← Table of contents
Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος

Front matter (continued 4)

Reading edition

Εν τω μεταξύ οι πρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων κατέφθασαν εκ Κερκύρας εις Πόρον, όπου, ως επιτετραμμένος παρά τω Κυβερνήτη εστάλη υπό της Ρωσίας ο κόμης Μάρκος Βούλγαρης, ολίγον δε βραδύτερον και ο Εδουάρδος Δάουκινς, ως επιτετραμμένος της Αγγλίας παρά τω Καποδιστρία. Η αποστολή των αντιπροσώπων τούτων Αγγλίας και Ρωσίας ως και η αποστολή του Γαλλικού στρατού και του βαρώνου Ζουσσώ Δεσαινδενύ (59) ως επιτετραμμένου της Γαλλίας ήτο σημείον ευχάριστον, ότι ανεγνωρίσθη η προσωρινή κυβέρνησις της Ελλάδος υπό των τριών ευεργετίδων δυνάμεων. Εν τούτοις, διά της συνεννοήσεως των εν Πόρω πρέσβεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου 1828) εξηκολούθει η εις τον στρατόν της κατοχής παράδοσις των φρουρίων υπό του Ιβραχήμ. Παρεδόθησαν δε (24 Σεπτεμβρίου-18 Οκτωβρίου 1828) και τα φρούρια Νεοκάστρου, Κορώνης, Μεθώνης, Χλουμουτσίου, Πατρών και Ρίου, άπερ κατά την ήν ανεγράψαμεν ανωτέρα συνθήκην του Κόδριγκτων και Μεχμέτ Αλή κατείχοντο υπό Τούρκων και υψώθησαν επ' αυτών αι των συμμάχων σημαίαι.

Μετά την εκκένωσιν της Πελοπονήσου από των Αράβων οι πληρεξούσιοι των τριών δυνάμεων Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας υπέγραψαν το πρωτόκολλον τόδε:

«Πρωτόκολλον της εν τω Αρχείω των Εξωτερικών γενομένης συνδιαλέξεως τη 4)16 Νοεμβρίου 1828:

«Παρόντες: Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

«Ο πληρεξούσιος της Γαλλίας εκοινοποίησεν ότι η πολεμική εκστρατεία, ήτις απεφασίσθη υπό του πρωτοκόλλου της 7)19 του παρελθόντος Ιουλίου (60) επλήρωσε τον κατ' ευθείαν και άμεσον όρον αυτής, εμποδίζουσα όλως διόλου τας εχθροπραξίας εις την Πελοπόννησον και αναγκάζουσα τα τουρκικά αιγυπτιακά στρατεύματα να αναχωρήσουν εκείθεν. Καθυπέβαλεν επομένως εις συμβούλιον διάφορα σχέδια, άπερ εμπεριέχονται εν τω επισυναπτομένω υπό στοιχείων Α υπομνήματι και άπερ αποβλέπουσιν εις το να εξασφαλίσωσιν από νέας εχθρικής επιδρομής τα υπό της συμμαχίας ελευθερωθέντα μέρη, καθ' ήν στιγμήν τα Γαλλικά στρατεύματα ετοιμάζονται να αναχωρήσωσιν.

«Οι κκ. Πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας εξετάσαντες τα υπό του πληρεξουσίου της Γαλλίας παρουσιασθέντα σχέδια εγνωστοποίησαν, ο πρώτος διά του επισυναπτομένου υπό στοιχείον Β, και ο δεύτερος διά του υπό στοιχείον Γ, εγγράφου, οποίον σχέδιον νομίζουσι κάλλιον να αποδεχθώσι.

«Τότε οι τρεις πληρεξούσιοι συνεφώνησαν:

«Να αφήσωσιν εις την Γαλλικήν Κυβέρνησιν να κρίνη αν είναι αναγκαίον, μετά την αναχωρήσιν των Γαλλικών στρατευμάτων από της Πελοποννήσου, να μένη εκεί προς καιρόν εν σώμα στρατιωτικόν.

«Η Πελοπόννησος, αι παρακείμεναι νήσοι και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες να τεθώσιν υπό την προσωρινήν εγγύησιν των τριών Αυλών, έως ού απεφασισθή οριστικώς η τύχη της Ελλάδος μετά της συγκαταθέσεως και της Πύλης, χωρίς να εννούν διά τούτου να προαποφασίσωσιν εις το παραμικρόν το περί των οριστικών ορίων της Ελλάδος ζήτημα, όπερ θέλει αποφασισθή εν ταις μετά της Τουρκίας νέαις διαπραγματεύσεσι.

«Και προς τούτοις εσυμφώνησαν να γνωστοποιήσουν αι τρεις Αυλαί άνευ αναβολής εις την Οθωμανικήν Πύλην, διά διακηρύξεως ήν θέλει προσκληθή ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής των Κάτω Χωρών να εγχειρίση, ότι λαμβάνουσι την Πελοπόννησον, τας παρακειμένας νήσους και τας Κυκλάδας υπό την προσωρινήν εγγύησίν των. Η γνωστοποίησις αύτη επισυνάπτεται εις το παρόν πρωτόκολλον.

Άβερδην, Πολινιάκ, Λίβεν

Εν τω μεταξύ δε εν τω εκτός του Ισθμού Ελλάδι, ενώ μετά απόπειραν (11-13 Σεπτεμβρίου) περί καταλήψεως του Αμβρακικού κόλπου διά στολίσκου υπό τον Πασάνον επί τέλους τη 21 Σεπτεμβρίου εισήλθον εις τον κόλπον υπό τους ανδρείους Ανδρέαν Κωφόν, Κωνσταντίνον Θεοφίλου και Αναστάσιον Παρασκευάν, εβύθισαν εκ των 10 τουρκικών πλοίων μίαν κανονοφόρον, ηνάγκασαν να εξέλθη έν δικάταρτον εις Σαλαχώραν. Κατά γην δε ο στρατός υπό τον φιλέλληνα Δενσέλον κατέλαβε το Λουτράκι και διέκοψε την συγκοινωνίαν μεταξύ Καρβασαρά, ός μόλις τη 13 Απριλίου 1829 παρεδόθη, και Πρεβέζης. Αι δε εις Μέγαρα εκ Τροιζήνος πεμφθείσαι χιλιαρχίαι καίπερ εις 8,000 πληθυνθείσαι επί επτά μήνας διετέλουν άεργοι. Επί τέλους εξεστράτευσαν (11 Αυγούστου 1828) η προπορεία υπό τον Κίτσον Τσαβέλα και Ιωάννην Στράτον, εκυρίευσαν των επαρχιών Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου εκδιώξαντες τους εν αυταίς Τούρκους. Μάτην δ' επειράθησαν ο Αχμέτ Πρεβίστας κλεισθείς μέχρι της 22 Οκτωβρίου εν Λομποτινοίς και οι Οσμάν πασάς και Ασλάμ Μπέης σπεύσαντες εξ Υπάτης ναντιστώσιν. Ωσαύτως απέτυχε νικηθείς (22 Οκτωβρίου) και ο φρούραρχος Αμφίσσης Μεχμέτ Δέβολης εκστρατεύσας εις Αντίρριον κατά του Πανομάρα και του Μαστραπά. Μετά δύο δ' ημέρας (24 Οκτωβρίου) εξεστράτευσε και σύμπας ο εν Μεγάροις στρατός ηγουμένου του αρχιστρατήγου Δημητρ. Υψηλάντου. Η προπορεία αυτού ηνάγκασε (30 Οκτωβρίου) 200 Τούρκους κεκλεισμένους εν τη μονή του Αγίου Σεραφείμ (Δομπού) κειμένη επί των νοτίων υπωρειών του Ελικώνος να παραδοθώσι τυχόντες όρων επιεικεστάτων, ως και οι μετά δύο ημέρας εν Στεβενίκω παραδοθέντες κατά δήλωσιν αυτών τούτων γραφείσαν εν Στεβενίκω τη αυτή ημέρα της παραδόσεως (2 Νοεμβρίου 1828). Αυθημερόν δε ανεκτήθη υπό των Ελλήνων η υπό του Καραϊσκάκη δοξασθείσα Αράχωβα. Κατά τας ημέρας ταύτας (2-5 Νοεμβρίου) κατέλιπον τοις Έλλησιν αμαχητί και τον Ζεμενόν, την μονήν του Οσίου Λουκά, την Λεβαδείαν, την Σκρηπούν (Ορχομενόν), την επαρχίαν Αταλάντης, το Τουρκοχώρι, την Βουδωνίτσαν και είτα την Ιτέαν και την Άμφισσαν (17 Νοεμβρίου) αντιστάντων μόνον (9 Νοεμβρίου) των εν Κακή Σκάλα και Άμπλιανη Αλβανών, εξ ών επί τέλους εκείνοι μεν διεσκορπίσθησαν φονευθέντων τινών, ούτοι δε εισελθόντες εις Άμφισσαν παρεδόθησαν (17 Νοεμβρίου) διά συμβάσεως συν τη εν αυτή υπό τον Μεχμέτ Δέβολην φρουρά· είτα άπασα η Ανατολική Ελλάς ηλευθερώθη μέχρι Λαμίας εξαιρουμένων των Θηβών και της Αττικής. Εν δε τη Δυτική Ελλάδι μετά την αναχωρήσιν (23 Νοεμβρίου) των εν Καρπενησίω Τούρκων κατείχετο υπ' αυτών μόνον η Βόνιτσα, ήτις και αύτη εκυριεύθη (17 Νοεμβρίου) εξ εφόδου. Μετ' ου πολύ δε (23 του αυτού) η «Καρτερία» εκυρίευσε μεταξύ Στυλίδος και Ευβοίας μιας κανονιοφόρου και τριών εμπορικών πλοίων, εν δε τω Αμβρακικώ κόλπω ηφάνισαν όσα εκεί υπήρχον τουρκικά πλοία Έλληνες ναύται υπό τον Ανδρέαν Τενεκέν, όστις και έπεσεν ανδρείως πολεμήσας. Ενώ δε κατά γην, έν τε τη Πελοποννήσω και τη Στερεά Ελλάδι και κατά την περί την κυρίως Ελλάδα θάλασσαν υπεχώρουν οι Τούρκοι, τουναντίον εν Χίω και Κρήτη απεσβέννυτο τελέως η επανάστασις· και η μεν εν Χίω κατεστάλη λυθείσης (7 Μαρτίου 1828) της πολιορκίας του φρουρίου, ενώ λαβών 6,000 διστήλων ο Φαβιέρος παρά του Κυβερνήτου ηδύνατο να εξακολουθήση αυτήν. Εν δε Κρήτη μετά αψιμαχίας μικρού λόγου αξίας οι Έλληνες ηττήθησαν (18 Μαΐου 1828) παρά το Φραγκοκάστελλον, ότε έπεσε και ο ηρωικός ίππαρχος Χατζή-Μιχάλης, και απήλθον εκείθεν συνθηκολογήσαντες (21 του αυτού). Μετά ταύτα δε καίπερ ο μεν Μιαούλης κατέστρεψε (22 Μαΐου) τον τουρκικόν στόλον περί την Μιτυλήνην, οι δε Κρήτες ενίκησαν (2 Αυγούστου) εν Μαλάξα και Νεοκάστρω, η επανάστασις όμως εξέπνευσε (15 Οκτωβρίου 1828) προτάσει του Άγγλου ναυάρχου, ουδ' ηδύνατο να διατηρηθή ελλείψει των επιτηδείων.

Εντούτοις, καίπερ αποχωρησάντων πάντων των τουρκικών φρουρών εκ τε της Πελοποννήσου και εκ της Στερεάς Ελλάδος, ο Μαχμούτ πασάς εξεστράτευσεν εκ Λαμίας διά Θερμοπυλών (24 Δεκεμβρίου 1828) συνεννοηθείς μετά του Ομέρ πασά της Καρύστου, ίνα αυτός μεν διά Λαμίας και Ορχομενού, εκείνος δε διά Θηβών προσβάλωσι τους εν Μαρτίνω υπό τον χιλίαρχον Βάσσον Μαυροβουνιώτην Έλληνας, ηγούμενοι 5,000 πεζών και 500 ιππέων. Ο Βάσσος μαθών την κατ' αυτού μέλλουσαν επίθεσιν οχυρώθη, έπεμψε δε 200 άνδρας ίνα κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν παρά την Λούτσαν και διέταξε τον μεν πρώτον πεντακοσίαρχον Τριαντάφυλλον Τσουράν να καταλάβη τας περί τα άκρα του χωρίου οικίας, τον δε δεύτερον Ιωάννην Κλίμακαν το κέντρον, αυτός δε έχων 100 λογάδας περιεσκόπει τα οχυρώματα. Άμα τη πρωία (29 Ιανουαρίου 1829) επεφάνη ο Μαχμούτ ηγούμενος του ιππικού, είπετο δε το πεζικόν. Οι Τούρκοι προσελθόντες εγγύς των οχυρωμάτων έστησαν επ' ολίγον και προσευξάμενοι εφώρμησαν κατά των ωχυρωμένων προχωρήσαντες μέχρι των μέσων οικιών του χωρίου· εγένετο αγών κρατερός. Οι εχθροί ει και εμάχοντο γενναίως, ουχ ήττον μετά δύο ωρών μάχην υπεχώρησαν ως εκτεθειμένοι εις το πυρ των Ελλήνων εκ του ασφαλούς βαλλόντων, οίτινες ιδόντες αυτούς κλονουμένους εξώρμησαν και έτρεψαν εις φυγήν, εφόνευσαν περί τους 250, ετραυμάτισαν πολλούς και κατεδίωξαν αυτούς μέχρι της Λάσπης. Ανέστειλε δε τον περαιτέρω διωγμόν και τον τέλειον διασκορπισμόν των εχθρών η αιφνιδία καταιγίς και ο ψυχρότατος άνεμος, μάλιστα δε ο φόβος μη τυχόν καταλιπόντες τα εαυτών οχυρώματα αίφνης προσβληθώσιν υπό του αναμενομένου Ομέρ πασά. Εκ δε των Ελλήνων ετραυματίσθησαν μόνον τρεις. Μετά την φυγήν, των Τούρκων οι ημέτεροι έλαβον πολλά λάφυρα, φορτηγικά ζώα, χρήματα, τρεις σημαίας, εξ ών μία σώζεται μέχρι τούδε εν τοις Ανακτόροις (Αθηνών). Εν τη μάχει ταύτη διέπρεψαν πάντες οι αξιωματικοί, ιδίως όμως ο Βάσσος, όστις πανταχού κατά την μάχην επεφαίνετο παροτρύνων, ενθαρρύνων και εφορμών ακράτητος κατά των εχθρών πεποιθώς και επί την βοήθειαν του προστάτου του οίκου αυτού αγίου Γεωργίου, ού την εικόνα επί εγκολπίου πάντοτε έφερεν. Ο Μαχμούτ πασάς κατατροπωθείς ετράπη εις φυγήν (10 Φεβρουαρίου 1829) προς την Λαμίαν, ο δε Ομέρ πασάς μαθών την ήτταν αυτού έφυγε και αυτός εις Εύβοιαν καταλιπών φρουράν εν Θήβαις.

Εν τούτοις αι Δυνάμεις εξακολουθούσαι τα περί της διαρρυθμίσεως της τύχης της Ελλάδος βουλεύματα αυτών, συνέταξαν εν Λονδίνω την 10)22 Μαρτίου 1829 το κατωτέρω πρωτόκολλον, δι' ού ώρισαν, ότι πάσαι αι προς μεσημβρίαν του Παγασητικού και του Αμβρακικού κόλπου Ελληνικαί χώρια, περιλαμβανομένης της Ευβοίας και των Κυκλάδων νήσων, θέλουσιν αποτελέσει Κράτος υποτελές μεν και υπόφορον τη Τουρκία, αλλά κυβερνώμενον υπό ιδίου κληρονομικού και Χριστιανού ηγεμόνος.

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΤΟΥ ΕΝ ΛΟΝΔΙΝΩ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Τη 10)12 Μαρτίου 1829.

»Παρόντες: — Οι Πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, Γαλλίας και της Ρωσίας. Οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας αναγνόντες τα επισυναπτόμενα εις το πρωτόκολλον έγγραφα υπό στοιχείον Α', Β', Γ', Δ', και λαβόντες αυτά εις σκέψιν απεφήναντο τάδε:

»Οι παρά τη οθωμανική Πύλη Πρέσβεις της Γαλλίας και Μεγάλης Βρεττανίας, άμα φθάσαντες εις Κωνσταντινούπολιν, θέλουσιν αρχίσει διαπραγμάτευσιν μετά της Τουρκικής Κυβερνήσεως εν ονόματι των τριών αυλών, αίτινες υπέγραψαν την Συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 περί της μελλούσης ειρηνοποιήσεως διοργανώσεως της Ελλάδος κατά τας κάτωθι σημειουμένας θέσεις.

»Οροθεσία της Στερεάς και των νήσων.

»Να προταθή εις την Πύλην, ότι η οροθετική γραμμή κατά μεν την Στερεάν, άρχεται από το στόμιον του Παγασητικού κόλπου, εκείθεν φθάνουσα εις την κορυφήν της Όθρυος, εκτείνεται κατ' ευθείαν μέχρι της κορυφής της προς Ανατολάς των Αγράφων, εν ή εστί το σημείον της ενώσεως μετά του Πίνδου. Εκ της ακρωρείας ταύτης η γραμμή κατέρχεται εις την κοιλάδα του Αχελώου, προς το μεσημβρινόν μέρος του Λεοντίνου, το οποίον μένει εις την Τουρκίαν είτα διέρχεται την σειράν του Μακρυνόρους, περιλαμβάνει εντός του Ελληνικού Κράτους το ομώνυμον στενόν του Μακρυνόρους, το από την πεδιάδα της Άρτης αρχόμενον και καταλήγει διά του Αμβρακικού κόλπου εις την θάλασσαν.

»Όλαι αι προς μεσημβρίαν της γραμμής ταύτης κείμεναι επαρχίαι θέλουσι συμπεριληφθή εις το νέον Ελληνικόν Κράτος.

»Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς λεγόμεναι Κυκλάδες, θέλουν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.

Φόρος.

»Να προταθή εις την Οθωμανικήν Πύλην εν ονόματι των τριών Δυνάμεων, ότι οι Έλληνες θέλουσι πληρώνει εις αυτήν φόρον ετήσιον 1,500,000 γροσιών τουρκικών.

Διά να πρoληφθή πάσα τυχόν διαφορά θέλει προσδιορισθή άπαξ διά παντός και εν κοινή συγκαταθέσει η μεταξύ του τουρκικού γροσίου, και του ισπανικού ταλλήρου αναλογία.

Διά την αχρηματίαν εν ή ευρίσκεται η Ελλάς θέλει συμφωνηθή ότι αφ' ής στιγμής πρέπει να αρχίση η πληρωμή του φόρου, η Ελλάς θέλει πληρώσει εις την Πύλην, διά το πρώτον έτος ποσότητα όχι μικροτέραν του πέμπτου ούτε μεγαλειτέραν του τρίτου μέρους της ολικής ποσότητος του φόρου· ότι η ποσότης αύτη θέλει αυξάνει από έτους εις έτος έως ότου εν διαστήματι τεσσάρων ετών ο ετήσιος φόρος φθάση εις τον ανώτερον όρον των 1,500,000 γροσίων, άπερ η Ελλάς θέλει πληρώνει κατ' έτος άνευ της ελαχίστης αυξήσεως ή ελαττώσεως.

Αποζημίωσις.

Θέλει προβληθή τη Οθωμανική Πύλη να κανονισθή η εις το 2 άρθρον της συνθήκης της 6 Ιουλίου 1827 αναφερομένη αποζημίωσις κατά τον κατωτέρω τρόπον. Θέλουσιν είσθαι δεκτοί να παρουσιάσωσι τους τίτλους των:

1. Όσοι ιδιώται Οθωμανοί έχουν ιδιοκτησίας εις το νέον Ελληνικόν Κράτος.

2. Όσοι ιδιώται Οθωμανοί είτε ως επικαρπωταί, είτε ως κατά κληρονομίαν διαχειρισταί, προσεπορίζοντο ωφελείας από τα Βακούφια-Άδι εξαρτώμενα από τα τζαμία εντός του ρηθέντος κράτους, εκπιπτωμένων των δικαιωμάτων δι' ών ήσαν βεβαρημένα αυτά τα Βακούφια.

Οι εις τας άνω δύο τάξεις υπαγόμενοι ιδιώται Οθωμανοί, ών οι τίτλοι ήθελον ευρεθή εν τάξει, θέλουσιν έχει την άδειαν να πωλήσωσιν οι ίδιοι τας ιδιοκτησίας των εν διαστήματι ενός έτους, αφ' ού πρότερον εξοφλήσωσι τα ενυπόθηκα χρέη της ιδιοκτησίας των. Αν δεν ημπορέσωσιν εις το διάστημα τούτο να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των, επιτροπή τις θέλει τας εκτιμήσει και αφ' ού άπαξ προσδιορισθή το χρεωστούμενον εις τους παλαιούς ιδιοκτήτας ή εις τους κληρονόμους των ή εις όποιον ανήκει ποσόν, η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει δώσει, εις όσους έχουσι λαμβάνειν, έγγραφα υποχρεωτικά διά να εξοφληθώσιν εν εποχαίς προσδιωρισμέναις.

Η εξέτασις των τίτλων καθώς και η εκτίμησις των ιδιοκτησιών θέλει γείνει υπό μικτής επιτροπής συγκειμένης εξ Ελλήνων και Οθωμανών ίσου αριθμού εκατέρωθεν. Η επιτροπή αύτη θέλει επιφορτισθή να εξετάση εντός του βραχυτάτου χρονικού διαστήματος, πάσας τας απαιτήσεις και να αποφασίση περί της νομιμότητός των, θέλει προς τούτοις παραδεχθή γενικάς αρχάς δι' όσους απώλεσαν εν καιρώ της επαναστάσεως τα έγγραφά των και αι αρχαί αύται θέλουσι κοινοποιηθή προς τον έχοντα συμφέρον.

Διά την διάλυσιν ενδεχομένων διαφωνιών μεταξύ των Ελλήνων και Οθωμανών επιτρόπων και διά να ορισθή εν ταυτώ ο συντομώτερος τρόπος της εξοφλήσεως του χρέους, και να λαμβάνωνται εις όλας τας παρεμπεσούσας περιστάσεις, τα οριστικώτερα μέτρα, θέλει συστηθή επιτροπή διαιτητική των εκκλήτων συγκειμένη εξ επιτρόπων των τριών Δυνάμεων και η επιτροπή αύτη θέλει αποφασίζει οριστικώς εις όσα η πρώτη διεφώνησεν.

Επικυριότης (Suzéraineté).

Η Ελλάς, υπό την επικυριότητα της Πύλης, θέλει διοικείται εσωτερικώς διά του καταλληλοτέρου τρόπου, όστις εγγυάται αυτή θρησκευτικήν και εμπορικήν ελευθερίαν, καθώς και την ευδαιμονίαν και ησυχίαν της.

Επί τω σκοπώ τούτω η διοίκησις αύτη θέλει προσεγγίζει όσον το δυνατόν εις το μοναρχικόν σύστημα και θέλει διαπιστευθή εις αρχηγόν ή ηγεμόνα χριστιανόν, ούτινος η αρχή θέλει μεταβαίνει κληρονομικώς και κατά τάξιν πρωτοτοκίων.

Εν ουδεμιά περιπτώσει ο ηγεμών ούτος δεν δύναται να εκλεγή μεταξύ των οικογενειών των τριών Δυνάμεων των υπογραψασών την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827, η δε πρώτη εκλογή θέλει γείνει τη συνεναίσει των τριών αυλών και της Οθωμανικής Πύλης.

Προς ένδειξιν της υποτελείας της Ελλάδος τω Οθωμανικώ κράτει θέλει συμφωνηθή εκτός του ετησίου φόρου, οσάκις νέος κατά κληρονομίαν ηγεμών λαμβάνει τας ηνίας της διοικήσεως να επικυρώται υπό της Πύλης και να πληρώνη αυτή το πρώτον έτος διπλούν φόρον.

Αν η άρχουσα οικογένεια εκλίπη, η Πύλη θέλει λάβει μέρος την εκλογήν του νέου ηγεμόνος καθώς και εις την του πρώτου.

Αμνηστία και δικαίωμα μεταναστεύσεως.

Η Οθωμανική Πύλη θέλει κηρύξει πλήρη και τελείαν αμνηστίαν ίνα μη ενοχληθή ουδείς Έλλην μετά ταύτα, καθ' όλην την έκτασιν του Οθωμανικού Κράτους επί λόγω ότι ανεμίχθη εν τη Ελληνική επαναστάσει.

Η ελληνική Κυβέρνησις επίσης θα παράσχη πάσαν ασφάλειαν εντός των ορίων της Ελλάδος εις όσους Χριστιανούς ή Οθωμανούς ηκολούθησαν την εναντίαν μερίδα.

Η Υψηλή Πύλη θέλει παραχωρήσει προθεσμίαν ενός έτους όσους των Ελλήνων υπηκόων της επιθυμούσι να μεταναναστεύσωσι, να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των και να αναχωρήσωσιν ελευθέρως. Η ελληνική Κυβέρνησις θέλει συγχωρήσει ωσαύτως εις όσους των Ελλήνων προτιμώσι να μεταναστεύωσιν εις το Οθωμανικόν Κράτος.

Αι μεταξύ Οθωμανών και Ελλήνων εμπορικαί σχέσεις θέλουσι προσδιορισθή οριστικώς άμα ως κανονισθώσι τα εν τω παρόντι πρωτοκόλλω αναφερόμενα.

Οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρεττανίας θέλουσιν επιφορτισθή να ζητήσωσι παρά της Οθωμανικής Πύλης την διατήρησιν της ανακωχής, ήν ο Ρεΐζ Εφένδης διά της από 10 του παρελθόντος Σεπτεμβρίου επιστολής προς τους εν τω Αρχιπελάγει αντιπροσώπους της συμμαχίας εκήρυξεν ως υφισταμένην πραγματικώς εκ μέρους της Πύλης προς τους Έλληνας.

Αι τρεις αυλαί στηριζόμεναι επί της εκ μέρους της Πύλης ανακωχής, των προσπαθειών άς καταβάλλουσι προς εξασφάλισιν της διατηρήσεως αυτής και επί των διαπραγματεύσεων, αίτινες θέλουσιν αρχίσει εν Κωνσταντινουπόλει περί της οριστικής τύχης της Ελλάδος, θέλουσι ζητήσει και παρά των Ελλήνων να παύσωσιν αμέσως των εχθροπραξιών καθ' όλα τα μέρη· η δε Ελληνική κυβέρνησις να επαναφέρη εντός των ορίων του παρά της συμμαχίας εγγυωμένου Κράτους τα Ελληνικά στρατεύματα όσα ευρίσκονται εκτός, πάντοτε όμως χωρίς το μέτρον τούτο να προδικάση, κατ' ουδένα τρόπον, το περί οροθεσίας του νέου Ελληνικού Κράτους ζήτημα.

Άμα ως λάβη πέρας ο ανωτέρω συμβιβασμός μετά της Πύλης, θέλει τεθή, κατά το άρθρον 5 της συνθήκης της 6 Ιουλίου υπό την εγγύησιν εκείνων των δυνάμεων, των υπογραψασών την ρηθείσαν συνθήκην, αίτινες νομίζουσιν ωφέλιμον η δυνατόν να αποδεχθώσιν αυτήν την υποχρέωσιν, ής τα αποτελέσματα και η ενέργεια θέλουσι συμφωνηθή μετέπειτα μεταξύ των Υψηλών δυνάμεων κατά το προμνημονευθέν άρθρον της συνθήκης της 6 Ιουλίου. Εν τούτοις, αποφασίζεται από της σήμερον ότι η περί ο λόγος εγγύησις θέλει εξασφαλίζει την Πύλην κατά παντός κινήματος ή εχθροπραξίας εκ μέρους των Ελλήνων και την Ελλάδα κατά παντός κινήματος ή εχθροπραξίας εκ μέρους της Πύλης.

Οι πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας δεν δύνανται να κλείσωσιν ουδένα συμβιβασμόν απομακρυνόμενον των ανωτέρω τεθεισών βάσεων.

Αν και εν τη παρούση διαπραγματεύσει η Ρωσία συγκατανεύη να μη αντιπροσωπεύηται διά πληρεξουσίου, εν τούτοις αι τρεις δυνάμεις συνενοήθησαν να εξακολουθήσωσιν αι διαπραγματεύσεις υπό των αντιπροσώπων των αυλών Λονδίνου και Παρισίων εν ονόματι και της Ρωσίας καθώς και της Αγγλίας και της Γαλλίας να γίνωσι πάσαι αι προτάσεις εκ μέρους των τριών Δυνάμεων των υπογραψασών την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 και να μη γίνη δεκτόν ζήτημα, ούτινος σκοπός είναι να απομακρύνη αμέσως ή εμμέσως την Ρωσίαν από της περί ής ο λόγος διαπραγματεύσεως, ή τα αποτελέσματα αυτής.

Οι αντιπρόσωποι Γαλλίας και Αγγλίας θέλουσι προσπαθήσει πάσαις δυνάμεσι να λάβωσιν όσον τάχιον την συγκατάθεσιν της Πύλης δι' όσας μέλλουσι να ποιήσωσιν αυτώ προτάσεις. Οιαδήποτε δε καν ή η διάθεσίς της, θέλουσι ζητήσει παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως ταχείαν απάντησιν εις τας προτάσεις των.

Όσα επίσημα έγγραφα μέλλουσι να γραφώσι, συνεπεία των διαπραγματεύσεων τούτων, θέλουσι συντάττεσθαι από κοινού, και υπογράφεσθαι υπό των δύο πληρεξουσίων εις τριπλούν ίνα διευθύνεται ανά έν προς εκάστην των τριών δυνάμεων.

Το παρόν πρωτόκολλον, καθόσον αφορά τας βάσεις των μετά της Πύλης διαπραγματεύσεων των πρέσβεων και τον τρόπον, όν πρέπει να ακολουθήσωσιν εν ταις διαπραγματεύσεσιν αυτών, επέχει τόπον οδηγιών αυτοίς.

Ο πληρεξούσιος της Α. Μ. του αυτοκράτορος της Ρωσίας εκοινοποίησεν επισήμως ότι έλαβε την άδειαν παρά του αυτοκράτορος να συγκατανεύση εις το να διαπραγματευθώσιν οι πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας μετά της Οθωμανικής Πύλης εν ονόματι του αυτοκράτορος και να θεωρή απ' αυτής της στιγμής τους ρηθέντας πρέσβεις ως εφωδιασμένους διά της αναγκαίας πληρεξουσιότητος προς διαπραγμάτευσιν εκ μέρους της Ρωσίας κατά τας προεκτεθείσας βάσεις και συμφωνίας.

Οι πληρεξούσιοι της Γαλλίας και Μεγάλης Βρεττανίας ανήγγειλαν ότι κατά συνέπειαν της διακοινώσεως ταύτης και ίνα εκπληρωθή το σκοπούμενον του παρόντος πρωτοκόλλου, οι παρά τη Οθωμανική Πύλη αντιπρόσωποι των οικείων αυλών θέλουσι θεωρηθή ως ανηκόντως εφωδιασμένοι να διαπραγματευθώσιν εν ονόματι του αυτοκράτορος της Ρωσίας καθώς και της Αγγλίας και Γαλλίας και θέλουσι διαταχθή να απέλθωσιν αμέσως εις Κωνσταντινούπολιν, όπως άρξωνται των διαπραγματεύσεων εκ μέρους των τριών συμμάχων αυλών και κατά τας ανωτέρω βάσεις και συμφωνίας τας γενομένας κοινή συγκαταθέσει.

Άβερδην, Πολινιάκ, Λίβεν.

Κατά του πρωτοκόλλου τούτου, ως εικός, καθυπέβαλον η τε Ελληνική Κυβέρνησις (11]23 Μαΐου και 24]5 Ιουνίου 1829) και η Δ' εθνική Συνέλευσις, η συγκροτηθείσα εν Άργει τη 11 Ιουλίου 1829 και μέχρι της 6 Αυγούστου του αυτού έτους αυτόθι συνεδριάσασα, ευλόγους ενστάσεις. Όντως δε διά της πράξεως ταύτης εματαιούτο κατά μέγα μέρος ο αρχικός της επαναστάσεως σκοπός. Ου μόνον αι πλείσται Ελληνικαί χώραι παρεδίδοντο αύθις τη διακρίσει των Τούρκων, αλλά και αύται εκείναι όσαι έμελλον να αποτελέσωσιν ίδιον Κράτος απεστερούντο του ευεργετήματος της εντελούς ανεξαρτησίας. Εξ εναντίας δε η Οθωμανική Κυβέρνησις, θεωρούσα τον στρατόν αυτής επανειλημμένως υπό των Ρώσων κατατροπωθέντα και αναγκασθείσα να συνομολογήση εν Αδριανουπόλει την 2]14 Σεπτεμβρίου ειρήνην επιζήμιον, έσπευσε διά του 10 άρθρου (61) της ειρήνης ταύτης να αποδεχθή οριστικώς τας αποφάσεις των Δυνάμεων, τας περιεχομένας εν τε τη της 24 Ιουνίου (6 Ιουλίου 1827) συνθήκη και εν τω από 10]22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω.

Μετά τα ολίγα ταύτα περί του πρωτοκόλλου της 10]22 Μαρτίου, επανέλθωμεν εις την συνέχισιν των πολεμικών των Ελλήνων έργων, άπερ μεθ' όλην την προκηρυχθείσαν υπό του Ρεΐζ-Εφένδη και του πρωτοκόλλου τούτου ανακωχήν εξηκολούθουν εν τη Στερεά Ελλάδι.

Μετά την ανωτέρω μάχην του Μαρτίνου την καταστήσασαν δυσχερή την θέσιν των εν Θήβαις και Αττική Τούρκων στερουμένων, προ πάντων, τροφών, ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης εσκόπει τον αποκλεισμόν των Θηβών και της Αττικής διά καταλήψεως των κυριωτέρων θέσεων, δι' ών ηδύναντο οι εχθροί να προσπορίζωνται τροφάς. Αλλ' ο άρτι διορισθείς γενικός πληρεξούσιος της Στερεάς Ελλάδος Αυγουστίνος Καποδίστριας, ανήρ περί τα στρατιωτικά απειρότατος, άλλα διανοούμενος, ου μόνον ουδεμίαν ακρόασιν τω Υψηλάντη έδωκεν, αλλά και δύο χιλιαρχίας και το ιππικόν αφήρεσεν απ' αυτού σκοπόν έχων να πολιορκήση την Ναύπακτον, ήτις, καταλαμβανομένων των στενών της Ακαρνανίας και του Μακρυνόρους, έμελλε καθώς και το Μεσολόγγιον να παραδοθή. Και προς το φαινόμενον μεν υπέσχετο ο Αυγουστίνος θα πέμψη πάλιν οπίσω τον στρατόν τούτο κρύφα δ' ερραδιούργησε προς τον αδελφόν και τας χιλιαρχίας του Νικολάου Κριεζώτου και Ιωάννου Στράτου. Ως εκ τούτου, οι πιστοί οπλιτάρχαι δι' αναφοράς διεμαρτυρήθησαν μεν προς τον Κυβερνήτην, ουδαμώς όμως εισηκούσθησαν. Ουχ ήττον ο Υψηλάντης καίπερ σμικράν έχων δύναμιν απεφάσισε να πολιορκήση τας Θήβας, ας εφρούρουν 3,000 πεζών και 300 ιππείς κατέχοντες τα προάστεια Πύργον, Πυρί και Αγίους Θεοδώρους. Προς τούτο δε έπεμψε μεν εις κατάληψιν του Ανηφορήτου, θέσεως οχυράς επί όρους εγγύς του Καραμπαμπά, τον Κριεζώτην, Τόλιαν Λάζον, Ιωάννην Ράγκον και Μήτρον Λιακόπουλον ηγουμένους 400 στρατιωτών, όπως εμποδίζωσι πάσαν συγκοινωνίαν μεταξύ Ευβοίας και Θηβών, τον δε Βάσσον εις Αττικήν προς τον αυτόν σκοπόν. Αυτός δε ηγούμενος 700 ανδρών νύκτωρ (18 Μαΐου) κατέλαβε τα ερείπια των Θηβών. Ο Ομέρ πασάς της Καρύστου μαθών την κατάληψιν του Ανηφορήτου εξεστράτευσε (2 Ιουνίου) ηγούμενος 1000 τακτικών και 800 Αλβανών. Οι Έλληνες όντες περί τους 600 ιδόντες εκ του ύψους του όρους επερχομένους τους εχθρούς κατήλθον προς τας υπωρείας. Αλλά κινδυνεύοντες να περικυκλωθώσιν ένεκα απροσδοκήτου υποχωρήσεως του πάντοτε ανδρείως πολεμήσαντος Κριεζώτου, υπεχώρησαν προς τα οχυρώματα εν μεγίστη αταξία. Των Τούρκων απειλούντων να εισπηδήσωσιν εις αυτά τα οχυρώματα, ο εκατόνταρχος Ψαροδήμος και ο πεντηκόνταρχος Λιακόπουλος εν αλαλαγμώ εκπηδήσαντες έτρεψαν τους πλησιεστέρους των εχθρών εις φυγήν.

Νικόλαος Κριεζώτης
Νικόλαος Κριεζώτης

Άρθρον 10. Ομολογούσα η Υψηλή Πύλη την τελείαν αυτής συγκατάθεσιν εις τα ωρισμένα εν τη του Λονδίνου Συνθήκη της 24[6 Ιουλίου 1827 μεταξύ της Ρωσίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και Γαλλίας, συναποδέχεται και την πράξιν της 10]22 Μαρτίου 1829 εκ συμφώνου μετά των αυτών τούτων δυνάμεων αποφασισθείσαν επί τη βάσει της ειρημένης συνθήκης και διαλαμβάνουσαν τους προς την οριστικήν εκείνης εκτέλεσιν λεπτομερείς συμβιβασμούς. Ευθύς δε μετά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της παρούσης περί ειρήνης συνθήκης, η Υψηλή Πόλη θέλει διορίσει πληρεξουσίους όπως συμφωνήσωσι μετά των της ρωσικής αυτοκρατορικής αυλής και των αυλών της Αγγλίας και Γαλλίας περί της εκπληρώσεως των ειρημένων ορισμών και συμβιβασμού.

Το παράδειγμα των ανδρείων τούτων μιμηθέντες και οι άλλοι εξώρμησαν και έτρεψαν τους εχθρούς εις φυγήν, εφόνευσαν περί τους 47 και πολλούς ετραυμάτισαν. Εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν τρεις και επληγώθησαν πέντε, εν οίς ο Βασίλειος Μπούσγος, ο Παύλος Στεφάνου και ο Βασίλειος Λεοναρδίδης· ο δε ανδρειότατος πάντων αναδειχθείς Ψαροδήμος ετρώθη το στέρνον και τον αριστερόν βραχίονα· εν τούτοις όμως ει και ο Ομέρ πασάς υπεχώρησεν εις Χαλκίδα, οι Έλληνες κατέλιπον τον Ανηφορίτην ως στερούμενοι τροφών και μη λαμβάνοντες μισθόν, πολλοί δε των του Ομέρ Πασά απήλθον εις βοήθεια των εν Θήβαις Τούρκων, οίτινες τόσον θαρραλέοι εγένοντο, ώστε καθ' ημέραν εξήρχοντο εις συλλογήν καρπών. Ο Υψηλάντης μαθών ότι αυθόρμητοι ήρχοντο προς αυτόν εκ Ναυπάκτου οι υπό τον Χατζηχρήστον ιππείς έπεμψε νυκτός προς προϋπάντησιν αυτών τον Σκουρτανιώτην και τον Ευμορφόπουλον, όπως από κοινού επιπέσωσι κατά των ανυπόπτως διεσκορπισμένων εχθρών. Πράγματι δε οι ιππείς όντες 130 και 300 πεζοί εκ του εν Θήβαις ελληνικού στρατοπέδου επήλθον συνηνωμένοι κατά των ανυπόπτων εχθρών· εγένετο μικρά, αλλά κρατερά συμπλοκή, ήν εκ μεν των Τούρκων εφονεύθησαν περί τους 130, ηχμαλωτίσθησαν 16 και ετραυματίσθησαν πολλοί, συνελήφθησαν δε και 80 ίπποι, εκ δε των ημετέρων ουδείς εφονεύθη· επληγώθησαν δέ τινες, εν οίς καιρίως, κατά την κοιλίαν, ο Αθανάσιος Σαλαμίνιος ο μετ' ου πολύ εκ της πληγής αποθανών, ο Σταύρος Ελευθερίου Αινίτης και ηχμαλωτίσθη ο Ιωάννης Σέρβος, όστις και ελυτρώθη αντί τεσσάρων εκ των συλληφθέντων 16 Τούρκων. Μετ' ολίγας δ' ημέρας μαθόντες οι ημέτεροι ότι ήρχοντο εκ Χαλκίδος 500 Τούρκοι προς επικουρίαν των εν Θήβαις κατά την νύκτα της 20 προς 21 Ιουνίου κατέλαβον τα κατά την εκ Χαλκίδος εις Θήβας άγουσαν Μαυροβούνι. Οι Τούρκοι φθάσαντες αυτόσε προσεβλήθησαν αίφνης υπό των ενεδρευόντων Ελλήνων· ήρξατο μάχη μεταξύ των Τούρκων προσπαθούντων να διαφύγωσιν εις Θήβας, και των Ελλήνων κωλυόντων αυτούς. Τέλος όμως διεξήλθον οι Τούρκοι προς τους εν Θήβας αποβαλόντες περί τους 120 άνδρας και πολλούς τραυματίας, εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν εννέα καί τινες ετραυματίσθησαν.

Τη επαύριον (22 Ιουνίου), όπως αποπλύνωσι την αισχύνην της προτεραίας οι Τούρκοι εφώρμησαν, από πρωίας, επί τα οχυρώματα των Ελλήνων. Και οι μεν κατέχοντες τους Αγίους Θεοδώρους Τούρκοι προσέβαλον τα οχυρώματα των οπλιταρχών Ιωάννου Ρούκη και Σπύρου Μήλιου αρχηγού της φρουράς του στρατάρχου Υψηλάντου, οι δε του Πύργου και Πυρί τα του Ιωάννου Στράτου, Διονυσίου Ευμορφοπούλου και Γεωργίου Σκουρτανιώτου· το δε ιππικόν του εχθρού ίστατο όπισθεν έτοιμον προς καταδίωξιν. Αφ' ετέρου δε το Ελληνικόν ιππικόν υπό τον ανδρείον Χατζηχρήστον ίστατο όπισθεν των Ελλήνων τηρών ελευθέραν την εις Κάζαν την επί του Κιθαιρώνος άγουσαν. Ο Υψηλάντης ιδών εκ του κέντρου, ένθα ίστατο, ότι εκινδύνευον οι περί τον Ρούκην και Μήλιον, έπεμψεν εις επικουρίαν 120 άνδρας υπό τον Ιωάννην Μπαϊρακτάρην, ως και τον ίππαρχον Χατζηχρήστον μετά 20 ιππέων και το υπόλοιπον ιππικόν. Εν τούτω δύο Έλληνες ιππείς οι Γεώργιος Μανιάτης και Δημήτριος Σαλαχώρης επιτεθέντες ξιφήρεις κατά 8 Τούρκων ιππέων αποσπασθέντων του άλλου τουρκικού ιππικού έτρεψαν αυτούς· τούτο ιδόντες οι λοιποί Τούρκοι ιππείς εφώρμησαν· επήλθον άμα και οι Έλληνες ιππείς και συμπλοκής γενομένης, το τουρκικόν ιππικόν ετράπη εις φυγήν εξώρμησαν δε συγχρόνως εκ των προχωμάτων ξιφήρεις και οι πεζοί Έλληνες, οίτινες έτρεψαν το πεζικόν των εχθρών. Ούτω δε οι τέως νικηταί Τούρκοι ηττήθησαν κατά κράτος αποβαλόντες νεκρούς πολλούς τραυματίας και αιχμαλώτους και δύο σημαίας. Εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν 3 και 15 ετραυματίσθησαν.

Μετά την νίκην ταύτην, δυστυχώς το στρατόπεδον των ημετέρων εγκατέλιπεν (7 Αυγούστου) τας Θήβας, πολλών λιποτακτησάντων και εμβαλόντων τους πάντας εις άτακτον φυγήν· ούτω δε παρελύοντο οσημέραι δι' έλλειψιν μισθών και τροφίμων τα ελληνικά στρατόπεδα· μέρος του υπολειφθέντος στρατού ανέβησαν εις την επί του Κιθαιρώνος Κάζαν, οι δε πλείονες εις τας Θεσπιάς, οίς ηκολούθησε και αυτός ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης.

Των υπό τον Υψηλάντην μαχομένων περί τας Θήβας, οι υπ' αυτού, ως είπομεν, εις Αττικήν πεμφθέντες υπό τον Βάσσον άνδρες εστρατοπέδευσαν εν τω μεταξύ Χασεκή και Μενιδίου μοναστηρίω του Αγίου Ιωάννου. Τη 18 Μαΐου ο Βάσσος ηγούμενος 300 πεζών καί τινων ιππέων, εξ ών τους πεζούς διέταξε να ελλοχήσωσιν εκεί, μετά των ιππέων προελαύνων προς το Μενίδιον συνεπλάκη προς 200 πεζούς Τούρκους· έσπευσαν οι ενεδρεύοντες Έλληνες και Τούρκοι άλλοι αλλαχόθεν, αλλ' εχωρίσθησαν πληγωθέντων τινών. Τη 27 Μαΐου εξεστράτευσαν και πάλιν Τούρκοι εξ Αθηνών προς διάλυσιν του στρατοπέδου του Βάσσου έλκοντος και δύο τηλεβόλα, αλλά αψιμαχίας γενομένης ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν άπρακτοι, αποβαλόντες νεκρούς καί τινας τραυματίας. Δευτέραν απόπειραν εποιήσαντο οι Τούρκοι τη 6 Ιουλίου επιτεθέντες κατά των ωχυρωμένων Ελλήνων, αλλά και πάλιν απέκρουσεν αυτούς ο Βάσσος, αποβαλόντες νεκρούς τινας καί τινας τραυματίας.

Τούτων εν τη Ανατολική Ελλάδι γενομένων, ο πληρεξούσιος πολιτικός και στατιωτικός Αυγουστίνος ευρίσκετο εν τη Δυτική Ελλάδι. Ούτος εισπλεύσας εις Κορινθιακόν κόλπον επί της υπό τον ναύαρχον Μιαούλην φρεγάτας «Ελλάδος» εκυρίευσε του Αντιρρίου μετά δύο ημερών (12 — 13 Μαρτίου) πολιορκίαν κατά τε γην και κατά θάλασσαν. Μετά ταύτα παρεδόθησαν υπό των Τούρκων τοις ημετέροις η Ναύπακτος, το Μεσολόγγιον (62) και το Αιτωλικόν (2 Μαΐου) αναιμωτί. Η ανάκτησις του Μεσολογγίου επανηγυρίσθη εν ανεκλαλήτω χαρά καθ' άπασαν την Ελλάδα. Εν Αιγίνη δε τη 8 Μαΐου δημοτελής εορτή, καθ' ήν εν μεν τη μητροπόλει εξεφώνησε λόγον πανηγυρικόν ο γραμματεύς της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης. Ο δε Κυβερνήτης διεκήρυξε προς το πανελλήνιον τάδε: «Ηυδόκησεν ο Κύριος και επί των τειχών του Μεσολογγίου κυματίζει πάλιν η σημαία του Σταυρού. Εις τα τείχη της πόλεως του Μεσολογγίου κείνται οστά των γενναίων εκείνων ανδρών, οίτινες προμαχόμενοι έπεσαν ενδόξως.

»Το πρώτιστον των χρεών μας, το οποίον οφείλομεν ναποδώσωμεν εις την μνήμην των αοιδίμων εκείνων μαρτύρων, είναι το να προσφέρωμεν επί του θυσιαστηρίου του Υψίστου τας υπέρ αναπαύσεως των ψυχών αυτών ενθέρμους ευχάς μας.

»Το χρέος τούτο αφού αποδώσωμεν, έχομεν και άλλο όχι ολιγώτερον ιερόν να εκπληρώσωμεν· έχομεν χρέος να συλλέξωμεν μετ' ευλαβείας τα σεβάσμια αυτών λείψανα και να καταθέσωμεν είς τι μνημείον, όπου η πατρίς ναποδίδη κατ' έτος τον φόρον της ευγνωμοσύνης της εις την κόνιν των ανδρών εκείνων, οι οποίοι εμαρτύρησαν ηρωικώς υπέρ του αγώνος αυτής. Η κυβέρνησις διερμηνεύουσα τα αισθήματα των Ελλήνων υπερποθούντων να εκπληρώσωσι τα τοιαύτα χρέη των διατάττει: Την ιδίαν ημέραν, καθ' ήν θέλει να εγκαινιασθή η πρώτη εκκλησία, η οποία επισκευάζεται ήδη εις Μεσολόγγιον, να ιερουργήση ο μητροπολίτης διά να δεηθή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των ηρωικών προμαχώνων της πόλεως του Μεσολογγίου.

»Ο πληρεξούσιος τοποτηρητής να διορίση επιτροπήν συγκειμένην από άνδρας του ιερού κλήρου ως και από πολεμικούς πολιτικούς αξιωματικούς, ήτις οφείλει να λάβη ταναγκαία μέτρα διά να ενεργηθώσι τα εφεξής: Να συνταχθή κατάλογος των εκκλησιαστικών, αξιωματικών, πολιτικών υπουργών, ή απλών πολιτών, οίτινες έπεσαν ως θύματα της πολιορκίας του Μεσολογγίου κατά το 1822, 1823, 1825 και 1826.

»Να συλλεχθώσι τα νεκρά αυτών λείψανα και να προσδιορισθή ο τόπος, όπου πρέπει να εναποτεθούν.

»Ο Κυβερνήτης θέλει υπάγει αυτοπροσώπως εις Μεσολόγγιον διά να παρευρεθή εις την μεγάλην επικήδειον πομπήν την εσομένην προς μετακόμισιν των οστέων αυτών εις το μέρος εκείνο όπου θ' ανεγερθή μνημείον, αφοσιούμενον από το έθνος εις μνήμην των γενναίων εν Μεσολογγίω υπερασπιστών του Σταυρού. Η κυβέρνησις θέλει εκδώσει πρόγραμμα, προσκαλούσα δι' αυτού τους ομογενείς αρχιτέκτονας και λιθοξόους να στείλωσιν εις αυτήν εντός ενός έτους σχέδια και πρωτότυπα διά το μνημείον, περί ού ο λόγος.»

Ούτω το ηρωικόν και πολύδακρυ Μεσολόγγιον περιήλθεν υπό την κατοχήν των ημετέρων, η δε κυανόλευκος εκυμάτιζε πλέον επί των αιμοφύρτων επάλξεων αυτού. Εν τούτοις η Τουρκία πανταχόθεν εσωτερικώς μεν υπό της ελληνικής επαναστάσεως εξωτερικώς δε υπό τε των πεπολιτισμένων λαών και μάλιστα υπό των κυβερνήσεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, πολυειδώς καταπιεζομένη, περιέστη εις αμηχανίαν.

Η Ρωσία εξηκολούθει νικώσα τα τουρκικά όπλα. Ο στρατηγός Δίβιτς ο ρωμαϊκώ εθίμω Υπεραίμιος ή Βαλκανικός (Ζαβαλκάνσκι) επικληθείς, μετά οκτώ μυριάδων ανδρών διέβη τον Αίμον και μετ' ου πολύ αφίκετο εις Αδριανούπολιν. Τούτου ένεκα ότε διελύετο το Ελληνικόν εν Θήβαις υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην στρατόπεδον, 1500 Τούρκοι υπό τον Ασλάμπεην Μονχουρδάρην πεμφθέντες εισέβαλον διά των Θερμοπυλών. Εκ Θερμοπυλών διοδεύσας ο Ασλάμπεης Βουδωνίτσαν, Τουρκοχώρι και Θήβας, αφίκετο εις Αθήνας και παραλαβών τόν τε εν Αθήναις τουρκικόν στρατόν, καταλιπών μόνον φρουράν επί της Ακροπόλεως και τον εν Θήβαις υπέστρεφεν εις Λάρισσαν. Αλλ' εν τούτω ο Υψηλάντης συναθροίσας, εκ νέου, τον εν Στεβενίκω, Διστόμω, Αραχώβη, Αμφίσση και αλλαχού διεσπαρμένον προς τροφήν στρατόν κατέλαβε τη 9 Σεπτεμβρίου 1829 τα επί της εκ Θηβών εις Λεβαδείαν αγούσης στενά, τα παρά τους βορείους πρόποδας του Ελικώνος και τα νότια τέλματα της Κωπαΐδος σχηματιζόμενα.

Τη επαύριον (10 Σεπτεμβρίου) αφικόμενοι 5,000 Τούρκων εστρατοπέδευσαν ου μακράν των ημετέρων μέχρι της πρωίας της 15 Σεπτεμβρίου, ότε δοθέντος διά κανονιοβολισμού του σημείου της επιθέσεως, καταλιπόντες ολίγους προς φρουράν του οχυρωθέντος στρατοπέδου αυτών εφώρμησαν, διαιρεθέντες εις δύο μοίρας. Και το μεν πεζικόν κατά των οχυρωμάτων των Ελλήνων, το δε ιππικόν εξ 600 ανδρών παρετάχθη εις δύο στοίχους παρά τους πρόποδας του όρους· 300 δε πεζοί καί τινες ιππείς κατέλαβον το χωρίον Βρασταμίτας. Οι δ' Έλληνες εν συνόλω 2,300 ήσαν παρατεταγμένοι κατά τα στενά της Πέτρας. Το κύριον των Τούρκων σώμα, ηγουμένου αυτού του Ασλάμπεη, εφώρμησε κατά του ελληνικού προμαχώνος· αλλ' οι έξωθεν αυτού Μαμούρης και οι άλλοι απέκρουσαν αυτούς ηγούμενοι 700 ανδρών, ενώ συγχρόνως ο Μπαϊρακτάρης και ο Σπύρος Μήλιος γενναίως αντιστάντες έτρεψαν τους αποπειραθέντας να διέλθωσιν εχθρούς, ως και οι υπό τον Χατηχρήστον ιππείς τους κατ' αυτών επελθόντας Τούρκους.

Απελπισθέντες οι εχθροί περί της διαβάσεως, επανήλθον κατησχυμένοι εις το στρατόπεδον και τη επαύριον (13 Σεπτεμβρίου) πρωία έπεμψαν τον αρχηγόν του ιππικού Αχμέτμπεην προς τους Έλληνας όπως συνθηκολογήση και διαβώσι τα στενά. Κατά την προκαταρκτικήν συνδιάλεξιν του Αχμέτμπεη και των επιτετραμμένων υπό των Ελλήνων: Γεωργίου Λασσάνη στρατοπεδάρχου και Ιωάννου Φιλήμονος, γραμματέως του Υψηλάντου, μη επελθούσης ομοφωνίας, μετέβη εις τα τουρκικόν στρατόπεδον, αιτήσει του Αχμέτμπεη και αδεία του Υψηλάντου, ο Ιωάννης Φιλήμων· αλλ' ουδ' εν τη δευτέρα ταύτη συνδιαλέξει του Οτζάκ Αχμέτ και Ασλάμπεη και του Φιλήμονος μη γενομένης ομοφωνίας, των Τούρκων μη στεργόντων να παραδώσωσι την Φοντάναν, ο Φιλήμων επανήλθεν άπρακτος κομίζων την ιδία χειρί του Ασλάμπεη γεγραμμένην επιστολήν ταύτην: «Τίμιε φίλε κυρ στρατάρχη Υψηλάντη, σε ακριβοασπάζομαι και με το κάμνοντας φιλικόν χαιρετισμόν σε ειδοποιώ: εδώ ήλθεν ο απεσταλμένος γραμματεύς σου εις τον Οσμάν αγά Οτζάκ αγά και με είπεν, οπού διά του δρόμου, οπού να απολύσης διά να πάμε, να σου απολυθούν οι τόποι οπού έχω πιάσει εγώ από Λεβαδείαν έως Αλαμάνα και έτζι λοιπόν να αλλάξωμεν τα ρεχέμια. Αυτό εγώ λοιπόν δεν ημπορώ να το κάμω χωρίς να μη ρωτήσω τον αυθέντην μου· ημπορώ μόνον και μόνον χωρίς ρωτήσω του αφεντός μου, να σου απολύσω Λεβαδία, Κατίκου Χάνι και Τουρκοχώρι ει δε και διά τα άλλα, ενόσου να πηγαίνω εις Λάρισαν να ανταμωθώ με τον αφέντη μου (ενόει τον Μεχμέτ πασάν, Ρούμελη Βαλησή) και απόψε προσμένω απόκρισίν σου, διά να αλλάξωμεν τα ρεχέμια. Ό,τι να γένη απόψε να γένη, να πάρη τέλος η δουλιά· και καθώς εστάθης έως τώρα εις την τιμήν σου, έτζι λοιπόν και τώρα δεν πρέπει να κάμης διαφορετικά, παρά να βαστάζης την μπέσσα σου και υγίαινε.»

Επειδή δε οι Έλληνες επέμενον απαιτούντες την παράδοσιν της Λεβαδείας, του Κατίκου Χάνι, του Τορκοχωρίου και Φοντάνας, οι Τούρκοι συνδιασκεψάμενοι μέχρι βαθείας νυκτός απεφάσισαν να παραδώσωσι και την Φοντάναν και άλλας παραχωρήσεις να ποιήσωσι τοις Έλλησιν, εφ' ώ και ο Οσμάν αγάς Οτζάκ αγάς, Ασλάν Μουχουρδάρης και ο κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης υπέγραψαν εν τω στρατοπέδω της Πέτρας (13 Σεπτεμβρίου 1829) την συνθήκην ταύτην:

«Οι υποφαινόμενοι Οτζάκ αγάς Οσμάνης και Ασλάμπεης Μουχουρδάρης, πολεμηθέντες εις την Πέτραν την δωδεκάτην ημέραν του τρέχοντος μηνός και αδυνατήσαντες να περάσωμεν με πόλεμον ταύτην την θέσιν παρεκαλέσαμεν τον στρατάρχην κύριον Δημήτριον Υψηλάντην οδηγήσαντα την εναντίον μας ειρημένην μάχην και αξιούμεθα την συγκατάθεσίν του διά το ελεύθερον πέρασμά μας από την Πέτραν κατά την ακόλουθον συνθήκην:

«Η εκλαμπρότης του ο κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατάρχης κύριος Δημήτριος Υψηλάντης υπόσχεται να αδειάση τον επάνω της Πέτρας προμαχώνα, ευρισκόμενον υπό την υπεράσπισιν του χιλιάρχου Χριστοδούλου Χατζή Πέτρου, άμα εξημερώση και ανταλλαχθώσι τα αμοιβαία ενέχυρα.

«Δίδει όσους έχει εις το στρατόπεδόν του αιχμαλώτους Τούρκους, άμα δοθούν οι ευρισκόμενοι εις το τουρκικόν στρατόπεδον Έλληνες.

«Δίδει τρία αμοιβαία ενέχυρα εις τον Οτζάκ αγάν Οσμάνην, τον πρώτον πεντακοσίαρχον της τετάρτης χιλιαρχίας Νάκον Πανουργιάν: τον πρώτον πεντακοσίαρχον της πέμπτης χιλιαρχίας Τόλιαν Νικολάου και τον εκατόνταρχον ιππέα Κ. Μοναστηρλήν.

«Συντροφεύει το τουρκικόν στρατόπεδον με την ανήκουσαν δύναμιν προς ασφάλειάν του μέχρι της Μπουδονίτζας, όπου θέλουσιν αλλαχθή και τα ενέχυρα· η δε ενδοξότης του ο Οτζάκ αγάς Οσμάνης και Ασλάμπεης Μουχουρδάρης υπόσχονται:

«Εις το πέρασμά των από Πέτρας μέχρι Μπουδονίτζας να μη κάμωσι την παραμικράν ζημίαν εις τους εγκατοίκους, τα γεννήματα και τα ζωντανά των.

«Να λάβωσι πλησίον των τας ευρισκομένας φυλακάς των εις την πόλιν της Λεβαδείας, εις το Χάνι του Κατίκου, το Τουρκοχώρι και την Φοντάναν· δηλονότι να αδειάσουν εντελώς όλας αυτάς τας θέσεις και την Μπουδονίτζαν μέχρι των Θερμοπυλών και της Αλαμάνας, ν' αφήσωσι μόνην την ευρισκομένην εις αυτάς φρουράν χωρίς να κάμωσι προσθήκην καμμίαν.

«Δίδουσιν εκ μέρους των ο μεν Οτζάκ αγάς Οσμάνης δύο ενέχυρα: τον Αχμέτμπεην Κολ αγάν και τον Καχραμάν αγά Κολ αγάν· ο δε Ασλάμπεης Μουχουρδάρης τον Μπελούκμπασην Νουρ Εδίν αγάν.

«Το κίνημα του τουρκικού στρατοπέδου διά της Πέτρας θέλει αρχίσει εκ προειδοποιήσεως του στρατάρχου, άμα τελειωθή τελεία η αλλαγή των ενεχύρων και αδειάση ο προμαχών ο επάνω της Πέτρας.

«Δίδουσιν όσους έχουν Έλληνας αιχμαλώτους εις το στρατόπεδόν των πριν λάβωσι την είδησιν της διαβάσεώς των διά της Πέτρας.

«Εις πίστωσιν τούτων όλων γεγραμμένων εν λόγω τιμής έγειναν δύο όμοια αντίγραφα της παρούσης συνθήκης υπογεγραμμένα και εσφραγισμένα αμοιβαίως και από τα δύο μέρη».

Διά της τελευταίας ταύτης μάχης και νίκης της Πέτρας, (12 Σεπτεμβρίου 1829), λήγει και η μεγάλη ελληνική επανάστασις ήτις κατά Μάρτιον του 1821 αρξαμένη διήρκεσεν επί οκτώ όλα βαρυστένακτα έτη, ήτοι μέχρι του Σεπτεμβρίου 1892.

Διά της επαναστάσεως ταύτης η Ελλάς εκτήσατο ό,τι απώλεσε κατά την αποφράδα της 29 Μαΐου 1453 ημέραν, την ελευθερίαν και αυτονομίαν αυτής, ής επί τέσσαρας όλους αιώνας στυγεράς δουλείας εστερείτο, την αισχροτέραν τοις Τούρκοις δουλεύουσα δουλείαν. Η διπλωματία τέλος κατώρθωσε να πείση τον Σουλτάνον, περισπώμενον εκ σπουδαίων εσωτερικών περιπλοκών ίνα μικρόν προ της μετά της Ρωσίας συνθηκολογήσεως αναγνωρίση την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, επί τη βάσει της Λονδινείου συνθήκης της 24)6 Ιουλίου 1827 (63) και του πρωτοκόλλου της 10)22 Μαρτίου 1829 (64), την δε μετά της Ρωσίας «ειρήνην μόλις κατά την υστάτην ώραν συνήνεσε να υπογράψη ο Μαχμούτ (2]14 Σεπτεμβρίου 1829) εν Αδριανουπόλει.

Κατά τον αυτόν μήνα προ της συνθήκης είχε συστηθή, κατά διαταγήν του Τσάρου, μυστική τις επιτροπή, αποστολήν έχουσα να σκεφθή περί της αρίστης πολιτικής της προσηκούσης τη Ρωσία απέναντι της Τουρκίας κατά τας παραμονάς της συνθηκολογήσεως. Μεταξύ των διαφόρων προτάσεων ο κυβερνήτης Καποδίστριας προύτεινε την επί των ερειπίων του εν Ευρώπη Οθωμανικού Κράτους ίδρυσιν πέντε χριστιανικών κρατών: α') του Δακικού, συγκροτουμένου εκ των παραδουναβίων ηγεμονιών, β') του Σερβικού, αποτελουμένου εκ της Σερβίας, Βοσνίας Ερζεγοβίνης και δυτικής Βουλγαρίας, γ') του Μακεδονικού, συγκροτουμένου εκ της Μακεδονίας, Θράκης, πλην του Βυζαντίου και της Ανατολικής Βουλγαρίας, δ) του Ηπειρωτικού, αποτελουμένου εκ της Ηπείρου και Αλβανίας, και ε') του Ελληνικού, περιλαμβάνοντος τας λοιπάς εν Ευρώπη ελληνικάς χώρας και απάσας τας νήσους του Αιγαίου. Τα κράτη ταύτα θ' απετέλουν ομοσπονδίαν μετά πρωτευούσης της Κωνσταντινουπόλεως, ήτις έμελλε να κηρυχθή ελευθέρα πόλις άρχουσα της από Δέρκων μέχρι Σηλυβρίας εκτεινομένης χώρας. Αλλ' αι προτάσεις αύται δεν εγένοντο δεκταί υπό της Ρωσίας· διότι ουδαμώς εθεωρείτο τη Ρωσία ασφαλής ο πορθμός του Βοσπόρου. Επίσης δεν εγένετο δεκτή και η πρότασις του Ρώσου στρατηγού Δεΐβιτς του Υπεραιμίου (= υπέρ τον Αίμον γενομένου = Ζαβαλκάνσκι), όπως η συνθήκη προς την Τουρκίαν υπογραφή υπό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και ούτως υπεγράφη εν Ανδριανουπόλει.

Διά της συνθήκης της Αδριανουπόλεως, η Ρωσία έλαβεν αποζημίωσιν 135,000,000 φράγκων, προσεκτήσατο το Δέλτα του Δουνάβεως και ελευθεροπλοΐαν εν τω Ευξείνω, γενομένη ούτω κυρία του εμπορίου.

Διά του 10 δε άρθρου της αυτής συνθήκης η Υψηλή Πύλη λίαν ευχαρίστως απεδέξατο, ως είπομεν, τας αποφάσεις των Δυνάμεων τας εν τε τη από 24)6 Ιουλίου 1827 συνθήκη και εν τω από 10)22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω περιεχομένας, αλλ' η Ελληνική κυβέρνησις υπέβαλεν, ως είδομεν, ευλόγους ενστάσεις· διότι επί του άρθρου τούτου το μείζον μέρος των επί επταετίαν όλην αγωνισθεισών χωρών παρέμενε τη Τουρκία, τα δε αληθή συμφέροντα του Ελληνισμού διεκυβεύοντο σοβαρώς, ο δε επί μεγάλαις ελπίσι συναφθείς πολυετής Ελληνικός αγών, μικρά μόνον απέφερε τα αποτελέσματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'. Τα προ της Δ' εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως. — Εκλογαί πληρεξουσίων. — Αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, — Εκλογή του Κυβερνήτου εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις. — Ανανέωσις του Πανελληνίου — Σύγκλησις της Εθνοσυνελεύσεως διά την 11ην Ιουλίου 1829, — Το αρχαίον του Άργους θέατρον διασκευασθέν εχρησίμευσεν ως τόπος συνεδριάσεως της Εθνοσυνελεύσεως. — Τελετή επίσημος επί τη ενάρξει των εργασιών αυτής. — Αι συζητήσεις. — Τα πρακτικά και τα ψηφίσματα. — Κατάργησις του Πανελληνίου και ίδρυσις της Γερουσίας. — Αι αποφάσεις αυτής. — Η 6η Αυγούστου 1829. — Λήξις των εργασιών της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως.

Εν τούτοις, εν τω μεταξύ ο Καποδίστριας ζητών να δημιουργήση νέον εν Ελλάδι καθεστώς μάλλον προς την φύσιν του Έλληνος αρμόζον, διέταξεν εκλογάς πληρεξουσίων διά την μέλλουσαν να συγκροτηθή Εθνικήν συνέλευσιν, ήτις κατ' Απρίλιον του 1828 προκηρυχθείσα ολονέν ανεβάλλετο, τούτο μεν ένεκα της παρεμπεσούσης πανώλους, τούτο δε προς μείζονα μελέτην των αναγκών του έθνους, περί ών έμελλε να αποφασίση η Εθνοσυνέλευσις. Μόλις δε, καθ' όν χρόνον εξηκολούθει επί των πλοίων η εν Πόρω διαπραγμάτευσις των αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου), απεφάσισεν, υπό της διπλωματίας και των προκρίτων Ελλήνων παρακινούμενος, να σκεφθή σοβαρώτερον περί του ζητήματος της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, ήν από ημέρας εις ημέραν εφίλει να αναβάλλη). Εν τούτοις, τη 12 Νοεμβρίου 1828 προσεκάλεσε το Πανελλήνιον, όπως σκεφθή περί της μορφής της συνελεύσεως. Ουχ ήττον όμως φοβούμενος μη τυχόν η Εθνοσυνέλευσις καταστή θέατρον βίαιων διαπληκτισμών, ως εκ της συρροής εις Άργος πολλών οπλοφόρων εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος ανέβαλε και αύθις την σύγκλησιν λέγων — ως ωμολόγησεν εμπιστευτικώς τω Κ. Στόκμαρ (65) — ότι οι Έλληνες ήσαν έτι άωροι διά την ελευθερίαν των κοινοβουλευτικών συζητήσεων. Εν τούτοις, μη περιμένων πέντε και δέκα έτη, ως είχεν απαιτήσει τούτο παρά του πρίγκηπος Λεοπόλδου, ήλπιζεν ο Καποδίστριας επί εύνουν και ευάγωγον Εθνοσυνέλευσιν. Οι έπαρχοι είχον αρκούντως ενεργήσει παρά τω λαώ, και η κατάργησις των αρχαίων δημοτικών ελευθεριών είχεν ωριμάσει αυτόν προς επιδεικτικήν τινα συνταγματικήν πομπήν. Καίτοι δε προϋπήρχον οι αγαθοί ούτοι όροι, μετά προσοχής όμως και περισκέψεως προέβη εις το έργον τούτο ο Κυβερνήτης. Πολύ δε ωφέλησεν αυτώ ότι δεν υπήρχεν εν Ελλάδι νόμος περί προσόντων εκλογέων και εκλεξίμων.

Είχε μεν συζητήσει μετά του Πανελληνίου, από του Ιανουαρίου 1829, ως προς τους σχετικούς νομικούς ορισμούς. Το σώμα όμως τούτο, εν ώ τότε ακριβώς ανεφύη η πρώτη προς τον Κυβερνήτην δυσπιστία, ηρέθισεν αυτόν διά παρατόλμων αξιώσεων. Απήτησε να εκλέγωσιν οι εκλογικοί σύλλογοι τον ίδιον εαυτών πρόεδρον και γραμματέα, και επειδή ήτο πιθανόν ότι οι ξένοι και ακτήμονες ήθελον υποστηρίξει την κυβέρνησιν, η αντιπολίτευσις απήτησε να ψηφίσωσι μόνον αυτόχθονες και κτηματίαι. Τούτο εξήγειρε την οργήν του Καποδιστρίου· διότι είδεν αίφνης εγειρόμενα ενώπιον αυτού ανυπέρβλητα εμπόδια, και κατενόησεν ότι δεν είχε την δύναμιν να εκδώση νόμον, και μάλιστα εκλογικόν, περιορίζοντα το ελεύθερον εκλογικόν δικαίωμα. «Ήθελον αδιστάκτως συμμερισθή την υμετέραν γνώμην, είπεν ο Καποδίστριας προς το Πανελλήνιον, αν δεν έβλεπον εν αυτή ακαταμάχητόν τινα δυσχέρειαν· είναι δε αύτη, ότι δεν δύναμαι να αναγνωρίσω εμαυτώ το δικαίωμα της νομοθετήσεως και μάλιστα περί εκλογικών». Καίπερ δε την αναρμοδιότητα ταύτην προφασιζόμενος, συνεβούλευσεν ουχ ήττον πολλά αγαθά, τείνοντα εις υπεκφυγήν των δυσχερειών. Οι κατά τας εκλογάς των δημογερόντων επικρατήσαντες τέως τύποι είχον επιδοκιμασθή λίαν εν ταις επαρχίαις.

Δεν ηδύναντο άρα γε να αποφέρωσιν επίσης ευχάριστα αποτελέσματα και κατά τας εκλογάς των διά την συνέλευσιν αντιπροσώπων; Αι των δημογερόντων εκλογαί εγένοντο κατά τα διατάγματα του Απριλίου 1828, υπό την διεύθυνσιν και την επίδρασιν των κυβερνητικών επάρχων, και απέφερον ούτως επιθυμητά τω Καποδιστρία αποτελέσματα. Αν λοιπόν νυν εξελέγοντο και οι αντιπρόσωποι κατά το αυτό σύστημα, ευλόγως ήλπιζεν ο Κυβερνήτης την εν ταις εκλογαίς επίτευξιν ευχαρίστου αποτελέσματος.

Το Πανελλήνιον όμως δεν ηθέλησε να κατανοήση τα πλεονεκτήματα του νέου καποδιστριακού συστήματος, και απέρριψε την περί της διεξαγωγής των εκλογών πρότασιν της κυβερνήσεως. Διελογίσθη επί στιγμήν ο Καποδίστριας να δημοσιεύση εκλογικόν νόμον, άνευ της συναινέσεως του Πανελληνίου, αλλ' ο γραμματεύς της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης ηρνήθη επιμόνως να υπογράψη και να αναλάβη την ευθύνην της πράξεως ταύτης. Ο Κυβερνήτης κατεστάλη τότε, αλλ' αποκτήσας την πλειονοψηφίαν εν τω Πανελληνίω διά της προσθήκης εννέα νέων μελών, εν οίς και ο Πάνος Ράγκος, ο και έκτακτος επίτροπος χρηματίσας, υπέβαλε και πάλιν εν τη αυτή συνόδω το νομοσχέδιον αυτού, κατά το Σύνταγμα το απορριπτόμενον νομοσχέδιον δεν ηδύνατο πλέον να συζητηθή εκ νέου κατά την αυτήν σύνοδον. Επειδή δε και πάλιν ηρνήθη να προσυπογράψη ο γραμματεύς της επικρατείας παυθείς διωρίσθη εις την νεοσύστατον θέσιν του επί των Εξωτερικών γραμματέως, ο δε διάδοχος εκείνου Ν. Σπηλιάδης ήττον δύσκολος, υπέγραψε την πρότασιν της Κυβερνήσεως, ήτις ψηφισθείσα και υπό του Πανελληνίου, εδημοσιεύθη ως Νόμος (4 Μαρτίου 1829). Εκτός ολίγων τροποποιήσεων, βάσις του Νόμου τούτου υπήρξε το κατά τας εκλογάς των δημογερόντων τοσούτω γόνιμον αποδειχθέν σύστημα. Έν μόνον απέκουσε πεισμόνως το Πανελλήνιον, την διάταξιν του νομοσχεδίου, την θεσπίζουσαν την, κατά τας εκλογάς, παρουσίαν των προσωρινών διοικητών και των εκτάκτων, επιτρόπων, όπως, κατά την έκφρασιν του Καποδιστρίου, ασφαλίζηται η τάξις και η νομιμότης. Αλλ' ο Κυβερνήτης κατώρθωσε διά πλαγίας οδού πολύ πλέον ή όσον είχεν απαιτήσει. Κατώρθωσε να δοθή εις την κυβέρνησιν το δικαίωμα να διορίζη αυτή εκ των εκλογέων εκάστου διαμερίσματος τον πρόεδρον του εκλογικού συλλόγου. Αντί της επαπειλούσης απλής εφορείας των επάρχων, επετεύχθη ούτως η απ' ευθείας υπό της κυβερνήσεως διεύθυνσις των εκλογών. Απέναντι τοιούτου πλεονεκτήματος, ηδύνατο βεβαίως να προβή ο Κυβερνήτης και εις παραχωρήσεις προς το Πανελλήνιον, περί ών άλλως ήλπιζεν, ότι ουδέποτε ήθελον αποκτήσει πρακτικήν τινα σημασίαν. Ούτω δε ενέδωκε να ορισθή εν τω άρθρω 14 του κανονίζοντος τας εκλογάς νόμου, ότι πολιτικοί εγκληματίαι ηδύναντο να εξέλθωσι των φυλακών επί εγγυήσει και να εκπληρώσωσι τα αντιπροσωπικά αυτών καθήκοντα.

Όσον εξηρτάτο από των επάρχων και των δημοτικών αρχών εφαίνετο ησφαλισμένη η επί των εκλογών επιρροή της Κυβερνήσεως· όπως έχη όμως υπέρ εαυτού και το πολύ του λαού, όπερ έμελλε να εκφέρη την οριστικήν απόφασιν, απεφάσισεν ο Καποδίστριας να περιέλθη την Πελοπόννησον και τας νήσους, ενώ ο αδελφός αυτού Αυγουστίνος έλαβε την εντολήν να περιοδεύση την Στερεάν χάριν εκλογικών σκοπών. «Οι Έλληνες απαιτούσι να φωτισθώσιν υφ' ημών αυτών περί της θέσεως και του μέλλοντός των, και προ πάντων περί της αξιοπρεπούς εκπληρώσεως των καθηκόντων, άτινα επιβάλλει αυτοίς η πατρίς ως προς τας εκλογάς», έλεγεν ο Κυβερνήτης. Επί τούτω δε μετέβαινεν αδιακόπως από της Αιγίνης εις Ναύπλιον, και από Ναυπλίου εις Αίγιναν συνοδευόμενος δε υπό του I. Μεταξά και του Θ. Κολοκοτρώνη περιήλθε την Πελοπόννησον, προσήγγισεν εις τας νήσους, και μόνον την Στερεάν επεσκέπτετο σπανίως, άπαξ δε μόνον τας Αθήνας. Τα δύο δε τελευταία έτη έμεινεν αποκλειστικώς σχεδόν εν Ναυπλίω, ένθα είχεν ορίσει και την έδραν αυτού.

Κόλοκοτρώνης
Κόλοκοτρώνης

Ο Κυβερνήτης καταλιπών την Αίγιναν, μεσούντος Μαρτίου του 1829, επεσκέψατο την Τρίπολιν, την Μεθώνην, τας Πάτρας, την Ναύπακτον, και επέστρεψε διά Ναυπλίου περί τα τέλη του μηνός. Ο λαός ήρχιζεν ήδη αναλαμβάνων από των φοβερών συνεπειών των ληστρικών επιδρομών του Ιμβραήμ και απολαύων των ευλογιών της ειρήνης· ένθους δε προϋπήντα πανταχού τω Κυβερνήτη. Η θέα των ξένων, η μετά Ρώσων και Γάλλων αξιωματικών αναστροφή, πάντα ταύτα κατεγοήτευσαν τους απλούς εκείνους ποιμένας και χωρικούς, οίτινες ελάτρευον τον Μπάρμπα — Γιάννην. Ενώ δε άλλοτε οι Τούρκοι και Χριστιανοί πασάδες παρίσταντο προ αυτών περιβεβλημένοι τον τρόμον της καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας, ευχάριστον προυξένει αυτοίς έκπληξιν, ότι ο Κυβερνήτης ανεμιγνύετο προσηνώς μετά του λαού, ούτε θωπειών, ούτε δώρων, ούτε υποσχέσεων φειδόμενος. Αι θρησκευτικαί αυτού συνήθειαι, αι ευκτήριοι αυτού ασκήσεις, και τέλος η διαρκώς επιδεικνυμένη πεποίθησις αυτού προς τον Θεόν, ταύτα πάντα εκέρδαινον αναγκαίως τας υπέρ αυτού συμπαθείας των πολλών και αγαθών Ελλήνων. Η εκλογική λοιπόν αυτού περιοδεία αύτη απήνεγκε πάραυτα αρίστους πολιτικούς καρπούς. Εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις εξελέγη ο Κυβερνήτης αντιπρόσωπος μετά γενικής πληρεξουσιότητος, τούθ' όπερ δείκνυσιν ότι αι περί επεμβάσεων εν ταις εκλογαίς φήμαι των αντιπολιτευομένων, ουδεμιάς είχοντο υποστάσεως. Οι κάτοικοι του Άργους κατήρξαντο πρώτοι, η δε εύγλωττος του Καποδιστρίου σιγή εφάνη εις άμιλλαν προκαλούσα. Είτα παρηκολούθησαν και άλλοι Πελοποννήσιοι, εν τέλει δε και των νήσων οι κάτοικοι. Έφθασε μάλιστα στιγμή, καθ' ήν ήλπισεν ο Καποδίστριας, ότι ολόκληρος η Ελλάς ήθελεν εκλέξει αυτόν γενικόν αυτής πληρεξούσιον. Ότι δε ο Κυβερνήτης ελογίσατο τούτο δυνατόν, και απόφασιν είχε να ρυθμίση την πολιτικήν αυτού συμφώνως προς την επιτυχίαν, καταδεικνύει εγκύκλιός τις, ήν απηύθυνε την 3ην Μαΐου 1829 εκ Ναυπλίου προς τους επάρχους της Αρκαδίας, της Αργολίδος και της κάτω Μεσσηνίας:

«Πλήρεις αισθημάτων, έλεγεν, άτινα δυσχερές είναι να εκφράσωμεν, εμάθομεν την νέαν απόδειξιν της εμπιστοσύνης, ήν τα διαμερίσματα της υμετέρας επαρχίας εξεδήλωσαν υπέρ ημών, παρέχοντα ημίν την πληρεξουσιότητά των διά την τετάρτην εθνικήν συνέλευσιν. Εντελλόμεθα υμίν να ανακοινώσητε εις τους υπογράψαντας τας αναφοράς ταύτας, ότι θέλομεν απαντήσει χωρίς αναβολής, άμα ως ευρεθώμεν εις θέσιν, μετά τας εκλογάς των άλλων διαμερισμάτων του Κράτους, να αποφασίσωμεν ότι δύναται να καταστήση ημάς ικανούς εις εκπλήρωσιν του ημετέρου καθήκοντος και δικαίωσιν της εντίμου υμών εμπιστοσύνης». Συνάμα δε παρηγγέλθη η εφημερίς ο Ελληνικός Μηνύτωρ να επαινέση προσηκόντως την φιλόνομον διαγωγήν διαμερισμάτων εκείνων, και η Γενική Εφημερίς ανήγγειλεν, ότι προς ενθάρρυνσιν και καλόν παραδειγματισμόν ήθελε δημοσιεύσει τα ονόματα των επαρχιών, αίτινες είχον αναθέσει τω Κυβερνήτη πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην.

Οποία πολιτική τροπή ήθελεν επέλθει, αν κατωρθούτο πραγματικώς η σχεδιαζομένη γενική εμπιστοσύνης ψήφος του έθνους! Ο Κυβερνήτης ηδύνατο να καταστήση αυτήν πολιτικόν κεφάλαιον, και στηριζόμενος επί της πανδήμου ταύτης ψηφοφορίας να προκαλέση την Ευρώπην, ερωτών αν ήθελε τις τολμήσει να διαλογισθή μόνον περί εκλογής ξένου ηγεμόνος, μέλλοντος να αντικαταστήση τον εκλεκτόν του έθνους. Απέτυχεν όμως η ολίγον παράτολμος ελπίς αύτη του Κυβερνήτου· διότι η αντιπολίτευσις ανέκραζε γεγωνυία τη φωνή, ότι παρεβιάζετο ο εκλογικός νόμος, και ήρξαντο να αγγέλλωνται επαρχίαι, αίτινες δεν υπήρξαν τοσούτον φιλόνομοι, ώστε να εμπιστευθώσι τω Κυβερνήτη την γενικήν αυτών πληρεξουσιότητα. Ο Καποδίστριας ενόησεν ότι ήτο ηναγκασμένος να οπισθοχωρήση προ της άνω ελπίδος και υποκρινόμενος, ότι μάτην αντετάχθη κατά της αντισυνταγματικής εμπιστοσύνης του λαού, απεποιήθη τας δοθείσας αυτώ γενικάς πληρεξουσιότητας εκ τριάκοντα έξ εκλογικών περιφερειών, διότι δεν ηδύνατο αυτός, ως εκ του αξιώματος, να γίνη και ανώτατος αρχών και εξελεγκτής ταυτοχρόνως!

Ο Καποδίστριας δι' εγκυκλίου αυτού προς τας αρχάς, φερούσης χρονολογίαν 28 Μαΐου, ανεκοίνωσεν ότι μάταιαι είχον αποβή αι προσπάθειαι αυτού κατά την εν Πελοποννήσω περιοδείαν αυτού. Προς το Πανελλήνιον δε διεκοίνωσε (14 Μαΐου), ότι η ωρισμένη προς έναρξιν της συνελεύσεως (15 Μαΐου) ήν ήδη λίαν εγγύς, και όμως απήσαν οι πληρεξούσιοι· αι δε δοθείσαι αυτώ πληρεξουσιότητες ήσαν άτοποι. Αναγνωρίσας δε το ίδιον λάθος και προσπαθών να τρέψη αυτό επιτηδείως εις ίδιον όφελος προσέθηκεν, ότι τοιούτον τι δεν ήθελε συμβή, αν είχε γείνει δεκτή υπό κυβερνητικών υπαλλήλων επιτήρησις των εκλογών, επειδή δε το Πανελλήνιον εις πάντα συνήνει, επήλθε (15 Μαΐου) η επίσημος αποποίησις πάσης προς τον Κυβερνήτην δοθείσης γενικής πληρεξουσιότητος, και η εις την 25 Ιουνίου αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Ο εκλογικός δε νόμος συνεπληρώθη, τη εγκρίσει του Πανελληνίου, διά δύο νέων διατάξεων, αίτινες εφάνησαν υπαγορευόμεναι υπό των τελευταίων γεγονότων· Επετράπη τοις κυβερνητικοίς οργάνοις «οσάκις το απήτουν η τάξις και ο νόμος» να παρεμβαίνωσι κατά τας εκλογάς· διετάχθη δε προς τούτοις η αμέσος εκλογή καθ' άπασαν την Ελλάδα. Διά του ορισμού τούτου, όσον δημοκρατικός και αν εφαίνετο, απεμακρύνετο πας νοήμων και ανεξάρτητος πληρεξούσιος. Η πείρα κατεδείκνυε και εν Ελλάδι, ότι διά της αμέσου εκλογής ηνοίγετο ευρύ το στάδιον εις τας κρατούσας φατρίας προς σαγήνευσιν και εκφόβισιν του πλήθους, και ότι μέγα των κατοίκων μέρος, πτοούμενον την εκλογικήν τύρβην, απείχεν εντελώς της εκλογής.

Τα μέτρα και οι κανονισμοί του Κυβερνήτου εστέφθησαν δι' επιτυχίας, και πανταχού σχεδόν εξελέγησαν πληρεξούσιοι φίλα τη κυβερνήσει φρονούντες.

Η κυβερνητική μερίς απεκάλει κατά την διεξαγωγήν των εκλογών τους ιδίους αυτής υποψηφίους καλούς χριστιανούς· αλλ' η αντιπολίτευσις δεν καθυστέρησε και εν τούτω και εσφενδόνισε κατ' εκείνων την προσωνυμίαν δουλόφρονες. Οι Ψαρριανοί και οι Υδραίοι διεξήγαγον εκλογάς τινας, ών τα αποτελέσματα δυσηρέστησαν την κυβέρνησιν. Τότε ο Καποδίστριας, όπως αποζημιωθή, εκάλεσεν εις την Εθνοσυνέλευσιν πεντήκοντα περίπου πληρεξουσίους εκ των υπό των Τούρκων κατεχομένων εισέτι επαρχιών, Χίου, Κρήτης, Θεσσαλίας και Ηπείρου. Προσέτι δε, ως αν μη ησφάλιζον ικανώς την επιτυχίαν αι καλώς υπολελογισμέναι συμπληρωματικαί εκείναι εκλογαί, διώρισεν ο Κυβερνήτης ενδεκαμελή εκ πληρεξουσίων επιτροπήν προς εξέλεγξιν των εκλογών και καθαρισμόν της Εθνοσυνελεύσεως.

Η κυβέρνησις εφαίνετο, εν τούτοις, φοβουμένη μη τυχόν η έξαψις των συζητήσεων παρασύρει πολύ τας πολιτικώς εμπαθείς φύσεις των Ελλήνων. Τούτου ένεκεν εσχηματίσθη φρουρά προς ασφάλειαν της Συνελεύσεως, ής η διοίκησις ανετέθη τω Τουρκοφάγω Νικήτα, δεδοκιμασμένω του Κυβερνήτου οπαδώ και συμμαχητή εκ παλαιού αφωσιωμένω προς τον Κολοκοτρώνην.

Τοις δε μη βουλευταίς απηγορεύθη να μεταβαίνωσιν εκ Ναυπλίου εις Άργος, μέχρις ού ήθελον προμηθευθή καταλύματα τοις αντιπροσώποις. Επίσης προς ασφάλειαν απηγορεύθη η εις Άργος είσοδος των οπλοφόρων. Είχε βεβαίως τους λόγους αυτής η Κυβέρνησις, όπως μη επιθυμή μεγάλην συρροήν ξένων και εντοπίων.

Πριν ή αρχίσωσιν αι συζητήσεις, οι της Πελοποννήσου πληρεξούσιοι, παρακινηθέντες υπό του Κολοκοτρώνη, έπεμψαν προς τον Καποδίστριαν εν ονόματι των εκλογέων αυτών ευχαριστήριον έγγραφον επί τη σοφή αυτού διοικήσει, και παρεκάλουν να βοηθήση αυτοίς κατά τας δυσχερείς αυτών εργασίας. Οι αντιπρόσωποι της Στερεάς και των νήσων ευρέθησαν ηναγκασμένοι να μιμηθώσι το καλόν παράδειγμα των Πελοποννησίων. Η εθνοσυνέλευσις έμελλε να συνέλθη εν τοις ερειπίοις του αρχαίου θεάτρου του Άργους. Το μέρος εκείνο είχεν εκλεχθή τη επιμόνω συστάσει του Κολοκοτρώνη. Ότε δε ο Καποδίστριας εφάνη φειδόμενος της προς τούτο δαπάνης, ο Γέρος του Μωριά εξήλειψε τους δισταγμούς αυτού διά των ολίγων τούτων και πονηρών λόγων: «Ας πάνε τόσα έξοδα· διατί έρχονται από την Ευρώπη και εξοδεύουν να βλέπουν εκείναις ταις πέτραις, και ημάς είναι τιμή να καθαρίσωμεν ταις πέτραις να φαίνωνται (66).»

Η 11 Ιουλίου ήν ωρισμένη μετά την δευτέραν αναβολήν της 25 Ιουνίου, προς έναρξιν της συνελεύσεως. Λίαν πρωί ο Καποδίστριας μετέβη εις τον εν Άργει ναόν της Παναγίας, ρωσικήν φέρων στολήν και διά πολλών κεκοσμημένος παρασήμων, ακολουθούμενος δε υπό των πληρεξουσίων, μιας ίλης ιππικού και δύο ταγμάτων πεζικού. Ψαλείσης της δοξολογίας υπό του πρώην Ηλιουπόλεως, ώμοσαν οι πληρεξούσιοι, ότι ήθελον εργασθή επ' αγαθώ της Ελλάδος και υπέρ της ευημερίας και ελευθερίας εκάστου πολίτου· εν τω μεταξύ δε ηκούσθη υπό των ενθουσιωδών πληρεξουσίων ισχυρόν και πολλάκις επαναληφθέν: «Ζήτω ο Κυβερνήτης»! Η συνένωσις εκείνη πάσης στρατιωτικής λάμψεως και εκκλησιαστικής πομπής, βυζαντινόν και μοσχοβιτικόν συνάμα κράμα, ην κατάλληλος όπως παραγάγη βαθείαν εντύπωσιν εις τον περίεργον και χαίνοντα όχλον. Εκ του θεάτρου είχεν αποκομισθή η των χωμάτων σωρεία, κατεσκευάσθη δ' εν αυτώ ξύλινόν τι παράπηγμα διά τας συνεδριάσεις. Εκεί μετέβη κατόπιν, εν πομπή, ο Κυβερνήτης μετά των αντιπροσώπων, όπως συγκροτήση την Εθνοσυνέλευσιν. Αφού δε δι' ολίγων προσηγόρευσε την συνέλευσιν ο Καποδίστριας, ανέγνω ο γραμματεύς της Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης μακρόν εναρκτήριον λόγον, όν είχε μεν συντάξει αυτός ο Καποδίστριας, δεν ηδύνατο δε να απαγγείλη ο ίδιος ένεκα της πασχούσης αυτού υγείας. Ήρχιζεν ούτος από της συνήθους επικλήσεως του Υψίστου, όστις ουδέποτε ελησμονείτο εν τοιαύταις περιστάσεσι, και ανεμίμνησκε κατόπιν τους ηρωικούς αγώνας, ούς είχεν αγωνισθή το έθνος, επί μακρόν μεν μόνον, βραδύτερον δε τη βοηθεία των φιλελλήνων.

Μετά ταύτα δε δικαιολογούμενος εν παρόδω ο Κυβερνήτης επί τη βραδεία αυτού καθόδω εις Ελλάδα, διηγήθη την αθλιότητα ήν είχεν εύρει αφικόμενος, και εξέθεσε τα μεγάλα αυτού έργα εσωτερικώς τε και εξωτερικώς.

Περί του μέλλοντος εξεφράζετο σαφέστερον ο Καποδίστριας ή περί του παρελθόντος. Επειδή, έλεγε, δεν ήτο δυνατόν να δοθώσι διαρκείς συνταγματικοί θεσμοί τη Ελλάδι, πριν ή οριστικώς κανονισθή η τύχη αυτής, εφρόνει ότι η Εθνική Συνέλευσις ήθελε κρίνει καλόν να κυρώση την παράστασιν του κρατούντος προσωρινού συστήματος διοικήσεως. Ολίγοι μόνον, κατ' αυτόν, απητούντο περιορισμοί ως προς τούτο. Το Πανελλήνιον εφάνη πολλάκις δυσπειθές· τούτου δ' ένεκα συνιστάτο ως πρόσφορον εις τους καιρούς να περιστοιχισθή η κυβέρνησις υπό νέων συμβούλων, προς εξασφάλισιν της ησυχίας της χώρας. Ο καλώς λελογισμένος ούτος υπαινιγμός σκοπόν είχε να καταστήση εκ προοιμίων ευπρόσδεκτον την διάλυσιν του Πανελληνίου και την καθίδρυσιν σώματος Γερόντων. Μετά την έκθεσιν Σπηλιάδου ο Κυβερνήτης εγερθείς και προπεμπόμενος υπό της συνοδευσάσης αυτόν πολυαρίθμου ακολουθίας, κατέλιπε το θέατρον, και ούτως έληξεν η πρώτη συνεδρίασις της Δ' εν Άργει εθνοσυνελεύσεως.

Κατά τα συνταγματικά έθιμα πρώτον της συνελεύσεως έργον έπρεπε να ήναι η των εκλογών εξέλεγξις. Αντί τούτου όμως προέβησαν οι πληρεξούσιοι την 12 Ιουλίου εις την εκλογήν του Προεδρείου, και εξέλεξαν τον Γ. Σισίνην πρόεδρον και γραμματείς τον Ν. Χρυσόγελον και I. Ρίζον, αντιπρόεδρον δε τον Γ. Μαυρομάτην. Ευθύς δε μετά την εκλογήν ηγέρθη ο αστυνόμος της συνελεύσεως Νικήτας και ωδήγησε τα μέλη του προεδρείου εις τας ωρισμένας δι' αυτά θέσεις.

Γεώργιος Σισίνης
Γεώργιος Σισίνης

Μετά την εγκατάστασιν του προεδρείου, ανέστη πληρεξούσιος και προύτεινε να ψηφισθώσιν ευχαριστήρια προς τον Κυβερνήτην, όπως αποτρέψη ούτως ενδεχομένην εμφάνισιν του περί εξελέγξεως των εκλογών ζητήματος. Δεν ηδύνατο, είπεν, η συνέλευσις να εγκαινίση κάλλιον τα έργα αυτής, ή ευχαριστούσα τον Καποδίστριαν επί τη μέχρι τούδε διοικήσει αυτού, επικυρούσα απολύτως παν ό,τι έπραξε, και παρακαλούσα αυτόν να παράσχη αυτή τας πατρικάς συμβουλάς, καθότι μόνον αι υψηλαί θεωρητικαί και πρακτικαί γνώσεις του Κυβερνήτου ηδύναντο να φωτίσωσι και οδηγήσωσι τους αντιπροσώπους. Κατά της προτάσεως ταύτης εξηγέρθησαν πολλοί, αλλ' αι ενστάσεις αυτών, και ιδίως του Γρίβα, του Μιχαήλου και του Κρίσπη απεπνίγησαν εν μέσω των μανιωδών κραυγών των κυβερνητικών. Ο Κολοκοτρώνης δε έκοψε πάσαν λεπτομερή συζήτησιν διά σφοδρού θορύβου και ταραχής. «Όχι!» ανέκραξε, «δεν θέλομεν ευρωπαϊκάς αργοπορίας, δεν χρειαζόμεθα πλακάκια· όστις είνε υπέρ της προτεινομένης αναφοράς ας εγερθή! και έπειτα βλέπομεν!» Την ήκιστα κοινοβουλευτικήν ψηφοφορίαν ενίσχυσεν ο γηραιός στρατηλάτης πάλλων απειλητικώς τα όπλα αυτού. Εσίγησε τότε πάσα αντιλογία, και η αναφορά εκείνη, ής ο τύπος απεστέρει χωρίς τινος λόγου την Εθνοσυνέλευσιν του σπουδαιοτάτου δικαιώματος του αναφέρεσθαι, καλυφθείσα εν τέλει δι' υπογραφών απεστάλη πάραυτα προς τον Κυβερνήτην.

Μετά τούτο προέβησαν εις τον σχηματισμόν επιτροπών. Και πενταμελής μεν επιτροπή συνέστη όπως δέχηται και εξετάζη τας εις την εθνοσυνέλευσιν υποβαλλομένας αναφοράς, επταμελής δε άλλη όπως κοινωνή προς τον Καποδίστριαν. Πλην τούτων υπήρχε προσέτι και η υπό της κυβερνήσεως συστάσα ενδεκαμελής, ως είπομεν, επιτροπή προς εξέλεγξιν των εκλογών.

Τη επαύριον (13 Ιουλίου) εγένετο η πρότασις, όπως η συνέλευσις ασκήση το ιδιαίτατον αυτής δικαίωμα της των εκλογών εξελέγξεως. Αλλ' η πλειοψηφία εψήφισεν υπέρ της αναβολής του ζητήματος, όπερ εβάρυνε πάντας ως απαίσιος τις εφιάλτης, ο δε Κυβερνήτης διεξήλθεν επιτηδείως την δυσχέρειαν, διατάξας να αναγνωσθή η απάντησις αυτού εις την περί εμπιστοσύνης αναφοράν της Εθνοσυνελεύσεως. Τέλος τη 16 Ιουλίου εξερράγη η αναβληθείσα έρις και η εκλογή του πληρεξουσίου Πύργου Λυκούργου Κρεστενίτου προσεβλήθη υπό της κυβερνητικής μερίδος, λόγω παραγεγραμμένου πλημμελήματος. Παρεσκευάσθη κατάλογος εν ώ κατέγραφεν έκαστος πληρεξούσιος το όνομα αυτού υπέρ ή κατά του Κρεστενίτου. Ο Βερνάρδος, πρόεδρος του εν Νάξω πρωτοδικείου, ενεγράφη διά του γραμματέως κατ' αυτού. Αλλ' ότε ηρώτησεν αυτόν ο γέρων Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, όστις μετά πέντε ή έξ αντιπροσώπων είχεν εγγραφή υπέρ αυτού, τι είχε να προτείνη κατά του ανδρός, «καλά! απήντησεν εκείνος, γράψετέ με υπέρ του Λυκούργου!» Επί τη φοβερά ταύτη απαθεία, ζωηρά εξεδηλώθη παρά τοις πληρεξουσίοις αγανάκτησις. Η κυβερνητική δε μερίς ηρμήνευσεν αυτήν επιτηδείως ως αποδοκιμασίαν του εφαρμοζομένου τέως συστήματος, και ισχυρίσθη ότι ο κατάλογος ην άκυρος. Σφοδρά επί τούτου ηγέρθη έρις, ήτις μόλις την επομένην (17 Ιουλίου) δι' εκτάκτων του Κολοκοτρώνη ενεργειών, ελύθη κατά του Κρεστενίτου. Εκηρύχθη ούτος, σχετικώς προς γεγονότα επελθόντα προ της αφίξεως του Καποδιστρίου, ανάξιος της εν τη συνελεύσει έδρας αυτού, και διεγράφη του καταλόγου των μελών αυτής. Αυθημερόν κατώρθωσεν η κυβέρνησις να επικυρωθή υπό της Εθνοσυνελεύσεως η παρά της επιτροπής των ένδεκα αποφασισθείσα διαγραφή του πληρεξουσίου Ναυπλίου Σ. Σκούφου, φαινομένου υπόπτου ένεκα των προς τους Γάλλους συμπαθειών αυτού και της εκ περιηγήσεων κεκτημένης ελευθεροφροσύνης και πείρας των του κόσμου. Πρόφασις δε υπήρξεν, ότι δεν ανήκεν εις την εκλέξασαν αυτόν επαρχίαν, ενώ επετράπη, τουναντίον η εις την Εθνοσυνέλευσιν είσοδος δύο εκ Σύρου πληρεξουσίων, ών η εκλογή προσεβάλλετο διά τον αυτόν λόγον.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης
Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Αι συνεδριάσεις της 18, της 19 και της 20 Ιουλίου ήσαν προωρισμέναι εις την περί των οικονομικών συζήτησιν, ών η αμήχανος αληθώς κατάστασις έπρεπε, κατά πρώτον λόγον, να εφελκύση την ενέργειαν της Εθνοσυνελεύσεως. Τη 17 Ιουλίου, ολίγον βραδέως εννοείται, είχεν επιφορτίσει την επιτροπήν της οικονομίας, πλην της εκθέσεως περί των έργων αυτού και των τραπεζικών εργασιών να παρασκευάση προϋπολογισμόν, λέγων ότι καλόν ήτο, αφού άπαξ γνωρίση η συνέλευσις, τους εις διάθεσιν της κυβερνήσεως πόρους, να γνωρίση επίσης και τας δαπάνας αυτής. Παρηγγέλλετο δε αυστηρώς η επιτροπή, αφού πρώτον μνημονεύσει ότι αι ξέναι, ελπιζόμεναι πάντοτε, συνδρομαί δεν εγένοντο, όπως ριφθή ούτω σκιά τις επί των δυτικών Δυνάμεων, να μη λησμονήση το εξ 1,000,000 δώρον, όπερ είχoν αποστείλει ο Τσάρος διά του νέου Ρώσου αντιπρεσβευτού Πανίν. Καλόν ήτο να αναρριπισθή παρά τοις αντιπροσώποις η παλαιά προς την αρκτώαν προστάτιδα Δύναμιν ευγνωμοσύνη. Διότι οι Έλληνες έχουσι συνήθως ασθενή την μνήμην των ευεργεσιών και σπανίως πιστεύουσιν εις την αφιλοκέρδειαν του ευεργέτου· Η επιτροπή έσπευσε να εκτελέση τας επιθυμίας του Κυβερνήτου. Αναγνωσθείσης λοιπόν της περί των οικονομικών και της τραπέζης εκθέσεως, υπεβλήθη εις την Συνέλευσιν τη 18 Ιουλίου ο εν σπουδή συνταχθείς προϋπολογισμός από 1 Μαΐου 1829 μέχρι 30 Απριλίου 1830. Και τα μεν έσοδα υπελογίζοντο δι' αυτού εις 8,539,969 γροσίων και 34 παράδες, ήτοι εις 2,864,656 φράγκων, τα δε έξοδα εις 25,618,664 και 34 παράδες, τουτέστιν εις 8,539,555 φράγκων, ήτοι προϋπελογίζετο έλλειμμα εκ 5,674,899 φράγκων.

Η Συνέλευσις ασχοληθείσα επί τινας ημέρας εις εξέτασιν των οικονομικών λογαριασμών επανήλθε πάλιν ζωηρότερον και υπό άλλην μορφήν, εις το κατά τας πρώτας συζητήσεις λυθέν περί απαντήσεως ζήτημα. Την 22 Ιουλίου ανέγνω ο I. Ρίζος σχέδιον νέας απαντήσεως, περιλαμβάνον λεπτομερεστέραν απόκρισιν εις τον εναρκτήριον λόγον του Κυβερνήτου ή τα σχέδια του πληρεξουσίου, όν είδομεν εν τη πρώτη συνεδρία της Εθνοσυνελεύσεως (67). Ην δ' αυτό έκφρασις της εθνικής ευγνωμοσύνης διά τα σωτήρια έργα, άτινα είχον απαλλάξει την Ελλάδα της αναρχίας. Το σχέδιον τούτο είχεν ώδε:

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ Προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος.

Εν Άργει, τη 22 Ιουλίου 1829.

Όταν ημείς εξελέχθημεν πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του έθνους διά να συγκροτήσωμεν την Δ' ταύτην συνέλευσιν, δεν μας ενεπιστεύθη το έθνος την τοιαύτην παρακαταθήκην του, ειμή διά να πληροφορηθώμεν και εκ του σύνεγγυς τας αρχάς και τα μέτρα, εξ ών επήγασαν τόσα υπέρ ευχήν αγαθά εις την Ελλάδα από της εποχής της αισίας αφίξεώς σας έως την σήμερον, και αφ' ενός μεν μέρους να γενώμεν όργανα άμεσα των αισθημάτων του έθνους διά την υμετέραν Εξοχότητα, και να παραστήσωμεν προς αυτήν πασιφανώς την βαθείαν ευγνωμοσύνην του, αφ' ετέρου δε να την συντρέξωμεν εις τους πολυπόνους αγώνας της, και οδηγούμενοι από τας πολλάς και βασίμους αυτής γνώσεις, να την ανακουφίσωμεν συνεισφέροντες τον χρεωστούμενον ζήλον και την άοκνον ημών ετοιμότητα.

Η εξ ανωμαλίας και ακοσμίας εις την ενδεχομένην διακόσμησιν και ευρυθμίαν μεταβολή, αι διά των δημοσίων υπουργών και διά της εθνικής εφημερίδος κατάδηλοι γενόμεναι κυβερνητικαί πράξεις, είναι μεν μάρτυρες εχέγγυοι της καθαριότητος και μετριότητος των αρχών, τας οποίας ηκολουθήσατε· αλλά βουλόμενον το έθνος να πληροφορηθή εναργέστερον το όλον του εσωτερικού οργανισμού και την όσον σπουδαίαν, τόσον δυσαντίβλεπτον διαίτησιν των εξωτερικών του σχέσεων, έδωσεν εις ημάς την πληρεξουσιότητα να λάβωμεν τας περί τούτων πληροφορίας.

Ο κατά την 11 του λήγοντος προεισόδιος λόγος της υμετέρας Εξοχότητος εις την προκαταρκτικήν συνεδρίασιν της εθνικής ταύτης συνελεύσεως παρέστησεν εις ημάς συντόμως μεν, αλλά κεφαλαιωδώς, τας αρχάς, καθ' ας βαίνοντες αλανθάστως διετρέξατε εκ πρώτης αφετηρίας μέχρι της σήμερον το μέγα στάδιον των κυβερνητικών αγώνων, και διαχειρίσθητε τόσον τα εμβριθή συμφέροντα του έθνους προς τας έξω σχέσεις του, όσον και τα ελατήρια της εσωτερικής διοργανώσεώς του.

Προς αυτόν τον λόγον, έσοπτρον καθαρόν των κυβερνητικών πράξεών σας, απήντησε μεν κατά την 12 του λήγοντος ευγνωμονούσα η συνέλευσις, διέταξε δε την εκ του σώματος των πληρεξουσίων αντιπροσώπων επταμελή επιτροπήν της, διά να επεξεργασθή με σύντονον προσοχήν τόσον τα διπλωματικά αμοιβαία έγγραφα των συμμάχων αυλών και της ελληνικής κυβερνήσεως, όσον και τα ψηφίσματα τα προσωρινώς κανονίζοντα την κυβέρνησιν του κράτους.

Κατά την 16 παρουσιασθείς εις την συνέλευσιν ταύτην ο επί των Εξωτερικών Γραμματεύς ανέγνωσεν εις επήκοον πάντων όλας τας διπλωματικάς διακοινώσεις.

Κατά την 17 παρουσιασθείς ομοίως ο Γραμματεύς της Επικρατείας έθεσεν υπ' όψιν της τα ψηφίσματα.

Κατά την 18 παρουσιασθείσα η επί των οικονομικών και φροντιστηριακών λογαριασμών εξεταστική επιτροπή ανέγνωσεν ομοίως έκθεσίν της περιέχουσαν αναφοράν της επί της Οικονομίας επιτροπής, ομού και εγκλείστους ισολογισμούς απ' αρχής της συστάσεως των δύο υπηρεσιών, τής τε οικονομίας δηλονότι και της χρηματιστικής εθνικής τραπέζης, έως τέλους του παρελθόντος Απριλίου, προς δε και υποθετικόν λογαριασμόν δε έν ολόκληρον έτος από πρώτης του παρελθόντος Μαΐου έως τέλους του Απριλίου του 1830.

Προς ταις αναφοραίς ταύταις παρουσίασεν αυθημερόν η άνω ειρημένη εξεταστική επιτροπή αναφοράν του Πανελληνίου, περικλείουσαν δύο ετέρας της επιτροπής του Πανελλήνιου, επιφορτισμένης να εξετάση τα εν Λονδίνω εθνικά δύο δάνεια, και να δώση σχέδιον περί της αποσβέσεως αυτών, το οποίον παρουσιάσθη και ανεγνώσθη συγχρόνως εις την συνέλευσιν.

Κατά την 19 παρουσιασθέν το επί των στρατιωτικών μέλος του γενικού φροντιστηρίου, παρέστη και ανέγνωσεν εις την συνέλευσιν τρεις αναφοράς προς την Τ. Ε.: α') έκθεσιν του περί μη τακτικού στρατιωτικού, β') ομοίαν του συνταγματάρχου κ. Καρόλου Εϊδέκ δίδοντος απλούν και αληθή λόγον των παρ' αυτού πραχθέντων εις την σφαίραν της πολεμικής και οικονομικής διευθύνσεώς του καθ' όλην την διάρκειαν του ενιαυτού, κατά τον οποίον ήτον επιφορτισμένος αυτήν την διεύθυνσιν, και γ') ομοίαν επί των ναυτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου περί όσων αφορώσι τον κλάδον του.

Αι τρεις αύται αναφοραί συνοδευόμεναι με παρατηρήσεις εγγράφως εκτεθειμένας παρά του επί των στρατιωτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου, επληροφόρησαν την συνέλευσιν, ότι η Υμετέρα Εξοχότης και εσκέφθη επισταμένως, και μετεχειρίσθη όλα τα δυνατά μέσα προς διαρρύθμισιν της προ της ελεύσεώς σας πάντη πάντως ανωμάλου καταστάσεως τόσον του τακτικού και μη στρατιωτικού, όσον και του ναυτικού. Δεν δυνάμεθα να παρασιωπήσωμεν, Εξοχώτατε, πόσην βαθείαν εντύπωσιν εχάραξεν εις ημάς η παράστασις όλων αυτών και των εγγράφων, των ισολογισμών, του υποθετικού λογαριασμού και του σχεδίου της αποσβέσεως των εν Λονδίνω δύο εθνικών δανείων.

Πρώτην φοράν ήδη βλέπει το έθνος την κυβέρνησίν του δίδουσαν λόγον των πράξεών της διηκριβωμένον και πρώτην ήδη φοράν συναισθάνεται, ότι θεσμοθεσίαι ακριβώς προσηρμοσμέναι εις την πραγματικήν του κατάστασιν και ενεργούνται, καθώς γράφονται, και φέρουσιν αποτελέσματα αισιώτερα και των ιδίων ευχών του.

Η συνέλευσις, εφ' όσον παρελάμβανε τα ειρημένα έγγραφα από τους προσήκοντας υπουργούς της κυβερνήσεως, τα παρέπεμπεν εις την επταμελή επιτροπήν της, και αυτή θεωρήσασα όλα ταύτα έν προς έν και κατά κλάδους, εις τους οποίους ανάγονται, κατείδε σαφώς το ευμέθοδον, το σοφόν και το τελεσιουργόν σύστημα, κατά το οποίον στοιχούντες εις όλας τας πράξεις σας, τας αναφερομένας τόσον προς τον εσωτερικόν του κράτους προσωρινόν οργανισμόν, όσον και προς τας εξωτερικάς σχέσεις, εφυλάξατε μεν τας παραδεδεγμένας αρχάς των συνταγματικών μας νόμων, εδώσατε δε εις τον διοργανισμόν αυτών καθ' ό προσωρινόν και επιδεκτικόν των εκ της πείρας μαθημάτων, το ανεκτίμητον πλεονέκτημα, του να έχωσι δηλονότι οι αντιπρόσωποι του έθνους ολόκληρον την δύναμιν να μην αποφασίσωσιν οριστικώς την παραδοχήν οποίου δήποτε συστήματος, εάν αυτό το σύστημα δεν καθιερωθή προηγουμένως από τα αποτελέσματά του, από αυτά δη τα πράγματα.

Επομένως η επιτροπή, καθ' ό θεωρήσασα και σκεφθείσα κατ' επανάληψιν περί πασών των διπλωματικών αμοιβαίων διακοινώσεων, περί του γενικού εσωτερικού οργανισμού, περί των αναφορών του γενικού φροντιστηρίου, περί του της αποσβέσεως σχεδίου, καθώς και περί των ισολογισμών και του υποθετικού λογαριασμού, και περί των αποζημιώσεων, και καθ' ό θέσασα υπ' όψιν της συνελεύσεως διά της υπ' αριθ. 1 αναφοράς της την περί πάντων τούτων θετικήν της γνώμην, διετάχθη παρά της συνελεύσεως να σχεδιάση υπό την άμεσον οδηγίαν της Υ. Ε. ψηφίσματα περί εκάστου των κλάδων αυτών της ελληνικής κυβερνήσεως κατάλληλα με τα θεμελιώδη συμφέροντα του έθνους και επομένως αρκετά εις το να ομαλύνωσιν, όσον ενδέχεται, το τραχύ και ακανθηρόν στάδιον των αγώνων της.

Ιδού, Εξοχώτατε, η ειλικρινής παράστασις των αισθημάτων και των φρονημάτων τόσον ημών, όσον και του έθνους, του οποίου είμεθα την σήμερον αντιπρόσωποι. Ιδού όσα επεφορτίσαμεν την επιτροπήν, την οποίαν θέλετε ευαρεστηθή να οδηγήσητε με τας υψηλάς και θετικάς γνώσεις σας.

Περιττόν νομίζομεν να προσθέσωμεν, ότι επιστρέψας έκαστος ημών εις τα ίδια, θέλομεν συγχαρεί τους συμπολίτας μας, ευχόμενοι θερμώς προς τον επουράνιον Θεόν υπέρ της Υ. Ε.

Αλλ' εις ταύτην ημών την απάντησιν νομίζομεν όχι άκαιρον, αλλ' εκ των αναγκαιοτάτων μάλιστα, το να διαλάβωμεν ανακεφαλαιούντες, όσα εξεθέσατε εις τον προεισόδιον λόγον, τούτο μεν διά να ομολογήσωμεν πασιφανώς την αλήθειαν των εν αυτώ τω λόγω διαλαμβανομένων, τούτο δε διά να αποδώσωμεν τον χρεωστούμενον δίκαιον έπαινον προς το έθνος, έπαινον προς την κυβέρνησιν αντιστρέφοντα.

Καρπός απελπισίας τεσσάρων αιώνων η Ελληνική επανάστασις, επόμενον ήτο να φέρη την φυσιογνωμίαν της βιαίας και ανωμάλου γεννήσεώς της κατά τα πρώτα έτη.

Αλλ' εν ώ έτρεχεν η Ελλάς τον περί των όλων κίνδυνον, ποτέ δεν έπαυσεν αγωνιζομένη να συστήση πολίτευμα και να θέση νόμους, καθ' ούς να υπάρξη ως έθνος ελεύθερον, έθνος χριστιανικόν, έθνος φίλον της τάξεως και της ησυχίας. Εξ αρχής ήθελε την εσωτερικήν της ευταξίαν, διότι την εγνώριζεν όχι μόνον συντελεστικήν προς άμυναν των εχθρών της, αλλά και προς απόκτησιν της ευνοίας και της κραταιάς κηδεμονίας των μοναρχών της Ευρώπης· δι' έλλειψιν οδηγού όμως σοφού ενταυτώ αι ασχέτου απετύγχανε του σκοπού της.

Αύτη η έφεσίς της την ωδήγησε να προσκαλέση αυθόρμητος και με παμψηφίαν την Υ. Ε. διά να οικοστροφήση το κλυδωνιζόμενον σκάφος της πατρίδος και κατ' αυτόν μόνον τον τρόπον ήλπιζεν ότι την εσωτερικήν ευταξίαν, την οποίαν επεθύμει, ηδύνατο να εγκαταστήση. Προσκληθείς, Εξοχώτατε, δεν απεδειλίασας προς τον μέγαν και δεινόν ομογενών αγώνα, αλλά πριν ή έλθης εις το Ελληνικόν έδαφος διέγνως οποία τις είναι η νόσος της Ελλάδος, οποία η θεραπεία της· προητοίμασας αυτήν, και η διάγνωσις αύτη της Υ. Ε. απεδείχθη ορθή και ευστοχωτάτη εκ των αποτελεσμάτων.

Άμα απέβης εις το Ελληνικόν έδαφος, και υπεδέχθης από όλας τας αρχάς με αναπεπταμένας αγκάλας, περικυκλούμενος με τας ευχάς του ευαγούς κλήρου και με του λαού τας ευλογίας.

Η βουλή πάντων των νόμων υπέρτατον θεωρούσα την σωτηρίαν του έθνους, και επερειδομένη εις τας υψηλάς γνώσεις της Υ. Ε. απέθετο τα χρέη της διά της υπ' αριθμόν ΝΗ' πράξεώς της.

Έν των πρωτίστων αντικειμένων της κυβερνητικής σας προνοίας θεωρήσαντες την της ναυτιλίας διοργάνωσιν, άμα ελάβετε τα περί αυτής ανήκοντα μέτρα, και άμα η συκοφάντις του πολυάθλου ελληνικού ναυτικού πειρατεία έγεινεν άφαντος διά πάντα, τότε μόνον αναπολουμένη, οσάκις η Ελλάς αναφέρη τα αποτελέσματα της αυστηράς σου και σοφής κυβερνήσεως και της ελληνικής φιλονομίας.

Οι γενναίοι τους οποίους η σάλπιγξ της κυβερνήσεως ανεσύνταξε κατά την Τροιζήνα και Μεγαρίδα, έδειξαν αλλεπάλληλα σημεία της πειθαρχίας και της ανδρείας των.

Οι Έλληνες μιμηθέντες το παράδειγμα της Υ. Ε., ει και ανέστιοι, ει και απόλιδες, κατέβαλον προθύμως εις την εθνικήν χρηματιστικήν τράπεζαν το λεπτόν των, υστερινήν άγκυραν της πείνας και της γυμνώσεώς των.

Το πανωλικόν μίασμα, εσχάτη αναφύσησις του Αιγυπτιακού κρατήρος εις την Ελλάδα, κατεσβέσθη διά των μέτρων κυβερνήσεως, τα οποία, όσον διά την φύσιν των πραγμάτων, δυσκατόρθωτα, τόσον τα απέδειξε κατορθωτά η καρτερία του έθνους και το ταχυπειθές αυτού προς πατρικήν και δικαίαν κυβέρνησιν.

Πολυάριθμα αλληλοδιδακτικά σχολεία ανηγέρθησαν εκ θεμελίων εις την Πελοπόννησον και τας νήσους, και πανταχού έγειναν χρηματικοί των Ελλήνων έρανοι υπέρ της εκπαιδεύσεως της Ελληνικής νεολαίας.

Πολλαί υποθέσεις λαβούσαι τέλος κατ' ευχαρίστησιν πλήρη των διαφερομένων μερών, και χωρίς να προστρέξωσι τα δικαστήρια εις απαγορευτικά μέσα, μαρτυρούσι τα ήσυχα μεν και ομαλά, αλλ' ενεργά βήματα της κυβερνήσεως και περί το δικαστικόν της μέρος, αποδεικνύουσι δ' ενταυτώ το ευδιάλλακτον ήθος των Ελλήνων και την μετριότητά των.

Η εσωτερική ευταξία εγγυωμένη το ασφαλές της ιδιοκτησίας, φέρει ήδη πανταχού την φιλοπονίαν, η οποία ένθεν μεν επισκευάζουσα και οικοδομούσα, ένθεν δε καλλιεργούσα την γην και ακίνδυνον βλέπουσα τον μικρόν εμπορικόν αυτής περίπλουν, αρχομένη δε να βιομηχανεύηται, δίδει ελπίδας ότι με την ανάλογον του χρόνου πρόοδον θέλει καταστήσει ευδαίμονα την Ελλάδα.

Ταύτα πάντα, Εξοχώτατε, είναι δείξεις εναργείς, ότι το έθνος πάντοτε ήθελε την ευτυχίαν και την ησυχίαν, και ότι η έφεσίς του αύτη δεν επραγματοποιήθη, ειμή αφ' ότου ενεπιστεύθη τας ηνίας της κυβερνήσεώς του εις χείρας της Υ. Ε.

Όθεν αυθόρμητος σε παρακαλέσασα, σε προστησαμένη Κυβερνήτην της η Ελλάς και οδηγόν προς άπαντα τα συμφέροντά της, εξαιτείται και να την υποδείξης τρόπους, δι' ών να προσφέρη πασιφανή δείγματα της αθανάτου ευγνωμοσύνης της προς τους μεγαλειοτάτους συμμάχους βασιλείς, τους σεβαστούς ευεργέτας της, προς τους ναυάρχους αυτών, προς την γενναίαν των Γάλλων στρατιάν και τον περίδοξον αρχηγόν της, και προς άπαντας τους μεγαλοψύχους φίλους της Ελλάδος. Χρεωστούντες δε προ πάντων να αναπέμπωμεν ακαταπαύστους υπέρ της απολυτρώσεώς μας δοξολογίας προς τον δημιουργόν των όλων, τον Παντοκράτορα Θεόν, θέλομεν ολοψύχως εκτελέσει όσα εμπνευσθέντες από την θεοσέβειαν και τον υπέρ πατρίδος διακαή ζήλον σας ηθέλετε στοχασθή πρόσφορα εις το να διαιωνίσωσι την εποχήν της πολιτικής σωτηρίας του έθνους και της προς τον σωτήρα ευγνωμοσύνης του.

Ο Πρόεδρος Γεώργιος Σισίνης [Έπονται αι υπογραφαί όλων των πληρεξουσίων].

Οι Γραμματείς Ιακωβάκης Ρίζος Ν. Χρυσόγελος

Οι αντιπρόσωποι Ψύλλας και Κρίσπης δεν ετόλμησαν μεν να διαμαρτυρηθώσιν εντόνως κατά της αμέτρου εμπιστευτικής μακαριότητος του σχεδίου, προσεπάθησαν όμως να πολεμήσωσιν αυτό πλαγίως, και εζήτησαν αναβολήν, όπως υποβληθή εις ώριμον σκέψιν το πράγμα, ή ίσως και λησμονηθή. Ίσως δε του καιρού η πάροδος εξήγειρε κάπως την κατεπτοημένην φιλοτιμίαν των αντιπροσώπων, ανδρίζουσα αυτούς τέλος εις αξιοπρεστέραν των ιδεών αυτών έκφρασιν. Αλλ' αι ασθενείς της αντιπολιτεύσεως φωναί επνίγησαν εντός των απειλών του Κολοκοτρώνη και του Περρούκα. «Είναι εντροπή, εφώνησαν, να ακουσθή και η ελαχίστη ένστασις κατά της απαντήσεως, ήτις προ καιρού ήδη έπρεπε να είναι υπογεγραμμένη και υποβεβλημένη εις την Α. Εξ. τον Κυβερνήτην».

«Είθε να ήτο δυνατόν, ανεβόησεν ο Ρισάγνος (;), να υπογράψη ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος τοιούτον έγγραφον!»

Ο δε Νικόλαος Πονηρόπουλος παρέβαλε τον Κυβερνήτην προς τον θεόπεμπτον σωτήρα, τον καταβάντα εξ ουρανού εις πλήρωσιν της υπό της Θείας προνοίας ανατεθείσης αυτώ σωτηρίου αποστολής.

Και εθριάμβευσε μεν ο Καποδίστριας, αλλ' οι πληρεξούσιοι της Ύδρας υπέβαλον συνταγματικάς ενστάσεις. Μετέβησαν προς αυτόν, ολίγον κατόπιν των επί της απαντήσεως συζητήσεων, και εδήλωσαν αυτώ ότι επιθυμία αυτών ήτο, ν' αποτελέσωσι τας βάσεις της μελλούσης του τόπου κυβερνήσεως αι αρχαί των συνταγμάτων της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνος.

Αλλ' η απόπειρα των Υδραίων, όπως φέρωσι τον Κυβερνήτην εις οδόν συνταγματικήν, απέτυχε. Νικηθέντες δ' υπό της λογικής και της στωμυλίας του ανδρός απεχώρησαν, και επέστρεψαν άπρακτοι εις την συνέλευσιν, εν ή τη 24 Ιουλίου επήλθε γεγονός τι, όπερ καθαρώτατα διεφώτισε τα φρονήματα της ισχυούσης μερίδος. Ο στρατηγός Τσουρτς ανήγγειλε προς την Εθνοσυνέλευσιν την εκ της ελληνικής υπηρεσίας αποχώρησιν αυτού, δι' επιστολής εμφαινούσης μεγίστην κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκειαν. Η συνέλευσις ηδύνατο βεβαίως να ακούση τους λόγους, οίτινες παρεκίνουν τον έξοχον φιλέλληνα να παραιτηθή της περαιτέρω υπηρεσίας υπό τας διαταγάς του Αυγουστίνου Καποδιστρίου· πλην άμα ως ήκουσαν οι καλοί χριστιανοί τας πρώτας του εγγράφου λέξεις, διερράγησαν εις θύελλαν αγανακτήσεως, φωνούντες, ότι η επιστολή περιείχε βλασφημίας, και ήτο σκάνδαλον, όπερ ο υπό του Άγγλου πρεσβευτού προεδρευόμενος σύλλογος των πολιτικών αντιπάλων του Κυβερνήτου είχεν επινοήσει και παρασκευάσει. Ούτω κατωρθώθη να διακοπή η ανάγνωσις, η δε επιστολή, μη αναγνωσθείσα, απεστάλη εις την πενταμελή επιτροπήν, και οριστικώς υπό του Καποδιστρίου δεκτή γενομένη η παραίτησις του Τσουρτς ενεκρίθη υπό της συνελεύσεως. Ούτως η μεν Γ' εν Τροιζήνι Εθνοσυνέλευσις διά του Ζ' ψηφίσματος αυτής είχε διορίσει αυτόν αρχιστράτηγον και διευθυντήν των κατά ξηράν δυνάμεων της Ελλάδος, ως διά του Ε' ψηφίσματος τον Λόρδον Κόχραν στόλαρχον της Ελλάδος, και η Δ' εν Άργει έπαυσεν αυτόν του μεγάλου αξιώματος εγκρίνασα την οικείαν παραίτησιν. Έκτοτε αι συνεδριάσεις της Εθνοσυνελεύσεως εγίνοντο οσημέραι ταραχωδέστεραι.

Ότε δε την 27 Ιουλίου εγίνετο συζήτησις περί σχηματισμού Γερουσίας, αντί του Πανελληνίου, ής τα 27 μέλη έμελλε να εκλέγη ο Κυβερνήτης εκ της Εθνοσυνελεύσεως, προσεπάθησεν η αντιπολίτευσις, ηγουμένου του εκ Κρήτης πληρεξουσίου Γ. Ιδομενέως, να ματαιώση εξ εφόδου το νομοσχέδιον. Αλλ' εξηγέρθη η πλειονοψηφία και επέπεσε τοσούτον αγρίως απειλούσα κατά του εκ Κρήτης αντιπροσώπου, ώστε ούτος εσίγησε. Την επομένην εψηφίσθη εν πάση σπουδή ο σχηματισμός της Γερουσίας.

Την 30 Ιουλίου ήλθον σχεδόν εις χείρας οι εν τη Συνελεύσει, υπό τα όμματα αυτά των ξένων πρεσβευτών και των ναυάρχων της Ρωσίας και Γαλλίας, εκ μικράς αφορμής. Προύκειτο περί συστάσεως παρασήμου προς αμοιβήν της στρατιωτικής ανδρείας. Η άκρα δεξιά της συνελεύσεως εκήρυξεν, ότι ουδέν ήθελε παράσημον, και παρητείτο υπέρ του Κυβερνήτου παντός προς τούτο δικαιώματος. Αλλ' ο Κολοκοτρώνης ανέκραξεν: «Ο σταυρός είναι τον καθενός η εκδούλευσις, και σαν αποκτήσωμεν βασιλέα ας κάμη ό,τι θέλει (68)». Ταύτα ειπών συνεκρούσθη προς τον Γρίβαν, όστις ενόμισε πρόσφορον την ευκαιρίαν, όπως απαιτήση καθυστερουμένας τοις Ρουμελιώταις αυτού αμοιβάς. Η Πελοπόννησος ευρέθη ούτως αντιμέτωπος προς την Στερεάν και ήρξατο πάλιν η παλαιά τοπική διάστασις, ήτις ουδέποτε είχε διαλλαγή. Μετά τους λόγους επήλθον τα έργα, και οι οπαδοί των δύο αρχηγών εδράξαντο των όπλων. Οι δε ξένοι θεαταί ενόμισαν φρόνιμον να καταλίπωσι πάραυτα την αίθουσαν της Συνελεύσεως. Αίφνης όμως κατέπεσε πάλιν ως αφρός όλος εκείνος ο βίαιος θυμός των δύο αρχηγών των παλληκαρίων.

Απελθόντων των ξένων, επανήλθεν ησυχία εν τη αιθούση. Ο Κολοκοτρώνης κατενόησεν, ότι εν τη οργή αυτού είχε παρεκτραπή και ότι δεν προυξένησε την καλήν εκείνην εντύπωσιν, εις ήν απέβλεπε συνήθως, εκ σεβασμού προς τα χρήματα των ξένων, και εξ ελπίδος νέων ευρωπαϊκών δανείων. Συνδιαλλαγείς προς τον Γρίβαν, μετέστη την 31 Ιουλίου, προς γενικήν πάντων έκπληξιν, εις τας τάξεις της αντιπολιτεύσεως, ακολουθούμενος υπό τινων των πιστοτάτων αυτού οπαδών, οίοι ο Νικήτας και ο Περρούκας. Απήτησε δε νυν την σύστασιν παρασήμου, ουχί υπέρ του Κυβερνήτου, αλλ' υπέρ του στρατού και των αρχηγών αυτού. Εξώρμησε μάλιστα εν προσπεποιημένη οργή έξω της Συνελεύσεως, μη γενομένης δεκτής της προτάσεως, ήν ήθελε νυν, ώρμησαν δε κατόπιν αυτού ο Πονηρόπουλος, ο Ράδος και ο Νικήτας, ίνα πραΰνωσι την δυσαρέσκειαν του ανδρός. Άκων και ανθιστάμενος επέστρεψεν ο Γέρος του Μωριά και υπεδύθη πάλιν το παλαιόν αυτού προσωπείον.

Μετά τας, κατ' επιφάνειαν, ταύτας σπουδαίας διαμάχας, δευτερεύον όλως ενδιαφέρον παρείχον αι άλλαι συζητήσεις. Αι περί αποζημιώσεων απαιτήσεις των τριών νήσων, αι αναφοραί Ιονίων τινών, Κρητών, Σαμίων και Χίων, αιτουμένων το δικαίωμα της ελληνικής εθνικότητος, και άλλα σπουδαία πολλάκις ζητήματα συνεζητούντο εν μεγίστη σπουδή και η περί αυτών απόφασις απελείπετο εκάστοτε εις την κρίσιν του Κυβερνήτου. Ολίγον προ της λήξεως των συνεδριάσεων εφάνη προωρισμένη η συνέλευσις να καταδείξη, ούτως ειπείν, επισήμως την επικρατούσαν φοβεράν έκλυσιν. Ο πληρεξούσιος Χίου Ράλλης, από φιλανθρώπων σκοπών ορμώμενος και την εις τας εστίας αυτών επάνοδον σκοπών, προύτεινε την 6 Αυγούστου γενικήν πάντων των κατά την επανάστασιν κιβδηλοποιών, πειρατών, κλεπταποδόχων και υποθαλψάντων κακουργήματα και πλημμελήματα, αμνηστίαν. Αλλ' η πλειοψηφία της συνελεύσεως, συναισθανομένη ορθώς το προς εαυτήν καθήκον, διεμαρτυρήθη και εντόνως απέκρουσε πάσαν της προτάσεως δημοσίευσιν.

Μετά τοιαύτα γεγονότα και ο Κυβερνήτης αυτός δεν ηδύνατο να επιθυμή την ενώπιον της Ευρώπης παράτασιν του θεάματος τοιαύτης εθνοσυνελεύσεως, ήτις εχομένη των καθεστώτων, ελαχίστην παρείχεν εγγύησιν ησυχίας και μετριοπαθείας· Τη υποκινήσει αυτού ανεβλήθη η συνέλευσις εις την 6 Αυγούστου, ότε και έληξε διά της αυτής στρατιωτικής και θρησκευτικής πομπής, μεθ' ής είχεν αρχίσει, τουτέστι δι' επισήμου δοξολογίας και τελετής εν τω ναώ της Παναγίας, εν ώ ο Κυβερνήτης εκήρυξεν επισήμως την λήξιν διά λογιδρίου, καταλήγοντος ούτως: «Εάν καθώς ευχόμεθα η αίσθησις των καθηκόντων εξαλείψη από την μνήμην τον σπόρον της διχονοίας, τον οποίον έβαλον πιθανώς γεγονότα απαισία· εάν μετά των δημοσίων υπουργών συναγωνισθώσιν {οι γερουσιασταί) διά να στερεώσωσι την ευνομίαν, ελπίζομεν όχι ο Κύριος του ελέους θέλει στερεώσει την Ελλάδα» (69). Μετά την διάλυσιν της εθνοσυνελεύσεως συμφώνως προς τα εψηφισμένα (ψήφισμα β') κατηρτίσθη το σώμα της νέας ταύτης Γερουσίας αντί του Πανελληνίου. Εκ των 27 μελών της Γερουσίας ταύτης εξέλεγεν ο Καποδίστριας είκοσι και εν εκ του καταλόγου του υποβαλλομένου αυτώ υπό των μελών της συνελεύσεως, τα δε άλλα έξ διώριζε κατ' ιδίαν προαίρεσιν.

Η Εθνοσυνέλευσις αύτη, εν ή μεγίστην πλειονοψηφίαν είχεν η κυβέρνησις, επεδοκίμασε πάσας τας πράξεις του Κυβερνήτου. Η συστάσα Γερουσία έμελλε να διευθύνη μετ' αυτού τα κοινά, έως ού εκπονήση ούτος τον θεμελιώδη του Κράτους νόμον και προσκαλέση το δεύτερον την Εθνοσυνέλευσιν προς επιψήφισιν αυτού. Εξέδωκε δέκα και τρία ψηφίσματα περί συνομολογήσεως δανείου εξωτερικού, εάν ευρεθή τοιούτον, περί αποζημιώσεων και χρεών εκ του συνομολογηθησομένου δανείου, περί απογραφής κατοίκων, περί εθνικού νομίσματος, περί διανομής εις τους αγωνιστάς διακοσίων χιλιάδων στρεμμάτων γης, περί ιδρύσεως εθνικής Τραπέζης, περί στρατού και στόλου, περί ετησίας μισθοδοσίας 180,000 φοινίκων τω Κυβερνήτη. Η ετησία αύτη μισθοδοσία εγένετο διά του εξής ψηφίσματος:

ΨΗΦΙΣΜΑ Θ'. Η Εθνική Δ' των Ελλήνων Συνέλευσις

Θεωρήσασα ότι η Α. Ε. ο Κυβερνήτης αφιέρωσεν εις τας ανάγκας της Πατρίδος τα λείψανα της ιδίας περιουσίας και προ της ελεύσεώς του, και μετά την έλευσίν του, συμποσούμενα υπέρ το μιλλιόνιον γροσίων τουρκικών. Θεωρήσασα, ότι υπεχώρησεν εις την ένδειαν του έθνους και τα οποία το Πανελλήνιον επρόσφερεν εις την εξοχότητά του δίστηλα δώδεκα χιλιάδας ως ετήσια έξοδα, προμηθεύσας και ταύτα εξ ιδίων.

Και ομολογούσα την ανάγκην του να προμηθεύση εις την Α.Ε. τα αναπόφευκτα μέσα του να συντηρήση την αξιοπρέπειαν του κυβερνητικού χαρακτήρος προς το εξωτερικόν, και να εξαρκέση εις τας ανάγκας της οικιακής και ιδιαιτέρας υπηρεσίας.

Ψηφίζει

Α'. Διορίζονται εις την διάθεσιν της Α. Ε. του κυβερνήτου I. Α. Καποδίστρια, από του Εθνικού Ταμείου, δι' ενιαύσια έξοδα, εις εθνικόν νόμισμα, εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες.

Β'. Το παρόν ψήφισμα επικυρωθέν να καταχωρηθή εις τον Κώδηκα των Ψηφισμάτων, και διευθυνθέν εις την Κυβέρνησιν να δημοσιευθή διά των τύπων και να ενεργηθή.

Εν Άργει την πρώτην Αυγούστου τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ εικοστώ εννάτω (1829)». Ο Πρόεδρος ο Αντιπρόεδρος Γεώργιος Σισίνης Γεώργιος Μαυρομμάτης [Έπονται αι υπογραφή των πληρεξουσίων.]

Αλλ' ο Κυβερνήτης μη αποδεξάμενος την ψηφισθείσαν ποσότητα των 180,000 φοινίκων ετησίως, απηύθυνε προς την Εθνοσυνέλευσιν τάδε:

«Το υπ' αριθμόν 9 και από 1ης Αυγούστου ψήφισμα, το οποίον διηύθυνεν αρτίως η συνέλευσις, προσδιορίζει τα έξοδα του αρχηγού της Επικρατείας.

»Δι' αυτού τούτου του ψηφίσματος η συνέλευσις επέστησε την προσοχήν της εις το ολίγον εκείνο, το οποίον ηδυνήθημεν να πράξωμεν αυτοί καθ' εαυτούς, διά να αποδείξωμεν ότι ο Έλληνες μόνον με τας θυσίας των, και όχι διά προσωπικών πλεονεκτημάτων, δύνανται να φθάσουν εις τον βαθμόν, τον οποίον υπόσχονται προς αυτούς η εθνική ανεξαρτησία και η ελευθερία.

»Ευτυχείς, διότι ηδυνήθημεν να προσφέρωμεν δι' αυτό το τόσον θεάρεστον έργον τα λείψανα της μετρίας καταστάσεως εις το θυσιαστήριον της πατρίδος!

»Μ' όλον ότι μακράν απέχομεν του να φρονώμεν ότι το έθνος δεν θέλει δυνηθή οψέποτε να μας τα αποδώση, θέλομεν όμως έως τότε να αποφύγωμεν, όσον το δυνατόν, το να καταβαρύνωμεν έτι μάλλον την χρηματικήν του στάσιν, απαιτούντες την απόδοσιν των όσων προκατεβάλομεν.

»Διά τον αυτόν τούτον λόγον θέλομεν αποφύγει και ήδη το να δεχθώμεν την προσδιοριζομένην ποσότητα διά τα έξοδα του αρχηγού της επικρατείας απεχόμενοι, εν όσω τα ιδιαίτερά μας χρηματικά μέσα μάς εξαρκούσιν, από του να εγγίσωμεν μέχρι και οβολού τα δημόσια χρήματα προς ιδίαν ημών χρήσιν

»Οψέποτε δε βιασθώμεν εις τούτο, εξαντληθέντων διόλου των ιδιαιτέρων ημών πόρων, τότε θέλομεν καταφύγει εις το δημόσιον ταμείον, πλην μόνον διά τα έξοδα, όσα απαιτεί η εκτέλεσις των καθηκόντων μας.

»Αλλά προς τούτο, καθώς μετεχειρίσθημεν άχρι τούδε, απαραλλάκτως θέλομεν μεταχειρισθή και εις το εξής ακριβεστάτην οικονομίαν· καθότι αποστρεφόμεθα το να προμηθεύωμεν ημάς αυτούς τας αναπαύσεις του βίου, αι οποίαι προϋποθέτουσι την ευπορίαν, εν ώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων, περικυκλωμένοι από πληθύν ολόκληρον ανθρώπων βεβυθισμένων εις την εσχάτην αμηχανίαν.

»Τα αισθήματα ταύτα τα συναισθάνεσθε, κύριοι, και σεις οι ίδιοι, και το απεδείξατε εμπράκτως, εκτελούντες αμισθί τα καθήκοντα των πληρεξουσίων του έθνους.

»Ελπίζομεν ότι, όσοι εξ υμών μεθέξωσι μετά της κυβερνήσεως εις την προσωρινήν διοίκησιν, καθώς και οι λοιποί των πολιτών, όσοι προσκληθώσιν επί τούτω, θέλουν γνωρίσει μεθ' ημών, ότι εις τας παρούσας περιστάσεις οι εν δημοσίοις υπουργήμασι δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγους με τον βαθμόν του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ' ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της.

»Εν Άργει τη 4 Αυγούστου 1829. Ο Κυβερνήτης I. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης

Προς τούτοις δε η εν Άργει Δ' Εθνική Συνέλευσις εψήφισε και το πολλού λόγου σχέδιον περί απαγορεύσεως εξαγωγής αρχαιοτήτων, περί σχολείων και άλλων κοινωφελών καθιδρυμάτων, περί ανεγέρσεως εν τη ορισθησομένη ακολούθως πρωτευούση μητροπολιτικού ναού τιμωμένου επ' ονόματι του Σωτήρος Χριστού, του διασώσαντος το ελληνικόν έθνος, περί ιδρύσεως εθνικού παρασήμου του τάγματος του Σωτήρος, όπερ υφίσταται εισέτι, περί ανεγέρσεως μνημείων προς ανάμνησιν της εν Πύλω ναυμαχίας των ευρωπαϊκών στόλων (70) και της εν Πεταλιδίω αποβιβάσεως του υπό τον Μαιζώνα γαλλικού στρατού, του εκδιώξαντος τον Ιβραχήμ πασάν και περί αποστολής πρεσβείας προς έκφρασιν ευχαριστιών εις τας τρεις δυνάμεις την Γαλλίαν, την Ρωσίαν και την Αγγλίαν.

Τοιαύτα ήσαν τα ψηφίσματα της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, καθ' ήν ο Καποδίστριας εθριάμβευσε κατά της κακεντρεχείας της αντιπολιτεύσεως, ως εξεφράζοντο οι οπαδοί και απέκτησεν απεριόριστον σχεδόν δύναμιν, κατά την ιδίαν αυτού ομολογίαν. Η γέννησις των δεκατριών εκείνων ψηφισμάτων καταδεικνύει εξαρτήσεώς τινος βαθμόν. Τα ψηφίσματα είχον συνταχθή υπό του Καποδιστρίου εντός του γραφείου αυτού. Επειδή δε ο Κυβερνήτης δεν ηδύνατο να γράφη ελληνιστί συνέταξεν αυτά γαλλιστί, και ο γραμματεύς της Συνελεύσεως I. Ρίζος μετέφρασεν αυτά εις την ελληνικήν. Ούτω δε, γεννηθέντα εν τη γραμματεία του Κυβερνήτου, και διαβιβασθέντα εις την συνέλευσιν διά της επταμελούς επιτροπής, επανέκαμψαν πάλιν, ως έργα της συνελεύσεως ταύτης, εις την γραμματείαν του Κυβερνήτου. Εντεύθεν οι ενάντιοι εχλεύαζον την παρωδίαν των συνταγματικών τύπων, και κρύφα μετεβιβάζετο από στόματος εις άτομα των τολμηροτέρων πληρεξουσίων το λογοπαίγνιον: «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει», όπερ μέχρι σήμερον είναι παροιμιωδώς εν χρήσει και παρ' ημίν.

Μετά την λήξιν της Εθνοσυνελεύσεως διέμεινεν ο Κυβερνήτης ημέρας τινάς έτι εν Άργει, καθ' άς διώρισε δεκαέξ νέους γερουσιαστάς, και διέταξε να άρξηται η Γερουσία των εργασιών αυτής την 1)13 Οκτωβρίου 1829 εν τη έδρα της κυβερνήσεως. Είτα επανέκαμψεν εις Αίγιναν, και εξέδωκεν εκείθεν την 8)20 Σεπτεμβρίου διάταγμα περί οργανισμού της Γερουσίας, του υπουργικού Συστήματος, και του λογιστικού και ελεγκτικού συμβουλίου. Η ευπείθεια της Συνελεύσεως είχε κρατύνει εν αυτώ την πίστιν εις την ιδίαν αυτού μεγάλην δύναμιν και εις το άπταιστον αυτού. Ούτω δε το διάταγμα εκείνο αποτελεί τον κολοφώνα του συγκεντρωτικού αυτού συστήματος. Η κυβέρνησις εκλέγει κατ' αυτό και διορίζει εκ των Γερουσιαστών τον πρόεδρον της Γερουσίας· αυτή χωρίζει τους γερουσιαστάς εις δύο τμήματα, σχηματίζει εν εκατέρω τας επιτροπάς και διορίζει τον εισηγητήν εκάστης αυτών. Τέλος δε διορίζει ουχί εκ των μελών της Γερουσίας τον γραμματέα αυτής, τους συγγραμματείς και τον αρχειοφύλακα. Τα μέλη αμφοτέρων των τμημάτων ως και τα των επιτροπών δύνανται να μετατεθώσιν υπό της κυβερνήσεως από του ενός εις το έτερον τμήμα ή από μιας εις άλλην επιτροπήν. Οι υπουργοί παρευρίσκονται εις τας συνεδριάσεις της Γερουσίας, η δε ημερησία διαταγή ορίζεται υπό συμβουλίου αποτελουμένου υπό του προέδρου, των εισηγητών και του γραμματέως της Γερουσίας. Οι εισηγηταί των επιτροπών προτείνουσιν εις την κυβέρνησιν τον διοργανισμόν των γραφείων αυτών, «συμμορφούμενοι με τας διατάξεις τας αφορώσας τα γραφεία του υπουργικού συστήματος» Το «υπουργικόν σύστημα» διηρέθη κατά το υπόδειγμα των εντελώς μεμορφωμένων ευρωπαϊκών κρατών εις έξ υπουργεία: το των εσωτερικών, το των εξωτερικών και του εμπορικού ναυτικού, το της οικονομίας και του εμπορίου, το της δικαιοσύνης, το της δημοσίου παιδείας, και των εκκλησιαστικών πραγμάτων και το επί των στρατιωτικών και του πολεμικού ναυτικού φροντιστήριον. Έκαστον των υπουργείων τούτων, πλην του επί των οικονομικών και του επί των στρατιωτικών, διευθυνομένων υπό επιτροπών, διηυθύνετο υφ' ενός γραμματέως της Επικρατείας, έχοντος παρ' εαυτώ δύο παρέδρους. Το λογιστικόν και ελεγκτικόν συμβούλιον συνέκειτο εκ τριών μελών και των αναγκαίων κατωτέρων υπαλλήλων.

Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Εσωτερικών εγένετο ο Νικόλαος Σπηλιάδης. Ο εκ Κερκύρας δικηγόρος Ιωάννης Γεννατάς, φίλος του Βιάρου Καποδιστρίου και εξ απορρήτων σύμβουλος του Κυβερνήτου, ένεκα τούτου δε ίσως ουδέποτε αγαπητός γενόμενος εν Ελλάδι, διωρίσθη γραμματεύς επί της δικαιοσύνης. Ο πιστός της Συνελεύσεως γραμματεύς Ν. Χρυσόγελος εγένετο γραμματεύς επί των εκκλησιαστικών, επί των εξωτερικών δε ετάχθη ο οπαδός τότε του Κυβερνήτου Ι. Ρίζος, ούτινος την αφοσίωσιν εκλόνησαν τα σκευωρήματα των μετέπειτα θιασωτών Καποδιστρίου. Μέλη της επί των οικονομικών επιτροπής διωρίσθησαν ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, ο Γ. Σταύρος και ο Α. Παπαδόπουλος, διευθυνταί δε του λογιστικού και ελεγκτικού συμβουλίου οι Οικονομίδης, Σπανιολάκης, και Τασσίκας.

Ο Καποδίστριας περιοδεύσας εις Σύρον, Μέγαρα και Ναύπλιον, είχε βεβαιωθή πανταχού, ότι η συνέλευσις προυξένησεν, όντως, αγαθήν εντύπωσιν. Μετά τούτο συνεκάλεσε τα μέλη της Γερουσίας εν Αιγίνη, εδέξατο παρ' αυτών τον όρκον της πίστεως (26 Σεπτεμβρίου) και διέταξε την έναρξιν των εργασιών αυτών, υπό την προεδρείαν του Γ. Σισίνη. Υπέστη όμως την προσβολήν της αποτόμου αρνήσεως του Α. Μιαούλη και Λ. Κουντουριώτη, των δύο εκείνων εχθρικώς προς την κυβέρνησιν διατεθειμένων ανδρών, ούς έσχε την μεγαθυμίαν να διορίση Γερουσιαστάς. Τούτων αρνηθέντων, ετράπη τότε προς τον Τομπάζην και τον Α. Μαυροκορδάτον, διότι μεταξύ του αρχηγού αυτού της αγγλικής μερίδος και του Κυβερνήτου είχε μείνει πάντοτε πρόθυμος και συνδιαλλακτικός μεσίτης ο Σπυρίδων Τρικούπης. Ούτοι όμως, πιστοί εις το πολιτικόν αυτών παρελθόν, περιεφρόνησαν το προταθέν δέλεαρ. Ούτω καθαρώς πλέον και εσαεί διεχωρίσθησαν ορεινοί και πεδινοί, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς.

Ο Καποδίστριας ευρίσκετο επί του κολοφώνος της ισχύος. Και αυτή η χρηματική αμηχανία, η κινδυνώδης πέδη πάσης ελληνικής διοικήσεως, εφαίνετο εκλιπούσα, διότι πανταχόθεν συνέρρεον βοηθήματα εν Αιγίνη. Η Γαλλία απέστειλε περί τα τέλη Οκτωβρίου 1829, 500,000 φράγκων, υποσχομένη και άλλην κατόπιν συνδρομήν, ο Τσάρος έπεμψε τον Νοέμβριον 6,000 όπλων δώδεκα πεδινά τηλεβόλα, και το αναγκαίον υλικόν του πολέμου, και ο Έυναρδ 700,000 φράγκων, ως προκαταβολήν απέναντι του μελετωμένου δανείου. Αι των ακαμάτων φιλελλήνων αποστολαί κατά τας αρχάς του έτους 1831 ανήλθον εν συνόλω εις 1,430,000 φράγκων. Εις ταύτα προσθετέον τας προσφοράς άλλων φιλελλήνων και πλουσίων ελλήνων 5,643,398 φράγκων, άτινα απέστειλεν η γαλλική κυβέρνησις κατά τα έτη 1828 και 1829, εκτός των 313,928 φράγκων, άτινα είχεν αποστείλει προς εξαγοράν αιχμαλώτων· 500,000 φράγκων, άπερ απέστειλε κατά το 1830, ρωσικάς συνδρομάς, άς ο Καποδίστριας αυτός υπελόγισεν εις 3,663,041 φράγκων και τέλος κατά τον Δεκέμβριον του 1830 και αγγλικήν συνδρομήν εξ ημίσεος εκατομμυρίου φράγκων. Τα ελέη ταύτα, ως συνείθιζε να καλή αυτά ο Καποδίστριας, συνεποσούντο ούτως εις 12 — 14,000,000. Η γαλλική κυβέρνησις υπελόγιζεν εις 3,500,000 τας δαπάνας αυτής εις προμήθειαν υλικού υπέρ του Καποδιστρίου· δεν είναι δυνατόν όμως να υπολογισθώσι πόσα έλαβεν η κυβέρνησις αυτού εις έμμεσα βοηθήματα, οίον όπλα, πολεμεφόδια, ίππους και τηλεβόλα. Και εν αυτή δε τη Ελλάδι ήρξαντο αι δημόσιοι πρόσοδοι να καθίστανται αφθονώτεραι, και εν μόνη τη επαρχία Σύρου ανήλθον εις 65,000 ισπανικών ταλήρων. Προσθετέον δε εις ταύτα και το βάρος της πολιτικής θέσεως, ήν κατείχεν έτι ο Κυβερνήτης εν τη κοινή γνώμη της Ευρώπης. Ο Μέττερνιχ εφρόνει κατά το θέρος του 1829, ότι ο Καποδίστριας είχεν υπέρ εαυτού την ισχυροτάτην μερίδα εν τη τότε πολιτική περιπλοκή και ηκολούθει απλουστάτην μέθοδον, διαμαρτυρόμενος κατά παντός μη αρέσκοντος αυτώ: «Ει και πάντη εφήμερος, έλεγεν ο Μέττερνιχ, η των πραγμάτων κατάστασις εν Ελλάδι, η της χώρας όμως κατάστασις είναι καλλιτέρα της εν Τουρκία, και τούτο ένεκα της ισχύος της κοινής γνώμης, ήτις παρασύρει πάντοτε τα ανακτοβούλια υπέρ των Ελλήνων. Ο Καποδίστριας τόσω καλώς συναισθάνεται την δύναμιν της θέσεώς του, ώστε ετόλμησε να είπη εις τον ναύαρχον Μιαούλην να επιπέση κατά του αγγλικού ναυτικού, και να υπομείνη να πυροβολήσωσι κατά αυτού και να τον συλλάβωσιν αιχμάλωτον, διότι σύμπασα η της Μεγάλης Βρεττανίας δύναμις δεν θα ηδύνατο να κρατήση αυτόν ως τοιούτον».

Εφ' υψηλού και φθονούμενος ίστατο ο Κυβερνήτης, αλλ' εγγύς ην το χείλος της αβύσσου και η απότομος προς τον όλεθρον τροπή. Η πλάστιγξ των του κόσμου έκλινε νυν τα μέγιστα υπέρ της Ρωσίας, η δε ευρωπαϊκή πολιτική ετρέπετο οριστικώς υπέρ της ρωσικής δυνάμεως και πάντων αυτής των φίλων και οπαδών, διά της αιφνιδίου λήξεως του τουρκικού πολέμου, και της ειρήνης, ήν ο Ρώσος στρατηλάτης Δείβιτς υπηγόρευσεν εν τω στρατοπέδω της Αδριανουπόλεως. Ο Κυβερνήτης επίστευσεν, ότι έφθασεν εις το τέρμα των πόθων αυτού. Αλλ' η ώρα της ανταποδόσεως εφαίνετο σημαίνουσα δι' αυτόν, και εγγίζουσα διά τους εναντίους αυτού η προθεσμία των απολογισμών. Ο Καποδίστριας περιέμενε νέας παρά της Ρωσίας παραχωρήσεις, ότε έμαθε το 10ον άρθρον της Συνθήκης το αφορών τα ελληνικά πράγματα και έμεινε κατατεθορυβημένος. Αντί πάσης άλλης υπέρ του Ελληνικού ζητήματος εργασίας, η Τουρκία υπεχρεούτο να αποδεχθή το πρωτόκολλον της 10)22 Μαρτίου 1829, καθ' ού αυτός τε και η Εθνοσυνέλευσις είχον πολλάκις διαμαρτυρηθή. Τοσούτον δε εξηγέρθησαν οι αντιπολιτευόμενοι κατ' αυτού, ώστε, κατ' αυστριακάς εκθέσεις, «τοσούτον ηύξησεν η κατά του Καποδιστρίου δυσαρέσκεια περί τα τέλη του 1829, ώστε κατεμέμφθησαν αυτού οι Έλληνες, ότι ήθελε να προδώση την ανεξαρτησίαν της χώρας, και εξεφράσθησαν υπέρ της ηγεμονίας Γερμανού πρίγκηπος» (71).

Το Ελληνικόν ζήτημα ετίθετο πάλιν εις τας χείρας της διπλωματίας, ήτις βραδέως εις τα περί αυτού προβαίνουσα, επί μάλλον εκίνει την κοινήν εν Ελλάδι γνώμην κατά του Κυβερνήτου. Τέσσαρες μήνες είχον παρέλθει από της εν Αδριανουπόλει ειρήνης, και όμως η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι καταταλήξει εις επαρκή τινα απόφασιν περί του ελληνικού ζητήματος. Η Ρωσία ήσκει πάντοτε υπέροχον επιρροήν επί των αποφάσεων του διπλωματικού δικαστηρίου, και ο Μέττερνιχ έλεγεν οδυρόμενος: «Δυστυχώς η εν Λονδίνω σύνοδος διατελεί υπό ρωσικήν διεύθυνσιν». Επειδή όμως το ρωσικόν ανακτοβούλιον ουδεμίαν ησθάνετο διάθεσιν να εκτεθή σφοδρώς υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, αι συζητήσεις κατήντησαν επί τέλους εις αναξιοπρεπή παιδιάν μεταξύ του περί ανεξαρτησίας ζητήματος και του περί επεκτάσεως ορίων. Αντί του δώρου της ανεξαρτησίας, εμέτρουν οι διπλωματικοί δικασταί διά γλίσχρου όλως μέτρου τα όρια του νέου Ελληνικού κράτους.

Διατί αρά γε το ανακηρυχθέν ελεύθερον Ελληνικόν βασίλειον να είναι μικρότερον της υποτελούς Ελλάδος; Και όμως σαφέστατον, ότι ουδείς, είτε ηγεμών ανεξάρτητος, είτε υποτελής, ηδύνατο να βασιλεύση εν Ελλάδι, ανεπαρκή εχούση όρια.

Ο λόγος ήτο ότι συνεκρούοντο πάλιν, εν τω κρυπτώ, τα συμφέροντα των ευεργετίδων Δυνάμεων, εν ώ επισήμως τα ελληνικά συμφέροντα ήσαν το πρώτον της ημέρας ζήτημα. Ο δουξ Βέλλιγκτον, όστις εφ' ικανόν χρόνον είχε πολεμήσει την ανεξαρτησίαν, εθεώρει νυν αυτήν ως αναγκαίαν. Η εν Αδριανουπόλει ειρήνη είχε πείσει αυτόν οφθαλμοφανούς, ότι ήτο άδικον και κινδυνώδες συνάμα, να υποταχθή η υποτελής Ελλάς εις την εξησθενημένην και προστασίας χρήζουσαν Πύλην. Είχε κατανοήσει δε το ορθόν της ιδέας, ότι υποτελής ηγεμονία εξυπηρετεί μόνον της Ρωσίας τα συμφέροντα. Αντί όμως να προβή δραστηρίως εις ενέργειαν σύμφωνον προς την ιδέαν ταύτην, ως ήθελεν ο Αϊτέσβουρυ, και ως θα ήθελεν ο Κάννιγκ, αντί να συλλογισθή ισχυρόν ελληνικόν πρόχωμα κατά του μοσχοβιτικού κατακτητικού πνεύματος, περιέπεσε πάλιν εις τον φόβους ότι το νέον ανεξάρτητον κράτος ηδύνατο να καταστή πλέον του δέοντος ισχυρόν και να απειλήση την ύπαρξιν της γεγηρακυίας και εξησθενημένης Τουρκίας.

Τούτου ένεκα περιέκοπτεν εν μικρολόγω ζηλοτυπία τα ελληνικά όρια, και προέτεινε να ορίσωσιν αυτά όσον το δυνατόν στενώτερα. Εκράτει μεν αληθώς ο αυτοκράτωρ Νικόλαος εις χείρας αυτού τας τύχας της Ευρώπης, αλλά το ανακτοβούλιον αυτού ευρίσκετο εν λίαν δυσχερεί θέσει απέναντι των απαιτήσεων των δυτικών Δυνάμεων. Δεν ετόλμα να προτείνη την ιδέαν ανεξαρτήτου Ελλάδος· αλλ' ανέμενε να υποβάλωσιν αυτήν αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Απείχεν επίσης, κατ' ανάγκην, η Ρωσία της προτάσεως ισοβίου Κυβερνήσεως του Καποδιστρίου, προσδοκώσα να έλθωσιν επί τούτω αφ' εαυτών αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Όσον εγγύτερον ευρίσκετο εις τον σκοπόν αυτής, τοσούτον περισσότερον ώφειλε να προσέχη μη προδοθή και προκαλέση συνασπισμόν των δύο άλλων δυνάμεων εναντίον αυτής.

Ούτω, κατόπιν τετραμήνου διπλωματικής συζητήσεως, η τέως απολυτόφρων και άκαμπτος διπλωματία της Ευρώπης εκάμφθη τελευταίον υπό των επταετών ηρωικών κατορθωμάτων και των ανηκούστων παθημάτων των Ελλήνων και των εντόνων διαμαρτυρήσεων τού τε Κυβερνήτου και της εν Άργει Δ' Εθνικής συνελεύσεως, και επεσφράγισε διά της επισήμου αυτής σφραγίδος τον θρίαμβον της μεγάλης αυτών επαναστάσεως· λαμπρόν τούτο παράδειγμα τοις καταπιεζομένοις λαοίς τοις έχουσιν ανατεθειμένας τας ελπίδας της απελευθερώσεως αυτών μόνον εις ειρηνικάς των μεγάλων Δυνάμεων διαπραγματεύσεις. Εάν οι πατέρες ημών δεν εξηγείροντο απαξάπαντες κατά των Τούρκων πριν ή βεβαιωθώσι περί της υποστηρίξεως μεγάλης τινός Δυνάμεως, ανωτέρας τινός «Αρχής», ως έλεγον, αφίνοντες να υπεννοήται ο Τσάρος της Ρωσίας, εάν δεν εξέπληττον την Ευρώπην διά των λαμπρών αυτών κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν κατορθωμάτων, άτινα εξετέλεσαν αψηφούντες τον θάνατον, η διπλωματία ήθελε καταδικάσει αυτούς, χαρακτηρίζουσα τον ιερόν αυτών αγώνα ως απλήν ανταρσίαν, και ο αιμοβόρος Ιβραχήμ πασάς ήθελεν εκπληρώσει ανέτως τον εξολοθρευτόν αυτού σκοπόν, και η Ελλάς δεν θα υπήρχε σήμερον, ή θα εστέναζεν εισέτι άπασα υπό τας φοβεράς αλύσεις της αισχράς δουλείας. Αλλ' επέμειναν εν τω ενδόξω αυτών αγώνι, και η επιμονή αυτών εστέφθη υπό της λαμπροτέρας επιτυχίας, και η μικρά Ελλάς, αναγεννηθείσα, εισήλθεν εις την χορείαν των ελευθέρων εθνών, κηρύττουσα εις τον κόσμον ότι το θείον της ελευθερίας δώρον κτάται διά χειμάρρων αιμάτων και φοβερών καταστροφών, άς υπέστη η Ελλάς σύμπασα κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας μακρόν αγώνα. Η ευρωπαϊκή διπλωματία κεκμηκυία τέλος εκ του παιζομένου παιγνίου «ανεξαρτησία αντί των ορίων» κατέληξεν εις το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου· όπερ μετέβαλλεν ένα των κυριωτάτων όρων του από 10)22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλου αυτών. Ο λόρδος Άβερδην, ο κόμης Μαμμορανσύ-Λαβέλ και ο κόμης Ματούσεβιτζ, εκτιμήσαντες την από 9 Σεπτεμβρίου διακοίνωσιν της Υψηλής Πύλης, απεφάσισαν να επισταλώσι νέαι οδηγίαι προς τους εν Ναυπλίω ναυάρχους και αντιπρέσβεις προς άμεσον αποκατάστασιν της ανακωχής, και συνεφώνησαν περί της μελλούσης εν Ελλάδι τάξεως των πραγμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'. Το εν Λονδίνω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. — Πρωτόκολλον αυθημερόν εν Λονδίνω υπογραφέν περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ «ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος». — Κοινοποίησις των Πρωτοκόλλων τη τε Υψηλή Πύλη και τη Ελληνική Κυβερνήσει. — Εντύπωσις των πρωτοκόλλων εν Ελλάδι. — Απάντησις του Καποδιστρίου προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων. — Υπόμνημα της Γερουσίας προς τους αυτούς αντιπρέσβεις. — Λόγος περί εκχωρήσεως των υπό την Αγγλικήν προστασίαν Ιονίων νήσων τη Ελλάδι. — Εγκατάλειψις της Κρήτης και της Σάμου. — Επιστολή του εκλεγέντος ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος προς τον Κυβερνήτην εκ Μάλβουρχάους.

Η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία απεφάσισαν ήδη να αποδεχθώσι την περί της εντελούς ανεξαρτησίας ευχήν του Ελληνικού έθνους· και διά του από 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1830 εν Λονδίνω νέου αυτών πρωτοκόλλου ώρισαν, ότι η Ελλάς θέλει συγκροτήσει «Κράτος όλως ανεξάρτητον και κυβερνώμενον υπό ηγεμόνος κληρονομικού, φέροντος τον τίτλον του κυριάρχου ηγεμόνος της Ελλάδος». Το σωστικόν τούτο διά την Ελλάδα πρωτόκολλον είχεν ώδε:

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ. Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος.

»Παρόντες: — Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

«Αρξαμένης της συνδιαλέξεως, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. και ο της Α. Χ. Μ. παριστάνουσιν εις τον πληρεξούσιον της Α. Α. Μ. την έφεσιν του να μάθωσιν υφ' οποίαν πρόσοψιν βλέπει το άρθρον 10 της εν Αδριανουπόλει προσφάτως υπογραφείσης ειρήνης μεταξύ της Ρωσίας και του Οθωμανικού Κράτους, άρθρον, το οποίον αναφέρεται εις τας υποθέσεις της Ελλάδος.

«Ο πληρεξούσιος της Α. Α. Μεγαλειότητος αποφαίνεται ότι το 10 άρθρον της περί ής ο λόγος συνθήκης δεν ακυροί τα δίκαια των συμμάχων του Αυτοκράτορος, δεν παρεμποδίζει τα βουλεύματα των εις συνδιάλεξιν συνελθόντων εν Λονδίνω υπουργών, μηδέ κωλύει παντάπασι τους συμβιβασμούς, όσους αι Αυλαί ήθελον κρίνει ομοφώνως ότι ήσαν οι ωφελιμώτεροι και οι προς τας περιστάσεις ευαρμοστότεροι.

«Μετά την απόφασιν ταύτην, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. κοινοποιεί εις την συνδιάλεξιν έν έγγραφον συλληπτικόν, συναπτόμενον ενταύθα υπό το στοιχείον Α, δι' ού οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις της Μεγάλης Βρεττανίας και της Γαλλίας διαβιβάζουσι μίαν απόφασιν της Οθωμανικής Πύλης χρονολογουμένην από της 9 Σεπτεμβρίου, επισυναπτομένην ενταύθα υπό το στοιχείον Β και αναγγέλλουσαν ότι η Πύλη συγκατανεύουσα τέως εις την συνθήκην του Λονδίνου, υπόσχεται και προσέτι υποχρεούται την σήμερον ενώπιον των αντιπροσώπων των υπογραψασών την ειρημένην συνθήκην Δυνάμεων εις το να υπογράψη ολοσχερώς όλα τα αναφορικώς προς την εκτέλεσίν της αποφασισθησόμενα υπό του εν Λονδίνω συμβουλίου.

Εκ της αναγνώσεως αυτού του εγγράφου αναγνωρίζεται ομοφώνως ότι η συμμαχία ευρίσκεται εις την υποχρέωσιν του να ενεργήση, προ πάντων, τα περί της αμέσου εγκαταστάσεως της κατά γην και θάλασσαν ανακωχής μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων.

Αποφασίζεται, κατά συνέπειαν, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει των τριών αυλών πληρεξούσιοι, οι εν Ελλάδι εδρεύοντες αυτών και οι εν τω Αρχιπελάγει ναύαρχοι αυτών θέλουσι λάβει άνευ αναβολής την διαταγήν του να απαιτήσωσι και επιτύχωσιν από των ανταγωνιζομένων μερών ταχείαν και ολοσχερή παύσιν των εχθροπραξιών.

Επί τούτω, αι υπό τα στοιχεία Γ Δ Ε παρηρτημέναι ενταύθα οδηγίαι δι' ομοφώνου γνώμης απεφασίσθησαν περί των ειρημένων πληρεξουσίων και εδρευόντων, επιτρεπούσης εις τον ρώσον ναύαρχον της μεταξύ Ρωσίας και Πύλης αποκαταστάσεως της ειρήνης, να συμπράξη αύθις μετά των συναδέλφων αυτού του της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Συμφωνηθεισών των πρώτων αυτών αποφάσεων, τα μέλη της συνδιασκέψεως ευρίσκουσιν, ότι αι της Πύλης αποφάσεις θέτουσιν αυτά εις την περίπτωσιν του να συσκεφθώσι περί των μέτρων, όσα ήθελον προκρίνει ως μάλλον παραδεκτέα κατά την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων, και επειδή αφίενται να επάξωσιν εις τας προτέρας διαθέσεις της συμμαχίας βελτιώσεις τας μάλλον προσφυείς εις το να κρατύνωσι το περί ό ενασχολούνται έργον ειρήνης διά νέων εχεγγύων μονιμότητος, απεφάσισαν τα εξής άρθρα ομοφώνως:

»1. Η Ελλάς θέλει σχηματίσει έν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν.

«2. Κατά λόγον αυτών των εις το νέον Κράτος παρεχομένων πλεονεκτημάτων, και προς συγκατάνευσιν εις την έφεσιν ήν εξέφρασεν η Πύλη, περί της ελαττώσεως των υπό του πρωτοκόλλου της 22 Μαρτίου τεθέντων ορίων, η διοριστική γραμμή των συνόρων της Ελλάδος, αρξαμένη από τας εκβολάς Ασπροποτάμου, θέλει ανατρέξει τον ποταμόν αυτόν, έως κατέναντι της λίμνης του Αγγελοκάστρου, και διασχίσασα τόσον αυτήν την λίμνην, όσον και τας του Βραχωρίου και της Σαυροβίτσας, θέλει καταλήξει εις το όρος Αρτοτίνα, εξ ού θέλει ακολουθήσει την κορυφήν του όρους Άξου, την κοιλάδα της Κοτούρης και την κορυφήν του όρους Οίτης έως τον κόλπον του Ζητουνίου, εις τον οποίον θέλει καταντήσει προς τας εκβολάς του Σπερχειού.

Notes in this chapter

Note 1 · Ούτος ελθών κατά Ιούνιον (1828) προσήνεγκε τω Καποδιστρία εκ μέρους του φιλέλληνος βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Ι' 500,000 φράγκων. ↩Note 2 · Κατά το πρωτόκολλον τούτο της 7)19 Ιουλίου 1828, οι εν Λονδίνω πληρεξούσιοι των ευεργετίδων δυνάμεων συνεφώνησαν να αποσταλή όσον τάχος ΓαλλNote 3 · Ιδού το 10 άρθρον της συνθήκης της Αδριανουπόλεως το αφορών τα της Ελλάδος: ↩Note 4 · Η διά την παράδοσιν του Μεσολογγίου γενομένη συνθήκη είχεν ούτως ισχύουσα και διά την του Αιτωλικού: «Συνθήκη γενομένη μεταξύ του Μουσταφά ΚNote 5 · Ιδέ σελ. 74-79. ↩Note 6 · Ιδέ σελ. 215-221. ↩Note 7 · Ο Στόκμαρ ήτο αντιπρόσωπος του πρίγκηπος Λεοπόλδου αποσταλείς επίτηδες ίνα βολιδοσκοπήση τον Κυβερνήτην και το εν Ελλάδι πνεύμα· διότι ο πρίNote 8 · Βλ. Διήγησιν της Ελληνικής Φυλής, σελ. 231. ↩Note 9 · Ο Μένδελσον Βαρθόλδυς εν τη περί Καποδιστρίου μονογραφία καλεί αυτόν Ρισάγνον, αλλά τοιούτον όνομα δεν απαντά εν τω καταλόγω των πληρεξουσίωNote 10 · Βλέπε Διήγησιν Συμβάντων της ελληνικής φυλής. σελ. 131. ↩Note 11 · Τα κατά την Εθνοσυνέλευσιν ταύτην ιδέ εν εκτάσει παρά Α. Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. 11. ↩Note 12 · Μνημείον η Ελληνική Κυβέρνησις δεν ανήγειρε μέχρι τούδε, ως μη ώφειλεν, αλλ' η Γαλλία ίδρυσε τοιούτον προ τριετίας, νυν δε σκοπεί, ως εν τω Note 13 · Εκθέσεις εξ Αθηνών της 4 και 12 Δεκεμβρίου 1829, και του Πρόκες, της 17 και 20 Ιανουαρίου 1830. Παράρτημα. ↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings