Front matter (continued 7)
Reading edition
Ο εν Παρισίοις μάλιστα Έλλην λόγιος Μηνάς Μινωίδης (81), εκήρυξεν ήδη ότι, ότε εξελέγη ο Καποδίστριας κυβερνήτης, κατ' Απρίλιον του 1828, επί εις Παρισίους αφίξει του Νικολάου Υψηλάντου, εσχηματίσθη μυστική τις εταιρία του Ηρακλέους, ής ο Κυβερνήτης μόλις ημέρας τινάς προ της δολοφονίας έσχε γνώσιν, ής ο σκοπός ην η διά παντός μέσου δολοφονία του Καποδιστρίου. Ημείς όμως εις ταύτα ουδαμώς πιστεύοντες καθώς και εις το άλλο το υπό του μέλους της αυτής εταιρίας (του Ηρακλέους) Παναγιώτη Καλεβρά αναφερόμενον εν τω βιβλίω αυτού: «Πολιτικός Βίος του αοιδίμου Ιωάννου Καποδιστρίου κυβερνήτου της Ελλάδος». Αθήναι 1873, ότι αντί 25,000 γροσίων, υποσχεθέντων τω υπηρέτη του Κυβερνήτου Νικολέτω να δηλητηριάση αυτόν διά του καφέ, θεωρούμεν την δολοφονίαν έργον κατ' εξοχήν ιδιωτικόν και προϊόν εκδικήσεως της γενναίας μεν, αλλά τοσαύτας προσβολάς υποστάσης παρά του Κυβερνήτου οικογενείας των Μαυρομιχαλαίων, ζητούντων διά του Κωνσταντίνου και Γεωργίου Μαυρομιχάλη να εκπλύνωσι, κατά τα έθιμα της πατρίδος αυτών ανυποτάκτου Μάνης, ιδιωτικάς όλως προσβολάς, ως λέγει και έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως της 13)25 Οκτωβρίου 1831: «Καίτοι, ο φόνος υπήρξεν αποτέλεσμα ιδιωτικής εκδικήσεως της εχθρικώς πάντοτε κατά του Κυβερνήτου διακειμένης οικογενείας των Μαυρομιχαλών, δεν δύναται τις όμως να μη καταλογίση επίσης το έγκλημα τούτο εις την αγρίαν των πνευμάτων έξαψιν, ήτις είχεν έτι μάλλον κορυφωθή διά της επεμβάσεως ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων εν Πόρω και Μεσσηνία. Μέρος όμως του αξιοθρηνήτου τέλους του Κυβερνήτου πρέπει να αποδοθή εις την από μακρού παντελή αυτού εγκατάλειψιν υπό της Αγγλίας και Γαλλίας, όπως επίσης και εις τας εμψυχώσεις, άς παρείχεν εις τους αντιπάλους του Κυβερνήτου η την επανάστασιν διευθύνουσα παρισινή επιτροπή».
Και όντως ο Καποδίστριας είχε βαθμηδόν περιέλθει εις εχθρικάς σχέσεις προς την οικογένειαν των Μαυρομιχαλών, ής ό αρχηγός Πετρόμπεης κατείχε σπουδαίαν μοναρχικήν σχεδόν θέσιν, παρά τοις πολεμικοίς Μανιάταις και ωνομάζετο υπό του λαού «βασιλεύς της Μάνης». Ωραίος και μεγαλοπρεπής ανήρ πράος το φρόνημα, είχε παραγκωνισθή εντελώς ο Μανιάτης μπέης κατά την διάρκειαν του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου, απέναντι των άλλων οπλαρχηγών, οίτινες, ως ο Κολοκοτρώνης, διετυμπάνιζον και επέβαλλον ούτω διά της μεγαλαυχίας την αξίαν αυτών. Εννοείται όμως, ότι δεν ελησμόνησε τούτου ένεκεν ο Πετρόμπεης τας παραδόσεις της φυλής αυτού και την κλέφτικην αυτού φύσιν, ούτε της χρηματικής ωφελείας ημέλησεν, ούτε υστέρησε των άλλων, αρπαγής προκειμένης και λείας.
Αδιακόπως είχεν ανάγκην χρημάτων· ηγάπα δε το χρήμα διότι κατεσπατάλα αυτό και ήτο, ως επεκάλει αυτόν ο Καποδίστριας, αιώνιος απαιτητής. Μετρητά διέρρεον εν μια στιγμή εκ των χειρών αυτού, διότι κατ' ανάγκην, επιβαλλομένην υπό της πατρογονικής αυτού αλαζονείας, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς, διένεμεν ηγεμονικά δώρα προς πάντας τους οπαδούς αυτού, εξεπροσώπει αυτούς διά λαμπράς εξωτερικής επιδείξεως, και επεθύμει να εξαλείψη πάσαν ει δυνατόν της Μάνης την πτωχείαν. Πλην τούτου εκόμπαζεν επί τη μικρότητι και τη καλλονή της χειρός αυτού, άτινα εθεώρει ως σημεία αρχαίου γένους. Σπάνιοι μόνον εκ των κορυφαίων του Ελληνικού αγώνος, οίος ο Μάρκος Βότσαρης και ο Καραϊσκάκης, είχον προθύμως και μετά χαράς θυσιάσει πάντα τα ίδια εαυτών συμφέροντα υπέρ του κοινού καλού. Είχον μεν αληθώς οι στρατιωτικοί αρχηγοί της Πελοποννήσου διακινδυνεύσει γενναίως την περιουσίαν αυτών, αλλ' εμφύτως όμως πάντοτε υπολογίζοντες, ότι η θυσία αυτών δεν ήθελεν απομείνει άνευ αμοιβής, και ότι το κράτος των τούρκων πασάδων ήθελε διαδεχθή μικρά και συνεχής διοίκησις πασάδων Ελλήνων. Και αν δε τις αποδεχθή, ότι μανιάτης Μπέης ηδύνατο να παραιτήση το ίδιον εαυτού αξίωμα, απέναντι μεγάλου και καθαρώς εγνωσμένου σκοπού, ουδεμία όμως ήτο δεκτή προσδοκία, ότι ήθελεν αποβάλει τον βαθέως ερριζωμένον αυτού εγωισμόν χάριν του Κυβερνήτου, και προς όφελος κυβερνήσεως, ής καθ' εκάστην ετίθετο εν αμφιβόλω η εθνική ενέργεια, ήτις εθεωρείτο ως ηγορασμένη υπό της Ρωσίας, και ήν επολέμουν τοιούτοι ακριβώς άνδρες, οποίοι είχον θεωρηθή πάντοτε υπό των απαιδεύτων παλληκαρίων ως τα πρότυπα ευρωπαϊκής μορφώσεως και σοφίας. Εις ταύτα δε προσετέθη και η φυσική αποστροφή του εν μάχαις δεδοκιμασμένου και ήκιστα την εν ειρήνη ικανότητα εννοούντος πολεμιστού, προς άρχοντα ουδέποτε εν πυρίτιδι δοκιμασθέντα. Οι Μαυρομιχάλαι είχον χύσει το αίμα αυτών υπέρ της πατρίδος, εννέα δε και τεσσαράκοντα του γένους αυτού είχεν ίδει πίπτοντας ο Μπέης εν τω προς τους Τούρκους πολέμω. Τα ηρωικά ανδραγαθήματα του Κυριακούλη και του Ηλία Μαυρομιχάλη απολαύουσιν έτι εντίμου μνήμης παρά τω ελληνικώ λαώ.
Τότε, μόλις απηχήσαντος του κρότου των όπλων, ήλθεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, όστις, ουδέποτε αυτός πολεμήσας διά του ξίφους υπέρ της πατρίδος, ηθέλησε να δρέψη τους καρπούς του αγώνος, στηριζόμενος επί των χαρτίνων αυτού κατορθωμάτων, και να δεσπόση μόνος αυτός και απεριόριστος της Ελλάδος.
Εν Νησίω είπε ποτε προς τους Μανιάτας: «Εγώ είμαι ο θυρωρός, ο ιστάμενος εις την θύραν και φυλάττων την παρθένον Ελλάδα.
Ούτω δε το κράτος των πολυαρίθμων μικρών τυράννων έμελλε να θραυσθή βιαίως διά της αυθεντίας ενός μεγάλου τυράννου, αι δε τοπικαί επιρροαί να καταβληθώσι και εξαλειφθώσι. Τούτο απεκαλείτο επισήμως: ισοπέδωσις των ταραχοποιών στοιχείων, νίκη της τάξεως και της συγκεντρώσεως, τρυφερά μέριμνα υπέρ της παρθένου Ελλάδος. Τοιαύται όμως ιδέαι δεν συνέφερον βεβαίως ούτε εις τους Μαυρομιχάλας ιδία, ούτε εις τους Μανιάτας εν γένει.
Ότε το πρώτον συνηντήθησαν ο Κυβερνήτης και ο τοσούτον δι' αυτόν ολέθριος Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο σφριγών νεανίας παρέστη προ του άρχοντος της Ελλάδος λαμπράν περιβεβλημένος στολήν, ως τις των κομψοπρεπών νέων. Ο Καποδίστριας απηύθυνεν αυτώ, ένεκα της εντελώς ατόπου εκείνης παραστάσεως εν καιρώ μεγάλης της πατρίδος πτωχείας, αυστηράν και μακράν παραίνεσιν, κατώρθωσε δε τοιαύτην να εμποιήση εις τον νεανίαν εντύπωσιν, ώστε το αίμα του Γεωργίου ανέβη εξ αιδούς εις τας παρειάς αυτού. Ουδένα όμως απέφερε διαρκή καρπόν η νουθεσία εκείνη (82).
Αφ' ετέρου δε ο Πετρόμπεης είχεν ήδη την 3)15 Οκτωβρίου 1827 προσαγορεύσει τον Κυβερνήτην διά πεφυσημένης επιστολής ως δώρον του ουρανού, επικαλούμενος επ' αυτόν μεν τας ευλογίας, επί τους εχθρούς δε την αράν του Θεού.
Αλλ' αφ' ενός μεν, αι εκ μέρους του γηραιού Μπέη οχληραί βοηθείας αιτήσεις, εν ονόματι του πατριωτισμού, κατόπιν αδιαφορία, υποψία και τέλος έχθρα, ήν ουδ' αυτό το θέλγητρον γερουσιαστικής θέσεως κατώρθωσε να πραΰνη· αφ' ετέρου δε, εκ μέρους του Καποδιστρίου, η παροχή μετ' αηδίας, σμικρύνουσα το δωρούμενον διά της σμικρότητος της δωρούσης ευμενείας, δυσπιστία και προσωπική ζηλοτυπία, ήτις ου μόνον εξήρει των κυβερνητικών χαρίτων την παντοδύναμον εν Μάνη οικογένειαν και τον αρχηγόν αυτής, αλλ' απεμάκρυνεν αυτήν μάλιστα των δημοσίων υπουργημάτων, και κατεδίωκεν αυτήν, και καθίστα αληθή αποδιοπομπαίον τράγον δι' όσα εν Μάνη συνέβαινον κακουργήματα, εγέννησαν την μεταξύ των Μαυρομιχαλών και του Καποδιστρίου έχθραν.
Τα ήθη και έθιμα των Μανιατών δεν ηδύναντο να συμβιβασθώσι, καθ' ολοκληρίαν, προς τας περί απολύτου υποταγής απαιτήσεις του Καποδιστρίου, ως και προς το καθόλου συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, όστις εφαντάσθη ότι ως εν τη λοιπή Ελλάδι ούτω ταχέως έμελλε να δεσπόση και της Μάνης, εν ή η υπεροχή των Μαυρομιχαλών ηνώχλει αυτόν· διό εκ παντός τρόπου εσπούδασε να καταβάλη αυτήν και προς τούτο αντέταξε την φιλοδοξίαν και αντιζηλίαν άλλων οίκων, οίον του Κουτούφαρη, Τζανετάκη, Μουρζίνου και εί τινος ετέρου. Εντεύθεν πάσα αίτησις των οίκων τούτων τάχιστα εξετελείτο υπό της κυβερνήσεως, απερρίπτετο δε πάσα των Μαυρομιχαλών. Οσάκις ο Πετρόμπεης απήτει χρηματικάς αποζημιώσεις ανθ' όσων απώλεσε κατά τον αγώνα, ο Καποδίστριας ή ουδόλως ή γλισχρότατα ήμειβε τον υπέροχον οίκον όστις και χρήμα και αίμα πολύτιμον εθυσίασεν υπέρ του ιερού αγώνος. Ενώ ούτω προσεφέρετο ο Καποδίστριας προς τον Πετρόμπεην, οι υπάλληλοι αυτού προσεφέροντο λίαν ιταμώς εν αυτή τη χώρα κατά τε του οίκου των Μαυρομιχαλών και των φίλα αυτοίς φρονούντων· ο νομάρχης μάλιστα Γενοβέλης ούτω παρώργισε τους Μαυρομιχάλας, ώστε κατά το Πάσχα του 1830 εξερράγη εν Τζίμοβα στάσις κατ' αυτού, ής ηγείτο ο αδελφός του Πετρόμπεη Τζανής, όν δι' απάτης συλλαβών ο Κυβερνήτης καθείρξεν εν Ναυπλίω ως φονεύσαντα, προ ετών, άνθρωπόν τινα· καθείρξε δε και τον υιόν του Τζανή Κατζάκον επί αποπείρα φόνου κατά του εξαδέλφου αυτού Πιεράκου. Πάντες δε οι Μαυρομιχάλαι επετηρούντο υπό της αστυνομίας ως επικίνδυνοι τη κυβερνήσει. Τούτο εξήγειρε τους Μανιάτας σύμπαντας φίλους τε και εχθρούς των Μαυρομιχαλών, διότι πάσα προσβολή παρά ξένου κατά Μανιάτου αντανακλά, κατά τα έθιμα των Μανιατών, κατά πάντων αυτών. Εντεύθεν ήρξατο απειλητική στάσις· πάντες ωπλίσθησαν ως επί επαναστάσεως κατά των Τούρκων ουδ' αυτών των γυναικών και των παίδων εξαιρουμένων· ενθουσιασμός φλογερός επύρωσε τους πάντας· πεντακισχίλιοι υπό τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην μαχηταί ωρκίσθησαν να εκστρατεύσωσι κατά του τυράννου, ει μη εντός μιας εβδομάδος απεφυλακίζοντο οι συλληφθέντες Μαυρομιχάλαι· συνέστη πρόσκαιρος επιτροπεία εκ δώδεκα ανδρών προς διοίκησιν της χώρας, καταργουμένης της εξουσίας του Καποδιστρίου· ο διοικητής των Καλαμών Κορνήλιος ο επιχειρήσας να καταπολεμήση τα λείψανα της υπό τον Τζανήν στάσεως, μόλις ηδυνήθη μετημφιεσμένος να δραπετεύση ως απλούς ναύτης επί πλοίου. Τούτων γινομένων, ο Πετρόμπεης διέτριβεν ως γερουσιαστής εν Ναυπλίω. Εις μάτην εζήτησε παρά του Καποδιστρίου ν' απέλθη εις την εαυτού πατρίδα, όπως, ως έλεγε, καθησυχάση τα πράγματα· ο Καποδίστριας δεν έδιδεν αυτώ άδειαν. Τότε εδραπέτευσε κατά Φεβρουάριον 1831 εις Ζάκυνθον επί αγγλικού πλοίου, του Γόρδωνος, αλλ' αποβιβασθείς εις Κατάκωλον της Ηλείας, οπόθεν εσκόπει να μεταβή εις Λιμένι, συνελήφθη υπό του Κωνσταντίνου Κανάρη, εις καταδίωξιν αυτού σταλέντος, και απήχθη εις Ναύπλιον. Ουδαμώς δε λαβών ο Καποδίστριας προ οφθαλμών επιστολήν του Πετρόμπεη, εν ή διεμαρτύρετο διά την προσγενομένην αυτώ βίαν, απλώς βουληθέντι ίνα μεταβή εις την ιδίαν αυτού πατρίδα προς υπεράσπισιν των οικείων και κατάπαυσιν των ταραχών, εκήρυξε διά διατάγματος αυτόν τε και τον Κωνσταντίνον ως λιποτάκτας· επιτροπεία δ' εκ γερουσιαστών προεδρευομένη υπό του Βιάρου εκήρυξε τον πολιόν Πετρόμπεην ένοχον εσχάτης προδοσίας, ού ένεκα καθείρχθη εν τω Ιτζ — Καλέ τω ετέρω φρουρίω του Ναυπλίου επί εννέα όλους μήνας ως κακούργος. Άμα ο αδελφός του Πετρόμπεη Κωνσταντίνος έμαθεν ότι ούτος καθείρχθη, αφίκετο εις Ναύπλιον επί τη υποσχέσει του Καποδιστρίου ότι θα έμενεν ελεύθερος· αλλ' άμ' αφικόμενος και ετέθη υπό αστυνομικήν επιτήρησιν. Μάτην δε ο Ρώσος Ρίκορδ, παρακληθείς υπό της έξ και ογδοηκοντούτιδος μητρός του Πετρόμπεη και υπό του Κατζάκου Μαυρομιχάλη, παρεκάλεσε Κυβερνήτην όπως δέξηται τον Πετρόμπεην εις συνδιαλέξιν κατ' οίκον προς συνδιαλλαγήν. Τέλος επείσθη ο Καποδίστριας. Προς τούτο δ' ωρίσθη η συνδιάλεξις να γίνη κατά την 5ην μετά μεσημβρίαν της 26ης Σεπτεμβρίου εν τω οίκω του Κυβερνήτου παρόντος και του ναυάρχου Ρίκορδ. Κατ' απαίσιον σύμπτωσιν ο Καποδίστριας παραβάς την εαυτού υπόσχεσιν ένεκα ταραχής έκ τινος άρθρου του «Ταχυδρόμου του Λονδίνου» κατακρίνοντος την πολιτικήν αυτού, δεν εδέξατο (26 Σεπτεμβρίου 1831) αυτόν εις ακρόασιν. Ούτω δ' ο γέρων Πετρόμπεης νομίσας ότι σκοπίμως προς εμπαιγμόν εξήχθη υπό φρουράν εκ του Ιτζ-Καλέ και υπό φρουράν ως κακούργος περιήχθη, εξεμάνη. Απαγόμενος δ' αύθις εκ της οικίας Καποδιστρίου εις τας φυλακάς παρεκάλεσε τους φρουρούς αυτού, ίνα ει δυνατόν επιτρέψωσιν αυτώ να διέλθη έμπροσθεν της οικίας, εν ή κατώκουν ο υιός αυτού Γεώργιος και ο αδελφός Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι. Αφικόμενος δ' εκεί υπό τα παράθυρα εκραύγασεν ο γέρων φωνή τρεμούση εξ οργής; «Για σας παιδιά»· πρώτος ο Γεώργιος αναγνωρίσας την φωνήν του πατρός προς το παράθυρον ορμά· και ιδών είπε προς τον Κωνσταντίνον: «ο γέρος». «Τι κάνεις;» ερωτώσιν αμφότεροι. «Τα βλέπετε», απαντά εν μανία και απέρχεται ο πολιός Μπέης. Αι λακωνικαί αύται λέξεις εδήλουν μυρίους όσους διαλογισμούς και σκοπούς κρυφίους, οίτινες συλλήβδην εγένοντο τω Κωνσταντίνω και Γεωργίω το σύνθημα της ταχίστης δολοφονίας του Καποδιστρίου, ήν και εξετέλεσαν πράγματι την επαύριον 27 Σεπτεμβρίου. Ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος διετέλουν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν, αλλά διά προσπεποιημένης υποταγής είχον κατορθώσει να καταστήσωσιν, από μακρού, λίαν ελαφράν την φρούρησιν αυτών· επρομηθεύθησαν δε και όπλα υπό τους οφθαλμούς αυτούς του επόπτου αυτών Καραγιάννη. Πολλάκις δε ήδη είχον ενεδρεύσει εν τη οδώ τον Κυβερνήτην· αλλά δεν ετόλμησαν το τόλμημα. Νυν όμως απήτουν τα εν Μάνη νόμιμα να μη αναβληθή επί πλέον η εκδίκησις.

Τα κατά την δολοφονίαν του Κυβερνήτου ουτωσίν εκτίθησιν επακριβώς ο Γερμανός ιστορικός της νεωτέρας Ελλάδος Κάρολος Μένδελσον Βαλθόλδυς, ού πολλαχού ήδη εμνημονεύσαμεν:
«Η 27 Σεπτεμβρίου ην Κυριακή· η πρωία ην λαμπρά και αίθριος. Τη 6η ώρα καταλιπών το δωμάτιον, εν ώ από μιας ήδη ώρας ειργάζετο, απήλθεν εις τον μικρόν του αγίου Σπυρίδωνος ναόν, όπως ακούση την λειτουργίαν. Συνώδευον δ' αυτόν ο είς μόνον πιστός μονόχειρ απόμαχος ο Κοκώνης και ο στρατιώτης Λέοντας. Καθ' οδόν συνήντησαν αυτώ ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλαι, εχαιρέτισαν αυτόν και σπεύσαντες προεπορεύθησαν αυτού εις τον ναόν. Έστησαν δ' ούτως ένθεν και ένθεν της στενής θύρας, ώστε οι εισερχόμενοι εις τον ναόν ώφειλον να διέρχωνται μεταξύ αυτών. Είχον ενδυθή λαμπρώς, ως οι επί εορτή κοσμούμενοι. Αντικρύ δ' αυτών επί του αντιθέτου της οδού μέρους ίσταντο οι αστυνομικοί υπάλληλοι οι την τήρησιν των υπόπτων επιτετραμμένοι, ο Ιωάννης Καραγιάννης και ο Α. Γεώργης.
Και τούτο δηλοί την απελπιστικήν της κυβερνήσεως θέσιν: ότι ηναγκάσθη να εμπιστευθή την εκτέλεσιν των αυτής μέτρων υπαλλήλοις, οίτινες διαπραττομένου εγκλήματος κατά του αρχηγού του Κράτους, παρίσταντο αδρανείς εν αδιαφορία και μάλιστα συμπράττοντες. Αμφότεροι ήσαν μεμυημένοι τα των δολοφόνων σχέδια. Ο Καραγιάννης, ο ασυγγνώστω των αρχών αμελεία διατελών από τεσσαράκοντα ημερών επιτηρητής των Μαυρομιχαλών, γενόμενος επί τέλους συνωμότης αυτών, απεφάσισε να συντείνη όση δύναμις εις τον «φόνον του τυράννου». Έξ μόλις ημέρας προ της απαισίου εκείνης Κυριακής είχε μάθει η αστυνομία την προ μηνός γενομένην αγοράν των πιστολίων. Τοιαύτην αμέλειαν υπό την αυστηράν του Γιαννετά διοίκησιν ηδύνατό τις να φαντασθή. Προς τον Καποδίστριαν είχον ανακοινώσει ο αστυνόμος Ναυπλίου (83) και ο Άγγλος Δώκινς, ότι η ζωή αυτού εκινδύνευεν. Αλλ' εκείνος απέκρουσε τας θετικάς και ευλόγους αυτών παραστάσεις, απαντήσας αυτοίς διά θρησκευτικού αξιώματος: «Η Θεία Πρόνοια αγρυπνεί επί του Κυβερνήτου της Ελλάδος. Θα σεβασθώσι τας λευκάς μου τρίχας» (84). Οποία δαιμόνιος πεποίθησις. Έγκλημα σχεδόν φαίνεται ενώπιον των αιματηρών της Μάνης εκδικητών η της θείας Προνοίας επίκλησις. Ο Καποδίστριας εγίνωσκε τους Μανιάτας και της Μάνης τα έθιμα. Τούτου δ' ένεκα είπε βραδύτερον ο λαός: «Ήθελε ν' αποθάνη.
Συνεκλονήθη πως ο κόμης, ότε είδε τους Μαυρομιχαλέους ισταμένους προ της θύρας του ναού και η της προτεραίας νουθεσία επήλθεν αυτώ φοβερά. Επί βραχύ εδίστασεν· ανέβλεψε δε προς την οικίαν του επί των στρατιωτικών υπουργού Ροδίου και η της σωτηρίας ελπίς διέλαμψεν εν τη ψυχή αυτού· αλλ' αποβαλών αθύμως τον δειλόν στοχασμόν μετά μικράν ανάπαυλαν προεχώρησε και ανέβη τας προ της θύρας του ναού ολίγας βαθμίδας (85). Τότ' εξάγουσιν οι φονείς τας διπλάς σφαίρας εχούσας αυτών πιστόλας, σκοπεύουσι κατά του κυβερνήτου και πυροβολούσιν. Η σφαίρα του προδότου Καραγιάννη αποτυχούσα του σκοπού εισδύεται εις την αριστεράν της θύρας παραστάδα (86)· αλλ' ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης επιτυγχάνει τον κόμιτα όπισθεν κατά κεφαλήν· κλονούμενον δε τον Καποδίστριαν δις διά μαχαίρας πλήττει κατά την κοιλίαν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και αμέσως το θύμα κλίνει νεκρόν, άφωνον. Ο Κοκώνης υπεδέξατο τον πίπτοντα Κυβερνήτην επί του αποκεκομμένου αυτού βραχίονος, όν είχεν αποβάλει πολεμών προς τους Αιγυπτίους και αποθείς τον νεκρόν χαμαί ετράπη προς καταδίωξιν των φονέων. Και επυροβόλησε μεν κατά του Κωνσταντίνου, αλλ' ακροθιγώς μόνον ήψατο αυτού η σφαίρα, ο δε φονεύς ανορθωθείς ηγωνίσθη να διεκφύγη. Αλλά νυν επέρχεται αγρία σκηνή προ του ναού, όστις ην έτι πλήρης προσευχομένων. Περί το πτώμα του Κυβερνήτου συναγείρονται φίλοι και γυναίκες παροτρύνοντες εις εκδίκησιν. Ο τραυματισθείς Κωνσταντίνος εν πολλή αγωνία συρόμενος περαιτέρω καταδιώκεται υπό του καταρωμένου πλήθους, μέχρις ού ο στρατηγός Φωτομάρας πυροβολήσας από του παραθύρου της αυτού οικίας ρίπτει αυτόν χαμαί. — Υβρίζων και καταρώμενος ο εκμανής λαός σύρει κατά γης τήδε κακείσε τον θανασίμως τετρωμένον· λακτίζει αυτόν και προπηλακίζει· πείσμων δ' εκείνος και θρασύς μέχρι τέλους ικετεύει μόνον τους συναγηγερμένους να φονεύσωσιν αυτόν ταχέως: «Μη με λερώνετε βρε παιδιά. Μωρέ δεν ευρίσκεται κανένα παλληκάρι να με φονέψη με μια πιστολιά;» Ο άγριος φονεύς ουδόλως έχρηζε να ικετεύση μακρότερον περί της αυτού απαλλαγής· η ιλαστήριος σφαίρα εύρεν αυτόν και επέρανε το μαρτύριον αυτού. Αλλά και κατ' αυτού του αψύχου πτώματος αυτού ετράπη η λύσσα του λαού, όστις σύρας αυτόν εις την πλατείαν της πλατάνου κατέρριψε βλασφημών και υβρίζων εις την θάλασσαν από των τειχών του κάτω φρουρίου. Ούτω δε η αμερικανική δικαιοσύνη του ελληνικού λαού (Λύντσιος νόμος) ετιμώρησε τον έτερον των φονέων του Καποδιστρίου.
Κατά τον πρώτον νωπόν της πράξεως θόρυβον, κατά την πρώτην προ του ναού φοβεράν σκηνήν, ηδύνατο ίσως ο άλλος της πράξεως αυτουργός Γεώργιος Μαυρομιχάλης να διεκφύγη ευκόλως μετά του Καραγιάννη διά της εγγύς πύλης του Ναυπλίου.
Εν Μάνη ην ελεύθερος. Τουναντίον όμως κατέφυγε διά της μεγάλης αγοράς εις την οικίαν του Έλληνος αξιωματικού Βαλλιάνου, εν ή εφάνη διατεθειμένος να πωλήση την ζωήν αυτού όσον το δυνατόν ακριβώτερον. Ότε όμως προσώρμησε το θορυβώδες πλήθος μετέβαλε σχέδιον και αναρριχηθείς εις χθαμαλόν τινα τοίχον κατεπήδησεν εις τον κήπον του κυρίου Ρουάν και μόλις αναπνέων εφώνησεν: «Ο τύραννος δεν ζη πλέον. Έπεσεν από τας χείρας τας ιδικάς μου και τον θείου μου. Να με ασφαλίσετε» Παρέδωκε το αυτού όπλον προς τον συνταγματάρχην Πελλιόν και ενόμισεν ότι εξησφαλίσθη. Περί την εσπέραν όμως αυτόπται εμαρτύρησαν ότι ο φονεύς Γεώργιος Μαυρομιχάλης είχε κρυβή εν τη οικία του Γάλλου πρεσβευτού· ευθύς δε πλήθος λαού λυσσών περιεκύκλωσε το μέγαρον της πρεσβείας απαιτούν διά κραυγών εκδίκησιν. Εν τω θορύβω επεφάνη ο φρούραρχος Αλμέιδας και εζήτησε την παράδοσιν του κακούργου, εν ονόματι της προσκαίρου τριανδρίας, ήν περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας είχε συστήσει η Γερουσία εκ του Αυγουστίνου Καποδιστρίου, του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη προς διοίκησιν των κοινών. Έδειξε προς τον Ρουάν το υπό τα παράθυρα αυτού συνηθροισμένον πλήθος και παρετήρησεν αυτώ ότι, εάν αρνηθή, έμελλε ν' αποβή αδύνατος η χαλίνωσις της μανίας του λαού (87). Παρέστησε τότε προς τον Μπετζαδέν (88) Γεώργιον, ότι προύκειτο περί τακτικής αυτού δίκης, ήτις έμελλε να γείνη υπό τα όμματα πάσης της Ευρώπης, και ότι ήθελεν είναι πολύ ασφαλέστερος εν ταις χερσί των δημοσίων αρχών ή εντός οικίας πολιορκουμένης υπό λυσσώδους πλήθους. Και διεμαρτυρήθη μεν εκείνος ζωηρότατα· αλλ' απεφάσισε τέλος ν' απέλθη, κατιδών ότι αυτή η προς προστασίαν αυτού καλή διάθεσις ουδόλως είχε την προς τούτο δύναμιν. Παρεκάλεσεν όμως όπως συνοδεύση αυτόν Γάλλος τις αξιωματικός· ο δε Ζεράρ και ο Ρουάν έπεισαν τον συνταγματάρχην Πελλιόν ίνα εκπληρώση το φιλάνθρωπον εκείνο καθήκον. Ούτω δε στηριζόμενος επί του βραχίονος του Πελλιόν διήλθεν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης τον απειλητικόν και ένοπλον όμιλον.
Η συκοφαντία κατηγόρησε βραδύτερον τους Γάλλους ως συνενόχους του κακουργήματος, πρόφασιν ίσως λαβούσα την πράξιν του Πελλιόν· τουναντίον όμως, εύκαιρον είναι να αναμνήσωμεν οπόσον συμφέρον είχεν η Γαλλία να παραδοθή ο Μπεϊζαδές εις τακτικάς δικαστικάς αρχάς και να κριθή δικαστικώς. Νέα τις πράξις αμερικανικής δικαιοσύνης (Λύντσιος νόμος)» προ της φλιάς του αντιπρεσβευτού γενομένη ήθελε παράσχει ευρύ στάδιον εις τας μάλλον παρακεκινδυνευμένας υποθέσεις επί της τοσούτον συγκεχυμένης ταύτης υποθέσεως και ήθελε γείνει αφορμή σχολίων λίαν δυσαρέστων τη Γαλλία. Καθότι η αγανάκτησις του λαού είχε τοσούτον κορυφωθή, ώστε ούτος υλάκτει κατά γράμμα ζητών εκδίκησιν (89). «Ή σκοτώνετε τον γονέα και πιάνετε τους συμβούλους, ει δε μη θα κάνωμεν εκδίκησιν μοναχοί μας!» Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει, ότι η κυβέρνησις ηναγκάσθη εκ των διαθέσεων τούτων του πλήθους να συστήση στρατοδικείον.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μετηνέχθη κατ' αρχάς εις το φρούριον Μπούρτζι, είτα δε εις την ειρκτήν του Ιτζ-Καλέ. Ότε ηγγέλθη αυτώ ότι έμελλε να παραπεμφθή ενώπιον στρατοδικείου, αντέστη αρνούμενος ναναγνωρίση την αρμοδιότητα τοιούτου εξαιρετικού δικαστηρίου. Είχεν, είπε, βαθμόν στρατηγού των ατάκτων του ελληνικού στρατού και ην μέλος της εθνικής συνελεύσεως, ήτις υφίστατο έτι νομίμως. Υπεδείκνυε δε ούτως ότι μόνη η εθνική συνέλευσις είχε δικαίωμα να δικάση αυτόν. Σαθρά βεβαίως ην η βάσις της εκ της γερουσίας πηγασάσης εκείνης διαδικασίας. Κατά την στιγμήν όμως εκείνην εμπαθούς ερεθισμού, καθ' ήν ήρχιζεν η δίκη και «η Ελλάς ολόκληρος πενθηφορούσα εζήτει δικαιοσύνην», κατά την έκφρασιν του Στούρτζα, ουδόλως ην δυνατόν να προσδοκά τις ότι ήθελε κατισχύσει ήρεμός τις και αμερόληπτος των πραγμάτων εκτίμησις. Μετά βιαίαν προανάκρισιν, καθ' ήν δεν επετράπη τω κατηγορουμένω μηδέ να συγκοινωνήση καν άνευ μαρτύρων προς τον δικηγόρον αυτού, τον Άγγλον φιλέλληνα Μάσσον, εκήρυξεν εαυτό αρμόδιον το υπό της γερουσίας συσταθέν στρατοδικείον, καίτοι ο Μάσσον σφοδρότατα και ευφυώς προσέβαλε την αρμοδιότητα ταύτην, και κατεδίκασε τους κατηγορουμένους Γεώργιον Μαυρομιχάλην και I. Καραγιάννην εις τον διά τουφεκισμού θάνατον, τον δε συνένοχον Α. Γεώργην εις δεκαετή δεσμά. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μάλιστα κατεδικάσθη και εις την των πατροκτόνων ποινήν, την αποκοπήν δηλαδή της χειρός, ήν εχάρισεν όμως αυτώ ο αδελφός «του υψηλοτάτου θύματος»». Ο υπερασπιστής Μάσσον επεκαλέσατο υπέρ του πελάτου αυτού την δικαιοδοσίαν της εθνικής συνελεύσεως και εκήρυξεν ευπαρρησιάστως ότι πάσα καταδίκη του Γεωργίου υφ' οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου ήθελεν είναι πολιτική δολοφονία. Ήχησε δε τούτο τόσω προσβλητικώς εις τα ώτα των ευαισθήτων δικαστών, ώστε ο γέρων Φωτομάρας ο πυροβολήσας κατά του Κωνσταντίνου και παριστάμενος νυν ως πρόεδρος του δικαστηρίου ανεκάλεσε τον Άγγλον εις την τάξιν. Ίδιον αναθεωρητικόν δικαστήριον προς τον σκοπόν τούτον κατασταθέν επεκύρωσεν απλώς την πρωτόδικον απόφασιν· απεκρούσθη δε η περί ακυρότητος ένστασις, ήν υπέβαλεν ο Μάσσον κατά της επικυρωτέας αποφάσεως. Η εκτέλεσις της ποινής του Καραγιάννη προτείναντος νανακαλύψη σπουδαία ανεστάλη· μετά δ' έξ μήνας επέτυχεν ούτος ναπολυθή εντελώς.
Η καταδίκη έμελλε να εκτελεσθή τη πρωία της 10 Οκτωβρίου επί των οχυρωμάτων του φρουρίου. Ο γηραιός Πετρόμπεης έβλεπεν από της ειρκτής αυτού το θλιβερόν θέαμα. Ο υιός αυτού απέτεινε προς αυτόν τρις τον έσχατον αποχαιρετισμόν, είτα δε προυχώρησεν ο εξημμένος νέος σφριγών και πλήρης ακμής. Η χάρις αυτού και η ανθούσα σωματική δύναμις είχον ανέκαθεν προσελκύσει προς αυτόν τας καρδίας των συμπολιτών αυτού. Ουδείς οφθαλμός έμεινεν άδακρυς, ότε προβάς στερρώ τω βήματι έστη προ των επιτετραμμένων την εκτέλεσιν στρατιωτών και απέσπασε το περί τους οφθαλμούς αυτού δέμα, όπως θεωρήση έτι την πόλιν, την θάλασσαν, τα πάτρια βουνά και αναπνεύση τον καθαρόν της πατρίδος αέρα. Ανέκραξε τότε προς τους παρισταμένους οιονεί κληροδοσίαν καταλείπων αυτοίς τους εξής σημαντικούς λόγους: — «Αδέλφια! ομόνοια, αγάπη»· και διέταξεν ο ίδιος: «πυρ!» δι' εντόνου φωνής. Αι πρώται βολαί επέτυχον και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης έπεσε χαμαί νεκρός.
Θα ημάρτανε βεβαίως ο ιστορικός κατά του ηθικού νόμου, ει επεζήτει μεγαλορρήμονας φράσεις, όπως περικαλλύνη την πολιτικήν δολοφονίαν αναμιμνησκόμενος τον Αρμόδιον και Αριστογείτονα. Η δολοφονία είναι πάντοτε αποτρόπαιος, καίτοι ενίοτε η ηθική κατάστασις του φονέως δικαιολογεί επιεικεστέραν τινά κρίσιν. Οι εν ταις επαρχίαις οπαδοί του Κυβερνήτου απέμειναν ενεοί εκ της φρίκης. Ο Κολοκοτρώνης, όστις εφ' ολόκληρον εσπέραν ετήρησε μυστικήν την φοβεράν είδησιν εν Τριπόλει, λέγει: «Την αυγήν, όπου το έμαθαν οι πολίται της Τριπολιτζάς, έμειναν νεκροί· άφησαν τα εργαστήριά των, ταις δουλιαίς τους και επερπατούσαν εις τους δρόμους ωσάν τρελλοί», και ότι παρακληθείς υπό των προυχόντων της Τριπόλεως ηναγκάσθη να λαλήση μίαν όλην ώραν εις τους κατοίκους συνιστών αυτοίς ησυχίαν και τάξιν εν τη κρισίμω ώρα. Και εν Ναυπλίω ωσαύτως, όπου οδυνώμενος, προϋπήντησεν αυτώ ο λαός, λέγει ο Γέρος ότι παρήγγειλεν: «ησυχίαν!» Εκεί δεν έλειπαν βεβαίως μεταξύ των εκθύμων οπαδών του Κυβερνήτου και φανατικοί, οίτινες ευχαρίστως εξεμεταλλεύοντο το γενόμενον έγκλημα υπέρ των φατριαστικών αυτών σκοπών και οσφαινόμενοι τακτικήν και αποτελεματικήν συνωμοσίαν επέρριπτον τας σκοτεινοτάτας των υπονοιών κατ' ανδρών, οίοι ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης, και κατ' αυτών έτι των αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων. Η αγρία δολοφονία του Μαυρομιχάλη πρέπει εν πρώτοις, να θεωρηθή ως έργον της αιματηράς εκείνης εκδικήσεως, ήτις εν Μάνη στενώτατα συνδέεται προς την φύσιν της χώρας και των ανθρώπων. Όπου η ζωή ομοιάζει προς διαρκή πόλεμον, άτοποι βεβαίως είναι αι ήρεμοι έννοιαι περί αγαθής αστικής συμπεριφοράς και αστυνομικής καλής διαγωγής. Το μέτρον του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν εφαρμόζεται εν τη Μάνη. Δυνατόν ίσως εν τη αρχαία Ελληνική ιστορία να ευρεθή ανάλογόν τι προς τον φόνον του Κυβερνήτου συμβάν· δυνατόν ν' αναμνησθή τις του Νάβιδος και του Ιππάρχου.
Απαιτείται όμως μεγίστη κοσμοπολιτική σύγχυσις κρίσεως, όπως προβή τις εις παραλληλισμόν του Μαυρομιχάλη προς τον Σανδ (90) και παραβάλη την γοργήν εκείνου πράξιν προς την βραδείαν ενέργειαν του αγαθού τούτου, αλλά νοσηρού και εξημμένου Γερμανού, όν είχεν υποτάξει η γόησσα πνευματική δύναμις του Καρόλου Φολλενίου (91). Ο Γεώργιος και ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι απείδον εις το όνειδος και την πτώσιν της οικογενείας αυτών, εις τα δεσμά του αυτών γενάρχου και απηλλάγησαν του οικογενειακού αυτών εχθρού άνευ πολλής σκέψεως διά τολμήματος, ούτινος το νόμιμον ήκιστα πρότερον ανελογίσαντο, ως γνήσια της φύσεως τέκνα. Δεν πρέπει τις όμως ένεκα τούτου ν' απογυμνώση την πράξιν του πολιτικού αυτής χαρακτήρος, όστις πρόδηλος κατεφάνη εν τη δίκη και κατά τας τελευταίας στιγμάς του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.

Διπλωματικαί εκθέσεις μικρόν προ του φόνου του Κυβερνήτου γραφείσαι βεβαιούσι ρητώς ότι το πάθος, όπερ εκ της κτηνώδους επεμβάσεως της Ρωσίας εις τας εσωτερικάς της Ελλάδος έριδας και της εν Πόρω καταστροφής και της αναγκαίας πατριωτικής πράξεως του Μιαούλη εξηκολούθει έτι βιαίως συνταράσσον τας ψυχάς των Ελλήνων, επλήρου και έτρεφεν αυτάς δι' απαισίων σχεδίων. Το πάθος δι' ού ο Βέρνε (92) υποδεικνύει το πολιτικόν εμπύρευμα κατά την περίστασιν ταύτην, είναι αναντιρρήτως ζωηροτάτη απήχησις του ληκυθείου κόμπου της Νέας Γερμανίας. «Οι Έλληνες, λέγει, ηλευθερώθησαν του τυράννου αυτών Καποδιστρίου κατά γνησίως αρχαίον τρόπον ουχί δι' ημερίδων και ανάνδρου περί ελευθεριών φλυαρίας, αλλά διά ξίφους. Αυτή είναι αληθής, πλαστική ελευθερία· ουχί η ημετέρα, η εν εικόνι μόνον, η ρωμαντική· ουχί δολοφονία, αλλ' έντιμος μάχη. Βαθυτάτην πάντοτε ησθανόμην εν τη ψυχή μου αντιπάθειαν βλέπων τον πανούργον εκείνον διαπεπονηρευμένον και εν τη σχολή του δεσποτισμού γεγηρακότα πολιτικόν ηγούμενον λαού ζήσαντος και θανόντος υπέρ ελευθερίας μόνον και πίστεως. Ούτω δε και εκυβέρνησεν· ουδέν άλλο ην η κυβέρνησις αυτού ή αδιάκοπος παιδοκτονία, διαρκής απόπειρα δηλητηριασμού της ελευθερίας. Απηγόρευσε τανώτερα διδακτήρια τα υπερβαίνοντα τον κύκλον της αριθμήσεως και γραφής· την ελευθεροτυπίαν εξέσπασε πρόρριζον και επέβαλε λαώ παίδων και αυτήν της αρθρώσεως την λογοκρισίαν. Αναμφίβολος βεβαίως είνε η επίδρασις πολιτικού εμπορεύματος υπό την προ της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνος καταστροφήν. Συνέπεσεν ίνα ο του οίκου των Μαυμιχαλών εχθρός φανή αυτοίς συγχρόνως και ως τύραννος της πατρίδος. Ην δε δυνατόν ίνα ούτοι παρίδωσιν ότι ο Κυβερνήτης εν τω εκρωσιαστικώ αυτού ζήλω έθηκε Ρώσους αξιωματικούς εφ' εκάστου πλοίου, ότι εταπείνωσε τον ελεύθερον της Ελλάδος στόλον εις όργανον των ανατολικών του Τσάρου σχεδίων, αυτά δηλαδή εκείνα τα αγανάκτησιν προξενούντα γεγονότα, άτινα παρώρμησαν τον ατρόμητον του Μιαούλη πατριωτισμόν εις το εν Πόρω ολοκαύτωμα; Ούτω δε συνεπλέχθησαν εις άλυτον δεσμόν το ψυχολογικόν αίτιον της αιματηράς εκδικήσεως και ο πολιτικός παράγων. Και αν δ' έτι σπινθήρ τις μόνος ευγνωμοσύνης παρέμενεν εν ταις καρδίαις αυτών από των χρόνων εκείνων, ούς ο Καποδίστριας παρέσχεν ευεργεσίας είς τινα μέλη της μαυρομιχαλικής οικογενείας, ήθελεν αναγκαίως σβεσθή, άμα προκειμένης εκλογής μεταξύ του προσωπικού φίλου και του εχθρού της Ελλάδος.
Και μείζον, όστις αντί της αυτού πάτρας φίλον νομίζει, τούτον ουδαμού λέγω.
Καθότι αναντίρρητον ήτο, ότι εν τη αγρία και αχαλινώτω φύσει των Μανιατών έβοσκεν ο μέγας και σφοδρός υπέρ της ελληνικής πατρίδος ενθουσιασμός, όστις είνε τοσούτον περιφανές και πλήρες ελπίδων χαρακτηριστικόν των σημερινών Ελλήνων. Ενώ δε ουδείς υπήρχε μεταξύ των ευγενεστέρων και μεμορφωμένων Ελλήνων ο μη καταδικάζων το μέσον, ουδείς υπήρχεν επίσης ο μη ελπίζων, ότι η κακή και απόβλητος πράξις ήθελεν αποφέρει κρείττονας καρπούς. Παρά τη αντιπολιτεύσει υπεχώρησε προς στιγμήν ενώπιον σοβαρών και γενικών πατριωτικών σκέψεων το μίσος, όπερ είχεν ομόσει αύτη κατά του Κυβερνήτου. Και αυτή η φατριαστική εφημερίς «ο Απόλλων», ώκτειρε την πράξιν εκ γενικής ανθρωπίνης επόψεως, δηλώσασα όμως, ότι πολύ απείχε του να καταδικάση αυτήν εκ πολιτικών λόγων. «Ως άνθρωποι, έγραψε, πενθούμεν μόνον και θρηνούμεν επί τοιαύτη τραγική καταστροφή· ως πολίται όμως σκεπτόμεθα άλλως». Τοιαύται υπήρξαν και αι διαθέσεις των χηρών του Μεσολογγίου αίτινες, πενθούσαι τέως, απέβαλον τα μελανά ενδύματα, ως παρελθόντος του επί τη πατρίδι πένθους. Οι μαθηταί του εν Αιγίνη Γυμνασίου εώρτασαν την πράξιν των Μανιατών, και έψαλαν το παλαιόν άσμα του Αρμοδίου και Αριστογείτονος. Και ο ποιητής δε Αλέξανδρος Σούτσος ανέμνησε τους χρόνους των Πεισιστρατιδών, και επανηγύρισεν ένθους τον νέον φονέα:
«Μιμητής του Αρμοδίου, και Αριστογείτων νέος, Σκέπασε, Μαυρομιχάλη το σπαθί σου, με μυρσίνη. Τον προδότην της πατρίδος χτύπα, . . κτύπα και γενναίως Πέθανε καθώς εκείνοι.»
Προς την τοιαύτην, άμετρον πολλάκις εκδήλωσιν της επί τω «τέλει του τυράννου» αγαλλιάσεως συνεδέοντο χιμαιρικαί περί του μέλλοντος ελπίδες. Ενομίσθη εν γοητευτική πλάνη, ότι διά του αίματος του Κυβερνήτου είχε διαλυθή και εξαλειφθή πάσα έχθρα, και ότι μόνον το πρόσωπον του Κόμητος παρεκώλυσε την συνδιαλλαγήν των κομμάτων. Πρώτον όμως έπρεπε να χαρώσιν οι άνθρωποι, αν επήρχετο απλώς και μόνον ασφάλεια προσώπων και κτήσεων. Οι αντιπρέσβεις διετήρησαν εν Ναυπλίω την δημόσιον τάξιν και ησυχίαν, διατάξαντες να καταληφθώσι τα Φρούρια υπό ναυτικού στρατού των συμμάχων στόλων. Εν τω μεταξύ δε η Γερουσία, συγκειμένη εξ 27 Γερουσιαστών οπαδών του Κυβερνήτου, αντέγραψε και εξετέλεσε τολμηρώς και ταχέως τάδε: Διά κήρυκος απηγορεύθη τοις πολίταις να εξέλθωσιν εντός τριών ωρών των οικιών αυτών. Πριν ή δε παρέλθη η προθεσμία, συνήλθεν η Γερουσία και διώρισε περί την μεσημβρίαν τη 27 Σεπτεμβρίου προσωρινήν κυβερνητικήν επιτροπήν, συγκειμένην εκ του κόμητος Αυγουστίνου Καποδιστρίου, ως προέδρου, του Θεοδ. Κολοκοτρώνη και του Ιωάννου Κωλέττη κατά το υπ' αριθ. 258 (27 Σεπτεμβρίου 1831) έγγραφον αυτής έχον ώδε:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ Η Γερουσία της Ελλάδος.
Επειδή, κατά δυστυχίαν της πατρίδος, ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Α. Καποδίστριας δεν υπάρχει ήδη.
Επειδή η Γερουσία, ως σώμα κυβερνητικόν, χρεωστεί να λάβη πρόνοιαν χωρίς μικράς αναβολής περί της κοινής ασφαλείας και ησυχίας και περί της αντικαταστάσεως κυβερνητικής αρχής.
Έχουσα υπ' όψιν τον παρ. § ΙΓ' του υπ' αριθ. Β' ψηφίσματος της εν Άργει Δ' εθνικής συνελεύσεως, εις έκτακτον συνεδρίασιν παρόντων και των Γραμματέων της Κυβερνήσεως.
Ψηφίζει
Α'. Μία τριμελής επιτροπή θέλει αναλάβει τα χρέη της κυβερνήσεως προσωρινώς υπό το όνομα Διοικητική επιτροπή.
Β'. Μέλη αυτής της επιτροπής διορίζονται οι κύριοι Αυγουστίνος Α. Καποδίστριας, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Ιωάννης Κωλέττης.
Γ'. Ο κύριος Αυγουστίνος Α. Καποδίστριας ονομάζεται πρόεδρος αυτής της επιτροπής.
Δ'. Η Γερουσία δι' επίτηδες διορισθείσης επιτροπής θέλει καταγίνει εις την ταχείαν σύνταξιν των καθηκόντων αυτής. Εν τοσούτω η διοικητική επιτροπή αναλαμβάνει ευθύς τα υψηλά χρέη της, και καταγίνεται εις την ησυχίαν και ασφάλειαν της Επικρατείας, και εις την ταχειαν συγκάλεσιν της Εθνικής συνελεύσεως.
Εν Ναυπλίω, 27 Σεπτεμβρίου 1831.
Ο Πρόεδρος Ο Γραμματεύς Δημ. Τζαμαδός Γ. Αναγνωστάκης.
Η επιτροπή αύτη ανέλαβε την διατήρησιν της δημοσίου ησυχίας και την περί προσεχούς συγκλήσεως Εθνικής συνελεύσεως μέριμναν. Η Γερουσία τη αυτή ημέρα εξέδωκε προς τους Έλληνας προκήρυξιν, εν ή ένθεν μεν εδήλου εν βαθυτάτη λύπη και μετά δακρύων το φοβερόν και απροσδόκητον γεγονός: τον φόνον του Κυβερνήτου, ένθεν δε ήγγειλε τον διορισμόν της τριμελούς διοικητικής επιτροπείας. Ομοίαν δε σχεδόν προκήρυξιν εξέδωκεν η Γερουσία προς τους επιτρόπους και διοικητάς και νομάρχας και τη επαύριον (28 Σεπτεμβρίου) προς τα δικαστήρια· μετά δε δύο ημέρας (30 Σεπτεμβρίου) εξέδωκεν άλλην η τριανδρία προς τους Έλληνας. Επεφυλάξατο δε η Γερουσία να ορίση άνευ αναβολής τα λοιπά έργα και καθήκοντα της τριανδρίας ταύτης.
Τον Καποδίστριαν δολοφονηθέντα προ της θύρας του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος μετήγαγον εις το κυβερνητικόν μέγαρον, ένθα ταριχεύσαντες (93) τον νεκρόν ετέλεσαν την νεκρώσιμον αυτού ακολουθίαν εν τω ναώ του Αγίου Γεωργίου· μετά την νεκρώσιμον ακολουθίαν ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ εξεφώνησε τον δε τον λόγον:
«Το σώμα αυτού εν ειρήνη ετάφη, και το όνομα αυτού ζη εις γενεάς» [Σειράχ, Κεφ. μδ'|.
«Και ήτον άρα γε της θείας προνοίας εξυμνητόν αποτέλεσμα, υπόθεσιν της ομιλίας μου να έχω σήμερον τον αείμνηστον Κυβερνήτην μας; Ήτον άρα προωρισμένον, εγώ οπού πέρυσιν εις την πάμφωτον εορτήν του εγκωμίασα τα υψηλά του προτερήματα, να γένω σήμερον νεκρολόγος της φρικτής δολοφονίας του; Νεκρολόγος εις ένα πλήθος ακροατών, εις του οποίου να βλέπω την κατήφειαν των προσώπων, την συστολήν των καρδιών, την αθυμίαν των ψυχών, και τα καρδιοστάλακτα δάκρυα χεόμενα κρουνηδόν από τους οφθαλμούς των διά την υστέρησιν του πατρός της πατρίδος και του θερμουργού Κυβερνήτου μας;
«Αχ! ποίος βάσκανος οφθαλμός μας εφθόνησε; Ποίος ολύμπιος κεραυνός επεβουλεύθη την υψίκομόν μας κυπάρισσον; Ποία λαίλαψ; Ποία ακατάσχετος καταιγίς; Ποία τρομερά κύματα κατερρόφησαν την σωτήριον ολκάδα μας;
«Άγγελοι ουράνιοι, οίτινες παρίστασθε αοράτως εις όλας τας κοινωφελείς πράξεις του, και εχειροκροτούσατε υπό της χαράς βλέποντες τον μεγαλοφυέστατον τούτον άνδρα χύνοντα νύκτα και ημέραν αμφιλαφείς ιδρώτας, μη φειδόμενον κόπων, αποδιώκοντα τον ύπνον, λησμονούντα την τράπεζαν, διά να πραγματοποιήση όλα εκείνα τα αναγκαία εις το να φέρη την Ελλάδα μας εις τον αρχαίον βαθμόν της δόξης της, να την ανυψώση εις τον κολοφώνα της ευτυχίας της, και ν' αποκαταστήση όλους τους Έλληνας να συγκαταλεγώσι με τας μεγάλας οικογένειας των φωτισμένων εθνών! Σεις, Σεις άυλα πνεύματα, ζωγραφίσατε εις την φαντασίαν μας, και ανυψώσατέ μας εις την θεωρίαν του μεγάλου τούτου ανδρός.
«Ευαγέστατοι οίκοι, άγιαι εκκλησίαι, φρικτά και σεπτά θυσιαστήρια του Τρισυποστάτου Θεού. Σεις, Σεις αφ' ού μελανοφορέσητε, κηρύξατε τον διακαέστατον ζήλον οπού είχεν εις την ευσέβειαν ο αοίδιμος ούτος· κηρύξατε την βαθυτάτην του ευλάβειαν, την μετά φόβου και τρόμου εις τας ιεράς ακολουθίας παράστασίν του, την παντελή υποταγήν του εις τας αναλλοιώτους αρχάς της αμωμήτου ημών πίστεως οπού εφύλαττε, και κηρύξαντες, κλαύσατε, επειδή και εχάσατε τον Κοσμήτορά σας.
«Εμφρονέστατοι, και μεγαλεπήβολοι υπουργοί των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, φανερώσατε τους μεγάλους στοχασμούς του ανδρός τούτου, τας κοινωφελείς και εμβριθείς ιδέας του, της πολιτικής του την μεγαλοφυά μεγαλοπρέπειαν, της οικονομίας του την στάθμην, και κλαύσατε διά την παράωρον υστέρησιν του συναδελφού σας. Κραταιότατοι, και θεοστήρικτοι βασιλείς της Ευρώπης! δεν θέλετε ιδεί πλέον εις τα σοφά και μεγαλονοήμονα συμβούλιά σας τον Καποδίστριαν παριστάμενον, δεν υπάρχει πλέον εις την γην· χείρες χριστιανικοί, χείρες ελληνικαί έχυσαν το αίμα του το πολύτιμον.
«Αχ φθόνε, φθόνε! Αχ πάθη μιαρά και αλλόκοτα! εκείνο οπού εμελετούσατε, κατωρθώσατε· εκείνο οπού επιθυμούσατε, είδατε· εκείνο όπου εδιψούσατε, απηλαύσατε· εσβύσατε το φως πολλών τυφλών, συνετρίψατε την βακτηρίαν πολλών χωλών, εξερριζώσατε το πολύφυλλον δένδρον, υπό την σκιάν του οποίου επαρηγορούντο τόσοι και τόσοι τετραυματισμένοι και δυστυχείς· ω ματαιότης του κόσμου! ω απιστία της εποχής μας! αλλ' εκείνος ο μακαρίτης διά τον χριστιανισμόν του, διά τας αρετάς του, διά τον ειλικρινή πατριωτισμόν του, διά την άδικον χύσιν του αίματός του, ανταλλαξάμενος τα επίγεια, ανέβη εις τους ουρανούς, και ίσταται έμπροσθεν του θρόνου του αρνίου ενδεδυμένος την στολήν οπού την ελεύκανε με το αίμα του μαρτυρίου του.
«Αλλ', ω καλέ και χριστιανικώτατε άνερ! ω καύχημα του γένους! άφες, άφες κατά την εντολήν του θεανθρώπου Σωτήρος σου, τοις φονευταίς σου την συγχώρησιν. Έμπνευσον εις τους Έλληνας την ομόνοιαν και αγάπην· δος αυτοίς και τας ολοϋστερινάς συμβουλάς σου· ακούσατε, ω τέκνα μου Έλληνες! μη λυπήσθε πλέον δι' εμέ· εγώ αν έπαθον, έπαθον δι' υμάς· έπαθον καθώς και οι περισσότεροι ευεργέται της πατρίδος έπαθον· σεις λοιπόν αγαπάτε αλλήλους, μακράν από το μέσον σας ο φθόνος, η μισαδελφία, η δοξομανία, μακράν όλα τα άγρια πάθη όσα διακόπτουσι της προς αλλήλους αγάπης τον σύνδεσμον· μη φέρεσθε αναίσθητοι εις τας συμφοράς του έθνους, έχετε υπακοήν εις τους νόμους, αφοσιωθήτε ολοκλήρως εις την Κυβέρνησίν σας, ενθυμηθήτε ότι η διχόνοια και τα τυφλά πάθη απέδειξαν πτώματα ελεεινά τους προπάτορας ημών, και έπεσαν εις την τρομεράν αιχμαλωσίαν· ω Παντάναξ βασιλεύ! ω Θεέ του ελέους και των οικτιρμών! ελέησον το πλάσμα σου· κήδου της Ελλάδος, και διατήρησον αυτήν ασινή και αλώβητον.
«Ηκούσατε, εν Χριστώ αδελφοί μου, και τέκνα, τας συμβουλάς του πατρός σας; ηκούσατε τας ευχάς οπού προσφέρει εις τον ουράνιον θρόνον της Τρισηλίου θεότητος υπέρ ημών; όθεν ποτέ ποτέ μη λησμονήσητε τας λαοσώστους συμβουλάς του, ποτέ ποτέ αι αρεταί του ας μη φύγωσιν από την ενθύμησίν σας, και επομένως φωνάξατε και τώρα, και πάντοτε· αιωνία σου η μνήμη αειμνημόνευτε Κυβερνήτα· αιωνία σου η μνήμη Ιωάννη Αντωνίου Καποδίστρια. . .
«Γαίαν έχοις ελαφράν. Αμήν».
Περατωθέντος του λόγου, οι πάντες συνωθούντο περί τον νεκρόν όπως ασπασθώσιν αυτόν· είτα δε, απολύσεως γενομένης, ο νεκρός εξετέθη επί πολλάς ημέρας εν τω ναώ προς προσκύνησιν και είτα μετεκομίσθη εις το Αρχείον (94), ένθα κατετέθη, μέχρι της εκ Ναυπλίου φυγής του Αυγουστίνου, όστις και παρέλαβεν, ως θέλομεν ιδεί, αυτόν εις Κέρκυραν.
Δεν έγραψα το εγκώμιον τανδρός· επειδή όμως το τέλος του μεγάλου Έλληνος παρακολουθεί δράμα φοβερόν και η ανεπανόρθωτος δυστυχία της Ελλάδος, οφείλω να προσθέσω ότι σπανίως έθνη ηξιώθησαν εν τη ιστορία αυτών κυβερνητών τοιαύτης πείρας, ικανότητος και πατριωτισμού και σπανιώτερον έπεσον υπό την μάχαιραν ουχί απλών δολοφόνων, αλλ' ενός ολοκλήρου κόμματος συγκροτουμένου εκ των ενδοξοτέρων οικογενειών της χώρας, υπέρ ής τοσαύτα εθυσίασαν.
Ότε ο Καποδίστριας κατήλθεν εις Ελλάδα, ως εκλεκτός του λαού, ο Ελληνισμός ήτο σχεδόν ολόκληρος υποτεταγμένος τω Σουλτάνω· διότι οι καταφυγόντες εις Αίγιναν, Πόρον και Σαλαμίνα Έλληνες δεν ήσαν βέβαια ο Ελληνισμός. Το Ναύπλιον ευρίσκετο εις τας χείρας του Γρίβα, του Στράτου και Φωτομάρα μη αναγνωριζόντων Κυβέρνησιν. Η Κορινθία εις χείρας Τριανδρίας νεμομένης αυτήν. Η Ύδρα και αι Σπέτσαι ευρίσκοντο εις αναρχίαν, η Σύρος ήτο ουδετέρα υπό την προστασίαν της Γαλλίας. Η Σάμος ανήκε τη Σάμω, η Γραβούσα ήτο φωλεά πειρατών, ο Ιβραχήμ κατείχε την Πελοπόννησον, οι Τούρκοι κατείχον την Στερεάν, η Αττική κατείχετο από της πτώσεως της Ακροπόλεως υπό Τούρκων, εκτός της Ελευσίνος και Μεγάρων, ο δε Καραϊσκάκης δεν έζη, θύμα των ανοησιών του Κόχραν και Τζουρτζ, πεσών εν τω Φαληρικώ αλιπέδω. Η χώρα ήτο σωρός ερειπίων, ο Κυβερνήτης της Ελλάδος μετέβαινεν από Αιγίνης εις Πόρον, και από Πόρου εις Ναύπλιον, μόλις ευρίσκων κατάλυμα δι' εαυτόν και την κυβέρνησιν αυτού· οι αντιπρόσωποι των ξένων δυνάμεων, αι ελληνικαί οικογένειαι αι τέως εν ευπραγία ζώσαι, διήγον εν πτωχικαίς καλύβαις, στερούμεναι παντός ό,τι αποτελεί τον βίον ευχάριστον. Δεν έβλεπέ τις εν μέσω των ερειπίων, ειμή πλήθος ενδεών και παλληκάρια φέροντα τα όπλα μετά δικαίας υπερηφανείας. Αυτοί αναδείξαντες την Ελλάδα ελευθέραν, είχον το δικαίωμα να σεμνύνωνται επί τω ηρωισμώ αυτών, αλλ' ενίοτε ελησμόνουν ότι η αποστολή αυτών έπαυεν εκεί, ένθα ήρχιζεν η ειρηνική οργάνωσις της Ελλάδος και αντεπεξήρχοντο κατά των νόμων.
Η ατμόσφαιρα ήτο πλήρης εισέτι της οσμής της πυρίτιδος. Τραχύτης τις και αγριότης επλήρουν εισέτι τας ψυχάς των πολεμιστών της χθες, πάντες δε οι περιηγηταί της εποχής εκείνης, αναφέρουσι την εντύπωσιν, ήν συνησθάνθησαν εκ της επικρατούσης εισέτι ταραχής των πνευμάτων. Μετά την γενομένην έκρηξιν το ηφαίστειον βραδέως σβέννυται, το δε έδαφος εισέτι εσείετο. Οι πλείστοι των επισκεψαμένων την Ελλάδα ολίγα έτη μετά την απελευθέρωσιν αυτής, είδον εν τη τότε δυσπραγία την ένδειξιν του ηρωισμού, μεθ' ού οι Έλληνες διεξήγαγον άνευ μέσων και πόρων τον μακρόν εκείνον αγώνα.
Ούτως εχόντων των εν Ελλάδι ο σωκρατικός την αρετήν και στωικός την λιτότητα Καποδίστριας νύκτωρ και μεθ' ημέραν εμόχθει και ηγωνία, όπως κτίση τα θεμέλια της ευνομουμένης πολιτείας. Ότε κατέπλευσεν εις την Ελλάδα, οι πρόχειροι αυτού πόροι, οι κατά μέγα μέρος παρά των εν Ρωσία, Γαλλία και Ελβετία φιλελλήνων κεχορηγημένοι, δεν υπερέβαινον τας τριακοσίας χιλιάδας φράγκων. Διά του γλίσχρου δε τούτου ποσού και των ουδέν ήττον γλίσχρων προσόδων, τι πρώτον, τι δ' ύστατον να επιχειρήση εν χώρα, άρδην κατεστραμμένη και ηρημωμένη; Αλλ' όμως ο Καποδίστριας εθαυματούργησεν, εντός βραχυτάτου χρόνου, καταλύσας την πειρατείαν, εδραιώσας την δημοσίαν ασφάλειαν, δημιουργήσας Εθνικήν Χρηματιστικήν Τράπεζαν, Γεωργικήν και Στρατιωτικήν Σχολήν, επιμεληθείς του φορολογικού και δασμολογικού συστήματος, συστήσας δικαστήρια και αλληλοδιδακτικά σχολεία, σπείρας αραβόσιτον και γεώμηλα, τέως εν Ελλάδι άγνωστα, ιδρύσας το εν Αιγίνη Ορφανοτροφείον, συγκροτήσας αξιόλογον εθνικόν στόλον, προστατεύσας το εμπορικόν ναυτικόν, χορηγήσας 3,000 διπλωμάτων εμποροπλοιάρχων (95), συντάξας και διελών τον στρατόν εις χιλιαρχίας, πεντακοσιαρχίας, και εκατονταρχίας, συγκροτήσας δύο στρατόπεδα, το της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος, εκδούς δε νομισματικήν εθνικήν διατίμησιν επί τη βάσει του εθνικού νομίσματος Φοίνικος και άλλα πολλά και ωφέλιμα νομοθετήματα. «Κυριώτατον του Καποδιστρίου μέλημα, λέγει ο Θερειανός, ήτο το κοινόν συμφέρον, και τούτου ένεκα ο αείμνηστος ανήρ, ου μόνον δεν εδέξατο μισθόν, αλλά και εξ ιδίων εισήνεγκε προς ίδρυσιν Τραπέζης, έδωκε δε τα εν Κερκύρα ίδια κτήματα εις υποθήκην δανείου προς αγοράν σίτου χάριν των πεινώντων.» Όσοι νυν πρεσβεύουσιν ότι ουδαμώς αδικεί την πατρίδα ο ευφυώς οικονομών και προβιβάζων τα ίδια συμφέροντα αναλώμασι των δημοσίων, ίσως υπολάβωσι την εθελοθυσίαν του Κυβερνήτου παρά πολύ πατριαρχικήν, ίσως δε και παρά πολύ ευήθη, επομένως αναξίαν μιμήσεως. Αλλ' είναι άρα γε αληθές ότι, ούτω πολιτευθείς ο Καποδίστριας εσκόπει πρώτιστα και μάλιστα να εξασφαλίση εαυτώ διά παντός του βίου την προεδρίαν και, όπερ χείρον, να κυβερνήση την Ελλάδα επ' ωφελεία των Ρώσων; Περί του φιλορρωσισμού του Κυβερνήτου ο ιστοριογράφος της Ελληνικής Επαναστάσεως και πολιτικός εκείνου αντίπαλος, Σπυρίδων Τρικούπης, λέγει: «Ουδενός Έλληνος καρδία ήτο ελληνικωτέρα της του Καποδιστρίου· υπέρ της Ελλάδος μετεχειρίσθη την ρωσικήν επιρροήν του και όχι υπέρ της Ρωσίας την Ελληνικήν αρχήν του». Αυτόχρημα μύθος είναι και η ετέρα κατηγορία, καθ' ήν ο Καποδίστριας εμελέτα να κατασταθή της Ελλάδος ηγεμών. Πλέον ή άπαξ καταληφθείς υπό αθυμίας και απελπισμού, εν μέσω των φοβερών και ακαταπαύστων προσκομμάτων και αντιπράξεων διενοήθη να επανέλθη εις το εν Ελβετία αναπαυτήριόν του, αλλ' η συνείδησις του προς την Ελλάδα καθήκοντος ανέστελλεν εκάστοτε της αδημονούσης αυτού ψυχής τα κεντήματα. Προς τον φιλέλληνα βαυαρόν συνταγματάρχην (και είτα στρατηγόν εν Ελλάδι) Έιδεκ, επιθυμούντα να επανέλθη οίκαδε, έγραφεν ο Καποδίστριας κατά τον Ιανουάριον του 1829: «Περιμείνατε ολίγον· αμφότεροι θα απέλθωμεν, αλλά πρέπει ν' απέλθωμεν ως τίμιοι άνθρωποι». Και προς τον Εϋνάρδον έγραφε τον Δεκέμβριον: «Θα συναποχωρήσωμεν και θα διέλθωμεν ομού τας τελευταίας της ζωής ημών ημέρας εν τη παρά την λίμνην της Γενεύης μικρά και ερατεινή ημών επαύλει». Κατά δε τον Ιούνιον του 1831 επέστειλε προς τον κόμητα Μοσενίγον: «Άδηλον πότε θα με λυτρώση ο Θεός, εκ των δημοσίων υποθέσεων· θα επωφεληθώ την θείαν χάριν, προς αποκατάστασιν της υγείας μου». Ούτω πως δεν θα έγραφεν ανήρ γλιχόμενος της διά βίου ηγεμονίας της Ελλάδος.
Ο Καποδίστριας διεκαίετο βεβαίως υπό δεινού πόθου ν' αποβή ανορθωτής της πολυπαθούς πατρίδος, αλλ' ούτος ο πόθος ήτο φυσικόν ακολούθημα ευγενούς φιλοδοξίας, ής μόνον ορμητήριον, μόνον υπομόχλιον υπήρξεν η διάθερμος και γνησία του ανδρός φιλοπατρία. Ως οξυδερκέστατος πολιτικός ενόησεν, ότι οι από του ζυγού ελευθερωθέντες Έλληνες έχρηζον επί πάσι χρηστής αγωγής και όχι γραμμάτων πολυτελείας και ότι η ίδρυσις δημοτικών σχολείων, έδει να προηγηθή της ιδρύσεως Πανεπιστημίων και ακαδημιών· ήρξατο δε του ανακαινισμού της Ελληνικής πολιτείας, κατά τας προτέρας παραινέσεις του Κοραή, κάτωθεν και ουχί άνωθεν, από της κρηπίδος και ουχί από της κορυφής. Ο διαβληθείς ότι εξήλασεν εκ των σχολείων τον Πλάτωνα, έσχεν οδηγόν και πνευματικόν σύμβουλον αυτόν τον θείον φιλόσοφον, διδάσκοντα εν τη «Πολιτεία» ότι μόνη η χρηστή ανατροφή είναι πάσης πολιτείας το θεμέλιον:
«Και μην πολιτεία, εάν περ άπαξ ορμήση ευ, έρχεται ώσπερ κύκλος αυξανομένη· τροφή γαρ και παίδευσις χρηστή σωζομένη φύσεις αγαθάς εμποιεί, και αυ φύσεις χρησταί, τοιαύτης παιδείας αντιλαμβανόμεναι, έτι βελτίους των προτέρων φύονται, εις τε τάλλα και εις το γεννάν, ώσπερ και εν τοις άλλοις ζώοις»· Ως διπλωμάτης δε και πολιτικός, υπερεπόνησεν επ' αγαθώ της πολιτικής της Ελλάδος ανεξαρτησίας, καταπολεμήσας τελεσφόρως το περιβόητον πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, καταλιπών δε αθάνατα υπομνήματα της μεγάλης και θαυμασίας αυτού τριβής, περί την διεξαγωγήν των πολιτικών υποθέσεων. Οι νεόπεπτοι εν Αθήναις διπλωμάται, οι κατά την σύνταξιν και αυτών των στοιχειωδεστάτων εγγράφων παραβαίνοντες τους κανόνας του μετρίου και του πρέποντος, και χωρίς της ελαχίστης διαγνώσεως υπεροπτικόν και θρασύδειλον λόγου υφήν επιτηδεύοντες, ασκέπτως δε και κενώς απειλούντες, και είτα μικροψύχως υφιστάμενοι των ισχυρών τα ραπίσματα, πολλά θα εμάνθανον επερχόμενοι ενίοτε τας απαραμίλλους του Καποδιστρίου ανακοινώσεις και πολιτικάς επιστολάς. Οποίον βρίθος νοημάτων, οποία φράσεων λεπτότης, οποία χάρις και ευπρέπεια, οποία λόγου συμμετρία και φιλοκαλία, επιλάμπουσιν εις πάντα τα αριστουργήματα της αγαθής και βαθείας του Κυβερνήτου διανοίας.
Πάντες γινώσκομεν μεθ' οπόσου ζήλου εσπούδασαν οι περί την αντιβασιλείαν να μειώσωσι την αξίαν των της προτέρας κυβερνήσεως έργων, αλλ' όμως ο πολυμαθέστατος και κριτικώτατος των αντιβασιλέων, ο Λ. Μάουρερ, ο και ίδιον σύγγραμμα περί της Ελλάδος γράψας υπό τον τίτλον: «ο Ελληνικός λαός υπό δημοσίαν, εκκλησιαστικήν και ιδιωτικήν έποψιν προ και μετά τον υπέρ ελευθερίας αγώνα μέχρι της 31 Ιουλίου 1831» εν τρισί τόμοις μετ' εγκωμίων θερμών αναφέρει τα διπλωματικά εκείνα έγγραφα, ιδίως δε μεταγράφει την περί ελληνικής εκκλησίας επιστολήν του Κυβερνήτου προς τον Πατριάρχην και την Σύνοδον της Κωνσταντινουπόλεως. Τω 1842 δ' έξοχος Ελβετός πολιτικός έγραφε περί του Κυβερνήτου: «Αν ο Κυβερνήτης της Ελλάδος εν τη επιλύσει της χαλεπής αυτού εντολής, περιέπεσεν εις αμαρτήματα και πλάνας, ετέλεσε τον κοινόν φόρον εις την ανθρωπίνην ασθένειαν· αλλ' η αγνότης των σκοπών του και των πράξεων, και η μεγαλογνωμοσύνη αυτού, ουδεμίαν, ουδέ την ελαχίστην επιδέχονται αμφιβολίαν. Ο Καποδίστριας θα τύχη θαυμασμού παρά τοις επιγενομένοις· εντός των χριστιανικών αυτού στέρνων ενεφώλευε μεγάλη και αρχαϊκή ψυχή». Και ο Γάλλος δε στρατηγός Πελλιόν αντιπολιτευόμενος του Καποδιστρίου, ως Γάλλος και οπαδός της Γαλλικής Πολιτικής εν τω εν έτει 1855 εκδοθέντι έργω αυτού: «η Ελλάς και οι Καποδίστριαι» περί του Καποδιστρίου επιλέγει: «Ούτως έληξε το πολιτικόν στάδιον του Καποδιστρίου εν Ελλάδι· επί κρισίμων περιστάσεων ο κόμης Ιωάννης παρέσχε προς την πατρίδα εξόχους υπουργίας, αίτινες δεν πρέπει να εξαλειφθώσι διά των ελλειμμάτων, άτινα έγκεινται εν τη φύσει παντός ανθρώπου». Ο δε μέγας Γάλλος πολιτειολόγος Καπεφίγος: «Ο Καποδίστριας ουδέποτε επελάθετο της καταγωγής του. Δι' αυτόν η πατρίς ήτο προσφιλεστέρα των αξιωμάτων. Ήτο δε αφωσιωμένος εις την υπηρεσίαν της Ρωσίας· διότι εθεώρει το μυστικοσυμβούλιον της Πετρουπόλεως ως όργανον υπό της Προνοίας επιφυλασσόμενον προς απελευθέρωσιν της Ελλάδος . . . Προσεπάθησε δε να πείση τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον ότι εις αυτόν απέκειτο να φιλήση το ένδοξον μέτωπον της χριστιανικής παρθένου αποτινάσσων τας δουλικάς αυτής αλύσεις και το νεκρικόν σάβανον».
«Ο Καποδίστριας συνήνου εν εαυτώ πάντας τους αναγκαίους όρους προς εκπλήρωσιν της δυσχερεστάτης αυτού αποστολής, γράφει ο βαρώνος Ζιουσερώ Δεσαινδενύ, ο κατά το 1828 αντιπρέσβυς της Γαλλίας εν Ελλάδι, ο εκ του πλησίον γνωρίσας και εκτιμήσας τον άνδρα, καίτοι η πολιτική της κυβερνήσεως αυτού δεν ήτο λίαν ευνοϊκή προς αυτόν ήτο ανήρ μεγάλων προσόντων, δεξιός πολιτικός και πεπειραμένος κυβερνήτης· αι νομοθετικαί αυτού γνώσεις ήσαν ευρύταται, επιτρέπουσαι αυτώ ορθώς να εκτιμήση τας ανάγκας του έθνους αυτού· χάριν της ευδαιμονίας της χώρας ο Καποδίστριας ανέλαβε την διοίκησιν μετά ζήλου ακαταπονήτου· ειργάζετο νυκτός και ημέρας άνευ αναπαύσεως, συνεβούλευεν, έγραφε διαρκώς και εφέρετο πάντοτε συνετώς και αμερολήπτως. Οι γενικοί νόμοι αυτού, αι ιδιαίτεραι αποφάσεις, αι διαταγαί και αι οδηγίαι αυτού, αίτινες δημοσιευόμεναι ήθελον πληρώσει ολοκλήρους τόμους, αποτελούσιν ένδοξον δι' αυτόν μνημείον αποκαλύπτον την ευρείαν διάνοιαν και την έξοχον δραστηριότητα αυτού. Άμα όμως ήρξατο του έργου της μεταρρυθμίσεως και διοργανώσεως, πολλαί δυσχέρειαι ήρξαντο αυτώ παρεμβαλλόμεναι. Διδαχθείς ότι αι εθνικαί συνελεύσεις, τα βουλευτικά και τα εκτελεστικά, διά των αιωνίων διενέξεων αυτών, έφερον την Ελλάδα εις την τελευταίαν της αγωνίας περίοδον, διεκήρυξεν ότι δεν θέλει προσκαλέσει την Εθνοσυνέλευσιν μέχρις ότου περατώση και εγκαταστήση ασφαλώς τα νομοθετήματα, ών η πατρίς επείγουσαν είχεν ανάγκην· από της στιγμής εκείνης κατηγόρησαν αυτού φιλοδοξίαν και τυραννίαν».
Ου μόνον δ' ομογενείς, αλλά και αλλογενείς ιστορικοί, απεχθώς έχοντες προς την Ρωσίαν: ο Κ. Μένδελσον Βαρθόλδυς, ο Γ. Φίνλαϋ, ο Γ. Γερβίνος και άλλοι, επέκριναν κατά το μάλλον ή ήττον σφοδρώς την διοίκησιν του Κυβερνήτου, εκ προκαταλήψεως, αφορώντες εις το προγενέστερον διπλωματικόν αυτού εν Ρωσία στάδιον. Το πρώτιστον δε του Καποδιστρίου αμάρτημα είναι, κατ' αυτούς, ότι διετέλεσεν επί πολύν χρόνον υπουργός εν Ρωσία, επομένως και προαιρούμενος και θέλων, δεν ήτο δυνατόν να πολιτευθή κατά τα παραγγέλματα της ελευθερίας. «Άμα αποβάς εις Ναύπλιον τη 6)18 Ιανουαρίου 1828, λέγει ο Γερβίνος, εχαιρετίσθη ο Καποδίστριας ως σωτήρ και άγγελος ειρήνης. Εφάνη προς καιρόν, ότι εξέλιπον τα μίση των πολιτικών μερίδων, η αλαζονεία των προεστώτων και η αγριότης των αγωνιστών. Η πρώτη αυτού προκήρυξις ενέπνευσεν εις την δεδηωμένην και ησυχίας και τάξεως διψώσαν Ελλάδα, φαιδράς ελπίδας. Το χάος είχε προβή εις το κατακόρυφον· όλη σχεδόν η Στερεά κατείχετο υπό των Τούρκων, οι Αιγύπτιοι ελεηλάτουν την Πελοπόννησον, χιλιάδες δε φυγάδων και επαιτών διέτριβον εν ταις επαρχίαις ταις από του εχθρού απελευθερωθείσαις.
Η Κυβέρνησις δεν είχεν άλλας προσόδους ή τας των νήσων· το δημόσιον ταμείον ωμοίαζε προς πίθον Δαναΐδων, περί όν γοερώς εκραύγαζον οι απορούντες άρτου και αργυρίου· το δε ναυτικόν ήτο επιδεδομένον εις πειρατείαν. Ο Καποδίστριας επεδείξατο, κατ' αρχάς, φιλοπατρίαν, αφιερωθείς εις το έργον αυτού ψυχή τε και καρδία, μετά συντόνου δραστηριότητος. Αλλά στερούμενος ειδικών γνώσεων περί ενός εκάστου της διοικήσεως κλάδου, κατέτριψε τον ζήλον αυτού, εις υπέρμετρόν τινα και λεπτολόγον πολυπραγμοσύνην, κατηνάλωσε δε την πρώτην ακμήν της δυνάμεώς του εις αμφίβολα και πρόσκαιρα πειράματα. Όπως δε το ανεπαρκές της πολιτικής του ικανότητος έβλαψεν ανέκαθεν την ενέργειαν αυτού, ούτω και ύστερον πολλώ ολεθριώτεραι απέβησαν αι προς την Ρωσίαν σχέσεις αυτού. Κατά τον Γερβίνον, ο Καποδίστριας απέβλεψεν εις τρία τινά· 1) να εξασφαλίση εαυτώ διά βίου την Κυβέρνησιν της Ελλάδος· 2) να φανή ευχάριστος προς την Ρωσίαν· 3) να προαγάγη την ευημερίαν της Ελλάδος, εφ' όσον αύτη συνηρμόζετο προς τους δύο τούτους σκοπούς.
Κατ' εξοχήν δε ψέγεται λέγει ο Θερειανός, ότι δεν μετεφύτευσε (διά μαγικής ράβδου) εις την Ελλάδα, την βιοτεχνικήν δεινότητα και τα εκπαιδευτικά σχολεία των Ελβετών· ότι δεν διένειμε γην εις τους πένητας και ακτήμονας αγρότας· ότι δεν μετεποίησε παραχρήμα τους «κλέφτας» εις ωφελίμους και ειρηνικούς εργάτας· ότι εφύτευσε μόνον δένδρα και γεώμηλα, ουδαμώς επιμεληθείς, όπως μεταρρυθμίση επί το Ευρωπαϊκώτερον τα γεωπονικά εργαλεία· ότι ηρνήθη την υφ' Ολλανδών αιτηθείσαν άδειαν περί συστάσεως τραπέζης· ότι περιεφρόνησε «μέχρι βανδαλισμού» της Ελληνικής αρχαιότητος τα λείψανα· ότι έβλαψε την πνευματικήν διάπλασιν της νέας γενεάς, κολοβώσας την εκπαίδευσιν, περιορίσας την διδασκαλίαν, δεσμεύσας την φιλολογίαν και τη συμβουλή του Στούρζα αποδοκιμάσας την σύστασιν πανεπιστημίου· ότι την εν Ελλάδι Εκκλησίαν ανεκήρυξεν ανεξάρτητον διά της εγκαθιδρύσεως Ιεράς Συνόδου· ότι, αντί της διαλυθείσης βουλής, συνέστησε το λεγόμενον Πανελλήνιον· ότι ενεκαίνισε πολύπλοκον γραφειοκρατίαν· ότι απέτυχε να συνομολογήση δάνειον, παρά πάσαν του Εϋνάρδου την μεσιτείαν· ότι η κακώς νοουμένη φιλοπατρία περιήγαγεν αυτόν εις ξενοφοβίαν και ξενηλασίαν, η δε φιλαυτία του εις μίσος και αποστροφήν του συνταγματικού πολιτεύματος και των δημοτικών θεσμών· ότι άμα αναλαβών την κυβέρνησιν, επεχείρησε να αποπέμψη τους αντιπροσώπους του έθνους και να καταλύση τας δημοκρατικάς αρχάς· ότι επειράθη να εξευτελίση τους οπλαρχηγούς και να περιστείλη την ολιγαρχικήν των προεστώτων δύναμιν· ότι εβδελύσσετο τους ναυτικούς, και μάλιστα τους Υδραίους, διά τας χρηματικάς αυτών αξιώσεις· ότι ήθελε να καταστρέψη την νόμιμον υπεροχήν και πατροπαράδοτον ηγεμονίαν οίκων τινών και μάλιστα των Μαυρομιχαλών, περί πλείστου δ' εποιείτο τους συγγενείς φίλους του, γενόμενος νευρόσπαστον των δύο αυτού αδελφών, και κατ' εξοχήν του Βιάρου, οίτινες εισήγαγον την κατασκοπίαν· ότι, επί τέλους, κατεδίωξεν αμειλίκτως την αντιπολίτευσιν, κατεφίμωσε την δημοσιογραφίαν, υπεξείλεν ιδιαίτερα γράμματα κτλ.
Ο Γερμανός Κάρολος Μένδελσον Βαρθόλδυς, ο ιστοριογράφος της νεωτέρας Ελλάδος, αφιεροί σπουδαίον μέρος του β' τόμου της Ιστορίας αυτού περί του Ιωάννου Καποδιστρίου, περί ού και ιδίαν, ως είπωμεν, μονογραφίαν εξέδωκεν υπό τον τίτλον: ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας, αλλ' εκ ταύτης εξάγεται εκφανώς, ότι παν άλλο είναι ή αμερόληπτος ιστοριογράφος, ως δυστυχώς μέχρι τούδε υπήρξαν και οι πλείστοι των γραψάντων τον βίον του Καποδιστρίου.
Αι περί του Καποδιστρίου κρίσεις του Μένδελσον είναι επιπόλαιοι επί των βαθυτάτων ζητημάτων, άμοιροι δε ψηλαφητών αποδείξεων και αναμφισβητήτων επιχειρημάτων· άπασαι αι περί Καποδιστρίου δοξασίαι του Γερμανού ιστορικού περί των πολιτικών αυτού κρίσεων περιορίζονται εις τα δυο ταύτα: Ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας επλάσθη παρά της φύσεως δεσποτικού χαρακτήρος, αν ουχί τύραννος, και ότι ήτο τυφλόν όργανον της Ρωσίας, αφ' ής επάτησεν εις την Ελλάδα υπό τας εμπνεύσεις τον Τσάρου οργανίσας και διοικήσας αυτήν.
Ο Μένδελσον είναι ου μόνον ανακριβής εις τούτο, αλλά και εκ προμελέτης μεροληπτικός. Διαστροφεύς δε πολλών φράσεων των αυθεντικών εγγράφων εις ά καταφεύγει, όπως υποστηρίξη τας κρίσεις αυτού, εκτός εάν η κριτική αυτού ήτο ελαφροτάτη και δεν ηδύνατο να καταβυθισθεί μέχρι του επικρατούντος πηλού εν τω πυθμένι των τότε συμβάντων και παθών, όπως αναζητήση και ανεύρη την αλήθειαν. Ο άλλως φιλέλλην Γερμανός εκ του όλου συγγράμματος αυτού καταφαίνεται ου μόνον ότι είχε προσωπικάς συμπαθείας και αντιπαθείας εν Ελλάδι, αλλ' ότι απετέλει μέρος κόμματος, προ πάντων δε, ότι παρακολουθεί τας συγγραφάς των γραψάντων προηγουμένως Ελλήνων και φιλελλήνων κατά του Καποδιστρίου, οίτινες και χρωματισθέντες διά το κομματικόν αυτών μένουσιν εν τη ιστορία αναξιόπιστοι. Ουχ ήττον όμως, μεθ' όλα ταύτα, έχων υπ' όψει το αρχαίον: «οίδε και πολέμιος αρετήν ανδρός θαυμάζειν» δεν ηδυνήθη να παρασιωπήση και τας αρετάς αυτού, περί ών λέγει τάδε:
Το εξωτερικόν του κόμητος ην επίχαρι και αξιοπρεπές. Ην μέτριος την αναβολήν και εύσωμος· εκυρτώθη δε, του γήρως επελθόντος και των φροντίδων. Αι ρυτίδες του ευρέος, αψιδωτού και αλαζόνος μετώπου του, και η ωχρότης της μορφής αυτού κατήλεγχον πνευματικούς κόπους και βαρείς εσωτερικούς αγώνας, ών το μάταιον είχεν εξαντλήσει την προτέραν αυτού σφριγηλότητα και υγείαν. Οι ωραίοι όμως μελανοί οφθαλμοί του ενέφαινον πάντοτε δεξιότητα και πανουργίαν· το μακρόν και αυστηρόν αυτού στόμα διέστελλε πάντοτε το υπέροχον και ειρωνικόν του εκείνο μειδίαμα· η δε ομιλία του είχεν έτι το θέλγητρον της θωπευτικής εκείνης πραότητος και ευμενείας, όπερ διέλυε και αυτών των πολιτικών αντιπάλων αυτού τας προλήψεις. Ο Καποδίστριας, διά των κανονικών χαρακτηριστικών της μορφής αυτού, διά της γλυκύτητος του βλέμματος και του δελεαστικού του στόματος και του κάτω χείλους του ανεμίμνησκε μάλλον το λεπτόν έμφυτον της φυσιογνωμίας της αλώπεκος.
Η λελογισμένη επιφύλαξις και η διπλωματική ηρεμία, αίτινες εφαίνοντο περιβάλλουσαι τον Κυβερνήτην εν πολυαρίθμω ομίλω, διελύοντο συνήθως, οσάκις ελάλει μεταξύ οικείων περί των μεγάλων ζητημάτων της Ανατολής και του μέλλοντος της πατρίδος αυτού. Αποβάλλων τότε την ψυχρότητα, και λαλών μεθ' ελκυστικής, πλήρους πεποιθήσεως, πολλάκις όμως και μονοτόνου φωνής περί του «σταυρού», όν είχεν αναλάβει επί των ώμων αυτού, παρίστατο ως χαρίεις και σοβαρός ομιλητής, όν περιέβαλλον συγκινητικήν πένθους χροιάν η ατυχία της πατρίδος αυτού και των ανθρώπων η αχαριστία. Ησθάνετό τις τότε συμπαθή τινα προς αυτόν έλεον και οίκτον· διότι εστεφάνου αυτόν και ανύψου η προαίσθησις του μαρτυρικού του υπέρ της Ελλάδος θανάτου.
Την έμπυρον ευγλωττίαν, ήν ανέπτυσσε, συνήθως, ο ιόνιος πολιτικός εν ταις περί πολιτικών πραγμάτων συζητήσεσι, δεν έπρεπέ τις βεβαίως τυφλώς να πιστεύη. Διότι και άν ποτε απροκατάληπτος, κατ' επιφάνειαν, επραγματεύετο περί σπουδαίων ζητημάτων της στιγμής, εις τον πολιτικόν όμως παρατηρητήν εγέννα έμφυτόν τινα φόβον η παρρησία εκείνη ακριβώς, ήτις αδιακόπως ούτως ειπείν εμαρτύρει περί της ειλικρίνειας της. Ούτως ο Βορύ Δεσαίν Βενσάν εφρόνει, ότι ο Καποδίστριας ήνοιγεν αυτώ την καρδίαν αυτού εκείθεν μόνον, όθεν επεθύμει να ανακοινωθώσι τα κατ' αυτήν εις τον Γάλλον υπουργόν Μαρτινιάκ, και ήκουε μετά προσποιητής ευπιστίας, πως ο κόμης ελάλει περί των δύο φυσικών της Ελλάδος εχθρών, των Τούρκων και των Άγγλων, του ναυτικού εκείνου έθνους, όπερ προσεπάθει να οικειοποιηθή την δύναμιν της Ενετίας εν Ανατολή· πώς κατεμέμφετο τον αφόρητον Άγγλον αντιπρεσβευτήν Δώκινς, και κατηγόρει αυτού, ότι εματαίωσε τα στρατιωτικά σχέδια του Μαιζόν, ών η σύλληψις μόνη κατεδείκνυεν, ότι ο στρατάρχης ην άξιος «μαθητής του μεγάλου σχολείου». Ότε δε ο Γάλλος ηθέλησε να αναγράψη εις πρωτόκολλον τους εγκαρδίους τούτους λόγους, χαρακτηριστικώτατον υπήρξεν, ότι ο προμηθεύς Κυβερνήτης συνήνεσε μεν, αλλά παρετήρησεν όμως, ότι καλόν ήτο να μη μνημονευθεί η συναίνεσίς του αύτη, ίνα μη υποληφθή τυχόν, ότι συνεφώνησαν αμφότεροι, όπως απατήσωσι τους Γάλλους υπουργούς διά προσπεποιημένης ειλικρινείας.
Η ειλικρίνεια αύτη, η αδιακόπως άγρυπνος, και φοβουμένη πάντοτε μη εκληφθή ως υπόκρισις, είνε χαρακτηριστικώτατον του διπλωμάτου γνώρισμα, και συνδέεται προς την τέχνην της αποφυγής αμέσων ερωτήσεων και την δεξιότητα περί τας αιφνιδίους μεταλλαγάς θέματος ομιλίας, ήν τα μέγιστα κατείχεν ο Κυβερνήτης. Συνέβαινεν όμως, εννοείται, πολλάκις, η θερμή φύσις του ανδρός της μεσημβρίας να θραύη τα δεσμά της υποκρίσεως, και να αισθάνηται ο Καποδίστριας, κατά τους τελευταίους ιδίως καιρούς βαρείας μερίμνης και πάλης, την ανάγκην της ανυποκρίτου εκχύσεως των αισθημάτων αυτού, έστω και κινδυνεύων να παράσχη λαβήν εις τους εναντίους. Η αγανάκτησίς του επί τη «καταχρήσει του ονόματος της πατρίδος υπό των εχθρών αυτού» ην τοσούτον ισχυρά, ώστε περιήγαγεν αυτόν να αναφωνήση μετ' εμπαθούς αγανακτήσεως: «Αν συρφετός τις δοξομανών καταστρέφη υπό την σημαίαν ταύτην την ευημερίαν εκατοντάδων χιλιάδων, και αφίνη αυτούς λιμοκτονούντας δίκην επαιτών, Πατρίς είνε τούτο; Υπάρχει πατρίς, ναι! και υπέρ αυτής προσήνεγκον αι ευγενέσταται καρδίαι τας μεγίστας των θυσιών αλλ' η πατρίς αύτη πρέπει να είναι αλήθεια και όχι ψεύδος!»
Η φύσις είχε προικίσει αφθόνως τον κόμητα Καποδίστριαν διά της πνευματικής εκείνης ευκινησίας και γοργότητος, ήτις ιδιάζει εις πάντας τους νεωτέρους Έλληνας, και ουδείς ποτε δύναται ν' αρνηθή, ότι έπραξε παν το κατ' αυτόν, όπως αναπτύξη τα δώρα ταύτα. Την έλλειψιν μεγάλης παιδεύσεως κατώρθου να αναπληροί δι' ενδελεχούς αναγνώσεως και ασυνήθους μνήμης, ήτις είχε πρόχειρον πάντοτε λόγιόν τι εκ τε των αρχαίων και νεωτέρων χρόνων. Έγραφε μεν δυσκόλως την Ελληνικήν, αλλ' ελάλει αυτήν όμως ευχερώς και ταχέως. Οσάκις εστερείτο επιχειρημάτων, κατέφευγεν εις αξιώματα, πολλάκις δε του αισθήματος η θερμότης συνεκάλυπτε την έλλειψιν πεποιθήσεως τουναντίον όμως κατείχε την υπέροχον εκείνην κοινωνικήν ευστοχίαν και σύνεσιν, ήν παρέχει η εν αυλαίς αναστροφή, το πανταχού σπάνιον προτέρημα του εν δέοντι σιγάν και ακούειν, και προ παντός απίστευτον δεξιότητα να προσαρμόζη την ομιλίαν αυτού προς τους ανθρώπους, λαλών μεν προς χωρικόν περί του ποιμνίου του, προς ιερέα δε περί του λόγου του Θεού, προς πεπαιδευμένον περί της κλασικής αρχαιότητος, και προς κυρίας περί ποιήσεως.
Εν γένει εγνώριζεν ο Καποδίστριας να κολακεύη λεπτότατα την κοινήν γνώμην. Εννοών δε, πόσον σπουδαίον είναι το εξωτερικόν του άρχοντος, και ότι πολλάκις εν ευκαίρω σεβαστότερον είναι κοινόν τι φόρεμα ή στολαί και παράσημα, εφαίνετο εν απλουστάτη ενδυμασία περιπατών εν ταις οδοίς του Ναυπλίου, και μόνον αυτού κόσμημα φέρων το κυανούν περιλαίμιον όπερ είχε κεντήσει αυτώ η κυρία Εϋνάρ. Μόνον δε κατά την εν Πελοποννήσω οδοιπορίαν απεφάσισε να φορέση στολήν, αφού συνεβούλευσε τούτο ο Κολοκοτρώνης, παρατηρών αυτώ, ότι ο λαός εγονυπέτει ενώπιον του προηγουμένου ιππέως, όν εξελάμβανεν ως Κυβερνήτην ένεκα της λαμπράς αυτού αναβολής. Εν Ναυπλίω κατώκει πενιχρόν οικίσκον, σκοτεινήν έχοντα την αυλήν και ξυλίνην την κλίμακα· ουδεμία δε ίστατο προ αυτού φρουρά ως αν η αγάπη του λαού ην η καλλίστη προστασία του Κυβερνήτου. Το κύριον κόσμημα της προς υποδοχήν αιθούσης του απετέλει ο ήλιος· κυκλικόν τι δε ανάκλιντρον και έν γραφείον ήσαν τα μόνα της έπιπλα. Ευχαρίστως ελάλει ο πρώην υπουργός του Αλεξάνδρου περί του λιτού αυτού βίου. Πώς είναι δυνατόν έλεγε, να τραπώ εις την πολυτέλειαν, όταν η Ελλάς καταστρέφεται σχεδόν εκ της παντελούς της πενίας; Ούτω δε και η δίαιτα αυτού ην απλουστάτη. Ό,τι απαύστως εφώνει προς τους Έλληνας: «ταν σκάφαν σκάφαν, και ταν μάζαν μάζαν» εφαίνετο θέλων εις εαυτόν πρώτον να εφαρμόση. Εν μέσω λαού ολιγαρκούς έζη και αυτός ολιγαρκέστατος, διά πολλής έχων φροντίδος, πώς ν' αναπληρώση διά νηφαλιότητος και τακτικού βίου τας αδυναμίας της κράσεως αυτού. Οι αναταμόντες το πτώμα αυτού ιατροί εύρον εν αυτώ πάντα τα προς βαθύ γήρας απαιτούμενα. Ηδύνατο δε να είπη καυχώμενος ο Κυβερνήτης:
«Ουδέποτ' εν νεότητ' εις το αίμα μου έμιξα πίνων πυρετού ερεθισμούς· ουδέποτε μ' αναίσχυντον το μέτωπον εδίωξα την νόσον κ' εξασθένωσιν. Ούτω το γήρας είναι δι' εμέ χειμών δροσώδης, αναψύχων, όχι παγερός».
Και αυτοί οι αδιαλλακτότατοι των πολεμίων αυτού δεν ετόλμων να προσβάλωσι την καθαρότητα ταύτην του ιδιωτικού βίου. Μετά της απλότητος δε και νηφαλιότητος του ανδρός συνεδέετο το φειδωλόν εκείνο και οικονόμον πνεύμα, όπερ πρωιμώτατα ήδη διεβόησαν ως φιλαργυρίαν οι εχθροί του. Αλλ' η φειδωλία του κόμητος δεν ήτο κενή μόνον και εγωιστική. Εδείκνυτο πάντοτε συμπαθής προς τους χρείαν έχοντας, οικτίρμων δε πολλάκις μέχρις αδυναμίας, ώστε να βοηθή και τους αναξίους συνδρομής. Τουναντίον δε μετά πολλής ευστοχίας επεχείρει την εκπλήρωσιν των δημοσίων και πατριωτικών σκοπών. Χαρμόσυνον προυξένησεν έκπληξιν, ότι απεποιήθη την ψηφισθείσαν αυτώ υπό της εθνικής συνελεύσεως αντιμισθίαν, ότι δεν εφείσθη της ιδίας αυτού περιουσίας, προκειμένου περί αγαθών και πατριωτικών σκοπών, ότι ανέλαβε την ιδία δαπάνη εκπαίδευσιν νέων απόρων Ελλήνων, και μετέσχεν εκ του γλίσχρου βαλαντίου του της ελληνικής εθνικής τραπέζης και της εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας. Ως ποτε ο μέγιστος της αρχαιότητος πολιτικός, ηδύνατο ευθαρσώς να προκαλέση τους εναντίους αυτού, αν ετόλμων να επιρρίψωσιν αυτώ το εθνικώτατον πάντων των ελαττωμάτων, την του χρήματος κατάχρησιν. Επιμελώς δ' απέφευγε να παράσχη τροφήν εις την υπόνοιαν, ότι εκαρπούτο δήθεν την υψηλήν αυτού θέσιν, όπως εκμεταλλεύηται το κράτος, και βαθύτατα ελύπει αυτόν η ιδιοτέλεια των επισήμων Ελλήνων.
Από πρωίας μέχρις εσπέρας παρά το γραφείον αυτού καθήμενος, αναίσθητος όλως εφαίνετο ο κόμης προς τας διασκεδάσεις, δι' ών άλλος τις άρχων ήθελεν αρτύσει τους κόπους της αρχής. Αι σοβαραί δημόσιαι ασχολήσεις του είχον αληθώς καταπνίξει το αίμα του και τα πάθη του, ξένος δε και απρόσιτος ήτο προς πάσαν ηδονήν και παρεκτροπήν.
Ενώ δε η απλότης και το άμωμον του ιδιωτικού αυτού βίου ήσαν πρόσφοροι να γεννήσωσι τον προς τον Κυβερνήτην θαυμασμόν εν τε τη Ελλάδι και τη αλλοδαπή, ηύξανεν έτι ούτος την αυτών εντύπωσιν, συμμορφούμενος πιστώς προς τους τύπους της καθεστώσης θρησκείας, ευλαβώς τα θρησκευτικά νόμιμα επιτελών και ενδελεχώς τούτο επιδεικνύμενος. Και εν αυτή τη πολιτική ανεμίγνυε τύπους θρησκευτικούς, η δε της θείας προνοίας επίκλησις είνε στερεότυπος εν ταις επισήμοις αυτού επιστολαίς και ομιλίαις. Κατ' αυτά ήδη της νεότητός του τα έτη συνέδεσαν λεπτοί, αλλ' ισχυροί δεσμοί τον ευσεβή άνδρα και τον πολιτικόν. Η προς την γαλλικήν επανάστασιν διάστασις, ήν πανταχού εκήρυσσεν ο Κυβερνήτης, ήν προ παντός διάστασις προς τας αντιθρησκευτικάς ιδέας του 1789. Ούτω δε ο Καποδίστριας είνε είς των εξοχωτάτων πολιτικών ανδρών, οίτινες εν πάση σχεδόν Ευρωπαϊκή αυλή διεκρίθησαν από της παλινορθώσεως διά της εκκλησιαστικής τάσεως του πνεύματός των. Εις την εκκλησιαστικοπολιτικήν ταύτην διάθεσιν περιέβαλεν αίγλην επιχάριτος αλλά σκοτεινής και ασαφούς θρησκομανίας η αναστροφή του κόμητος προς την κυρίαν Κρύδενερ, περί ής είπομεν, τον Βάδερ γερμανόν θεόσοφον και τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον. Βραδύτερον δε προσετέθη και η επίδρασις της αυστηράς αλλά ψευδευλαβούς κοινωνίας εν Γενεύη. Ούτω παραδοξότατα συνεφύρθησαν εις έν τα διάφορα στοιχεία: πολιτική, μυστικισμός, καλβινιστική και ανατολική προς τους τύπους ευλάβεια. Όπως δήποτε όμως και αν κρίνη τις περί του κράματος τούτου, αναντίρρητον είνε, ότι η ευλάβεια, ή τουλάχιστον η αυστηρά εκπλήρωσις των θρησκευτικών καθηκόντων, ήν σπουδαιότατον απαιτούμενον δι' άνδρα θέλοντα να κυβερνήση το ελληνικόν έθνος. Καθότι, πλην της γλώσσης και των δημοτικών θεσμών των Ελλήνων, ο κλήρος υπήρξεν η συντηρητική δύναμις, ήτις επί μακραίωνα δουλείαν προυφύλαξε τους Έλληνας από της διασπάσεως και του ολέθρου.
Ο Καποδίστριας ην βεβαίως κοινωνικός ανήρ ευαρεστότατος ` τους τρόπους, πνευματώδης και προσηνής, προσωπικώς άμωμος, απλούς δε και νηφάλιος την δίαιταν, και άψογος τον βίον· ην δε, προς τούτοις, ακάματος εργάτης και διπλωμάτης τέλειος. Εκ των δύο δε κατηγοριών, εις άς διακρίνει τον διπλωματικόν κόσμον ο αρχιγραμματεύς της γερμανικής αυτοκρατορίας, ήτοι της μεγάλης ομάδος των «θηρευόντων ύδνα και μεγαλοσταύρους» και των ολίγων διπλωματών, οίτινες διάθεσιν έχουσι να εργασθώσιν αληθώς υπέρ της πολιτείας, και πιστώς τα εαυτών καθήκοντα εκπληρούντες «τιμήν αυτών λογίζονται να είναι τα μισητότατα πάντων πρόσωπα», ο Καποδίστριας δεν ανήκε βεβαίως εις τους πρώτους. Ειργάζετο ακαμάτως, και ουδόλως εις υλικήν αμοιβήν αποβλέπων, ουδενός δε υπελείπετο κατά την δεξιότητα και την γραφικήν ευχέρειαν. Αλαζών τις φιλοδοξία, ήν ουδέποτε δύναται να εννοήση ο όχλος, κατείχε και εζωογόνει αυτόν. Ηγάπα την πατρίδα αυτού· αν δ' εσφάλη κατά την εκλογήν των μέσων, μομφής αξία είναι η κρίσις αυτού, ουχί δε το φρόνημα.
Τοιαύτη τις είναι η του Μένδελσον Βαλθόλδυ, προς όν ο εν Αθήναις διατρίβων κατά την μεταπολίτευσιν του 1862 Άγγλος ιστορικός, αλλά μισέλλην Γεώργιος Φίνλαϋ είπε να μη γράψη πολλά καλά περί Καποδιστρίου, κρίσις περί του Κυβερνήτου ως ατόμου.
Ο Κυβερνήτης έν, καθ' ημάς, διεπράξατο μέγιστον πάντων σφάλμα: δεν είχεν άδικον να ερείδηται επί του λαού, αλλά δεν έπρεπε να αφήση και τους διαπαιδαγωγήσαντας και ελευθερώσαντας αυτόν, ούτε τους δυναμένους να παρεμβάλωσιν αυτώ προσκόμματα· διά της γεννηθείσης αντιπολιτεύσεως, των φυγόντων εξ Ελλάδος φιλελλήνων και των εν αυτή διπλωματικών πρακτόρων, ο Καποδίστριας απώλεσε τας εν Ευρώπη συμπαθείας. Ως καλός διπλωμάτης ώφειλε να επωφεληθεί μάλλον των ελαττωμάτων του ρωσικού κράτους, εν ώ υπηρέτησεν ή να εξάψη και επαυξήση αυτά· διότι ουδέν είναι ευκολώτερον του να αφοπλίζη τις τους αντιπάλους αυτού ενδίδων και πείθων αυτούς διά των πραγμάτων, διεγείρων δε την φιλοτιμίαν αυτών εις το ορθώς πράττειν, αν δε αποδειχθή εκ των πραγμάτων ότι ούτοι έχουσι δίκαιον να ασπασθή την γνώμην αυτών.
Αλλ' ούτε ο Καποδίστριας ούτε ο Όθων ηθέλησαν να μεταχειρισθώσι το όπλον τούτο, και αν ο Καποδίστριας συνεκάλει τον Απρίλιον του 1828 την Εθνοσυνέλευσιν, αν ο Όθων παρείχε Σύνταγμα ευθύς ως υπεσχέθη, ούτε ο είς θα εδολοφονείτο, ούτε ο Όθων θα εξεθρονίζετο.
Ο Καποδίστριας, άτε Κερκυραίος, οι δε Κερκυραίοι μόλις είχον απαλλαχθή των Βενετών, ότε αυτός εσπούδαζεν εν Ιταλία, δεν εγίνωσκε καλώς την Ελληνικήν: «Ελάλει αλλά δεν έγραφεν Ελληνιστί», ως λέγει ο Σ. Τρικούπης εν τη Ιστορία της Επαναστάσεως και ως επιβεβαιοί και ο Νικόλαος Δραγούμης εν ταις Ιστορικαίς Αναμνήσεσι: «Κατά τους γραμματικούς κανόνας δεν ήτο πάντη άμεμπτος· ό,τι δε επεθύμει να γράψη έγραφεν αυτό γαλλιστί και οι περί αυτόν μετέφραζον αυτό εις την ελληνικήν· και όμως τοιούτος ων περί την ελληνικήν διέτριβε και περί τους αρχαίους Έλληνας συγγραφείς και περί το αναφανέν τότε πρώτον, νυν δε τοιαύτας λαβόν φάσεις γλωσσικόν λεγόμενον ζήτημα εν Παρισίοις, ένθα πρωτηγωνίστουν ο Κοραής, ο Κοδρικάς, ο Οικονόμος, ο Ρίζος Νερουλός, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Νεόφυτος Δούκας, ών ο μεν Κοραής, ως γνωστόν υπερεμάχει της καθομιλουμένης, ο Κοδρικάς της καθαρευούσης, ής χρήσις εγένετο εν τοις Πατριαρχικοίς γραφείοις της Κωνσταντινουπόλεως και τοις ηγεμονικοίς γραφείοις των ηγεμόνων Βλαχίας και Μολδαβίας, ο δε Δούκας της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, ήν αυτός έγραφεν απταίστως, ως έστιν ιδείν εν ταις εκδόσεσι των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Πάντες ούτοι έσχον και τους υπέρ και τους κατ' αυτών, εντεύθεν δ' εγεννήθησαν οι λεγόμενοι Κοραϊσταί, αντικοραϊσταί και υπερκοραϊσταί. Κατά πάσαν πιθανότητα, ως αναφέρει ο Θερειανός, εν τω Αδαμαντίω Κοραή, ο Καποδίστριας έκλινε μάλλον προς τας θεωρίας του Παναγιώτου Κοδρικά, μεθ' ού εν Παρισίοις διατρίβων έλαβε και συνέντευξιν, καθ' ήν περί της γλώσσης ωμίλησαν, τούθ' όπερ βεβαίως πολύ ελύπησε τον Κοραήν. Ο Καποδίστριας και ως ιατρός και ως διπλωμάτης έγραψε διάφορα επί των θεμάτων τούτων έργα, ών τινα μεν εξεδόθησαν, τινά δε ουχί. Εκ των έργων αυτού αναγράφομεν όσα ηδυνήθημεν να περισυλλέξωμεν:
α') Αι Επιστολαί αυτού γαλλιστί το πρώτον εκδοθείσαι εν Γενεύη τω 1839 υπό Ε. A. Betant και είτα ελληνιστί εν Αθήνας εν τέσσαρσι τόμοις τω 1841 υπό Μιχαήλ Γ. Σχινά.
β') Λόγος Επικήδειος εις τον ηγεμόνα Σπυρίδωνα Γεώργιον Θεοτόκην, εν Κερκύρα 1883.
γ') Observations sur l' Etat actuel des îles Ioniennes.
δ') Saggi — sullo Stato de la medicina, chirurgia e farmacia del Jonio (ιδέ Κατάλογον των Υπομνημάτων εις την Ιόνιον Ακαδημίαν από του 1808 — 1812 υπό Ανδρέου Μουστοξύδου εν Πανδώρα τόμω Ζ' (1856) σελ. 297.
ε') Μémoire sur Ali Pacha de Janina (ιδέ Vretos, Notice Bibliographique Τόμ. Α', σελ. 18).
ς') Aperçu de ma carrière publique depuis 1798 jusqu' à 1822, St. Ρétersbourg 1868.
ζ') Περί της αρχής των ατομικών διαφορών του οργανισμού (ιταλιστί).
η') Επί τη περιπτώσει του τοκετού Ισραηλίτιδος γεννησάσης ομού 5 επταμηνιαία τέκνα (ιταλιστί).
θ') Rapport présenté à S. M. L' Empereur Alexandre par S. E. Mr le Comte de Capodistrias sur les Etablissements de Mr de Fellengerg à Hofwill en Octobre 1814 Paris και πλήθος άλλο υπομνημάτων και εκθέσεων διπλωματικών, ών συλλογή επί ταυτώ δεν εγένετο δυστυχώς μέχρι σήμερον.
Τοιαύτη ήτο, εν ολίγοις η βραχυχρόνιος διοίκησις της Ελλάδος υπό του μεγίστου των του ΙΘ' αιώνος Ελλήνων ανδρών Ιωάννου Α. Καποδιστρίου και τοιαύται αι αρεταί και τα μειονεκτήματα αυτού. Νυν δ' ειπόντες και βραχέα τινά περί των πόρων, ούς ως κυβερνήτης της Ελλάδος διέθηκεν υπέρ της αναπτύξεως και βελτιώσεως των κακώς κειμένων, μετά τον οκταετή εκείνον και δεινόν αγώνα, σπεύδομεν να συνεχίσωμεν την μετ' αυτόν ιστορίαν, την ιστορίαν της ελεεινής αναρχίας, ήν άνδρες σπουδαρχίδαι παρεσκεύασαν, ως μη ώφελε, τη μητρί Ελλάδι:
Το όλον των επί της τετραετούς σχεδόν διοικήσεως του Κυβερνήτου σταλέντων αυτώ υπό των συμμάχων Δυνάμεων ποσών συνέκειτο:
Εκ της Γαλλίας . . . . . . . 3,500,000 » Ρωσίας . . . . . . . 3,500,000 » Αγγλίας . . . . . . . . 500,000 ------------- 7,500,000
Το όλον δε των εισπραχθέντων υπό του Κυβερνήτου χρημάτων έχει ούτως:
Εκ της Εθνικής τραπέζης κεφάλαιον . . . . . . . .1,100,000 » χαρτονομισμάτων . . . . . . . . . . . . . . . . . . 500,000 » του κέρδους των αργυρών και χρυσών κοσμημάτων . . . . . . . . . 100,000 » διαφόρων κληροδοτημάτων και προσφορών 600,000 » δανεισθέντων τω έθνει παρά του Κυβερνήτ .800,000 » των προσόδων της χώρας . . . . . . . . . . .14,000,000 ------------- 24,600,000 (96)
Διά του σχετικώς ελαχίστου τούτου χρηματικού ποσού διετήρησεν ο Κυβερνήτης στρατόν εν καλή καταστάσει, ανερχόμενον εις 11,300 άνδρας και είκοσι δύο πλοία καλώς εξηρτισμένα και αξιωματικούς καλώς μισθουμένους. Εάν δ' εις τα υπ' αυτού τελεσθέντα ανά την Ελλάδα έργα απίδωμεν, τότε δικαίως θέλομεν αναφωνήσει ότι περί Καποδιστρίου ήρμοζεν ό,τι έλεγε περί της αρχαίας Ελλάδος ο διασημότατος Γερμανός καθηγητής Κάρολος Φρειδερίκος Χέρμανν: «ότι ουδεμία πώποτε πολιτεία κατώρθωσε διά σμικρών πόρων μείζονα ή όσα η αρχαία Ελλάς» (97).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'. Τα μετά την δολοφονίαν. — Ενέργειαι των αντιπρέσβεων περί της τηρήσεως της ησυχίας. — Άφιξις εκ Τριπόλεως του Κολοκοτρώνη. — Άφιξις των αντιπροσώπων της εν Ύδρα αντιπολιτεύσεως αιτουμένης αμνηστίαν. — Απόρριψις των προτάσεων των αντιπολιτευομένων υπό της τριανδρίας. — Ο Γάλλος και εν μέρει ο Άγγλος αντιπρέσβυς υποστηρίζουσι τους εν Ύδρα. — Παύσις του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ. — Αποστολή πλοίων προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. — Επιστολή μετριόφρων του Ζαΐμη προς τον Κολοκοτρώνην περί συνενώσεως του έθνους. — Αποτυχία της αποστολής. — Αμοιβαίαι συκοφαντίαι Καποδιστριακών και αντιπολιτευομένων. — Οι πληρεξούσιοι. — Έναρξις της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως συνεχιζούσης την προηγουμένην — Παραίτησις Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη — Ο Κωλέττης αρνείται να παραιτηθή. — Συνέλευσις αντεπολιτευομένων. — Ταραχαί εν Άργει. — Φυγή των περί τον Κωλέττην εις Στερεάν Ελλάδα. — Κυβέρνησις της Περαχώρας. — Προκήρυξις Κωλέττη προς τους Έλληνας καλών αυτούς κατά των Καποδιστριακών. — Απειλή εισβολής εις Πελοπόννησον. — Ο Κολοκοτρώνης ετοιμάζει στρατόν κατ' αυτών. — Ματαίωσις της μεσιτείας προς συνδιαλλαγήν. — Εισβολή των Ρουμελιωτών εις Πελοπόννησον. — Κατάληψις Άργους και Ναυπλίου. — Τέλος της εν Ελλάδι διοικήσεως της οικογενείας Καποδιστρίου.
Δυστυχώς μετά τον οικτρόν θάνατον του Καποδιστρίου επήλθε χάος· ουδείς εγίνωσκε τι τέξεται η επιούσα· και αυτοί δ' οι τέως αντιπολιτευόμενοι του Καποδιστρίου κατελήφθησαν υπό τρόμου, καθ' όσον ο λαός φοβούμενος περί της εαυτού σωτηρίας ηγανάκτει κατά των σφόδρα αντιπολιτευομένων των γενομένων κατά το μάλλον ή ήττον αιτίων της δολοφονίας του Καποδιστρίου. Εδείχθησαν μεν καί τινες επιχαίροντες τω θανάτω του Κυβερνήτου είτε πάθους ένεκα πολιτικού, είτε προσωπικού, επί βραχύ ελπίσαντες επί την μέλλουσαν του έθνους και εαυτών ευδαιμονίαν, αλλά τάχιστα απεδείχθη χίμαιρα η ελπίς αυτών. Παρ' άπασι λοιπόν τοις Έλλησιν επεκράτησε το αίσθημα του φόβου, της καταπλήξεως και της αβεβαιότητος του μέλλοντος. Διά του διορισμού της τριανδρίας ικανοποιούντο οι μεν Επτανήσιοι και προ πάντων οι την μνήμην του Καποδιστρίου έχοντες ιεράν οπαδοί της πολιτικής εκείνου επί τω διορισμώ του Αυγουστίνου, όστις, κατά τα φαινόμενα, ηρνείτο να μετάσχη της διοικήσεως, αλλ' εδέξατο μόνον «ίνα μη ματαιωθώσιν, ως είπε, διά μιας οι τοσούτοι αγώνες τον αδελφού μου»· οι δε Πελοποννήσιοι, διότι ο Κολοκοτρώνης είχε μεν εχθρούς, αλλ' ήν ο επισημότατος οπλιτάρχης της Πελοποννήσου· οι δε της εκτός του Ισθμού Ελλάδος, διότι ο Κωλέττης εθεωρείτο ως ευφυέστερος των άλλων. Και οι Υδραίοι αυτοί εφάνησαν διατεθειμένοι να αναγνωρίσωσι την προσωρινήν κυβέρνησιν. Έλεγον δε οι άνθρωποι, αυταρέσκως εαυτούς πείθοντες, ότι η σύνθεσις της τριανδρίας κατήλεγχεν έξοχον πολιτικήν περίνοιαν.
Μετά την δολοφονίαν, ως ην εικός, ο υπουργός των Στρατιωτικών Π. Γ. Ρόδιος φοβούμενος στάσιν στρατιωτικήν έγραψε προς πάντας τους αρχηγούς σωμάτων να φροντίσωσι περί της ευταξίας των υπ' αυτούς ανδρών. Ιδού δε πώς αναγγέλλει τον φόνον και την περί του στρατού επιμέλειαν έν τινι προς τον στρατηγόν Ιωάννην Ράγκον επιστολή:
«Φίλε και αδελφέ!
«Έχασεν η πατρίς τον σωτήρα! έχασεν η Ελλάς τον πατέρα! Εδολοφονήθη μετά πιστολών κατά κεφαλής και μαχαιρών επί κοιλίας από τον Κωνσταντίνον και Γεώργιον Μαυρομιχαλαίους χθες Κυριακήν, μόλις ανατέλλοντος του ηλίου, ότε επάτει το κατώφλιον της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνος.
«Έπεσε πάραυτα κατά γης άλαλος και άφωνος. Ποία θλιβερά Κυριακή! ποίον τάχα τέλος περιμένει την πατρίδα εις τοιαύτας τρικυμίας πολιτικάς της Ευρώπης και εις τοιαύτας ραδιουργίας ολεθρίας τινών Ελλήνων.
«Άλλην θεραπείαν οπωσούν δεν βλέπω παρά την φρόνησιν των στρατιωτικών.
«Προσπαθήσατε, φίλε και αδελφέ, εις την ευταξίαν των στρατιωτικών διότι άλλως χανόμεθα. «Ζητούν να θολώσωσι το νερόν διά να μας καταφάγωσιν οι περί ημάς λύκοι», ως έλεγεν ο μακαρίτης.
«Σας ασπάζομαι.
Ναύπλιον την 28 Σεπτεμβρίου 1831. Π. Γ. Ρόδιος».
Και οι εν Ναυπλίω δ' αντιπρέσβεις Ρωσίας, Αγγλίας και Γαλλίας φροντίζοντες περί της τάξεως κατέλαβον τα φρούρια διά ναυτών. Ο δε Κολοκοτρώνης εν Τριπόλει μαθών τον διορισμόν αυτού δι' ιδιαιτέρου αγγέλματος του κόμητος Αυγουστίνου Καποδιστρίου και διά δύο ταχυδρόμων της κυβερνήσεως αφίκετο (29 Σεπτεμβρίου) μετά σύντονον πορείαν εις Ναύπλιον ηγούμενος 150 ιππέων. Εκ των μελών της τριανδρίας ο μεν Αυγουστίνος, ως εικός, έπνεεν εκδίκησιν κατά των δολοφόνων του αδελφού και των οπαδών εκείνων, ο δε Κολοκοτρώνης συνετός ων συνέστελλε τας ορμάς εκείνου, ο δε Κωλέττης εγίνωσκε ν' αναμένη κρείσσονας περιστάσεις προς εκδήλωσιν των εαυτού πολιτικών φρονημάτων, άτινα ήσαν όλως αντίθεται προς τα των δύο συναρχόντων. Πριν ή συνέλθη η διοικητική επιτροπεία και ρυθμίση τα κατά την διοίκησιν, τάχιστα ήρξατο η κατ' αυτής αντιπολίτευσις. Αφίκοντο (30 Σεπτεμβρίου) εις Ναύπλιον εξ Ύδρας οι απεσταλμένοι της εκεί αντιπολιτεύσεως Μιαούλης, Ζαΐμης και Τρικούπης, φέροντες επιστολήν προς την Γερουσίαν υπογεγραμμένην (29 Σεπτεμβρίου) υπό τριάκοντα πληρεξουσίων, εν ή συν άλλοις υπήρχον και τάδε: «Θέλετε αναγνωρίσει, κύριοι, ότι μόνον οι νομίμως εκλεγμένοι και απαραβιάστως συζητούντες πληρεξούσιοι του έθνους δύνανται ν' αντικαταστήσωσι κατά νομίμους τύπους και δι' εθνικής δυνάμεως την προ μικρού λήξασαν εξουσίαν. Ελπίζομεν δε όχι η Γερουσία οργανισθείσα υπό εκλιπούσης αρχής ως συμβουλευτικόν μόνον σώμα δεν θέλει τολμήσει να υπερβή τον κύκλον των καθηκόντων αυτής, ούτε περιαγάγει ημάς εις την δυσάρεστον ανάγκην να διαμαρτυρηθώμεν κατά τοιαύτης ενεργείας».
Αλλ' η Γερουσία απέκρουσε την πρότασιν των Υδραίων, οίτινες νομίσαντες ότι ο Μιαούλης ην μισητόν πρόσωπον, ως δεινός γενόμενος πολέμιος του Κυβερνήτου, έπεμψαν αντ' αυτού άλλον πληρεξούσιον και απήτησαν παρά της τριανδρίας, ίνα προστεθώσι δύο έτι μέλη εκ της υδραϊκής αντιπολιτεύσεως, δοθή δε πλήρης αμνηστία διά τα πολιτικά εγκλήματα και συγκληθή τάχιστα η εθνοσυνέλευσις εν τόπω ασφαλεί, ής μέλη έμελλον να ώσι και οι εν Ύδρα εβδομήκοντα αντιπρόσωποι, διαταχθώσι δ' ελεύθεραι εκλογαί. Αλλ' αι προτάσεις των Υδραίων απεκρούσθησαν. Οι τρίανδροι δεν ηρκούντο τούτοις μόνοις, αλλ' υπέθαλπον παρά τω λαώ, εκ παντός τρόπου και διά χορηγίας χρημάτων την οργήν κατά των οπωσδήποτε συντεινάντων εις την κατά του Κυβερνήτου αντιπολίτευσιν και εις τον φόνον, εν οίς περιελαμβάνοντο και οι Υδραίοι και μάλιστα ο Μιαούλης και τάλλα μέλη της εν Ύδρα «συνταγματικής επιτροπής». Ταύτα εκίνουν την χολήν Υδραίων και των συνταγματικών των αντιπολιτευσαμένων εν γένει τη τε κυβερνήσει του Καποδιστρίου και νυν τη της τριανδρίας. Την των Ελλήνων διαμάχην των τε συμπολιτευομένων υπέθαλπον και οι εξωτερικοί, εξ ών οι μεν Ρώσοι συνετάσσοντο τη τριανδρία, οι δε Γάλλοι και εν μέρει οι Άγγλοι τη αντιπολιτεύσει, εφ' ώ τόσον εξωργίσθη ο κούφος και ευόργητος Αυγουστίνος· ώστε έπαυσε της αρχηγίας του ελληνικού στρατού τον Γάλλον στρατηγόν Ζεράρ επί τη προφάσει ελλείψεως χρημάτων, ην προέβαλε τω στρατηγώ Γκεενέκ προς αιτιολογίαν της παύσεως· αλλ' ο γινώσκων το αληθές αίτιον στρατηγός αμέσως ανεκάλεσε πάντας τους Γάλλους αξιωματικούς εκ του ελληνικού στρατού. Η δε τριανδρία ένθεν μεν εκ παντός τρόπου ησχολείτο να διατηρή ακμαίαν παρά τω λαώ την λύπην επί τη απωλεία του φιλοστόργου πατρός, του σωτήρος, του ευεργέτου του ελληνικού έθνους και προς τούτο διέταξεν έξ εβδομάδων πένθος παρά πάσαις ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρχαίς, εξοπλίσασας δε τα ολίγα της κυβερνήσεως πλοία εξαπέστειλε (3 Οκτωβρίου) υπό την οδηγίαν των Μεταξά, Τσαμαδού, Χρυσογέλου και Παξιμάδη προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. Μάτην οι μετριοφρονέστεροι των αντιπολιτευομένων απετάθησαν προς άλλους φίλους της τριανδρίας και προς τον συνετόν Θεόδωρον Κολοκοτρώνην συμβουλεύοντες αυτώ μετριότητα, και μάλιστα ο Ανδρέας Ζαΐμης, όστις έγραφε τη 5 Οκτωβρίου προς τον Κολοκοτρώνην τάδε:
Κύριε,
«Ανάρμοστον εις την περίστασιν ταύτην το να επέμβω εις την ανάπτυξιν παρελθόντων πραγμάτων, όλοι γνωρίζομεν πώς αυτά διέτρεξαν· περιορίζομαι λοιπόν, κινούμενος από πατριωτισμόν και από ιδιαιτέραν υπόληψιν, την οποίαν πάντοτε εφύλαττον προς τον εαυτόν σας, να σας ειπώ μόνον περί των τωρινών.
«Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος δεν είναι πλέον εις τον κόσμον (αξιοθρήνητος κατ' αλήθειαν η στέρησίς του). Έχων αξιότητα έξοχον και αυτός ήτον εκείνος, όστις ηδύνατο να ανακαλέση την ησυχίαν, αλλ' ως είπον, εξέλειπεν. Αν επιμείνωμεν να διατηρήσωμεν την επικρατούσαν διαίρεσιν, κατ' εμήν ιδέαν, αλλοίμονον και εις ημάς και εις την πατρίδα.
«Πολύ εξαρτάται από τον εαυτόν σας, κύριε Κολοκοτρώνη, το να ενεργήσητε να ενωθή το έθνος δι' ενός εντίμου συμβιβασμού, διά να διαφυλάττη την αυτονομίαν του, και να στερεωθή, υπό πατρικήν κυβέρνησιν.
«Καιρός δεν είναι ούτε να μας φοβερίσητε, ούτε να σας φοβερίσωμεν· καιρός είναι να προλάβωμεν τον εμφύλιον πόλεμον, ο οποίος θα ετοιμάση την καταστροφήν μας. Συγχωρήσατέ μου το θάρρος και δεχθήτε την βεβαίωσιν της υπολήψεώς μου, μεθ' ής υποσημειούμαι.
1831 Οκτωβρίου 5 εξ Ύδρας.
Εις τας προσταγάς σας Ανδρέας Ζαΐμης.
Αλλά και του Ζαΐμη η μετριότης απέβη ματαία. Τα κόμματα εμαίνοντο κατ' αλλήλων. Επικειμένης δε της συνόδου της εθνοσυνελεύσεως εκατέρα των πολιτικών φατριών ηγωνίζετο όπως έχη την πλειονοψηφίαν· πολύν χρόνον κατέτριψαν ερίζοντες περί αποδοχής ή μη εν τη συνελεύσει των εν Ύδρα συνελθόντων πληρεξουσίων.
Αμοιβαίαι συκοφαντίαι διεδίδοντο περί των αθεμίτων σκοπών εκατέρας των φατριών. Και η μεν τριανδρία ήθελε το Άργος ως τόπον της συνόδου της Εθνοσυνελεύσεως, οι δ' αντιπολιτευόμενοι απέκρουον αυτό ως όν υποχείριον τη κυβερνήσει· αγών μέγας ήρξατο περί του τρόπου της εξελέγξεως των εκλογών, άλλων άλλα βουλομένων και προτεινόντων. Επί τέλους υπερίσχυσεν η τριανδρία και συνέστη εξελεγκτική επιτροπεία εκ Γερουσιαστών, ήτις απέκλεισε τους Υδραίους πληρεξουσίους, οίς ουδέ την εμφάνισιν καν επέτρεψεν εν τη συνελεύσει· αποπειραθέντας δε ναποβιβασθώσιν εις τους Μύλους του Ναυπλίου ηνάγκασε, διά της βίας, να επιβιβασθώσιν αύθις εις τα πλοία· οι δε Μανιάται πληρεξούσιοι οι μη έχοντες διαβατήρια συνελήφθησαν και απεκλείσθησαν. Ούτως οι συμπολιτευόμενοι εφαίνοντο κατά πάντα ισχυρότεροι και η τριανδρία παντοδύναμος. Αλλά την φαινομενικήν ταύτην παντοδυναμίαν επέπρωτο να διαλύση εντός μικρού ο έτερος αυτής παράγων, ο Ιωάννης Κωλέττης, όστις καθ' όν χρόνον ο Αυγουστίνος κατεδίωκε πάντα αντιπολιτευόμενον, συμπράττοντος και του Κολοκοτρώνη, αυτός απεδοκίμαζε μεν τας πράξεις ταύτας, αλλ' υπείκεν εξ ανάγκης τη πλειονοψηφία των δύο άλλων της τριανδρίας μελών. Ούτω πράττων ο Κωλέττης, έτυχε της επιδοκιμασίας των αντιπρέσβεων Γαλλίας και Αγγλίας, έπειτα δε κατώρθωσε να συναθροίση περί εαυτόν πολλούς πληρεξουσίους επιδοκιμάζοντας τα πολιτικά αυτού φρονήματα και αποδοκιμάζοντας τα του Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη. Εκ των συνελθόντων 236 πληρεξουσίων, 146 ήσαν Καποδιστριακοί και 90 αντιπολιτευόμενοι, εξ ών οι της δυτικής Ελλάδος ήθελον την ανατροπήν της τριανδρίας πολεμούντες, προ πάντων, τον Αυγουστίνον και τους υπερμάχους εν γένει του πολιτικού συστήματος του Καποδιστρίου. Πρώτη δ' αφορμή εγένοντο οι ένοπλοι ακόλουθοι των της δυτικής Ελλάδος πληρεξουσίων, ών έκαστος ητήσατο υπέρ των εαυτού παρά της κυβερνήσεως τα της συντηρήσεως· προς δε τούτοις απήτουν οι οπλιτάρχαι ούτοι πληρεξούσιοι τους καθυστερουμένους αυτών μισθούς και άλλοι άλλας αποζημιώσεις, οι μεν δικαίας, οι δε παραλόγους.
Και ο μεν Αυγουστίνος μετά του Κολοκοτρώνη διαρρήδην απέκρουον πάντα τα αιτήματα αυτών, ο δε Κωλέττης ενεφανίσθη θερμότατος υπερασπιστής αυτών. Ούτω δε ενεργών επεσπάσατο πάντας τους οπλιτάρχας πληρεξουσίους της δυτικής Ελλάδος και τους οπλίτας αυτών ανερχομένους σύμπαντας περί τους 800, και εσχημάτισε ισχυράν και επικίνδυνον αντιπολίτευσιν κατά των Καποδιστριακών. Η αντιπολίτευσις αύτη επιτηδείως ανέλαβεν υπό την προστασίαν αυτής πάντα οπωσδήποτε αντιπολιτευόμενον τη τριανδρία μεν κατά το φαινόμενον, πράγματι δε τοις περί τον Αυγουστίνον και Κολοκοτρώνην, μάλιστα δε τους καταδιωκομένους Υδραίους πληρεξουσίους· εκ τούτου δ' ωνομάσθησαν ούτοι ως υπερασπισταί των «συνταγματικών», «συνταγματικοί πληρεξούσιοι». Επειδή δε η εξελεγκτική επιτροπεία της συνελεύσεως απέρριψε την αίτησιν αυτών υπέρ των Υδραίων, ούτοι συνήλθον τη 18 Νοεμβρίου 1831 και συνυπέγραψαν δήλωσιν, εν ή υπισχνούντο «την νόμιμον και πατριωτικήν κατά της κυβερνήσεως αντίστασιν», ειλικρινή σύμπραξιν, συγκρότησιν εξελεγκτικής επιτροπείας εξ αυτής της συνελεύσεως ειλημμένης και φρουράς εκ τε των εκτός του Ισθμού και εντός αυτού Ελλήνων ως και επί της εν Τροιζήνι συνελεύσεως και συνταγματικόν πολίτευμα, καθ' ό έμελλον να ρυθμισθώσι τα της πολιτείας, εκλογών, δικαιωμάτων των αγωνισαμένων και των πολιτών εν γένει, κλήρου, εκκλησίας, αποζημιώσεων, αμοιβών, διανομής εθνικών γαιών, εκλογής ηγεμόνος, ιδρύσεως προσκαίρου κυβερνήσεως μέχρι της αναρρήσεως του εκλεχθησομένον ηγεμόνος. Εν τέλει δ' εδηλούτο, ότι πας ός αν μεταβάλει γνώμην, έσται άτιμος και στηλιτευμού άξιος.
Τούτων γενομένων προ της ενάρξεως της συνελεύσεως υπό του Κωλέττη, ο Αυγουστίνος και ο Κολοκοτρώνης κατενόησαν οποία τις έμελλε να η η αντιπολίτευσις αύτη εν τη Εθνοσυνελεύσει· διό και πριν ή αύτη καταστή φοβερωτέρα, επέσπευδον την, ως τάχιστα, έναρξιν αυτής, ήν προυκήρυξαν διά την 5 Δεκεμβρίου 1831 διά τοιχοκολλήσεων.
Οι αντιπολιτευόμενοι όμως απέσπασαν την προκήρυξιν και παντοίας ύβρεις εξετόξευσαν κατά του Αυγουστίνου, ως θέλοντος να υποδυθή πρόσωπον τυράννου, και ότι καλόν θα ήτο να ανεχώρει εγκαίρως διά την Κέρκυραν. Αλλ' η προσωρινή κατοχή της υπάτης αρχής, το παράδειγμα του αδελφού αυτού και αι εισηγήσεις των Ρώσων είχον τοσούτον ήδη μεθύσει τον κόμητα Αυγουστίνον, ώστε σπουδαίως εσκέπτετο να καταστήση διά πραξικοπήματος διαρκή την αρχήν αυτού, και να κατορθώση όπως εκλεγή ισόβιος Κυβερνήτης της Ελλάδος. Ότε δε φανερόν αυτώ εγένετο, ότι οι Ρουμελιώται ούτε δι' απειλών, ούτε διά σαγηνευτικών υποσχέσεων, ούτε διά χρημάτων επείθοντο να συνταχθώσιν αυτώ, αλλ' ότι ητοιμάζοντο τουναντίον εις ένοπλον αντίστασιν, ήνοιγον πολεμίστρας εις τους τοίχους των οικιών, και παρεσκεύαζον αντισυνέλευσιν, διέταξε να στηθώσι τηλεβόλα, να κατασκευασθώσιν οχυρώματα, περί το κατάστημα της Συνελεύσεως και να γείνη έναρξις αυτής. Επί τούτω δε οι Καποδιστριακοί πληρεξούσιοι κατά την ορισθείσαν (5 Δεκεμβρίου) ημέραν, 146 τον αριθμόν, τη πρωία μετέβησαν εις τον ναόν της Παναγίας, έδωκαν τον νενομισμένον όρκον· περί δε την μεσημβρίαν υπό συνοδίαν πεζών τε και λογχοφόρων ιππέων, ών ηγείτο ένοπλος ο Κολοκοτρώνης επ' ώμου φέρων το πυροβόλον και πάνοπλος και περιστοιχιζόμενος υπό εκατοντάδος οπλιτών, ως ουραγός δ' είπετο ο στρατηγός Τσαβέλλας πολλών και αυτός ηγούμενος στρατιωτών, μετέβησαν εις το σχολείον του Άργους, εν ώ έμελλε να συνεδριάζη η Εθνοσυνέλευσις, ού τα πέριξ κατέλαβον, εξέλεξαν πρόεδρον τον Δ. Τσαμαδόν, αντιπρόεδρον δε τον Λάμπρον Νάκον (98).
Μετά δύο ημέρας (7 Δεκεμβρίου) ο Αυγουστίνος εκήρυξε την έναρξιν της Εθνοσυλεύσεως και ανέγνω επίσημον λόγον προς τους πληρεξουσίους ειπών: «Τα πένθιμα σημεία, τα οποία φορείτε όλοι, τα κατηφή πρόσωπά σας και οι ατενίζοντες εις το ιερόν τούτο της Πατρίδος βήμα οφθαλμοί σας αποδεικνύουν, ότι επιθυμείτε να ίδητε το πρόσωπον και να ακούσητε την φωνήν εκείνου, όστις σας συνεκάλεσεν εις συνέλευσιν, του Κυβερνήτου λέγομεν, της Ελλάδος. Δεν είνε πλέον εις τον κόσμον. Αντ' αυτού δε τι βλέπετε; Τρία άτομα, την σκιάν μόλις παρασταίνοντα του αειμνήστου εκείνου. Αλλά θαρσείτε· επί της σκιάς ταύτης ίσταται η πάνσεπτος εικών του Σωτήρος Χριστού. Εις αυτόν αναβλέψατε». Είτα δε ωμίλησε περί του εαυτού διορισμού: της «κυβερνητικής εκείνης σκιάς», περί των νομίμως υπό της νομίμου γερουσίας πεπραγμένων, περί των ευχαριστηρίων αναφορών του λαού, δι' ών επεδοκιμάζοντο τα γεγενημένα υπό τε της Γερουσίας και αυτού, περί προόδου της χώρας και ησυχίας, περί δικαιοσύνης, γεωργίας, περί αυξήσεως των αιγών και προβάτων και βοών, περί διανομής γαιών, περί δημοσίας πίστεως, περί ομονοίας και ευημερίας, περί ευαρέστου καταστάσεως του στρατού, περί σχολείων κτλ.
Είτα κατέκρινε τους μη ακολουθούντας τη πολιτική της Ρωσίας, ήτις εκθύμως υπεστήριζε την πολιτικήν των οπαδών του Καποδιστρίου, ειπών: «Το σέβας και η ευγνωμοσύνη, τα οποία χρεωστεί η Ελλάς προς την Ρωσίαν, παραλόγως παρεγνωρίσθησαν. Τούτο μαθών ο αυτοκράτωρ ελυπήθη· δικαίως. Αλλ' όμως η μεγαλειότης του διεκήρυξεν ότι δεν αναγνωρίζει ως Έλληνας τους όσοι δεν ευλαβήθησαν να χύσουν ρωσικόν αίμα. Το τόλμημα, εις το οποίον οι εν Ύδρα υπέπεσαν, ουδαμώς πορεί του λοιπού να μεταβάλει την μέριμναν, την οποίαν η Α. Μ. ευαρεστείται να αφιεροί εις σωτηρίαν της Ελλάδος». Ταύτα ειπών κατέθεσεν αμέσως δι' εαυτόν και διά τον Κολοκοτρώνην εξουσίαν, ήν έδωκεν αυτοίς η Γερουσία.
Η Εθνοσυνέλευση αποδεξαμένη την παραίτησιν αυτών εξέφρασε τη 15 Δεκεμβρίου, δι' εγγράφου του προέδρου αυτής Τσαμαδού προς τον Κολοκοτρώνην την ευγνωμοσύνην αυτής επί τη φιλοπατρία, ήν επεδείξατο διά της αποχωρήσεως και επί τω νοήμονι ζήλω και δεξιότητι, ήν ανέπτυξεν ως μέλος της τριανδρίας. Αλλ' επειδή ο Κωλέττης ηρνείτο να παραιτηθή την εξουσίαν, η συνέλευσις έπαυσεν αυτόν τε και τον Κολοκοτρώνην και διώρισε τον Αυγουστίνον Προεστώτα της Ελλάδος.
Εκατόν τεσσαράκοντα και έξ πληρεξούσιοι υπέγραψαν δήλωσιν, δι' ής ανετίθετο τω Αυγουστίνω η κυβέρνησις της Ελλάδος, μέχρις ού το σύνταγμα ήθελε καθορίσει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας. Την τοιαύτην δε δήλωσιν ετοιχοκόλλησαν ανά την πόλιν. Οι αντιπολιτευόμενοι όμως απεκώλυσαν την τοιχοκόλλησιν των κυβερνητικών προκηρύξεων, δι' ών ηγγέλλετο ο διορισμός του Αυγουστίνου. Οι συμπολιτευόμενοι επέμενον. Τότε επήλθε συμπλοκή Ρουμελιωτών στρατιωτών και των του Τσαβέλλα. Οι κάτοικοι διεσκορπίσθησαν εις Ναύπλιον, Κόρινθον και Τρίπολιν· η Εθνοσυνέλευσις απέδρα εις Ναύπλιον, ένθα συμβούλιον εγένετο παρά τω Αυγουστίνω του Κολοκοτρώνη, Τσαβέλλα, Ροδίου και Ρίκορδ, εν ώ απεφασίσθη να προσβληθώσιν οι εν Άργει αντιπολιτευόμενοι πριν ή έλθωσι και οι Υδραίοι και οι Μανιάται. Και πράγματι τη επαύριον, 9 Δεκεμβρίου, οι κυβερνητικοί στρατοί προσέβαλον υπό τον Ρώσον Ρογκώφ άγοντα τέσσαρα τηλεβόλα τους Ρουμελιώτας· ουδέν δ' όμως δυνηθέντες να πράξωσι κατ' αυτών ελαφυραγώγησαν την αγοράν της πόλεως και οικίας. Ευτυχώς ο Στράτφορδ Κάννιγκ πρεσβευτής της Αγγλίας παρά τη Πύλη διερχόμενος διά Ναυπλίου εις Κωνσταντινούπολιν, προκειμένου περί των ορίων της Ελλάδος, παρενέβη. Αλλά και η παρέμβασις αυτού ούτως ουδόλως ωφέλησε· διότι ο Αυγουστίνος πιστεύων ότι η κυβέρνησις αυτού ην ισχυρά συνέστησε Στρατοδικείον υπό τον οπλιτάρχην Ιωάννην Ράγκον, όπως τουφεκίσωσιν όσους αν Ρουμελιώτας αιχμαλωτίσωσι τα κυβερνητικά στρατεύματα· περιεκύκλωσαν οι κυβερνητικοί στρατοί τους Ρουμελιώτας εν ταις σκηναίς αυτών όπως αναγκάσωσιν εις παράδοσιν· προσέβαλον αίφνης αυτούς, ενώ ο Τσουρτς διεπραγματεύετο αποσταλείς υπό του Κάννιγγος περί συνδιαλλαγής μετά του Κωλέττη.
Οι Ρουμελιώται, γενομένης ανακωχής, απεχώρησαν εις Κόρινθον και Μέγαρα συμπαρακολουθούντων και 60 αντιπολιτευομένων πληρεξουσίων· εστρατοπέδευσαν δ' εν Περαχώρα (αρχαία Περαία) επί της ομωνύμου και εις τον Κορινθιακόν κόλπον εισεχούσης χερσονήσου της καταληγούσης εις το ακρωτήριον ο Άγιος Νικόλαος διώρισαν κυβερνητικήν επιτροπείαν εκ του Κωλέττη και των απόντων Ζαΐμη και Κουντουριώτου και ήρξαντο στρατολογούντες ίνα εκστρατεύσωσι κατά της κυβερνήσεως του Αυγουστίνου Καποδιστρίου. Ούτος δε, εν τούτω, διά προκηρύξεως της 10 Ιανουαρίου 1832 εκήρυξε τους γερουσιαστάς Ι. Κωλέττην, Τάτσην Μαγγίναν, Ζ. Γρηγοράκην και Πανούτσον Νοταράν ενόχους εσχάτης προδοσίας, οίτινες, ει μη προσήρχοντο εντός 12 ημερών, όπως δικασθώσιν υπό τακτικού δικαστηρίου έμελλον να στερηθώσι των πολιτικών αυτών δικαιωμάτων και αποκηρυχθώσιν ως άτιμοι και λησταί. Αλλ' οι αντιπολιτευόμενοι αντεκήρυξαν ότι συνέστη αντικυβέρνησις, ως πολιτικόν πρόγραμμα έχουσα το σύνταγμα, ούτινος θερμοί οπαδοί ήσαν συν τοις άλλοις ο Κώστας και Νότης Μπότσαρης, ο Τσόγχας, Κριεζώτης, Θεόδωρος Γρίβας, οι Υδραίοι και άλλοι νησιώται και οι Μανιάται. Οι τε συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι ήσαν λίαν εξημμένοι· μάτην εγένετο απόπειρά τις συμβιβασμού ενεργεία του Στράτφορδ Κάννιγγ, προς ό συνήλθον εν Λουτρακίω, αρχομένου Ιανουαρίου 1832 εκ μεν των συμπολιτευομένων ο Πλαπούτας, Νικήτας, Παπαδόπουλος και οι δύο Γιατράκαι, εκ δε των αντιπολιτευομένων ο Κ. Μπότσαρης, ο Δυοβουνιώτης, ο Μαγγίνας, ο Ζέρβας και ο Βαλτινός. Οι της αντιπολιτεύσεως πληρεξούσιοι δι' εγγράφου υπογεγραμμένου υπό του προέδρου αυτών Κ. Νοταρά, δυσπιστούντες εκ των προτέρων, είχον μεμφθή τοις εκ Ναυπλίου απεσταλμένοις επί ελλείψει συνδιαλλακτικού πνεύματος, κατηγορούντες αυτών ότι ήθελον να γεννήσωσι διχόνοιαν και διάστασιν. Απήτησαν δε, όπως οι πληρεξούσιοι πάντες, φιλονεικούμενοι και μη, εκλέξωσιν ευθύς μετά την συνέλευσιν αυτών πενταμελή ή επταμελή εξ αυτοχθόνων διοικητικήν επιτροπήν, ήτις να κυβερνήση μέχρι της αποφάσεως νομίμως συγκροτηθείσης Εθνοσυνελεύσεως. Εν τη απαιτήσει ταύτη περιείχετο σιωπηρώς η υπό του κόμητος Αυγουστίνου παραίτησις της εξουσίας. Ούτω δε οι συνελθόντες απεσταλμένοι διελύθησαν άπρακτοι, εξ ού εγεννήθη κατ' ολίγον ο εμφύλιος πόλεμος. Επειδή δε οι Ρουμελιώται ητοιμάζοντο να εισβάλωσιν εις Πελοπόννησον, η Κυβέρνησις ανέθηκε τω Κολοκοτρώνη (4 Ιανουαρίου 1832) ίνα στρατολογήση 4.000 ευζώνων εν Πελοποννήσω και αποτελέση δέκα τάγματα, ορίσασα μηνιαίον μισθόν 1000 φοινίκων τω αρχιστρατήγω Κολοκοτρώνη και αναλόγους χορηγίας τοις υπασπισταίς αυτού και γραμματεύσιν. Ο Κωλέττης διεμαρτυρήθη επισήμως δι' εγγράφου απευθυνομένου προς τους διοικητάς των στόλων κατά της εκλογής του κόμητος Αυγουστίνου ως Κυβερνήτου· ο δε ναύαρχος Ρίκορδ έκρινεν, ότι το κάλλιστον ήτο να επιστραφή το έγγραφον εκείνο, ένεκα της θρασύτητος του περιεχομένου αυτού, προς τους αντάρτας, «οίτινες κατεδείκνυον και κατά το νέον έτος οποίαν και κατά το παλαιόν ιταμότητα». Οι αντικυβερνητικοί, ουδαμώς απελπίσαντες, συνελθόντες εν Μεγάροις ανεκοίνωσαν τη 12 Ιανουαρίου 1832 προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων και τους ναυάρχους την σύστασιν της αντικυβερνήσεως και της αντισυνελεύσεως. Ενώ δ' εκατέρα των κυβερνήσεων της Ελλάδος ητοιμάζετο προς καταστροφήν της άλλης και ο εμφύλιος πόλεμος ην επί θύραις, κατέφθασε, Φεβρουαρίου λήγοντος, το της εν Αγγλία συνόδου πρωτόκολλον (26]7 Ιανουαρίου 1832), δι' ού οι αντιπρέσβεις των τριών Δυνάμεων ηναγκάσθησαν να υποστηρίξωσι τον Αυγουστίνον. Συνεβούλευσαν όμως συγχρόνως αυτόν να κηρύξη αμνηστίαν υπέρ των αντιπολιτευομένων, πλην των συνενόχων «του φόνου του Κυβερνήτου».
Ο Αυγουστίνος υπακούσας εξήρεσε της αμνηστίας τους συνενόχους του φόνου του αδελφού Καποδιστρίου και πάντας τους οπωσδήποτε κατηγορηθέντας ενώπιον των δικαστηρίων ή καταδικασθέντας, εξέδωκε διαταγάς προς τους υπαλλήλους του Κράτους ίνα μη δέχωνται υδραϊκά πλοία, μηδέ χορηγώσιν αυτοίς ναυτιλιακά έγγραφα, τα δε υπάρχοντα ν' αφαιρώσιν. Εντεύθεν ου μόνον ειρήνη δεν επήλθε μεταξύ των Ελλήνων και προ πάντων των αντιπολιτευομένων Υδραίων και της αντικυβερνήσεως και των οπαδών αυτής και του Αυγουστίνου, αλλά τουναντίον χάσμα μέγα διηνεώγη. Και οι μεν δημογέροντες της Ύδρας Κουντουριώτης, Βουδούρης, Βούλγαρης και Κριεζής απέστειλαν (21 Φεβρουαρίου 1832) προς τους ναυάρχους έγγραφον, εν ώ ελέγοντο τάδε:
«Μετά βαθυτάτης λύπης ανακοινούμεν υμίν έγγραφον, ότι η υμετέρα απόφασις ου μόνον δεν επέτυχε του παρ' υμών σκοπουμένου, αλλά και παρήγαγε δυστυχώς αντίθετα όλως αποτελέσματα. Η εν Ναυπλίω παράνομος εξουσία ερμηνεύσασα την απόφασιν υμών κατά τας επιθυμίας της, απεθρασύνθη και μη βλέπουσα ενεργόν τινα δύναμιν δυναμένην να χαλινώση τας ολεθρίας αυτής προθέσεις εξέδωκε διαταγάς προς τους υπαλλήλους αυτής, όπως μη δέχωνται πλέον υδραϊκά πλοία, αφαιρώσι δ' αυτών τα έγγραφα, ώστε να καταστραφή το εμπόριον της ημετέρας νήσου. Αι οσημέραι αύξουσαι ανάγκαι κατοίκων πεινώντων και στερουμένων των ειρηνικών αυτών πόρων επιβάλλουσιν ημίν το καθήκον, κύριοι ναύαρχοι, να ανακοινώσωμεν υμίν, ότι, αν δεν επιτρέψητε εις την ημετέραν νήσον να εκπέμψη τα πολεμικά της πλοία, όπως περιστείλη τας εχθρικάς ενεργείας της εν Ναυπλίω εξουσίας και προστατεύση το εμπόριον του Υδραϊκού λαού ή δεν ενεργήσητε εν τη υμετέρα φρονήσει, όπως καταστώσι σεβαστά τα παρά της ημετέρας κοινότητος εκδιδόμενα ναυτιλιακά έγγραφα, ουδεμίαν παρέχομεν ασφάλειαν, ότι δεν θέλουσι συμβή δυστυχήματα, άτινα ούτε να παρακωλύσωμεν, ούτε να προλάβωμεν δυνάμεθα. Ελπίζομεν ότι ημείς, ναύαρχοι της υψηλής συμμαχίας, οίτινες απαύστως μεριμνάτε περί του αγαθού της Ελλάδος, δεν θέλετε ανεχθή επί πλέον την διαγωγήν της εν Ναυπλίω εξουσίας, διαγωγήν στερούσαν τον Υδραϊκόν λαόν των μέσων της υπάρξεώς του και συνταράττουσαν το εμπόριον και την ναυτιλίαν και ότι η υμετέρα φρόνησις θέλει εξαλείψει πάσαν αφορμήν μελλόντων δυσαρέστων αποτελεσμάτων».
Ο δε Κωλέττης εκ Μεγάρων ως επίμετρον της αγανακτήσεως των αντιπρέσβεων εδημοσίευσε την προκλητικήν τήν δε προκήρυξιν προς τους Έλληνας:
Έλληνες!
«Έξ χιλιάδας επιλέκτους στρατιώτας μετρεί σήμερον η εθνική σας κυβέρνησις· εντός ολίγων ημερών θέλει μετρεί δέκα, και όλοι με μίαν ψυχήν και με έν φρόνημα κινούνται διά να καταργήσουν την βίαν και να ενθρονίσουν τους νόμους.
«Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως παραβιαστής των νόμων, άρπαξ της υπερτάτης αρχής και πρωταίτιος του εκραγέντος εμφυλίου πολέμου, κατέστη μόνος του υπόδικος. Οι νόμιμοι πληρεξούσιοι του έθνους μετά το υπ' αριθ. 19 β' ψήφισμα τον παραδίδουν εις τα ανήκοντα δικαστήρια, και την ηρπαγμένην του αρχήν προσκαλούν τους Έλληνας παντού να την αποκρούσουν.
«Όστις των υπαλλήλων του Κράτους μετά την δημοσίευσιν της παρούσης εξακολουθεί οποιανδήποτε σχέσιν μετά της εν Ναυπλίω καταχθονίου φατρίας, και δεν φροντίση να αντικρούση την ηρπαγμένην αρχήν του Αυγουστίνου, υπόκειται εις ευθύνην.
Έλληνες!
«Το φρόνημά σας μη το πνίγετε πλέον· οι αστυνόμοι της παρανομίας και οι κατάσκοποι του σκότους δεν έχουν πλέον ύπαρξιν.-Εν ολίγοις μας έχετε εις το μέσον σας. Το οικοδόμημα της φατρίας του Ναυπλίου εδανείσθη την ύλην από τον δόλον, από το ψεύδος και από την πλάνην. Ογλήγορα πίπτει και συντρίβεται. Το ψεύδος έμπροσθεν της αληθείας διαλύεται ως η χιών έμπροσθεν του ηλίου»!
Την μέλλουσαν εμφύλιον στάσιν λαβόντες προ οφθαλμών οι αντιπρέσβεις τη 16 Φεβρουαρίου, συνεβούλευσαν τω Αυγουστίνω διά κοινής διακοινώσεως επιείκειαν, μετριοπάθειαν και αμεροληψίαν.
Ούτως εχουσών των φατριών εν Ελλάδι, το εν Λονδίνω συνέδριον των διπλωματών έσπευσε να ρυθμίση ως τάχιστα τα των Ελλήνων, όπως μη ο εμφύλιος πόλεμος κατερημώση την μόλις αναγεννηθείσαν Ελλάδα, ήν η δολοφονία του Καποδιστρίου ενέρριψεν εις την αναρχίαν, εξ ής προήλθεν η διετής εκείνη περίπου χαώδης της Ελλάδος κατάστασις. Σύμφωνος προς την διπλωματίαν ήτο και η γνώμη των Ελλήνων, οίτινες μη ιδόντες τους πόθους αυτών πληρουμένους μετά τον του Κυβερνήτου φόνον, ησθάνθησαν την ανάγκην συνεκτικού τινος βραχίονος, στιβαράς τινος χειρός, την ανάγκην Βασιλέως, όστις, εκ ξένου έθνους λαμβανόμενος και ουδεμίαν διαφοράν ή εύνοιαν προς τούτον ή εκείνον έχων, να διοικήση την αποκαταστάσαν ελευθέραν Ελλάδα, και να προαγάγη αυτήν εις την σταδιοδρομίαν του πολιτισμού και της ευημερίας, κατά τας αρχάς της μεγάλης εκείνης κοινωνικής μεταβολής, ήτις καλείται Γαλλική Επανάστασις. Ο ήδη και πρότερον, ως είπομεν, κληθείς Πρίγκηψ Λεοπόλδος του Σαξ-Κοβούργου (διάγγελμα της 23 Ιουλίου 1830 προς τας προστάτιδας Δυνάμεις διά της Γερουσίας, και πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830), ως «ηγεμών κυρίαρχος της Ελλάδος», επεθυμών, ως είπομεν, όσον το δυνατόν, μεγαλειτέρας εδαφικάς υπέρ της Ελλάδος παραχωρήσεις και μεγαλειτέρας εγγυήσεις, υποβαλών εκ Κλαρμοντίου πέντε αιτήσεις προς τας προστάτιδας Δυνάμεις και μη γενομένας δεκτάς, ηναγκάσθη εκ Μάλβουργ-Χάους να γράψη εις απάντησιν του Πρωτοκόλλου της 8 Φεβρουαρίου, τη 3)15 Μαΐου 1830, ότι άνευ των υποδεικνυομένων τροποποιήσεων ηδυνάτει να λάβη το στέμμα της Ελλάδος· επειδή δε αι ευεργέτιδες Δυνάμεις προς το έγγραφον τούτο του πρίγκηπος αντέταξαν, ότι ή τε Τουρκία και η Ελλάς απεδέξαντο τους όρους του Πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, ο Λεοπόλδος ηναγκάσθη πλέον να απευθύνη αυτοίς εν μακρώ εγγράφω χρονολογουμένω από 9)21 Μαΐου του αυτού έτους την από του θρόνου της Ελλάδος παραίτησιν αυτού. Εντεύθεν δε αποτυχόντος του σχεδίου της βασιλείας του Λεοπόλδου, αι Δυνάμεις εσκέπτοντο περί νέου μνηστήρος του Στέμματος της Ελλάδος. Περί πολλών ηγεμόνων εγένετο λόγος, ών οι μεν ερωτηθέντες απέκρουσαν το Ελληνικόν στέμμα, οι δε εδίσταζον: ο Αιμίλιος της Έσσης-Δαρμστάτης, ο Γουλιέλμος και Φρειδερίκος της Πρωσσίας, οίτινες ηρνήθησαν· ως και ο δουξ της Ρεϊχστάτης· ο δε Παύλος της Βυρτεμβέργης και ο Φρειδερίκος της Ολλανδίας ηβούλοντο μεν, δεν είχον δε πλειονοψηφίαν υπέρ εαυτών. Επίσης υποψήφιοι ήσαν και οι Γάλλοι Ορλεανίδαι. Τέλος μετά πολλάς διαπραγματεύσεις εξελέγη διά Πρωτοκόλλου των τριών ευεργετίδων Δυνάμεων προτάσει της Γαλλίας ο Όθων, δευτερότοκος υιός του βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Το Πρωτόκολλον τούτο υπεγράφη εν Λονδίνω τη 1)13 Φεβρουαρίου 1832 μεταξύ των ευεργετίδων Δυνάμεων εν ώ ελέγετο ότι υποδεικνύουσι: «την Α. Β. Υ. τον πρίγκηπα της Βαυαρίας Όθωνα, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας, πρίγκηπα όστις εν ταις παρούσαις περιστάσεσι φαίνεται συνενών τας επιθυμητάς ιδιότητας υπέρ πάντα άλλον υποψήφιον». Η εκλογή αύτη επεκυρώθη υπό των αντιπροσώπων του Ελληνικού έθνους, διά συνθήκης δε μεταξύ Βαυαρίας και των τριών προστατίδων Δυνάμεων συναφθείσα υπό ημερομηνίαν 25)7 Μαΐου του 1832, ήτις δύναται να θεωρηθή ως το θεμέλιον της εν Ευρώπη διεθνούς θέσεως της Ελλάδος, εκανόνισε λεπτομερώς τα του Ελληνικού στέμματος. Η συνθήκη αύτη είχεν ως εξής:

ΣΥΝΘΗΚΗ ΠΕΡΙ ΕΛΛΑΔΟΣ
μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, συνομολογηθείσα εν Λονδίνω τη 25 Απριλίου (7 Μαΐου) 1832.
Αι αυλαί της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας ενεργούσαι δυνάμει της υπό του Ελληνικού έθνους ανατεθείσης Αυταίς εξουσίας να εκλέξωσι τον ηγεμόνα της Ελλάδος, κράτους ήδη ανεξαρτήτου, και επιθυμούσαι να χορηγήσωσιν εις τον τόπον τούτον νέον δείγμα των ευνοϊκών αυτών διαθέσεων, διά της εκλογής πρίγκηπος εκ βασιλείου οίκου, ού η συμμαχία θέλει ουσιωδώς ωφελήσει την Ελλάδα, και όστις εκτήσατο ήδη δικαιώματα εις την αγάπην και ευγνωμοσύνην αυτής, απεφάσισαν να προσφέρωσι το στέμμα του νέου Ελληνικού Κράτους εις τον πρίγκηπα Φρειδερίκον Όθωνα της Βαυαρίας, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας.
Αφ' ετέρου, η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, ενεργών υπό ιδιότητα επιτρόπου του ρηθέντος πρίγκηπος Όθωνος, διαρκούσης της ανηλικιότητος αυτού, συμμεριζόμενος την πρόθεσιν των τριών Αυλών, και εκτιμών τους λόγους, δι' ούς αι ψήφοι αυτών έπεσαν επί Πρίγκηπα του οίκου αυτού, απεφάσισε να δεχθή το Ελληνικόν στέμμα υπέρ του δευτεροτόκου υιού αυτού, του πρίγκηπος Φρειδερίκου Όθωνος της Βαυαρίας.
Τούτου ένεκα, και διά να συμφωνήσωσι περί των υπό ταύτης της αποδοχής υπαγορευομένων μέτρων, η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, αφ' ενός, και αι ΑΑ. ΜΜ. ο βασιλεύς της Γαλλίας, ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας, και ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών αφ' ετέρου διώρισαν πληρεξουσίους αυτών.
Η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας τον κ. Αύγουστον Βαρώνον Κεττ, έκτακτον απεσταλμένον και πληρεξούσιον υπουργόν παρά τη Α. Β. Μ.
Η Α. Μ. ο βασιλεύς των Γάλλων, τον κ. Κάρολον Μαυρίκιον Ταλλεϋράνδ Περιγόρδ, πρίγκηπα, δούκα Ταλλεϋράνδ, ισότιμον της Γαλλίας, έκτακτον απεσταλμένον και πληρεξούσιον υπουργόν της Α. Μ. παρά τη Α. Β. Μ. κτλ.

Η Α. Μ. ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας τον εντιμότατον Ερρίκον Ιωάννην υποκόμητα Παλμερστώνα, Βαρώνον Ρεμπλ ισότιμον της Ιρλανδίας, σύμβουλον της Α. Β. Μ. εν τω ιδιαιτέρω αυτής συμβουλίω, μέλος του κοινοβουλίου, και πρώτιστον αυτής γραμματέα της επικρατείας επί των εξωτερικών υποθέσεων.
Η Α. Μ. ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών, τον κ. Χριστόφορον πρίγκηπα Λήβεν, στρατηγόν της γραμμής των στρατών αυτού, γενικόν αυτού υπασπιστήν και πληρεξούσιον παρά τη Α. Β. Μ. έκτακτον πρέσβυν κτλ.
Οίτινες, ανταλλάξαντες τα πληρεξούσια αυτών έγγραφα, ευρεθέντα εν τάξει, απεφάσισαν και υπέγραψαν τα επόμενα άρθρα:
1) Αι Αυλαί της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας, δυνάμει της προς αυτάς προσηκόντως δοθείσης πληρεξουσιότητος υπό του Ελληνικού έθνους, προσφέρουσι την διαδοχικήν κυριαρχίαν της Ελλάδος προς τον πρίγκηπα Φρειδερίκον Όθωνα της Βαυαρίας, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας.
2) Η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, ενεργών επ' ονόματι του μνησθέντος υιού αυτού, ανηλίκου εισέτι, αποδέχεται αντ' αυτού την διαδοχικήν κυριαρχίαν της Ελλάδος, υπό τους εφεξής προσδιοριζομένους όρους.
3) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας θέλει φέρει το όνομα Βασιλεύς της Ελλάδος.
4) Η Ελλάς, υπό την κυριαρχίαν του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας και την εγγύησιν των τριών Αυλών, θέλει αποτελεί Κράτος μοναρχικόν ανεξάρτητον, ως τούτο ορίζεται υπό του κατά την 3 Φεβρουαρίου 1830, υπό των ρηθεισών τριών Αυλών, υπογραφέντος πρωτοκόλλου, και υπό της Ελλάδος και της Οθωμανικής Πύλης δεκτού γενομένου.
5) Τα όρια της Ελληνικής χώρας θέλουσιν είσθαι οριστικώς οία προσδιορισθώσιν υπό των, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 26 Σεπτεμβρίου 1831, μεταξύ των Αυλών της Γαλλίας της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας προς την Οθωμανικήν Πύλην υφίσταμένων ήδη διαπραγματεύσεων.
6) Συμφώνως προς την υπό των τριών Αυλών γενομένην επιφύλαξιν να τρέψωσιν εις Συνθήκην οριστικήν το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου 1830, αμέσως μετά την αποπεράτωσιν των περί των ορίων της Ελλάδος διαπραγματεύσεων, και να γνωστοποιήσωσιν αυτήν προς απάσας τας επικρατείας, μεθ' ών ευρίσκονται εις σχέσεις, συνομολογείται ότι, αι τρεις Αυλαί θέλουσιν εκπληρώσει την συμφωνίαν ταύτην, και ότι η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Ελλάδος θέλει είσθαι μέρος συνομολογούν εν τη διαληφθείση Συνθήκη.
7) Αι τρεις Αυλαί θέλουσι μεσολαβήσει από τούδε, ώστε ν' αναγνωρισθή ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας ως Βασιλεύς της Ελλάδος παρ' απάντων των κυριαρχών και επικρατειών, μεθ' ών διατελούν εις σχέσεις.
8) Το στέμμα και το βασιλικόν αξίωμα, τα οποία θέλουσιν είσθαι διαδοχικά εν Ελλάδι, θέλουσι περιέλθει εις τους κατιόντας και κατ' ευθείαν γραμμήν γνησίους κληρονόμους του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας κατά τάξιν πρωτοτοκίας. Αν ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας αποβιώση, άνευ γνησίων και κατ' ευθείαν γραμμήν απογόνων, το Ελληνικόν στέμμα θέλει περιέλθει εις τον νεώτερον αυτού αδελφόν και τους, κατ' ευθείαν γραμμήν, γνησίους αυτού κατιόντας κληρονόμους, κατά τάξιν πρωτοτοκίας. Αν ο τελευταίος ούτος αποβιώση ωσαύτως άνευ γνησίων και κατ' ευθείαν γραμμήν απογόνων, το Ελληνικόν στέμμα θέλει περιέλθει εις τον νεώτερον τούτου αδελφόν, και τους κατ' ευθείαν γραμμήν γνησίους αυτού κατιόντας κληρονόμους, κατά τάξιν πρωτοτοκίας.
Κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν, το Ελληνικόν στέμμα και το Βαυαρικόν δύνανται να ενωθώσιν επί της αυτής κεφαλής.
9) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας, ως Βασιλεύς της Ελλάδος, θέλει είσθαι ενήλικος, άμα συμπληρωθέντος του εικοστού αυτού έτους, ήτοι την 1 Ιουνίου (20 Μαΐου) 1835.
10) Διαρκούσης της ανηλικιότητος του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας, Βασιλέως της Ελλάδος, τα κυριαρχικά αυτού δικαιώματα θέλουσιν ενεργείσθαι εν Ελλάδι, καθ' όλην αυτών την έκτασιν, υπό Αντιβασιλείας, συγκειμένης εκ τριών συμβούλων, δοθησομένων αυτώ υπό της Α. Μ. του Βασιλέως της Βαυαρίας.
11) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας διατηρεί απαραμείωτον το επί της εν Βαυαρία ηγεμονικής αυτού χορηγήσεως δικαίωμα. Η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Βαυαρίας υποχρεούται ωσαύτως να παράσχη πάσαν δυνατήν συνδρομήν, διευκολύνουσαν την εν Ελλάδι αποκατάστασιν του πρίγκηπος Όθωνος μέχρι της οριστικής προικοδοτήσεως του στέμματος.
12) Προς εκτέλεσιν των διά του από 3 Φεβρουαρίου 1830 πρωτοκόλλου συνομολογηθέντων, η Α. Μ. ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών υποχρεούται να εγγυηθή, αι δε ΑΑ. ΜΜ. ο βασιλεύς της Γαλλίας, και ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας αναδέχονται να συστήσουν, ο μεν προς το κοινοβούλιον, ο δε προς τα βουλευτικά σώματα, να τους θέσωσιν εις κατάστασιν ν' αναδεχθώσι την υπό τους ακολούθους όρους εγγύησιν δανείου, συνομολογηθησομένου υπό του πρίγκηπος Όθωνος υπό την ιδιότητα του βασιλέως της Ελλάδος.
Α'. Το κεφάλαιον του υπό την εγγύησιν των τριών Δυνάμεων συνομολογηθησομένου δανείου δύναται ν' αναβή μέχρις εξήκοντα εκατομμυρίων.