← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Front matter (continued 6)

Reading edition

Ήρως αυτόχρημα ανεδείχθη πας πολεμιστής της Κλείσοβας· η δε πάσαρα του Τρικούπη, φέρουσα έν και μόνον κανόνι τριών λιτρών και πολεμούσα εν μέσω τόσων εχθρικών κανονοφόρων, εβυθίσθη κανονοβολουμένη, αλλ' οι εν αυτή πεσόντες εις την θάλασσαν υπό την χάλαζαν των εχθρικών βολίων, διεκολύμβησαν εις το νησίδιον. Διαρκούσης δε της δεινής ταύτης πάλης, πολλοί των εν Μεσολογγίω εφιλοτιμήθησαν να δράμωσιν εις αντίληψιν της ολίγης φρουράς της Κλείσοβας, αλλ' εξ αιτίας του κυκλούντος το νησίδιον εχθρικού στολίσκου, δύο μόνον μονόξυλα, το του Ράπεση και το του Πέτρου Γαλιώτου, φέροντα τροφάς και πολεμεφόδια, εδυνήθησαν να διαπλεύσωσι· και το μεν του Τάπεση κατευωδώθη, το δε του Γαλιώτου εδιχοκόπη πλησίον του νησιδίου υπό κανονοβολής, αλλ' οι εν αυτώ, εν οις και ο Κώστας Δροσίνης και ο Γεώργης Κωνσταντίου Βαλτινός, πεσόντες εις την θάλασσαν διεσώθησαν· μόνος ο Γαλιώτος εφονεύθη επί του διάπλου.

Και επί της περί ης ο λόγος μάχης και επί πολλών, ως είδαμεν, άλλων, ακαταδάμαστος εδείχθη η ανδρία και η καρτερία της φρουράς του Μεσολογγίου, αλλ' η πείνα, η δαμάζουσα την ανδρίαν και την καρτερίαν, ήρχισε να δεικνύη όλα τα φόβητρά της. Ενατενίζοντες οι έγκλειστοι εις την θάλασσαν, δι' ης ανέμεναν, ως και άλλοτε, την θεραπείαν του κακού, δεν έβλεπαν ειμή εχθρικάς σημαίας και διά μόνης της προσδοκίας της ταχείας ελεύσεως του ελληνικού στόλου εζωογονούντο· αλλά τα εις κίνησιν του στόλου και εις αγοράν και αποστολήν τροφών και πολεμεφοδίων χρήματα έλειπαν· διά την κατεπείγουσαν δε ταύτην ανάγκην και επί τη αιτήσει των παρά της φρουράς του Μεσολογγίου αποσταλέντων οπλαρχηγών εξεδόθη νόμος την 10 φεβρουαρίου εις εκποίησιν εθνικών κτημάτων, δηλαδή γης καλλιεργησίμου και μη, σταφιδώνων, αμπελώνων, ελαιώνων, κήπων και παντός είδους δένδρων, αξίας ισπανικών ταλλήρων 800,000· αλλ' εχρειάζετο καιρός εις πραγματοποίησιν του νόμου τούτου, εν ώ ο κίνδυνος επέκειτο· δεν ευρίσκοντο δε πρόθυμοι αγορασταί διά τον γενικόν κίνδυνον της πατρίδος και το μη νόμιμον της πωλήσεως· δι' όλα ταύτα ολίγοι οι εντεύθεν πόροι, και εις προαιρετικήν συνεισφοράν κυβερνώντες και κυβερνώμενοι εκλήθησαν· εισηκούσθη η φωνή του κινδύνου, έδωκε και το εθνικόν ταμείον όσα είχε, και ούτως εξέπλευσαν την 10 μαρτίου υδραϊκά τινα πλοία υπό τον Μιαούλην και κατόπιν αυτών καί τινα σπετσιωτικά και ψαριανά. Η μοίρα αύτη εκ 30 πλοίων έφερε και τους απεσταλμένους της φρουράς, προς ους εδόθησαν διά τας ανάγκας αυτής γρόσια 230,000. Αλλ' ουδέποτε ελληνική μοίρα εξέπλευσε τόσον απαρασκεύαστος· πολλά πλοία δεν είχαν πλειοτέρους των 20 ναυτών. Εν τούτοις, ο εχθρικός στόλος, ειδοποιηθείς παρά των κατά την Ζάκυνθον προφυλακίδων του, ότι η ελληνική μοίρα εφάνη την 31 μαρτίου προς εκείνα τα μέρη, εξέπλευσε του κόλπου· και έπλεε μεταξύ των Εχινάδων και του Πάπα· η δε ελληνική έπλευσε την εφεξής ημέραν προς τον Πεταλάν.

Αν και οι εχθροί κατείχαν όλους τους γνωστούς διάπλους της λίμνης επαγρυπνούντες ημέραν και νύκτα, υπήρχε καί τις αφύλακτος, στενός και αφανής, δι' ου εισέπλεαν ενίοτε εκ του Πεταλά μικρά πλοιάρια·

Απρίλιος δι' αυτού διεβιβάσθη την 1 απριλίου εκ της πόλεως εις την ναυαρχίδα ο πρώην φρούραρχος του Βασιλαδίου Παπαλουκάς, έφερε προς τον Μιαούλην γράμματα, δι' ων εξιστόρει η διοικητική επιτροπή την δεινήν θέσιν των πολιορκουμένων διά την έλλειψιν των τροφών, και τω επρόβαλε να στείλη όσας έφερε διά του διάπλου τούτου υπό την οδηγίαν του Παπαλουκά. Εφορτώθησαν ευθύς αι τροφαί, και αι τροχοφόροι λέμβοι εκίνησαν την εξής νύκτα· εκίνησαν και τα εν Πεταλά πλοία, τα μεν προς τον Πάπαν τα δε προς το Μεσολόγγι· αλλά, κακή τύχη, αι λέμβοι σενήντησαν επί του διάπλου απροσδοκήτως εχθρικήν φυλακήν, επολέμησαν, απέτυχαν, και επανήλθαν εις τα πλοία των επαναφέρουσαι τας τροφάς. Την δε 3, 20 των ελληνικών πλοίων υπό τον Μιαούλην, και 65 εχθρικά, εξ ών 15 φρεγάται και κορβέτται, εναυμάχησαν· εφονεύθησαν και επληγώθησαν 30 Έλληνες, και εκάη και έν πυρπολικόν· αλλά και η ναυμαχία και οι φονευθέντες Έλληνες και το πυρπολικόν εις μάτην. Ο Μιαούλης, έχων προ οφθαλμών την κρίσιμον περίστασιν της φρουράς, ούτ' εδειλίασε διά την ολιγότητα, την αδυναμίαν και την αποτυχίαν του στολίσκου του, ούτ' εμακρύνθη από του πεδίου της μάχης· αλλ' αι προσπάθειαί του δεν ετελεσφόρησαν· αν δε ήνοιγε και τον λιμένα, χρείαν είχε πολλών πλοιαρίων κανονοφόρων προς διασκορπισμόν των εν τη λίμνη περιφερομένων και παραφυλαττόντων 70 εχθρικών, εν ώ δεν είχεν ειμή τας λέμβους του στολίσκου του· ώστε στενά πανταχόθεν. Αλλά πώς να μη ελεεινολογήση ο ιστορικός την αξιοκατάκριτον απρονοησίαν των κυβερνώντων την Ελλάδα τον καιρόν εκείνον; δεν ήτον έλλειψις πόρων, ήτις έφερε την φρουράν του Μεσολογγίου εις την εσχάτην ταύτην απελπισίαν, αλλ' έλλειψις κυβερνητικής προνοίας. Διαρκούσης της πολιορκίας του Μεσολογγίου, τρεις θαλάσσιοι εκστρατείαι εγένοντο εις βοήθειαν αυτού, εν ώ μία ήρκει, και αύτη μόνον προς εισκομιδήν των αναγκαίων. Είδαμεν, ότι και ηνοίχθη και ανοικτός διέμεινε μέχρι πολλού ο λιμήν του Μεσολογγίου, ώστε όσα επί ματαίω εξωδεύθησαν επί της δευτέρας και της τρίτης ναυτικής εκστρατείας θα εξήρκουν ταύτα μόνα εις πολυχρόνιον προμήθειαν των αναγκαίων, αν εστέλλοντο επί της πρώτης, και όλη η κατά της Ελλάδος δύναμις θα εσυντρίβετο προ των πυλών της πόλεως, διότι η φρουρά της, χάρις εις την ακαταμάχητον καρτερίαν της, μόνην την πείναν εφοβείτο, και θα εγίνετο επί μόνου του αγώνος της πόλεως εκείνης η κρίσις όλου του εθνικού αγώνος, και θα κατεστρέφετο και αυτός ο καταστρέψας την Πελοπόννησον Ιβραήμης. Ηξεύρομεν ότι ο μεγαλότολμος ούτος σατράπης είπεν επί της μετά την πτώσιν του Μοσολογγίου επανόδου του εις Νεόκαστρον τω Δεριγνή ελθόντι εις επίσκεψιν του και ερωτήσαντι αυτόν περί της εκστρατείας του· «βλέπεις πώς λύεται η χιών εκείνη;» δακτυλοδεικτών χιονοσκεπή τινά ακρώρειαν, «κατά τον αυτόν τρόπον θα ελυόμεθα και ημείς όλοι, αν είχεν η φρουρά του Μεσολογγίου τροφάς τρεις έτι εβδομάδας». Τόσον κακόν έπαθαν οι εχθροί εν τη μάχη της Κλείσοβας, και τόσον απηλπίσθησαν του να κυριεύσωσιν άλλως ειμή διά της πείνας την πόλιν.

Ας ίδωμεν τώρα και την τελευταίαν σκηνήν του μεγάλου τούτου δράματος.

Η συνήθης τροφή προ ημερών έξέλειψε, και ευτυχείς ελογίζοντο όσοι των εν τη πόλει εύρισκαν κρέατα ακαθάρτων ζώων. Οι καρκίνοι και αι φυόμεναι εν τη λίμνη αλμύραι ηγοράζοντο πολλάκις δι' αίματος εξ αιτίας των περιφερομένων παρά την πόλιν εχθρικών πλοιαρίων. Οι πολιορκούμενοι, ρακοφορούντες, τετραχηλισμένοι, αυχμηροί και υπό της πείνας και κακουχίας κατεσκελετευμένοι, ήσαν δυσδιάγνωστοι και πολλοί φασματώδεις· συχνάκις διά την ακαθαρσίαν της τροφής ή την παντελή στέρησιν αυτής έπιπτάν τινες λειποθυμούντες κατά γης· ασθενείς και τραυματίαι εστερούντο πάσης θεραπείας· πτώματα έκειντο εν ταις οδοίς, και οι ζώντες ανέπνεαν την αποφοράν των. Αλλά και τοιαύτα πάσχοντες ανεκαρτέρουν, ελπίζοντες εις την αντίληψιν του ελληνικού στόλου ανοίξαντος και άλλοτε τον και ήδη κεκλεισμένον της πόλεως λιμένα. Αλλ', αφ' ού εβεβαιώθησαν, ότι όλοι οι αγώνες του εματαιώθησαν, και ότι και ο αφανής διάπλους της λίμνης, καταληφθείς και αυτός παρά των εχθρών, δεν ηνοίχθη, απηλπίσθησαν, και αποφασίσαντες να διεξέλθωσι ξιφήρεις έστειλαν δύο στρατιώτας αλβανοφορούντας και αλβανολαλούντας διά νυκτός προς τους έξω οπλαρχηγούς, τους διατρίβοντας τότε εν Πλατάνω των Κραββάρων, ειδοποιούντες αυτούς, ότι εμελέτων να διεξέλθωσι την νύκτα της 10, και τους εκάλουν εις αντίληψιν επί της διεξόδου. Πρόθυμοι οι εν Πλατάνω οπλαρχηγοί εις την αίτησιν των συναδέλφων των απεκρίθησαν, ότι εις ευόδωσιν του σκοπού αυτών πεντακόσιοι ήσαν έτοιμοι να πέσωσι την ορισθείσαν νύκτα εις το στρατόπεδον του Κιουταχή το προς τους Μύλους, πεντακόσιοι εις το του Ιβραήμη το προς τα Τριλάγκαδα, και πεντακόσιοι να ευρεθώσι κατά τα Χίλια σπήτια φέροντες πολλά ζώα εις χρήσιν των ασθενών, των τραυματιών, και των αδυνάτων· παρήγγειλαν δε να μη εξέλθη η φρουρά ειμή αφ' ού προσβάλωσιν εκείνοι πρώτοι τα δύο εχθρικά στρατόπεδα. Λαβούσα η φρουρά την απάντησιν ταύτην προητοιμάζετο εις την διέξοδον, και κατασκευάσασα τρεις ξυλίνους και πλατείας γεφύρας ετρύπησε το τείχος και τας έθεσεν επί της τάφρου έμπροσθεν του καρκινοειδούς προφράγματος και των προτειχισμάτων του Μπότσαρη και του Μακρή· δεν τας έβλεπε δε ο εχθρός, διότι τας εκάλυπτεν η πρόταφρος. Υπερεννεακισχίλιαι ψυχαί ήσαν ταις ημέραις εκείναις εν τη πόλει, διότι μετά την απομάκρυνσιν του Κιουταχή εθεωρήθη η πολιορκία ως λελυμένη, και πολλαί καταφυγούσαι, αρξαμένης της πολιορκίας, εις Κάλαμον οικογένειαι επανήλθαν εις την πόλιν, και εκ της αιτίας ταύτης εφθάρησαν ταχύτερον αι εν αυτή τροφαί. Εξ όσων δε ευρίσκοντο εν τη πόλει, δισχίλιοι πεντακόσιοι ήσαν οι οπλοφόροι, εν οις και πολλοί πάσχοντες· οι δε λοιποί εργάται, γυναίκες, παιδία, γέροντες και ασθενείς· όλοι δε, οπλοφόροι και μη, έχοντες προ οφθαλμών τον θάνατον εξεπλήρωσαν όσα η θρησκεία προ της τελευτής κελεύει, και έκαυσαν και πολλά πράγματα εξ όσων δεν εδύναντο να μεταφέρωσιν.

Εν τούτοις ήλθεν η δεκάτη απριλίου· πάμπολλοι ήσαν οι κατάκοιτοι· εξ αυτών, οι μεν μη δυνάμενοι να κινηθώσιν ηναγκάζοντο να περιμείνωσι τον διά σφαγής θάνατον επί κλίνης, οι δε οπωσούν ευρωστότεροι μετετέθησαν εντός τινων των δυνατοτέρων οικιών, όπου ήσαν πολεμεφόδια, επί σκοπώ να πολεμήσωσι μέχρι τελευταίας πνοής και έπειτα να καώσιν· έμειναν δε παρ' αυτοίς και πολλοί στενοί συγγενείς των μη υποφέροντες ν' αποχωρισθώσι και προτιμήσαντες να συναποθάνωσι πολεμούντες· ήσαν δε καί τινες των εναπομεινάντων οίτινες, θαρρυνόμενοι υπό των επί της πολιορκίας συνήθων νικών, ήλπιζαν, ότι εξορμώσα όλη διά μιας η ατρόμητος εκείνη φρουρά θα διεσκόρπιζε τους πολιορκούντας και θ' απήλλαττε την πόλιν των επικειμένων δεινών.

Δύοντος του ηλίου, ηκούσθη τουφεκισμός προς την κορυφήν του Ζυγού κατά το μέρος του αγίου Συμεώνος. Ο τουφεκισμός ούτος, όστις εσήμαινεν ότι ήλθεν εκεί η έξωθεν βοήθεια, έβαλε μεν εις κίνησιν την φρουράν ως προς την έξοδον, αλλ' έβαλεν εν ταυτώ εις υποψίαν και τον εχθρόν μαθόντα συγχρόνως διά τινος λειποτάκτου αλλοδαπού όσα εμελετώντο. Περί δε την β' ώραν της νυκτός συνήχθησαν η φρουρά και το πλήθος, όσον ήτο δυνατόν αταράχως, δοθέντος του σημείου, όπου ετέθησαν αι γέφυραι προ ολίγου· αι πλείσται των γυναικών ενεδύθησαν και ωπλίσθησαν ως άνδρες· ωπλίσθησαν και όσα παιδία εδύναντο να οπλοφορώσι· λαμπρώς δ' εφώτιζε την νύκτα εκείνην η σελήνη τον ορίζοντα. Οι δε συναχθέντες διηρέθησαν εις τρία σώματα υπό την οδηγίαν το μεν του Νότη Μπότσαρη, το δε του Κίτσου Τσαβέλλα, το δε του Μακρή· εν τοσούτω εγίνετο και η υπηρεσία του φρουρίου ως σύνηθες προς απάτην του εχθρού. Και εν πρώτοις εξήλθαν χίλιοι της φρουράς και εκάθησαν σιωπηλοί υπό την πρόταφρον· εξήλθαν κατόπιν και τα αδύνατα μέλη, αλλά τόσον ατάκτως ωθούντα και ωθούμενα επί των γεφυρών, ώστε πολλά έπεσαν εντός της τάφρου· εξήλθαν επί τέλους και οι λοιποί οπλοφόροι· αλλά πολλοί των Μεσολογγιτών εξ αιτίας των διά τας βαρείας ασθενείας εναπομεινάντων συγγενών των εβράδυναν να εξέλθωσιν, αποχαιρετούντες οι πολυπαθείς του θανάτου τον αποχαιρετισμόν και αποχαιρετούμενοι· τινές δε αυτών ουδ' επρόφθασαν να εξέλθωσιν· ησύχαζαν δε οι εκτός του τείχους συνενωθέντες, και ανέμεναν την έναρξιν της έξωθεν προσβολής, ως προεσχεδιάσθη. Μετά τον επί της δύσεως του ηλίου τουφεκισμόν ουδεμία άλλη τουφεκία έπεσεν έξωθεν, και οι Τούρκοι υποπτεύοντες, ότι οι Έλληνες εξήλθαν ήδη και ησύχαζαν όπισθεν της προτάφρου, ήρχισαν να κανονοβολώσι και τουφεκίζωσι. Πρηνείς έκειντο οι πυροβολούμενοι εις αποφυγήν του επιρριπτομένου πυρός· αλλ' αφ' ού, αναμείναντες ικανήν ώραν, είδαν ότι δεν επραγματοποίουντο όσα επροσδόκουν έξωθεν, και ότι επυροβολούντο θανατηφόρως, ανεγερθέντες όλοι, ε μ π ρ ό ς, ανέκραξαν, ε μ π ρ ό ς, και αλαλάζοντες, και θαρρύνοντες αλλήλους επροχώρουν· και το μεν υπό τον Μπότσαρην σώμα κατέλαβε την οδόν του Μποχωρίου, το δε υπό τον Μακρήν την του Ανατολικού, το δε υπό τον Τσαβέλλαν την μέσην· σκοπόν δε είχαν να ενωθώσι τα τρία ταύτα σώματα προς τους πρόποδας του Ζυγού κατά την άμπελον του Ραζοκότσικα την επί της οδού της επί του όρους μονής του αγίου Συμεώνος δύο ώρας μακράν του Μεσολογγίου.

