Front matter (continued 4)
Reading edition
Και τα μεν άλλα ελληνικά πλοία, αφ’ ού παρέλαβαν τους ναύτας των, έκοψαν τας αγκύρας και εξέπλευσαν αβλαβή πριν κλεισθή στενώς ο λιμήν· ο δε Άρης επ' ελπίδι σωτηρίας του Τσαμαδού εβράδυνε, και εν τούτοις τα εχθρικά πλοία έκλεισαν τον λιμένα διά της συμπυκνώσεώς των. Διηρημέναι ήσαν αι γνώμαι των εν τω Άρει ως προς τον τρόπον του διέκπλου· οι μεν εγνωμοδότουν να διεκπλεύσωσι παραπλέοντες το παράλιον προς αποφυγήν του πυρός πολλών εχθρικών πλοίων μη δυναμένων διά τον όγκον να πλησιάσωσιν όπου τα νερά ήσαν ρηχά· οι δε, εν οίς και ο αναλαβών την διοίκησιν του πλοίου Δημήτρης Βώκος και ο δευτερεύων Σαχτούρης, ήθελαν ν' απομακρυνθώσιν από του παραλίου και ιθύνωσι τα πλοίον προς το στόμα μη τύχη και παύση ο πνέων καλός άνεμος, και τότε πεσόντες εις γαλήνην πέσωσιν εις χείρας των επί του παραλίου πολυαρίθμων εχθρών. Σφοδράς δε συζητήσεως γενομένης, ενίκησεν η τελευταία γνώμη, αποδειχθείσα και η μόνη σωτήριος, διότι ο καλός άνεμος μετ' ολίγον εξέπνευσε.
Καθ' ήν δε ώραν έκοψαν την άγκυραν οι ναύται του πλοίου και ήνοιξαν τα πανία εις έκπλουν ανάμεσον του εχθρικού στόλου, ανεβίβασαν επί του καταστρώματος ψάλλοντες την εικόνα της Θεοτόκου και την έθεσεν επί του εργάτου· ιερεύς δέ τις εκ των επί της ξηράς, διασωθείς επί του πλοίου, έψαλλε την παράκλησιν επήκοον όλων· οι δε ναύται εκύκλωσαν την εικόνα, την ησπάσθησαν και κατέθεσαν έκαστος ό,τι προηρείτο επί σκοπώ να την χρυσώσωσιν απαλλαττόμενοι του προφανούς κινδύνου. Είς δε των ναυτών, προσφέρων και αυτός τον οβολόν του, προσήλωσε τους οφθαλμούς εις την εικόνα και είπε μεγαλοφώνως «Παναγία μου, αν δε μας σώσης, θα χαθής και συ». Μετά δε την παράκλησιν ο μεν ιερεύς δεν έπαυσε προσευχόμενος καθ' όλον το διάστημα του κινδύνου, οι δε ναύται, ασπασθέντες αλλήλους τον τελευταίον ασπασμόν, «καλή εντάμωσις εις τον άδην» είπαν, και κατέλαβαν τας θέσεις των πλήρεις θάρρους υπό την συνετήν οδηγίαν του Βώκου ισταμένου αφόβως επί της στέγης του πλοίου εις εμψύχωσιν του πληρώματος, και υπό την υφοδηγίαν του γενναίου Σαχτούρη. Αλλ' ό,τι εφοβούντο μη πάθωσιν υπό εχθρού, εκινδύνευσαν να πάθωσιν υπό φίλου. Το παιδίον του πλοίου, απαρηγόρητον διά τον θάνατον του πλοιάρχου, κατέβη όπου ήτο το εικονοστάσιον, ήρπασε την έμπροσθεν των εικόνων κανδυλίθραν και βαστάζον αυτήν αναμμένην και φωνάζον, «τι την θέλομεν την ζωήν, αφ' ού εχάθη ο πλοίαρχός μας», έτρεξε δρομαίον να την ρίψη εις την πυριτοθήκην· αλλ' οι ναύται το συνέλαβαν και το έδεσαν ως παράφρον. Εν τούτοις, προχωρών ο Άρης έφθασεν εις το στόμα του λιμένος, στόμα δι' αυτόν του άδου, και αμέσως εκυκλώθη υπό μιας φρεγάτας, μιας κορβέττας και τριών βρικίων και εκανονοβολείτο έμπροσθεν, όπισθεν, δεξιόθεν και αριστερόθεν· αντεκανονοβόλει και αυτός ακαταπαύστως, υπερασπίζετο, επροχώρει, και πολλά παθών απέφυγε τον εκ των πλοίων τούτων κίνδυνον, αλλ' έπεσε μετ' ολίγον εις το μέσον πολλών άλλων. Τρεις ώρας επάλαισεν εν μέσω σμήνους, και η τρομερά αύτη πάλη του αφήρεσεν ολόκληρον τον επίδρομον, κατετρύπησε τα πανία του κατεσύντριψε το πηδάλιόν του και κατέκοψε τα σχοινία του, οι δε ναύται, περιφερόμενοι επί του καταστρώματος, επάτουν επί των πεπυρωμένων μύδρων και βολίων των αδιακόπως εκ των εχθρικών πλοίων βροχηδόν ριπτομένων και εις όλον το κατάστρωμα του Άρεος διεσπαρμένων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασίς των, ότε έν δικάταρτον, έχον ευρωπαίους ναύτας και Αιγυπτίους στρατιώτας, επλησίασε τον Άρην εντός βολής πιστόλας, και οι εν αυτώ ητοιμάζοντο να τον πατήσωσιν. Ιδόντες τον νέον τούτον κίνδυνον οι εν τω Άρει, και αναλογιζόμενοι ότι οι εχθροί, απαυδισμένων αυτών, εύκολον ήτο και να τον πατήσωσι και να τον κυριεύσωσι, διέταξαν δύο γέροντας έχοντας ετοίμους πιστόλας να πυροβολήσωσιν εις την πυριτοθήκην άμα επατείτο το πλοίον. Εμάντευσαν ίσως οι εν τω εχθρικώ την απόφασιν των Ελλήνων, ιδόντες την κίνησίν των, και επειδή, τούτου γινομένου, θα συνεκαίοντο και εκείνοι, απεμακρύνθησαν, και ούτως απηλλάγη ο Άρης. Εν τοσούτω επλησίαζεν η νυξ, και κατά περίστασιν κατεφλέχθη έν εχθρικόν πλοίον. Το συμβάν τούτο έβαλεν εις ταραχήν τα λοιπά εχθρικά, και βοηθούμενος εντεύθεν ο Άρης διεξέπλευσε και υπεξέφυγεν ως εκ θαύματος τον κίνδυνον. Δύο των ναυτών του μόνον εσκοτώθησαν και επτά επληγώθησαν, εν οίς και ο Σαχτούρης.
Την άλωσιν της Σφακτηρίας παρηκολούθησεν η πτώσις των παλαιών Ναβαρίνων. Την 29 εφώρμησαν οι εχθροί διά ξηράς και θαλάσσης και συνήψαν μάχην. Οι Έλληνες δεν ήλπιζαν άλλοθεν βοήθειαν, και πολλοί αυτών απεφάσισαν να φύγωσι την επιούσαν νύκτα διά μέσου των εχθρών, διότι άλλος τρόπος φυγής δεν ήτο, και προειδοποίησαν τους εν Λιγουδίστη Έλληνας παραγγείλαντές τοις να τουφεκίζωσιν επ' ελπίδι αντιπερισπασμού. Ελθούσης της νυκτός εξήλθαν, αλλ' εις ουδέν ωφελήθησαν επί της εξόδου των υπό των εν Λιγουδίστη μη τουφεκισάντων, και πεσόντες εν τω μέσω του εχθρικού ιππικού απέτυχαν· και οι μεν ωπισθοδρόμησαν, οι δε εφονεύθησαν, και άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και ο επίσκοπος Μοθώνης (β), ο αδελφός του, ο Χατσή-Χρήστος, ο Αναγνώστης Κανελόπουλος, ο Αναστάσης Δαριώτης και ο Βάρβογλης. Την δ' επαύριον παρεδόθησαν υπό συνθήκην και οι διαμείναντες εν τω παλαιοφρουρίω και απελύθησαν όλοι αβλαβείς, αλλ' άοπλοι και αχρήματοι· ήσαν δε 786· μόνοι εκρατήθησαν οι επί της εξόδου αιχμαλωτισθέντες ως μη υπό τους όρους της συνθήκης· οι δε υπό την οδηγίαν του Σωτήρη Χοτσαμάνη, μη καταδεχόμενοι να παραδοθώσιν, έφυγαν ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών και οι πλείστοι εσώθησαν.
Καθ' ήν δε ημέραν παρεδόθησαν οι παλαιοί Ναβαρίνοι, η περιφερομένη έξωθεν των Μοθωκορώνων υπό τον Μιαούλην μοίρα, μη δυναμένη να βλάψη τον μέγαν εχθρικόν στόλον, εισέπλευσε προς το εσπέρας τον λιμένα της Μοθώνης, όπου διέμενάν τινα των εχθρικών πλοίων πολεμικά και φορτηγά, επέρριψε πέντε πυρπολικά το έν κατόπιν του άλλου, και έκαυσε μίαν μεγάλην φρεγάταν, τρεις κορβέττας, τρία άλλα πολεμικά, και τρία φορτηγά. Εκάη δε και μία τροφαποθήκη.
Μετά δε την κυρίευσιν της Σφακτηρίας και των παλαιών Ναβαρίνων, ο Ιβραήμης παρήγγειλε τοις εν Νεοκάστρω διά του επισκόπου Μοθώνης και του Χατσή-Χρήστου να παραδοθώσιν, αλλά δεν εισηκούσθη· έστειλεν επ' ελπίδι συμβιβασμού μετά δύο ημέρας τρεις αξιωματικούς του Τούρκους, αλλ' ουδέ και τότε εισηκούσθη· επί τέλους ήγειρε δύο άλλα τηλεβολοστάσια κατά του φρουρίου, έφερε πλησίον αυτού 11 φρεγάτας και κορβέττας και 5 βρίκια,
Μάιος και την 3 μαΐου επολέμει το φρούριον διά ξηράς και θαλάσσης. Τρεις ημέρας ακαταπαύστως πολεμούμενοι οι Έλληνες εδέχθησαν ό,τι απέρριψαν πρότερον, και την 6 υπέγραψαν υπό την σκηνήν του Ιβραήμη συνθήκην επί παραδόσει των όπλων, εξαιρουμένων της τοιαύτης υποχρεώσεως 30 αξιωματικών, και επί μετακομίσει πάντων ανεξόδως υπό ουδετέραν σημαίαν εις Καλαμάταν· αλλά, και αφ' ού υπέγραψαν την συνθήκην, υποπτεύσαντες επιβουλήν δεν παρεδίδοντο. Εν ώ δε διεπραγματεύετο η παράδοσις του φρουρίου, εύτολμός τις των εν αυτώ Κύπριος, διακολυμβήσας υπό το πυρ των Αιγυπτίων είς τινα αγγλικήν φρεγάταν έξωθεν του λιμένος φανείσαν, επέδωκε τω πλοιάρχω γράμμα των πολιορκουμένων αιτουμένων τον κατάπλουν πολεμικού πλοίου και ξένην παρέμβασιν εις ασφαλή απομάκρυνσίν των· επί τη αιτήσει δε ταύτη, διαβιβασθείση εις Σμύρνην παρά του πλοιάρχου, κατέπλευσαν η γαλλική γολέττα Αμάραντος, και η αυστριακή Αρεθούσα, και υπό την παρέμβασιν αυτών ενηργήθη η συνθήκη, και μετεκομίσθησαν όλοι ασφαλώς εις Καλαμάταν, τον αριθμόν 1180. Δύο μόνους εξ αυτών εκράτησεν ο Ιβραήμης παρά την συνθήκην τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην και τον Γιατράκον επί λόγω ότι παρέβησαν οι Έλληνες την επί της πτώσεως του Ναυπλίου συνθήκην κρατήσαντες αυθαιρέτως τους δύο πασάδας. Αλλ' εκρατήθησαν οι πασάδες ως μη ένσπονδοι, μη θελήσαντες να συνυπογράψωσι την συνθήκην. Δέκα ημερών βρώσις και τεσσάρων πόσις ευρέθη εν τω παραδοθέντι φρουρίω. Η δε κυρίευσις αυτού ωφέλησε τα μέγιστα τον εχθρόν διά την συγκυρίευσιν του ευρυχωροτάτου και ασφαλεστάτου λιμένος, τόσον χρησίμου εις κατάπλουν στόλου και εις μεταφοράν στρατευμάτων και παντός αναγκαίου εξ Αιγύπτου και Κρήτης. Πεσόντος του Νεοκάστρου, ο εχθρικός στόλος επανέπλευσεν αβλαβής και ανενόχλητος εις Σούδαν.
Το δε ναυτικόν της Ελλάδος εδοξάσθη μετ' ολίγον παρά τον Καφηρέα, ακρωτήριον της Ευβοίας αντικρύ της Άνδρου.
Έμαθεν εν καιρώ η κυβέρνησις ότι ητοιμάζετο εις έκπλουν εκ Κωνσταντινουπόλεως υπό τον καπητάμπασαν η βυζαντινή μοίρα, και εις αντίκρουσιν εξέπλευσεν η δευτέρα ελληνική εξ 20 πολεμικών και 8 πυρπολικών υπό τον Σαχτούρην, τον Κολανδρούτσον και τον Αποστόλη. Αι δύο αύται μοίραι συνηντήθησαν την 16 μεταξύ Τενέδου και Λίμνου και ηκροβολίσθησαν· συνίστατο δε η βυζαντινή εκ 3 φρεγατών, 10 κορβεττών και 38 βρικίων και γολεττών ενόπλων· παρηκολούθουν δε καί τινα φορτηγά. Μετά τον μεταξύ Τενέδου και Λίμνου ακροβολισμόν, αμφότεραι αι μοίραι έπλεαν προς δυσμάς αντιπαρατηρούμεναι· την δε 20 εξημερώθησαν έξωθεν της Άνδρου, και την γ' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου εναυμάχησαν μεταξύ της νήσου ταύτης και του Καφηρέως. Αμφιρρεπής εφαίνετο η μάχη μέχρι πολλού, αλλ' οι Έλληνες έβαλαν επί τέλους εις αταξίαν την εχθρικήν μοίραν, διαρρήξαντες την δεξιάν πτέρυγά της. Επί της αταξίας δε ταύτης, παρατηρήσας ο Σαχτούρης ότι μία φρεγάτα έπλεεν υπήνεμος και μακράν των λοιπών πλοίων, και ότι εφαίνοντο εσπασμένα τα κατάρτιά της, επέπλευσε συνοδευόμενος υπό δύο πυρπολικών, του Ματρόζου και του Μουσιού. Εμπόδια ηύραν τα τρία ταύτα πλοία κατά τον πλουν, απαντήσαντα μίαν φρεγάταν και μίαν κορβέτταν· αλλά τα υπερέβησαν, επλησίασαν την παθούσαν φρεγάταν, επέπεσαν τα δύο πυρπολικά και την εφλόγισαν. Η φρεγάτα αύτη, 66 κανονίων και η ογκωδεστέρα της μοίρας, ήτον η ναυαρχίς, αλλ' επί του παθήματός της ευρέθη ο ναύαρχος εν άλλω πλοίω· έφερε δε σχεδίας εις άλωσιν του Μεσολογγίου, πάμπολλα πολεμεφόδια και το γλωσσόκομον. Μετά 10 λεπτά αφ' ού εφλογίσθη, διεσκορπίσθη, και οι εμπλέοντες 800, εν οίς 150 πυροβολισταί, απωλέσθησαν όλοι· απωλέσθησαν και 3 πυρποληταί και επληγώθησαν 4. Τα ελληνικά πλοία διέρρηξαν μετ' ολίγον και την άλλην πτέρυγα της εχθρικής μοίρας, και ο πυρπολητής Μπούτης, ιθύνας και αυτός ευστόχως το πυρπολικόν του εις μίαν κορβέτταν 34 κανονίων, την έκαυσεν αύτανδρον· τότε και τα της μιας και τα της άλλης πτέρυγος πλοία του εχθρού διεσκορπίσθησαν, καί τινα μεν αυτών, εν οίς και το φέρον τον καπητάμπασαν διεσώθησαν την 27 εις Σούδαν, 20 δε άλλα κατέφυγαν υπό την Κάρυστον, μία δε κορβέττα καταδιωκομένη υπό δυο ελληνικών βρικίων, έπεσαν εις τους βράχους της Σύρας και εκάη παρά των εν αυτή, ο δε πλοίαρχος και το πλήρωμα, ως 200, εν οίς και 25 Ευρωπαίοι, παρεδόθησαν εις τους κατοίκους της Σύρας, οίτινες, φοβούμενοι μάλλον ή φοβούντες τους επ' ελπίδι σωτηρίας καταφυγόντας, εξήλθαν εις προϋπάντησίν των υπό λευκήν σημαίαν. Ο όχλος εκακοποίησε τους Ευρωπαίους και εσκότωσέ τινας των Τούρκων οι δε λοιποί μετεκομίσθησαν εις Ύδραν. Συνελήφθησαν δ' επί της ναυμαχίας ταύτης 5 φορτηγά υπό αυστριακήν σημαίαν φέροντα πυρίτιδα, κανόνια και άλλα πολεμικά είδη εις χρήσιν των πολιορκητών του Μεσολογγίου. Τα ελληνικά πλοία, παρακολουθούντα τα εχθρικά, απήντησαν την 23 κάτωθεν της Μήλου τα υπό τον Μιαούλην, εχαιρετήθησαν, ηνώθησαν όλα, και εισέπλευσαν αυθημερόν τον λιμένα της Μήλου, 70 τον αριθμόν. Η κατά θάλασσαν αύτη νίκη επανηγυρίσθη λαμπρώς την 24 εν Ναυπλίω.
1825
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'.
Αποτυχία της εκστρατείας Κουντουριώτου. — Αμνηστία ανταρτών. — Μάχη κατά την θέσιν Μανιάκι — Κινήματα Ιβραήμη εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου και συγκρούσεις — Ο Χαμιλτών εν Ναυπλίω — Παθήματα Ελλήνων και επάνοδος Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν. — Ο Φαβιέρος αρχηγός του τακτικού. — Κατορθώματα Ελλήνων. — Ατυχής απόπειρα εις άλωσιν Τριπολιτσάς. — Ανταλλαγή αιχμαλώτων — Απόπειρα δολοφονίας Ιβραήμη.
ΤΑ αλλεπάλληλα κατορθώματα του Ιβραήμη εφόβησαν μεγάλως τους Έλληνας. Τα στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος ανεχώρησαν όλα εκ Πελοποννήσου· η Πελοπόννησος δεν εκινείτο· αι επαρχίαι της εζήτουν τους εν Ύδρα φυλακισθέντας αρχηγούς των, και οι σχετικώτεροι αυτών, θεωρούντες την πρόοδον του εχθρού ως συντελούσαν εις την απολύτρωσίν των, δεν εδυσχέραιναν. Ο εχθρός αυτών Κουντουριώτης δεν ευδοκίμησεν επί της εκστρατείας του, και όχι μόνον δεν ήτον, ως άλλοτε, επίφοβος προς τους αντιπάλους του, αλλ' ούτε καν ασφαλής. Καθήμενος εν Σκάλα ανεκάλυψεν ότι συγγενείς των ανταρτών εμελέτων να τον αφαρπάσωσι και να μη τον απολύσωσιν ειμή επί τη απολύσει των συγγενών των· διέφθειραν δε καί τινας της φρουράς του. Τόσον δε εφοβήθη ανακαλύψας τα μελετώμενα, αψευδή μεν αλλ' ευδιασκέδαστα, ώστε μετέβη αίφνης εις Καλαμάταν, και εμβάς εις πλοίον κατέφυγεν εις Ναύπλιον αφήσας τα πάντα εις ταραχήν και εις απελπισίαν.
Αλλ' όσον ο λαός της Πελοποννήσου εδυσφόρει διά την απουσίαν και την καταδρομήν των αρχηγών του, τόσον το νομοτελεστικόν κατεγίνετο πώς να τους εξοντώση. Διέφυγαν τας χείρας του οι δύο κινδυνωδέστεροι εχθροί του, οι Ανδρέαι, και περί πολλού έχον την χείρωσίν των πριν τιμωρήση τους άλλους, διέταξε τον Τσόγκαν, να τους στείλη υπό ασφαλή συνοδείαν εις Ναύπλιον. Αλλ' ο διαταχθείς δεν υπήκουσε διά τας προς αυτούς σχέσεις του και τους εφυγάδευσεν εις Κάλαμον προφασισθείς, ότι δεν εδύνατο να τρέφη πλέον αυτούς και τους εκατόν ακολούθους των. Ο λόγος ούτος, και αληθής αν ήτο, δεν απήλλαττε της ευθύνης τον Τσόγκαν, διότι, παραλαβών αυτούς υπό τω όρω να τους φυλάξη και στείλη εις την κυβέρνησιν, αν εζητούντο, ώφειλεν, αν δεν εδύνατο να τους τρέφη, να ειδοποιήση την Αρχήν της Δυτικής Ελλάδος, ή να τους παραδώση· αλλ' αυτός, πεποιθώς επί την μάχαιράν του, έβαλεν εις πράξιν ό,τι η καρδία του τω υπηγόρευσε, παραβάς τα προς την κυβέρνησιν καθήκοντά του. Η κυβέρνησις, μαθούσα το γεγονός, έσπευσε να παρακαλέση την ιόνιον κυβέρνησιν ν' αποπέμψη τους εις την γην αυτής καταφυγόντας· απεπέμφθησαν, αλλά πλήρεις θάρρους ήλθαν αυτοπροαίρετοι εις Πελοπόννησον, και μη δηλώσαντες τον τόπον της διατριβής των έγραψαν τη βουλή ότι έτοιμοι ήσαν να συναγωνισθώσι κατά του δεινού και ευτυχούς εχθρού της πατρίδος· παρεμέρισαν δε προς καιρόν έν τινι χωρίω πλησίον του Λάλα. Εκεί, γενομένου λόγου περί της προ δύο μηνών αποβάσεως του Ιβραήμη και περί του επικειμένου κινδύνου, επανέλαβεν ο Ζαήμης εις δικαιολογίαν του ερχομού του ό,τι εκήρυξεν άλλοτε διά της προς την συνέλευσιν της Δυτικής Ελλάδος επιστολής του, δηλαδή, ότι «ωρκίσθη ν' αποθάνη επί της φίλης πατρίδος μαχόμενος υπέρ αυτής». Κατεταράχθη η κυβέρνησις ακούσασα, ότι οι μέχρι θανάτου καταδιωκόμενοι εχθροί της ετόλμησαν να πατήσωσι το έδαφος της Πελοποννήσου, και διέταξε τους εν ταις επαρχίαις υπαλλήλους της να τους συλλάβωσιν, όπου και αν ευρίσκοντο, και στείλωσιν ασφαλώς εις την κυβέρνησιν· αλλά τα πολεμικά συμβάντα υπερίσχυσαν της διαταγής της, και όχι μόνον οι διαταχθέντες δεν τους συνέλαβαν, αλλ' όλοι επί των αλλεπαλλήλων αποτυχιών των Ελλήνων εμέμφοντο τους κυβερνώντας ως αναξίους, εθεώρουν τους καταδιωγμένους ως σωτήρας, και αυξανομένου του κακού, υψώθη φωνή υπέρ αυτών από άκρου έως άκρου της Πελοποννήσου. Ίσχυσεν η φωνή του λαού παρά τη βουλή τη πάντοτε επιεικώς πολιτευομένη προς τους Ανδρέας, ίσχυσεν επί τέλους η υπέρ αυτών φωνή της βουλής παρά τω νομοτελεστικώ, και την 18 μαΐου υπεγράφη γενική και πλήρης αμνηστία, απελύθηκαν οι εν Ύδρα, και παρόντων αυτών και όλων των μελών της κυβερνήσεως και πλήθους λαού εψάλη την 19 δοξολογία εν Ναυπλίω, εξεφωνήθη λόγος υπέρ ομονοίας, ανεγνώσθη το κήρυγμα της αμνηστίας, ανεδείχθη αυθημερόν ο Κολοκοτρώνης γενικός αρχηγός της Πελοποννήσου, παρέλαβεν όσους ηύρεν εν Ναυπλίω προθύμους να τον ακολουθήσωσι και εξήλθε την επαύριον επί στρατολογία εις τας επαρχίας. Τοιουτοτρόπως οι μεν προ ολίγου αποκηρυχθέντες και μέχρι θανάτου καταδιωχθέντες ως ολετήρες της πατρίδος εθωρήθησαν ως σωτήρες αυτής· οι δε καταδιώκται αυτών νομοτελεσταί, οι διά της σπατάλης του δημοσίου πλούτου υπερισχύσαντες, κατησχύνθησαν.
Εν τούτοις, ο Ιβραήμης, πριν προχωρήση εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου μετά την πτώσιν του Νεοκάστρου, έκρινεν αναγκαίον να μη αφήση όπισθεν του εχθρούς· και μαθών ότι κατά την μεταξύ Αρκαδίας και Νεοκάστρου προς ανατολάς θέσιν Μανιάκι ήσαν πολλοί Έλληνες, επεστράτευσε. Πολλοί τω όντι εκ διαφόρων μερών της Πελοποννήσου συνήχθησαν εις την θέσιν εκείνην διά προτροπής του Δικαίου· αλλ' εγγίζοντας του κινδύνου εξακόσιοι μόλις απέμειναν υπ' αυτόν, τον Κεφάλαν, τον Καπητανάκην και τον Βοϊδήν. Την 19 τρισχίλιοι Αιγύπτιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Ιβραήμην κατέλαβαν την Σκάρμιγκαν, χωρίον πλησίον του Μανιακίου, την δε επαύριον ώρμησαν εις τα οχυρώματα των Ελλήνων. Ως λέοντες επολέμησαν οι ολίγοι Έλληνες, υπερτριακοσίους εχθρούς κατά γης έρριψαν, αλλ' ηφανίσθησαν κατά κράτος και αυτοί, και απέθαναν και οι τέσσαρες αρχηγοί των. Εθαύμασε την ανδρίαν των τεσσάρων αρχηγών και κατ' εξοχήν του Δικαίου ο Ιβραήμης, ειπών ότε έφεραν την κεφαλήν ενώπιόν του, «αμαρτία να χαθή τοιούτος πολέμαρχος». Εν πολλοίς υπενθύμιζεν ο πολέμαρχος ούτος τον ασυνεπή χαρακτήρα του Αλκιβιάδου, άλλοτε εν τρυφαίς και άλλοτε εν κακουχίαις ημερονυκτίζων, και πάντα μεν τα άλλα δεύτερα της φιλαυτίας του ως ο Αλκιβιάδης λογιζόμενος, αλλ' υπέρ εκείνον αγαπών την πατρίδα.
Την δε επαύριον της μάχης, άλλο τάγμα Αιγυπτίων επάτησε την Αρκαδίαν και την ελεηλάτησεν, αλλ' ολιγώτατοι των κατοίκων της συνελήφθησαν ή εφονεύθησαν, διότι μαθόντες τον αφανισμόν των εν Μανιακίω έφυγαν όλοι συν γυναιξί και τέκνοις, οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης. Και ο μεν εχθρικός στρατός επανήλθεν εις τα φρούρια, ιππείς δέ τινες διεσπάρησαν εις Μεσσηνίαν, και κατήντησαν καίοντες και λεηλατούντες και εις Μικρομάνην. Μετ' ολίγας δε ημέρας εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης εις Καλαμάταν. Δισχίλιοι οπλοφόροι, οι πλείστοι Μανιάται, ήσαν εν αυτή και όλοι την εγκατέλειπαν και έφυγαν. Κυριεύσας ο Ιβραήμης αμαχητί την πόλιν την 28, την έκαυσεν, εκυρίευσε και έκαυσε και το Νησί, και τας Κυτριάς, και τον Αρμυρόν, και επανήλθεν εις Μοθώνην.
Εν τούτοις, καθ' ας ο Κολοκοτρώνης εξέδωκε διαταγάς, συνήχθησαν λήγοντος του μαΐου εις το Μακρυπλάγι τρισχίλιοι οπλοφόροι· συνήχθησαν και χίλιοι εις Τσαμί, θέσιν μίαν ώραν απέχουσαν των στενών του Λεονταρίου· σκοπός δε αυτών ήτο να εμποδίσωσι τους Αιγυπτίους του να προχωρήσωσιν εις Τριπολιτσάν. Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως εδυναμώθησαν αι θέσεις αύται, εκινήθη ο Κολοκοτρώνης προς την Πολιανήν εις προκαταλαβήν της δυσβάτου και κρημνώδους οδού της Σορόκας·
Ιούνιος αλλά προλαβόντες οι Αιγύπτιοι διήλθαν την 1 Ιουνίου, και εκυρίευσαν την Πολιανήν. Τούτου δε γενομένου, συνήλθαν επί προσκλήσει του Κολοκοτρώνη τα κατά το Μακρυπλάγι στρατεύματα εις Άκωβον μίαν ώραν από της Πολιανής και κατέλαβαν και την οχυράν θέσιν της Δραμπάλας και το Διρράχι. Την δε 6 εστράτευσαν οι Αιγύπτιοι επί τους εν Δραμπάλα, ήλθαν επιβοηθοί τούτων οι εν Διρραχίω και επολέμησαν όλην την ημέραν, καθ' ην ετράπησαν οι Λακεδαιμόνιοι εις φυγήν, πληγωθέντος εις το πρόσωπον του γενναίου αυτών αρχηγού Γεωργάκη Γιατράκου· δεν έπαυσαν δε πολεμούντες όλην την νύκτα. Την δε επαύριον έστησαν οι εχθροί κανόνια, υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν την πηγήν, όθεν υδρεύοντο οι Έλληνες, και τους ηνάγκασαν να υποχωρήσωσι την νύκτα οι μεν εις Τουρκολέκα, οι δε εις Καρύταιναν. Κατά την διήμερον δε ταύτην μάχην 30 Έλληνες εφονεύθησαν και 70 επληγώθησαν· πλειότεροι δε ήσαν οι παθόντες Τούρκοι ως πολεμούντες τους εντός οχυρωμάτων ανώχυροι. Την δ' επιούσαν επροχώρησαν οι Αιγύπτιοι ανεμποδίστως καίοντες καθ' οδόν, και την 10 εισήλθαν εις Τριπολιτσάν, όπου δεν ηύραν ψυχήν. Επρόκειτο να καύσωσιν οι Έλληνες την πόλιν, αλλ' η αιφνίδιος εισβολή δεν τοις έδωκε καιρόν μη δε τα αναγκαιότερα πράγματά των να εξαγάγωσιν.
Αφ' ού δε ανεπαύθησαν τα στρατεύματα, εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης προς το Ναύπλιον αφήσας ικανήν φρουράν εν Τριπολιτσά. Κατετάραξεν η εκστρατεία αύτη την ελληνικήν κυβέρνησιν. Πρό τινων ημερών εφημίζετο ότι το Ναύπλιον θα παρεδίδετο δι' επιβουλής· συνελήφθη δε καί τις Τούρκος, υποκρινόμενος τον Έλληνα, εν ώ εισήρχετο εις Ναύπλιον, και ευρέθη ανεπίγραφος και ανυπόγραφος επιστολή παρ' αυτώ, δι' ης εζητούντο πληροφορίαι περί της καταστάσεως του φρουρίου· υπελήφθησαν δε ως κατάσκοποι του Μεχμέτ- Αλή τινές των εν Σύρα εμπόρων και κυρίως ο εν Ναυπλίω Γεώργιος Ορφανίδης και εφυλακίσθησαν· αλλά δικασθέντες και αναδικασθέντες ηθωώθησαν. Ένοχος αδίκως υπελήφθη και ο Κωλέττης, μέλος του νομοτελεστικού, διά τας προς τον Ορφανίδην στενάς σχέσεις του. Πλήρης δε υποψιών η βουλή ανεδέχθη τα περί της ασφαλείας του φρουρίου και διηρέθη εις διάφορα τμήματα· και τα μεν των μελών της ετάχθησαν εις προμήθειαν των αναγκαίων του πολέμου και εις επισκευήν των εν κακίστη καταστάσει υποστατών, τα δε εις εύρεσιν τροφών, και άλλα εις φύλαξιν των πυλών της πόλεως και επαγρύπνησιν των κανονοστασίων· διωρίσθησαν δε και τρεις βουλευταί ίνα παρευρίσκωνται παρά τω νομοτελεστικώ εις αυστηράν εφορίαν και διεύθυνσιν κατά το δοκούν των εργασιών του. Ανεξικάκως υπέστη το νομοτελεστικόν το δείγμα τούτο της προς αυτό δυσπιστίας της βουλής, και επί τη προτάσει των επί της κοινής ασφαλείας τριών βουλευτών, προθεμένων προ παντός άλλου την εξασφάλισιν του Παλαμηδίου, ανεβιβάσθησαν αυθημερόν 200 τακτικοί υπό τον Ρόδιον. Ασφαλισθέντων τοιουτοτρόπως οπωσούν των φρουρίων και γενομένης σκέψεως και περί της εξασφαλίσεως των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, έτρεξαν αυθόρμητοι εις υπεράσπισιν αυτών ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, ο Μακρυγιάννης, και ο ιδιωτεύων προ πολλού και πρόθυμος πάντοτε εν κινδύνοις Υψηλάντης. Ούτοι, παραλαβόντες εκ του προχείρου 300, ετοποθέτησαν τους μεν εν ταις αποθήκαις, τους δε εν τω τοιχοκλείστω παρακειμένω κήπω. Η θέσις των Μύλων ήτον αναγκαία εις διατήρησιν του Ναυπλίου, διότι και πάμπολλαι ήσαν εκεί τροφαί, και τα εις χρήσιν της πόλεως γεννήματα εκεί ηλέθοντο, και εκείθεν θα μετεκομίζετο το νερόν, αν εκόπτοντο τα υδραγωγεία της.
Ελλιμένιζε ταις ημέραις εκείναις έμπροσθεν των Μύλων η γαλλική ναυαρχίς· ο ναύαρχος Δεριγνής καί τινες των αξιωματικών ήλθαν εις λόγους μετά του Υψηλάντου περί των ενεστώτων πραγμάτων. Ειπόντος δέ τινος ότι ο επικείμενος αγών ήτον επικίνδυνος, «ή θα νικήσωμεν σήμερον», απεκρίθη ο γενναίος Υψηλάντης, «ή θ' αποθάνωμεν». Αλλά τόσον επικίνδυνος ο αγών δεν ήτο, διότι οι Μύλοι ήσαν παράλιοι, και παρήσαν ελληνικαί κανονοφόροι, ώστε και βοήθειαν παρ' αυτών ηδύναντο πολεμούντες οι Έλληνες να λάβωσι, και νικώμενοι είχαν πώς και πού να σωθώσιν. Εν τούτοις οι εχθροί καταβαίνοντες από της Τριπολιτσάς, ήλθαν έμπροσθεν των Μύλων την 13 περί την μεσημβρίαν, και οι μεν επροχώρησαν αυθημερόν προς το Άργος, οι δε απέμειναν εις άλωσιν αυτών· και πρώτον μεν ιππείς, κατόπιν δε πεζοί ώρμησαν εις τους φυλάσσοντας αυτούς, προκινδυνεύοντος του Ιβραήμη, αλλ' απεκρούσθησαν· ήσαν δε ολίγοι οι εφορμήσαντες, διότι τα παρακείμενα άβατα έλη εμπόδιζαν την εφόρμησιν πολλών. Διαρκούσης δε της μάχης, έρριψαν οι εχθροί μέρος του τοίχου του κήπου και εισήλθαν καί τινες εις αυτόν· αλλ', εν ώ ητοιμάζοντο να εισέλθωσι διά του ρήγματος και άλλοι, δεκαπέντε Έλληνες και φιλέλληνες υπό τον Μακρυγιάννην, ρίψαντες κατά γης τα τουφέκια και γυμνώσαντες τα ξίφη, ώρμησαν ιαχούντες επί τους προεισελθόντας, τους απεδίωξαν, και διετήρησαν την θέσιν εκείνην. Διαρκούσης δε της μάχης, ήλθαν εκ Ναυπλίου επιβοηθοί ο λόχος των ευζώνων υπό τον Κάρπον και άλλοι μη τακτικοί, και ούτως έγεινεν η κρίσις του μέχρι της ώρας εκείνης αμφιρρεπούς αγώνος· περί δε την δύσιν του ηλίου έπαυσεν η μάχη, και οι εχθροί ώδευσαν προς το Άργος κατησχυμένοι, 50 ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες· εφονεύθησαν δε και εκ των Ελλήνων 4, εξ ών ο είς φιλέλλην, και 4 ή 5 επληγώθησαν, εν οίς και ο Μακρυγιάννης εις την δεξιάν χείρα, όστις μετακομισθείς εις την γαλλικήν ναυαρχίδα ηύρε πάσαν περιποίησιν. Οι εχθροί διενυκτέρευσαν εν Άργει, το έκαυσαν την επαύριον, έκαυσαν και τα πλησίον χωρία, και την επιούσαν τινές του ιππικού επροχώρησαν εντός βολής κανονίου προς το Ναύπλιον. Απερίγραπτος ήτον η ταραχή και η αμηχανία των εν αυτώ. Τόσα πλήθη προσφύγων ήσαν συσσωρευμένα και τόση σπάνις τροφής και ποτού επεκράτει, ώστε θα εκυριεύετο η πόλις, αν οι εχθροί την επολιόρκουν ολίγας ημέρας διά ξηράς και θαλάσσης. Φανέντος του εχθρού έξωθεν των τειχών, εξήλθαν εις συνάντησίν του 70 ιππείς αναβάντες τους εντός του Ναυπλίου ιδιωτικούς ίππους. Συνεξήλθαν καί τινες Κρήτες πεζοί, και συναντήσαντες τους εχθρούς εις Τύρινθα ηκροβολίσθησαν· αλλ' οι Αιγύπτιοι, μη όντες προετοιμασμένοι εις πολιορκίαν, και καταβάντες ίσως επ' ελπίδι, ως ελέγετο και επιστεύετο, επιβουλής και αποτυχόντες επανήλθαν εις Άργος αυθεσπερί.
Καθ' ήν δε ημέραν κατέβαινεν ο Ιβραήμης εις την Αργολίδα, εδόθη γράμμα τω γενικώ γραμματεί του νομοτελεστικού Μαυροκορδάτω ανεπίγραφον, φέρον την υπογραφήν του Χαμιλτώνος, και λέγον «je viens (έρχομαι)»· ο δε εγχειρίσας το γράμμα Αντώνης Μήλιος, ποδότης του υπό τον Χαμιλτώνα πλοίου, είπεν, ότι πλέων ο μοίραρχος Άγγλος έμπροσθεν των Σπετσών έμαθε τα κατά την Αργολίδα, και επειδή δια την επικρατούσαν νηνεμίαν δεν ημπόρει να φθάση ταχέως η φρεγάτα, έστειλε το γράμμα ως πρόδρομόν του. Τω όντι μετ' ολίγας ώρας έφθασε και αυτός επί της Καμβρίας έχων εν τη συνοδία του μίαν άλλην φρεγάταν και μίαν κορβέτταν.
Ο ανήρ ούτος εκέρδισεν εξ αρχής του αγώνος τας καρδίας των Ελλήνων διά της φιλελληνικής διαγωγής του· ολίγοι αλλ' εμβριθείς ήσαν οι λόγοι του· βαρύ αλλά καλοκάγαθον το ήθος του· πλήρης ανοχής η προς τους Έλληνας διαγωγή του, και σωτήριοι αι συμβουλαί του. Τοιούτον φίλον ιδόντες οι Έλληνες εν μέσω αυτών την κρίσιμον εκείνην ώραν εχάρησαν. Επεκράτει δε και ιδέα, σφαλερά μεν, αλλ' ωφέλιμος, ότι είχε παραγγελίαν να υψώση επί του Παλαμηδίου την αγγλικήν σημαίαν εν ώρα κινδύνου. Ο Χαμιλτών έφερε τα πλοία του εις τον ενδότερον λιμένα του Ναυπλίου προς υπεράσπισιν δήθεν της πόλεως, εξήλθεν εν συνοδία πολλών αξιωματικών, είπε λόγους θαρρυντικούς και μυστηριώδεις, και εβεβαίωσε την κυβέρνησιν ότι δεν ανεχώρει εν όσω εκινδύνευεν η πόλις· μετά ταύτα υπήγεν εις έντευξιν του έξωθεν του Ναυπλίου Ιβραήμη και επανήλθεν εις τον λιμένα. Η διαγωγή του αύτη παρηγόρησε μεγάλως τους Έλληνας.
Διανυκτερεύσας δε ο Ιβραήμης εν Άργει, ανεχώρησε την επαύριον πανστρατιά εις Τριπολιτσάν. Προκατέλαβαν οι περί τον Κολοκοτρώνην το Παρθένι και τον Γύρον εις αντίστασιν, αλλ' ιδόντες πλησιάζοντα τον εχθρόν, ανεχώρησαν, οι δε Αιγύπτιοι εισήλθαν την 17 αυγούστου εις Τριπολιτσάν ατουφέκιστοι.
Διαρκούσης δε της εχθρικής ταύτης επιδρομής, παρατηρήσαντες οι εν Πάτραις Τούρκοι ότι η εις Βοστίτσαν άγουσα αφέθη αφύλακτος, απέστειλαν 250 ιππείς προς την πόλιν ταύτην· εφάνησαν ταυτοχρόνως προς τα παράλια εκείνα καί τινα πλοία τουρκικά. Καταθορυβηθέντες οι κάτοικοι της και οι εν αυτή ολίγοι στρατιώται, ως μη προειδοποιηθέντες υπό των παρά τη οδώ σκοπών, ετράπησαν όσοι επρόφθασαν εις φυγήν. Οι Τούρκοι εισήλθαν αμαχητί, εφόνευσάν τινας, έκαυσαν οικίας, και κλίναντος του ηλίου ανεχώρησαν απάγοντες αιχμαλώτους και λάφυρα.
Εν τοσούτω, αφ' ού οι Αιγύπτιοι επανήλθαν εις Τριπολιτσάν, οι Έλληνες συνήλθαν πανταχόθεν της Πελοποννήσου εις τα πέριξ της πόλεως εκείνης προς αποκλεισμόν. Οι Καρυτινοί κατέλαβαν το Χρυσοβίτσι και την Πιάναν, οι Αργείοι και οι Τριπολιτσιώται τα Τσιπιανά, δι Καλαβρυτινοί, οι Βοστιτσάνοι, οι Κορίνθιοι και οι περί τον Νικήταν το Λεβίδι, οι Ανδρουσανοί τα Μακρυπλάγι, οι δε Αγιοπετρίται, οι Μονεμβασίται και οι Λάκωνες διέμειναν εν Βερβένοις, όπου και ο Υψηλάντης· ήσαν δε όλοι περίπου δεκακισχίλιοι. Εν ώ δε κατείχαν τας θέσεις ταύτας εις πολιορκίαν της Τριπολιτσάς, έμαθαν ότι νέα εχθρική δύναμις ήτοιμάζετο ν' αναβή εκ των μεσσηνιακών φρουρίων εις την πόλιν ταύτην, και απεφάσισαν επί τη προτάσει του Κολοκοτρώνη να προσβάλωσι την ενεστώσαν πριν φθάση εκείνη· και οι μεν περί τον Ζαήμην, τον Λόντον, τον Νικήταν, και τον Νοταράν παρηγγέλθησαν να τοποθετηθώσι προς την επάνω Χρέπαν, όπου και ο Κολοκοτρώνης, οι δε περί τον Γενναίον, Δηληγιάννην και Παπατσώνην όπου τα παλαιά οχυρώματα των Τρικόρφων, οι δε περί τον Πλαπούταν και τον Κρίτσαλην εν Βαλτετσίω· ειδοποιήθησαν και οι εν Βερβένοις περί του σχεδίου· την δε νύκτα της 23 εκινήθησαν όλοι προς τας θέσεις των. Ο Ιβραήμης, ιδών την αυτήν νύκτα πολλά πυρ προς την επάνω Χρέπαν, υπώπτευσε και έσπευσε να στείλη έν τάγμα, πρωίας γενομένης, ίνα καταλάβη τα οχυρώματα των Τρικόρφων, αλλ' έν και μόνον κατέλαβε, διότι οι περί τον Γενναίον και Παπατσώνην επρόφθασαν και κατέλαβαν τα δύο στήσαντες και άλλα επί τινων υψωμάτων εκ του προχείρου· και αριστερά μεν κατετάχθησαν οι περί τον Νοταράν, όπισθεν δε αυτών οι περί τους Πετμεζάδας, τον Λεχουρίτην και τον Σολιώτην.
Αρξαμένης δε της μάχης επί των Τρικόρφων, εξεστράτευσε πανστρατιά ο Ιβραήμης προς εκείνο το μέρος, έστησε μίαν βομβοβόλον και δύο κανόνια, και προσέβαλλεν αδιακόπως τα δύο μεγάλα οχυρώματα. Γενναίως αντείχαν οι εν αυτοίς Έλληνες αναμένοντες βοήθειαν. Ήλθαν αντιλήπτορες αυτών οι εν Βαλτετσίω, αλλ' αντεκρούσθησαν υπό του ιππικού και ετράπησαν. Εν τοσούτω, οι εντός των δύο οχυρωμάτων, αν και αβοήθητοι, επέμεναν πολεμούντες και ευτυχώς απέκρουαν τους εφορμώντας εχθρούς φονεύοντες πολλούς αυτών. Ιδών δε ο Ιβραήμης, ότι αδύνατον να κυριεύση τα οχυρώματα εξ εφόδου, παρέλαβε το πλείστον μέρος του στρατού, ανέβη όπισθεν αυτών, και εξετέθη αφόβως εν μέσω του πυρός των περί ων ο λόγος οχυρωμάτων κάτωθεν, και των άλλων των Καλαβρυτινών άνωθεν. Το τολμηρόν τούτο κίνημα των εχθρών επέτυχεν. Οπλαρχηγός τις των Ρογών της επαρχίας Καλαβρύτων, Γιάννης Ροΐδης, ετράπη πρώτος φοβηθείς. Ετράπησαν μετ' αυτόν και οι λοιποί Καλαβρυτινοί. Τους Καλαβρυτινούς εμιμήθησαν οι υπό τον Νοταράν και οι λοιποί οι κατέχοντες τα υψηλότερα οχυρώματα, άτινα εκυρίευσαν οι εχθροί. Βλέποντες τότε οι υπό τον Γενναίον και Παπατσώνην ότι, κυριευθέντων των επάνωθεν αυτών οχυρωμάτων, εκινδύνευαν όλοι απεφάσισαν να φύγωσιν· αλλ' η φυγή δεν ήτον ασφαλής, διότι εκυκλώθησαν υπό των εχθρών. Πρώτος ώρμησεν εις φυγήν ο Παπασταθόπουλος Λαγκαδινός, αλλ' εφονεύθη· κατόπιν αυτού έφυγαν οι λοιποί όλοι. Οι Αιγύπτιοι τους κατεδίωξαν φεύγοντας· 200 Έλληνας εφόνευσαν κατά την μάχην ταύτην, εν οίς και τον Παπατσώνην, τον και προ της φυγής πληγωθέντα εντός του οχυρώματος, τον Γεώργιον Δημητρακόπουλον, τον Νικολόν Ταμβακόπουλον καί τινας άλλους υποπλαρχηγούς. Μόλις δε διεσώθη ο Κολοκοτρώνης καθήσας επί τινος αχθοφόρου ημιόνου ευρεθέντος καθ' οδόν επί της φυγής του.
Μετά δε την φθοροποιάν ταύτην τροπήν οι μεν Αιγύπτιοι διεχύθησαν εις τα πέριξ της πόλεως, ωχύρωσαν τους μύλους Δαβιάς, Πιάνας και Ζαράκοβας, και ετοποθέτησαν στρατεύματα όπου αλλού έπρεπε προς διατήρησιν των μύλων και της ελευθέρας κοινωνίας αυτών και της πόλεως. Οι δε εχθροί των συνήλθαν εις Αλωνίσταιναν, και αφήσαντες εκεί 500 ως προφυλακήν, διέβησαν εις Διμιτσάναν, και εκείθεν εις Μαγούλιανα όπου και ωχυρώθησαν.
Ιούλιος Εν τω μεταξύ δε τούτω, οι περί τον Υψηλάντην, παρατηρήσαντες, ότι οι εχθροί περιήρχοντο την πεδιάδα αφόβως, κατέλαβαν την νύκτα της 7 Ιουλίου τας Ρίζας και την Πιαλήν και παρεφύλατταν. Εξήλθαν οι εχθροί κατά την συνήθειάν των την επιούσαν και πεσόντες απροφύλαχτοι εις τους ενεδρεύοντας έπαθαν. 30 εζωγρήθησαν και ισάριθμοι σχεδόν εφονεύθησαν· εφονεύθησαν δε και εκ των Ελλήνων οι οπλαρχηγοί Γκέγκας και Πολυχρόνης. Μετά δύο δε ημέρας 200 Αιγύπτιοι, περιφερόμενοι επί λεηλασία, επροχώρησαν εις Αλωνίσταιναν αγνοούντες ότι εκεί ήσαν Έλληνες, έπεσαν αιφνιδίως εις το μέσον αυτών, εφονεύθησάν τινες και εζωγρήθησαν τέσσαρες. Την δε 15 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης επί τους κατέχοντας την Αλωνίσταιναν και τα Μαγούλιανα Έλληνας, και τους έτρεψεν όλους μόνον ακουσθείς· εκινδύνευσε δε να συλληφθεί και ο Γενναίος. Ο Ιβραήμης έβαλε πυρ εις τα χωρία εκείνα και είς τινα άλλα, εν οίς και τα Λαγκάδια, διήρπασεν αγέλας, ηχμαλώτευσε χιλίας ψυχάς, επανήλθεν εις Τριπολιτσάν, και απέστειλε πολυάριθμον άλλο σώμα εις συγκομιδήν των γεννημάτων της επαρχίας Καρυταίνης και εις αιχμαλωσίαν. Το σώμα τούτο επροχώρησεν εις τα ορεινά χωρία Δραγομάνου, Καρυών και Κρομποβού, αλλ' απεκρούσθη και έπαθεν· επάτησε και το Ίσαρι· εκατόν των εν αυτώ, κλεισθέντες εν τη εκκλησία, επολέμησαν όλην την ημέραν, και εξορμήσαντες ξιφήρεις μεσούσης της νυκτός διεσώθησαν, εκτός ενός φονευθέντος και ενός πληγωθέντος. Οι εχθροί έκαυσαν το χωρίον την επαύριον, και επανήλθαν εις την πεδιάδα της Καρυταίνης, αρπάζοντες και φθείροντες.
Την δε 27 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης επί τους εν Βερβένοις, διέλυσε και αυτούς διά του ήχου μόνου των σαλπίγγων, επανήλθεν αυθημερόν εις Τριπολιτσάν, και αφήσας εκεί ικανήν φρουράν υπό τον Χουσεήμπεην, τον από Κρήτης προ ολίγου μετακομίσαντα εις τα μεσσηνιακά φρούρια και εκείθεν εις Τριπολιτσάν νέα στρατεύματα, ανεχώρησε την 1 αυγούστου εις Μεσσηνίαν λεηλατών καθ' οδόν και καταστρέφων διερχόμενος δε την επαρχίαν του Λεονταρίου, άφησε τρισχιλίους ως σκοπιάν κατά το Ίσαρι.
Μετ' ολίγας δε ημέρας της εις Μεσσηνίαν καταβάσεώς του, επιστάντας του τρύγου των σύκων, υπερτρισχίλιοι Έλληνες, φύρδην μίγδην συναχθέντες, έπεσαν εις Νησί, όπου εστάθμευαν τρεις λόχοι εχθρών, εφόνευσαν όλους σχεδόν, φονευθέντων και 50 εξ αυτών, και συγκομίσαντες τα σύκα επανήλθαν εις τα ίδια.
Αι επανειλημμέναι αποτυχίαι των ατάκτων στρατιωτών αντιπαραταττομένων προς τακτικούς απέδειξαν πασιφανώς, ότι αδύνατον να ευδοκιμήσωσιν οι Έλληνες όχι μόνον διά την υπεροχήν των λογχοφορούντων, αλλά και διά την ευπείθειαν, την ευταξίαν και την οικονομίαν των. Τόσον δε η απείθεια, η αταξία και η κατάχρησις του ελληνικού στρατιωτικού εκορυφώθησαν εκείναις ταις ημέραις εξ αιτίας των εμφυλίων πολέμων παρασυρόντων τους ενεχομένους εις παν είδος ακολασίας, ώστε το νομοτελεστικόν το απεκάλει λυμεώνα της πατρίδος (α).
Τοιαύτης ούσης της καταστάσεως του στρατιωτικού της Ελλάδος, έστρεψε σπουδαίως η κυβέρνησις την προσοχήν της εις εισαγωγήν ξένου υπομισθίου τακτικού και έδωκε τη εν Λονδίνω επιτροπή διαταγάς προς εύρεσιν ειδικού δανείου πεντακοσίων χιλιάδων λιρών εις ταχείαν αποστολήν τετρακισχιλίων αλλοδαπών τακτικών, εις προμήθειαν των αναγκαίων, και εις μίσθωσιν και διατήρησίν των. Αλλ' ο κίνδυνος ήτον επί θύρας, η δε βοήθεια αύτη και βραδεία και αβέβαιος· διό επεμελήθη υπεράλλοτε ν' αυξήση το εν Ελλάδι τακτικόν της, μήτε προοδεύον διά τας αντενεργείας τινών των ατάκτων μήτε διατηρούμενον ως έπρεπεν· αλλά τα παθήματα έγειναν μαθήματα, και οι αποστρεφόμενοι άλλοτε αυτό εφάνησαν ήδη υπερασπισταί του.
Διέτριβε προ πολλού εν Ελλάδι ο Γάλλος συνταγματάρχης Κάρολος Φαβιέρος, επί Ναπολέοντος υπό τον στρατηγόν Μαρμόντην εντίμως υπηρετήσας. Άγνωστος και υπό άλλο όνομα επεσκέπτετο κατ' αρχάς τα ελληνικά στρατόπεδα, αναμιγνυόμενος ως ιδιώτης και εθελοντής προς γνώσιν των ηθών και του χαρακτήρος των ανθρώπων, μεθ' ων διενοείτο να ταλαιπωρηθή και κινδυνεύση αφιλοκερδώς μέχρι τέλους· επεχείρησε δε, πολιορκουμένης της Κορώνης, αλλ' ανεπιτυχώς, να βλάψη το τείχος εν ελλείψει πυροβολικού διά πυροτεχνημάτων της επινοίας του. Τον άνδρα τούτον ανέδειξεν η ελληνική κυβέρνησις, λήγοντος του Ιουνίου, αρχηγόν του τακτικού, και εκανόνισε τα της υπηρεσίας κατά την πρότασιν αυτού, αναδείξασα ίππαρχον μεν τον Regnault de St Jean d' Angely, διαπρέποντα διά τας στρατιωτικάς αρετάς του, γενικόν δε επιμελητήν τον εκ Μεδιολάνων κόμητα Πόρρον, αξιότιμον διά τας γνώσεις και τα υπέρ της ελευθερίας της ξενοκρατουμένης πατρίδος του παθήματά του· έδωκε δε τω αρχηγώ και εξουσίαν να προβιβάζη τους αξίους, να μεταρρυθμίση το σώμα κατά την ιδίαν αυτού κρίσιν, και να το μεταφέρη εις εξάσκησιν όπου εβούλετο· εξέδωκε δε την 11 σεπτεμβρίου και περί απογραφής νόμον· έκτοτε το τακτικόν επρόκοψεν.
Αναχωρήσαντος δε του Ιβραήμη εκ Τριπολιτσάς, οι Πελοπόννησιοι βουλήν έβαλαν να περιορίσωσι τους εναπολειφθέντας Αιγυπτίους εντός της πόλεως. Επ' αυτώ συνήλθαν εκ νέου οι μεν εις Βέρβενα, όπου έστειλεν η κυβέρνησις τριμελή επιτροπήν επί προμηθεία των αναγκαίων, και πληρωμή των μισθωτών στρατιωτών, οι δε εις Αλωνίσταιναν, και άλλοι εις την επάνω Χρέπαν.
Αύγουστος Την εσπέραν της 12 αυγούστου, εκ συνθήματος του εν Αλωνισταίνη Κολοκοτρώνη, εκίνησαν οι μεν εν Βερβένοις, εν οίς και 30 ιππείς υπό τον Χατσή-Μιχάλην Ταλιάνον, προς τα Τρίκορφα, κατεχόμενα και αυτά υπό των Τούρκων, αφ' ού απεδίωξαν τους Έλληνας, οι δε εν Αλωνισταίνη προς την Πιάναν. Ούτοι πεσόντες αίφνης εις τα οχυρώματα των εχθρών εφόνευσάν τινας, έκαυσαν ένα μύλον και επανήλθαν εις Αλωνίσταιναν. Οι δε άλλοι, προπορευομένου του ολιγαρίθμου ιππικού του Χατσή-Μιχάλη εκληφθέντος ως τουρκικού, προοιμίασαν μάχην συλλαβόντες και φονεύσαντες 5 εχθρούς· έστησαν δε εκ του προχείρου τρία οχυρώματα πλησίον αλλήλων εν μέσω των εχθρικών και τους επολέμουν· Αρξαμένης δε της μάχης, ήλθαν εις βοήθειαν των πολεμούντων Αιγυπτίων τινές των εν Τριπολιτσά, κατέβησαν και οι κατέχοντες την επάνω Χρέπαν έλληνες εις βοήθειαν των συστρατιωτών, και την β' ώραν μετά μεσημβρίαν άναψεν ο πόλεμος πανταχόθεν. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν, έτρεψαν τους εχθρούς, εσκότωσαν και εζώγρησαν ικανούς, και, εσπέρας γενομένης, οι μεν υπήγαν εις Βαλτέτσι, οι δε επανήλθαν εις Βέρβενα. Την δ' επαύριον υπήγαν εις Ζαράχωβαν και έκαυσαν τους εκεί μύλους. Άνωθεν των μύλων σώζεται παλαιόν τείχος· εν αυτώ εκλείσθησαν οι Αιγύπτιοι μετά την καταστροφήν των μύλων και αντεμάχοντο. Έτρεξεν εις βοήθειαν αυτών το ιππικόν διά της Πιάνας, και βλέπον ότι οι Έλληνες απεμακρύνθησαν της πεδιάδος, ώρμησε θαρραλεώτερον, αλλ' επιπεσόντων των περί τον Χατσή- Μιχάλην, ηγουμένου αυτού ξιφήρους, ετράπησαν· εκινδύνευσε δε να συλληφθή και αυτός ο Χατσή-Μιχάλης, πεσόντος του ίππου του, εν ώ εμάχετο. Τραπέντος δε του εχθρικού ιππικού, απεδίωξαν οι Έλληνες τους κατέχοντας το παλαιόν τείχος, εφόνευσαν ικανούς, επήραν 8 τύμπανα, και κυριεύσαντες το τείχος ηύραν εν αυτώ πολλά ζώα και διάφορα πράγματα, εγκαταλειφθέντα υπό των Αιγυπτίων. Εν ώ δε εμάχοντο προς εκείνο το μέρος, εμάχοντο και κατά την Πιάναν και Δαβιάν, όπου ηρίστευσαν επίσης οι Έλληνες, καύσαντες όλους τους μύλους της Δαδιάς και τους απολειφθέντας της Πιάνας. Οι δε φυλάσσοντες αυτούς εκλείσθησαν εντός άλλου παλαιού φρουρίου απέναντι των μύλων της Δαβιάς και δεν έπαθαν ως οι άλλοι, διότι, κλίναντος του ηλίου, ήλθεν είδησις ότι ο Ιβραήμης επανερχόμενος εις Τριπολιτσάν έφθασεν εις Σινάνου 5 ώρας μακράν της Δαβιάς, και επί τη ειδήσει ταύτη έπαυσαν οι Έλληνες πολεμούντες, εξημερώθησαν εις Βέρβενα, και μετέβησαν εις Άγιον Πέτρον ως εις θέσιν οχυρωτέραν, δύο ώρας απέχουσαν των Βερβένων. Την ημέραν δ' εκείνην, καθ' ην εφονεύθησαν ικανοί εχθροί, εφονεύθησαν και επληγώθησαν 15 Έλληνες πεζοί και 4 ιππείς. Μεγάλως δε ηρίστευσε το μικρόν ελληνικόν ιππικόν, και θαυμασμού άξιος εδείχθη ο Χατσή-Μιχάλης διά την ευτολμίαν του.
Επανερχόμενος δε ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν απέκλεισεν εντός τινος πύργου των Τρινάσων 70 υπό τον Κώσταν Σουλιώτην, εκυρίευσε τον πύργον διά συνθήκης και απέλυσε τους εν αυτώ αφοπλίσας και λαφυραγωγήσας αυτούς παρά την συνθήκην. Συγχρόνως απέκλεισε και τους εις το σπήλαιον του χωρίου Βρονταμά καταφυγόντας· μη θέλοντας δε να παραδοθώσιν, ανοίξας επί της κορυφής του σπηλαίου οπήν, και ενρίψας πυρίτιδα και άλλας καυστικάς ύλας έκαυσε σχεδόν όλους.
Την δε 15 εισήλθεν εις Τριπολιτσάν, και μετ' ολίγας ημέρας εξεστράτευσεν εις την επαρχίαν του Μιστρά, επάτησε την του Έλους καίων καθ' οδόν, λεηλατών και αιχμαλωτίζων, και επροχώρησε προς το Μαραθονήσι· εγένοντο δε καθ' οδόν καί τινες μικροί ακροβολισμοί. Την δε 23 εισέβαλεν εις την επαρχίαν της Μονεμβασίας, ηχμαλώτευσεν εν Κυπαρισίω 800 ψυχάς εντός σπηλαίου, και εφόνευσέ τινας των ανδρών. Οι δε κατά τον άγιον Πέτρον Έλληνες, μη τολμώντες να πολεμήσωσι τους εχθρούς κατά πρόσωπον, και διαιρεθέντες εις διάφορα αποσπάσματα τους παρηκολούθουν και τους έβλαπταν κλεπτοπολεμούντες.
Καθ' ας δε ημέρας περιώδευεν ο Ιβραήμης, επειδή η εν Τριπολιτσά απολειφθείσα φρουρά ήτον ολίγη, έκριναν οι επί των Τρικόρφων στρατοπεδεύοντες τότε περί τον Λόντον αρμοδίαν την περίστασιν εις άλωσιν της πόλεως δι' εφόδου, και εζήτησαν επ' αυτώ την συνδρομήν του εν Ναυπλίω διημερεύοντος τακτικού. Την 5 σεπτεμβρίου παραλαβών ο Φαβιέρος 400 λογχοφόρους και δύο ορεινά κανόνια έφθασε την νύκτα εις Τρίκορφα, συνενοήθη μετά των εκεί περί του μελετωμένου κινήματος, και την ακόλουθον νύκτα υπήγεν αφανώς υπό τα τείχη της πόλεως προς το αρκτικόν μέρος αναμένων την ορισθείσαν ώραν, καθ' ην προέθεντο οι περί τον Λόντον να προσποιηθώσιν έφοδον προς το μεσημβρινόν επί σκοπώ να εφελκύσωσι την προσοχήν των εχθρών, ώστε να εύρωσιν ευκαιρίαν οι τακτικοί και ριφθώσιν έσω. Αλλ' ελθούσης και παρελθούσης της ωρισμένης ώρας, ούτ' εφάνησαν ούτε ηκούσθησαν, απειθήσαντες εις τας διαταγάς του αρχηγού, ώστε οι τακτικοί ηναγκάσθησαν ν' αναχωρήσωσιν άπρακτοι. Την δε 10 επανήλθεν ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν από της καταστρεπτικής περιοδείας του και μετά δύο ημέρας εξεστράτευσεν εκ νέου προς την Μεσσηνίαν, και βλάπτων καθ' οδόν και μη βλαπτόμενος εισήλθε την 14 εις την πόλιν της Αρκαδίας, έκαυσε την εκκλησίαν καί τινας οικίας, ηχμαλώτευσε τον Αναστάσην Κατσαρόν, έβαλε πυρ εις τα Φιλιατρά, τους Γαργαλιάνους και την Λυγουδίστην, και επανήλθεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια. Αρχομένου δε του οκτωβρίου, απέστειλεν εις Τριπολιτσάν υπό πολυάριθμον φρουράν 800 φορτώματα πολεμεφοδίων και τροφών· ίλαι δέ τινες επάτησαν την επαρχίαν του Πύργου καί τινα χωρία της Γαστούνης, εφόνευσαν και ηνδραπόδισάν τινας και επανήλθαν απρόσβλητοι εις το γενικόν στρατόπεδον. Έκτοτε έπαυσαν αι περαιτέρω επιδρομαί και εκστρατείαι των περί τον Ιβραήμην.
Λήγοντος δε του αυτού μηνός, αντηλλάχθησαν μεσιτεία του Χαμιλτώνος οι δύο εν Ναυπλίω αιχμαλωτισθέντες πασάδες, και ο Μαυρομιχάλης και ο Γιατράκος οι επί της παραδόσεως του Νεοκάστρου κρατηθέντες· αντηλλάχθησαν και άλλοι αιχμάλωτοι· απέλυσε και ο Κολοκοτρώνης τους παρ' αυτώ δύο υιούς του Σιέχ-Νεντσήπη και άλλους τινάς συγγενείς του επί τιμή πενήντα χιλιάδων γροσίων.
Μεγάλας ελπίδας υποταγής της Μάνης και όλης της Πελοποννήσου έδωκεν ο Μαυρομιχάλης τω Ιβραήμη επί της αιχμαλωσίας του εξαγοραζόμενος τον καιρόν και επιστεύθη. Επί δε της απολυτρώσεώς του, ανακαλύψας προς την ελληνικήν κυβέρνησιν τας εντεύθεν προς τον Ιβραήμην σχέσεις του, και λαβών την άδειαν να μη τας διακόψη επ' ωφελεία της κινδυνευούσης πατρίδος, εμελέτησε τον εξ επιβουλής φόνον του και ιδιολογήθη προς εκτέλεσίν του μετά του Παναγιώτη Χρυσανθοπούλου του και Κακλαμάνου· ευρών δε αυτόν πρόθυμον επί μόνη διατροφή της οικογενείας του μετά τον θάνατόν του εκ του δημοσίου, τον εφωδίασε διά γράμματος προς τον Ιβραήμην αναγγέλλων την υποταγήν της Μάνης και την όσον ούπω όλης της Πελοποννήσου, και τον απέστειλεν εις Μοθώνην. Διενοείτο δε ο Κακλαμάνος να φονεύση τον Ιβραήμην εγχειρίζων το γράμμα· αλλά, μη λαβών άδειαν να φέρη όπλα ενώπιόν του, τω ενεχείρισεν απλώς το γράμμα και επανήλθεν άπρακτος. Αυτό τούτο εμελέτησαν και άλλοι, πλην και αυτών τα σχέδια εματαιώθησαν. Αλλ' επιτρέπεται η δολοφονία του εχθρού της πατρίδος; Παρά τοις παλαιοίς επετρέπετο και η του εχθρού της πατρίδος και η του παρά τους κειμένους νόμους κυβερνώντος την πατρίδα, ήτοι του τυράννου. Αλλά δικαίως θεωρείται σήμερον οιαδήποτε τοιαύτη πράξις ανοσιουργία.
1825
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'.
Προδοσία Οδυσσέως. — Αυτομόλησις προς τους Έλληνας και θάνατος αυτού. — Το σπήλαιόν του. — Κινήματα Τούρκων κατά την Ανατολικήν Ελλάδα. — Αναζωπύρησις του αγώνος κατά την Κρήτην. — Απόπειρα εμπρησμού του εν Αλεξανδρεία εχθρικού στόλου.
Η ΕΦΕΤΕΙΝΗ εκστρατεία των Τούρκων εις Ανατολικήν Ελλάδα παριστάνει νεοφανή χαρακτήρα. Έχει θερμόν υπερασπιστήν και οδηγόν της τον άλλοτε δεινόν αντίπαλόν της Οδυσσέα. Μικρού λόγου άξια ήσαν τα μεταποιήσαντα τον λαμπρόν αθλητήν της Γραβιάς αίτια εις παραβάτην του όρκου του και εις απαρνητήν του εθνισμού του· αλλά και ταύτα ήσαν αποτελέσματα της διαγωγής του. Όστις ανέγνωσε προσεκτικώς όσα περί του ανδρός διηγήθημεν, παρετήρησεν ότι κανόνα της πολιτικής του είχε πάντοτε τα συμφέροντά του. Εστερήθη του φρουρίου των Αθηνών, αφαρπασθέντος παρά του οικείου του Γκούρα· δεν ευδοκίμησαν τα πολεμικά σχέδιά του εν Ευβοία, όπου ήλπιζε να ηγεμονεύση· δεν εμισθοδοτούντο από τινος καιρού οι υπ' αυτόν ως οι υπό άλλους οπλαρχηγούς στρατιώται· δεν εκλήθη ως οι άλλοι κατά των ανταρτών, διότι η Κυβέρνησις τον υπώπτευεν ως συνένοχον· ιδού οι λόγοι δι' ους εμελέτησε να προδώση την μη πταίσασαν πατρίδα του· αλλ' ήξευρεν ότι κηρυττόμενος κατ' αυτής, ολίγους θα είχεν οπαδούς, διά τούτο ορκισθείς μυστικώς πίστιν τω σουλτάνω επί υποσχέσει να τω δοθή εν καιρώ η γενική οπλαρχηγία της ανατολικής Ελλάδος, υπεκρίνετο προς τους Έλληνας τον Έλληνα εν γνώσει των Τούρκων, προς ους έλεγεν ότι διά του τρόπου τούτου θα ευδοκίμουν τα υπέρ αυτών σχέδιά του· εις ενέργειαν δε αυτών αρμόδιον ενόμισε τον καιρόν καθ' όν οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος ήσαν εν Πελοποννήσω κατά των ανταρτών, πρόφασιν δε του επιβούλου κινήματός του ηύρε το ακόλουθον περιστατικόν. Απήτησεν από του κοινού των Αθηνών ως και άλλοτε γρόσια 15,000 επί λόγω, ότι τα εξώδευσεν εις προμήθειαν των αναγκαίων του φρουρίου· απήτησε και την απόλυσιν εμπειρικού τινος χειρούργου Τούρκου ευρισκομένου εν Αθήναις και ηπείλησε να καύση τας ελαίας και τα σπαρτά των Αθηναίων, αν δεν εισηκούετο. Οι Αθηναίοι τω είπαν και άλλοτε και μετά την παραλαβήν της επιστολής ταύτης να ζητήση παρά της κυβερνήσεως ό,τι εζήτει παρ' αυτών, διότι και το φρούριον ήτο της κυβερνήσεως, και ο ζητούμενος Τούρκος ιατρός της φρουράς. Τοιαύτην απόκρισιν λαβών ο Οδυσσεύς απεφάσισε να πατήση ως εχθρός την Αττικήν· και τοις μεν Δερβενοχωρίταις, ους ήθελε να ουδετερώση, έγραψεν ότι εκίνει κατά των Αθηνών, τοις δε οπαδοίς του είπεν ότι εκίνει κατά δύο ή τριών κατοίκων των Αθηνών·
Μάρτιος και ούτω προετοιμάσας τα πνεύματα έστειλε την νύκτα της 2 μαρτίου σύμμικτον τάγμα εκ 300 Χριστιανών και Τούρκων, και έβλαψε τα επί των ορίων της Αττικής και Βοιωτίας χωρία. Ο δε Γκούρας, όστις ευρίσκετο εισέτι εν τη Πελοποννήσω, μαθών ταύτα, έτρεξε δρομαίος εις Αθήνας επί επανειλημμένη προσκλήσει των Αθηναίων, εξεστράτευσε την 11 κατά του Οδυσσέως, και την 14 έφθασεν εις Λεβαδίαν ανεδείχθη δε υπό της κυβερνήσεως επί της εξόδου του γενικός οπλαρχηγός της Ανατολικής Ελλάδος. Ο Οδυσσεύς εστρατοπέδευε την ημέραν εκείνην εν Χαιρωνεία, έχων υπό την οδηγίαν του 600 Χριστιανούς και 400 συμμάχους Τούρκους· την δε ακόλουθον, καθ' ην θα ήρχοντο οι αντιφερόμενοι εις μάχην, έφυγε διά νυκτός μετά των περί αυτόν και κατέλαβε τας Λιβανάτας, παραθαλάσσιον χωρίον της επαρχίας του Ταλαντίου και τον τόπον της γεννήσεώς του.
Εν τούτοις συνέρρευσαν και άλλα στρατεύματα της κυβερνήσεως υπό τον Κριεζώτην, τον Ρούκην και άλλους οπλαρχηγούς, και εστράτευσαν όλα την 27 επί τους περί τον Οδυσσέα· και οι μεν κατέλαβαν την θέσιν του προφήτου Ηλίου, οι δε τον υπερκείμενον του μοναστηρίου Βελιβού λόφον ημιώριον απέχοντα του εχθρικού στρατοπέδου.
Απρίλιος Εν τω μοναστηρίω τούτω εκλείσθησαν ικανοί Τούρκοι και ο Οδυσσεύς, και την 1 απριλίου προσεβλήθησαν. Ιδόντες δε οι εν Λιβανάταις εχθροί ότι οι εν τω μοναστηρίω εκινδύνευαν, ώρμησαν επί τους προσβάλλοντας, τους απεδίωξαν και εξήγαγον τον Οδυσσέα· βλέποντες δε τους περί τον Κριεζώτην επερχομένους επανήλθαν εις το χωρίον, ακολουθούντος και του Οδυσσέως. Αφ' ού δε εμακρύνθησαν οι εχθροί από του μοναστηρίου, το απέκλεισαν οι Έλληνες εκ δευτέρου· εναπέμειναν δε επί της εξόδου των άλλων ο αδελφός του Οδυσσέως Γιαννάκης και 70 στρατιώται, οίτινες δι' έλλειψιν τροφών παρεδόθησαν την επαύριον, ο δε Γιαννάκης απεστάλη εις το τουρκικόν στρατόπεδον επ' ελπίδι να φέρη τον αδελφόν του εις μετάνοιαν. Οι Έλληνες, κυριεύσαντες το μοναστήριον, επολιόρκησαν τας Λιβανάτας.
Προ της εν τω μοναστηρίω δε μάχης, ο Οδυσσεύς είχε γράψει τοις εν Ζητουνίω εχθροίς, Αμπάζπασα και Μουστάμπεη, ότι ήτο καιρός να εισβάλωσιν εις την Ανατολικήν Ελλάδα, αλλά μετά την μάχην εμελέτησε ν' αποχωρισθή, είτε διότι τους υπώπτευεν, είτε διότι οι γνωστότεροι και οικειότεροί του, ιδόντες αυτόν άραντα όπλα κατά της πατρίδος τον εγκατέλιπαν· ήλπιζε δε αναμφιβόλως και εις την προστασίαν του Γκούρα πεποιθώς επί τας παλαιάς σχέσεις των και εφ' ά τω είπεν εν ονόματι αυτού ο προς αυτόν σταλείς αδελφός του. Διά τους λόγους τούτους παρέλαβε την 7 τους περί αυτόν Χριστιανούς, και προσποιηθείς ότι σκοπόν είχε να παρατηρήση θέσεις τινάς απεχωρίσθη και παρεδόθη εις τον Γκούραν. Οι δε εν Λιβανάταις Τούρκοι, βεβαιωθέντες περί της προς αυτούς απιστίας του Οδυσσέως, εθανάτωσαν τους παρ' αυτοίς ολίγους Χριστιανούς.
Ύποπτος ο Οδυσσεύς, ως ουδείς άλλος, εφρόντισεν, εν ώ εξουσίαζε το φρούριον των Αθηνών, περί τινος ασφαλούς καταφυγίου εν καιρώ ανάγκης, και εξελέξατο το επί του Παρνασού Κωρύκιον (α), κοινώς Σφραντσύλι, σπήλαιον ευρυχωρότατον και καταλληλότατον, έστησεν άνωθεν αυτού κανόνια, εισέφερε τροφάς, πολεμεφόδια και παν άλλο αναγκαίον, κατέθεσε τα πράγματά του, εναπέθεσεν εξ ότου εμελέτησε την προδοσίαν την οικογένειάν του και το παρέδωκεν επί της απουσίας του εις τον Τρελώνην νυμφευθέντα την νεωτέραν αδελφήν του. Επιθυμών δε ο διάδοχος του Οδυσσέως Γκούρας να διαδεχθή και το σπήλαιον του, έφερεν αυτόν εκεί ίνα δώση την περί της παραδόσεως αυτού διαταγήν του· αλλ' ο Τρελώνης δεν ηθέλησε να υπακούση προφασιζόμενος ότι ώφειλε να το παραδώση εις όντινα διέταττεν η κυβέρνησις, και διανοούμενος να το κρατήση αυτός. Ο δε Οδυσσεύς, αφ' ού διέμεινε μέχρι τινός εν τω στρατοπέδω του Γκούρα ανενόχλητος, εστάλη εις το επί του Ελικώνος μοναστήριον του Δομπού, μετεκομίσθη εκείθεν εις την ακρόπολιν των Αθηνών, εφυλακίσθη εν τω εκεί πύργω, εβασανίσθη προς ανακάλυψιν της περιουσίας του, και την νύκτα της 4 Ιουλίου επνίγη και ερρίφθη νεκρός άνωθεν του πύργου· ευρέθη δε το πτώμα του την επιούσαν επί του λιθοστρώτου εδάφους του ναού της Απτέρου Νίκης. Αλλ' εχρειάζετο η μιαιφονία να περικαλυφθή· διό, παραμορφώσαντες οι ένοχοι την αλήθειαν, διέδωκαν ότι εκόπη το σχοινίον δι' ου εδέθη αυθόρμητος ο Οδυσσεύς επί σκοπώ να δραπετεύση κοιμωμένων των φυλασσόντων αυτόν, και ότι πεσών κατά γης απέθανεν· ηθέλησαν δε να δικαιώσωσι τους λόγους των και δι' ιατρικής νεκροψίας, αλλά και εντεύθεν ουδέν εξήχθη εις περικάλυψιν της μιαιφονίας.
Ζώντος του Οδυσσέως επροσπάθησεν η κυβέρνησις να λάβη υπεξούσιον το σπήλαιόν του· αλλ' ιδιαιτέραν κατέβαλεν εις τούτο φροντίδα εν τη περιστάσει ταύτη, διότι ο κάτοχος αυτού Τρελώνης όχι μόνον ηπείθησε κληθείς να το παραδώση, αλλά κατηγορείτο και ως επιβούλους σχέσεις έχων προς τους Τούρκους. Διέτριβεν εν Ελλάδι Σκώτος τις Φέντων, όστις υπεσχέθη να το αφαρπάση και να το παραδώση εις την κυβέρνησιν επί χρηματική αμοιβή διά παντός θεμιτού ή αθεμίτου τρόπου· έκλινεν αξιοκατακρίτως η κυβέρνησις το ους, και ο πονηρά βουλευόμενος παρέσυρεν εις τους δολοφόνους σκοπούς του ευαπάτητόν τινα νέον Άγγλον Βιτκόμβον εξ αγαθών γονέων, και εισελθών εις το σπήλαιον ως ήδη φίλος του Τρελώνη, συνεισήγαγε και τον συνωμότην του. Εν μια δε των ημερών, καθ' ην και οι τρεις ωπλασκούντο σκοποβολούντες, μεθύσας ο Βιτκόμβος επυροβόλησε, κατά προτροπήν του Φέντωνος, τον Τρελώνην όπισθεν αυτού ιστάμενος, και τον έρριψε κατά γης. Είς τότε των παρόντων αλλογενών στρατιωτών του Τρελώνη, μη ιδών τον πυροβολήσαντα, αντεπυροβόλησε τον Φέντωνα υποθέσας αυτόν φονέα και τον εθανάτωσεν. Ο Βιτκόμβος έφυγεν, αλλά συλληφθείς εκτός του σπηλαίου εισεκομίσθη, εδεσμεύθη και ωμολόγησε τα πάντα. Ο Τρελώνης παρά πάσαν προσδοκίαν ιάθη και γενναιότητι φερόμενος απέλυσε τον δέσμιόν του ως γενόμενον απλούν όργανον της επιβουλής άλλου· παραλαβών δε την γυναίκα του εξήλθε του σπηλαίου ανενόχλητος μεσιτεία του Χαμιλτώνος και απεδήμησεν εις Κεφαλληνίαν.
Μετά τα συμβάντα ταύτα παρέλαβεν η κυβέρνησις το σπήλαιον και απέλυσεν ανεπηρέαστους τούς εν αυτώ οικείους του Οδυσσέως.
Απρίλιος Εν τούτοις, οι περί τον Αμπάζπασαν και Μουστάμπεην εν Ζητουνίω Τούρκοι ήκουσαν πρόθυμοι την προ της προς τους Έλληνας αυτομολήσεως του Οδυσσέως πρόσκλησίν του, και επέρασαν την 5 απριλίου τον Σπερχειόν. Ήσαν δε δισχίλιοι πεζοί και ιππείς σύροντες και δύο κανόνια. Μαθόντες δε τον ερχομόν αυτών οι και μετά την αυτομόλησιν του Οδυσσέως πολιορκούντες τας Λιβανάτας Έλληνες, άφησαν ολίγους επί της πολιορκίας, και οι πολλοί επεστράτευσαν υπό τον Γκούραν και συνήψαν δύο μάχας, την μεν κατά την Δαύλιαν την 7, την δε κατά το Τουρκοχώρι την 11, καθ' ας υπερίσχυσαν, και τους εμπόδισαν να προχωρήσωσιν, ως εμελέτων, εις Σάλωνα, προκαταλαβόντες την Άμπλιανην, και αναγκάσαντές τους να οχυρώσωσιν εν τω Παληοχωρίω, όπου και διέμειναν μέχρι πολλού. Εν τω διαστήματι δε τούτω ελύθη η πολιορκία των Λιβανάτων, διότι οι εκεί Τούρκοι, ιδόντες, ότι οι εναπολειφθέντες εις πολιορκίαν Έλληνες ήσαν ολίγοι και αδύνατοι, εξώρμησαν διά μέσου αυτών αβλαβείς.
Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα προς εκείνο το μέρος της Ανατολικής Ελλάδος, άλλοι Τούρκοι, αρχηγόν έχοντες τον κεχαγιάμπεην του Ρούμελη-βαλεσή, έπεσαν αιφνιδίως από της Δυτικής Ελλάδος εις την Σεργούλαν, χωρίον του Μαλανδρίνου, μηδενός υποπτεύοντος τοιαύτην επιδρομήν. Προεστώς της εξαρχίας εκείνης ήτον ο Παπά Γεώργιος Πολίτης. Εξ αιτίας δε της συχνής θαλασσινής πολιορκίας του Μεσολογγίου, πολλάκις αι Αρχαί της Δυτικής Ελλάδος και η κυβέρνησις δι' αυτού ανταπεκρίνοντο, και δι' αυτού εστέλλοντο εις την Δυτικήν Ελλάδα πολεμεφόδια και άλλα αναγκαία. Εις αρπαγήν τοιούτων ειδών και εις γνώσιν των εγγράφων έπεσαν ως εξ ουρανού εις το χωρίον εκείνο οι εχθροί την 17, επάτησαν τον Πύργον του Παπαπολίτη, τον εγύμνωσαν, τον έκαυσαν, ηχμαλώτευσάν τινας, εν οίς και τρεις εγγονούς του, ανέβησαν έπειτα κατά τα Κράββαρα, προσεβλήθησαν την 22 υπό των περί τον Σαφάκαν κατά την Παπαδιάν, υπερίσχυσαν, επανήλθαν εις του Μαλανδρίνου και έκαυσαν την Βιτρινίτσαν. Εν τούτοις ήλθαν προς αυτούς και οι πλείστοι της φρουράς της Ναυπάκτου, και όλοι, Μάιος πεζοί και ιππείς, ως τρισχίλιοι, εξεστράτευσαν την 4 μαΐου εις κυρίευσιν των Σαλώνων. Μαθόντες οι εν τη πόλει ταύτη οπλοφόροι την αιφνίδιον επάνοδον του εχθρού εις Βιτρινίτσαν, και υποπτεύσαντες την μελετωμένην εις Σάλωνα ανάβασίν του έτρεξαν να προκαταλάβωσι το επί της οδού χωρίον της Πεντώρης τρεις ώρας απέχον των Σαλώνων, αλλά, πριν τοποθετηθώσι και οχυρωθώσιν ως έπρεπεν, επέπεσαν οι Τούρκοι, τους έτρεψαν και καιρίως τους έβλαψαν. 160 εφονεύθησαν, επληγώθησαν, και ηχμαλωτίσθησαν. Μετά τα παθήματα ταύτα των Ελλήνων, οι Τούρκοι επροχώρησαν ανεμπόδιστοι, και εισήλθαν εις Σάλωνα. Οι δε δυστυχείς κάτοικοι, μηδέν τοιούτον υποπτεύοντες και καταγινόμενοι εις τας συνήθεις εργασίας των, εξεπλάγησαν ιδόντες τους εχθρούς· και οι μεν γονείς ζητούντες τα τέκνα, τα δε τέκνα τους γονείς, και όλοι καταλείποντες τα πράγματά των έτρεχαν δρομαίοι οι μεν προς τα όρη, οι δε προς τα παραθαλάσσια εις αποφυγήν της σφαγής ή της αιχμαλωσίας, οι πλείστοι δε αυτών προς το Λουτράκι, όπου κατέφυγε και η πρό τινος καιρού σταλείσα παρά της κυβερνήσεως εις διοίκησιν της Ανατολικής Ελλάδος και εδρεύουσα εν Σαλώνοις επιτροπή. 150 εσκοτώθησαν, 300 γυναίκες και παιδία ηχμαλωτίσθησαν, και τα εν τη πόλει διηρπάγησαν.
Μετ' ολίγας δε ημέρας της κυριεύσεως των Σαλώνων, οι Τούρκοι εξεστράτευσαν εις την επαρχίαν του Λιδωρικίου· εκίνησαν συγχρόνως και οι εν τω Παληοχωρίω υπό τον Αμπάζπασαν και Μουστάμπεην προς το αυτό μέρος, ηχμαλώτευσαν καθ' οδόν 150 γυναίκας και παιδία των Μαυρολιθαριτών, έκαυσαν την πρωτεύουσαν της επαρχίας, και, τούτων γενομένων, οι μεν από της Δυτικής Ελλάδος και της Ναυπάκτου πεσόντες εις την Ανατολικήν Ελλάδα ανεχώρησαν εις τα ίδια, οι δε υπό τον Αμπάζπασαν και Μουστάμπεην πατήσαντες το χωρίον Λευκαδίτι, προς αιχμαλώτισιν των εκεί καταφυγόντων και ευρόντες σφοδράν αντίστασιν και παθόντες, επανήλθαν την 17 εις Σάλωνα, όπου και διέμειναν.
Η δε κυρίευσις των Σαλώνων κατετρόμαξε τους κατοίκους της Ανατολικής Ελλάδος εξ ών οι μεν κατέφευγαν εις όρη, εις σπήλαια και εις οπάς της γης, οι δε εις τας παρακειμένας νήσους. Εν μέσω δε του διασπαρέντος πανικού τούτου φόβου, η έξοδος ολίγων Τούρκων εκ της Ευβοίας εις τα αντικρύ παράλια της Αττικής επί λεηλασία έβαλε τους Αθηναίους άνω κάτω. Αι γυναίκες, τα τέκνα και οι απόλεμοι των ανδρών κατέφυγαν εις Σαλαμίνα· η δε κυβέρνησις, ενασχολουμένου του Γκούρα κατά των εν Σαλώνοις Τούρκων, διέταξε χιλίους στρατιώτας υπό τον Βάσσον εις φύλαξιν της πόλεως.
Καθ' ήν δε ημέραν εκαίετο η Βιτρινίτσα, οι εν τη Πελοποννήσω Στερεοελλαδίται, οι μετά την τροπήν των εν Κρεμμυδίω επανερχόμενοι εις την στερεάν Ελλάδα, έφθασαν εις Βοστίτσαν, και μη ευρόντες πλοιάρια εις διαπόρθμευσιν ώδευσαν την εις Κόρινθον παραλίαν οδόν, και φθάσαντες εις Λουτράκι διεπορθμεύθησαν εις Δίστομον την 9 προ μεσημβρίας. Την αυτήν ημέραν χίλιοι των εν Σαλώνοις Τούρκων εξήλθαν εις καταστροφήν των πλησιοχώρων μερών και εις λεηλασίαν· έκαυσαν την Κεσφίναν, και επροχώρησαν εις Δίστομον, όπου ιδόντες παρά πάσαν ελπίδα τα στερεοελλαδιτικά στρατεύματα, άτινα υπέθεταν εισέτι εν Πελοπόννησον, εξεπλάγησαν. Ουδέν ήττον εξεπλάγησαν και εκείνα ιδόντα άνευ παραμικράς προειδοποιήσεως εχθρούς ενώπιόν των. Ακίνητοι έμειναν μέχρι τινος και οι Έλληνες και οι Τούρκοι σκεπτόμενοι περί του πρακτέου. Οι Έλληνες βλέποντες μετ' ολίγον τους Τούρκους ετοιμαζομένους να οχυρωθώσιν, επέπεσαν και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι προς την Κεσφίναν· αλλά, παρακολουθούντων των Ελλήνων, ουδ' εκεί διέμειναν και επανήλθαν εις Σάλωνα. Εσκοτώθησαν 7 Έλληνες επί της καταδιώξεως και 2 επληγώθησαν. Αφ' ού δε οι νεωστί ελθόντες οπλαρχηγοί και οι της Ανατολικής Ελλάδος συνήλθαν και εσκέφθησαν περί του πρακτέου, μετέβησαν οι μεν περί τον Κριεζώτην και τον Βάσσον εις Αττικήν προς φύλαξιν της επαρχίας εκείνης από επιδρομής των εν Ευβοία Τούρκων, οι δε περί τον Καραϊσκάκην και τον Τσαβέλλαν εις Δυτικήν Ελλάδα· απέμειναν δε οι λοιποί όλοι περί τα Σάλωνα, όπου ήσαν οι εχθροί· και οι μεν περί τον Γκούραν ετοποθετήθησαν εν τη επάνωθεν της πόλεως μονή του προφήτου Ηλίου, οι δε Σουλιώται εν τω μετοχίω της μονής και επί του υπερκειμένου της μονής όρους προς επιτήρησιν και οπωσούν περιορισμόν του εχθρού.
Υπερδίμηνον παρήλθε μετά τα κατά το Δίστομον συμβάντα, καθ΄ ό Χριστιανοί και Τούρκοι δεν συνεκρούσθησαν· αλλ' αφ' ού εγνώσθη ότι ο αριθμός των Χριστιανών ηλαττώθη, αποσπασθέντων των περί Καραϊσκάκην, Τσαβέλλαν, Βάσσον και Κριεζώτην, και ότι πολλοί των απομεινάντων περιεφέροντο απροφύλαχτοι εις τα πλησίον χωρία επί συλλογή τροφίμων, οι εν Σαλώνοις Τούρκοι εβουλεύθησαν να πέσωσιν εις τα οχυρώματα των Χριστιανών αίφνης πανστρατιά, και διαιρεθέντες εις τρία σώματα, διότι τρεις ήσαν και αι υπό των εναντίων κατεχόμεναι θέσεις,
Ιούλιος εστράτευσαν πριν εξημερώση η 17 Ιουλίου οι μεν επί τους εν τη μονή, οι δε επί τους υπεράνω της μονής, καί τινες επί τους εν τω μετοχίω. Εκ των τελευταίων δε τούτων εξεκόπησάν τινες καθ' οδόν και υπήγαν την νύκτα εις Κωλοβάτας επί συλλογή καρπών· διά τον αυτόν σκοπόν υπήγαν την αυτήν νύκτα εις το αυτό χωρίον και οι πλείστοι των κατεχόντων το μετόχιον και τα υπεράνω της μονής οχυρώματα μηδαμώς υποπτεύοντες την εκδρομήν των Τούρκων. Εξ αιτίας ταύτης συνηντήθησαν απροσδοκήτως Έλληνες και Τούρκοι εις το χωρίον και συνεκρούσθησαν· ο δε πυροβολισμός ειδοποίησε τους άλλους Έλληνας, ότι οι Τούρκοι ήσαν εγγύς, και τους άλλους Τούρκους ότι η μυστική των επιδρομή ανεκαλύφθη.
Εν τούτοις, οι απόντες του μετοχίου Έλληνες επανήλθαν εις αυτό εν καιρώ, και, πριν εφορμήσωσιν οι Τούρκοι, εφώρμησαν, τους επολέμησαν και τους απεμάκρυναν. Τριακόσιοι ήσαν οι φυλάττοντες συνήθως τα επάνωθεν της μονής οχυρώματα, αλλά, καθ' ην ώραν επέπεσαν οι Τούρκοι, ήσαν μόνον 70, διότι οι προεξελθόντες εις οπωρισμόν δεν επρόφθασαν να επανέλθωσι· διά τούτο εκυριεύθησαν ταύτα ευκόλως υπό των Τούρκων, εφονεύθησαν 11 Έλληνες και εζωγρήθησαν 3, εν οίς και ο Γεώργης Κοσμάς, οι δε λοιποί εσώθησαν υπό την σκέπην του πυρός των εν τη μονή συναθλητών. Αδιάκοπος δε και βαρύς ήτον ο πόλεμος και προς την θέσιν της μονής, όπου επέπεσαν οι πλειότεροι των Τούρκων, και τόσον επλησίασαν, ώστε εκυρίευσαν την έμπροσθέν της τοιχόκλειστον άμπελον, και επολέμουν τους εχθρούς των εκείθεν στήσαντες έμπροσθεν αυτών τας σημαίας των αλλ' επελθούσης της νυκτός, εξεκόπησαν 170 Σουλιώται εκ των εν τω μετοχίω, έτρεξαν εις βοήθειαν των πασχόντων εν τη μονή, και φθάσαντες πλησίον των εχθρών καθημένων εντός των εν τη αμπέλω οχυρωμάτων, εφώναξαν «Σηκωθήτε σεις να καθήσωμεν ημείς». Οι Τούρκοι τους ύβρισαν, οι Σουλιώται ηρεθίσθησαν, επυροβόλησαν, και επέπεσαν, προηγουμένου του αξίου τοιούτων πολεμιστών Δράκου· απεκρύπτετο δε η μικρότης του αριθμού των υπό το σκότος της νυκτός και υπό τους περί το νυκτοπολεμείν επιδεξίους τρόπους των Σουλιωτών. Εκφοβηθέντες οι Τούρκοι επί τη απροσδοκήτω ταύτη και ακαθέκτω ορμή, ήρπασαν τας σημαίας των, ανεχώρησαν, αν και ασυγκρίτως πολυαριθμότεροι, και ανέβησαν προς τα άνωθεν της μονής οχυρώματα. Οι δε Σουλιώται ήνοιξαν τοιουτοτρόπως την αποκλεισθείσαν μονήν και απήλλαξαν τους συναδέλφους των του επικειμένου κινδύνου. Τούτου δε γενομένου, 40 των Σουλιωτών υπό τον Δράκον επρόβαλαν να πέσωσι την αυτήν νύκτα επί τινα άλλα εχθρικά οχυρώματα κάτωθεν της μονής, αν ήθελαν και άλλοι να συναγωνισθώσιν 150 των εντός της μονής, εν οίς και ο αρχηγός αυτών Γκούρας, αφιλοτιμήθησαν να τους συνοδεύσωσιν· αλλ' ιδόντες το μέγεθος του κινδύνου εκ του πλησίον παρητήθησαν. Μόνοι δε οι υπό τον Δράκον 40, πλήρεις τόλμης, επέπεσαν, πέντε εχθρικά οχυρώματα το έν κατόπιν του άλλου επάτησαν, και τους εν αυτοίς έτρεψαν· αλλ' οι εν τω έκτω παρατηρήσαντες, ότι οι επελθόντες ήσαν τόσον ολίγοι, αντέστησαν, και πολεμούντες και ελέγχοντες μεγαλοφώνως τους συναδέλφους των φεύγοντας απέμπροσθεν τόσων ολίγων, τους εθάρρυναν, επανέφεραν πολλούς αυτών εις τας θέσεις των, και οι Έλληνες επί τη επαναστροφή των ανεστάλησαν. Την αυτήν νύκτα οι Τούρκοι επανήλθαν εις Σάλωνα· και οι μεν εν τη μονή Έλληνες άφησαν την θέσιν εκείνην, ως επικίνδυνον, οι δε Σουλιώται καί τινες άλλοι, συναριθμούμενοι 1200, διετήρησαν την του μετοχίου. Όλοι δε οι πεσόντες Έλληνες επί των συμπλοκών της 17 ήσαν 35, οι δε ζωγρηθέντες 3, οίτινες εδραπέτευσαν μετ' ολίγας ημέρας και διεσώθησαν εις το εν τω μετοχίω στρατόπεδον. Μετά τα συμβάντα ταύτα οι Τούρκοι δεν εκινήθησαν κατά των Ελλήνων· αλλ' οι Έλληνες δεν εκάθησαν αργοί, και ενεδρεύοντες έβλαπταν τους εχθρούς. Αποσιωπώντες συντομίας χάριν τας ολιγωτέρου λόγου αξίας άλλας ενέδρας των αναφέρομεν την εξής. Οι Τούρκοι διετήρουν και άλλας θέσεις και την της Τοπόλιας. Επιφωσκούσης της ημέρας του μπαϊραμίου, καθ' ην έμελλεν ο αρχηγός της φρουράς εκείνης να υπάγη εις Σάλωνα προς χαιρετισμόν του πασά, ο Θανάσης Ντούσας, παραλαβών ολίγους συμπατριώτας του, κατέβη εις την μεταξύ Τοπόλιας και Σαλώνων πεδιάδα προς το μέρος όπου υψούνται επί της οδού δύο βράχοι, και κατέλαβε το εκεί σωζόμενον ερείπιον του μύλου και έν άλλο αντικρύ αυτού προς την Τοπόλιαν. Το πρωί όλος αργυροστόλιστος ο αρχηγός της ρηθείσης φρουράς και εν λαμπρά συνοδία διαβαίνων έπεσεν εις την ενέδραν, εφονεύθη και εσκυλεύθη. Μαθούσα η εν τη χωρίω της Τοπόλιας φρουρά το γεγονός εκινήθη κατά των φονέων του αρχηγού της· αλλ' ούτοι, πριν φθάσωσιν εκείνοι, επανήλθαν αβλαβείς εις το μετόχιον.
Οκτώβριος Μεσούντος δε του Οκτωβρίου, μαθόντες οι εν μετοχίω, ότι οι εν Σαλώνοις επροσδόκουν τροφάς εκ Ζητουνίου, προκατέλαβαν την Σκάλαν· αλλ' αντί φορτηγών ζώων εφάνησαν ερχόμενοι την 23 διακόσιοι Τούρκοι εκ των φυλαττόντων την Άμπλιανην επί σκοπώ να διαβώσιν εις Σάλωνα, και πεσόντες αίφνης επί την προφυλακήν των Ελλήνων εφόνευσαν τον αξιωματικόν Κολοκύθαν και έτρεψαν τους άλλους· αλλά προχωρούντες απήντησαν ανυπέρβλητον αντίστασιν και ωπισθοδρόμησαν εις Άμπλιανην· επανήλθαν δε μετά την συνάντησιν ταύτην εις το μετόχιον και οι προκαταλαβόντες την Σκάλαν. Οι Τούρκοι καθ' όλας τας μέχρι τούδε εκστρατείας των συνείθιζαν ν' αναχωρώσιν εις τα ίδια επί της εορτής του αγίου Δημητρίου, και το απολυτίκιον του αγίου «Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις» εψάλλετο καθ' όλην την Ελλάδα εν αγαλλιάσει επί της επαναστάσεως, ως το αποδημητήριον των εχθρών, καθώς εψάλλετο εν κατηφεία το του αγίου Γεωργίου, διότι τω καιρώ εκείνω εκινούντο αι κατά γην και θάλασσαν δυνάμεις του εχθρού κατά της Ελλάδος. Κατά την επικρατούσαν δε ταύτην συνήθειαν ανεχώρησαν και οι εν τη Ανατολική Ελλάδι Τούρκοι και το έτος τούτο την 25, αλλ' εν τοιαύτη βία εξ αιτίας ψευδών τινων επιφόβων ειδήσεων, ώστε άφησαν εν Σαλώνοις επί τω αναχωρισμώ δύο κανόνια και μέρος αποσκευών· δεν επρόφθασαν δε να προειδοποιήσωσιν εν καιρώ μηδέ τους άλλους συναδέλφους των· διά τούτο 56 αποπλεύσαντες της Ναυπάκτου απέβησαν πάντη ανύποπτοι την αυτήν ημέραν της 25 εις τον λιμένα των Σαλώνων, εξ ών 4 εφονεύθησαν, οι δε λοιποί εζωγρήθησαν υπό των εκεί Ελλήνων.
Ουδαμώς εδικαίωσεν ο Γκούρας τας προσδοκίας του κοινού επί της εκστρατείας ταύτης. Ως αρχηγός των όπλων της Ανατολικής Ελλάδος ανεδέχθη να στρατολογήση εξακισχιλίους και προφυλάξη δι' αυτών την Ανατολικήν Ελλάδα από πάσης προσβολής των εχθρών· αλλ' η ευτυχής έκβασις της εκστρατείας οφείλεται τοις Σουλιώταις.
Εν ώ δε έπασχεν η Ανατολική Ελλάς έχουσα εν κόλποις τον εχθρόν, οι Κρήτες επεχείρησαν ν' αναζωπυρήσωσι την προ διετίας καθ' όλην την Κρήτην σβεσθείσαν επανάστασιν, Ιούλιος και λήγοντος του ιουλίου στρατολογηθέντες ως 600 υπό την γενικήν αρχηγίαν του Καλλέργη διεβιβάσθησαν εκ Ναυπλίου εις Μονεμβασίαν, όπου συμπληρωθέντες εις 1300 συναπέπλευσαν εφωδιασμένοι των αναγκαίων επί 18 πλοιαρίων και της Τερψιχώρης, γολέττας του Τομπάζη, ίνα αποβώσιν αίφνης εις τα νοτιοδυτικά παράλια της Κρήτης προς άλωσιν των φρουρίων Γραμβούσης και Κισάμου· αλλ' επελθούσης θυέλλης, διεσκορπισθήσαν τα πλοιάρια, και δύο ημερονύκτια εθαλασσομάχουν.
Μιχαήλ τις Αρετάς Κρης μετεκόμιζε συνήθως εις τα παράλια ταύτα εκ Πελοποννήσου τρόφιμα προς πώλησιν, και ως εκ τούτου ήτο γνώριμος τω φρουράρχω της Γραμβούσης. Μαθόντες τινές των εις Κύθηρα καταφυγόντων Κρητών τας σχέσεις ταύτας του συμπατριώτου των, τον έπεισαν να τοις χρησιμεύση επ' αγαθώ της πατρίδος ως κατάσκοπος, και τοιουτοτρόπως εμάνθαναν τα της Γραμβούσης. Κατέπλευσεν ο Αρετάς μια των ημερών εις τα παράλια εκείνα κακώς έχων, επελθούσης επί του διάπλου του τρικυμίας, και διενυκτέρευσε παρά τω γνωστώ του φρουράρχω. Παρατηρήσας δε ότι ολιγώτατοι ήσαν οι φρουροί, ηρώτησε την αιτίαν· ήτο δε η τελευταία ημέρα του μηνός. Ανύποπτος ο φρούραρχος τω είπεν, ότι 60 ήσαν όλοι οι φρουροί και αντηλλάσσοντο κατά μήνα, αλλ' ούτε ήρχοντο εις το φρούριον ούτε ανεχώρουν όλοι ομού· ότι καθ όσον μεν επλήθυνεν η σελήνη, επλήθυνε και ο αριθμός των φρουρών· καθ' όσον δε ωλιγόστευεν αύτη, ωλιγόστευε και ο αριθμός αυτών και κατήντα εις 5 ή 6 προ της νεομηνίας.
Μαθόντες ταύτα οι εν Κυθήροις και ιδόντες την 31 τα ελληνικά πλοιάρια θαλασσοπορούντα προς την Κρήτην, απέπλευσαν αυθημερόν, όλοι 17, ηγουμένου του Αναγνώστη Παναγιώτου (β), εξημερώθησαν είς τι παράλιον της Κρήτης, και διέμειναν εκεί αφανείς όλην την ημέραν. Βασιλεύοντος δε του ηλίου ανήχθησαν, και μίαν ώραν πριν φέξη κατευοδώθησαν εις άγιον Σούζον αντικρύ της Γραμβούσης· ημέρας δε γενομένης, αποβάντες είδαν έμπροσθέν των άνθρωπον και παρέκει σκηνήν. «Τις συ», ηρώτησαν, «και τις η σκηνή;» «εγώ είμαι», απεκρίθη ο άνθρωπος, «Χριστιανός, υπηρέτης του φρουράρχου, και επειδή εφάνησαν χθες πλοιάρια, και το φρούριον δεν έχει φύλακας, εφοβήθη ο φρούραρχος, απεβίβασε την γυναίκα του υπό την σκηνήν εκείνην και διέταξε κ' εμέ να μένω παρ' αυτή εις υπηρεσίαν της». «Και διατί δεν έχει φύλακα το φρούριον;» ηρώτησαν εκ νέου οι αποβάντες· «διότι», απήντησεν ο υπηρέτης, «λήξαντος του μηνός, οι εν τω φρουρίω ανεχώρησαν κατά την συνήθειαν, και οι διάδοχοι των ώρα τη ώρα περιμένονται». Ακούσαντες ταύτα υπήγαν εις την σκηνήν, και σταθέντες έξωθεν εκαλημέρισαν την εν αυτή γυναίκα και αντεκαλημερίσθησαν. «Πού είναι ο μπέης;» την ηρώτησαν. «Αντίπεραν», απήντησεν, «εν Γραμβούση, και μοι παρήγγειλεν, άμα έλθετε» (τους εξέλαβε δε ως τους περιμενομένους φρουρούς) «να σας είπω να πυροβολήσετε δις, και έρχεται και σας παραλαμβάνει». Επυροβόλησαν δις, και ο φρούραρχος εμβάς εις το πλοιάριόν του και πηδαλιουχών ήρχετο να τους παραλάβη. Πλησιάσας δε και παρατηρήσας ουδένα εγνώρισε των ελθόντων και ήρχισε να υποπτεύη και να τους ερωτά ποιοι ήσαν. «Δεν μας γνωρίζεις;» απεκρίθησαν οι ερωτηθέντες· «ηξεύρεις ότι ο πασάς στέλλει νέους φρουρούς κατά μήνα, τι ερωτάς;» ο φρούραρχος ήλθε πλησιέστερον, και πάλιν διστάζων είπε, «μήπως είσθε Ρωμαίοι;» «Ω της βλασφημίας! εφώναξάν τινες αυτών τουρκιστί και ωργισμένοι, «μας έκαμες και Ρωμαίους· φέρε το πλοιάριον σιμά»· οι Κρήτες ούτοι ήσαν ενδεδυμένοι και εξωπλισμένοι ως Τούρκοι, και εκαλούντο ο μεν Αλής, ο δε Χασάνης εις επήκοον του φρουράρχου. Ο φρούραρχος ελθών πλησιέστερον είπε, «δεν σας γνωρίζω και δεν σας πιστεύω· προσευχηθήτε ως Τούρκοι και τότε σας πιστεύω». Τότε είς εξ αυτών, ο Ανδρούλης Παχύς, ειδήμων οπωσούν της τουρκικής γλώσσης και ετοιμόλογος, ήρχισε να τουρκολογή θυμού πλήρης ως ολιγωρουμένης της μωαμεθανής πίστεώς του. Απατηθείς ο φρούραρχος απεφάσισε να τους παραλάβη· εν ώ δε έμβαιναν εις το πλοιάριον, είς εξ αυτών παρεπάτησε, και το πλοιάριον έκλινε· «Καϋμένε Γιάννη σα βόδι επάτησες»· τω είπε τότε άλλος εξ απροσεξίας. Ακούσας είς των εν τω πλοιαρίω κωπηλατούντων δύο Τούρκων τον νομιζόμενον Χασάνην καλούμενον Γιάννην, έδραξε την πιστόλαν του. Αλλά προλαβών ο Γιάννης Ρούκουνας τον εμαχαίρωσεν. Ετρόμαξεν ο δειλός φρούραρχος ιδών το γεγονός. «Κάθου ήσυχος μπέη», τω είπαν οι Χριστιανοί, «κυβέρνα και μη φοβήσαι»· αφ' ού δε έφθασε το πλοιάριον εις το νησίον της Γραμβούσης, κατέβησαν οι απομείναντες εν τω φρουρίω έξ Τούρκοι εις το παράλιον προς αποδοχήν των συναδέλφων· αλλ' αποβάντες ούτοι τους συνέλαβαν αίφνης όλους. Εφώναξε τότε ο φρούραρχος· «Χριστιανοί, μη μας θανατόνετε και σας παραδίδομεν τα κλειδία». Οι Χριστιανοί αφώπλισαν τους Τούρκους, παρέδωκεν ο φρούραρχος τα κλειδία του φρουρίου, και εν τη μουσουλμανική του απαθεία και αφοσιώσει εις την ειμαρμένην «χαρήτε το», είπεν αταράχως, αποτεινόμενος προς τους Χριστιανούς, «τούτο είναι το θέλημα του θεού». Οι Έλληνες παρέλαβαν το φρούριον και ουδένα των φρουρών εθανάτωσαν. Έφθασαν εν τούτοις αυθημερόν καί τινα πλοιάρια της εκστρατείας και την επαύριον τα λοιπά.
Το δράμα τούτο διεδραματίσθη την 2 αυγούστου. Την αυτήν ημέραν εκυρίευσαν οι Έλληνες και το όλως παρημελημένον και ανεφοδίαστον των αναγκαίων φρούριον της Κισάμου, δραπετευσάντων των φυλασσόντων αυτό· έκτοτε ανέζησεν επί της Κρήτης ο αγών. Μαθών δε ο πρώην Μουσταφάμπεης και νυν Μουσταφάπασας τα γενόμενα, και φοβηθείς μη αποστατήσωσιν εκ νέου τα Σφακιά, εξεστράτευσε, συνήψε μάχην κατά το Καλυβάκι, και ανέκτησε το φρούριον της Κισάμου καταλειφθέν υπό των προ μικρού καταλαβόντων αυτό· επιστάντος δε του χειμώνος, επανήλθεν εις Χανιά.
Ιούλιος Καθ' ον δε καιρόν συνέβαιναν ταύτα εν Κρήτη, επεχείρησαν οι θαλασσινοί μέγα και τολμηρόν επιχείρημα· την πυρπόλησιν εν τω λιμένι της Αλεξανδρείας στόλου του Μεχμέτ-Αλή. Την 23 ιουλίου απέπλευσαν εξ Ύδρας δύο πολεμικά, το μεν υπό τον Μανώλην Τομπάζην, το δε υπό τον Αντώνην Κριεζήν, και τρία πυρπολικά υπό τον Κανάρην, τον Αντώνην Θ. Βώκου και τον Μανώλην Μπούτην· την δε 29 περί την 5 ώραν μετά μεσημβρίαν έφθασαν έξω του λιμένος της Αλεξανδρείας· και τα μεν πυρπολικά εισέπλευσαν υπό ουδετέραν σημαίαν προπλέοντος του υπό τον Κανάρην ως ταχυπλοωτέρου, επί παραγγελία να προσέξωσι μη βλάψωσι πλοίον υπό ουδετέραν σημαίαν, τα δε πολεμικά περιέπλεαν έξωθεν, ίνα προλάβωσιν εν καιρώ τους ναύτας των πυρπολικών. Ο Κανάρης εκράτησεν επί του πλοίου του τον από της ξηράς ελθόντα ως ποδότην, και ιστιοδρόμει υπό καλόν άνεμον προς το παλάτιον του σατράπου, όπου ελλιμένιζαν τέσσαρες φρεγάται και η ναυαρχίς· αλλ' αφ' ού επλησίασεν, ήρχισε να πνέη εναντίος άνεμος. Ο Κανάρης ηναγκάσθη τότε να στρέψη το πυρπολικόν του προς άλλον σωρόν πλοίων, το άναψε την 6 1/2 ώραν και απεμακρύνθη μετά των συν αυτώ ναυτών επί του εφολκίου του· αλλά το πυρπολικόν, αφεθέν εις την διάκρισιν του ανέμου, εκάη εις μάτην· τα δύο δε άλλα δεν εκάησαν, αλλ' υψώσαντα την ελληνικήν σημαίαν εξέπλευσαν· εξέπλευσαν και οι περί τον Κανάρην επί του εφολκίου των κανονοβολούμενοι και άλλοθεν και παρά τινος πολεμικού γαλλικού βρικίου (γ) ευρεθέντος εν τω λιμένι και διεσώθησαν επί των δύο πολεμικών ελληνικών πλοίων. Άλλος εξ άλλου έγεινεν ο Μεχμέτ-Αλής ιδών το γεγονός και απέστειλεν εν τω άμα φρεγάτας τινάς εις καταδίωξιν των Ελλήνων. Οι Έλληνες, πλέοντες προς την Ύδραν, απήντησαν την επαύριον 5 εχθρικά πολεμικά συνοδεύοντα εξ Αταλείας εις Αλεξάνδρειαν 45 φορτηγά, έκαυσαν κανονοβολούντες έν των πολεμικών 16 κανονίων, διότι άναψεν η πυριτοθήκη του, και συνέλαβαν επί των κυμάτων φερομένους 45 ναύτας, και 36 στρατιώτας. Εξεμάνη ο Μεχμέτ-Αλής ως υβρισθείς και εκ δευτέρου, και εκπλεύσας αυτός επί μιας κορβέττας προς τιμωρίαν των υβριστών του ηύρε περιφερομένας έξωθεν της Αλεξανδρείας τας φρεγάτας του, αλλά δεν συνήντησε τους Έλληνας και επανήλθεν εις την καθέδραν του την μεθαύριον. Εν τούτοις πλέοντα τα ελληνικά προς την Ύδραν απήντησαν έξωθεν της Αταλείας εχθρικήν λεύκαν φέρουσαν ξύλα και έχουσαν 190 ναύτας και στρατιώτας· γενναίως αντέστησαν οι άνδρες ούτοι φονεύσαντες δύο και πληγώσαντες εννέα Έλληνας· επλήγωσαν ελαφρώς και τον Κριεζήν· αλλ' επί τέλους κατεβίβασαν την σημαίαν. Κυριεύσαντες οι Έλληνες την λεύκαν απεβίβασαν σώους εις Κακαβά όχι μόνον τους εν αυτή, αλλά και τους διασωθέντας από του καέντος πλοίου και τον συλληφθέντα ποδότην και την 13 αυγούστου κατευωδώθησαν εις Ύδραν. Εξ όσων δε διηγήθημεν αποδεικνύεται ότι, αν απέτυχε το μέγα τούτο τόλμημα των Ελλήνων, ούτε δι' αδεξιότητα ούτε δι' ατολμίαν απέτυχεν·
1825
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'.
Περί του δευτέρου δανείου και του λόρδου Κοχράνου. — Αύξουσα ευμένεια των λαών προς τον ελληνικόν αγώνα. — Περί αναγορεύσεως βασιλέως — Διάθεσις των μεγάλων Δυνάμεων προς την Ελλάδα και σύστασις κομμάτων υπό ξένην ονομασίαν. — Σχίσμα των μελών της ιεράς συμμαχίας επί των εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων και λύσις της συμμαχίας. — Περί της αγγλικής προστασίας. — Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας. — Αποβίωσις του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου. — Σχέσις των αυλών προς αλλήλας επί της αποβιώσεώς του.
Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ του πρώτου δανείου εθάρρυνε την εν Λονδίνω επιτροπήν να ζητήση άδειαν προς διαπραγμάτευσιν και δευτέρου· είδε και η κυβέρνησις, ότι η διαπραγματευθείσα ποσότης ήτο μικρά, αι δε ανάγκαι της πατρίδος μεγάλαι, και εψηφίσθη την 31 Ιουλίου 1824 νέον δάνειον δεκαπέντε εκατομμυρίων διστήλων επί υποθήκη των εθνικών κτημάτων, και τόκω 5 τοις 100· προσδιωρίσθη δε η διαπραγμάτευσις του μεν όλου προς 60 εκατοστά, των δε δύο τρίτων προς 55, ή του τρίτου προς 50. Η επιτροπή θέλουσα να φέρη εις συναγωνισμόν τους τραπεζίτας των δύο μεγαλοπόλεων Λονδίνου και Παρισίων, εφρόντισεν εν αμφοτέραις περί ευρέσεως του δανείου· επί τέλους εσυμφώνησε την 26 Ιανουαρίου 1825 μετά των εν Λονδίνω Ρικάρδων επί τω ορισθέντι τόκω περί δύο εκατομμυρίων λιρών προς 55 πληρωτέων εις δώδεκα ίσας μηνιαίας δόσεις. Επετρέπετο δε τοις δανεισταίς να λύσωσι το συμφωνητικόν μετά την τρίτην δόσιν ζημιούμενοι όσα προκατέβαλαν. Τινές των ελλήνων θαρρυνόμενοι επί τη ευρέσει των εθνικών τούτων δανείων, εζήτησαν τοπικά δάνεια εις επανάστασιν οι μεν της Ηπείρου, οι δε της Κύπρου επί υποθήκη γης κειμένης όλης υπό την πλήρη κυριότητα του σουλτάνου, παρ' ολίγον δε εύρισκαν. Τόσον επιρρεπείς προς το δανείζειν ήσαν οι τραπεζίται τω καιρώ εκείνω, και τόσον επισφαλή εθεωρούντο τα του οθωμανικού κράτους.
Δώσασα η κυβέρνησις άδειαν τη επιτροπή εις εύρεσιν δευτέρου δανείου, διέταξε συγχρόνως την αγοράν και ταχείαν εις Ελλάδα αποστολήν φρεγατών μετρίου μεγέθους· επανέλαβε δε και την άλλοτε δοθείσαν διαταγήν περί ειδικού δανείου και αποστολής ξένου στρατού. Πολλά προσκόμματα απήντησεν η επιτροπή εις πραγματοποίησιν της τοιαύτης στρατείας και επί τέλους παρητήθη.
Ησχολήθη δε συγχρόνως και εις αγοράν φρεγατών εν Αγγλία και αλλαχού της Ευρώπης, αλλά δεν ηύρεν οποίας ήθελε· και επειδή διά την πολλήν τότε ασχολίαν των ναυπηγείων ουδείς ανεδέχετο την κατασκευήν νέων εν βραχεί διαστήματι, όπως απήτει η επικίνδυνος στάσις των πραγμάτων, απεφάσισε να κατασκευάση ή αγοράση δύο ετοίμους εν τη αρκτώα Αμερική, όπου, ως έμαθε, κατεσκευάζοντο ταχέως τοιαύτα πλοία προς χρήσιν των νέων επικρατειών της νοτίου Αμερικής. Καταλληλότερον δε μέρος εκρίθη το Νεοβόρακον, και εστάλη επί αδρά αντιμισθία εις αγοράν ή κατασκευήν αυτών ο στρατηγός Λαλλεμάνδος, ως άλλοτε εκεί χρηματίσας και φίλος πολλών των εν τοις πράγμασι, αλλ' ανεπιτήδειος προς το έργον· εδόθησαν δε προς κτήσιν αυτών λίραι 155,000 εκ του δευτέρου δανείου.
Το δε φθινόπωρον του 1824 ανεχώρησεν εις Αγγλίαν μετά διετή αξιέπαινον εν Ελλάδι υπηρεσίαν ο Χάστιγξ, και επί τη συστάσει αυτού διέταξεν η κυβέρνησις την κατασκευήν ενός πολεμικού ατμόπλου. Συνομολογηθέντος δε του δευτέρου δανείου, έσπευσεν η επιτροπή να εκτελέση όσα περί τούτου διετάχθη, προπληρώσασα δεκακισχιλίας λίρας υπό τον όρον να ετοιμασθώσι τα πάντα εντός τριών εβδομάδων.
Τον δε Ιούλιον του 1825 επανήλθεν εις Αγγλίαν εκ της μεσημβρινής Αμερικής ο λόρδος Κοχράνης, ανήρ έχων υπόληψιν τολμηρού και στρατηγηματικού θαλασσομάχου, και διαπρέψας εν ταις υπέρ Βρασιλίας και άλλων νέων επικρατειών ναυμαχίαις. Οι Ρικάρδοι καί τινες φιλέλληνες ενόμισαν σωτηριώδες διά την Ελλάδα και επρόβαλαν προς την επιτροπήν να κληθή ο ανήρ ούτος εις υπηρεσίαν, ν' αυξηθή διά δαπάνης μέρους του δανείου η θαλάσσιος δύναμις, και να τεθή υπό τας διαταγάς αυτού. Προθύμως συγκατετέθη η επιτροπή, παρέλαβε τον λόρδον εν τη υπηρεσία της Ελλάδος μέχρι τέλους του αγώνος επί αντιμισθία λιρών 57,000, εξ ών προκατέβαλε 37,000, και παρακατέθεσε 113,000 εις αγοράν ή κατασκευήν πέντε άλλων ατμοπλόων επί ρητή συμφωνία ν' αποπλεύση ο λόρδος εντός δύο ήμισυ μηνών μετά του στολίσκου τούτου. Αλλ' εν ώ εγίνετο φροντίς περί ευρέσεως ετοίμων ατμοπλόων εις ταχυτέραν χρήσιν αυτών, αίφνης ειδοποιήθη η επιτροπή, ότι οι Ρικάρδοι διέταξαν εν αγνοία αυτής την κατασκευήν νέων· κατεταράχθη δε έτι μάλλον μαθούσα, ότι η κατασκευή των ατμομηχανών ανετέθη εις τον Γαλοβαίην, όστις, αναδεχθείς την κατασκευήν της ατμομηχανής του πρώτου ατμόπλου, της Καρτερίας, ουδ' αυτήν ητοίμασεν εντός της προθεσμίας· πολλή εγένετο λογομαχία μεταξύ της επιτροπής και των Ρικάρδων περί ων ούτοι αυθαιρέτως έπραξαν, αλλ' επί τέλους απεφασίσθη να μη εμποδισθή η αρξαμένη ήδη κατασκευή επί επανειλημμένη υποσχέσει ταχείας αποπερατώσεως. Αλλ' ο Γαλνοβαίης, ο αναδεχθείς να εργασθή διά την Ελλάδα, ειργάζετο και διά τον Μεχμέτ-Αλήν· και αυτός ο υιός του διέτριβε τον καιρόν εκείνον εν Αιγύπτω. Εντεύθεν ανεφύοντο καθ' ημέραν δυσκολίαι και υπόνοιαι, και επί μια ή άλλη προφάσει τα έργα ανεβάλλοντο από εβδομάδος εις εβδομάδα, και από μηνός εις μήνα· οι δε Ρικάρδοι ουδέ πρόστιμον καν εφρόντισαν να ορίσωσιν επί τη παραβάσει των όρων· και εν ώ κατά την ενυπάρχουσαν συμφωνίαν έπρεπεν όλος ο εν Αγγλία ετοιμαζόμενος στολίσκος να φθάση εις Ελλάδα προ του τέλους 1825, μόλις το πρώτον ατμόπλουν έφθασε τον σεπτέμβριον του 1826, το δεύτερον μετά έν έτος αφ' ού έφθασε το πρώτον, το τρίτον μετά έν έτος αφ' ού έφθασε το δεύτερον· τα δε λοιπά τρία εφθάρησαν εν τοις νεωρίοις του Λονδίνου δι' έλλειψιν των εις απαρτισμόν χρημάτων.
Εν τούτοις οι Έλληνες εστήριζαν όλας τας ελπίδας των εις την θαλασσίαν ταύτην δύναμιν και την επροσδόκουν ως θαυματουργόν· ως θαυματουργόν την παρίστα και ο Κοχράνης, διότι έγραφεν, ότι, και αν δεν απέμενεν επί της εις Ελλάδα αφίξεώς του άλλο τι υπό την ελληνικήν κυβέρνησιν ειμή η γη εφ' ης θα επάτει, ήτον ικανός ν' ανακτήση την υπό τους εχθρούς ελληνικήν χώραν· θαυματουργόν την εξελάμβαναν και μέλη τινά της ελληνικής εταιρίας βεβαιούντα, ότι εντός ολίγων εβδομάδων ο αρχηγός αυτής και τους τουρκικούς στόλους εντός του λιμένος της Κωνσταντινουπόλεως θα έκαιε, και την Ελλάδα όλην των εχθρών της θ' απήλλαττεν. Υπό τοιαύτας απατηλάς διαβεβαιώσεις και αναιδείς κομπορρημοσύνας κατεσπαταλεύθη εν Αγγλία τόση ποσότης χρημάτων. Εθορυβήθη το κοινόν της Αγγλίας επί τη κακή χρήσει, αντήχησαν αι εφημερίδες της, και συνελθόντες οι δανεισταί διέταξαν την εξέτασιν των λογαριασμών και των αιτιών της αργοπορίας των ατμοπλόων· αλλ' ούτε η Ελλάς ούτε οι αθώοι δανεισταί της ικανοποιήθησαν.
Ουδέν ήττον σκανδαλώδη απέβησαν και τα της εν Αμερική κατασκευής των δύο φρεγατών. 155,000 λίραι εστάλησαν, ως είπαμεν, εις κατασκευήν και απαρτισμόν αυτών· αλλά δεν εξήρκεσαν, και εζητήθησαν έτι 50,000. Η δε επιτροπή, στερουμένη παντός πόρου, και βλέπουσα το υπέρογκον της δαπάνης, έσπευσε να στείλη τον Αλέξανδρον Κοντόσταυλον εις Αμερικήν αναθέτουσα αυτώ τα πάντα. Φθάσας ούτος εις Νεοβόρακον και ιδών ότι αμφότεραι αι φρεγάται εκινδύνευαν να χαθώσι διά την κακήν διαχείρισιν των εντολοδόχων και δι' έλλειψιν χρημάτων προς απαρτισμόν, μετέβη εις την πρωτεύουσαν, και υπερβάς πολλάς δυσκολίας κατώρθωσε διά των παρά τοις εν ισχύϊ και εν τοις πράγμασι θερμών προσπαθειών του να σώση εκ χειρός αρπάγων και απαρτίση την μίαν διά της εξαργυρώσεως της άλλης, ην ηγόρασεν η κυβέρνησις των ομοσπόνδων πολιτειών διά ψηφίσματος της βουλής και της γερουσίας περί πολλού ποιουμένων τα της αγωνιζομένης και αδικουμένης Ελλάδος.
Εν τούτοις, όσον επερίσσευαν τα δεινά των Ελλήνων, τόσον επεξετείνετο και η υπέρ αυτών συμπάθεια των λαών· φιλελληνικαί εταιρίαι, παρ' όσας ανεφέραμεν, εσυστήθησαν εν τω μεταξύ τούτω και αλλού· έρανοι εγένοντο υπέρ των Ελλήνων και εν αυταίς ταις Ινδίαις· καί τινες παρευρισκόμενοι εν Καλκούττη Σίναι συνεισέφεραν και αυτοί κινηθέντες εις συμπάθειαν εξ όσων ήκουαν· εκάλεσε και ο εν Βεστφαλία Ραβίνος Ελβίγγος τους ομοθρήσκους του εις συνεισφοράν. Αρχομένου δε του 1825, εσυστήθη φιλελληνική εταιρία εν Παρισίοις· μέλη δε αυτής ήσαν πολλοί των επισημοτέρων ανδρών της μεγαλοπόλεως εκείνης, εν οίς και ο δουξ της Αυρηλίας, και ο μεγαλόφρων και χρυσορρήμων Σατωβριάνης. Το ευγενές παράδειγμα της μητροπόλεως εμιμήθησαν αριζήλως αι επαρχίαι, γενναίως συνεισφέρουσαι υπέρ των Ελλήνων. Εις ωφελιμωτέραν δε χρήσιν των βοηθημάτων συνεδέθησαν όλαι της ηπειρωτικής Ευρώπης αι εταιρίαι, και καταθέσασαι τας γενναίας συνεισφοράς των εις έν και το αυτό ταμείον ανέθεσαν την χρήσιν αυτών εις τον ένθερμον και ακάματον ζηλωτήν των ελληνικών συμφερόντων, τον εξ Ελουηττίας Εϋνάρδον. Η δε εταιρία των Παρισίων, η πρωτοστάτις των εν τη ηπειρωτική Ευρώπη, επιθυμούσα να γίνη όσον εδύνατο ωφελιμωτέρα, έστειλε μετά την σύστασίν της τον στρατηγόν Ρόσχην εις Ελλάδα και τον διέταξε να παρατηρήση εκ του πλησίον τας ανάγκας του τόπου, ν' αναφέρη περί αυτών, να συνδράμη την κυβέρνησιν διά των φώτων, της πείρας και του βραχίονός του, ν' αποστείλη εις Παρισίους οκτώ νέους, υιούς πρωταγωνιστών της Ελλάδος, όπως εκπαιδευθώσι δαπάνη της εταιρίας, και προ πάντων ν' απέχη των π ο λ ι τ ι κ ώ ν· αλλ' ο άνθρωπος ούτος, όστις έφθασεν εις Ναύπλιον μεσούντος του απριλίου, εβάδισεν οδόν εναντίαν της τελευταίας ταύτης εντολής.
Εξ αρχής του αγώνος η Ελλάς, ως είρηται, εβασίλιζεν όλη, και πολλάκις ησχολήθη εις εκλογήν βασιλέως· ως τοιούτοι εσυστήθησαν εν πρώτοις ο αδελφός του βασιλέως της Πορτουγαλλίας Μιχαήλ και ο Ιερώνυμος Βοναπάρτης· εγένετο δε λόγος να σταλώσι καί τινες εις Ευρώπην προς τον σκοπόν τούτον, και εσχεδιάσθη και σύνταγμα εις υπογραφήν του βασιλέως· αλλ' ουδέν ενηργήθη. Μεσούντος δε του 1824 (α) ήλθεν εις Μεσολόγγι, όπου διέτριβε τότε ο Μαυροκορδάτος ως διευθυντής της Δυτικής Ελλάδος, ο Γεώργιος Βιτάλης φέρων προς αυτόν γράμματα του βουλευτού της Γαλλίας Βιλλεβέκου και του συνταγματάρχου Ρουμινή, υπασπιστού και εξ απορρήτων του δουκός της Αυρηλίας, αποδεικνύοντα την ανάγκην να βασιλευθή η Ελλάς, προβάλλοντα ως βασιλέα τον δευτερότοκον υιόν του δουκός, και αιτιολογούντα ως σωτήριον και μεγάλων αγαθών παραίτιον την εκλογήν ταύτην.
Ομολογήσας ο Μαυροκορδάτος εν τη απαντήσει του και την ανάγκην και την επιθυμίαν του ελληνικού λαού να βασιλευθή, είπεν ότι, αν δεν έβλεπε δυσκολίας εσωτερικάς ως προς την προτεινομένην εκλογήν, έβλεπεν εξωτερικάς και κυρίως γαλλικάς διά την γνωστήν απέχθειαν του βασιλεύοντος κλάδου των Βουρβόνων προς τους Αυρηλιανούς, και ότι ενόμιζεν επάναγκες ν' αρθή η δυσκολία αύτη. Ο Ρουμινής ανταπήντησεν, ότι τοιαύτη δυσκολία δεν υπήρχε, και εις απόδειξιν των λόγων του διεβίβασε προς τον Μαυροκορδάτον πρωτόκολλον συνεντεύξεως του δουκός της Αυρηλίας και του πρωθυπουργού Βιλλέλου περί τούτου. Ο Μαυροκορδάτος έστειλε την ανταπόκρισίν του προς τον τότε πρόεδρον της κυβερνήσεως Κουντουριώτην, όστις την εγνωστοποίησε πρός τινας των επισημοτέρων της Ελλάδος μηδέν άλλο μηδ' αυτός ενεργήσας. Ελθών δε ο Ρόσχης εις Ελλάδα, είπεν υπό εμπιστοσύνην προς τον Κουντουριώτην, τον Μαυροκορδάτον και δύο τρεις φίλους αυτών ότι είχε μυστικήν εντολήν να ενισχύση το περί ου ο λόγος σχέδιον, και ότι εις πραγματοποίησιν αυτού έβλεπε κατάλληλον την ώραν, καθ' ην αι ευτυχείς πρόοδοι του Ιβραήμη μετά την ήτταν των εν Κρεμμυδίω και την πτώσιν Ναβαρίνων, Σφακτηρίας και Νεοκάστρου, έρριψαν τους Έλληνας εις πλήρη αθυμίαν και απελπισίαν· επειδή δε ο προβαλλόμενος ως βασιλεύς, ούτινος έφερε την εικόνα εν ιματισμώ ελληνικώ, ήτον ανήλιξ, εβεβαίονεν ότι ο πατήρ αυτού πρόθυμος ήτο να τον επιτροπεύση, αν ήθελαν οι Έλληνες, υπέσχετο δε και στρατιωτικήν επικουρίαν και ανάλογον των αναγκών της Ελλάδος χρηματικήν χορηγίαν. Τα πνεύματα των Ελλήνων ήσαν προδιατεθειμένα εις μεταβολήν της δημοκρατικής κυβερνήσεως εις βασιλικήν, και επειδή το εν ενεργεία σύνταγμα απηγόρευεν υπό αυστηροτάτην ποινήν την κατάργησιν ταυ ενυπάρχοντος συστήματος, οι βουλευταί και οι νομοτελεσταί προς διεκφυγήν δήθεν της ευθύνης συνήρχοντο ιδιαιτέρως και συνεσκέπτοντο περί τούτου, ενίοτε δε και εν τω βουλευτηρίω των θυρών κεκλεισμένων, όχι ως βουλευταί αλλ' ως απλοί πολίται· έφερε δ' έκαστος αυτών πληρεξουσιότητα των επαρχιωτών του ίνα ενεργήση εν καιρώ τα δέοντα. Αλλ', αν και θερμή και ειλικρινής ήτον η επιθυμία όλων υπέρ αναγορεύσεως βασιλέως, εδυσκολεύοντο πολλοί να δεχθώσι την πρότασιν του Γάλλου στρατηγού διά την αβεβαιότητα της υπερασπίσεως της γαλλικής κυβερνήσεως και διά τον επικρατούντα πάντοτε φόβον μήπως παροργίσωσι την αγγλικήν· ο δε ισχύων τότε Κουντουριώτης παρηγγέλθη ρητώς παρά του υπερισχύοντος αδελφού του Λαζάρου να προσέξη μη απατηθή και ενδώση εις τοιούτον σχέδιον. Ο Ρόσχης, ιδών ότι ο Κουντουριώτης, ο Μαυροκορδάτος και οι φίλοι αυτών δεν παρεδέχοντο την πρότασίν του, αν δεν εβεβαιούντο περί της συγκαταθέσεως της Αγγλίας ή περί της φανεράς και πραγματικής υπερασπίσεως της Γαλλίας, έστρεψε τα βλέμματά του προς άλλους Έλληνας προτρέπων αυτούς να συνέλθωσιν εις την εν Ναυπλίω πλατείαν του Πλατάνου προς αναγόρευσιν του βασιλέως· έφερε δε και πολυειδή δώρα, εξ ών διένειμε και είς τινας. Εξ αιτίας της κακής καταστάσεως της πατρίδος το πράγμα κατήντησε σπουδαίον και επικίνδυνον, έφερε διαίρεσιν εις τους εν τοις πράγμασι και ανεφύη κατά πρώτην φοράν κόμμα γαλλικόν εν Ελλάδι. Πολλών δε συνεντεύξεων περί τούτου γενομένων, παρευρισκομένου και του Ρόσχη και βεβαιούντος αλλά μη πείθοντος ότι, καθ' ας είχε πληροφορίας, ο Κάννιγγ ενέκρινε την εκλογήν ταύτην, απεφασίσθη να σταλή τις προς την αγγλικήν κυβέρνησιν εις εξέτασιν.
Είδαμεν ότι κατ' αρχάς όλαι αι ευρωπαϊκαί Δυνάμεις ανεξαιρέτως κατέτρεχαν τον ελληνικόν αγώνα, αι μεν αναθεματίζουσαι αυτόν, αι δε αντιπράττουσαι. Η ρωσσική αυλή ηγάπα και επεριποιείτο τους εις την επικράτειάν της καταφυγόντας Έλληνας, αλλ' απεστρέφετο και κατέκρινε τον αγώνα των, ως απεδείξαμεν· εντός δε της Ελλάδος ετήρει παρρησία και μυστικώς ειλικρινή ουδετερότητα· και εν ώ μοίραι γαλλικαί, αγγλικαί και αυστριακαί περιέπλεαν την ελληνικήν θάλασσαν, και οι αρχηγοί αυτών εφρόντιζαν να επιρρεάζωσι τους Έλληνας και την κυβέρνησιν αυτών, ούτε ρωσσική σημαία εφάνη δι' όλης εξαετίας, ούτε επερρέαζέ τις υπέρ της πολιτικής της· διά τούτο ουδέ κόμμα ρωσσικόν υπήρχε τότε εν τη Ελλάδι.
Διαφόρων φυλών και γλωσσών λαούς έχει υποχειρίους η Αυστρία κυβερνώσα, αυτούς δεσποτικώς· ολέθριον δε παράδειγμα προς αυτούς θεωρεί την ανόρθωσιν παντός άλλου υπό ξένην πεπτωκότος εξουσίαν λαού. Τοιαύτην πρεσβεύουσα αρχήν μισέλλην ανέκαθεν ανεδείχθη, και παρέδωκεν εις χείρας δημίων και δημίων Τούρκων, τον υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος ενθουσιώντα και διά των εθνεγερτηρίων του ασμάτων τους ομογενείς του ενθουσιάζοντα περιώνυμον Ρήγαν. Εις τους αυτούς παρέδωκε δημίους και όσους συνέλαβεν οπαδούς του. Την αυτήν μισελληνικήν πολιτικήν περί πολλού είχε και επί του τωρινού αγώνος. Ραγιάδας και αποστάτας απεκάλει τους Έλληνας, τον δε σουλτάνον εθεώρει νόμιμον κύριόν των. Τοιουτοτρόπως πολιτευομένη, θεμιτόν εθεώρει παν ό,τι υπό το κράτος της δικαιοσύνης, της ουδετερότητος, της εν Χριστώ αδελφότητος και της φιλανθρωπίας ήτον αθέμιτον· οι Έλληνες υβρίζοντο, η σημαία των εξουθενείτο, οι αποκλεισμοί των παρεβιάζοντο, και ο αγών πολυειδώς και πολύτροπος επεβουλεύετο και κατεδιώκετο. Τον Ιούνιον του 1822 ο Βουρατοβίκης, κυβερνήτης πολεμικού αυστριακού πλοίου, συνώδευσεν εμπορικόν αυστριακόν φέρον ζωοτροφίας εις τον κορινθιακόν κόλπον πολιορκούμενον υπό οκτώ ελληνικών πλοίων. Περί τα τέλη του αυτού έτους ο Αρμένης, κυβερνήτης αυστριακής φρεγάτας, συνώδευσεν εις τον αυτόν κόλπον τρικάταρτον αυστριακόν φέρον ναυτικάς αποσκευάς εις χρήσιν των εν αυτώ ευρισκομένων τουρκικών πλοίων· το τρικάταρτον τούτο συνέλαβε και έφερεν εις τον λιμένα του Μεσολογγίου η αποκλείουσα τον κόλπον εκείνον ελληνική μοίρα· αλλ' επί τη διαταγή του διευθύνοντος τότε τα της Δυτικής Ελλάδος Μαυροκορδάτου το παρέδωκεν εις τον Αρμένην δώσαντα λόγον τιμής να το απομακρύνη του κόλπου· αλλ' όχι μόνον δεν το απεμάκρυνεν, αλλά και το παρεισήγε· τόσον δε η αναιδής αύτη και αναξία διαγωγή παρώργισε τον Μαυροκορδάτον, ώστε τον ηνάγκασε να τον στιγματίση εγγράφως ως παραβάτην του λόγου της τιμής του. Ο αυτός Αρμένης έλυσε βία τον αποκλεισμόν της Χαλκίδος το αυτό έτος και εισήγαγεν εις τον λιμένα της τροφοφόρα πλοία καθ' ας ημέρας το φρούριον έμελλε να παραδοθή δι' έλλειψιν τροφών· δεν έπαυαν δε και πλοία πολεμικά υπό την αυτήν σημαίαν μετακομίζαντα εκ Σμύρνης και άλλοθεν διάφορα είδη εις χρήσιν των εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις εχθρών της Ελλάδος. Περί δε τα τέλη του 1824, ό εστιν αφ' ού η θαλασσοκρατούσα Αγγλία ανεγνώρισε τους ελληνικούς αποκλεισμούς, διέταξε και η Αυστρία άκουσα τα αυτά υπό βαρείς όμως όρους· αλλ' η διαγωγή του κατά την Ελλάδα ναυτικού της εφάνη και τότε ψευδής και αισχρά· διά τους λόγους τούτους ο λαός της Ελλάδος όλος εμίσει την Αυστρίαν.
Άλλα εφρόνει ο λαός της Γαλλίας περί του ελληνικού αγώνος και άλλα η κυβέρνησίς του. Ευμενής και βοηθός εδείχθη ο λαός εξ αρχής της ελληνικής πάλης, ενθουσιάσθη δε μετά την σύστασιν της εν Παρισίοις φιλελληνικής εταιρίας· αλλ' η κυβέρνησίς της ήτο μεν φιλάνθρωπος διά των προξένων της και των κατά θάλασσαν αξιωματικών της προς τους πάσχοντας και καταδιωκομένους Έλληνας, αλλά τόσον δυσμενής προς τον αγώνα των, ώστε βουλευταί της Γαλλίας πολλάκις την επέπληξαν παρρησία διά τον φιλοτουρκισμόν της, και δεν τον ηρνήθη. Ο στρατηγός Σεβαστιάνης, ο και μέλος της φιλελληνικής εταιρίας, κεραυνόν ευγλωττίας έρριψεν επί το υπουργείον Βιλλέλου εν μια των βουλευτικών συνεδριάσεων. «Ο Θεός», είπεν, «ήκουσε τας κραυγάς μυριάδων Χριστιανών σφαζομένων εν τη ανατολή, και οι λογισμοί ασεβούς πολιτικής μυκτηρίζονται ενώπιον ατρομήτου λαού φλεγομένου υπό του διττού ενθουσιασμού του γεννώντος τους μάρτυρας και τους ήρωας. Οι Έλληνες δεν είχαν πατρίδα και αγωνίζονται να την ανακτήσωσι, διότι πατρίς δεν είναι ο τόπος όπου η κυβέρνησις δεν εξασφαλίζει ελευθερίαν συνειδήσεως, τιμήν και ιδιοκτησίαν. Τινές των Δυνάμεων της Ευρώπης, φοβούμεναι επέκτασιν της Ρωσσίας και την εις Κωνσταντινούπολιν άφιξίν της, προς ην ανοίγει τας πύλας η ακατάληπτος εγκατάλειψις των Ελλήνων, ματαίως ενούνται εις υποστήριξιν του κλονιζομένου και καταρρέοντος ήδη οθωμανικού κράτους. Εάν μεγαλοφυείς άνδρες εκυβέρνων την πολιτικήν των μεγάλων Δυνάμεων, μεγάλη και ανεξάρτητος επικράτεια θα κατηρτίζετο κατά την ευρωπαϊκήν Τουρκίαν όχι υπό παρακμασάντων Μωαμεθανών, αλλά υπό νεάζοντος χριστιανικού λαού, και τοιουτοτρόπως θα ετίθεντο όρια και κατά της βαρβαρότητος και κατά του ρωσσικού κολοσσού, και θα ησφαλίζετο διά παντός η νυν κινδυνεύουσα ησυχία της Ευρώπης. Αλλ' αντί των μεγάλων τούτων σχεδίων, ποία είναι τα των υπουργών της Γαλλίας; ποταπαί σχέσεις προς ένα πασάν, ούτινος η εφήμερος ύπαρξις ομοιάζει την περικυκλούσαν αυτόν άστατον άμμον της ερήμου».
Εν άλλη δε συνεδριάσει ερωτήσαντος του αυτού ρήτορος, αν αλήθευεν ότι πλοίον πολεμικόν υπό γαλλικήν σημαίαν μετέφερεν εξ Αλεξανδρείας εις Νεόκαστρον το ταμείον του αιγυπτίου στρατού, και αν εν τω λιμένι της Μασσαλίας εναυπηγούντο φρεγάται και κορβέτται εις χρήσιν του Μεχμέτ -Αλή, ο Βιλλέλος ουδέν τούτων ηρνήθη. Τοιαύτης ούσης επί του Βιλλέλου της διαγωγής της γαλλικής κυβερνήσεως, διαγωγής εναντίας της κοινής επιθυμίας των Γάλλων, οι Έλληνες απεστρεφαν δικαίως το πρόσωπόν των.
Φιλελευθερώτερος και αυτών των φιλελευθέρων πολιτευτών του αείποτε εδείχθη ο βρεταννικός λαός, συμπαθέστατος δε προς τον ελληνικόν αγώνα. Δυσμενής προς τον αγώνα τούτον ήτον επί Καστλερήχου η κυβέρνησίς του, δυσμενεστάτη δε η διαγωγή του αρμοστού των Ιονίων νήσων Μαιτλάνδου και προς αυτόν και προς αυτούς τους αγωνιζομένους· αλλ' υπουργήσαντος του Κάννιγγος, η πολιτική μετετράπη επί το ευμενέστερον, προοιμιάσασα διά της αναγνωρίσεως των ελληνικών αποκλεισμών. Έκτοτε η ελληνική κυβέρνησις, πλήρης θάρρους και πίστεως εις την πολιτικήν ταύτην, έσπευσε, μεσούντος του 1823, να καλέση την εν Λονδίνω επί του δανείου επιτροπήν εις σύνδεσιν πολιτικών και εμπορικών σχέσεων μετά της Αγγλίας· συνέτρεξαν δ' έτι μάλλον εις τούτο η εν τη μητροπόλει αυτής πρώιμος σύστασις της φιλελληνικής εταιρίας, η έμφρων και ευμενής διαγωγή του Χαμιλτώνος, η εις τον αγώνα γενναία αφοσίωσις του Βύρωνος και η προς τους Έλληνας δυσμένεια των άλλων κυβερνήσεων. Τούτων ούτως εχόντων, η Ελλάς, μέχρις ου ανεφύη κατά πρώτον γαλλικόν κόμμα επί Ρόσχη, άγγλιζεν όλη. Προκειμένης δε ήδη εκλογής βασιλέως, έστρεφεν, ως και άλλοτε, προς την αυτήν κυβέρνησιν τα όμματά της, και την 11 Ιουνίου 1825 απέστειλεν εις Λονδίνον τον Σπανιωλάκην ως μέλος μεν συμπληρωτικόν της επιτροπής, ανακληθέντος του μέλους αυτής Ιωάννου Ζαήμη διά την εις τον εμφύλιον πόλεμον ενοχήν του αδελφού του, αλλά κυρίως ίνα εκθέση προς τον Κάννιγγα την κατάστασιν του τόπου, την άφευκτον ανάγκην να μοναρχηθή συνταγματικώς και την προθυμίαν του να δεχθή όν τινα επρότεινεν η Αγγλία ως μονάρχην· παρηγγέλθη δε ιδιαιτέρως να παρενείρη ως τοιούτον τον Λεοπόλδον δούκα του Σαξεκοπύργου, αλλά δεν εισηκούσθη, επιμένοντος του Κάννιγγος, ότι η πολιτική της Αγγλίας εν τη ελληνοτουρκική πάλη ήτον η ουδετερότης, ότι θα επέφερε δεινά η άλλως πως παρέμβασίς της, και ότι ελληνωφελή νομίζουσα ειρηνικόν τινα συμβιβασμόν, ετοίμη ήτο να συνεργήση, αν η Ελλάς επεκαλείτο την κατά τούτο συνέργειάν της. Και ταύτα μεν απήντησε προς την Ελλάδα η Αγγλία.
Αποχωρισθείσα δε η Δύναμις αυτή του εν Πετρουπόλει επί ειρηνοποιήσει της Ελλάδος διπλωματικού συμβουλίου, καθ' όν τρόπον και δι' όν λόγον εξεθέσαμεν αλλού, επειράθη να το διαλύση αποσπώσα την Αυστρίαν, αλλ' απέτυχε· διότι, ως άλλοτε παρετηρήσαμεν, η Αυστρία διά τους φιλοτουρκικούς σκοπούς της περί πολλού είχε συνδιαλέξεις ατελεσφορήτους και απεδοκίμασε την αποχώρησιν της Αγγλίας. Απομονωθείσης δε ταύτης και δυσφορούσης, συνήλθαν εκ νέου τον φεβρουάριον οι αντιπρόσωποι των λοιπών συμμάχων εις συνδιάσκεψιν, καθ' όν ητήσατο η Ρωσσία να προτείνωσιν οι τέσσαρες σύμμαχοι εκ συμφώνου τοις διαμαχομένοις τετράμηνον ανακωχήν εις διάπραξιν ειρήνης επί τη βάσει εσωτερικής αυτονομίας της Ελλάδος και υποτελείας προς τον σουλτάνον· επειδή δε πιθανήν επίστευεν, εξ ών ελάμβανεν εκ Κωνσταντινουπόλεως ειδήσεων, την απόρριψιν της προτάσεως των συμμάχων, επρόβαλε να προειδοποιηθή η Πύλη ότι οι σύμμαχοι εμελέτων, αν απερρίπτετο η ειρηνική πρότασίς των, και τους παρ' αυτή πρέσβεις των ν' ανακαλέσωσι, και δι' άλλων πειθαναγκαστικών τρόπων την πρότασίν των να υποστηρίξωσιν. Εις πόλεμον τείνουσαν την γνώμην ταύτην εθεώρησαν τα μέλη του συμβουλίου, δεν την παρεδέχθησαν και επέμεναν να ενεργηθώσι μόνον όσα άλλοτε ωρίσθησαν, αλλά και ταύτα άνευ απειλής. Άκων και δυσφορών συγκατετέθη ο Αλέξανδρος, εγένετο η πρότασις ως ηθέλησαν οι αντιπρόσωποι των συμμάχων του, και η Τουρκία, ως προείπεν ο αυτοκράτωρ, την απέρριψε περιφρονητικώ τω τρόπω. Ύβριν δυσφόρητον εθεώρησε την απόρριψιν ο Αλέξανδρος, ωνείδισε τους συμμάχους του ως μη εισακουσθείς, και τους εμέμφθη διά την προς αυτόν διαγωγήν των ως μη υποστηρίζοντας αυτόν ισχυρώς εν ταις μετά της Πύλης διαφοραίς του, και μη επιτρέποντας να πράξη υπέρ εαυτού εν Τουρκία ό,τι αυτός επέτρεψεν αυτοίς να πράξωσιν υπέρ εαυτών εν Νεαπόλει και Ισπανία· προτείνας δε εκ νέου ν' αναγκάσωσι την παρήκοον Πύλην, και μηδέ τότε εισακουσθείς, διέλυσε το συμβούλιον και ανήγγειλε δυσανασχετών, ότι ώφειλαν οι συγκροτούντες αυτό να συλλογισθώσιν ότι δεν διήρει μόνον το ελληνικόν ζήτημα την Ρωσσίαν και την Τουρκίαν· και αν το ρωσσικόν μέχρι τούδε παρημελήθη, η αποτυχία του ελληνικού έδιδε νέαν αφορμήν να επιμείνη έτι σφοδρότερον η Ρωσσία εις την λύσιν εκείνου διά παντός τρόπου· τοις είπε δ' επί τέλους, ότι εις το εξής δεν θα εσυμβουλεύετο εν ταις μετά της Πύλης διαφοραίς του ειμή τα ιδιαίτερα συμφέροντα της αυτοκρατορίας του και την τιμήν του στέμματός του· τα αυτά διεκοίνωσε διά των πρέσβεών του και προς τας αυλάς των. Οι βαρείς ούτοι λόγοι, αν και απετείνοντο προς όλας, απέβλεπαν κυρίως εις την της Αυστρίας ως την υπέρ πάσαν άλλην αγωνιζομένην δι' ων εδύνατο τρόπων προς ανατροπήν των ρωσσικών σχεδίων. Παρωργίσθη δ' έτι μάλλον ο Αλέξανδρος κατ' αυτής, μαθών εκείναις ταις ημέραις, ότι δεν εσυστέλλετο ο Μεττερνίχος καυχώμενος ότι διεπαιδαγώγει τον Αλέξανδρον διά της επιτηδείας πολιτικής του.
Εν ώ δε συνδιελέγοντο οι πληρεξούσιοι των τεσσάρων αυλών εν Πετρουπόλει, αφίχθη ό Στρατφόρδος Κάννιγγ ως πρέσβυς παρά τω Αλεξάνδρω· αλλ' ουδεμιάς έτυχεν ακροάσεως περί του ελληνοτουρκικού ζητήματος, ειπόντος του Νεσελρόδου ότι τω απηγορεύετο πάσα περί τούτου συνδιάλεξις. Ενδώσαντος δε μετά ταύτα του αυτοκράτορος, εξέθεσεν ο πρέσβυς τους λόγους δι' ους δεν ενέκρινεν η κυβέρνησίς του να μεθέξη επί του παρόντος των προκειμένων συνδιαλέξεων θεωρούσα αυτάς ανωφελείς, ως μήτε των Ελλήνων μήτε των Τούρκων συνευδοκούντων· ανήγγειλε δε ότι πρόθυμος ήτο και αύτη να συνεργήση εις την ειρήνευσιν αν οι διαμαχόμενοι εζήτουν ή εδέχοντο την μεσιτείαν τινός των αυλών· αλλ' απαράβατον όρον εθεώρει την αποχήν πάσης βίας. Μη παραδεχομένου δε του Νεσελρόδου τον τελευταίον τούτον όρον, ανεχώρησεν ο Κάννιγγ συμβιβάσας άλλας τινάς περί της αρκτοδυτικής παραλίας της Αμερικής διαφοράς των δύο κυβερνήσεων.
Μαθούσα δε η Αυστρία τους προς τους πληρεξουσίους απειλητικούς και φιλοπολέμους λόγους του Αλεξάνδρου, και θέλουσα να τον δυσωπήση, επρότεινε ν' αναγνωρισθεί η ανεξαρτησία της Ελλάδος, και μη θελούσης της Τουρκίας, καθώς πρό τινων μηνών ανεγνωρίσθη υπό της Αγγλίας, μη θελούσης της Ισπανίας, η των Ισπανικών εν Αμερική αποικιών. Δολία και στρατηγηματική επίνοια εκρίθη η απροσδόκητος αύτη πρότασις της Αυστρίας. Η Αυστρία ήξευρεν, ότι ο Αλέξανδρος χίμαιραν απεκάλει την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, και ότι δεν την εδέχετο ως ανατρέπουσαν τας βάσεις της ιεράς συμμαχίας, ως καταψεύδουσαν όλην την από της συστάσεως αυτής μέχρι τούδε διαγωγήν του, και ως καταστρέφουσαν την πολιτικήν της Ρωσσίας, αποβλέπουσαν αείποτε εις ανέγερσιν εν τη αυτοκρατορία της Τουρκίας υποφόρων και ασθενών, αλλ' όχι και ανεξαρτήτων επικρατειών· πασίγνωστος δε και η προς τους Έλληνας απ' αρχής μέχρι τέλους διαγωγή της Αυστρίας αγωνιζομένης αδιαλείπτως ν' ανατρέψη εκ βάθρων την νέαν πολιτείαν. Ό,τι επεθύμει και ό,τι επροσπάθει η αυλή εκείνη εξ αρχής μέχρι τέλους ήτον η κατάθλιψις της ελληνικής επαναστάσεως διά παντός θεμιτού και αθεμίτου τρόπου· επί δε αιγυπτίας εκστρατείας εις Ελλάδα ήλπιζε την καθυπόταξίν της υπεράλλοτε, και ανήσυχος ο Μεττερνίχος διά το καθ' εκάστην κρατυνόμενον φιλελληνικόν πνεύμα εν Γαλλία απήλθεν εις Παρισίους προς ενίσχυσιν της καθεστώσης αδρανούς πολιτικής (β). Ό,τι δε εδύνατο να σώση την Ελλάδα εν τη δεινή εκείνη περιστάσει ήτο μόνος ο ρωσσικός πόλεμος· τον πόλεμον δε τούτον προθεμένη η Αυστρία διά πάσης θυσίας και διά παντός τρόπου να εμποδίση, όπως δώση καιρόν τω Ιβραημπασά εις κατόρθωσιν του μεγάλου σκοπού, δεν εδυσκολεύετο ν' αναγνωρίση την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, συλλογιζομένη, ότι δεν θα έσωζε την εν ακμή κινδύνου απροστάτευτον ελληνικήν πολιτείαν η κενή και κούφη αναγνώρισις, εν ώ θα την έσωζε βεβαίως ο ρωσσικός πόλεμος· δεν εσυστάλη δε να φέρη εις παράδειγμα τα της νοτίου Αμερικής, εν ώ έναυλος ήτον εισέτι η βαρεία φωνή της κατά της πολιτικής της Αγγλίας, ήν εμέμφετο προ ολίγου παρρησία και κατεμήνυε προς τας άλλας Δυνάμεις ως καταπατήσασαν διά της αναγνωρίσεως της ανεξαρτησίας των νέων εκείνων πολιτειών τας σωτηρίους αρχάς του θείου δικαίου και της νομιμότητος, και ως θαρρύνουσαν το επαναστατικόν πνεύμα, το διά τόσων θυσιών και κινδύνων καταθλιβέν υπό της ιεράς συμμαχίας· διά τους λόγους τούτους ουδεμιάς σκέψεως αξία εθεωρήθη η μηδέν υγιές κατά τους καιρούς εκείνους έχουσα πρότασις του Μεττερνίχου, όστις ουδέ τότε έπαυε λέγων τοις πάσιν, ότι εθεώρει τους Έλληνας αξίους παντελούς καταστροφής εις σωτηρίαν της Ευρώπης και εις στερέωσιν των αρχών της ιεράς συμμαχίας, Αλλά το αναφανέν τούτο σχίσμα Αυστρίας και Ρωσσίας επέφερε μέγιστον αποτέλεσμα· διέρρηξε τον επί καταπιέσει των λαών χαλκευθέντα ζυγόν της ιεράς συμμαχίας· η σκηνή δε, εις ην παριστάμεθα, είναι η τελευταία του βίου της συμμαχίας ταύτης.
Εν τούτοις έπεσεν απροσδοκήτως εν μέσω των Ελλήνων έγγραφον λέγον, μετά τινας διεξοδικάς παρατηρήσεις, τα εξής· «Το ελληνικόν έθνος δυνάμει της παρούσης πράξεως θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της εαυτού ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας, και πολιτικής υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της μεγάλης Βρεττανίας (γ).
Το αναφανέν τούτο έγγραφον, το εν ξένη γλώσση συνταχθέν και κακώς εξελληνισθέν, εξέπληξε τους πλείστους των εν τοις πράγμασι, αγνοούντας πόθεν και προς τίνα σκοπόν ανεφάνη.
Αφ' ού μετεβλήθη επί το φιλελληνικώτερον η αγγλική πολιτική, οι φιλογενείς Ζακύνθιοι, Ρώμας, Στέφανος και Δραγόνας εσύστησαν εν Ζακύνθω επιτροπήν και ειργάζοντο όπως εδύναντο εις ωφέλειαν της κινδυνευούσης Ελλάδος. Όστις γνωρίζει πώς διοικείται η Επτάννησος, δεν έχει ανάγκην να πεισθή ότι τοιαύτη επιτροπή δεν ήτο δυνατόν να συστηθή άνευ της πλήρους συγκαταθέσεως του μεγάλου αρμοστού, ουδ' ημπορεί ν' αμφιβάλη ότι ο μέγας αρμοστής και επέβλεπε πάντοτε, και διεύθυνε πολλάκις τας πράξεις αυτής. Η επιτροπή εφαίνετο ως οίκοθεν συντάξασα το περί ου ο λόγος έγγραφον, και λήγοντος του ιουνίου του 1825 εξαπέστειλε δύο παρόμοια, το μεν εις Πελοπόννησον διά του Χρήστου Ζαχαριάδου, το δε εις Ύδραν διά του Παναγιώτη Λεωνταρίτη επί ρητή εντολή να τα υπογράψωσιν οι Έλληνες υπό την προεδρίαν το μεν του Μιαούλη το δε του Κολοκοτρώνη άνευ παραμικράς προσθαφαιρέσεως ως τα μόνα σωτήρια· δεν εκρίθη δ' εύλογον να σταλώσι κατ' ευθείαν προς την κυβέρνησιν, διότι ως κυβέρνησις δεν εδύνατο, δι' ους είπαμεν συνταγματικούς λόγους, να τα δεχθή. Δεν συνίστα δε τα έγγραφα ταύτα τόσον η ρητή παραγγελία της εν Ζακύνθω επιτροπής, όσον ο επικείμενος κίνδυνος της πατρίδος. Αλλ', αν και πολύς ήτον ο κίνδυνος, οι μεν των προκρίτων της Πελοποννήσου, ους ηύρεν ο Ζαχαριάδης κατά την Άλωνίτσαιναν, ήθελαν, οι δε δεν ήθελαν να υπογράψωσι την πράξιν όπως ήτο συντεταγμένη· αφ' ού όμως ο Ιβραήμης τους διεσκόρπισε και κατά την Αλωνίτσαιναν και κατά τα Μαγούλιανα, όλοι απηλπίσθησαν, και συνελθόντες οι πλείστοι αυτών εις Λαγκάδια μετά την τροπήν εδέχθησαν την πράξιν ως αναγκαίον κακόν, την υπέγραψαν, και προσυπέγραψαν και ονόματα απόντων. Ομόφωνοι υπέγραψαν την πράξιν ταύτην και οι Υδραίοι, και οι λοιποί Νησιώται, και οι Στερεοελλαδίται, και τα μέλη του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, και όλος ο ανώτατος κλήρος, και απαξάπαντες οι γνωστοί Έλληνες εκτός του Υψηλάντου, του Κωλέττου (δ), του Κουντουριώτου, του Γκούρα και δύο τριών βουλευτών. Τα έγγραφα ταύτα, φέροντα έτος 24 Ιουλίου 1825, εστάλησαν κατά την παραγγελίαν της εν Ζακύνθω επιτροπής εις Λονδίνον διά του πλοίου, Κίμωνος, του υπό τον Δημήτρην Μιαούλην, υιόν του ναυάρχου. Τόση δε ήτο κατ' εκείνον τον καιρόν η αμηχανία των Ελλήνων, και τόση και αυτού του στρατιωτικού η αθυμία, ώστε εζήτησε συγχρόνως η κυβέρνησις, αν και επί ματαίω, την άδειαν των Αρχών της Μάλτας και της Επταννήσου εις στρατολογίαν εκ του προχείρου εντός των τόπων εκείνων, και την εις Ελλάδα έξοδον του εμπειροπολέμου Άγγλου Ναπιέρου, διοικητού της Κεφαλληνίας, εις εμψύχωσιν του στρατιωτικού της. Τα έγγραφα ταύτα παρώργισαν τον Ρόσχην, διότι εματαίωσαν όλα τα σχέδια του. Ούτος και Αμερικανός τις, Τουνσένδος Βάσιγκτων, αυτοχειροτόνητος επίτροπος των φιλελληνικών εταιριών της Αμερικής, τόσον εθρασύνθησαν, ώστε έστειλαν την 16 ιουλίου προς τα μέλη του νομοτελεστικού απρεπή και μωράν διαμαρτύρησιν· αλλ' η φιλελληνική εταιρία των Παρισίων κατέκρινεν επισήμως την διαγωγήν του επιτρόπου της Ρόσχη, παραβάντος τας οδηγίας της. Αξιοπαρατήρητον δε είναι, ότι ο επίτροπος ούτος, εν ώ ηγωνίζετο εις ανατροπήν του ενυπάρχοντος πολιτικού συστήματος της Ελλάδος διά της αναγορεύσεως βασιλέως, ήλεγχε τους άλλους ως παραβάτας αυτού. Ωργίσθησαν επί τη πράξει της αγγλικής προστασίας και οι το αυρηλιανόν σχέδιον ασπαζόμενοι Έλληνες, και επροσπάθησαν δι' αποστολών και αναφορών εις Παρισίους εν μέσω καταδιώξεων, φυλακίσεων και εξοριών το μεν σχέδιόν των να πραγματοποιήσωσι, την δε πράξιν της προστασίας να ματαιώσωσιν.
Η δε αγγλική κυβέρνησις, άμα λαβούσα την περί ης ο λόγος πράξιν, την απέρριψε παρά πάσαν προσδοκίαν των Ελλήνων, γράψασα προς τους αποστείλαντας αυτήν Μιαούλην και Κολοκοτρώνην ότι η παραδοχή της θα επέφερε πόλεμον αυτής και της Τουρκίας πάντη αδικαιολόγητον· επρόσφερε δε ως και άλλοτε την φιλικήν της μεσολάβησιν εις συμβιβασμόν. Εις τι άρα η υποκίνησις πράξεως απορριφθείσης;
Διττήν προέθετο η αγγλική κυβέρνησις πρόθεσιν ρίψασα εις το μέσον των Ελλήνων διά του μεγάλου αρμοστού την πράξιν ταύτην· την ανατροπήν του σχεδίου υπέρ της αναγορεύσεως του υιού του δουκός της Αυρηλίας, και την αποτροπήν παντός παρά γνώμην αυτής κινήματος της Ρωσσίας επί του ελληνικού ζητήματος. Είδαμεν, ότι εξ αρχής του αγώνος η Αγγλία εφοβείτο την μοναδικήν και ένοπλον παρέμβασιν της ρωσσικής αυλής εις την ελληνοτουρκικήν πάλην· αν δε και εφαίνετο έχουσα πεποίθησιν εις τους ειρηνικούς σκοπούς του Αλεξάνδρου, εφοβείτο πάντοτε την εις τον κατά των Τούρκων πόλεμον ροπήν όλης της Ρωσσίας υπέρ των πασχόντων ομοθρήσκων της· ανησύχαζε δε και διά την προ ολίγου επελθούσαν δεινήν διαφωνίαν αυτής και του αυτοκράτορος επί των εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων, και διά την διακοπήν πάσης εις το εξής των δύο κυβερνήσεων συνδιασκέψεως περί του τουρκοελληνικού ζητήματος. Είναι αληθές ότι οι Έλληνες δεν εδέχθησαν την υπέρ του υιού του δουκός της Αυρηλίας πρότασιν και εζήτησαν τας συμβουλάς του Κάννιγγος, αλλ' ότε υπεκινείτο η πράξις αύτη, ηγνόει η αγγλική κυβέρνησις την απόρριψιν της προτάσεως και την αποστολήν του Σπανιωλάκη· ηγνόει και ο μοίραρχος Άγγλος ο υπενεργήσας την αποστολήν του Σπανιωλάκη, την πράξιν της προστασίας.
Αλλ' έπραξε καλώς ή κακώς αιτησαμένη η Ελλάς την αγγλικήν προστασίαν; Τα πράγματα απέδειξαν ότι έπραξε καλώς. Φόβος κατέλαβε πολλούς των Ελλήνων μήπως η Αγγλία εκυρίευε δυνάμει της πράξεως ταύτης την Ελλάδα, και κατεστρέφετο τοιουτοτρόπως η ανεξαρτησία της· αλλ' ο άλογος ούτος φόβος ουδαμώς κατέλαβε τους οξυδερκεστέρους των Ελλήνων, βλέποντας ότι, αν έπραττε τοιούτον τι η Αγγλία, επροκάλει καθ' εαυτής δικαίως την αγανάκτησιν, ίσως και τον πόλεμον των Δυνάμεων της Ευρώπης, και το μίσος όλων των λαών· εμέμφθησάν τινες τους Έλληνας, ότι, αναγκασθέντες να επικαλεσθώσι ξένην υπεράσπισιν, δεν επεκαλέσθησαν την της Ευρώπης όλης· μήπως δεν έστειλαν προς τους εις Βερώνην συνελθόντας άνακτας ικέτας, ους ουδέ της παρουσίας των ηξίωσαν; μήπως δεν επεκαλέσθησαν την μεσολάβησιν της αυλής της Ρώμης προς τας άλλας χριστιανικάς αυλάς και εισηκούσθησαν; ανάγκη άρα πολιτική ήτο να προτιμήσωσι την ευμενέστερον προς αυτούς διακειμένην· και τοιαύτη ήτον, ως απεδείξαμεν, η αγγλική κυβέρνησις. Κινήσαντες οι Έλληνες το φιλότιμον της κυβερνήσεως ταύτης εκίνησαν συγχρόνως και την ζυλοτυπίαν των αντιζήλων της, και ούτως η Ελλάς όχι μόνον δεν έπαθεν αιτησαμένη την υπεράσπισιν μιας και μόνης, αλλά ωφελήθη τα μέγιστα διά των ενεργειών και αυτής και των άλλων.