← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Front matter (continued 2)

Reading edition

Οι Τούρκοι, αφ' ού εστρατοπέδευσαν κατά την Παληοσάλτσεναν, κατέλαβαν διά νυκτός τα χωρία Μποχώρι και Γαλατάν, τα απέναντι των Πατρών, προς μεταφοράν εκ της πόλεως ταύτης υπό στρατιωτικήν συνοδίαν των εις το στρατόπεδον αναγκαίων. Εν όσω διέμεναν οι Τούρκοι όπου εστρατοπέδευσαν, αβέβαιοι ήσαν οι Έλληνες ποίαν των δύο πόλεων εμελέτων να πολιορκήσωσιν επιθυμούντες δε να μάθωσιν ακριβώς τα μελετώμενα, και ιδόντες ότι ήρχοντο εχθροί καθ' ημέραν αντικρύ του Ανατολικού και παρετήρουν τας θέσεις,

Οκτώβριος απέβησάν τινες των εν αυτώ την νύκτα της 2 Οκτωβρίου εις την αντικρύ παραλίαν και ενέδρευσαν. Την επαύριον ελθόντες 200 ιππείς, εν οίς καί τινες μηχανικοί, έπεσαν ανυπόπτως εις την ενέδραν, εσκοτώθησαν και επληγώθησάν τινες αυτών, επληγώθη και ο αρχηγός Αβδουλάχμπεης και ηχμαλωτίσθησαν 7· επληγώθησαν και 3 Έλληνες και εσκοτώθη και ο αξιωματικός Βασίλης Σουλιώτης. Οι Έλληνες, βεβαιωθέντες παρά των αιχμαλωτισθέντων ότι οι εχθροί εμελέτων να πολιορκήσωσι το Ανατολικόν, έσπευσαν ν' ανεγείρωσιν εν αυτώ κανονοστάσια επιστασία του μηχανικού Έλληνος Κοκκίνη και τινος Άγγλου πυροβολιτού, Μαρτίνου, και να επιθέσωσιν έξ κανόνια εκ Μεσολογγίου μετακομισθέντα. Ανήγειρε και ο πολιορκητής επί της παραλίας τρία πυροβολοστάσια θέσας επί μεν του ενός δύο βομβοβόλους, επί δε των δύο άλλων τέσσαρα κανόνια, και την 5 ήρχισε να κανονοβολή και βομβοβολή, την πόλιν· επειδή δε ανάγκη ήτο να κόψη και την διά θαλάσσης κοινωνίαν του Ανατολικού, ανήγειρεν επί αρμοδίας θέσεως τέταρτον κανονοστάσιον επιθέσας δύο κανόνια. Αλλ' οι Έλληνες, κανοναβολούντες ευστοχώτερον των Τούρκων, τοις ηνάγκασαν μετά τρεις ημέρας να το εγκαταλείψωσι, και ούτως η διά θαλάσσης κοινωνία δεν διεκόπη. Μικρού μεγέθους ήσαν αρξαμένης της πολιορκίας τα κανόνια των Ελλήνων, δι' ο και ολιγοβλαβή· αλλ' έλαβαν μετ' ολίγον έν 48 λιτρών σταλέν παρά τον εν Πίση, αρχιερέως Ιγνατίου, και δι' αυτού απεμάκρυναν τους εχθρούς του παραθαλασσίου.

Μετά τινας δε ημέρας επρόβαλαν οι πολιορκηταί συμβιβασμόν, αλλ' οι πολιορκούμενοι τον απέρριψαν. Βλέποντες οι εχθροί ότι αδύνατον ήτο να κυριεύσωσι την πόλιν άνευ θαλασσίου δυνάμεως, εζήτησαν την συνδρομήν των εν Πάτραις οθωμανικών πλοίων· αλλ' εξ αιτίας των ρηχών νερών έλαβαν εκείθεν μόνον ύλην εις κατασκευήν πλοιαρίων· μόλις δε κατεσκεύασαν δύο, και ιδού δέκα ένοπλα ελληνικά κατέμπροσθέν των. Εφοβήθησαν οι Αλβανοί ιδόντες τον απροσδόκητον ελληνικόν στολίσκον, έκαυσαν την νύκτα τα κατασκευασθέντα πλοιάριά των, και ούτως εματαιώθη η τοιαύτη επιχείρησις.

Εν τοσούτω η πολιορκία διήρκει, και οι πολιορκούμενοι, αν δεν έπασχαν έλλειψιν τροφών, διότι τοις εστέλλοντο διά θαλάσσης, έπασχαν λειψυδρίαν, διότι μετακομιζόμενον το νερόν έξωθεν ήτο πάντοτε ολίγον· αλλ' εν μια των ημερών έπεσεν εχθρική βόμβα επί της εκκλησίας του αρχαγγέλου Μιχαήλ, έσπασε την σκέπην της, εκτύπησε το πλακόστρωτον έδαφός της και ανέβλυσε πόσιμον νερόν εις έκπληξιν και χαράν των πολιορκουμένων και εις στηριγμόν των πιστών εκλαβόντων την ανάβλυσιν ως θεοσημείαν. Εν τούτοις, παρατηρήσεως γενομένης ότι αι εις χρήσιν του εχθρικού στρατοπέδου τροφαί και παν άλλο αναγκαίον εστέλλοντο κυρίως εκ Πατρών εις Μποχώρι και εκείθεν μετεκομίζοντο εις το στρατόπεδον,

Νοέμβριος 300 στρατιώται και 50 εντόπιοι εξήλθαν του Μεσολογγίου υπό τον Κίτσον Τσαβέλλαν την νύκτα της 17 νοεμβρίου και κατέλαβαν το Σκαλί εις αρπαγήν των μετακομισθησομένων την επαύριον τροφών, διότι μεταξύ του λόφου τούτου και τόπου τινός ελώδους διέρχεται η άγουσα εκ Μποχωρίου εις Ανατολικόν· αλλ' ειδοποιηθέντες παρά των εφισταμένων σκοπών, ότι πλήθος ιππέων και πεζών ήρχετο όχι από του Μποχωρίου, αλλ' από του εκτός του Ανατολικού στρατοπέδου, εστράφησαν προς τα εκεί, διέμειναν αφανείς, και φθάσαντες τους εχθρούς ανυπόπτους και απροσέκτους εις την υποκειμένην οδόν τους εκτύπησαν αίφνης, εφόνευσαν πολλούς, και διασκορπίσαντες τους λοιπούς, εξ ών τινες έπεσαν εις το έλος, επανήλθαν αυθήμερον εις την πόλιν φέροντες ίππους, λάφυρα, μίαν σημαίαν και τας κεφαλάς των φονευθέντων.

Βλέπων δε ο πασάς, ότι απήντα πολλά προσκόμματα εις εκτέλεσιν του σκοπού του, και ότι επροχώρει και ο χειμών, απεφάσισε να λύση την πολιορκίαν, και καύσας τας σκηνάς του και αποστείλας τα κανόνια και τας βομβοβόλους εις τα αποκλείοντα τον λιμένα του Μεσολογγίου πλοία, όθεν εστάλησαν επί της ενάρξεως της πολιορκίας, έφυγεν εν βία πανστρατιά την νύκτα της 30, νύκτα βροχεράν και ανεμώδη ως αν εφοβείτο καταδίωξιν· και οι μεν διά της οδού της Βονίτσης οι δε διά των στενών του Μακρυνόρους επανήλθαν εις τα ίδια και ούτως ηλευθερώθη και το ενεστώς έτος η Δυτική Ελλάς. 2000 εχθροί απωλέσθησαν καθ' όλην την εκστρατείαν ταύτην, αλλ' οι πλείστοι εξ ασθενειών, ηχμαλωτίσθησαν δε 190· απωλέσθησαν και 200 Έλληνες, εξ ών οι 23 εθανατώθησαν επί της πολιορκίας, ηχμαλωτίσθησαν δε 9· το δε Ανατολικόν ολίγον εβλάφθη, αν και επερρίφθησαν 2000 βόμβαι.

Προ της λύσεως δε της πολιορκίας εζήτησαν οι Αιτωλοακαρνάνες τον Μαυροκορδάτον ως διευθυντήν και θαλάσσιον δύναμιν εις λύσιν της πολιορκίας. Ο Μαυροκορδάτος εδέχθη την αίτησίν των, και η κυβέρνησις συνήνεσεν· αλλ' εδυσκολεύετο ο έκπλους της δυνάμεως, διότι εδυσκολεύετο η σύναξις των αναγκαίων χρημάτων. Επί τέλους απέπλευσαν 14 πλοία Ύδρας και Σπετσών· αλλά δεν έφθασαν εις τον λιμένα του Μεσολογγίου ει μη την 30, ό εστι μετά τον κίνδυνον. Τα πλοία ταύτα έφεραν εις Μεσολόγγι τον νέον διευθυντήν. Επί δε τω διάπλω συνέβη το εξής.

Μεταξύ Σκροφών και Ιθάκης απήντησαν τα πλοία ταύτα εχθρικόν δικάταρτον πολεμικόν αναπλέον από Πρεβέζης εις Πάτρας και κομίζον χρήματα εις μισθοδοσίαν. Τινά εξ αυτών το επολέμησαν και το έβλαψαν, αλλ' ούτε να το βυθίσωσιν ούτε να το συλλάβωσιν εδυνήθησαν· ο δε κυβερνήτης του απελπισθείς το έρριψεν είς τινα βράχον της Ιθάκης, και όσοι του πληρώματος επρόφθασαν, εξερρίφθησαν. Επέδραμαν τότε και οι Έλληνες εις κυρίευσίν του· αλλά τινές των επί της γης διασωθέντων ετουφέκισαν τους αναβαίνοντας εις το πλοίον, εσκότωσαν ένα και επλήγωσαν δύο. Τότε επάτησαν οι Έλληνες την ουδετέραν γην, μη εισακουσθέντων των πλοιάρχων, και κατέκοψαν όσους των εχθρών επρόφθασαν φεύγοντας, έως ου, ελθούσης επιτοπίου δυνάμεως, επανήλθαν εις τα πλοία των, αρπάσαντες τα εν τω συντριβέντι πλοίω χρήματα· και επειδή δεν εσυμβιβάζοντο περί της διανομής, έφυγαν αιφνιδίως τα έχοντα τα χρήματα υδραϊκά και κατόπιν και τα άλλα, ώστε ο λιμήν του Μεσολογγίου έμεινε πάλιν απροστάτευτος.

Δύο δε ημέρας πριν πατηθή η ουδετέρα γη της Ιθάκης, επατήθη και η ουδετέρα γη της Λευκάδος.

Πλοίον υπό σημαίαν ελληνικήν, συναντήσαν παρά την Λευκάδα εχθρικόν, φέρον επιβάτας, το κατεδίωξε και ηνάγκασε τους εν αυτώ να καταφύγωσι προς ασφάλειάν των εις την ξηράν, όπου απέβησαν και οι καταδιώκοντες, και τους μεν εφόνευσαν τους δε ηχμαλώτευσαν.

Μετά δε την εν Άστρει συνέλευσιν εδόθη η αρχηγία της επαρχίας Κορίνθου και η φροντίς της πολιορκίας της ακροκορίνθου τω Ιωάννη Νοταρά. Αλλ' η δι' εχθρικών πλοίων της Ακροκορίνθου και των Πατρών συγκοινωνία δεν διεκόπη· διά τούτο οι εν τη ακροπόλει δεν έπασχαν έλλειψιν τροφών. Μεσούντος του Ιουνίου έστειλεν η κυβέρνησις εις ενίσχυσιν της πολιορκίας τον Στάικον Σταϊκόπουλον.

Ιούλιος Αρχομένου δε του ιουλίου μαθούσα ότι ο εν Πάτραις διατριβών Χουσρέφης εμελέτα να στείλη υπό την προστασίαν πολεμικών πλοίων πολλά τροφοφόρα εις προμήθειαν της ακροκορίνθου, προσαπέστειλεν εις Κόρινθον προς ματαίωσιν του σχεδίου τούτου 450 στρατιώτας υπό τον Γενναίον, τον Χελιώτην και τον Χατσή-Γιάννην, οίτινες κατέλαβαν τας εν τω παραθαλασσίω αποθήκας και ωχυρώθησαν εις εμπόδιον της αποβιβάσεως των τροφών. Οι δε υπό τον Στάικον και Νοταράν, ως 800, κατέσχαν τας θέσεις, Ράχιαν και Λόγκον, εις εμπόδιον και ούτοι της εξόδου των εχθρών από του φρουρίου. Την 11 ήλθαν τα προσδοκώμενα πλοία, ηύραν το παράλιον κατεχόμενον και ήρχισαν να κανονοβολώσιν, αλλά δεν εδυνήθησαν να μετατοπίσωσι τους φυλάσσοντας αυτό· επεξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω Τούρκοι, αλλά και ούτοι απέτυχαν αποκρουσθέντες. Μετά διημέρους δε ανωφελείς δοκιμάς τα πλοία απέπλευσαν επαναφέροντα τα φορτία. Ματαιωθέντων των εχθρικών σχεδίων, οι πολιορκηταί έλαβαν τόσον θάρρος, ώστε ουδείς των πολιορκουμένων ετόλμα να προκύψη της πύλης. Τοιουτοτρόπως οι έγκλειστοι στενοχωρηθέντες, και από πάσης έξωθεν βοηθείας απελπισθέντες επρόβαλαν συμβιβασμόν. Ειδοποιηθείσα η κυβέρνησις έσπευσε να στείλη επιτρόπους εν οίς και τον Κολοκοτρώνην, εσυμβιβάσθη δι' αυτών και παρέλαβε το φρούριον την 20 Οκτωβρίου επί μετακομίσει των πολιορκουμένων εις Θεσσαλονίκην φερόντων τα ιδιαίτερα των όπλα και ενδύματα· οι όροι δε ούτοι πιστώς ετηρήθησαν χάρις εις την επαγρύπνησιν των αρχηγών και του παρευρεθέντος Νικήτα συνοδεύσαντος εις Καλαμάκι αβλαβείς τους παραδοθέντας, 300 άνδρας και 60 γυναίκας, οίτινες επιβιβασθέντες εις δύο υπό αυστριακήν και εις έν υπό ιονικήν σημαίαν πλοία απεβιβάσθησαν εις Θεσσαλονίκην (δ). Διωρίσθη δε προσωρινός φρούραρχος ακροκορίνθου ο Χελιώτης.

Η δε εν Σαλαμίνι διαταχθείσα εις Εύβοιαν εκστρατεία υπό τον Οδυσσέα εχρειάζετο θαλάσσιον δύναμιν. Η υπηρεσία αύτη ανετέθη εις τους Ψαριανούς επί συμφωνία ν' αποζημιωθώσιν από των εισοδημάτων της αυτής νήσου, και να τοις χαρισθή και η περί την Ερέτριαν εθνική γη εις συνοικισμόν. Έπαρχος της Ευβοίας επί της περί ης ο λόγος εκστρατείας ήτον ο Κωλέττης. Ούτος συνάξας ένθεν κακείθεν 500 στρατιώτας, τους έφερεν εις Αθήνας, και παραδώσας αυτούς εις τον Οδυσσέα μετέβη εις Κέαν επί νέα στρατολογία, και εκείθεν εις Ψαρά προς επίσπευσιν του έκπλου του στολίσκου. Έξ πλοία ψαριανά φέροντα αυτόν και όσους εδυνήθη να στρατολογήση κατέπλευσαν αρχομένου του νοεμβρίου εις τον λιμένα των Πρασιών (Πόρτο Ράφτη), όπου ανεμένετο ο Οδυσσεύς, διότι εκεί έμελλε να συγκεντρωθή η στρατιωτική και η ναυτική δύναμις της περί ης ο λόγος εκστρατείας. Την 7 νοεμβρίου κατέπλευσε και ο Οδυσσεύς εκ Πειραιώς εις τον αυτόν λιμένα φέρων επί 20 ενόπλων πλοιαρίων 1000 στρατιώτας· ήλθαν μετά ταύτα και άλλοι στρατιώται εξ Αθηνών διά ξηράς· εστάλησαν και εκ Ναυπλίου 8 κανόνια, μία βομβοβόλος, 150 βόμβαι και κανονόσφαιραι, και ικανή ποσότης μολύβδου και πυρίτιδος. Την δε 16 ανήχθη ο στολίσκος και απεβίβασεν υπό την οδηγίαν του αρχηγού της εκστρατείας 3000 στρατιώτας εις Αλιβέρι· εκεί ήλθαν και 600 Ευβοείς υπό τον περιφερόμενον εις τα όρη Κριεζώτην. Ο στρατός ούτος διηρέθη, και οι μεν κατέλαβαν τα προάστεια και τους κήπους της Καρύστου, οι δε την μεταξύ βράχων και θαλάσσης Κακήν Σκάλαν. Την 23 έπεσαν επί τους κατέχοντας την θέσιν ταύτην 700 Τούρκοι εκ των εν τη Χαλκίδι και απεκρούσθησαν κανονοβολούμενοι και υπό των πλοίων· επέπεσαν 500 υπό τον Ομέρπασαν και την 25, αλλ' απεκρούσθησαν και ούτοι μετά σφοδράν και πολύωρον μάχην· εσκοτώθησαν δε 40 εχθροί και ηχμαλωτίσθησαν 5· εσκοτώθησαν και 5 Έλληνες και επληγώθησαν 2. Μετά δε την περί ης ο λόγος μάχην οι κατέχοντες την θέσιν εκείνην Έλληνες μετέβησαν εις Βρυσάκια, όπου και εστρατοπέδευσαν· οι δε πολιορκούντες την Κάρυστον απεκρούσθησαν οσάκις εφώρμησαν. Μετέφεραν εξ Αθηνών ο Οδυσσεύς 20 υπονομείς, αλλά και δι' αυτών κατώρθωσεν ουδέν και ηναγκάσθη να περιορισθή εις στενήν πολιορκίαν του φρουρίου.

1823

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'

Στρατόπεδον Πατρών. — Ρήξις νομοτελεστικού και βουλευτικού. — Καθαίρεσις του υπουργού Περούκα και του νομοτελεστού Μεταξά. — Εμφύλιοι ταραχαί και συγκρούσεις. — Το βουλευτήριον πατείται υπό στρατιωτικής δυνάμεως εν Άργει και οι βουλευταί μεταβαίνουν εις Κρανίδι, — Νέον νομοτελεστικόν. — Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας καθ' όλον το έτος.

ΑΡΧΗΓΟΣ της εις Πάτρας εκστρατείας υπό την ανωτάτην διεύθυνσιν του Ζαήμη διωρίσθη ο Γιατράκος, όστις εστρατοπέδευσεν εν τω μοναστηρίω του Ομπλού. Μικρού λόγου αξία απέβη η εκστρατεία αύτη περί τα πολεμικά, αλλά πολλού δι' ας έδωκεν αφορμάς εις πολιτικάς διαιρέσεις. Αν και πολλών επαρχιών της Πελοποννήσου στρατιωτικά σώματα διετάχθησαν να συνέλθωσιν εις το στρατόπεδον τούτο, μόνα τα υπό την επιρροήν του Ζαήμη, του Λόντου, του Γιατράκου, του Αναγνωσταρά καί τινων άλλων συνήλθαν· τα δε υπό την του Κολοκοτρώνη, του Δηληγιάννη, του Σισίνη και των ομοφρόνων αυτών δεν εφάνησαν. Ο Κολοκοτρώνης ήθελεν, ως και άλλοτε, να διορισθή αρχηγός πληρεξούσιος της εκστρατείας ταύτης ως αντιπολιτευόμενος τον Ζαήμην και τον Λόντον· και επειδή δεν εισηκούετο, αντέπραττε φανερά εις διάλυσιν του στρατοπέδου. Εντεύθεν εκορυφώθησαν τα πάθη των δύο πελοποννησιακών κομμάτων, και αι διαιρέσεις κατήντησαν εντός τινων επαρχιών και εις στρατιωτικάς συγκρούσεις· εξ αιτίας δε της ολιγότητος του περί τας Πάτρας στρατού, οι κατ' εκείνο το μέρος εχθροί έμειναν ανενόχλητοι βλάπτοντες μάλλον ή βλαπτόμενοι, και η επί της εισβολής του πασά της Σκόδρας παθούσα Δυτική Ελλάς, και αι κινδυνεύσασαι πόλεις Ανατολικού και Μεσολογγίου υπέστησαν όλον τον αγώνα αβοήθητοι. Διήρκει μάλιστα η πολιορκία του Ανατολικού ότε το περί ου ο λόγος στρατόπεδον, το εις βοήθειαν των μερών εκείνων συστηθέν, διελύθη διά των ραδιουργιών των αντιπολιτευομένων, και ο Γιατράκος ανεχώρησεν εις τα ίδια. Αλλά, αν ευτύχησεν ο Κολοκοτρώνης να βλάψη τους εναντίους του, δεν ευτύχησε και να ωφεληθή αυτός. Άλλα επροσδόκα επί της αντιπροεδρίας του και άλλα ηύρεν· ωλιγόστευσεν η επιρροή του αντί ν' αυξήση, διότι επί τη μεταθέσει του από της στρατιωτικής εις την πολιτικήν υπηρεσίαν και οι συγγενείς του εδυσφόρησαν, και οι πλείστοι των φίλων του τον εγκατέλιπαν. Ίσχυεν η γνώμη του παρά τω νομοτελεστικώ, αλλ' ουδαμώς παρά τω βουλευτικώ· και όσον εκείνο τον ετίμα, τόσον τούτο τον απεστρέφετο. Ταύτα και τα τοιαύτα τον ηνάγκασαν να παραιτηθή της αντιπροεδρίας.

Αλλ' αποχωριζόμενος ο Κολοκοτρώνης του νομοτελεστικού προσωπικώς, δεν απεχωρίζετο και πολιτικώς. Ομόφρων και συμπράκτωρ αυτού τον επί της αντιπροεδρίας του, τοιούτος διέμεινε και αφ' ού παρητήθη· προς μόνον δε τον συναδελφόν του Ζαήμην, προς ον αντεφέρετο και πρότερον, αντεφέρετο και παραιτηθείς, αλλ' ούτως είχαν προς τον Ζαήμην και οι λοιποί συνάδελφοί του νομοτελεσταί.

Η δε βουλή μόνον τον Ζαήμην εκ των νομοτελεστών ετίμα και υπεστήριζε. Τους δε συνάρχοντάς του εθεώρει ως φατριαστάς, και ως τοιούτους τους απεστρέφετο και τους υπώπτευε· διά τούτο και επί τη επανόδω της εκ Σαλαμίνος δεν έστερξε να εδρεύση παρ' αυτοίς εν Ναυπλίω, διότι η πόλις εκείνη ήτον υπό την επιρροήν των, αλλ' έστησε την έδραν της εν Άργει εις πλήρη διατήρησιν της ανεξαρτησίας της.

Εν ώ δε τοιαύτη ήτον η πολιτική κατάστασις των πραγμάτων, συνέπεσαν τα εξής, ωθήσαντα τα δύο κυβερνητικά σώματα εις φανεράν ρήξιν και προετοιμάσαντα δυστυχώς τον εμφύλιον πόλεμον.

Σεπτέμβριος Υπούργει επί των οικονομικών ο Χαραλάμπης Περούκας. Ούτος, εν ώ ο ζ' παράγραφος του οργανικού νόμου δεν επέτρεπεν επίθεσιν ή είσπραξιν φόρων άνευ νόμου, επέβαλεν εν Πελοποννήσω δι' απλής διαταγής του, εκδοθείσης την 4 σεπτεμβρίου, μονοπωλείον άλατος. Επί τη φανερά ταύτη αυθαιρεσία οργισθείσα η βουλή ενήργησε τα κατά νόμον, και την 24 νοεμβρίου εκάθηρε τον υπουργόν. Ειδοποιηθέν επισήμως το νομοτελεστικόν εθεώρησε παράνομον την καθαίρεσιν επί λόγω, ότι η βουλή δεν ήτο πλήρης· δεν επέγραψε δε ως μέχρι τούδε τα διαγγέλματά του «προς το βουλευτικόν», αλλά προς «τους εν Άργει βουλευτάς». Τω όντι οι συνεδριάζοντες επί τη περιστάσει ταύτη βουλευταί δεν απετέλουν τα δύο τρίτα των μελών του βουλευτικού όπως απήτει ο κθ' παράγραφος του συντάγματος προς νομιμοποίησιν συνεδριάσεως· ήτο δε ο απαιτούμενος αριθμός ελλειπής διά την επ' αδεία απουσίαν τινών, και την κατά προτροπήν του νομοτελεστικού αποσκίρτησιν ένδεκα, οδηγόν εχόντων τον επί της εκλογής προέδρου της βουλής αποτυχόντα Δηληγιάννην, πολλάκις εις μάτην ανακληθέντων και επί τέλους καθαιρεθέντων. Αλλ' όσοι βουλευταί ήσαν επί της καταδίκης του υπουργού, τόσοι ήσαν και αφ' ότου επανέλαβεν η βουλή τας εργασίας της εν Άργει, ας το νομοτελεστικόν εθεώρησε νομίμους· όπως δε και αν έχη το περί ου ο λόγος ζήτημα, η πράξις του υπουργού ήτο και παράνομος και αδικαιολόγητος.

Εν ώ δε τοιαύτα επράττοντο όπου έδρευεν η κυβέρνησις, τα εμφύλια κακά εκορυφούντο εν ταις επαρχίαις.

Ο Σισίνης όχι μόνον ηπείθει εις τας διαταγάς του Ζαήμη, αλλά και φανερά αντέπραττε. Διά τούτο ητοιμάσθησαν δισχίλιοι αρχηγούς έχοντες τον Ζαήμην και τον Λόντον εις επιστράτευσιν. Ειδοποιηθέν το νομοτελεστικόν απέστειλε δυνάμεις υπό τον Κολοκοτρώνην, τον Πλαπούταν και άλλους προς αντίκρουσιν, ώστε ο εμφύλιος πόλεμος εφαίνετο επικείμενος· αλλά πριν φθάσωσιν αι δυνάμεις αύται εις Γαστούνην, ανεχώρησαν εκείθεν οι κατά του Σισίνη κινηθέντες δόντες τόπον τη οργή, ο μεν Ζαήμης εις Καλάβρυτα, ο δε Λόντος εις Βοστίτσαν.

Καθ' όν δε καιρόν ώδευεν ο Πλαπούτας εις υπεράσπισιν του Σισίνη, συνήλθαν πολλοί επαρχιώται της Καρυταίνης εις Δημητσάνην, προς αγοράν των δημοπρατουμένων της προσόδων· λογομαχίας δε γενομένης, επιστόλισεν οπαδός τις του Πλαπούτα τον Ανάστον Δηληγιάννην και τον επλήγωσεν. Επί δε τω παθήματι τούτω οι Δηληγιάνναι εσκότωσαν τον ένοχον, έκοψαν την κόμην της γυναικός του και εν αγνοία της κυβερνήσεως επολιόρκισαν το χωρίον του Παλούμπα, όπου διέμενεν η οικογένεια του Πλαπούτα, όστις μαθών ταύτα επέστρεψεν εις υπεράσπισιν των πασχόντων συγγενών του και συνήψε μάχην μετά των περί τους Δηληγιάννας εν Ακόβοις. Εν τω μεταξύ τούτω ήλθε εις το πεδίον της μάχης και ο Κολοκοτρώνης, όστις συγγενής και φίλος παλαιός του Πλαπούτα, συμπένθερος και φίλος νέος των άλλων, εμεσολάβησεν εις καθησύχασίν των. Κατεταράχθη το νομοτελεστικόν μαθόν το εν Ακόβοις συμβάν, διότι ήλθαν εις χείρας δύο οικογένειαι του κόμματός του, και έσπευσε προς διόρθωσιν του κακού ν' αποστείλη τον Μεταξάν· αλλ' επί τη αποστολή ταύτη ήμαρτε πολλαχώς· δεν εζήτησε την απαιτουμένην άδειαν της βουλής· μετά δε την αποστολήν απέμειναν εν Ναυπλίω δύο μόνον μέλη του νομοτελεστικού, εν ώ ο νόμος απήτει τουλάχιστον τρία πάντοτε παρόντα· τα δ' απομείναντα δύο μέλη ενήργουν ως και πρότερον, εν ώ πάσα ενέργεια αυτών ήτο παράνομος. Εντεύθεν λαβούσα δικαίαν αιτίαν η βουλή ενήργησε τα του νόμου ως και επί της παρανομήσεως του υπουργού Περούκα, εκήρυξε την 25 τον Μεταξάν εγκληματίαν και ανατροπέα του οργανικού νόμου και τον καθήρεσεν αντικαταστήσασα τον Κωλέττην. Ένοχοι επίσης ήσαν και άξιοι της αυτής ποινής και οι δύο άλλοι συνάδελφοι του Μεταξά· αλλ' η βουλή δεν τους συνεκάθηρεν. Η μετριοπάθειά της όμως αύτη δεν ωφέλησεν. Οι μη καθαιρεθέντες νομοτελεσταί ούτε τον Κωλέττην εδέχθησαν, ούτε τον Μεταξάν έκπτωτον εθεώρησαν. Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν, ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργουν εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον του Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς. Ως πρωταίτιοι δε εθεωρούντο ο αντιπρόεδρος Γρεσθένης, ο Ασημάκης Φωτίλας και ο Αναστάσιος Λόντος. Οι σταλέντες υπήγαν εις Άργος εν συνοδία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία (α) και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών· επάτησαν δε διά νυκτός και οικίας βουλευτών, και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν. Αλλ' οι τόσον ασυστόλως ασεβήσαντες εις τον νόμον ώφειλαν να εμποδίσωσι πάσαν συγκέντρωσιν των διασκορπισθέντων βουλευτών, εξ ης θα προήρχετο η πτώσις των· αλλ' ουδέν ενήργησαν, και οι παθόντες βουλευταί ανεχώρησαν κρυφίως και ασφαλώς οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης εις Κρανίδι· επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κάτοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών. Αφ' ού δε συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 δεκεμβρίου τα εν Άργει συμβάντα και τα αίτια δι' α μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι (β), και τους εθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσας ταύτης γνώμης των ισχυρών νησιωτών, και βλέποντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία (γ), και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1821 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην.

Καθαιρέσασα η βουλή τους νομοτελεστάς και προθεμένη να συστήση κυβέρνησιν ισχυράν εκάλεσεν εις τα πράγματα τους νησιώτας και ανέδειξε πρόεδρον μεν του νομοτελεστικού τον Γεώργιον Κουντουριώτην, αποποιηθέντος του πρεσβυτέρου αδελφού Λαζάρου, μέλη δε τον Παναγιώτην Μπότασην και τον Νικόλαον Λόντον, διετήρησε δε και τα δύο ομόφρονά της τον Ζαήμην και τον Κωλέττην, και ούτω συμπληρώσασα το πενταμελές νομοτελεστικόν εξ ανδρών του αυτού φρονήματος εκάλεσε τας επαρχίας, ων οι βουλευταί απεχωρίσθησαν και καθηρέθησαν, εις εκλογήν και αποστολήν άλλων βουλευτών. Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ' εκείνων επί συγκροτήσει νέου βουλευτικού· ώστε εσυστήθησαν δύο κυβερνήσεις εδρεύουσαι η μεν εν Κρανιδίω η δε εν Τριπολιτσά, και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι. Τοιαύτη ήτον η τότε κατάστασις του τόπου.

Επανελθών δε εις Κωνσταντινούπολιν ο εις Βερώνην εκείθεν προ ολίγου μεταβάς λόρδος Στραγγφόρδος, εις ον ανέθεσεν, ως είδαμεν, ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος τον εξισασμόν των διαφορών του, ησχολήθη μετά πολλού ζήλου εις τα της εντολής του, αλλ' ηύρε την Πύλην κωφεύουσαν και μάλλον απαιτούσαν ή παραχωρούσαν. Η μακροθυμία του Αλεξάνδρου, η απόρριψις των προς τας Δυνάμεις ικεσιών της Ελλάδος και η αποχή τούτων από πάσης σοβαράς σκέψεως περί αυτής υπερύψωσαν την επηρμένην της Πύλης οφρύν αλλά, λέγοντος και επαναλέγοντος του πρέσβεως εξ ονόματος της ευνοϊκής προς αυτήν διακειμένης κυβερνήσεώς του, ότι η μακροθυμία του αυτοκράτορος δεν ήτον ανεξάντλητος, ότι κίνδυνος πολέμου επέκειτο αιτίας της αναβολής και παρακοής της, ότι καιρός ήτο ν' ανοίξη τους οφθαλμούς της, και ότι οι σύμμαχοι διά των συμβουλών των δεν είχαν άλλο συμφέρον ειμή να την οδηγήσωσιν εις την οδόν της σωτηρίας της, ήρχισεν η Πύλη να κλίνη το ους εις τους λόγους του, και ανήγγειλε κατ' ευθείαν την 23 φεβρουαρίου τη κυβερνήσει της Ρωσσίας την αποστολήν των ηγεμόνων, εξέφρασε την εις επανάληψιν των διπλωματικών σχέσεων των δύο αυτοκρατοριών επιθυμίαν της, και υπεσχέθη την άνευ περαιτέρω αναβολής παντελή ανάκλησιν των εν ταις ηγεμονείαις στρατευμάτων της. Προς λύσιν δε του ρωσσοτουρκικού ζητήματος και ταχείαν επανάληψιν των προκειμένων διπλωματικών σχέσεων παρελείφθη επί του παρόντος το εν τω πρωτοκόλλω της 9 νοεμβρίου περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος άρθρον επί τη προτάσει της Αυστρίας, συναινούντος και του Αλεξάνδρου. Φιλικώτατον ήτο το ύφος της επιστολής της Πύλης προς την κυβέρνησιν της Ρωσσίας· αλλ' ό,τι καλόν εδύνατο να προέλθη εντεύθεν, το εματαίωσεν αυτή η Πύλη, γράψασα συγχρόνως τοις εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώποις Αγγλίας και Αυστρίας, ότι απήτει ανενδότως παρά της Ρωσσίας την παράδοσιν των προσφύγων και την απόδοσιν των επί της εν Ασία οροθετικής γραμμής φρουρίων κατά την συνθήκην του Βουκουρεστίου. Τόσον δε απότομον και αύθαδες ήτο το ύφος της προς τους αντιπροσώπους τούτους επιστολής, ώστε ο της Αγγλίας ανήγγειλε τη Πύλη ότι εθεώρει την επιστολήν ως μη σταλείσαν· αλλ' η αυλή της Ρωσσίας έλαβε γνώσιν της διά της αυστριακής πρεσβείας, και οργισθείσα ανέβαλε την απάντησίν της. Η Πύλη δεν εσωφρονίσθη· αλλά μετά την ανωτέρω φιλικήν προς την Ρωσσίαν επιστολήν, αφήρπασεν εκ Βουκουρεστίου ως καταχραστήν, δι' ενεργείας του πασά της Συλιστρίας και εν αγνοία του αυθέντου του τόπου, ένα των εντοπίων ευγενών, τον Βηλλαράν, επανελθόντα εις την πατρίδα του προτροπή της Αυστρίας, όπου είχε προσφύγει· εχάρισε δε και τω ιδίω αυτής εμπορικώ ναυτικώ εξαιρετικά επί της εν Κωνσταντινουπόλει μεταφορτώσεως προνόμια εις ζημίαν των άλλων σημαιών και εις καιρίαν βλάβην του ρωσσικού εμπορίου· εκράτησε και τέσσαρα πλοία υπό σημαίαν ρωσσικήν, ως ιδιοκτησίαν ελληνικήν, μη θελήσασα καν να εξετάση μετά της Δυνάμεως, ης η σημαία τα εσκέπαζεν, αν ήσαν αληθείς αι υποψίαι της. Τόσον δε βαρείαν εξέλαβε την προς την ρωσσικήν σημαίαν ύβριν ο φιλειρηνικός πρέσβυς της Αγγλίας, ώστε έγραψε τη Πύλη, την 13 μαΐου ότι, «αν οι υπουργοί του σουλτάνου είχαν περί πολλού τα συμφέροντα των εχθρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν θα εδύναντο να πράξωσι συντελεστικώτερόν τι προς τον σκοπόν τούτον παρ' ό,τι έπραξαν κατά της ρωσσικής ναυτιλίας. 40 πλοία προστιθέμενα εις τον στόλον των αποστατών θα έβλαπταν ολιγώτερον τα αληθινά συμφέροντα του οθωμανικού κράτους παρά την κράτησιν 4 πλοίων υπό ρωσσικήν σημαίαν».

Τοιαύτα ετόλμα η Πύλη κατά της Ρωσσίας, εν ώ αι Δυνάμεις κατεγίνοντο να την αποτρέψωσι της οδού της απωλείας της. Μόλις δε μεσούντος του Ιουλίου έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν η απάντησις της ρωσσικής αυλής γραφείσα εν πνεύματι οργής· απήτει δε ως όρους της επαναλήψεως των σχέσεων τον ελεύθερον πλουν της Μαύρης θαλάσσης, την κατάργησιν παντός επ' ωφελεία της οθωμανικής σημαίας εξαιρετικού προνομίου, την απόλυσιν του Βηλλαρά και την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών από των τουρκικών στρατευμάτων· ειδοποίει δε εν ταυτώ, ότι ώφειλεν η Πύλη να στήση την προσοχήν της και εις την ειρήνευσιν της Ελλάδος.

Επί τη παραλαβή δε της απαντήσεως ταύτης και τη επανειλημμένη προτροπή του πρέσβεως της Αγγλίας, η Πύλη δι' επισήμου πράξεώς της, ην συνυπέγραψε και ο ρηθείς πρέσβυς εξ ονόματος της αυλής της Ρωσσίας, παρεχώρησε μεν όσα απήτει η Ρωσσία υπέρ της ναυτιλίας και του εμπορίου αλλ' άφησεν εκκρεμή τα τρία άλλα ζητήματα, το του παντελούς κενώσεως των ηγεμονειών, το της απολύσεως του Βηλλαρά και το της ειρηνεύσεως της Ελλάδος. Το ουσιωδέστερον των εκκρεμών ζητημάτων επί της συνελεύσεως της Βερώνης ήτον το του διάπλου· επήλθε και το επίσης ουσιώδες της μεταφορτώσεως. Λυθέντων των δύο τούτων ευτυχώς, έσπευσαν οι σύμμαχοι να παρακινήσωσι τον Αλέξανδρον ως ικανοποιηθέντα να στείλη πρέσβυν εις Κωνσταντινούπολη, υποσχόμενοι την θερμήν σύμπραξίν των εις λύσιν και των άλλων. Αλλ' ο Αλέξανδρος, όστις διέτριβε τότε εν Κερνοβικίω, όπου και ο αυτοκράτωρ Φραγκίσκος, συνδιαλεγόμενοι περί των αυτών διαφορών και περί ευρέσεως καταλλήλου τρόπου εις ειρήνευσιν της Ελλάδος, δεν ενέκρινε να στείλη πρέσβυν, επί λόγω ότι δεν εξισάσθησαν εισέτι πάσαι αι μετά του σουλτάνου διαφοραί του· έστειλεν όμως τον σύμβουλον της επικρατείας, Μιντσιάκην ως έφορον των εμπορικών και ναυτικών υποθέσεων· αλλ' η αποστολή αύτη, οποιονδήποτε χαρακτήρα και αν έφερεν, ήρκει να εξαλείψη τους επικρατούντας περί πολέμου φόβους.

Ο δε πρέσβυς της Αγγλίας, ο περί των οθωμανικών συμφερόντων ακαμάτως φροντίζων, πριν εξισάση τα ρωσσοτουρκικά, εξίσασε τα τουρκοπερσικά, και την 16 Ιουλίου υπεγράφη τη συνεργεία του συνθήκη ειρήνης εν Εσερώ· ώστε η Πύλη άφοβος εις το εξής ως προς την Ρωσσίαν και άφροντις ως προς την Περσίαν, είχε πάσαν ευκαιρίαν να ρίψη όλας τας δυνάμεις της κατά της εγκαταλελειμμένης Ελλάδος.

1823-1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'

Ανάπλους του οθωμανικού στόλου εις Κωνσταντινούπολιν. — Έκπλους του ελληνικού. — Ναυμαχία. — Τα περί Κρήτης καθ' όλην την αρμοστείαν του Τομπάζη.

ΟΥΤΕ μαχιμώτερος, ούτε επιχειρηματικώτερος εφάνη ο νέος καπετάμπασας του προκατόχου του. Καταπλεύσας ο υπ' αυτόν στόλος εις Πάτρας εδυναμώθη και παρά των μετ' ολίγον καταπλευσάντων εκεί στολίσκων της Αλγερίας και του Τουνεζίου, αλλ' ουδέν γενναίον ούτε κατώρθωσεν ούτ' επεχείρησεν. Απέτυχεν, ως είδαμεν, η παρά τον Γαλατάν απόβασις, απέτυχεν η εις Κόρινθον αποβίβασις των τροφών, δις εκινήθη κατά της Βοστίτσης και δις απέτυχεν, ουδεμίαν βοήθειαν εδυνήθη να δώση τω υπό τον πασάν της Σκόδρας πολιορκούντι το Ανατολικόν στρατοπέδω, και αυτός ο θαλάσσιος αποκλεισμός του Μεσολογγίου ήτο τοιούτος, ώστε ούτε η συγκοινωνία της πόλεως εκείνης και των άλλων μερών διεκόπη, ούτε η εισκομιδή των τροφίμων εμποδίσθη. Ό,τι δε κατά τα φαινόμενα είχε κυρίως υπ' όψιν ο καπετάμπασας καθήμενος εν Πάτραις ήτο, να δίδη επί αδρά τιμή αδείας διάπλου υπό ουδετέραν σημαίαν εις εξαγωγήν των προϊόντων του κορινθιακού κόλπου. Μετά δύο ήμισυ δε μηνών άχρηστον διατριβήν εν Πάτραις, καθ' ην ήλθαν εις επίσκεψίν του ο κατά την μεσόγειον ναύαρχος Άγγλος και ο ανθαρμοστής των ιονίων νήσων, απέπλευσε την 25 αυγούστου αφήσας υπό τον Ισούφπασαν, αρχηγόν ήδη των κατά τας Πάτρας, την Ναύπακτον, το Ρίον και το Αντίρριον κατά ξηράν και θάλασσαν οθωμανικών δυνάμεων, τρεις φρεγάτας και δώδεκα άλλα μικρότερα ένοπλα πλοία.

Τα δ' ελληνικά πλοία διέμεναν καθ' όλον το έαρ και θέρος του παρόντος έτους άπλοα δι' έλλειψιν χρημάτων. Απέκαμαν οι πρόκριτοι των ναυτικών νήσων συνεισφέροντες εξ ιδίων, το δε εθνικόν ταμείον ήτο πάντη κενόν. Η στερεά Ελλάς, καταπατουμένη υπό των εχθρών, δεν είχε τι να συνεισφέρη· τα εισοδήματα της Πελοποννήσου τα μεν εχρησίμευαν εις διατήρησιν των στρατευμάτων της, τα δε κατεσπαταλώντο υπό τινων των τοπαρχών της· τα του Αιγαίου ήσαν μικρά· ο ψηφισθείς εις χρήσιν του στόλου έρανος ήτο δυσσύνακτος· ηύξησαν οι επί της εξαγωγής και εισαγωγής των ειδών δασμοί, εξ αιτίας όμως της αβεβαιότητος και της επικρατούσης αταξίας ολίγη η ωφέλεια και εντεύθεν. Αλλ' οποία και αν ήτον η οικονομική κατάσταση του τόπου, όλοι ησθάνοντο ότι η ακινησία των πλοίων επροξένει καιρίαν βλάβην. Εστάλησαν βραδέως χρήματά τινα παρά της κυβερνήσεως εις κίνησιν αυτών, και απεφασίσθη να μη αναβληθή περαιτέρω ο έκπλους. Την 10 αυγούστου ήλθαν εις τα νερά της Ύδρας 13 ψαριανά, και μη ευρόντα τα άλλα έτοιμα, έπλευσαν μόνα κατόπιν του οθωμανικού στόλου περιφερομένου εις το Αιγαίον. Αδύνατοι και απροστάτευτοι αι νήσοι επροσκύνουν όπου και αν εφαίνετο ο εχθρικός στόλος και εφιλοδώρουν τον αρχηγόν του. Μόνη η Τήνος, όπου εξ αιτίας του εναντίου ανέμου εμετεώρισεν ο στόλος ολόκληρον ημέραν, όχι μόνον ουδέν τοιούτον έπραξεν, αλλ', υπό τον ήχον των εκκλησιαστικών κωδώνων, υπό την σημαίαν της ελευθερίας και υπό την πυροβολήν κανονίων και τουφεκίων, τον εκάλεσεν εις μάχην. Ατάραχος ο Χουσρέφης επί τη αυθαδεία των Τηνίων, «παιδία είναι και ας παίζωσιν» είπε γελών προς τους αξιωματικούς του ζητούντας άδειαν να τους τιμωρήσωσιν. Ο στόλος ούτος εισέπλευσε την 23 εις Δρυόν, λιμένα της Πάρου, αλλ' ανήχθη την 26, φανέντων έξωθεν των 15 ψαριανών πλοίων, και κατέπλευσεν εις Μιτυλήνην. Συγχρόνως κατέπλευσαν και τα ψαριανά εις Ψαρά, όπου ήλθαν μετ' ολίγας ημέρας και τα των άλλων νήσων, και τότε όλα ομού, 40 ένοπλα και 6 πυρπολικά, εξέπλευσαν υπό τον Μιαούλην και την 8 σεπτεμβρίου ηύραν τα εχθρικά εκτός της Μιτυλήνης αναβαίνοντα προς τον Ελλήσποντον και παρηκολούθησαν. Την 14, συμβάσης τρικυμίας, διεσκορπίσθησαν τα ελληνικά μεταξύ Λίμνου και αγίου Όρους και την επιούσαν ευρεθέντα τα του Μιαούλη, Σαχτούρη, Σκούρτη, Καλαφάτη και έν πυρπολικόν εν μέσω τεσσάρων εχθρικών φρεγατών, δύο κορβεττών και ενός βρικίου, επολέμησαν και εβλάφθησαν, τα δε του Σκούρτη και εκινδύνευσεν· αλλ' απηλλάγησαν και τα τέσσαρα, καέντος του πυρπολικού εις εκφόβησιν του εχθρού. Περί δε την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας ευρέθησαν τα πλοία ταύτα εν μέσω όλου του εχθρικού στόλου· αλλά βοηθούντος του ανέμου διήλθαν αβλαβή· το δε εσπέρας συνήλθαν όλα τα ελληνικά εις τα νερά της Λίμνου και, μη φανέντων την επαύριον των εχθρικών, επανήλθαν εις Ψαρά προς ύδρευσιν και επισκευήν.

Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού επανέπλευσεν εις Μιτυλήνην και εκείθεν προς τον κόλπον του Βώλου, παρέστη την 9 Οκτωβρίου έμπροσθεν της Σκιάθου. Οι κάτοικοι της νήσου ταύτης, οίτινες, φοβούμενοι τους συρρεύσαντας εν αυτή Ολυμπίους μετά την πτώσιν της Ευβοίας και των Τρικέρων, είχαν μετακομισθή όλοι συν γυναιξί και τέκνοις εις το φρούριον, έστειλαν αντιπροσώπους εις προσκύνησιν του καπητάμπασα αιτούμενοι την συνδρομήν του και πολεμεφόδια προς απόπεμψιν των Ολυμπίων. Ο καπητάμπασας και πολεμεφόδια προθύμως τοις έδωκε, και τον στόλον του αυθημερόν εις τον λιμένα των έφερε· την δε επιούσαν ήρχισε σφοδρόν κανονοβολισμόν. Πολλοί των επί της νήσου Ολυμπίων έτρεξαν επί τω εμφανισμώ του στόλου εις την μονήν της Ευαγγελίστρας μίαν ήμισυ ώραν μακράν του φρουρίου προς εξασφάλισιν των αδυνάτων, ώστε 400 μόνον ήσαν οι επί του παραλίου μαχηταί εν ώ εκανονοβόλει ο στόλος. Μετά μιας δε ώρας άσβεστον πυρ επειράθη ο καπητάμπασας ν' αποβιβάση στρατεύματα εις τας θέσεις, μέγαν Άμμον και Ανεμομύλους· επειδή δ' επεκράτει άκρα νηνεμία, και δεν διεσκεδάζετο ο πολύς και παχύς καπνός, οι εχθροί επλησίασαν αφανείς και αβλαβείς όπου εσκόπευαν ν' αποβώσιν· αλλά φανέντες επυροβολήθησαν σφοδρώς, ολίγοι επρόφθασαν και απέβησαν, και όλοι οι αποβάντες κατεκόπησαν, οι δε λοιποί επανήλθαν εις τα πλοία άπρακτοι. Ματαιωθέντος του περί αποβάσεως σχεδίου, ανήχθη ο στόλος μετά μεσημβρίαν όλος και εισέπλευσε τον κόλπον του Βώλου. Εφάνη την ακόλουθον ημέραν αίφνης και ο ελληνικός εντός του κόλπου, προσέβαλε την προφυλακήν του εχθρικού προς το Αρτεμίσιον, και επέρριψε δύο πυρπολικά, αλλ' εις μάτην. Μετά την αβλαβή δε ταύτην σύγκρουσιν εξέπλευσε του κόλπου, έρριψεν άγκυραν εις τον λιμένα της Σκιάθου, και ησχολήθη εις ετοιμασίαν εκ του προχείρου δύο πυρπολικών. Εξέπλευσε και ο οθωμανικός την επαύριον, και επανέπλευσεν εις τον Ελλήσποντον, όπου διαμείνας ολόκληρον μήνα εισέπλευσε τον κεράτιον κόλπον μη αισχυνόμενος να ρυμουλκή ως δείγματα των κατά θάλασσαν κατορθωμάτων του 15 μικρά πλοία, όλα φορταγωγά, τήδε κακείσε συλληφθέντα. Έμειναν δε καί τινα των πολεμικών παρά τον Ελλήσποντον. Κατόπιν του οθωμανικού απέπλευσε της Σκιάθου και ο ελληνικός, όστις απήντησε προς τους Ωραιούς εξερχόμενα του κόλπου δέκα ένοπλα πλοία διατελούντα υπό τον πασάν της Θεσσαλονίκης, ήτοι, έν τρικάταρτον, οκτώ δικάταρτα και μίαν γολέτταν, φέροντα όλα αιχμαλώτους εκ των συλληφθέντων επί τη πτώσει της Ευβοίας. Οι Τούρκοι εξέλαβαν μακρόθεν τα ελληνικά ως τουρκικά και έπλεαν προς αυτά· αλλά πλησιάσαντα είδαν την απάτην των και εστράφησαν προς την ξηράν εις διάσωσίν των. Οι Έλληνες εκυρίευσαν αμαχητί το τρικάταρτον και τέσσαρα δικάταρτα, εν οίς ηύραν 150 αιχμαλώτους· η γολέττα εκάη αύτανδρος μη θέλουσα να παραδοθή· τα δε άλλα τέσσαρα ερρίφθησαν εις την ξηράν παρά την Στηλίδα.

Κατ' εκείνον τον καιρόν συνέβη τα εξής περίεργον. Ο αυστριακός μοίραρχος συνέλαβεν 22 Έλληνας ως πειρατάς και τους παρέδωκεν εις τον διοικητήν της Σμύρνης, όστις τους απέστειλε διά ξηράς υπό φρουράν εις Μουντανιά όπως διαβιβασθώσιν εις Κωνσταντινούπολιν. Δεδεμένοι οι άνθρωποι ούτοι από των ουρών των εφ' ων εκάθηντο οι απάγοντες αυτούς ίππων και ελκόμενοι, έφθασαν εις Μουντανιά, όπου εμβιβασθέντες είς τι πλοίον έχον 17 Τούρκους ναύτας ερρίφθησαν δέσμιοι εις την κοίλην· αλλ' εν ώ ύπνωτταν οι πλείστοι του πληρώματος, ανέβησαν οι δέσμιοι αίφνης επί του καταστρώματος αλληλολυθέντες, ήρπασαν όπλα, και τους μεν φονεύσαντες τους δε ρίψαντες εις την θάλασσαν και φορέσαντες τα ενδύματά των, διεξέπλευσαν ακωλύτως τον Ελλήσποντον, διεξέφυγαν επιτηδείως τα παραλιμενίζοντα εχθρικά πλοία και κατευωδώθησαν αβλαβείς εις Ψαρά.

Αφού δε εψεύσθησαν, ως προείρηται, αι ελπίδες ας συνέλαβεν ο εν Κρήτη Χασάμπασας εις υποταγήν των λαών διά της πειθούς, επεχείρησε να κατορθώση το σκοπούμενον διά της βίας, παντού θύων, ανδραποδίζων, κατερημόνων και ιχνηλατών και αυτούς τους εν σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης. Δισχίλιοι ψυχαί, εν αις και 300 ένοπλοι, κατέφυγαν είς τι σπήλαιον παρά το χωρίον Μιλάτον της επαρχίας Μυραμπέλου, και δεκαπέντε νυχθήμερα δεν έπαυσαν αμυνόμενοι. Πολλοί έδραμαν έξωθεν εις σωτηρίαν των, αλλά και ούτοι διεσκορπίσθησαν και οι έγκλειστοι απελπισθέντες επί τέλους και διψώντες παρεδόθησαν, και ουδείς σχεδόν αυτών ηύρεν έλεος. Μη δυνάμενοι δε πλέον οι κατ' εκείνα τα μέρη Χριστιανοί ν' αντισταθώσιν, έκλιναν γόνυ ενώπιον του νικητού· ολίγοι μόνον περιεφέροντο εις τα όρη ένοπλοι.

Ο δε Χασάμπασας, αφ' ού κατεπάτησε και υπέταξεν όλας τας ανατολικάς επαρχίας, επανήλθε, προς ανάπαυσιν των στρατιωτών του προχωρούντος ήδη του χειμώνος, εις Πεδιάδα, όπου εκτραχηλισθείς του ίππου απέθανε.

Αλλ' όσον εχειροτέρευσαν τα των επαρχιών εκείνων μετά την εκεί μετάβασιν των περί τον Χασάμπασαν, τόσον εβελτιώθησαν τα κατά τα φρούρια των Χανιών και της Ρεθύμνης απομακρυνθέντων των εχθρών· διότι καταλαβόντες εκ νέου οι Χριστιανοί ας άλλοτε κατείχαν θέσεις, συχνάκις ηνόχλουν και έβλαπταν τους εξορμώντας εχθρούς ενεδρεύοντες και καταδιώκοντες αυτούς συνήθως μέχρι των πυλών των φρουρίων. Ενέπεσαν όμως και ούτοι έν τινι ενέδρα κατά τους Αρμένους και απώλεσαν τον εν πολλαίς μάχαις διακριθέντα και καλώς πάντοτε πολιτευσάμενον Γεώργην Δεληγιαννάκην.

Αρχομένου δε του Οκτωβρίου, καθ' όν καιρόν κατέπλευσεν εις Σούδαν ο εν τω αργολικώ κόλπω παθών οθωμανικός στόλος, επεβιβάσθησαν δισχίλιοι εκ των πληρωμάτων εις Καλύβας προς λεηλασίαν της επαρχίας των Αποκορώνων, αλλ' απεκρούσθησαν, έπαθαν, πολλοί έπεσαν εις την θάλασσαν προς σωτηρίαν των, και ο στόλος απήρε μετά τινας ημέρας άπρακτος. Εν τούτοις ηύξανεν η διχόνοια των Κρητών και του Αφεντούλη. Ούτος, εν όσω απελάμβανε την εύνοιαν των Σφακιανών, διετήρει την εξουσίαν· αλλ' αφ' ού εμισήθη παρ' αυτών, εγκατελείφθη παρά πάντων, εξυβρίσθη, απεκηρύχθη, καθηρέθη, εφυλακίσθη, και απέπλευσεν αβλαβής εις Μάλταν. Τούτου δε καθαιρεθέντος και του γενικού γραμματέως Νικολάου Οικονόμου την διοίκησιν του τόπου προσωρινώς τας αρχάς δεκεμβρίου αναλαβόντος, συνηνώθησαν πεντακισχίλιοι Χριστιανοί, και αρχομένου του φεβρουαρίου έπεσαν εις τας επαρχίας Κισάμου και Σελίνου, κατετρόπωσαν τους εν αυταίς Τούρκους, ανέτρεψαν διά πυρός πύργους, ήρπασαν κτήνη και τας πολεμικάς αποσκευάς των, ερήμωσαν την γην των, και τους μεν εν τη επαρχία της Κισάμου απέκλεισαν όλους εν τω φρουρίω της, τους δε εν τη του Σελίνου περιώρισαν εντός του Κανδάνου πολιορκούντες και τούτους και εκείνους. Επί δε των συμβάντων τούτων απέθανεν εξ ασθενείας ο πλήρης πατριωτικού ζήλου, ο κάλλιστος και φιλοκίνδυνος, Ιωσήφ Κωνσταντουδάκης, ο κοινώς καλούμενος Σήφακας ή Σήφης.

Μετά δε την εν Άστρει εθνικήν συνέλευσιν διωρίσθη παρά της κυβερνήσεως αρμοστής της Κρήτης επί τη αιτήσει των εντοπίων ο Μανώλης Τομπάζης, ανήρ δυνάμενος διά της υπολήψεως, της αξιότητος και της ναυτικής επιρροής του να ενισχύση τον αγώνα·

Μάιος και επειδή δεν είχεν η κυβέρνησις πώς να επαρκέση εις τα της εκστρατείας, συνεισέφεράν τινες των εν Πελοποννήσω Κρητών, εδάνεισε και ο αρμοστής, εστρατολογήθησαν διά των χρημάτων τούτων εν Ναυπλίω 1200 οπλοφόροι σύμμικτοι, συνεστρατολογήθησαν καί τινες Κρανιδιώται ως πυροβολισταί υπό τον Χάστιγκα, και απάραντες όλοι μετά του αρμοστού επί οκτώ πλοίων πολεμικών και φορτηγών μετεβιβάσθησαν την 22 μαΐου εις τον λιμένα της Κισάμου, Δραπανιάν, πλησίον του πολιορκουμένου φρουρίου. Και πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εξέλαβαν τα ελθόντα πλοία ως οθωμανικά, και οι πολιορκούμενοι εμψυχωθέντες εξώρμησαν, έπεσαν κατά των πολιορκούντων και τους απεμάκρυναν· αλλά φανείσης της σημαίας, επανήλθαν οι πολιορκούμενοι εις το φρούριον, επανήλθαν και οι πολιορκηταί εις την θέσιν των και απέκλεισαν τους εχθρούς ως και πρότερον. Εν τούτοις απέβησαν οι περί τον Τομπάζην και απεβίβασαν αυθημερόν και το πυροβολικόν εκ 15 κανονίων, εξ ών τα 8 εστάλησαν παρά του εν Ρωσσία Καλλέργη. Εμελέτα δε ο αρμοστής να πέση ευθύς εις τα Χανιά· αλλά σκεφθείς ότι το φρούριον της Κισάμου ήτο διά συμβιβασμού αλωτόν, έμεινε και επρότεινε τοις εν αυτώ να παραδοθώσιν. Εισηκούσθη η πρότασίς του, και δώσας και λαβών ομήρους παρέλαβε το φρούριον την τετάρτην ημέραν της αποφάσεώς του, ό εστι την 25, και απέστειλεν εις Χανιά τους εν αυτώ 1500 επί δύο υπό ιόνιον σημαίαν πλοίων αβλαβείς, αλαφυραγωγήτους και οπλοφορούντας· τόσους δε εθέριζε καθ' ημέραν ο εν τω φρουρίω λοιμός, ώστε 50 απέθαναν διαρκούσης της επιβιβάσεως. Συνωμολογήθη δε επί της παραδόσεως του φρουρίου να απολύσωσι και οι Χανιώται οικογενείας τινάς χριστιανικάς· και επειδή δεν τας απέλυσαν, απεποιήθησαν και οι περί τον Τομπάζην, ν' απολύσωσι τους ομηρεύοντας παρ' αυτοίς Τούρκους. Πολύτιμος ήτον η κτήσις του λιμένος της Δραπανιάς, διότι ήνοιγε νέαν κοινωνίαν μετά της λοιπής Ελλάδος, μόνου του λιμένος των Σφακιών χρησιμεύοντος μέχρι τούδε εις κοινωνίαν.

Διαθέσας δε ο αρμοστής τα της Κισάμου εισέβαλε την 30 εις την επαρχίαν του Σελίνου πατρίδα των μαχιμωτέρων Τούρκων της Κρήτης επί σκοπώ να πέση απροσδοκήτως εις Κάνδανον, όπου είχαν συρρεύσει όλοι οι κάτοικοι της επαρχίας εκείνης, εξ ών 1500 οπλοφορούντες, εισφέροντες τα κτήνη των και πάσαν την κινητήν περιουσίαν των αλλ' οι εν Κανδάνω Τούρκοι προειδοποιήθησαν, ωχυρώθησαν εντός τινος πύργου κειμένου προς δυσμάς, και δύο κτιστών προμαχώνων, του μεν προς το κέντρον, του δε προς την αρκτικήν πλευράν του χωρίου, και στήσαντες ενέδραν καθ' οδόν εφόνευσαν και συνέλαβαν 30 Στερεοελλαδίτας μη ειδότας τον τόπον.

Ο δε αρμοστής, στρατοπεδεύσας έξωθεν του χωρίου μετά 5500 εντοπίων και αλλοδαπών, και στήσας 4 κανόνια, διέταξε μετά τινα ακροβολισμόν, καθ' όν εφονεύθησαν ολίγοι εκατέρωθεν, την δι' εφόδου άλωσιν των δύο προμαχώνων. Χίλιοι πεντακόσιοι υπήκουσαν· αλλ', αφ' ού έφθασαν εντός βολής πιστόλας, εξώρμησαν οι Τούρκοι πριν εφορμήσωσιν ούτοι, τους έτρεψαν, εφόνευσαν 110 και επλήγωσαν σχεδόν άλλους τόσους· εχάθησαν και εκ των νικητών 30. Νικηταί εφάνησαν οι Σελινιώται και κατ' άλλας τινάς εξορμήσεις· αλλά νικώντες είχαν εντός του χωρίου εχθρόν ανίκητον, την πανώλην, θερίζουσαν ανηλεώς. Η μάστιξ αύτη εταπείνωσε την οφρύν των, ην ύψωσαν αι ευτυχείς εκδρομαί των· κινδυνεύοντες δε όλοι και θαρρυνόμενοι υπό της αξιεπαίνου διαγωγής του αρμοστού επί της παραδόσεως της Κισάμου, έστερξαν επί τη προτάσει αυτού ν' αναχωρήσωσιν εις Χανιά αβλαβείς φέροντες όλα τα πράγματά των· αλλ' απήτησαν εις ασφάλειάν των ανταλλαγήν ομήρων, διότι, και αν δεν υπώπτευαν τον αρμοστήν, υπώπτευαν πάντοτε το εντόπιον στράτευμα. Τω όντι και επί της παραδόσεως της Κισάμου και επί της ενεστώσης διαπραγματεύσεως τινές των εντοπίων ήθελαν τον συμβιβασμόν ως παγίδα μάλλον, ή ως ασφάλειαν των εχθρών· και επειδή δεν εισηκούσθησαν επί της παραδόσεως του φρουρίου εκείνου, απήτουν ήδη επιμόνως να συμβιβασθώσι κατ' επιφάνειαν μόνον μετά των εν Κανδάνω, σκοπεύοντες να τους επιβουλευθώσι διαβαίνοντας τα στενά· επροφασίζοντο δε ότι το συμφέρον του εθνικού αγώνος απήτει την θυσίαν των περί ων ο λόγος Τούρκων διά θεμιτών και αθεμίτων τρόπων, διότι ήσαν οι μαχιμώτεροι και οι σκληρότεροι όλων των άλλων. Απέρριψεν εν αγανακτήσει ο αρμοστής την στυγεράν ταύτην απαίτησιν, ουδείς των Ελλήνων ανακαλυφθέντος του δολίου τούτου σκοπού ήθελε να ομηρεύση, και ο συμβιβασμός εδυσκολεύετο. Συνέβη εν τούτοις τυχαίον τι εξομαλύναν την ενυπάρχουσαν δυσκολίαν. Διαρκούσης της περί ης ο λόγος διαπραγματεύσεως επεκράτει ανακωχή, και επί της ανακωχής είς των Σελινιωτών εσκότωσε στρατιώτην Έλληνα πειραθέντα ν' αρπάση από της ζώνης του την αργυρήλατον πιστόλαν του. Συλληφθείς ο φονεύς εστάλη προς τον αρμοστήν ίνα τιμωρηθή, αλλ' απελύθη εν τω άμα ατιμώρητος επί λόγω ότι ο Τούρκος δικαίως εσκότωσε τον Έλληνα. Η πράξις αύτη του αρμοστού τόσον, τον εσύστησε παρά τοις εχθροίς του, ώστε, επαναληφθεισών των εχθροπραξιών την επαύριον διά την υπερανακώχευσιν, εδέχθησαν οι Τούρκοι τον συμβιβασμόν άνευ ομήρων επί τη απλή υπογραφή του αρμοστού ελπίζοντες εις την τιμιότητά του (α). Αλλ' οι δολιευόμενοι τον συμβιβασμόν εντόπιοι, μαθόντες το γεγονός, προκατέλαβαν, μη εισακουομένου του αρμοστού, τα στενά προς εκτέλεσιν του βδελυρού σχεδίου των.

Ιούνιος Την γ' ώραν μετά μεσημβρίαν της 2 Ιουνίου εξεκίνησαν οι Τούρκοι συνεπιφέροντες τα πράγματά των και τα κτήνη των. Έκ τινων σημείων υπώπτευσαν καθ' οδόν δόλον αλλά δεν εδύναντο να επανέλθωσιν εις το χωρίον των, διότι, εν ώ τινές των κακά βουλευομένων έτρεξαν να προκαταλάβωσι τα στενά, άλλοι ήρχοντο κατόπιν των. Πεσόντες δε εις τα στενά έπαθαν τα πάνδεινα. Καλή τύχη προειδοποίησαν οι Χανιώται περί της μελετωμένης μεταβάσεως και ήλθαν εις συνάντησιν και υπεράσπισιν. Εξαιτίας ταύτης τα παθήματα των Σελινιωτών οπωσούν εμετριάσθησαν, αλλά πολλοί αυτών εφονεύθησαν, πάμπολλαι γυναίκες και παιδία εζωγρήθησαν και πολλά κτήνη και πράγματα των ηρπάγησαν. Δεν ηρκέσθησαν οι κακοπράγμονες επί τη αθεμίτω ταύτη πράξει αλλ' εξώκειλαν και εις άλλην απανθρωποτέραν· επί λόγω να μη μολυνθώσιν, έκαυσαν 200 πανωλοβλήτους κοιτωμένους εντός του ως νοσοκομείου χρησιμεύοντος ζαμίου του Κανδάνου. Η διαγωγή αύτη κατέστρεψε ην συνέλαβαν οι Τούρκοι κατ' αρχάς καλήν ιδέαν περί του αρμοστού.

Εκείναις ταις ημέραις εδυναμώθησαν οι μέχρι τούδε αδύνατοι εχθροί, διότι η μεν μοίρα του οθωμανικού στόλου, η έξωθεν των Μοθωκορώνων αποκοπείσα, έφερεν εις Χανιά τροφάς και 300 πυροβολιστάς. 43 δε πλοία υπό τον υποναύαρχον του Μεχμέτ-Αλή Γιβραλτάρην απεβίβασαν μετ' ολίγον εις το Μεγάλον Κάστρον 5000 μαχητάς.

Κατ' αυτόν δε τον καιρόν παρ' ολίγον ν' ανάψη εμφύλιος πόλεμος, φονευθέντων εν Μυλοποτάμω δύο Σφακιανών ατακτησάντων. Ο αρμοστής καθησύχασε τους αντιφερομένους, αλλά δεν τους εφιλίωσεν.

Αφ' ού δε αι δύο επαρχίαι Κισάμου και Σελίνου ηλευθερώθησαν, εκρίθη εύλογον να οργανισθή η νήσος εκ νέου πολιτικώς και στρατιωτικώς, και να τακτοποιηθή η υπηρεσία. Επί τω σκοπώ τούτω συνήλθαν αρχομένου του Ιουνίου οι πληρεξούσιοι των διαφόρων επαρχιών επί τη προσκλήσει του αρμοστού εις Αρκούδαιναν, χωρίον της επαρχίας Ρεθύμνης· αλλ' οι Σφακιανοί, αντί να στείλωσιν ως και οι άλλοι λαοί της Κρήτης πληρεξουσίους, κατέβησαν ένοπλοι πληθηδόν επί λόγω ότι αντιφερόμενοι προς τους Μυλοποταμίτας δεν επιστεύοντο να στείλωσι μόνον πληρεξουσίους.

Ωπλαρχήγουν μέχρι τούδε όλων των επαρχιών της Κρήτης Σφακιανοί. Περιφρόνησιν εθεώρουν την προτίμησιν ταύτην οι των άλλων επαρχιών και απήτουν εν τη συνελεύσει να εκστρατεύωσι του λοιπού υπό συνεπαρχιώτας αρχηγούς. Η γνώμη αύτη υπερίσχυσε, και οι Σφακιανοί απεχωρίσθησαν εγκοτούντες· αλλ' επί τη προσκλήσει του αρμοστού, υποσχεθέντος να τους ικανοποιήση και εξορίσαντος προς χάριν των τινάς των αντιπάλων αυτών επανήλθαν, συνειργάσθησαν, και συνυπέγραψαν τον νέον οργανισμόν, ον επεκύρωσε την 15 και ο αρμοστής (β).

Εν ώ δε κατεγίνοντο οι Κρήτες ρυθμίζοντες τα τοπικά των κατά τον νέον οργανισμόν, οι συνοδεύσαντες τον αρμοστήν οπλοφόροι διέμεναν έμπροσθεν των Χανιών ακροβολιζόμενοι. Την δε 12 Ιουλίου, μεσούσης της ημέρας, καθ' ην ώραν εκοιμώντο οι Τούρκοι, έπεσαν αίφνης επί τον Ταράτσον, χωρίον έν τέταρτον της ώρας απέχον του Μεγάλου Κάστρου, και τον εκυρίευσαν. Ηγωνίσθησαν οι Τούρκοι εις ανάκτησίν του, έπεσαν εκατέρωθεν ικανοί, και οι Χριστιανοί μη δυνάμενοι να τον διατηρήσωσι τον έκαυσαν επί τέλους και ανεχώρησαν.

Επί δε της συνευλεύσεως εκρίθη αναγκαίον ν' αναζωπυρωθή ο αγών εν ταις ανατολικωτέραις της νήσου επαρχίαις, όπου η παρουσία των εχθρών τον απέσβεσεν. Επί τω σκοπώ τούτω διετάχθησαν διάφοροι οπλαρχηγοί να στρατολογήσωσιν εν ταις επαρχίαις των και συνέλθωσιν όλοι εις Αμουργέλας κατά τας υπωρείας της Ίδης, πέντε ώρας μακράν του Μεγάλου Κάστρου.

Εν ώ δε κατεγίνετο ο αρμοστής εις τα της εκστρατείας, κατέπλευσεν εκ νέου εις Κρήτην υπό τον Γιβραλτάρην ο αιγύπτιος στόλος συνοδεύων 50 φορτηγά μετακομίζοντα στρατεύματα, τροφάς, πολεμεφόδια και τον Χουσεήμπεην γαμβρόν του Μεχμέτ-Αλή και διάδοχον του Χασάμπασα.

Αν και η εις ην κατεγίνοντο οι Χριστιανοί στρατολογία ηλπίζετο και ταχεία και πολυάριθμος, μόλις συνήλθαν υπερμεσούντος του αυγούστου εις Αμουργέλας δισχίλιοι και ετάχθησαν υπό τον Ρούσον προς ικανοποίησιν της φιλοτιμίας των Σφακιανών· αφίχθη εκεί και ο Τομπάζης μετά χιλίων. Δεκακισχίλιοι Τούρκοι, πεζοί και ιππείς, επέπεσαν πανστρατιά, και πολλάκις εφορμήσαντες και πολλά παθόντες απεκρούσθησαν αλλ' υπερίσχυσαν επί τέλους. Η μάχη αύτη, καθ' ην 300 Έλληνες εχάθησαν, κατέστρεψε τον αγώνα και εματαίωσεν όλας τας υπέρ νέας στρατολογίας προσπαθείας του αρμοστού.

Εν μέσω δε της αποτυχίας και της αθυμίας ταύτης προσήλωσαν οι Έλληνες την προσοχήν των εις την άλωσιν του φρουρίου της Γραμβούσης επί πετρώδους τινός νησιδίου κατά την δυτικήν άκραν της νήσου κειμένου, ολιγάριθμον έχοντος φρουράν και αυτήν απρόσεκτον. Την 11 δεκεμβρίου, νυκτός γενομένης, εκινήθησαν δισχίλιοι υπό την αρχηγίαν του Δημήτρη Δράμαλη, ανέβησαν τα τείχη του φρουρίου επ' ελπίδι να το αφαρπάσωσιν, εισήλθαν ανεμπόδιστοι και εφόνευσαν τον σκοπόν κοιμώμενον αλλά γενομένης ταραχής επί της εντός διασποράς αυτών, τους ενόησαν οι Τούρκοι, έδραξαν τα όπλα, κατέλαβαν τας οχυράς θέσεις, και αντεμάχοντο αγνοούντες διά το επικρατούν σκότος τίνες οι φίλοι και τίνες οι εχθροί. Επί της νυκτερινής δε συμπλοκής επληγώθησαν ο Ραφαλιάς πλοίαρχος της γολέττας Τερψιχώρης καί τινες άλλοι, οίτινες και εξεβιβάσθησαν του φρουρίου. Διαδοθέντος δε ψευδούς λόγου ότι οι προπορευθέντες κατεστράφησαν όλοι, υπερεφοβήθησαν οι λοιποί, και οι πλείστοι αυτών εξεπήδησαν προς σωτηρίαν των. 40 ευρέθησαν εν τω φρουρίω αφ' ού έφεξε, και δύο μόνον εξ αυτών, ο Αναγνώστης Παναγιώτου και ο Χατσή- Γιάννης Βαρδικάκης, εκπηδήσαντες εσώθησαν. Ο δε ρεθύμνιος Γεώργης Παπαδάκης, σπάσας τους πόδας του επί της νυκτερινής του καταβάσεως και μη δυνάμενος να τρέξη, εφονεύθη την επαύριον υπό των εξελθόντων του φρουρίου Τούρκων.

Θύων εν τούτοις ο Χουσεήμπεης και απολύων εισήλασε τον οκτώβριον εις Αυλοπόταμον. Πεντακόσιοι Χριστιανοί, γυναίκες το πλείστον και παιδία, εκρύβησαν έν τινι σπηλαίω επί της μεσημβρινής πλευράς πετρώδους βουνού προς το δυτικοβόρειον μέρος του Μελιδωνίου, χωρίου της επαρχίας Αυλοποτάμου. Τρεις μήνας αντέστησαν πολιορκούμενοι και αμυνόμενοι. Μη δυνηθείς δε ο Χουσεήμπεης κατ' ουδένα τρόπον να τους υποτάξη, ήνοιξεν οπήν άνωθεν του σπηλαίου, επεσώρευσεν ευφλέκτους ύλας, τας εφλόγισε πνεύσαντος επιτηδείου ανέμου, και ο εισθρώσκων καπνός έπνιξε σχεδόν όλους.

Προθέμενος ο ανήρ ούτος να καταστρέψη ολοτελώς τον αγώνα επάτησε τελευτώντος του φεβρουαρίου και τον Αποκόρωνα, επάτησεν αρχομένου του μαρτίου και υπέταξε και αυτά τα Σφακιά και εκάλει καταβάς εκείθεν τους λαούς εις αφοπλισμόν και εις μετάνοιαν επί πλήρει και τελεία αφέσει παντός πολιτικού αμαρτήματος και επί κατοχή της ιδιοκτησίας των· ηύρε δε και όργανον των βουλών του τον εκεί αυστριακόν υποπρόξενον Δερκούλην, όστις, περιφερόμενος από χωρίου εις χωρίον, εκάλει τους πάντας εις υποταγήν επί αμνηστεία, και εξέδωκε την 12 απριλίου εγκύκλιον προς τους Έλληνας, δι' ης τοις έλεγε κομπάζων ότι «αν οι Τούρκοι τον ηπάτουν, θα τους εστηλίτευε και θα μετεχειρίζετο όλην την ισχύν του εις ικανοποίησιν των παθόντων». Εν όσω οι Σφακιανοί αντείχαν, ηλπίζετο ως και άλλοτε η ανόρθωσις του αγώνος· αλλ' οι ισχυρότεροι των πλαρχηγών αυτών απηρνήθησαν επί τη περιστάσει ταύτη τον αγώνα. Τούτου γνωσθέντος, απηλπίσθησαν όλοι, και προκειμένης της φυγής ή της υποταγής, επροτίμησαν την φυγήν οι δυνάμενοι να φύγωσι· πάμπολλοι δε, μήτε να φύγωσι δυνάμενοι μήτε να προσκυνήσωσι θέλοντες, ανέβησαν τα όρθια μέρη της Ίδης επ' ελπίδι ασφαλούς καταφυγής· δεν έπαυσαν δε και πολλοί κλεπτοπολεμούντες· ήσαν καί τινες επιθυμούντες εν τη γενική ταύτη απελπισία να θέσωσι την πατρίδα των υπό την αγγλικήν προστασίαν. Ο δε ατυχής αρμοστής, καταδιωκόμενος ένθεν κακείθεν, και φοβούμενος μη πιασθή και παραδοθή εις τους εχθρούς παρά των επιβουλευθέντων τον εθνικόν αγώνα, κατέφυγεν εις τον λιμένα των Σφακιών, έκαυσε τας εκεί αποθήκας τροφών και πολεμεφοδίων, εσυμβούλευσε τους Κρήτας διά προκηρύξεως του της 6 απριλίου να εγκαρτερώσιν ένοπλοι, και διατάξας τα εις υποστήριξιν των πολεμικών κινημάτων καταπλεύσαντα εκείναις ταις ημέραις υδραϊκά πλοία να παραλάβωσιν όσους εχώρουν και μετακομίσωσιν εις Μονεμβασίαν, ανεχώρησε και αυτός την 12 επί της Τερψιχώρης.

Αφ' ού οι Κρήτες κατέθεσαν τα όπλα, αντημείφθησαν μετά τινα καιρόν οι προσκυνήσαντες οπλαρχηγοί όπως τοις έπρεπε. Συνήλθαν ανυπόπτως επί τη προσκλήσει της τουρκικής Αρχής εις τα Χανιά και ερρίφθησαν εις σκοτεινήν φυλακήν.

1823-24

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'

Εξωτερικόν δάνειον. — Γερμανικός λεγεών εις αντίληψιν της Ελλάδος. — Φιλελληνικαί εταιρίαι. — Συνθήκη εις ανόρθωσιν του τάγματος του αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ. — Άφιξις του λόρδου Βύρωνος και του συνταγματάρχου Στάνωπος εις Ελλάδα. — Απόπειρα εις άλωσιν Κορώνης. — Διάλυσις του εν Ευβοία ελληνικού στρατοπέδου.

ΤΡΙΕΤΙΑ σχεδόν παρήλθεν αφ' ού η Ελλάς ωπλίσθη κατά της καταθλιβούσης αυτήν ξένης εξουσίας, και όλος ο τριετής ούτος αγών διετηρείτο και κατά γην και κατά θάλασσαν διά των ολίγων προσόδων της και διά των συνεισφορών των πολιτών της. Τα στρατεύματα, ως επαρχιακά και ολιγοδάπανα, δυνατόν ήτο να διατηρώνται και εις τo εξής κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' όχι και ο στόλος. Εξ αυτής της αρχής του αγώνος ησθάνοντο οι Έλληνες την ανάγκην ευρέσεως εξωτερικού δανείου, και το παρελθόν έτος εξεδόθη εν Κορίνθω νόμος περί αυτού· αλλ' εις εύρεσίν του εχρειάζετο απαραιτήτως να υπάρχη αν όχι βεβαιότης τουλάχιστον βάσιμος ελπίς αποδόσεως· εις ύπαρξιν δε τοιαύτης ελπίδος εχρειάζετο απαραιτήτως η πολιτική ύπαρξις της Ελλάδος· αλλ' όχι μόνον αβέβαιος αλλά και απίθανος εφαίνετο τα πρώτα έτη η επιτυχία της ελληνικής επαναστάσεως· μετά τρία όμως έτη δεινών και ευτυχών αγώνων, αι ελπίδες του μέλλοντος της Ελλάδος εφαίνοντο οπωσούν βάσιμοι, και η εύρεσις του δανείου πιθανή. Επί τη πιθανότητι ταύτη εξεδόθη τον μάιον του παρόντος έτους άλλος νόμος εις εύρεσιν τεσσάρων εκατομμυρίων διστήλων.

Όσον δε ήσαν δυσμενείς προς τον ελληνικόν αγώνα αι αυλαί, τόσον εφάνησαν ευμενείς οι λαοί. Εξ αυτής της αρχής του μέχρι τέλους δεν είδαν οι λαοί εν αυτώ, ως αι αυλαί, το καταστρεπτικόν αλλά το επανορθωτικόν σημείον των κοινωνιών, και έσπευσαν να τον βοηθήσωσι καθ' όσους εδύναντο τρόπους.

Πρώτοι ήλθαν εις αντίληψίν του οι σοφοί της Γερμανίας ασχοληθέντες, εξάρχοντος του Θηρσίου, εις σύστασιν και αποστολήν εις Ελλάδα γερμανικού λεγεώνος. Κατασταθείς δε ο Άρειος πάγος απέστειλεν εις Γερμανίαν τον Θ. Κεφαλάν δώσας αυτώ εξουσίαν εις εύρεσιν δανείου προς ταχείαν αποστολήν του λεγεώνος τούτου και αγοράν των αναγκαίων· υπεγράφη δε εν Ζυρίχω και σύμβασις περί μεταβάσεως εξακοσίων· μετέβησαν διά της Μασσαλίας εις την Ελλάδα καί τινες αυτών· αλλ' η κατάστασις του τόπου δεν επέτρεπε την εκπλήρωσιν των όρων της συμβάσεως, διά τούτο η μετάβασις των πολλών δεν επραγματοποιήθη, και οι μεταβάντες διεσκορπίσθησαν.

Προϊόντος δε του καιρού η αγιότης του αγώνος, η ανισότης της πάλης, η ωμότης των Τούρκων, η εν τοις δεινοίς παθήμασι καρτερία των Ελλήνων και αι προγονικαί αυτών αναμνήσεις επήνεγκαν την σύστασιν φιλελληνικών εταιριών εξ ονομαστών ανδρών, αντιφερομένων μεν επί του πολιτικού βήματος, αλλ' ηνωμένων διά φιλοτελικού δεσμού υπέρ Ελλήνων. Τοιαύται εταιρίαι εσυστήθησαν πρώτον μεν εν Ζυρίχω και Γενεύη, μετ' ολίγον δε και εν Γερμανία. Εγκυμονείτο τοιαύτη και εν τη μεγάλη Βρεττανία αφ' ότου κατεστράφη η Χίος, και πρώτος ο Εδίμπυργος, συνηγορεύσαντος επί ομηγύρεως του περιφήμου Μακκρίου, επρόσφερε τον οβολόν του. Ουδέν ήττον της Ευρώπης συνεκινήθη και η Αμερική σχεδόν συγχρόνως. Πρώτος ο και ως πολιτευτής και ως ελληνιστής διαπρέπων Ευερέττος ύψωσε φωνήν υπέρ της αγωνιζομένης Ελλάδος, και η φωνή αύτη αντήχησεν εις τα ώτα των ελευθέρων λαών της γης εκείνης. Η δε αδελφότης των Φίλων, η αείποτε αφισταμένη παντός πολιτικού σκοπού και αείποτε προϊσταμένη παντός φιλανθρωπικού, δεν έπαυσε και εν Αγγλία και εν Αμερική, αφ' ότου εγνώσθη η καταστροφή της Χίου, περιθάλπουσα διά γενναίων συνδρομών την εξ αιτίας της τουρκικής θηριωδίας δεινοπαθούσαν ανθρωπότητα. Λήγοντος δε του μαρτίου του 1823 εσυστήθη εν Λονδίνω η πρό τινος προσδοκωμένη φιλελληνική εταιρία, εν ή ενεγράφησαν επίσημοι άνδρες. Η εταιρία αύτη μεγάλως ωφέλησε διά της επιρροής της επί της κοινής γνώμης, και διά της επιρροής της κοινής γνώμης επί του αγγλικού υπουργείου· συνήργησε δε τα μέγιστα και εις εύρεσιν των ζητουμένων δανείων.

Περιώδευε πρό τινος καιρού ο Ανδρέας Λουριώτης την Ευρώπην προς τον σκοπόν τούτον· επισκεφθείς και την Αγγλίαν επανήλθεν εις Ελλάδα συνοδευόμενος υπό του Εδουάρδου Βλακιέρου. Ο Άγγλος ούτος, παρατηρήσας τα της Ελλάδος, επέστρεψεν εις την πατρίδα του επί ελληνικού πλοίου, ούτινος η πρωτοφανής σημαία ενθουσίασε τους φιλελευθέρους. Έφερε και δέκα ελληνόπαιδας, ους διάφοροι Άγγλοι παρέλαβαν εις ανατροφήν δι' ιδίας αυτών δαπάνης. Ευρών δε συστημένην την φιλελληνικήν εταιρίαν, προητοίμασε δι' ων έδωκεν αυτή πληροφοριών την οδόν εις εύρεσιν των ζητουμένων δανείων, και κατέβη εκ δευτέρου εις Ελλάδα προς επίσπευσιν αποστολής ανδρών εχόντων την προς τούτο απαιτουμένην πληρεξουσιότητα. Ως τοιούτοι εξελέχθησαν ο Ορλάνδος, ο Λουριώτης και ο Ιωάννης Ζαήμης. Και οι μεν δύο πρώτοι ανεχώρησαν τον νοέμβριον, ο δε τρίτος βραδύτερον. Επί δε της αποστολής ταύτης παρενέπεσαν τα ακόλουθα.

Ο Γάλλος Ιορδάνης συνώδευσε τον Μεταξάν επί της εις Βερώνην αποστολής του· αποτυχούσης δε ταύτης διέβη κατ' εντολήν αυτού εις Παρισίους επ' ελπίδι ευρέσεως δανείων διά της συνδρομής της εκεί εδρευούσης επιτροπής του τάγματος του αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ. Επειδή δε και οι εν Παρισίοις προϊστάμενοι του τάγματος τούτου, και αυτός ο Ιορδάνης, μέλος αυτού, κύριον σκοπόν είχαν την ανόρθωσιν του τάγματος διά του ελληνικού αγώνος, και όχι την ευόδωσιν του ελληνικού αγώνος διά του τάγματος, υπεκρίθησαν ότι έτοιμοι ήσαν να χορηγήσωσιν επί λόγω βοηθημάτων τη ελληνική κυβερνήσει φράγκα 4,000,000· αλλ' απήτησαν αντάλλαγμα την κυριαρχίαν των άλλοτε εν τη κατοχή του τάγματος νήσων, Ρόδου, Σκαρπάθου και Αστυπαλαίας, μέχρι δε της κυριεύσεως και παραχωρήσεως αυτών, την προσωρινήν κατοχήν Σύρας καί τινων των επί της μεσημβρινοδυτικής πλευράς της Πελοποννήσου ερημονήσων· και επειδή το τάγμα ούτε δύναμιν στρατιωτικήν είχεν, ούτε δάνεια εύρισκεν εν ονόματί του, η Ελλάς ώφειλε και στράτευμα να δώση εκ του προχείρου εις υπεράσπισιν των ανωτέρω νήσων, και να στέρξη ώστε εν ονόματι αυτής να δανεισθή το τάγμα όχι μόνον το ανωτέρω ποσόν εις χρήσιν της Ελλάδος, αλλά και έξ άλλα εκατομμύρια εις χρήσιν αυτού του τάγματος· εν ενί λόγω, αντί να βοηθηθή η Ελλάς υπό του τάγματος ως ήλπιζεν, έπρεπεν αύτη να το βοηθήση και να το παράξη εκ του μη όντος εις το είναι. Κατά τους ατόπους δε τούτους όρους ο αυτοχειροτόνητος πληρεξούσιος της Ελλάδος Ιορδάνης και οι πληρεξούσιοι του τάγματος, οι συνάδελφοί του, συνυπέγραψαν εν Παρισίοις την 18 Ιουνίου συνθήκην, και αφίχθη καί τις ως πρέσβυς του τάγματος εις Ελλάδα· αλλ' οι Έλληνες, χλευάζοντες τα γενόμενα, και την συνθήκην απέρριψαν, και τον πρέσβυν απέπεμψαν.

Καθ' όν δε καιρόν επροσπάθει να εγερθή εκ νεκρών διά της Ελλάδος το τάγμα τούτο, ο αγών αυτής ηύρε μέγαν υπέρμαχον. Διεκρίνετο διά τον φιλελληνισμόν του ο λόρδος Βύρων (α). Ο μεγαλοφυής ούτος ποιητής, όστις έψαλε παθητικώτατα την Ελλάδα δούλην, εβουλήθη αφ' ης ώρας έλαβε τα όπλα να τη δώση και χείρα βοηθείας εις ανόρθωσιν, και να βάλη εις κίνδυνον υπέρ αυτής και αυτήν την ζωήν του. Ενίσχυσε τον σκοπόν του λόρδου και η εν Λονδίνω σύστασις της φιλελληνικής εταιρίας, ήτις, μαθούσα ότι εμελέτα ν' απέλθη εις Ελλάδα, τον ανέδειξεν αντιπρόσωπόν της. Επί της συστάσεως της εταιρίας ταύτης διέτριβεν ο λόρδος εν Γενούη· εκείθεν απέπλευσε την 1 ιουλίου και κατευωδώθη αρχομένου του αυγούστου εις Αργοστόλι· τον συνηκολούθουν δε ο κόμης Γάμβας και ο ιατρός Βρούνος Ιταλοί, και ο Τρελώνης και ο Βράων Άγγλοι. Ανωμαλίαι και εμφύλιοι ταραχαί επεκράτουν εν Ελλάδι καθ' όν καιρόν έφθασεν ο λόρδος εις Κεφαλληνίαν· διά τούτο απέστειλε τους δύο συνοδοιπόρους του Άγγλους εις την ελληνικήν κυβέρνησιν αναγγέλλων διά των προς αυτήν γραμμάτων του τους φιλελληνικούς σκοπούς του και τους της αγγλικής εταιρίας (β)· παρήγγειλε δε αυτοίς να περιοδεύσωσι και την λοιπήν Ελλάδα ίνα ίδωσι την κατάστασίν της· απομείνας δε αυτός εν Κεφαλληνία διέτριψεν έξ εβδομάδας επί του πλοίου· μετά ταύτα απέβη εις Μεταξάτα επτά μίλια μακράν του Αργοστολίου, επί σκοπώ να ενδιαμείνη έως ου εμάνθανεν ακριβώς τα της Ελλάδος και έβλεπε πού και πώς να διευθύνη τα βήματά του.

Η έλευσις δε του Βύρωνος και τα εντεύθεν προσδοκώμενα έβαλαν εις κίνησιν όλην την Ελλάδα. Εν ώ η κυβέρνησις τον εκάλει όπου έδρευεν, οι αντίπαλοι αυτής και άλλοι επίσημοι έλληνες επροσπάθουν διά γραμμάτων και δι' αποστόλων να τον προσελκύσωσι και να τον διαθέσωσι κακώς προς τους εναντίους των· αλλ' ο λόρδος δεν έπαυε καλών όλους εις κατεύνασιν των παθών και εις ομόνοιαν. Ταλαντευόμενος δε μέχρι τινός πού ν' απέλθη, απεφάσισε να μεταβή εις Μεσολόγγι, μεταβάντος εκεί του Μαυροκορδάτου,

Δεκέμβριος και αποπλεύσας την 15 δεκεμβρίου επί τινος πλοίου υπό σημαίαν ιονικήν, επεσκέφθη την Ζάκυνθον εις πορισμόν χρημάτων παρά του εκεί τραπεζίτου του, ανήχθη εκείθεν την 17, και την επαύριον όρθρου βαθέως ευρέθη πλησίον οθωμανικής τινος φρεγάτας και εκινδύνευσε να συλληφθή· βοηθηθείς δε υπό του ανέμου απέφυγε τον κίνδυνον διασωθείς εις Σκρόφας· αλλ' έπεσε μετά ταύτα εις άλλον κίνδυνον. Εξ αιτίας επισυμβάσης τρικυμίας τρία ημερονύκτια εθαλασσομάχει μεταξύ Εχινάδων και Δραγαμέστου, έως ου, γνωσθέντων των παθημάτων του εν Μεσολογγίω, εστάλησαν εις αντίληψίν του ένοπλά τινα πλοιάρια και το δικάταρτον ο Λεωνίδας, και διά της συνδρομής αυτών κατευωδώθη την 24 εις Μεσολόγγι, όπου όλοι τον υπεδέχθησαν πλήρεις αγαλλιάσεως, ενθουσιασμού και ελπίδων.

Έπλεε συγχρόνως επί τινος πλοίου υπό ιόνιον σημαίαν και ο κόμης Γάμβας και άλλοι τινές ακόλουθοι του λόρδου. Το πλοίον τούτο ευρέθη τα χαράγματα της 18 πλησίον της αυτής φρεγάτας, και εκλαβόν αυτήν ως αυστριακήν δεν απεμακρύνθη και συνελήφθη· κατεποντίζετο δε και αύτανδρον, διότι οι Τούρκοι το υπέθεσαν πυρπολικόν, αν δεν επληροφορείτο εν καιρώ ο Οθωμανός πλοίαρχος ότι ο κυβερνήτης αυτού Βαλσαμάκης ήτον ο διασώσας ποτέ αυτόν κατά την Μαύρην Θάλασσαν και ξεναγωγήσας. Μετακομισθέν το πλοίον εις Πάτρας, και εξετασθέντων των αποδημητηρίων και των εμπλεόντων, απελύθη επί λόγω ότι ο ναυλώσας αυτό Γάμβας απήρχετο εις Κάλαμον προς έντευξιν τινών Άγγλων μεθ' ων εσκόπευε να περιέλθη την ευρωπαϊκήν Τουρκίαν. Εκτός άλλων πραγμάτων το πλοίον τούτο έφερε και 8000 δίστηλα.

Συστηθείσα η φιλελληνική αγγλική εταιρία, και πριν γνωρίση τους περί Ελλάδος σκοπούς του Βύρωνος, είχεν αποστείλει ως αντιπρόσωπόν της εις την Ελλάδα τον συνταγματάρχην Στάνωπον επί τη ιδία αυτού αιτήσει εις ενίσχυσιν του αγώνος και εις ακριβή γνώσιν των πραγμάτων. Ο ευγενής ούτος και καλοκάγαθος ανήρ, επισκεφθείς τας φιλελληνικάς εταιρίας της Γερμανίας και της Ελουηττίας, εις μείζονα επιτυχίαν της φιλελληνικής αποστολής του, επεσκέφθη και τον εν Κεφαλληνία λόρδον ως αντιπροσωπεύοντα και αυτόν την αγγλικήν εταιρίαν, και εκείθεν διεβιβάσθη την 30 νοεμβρίου εις Μεσολόγγι, όπου επεμελήθη να συνάξη τα διεσπαρμένα εις Πελοπόννησον λείψανα του γερμανικού λεγεώνος προς σύστασιν μηχανουργείου και αύξησιν των πολεμικών γνώσεων των Ελλήνων αλλ' εξ αιτίας των κακοπαθειών και των ασθενειών των ανδρών του λεγεώνος, ολιγώτατοι ευρέθησαν ικανοί να εργασθώσι· προσήλθαν καί τινες Έλληνες, και ετέθησαν όλοι υπό τον μηχανουργόν Άγγλον Πάρην, ον απέστειλε προς τον σκοπόν τούτον η εταιρία εις Ελλάδα συναποστείλασα και δώρα, πυρίτιδα, σφαίρας, μίαν βομβοβόλον, ένδεκα ελαφρά κανόνια μετά των εις κίνησιν και χρήσιν αυτών αναγκαίων, έν ευκόμιστον σιδηρουργείον και τους αναγκαίους τεχνίτας εκ συνεισφορών των μελών της, εν αις και χίλιαι λίραι της δημαρχίας του Λονδίνου. Ο Στάνωπ ησχολήθη και εις σύστασιν γραμματαγωγείου, και διά της επιμελείας και συνδρομής αυτού εξεδόθησαν κατά πρώτην φοράν επί του αγώνος (γ) εφημερίδες· αλλ' εξ αιτίας της εκδόσεως αυτών εγεννήθησαν έριδες μεταξύ αυτού και του Βύρωνος, διότι ο μεν συστητής αυτών εθεώρει τας πολιτικάς αρχάς του Βενθάμου ορθάς, και ταύτας επροθυμείτο διά των εφημερίδων να διαδώση· ο δε λόρδος, σκοπιμώτατον λογιζόμενος την ευόδωσιν του αγώνος και όχι είσαξιν θεωριών, εχλεύαζε τας αρχάς ταύτας ως ακατάλληλους. Αντιφερόμενος δε ο Στάνωπ προς τον λόρδον εμέμφετο ως αντιδημοκρατικόν και τον Μαυροκορδάτον, και ανεχώρησε την 9 Φεβρουαρίου δυσηρεστημένος εις Αθήνας, αλλά πλήρης, πάντοτε ειλικρινούς ζήλου υπέρ της ανεγέρσεως του ελληνικού έθνους· Ο δε λόρδος έμεινεν εν Μεσολογγίω, όπου συνέρρευσαν υπό την σκέπην του διάφοροι φιλέλληνες τήδε κακείσε της Ελλάδος περιφερόμενοι.

Κατεγίνοντο πρό τινος καιρού οι Έλληνες σπουδαίως εις άλωσιν της Κορώνης. Εντόπιοί τινες και διακόσιοι υπομίσθιοι Βούλγαροι και Στερεοελλαδίται υπό τον Σέρβον και Γρίβαν, όλοι υπό την γενικήν αρχηγίαν των Μαυρομιχαλών, Αντώνη και Κωνσταντίνου, επεχείρησαν την εξ εφόδου άλωσιν την νύκτα της 28 φεβρουαρίου, νύκτα σκοτεινήν και θυελλώδη· 52 εντόπιοι επροπορεύθησαν, ανέβησαν το τείχος διά κλιμάκων, δεν ηύραν επί των επάλξεων εχθρόν διά την κακοκαιρίαν, και ερρίφθησαν έσω· αλλ' οι υπό τον Σέρβον και Γρίβαν εζήτουν επί της κρισίμου εκείνης ώρας μισθούς. Εγκαταλειφθέντες οι 52 και ανίκανοι διά την ολιγότητά των να εκτελέσωσιν ό,τι εσχεδιάσθη, επεχείρησαν να εξέλθωσιν· αλλ' οι Τούρκοι τους ενόησαν και έπεσαν επ' αυτούς, εξ ών τινές κατέβησαν διά των κλιμάκων αβλαβείς, τινές δε κατεκρημνίσθησαν· 16 δε, κλεισθέντες εντός οχυράς οικίας και μη θέλοντες να παραδοθώσιν, εκάησαν.

Ο δε εν Ευβοία Οδυσσεύς μαθών την εις Αθήνας προσδοκωμένην μετάβασιν του Στάνωπος και μη προσδοκών εκ της εκστρατείας του ό,τι επροσδόκα κατ' αρχάς, ανεχώρησεν επί υποσχέσει να επανέλθη μετ' ολίγον· εναπέμειναν δε τα στρατεύματα και τα πλοία· αλλά την 24 απριλίου κατέπλευσαν απροσδοκήτως εις Χαλκίδα 25 οθωμανικά φέροντα δισχιλίους γενιτσάρους και τροφάς· τότε απέπλευσαν τα ψαριανά, και διελύθη κακώς έχον το στρατόπεδον. Έν δε των πολιορκούντων πλοίων, το του Κουτάβου, μη δυνηθέν να φύγη, εβυθίσθη.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'

Τα δύο νομοτελεστικά. — Εμφύλιος πόλεμος. — Διαγωγή του Βύρωνος εν Μεσολογγίω και αποβίωσις αυτού. — Καταδίκη του Καραϊσκάκη ως επιβούλου. — Τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα. — Παράδοσις Ναυπλίου και είσοδος της νέας κυβερνήσεως.

Η εγκαθίδρυσις του νέου νομοτελεστικού, συνυπάρχοντος και του καθαιρεθέντος, ήτο προαγγελία εμφυλίου πολέμου. Η νομιμότης ήτον αναμφιβόλως παρά τω βουλευτικώ· αλλ' η μέλλουσα να κατισχύση και αυτού του νόμου δύναμις εφαίνετο αμφιρρεπής. Η στερεά Ελλάς αδιαφόρει όλη· αι ναυτικαί νήσοι υπεστήριζαν την νέαν κυβέρνησιν· η δε Πελοπόννησος, το πεδίον του εμφυλίου πολέμου, ούσα διηρημένη, εφαίνετο μάλλον υπό την επιρροήν του κολοκοτρωνικού κόμματος, και τα φρούρια αυτής ήσαν υποχείρια των οπαδών του αποκηρυχθέντος νομοτελεστικού.

Απόπειραι συμβιβασμού των δύο κομμάτων έγειναν και πριν συμβή και αφ' ού συνέβη το σχίσμα, αλλά δεν εκαρποφόρησαν. Ήλθεν εις το μέσον και ο Υψηλάντης, ο πάντοτε αποστρεφόμενος τας εμφυλίους συγκρούσεις, και μετέβη από Τριπολιτσάς, όπου εκάθητο πρό τινος καιρού μακράν των αραγμάτων, εις Κρανίδι επ' ελπίδι να συμβιβάση τα δύο κόμματα έτοιμα εις πόλεμον, αλλά και ούτος απέτυχεν.

Οι πρώτιστοι δε υπερασπισταί της νέας κυβερνήσεως εκ των Πελοποννησίων ήσαν ο Ζαήμης, ο Λόντος, ο Νοταράς, ο Γιατράκος, ο Μούρτσινος και ο Τσανετάκης. Ο Ζαήμης, η κεφαλή του κόμματος τούτου της Πελοποννήσου, παρητήθη του νομοτελεστικού, συστηθείσης της νέας κυβερνήσεως, αν και ομόφρων αυτής, επί λόγω ότι ωφέλει μάλλον εκτός ή εντός· τον αντικατέστησε δε ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης. Συγχρόνως διωρίσθη αντιπρόεδρος του νομοτελεστικού το μέλος αυτού ο Παναγιώτης Μπότασης.

Η δε αποκηρυχθείσα κυβέρνησις έστησε την έδραν της εν Τριπολιτσά, και εκείθεν εξέδιδε τας διαταγάς της· την παρηκολούθησαν και οι υπουργοί της· αλλ' ο γνωστότερος, ο ικανώτερος και ο παλιμβουλότερος αυτών, ο Δικαίος, ο επί των εσωτερικών, απεμακρύνθη μετ' ολίγας ημέρας διά νυκτός και ηνώθη μετά των εν Κρανιδίω. Η αυτομόλησις αυτή έβλαψε μεγάλως την εν Τριπολιτσά κυβέρνησιν. Ουδ' οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς ήσαν όλοι πιστοί εις αυτήν, τινές δε και ενόπλως την επεβουλεύθησαν.

Εσυστήθη εν τη πόλει ταύτη μυστική εταιρία εις αμοιβαίαν δήθεν υπεράσπισιν από των στρατιωτικών κακώσεων, αλλά κυρίως κατά της εν αύτη εδρευούσης κυβερνήσεως· ωνομάζετο δε Α δ ε λ φ ό τ η ς. Τετρακόσιοι ήσαν οι συγκροτούντες αυτήν αρχομένου του Φεβρουαρίου, ότε ο αρχηγός αυτών Μποταΐτης απεφάσισε να τους κινήση υπό το ακόλουθον σύνθημα. Δύο πιστοί του, περιφερόμενοι τα εργαστήρια, και βαστώντες κάνιστρον εν ώ ήτον η εικών του αγίου Δημητρίου, έλεγαν· «βοήθειά σου ο άγιος Δημήτριος». Ο λόγος ούτος εδήλου παρά τοις εταίροις, «κλείσε το εργαστήριόν σου και οπλίσου». Τοιουτοτρόπως οι εταίροι ειδοποιηθέντες ωπλίσθησαν και έτρεξαν να καταλάβωσι το μεγάλον κανονοστάσιον και τας παρακειμένας οικίας. Καθ' οδόν απήντησαν την φρουράν, την προσέβαλαν, την διεσκόρπισαν, εκυρίευσαν το κανονοστάσιον και διενυκτέρευσαν ήσυχοι εν ταις παρακειμέναις οικίαις μη φροντίζοντες να καταλάβωσι και τας πύλας της πόλεως. Εν ώ δε ούτοι ερραθύμουν, οι άλλοι έφεραν, μόλις έφεξεν, εις την πόλιν πλήθος χωρικών Τριπολιτσιωτών και Καρυτινών. Τούτους ιδόντες οι υπό τον Μποταΐτην, ων οι πλείστοι ήσαν τεχνίται και απειροπόλεμοι, εφοβήθησαν, 150 διά μιας εδραπέτευσαν, οι δε λοιποί ρίψαντες τα όπλα επανήλθαν ανενόχλητοι εις τας συνήθεις εργασίας των.

Εν ώ δε ταύτα συνέβαιναν, οι εν Κρανιδίω, ετοιμασθέντες ν' αφήσωσι την εσχατιάν εκείνην της Πελοποννήσου και επανέλθωσιν εις Αργολίδα, εκήρυξαν έδραν της νέας κυβερνήσεως το Ναύπλιον, και εμβάντες εις δύο υπό τον Μιαούλην πλοία κατέπλευσαν εις τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους την 6 μαρτίου, διεσκόρπισαν κανονοβολούντες τους εκεί, και την επαύριον διέταξαν τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον, υιόν του Κολοκοτρώνη, να ετοιμάση τα αναγκαία καταλύματά των. Ηπείθησεν ο φρούραρχος, ως ουδείς αμφέβαλε, και η κυβέρνησις τον απεκήρυξεν ως αποστάτην και ως εχθρόν του έθνους· διέταξε δε και την κατά ξηράν και θάλασσαν πολιορκίαν του Ναυπλίου. Συγχρόνως εκίνησε δυνάμεις και κατ' άλλων μερών, Και κυρίως της Τριπολιτσάς και της Ακροκορίνθου.

Εφρούρει την Ακροκόρινθον ταις ημέραις εκείναις ο Χελιώτης, ομόφρων του Κολοκοτρώνη. Ούτος, μη θέλων ν' απιστήση προς τους ομόφρονάς του, και μη δυνάμενος ν' αντισταθή προς τους εναντίους του, έφυγε κρυφίως μετά τινων πιστών του, διότι οι εν τη ακροπόλει απήτουν καθυστερούντας μισθούς και ηπείλουν να παραδώσωσι και αυτόν και το φρούριον εις χείρας των εναντίων, οι δε εναπομείναντες το παρέδωκαν την 21 Μαρτίου.

Ήσαν εν Τριπολιτσά καθ' ης εκίνησε δυνάμεις η νέα κυβέρνησις όχι μόνον τα μέλη της αποκηρυχθείσης κυβερνήσεως, αλλά και ο Κολοκοτρώνης, ο Γενναίος, ο Γρίβας, ο Νικήτας και ο Κανέλλος Δηληγιάννης· όλη δε η δύναμις αυτών ήσαν χίλιοι. Ούτοι κατείχαν θέσεις εντός της πόλεως. Μόνοι οι περί τον Γρίβαν και μία εκατοστύς άλλων στρατιωτών κατείχαν οικίας τινάς έξωθεν του τείχους προς την πύλην του Ναυπλίου. Η δε επελθούσα δύναμις συνηριθμείτο εις τρισχιλίους υπό τον Λόντον, τον Γιατράκον, τον Νοταράν και τον Κεφάλαν. Η δύναμις αύτη κατέλαβε διαφόρους θέσεις εκτός της πόλεως και την επολιόρκει.

Απρίλιος Την δε νύκτα της 1 απριλίου ήλθαν τινες πλησιέστερον και κατέλαβαν τα προάστεια Μπασάκου και Σέχου, και την επαύριον ήρχισεν ο τουφεκισμός αυτών και των περί τον Γρίβαν. Επλησίασαν μετ' ολίγον και τα άλλα στρατεύματα, εξήλθαν της πόλεως και ο Γενναίος και ο Νικήτας διά της πύλης του Λεονταρίου, και άναψεν ο τουφεκισμός· συνέπεσε να φθάσωσιν εκείνην την ώραν και χίλιοι Αρκάδιοι και Καρυτινοί βοηθοί των εν Τριπολιτσά υπό τον Παπατσώνην, τον Πέτροβαν και τον Πλαπούταν. Δικαίως εφοβούντο πολλοί, ότι επί της μάχης εκείνης θα έπιπτε μία εκατοστύς πολεμιστών· αλλ' η πολύκροτος εκείνη ημέρα είδε μόνον ένα πεσόντα, μηδεμίαν διάθεσιν εχόντων των πολεμούντων να χύσωσιν αδελφικόν αίμα. Δις εξήλθαν οι εντός και συνεκρούσθησαν μετά των εκτός· αλλά και αι έξοδοι αυτών και αι συγκρούσεις επί ματαίω. Επί τέλους ήλθαν εις λόγους, και εις απαλλαγήν του εν τη πόλει πάσχοντος αθώου λαού εσυμβιβάσθησαν ν' αναχωρήσωσιν οι εν τη πόλει, οι κοινώς λεγόμενοι α ν τ ά ρ τ α ι, και ανεχώρησαν την 5 ανενόχλητοι. Αλλά κατά δυστυχίαν ανεχώρησαν επί σκοπώ να ταράξωσιν εκ νέου την επικράτειαν δι' άλλου αναρχικού πολέμου, διότι Αρχήν δεν συνίστων πλέον τα μέλη του καθαιρεθέντος νομοτελεστικού, αφ' ού εξελθόντα της Τριπολιτσάς διεσκορπίσθησαν επί στρατολογία.

Μετ' ολίγας δε ημέρας, ό εστιν αφ' ού εστρατολόγησαν, οι μεν επανήλθαν υπό τον Κολοκοτρώνην έξωθεν της Τριπολιτσάς εις αποκλεισμόν των χθες αποκλεισάντων αυτούς, οι δε υπό τον Πλαπούταν και τον Γενναίον εστράτευσαν εις βοήθειαν του διά σπάνιν τροφών και διά την καθ' ημέραν λειποταξίαν των εν αυτώ στρατιωτών κινδυνεύοντος Ναυπλίου. Ούτοι φθάσαντες εις Κανδύλαν μετά 300 ηύραν 120 στρατιώτας του Ιωάννου Νοταρά και τους συνέλαβαν όλους αίφνης επιπεσόντες. Προχωρήσαντες δε εις Μπουγιάτι δύο ώρας μακράν της Κανδύλας ηύραν τον Νικήταν φυλάττοντα την θέσιν εκείνην, παρέλαβαν και αυτόν, και το εσπέρας της αυτής ημέρας, 8 μαΐου, έφθασαν εις Κουτσοπόδι· την δε επαύριον εκίνησαν οι πλείστοι προς το Ναύπλιον. Έξωθεν του Ναυπλίου εστρατοπέδευε κατά διαταγήν του νέου νομοτελεστικού ο Χατσή-Χρήστος, ο προ μικρού εγκαταλείψας τους αντάρτας μετά του εκ Βουλγάρων ιππικού του. Ούτος, βλέπων τους περί τον Πλαπούταν οδεύοντας προς το Ναύπλιον, έτρεξεν εις συνάντησίν των. Εξήλθαν τότε και παρηκολούθησαν τούτους και οι εν Ναυπλίω υπό τον Πάνον και Τσόκρην επ' ελπίδι να διαλύσωσι την πολιορκίαν βάλλοντες τους πολιορκητάς των εις το μέσον· συνεκρούσθησαν κατά την Δελαμανάραν και το Κούτσι αυθημερόν· συνεκρούσθησαν και κατά την Τύρινθα· την επαύριον, καθ' ην διαρκούσης της μάχης ήλθαν εις επικουρίαν προς μεν τους κυβερνητικούς οι περί τον Μακρυγιάννην τον προ ολίγου αυτομολήσαντα και αυτόν, προς δε τους αντάρτας οι περί τον Νικήταν· 20 των ανταρτών και 8 των κυβερνητικών εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά τας δύο ταύτας συγκρούσεις, επληγώθη κατά την τελευταίαν και ο Τσόκρης. Μετά τας συγκρούσεις ταύτας τα στρατεύματα διεχωρίσθησαν. Το δε εσπέρας της 11 εξήλθεν εκ δευτέρου ο Πάνος και εισήγαγεν εις το φρούριον τον αδελφόν του Γενναίον και τους περί αυτόν. Την ακόλουθον δε ημέραν 250 Τσάκωνες του κόμματος των ανταρτών, και ο Βούλγαρος Χατσή-Στεφανής μετ' ολίγων, ερχόμενοι εκ της επαρχίας του αγίου Πέτρου, εξημερώθησαν έξωθεν των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων επί σκοπώ να καταλάβωσιν αυτούς αιφνιδίως αφρουρήτους όντας. Προειδοποιημένοι περί του ερχομού αυτών οι ομόφρονες των Πλαπούτας και Νικήτας, οι μείναντες μετά τας ανωτέρω συγκρούσεις κατά το Κουτσοπόδι, εκινήθησαν και ούτοι συγχρόνως επί σκοπώ να πατήσωσι το Άργος εις σύλληψιν των βουλευτών, αποβάντων εις Κυβέρι επί τω εις τον Αργολικόν κόλπον κατάπλω των πλοίων, και μεταβάντων εις Άργος αφ' ού έμαθαν ότι εκενώθη των ανταρτών η Τριπολιτσά· αλλά το διττόν τούτο κίνημα απέβη εις καταισχύνην των κινηθέντων. Οι Τσάκωνες και οι περί τον Χατσή-Στεφανήν κανονοβολούμενοι υπό των έμπροσθεν των Μύλων πλοίων, απεμακρύνθησαν άπρακτοι του παραθαλασσίου, ανέβησαν εις την κορυφήν του πλησίον όρους και εκλείσθησαν εν τω εκεί σωζομένω ερημοτοίχω.

Τούτο μαθόντες οι εν Άργει ευρεθέντες Βούλγαροι καί τινες Κρανιδιώται υπό τον Σκούρτην επεστράτευσαν και τους ηνάγκασαν να καταθέσωσι τα όπλα· και τον μεν Χατσή-Στεφανήν και τους περί αυτόν συμπαρέλαβαν, τους δε Τσάκωνας απέστειλαν εις τα ίδια. Πολλά έπαθαν και οι κινηθέντες προς το Άργος· όλοι ούτοι φύρδην μίγδην στρατολογηθέντες, ήσαν απόλεμοι· επ' αυτούς ερχομένους ώρμησαν οι εν τη πόλει διατρίβοντες Στερεοελλαδίται υπό τον Ιωάννην Νοταράν και τον Μακρυγιάννην, τους έτρεψαν εις φυγήν αυτοβοεί, έτρεξαν κατόπιν των, επήραν τα υποζύγια φέροντα τους επενδύτας των, επήραν και την αλληλογραφίαν του Νικήτα. Και τα μεν ανταρτικά σώματα διελύθησαν μετά την τροπήν ταύτην, τα δε κυβερνητικά ανέβησαν εις Τριπολιτσάν. Συγκρούσεις εγένοντο εν τω διαστήματι τούτω και εν Μεσσηνία των περί τον Πετρόμπεην, ούτινος επατήθη η εν Μαραθωνησίω οικία, και των κυβερνητικών υπό τον Μούρτσινον, αλλ' ολιγοβλαβείς. Προείδεν ο Κολοκοτρώνης ότι τα υπό την οδηγίαν του σώματα θα επάθαιναν ότι έπαθαν και τα άλλα κατά την Αργολίδα, και την 22 διέταξεν εγγράφως τον υιόν του Πάνον να παραδώση εις τον Ζαήμην και τον Λόντον, συναναβάντας πρό τινων ημερών εις Τριπολιτσάν, το Ναύπλιον υπό τον όρον να πληρώση επί τη παραδόσει η κυβέρνησις δια μισθούς των εν τω φρουρίω στρατιωτών γρόσια 25,000, και αυτός μεν ανεχώρησεν εις Καρύταιναν, οι δε Ανδρέαι (ούτως εκαλούντο κοινώς ο Ζαήμης και ο Λόντος) κατέβασαν εις Άργος προς πραγματοποίησιν των συνομολογηθέντων.

Καθ' όν δε καιρόν επεκράτει κατά την Πελοπόννησον ο εμφύλιος πόλεμος, ο Μαυροκορδάτος κατεγίνετο εις τακτοποίησιν των της Δυτικής Ελλάδος.

Ατακτεί ο στρατιώτης οσάκις δεν τρέφεται τακτικώς και δεν μισθοδοτείται. Οι στρατιώται της Δυτικής Ελλάδος οι μεν ετέλουν υπό τους οπλαρχηγούς των διαφόρων επαρχιών εξοικονομούμενοι διά των προσόδων αυτών, οι δε εστράτευαν υπό σημαίαν οπλαρχηγών μη εχόντων επαρχίας· τοιούτοι ήσαν οι Σουλιώται. Ήσαν δε ούτοι και οι πτωχότεροι όλων, διότι και την πατρίδα των έχασαν και ό,τι είχαν εξώδευσαν εν τη Επταννήσω όπου κατέφυγαν. Μετά δε τας μάχας του Καρπενησίου και της Καλιακούδας ήλθαν άπαντες εις Μεσολόγγι, ετρέφοντο παρά του λαού και εζήτουν καθυστερούντας μισθούς. Εντεύθεν εγεννήθησαν δυσαρέσκειαι, αντιπάθειαι, ενίοτε δε και συγκρούσεις αυτών και των πολιτών· κατοικία μάλλον εχθρών ή ομογενών εφαίνετο η πόλις του Μεσολογγίου επί της εκεί αφίξεως του Μαυροκορδάτου. Άνω κάτω ήτο και όλη η Δυτική Ελλάς δι' άλλας άλλων στρατιωτικών καταχρήσεις και διά βαρείας διενέξεις και διαιρέσεις οπλαρχηγών και προκρίτων. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν τον Μαυροκορδάτον να συγκαλέση και τούτους και εκείνους εις Μεσολόγγι και να τοις είπη κατ' αυτήν την έναρξιν της συνελεύσεως (23 δεκεμβρίου) όσα το κοινόν συμφέρον όλης της Ελλάδος και ιδίως της Δυτικής απήτει. Επτάκις συνεδρίασαν οι συγκροτήσαντες την συνέλευσιν, και όλοι ωμολόγησαν ότι η κατ' έτος εισβολή των εχθρών, ο εντεύθεν διασκορπισμός και γύμνωσις των κατοίκων, και το ανοικονόμητον της μισθοδοσίας του στρατιωτικού ήσαν η καθ' αυτό αιτία των αταξιών και των καταχρήσεων· επρόβαλαν δε εκ συμφώνου εις διόρθωσιν αυτών διαφόρους τρόπους, και τους συνυπέγραψαν όλοι οι οπλαρχηγοί. Έστειλαν και οι πολιτικοί αναφοράν προς την κυβέρνησιν εις υποστήριξιν των εν τη συνελεύσει ορισθέντων, ων ο κυριώτερος σκοπός ήτον η μίσθωσις τρισχιλίων Σουλιωτών και άλλων εκ των πάντοτε οπλοφορούντων· ταύτα δε εγράφησαν ως και άλλοτε, αλλά δεν ενηργήθησαν. Εν τοσούτω διά τας πολεμικάς ανάγκας του τόπου και κυρίως διά την ησυχίαν του εξ αιτίας των αταξιών κινδυνεύοντας Μεσολογγίου αναγκαίον ήτο να εκστρατεύσωσιν οι εν αυτώ Σουλιώται. Αλλ' ούτοι απήτουν ως όρον απαράβατον της εξόδου εννέα μηνών καθυστερούντα μισθόν, το δε ταμείον της Δυτικής Ελλάδος ήτο πάντη κενόν, και τα όμματα εστράφησαν όλων προς τον Βύρωνα. Ο γενναίος ούτος ανήρ, ο ελθών εις Ελλάδα επί σκοπώ να εξοδεύη, υπέρ του αγώνος όλα τα ετήσια εισοδήματά του, έδωκεν επί λόγω δανείων δίστηλα 20,000 εις πληρωμήν μέρους των περί ων ο λόγος μισθών και εις εξοικονόμησιν άλλων πολεμικών αναγκών· παρέλαβε δε και ως υπομισθίους του 500 Σουλιώτας, ους εμελέτα να οδηγήση εις την μάχην αυτός, μαινόμενος διά πολεμικήν δόξαν· αλλά μετ' ολίγον τους ωργίσθη διά τας πολλάς και βαρείας αταξίας των, τους απέλυσε της υπηρεσίας του, παρέλαβεν άλλους συμμίκτους Έλληνες και προητοιμάζετο εις την εξής εκστρατείαν.

Η φρουρά της Ναυπάκτου συνίστατο κυρίως εξ Αλβανών. Απειθείς ούτοι, φιλοτάραχοι και μη μισθοδοτούμενοι εμελέτησαν πρό τινος καιρού να παραδώσωσι το φρούριον εις τους Έλληνας επί απολαύσει των καθυστερούντων μισθών. Συνενοούντο δε οι αρχηγοί αυτών μετά τινων των εν Μεσολογγίω περί τούτου μυστικώς. Αλλ' ούτοι δεν ήσαν πλουσιώτεροι εκείνων, και ανεβλήθη η υπόθεσις εις τον ερχομόν του λόρδου αναδεχθέντος και την περί ης ο λόγος αντιμισθίαν να πληρώση και την εκστρατείαν να διευθύνη. Αλλ' εν ώ εγίνετο φροντίς περί της έξωθεν μεταφοράς των χρημάτων και των αναγκαίων πολεμικών προετοιμασιών, ο εν Πάτραις Ισούφπασας ανεκάλυψε τα μελετώμενα και τα διεσκέδασε μεταφέρων ευσχήμως εις Ρίον τους ενόχους αρχηγούς των Αλβανών, και στείλας εις το κινδυνεύον φρούριον άλλους πιστούς φύλακας.

Αποτυχόντος του σχεδίου τούτου, συνέλαβαν οι Έλληνες τον σκοπόν να προλάβωσι και ανοίξωσι τον εφετεινόν πόλεμον πέραν της Αιτωλοακαρνανίας εις ανέγερσιν των πλησιοχώρων Χριστιανικών λαών. Όσον ο σκοπός ούτος ήταν επωφελής, τόσον εκ πρώτης όψεως εφαίνετο και ευκατόρθωτος, διότι ούτε εντεύθεν υπήρχεν εχθρός, ούτ' εκείθεν προητοιμάζετο εκστρατεία. Αλλ', εν ώ πάντες συνηγωνίζοντο εις ευόδωσιν του σκοπού, και υπέρ πάντα άλλον ενίσχυεν αυτόν ο λόρδος, επήλθεν αίφνης αυτώ την 3 φεβρουαρίου επιληψία και μικρά τις νόσος. Αναλαβών επέμενεν εργαζόμενος εις τα της εκστρατείας· αλλ' αι αταξίαι των εισέτι εν Μεσολογγίω διατριβόντων Σουλιωτών, εγκοτούντων διά την από της υπηρεσίας αυτού απόλυσίν των και απαιτούντων τους υπολειπομένους μισθούς, ετάρατταν ακαταπαύστως την πόλιν και ανησύχαζαν και τον νουν και την καρδίαν του παθόντος λόρδου (α).

Ηθέλησέ τις των Σουλιωτών να έμβη εις το οπλοστάσιον, όπου ήτο το σιδηρουργείον· και επειδή δεν είχεν εισιτήριον, ο σκοπός τον εμπόδισεν· αλλ' εκείνος επέμενε και ύβριζεν. Ήλθεν εις το μέσον ο αξιωματικός Σάσσος, και, λογομαχίας γενομένης, ο μεν αξιωματικός μη εισακουόμενος εγρόνθισε τον Σουλιώτην, ο δε Σουλιώτης πιστολίσας εσκότωσε τον αξιωματικόν και εκρατήθη ως φονεύς. Κατεταράχθη όλη η πόλις διά το συμβάν τούτο· οι Σουλιώται έδραξαν τα όπλα και απήτουν ν' απολυθή ο συμπατριώτης των, απειλούντες, αν δεν εισηκούοντο, να πατήσωσι και το οικοδόμημα όπου ήτο το σιδηρουργείον, και αυτήν την κατοικίαν του λόρδου προστάτου του καταστήματος. Ωπλίσθησαν και οι εναντίοι των εις υπεράσπισιν του οπλοστασίου και της κατοικίας του λόρδου και έστησαν επί της εισόδου αυτών κανόνια. Επί τέλους απελύθη ο φονεύς και επανήλθεν η ησυχία· αλλ' ο λόρδος τόσον ηγανάκτησεν, ώστε είπε παρρησία ότι, αν δεν ανεχώρουν οι Σουλιώται, ανεχώρει αυτός εις Επτάννησον. Αμετάπειστοι οι Σουλιώται απήτουν πάντοτε τους μισθούς. Έντρομοι τότε οι προεστώτες διά τα επαπειλούντα την πόλιν κακά εδανείσθησαν παρά του λόρδου τρισχίλια δίστηλα, τοις τα έδωκαν και τους απεμάκρυναν. Εξεστράτευσαν μετ' αυτούς και οι λοιποί εν Μεσολογγίω στρατιωτικοί και συνηνώθησαν όλοι εις Ξηρόμερον μέχρι δευτέρας διαταγής· αλλ' η περί ης ο λόγος ρήξις έφερε και άλλο κακόν. Εφοβήθησαν οι υπό τον Πάρην εργαζόμενοι σιδηρουργοί, ανεχώρησαν, και το σιδηρουργείον έμεινεν έκτοτε άχρηστον. Τα κακά ταύτα επεσφράγισε το μέγιστον πάντων. Εν μέσω τόσων φροντίδων και δυσαρεσκειών ο λόρδος είχε μίαν και μόνην διασκέδασιν, την καθ' ημέραν ιππασίαν. Εν ώ ίππευε την 28 μαρτίου, κατεβράχη επελθούσης ραγδαίας βροχής, κατελήφθη μετ' ολίγον υπό σφοδρού πυρετού, έπεσεν εις την κλίνην, δεν ηθέλησε να φλεβοτομηθή εν καιρώ, Απρίλιος και κορυφωθείσης της φλογώσεως εξέπνευσε το εσπέρας της 7 απριλίου, ήτοι της δευτέρας του πάσχα. «Πίνω», είπε τω ιατρώ του επιμένοντι να τον φλεβοτομήση και κατ' αρχάς μη εισακουμένω, «πίνω όλα τα ιατρικά σου, αλλ' ουδέ μίαν ρανίδα αίματος χύνω κείμενος επί κλίνης· πρόθυμος είμαι να το χύσω όλον εν τω πεδίω της μάχης».

Το μέγα όνομα του ανδρός, η εις ενίσχυσιν του αγώνος εν μέσω άκρας απορίας μεγαλοδωρία του, τα κακά, άτινα υπέφερε δι' αγάπην της Ελλάδος, αι λαμπραί ελπίδες ας εφαίνετο εγγύς να πραγματοποιήση, αρκούν να δείξωσι τι έχασαν οι Έλληνες και τι ησθάνθησαν επί τω θανάτω του· έκαστος των Ελλήνων δυστύχημα ίδιον εθεώρησε το δυστύχημα τούτο της πατρίδος του και έκλαυσε κλαυθμόν μέγαν· «πένθους ημέραι», είπεν ο διευθυντής διατάττων τας επιθανατίους τιμάς του, «πένθους ημέραι έγειναν δι' όλους ημάς αι παρούσαι χαρμόσυνοι ημέραι του πάσχα», και είπε την αλήθειαν· όλοι ελησμόνησαν το πάσχα έχοντες έμπροσθεν των τον θάνατον τοιούτου ανδρός.

Την επαύριον δε του θανάτου, ανατείλαντος του ηλίου, 37 κανονίαι, ισάριθμοι των ετών του αποθανόντος, ανήγγειλαν το μέγα δυστύχημα. Συγχρόνως εδόθη διαταγή να κλείσωσι τρεις ημέρας όλα της δημοσίας υπηρεσίας τα καταστήματα και όλα τα εργαστήρια, να λείψωσιν αι διά μουσικής, χορών και πότων συνήθεις κατά τας τοιαύτας ημέρας ευθυμίαι, να γίνωσι καθ' όλας τας εκκλησίας της πόλεως επικήδειοι δεήσεις και να πενθηφορήσωσιν όλοι τρεις εβδομάδας. Αφ' ού δε εταριχεύθη το σώμα, έγεινεν η εκφορά την 10, καθ' ην όλος ο κλήρος της πόλεως και των χωρίων, ηγουμένου του αρχιεπισκόπου Πορφυρίου, όλαι αι Αρχαί, όλα τα στρατεύματα και όλος ο λαός συνώδευσαν διά μέσου της πόλεως το λείψανον βασταζόμενον υπό Ελλήνων στρατηγών και των οικείων του λόρδου, και το έφεραν εις την επί του τείχους της πόλεως εκκλησίαν του αγίου Νικολάου, όπου εψάλη η συνήθης νεκρώσιμος ακολουθία, εξεφωνήθη επικήδειος λόγος και εδόθη ο τελευταίος ασπασμός. Επρόκειτο να ταφή όπου ετάφησαν ο Μάρκος, ο Κυριακούλης και ο Νορμάννος· αλλ' αφ' ού εγνώσθη ότι θέλησίς του ήτο να μετακομισθή το λείψανόν του εις την πατρίδα του και ταφή εν τω κοιμητηρίω των προγόνων του, διετηρήθη ο νεκρός εν τω ναώ ημέρας τινάς, καθ' ας ήρχοντο έξωθεν οι χωρικοί και τον ησπάζοντο· μετά δε ταύτα μετεκομίσθη εις Ζάκυνθον και εκείθεν εις Αγγλίαν. Αι δε αποδοθείσαι όπου απέθανεν επικήδειοι τιμαί επανελήφθησαν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως και την θέλησιν του κοινού καθ' όλην την Ελλάδα. Είχαν υπ' όψιν οι λαοί της τον διάπυρον του ανδρός φιλελληνισμόν και την εντεύθεν πραγματικήν και ηθικήν προς την πατρίδα των ωφέλειαν, και δεν ήξευραν πώς να δείξωσι την ευγνωμοσύνην των. Ο λόρδος, αφ' ης στιγμής επάτησε την γην της Κεφαλληνίας, δεν έπαυσεν ευεργετών τους Έλληνας· πεινώντας Πατρείς και εις την νήσον εκείνην καταφυγόντας επί της καταστροφής της πατρίδος των εχόρτασε, γυμνούς ενέδυσε, και τους εκεί αργούντας Σουλιώτας μισθώσας απέστειλεν έκτοτε εις αντίληψιν του Μεσολογγίου επί τη εισβολή του πασά της Σκόδρας. Φιλάνθρωπος δε προς πάντας επροστάτευσεν, επεριποιήθη και απέστειλεν εις Πρέβεζαν και Πάτρας τας εν Μεσολογγίω υπ' αιχμαλωσίαν γυναίκας και τα τέκνα των Οθωμανών, κινήσας διά της πράξεως ταύτης τον θαυμασμόν και αυτών ους ήλθε να πολεμήση. Η δε πόλις του Μεσολογγίου, ήτις εις ένδειξιν της ευγνωμοσύνης της διά τας προς αυτήν αγαθοεργίας του τον είχεν ήδη πολιτογραφήσει, εκράτησεν επί της εις Αγγλίαν μετακομιδής του λειψάνου του τα σπλάγχνα του και τα απέθεσεν εν τη εκκλησία του αγίου Σπυρίδωνος. Ενθουσιώδης ήτον ο Βύρων ως ποιητής, αλλ' ο ενθουσιασμός του ήτο βαθύς ως η ποίησίς του· βαθεία και συνετή ήτο και η εν Ελλάδι πολιτική του· δεν αεροβάτει ως πολλοί φιλέλληνες· δεν ωνειροπόλει δημοκρατικά ή αντιδημοκρατικά συστήματα· παράκαιρον εθεώρει και αυτήν την εφημεριδογραφίαν· ουσιωδέστατον δε πάντων την απολύτρωσιν της Ελλάδος· διά τούτο ομόνοιαν εκήρυττε προς αλλήλους και σέβας προς τας ξένας αυλάς. Η τακτοποίησις των στρατευμάτων και η εύρεσις πόρων εις διατήρησίν των ήσαν η πρωτίστη φροντίς του· φιλόδοξος ήτον, αλλ' όχι κενόδοξος· απεποιήθη την γενικήν πολεμικήν αρχήν της στερεάς Ελλάδος, ην και η κυβέρνησις και οι κάτοικοι τω επρόσφεραν· απεστρέφετο γενικώς τα πολιτικά, και απέφευγε τας βουλευτικάς συζητήσεις και αυτής της πατρίδος του· αι Μούσαι, ο Έρως, και ο Άρης ήσαν πάντοτε τα είδωλά του· εντρύφημα δε πολλάκις της ποιητικής του μούσης η Ελλάς (β).

Ζώντος έτι του Βύρωνος, η τοπική διοίκησις της Δυτικής Ελλάδος συνέλαβε κατά του Καραϊσκάκη σφοδράς υπονοίας επιβουλής.

Παρευρίσκετο εν τη συνελεύσει του Μεσολογγίου ο οπλαρχηγός ούτος, όστις μετά την διάλυσιν αυτής μετέβη εις Ανατολικόν ασθενών, και διέμεινεν εκεί χάριν θεραπείας και αφ' ού εξεστράτευσαν οι άλλοι οπλαρχηγοί· εφαίνετο δε δυσηρεστημένος, διότι και ο προσδιορισθείς αριθμός των υπομισθίων στρατιωτών του ήτον ολίγος, και συχνάκις επεπλήττετο διά τας καθημερινάς αταξίας των υπ' αυτόν. Την 19 μαρτίου δύο μονοξυλιάραι Μεσολογγίται, αφ' ού ελογομάχησαν μετά του ανεψιού του επανερχομένου εκ Μεσολογγίου εις Ανατολικόν, τον ερράπισαν και έγειναν άφαντοι. Την επαύριον έστειλεν ο Καραϊσκάκης στρατιώτας εις Μεσολόγγι προς εύρεσιν και σύλληψιν αυτών· μη ευρόντες δε αυτούς οι στρατιώται ήρπασαν δύο των προκρίτων και τους έφεραν εις Ανατολικόν. Έστειλε συγχρόνως ο Καραϊσκάκης και άλλους των στρατιωτών του και κατέλαβαν απροσδοκήτως την νύκτα το Βασιλάδι, όπου ελλιμένιζαν επτά εχθρικά πλοία προ ολίγων ημερών εκπλεύσαντα των Πατρών. Συγχρόνως εξήλθαν της Ναυπάκτου και τριακόσιοι Τούρκοι και επροχώρησαν, εις την κακήν Σκάλαν· ήξευρε δε η αστυνομία ότι ο Κωνσταντίνος Βουλπιώτης είχεν υπάγει εις Ιωάννινα, συναινέσει του Καραϊσκάκη, προς τον Βρυώνην και επέστρεψε προ ολίγων ημερών. Ταύτα έδωκαν σφοδράς υπονοίας επιβουλής, και εις αποτροπήν παντός απευκταίου διέταξεν η διοίκησις και κατελήφθησαν αμέσως τα κανονοστάσια της πόλεως ως εν ώρα πολέμου, εδυναμώθη η φρουρά της, εκρατήθησαν οι εν Μεσολογγίω άνθρωποι του υπόπτου οπλαρχηγού, εστάλησαν ένοπλα πλοιάρια εις πολιορκίαν του Βασιλαδίου, το εν Ξηρομέρω στράτευμα ανεκλήθη, και διετάχθη ο Καραϊσκάκης ν' απολύση τους συλληφθέντας προκρίτους· τους απέλυσε και ανεκάλεσε και τους καταλαβόντας εν ονόματι του το Βασιλάδι· απελύθησαν και οι εν Μεσολογγίω κρατηθέντες άνθρωποί του. Τούτων δε γενομένων, συνελήφθη ο Βουλπιώτης, μετέβησαν ο Μαυροκορδάτος και οι εν Μεσολογγίω οπλαρχηγοί εις Ανατολικόν, και μετά δύο ημέρας εισήλθεν εις την αυτήν πόλιν όλον το κατά το Ξηρόμερον στράτευμα εκ 1500. Ο δε Καραϊσκάκης ετέθη υπό το κράτος του νόμου, και διωρίσθη επιτροπή, τόπον επέχουσα στρατοδικείου, εις δίκασιν αυτού κατηγορουμένου επί προδοσία. Η επιτροπή αύτη εξετάσασα εξέδωκε την 2 απριλίου πράξιν καταδικάζουσαν τον Καραϊσκάκην ως επίβουλον της πατρίδος και προδότην (γ). Μετά την έκδοσιν δε της πράξεως οι μεν Τσαβέλλαι, οι μόνοι των οπλαρχηγών οι υπερασπίζοντες τον κατηγορούμενον, τον εγκατέλιπαν· ούτος δε ανεχώρησεν εξ Ανατολικού ασθενών, εισέβαλεν εις το Ασπροπόταμον και ελεηλάτησέ τινα χωρία. Εκείθεν έστειλέ τινα προς τους Τούρκους ζητών καπητανάτον, αλλ' απέτυχεν εκληφθείς μυστικός εχθρός αυτών· αποδιωχθείς δε υπό των οπλαρχηγών εκείνου του μέρους κατά διαταγήν της τουρκικής Αρχής μετέβη εις Άγραφα· αποδιωχθείς και εκείθεν κατέφυγεν εις Καρπενήσι και εκλείσθη εν τη εκκλησία του αγίου Αθανασίου, δύο ώρας μακράν της πρωτευούσης της επαρχίας, αλλά και εκεί απεκλείσθη· απαλλαγείς δε κακείθεν, και πάντοθεν πολεμούμενος, έγραψε τω Μαυροκορδάτω απολογούμενος δι' όσα έπραξε και αιτούμενος συγγνώμην. «Δεν εξεύρω», έγραφεν, «αν ήναι από τα κρύα τα πολλά όπου αρρώστησα πάλιν, ή από τόσους αφορισμούς όπου μου εκάματε· και σε παρακαλώ να με συγχωρήση η διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί, και να μου σταλή και μία συγχωρητική ευχή από τον αρχιερέα». Αλλ' η αίτησίς του δεν εισηκούσθη· αποπεμφθείς δε και εκ της επαρχίας εκείνης επρόστρεξεν εις τον οπλαρχηγόν του Βάλτου Ίσκον, και επί τέλους και προς αυτήν την κυβέρνησιν, ήτις έχουσα χρείαν της υπηρεσίας του διά τας τότε εμφυλίους ταραχάς, τον εσυγχώρησε και τον επεριποιήθη. Αφ' ού δε απεμακρύνθη του Ανατολικού ο Καραϊσκάκης, εξήλθαν και τα εις αυτό εξ αιτίας του εισελθόντα τάγματα των Δυτικοελλαδιτών· ανεχώρησαν μετά ταύτα και τα των Σουλιωτών, πληρωθέντων των καθυστερούντων μισθών, τα μεν εις Γαστούνην τα δε εις Σάλωνα.

Καθ' όν δε καιρόν τα κατά τον Καραϊσκάκην απησχόλουν την Δυτικήν Ελλάδα, η Ανατολική ήτο και αύτη όλη εις πολιτικήν κίνησιν. Ο Νέγρης, αφ' ού έπεσεν επί του σχηματισμού της κυβερνήσεως της β' περιόδου, και δεν ανηγέρθη επί των εν Σιλήμνη συμβάντων, ανεχώρησεν εκ Πελοποννήσου, επρόσπεσεν εις τον μέχρι θανάτου αποστρεφόμενον αυτόν Οδυσσέα, έλαβε την άφεσίν του και προσηλώθη ως ιδιαίτερος σύμβουλός του μεθ' όλου του ζήλου ανδρός μετανοούντος. Θέλων δε ν' ανορθωθή και αυξήση και την δύναμιν και την επιρροήν του προστάτου του, τω επρότεινεν, επί της διαιρέσεως της Πελοποννήσου και του νομοτελεστικού και βουλευτικού, να εργασθώσιν εις ένωσιν όλης της στερεάς Ελλάδος διά συγκαλέσεως πληρεξουσίων αυτής, να ενισχυθώσι διά του τρόπου τούτου, και επί λόγω πάντοτε συνδιαλλαγής και εθνικών συμφερόντων να κατορθώσωσι τους σκοπούς των, γενόμενοι αναγκαίοι προς το έν ή το άλλο των αντιφερομένων κομμάτων. Προθύμως ησπάσθη ο Οδυσσεύς την γνώμην του Νέγρη και ησχολήθη εις πραγματοποίησίν της. Και οι δύο ούτοι εμίσουν τους πολιτικούς της Πελοποννήσου, ους απεκάλουν ολιγαρχικούς, και ηγάπων τους αντιπάλους των· αλλά δεν ήθελαν να δείξωσι τι επρέσβευαν πριν γνωσθή το αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου. Εν ώ δε ταύτα εμελέτων, συνέπεσεν η εις Ελλάδα άφιξις του Βύρωνος και του Στάνωπος. Έβαλαν τότε κατά νουν να εφελκύσωσιν αμφοτέρους. Κατ' εκείνον τον καιρόν περιώδευε την Ελλάδα κατά παραγγελίαν του λόρδου, ως είρηται, ο Τρελώνης. Αθλητού σώμα και καρδίαν είχεν ο Άγγλος ούτος και έχαιρεν ενδυόμενος και διαιτώμενος ως τα παλληκάρια της Ελλάδος. Ο Οδυσσεύς, όστις είχε τον σκοπόν του, τον έθελξε και τον ενθουσίασε διά του βίου και του τρόπου του. Μετά τινα δε καιρόν εδέχθη ο Οδυσσεύς και τον Στάνωπα εν Αθήναις. Ο ανήρ ούτος ηγάπα, ως είπαμεν, την ευταξίαν, την τακτοποίησιν της υπηρεσίας, την σύστασιν εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών καταστημάτων, την στερέωσιν εν Ελλάδι δημοκρατικών θεσμών, και την ύπαρξιν πανελευθέρου εφημεριδογραφίας. Ο οξυδερκής και πολυμήχανος Οδυσσεύς, ιδών τας κλίσεις αυτού, τον εφείλκυσεν υποκρινόμενος τον φιλόμουσον, τον υπερασπιστήν των δικαίων του λαού, τον φίλον της ελευθεροτυπίας, τον άσπονδον εχθρόν των μοναρχιών, τον φιλεύτακτον και τον αφιλοκερδή· ο δε Στάνωπ, αγνοών και τον χαρακτήρα και τους αληθείς σκοπούς του ανδρός, και έτοιμος να συντείνη εις ό,τι εθεωρείτο εθνοφελές, έπεισε τον Βύρωνα να παρευρεθή εις την συνέλευσιν, όπου εκλήθησαν και ο Μαυροκορδάτος και οι Δυτικοελλαδίται· αλλ' ο Μαυροκορδάτος, ειδώς τα του Οδυσσέως και του Νέγρη, προς ους δεινώς αντεφέρετο, και υφ' ων την επιρροήν συνεκροτείτο η συνέλευσις, ανέβαλε την προκειμένην μετάβασιν επί διαφόροις λόγοις.

Απρίλιος Εν τοσούτω την 8 απριλίου εγένετο η έναρξις της συνελεύσεως, την δε επιούσαν απεστάλησαν τρεις εις Μεσολόγγι, εν οίς και ο Τρελώνης, φέροντες γράμματα προς τον Βύρωνα και τον Μαυροκορδάτον εις επιτάχυνσιν της μεταβάσεώς των· αλλ' ο μεν Βύρων έκειτο νεκρός, ο δε Μαυροκορδάτος απεποιήθη να μετατοπίση ως προσηλωμένος εις διόρθωσιν ων επέφεραν αίφνης κακών ο θάνατος του λόρδου, τα κατά τον Καραϊσκάκην, και η εις Ανατολικόν είσοδος των στρατευμάτων. Εν τούτοις, η κυβέρνησις παντού υπερίσχυεν· η βεβαία δε αύτη και εγγύς κρίσις των κυβερνητικών πραγμάτων εματαίωσε τον υποκρυπτόμενον σκοπόν της εν Σαλώνοις συνελεύσεως, ήτις, συνεδριαζόντων και δύο τριών αντιπροσώπων της Δυτικής Ελλάδος, απεπεράτωσεν ησύχως τας εργασίας της την 28, παραδεχθείσα σχέδιά τινα πολεμικά εις προφύλαξιν κατά το ενεστώς έτος της στερεάς Ελλάδος από εισβολών, τακτοποιήσασα ε π ί - χ ά ρ τ ο υ τα εσωτερικά του τόπου και κυρίως τα οικονομικά και δικαστικά, ορίσασα τα καθήκοντα των πολιτικών και στρατιωτικών, εκφρασθείσα κατά των ανταρτών και των τουρκιζόντων, και κηρυχθείσα υπέρ της κυβερνήσεως και της στερεώσεως των νόμων. Και ταύτα μεν τα εν Σαλώνοις.

Την δε 24 εισέπλευσαν τον αργολικόν κόλπον υπό γαλλικήν σημαίαν δύο πολεμικά πλοία, το μεν κορβέττα το δε δικάταρτον· και η μεν κορβέττα ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν των Μύλων, το δε δικάταρτον έπλεε προς την ακροναυπλίαν. Το πλοίον τούτο έφερε τον εν Μύλω υποπρόξενον της Γαλλίας καί τινα τραπεζίτην Αρμένιον. Η εν Μύλοις κυβέρνησις υπώπτευσε, και η υποψία της ήτο αληθής, ότι επρόκειτο να εξαγορασθώσιν εν αγνοία αυτής οι δύο εν Ναυπλίω αιχμάλωτοι πασάδες. Έξ κανονίας έρριψεν, εισπλέοντος του πλοίου τούτου, η έμπροσθεν των Μύλων ελληνική ναυαρχίς επί σκοπώ να το αποτρέψη το να παραβιάση τον αποκλεισμόν, αλλά το πλοίον δεν υπήκουσε και ηγκυροβόλησεν υπό την ακροναυπλίαν· ο δε πλοίαρχος της κορβέττας, παρ' ού η κυβέρνησις εζήτησε λόγον της παρακοής ταύτης, ηθέλησε να δικαιώση τον είσπλουν επί λόγω ότι σκοπόν είχεν ο πλοίαρχος ν' απαιτήση τι πρός τινα Γάλλον χρέος του πεσόντος νομοτελεστικού αντιπροσωπευομένου εν Ναυπλίω παρά του φρουράρχου Πάνου. Η κυβέρνησις απεδοκίμασεν εγγράφως πάσαν συγκοινωνίαν των πολιορκουμένων και των υπόπτων πλοίων, απαγόρευσε την επί οιωδήποτε λόγω παραλαβήν των πασάδων και διεμαρτυρήθη, αλλ' ούτε απάντησις εδόθη, ούτε το ύποπτον πλοίον μετετόπισεν. Η κυβέρνησις, ήτις δεν ήλπιζεν εκ της επιστολής της το ποθούμενον, έσπευσε να στείλη εις Ναύπλιον προς παρεμπόδισιν της απολύσεως των αιχμαλώτων τον φθάσαντα εις Άργος κατ' αυτάς Οδυσσέα· αλλά το ζήτημα τούτο ελύθη απροσδοκήτως άλλως πως. Απεστάτησαν την επελθούσαν νύκτα οι φυλάσσοντες τον θαλασσόπυργον Κολοκοτρωνικοί, απέβαλαν τον φρούραρχον Καβαδίαν, παρέδωκαν το φρούριον εις την κυβέρνησιν, και διαταγή αυτής το παρέλαβεν ο Ρόδιος, όστις παρήγγειλεν ευθύς τω Γάλλω πλοιάρχω εν ονόματι της κυβερνήσεως ν' αποπλεύση αμέσως, ει δε μη, θα εκανονοβολείτο. Απέπλευσε το δικάταρτον και μετ' ολίγον και η κορβέττα χωρίς να εκτελέσωσι τα σκοπούμενον· αλλά και ο Πάνος ουδαμώς συνήνεσεν εις την παράδοσιν των αιχμαλώτων.

Μαθών δε ο φρούραρχος ούτος όσα έπραξεν ο πατήρ του περί του φρουρίου τα εδέχθη προθύμως και τα επραγματοποίησεν, ειδώς ότι πάσα αντίστασις κατά της κυβερνήσεως έξωθεν έπαυσε, και ευρισκόμενος και αυτός εν πολλή στενοχωρία ένεκα της κατά ξηράν και κατά θάλασσαν πολιορκίας της πόλεως και της παραδόσεως του θαλασσοπύργου·

Ιούνιος και την μεν 4 ιουνίου εξήλθαν αδεία της κυβερνήσεως οι επί της πολιορκίας της πόλεως εν αυτή διαμείναντες ομόφρονες και συμπράκτορές του, Ανδρέας Μεταξάς και Χαραλάμπης Περούκας· την δε 7 και αυτός ο Πάνος και ο αδελφός του. Εισήλθε δε αυθημερόν επιτροπή της κυβερνήσεως και δύναμις στρατιωτική και παρέλαβαν τα φρούρια. Μετέβησαν εκεί μετά τρεις ημέρας και οι εν Άργει διατρίβοντες βουλευταί. Οι δε νομοτελεσταί, οι καθ' όλον τούτο το διάστημα διατρίψαντες εν τοις πλοίοις, εισήλθαν την 12 εν συνοδία 350 υπό τον πολύκροτον κανονοβολισμόν των φρουρίων και της ναυαρχίδος· την δε επαύριον ανήγγειλαν παντού επισήμως τα συμβάντα, δοξάζοντες την εξ ύψους Πρόνοιαν, και κηρύττοντες ότι αι ταραχαί έπαυσαν, ότι τα εσωτερικά εξωμαλύνθησαν, και ότι τα εθνικά συμφέροντα ετέθησαν υπό την υπεράσπισιν των νόμων και την προστασίαν της κυβερνήσεως. Εν τούτοις, όλοι οι αντάρται κατέθεσαν τα όπλα και αναφοραί των ήρχοντο καθ' ημέραν αιτούντων την άφεσίν των. Η δε κυβέρνησις έδειξεν άκραν ανοχήν και ευμένειαν, εκήρυξε την 2 Ιουλίου γενικήν αμνηστείαν, και τα πάντα εφαίνοντο ήσυχα και, κατά το λέγειν του νομοτελεστικού, υπό το κράτος του νόμου· αλλ' ούτε οι νόμοι εκραταιώθησαν, ούτε η Πελοπόννησος ειρήνευσεν.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'

Αποστολή μέρους των δανείων εις Ελλάδα. — Έκπλους του Οθωμανικού στόλου. — Σχέδια του σουλτάνου και του σατράπου της Αιγύπτου Μεχμέτ-Αλή εις αναδούλωσιν όλης της Ελλάδος. — Καταστροφή Κάσσου και Ψαρών. — Νίκαι κατά θάλασσαν των Ελλήνων παρά την Σάμον και ματαίωσις των κατ' αυτής κινημάτων. — Εκστρατείαι κατά την στερεάν Ελλάδα και μάχη της Άμπλιανης. — Πολεμικά κινήματα εν Πελοποννήσω.

Η ΔΕ εις Λονδίνον σταλείσα επιτροπή προς εύρεσιν δανείων ευδοκίμησεν. Ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης κατευοδωθέντες την 14 ιανουαρίου υπέγραψαν την 9 φεβρουαρίου μετά των τραπεζιτών Λωφνάνου και Οβριένου συμφωνητικόν περί δανείου λιρών στερλινών 800,000 επί πραγματική πληρωμή 59 εκατοστών, επί τόκω 5 τοις % λογιζομένω από 1 ιανουαρίου επί του ονομαστικού κεφαλαίου, και επί υποθήκη όλων των εθνικών γαιών και κυρίως της προσόδου των τελωνείων, των ιχθυοτροφείων και των αλικών. Επειδή δε διεδόθησαν μετ' ολίγον κακαί ειδήσεις περί των της Ελλάδος, προσετέθη ο όρος να στέλλωνται τα χρήματα προς τον εν Ζακύνθω Καίσαρα Λογοθέτην εντόπιον και τον εκεί έμπορον Άγγλον Σαμουήλ Βάρφον, και να μη δίδωνται παρ' αυτών τη ελληνική κυβερνήσει ειμή συναινέσει του Βύρωνος, του Στάνωπος και του Λαζάρου Κουντουριώτου. Το δάνειον δε τούτο, αφ' ού εκρατήθησαν διετείς τόκοι και οκτακισχίλιοι λίραι ενός έτους χρεωλύσιον, και επληρώθησαν και τα άλλα έξοδα, εξεκαθάρισε λίρας 280,000· η πρώτη δε δόσις εκ 40,000 έφθασεν εις Ζάκυνθον, υπό την επιστασίαν του Βλακιέρου αφιχθέντος το τρίτον εις Ελλάδα, την 12 απριλίου. Επί τη προσκλήσει τούτου μετέβη εις Ζάκινθον ο Στάνωπ, και κατόπιν αυτού και ο Εμμανουήλ Ξένος και ο Νικόλαος Καλλέργης, φέροντες οι δύο ούτοι την απαιτουμένην συναίνεσιν του Λαζάρου Κουντουριώτου εις παραλαβήν των χρημάτων εν ονόματι της ελληνικής κυβερνήσεως. Αλλ' αντέστη ο Στάνωπ επί λόγω, ότι ο Βύρων, ούτινος η συναίνεσις ήτον αναγκαία, δεν έζη· διά τούτο ο Λογοθέτης και ο Βάρφος δεν έδωκαν τα χρήματα και εζήτησαν δευτέρας διαταγάς. Έφθασε μετ' ολίγας ημέρας εις Ζάκυνθον και η δευτέρα δόσις ίσης ποσότητος, αλλά και αύτη διετηρήθη διά τους αυτούς λόγους ανέπαφος. Εν τούτοις ο μέγας αρμοστής, Φριδερίκος Αδάμ, ο διαδεχθείς τον Μαιτλάνδον, αποθανόντα, επειδή η ιόνιος κυβέρνησις επρέσβευεν ουδετερότητα, αντιβαίνουσαν εξέλαβε προς τας αρχάς ταύτης την κατάθεσιν χρημάτων εντός της ιονίου πολιτείας επί χρήσει ενός των διαμαχομένων, και εξέδωκε την 7 Ιουνίου δόγμα απαγόρευον αυστηρώς τούτο επί απειλή εξορισμού των παρηκόων και δημεύσεως των υπαρχόντων αυτών. Αλλ' αφ' ού ήλθαν εκ Λονδίνου περί την 20 Ιουλίου αι ζητηθείσαι διαταγαί, εστάλησαν εις Ναύπλιον όλα τα εν Ζακύνθω κατατεθέντα χρήματα μηδενός εξορισθέντος, μηδέ κτήματός τινος δημευθέντος.

Η δε Πύλη διδαχθείσα υπό της τριετούς πείρας ότι ανίκανος ήτο μόνη να καταστρέψει τον ελληνικόν αγώνα, απεφάσισε να ταπεινωθή ενώπιον του δυνατού σατράπου της Μεχμέτ-Αλή, επικαλουμένη την σύμπραξίν του όχι πλέον εις υποταγήν της Κρήτης αλλ' όλης της Ελλάδος.

Ο σατράπης ούτος, ο διά μόνης της ικανότητός του παραχθείς από του μη όντος εις το είναι, ο μορφώσας άμορφον τόπον, ο πλάσας τακτικά στρατεύματα και ναυπηγήσας στόλους, ο ευρών πόρους εις διατήρησιν και αύξησιν αυτών υπεσχέθη να κινήση τας δυνάμεις του κατά την επιθυμίαν του κυριάρχου του εις υποστήριξιν του κλονιζομένου σκήπτρου του, και να στείλη αρχηγόν αυτών τον υιόν του Ιβραήμπασαν, αναδειχθέντα ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Ελέγετο δε και επιστεύετο, ότι συνωμολογήθη να κρατήση υπό την εξουσίαν του όσους εν αποστασία τόπους υποτάξη· και τους μεν κατοίκους χριστιανούς ν' απαγάγη αιχμαλώτους εις Αίγυπτον ή αλλού, αυτούς δε τους τόπους να κατοικίση υπό Αιγυπτίων και άλλων Μωαμεθανών. Εσχεδιάσθη δε τα μεν αιγύπτια στρατεύματα, συνεργούντος του αιγυπτίου στόλου, να πέσωσιν εις Πελοπόννησον, αι δε ναυτικαί δυνάμεις της Πύλης και τα ασιανά στρατεύματά της εις το Αιγαίον· να διαχυθώσι δε και τα ρουμελιωτικά εις τα επί της στερεάς εν αποστασία μέρη, ώστε να ευρεθή η Ελλάς παντού ταυτοχρόνως πολεμουμένη και διά ξηράς και διά θαλάσσης. Εν τούτοις έπαθεν ο Μεχμέτ-Αλής δεινόν πάθημα· φλόγες ανεφάνησαν αίφνης την 10 μαρτίου εν τη ακροπόλει της πρωτευούσης του, αίτινες διαδοθείσαι είς τινας πυριτοθήκας κατέστρεψαν την οπλοθήκην, τους δε πλείστους των πυροτεχνών, πολλούς των σωματοφυλάκων, και υπερτρισχιλίους ενοικούντας, τους μεν έβλαψαν, τους δ' εθανάτωσαν· παρ' ολίγον δε κατέστρεψαν και αυτήν την πόλιν· αλλά το πάθημα τούτο επενεγκόν, ως ελέγετο, δέκα εκατομμυρίων ταλήρων ζημίαν, ουδόλως επηρέασε την εκστρατείαν.

Παρασκευαζόμενος δε ο Μεχμέτ-Αλής κατά της Ελλάδος, αναγκαίον έκρινε να διατηρήση αδιάσειστον την επί της Κρήτης εξουσίαν του, διότι εθεώρει δικαίω τω λόγω την νήσον εκείνην γέφυραν μετάγουσαν τας δυνάμεις του από Αλεξανδρείας εις Πελοπόννησον. Αλλ' ως επίβουλον της Κρήτης εθεώρει την υπό την ελληνικήν σημαίαν γείτονα της Κάσσον, και απεφάσισε να την υποτάξη, διότι η νήσος εκείνη, η φοβίσασα διά του ναυτικού της, αν και μικρού, και βλάψασα τους κατέχοντας τα φρούρια της Κρήτης Τούρκους, εδύνατο πάλιν, θαρρύνουσα τους αγωνιζομένους Έλληνας, να κινήση νέας εν αυτή ταραχάς. Εν ώ δε διέμενεν εν τω λιμένι της Σούδας ο υπό τον Γιβραλτάρην στολίσκος, ήλθαν και άλλα πολεμικά πλοία τον μάιον εξ Αλεξανδρείας, και δις εφάνησάν τινα τον μήνα τούτον έμπροσθεν της Κάσσου, επολέμησαν, επολεμήθησαν και επανέπλευσαν εις Κρήτην άπρακτα·

Ιούλιος αλλά την 6 Ιουλίου εφάνησαν έμπροσθεν της Κάσσου 45 φέροντα τετρακισχιλίους υπό τον Χουσεήμπεην.

Η νήσος αύτη απέχει 37 μίλια της Κρήτης· έχει τέσσαρα χωρία, την αγίαν Μαρίναν το και σημαντικώτερον, το Αρβανιτοχώρι, την Παναγίαν και την Πόλιν. Τα χωρία ταύτα, κείμενα προς το ανατολικόν μέρος της νήσου, ολίγον απέχουν απ' αλλήλων. Η νήσος όλη είχε κατοίκους 5,000, εξ ών 500 ναύται· παρήσαν και 300 οπλοφόροι Κρήτες. Εξ αιτίας δε της κρημνώδους φύσεώς της είναι μόνον εύβατος κατά το προς την Ελλάδα βλέπον μέρος τριών μιλίων μήκους· επί της γραμμής ταύτης έκειντο 30 κανόνια· ήσαν και αλλού σκοποί. Αλίμενος είναι η νήσος, και τα πλοία της προσωρμίζοντο συνήθως εις Σκάρπαθον· αλλ' εκείναις ταις ημέραις ήσαν συσσωρευμένα εξ αιτίας του καλοκαιρίου εις Αυλάκι. Ελθόντα τα οθωμανικά ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν του παρακειμένου νησιδίου της Μακρυάς και εκανονοβόλουν δυο ημέρας ανωφελώς την αγίαν Μαρίναν, αντεκανονοβολούντο δε παρά των επί της ξηράς. Την δε νύκτα της 7 είκοσι τέσσαρες ολκάδες, φέρουσαι στρατεύματα εις απόβασιν, έπλευσαν πέραν της αγίας Μαρίνας προς την δύσβατον και κρημνώδη άκραν της νήσου την βλέπουσαν προς την Κρήτην. Ταυτοχρόνως πλοία τινα του στόλου και άλλαι ολκάδες φέρουσαι στρατεύματα εκανονοβόλουν και ετουφέκιζαν προς την άλλην άκραν της νήσου εις έλκυσιν της προσοχής των εναντίων, και εις επιτυχίαν διά του τρόπου τούτου της επί της άλλης άκρας μελετωμένης αποβάσεως. Επτά μόνον ήσαν οι φυλάσσοντες την θέσιν ταύτην· η απότομος φύσις της εφαίνετο αυτοφύλακτος· αλλά και οι ολίγοι ούτοι ήσαν αμελέστατοι. Τα δ' εχθρικά στρατεύματα, ούσης άκρας νηνεμίας, απέβησαν την νύκτα αφανή και κατέλαβαν και τα τέσσαρα χωρία αμαχητί, διότι οι πολεμισταί της νήσου, όντες επί της παραλίας, όπου υπώπτευαν απόβασιν, δεν έλαβαν γνώσιν του συμβάντος, ειμή αφ' ού εξημέρωσεν.

Είς των πλοιάρχων της Κάσσου, ο Μάρκος, διέπρεπε διά την ανδρίαν του και εδικαίωσε κατά την κρίσιμον ταύτην περίστασιν ην είχεν υπόληψιν. Ούτος εν μέσω της γενικής απελπισίας διά το απροσδόκητον του συμβάντος συνέλεξέ τινας ακούσαντας την πατριωτικήν φωνήν του, παρέστη ένοπλος υπερασπιστής της πατρίδος και μεγάλως ηνδραγάθησε· λέγεται ότι 30 εχθρούς εσκότωσε μόνος αυτός· ζωγρηθείς δε και οπισθαγκωνισθείς απήχθη προς τον Χουσεήμπεην· αλλά και ενώπιον αυτού επεσφράγισεν ενδόξως τας ανδραγαθίας του· έσπασε τα δεσμά του, ήρπασεν από της ζώνης ενός των περιισταμένων την μάχαιράν του, εσκότωσε δύο των φυλάκων και έπεσε και αυτός υπό τα τραύματα των άλλων.

Μετά την άλωσιν των χωρίων κατεστράφη ο αγών· πολλοί εφονεύθησαν, παιδία και γυναίκες ηχμαλωτίσθησαν, τινές κατέφυγαν εις τα όρη, οι δε λοιποί επροσκύνησαν. Εκ των εντοπίων δε πλοίων μόνον έν επρόφθασε και ανήχθη, και διελθόν τον εχθρικόν στόλον διέσωσέ τινας εξ όσων δεινών υπέφεραν οι λοιποί. Οι Τούρκοι ελεηλάτησαν τα χωρία, επεβίβασαν τα επί της ξηράς κανόνια και ύψωσαν επί της νήσου την σημαίαν των. Ο δε Χουσεήμπεης εγκαταστήσας κατ' αίτησιν των ψευδοπροσκυνησάντων διοικητήν της νήσου Τούρκον, απέπλευσεν εις Αλεξάνδρειαν, όπου έφερε τα συλληφθέντα πλοία και τους αιχμαλωτισθέντας· παρέλαβε καί τινας ναύτας εις υπηρεσίαν του στόλου, προσελθόντας αυθορμήτως επ' ελπίδι λυτρώσεως των αιχμαλωτισθέντων συγγενών των· διεδέχθη δε αυτόν εν Κρήτη ο ανεψιός του Μουσταφάμπεης.

Μόλις την 17 εξέπλευσεν η υδραϊκή μοίρα υπό τον Σαχτούρην εις βοήθειαν της Κάσσου και δεν έμαθε την καταστροφήν της ειμή την 21, καθ' ην έρριψεν άγκυραν έμπροσθεν αυτής. Φανέντων των ελληνικών πλοίων, ο αγάς κατέφυγεν εις Κάρπαθον, οι δε ψευδοπροσκυνήσαντες Κάσσιοι έτρεξαν εις το παραθαλάσσιον, και ασπαζόμενοι τους Υδραίους, και διηγούμενοι περιπαθώς την συμφοράν των, και χέοντες θερμά δάκρυα ανήγειραν επί της νήσου των την πεσούσαν ελληνικήν σημαίαν, αλλά δεν ανήγειραν και την πεσούσαν πατρίδα των.

Λήγοντος δε του απριλίου, απέπλευσεν εκ Κωνσταντινουπόλεως πολυάρμενος στόλος υπό τον Χουσρέφην, επιβιβάσας λόχους τινάς γενιτσάρων· προσεπεβίβασε και εν τω θερμαϊκώ κόλπω άλλα στρατεύματα συρρεύσαντα πολλαχόθεν, και αρχομένου του Ιουνίου κατέπλευσεν εις Μιτυλήνην, όπου παρέλαβε και άλλα.

Πολλά κακά έπαθαν, ως είδαμεν, παρά των Ψαριανών και των Σαμίων το πρώτον και δεύτερον έτος του αγώνος τα παράλια της Ασίας· το δε τρίτον έπαθαν και αι νήσοι της Μιτυλήνης, Λίμνου και της Θάσσου, όπου αποβαίνοντες οι Παριανοί ήρπαζαν, έκαιαν, εδουλαγώγουν και εφόνευαν. Εγόγγυζαν επί τοις δεινοίς τούτοις οι κάτοικοι των μερών εκείνων, ως απροστάτευτοι, και η Πύλη εμελέτησε την καταστροφήν των Ψαρών και της Σάμου, καθ' ης και άλλοτε εκίνησε δυνάμεις και απέτυχεν.

Η πόλις των Ψαρών κείται προς το νοτειοανατολικόν μέρος της νήσου. Έμπροσθεν αυτής είναι ο λιμήν· άνωθεν δε εσώζετο παλαιόν τείχος, και εν αυτώ ναός επ' ονόματι του αγίου Ιωάννου. 7500 ήσαν οι εντόπιοι, αλλ' οι εις την νήσον πολλαχόθεν καταφυγόντες υπελογίζοντο 25,000, εξ ών οι πλείστοι ήσαν Κυδωνιείς και Χίοι. Ήσαν και 1000 Θετταλομακεδόνες μισθωτοί. Είχε δε η νήσος όλη εις υπεράσπισίν της 150 κανόνια, εν οίς καί τινα σταλέντα παρά του εν Ρωσσία Βαρβάκη. Εκ των 150 δε 24 έκειντο επί του τείχους.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings