κανέν καλόν (να τον καταφέρουν να τους φανή καλός).

Και ταύτα μεν είπαν οι κήρυκες του βασιλέως. Οι δ' Έλληνες με αγανάκτησιν ήκουσαν τους λόγους των. Ο δε Κλέαρχος ταύτην και μόνην την απάντησιν τους έδωκεν: ότι δεν είναι ίδιον των νικητών να παραδίδουν τα όπλα των. (Απευθυνόμενος δε προς τους στρατηγούς είπεν:) «Σεις όμως, ω άνδρες στρατηγοί, αποκριθήτε εις αυτούς εδώ ό,τι σεις ευστοχώτερον και καλλίτερον (διά την περίστασιν) νομίσετε. Εγώ δε θα επιστρέψω αμέσως. Διότι τον είχε καλέση κάποιος εκ των υπηρετών του, διά να ίδη βγαλμένα εκεί κάπου τα σπλάγχνα των σφαγίων, επειδή κατά την στιγμήν εκείνην ετύχαινε να προσφέρη εις τους Θεούς θυσίαν.

Τότε, λοιπόν, απεκρίθη Κλεάνωρ ο Αρκάς, ο μεγαλήτερος όλων (σεβαστότερος), ότι είναι αποφασισμένοι όλοι ν' αποθάνουν πριν ή παραδώσουν τα όπλα. Ο δε Πρόξενος ο Θηβαίος προσέθηκεν: «Αλλ' εγώ, ω Φαλίνε, απορώ διά ποίον εκ των δύο λόγων ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα; ως νικητής ή ως δώρα, λόγω φιλίας; Εάν μεν τα ζητή ως νικητής, τις η ανάγκη να τα ζητή ούτω δι' απεσταλμένων, και δεν έρχεται να τα λάβη μόνος του; Εάν δε θέλη να τα λάβη διά της πειθούς (φιλικώς), ας μας είπη τι θα δώση εις τους στρατιώτας, εάν ούτοι του τα παραδώσουν χάριν φιλίας (ως εις φίλον)».

Εις ταύτα ο Φαλίνος απήντησεν: «Ο βασιλεύς φρονεί ότι είναι νικητής, αφού εφόνευσε τον Κύρον. Διότι τις άλλος πλέον του διαφιλονικεί την βασιλείαν; Νομίζει δε ότι και σεις είσθε υπό την εξουσίαν του, αφού σας έχει εις το μέσον της χώρας του και εντός αδιαβάτων ποταμών, και τόσον πλήθος ανθρώπων δύναται να οδηγήση εναντίον σας, ώστε, και εάν ακόμη τους παρέδιδεν εις χείρας σας, δεν θα ηδύνασθέ ποτε να τους φονεύσετε».

Μετ' αυτόν Θεόπομπος ο Αθηναίος είπεν: «Ω Φαλίνε, τώρα, όπως βλέπεις και συ, κανέν άλλο καλόν πλέον δεν μας έμεινεν παρά τα όπλα και η ανδρεία. Εάν μεν λοιπόν έχωμεν (στα χέρια μας) τα όπλα, νομίζομεν ότι δυνάμεθα να χρησιμοποιήσωμεν και την ανδρείαν μας. Εάν όμως τα παραδώσωμεν, θα χάσωμεν και την ζωήν μας. Μη φαντάζεσαι, λοιπόν, ότι τα μόνα αγαθά, τα οποία μας έμειναν, θα σας τα παραδώσωμεν, αλλά με αυτά, ακόμη και υπέρ των ιδικών σας αγαθών θα πολεμήσωμεν».

Ακούσας δε ταύτα ο Φαλίνος εγέλασε και είπεν: «Αλλ' (ομιλών ούτω) ομοιάζεις, ω νεανίσκε, με φιλόσοφον και αληθώς χαριέστατα μας λέγεις πράγματα! Μάθε όμως ότι είσαι ανόητος φανταζόμενος ότι η ανδρεία σας θα νικήση την στρατιωτικήν δύναμιν του βασιλέως».

Άλλοι δέ τινες ωμίλησαν με ολιγώτερον θάρρος, ειπόντες ότι όπως και εις τον Κύρον εφάνησαν πιστοί, ούτω και εις τον βασιλέα θα εφαίνοντο πάρα πολύ χρήσιμοι, εάν ήθελε να γείνη φίλος των. Και είτε εις άλλο τι, οιονδήποτε, θέλει να τους χρησιμοποιήση, είτε διά να εκστρατεύση εις την Αίγυπτον, είναι προθυμότατοι να τον βοηθήσουν να την υποτάξη.

Εν τω μεταξύ τούτω επανήλθεν ο Κλέαρχος και ηρώτησεν αν έδωσαν ήδη την απάντησιν. Ο δε Φαλίνος, διακόψας, είπεν: «Πάντες μεν οι προλαλήσαντες, ω Κλέαρχε, έχουν έκαστος ιδιαιτέραν (περί του πρακτέου) γνώμην. Συ δε ειπέ μας τι φρονείς».

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Όσον αφορά εμέ, ω Φαλίνε, μ' ευχαρίστησίν μου σε είδα εδώ, νομίζω δε και όλοι οι άλλοι. Διότι και συ είσαι Έλλην και όλοι ημείς επίσης, όσους ενώπιόν σου βλέπεις. Επειδή δε ευρισκόμεθα εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, ζητούμεν να μας συμβουλεύσης τι πρέπει να πράξωμεν εις όσα μας προτείνεις.

»Συ, λοιπόν, εν ονόματι των Θεών, συμβούλευσέ μας ό,τι νομίζεις ότι είναι έντιμον και ωφέλιμον και ό,τι θα σου περιποιήση τιμήν εν τω μέλλοντι, πάντοτε μνημονευόμενον υπό των μεταγενεστέρων, ότι δηλαδή ο Φαλίνος, σταλείς ποτε υπό του βασιλέως, διά να είπη εις τους Έλληνας να παραδώσουν τα όπλα, τους συνεβούλευσε, ζητούντας την συμβουλήν του, τα εξής. Γνωρίζεις δε πολύ καλά ότι εξ άπαντος θα γείνη γνωστόν εις την Ελλάδα παν ό,τι ήθελες μας συμβουλεύση».

Ο Κλέαρχος διά των λόγων τούτων ήθελε να παρασύρη ανεπαισθήτως προς τους σκοπούς του τον Φαλίνον, επιθυμών και αυτός ακόμη ο πρεσβευτής του βασιλέως να τους συμβουλεύση να μη παραδώσουν τα όπλα, και τούτο, διά να γείνουν περισσότερον ευέλπιδες οι Έλληνες.

Ο Φαλίνος όμως, στρέψας τον λόγον επιτηδείως, παρά πάσαν προσδοκίαν του Κλεάρχου είπε τα εξής: «Όσον μεν αφορά εμέ, ω Κλέαρχε, εάν μία και μόνη εκ των απείρων (περί σωτηρίας) ελπίδων, (ας έχετε), ήναι: το να σωθήτε πολεμούντες τον βασιλέα, θα σας συνεβούλευον να μη παραδώσετε τα όπλα. Εάν όμως δεν υπάρχη καμμία ελπίς σωτηρίας άνευ της θελήσεως του βασιλέως, σας συμβουλεύω να σωθήτε δι' ου τρόπου νομίζετε σεις ευκολώτερον».

Εις τους λόγους τούτους ο Κλέαρχος απήντησε: «Και αύτη μεν είναι η γνώμη σου. Όσον όμως αφορά ημάς, ειπέ εις τον βασιλέα τα εξής: ότι ημείς φρονούμεν ότι, εάν μεν ήναι ανάγκη να γείνωμεν φίλοι του βασιλέως, θα του είμεθα επωφελέστεροι φίλοι, έχοντες τα όπλα μας ή παραδίδοντες αυτά εις άλλον. Εάν δε ήναι ανάγκη να γείνωμεν εχθροί του, θα ηδυνάμεθα καλλίτερα να τον πολεμώμεν με τα όπλα εις χείρας μας ή να τα παραδώσωμεν εις χείρας τρίτου».

Ο δε Φαλίνος είπεν: «Όσα μεν μας είπατε θα τα αναγγείλωμεν εις τον βασιλέα. Αλλά, προς τούτοις, και τα εξής ακόμη μας διέταξεν ούτος να σας είπωμεν: «ότι, εάν μεν μείνετε εις ην θέσιν ευρίσκεσθε, θα κηρυχθή ειρήνη (μεταξύ μας). Εάν δε βαδίσετε προς τα εμπρός ή επιστρέψετε (εις τας πατρίδας σας), θα συνεχισθή ο πόλεμος. Ειπέτε, λοιπόν, ποίον εκ των δύο προτιμάτε: να μείνετε και να γείνη ειρήνη ή ν' αναγγείλω εις τον βασιλέα ότι θα συνεχίσετε τον κατ' αυτού πόλεμον;».

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Ανάγγειλε, λοιπόν, και ως προς το ερώτημά σου τούτο, ότι και ημείς την αυτήν γνώμην έχομεν οίαν και ο βασιλεύς». «Και ποία είναι η γνώμη αύτη;» ηρώτησεν ο Φαλίνος. Και ο Κλέαρχος απήντησεν: «Εάν μεν μείνωμεν ενταύθα, κηρύττομεν ειρήνην, εάν δε προχωρήσωμεν ή επιστρέψωμεν, πόλεμον».

Ο δε Φαλίνος ηρώτησε και πάλιν: «Ειρήνην ή πόλεμον ν' αναγγείλω;». Και ο Κλέαρχος την αυτήν και πάλιν έδωκεν απάντησιν: «Ειρήνην μεν, εάν μείνωμεν, πόλεμον δε, εάν προχωρήσωμεν ή επιστρέψωμεν». Ποίον δε εκ των δύο επροτίμα, δεν το εφανέρωσεν.

Κεφάλαιον δεύτερον

Και ο μεν Φαλίνος, λοιπόν, και οι μετ' αυτού ανεχώρησαν. Οι δε αποσταλέντες ήδη εις τον Αριαίον Προκλής και Χειρίσοφος επέστρεψαν, εκτός του Μένωνος, όστις έμεινε πλησίον του. Ούτοι, λοιπόν, κατ' εντολήν του Αριαίου, είπαν ότι υπάρχουν πολλοί Πέρσαι καλλίτεροι αυτού, οι οποίοι δεν θα τον ηνείχοντο ως βασιλέα. «Αλλ' εάν θέλετε όλοι μαζή ν' αναχωρήσετε, σας παραγγέλλει να έλθετε αυτήν την νύκτα αμέσως. Ειδεμή, θ' αναχωρήση την πρωίαν μόνος του».

Ο δε Κλέαρχος είπεν: «Εάν μεν έλθωμεν, βεβαίως ούτω πρέπει να πράξωμεν, καθώς λέγετε. Ειδεμή, πράξατε ό,τι σεις νομίσετε συμφερώτερον». Τι δ' εσκόπευεν αυτός να πράξη, ούτε εις αυτούς το ανεκοίνωσεν.

Μετά ταύτα, ενώ ήδη έδυεν ο ήλιος, συγκαλέσας τους στρατηγούς και λοχαγούς, τους είπε τα εξής: «Ενώ, ω άνδρες, προσέφερον εις τους Θεούς θυσίαν, διερωτών αυτούς να μάθω αν πρέπει να βαδίσωμεν κατά του βασιλέως, είδα ότι δεν έδειξαν τα (εκβληθέντα) σπλάγχνα ευοίωνα σημεία. Επόμενον δε ήτο να μη δείξουν. Διότι, όπως προ ολίγου έμαθα, εν μέσω ημών και του βασιλέως υπάρχει ο Τίγρης ποταμός, με πλοία μόνον διαπλεόμενος, τον οποίον ημείς όμως, μη έχοντες τοιαύτα, δεν θα δυνηθώμεν να διαβώμεν (να περάσωμεν). Αλλ' ούτε ενταύθα είναι δυνατόν να μένωμεν. Διότι δεν δυνάμεθα να έχωμεν τα προς τροφήν αναγκαία. Όσον αφορά όμως: το να υπάγωμεν εις τους φίλους του Κύρου, τα σπλάγχνα μας έδειξαν πολύ ευοίωνα σημεία.

Κατά τον εξής λοιπόν τρόπον πρέπει να ενεργήσωμεν: Πηγαίνετε πρώτον να δειπνήσετε με ό,τι έκαστος από σας έχει. Όταν δε σαλπίση η σάλπιγξ σιωπητήριον [όταν δε δοθή διά του κέρατος (νυκτερινής σάλπιγγος) το προς ανάπαυσιν σημείον], αρχίσατε τότε να ετοιμάζετε τα πράγματά σας. Όταν δε σαλπίση το δεύτερον, φορτώσατέ τα εις τα ζώα. Όταν δε τέλος σαλπίση και το τρίτον, ακολουθήσατε τότε τον αρχηγόν σας, τα μεν ζώα έχοντες προς το μέρος του ποταμού, τους δε οπλίτας προς τα έξω». ΄ Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και λοχαγοί ανεχώρησαν και ενήργουν συμφώνως προς τας παραγγελίας του. Του λοιπού δε, ο μεν Κλέαρχος ήτον ο γενικός αρχηγός του στρατού (αρχιστράτηγος), εκ των περί αυτόν δε οι μεν επείσθησαν εις αυτόν, όχι διότι τον είχαν αναγνωρίση ως τοιούτον, αλλά διότι έβλεπαν ότι μόνος αυτός εξ όλων εσκέπτετο όπως θα έπρεπε να σκέπτεται ένας αρχηγός, οι δε λοιποί ήσαν εντελώς άπειροι.

[Ο από Εφέσου της Ιωνίας μέχρι του τόπου της μάχης αριθμός των σταθμών και παρασαγγών, τους οποίους διέτρεξαν οι Έλληνες, ήσαν ενενήκοντα τρεις σταθμοί ή πεντακόσιοι τριάκοντα πέντε παρασάγγαι ή δέκα εξ χιλιάδες και πεντήκοντα στάδια. Από δε του τόπου της μάχης μέχρι της Βαβυλώνος η απόστασις ελέγετο ότι ήτο τριακοσίων εξήκοντα σταδίων].

Κατόπιν, αφού ήδη ενύκτωσε, Μιλτοκύθης μεν ο Θραξ, έχων και τους ιππείς του, ανερχομένους εις τεσσαράκοντα, και έως τριακοσίους εκ των πεζών Θρακών, ελιποτάκτησε προς τον βασιλέα.

Ο δε Κλέαρχος προηγείτο των άλλων, συμφώνως προς όσα είχεν υποδείξη, ούτοι δε ηκολούθουν. Φθάνουν δε εις τον πρώτον σταθμόν, όπου ήτον ο Αριαίος με τον στρατόν του, περί το μεσονύκτιον. Και αφού (οι στρατιώται) έθεσαν εν τάξει κατά γης τα όπλα, συνήλθον οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων περί τον Αριαίον. Και Έλληνες και Αριαίος μετά των περί αυτόν αρίστων ωρκίσθησαν να μη προδώσουν ποτέ αλλήλους, αλλά να ήναι πάντοτε μεταξύ των σύμμαχοι. Οι δε Πέρσαι ωρκίσθησαν προς τούτοις και να οδηγούν χωρίς κανένα δόλον τον στρατόν κατά την πορείαν του.

Ωρκίσθησαν δε πάντα ταύτα, αφού επί ασπίδος έσφαξαν και ταύρον και κάπρον και κριόν, εις το αίμα των οποίων οι μεν Έλληνες έβαπτον ξίφος, οι δε βάρβαροι λόγχην. Αφού δε εδόθησαν ούτω αμοιβαίως λόγοι πίστεως, είπεν ο Κλέαρχος: «Εμπρός, λοιπόν, τώρα, ω Αριαίε, επειδή και σεις και ημείς την αυτήν πορείαν πρόκειται να κάμωμεν, ειπέ μας ποίαν γνώμην έχεις περί αυτής, να επιστρέψωμεν δι' ης ήλθομεν οδού, ή άλλην τινά καλλιτέραν ταύτης έχεις κατά νουν;

»Εάν μεν επιστρέψωμεν δι' ης ήλθομεν, θα καταστραφώμεν εντελώς από την πείναν. Διότι μας εσώθησαν πλέον αι τροφαί. (Ενθυμείσαι δε ότι) εις απόστασιν δέκα επτά σταθμών εκ των πλησιεστέρων, ούτε όταν ηρχόμεθα εδώ επρομηθεύθημεν, έστω και το ελάχιστον, από την χώραν ταύτην. Όπου δε (της χώρας) υπήρχε κάτι τι, διερχόμενοι δι' αυτής το απετελειώναμεν. Σκεπτόμεθα, λοιπόν, τώρα (σκοπεύομεν) να βαδίσωμεν μακροτέραν οδόν, ώστε να μη στερηθώμεν των προς τροφήν αναγκαίων.

»Νομίζω δε ότι πρέπει τους πρώτους σταθμούς να πορευώμεθα όσω το δυνατόν μακροτάτους, και τούτο διά να απομακρυνθώμεν όσω το δυνατόν περισσότερον του βασιλικού στρατού. Διότι, εάν εφάπαξ απομακρυνθώμεν αυτού δρόμον δύο ή τριών ημερών, δεν θα υπάρχη πλέον κανείς φόβος να μας φθάση ο βασιλεύς. Διότι με ολίγον μεν στρατόν δεν θα τολμήση να μας ακολουθήση (να μας πάρη το κατόπιν), με πολύν δε, δεν θα δυνηθή ταχέως να βαδίση. Ίσως δε στερηθή και των τροφίμων. Αυτή είναι η γνώμη μου».

Το στρατήγημα τούτο (κόλπο) του Κλεάρχου ουδέν άλλο επεδίωκεν ή να δραπετεύσωμεν εν ανάγκη ή να φύγωμεν. Αλλ' η τύχη εφάνη στρατηγικωτέρα ημών. Διότι, αφού εξημέρωσεν, ήρχισαν να βαδίζουν έχοντες προς τα δεξιά τον ήλιον, υπολογίζοντες δε ότι κατά την δύσιν του ακριβώς, θα φθάσουν εις χωρία της Βαβυλωνίας χώρας. Και εις τούτο μεν δεν ηπατήθησαν.

Περί το δειλινόν όμως τους εφάνη ότι είδαν ιππείς του εχθρικού στρατού. Και όσοι εκ των Ελλήνων έτυχε να μην ήναι εις τας τάξεις των, έτρεξαν αμέσως εις αυτάς. Και ο Αριαίος, όστις μέχρις εκείνης της στιγμής εφέρετο εφ' αμάξης, διότι ήτο πληγωμένος, καταβάς αυτής ενεδύετο τον θώρακά του. Μετ' αυτού δε και οι στρατιώται του. Ενώ δε ούτω εξωπλίζοντο, ήλθαν οι προαποσταλέντες ήδη προς ανίχνευσιν σκοποί λέγοντες ότι δεν ήσαν ιππείς, αλλά φορτηγά ζώα κάπου εκεί βόσκοντα. Ευθύς δε τότε ενόησαν όλοι ότι εκεί που πλησίον ήτο στρατοπεδευμένος ο βασιλεύς. Άλλως τε ουχί πολύ μακράν εφαίνετο εις τα εν λόγω χωρία και καπνός.

Ο Κλέαρχος, εν τούτοις, δεν ωδήγησε τον στρατόν του κατά των πολεμίων, γνωρίζων ότι ούτος και κουρασμένος ήδη ήτο εκ της πορείας και νήστις. Είχε δε και εντελώς βραδυάση πλέον. Αλλ' ούτε και εξέκλινε του δρόμου του (δεν ήλλαξε διεύθυνσιν), προσέχων μήπως νομισθή (από τον βασιλέα) ότι φεύγει. Αλλά κατ' ευθείαν προχωρών με την εμπροσθοφυλακήν του, κατεσκήνωσεν, ενώ ήδη ο ήλιος εβασίλευεν, εις τα πλησιέστερον κείμενα χωρία, από τα οποία είχαν διαρπαγή υπό του βασιλικού στρατού και αυτά ακόμη τα ξύλα των οικιών.

Η μεν εμπροσθοφυλακή, λοιπόν, οπωσδήποτε εστρατοπέδευσεν. Οι δε ερχόμενοι κατόπιν, εν μέσω σκότους προχωρούντες, κατέλυον όπως ηδύνατο έκαστος, τόσον δε πολύ εθορύβουν, καλούντες αλλήλους, ώστε αι φωναί των ν' ακούωνται ακόμη και εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Από το οποίον μάλιστα οι πληρέστεροι και εγκατέλειψαν (φοβηθέντες) τας σκηνάς των.

Τούτο δε έγεινε φανερόν την επομένην. Διότι τίποτε πλέον δεν εφαίνετο εις τα πέριξ, ούτε φορτηγόν ζώον, ούτε στρατόπεδον, ούτε καπνός. Ως φαίνεται δε και αυτός ο βασιλεύς ακόμη είχε τρομάξη διά την έφοδον εκείνην του στρατεύματος. Εφανέρωσε δε τον τρόμον του αυτόν με όσα ενήργει (έπραττε) την ακόλουθον ημέραν.

Αλλ' ενώ ήτο νυξ ακόμη, αίφνης καταλαμβάνονται από φόβον οι Έλληνες, κρότος δε και θόρυβος εγείρεται, όπως συμβαίνει όταν καταληφθή από φόβον αιφνίδιον, στρατόπεδον.

(Εις το άκουσμα του θορύβου τούτου) ο Κλέαρχος διέταξε Τολμίδην τον Ηλείον, όστις ήτον ο καλλίτερος των εν τω Ελληνικώ στρατώ κηρύκων, και τον οποίον τυχαίως είχε την στιγμήν εκείνην πλησίον του, να επιβάλη εις τους θορυβούντας σιωπήν, κηρύττων εις όλον το στράτευμα ότι οι αρχηγοί του υπόσχονται εις εκείνον, όστις θα καταγγείλη τον απολύσαντα τον όνον εις τα όπλα (εις το στρατόπεδον), ως αμοιβήν του έν τάλαντον.

Αφού όμως ταύτα εκηρύχθησαν, ενόησαν οι στρατιώται ότι μάταιος ήτον ο φόβος των και ότι οι στρατηγοί των τίποτε δεν έπαθαν. Ευθύς δε άμα εξημέρωσε, διέταξεν ο Κλέαρχος τους Έλληνας να εξοπλισθούν όλοι ως εις μάχην.

Κεφάλαιον τρίτον

Εκείνο, λοιπόν, το οποίον είχα προηγουμένως γράψη, ότι ετρόμαξεν ο βασιλεύς διά την έφοδον, εφάνη εκ του γεγονότος τούτου: Ότι την μεν προηγουμένην ημέραν, αποστέλλων αγγελιοφόρους του εις τους Έλληνας, τους διέτασσε να παραδώσουν τα όπλα. Τότε δε, μόλις ανέτειλεν ο ήλιος, τους απέστειλε κήρυκας, διά να κλείσουν ειρήνην μεταξύ των.

Ούτοι, λοιπόν, αφού ήλθαν εις τας προφυλακάς, εζήτουν να ίδουν τους στρατηγούς. Και αφού ανήγγειλαν την έλευσίν των οι προφυλακές, ο Κλέαρχος, όστις έτυχε την ώραν εκείνην να επιθεωρή το στράτευμα, παρήγγειλεν εις τους προφύλακας να είπουν εις τους κήρυκας να περιμένουν, μέχρις ότου ευκαιρήση (τελειώση την επιθεώρησιν).

Αφού δε παρέταξε τον στρατόν, ώστε να ήναι η όλη φάλαγξ καθ' όλην την έκτασιν πυκνή και θεαματικωτάτη, εκ δε των αόπλων κανείς να μην ήναι θεατός, προσεκάλεσε τους αγγελιοφόρους, αυτός ο ίδιος προϋπαντήσας αυτούς με τους μάλλον καλώς ωπλισμένους και ωραιοτέρους εκ των στρατιωτών του, αφού προηγουμένως παρήγγειλε και εις τους άλλους στρατηγούς κατά τον αυτόν (επιδεικτικόν) τρόπον να προσέλθουν.

Ότε δε τους επλησίασε, τους ηρώτα τι θέλουν. Ούτοι δε απήντησαν ότι ήλθαν να διαπραγματευθούν περί ειρήνης, έχοντες εντολήν να διαβιβάσουν εις τους Έλληνας τους λόγους του βασιλέως και τους των Ελλήνων εις τον βασιλέα.

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Αναγγείλατε λοιπόν εις αυτόν ότι εν πρώτοις παρίσταται ανάγκη μάχης. Διότι δεν έχομεν τι να φάγωμεν, ούτε θα ετόλμα κανείς να διαπραγματευθή με τους Έλληνας περί ειρήνης, εάν δεν τους επρομήθευε πρωτήτερα τροφάς».

Ακούσαντες ταύτα οι αγγελιοφόροι άμέσως ανεχώρησαν και επανήλθον πάλιν ταχέως. Τούτο δ' εφανέρωνεν ότι ο βασιλεύς ήτον εκεί που πλησίον, ή άλλος τις, όστις ενήργει κατ' εντολήν του τας διαπραγματεύσεις. Απήντησαν, λοιπόν, ότι ο βασιλεύς φρονεί ότι έχει δίκαιον ο Κλέαρχος και ότι ήλθαν φέροντες μαζή των οδηγούς, οίτινες, εάν κλεισθή ειρήνη μεταξύ των, θα τους οδηγήσουν εις μέρη, όθεν θα προμηθευθούν τα προς τροφήν των αναγκαία.

Ο δε Κλέαρχος ηρώτα αν με μόνους τους ελθόντας και επιστρέψαντας (εις τον βασιλέα) άνδρας θα συνθηκολογήση ή και με τους άλλους (ή και με όλον τον στρατόν του βασιλέως) (11) .

Εκείνοι δε απήντησαν ότι «η ειρήνη κλείνεται με όλους, μέχρι της στιγμής καθ’ ήν θ' αναγγελθούν οι λόγοι σας εις τον βασιλέα».

Αφού δε είπαν ταύτα, ο Κλέαρχος, απομακρύνας αυτούς ολίγον, συνεσκέπτετο με τους στρατηγούς (περί του πρακτέου). Και εφάνη λοιπόν (εις τους στρατηγούς) καλόν ότι πρέπει να γείνη η ειρήνη όσον το δυνατόν ταχύτερον, εν ησυχία δε και ανενόχλητοι να έλθουν εις ο μέρος ήσαν αι τροφαί, διά να προμηθευθούν εξ αυτών.

Εις ταύτα ο Κλέαρχος απήντησε: «Και εγώ την αυτήν έχω γνώμην. Δεν θα την είπω όμως αμέσως (εις τους απεσταλμένους του βασιλέως), αλλά θα χρονοτριβήσω ολίγον, έως ότου φοβηθούν μήπως απεφασίσαμεν να μη γείνη ειρήνη. Νομίζω δε, προσέθηκεν, ότι από τον αυτόν φόβον θέλουν καταληφθή και οι στρατιώται μας». Όταν δε ενόμισεν ότι ήτο πλέον καιρός να επιστρέψη, είπεν εις αυτούς ότι δέχεται την ειρήνην, και ευθύς διέταξε να τους οδηγήσουν εις ο μέρος ήσαν αι τροφαί.

Και αυτοί μεν προηγούντο· ο δε Κλέαρχος επορεύετο, συνθηκολογήσας μεν ήδη, αλλ' έχων και τον στρατόν ως προς μάχην έτοιμον, εις την οπισθοφυλακήν του οποίου και ευρίσκετο. Συνήντων δε καθ' οδόν τάφρους και χάνδακας πλήρεις ύδατος, ώστε να μη τους ήναι δυνατόν να διέλθουν άνευ γεφυρών. Κατεσκεύαζαν λοιπόν τοιαύτας από φοίνικας ερριμμένους κατά γης ή από αυτούς τους ιδίους κοπτομένους.

Τότε δε ήτο ευκαιρία να γνωρίση τις κάλλιστα τον Κλέαρχον πώς επεστάτει, διά μεν της δεξιάς χειρός κρατών το δόρυ, διά δε της αριστεράς ράβδον. Ούτω, εάν του εφαίνετο κανείς των διά την εργασίαν ταύτην προωρισμένων οκνηρός, εκλέγων τον περισσότερον τιμωρίας άξιον τον εκτύπα (διά της ράβδου του) και συγχρόνως αυτός ο ίδιος ήρχετο εις βοήθειάν του, εισερχόμενος μέσα εις την λάσπην. Ώστε όλοι να εντρέπωνται μήπως δεν εκτελούν όπως αυτός την εργασίαν των.

Και ετάχθησαν πλησίον του οι μέχρι τριάκοντα ετών (στρατιώται). Επειδή δε έβλεπαν οι πρεσβύτεροι ακόμη και τον Κλέαρχον με σπουδήν και προθυμίαν εργαζόμενον, ήρχοντο εις βοήθειάν του και αυτοί.

Πολύ περισσότερον όμως των άλλων εβιάζετο ο Κλέαρχος, επειδή υπώπτευεν ότι αι τάφροι δεν ήσαν πάντοτε ούτω πλήρεις ύδατος [διότι η ώρα του έτους (Οκτώβριος μην) δεν ήτο κατάλληλος προς άρδευσιν της πεδιάδος], αλλ' ότι ο βασιλεύς, θέλων ήδη να παρεμβάλη πολλά προσκόμματα εις την πορείαν των Ελλήνων, είχεν απολύση το ύδωρ εις την πεδιάδα.

Πορευόμενοι δε έφθασαν εις τα χωρία, από τα οποία υπέδειξαν οι οδηγοί ότι ηδύναντο να λάβουν τροφάς, και εις τα οποία υπήρχε πολύς σίτος και οίνος εκ φοινίκων, από τους αυτούς καρπούς δε και όξος βρασμένον.

Εκ των καρπών δ' αυτών οι μεν κατωτέρας ποιότητος, όμοιοι προς εκείνους τους οποίους ανευρίσκει τις και εις την Ελλάδα, ήσαν προωρισμένοι διά τους υπηρέτας, οι δε εκλεκτοί διά τους κυρίους των, θαυμάσιοι κατά το κάλλος και το μέγεθος, χρώματος δε ως το του ηλέκτρου. Εκ των οποίων και ουκ ολίγοι ξηραινόμενοι εχρησίμευαν ως τραγήματα (ξηροί καρποί) μετά το φαγητόν. Είτε δε μόνοι των είτε συνοδευόμενοι και από οίνον οι ξηροί αυτοί καρποί, αν και γλυκύτατοι την γεύσιν, επροξένουν πάντοτε, τρωγόμενοι, κεφαλαλγίαν.

Ενταύθα πρώτην φοράν έφαγαν οι στρατιώται από τον μυελόν (μελούδι) του φοίνικος, εθαύμασαν δε οι περισσότεροι εξ αυτών το είδος και την εντελώς ξεχωριστήν αυτού γλυκύτητα. Ως οι ξηροί καρποί δε και ούτος επροξένει κεφαλαλγίαν εις τον τρώγοντα. Ο δε φοίνιξ εκείνος, από του οποίου ήθελεν αφαιρεθή ο μυελός, όλος εξηραίνετο.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις. Και εκ μέρους του μεγάλου βασιλέως ήλθεν ο Τισσαφέρνης και ο γυναικάδελφος του βασιλέως και άλλοι τρεις Πέρσαι. Ηκολούθουν δε και δούλοι πολλοί. Αφού δε τους προϋπάντησαν οι στρατηγοί των Ελλήνων, πρώτος ο Τισσαφέρνης έλεγε διά διερμηνέως τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες Έλληνες, γειτονεύω με την Ελλάδα (ως γνωρίζετε), και επειδή σας είδα να περιέλθετε εις πολλάς αμηχανίας, ενόμισα ότι μου παρουσιάζετο ήδη μοναδική ευκαιρία να καταβάλω πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως ζητήσω και λάβω παρά του βασιλέως την άδειαν να σας επαναφέρω και πάλιν σώους εις την πατρίδα σας, φρονών ότι ηθέλετε μ' ευγνωμονή διά τούτο τόσον σεις, όσον και πάσα η άλλη Ελλάς.

»Τοιαύτα λοιπόν φρονών παρεκάλουν τον βασιλέα λέγων ότι εδικαιούμην να λάβω παρ' αυτού τοιαύτην χάριν, διότι εγώ ήμην εκείνος, όστις τον ειδοποίησα πρώτος ότι εκστρατεύει ο Κύρος εναντίον του, και εγώ ήμην επίσης εκείνος, όστις, ευθύς ως τον ειδοποίησα περί της εκστρατείας, πρώτος του παρέσχον την βοήθειάν μου, εκ των απέναντι δε των Ελλήνων παραταχθέντων κατά την μάχην μόνος εγώ δεν έφυγα, αλλά τρέξας ηνώθην με τον στρατόν του βασιλέως εις το στρατόπεδόν σας, όπου ούτος ήλθεν, αφού εφόνευσε τον Κύρον και αφού τους μετά του Κύρου πολεμούντας Πέρσας έτρεψεν εις φυγήν με αυτούς εδώ, τους οποίους τώρα βλέπετε πλησίον μου και οίτινες είναι πιστότατοι και αφωσιωμένοι καθ' όλα εις αυτόν.

»Και περί όλων μεν αυτών μου υπέσχετο ότι θα σκεφθή. Με διέτασσε δε, αφού έλθω προς σας, να σας ερωτήσω διά ποίον λόγον εκστρατεύσατε εναντίον του. Σας συμβουλεύω, λοιπόν, να του απαντήσετε μετριοπαθώς, και τούτο, διά να ημπορέσω ευκολώτερον να επιτύχω καλόν τι παρ' αυτού υπέρ της υποθέσεώς σας».

Αφού είπε ταύτα, οι Έλληνες παραμερίσαντες ολίγον συνεσκέπτοντο. Επ' ονόματι δε αυτών απήντησεν ο Κλέαρχος ως εξής: «Ημείς ούτε συνήλθομέν ποτε επί τω σκοπώ να πολεμήσωμεν τον βασιλέα, ούτε καν εφαντάσθημεν ότι εκστρατεύοντες με τον Κύρον εβαδίζαμεν κατά του βασιλέως. Διότι, όπως και συ πολύ καλά γνωρίζεις, πολλάς προφάσεις εύρισκεν ούτος (ο Κύρος) καθ' οδόν, ίνα και υμάς καταλάβη απροετοιμάστους (προς μάχην) και ημάς οδηγήση εις τούτο εδώ το μέρος.

»Όταν όμως, επί τέλους, είδαμεν να περιέρχεται ο Κύρος εις πολύ δύσκολον θέσιν, ησχύνθημεν και θεούς και ανθρώπους να φανώμεν προδόται προς αυτόν, ενώ πρωτήτερα με τόσην προθυμίαν εδεχόμεθα τας ευεργεσίας του.

»Αφού δε απέθανεν ο Κύρος, ούτε εσκέφθημέν ποτε να διεκδικήσωμεν την βασιλικήν εξουσίαν από τον βασιλέα, ούτε ποτέ είχαμεν καμμίαν αφορμήν, ένεκα της οποίας ηθέλαμεν να βλάψωμεν την χώραν του, πολύ δε ολιγώτερον να τον φονεύσωμεν, θα ηθέλαμεν δε μόνον να επιστρέψωμεν εις την πατρίδα μας, εάν δεν ήθελε κανείς μας ενοχλήση.

»Εάν όμως επιτεθή τις εναντίον μας, θα προσπαθήσωμεν και ημείς με την βοήθειαν των Θεών να τον εκδικηθώμεν. Αλλ' εάν και είς μόνος υπάρχη, όστις θα ήθελε να μας ευεργετήση, ακόμη και τούτου δεν θέλομεν φανή κατώτεροι, αντευεργετούντες αυτόν με κάθε τρόπον».

Και ο μεν Κλέαρχος ούτως ωμίλησεν. Ακούσας δε ταύτα ο Τισσαφέρνης απήντησεν ως εξής: «Όσα μου είπατε θέλω διαβιβάση εις τον βασιλέα, και εις σας πάλιν θέλω διαβιβάση όσα εις απάντησίν σας ήθελε μου παραγγείλη ούτος. Έως ότου δε εγώ επιστρέψω, ας κρατή ειρήνη μεταξύ μας, θέλομεν δε σας παράσχη κάθε ευκολίαν προς προμήθειαν τροφών».

Και την μεν ακόλουθον ημέραν ο Τισσαφέρνης δεν ήλθε, πράγμα τα οποίον ενέβαλεν εις ανησυχίαν τους Έλληνας. Την τρίτην όμως ελθών είπεν ότι, αφού διεπραγματεύθη το ζήτημα μετά του βασιλέως, έρχεται ήδη έχων την άδειαν παρ' αυτού πώς να επιτύχη την επιστροφήν των Ελλήνων εις τας πατρίδας των, αν και πολλοί εκ των περί τον βασιλέα είχαν εις τούτο όλως εναντίαν γνώμην, ότι δηλαδή δεν θα ήτο πρέπον εις ένα βασιλέα ν' αφήση ούτω ελευθέρους εκείνους, οίτινες εξεστράτευσαν εναντίον του.

Τέλος δε είπε: «Και τώρα σας είναι πλέον επιτετραμμένον (δύνασθε) να βασισθήτε εις τον λόγον μας, ότι πράγματι κατά την μέχρι της πατρίδος σας πορείαν θα σας παράσχωμεν εντελώς φιλικήν την χώραν και χωρίς κανένα δόλον θα σας οδηγήσωμεν μέχρι της Ελλάδος, παρέχοντες τακτικώς τρόφιμα προς αγοράν εις τον στρατόν σας. Όπου δε δεν θα ήτο δυνατόν ν' αγοράσετε τοιαύτας, θα σας επιτρέψωμεν να λαμβάνετε τα προς τροφήν σας εκ της χώρας.

»Σεις δε εξ άλλου είναι ανάγκη να μας ορκισθήτε ότι πράγματι θα βαδίζετε ως διά μέσου χώρας φιλικής, χωρίς ουδεμίαν να προξενήσετε ζημίαν ή ουδένα να βλάψετε εις τον δρόμον σας, προμηθευόμενοι τροφάς ή ποτά, καθ’ ήν περίπτωσιν δεν θα ήναι δυνατόν ημείς αυτοί να σας παρέχωμεν τοιαύτας προς αγοράν. Εάν όμως σας παρουσιάζωμεν τροφάς, θα προμηθεύεσθε τα προς διατροφήν του στρατού σας αναγκαία αγοράζοντες».

Αφού παρεδέχθησαν ταύτα οι Έλληνες, ωρκίσθησαν και έδωκαν τας δεξιάς των εις τους Έλληνας στρατηγούς και λοχαγούς ο Τισσαφέρνης και ο γυναικάδελφος του βασιλέως, λαβόντες και αυτοί τας των Ελλήνων (εις πίστωσιν των όρκων των).

Μετά ταύτα δε ο Τισσαφέρνης, είπε: «Και τώρα μεν λοιπόν εγώ απέρχομαι προς τον βασιλέα, ευθύς δε ως τελειώσω τας υποθέσεις μου (άμα ως επιτύχω όσα χρειάζομαι), θα επανέλθω, διά να προετοιμασθώ, όπως σάς μεν οδηγήσω εις την Ελλάδα, εγώ δε απέλθω εις την έδραν της, ην εξουσιάζω, επαρχίας μου».

Κεφάλαιον τέταρτον

Μετά ταύτα επερίμεναν τον Τισσαφέρνην και οι Έλληνες και ο Αριαίος, εστρατοπεδευμένοι πλησίον αλλήλων επί είκοσι και πλέον ημέρας. Κατά το διάστημα δε αυτό έρχονται εις τον Αριαίον και οι αδελφοί του και όλοι όσοι (του) ήσαν αναγκαίοι, επίσης δε καί τινες εκ των Περσών (έρχονται) εις τους συντρόφους του, οίτινες (Πέρσαι) ενεθάρρυναν και υπέσχοντο είς τινας επ' ονόματι του βασιλέως, ότι δεν θα μνησικακήση ούτος κατ' αυτών διά την μετά του Κύρου εκστρατείαν των, ουδέ δι' οιονδήποτε άλλο εξ όσων μέχρι τούδε συνέβησαν.

Εφ' όσον δε εγίνοντο ταύτα, οι περί τον Αριαίον εφωρώντο ελάχιστα προσέχοντες (λαμβάνοντες υπ' όψει) τους Έλληνας. Διά τον λόγον δε τούτον και οι περισσότεροι των Ελλήνων ήσαν μαζή των δυσηρεστημένοι, προσερχόμενοι δε εις τον Κλέαρχον και εις τους άλλους στρατηγούς έλεγαν:

«Τις ο λόγος, δι' ον εξακολουθούμεν ακόμη να μένωμεν ενταύθα; Ή μήπως τάχα δεν γνωρίζομεν ότι με κάθε τρόπον θα προσπαθήση ο βασιλεύς να μας καταστρέψη, διά να εμπνεύση και εις τους άλλους Έλληνας τον φόβον να μην εκστρατεύουν πλέον του λοιπού εναντίον του μεγάλου βασιλέως; Και τώρα μεν απαιτεί από ημάς να μένωμεν εδώ, επειδή ο στρατός του έχει ήδη διασκορπισθή. Όταν όμως συναθροισθή πάλιν, τίποτε δεν θα τον εμποδίση να επιτεθή εναντίον μας.

Ίσως δε (ταύτην την στιγμήν) κάπου εδώ ανασκάπτει τάφρον ή ανεγείρει τείχος (οχυρώνει), διά να μας εμποδίση την προς τα πρόσω πορείαν μας. Διότι βεβαίως ποτέ δεν θα θελήση εκουσίως του (ποτέ δεν θα συγκατανεύση), επιστρέφοντες εις την Ελλάδα, ν' αναγγείλωμεν ότι ημείς, αν και είμεθα τόσον ολίγοι, ενικήσαμεν τον βασιλέα μέσα εις την χώραν του και, αφού τον ενεπαίξαμεν ούτω νικηθέντα, επεστρέψαμεν εις την πατρίδα μας».

Ο δε Κλέαρχος εις τους λέγοντας ταύτα απεκρίθη τα εξής: «Κ' εγώ, όπως σεις, έχω υπ' όψει όλα όσα μου είπατε. Σκέπτομαι όμως ότι, εάν αναχωρήσωμεν τώρα (χωρίς την θέλησιν του βασιλέως), θα φανώμεν ότι αναχωρούμεν ως εχθροί του (με τον σκοπόν αργότερα να τον πολεμήσωμεν) και ότι ενεργούμεν παρά τας συνθήκας. Εκτός τούτου, πρώτον μεν κανείς δεν θα μας φέρη τροφάς διά να αγοράσωμεν, ουδέ θα εύρωμεν κανέν μέρος, διά να προμηθευθώμεν τοιαύτας. Εξ άλλου δε δεν θα έχωμεν κανένα να μας οδηγήση κατά την οδοιπορίαν μας. Συγχρόνως δε, εάν τοιαύτας λάβωμεν αποφάσεις, οποίας σεις προ ολίγου αναφέρατε, αμέσως ο Αριαίος ήθελεν αποσκιρτήση εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Ούτω δε, όχι μόνον κανείς πλέον φίλος δεν θα μας απομείνη, αλλά θα κηρυχθούν εχθροί μας και όλοι οι μέχρι τούδε φίλοι μας.

»Εάν δε υπάρχη και κανείς άλλος, εκτός του Ευφράτου, ποταμός, τον οποίον πρέπει (θα έπρεπε) να διαβώμεν, δεν ηξεύρω. Ως προς τον Ευφράτην όμως τούτον, όλοι γνωρίζομεν ότι δεν δυνάμεθα να τον διαβώμεν, εάν τυχόν ήθελαν μας εμποδίση οι πολέμιοι. Εάν δε παρίστατο ανάγκη να πολεμήσωμεν, στερούμεθα συμμάχου ιππικού, ενώ οι πλείστοι των εχθρών μας είναι ιππείς και μάλιστα αξιόλογοι. Ώστε, εάν μεν ηθέλαμεν νικήση, θα ενικώμεν χωρίς κανένα να φονεύσωμεν. Εάν δε ηθέλαμεν νικηθή, κανείς από ημάς δεν θα εσώζετο (12) .

»Εγώ μεν λοιπόν, εάν έχη ο βασιλεύς, του οποίου τόσον πολλαί είναι (ως γνωρίζετε) αι συμμαχικαί δυνάμεις, να μας καταστρέψη, δεν γνωρίζω διά ποίον λόγον θα ευρίσκετο εις την ανάγκην να ορκισθή και να ομολογήση επισήμως πίστιν προς ημάς, κατόπιν δε να φανή επίορκος εις τους Θεούς και τον δοθέντα περί πίστεως και φιλίας λόγον του ενώπιον Ελλήνων και Περσών να μη τηρήση». Και άλλα πολλά τοιαύτα έλεγεν (ο Κλέαρχος).

Εν τω μεταξύ δε τούτω ήλθεν ο Τισσαφέρνης με τον στρατόν του, σκοπεύων δήθεν να επιστρέψη εις την χώραν του, και ο Ορόντας, διευθυνόμενος με τον στρατόν του και αυτός εις Αρμενίαν, γαμβρός δε επί θυγατρί του βασιλέως.

Εντεύθεν δε, προηγουμένου του Τισσαφέρνους και παρέχοντος τροφάς προς αγοράν διά τους Έλληνας, επορεύοντο. Συνεπορεύετο δε και ο Αριαίος, έχων τον βαρβαρικόν στρατόν του Κύρου, μαζή με τον Τισσαφέρνην και Ορόνταν, συστρατοπεδευόμενος δε με τον στρατόν των.

Οι δ' Έλληνες, υποπτεύοντες αυτούς, επροχώρουν μόνοι των, έχοντες ιδίους οδηγούς. Οσάκις δ' εστρατοπέδευον, απείχον πάντοτε αλλήλων ένα παρασάγγην και ολιγώτερον. Και ως να ήσαν εχθροί εφυλάσσοντο ο είς από τον άλλον. Εννοείται δε ότι και τούτο τους ενέβαλεν εις όχι ολίγην υποψίαν μεταξύ των.

Κάποτε δε και συνέβαινεν, ενώ συνέλεγαν ξύλα από το ίδιον μέρος ή χόρτα ή άλλα παρόμοια, ν' αλληλοδέρνωνται αμειλίκτως, ώστε και τούτο ν' αποτελή μίαν πάρα 'πάνω αφορμήν προς έχθραν.

Διελθόντες δε τρεις σταθμούς έφθασαν εις το καλούμενον τείχος της Μηδίας, το οποίον και επέρασαν. Ήτο δε οικοδομημένον το τείχος τούτο με ψημένας πλίνθους, συνδεομένας με άσφαλτον, έχον πλάτος μεν είκοσι ποδών, ύψος δε εκατόν. Το μήκος του δε (διήκον από του Ευφράτου μέχρι του Τίγρητος) ελέγετο ότι ήτον είκοσι παρασαγγών. Και απείχεν όχι πολύ της Βαβυλώνος.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας οκτώ. Και διέβησαν δύο διώρυγας, την μίαν μεν επί γεφύρας, την άλλην δε επί επτά προς άλληλα συνδεδεμένων (εζευγμένων) πλοίων. Ήρχιζαν δε αύται από του Τίγρητος ποταμού. Και εξ αυτών πάλιν, εις διάφορα αυτών σημεία, διηνοίγοντο τάφροι προωρισμέναι προς ποτισμόν της χώρας, εξ ων αι μεν πρώται ήσαν μεγάλαι, αι δε κατόπιν μικρότεραι. Τέλος δε υπήρχον και μικροί οχετοί (αυλάκια), όπως οι εν Ελλάδι χρησιμεύοντες προς ποτισμόν των αραβοσιτοσπάρτων αγρών. Και φθάνουν εις τον Τίγρητα ποταμόν, πλησίον του οποίου ήτο πόλις μεγάλη και πολυάνθρωπος, ονομαζομένη Σιττάκη, απέχουσα από τον ποταμόν δέκα πέντε στάδια.

Οι μεν Έλληνες λοιπόν κατεσκήνωσαν παρ' αυτήν, πλησίον κήπου μεγάλου και ωραίου και καταφύτου από παντός είδους δένδρα, οι δε Πέρσαι είχαν διέλθη τον Τίγρητα και δεν εφαίνοντο πλέον.

Μετά το γεύμα δε ο Πρόξενος και ο Ξενοφών έτυχε να περιπατούν προ του μέρους, εις το οποίον είχαν καταθέση τα όπλα, (έξωθεν των όπλων). Ότε πλησιάσας άνθρωπός τις ηρώτησε τους προφύλακας πού δύναταί τις να ίδη τον Πρόξενον ή τον Κλέαρχον. Τον Μένωνα εν τούτοις δεν εζήτει, αν και ο άνθρωπος εκείνος ήρχετο εκ μέρους του Αριαίου, όστις ήτο φίλος του Μένωνος.

Αφού δε ο Πρόξενος του απεκρίθη: «Εγώ είμαι εκείνος τον οποίον ζητείς», ο άνθρωπος αυτός του είπε τα εξής: «Με απέστειλεν ο Αριαίος και ο Αρτάοζος, πιστοί φίλοι του Κύρου, ευνοϊκώς δε διακείμενοι προς σας, οίτινες σας συνιστούν να προφυλάττεσθε μήπως επιτεθούν εναντίον σας την νύκτα οι βάρβαροι. Υπάρχει δε στρατός πολύς εντός του πλησίον κειμένου κήπου.

»Και σας συνιστούν ακόμη ν' αποστείλετε φρουράν εις την γέφυραν του Τίγρητος ποταμού, διότι σκοπεύει ο Τισσαφέρνης να την καταστρέψη, αν ημπορή, την νύκτα, διά να μη διαβήτε, αλλά να αποκλεισθήτε μεταξύ του ποταμού και της διώρυγος».

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί τον οδηγούν εις τον Κλέαρχον και του ανακοινούν όσα τους είπεν. Ο δε Κλέαρχος, αφού τους ήκουσεν, εταράχθη πολύ και εφοβείτο.

Κάποιος δε νεανίας εκ των παρευρισκομένων εκεί, εννοήσας καλώς περί τίνος επρόκειτο, είπεν ότι «είναι εντελώς ανακόλουθα (αντιφατικά προς άλληλα) το να επιτεθούν και να καταστρέψουν ταυτοχρόνως και την γέφυραν. Διότι πας τις αντιλαμβάνεται ότι, επιτιθέμενοι καθ' ημών, ή θα νικήσουν, κατ' ανάγκην, ή θα νικηθούν. Και εάν μεν νικήσουν, ποίος ο λόγος να καταστρέψουν την γέφυραν; Διότι, και εάν πολλαί γέφυραι υπάρχουν, δεν θα ήτο δυνατόν πλέον να εύρωμεν μέρος εις το οποίον, καταφυγόντες, να σωθώμεν.

»Εάν δε νικήσωμεν ημείς, τότε, καταστρεφομένης της γεφύρας, δεν θα έχουν αυτοί μέρος, εις το οποίον, καταφυγόντες, να σωθούν. Ουδέ θα ήναι δυνατόν εν τοιαύτη περιπτώσει να τους βοηθήση κανείς εκ των πέραν του ποταμού ευρισκομένων βαρβάρων, εκ των οποίων πάντως θα μένουν εκείσε ουκ ολίγοι».

Ακούσας δε ο Κλέαρχος ταύτα, ηρώτησε τον απεσταλμένον: «Πόση είναι η έκτασις της μεταξύ του Τίγρητος και της διώρυγος ευρισκομένης χώρας». Ούτος δε είπεν: «ότι είναι πολλή και ότι υπάρχουν εν αυτή και κώμαι και πολλαί και μεγάλαι πόλεις».

Εγνώσθη όμως τότε, ότι οι βάρβαροι έστειλαν τον άνθρωπον αυτόν από σκοπού, φοβούμενοι μήπως οι Έλληνες, διελθόντες την γέφυραν, μείνουν εν τη (υπό του Τίγρητος και των διωρύγων σχηματιζομένη) νήσω, έχοντες οχυρώματα αφ' ενός μεν τον Τίγρητα, αφ' ετέρου δε την διώρυγα, λαμβάνουν δε τα προς τροφήν αναγκαία εκ της εν τω μέσω χώρας, ήτις και αρκετή είναι και εύφορος, και εκ των εν αυτή οικούντων καλλιεργητών της. Εκτός τούτου, ηδύνατο να χρησιμεύση (η νήσος αύτη) και ως ορμητήριον, από του οποίου να ενοχλή (βλάπτη) κανείς τον βασιλέα.

Μετά ταύτα δε ανεπαύοντο. Εις την γέφυραν όμως απέστειλαν φρουράν προς φύλαξιν, αλλ' από κανέν μέρος ούτε κανείς επετέθη κατά των Ελλήνων, ούτε προς την γέφυραν ήλθε κανείς εκ των εχθρών, ως εβεβαίωσαν (την επαύριον) οι φύλακες.

Άμα δε εξημέρωσε, διέβαιναν με όσον το δυνατόν περισσότεραν προφύλαξιν την γέφυραν, κατασκευασμένην διά τριάκοντα επτά συνδεδεμένων προς άλληλα πλοίων. Διότι μερικοί των μετά του Τισσαφέρνους Ελλήνων τους ειδοποίησαν (αίφνης) ότι οι εχθροί έχουν σκοπόν να επιτεθούν κατ' αυτών, ενώ διαβαίνουν την γέφυραν. Αλλά ταύτα μεν ήσαν ψευδή. Ενώ όμως διέβαιναν, εφάνη προ αυτών μέ τινας άλλους ο Γλους, παρατηρών, αν (πράγματι) διαβαίνουν τον ποταμόν. Αφού δε είδεν, επέστρεψε δρομαίως εις το βασιλικόν στρατόπεδον).

Από δε του Τίγρητος ποταμού επορεύθησαν σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι και φθάνουν εις τον Φύσκον ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου, και επ' αυτού γέφυραν. Και ενταύθα κατοικείτο πόλις μεγάλη ονομαζομένη Ώπις, πλησίον της οποίας απήντησε τους Έλληνας ο νόθος αδελφός του Κύρου και Αρταξέρξου, φέρων από τα Σούσα και Εκβάτανα στρατόν πολύν, διά να βοηθήση τον βασιλέα. Ούτος, σταματήσας τον στρατόν του, εθεώρει διαβαίνοντας τους Έλληνας.

Ο δε Κλέαρχος ωδήγει τον στρατόν εις δύο (διηρημένον), και άλλοτε μεν επορεύετο, άλλοτε δε ίστατο. Όσον δε χρόνον ίστατο η πρωτοπορεία του στρατεύματος, τοσούτον χρόνον ήτον ανάγκη να ίσταται και όλον το στράτευμα. Ώστε και εις αυτούς τους Έλληνας να φανή ο στρατός πάρα πολύς, και ο Πέρσης εκείνος να θεωρή αυτόν με θαυμασμόν.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν διά της Μηδίας σταθμούς ερήμους έξ, παρασάγγας τριάκοντα και φθάνουν εις τας κώμας της Παρυσάτιδος, της μητρός του Κύρου και του βασιλέως. Ταύτας ο Τισσαφέρνης, προς καταφρόνησιν του Κύρου, επέτρεψεν εις τους Έλληνας να τας διαρπάσουν, χωρίς όμως να προβούν και εις εξανδραποδισμόν των κατοίκων. Υπήρχε δ' εκεί πολύς σίτος και πρόβατα και άλλα χρήσιμα πράγματα.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς ερήμους τέσσαρας, παρασάγγας είκοσιν, έχοντες αριστερά τον Τίγρητα ποταμόν. Εις δε τον πρώτον σταθμόν, πέραν του ποταμού, κατωκείτο πόλις μεγάλη και πλουσία, ονομαζομένη Καιναί, από την οποίαν οι βάρβαροι μετέφεραν επί σχεδίων κατασκευασμένων από δέρματα άρτους, τυρούς και οίνον.

Κεφάλαιον πέμπτον

Μετά ταύτα φθάνουν εις τον Ζαπάταν ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων πλέθρων, όπου και έμειναν ημέρας τρεις. Κατά το διάστημα δ' αυτό υπήρχαν μεν υποψίαι τινες (περί εμφανίσεως του εχθρού), ουδεμία όμως εφαίνετο φανερά κατ' αυτών επιβουλή.

Έκρινε, λοιπόν, καλόν ο Κλέαρχος να έλθη εις συνεννόησιν με τον Τισσαφέρνην, διά να ίδη αν ήτο δυνατόν να παύσουν οπωσδήποτε αι υποψίαι αύται, πριν ή ακόμη γείνη ένεκα τούτων πόλεμος. Απέστειλε, λοιπόν, κάποιον να του είπη ότι είναι απόλυτος ανάγκη να του ομιλήση. Ο δέ Τισσαφέρνης προθυμότατα του παρήγγειλε να έλθη (εις συνάντησίν του).

Αφού δε συνηντήθησαν, είπεν ο Κλέαρχος τα εξής: «Εγώ, ω Τισσαφέρνη, γνωρίζω μεν πολύ καλά ότι έχουν γείνη μεταξύ μας όρκοι και ότι αντηλλάγησαν αμοιβαίως λόγοι πίστεως και φιλίας ότι ποτέ δεν θ' αδικήση ο είς τον άλλον. Εν τούτοις, και σέ βλέπω να φυλάττεσαι από ημάς, ως εάν ήμεθα εχθροί σου, και ημείς, βλέποντες ταύτα, αντιφυλαττόμεθα επίσης.

»Επειδή δε δεν δύναμαι διόλου να φαντασθώ ότι συ προσπαθείς να μας βλάψης, εγώ δε εξ άλλου είμαι εις θέσιν να σε διαβεβαιώσω ότι και ημείς ουδέποτε εσκέφθημεν τοιούτο τι εναντίον σας, ενόμισα καλόν να συνεννοηθώ μαζή σου πώς θα κατορθώσωμεν επί τέλους ν' απομακρύνωμεν (να βγάλουμε απ' τη μέση) την μεταξύ μας κρατούσαν δυσπιστίαν.

»Διότι εγνώρισα όχι ολίγους έως τώρα ανθρώπους, οίτινες, άλλοι μεν εκ διαβολών, άλλοι δε εξ υποψιών φοβούμενοι αλλήλους, θέλοντες όμως και να προλάβουν πριν ή ακόμη αυτοί πάθουν τίποτε, επροξένησαν ανηκέστους συμφοράς εις ανθρώπους, οίτινες ούτε εσκέφθησαν ποτέ, ούτε ποτέ ηθέλησαν να βλάψουν αυτούς και εις το ελάχιστον.

»Φρονών, λοιπόν, ότι αι τοιαύται αφροσύναι (καχυποψίαι) δύνανται να παύσουν, προ πάντων διά των απ' ευθείας συνεννοήσεων, ήλθα προς σε με την πρόθεσιν να σου αποδείξω ότι σφάλλεσαι μη εμπιστευόμενος εις ημάς.

«Διότι πρώτος μεν και σπουδαιότατος λόγος, δι ον εμποδιζόμεθα να ήμεθα πλέον πολέμιοι προς αλλήλους, είναι οι προς τους Θεούς δοθέντες όρκοι. Όστις δε εκ των δύο μας ελέγχεται από την συνείδησίν του ότι κατεπάτησε τους όρκους τούτους, ούτος, κατ' εμέ, δεν θα ημπορέση ποτέ να ευτυχήση. Διότι δεν γνωρίζω ούτε πώς θα ηδύνατό τις να αποφύγη την τιμωρίαν των Θεών, με οποιανδήποτε και αν φεύγη ταχύτητα, ούτε εις ποίον σκοτεινόν μέρος θα ηδύνατο να ζητήση καταφύγιον, ούτε πώς, έστω και εντός οχυρωτάτου ακόμη τόπου, να προφυλαχθή. Διότι πανταχού τα πάντα είναι εις την εξουσίαν των Θεών και πανταχού επί πάντων εξ ίσου δεσπόζουν οι Θεοί.

»Όσον μεν αφορά, λοιπόν, τους Θεούς και τους όρκους, τοιαύτην έχω γνώμην. Προ των Θεών δ' αυτών και κατεθέσαμεν (ως αφιέρωμά τι) την φιλίαν την οποίαν προς αλλήλους ωμολογήσαμεν. Εξ όλων δε των ανθρωπίνων αγαθών σε νομίζω εγώ ως το μεγαλήτερον, του οποίου ηδυνάμεθα να τύχωμεν εις τας παρούσας περιστάσεις.

»Διότι με σε μεν (με την βοήθειάν σου), όλη μεν η διανυθησομένη οδός θα ήναι εύκολος, κάθε δε ποταμός διαβατός, ουδεμίαν δε θα αισθανθώμεν έλλειψιν τροφίμων. Χωρίς σε δε, όλη μεν η οδός θα είναι σκοτεινή (άραχλη και μαύρη), διότι μας είναι άγνωστη εντελώς, κάθε δε ποταμός δυσκολοδιάβατος, κάθε λαός δε φοβερός, και φοβερωτέρα όλων η ερημία. Διότι θα συνοδεύεται αύτη πάντοτε από στερήσεις των προς συντήρησίν μας αναγκαίων.

»Εάν δε και, καταληφθέντες ποτέ από μανίαν, ηθέλαμεν σε φονεύση καθ' οδόν, τι άλλο ηθέλαμεν πράξη ή, φονεύοντες τον ευεργέτην μας, να απεκδυθώμεν εις αγώνα πάλης προς τον εν ακμαιότητι δυνάμεων αναμένοντα πάντοτε να μας εκδικηθή μέγαν βασιλέα; Ποίων δε και πόσων ελπίδων ήθελον στερηθή, εάν απεπειρώμην, έστω και κατά τι, να σε βλάψω, περί τούτου θα σου ομιλήσω αμέσως.

Εάν επεθύμησά ποτε να γείνη φίλος μου ο Κύρος, έπραξα τούτο, διότι ενόμιζα ότι ήτον ούτος τότε ο ικανώτερος να ευεργετή οιονδήποτε ήθελε. Σήμερα όμως βλέπω ότι έχεις υπό την εξουσίαν σου και τον στρατόν του Κύρου και την χώραν του, ότι διασώζεις πλέον την Αρχήν σου και ότι την βασιλικήν (στρατιωτικήν) δύναμιν, την οποίαν μετεχειρίζετο ως εχθράν του ο Κύρος, ταύτην έχεις συ τώρα σύμμαχόν σου.

» Ενώ, λοιπόν, ούτως έχουν τα πράγματα, τις θα ήναι τόσον παράφρων, ώστε να μη θέλη να ήναι φίλος σου; Αλλ' εγώ θα σου είπω ακόμη και το εξής, εκ του οποίου ελπίζω ότι και συ ο ίδιος θα θελήσης να ήσαι φίλος μας:

»Γνωρίζω καλώς ότι οι κάτοικοι της Μυσίας σας είναι ενοχλητικοί. Αυτούς, λοιπόν, νομίζω ότι μ' αυτήν την δύναμιν, που διαθέτω σήμερον, θα ηδυνάμην, προς χάριν σας, να ταπεινώσω. Μανθάνω δε ότι και οι κάτοικοι της Πισιδίας και πολλοί άλλοι λαοί ακόμη σας είναι ενοχλητικοί επίσης. Αλλά και τούτους φρονώ ότι δύναμαι να αναγκάσω να μην ενοχλούν πλέον την ευδαιμονίαν της χώρας σας. Τους δ' Αιγυπτίους, κατά των οποίων γνωρίζω ότι είσθε ήδη είπερ ποτέ εξωργισμένοι, δεν βλέπω με ποίαν άλλην συμμαχικήν δύναμιν θα ηδύνασθε να τους τιμωρήσητε καλλίτερον, παρά με αυτήν την οποίαν έχω τώρα εις την διάθεσίν μου.

»Αλλά και μεταξύ των κατοικούντων περί την χώραν σου λαών εάν μεν ήθελες να ήσαι εις οιονδήποτε εξ αυτών φίλος, θα του ήσο όσον το δυνατόν μέγιστος (φίλος ισχυρότατος). Εάν δε κανείς εξ αυτών σε ηνώχλει, θα τον μετεχειρίζεσο ως κύριος και δεσπότης, έχων βοηθούς σου και ημάς, οίτινες δεν θα σε υπηρετούμεν μόνον διότι μας μισθοδοτείς, αλλά και διότι θα σου οφείλωμεν (θα σου γνωρίζωμεν) δικαιοτάτην χάριν, επειδή μας έσωσες.

»Εις εμέ, λοιπόν, πάντα ταύτα αναλογιζόμενον, θα εφαίνετο τόσον παράδοξον να μην έχης πίστιν εις ημάς, ώστε και με μεγάλην μου ευχαρίστησιν θα ήκουα το όνομα εκείνου, όστις είναι τόσον εις το λέγειν δυνατός, ώστε να σε πείση ότι αληθώς ημείς σε επιβουλεύομεν».

Και, λοιπόν, ο μεν Κλέαρχος τοσαύτα είπεν. Ο δέ Τισσαφέρνης του απήντησεν ως εξής: «Αλλ' ευχαριστούμαι, ω Κλέαρχε, πολύ, ακούων σε τόσον φρονίμως ομιλούντα. Διότι, όταν έχης τοιαύτην (καλήν περί εμού) γνώμην, και εάν ποτε διανοηθής κακόν τι εναντίον μου, θα είχα υπ' όψει μου συγχρόνως ότι και εις τον εαυτόν σου θα ήθελες να φανής κακός. Διά να εννοήσης δε ότι αδίκως ηθέλατε φανή άπιστοι και εις τον βασιλέα και εις εμέ, άκουσε.

»Εάν είχαμεν σκοπόν να σας καταστρέψωμεν, κατά τι θα μας εφαντάζεσθε υστερούντας: κατά το πλήθος των ιππέων ή κατά το πλήθος των πεζών ή κατά τον οπλισμόν, δι' ων όλων θα είμεθα εις θέσιν να σας βλάψωμεν, χωρίς ημείς ουδέν να πάθωμεν κακόν;

Ή μήπως νομίζετε ότι στερούμεθα καταλλήλων (επικαίρων) μερών, διά να επιτεθώμεν εναντίον σας; Μη δεν είναι τόσαι και τόσαι πεδιάδες, ανήκουσαι εις τους συμμάχους μας, τας οποίας σεις με μεγάλους μόχθους θα διέλθετε; Μη δεν βλέπετε γύρω σας τόσα και τόσα όρη, τα οποία είσθε ηναγκασμένοι να υπερβήτε, τα οποία όμως μας είναι πάρα πολύ εύκολον, αφού τα προκαταλάβωμεν, να σας τα καταστήσωμεν όλως ανυπέρβατα; Μη δεν είναι ακόμη τόσοι και τόσοι ποταμοί, επί των οποίων θα ηδυνάμεθα ν' αποσπώμεν (να παραπλανώμεν) εκ του στρατού σας τόσους, όσους θα ηθέλαμεν να πολεμήσωμεν; (13) Τινάς εκ τούτων μάλιστα θα σας είναι απολύτως αδύνατον να διαβήτε, εάν δεν σας διευκολύνωμεν ημείς την διάβασίν των.

»Εάν, εν τούτοις, και εις όλα αυτά αποτύχωμεν, έχομεν το πυρ, διά του οποίου δυνάμεθα να καταστρέψωμεν κάθε καρπόν της γης. Θα είχομεν, λοιπόν, την δύναμιν, τα πάντα κατακαίοντες, ν' αντιτάξωμεν ούτω καθ' υμών την πείναν, την οποίαν, όσον και αν ήσθε ανδρείοι, δεν θα δυνηθήτε ποτέ να πολεμήσητε (καταβάλετε).

»Τόσα, λοιπόν, μέσα διαθέτοντες προς πόλεμον, χωρίς κανέν εξ αυτών να μας είναι επικίνδυνον, πως έπειτα εξ όλων τούτων (των μέσων) θα εξελέγομεν τον δι' επιβουλής εκείνον τρόπον (ον ανέφερες), όστις μόνον μεν αυτός ενώπιον των Θεών είναι ασεβέστατος, μόνος δε αυτός ενώπιον των ανθρώπων παναισχρότατος;

»Είναι άξιον δε ανθρώπων εντελώς ανικάνων και αδεξίων, δεσμευομένων δε υπό της ανάγκης, προς δε και πονηρών, το να θέλη τις δι' επιορκίας προς τους Θεούς και δι' απιστίας προς τους ανθρώπους να πράττη τι (κατ' άλλου). Δεν είμεθα δα, ω Κλέαρχε, ημείς ούτε τόσον ασυλλόγιστοι, ούτε τόσον ηλίθιοι.

»Αλλά διατί άρα γε, ενώ μας ήτο εύκολον να σας καταστρέψωμεν, δεν προέβημεν εις τούτο; Μάθε καλώς ότι αιτία τούτου είναι ο διακαής μου πόθος να φανώ φίλος εις τους Έλληνας πιστός. Με το ξενικόν δ' εκείνο στράτευμα, με το οποίον ανέβη (εξεστράτευσεν) ο Κύρος, εξαγοράσας την προς αυτόν εμπιστοσύνην του διά μισθοδοσιών, μ' αυτό τούτο τώρα θα καταβώ εγώ (θα κατέλθω εις τα παράλια) πανίσχυρος, κερδίζων την προς εμέ εμπιστοσύνην του δι' ευεργεσιών.

»Εις πόσας μεν, λοιπόν, περιστάσεις δύνασθε να φανήτε χρήσιμοι εις εμέ, ωμίλησες. Μίαν μόνον παρέλειψες, την και μεγίστην, ην εγώ γνωρίζω, (την της καρδίας). Διότι την μεν επί της κεφαλής τιάραν μόνος ο βασιλεύς έχει το δικαίωμα να φορή ορθήν, την δε επί της καρδίας (δηλ. την βασιλικήν αυτής δύναμιν και τόλμην) ίσως και άλλος τις εξ υμών των παρευρισκομένων εδώ ηδύνατο ευπετώς (ακόπως) να φέρη».

Αφού είπε ταύτα ο Τισσαφέρνης, νομίσας ο Κλέαρχος ότι ειλικρινώς πράγματι ωμίλησε, του είπε: «Λοιπόν, αφού υπάρχουν τόσοι σπουδαίοι λόγοι, διά να ήμεθα μεταξύ μας φίλοι, δεν πρέπει άρα όλοι εκείνοι, οίτινες προσεπάθησαν διά διαβολών να μας καταστήσουν πολεμίους, να καταδικασθούν εις θάνατον;»

«Όσον μεν αφορά εμέ, είπεν ο Τισσαφέρνης, εάν θέλετε να έλθετε εδώ, στρατηγοί ομού και λοχαγοί, θα σου φανερώσω όλους εκείνους, οίτινες σε καταγγέλλουν ότι επιβουλεύεις εμέ και τον στρατόν μου».

«Κ' εγώ, είπεν ο Κλέαρχος, θα φέρω ενώπιόν σου όλους (όσους μου εζήτησες), διά να σου καταστήσω γνωστόν από ποίους εγώ μανθάνω τας περί σου διαβολάς».

Μετά τους λόγους τούτους ο Τισσαφέρνης, θέλων να περιποιηθή τον Κλέαρχον, του είπε να μείνη την εσπέραν εκείνην πλησίον του και εις κοινόν με άλλους μαζή δείπνον τον προσεκάλεσε. Την επομένην δε ο Κλέαρχος, ελθών εις το στρατόπεδον, εφαίνετο φιλικώτατα διακείμενος προς τον Τισσαφέρνην, ανακοινώσας δε όσα του είπεν ούτος, έλεγεν ότι πρέπει να υπάγουν εις αυτόν όλοι εκείνοι, περί των οποίων του ωμίλησε την προηγουμένην, όσοι δ' εκ των Ελλήνων ελεγχθούν διαβάλλοντες, αυτοί, ως προδόται και ως διανοούμενοι να βλάψουν τους Έλληνας, να τιμωρηθούν.

Υπώπτευε δε ότι ο Μένων ήτον ο διαβάλλων, γνωρίζων ότι αυτός με τον Αριαίον είχεν επισκεφθή κρυφίως τον Τισσαφέρνην και ότι είχε διεγείρη διχονοίας και ότι επεβούλευε τον Κλέαρχον, όπως, ελκύων προς το μέρος του όλον το στράτευμα, γίνη φίλος του Τισσαφέρνους.

Ήθελε δε και ο Κλέαρχος, εξ άλλου, όλον το στράτευμα να ήναι αφωσιωμένον εις αυτόν, και όσοι τον παρενοχλούν να εκδιωχθούν. Τινές, εν τούτοις, εκ των στρατιωτών του αντέλεγαν να μην υπάγουν όλοι οι λοχαγοί και στρατηγοί εις τον Τισσαφέρνην, ουδέ να δίδουν πίστιν εις τους λόγους του.

Ο Κλέαρχος όμως ισχυρώς αντέτεινεν, έως ότου κατώρθωσε να υπάγουν πέντε μεν στρατηγοί, είκοσι δε λοχαγοί. Τους ηκολούθησαν δε και εκ των άλλων στρατιωτών ως διακόσιοι, επί τω σκοπώ δήθεν αγοράς τροφίμων (άοπλοι).

Αφού δε έφθασαν εις την αυλήν του Τισσαφέρνους, οι μεν στρατηγοί προσεκλήθησαν να εισέλθουν, δηλ. Πρόξενος ο Βοιώτιος, Μένων ο Θεσσαλός, Αγίας ο Αρκάς, Κλέαρχος ο Λάκων και Σωκράτης ο Αχαιός. Οι δε λοχαγοί έμειναν έξω.

Μετ' ολίγον δε, δοθέντος του αυτού σημείου έσωθεν και έξωθεν της αυλής, και οι εντός αυτής συνελαμβάνοντο και οι εκτός εφονεύοντο. Μετά δε ταύτα τινές των βαρβάρων ιππέων, τρέχοντες διά της πεδιάδος, εφόνευαν οιονδήποτε συνήντων εις τον δρόμον των Έλληνα, δούλον ή ελεύθερον.

Οι Έλληνες, βλέποντες την ιππηλασίαν των ταύτην εκ του στρατοπέδου των, ηπόρουν και περί των πραττομένων υπ' αυτών αμφέβαλλον, έως ου Νίκαρχος ο Αρκάς, φεύγων την καταδίωξιν των ιππέων, ήλθε πληγωμένος εις την κοιλίαν και με τα έντερα εις τας χείρας, και είπεν όσα συνέβησαν.

Ευθύς, λοιπόν, όλοι οι Έλληνες, άμα τω ακούσματι, έτρεξαν εις τα όπλα φοβισμένοι και νομίζοντες ότι πάραυτα (τώρα όπου είναι) θα επιτεθούν οι εχθροί και κατά του στρατοπέδου των.

Και εκείνοι μεν όλοι δεν ήλθαν. Ήλθεν όμως ο Αριαίος και ο Αρτάοζος και ο Μιθριδάτης, οίτινες ήσαν πιστότατοι του Κύρου.

Ο δε διερμηνεύς των Ελλήνων είπεν ότι είδε και ανεγνώρισε μεταξύ αυτών και τον αδελφόν του Τισσαφέρνους. Συνηκολούθουν δε προς τούτοις και άλλοι εκ των Περσών ωπλισμένοι, έως τριακόσιοι.

Ούτοι, αφού επλησίασαν, διέτασσον, εάν υπάρχη ακόμη κανείς στρατηγός ή λοχαγός των Ελλήνων, να έλθη ενώπιόν των, ίνα του αναγγείλουν τας διαταγάς του βασιλέως.

Μετά δε ταύτα εξήλθον με προφύλαξιν οι Έλληνες στρατηγοί Κλεάνωρ ο Ορχομένιος και Σοφαίνετος ο Στυμφάλιος, μετ' αυτών δε και Ξενοφών ο Αθηναίος, διά να μάθη (τίποτε) περί του Προξένου. Ο Χειρίσοφος δε μαζί με άλλους έτυχε να απουσιάζη εις κάποιο χωρίον, προμηθευόμενος τροφάς.

Αφού δε εστάθησαν ούτως ώστε όλοι να ακούουν, είπεν ο Αριαίος τα εξής: «Ο μεν Κλέαρχος, ω άνδρες Έλληνες, επειδή εφάνη επίορκος και παραβάτης των συνθηκών ετιμωρήθη διά θανάτου. Ο δε Πρόξενος και ο Μένων, επειδή εφανέρωσαν την επιβουλήν του, ηξιώθησαν μεγάλων τιμών. Από σας δε ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα, διότι λέγει ότι είναι ιδικά του, αφού ήσαν (όπλα) του δούλου του εκείνου, του Κύρου».

Εις ταύτα επ' ονόματι των Ελλήνων απεκρίθη Κλεάνωρ ο Ορχομένιος: «Ω κάκιστε των ανθρώπων Αριαίε και οι άλλοι, όσοι είσθε φίλοι του Κύρου, δεν αισχύνεσθε (επί τέλους) ούτε Θεούς ούτε ανθρώπους, σεις οι οποίοι, αφού ωρκίσθητε ότι θα έχετε τους αυτούς με ημάς φίλους και εχθρούς, μας επροδώσατε μαζή με τον αθεώτατον και πανουργάτατον Τισσαφέρνην, και τους άνδρας μεν εκείνους, ενώπιον των οποίον ωρκίσθητε, εφονεύσατε, τους δ' επιλοίπους ημάς προδώσαντες, έρχεσθε ως εχθροί με όλους τους πολεμίους εναντίον μας».

Εις ταύτα ο Αριαίος απήντησεν: «Ο Κλέαρχος και ήδη και πρότερον εφάνη επιβουλεύων τον Τισσαφέρνην και τον Ορόνταν και όλους ημάς εδώ, όσοι μ' εκείνους συνειργάσθημεν».

Τότε ο Ξενοφών είπε τα εξής: «Εάν μεν ο Κλέαρχος παρέβαινε παρά τους όρκους τας συνθήκας, ετιμωρήθη. Διότι δίκαιον είναι να φονεύωνται οι επίορκοι. Τον Πρόξενον όμως και τον Μένωνα, επειδή είναι ιδικοί σας μεν ευεργέται, ιδικοί μας δε στρατηγοί, στείλατέ τους ενταύθα. Διότι είναι φανερόν ότι, φίλοι όντες αμφοτέρων (και των δύο μερών), θα προσπαθήσουν τόσον εις σας, όσον και εις ημάς να δώσουν τας καλλιτέρας συμβουλάς».

Χωρίς ουδεμίαν να δώσουν επ' αυτών απάντησιν οι βάρβαροι, αφού επί μακρόν διελέχθησαν προς αλλήλους, ανεχώρησαν.

Κεφάλαιον έκτον

Οι μεν, λοιπόν, στρατηγοί κατ' αυτόν τον τρόπον συλληφθέντες ωδηγήθησαν προς τον βασιλέα και αποκεφαλισθέντες απέθανον(!). Είς δ' εξ αυτών, ο Κλέαρχος, κατά την ομολογίαν όλων εκείνων οίτινες εκ του πλησίον και εξ αναστροφής είχαν σχηματίση περί αυτού γνώμην, εφάνη ανήρ και πολέμιος και φιλοπόλεμος εις άκρον.

Και τω όντι, εφ' όσον μεν διήρκει ο πόλεμος των Λακεδαιμονίων προς τους Αθηναίους, επέμεινε μέχρι τέλους του πολέμου πολεμών. Αφού δε έγεινεν ειρήνη, καταπείσας την πόλιν (την Σπάρτην) ότι οι Θράκες αδικούν τους Έλληνας, και επιτυχών ό,τι ηδύνατο (όσας ηδύνατο στρατιωτικάς δυνάμεις) παρά των εφόρων, εξέπλευσε διά να πολεμήση κατά των Θρακών των κατοικούντων προς βορράν της (Θρακικής) Χερρονήσου και Περίνθου.

Αλλ' οι έφοροι, μετά την αναχώρησίν του, μετανοήσαντες, τις οίδε διατί, προσεπάθουν να τον επαναφέρουν εκ του Ισθμού (εις την Σπάρτην). Αυτός όμως, μη υπακούων πλέον εις την πρόσκλησίν των, φεύγει διά θαλάσσης εις τον Ελλήσποντον.

Ένεκα τούτου και κατεδικάσθη, ως απειθήσας, εις θάνατον υπό των αρχόντων της Σπάρτης. Φυγάς δε πλέον ων, ήλθε προς τον Κύρον, και με ποίους μεν λόγους τον πείθει (περί του κατά των Θρακών πολέμου), έχομεν γράψη αλλαχού. Ο δε Κύρος του δίδει δέκα χιλιάδας δαρεικών, τους οποίους λαβών ο Κλέαρχος δεν ετράπη εις διασκεδάσεις και τρυφήν, αλλά συναθροίσας δι' αυτών στρατόν επολέμει κατά των Θρακών, και, αφού τους ενίκησεν εις μάχην, ελεηλάτει έκτοτε αυτούς διατελών πάντοτε εις πόλεμον μαζή των, μέχρις ου ο Κύρος έλαβεν ανάγκην του στρατού του. Τότε δε και απήλθεν προς αυτόν, διά να πολεμήση και πάλιν εκεί ως σύμμαχός του.

Ταύτα πάντα μου φαίνεται ότι είναι έργα ανδρός φιλοπολέμου, όστις, ενώ ηδύνατο να ζη ησύχως άνευ αισχύνης και βλάβης (ζημιών), προτιμά τον πόλεμον, και, ενώ ηδύνατο να ζη εν ανέσει, προτιμά να καταπονή εαυτόν εις πολεμικάς επιχειρήσεις, και, ενώ ακόμη ηδύνατο να έχη όσα ήθελε χρήματα ακινδύνως, προτιμά να καταδαπανά ταύτα εις πολέμους. Ούτω, λοιπόν, ήθελε να δαπανά το χρήμα του εις τον πόλεμον, ως εάν εξώδευεν αυτό εις ηδονάς ή εις διασκεδάσεις. Ιδού διατί και πώς ήτο φιλοπόλεμος.

Αλλά και εκ τούτου ακόμη εφαίνετο ο πολεμικός του χαρακτήρ: ότι ήτο λίαν φιλοκίνδυνος, ημέραν και νύκτα οδηγών τον στρατόν του κατά των πολεμίων, με φρόνησιν δε πάντοτε φερόμενος και εις τας δυσκολωτέρας ακόμη περιστάσεις, ως ωμολόγουν πανταχού πάντες οι συνεργασθέντες μετ' αυτού.

Ελέγετο δε ότι είχε την ικανότητα του άρχειν, εφ' όσον του το επέτρεπεν ο δύσκολος όντως χαρακτήρ του, τον οποίον (όπως και οι άλλοι Στρατιώται) είχε (δυστυχώς) κ' εκείνος. Διότι ήτον ικανός εις το να φροντίζη καλλίτερον παντός άλλου πώς ο στρατός του να έχη άφθονα τα προς τροφήν του αναγκαία και εις το να προμηθεύεται αυτά εγκαίρως, ικανός δ' επίσης και εις το να εμπνέη εις πάντα μετ' αυτού αναστρεφόμενον πειθώ και υπακοήν.

Τούτο δ' επετύγχανεν εκ του ότι ήτο βαρύς τον χαρακτήρα. Διότι και βλέμμα άγριον είχε και φωνήν τραχείαν και ετιμώρει πάντοτε αυστηρότατα, ενίοτε δε και θυμωμένος, τόσον, ώστε να μετανοή και αυτός ο ίδιος κάποτε.

Αλλ' ετιμώρει πάντοτε κατόπιν αποφάσεως (δικαιολογημένως), διότι ενόμιζεν ότι εις τίποτε δεν δύναται να χρησιμεύση στράτευμα ατακτούν και μη τιμωρούμενον. Λέγεται δε ότι είχε ποτε είπη ότι πρέπει ο στρατιώτης να φοβήται περισσότερον τον στρατηγόν πάρα τους εχθρούς, προκειμένου να διαταχθή ή να φυλάξη την θέσιν του ως φρουρός ή να μη ενοχλή τους φίλους (του στρατεύματος) ή να βαδίση κατά του εχθρού απροφασίστως.

Διά τούτο εις μεν τας δυσκόλους περιστάσεις με μεγάλην προθυμίαν ο στρατός υπήκουεν εις αυτόν, ουδένα άλλον στρατηγόν προτιμών αυτού. Διότι η σκυθρωπότης τότε του προσώπου του λέγεται ότι εις τους θεωμένους αυτόν εφαίνετο φαιδρά, και η αγριότης του ενομίζετο ως παλληκαριά κατά των πολεμίων, ώστε εφαίνετο πλέον ουχί ως αγριότης, αλλ' ως σωτηρία.

Όταν όμως απηλλάσσοντο πλέον του κινδύνου και είχαν όλην την ελευθερίαν να απέλθουν του στρατεύματος, ίνα τεθούν υπό τας διαταγάς άλλου στρατηγού, πολλοί τον εγκατέλειπον. Διότι εστερείτο επαγωγότητος και χάριτος, φαινόμενος πάντοτε άγριος την όψιν και ωμός. Τόσον, ώστε οι στρατιώται διέκειντο προς αυτόν ως παίδες προς διδάσκαλον.

Διότι ουδέποτε τον ηκολούθουν παρακινούμενοι από φιλίαν ή από αγάπην. Όσοι όμως ήσαν πλησίον του ή κατά διαταγήν πόλεώς τινος ή ένεκα ενδείας ή οιασδήποτε άλλης ανάγκης, όλοι αυτοί τυφλώς υπήκουον εις αυτόν.

Όταν ήδη είχαν αρχίση να νικούν τους εχθρούς υπό την αρχηγίαν του, δύο ήσαν οι σπουδαιότεροι λόγοι, οι οποίοι καθίστων τους μετ' αυτού συμπολεμούντας στρατιώτας, πολεμιστάς γενναίους και ευπειθείς: η μεγάλη αφοβία απέναντι των πολεμίων και ο φόβος μήπως, φαινόμενοι δειλοί, τιμωρηθούν από τον Κλέαρχον.

Τοιούτος μεν, λοιπόν, ήτον ως άρχων. Το να άρχεται όμως υπό άλλων (το να ήναι όμως υπό την εξουσίαν άλλων) ελέγετο ότι δεν το πολυήθελεν. Ότε δε απέθνησκεν, ήτον ηλικίας πεντήκοντα περίπου ετών.

Πρόξενος δε ο Βοιώτιος, από της παιδικής του ακόμη ηλικίας επόθει να γείνη ανήρ μεγαλουργός. Δι' αυτήν του δε την επιθυμίαν έλαβεν επί μισθώ ως διδάσκαλον του Γοργίαν τον Λεοντίνον.

Αφού δε (αρκετά) εδιδάχθη παρ' αυτού, νομίσας ότι ήτον ήδη ικανός και να άρχη και, φίλος ων των καλλιτέρων ανδρών της εποχής του, ότι δεν θα ήναι κατώτερος αυτών εις το ευεργετείν, ήλθεν εις τον Κύρον και μετέσχε της (ην ανωτέρω διηγήθην) εκστρατείας του. Ήλπιζε δε ότι εκ ταύτης (της εκστρατείας) ήθελεν αποκτήση και όνομα μέγα και δύναμιν μεγάλην και χρήματα πολλά.

Αν και επιθύμει δε τόσα, ήτον, εν τούτοις, λίαν φανερόν ότι δεν θα ήθελε τίποτε απ' όλα αυτά να αποκτήση με αδικίαν, νομίζων ότι έπρεπε να επιτύχη ταύτα με δικαιοσύνην και τιμιότητα, ποτέ δε άνευ τούτων.

Και καλών μεν και αγαθών στρατιωτών ήτον άξιος να ήναι αρχηγός. Δεν ήτον όμως ικανός ούτε σέβας ούτε φόβον να εμπνεύση εις τους στρατιώτας του, αλλ' αυτός μάλιστα εσέβετο τους στρατιώτας ή αυτοί εκείνον. Και εφαίνετο ότι μάλλον εφοβείτο μη γείνη μισητός εις τους στρατιώτας ή όσον εφοβούντο ούτοι μη δεν είναι πειθαρχικοί εις αυτόν. Ενόμιζε δε ότι ήτον αρκετόν, διά να ήναι και να φαίνεταί τις ικανός εις το άρχειν, να επαινή μεν τον εκτελούντα το καθήκον του, να μην επαινή δε τον αδικούντα. Διά τον λόγον δε τούτον οι μεν καλοί και αγαθοί των συναναστρεφομένων αυτόν διέκειντο προς αυτόν ευνοϊκώτατα (τον ηγάπων), οι δε άδικοι τον επεβούλευον ως ευμεταχείριστον (του χεριού των). Ήτο δε, ότε απέθανεν, έως τριάκοντα ετών.

Μένων δε ο Θεσσαλός εφαίνετο ότι είχε μεγάλην επιθυμίαν να γείνη πλούσιος και ότι ήθελε (επεδίωκε) να ήναι αρχηγός, διά ν' απολαμβάνη όσω το δυνατόν περισσότερα, να τιμάται δε, διά να κερδίζη όσω το δυνατόν πλειότερα. Ήθελε δε να ήναι φίλος των ισχυρών, διά να μη τιμωρήται όταν αδική.

Διά να επιτυγχάνη δε όσα επεθύμει, ως συντομωτέραν εξέλεγεν (ενόμιζεν) οδόν την διά της επιορκίας και του ψεύδους και της απάτης, νομίζων την απλότητα και την αλήθειαν ανταξίαν μόνον ηλιθίων ανθρώπων.

Εφαίνετο δε ότι δεν ηνείχετο (εχώνευε) κανένα, εις όντινα δε έλεγεν ότι ήτο φίλος του, τούτον καταφώρως επεβούλευε (του έσκαβε το λάκκο). Και κανένα μεν εκ των εχθρών του δεν επερίπαιζεν (επίτηδες), συνομιλών όμως με όσους ανεστρέφετο, ωμίλει πάντοτε μαζή των σαν να τους εκορόιδευε.

Και τα μεν κτήματα των πολεμίων δεν επεβούλευε. Διότι ενόμιζεν ότι είναι δύσκολον να σφετερισθή (αρπάξη) κανείς την περιουσίαν εκείνων οίτινες την φυλάττουν (έχουν την έννοια της). Τα των φίλων όμως, μόνος αυτός ενόμιζεν ότι εγνώριζε την τέχνην να τα σφετερίζεται ευκολώτατα ως αφύλακτα.

Και όσους μεν εγνώριζεν επιόρκους και αδίκους, τούτους, ως καλώς ωπλισμένους, (ως ακαταβλήτους, ως ανθρώπους, με τους οποίους δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα), εφοβείτο. Τους δε εναρέτους και την αλήθειαν λέγοντας προσεπάθει να μεταχειρίζεται ως ανάνδρους.

Και καθώς χαίρει κανείς (και όπως κάθε τίμιος άνθρωπος χαίρει) διά την θεοσέβειαν και την αλήθειαν και την δικαιοσύνην, ούτω ο Μένων έχαιρε, διότι ήτον ικανός να εξαπατά, να πλάττη ψεύδη και να περιγελά τους φίλους του. Πάντα δε μη πανούργον ενόμιζε πάντοτε ως απαίδευτον. Και δι' όσους μεν διενοείτο (έβαζε στο νου του) ότι πρέπει ν' αποκτήσουν την πανουργίαν ταύτην, διέβαλλε τους καλλιτέρους φίλους των (14) .

Διά να έχη δε πειθαρχικούς προς εαυτόν τους στρατιώτας, κατώρθωνε να τους έχη συνεργούς στας αδικίας του. Είχε δε την αξίωσιν να τιμάται και να κολακεύεται, εκφοβίζων επιδεικτικώς τον κόσμον (επισείων επιδεικτικώς την απειλήν) ότι και την δύναμιν πολλήν είχε και την θέλησιν να αδική. Οσάκις δ' απεχώρει (απεμακρύνετο) κανείς από αυτόν, του κατελόγιζεν ως ευεργεσίαν ότι, καθ' ον χρόνον τον είχεν εις την υπηρεσίαν του, δεν τον εφόνευσε.

Και όσα μεν ως αναπόδεικτα φέρονται περί αυτού, καλόν είναι να μη πιστεύωνται. Όσα δε πάντες γνωρίζουν, είναι τα εξής: Ότε ακόμη ήτον εις ανθηράν ηλικίαν, κατώρθωσεν ως ερωμένη του Αριστίππου (15) να επιτύχη της στρατηγίας των ξένων. Με τον Αριαίον δε, αν και ήτο βάρβαρος, διότι ούτος ηυχαριστείτο αναστρεφόμενος ωραίους παίδας, ήλθεν εις μεγάλην οικειότητα. Ο ίδιος δε, αγένειος ακόμη ων, είχεν ως ερωμένην του τον Θαρύπαν γενειώντα (φέροντα πώγωνα).

Όταν δ' εφονεύθησαν οι συστράτηγοί του, επειδή εξεστράτευσαν με τον Κύρον κατά του μεγάλου βασιλέως, ει και ηνείχετο διά την αυτήν, εις ην και εκείνοι, πράξιν, δεν εφονεύθη αμέσως, θανατωθείς υπό του βασιλέως μετά τον θάνατον των άλλων στρατηγών, ουχί καθώς ο Κλέαρχος και οι άλλοι στρατηγοί δι' αποκεφαλισμού, όστις θεωρείται ακαριαίος θάνατος, αλλ', ως λέγεται, δι' ακρωτηριασμών ως έσχατος κακούργος, μετά έν έτος (από της συλλήψεώς του) αποθανών.

Κατά τον αυτόν επίσης τρόπον εφονεύθησαν Αγίας ο Αρκάς και Σωκράτης ο Αχαιός. Τούτους δε ούτε ως δειλούς εν ώρα πολέμου ενέπαιξε κανείς ποτε, ούτε ποτέ ως φίλους τους εμέμφθη. Ήσαν δε και οι δύο ηλικίας σχεδόν τριάκοντα πέντε ετών.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον

Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν του Κύρου, έπραξαν οι Έλληνες μέχρι της ημέρας της μάχης, και όσα μετά τον θάνατόν του συνέβησαν, εμπιστευθέντων των Ελλήνων εις τας μετά του Τισσαφέρνους συνθήκας, εγένοντο γνωστά εις όσα μέχρι τούδε διηγήθημεν.

Αφού δε οι στρατηγοί συνελήφθησαν (ηχμαλωτίσθησαν), και εθανατώθησαν όσοι εκ των λοχαγών και των στρατιωτών ενέπεσαν εις την παγίδα, οι Έλληνες ευρέθησαν ήδη εις μεγάλην στενοχωρίαν περί του πρακτέου, αναλογιζόμενοι ότι ευρίσκονται εις τα πρόθυρα της βασιλικής καθέδρας (της Βαβυλώνος), και ότι γύρω των ήσαν πολλά και διάφορα έθνη και πόλεις εχθρικαί, και ότι ουδείς πλέον εν τω μέλλοντι θα παρείχεν εις αυτούς τροφάς προς αγοράν, ότι δε απείχον της Ελλάδος όχι ολιγώτερον των χιλίων σταδίων, χωρίς εις τον δρόμον των να έχουν κανένα οδηγόν, ποταμοί δε αδιάβατοι διεχώριζαν εν τω μεταξύ την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν, και ότι είχαν πλέον προδοθή και από τους μετά του Κύρου συνεκστρατεύσαντας βαρβάρους, ούτω δε απέμεναν τελείως πλέον εγκαταλελειμμένοι και έρημοι, ούτε ένα καν ιππέα έχοντες σύμμαχόν των (ουδέ συμμαχικόν ιππικόν έχοντες), ώστε να ήναι ήδη κατάφωρον ότι, εάν μεν ενίκων, δεν θα ηδύναντο ούτε ένα να φονεύσουν, εάν δε ηττώντο, δεν θα έμενεν ούτε ένας εξ αυτών — όλα αυτά αναλογιζόμενοι και εν μεγίστη διατελούντες αθυμία, ολίγοι μεν εξ αυτών έφαγαν (ψωμί) την εσπέραν εκείνην, ολίγοι δε άναψαν φωτιά (προς θέρμανσίν των), πολλοί δε την νύκτα αυτήν δεν ήλθαν ούτε εις το στρατόπεδόν των, αναπαυόμενοι όπου ετύχαινε έκαστος, μη δυνάμενοι ως εκ της μεγάλης των λύπης να ησυχάσουν (να κλείσουν 'μάτι) και ως εκ του μεγάλου πόθου πατρίδων, γονέων, γυναικών, παίδων, τους οποίους ενόμιζαν ότι δεν θα ίδουν πλέον. Εις τοιαύτην μεν, λοιπόν, οδυνηράν θέσιν ευρισκόμενοι όλοι, ανεπαύοντο.

Ήτο δε κάποιος εις τον στρατόν, ονομαζόμενος Ξενοφών, Αθηναίος την πατρίδα, όστις ούτε ως στρατηγός, ούτε ως λοχαγός, ούτε ως στρατιώτης συνηκολούθει, αλλ' όστις είχε προσκληθή εκ της πατρίδος του από τον Πρόξενον, φίλον αυτού αρχαίον. Ούτος υπεσχέθη εις αυτόν, ότι, εάν έλθη, θα τον κάμη φίλον του Κύρου, όστις, κατά την γνώμην του, ήτον ο ικανώτερος ανήρ της πατρίδος του. Ο Ξενοφών, λοιπόν, αναγνώσας την επιστολήν, εμπιστεύεται τα περί του ταξειδίου εις τον Σωκράτην τον Αθηναίον (ζητών επ' αυτού την συμβουλήν του). Ο δε Σωκράτης, φοβηθείς μήπως το να γείνη φίλος του Κύρου (ο Ξενοφών) κριθή από την πόλιν των Αθηνών ως πράξις αξιοκατάκριτος (αξιόποινος), διότι ο Κύρος εφαίνετο (τότε) ότι προθύμως θα επολέμει με τους Λακεδαιμονίους κατά των Αθηναίων, συμβουλεύει τον Ξενοφώντα να έλθη εις το μαντείον των Δελφών και να κάμη γνωστά εις τον Θεόν (Απόλλωνα) τα περί του ταξειδίου του, ζητών παρ' αυτού την συμβουλήν του.

Ελθών ο Ξενοφών εις τους Δελφούς ηρώτα τον Απόλλωνα εις ποίον εκ των Θεών πρέπει να προσφέρη θυσίαν και να προσευχηθή (ν' απευθύνη τας ικεσίας του), διά να έχη το, όπερ σκέπτεται, ταξείδιον ευτυχές και ωραίον, επιστρέψη δε, αφού επιτύχη του σκοπού του, σώος και υγιής εις την πατρίδα του. Και εχρησμοδότησεν εις αυτόν ο Απόλλων: «να την προσφέρη εις τους Θεούς, εις τους οποίους πρέπει να την προσφέρη» (!).

Αφού δε επέστρεψεν εις τας Αθήνας, λέγει τον χρησμόν αυτόν εις τον Σωκράτην, όστις, αφού τον ήκουσε, τον εμέμφθη, διότι δεν ηρώτησε πρώτα τον Θεόν, ποίον εκ των δύο να προτιμήση: ν' αναχωρήση ή να φύγη; Εν τούτοις αυτός (ο Σωκράτης), επειδή ήτο της γνώμης ότι πρέπει (του χρησμού μη απαγορεύοντος τούτο) ν' αναχωρήση, περί τούτου προ πάντων ενδιεφέρετο να μάθη τώρα: πώς θα ταξειδεύση όσον το δυνατόν καλλίτερα. «Αφού όμως ούτω ηρώτησες (τον Θεόν)» του είπε «τότε πρέπει να εκτελέσης όσα σου διέταξεν ο Θεός».

Ο μεν Ξενοφών, λοιπόν, αφού προσέφερε θυσίας εις τους Θεούς, σύμφωνα με τον χρησμόν του Απόλλωνος, εξέπλευσε. Προφθάνει δε εις τας Σάρδεις τον Πρόξενον και τον Κύρον, σκοπεύοντας ήδη να βαδίσουν την προς την Άνω Ασίαν οδόν (να εκστρατεύσουν προς την Ά. Α.), εκεί δε (εις τας Σάρδεις) και συνεστήθη ο Ξενοφών προς τον Κύρον (από τον Πρόξενον).

Επειδή δε ο Πρόξενος έδειξε μεγάλην προθυμίαν να μείνη ο Ξενοφών, την αυτήν έδειξε και ο Κύρος, όστις και του είπεν ότι, ευθύς άμα τελειώση η εκστρατεία, θα τον αποστείλη αμέσως στην πατρίδα του. Ελέγετο δε ότι η εκστρατεία θα γείνη κατά των Πισιδών. Και εξεστράτευσε μεν, λοιπόν, (εστρατολογήθη, προσελήφθη εις τον στρατόν) ο Ξενοφών, ούτως εξαπατηθείς — ουχί βέβαια υπό του Προξένου. Διότι ούτε αυτός (ο Πρόξενος) ούτε κανείς άλλος εκ των Ελλήνων, πλην του Κλεάρχου, εγνώριζαν ότι η εκστρατεία γίνεται κατά του μεγάλου βασιλέως. Άμα όμως έφθασαν εις Κιλικίαν, έγεινε πλέον γνωστός εις όλους ο σκοπός του Κύρου. Αν και εφοβούντο δε (ετρόμαζαν) τον δρόμον, εν τούτοις οι περισσότεροι χωρίς να θέλουν, εντρεπόμενοι αλλήλους και τον Κύρον, ηκολούθησαν (διά να μη νομισθούν δειλοί). Εξ αυτών, λοιπόν, ένας ήτο και ο Ξενοφών.

Επειδή δε, εις ην κατάστασιν είχαν περιέλθη πλέον, ευρίσκοντο εις μεγάλην αμηχανίαν περί του πρακτέου, ελυπείτο μεν και ο Ξενοφών μαζή με όλους τους άλλους, μη δυνάμενος να κοιμηθή. Μόλις δε ηυτύχησε να κοιμηθή ολίγον (μόλις τον πήρε ο ύπνος), είδεν όνειρον. Του εφάνη δηλαδή ότι, κατόπιν βροντής, έπεσε κεραυνός εις τον πατρικόν του οίκον, και ότι έλαμψεν ως εκ τούτου ολόκληρος. Τρομάξας αμέσως εσηκώθη. Και το όνειρον εκ της μιας του μεν όψεως εξήγει ως καλόν, διότι, αν και ευρίσκετο εν μέσω τόσων πόνων και κινδύνων, είχεν αξιωθή να ίδη σταλμένον από τον Δία φως τοσούτον μέγα. Εκ της άλλης του όμως όψεως εξηγών αυτό, εφοβείτο, διότι επίστευε μεν ότι προήρχετο από τον βασιλέα Δία, αλλ' ότι το πυρ, το οποίον κατέλαμψεν ολόγυρα τον οίκον του, εσήμαινεν ότι δεν θα ηδύνατο να εξέλθη εύκολα από την χώραν του βασιλέως, εμποδιζόμενος από αρκετάς πανταχόθεν δυσχερείας.

Και ποίαν μεν σημασίαν ηδύνατο να έχη το τοιούτον όνειρον, τούτο θα το έβλεπέ τις από τα μετά το όνειρον μέλλοντα να λάβουν χώραν γεγονότα, άτινα και είναι τα εξής: Ευθύς αφού εξύπνησεν ο Ξενοφών, η πρώτη σκέψις που του ήλθεν ήτο: «Τι κάθημαι αδρανής εδώ; Η νυξ προχωρεί. Μόλις δε ξημερώση, αφεύκτως θα μας καταλάβη ο εχθρός. Εάν, πάλιν, προσέλθωμεν εις τον βασιλέα (ως φίλοι), ουδέν εμποδίζει, ύστερα από τους κόπους τους οποίους υπέστημεν και ύστερα από τας συμφοράς τας οποίας επάθαμεν, να αποθάνωμεν εν τω μέσω των χειροτέρων προσβολών και ύβρεων.

»Ουδεμία δε προετοιμασία γίνεται, ουδ' η ελαχίστη καταβάλλεται φροντίς, διά να υπερασπίσωμεν εαυτούς κατά των πολεμίων, καθήμεθα δε όλοι εδώ αμέριμνοι, σαν να μας ήναι επιτετραμμένον να ησυχάζωμεν. Από ποίαν, λοιπόν, πόλιν περιμένω εγώ να έλθη ο στρατηγός εκείνος, ο οποίος θα βάλη όλα αυτά εις ενέργειαν; Ποίαν δε τάχα ηλικίαν έπρεπε να έχω (διά να κινηθώ); Εγώ τουλάχιστον δεν θα μεγαλώσω βέβαια περισσότερον, εάν σήμερα προδώσω τον εαυτόν μου εις τον εχθρόν». (16)

Μετά τους λόγους τούτους εγείρεται και συναθροίζει πρώτον τους λοχαγούς του Προξένου. Αφού δε συνήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής: «Εγώ, ω άνδρες λοχαγοί, δεν δύναμαι να μένω αδρανής, όπως ούτε σεις, νομίζω, ουδέ να ησυχάζω πλέον (να μένω εδώ κρυμμένος), βλέπων εις ποίας περιστάσεις ευρισκόμεθα.

»Διότι οι μεν πολέμιοι είναι φανερόν ότι δεν εκήρυξαν καθ' ημών τον πόλεμον, πριν ή νομίσουν ότι είναι εντελώς παρασκευασμένοι δι' αυτόν, ενώ, τουναντίον, εξ ημών κανείς διά τίποτε απολύτως δεν φροντίζει, όπως αποδυθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα εις τον αγώνα.

»Εάν υποχωρήσωμεν και αφεθώμεν εις την εξουσίαν του βασιλέως, διά ποίων άραγε τρόπων ελπίζομεν να τον καταπραΰνωμεν; Αυτόν ο οποίος και νεκρόν ακόμη τον ομομήτριον και ομοπάτριον αδελφόν του ανεσταύρωσεν, αφού πρότερον του απέκοψε την κεφαλήν και την χείρα; Φαντάζεσθε άρα γε τι έχομεν να πάθωμεν, ουδένα έχοντες προστάτην, εκστρατεύσαντες δ' εναντίον του με τον σκοπόν να τον καταστήσωμεν αντί βασιλέως δούλον, και στο τέλος, εάν μας ήτο δυνατόν, να τον φονεύσωμεν;

»Άρα γε δεν θα εξαντλήση όλην την οργήν του καθ' ημών, αποφασισμένος, αφού μας κακομεταχειρισθή μέχρις εσχάτων (αφού μας βασανίση), να εμπνεύση εις όλον τον κόσμον τον φόβον: κανείς να μην εκστρατεύση πλέον του λοιπού εναντίον του; Βεβαίως, λοιπόν, διά να μη περιέλθωμέν ποτε υπό την εξουσίαν του, τα πάντα πρέπει να μετέλθωμεν.

»Όσον μεν αφορά εμέ, καθ' όλην την διάρκειαν των συνθηκών, ουδέποτε έπαυσα να ελεεινολογώ μεν τους εαυτούς μας, να μακαρίζω δε τον βασιλέα και τους ιδικούς του, εξετάζων τα κατ' αυτούς λεπτομερώς, πόσην μεν δηλ. και ποίαν χώραν έχουν υπό τας διαταγάς των, πόσον δε άφθονα τα προς διατροφήν, πόσους δε υπηρέτας, πόσα δε κτήνη και χρυσόν και ενδύματα.

»Όταν δε πάλιν ανελογιζόμην τα του στρατού των, ότι δηλ. ουδενός μεν των αγαθών του μετείχομεν ημείς (εις κανένα μεν από τα αγαθά του δεν ελαμβάναμεν μέρος), εάν δεν το εξαγοράζαμεν, οιονδήποτε δε πράγμα, το οποίον ηθέλαμεν ν' αγοράσωμεν (επαζαρεύαμεν), εγνώριζαν (εκείνοι) ότι ολίγοι ακόμη εξ ημών είχαμε τα μέσα (τον παρά), διά να τ' αποκτήσωμεν, εμποδιζόμενοι πλέον από τους όρκους να προμηθευθώμεν κατ' άλλον ή διά της αγοράς των τρόπον τα προς διατροφήν μας αναγκαία — ταύτα πάντα, λοιπόν, όταν ανελογιζόμην κάποτε, εφοβούμην πολύ περισσότερον τας συνθήκας παρ' όσον φοβούμαι σήμερα τον πόλεμον.

»Αφού όμως, επί τέλους, παρέβησαν (διέλυσαν) εκείνοι τας συνθήκας, νομίζω ότι και η περί αυτάς ολιγωρία και αυθαιρεσία των, καθώς και αι επί της τηρήσεώς των ή μη υποψίαι μας δεν υπάρχουν πλέον (διελύθησαν). Και τώρα μεταξύ ημών και εκείνων προβάλλεται το ευγενέστατον αυτό αγώνισμα: περί του ποίοι εκ των δύο μας θα αναδειχθούν καλλίτεροι άνδρες εις τον αγώνα αυτόν, του οποίου είναι αγωνοθέται οι Θεοί, οίτινες φυσικά θα ήναι με το μέρος μας.

»Διότι οι μεν βάρβαροι προσέβαλον δι' επιορκίας τους Θεούς, ημείς δε, αν και είχαμεν πάντοτε ενώπιόν μας τόσα αγαθά, εμείναμεν όμως σταθερώς (μ' απόφασιν) μακράν των (χωρίς να τα εγγίζωμεν), και τούτο, διά να μην ασεβήσωμεν στους όρκους μας. Ώστε νομίζω ότι μας επιτρέπεται να βαδίσωμεν προς τον αγώνα με φρόνημα πολύ μεγαλήτερον του των βαρβάρων.

»Προσέτι δε έχομεν και σώματα ικανώτερα εκείνων εις το να υποφέρουν το ψύχος και την ζέστην και τους κόπους. Έχομεν δ' ακόμη με την βοήθειαν των Θεών και ψυχάς περισσότερον γενναίας. Οι δε άνδρες των είναι πλέον ευκολοπλήγωτοι και ευκολοθάνατοι ημών, (17) εάν, καθώς προτήτερα, μας χαρίσουν και πάλιν την νίκην οι Θεοί.

»Ίσως και πολλοί άλλοι εξ ημών έχουν υπ' όψει (έχουν στο μυαλό των) όσα είπα, αλλά, δι' όνομα του Θεού, ας μην αναμένωμεν πλέον άλλους να έλθουν προς ημάς, διά να μας παρακινήσουν προς τας ωραίας αυτάς πράξεις (ας ανέφερα), τουναντίον μάλιστα ημείς πρώτοι πρέπει να παρορμήσωμεν και τους άλλους προς την αρετήν και την ανδρείαν. Εμπρός, λοιπόν! Φανήτε σεις οι καλλίτεροι των λοχαγών και οι αξιοστρατηγότεροι των στρατηγών.

»Ως προς εμέ δε, εάν αποφασίσετε να ορμήσετε προς την πραγμάτωσίν των, θα σας ακολουθήσω. Εάν δε πάλιν με νομίσετε άξιον να διευθύνω εγώ την καθόλου προς άμυναν ενέργειαν, δεν θα προβάλω την ηλικίαν μου ως πρόφασιν, τουναντίον μάλιστα νομίζω και ότι έχω όλην την δύναμιν (είμαι εις θέσιν) ν' απομακρύνω από τον εαυτόν μου και όσας τυχόν δυσχερείας απαντήσω».

Και ο μεν Ξενοφών είπε ταύτα. Οι δε λοχαγοί, αφού τον ήκουσαν, του είπαν όλοι ομοθύμως ν' αναλάβη την διεύθυνσιν των υπέρ της αμύνης καθόλου εργασιών. Κάποιος όμως, ονομαζόμενος Απολλωνίδης, ομιλών Βοιωτικήν διάλεκτον, είπεν «ότι θα εφλυάρει πας όστις ήθελε τολμήση να προτείνη ότι ηδυνάμεθα να επιτύχωμεν την σωτηρίαν μας κατά τρόπον διαφορετικώτερον του διά του εξευμενισμού του βασιλέως». Και συγχρόνως ήρχισε, μόλις είπε ταύτα, ν' αναφέρη τους λόγους (ν' απαριθμή τας δυσχερείας).

Διακόψας όμως αυτόν εις το μέσον του λόγου του ο Ξενοφών του είπε τα εξής: «Ω παράξενε άνθρωπε, συ βεβαίως ούτε όσα βλέπεις κατανοείς (νοιώθεις), ούτε όσα ακούεις ενθυμείσαι. Εν τούτοις, ευρίσκεσο και συ εις το ίδιο μέρος με αυτούς εδώ, ότε ο βασιλεύς, αφού εφόνευσε τον Κύρον, επαρθείς διά το κατόρθωμά του αυτό, μας διέταξε δι' απεσταλμένων του να παραδώσωμεν τα όπλα.

»Αφού δε ημείς δεν του τα παρεδώσαμεν, αλλ' εξοπλισμένοι ελθόντες εστρατοπεδεύσαμεν πλησίον του, και τι δεν εμηχανεύθη (διά να μας ελκύση) τότε, αποστέλλων πρέσβεις, ζητών συνθήκας και προσφέρων τα προς διατροφήν μας, έως ότου επί τέλους επέτυχε τας συνθήκας ταύτας;

»Όταν δε πάλιν οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, βασιζόμενοι εις τας συνθήκας, προσήλθον, καθώς τώρα δα συ μας συμβουλεύεις, εις τας σκηνάς των άοπλοι, διά να συνομιλήσουν, μη τάχα (για σένα) έπαυσαν πλέον σήμερα να ήναι αυτοί εκείνοι (οι ίδιοι), οίτινες, κτυπώμενοι, κεντώμενοι, υβριζόμενοι, δεν είχαν τα μέσα ουδέ να αυτοκτονήσουν καν οι ταλαίπωροι, αν και φαντάζομαι πόσον θα το επεθύμουν; Πάντα ταύτα, αν και γνωρίζεις πολύ καλά συ, εν τούτοις τους μεν συνιστώντας την περί των όλων άμυναν χαρακτηρίζεις ως φλυάρους, αποφαίνεσαι δε και πάλιν: μεταβαίνοντες προς τον βασιλέα, να καταπραΰνωμεν με παρακλήσεις την οργήν του.

»Εγώ, ω άνδρες, νομίζω ότι ο άνθρωπος ούτος ούτε πρέπει να μας πλησιάζη πλέον όπου και αν είμεθα, αφού δε του αφαιρέσωμεν την λοχαγίαν και τον φορτώσωμεν με σκεύη, να τον χρησιμοποιούμεν πλέον του λοιπού ως σκευοφόρον κτήνος. Διότι ούτος και την πατρίδα καταισχύνει και όλην την Ελλάδα, τοιούτος ων προδότης, αν και Έλλην».

Εις το σημείον αυτό διακόψας τον Ξενοφώντα Αγασίας ο Στυμφάλιος του είπεν: Αλλ' αυτός ουδέν, ουδέ τα ελάχιστον, έχει κοινόν ούτε με την Βοιωτίαν, ούτε με την Ελλάδα. Αφού εγώ, τον είδα άλλοτε να έχη τρυπημένα τα ώτα του (και τα δυο του αυτιά) όπως οι κάτοικοι της Λυδίας». Και πράγματι τα είχεν.

Αυτόν μεν, λοιπόν, τον έδιωξαν από τον στρατόν. Οι δε άλλοι, ελθόντες εις τας τάξεις των (έκαστος εις το τάγμα του), όπου μεν υπήρχε στρατηγός (όπου μεν έζη ο στρατηγός), τον εκάλουν (ν' αναλάβη τα καθήκοντά του), όπου δε είχεν αποθάνη (φονευθή), αντικαθίστων τον στρατηγόν δι' υποστρατήγου. Και όπου πάλιν ήτο σώος (έζη) ο λοχαγός, εκάλουν εις το τάγμα του τον λοχαγόν.

Αφού δε όλοι συνήλθον, ετοποθετούντο έμπροσθεν των όπλων. Ανήλθον δε οι συνελθόντες στρατηγοί και λοχαγοί περίπου εις εκατόν. Ότε δε εγένοντο ταύτα, ήσαν σχεδόν μεσάνυκτα.

Ενταύθα Ιερώνυμος ο Ηλείος, ων ο γηραιότερος (σεβαστότερος) των λοχαγών του Προξένου, ήρχισε να λέγη τα εξής: «Ω άνδρες στρατηγοί και λοχαγοί, βλέποντες τας περιστάσεις, υπό τας οποίας ευρισκόμεθα, απεφασίσαμεν και ημείς να συνέλθωμεν και σας να προσκαλέσωμεν, όπως σκεφθώμεν όλοι μαζή, αν είμεθα εις θέσιν να πράξωμεν τίποτε γενναίον (προς βελτίωσιν της καταστάσεώς μας). Ειπέ μας, λοιπόν, και συ, ω Ξενοφών» είπεν απευθυνόμενος προς αυτόν «όσα φρονείς ότι πρέπει να λεχθούν και εις ημάς».

Εκ τούτου (λαβών αφορμήν) ο Ξενοφών λέγει τα εξής: «Αλλά βεβαίως όλοι γνωρίζομεν όσα μου ζητείτε να σας είπω, ότι δηλαδή βασιλεύς και Τισσαφέρνης όσους μεν ημπόρεσαν εξ ημών συνέλαβον (ηχμαλώτισαν), τους δ' άλλους είναι φανερόν ότι επιδιώκουν (έχουν κατά νουν) πώς να τους φονεύσουν, εάν ημπορούν (αν περνάει απ' το χέρι τους). Νομίζω, λοιπόν, ότι τα πάντα πρέπει να μετέλθωμεν, διά να μη πλησιάσωμεν ποτέ, υπό οιασδήποτε και αν ευρισκώμεθα περιστάσεις, τους βαρβάρους, αλλά να επιτύχωμεν μάλλον να έλθουν εκείνοι προς ημάς.

»Κατανοείτε, λοιπόν, καλώς ότι, αν και είσθε τόσοι μόνον, όσοι αυτήν την στιγμήν συνήλθατε εδώ, σας δίδεται, εν τούτοις, σπουδαιοτάτη ευκαιρία, διά να φανήτε επωφελείς εις τον στρατόν.

»Διότι όλοι οι στρατιώται αυτοί έχουν προς σας τα βλέμματα εστραμμένα, και αν τυχόν μεν σας ίδουν μικροψυχούντας, όλοι θα φανούν δειλοί. Εάν όμως και σεις οι ίδιοι ολοφάνερα παρασκευάζεσθε προς πόλεμον και τους άλλους παροτρύνετε προς τούτο, μάθετε καλώς ότι θα σας ακολουθήσουν και ότι θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να σας μιμηθούν.

»Ίσως δε και δίκαιον είναι να ξεχωρίζετε σεις κατά τι από αυτούς. Διότι σεις είσθε στρατηγοί, σεις λοχαγοί και ταξίαρχοι. Και όταν ήναι ειρήνη, σεις απολαμβάνετε περισσότερον από αυτούς και τιμάς και χρήματα. Διά τούτο, λοιπόν, αφού τώρα ευρισκόμεθα εις εμπόλεμον κατάστασιν, πρέπει σεις οι ίδιοι να θελήσετε να φανήτε καλλίτεροι από το πλήθος τούτο, προνοούντες υπέρ αυτού και κοπιάζοντες, εάν και όπου παρίσταται ανάγκη.

»Και εν πρώτοις μεν φρονώ ότι θα ωφελήσετε εις μέγαν βαθμόν το στράτευμα, εάν φροντίσετε όπως αντικαταστήσουν όσον το δυνατόν ταχύτερα τους αποθανόντας (νέοι) στρατηγοί και λοχαγοί. Διότι άνευ αρχηγών ουδέν, ούτε καλόν, ούτε γενναίον, δύναται να γείνη, και γενικώς μεν εις οιανδήποτε περίπτωσιν, εις τα πολεμικά όμως, απολύτως τίποτε. Διότι είναι φανερόν ότι η μεν πειθαρχία σώζει, η δε απείθεια και παραλυσία πολλούς μέχρι σήμερον κατέστρεψεν.

»Άμα δε ως εγκαταστήσετε τους αρχηγούς (18) , όσους είναι αναγκαίοι, και τους άλλους (τήδε κακείσε διεσπαρμένους) στρατιώτας συναθροίσετε και ενθαρρύνετε, νομίζω ότι τότε θα ήσθε πλέον έτοιμοι να αντιμετωπίσετε οιανδήποτε περίστασιν.

»Διότι τώρα μεν ίσως και σεις οι ίδιοι εννοείτε ότι προσήλθαν ούτοι εις τας τάξεις του στρατού με αθυμίαν, με αθυμίαν δ' ωσαύτως και εις τας φρουρήσεις (όπου φυλάττουν ως φρουροί). Ώστε, εις τοιαύτην περιελθόντας κατάστασιν, δεν γνωρίζω κ' εγώ πώς θα ηδύνατο τις να τους χρησιμοποιήση, εάν λάβη τις εις τι την ανάγκην των, είτε εν καιρώ νυκτός, είτε εν καιρώ ημέρας.

»Εάν όμως δώση τις εις τον νουν των άλλην κατεύθυνσιν, ώστε να μην ενθυμούνται (να μην έχουν υπ' όψει των) μόνον τι θα πάθουν, αλλά και τι θα κάμουν, θα γείνουν τότε, βέβαια, πολύ ευτολμότεροι.

»Διότι πολύ καλά γνωρίζετε ότι ούτε το πλήθος, ούτε η ισχύς είναι η δίδουσα τας νίκας εις τον πόλεμον, εκείνους δ' ως επί το πλείστον δεν δύνανται να υπομείνουν οι αντίπαλοι, οι οποίοι θα βαδίσουν, με την βοήθειαν των Θεών, ερρωμενέστεροι την ψυχήν κατά των πολεμίων.

»Έχω δ' υπ' όψει μου, ω άνδρες, και τούτο ακόμη: ότι, όσοι μεν επιδιώκουν να ζήσουν διά παντός θεμιτού και αθεμίτου μέσου εν καιρώ πολέμου, ούτοι κακώς (ανάνδρως) και αισχρώς ως επί το πολύ αποθνήσκουν. Όσοι δε γνωρίζουν (έχουν καταλάβη) ότι ο θάνατος είναι κοινός και αναγκαίος δι' όλους τους ανθρώπους, αγωνίζονται όμως περί του πώς να αποθάνουν εντίμως εις την μάχην, τούτους βλέπω περισσότερον πως των άλλων να φθάνουν εις το γήρας, και να διάγουν, εφ' όσον ζουν, ευδαιμονέστερον.

Πρέπει, λοιπόν, αφού τώρα μάθωμεν και ημείς καλά (χωνέψωμε) όλα αυτά, διότι είπερ ποτέ μας δίδεται σήμερα η προς τούτο κατάλληλος περίστασις, και ημείς ν' αναδειχθώμεν άνδρες γενναίοι, και τους άλλους προς την γενναιότητα να παρορμήσωμεν».

Ούτος μεν, αφού είπε ταύτα, εσιώπησε. Μετά τούτον δ' είπεν ο Χειρίσοφος τα εξής: «Αλλά μέχρι προς ολίγου ακόμη, ω Ξενοφών, ουδέν άλλο εγνώριζα περί σου παρά μόνον ότι είσαι Αθηναίος. Τώρα όμως και σε επαινώ δι' όσα και λέγεις και πράττεις και θα ηυχόμην τοιούτοι άνδρες όπως συ να ήσαν όσον το δυνατόν περισσότεροι εις το στράτευμα. Διότι τοιούτον ευτύχημα θα ήτον αληθώς ευτύχημα δι' όλους μας. Και τώρα — προσέθηκεν — ας μη χάνωμεν καιρόν πλέον, ω άνδρες, αλλ', απελθόντες αμέσως, εκλέξατε όσοι εξ υμών έχετε ανάγκην αρχηγούς, αφού δε τους εκλέξετε, έρχεσθε εις το μέσον του στρατοπέδου φέροντες μαζή και τους εκλεγέντας. Κατόπιν συγκαλούμεν εκεί και τους λοιπούς στρατιώτας. Ας προσέλθη δ' ενώπιόν μας, διά να κηρύξη την πρόσκλησιν, και Τολμίδης ο κήρυξ».

Και αμέσως, αφού είπε ταύτα, ηγέρθη, διά να μη χάνη πλέον καιρόν, φέρη δε εις πέρας όσα η περίστασις και αι ανάγκαι επέβαλλον·

Μετά ταύτα εξελέγησαν στρατηγοί αντί μεν του Κλεάρχου Τιμασίων ο Δαρδανεύς, αντί δε του Σωκράτους Ξανθικλής ο Αχαιός, αντί του Αγίου Κλεάνωρ ο Αρκάς, αντί του Μένωνος Φιλήσιος ο Αχαιός και αντί του Προξένου Ξενοφών ο Αθηναίος.

Κεφάλαιον δεύτερον.

Μετά το τέλος δε της εκλογής και ενώ ήδη ήρχιζε να ξημερώνη, ήλθαν οι στρατηγοί εις το μέσον του στρατοπέδου, και απεφάσισαν, αφού εγκαταστήσουν προφυλακάς, να συγκαλέσουν τους στρατιώτας. Αφού δε και οι (άλλοι) στρατιώται συνήλθον, ηγέρθη πρώτος Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος και είπε τα εξής:

«Ω άνδρες στρατιώται, αι μεν περιστάσεις, υπό τας οποίας ευρισκόμεθα, καθ' ας και στρατηγών καλών και λοχαγών και στρατιωτών (ακόμη) στερούμεθα, είναι δυσκολώταται. Επί πλέον δε και οι περί τον Αριαίον, οίτινες πρότερον ήσαν σύμμαχοι μας, μας επρόδωσαν.

»Εν τούτοις, είναι ανάγκη από τους παρευρισκομένους εδώ να προέλθουν (εμφανισθούν) άνδρες γενναίοι, ανάγκη δε να μην υποχωρήσωμεν, αλλά να προσπαθήσωμεν όπως, εάν μεν έχωμεν την δύναμιν, νικώντες τελείως τον εχθρόν (κατισχύοντες των περιστάσεων), σωθώμεν, εάν δε όχι, αποθάνωμεν γενναίως, μη καταδεχόμενοι ποτέ να συλληφθώμεν ζώντες υπό των πολεμίων. Διότι φρονώ ότι δυνάμεθα να υποστώμεν και τοιαύτας ακόμη συμφοράς, τας οποίας όμως είθε οι Θεοί ν' αποστείλουν μόνον εις τους εχθρούς μας».

Μετ' αυτόν Κλεάνωρ ο Ορχομένιος ηγέρθη και είπε τα εξής: «Αλλά βλέπετε μεν (έχετε ενώπιόν σας), ω άνδρες, την επιορκίαν και την ασέβειαν του βασιλέως, βλέπετε δ' επίσης και την απιστίαν του Τισσαφέρνους, όστις, αν και μας διεβεβαίου ότι και γειτονικός φίλος της Ελλάδος ήτο και ιδιαιτέρας θα κατέβαλλε φροντίδας, διά να μας σώση (διά να μας αποστείλη ζώντας εις την πατρίδα μας), ορκισθείς ότι θα τηρήση όλα αυτά και δώσας εις βεβαίωσιν της καλής του πίστεως την δεξιάν του, εν τούτοις, εξαπατήσας ημάς, συνέλαβε τους στρατηγούς μας και, αφού ως ομοτράπεζος αυτός ούτος συνέφαγε και συνωμίλησε με τον Κλέαρχον, εφόνευσε πάντας, και δείπνα και υποσχέσεις και όρκους καταπατήσας, χωρίς να φοβηθή ουδέ αυτόν τον επί της φιλοξενίας εφορεύοντα Θεόν, Δία τον Ξένιον.

»Ο δε Αριαίος, τον οποίον ημείς ηθέλαμεν να ανακηρύξωμεν βασιλέα, και προς ον εδώσαμεν και από τον οποίον ελάβαμεν υποσχέσεις και όρκους ότι δεν θα προδώσωμέν ποτε αλλήλους, και αυτός ακόμη, ούτε τους Θεούς φοβηθείς, ούτε την μνήμην του αποθαμμένου ήδη Κύρου σεβασθείς, αν και υπ' αυτού, εφ' όσον έζη, ιδιαιτέρως όλως ετιμάτο, και αυτός, λοιπόν, αποστατήσας ήδη προς τους μεγαλειτέρους εκ των εχθρών εκείνου (προς τους μισητοτέρους του εχθρούς), προσπαθεί με κάθε τρόπον ημάς τους φίλους του Κύρου να (μας) βλάψη.

»Και αυτοί μεν όλοι θα τιμωρηθούν από τους Θεούς (θα δώσουν λόγο στους Θεούς). Εμείς δε πρέπει, έχοντες υπ' όψει πάντα ταύτα, να μην εξαπατηθώμεν πλέον υπ' αυτών, αλλά, πολεμούντες όσον δυνάμεθα καλλίτερα (με τα σωστά μας), να υποστώμεν ό,τι θα ήτο αρεστόν εις τους Θεούς».

Μετά τούτον ο Ξενοφών εγείρεται ενδεδυμένος την ωραιοτέραν του στολήν, ως εάν επρόκειτο να πολεμήση, νομίζων ότι, εάν μεν δώσουν την νίκην οι Θεοί (εάν με την βοήθειαν των Θεών νικήσουν), αρμόζει η λαμπροτέρα στολή εις τον νικώντα, εάν δε παραστή ανάγκη ν' αποθάνουν, ότι είναι ορθόν, αφού έκρινεν εαυτόν άξιον του καλλιτέρου στολισμού, με τον στολισμόν αυτόν και ν' αποθάνη. Ήρχισε δε να λέγη τα εξής:

«Την των βαρβάρων επιορκίαν και απιστίαν ανέφερε προ ολίγου και ο Κλεάνωρ, γνωρίζετε δε και σεις, νομίζω. Εάν μεν, λοιπόν, θέλωμεν να φιλιωθώμεν και πάλιν προς αυτούς, θα ευρεθώμεν εις την ανάγκην ν' αποδειλιάσωμεν εκ νέου, λαμβάνοντες υπ' όψει ποία και πόσα έπαθαν οι στρατηγοί μας, παραδώσαντες εαυτούς εις χείρας των βαρβάρων, διότι έδωκαν πίστιν εις τους λόγους των. Εάν όμως έχωμεν απόφασιν, δι' όσα από αυτούς έως τώρα υπέστημεν, να τους τιμωρήσωμεν διά των όπλων και εν τω μέλλοντι να εξακολουθώμεν πολεμούντες προς αυτούς, πολλάς και μεγάλας τότε ελπίδας περί της σωτηρίας μας θα έχωμεν με την βοήθειαν των Θεών (αν θέλουν οι Θεοί).

Ενώ δε έλεγε ταύτα, κάποιος επταρνίσθη. Ακούσαντες δε οι στρατιώται, όλοι ομοθύμως προσεκύνησαν τον Θεόν, ο δε Ξενοφών εξηκολούθησε:

«Νομίζω, καλόν, ω άνδρες επειδή, ενώ εκάναμεν λόγον περί σωτηρίας, εφάνη (ο πταρμός ούτος) ως οιωνός Διός του Σωτήρος, νομίζω, λέγω, καλόν να τάξωμεν εις τον Θεόν αυτόν θυσίας εις ανάμνησιν της σωτηρίας μας (να υποσχεθώμεν ότι θα προσφέρωμεν εις τον Θεόν αυτόν θυσίας εις ανάμνησιν της σωτηρίας μας) εις το πρώτον φιλικόν έδαφος το οποίον ηθέλαμεν πατήση, επίσης δε και εις τους λοιπούς Θεούς (να τάξωμεν θυσίας) αναλόγως των δυνάμεών μας (το κατά δύναμιν). Εις οιονδήποτε δε εξ υμών προσέθηκε — φαίνονται ορθοί οι λόγοι μου ούτοι, ούτος ας υψώση την χείρα». Και ανύψωσαν ταύτην πάντες, μεθ' ο, αφού έταξαν εις τους Θεούς, έψαλαν προς αυτούς άσμα ικετήριον. Αφού δε ούτω τα προς τους Θεούς θρησκευτικά καθήκοντα εξετελέσθησαν, ο Ξενοφών ήρχισε και πάλιν λέγων τα εξής:

»Σας έλεγα, λοιπόν, ω άνδρες, ότι θα είχομεν πολλάς και καλάς ελπίδας περί της σωτηρίας μας. Πρώτον μεν διότι ημείς φυλάττομεν τους όρκους των Θεών, ενώ οι πολέμιοι εφάνησαν επίορκοι και, παρά τους όρκους, παρέβησαν τας συνθήκας. Ούτω δ' εχόντων των πραγμάτων, επόμενον είναι προς μεν τους πολεμίους να διάκηνται οι Θεοί εχθρικώς, προς ημάς δε ως βοηθοί και φίλοι, οίτινες πάντοτε είναι ικανοί και τους μεγάλους ταχέως να καθιστούν μικρούς, και τους μικρούς, ακόμη και όταν ευρίσκωνται εν μέσω συμφορών, να σώζουν ευκολώτατα όταν θέλουν.

»Αλλ' εκτός τούτων, σας υπενθυμίζω και τους κινδύνους των προγόνων μας, διά να μάθετε και ότι σας πρέπει (σας αρμόζει) να ήσθε γενναίοι, και ότι, τη βοήθεια των Θεών, πάντοτε οι γενναίοι σώζονται, ακόμη και από τας μεγαλητέρας συμφοράς. Διότι, όταν οι Πέρσαι και οι περί αυτούς εξεστράτευσαν με μέγαν στρατόν και στόλον κατά της Ελλάδος, με τον σκοπόν αμέσως να καταστρέψουν τας Αθήνας, οι Αθηναίοι, τολμήσαντες να αντιστούν κατ' αυτών, κατά κράτος τους ενίκησαν.

»Και, αφού έταξαν (να προσφέρουν) ως θυσίαν εις την Θεάν Αρτέμιδα τόσας αίγας όσους ήθελαν φονεύση εκ των πολεμίων, επειδή ήτον αδύνατον να εύρουν αναλόγους προς τον αριθμόν των φονευθέντων εχθρών (αίγας), απεφάσισαν να θύουν κατ' έτος πεντακοσίας εξ αυτών, αίτινες και μέχρι σήμερον ακόμη προσφέρονται εις την Θεάν.

»Ότε δε κατόπιν ο Ξέρξης, συναθροίσας τον αναρίθμητον στρατόν του, επήλθε κατά της Ελλάδος, και τότε ακόμη ενίκων οι ημέτεροι πρόγονοι τους προγόνους τούτων και κατά γην και κατά θάλασσαν. Πάντων τούτων προφανείς αποδείξεις έχετε τα εγερθέντα τρόπαια, ως μαρτύριον δε μέγιστον την ελευθερίαν των πόλεων, εις τας οποίας εγεννήθητε και ανετράφητε. Διότι κανένα εκ των ανθρώπων δεν προσκυνείτε (αναγνωρίζετε) ως εξουσιαστήν και κύριον υμών, αλλά μόνον τους Θεούς.

»Και, λοιπόν, από τοιούτους μεν κατάγεσθε προγόνους. Δεν θέλω, βέβαια, να είπω ότι τους καταισχύνετε. Παν άλλο. Δεν έχουν παρέλθη ακόμη πολλαί ημέραι, αφ' ης, αντιταχθέντες εις τους απογόνους των Περσών εκείνων, ενικάτε πολύ περισσοτέρους υμών με την βοήθειαν των Θεών.

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings