Front matter (continued 6)
Reading edition

«Η κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκεια, έγραφε μετά τίνος υπερβολής ο εν Αθήναις πρόξενος της Αυστρίας Γροπ, κατέστη ομόφωνος. Κατεμέμφθησαν αυτού, ότι χάριν ατομικών σκοπών παρεβίασε το σύνταγμα και δεν συνεκάλει την Εθνικήν συνέλευσιν, και ότι κατεπολέμει την ελευθερίαν του τόπου. Ούτω δε σπουδαίαι ταραχαί εξερράγησαν εν Μάνη, εν Ύδρα δε και Σπέτσαις έφθασεν ο ερεθισμός εις το έπακρον, και ήθελε βεβαίως εκραγή εις έργα, αν δεν εφοβούντο οι άνθρωποι τας διαθέσεις των συμμάχων Δυνάμεων, και δεν ήλπιζον ότι η προσεχής εκλογή ηγεμόνος ήθελε θέσει τέρμα εις τας αισχράς εκείνας καταχρήσεις της βίας, άς απετόλμα η οικογένεια Καποδιστρίου. Η πώλησις των τουρκικών κτημάτων παρέσχε προς τοις άλλοις ευάρεστον πόρον εις τους αδελφούς και οικείους του Κυβερνήτου. Οι επαναστάται Μανιάται συνηθροίσθησαν εν Μαραθονησίω, όπως βαδίσωσι κατά του Ναυπλίου και ελευθερώσωσιν εκεί τον οπλαρχηγόν αυτών Πετρόμπεην, φυλακισθέντα τη διαταγή του Κυβερνήτου. Ο Κυβερνήτης μετέβη εις απάντησιν αυτών, αλλά δεν κατώρθωσε την υποταγήν των, καίτοι προσπαθήσας να δελεάση αυτούς διά χρημάτων». Πράγματι η αντιπολίτευσις είχε φθάσει εις το άκρον άωτον των κατά του Κυβερνήτου ραδιουργιών και τεχνασμάτων αυτής, τα πάντα μηχανευομένη ίνα καταρρίψη το εδραίον οικοδόμημα, όπερ ανήγειρεν ο Καποδίστριας.
Νέος τις ταγματάρχης, ο Τσάμης Καρατάσος, εξεμεταλλεύθη την παρά τοις συστρατιώταις αυτού επικρατούσαν από της ιουλιανής επαναστάσεως έξαψιν, όπως υψώση την σημαίαν της ανταρσίας κατά του Καποδιστρίου. Ην τότε η εποχή, καθ' ήν η ελληνική νεολαία εθέλγετο και εμέθυεν εκ της αναγνώσεως των αντικαποδιστριακών διαλόγων του Αδαμαντίου Κοραή, του σοφού εκείνου χίου γέροντος, όστις από φιλτάτου του Καποδιστρίου ως εμφαίνεται εκ του διαλόγου αυτού: «Δημοχάρης Πασιχάρης» δημοσιευθέντος εν τω α' μέρει του Αρριανού των Επικτήτου Διατριβών (77) και εκ των επιστολών αυτού προς τον Κυβερνήτην αίτινες γραφείσαι εν μέσω του πυρός της γαλλικής επαναστάσεως ανερρίπιζον το μίσος κατά του Καποδιστρίου, εγένετο ασπονδότατος πολέμιος.

Προς τούτοις, ότι ο Κοραής ην φίλος του Καποδιστρίου εμφαίνεται και εκ των δε των παραινέσεων, άς αποτείνει προς τους Έλληνας: Ο Καποδίστριας υπάγει εις την Ελλάδα με σκοπόν και τας δημαγωγίας να παύση και την αυτονομίαν της Ελλάδος να σώση, και διά τούτο ο ανήρ είναι άξιος πάσης πίστεως, τον Τιμολέοντα του Πλουτάρχου απεφάσισεν ο Καποδίστριας ν' αναστήση, διά να δείξη εις όλην την φωτισμένην Ευρώπην, ότι η σημερινή Ελλάς γεννά όχι μόνον αγωνιστάς ελευθερίας, ίσους των παλαιών αυτής αγωνιστών, αλλ' ακόμη και πολιτικούς άνδρας ικανούς να την στηρίξωσι με Τιμολεοντικήν φρόνησιν.» Αν μη εσκόπει την ευδαιμονίαν της Ελλάδος ο Καποδίστριας, «δεν ήθελε τολμήσει (λέγει ο Κοραής) να δεχθή των Ελλήνων την πρόσκλησιν». Φοβείται δε μόνον μήπως «ο νέος Τιμολέων εμπέση εις τας παγίδας των Φαναριωτών, ών ο μολυσμός είναι βαθύς και δυσέκπλυτος».
Ο Κοραής εγνώρισε, κατά πρώτον, τον Καποδίστριαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1815, λέγει ο Διονύσιος Θερειανός εν τω πολλού λόγου αξίω διτόμω συγγράμματι αυτού: Αδαμάντιος Κοραής «με ευχαρίστησιν πολλήν», ως λέγει. Τη 22 Σεπτεμβρίου 1818 έγραφε προς τον Παντολέοντα Βλαστόν, «μη νομίσης κολακείαν το οποίον δίδω επίθετον καύχημα της Ελλάδος. Η ολιγοχρόνιος μ' αυτόν συναναστροφή με τον έδειξε τοιούτον, και δεν πιστεύω ότι με ηπάτησεν. Εγώ φεύγω φυσικά τους μεγάλους, διά φόβον μη φανώ απ' ό,τι είμαι πολύ μικρότερος, καθώς το πάσχουσιν οι νάνοι, όταν ανοήτως πλησιάζωσι τους γίγαντας. Αυτός εζήτησε να με γνωρίση και μ' έδειξε φρονήματα όντως ελληνικά. Είθε από τοιαύτα φρονήματα να γεμισθώσιν όλων των νυν Γραικών αι κεφαλαί απ' αυτά μόνα ελπίζεται η σωτηρία της Ελλάδος». Ήδη λοιπόν από του 1818 εκήρυττεν ο Κοραής την αγνήν και θερμήν του Καποδιστρίου φιλοπατρίαν. Αλλ' ολίγω ύστερον, ένεκα της προς τον Κόδριγκτον έριδος, υπώπτευσεν ο σφόδρα φιλύποπτος Χίος, την ομολογουμένην του επιφανούς Κερκυραίου ειλικρίνειαν. «Ο Καποδίστριας (έγραφε τη 7 Σεπτεμβρίου 1819) ήλθεν εις επίσκεψίν μου ευρισκόμενος εδώ· αλλά κατά δυστυχίαν ήλθεν εις καιρόν άλλων πολλών επισκέψεων, συνήθων τας Κυριακάς, και ημποδίσθην να τον λαλήσω τινά αναγκαία παραπονήματα. Ίσως και αυτός προβλέπων αυτά, εδιάλεξεν επίτηδες την Κυριακήν». Και τη 16 Νοεμβρίου: «Ουδ' εγώ δεν είμαι πολύ ευχαριστημένος από τον Καποδίστριαν. Σε είπα την υποψίαν μου, ότι εδιάλεξε την Κυριακήν να έλθη προς εμέ, διά ν' αποφύγη τα παράπονά μου. Περί δε του φρονήματος της δόξης δεν παρετήρησα μεταβολήν ουδεμίαν, παραβάλλων την τελευταίαν με τας προτέρας ομιλίας του. Τι παράδοξον αν έπαθε και τοιαύτην δυστυχίαν; Η δόξα είναι βαρύτατον φαγητόν· ολίγα στομάχια ισχύουν να την χωνεύσωσιν»· Ο Καποδίστριας απεδείχθη ουδέν ήττον υπέρτερος των φιλυπόπτων του γέροντος Κοραή υπαινιγμών. Άμα αναγνούς τα προλεγόμενα εις τον πρώτον τόμον των Επικτήτου Διατριβών, έσπευσεν αυθορμήτως να εκφράση προς τον Κοραήν ένθερμον ευχαριστίαν, εξ Αγκώνος δε, τη προτεραία του εις Ελλάδα πλου, επέστειλε τη 2 Δεκεμβρίου 1827 προς τον σοφόν αυτού επαινέτην μακρόν γράμμα, επαγγελλόμενος να μιμηθή κατά τα ενόντα τον Τιμολέοντα και να επιτελέση επ' αγαθώ της Ελλάδος, όσα ο Κοραής ήλπιζε παρ' αυτού. «Μακαρία η πατρίς, αν πράξη όσα με υπόσχεται εις την επιστολήν του! και μακάριος αυτός αν φιλοτιμηθή να κατασταθή ευδαίμων από την ευδαιμονίαν της πατρίδος!» Αλλά και επί τη υποθέσει ότι ο Καποδίστριας προσκόπτων εις απροσδόκητα κωλύματα, έμελλε να φανή ήσσων των περί αυτού προσδοκιών, μη διά τούτο ήτο άξιος κατακρίσεως; «Ακόμη και αν υποτεθή άλλος παρ' ό,τι ηλπίζετο (έγραφεν ο Κοραής τη 15 Οκτωβρίου 1828), η αχρειεστάτη διαγωγή και κυβέρνησις των προ αυτού, τον έκαμαν αναγκαίον. Χωρίς αυτόν εκινδύνευσε και το σωθέν από τας σφαγάς μέρος των Ελλήνων να εξαλειφθή ολότελα από το πρόσωπον της γης. Έπειτα πρέπει να συλλογισθώμεν και τούτο. Πιθανόν ή μάλλον βέβαιον κρίνω, ότι αυτός δεν έχει εξουσίαν να πράξη τίποτε αφ' εαυτού και η τύχη μας τώρα πλέον κρέμαται από τους θεοπέμπτους ευεργέτας μας». Αποκρινόμενος δε και προς την εξ Αγκώνος επιστολήν του Καποδιστρίου, έγραφε τη 5 Ιανουαρίου 1828 «Η πατρίς όλη σε παρακαλεί δι' εμού να έχης εις πάσαν σου πράξιν και βουλήν ακαταπαύστως προ οφθαλμών τον πρόγονον Τιμολέοντα, και απ' αυτόν να λαμβάνης συμβουλήν. Ο ακαταπαύστως κυλιόμενος ούτος βίος άλλο δεν αφίνει εις την εξουσίαν μας, παρά να δράξωμεν νομίμως το οποίον εις καθένα ήνοιξεν η Πρόνοια στάδιον μικρόν ή μέγα. Το ανοιχθέν εις σε από την Πρόνοιαν στάδιον, υπερβαίνει και το πολύ· επειδή σου εμπιστεύθη ολοκλήρου έθνους ευδαιμονίαν. Είν' απ' εκείνα τα στάδια, τα οποία δεν ανοίγονται πλην μίαν φοράν εις κάθε 500 ή 1000 έτη. Γνωρίζεις εκ της παλαιάς Ιστορίας πώς το έτρεξεν ο Τιμολέων, και εκ της νέας πώς ο Ναπολέων. Ο δυστυχής ούτος μέγας άνθρωπος αλλ' όχι μέγας ανήρ, είχε πολύ πλειότερα του Τιμολέοντος μέσα και βοηθήματα να το τρέξη λαμπρώς, αλλά του έλειπεν ο θειότατος έρως της κοινής ευδαιμονίας, όστις επύρωνε την γενναίαν ψυχήν του Τιμολέοντος. Sapienti satis. Συγχώρησε και τα ολίγα ταύτα εις γέροντα, όστις δεν εκολάκευσεν ουδέ νέος ών ποτε κανένα.»
Δεν ηρκέσθη ο Κοραής παραβαλών τον Καποδίστριαν προς τον Τιμολέοντα, αλλά και εδήλωσεν εκ του προτέρου ότι, αν συνέβαινε να μη αρέση ο Κυβερνήτης προς πάντας τους Έλληνας, ουδέν θαυμαστόν· διότι μήπως και ο Τιμολέων ήρεσε προς πάντας τους Συρακοσίους;
Είπε τις των παλαιών αστειευόμενος, ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τις τοις πάσιν αρεστός, πλην αν γίνη ζαχαρόπηττα, «ει μη πλακούντα γενόμενον». Ταύτα δε αναλογιζόμενος, ποιείται αλλαχού ο Κοραής παντοίους επαίνους περί του Καποδιστρίου, ως «θεραπεύσαντος με το παράδειγμά του την τιτλοτυφίαν, πρώτος αυτός παύσας να ονομάζεται κόμης», ως εγκαινίσαντος την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον και ιδρύσαντος πολλά στοιχειώδη σχολεία και διδασκαλεία· προς τούτοις απολογείται αυτού, παρ' αξίαν κατηγορηθέντος, ότι δήθεν εθήτευε τη ρωσική αυλή, ούτω δε αυτός ο Κοραής ανακηρύττει τον Καποδίστριαν πολλής φρονήσεως και μεγάλης αρετής άνδρα. Νοείται οίκοθεν, ότι ο φρόνιμος και ενάρετος άνθρωπος, δεν πρέπει να νομίζηται και όλως αδιάπτωτος. «Ο Κυβερνήτης δεν είναι αναμάρτητος (έγραφεν ο Κοραής τω 15 Μαρτίου 1829)· πλειοτέρας αφορμάς και πλειοτέρους πειρασμούς αμαρτημάτων έχει παρά κανέν' άλλον πολίτην, έχει παλαιόν παράδειγμα προγονικόν του Τιμολέοντα, όστις υπέφερε των κακών δημαγωγών τας φλυαρίας».
Αλλ' επί τέλους οι εν Αιγίνη και Ύδρα εμμανέστατοι του Κυβερνήτου αντίπαλοι, κατώρθωσαν να σαγηνεύσωσι τον απειρόκακον της ελευθερίας και της ισονομίας εραστήν, Κοραήν. Ο Κοραής εγένετο απηνής του Καποδιστρίου κατήγορος, χωρίς ευλόγου αιτίας, αλλά μόνον εξ ευπιστίας προς βεβουλευμένας διαβολάς, αποθέμενος αίφνης κατά την πρεσβυτικήν αυτού ηλικίαν την θαυμαστήν εκείνην νηφαλιότητα της κρίσεως και την περί την γνώμην εγκράτειαν, ήτις επανθεί εις πάντα αυτού τα φιλολογικά και τα άλλα μελετήματα. Τούτου δ' ένεκα ο μικρόν πρόσθεν δικαίως υποληφθείς εφάμιλλος του Τιμολέοντος ζηλωτής, διεσύρθη μετ' ολίγον ως τύραννος, πονηρότερος και αυτού του Φαλάριδος, και ως προδότης, χείρων και αυτού του παρά τοις αρχαίοις εστηλιτευμένου φιλοπέρσου Αρθμίου του Ζελείτου. Η πρώτη κατά του Κυβερνήτου διατριβή του Κοραή, συνταχθείσα κατά τον Σεπτέμβριον του 1830 εν είδει διαλόγου, επιγράφεται: «Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από τους Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, διά να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας διάλογος δύο Γραικών (Λασθένους και Χαριλάου), εκδομένος από τον Γ. Πανταζίδην.»
«Θαλεράν και αγήρων έχων την μνήμην των μεγάλων και εξαισίων της Γαλλικής Επαναστάσεως αρχών, λέγει ο Θερειανός καταφέρεται ο ψευδώνυμος Πανταζίδης, χωρίς τινος ανακοπής εναντίον αυτοκρατόρων, βασιλέων και πάντων των «αντιχρίστων ολιγαρχικών», εγκωμιάζων «τον μόνον κυρίαρχον λαόν.» Ως Έλλην άγαν φιλόπατρις, αποστρέφεται την Ιεράν Συμμαχίαν, αλλά δεν παρέρχεται όλως εν σιγή και τας παρεκτροπάς των Ελλήνων. Ουδαμώς αρνούμενος τας μωράς διχονοίας των προεστώτων, κηρύττει ότι «τα πλείστα έπαθεν η Ελλάς από τον Μετερνίχον, από τον άγγλον αρμοστήν της Επτανήσου, τον άγριον Μαιτλάνδον, από τον αυτόχειρα Καστελρήγον, υπουργόν βασιλικόν της Αγγλίας, και εσχάτως από τον μωρότατον πάντων των διπλωματών, και παρελθόντων και παρόντων Βελλιγκτώνα, όστις απελπισθείς πλέον διά την δούλωσιν της Ελλάδος, επενόησε την συσφίγξη ή μάλλον να την πνίξη εις όρια τόσον στενά, ώστε να ευρίσκεται εις αδιάλειπτον κίνδυνον να δουλωθή και δεύτερον».
Ο Κοραής ελπίζει εισέτι επί την τιμιότητα του Κυβερνήτου της Ελλάδος, αλλά . . . . . Ο Καποδίστριας είναι τίμιος άνθρωπος, αλλ' είναι περικυκλωμένος από πολλά κολακικά ανδράποδα, οποία ίσχυσαν να μεθύσωσιν αυτόν τον μέγαν Ναπολέοντα και να τον τυφλώσωσιν, ως εμέθυσε κ' ετύφλωσεν ο πολυμήχανος Οδυσσεύς τον τρομερόν Κύκλωπα. Του Κυβερνήτου η τιμιότης εφάνη μάλιστα εις την διοίκησιν των δημοσίων χρημάτων, αλλά μηδέν έδειξεν η πείρα, ότι η καταφρόνησις των χρημάτων, δεν συνοδεύεται πάντοτε με την καταφρόνησιν της δεσποτείας; Μη δεν εφάνησαν χρημάτων αφρόντιστοι πολλοί, και όμως πλεονέκται εξουσίας αχόρταστοι; «Χείρες μεν αγναί, φρην δ' έχει μίασμα τι», όλων δε των μιασμάτων το βρωμερώτατον είναι της δεσποτείας το μίασμα». Αδιστάκτως ομολογεί ο Κοραής ότι ο Κυβερνήτης «εξήπλωσε τα αλληλοδιδακτικά σχολεία· αυτά όμως (προσεπιλέγει) δεν είναι παιδεία, αλλά παιδείας θεμέλια καταγής κρυμμένα, επάνω των οποίων δεν ανεφάνη κανέν άξιον Ελλάδος κτίριον παιδείας Ελληνικής». Επαναλαμβάνει δε ο Κοραής, τα κατά του Καποδιστρίου υπό άλλων συγχρόνων κατηγόρων ειρημένα, ότι απηγόρευσε, δήθεν την εις τους μαθητάς των σχολείων παράδοσιν του Γοργίου και άλλων πλατωνικών διαλόγων, προσεπαγόμενος, «ότι μόνη η ελευθερία είναι γεννήτρια της αρετής, επειδή μόνη αυτή γεννά την μητέρα της φιλότητος ισότητα.» Επί πάσιν ελπίζει ευπίστως την σωτηρίαν της Ελλάδος παρά εφημεριδογράφων, δικαίως εγκωμιάζων την πατριαρχικήν χρηστότητα του ελληνικού λαού, όν παρομοιάζει προς γην αγαθήν, «ήτις ήθελε βλαστήσει και καρπούς αγαθούς, αν δεν επνίγετο από ζιζάνια».
Τοιαύτη υπήρξεν η προς τον Καποδίστριαν διαγωγή του εκ Χίου σοφού Έλληνος, ήτις ουκ ολίγον επεβάρυνεν εν τη πλάστιγγι των κατά του Κυβερνήτου αντενεργειών της αντιπολιτεύσεως, ήτις εν τέλει, επέτυχεν ούτινος εφίετο. Πράγματι η τύχη μεγάλων των εθνών αναμορφωτών απανταχού και πάντοτε υπήρξε πολύστονος και κακοτέρμων· το του Κυβερνήτου δόγμα «απόλυτος προ του νόμου ισότης των Ελλήνων» υπελήφθη ατόπως υπό τινων εκ των ισχυρών της χώρας ως νεκρικός κώδων του πολιτικού αυτών θανάτου, όθεν και εσχηματίσθη σθεναρά Αντιπολίτευσις, ήτις επικραταιωθείσα υπό των ξένων κατέληξεν εις ανταρσίας και εις τον όλεθρον του αναμορφωτού. Η αντιπολίτευσις αύτη απηρτίζετο εκ διαφόρων στοιχείων, ήτοι υπό της διπλωματίας, των εν Ελλάδι ξένων, έκ τινων εκ της αλλοδαπής προσελθόντων ομογενών και υπό τινων εκ των ισχυρών εγχωρίων. Από του 1824 ιδία, ενώ η τάλαινα Ελλάς εσφάδαζεν εν τω αίματι, αι Δυνάμεις ήριζον εν αυτή περί επιρροής, η δ' επί την Αρχήν της χώρας ανάρρησις ενός πρώην υπουργού της Ρωσίας εκρίθη υπό της διπλωματίας ως διατάραξις της εν επιρροή ισορροπίας, ήν επόθησε παντί μέσω να άρη· η Αγγλία είχε και ιδιαιτέρους λόγους δυσμενείας κατά του διπλωμάτου Καποδιστρίου, απορρέοντας εκ των εν Παρισίοις και εν Ακυϊσγράνω Συνεδρίων· ετέρωθεν ο αρχιστράτηγος Τσουρτς έγραφεν εις Αγγλίαν, ότι ο Κυβερνήτης εξερεθίζει τους Επτανησίους κατά των Άγγλων. Η Γαλλία, καί περ έχουσα προς τον άνδρα ευγνωμοσύνης λόγους, δεν ηνείχετο όμως και αυτή την διατάραξιν της εν επιρροή ισορροπίας, προς δε οι Γάλλοι είδον μετά δυσαρεσκείας τον Καποδίστριαν προτείνοντα διά τον θρόνον της Ελλάδος τέσσαρας πρίγκηπας, εξ ών ουδείς ην Γάλλος, ενώ αυτοί από του 1824 είχον υποδείξει ως ηγεμόνα της Ελλάδος Γάλλον πρίγκηπα, υπέρ του οποίου και θερμώς είχον εργασθή εν Ελλάδι· πρόσθετος λόγος της Αγγλογαλλικής δυσμενείας ην και το ότι ο Κυβερνήτης δεν απέκρυψε την αγανάκτησιν αυτού επί τω πρωτοκόλλω του Ιουλίου και το ότι βραδύτερον επιμόνως ηξίου την Κρήτην και Σάμον. Πλείστοι επίσης των εν Ελλάδι ξένων προσετέθησαν εις την Αντιπολίτευσιν δι' άλλους τε ιδιοτελείς λόγους και δυσηρεστημένοι, διότι ο Καποδίστριας είχεν εκδώσει εγκύκλιον μη επιτρέπουσαν την εις Ελλάδα διαμονήν των ξένων, αν ούτοι δεν έφερον τακτικά διαβατήρια και συστατικάς επιστολάς. Εκ δε των εκ της αλλοδαπής προσελθόντων ομογενών τινές επίσης στηριζόμενοι επί της ευρυτέρας πνευματικής αυτών μορφώσεως ηξίουν διακρίσεις εν αξιωμάτεσιν, άς δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση ο Κυβερνήτης, όθεν και οι τοιούτοι ετάχθησαν εν τη Αντιπολιτεύσει και πρόβουλοι εγένοντο αυτής.
Δεν ηδύναντο να βλέπωσι τον Καποδίστριαν εργαζόμενον ενδελεχώς υπέρ της αποκαταστάσεως των ελληνικών πραγμάτων, εν τη υπέρ της διαρρυθμίσεως αυτών προθυμία του Κυβερνήτου ενορώντες ροπήν τινα δήθεν προς την αυταρχίαν, προαγωγήν των οικείων αυτού συγγενών και φίλων και κατάθλιψιν των αγωνιστών και των δημοτικών ελευθεριών. Ωρισμένα δε κύρια της κατά του Καποδιστρίου αντιπολιτεύσεως αίτια ήσαν τάδε: α') δυσηρέστουν οι πλείστοι των ευνοουμένων τους στρατιωτικούς και προ πάντων ο Βιάρος και Αυγουστίνος Καποδίστριας γενικός επίτροπος των τε στρατιωτικών και πολιτικών, περί ού ο Κολοκοτρώνης λέγεται ότι είπε: «καλλίτερα νάσπαζε το πόδι του, παρά που ήλθεν εδώ». Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Νικόλαος Κριεζώτης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, Μήτσος Λιακόπουλος, Σπύρος Μήλιος, Ιωάννης Κλίμακας, Βασίλειος Μπούσγος και άλλοι οπλιτάρχαι εν ταις χιλιαρχίαις εγόγγυζον κατά του Καποδιστρίου ως αδικούμενοι, παρορώμενοι και περιφρονούμενοι, έγραψαν δε τη 15 Μαΐου 1829 εκ της παρά τους Δελφούς Αραχώβης (Ανεμωρείας) προς αυτόν την δε την αναφοράν:
«Εξοχώτατε Κυβερνήτα,
«Ο εκλαμπρότατος πληρεξούσιος τοποτηρητής ανεφέρθη αναμφιβόλως προς την Κυβέρνησιν περί των εδώ διατρεξάντων και με την προσωπικήν συνέντευξίν του θέλει εξηγηθή πληρέστερον περί αυτών. Ημείς οι υποφαινόμενοι, στοχαζόμενοι ότι ίσως τινές κακοποιοί άνθρωποι ειμπορούν να κάμουν παρεξηγήσεις εις την Κυβέρνησιν, προθυμοποιούμεθα να αναφερθώμεν και αμέσως εις την πατρικήν της πρόνοιαν διά να παραστήσωμεν την κατάστασίν μας και ποία τα αίτια, τα οποία μας παρεκίνησαν να ζητήσωμεν τα δίκαιά μας. Πρέπει να ήμεθα συγγνωστέοι εάν μακρηγορήσωμεν, διότι και η ύλη η οποία μας παρουσιάζεται είναι μεγάλη και ο αγών με τον οποίον αντεπαλαίσαμεν, αντιπαλαίομεν και μέλλομεν ν' αντιπαλαίσωμεν δεν είναι μικρός.
Σεβαστή Κυβέρνησις,
«Χωρίς να λάβωμεν καθ' όλου εις σκέψιν τα παρελθόντα, ας έλθωμεν να εξετάσωμεν τα της εποχής της παρούσης κυβερνήσεως: οι Έλληνες όλοι, η Ελλάς απηλπισμένη επροσκάλεσε Σε κυβερνήτην· είμεθα πλέον παραβέβαιοι, ότι η εξοχότης σας εχαίρετε και χαίρετε παντού την πλέον λαμπράν υπόληψιν και δεν ήλθετε εις την Ελλάδα παρά να την σώσετε· εις τούτο καθείς δεν αμφιβάλλει ή καθ' όσον παρατηρούμεν ότι τα πράγματα διά της θείας προνοίας και συνετής κυβερνήσεώς σας προοδεύουν κατά την επιθυμίαν όλων των καλών πατριωτών. Άμα επατήσατε το έδαφος της Ελλάδος, οποίους νόμους και αν εθέσετε εις το έθνος, όλοι εφάνησαν δεκτοί και οι Έλληνες αφωσιωμένοι προσηλώθησαν να τους φυλάξουν και δι' αυτούς και διά την σωτηρίαν της κοινής πατρίδος να χύσουν και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός των. Εθέσατε στρατιωτικόν οργανισμόν, ποίος δεν έστερξεν αμέσως; κανείς βέβαια δεν παρήκουσεν· οι Έλληνες επί τη βάσει αυτού του οργανισμού δεν επλήρωσαν τα ιερά χρέη των; η ανάστασις της Ρούμελης ας το μαρτυρήση· αι σημαίαι της ελευθερίας κυματούμεναι επάνω εις τόσα λαμπρά φρούρια και πόλεις ας δώσουν τους αποχρώντας λόγους. Έπειτα απ' όλα ταύτα τι ακολουθεί; αναμφιβόλως το να μην ενεργήται ο στρατιωτικός διοργανισμός μόνον και μόνον διά τους Έλληνας της Στερεάς Ελλάδος. Οι Έλληνες, Σ. κυβέρνησις, αφού έμειναν το έν δέκατον αφ' όσοι ήσαν, υπέκλιναν εις τον στρατιωτικόν οργανισμόν όχι μόνον διά να φονεύωνται, αλλά και να ζουν. Είναι βέβαιον ότι κανέν εμπόδιον δεν κάμνουν. Όταν λοιπόν δεν τρέφωνται από τους αγώνας των, πώς να ζήσουν; μήπως είναι μία ημέρα ή ένας μήνας αφότου στερούνται τα δίκαιά των; είναι, Σ. κυβέρνησις, μήνες έξ και περιπατούμεν εις τους επτά. Ότι λοιπόν ο στρατιωτικός οργανισμός δεν ενηργήθη, δεν μένει καμμία αμφιβολία· ότι πάλιν η Σ. κυβέρνησις δεν εφύλαξεν ισοσταθμίαν δικαιοσύνην εις όλα τα τέκνα της, και εις αυτό δεν μένει καμμία πρόφασις, διότι όλοι οι πολιτικοί όχι μόνον πληρώνονται κατά μήνα, αλλ' ηύξησαν και οι μισθοί των, μολονότι γράφουν με το αίμα των στρατιωτών μετασχηματισμένον εις μελάνην· οι ναύται πληρώνονται, οι τακτικοί παρομοίως και μόνον οι δυστυχείς Ρουμελιώται να μένουν τόσον καταφρονεμένοι, οι οποίοι πάντοτε εφάνησαν πρόθυμοι υπερασπισταί της πατρίδος και της κυβερνήσεως; αυτοί λέγομεν οι οποίοι εθυσίασαν τα πάντα, τα οποία ως προς ειδότας είναι βέβαια περιττά; Έ! Σ. κυβέρνησις! ας θεωρήσωμεν την Ελλάδα ως μίαν άμπελον· επροσκαλέσαμεν την εξοχότητά σας ως ένα επιστάτην επάνω εις αυτήν· η εξοχότης σας, διά να καλλιεργηθή και δώση ωφελίμους καρπούς, διωρίσατε, π. χ., σαράντα εργάτας να την δουλεύσουν· εξ αυτών είνε δίκαιον να πληρώσετε τους τριάκοντα, τους δε δέκα ναφήσετε όχι μόνον απληρώτους, αλλά και καταφρονεμένους, ενώ οι μεν τριάκοντα δεν υποφέρουν τους αγώνας των δέκα, ή να είπωμεν καλλίτερα, οι δέκα είναι η βάσις και το υποστήριγμα των τριάκοντα;
Σεβαστή Κυβέρνησις ,
«Οι Έλληνες ζητούντες το δίκαιόν των δεν τρέφουν κανένα άλλον σκοπόν· είναι πάντοτε ευπειθή τέκνα της κυβερνήσεως, οπόταν και η κυβέρνησις φροντίζη μητρικώς δι' αυτά· οι Έλληνες, βεβαιωθήτε, έφθασαν εις την πλέον ελεεινήν και αξιοδάκρυτον κατάστασιν· άλλο δεν έχουν παρά μόνον ένα ψωμί και αυτό αλλοίμονον εις όποιον το φάγη! προσφάγι δεν έχουν, η γυμνότης βασιλεύει, εις τρόπον ώστε επεράσαμεν τους σκλάβους της Αφρικής και τους παλαιούς είλωτας της Σπάρτης. Τοιαύτη θλιβερά κατάστασις τίνος ψυχήν, αν έχη και πέτρινον, δεν ειμπορεί να την μαλακώση; καθώς νομίζομεν, αλλ' ουαί, ουαί! την βλέπομεν τόσον σκληράν, ώστε όσοι εσώθημεν από τον εχθρόν κινδυνεύομεν από τα κακά της στερήσεως. Εις τοιαύτην περίστασιν και εις τοιαύτην οικτράν έκθεσιν των καθ' ημάς ζητούμεν την Σ. κυβέρνησιν τα ακόλουθα: α') Να μας αξιώση της κοινοποιήσεως εκείνων, οι οποίοι αντενεργούσιν εις την πρόοδον των στρατιωτών υπέρ της ανεξαρτησίας του έθνους· β') Διά να ευαρεστηθή να μας αποδώση τα δίκαια κατά τον στρατιωτικόν διοργανισμόν μέχρι της ημέρας, καθ' ήν θέλει γείνει η πληρωμή. γ') Μετά την πληρωμή να μας δώση τας βάσεις του παρόντος και νέου άλλου οργανισμού και κατ' αυτάς και η Σ. κυβέρνησις να βαδίζη και οι Έλληνες νακολουθούν τα ίχνη της· να προκηρύξη ότι οι Έλληνες μέλλουν να δουλεύσουν κατ' αυτάς και να μας διατάξη τέλος πάντων να εκστρατεύσωμεν, όπου είναι η περισσοτέρα ανάγκη της πατρίδος. Εάν και μετά ταύτην την έκθεσιν δεν εισακουσθώμεν, τότε βιασμένοι διαμαρτυρόμεθα· ενώπιον της Αγίας Τριάδος, ενώπιον της πατρίδος και του έθνους και ενώπιον τέλος πάντων του φωτισμένου κόσμου της Ευρώπης· διαμαρτυρούμεθα, λέγομεν, ενώπιον εκείνων δι' όσα μέλλουν νακολουθήσουν, οι οποίοι αντενεργούν δι' ημάς και θέλουν ναδικούμεθα, να καταφρονούμεθα και να πάσχωμεν ώσπερ Εβραίοι από τα δεινά της γυμνότητος και της στερήσεως. Εάν δε η κυβέρνησις δεν αποδείξη τους αντενεργούντας, τότε φαίνεται αντενεργεί φανερά η ιδία κυβέρνησις και ας δώση λόγον δι' όσα μέλλουν νακολουθήσουν. Σ. κυβέρνησις! απ' όπου θέλετε ειμπορείτε να πληροφορηθήτε πόση ευταξία βασιλεύει εις το στρατιωτικόν· ο πολίτης κάμνει ελευθέρως το εμπόριόν του, ο δε Έλλην κινδυνεύων εσθίει το ψωμί του με δάκρυα και στεναγμούς. Σ. κυβέρνησις! όχι Έλληνας να φέρης εις παρόμοιον στάδιον, αλλ' όποιον έθνος της Ευρώπης ως και αυτόν τον θεόν με τους αγγέλους, τολμώμεν, αφού τους αφήσης όχι επτά μήνας, αλλ' ένα αδικημένους και καταφρονεμένους δεν ειμπορούν να υποφέρουν. Αποστέλλομεν εις την Σ. κυβέρνησιν τον εκατόνταρχον Βαγγέλην Ιωάννου και Κώσταν Δαγουμιστήν και δι' αυτών προσμένομεν εν τάχει την απάντησιν».
Αλλά καίπερ πολλού χρόνου παρελθόντος, λέγει ο καθηγητής Γεώργιος Κρέμος, ουδαμώς έλαβε προ οφθαλμών ο Καποδίστριας τα αιτήματα του στρατού· ηγανάκτουν δε, προ πάντων, οι της ανατολικής Ελλάδος, α') διότι οι μεν υπό τον αδελφόν του Κυβερνήτου Αυγουστίνον στρατοί είχον αφθονίαν τροφών και τακτικώς ελάμβανον τους μισθούς, οι δε της ανατολικής Ελλάδος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην εστερούντο των πάντων. Τούτου ένεκα και αυτός ο τα μάλιστα γινώσκων να υπομένη Υψηλάντης ηναγκάσθη να πέμψη (14 Αυγούστου 1829) εκ Στεβενίκου της Βοιωτίας έγγραφον προς τον Κυβερνήτην, εν ώ διαρρήδην λέγει: ότι οι στρατιώται εξηγριώθησαν, ηπείλησαν τους αξιωματικούς, περιεφρόνουν την κυβέρνησιν, ής ουδέν πλέον επίστευον των όσα αύτη υπισχνείτο, ως αείποτε υπισχνουμένη και ουδέποτε πράττουσά τι· ότι ένεκα του υπούλου τρόπου της κυβερνήσεως διελύθησαν τα νικηφόρα στρατόπεδα των Θηβών, του Ανηφορήτου, του Ωρωπού και του αγίου Ιωάννου· ότι ο στρατός δικαίως ηγανάκτει, διότι πολεμών γενναίως παρημελείτο, όσον ουδ' επί της προτέρας αναρχίας· ότι «έρριψαν καθείς πέτραν αναθέματος κατά των αιτίων της γενομένης εις αυτούς αδικίας και συνώμοσαν επί το ιερόν Ευαγγέλιον να μη πιστεύωσιν εις το εξής οποιανδήποτε υπόσχεσιν, να μη υπακούωσιν εις τους ανωτέρους». Αι υπό τον Υψηλάντην λοιπόν χιλιαρχίαι περιήλθον εις την ανάγκην να συνομνύωσι κατά της κυβερνήσεως έχοντες εν τη μνήμη πάντοτε και το διαδιδόμενον από στόματος εις στόμα, ότι ο Καποδίστριας είπε ποτε κατά πρόσωπον προς οπλιτάρχας παραπονουμένους οργίλως: «Σας γνωρίζω· είσθε όλοι λησταί και ψεύσται!»
β) ότι ει και η εν Τροιζήνι συνέλευσις ρητώς το δικαίωμα του διδόναι πολιτείαν (πολιτογραφίαν) επέτρεψε μόνη τη βουλή και τη κυβερνήσει, απηγόρευσε δε διαρρήδην την κατά τόπους πολιτογραφίαν, αλλ' όμως αι υπέρ του Έιδεκ, Βιάρου, Γιαννετά, Ρίζου και άλλων φίλων του Κυβερνήτου γενόμεναι ου μόνον δεν απεδοκιμάσθησαν υπό του Κυβερνήτου, αλλά και εξελεγχθείσαι υπεστηρίχθησαν υπ' αυτού, όπερ εθεωρήθη ως περιφρόνησις των νόμων υπ' αυτού του νομοφύλακος Καποδιστρίου.
γ) ότι ενσκηψάσης της πανώλους, ο Βιάρος εν τω τμήματι εν ώ ήρχε, συνέστησεν υγειονομείον και επέβαλε κάθαρσιν διατάξας ίνα τα γράμματα αποσφραγίζωνται και καπνίζωνται. Επέτρεψε δ' εμπεπιστευμένοις ανθρώποις να σημειώσιν ει τι επιλήψιμον εύρισκον εν ταις επιστολαίς και ανακοινώσιν αυτώ. Επειδή δε εφαντάζετο πανταχού συνωμοσίας και συνωμοτικάς αλληλογραφίας ενόμιζεν ότι εύρισκε συνωμοτικάς φράσεις και εν επιστολαίς πάσαν όλως αλλοίαν έννοιαν εχούσαις. Τόσον δ' απέβησαν αυθάδεις αι παράνομοι διαταγαί του Βιάρου, ώστε κατείχε τας επιστολάς των ούς υπώπτευεν ως σφοδρούς αντιπολιτευομένους ή ως συνωμότας. Μεταξύ δε άλλων συλλαβών τους γραμματοφόρους κατέσχεν ο Βιάρος επιστολάς επιφανών ανδρών, οίον του Τάτση Μαγγίνα, μέλους του Πανελληνίου, ή εψηλάφων αυτούς τους άνδρας, οίον τον Δήμον Κανελλόπουλον.
δ) ότι επειδή τα περί υγειονομίας αυστηρά μέτρα κατέθλιβον τον λαόν, καθ' όσον η κυβέρνησις εποιείτο χρήσιν αυστηροτέραν του δέοντος, μη λαμβάνουσα προ οφθαλμών ότι ο λαός το πρώτον τότε υπεβάλλετο αστυνομικαίς διατάξεσι τέως αγνώστοις, εξήγειρε την οργήν του λαού. Πολιτών δε 150 αναφορά λίαν αναιδώς εκάη παρόντων των εν αυτή υπογεγραμμένων εν τω διοικητηρίω Πόρου υπό την χλεύην των υπαλλήλων διαταγή του Βιάρου.
ε) ότι η αυθάδεια, αναίδεια, προπέτεια και οι τυραννικοί τρόποι του Βιάρου οσημέραι παρεσκεύαζον εχθρούς τω αδελφώ Ιωάννη είτ' εκτελούντος επί το αυθαδέστερον όσα εκείνος επί το επιεικέστερον διέτασσεν είτε και πράττοντος εναντία των υπ' εκείνου διατεταγμένων. Λέγεται μάλιστα, ότι παραινέσαντός ποτε του Κυβερνήτου τοις δανεισταίς, ίνα μετριώτερον τόκον λαμβάνωσιν, όστις έν τισιν επαρχίαις ην 60 ο)ο, και επιεικέστεροι ώσι τους οφειλέτας, ο Βιάρος διεκήρυξεν εν εγκυκλίω προς τους κατοίκους του τμήματος αυτού: «Ο Κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν του τόκου· εγώ αναγκάζομαι οριστικώς να το αποφασίσω, ίνα παύση πάσα αμφιβολία εις το θεμιτόν και αθέμιτον περί τούτου». Ο Βιάρος κατά παντός παραβάτου ηπείλει δήμευσιν του κεφαλαίου αυτού, φυλακάς, τιμωρίας και ου μόνον των εις το μέλλον, αλλά και των εις το παρελθόν δεδανεισμένα εχόντων χρήματα, και ταύτα ούτε νόμου ούτε θεσπίσματός τινος υπάρχοντος. Τοις δε ανθισταμένοις των πολιτών επέτασσεν άκραν σιγήν, ότι μόνη η κυβέρνησις γινώσκει το ορθόν και μόνον αυτής οι λόγοι και τα έργα πρέπει να ακούωνται και εκτελώνται, διότι μόνη αύτη κήδεται περί των αληθών συμφερόντων του λαού· πάσα δ' άλλη εισήγησις άλλοθεν πόθεν ερχομένη είνε ψευδής και βλαβερά. Προς τους Υδραίους ποτέ αποδοκιμάζοντας πράξεις της κυβερνήσεως και αυτού και εξετάζοντας αυτάς εκήρυξε: «Μη εξετάζετε τας πράξεις της κυβερνήσεως, ούτε κρίνετε αυτάς, διότι αύτη η εξέτασις και αύτη η κρίσις δύναται να φέρη εις λάθος, του οποίου το αποτέλεσμα είναι ζημίαι σας».
ς) ότι ο Βιάρος πάντα μη υπακούοντα κατεδίωκεν ουχί κατά νόμον, αλλά κατά βούλησιν, θεωρών τας εγκυκλίους αυτού ως νόμους του Κράτους, των δε παρακουόντων ταις διαταγαίς αυτού υπαλλήλων διενήργει την παύσιν, καθώς και των δημογερόντων, ανθ' ών διώριζεν άλλους μάλλον ευπειθείς αυτώ. Εν ώ δε καιρώ εγίνετο η εκλογή των νέων δημογερόντων, οι τέως υπάρχοντες ήσαν περιωρισμένοι ένεκα τούτου ή εκείνου δήθεν του παραπτώματος. Τοιαύται αθέμιτοι εκλογαί ουδ' επί της των Τούρκων τυραννίας εγένοντο· ει δέ ποτε εγίνοντο, σπανιώτατα οι ούτω παρανομούντες διοικηταί διέφευγον την τιμωρίαν της τουρκικής κυβερνήσεως. Τουναντίον απαντώσιν εν τη των χρόνων εκείνων ιστορία καταδίκαι Τούρκων διοικητών, οίτινες ως κατεπεμβάντες τη των δημογερόντων διοικήσει μετετέθησαν ή εφυλακίσθησαν.
ζ') ότι ο αυτός Βιάρος ίδρυσεν εν τω τμήματι αυτού καινοφανή δικαστήρια, επ' ουδενός νόμου στηριζόμενα, ών έκαστον συνίστατο εξ ενός δημογέροντος και ενός ειρηνοδίκου εις βοήθειαν των ανικάνων περί το δικάζειν δημογερόντων διορισθέντων αυτεξουσίως υπ' αυτού και όλως παρανόμως μετά την παύσιν των νομίμων. Τοσούτο δ' εξετραχηλίσθη, ώστε και εν αύτη τη Αιγίνη ετόλμησε να ιδρύση δικαστήριον πολλώ παρανομώτερον των εν τω τμήματι αυτού, καθ' όσον ο είς και μόνος συγκροτών το δικαστήριον ειρηνοδίκης εδίκαζεν αναρμοδίως υποθέσεις μη αναγομένας εις αυτό. Προς δε τον γραμματέα της Επικρατείας ερωτήσαντα περί του καινοτρόπου τούτου δικαστηρίου, απεκρίνατο αφελώς ο Βιάρος, ότι έπραξε τούτο δοκιμής ένεκεν προς εξασφάλισιν της δικαιοσύνης και επείσθη ότι επέτυχε του σκοπού.
η') ότι διαταγή του Βιάρου εξετυπώθησαν διαμονητήρια άτινα εχορηγούντο τοις αλλαχόθεν εις Αίγιναν παρεπιδημούσιν αντί φόρου οκτώ γροσίων, εφ' ών εγράφετο η λέξις «υπήκοος», όπερ τα μάλιστα συνετάραξε τον λαόν δικαίως υποπτεύσαντα ότι οι Καποδίστριαι εσκόπουν την υποδούλωσιν των Ελλήνων.
θ') ότι όπως καταπνίξη ο Κυβερνήτης πάσαν αντιπολίτευσιν και κατ' αυτής αντιτάξη την κοινήν δήθεν γνώμην του λαού επέτρεψεν ή μάλλον επέβαλεν ίνα περιφέρωνται αναφοραί, δι' ών ανωμολόγει ο λαός ότι παρά μόνου του Κυβερνήτου προσεδοκάτο πάσα σωτηρία και ότι παρά μόνου αυτού ώφειλον ωσαύτως να προσδοκώσι την ευδαιμονίαν του έθνους. Αι τοιαύται αναφοραί καλύπτουσαι μάλλον τα παραπτώματα της κυβερνήσεως ή εκφράζουσαι την κοινήν ευγνωμοσύνην προς τον Καποδίστριαν, εκίνουν έτι μάλλον την οργήν του λαού ως περιφερόμεναι υπούλως υπ' ανθρώπων φρονούντων τα της κυβερνήσεως και φίλων προσωπικών και πολιτικών όντων του Καποδιστρίου. Επειδή δε κατακραυγή ηκούετο επί τούτω, ο Καποδίστριας εδείκνυε δήθεν, ότι απεδοκίκαζε τας τοιαύτας αναφοράς και τους ταύτας περιφέροντας. Αλλ' εις των περιφερόντων τοιαύτην αναφοράν ήν και ο υιός του Πετρόμπεη Γεωργάκης, όστις αποδοκιμαζόμενος εδήλωσε τους αιτίους ταύτης Καλογερόπουλον, Γιαννετάν και Βιάρον της επιστολής ταύτης:
Εξοχώτατε,
«Εν ώ διηυθύνθην μετά των συγγενών μου εις έντευξιν Εξοχότητός σας εις Μεσσηνίαν και εν ώ παρουσιάσθημεν έμπροσθέν σας, μας ωμιλήσατε περί του ανά χείρας μας υπογραφομένου εγγράφου και σας απεκρίθημεν. Γενομένης δε της οδοιπορίας σας και φθάσαντες εις Αίγιναν, απεστείλατε επιστολήν σας προς τον δούλον σας πατέρα μου, εν ή εξελέγχετε το άτακτον περί τούτου κίνημά μου και ότι ποτέ δεν θέλει φανή δεκτόν προς την Εξοχότητά σας. Εξοχώτατε, οποιουδήποτε μεγέθους παράπτωμα το τοιούτον λογίζεται και οποιανδήποτε παιδείαν απαιτεί, ακούσαντες και τους λόγους του δούλου σας ως δικαιοκρίτης, αποφασίσατε. Ο δούλος σας ηγνόουν παντάπασι το έγγραφον τούτο και μόνον καθ' ήν στιγμήν ανεχώρουν εξ Αιγίνης ειδοποιήθην· τότε ο κ. δοτόρος Σπυρίδων Καλογερόπουλος και μετ' αυτόν ο κ. Γιαννετάς με έκαμον κοινωνόν του τοιούτου, δίδοντές μοι αντίγραφον και παραγγέλλοντές με να ενεργήσω την αποπεράτωσίν του εις τα κάτω μέρη· μετά δύο ημέρας αφίκετο εις Αίγιναν ο αυταδελφός σας κύριος κόντες Βιάρος και διευθυνθείς εις επίσκεψιν της εκλαμπρότητός του μετά κ. Γιαννετά εις την παραθαλασσίαν της Αιγίνης ανεχώρησα μετ' ολίγον, ο δε κ. Γιαννετάς διέμεινε· τη επαύριον ανταμωθέντες μετά του κ. Γιαννετά μοι είπεν ότι ωμίλησε πολλά περί τούτου προς τον κ. κόντε και ότι η εκλαμπρότης του έμεινε καθ' όλην την έκτασιν ευχάριστος και περί τας δύο ώρας της νυκτός μετακαλεσθείς παρά του αυταδέλφου σας εις το παράλιον της Αιγίνης μοι ενεχείρισεν αποτεινομένην επιστολήν σας προς τον δούλον σας πατέρα μου, λέγουσάν μοι ότι δύναμαι να διευθυνθώ εγώ εις Πόρον αντί του πατρός μου, όπου θέλομεν ομιλήσει περί των κατεπειγουσών αναγκών μας προς την εξοχότητά σας, θέτων καί τινα άλλα.
Εκπλεύσας ο κύριος κόντες και κατόπιν ο δούλος σας έφθασα εις Πόρον, όπου και μετεκαλέσθην παρά της εκλαμπρότητός του έξωθεν της οικίας του· εκεί ανέγνωσα εις την εκλαμπρότητά του εκείνο το έγγραφον, προσθέτων εν ταυτώ την άοκνον και μετ' επιμελείας ενέργειάν μας, ήν περ θέλομεν δείξει εις την αποπεράτωσίν του. Αποτεινόμενος η εκλαμπρότης του μοι είπεν ότι ημείς δεν προτρέπομεν την αποπεράτωσιν αυτού του εγγράφου αλλ' όταν σεις το εγκρίνετε, δύνασθε να το ενεργήσετε και ημείς θέλομεν είσθαι ευχάριστοι· ταύτα ειπόντος μοι, διελύθη η συνομιλία. Τι λοιπόν, Εξοχώτατε, έπρεπε να πράξω; ποίος εκίνησε την ενέργειαν τούτου του εγγράφου; εις ποίον δίδεται η δικαία μέμψις της Εξοχότητός σας; Αυτή είναι η διατρέξασα υπόθεσις, και ως πατήρ όλων των Ελλήνων αποδώσατε το δίκαιον προς τον έχοντα».
ι') ότι επί μακρόν ανέβαλλε την σύγκλησιν της ευθύς μετά την κάθοδον αυτού προκηρυχθείσης Εθνικής Συνελεύσεως, και ότι τέλος μη δυνάμενος ν' αναβάλλη επ' αόριστον προσεκάλεσε (30 Οκτωβρίου 1828) το Πανελλήνιον, όπως προετοιμάση τα της εκλογής των πληρεξουσίων· προς τούτο δε επέβαλεν αυτώ εκλογικόν νόμον όλως απάδοντα προς τα δικαιώματα των εκλογέων, ως συγκεντρούντα τα πάντα εν ταις χερσί της κυβερνήσεως. Επειδή δε το Πανελλήνιον δεν ετόλμησε να ψηφίση τοιούτον νόμον, ο Καποδίστριας ετόλμησε να συντάξη και δημοσιεύση αυτός νόμον συνταχθέντα υπ' αυτού μόνου, αλλ' αντιστάντος του Σπυρίδωνος Τρικούπη και παραιτησαμένου την αυτού θέσιν ως γραμματέως της Επικρατείας, την μη γενομένην όμως δεκτήν, ο Καποδίστριας ηναγκάσθη δι' άλλης οδού να επιτύχη ού επεδίωκε σκοπού. Παύσας δηλαδή τους γραμματείς των τμημάτων, διώρισεν επί μεν των οικονομικών τον αδελφόν αυτού Βιάρον, επί δε των πολεμικών τον Κωλέττην και επί των εσωτερικών τον Περρούκαν· συγχρόνως δε προσέθηκεν αυτοβούλως εννέα μέλη εις το Πανελλήνιον, όπως έχη πλειονοψηφίαν. Ούτω δε μετεσκεύασε παρανόμως το Πανελλήνιον οικεία βουλήσει οίον ήθελεν, όπως ή αυτό όντως σκεύος εκλογής κατά τας επικειμένας εκλογάς των πληρεξουσίων και ψηφίση τον περί εκλογής νόμον οίον αυτός ήθελεν, όν επί τέλους εδημοσίευσε (4)16 Μαρτίου 1829) προσδιορίσας συγχρόνως και την ημέραν (15)27 Μαΐου 1829) της ενάρξεως των εργασιών της Συνελεύσεως. Παρασκευάσας δε τα πάντα όπως ηβούλετο προς επιτυχίαν πλεονοψηφίας εν τη συνελεύσει, ανέλαβεν άλλον άμεσον τρόπον προς επηρεασμόν των εκλογέων, την περιοδείαν, καθ' ήν πολλά πανταχού έλεγε περί των φροντίδων αυτού επ' αγαθώ του έθνους και προ πάντων περί σχολείων, γεωργίας και ευδαιμονίας του λαού. Οι Έλληνες πειθόμενοι τοις λόγοις αυτού εθεώρουν αυτόν ως πατέρα. Θερμοί δε υπέρ αυτού υπάλληλοι εκήρυττον παρά τω λαώ περί μοναρχίας αυτού ως του μόνου δυναμένου να σώση και μεγαλύνη την Ελλάδα υπερεξαίροντες τας αρετάς αυτού και την θερμήν φιλοπατρίαν, εφ' ώ και πολλαχού προτάσεις εγίνοντο ίνα μόνος αυτός εκλεγή πληρεξούσιος. Τούτου ένεκα τριάκοντα και έξ εκλογικαί περιφέρειαι εξελέξαντο αυτόν πληρεξούσιον. Αυτός δε λαμβάνων επισήμως την κοινοποίησιν της αυτού εκλογής εσιώπα, εξ ού δήλον, και ει μη αλλαχόθεν ην γνωστόν, ότι επεδοκίμαζε τα γενόμενα. Είτα συνεκάλεσε (14)26 Μαΐου 1829) εν τω οίκω αυτού το Πανελλήνιον και τους υπουργούς· εν τη συνεδριάσει ταύτη δεν απεδέξατο τας υπέρ αυτού εκλογάς, ανέβαλε δε την ημέραν της ενάρξεως των εργασιών της Συνελεύσεως εις την 25 Ιουνίου 1829 και υπέβαλε, δηλαδή μετέβαλέ τινα του εκλογικού νόμου. Επειδή δε υπήρχον καί τινες, ως εικός, αντιπολιτευόμενοι, διενήργησεν ίνα οι εκλογείς εγγράφως ορίσωσι την πορείαν δηλαδή την της κυβερνήσεως, ήν ώφειλον να βαδίσωσιν εν τη συνελεύσει, ήτις, ως είδομεν, αρξαμένη των εργασιών αυτής τη 11)23 Ιουλίου 1829, επεράτωσεν αυτάς τη 6)18 Αυγούστου.
Μετά δε την λήξιν των εργασιών της συνελεύσεως ο Καποδίστριας διώρισεν εν Άργει δικαστάς γερουσιαστάς και προσδιώρισε την ημέραν (1 Οκτωβρίου) ενάρξεως των εργασιών της γερουσίας, ής τα μέλη ωρκίσθησαν (26 Σεπτεμβρίου) τον όρκον της υπηρεσίας και ήρξαντο (27 του αυτού). Ο Κυβερνήτης όπως επεσπάσατο διά παντοίων τρόπων και υποσχέσεων το πλείστον του χύδην προ πάντων όχλου, ούτως ομοίως επείσθη ότι υπέταξε και τους εκλεκτούς αυτού, τους πληρεξουσίους του λαού, συλλήβδην εν τη εν Άργει Εθνοσυνελεύσει. Αλλ' όπως ηπατήθη πιστεύσας, ότι ο λαός απεδέχετο το προς την αυταρχίαν συντείνον πολιτικόν αυτού σύστημα, ούτως ηπατήθη φαντασθείς το έθνος οιονεί ολόκληρον επισήμως επεδοκίμασεν εν τη συνελεύσει τα υπ' αυτού πεπραγμένα. Εξ αυτής της φαινομένης ομοφωνίας προέκυψεν η εσχάτη διαφωνία και ανυπόστατος την ορμήν αντιπολίτευσις και πολλοί τέως φίλοι του Κυβερνήτου εκηρύχθησαν αναφανδόν επικίνδυνοι αυτού εχθροί. Ο Μιαούλης, ο Μαυροκορδάτος, οι Κουντουριώται, ο Μανώλης Τομπάζης, αυτός ο στρατάρχης Τσουρτς, όστις ου μόνον δεινώς κατέκρινε και ευπαρρησιάστως του πολιτικού και διοικητικού συστήματος του Καποδιστρίου δι' αναφοράς προς την συνέλευσιν του Άργους, ήτις δουλικώς φερομένη απηγόρευσε την μέχρι τέλους ανάγνωσιν αυτής, αλλά και παρητήθη λίαν περιφρονητικώς την αυτού θέσιν· ο Δημήτριος Υψηλάντης, οι πλείστοι και σπουδαιότεροι των οπλιταρχών της τ' εκτός του Ισθμού Ελλάδος και των εν Πελοποννήσω, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις και κατεδικάσθη ως είπομεν, (27 Σεπτεμβρίου 1829) εις φυλακήν, διότι εν επιστολή προς τον Βενιζέλον Ρούφον απεδοκίμαζε την πολιτικήν του Κυβερνήτου, πολλοί προύχοντες, εν οίς και ο Ζαήμης, ο Κλονάρης, ο Μοναρχίδης, ο Λυκούργος Κρεστενίτης και άλλοι πολλοί οίτινες εγένοντο δεινοί πολέμιοι του Καποδιστρίου.
ια') Ότι η υπό των δυνάμεων γενομένη 22)3 Φεβρουαρίου 1830 εκλογή του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως βασιλέως της Ελλάδος, ανεξαρτήτου κηρυχθείσης, μεγάλως ηυχαρίστησε τους Έλληνας· αλλ' η υπό παντοίας προφάσεις καταπολέμησις δήθεν αυτής υπό του Κυβερνήτου, ώστε ο αγαθός εκείνος ανήρ ηναγκάσθη επί τέλους να παραιτηθή (9)21 Μαΐου 1830), ηρέθισε κατά του Κυβερνήτου ως μη θέλοντος βασιλέα ού μόνον τους αντιπολιτευομένους, αλλά και τον λαόν ζητούντα «αφέντην!»
ιβ') Ότι ο Κυβερνήτης ήν αφοσιωμένος τη Ρωσία και τυφλόν όργανον αυτής.
ιγ') Ότι έμβλημα του Απόλλωνος ην «Εθνική Συνέλευσις — Σύνταγμα». Αλλ' ο Καποδίστριας την μεν σύγκλησιν της Εθνοσυνελεύσεως ανέβαλλεν υπό παντοίας προφάσεις, το δε Σύνταγμα απεδοκίμαζεν ως πρόωρον πολίτευμα τοις Έλλησιν.
ιδ') Ότι ο Κυβερνήτης ανέμιξεν εις τα πράγματα του τόπου ου μόνον τους δύο αδελφούς αυτού αλλά και πληθύν Επτανησίων, προς ούς έδωκε θέσεις.
ιε') Ότι παρεσκεύαζεν εαυτώ τον ελληνικόν θρόνον και τα τοιαύτα.
Τοιαύτα τινα, εν ολίγοις, κατηγορούσα η αντιπολίτευσις του Καποδιστρίου, προσεπάθει να εξεγείρη τον λαόν κατά του ανδρός εκείνου, ούτινος και το όνομα μόνον την σήμερον αναφερόμενον αποσπά δάκρυα και λυγμούς παρά τοις τα εθνικά συμφέροντα υπέρ πάντα άλλα έχουσι. Πάσας τας κατά του Κυβερνήτου αιτιάσεις ταύτας της εγχωρίου Αντιπολιτεύσεως εχρησιμοποίησαν και εξεμεταλλεύθησαν ο ξένος τύπος και βραδύτερον οι ξένοι συγγραφείς, μεταξύ των οποίων όμως πολλοί ηυδόκησαν ν' ανομονολογήσωσιν ότι «ο κόμης Καποδίστριας ουδέποτε ηθέλησε το κακόν της πατρίδος του εν επιγνώσει». Η Αντιπολίτευσις, έτυχεν ενθαρρύνσεως και υπό του εν Παρισίοις «Επαναστατικού συνδέσμου», κατά τινα Αυστριακήν έκθεσιν, κατ' Ιούλιον του 1831, ιδία όμως παρά των αντιπρέσβεων Γαλλίας και Αγγλίας. Η εξωτερική δ' αύτη ενθάρρυνσις εξώθησε την Αντιπολίτευσιν επί την ανταρσίαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'. Η αντιπολίτευσις οσημέραι καθίσταται σφοδροτέρα. — Ανταρσία εν Μάνη — Ο Τσάμης Καρατάσος και η εν Στερεά ανταρσία. — Οι συλληφθέντες παρεπέμφθησαν εις το Στρατοδικείον. — Αφορμαί της ανταρσίας εν Ύδρα. — Αι εφημερίδες «Απόλλων» και «Ηώς». — Ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και αι κατά του Καποδιστρίου σάτυραι. — Αφορμαί της εν Μάνη ανταρσίας κατά του Κυβερνήτου. — Οποία τις ήτο η Μάνη προ του 1821. — Η οικογένεια Μαυρομιχαλαίων. — Αι περί Μάνης αξιώσεις αυτών. — Και πάλιν αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως — Αι αποζημιώσεις των τριών ναυτικών νήσων. — Οικονομικά μέτρα του Καποδιστρίου. — Τα περί συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως.
Η σημαία της κατά του καθεστώτος ανταρσίας υψώθη το πρώτον εν τω Λιμένι της Μάνης υπό της ηγεμονικής οικογενείας των Μαυρομιχαλαίων και των ομοφρονούντων αυτοίς. Οι κατοικούντες εν Λιμένι και Καρδαμύλη Σπαρτιάται περιεφέροντο κρατούντες σημαίαν, εφ' ής ήσαν απεικονισμένοι οι αρχαίοι αυτών ήρωες: ο Λυκούργος και ο Λεωνίδας· αντήχει δε η κραυγή: Ελευθεροτυπία και Σύνταγμα. Πανταχού εκυμάτιζεν η τρίχρους γαλλική σημαία, και πάσα καρδία εν τη ευπαθεί και ευκαταφόρω Ελλάδι έπαλλεν υπέρ της Γαλλίας.
Αυστριακαί εκθέσεις ισχυρίζονται, ότι το έναυσμα είχεν αληθώς διαβιβασθή εκ Παρισίων: «Η αντιπολίτευσις έλαβεν ενθαρρύνσεις παρά της επαναστατικής εταιρίας των Παρισίων, ής ηγείτο ο στρατηγός Λαφαγέτ. Αυτός ούτος προσηνέχθη να μεταβή εις την Ελλάδα, όπως ιδρύση εν αυτή Σύνταγμα». Αλλ' εκείνος μεν ουδαμού εν τη Ελλάδι εφαίνετο, άγρια δ' ουχ ήττον εγεννήθη στρατιωτική στάσις κατά του Κυβερνήτου, ής αφορμή υπήρξεν, ως και άλλοτε τοσάκις, η καθυστέρησις του μισθού, και παράπονα τινα κατά των καταπιέσεων των εν τη Στερεά Ελλάδι ενοικιαστών των φόρων.
Ο Τσάμης Καρατάσος, αυτός εκείνος, όστις επί Όθωνος εγένετο η πρωτίστη αφορμή της διακοπής των σχέσεων Ελλάδος και Τουρκίας, εξ ής τοσούτον εζημιώθη ο Ελληνισμός, κατέλιπε κατά τον Μάιον του 1831 μεθ' όλου αυτού του τάγματος το εν Ελευσίνι στρατόπεδον και συνηνώθη παρά την Αταλάντην μετά σώματος του συγγενούς αυτού Γρίβα Γαρδικιώτου. Σχέδιον υπήρχε να συνέλθωσιν εν Αμφίσση πάντες οι δυσηρεστημένοι Έλληνες οπλαρχηγοί. Επήλθε σύγκρουσις. Ανήγγελλον νίκας τα κυβερνητικά όργανα, και ανεκοίνουν, ότι η στάσις εξερράγη τη 1 Μαΐου. Την 8 Μαΐου ο αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού Αυγουστίνος Καποδίστριας μετέβη επί τόπου και την 10 διέβη φεύγων ο Καρατάσος τα Τουρκικά όρια, εξαλειφθέντος παντός ίχνους της στάσεως. Μόλις όμως εβαυκάλισε την κυβέρνησιν η εκ της συνειδήσεως των ηρωικών κατορθωμάτων του Αυγουστίνου γεννηθείσα ασφάλεια και επέδραμε πάλιν ο Τσάμης Καρατάσος, κατά τας αρχάς Ιουνίου, εκ των φαράγγων της Όθρυος. Μόνον δε μετά σφοδρόν αγώνα υπέκυψεν εις τα ηνωμένα σώματα του ηρωικού στρατηγού Ιωάννου Ράγκου και του Α. Μεταξά. Ούτω δε μέρος μεν των στρατιωτών αυτού παρεκινήθη εις λιποταξίαν διά χρηματικών υποσχέσεων, αυτός δε έφυγε και εκ δευτέρου πέραν των ελληνικών ορίων.

Οι συλληφθέντες εκ των ανταρτών αιχμάλωτοι παρεπέμφθημεν εις το Στρατοδικείον, αλλ' εδόθη αυτοίς χάρις. Η παράδοξος αύτη επιείκεια ην ίσως υπαγόρευσις αδυναμίας και φόβου. Διότι η κατά του Κυβερνήτου εξέγερσις έβαινε δι' όλης της χώρας παραλλήλως τη στρατιωτική ανταρσία, υποκινουμένη υπό των γαλλικών ιδεών. Εύρε τα κύρια αυτής ερείσματα εν Ύδρα και εν Μάνη. Αφορμή δε της κατά του Καποδιστρίου καταφοράς των τε Υδραίων, των Σπετσιωτών και των Μανιατών ην ήδε: Ότε ο Κυβερνήτης κατέπλευσεν εις Ελλάδα, «εύρεν εννέα ναυάρχους και εκατόν πλοιάρχους, οίτινες επιλήσμονες του χυθέντος αίματος χιλιάδων ηρώων της ξηράς, από της αρματωλικής εποχής του Χρήστου Μιλιώνη μέχρι του θανάτου του Καραϊσκάκη, αίματος σχηματίσαντος την λίμνην εν ή αι μεγάλαι Δυνάμεις εβάπτισαν την ελευθερίαν του Ελληνικού γένους, ως λέγει ο Στέφανος Ξένος, συνεορτάσασαι αυτήν διά των εκλάμπρων και βομβοφώνων Ναυαρινείων πυροτεχνημάτων, όταν ο Αιγυπτιακο-τουρκικός στρατός και στόλος είχεν αποσβέσει την επανάστασιν, κατέχοντες ολόκληρον την Πελοπόννησον και την Στερεάν, επιλήσμονες, λέγω, ιστορικών πασιφανών γεγονότων, ως μανιακοί φαντασιοπλήκται, αναιδέστατοι προς περιφρόνησιν ολοκλήρου της Ελληνικής φυλής, εκόμπαζον ότι ούτοι μόνοι ηλευθέρωσαν την Ελλάδα από των Τούρκων, ως άμοτοι λύκοι απαιτούντες παρά του Καποδιστρίου ουχί ολιγώτερον ή να μη ποιή βήμα άνευ της συμβουλής των, ή να τους δώση να ροφήσωσιν ολόκληρον την Ελλάδα. Ενταύθα ηνεώχθη το βάραθρον, εν τω οποίω η αλάστωρ της Ελλάδος Μοίρα απεφάσισε να ρίψη τον Κυβερνήτην, διότι διαφωνήσασαι αι τρεις κυριώτεραι ναυτικαί νήσοι, τα μεν Ψαρρά φανατικώς εκηρύχθησαν υπέρ του Καποδιστρίου, η δε Ύδρα και αι Σπέτσαι φανατικώς συνώμοσαν τον όλεθρον αυτού.
Οι Υδραίοι και Σπετσιώται, ιδιοκτήται μεγάλων πλοίων τα οποία συνεισέφερον ηρωικώς και λυσιτελώς εις τον αγώνα, δεν επεθύμουν η Ελλάς ν' απολαύση στρατιωτικού ευρωπαϊκού ναυτικού, διότι εναύλουν τα πλοία των επωφελώς προς την Κυβέρνησιν. Δεν επεθύμουν οργανισμόν ευρωπαϊκόν και ναυτικήν γλώσσαν σύμφωνον προς τα προστάγματα, τας κινήσεις και τας διεθνείς διατάξεις, αλλ' απήτουν την αρβανίτικην γλώσσαν των και ναύτας μόνον εκ της νήσου εξ ής κατήγετο ο κυβερνήτης του πλοίου. Το πλήρωμα της «Ελλάδος» , ήν εκυβέρνα ο Μιαούλης, συνεκροτείτο ολόκληρον εξ Υδραίων. Οι ναύται της κορβέττας «Ύδρας», ήν εκυβέρνα ο Σαχίνης, ήσαν όλοι Υδραίοι. Ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαίρως κατενόησεν ότι τοιουτοτρόπως ο στόλος του Κράτους ευρίσκετο εις χείρας των Υδραίων. Η δυσαρέσκεια των επιλοίπων νησιωτών της ελευθέρας και δούλης Ελλάδος τότε όρια δεν είχε. Του Καποδιστρίου κατορθώσαντος να σχηματίση τον στόλον περί ού ανεφέραμεν, κατηργήθη το σύστημα τούτο αφ' εαυτού, ούτω δ' ικανοποιήθη η ετέρα μερίς του Ελληνικού ναυτικού. Αλλ' η Ύδρα και αι Σπέτσαι, υποδαυλιζόμεναι παρά του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, ποιούντος άφθονον χρήσιν του ονόματος της Αγγλίας και διασαλπίζοντος την ψευδή φήμην, ότι η Αγγλία επιθυμεί ν' αποδιωχθή ο Καποδίστριας εκ της Ελλάδος, αντέταξαν, αύται αι πρωταθλήτριαι του επταετούς αγώνος, την αναρχίαν κατά της στερεωθείσης εν τω Κράτει πειθαρχίας.
Εν τη ενάρξει του αγώνος ο Α. Μαυροκορδάτος είχεν αντιπάλους ισχυροτάτους τον Δημήτριον Υψηλάντην, τον Θεόδωρον Νέγρην, τον Καρατζάν και τον Καντακουζηνόν. Κατά τον αγώνα ήσαν πάμπτωχοι εκτός του Καρατζά, ουδέν έτερον έχοντες κεφάλαιον εκτός του γραψίματος, το οποίον εν μέσω των αγραμμάτων παλληκαρίων της εποχής εκείνης υπήρξε συχνότατα χείρον της πυρίτιδος των Τούρκων. Ο Καρατζάς και ο Καντακουζηνός ήσαν ειλικρινέστεροι και ικανώτεροι άνδρες· αλλ' απαυδήσαντες των ραδιουργιών του Νέγρη και Μαυροκορδάτου εγκατέλειψαν πρόωρα τον αγώνα. Ο Υψηλάντης και ο Νέγρης απεβίωσαν, έμεινε λοιπόν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ούτινος αι μεγάλαι αναμφισβήτητοι εκδουλεύσεις και το σταθερόν, φλεγματικόν και ανδρείον ύφος δι' ού προσηνέχθη απέναντι των φοβερών κινδύνων του Μεσολογγίου και της Σφακτηρίας επί του «Άρεως», έδιδον δικαιώματα πρωθυπουργού της υπό τον Ιωάννην Καποδίστριαν Δημοκρατίας. Ο εγωισμός και τα πάθη ετύφλωσαν εν τη κρισιμωτέρα της Ελλάδος εποχή τον άγαν πατριωτισμόν του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και τον του Λαζάρου Κουντουριώτου, οίτινες συνώμοσαν την καταστροφήν του Κυβερνήτου.
Η Ύδρα λοιπόν ην η εστία της σχηματισθείσης «συνταγματικής επιτροπής», ήν συνεκρότουν ο Κουντουριώτης, ο Μιαούλης, ο Δ Βούλγαρης, ο Μ. Τομπάζης, ο Β. Βουδούρης, ο Α. Κριεζής, και ο Ν. Οικονόμου. Την Ύδραν εμιμήθησαν και άλλαι νήσοι. Οι στρατιώται αυτών επολλαπλασιάζοντο οσημέραι ερεθιζόμενοι, προ πάντων, υπό τε της Ηούς» εκδιδομένης υπό του Εμμ. Αντωνιάδου, και του «Απόλλωνος» του Αναστασίου Πολυζωίδου, όστις επολέμησε δεινότατα τον Καποδίστριαν, είπερ τις και άλλος (από 16 Μαρτίου 1831) μέχρι της δολοφονίας αυτού.
Τον Αναστάσιον Πολυζωίδην υπεστήριζον προ πολλού ο τε Α. Κουντουριώτης και ο I. Ορλάνδος, ως έκ τινος επιστολής του Ορλάνδου και Λουριώτη γεγραμμένης εκ Λονδίνου προς την Εκτελεστικήν Κυβέρνησιν τη 1)13 Οκτωβρίου 1824, εξάγεται, αναφερούσης ότι εκ του δανείου του 1824 ο Ορλάνδος εμέτρησε 500 τάλληρα προς τον Πολυζωίδην διά την εφημερίδα αυτού. Ο Καποδίστριας από της αφίξεως αυτού ενεθάρρυνε μεγάλως την ελευθεροτυπίαν, ίδρυσε δε προς τούτο εν Ναυπλίω και εν Αιγίνη μεγάλα τυπογραφεία, εν οίς επετρέποντο δαπάνη της Κυβερνήσεως η πληρωμή του εκδότου εκδόσεις συγγραμμάτων οιωνδήποτε ελευθέρων ιδεών. Ο Ε. Αντωνιάδης είχεν επίσης συστήσει τυπογραφείον, εν ώ εδημοσιεύετο η «Ηώς». Της συνωμοσίας εφηβαινούσης, η «Ηώς» και ο «Απόλλων» ήρξαντο να επιτίθενται κατά του Καποδιστρίου δι' απρεπών ύβρεων. Εκαλείτο προδότης της Ελλάδος και τύραννος. Τον εκτραχαλισμόν τούτον των μερίδων ιδών ο Καποδίστριας, ηναγκάσθη διά Διατάγματος (26 Απριλίου 1831) να διαρρυθμίση τα του Τύπου δι' εννέα άρθρων συμφώνως τοις περί Τύπου Νόμοις των μάλλον φιλελευθέρων και πεπολιτισμένων Κρατών της Ευρώπης. Κατά το δεύτερον άρθρον του Διατάγματος τούτου απήτει πας τυπογράφος να παρακαταθέση τέσσαρας χιλιάδας φοινίκων εις την Εθνικήν Τράπεζαν, ως εγγύησιν ότι δεν θα τυπώση τι κατά της χριστιανικής θρησκείας ή των αρχών της δημοσίου ηθικής, ούτε δημοσιεύση προσωπικότητας ή συκοφαντίας. Ο Καποδίστριας προέβη εις τούτο, όπως παρακωλύση την σύστασιν μικρών και αφανών, κρυφίως και εν παραβύστω, λειτουργούντων τυπογραφείου, εν οίς ετυπούντο σάτυραι και λίβελλοι, έμπλεω σατανικών συκοφαντιών και αηδεστάτων φληναφημάτων, ών οι συντάκται επηγγέλλοντο τους φιλελευθέρους, επωνομάζοντο συνταγματικοί και εξήγειρον τον λαόν κατά του, υπ' αυτών Ρώσου τυράννου της Ελλάδος αποκαλουμένου, Κυβερνήτου.

Ουχ ήττον δε διά της σατύρας ηγωνίσθη μανιωδώς κατά του Κυβερνήτου και ο έτερος των αδελφών ποιητών ο Αλέξανδρος Σούτσος, όστις διά πνεύματος λεπτού και αμειλίκτου πικρώς προσέβαλλε πάσαν την Καποδιστριακήν διοίκησιν· ως παράδειγμα δε της πικρίας των αρχιλοχείων όντως σατυρών αυτού παρατίθεμεν ενταύθα την περί των διατάξεων του τύπου σάτυραν αυτού, γραφείσαν κατά Μάιον του 1831 και έχουσαν ώδε:
Ένας γερουσιαστής μας με το στόμα γελαστό, Σούτσ' ελεύθερε, με είπε, συγχαρίκια σε ζητώ· Πρόβαλα υπέρ του τύπου δεκαπέντε άρθρα νόμου Κατ' αυτό το σχέδιόν μου. Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης. Έχω έναν αδελφόν μου Έκτακτον Διοικητήν, Κ' έναν πρωτεξάδελφόν μου 'ς το Πρωτόκλητο Κριτήν Κ' εγώ ένα κοκκαλάκι σε μιαν κώχη γλυκογλύφω· Πλην τον Τύπο τον λατρεύω κατ' αυτού δεν δίδω ψήφο· Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη γράψης. Ένας μου συναδελφός, Όπου έχει κάποιον λόγον να συχαίνεται το φως, Φώναζε κατά του Τύπου, φώναζε με στόμα τόσο! Ίδρωσα τον Εωσφόρο, ίδρωσα ν' αποστομώσω . . . . Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης. Στο εξής κάθου και γράφε, κάθου και κοπάνιζέ μας· Τραγουδάκια τύπωνέ μας Ό,τι πράγμα δεν σ' αρέσει κι' όποιον άνθρωπον θελήσης, Ημπορείς να σατυρίσης. Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης. Τι λοιπόν φυλάγεις; Πάρε το κονδυλομάχαιρό σου Κονδυλάκια κόψε . . . Βάλε το χαρτί 'ς το γόνατό σου· Κόκκινη μελάνη θέλεις; Με την κόκκινη αρχίνα· Απ' το κόσκιν' όλους πέρνα, και κανένα μη προσκύνα. Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Ο Σούτσος το κατ' αρχάς διά του «Απόλλωνος» και είτα διά των εν τω «Πανοράματι της Ελλάδος» σατυρών επέπιπτε λάβρως κατά του Κυβερνήτου. Εν τη ανωτέρω ποιητική συλλογή εν Ναυπλίω τω 1833 εκδοθείση, ο Καποδίστριας και η κυβέρνησις αυτού αποτελούσι το σταθερόν σημείον των προσβολών αυτού. Παρωδεί τα ψηφίσματα, διακωμωδεί τα σχέδια, τα μέτρα, τους σκοπούς αυτών, προσβάλλει τους φίλους αυτού. Βραδύτερον δε προχωρεί και μέχρι της εξυμνήσεως αυτής των δολοφόνων του Κυβερνήτου. Εν μια των ωραιότερων αυτού ωδών ο Σούτσος, ωσεί νέος Τυρταίος, παριστά αυτούς ως νέους Αρμοδίους και Αριστογείτονας, ως θέλομεν ιδεί. Η ιστορία δεν επεκύρωσε την κρίσιν του ποιητού και η νυν Ελλάς θλίβεται αναγινώσκουσα τους ωραίους εκείνους στίχους.
Υπήρξε πάντοτε αδιάλλακτος. Ο πατριωτισμός αυτού ουδέποτε έλαβεν υπ' όψιν τας απαιτήσεις των συμφερόντων του Κράτους, ούτε υπέφερε τας βραδύτητας βαθμιαίας κοινωνικής προόδου. Η πλήρης πάθους ιδιοσυγκρασία αυτού καθίστα αυτόν αντίπαλον ανένδοτον, τα δε περιβάλλοντα αυτόν στοιχεία δεν ήσαν τα αρμόδια όπως κατευνάσωσι τας εξάψεις αυτού. Οι αντιπολιτευόμενοι εύρισκον εν αυτώ ισχυρόν σύμμαχον, και επειδή τότε η Ελλάς είχεν ολίγας εφημερίδας και αυτά δε τα βιβλία ήσαν σπάνια, αι σάτυραι του Αλεξάδρου Σούτσου ήσαν ως άλλαι διακηρύξεις, αίτινες αντιγραφόμεναι απεστηθίζοντο και ανέφλεγον έτι μάλλον τα πάθη.
Ιδού και ετέρα σάτυρα γραφείσα κατ' Αύγουστον του 1831, εν ή ο Καποδίστριας εικονίζεται ως δικαιολογών την πολιτείαν αυτού ενώπιον της Εθνικής Συνελεύσεως:
Πληρεξούσιοι του έθνους, σεβαστόν κριτήριόν μου, να σας δώσω ήλθα λόγον των νομίμων πράξεών μου. Η Ελλάς, χάριτι θεία, βλέπετε, δεν εδουλώθη αν η Σάμος, αν η Κρήτη 'ς τους εχθρούς μας παρεδόθη, αν τα φρούρια δεν πήρα της Ευρώπης, της Αθήνας, και αν έπαιξα το πράγμα δεκαπέντε σωστούς μήνας, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . 'πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις. Αν κατώρθωσα να καύσω τον πολύτιμόν μας στόλον με την βίαν, με τον δόλον, και αν έχυσα το αίμα των Ελλήνων εις τον Πόρον, με το μισθωτό μαχαίρι των πιστών μου δορυφόρων, αν με σκήπτρον ξένου κράτους θέλησα να σας παιδεύσω, και με όλην την Ευρώπην την Ελλάδα να μπερδεύσω, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις. Θερμός είμαι δημοκράτης . . . για το σύνταγμα πεθαίνω αν με είδετε τρεις χρόνους τ' άρθρα του να παραβαίνω κι' απ' τους όρκους μου να λείπω, γράμματα να κρυφανοίγω και να κυνηγώ τον τύπο, σπίτια να πατώ την νύκτα, και πολίτας πριν τους κρίνω, να 'ξορίζω, να ξυλίζω και τα νύχια τους να χύνω, είχα λόγους ανωτέρους· κτλ. Υπερπλούτισα το γένος (μάρτυρες οι αδελφοί μου και τρεις τέσσαρες πιστοί μου, όπου τρέχουν πουρνό βράδυ με τα τάλληρα 'ς την τσέπη), πλην τους πρώτους της Ελλάδος ο καθένας πτωχούς βλέπει πλην του Μπότζαρη ταις κόραις, τα παιδιά του Καραΐσκου, άφησα να ζουν μ' ελέη, με μαζώματα του δίσκου είχα λόγους ανωτέρους κτλ Ημπορεί να διη ο πλάστης εις των σπλάγχνων μου το βάθος η αγάπη της πατρίδος, και το μοναχό μου πάθος· πλην κατέτρεξα τα φώτα πλην διέφθειρα τα ήθη· πλην εις πλήθος κατασκόπων χρυσός άφθονος εχύθη πλην ηθέλησα να σβύσω και μεγάλους και μικρούς, πλην να δω τους πρώτους όλους επεθύμησα νεκρούς. Είχα λόγους ανωτέρους, αι αυλαί . . . εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις. Σας απέδειξα πώς είμαι άμεμπτος . . . Δεν τ' αμφιβάλλω. Σύνταγμά σας εγώ είμαι . . . μη ζητήτε σύνταγμ' άλλο. Δείξατέ με, 'σαν το Άργος αφοσίωσιν τελείαν Δόσετέ με 'σαν 'στο Άργος εντελή Δικτακτορίαν, Και ομνύω 'στου Βιάρου την ζωήν πως αν 'μπορέσω, προκομμένους κι' απροκόπους χέρια πόδια θα σας δώσω. Έχω λόγους ανωτέρους Αι αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, Θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; Σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί Δυνάμεις!
Ούτω γράφων ο ποιητής κατά του Καποδιστρίου εξηρέθιζε τα πλήθη κατ' αυτού ως δήθεν ζητούντος να εκτελέση ιδιοτελείς όλως σκοπούς, και ιδίως τους νησιώτας. Και των μεν Υδραίων και Σπετσιωτών της κατά του Κυβερνήτου καταφοράς αιτία ήτο όσα ανωτέρω ανεγράψαμεν, των δε Μανιατών ήδε:
Η Μάνη προ της μεγάλης Ελληνικής επαναστάσεως της παρασχούσης ημίν την ελευθερίαν, παρουσιάζει ιστορίαν διάφορον της των άνω νήσων και της άλλης ελληνικής φυλής· διότι, εν ώ μετά την κατάλυσιν της Βυζαντιακής Αυτοκρατορίας (29 Μαΐου 1453) και την του Δεσποτάτου της Πελοποννήσου (13 Απριλίου 1460) η πάσα Ελλάς σχεδόν εδούλευσε τοις Τούρκοις, η Μάνη έχαιρεν είδος ανεξαρτησίας εν ταις χερσί των Μουρζινάκων, Ζαννεντάκηδων, Καπετανάκηδων, Δευτεράκων, Κονμουνδουράκηδων, Διαβολάκων, Μαυρομιχαλαίων, Πατριαρχέων, Κουκουβαλαίων, παρουσιάζουσα λαόν μάχιμον, έχοντα πολλάς αρετάς των αρχαίων Σπαρτιατών αναμίκτους μετ' αγρίων παθών και μεγάλης δεισιδαιμονίας. Ο λαός ούτος ομιλεί υπέρ πάντα άλλον γλώσσαν ελληνικήν, απηλλαγμένην τουρκικών και λατινικών λέξεων, αποδεικνυουσών ότι οι διάφοροι κατακτηταί της Ελλάδος δεν εξετάθησαν μέχρι του μέρους τούτου, ή δεν ηδυνήθησαν επί χρόνον πολύν να διαμείνωσιν. Επί της επαναστάσεως του 1769-70 ως και εν τη του 1821, η οικογένεια Μαυρομιχάλη διεκρίθη και εθυσίασε και χρήματα και άνδρας, οίτινες προσέφερον μεγάλας και ανεκτιμήτους εκδουλεύσεις εις τον ιερόν της Ελλάδος αγώνα. Ο διατρέχων την ιστορίαν των χρόνων τούτων θα ίδη εν ταις σκηναίς της Κωνσταντινουπόλεως τους ομήρους Μαυρομιχάλη ως και την δραπέτευσιν αυτών. Εκ της εποχής ταύτης το αίμα των Μαυρομιχαλαίων αφθόνως επότισε το δένδρον της Ελληνικής ελευθερίας. Αλλ' ότε ο Κυβερνήτης ήρξατο της χρησιμοποιήσεως των εθνικών γαιών, όπως προσπορισθή τα μέσα της αναπτύξεως της χώρας, η Μάνη παρουσιάσθη ως πρόβλημα ενώπιον αυτού. Απετέλουν άρα γε τα άγρια και αδέσποτα όρη, αι βοσκαί και οι βάτοι της Μάνης μέρος των εθνικών γαιών ή ου; Τίσιν ανήκον; Και διά τινων τίτλων η Μάνη έπρεπε να μένη εξαιρέσιμος των γενικών μέτρων των άλλων μερών της Ελλάδος, σχηματίση δε Κράτος εν Κράτει; Ο βραχίων των νόμων της χώρας δεν έπρεπε να εκταθή μέχρι της Μάνης; Δεν έπρεπε να ληφθώσι μέτρα, όπως μη η Μάνη γίνη καταφύγιον των νόμων και των γενικών μεταρρυθμίσεων αντιστρατευομένων;
Της Μάνης παρουσιαζομένης ως το δυσχερέστατον κατά την λύσιν πρόβλημα τω Καποδίστρια, ο Πετρόμπεης και ο Ζαννετάκης απεφάσισαν εκ συμφώνου ιδίαν αυτών λύσιν.
Ο Πετρόμπεης και ο Ζαννετάκης εψήφισαν, ίνα η Μάνη διαιρεθή εις δύο, ανατολικήν και δυτικήν, και την μεν κυριαρχίαν της ανατολικής ν' αναλάβη ο Ζαννετάκης, την δε της δυτικής ο Μαυρομιχάλης.
Εκάτερος αυτών, όπως υποστηριχθή παρά των Μανιατών, υπεσχέθη προς αυτούς θέσεις, στρατιωτικούς βαθμούς, αποζημιώσεις, συντάξεις, και τον σχηματισμόν ταγμάτων Μανιατών, τα οποία θα κυβερνώνται εξ ενός μέλους των δύο οικογενειών. Τοιουτοτρόπως εκυμάτισεν εις Λιμένι η σημαία του Λυκούργου και του Λεωνίδα. Ενεπιστεύθησαν δε την αρχιστρατηγίαν τω στρατηγώ Κατσάκω (Ηλία) Μαυρομιχάλη ανεψιώ του Πετρόμπεη, μικρού αποδράσαντι εκ των εν Άργει φυλακών, συνεπεία αποφάσεως του δικαστηρίου προς ό προσήχθη προδοθείς υπό του αδελφού αυτού Νικολάου Πικουλάκη Μαυρομιχάλη, όστις, ως πρώτον συνταγματικόν κατόρθωμα, επέδραμεν, ως άλλος Ιβραχίμ πασάς, κατά των Καλαμών, άς, καίπερ φρουρουμένας υπό των Γάλλων, ελεηλάτησεν.
Απέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων της τε Ύδρας και της Μάνης, τι ώφειλε να πράξη ο Καποδίστριας; Δυοίν θάτερον: ή να παραιτηθή αμέσως και επιστρέψη εις Γενεύην, όπως διέλθη το γήρας αυτού μετά του φίλου Έυναρδ, ή η υφισταμένη Κυβέρνησις αυτού εντός των δικαιωμάτων αυτής να αντιτάξη δραστηρίως βίαν κατά της Ύδρας και Μάνης, περιορίζουσα την κατ' αυτής ανταρσίαν της περαιτέρω γενικεύσεως. Κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν ώφειλε να δώση την παραίτησιν προς τας τρεις Δυνάμεις, και να εγκαταλείψη χάριν των Μανιατών και Υδραίων την πατρίδα και λαόν ολόκληρον, όστις ευρών πόρους ζωής, εμπόριον, ναυτιλίαν, κατάπαυσιν της πειρατείας και κιβδηλείας και ευτυχίαν εν τη απελπισία ηυλόγει και ηγάπα αυτόν υπερβολικώς. Κατά δε την δευτέραν ώφειλε να αντιτάξη βίαν κατά των ανυποτάκτων, ίνα εξαναγκάση αυτούς εις υποταγήν· δυστυχώς όμως ο μέγας εκείνος διπλωμάτης, ο τας τύχας όλης της Ευρώπης κατά τας δύο πρώτας δεκαετηρίδας του ΙΘ' αιώνος εις χείρας αυτού συγκρατήσας, δεν ηδυνήθη να εννοήση, ως ώφειλε, χάριν της σωτηρίας της πατρίδος, να προσοικειωθή τους ισχυρούς του τόπου και διά μέσων, άπερ αυτός οίδε, να καταστήση αυτούς χειροήθεις, αλλά προσοικειωθείς τον λαόν, εν αυτώ εζήτησεν άπασαν αυτού την δύναμιν, ήν κατέθραυεν η των ισχυρών επιβολή. Και εζήτησε μεν νυν, κατά το Ε' Ψήφισμα της εν Άργει Δ' Εθνοσυνελεύσεως (7 Ιανουαρίου 1830), να παράσχη τας αποζημιώσεις των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρρών, του στρατού του Καραϊσκάκη, των σωμάτων του Μεσολογγίου και της φρουράς της Ακροπόλεως Αθηνών, αλλ' αι νήσοι εζήτουν δύο εκατομμύρια και εννεακοσίας χιλιάδας ταλλήρων Ισπανικών ως αποζημιώσεις και οι της ξηράς στρατιωτικοί πεντήκοντα τέσσαρα εκατομμύρια τουρκικών γροσίων.

Πάντες ούτοι εζήτουν αυτά άνευ τίτλων, αποδείξεων δαπάνης και βασίμων μαρτυριών. Τεσσαράκοντα πλοιοκτήται ήσαν Υδραίοι ζητούντες 1,220,000 ταλλήρων, τριάκοντα Σπετσιώται 1,000,000 ταλλήρων και οι Ψαρριανοί 700,000. Προς δε την αποσταλείσαν προς εξέλεγξιν των παραπόνων αυτών πενταμελή επιτροπήν εκ του Μεταξά, Γενοβέλη, Μαυρογένη, Μαγγίνα και Αντωνοπούλου, οι ταραχοποιοί δημοτικοί σύμβουλοι της Ύδρας παρέστησαν και πάλιν κομπορρημονούντες και αξιούντες ούτε ολίγα ούτε πολλά 18,000,000 φοινίκων!
Η Εθνοσυνέλευσις καθώς και ο Καποδίστριας απεφάσισαν να πληρώσωσιν 1,000,000 ταλλήρων ταις νήσοις εις γαίας, χρήματα και γραμμάτια, ή το όλον των 2,900,000 ταλλήρων εις μόνον γαίας. Αλλ' ο μέγας αληθώς πατριώτης Κουντουριώτης εύρε την ευκαιρίαν να θέση την μάχαιραν εις τον τράχηλον της Ελλάδος, ζητών το όλον ποσόν 2,900,000 ταλλήρων εις χρήματα και τόκον μέχρις ού αποπληρωθή το ποσόν τούτο (τόκον ετήσιον 1,400,000 φοινίκων). Φυσικώς ούτε η Κυβέρνησις ούτε η Γερουσία, απεδέξατο την τοκογλυφικήν ταύτην αίτησιν, ήτις δεν εβασίζετο επί αποδείξεων, αλλ' επί των παραλόγων φωνασκιών των πλοιοκτητών, τινές των οποίων ελαχίστας υπέστησαν ζημίας. Διότι, κατά τινας υπολογισμούς, τα μεγαλείτερα πλοία της εποχής εκείνης των νησιωτών δεν ήσαν μεγαλείτερα των 300 τόννων, έν δε πλοίον των 300 τόννων κατά τας υψηλοτέρας διατιμήσεις των τότε ναυπηγών της Γαλλίας, δεν ηδύνατο να στοιχίση εν τη ναυπηγία αυτού περισσότερον των 25,000 φράγκων. Άρα πάντα τα πλοία, άπερ δεν ήσαν βεβαίως και πάντα των 300 τόννων, και δεν απωλέσθησαν πάντα κατά τον επταετή αγώνα, δεν ηδύναντο να απαιτήσωσιν αποζημίωσιν ούτε 1,000,000 ταλλήρων.
Εν τούτοις, ο Καποδίστριας, όστις ήλπισεν, ότι ηδύνατο να ευχαριστήση αυτοίς διά πληρωμής μικρού τινος ποσού απέναντι των απαιτήσεων απέστειλεν, επί τη γνωμοδοτήσει της πενταμελούς επιτροπής, προς τας δημοτικάς αρχάς των τριών νήσων 50,000 ισπανικών ταλλήρων συγχρόνως δε εκήρυξε (12)24 Μαρτίου 1830) την Ύδραν ελεύθερον λιμένα επί πενταετίαν, όπως ανορθώση το καταπεπτωκός εμπόριον. Τα εκ του τελευταίου όμως τούτου μέτρου πλεονεκτήματα ανηρέθησαν όλως διά της αυξήσεως των επί της εισαγωγής και εξαγωγής δασμών, οι δε κεχολωμένοι Υδραίοι ούτε διά του δώρου της ατελείας κατεπραΰνθησαν, ούτε διά της πληρωμής μέρους τινός των απαιτήσεων αυτών. Ενεκολπώθησαν χωρίς της ελαχίστης ευγνωμοσύνης τας 25,000 ισπανικών ταλλήρων, άτινα εδόθησαν τη Ύδρα — 16,000 εδόθησαν ταις Σπέτσαις και 9,000 τοις Ψαροίς — και εξηκολούθουν έτι μεγαλοφωνότερον απαιτούντες την υπό του Κράτους πληρωμήν ολοκλήρου του χρέους. Τέλος απεφάσισεν ο Κυβερνήτης να προτείνη αυτοίς οριστικήν εξόφλησιν δι' 6 εκατομμυρίων φοινίκων, ών έν τρίτον έμελλε να δοθή εις κτήματα, έτερον εις ομολογίας και το υπολειπόμενον εις μετρητά εκ του ελπιζομένου δανείου, ή και σύμπασα η ποσότης εις εθνικά κτήματα, αλλ' οι νησιώται ουδέν ήθελον να ακούσωσι περί του συμβιβασμού εκείνου, και επέμενον απαιτούντες την υπό του Κράτους αναγνώρισιν ολοκλήρου του χρέους, και την παρά τη εθνική χρηματιστική τραπέζη κατάθεσιν του φανταστικού αυτού κεφαλαίου επί τόκω 8 ο)ο, ού οι ετήσιοι τόκοι ήθελον αναβαίνει, ως είπομεν ανωτέρω, εις 1,440,000 φοινίκων. Την αξίωσιν ταύτην απέκρουσεν εντόνως ο Καποδίστριας διότι εν τη κακή τότε καταστάσει της τραπέζης δικαίως εφοβείτο ο Κυβερνήτης, ότι ήθελε παντελώς καταστραφή η πίστις αυτής, αν επεβαρύνετο διά νέου χρέους. Ούτω το περί αποζημιώσεως ζήτημα έμεινεν άλυτον, η μεταξύ της κυβερνήσεως και των Υδραίων διάστασις παρετείνετο, και αι ιδέαι της Ιουλιανής επαναστάσεως εύρον στήριγμα εν Ύδρα απτά υλικά συμφέροντα.
Τοιαύται ήσαν αι απαιτήσεις των νησιωτών και η αδιάσειστος αυτών απόφασις, όπως, εάν μη αποζημιωθώσιν αντιστώσι κατά της Κυβερνήσεως. Και δεν εμιμήθησαν οι γεννάδαι τους απαιτητάς αποζημιώσεων των κατά ξηράν στρατευμάτων, οίτινες ήσαν ουκ ολίγοι. Αλλ' αι απαιτήσεις αύται ήσαν δίκαιαι και συγκαταβατικαί. Ο δε στρατηγός Ιωάννης Ράγκος, λέγει φιλέλλην ιστοριογράφος της εποχής, έδειξε πρώτος το παράδειγμα της αποδοχής των δοθεισών αποζημιώσεων και τοιουτοτρόπως εξώφλησαν οι πλείστοι απαιτηταί.
Οι Υδραίοι όμως απορρίψαντες τας προτάσεις του Καποδιστρίου εξέφραζον αγανάκτησιν κατ' αυτού, επιλαθόμενοι, ότι κατέστρεφον ου μόνον την πατρίδα, αλλά τα ίδια αυτών ανδραγαθήματα, τας ιδίας αυτών, κατά τον μακρόν αγώνα, θυσίας. Υπάρχουσι χιλιάδες Ελλήνων τού τε εξωτερικού και εσωτερικού και εκατοστύες φιλελλήνων, εκ των ευγενεστέρων της Ευρώπης οικογενειών, δουκών, λόρδων και κομητών, χύσαντες το αίμα αυτών και θυσιάσαντες την ουσίαν υπέρ της Ελλάδος, και όμως τα τέκνα αυτών ουδέποτε εζήτησαν ούτε οβολόν.
Την τοιαύτην κατάστασιν της Ελλάδος καθίστων έτι δεινοτέραν, ως και ανωτέρω είπομεν, αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως ο εν Σμύρνη εκδιδόμενος υπό του Βλακ (78) «Ταχυδρόμος της Σμύρνης» η εν Ναυπλίω «Ηώς» του Ε. Αντωνιάδου και ο εν Ύδρα «Απόλλων» του Αναστασίου Πολυζωίδου, νέου Θεσσαλού άρτι εκ Παρισίων επανακάμψαντος και εμπεφορημένου υπό επαναστατικών ιδεών. Ούτος ζητήσας να εκδώση εν Ναυπλίω την εφημερίδα αυτού κατεδιώχθη και φυγών μετέβη εις Ύδραν, ένθα έτυχε της αναγκαίας υποστηρίξεως και εξέδιδε τον «Απόλλωνα». Αι κατά του Κυβερνήτου αδολεσχίαι των εφημερίδων τούτων επί τοσούτον επιθετικότητος ίκοντο, ώστε ο Αντωνιάδης, συντάκτης της «Ηούς» κατεδιώχθη δικαστικώς, ένεκα της ελευθέρας γλώσσης της εφημερίδος αυτού, κατηγορήθη επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας και προυφυλακίσθη· η δε Ηώς επαύθη. Μόλις μετά πολύμηνον κάθειρξιν εξεδόθη απόφασίς τις, δι' ής ο κατηγορούμενος ηθωώθη. Το δικαστήριον εθεώρησε την στέρησιν της προσωπικής ελευθερίας, ήν υπέστη ο Αντωνιάδης, ως προσήκουσαν ανταπόδοσιν της ελευθέρας πολιτικής κρίσεως, ήν είχε τολμήσει ο συντάκτης της «Ηούς». Η προς τον άνδρα τούτον συμπεριφορά της Κυβερνήσεως ενέπνευσε μεν τρόμον και αγανάκτησιν τοις δημοσιογραφούσιν, αλλά δεν εφόβισεν ούτε απέτρεψε και άλλους της οδού, ήν εκείνος εβάδισεν.
Ο εν Ύδρα εκδιδόμενος «Απόλλων» επετίθετο λάβρως κατά του Κυβερνήτου αποκαλών αυτόν τύραννον, ρωσόφρονα και παροτρύνων τον λαόν εις ανταρσίαν.
Αφειδώς μετεχειρίσθη παρακλήσεις και απειλάς ο Καποδίστριας, όπως στερήση τον «Απόλλωνα» της προστασίας των νησιωτών. Επίτροπος της κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας και Ύδραν και υπέβαλε προς τους δημογέροντας τον τύπον αναφοράς, δι' ής παρεκάλουν ούτοι την κυβέρνησιν να απομακρύνη της νήσου το σκάνδαλον, όπερ κατήσχυνε τας κοινότητας αυτών, απαλλάττουσα αυτάς του «Απόλλωνος». Αλλ' οι νησιώται έμειναν κωφοί προς τας παρακλήσεις του Κυβερνήτου, οι Υδραίοι δε μάλιστα διέταξαν την ημέρας και νυκτός ένοπλον φρούρησιν του τυπογραφείου του Α. Πολυζωίδου, εν ώ εξετυπούτο ο «Απόλλων» , προς αποτροπήν βιαίας τινός από της Στερεάς επιθέσεως. Η βιαιότης της γλώσσης του «Απόλλωνος» ηύξησε μετά του απειλούντος αυτόν κινδύνου, η χειρίστη δ' αυτού μομφή κατά του Κυβερνήτου ήν ο φόβος αυτού προς την κοινήν γνώμην. «Ο ελεύθερος τύπος, επανελάμβανεν αδιακόπως υπό διαφόρους φράσεις το αντιπολιτευόμενον φύλλον, υπήρξε πάντοτε η αιωνία πέτρα του σκανδάλου διά τους αυθαιρέτους δεσπότας.»
Αλλά πλην των εφημερίδων οι αντιπολιτευόμενοι, θρασύτεροι γενόμενοι, ήρξαντο γράφοντες και αναφοράς, άς υπερεπλήρουν διά πλαστών υπογραφών, εν αίς εξετίθετο η αντεθνική δήθεν πολιτική του Κυβερνήτου. Τούτο δ' έχων υπ' όψει: «Ας κατασκευάζωνται, έγραφεν ο Καποδίστριας προς τον πρίγκηπα Σούτσον εις Παρισίους, αναφοραί εν Ύδρα και άλλοις δήμοις του Αιγαίου, εκ Πελοποννήσου αφ' ετέρου και εκ της Στερεάς δεν παύει ο λαός γράφων προς εμέ τα αντίθετα. Επί του παρόντος έχομεν έτι μόνον εμφύλιον πόλεμον διά του καλάμου· αλλοίμονον αν καταντήση ούτος εις πυροβολισμούς!»
Οι φόβοι ούτοι εφάνησαν ταχέως δικαιολογούμενοι υπό των γεγονότων. Η κατά το Αιγαίον στασιαστική κίνησις, ιδίως της Σύρου, ελάμβανεν οσημέραι σοβαρωτέραν μορφήν. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, όστις είχε τέως διαμείνει εν τω βάθει της σκηνής και συνεδαύλιζε μόνον εκ Τήνου, ένθα είχε καταφύγει, την φλόγα, ήλθεν εις Ύδραν, ο επίτροπος της κυβερνήσεως έφυγεν εκείθεν, και οι τω Κυβερνήτη αφωσιωμένοι δημοτικοί σύμβουλοι εδιώχθησαν. Επταμελής συνταγματική επιτροπή, αποτελουμένη, ως είπομεν, εκ των: Κουντουριώτου, Μιαούλη, Β. Βουδούρη, Μ. Τομπάζη, Δ. Βούλγαρη, Α. Κριεζή και Ν. Οικονόμου, ανέλαβεν, ως ηγγέλλετο την διοίκησιν της νήσου, και διέκοψε πάσαν σχέσιν προς την καθεστηκυίαν κυβέρνησιν. Το παράδειγμα της Ύδρας παρηκολούθησαν, εντός ολίγου, και άλλαι νήσοι του Αιγαίου. Ο σκληρότερος όμως κατά του Κυβερνήτου κτύπος ην η αποστασία της Σύρου, ής η δυσαρέσκεια οσημέραι αύξουσα από των τελευταίων ταραχών, εκορυφώθη νυν μετά το δοθέν παράδειγμα της Ύδρας εις εκφανή στάσιν. Τα τελωνεία Σύρου είχον τέως αποτελέσει τον κυριώτατον οικονομικόν πόρον της κυβερνήσεως. Διότι επί της Στερεάς δεν εισεπράττοντο οι φόροι τόσον τακτικώς ως επί των νήσων. «Η δυσάρεστος συνέπεια πάντων των σκευωρημάτων, έγραφεν ο Κυβερνήτης, είναι η εξής: αι υπό των δήθεν πατριωτών υποκινούμεναι ταραχαί παρέχουσιν εις τους ενοικιαστάς την πρόφασιν να αναβάλωσι την εις το δημόσιον πληρωμήν· οι φορολογούμενοι αφ' ετέρου ουδεμιάς αμελούσιν ευκαιρίας, όπως υστερώσι της καταβολής των οφειλομένων. Εκ τούτου εννοείτε την αξιοθρήνητον θέσιν μου».
Κατά την εποχήν ταύτην ο Καποδίστριας, εις απελπισίαν περιελθών ένεκα της καθυστερήσεως των αναγκαιοτάτων χρηματικών πόρων, κατέφυγεν εις το έσχατον μέτρον κυβερνήσεως παλαιούσης προς την χρεωκοπίαν· έπλασε νέους φόρους, μη πληρωνομένων των παλαιών· διέταξε κατ' απομίμησιν του παρά πάσι τοις πεπολιτισμένοις έθνεσιν υπάρχοντος τέλους χαρτοσήμου, την πληρωμήν τοιούτου φόρου παρά παντός τίτλου ιδιοκτησίας, παντός συμβολαίου εκμισθώσεως και πάσης υπό της κυβερνήσεως διδομένης αδείας· ανεβίβασε τους τελωνειακούς δασμούς, τον μεν της εξαγωγής εις 8, τον δε της εισαγωγής εις 10 ο)ο, επί προφάσει ανακουφίσεως των εκ Κρήτης δυστυχών μεταναστών· εψήφισε δε τέλος την έκδοσιν 3,000,000 φοινίκων ατόκου χαρτονομίσματος.
Τω ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ τοσούτον κρίσιμος εφαίνετο η των πραγμάτων κατάστασις, ώστε έγραφε κατ' Ιούλιον του 1831 τον Νέσσελροδ: «Τα συμβάντα επέρχονται ενταύθα ουχί της ισχύος των πεποιθήσεων, αλλά διά της δυνάμεως των ταπεινοτάτων ορμών. Πας ο μετασχών της υπερασπίσεως της πατρίδος, ζητεί νυν αποζημιώσεις και δώρα, και ζητεί αυτά ανώτερα των εν τω πολέμω ζημιών αυτού. Πάντες λησμονούσι την πτωχείαν του δημοσίου ταμείου και την αρχήν, ότι οι ικανώτατοι πρέπει να καταλάβωσι τας καλλίστας των θέσεων. Τούτου ένεκα έχει τοσούτους εχθρούς η κυβέρνησις. Οι αντιπρέσβεις Αγγλίας και Γαλλίας κατακρίνουσι μεν εν τω φανερώ την αντιπολίτευσιν, αλλ' εν τω κρυπτώ δεν παύουσιν υποστηρίζοντες αυτήν, και συνδαυλίζουσιν ούτω το πυρ, εξ ού γενική κινδυνεύει να προέλθη και καταστρεπτική πυρκαϊά».
Η αμηχανία του Κυβερνήτου ταυτοχρόνως τοσούτον είχε κορυφωθή, ώστε ησθάνθη την ανάγκην να ενδώση, κατά τι, εις τας απαιτήσεις των πολεμίων, αφού μάλιστα η αντιπολίτευσις είχεν ισχυρόν έρεισμα τους αντιπρέσβεις των δυτικών Δυνάμεων, οίτινες προβαλλόμενοι ως ασπίδα τας ταπεινοτάτας ορμάς Ελλήνων σπουδαρχών υπό τον τύπον ευλόγων δικαίων, τας ανάγκας των αληθώς την πατρίδα κατά την επανάστασιν ευεργετησάντων, τους πτωχούς τους οπωσδήποτε πάσχοντας, τους πολιτικής επικουρίας επιδεομένους και πάντας εν γένει τους ένεκα τούτου ή εκείνου του λόγου αφορμάς κατά της κυβερνήσεως έχοντας, κατεπενέβαινον τοις των Ελλήνων πράγμασιν επί ιδίοις τέλεσιν, οι μεν ως συμπολιτευόμενοι, εν οίς πρώτιστοι οι Ρώσοι οι δε ως αντιπολιτευόμενοι, εν οίς οι Άγγλοι και Γάλλοι. Τη παρακινήσει των αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων ήλθον περί τας αρχάς Ιουλίου, πέντε προύχοντες της Ύδρας εις Ναύπλιον, όπως συνεννοηθώσι μετά της Κυβερνήσεως. Επανέλαβον την περί εθνοσυνελεύσεως και συντάγματος απαίτησιν, ήν πλείσται πόλεις, εν αίς και αι Αθήναι, τοσούτον ενεργώς είχον ασπασθή. Αλλ' ο Κυβερνήτης ηρνήθη να δεχθή αυτούς και να συνομιλήση μετ' αυτών προσωπικώς, εδέησε δε να γείνωσιν αι διαπραγματεύσεις τη μεσιτεία των αντιπρέσβεων. Ο Καποδίστριας εθεώρει τους Υδραίους ως απλούς αποστάτας, και μεγάλως εδυσχέραινεν, ότι των Δυνάμεων αντιπρόσωποι συγκατέβαινον εις προσωπικήν προς αυτούς κοινωνίαν. Ούτω δε κατεδείκνυε την αγανάκτησιν αυτού, γράφων προς τον Σούτσον:
»Αι απαιτήσεις, άς οι κύριοι αντιπρέσβεις έσχον την υπομονήν να ακούσωσι παρά των Υδραίων εν τη μετ' αυτών συνεντεύξει, χαρακτηρίζουσιν εντελώς τα τε πρόσωπα και πράγματα. Δεν δύναμαι να ελπίσω, ότι η ημιεπίσημος ανάμιξις των κυρίων αντιπρέσβεων εις τα της Ύδρας θέλει φέρει ευχάριστόν τι αποτέλεσμα.» Ουχ ήττον δεν κατώρθωσεν ο Καποδίστριας να αντιστή εκφανώς εις την γενικήν συνταγματικήν πίεσιν. Απεφάσισε να ορίση κατ' Οκτώβριον 1831 την έναρξιν της Εθνοσυνελεύσεως, υπό τον όρον: «αν μέχρις Οκτωβρίου δεν μετέβαλλε την κατάστασιν των πραγμάτων η εν Λονδίνω σύνοδος.»
Συνάμα δ' επέμεινε προφορικώς ο έμφρων ηγεμών, απέναντι των συνταγματικών ορέξεων των νησιωτών, εις το αξίωμα, ότι δεν είχε το δικαίωμα να διαθέση το μέλλον της Ελλάδος, και ότι μόνος ο μέλλων Βασιλεύς ηδύνατο να αποφασίση περί της σκοπιμότητος συνταγματικού πολιτεύματος. Οι Υδραίοι επανέκαμψαν άπρακτοι· αλλ' ο Κυβερνήτης διήνοιξε τους οφθαλμούς αυτών, και αι ψευδείς παραχωρήσεις κατέστησαν οξείαν την κρίσιν. Η μερίς της αντιπολιτεύσεως ήρξατο παρασκευαζομένη εις συγκρότησιν ιδίας εθνικής συνελεύσεως εν Ύδρα. Και απεπειράθησαν μεν νυν οι αντιπρέσβεις να συνδράμωσι την κυβέρνησιν δι' επισήμων αγαθών συμβουλών, αλλ' η ατελής όλως αρμονία, ήτις επεκράτει μεταξύ αυτών, κατεφαίνετο προδηλότατα εκ των διακοινώσεων αυτών.
Ούτως ο μεν Ρώσος Ρούκμαν απήτει έντονα και γενναία μέτρα ισχυριζόμενος, ότι έπρεπε να κατασυντριβή η κεφαλή του επαναστατικού δράκοντος, ο δε βαρώνος Ρουάν της Γαλλίας διεβίβασε την λακωνικήν ταύτην αλλά μεγάλην σημασίαν έχουσαν πρότασιν, του να διατάξη την υπό γαλλικών στρατευμάτων κατάληψιν του Ναυπλίου, ψυχροί δε και εχθρικοί υπήρξαν οι λόγοι του Άγγλου Δώκινς, παρατηρούντος ότι δεν ηδύνατο να αναμιχθή εις εμφυλίους ελληνικάς διενέξεις, και ότι ήκιστα ενόμιζε πρόωρον την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως και κινδυνώδη διά την Ελλάδα την εις αυτήν παροχήν συντάγματος. Ο Καποδίστριας όμως ηρκέσθη επαναλαμβάνων την τυπικήν υπεκφυγήν, ότι δεν ηδύνατο να δώση σύνταγμα, αφού η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι εκλέξει ηγεμόνα, δεν επεθύμει δε αυτός να προδράμη της μεγαλοδωρίας του μέλλοντος βασιλέως της Ελλάδος.
Ο Κυβερνήτης ηδυνήθη να πεισθή εν τω εν Ελλάδι γαλλικώ στρατοπέδω, εν ώ παρευρέθη κατά τας επί τη ιουλιανή επαναστάσει γενομένας εορτάς, πόσον βαθέως ήσαν εν αυτώ ερριζωμέναι αι δημοκρατικαί ιδέαι, και πόσον ευμαθείς είχον καταστή αι γαλλικαί λόγχαι. Ούτω εφοβείτο ευλόγως, ότι οι μέλλοντες να φρουρήσωσι το Ναύπλιον Γάλλοι στρατιώται ήθελον συναδελφωθή προς τους επαναστάτας, και καλόν ενόμισε να υποδείξη μετ' αξιοπρεπείας, «ότι η ημέρα, καθ' ήν ξένος στρατός ήθελε καταλάβει την πρωτεύουσαν της Ελλάδος και εις τας λόγχας αυτού μόνας ήθελεν οφείλει την ασφάλειάν της η κυβέρνησις, ήθελεν είναι η τελευταία ημέρα του προσωρινού Κυβερνήτου! και ότι, αν αι σκευωρίαι αναπτυχθώσιν επί τοσούτον, ώστε η ελληνική κυβέρνησις μόνον διά ξένων επικουρικών στρατευμάτων να δύνηται να επιβάλη υπακοήν εν Ναυπλίω και Άργει, εστέ πεπεισμένος — είπε προς τον Ρουάν — ότι εγώ δεν θα είμαι πλέον κυβέρνησις!» Ούτω δε ο Καποδίστριας απεφάσισε να ακούση. Ίνα επιφέρη δ' οριστικόν τινα και κρίσιμον κτύπον κατά της Ύδρας, ηρνήθη τοις νησιώταις τα ναυτιλιακά έγγραφα, ισχυριζόμενος, ότι δεν υπήκουον πλέον τοις παλαοίς αυτών δημογέρουσιν, αλλά τη αυτοκλήτω συνταγματική δημοτική επιτροπή. Παρεκάλεσε δε συνάμα τους κυβερνήτας των τριών συμμάχων στόλων να παρακωλύσωσιν εκπλέοντα τα πλοία των επαναστατών. Αλλά δυστυχώς ήκουσεν ως προς τούτο τον Λαλάνδ και τον Λάιονς προφασιζομένους έλλειψιν οδηγιών εκ μέρους των οικείων κυβερνήσεων. Η διαγωγή αύτη των κυβερνητών Αγγλίας και Γαλλίας, καθ' ά έγραφεν ο Ρίκορδ τη 30 Ιουλίου προς τον Νέσσελροδ: «κατέδειξεν, ότι οι ναύαρχοι της Γαλλίας και Αγγλίας υπήρξαν οι κύριοι αίτιοι των ταραχών και της καταστροφής εν Πόρω». Ο Κυβερνήτης δεν εταράχθη βεβαίως εκ της «δειλίας των Άγγλων και Γάλλων», ως απεκάλει το πράγμα. Το σπουδαίον νυν ήτο να κατασταλή δι' ενός μόνου κτύπου η επανάστασις. Ούτω δε εν τω ναυστάθμω του Πόρου διετάχθη εν κρυπτώ ζωηροτάτη δραστηριότης. Ο Καποδίστριας διέταξε τον εξοπλισμόν και την πλήρωσιν του ελληνικού στόλου· ήθελε δε να προσβάλη την Σύρον, ίνα τιμωρήση αυτήν ότι συμμετέσχε της επαναστάσεως, και επαναγάγη ούτως υπό το κράτος αυτού την εμπορικώς και πολιτικώς σπουδαιοτάτην νήσον του Αιγαίου.
Κατά την σπουδαιοτάτην εκείνην διά την Ελλάδα στιγμήν, η κοινότης της Ύδρας προέβη εις αξιόμεμπον απόφασιν. Επεφόρτισε τον δαφνοστεφή ναύαρχον Α. Μιαούλην να ματαιώση διά πραξικοπήματος τα σχέδια του Κυβερνήτου, και μεταβαίνων κατεσπευσμένως εις Πόρον μετά 200 νησιωτών να καταλάβη τον ελληνικόν στόλον και τον ναύσταθμον. Ο Μιαούλης κατά την νύκτα της 14 προς την 15 Ιουλίου 1831 ηγούμενος πεντήκοντα μόνον ανδρών και συνοδευόμενος υπό του σημαιοφόρου αυτού Α. Κριεζή και του Α. Μαυροκορδάτου ως πολιτικού συμβούλου, μετέβη εις Πόρον και κατώρθωσε, διαρκούσης έτι της νυκτός, να καταλάβη αιφνιδίως, τη βοηθεία των κατοίκων, τον ναύσταθμον τον στόλον, και να αναπετάση την σημαίαν αυτού επί της φρεγάτας «Ελλάδος».
Ο εν Πόρω ευρισκόμενος στόλος απετέλει τότε το μέγιστον μέρος της ελληνικής ναυτικής δυνάμεως· συνέκειτο δε εκ της φρεγάτας: «Ελλάδος», 64 τηλεβόλων, των κορβετών «Σπετσών» και άλλης τινός, δύο ατμοπλοίων, του «Άστιξ» και της «Καλαυρίας», πολλών πυρπολικών και άλλων μικροτέρων πλοίων, Ο Μιαούλης διέταξε την εξόπλισιν των πλοίων τούτων, ίνα απαγάγη αυτά εις Ύδραν, μετεχειρίσθη δε πάσαν δυνατήν πειστικήν τέχνην, όπως προσηλυτίση υπέρ της «συνταγματικής μερίδος» τον έτερον δαφνοστεφή ήρωα Κ. Κανάρην, κυβερνήτην της κορβέττας αι «Σπέτσαι». Εις μάτην όμως· ο γενναίος ψαριανός ην φανατικός οπαδός του ρωσικού κόμματος, εις ό παρέμεινε πιστός καθ' όλον αυτού τον βίον, και προσέκειτο τω Κυβερνήτη μεθ' όλης της αφοσιώσεως εντίμου ψυχής. Ούτος αρνηθείς να παραδώση το πλοίον αυτού εις την κοινότητα της Ύδρας, απεχώρησεν, ότε ο Μιαούλης έτεινεν αυτώ την χείρα. Δακρύων ούτος επί τη πεισμοσύνη του παλαιού συμμαχητού, διέταξε προς το θεαθήναι την φυλάκισιν αυτού, και την εξ Υδραίων πλήρωσιν των «Σπετσών», αλλ' απέλυσε πάλιν εντός ολίγου τον γενναίον πυρπολητήν.
Το παράβολον τούτο πραξικόπημα του Μιαούλη ενεποίησε βαθείαν εντύπωσιν τω Κυβερνήτη. Εσωτερική δε τις άλλη επανάστασις εφαίνετο γινομένη εν αυτώ. Αι εκφράσεις και η συμπεριφορά αυτού ενέφαινον τον άγριον πόθον προσωπικής εκδικήσεως· επεκαλέσατο δε νόμους και δικαιοσύνην, όπως καταδικασθώσιν εις θάνατον οι ηγήτορες της αντιπολιτεύσεως. Τους Υδραίους εθεώρει ως στίφος βαρβάρων και πειρατών, οίτινες προσέβαλλον την αρχήν αυτού, διότι είχε κλείσει εις αυτούς την οδόν του κακουργήματος και της ληστεύσεως. Τούτου δ' ένεκα εδήλωσεν, ότι σκοπόν είχε να πλύνη διά του αίματος των εχθρών την εστίαν εκείνην της αποστασίας.
Εν Ναυπλίω επεκράτει μεγίστη κατάπληξις επί τοις εν Πόρω γινομένοις. Ουδέν εφαίνετο σαφέστερον, ή ότι δυσκόλως θα κατώρθου ο Κυβερνήτης να καταστείλη την στάσιν δι' Ελληνικών δυνάμεων. Ούτω δε ετράπη ούτος προς τους τρεις αντιπρέσβεις, και δι' επισήμου εγγράφου της 16)28 Ιουλίου, εν ώ καταφαίνεται αμηχανία, παρέστησε την πράξιν του αρχηγού των Υδραίων. Απήτησε δε παρ' αυτών να λάβωσι πάραυτα παν δυνατόν μέτρον, όπως πείσωσι τους Υδραίους, ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις δεν ήθελον ανεχθή, αλλά παραδειγματικώς τιμωρήσει τοιαύτας άφρονας και εγκληματικάς πράξεις. Εκ τυχαίας συμπτώσεως, ήτις παρέχει ημίν ύποπτον λαβήν, ο τε γάλλος αντιπρεσβευτής και οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς ευρέθησαν απόντες του Ναυπλίου κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν. «Λυπούμαι πολύ, έγραφεν ένεκα τούτου ο Κυβερνήτης προς τον βαρώνον Ρούκμαν, «ότι ο βαρώνος Ρουάν είνε απών, ότι ο κύριος Λαλάνδ ευρίσκεται εν Ναβαρίνω, και ότι ο κύριος Λάιονς απέπλευσε χθες εντεύθεν. Ελπίζω όμως ότι υμείς, απέναντι της σοβαρότητος των πραγμάτων, θέλετε παρακινήσει τον ναύαρχον Ρίκορδ να μεταβή εις Πόρον, όπως κωλύση τους πειρατάς της Ύδρας από της εκτελέσεως των σχεδίων αυτών.»
Ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ, άμα αγγελθέντων των εν Πόρω γενομένων, είχε μεταβή εις Ναύπλιον, και εξέφρασε το κατ' αρχάς, δισταγμούς τινας και ενστάσεις κατά της μονομερούς επεμβάσεως των Ρώσων εις την ελληνικήν εμφύλιον έριδα, αλλ' ο Κυβερνήτης εγνώριζε τον άνθρωπον. Ανέλαβεν ενώπιον αυτού το ήθος του πρώην υπουργού του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου και ο ρώσος ναύαρχος ηναγκάσθη να υπακούση. Ο Ρίκορδ απέπλευσε, συγχρόνως δ' ο Καποδίστριας απέστελλεν εις Πόρον διά ξηράς έν τάγμα πεζικού, 200 άνδρας τακτικού ιππικού υπό τον Δημήτριον Καλλέργην και ισχυρόν σώμα ατάκτων. Ο ρώσος ναύαρχος ηγκυροβόλησε μετά της φρεγάτας και του βρικίου αυτού, προ μεγάλου στομίου του λιμένος του Πόρου. Μικρόν δε μετ' αυτόν επεφάνη έξωθεν του Πόρου και η αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρ,» ήτις εξηκολούθησεν όμως, μετά μικράν διαμονήν, πλέουσα προς την Σαλαμίνα, όπερ ηύξησε μεν τας ελπίδας των επαναστατών, προυκάλεσε δε πικρότατα του Κυβερνήτου παράπονα. Ο Καποδίστριας υπέμνησε δριμέως προς τον αντιπρεσβευτήν Δώκινς, ότι αι οδηγίαι του Λόρδου Πάλμερστον υπηγόρευον αυτώ να παράσχη ηθικήν συνδρομήν τη προσωρινή κυβερνήσει και αφήκεν αυτόν να κρίνη, οποίαν εντύπωσιν ήθελε προξενήσει τοις Έλλησιν η στιγμιαία εμφάνισις και η παραχρήμα αναχώρησις της «Μαδαγασκάρ».
Επειδή δε ο Κυβερνήτης ουδ' επί στιγμήν καν ηδύνατο να αμφιβάλλη περί των διαθέσεων του λαού, παρεδέξατο ανενδοιάστως, ότι δυνατόν ήτο να εκραγή εμφύλιος πόλεμος. Το Ναύπλιον ετέθη εις κατάστασιν πολιορκίας, η αστυνομία ανέπτυξε σωτήριον αυτής ενέργειαν, έρευναι κατ' οίκον και φυλακίσεις εξετελούντο, και πας ύποπτος ηναγκάζετο να καταλίπη ανυπερθέτως την πόλιν. Ούτως ηρπάγησαν νυκτός εκ των οίκων αυτών οι ιατροί Αλεξόπουλος και Σπηλιόπουλος, εσύρθησαν χωρίς τινος ανακρίσεως ή εξετάσεως έξω των πυλών των τειχών και εξηναγκάσθησαν να φύγωσιν εις Ύδραν.
Ο γενναίος του Κολοκοτρώνη συναγωνιστής ο Τουρκοφάγος Νικήτας επετράπη και ανέλαβε την διοίκησιν παντός του εις Πόρον αποσταλέντος σώματος εκ χιλίων περίπου ανδρών, όπερ αποστολήν είχε να υποστηρίξη εκ της Στερεάς τας κινήσεις των Ρώσων. Οι προφυλακές αυτού προυχώρησαν αντίπεραν μέχρι της νήσου, αυτός δε εστρατοπέδευσεν εν τω προαστείω Γαλατά, κειμένω επί της Στερεάς απέναντι του Πόρου.
Ότε αφίκετο εις Πόρον ο ναύαρχος Ρίκορδ, ο Μιαούλης κατεγίνετο εις εξοπλισμόν των πλοίων, άτινα είχε καταλάβει, όπως απαγάγη αυτά κατόπιν εις Ύδραν. Προσκληθείς δε να παραιτηθή του σκοπού αυτού, εδήλωσεν ότι ενήργει τη διαταγή της συνταγματικής επιτροπής. Μάτην ηπείλησε βίαν ο Ρίκορδ. Ο Μιαούλης, διαβεβαιών την ευπείθειαν αυτού εις τας προστάτιδας Δυνάμεις, υπεδήλωσεν, ότι δεν ηδύνατο να λάβη διαταγάς παρά του Ρώσου ναυάρχου ατομικώς, και ότι ήθελεν υπερασπισθή εναντίον αυτού. Παρέπεμψε δε τον ναύαρχον Ρίκορδ εις τας δημοτικάς της Ύδρας αρχάς, όπερ εθεωρήθη φυσικώς υπό των Ρώσων ως ειρωνεία. Αι διαπραγματεύσεις ετραχύνθησαν, και βίαιαι επήλθον σκηναί· Ρώσος δε τις κήρυξ, σχίσας επιστολή του Μιαούλη και καταπατήσας αυτήν ενώπιον του ελληνικού πληρώματος, ολίγου δειν εφονεύετο υπό των αγανακτησάντων Ελλήνων, αν δεν προυστάτευεν αυτόν ο Μιαούλης. Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν επεφάνησαν οι της Αγγλίας και Γαλλίας κυβερνήται Λάιονς και Λαλάνδ, τυχαίως ελθόντες και έτοιμοι να επανακάμψωσιν εις Ναύπλιον. Ίνα διατηρήσωσι δε το κύρος της τριπλής συμμαχίας, συνετάχθησαν ταις ενεργείας του πρεσβυτέρου αυτών συναδέλφου, του Ρίκορδ. Προσεκάλεσαν τους επαναστάτας να αποχωρήσωσι και να αποδώσωσι τη κυβερνήσει τα τε πλοία και τον ναύσταθμον. Αλλ' ο Μιαούλης ησθάνετο έτι και νυν ότι ήτο πολίτης της Ύδρας· αντέταξε τας ρητάς διαταγάς της δημογεροντίας και επιτροπή, σταλείσα εις Ύδραν όπως ερωτήση περί τούτου, επεβεβαίωσεν αυτάς. Ο Λάιονς και ο Λαλάνδ ούτ' εξουσίαν ούτε διάθεσιν είχον να ασκήσωσι βίαν τούτου δ' ένεκα απήλθον εις Ναύπλιον, όπως μάθωσι την γνώμην των αντιπρέσβεων.
Αναντιρρήτως ο ένθεν κακείθεν πλους της «Μαδαγασκάρ», η αιφνίδιος εμφάνισις, η ατελής απειλή και η παραχρήμα αναχώρησις αμφοτέρων των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ήσαν πρόσφορα μόνον όπως αναζωογονήσωσι τας ελπίδας των επαναστατών.
Πριν ή αποπλεύσωσιν όμως συνεφώνησαν προς αμφοτέρους τους αντιπάλους να γείνη αποφυγή πάσης αιματοχυσίας, έλαβον δε παρά του Μιαούλη και του ναυάρχου Ρίκορδ την υπόσχεσιν, ότι δεν θα επιχειρήσωσί τι κατ' αλλήλων ιδιοβούλως, μέχρις ού επιστρέψωσιν εκ Ναυπλίου ο Λαλάνδ και ο Λάιονς κομίζοντες την απόφασιν των συμμάχων. Αλλά και διάθεσιν αν είχεν ο ρώσος ναύαρχος να υπομείνη μέχρι της προθεσμίας ταύτης, τα πράγματα έμελλον να κατισχύσωσι της υποσχέσεως αυτού. Ο Ρίκορδ έγραψε προς τους δύο συναδέλφους επιστολήν, αγγέλλουσαν ότι σκοπόν είχε να περιζώση τον Μιαούλην, να κλείση αυτώ το μεσημβρινόν στόμιον του πορθμού, και να εξαναγκάση αυτόν εις παράδοσιν· εις τοσούτον δε μάλιστα προυχώρει ο προς επέμβασιν ζήλος αυτού, ώστε ηξίωσε παρά των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων να υποστηρίξωσιν αυτόν εν ταις κατά του Μιαούλη και των Υδραίων ενεργείαις αυτού. Ούτω δε ευθύς αμέσως μετά τον απόπλουν των κυβερνητών του γαλλικού και αγγλικού στόλου, ανεκοίνωσεν ο Ρίκορδ προς τον Έλληνα ναύαρχον, ότι έμελλε να αποστείλη δύο πλοία εις το μεσημβρινόν στόμιον του στενού, άπερ και απέστειλε και κατέλαβον εν τω μέσω αυτών την κορβέταν «Σπέτσαι», απεκώλυσαν τον είσπλουν και έκπλουν των πλοιαρίων, άτινα μετέφερον ύδωρ και τροφάς εις το αντίπεραν κείμενον Μοναστήριον. Πρόδηλος σκοπός αυτών ήτο να διακοπή εντελώς η προς την Ύδραν συγκοινωνία, να αποκλεισθή δε και λιμοκτονήση ο Μιαούλης εν τω στενώ εκείνω πόρω. Τούτου δ' ένεκα κατά την νύκτα της 24 προς την 25 Ιουλίου επήλθε μάχη μεταξύ των ρώσων και των επαναστατών. Μικρά τις κορβέτα, φορτίον τροφίμων εξ Ύδρας κομίζουσα, απεπειράθη να εισχωρήση διά της μικράς εισόδου εις τον λιμένα. Ο κυβερνήτης του ρωσικού πλοίου ο «Τηλέμαχος» εξέπεμψεν ευθύς λέμβον, προσκαλών αυτήν να οπισθοχωρήση· αποκρουσθείσης δε της λέμβου διά πυροβολισμών, ήρξατο πυροβολών και αυτός κατά των επαναστατών. Το φρούριον του Πόρου, και η κορβέτα «Σπέτσαι» μετέσχον του επακολουθήσαντος κατά των Ρώσων αγώνος. Κατίσχυσαν όμως τα κάλλιον ωπλισμένα και πεπληρωμένα πλοία, και μετά δίωρον μάχην, η μεν κορβέτα «Σπέτσαι» είχεν απολέσει τους ιστούς αυτής, η δε άλλη ηναγκάσθη να επιστρέψη εις Ύδραν. Επέτυχον δε ούτως οι Ρώσοι να αναγκάσωσιν εις υποστροφήν και τους τρόφιμα κομίζον υδραϊκόν πλοίον. Το γεγονός τούτο βαθείαν ενεποίησεν εντύπωσιν τω Έλληνι ναυάρχω. Απέστειλε δε τον υπασπιστήν αυτού Αργυρόπουλον εις την ρωσικήν ναυαρχίδα, όπως εκφράση παράπονα κατά των παρακεκινδυνευμένων κινημάτων του ρωσικού στόλου. Αλλ' ο Ρίκορδ, ένθερμος ρώσος πατριώτης, θεωρών πάσαν την κατά του Κυβερνήτου επανάστασιν ως ειδικήν κατά του Τσάρου προσβολήν, απήντησε διά τινων τραχειών ναυτικών εκφράσεων, ότι «οι επαναστάται δεν ήξιζον τίποτε καλλίτερον». Επειδή δε ο Μιαούλης, και μετά τούτο δεν απετρέπετο του παραλόγου σκοπού αυτού, αλλά διέταξε την νέαν πλήρωσιν των «Σπετσών», και εζήτησεν επικουρίας παρά της κοινότητος της Ύδρας, αναγκαίον ενόμισεν ο Ρώσος ναύαρχος να προβή εις οριστικόν τινα κατ' αυτού κτύπον, και να συλλάβη αμφοτέρας τας κατά το μικρόν στόμιον του πορθμού ευρισκομένας ελληνικάς κορβέτας.
Η 29 Ιουλίου είχεν ορισθή υπό του Ρίκορδ προς εκτέλεσιν οριστικής τινος επιθέσεως. Ενώ το πυρ των ρωσικών πλοίων ήθελεν απασχολεί τους επαναστάτας, έμελλον να εξορμήσωσι τα κυβερνητικά στρατεύματα εκ των υψωμάτων του Γαλατά, να διαβώσι το αβαθές στενόν και να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον του Πόρου, όπερ τοσούτον ζωηρώς είχε μετάσχει του κατά του «Τηλεμάχου» αγώνος. Το σχέδιον όμως τούτο απέτυχε. Καθότι ο του των επιλέκτων τάγματος διοικητής Διαμαντινός, όστις είχε προτείνει να οδηγήση το σώμα της εφόδου, ελπίζων ότι δεν ήθελε γείνει δεκτή η πρότασις αυτού, απώλεσε το θάρρος κατά την κρίσιμον στιγμήν· τα δε στρατεύματα της Κυβερνήσεως δεν εκινήθησαν εκ της θέσεως αυτών.
Εν τούτοις όμως η από της θαλάσσης προσβολή επέτυχε πληρέστατα. Δύο ρωσικά βρίκια προσέβαλον το φρούριον του Πόρου, δύο δε άλλα επετέθησαν κατά των ασθενώς πεπληρωμένων και κακώς ωπλισμένων ελληνικών κορβετών, ών ιδίως την άλωσιν εσκόπει ο Ρίκορδ. Μετά μιας ώρας μάχην ετινάχθησαν αι «Σπέτσαι» εις τον αέρα, ετέρα δε τις κορβέτα περιήλθεν εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν, ώστε το πλήρωμα αυτής ηναγκάσθη να καταλίπη αυτήν και να καταφύγη εις Πόρον.
Το άγγελμα της πρώτης ταύτης σπουδαίας συγκρούσεως μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων διέπτη ταχέως εις Ναύπλιον

Ο δε αντιπρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν έγραψε·
«Μετά τοσαύτας ευεργεσίας, άς επεδαψίλευσεν η Ρωσία εις την χώραν ταύτην, μετά την πιστήν προστασίαν, ήν παρέσχεν εις τους Έλληνας, μεθ' όλας τας εκδουλεύσεις, άς ρώσοι πράκτορα παρέχουσιν έτι και νυν εις τους Υδραίους καθ' εκάστην, ηδύνατο βεβαίως να φρονή η Ρωσία, ότι ήτο ασφαλής κατά τοιαύτης προσβολής και τοσούτον μελανής αχαριστίας. Ευρίσκομαι εν λυπηρά ανάγκη να ανακοινώσω εις την αυλήν μου τας λεπτομερείας του αξιοθρηνήτου αυτού γεγονότος. Θέλω δ' επίσης εκθέσει το πράγμα εις την εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικήν πρεσβείαν, όπως λάβη αύτη πάραυτα όσα νομίση πρόσφορα μέτρα κατά των εν τοις λιμέσι του Ευξείνου ευρισκομένων σήμερον υδραϊκών πλοίων».
Προς ταύτα δ' απήντησεν ο Κυβερνήτης:
«Η Ελλάς εκ του προτέρου ήδη εστηλίτευσε τους εργάτας του κατά της αυτοκρατορικής ρωσικής σημαίας εγκλήματος, και καθιστά επομένως αυτούς μόνους υπευθύνους επί τη ζημία, ήν δύνανται να υποστώσι τα σπουδαιότατα Ελληνικά συμφέροντα, όταν η υμετέρα έκθεσις και η του ναυάρχου Ρίκορδ φθάσωσιν εις Ρωσίαν. Η Ελλάς και η κυβέρνησις αυτής ευελπιστούσιν, ότι ο Τσάρος εν τη δικαιοσύνη και τη αγαθότητι αυτού δεν θέλει συγχύσει την μεγάλην του έθνους ομάδα, ήν εμπνέει ευγνωμοσύνη προς τον αυτοκρατορικόν της ευεργέτην, τους ολίγους εκείνους ανθρώπους, οίτινες σκληροτραχήλως επιδιώκουσι παράφρονα και εγκληματικά σχέδια, καταδηλούντες ούτως ικανώς την τύφλωσιν αυτών.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'. Τα εν Πόρω. — Η ανατίναξις της φρεγάτας «Ελλάδος» και της κορβέττας «Ύδρας». — Η λεηλασία του Πόρου. — Τα μετά τα εν Πόρω — Αναβολή της Εθνοσυνελεύσεως. — Η αντιπολίτευσις μαίνεται — Μελετάται η του Καποδιστρίου δολοφονία. — Σύλληψις του Πετρόμπεη υπό του ναυάρχου Κανάρη και φυλάκισις αυτού εν τω Ιτς-Καλέ — Αποτυχία της συνεντεύξεως Πετρόμπεη προς τον Κυβερνήτην — Διάλογος Πετρόμπεη Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχαλών. — Απόφασις της δολοφονίας. — Η δολοφονία. — Φόνος του δολοφόνου Κωνσταντίνου. — Καταφυγή του Γεωργίου Μαυρομιχάλη εις το μέγαρον της Γαλλικής πρεσβείας. — Παράδοσις αυτού. — Καταδίκη εις θάνατον. — Η Γερουσία εκλέγει τριμελή επιτροπήν εκ των Αυγουστίνου Καποδιστρίου, Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Ιωάννου Κωλέττη. — Τα μετά την δολοφονίαν — Κρίσεις
Εν τω μεταξύ οι των δυτικών Δυνάμεων διπλωμάται υπέβαλον τω Κυβερνήτη εγγράφους διαβεβαιώσεις των εντολοδόχων αυτών, καθ' άς αι αυλαί θερμώς επεθύμουν να αποκατασταθή εν Ελλάδι η ησυχία υπό την κρατούσαν των πραγμάτων τάξιν. Συνεβούλευσαν δε τούτου ένεκα μέτρα συνδιαλλακτικά και σύγκλησιν Εθνοσυνελεύσεως, και ηρνήθησαν οριστικώς να διατάξωσι την σύμπραξιν των στόλων αυτών μετά του ρωσικού και την από κοινού μετά του Ρίκορδ επίθεσιν κατά του Μιαούλη. Ο Δώκινς ελάλει επιμονώτερον εί περ ποτε περί εθνικής συνελεύσεως και συντάγματος, και ο Ρουάν δ' αυτός συνίστα παραχωρήσεις υπέρ της συνταγματικής μερίδος. Ούτω δε ο Κυβερνήτης, δυσχεραίνων προφανώς και ενδόμυχον έχων πρόθεσιν να διακωλύση την εκτέλεσιν του αποφασισθέντος, συγκατένευσε τέλος εις συμβιβασμόν τινα: Ο Μιαούλης έμελλε να προσκληθή, εν ονόματι της τριπλής συμμαχίας, εις απόδοσιν της εθνικής ιδιοκτησίας· υπεσχέθη δ' αφ' ετέρου ο Καποδίστριας να παράσχη αμνηστίαν τοις μετασχούσι των εν Πόρω συμβάντων και να συγκαλέση ό,τι τάχιον εθνικήν συνέλευσιν.
Οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς έμελλον να ανακοινώσωσι τοις επαναστάταις τας σπουδαίας ταύτας αποφάσεις, και ανεχώρησαν προς τούτο εκ Ναυπλίου την 31 Ιουλίου, αλλά πριν ή φθάσωσιν εις Πόρον, είχεν ήδη επέλθει εκεί η απαίσιος και από μακρού επικρεμαμένη καταστροφή.
Η μάχη της 29 Ιουλίου είχε προξενήσει βαθυτάτην εντύπωσιν εις τους περί τον Μιαούλην. Την εσπέραν της 31 Ιουλίου απεφάσισαν οι εν Πόρω πατριώται, οίτινες τέως είχον υποστηρίξει πιστώς τον Έλληνα ναύαρχον, να προβώσιν εις διαπραγματεύσεις προς τον Ρίκορδ, ως στερούμενοι τροφών και πολεμεφοδίων. Συγκατένευσαν δε να καταληφθή η πόλις αυτών την επαύριον πρωίαν υπό του στρατού του Κυβερνήτου. Συνήνουν δ' αφ' ετέρου οι Ρώσοι να κλείσωσι τους οφθαλμούς αυτών, αν, διαρκούσης της νυκτός, μετεφέροντο εις Ύδραν οι εκτεθειμένοι εκ των κατοίκων και οι φοβούμενοι κρίσιν τινά Υδραίοι. Επί της φρεγάτας «Ελλάδος» απελείφθησαν τριάκοντα περίπου πρόσωπα μετά του Μιαούλη. Η γενική εν τούτοις αποθάρρυνσις δεν έκαμψε τον ατρόμητον ναύαρχον. Η αμηχανία εφαίνετο εκκρούσασα τον σπινθήρα εκ του λίθου και προκαλούσα πάσαν την πείσμονα αποφαστικότητα του Υδραίου ναυάρχου, όστις ανεκοίνωσε τω Ρώσω ναυάρχω διά του Σαχίνη, ότι εσκόπει να αναμείνη την άφιξιν των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ίνα διαπραγματευθή προς αυτούς, συνάμα δ' ότι προς το ελάχιστον εχθρικόν κίνημα ήθελε πυρπολήσει τα υπ' αυτού κατεχόμενα πλοία. Επειδή δ' ευλόγως υπέθετεν, ότι ξέναι παραστάσεις ήθελον κάλλιον επιδράσει, διεβίβασε την αυτήν ταύτην δήλωσιν προς τους Ρώσους διά του κυβερνήτου του γαλλικού βρικίου «Le Grénadier». Η φοβερά εκείνη απειλή εφάνη το κατ' αρχάς προξενήσασα εντύπωσίν τινα τω Ρίκορδ, όστις απήντησε δι' αγαθών λόγων και διεβεβαίωσεν ότι ήθελεν αναμείνει την άφιξιν των συναδέλφων αυτού. Μετ' ολίγον όμως έλαβε διά ταχυδρόμου, σταλέντος διά ξηράς, την είδησιν των μεταξύ Καποδιστρίου και των αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων εκκρεμών διαπραγματεύσεων, δι' ών επηγγέλλετο τοις επαναστάταις αμνηστία και η ποθητή εθνική συνέλευσις.
Εν τούτοις εν τω μεταξύ λαμβάνει επιστολήν του Κυβερνήτου λέγουσαν τάδε: «Φρονώ, ότι η υμετέρα ενεργητικότης θέλει έχει σωτήρια αποτελέσματα, καθότι οι Υδραίοι ναύται θέλουσι καταλείψει τα πάντα, άμα ως αισθανθώσιν έλλειψιν τροφών και χρημάτων, στενοχωρούμενοι μάλιστα υπό του κατέχοντος την πόλιν στρατού. Ο Μιαούλης μένει τότε μόνος μετ' ολίγων αξιωματικών. Τι μένει πλέον εις αυτούς να πράξωσι; Δυνατόν να ευρίσκωνται ήδη νυν εις τοιαύτην θέσιν. Δεν έχω λόγους, κύριε ναύαρχε, όπως εκφράσω υμίν τι θέλει σας οφείλει η Ελλάς. Μη συγχύσητε, προς Θεού, την χώραν ταύτην και την σπείραν εκείνην των ουτιδανών και αφρόνων, οίτινες ουδεμίαν έχουσιν ιδέαν περί εκπληρώσεως καθήκοντος». Η επιστολή αύτη ήρκεσε να εξεγείρη τον Ρίκορδ, όστις απεφάσισε να δοθή οριστικός τις κτύπος, προ της αφίξεως των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων. Μετά πολλής δε περισκέψεως διέθεσεν ούτος τα της προσβολής: Τα τηλεβόλα εδέσποζον της πόλεως και της εισόδου του στενού, επομένως και του εγγυτάτου συνδέσμου προς την Ύδραν. Το φρούριον Άιδεκ, εκκενωθέν υπό της ασθενούς υδραϊκής φρουράς, κατελήφθη υπό των στρατευμάτων του Κυβερνήτου. Η κορβέττα «Σπέτσαι» και υδραϊκόν τι βρίκιον ηγκυροβολημένον εν τω προ του Μοναστηρίου όρμω είχον υποκύψει, ως είδομεν, εις την υπέροχον ρωσικήν δύναμιν (79)· απόσπασμά τι δε τακτικού στρατού προυχώρησε την πρωίαν της 1 Αυγούστου προς τον Πόρον, όπως προστατεύση συνάμα την πόλιν κατά της λύσσης των ατάκτων, διότι οι κάτοικοι του Πόρου είχον λίαν χαλαρωθή και προύτειναν συνθηκολογίαν. Του Ρίκορδ ούτω παρεσκευασμένου, ο Μιαούλης είχε μόνον περί τους τριάκοντα μόλις ναύτας επί της «Ελλάδος», τάδε λοιπά αυτού πλοία ασθενέστατα πληρώματα. Ανεμένετο όμως από ώρας εις ώραν η άφιξις των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων και των στόλων αυτών. Εν τούτοις, ούτως έχων ο Μιαούλης, ανεκοίνωσε προς τον Ρώσον ναύαρχον και προς τον προ μικρού αφικόμενον εις τον λιμένα μετά του πολεμικού βρικίου Γάλλον πλοίαρχον Λεβαγιάν, ότι απόφασιν είχε να επιχειρήση τα έσχατα.
Είχεν ελπίσει πεποιθότως, ότι ο Ρίκορδ ήθελεν αναμείνει την επάνοδον του Λαλάνδ και του Λάιονς, ότε η επίθεσις των ρώσων κατά του όρμου της Μονής εξήγειρεν αυτόν από της ησυχίας. Διά της ησκημένης οξυδερκείας του εν ναυμαχίαις πεπειραμένου ανδρός κατανόησε πάραυτα, ότι τα πλοία του Ρίκορδ εκινούντο προς κατάληψιν καιρίων θέσεων, όθεν να δύνανται, αβλαβή αυτά, να προσβάλωσι διά του πυρός τον Ελληνικόν στόλον. Ήτο 9 1)2 ώρα, ο δε Ρίκορδ είχε δώσει ακριβώς την διαταγήν εις προχώρησιν, και προσεπάθει να καταλάβη διά των πλοίων αυτού νέαν εγγυτέραν θέσιν, ότε φοβερά έκρηξις ανήγγειλεν, ότι ο Μιαούλης εξετέλεσε την απειλήν αυτού. Δευτέρα έκρηξις επηκολούθησε, σχεδόν αμέσως. Η φρεγάτα «Ελλάς» και η κορβέττα «Ύδρα» είχον ανατιναχθή εις τον αέρα. Ότε δε τα πυκνά νέφη του καπνού, άτινα είχον περιβάλει τον Ελληνικόν στόλον, διελύθησαν, εφάνησαν επιπλέοντα των υδάτων τα συντρίμματα της λαμπράς «Ελλάδος» και της πρώην λείας αυτής «Ύδρας.» Ο Έλλην ναύαρχος είχε ριφθή, αμέσως προ του γεγονότος, εντός λέμβου τινός μετά των περί αυτόν, και διαφυγών ως εκ θαύματος την από των ρώσων βροχήν σφαιρών, εσώθη εις Ύδραν. Μόλις μετά πολλού κόπου κατωρθώθη να διασωθή εκ των καταστρεπτικών φλογών ο μέχρι τούδε σωζόμενος ναύσταθμος και μέρος τι των επιλοίπων πλοίων καθότι πανταχού είχον θέσει πυρ οι επιδέξιοι της Ύδρας πυρποληταί. Εν κινδύνω δε ζωής κατωρθώθη να αποκοπώσι και σβεσθώσιν εγκαίρως τα καίοντα εναύσματα.
«Το γεγονός τούτο, ην λιπηρότατον διά την Ελλάδα, ηδύνατο δε να θεωρηθή ως αντίρροπον της εν Ναβαρίνω καταστροφής,» λέγει έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως, της 14)26 Αυγούστου 1831. Δι' αυτού κατεστράφησαν δύο λαμπρά πλοία διά πολλών κόπων αγορασθέντα εν Αμερική και τοσούτον χρησιμεύσαντα κατά τον αγώνα.
Προσέβαλεν αληθώς καιριώτατα η πυρπόλησις του στόλου το νέον Ελληνικόν Κράτος, και κατέστρεψε διά μιας την βαρυτίμως εξαγορασθείσαν ανάπτυξιν του πολεμικού ναυτικού· και είνε βεβαίως αξιοθρήνητος η τύφλωσις εκείνη, ήτις οπλίζει το φατριαστικόν πάθος εις ζημίαν του κοινού καλού, και εγχειρίζει αυτή προς τούτο τον δαυλόν της καταστροφής. Ευτυχώς εσχάτως ο εν Πόρω μοίραρχος της εκπαιδευτικής ναυτικής μοίρας ανήγγειλε προς το υπουργείον των Ναυτικών, ότι ο δύτης Γεώργιος Τρασάνης αιτείται την άδειαν να ανελκύση άνευ αποζημιώσεως από μέρους του δημοσίου ταμείου την ιστορικήν φρεγάταν «Ελλάδα», ήτις κατασκευασθείσα, ως είπομεν, εν Αμερική εκ των χρημάτων του εθνικού δανείου του 1824 και μέγα κατά τον αγώνα διαδραματίσασα πρόσωπον, τοιούτον επέπρωτο να έχη τέλος. Ο ρηθείς δύτης κατελθών εις το βάθος της θαλάσσης ανεύρε την φρεγάταν, εξ ής υπολείπεται το κάτω μέρος του σκάφους φαίνεται δε εν αυτώ το έρμα και το σκάφος κεκλιμένον προς αριστερά, βεβυθισμένον δε εν τη ιλύι. Ευχής έργον θα ήτο αν ανειλκύετο η φρεγάτα αυτή, ής τα εσκωριασμένα λείψανα εν τω μουσείω της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος κατατιθέμενα να εγείρωσι τον ενθουσιασμόν άμα και την λύπην επί τη επελθούση συμφορά και χρησιμεύωσιν ούτως ως παράδειγμα τοις επιγιγνομένοις.
Την 2)14 Αυγούστου επήλθε ζωηρά ανταπόκρισις μεταξύ των συναδέλφων. Ο Λαλάνδ και ο Λάιονς προσεπάθησαν να αποτρέψωσι τον ναύαρχον Ρίκορδ της χρήσεως βίας κατά των Υδραίων, και απήτησαν ανακοίνωσιν των προς αυτόν διαταγών αφού, παρά την δήλωσιν του Κυβερνήτου, είχε προβή εις εχθροπραξίας προς στασιώτας και απεμονώθη από της συμμαχίας. Ο Ρίκορδ εδικαιολογήθη, λέγων ότι απέτρεψε μόνον την προσβολήν ελληνικών πλοίων, αλλ' οι δύο κυβερνήται απήντησαν, ότι η διά του πλοίου αυτού μεταφορά ελληνικών στρατευμάτων υπήρξεν αφορμή της επελθούσας καταστροφής, και παρετήρησαν ότι αι πρώται εχθροπραξίαι εγένοντο υπό των Ρώσων. Ο Κυβερνήτης όμως ενόμισεν αναγκαίον να ανακοινώση προς τον Ρίκορδ προς καθησύχασιν αυτού τα εξής: «Δύναμαι να σας αποδείξω δι' επισήμων εγγράφων το εναντίον εκείνον, όπερ δυσηρέστησεν υμάς εν ταις επιστολαίς των υμετέρων συναδέλφων».
Εν τούτοις, τα μετά την εν Πόρω κρίσιν επελθόντα κατά την ξηράν συμβεβηκότα κατέδειξαν, ότι ουδέν πλέον εδυσώπει ή περιέστελλε τον Κυβερνήτην. Το υπό τον Νικήταν και Καλλέργην σώμα της κατοχής, όπερ συνεπεία συνθηκολογίας της 31 Ιουλίου είχεν εισέλθει εις την πόλιν του Πόρου, εφέρετο προς αυτήν ως κατακτηθείσαν πόλιν. Οι ατυχείς του Πόρου κάτοικοι απέτινον αναγκαίως την οργήν των Καποδιστριακών επί τω εγκλήματι του Μιαούλη. Αι αρχαί ουδέν έπραττον προς περιστολήν των ακολασιών, αίτινες διεπράττοντο κατά τε των πραγμάτων και προσώπων. Πυρ και σίδηρος ελυμαίνοντο την πόλιν εκείνην, ήτις προ 24 ωρών είχεν υποταγή εκουσίως, και ής οι πράγματι ένοχοι κάτοικοι είχον προ καιρού καταφύγει εις Ύδραν. Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων αξιωματικοί και στρατιώται επανέκαμψαν εις Άργος και Ναύπλιον.
Οι ξένοι μόνοι, όσοι διετέλουν έτι εν ελληνική υπηρεσία, δεν συνεμερίσθησαν τας διαθέσεις ταύτας. Οι Γάλλοι ειθισμένοι ανέκαθεν να συγκιρνώσι, δι' ελευθέρας εκφράσεως του πολιτικού αυτών φρονήματος, τον ζυγόν όν είτε υφίστανται ή και επιβάλλουσι πολλάκις έν τε τη πατρίδι αυτών και επί ξένης, εξέφραζον απροκαλύπτως την αγανάκτησιν αυτών, ο δε στρατηγός Ζεράρ εξέδωκεν ημερησίαν διαταγήν, εν ή δριμύτατα κατεμέμφετο τοις μετασχούσι της λεηλασίας στρατιώταις. Ούτω μετά της εν Πόρω κρίσεως εξερράγη εις εκφανή εχθρότητα η επικρατούσα τέως ψυχρότης μεταξύ του Κυβερνήτου και των Γάλλων. Η θέσις αυτών είχεν ήδη καταστή δυσχερής και δυσφόρητος, έμενον δε εισέτι, όπως αποτρέψωσι την εντελή διάλυσιν του τακτικού σώματος, ήτις ην άφευκτος μετά την αναχωρήσιν αυτών. Ο Καποδίστριας θεωρείτο πλέον υπό των αντιπρέσβεων Αγγλίας και Γαλλίας ως φατριαστής μόνον και ως ρωσίζων.
Διά τούτο αντέστησαν ούτοι ζωηρότατα, ότε ο ναύαρχος Ρίκορδ, συμμορφούμενος προς την επιθυμίαν του Καποδιστρίου, παρεσκευάσθη να αποκλείση την στασιάσασαν Ύδραν. Επειδή δε τα ρωσικά πολεμικά βρίκια ήρξαντο περιπλέοντα προ της νήσου, και ηπείλουν να βυθίσωσι παν πλοίον αποπειρώμενον να εξέλθη του λιμένος, απέστειλαν εκείσε πολεμικά πλοία ο τε Λαλάνδ και ο Λάιονς, όπως παρακωλύσωσι την έκρηξιν εχθροπραξιών. Ούτως η συγκεκαλυμμένη διάστασις μεταξύ των τριών προστατίδων Δυνάμεων απεκαλύφθη εντελώς, οι δε επαναστάται ηδύναντο πλέον απροκαλύπτως του λοιπού να επικαλεσθώσι την Γαλλίαν και την Αγγλίαν. Δεν προύκειτο πλέον περί στάσεως κατά της καθεστηκυίας αρχής, αλλά περί απαλλαγής από ξένης επιδράσεως, ως έλεγον.
Μεταξύ Ρίκορδ και των Υδραίων είχε συμβή προ μικρού εν Σύρω όμοιόν τι προς τα του Πόρου, τούτο δε εξηρέθισε το αίμα του Κυβερνήτου. Ο Ρώσος κυβερνήτης ηθέλησε να συλλάβη διά της βίας εν τω λιμένι της νήσου εκείνης ιδιόκτητόν τι βρίκιον του Μιαούλη. Αλλ' ο πλοίαρχος εδήλωσεν αυτώ, ότι συμφώνως προς τας οδηγίας του Μιαούλη ήθελε καύσει μάλλον ή παραδώσει το πλοίον. Εμεσίτευσε τότε ο Αυστριακός πρόξενος παρά τω Ρίκορδ, όπως αποτρέψη της Σύρου τας συνεπείας εμπρησμού, δυναμένου να εκταθή επί την πόλιν και τας αποθήκας, και κατώρθωσε να ακουσθεί η παράκλησις αυτού, εγγυηθείσης της κοινότητος της Σύρου, ότι το βρίκιον δεν ήθελεν επιχειρήσει τι κατά της ρωσικής σημαίας. Από της στιγμής εκείνης παράτησαν τα ελληνικά πλοία την ρωσικήν σημαίαν και ανέλαβον την τρίχρουν γαλλικήν. «Οι Ρώσοι μετέλαβον του μίσους, όπερ ησθάνθη ολόκληρον το ελληνικόν έθνος κατά του Κυβερνήτου Καποδιστρίου· μετέσχον δ' αυτού επίσης και τα περί αυτόν πρόσωπα, άτινα χωρίς τινος λόγου προσωπικού συμφέροντος διέμενον έτι εν υπηρεσία της κυβερνήσεως», κατά τινα έκθεσιν εξ Αθηνών και εκ Σύρου. Ο Καποδίστριας ως δεινός διπλωμάτης ιδών την διάστασιν των κυβερνητών των ευεργετίδων Δυνάμεων και επιθυμών να λυθή υπό ανωτέρου κριτηρίου η προς μεγίστην αυτού δυσαρέσκειαν αναφυείσα διάστασις αύτη απηύθυνε, κατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου 1831, υπόμνημά τι προς την εν Λονδίνω σύνοδον, παραπονούμενος ότι οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς δεν είχον ενεργήσει εκ συμφώνου μετά του ναυάρχου Ρίκορδ, καίτοι πάντες κατέκριναν την διαγωγήν αυτού. «Ο Κυβερνήτης — κατά τινα έκθεσιν εκ Κωνσταντινουπόλεως — διέγραψεν επί τη ευκαιρία ταύτη φρικτήν της Ελλάδος την εικόνα· απήτησε δε να δοθή πέρας εις την περί του μέλλοντος της χώρας επικρατούσαν αοριστίαν, να ορισθώσιν ό,τι τάχιον τα όρια και ο ηγεμών αυτής, να σταλώσι δε όμοιαι οδηγίαι προς τους αντιπρέσβεις και τους κυβερνήτας των στόλων, και να χορηγηθή, απέναντι του υπό των Δυνάμεων εγγυηθέντος δανείου, χρηματική τις συνδρομή προς την προσωρινήν κυβέρνησιν, ής είχον εντελώς εξαντληθή τα ταμεία». Αλλά και τα παράπονα και η αίτησις βοηθείας απήχησαν άνευ τινός αποτελέσματος παρά τη εν Λονδίνω Συνόδω. Ούτω δε εν Ελλάδι, άμα ως το ελληνικόν ναυτικόν εκοσμήθη διά της γαλλικής σημαίας, οι δε αντιπρόσωποι των δυτικών Δυνάμεων ουδόλως απέκρυπτον πλέον την απροκάλυπτον αυτών συμπάθειαν υπέρ της αντιπολιτεύσεως, επήλθεν άμεσος η διαλυτική κρίσις της πολιτικής αποσυνθέσεως. Ο Καποδίστριας, κάλλιστα τα επερχόμενα οσφραινόμενος, κατενόησεν ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστροφής, και την στιγμήν ταύτην εξέλεξε προς εκτέλεσιν προφυλακτικού τινος πραξικοπήματος.
Μέχρι τούδε είχεν αναβάλει την σύγκλησιν της εθνικής συνελεύσεως προφασιζόμενος ότι ήτο ανάγκη να επέλθη πρότερον η απόφασις της εν Λονδίνω συνόδου, και να ανατεθή η περί πάντων κρίσις προς τον μέλλοντα ηγεμόνα, αλλά η παράτολμος του Μιαούλη πράξις διέλυσε πάσαν περιοριστικήν αυτού σκέψιν, και την δευτέραν ημέραν μετά την πυρπόλησιν του ελληνικού στόλου (2 Αυγούστου) εξέδωκε διάταγμα, δι' ού καθίστα γνωστόν, ότι αι περιστάσεις υπηγόρευον αυτώ να συγκαλέση ταχύτερον την συνέλευσιν, και ότι οι πληρεξούσιοι έπρεπε να συνέλθωσιν εν Άργει την 1)13 Σεπτεμβρίου. Η δ' εθνική συνέλευσις είχεν, ως είδομεν, αναβληθή τη 6 Αυγούστου 1829, υφίστατο δ' έτι νομίμως, και ο πρόεδρος Γ. Σισίνης υπέγραφε πάντοτε ως πρόεδρος της Εθνοσυνελεύσεως. Επειδή όμως ο Καποδίστριας προέβλεπεν, ότι αυτοί εκείνοι οι πληρεξούσιοι, μεταβαλλομένων νυν των πραγμάτων, δεν θα ήσαν πλέον τοσούτον ευάγωγοι όσον πρότερον, απεφάσισε να ασκήση το κινδυνώδες εκείνο προνόμιον, όπερ επιτρέπει εις τον ηγεμόνα να διαλύη βουλήν δυσαρεστούσαν αυτώ, όπως η βέβαιος, ότι εν τη νέα συνόδω θέλει απαντήσει ολιγωτέραν ιδιότροπον αντίστασιν. Απεφάσισε δε να διαλύση σιωπηρώς την υφισταμένην συνέλευσιν διατάσσων νέας εκλογάς. «Οι εκλογικοί σύλλογοι, δύνανται ή να επικυρώσωσι τους πληρεξουσίους, οίτινες μετέσχον της εν Άργει συνελεύσεως του 1829, ή να εκλέξωσι νέους, όσους και όπως ο νόμος διατάσσει.»
Διέταξε δε συγχρόνως τον πρόσκαιρον επί της δικαιοσύνης γραμματέα Μ. Σικελιανόν, όπως εξαιτήσηται, δήθεν οικεία βουλήσει υπέρ του Μιαούλη και των οπαδών αυτού επιείκειαν· αλλά συγχρόνως εν τη αυτή εκθέσει απήτει εξαιρετικόν δικαστήριον εκ πέντε γερουσιαστών και ενός εισαγγελέως των Εφετών όπως δικάση τους πρωταιτίους πάσης στάσεως, ταραχής και συνωμοσίας, τους την «συνταγματικήν επιτροπείαν» της Ύδρας αποτελούντας: Γεώργιον Κουντουριώτην, Ανδρέαν Μιαούλην, Σαχίνην, Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον και Αναστάσιον Πολυζωίδην. Επειδή δε η κατακραυγή πάντοτ' εξηκολούθει κατά του κυρίου αιτίου της καταστροφής, του Βιάρου, και του υπερβολικόν υπέρ της κυβερνήσεως ζήλον επιδεικνυμένου Γιαννετά, ο Καποδίστριας, όπως καταπραΰνη την κοινήν γνώμην έπαυσεν αυτούς των θέσεων και διέταξε να καταλίπωσι το Ελληνικόν έδαφος. Αλλά ταύτα πάντα εγένοντο λίαν αργά· ο αγών έμελλε να διακριθή δι' αίματος· οι Υδραίοι εξωπλίσθησαν προς διάδοσιν της στάσεως· ο Τσάμης Καρατάσος ο αποτυχών, ως είρηται, εν τη εκτός του Ισθμού Ελλάδι, επιβάς νυν υδραϊκού πλοίου έπλεεν εις Πελοπόννησον, όπως εξεγείρη εκεί τα πνεύματα κατά του Κυβερνήτου, όστις στερούμενος στόλου ελληνικού, ανέβηκε τω Ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ την καταπολέμησιν της επιτεινομένης επαναστάσεως.
Ο Ρίκορδ περιπλέων τα παράλια της Πελοποννήσου, εν τω κόλπω της Κορώνης ηνάγκασεν Υδραίους επιβαίνοντας τριών πλοίων προς εξέγερσιν των Μανιατών, ίνα, πυρπολήσαντες τα εαυτών πλοία, αποβώσιν εις Αλμυρόν.
Πανταχόθεν απειλούμενος ο Καποδίστριας οτέ μεν μετεχειρίζετο βίαν, οτέ δε την αλωπεκήν. Επήλθεν η κυρία ημέρα συγκλήσεως των πληρεξουσίων, η 1 Σεπτεμβρίου, και παρήλθεν· αλλ' ο Καποδίστριας υπό παντοίας προφάσεις ανέβαλλε την έναρξιν των εργασιών· η αναβολή εξηρέθιζε τον λαόν. Καθήρεσε Βασίλην τινά αξιωματικόν του τακτικού στρατού, όστις ομνύων δεύτερον υπό του Κυβερνήτου επιβαλλόμενον όρκον εξείπε φράσεις προσβλητικάς κατ' εκείνου· αλλ' ο καθαιρεθείς μεταβάς εις Ύδραν εξήγειρε, καθ' εκάστην, θύελλαν κατά του Κυβερνήτου· Ημέρα τη ημέρα οι υπάλληλοι εκ μωρίας ή υπερβολικού ένεκα ζήλου εκίνουν την χολήν κατά του Καποδιστρίου, όν ήθελον καταστήσωσιν αγαπητόν παρά τω λαώ. Τα πνεύματα ήσαν εις άκρον εξεγηγερμένα κατά του Κυβερνήτου· παντοίαι διαδόσεις αληθείς και ψευδείς υπέθαλπον παρά τω λαώ κρυφίαν τινά ταραχήν και φόβον περί του μέλλοντος της πατρίδος· ότε μεν παρίστατο υπό των αντιπολιτευομένων ο Καποδίστριας ως Ρώσος τοποτηρητής, όστις ητοίμαζε τη Ρωσία την υποταγήν της Ελλάδος, ότε δε διεδίδετο τη ενεργεία, ως εικός, των Άγγλων και Γάλλων, ότι ο Καποδίστριας ως κωλύων την ανάρρησιν Βασιλέως της Ελλάδος εκώλυε συγχρόνως και την ευδαιμονίαν του έθνους.
Είχεν ήδη μάλιστα συλληφθή η ιδέα του «φόνου του τυράννου». Ο Πρόκες — Όστεν μάλιστα γράφει, ότι «έρανος προς μίσθωσιν δολοφόνων περιεφέρετο σχεδόν αναφανδόν, και ότι ο μεν Μαυροκορδάτος ηνείχετο, ο δε Ζωγράφος και υπεστήριζεν αυτόν . . . . Ο δε ανίκανος Υψηλάντης είχεν αποσυρθή εις Άργος, και τοιούτον υπεδύθη ήθος, ώστε οι συνωμόται απήτησαν παρ' αυτού συνδρομήν προς εκτέλεσιν αποτροπαίου σχεδίου. — Ουχί! απήντησεν ούτος τότε. Ο Καποδίστριας δεν είναι τύραννος και η τυραννοκτονία δεν είναι αρετή. Αν δε ήτο τοιαύτη, δεν θα εμίσθουν δολοφόνους, αλλά θα εξετέλουν μόνος την πράξιν» (80).