Αλλά μόλις επροχώρησαν, και αίφνης ηκούσθη φωνή λέγουσα «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και επί τη φωνή ταύτη οι όπισθεν ερχόμενοι Μεσολογγίται, άνδρες, γυναίκες, παιδία καί τινες μη εντόπιοι, εν οις και ο Γεώργος Τσαβέλλας, ανεστράφησαν· αλλ' οι λοιποί επροχώρουν ως και προτέρον, και ούτε τα διπλά και τριπλά χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών, ούτε το ακοίμητον κατ' αυτών πυρ ίσχυσαν ν' αναστείλωσι την ορμήν των. Ηναγκάζοντο δε οι Τούρκοι να υποχωρώσιν επί τη ορμή και ωρυγή των. Ημιώριον δε απομακρυνθέντες του φρουρίου, έπεσαν εν μέσω του ιππικού του εχθρού, οι μεν υπό τον Μακρήν και τον Τσαβέλλαν του υπό τον Κιουταχήν όπισθεν ισταμένου του στρατοπέδου αυτού, οι δε υπό τον Μπότσαρην του υπό τον Ιβραήμην ελθόντος επίτηδες από του Μποχωρίου· και οι μεν υπό τον Μπότσαρην και Τσαβέλλαν ολίγην βλάβην έπαθαν, οι δε υπό τον Μακρήν μεγίστην. Αφ' ού δε διεπορεύθησαν, έφθασαν, οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν εις τους πρόποδας του Ζυγού, ό εστιν εις ην εθεώρουν ως το τέρμα των κινδύνων των θέσιν και υπό το πυρ των έξωθεν εις αντίληψιν αναμενομένων Ελλήνων· αλλ' αντί φίλων ηύραν πολυαρίθμους Αλβανούς υπό τον Μουστάμπεην και έπαθαν τα πάνδεινα καταδιωχθέντες και επ' αυτού του όρους. Πεντακόσιοι απωλέσθησαν εκ της φρουράς επί της διεξόδου· όλαι δε αι συνακολουθούσαι γυναίκες, εκτός επτά, και όλοι οι παίδες, εκτός τριών ή τεσσάρων, εφονεύθησαν ή ηχμαλωτίσθησαν, τινές μεν επί της διά των εχθρικών χαρακωμάτων και της ανάμεσον του ιππικού πορείας των, οι δε πλειότεροι εν ταις υπωρείαις· διαρκούντος δε του κινδύνου ουδεμίαν ηύραν έξωθεν βοήθειαν· 50 μόνον στρατιώται υπό τον Δράκον και τον Πανομάραν τοις έφεραν το μεσονύκτιον ολίγην τροφήν. Νυκτοπορούντες οι περί τον Μπότσαρην, τον Τσαβέλλαν και τον Μακρήν εξημερώθησαν επί της κορυφής του όρους κακήν κακώς εξ αιτίας της ταλαιπωρίας, της πείνας και του κόπου. Την δε επαύριον έφθασαν οι πλείστοι εις Δερβέκισταν, χωρίον του Αποκούρου, όπου ουδένα ηύραν των κατοίκων, προς μικράν περίθαλψιν, αλλά μόνον ολιγάριθμά τινα σώματα του Κώστα Μπότσαρη και άλλων οπλαρχηγών δικαιολογουμένων, ότι διά την ολιγότητα των περί αυτούς και την μη εμφάνισιν των πολλών δεν εδυνήθησαν να τρέξωσιν εις βοήθειάν των. Έμειναν δε οι διασωθέντες εν τω χωρίω όλην την ημέραν· την δε επαύριον μετέβησαν εις Πλάτανον των Κραββάρων, όπου διέμειναν 8 ημέρας αναμένοντες τους τήδε κακείσε διασπαρέντας· εκείθεν υπήγαν εις Σάλωνα. Κακώς έχοντες προ της εξόδου τόσον εταλαιπωρήθησαν μετά την έξοδον, και τόσοι απέθαναν καθ' οδόν πεινώντες και κακουχούμενοι, ώστε απαριθμηθέντες, αφ' ού έφθασαν ει τα Σάλωνα, ευρέθησαν όλοι οι διασωθέντες 1300, εν ώ οι της φρουράς μόνοι ήσαν επί της εξόδου των 2500.

Δεινότερα δε και ολεθριώτερα ήσαν τα παθήματα των εν τη πόλει απομεινάντων και των επανελθόντων. Εν ώ η φρουρά και οι παρακολουθούντες εξήρχοντο της πόλεως, οι εχθροί εισήρχοντο· εισερχόμενοι δε απήντησαν τους συγχρόνως επανερχομένους επί τη ακουσθείση φωνή «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω» και τους μεν άνδρας εθανάτωσαν, τας δε γυναίκας και τα παιδία ηχμαλώτισαν· μόνοι οι υπό τον Γεώργον Τσαβέλλαν επρόλαβαν και εξήλθαν εκ δευτέρου διά της παραλίας οδού, και πεσόντες εν μέσω του εχθρικού ιππικού επιστρέφοντος εις Μποχώρι, οι μεν απωλέσθησαν, οι δε διεσώθησαν. Αλλ' η θανατηφόρος εκείνη προς τους στραφέντας εις τα οπίσω φωνή δεν ήτο φωνή επιβούλων χειλέων. Τινές των προπορευομένων επί της διεξόδου εθεώρησαν ως ανυπέρβλητα εμπόδια της προόδου τα ελικοειδή χαρακώματα και ταφρεύματα των εχθρών και ως τόσους τάφους ανεωγμένους· διά τούτο προτιμώντες τον επί των πυροβολοστασίων του τείχους θάνατον ως ενδοξότερον, έκραξαν «ο π ί σ ω, ο π ί σ ω», και εστράφησαν και αυτοί οπίσω.

Πατήσαντες δε οι εχθροί την πόλιν έστρεψαν εν πρώτοις το πυρ του τείχους κατά των οικιών, και έπειτα διεσπάρησαν εις λεηλασίαν, εις σφαγήν, και εις αιχμαλωσίαν. Πυροβολισμοί, κραυγαί, ολολυγμοί, μαχαιροκτυπήματα και εκπυρσοκροτήσεις ηκούοντο όλην την νύκτα. Η υπό το προτείχισμα του Μπότσαρη μεγάλη πυριτοθήκη, εξαφθείσα πρώτη διά χειρός Ελλήνων, διέρρηξε το προτείχισμα και κατέστρεψε πολλούς εχθρούς· εξήφθη ωσαύτως και η προς το δυτικόν παράλιον και ανέτρεψεν εκ βάθρων την παρακειμένην οικίαν, όπου εξέπνευσεν ο Βύρων· διερράγησαν υπό πυρός επίσης Ελλήνων και αι οικίαι, εν αις συνεσωρεύθησαν οι πάσχοντες· επί δε τη διαρραγή εξετινάσσοντο συμμίγδην εις τον αέρα οι εν αυταίς Έλληνες και οι πατούντες αυτάς εχθροί. Όλη η πόλις εκυριεύθη την νύκτα εκείνην πλην ο εν τω παρακειμένω νησιδίω Ανεμόμυλος, όπου εφυλάττετο πολλή πυρίτις· διέμεινε δε σώος ο Ανεμόμυλος μέχρι της 12, καθ' ήν διερράγη και αυτός υπό πυρός Ελλήνων. Παθόντες οι περί τον Κιουταχήν και τον Ιβραήμην υπό των Ελλήνων, αν και ψυχορραγούντων, έπαθαν και αφ' εαυτών αλληλοφονευόμενοι χάριν των λαφύρων, έως ου υπερισχύσαντες οι περί τον Ιβραήμην εκράτησαν αυτοί μόνοι την πόλιν και απεδίωξαν τους περί τον Κιουταχήν. Οι γνωστότεροι δε των επί της εξόδου θανατωθέντων ήσαν εκ μεν των εντοπίων ο Αναστάσιος Παλαμάς, ο Πάνος Παπαλουκάς, ο Πέτρος Γουλημής, ο Γεώργιος Ψαράντος, ο Κωνσταντίνος Καρπούνης, ο Κωνσταντίνος Τρικούπης, και ο Αθανάσιος Ραζοκίτσικας, γενικός αρχηγός των συμπολιτών του, και τα μέγιστα διαπρέψας διά την πολλήν ικανότητά του, την ακλόνητον καρτερίαν του και τον ακάματον ζήλον του· εκ δε των λοιπών οι οπλαρχηγοί Στουρνάρης και Σαδήμας, ο τειχοποιός Κοκκίνης, ο συντάκτης των ελληνικών χρονικών Ελβετός Μέγερος, οι φιλέλληνες Γερμανοί, Στιτσεμβέργης, Διττμάρης, Δελωνέης, Λουτσόφφης, Κλέμπης, Σίπανος, Πολωνός τις, και ο επίσκοπος Ρογών Ιωσήφ. Ο αρχιερεύς ούτος, ο καθ' όλην την πολιορκίαν διακριθείς διά τον ένθερμον πατριωτισμόν του, δεν επρόφθασε να εξέλθη, και φθάσας επί του τείχους καθ' ήν ώραν εισήρχοντο οι εχθροί έρριψε δαυλόν είς τινα παρακείμενον φυσεκοφόρον πίθον, ερρίφθη εις αυτόν καιόμενον, ημιεκάη, και ημίκαυστος απεκεφαλίσθη. Εφονεύθη επί της εξόδου και ο Παπαδιαμαντόπουλος (δ). Καθ' όν καιρόν εκινδύνευεν η πόλις, διεβιβάσθη ούτος εις Ζάκυνθον επί προμηθεία τροφών· ο κίνδυνος εκορυφώθη μετ' ολίγον και οι φίλοι του τον εσυμβούλευσαν να μη επανέλθη· αλλ' ούτος επανήλθεν εν μέσω των συναγωνιστών του, ειπών προς τους αποτρέποντας αυτόν, «ή θα σωθώ ή θ' αποθάνω μετ' αυτών». Αξιοθαύμαστος είναι και η επί της εξόδου διαγωγή και τελευτή του Χρήστου Καψάλη, ενός των προκρίτων της πόλεως. Είδε το πρωί της ημέρας εκείνης την προ πολλού πάσχουσαν σύμβιόν του εκπνεύσασαν, την ησπάσθη ακλαυστεί, και στραφείς προς τον υιόν του Αποστόλην παρόντα και κλαίοντα, «Μη κλαίε, υιέ μου», είπε· «μάλλον χαίρε, διότι απέθανεν η μήτηρ σου και δεν έπαθε τα δεινά της τουρκικής αιχμαλωσίας· άκουσε τώρα τους τελευταίους λόγους του πατρός σου· διέξελθε μετά των λοιπών την εσπέραν ταύτην, προσπάθησε να σωθής, και μη φροντίσης περί εμού· εγώ είμαι ασθενής και προβεβηκώς, ουδεμίαν ελπίδα έχω συνδιεξερχόμενος να σωθώ, και προτιμώ ν' αποθάνω εντός της πόλεως ή να αιχμαλωτισθώ επί της διεξόδου». Ταύτα είπε, τον ενηγκαλίσθη και τον απεχαιρέτησε. Και ο μεν υιός απεχωρίσθη του πατρός κλαίων, και διεξελθών εσώθη· ο δε πατήρ, στηριζόμενος επί της βακτηρίας του, περιήλθε τας οδούς καλών ασθενείς και γέροντας να τον συνακολουθήσωσι· πολλοί υπήκουσαν, και συνελθόντες εις το φυσεκοδετείον εκλείσθησαν, και ψάλλοντες οι μεν εξοδίους, οι δε πατριωτικούς ύμνους, προσήνεγκαν εαυτούς ολοκαυτώματα επί τη εισβολή των εχθρών.

Αλλ' η πόλις του Μεσολογγίου, η δοξάσασα την Ελλάδα ζώσα, έμελλε να την αναστήση και πεσούσα· διότι αποδείξασα πασιφανώς, ότι Έλληνες και Τούρκοι ήσαν εις το εξής ασυμβίωτοι και αδιάλλακτοι, επετάχυνε διά της σωτηριώδους παρεμβάσεως των τριών Δυνάμεων το ευτυχές τέρμα της επαναστάσεως.

Χίλιοι εννεακόσιοι ηριθμήθησαν οι κατά διαφόρους τρόπους αποθανόντες επί της πολιορκίας Έλληνες· άδηλον πόσοι οι αποθανόντες εκ των υπό τον Κιουταχήν, διότι ως και άλλοτε είπαμεν, δεν διατηρούνται παρά τοις ατάκτοις στρατολογία, και άλλοι μεν αυτογνωμόνως έρχονται, άλλοι δε άνευ αδείας απέρχονται· αλλ' οι υπό τον Ιβραήμην οπλοφορούντες τακτικοί, απαριθμηθέντες μετά την άλωσιν της πόλεως, ευρέθησαν 3500, εν ώ οι υπ' αυτόν ελθόντες εις πολιορκίαν ήσαν κατά μέν τινας 8000, κατ' άλλους δε 10,000. Εντεύθεν καταφαίνεται επί ποία τιμή ηγοράσθησαν τα ερείπια της πόλεως και οποίοι εφάνησαν οι υπέρμαχοί της.

Ερχόμεθα τώρα να συγκεφαλαιώσωμεν τα γεγονότα.

Εισβαλόντος του Κιουταχή εις την Δυτικήν Ελλάδα, το παν έκλινε γόνυ ενώπιόν του· μόνοι οι εν Μεσολογγίω ήραν ακλινή την κεφαλήν των υπεράνω ασθενούς τείχους, προκαλούντες μάλλον ή φοβούμενοι τον εχθρόν. Παμπληθή και εμπειροπόλεμα στρατεύματα συνέρρευσαν πανταχόθεν έξω της πόλεως· πολυειδείς και πολυμόχθους επιχειρήσεις εις άλωσίν της επεχείρησαν· όρος υψηλόν προς τον σκοπόν τούτον εχειροποίησαν· απτόητοι το τείχος πολλάκις πανορμεί προσέβαλαν, και εις αυτήν την κορυφήν του ξιφοφορούντες ανέβησαν· αλλ' ευρίσκοντες πάντοτε ακαταμάχητον την φρουράν ουδέν κατώρθωσαν, και μετά μακρούς και δεινούς αγώνας και αφειδείς αιματοχυσίας κατησχυμένοι ανεστρατοπέδευσαν. Απελπισθείσα η Πύλη να εκτελέση διά μόνων των υπό τον Κιουταχήν δυνάμεών της το σκοπούμενον, εκάλεσε τον Ιβραήμην εις αντίληψιν. Επαιρόμενος ούτος εφ' οις εν Πελοποννήσου διά του τακτικού στρατού του διεπράξατο και επί τη οχυρωτική επιστήμη των περί αυτόν ερειδόμενος, έτρεξε πρόθυμος μετά πολλής δυνάμεως όπου εκλήθη, και ολιγωρών εν τη υπεροψία του και πολιορκούντας και πολιορκουμένους και φράκτην χλευαστικώς επονομάζων το τείχος, το ευτυχώς εις τας επανειλημμένας προσβολάς του αντιζήλου του Κιουταχή ανθέξαν, ανεδέχθη να το κυριεύση μόνος δεκαπενθήμερος· αλλά και αυτός, πολλά πειραθείς, πολλά τολμήσας και πολλά παθών, ηύρε την υπό τοιούτους φρουρούς φράκτην απόρθητον. Συνηνώθησαν τότε οι δύο στρατάρχαι, και συνήνωσαν και τους στρατούς των, αφήσαντες ενώπιον του κοινού εχθρού τας αντιζηλίας των· απελπισθέντες δε του να κατισχύσωσι των φρουρούντων το τείχος και συνηνωμένοι, έστρεψαν όλην την προσοχήν των εις κυρίευσιν της λίμνης και εν πολλοίς ευδοκίμησαν, στόλον πολυάρμενον έχοντες και στολίσκον αυτάρκη εξ ελαφρών πλοιαρίων κατασκευάσαντες. Αλλά 140 άνδρες, κατέχοντες νησίδιόν τι εν τη λίμνη, ατείχιστον, ανώχυρον και ανεφοδίαστον, κατήσχυναν όλας τας επιπεσούσας δυνάμεις, και τα παράλιά του πτωμάτων εσκέπασαν. Υπεραίρεται ο Έλλην διανοούμενος, ότι οσάκις η δεινοπαθούσα φρουρά εκλήθη να παραδώση τα όπλα απήντησεν, «αποθνήσκω, αλλά δεν παραδίδω τα αιματωμένα όπλα μου», και απέδειξε, δι' ων επί τέλους έπραξεν, ότι ήσθάνετο ό,τι έλεγεν. Επήλθεν, εν τούτοις, άλλος δεινότατος εχθρός, η πανδαμάτειρα πείνα· αλλ ουδ' αυτή ίσχυσε να ταπεινώση το φρόνημά των και να τους φέρη εις υποταγήν. Προς αποφυγήν δε του προφανούς εντεύθεν ολέθρου και αμόλυντον διατήρησιν της τιμής των, επεχείρησαν επιχείρημα κινδυνωδέστατον και ενδοξότατον· άνδρες, γυναίκες, παιδία διήλθαν ξιφήρεις υπό το πανσέληνον φως και εν μέσω ακοιμήτου πυρός ταφρεύματα, χαρακώματα, πυροβολοστάσια, τακτικά και άτακτα στρατεύματα ειδότα την έξοδόν των και γρηγορούντα εις καταστροφήν των.

Η καθ' όλην την δωδεκάμηνον πολιορκίαν ακλόνητος εν τοις δεινοίς καρτερία των ανδρών τούτων, η ακάθεκτος εν ταις εκδρομαίς ορμή, η εν ταις μάχαις ανυπέρβλητος ανδρία, και η απόφασις του ν' αποθάνωσι μάλλον ή να παραδοθώσιν, εξεθάμβησαν και εφόβησαν και αυτούς τους εχθρούς των ομολογήσαντας, ότι θα διελύοντο κακώς έχοντες οι στρατοί των, αν παρετείνετο τρεις έτι εβδομάδας η πολιορκία. Τοιούτοι ήσαν οι άνδρες, ων τους άθλους, τους καθ' όλον τον ελληνικόν αγώνα παντός άθλου λαμπροτέρους, και ουδενός των εν ταις αρχαίαις και μεταγενεστέραις πολιορκίαις φημιζομένων υποδεεστέρους (ε), ετίμησαν επαξίως η ωδή των ποιητών, η ευγλωττία των ρητόρων, και η ευφημία των λαών.

1825-26

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ'

Αποτυχία των εις άλωσιν της Τριπολιτσάς και της Καρύστου και λεηλασίαν της Βηρυτού κινημάτων Ελλήνων. — Εκστρατεία των υπό τον Φαβιέρον τακτικών εις Εύβοιαν και αποτυχία αυτής. Καταστροφή των γενιτσάρων και πράξις της ευρωπαϊκής τακτικής εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του οθωμανικού κράτους.

ΕΝ ώ ο Ιβραήμης ηγωνίζετο εις άλωσιν του Μεσολογγίου, ηγωνίζετο και ο Κολοκοτρώνης εις την της Τριπολιτσάς, όπου απέμεινεν ολίγη φρουρά. Εις κατασκοπήν δε της αληθούς καταστάσεως της πόλεως ταύτης εισήλθε, ριψοκινδύνως, λήγοντος του νοεμβρίου του 1825, ο Ιωάννης Φιλήμων υπό πρόσχημα υποταγής, εφιλοφρονήθη, ενδιέμεινε δύο ημέρας, και επί λόγω προτροπής και άλλων εις υποταγήν εξήλθεν αβλαβής και ανέφερεν ό,τι παρετήρησε. Μεγάλη δε στρατιωτική κίνησις κατέλαβεν όλην την Πελοπόννησον προς ευόδωσιν του σκοπού τούτου, και λήγοντος του έτους συνήχθησαν έξωθεν της Τριπολιτσάς πεντακισχίλιοι Πελοποννήσιοι, και διαιρεθέντες εις τρία σώματα ώδευσαν περί το μεσονύκτιον της 27 δεκεμβρίου προς την πόλιν, φέροντες κλίμακας εις ανάβασιν· ήλπιζαν δε να επιπέσωσιν απροσδόκητοι, αλλ' ηπατήθησαν, διότι οι Τούρκοι προειδοποιηθέντες ευρέθησαν πέριξ των επάλξεων άγρυπνοι, εν ώ προσηγγίζετο υπό τον Πλαπούταν και τον Νικήταν πρώτον σώμα, και κραυγάσαντες, «σας είδαμεν, Ρωμαίοι», τους απεμάκρυναν απράκτους αυτοβοεί. Μόνοι οι Τριπολιτσιώται, ως 250 επέμειναν και εξημερώθησαν πλησίον της πόλεως· αλλ' επεξήλθαν 300 ιππείς και πεζοί και τους έτρεψαν φονεύσαντες 28 και ζωγρήσαντες 3. Οι ευτυχείς καταδιώκται επροχώρησαν μέχρι του χωρίου Μαντσαρά, όπου ήσαν τινες του δευτέρου σώματος υπό τον Γενναίον και τον Τσόκρην, και έτρεψαν και αυτούς· παρ' ολίγον δε συνέλαβαν ζώντα και τον συν αυτοίς Αγαλόπουλον πεσόντα εκ του ίππου του. Μετά την αποτυχίαν ταύτην δισχίλιοι Πελοποννήσιοι, υπό τον Νικήταν και άλλους, κατέλαβαν το Μακρυπλάγι εις παρεμπόδισιν των μετακομιζομένων εκ των μεσσηνιακών φρουρίων εις Τριπολιτσάν τροφών.

Πρό τινος καιρού ήλθε τις απεσταλμένος εις την ελληνικήν κυβέρνησιν παρά του κατά το Λιβάνιον όρος Εμήρ-Μπεσίρη εις σύνδεσιν σχέσεων μετά της Ελλάδος, αλλά δεν είχε πώς ν' αποδείξη την αποστολήν του, διότι πολλά παθών καθ' οδόν απώλεσεν, ως έλεγε, τα εφοδιαστικά του. Λαβούσα εντεύθεν αφορμήν η κυβέρνησις απέστειλε προς τον εμήρην τον αρχιερέα Ευδοκιάδος Γρηγόριον, ίνα πληροφορηθή περί της αποστολής ταύτης, και τον θαρρύνη εις αποστασίαν κατά του κυριάρχου του. Ο εμήρης εδέχθη φιλικώς τον πρέσβυν και υπεσχέθη να εκστρατεύση, αν έστελλεν η ελληνική κυβέρνησις ναυτικήν δύναμιν προς τα παράλια της Συρίας· αλλ', εξ αιτίας των δεινών περιστάσεων της Ελλάδος, δύναμις δεν εστάλη, και το σχέδιον δεν ενηργήθη.

Αρχομένου δε του μαρτίου του 1820, εναύλωσεν ο Χατσή- Μιχάλης πλοία τινα εξ ιδίων, συμπαρέλαβεν ως συναγωνιστάς τον Βάσσον και τον Κριεζώτην, και συναποπλεύσαντες οι τρεις μετά 800 προς τα παράλια της Συρίας, όχι επί συμμαχία αλλ' επί λεηλασία, επάτησαν απροσδοκήτως την Βηρυτόν· αλλ' απεκρούσθησαν και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσιν άπρακτοι και κακώς έχοντες. Εν ώ δε ήσαν εκτός της πόλεως εστρατοπεδευμένοι και εσχεδίαζαν να δοκιμάσωσιν αλλού την τύχην των, κατέβη αίφνης πολλή δύναμις του εμήρη επί σκοπώ ή να τους απομακρύνη, αν ήλθαν ως άρπαγες, ή να τους δεξιωθή, αν ήλθαν ως σύμμαχοι κατά το άλλοτε σχέδιον. Οι περί τον Χατσή-Μιχάλην υπεκρίθησαν ότι ήλθαν ως σύμμαχοι, αλλ', εξ όσων έπραξαν, δεν επιστεύθησαν, και ηναγκάσθησαν να αποπλεύσωσιν ως κακά μελετώντες· κατήραν δε εις Κύπρον, και βλάψαντες τον τόπον εκείνον επανήλθαν εις Σύραν.

Εν τούτοις, το τακτικόν της Ελλάδος ηύξανε και εβελτιούτο χάρις εις την συνδρομήν της κυβερνήσεως και εις τον ακάματον ζήλον του νέου αρχηγού Φαβιέρου. Ο φιλέλλην ούτος και δι' άλλους λόγους και διά την επικρατούσαν εν Ναυπλίω ασθένειαν μετέφερε το σώμα τούτο εις Αθήνας την 5 οκτωβρίου του 1825 προς εξάσκησιν, αφήσας έν τάγμα εν Ναυπλίω ως φρουράν της κυβερνήσεως.

Καλλίστην υποδοχήν ηύρεν ο Φαβιέρος και παρά τοις Αθηναίοις και παρά τω αρχηγώ Γκούρα, και πολλοί των εντοπίων κατετάχθησαν ως νεοσύλλεκτοι· και αυτός ο Γκούρας έλαβε προγυμναστήν, και ενεδύθη ένδυμα απλού τακτικού. Το παράδειγμα αυτού εμιμήθησαν και άλλοι ευρισκόμενοι εκεί οπλαρχηγοί, ως ο Μακρυγιάννης, ο Μαμούρης και ο Ρούκης· καθ' ημέραν δε συνέρρεαν και άλλοθεν νεοσύλλεκτοι και κυρίως εκ των νήσων του Αιγαίου, ους επροτίμα ο Φαβιέρος των φερόντων ήδη όπλα λέγων, ότι επιθυμητότερον να γράφη τις επί καθαρού ή μελανωμένου χάρτου· αλλά δεν παρήλθαν τρεις εβδομάδες μετά την μετάβασίν του εις Αθήνας, και κατ' έντονον διαταγήν της κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας, όπου ελέγετο ότι ο Ιβραήμης εμελέτα απόβασιν. Εκεί 40 ημέρας διέτριψεν και αφ' ού εξέλειψε πάσα υποψία αποβάσεως, επανήλθεν εις Αθήνας. Τόσον δε ηυξήθη ο στρατός του, ώστε, λήγοντος του 1825, συνίστατο εις 3700. Εκτός του τακτικού σώματος, ωργάνισεν ο Φαβιέρος υπό την οδηγίαν του Μαμούρη, του Δημήτρη Λέκκα και του Στέφου Σέρβου ελαφρά τινα σώματα, λεγόμενα σταυροφορικά, διότι έφεραν οι στρατιώται επί του στήθους πάνινον σταυρόν· ώφειλαν δε να παρευρίσκωνται μόνον εις την γενικήν επιθεώρησιν του τακτικού. Εν όσω εσώζοντο λείψανα του αγγλικού δανείου, η κυβέρνησις εχορήγει προθύμως τα εις ύπαρξιν και διατήρησίν των υπό τον Φαβιέρον· αλλ', αφ' ού εξηντλήθησαν, ο στρατός ούτος εκινδύνευε να διαλυθή, ή ν' ατακτήση. Εις αποφυγήν του κακού και εις ωφέλειαν της πατρίδος απεφάσισεν ο αρχηγός του να εκστρατεύση ποριζόμενος άλλοθεν τα προς το ζην·

Φεβρουάριος και μετά μακράν σκέψιν περί του καταλληλοτέρου μέρους εξεστράτευσε την 12 Φεβρουαρίου εις Εύβοιαν, διατεινομένων πολλών ότι και τα προς διατροφήν ήσαν εκεί ευπόριστα, και η νήσος ευάλωτος· συνεκροτείτο δε η ακολουθούσα αυτόν δύναμις εκ του πρώτου τάγματος, δύο ιλών του ιππικού, 80 ιππέων ανίππων, μιας κανονοστοιχίας εχούσης τέσσαρα ορεινά κανόνια και 120 κανονοβολιστάς, και 700 σταυροφόρων, ώστε όλοι οι συνεκστρατεύοντες ήσαν 2750. Το στράτευμα τούτο ηυλίσθη την 14 εις Ανηφορίτην· ο δε αρχηγός του υπήγε το εσπέρας εις κατασκοπήν του Καραμπαμπά επ' ελπίδι να τον κυριεύση εξ απροόπτου· αλλά πεισθείς ότι δεν επραγματοποιείτο ό,τι ήλπιζε, παρητήθη του σχεδίου του, μετέφερε την επαύριον το στράτευμά του εις Ωρωπόν, την μεθαύριον εις Καπανδρίτι, και την εφεξής εις Μαραθώνα και Βρανάν, όπου διέμεινε 15 ημέρας αναμένων τα εις μεταβίβασιν του στρατεύματος του πλοία. Εκεί διατριβών, εξέδωκε την 20 κήρυγμα εις αποκλεισμόν των παραλίων Ευβοίας και Βώλου, και έστειλε προς ενίσχυσιν αυτού την εν υπηρεσία του τακτικού γολέτταν, ήτις έφερε μετ' ολίγον πλουσίαν λείαν. Διαρκούσης δε της δεκαπενθημέρου ταύτης διατριβής του, το στράτευμα έπαθε και φυσικώς και ηθικώς δι' έλλειψιν καταλυμάτων και άλλων αναγκαίων εν καιρώ χειμώνος και διά το νοσώδες του μέρους εκείνου· πολλοί ηρρώστησαν, τινές απέθαναν και ικανοί ελειποτάκτησαν. Ο δε Φαβιέρος μετέφερεν άλλους προς αναπλήρωσιν εξ Αθηνών· και επειδή τα αναμενόμενα πλοία δεν εφαίνοντο, και πάσα περαιτέρω χρονοτριβή έβλαπτεν, επεβίβασε το στράτευμά του εις όσα ηύρε παραπλέοντα τα παράλια της Αττικής πλοιάρια,

Μάρτιος και τα απεβίβασε την 2 μαρτίου εις Στούρα, όπου και διενυκτέρευσεν, αλλά δεν ηύρεν ην ήλπιζεν υποδοχήν. Πολλά παθόντες οι χωρικοί εκείνων των μερών επί των μέχρι τούδε εκστρατειών, και φοβούμενοι μη πάθωσι τα αυτά, διεσκορπίσθησαν. Την δε επαύριον, αφήσας εκεί δύο λόχους, εξεστράτευσεν εις Κάρυστον φρουρουμένην υπό 600 Τούρκων, και κατέλαβε τους κήπους έν τέταρτον της ώρας απέχοντας του φρουρίου· και το μεν πρώτον τάγμα ετοποθετήθη προς το μεσημβρινόν μέρος του φρουρίου, το δε υπόλοιπον στράτευμα προς το δυτικόν του προαστείου· Την 5 τέσσαρες λόχοι του πεζικού και τα ελαφρά σώματα επλησίασαν την πύλην του φρουρίου και την εκανονοβόλουν· αλλ' έσπασαν μετ' ολίγον οι άξονες των υποστατών, και ο αρχηγός διέταξε την υποχώρησιν. Εκ τούτου θαρρυνθέντες οι εχθροί ώρμησαν εις κυρίευσιν των κανονίων και έβαλαν εις αταξίαν τους στρατιώτας· αλλά χάρις εις την ετοιμότητα του λοχαγού Βερεντιέρου απέτυχαν και έπαθαν. Εν τοσούτω, ο Φαβιέρος, παρατηρήσας ότι το φρούριον δεν ήτον, ως ήλπιζεν, ευάλωτον, και ότι χρεία ήτο τακτικής πολιορκίας, ανήγειρεν αντικρύ του επί τινος ακρολοφίας προς το μεσημβρινόν μέρος κανονοστάσιον, και μη έχων κανόνια πολιορκίας, έστησε δύο ανήκοντα είς τι πλοίον ανεπιτήδεια προς τον σκοπόν του· και το μεν πρώτον τάγμα έμεινεν όπου ήτο, το δε λοιπόν του στράτευμα ωχυρώθη πλησιέστερον του προαστείου· δύο δε λόχοι ετοποθετήθησαν προς το αρκτικόν μέρος του φρουρίου, ώστε το φρούριον επολιορκείτο πανταχόθεν· εκόπη και το εισρέον νερόν· εις στενοτέραν δε πολιορκίαν, ο Φαβιέρος διέταξε την εξ εφόδου κυρίευσιν του προαστείου, και την 12, όρθρου βαθέως, ο δ' λόχος υπό τον Ανδριέτην, ο ς' υπό τον Βερεντιέρον, και ο των ευζώνων υπό τον Κάρπον, προσβαλόντες το προάστειον, εκυρίευσαν τας εν αυτώ οικίας εκτός των πλησίον του φρουρίου· ημέρας δε γενομένης, έστειλεν ο Φαβιέρος και τα λοιπά σώματα εις κυρίευσιν όλου του προαστείου· αλλά δίωροι αλλεπάλληλοι προσβολαί κατά των υπό των εχθρών κρατουμένων οικιών και υπό την προστασίαν του πυρός του φρουρίου κειμένων όχι μόνον απέβησαν εις μάτην, αλλ' επέφεραν και βαρείαν βλάβην. Οι δύο πρώτοι λόχοι απώλεσαν το ήμισυ της δυνάμεώς των και σχεδόν όλους τους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των· επληγώθησαν οι λοχαγοί Ανδριέτης, Βερεντιέρος και ο ανθυπολοχαγός Καρατσάς, και εσκοτώθη ο λοχαγός Πίσσας· βαρείαν βλάβην υπέφεραν και τα σώματα των σταυροφόρων και επληγώθη ο αρχηγός αυτών Στέφος· πολλά υπέφεραν και οι ως επίκουροι ελθόντες λόχοι. Μετά τα παθήματα ταύτα οι μεν ασθενείς και τραυματίαι εστάλησαν εις τας νήσους προς ίασιν, οι δε λοιποί μετέβησαν εις Λυκόρρεμα, παραλίαν θέσιν αντικρύ των νησιδίων Πεταλιών, όπου ήσαν παλαιά χαρακώματα, κοινώς λεγόμενα ταμπούρια του Κριεζώτη, χρησιμεύσαντα πολλάκις ως καταφύγιον.

Αλλ' η επίπονος πορεία εν μέσω δυσβάτων τόπων και η στέρησις των αναγκαίων ηύξησαν τα κατά την 12 παραλύσαντα τον στρατόν δεινά ασυνείθιστον εις τα τοιαύτα διά την νεοσυλλεξίαν του. Φθάσαν δε περί το μεσονύκτιον το στράτευμα εις Λυκόρρεμα ήρχισε να επισκευάζη τα παλαιά εκείνα χαρακώματα· ο δε ακάματος αρχηγός του, τοποθετήσας διαφόρους φυλακάς, περιήρχετο φαιδρός εν μέσω των σκυθρωπαζώντων στρατιωτών θαρρύνων αυτούς και συνεργαζόμενος· αλλά μόλις ανέτειλεν ο ήλιος της 13, εφάνη αίφνης το εχθρικό ιππικόν, και προσβαλόν την προφυλακήν κοιμωμένην κατέκοψεν επτά λογχίτας και τον υπαξιωματικόν, και επροχώρησε προς το ελληνικόν στρατόπεδον βοηθόν έχον και ολίγον πεζικόν. Ο Φαβιέρος, παρατηρήσας την ολιγότητα του εχθρικού τούτου σώματος, διέταξε τρεις λόχους και τα ελαφρά σώματα να εφορμήσωσι και να προσποιηθώσι μετά μικρόν πυροβολισμόν ότι υπεχώρουν· διέταξε δε και το ιππικόν να ενεδρεύη όπισθεν λοφίσκου τινός και να μη επιπέση προτού φθάσωσιν οι εχθροί είς τινα μικράν κοιλάδα διώκοντες τους υποχωρούντας. Και το μεν πεζικόν ενήργησεν ακριβώς τα διαταχθέντα, αλλά τινες του ιππικού επέπεσαν, πριν καταβώσιν οι εχθροί εις την κοιλάδα. Το παράκαιρον τούτο κίνημα ανεκάλυψε το στρατήγημα, και οι εχθροί δεν επροχώρησαν, αλλά, μείναντες επί υψώματός τινος λόφου εγκαταλειφθέντος υπό των Ελλήνων, ωχυρώθησαν· μετ' ολίγον έφθασε και ο Ομέρπασας πανστρατιά. Δισχίλιοι ήσαν οι πεζοί και τετρακόσιοι οι ιππείς. Οι πεζοί εστρατοπέδευσαν αντικρύ των ελληνικών χαρακωμάτων και μετ' ολίγον εφώρμησαν, αλλ' εβλάφθησαν και απεκρούσθησαν υπό των πεζικών σωμάτων εξελθόντων, κατά διαταγήν του αρχηγού, των χαρακωμάτων, και προσβαλόντων γενναίως και ευτυχώς τον εχθρόν· το δε ιππικόν, ως μη αξιόμαχον διά την ολιγότητά του, διετάχθη να μη κινηθή· αλλ' αυτό, ιδόν ότι οι εχθροί απεκρούσθησαν και υπεχώρουν, επέπεσεν ατάκτως, και οδηγούμενον υπό του αξιωματικού Ιμπροχώρη, απόντος την ώραν εκείνην του ιππάρχου, δεν έπαυε καταδιώκον αυτούς. Οι Τούρκοι, παρατηρήσαντες ότι οι καταδιώκοντες ιππείς ήσαν μόλις 100, εστράφησαν και τους εκύκλωσαν. Τότε συνήφθη κρατερά ιππομαχία. Επανελθών δ' εν τούτοις ο ίππαρχος, και ιδών ότι οι υπ' αυτόν εκινδύνευαν, διέσχισεν ορμήσας το εχθρικόν ιππικόν και ήλθεν όπου η μάχη προς εμψύχωσιν των ολίγων ιππέων του· και επειδή το εχθρικόν ιππικόν ήτο κατά πάντα ανώτερον, διέταξε την υποχώρησίν των, και διά της στρατηγικής επιδεξιότητος και αφοβίας του την έφερεν εις ευτυχές πέρας εν μέσω του επιλειμένου κινδύνου. Είκοσιν ιππείς Έλληνες έπεσαν, και έπεσεν εις χείρας των εχθρών και λαμπρά τις σημαία, ην κεντήσασαι Παρίσιαι νεανίδες επρόσφεραν εις χρήσιν του ιππικού της Ελλάδος. Εν τούτοις, το εχθρικόν πεζικόν, το μη συμμεθέξαν της ιππομαχίας ειμή δι' ακροβολισμών, κατεγίνετο να κυκλώση διά χαρακωμάτων το ελληνικόν στρατόπεδον· τούτο ιδών ο Φαβιέρος διέταξε να επανέλθωσιν όλα τα σώματα εις τα οχυρώματά των προς ενδυνάμωσιν.

Εν όσω η διά θαλάσσης κοινωνία ήτον ελευθέρα, ο στρατός, αν και πολιορκούμενος διά ξηράς, δεν εστερείτο τροφών· αλλά την 20 εφάνησαν έμπροσθεν του Λυκορρέματος 11 ένοπλα πλοία τουρκικά εκ Χαλκίδος και ηνάγκασαν ελληνικά τινα πλοιάρια ελλιμενίζοντα εκεί και έχοντα τροφάς ν' αναχωρήσωσι πριν τας αποβιβάσωσι· προσορμήσαντα δε τα εχθρικά απεβίβασαν κανόνια, άτινα ετέθησαν επί διαφόρων υψηλών και καταλλήλων θέσεων. Τοιουτοτρόπως το τακτικόν, στερούμενον τροφών, πολιορκούμενον και κανονοβολούμενον διά ξηράς και θαλάσσης, έπεσεν εις άκραν αθυμίαν και απελπισίαν· οι στρατιώται δεν υπήκουαν τους αξιωματικούς, και οι αξιωματικοί εξετέλουν τα κοινά έργα των στρατιωτών· μόνη η παρουσία του αρχηγού τους εθάρρυνεν οπωσούν εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτούς δεινών· αλλ' η έλλειψις της τροφής εγίνετο ημέρα τη ημέρα μάλλον επαισθητή· αι σάρκες των ίππων και τα λάχανα ήσαν η τροφή των, και ελάμβαναν και αυτό το νερόν πολλάκις ώνιον αίματος. Καλή τύχη, γενομένου γνωστού του επικειμένου κινδύνου, έσπευσεν η εν Αιγίνη επιτροπή των Ψαριανών να στείλη τέσσαρα πλοία εις σωτηρίαν των κινδυνευόντων· ήλθαν κατόπιν και δύο υδραϊκά, επροθυμήθησαν και έστειλαν οι εν Σύρα έμποροι τροφάς, και ούτως απεμακρύνθησαν τα εχθρικά πλοία, και εδόθησαν αι τροφαί. Έφθασαν μετ' ολίγον και άλλα τρία πλοία φέροντα 500 στρατιώτας υπό τον Κριεζώτην και τον Βάσσον μαθόντας εν Σύρα επί τη επανόδω των εκ Βηρυτού την δεινήν θέσιν των τακτικών, και τότε απεμακρύνθησαν ολοτελώς του παραθαλασσίου οι εχθροί, ήνοιξεν η του ελληνικού στρατού και των πλοίων κοινωνία, και την νύκτα της 21 εμβήκαν οι περί τον Φαβιέρον εις τα πλοία, και τα μεν ελαφρά σώματα απεβιβάσθησαν εις Αττικήν, τα δε τακτικά εις Κέαν, Άνδρον και Τήνον δεινώς πάσχοντα. Οι δε εν Ναυπλίω απομείναντες τακτικοί, πληροφορηθέντες τα δεινά των συστρατιωτών και του αρχηγού των, έτρεξαν αυθόρμητοι εις τον στρατώνα, και δράξαντες τα όπλα παρετάχθησαν εν τη έξωθεν αυτού πλατεία αξιούντες μεγάλη τη φωνή να τους οδηγήσωσιν οι αξιωματικοί εις Πεταλίους προς λύτρωσιν των συναδέλφων των· και επειδή δεν εισηκούσθησαν, εξήλθαν του Ναυπλίου υπό την διοίκησιν δεκανέως· αλλά, μαθόντες αυθημερόν την διάσωσιν των κινδυνευόντων συστρατιωτών, επανήλθαν εις τον εν Ναυπλίω στρατώνα.

Το έτος τούτο (1826) ηλλοιώθη η στρατιωτική κατάστασις της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Προ πολλού υπερεπεθύμει ο σουλτάν Μαχμούτης, ως άλλοτε διελάβαμεν, να μεταρρυθμίση τα της επικρατείας του επί το ευρωπαϊκώτερον, και προ πάντων να εισάξη την τακτικήν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του, θεήλατον μάστιγα θεωρών εκ νεότητός του τον γενιτσαρισμόν, και έχων έκτοτε κατά νουν την καταστροφήν του· αλλά τα παθήματα του προκατόχου του Σελήμη, και αι προλήψεις του έθνους του, τον ηνάγκαζαν να κρύπτη μέχρι πολλού τα φρονήματά του και να προσποιήται τον φιλογενίτσαρην. Αποφασίσας δε να βάλη εις πράξιν το κινδυνώδες σχέδιόν του το έτος τούτο εκέρδισεν εν πρώτοις το τάγμα των πυροβολιστών, και μετά ταύτα έφερεν έξωθεν και ετοποθέτησεν επί της μιας και της άλλης όχθης του Βοσπόρου πάμπολλα επαρχιακά στρατεύματα, τα μεν υπό τον Χουσεήμπασαν τα δε υπό τον Μεχμέτπασαν, προς ασφάλειαν δήθεν της βασιλευούσης και αποστολήν αυτών κατά των αποστατών· και ταύτα πράξας εκάλεσε παρά τω Σεχουλησλάμη τους μεγιστάνας εις συμβούλιον (α), όπου εθεωρήθη αναγκαία η εισαγωγή της εν χρήσει παρά τοις Ευρωπαίοις στρατιωτικής τάξεως, ως της μόνης ικανής εις υπεράσπισιν της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας. Τούτου δε γενομένου, ανεγνώσθη βασιλικόν διάταγμα νομιμοποιούν την στρατιωτικήν μεταρρύθμισιν, και μακρά διάταξις εξηγούσα τας εκ της ευρωπαϊκής τάξεως ωφελείας, κανονίζουσα τα περαιτέρω, οικονομούσα ευμενώς τα συμφέροντα των γενιτσάρων, και διατάττουσα να εγγραφώσιν ως τακτικοί 7500 γενίτσαροι, ανά 150 εξ εκάστου των εν Κωνσταντινουπόλει λόχων· εις δικαιολογίαν δε και ενίσχυσιν της εισαγωγής της τακτικής και θρησκευτικώς, ανέγνωσεν ο μουφτής φετφάν λέγοντα, ότι η μελέτη της στρατιωτικής επιστήμης ήτο χρέος ιερόν παρά τοις πιστοίς. Επευφημησάντων δε των παρεστώτων, καθυπεβλήθησαν εις βαρείας ποινάς οι απειθείς και φιλοτάραχοι και εδημοσιεύθησαν τα ορισθέντα. Αγογγύστως ενηργήθη η εγγραφή· αλλά μέγας γογγυσμός ηγέρθη καθ' ήν ώραν ήρχισεν η άσκησις του τακτικού βήματος και η χρήσις του λογχοφόρου όπλου.

Ιούνιος Την εσπέραν της 2 ιουνίου συνήλθαν πολλοί γενίτσαροι εις τους στρατώνας καταβοώντες παρρησία, και καλούντες την στρατιωτικήν μεταρρύθμισιν παράβασιν των θείων εντολών· κατηγόρουν δε ως πρωταιτίους αυτής τον αρχιβεζίρην, τον γενιτσάραγαν, τον Νεσδτσίτ-φέντην, επίτροπον του Μεχμέτ-Αλή, καί τινας άλλους· περί δε το μεσονύκτιον ώρμησαν εις τας κατοικίας των, και μηδένα ευρόντες τας διήρπασαν· και ο μεν αρχιβεζίρης, ο γενιτσάραγας και ο Νεσδτσίπης κατέφυγαν εις το Γιαλί- κιόσκι, όπου συνήλθαν, πρωίας γενομένης, και άλλοι μεγιστάνες του κράτους, και εκείθεν μετέβησαν όλοι εις Αρσλάν-Χανέν. Οι δε γενίτσαροι, αφέντες τους στρατώνας, συνέρρευσαν, ως είκοσι χιλιάδες, εις το ιπποδρόμιον, μετέφεραν εκεί κατά την επί των στάσεων συνήθειαν τα κακκάβιά των, και εξηρεύγοντο στασιώδεις λόγους και κατ' αυτού του σουλτάνου, όστις μαθών τα συμβάντα επανήλθεν εκ Μπεσίκ-τασίου εις τα ανάκτορα. Εν ώ δε οι γενίτσαροι κατεβόων, η Πύλη έφερεν εκ του κανονοστάθμου τους πιστούς κανονοβολιστάς, απεβίβασε και τους ναυμάχους, έφερεν εις την πόλιν και τα επί του Βοσπόρου στρατεύματα, μετεκόμισε και την ιεράν σημαίαν εις το ζαμίον του σουλτάν-Αχμέτη, και εκάλεσε περί αυτήν όλους τους πιστούς, ως αν εκινδύνευεν η αυτοκρατορία· παρηκολούθησαν δε την ιεράν σημαίαν εις το ρηθέν ζαμίον ο αρχιβεζίρης και οι λοιποί μεγιστάνες, όπου και διέμειναν. Τρις εκλήθησαν οι στασιασταί κατά διαταγήν του σουλτάνου υπό την ιεράν σημαίαν και τον αρχηγόν των, και τρις παρήκουσαν απαιτούντες μεγάλη φωνή την κατάργησιν του τακτικού συστήματος και τας κεφαλάς του γενιτσάραγα, του αρχιβεζίρη, του Καπητάμπασα, του Νεσδτσίπη, και άλλων. Πλήρης τότε αγανακτήσεως ο σουλτάνος ως περιφρονούμενος ανέκραξεν «ε ξ ο λ ο θ ρ ε ύ σ α τ ε - τ ο υ ς - α σ ε β ε ί ς», και ευθύς ώρμησαν επί τους εν τω ιπποδρομίω ασεβείς οι μεν κανονοβολισταί και ναυμάχοι από τον καπητάμπασαν, τα δε λοιπά στρατεύματα υπό τους αρχηγούς των Χουσεήμπασαν και Μεχμέτπασαν· συνέρρευσεν επί τη θέα της ιεράς σημαίας και μέγα πλήθος κατά των γενιτσάρων, και το αίμα επλημμύρησε, και οι γενίτσαροι ηττηθέντες εγκατέλειψαν το ιπποδρόμιον και κατέφυγαν εις τους στρατώνας· αλλά και εκεί κατεδιώχθησαν, πάμπολλοι εφονεύθησαν, και οι στρατώνες εκάησαν.

Την δε επαύριον, ημέραν παρασκευήν, ο αρχιβεζίρης, ο μουφτής και άλλοι μεγιστάνες, καθήμενοι εν τη μεγάλη αιθούση της αριστεράς πτέρυγος του ρηθέντος ζαμίου, εξέδιδαν εντάλματα συλλήψεως δικάζοντες και καταδικάζοντες. Την αυτήν ημέραν υπήγεν ο σουλτάνος εις το ζαμίον συνοδευόμενος όχι, ως πάντοτε, υπό γενιτσάρων, αλλ' υπό των κανυνοβολιστών, και φορών κατά πρώτην φοράν ευρωπαΐζοντα ιματισμόν. Εξέδωκε δε την επιούσαν και διάταγμα καταργούν το σώμα, το όνομα, και την στολήν των γενιτσάρων, ασφαλίζον όμως τον μισθόν όσων η διαγωγή και εντός και εκτός της βασιλευούσης δεν ήτον επιλήψιμος· διέταξε δε συγχρόνως και την εκ βάθρων ανατροπήν των στρατώνων και την συντριβήν των κακκαβίων. Τούτων γενομένων, μετέβησαν ο αρχιβεζίρης και οι λοιποί το δειλινόν της αυτής ημέρας εις τα ανάκτορα, και εσκήνωσαν εν τη μεταξύ του Μπάμπι-χουμαγιούν και του Ορτά-καπού αυλή, αμείλικτοι πάντοτε προς τους καταδιωκομένους γενιτσάρους· ανεστήλωσαν δ' εκεί την ιεράν σημαίαν και διέταξαν τον έντρομον και επί τρεις ημέρας αφανή της Κωνσταντινουπόλεως λαόν να επαναλάβη άφοβος τα έργα του.

Αύγουστος Αλλ', εν ώ εφαίνετο ότι επανήλθεν η ησυχία, αίφνης ανεφάνη την 19 αυγούστου πυρκαϊά κατά το Μπαγτσέ- καπουσού, διήρκεσε 36 ώρας, και τόσον διεδόθη εξ αιτίας του πνέοντος σφοδρού βορέου, ώστε κατεφλέχθησαν, ως ελέγετο, εξακισχίλιαι οικίαι. Η πυρκαϊά αύτη, ήτις κατά πρώτον ανεφάνη έν τινι ψωμοπωλείω, αποδοθείσα εις τους γενιτσάρους και εκληφθείσα ως σημείον ταραχών, εκίνησεν εκ νέου την φονικήν οργήν του σουλτάνου, και αι καταδιώξεις και αι εξορίαι και οι πνιγμοί και αι σφαγαί διήρκεσαν μέχρι της 20, καθ' ήν, μη υπάρχοντος κινδύνου, απετέθη η ιερά σημαία εν τω σκευοφυλακίω και το εν τη αυλή των ανακτόρων στρατοπεδαρχείον διελύθη. Ο σουλτάνος υπώπτευσε και τον οκτώβριον ότι εμηχανουργείτο αποστασία εις κατάργησιν του νέου συστήματός του, και ότι πάμπολλοι γενίτσαροι εισέφρησαν άγνωστοι εις τα σώματα των συντεχνιών υποκινούμενοι υπό των ουλεμάδων και σοφτάδων μετανοησάντων διά την εις κατάργησιν του γενιτσαρισμού συνέργειάν των. Η υποψία αύτη, αληθής ή ψευδής, έγεινεν αφορμή νέας και αφειδούς αιματοχυσίας· συνεμίγη δε την φοράν ταύτην και το αίμα των υπηρετών του νόμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.

(α.)

Στυγερόν κακούργημα επράχθη την 16 του αυτού μηνός εν Πελοποννήσω. Ο Κραββατάς, προεστώς του Μιστρά, απερχόμενος εις Καστρί, εδολοφονήθη κατά την Κακήν Σκάλαν της επαρχίας του. Δύο κοινοί άνθρωποι, εξ ών ο είς υπηρέτης του, εφωράθησαν φονείς και υπελήφθησαν ως άλλοθεν υποκινηθέντες. Αλλ' ουδέν τοιούτον ανακριθέντες ωμολόγησαν· είς δε αυτών κατεδικάσθη εις θάνατον.

(β.)

Ο Οδυσσεύς ήλθεν εις λόγους ιδιαιτέρως μετά των εχθρών αδεία των συνοδιτών του και κατηγορήθη ως υπενεργήσας επί της συνεντεύξεώς του διά ζηλοτυπίαν προς τους Πελοποννησίους την μη παράδοσιν αυτών· παρέλαβε δε διά νυκτός δύο εξ αυτών και τους μετέφερεν αυτεξουσίως εις Λεβαδίαν· και τον μεν απέλυσεν επί εξαγορά, τον δε εφόνευσεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.

(α.)

Κατά την κρίσιμον εκείνην περίστασιν εχαρίσθη τω Μάρκω το λεγόμενον σαράι του Μεσολογγίου, όπου κατέλυαν προς της επαναστάσεως οι κατά καιρούς διοικηταί.

(β.)

Ό εστιν έβαλαν κατά την συνήθη φράσιν κ α π ά κ ι· τούτο εγίνετο συχνάκις επί της επαναστάσεως.

(γ.)

Περί της λίμνης όρα κεφάλαιον Μ'.

Μετωνόμασέ τις των ημάς το Ανατολικόν Αιτωλικόν και οι πλείστοι ασκέπτως παρηκολούθησαν. Αγνοείται πόθεν ωρμήθη εις την μετωνυμίαν ταύτην· πάντη ανίσχυρος φαίνεται ο υποτιθέμενος λόγος ότι κείται εν τη Αιτωλία, διότι και τα λοιπά μέρη της επαρχίας ταύτης κείνται υπό την αυτήν κατηγορίαν· ούτε πόλις ούτε κώμη υπήρξε το πάλαι υπ' αυτήν την ονομασίαν, αλλ' ούτε γίνεται πούποτε μνεία του νησιδίου τούτου. Ο Μελέτιος εν τη κατά το 1728 έτος εν Βενετία εκδοθείση Γεωγραφία του καλεί το νησίδιον Αιτωλικόν ή κοινότερον Ανατολικόν. Αδικαιολόγητος και αδέσποτος η κλήσις αύτη· ο αυτός θέλει και το Μεσολόγγι Μεσολόγιον· οι συγγράψαντες προ αυτού Βενιαμίν ο εκ Τολέδης και ο Πέτρος Γαρζώνης, εκείνος μεν το 1153 ούτος δε το 1684, ως ανεφέραμεν εν τη περιγραφή του Μεσολογγίου, καλούν Νατολικόν εν τη ιδία αυτών διαλέκτω το νησίδιον τούτο· πασίγνωστον δε ότι και επί Τουρκοκρατίας και επί του αγώνος Ανατολικόν αείποτε εκαλείτο· χυδαϊστί δε και τότε και νυν Ανατολικόν. Ίσως ωνομάσθη Ανατολικόν ως κείμενον ανατολικώς ως προς τον Αχελώον, τον διαχωρίζοντα την Αιτωλίαν και την Ακαρνανίαν. Ο Μελέτιος λέγει παράδοξόν τι δηλ. ότι προ ολίγου χρόνου εξήρχετο εκ της γης ανακοχλάζον αίμα, και εγειρόμενον πολλή βία πλείον ενός πήχεως.

Τις σεβόμενος τον μέγαν και ιερόν αγώνα και την ιστορικήν ακρίβειαν να μη γογγύση βλέπων ιστορικά ονόματα μεταποιούμενα οίον το Καρπενήσι εις Ναλληδόμην, το Βραχώρι εις Αγρίνιον, τα Σάλωνα εις Άμφισσαν· το Πατρατσίκι εις Υπάτην· το Ζητούνι εις Λαμίαν· την Βοστίτσαν εις Αίγιον· την Τριπολιτσάν εις Τρίπολιν· την Καλαμάταν εις Καλάμας· την Τσίμοβαν εις Αρεόπολιν, το Μαραθωνήσι εις Γύθειον και άλλα παρόμοια; Ως και την Σύραν, εν τη μετονομασία των, μετωνόμασαν Σύρον ως αν δεν ήσαν αμφότερα τα ονόματα επίσης αρχαία· και μήπως αν δεν αντέλεγαν οι φιλότιμοι Σπετσιώται δεν εγίνετο θύμα και το λαμπρόν όνομα της πατρίδος των; καλόν αν η κυβέρνησις ή η Βουλή επί τη προτάσει ενός των μελών της έδιδε την προσοχήν της εις το μέγα τούτο ατόπημα και εφιλοτιμείτο να ικανοποιήση τον εξυβρισθέντα αγώνα επαναφέρουσα εις την κοινήν χρήσιν τα ονόματα της ιστορίας του, άλλως αυτοί οι παθόντες τόποι ας τα αναζωοποιήσωσιν αυθόρμητοι. Μετονομασία τόπων διακριθέντων επί του αγώνος είναι ασέβεια. Παιδαριώδης δε και ο νους των μετονομαστών και λιθίνη η καρδία των.

(δ.)

Ιδού η συνθήκη αυτολεξεί.

«Οι Τούρκοι, όσοι ευρέθησαν εις το κάστρον της Κόρθος, βιασμένοι από την έλλειψιν της ζωοτροφίας και από την πείνα, και απελπισμένοι από ιμιντάτι καταναγκάζονται να παραδώσουν το άνωθεν κάστρο εις την εξουσίαν της ελληνικής διοικήσεως· διά τούτο οι άνωθεν και οι πληρεξούσιοι της ελληνικής διοικήσεως ομού εσυμφώνησαν ως ακολούθως.

«Αον. Η ελληνική διοίκησις υπόσχεται εις αυτούς να φυλάξη την ζωήν και τιμήν όλων των Τούρκων, και να τους στείλη σίγουρα με καράβι εις την Θεσσαλονίκην.

«Βον. Οι Τούρκοι υπόσχονται να αφήσουν το κάστρο με όλα τα άρματα και με όλους τους τζιπχανέδες του, να αφήσουν και όλα τους τα πράγματα και τους παράδες τους, έξω από τα φορέματά τους, και να εύγουν με τα άρματά τους να δώσουν ρεέμια και να πάρουν ρεέμια διά την σιγουριά τους, και ευγαίνοντες να ψαχθούν, και όποιος πιασθή ότι έκρυψε τίποτε να παιδεύεται χωρίς να διαυθεντεύεται από τους άλλους,

«Γον. Τα ρεέμια να αλλαχθούν, όταν οι Τούρκοι εμβαρκαρισθούν εις το καράβι.

«Δον. Ο ναύλος του καραβιού και ο ζαερές του δρόμου να είναι εις βάρος της ελληνικής διοικήσεως.

«Εον. Όσοι χριστιανοί ευρεθούν εις το κάστρον, είτε άνδρες, είτε γυναίκες, να είναι ελεύθεροι και να εμποδισθούν.

«ΣΤον. Υπόσχονται οι Τούρκοι να δώσουν εις τον καπιτάνον του καραβίου ένα αποδεικτικόν (ιλάμι) από την τοπικήν εξουσίαν και κρίσιν της Θεσσαλονίκης διά το κατευόδιόν τους διά να το φέρη εις απόδειξιν.

«Και διά βέβαιον της συμφωνίας αυτής έγειναν δύο όμοια, και υπογράφονται και από τα δύο συμφωνούντα μέρη διά να λάβη κάθε μέρος από έν, και διά να έχουν το κύρος και την ισχύν εν παντί κριτηρίω δικαιοσύνης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.

(α.)

Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, πολιτάρχης του Άργους και γυναικάδελφος του Νικήτα, αφήρπασεν επιτηδείως των χειρών αυτού τα αρχεία και τα απέδωκεν εις την βουλήν, ήτις ευγνωμονούσα τω προσήνεγκε μίαν σπάθην.

(β.)

«Συνεργούς θέλετε έχει» (έγραφαν προς τους βουλευτάς οι πρόκριτοι της Ύδρας) «εις το επιχείρημά σας τούτο πρώτον τον Θεόν, δεύτερον τον λαόν της Ελλάδος, και τρίτον ημάς αυτούς, οίτινες θυσιάσαντες την κατάστασίν μας υπέρ της φίλης πατρίδος κατά του εχθρού θέλομεν υπερασπίσει διά της χύσεως και αυτής της τελευταίας ρανίδος του αίματός μας το απαραβίαστον της βουλής, εις την οποίαν ενεπιστεύθη η πατρίς τα ιερά δικαιώματά της. Αλλ' ανάγκη να κινήσωμεν κατά του εχθρού δυνάμεις κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, και δυνάμεις δεν κινούνται εν όσω αι πρόσοδοι της πατρίδος είναι εις χείρας αχορτάστων πλεονεκτών, εν όσω οι άρπαγες ούτοι κατέχουσι τα εθνικά φρούρια, και εν όσοι δεν έχομεν νόμιμον εκτελεστικόν».

«Ανδρίζου ω μήτερ» (έγραφαν προς την βουλήν οι πρόκριτοι των Σπετσών), «μη προκαταλαβέτω σε δισταγμός και δειλία, διότι θέλεις ίδει περί σε συνηγμένα τ' αγαπητά σου τέκνα εν αποφάσει αμεταθέτω να ζήσωσιν ή ν' αποθάνωσιν. Εν τη ολιγομελεία σου είσαι το καθ' αυτό έθνος· αι χείρες ημών είναι χείρες σου».

(γ.)

Προ της καταπατήσεως του βουλευτηρίου εγίνετο απόπειρα συμβιβασμού, συνελθόντων των αντιφερρομένων εις Μέρπακα, αλλ' ανωφελής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'.

(α.)

Άλλως πως διηγείται ο κύριος Κρητοβουλίδης εν τοις υπομνήμασί του το συμβάν τούτο, και καθάπτεται καί τινων άλλων, εξ ών αναφέρω εν τη ιστορία περί Κρήτης. Εις φωτισμόν δε των αναγνωστών μου και τράνωσιν της αληθείας, δέον έκρινα να προσαρτήσω ενταύθα ην εξέδωκεν η Πανδώρα εν τω αριθμώ 218 προς τον εκδότην αυτής επιστολήν μου, και να προσθέσω επί τέλους καί τινας άλλας διασαφήσεις.

«Μ' ερωτάτε αν ανέγνωσα τα νεωστί εκδοθέντα υπομνήματα του κ. Κρητοβουλίδου, και πώς τα θεωρώ καθ' όσον καθάπτονταί τινων των εν τη Ιστορία μου περί Κρήτης.

«Αποκρίνομαι, ότι ανέγνωσα αυτά εν μέρει, και ιδού πώς θεωρώ όσα των εν αυτοίς μ' εφάνησαν λόγου τινός άξια.

«Περιπαθώς διηγηθείς εν τω ΙΒ' της Ιστορίας μου κεφαλαίω, εις ο σας παραπέμπω· όσα υπέφεραν προ της επαναστάσεως δεινά οι Κρήτες χριστιανοί ως πολύ δεινότερα όσων υπέφεραν οι αλλαχού της Ελλάδος, και περιπαθέστερον ιστορήσας τα, αρχομένης της επαναστάσεως, μεγάλα παθήματά των, απορώ πώς ο κ. Κρητοβουλίδης παρενόησε τας προς τους δεινοπαθούντας τούτους ομογενείς θερμάς και προφανείς συμπαθείας μου, και αλλ' αντ' άλλων παραναγνώσας έγραψεν αγωνιζόμενος, αγνοώ διατί, να μετατρέψη επί κακού όσα είπα επί καλού, καθώς εναργώς αποδεικνύεται εξ ών αναφέρω εν τω ρηθέντι κεφαλαίω και εκ των εξής.

«Άδικος, λέγει ο κ. Κρητοβουλίδης, η προς τους Κρήτας μομφή μου λέγοντος, ότι «αν και εξηκολούθει η επανάστασις καθ' όλην την Πελοπόννησον, και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό σημαίαν ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι κάτοικοι αυτής χριστιανοί δεν εσείσθησαν παντάπασι». Δεν αρνείται ο κ. Κρητοβουλίδης την ακινησίαν των Κρητών, αλλά την δικαιόνει λέγων, ότι «η Κρήτη περιείλεν ανδρείους Τούρκους και αρειτόλμους πολεμιστάς». Αλλά μήπως και εγώ δεν δικαιόνω την ακινησίαν ταύτην, λέγων εν τω ΙΒ' της ιστορίας μου κεφαλαίω, ότι οι αρχιερείς κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της ησυχίας καθ' όλην την νήσον εκδόσαντες εγκυκλίους, διότι έβλεπαν ό τ ι - π α ν - κ ί ν η μ α - ε π α ν α σ τ ά σ ε ω ς - έ τ ε ι ν ε ν - ε ι ς - ε ξ ο λ ό θ ρ ε υ σ ι ν - τ ω ν - χ ρ ι σ τ ι α ν ώ ν; *

«Διηγούμενος όσα κακά υπέστη η Κρήτη υπό την μακράν Σαρακηνήν εξουσίαν, λέγω την ιστορικήν αλήθειαν, ότι «πάμπολλοι των εγκατοίκων ηλλαξοπίστησαν, αλλ' επανήλθαν εις την θρησκείαν των πατέρων των, αφ' ού επανήλθεν η πατρίς των εις την βυζαντινήν αυτοκρατορίαν». Ο κ. Κρητοβουλίδης ομολογεί ότι ηλλαξοπίστησάν τινες, «αλλ' άδικον», προσθέτει, «να κατακρίνεται διά τους ολίγους το όλον». Αλλ' εγώ δεν είπα όλοι, είπα πάμπολλοι· επρόσθεσα μάλιστα, ότι πολλοί επίστευαν εις Χριστόν εν τω κρυπτώ, αποδεικνύων, ότι ερριζωμένη εν ταις καρδίαις των ήτον η πατρώα πίστις των.

«Παραλληλίζων την διαγωγήν των κατά τας βορείους Σποράδας Ολυμπίων και την των εν Γραμβούση επί της εξαλείψεως της πειρατείας εν έτει 1838, λέγει, ότι διέστρεψα την αλήθειαν ειπών ότι· «ο κατά τας βορείους νήσους αποσταλείς Μιαούλης εις εξάλειψιν της εκεί πειρατείας δεν εδοκίμασεν όσα οι κατά την Γραμβούσαν πειρατοδιώκται, διότι οι παρεπιδημούντες κατά τας νήσους εκείνας Ολύμπιοι, οι κύριοι όλων σχεδόν των επί πειρατεία πλοίων, τα παρέδωκεν οικειοθελώς, 80 τον αριθμόν». Ποίαν δε εναντιότητα, ερωτά, επέφεραν οι Κρήτες; Ουδεμίαν, αποκρίνομαι. Λέγω μάλιστα εν τω ΟΒ' κεφαλαίω, ότι οι εν Γραμβούση υπεσχέθησαν να παραδώσωσιν εις τον Άγγλον μοίραρχον και το φρούριον και τα πλοία των, αλλ' απεποιούντο την παράδοσιν των δώδεκα, ους εζήτει ο μοίραρχος ως ενόχους, επί λόγω ότι ουδείς αυτών ευρίσκετο εν τω φρουρίω. Δεν αρκούμαι εις τούτο, αλλά μέμφομαι και τον Άγγλον μοίραρχον, ως μη δεχθέντα την πρότασιν ταύτην, ούσαν κατά το πνεύμα των οδηγιών της Συμμαχίας, και αποκαλώ αυτόν, διά την κατ' εμέ σφαλεράν ταύτην ερμηνείαν, άνθρωπον του γράμματος μάλλον ή του πνεύματος των οδηγιών του.

«Ο κ. Κρητοβουλίδης λέγει ότι, κατ' εμέ, οι εν Γραμβούση Αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξολοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι' υπονομής. Εγώ λέγω εν τω αυτώ κεφαλαίω, ότι ο - μ ο ί ρ α ρ χ ο ς - Ά γ γ λ ο ς - ε ι δ ο π ο ι ή θ η ότι οι επί της ξηράς Αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξολοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι' υπονομής, και ότι ε π ί - τ η - ε ι δ ο π ο ι ή σ ε ι - τ α ύ τ η έτρεξεν ο αρχηγός αυτών Στραγκουαίης εις τον υποδειχθέντα τόπον της υπονόμου. Αυτά ταύτα λέγει ως έγγιστα και ο κ. Κρητοβουλίδης εν τοις εξής· «ο δε φρούραρχος Στραγκουαίης διέδωκεν από δυσμένειαν, ότι οι Έλληνες εμελέτων να βάλωσι πυρ διά να καύσωσι τους αξιωματικούς Γάλλους τους ενοικούντας εις το οίκημα».

«Διηγούμαι εν τω ΜΣΤ' κεφαλαίω ότι οι περί το Κάνδακον, παραβάντες τας σπονδάς εδολοφόνησαν τους Σεληνιώτας Τούρκους, προκαταλαβόντες τα στενά επί της εις Χανιά διαβάσεώς των· αλλ' ο κ. Κρητοβουλίδης αρνείται, ότι οι Τούρκοι παρεδόθησαν συμβιβασθέντες, ως εγώ διηγούμαι, και λέγει ότι «μόνος εγώ αναφέρω τούτο, και ουδείς των Κρητών το γνωρίζει».

(*) Διατί ο κατήγορος απέκρυψε την περίοδον ταύτην της Ιστορίας;

«Αν ανοίξετε την Ιστορίαν του Γόρδωνος, θα εύρετε ότι αναφέρει αυτός το γεγονός λεπτομερέστερον, λέγων προς τοις άλλοις, ότι οι παρά τω αρμοστή Τομπάζη φιλέλληνες, Χάστιγξ και Χαν, κατεταράχθησαν επί τη απιστία ταύτη, και δεν συνηκολούθησαν· συνενοχοποιεί δε και αυτόν τον Τομπάζην ως ενδόσαντα, εν ώ εγώ επί τη μαρτυρία του παρ' αυτώ Σπανιωλάκη, τον αθωόνω ως μη ενδόσαντα. Ιδού ότι δεν αναφέρω μόνος εγώ τούτο. Λανθάνεται επίσης ο κ. Κρητοβουλίδης λέγων ότι ουδείς των Κρητών γνωρίζει ότι οι εν Κανδάκω Τούρκοι παρεδόθησαν συμβιβασθέντες. Έχω προ πολλού εις χείρας μου υπόμνημα του κυρίου Αναγνώστη Παναγιώτου, ενός των πρωτίστων της Κρήτης οπλαρχηγών, ον πολλάκις και ο κ. Κρητοβουλίδης αναφέρει εν ευφημίαις· λέγει δε ο διακεκριμένος ούτος ανήρ εν τω υπομνήματί του τα εξής αυτολεξεί.»

«Ο δε αρμοστής, διορίσας επιστάτην του Καστελίου (της Κισάμου), μετέβη εις Κάνδακον, όπου και αυτού ευρίσκοντο συγκεντρωμένοι Τούρκοι. Π α ρ ε δ ό θ η σ α ν - δ ε - κ α ι - ο ύ τ ο ι - ω ς - κ α ι - ο ι - τ η ς - Κ ι σ ά μ ο υ, και επέρασαν διά ξηράς και ήλθαν εις το φρούριον των Χανιών». «Ιδού και αξιoπίστου Κρητός μαρτυρία ότι παρεδόθησαν οι του Κανδάκου, ως και οι της Κισάμου. Ότι δε οι της Κισάμου παρεδόθησαν συμβιβασθέντες, και απήλθαν αβλαβείς εις Χανιά, δεν το αρνείται ο κ. Κρητοβουλίδης. Και εσχάτως ερωτηθείς παρ' υμών, επί τη αιτήσει μου, ο παρά τω Τομπάζη τον καιρόν εκείνον κ. Νικόλαος Καλλέργης περί της κατά τον Γόρδωνα διαγωγής αυτού επί της παραδόσεως των εν Κανδάκω, απήντησε διά της προς υμάς εκ Σύρας γαλλιστί επιστολής του της 18 ιανουαρίου 1859, ην μοι διεβιβάσατε, τα εξής.

«Ω ς - π ρ ο ς - τ η ν - π α ρ ά δ ο σ ι ν δε (reddition) του Κανδάκου, ήτις παρηκολούθησε την της Κισάμου, εγένετο τω όντι λόγος περί τινος παρεννοήσεως, καθ' ήν το όνομα του Τομπάζη παρεισήχθη υπό των εχθρών του, αλλ' οφείλω εν συνειδήσει να σας βεβαιώσω ότι ούτ' εγώ, ούτ' άλλοι πολλοί, επίσης αμερόληπτοι, δυνάμεθα ν' αποδώσωμεν τω Τομπάζη την παραμικράν ενοχήν εις τ ο ι α ύ τ η ν - σ κ α ν δ α λ ώ δ η πράξιν».

«Θεωρήσας την εν Κρήτη δόξαν του αγώνος ελληνικήν δόξαν, αποδίδω πολλάκις εν τη Ιστορία μου τον οφειλόμενον έπαινον εις τον πατριωτισμόν, την ανδρίαν, και την εν τοις δεινοίς καρτερίαν των εν Κρήτη Χριστιανών, τόσον ανίσως προς τους εχθρούς αγωνιζομένων, και συχνάκις αναφέρω εν ευφημίαις τους οπλαρχηγούς Τσελέπην, Αναγνώστην, Σήφακαν, Μελιδώνην, Πρωτοπαπαδάκην και άλλους· αλλ' επαινών τα αξιέπαινα, κατέκρινα και τα αξιοκατάκριτα, όπως και όπου της Ελλάδος τα απήντησα.

«Ικανά νομίζω ταύτα εις φανέρωσιν της αληθείας, ην απαιτεί προ παντός άλλου η ιστορία, και εις απόδειξιν της αξίας των περί ων ο λόγος υπομνημάτων. Συνάγεται δε εκ τούτων, ότι ο κ. Κρητοβουλίδης, προθέμενος την αναίρεσιν όσων ανωτέρω μνείαν ποιώ, τα επικυροί δι' ων διηγείται, εκτός ενός και μόνου περιστατικού, της εκ Κανδάκου εις Χανιά μεταβάσεως των Σεληνιωτών· αλλ' επεθύμουν να είχε κατά τούτο αυτός μάλλον δίκαιον ή εγώ.

«Εν Λονδίνω 13/25 μαρτίου 1859».

Μετά την έκδοσιν των υπομνημάτων του κυρίου Κρητοβουλίδου και της εν τη Πανδώρα επιστολής μου, εξεδόθη το συγγραμμάτιον του κυρίου Σπυρίδωνος Αντωνιάδου, «Ο ελληνικός αγών». Ιδού πώς ο συγγραφεύς αυτού, Κρης την πατρίδα, διηγείται το περί ου ο λόγος συμβάν.

«Οι Σελινιώται Τούρκοι μεταβαίνουσιν υ π ό σ π ο ν δ ο ι μετά των οικογενειών, ζώων και πραγμάτων αυτών εις το φρούριον των Χανίων· καθ' οδόν δε φονεύονται πολλοί εξ αυτών παρά των Ελλήνων προς εκδίκησιν διά την σκληρότητά των».

(β.)

Περί του διοργανισμού της Κρήτης όρα φυλλάδιον γ' συλλογής ελληνικών πολιτευμάτων και νόμων υπό Μάμουκα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'.

(α.)

Μέγιστος και τρισμέγιστος φιλέλλην ανεδείχθη και ο συμπολίτης του ενδόξου τούτου ποιητού Φρεδερίκος Νορθ, Κόμης Γυιλφόρδος· πολλά των ετησίων εισοδημάτων του εδαπάνα προς εκπαίδευσιν Ελλήνων, ων οι πλείστοι, καθηγηταί γενόμενοι εν τω ιονίω πανεπιστημίω, τω επ' αγαθώ της Ελλάδος διά της αόκνου αυτού επιμελείας συστηθέντι και διατηρηθέντι, διέδωκαν επί των παραμονών του εθνικού αγώνος τας ωφελίμους γνώσεις των.

Ο ανήρ ούτος, ον η Ελλάς ευγνωμονούσα τάττει προσηκόντως εν τω χορώ των ευεργετών της, διέπρεπε και διά την προς τους ξένους φιλοφροσύνην του, και ετιμάτο παρά πάντων διά τας κοινωνικάς αρετάς του.

(β.)

Ιδού το προς την κυβέρνησιν γράμμα του Βύρωνος.

«Έφθασαν εδώ διάφοροι εναντίαι φήμαι νέων ταραχών και διχονοιών εις την ελληνικήν διοίκησιν, μάλιστα αρχής τινος εμφυλίου πολέμου. Επιθυμώ εξ όλης καρδίας να ήναι ψευδείς, ή τουλάχιστον ολίγον αληθείς, επειδή δεν ημπορώ να φαντασθώ άλλην δυστυχίαν φοβερωτέραν διά την Ελλάδα παρ' αυτήν. Πρέπει να σας είπω ειλικρινώς την γνώμην μου ότι εάν μία οποιαδήποτε ευταξία και ένωσις δεν στερεωθή, όλαι περί δανείου ελπίδες θέλουν ματαιωθή, και όλαι αι βοήθειαι, τας οποίας ημπορούσεν η Ελλάς να ελπίση από τους αλλογενείς, και αι οποίαι τωόντι δεν ήθελον είσθαι ούτε ολίγαι, ούτε ευκαταφρόνητοι, θέλουν αναβληθή και ίσως θέλουν εμποδισθή διόλου· το δε χειρότερον είναι, ότι αι μεγάλαι Δυνάμεις της Ευρώπης, από τας οποίας καμμία δεν είναι εχθρά της Ελλάδος εις την στερέωσιν μιας ανεξαρτήτου αποκαταστάσεως αυτής, θέλουν πληροφορηθή ότι οι Έλληνες δεν είναι ικανοί να διοικηθώσιν αφ' εαυτών, και θέλουν ευρεί συμφώνως κανέν μέσον διά να δώσουν τέλος εις τας αταξίας σας, το οποίον θέλει κόψει όλας τας πλέον χρηστάς ελπίδας τας οποίας έχετε σεις και οι φίλοι της Ελλάδος.

«Συγχωρήσατέ με να σας προσθέσω μίαν φοράν διά πάντα, ότι εγώ δεν επιθυμώ άλλο ειμή το καλόν της Ελλάδος, και θέλω προσπαθήσει με κάθε δυνατόν μέσον να το βεβαιώσω. Αλλά δεν στέργω ούτε θέλω στέρξει ποτέ, ώστε το δημόσιον και το μερικόν των Άγγλων να ήναι εις άγνοιαν της αληθούς καταστάσεως των ελληνικών πραγμάτων. Το επίλοιπον, κύριοι, εξαρτάται από υμάς. Σεις επολεμήσατε ενδόξως, φερθήτε και με τιμήν προς τους συμπατριώτας σας και προς τον κόσμον, και τότε δεν θέλει πλέον ημπορεί τις να λέγη, καθώς εις δύο χιλιάδων χρόνων διάστημα πολλάκις ερρέθη με τους Ρωμαίους ιστορικούς, ότι «Ο Φιλοποίμην εστάθη ο τελευταίος των Ελλήνων».

«Μη θελήσετε να συγχωρήσετε μηδέ αυτήν την συκοφαντίαν (και ποίος ημπορεί να την αποφύγη μάλιστα εις τοιούτον δεινόν αγώνα) να ημπορέση τις να συγκρίνη τον Οθωμανόν σατράπην με τον Έλληνα πατριώτην εν ειρήνη, αφ' ού αυτός τον κατέστρεψεν εν πολέμω.

«Παρακαλώ να δεχθήτε την ειλικρινή μου ταύτην γνώμην ως σημείον της προσηλώσεώς μου εις τα αληθή σας συμφέροντα».

(γ.)

Δύο ή τρία φύλλα μόνον εφημερίδος υπό το όνομα ε λ λ η ν ι κ ή ς - σ ά λ π ι γ κ ο ς είχαν εκδοθή εν Καλαμάτα το πρώτον έτος του αγώνος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'.

(α.)

Επτά μίλια μακράν του Μεσολογγίου έπεσε την 5 του αυτού μηνός εις τα ρηχά δικάταρτον τουρκικόν πολεμικόν αλλά προτού κινηθώσιν εις κυρίευσιν αυτού οι Έλληνες, ήλθαν δύο εχθρικά πλοία εκ Πατρών, το αφώπλισαν, και το έκαυσαν.

(β.)

Τρεις μήνας προ της τελευτής του, ήτοι την 10/22 Ιανουαρίου ημέραν των γενεθλίων του, απεχαιρέτησε την Μούσαν γράψας εν Μεσολογγίω το τελευταίον των ποιημάτων του· είπε δε προς ους το απήγγειλεν αυθημερόν ότι το εθεώρει ως έν των δοκιμωτέρων του. Εξελληνίσαντες ημείς αυτό τω καιρώ εκείνω το εξεδώκαμεν διά των Ελληνικών Χρονικών, αλλά δέον κρίνομεν σκιαγραφούντες ήδη τον εν Ελλάδι βίον του να το εκδώσωμεν εκ νέου, επιθεωρηθέν εις πασιφανή απόδειξιν προς τους Έλληνας ειλικρινούς αγάπης του και της εις τον αγώνα παντελούς αφοσιώσεώς του, και τω όντι εν ώ διά του επιθανατίου τούτου και ενθουσιώδους άσματος εξεικονίζει την γηράσκουσαν, κατά το λέγειν του, εν τη ακμή της νεότητός του και σχεδόν νεκρωθείσαν αλλ' εισέτι αιχμάλωτον των παθών καρδίαν του, ανακηρύττει και τον διακαή πόθον του ν' αποθάνη μαχόμενος υπέρ της Ελλάδος.

Η καρδιά μου καιρός είναι ανερώτευτη να ζη· αφού έπαυσε ν' ανάφτη 'ς' άλλους φλόγα ερωτική. Πλην κι' αν έπαυσε ν' ανάφτη 'ς άλλους φλόγα ερωτική η καρδιά μου πάντα θέλει με τον έρωτα να ζη. Μου εμαράθηκαν τα νειάτα πάνε τ' άνθη κι' οι καρποί των ερώτων το σαράκι κι' ο καϋμός με καρτερεί φλογοβόλο νησί μοιάζει αυτή η μαύρη μου η καρδιά φλέγεται και δεν φλογίζει είνε νεκρική πυρά. Φόβοι, ελπίδες, ζήλιαις, πόνοι την καρδιά μου δεν κινούν ουδ' ο έρως την κινάει στον ζυγόν πλην με κρατούν. Μακρυά τώρα απ' την ψυχήν μου μακρυά τέτοιοι στοχασμοί εις τον τάφον τώρα η δόξα τον ανδρείον προβοδεί και του κλει τα μάτια αν πέση θύμα της ελευθεριάς, κύττα γύρω μας τουφέκια, λάβαρα, δόξα, Ελλάς. Ο Σπαρτιάτης βαστασμένος στην ασπίδα έναν καιρόν πλειο ελεύθερος δεν ήτον απ' τον τωρινόν Γραικόν. Ξύπνησε ψυχή μου, ξύπνα την Ελλάδα δεν ξυπνώ έξυπν' είναι, να, η Ελλάς μου, ψυχή ξύπνα απ' τον βυθό πόθεν έρρευσε το αίμα εις ταις φλέβαις σου ενθυμού γόνε ενδόξων προπατόρων γόνος ένδοξος φανού. Πάθη όπου ξανανειόνουν καταπάτατα ψυχή άχρηστο για σε το γέλοιο είν' του κάλλους και η οργή. Αν τα νειάτα σου λυπάσαι γιατί θέλεις πλειο να ζης της τιμής εδώ 'ναι ο τόπος άξιος δείξου μαχητής· ζήτα κ' εύρε ανδρείου μνήμα κι' αν ζητήσης θα τ' ευρής, κύττα γύρω, πιάσε θέσι, στάσ' εκεί ν' αναπαυθής,

(γ)

Ιδού η απόφασις της επιτροπής.

«Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης επειδή απ' αρχής ευρέθη σύντροφος των αρμάτων εις τον ιερόν όπερ της ελευθερίας αγώνα, η πατρίς τον ετίμησε με αξιώματα· πώς εφέρθη έως την εκστρατείαν του Σκόνδρα είναι γνωστόν εις όλους. Μ' όλον τούτο η πατρίς παρέβλεψε τα σφάλματά του διά να τον τραβήξη εις μεταμέλειαν. Ήλθεν εις τας δύο χώρας επί προφάσει της ασθενείας του και τον υπεδέχθησαν φιλοφρόνως· αλλ' αυτός δεν εφέρθη ως πατριώτης και ως χριστιανός· αυθαδίασε να πιάση άρματα εναντίον της πατρίδος· έκαμεν εκστρατείαν εναντίον του Μεσολογγίου· έπιασε το φρούριον του Βασιλαδίου διώξας εκείθεν την φρουράν· οι στρατιώται του έλαβαν δύο εκ των προκρίτων της πόλεως ως αιχμαλώτους υπό τους οφθαλμούς της διοικήσεως, και έφεραν τούτους προς αυτόν την νύκτα ευρισκόμενον εις το Ανατολικόν· εξηγήθη δε και εις πολλούς ότι θέλει εμβάσει Τούρκους εις την πατρίδα.

«Διά ταύτα υποπτευθείσα η διοίκησις έλαβε τα ανήκοντα μέτρα και διώρισεν επιτροπήν τόπον επέχουσαν στρατιωτικού δικαστηρίου, συνθεμένην από στρατηγούς και χιλιάρχους, οίτινες εξετάσαντες αυτόν τε και όλα τα αίτια, τα όποια καθ' ημέραν ηύξαναν τας υποψίας εναντίον του ευρήκαν, ότι ο Καραϊσκάκης είχε κρυφήν ανταπόκρισιν με τους εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος· ότι από τον Ομέρπασαν εζήτησε μπουγιουρτί διά να γίνη καπιτάνος των Αγράφων· ότι υπέσχετο εις τον εχθρόν να πιάση την Τατάραιναν με χιλίους στρατιώτας, και εσυμβούλευε να εύγη ο αποστάτης Βαρνακιώτης με χιλίους εις το Ξηρόμερον· ότι υπέσχετο εις τον εχθρόν να τραβήξη προς εαυτόν στρατηγούς και χιλιάρχους Έλληνας εναντίον της πατρίδος· ότι, εν ώ εγένοντο αυτά εις Μεσολόγγιον, συγχρόνως ευγήκεν ο εχθρικός στόλος από Π. Πάτρας και άραξεν εις το Βασιλάδι, και έγινε μυστική εκστρατεία Τούρκων από Καστέλια και Ναύπακτον εναντίον του Μεσολογγίου, η οποία δεν ευδοκίμησε, διότι ολίγοι σταθεροί Έλληνες τους εκτύπησαν εις την Κακήν Σκάλαν και τους εγύρισαν οπίσω. Η επιτροπή έλαβε τέλος πάντων πολλά διδόμενα διά να γνωρίση αυτόν επίβουλον της πατρίδος και προδότην.

«Επειδή όμως η πατρίς αγαπά τα τέκνα της και μακροθυμεί διά να τα ελευθερώση από την απάτην, και να τα φέρη εις μετάνοιαν να γνωρίσουν τα χριστιανικά χρέη των, απεφασίσθη παρά της διορισθείσης επιτροπής τη συναινέσει όλων των παρευρεθέντων αρχηγών των αρμάτων και πολιτικών, και εδόθη προσταγή προς τον αυτόν Καραϊσκάκη να αναχωρήση αμέσως απ' εδώ, μ' όλον όπου είναι και ασθενής, όστις και ανεχώρησε σήμερον.

«Αν μετανοήση αληθώς και αν επιστρέψη εις τα χριστιανικά και ελληνικά χρέη του, η πατρίς θέλει λάβει την ευχαρίστησιν ότι τον εκέρδισεν· ειδέ επιμείνη εις την κακίαν του, ας όψεται.

«Σεις δε, αδελφοί, ειδοποιείσθε διά του παθόντος, ότι ο Καραϊσκάκης είναι διωγμένος από την πατρίδα, και δεν έχει καμμίαν εξουσίαν παρά της διοικήσεως, μάλιστα εστερήθη όλων των βαθμών και αξιωμάτων ως αμαρτήσας. Όσοι δε απατηθέντες ηκολούθησαν αυτόν προσκαλούνται να γυρίσουν εις τα οπίσω και να ενωθούν με τους αρχηγούς τους υπερασπιστάς της πατρίδος· πάντες δε οι λοιποί Έλληνες να απομακρυνθούν της συναναστροφής του και να τον στοχασθούν ως εχθρόν ενόσω να μετανοήση και να προσπέση εις το έλεος του έθνους και να ζητήση συγχώρησιν.

Στρατηγοί Χιλίαρχοι. Ν. Μπότσαρης Γ. Λιακατάς. Μ. Στουρνάρης Α. Καραγιάννης. Γ. ΤσόγκαςΣ. Κατσαρός. Α. Σκαλτσάς Α. Βλαχόπουλος Καπητάνοι. Δ. Μακρής Κ. Βλαχόπουλος Γ. Γιολδάσης Γ. Σουλτάνης». ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ΄.

(α.)

Ο νυν κόμης Hardwicke, παρ' ού ήκουσα το φρικτόν τούτο διήγημα.

(β.)

Λέγεται Καβο-Κολόνναις διά τας σωζoμένας εκεί στήλας του ναού της Ήρας.

(γ.)

Μεσούντος του μηνός τούτου, οι Υδραίοι εβύθισαν περάματά τινα εν τω πορθμώ της Ευβοίας.

(δ.)

Επειδή ο κύριος Ανάργυρος Ανδρέου Χ. Αναργύρου λέγει εν τοις Σπετσιωτικοίς, ότι εσφαλμένως ιστόρησα τα των εις σωτηρίαν της Σάμου ναυμαχιών, συμπεριλαμβανομένης και της κατά τον Γέροντα, ειδοποιώ τον αναγνώστην, ότι ηρύσθην την ύλην και άλλοθεν μεν αλλ' ιδίως εκ των σωζομένων ημερολογίων του Σαχτούρη και του Σαχίνη, αμφοτέρων παρόντων εν ταις ναυμαχίαις ταύταις. Είναι αληθές, κατά το λέγειν του κυρίου Αναργύρου, ότι τα έμπροσθεν της Σάμου σπετσιωτικά πλοία ήσαν 28· αλλ' εν τη τυπώσει του μέρους τούτου του συγγράμματός μου παρελείφθη κατ' απροσεξίαν ο πρώτος των δύο αριθμών, και απέμεινεν ο αριθμός 8· τοιαύτη παράλειψις είναι ευκατάληπτος, ανεπληρώθη δε εν τη β' εκδόσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'

(α.)

Ο κύριος Ανάργυρος, συγγραφεύς των Σπετσιωτικών, δυσφορεί ότι περιορίζω τον αριθμόν των κατά την Αλικαρνασόν πλοίων της πατρίδος του εις 14· λανθάνεται. Ιδού τι λέγω· «συνηνώθησαν την 14 και τα πλοία των Σπετσών, και όλα ομού ηγκυροβόλησαν την 21 υπό την Λειψόν» (όρα Τόμον Γ' σελίδα 121), ώστε ο κύριος Ανάργυρος εξέλαβε την απλήν ημερομηνίαν αριθμόν των πλοίων.

(β.)

Τον μοίραρχον τούτον κατ' αρχάς οι Έλληνες επεριποιήθησαν· αλλά μετά ταύτα τον εσκότωσαν, υποπτεύσαντες ότι υπενήργει την δραπέτευσίν του

(γ.)

Τα συμπλέοντα ψαριανά πλοία είχαν ήδη αποχωρήσει του στόλου· μόνον απελείφθη το του Νικοδήμου. Ερωτηθείς δε ούτος διατί, απήντησεν, ότι υπήκουεν εις την φωνήν της πατρίδος του μάλλον ή του ναυάρχου του.

(δ.)

Δικαίως δυσφορών ο Γουβερνάτης απήλθεν εις Αίγυπτον, όπου ανεδέχθη υπηρεσίαν, αλλ' υπό τον όρον να μη πολεμήση τους Έλληνας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'.

(α.)

Ιδού η απρεπής αύτη επιστολή ταυτολεξεί.

«Γενναιότατοι Καπηταναίοι Ρουμελιώται·

Ημείς με το να έχωμεν δικαίωμα και ιντερέσα της πατρίδος μας Πελοποννήσου εκινήθημεν εναντίον της τυραννίας μερικών ατόμων· και επειδή είμεθα πατριώται δεν επιθυμούμεν να κινηθώμεν μεταξύ μας εις εμφύλιον πόλεμον. Όθεν αν ήσθε Έλληνες και πατριώται δεν πρέπει ν' ανακατωθήτε εις τα της Πελοποννήσου πράγματα, αλλά να σταθήτε αδιάφοροι και αν έχετε κανένα δίκαιον θέλει το λάβετε εν καιρώ τω δέοντι· ειδέ και θελήσετε να ανακατωθήτε εις τα της Πελοποννήσου πράγματά μας, ό,τι σας ακολουθήσει όψεσθε, και ημείς μένομεν ανεύθυνοι.

«Αναγνώστης Δηληγιάννης· Θ. Κολοκοτρώνης.»

(β.)

Ο Φωτίλας κατέφυγεν εις τα όρη της Δίβρης επί της εις τα Καλάβρυτα εισβολής των Σουλιωτών, επρόσπεσεν έπειτα εις την κυβέρνησιν και έλαβε την άδειαν να μείνη εν τη οικία του ανενόχλητος· συνελήφθησαν και γράμματα ενοχοποιούντα εις τα της ανταρσίας τον βουλευτήν Ανασιάσιον Λόντον, όστις και απεκλείσθη της βουλής. Συνελήφθη και ο Π. Πατρών Γερμανός, ομόφρων των Ανδρεών, κατεδιώχθη, εγυμνώθη, εξευτελίσθη, έπαθε τα πάνδεινα υπό των περί τον Γκούραν, και έλαβε την άδειαν να διαμείνη μετά τα παθήματά του εν Γαστούνη αφυλάκιστος.

(γ·)

Ιδού η γραφή.

«Αδελφοί·

«Κατατρέχομαι μέχρι ζωής δι' αιτίας τας οποίας θέλει δικάσει η αδέκαστος ιστορία, και εγώ θέλω σας εκθέσει διά λόγου όταν σας ενταμώσω· καταφεύγω λοιπόν προς υμάς ζητών άσυλον, και τούτο επειδή ωρκίσθην να αποθάνω επάνω εις την φίλην μου πατρίδα μαχόμενος υπέρ αυτής, και επειδή έχω φίλους τους περισσοτέρους των σημαντικωτέρων πολιτικών και πολεμικών της Δυτικής Ελλάδος γνωρίζοντας κάλλιστα τον χαρακτήρα μου. Δεν έρχομαι με σκοπόν άλλον παρά να μείνω παρ' υμίν ως ενέχυρον διά να δώσω λόγον των πράξεών μου εις το αδέκαστον κριτήριον, την εθνικήν συνέλευσιν, αν το έθνος θελήση να την κάμη, εις την απόβασιν του οποίου θέλω κλίνει άφωνος τον αυχένα. Ευχαριστηθήτε λοιπόν να με αποκριθήτε διά να φύγω προς εντάμωσίν σας. Ήθελα έλθη μόνος μου, αλλ' οι σύντροφοί μου δεν μ' αποχωρίζονται. Τους επήρα μαζή μου. Είναι δε περίπου των εκατόν.

«Από του πλοίου την 21 δεκεμβρίου 1824, Μένω, ο Αδελφός σας, Ανδρέας Ζαήμης.

«Και εγώ σας ασπάζομαι αδελφικώς και έρχομαι και εγώ ομοίως προς εντάμωσίν σας,

«Νικήτας Σταματελόπουλος».

Ιδού η απάντησις.

«Κύριε!

«Ελάβαμεν το από 21 τρέχοντος γράμμα σας σημειωμένον εκ του πλοίου, το οποίον, επειδή ευρέθημεν εις τοπικήν συνέλευσιν, επαρουσιάσθη εις αυτήν. Λυπούμεθα διά τας δυστυχίας σας, και επειδή δεν ελησμονήσαμεν τας προτητερινάς σας εκδουλεύσεις ιδιαιτέρως προς την πατρίδα μας, πιστεύετε βέβαια πόσον επιθυμούμεν να μετριάσωμεν τας θλίψεις σας κατά το δυνατόν· αλλά το δυνατόν τούτο περιορίζεται μεγάλως από το απαραίτητον χρέος κάθε πολίτου να πείθεται εις τον νόμον και να υποτάσσεται εις την διοίκησιν, την οποίαν ενέκρινεν η θέλησις του έθνους· και επειδή εκ πρώτης αρχής της συνελεύσεώς σας κατεκρίναμεν και κατηράσθημεν κάθε ένοπλον κίνημα κατά της διοικήσεως, δεν ημπορούμεν να διαυθεντεύσωμεν καμμίαν από τας αρχάς, τας οποίας δημοσία κατεδικάσαμεν. Εκ τούτων λοιπόν συμπεραίνετε ότι δεν ημπορούμεν να σας δώσωμεν υπόσχεσιν άλλην παρά να μεσιτεύσωμεν υπέρ υμών εις την σεβαστήν διοίκησιν. «Η εθνική συνέλευσις δεν ηξεύρομεν πότε γίνεται, και διά τούτο εάν αποφασίσητε αφ' όπου ευρίσκεσθε να έλθητε εδώ, ημπορείτε μεν να έλθητε, αλλά πάντοτε γνωρίζοντες ότι εάν ζητηθήτε από την διοίκησιν, πρέπει να υπακούσετε και να υπάγετε. Εάν δεν αμφιβάλλετε εις την ευγνώμονα διάθεσιν των δυτικοελλαδιτών και εις την προθυμίαν των του να πράξουν ό,τι είναι δυνατόν εις αυτούς, συγχωρητέον όμως από τους νόμους, διά να παρηγορήσουν τας θλίψεις σας, δεν θέλετε δυσαρεστηθή από την ειλικρινή εξήγησίν των, η οποία μόνη τους συγχωρείται από τα ιερά χρέη, εις τα οποία ο νόμος υποβάλλει κάθε καλόν πολίτην.

«Εάν αποφασίσετε να έλθετε κατά τον τρόπον τούτον, πρέπει να μας αποκριθήτε πρότερον εγγράφως.

«Την 21 δεκεμβρίου 1824, εν Ανατολικώ».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'.

(α.)

Ιδού το υπόμνημα.

«Μετά την κατάπαυσιν των κατά την μεσημβρινήν Ευρώπην ταραχών, αίτινες τόσον επικινδύνως προώδευσαν, ο αυτοκράτωρ φρονεί ότι ήλθεν η ώρα και της ειρηνεύσεως της Ελλάδος· η παύσις των ταραχών αυτής είναι αναγκαιοτάτη, διότι εξ αιτίας αυτών βλάπτεται καιρίως το κατ' εκείνο το μέρος εμπόριον της Ρωσσίας και παραλύεται η βιομηχανία μεγάλου μέρους των επαρχιών του ρωσσικού κράτους.

«Χάρις εις την ικανότητα του λόρδου Στραγγφόρδου, η Πύλη παρεδέχθη τα αιτήματα της Ρωσσίας, και επί τη παραδοχή αυτών έστειλεν ο αυτοκράτωρ εις Κωνσταντινούπολιν τον σύμβουλον της επικρατείας Μιντσιάκην· αν δεν έστειλε πρέσβυν, είχε λόγους ισχυρούς· την παρουσίαν του πρέσβεως θα εξελάμβαναν οι Τούρκοι θρίαμβον κατά των Ελλήνων· αν ενίκων οι Έλληνες, η Πύλη Θα υπώπτευε τον πρέσβυν, θα υπέθετε σχέσεις αυτού προς τους αποστάτας, και η θέσις του θα ωμοίαζε την επί του αξιοκατακρίτου κινήματος του πρίγκηπος Υψηλάντου θέσιν του βαρώνου Στρογονόφου αναγκασθέντος ν' αναχωρήση εκ της Κωνσταντινουπόλεως, διότι δεν εισηκούσθησαν οι λόγοι του· αν δε εξ εναντίας ενίκων οι Τούρκοι, πώς εδύνατο ο πρέσβυς της Ρωσσίας να μένη θεατής των αναποφεύκτων κακουργημάτων βαρβάρου λαού; θα έδιδεν η παρουσία του αφορμήν εις συκοφαντίας κατά του αυτοκράτορος, ως σκοπεύοντος να θέση τους Έλληνας υπό εξουσίαν αναρχικήν και βάρβαρον, και ως θεωρούντος εξίσου τους Μωαμεθανούς και τους Χριστιανούς. Αναγκαίον είναι προς τούτοις να φροντίσωσιν αι καταπαύσασαι τας ταραχάς της Ιταλίας και της Ισπανίας Δυνάμεις ίνα μη υποστηρίζεται ο ελληνικός αγών υπό της επιρροής των ταραχοποιών των τόπων όπου επανήλθεν η ευταξία· διά μόνης δε της ετοίμου συμπράξεως των συμμάχων είναι δυνατόν να προληφθώσιν νέα δυστυχήματα, και να παύση η δι' όλης τριετίας επικρατήσασα αιματοχυσία. Καθ' όλας τας εικασίας και η επί του δ' τούτου έτους εκστρατεία δεν θα παύσει τον αγώνα. Η Πύλη αλαζονευομένη διά τας άλλοτε νίκας της θέλει να επανορθώση την πεσούσαν απόλυτον επί των Ελλήνων εξουσίαν της. Εν τω μέσω των δύο άκρων ευρίσκεται η λύσις του προβλήματος.

«Η αυλή της Ρωσσίας προβάλλει ως μέσον όρον τον ακόλουθον τρόπον της ειρηνεύσεως παρέχοντα τοις μεν τας αναγκαίας εγγυήσεις, τη δε ωφελείας πραγματικάς αντί κυριαρχίας σαλευούσης. Φρονεί λοιπόν, ότι κατά τα παραδείγματα αυτού του τουρκικού κράτους συμφέρει να συστηθώσι τρεις υποτελείς τη Πύλη ηγεμονείαι επί της στερεάς Ελλάδος, η μεν εκ Θεσσαλίας, Βοιωτίας και Αττικής, ό εστι της ανατολικής Ελλάδος, η δε εξ Ηπείρου και Ακαρνανίας, ό εστι της δυτικής Ελλάδος, της άλλοτε ενετικής παραλίας, εξαιρουμένου του υπό το σκήπτρον της Αυστρίας μέρους· η δε εκ Πελοποννήσου και Κρήτης, ό εστιν εκ της μεσημβρινής Ελλάδος· αι δε νήσοι να διοικώνται δημογεροντικώς, καθώς και μέχρι τούδε. Εν έτει 1405 οι Τούρκοι, κυριεύσαντες την Βλαχίαν, την κατέστησαν ηγεμονείαν υπό την κυριαρχίαν των, και απηγόρευσαν την είσοδον τουρκικών στρατευμάτων. Εν έτει 1536 Σουλεημάνης ο α', νικήσας τους Μολδαυούς, τοις εχάρισε τα αυτά προνόμια. Τα προνόμια ταύτα ετροποποιήθησαν, του καιρού προϊόντος, ηυξήθησαν και ετέθησαν υπό την εγγύησιν της Ρωσσίας. Εν έτει 1774 Μουσταφάς ο γ' ηθέλησε να καταστήση την Πελοπόννησον ηγεμονείαν· απέθανε κατά δυστυχίαν το αυτό έτος, και το σχέδιόν του δεν επραγματοποιήθη. Ίσως αντείπουν αι Δυνάμεις ότι η Πύλη εδείχθη πάντοτε εναντία προς πάσαν ξένην μεσολάβησιν επί των τελευταίων διαπραγματεύσεων, αλλά, κατά τα χρονικά των παρελθόντων καιρών, εδέχθη άλλοτε την ξένην μεσολάβησιν, και εν έτει 1774 επί της ειρήνης του Καϊναρτσίου, και εν έτει 1779 και 1802. Φρονεί δε η Ρωσσία, ότι και αι ελπίδες των Ελλήνων περιορίζονται ευλόγως εντός τούτων των όρων, διότι υπ' αυτούς ελεύθεροι θα είναι και αυτοί και ελεύθερον διόλου και το εμπόριόν των υπό την εθνικήν σημαίαν των· ο δε Πατριάρχης των Ελλήνων, όστις θα εδρεύει εις το εξής εν Κωνσταντινουπόλει, θ' αντιπροσωπεύει κατά τινα τρόπον το έθνος. Φρουραί τουρκικαί θα κάθηνται μόνον εντός τινων φρουρίων εν ωρισμένη περιφερεία, αλλ' ούτε πασάς ούτε διοικητής Τούρκος θα στέλλεται· πάσα δε ηγεμονεία θα δίδει φόρον ανάλογον ως προς την έκτασίν της και τους πόρους της· δευτέρα δε σύσκεψις των Δυνάμεων θα κανονίσει τα του εσωτερικού διοργανισμού των ηγεμονειών. Αληθή ωφέλειαν παρέχει ο συμβιβασμός ούτος· η επί του δ' τούτου έτους εκστρατεία δεν θα είναι πιθανώς ευτυχεστέρα των παρελθουσών, εν ώ ο προβαλλόμενος συμβιβασμός ασφαλίζει την ειρήνην, την ησυχίαν και τα τακτικά εισοδήματα της Πύλης διά της πληρωμής των φόρων των διαφόρων ηγεμονειών. Μέχρι της σήμερον οι απειθείς πασάδες ετάρατταν αδιακόπως την ησυχίαν της Πύλης, και ιδιοποιούντο τα συναζόμενα πλούτη· αι ανταρσίαι αύται και αι παρεισπράξεις των απλήστων και φιλάρχων πασάδων θα παύσουν.

Μωάμεθ ο β' ανέδειξε τας νήσους απλώς υποφόρους· το σχέδιον τούτο είναι τόσω μάλλον άξιον της παραδοχής των συμμάχων, καθ' όσον, εγγυώμενον την λύτρωσιν των Ελλήνων εμμένει εντός των όρων της πολιτικής των συμμάχων, και δεν φαίνεται ενισχύον τας περί πλήρους ανεξαρτησίας αξιώσεις των Ελλήνων.

Προβάλλει λοιπόν η Ρωσσία, α', να παραδεχθώσιν αι Δυνάμεις τα εν τω υπομνήματι τούτω ενδιαλαμβανόμενα· β', να δοθώσιν ανάλογοι οδηγίαι τοις εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώποις των· γ', να δοθή αυτοίς η περί της πραγματοποιήσεώς των εν αυτώ όρων απαιτουμένη εξουσία· δ', να κοινοποιήσωσιν εκ συμφώνου τω σουλτάνω αλληλοδιαδόχως όλους τους περί ειρηνεύσεως του σχεδίου τούτου όρους· ε', να ειδοποιήσωσιν αι αυλαί τους αντιπροσώπους των, ότι περί πολλού ποιούνται την παρά του σουλτάνου παραδοχήν της μεσολαβήσεως των αυλών· στ', να παραστήσωσι τω σουλτάνω, ότι η σύστασις τριών ηγεμονειών διαιρεί τας δυνάμεις της Ελλάδος, και επειδή θ' ανατεθή εις αυτόν ο διορισμός των ηγεμόνων, θ' αποβλέπουν εις αυτόν αι επισημότεραι οικογένειαι των Ελλήνων».

(β.)

Η Ρωσσία επίστευεν, ότι η Μολδοβλαχία θ' απηλλάττετο ευθύς των τουρκικών στρατευμάτων, καθ' ας έδωκεν επανειλημμένας υποσχέσεις ο σουλτάνος. Τα πλείστα των στρατευμάτων ανεχώρησαν έκτοτε· αλλ' η κένωσις δεν επραγματοποιήθη ειμή της μεν Βλαχίας τον ιούλιον, της δε Μολδαυίας το τέλος του έτους τούτου, αλλ' ουδέ και τότε ολοτελής.

(γ.)

«Ο πρέσβυς ο ημέτερος φίλος» (έγραψεν η Πύλη προς τον πρέσβυν της Αγγλίας την 28 μαρτίου) «δεν παύει επαναλαμβάνων προς την υψηλήν Πύλην, ότι οι νόμοι του τόπου του απαγορεύουν να εμποδίση η αυλή του τους Άγγλους του να βοηθήσωσι τους αποστάτας Έλληνας και πολεμήσωσι τους Μουσουλμάνους, και ότι δεν έχει την άδειαν να παιδεύση τόσον αδίκους πράξεις. Αν άλλος τις, όχι τόσον συνετός όσον ο πρέσβυς ο ημέτερος φίλος, έλεγε τοιαύτα, θα ενομίζαμεν ότι ήθελε να μάθη πόσον είμεθα εύπιστοι. Ατοπώτατον να λέγη τις, ότι μία κυβέρνησις, οποίοι και αν ήναι οι περί της εσωτερικής διοικήσεως νόμοι της, δεν έχει άδειαν να εμποδίση τους υπηκόους της του να πράττωσιν έργα πολέμου κατά την αρέσκειάν των, και παραβαίνωσι τας μεταξύ της κυβερνήσεώς των και άλλης Δυνάμεως συνθήκας. Οι εσωτερικοί νόμοι της Αγγλίας αφορούν μόνους τους Άγγλους, και δεν δύναταί τις, επί λόγω των ιδιαιτέρων διατάξεών τινος κράτους, να δικαιώση την διαγωγήν των υπηκόων μιας Δυνάμεως προς άλλην. Η διαγωγή αύτη πρέπει να κανονισθή κατά το δημόσιον δίκαιον, βάσιν όλων των σχέσεων κυβερνήσεως προς κυβέρνησιν και έθνους προς έθνος, και όχι κατά τους ιδιαιτέρους νόμους και τα έθιμα ενός τόπου. Ας υποθέσωμεν, ο μη γένοιτο, ότι υπήκοοί τινες της μεγάλης βρεττανίας επανίστανται κατά του βασιλέως των, και ότι υπήκοοι άλλου βασιλέως έχοντος ειρηνικάς και φιλικάς σχέσεις προς την Αγγλίαν, ως οι της υψηλής, φέρ' ειπείν, Πύλης, έστελλαν αναφανδόν προς εκείνους παντός είδους βοηθήματα, ήγουν πολεμεφόδια, τροφάς, χρήματα, προσέτι και αξιωματικούς εν υπηρεσία της Πύλης· ικανοποιείτο άρα η Αγγλία, αν η Πύλη τη έλεγεν, ότι δεν είχεν εξουσίαν να επαγρυπνή τας αξιοκατακρίτους ταύτας πράξεις των υπηκόων της, διότι κατά τους νόμους του τόπου πας Μουσουλμάνος εδύνατο δικαιωματικώς να κινήση πόλεμον καθ' ούτινος η θρησκεία δεν ήτον η αυτή;

«Αν ενεκρίνοντο τα τοιαύτα, ποία θα ήτον η θέσις των εθνών προς άλληλα; Η γενική ειρήνη, περί ης η Αγγλία, κατά το λέγειν της, τόσον φροντίζει, δεν θα εκρέματο πλέον από των συνθηκών και των αρχών του δημοσίου δικαίου, αλλά θ' αφίετο όλως διόλου εις τας ορέξεις και τα πάθη των λαών. Πάσα κυβέρνησις θα ενόμιζε τότε, ότι έπραξε παν ό,τι εκρέματο απ' αυτής, αν διετήρει την φιλίαν κατά το φαινόμενον, και ότι έπραξε παν ό,τι εκ των καθηκόντων της, αν έλεγε προς την γείτονά της, «είμαι αφιλοκερδής φίλος σου, είμαι όλη εις σε αφοσιωμένη, ευαρεστήσου εις ταύτην μου την ομολογίαν και μη με μεμφθής αν αφίνω τους υπηκόους μου να κόπτωσι τον λάρυγγα των υπηκόων σου». Μας νομίζει τάχα ο πρέσβυς ο ημέτερος φίλος τόσον μωρούς ώστε να πιστεύωμεν ότι η κυβέρνησίς του δεν έχει εξουσίαν να επαγρυπνή την διαγωγήν των υπηκόων της; Είχε βεβαίως η αγγλική κυβέρνησις την δύναμιν και επροθυμήθη εις χρήσιν αυτής, ότ' επρόκειτο να εμποδίση τα αγγλικά πλοία του να φέρωσιν ολίγα άλευρα εις τροφήν των οθωμανικών φρουρών, αίτινες απέθνησκαν της πείνας και είχεν τουλάχιστον την πειποίθησίν των εις την φιλανθρωπίαν παλαιού φίλου. Τοιαύτην δύναμιν είχε τότε η αγγλική κυβέρνησις, και ο οδυνηρός θάνατος τόσων Μουσουλμάνων είναι τρανή απόδειξις της αδιαφορίας της. Αν έχωμεν ειρήνην μετά της Αγγλίας, έχομεν αναμφιβόλως και το δικαίωμα να απαιτήσωμεν παρά της αυλής της να μη αφίνη τους υπηκόους της να μας πολεμώσιν. Αν αποδοκιμάζη την προς ημάς εχθράν διαγωγήν των υπηκόων της, διατί δεν τοις λέγει άπαξ διά πάντα. «Η Πύλη είναι φίλη μας προ αιώνων, δεν έχομεν παράπονα κατ' αυτής, είναι λοιπόν δίκαιον να μη τη δώσωμεν αιτίαν να έχη και αύτη παράπονα καθ' ημών. Εκτελεί τας μεθ' ημών συνθήκας, δίκαιον είναι να τας εκτελώμεν και ημείς». Διατί να μη λαλήση προς τους υπηκόους της την γλώσσαν ταύτην; διατί δεν τοις είπε ποτέ λόγον φιλικόν υπέρ ημών; Ο πρέσβυς, ο ημέτερος φίλος, απορεί διότι δεν ακούομεν τας συμβουλάς του; διατί απορεί; πάντοτε μας λαλεί φιλικώτατα, αλλά νομίζει τάχα ότι δεν ηξεύρομεν πόσον οι συμπατριώται του αγωνίζονται να μας βλάψωσι; πώς συμβιβάζονται οι λόγοι τούτου προς την διαγωγήν εκείνων; θεωρούντες τας τοιαύτας αντιφάσεις δεν καταλαμβάνομεν τη αληθεία τι τρέχει. Η υψηλή Πύλη απαιτεί ό,τι έχει δίκαιον ν' απαιτή, και ό,τι η Αγγλία δεν έχει δίκαιον να αρνήται· ήγουν την απαγόρευσιν του να πράττωσιν οι Άγγλοι κατά των Μουσουλμάνων έργα πολέμια είτε διά της προσωπικής συνδρομής των, είτε δι' αποστολής χρημάτων και πολεμεφοδίων, ως επί του παρόντος, και του να επιβουλεύωνται τα συμφέροντα αυτών υπό τους οφθαλμούς της ιονικής κυβερνήσεως. Φανερόν είναι, ότι η αγγλική κυβέρνησις δύναται να εμποδίση όλα ταύτα αν θελήση, και είναι καιρός να θελήση».

(δ.)

Επιστολή της ελληνικής κυβερνήσεως προς την αγγλικήν.

«Οι Έλληνες προ τεσσάρων ετών, θαρρούντες αδιασείστως εις την θείαν πρόνοιαν, υπερασπίζονται με καλήν έκβασιν το έδαφος των προπατόρων των, λέγω ότι υπερασπίζονται το έδαφος, επειδή ολίγον φροντίζουν διά τας πόλεις και χωρία, διά τας οικίας και ιδιοκτησίας των· τούτο ικανώς απεδείχθη εις τας διαφόρους λεηλασίας των εχθρών των, καθ' ας οι Έλληνες εθυσίασαν με μεγάλην γενναιότητα και μεγαλοψυχίαν όσα είχαν ακριβώτερα και πολυτιμότερα, επροτίμησαν την ελευθερίαν υπό τας σκηνάς των, εις τας κοιλάδας των, και επί των κορυφών των ορέων των παρά τας λαμπράς κατοικίας της δουλείας· αύτη η αξιοσημείωτος περίστασις της ιστορίας του επιμαχικού πολέμου των Ελλήνων δεν πρέπει να γεννήση εις όλας τας χριστιανικάς ψυχάς την πεποίθησιν ότι οι Έλληνες αρχίζοντες την πάλην διά να αποκτήσουν τα δικαιώματά των, αποσείοντες αφόρητον ζυγόν αυτών είχαν προ οφθαλμών τον ιερόν σκοπόν του να σώσουν την πίστιν των, την πατρίδα των, τους ιερούς ναούς των, τα μνημεία των προγόνων των, τας γυναίκας και τα παιδία των, και όχι εκείνα τα πολιτικά τέλη, τα οποία ετάραττον τότε την Ευρώπην, απέχοντες πολλά απ' αυτά; Οδηγούμενοι λοιπόν από τοιαύτας αρχάς εις την οποίαν ηναγκάσθησαν πάλην, δεν έλλειψαν επικαλούμενοι την συμπάθειαν των χριστιανών αδελφών των. Αλλ' η πολιτική της Ευρώπης συλλαβούσα άλλας ιδέας περί των αρχών της συμφοράς μας απεφάσισε να περιορισθή εις την ουδετερότητα. Οι Έλληνες δε μη βλέποντες τελειωμένην την επιθυμίαν των εβιάσθησαν να αφοσιωθώσι μόνοι των με αμοιβαίαν πίστιν εις την υπεράσπισιν των ιερών δικαιωμάτων των, αφίνοντες εις τον καιρόν να φανερώση τας αρχάς και τας αιτίας των.

«Μολοντούτο το ελληνικόν έθνος, ως και η διοίκησίς του, της οποίας λαμβάνω την τιμήν να γίνω το όργανον, παρρησίαζον την υπόκλισιν του προς την βρεττανικήν μεγαλειότητά του σέβας των μέσον της εξοχότητός σας, διακηρύττει πανδήμως ότι προτιμά θάνατον ένδοξον παρά τον αίσχιστον ζυγόν εις τον οποίον θέλουν να το κάμουν να υποκύψη. Είναι απίθανον ότι η βρεττανική μεγαλειότης του, η οποία έδειξε φιλανθρωποτάτην διάθεσιν προς τους λαούς της νοτίου Αμερικής, θέλει επιτρέψει ώστε οι Έλληνες να εξαλειφθούν από τον κατάλογον των πεπολιτισμένων εθνών, ως ήσαν ανάξιοι διά να εγκαταριθμηθούν προτού να συστηθούν ως έθνος. Οι Έλληνες όμως υπό την αναφοράν των δικαιωμάτων των ευρίσκονται εις θέσιν ευνοϊκωτέραν παρ' εκείνην των λαών της μεσημβρινής Αμερικής. Αυτοί ητίμασαν και εταπείνωσαν την αδυναμίαν της τουρκικής διοικήσεως, απέδειξαν ότι ήσαν άξιοι της ελευθερίας· δεν πολεμούν την μητέρα πατρίδα των, αλλ' έν έθνος, το οποίον ήρπασε και εξουσίασε τους τόπους των, μεταχειριζόμενον τα τέκνα των ως δούλους. Οι Έλληνες απετίναξαν τον βαρβαρικόν ζυγόν με μεγάλην έκπληξιν της Ευρώπης και όλων των εθνών· επεχειρίσθησαν τον πόλεμον, χωρίς να έχουν τους τρόπους διά να τον κάμουν, όντες πεπεισμένοι ότι άλλως δεν εδύναντο να απολαύσουν την ανεξαρτησίαν των παρά με πολυαρίθμους θυσίας· απέκτησαν φρούρια, πόλεις και μέγαν αριθμόν θέσεων, αίτινες ευρίσκοντο εις χείρας βαρβάρων δεσποτών αυτών· εις διαφόρους μάχας κατέστρεψαν με μερικά εμπορικά πλοία τον πολυάριθμον και φοβερόν στόλον των Τούρκων· εσύστησαν νόμους ομοίους με τους των πολιτισμένων εθνών, εσχημάτισαν διοίκησιν υπό τας διαταγάς της οποίας ετάχθησαν. Εμπορεί τις πλέον να αμφιβάλλη την σήμερον εάν οι Έλληνες είναι άξιοι της ελευθερίας; Ίσως η Βρεττανική μεγαλειότης του παρετήρησεν ότι η Ελλάς ελευθερωθείσα, διά το τον λαόν αύτης εμψυχούν πνεύμα και διά την γεωγραφικήν της θέσιν, ημπορεί να γίνη ωφέλιμος εις τα συμφέροντα της μεγάλης Βρεττανίας. Το εμπόριον είναι η ζωοδοτική αρχή των πεπολιτισμένων εθνών· και πού αλλού εμπορεί να λάβη μεγαλητέραν ασφάλειαν, παρά εις την δεξιάν χείρα της Ευρώπης, ήτις κατά τινα τρόπον σχηματίζεται υπό της Ελλάδος; Ποίον άλλο σημείον ωφελιμωτέρας υποστηρίξεως διά την διατήρησιν της ευρωπαϊκής ισοσταθμίας εμπορεί η Αγγλία να εύρη παρά τα φυσικά οχυρώματα, μεταξύ των οποίων η Ελλάς είναι θεμένη; αύται είναι αλήθειαι αναντίρρητοι, τας οποίας ο καιρός θέλει ανακαλύψει.

Η Ελλάς λοιπόν δι' αυτάς τας αιτίας έχει, νομίζω, ηθικώς και πολιτικώς το δικαίωμα του να ελπίση παν είδος βοηθείας και υποστηρίξεως από το αγγλικόν έθνος το τόσον φιλούν την ανθρωπότητα, και εξαιρέτως από την βρεττανικήν μεγαλειότητά του, της οποίας ο κόσμος όλος γνωρίζει τα αξιοσέβαστα φρονήματα. Εκ τούτου δεν είναι αμφιβολία, εάν η ανεξαρτησία της Ελλάδος είναι σύμφωνος με τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών εθνών, αύτη η περίστασις είναι μία ισχυρά αφορμή διά να μη στερηθή το ελληνικόν έθνος τα ιερά του δικαιώματα· το δε αγγλικόν, ούτινος η προς την της Ευρώπης πολιτικήν ισοσταθμίαν επιρροή είναι τόσον γενικώς εγνωσμένη, να μη σταθή αδιάφορον εις το οικτρόν θέαμα της τόσον αναξίως και αδίκως υπό των ποδών καταπατουμένης ανθρωπότητος».

(ε.)

Απάντησις της αγγλικής κυβερνήσεως προς την ελληνικήν.

«Η προς εμέ υμετέρα επιστολή της 24 αυγούστου δεν έφθασεν εις χείρας μου ειμή την 23 οκτωβρίου· περιέχει αύτη παρατηρήσεις της προσωρινής κυβερνήσεως της Ελλάδος περί τινος εγγράφου δημοσιευθέντος διά των ευρωπαϊκών εφημερίδων ως σχεδίου της αυλής της Ρωσσίας περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος. Αναμφίβολον είναι ότι η δημοσίευσις αύτη έγεινεν άνευ αδείας, και αγνοώ αν έχη τινά επισημότητα. Αλλ' η αγγλική κυβέρνησις φρονεί, ότι παν σχέδιον της ρωσσικής κυβερνήσεως, τείνον εις ειρήνευσιν της ανατολής, δεν ημπόρει να μη ήναι ευνοϊκόν προς τους Έλληνας, ουδ' επροτίθετο η κυβέρνησις εκείνη να δώση τον νόμον αυτοίς ή τη οθωμανική κυβερνήσει· ο δε μεγαλειότατος αυτοκράτωρ πασών των Ρωσσιών, όπως και αν εθεώρει το περί ου ο λόγος σχέδιον, θα έκρινε πρέπον να το κοινοποιήση τοις συμμάχοις του πριν το προβάλη τοις διαμαχομένοις. Ο αυτοκράτωρ τοις εκοινοποίησε τω όντι σχέδιόν τι, δι' ου επρόκειτο να προταθή συγχρόνως ανακωχή και τη οθωμανική πύλη και τη προσωρινή κυβερνήσει της Ελλάδος, επί σκοπώ να δοθή καιρός εις μεσολάβησίν τινα φιλικήν, η δε αγγλική κυβέρνησις δεν θα εναντιούτο, αν το τοιούτον σχέδιον επροτείνετο εν καιρώ δέοντι· δεν πρέπει δε να αποκρύψω, ότι το έγγραφον, το κινήσαν εις τόσην αγανάκτησιν την ελληνικήν κυβέρνησιν, εκίνησεν εις άλλην τόσην και την οθωμανικήν. Εν ώ οι Έλληνες φαίνονται ανένδοτοι προς πάντα συμβιβασμόν μη στηριζόμενον επί της εθνικής των ανεξαρτησίας, η Πύλη απορρίπτει επίσης πάντα τρόπον συνδιαλλαγής μη χαρακτηρίζοντα τον Έλληνα ως ραγιάν. Ούτω διατεθειμένων των πνευμάτων, ολίγη ελπίς αναμφιβόλως υπάγει μεσολαβήσεως δεκτής και ευτυχούς. Αν η Ρωσσία επρότεινε τοιούτον συμβιβασμόν πριν καταντήσωσιν αι απαιτήσεις του ενός και του άλλου όπου κατήντησαν την σήμερον, αν τον επρότεινε καθ' όν καιρόν αι περιπέτειαι του πολέμου εφαίνοντο παρέχουσαι ισχυράς αφορμάς συμβιβασμού, φιλικώ τω τρόπω, ούτε η Ρωσσία ούτε άλλη τις Δύναμις, θεωρούσα το σχέδιον τούτο άξιον της σκέψεώς της, θα εφαίνετο μεμπτή. Το έγγραφον τούτο, θεωρούμενον ως υπόμνημα ρωσσικόν, περιέχει στοιχεία ειρηνεύσεως, αν και τα στοιχεία ταύτα δεν φέρουν τους αρμοδίους ίνα τεθώσιν υπό τας όψεις των διαμαχομένων τύπους. Αν η κυριαρχία της Πύλης επί της Ελλάδος δεν πρέπη αφεύκτως να επανέλθη, αν η ανεξαρτησία των Ελλήνων δεν πρέπη αφεύκτως να αναγνωρισθή (και τα δύο ταύτα αντίκεινται προς τον συμβιβασμόν), αν οι μεσίται δεν δύναται ν' αποφασίσωσιν άνευ της συγκαταθέσεως των αντιφερομένων, δεν μένει παρά να τροπολογηθή και η κυριαρχία της Πόλης και η ανεξαρτησία της Ελλάδος, και τότε να συζητηθώσιν ο τύπος και ο βαθμός των τροπολογιών· οι διαμαχόμενοι διαμαρτυρόμενοι εδύναντο αναντιρρήτως να ματαιώτωσι παν σχέδιον συμβιβασμού, όσον εύλογον και αν ήτον ως προς τας αρχάς του, και οίον αμερόληπτον ως προς τους όρους του. Αλλ' ημείς ηξεύρομεν ότι οι διαμαχόμενοι είναι επίσης της γνώμης να απορρίψωσιν οποιονδήποτε συμβιβασμόν, και ματαία φαίνεται επί του παρόντος η ελπίς πάσης ευτυχούς μεσολαβήσεως.

«Περί δε της αγγλικής αντιλήψεως, ην επικαλείσθε υπέρ των Ελλήνων εις ανάκτησιν της ανεξαρτησίας των παραλληλίζοντας τα δικαιώματά του προς τα των πολιτειών της νοτίου Αμερικής, αίτινες εχωρίσθησαν από της μητροπόλεώς των, οφείλω να σας παρατηρήσω, ότι εν τη μεταξύ των πολιτειών τούτων και της Ισπανίας πάλη η Αγγλία εκήρυξε και ετήρησεν αυστηράν ουδετερότητα. Τα αυτά έπραξε και ως προς τον καταστρεπτικόν πόλεμον της Ελλάδος, και πάντοτε εσεβάσθη τα πολεμικά δίκαια των Ελλήνων. Αν δε ηναγκάσθη προ ολίγου να εμποδίση τας καταχρήσεις του δικαίου τούτου, ελπίζω ότι δεν θα ευρεθή πλέον εις την αυτήν ανάγκην. Η προσωρινή κυβέρνησις της Ελλάδος ας είναι βεβαία, ότι η αγγλική θα διατηρήσει και εις το εξής την αυτήν ουδετερότητα, και δεν θ' αποπειραθή να βιάση τους Έλληνας επί λόγω ειρηνεύσεως εις παραδοχήν σχεδίου συμβιβασμού παρά τας ευχάς των, αν ποτέ γενή λόγος περί τοιούτου. Αλλ', αν οι Έλληνες, ή επί του παρόντος ή μετά ταύτα, νομίσωσι πρέπον να ζητήσωσι την μεσιτείαν μας, την προσφέρομεν τω σουλτάνω, και αν την δεχθή, ουδέν θα παραμελήσωμεν εις καρποφορίαν της διά της συνεργείας και των άλλων Δυνάμεων, ων η συνδρομή και τον συμβιβασμόν θα ευκολύνει και την διατήρησιν αυτού θα ασφαλίσει. Ιδού ό,τι δύναται η Ελλάς, καθώς ημείς κρίνομεν, να ζητήση παρά των Άγγλων υπουργών. Ούτε εμμέσως ούτε αμέσως ερέθισαν ούτοι τους Έλληνας εις την έναρξιν του αγώνος των, αλλ' ούτε διά τινος τρόπου παρενέβαλαν εμπόδια εις την πρόοδόν του· ουδείς έχει δίκαιον να υπολάβη ότι η Αγγλία, έχουσα υπ' όψιν τας μεταξύ αυτής και της Πύλης ενυπαρχούσας φιλικάς σχέσεις και τας παλαιάς συνθήκας, ας η Πύλη δεν παρέβη, ημπορεί ν' αναδεχθή πάλην μηδόλως παρ' αυτής προκαλεσθείσαν, και να οικειοποιηθή διαφοράν αλλοτρίαν. Ελπίζω ότι οι λόγοι μου θα διασκεδάσουν πάσαν εξ αγνοίας ή εκ πνεύματος ραδιουργίας υπόνοιαν, και πάσαν κατηγορίαν ότι δυσμενώς διέκειτο η αγγλική κυβέρνησις προς τους Έλληνας και θα ίδωσιν ούτοι εν τοις λόγοις μου τούτοις την καθαρότητα των φρονημάτων μας, άτινα δεν διστάζομεν να εκφράσωμεν και παρρησία».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'.

(α.)

Εν ώ κατεγινόμην εις την τύπωσιν του γ' τούτου τόμου, εξεδόθη δίτομος ιστορία του κυρίου Φινλάη περί της Ελληνικής επαναστάσεως.

Με μέμφεται ο συγγραφεύς ούτος εν σελίδι 69 του β' τόμου ως μηδεμίαν ποιήσαντα μνείαν του κόμητος Σανταρόζα εν τω επ' εκκλησίας επικηδείω μου λόγω εις τους εν Σφακτηρία πεσόντας· ωρμήθη δε εις την μομφήν ταύτην έκ τινων των εν τω ημερολογίω του Ιταλού κυρίου Κολλενίου λόγων.

Ουδέποτε απήγγειλα επικήδειον λόγον εις τους εν Σφακτηρία πεσόντας. Ο λόγος, ον αινίττονται και ο κύριος Κολλένιος και ο κύριος Φινλάης, είναι ον απήγγειλα την 10 μαΐου 1825, καθ' ήν ημέραν εκηρύχθη γενική αμνηστεία· είχε δε ο λόγος θέμα την ομόνοιαν· παρενείρεται δε το εν Σφακτηρία πάθημα εν παρόδω, αλλ' ουδείς των εκεί πεσόντων Ελλήνων η φιλελλήνων μνημονεύεται ονομαστί· εύφημον όμως και δικαίαν μνήμην εποίησα του αρίστου ανδρός και θερμού φιλέλληνος Σανταρόζα εν τω κειμένω του ανά χείρας κεφαλαίου της Ιστορίας μου προ πολλών ετών.

Λέγει ο κύριος Φινλάης εν σελίδι 180 του α' τόμου ότι, επειδή σπανίως αναφέρω τας πηγάς, όθεν αρύομαι, λαμβάνω την ελευθερίαν ν' αντιγράφω τους συγγραφείς, οσάκις είναι Έλληνες, και να τους μεταφράζω κατά γράμμα, οσάκις είναι ξένοι· φέρει δε και παράδειγμα φράσιν τινά δίστιχον εκ των υπομνημάτων του αοιδίμου Γερμανού λέγουσαν· «Συγχρόνως άλλοι Καλαβρυτινοί εφόνευσαν δύο σπαχήδας Τριπολιτσώτας εις το χωρίον του Λιβαρτσίου, και πάλιν άλλοι εις τον Φενεόν τους γυφτοχαρατσήδας».

Οι προ εμού συγγράψαντες διηγήθησαν τα εν τη φράσει ταύτη συμβάντα· γνωστά δε τοις πάσι και αναμφισβήτητα, και ουδεμία χρεία μαρτυρίας εις επιβεβαίωσιν πασιγνώστων και πανθομολογήτων συμβάντων. Σημειωτέον δε, ότι ο κύριος Φινλάης παρενόησε την σημασίαν της λέξεως γ υ φ τ ο χ α ρ α τ σ ή δ α ς. Δεν εννοεί η εν τη ανωτέρω φράσει λέξις αύτη, ως αυτός και εν τω χωρίω τούτω και εν το προλόγω του συγγράμματός του ημαρτημένως υπολαμβάνει, ότι οι χαρατσήδες εκαλούντο ούτω προς χλευασμόν, αλλ' ότι εχαράτσοναν τους τήδε κακείσε περιφερομένους φερεοίκους γύφτους· εκ της τάξεως δε ταύτης ήσαν οι φονευθέντες· χαρατσήδες δε απλώς εκαλούντο οι χαρατσόνοντες τους κατοίκους των πόλεων και χωρίων.

Ποιών λόγον ο κύριος Φινλάης εν σελίδι 335 του α' τόμου περί των κατά τον Βαρνακιώτην, και διψών να εύρη αιτίαν μομφής κατά του Μαυροκορδάτου και κατ' εμού, λέγει· «Εγνώριζαν και ο Μαυροκορδάτος και ο Τρικούπης (ανάγνωθι Ιωάννης Τρικούπης, ο πατήρ μου, ως αυτός ο κύριος Φινλάης επιδιορθόνει τούτο εν τω τέλει του τόμου ως ημαρτημένον) «τας ραδιουργίας του Βαρνακιώτου και τας ενεθάρρυναν επί ματαία ελπίδι ωφελείας εξ επιπλάστου προδοσίας, αλλ' ηττήθησαν εν τω ατίμω τεχνάσματί των.

Παράδοξον πώς ο κύριος Φινλάης δεν συστέλλεται αποκαλών άτιμον τέχνασμα το εις αναβολήν της εις την Αιτωλοακαρνανίαν επικειμένης εχθρικής εισβολής εν τη δεινή εκείνη ώρα στρατήγημα τούτο. Αν ούτως έχη, άτιμον τέχνασμα είναι και το του Μάρκου Μπότσαρη επί της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου προς τον Άγον Βασιάρην και μυρία άλλα· ατιμότερον δε τούτων, κατά τον κύριον Φινλάην, είναι και το του Θεμιστοκλέους προς τους Λακεδαιμονίους επί της κατασκευής των Μακρών τειχών.

Εξ όσων απηντήσαμεν επί των ανωτέρων επικρίσεων του κυρίου Φινλάη αποδεικνύεται σαφέστατα, ότι και τα του λόγου μου περί των εν Σφακτηρία πεσόντων, ων την αποσιώπησιν καλεί ο κύριος Φινλάης τρανόν δείγμα της εθνικής των Ελλήνων προς τους ξένους αχαριστίας είναι τρανόν ψεύδος, και η επανόρθωσίς του περί των γυφτοχαρατσήδων φανερά παραδιόρθωσις, και οι περί των επί Βαρνακιώτου λόγοι του αυτόχρημα παραλογισμοί.

Ηρανίσθην βεβαίως ή, αν θέλη ο κύριος Φινλάης, μετέφρασα κατά γράμμα τεμάχια της Ιστορίας του Γόρδωνος· δεν ηθέλησα δε να τα παραφράσω, ως άλλοι τινές ιστοριογράφοι, διότι εθεώρησα τούτο παιδαριώδες. Ιδού δε ο λόγος, δι' ον απεσιώπησα εκ προμελέτης πόθεν τα παρέλαβα.

Άλλο το συγγράφειν τα προγενέστερα συμβάντα, και άλλο το συγγράφειν τα σύγχρονα. Εν εκείνοις η μαρτυρία όθεν πορίζεται η ύλη είναι απαραίτητος, αλλ' εν τούτοις είναι αδύνατος, διότι πορίζεται εκ πολλών στομάτων, και η αξιοπιστία καταντά ανεξέλεγκτος, διότι οι λόγοι είναι πτερόεντες· εγγύησις δε της ακριβείας των ιστορουμένων είναι κυρίως ο χαρακτήρ του ιστορικού. Αλλ' οσάκις ο σύγχρονος ιστορικός παραλαμβάνει τι παρά συγχρόνου ιστορικού, οφείλει να μη το παραλαμβάνη ειμή υπό την εξέλεγξιν αυτοπτών και αυτηκόων, καθ' όσον είναι τούτο εφικτόν, ή υπό το κύρος ανεκδότων ημερολογίων ή αξιοπίστων εγγράφων· τούτο εγώ έπραξα συνήθως· ηρύσθην δε συχνάκις και εκ των αυτών πηγών όθεν ηκούσθησαν και οι σύγχρονοί μου συγγραφείς.

Αρκούντα νομίζω ταύτα εις ορθήν εκτίμησιν και τινων άλλων μικρολογιών του κυρίου Φινλάη περί της ιστορίας μου· λέγω μικρολογιών, διότι ουδέν οπωσούν ουσιώδες των εν τη ιστορία μου προσβάλλει, αν και φαίνεται μικροσκοπικώς καταγινόμενος εις ανεύρεσιν ημαρτημένων. Τούτο μόνον λυπούμενος προσθέτω, ότι ο διερχόμενος την βίβλον του αδύνατον να μη την θεωρήση αποκύημα ακρισίας, δυστροπίας και αγενούς πάθους προς τους άνδρας του Αγώνος.

(β.)

Ο επίσκοπος Μοθώνης, καταμηνυθείς ως υποκινήσας τας αδίκους σφαγάς των εν Νεοκάστρω επί της πτώσεώς του εβασανίσθη και ετελείωσε τας ημέρας του εν σκοτεινή φυλακή πανωλόβλητος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'.

(α·)

«Το στρατιωτικόν μας (έγραφε το νομοτελεστικόν τη εν Λονδίνω επιτροπή την 11 ιουνίου) κατήντησεν όχι πλέον ανοικονόμητον, αλλά και ο λυμεών της πατρίδος· αι καταχρήσεις του είναι απερίγραπτοι· διά να λάβετε μίαν ιδέαν αυτών αρκεί να σας είπωμεν ότι πολλάκις χάνομεν την νίκην και κινδυνεύει η πατρίς, διότι εν ώ η διοίκησις νομίζει ότι έχει εις μίαν θέσιν πέντε χιλιάδας στρατιωτών, όταν πρέπη ν' αντιπαραταχθώσι, δεν ευρίσκονται ούτε χίλιοι, και αυτοί σπανιώτατα ευρίσκονται σύμφωνοι και πολλάκις χαρίζουν διά της διαιρέσεως των την νίκην εις τον εχθρόν. Αλλά τας κατανοήσεις αυτάς ποίος να τας εμποδίση; οποίους και αν μεταχειρισθή η κυβέρνησις είναι της αυτής ζύμης, και αν κάμουν καμμίαν δούλευσιν εις αυτήν, αφ' ού διά μέσου των ταπεινώση η διοίκησις τους εναντίους της, αυτοί γίνονται χειρότεροι και θέλουν να δώσουν νόμους, η δε διοίκησις αναγκάζεται να τους οικονομή. Αυτού του στρατιωτικού η κακοήθεια εξήντλησε το μεγαλήτερον μέρος του δανείου χωρίς να ωφεληθή παντελώς η πατρίς, και εις τον παρόντα κίνδυνον δεν έχει ούτε μέσα ούτε στρατιώτας να αντιτάξη».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'.

(α.)

«Το δε άντρον το Κωρύκιον μεγέθει τε υπερβάλλει τα ειρημένα, και έστιν επί πλείστον οδεύσαι δι' αυτού και άνευ λαμπτήρων· ό τε όροφος ες αύταρκες από του εδάφους ανέστηκε, και ύδωρ το μεν ανερχόμενον εκ πηγών, πλέον δε έτι από του ορόφου στάζει, ώστε και δήλα εν τω εδάφει σταλαγμών τα ίχνη διά παντός εστι του άντρου . . . . . . Από δε του Κωρυκίου χαλεπόν ήδη και ανδρί ευζώνω προς τα άκρα αφικέσθαι του Παρνασού . . . . . .Σπηλαίων δε ων είδον θέας άξιον μάλιστα εφαίνετο είναι μοι». — Εκ των του Παυσανίου.

«Ιεροπρεπής δ' εστί πας ο Παρνασός, έχων άντρα τε και άλλα χωρία τιμώμενά τε και αγιστευόμενα, ων εστι γνωριμώτατόν τε και κάλλιστον το Κωρύκιον, νυμφών άντρον». — Εκ των του Στράβωνος.

««Σέβω δε νύμφας, ένθα Κωρυκίς πέτρα κοίλη, φίλορνις, δαιμόνων αναστροφή».

— Εκ των του Αισχύλου.

(β.)

Επειδή ο κύριος Κρητοβουλίδης λέγει εν σελίδι 331 των υπομνημάτων του, ότι παρεμόρφωσα τα περί ης ο λόγος καταλήψεως της Γραμβούσης, δηλοποιώ εις πίστωσιν ων διηγήθην, ότι είχα προς τοις άλλοις υπ' όψιν, γράφων ταύτα, και το περί ου προανέφερα και εισέτι ανά χείρας μου ιδιόγραφον υπόμνημα του κυρίου Αναγνώστη Παναγιώτου, όχι κατά τον κύριον Κρητοβουλίδην απόντος αλλά παρόντος επί τη καταλήψει του φρουρίου τούτου και πρωταγωνισθέντος. Το υπόμνημα τούτο διηγείται και τα της επί Τομπάζη αποτυχούσης εφόδου της Γραμβούσης και αλλά συμβάντα. Των δύο τούτων συμπολιτών και υπομνηματιστών η διήγησις εν πολλοίς διαφέρει· προτιμοτέρα δε βεβαίως η του αυτόπτου, του και ως πολιτικού και ως πολεμικού διακριθέντος.

(γ.)

Θέλων ο αντιναύαρχος Δεριγνής να βεβαιωθή περί της σκανδαλώδους διαγωγής του πλοιάρχου τούτου, έστειλε την κορβέτταν Victorieuse εις Ύδραν, και την γολέτταν Estafette εις Αίγιναν, και έμαθε παρά του Τομπάζη, του Κριεζή και του Κανάρη, ότι το περί ου ο λόγος γαλλικόν βρίκι έρριψε τω όντι επί την λέμβον του Κανάρη τέσσαρας κανονίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'.

(α.)

Το αυτό έτος απεστάλη παρά του Μαυροκορδάτου ιδιαιτέρως εις Βαυαρίαν και ο Ρεϊνέκος επί παραγγελία να μάθη παρά του εκεί διατρίβοντος και αξίως διά τον χαρακτήρα και τας αρετάς του τιμωμένου Ευγενίου Βωαρναίσου, αν εδέχετο τον θρόνον της Ελλάδος· αλλ' ο ανήρ ούτος απέθανε προ της αφίξεως του απεσταλμένου.

(β.)

Καθ' όν καιρόν επεριμένετο ο Μεττερνίχος εις Παρισίους, ηρώτησεν ο εκεί πρέσβυς της Αγγλίας, Γραμβίλλος, τον επί των εξωτερικών υπουργόν Κάνιγγα τι να τω είπη. «Μάθε πρώτον», απήντησεν ο Κάννιγγ, ότι θεωρώ τον Μεττερνίχον ως τον αχρειέστατον και τον ψευδέστατον των εν Ευρώπη και καθ' όλον ίσως τον πολιτισμένον κόσμον ανθρώπων. — George Canning and his Times.

(γ.)

Ιδού το έγγραφον ολόκληρον.

«Ο κλήρος, οι παραστάται, οι αρχηγοί πολιτικοί και στρατιωτικοί ξηράς και θαλάσσης του ελληνικού έθνους Αον· παρατηρούντες ότι, διά τα ανεξάλειπτα δικαιώματα, της ιδιοκτησίας και κυριότητος, διά τας επικρατούσας αρχάς της θρησκείας και ελευθερίας και διά το εκ φύσεως έμφυτον του να διατηρή και διασφαλίζη έκαστος την ιδίαν ύπαρξιν, οι Έλληνες ενωπλίσθησαν με τα όπλα της δικαιοσύνης, και εις διάστημα πλέον τεσσάρων ετών υπέστησαν αποφασιστικώς και σταθερώς κατά των δυνάμεων της Ασίας, της Αφρικής και της Αιγύπτου πεζών τε και ναυτικών, και εις όλους τούτους τους κινδύνους· τώρα, ηφάνησαν και τώρα άμπωσαν τας κολοσσαίας δυνάμεις του εχθρού, και τελευταίοι στερημένοι παντός μέσου ανήκοντος εις τοιούτον υψηλόν εγχείρημα καθιέρωσαν ούτοι διά του αίματός των τα πολύτιμα αυτών δικαιώματα, και έδωκαν εις τον εκπεπληγμένον κόσμον όχι τόσον κοινάς αποδείξεις δι' όσον είναι ικανός ένας λαός εκ φύσεως γεννημένος διά να ζη ελεύθερος, και όστις ήδη εδυνήθη να διασπάση τους βρόχους μιας ικανώς πολυχρονίου καταθλιπτικής δουλείας· Βον· παρατηρούντες ότι εκ των αποτελεσμάτων μιας πάλης ούτως ανομοίου απέκτησαν οι Έλληνες την απαράμιλλον απόφασιν της πολιτικής αυτών καταστάσεως· Γον· σκεπτόμενοι ότι πράκτορές τινων ηπειρωτικών Δυνάμεων, αν και χριστιανών, δεν διεφύλαξαν οδηγίαν συνεχομένην με τας αρχάς τας οποίας αυτοί εστερέωσαν, αλλ' από μέρους των αυτών δεν έλειψαν να εκβώσι συνεχώς αντιρρήσεις πολιτικαί πολυμόρφου ουσίας και χαρακτήρος· Δον· παρατηρούντες ότι τινές των πρακτόρων τούτων παίζουν διά των απεσταλμένων των εντός της Ελλάδος, ώστε να εισχωρήση είς τινας Έλληνας η κλίσις του να συστήσουν νέους σχηματισμούς πολιτικούς αρμοδίους προς το πνεύμα και τα τέλη των τοιούτων παρακινητών· Εον· παρατηρούντες ότι όχι ολίγους κατατρεγμούς και παραβάσεις υποφέρει η νόμιμος και τακτική κίνησις του ελληνικού ναυτικού από τους αρχηγούς των θαλασσίων δυνάμεων τινων βασιλειών, οίτινες κατά πάντα τρόπον πειράζουν τα καθήκοντα της διακηρυχθείσης ουδετερότητος από τας αυλάς των εις τας συνελεύσεις του Λαϋβάχ και της Βερώνης·

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings