← Table of contents
Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Front matter (continued 5)

Reading edition

«Όλαι αι χώραι και τόποι οι κείμενοι προς μεσημβρίαν αυτής της γραμμής, θέλουν ανήκει εις την Ελλάδα. Όλαι αι χώραι και τόποι οι προς άρκτον κείμενοι της αυτής γραμμής θέλουν εξακολουθεί να αποτελώσι μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Θέλουν ανήκει ωσαύτως εις την Ελλάδα η νήσος Εύβοια, αι Δαιμονόνησοι, η νήσος Σκύρος και αι νήσοι αι εγνωσμέναι το αρχαίον υπό το όνομα Κυκλάδες, συμπεριλαμβανομένης και της νήσου Αμοργού, κείμεναι μεταξύ του 36 και 39 βαθμού πλάτους βορείου, και του 26 βαθμού μήκους ανατολικού του μεσημβρινού Γρενβίσχ.

«3. Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική και κληρονομική κατά τάξιν πρωτοτοκίας· θέλει εμπιστευθή εις ένα Ηγεμόνα, όστις δεν θέλει είναι δυνατόν να εκλεχθεί μεταξύ των οικογενειών των βασιλευουσών εις τας επικρατείας τας υπογραψάσας την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 και θέλει φέρει τον τίτλον, «Ηγεμών Κυριάρχης της Ελλάδος». Η εκλογή αυτού του Ηγεμόνος θέλει είναι το αντικείμενον διακοινώσεων και συμφωνιών μεταγενεστέρων.

«4. Άμα τα άρθρα του παρόντος πρωτοκόλλου ήθελον γνωστοποιηθή εις τα ενδιαφερόμενα μέρη, η μεταξύ του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος ειρήνη θέλει εκλαμβάνεσθαι αποκατεστημένη εξ αυτού τούτου του γεγονότος· και εκάτερα τα Κράτη θέλουσι προσφέρεσθαι προς τους υπηκόους εκατέρων αμοιβαίως ως προς τα δίκαια του εμπορίου και της ναυτιλίας, καθώς προς τους υπηκόους των άλλων Επικρατειών των εν ειρήνη μετά του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος.

«5. Πράξεις πλήρους και ολοσχερούς αμνηστίας θέλουσιν αμέσως δημοσιευθή παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως.

«Η περί αμνηστίας πράξις της Πύλης θέλει κηρύξει ότι ουδείς Έλλην καθ' όλην την έκτασιν της επικρατείας της δεν θέλει είναι δυνατόν να στερηθή της ιδιοκτησίας του, μηδέ να ενοχληθεί παντάπασι διά τον λόγον ότι έλαβε τάχα μέρος εις την Ελληνικήν επανάστασιν: Η περί αμνηστίας πράξις της Ελληνικής κυβερνήσεως θέλει κηρύξει την αυτήν αρχήν υπέρ όλων των Μουσουλμάνων ή χριστιανών, οίτινες τυχόν έλαβον μέρος εναντίον της υποθέσεώς της· θέλει δε προσέτι εννοείσθαι και δημοσιευθή ότι οι Μουσουλμάνοι οίτινες εκουσίως ήθελον εξακολουθήσει να κατοικώσιν εν ταις χώραις και νήσοις ταις διορισθείσαις εις την Ελλάδα, θέλουσι διατηρεί εν αυταίς τας ιδιοκτησίας των και θέλουσι χαίρει αμεταβλήτως μετά των οικογενειών των εντελή ασφάλειαν.

«6. Η Οθωμανική Πύλη θέλει παράσχει εις όσους εκ των υπηκόων της Ελλήνων ήθελον επιθυμήσει να παραιτήσωσι το Οθωμανικόν έδαφος προθεσμίαν ενός έτους διά να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των και να εξέλθωσιν ελευθέρως από του τόπου αυτού.

«7. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Ελληνικαί δυνάμεις θέλουσι κενώσει τας χώρας, φρούρια και νήσους, τα οποία κατέχουσιν επέκεινα της γραμμής εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Οθωμανικαί δυνάμεις κατέχουσαι χώρας φρούρια και νήσους, περιλαμβανόμενα εις τα άνω ειρημένα όρια, θέλουσι κενώσει αυτάς τας νήσους, φρούρια και χώρας και θέλουσιν αποσυρθή όπισθεν των ειρημένων ορίων και ωσαύτως εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας.

«8. Εκάστη των τριών αυλών φυλάττει την διά του 6 άρθρου της συνθήκης της 6 Ιουλίου εξασφαλιζομένην εξουσίαν, του να εγγυάται περί του όλου των προηγουμένων συμβιβασμών και άρθρων.

«Αι περί εγγυήσεως πράξεις, εάν γίνωσι, θέλουσι συνταχθή χωριστά. Η ενέργεια και το αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών πράξεων θέλουσι γείνει, κατά συνέπειαν του άνω ειρημένου άρθρου, το αντικείμενον μεταγενεστέρων συνθηκών των υψηλών Δυνάμεων.

«Ουδέν στράτευμα ανήκον είς τινα των συνταξασών την συνθήκην τριών δυνάμεων δεν θέλει δυνηθή να έμβη εις το έδαφος του νέου Ελληνικού Κράτους άνευ της συγκαταθέσεως των δύο άλλων αυλών των υπογραψασών την συνθήκην.

«9. Προς αποφυγήν των συγκρούσεων, αι οποίαι θέλουσιν αναμφιβόλως γεννηθή εν ταις παρούσαις περιστάσεσιν από την συναφήν των οροθετών επιτρόπων Οθωμανών και των οροθετών επιτρόπων Ελλήνων, όταν προταθή το να αποφασισθή επιτοπίως η διαχάραξις των ορίων της Ελλάδος, συμφωνείται ότι η εργασία αύτη θέλει ανατεθή εις επιτρόπους Άγγλους, Γάλλους και Ρώσους και ότι αι τρείς αυλαί θέλουσι διορίζει από ένα εκάστη. Ούτοι οι επίτροποι εφωδιασμένοι διά της υπό το στοιχείον Ζ, συναπτομένης ενταύθα οδηγίας, θέλουσιν αποφασίσει την διαχάραξιν των ειρημένων ορίων, επόμενοι, δι' όλης της δυνατής ακριβείας, εις την ενδεικνυμένην εν τη παρ. § 2 γραμμήν, ήν θέλουσιν επισημαίνει διά πασσάλων και θέλουσι σχεδιάσει δύο πίνακάς της υπογεγραμμένους παρ' αυτών και ο μεν εις θέλει δοθή εις την Οθωμανικήν κυβέρνησιν, ο δε έτερος εις την Ελληνικήν.

«Οφείλουσι να αποπερατώσωσι τας εργασίας αυτών εν διαστήματι έξ μηνών. Εάν συμβή διαφορά γνωμών μεταξύ των τριών επιτρόπων, η πλειοψηφία θέλει αποφασίσει.

«10. Αι διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου θέλουν αμέσως γνωστοποιηθή εις την Οθωμανικήν Κυβέρνησιν διά των Πληρεξουσίων των τριών Αυλών, οίτινες θέλουν εφοδιασθή επ' αυτώ τούτω με κοινήν οδηγίαν. Οι εν τη Ελλάδι εδρεύοντες Αντιπρέσβεις των τριών, Αυλών θέλουν λάβει ωσαύτως περί αυτής της υποθέσεως την ανήκουσαν οδηγίαν.

«11. Αι τρεις Αυλαί επιφυλάττουσιν εις εαυτάς το να κάμωσι να εισαχθώσιν αι παρούσαι συμφωνίαι εις Συνθήκην τινά επίσημον υπογραφησομένην εν Λονδίνω, θεωρηθησομένην ως εκτελεστικήν της κατά την 6 Ιουλίου 1827, και διακοινωθησομένην και προς τας άλλας της Ευρώπης Αυλάς, διά να την παραδεχθώσιν, εάν το κρίνωσι προσήκον.

«Αι τρεις αυλαί φθάσασαι ούτως εις το τέρμα μακράς τινος και χαλεπής διαπραγματεύσεως συγχαίρουσιν αυταί εαυτάς μετ' ειλικρινείας, διότι έφθασαν εις εντελή συμφωνίαν, μεταξύ των πλέον εμβριθών και των πλέον αξίων προσοχής και ακροσφαλών περιστάσεων.

«Η της συναείας αυτών συντήρησις κατά στιγμάς τοιαύτας παρέχει το ασφαλέστερον εχέγγυον της διαρκείας αυτής και τρεις αυλαί προσηνείς έχουσιν ελπίδας, ότι αύτη η τόσον μόνιμος, όσον και αγαθοποιός ένωσις δεν θέλει παύσει από του να συνεισφέρη εις της παγκοσμίου ειρήνης την εμπέδωσιν.

Εν Λονδίνω, την 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου 1830). (υπογρ.) ΑΒΕΡΔΗΝ, ΜΟΝΤΜΟΡΕΝΣΥ — ΛΑΒΑΛ, ΛΙΒΕΝ.»

Τοιούτον ήτο το διάσημον πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, δι' ού ανηγορεύετο μεν, ως είπομεν, ανεξάρτητος της Τουρκίας η Ελλάς, αλλά κατά τρόπον όλως αντιφατικόν· διότι ό,τι εκέρδαινεν εν τη ανεξαρτησία, απώλλυεν εν τοις νέοις διαγραφείσιν ορίοις αυτής (Αχελώος, Οίτη και Σπερχειός). Συγχρόνως δε τη 22)3 Φεβρουαρίου 1830 υπεγράφη εν Λονδίνω και το πρωτόκολλον περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κοβούργου ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος, έχον ώδε «Παρόντων των πληρεξουσίων Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας Ρωσίας. Εξακολούθησαν το συμβούλιον να σκέπτηται περί της εκτελέσεως των εν τω υπ' αριθμόν 1 σημερινώ πρωτοκόλλω περιεχομένων ορισμών, ενησχολήθη εις την εκλογήν του μέλλοντα να δοθή τη Ελλάδι ηγεμόνος.

Άστιγξ
Άστιγξ

«Εθεώρησαν δε οι των τριών Αυλών πληρεξούσιοι, ότι μεταξύ των ανδρών, οίτινες συνιστώνται ιδιαίτατα διά την εκλογήν της Συμμαχίας διά των προσωπικών αυτών αρετών και της κοινωνικής αυτών υπάρξεως, ο πρίγκηψ Λεοπόλδος του Σαξ- Κόβουργ παρείχε τή τε Ελλάδι και απάση τη Ευρώπη πάσας τας δυνατάς εγγυήσεις· και ότι κατά τας μέχρι τούδε συνηγμένας πληροφορίας δικαιούται τις να νομίζη, ότι οι Έλληνες ήθελον αποδεχθή αυτόν ως ηγεμόνα αυτών.

«Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι μέλος της βασιλικής οικογενείας της εν Αγγλία βασιλευούσης και δεν δύναται να προσκληθή εις την διαδοχήν του θρόνου. Άρα ο πρίγκηψ του Κόβουργ δεν ευρίσκεται εν τη περιπτώσει της εν τω πρωτοκόλλω της 10)22 Μαρτίου προβλεπομένης εξαιρέσεως.

«Ανήρ της πριγκηπίσσης θυγατρός του βασιλέως, εξωμοιώθη διά ψηφίσματος της Βουλής ως προς τας τιμάς προς την βασιλικήν οικογένειαν. Ωμολογήθη δε και εβεβαιώθη κατά τας παρά της Κυβερνήσεως της Α. Β. Μ. δοθείσας διασαφήσεις, ότι ο Πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι πατρίκιος του Βασιλείου· ότι ουδέποτε συνεδρίασεν εν τω Βουλευτηρίω και ότι μετά την καταστροφήν την διαρρήξασαν τους δεσμούς, τους συνδέοντας αυτόν προς την Αγγλίαν, δεν εξετέλεσεν εν αυτή ουδεμίαν δημόσιον λειτουργίαν.

«Κατά δε την χρηματικήν αυτού ουσίαν κεκτημένην μεν διά του συνοικεσίου, θεωρουμένην δε φύσει απαραβίαστον και επικεκυρωμένην διά ψηφίσματος της Βουλής, ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ευρίσκεται πάντη ανεξάρτητος, ό,τι δήποτε και αν ήθελεν επισυμβή.

«Ωμολόγησαν τότε οι πληρεξούσιοι ό τε της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρεττανίας και ο της Ρωσίας, ότι συνενούσι τας ψήφους των Αυλών αυτών υπέρ του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ και συνεφωνήθη να συνθέσωσιν από κοινού διακοίνωσιν, δι' ής να προσφέρωσι, κατά τους όρους και τας συμφωνίας τας εν τοις υπ' αριθμούς 1, 2 και 3 σημερινοίς πρωτοκόλλοις περιεχομένας, την κυβέρνησιν της νέας Ελληνικής πολιτείας, υπό την επίκλησιν: «Ηγεμών κυρίαρχος της Ελλάδος» ήτις θέλει μεταβή διαδοχικώς εις τους απογόνους αυτού.

«Τα σημερινά πρωτόκολλα θέλουσι διακοινωθή προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον του Σαξ-Κόβουργ και θέλει προσκληθή ο ηγεμών ούτος να στέρξη εις αυτά».

Το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου εκοινοποιήθη προς την Υψηλήν Πύλην, αλλά διά της υποταγής αυτής εις αυτό δεν έμελλον να περατωθώσιν αι θυσίαι αυτής και το Ελληνικόν ζήτημα μέχρις Απριλίου δεν είχε λάβει τέλος. Διότι, αν το πρωτόκολλον τούτο υπήρξε διά την Τουρκίαν οδυνηρά θυσία, διά την Ελλάδα έμελλε να είναι αληθής συμφορά. Δι' αυτού η Ελλάς ανεκτάτο πράγματι χώρας τινάς, ως την Αττικήν και την Εύβοιαν, αλλά κατεδικάσθη να αποδώση τη Τουρκία τας πέραν του Αχελώου και τας παρά τον Αμβρακικόν κόλπον χώρας τας γενομένας κέντρον ενδόξων υπέρ της ελευθερίας αγώνων, ών οι αδάμαστοι κάτοικοι ή θα υπετάσσοντο και αύθις τοις Τούρκοις ή θα μετηνάστευον εις το ελληνικόν έδαφος. Αλλ' ό και κυριώτατον πάντων, αι ηρωικαί της Μεσογείου και του Αιγαίου νήσοι: η Κρήτη, η Σάμος και τα Ψαρρά, απεκλείοντο διά του πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου, η δε ελληνική κυβέρνησις δεν ηδυνήθη να διαμαρτυρηθή, ως δεν έπραξε και η τοσούτων ελληνικών χωρών στερουμένη Τουρκίας ήτις μετ' ού πολύ είδε την μεν Σάμον ανακηρυττομένην ηγεμονίαν, την δε Κρήτην κτωμένην ελευθέρους τινάς και αυτονόμους θεσμούς.

Η απόφασις της 22)3 Φεβρουαρίου τοσούτον κακώς ήχησεν εις τα ώτα των Ελλήνων, ώστε ότε το πλοίον, όπερ εκόμιζεν εις Ελλάδα το πρωτόκολλον τούτο, προσωρμίσθη εν Ναυπλίω, διελύθη ως διά μαγικής ράβδου η πλήρης ανησυχίας και προσδοκιών γαλήνη, ήτις ηπλούτο επί του ελληνικού λαού από της συνελεύσεως του Άργους, ως και της εν Αδριανουπόλει ειρήνης. «Πάσαι αι μερίδες, λέγει αυτόπτης μάρτυς, συνεφώνουν, ότι λίαν πρόωρος ήτο η εν τω πρωτοκόλλω εκδηλουμένη αγαλλίασις»· Τούτο δε διαρκώς ανέφερον οι Έλληνες, όπως αποδείξωσι την αμάθειαν της εν Λονδίνω συνόδου. Ισχυρίζοντο μάλιστα, ότι η παχυλή εκείνη και υπερήφανος άγνοια δεν ηδύνατο να πηγάζη άλλοθεν η εκ συστήματος ψευδών πληροφοριών, μεταδοθεισών εξ Ελλάδος. Το εν Ναυπλίω Καφενείον «Les trois Puissances =αι τρεις Δυνάμεις· προσωνομάσθη χλευαστικώς, μετά την άφιξιν του πρωτοκόλλου, τρεις αγχόναι». Εν ταις οδοίς και ταις αγοραίς συνήρχοντο απειλητικοί όμιλοι, ποιμένες δε και έμποροι και παλληκάρια, αντίθετοι άλλοτε και ερίζοντες, κατεδίκαζον ομοφώνως πολιτικήν, ήτις εφαίνετο επισφραγίζουσα διά του ονείδους την αδυναμίαν της Ελλάδος. Ιδίως όμως το φεβρουαριανόν πρωτόκολλον ήτο σκληρόν τραύμα κατά του Καποδιστρίου, όστις είχε τέως πλαγίως και διά περιφράσεων παραστήσει προς τας Δυνάμεις, ότι αυτός ην απαραίτητος εις την Ελλάδα, και είχεν επί στιγμήν ελπίσει, ότι εκ της εν Λονδίνω κάλπης ήθελε προέλθει η ισοβιότης της κυβερνήσεως αυτού.

Αλλά μαθών, κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου, εξ εμπιστευτικών επιστολών, ότι η εκλογή του Πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κόβουργ Γόθα είχε πλέον οριστικώς αποφασισθή, έλαβεν απέναντι των Δυνάμεων θέσιν περισκέψεως και αμύνης, αντί να υποβάλη μετά παρρησίας διαμαρτυρίας, ως έγραφε προς τον Κ. Ράμφον διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων.

« Αν αι αποφάσεις των δυνάμεων· ήνε σύμφωνοι προς τας εκφρασθείσας ήδη επιθυμίας τον ελληνικού λαού, η κυβέρνησις θέλει παραδεχθή αυτάς, και πάντα συντελούνται αισίως· αν δε ήνε σύμφωνοι, η κυβέρνησις δεν θέλει μεν τας πολεμήσει, αλλά θα είπη μετά παρρησίας τι δύναται και τι δεν δύναται να παραδεχθή. Αφ' ής στιγμής πεισθώ, ότι η αναγέννησις και η ανεξαρτησία της Ελλάδος μόνον διά της παραδοχής ξένου ηγεμόνος δύνανται να ασφαλισθώσι, πρώτος εγώ θέλω προσκυνήσει και υπηρετήσει τον τοιούτον ηγεμόνα. Καθότι αυτόν υπηρετών, υπηρετώ την χώραν, ήτις δι αυτού μόνον δύναται να σωθή. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα αρκεσθώ εις λόγους απλούς και εις αμφιβόλους ελπίδας· επιθυμώ πραγματικάς εγγυήσεις, και τοιαύτας προσπαθώ να αποκτήσω. Όταν εγώ τας λάβω, έχει αυτάς και ο τόπος, όστις θα ευλογήση τότε την σημερινήν του κυβέρνησιν και τους πολυμερίμνους αυτής αγώνας προς δικαίωσιν της εθνικής εμπιστοσύνης».

Και ταύτα μεν έμαθεν εξωδίκως εξ ιδιωτικών επιστολών, μόλις δε την 27 Απριλίου έλαβε την επίσημον ανακοίνωσιν των σπουδαίων αποφάσεων του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου, αφού επί μακρόν, και προς ικανήν αυτού στενοχωρίαν, είχεν αναγκασθή να μαντεύη εξ ιδιωτικών επιστολών και των εφημερίδων τι περί αυτού και της Ελλάδος είχεν αποφασισθή. Οι τρεις αντιπρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων υπέβαλον εμπιστευτικώς τα από της 22)3 — 14)26 Φεβρουαρίου πρωτόκολλα και απήτησαν μετ' επιτακτικής οριστικότητος: επίσημον ανακήρυξιν της ανακωχής ήτις εφαίνετο υπάρχουσα πράγματι, εκκένωσιν παντός μέρους της χώρας, όπερ κατά το πρωτόκολλον του Φεβρουαρίου δεν έμελλε να αποτελέση της Ελλάδος μέρος, και σεβασμόν προσώπου και ιδιοκτησίας των σκοπούντων να διαμείνωσιν εν Ελλάδι Τούρκων.

Προς τούτοις δε οι αντιπρέσβεις ανακοινώσαντες την εκλογήν του Λεοπόλδου ως ηγεμόνος της Ελλάδος, εδήλωσαν, αι ευεργέτιδες Δυνάμεις ώρισαν και ειδικώτερά τινα περί των ελληνικών πραγμάτων. Απέβλεπαν δε ταύτα: εις την συνομολόγησιν δανείου, την εν τη χώρα διαμονήν επί έν έτος του σώματος του Σνάιδερ, και τους εν Ελλάδι καθολικούς. Ο της Γαλλίας βασιλεύς παρητείτο, έλεγον, του δικαιώματος της προστασίας, όπερ είχεν επί των υπό την Πύλην διατελούντων καθολικών, και ενεπιστεύετο αυτό, καθόσον απέβλεπε το μέλλον ελληνικόν κράτος, εις τον νεωστί εκλεχθέντα της Ελλάδος ηγεμόνα. Εζητείτο ουχ ήττον εξασφάλισις της ελευθέρας ασκήσεως της θείας λατρείας, της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας, των προνομίων των επισκόπων και των παλαιών ιερών αποστολών της Γαλλίας.

Προς τούτοις δε έλεγον ότι αι Δυνάμεις ηθέλησαν να παράσχωσι τοις Έλλησι νέον δείγμα της ευμενούς αυτών μερίμνης. Ίνα προφυλαχθή ο τόπος κατά του κακού, όπερ ηδύναντο να γεννήσωσι θρησκευτικαί αντιζηλίαι, πάντες οι του νέου Κράτους υπήκοοι, άνευ διακρίσεως θρησκεύματος, έμελλον να ήναι δεκτοί εις τα δημόσια αξιώματα και τας τιμητικάς θέσεις, και να θεωρώνται ίσοι θρησκευτικώς, αστικώς και πολιτικώς (72). Ο Κυβερνήτης απήντησε προς τους αντιπρέσβεις, αλλ' η επίσημος αυτού απάντησις 4)16 Απριλίου κατήλεγχεν εις μέγαν βαθμόν χολήν και φιλοτιμίαν προσβληθείσαν. Η ελληνική κυβέρνησις, έλεγε, σκεφθείσα επί του πρωτοκόλλου, και αισθανομένη κάλλιστα τά τε προς εαυτήν και τους Έλληνας και τας ευεργέτιδας Δυνάμεις καθήκοντα αυτής, ανεγνώριζεν εν πρώτοις, ότι οι σύμμαχοι επέθηκαν την κορωνίδα εις τας προτέρας αυτών ευεργεσίας κηρύξαντες ανεξάρτητον την Ελλάδα. Ανέφερε περί της εκλογής του πρίγκηπος του Κόβουργ ευγνωμονών λόγω ότι: «προήλθε αύτη βεβαίως εκ σκέψεων ανωτέρου πολιτικού συμφέροντος», Πλην δε τούτου, εξεταζομένων των ωφελημάτων, άτινα ηδύνατο να παράσχη η την ισόβιον κυβέρνησιν του Καποδιστρίου αντικαθιστώσα κληρονομική μοναρχία του ξένου, προκλητικώς ούτως ειπείν ελέγετο: «ότι η μεγάλη αποστολή του πρίγκηπος Λεοπόλδου ήτο να παράσχη εγγυήσεις ασφαλούς μέλλοντος, οποίας τοσούτω μάλλον είχε δίκαιον να αναμένη η Ελλάς, όσω ικανώς βαρύ τίμημα της των μεγάλων Δυνάμεων αναμίξεως υπήρξαν αι μακροχρόνιοι αυτής συμφοραί, αι αιματηραί ζημίαι και η θυσία τον υπό των αντιπροσώπων αυτής ψηφισθέντων θεσμών. Είπετο κατόπιν, εν ευθέτω τόπω η ανάμνησις της Συνελεύσεως του Άργους, και παρετήρει τοις αντιπρεσβευταίς, ότι, ως γνωστόν βεβαίως αυτοίς, αι περί ών πρόκειται οριστικαί συμφωνίαι έπρεπε προηγουμένως να υποβληθώσι τοις πληρεξουσίοις του Ελληνικού λαού, και να κυρωθώσιν υπ' αυτών. Καθήκον αυτής επομένως η κυβέρνησις να συγκαλέση πάραυτα την Εθνικήν Συνέλευσιν. Προς δε έλεγεν:

Ότι η επίσημος δημοσίευσις της πράγματι υφισταμένης ανακωχής περιείχετο εν συνημμένη εγκυκλίω προς τους διοικητάς του στρατού και του στόλου, ότι η ελληνική κυβέρνησις ήθελε συμπράξει εις εκκένωσιν των διά του πρωτοκόλλου αποκλειομένων εκ της Ελλάδος χωρών, άμα ως οι Τούρκοι εγκατέλειπον Εύβοιαν και την Αττικήν, ότι οι εν Ελλάδι ευρισκόμενοι Μουσουλμάνοι είχον ήδη πάσαν προσωπικήν προστασίαν, και ότι απεδόθη αυτοίς επί τη αιτήσει αυτών μέρος ταις περιουσίας αυτών. Ταύτα δε αναγράψας υπεστήριξε το κατά την 10)22 Απριλίου 1830 Υπόμνημα της Γερουσίας, υποβληθέν τοις αντιποεσβευταίς όπερ, μετά ξηράς τινας λέξεις ευγνωμοσύνης επί τη οριστική διαρρυθμίσει του ελληνικού ζητήματος, αναφέρει ανυποκρίτως, το έθνος εχαιρέτιζε την εκλογήν του Λεοπόλδου μετά ζωηροτάτης χαράς και ευχαριστίας, διότι είχε μάθει, ότι ο πρίγκηψ είχεν αποποιηθή μεγαλοφρόνως την ένδοξον και κοπιώδη αποστολή του να καταστήση ευδαίμονα την Ελλάδα, ενόσω δεν ήτο βέβαιος αυτός περί της συναινέσεως των μελλόντων αυτού υπηκόων. Το Ελληνικόν έθνος ού μόνον ηυχαρίστει τον πρίγκηπα Λεοπόλδον έτι τη ευμενεί εκείνη μερίμνη περί της συναινέσεως αυτού, αλλά και μετ' αληθούς συγκινήσεως έμαθεν, οποίον θερμόν ανέπτυξεν ο Λεοπόλδος ζήλον εν τω περί ορίων ζητήματι.

Εξακολουθεί δε διά πειστικών λόγων, προς καταπολέμησιν των περί ορίων ορισμών του πρωτοκόλλου, και εκφανή παράστασιν της προς τους γενναίους κατοίκους της Ρούμελης, της Κρήτης, της Σάμου και της Χίου αγνωμοσύνης, και του ενδεχομένου κινδύνου της απογνώσεως αυτών. Είτα παρετήρει, ότι ο Αχελώος και ο Σπερχειός ήσαν μικροί μόνον, βατοί ως επί το πλείστον, ρύακες. Η φρούρησις, έλεγε, τοιαύτης ασθενούς οροθετικής γραμμής απήτει παλλάς χιλιάδας στρατιωτών· πλην δε τούτου ώφειλε το νέον ελληνικόν Κράτος, στερούμενον της Κρήτης, να συντηρή μέγαν πολεμικόν στόλον, προς υπεράσπισιν της κατά θάλασσαν αφυλάκτου θέσεως αυτού. Πόθεν όμως ηδύνατο να προμηθευθή την αναγκαίαν προς συντήρησιν του στρατού εκείνου και του στόλου δαπάνην; Ανάγκη προς τούτοις παρίστατο ιδίου στρατού και στόλου, προς περιστολήν των ληστρικών συμμοριών και των πειρατών, οίτινες ήθελον σχηματισθή εκ των στερουμένων των πατρίδων αυτών Ρουμελιωτών, Κρητών και Σαμίων. Το πρωτόκολλον, προσετίθει, παρείχεν τους χριστιανούς κατοίκους των προσαρτωμένων πάλιν εις την Πύλην επαρχιών το δίλημμα της επαναστάσεως ή της λιμοκτονίας. Ουδείς ήθελεν αγοράσει τα κτήματα αυτών, άτινα βεβαίως ευχαρίστως θα κατέλειπον, όπως διαφύγωσι την αυθαιρεσίαν των πασάδων, ενώ τουναντίον οι θέλοντες να μεταναστεύσωσιν εκ της Ελλάδος Τούρκοι ευκόλως εύρισκον αγοραστάς· διότι υπό την τακτικήν κυβέρνησιν του Καποδιστρίου παρείχοντο πάσαι αι εγγυήσεις καλής και στερεάς αγοραπωλησίας. Το πρωτόκολλον προσέτι έρριπτε σμήνος απεγνωσμένων και λιμοκτονούντων φυγάδων επί του μόλις συνεστηκότος ελληνικού Κράτους, όπερ δεν θα ηδύνατο βεβαίως να αντιστή εις τον κλονισμόν. Προς τούτοις δ' η Γερουσία εθεώρει ως καθήκον αυτής να εκφράση προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον την πεποίθησιν, ότι το Ελληνικόν έθνος, ούτινος προσεβάλλοντο τα δικαιώματα και τα πολυτιμότατα συμφέροντα, ουδέποτε ήθελε συγκατατεθή να απολέση τους καρπούς ηρωικών αγώνων και να ίδη εν αμφιβόλω τιθέμενα το παρόν αυτού και το μέλλον. Αν δε, υπό πικράς βιαζόμενον ανάγκης, κατεδίκαζεν εαυτό εις σιωπήν ήθελε και πάλιν εντός ολίγου εξομοιωθή προς αγέλην δούλων διεσπαρμένων μεταξύ Τούρκων. Καθότι αφ' ενός μεν εξησφαλίζετο τοις Τούρκοις το προσιτόν πάντων των δημοσίων υπουργημάτων, αφ' ετέρου δε ως Έλληνες πολίται, ήθελον αποκτήσει διά του πλούτου αυτών την νικώσαν εν ταις εκλογαίς ψήφον.

Θα ήτο δε και τότε πραγματικόν τι διά την Ελλάδα πλεονέκτημα η ανεξαρτησία, το πολύτιμον εκείνο των Δυνάμεων δώρον; Μετά εννεαετή αιματηρόν πόλεμον οποίον απέμενεν ούτω κέρδος εις τον Έλληνα; Ουδέν άλλο, ή να ζη εν ερήμω, εν μέσω των οστέων των σφαγέντων προγόνων!

Εδράξατο δε σύναμα η Γερουσία και του μέσου εκείνου, δι' ού ήτο δυνατόν να γείνη επίδρασις επί το ευθύ και σοβαρόν φρόνημα του Λεοπόλδου, και συνέδεσε το ελληνικόν στέμμα, ή τουλάχιστον την ευδαιμονίαν αυτού, προς την αλλαγήν του θρησκεύματος λέγουσα: «Πόσης χαράς δάκρυα ήθελε χύσει το ελληνικόν έθνος, αν η θρησκεία αυτού εις την οποίαν χρεωστεί την πολιτικήν ύπαρξίν του, τα ολίγα του φώτα, την γλώσσαν των προγόνων του, το συνήνωνε και διά θείων θεσμών μετά της Β. Α. Υψηλότητος! Πόσον η αφοσίωσις του ελληνικού λαού ήθελεν αυξηθή, αν έβλεπε μεθ' εαυτού εις τους ναούς του ουρανίου πατρός τον επίγειον πατέρα του προσφέροντα την ιδίαν λατρείαν! (73)». Τοιούτο τι περίπου ην το υπόμνημα της 10)22 Απριλίου 1830, όπερ η Γερουσία επέδωκε τοις αντιπρεσβευταίς των Δυνάμεων.

Έτος είχε σχεδόν παρέλθει, αφ' ής ο πρίγκηψ Λεοπόλδος είχε μάθει διά της παρά τω Κυβερνήτη αποστολής του Κ. Στόκμαρ τι έπρεπε να φρονή περί του ελληνικού μέλλοντος, περί των ιδίων εαυτού ελπίδων και περί της πιθανότητος εθνικής τινος υπέρ αυτού εκδηλώσεως. Είχε δε κάλλιστα ωφεληθή εκ του χρονικού τούτου διαστήματος, όπως εκβάλη της παλαίστρας τους άλλους αυτού συμνηστήρας. Διότι πλην αυτού ανεφέροντο ως υποψήφιοι: ο Δουξ Κάρολος του Μέκλεμβουργ, ο πρίγκηψ Φρειδερίκος της Ορανίας, ο Βερνάρδος της Βέιμαρ, ο Κάρολος της Βαυαρίας, ο Ιωάννης της Σαξωνίας και ο πρίγκηψ Φίλιππος της Έσσης Ομβούργ, ουδείς όμως εξ αυτών είχε τοσαύτην σημασίαν, ούτε ανέπτυξε τοσαύτην δραστηριότητα, ώστε να υποσκελίση αυτόν. Η Ρωσία πρωίμως ήδη είχε καταδείξει την συμπάθειαν αυτής υπέρ της υποψηφιότητος του πρίγκηπος του Κοβούργου. Ρώσοι πολιτικοί άνδρες οίος ο Λήβεν εφρόνουν, ότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ην ο ανήρ, όστις επί του ελληνικού θρόνου ηδύνατο να εννοήση την ανάγκην στενού μετά της Ρωσίας συνδέσμου, «και να καταστήση συνάμα ακίνδυνον την μόνην αληθώς εχθράν εις τους Έλληνας πολιτικήν, την της Αγγλίας, διά των σχέσεων αυτού προς την αντιπολίτευσιν και προς την οικογένειαν της μελλούσης διαδόχου.» Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος παρέστησεν επιτηδείως εν Πετρουπόλει την δυσχερή αυτού θέσιν απέναντι του Άγγλου βασιλέως και της χώρας· ανέμνησε δε τας εκδουλεύσεις αυτού επί των κατά του Ναπολέοντος πολέμων, και τας υγιείς αυτού, καθαρώς μοναρχικάς και εχθράς πάσης επαναστατικής ιδέας αρχάς. Αι παραστάσεις αύται κατίσχυσαν, και επειδή εν Ρωσία είχε πλέον αναγνωρισθή ως έωλος και αφεθή όλως η ιδέα ισοβίου ηγεμονείας του Καποδιστρίου, έκλινεν οριστικώς το ρωσικόν ανακτοβούλιον υπέρ της εκλογής του πρίγκηπος του Κοβούργου. Και εν τω Κεραμεικώ δ' επίσης κατώρθωσεν ο Λεοπόλδος να εξαλείψη την επ' αυτού ζηλοτυπίαν, και τη 8)20 Νοεμβρίου 1829 επέτυχε της συγκαταθέσεως του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Ι'. Εν Αγγλία τουναντίον απήντησαν το κατ' αρχάς τα σχέδια αυτού δυσμενή υποδοχήν, και δεινός συνήφθη αγών μεταξύ βασιλέως και υπουργείου. Γεώργιος ο Δ' ήκιστα ηυνόει προσωπικώς τον Λεοπόλδον, και ουδ' αυτήν την ακάνθινον δόξαν του ελληνικού θρόνου επέτρεπεν αυτώ. Διετέλει δε ο βασιλεύς υπό την επήρειαν του αδελφού αυτού, δουκός του Κώμπερλανδ, όστις σφοδρός πολέμιος του υπουργείου Βέλλιγκτον, είχεν ίδιον υποψήφιον διά τον ελληνικόν θρόνον, τον συγγενή αυτού Κάρολον, δούκα του Μέκλεμβουργ. Υπεστήριζε δε αυτόν μετά πολλής επιμονής διά του αδελφού βασιλέως Γεωργίου του Δ', ενώ το αγγλικόν υπουργείον προέτεινε κατ' αρχάς τον πρίγκηπα των Κάτω Χωρών. Τον Ιανουάριον όμως του 1830 ο Βέλλιγκτον υιοθέτησε την υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, στηριζόμενος επί των διαθέσεων της χώρας και του κοινοβουλίου, και ηπείλησεν ότι το υπ' αυτόν υπουργείον ήθελε παραιτηθή, αν δεν επεδοκίμαζεν αυτήν ο βασιλεύς. Γεώργιος ο Δ' συνήνεσε μετά δυσαρεσκείας.

Το παράδοξον όμως διάβημα του σιδηρού δουκός επέδρασεν επιβλαβώς επί την τύχην της Ελλάδος. Απέναντι υπουργείου, όπερ υπήρξεν έτοιμον να θυσιασθή υπέρ αυτού, δεν ηδύνατο βεβαίως ο Λεοπόλδος να επιδείξη το επίμονον και σταθερόν εκείνο ήθος, όπερ ήθελεν είναι επιθυμητόν δι' υποψήφιον του Ελληνικού θρόνου. Ην ατύχημα τούτο διά την Ελλάδα, ως και ο πρίγκηψ αυτός παρετήρει, καθότι παρ' υπουργείου, διακυβεύσαντος την ιδίαν ύπαρξιν χάριν της κοβουργικής υποψηφιότητος, αδύνατον ήτο να επιμείνη τις απαιτών αδυσωπήτως τους όρους εκείνους, ούς υπηγόρευε το συμφέρον της Ελλάδος.

Κατά του ηθικού τούτου προσκόμματος προσώχθησε σχέδιον ευγενώς εσκεμμένον, όπερ ηδύνατο να αποβή σημαντικώτατον διά το μέλλον της Ελλάδος. Προύκειτο τότε περί εκχωρήσεως των Ιονίων νήσων εις το νέον Ελληνικόν Κράτος. Όσω δε ολιγώτερον ήτο γνωστόν το σχέδιον τούτο εν Ελλάδι, τοσούτω μάλλον χαρμόσυνος θα ήτο η έκπληξις, αν προσήρχετο ο νέος ηγεμών τοιούτον κομίζων εις την νύμφην το δώρον της πρώτης του γάμου πρωίας, ως ο νυν δυναστεύων εν Ελλάδι Γεώργιος ο Α'. Πλήρης μυστικότης περιεκάλυπτε τα σκοπούμενα, άτινα ηρέμα μεν αλλ' ασφαλώς ωρίμαζον προς εκτέλεσιν. Οι εξοχώτεροι των Ουίγων είχον προσηλυτισθή, και ηλπίζετο ασφαλής εν τω κοινοβουλίω πλειοψηφία. Έκτοτε ελέγετο, ότι το εκ των νήσων εκείνων όφελος δεν απεζημίου τας εκτάκτους δαπάνας, όσας απήτουν αύται παρά της προστάτιδος Δυνάμεως. Δεν έλειπον δε, πλην τούτου, και αφιλοκερδέστεραι σκέψεις. Υπεδεικνύετο το διαρκώς και ανενδότως δυσυπότακτον του εθνικού φύλου, και το δίκαιον της αρχής των εθνικοτήτων, καθ' ής δεν ήρμοζε να αντιστή η ελευθέρα Αγγλία. Οι τραχέως δε σκώπτοντες πρακτικοί Άγγλοι πολιτικοί παρείχον εις τους Επτανησίους την μετά της Ελλάδος ένωσιν ως τιμωρίαν, και προυφήτευον ταχείαν και πικράν την μεταμέλειαν. Ούτως εφαίνοντο πάντα κατά τας επιθυμίας βαίνοντα του Λεοπόλδου, ότε εν μέσω των πρωίμων εκείνων περί εκχωρήσεως σχεδίων παρενέπεσεν ολεθρίως η καλώς λελογισμένη γενναιοφροσύνη των Τόρεων. Αφ' ής στιγμής ο Βέλλικτον προέθετο ως υπουργικόν ζήτημα την εις τον Ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, ο οξυδερκής παρατηρητής καθορά γεννώμενον το σπέρμα της αποποιήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου. Οι Τόρεις επεδείκνυντο εναβρυνόμενοι την πολιτικήν αυτών γενναιοφροσύνην, και αλαζονευόμενοι δεν απέκρυπτον την δυσπιστίαν αυτών προς τας νέας σχέσεις μεταξύ του Λεοπόλδου και των εξεχόντων μελών της αντιπολιτεύσεως.

Παρά τας συμβουλάς του εμπίστου αυτού Στόκμαρ είχε παραμελήσει ο πρίγκηψ Λεοπόλδος να καθορίση εκ προοιμίων την θέσιν αυτού ως προς το ελληνικόν ζήτημα. Το περιβάλλον την Ελλάδα ιδανικόν γόητρον υπέτασσε την φαντασίαν αυτού, και ο εν απόπτω θρόνος τοσαύτην εξήσκει επ' αυτού μαγείαν, ώστε παρέστη δραστηρίως και ζωηρότερον ίσως του δέοντος ως μνηστή και εξήγειρεν ούτω παρά τω υπουργείω την ιδέαν, ότι ηδύνατό τις να εκτεθή υπέρ υποψηφίου μη ανθισταμένου και μηδένα προτείνοντος όρον «Κατόπιν μόνον εστάθμισε, κατά βάθος, τας δυσχερείας της επιχειρήσεως, και προσεπάθησε να επιτύχη τους όρους εκείνους, αφ' ών, κατά την συμβουλήν του Στόκμαρ, έπρεπε να εξαρτήση την υποψηφιότητά του».

Διά τούτο δε ο Λεοπόλδος, κατ' Ιανουάριον του 1830, πριν ή αι Δυνάμεις προτείνωσιν αυτώ τον ελληνικόν θρόνον διά του πρωτοκόλλου του Φεβρουαρίου, ευρέθη εν τη δυσαρέστω θέσει ικέτου. Προσεπάθησε δε να αποσπάση εκ της ακάμπτου πολιτικής και της απαθούς δυσπιστίας των Τόρεων ολίγας τουλάχιστον υπέρ της Ελλάδος ωφελείας, δυσαναλόγους πλέον, εννοείται, προς τα πρότερον σκοπούμενα. Την εκχώρησιν των Ιονίων νήσων ουδ' ηδύνατο καν να προφέρη, καθότι και αυτό το απαραίτητον ημφισβητείτο τότε, και μετά πολλάς μόλις δεκαετηρίδας έμελλον τα πράγματα αυτά να χύσωσι παράδοξον φως επί των σχεδίων του Λεοπόλδου.

Προς την δειλήν δε ερώτησιν, αν ήτο δυνατόν να πεισθή η Πύλη, αντί χρηματικής αποζημιώσεως, εις εκχώρησιν της Κρήτης, υπέδειξεν ο Άβερδην εις τον πρίγκηπα, ότι ο κυρίαρχος ηγεμών της Ελλάδος ήθελεν είναι κύριος να προέλθη εις τοιαύτην διαπραγμάτευσιν, και ευμενώς υπεσήμανεν, ότι η προσωπικότης ακριβώς του Λεοπόλδου ηδύνατο να πραΰνη την κατά του νέου ελληνικού Κράτους ναυτικήν ζηλοτυπίαν της Αγγλίας, καθ' ήν περίπτωσιν η νήσος της Κρήτης έμελλε να ανήκη εις οιανδήποτε άλλην πλην της Πύλης κυβέρνησιν. Ότε όμως Λεοπόλδος, τη 30 Ιανουαρίου, κατέστησε την κατοχήν της Κρήτης απαραίτητον όρον της αποδοχής του ελληνικού θρόνου, εξεδήλωσεν ο Άβερδην άπαν το πείσμα και την τραχύτητα της αγγλικής διπλωματίας. Κατεμέμφθη τούτ' αυτό του πρίγκηπος ως συμβουλευομένου τον Δούρχαμ, τον Δόβερ, τον Πάλμερστον, τον Βρουμ, πολεμίους του υπουργείου, και έδωκεν αυτώ την 31 Ιανουαρίου την χαρακτηριστικωτάτην ταύτην διά την περίστασιν και αυτόχρημα αγροίκον απάντησιν: «Περί Κρήτης ουδαμού ουδέποτε μέχρι τούδε εγένετο λόγος. Καίτοι πολλαί μέχρι τούδε εγένοντο διαπραγματεύσεις, είσθε ελεύθερος πάντοτε να παραιτηθήτε· αλλά την απόφασίν σας ταύτην δεν δύναται να εξηγήση η άρνησις της Κρήτης. Αναλογίσθητε κατά πόσον τοιαύτη διαγωγή συμβιβάζεται προς την αξιοπρέπειαν υμών και το συνεπές του φρονήματος. Αι Δυνάμεις δεν σκοπούσι να διαπραγματευθώσι προς υμάς και ήθελον θεωρήσει ως άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν».

Τότε αντί να αφήση ελευθέρας τας Δυνάμεις να θεωρήσωσιν άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν, αντί να αντιτάξη εις την αλαζονείαν των Τόρεων την τολμηράν αποφασιστικότητα ανδρός συνειδότος τον υψηλόν εαυτού σκοπόν, αντί να αψηφήση την τριανδρίαν των προστάτιδων Δυνάμεων, ών φαινομένη μόνον υπήρχεν η ομοφροσύνη, και να ανυψώση την ιδίαν εαυτού θέλησιν και την του ελληνικού λαού, παρέστη συναισθανόμενος πάντοτε το βάρος της προς αυτόν ευεργεσίας του υπουργείου, καίπερ δυνάμενος να μαντεύση, ότι το υπουργείον εκ μεγάλης μόνον βιαζόμενον ανάγκης είχε καταστήσει υπουργικόν ζήτημα την κοβουργικήν υποψηφιότητα, ενέδωκεν ουχ ήττον, και υπεδύθη το άτολμον εκείνο και αναποφάσιστον ήθος, όπερ κατά το ήμισυ πάντοτε είναι της ήττης αφορμή και τη 30)11 Φεβρουαρίου 1830, ήτοι την επαύριον της του Βέλλικτον προς αυτόν απαντήσεως, ανεκοίνωσε προς τους τρεις πληρεξουσίους, ότι συνήνει και απεδέχετο την ωφέλιμον και υψηλήν αποστολήν, ήτις ανετίθετο αυτώ.

Ήρξατο όμως κατόπιν μεταμελούμενος επί τω κατεσπευμένω αυτού διαβήματι, και, λεπτολογών πάλιν περί τους ορισμούς της συνόδου, προσεπάθησε να αποκτήση ό,τι παρήτησε, γράφων αίφνης προς τον λόρδον Άβερδην, ότι εξ αβροφροσύνης μόνον απεδέξατο την υπό της συνόδου υπαγορευθείσαν τροποποίησιν, και συνήνεσεν εις το πρωτόκολλον κατά το γράμμα μόνον και το πνεύμα της αρχικής αυτού επιστολής της 30)11 Φεβρουαρίου. Διαρκουσών έτι των δυσαρέστων αυτών διαπραγματεύσεων ανεχώρησε κατά τας αρχάς Απριλίου εις Παρισίους, και κατέλιπεν εν τη απουσία αυτού τον Στόκμαρ αντιπρόσωπον.

Ο πρίγκηψ είχεν αναλάβει εν τω μεταξύ και την από πολλοί διακεκομμένην ανταπόκρισιν αυτού προς τον Καποδίστριαν. Εκ του Οίκου Μάλβουργ έγραψεν αυτώ τη 16)28 Φεβρουαρίου όπως αγγείλη, ότι είχεν αποδεχθή την λίαν κολακευτικήν και έντιμον προσφοράν της ηγεμονίας της Ελλάδος. Ως προς τους όρους όμως, έλεγε, δεν είχον τα πράγματα καλώς· η παράκλησις αυτού, όπως επιτραπή τοις Έλλησι το δικαίωμα της αντιρρήσεως κατά του προσώπου αυτού, δεν είχεν εισακουσθή, ώστε ηναγκάζετο ούτω να παραστή αυτοίς ως προσφερόμενος υπό των Δυνάμεων ηγεμών.

Η επιστολή του Λεοπόλδου προς τον Κυβερνήτην έχει ώδε:

Εν τω Οίκω Μάλβουργ τη 16)28 Φεβρουαρίου 1830. Αγαπητέ μοι Κόμη,

«Σήμερον σας γράφω ολίγα τινά, μηνύων ότι μετά πολλάς δυσχερείς διαλέξεις, εδέχθην την παρά των συμμάχων Δυνάμει προσενεχθείσαν μοι εντιμοτάτην ηγεμονίαν της Ελλάδος, παρακαλέσας να δώσωσι και τοις Έλλησι ψήφον περί της εκλογής μου, αλλά δεν εισηκούσθην. Ελπίζω όμως ότι, όταν αι διαπραγματεύσεις καταστώσι γνωσταί τοις Έλλησι, θέλουσιν ομολογήσει ότι δεν ημέλησα να θηρεύσω την ευγνωμοσύνην αυτών, όσον ηδυνάμην.

«Εάν ανελογιζόμην την προσωπικήν μου μόνον θέσιν, ήθελον επιμείνει εις ευνοϊκωτέρους όρους, ή δεν ήθελον αποδεχθή· ο φόβος όμως, μη ρίψω πάλιν το ελληνικόν ζήτημα εις το χάος εκείνο, όθεν μόλις εξέρχεται, με παρακινεί να θυσιάσω πάντα προσωπικόν μου σκοπόν.

«Γνωρίζετε, αγαπητέ κόμη, οποία τρέφω προς υμάς, από μακρού ήδη χρόνου, αισθήματα· πρέπει δε να σας εκφράσω πόσον ελπίζω, ότι θέλετε με υποστηρίξει διά των συμβουλών και της φρονήσεως υμών εν τω δυσχερεί σταδίω, εις ό εισέρχομαι. Διά τούτο σας παρακαλώ να εξακολουθήσητε πηδαλιουχούντες μέχρι της αφίξεώς μου το σκάφος της πολιτείας, όπερ τοσάκις εσώσατε από ναυαγίου. Αγνοώ αν απαιτήται τυπική τις προς τούτο πληρεξουσιότης· εν τοιαύτη δε περιπτώσει θέλω σπεύσει ό,τι τάχιστα να διαβιβάσω υμίν τοιαύτην. Ουχ ήττον παρακαλώ υμάς να θεωρήσητε αυτήν, εν τούτοις, ως οριστικήν και να την ανακοινώσητε όπου δει. Η άφιξίς μου δεν δύναται να γείνη εντός βραχέος χρονικού διαστήματος, καθότι έχω πολλάς έτι να τακτοποιήσω ιδιαιτέρας μου υποθέσεις. Εξηγήσατέ μοι σαφώς, σας παρακαλώ, άμα ως δυνηθήτε, την κατάστασιν των πραγμάτων. Ως προς τούτο σπουδαίον ήθελεν είναι να μοι στείλητε ταχέως εμπιστευτικόν τινα γραμματέα, κομιστήν των υμετέρων ανακοινώσεων και δυνάμενον να μοι χρησιμεύει διά τα ελληνικά έγγραφα. Άλλην ημέραν θέλω σας γράψει εκτενέστερον. Παύων δε σας προσφέρω την διαβεβαίωσιν της διαφερούσης μου υπολήψεως της ειλικρινεστάτης φιλίας, μεθ' ής και διατελέσω ών κτλ.

ΛΕΟΠΟΛΔΟΣ.»

Επίστευεν ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εις την ειλικρίνειαν των συχνών του Καποδιστρίου διαβεβαιώσεων, ότι επόθει να εξέλθη της ελληνικής κολάσεως και ότι ευδαίμων ήθελεν είναι να παρασκευάση την οδόν τω μέλλοντι ηγεμόνι. Εν τη ανωτέρω επιστολή, ως είδον οι αναγνώσται, έστι και ακούσιος τις εγγικτική φράσις, ήτις επείραξε βεβαίως την ευερέθιστον καρδίαν του Καποδιστρίου. Τι εσήμαινεν η διά των φιλοφρονητικών εκείνων λόγων παρεχομένη πληρεξουσιότης προς περαιτέρω κυβέρνησιν σκάφους της πολιτείας; ουδέν άλλο βεβαίως, ή ότι ανεμίμνησκε τω Κυβερνήτη, τον λαβόντα επταετή εξουσίαν παρά έθνους και ελπίσαντα ισόβιον ηγεμονείαν, ότι ουδέν ήτο πλέον από της 22)3 Φεβρουαρίου, ότι παρήγε του λοιπού την εξουσίαν αυτού από της χάριτος ανωτέρου. Διά τούτο βλέπομεν τον Κυβερνήτην τον εκ της εσωτερικής αντιπολιτεύσεως και των εξωτερικών αποτυχιών αυτού αποδυσπετούντα προς το μέλλον και ζητούντα να αποχωρήση της αρχής προς ιδιωτικήν ησυχίαν εν Ελβετία· εφ' ώ και βλέπομεν αυτόν γράφοντα εν υστερογράφω τινί επιστολής προς τον Έυναρδ τάδε: «Αν πλησιάζητε τον νέον ηγεμόνα, παρακινήσατε αυτόν να μας βοηθήση, να μιμηθή το παράδειγμά σας. Ίνα θερίση τις, πρέπει να σπείρη. Ας προσπαθήσωμεν να καταλύσωμεν τον βίον εγγύς αλλήλων, και να αναπαυθώμεν άπαξ πάλιν παρά τας ακτάς της λίμνης της Γενεύης. θέλω κατοικήσει κατά τας ημέρας του γήρως μου την μικράν έπαυλιν «Fleur d' Eau», αν, εννοείται, δεν με εκβάλη αυτής ο από βορρά άνεμος».

Προς την ανωτέρω επιστολήν του Λεοπόλδου, ο Κυβερνήτης απήντησε διά πολλών, αλλά δεν πρέπει τις να λησμονήση ότι διά να εννοήση αυτάς πρέπει να λάβη υπ' όψει αυτού τι προς τους περί αυτόν έλεγεν ο Καποδίστριας. Ούτω λ. χ. έλεγε προς τον Κολοκοτρώνην: «Εδεξάμην το αξίωμα, όπερ μοι ενεπιστεύθη το έθνος, ουχί χάριν του αξιώματος, αλλ' ίνα εργασθώ υπέρ της αποκαταστάσεως και της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Αν πιστεύωσιν οι σύμμαχοι ότι η αποκατάστασις αύτη και η ανεξαρτησία είναι δυναταί μόνον διά ξένου πρίγκηπος κυβερνώντος την Ελλάδα δι' εαυτόν, τους κληρονόμους και τους διαδόχους του, εγώ πρώτος θέλω αναγνωρίσει κατά τους νομίμους τύπους τον πρίγκηπα τούτον, τουτέστιν αφού καταμάθω την διάθεσιν και την γνώμην του έθνους. Το έθνος δεν θέλει αρνηθή άμα ως λάβη την εγγύησιν, ότι ο νέος ηγεμών θέλει κυβερνήσει επί μόνω τω σκοπώ της εξασφαλίσεως της γενικής πάντων ανεξαρτησίας και των δικαιωμάτων, άτινα απέκτησαν οι Έλληνες διά των αιμάτων αυτών και τοσούτων θυσιών!» Προς τον φρούραρχον δε Ράικον έλεγε: «Δεν ήλθον εις την Ελλάδα, όπως ζητήσω θέσιν, μηδ' αυτήν την πρώτην· ακούσας δε την κλήσιν του έθνους τούτου, σκοπόν είχον μόνον να συντελέσω, πάση δυνάμει, εις την πολιτικήν αυτού αποκατάστασιν. Ο σκοπός μου ούτος είναι αμετάβλητος και μένει πάντοτε ο αυτός. Αν ο εκλεχθείς κυριάρχης ηγεμών είναι το μόνον μέσον προς οριστικήν επίτευξιν του σκοπού τούτου, εγώ πρώτος θέλω υποδεχθή αυτόν και χαρή επί τούτω εξ όλης μου ψυχής».

Υπό τοιούτων κατεχόμενος αισθημάτων ο όντως πατήρ εκείνος του έθνους, ο πρώτος των Ελλήνων Έλλην, ως απεκάλει αυτόν, πάνυ δικαίως, ο I. Ρίζος Νερουλός, έγραψε τας δε τας διπλωματικωτάτας και πατριωτικωτάτας προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος Λεοπόλδον επιστολάς άς οι αντιπολιτευόμενοι παρεξηγήσαντες εθεώρησαν αυτόν ως τον αληθή αίτιον της από του θρόνου της Ελλάδος παραιτήσεως Λεοπόλδου.

Τω Υψηλοτάτω Βασιλικώ πρίγκηπι Λεοπόλδω.

Εν Ναυπλίω τη 25 Μαρτίου 1830.

«Πρίγκηψ, η Θεία πρόνοια δεν εγκαταλείπει την Ελλάδα. Μαρτύριον δε νέον η μεγαλοψυχία, μεθ' ής η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης επροστάτευσε τα νόμιμα αυτής συμφέροντα, εν ώ εγίνετο η περί αυτών κρίσις. Όθεν και το γράμμα δι' ού η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης μ' ετίμησεν από 16)28 Φεβρουαρίου, παρέχει εις την Ελλάδα τα ασφαλέστατα περί του μέλλοντος εχέγγυα, το μεν, εκ των αγώνων ούς ηγωνίσθητε προς επέκτασιν των ορίων, το δε, διότι ητήσατε και την συμμετοχήν της Ελλάδος εις την εκλογήν του αυτής άνακτος.

«Το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και αι συμπληρωματικαί αυτού πράξεις εν ποίω τύπω μέλλουσι να διακοινωθώσι προς την Ελληνικήν κυβέρνησιν, αγνοώ. Αλλ' όσον εικάζω εκ των μερικωτέρων εντεύξεών μου μετά των προσέδρων των τριών συμμάχων Αυλών, αυτοί ζητούσι την απαρέγκλιτον εκτέλεσιν των εις αυτούς προστεταγμένων, ουδεμίαν διαπραγματείαν δεχόμενοι ούτε σκέψιν περί των τύπων καθ' ούς τα αποφασισθέντα παρά των Δυνάμεων πρέπει να βαλθώσιν εις πράξιν.

«Εάν όμως η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης κλίνη να ρίψη τους οφθαλμούς επί τα ψηφίσματα της εν Άργει εθνικής συνελεύσεως, των οποίων συνάπτω ενταύθα την συλλογήν, θέλει ιδεί (ψηφίσματι α', άρθρω γ') ότι εις εμέ δεν συγχωρείται να συμφωνήσω εν ονόματι και εκ προσώπου της Ελλάδος ουδέν συμφώνημα αναφερόμενον εις τας περί ών λόγος εκδιαθέσεις (arrangements définitifs) ειμή αφ' ού οι πληρεξούσιοι αυτής αντιπρόσωποι σκεφθώσι και επικυρώσωσι τα πάντα.

«Επειδή λοιπόν ο τρόπος καθ' όν η εν Άργει συνέλευσις εθεώρησε την συνθήκην της 6 Ιουλίου διαφέρει ουσιωδώς της περί αυτής κρίσεως των υψηλών Δυνάμεων, της εμφαινομένης εις τα κατά Φεβρουάριον μεταξύ αυτών διομολογούμενα· επειδή η ελληνική κυβέρνησις, καίπερ πολλά προσλιπαρήσασα, ουδόλως εκλήθη να λάβη μέρος εις τας νεαράς διαπραγματείας, πώς δύναται να δεχθή το κεφάλαιον αυτών, χωρίς να ζητήση πρότερον την συγκάλεσιν της εθνικής συνελεύσεως, υποκειμένη, άλλως, να κατηγορηθή ότι κατεπάτησε τους όρκους, το αξίωμα, και τα δικαιώματα του έθνους; Διότι οι πληρεξούσιοι και των επαρχιών, συνελθόντες εις εθνικήν ομήγυριν προς το ακούσαι τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου, ήθελον ευρεθή ως προς την περί ορίων απόφασιν εις δύσκολόν τινα και δεινήν ανάγκην, ή να παραβώσι τα ιερώτατα περί τους εντολείς αυτών καθήκοντα, ή να λείψωσιν από τα οφειλόμενα λόγω δικαιοτάτης ευγνωμοσύνης προς τους σεβαστούς της Ελλάδος ευεργέτας.

«Από της αυτής όμως των καθηκόντων βαθυτάτης αισθήσεως η εθνική συνέλευσις ήθελε δεχθή μετ' ευγνωμοσύνης τας άλλας διατάξεις και κατασφαλίσεις αγαθών πολυτίμων, τας παρά των ευεργετών ερχομένας, και η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης τότε ήθελεν υπερευφρανθή καλουμένη παρά της ομοθύμου και πανεόρτου ψήφου εθνικής συνελεύσεως εις το έργον της Ελληνικής ανακτίσεως υπό νόμους, των οποίων τας βάσεις η εν Άργει συνέλευσις προεθέσπισεν. Επί δε των παρόντων, και δι' όσα προεξέθεσα, και διά τον τρόπον όλως, καθ' όν αι Δυνάμεις απεφάσισαν να εκτελέσωσι τα δόξαντα, αναγκάζομαι να αποκριθώ αμέσως προς τας γεννησομένας μοι διακοινώσεις, χωρίς να συγκαλέσω συνέλευσιν. Αναγγγελώ λοιπόν προς τε την Γερουσίαν και προς το έθνος τα αναπόδραστα αίτια της τοιαύτης μου βαρυευθύνου διαγωγής, της οποίας μέτοχος έσται, ελπίζω καν, και η Γερουσία, καθώς μετέχει και της πληρεστάτης μου πίστεως εις την ελευθέριον και γενναίαν της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος προαίρεσιν, σαφέστατα εκπεφρασμένην εν τω της 16 (28) Φεβρουαρίου γράμματι. Εις τον κόλπον άρα υμών, πρίγκηψ, οι Έλληνες θέλουσι πλέον καταθέσει τας εφέσεις αυτών· και υμείς μετά χάριτος αυτάς εισακούοντες, θέλετε τους δείξει όσην και οίαν ευδαιμονίαν αι Δυνάμεις τοις παρεσκεύασαν, προβιβάζουσαι αυτούς εις βαθμόν ελευθέρου και αυτονόμου έθνους.

»Τοσούτον δε περισπούδαστον έχω να προϋποβάλω εις την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα την αίρεσιν της πολιτείας μου, ώστε σας δίδω λόγον αυτής και πριν ακόμη λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις των κυρίων Προσέδρων των συμμάχων Αυλών, και πριν απευθύνω και προς την Γερουσίαν επί των περιεστώτων πραγμάτων διάγγελμα. Τούτο το χρέος εκτελέσω, ελπίζω, μετ' ολίγας ημέρας, και τότε και η Γερουσία θέλει ευλαβώς αναφέρει προς την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα τας εφέσεις του έθνους· η δε προς αυτήν απόκρισις του άνακτος, από του νυν πέποιθα, ότι θέλει διαλύσει πάσαν αμφιβολίαν, και όλας τας γνώμας θέλει καθησυχάσει και όλας τας καρδίας θέλει ανοίξει εις γενναιοτάτην και ειλικρινεστάτην περί την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα αφοσίωσιν.

«Περί της εκκενώσεως της Ευβοίας και Αττικής, όσην σπουδήν και αν καταβάλωσιν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, αμφιβάλλω ότι θέλει κατορθωθή τόσον ταχέως, όσον πιστεύουσιν οι παρά τη Ελληνική κυβερνήσει καθεστώτες πρόσεδροι των Αυλών. Διότι και αν εκδώση η Πύλη τα αναγκαία φιρμάνια, πάλιν είναι πιθανώτατον να αντιτάξωσι προς αυτά o τε Ομέρ Πασάς και ο φρούραρχος των Αθηνών πολλάς δυσκολίας και αναβολάς. Αλλ' όπως και αν έχη, είναι αδύνατον να μη προέλθωσι πολλαί ταραχαί και αταξίαι και εκ της απολείψεως των κατεχομένων σήμερον υπό των Ελλήνων μερών, εκτός αν η κένωσις αυτών γείνη παρά των Ελλήνων κατά τους εξής όρους:

«α') Να ενεργηθή ταυτοχρόνως με την αναχώρησιν των Τούρκων από τα δοθέντα εις την νέαν ελληνικήν επικράτειαν μέρη.

»β') Οι οροθέται περί ών μνημονεύει ο 9ος παράγραφος του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου, να αναλάβωσι και την περί κενώσεως επιμέλειαν.

»γ') Να δοθώσιν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν ικανά χρήματα, ώστε να δυνηθή να παράσχη βοήθειαν ζωής εις το πλήθος των καταφευξομένων ενταύθα οικογενειών.

«Και μοι συγχωρεί βέβαια η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να επιστήσω προς ολίγον την προσοχήν της εφ' έκαστον των άρθρων τούτων.

«Μόνον διά πραγμάτων θέλουσι καταπεισθή οι Έλληνες ότι, απολείποντες τους διά των αιμάτων αυτών αποκτηθέντας τόπους ανταποκτώσιν άλλους, καθ' ών τα όπλα των δεν ηυτύχησαν. Αλλ' αι σύμμαχοι Αυλαί μέλλουσιν απαιτήσαι την άμεσον αναχώρησιν των ελληνικών δυνάμεων γης και θαλάσσης όσαι σκεπάζουσι την δυτικήν Ελλάδα· ειμπορεί τούτο να εκτελεσθή αταράχως χωρίς να παρευρίσκεται εκείσε μία σεμνοπρόσωπος εξουσία; Περιττόν κρίνω ν' αποδείξω ότι διά μόνης της παρουσίας των οροθετών, και του ηθικού αυτών αξιώματος, στηριζομένου εις τας ναυτικάς δυνάμεις των συμμάχων Αυλών, δύνανται να προληφθώσι πολλαί συμφοραί, αναπόφευκτοι, αν αφεθή η ενέργεια της κενώσεως εις μόνην την ελληνικήν κυβέρνησιν τους υπηρέτας αυτής.

«Τελευταίον οι δυστυχείς κάτοικοι της Δυτικής Ελλάδος, εις τους οποίους μετά την άλωσιν της Ναυπάκτου, του Μεσολογγίου και της Βονίτσης, η κυβέρνησις επροθυμήθη να χορηγήση χρηματικάς καταβολάς προς το σπείραι τα χωράφια αυτών και προσμείναι την εσοδείαν του έτους, ενδεχόμενον είναι να παραιτήσωσι τας εστίας αυτών και τότε πώς θέλομεν τους δεχθή, αν δεν δυνάμεθα να τους δώσωμεν νέας βοηθείας; ή θέλουσι τάχα τας ευρεί παρά των αδελφών της ανατολικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου, μόλις αρχομένων να ανακύπτωσιν ολίγον από της προτέρας αθλιωτάτης αυτών καταστάσεως;

«Δεν μοι ανήκει να εξετάσω, εάν η γραμμή του Ασπροποτάμου είναι ικανή να ασφαλίση τας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος ειρηνικάς και καλογειτονικάς σχέσεις. Λέγω όμως και λέξω πολλάκις, ότι αι οκτώ επαρχίαι αι επιστρέφουσαι υπό την Οθωμανικήν κυριότητα, η Ακαρνανία δηλαδή, η Βόνιτσα, ο Βάλτος, ο Βλοχός, τα Άγραφα, το Καρπενήσι και το Πατρατζίκι, περιλαμβάνουσι λαόν χριστιανικόν 80 ή 100,000 ψυχών, εξ ού πηγάζουσι σχεδόν τα δύο τρίτα του ελληνικού στρατού, συγκειμένου κατά την εσχάτην αναρρύθμισιν εξ είκοσι ταγμάτων τετρακοσιάνδρων. Άλλως τε και πασίδηλον υπάρχει, ότι αι επαρχίαι αύται, μόνον υπό Ελλήνων κατοικούμεναι, ουδέποτε ολοτελώς υπετάχθησαν εις την Πύλην, και ότι οι στρατιώται και αρχηγοί αυτών από του 1821 το μέγιστον συνετέλεσαν διά της ανδρίας των εις τον κατά των Τούρκων αγώνα. Τι ποιήσουσι λοιπόν, όταν μάθωσιν ότι η γενέθλιος αυτών γη υποβάλλεται και πάλιν υπό την Οθωμανικήν δυναστείαν; Αν μείνωσι στρατιώται της Ελλάδος, εις αυτούς πλέον δεν δύναται να εμπιστευθή η φυλακή των ορίων. Αν προτιμήσωσι να μείνωσιν υπό τους Τούρκους ίνα αρχίσωσι πάλιν την παλαιάν αυτών αρματωλικήν τέχνην, θέλουσι τάχα σεβασθή την νέαν οροθεσίαν, συνειθισμένοι όντες εις την προς τους Τούρκους πολεμιότητα; Δεν το πιστεύω· επειδή και άνθρωποι αξιόπιστοι με βεβαιούσιν ότι ο Ασπροπόταμος και ο Σπερχειός εις πολλά μέρη γίνονται βατοί ρύακες, το δε εδώθεν αυτών μέρος είναι πλατεία έρημος, όπου ούτε πόλεις απαντώνται ούτε χωρία, και τέλος όλη η γραμμή η χαραχθείσα υπό του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου ουδεμία προσφέρει εις τον τόπον εκείνον αυτοφυή και ασφαλή άμυναν την αναγκαιοτάτην προς το στερεώσαι το πολυδάπανον και πολύμοχθον των Δυνάμεων ειρήνευμα τούτο. Αλλά περί του πράγματος τούτου, αχθεινού όντος εις την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα, περισσότερον δεν εκτείνομαι προστίθημι δε μόνον ότι, αν αι περί οροθεσίας αποφάσεις των συμμάχων αυλών υπάρχωσιν αμετάθετοι, μόνη η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης ερχομένη ενταύθα δύναται να εξομαλύνη τας εκ της εκτελέσεως προκυψούσας μεγάλας δυσκολίας, και να προλάβη πολλάς συμφοράς.

Ικετεύω λοιπόν αυτήν θερμότατα να σπεύση όσον ένεστι την εις Ελλάδα άφιξιν διότι ουδείς δύναται, πρίγκηψ, να πληρώση τον τόπον της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος εν τοιαύτη βαρεία περιστάσει, η δε απουσία αυτής ουκ έσται άνευ μεγάλης λυπήσεως και των Ελλήνων και των συμμάχων Δυνάμεων και αυτής της Πύλης.

«Η Ελληνική κυβέρνησις πρέπει, καθώς είπα, να δώση και βοηθείας και ελπίδας, ίνα παρηγορήση τας δυστυχίας και προλάβη αταξίας κατά την μετακίνησιν των ορίων. Αλλά ταύτα δεν δύναται να ευοδώση κυβέρνησις παύουσα. Η αυτή δε ούτε πίστεως ικανής αξιούται προς το πείσαι και τας συμμάχους Δυνάμεις και την Πύλην, ότι τα εκ της εκτελέσεως των αποφασισθέντων προκύψοντα, προκύψουσιν εξ αυτής της φύσεως των αποφάσεων.

«Όταν λοιπόν η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης επιστήση όντως τον νουν επί την προκειμένην υπόθεσιν, τότε αναμφιβόλως θέλει κρίνει δευτέραν πάσαν άλλην, ήτις ενδέχεται να απαιτή και να παρελκύη τον επ' αλλοδαπής χρονισμόν Αυτής.

«Εγώ δε, καίτοι υπό των πόνων και μόχθων κατατρυχόμενος, τας φροντίδας μου όμως και τους αγώνας πάντας θέλω καταβάλει προς το δικαιώσαι την εις εμέ εντιμοτάτην πίστιν και των Ελλήνων και της Υμετέρας Βασιλικής κορυφής, και ευτυχής λογισθήσομαι εκπληρών το διπλούν τούτο καθήκον, εφ' όσον η μεν υγεία μου μοι το συγχωρήση, η δε Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης θέλει ασπάζεσθαι τον ασθενή της υπηρεσίας μου φόρον.

«Υ. Γ. Εν Ναυπλίω τη 26 Μαρτίου (7 Απριλίου). Χθες το εσπέρας μετέδωκα μερικωτέρως εις την Γερουσίαν τό τε πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και το γράμμα της Υμετέρας βασιλικής Υψηλότητος, άμα σπουδάσας να εξηγήσω εις τα μέλη τούτου του σώματος όσα αγαθά αι εν Λονδίνω γενόμεναι συνθεσίαι παρασκευάζουσιν εις την πατρίδα αυτών, και περάνας τον λόγον, τοις ανήγγειλα ότι, αφού λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις, θέλω σκεφθή μετ' αυτών περί του τρόπου, καθ' όν προτίθεμαι να εκπληρώσω το προς την Ελλάδα χρέος μου και άμα να δικαιώσω όσον το επ' εμοί την τιμήν της εις εμέ πίστεως τών τε συμμάχων Αυλών και της Υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος.

«Η Γερουσία αφού πρώτον εσιώπησε βαθείαν και κατηφή σιωπήν, μοι εζήτησε την άδειαν να αποχώρηση ίνα σκεφθή μετ' επιστασίας επί των δοθέντων αυτή σπουδαιοτάτων αγγελμάτων. «Σήμερον δε ήλθε παρ' αυτής προς εμέ επιτροπή συγκειμένη εκ του προέδρου και δύο εισηγητών, ήτις και άρτι εξήλθεν, αφού μοι προσελάλησε κατά το νόημα τα εξής: «Αγνοούμεν κατά ποίον τρόπον αι σύμμαχοι Δυνάμεις μέλλουσι να μας διακοινώσωσι τας αποφάσεις των, τας οποίας, οποίαι και αν ώσιν αμφιβάλλομεν, καθ' όσα μας είπατε, αν μας μένη ελευθερία να δεχθώμεν ή ν' απορρίψωμεν. Ημείς δεν έχομεν κύρος να δεχθώμεν την πράξιν της 3 Φεβρουαρίου και τα συμπληρούντα αυτήν· και αν δε το έθνος μας είχε δώσει την τοιαύτην εξουσίαν, πάλιν μας ήτον αδύνατον να την ενεργήσωμεν χωρίς να παραβώμεν τα οφειλόμενα και εις εαυτούς και εις όλους τους αδελφούς της Στερεάς Ελλάδος, της Κρήτης, της Σάμου, και των άλλων νήσων των εις τους Τούρκους επιστραφεισών. Η Υμετέρα Εξοχότης ας πράξη ό,τι κρίνη συμφερώτερον και σωτηριώτερον εις την πατρίδα, αλλ' ημείς ουδέποτε συγκατανεύσομεν εις το να αναλάβητε εν ονόματι και εκ προσώπου του έθνους τα περί εκτέλεσιν του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου. Αι συμμαχούσαι Δυνάμεις δύνανται να φέρωσιν εις έργον την αυτών απόφασιν αφισταμένων ημών, και ετοίμων όντων να εκθέσωμεν εν υπομνήματι τους λόγους, δι' ούς αναγκαζόμεθα να μη πράξωμεν άλλως. Και τούτο ημών το υπόμνημα σας παρακαλούμεν να στήσετε προ των ποδών των συμμάχων ανάκτων, ίνα κρίνωσιν κατά την δικαιοσύνην και φιλανθρωπίαν αυτών».

Ας μη αμφιβάλλη η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης ότι πολλά ηγόρευσα, παραστήσας εις την επιτροπήν πληκτικώτατα ηλίκους κινδύνους παρασκευάζει η τοιαύτη αντιδιάθεσις και εις τας επαρχίας τας υπό τους Τούρκους μεταβαινούσας και εις τας συστησούσας την νέαν Ελληνικήν επικράτειαν. Τότε έν των μελών της επιτροπής ο από Πατρατζικίου, Κ. Αινιάν, μοι είπεν: «Αλλ' εις τας προσταγάς της υμετέρας εξοχότητος ουδείς θέλει υπακούσει κατά τας επαρχίας. Τι ωφελεί να συγκατατεθώμεν εις πράγματα ανεκτέλεστα;» Εγώ δε τω απεκρίθην «Διά τι ανεκτέλεστα, εάν προσφέρωμεν εις τους ομογενείς μας πατρίδα, την μένουσαν εις ημάς Ελληνικήν γην, και πόρους εξ ών να εγκατασταθώσι και ζήσωσιν ειρηνικώς και τιμίως;

«Δεν θέλω να βαρύνω την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα διά της καθ' έκαστα αναγραφής της μακράς ταύτης συνομιλίας. Αλλά το βέβαιον είναι ότι αι γνώμαι ανακινούνται και ζέουσιν, ουδ' εύκολος έσται η αυτών καταπράυνσις. Εγώ παν, ό,τι δύναμαι και σπουδάζω και σπουδάσω προς τούτω· πλην λέγω και πάλιν προς την υμετέραν Υψηλότητα, ότι συμφέρει να έλθη τάχιον ως συνεπιλαβών του έργου, και τότε ελπίζω ότι και το εμού μέρος γενήσεται ως καλλίτερον».

Τοιαύτη τις ήτο η επιστολή του Καποδιστρίου προς τον Λεοπόλδον. Ο έμπιστος δ' ανήρ, όστις έμελλε να κομίση προς τον πρίγκηπα το μήνυμα του κυβερνήτου, ήν ο πρίγκηψ Γουσταύος Βρέδε υιός του βαυαρού στρατάρχου. Παράδοξον ήτο βεβαίως, ότι ξένος νεαρός αξιωματικός, εξελέγη όπως πληροφορήση προφορικώς τον μέλλοντα της Ελλάδος ηγεμόνα περί της εν Ελλάδι καταστάσεως των πραγμάτων. Εν παρόδω σχεδόν και μετά πολλής ελαφρότητος εμνημονεύετο, ότι ο Βρέδε, καί τοι εκ τυχαίας συστάσεως του Άιδεκ γνωστός τω Κυβερνήτη, ηδύνατο να παράσχη επαρκείς πληροφορίας περί των εν Ελλάδι συμβάντων και συμβαινόντων. Προς πλήρωσιν δε των κενών, άτινα ηδύνατο να καταλίπη ως προς τας θεωρίας η έκθεσις του νέου αξιωματικού του ιππικού, προσέθηκεν ο Καποδίστριας εν δευτέρα συστατική επιστολή αυθημερόν γραφείση, 25)6 Απριλίου 1830, περιγραφήν των θυσιών, αίτινες ήθελον απαιτηθή παρά του μέλλοντος ηγεμόνος της Ελλάδος.

Η δευτέρα αύτη συστατική επιστολή προς τον Λεοπόλδον είχεν ώδε:

Τω Υψηλοτάτω και βασιλικώ πρίγκηπα Λεοπόλδω

Εν Ναυπλίω τη 25 Απριλίου 1830.

«Η υμετέρα μεν Βασιλική Υψηλότης ηυδόκησε να μοι ζητήση άνθρωπόν τινα πιστόν, ικανόν να τη εκθέση, ελθών αυτόσε, τα της παρούσης καταστάσεως της Ελλάδος. Εγώ δε μη δυνάμενος να εκλέξω τον ζητούμενον, ίνα μη διεγείρω αντιζηλίας και δώσω και εις τον φατριασμόν νέαν αφορμήν να επαυξήση διά της κακομηχανίας τας υφεστώσας σήμερον ενταύθα δυσχρηστίας ανθρώπων και συμφερόντων, απεφάσισα να σας γράψω το μακρόν γράμμα, εις το οποίον παρέπεται το παρόν.

«Περί πολλού δε ποιούμενος να σας το διαβιβάσω τάχιον και χωρίς να προσμείνω τους ταχυδρόμους των ξένων πρακτόρων, αναχωρούντας βραδύτερον, παραδίδω αμφότερα εις τον πρίγκηπα Κ. Βρέδε, όστις προστάσσεται να έλθη εις Μασσαλίαν ή εις Τουλώνα, και εκείθεν αμέσως να δηλοποιήση τον ιππότην κ. Έυναρδ ότι φέρει γράμματα προς την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα· ούτος δε θέλει σας το μηνύσει ευθύς, και τότε στέλλετέ τινα εις το καθαρτήριον και τα παραλαμβάνει παρά του κ. Βρέδε ασφαλώς.

«Και αν μεν η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης θελήση να μοι αποκριθή διά του αυτού κομιστού, αυτός επιστρέφει και πριν τελειώση την κάθαρσιν· ειδέ μη, ο κ. Βρέδε θέλει έλθει να σας προσκυνήση και να λάβη τας προσταγάς σας.

«Ο κ. Βρέδε διέτριψεν ικανόν καιρόν εν Ελλάδι, υπηρετήσας ως στρατιωτικός, και πάντοτε εντίμως πολιτευθείς. Εγώ άλλως δεν τον γνωρίζω ειμή εκ της ευνοίας, ήν είχε προς αυτόν ο συνταγματάρχης κ. Έυδεκ. Τον νομίζω όμως αρκούντως ειδήμονα των διατρεξάντων και διατρεχόντων εν τη Ελλάδι, και ικανόν να δώση εις την Υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα, εάν τη αρέσκη, κεφαλαιώδη έννοιαν του πώς εύρον εγώ τον τόπον, και πώς σήμερον έχει αυτός.

«Αλλ' ας μοι συγχωρήση η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης και αύθις να την παρακαλέσω να αποφασίση να φθάση τάχιον εις Ελλάδα, διότι πάσα αναβολή ενδέχεται να βλάψη πολύ τον τόπον, και πολύ να εμπλέξη τα πράγματα, των οποίων η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης αναλαμβάνει την επιμέλειαν.

«Τα πράγματα ταύτα είναι εκ φύσεως δυσχερέστατα, ως νομίζω ότι το απέδειξα εν τη επιστολή μου. Και αφού η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης δέχεται το μέγιστον αγώνισμα του πληρώσαι τα αποκληρωθέντα εις την Ελλάδα, εν αυταίς ταις χερσίν υμών κείται πλέον και η αισία αρχή του έργου, ουδέ δύνασθε, ω Άναξ, να το επιτρέψητε εις άλλους· ειδέ μη, της ενεργείας η δύναμις απομειούται, ή και παντάπασι καταργείται. Άλλως τε της οροθεσίας μελλούσης αναγκαίως εγείραι ισχυρόν τινα κίνδυνον εν Ελλάδι, διατί η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να μη αρπάση την πρώτην ταύτην ευκαιρίαν προς το εμφανίσαι τοις Έλλησι την περί αυτούς πατρικήν αυτής διάθεσιν και τον ενθουσιασμόν υπέρ της σωτηρίας αυτών;

Και εγώ, αν εύρον χάριν τινά παρά του λαού τούτου, εάν και σήμερον αυτός διατελή επιδεικνύμενος ειλικρινή και απερίγραπτον προς εμέ πίστιν, τούτο ποιεί, διότι με βλέπει εμμενώς προσωπικώς συμμετέχοντα της αθλιότητος και πολυπαθείας αυτού προς μόνον σκοπόν του αφανίσαι αυτάς. Εις το επαύλισμα του στρατιώτου υπό την πτωχήν καλαμοστέγην του χωρικού, εν πάση ώρα του έτους, οπωσδήποτε έχοντα ηλικίας τε και υγείας πολλάκις με ελάλησαν οι στρατιώται και ο λαός περί των συμφερόντων αυτών, και με εγνώρισαν, και εγώ τους εδίδαξα τι οφείλουσι και εις εαυτούς και εις την κυβέρνησίν των και εις τον πεπολιτευμένον κόσμον. Τολμώ λοιπόν, άναξ, να είπω ότι εις ταύτην την δοκιμασίαν προσμένουσι πρώτον οι Έλληνες την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα. Αν επιφανήτε εις τους οφθαλμούς των ως αυθέντης μη δυνάμενος να υποφέρη την πτωχείαν και ένδειάν των, αντί να τοις επιβάλητε σέβας εκών θέλετε χάσει την ασφαλεστάτην επί τας γνώμας αυτών επίδρασιν. Αλλ' η ευκαιρία της πρώτης αθλήσεως ιδού πάρεστιν. Έλθετε να παρευρεθήτε εις το δυσχερές και αλγεινόν της οροθεσίας έργον, και μη αφίνετε άλλους να το επιστατήσωσιν εις τον τόπον σας.

«Οφείλω δε εις την υμετέραν Υψηλότητα εξηγήσεις τινάς ιδιαιτέρας και επί του πρώτου μέρους της επιστολής μου. Να διέλθω αναλυτικώς τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου, μοι είναι αδύνατον, διά την έλλειψιν του καιρού. Προφανώς όμως βλέπω εξ αυτών τούτο, ότι το συνέδριον αντί να προσφέρη εις την Ελλάδα την παραδοχήν των περί της αυτονομίας αυτής αποφάσεων, κατά τους εννόμους τύπους, έκρινε συμφερώτερον και συντομώτερον να τη τας επιβάλη απλώς και απαρασκευάστως. Και διά ποίους μεν λόγους προετίμησε τον τοιούτον τρόπον, δεν μοι ανήκει να εξετάσω· ότι όμως αυτός είναι απροφυέστατος εις τα συμφέροντα και του δυστυχούς τούτου τόπου και της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος, τούτο κάλλιστα εξεύρω.

«Η πράξις της 3 Φεβρουαρίου και η απονέμουσα τη υμετέρα Υψηλότητι την κυριαρχικήν και διαδοχικήν εξουσίαν ουδέ λόγον αναφέρουσι περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων· εξ ού εικάζεται έν εκ των δύο, ή ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις φρονούσιν ότι το πρόσωπον του ηγεμόνος απορροφά και εγκατασυνάγει εις εαυτό όλα τα δικαιώματα των Ελλήνων, ή ότι εις τον άνακτα άφησαν το αναγορεύσαι αυτά, καθ' ήν στιγμήν θέλει λάβει την ηνιοχίαν των πραγμάτων. Ταύτην την δευτέραν εξήγησιν έδωκα και εις τα μέλη της Γερουσίας και εις τους άλλους πολίτας τους πολλά κατερωτώντας με, αφ' ότου τα εν Λονδίνω διαβουλευθέντα έγειναν ενταύθα γνωστά, και κατά ταύτην ίσως θέλει συντεθή και η προφώνησις της Γερουσίας.

«Το δε περαιτέρω μένει να πράξη αυτή η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης, της οποίας η απόκρισις και περιμένεται μετά πολλής συνοχής, και έσται τοις πάσι καταθύμιος, εάν διαρρήδην αποφαίνηται περί ών ευπαρρησιάστως τολμώ να σας σημειώσω,

«α') Αν υμετέρα Υψηλότης έχη διάθεσιν να παραδεχθή την θρησκείαν του έθνους, ας νεύση να του το αναγγείλη, και ευθύς αυτό θέλει συναφθή προς τε την υμετέραν Υψηλότητα και προς την γενεάν αυτής διά του ιερωτάτου δεσμού.

«β') Δεν θέλετε βέβαια, άναξ, να κυβερνήσητε άνευ εννόμων τύπων, παραδεδεγμένων παρ' αυτής της Ελλάδος. Αν ευδοκήσητε λοιπόν να επιβλέψητε εις το δεύτερον ψήφισμα της εν Άργει Εθνικής Συνελεύσεως, θέλετε κηρύξει ότι δέχεσθε τας βάσεις αυτού, αποταμιεύοντες το να δώσετε εις τους Έλληνας (τηρούντες όλα τα δικαιώματα αυτών) θεσμούς έμφρονας, κατά ανεπισφαλείς οδηγίας της πείρας.

»γ') Διά των λοιπών ψηφισμάτων της συνελεύσεως του Άργους ασφαλίζονται τα δίκαια όλων των πολιτών, όσοι μεγάλα κατέβαλον και εθυσίασαν υπέρ του αγώνος. Εάν η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης δι' ενός μόνον λόγου αγγείλη, ότι θέλει θεραπεύσει τα δίκαια ταύτα, επομένη εις τα παρά της συνελεύσεως ψηφισθέντα, τότε πάσαι αι επιθυμίαι πληρούνται, και το έθνος όλον μετά μυρίων ευλογιών θέλει δράμει εις προϋπάντησίν σας.

»Ήθελα, πρίγκηψ, να έχω ολίγας ώρας ίνα σας αναπτύξω τους λόγους, δι' όλους ορμώ να σας υποβάλω τας τρεις ταύτας προτάσεις. Αλλ' η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης και ούτω θέλει μοι αποδώσει, ελπίζω, το δίκαιον, πιστεύουσα ότι εν τω βάθει της συνειδήσεώς μου ευρίσκω τους λόγους τούτους. Και ίσως μεν απατώμαι· δεν τολμώ όμως να σας εγγυηθώ υποδοχήν, οποία οφείλεται παρά του έθνους προς τον ηγεμόνα αυτού, αν έλθητε πρόδρομον ή πάρεδον έχοντες τελείαν σιωπήν περί των προσημειωθέντων τριών κεφαλαίων.

«Και συγγνώμην δότε μοι, παρακαλώ, άναξ διά την παρρησίαν της γλώσσης, τοιαύτης ούσης ανέκαθεν εν εμοί, και διά τούτου προξενησάσης μοι άλλοτε και την υμετέραν εύνοιαν.

«Μεγάλως επεθύμουν να σας λαλήσω, άναξ, και περί των πόρων ημών, και περί του στρατού, και περί του ναυτικού, και όλως περί συμπάσης της διοικήσεως αλλ' αμφιβάλλω αν δυνηθώ διότι τοσούτον άθροισμα πολυμερών και ασυνηθεστέρων υποθέσεων με καταπιέζει σήμερον, και εις τοσαύτην εργασίαν με καταδικάζει και η διπλωματία, ώστε και αι δυνάμεις μου ήδη εκλείπουσι, και αναγκάζομαι να υπαγορεύσω και τούτο το ιδιαίτερον γράμμα, αιτούμενος συγγνώμην παρά της υμετέρας Υψηλότητος.

«Ο ιππότης Κ. Έυναρδ, ο μεγάλα ωφελήσας εν πολλοίς την Ελλάδα, αυτός θέλει σας παραστήσει την χρηματικήν ημών στενοχωρίαν και το αναγκαιότατον της αποστολής βοηθείας τινός προς το τέλος του Απριλίου. Αλλά την βοήθειαν ας φέρη αυτή η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης. Τούτο αξιών και καθικετεύων ου παύσομαι.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'. Επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. — Αποστολή του πρίγκηπος Βρέδε. — Επιστολαί του Κυβερνήτου προς τον Λεοπόλδον, εν αίς πικρώς καταφέρεται κατά των ξένων — Μυστικαί αναφοραί της αντιπολιτεύσεως προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος. — Οι Μανιάται αρνούνται την πληρωμήν φόρων. — Νικήτας ο τουρκοφάγος. Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου. — Ο Λεοπόλδος επανακάμπτει εν τάχει εις Λονδίνον. — Επιστολή αυτού προς την εν Λονδίνω Σύνοδον. — Παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εκ του ελληνικού θρόνου.

Ο Κυβερνήτης εγίνωσκεν ότι οικογενειακοί λόγοι ηνάγκαζον τον Λεοπόλδον να μη σπεύδη την εις Ελλάδα κάθοδον αυτού και ηνάγκαζεν αυτόν να σπεύση προς το έργον του κανονισμού των ορίων. Και έτι μάλλον δεν ετόλμα να εγγυηθή προς τον πρίγκηπα προσήκουσαν παρά του ελληνικού έθνους υποδοχήν, αν ο Λεοπόλδος δεν καθησύχαζε τους Έλληνας διά κηρύγματος αυτού περί τριών ζητημάτων, και δεν παρείχε τρεις απαντήσεις, μετ' ανυπομονησίας προσδοκωμένας, σαφείς και καταφατικάς:

«α) Είναι διατεθειμένη η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να ασπασθή το ορθόδοξον ανατολικόν δόγμα, και να συνδέση ούτως εαυτόν και το γένος αυτού δι' ιερού δεσμού μετά του έθνους; β) Θέλει η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να απίδη εις το Β' ψήφισμα της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως; γ') Θέλει η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να εκτελέση τας λοιπάς αποφάσεις της εν Άργει συνελεύσεως, αίτινες ασφαλίζουσι τα συμφέροντα πάσης τάξεως του λαού και αποζημίωσιν των εν τω πολέμω θυσιών αυτού;»

Χωρίς προηγουμένης διαβεβαιώσεως περί των τριών τούτων όρων, ενόμιζεν ο Καποδίστριας ότι δεν ηδύνατο να εγγυηθεί περί προσηκούσης και αξίας υποδοχής του πρίγκηπος. Τοιαύται ήσαν αι δύο πρώται επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον Λεοπόλδον. Η δε τρίτη επιστολή, εξ Άργους τη 12)24 Απριλίου 1830 γεγραμμένη, είναι κραυγή οδύνης, επικαλουμένη σωτηρίαν εκ της οικονομικής αμηχανίας, οποία ουδέποτε λείπει εν τη απαριθμήσει των εν Ελλάδι κακών. Ο Κυβερνήτης ανεμίμνησκεν, ότι ο στρατός ανέμενε την 23 Μαΐου την πληρωμήν των τριμηνιαίων αυτού μισθών. Επειδή δε, έλεγε, σπουδαιότατον ήτο να ευχαριστηθεί ο στρατός μετ' ακριβείας εν τη παρούση κρισίμω στιγμή, καλόν θα ήτο να ετοιμάση ο πρίγκηψ Λεοπόλδος έν εκατομμύριον φράγκων, και αυτήν τουλάχιστον την ποσότητα να αποστείλη μέχρι των αρχών του Μαΐου. Ως σχόλιον της οικονομικής εκείνης αμηχανίας, υπέβαλε συνάμα ο Καποδίστριας την πρότασιν περί αποστολής δαπανηράς πρεσβείας μιας φρεγάτας προς παραλαβήν του Λεοπόλδου. Αλλ' έπραττε τούτο οκνών και διά φράσεων ήκιστα ενθαρρυντικών. Εφαίνετο σκοπούμενον να διεγερθή και υποτραφή η αντιπάθεια του εις την αγγλικήν ευμάρειαν και πολυτέλειαν ειθισμένου πρίγκηπος κατά της πενίας του μέλλοντος αυτού βασιλείου. Εν αυτή ο Καποδίστριας έλεγε: «Καίτοι η εκλογή πρεσβείας δεν είναι πράγμα ευχερές, καίτοι ο εξοπλισμός φρεγάτας και άλλων πλοίων προξενεί δαπάνας, άς δεν δύναται να απαντήση το ταμείον ημών» θέλω πράξει εν τούτοις παν το δυνατόν, όπως παρασκευάσω την εκτέλεσιν των μέτρων τούτων».

Εν δυσίν επιστολαίς της 12)24 Απριλίου 1830 επανελάμβανεν ο Κυβερνήτης μετά μεγίστης επιμονής τας κατά των όρων του πρωτοκόλλου ενστάσεις της Γερουσίας. Η υπό του Λεοπόλδου παραδοχή του ορθοδόξου θρησκεύματος, έλεγεν, ηδύνατο μόνη να καθησυχάση τα φανατικώς εξηρεθισμένα πνεύματα του ορθοδόξου πλήθους. Πάσαι αι τάξεις του ελληνικού λαού προσεβάλλοντο κατά τα ιερώτατα αυτών συμφέροντα διά των αποφάσεων του Λονδίνου: ναύται, στρατιώται, γεωργοί, υπάλληλοι. Το δωμάτιον του κυβερνήτου, ελέγετο, επλήρουν αδιακόπως άνθρωποι οδυνώμενοι, και μάτην ούτος προσεπάθει να παρηγορήση αυτούς, διότι είχε παρέλθει πλέον ο καιρός της εμπιστοσύνης:

«Υπάρχουσι κακόβουλοι και δολοπλόκοι εν Ελλάδι, ως και αλλαχού, πλείονες μάλιστα ή αλλαχού. Ξένοι, από μακρού ήδη απαύστως διχόνοιαν σπείροντες, εξακολουθούσι μετά μείζονος ζήλου τας εγκληματικάς αυτών σκευωρίας. Διά θράσους κομπουμένου μέχρις αυθεντείας επαναλαμβάνουσι και προς εκείνους έτι οίτινες δεν τους ακούουσιν, ότι, αν η Ελλάς περιωρίσθη μέχρι των ορίων του Ασπροποτάμου, αν η Κρήτη και η Σάμος εγένοντο τουρκικαί, αν αι λοιπαί του πρωτοκόλλου διατάξεις ήκιστα ανταπεκρίθησαν εις τας εθνικάς των Ελλήνων επιθυμίας, ταύτα πάντα εγένοντο, διότι η Ευρώπη ώφειλε να λάβη ασφαλιστικά μέτρα κατά των τερατωδών και φιλοδόξων σχεδίων της σημερινής προσωρινής κυβερνήσεως. Η προσωρινή αύτη κυβέρνησις ειμί εγώ, τα δε τερατώδη και φιλόδοξα σχέδια εισίν αι μυστικαί μου δήθεν σχέσεις προς την Ρωσίαν.»

Αι πικραί του Κυβερνήτου μομφαί κατά των ξένων απέβλεπον εις τον Τσουρτς, τον Φαβιέ, και τον Δώκινς. Ο άγγλος στρατηγός είχε προβή μέχρι του εμπαθούς ισχυρισμού, ότι ο Κυβερνήτης παρώξυνε τους πατριώτας αυτού Ιονίους κατά της αγγλικής διοικήσεως και ενήργει αναφανδόν τας σκευωρίας ταύτας προς μόνον τον σκοπόν του να σμικρύνη την Ελλάδα και να στερήση αυτής την Ακαρνανίαν και Αιτωλίαν. Ο Τσουρτς επίστευεν ό,τι έλεγε και έγραφε, καθότι ήτο άνθρωπος περιωρισμένου νου και εμπαθής. Εν υπομνήματι προωρισμένω εις φωτισμόν του πρίγκηπος Λεοπόλδου (74), κατεπολέμησε τα υπό του φεβρουριανού πρωτοκόλλου χαραχθέντα όρια· ανεμίμνησκε δ' εν αυτώ την στρατιωτικήν σημασίαν της Ακαρνανίας, και ιδίως των στενοποριών του Μακρυνόρους. Αλλά η κατά του Κυβερνήτου μορφωθείσα αντιπολίτευσις προέβαινε πολύ περαιτέρω και διά παντός μέσου. Παν όπλον ην αύτη πρόσφορον και εύχρηστον, και θριαμβευτικώς επεκαλείτο τας διαθέσεις των κυβερνήσεων της Αγγλίας και Γαλλίας. Δεν είχεν υποτιμηθή, έλεγον οι αντιπολιτευόμενοι, ο Κυβερνήτης εν Λονδίνω και Παρισίοις; δεν είχε καταδικασθή αυτός και τα έργα αυτού πάντα; δεν είχεν αποκαλυφθή η μυστική ρωσική αυτού φιλοδοξία;

Εδράξαντο ούτω της προφάσεως, ότι ήθελον να σώσωσιν την χώραν παρά ταις Δυναμέσι και τω νέω ηγεμόνι, και απεφάσισαν να εξασθενήσωσι και παραλύσωσιν όλως την ενέργειαν του υπομνήματος της Γερουσίας και της προς τον Λεοπόλδον απαντήσεως του Κυβερνήτου δι' εναντίων αναφορών, δι' αμέσων εγγράφων του λαού. Το έθνος έπρεπε να εικονισθή ως κεχωρισμένον όλως από της κυβερνήσεως, η δε κυβέρνησις αυτού ως κεφαλή μόνον και όργανον μιας μερίδος. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας έσπευσαν να υπογράψωσι το νέον εκείνο είδος των περί αφοσιώσεως αναφορών, αίτινες ενέφαινον απεριόριστον υποταγήν εις τας αποφάσεις των μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Καποδίστριας προσεπάθησεν, εννοείται, να παρεμποδίση τας ενεργείας ταύτας, και ηναγκάσθη εντός ολίγου να προβή από των αυστηρών και αποτρεπτικών λόγων εις σωφρονισμούς και αστυνομικά μέτρα. Καθότι πάντα εκείνα εφαίνοντο ως πολιτική τις διαδήλωσις κατά του κυβερνητικού αυτού συστήματος. Είχον ήδη παρακολουθήσει το παράδειγμα του Μαυροκορδάτου ο Ζαΐμης, ο Μιαούλης, ο Πετρόμπεης, ο μόλις εκ της πολιτικής αυτού καταδιώξεως και της φυλακής απαλλαγείς Φαρμακίδης και ο δικηγόρος Κλωνάρης και αυτός ο της Γερουσίας πρόεδρος Γεώργιος Σισίνης και πολλοί γερουσιασταί, οίπερ αντιφάσκοντες εις εαυτούς, υπέγραψαν. Τη μεσιτεία του άγγλου πρεσβευτού Δώκινς απεστάλησαν πολλαί των αναφορών αυτών, χιλίας περίπου φέρουσαι υπογραφάς, προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. Τότε ηναγκάσθη ο Καποδίστριας να ανταποδώση τα ίσα διά του Κολοκοκοτρώνη και των διοικητικών αρχών, και δι' οργίλης ανακοινώσεως προς τους εκτάκτους επιτρόπους και τους διοικητάς να κηρύξη εγκληματικάς τας κρύφα και εν παραβύστω ενεργουμένας εκείνας αναφοράς: «Ειπέτε εις τους περί τοιούτου εγγράφου λαλούντας, έγραψεν εις τον Μαυρομμάτην, ότι ικανώς χαρακτηρίζει αυτό ο τύπος αυτού και το μυστήριον, δι' ού προσπαθούσι να το περιβάλωσιν. Αν πρόκριτοι ή άλλοι πολίται νομίζωσιν, ότι οφείλουσι νυν να εκφράσωσιν αμέσως τα αισθήματά των προς τον νέον ηγεμόνα, την επιθυμίαν των αυτήν πρέπει προ παντός να δηλώσωσιν εις την κυβέρνησιν, ήτις αναμφιβόλως θέλει εγκρίνει να επαναλάβωσιν οι πολίται ό,τι εξέφρασεν ήδη αυτή εν ονόματι του έθνους. Εκτός της οδού ταύτης, μένει σκευωρία μόνον και ταπείνωσις». Συγχρόνως δε έδωκεν ο Κυβερνήτης πληρεξουσιότητα εις τας αρχάς να δέχωνται παρ' οιουδήποτε αναφοράς προς τον πρίγκηπα, και να αποστέλλωσιν αυτάς εις την κυβέρνησιν, όπως διαβιβασθώσι προς εκείνον. Ούτω δε αι αρχαί, καθ' ά μεν εφρόνει ο αυστριακός πρόξενος Γροπ, εν ταις εκθέσεσιν αυτού «υπεστήριζον τα φιλόδοξα σχέδια του Κυβερνήτου υπέρ εαυτού και της οικογενείας του», καθ' ά δε διεβεβαίου επίσημος κυβερνητική εγκύκλιος της 2 Ιουνίου «επεκύρουν απλώς τας περί επιταχύνσεως της αφίξεως του πρίγκηπος αναφοράς». Πολλαί δ' αληθώς νέαι τοιαύται αναφοραί υπεβλήθησαν. Η αντιπολίτευσις εχλεύαζεν αυτάς ως προδιαγεγραμμένας και κατ' επιταγήν υπογραφομένας δηλώσεις, «ως τύπους διοικητικής κηδεμονίας, εν οίς προσεπάθει η κυβέρνησις να χύση διά της βίας την ελευθέραν έκφρασιν των αισθημάτων του λαού». Η αγανάκτησις δ' αυτής τοσούτον εκορυφώθη, ώστε προσεκάλεσε τον λαόν να αρνηθή πληρωμήν φόρων. Οι Μανιάται μάλιστα προέβησαν μέχρι διαρπαγής των δημοσίων ταμείων. «Ουδέποτε, έλεγον, επλήρωσεν η Μάνη και δεν έπρεπε να καθιερωθή τοιαύτη κακή συνήθεια. Ο κυβερνήτης επέμενε διατηρών εν Μάνη μισητόν τινα κυβερνητικόν επίτροπον, τον Γενοβέλην, εις όν οι Μαυρομιχάλαι απέδιδον την πρόθεσιν της εξολοθρεύσεως πάντων των προυχόντων της Μάνης. Αντί δε να εξαλείψη την πρόφασιν εκείνην της δυσαρεσκείας, ενόμισεν ο Κυβερνήτης ότι εκινδύνευεν η ιδία αυτού αξιοπρέπεια. Απέστειλε ρωσικά πολεμικά πλοία εις Λιμένι, εξώτρυνε τον γαλλικόν στρατόν εις απειλητικόν τι κίνημα παρά τας Καλάμας, εκάλεσε Ρουμελιώτας εις Πελοπόννησον, και ανέθηκεν εις τον γενναίον μεν αλλά περιωρισμένου νου Νικήταν την αστυνομίαν της Χερσονήσου. Κατώρθωσε μεν ούτω να καταπνίξη την επανάστασιν προ της γεννήσεως αυτής· αλλ' ηύξησεν ο αριθμός των εναντίων».

Ανδρέας Ζαΐμης
Ανδρέας Ζαΐμης

Εν τη δυσχερεί ταύτη θέσει ευρισκόμενος ο Καποδίστριας, «εμποδιζόμενος εν ταις ενεργείαις αυτού υπό εσωτερικών και ξένων ραδιούργων,» ύποπτος απέναντι των κυβερνήσεων των ναυτικών Δυνάμεων και αβοήθητος υπ' αυτών καταλειπόμενος, πιεζόμενος δε υπό οικονομικών δυσχερειών και κατατρυχόμενος υπό της εις βεβαιότητα μετ' ολίγον ανακλαδουμένης υπονοίας, ότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ήθελεν αποχωρήσει απέναντι τοιαύτης των πραγμάτων καταστάσεως, και παραιτούμενος ήθελεν απορρίψει την ευθύνην επί τον Κυβερνήτην και την Γερουσίαν, δεν ώκνησε να επιβεβαιώση προς τον Λεοπόλδον διά των από 5 και 11 Ιουνίου επιστολών αυτού τας προτέρας αυτού ανακοινώσεις, και να εκφράση την λύπην αυτού επί τη «μυσαρά ραδιουργία» των προσπαθούντων να παραστήσωσι προς τον μέλλοντα της Ελλάδος ηγεμόνα δυσάρεστον την εικόνα της εσωτερικής αυτής καταστάσεως.

Εν τούτοις, ο καιρός παρήρχετο και ο εκλεκτός του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830 δεν εσκόπει να λάβη την εις Ελλάδα άγουσαν. Ο Λεοπόλδος διέμενεν εν τη πρωτευούση της Γαλλίας. Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου σκοπόν βεβαίως είχεν, εν πρώτοις, την υπέρ του ελληνικού δανείου ενέργειαν. Πλην τούτου όμως επεθύμει ο Λεοπόλδος και την αποπεράτωσιν οικογενειακής όλως υποθέσεως, την επίτευξιν δηλαδή της χειρός ηγεμονίδος τινός εκ του ορλεανικού της Γαλλίας οίκου. Αλλ' η επιθυμία αυτού αύτη δεν εγένετο δεκτή, και η γαλλική αυλή, κατά την από 28 Μαΐου 1830 διακοίνωσιν του Λίβεν, απεποιήθη την αίτησιν του Λεοπόλδου. Αι δυσχέρειαι δε άς απήντησεν ο πρίγκηψ εν Παρισίοις, εψύχραναν αυτόν ικανώς και εμετρίασαν κατά πολύ τον ενθουσιασμόν αυτού, ούτως ώστε παρετηρήθη μετ' εκπλήξεως, ότι ο Λεοπόλδος, κατά την εν Παρισίοις διαμονήν αυτού, ουδόλως ησχολήθη εξωτερικώς προς το ελληνικόν ζήτημα. Ούτε προς τους πρέσβεις, των ευεργετίδων Δυνάμεων, τον λόρδον Στούαρτ ή τον Πότσο-Διβόργο εσχετίσθη, ούτε προς τον Έλληνα πρίγκηπα Σούτσον, ούτε εδέξατο εις ακρόασιν τους ζητήσαντας να εμφανισθώσιν ενώπιον αυτού Έλληνας τους εν Παρισίοις παρεπιδημούντας.

Έκτοτε μετά θετικότητος αι γαλλικαί εφημερίδες διέδιδον ότι σκοπόν είχε να παραιτηθή της ηγεμονείας της Ελλάδος, ήν είχεν ήδη αποδεχθή. Τοιούτον τινα σκοπόν υποσημαίνει επιστολή τις προς τον βαρώνον Στάιν, γραφείσα κατά την εν Παρισίοις διαμονήν του πρίγκηπος. Ο γηραιός βαρώνος Στάιν, φίλος του Καποδιστρίου και της Ελλάδος ακραιφνέστατος, είχεν εκφράσει εν υπομνήματι αυτού της 7)19 Μαρτίου 1830 την ελπίδα, όπως τεθή εκποδών όσον το δυνατόν η επιρροή της Αγγλίας και Γαλλίας, και μείνη άθικτος όλως η εσωτερική πνευματική της Ελλάδος ανεξαρτησία. Ο Λεοπόλδος όμως απαντών αυτώ τη 29)10 Απριλίου 1830 έλεγε: «Τοιαύτη τις ανακοίνωσις είναι διττώς παρήγορος και αληθώς ζωογόνος, όταν τις προ μηνών ήδη τοσούτον σκληρόν υφίσταται αγώνα κατά κακής θελήσεως και της ψευδώς εννοουμένης πολιτικής, ώστε αισθάνεται αποψυχραινομένην όλως την ψυχήν αυτού. Δύνασθε να φαντασθήτε, πόσον δυσχερές ήθελεν είναι εις ανθρώπους ματαίους και ιδιοτρόπους να χωρισθώσιν από των προτέρων αυτών συστημάτων, να παραιτήσωσιν ιδέας προσφιλείς, και να ευλογήσωσιν ό,τι θα επεθύμουν να καταρασθώσι μάλλον. Θα ενθυμήσθε βεβαίως εκ των συνδιαλέξεων ημών τας ιδέας μου. Ηθέλησα πάντοτε εν τη υποθέσει ταύτη το αγαθόν, και επιθυμώ να συνταχθή το νέον Κράτος καθ' όν τρόπον και εις αυτάς τας μεγάλας Δυνάμεις ήθελεν είναι επιθυμητόν και αναγκαίον. Δυστυχώς θα εμάθετε ήδη εκ των εφημερίδων πόσον οικτρώς ωρίσθησαν τα όρια. Έπραξα ό,τι ηδυνάμην· δεν δύναταί τις εν τούτοις να αρνηθή, ότι χωρίς της Κρήτης και μετά των κακών ηπειρωτικών του ορίων το νέον κράτος πρέπει να θεωρηθή ως προσωρινόν μόνον. Τα οικονομικά αυτού αποτελούσι την στιγμήν ταύτην το αντικείμενον της μετά των Δυνάμεων συζητήσεώς μου. Ανάγκη να εγγυηθώσιν αύται δάνειον· ώρισα δε ποσόν τι, ούτινος η λυπηρά της Ελλάδος κατάστασις έχει ανάγκην, αν πρόκηται να γείνη τι άξιον λόγου. Αι Δυνάμεις θέλουσι να εγγυηθώσι το ήμισυ μόλις και ολίγον τι πλέον της προτάσεώς μου. Αλλά τούτο δεν θέλω το δεχθή, και δυνατόν είναι να επέλθη ρήξις. Εγώ δεν ενδίδω· περί τούτου έχω ακράδαντον απόφασιν».

Το δυνατόν τούτο της ρήξεως είχε πάντοτε υπ' όψιν ο πρίγκηψ κατά την εν Παρισίοις διαμονήν αυτού. Επιπολαίως δε έγραφε τη 10)22 Απριλίου 1830 προς τον Καποδίστριαν: «Δυνατόν να επέλθη ρήξις, και ίσως επί τέλους σας έλθη άλλος ηγεμών».

Εν τούτοις, περί τα τέλη Απριλίου 1830, εμηνύθη αυτώ δι' εκτάκτου ταχυδρόμου, ότι ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο Δ' είχε σπουδαίως ασθενήσει. Ο Λεοπόλδος καταλιπών εν πάση σπουδή τους Παρισίους επανέκαμψεν εις Λονδίνον. Τη 1η Μαΐου, ότε ο βασιλεύς της Αγγλίας ενομίζετο πλέον ως άπελπις, ηγγέλθη αυτώ υπό του λόρδου Άβερδην, ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις συγκατένευσαν να εγγυηθώσιν υπέρ του ζητηθέντος υπό του Λεοπόλδου δανείου των 60,000,000 φράγκων.

Εν Λονδίνω διατριβών έλαβε τον περιεκτικόν φάκελλον του Κυβερνήτου μετά της προσκλήσεως, όπως μεταβή ό,τι τάχιστα εις Ελλάδα και κατασιγάση την εθνικήν δυσαρέσκειαν επί τω πρωτοκόλλω τη 22)3 Φεβρουαρίου 1830.

Κατά τας ημέρας εκείνας ακριβώς, λέγει ο Βαρθόλδυς, εδημοσιεύετο διά των αγγλικών και γαλλικών εφημερίδων επιστολή τις εκ Κεφαλληνίας, καθ' υπαγόρευσιν των περί τον Καποδίστρια γεγραμμένη, και ισχυρότατα όζουσα στενού και περιωρισμένου ελληνικού πατριωτισμού. Εν Ελλάδι, έλεγεν η επιστολή, δεν λείπουσι πρόσωπα άξια του στέμματος· αντί τούτου όμως πάσα κατεβλήθη προσπάθεια, όπως καταστή αδύνατος πατριώτης έλλην βασιλεύς. Η Γερμανία, εξηκολούθει, είνε νυν η μόνη χώρα, όπου ακμάζουσιν έτι αι περί τιμαριωτικού κράτους και απολύτου μοναρχικού συστήματος θεωρίαι, και τούτου ένεκεν οι βασιλοθήραι έστρεψαν το βλέμμα των προς την ομιχλώδη των Τευτόνων γην, και εξελέξαντο τον πρίγκηπα του Κοβούργου, ίνα επιστέψωσι την άνοιαν αυτών. «Το όνομα του ανδρός τούτου πρώτην φοράν ακούεται εν Ελλάδι· αλλά γνωστόν είναι, ότι τώρα πλέον δεν γίνεται λόγος περί αγάπης και πίστεως μεταξύ ηγεμόνος και των υπηκόων του». Έτι καθαρώτερον ηρώτων γαλλικά φύλλα κατά τας ημέρας εκείνας, διατί εκωλύετο ο κόμης Καποδίστριας να φέρη εις πέρας το πλήρες ευλογίας έργον αυτού; διατί δεν εξελέγετο τουλάχιστον ως βασιλεύς ανήλικός τις, ανατιθεμένης της επιτροπείας αυτού τω Κυβερνήτη;

Πάντα ταύτα ανάγκη ήτο να σταθμισθώσι καλώς απέναντι των πολιτικών πραγμάτων της Αγγλίας, άτινα ηδύναντο ριζηδόν να μεταβληθώσι διά της αλλαγής ηγεμόνος. Ο Λεοπόλδος, ως και άλλοτε είπεν, απεφάσισε να παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος· η επιθυμία της και άλλως αβεβαίας και απιθάνου αγγλικής αντιβασιλείας και η άποψις της αμφιβόλου πάντοτε και εφημέρου επιρροής, ήν ηδύνατο ούτος, ως ξένος, να ασκήση επί της αγγλικής κυβερνήσεως, ήσαν πομφόλυγες, αίτινες αύται μόναι δεν ηδύναντο βεβαίως να παρακινήσωσι τον υπό ρωμαντικού και εμπαθούς ενθουσιασμού υπέρ της Ελλάδος εμπνεόμενον πρίγκηπα, όπως παραιτηθή του ελληνικού θρόνου.

Η το ελληνικόν μαρτυρικόν στέμμα περιαυγάζουσα λάμψις ωχρία επί μάλλον, οσάκις ο πρίγκηψ παρέβαλλε την ασφαλή και ελευθέραν μομφών και ψόγων θέσιν εν Αγγλία προς την εν Ελλάδι την εκ της κατεσπευσμένης αυτού συναινέσεως πηγάζουσαν και διά της ατυχούς αυτού υποχωρήσεως απέναντι της διπλωματίας αγορασθείσαν.

Ο Λεοπόλδος δεν ήτο δυνατόν πλέον ν' αμφιταλαντεύηται, και ώφειλε να προβή εις οριστικήν τινα απόφασιν ή να δεχθή τον θρόνον της Ελλάδος ή να παραιτηθή επί τη ελπίδι αγγλικής αντιβασιλείας. Έπειτα δε και αυτή της ταραχοποιού και αδιασείστου Πύλης η συναίνεσις εις το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου είχε δοθή τέλος τω 12)24 Απριλίου 1830, και φθάσει εις Λονδίνον. Η Πύλη απεδέχετο «ότι είχεν αποφασισθή ίνα αποκαταστήση την ασφάλειαν και ησυχίαν εν ταις χώρας εκείναις, και ασφαλίση ευτυχίαν και ειρήνην εις τους ανθρώπους.»

Η προς την εν Λονδίνω σύνοδον επιστολή του Λεοπόλδου της 3)15 Μαΐου προπαρεσκεύαζεν ήδη την παραίτησιν αυτού. Απεδέξατο μεν την αποστολήν αυτού μετ' ευγνωμοσύνης επί τη εις αυτόν εμπιστοσύνη, αλλά και μετά της ελπίδος συγχρόνως να συντελέση εις την ειρήνευσιν, την ανεξαρτησίαν και την ευημερίαν της Ελλάδος. Τούτο ωμοίαζε τα μέγιστα προς μομφήν. Η σύγκρουσις, ήν ο Καποδίστριας είχεν υποθάλψει και αναπτύξει μεταξύ των αποφάσεων των Δυνάμεων και των συμφερόντων της Ελλάδος, είχε καταστή όπλον εις χείρας του Λεοπόλδου, όπερ κατέβαλλε και αυτήν την ασθενεστάτην υπόνοιαν ανειλικρινείας και φιλοδοξίας. Η σύνοδος απήντησεν εις την ενδεχομένην ταύτην παραίτησιν διά διακοινώσεως αυτής αυθημερόν, εν ή εντόνως εμνημονεύοντο αι υποχρεώσεις, άς είχεν ήδη αναλάβει ο πρίγκηψ. Έγγραφον του Άγγλου αντιπρέσβεως Δώκινς, παριστών ως λίαν ευνοϊκήν την εν Ελλάδι εντύπωσιν των λονδινείων αποφάσεων, εχρησίμευσεν ως στήριγμα τοις πληρεξουσίοις, όπως καταδείξωσι προς τον πρίγκηπα, ότι ουδείς πλέον ηδύνατο να γείνη λόγος περί σπουδαίων δυσχερειών και κινδύνων: «Ευσεβάστως, αλλά σπουδαίως τολμώμεν να δηλώσωμεν, ότι η Υ.Β. Υψηλότης οφείλει εις τον ίδιον Αυτής χαρακτήρα, εις τας συμμάχους Δυνάμεις και εις το Ελληνικόν έθνος να μη αναβάλη επί πλέον την εκπλήρωσιν της σπουδαίας και λίαν εντίμου αποστολής, ήν ανέλαβεν».

Αλλ' ακριβώς η κατηγορική αύτη πρόσκλησις των πληρεξουσίων επήνεγκεν οριστικόν και αμετάκλητον το αποτέλεσμα. Ο Λεοπόλδος είχε βαρυνθή τον αγώνα, και δεν έλειπον αυτώ πλέον ισχυροί προς υποχώρησιν λόγοι. Εν τω οριστικώ δε περί παραιτήσεως αυτού εγγράφω της 9)21 Μαΐου 1830 χρησιμοποιούνται κάλλιστα η τε έκθεσις της Γερουσίας και αι επιστολαί του Κυβερνήτου.

Ιδού δε υπό ποιον πνεύμα εγράφη η επίσημος παραίτησις του Λεοπόλδου από του Ελληνικού θρόνου:

Παραίτησις της Α. Β. Υ. του πρίγκηπος Λεοπόλδου από του θρόνου της Ελλάδος.

Εν Λονδίνω, τη 9)21 Μαΐου 1830.

«Ο υπογεγραμμένος δεν δύναται, μετά ώριμον σκέψιν και πεποίθησιν, να ανακαλέση τας εν διακοινώσει αυτού από 3)15 τρέχοντος μηνός ανακοινωθείσας εις τους πληρεξουσίους των συμμάχων Δυνάμεων ιδέας του. Δεν δύναται να παραδεχθεί, ότι η τους αντιπρέσβεις απάντησις του Κυβερνήτου της Ελλάδος περιέχει πλήρη και εντελή του πρωτοκόλλου αποδοχήν. Φρονεί δε μάλλον, ότι εμφαίνει αύτη αναγκαστικήν τινα υποταγήν εις την θέλησιν των συμμάχων Δυνάμεων· και αυτή δε η αναγκαστική υποταγή συνοδεύεται υπό επιφυλάξεων μεγίστης σημασίας.

«Ο Κυβερνήτης ανακοινοί σαφώς εις τους αντιπρέσβεις, ότι η προσωρινή κυβέρνησις, συμφώνως προς τους ορισμούς της εν Άργει συνελεύσεως, δεν έχει την δύναμιν να εκφράση την συναίνεσιν του ελληνικού έθνους. Γνωρίζουσι καλώς οι παρόντες τότε αντιπρέσβεις, ότι, καθ' ά κηρύσσει το εν λόγω ψήφισμα, ουδεμία των μεταξύ της προσωρινής κυβερνήσεως και των συμμάχων Δυνάμεων συμφωνιών είναι υποχρεωτική διά το έθνος, μέχρις ού αναγνωρισθή και κυρωθή υπό των αντιπροσώπων αυτού, και ότι, αν συνεκαλούντο οι αντιπρόσωποι, δεν ήθελον ανταποκριθή εις τας οδηγίας των εντολέων αυτών, καθ' ήν περίπτωσιν απεδέχοντο τας προτάσεις των συμμάχων Δυνάμεων. Αλλά το τελευταίον μέρος της διακοινώσεως του Κυβερνήτου εκφράζεται έτι εντονώτερον υπέρ της ιδέας, ήν κατ' ανάγκην έχει ο υπογεγραμμένος· καθότι ο Κυβερνήτης λέγει, ότι η κυβέρνησις, έχουσα υπ' όψιν το περιεχόμενον του συμβιβασμού, επιφυλάσσεται να υποβάλη εις τον πρίγκηπα μετά του αντιγράφου της διακοινώσεως τοιαύτας παρατηρήσεις, οποίας δεν δύναται να αποκρύψη εις αυτόν, χωρίς να προδώση το προς την Ελλάδα και αυτόν τον ίδιον καθήκον της».

(Ενταύθα νομίζει ο υπογεγραμμένος, ότι δικαιούται να επανορθώση παρεννόησίν τινα, ήτις ηδύνατο να γεννηθή εκ της εκφράσεως της από 6 Απριλίου επιστολής του Κυβερνήτου. Ο υπογεγραμμένος ουδέποτε έδωκεν εις τον Κυβερνήτην αφορμήν να πιστεύση, ότι ήθελε πιθανώς αποδεχθή το Ελληνικόν θρήσκευμα).

«Ούτω δε η προς τους αντιπρέσβεις απάντησις της προσωρινής κυβερνήσεως συνωδεύθη υπό των παρατηρήσεων εκείνων και των πραγματικών λεπτομερειών, άς διεβίβασεν ο υπογεγραμένος εις τους πληρεξουσίους την 15 τ. μ. Είνε δε αύται λίαν σπουδαίαι, ως εκφράζουσαι τας περί των ορισμών του πρωτοκόλου ιδέας της ελληνικής Γερουσίας, και ουδ' επί στιγμήν είναι δυνατόν να παρεννοηθή το πνεύμα και η τάσις αυτών, ούτε να παροραθώσιν αι συνέπειαι αυτών. Ο Κυβερνήτης λέγει ρητώς, ότι η κοίνωσις του πρωτοκόλλου ηκούσθη υπό της Γερουσίας εν σκυθρωπή σιγή· ότι μετά ώριμον σκέψιν οι γερουσιασταί εδήλωσαν αυτώ, ότι δεν είχον το δικαίωμα να αποδεχθώσι το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου, και ότι καθ' ήν έτι περίπτωσιν είχον λάβει παρά του έθνους το προς τούτο δικαίωμα, δεν ήθελον δυνηθή να εξασκήσωσιν αυτό, χωρίς να παραβώσι τα προς τους αδελφούς αυτών καθήκοντα· ότι ουδέποτε ήθελον συγκατανεύσει να ανατεθή εις τον Κυβερνήτην η εν ονόματι του έθνους εκτέλεσις του πρωτοκόλλου· ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις ηδύναντο να προβώσιν εις εκτέλεσιν των αποφάσεων αυτών, ούτοι όμως ήθελον μείνει ξένοι πάντοτε προς αυτάς· και ότι, αν εξεδίδοντο διαταγαί προς εκτέλεσιν αυτών εν ταις επαρχίαις, ουδείς ήθελεν υπακούσει.

»Εν άλλη διακοινώσει της 10)22 Απριλίου, πλην της προς τους αντιπρέσβεις απαντήσεως αυτού από 4)16 Απριλίου, ήν υπαινίσσονται οι πληρεξούσιοι ως εξαλείφουσαν τας ανησυχίας αυτών, λέγει ο Κυβερνήτης, ότι η Γερουσία εγκρίνει τέλος την προς τους αντιπρέσβεις απάντησιν αυτού, και παρασκευάζει, συνεπεία των προτέρων αυτής ανακοινώσεων, αναφοράν και υπόμνημα, δι' ών εκτίθενται οι λόγοι, δι' ούς ηρνήθη να αποδεχθή τα υπό των συμμάχων συμπεφωνημένα. Η διακοίνωσις αύτη ου μόνον δεν διαλύει τας εκ της προτέρας ανακοινώσεως γεννηθείσας ανησυχίας, αλλά τουναντίον μάλιστα επιβεβαιοί αυτάς εντελώς· καθότι ο Κυβερνήτης αναφέρεται πάλιν εις τας παρατηρήσεις, αίτινες συνώδευσαν την επίσημον αυτού προς τους αντιπρέσβεις απάντησιν, πάντα δε ταύτα καταδεικνύουσι σαφώς εις τον υπογεγραμμένον, ότι η πραγματική και αψευδής γνώμη της ελληνικής Γερουσίας και του ελληνικού λαού είναι σταθερώς και αμετακλήτως πολεμία εις τας αποφάσεις των συμμάχων Δυνάμεων.

»Τα αναφερόμενα έγγραφα προσαρτώνται εις την παρούσαν, σημειούμενα διά των στοιχείων Α, Β, Γ, (ΝΑ', ΝΒ', ΝΓ').

«Ο υπογεγραμμένος νομίζει ασυμβίβαστον προς τον χαρακτήρα και τα φρονήματά του το να επιβληθή εις αντιπαθή λαόν και να παραστή προ της διανοίας αυτού ως η ζώσα εκπροσώπησις της περικοπής της χώρας του, της εγκαταλείψεως των συμμαχητών του, και της εκκενώσεως χωρών και οίκων, εξ ών ουδέποτε τέως, πλην τυχαίων επιδρομών, είχον διώξει τους Έλληνας οι Τούρκοι. Τα αποτελέσματα ταύτα πάντοτε εφοβήθη ο υπογεγραμμένος. Κατά την πρώτην αυτού συνδιάλεξιν μετά του πρώτου λόρδου του θησαυροφυλακίου την 28)9 Φεβρουαρίου εδήλωσεν, ότι δεν ήθελε μεταβή εις την Ελλάδα, όπως διοικήση τους Έλληνας συνεπεία συμβάσεως, ήτις ηδύνατο να επιφέρη αιματοχυσίαν και σφαγήν των αδελφών αυτών· υπέβαλε δε την ένστασιν, ότι τα όρια ήσαν στρατιωτικώς λίαν ασθενή και επισφαλή, και απήτησεν υπέρ των Ελλήνων το δικαίωμα του να αντιστώσιν εις την εκλογήν αυτού. Ο υπογεγραμμένος οφείλει ενταύθα να παρατηρήση, ότι κατ' ουδεμίαν περίοδον των διαπραγματεύσεων εγένοντο διαβήματα προς συνομολόγησιν συμβάσεως, ής αφετηρίαν μόνον και βάσιν ενόμιζε το πρωτόκολλον πάντοτε ο υπογεγραμμένος, και ής την σπουδαιότητα προσεπάθησε να παραστήση διά της αυτής διακοινώσεως εις τον δούκα Βέλλιγκτον, ελκύων επ' αυτής την προσοχήν του. Αν δε ανεβλήθη η σύμβασις αύτη, δεν πταίει βεβαίως εις τούτο ο υπογεγραμμένος. Ουδέποτε απέκρυψεν εις τους πληρεξουσίους, ότι, όσον διατεθειμένος και αν ήτο να προσφέρη προσωπικάς θυσίας υπέρ της ευδαιμονίας των Ελλήνων, δεν εδικαιούντο όμως ούτοι να προσδοκώσιν, ότι ήθελε μεταβή εις την χώραν αυτών, χωρίς της ασφαλείας εκείνης αυτού τε και των Ελλήνων, ήν δύνανται να παράσχωσι μόνον οι ορισμοί επισήμου και επικεκυρωμένης συνθήκης. Εν επιστολή αυτού της 8 Μαρτίου εξεφράσθη και πάλιν ομοίως ρητώς, ισχυρισθείς, ότι ήθελεν είναι αναγκαίον να κατακτηθώσι παρά των Ελλήνων αι παραχωρούμεναι επαρχίαι, όπως δοθώσιν αύται εις τους Τούρκους, και ότι ο νέος ηγεμών δεν ηδύνατο να εγκαινίση την αρχήν αυτού διά μέτρων πολιτικής αναγκαζούσης τους Έλληνας να καταλίπωσι την πατρίδα αυτών.

«Αν η ελληνική Γερουσία δεν είχεν εκφράσει ιδέαν τινά, ή είχε μεν εκφράσει τοιαύτην, αλλά διά γλώσσης τουλάχιστον υποσημαινούσης την πιθανήν ελπίδα της συναινέσεως αυτής εις τοιαύτα μέτρα, ηδύνατο ίσως ο υπογεγραμμένος, καί τοι άκων, να καταστή όργανον εκτελέσεως των αποφάσεων των συμμάχων Δυνάμεων, και να προσπαθήση όπως μετριάση κατά το δυνατόν την σκληρότητά των και παρατρέψη την τάσιν αυτών. Αλλ' η γλώσσα της Γερουσίας είνε τόσω σαφής, όσω φυσικά είνε τα αισθήματά της.

«Ούτω δε η θέσις του υπογεγραμμένου καθίσταται λίαν δυσάρεστος, διότι εν τω αυτώ πρωτοκόλλω συνάπτεται η εκλογή αυτού προς τα καταναγκαστικά εκείνα μέτρα. Πρώτη αυτού πράξις ως ηγεμόνος ήθελεν είναι να εξαναγκάση τους ιδίους αυτού υπηκόους διά ξένης ενόπλου δυνάμεως εις την προς τους εχθρούς αυτών εκχώρησιν της χώρας και των κτημάτων των, ή, ενούμενος μετ' αυτών, να αντιστή εις την εκτέλεσιν μέρους της αυτής εκείνης συνθήκης, ήτις τον ανεβίβαζεν επί τον θρόνον της Ελλάδος ή να ματαιώση αυτήν.

«Είναι δε βέβαιον, ότι έν των δύο τούτων ήθελεν απαιτηθή παρ' αυτού, διότι η μεταξύ των δύο γραμμών χώρα — η Ακαρνανία και μέρος της Αιτωλίας — αίτινες πρόκειται να εκχωρηθώσιν εις τους Τούρκους, διατελούσι μετά των φρουρίων αυτών υπό την ειρηνικήν κατοχήν των Ελλήνων. Εκ της χώρας ταύτης δύναται η Ελλάς να πορίζηται την καλλίστην προς ναυπήγησιν ξυλείαν· αυτή δ' εχορήγησε διαρκούντος του πολέμου τους καλλίστους στρατιώτας. Οι πρώτοι των Ελλήνων οπλαρχηγοί κατάγονται εξ ακαρνανικών και αιτωλικών οικογενειών. Ότε το πρωτόκολλον της 22 Μαρτίου 1829 έφθασεν εις την Ελλάδα, και εγένετο γνωστή η συναίνεσις των Τούρκων εις την εν τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως έκτασιν της ελληνικής χώρας, επανέκαμψαν αι επιζήσασαι εις τον πόλεμον οικογένειαι, και ήρξαντο ανοικοδομούσαι τους οίκους και τας πόλεις αυτών και καλλιεργούσαι τους αγρούς των. Ο πληθυσμός ούτος δεν θέλει βεβαίως υποταχθή πλέον χωρίς αντιστάσεως εις τον τουρκικόν ζυγόν, οι δε άλλοι Έλληνες δεν δύνανται να εγκαταλείψωσιν αυτούς εις την μοίραν των, ούτε θέλουσι βεβαίως το πράξει.

»Ούτως εχόντων των πραγμάτων, καθαρά και ευθεία είναι η οδός του καθήκοντος, όπερ έχει να εκπληρώση ο υποφαινόμενος προς την Ελλάδα. Καθ' όλην την διάρκειαν των διαπραγματεύσεων τούτων ουδέν άλλο είχεν υπ' όψιν αυτού ή τα συμφέροντα της χώρας εκείνης, και ου μόνον κατά τας εγγράφους αυτού ανακοινώσεις, αλλά και κατά τας προφορικάς του συνδιαλέξεις αυτού των υπουργών της Αγγλίας και των πληρεξουσίων των συμμάχων αυλών διεμαρτυρήθη αδιαλείπτως, όπως μη αναγκασθώσιν οι έλληνες εις κατάστασιν πραγμάτων αντιβαίνουσαν κατά πάσαν πιθανότητα εις τας επιθυμίας των, και στερούσαν αυτούς, ως παρατηρεί ο Κυβερνήτης, των αξιώσεων εκείνων, εις άς αι μεγάλαι των θυσίαι δικαιούσιν αυτούς να επιμένωσι.

«Λαβών υπό σκέψιν ο υπογεγραμμένος την υψηλήν τιμήν του να γείνη ηγεμών της Ελλάδος, έπραξε τούτο, επιθυμών να αναγνωρισθεί ελευθέρως και ομοθύμως υπό του ελληνικού έθνους και να προσαγορευθή υπ' αυτού ως φίλος, ούτινος τη μεσιτεία έμελλον να ανταμειφθώσιν οι μακροί και ηρωικοί αυτού αγώνες διαρκώς και αδιασείστως, διά της εξασφαλίσεως των επαρχιών αυτού και της ιδρύσεως της ανεξαρτησίας του.

«Μετά βαθυτάτης αυτού λύπης βλέπει ο υπογεγραμμένος καταστρεφομένας τας ελπίδας ταύτας, και αναγκάζεται να δηλώση ότι τα υπό των συμμάχων Δυνάμεων ορισθέντα και η αντίστασις των Ελλήνων αφαιρούσιν αυτού την δύναμιν προς εκτέλεσιν του ιερού και ενδόξου αυτού έργου, και επιβάλλουσιν αυτώ τουναντίον έργον πάντη διαφόρου φύσεως, το έργον τουτέστιν επιτρόπου των συμμάχων Δυνάμεων, εκλεχθέντος παρ' αυτών, όπως τηρή υποτεταγμένην την Ελλάδα διά της βίας των όπλων των. Τοιαύτη τις αποστολή και των αισθημάτων αυτού ήθελεν είναι εναντία, και τον χαρακτήρα του συνάμα ήθελε ταπεινώσει, ως αντιβαίνουσα εις τον σκοπόν της από 24)6 Ιουλίου συμβάσεως, καθ' ήν συνηνώθησαν αι τρεις Δυνάμεις προς επίτευξιν της ειρηνεύσως της Ανατολής.

«Τούτου ένεκεν ο υπογεγραμμένος αποτίθησι σαφώς και καθαρώς εις χείρας των πληρεξουσίων το αξίωμα, όπερ δεν επιτρέπουσιν αυτώ πλέον αι περιστάσεις να αναλάβη προς τιμήν εαυτού, το αγαθόν της Ελλάδος, και προς όφελος των γενικών συμφερόντων της Ευρώπης.

ΛΕΟΠΟΛΔΟΣ, Πρίγκηψ του Σαξ-Κόβουργ.»

Τοιαύτη ήτο η παραίτησις του εκλεκτού του πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. Και δεν είχεν άδικον ο πρίγκηψ παραιτηθείς του θρόνου της Ελλάδος· διότι εθεώρησεν ως μέγα βάρος να κυβερνήση χώραν πτωχοτάτην και στενωτάτην, μεταβληθείσαν, μετά επταετείς εξολοθρευτικούς αγώνας, εις σωρόν ερειπίων και εν ή πλείσται όσαι ραδιουργίαι εξυφαίνοντο κατά του Κυβερνήτου και κατά του μέλλοντος ηγεμόνος αυτής· άμα δε διότι δεν ηθέλησε να ασπασθή την ελληνικήν θρησκείαν, αρνηθείς να δεχθή στέμμα τοσούτον στενής και περιωρισμένης χώρας, μη εχούσης αρκετόν χώρον, όπως αναπτυχθή και προοδεύση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'. Αίτια της παραιτήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του ελληνικού θρόνου. — Αι περί αυτής κρίσεις της Αγγλίας. — Μεταμέλεια του Λεοπόλδου επί τω παραιτήσει. — Επιστολή αυτού προς τον Στάιν. — Τα εν Ελλάδι επί τω ακούσματι της παραιτήσεως. — Ίδρυσις εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας και εμποροδικείου. — Η Ιουλιανή εν Γαλλία επανάστασις — Αντίκτυπος αυτής εν Ελλάδι. — Δυσχέρειαι του Καποδιστρίου. — Τα περί εκκενώσεως Αττικής και Ευβοίας υπό των Τούρκων.

Η διαγωγή του πρίγκηπος Λεοπόλδου, μετά την κατάθεσιν των σχετικών προς την παραίτησιν αυτού εγγράφων, εγένετο αντικείμενον σφοδροτάτων συζητήσεων εν τω αγγλικώ κοινοβουλίω. Πολλαχώς κατεμέμφθησαν αυτού επί αστασία, και κατηγόρησαν μάλιστα, ότι ηθέλησε να εμπορευθή το ελληνικόν στέμμα. Εξ ετέρου δε παρέσχεν ευκαιρίαν η αποχώρησις αυτού εις βιαίας προσβολάς κατά του τορικού υπουργείου, ούτινος κατηγορήθη ου μόνον άγνοια αλλά και έλλειψις χρηστότητος. Εν τούτοις η λονδίνειος σύνοδος διά πρωτοκόλλου απεφάσισε 2)14 Ιουνίου, όπως οι εν Κωνσταντινουπόλει και εν Ελλάδι αντιπρόσωποι των συμμάχων Δυνάμεων δηλώσωσεν εκεί, ότι «το παρεμπεσόν γεγονός κατ' ουδέν έμελλε να μεταβάλει τας αποφάσεις των τριών αυλών, ή να παραβλάψη την ομοφροσύνην αυτών, και ότι απόφασιν είχον να εκτελέσωσι τα κατά την 22)3 και 8)20 Φεβρουαρίου 1830 ορισθέντα, άτινα είχον αποδεχθή η τε Πύλη και η ελληνική κυβέρνησις».

Και ο μεν Μέττερνιχ εθεώρησε την «αξιοθρήνητον διαγωγήν του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως συνέπειαν των υπό της συμμαχίας γενομένων απειραρίθμων σφαλμάτων, ήτις, μη αρκεσθείσα ότι εδημιούργησεν αφηρημένην τινά Ελλάδα, πριν ή συνεννοηθή ως προς τους όρους της υλικής υπάρξεως του δημιουργήματος αυτής, εδημιούργησε προς τούτοις ηγεμόνα, πριν ή βεβαιωθή περί της αποδοχής αυτού. Ούτω δε η ανοησία του πρίγκηπος Λεοπόλδου υπήρξεν έργον της βρεττανικής αυλής». Η ρωσική όμως διπλωματία ουδεμίαν έχουσα αφορμήν να φεισθή του πρίγκηπος του Κοβούργου, εις όν ησμένιζεν υποβάλλουσα εγωιστικάς αφορμάς και την όρεξιν μάλιστα της αγγλικής αντιβασιλείας, έλεγε:

»Την αντιβασιλείαν αυτήν ουδέποτε θέλει επιτύχει, αφού μάλιστα συνετέλεσεν ούτω την αισχύνην αυτού. Τοιούτος ηγεμών είναι ύβρις της βασιλείας». Εν Ελλάδι δ' ελέχθη και επανελήφθη υπό των εχθρών του Κυβερνήτου ότι τα μέγιστα ούτος συνετέλεσε διά της προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον αλληλογραφίας αυτού εις την απόφασιν ταύτην η ανάγνωσις όμως των επιστολών εκείνων, άς εν τη ιστορία υμών ταύτη κατεχωρίσαμεν επίτηδες, πείθει, νομίζομεν, πάντα ότι καθήκον είχεν ο Κυβερνήτης και τας ανάγκας της χώρας να εκθέση και περί της καταστάσεως αυτής να διαφωτίση τον μέλλοντα άρχοντα αυτής και τα μέσα της εδραιώσεως της δυναστείας αυτού καταλλήλως να υποδείξη. Διότι έπραξε το καθήκον τούτο, δικαιούμεθα άραγε να ενορώμεν κακοβουλίαν, μη αποδεικνυομένην εκ των εγγράφων; Είτε διότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εφιλοδόξησεν ετέρου θρόνου, είτε διότι όντως επεθύμει να παράσχη ικανοποίησιν των πόθων του λαού αυτού περί των μεθορίων, ο Κυβερνήτης ουδαμώς συνετέλεσαν εις την περί παραιτήσεως απόφασιν αυτού. Τουναντίον εάν τις ηδύνατο να θεωρηθή ως συντελέσας εξ Ελλάδος εις την παραίτησιν του Λεοπόλδου, βεβαίως εισίν οι του Κυβερνήτου αντιπολιτευόμενοι, οίτινες και αναφοράς λαθραίως και απορρήτως υπογεγραμμένας προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον απέστειλαν, δι ών «είχον την οίησιν του να χαρακτηρίσωσι την κοινήν γνώμην και τας ευχάς της Κυβερνήσεως και της Γερουσίας εις τα περί της τύχης της Ελλάδος εμβριθή ζητήματα ως μίαν γνώμην και ως ευχάς, αι οποίαι δεν είχον δήθεν την εθνικήν συγκατάθεσιν», ως έλεγεν ο Καποδίστριας εν τη προς τους αντιπρέσβεις των ευεργετίδων Δυνάμεων τη 14)26 Ιουλίου 1830 απαντήσει αυτού.

Έπειτα δε, εάν ο Καποδίστριας ήτο Ρωσόφρων, ως κατηγόρουν αυτού οι εχθροί, προς τι να ζητήση να πείση τον Λεοπόλδον εις το να μη αποδεχθή τον θρόνον της Ελλάδος, αφ' ού ο οίκος Κόβουργ είχε μεγίστην συγγένειαν προς τον εν Ρωσία δυναστικόν οίκον των Ρωμανώφ;

Ο Λεοπόλδος ήτο υιός του δουκός Φραγκίσκου Σαξ-Κόβουργ. Η οικογένεια Κόβουργ συνεδέετο τότε προς τους Ρωμανώφ της Ρωσίας ένεκα του γάμου της αδελφής αυτού Ιουλιάνας μετά του μεγάλου Δουκός Κωνσταντίνου. Ο Λεοπόλδος κατετάγη εν τω στρατώ της Ρωσίας μετά του βαθμού του στρατηγού και συνώδευσε μετά ταύτα τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον εις το συνέδριον της Έρφουρτ. Ο Καποδίστριας είχε γνωρισθή λοιπόν μετά του Λεοπόλδου αρκούντως, διότι μετά ταύτα συνυπηρέτησε μετ' αυτού εν Ρωσία και ήτο εν γνώσει όλων των αρετών εκείνου, όπως ευσυνειδήτως προτείνη αυτόν τοις πρεσβευταίς των τριών Δυνάμεων, υποδείξη δε τοις Έλλησιν όπως εκλέξωσιν αυτόν ηγεμόνα.

Εάν ο Καποδίστριας ήτο Ρωσόφρων και όργανον της Ρωσίας, επαναλαμβάνομεν, διατί ν' αποτρέψη ένα συγγενή της αυτοκρατορικής οικογενείας, πρώην στρατηγόν αυτής, να έλθη εν Ελλάδι, αφού ούτος δεν ηδύνατο ν' αναβή τον θρόνον και θέση στέμμα επί της κεφαλής αυτού; Διατί αντ' αυτού να επιθυμή να έλθη άλλος βασιλεύς αγνώστου ικανότητος, αγνώστων ιδεών, αγνώστων δοξασιών και προς αυτόν αγνώστου συμπαθείας;

Το κυριώτερον αίτιον της παραιτήσεως του Λεοπόλδου, καθ' ημάς, ήτο, ως είπομεν, η σοβαρά ασθένεια του βασιλέως της Αγγλίας, πάραυτα μετά την εκλογήν αυτού εις τον θρόνον της Ελλάδος. Διότι ο Λεοπόλδος ήτο ωρισμένος εν περιπτώσει θανάτου του βασιλέως να γίνη αντιβασιλεύς της Αγγλίας, ως νυμφευθείς τη 2 Μαΐου 1816 την πριγκήπισσαν Αυγούσταν Σαρλότταν, διάδοχον του θρόνου της Μεγάλης Βρεττανίας. Ο γάμος ούτος εψηφίσθη την 27 Μαρτίου 1816 παρά του Κοινοβουλίου της Αγγλίας, δόντος προς αυτόν τον τίτλον του Άγγλου Δουκός Κένδαλ και το προνόμιον του να παρίσταται, ως έφθημεν ειπόντες, εν απάσαις ταις τελεταίς ή συναθροίσεσι των Δουκών του Στέμματος της Αγγλίας. Εδόθη προς αυτόν επίσης ο τίτλος του Στρατάρχου της Μεγάλης Βρεττανίας και έδρα εν τω μυστικώ συμβουλίω. Δυστυχώς η δημοφιλής Πριγκήπισσα Αυγούστα Σαρλόττα απεβίωσε κατά τον τοκετόν, την 5 Νοεμβρίου 1817, αφείσα απαρηγόρητον λύπην εις το αγγλικόν έθνος και γενικήν συμπάθειαν και υπόληψιν προς τον Λεοπόλδον, όστις εξηκολούθει να κατοική εν Αγγλία και λαμβάνει παρά της Βρεττανικής Κυβερνήσεως χορήγησιν ετησίαν 50,000 λιρών στερλινών. Δεν παρήλθεν, ως είδομεν ανωτέρω, χρόνος πολύς μετά την παραδοχήν του Ελληνικού Στέμματος, και τον Μάιον του 1830 ασθενεί βαρέως ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο Δ'. Η ανεψιά του Λεοπόλδου Αλεξανδρίνα Βικτωρία, ενδεκαέτις κόρη, ήτο άδοξος κληρονόμος του θρόνου, καθό θυγάτηρ μονογενής του Δουκός της Κεντ, τετάρτου υιού του Γεωργίου Γ' και της Πριγκηπίσσης Λουίζης Βικτωρίας του Σαξ-Κόβουργ. Αλλ' ο θρόνος Αγγλίας ημφισβητείτο τότε και παρά του δουκός της Κλάρενς αρχιναυάρχου των στόλων της Μεγάλης Βρεττανίας, τρίτου υιού του Γεωργίου Γ', όστις ουδεμίαν ενέπνεεν εμπιστοσύνην προς τας Αγγλικάς βουλάς, όντως δώσωσι τας ηνίας του Κράτους εις χείρας εκείνου. Αφ' ενός ο ιδιωτικός βίος μετά της δεσποινίδος Ζουρδαίν, αφ' ετέρου ο ανεπιτυχής ναυτικός βίος, απέδειξαν τρανώς την αναξιότητα αυτού. Ούτος έζη κυρίως εν Αννόβερ, ο δε θάνατος του Δουκός της Υόρκ τω 1827 εποίει αυτόν επίσης επίδοξον κληρονόμον του Στέμματος και της Αγγλίας και του Αννόβερ. Ως εκ της μηδαμηνότητος τούτου, οι φίλοι του Λεοπόλδου ενουθέτουν αυτόν να παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος, διότι εθεωρείτο βεβαιότατον ότι ήθελεν εκλεγή αυτού η ενδεκαέτις ανεψιά Βικτωρία, η νυν γηραιά βασίλισσα της Μεγάλης Βρεττανίας, εις τον θρόνον της Αγγλίας, ούτος δε ήτο ο ωρισμένος Αντιβασιλεύς μέχρι της ενηλικιότητος εκείνης.

Ιδού διατί παρητήθη του ελληνικού θρόνου ο Λεοπόλδος, όστις τοσαύτην το κατ' αρχάς εδείκνυεν υπέρ των Ελλήνων συμπάθειαν, ήν δεν επαύσατο τρέφων, ως αυτός ούτος είπε, μετά δύο μήνας μεταμελούμενος διά την παραίτησιν αυτού προς τον λόρδον Πάλμερστον. Και δεν μετεμελείτο προσποιητώς· διότι ο Γεώργιος Δ' απεβίωσε την 26 Ιουνίου 1830. Ο δουξ του Κλάρενς αυθημερόν ανελπίστως ανεγνωρίσθη παρά των βουλών της Αγγλίας ως βασιλεύς υπό τον τίτλον Γουλιέλμος Δ'. Αι ελπίδες του Λεοπόλδου λοιπόν διά τον θρόνον της Αγγλίας εματαιώθησαν. Η επανάστασις της Γαλλίας ήρξατο κατ' Ιούλιον του 1830, τον δε Αύγουστον του 1830 ο δουξ του Ορλεάν εγένετο βασιλεύς των Γάλλων υπό το όνομα Λουδοβίκος Φίλιππος. Ο Λεοπόλδος, εάν δεν είχε παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος, τη 9)21 Μαΐου, ηδύνατο, μετά την αποτυχίαν του θρόνου της Αγγλίας, να νυμφευθή την θυγατέρα του Λουδοβίκου Φιλίππου αδεία της Γαλλικής αυλής και να έλθη εις Ελλάδα (75). Αλλ' άλλαι ήσαν αι βουλαί της Θείας Προνοίας, και ο Λεοπόλδος μετά έν έτος ακριβώς ανέβη εις τον θρόνον του Βελγίου, εγκαταλιπών τα εν Αγγλία δικαιώματα αυτού καθώς και την χορήγησιν των 50,000 λιρών, νυμφευθείς μετά ταύτα την αγαπητήν πριγκήπισσαν Λουίζαν του Ορλεάν, θυγατέρα του Λουδοβίκου Φιλίππου, βασιλέως της Γαλλίας.

Εν τούτοις, ο τοσούτον σκληρώς επιτιμώμενος απανταχού ηγεμονικός μνηστήρ της Ελλάδος ιδού πώς εδικαιολόγησε βαθύτερον προς τον βαρώνον Στάιν την περί παραιτήσεως αυτού απόφασιν δι' επιστολής αυτού της 29)10 Ιουνίου 1830:

«Τα πάντα κατεστράφησαν, και θα αναγκασθώσι πιθανώς επί τέλους αι Δυνάμεις να μεταβάλωσι τα όρια. Καθότι τις έντιμος ανήρ θα θελήση να αναλάβη την ηγεμονίαν, υποχρεούμενος σύναμα να διώξη τους Έλληνας εκ της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, ησύχως και εντελώς κατέχουσιν; Αφ' ής στιγμής ούτοι εθεώρησαν τα περί της Ελλάδος ορισθέντα ως καταστρέφοντα τα πολυτιμότατα των συμφερόντων αυτών, αι δε Δυνάμεις ουδέν ηθέλησαν να μεταβάλωσι, δυσχερής αν μη αδύνατος εγένετο η ελπίς επιτυχίας. Ο της Ελλάδος ηγεμών ήθελεν ευρεθή εις την θλιβεράν θέσιν, μηδεμίαν να ευχαριστή φατρίαν, ενώ αμφότεραι ήθελον προσπαθήσει να επιρρίψωσι την ευθύνην επί του ηγεμόνος, να κατηγορήσωσιν αυτόν επί ανικανότητι. Ότε το τελευταίον ελαλήσαμεν περί του αντικειμένου τούτου, ορθώς μοι παρετηρήσατε, ότι δεν ήτο δυνατόν να αναλάβη τις το έργον αυτό, χωρίς επαρκών προς επιτυχίαν μέσων. Δεν καταδικάζω τους θρόνος στερήσαντάς με τα μέσα ταύτα, καθότι επ' αυτών των ιδίων πίπτει το κακόν».

Όπως ποτ' αν η, η αιφνιδία παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εβύθισε την Ελλάδα εις αναρχίαν, ής τας φρικώδεις συνεπείας κατέδειξεν η 27 Σεπτεμβρίου του 1831, η ολόκληρον το έθνος εις δύο διαιρέσασα αλληλομαχόμενα στρατόπεδα μέχρι βασιλείας του πρώτου της νεωτέρας Ελλάδος βασιλέως Όθωνος. Η παραίτησις του Λεοπόλδου υπήρξεν ολεθρία διά τον Καποδίστριαν· όν επανέρριψεν εις μεγίστην αμηχανίαν, αλλ' αφ' ετέρου μεγάλας παρέσχε τας ωφελείας τω έθνει, μεθ' όλην την απελθούσαν αναρχίαν διότι εξεβίασε την εν Λονδίνω σύνοδον να αποδεχθή βραδύτερον εκείνο, όπερ ώφειλε να αποδεχθή ενωρίτερον, την κατά το σχέδιον δηλαδή του Καποδιστρίου αύξησιν των ορίων της ανεξαρτήτου κηρυχθείσης Ελλάδος, κατά την επί τη εκλογή του Όθωνος υπογραφήν των πρωτοκόλλων της 1)13 Ιανουαρίου 1832, του της 25)7 Μαρτίου και της 27)9 Ιουλίου 1832.

Τα εν Ελλάδι πράγματα είχον φθάσει επί ξυρού ακμής. Η αντιπολίτευσις κατήντησεν επιθετικωτάτη, τα πάντα ως εκ της κακής πολιτείας του Κυβερνήτου θεωρούσα ως πηγάζοντα. Εν τούτοις, ο Καποδίστριας εζήτει να συμπληρώση ταχέως τα τη διοικήσεως αυτού, και να προαγάγη την υλικήν της χώρας ευημερίαν. Εν Σύρω ιδρύθη η πρώτη ασφαλιστική εταιρία, διά κεφαλαίου 60,000 ταλλήρων· ο δε Κυβερνήτης εκύρωσεν αυτήν και μετέσχεν αυτής μάλιστα, εγγραφείς διά πολλάς μετοχάς. Οι Έλληνες εμποροπλοίαρχοι ηναγκάζοντο τέως, μη αναγνωριζομένης έτι της Ελλάδος υπό της Πύλης ως αυτοτελούς δυνάμεως, να τάσσωνται υπό την προστασίαν μιας των μεσιτριών μεγάλων Δυνάμεων, οσάκις εισέπλεον εις τα Δαρδανέλλια. Ο Κυβερνήτης κατώρθωσε, παρακαλέσας προς τούτο τας συμμάχους, να δοθή η του διάπλου ελευθερία εις την ελληνικήν σημαίαν. Επεμελήθη της εμπορικής δικαιοσύνης, συστήσας εν Σύρω τα προ πολλού ήδη εψηφισμένον Εμποροδικείον, εις τοσούτο δε μάλιστα προέβη, ώστε ηθέλησε να διαιρέση τους Έλληνας εμπόρους, κατά τα εν Ρωσία νενομισμένα, εις δύο τάξεις. Εν τούτω όμως απήντησεν αντίστασιν. Η πτωχοτέρα εμπορική τάξις της Ερμουπόλεως και της Σύρου προέβη κατ' Απρίλιον του 1830 εις εκφανή στάσιν κατά της νέας ταύτης βελτιώσεως. Ο Κυβερνήτης ηναγκάσθη τότε αυτοπροσώπως να μεταβή εις Σύρον, όπου διέταξε συνοπτικήν ανάκρισιν και την σύλληψιν των πρωταιτίων της στάσεως, ούς μετήνεγκεν εις Ναύπλιον, και μακρά κατ' αυτών ήρξατο δίκη, διαρκέσασα επί ολόκληρον σχεδόν έτος και καταλήξασα εις λίαν αόριστον αθώωσιν αυτών. Και απέτισαν μεν ούτω την οργήν της κυβερνήσεως, αλλ' η απαίτησις αυτών κατίσχυσε· διότι ο νέος οργανισμός της εμπορικής τάξεως δεν κατωρθώθη να εκτελεσθή. Μικράν επίσης έσχον επιτυχίαν και αι εν τη Εθνική Χρηματιστική Τραπέζη μεταρρυθμίσεις, αίτινες προορισμόν είχον να συμπληρώσωσι και να ελκύσωσιν εις αυτήν την δημοσίαν πίστιν, δι' υποθηκεύσεως εθνικών τινων κτημάτων. Επέβαλε τον ποιμνιακόν φόρον όστις δύναται να θεωρηθή ως ορθόν οικονομικόν μέτρον, επειδή όμως η εν Πελοποννήσω είσπραξις αυτού ανετέθη τω γέροντι Κολοκοτρώνη, ολίγα εισήχθησαν εις το δημόσιον ταμείον. Ούτω δε μεθ' όλην την καλήν θέλησιν του Κυβερνήτου τα εσωτερικά ότε της Ελλάδος πράγματα εσκυθρώπαζον οσημέραι, και μάλιστα ότε επήλθεν η τροπή εκείνη εν τη μεγάλη ευρωπαϊκή πολιτική Γαλλική ιουλιανή επανάστασις, ήτις απεστέρησε τον Κυβερνήτην της εξωτερικής υποστηρίξεως και του ερείσματος επομένως αυτού.

Συνεζήτουν έτι οι Έλληνες μετά της ιδιαζούσης αυτοίς πολιτικής εμπαθείας τα της παραιτήσεως του Λεοπόλδου, ότε ηγγέλθη το παράτολμον πραξικόπημα του Πολινιάκ κατά της εκλογικής ελευθερίας του Γαλλικού έθνους, τα διατάγματα, και η ευθύς μετ' ολίγον πτώσις του Καρόλου του Ι', του αληθούς φιλέλληνος εκείνου βασιλέως. Μόλις μαθών ο Κυβερνήτης διά των αντιπρέσβεων τα γενόμενα, συνεκάλεσε την Γερουσίαν, ανεκοίνωσεν αύτη το άγγελμα και προύτεινε να διορισθή έκτακτος απεσταλμένος παρά τη νέα γαλλική κυβερνήσει ο πρίγκηψ Σούτσος όστις τέως είχεν εκπροσωπήσει τα ελληνικά συμφέροντα εν Παρισίοις. Δεν διέφυγεν όμως την οξυδέρκειαν αυτού ότι καιρίως είχε πληγή, διά της ιουλιανής επαναστάσεως, η επιρροή πάσα, ήν ήσκει επί της γαλλικής πολιτικής η Ρωσία από παλινορθώσεως του 1815, και ιδίως από της αναβάσεως τον θρόνον Καρόλου του Ι'.

Τούτου ένεκα η Γαλλία προέβη εις σύνδεσμον μετά του νέου υπουργείου της Μεγάλης Βρεττανίας, όπερ μετά την παραίτησιν σιδηρού δουκός Βέλλιγκτον, είχε σχηματισθή εκ του κομμάτος των Ουίγων υπό την προεδρείαν του λόρδου Γρέυ.

Η ηχώ του μεγάλου πολιτικού τυφώνος μετεδόθη αμέσως εις την Ανατολήν, επιστολή δε τις του Ρικόρδ υπό ημερομηνίαν 15)27 Ιουλίου 1830 βεβαιοί την εντύπωσιν, ήν το σπουδαίον άγγελμα προυξένησεν εις το αναβράζον ελληνικόν έθνος. Ο ρώσος ναύαρχος εκτίθησιν ως εξής προς τον πρίγκηπα Νέσσελροδ την εν Ελλάδι κατάστασιν:

«Προ μικρού έτι εφαίνοντο ενταύθα τα πράγματα ειρήνην και ησυχίαν επαγγελλόμενα. Αλλ' αίφνης ήλλαξαν πάντα. Τα εν Γαλλία συμβάντα ανεπτέρωσαν εκ νέου τα σκευωρήματα των ξένων, και η ησυχία διεπράχθη πάλιν υπ' ανδρών, ούς δεν εμπνέει αληθής πατριωτισμός, αλλά κινεί μόνον η φιλαρχία, η φιλοχρηματία και άλλαι ατομικαί πυρετικαί ορέξεις. Αι πενιχραί της κυβερνήσεως δυνάμεις πταίουσιν επίσης πολύ, ότι οι κακούργοι μένουσιν ατιμώρητοι. Η αντιπολίτευσις ισχυροποιείται μάλιστα και αναπτερούται υπό της επιεικείας της κυβερνήσεως».

Και ο Κυβερνήτης δ' επίσης δεν απέκρυψεν από του εμπίστου αυτώ Στούρτζα την μεγάλην αυτού ανησυχίαν, και έγραφεν αυτώ μετά λύπης τη 12)24 Αυγούστου: «Αι εκ Γαλλίας ειδήσεις συνεσκότισαν τον ημέτερον ορίζοντα, και φοβερόν επισείουσι κλύδωνα κατά του σκαφιδίου του ελληνικού Κράτους. Δεν προσωρμίσθη έτι τούτο εις τον λιμένα. Διά τίνος δε πυξίδος θέλει τις δυνηθή να κυβερνήση αυτό του λοιπού;»

Ο Καποδίστριας προσεδόκα βεβαίως, ότι η εν Γαλλία πολιτική μεταβολή ήθελεν ωφελήσει την ιδίαν εαυτού θέσιν διότι, καθιστώσα δευτερεύον διά τας μεγάλας Δυνάμεις παν άλλο ζήτημα και παραγκωνίζουσα όλως εκ της πολιτικής σκηνής τήν τε Πύλην και την Ελλάδα, ήθελεν επιτρέψει αυτώ πάσαν ιδιόβουλον ενέργειαν εν τη εσωτερική διοικήσει. Οι δ' αντιπρέσβεις των Δυνάμεων έλαβον οδηγίας παρά των οικείων κυβερνήσεων, υποσημαινούσας πόσον ολίγον, κατά την γενικήν εκείνην κρίσιν, ήσαν επιθυμηταί περιπλοκαί εν Ελλάδι.

Νυν δε ακριβώς είχεν επιστή η στιγμή, καθ' ήν ο Κυβερνήτης έχρηζεν ισχυράν και από κοινού υπό των τριών Δυνάμεων προσφερομένην υποστήριξιν, χρηματικά δηλαδή βοηθήματα και στρατόν, στιγμή, καθ' ήν αδιαφορία της λονδινείου συνόδου ήθελεν έχει ολεθρίας τας συνεπείας. Η Αγγλία και η Γαλλία ήσαν ήδη κατά το φθινόπωρον του 1830 εν αγωνιώδει ανησυχία ένεκα της βελγικής επαναστάσεως, η δε Ρωσία ησχολείτο περί τα τέλη του έτους τούτου αποκλειστικώς περί την κατάπνιξιν της πολωνικής επαναστάσεως. Αν δε η εν Λονδίνω σύνοδος και πρότερον ήδη ευχαρίστως παρέβλεπε στραβίζουσα το ελληνικόν ζήτημα, νυν όμως εξηφανίσθη παντελώς εκ των βλεμμάτων αυτής η τύχη του προστατευομένου αρτισυστάτου κρατιδίου, περί ού άπαξ έτι μόνον, καθ' όλην την χρονικήν περίοδον, από της παραιτήσεως του Λεοπόλδου μέχρι της δολοφονίας του Κυβερνήτου, ωρμήθησαν εις αφανή τινα δραστηριότητα οι πληρεξούσιοι, και κατώρθωσαν μεταβολάς τινας του Φεβρουαριανού πρωτοκόλλου. Διά του εκ πέντε άρθρων πρωτοκόλλου της 19)1 Ιουλίου 1830 ώρισαν ότι τα τοις καθολικοίς παραχωρηθέντα προνόμια ουδεμίαν επέβαλλον τη ελληνική κυβερνήσει υποχρέωσιν προς βλάβην του επικρατούντος εν τη χώρα θρησκεύματος, και ότι καθίστατο πλήρης ισότης αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων μεταξύ των οπαδών πάσης χριστιανικής θρησκείας. Προς τούτοις δε, ότι διά της ιδρύσεως ανεξαρτήτου μοναρχίας εν Ελλάδι ουδαμώς παρεβλάπτετο το πολίτευμα και οι θεμελιώδεις νόμοι της χώρας, Η σύνοδος επέμεινεν εις την οροθετικήν γραμμήν του φεβρουαριανού πρωτοκόλλου, και εδήλωσεν ότι οι επί της οροθεσίας επίτροποι ήθελον μεταβή ό,τι τάχιστα επί τόπου προς έναρξιν των εργασιών αυτών, αλλά μεθ' όλα ταύτα μόλις συνήλθον οι επί της οροθεσίας επίτροποι περί τας αρχάς του 1831 επί τόπου. Εν πρώτοις διεπραγματεύθησαν οι αντιπρέσβεις προς τον Τούρκον επίτροπον Χατζή Ισμαήλ βέην ως προς την εκκένωσιν της Ευβοίας και Αττικής, και την υπό των Ελλήνων ετέρου εγκατάλειψιν του Αμβρακικού κόλπου και της Βονίτσης. Η κυρία όμως δυσχέρεια ως προς την εκκένωσιν της Αττικής προήρχετο εκ τούτου, ότι ο Ομέρ πασάς και πάσαι αι τουρκικαί αρχαί είχον δηλώσει, ότι δεν ηδύναντο να πληρώσωσι τους καθυστερουμένους μισθούς τοις υπ' αυτόν ανδράσιν, ούτε να πείσωσιν επομένως αυτούς εις αποχώρησιν, πριν ή παρείχοντο αυτοίς τα προς τούτο μέσα διά της πωλήσεως των ιδιωτικών κτημάτων. Προύτεινε δε ο Τούρκος επίτροπος προς τον Κυβερνήτην, να αγοράση ούτος αντί 200-300,000 ισπανικών ταλλήρων πάντα τα εν ταις χώραις εκείναις ευρισκόμενα τουρκικά κτήματα. Αλλ' ο Καποδίστριας εδήλωσεν, ότι δεν ευρίσκετο εν καταστάσει να προμηθευθή το τίμημα, ένεκα των από της τελευταίας γαλλικής επαναστάσεως επελθόντων συμβάντων. Ηνέχθη δε κατ' ανάγκην βλέπων την Αττικήν και την Εύβοιαν δηουμένας υπό τουρκικών επιδρομικών αποσπασμάτων, και πυρπολούμενον, περί τα τέλη Αυγούστου 1830, το ήμισυ του αττικού ελαιώνος, ού εκάησαν υπέρ τας 50,000 ελαιών. Ενώ δ' εφρόντιζε να εύρη, διά δανείου, τα αναγκαιούντα χρήματα, και υπεβάλλετο σύναμα εν τω μεταξύ εις εκτάκτους δαπάνας, και υπεστήριζε τους εκ Κρήτης πρόσφυγας — διότι την νήσον ταύτην είχεν ήδη προσφέρει εις πώλησιν και παραδώσει μάλιστα τω Μεχμέτ Αλή η Πύλη — βραδέως προέβαινον αι οροθετικαί εργασίαι. Μόλις δε η Αττική είχεν εκκενωθή, και τούτο ουχί εντελώς υπό των Τούρκων, τον δε Ιανουάριον του 1831 μετέβη εις Αθήνας ο Κυβερνήτης, ίνα συσκεφθή μετά των επιτρόπων.

Αλλά και του Καποδιστρίου εις Αττικήν ελθόντος, ουδέν επήλθεν οριστικόν αποτέλεσμα· η εντελής εκκένωσις της Αττικής και Ευβοίας εχρόνιζεν αναβαλλομένη. Κατά την πώλησιν επίσης των ιδιαιτέρων κτημάτων πολλαί ανεφύησαν δυσχέρειαι. Η επιτροπή, ήν είχε διορίσει ο Καποδίστριας προς εξέτασιν των νομικών απαιτήσεων των πωλητών και λύσιν του ζητήματος, αν τα αδέσποτα κτήματα ανήκον πρότερον τω Κράτει ή τοις δζαμίοις, κατηγορείτο επί αμαθεία ή αδικία. Ξένοι δ', ως ο Σερ Πούλτνεϋ Μάλκολμ και η δούκισσα της Πλακεντίας, γνωστή τω Κυβερνήτη εκ Παρισίων και Ρώμης μετά της θυγατρός αυτής, ηγόρασαν σπουδαίας εκτάσεις εν τη πόλει και τοις περιχώροις των Αθηνών. Και της μεν Πλακεντίας σώζονται εισέτι εν μεν Αθήναις τα Ιλίσσια, λαμπρόν μέγαρον παρά τον Ιλισσόν, χρησιμεύον σήμερον ως στρατών των Πυροβολικών Συνταγμάτων, παρά δε την Πεντέλην κατά την ωραίαν επαρχιακήν οδόν, δεξιά τω εις την μονήν εξ Αμαρουσίου βαίνοντι, αι αγροικίαι «Plaisanse» εγκαταλελειμμέναι εις την ιδίαν τύχην (76). Ο στρατηγός Ιωάννης Ράγκος ηγόρασε παρά Τούρκου ιδιοκτήτου την Δεκέλειαν (Τατόι) το σημερινόν μέγα και ωραίον βασιλικόν κτήμα, αλλ' ηναγκάσθη παρά του δικαιοτάτου εκείνου κυβερνήτου να αποδώση αυτό, επί τη ελπίδι ότι θα εθεωρείτο ως εθνικόν κτήμα. Εν τούτοις οσημέραι ηύξανεν εν Ελλάδι η επίδρασις της ιουλιανής επαναστάσεως της Γαλλίας. Το μυστικόν πνευματικόν πυρ, όπερ διαχέει πάντοτε επί της Ευρώπης πάσα γαλλική επανάστασις, εισεχώρει ολονέν βαθύτερον εν Ελλάδι.

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings