← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Front matter (continued 3)

Reading edition

Ιούνιος Την 18 Ιουνίου εφάνησαν έξωθεν του λιμένος πλοία τουρκικά, και αυθημερόν επανέπλευσαν εις Μιτυλήνην, όπου διέμενεν όλος ο στόλος. Οι Ψαριανοί εσυμπέραναν ότι τα πλοία ταύτα ήλθαν εις κατασκοπήν, και ότι ήγγιζεν η ώρα του κατά της πατρίδος των μελετωμένου κινήματος. Συνελθόντες δε εις συμβούλιον, οι μεν εγνωμοδότησαν να εκπλεύσωσιν εις συνάντησιν του εχθρού μακράν της νήσου, οι δε να τον περιμείνωσιν επ' αυτής. Υπερίσχυσεν η τελευταία γνώμη· απέβησαν οι ναύται και κατέλαβαν διαφόρους θέσεις· άφησαν δε μόνα τα πυρπολικά των εις περίπλουν έμπροσθεν του λιμένος φανταζόμενοι, ότι ικανοί ήσαν να υπερασπίσωσιν όλην την νήσον, ό εστι 18 μιλίων περιφέρειαν, τρισχίλιοι οπλοφόροι. Την 19 ανήχθη ο εχθρικός στόλος, ήλθε προ της μεσημβρίας όπισθεν της πόλεως κατέμπροσθεν της μονής του αγίου Νικολάου και του Ξηροκάμπου, και ήρχισε να κανονοβολή σφοδρώς. Ήσαν δε τα ελθόντα πλοία, μικρά μεγάλα πολεμικά και φορτηγά, 176, εν οίς 1 τρίκροτον, 2 δίκροτα, 6 φρεγάται και 10 κορβέτται· έφεραν δε δωδεκακισχιλίους εις απόβασιν. Οι Έλληνες, έχοντες καλώς ωχυρωμένον το παραθαλάσσιον εκείνο, αντείχαν και αντεκανονοβόλουν γενναίως· δι' όλης δε της ημέρας και της επελθούσης νυκτός επεκράτησεν αμοιβαίος κανονοβολισμός, και οι μαχόμενοι διέμειναν όπου ετοποθετήθησαν ασάλευτοι. Περί δε την δ' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου εν μέσω του κανονοβολισμού και υπό το επικρατούν εξ αιτίας της νηνεμίας νέφος του καπνού απέβησαν αόρατοι πεντακόσιοι εχθροί κατ' αρχάς, και κατόπιν και άλλοι εις θέσιν Πριόνι, όπου παρέκειτο κανονοστάσιον φέρον τρία κανόνια υπό την επιστασίαν του Ολυμπίου οπλαρχηγού, Κώτα, και 50 οπαδών του. Κωφοί οι φυλάττοντες το κανονοστάσιον εις την φωνήν του αρχηγού των ετράπησαν ιδόντες τους εχθρούς επερχομένους, και επί της τροπής συλληφθείς ο Κώτας εφονεύθη.

Συγχρόνως απέβησαν και άλλοι εχθροί εις Φτελιόν. Εκεί ηύραν σφοδράν αντίστασιν και εχύθη πολύ αίμα· αλλ' όντες πολυαριθμότεροι υπερίσχυσαν και εκυρίευσαν την θέσιν. Εκείθεν επροχώρησαν προς την πόλιν ανεμπόδιστοι, και αναβάντες εις τα υπερκείμενα βουνά έστησαν τας σημαίας των. Ιδόντες δε ταύτας οι επί της νήσου και τους εχθρούς καταβαίνοντας πληθηδόν προς την πόλιν, έτρεξαν προς τα πλοία. Άνδρες και γυναίκες ερρίπτοντο εις την θάλασσαν προς διάσωσιν εις αυτά· αλλά τα πλοία όχι μόνον ήσαν ηγκυρωμένα αλλά δεν είχαν, εκτός ολίγων, ουδέ τα πηδάλιά των, διότι επί τη αιτήσει των υπομισθίων Θετταλομακεδόνων τα απεβίβασαν την προτεραίαν ίνα μη φύγωσιν οι εντόπιοι ελθόντος του εχθρού, και εγκαταλειφθώσιν οι πολεμούντες υπέρ αυτών ετερόχθονες. Το περιστατικόν τούτο εξέθεσε τους πλείστους εις σφαγήν και εις αιχμαλωσίαν, μόνοι όσοι επρόφθαναν και κατέφευγαν εις πηδαλίουχα, ή εις πλοιάρια, απέφευγαν τας χείρας των εχθρών, διότι ο εχθρικός στόλος εβράδυνε να έλθη έμπροσθεν του λιμένος, και τα πλοία ταύτα απεμακρύνοντο ασφαλώς του τόπου της σφαγής και της αιχμαλωσίας· οι δε λοιποί επνίγοντο ή ηχμαλωτίζοντο· 19 μόνον πλοία επρόφθασαν και έφυγαν, όλα δε τα άλλα, ως 100 μικρά μεγάλα, ελθόντος του στόλου, συνελήφθησαν. Έν δε αυτών, το του Δημήτρη της Ασημήνας, φέρον γυναίκας και παιδία εκάη αύτανδρον προς αποφυγήν των παθημάτων της τουρκικής αιχμαλωσίας· το δε του Χατσή-Αγγελή ελυτρώθη εκληφθέν ως πυρπολικόν αναφθείσης επί του καταστρώματος πυρίτιδος. Οι εχθροί έκαυσαν την πόλιν, και κυριεύσαντες την νήσον όλην απέκλεισαν· προσέβαλαν το τείχος, την μόνην θέσιν ην διετήρησαν οι Έλληνες μετά την ευτυχή απόβασιν των εχθρών. Πολλοί ήσαν οι έγκλειστοι, εν οίς και 600 Θετταλομάγνητες υπό τον Λάμπρον Κασσανδρέα, τον Γούλαν και άλλους· συνεκλείσθη και ο Σλάβος Ράδος, ο άλλοτε εν Ευβοία αριστεύσας. Δύο ημερονύκτια αντέστησαν ούτοι γενναίως, αλλ' εκ του σφοδρού κανονοβολισμού διερράγη η μόνη εντός του τείχους δεξαμενή, και εξ αιτίας της στερήσεως του νερού και της απελπισίας από πάσης έξωθεν βοηθείας απεφάσισαν οι έγκλειστοι την τρίτην ημέραν ν' αποθάνωσιν ενδόξως. Την αυτήν ημέραν απεφάσισαν και οι εχθροί ν' αναβώσι ξιφήρεις το τείχος. Εντός αυτού ήτο σπήλαιον, η φοντάνα, χρησιμεύον ως πυριτοθήκη και καταφύγιον οικογενειών. Οι έγκλειστοι εξετέλεσαν εν πρώτοις όσα η θρησκεία παραγγέλλει προ του θανάτου, και δράξαντες την στιγμήν καθ' ην οι εχθροί ανέβαιναν πληθηδόν πανταχόθεν κατεβίβασαν την επί του τείχους ελληνικήν σημαίαν, ύψωσαν λευκήν εφ' ης ήσαν εγκεχαραγμέναι αι λέξεις «Ελευθερία ή θάνατος», και έβαλαν πυρ εις την πυριτοθήκην. Εσείσθη η νήσος επί τη εκρήξει, ανετράπησαν τα τείχη, και υπό τα ερείπια όλοι οι εντός, εκτός δύο, ετάφησαν, και συνετάφησαν και οι εφορμήσαντες εχθροί των υπερδισχίλιοι. Μικρός ο αριθμός των αιχμαλωτισθέντων επί της καταστροφής της νήσου, αλλά υπέρμεγας ο των φονευθέντων. Εκ των 7500 εντοπίων, 3500 διεσώθησαν, εν οίς και 150 κρυβέντες κατά το μέρος όπου εγένετο η απόβασις, ους παρέλαβε την επαύριον η παρευρεθείσα επί τη καταστροφή των Ψαρών γαλλική φρεγάτα Ίσις· ώστε, αν κατά την αναλογίαν ταύτην λογισθώσι και οι εκ των 25,000 προσφύγων διασωθέντες μη εχόντων προς σωτηρίαν όσους τρόπους είχαν οι εντόπιοι, ο αριθμός όλων των φονευθέντων και αιχμαλωτισθέντων υπερβαίνει τους δεκαεπτακισχιλίους.

Καταστρεφομένης δε της νήσου, οι αιμοχαρείς πορθηταί της έκοπταν και μετεκόμιζαν εις την ναυαρχίδα τας κεφαλάς των αθλίων Χριστιανών. Ο δε καπητάμπασας, καθήμενος επί της λεοντής του, τας εδέχετο περιχαρής συσσωρευομένας υπό τους οφθαλμούς του, και εφιλοδώρει τους αποκεφαλιστάς κατά την βδελυράν τουρκικήν συνήθειαν. Ελλιμένιζε ταις ημέραις εκείναις έμπροσθεν των Ψαρών το αγγλικόν δικάταρτον Alacrity. Ο πλοίαρχος Υωρκ (α), μαθών ότι απήγαγαν εις την οθωμανικήν ναυαρχίδα ως αιχμάλωτον αρχιμανδρίτην τινά φίλον του, αφίχθη εις λύτρωσίν του, και υποκριθείς ότι επεθύμει να τον αποχαιρετήση, παρεκάλεσε τον πασάν να διατάξη την προσέλευσίν του· επί τη παρακλήσει ταύτη ελάλησεν ο πασάς πρός τινα των παρεστώτων κατ' ιδίαν, και μετ' ολίγον προσηνέχθη κεφαλή γενειώσα, την στιγμήν εκείνην αποκοπείσα και αίμα εισέτι στάζουσα. Σατανικώς δε υπομειδιάσας ο πασάς επί τω θεάματι, είπε τω πλοιάρχω δακτυλοδεικτών την κεφαλήν, «ιδού ο φίλος σου». Ο πασάς ούτος ήτον είς των συνετωτέρων και ημερωτέρων ανδρών της αυτοκρατορίας.

Η καταστροφή των Ψαρών υπό την πολεμικήν έποψιν δεν ομοιάζει την των Κυδωνιών, της Ναούσης, της Κασσάνδρας ή της Χίου· ήτο καταστροφή μεγάλου μέρους της ναυτικής δυνάμεως της Ελλάδος και εξαφάνισις της προφυλακής αυτής· ήτον απόσβεσις φλογός καιούσης κατ' έτος τα εχθρικά παράλια της Ασίας και πολλάκις λυούσης τας εκστρατείας της. Ζωήν ενόμισαν οι πλησιόχωροι λαοί της Ασίας τον θάνατον των Ψαρών, και εδοξολόγησαν τον Θεόν ιδόντες πωλουμένας εν ταις αγοραίς των τας γυναίκας και τα τέκνα ανδρών, ων ακούοντες χθες μόνα τα ονόματα έτρεμαν. Ερρέθη, ότι η νήσος ηλώθη εξ επιβουλής, και ότι το κανονοστάσιον επροδόθη υπό του Κώτα· αλλ' η κατηγορία αύτη είναι πάντη ανυπόστατος, και ο Κώτας συλληφθείς υπό των εχθρών εφονεύθη.

Εν ώ δε κατεστρέφοντο τα Ψαρά, αι ναυτικαί μοίραι Ύδρας και Σπετσών ηπράκτουν δι' έλλειψιν των εις έκπλουν. Προ πολλού είχε φθάσει, ως είπαμεν, και η πρώτη και η δευτέρα δόσις των δανείων εις Ζάκυνθον, και αν δεν παρενέπιπταν τα περί ων διελάβαμεν εμπόδια εις την προς την ελληνικήν κυβέρνησιν αποστολήν αυτών, επρολαμβάνετο ίσως διά του εν καιρώ έκπλου του στόλου η πτώσις και της Κάσσου και των Ψαρών. Εν τοσούτω, η περί ης ο λόγος καταστροφή κατετάραξε τους Έλληνας φοβηθέντας μη πάθη και η Ύδρα ό,τι έπαθαν τα Ψαρά, και τότε κατεστρέφετο όλος ο αγών· διά τούτο και στρατεύματα έξωθεν εις την νήσον ταύτην μετεβιβάσθησαν, και πλοία μετά μεγάλης σπουδής και εκ του προχείρου ητοιμάσθησαν και ενωθέντα μετά των διασωθέντων ψαριανών απέπλευσαν υπό τον Μιαούλην προς τα Ψαρά επ' ελπίδι να προλάβωσι την πτώσιν του τείχους αντέχοντος ως εφημίζετο· διετάχθη δε και η υπό τον Σαχτούρην πλεύσασα εις βοήθειαν της Κάσσου μοίρα και μη φθάσασα εκεί εν καιρώ να πλεύση και αύτη προς εκείνο το μέρος· προς το αυτό μέρος έπλευσε και η των Σπετσών.

Μετά δε την ανατροπήν του τείχους επανέπλευσαν ο στόλος και τα στρατεύματα του εχθρού εις Μιτυλήνην. Δισχίλιοι μόνον στρατιώται και 35 πλοία ένοπλα δευτέρας και τρίτης τάξεως, τα πλείστα σαλούπαι, εναπέμειναν εις μετακόμισιν των επί της νήσου κανονίων· εναπέμειναν και χίλιοι εθελονταί εις λαφυραγωγίαν· εστάλησαν και εις Κωνσταντινούπολιν ως τρόπαια και εξετέθησαν επί των πυλώνων του παλατίου την 12 ιουλίου 500 κεφαλαί, 1200 ωτία, 35 ελληνικαί σημαίαι και 200 αιχμάλωτοι.

Ιούλιος Την δε 3 εξημερώθη η υπό τον Μιαούλην μοίρα έξωθεν των Ψαρών υπό το ακρωτήριον του Λιμεναρίου· έφθασε συγχρόνως και η υπό τον Σαχτούρην και η των Σπετσών· όλα δε τα πλοία συνηριθμούντο 56, εξ ών 34 υδραϊκά, 13 σπετσιωτικά, και 9 ψαριανά, και απεβίβασαν αυθημερόν ικανούς ναύτας. Ιδόντες οι επί της νήσου τους εχθρούς των αποβάντας, άφησαν όλα τα μέρη της νήσου και έτρεξαν εις τα εν τω λιμένι πλοία των τόσον έντρομοι, ώστε τινές αυτών επνίγησαν· διακόσιοι μόνον μη προφθάσαντες να φύγωσιν εκλείσθησαν εντός τεσσάρων οικιών. Επίσης έντρομα και τα πληρώματα των εν τω λιμένι εχθρικών πλοίων έκοψαν τας αγκύρας και ανήχθησαν· ανήχθησαν και τα ελληνικά εις καταδίωξιν αυτών και τα εκανονοβόλησαν· μία γολέττα παρεδόθη και έν άλλο πλοίον εκάη· επόδισαν τότε τα εχθρικά προς την Χίον καταδιωκόμενα· οι δε εν αυτοίς απελπισθέντες τα έρριψαν εις την ξηράν και τα έκαυσαν· τέσσαρα μόνον διεσώθησαν και ταύτα κακώς έχοντα. Την δ' επαύριον απέκλεισαν οι Έλληνες τους εν ταις οικίαις και επυροβόλουν διά ξηράς και θαλάσσης, αλλ' εις μάτην. Τέσσαρες ναύται και ο ανδρείος πλοίαρχος Λάζαρος Παναγιώτας επληγώθησαν πολεμούντες επί της ξηράς, και εν ελλείψει χειρούργου μετεκομίσθησαν εις Ύδραν.

Μετά δε την φθοράν του εχθρικού στολίσκου και τον πολύν όλεθρον των εν αυτώ, επανέπλευσαν τα ελληνικά πλοία εις Ψαρά και επήραν πολλά των υπό των εχθρών εις τον αιγιαλόν καταβιβασθέντων και μη εισέτι επιβιβασθέντων κανονίων. Την δε 7, ανατείλαντος του ηλίου, εφάνη εχθρικόν πλοίον κατά την Χίον· απέπλευσαν ευθύς εκ Ψαρών τρία ελληνικά εις καταδίωξιν του, αλλά μετ' ολίγον ειδοποίησαν διά σημείων, ότι όλος ο εχθρικός στόλος εφαίνετο· τότε διετάχθησαν οι επί της ξηράς ναύται να επιβιβασθώσι, και τούτου γενομένου, ανήχθησαν όλα τα πλοία· αλλά μόνον 14 υδραϊκά έπλευσαν προς την Χίον, τα δε άλλα επόδισαν προς τον Καφηρέα. Επειδή δε τόσον ολίγα δεν ήσαν αξιόμαχα προς τοιούτον στόλον, δεν εναυμάχησαν, αλλ' ελλιμένισαν την 11 υπό το ακρωτήριον της Σάμου, και εκείθεν επανέπλευσαν εις τα ίδια. Επ' ουδεμιάς δε άλλης μέχρι τούδε εκστρατείας ευρέθησαν τα ελληνικά τόσον απρομήθευτα των αναγκαίων. Εν τούτοις ο εχθρικός στόλος κατέπλευσεν εις Ψαρά, παρέλαβε τους εγκλείστους και τα εναπομείναντα κανόνια, κατηδάφισε τας σωζομένας οικίας, και χώσας τον λιμένα επανέπλευσεν εις Μιτυλήνην.

Τοιουτοτρόπως απετελείωσεν η καταστροφή των Ψαρών. Η δε κυβέρνησις περιέθαλψεν όπως εδύνατο τους διασωθέντας Ψαριανούς και τοις έδωκεν επί τη αιτήσει αυτών εις προσωρινήν κατοικίαν την Μονεμβασίαν και εις μόνιμον διά ψηφίσματος τον Πειραιά, αλλά το ψήφισμα δεν επραγματοποιήθη, συνοικισθέντων των πλείστων εις Αίγιναν.

Την καταστροφήν των Ψαρών επρόκειτο κατά το σχέδιον της Πύλης να παρακολούθηση η της Σάμου· αλλ' ο αφιλοπόλεμος Χουσρέφης, αντί να την προσβάλη αμέσως ανέτοιμον, απροστάτευτον υπό του ελληνικού στόλου και απελπισθείσαν επί τη καταστροφή των Ψαρών, εκάθησεν ολόκληρον μήνα αργός εν Μιτυλήνη. Αθλιώτατα ήσαν τα εσωτερικά της Σάμου τον μήνα εκείνον. Τέσσαρες ήσαν αι φατρίαι· η μεν ήθελε φυγήν, η δε επίκλησιν αγγλικής προστασίας, η τρίτη συμβιβασμόν, η δε τετάρτη αντίστασιν μέχρι θανάτου. Καλή τύχη υπερίσχυσεν η τελευταία ελθούσης εν καιρώ της ειδήσεως ότι τα εν Ζακύνθω κατατεθέντα χρήματα εδόθησαν, και ότι εξ αυτών εχορηγήθησαν προς έκπλουν του στόλου εις βοήθειαν της νήσου των δίστηλα 90,000.

Την δε 24 εξέπλευσαν 15 πολεμικά σπετσιωτικά και έν πυρπολικόν υπό τον Κολανδρούτσον, ηγκυροβόλησαν την 27 εις Κολώνας και ανήχθησαν μετά τρεις ημέρας· ηυξήθη δε ο αριθμός αυτών μετ' ολίγον εις 28. Την δε 27 εξέπλευσαν 27 υδραϊκά πολεμικά και πυρπολικά αποτελούντα την πρώτην μοίραν υπό τον Σαχτούρην· ητοιμάζετο δε μετά πολλής σπουδής να εκπλεύση και η δευτέρα υπό τον Μιαούλην. Την 30 εξημερώθη η υπό τον Σαχτούρην έξωθεν της Ικαρίας και είδε 40 μικρά πλοία, εν οίς και 20 σακολέβας, πλέοντα υπό τουρκικήν σημαίαν προς την Σάμον και φέροντα δισχιλίους εις αποβίβασιν προς το μέρος του Καρλοβασίου. Προπλέοντα δε τρία πλοία της μοίρας ταύτης και δύο σπετσιωτικά έπεσαν επί τα φανέντα εχθρικά, δύο σακολέβας κατεπόντισαν και δύο άλλας συνέλαβαν, τους δε εν αυταίς έσφαξαν. Εν τω μεταξύ δε τούτω επλησίασαν και τα λοιπά, και τότε όλα τα εχθρικά πλοιάρια καταδιωκόμενα ηναγκάσθησαν τα μεν να πέσωσιν εις την πλησιεστέραν ξηράν, τα δε να καταφύγωσιν εις άλλα παράλια. Επί της συγκρούσεως δε ταύτης εφονεύθησαν εκ των Ελλήνων 5 και επληγώθησαν 9. Την δε επαύριον έπλευσεν η μοίρα υπό εύδιον άνεμον προς την παραλίαν, όπου, ως ειδοποιήθη, διάφορα πλοιάρια παρελάμβαναν στρατεύματα· αλλ' η είδησις δεν ήτον αληθής· εκείθεν έπλευσε παρά το στόμιον του πορθμού κατά την Μυκάλην, όπου και ηγκυροβόλησεν· αλλ' ανήχθη μετ' ολίγον ιδούσα επί των αντικρύ βουνών και των παραλίων πλήθη στρατευμάτων, εντός δε δύο λιμενίσκων σωρούς πλοιαρίων ετοίμων να μεταβιβάσωσι τα στρατεύματα ταύτα εις Σάμον· ήσαν εν αυτοίς και δύο βρίκια, άτινα άμα είδαν τα ελληνικά πλοία επερχόμενα, έκοψαν τας αγκύρας και έτρεξαν υπό την σκέπην του μεγάλου στόλου ελλιμενίζοντος όπισθεν του κατά το ακρωτήριον της αγίας Μαρίνας ερημονησίου. Προχωρήσασα βαθύτερον η μοίρα είδεν άλλα πλοιάρια προσωρμισμένα, και άλλα στρατεύματα συσσωρευμένα επί των παραλίων και των πλησίον λόφων έτοιμα εις μεταβίβασιν. Επλησίασαν τότε τρία των πλοίων προς την ξηράν, έν αυτών έρριψε μίαν κανονίαν, και εν τω άμα ετράπησαν οι επί της παραλίας εχθροί και ανέβησαν εις τους λόφους. Επόδισε μετά τούτο η μοίρα και έρριψεν άγκυραν αυθημερόν όπου και πρότερον. Αφ' ού δε παρετήρησεν ο εχθρός ότι, εν όσω τα ελληνικά πλοία κατείχαν την θέσιν εκείνην, η μετάβασις των στρατευμάτων εδυσκολεύετο, 18 πλοία της πρώτης τάξεως έπλευσαν, περί την δ' ώραν επί τα ελληνικά. Ο Σαχτούρης διέταξε να ναυμαχήσωσιν οι περί αυτόν επ' αγκύρας· εναυμάχησαν μετά μεσημβρίαν καθ' όν τρόπον διέταξε· πολλοί εκατέρωθεν κανονοβολισμοί αλλ' αποτέλεσμα ουδέν· προς δε το εσπέρας, αφ' ού ώρμησαν δύο πυρπολικά, το του Ρομπότση και το του Τσάπελη, το μεν εις μίαν φρεγάταν το δε εις μίαν κορβέτταν, εφοβήθησαν οι εχθροί και απεμακρύνθησαν· επανήλθαν και την επαύριον. Οι Έλληνες τους εδέχθησαν επ' αγκύρας ως και την προτεραίαν. Τρεις ώρας εναυμάχησαν, και πάλιν πολύς κανονοβολισμός και αποτέλεσμα ουδέν, έως ου ανήχθησαν τέσσαρα πυρπολικά, άτινα μόλις είδαν οι εχθροί επιπλέοντα απεμακρύνθησαν και ούτως έπαυσεν η δευτέρα ναυμαχία.

Αύγουστος Την δε 2 αυγούστου ήλθαν εις χαιρετισμόν του αντιναυάρχου ο αρχιερεύς της Σάμου, ο Λυκούργος και άλλοι πρόκριτοι· τους αντεπεσκέφθη και ο αντιναύαρχος επί της ξηράς, όπου υπεδέχθη μετά μεγίστης τιμής. Αυθεσπερί δε ήλθαν όπου τα υδραϊκά πλοία και τα 28 σπετσιωτικά και έν ψαριανόν. Την 4 έπλευσε και τρίτην φοράν ο εχθρικός στόλος επί τον ελληνικόν· κανονοβολών δε αυτόν εκανονοβόλει συγχρόνως και τα επί της νήσου κανονοστάσια και αντεκανονοβολείτο. Εν τούτοις ανήχθησαν 17 των ελληνικών πολεμικών και διετάχθησαν και τα πυρπολικά να κινηθώσιν, αλλ' ουδέν εκινήθη· και οι μεν πλοίαρχοι ητιώντο τα πληρώματα, τα δε πληρώματα τους πλοιάρχους. Εις μάτην δε ο αντιναύαρχος έτρεχεν από πυρπολικού εις πυρπολικόν και εκάλει τους εν αυτοίς εις εξόρμησιν. Καλή τύχη έφθασε κατ' αυτήν την ώραν ο Κανάρης, υπήκουσε μετά χαράς, και τότε το πυρπολικόν αυτού και τα 17 πολεμικά υδραϊκά και σπετσιωτικά ώρμησαν εις το μέσον των εχθρικών και δεν επόδισαν ειμή αφ' ού ηναγκάσθησαν τα εχθρικά όλα ν' απομακρυνθώσιν.

Η τρίτη αύτη ναυμαχία διήρκεσε πέντε ώρας. Εν τούτοις τα επί της ξηράς πολυπληθή στρατεύματα έβλεπαν αυτοψεί την καταισχύνην του μεγάλου στόλου των καταδιωκομένου και φεύγοντος και ωλιγοψύχουν. Ο ατυχής στόλος εκινήθη και τετάρτην φοράν κατά του ελληνικού την επαύριον, και τα μεν των πλοίων αυτού επροσπάθουν, πνέοντος ολίγου ανατολικού ανέμου, να επιπέσωσι διά του μεταξύ του ανατολικού ακρωτηρίου της Σάμου (Κολώνες) (β) και της αγίας Μαρίνας πορθμού φυλαττομένου υπό των Σπετσιωτών, τα δε διά του αριστερού μέρους φυλαττομένου υπό των Υδραίων. Καλή τύχη εφιλοτιμήθησαν και οι πυρποληταί όλοι ημέραν εκείνην και εκινήθησαν πρόθυμοι. Πρώτος ο Τσάπελης ώρμησεν εις μίαν μεγάλην φρεγάταν πλέουσαν μεταξύ του ακρωτηρίου της Σάμου και της αγίας Μαρίνας. Ο πυρπολητής ούτος προσέπλευσεν εντός βολής πιστόλας, αν και βροχηδόν έπιπταν εντός του πυρπολικού του οι μύδροι και τα βόλια της φρεγάτας. Αλλ' εν ώ επρόκειτο να το κολλήση, τινές των ναυτών του, ιδόντες τους εχθρούς ετοιμάζοντας τας λέμβους των εις ρυμουλκίαν της φρεγάτας, και υπολαβόντες ότι ήρχοντο εις αφαρπαγήν του εφολκίου, εδειλίασαν, και εμβάντες δρομαίοι εις αυτά άφησαν επί του πυρπολικού τον πλοίαρχον πηδαλιουχούντα, απειλούντες ότι θα έκαιαν και το πλοίον και αυτόν, αν δεν τους ηκολούθει. Τόση δε δειλία παρά συνήθειαν κατέλαβε τους ναύτας, ώστε θα έπιπτε το πλοίον εις χείρας των εχθρών, αν δεν επρόφθανε να το καύση ο πλοίαρχος καύσας εκ της πολλής βίας και τα πρόσωπόν του και την χείρα του· αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσεν ο γενναίος αλλ' ατυχής Τσάπελης, το κατώρθωσε μετά μίαν ώραν ο επιδεξιώτατος Κανάρης. Ούτος, καθ' ην ώραν ηγωνίζετο η φρεγάτα να κάμψη το ακρωτήριον, έστησε το πυρπολικόν του έμπροσθέν της, ώστε, αν η φρεγάτα επροχώρει, αδύνατον ήτο να διαφύγη τας φλόγας του· εις αποφυγήν δε του δεινού έστρεψε την πρώραν προς τα παράλια της Ασίας, και καταδιωκομένη υπό του πυρπολικού ηναγκάσθη να πλεύση προς τον πλησιέστερον κρημνόν· αλλά πριν πέση έξω, την επρόφθασε το πυρπολικόν και περιεπλέχθη· η φρεγάτα κατήντησεν ακυβέρνητος, και οι πλείστοι των εν αυτή, πεσόντες εις την θάλασσαν, εξεκολύμβουν. Εν τοσούτω αι φλόγες διεδόθησαν εις αυτήν, άναψε μετ' ολίγον και η πυριτοθήκη, και τότε κανόνια, κατάρτια, κεραίαι, σφαίραι, ξύλα, σίδηρα ετινάχθησαν όλα εις τον αέρα, και πολλά αυτών έπεσαν εν μέσω των επί της ξηράς στρατευμάτων και άλλους μεν εφόνευσαν, άλλους δε επλήγωσαν. Εφονεύθησαν και δύο ναύται του πυρπολικού υπό των τουφεκιών των επί της ξηράς· οι δε απομείναντες εν τη φρεγάτα οι μεν συνεκάησαν, οι δε επί των κυμάτων φερόμενοι εζωγρήθησαν και εσφάγησαν. Ο εχθρός, αν και εξεθαμβήθη επί τοις παθήμασί του, δεν απηλπίσθη και ανεστράφη· αλλ' αντέστη σφοδρώς η εκ σπετσιωτικών πλοίων αριστερά πτέρυξ, εν οίς διεκρίθη το υπό τον Ανάργυρον Λεμπέσην. Το δειλινόν περιέπλεξεν ο Βατικιώτης το πυρπολικόν του εις δικάταρτον τουνεζινικόν 20 κανονίων και το έκαυσεν· συνελήφθη δε καί τις εν αυτώ πασάς Τουνεζίνος προφθάσας και ριφθείς εις την θάλασσαν. Μετά δύο ώρας άλλοι πυρποληταί, ο Δημήτρης Ραφαλιάς και ο Λέκας Ματρόζης περιέπλεξαν τα πυρπολικά των είς τινα φρεγάταν και την έκαυσαν. Ερρίφθησαν και δύο άλλα μετά ταύτα, αλλ' εκάησαν μη καύσαντα. Απελπισθείς επί τέλους ο εχθρικός στόλος απεμακρύνθη περί την α' ώραν της νυκτός κατά το Αγαθονήσι· η δε φθορά, ην έπαθε την ημέραν εκείνην, και η εντεύθεν καταισχύνη εφαίνοντο ματαιώσασαι την εις Σάμον απόβασιν· και τα μεν στρατεύματα διεσκορπίσθησαν, ο δε στόλος κατέπλευσεν εις Πάτμον και Καρέναν, και μετ' ολίγας ημέρας μεθώρμησεν εις Κων όπου ανεμένετο ο αιγύπτιος (γ).

Η λαμπρά αύτη και σωτηριώδης ναυμαχία ενέπλησε θάρρους τας καρδίας των Ελλήνων και τους παρηγόρησε διά την καταστροφήν της Κάσσου και των Ψαρών. Εξ όσων δε κατώρθωσεν ο ελληνικός στόλος εις προφύλαξιν της Σάμου εξάγεται, ότι δεν κατεστρέφοντο ίσως ουδέ τα Ψαρά, αν υπερασπίζοντο επί της θαλάσσης (δ).

Καθ' όν δε καιρόν εκινείτο ο στόλος κατά των Ψαρών και της Σάμου, εκινούντο και στρατεύματα προς την Ανατολικήν Ελλάδα. Ο φοβερός ως ηγεμών της Μακεδονίας Αβδουλαβούτης δεν ευδοκίμησεν ως Ρούμελη-βαλεσής και διεκρίθη μόνον διά την ωμότητά του. Ο σουλτάνος τον εκάθηρεν, αρχομένου του έαρος του έτους τούτου, και αντικατέστησε τον Δερβήσ -πασαν. Διετάχθη ούτος να στρατολογήση 30,000, αλλ' ούτε το ήμισυ εδυνήθη να συνάξη· είχε δε υπό την οδηγίαν του τον Ισούφπασαν Μπερκόφτσαλην και τον εκ Δίμπρας Αμπάτπασαν. Μεσούντος δε του Ιουνίου, εστρατοπέδευσε πανστρατιά εις Λιανοκλάδι υπό κακούς οιωνούς. Δύο τρεις ημέρας πρότερον είχε στείλει εκεί υπό φύλαξιν ενόπλων πολλά κιβώτια φυσεκίων εις χρήσιν του στρατού, αλλά την νύκτα έπεσε κεραυνός εις τον πύργον, όπου τα πολεμεφόδια εφυλάττοντο, τα έκαυσεν όλα, και συνέκαυσε καί τινας των φυλασσόντων αυτά.

Στρατοπεδεύσας δε ο Δερβήσπασας εις Λιανοκλάδι έστειλε μετά τινας ημέρας εις Γραβιάν υπό τους δύο άλλους πασάδας εξακισχιλίους πεζούς και χιλίους ιππείς, ίνα εισβάλωσι δι' εκείνης της οδού εις Σάλωνα· διέταξε και τον Καρύστιον Ομέρπασαν και τον εν Πρεβέζη Βρυώνην να εισβάλωσι και ούτοι συγχρόνως ο μεν εις Αττικήν ο δε εις Ακαρνανίαν, συνελθόντα δε όλα τα στρατεύματα εις Ναύπακτον να μεταβώσιν όπου τα πράγματα τα ωδήγουν. Αλλά τα σχέδια των Τούρκων ήσαν ως και τα των Ελλήνων, γραπτά μάλλον ή πρακτά.

Τας αυτάς δε ημέρας συνενωθέντες οι εν Ρίω, Αντιρρίω και Ναυπάκτω Τούρκοι, ως πεντακόσιοι, ώρμησαν εις την επαρχίαν Λιδωρικίου, και ευρόντες μέρος του στρατεύματος της επαρχίας ταύτης εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη υπό τον οπλαρχηγόν του Καλτσά, Τριαντάφυλλον, συνεκρούσθησαν, και μη δυνηθέντες να προχωρήσωσιν ωπισθοδρόμησαν. Εκ των Ελλήνων 6 εφονεύθησαν και 11 επληγώθησαν.

Γνωσθείσης δε της μελετωμένης εις Σάλωνα εισβολής, ανηγέρθησαν, διαταγή του Πανουργιά, κατά την μεταξύ Σαλώνων και Άμπλιανην 10 δυνατοί προμαχώνες· αλλ' ολιγάριθμον ήτον ως προς την ανάγκην το τάγμα του Πανουργιά. Καλή τύχη συνήλθαν εις την θέσιν εκείνην και άλλα τάγματα υπό τον Γεωργάκην Δράκον, τον Γιώτην Δαγκλήν, τον Διαμάντην Ζέρβαν και τον Περραιβόν. Έστειλε και ο Λόντος υπό τον Παναγιώτην Νοταράν 200 στρατιώτας, και επί μισθοδοσία δέκα χιλιάδων γροσίων έπεισε και τους περί τον Κίτσον Τσαβέλλαν, εκ Μεσολογίου εις Πελοπόννησον ερχομένους και διαβαίνοντας την Σεργούλαν, να μεταβώσι και ούτοι εις την θέσιν εκείνην· ήσαν δε όλοι οι υπερασπισταί της εννεακόσιοι.

Ιούλιος Την 8 ιουλίου μέρος του εχθρικού στρατού εξ Αλβανών και υπό την οδηγίαν του Αμπάζπασα επάτησε την επαρχίαν του Λιδωρικίου, ήρπασεν οκτακισχίλια πρόβατα και μίαν εκατοστύν ίππων, ηκροβολίσθη μετά του εν Μουσινίτσα υπό τον Σκαλτσάν τάγματος ενδυναμωθέντος και παρά τινων Κραββαριτών υπό τον Σαφάκαν και επανήλθεν εις το στρατόπεδόν του. Την νύκτα δε της 13 εξεστράτευσαν όλοι οι εν Γραβιά σύροντες και δύο κανόνια, και εξημερώθησαν εις του Σανδάλη το μνήμα, μίαν ώραν μακράν της Άμπλιανης, και την γ' ώραν της ημέρας έπεσαν επί τους κατέχοντας την θέσιν εκείνην Έλληνας· και κατ' αρχάς μεν πυροβολούντες, μετ' ολίγον δε ξιφήρεις, ηγωνίζοντο ν' ανοίξωσιν ην επρόλαβαν οι Έλληνες και έφραξαν οδόν, ενρίψαντες κορμούς δένδρων. Γενναίως υπεράσπισαν τας θέσεις των οι Έλληνες, αντέκρουσαν τους εχθρούς και πολλάκις εφορμήσαντας τους απώθησαν· αλλ' ανένδοτοι ήσαν οι εχθροί και αμφιρρεπής η μάχη μέχρι της εσπέρας, καθ' ην ελθούσα επικουρία υπό τον Χαλμούκην έπεσεν επί την αριστεράν πτέρυγα του εχθρού, την έβαλεν εις αταξίαν, και διά της θερμής συνεργείας των Σουλιωτών πολεμούντων προς εκείνο το μέρος την έτρεψεν. Η τροπή της αριστεράς πτέρυγος επέφερε την του κέντρου· μόνη η δεξιά αντείχε και στενώς επολιόρκει τον προμαχώνα, εν ώ ήτον ο Νάκος Πανουργιάς· αλλ' αφ’ ού ενύκτωσεν, ετράπη και αύτη μη δυναμένη μόνη ν' ανθέξη. Οι Έλληνες έτρεξαν κατόπιν των εχθρών, επήραν τα δύο κανόνια, πολλά όπλα, πολεμεφόδια, ίππους, σημαίας, και την σκηνήν του Μπερκόφτσαλη. 37 Έλληνες και πάμπολλοι Τούρκοι εσκοτώθησαν και επληγώθησαν, πολλοί δε κατεκρημνίσθησαν επί της διά των στενοτοπιών φυγής των ωθούντες και ωθούμενοι, και προτιμώντες τον θάνατος της αιχμαλωσίας· απόδειξις δε της μεγάλης φθοράς των εχθρών είναι, ότι τα στρατεύματα, επανελθόντα εις Γραβιάν, δεν επεχείρησαν νέαν εισβολήν. Εφονεύθη την ημέραν εκείνην και ο γνωστός Μπέης της Θράκης, Σουλεϊμάνης.

Καθώς δε προεσχεδιάσθη, απέβη κατ' αυτάς και ο Καρύστιος Ομέρης εις Ωρωπόν μετά των εν Ευβοία δισχιλίων γενιτσάρων και χιλίων άλλων και ελεηλάτει τα πέριξ. Ο δε Γκούρας, ο προ ενός μηνός διορισθείς παρά της κυβερνήσεως φρούραρχος Αθηνών,

Ιούλιος εξεστράτευσε την 3 Ιουλίου μετά 600, και την επαύριον κατέλαβε το άνωθεν της πεδιάδος του Μαραθώνος παλαιότειχον. Την 5 επήλθαν οι εχθροί και ηκροβολίσθησαν, επανελήφθη η μάχη και την 6, και οι Τούρκοι έρριψαν 50 κανονίας, και δις και τρις εφώρμησαν, αλλ' απεκρούσθησαν. Ήλθεν εν τω μεταξύ τούτω επικουρία υπό τον Ευμορφόπουλον και άλλους, και τότε έπεσαν όλοι επί τους εχθρούς, τους έτρεψαν και εις σημείον της νίκης έστειλαν εις Αθήνας 30 κεφαλάς και 2 σημαίας. Μετά δε την μάχην ταύτην οι μεν Έλληνες επανήλθαν εις την πόλιν, οι δε Τούρκοι μετέβησαν εις Καπανδρίτι περιφερόμενοι επί αρπαγή και αιχμαλωσία. Την δε 20 ήλθαν εγγύς της πόλεως 600 ιππείς· αλλ' εξορμήσαντες οι Έλληνες υπό τον κανονοβολισμόν της ακροπόλεως τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι διά της Κυφησίας. Την 3 αυγούστου προσήγγισαν αύθις οι ιππείς, εξήλθαν τότε και οι Έλληνες οι μεν έφιπποι οι δε πεζοί, συνήψαν μάχην περί τας στήλας του Ολυμπίου Διός, και απεδίωξαν πάλιν τους εχθρούς. Μετά τρεις δε ημέρας εξεστράτευσαν οι Έλληνες, και απαντήσαντες τους εχθρούς μεταβαίνοντας εις Κάλαμον έβαλαν εις αταξίαν τους πεζούς και εζώγρησαν καί τινα σκευοφόρα ζώα, αλλ', επιστραφέντων των ιππέων, ετράπησαν οι Έλληνες, και παρ' ολίγον εζωγρήθη και ο Γκούρας. Την αυτήν νύκτα ανεχώρησαν οι Τούρκοι εις Εύβοιαν κακώς έχοντες διά την επισκήψασαν εις το στρατόπεδον δεινήν δυσεντερίαν εκ της βρώσεως των αώρων καρπών. 30 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν επί της εκστρατείας ταύτης, ήτις διήρκεσε πέντε εβδομάδας. Ο δε Ομέρης, επανελθών εις τα ίδια, απέπεμψε τους φιλοταράχους γενιτσάρους εις Βώλον.

Εν ώ δε η Ανατολική Ελλάς ήτον εις θέσιν αμυντικήν, η Δυτική έλαβεν επιθετικήν.

Περί τα τέλη μαΐου συνήλθαν οι πλείστοι των οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος εις την επαρχίαν του Βάλτου κατά την μεγάλην Φτέρην, όπου συγκροτήσαντες συμβούλιον περί εκστρατείας εις Άρταν, απεφάσισαν να εισβάλωσιν εν πρώτοις εις Ραδοβίτσι προς διέγερσιν των πλησιοχώρων χριστιανικών λαών. Μετά την απόφασιν ταύτην χίλιοι εκλεκτοί στρατιώται υπό τους στρατηγούς Τσόγκαν και Ράγκον και τους χιλιάρχους Αναγνώστην Καραγιάννην και Δήμαν Τσέλιον ήλθαν την

Ιούνιος 1 ιουνίου επί των ορίων της επαρχίας εκείνης. Ο δε οπλαρχηγός αυτής Δημήτρης Μπακόλας, υιός και διάδοχος του περιφήμου Γώγου αποθανόντος, ανέτοιμος ν' αντισταθή και απρόθυμος να ενωθή, έσπευσε να παρακαλέση τον Τσόγκαν να μη προχωρήση έως ου απήλλαττε των χειρών των εν Πρεβέζη Τούρκων τον αδελφόν του· υπέσχετο δε να συμπράξη τότε. Εισήκουσεν ο Τσόγκας την δέησίν του υποθέσας αυτήν ειλικρινή· αλλ' ούτος, αντί να λυτρώση τον αδελφόν του, έφερε Τούρκους και κατέλαβαν αίφνης την Σκουλικαριάν. Ιδόντες οι περί τον Τσόγκαν και Ράγκον ότι ηπατήθησαν, ερρίφθησαν επ' αυτούς την 3, απεδίωξαν τους Τούρκους και τον Μπακόλαν, και διώρισαν οπλαρχηγόν τον Κώσταν Οικονόμου. Διαιρεθέντες δε εις δύο σώματα επροχώρουν προς τα υπό την οπλαρχηγίαν του Κουτελίδα Τσουμέρικα, σκοπεύοντες να επαναστατήσωσι την επαρχίαν εκείνην· αλλ', εν ώ ούτοι επροχώρουν, οι Τούρκοι εκυρίευσαν την Σκουλικαριάν, έζωσαν τον νέον οπλαρχηγόν Κώσταν, και την 9 εκίνησαν κατά του Τσόγκα εις Ξωδάκτυλον, κατέλαβαν τον αντικρύ του στρατοπέδου εκείνου λόφον, συνήψαν μάχην και ηνάγκασαν τους Έλληνας να επανέλθωσιν όλοι εις Βάλτον άπρακτοι, μήτε του Ραδοβιτσίου μήτε των Τσουμερίκων τους κατοίκους ευρόντες συμπράκτορας.

Ιούλιος Μεσούντος δε του ιουλίου ήλθεν είδησις, ότι οι Τούρκοι συνήρχοντο εις Κομπότι επί εισβολή εις την Ακαρνανίαν υπό τον Βρυώνην, καθώς προδιέταξεν ο Δερβήσης. Εις αποφυγήν δε των εντεύθεν δεινών οι περί τον Μαυροκορδάτον εβουλεύθησαν να συγκροτήσωσι γενικόν στρατόπεδον, να επισκευάσωσι και ενδυναμώσωσι το οχύρωμα του Μεσολογγίου, να προετοιμάσωσι τόπον εις ασφάλειαν γυναικών και παιδίων, και να προλάβωσι και πατήσωσι τα χώματα των εχθρών. Και κατάλληλος μεν τόπον εις στρατοπέδευσιν εθεώρησαν το Λιγοβίτσι· τα δε εις οχύρωσιν του Μεσολογγίου ανέθεσαν εις τον Κοκκίνην χορηγήσαντές τω τα αναγκαία· ως τόπον δε ασφαλείας ητοίμασαν, υπό φρουράν Προυσιωτών ηγουμένου του Γουβέλη, την μεταξύ του Αποκούρου, των Κραββάρων και του Καρπενησίου Αποκλείστραν δεκακισχιλίας ψυχάς εν καιρώ ανάγκης χωρούσαν, δι' αποτόμων εξασφαλιζομένην βράχων και μόνην βατήν έχουσαν την ανατολικοβόρειον πλευράν, ην ωχύρωσαν πυλώσαντες την εξάποδον είσοδόν της.

Περί δε την 20 πεντακισχίλιοι Αλβανοί, ιππείς και πεζοί, απέβησαν εις Καρβασαράν υπό την οδηγίαν του Βρυώνη και μετέφεραν και δύο κανόνια· αλλ' ο μηδέποτε διαλείπων ούτος και αείποτε ατυχής εν ταις ετησίαις εις την Δυτικήν Ελλάδα εκστρατείαις του πασά, ούτε δύναμιν ούτε θέλησιν είχε να προχωρήση· εταράττετο δε και διά τα εν τη πατρίδι του, Αλβανία, επικρατούντα εμφύλια κακά, και υπώπτευε μη πάθη επί της απουσίας του η ηγεμονεία του· εν ώ δεν εστρατολόγησε δε και δεν εξεστράτευσεν ειμή ότ' επανειλημμένως και αυστηρώς διετάχθη φοβούμενος μη κατατρεχθή ως απειθής.

Οι δε Έλληνες, συνειθίσαντες ν' αντιπαρατάττωνται προς στρατόπεδα εχθρών πολυαριθμότερα έδραμαν πρόθυμοι όπου διετάχθησαν, και οι μεν κατέλαβαν το Λιγοβίτσι, όπου ήλθε την 31 και ο Μαυροκορδάτος, οι δε το Βέρσοβον, και άλλοι έπεσαν εκ νέου εις Ραδοβίτσι και Τσουμέρικα προς αντιπερισπασμόν. Ουδέν άξιον λόγου συνέβη μεταξύ των δύο στρατοπέδων μέχρι της 26 αυγούστου, καθ' ην οι Τούρκοι νυκτοπορήσαντες έπεσαν αίφνης εις Βραχώρι, ήρπασαν ζώα, ηχμαλώτευσαν 25 γυναίκας, απεκεφάλισαν 40 αόπλους άνδρας, και επανελθόντες εις τα ίδια έστειλαν τας κοπείσας κεφαλάς προς τον Δερβήσην ως κεφαλάς ενόπλων εχθρών. Την δε 23 σεπτεμβρίου οι εκστρατεύσαντες προς το Ραδοβίτσι και Τσουμέρικα, ως χίλιοι, προσέβαλαν τους εχθρούς πλησίον του Βουλγαρελίου, και τρέψαντες αυτούς τους κατεδίωξαν μέχρι του χωρίου φονεύσαντες 20· εκ δε των Ελλήνων δύο εφονεύθησαν και δύο επληγώθησαν. Εν τοσούτω, επειδή τα κινήματα του Δερβήση και του Καρυστίου Ομέρη δεν ευδοκίμησαν, τα δε εν Αλβανία εμφύλια κακά υπερεπερίσσευσαν και μετεδόθησαν και εις το εν Καρβασαρά στρατόπεδον, όπου καθ' ημέραν συνέβαιναν αλληλομαχίαι και λειποταξίαι, επέκειτο δε και ο χειμών, διελύθη την 6 νοεμβρίου το υπό τον Βρυώνην στρατόπεδον, και οι συγκροτούντες αυτό επανήλθαν διά του Μακρυνόρους εις τα ίδια, μηδενός εναντιωθέντος επί της διά των στενών πορείας των. Ουδέποτε εχθροί παραστρατοπεδεύοντες εφάνησαν τόσον αφιλοπόλεμοι και τόσον αδρανείς.

Μην ολόκληρος παρήλθε μετά την μάχην της Άμπλιανης, και ουδεμία σύγκρουσις των κατ' εκείνο το μέρος δύο στρατοπέδων εγένετο. Εκ της τοιαύτης απραξίας των εχθρών θαρρυνθέντες διακόσοι Ηπειρώται υπό τον Λάμπρον Βέικον και άλλους εκίνησαν την 12 αυγούστου επί σκοπώ να πέσωσιν αίφνης εις τα εν Γραβιά χαρακώματα αυτών· αλλά φθάσαντας τους ενόησαν οι Τούρκοι. Φυγόντες άπρακτοι και νυκτοπορούντες εξημερώθησαν έξωθεν του Ζητουνίου προς τα Καλύβια, όπου ήτο πύργος και εν αυτώ μία εκατοστύς οπλοφόρων Τούρκων υπερασπιζόντων τους εκεί θεραπευομένους ασθενείς και πληγωμένους· ήτο δε εντός του χωρίου εκείνου και πολυάριθμον βουκόλιον. Εκρύβησαν οι Έλληνες την ημέραν· ελθούσης δε της νυκτός, ο μεν Βέικος καί τινες των περί αυτόν εκύκλωσαν τον πύργον, οι δε λοιποί ελαφυραγώγουν το χωρίον. Εδοκίμασαν οι εν τω πύργω να εξέλθωσιν, αλλ' απεκρούσθησαν και έπεσαν καί τινες αυτών. Αφ' ού δε οι λαφυραγωγοί απεμακρύνθησαν του χωρίου βοηλατούντες, ανεχώρησαν πολεμούντες και οι πολιορκηταί του πύργου εξ ών εφονεύθησαν 3 και επληγώθησαν 11· εχύθη αίμα εχθρικόν και εντός του χωρίου.

Σεπτέμβριος Την δε 14 σεπτεμβρίου συνήφθη μάχη κατά την Πανάσαρην όχι μακράν του εχθρικού στρατοπέδου. Το χωρίον τούτο καθώς και άλλας τινάς θέσεις μέχρι της Σκάλας της Βάργιανης κατέλαβαν οι Έλληνες επί σκοπώ να προκαλέσωσι τους εχθρούς εις μάχην. Επήλθαν οι προκληθέντες, και πολεμούντες έβαλαν ανελπίστως τους Έλληνας εις μέγιστον κίνδυνον, εξ ου τους απήλλαξεν ο Βασίλης Δαγκλής φονεύσας επί της μάχης τον αρχηγόν των εναντίων, διότι μετά το συμβάν τούτο οι πρότερον νικηταί ετράπησαν και κατεδιώχθησαν. Πέντε εκ των Ελλήνων εσκοτώθησαν και επτά επληγώθησαν· απέθανε πληγωθείς και ο χιλίαρχος Γκιώκας Χορμοβίτης. Την δε 30 το εχθρικόν στρατόπεδον μετετόπησεν εις Θερμοπύλας και μετ' ολίγας ημέρας διελύθη. Την δε αποτυχίαν της εκστρατείας ταύτης αποδόσας ο σουλτάνος εις την αναξιότητα του Δερβήση τον εκάθηρε και μετά ταύτα τον εθανάτωσε. Και ταύτα μεν τα κατά την στερεάν Ελλάδα μέχρι του τέλους του παρόντος έτους. Τα δε της Πελοποννήσου είχαν ούτως.

Οι Μοθωναίοι Τούρκοι επάτουν συχνάκις τα πέριξ εις συγκομιδήν καρπών. Σπαρτιάται τινες και Μεσσήνιοι ενέδρευσαν την 26 αυγούστου. Εξήλθαν οι Τούρκοι την επαύριον ως συνήθιζαν ανύποπτοι. Οι Έλληνες επέπεσαν εξ απρόοπτου· πτοηθέντες οι Τούρκοι εκλείσθησαν εντός τινος οικίσκου· ήλθαν αυθημερόν εις απαλλαγήν αυτών οι λοιποί συνάδελφοί των, επολέμησαν, αλλ' επανήλθαν εις το φρούριον νυκτός γενομένης άπρακτοι. Εξήλθαν και την επαύριον φέροντες δύο κανόνια και επολέμησαν, αλλ' ουδέ τότε κατώρθωσαν ό,τι εσκόπευαν, και επανήλθαν ως και την προτεραίαν εις το φρούριον. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας έβαλαν οι Έλληνες πυρ εις τον οικίσκον, και σπάσαντες μέρη τινά επολέμουν τους εν αυτώ, οίτινες μη βλέποντες πλέον βοήθειαν έξωθεν και απελπισθέντες εξώρμησαν υπό το σκότος της νυκτός και κατέφυγαν εις το φρούριον. Εφονεύθησαν δε 5 Έλληνες και τριπλάσιοι εχθροί, εξ ών εζωγρήθησαν και τρεις.

Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι εξήρχοντο άφοβοι υπό τον παρά τω Ισούφπασα διαμένοντα Δελή Αχμέτπασαν, και ελεηλάτουν όχι μόνον την επαρχίαν εκείνην αλλά και τα πλησιόχωρα χωρία της Γαστούνης. Την δε 12 Ιουλίου τετρακόσιοι ιππείς επάτησαν αίφνης τα Λεχενά, όπου εφόνευσαν και ηχμαλώτευσαν πολλούς· επιπεσόντων δε διακοσίων Σουλιωτών υπό τον Κώσταν Μπότσαρην και διακοσίων εντοπίων υπό τον Χρύσανθον Σισίνην, ανεχώρησαν απάγοντες τους αιχμαλώτους των· επάτησαν την 20 σεπτεμβρίου και το Μαρκόπουλον, έτρεψαν τους επελθόντας, ολίγον έλειψε να φονεύσωσι και τον Σισίνην και επανήλθαν εις Πάτρας δουλαγωγούντες γυναίκας και παιδία. Τον δε νοέμβριον επροχώρησαν και εις αυτήν την πόλιν της Γαστούνης όπου έθυσαν, ηχμαλώτευσαν και ελεηλάτησαν. Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα, υπήρχε στρατόπεδον ελληνικόν εις πολιορκίαν των Πατρών υπό τον Λόντον, και εδαπανώντο εις χρήσιν αυτού τα εισοδήματα των γειτονικών επαρχιών, αλλά το στρατόπεδον ύπνωττεν· εκηρύχθη δε την 14 οκτωβρίου και αποκλεισμός των Πατρών, και εστάλησαν και πλοία προς διατήρησιν αυτού.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'

Αιγύπτιος εκστρατεία υπό τον Ιβραήμπασαν και ευόδωσις αυτής εις Κρήτην. — Αι επί της εκστρατείας ταύτης ναυμαχίας. — Φροντίς της ελληνικής κυβερνήσεως περί τακτοποιήσεως της κατά ξηράν και κατά θάλασσαν υπηρεσίας. — Έναρξις της γ' κυβερνητικής περιόδου. — Δωρήματα Βαρβάκη. — Φιλανθρωπική Εταιρία εν Ελλάδι.

ΑΝ κατέστρεψε το έτος τούτο ο σουλτάνος την Κάσσον και τα Ψαρά, απέτυχαν όμως όλα τα άλλα κινήματά του και κατά γην και κατά θάλασσαν. Αλλ' ήρχετο ήδη εις το μέσον πρωτοφανής δύναμις κατά της Ελλάδος, η του Μεχμέτ-Αλή, επιφοβωτέρα της σουλτανικής· ήρχετο δε υπό την οδηγίαν του υιού του Ιβραήμπάσα, στρατηγικού, φιλοπολέμου και μεγαλοτόλμου ανδρός. 54 πλοία πολεμικά, μικρά μεγάλα, και υπερτριακόσια φορτηγά, εξ ών 86 υπό ουδετέραν σημαίαν ήσαν έτοιμα λήγοντος του ιουνίου εν τω λιμένι της Αλεξανδρείας εις την περί ης ο λόγος εκστρατείαν. Επεβιβάσθησαν δε δωδεκακισχίλιοι τακτικοί πεζοί, δισχίλιοι ιππείς, δισχίλιοι Αλβανοί, πεντακόσιοι πυροβολισταί, διακόσιοι πελεκοφόροι, 150 πεδινά κανόνια και άφθονα πολεμεφόδια και τροφαί. Οι τακτικοί στρατιώται, όλοι γεννήματα της σατραπείας του Μεχμέτ- Αλή, ήσαν άνθρωποι μικρόσωμοι και ανεπίδεικτοι, οι πλείστοι δε και οφθαλμιώντες· αλλά καρτερικοί, υπό αυστηράν πειθαρχίαν και καλώς εξησκημένοι εις την χρήσιν του όπλου και εις απλούς ελιγμούς. Οι αξιωματικοί ήσαν όλοι σχεδόν Τούρκοι, οι δε γυμνασταί και οι ιατροί Ευρωπαίοι· διέπρεπε δε εν τω στρατώ ο αρνησίθρησκος Γάλλος Séve, μετονομασθείς Σουλεημάμπεης, άλλοτε υπασπιστής του στρατάρχου Νέη, και νυν αρχηγός ενός των τριών συνταγμάτων, εξ ών συνίστατο ο στρατός. Την 7 Ιουλίου όλα τα περί ων ο λόγος πλοία, πολεμικά και φορτηγά, απέπλευσαν εξ Αλεξανδρείας, και μόλις έφθασαν εις Κων μεσούντος του αυγούστου διά τους επικρατούντας σφοδρούς ετησίους ανέμους. Έμαθεν η ελληνική κυβέρνησις εν καιρώ και ακριβώς τα της εκστρατείας ταύτης· έμαθε και ότι επί αδροίς ναύλοις εμπορικά πλοία υπό ουδετέραν σημαίαν εναυλώθησαν εις χρήσιν αυτής, και εξέδωκε την 27 μαΐου κήρυγμα λέγον, ότι όσα ευρωπαϊκά πλοία εναυλόνοντο εις χρήσιν της εκστρατείας κατά της Ελλάδος δεν θα εθεωρούντο ως ουδέτερα αλλ' ως εχθρικά, και ως τοιαύτα θα κατεδιώκοντο, θα εκαίοντο και θα εβυθίζοντο αύτανδρα. Έσφαλεν η ελληνική κυβέρνησις θεωρήσασα ταύτα εκτός πάσης προστασίας του νόμου, και δικαίως αι Δυνάμεις της Ευρώπης εταράχθησαν· η δε Αγγλία απήτησε ρητώς διά του μεγάλου αρμοστού την ακύρωσιν του κηρύγματος, και μη εισακουσθείσα διέταξε τας εν τη Μεσογείω ναυτικάς δυνάμεις της να συλλαμβάνωσιν οιονδήποτε ένοπλον ελληνικόν πλοίον, όπου και αν το εύρισκαν. Τοιαύτη διαταγή πραγματοποιουμένη θα παρέλυε διά μιας όλην την πλέουσαν ναυτικήν δύναμιν της Ελλάδος· διά τούτο η ελληνική κυβέρνησις, θέλουσα και μη θέλουσα, ηκύρωσε το πέραν του δέοντος αυστηρόν της κήρυγμα.

Είπαμεν, ότι ο βυζαντινός στόλος, καταισχυνθείς έμπροσθεν της Σάμου, έπλευσεν εις Κων· η δε υπό τον Σαχτούρην μοίρα έπλεε προς τα παράλια της Ανατολής εις επιτήρησιν των κινημάτων αυτού.

Αύγουστος Εν τω μεταξύ τούτω ητοιμάσθη και η υπό τον Μιαούλην μοίρα, και απάρασα την 10 αυγούστου εξ Ύδρας ηγκυροβόλησεν αυθημερόν· υπό το Σούνιον συνηνώθησαν την 14 και τα πλοία των Σπετσών (α), και όλα ομού ηγκυροβόλησαν την 21 υπό την Λειψόν παρά την Πάτμον. Την δε 23 συνήλθαν προς εκείνα τα νερά όλα τα πλοία, ό εστιν αι δύο υδραϊκαί μοίραι, η υπό τον Κολανδρούτσον των Σπετσών, και η υπό τον Αποστόλη των Ψαρών. Την δε 24 έπλευσεν ολόσωμος ο στόλος υπό την αρχηγίαν του Μιαούλη προς την Κων και το Μπουδρούμι (Αλικαρνασσόν), όπου ελλιμένιζαν οι στόλοι, ο βυζαντινός και ο αιγύπτιος, συγκείμενοι εξ ενός δικρότου, 25 φρεγατών, άλλων τόσων κορβεττών και ως 50 βρικίων και γολεττών· παρηκολούθουν τους στόλους και πάμπολλα φορταγωγά ένοπλα και άοπλα· συνηριθμούντο δε όλα, πολεμικά και φορτηγά, μικρά και μεγάλα, ένοπλα και μη, ως πεντακόσια· ελέγετο δε ότι έφεραν 80,000 ναύτας και στρατιώτας, και είχαν υπέρ τα 2500 κανόνια· 70 δε πλοία μόνον ήσαν τα ελληνικά φέροντα ως 5000 ναύτας και 850 κανόνια.

Αφιχθέντος δε του ελληνικού στόλου όπου εσκόπευεν, διέταξεν ο Μιαούλης 24 πλοία, εν οίς και 6 πυρπολικά, να προχωρήσωσιν ως προφυλακίδες· τα δε λοιπά έπλεαν κατόπιν. Μίαν ώραν δε προ μεσημβρίας προσέβαλεν η προφυλακή μίαν φρεγάταν έμπροσθεν του Μπουδρουμίου και την έτρεψεν εις φυγήν· ανήχθησαν τότε οι δύο εχθρικοί στόλοι, επλησίασεν όπου ηκούσθη ο ακροβολισμός και όλος ο ελληνικός και ήρχισε γενική ναυμαχία μεταξύ Κω και Μπουδρουμίου. Στενή ήτον η παλαίστρα και σφοδρός ο πνέων άνεμος· διά τούτο σύγχυσις πολλή επήλθεν, ατάκτως κινουμένων όχι μόνον των εχθρικών πλοίων αλλά και αυτών των ελληνικών, και συγκρούσεις πλοίων ενός και του αυτού στόλου εγένοντο. Ανίκανος εφάνη ο βυζαντινός, και τόση ήτον η απειρία των εν αυτώ, ώστε προσείχαν μάλλον να μη βλάπτωσι τους οικείους ή να βλάπτωσι τους εχθρούς. Και αυτή η ναυαρχίς του, η έχουσα αναμφιβόλως τους επιτηδειοτέρους ναύτας, έπαθεν εν ώ ελοξοδρόμει διά την απειρίαν αυτών· ουδενός δε πλοίου το πλήρωμα εδείχθη φιλοπόλεμον εκτός μιας φρεγάτας, ης εφονεύθησαν επί της ναυμαχίας ο πλοίαρχος και πολλοί ναύται· αλλ' ο αιγύπτιος στόλος διεκρίθη και διά την τόλμην και διά την επιτηδειότητα του ναυτικού του. Δις ο Γιβραλτάρης διήλθεν όλην την γραμμήν των ελληνικών πλοίων επί της φρεγάτας του κανονοβολών και κανονοβολούμενος· και αυτός ο Ιβραήμης εξετέθη υπέρ πάντα άλλον· αλλά τόση ήτον η στενοχωρία, ώστε έν πλοίον υδραϊκόν λοξοδρομούν έπεσεν είς τι πυρπολικόν ψαριανόν, έσπασε το κατάρτιόν του και ηνάγκασε τον πλοίαρχον να το καύση κινδυνεύον να συλληφθή υπό του εχθρού. Περί δε την α' ώραν της νυκτός, εν ώ διεχωρίζοντο οι στόλοι, μία κανονία, πεσούσα από του φρουρίου της Κω εις άλλο πυρπολικόν, έρριψε το κατάρτιόν του, οι δε εν αυτώ ναύται, μη δυνάμενοι πλέον να το κυβερνήσωσιν, έβαλαν πυρ και έφυγαν· αλλά το φυτίλιον εσβέσθη, και οι εχθροί το συνέλαβαν άκαυστον. Απομακρυνθείς δε ο ελληνικός στόλος εξημερώθη υπό τα Τσάταλα, και περί την δύσιν του ηλίου ηγκυροβόλησεν υπό τον Γέροντα.

Την δε 26 εστάλησάν τινα πλοία εις κατασκοπήν των εχθρικών, και την 28 ηκούσθησαν κατά την Κων κρότοι κανονίων, διότι εχθρικά τινα πλοία προσέβαλαν τα εις κατασκοπήν σταλέντα, και εξ αιτίας του ακούσματος ανήχθησαν όλα τα ελληνικά. Αυθεσπερί δε εφάνησαν επιπλέοντα και τα τουρκοαιγύπτια 97 τον αριθμόν. Την δε επαύριον εξημερώθησαν και οι τρεις στόλοι προς τα Τσάταλα και ο μεν ελληνικός έπεσεν εις άκραν γαλήνην, οι δε άλλοι αρμένιζαν υπ' ολιγανεμίαν επί τον ελληνικόν. Ήρχισεν η δευτέρα ναυμαχία. Εννέα ελληνικά πλοία, εν οίς και η ναυαρχίς και δύο πυρπολικά, ευρέθησαν υπήνεμα και έπλεαν προς τον Γέροντα. Η θέσις των ήτο δεινή. Εις βοήθειαν αυτών ώρμησαν άλλα ελληνικά ευρεθέντα υπερήνεμα, εν οίς και το πυρπολικόν του Δημήτρη Παπανικολή. Ο πυρπολητής ούτος, περιφέρων το σκάφος του ποτέ κατά της μιας ποτέ κατά της άλλης φρεγάτας, ανέστελλε την ορμήν των φοβίζων αυτάς· αι σφαίραι εν τοσούτω και οι μύδροι έπιπταν ως χάλαζα εις το σκάφος του, το ετρύπησαν, και επροξένησαν άλλας ζημίας, αλλ' ούτος και τόσα παθών δεν επόδισεν έως ου το πυρπολικόν του κατήντησεν ακυβέρνητον, και τότε το έκαυσε. Περιέπλεαν δε συγχρόνως και άλλα πυρπολικά εν μέσω των εχθρικών στόλων βοηθούμενα υπό των πολεμικών απαύστως κανονοβολούντων. Ο πυρπολητής Ματρόζης έρριψεν εις έν δικάταρτον το πυρπολικόν του, όπερ περιπλεχθέν μετέδωκε τας φλόγας· αλλ' οι ναύται του δικατάρτου και το πυρπολικόν εξεκόλλησαν και τας φλόγας έσβεσαν. Εν ώ δε το σκάφος τούτο εκαίετο, και το κινδυνεύσαν δικάταρτον έφευγεν, ίθυνεν εις αυτό ο Πιπίνος το πυρπολικόν του, αλλά, πληγωθέντος αυτού επικινδύνως, εδειλίασαν οι ναύται, το άναψαν προτού κολλήση, και έφυγαν. Ώρμησεν εις το αυτό δικάταρτον τρίτον πυρπολικόν, αλλ' εκάη και αυτό εις μάτην. Η δε αποτυχία τριών πυρπολικών εθάρρυνε τα φεύγοντα εχθρικά πλοία να στραφώσι προς τα ελληνικά. Εξ αυτών δύο φρεγάται, τρεις κορβέτται και πέντε βρίκια εκύκλωσαν τα πλοίον του Σαχτούρη, του έσπασαν κεραίας, του έσχισαν πανία, και ετρύπησαν καταμεσής το μεγάλον του κατάρτιον, αλλά δεν το έρριψαν, το πλοίον επόδισε και ούτως απηλλάχθη του μεγάλου κινδύνου. Τα αυτά εχθρικά πλοία εναυμάχησαν μετ' ολίγον και μετά των παραπλεόντων εννέα ελληνικών υπ' άνεμον ευρεθέντων. Επί της ναυμαχίας δε ταύτης έρριψεν ο Παππαντώνης το πυρπολικόν του εις μίαν των φρεγατών 44 κανονίων, το περιέπλεξεν εις τα δεξιά εξάρτια του εμπροσθινού καταρτίου της και μετέδωκε τας φλόγας· αλλ' επειδή το πυρ έβοσκε βραδέως και ενδεχόμενον ήτο να σβεσθή, εκόλλησε και ο Βατικιώτης το πυρπολικόν του αριστερόθεν αυτής, και μετά ημιώριον η φρεγάτα εκάη· δύο ναύται του πυρπολικού του Παππαντώνη εσκοτώθησαν και τέσσαρες επληγώθησαν, εν οίς και αυτός ο Παππαντώνης· πολλοί δε των εν τη καιομέννη φρεγάτα έπεσαν εις την θάλασσαν, εξ ών οι μεν εν τω πλοίω του Τσαμαδού εζώγρησαν 22 τακτικούς, οι δε εν τω του Αντώνη Κριεζή 15· εγνώσθη δε ότι η καείσα φρεγάτα ήτον η του Τουνεζίνου μοιράρχου (β), ότι δύο των ζωγρηθέντων ήσαν αυτός καί τις χιλίαρχος του Μεχμέτ-Αλή, ότι είχεν η φρεγάτα 500 ναύτας και 800 τακτικούς, και ότι ο σκοπός των εχθρών επί του παρόντος ήτο η καταστροφή της Σάμου. Μετά το συμβάν τούτο οι μεν εχθρικοί στόλοι επανέπλευσαν εις Κων, οι δε Έλληνες, διανυκτερεύσαντες όπου εγένετο η ναυμαχία, ελλιμένισαν το πρωί υπό τον Γέροντα.

Σεπτέμβριος Διά τινας δε ημέρας οι στόλοι δεν συνεκρούσθησαν ουδ' αντιπαρετάχθησαν. Την δε 6 σεπτεμβρίου εφάνησαν οι εχθρικοί έμπροσθεν των Τσατάλων πλέοντες προς την Σάμον. Ανήχθη και ο ελληνικός προς το αυτό μέρος, και προλαβών τους εχθρικούς παρετάχθη κατέμπροσθεν της νήσου από του Μαραθοκάμπου μέχρι του Ακρωτηρίου της Αγίας Μαρίνας έτοιμος εις μάχην· επλησίασαν οι εχθρικοί, αλλ' αρχομένης της νυκτός απεμακρύνθησαν προς τους Αρκίους. Περί δε την β' ώραν της νυκτός ηκούσθησαν προς εκείνο το μέρος κανονίαι και μετ' ολίγον εκρεμάσθησαν φανοί επί των καταρτίων των εχθρικών πλοίων· ηγκυροβόλησαν δε και πολλά των ελληνικών μετά το μεσονύκτιον υπό το ακρωτήριον της Σάμου. Καθ' όλην δε την νύκτα ηκούοντο φωναί επί διαφόρων μερών της νήσου εις εγρήγορσιν. Εφαίνοντο και επί των ορέων πυρά διά φόβον νυκτερινής αποβάσεως. Μόλις δε ήρχιζε να χαράζη και επήλθε ραγδαία βροχή και ανατολικός άνεμος σφοδρός. Οι εχθρικοί στόλοι διέμειναν περί τους Αρκίους μέχρι της 9, καθ' ην έπλευσαν προς την Ικαρίαν. Εκεί τους παρηκολούθησεν η υπό τον Μιαούλην μοίρα, όπου και εξημερώθη. Πέντε πλοία και η ναυαρχίς επροπορεύοντο· εφώρμησαν πάμπολλα εχθρικά, δύο ώρας σφοδρώς τα επολέμησαν, αλλ' ούτε τα έτρεψαν ούτε τα έβλαψαν. Εν τοσούτω επλησίασαν και τα λοιπά ελληνικά, και ιδόντες αυτά οι προ ολίγου ορμήσαντες ως λέοντες εχθροί έφυγαν ως λαγωοί. Την δε επιούσαν επανέπλευσαν τα ελληνικά εις Μαραθόκαμπον, όπου διέμενεν η υπό τον Σαχτούρην μοίρα εις προφύλαξιν της Σάμου. Η δε υπό τον Μιαούλην ειδοποιηθείσα, ότι ο βυζαντινός στόλος, αποχωρισθείς του αιγυπτίου, έπλεε μεταξύ Νάξου και Μυκώνου, απέπλευσε την 14, και έμαθε καθ' οδόν, ότι ο καπητάμπασης υπήγεν εις Μύκωνον, όπου εζήτησε ναύτας και δεν ηύρεν, ότι οι προεστώτες υπήγαν και τον επροσκύνησαν, ότι 150 εχθροί αποβιβασθέντες εις Νάξον επί λεηλασία κατεκόπησαν όλοι, και ότι μία κορβέττα 26 κανονίων έπεσεν εις την ξηράν μεταξύ Χίου και Τσεσμέ και εναυάγησεν. Εν τούτοις ηνώθησαν ο βυζαντινός στόλος και ο αιγύπτιος έμπροσθεν της Μιτυλήνης· ηνώθη την 21 και όλος ο ελληνικός έμπροσθεν της Βολισσού. Ο δε καπητάμπάσας, μη κατορθώσας ουδέ διά της αντιλήψεως του αιγυπτίου στόλου ό,τι εσχεδίαζε κατά της Σάμου, ανεχώρησε μετ' ολίγον εις Κωνσταντινούπολιν, αφήσας υπό τας διαταγάς του Ιβραήμη 14 φρεγάτας και άλλα πλοία· απεχαιρέτησε και ο Ιβραήμης την Σάμον διά παντός, και δεν εφρόντισεν έκτοτε ειμή πώς ν' αποφύγη τας φλόγας των Ελλήνων και κατευοδωθή ασφαλώς εις Κρήτην.

Την δ' εσπέραν της 22 απέπλευσεν ο ελληνικός στόλος προς αναζήτησιν του εχθρικού, τον είδε την 24 προ μεσημβρίας πλέοντα κατά την Μιτυλήνην, τον επλησίασε την β' ώραν της νυκτός και ήλθεν εις μάχην μεταξύ Χίου, Καραμπουρνά και Μιτυλήνης. Προπορευόμενα δε τα πυρπολικά επλησίασαν έν δικάταρτον· δύο εξ αυτών το έβαλαν εις το μέσον, το μεν δεξιόθεν, το του Θεοφάνη, το δε αριστερόθεν, το του Καλογιάννη και επέπεσαν το έν κατόπιν του άλλου· και το μεν πρώτον απέτυχε και εκάη εις μάτην, το δε δεύτερον επέτυχε, και το δικάταρτον άναψε και διεσκορπίσθη όλον, διαδοθείσης της φλογός εις την πυριτοθήκην. Συγχρόνως εκάη ανωφελώς και το πυρπολικόν του Φιλιππέγκου κινδυνεύον να συλληφθή. Την δε γ' ώραν μετά το μεσονύκτιον ώρμησεν ο πυρπολητής Νικόδημος (γ) είς τινα κορβέτταν, περιέπλεξεν ευστόχως το πυρπολικόν του και την κατέκαυσεν. Έρριψε και ο Ρομπότσης το πυρπολικόν του τα χαράγματα εις άλλην κορβέτταν δεξιόθεν, αλλ' ο άνεμος πνέων αριστερόθεν εμπόδισε τας φλόγας να μεταδοθώσι. Πολλοί δε των πληρωμάτων των κατακαέντων δύο εχθρικών πλοίων συνελήφθησαν πλέοντες. Το καέν δικάταρτον ήτον 12 κανονίων, η δε κορβέττα 20· εκτός δε των ναυτών είχαν το μεν 75, η δε 180 τακτικούς. Είς των συλληφθέντων ήτο καί τις Κίρτσαλης, άνθρωπος ατρόμητος, φέρων δύο αιμοσταγή τραύματα επί κεφαλής και ουλάς παλαιάς· αν δε και αιχμάλωτος ούτ' εδειλίασεν ούτ' εκολάκευσεν. Εθαύμασαν οι Έλληνες την γενναιότητά του και την παρρησίαν του, αλλά διά την πολλήν του προς αυτούς υπεροψίαν θυμωθέντες τον εκρέμασαν την επαύριον.

Μετά τα συμβάντα ταύτα κατήρεν ο εχθρικός στόλος εις Μιτυλήνην, και μετά τινας ημέρας μετέπλευσεν εις Κων επί παραλαβή των εις Μπουδρούμι προς αναψυχήν αποβάντων στρατευμάτων αφ' ης ημέρας κατευοδώθη εκεί ο Αιγύπτιος.

Εν τω μεταξύ δε τούτω διεσπάρη ο ελληνικός και ηπράκτει δι' έλλειψιν πυρπολικών, ενός μικρού εναπομείναντος.

Οκτώβριος Μόλις δε 24 πολεμικά συνηριθμούντο την 13 Οκτωβρίου τα υπό τον Μιαούλην και Σαχτούρην, αλλ' αφίχθησαν την επαύριον και άλλα 5 πολεμικά υδραϊκά και 2 πυρπολικά· αφίχθησαν την 19 και 2 άλλα πυρπολικά, εν οίς και το υπό τον Κανάρην· ηνώθησαν την 20 και τα σπετσιωτικά και 5 ψαριανά, και έπλευσαν την επιούσαν τα μεν εις Λέρον τα δε εις Λειψώ, όπου ήλθαν την επαύριον επί τουρκικής λέμβου 13 Κάσσιοι, φυγόντες από του εν Κω εχθρικού στόλου, μεθ' ων καί τις Τούρκος Κρης· διέμεινε δε ο ελληνικός στόλος εντός των ρηθέντων δύο λιμένων μέχρι της 28. Εν τω διαστήματι δε τούτω ανήχθησαν όλα τα πολεμικά και φορτηγά πλοία του εχθρού από του Μπουδρουμίου και της Κω φέροντα τα στρατεύματα και πλέοντα προς την Κρήτην. Εν μέσω δε των πολεμικών έπλεαν τα φορτηγά.

Ο δε ελληνικός στόλος συγκείμενος εκ 52 πλοίων έμαθεν εν καιρώ τον εις Κρήτην πλουν του εχθρού και παρά των προσφυγόντων Κασσίων, και διά γραμμάτων στελλομένων υπό ουδετέραν σημαίαν παρά του Ιβραήμη εις την νήσον ταύτην και πεσόντων εις χείρας του Μιαούλη· εξέπλευσε δε την αυτήν ημέραν καθ' ην και ο εχθρικός. Συνηντήθησαν δε οι δύο στόλοι μεταξύ Αστυπαλαίας και Κεφάλου την 29, καθ' ην οι Έλληνες συνέλαβαν έν φορτηγόν υπό σημαίαν ισπανικήν φέρον 24 ίππους και 38 στρατιώτας· δι' όλης δ' εκείνης της ημέρας και των δύο εφεξής οι στόλοι εβλέποντο μεν αλλά δεν εκανονοβολούντο διά την επικρατούσαν άκραν γαλήνην. Μόνον μετά το μεσονύκτιον της 30 οι εχθροί εκανονοβόλησαν τα πυρπολικά προπορευόμενα των πολεμικών επί σκοπώ να τα βυθίσωσιν, αλλά διά την πολλήν απόστασιν ουδέ καν τα έβλαψαν.

Νοέμβριος Το πρωί δε της 1 νοεμβρίου εξημερώθησαν οι στόλοι όπου και την προτεραίαν· μετ' ολίγον εφύσησε νότιος άνεμος· οι στόλοι ητοιμάσθησαν εις μάχην και ηγωνίζοντο τίς να υπερηνεμήση· υπερηνέμησεν ο ελληνικός και ώρμησεν εις την δεξιάν πτέρυγα κανονοβολών και κανονοβολούμενος δέκα μίλια μακράν του Μεγάλου Κάστρου της Κρήτης. Περί δε την μεσημβρίαν ίθυνεν ο Θεοδωράκης Βώκος το πυρπολικόν του είς τινα αιγυπτίαν φρεγάταν, αλλά, τουφεκίζοντες και κανονοβολούντες οι εν αυτή, το έβλαψαν μεγάλως. Ατρόμητοι οι περί τον Βώκον όχι μόνον δεν επόδισαν, αλλ' επλησίασαν τόσον προς την πρύμνην της, ώστε κατέβησαν εις την λέμβον των προς έναυσιν και επίρριψιν του πυρπολικού των, αλλ' εισέπεσαν απροσδοκήτως πολλοί Τούρκοι των επί της φρεγάτας, σκοπεύοντες να το κυριεύσωσιν άκαυστον· έτρεξε συγχρόνως και εχθρική τις λέμβος εις κυρίευσιν του εφολκίου του. Ταύτα ιδόντες οι περί τον Βώκον ανέβησαν εις το σκάφος των, και τους μεν των εμβάντων εθανάτωσαν, τους δε έρριψαν εις την θάλασσαν· προσβαλόντες δε και τους εν τη εχθρική λέμβω, τα αυτά κακά και αυτοίς επήνεγκαν, την δε λέμβον εκυρίευσαν. Μετά τα παθήματα ταύτα η φρεγάτα απεμακρύνθη και το πυρπολικόν έμεινεν άκαυστον. Ίθυνε μετά δύο ώρας και ο Ρομπότσης το πυρπολικόν του εις άλλην, αλλ' εχθρική σφαίρα πεσούσα εις την πυριτοθήκην του το έκαυσε πριν περιπλεχθή. Μετ' ολίγον ώρμησεν ο Κανάρης εις άλλην, αλλά δεν την επρόφθασε φεύγουσαν. Εν τούτοις απεμακρύνθη η δεξιά πτέρυξ του εχθρικού στόλου και διεκόπη η ναυμαχία· περί δε την δύσιν του ηλίου έφθασεν η άλλη πτέρυξ, εν ή και ο Ιβραήμης· ήρχισεν αύθις ναυμαχία, και αι συγκροτούσαι την πτέρυγα ταύτην δώδεκα φρεγάται έπεσαν εις τα ελληνικά πλοία τόσον ορμητικώς, ως αν επρόκειτο να τα καταποντίσωσι διά μιας αύτανδρα. Ατρόμητοι οι Έλληνες αντιπαρετάχθησαν, και κανονοβολούμενοι αντεκανονοβόλουν κατέχοντες πάντοτε τα υπεράνω του εχθρικού στόλου. Εν τούτοις επήλθεν η νυξ, και τα μεν τουρκοαιγύπτια πλοία ύψωσαν φανούς, τα δε ελληνικά περιήρχοντο υπό το σκότος. Μόνον η ελληνική ναυαρχίς είχε φως. Τόσος δε φόβος κατέλαβε τους εχθρούς μη εμπέσωσιν αίφνης εις τα πυρπολικά των Ελλήνων, ώστε η φέρουσα τον Ιβραήμην φρεγάτα κατεβίβασε μετ' ολίγον τους φανούς της. Μίαν δε ώραν προ του μεσονυκτίου έπεσεν έν πυρπολικόν εις εχθρικόν δικάταρτον, αλλά δεν περιεπλέχθη και εκάη ανωφελώς· ερρίφθη και άλλο πυρπολικόν εις το αυτό, εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε και εκάη και αυτό ανωφελώς. Εν τοσούτω, αι φλόγες των δύο καιομένων και περιφερομένων υπό σφοδρόν βορράν εν μέσω της νυκτός πυρπολικών, αν δεν έβλαψαν, εφόβισαν τους εχθρούς, και εξ αιτίας του φόβου η γραμμή των διερράγη, και ο Ιβραήμης ύψωσε σημείον λέγον, ως εγνώσθη την επαύριον, τοις περί αυτόν να σωθώσιν όπου και όπως εδύναντο· τότε έτρεξαν τα πλοία τήδε κακείσε, και τα μεν έπλευσαν προς την Ρόδον, τα δε προς την Κάρπαθον, άλλα δε προς την Αλεξάνδρειαν, και άλλα προς την Σπιναλόγκαν.

Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως ο πολυάριθμος ούτος στόλος διεσκορπίσθη, έπλευσε και ο ελληνικός προς την Κάσσον. Ημέρας δε γενομένης, το φαινόμενον την προτεραίαν δάσος των πλοίων, έγεινεν όλον άφαντον· 5 εχθρικά εφάνησαν μόνον αρμενίζοντα κατά την Κάρπαθον, άτινα οι Έλληνες κατεδίωξαν επικρατούντος δεινού κλύδωνος, και συνέλαβαν εξ αυτών τέσσαρα φέροντα ίππους, στρατιώτας και πολεμικάς αποσκευάς. Αλλ' αν έπαθαν τόσα δεινά τα εχθρικά, δεν έμειναν αβλαβή ουδέ τα ελληνικά· μάλιστα τα υπό τον Λεμπέσην και τον Σαχτούρην συνεκρούσθησαν επί της τρικυμίας και εβλάφθησαν μεγάλως· παρετάθη δε και η εκστρατεία των Ελλήνων πέραν του συνήθους, ήσαν και αι τροφαί εν τω τελειούσθαι· διά τους λόγους τούτους τα ελληνικά πλοία επανέπλευσαν εις τα ίδια, τα δ' εχθρικά συνήχθησαν ολίγα κατ' ολίγα εις Ρόδον και Μαρμάρι, απέπλευσαν την 23, και μη συναντήσαντα εμπόδιον εξ αιτίας του ανάπλου των ελληνικών εισήλθαν ασφαλώς εις τον λιμένα της Σούδας και απεβίβασαν τα στρατεύματα, αφ' ού ο πόλεμος και η επιπολάζουσα ασθένεια έφθειραν το τεταρτημόριον. Κατά δε την περί ης ο λόγος ναυμαχίαν, καθ' ην τα πυρπολικά των Ελλήνων, η αληθής δύναμίς των, εκάησαν όλα εις μάτην, διεκρίθη υπέρ άλλοτε η ευτολμία και η επιδεξιότης αυτών καταισχυνάντων τοιούτον στόλον υπό τοιούτον άνδρα.

Είχε προσηλώσει πρό τινος καιρού η κυβέρνησις την προσοχήν της εις την εκ νέου σύστασιν τακτικού στρατού, εξέδωκε τον Ιούλιον διάταγμα καλούσα υπό τας σημαίας τους στρατιώτας του διαλυθέντος, απέλυσε κακώς ποίουσα της υπηρεσίας τον εμπειροπόλεμον Ιταλόν Γουβερνάτην (δ) αντικαταστήσασα τον Ρόδιον αρχηγόν, απέστειλεν επί νεοσυλλεξία αξιωματικούς εις διάφορα μέρη της Ελλάδος και ιδίως εις τας νήσους, παρεδέχθη τον ελληνικόν ιματισμόν αντί του ευρωπαϊκού και εισήξε τάξιν τινά εις την υπηρεσίαν των ατάκτων στρατευμάτων. Επειδή δε πολλή κατακραυγή εγίνετο εφ' οις υπέφεραν τα υπό ουδετέραν σημαίαν πλοία καταδιωκόμενα και συλλαμβανόμενα υπό των ελληνικών, η κυβέρνησις εις περιστολήν των κατά θάλασσαν καταχρήσεων ερρύθμισε καθ' όσον εδύνατο και τα της υπηρεσίας ταύτης.

Προσεγγίζοντος δε του τέλους της β' κυβερνητικής περιόδου, εκλήθησαν οι λαοί επανειλημμένως εις αποστολήν αντιπροσώπων προς έναρξιν της γ'. Αλλ' αν και το κυβερνητικόν έτος έληγε τον απρίλιον, ο απαιτούμενος αριθμός των αντιπροσώπων δεν συνήλθεν εις Ναύπλιον ειμή τον σεπτέμβριον,

Οκτώβριος και δεν ήρχισεν η νέα βουλή τας προκαταρκτικάς εργασίας της ειμή την 1 Οκτωβρίου. Την παραμονήν δε της ενάρξεως η βουλή της β' περιόδου ανήγγειλε την λήξιν αυτής επισήμως, και, παρενείρουσα συμβάντα τινά κατά την διάρκειαν αυτής εσωτερικά και εξωτερικά, επήνεσε το φιλόνομον και φιλανεξάρτητον πνεύμα των Ελλήνων, ανέπεμψεν ύμνους εις τον Ύψιστον, ευχαρίστησε τους κυβερνήσαντας και τους γενναίως κατά γην και θάλασσαν αγωνισθέντας, και ευχήθη υπέρ της ευοδώσεως του ιερού και δικαίου αγώνος. Πριν δ' εκλεχθώσι παρά της βουλής της γ' περιόδου ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι γραμματείς αυτής, εψηφίσθησαν την 3 υπό την προσωρινήν προεδρίαν του γεροντοτέρου των βουλευτών τα πέντε μέλη του νομοτελεστικού, παμψηφί μεν ο Γεώργιος Κουντουριώτης ο και πρόεδρος, και ο Παναγιώτης Μπότασης ο και αντιπρόεδρος· κατά πλειονοψηφίαν δε ο Ασημάκης Φωτίλας, ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης και ο Κωλέττης· εξελέχθη δε την 9 πρόεδρος της βουλής ο Πανούτσος Νοταράς και αντιπρόεδρος ο επίτροπος Βρεσθένης. Τούτων δε γενομένων, εξέδωκεν η παύσασα βουλή την 10 διακήρυξιν γέμουσαν υγιών αρχών και πατρικών παραινέσεων,

Προ της λήξεως δε της β' περιόδου κατέβη εκ Ρωσσίας εις Ελλάδα ο Ιωάννης Βαρβάκης, ογδοηκοντούτης, εν τη νήσω των Ψαρών γεννηθείς, και εν τη Ρωσσία μετά τον μεταξύ αυτής και της Τουρκίας πόλεμον του 1796 ως έμπορος εγκατασταθείς και υπερπλουτήσας. Πολύ μέρος της καταστάσεώς του εδαπάνησε προ της επαναστάσεως εις διατήρησιν του σχολείου της Χίου, εις αντίληψιν πολλών ενδεών ομογενών και εις ωφέλειαν της ιδίας πατρίδος του. Επί δε της επαναστάσεως και τον αγώνα αυτής δι' αποστολής κανονίων, ως είδαμεν, και πολλής άλλης πολεμικής ύλης υπεστήριξε, και πλούσια τα ελέη του εις τους συμπατριώτας του, ότε κατεστράφη η πατρίς των, επεδαψίλευσε, και μεγαλόδωρος προς όλον το έθνος ανεδείχθη δωρήσας εις σύστασιν κοινωφελών καταστημάτων έν εκατομμύριον και εκατόν χιλιάδας ρουβλίων. Ο ανήρ ούτος, είτε αυθορμήτως εξ αιτίας της καταστάσεως των πραγμάτων, είτε κατά παραγγελίαν, ώς τινες υπέθεσαν, επρόβαλεν εν Ναυπλίω τον Ιωάννην Καποδίστριαν ως εθνάρχην, αλλά δεν εισηκούσθη, αγγλιζούσης μάλλον ή ρωσσιζούσης κατ' εκείνον τον καιρόν της Ελλάδος· αλλ' η ιδέα αύτη εκυοφορείτο· μεταβάς δε εις Ζάκυνθον ετελεύτησε την 12 Ιανουαρίου 1825, διαρκούσης της καθάρσεώς του· η δε πατρίς ευγνωμονούσα ανέπεμψε πανδήμους υπέρ αυτού προς Θεόν ευχάς.

Εν μέσω δε των θορύβων και των πολιτικών περισπασμών είχε συστηθή αρχομένου του αυγούστου δι' αυτοπροαιρέτου των πολιτών συνεισφοράς φιλανθρωπική εταιρία εις περίθαλψιν πτωχών, ασθενών, χηρών και ορφανών. Η εταιρία αύτη προώδευσεν, εσύστησεν εν Ναυπλίω νοσοκομείον, το μετεσχημάτισεν έπειτα εις αλληλοδιδακτικόν σχολείον προς εκπαίδευσιν ορφανών και απόρων, και σκοπόν είχε να διαδώση, τα καλά ταύτα και εις άλλας πόλεις της Ελλάδος. Αντέκειντο αι δειναί περιστάσεις της πατρίδος, αλλά και εν μέσω αυτών διετηρήθη η εταιρία αύτη ωφελούσα υπέρ τα δύο ήμισυ έτη.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝA'

Δεύτερος εμφύλιος πόλεμος — Χαρακτήρ αυτού και του πρώτου. — Συνέλευσις της Δυτικής Ελλάδος εν Ανατολικώ.

Ο ΠΡΩΤΟΣ εμφύλιος πόλεμος έρριψεν επί της παύσεως του τα σπέρματα του δευτέρου. Οι Ανδρέαι και ο Κολοκοτρώνης, οι μαχόμενοι προς αλλήλους, εφιλιώθησαν καθ' ην ώραν ο πόλεμος ήτον εν τω τελειούσθαι, και συνενοήθησαν να παραδοθή μεν το Ναύπλιον εις την κυβέρνησιν, αλλ' η φρουρά να συγκροτηθή εκ Πελοποννησίων. Η ένωσις των αλληλομαχούντων έφερε την διαίρεσιν των συμμαχούντων. Το νομοτελεστικόν δεν συγκατετίθετο εις πελοποννησιακήν φρουραρχίαν· δυσηρεστείτο και διότι οι Ανδρέαι δεν εφάνησαν προς τον Κολοκοτρώνην όσον έπρεπεν αυστηροί· τους εμέμφετο και ως καταχραστάς της δοθείσης αυτοίς εξουσίας, αν και καταχρασταί δεν ήσαν. Οι δε Ανδρέαι, νικήσαντες τους αντιπάλους της κυβερνήσεως, εθεώρουν εαυτούς αξίους της ευγνωμοσύνης και της εμπιστοσύνης της, και εδυσφόρουν επί τη τοιαύτη προς αυτούς διαγωγή της· άκοντες δε και εγκοτούντες άφησαν το φρούριον εις χείρας του νομοτελεστικού. Υπέστησαν και άλλας δυσαρεσκείας. Παρεκάλεσεν τους νομοτελεστάς να μη αποβάλωσι την συγγενή του Κολοκοτρώνη Μπουμπουλίναν από τινος εν Ναυπλίω εθνικής οικίας εν ή κατώκει, αλλ' ουδ' εις τούτο εισηηκούσθησαν· εζήτησαν μικράν τινα αποζημίωσιν επί λόγω δαπάνης επί του εμφυλίου πολέμου, αλλ' ουδ' οβολόν έλαβαν· έπαθαν και άλλο. Το νομοτελεστικόν, προθέμενον να τους εξασθενήση, απέσπασεν από μεν του συγγενούς και συμμάχου αυτών Ιωάννου Νοταρά τον υποπλαρχηγόν αυτού Μακρυγιάννην, από δε του Λόντου τον Νάσον Φωτομάραν, Σουλιώτην, ον και ανέδειξε φρούραρχον του Παλαμηδίου. Ένεκα τούτων ανεχώρησαν οι Ανδρέαι εκ Ναυπλίου πλήρεις οργής κατά του νομοτελεστικού. Αλλ' εν ώ το νομοτελεστικόν εφέρετο προς αυτούς αγνωμόνως, η βουλή τους ικανοποίει θεωρούσα αυτούς ως αρίστους πατριώτας, ως καλώς και ευτυχώς υπέρ της στερεώσεως των νόμων αγωνισθέντας και αξίους της ευγνωμοσύνης του έθνους· τόσον δε ετίμα τον Ζαήμην, ώστε, αποθανόντος του Νικολάου Λόντου, μέλους του νομοτελεστικού, διώρισεν αυτόν διάδοχόν του· αλλ' ούτος παρητήθη, ως και άλλοτε, και η βουλή αντικατέστησε την 14 Ιουλίου τον ομόφρονα αυτού Πανούτσον Νοταράν.

Βαδίζον το νομοτελεστικόν την οδόν του, αφ' ού είδε τους περί τον Κολοκοτρώνην ταπεινωθέντας διά του Ζαήμη και Λόντου, ήθελε να ταπεινώση και τούτους δι' εκείνου· εφείλκυσε δε ή μάλλον ειπείν ουδετέρωσε τον Πλαπούταν. Εμάνθαναν οι Ανδρέαι όσα υπενεργούντο κατ' αυτών, και έτι μάλλον ωργίζοντο και ητοιμάζοντα εις νέας εμφυλίους ταραχάς. Η πολλή στρατιωτική δύναμις αυτών ήτο περί τας Πάτρας όπου εστρατοπεδάρχει ο Λόντος και συνεστρατοπέδευαν οι φίλοι και ομόφρονες αυτού και του Ζαήμη, ο Ιωάννης Νοταράς, οι υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γενναίος, οι Δηληγιάνναι και οι Πετμεζάδες· όλοι δε ούτοι είχαν δισχιλίους. Ο δε Κολοκοτρώνης και ο Ζαήμης εκάθηντο εν ταις επαρχίαις των ήσυχοι κατά το φαινόμενον, αλλ' υποπροδιαθέτοντες τας υπό την επιρροήν των επαρχίας κατά του νομοτελεστικού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αφορμή μόνον εχρειάζετο εις φανεράν ρήξιν, και οι Αρκάδιοι έδωκαν αυτήν πρώτοι, εναντιωθέντες εις την είσπραξιν των προσόδων των και υβρίσαντες τον διοικητήν. Επί τη διαγωγή ταύτη το νομοτελεστικόν απέστειλε κατ' αυτών την 22 Οκτωβρίου 500 Στερεοελλαδίτας υπό τον Δικαίον, τον και υπουργόν των εσωτερικών. Τούτο μαθόντες οι περί τας Πάτρας διέλυσαν το στρατόπεδον αυθαιρέτως επί προφάσει ελλείψεως τροφών, και οι μεν διεσκορπίσθησαν εις άλλας επαρχίας προς υποκίνησιν ταραχών, οι δε περί τους Δηληγιάννας και τον Κολοκοτρώνην εξεστράτευσαν φανερά εις υπεράσπισιν των ομοφρόνων αυτών Αρκαδίων. Εν τοσούτω, επειδή εχρειάζετο να δικαιολογηθή το κίνημά των υπό πρόσχημα νομιμότητος, ασεβούντες εις τους νόμους κατηγόρουν την κυβέρνησιν ως ασεβήσασαν· και παρεξηγούντες τον ς' παράγραφον του ιζ' νόμου, διετείνοντο ότι δεν επετρέπετο εκ νέου εκλογή των αυτών μελών του νομοτελεστικού· επεκαλούντο δε την ταχείαν συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως κατά τα εν Άστρει ορισθέντα. Η βουλή, αν και ενείχετο εις την αποδιδομένην εις την κυβέρνησιν παρανομίαν ως εκλέξασα τα μέλη του νομοτελεστικού, επολιτεύθη ανεξικάκως κατ' αρχάς προς τους κατηγόρους της, και προσπαθούσα να καταπραΰνη το νομοτελεστικόν, τότε μόνον τους εγκατέλιπεν ότε τους είδεν άραντας όπλα.

Εν τούτοις, έφθασαν οι περί τον Δικαίον εις τους Λάκκους της Μεσσηνίας, κατέλαβαν και οι Αρκάδιοι τους Κωνσταντίους και εμάχοντο δύο ημέρας· ελθόντων δε των περί τους Δηληγιάννας και τον Κολοκοτρώνην, ετράπησαν τα στρατεύματα της κυβερνήσεως εις φυγήν, και ο αρχηγός αυτών Δικαίος επανήλθεν άπρακτος εις Ναύπλιον.

Καθ' ας δε ημέρας εμάχοντο οι Έλληνες κατά την Μεσσηνίαν, απέθανεν εν Ναυπλίω ο αντιπρόεδρος του νομοτελεστικού και αγαθός πολίτης Παναγιώτης Μπότασης, θύμα πεσών της προ πολλού επικρατούσης βαρείας επιδημίας. Θύμα της αυτής επιδημίας έπεσε την 22 νοεμβρίου και ο Νέγρης ιδιωτεύων εν Ναυπλίω και ολιγωρούμενος. Διέτριβεν εν Ύδρα επί τω θανάτω του αντιπροέδρου ο πρόεδρος Κουντουριώτης ασθενών· διά τούτο το τρίτον μέλος του νομοτελεστικού, ο Φωτίλας, εκλήθη εις την προεδρίαν του σώματος επιτροπικώς· αλλ' ως ομόφρων των εναντίων της κυβερνήσεως απηρέσκετο εις όσα επράττοντο κατ' αυτών·

Νοέμβριος μη δυνάμενος δε να τα εμποδίση, εδραπέτευσε την 8 νοεμβρίου, και την επαύριον ανεγνώσθη εν τη βουλή έγγραφόν του λέγον, ότι παρητείτο, διότι πολλάκις επρότεινε να μη γίνωσι κινήματα παρά της κυβερνήσεως τείνοντα, εις εμφύλιον πόλεμον και δεν εισηκούσθη. Η δραπέτευσις τούτου άφησε το σώμα ατελές και ανίκανον να εργάζεται. Εις συμπλήρωσιν δε του απαιτουμένου αριθμού εχρειάζετο εκλογή νέου μέλους, και το νομοτελεστικόν εις ενίσχυσίν του ήθελε να συμπαραλάβη τινά Μαυρομιχάλην. Αλλ' ο αρχηγός της οικογενείας ταύτης, Πετρόμπεης, ετέλει πρό τινος καιρού υπό βαρείαν κατηγορίαν ως έχων αλληλογραφίαν μυστικήν μετά του Μεχμέτ-Αλή· διά τούτο και η κυβέρνησις και οι εναντίοι αυτής τον απέφευγαν· αλλ' η κατηγορία εξετασθείσα απεδείχθη ψευδής, και το νομοτελεστικόν υπερισχύσαν εν τη βουλή επί της εκλογής του νέου μέλους παρέλαβε τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην σύναρχον.

Αν και ήρχισεν ήδη ο εμφύλιος πόλεμος, εστάλησαν ειρηνοποιοί μεσούντος του μηνός προς τον Ζαήμην επί τη προτάσει της βουλής κινουμένης πάντοτε υπό πνεύματος συμβιβαστικού, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι. Μετά τα μεσσηνιακά, το μήλον της έριδος της κυβερνήσεως και των ανταρτών ήτον η Τριπολιτσά. Την πόλιν ταύτην κατείχεν η κυβέρνησις, οι δε εναντίοι της επροσπάθησαν να εφελκύσωσι τους κατοίκους αυτής και να ουδετερώσωσι τους φρουρούς της και τους πέριξ Στερεοελλαδίτας, προς ους έγραψαν επιστολήν, εν ή θεωρούντες την μεν Πελοπόννησον ιδίαν γην και όχι κοινήν όλων των Ελλήνων, ή τουλάχιστον των αγωνιζομένων Ελλήνων, τον δε εμφύλιον πόλεμον ως μόνον τα ιδιαίτερα συμφέροντα αυτών και τα των μελών της κυβερνήσεως αφορώντα, τους εθεώρουν ξένους, τους εσυμβούλευαν ν' απέχωσι των πελοποννησιακών πραγμάτων και ηπείλουν ότι επί τη παρακοή των θα τους ετιμώρουν (α). Ολιγωρούμενοι δε υπό των εντοπίων και χλευαζόμενοι υπό των Στερεοελλαδιτών απέστειλαν τον Νικήταν εις Κουτσοπόδι, αυτοί δε πλήρεις θυμού εκίνησαν ένοπλοι εις κυρίευσιν της Τριπολιτσάς, εγύμνωσαν εμπόρους έξωθεν της πόλεως, και κατέλαβαν παρακειμένας τινάς θέσεις· αλλ' οι φρουρούντες την πόλιν Στερεοελλαδίται επεξελθόντες συνήψαν μάχην κατά τον άγιον Σώστην και Καμάρι· και τους μεν κατά τον άγιον Σώστην ενίκησαν κατά κράτος συλλαβόντες 60, εν οίς και τον Στάικον, ους ανέστειλαν εις Ναύπλιον, έτρεψαν δε και τον Πάνον Κολοκοτρώνην ελθόντα εις βοήθειαν του Σταΐκου, και τον εφόνευσαν φεύγοντα προς το χωρίον του Θάνα, τους δε κατά το Καμάρι διεσκόρπισαν· διεσκόρπισαν την 22 και τους περί τον Νικήταν κατά το Κουτσοπόδι. Την δε 28 ανέβησαν εις Τριπολιτσάν προς βοήθειαν των κυβερνητικών ο Χατσή Χρήστος και ο Βάσσος, προσέβαλαν την επιούσαν κατά το Βρυσάκι τους εναντίους, τους έτρεψαν, τους κατεδίωξαν μέχρι του Παρθενίου, και δεν τους άφησαν να συναχθώσι πλέον προς εκείνο το μέρος. Λέγεται δε ότι επέκεινα των εκατόν εφονεύθησαν εν ταις αθλίαις ταύταις αδελφομαχίαις.

Αλλ' η κυβέρνησις, αν και υπερίσχυσεν, υπώπτευεν, ότι περιοριζομένη εις μόνας τας εν Πελοποννήσω δυνάμεις της εκινδύνευεν. Ο δεύτερος ούτος εμφύλιος πόλεμος δεν ωμοίαζε τον πρώτον, καθ' όν Πελοποννήσιοι επολέμουν Πελοποννησίους. Επί του παρόντος η Πελοπόννησος ήτον όλη σχεδόν του αυτού φρονήματος, και η κυβέρνησις δεν εδύνατο να ταπεινώση τους εναντίους της ειμή διά στρατιωτών άλλου μέρους· έχουσα δε χρήματα εκ του δανείου είχεν όσους υπομισθίους Στερεοελλαδίτας ήθελεν· οι δε αντίπαλοί της μη έχοντες θ' απεστερούντο και αυτών των υπό την οδηγίαν των. Είναι δε άπορον πώς άνθρωποι, ως οι Ανδρέαι και ο Κολοκοτρώνης, ανεδέχθησαν τον αγώνα τούτον εν μέσω τοιούτων περιστάσεων. Διά τους λόγους τούτους, μη επαναπαυομένη η κυβέρνησις εις την κατ' επιφάνειαν υπεροχήν της εστοχάσθη αναγκαίον να φέρη εις Πελοπόννησον έξωθεν στρατεύματα επί μισθώ και εκάλεσε τα εν τη Ανατολική Ελλάδι. Όλοι υπήκουσαν, και δισχίλιοι υπό τον Γκούραν και τον Καρατάσον απέβησαν προ των άλλων την 22 εις τον ισθμόν. Έκτοτε ήρχισαν τα μεγάλα δυστυχήματα των ανταρτών και της Πελοποννήσου.

Πρό τινων ημερών επολιόρκουν την Ακροκόρινθον ο Λόντος και ο Ιωάννης Νοταράς έχοντες 800 εκλεκτούς Στερεοελλαδίτας· αλλ' επί τη αποβάσει των ανωτέρω έφυγαν και ανέβησαν εις Κουτσομάδι, όπου ηύραν τον ομόφρονά των Νικήταν. Εν τούτοις ήλθεν εις Κόρινθον ο Κωλέττης, μέλος του νομοτελεστικού, ως γενικός διευθυντής, και τους παρηκολούθησεν αναβαίναντας εις Κουτσομάδι. Εκεί επολέμησαν οι αντιφερόμενοι, εχύθη αίμα, υπερίσχυσαν οι κυβερνητικοί, οι δε αντικυβερνητικοί έφυγαν κακώς έχοντες· και ο μεν Λόντος απήλθεν εις Αχαΐαν, ο δε Νοταράς και ο Νικήτας κατέλαβαν τον άγιον Γεώργιον. Επεστράτευσαν και εις εκείνο το χωρίον οι κυβερνητικοί· αλλ' επειδή ο τόπος είναι δυνατός, απεκρούσθησαν και 50 εφονεύθησαν. Παθόντες και αποτυχόντες, μετέφεραν εκ Ναυπλίου τρία κανόνια· τότε απηλπίσθησαν οι αντικυβερνητικοί και έφυγαν διά νυκτός. Έτρεξαν οι κυβερνητικοί κατόπιν αυτών, μετέβησαν εις Τρίκαλα, όπου κατέφυγεν ο Ιωάννης Νοταράς, τα εκυρίευσαν αναιμωτί, εγκατελείφθη και αυτός υπό των μισθωτών του αυτομολησάντων υπό της κυβερνήσεως τας σημαίας, παρεδόθη, εστάλη υπό φύλαξιν εις Ναύπλιον, και επί τη αιτήσει του θείου του, προέδρου της βουλής, μη μεθέξαντος της ανταρσίας, έμεινε παρ' αυτώ υπό την εγγύησίν του.

Δεκέμβριος Εν ώ δε υπερίσχυαν κατά την Κορινθίαν τα υπό τον Γκούραν και τον Καρατάσον στρατεύματα, διέβησαν αρχομένου του δεκεμβρίου εις Βοστίτσαν και τα εν Σαλώνοις υπό τον Καραϊσκάκην, τον Τσαβέλλαν και άλλους, και ανέβησαν εις Καλάβρυτα, όπου ήλθε και ο Κωλέττης. Την δε 13 εκινήθησαν εις Κερπινήν όπου ήσαν ο Ζαήμης, ο πατήρ του, ο Λόντος, ο Νικήτας, και πολέμου γενομένου υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν το χωρίον, το ελεηλάτησαν και πολλά άλλα κακά έπραξαν· οι δε εν αυτώ κακήν κακώς έφυγαν. Τα αυτά κακά έπαθαν και οι λοιποί αντικυβερνητικοί παντού, και όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, κατέθεσαν τα όπλα, επεκαλέσθησαν την μακροθυμίαν της κυβερνήσεως, οι μεν δι' ενός τρόπου οι δε δι' άλλου, και οι πλείστοι παρεδόθησαν αυθορμήτως εις χείρας της αυτομολήσαντες εις Ναύπλιον, διότι ούτε ασφαλείς ήσαν εν ταις επαρχίαις των, ας κατεπάτησαν όλας τα κυβερνητικά στρατεύματα, ούτε δεκτοί εις την Επτάννησον, όθεν ο Σισίνης και ο υιός του Χρύσανθος, εκεί καταφυγόντες, απεπέμφθησαν. Τοιουτοτρόπως συνήχθησαν εις Ναύπλιον ο Κολοκοτρώνης, οι Δηληγιάνναι Αναγνώστης, Κανέλλος, Δημητράκης και Νικόλαος, οι Νοταράδες Ιωάννης και Παναγιώτης, ο Γρίβας, ο Αναστασόπουλος, ο Μητροπέτροβας, ο Παπατσώνης, ο Κρίτσαλης και ο Κατσαρός, περιμένοντες την τύχην των παρά των εχθρών των. Η δε κυβέρνησις τους απέστειλεν όλους την 6 φεβρουαρίου εις Ύδραν και διέταξε να τους περιορίσωσιν εν τω μοναστηρίω του προφήτου Ηλίου του επί της κορυφής του όρους μέχρις ου δικασθώσι. Μετά τεσσάρας δε ημέρας απέστειλεν εκεί και τον Σισίνην και τον υιόν του Χρύσανθον ελθόντας και αυτούς κατόπιν των άλλων εις Ναύπλιον και προσπεσόντας. Οι δε Ανδρέαι και οι άλλοι, οι φυγόντες εκ της Κερπινής, κατέφυγαν εν πρώτοις εις Δίβρην, αλλά, μαθόντες ότι ήρχοντο εις καταδίωξίν των οι υπό τον Γκούραν, έφυγαν και εκείθεν (β) και μη βλέποντες εντός της Πελοποννήσου τόπον καταφυγής ασφαλή κατέβησαν εις Κουνουπέλι και εντυχόντες τρία πλοιάρια υπό σημαίαν ιονικήν έπλευσαν εις την Δυτικήν Ελλάδα.

Μικρός ήτον ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, μικρά και τα κινήσαντα αυτόν αίτια, μικρού λόγου και οι σκοποί του. Η Αρχή, το μήλον της έριδος, ήτον εφήμερος, διότι εφήμερα, ό εστιν ενιαύσια, ήσαν και τα βουλευτικά και τα νομοτελεστικά· το δε νομοτελεστικόν της περιόδου ταύτης, ως αναπληρωτικόν του άλλου, ουδέ τετράμηνον διάρκειαν είχεν· ουδενός δε των διαμαχομένων η φίλαρχος επιθυμία επέκεινα του τέρματος ή των όρων της καθεστώσης εξουσίας παρεξετείνετο· διηρείτο δε η εξουσία και εις πολλούς, και υπό τον χαλινόν και την αυστηράν επίβλεψιν της βουλής πάντοτε έκειτο. Πελοποννήσιοι προς Πελοποννησίους διεμάχοντο επί του πρώτου εμφυλίου πολέμου. Σχέσεις έχοντες ούτοι προς αλλήλους επολιτεύοντο και εν πολέμω μετρίως. Ολίγη, ως είδαμεν, η αιματοχυσία, ουδεμία διάθεσις καταστροφής ή διαρπαγής, ευκατεύναστα τα πάθη, οι σήμερον πολέμιοι έγειναν την επαύριον φίλοι, και η περί ης ο λόγος αλληλομαχία εφαίνετο μάλλον στάσις ή πόλεμος. Αλλά λίαν δεινός και λίαν φθοροποιός κατήντησεν ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος προκειμένης όχι εφημέρου εξουσίας ως άλλοτε, αλλά καταστροφής και εξοντώσεως των ισχυρών της Πελοποννήσου· εξώκειλε δε ένεκα τούτου και εις τόσην κακοήθειαν, ώστε η εις την Πελοπόννησον εισβολή των πέραν του ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν και εις ακολασίαν, ανεκάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθαν επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών· η δε έκβασις του πολέμου τούτου ανύψωσε τον Κουντουριώτην και συνανύψωσε και τον συνάρχοντα και συμπράκτορα αυτού Κωλέττην.

Διαρκούσης δε της εκστρατείας κατά την Δυτικήν Ελλάδα, ησθένησεν ο Μαυροκορδάτος και μετεκομίσθη εις Ανατολικόν· είχε κληθή πρό τινος καιρού εις αναδοχήν των καθηκόντων του γενικού γραμματέως του νομοτελεστικού· αλλ' η κατάστασις της Δυτικής Ελλάδος και η ασθένειά του τον ηνάγκασαν ν' αναβάλη την εις Ναύπλιον μετάβασίν του. Αφ' ού δε ανέλαβε και διελύθη και το εχθρικόν στρατόπεδον, απεφάσισε ν' αναχωρήση, και εκάλεσε τους πληρεξουσίους και τους οπλαρχηγούς των επαρχιών εις τοπικήν συνέλευσιν επί σκοπώ να βάλη τάξιν όπου επεκράτει πλήρης αταξία, τουτέστιν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν.

Δεκέμβριος Συνήλθαν οι πληρεξούσιοι εις Ανατολικόν και την 17 δεκεμβρίου ήρχισαν τας εργασίας των υπό την προεδρίαν του στρατηγού Τσόγκα, του ισχυροτέρου οπλαρχηγού των μερών εκείνων· έλαβαν δε υπ' όψιν όσα και επί της προλαβούσης τοπικής συνελεύσεως και διέταξαν εις διόρθωσιν των αταξιών όσα και τότε, αλλά πραγματικώς έπραξαν ουδέν. Επειδή δε επεκράτει εν Πελοποννήσω ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, δέον έκριναν να εκφράσωσι πανδήμως τα φρονήματά των περί των γενικών πραγμάτων, κατακρίνοντες και καταρώμενοι παν ένοπλον κίνημα κατά της κυβερνήσεως, οιαδήποτε και αν ήτο του κινήματος η αφορμή, και οιοσδήποτε ο κινούμενος, κηρύττοντες την αφοσίωσίν των εις τα καθεστώτα και προσφέροντες τον βραχίονά των εις υποστήριξιν αυτών· εξέφρασαν δε επί της συνελεύσεως και την βαθείαν ευγνωμοσύνην των προς τον γενικόν διευθυντήν, και την λύπην των διά την αποχώρησίν του, και επολιτογράφησαν αυτόν και τους συν αυτώ Πραΐδην και Πολυζωίδην.

Επρόκειτο προ παντός άλλου επί της συνελεύσεως να προσφέρωσί τινες των οπλαρχηγών, και κυρίως ο του Ζυγού Μακρής, προς κοινήν χρήσιν τα γεννήματα των επαρχιών των εσοδιαζόμενα εις ιδίαν των περί αυτούς χρήσιν, αλλ' ούτοι δεν επείθοντο. Εν ώ δε κατεγίνοντο εις την εξέλεγξιν των προσόδων των επαρχιών και ελογομάχουν περί τούτου εν τω ναώ της Παναγίας, όπου συνεδρίαζαν, συνέβη σεισμός τόσον δεινός ώστε έπεσαν καί τινες οικίαι. Γνωστόν είναι πόσον επιρρεάζονται τα πνεύματα των απλουστέρων υπό των τοιούτων της φύσεως φαινομένων. Δραξάμενός τις των πληρεξουσίων την ευκαιρίαν ταύτην ανέστη παύσαντος του σεισμού, και αφ' ού ελάλησε περί άλλων υποθέσεων, είπε τα εξής.

«Αλλ' εβασίλευσε τάχα παρ' ημίν η δικαιοσύνη; Εφάνημεν άξιοι της θείας βοηθείας, ην τόσον φανερά απολαμβάνομεν; Όχι! βεβαίως· δεν σας το λέγω εγώ· σας το είπε προ ολίγου ο Θεός διά του σεισμού του. Τα σημεία ταύτα είναι η φωνή της οργής του· η οργή του βλέπετε εσάλευσε και αυτά τα θεμέλια της γης. Μάθετε, λέγει η φωνή της οργής του, ότι ο Θεός απεφάσισε να ελευθερώση τον λαόν του όχι μόνον εκ χειρός των Τούρκων, αλλά και εκ χειρός των αγαπώντων την ανομίαν και την αδικίαν Χριστιανών. Ο Θεός οργίζεται επίσης όλους τους ανόμους και αδίκους οποία και αν ήναι η πίστις των. Τρέμετε όσοι είσθε άνομοι και φιλάδικοι· ο Θεός των Χριστιανών είναι θεός νόμου και δικαιοσύνης· είναι Θεός εκδικήσεων. Τρέμετε οι άνομοι και φιλάδικοι!» Κλονισθέντες οι οπλαρχηγοί υπό του σεισμού, ακούσαντες και την ερμηνείαν αυτού επροθυμήθησαν, προεξάρχοντος του Μακρή, να προσφέρωσιν όσα μέχρι τούδε δεν έπαυσαν ιδιοποιούμενοι.

Οι δε Ανδρέαι και οι περί αυτούς κατευωδώθησαν εις Προκοπάνιστον, νησίδιον τρεις ώρας και τέταρτον απέχον του Μεσολογγίου, την 23, διαρκούσης της συνελεύσεως και έγραψεν ο Ζαήμης αυθημερόν προς τους συγκροτούντας αυτήν επιστολήν (γ) λέγουσαν, ότι, αν και κατετρέχετο μέχρι θανάτου, ωρκίσθη ν' αποθάνη επί της φίλης πατρίδος μαχόμενος υπέρ αυτής, και ότι εζήτει άσυλον μέχρι της συγκροτήσεως της εθνικής συνελεύσεως, εις ην έτοιμος ήτο να δώση λόγον των πράξεών του.

Οι Ανδρέαι ηγαπώντο παρά των Δυτικοελλαδιτών. Ουδέποτε επεκαλέσθησαν ούτοι εις μάτην την αντίληψιν εκείνων οσάκις εκινδύνευεν η πατρίς των· πολλοί δε των επισημοτέρων και αυτός ο γενικός διευθυντής Μαυροκορδάτος ήσαν φίλοι των· δια τούτο συμπαθείς εφάνησαν προς τα δεινά των όλοι, αλλά μη θέλοντες να ενοχοποιηθώσιν ενώπιον της υπερισχυούσης κυβερνήσεως απήντησαν (δ), ότι πρόθυμοι ήσαν και να τους δεχθώσι και να μεσιτεύσωσιν υπέρ αυτών προς την κυβέρνησιν, αλλ' ότι τους εθεώρουν πάντοτε υπό το κράτος του νόμου. Επί τη απαντήσει ταύτη ήλθαν οι Ανδρέαι και λοιποί εις Ανατολικόν, εφιλοφρονήθησαν, και μετέβησαν εις Κατοχήν, χωρίον του Ξηρομέρου, υπό την εγγύησιν μεν των στρατηγών Τσόγκα, Μακρή, Ράγκου και Βλαχοπούλου, αλλ' υπό την ιδιαιτέραν επαγρύπνησιν και περιποίησιν του Τσόγκα, υφ' ον ετέλει η Κατοχή.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'

Εξωτερική πολιτική ως προς την Ελλάδα. Συνδιαλέξεις εν Πετρουπόλει των αντιπροσώπων των πέντε δυνάμεων περί του ελληνικού ζητήματος, και σχίσμα Αγγλίας και Ρωσσίας.

ΑΝ και η Πύλη απηξίωσε ν' απαντήση εις την περί Ελλάδος πρότασιν της Ρωσσίας, η Ρωσσία όχι μόνον δεν παρητείτο του ειρηνοποιού σκοπού της, αλλ' επροσπάθει να προσηλώση σπουδαιότερον εις ευόδωσιν αυτού την προσοχήν των περί πολλού ποιουμένων την διατήρησιν της ειρήνης αυλών, και να κερδίση την αναγκαίαν σύμπραξίν των· δεν έπαυε δε λέγουσα ότι, και αν εσυμβιβάζοντο τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας, εν όσω διήρκει ο αγών της Ελλάδος, η ειρήνη της Ευρώπης διά τον χαρακτήρα αυτού εκινδύνευεν. Αρχομένου δε του ενεστώτος έτους, εκοινοποίησεν εμπιστευτικώς ταις αυλαίς εις υποστήριξιν της προτάσεώς της υπόμνημα, εν ώ εξέθετε σαφώς τους όρους, ους εθεώρει και ορθούς και αναγκαίους εις ειρήνευσιν της μαχομένης Ελλάδος, προβάλλουσα να συστηθώσι τρεις υποτελείς τω σουλτάνω ηγεμονείαι, η μεν εκ Θεσσαλίας, Βοιωτίας και Αττικής, ήτοι της Ανατολικής Ελλάδος, η δε εξ Ηπείρου και Ακαρνανίας, ήτοι της Δυτικής Ελλάδος, η δε εκ Πελοποννήσου και Κρήτης, ήτοι της μεσημβρινής Ελλάδος· αι δε νήσοι να διοικώνται δημογεροντικώς ως και μέχρι τούδε, και ο πατριάρχης, εδρεύων πάντοτε εν Κωνσταντινουπόλει, να θεωρήται ως αντιπροσωπεύων το ελληνικόν έθνος (α).

Είπαμεν, ότι η πολιτική της Ρωσσίας έτεινεν ανέκαθεν εις εξασθένωσιν του οθωμανικού κράτους και εις την κατ' ολίγον αποσύνθεσίν του· δι' ον δε λόγον επολιτεύετο ούτως η Δύναμις αύτη, διά τον αυτόν δεν ανείχετο την προ των πυλών της επί των ερειπίων αυτού ανέγερσιν βυζαντινού, ήτοι ισχυρού κράτους κατέχοντος τας κλεις της Μαύρης θαλάσσης· ενίσχυε δε μόνον την ανέγερσιν μικρών επικρατειών, υποτελών μεν τη Πύλη αλλ' υπό την επιρροήν και προστασίαν εκείνης. Τοιαύτης πολιτικής αποκύημα ήτο το περί ου ο λόγος σχέδιον, ανάξιον του εθνισμού των Ελλήνων, ως διαρρηγνύον την ενότητά των, εφ' ης πάσα υγιής πολιτική επάναγκες να σαλεύη, και ως ανατρέπον την ανεξαρτησίαν των, υπέρ ης ηγέρθη ο δεινότατος αυτών αγών.

Κοινοποιήσασα το υπόμνημα τούτο ταις αυλαίς η Ρωσσία, τας εκάλεσεν εις Πετρούπολιν προς σύσκεψιν και πραγματοποίησίν του. Ορθούς εθεώρησαν αι της Γαλλίας, Αυστρίας και Πρωσσίας αυλαί τους όρους του υπομνήματος ως μεταξύ της τελείας ανεξαρτησίας κατά την απαίτησιν του ενός των διαμαχομένων, και της τελείας υποταγής κατά την του άλλου κειμένους, και τους παρεδέχθησαν προθύμως, αλλ' εν πνεύματι πάντοτε ειρηνικώ. Την αυτήν γνώμην εξέφρασε και η αυλή της Αγγλίας, αλλ' απήτησεν ως εκ των ων ουκ άνευ να προηγηθή η εις Κωνσταντινούπολιν αποστολή πρέσβεως Ρώσσου, ως δείγμα φιλειρηνικόν προς την Πύλην, και να ορισθή τόπος των συνεδριάσεων όχι η Πετρούπολις αλλ' η Βιέννη. Η δε αυλή της Ρωσσίας, η θεωρήσασα και αύτη εξ αρχής ως εκ των ων ουκ άνευ να προηγηθή της εις Κωνσταντινούπολιν αποστολής πρέσβεώς της η παντελής κένωσις των ηγεμονειών, αντείπεν. Εν τούτοις διά των εν Κωνσταντινουπόλει επανειλημμένων αξιώσεων των αυλών εφάνη λύσασα αύτη η Πύλη το ζήτημα υποσχεθείσα επισήμως λήγοντος του απριλίου την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών (β)· απέλυσε δε και τον Βηλαράν επί τη παρακλήσει του παρ' αυτή πρέσβεως της Αγγλίας.

Αρθέντων των προσκομμάτων τούτων, διώρισεν η Ρωσσία πρέσβυν της παρά τω σουλτάνω τον Ριβωπιέρρον, αλλά δεν τον εξαπέστειλεν ευθύς και ανέδειξεν επιτετραμμένον τα της πρεσβείας τον ως έφορον των εμπορικών και ναυτικών υποθέσεων εδρεύοντα ήδη εν Κωνσταντινουπόλει Μιντσιάκην·

Ιούνιος μη επιμενούσης δε και της Αγγλίας εις ον επρότεινε τόπον των συσκέψεων, συνεδρίασαν εν Πετρουπόλει οι εκεί αντιπρόσωποι των αυλών την 5 Ιουνίου κατά πρώτον· και οι μεν της Αυστρίας, Γαλλίας και Πρωσσίας ενέκριναν εξ ονόματος των αυλών αυτών τα εν τω υπομνήματι, αναγγείλαντες· ότι έτοιμοι ήσαν να συστήσωσι τοις εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφοις των ό,τι εις πραγματοποίησιν αυτών ωρίζετο· ο δε της Αγγλίας ανήγγειλεν, ότι και η αυλή του, αν και διεφώνει κατά τι, ενέκρινε τας βάσεις του υπομνήματος, αλλά δεν τω απέστειλεν εισέτι οδηγίας περί των περαιτέρω. Τω όντι ο πρέσβυς ούτος, Κάρολος Βαγώττος, ειδοποιηθείς παρά μεν του εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφου του ότι υπεσχέθη επισήμως η Πύλη την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών, παρά δε της αυλής της Ρωσσίας ότι διώρισε πρέσβυν της παρά τω σουλτάνω, εθεώρησεν ότι επληρώθησαν οι απαιτούμενοι όροι και συνεδρίασεν άνευ ρητής διαταγής της αυλής του.

Δευτέρας δε συνεδριάσεως γενομένης την 24, επρόβαλεν ο πληρεξούσιος της Ρωσσίας να διαταχθώσιν οι παρά τω σουλτάνω πρέσβεις των συμμάχων όπως δι' ενός και του αυτού εγγράφου, συνυπογράφοντος και του επιτετραμμένου τα της Ρωσσίας, προτείνωσι επί των όρων του υπομνήματος την μεσιτείαν των αυλών και την διακοπήν των εν Ελλάδι εχθροπραξιών, ν' αναγγελθώσι δε τα αυτά και προς τους Έλληνας· επί δε τη ανακωχή να συνέλθωσιν οι πρέσβεις των συμμάχων και οι πληρεξούσιοι των διαμαχομένων εις Κωνσταντινούπολιν προς συνδιάσκεψιν περί οριστικού συμβιβασμού· αλλ' οι συνδιαλεγόμενοι εζήτησαν καιρόν εις αίτησιν νέων οδηγιών.

Εν τούτοις, διεταράχθησαν απροσδοκήτως αι εξ αρχής μέχρι τούδε επικρατήσασαι στεναί σχέσεις Αγγλίας και Τουρκίας. Η εν Λονδίνω σύστασις φιλελληνικής εταιρίας, η χιλιόλιρος συνδρομή της δημαρχίας της μεγαλοπόλεως ταύτης υπέρ της πολεμούσης Ελλάδος, το δάνειον, η εις Ελλάδα αποστολή πολεμεφοδίων και άλλων βοηθημάτων, η εις συμμέθεξιν του ελληνικού αγώνος άφιξις Άγγλων και κατ' εξοχήν η του Βύρωνος αντηχήσασα διά το λαμπρόν όνομά του από περάτων έως περάτων, και η εξ αιτίας της δικαιοτέρας και φιλελληνικωτέρας πολιτικής του Κάννιγγος επί το δικαιότερον και φιλελληνικότερον μεταβολή της διαγωγής των Αρχών του ιονίου κράτους παρώργισαν εις άκρον την Πύλην κατά της Αγγλίας. Ο δε εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς αυτής, ο τόσην πίστιν και υπόληψιν άλλοτε απολαμβάνων, υπεβλέπετο. Εις μάτην έλεγεν οποία τα όρια της εξουσίας της αγγλικής κυβερνήσεως επί των Άγγλων. Αγνοούσα και ολιγωρούσα η Πύλη τον τρόπον του πολιτεύεσθαι των ελευθέρων εθνών, δεν ήξευρε να διακρίνη τα των αρχόντων και των αρχομένων, και ενοχοποίει εκείνους διά τα προς αυτήν πταίσματα τούτων. Τοιαύτα φρονούσα και αδικουμένην εαυτήν θεωρούσα, πικροτάτους απέτεινε προς τον πρέσβυν της Αγγλίας λόγους περί της διαγωγής της (γ).

Αύγουστος Μόλις δε αρχομένου του αυγούστου έλαβεν η ελληνική κυβέρνησις γνώσιν του εις λύσιν της ελληνοτουρκικής διαφοράς ρωσσικού σχεδίου και κατεταράχθη. Ουδέν ήττον κατεταράχθη και η Πύλη· ωργίσθη δε έτι μάλλον αύτη διά την εν αυτώ προτεινομένην αυθόρμητον παρέμβασιν των αυλών εν ταις διαφοραίς αυτής και των επαναστάντων ραγιάδων. Υπό τοιούτους οιωνούς εξεδόθη το ρωσσικόν σχέδιον και εσυστήθη εν Πετρουπόλει το συμβιβαστικόν συμβούλιον, μηδενός των διαμαχομένων ζητούντος ή δεχομένου οποίον επρότεινε το σχέδιον συμβιβασμόν· ώστε ειργάζοντο αι Δυνάμεις προς ειρήνευσιν Ελλήνων και Τούρκων επί τη προτάσει της Ρωσσίας παρά την θέλησιν και των Ελλήνων και των Τούρκων.

Προθεμένη δε η ελληνική κυβέρνησις να ματαιώση το σχέδιον τούτο, αναγκαίον ενόμισε να διαμαρτυρηθή επισήμως· και εις ενίσχυσιν της διαμαρτυρήσεώς της δέον έκρινε να επικαλεσθή την συνδρομήν τινος των αυλών. Ευνοϊκωτέρα πασών προς την Ελλάδα ήτο τότε βεβαίως η της Αγγλίας, δι' ο και προς αυτήν απέστειλε την 12 διαμαρτύρησιν (δ) στηλιτεύουσα ως αισχρόν τον προτεινόμενον συμβιβασμόν, επικαλουμένη την αντίληψίν της εις ανάκτησιν της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, παραλληλίζουσα τα δικαιώματα αυτών και τα των εσχάτως αποχωρισθέντων της μητροπόλεως των εν τη μεσημβρινή Αμερική λαών, και διατεινομένη ότι το συμφέρον της Ευρώπης, και κυρίως της Αγγλίας, απήτει την πολιτικήν ύπαρξιν της Ελλάδος.

Μόλις έλαβε την επιστολήν ταύτην ο υπουργός της Αγγλίας την 11 οκτωβρίου και απήντησε την 7 νοεμβρίου λέγων (ε) ότι εθεώρει την πολιτικήν της Ρωσσίας φιλελληνικήν και το περί ου ο λόγος σχέδιον περιέχον ορθούς όρους· ότι δεν θα εναντιούτο η Αγγλία εις την πραγματοποίησιν αυτού, αν επροτείνετο εν καιρώ, αλλ' ουδέν θ' απεφασίζετο άνευ της συναινέσεως των διαμαχομένων, ότι άν ποτε ενόμιζε συμφέρον η Ελλάς να ζητήση την μεσιτείαν της Αγγλίας, και αν την εδέχετο η Πύλη, ουδέν θα παρημελείτο εις καρποφορίαν της, και ότι εν τη δεινή Τουρκίας και Ελλάδος πάλη επολιτεύθη η Αγγλία όπως και εν τη της Ισπανίας και των εν τη μεσημβρινή Αμερική αποικιών της, διατηρούσα άκραν ουδετερότητα. Περί δε της αντιλήψεως, ην επεκαλείτο η Ελλάς, έλεγε τα εξής. «Ούτε εμμέσως ούτε αμέσως ηρέθισαν οι υπουργοί της Αγγλίας τους Έλληνας εις την έναρξιν του αγώνος των, αλλ' ούτε διά τινος τρόπου παρενέβαλαν εμπόδια εις την πρόοδόν του. Ουδείς έχει δίκαιον να υπολάβη ότι η Αγγλία, θεωρούσα τας υπαρχούσας φιλικάς σχέσεις και τας διατηρουμένας παλαιάς συνθήκας αυτής και της Πύλης, ημπορεί ν' αναδεχθή πάλην ην δεν υπεκίνησε και να οικειοποιηθή διαφοράν αλλοτρίαν».

Αύτη είναι η μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως και της αγγλικής περί τούτων αλληλογραφία· εν ταύτη, η αγγλική, πρώτη πάσης άλλης κυβερνήσεως και κατά πρώτον, προσηγόρευσε την ελληνικήν, «προσωρινήν κυβέρνησιν».

Εν τούτοις διεταράχθη παρά πάσαν προσδοκίαν και αυτή των αυλών η αρμονία. Η Αγγλία, είτε προς καθησύχασιν της Πύλης δεινολογουμένης εφ' ων εβουλεύοντο αι αυλαί εν Πετρουπόλει, είτε ζηλοτύπως φερομένη προς την Ρωσσίαν κινούσαν όπως ήθελεν επί του προκειμένου ζητήματος την συμμαχίαν, εν ώ Τούρκοι και Έλληνες απέβλεπαν εις μόνην την Αγγλίαν, είτε επιρρεασθείσα υπό της διαμαρτυρήσεως της Ελλάδος, απεδοκίμασεν αίφνης την εν Πετρουπόλει διαγωγήν του πρέσβεώς της, Βαγώττου, ως άνευ αδείας της συνεδριάσαντος και συμπράξαντος· μεταθέσασα δε αυτόν εις άλλην πρεσβείαν και αναδείξασα διάδοχόν του τον Στρατφόρδον Κάννιγγα, διεκοίνωσε ταις αυλαίς, ότι, προθεμένη εξ αρχής εκούσιον συμβιβασμόν των αλληλομαχούντων, καθήκον της, ως ουδετέρα Δύναμις, εθεώρει να μη παρέμβη εν όσω απεποιούντο οι αντιφερόμενοι πάντα συμβιβασμόν· απεποιείτο δε και ην υπεσχέθη παρέμβασιν, και αν έστελλεν εις Κωνσταντινούπολιν η Ρωσσία πρέσβυν. Ηπόρησε και ωργίσθη η Ρωσσία επί τη απροσδοκήτω ταύτη παλινωδία της αγγλικής κυβερνήσεως, και αντιδιεκοίνωσεν, ότι έπαυε του λοιπού πάσα συνδιάσκεψις αυτής και της αυλής εκείνης και ως προς τα τουρκορρωσσικά και ως προς τα ελληνοτουρκικά. Εμέμφθησαν δε και αι άλλαι Δυνάμεις, και αύτη η υπέρ τας άλλας φιλοτουρκίζουσα Αυστρία, την παλινωδίαν της Αγγλίας.

1825

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'

Σχέδια της Ελληνικής κυβερνήσεως κατά των εχθρών. — Απόβασις του Ιβραήμπασα εις Μοθώνην. — Εκστρατεία του Κουντουριώτου προέδρου του νομοτελεστικού. — Πολεμικά κατά ξηράν και θάλασσαν συμβάντα και παράδοσις των Παλαιών Ναβαρίνων και του Νεοκάστρου. — Εμπρησμός εχθρικών πλοίων εν Μοθώνη. — Ναυμαχία παρά τον Καφηρέα.

ΕΝ ώ ο δημόσιος πλούτος εφθείρετο χάριν εμφυλίων παθών και προσωπικών μικροφιλοτιμιών εις βλάβην του λαού, και εγγύς ήτον η μετάβασις του φοβερού εχθρού της Ελλάδος, Ιβραήμπασα, από Κρήτης εις Πελοπόννησον, ουδεμία εγίνετο φροντίς περί της αναγκαίας προμηθείας και ασφαλείας των μερών εκείνων. Ως και αυτό το φρούριον του Νεοκάστρου απρομήθευτον των αναγκαίων ήτο και απρομήθευτον διέμεινε μέχρι τέλους, ως αν προητοιμάζετο να πέση μάλλον ή ν' αντισταθή.

Ακίνδυνον στρατιωτικήν δόξαν εθήρευεν ο πρόεδρος του νομοτελεστικού. Τοιαύτην εφαίνετο παρέχουσα η κατάστασις των Πατρών.

Η πόλις εκείνη επολιορκείτο στενώς πρό τινος καιρού διά θαλάσσης, και η πτώσις της εφαίνετο εγγίζουσα· δεν εκίνει δε τον Κουντουριώτην εις κτήσιν αυτής αφιλοκίνδυνος μόνον φιλοδοξία, αλλά και η προς τους Ανδρέας αντιζηλία. Εξαιρουμένης της ολιγοχρονίου αρχηγίας του Κολοκοτρώνη, εις τούτους ανετέθη εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι του καιρού εκείνου η διατήρησις της πολιορκίας και η τύχη αυτής· δεν τοις έλειψαν δε και αίσιοι περιστάσεις εις άλωσιν· αλλ' ουδέν γενναίον έπραξαν, και αφορμήν πολλάκις έδωκαν εις κατηγορίαν ως μη σπουδάζοντες μάλλον ή ως μη δυνάμενοι να την κυριεύσωσιν· ώστε, αν ο Κουντουριώτης ευδοκίμει, δικαίως θα κατησχύνοντο οι δύο ούτοι αντίζηλοί του. Πεινώντες και πάσχοντες οι εν Πάτραις Τούρκοι διά την στενήν πολιορκίαν ευδιάθετοι εφαίνοντο να απέλθωσι, και απήτουν την παρουσίαν του προέδρου επί τη πεποιθήσει, ότι και θέλησιν και δύναμιν είχε να διατηρήση τους υπέρ της ασφαλείας αυτών όρους της συνθήκης. Ταύτα τα αίτια εθάρρυναν τον Κουντουριώτην και στενότερον αποκλεισμόν διά θαλάσσης να διατάξη, και πολυάριθμον εκστρατείαν να ψηφίση, και αυτός την αρχηγίαν της εκστρατείας ν' αναλάβη. Αλλ', εν ώ η ευτυχής έκβασις του επιχειρήματος εκρέματο από της ταχείας ενεργείας, διότι ο εχθρός ήτον επί θύρας, η πρέπουσα σπουδή δεν κατεβάλλετο.

Εν τούτοις ο άοκνος Ιβραήμης, φθάσας εις τον λιμένα της Σούδας, ουδέ καν να πατήση την ξηράν ηθέλησεν, αλλά μετά δεκαπενθήμερον διατριβήν εντός των πλοίων απέπλευσε μετά του στόλου του εις Ρόδον και Μαρμάρι, παρέλαβεν άλλους πεντακισχιλίους σταλέντας παρά του πατρός του, παρέλαβε και φορτία ολόκληρα πολεμεφοδίων και τροφών σταλέντα εις χρήσιν του στρατού, επανήλθεν εις Κρήτην, εμίσθωσεν ικανούς εντοπίους και απέπλευσεν ακμάζοντος του χειμώνος.

Κατεγίνετο η ελληνική κυβέρνησις εις τας προετοιμασίας της εκστρατείας του προέδρου της, ότε έμαθεν ότι 50 εχθρικά πλοία, τα μεν πολεμικά τα δε φορτηγά, εισέπλευσαν την 11 και 12 του φεβρουαρίου τον λιμένα της Μοθώνης, και απεβίβασαν τετρακισχιλίους πεζούς, τετρακοσίους ιππείς και τον Ιβραήμην, και ότι εσκήνωσαν τα στρατεύματα ταύτα εν τη παρά την Μοθώνην πεδιάδι. Η εκστρατεία αύτη ουδεμίαν ηύρεν αντίστασιν καθ' όλον τον πλουν, διότι τα ελληνικά πλοία, παθόντα εν ταις τελευταίαις μάχαις, επεσκευάζοντο. Τέσσαρα μόνον ητοιμάσθησαν και έπλευσαν εις τα νερά των Πατρών προς ενίσχυσιν της πολιορκίας.

Μάρτιος Ο δε αιγύπτιος στόλος, αποβιβάσας τα στρατεύματα, επανέπλευσεν εις Σούδαν, και την 5 μαρτίου επανήλθεν εις Μοθώνην ανεπηρέαστος, φέρων άλλους επτακισχιλίους, εν οίς και τετρακοσίους ιππείς. Γνωσθείσης δε της δεινής καταστάσεως των Πατρών διά την θαλάσσιον πολιορκίαν, απέστειλεν ο Ιβραήμης εις λύσιν αυτής τρεις φρεγάτας, δύο κορβέττας, και έξ βρίκια. Η μοίρα αύτη ηύρεν εν Ζακύνθω δέκα πλοία τροφοφόρα υπό ουδετέραν σημαίαν, έτοιμα να πλεύσωσιν εις Πάτρας, τα συνώδευσεν ασφαλώς, έτρεψεν εις φυγήν τα φυλάττοντα εκεί ελληνικά, και τοιουτοτρόπως, απαλλαγέντων των εν τη πόλει εκείνη από των δεινών του αποκλεισμού και της πείνας, εματαιώθησαν τα λαμπρά σχέδια της ετοιμαζομένης ελληνικής εκστρατείας. Μετά τα συμβάντα ταύτα ο Κουντουριώτης απεφάσισε να εκστρατεύση προς την Μεσσηνίαν.

Διέτριβαν εισέτι εντός της Πελοποννήσου τα κατά των ανταρτών στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος, και διετάχθησαν να συνενωθώσιν εις Μεσσηνίαν· διετάχθησαν να συνενωθώσιν εκεί καί τινα πελοποννησιακά, και την 16 εξεστράτευσεν ο πρόεδρος εν μεγάλη πομπή και υπό τον κανονοβολισμόν των φρουρίων, φέρων τον τίτλον «αρχηγού της πολιορκίας των Πατρών και των από του μεσσηνιακού κόλπου μέχρι των δυτικών παραλίων της Πελοποννήσου στρατοπέδων». Συνωδεύετο δε υπό του προ ολίγου εκ της Δυτικής Ελλάδος εις Ναύπλιον μεταβάντος και τα του γενικού γραμματέως του νομοτελεστικού καθήκοντα αναλαβόντος Μαυροκορδάτου. Άπειρος του ιππεύειν, τριήμερος αφίχθη εις Τριπολιτσάν, εν ώ χρεία ήτο μεγάλης σπουδής μέγα δε ατόπημα έπραξεν εξ αυτών των προοιμίων της εκστρατείας του. Τεσσάρων ή πέντε χιλιάδων πραγματικός στρατός συνηνώθη κατά την διαταγήν του εν τη Μεσσηνία και κατέλαβε το χωρίον Κρεμμύδι δύο ώρας μακράν της Μοθώνης. Ο Καρατάσος, ο Καραϊσκάκης, ο Δράκος, ο Κώστας Μπότσαρης, ο Τσαβέλλας, τουτέστιν οπλαρχηγοί εκ των επισημοτέρων της Ελλάδος, ήσαν οι αρχηγοί του στρατού τούτου· αλλ' ο πρόεδρος έταξεν επ' αυτών τον φίλον του και συμπολίτην Δημήτρην Σκούρτην, αξιότιμον άνδρα και έμπειρον ναύτην, αλλ' άπειρον των κατά ξηράν πολέμων. Ο διορισμός ούτος δυσηρέστησεν εις άκρον και τους οπλαρχηγούς και τους στρατιώτας και έθεσεν εις κίνδυνον όλην την εκστρατείαν. Ο δε Καρατάσος τόσον ωργίσθη, ώστε απεποιήθη να στρατοπεδεύση όπου ο Σκούρτης και κατέλαβεν αυτογνωμόνως μετά των περί αυτόν το χωρίον Σχοινόλακα.

Φθάσας ο Κουντουριώτης εις Τριπολιτσάν ησθένησε και δεν ανεχώρησεν ειμή την 5 απριλίου, εφελκύσας την μομφήν και της βουλής και του κοινού διά την τόσην βραδυπορίαν· αλλά και τότε, αντί να υπάγη εις το εν Κρεμμυδίω στρατόπεδον προς εμψύχωσιν αυτού κατά την επίμονον αίτησιν των οπλαρχηγών και την ανάγκην της υπηρεσίας, υπήγεν εις Σκάλαν χωρίον παρά τον Πάμισον, 10 ώρας μακράν του Κρεμμυδίου, και έστησεν εκεί το αρχιστρατηγείον· έστειλε δε τον Μαυροκορδάτον εις το στρατόπεδον προς καθησύχασιν των οπλαρχηγών γογγυζόντων διά τον μη εμφανισμόν του.

Οι δε Αιγύπτιοι, αποβάντες εις Πελοπόννησον, επάτησαν εν πρώτοις την επαρχίαν Κορώνης· τα δ' έμπροσθεν του φρουρίου εκείνου ελληνικά στρατεύματα απεχώρησαν εις Βουνάρια και Καστέλια, όπου έδρευεν ο έπαρχος, έφυγαν μετ' ολίγον και εκείθεν, μετέβησαν εις Καλαμάταν και εκείθεν οι πλείστοι εις Μάνην. Οι εχθροί εκυρίευσαν τα δύο ταύτα χωρία έρημα μείναντα, τα έκαυσαν, διεσπάρησαν καθ' όλην την επαρχίαν λεηλατούντες και καίοντες, και μετά ταύτα επανήλθαν εις Μοθώνην· ανοίξαντες δε τοιουτοτρόπως την κοινωνίαν Μοθώνης και Κορώνης ετοποθετήθησαν την 9 έμπροσθεν του Νεοκάστρου και ηκροβολίσθησαν κατά πρώτην φοράν μετά των εντός. Προ μικρού είχαν εισέλθει διάφοροι προς υπεράσπισιν, εν οίς και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, υιός του Πετρόμπεη. Ο φιλότιμος και φιλοπόλεμος ούτος νέος, περιφερόμενος την 14 επί των επάλξεων προς εμψύχωσιν των Ελλήνων, καθ' ην ώραν ηκροβολίζοντο, επληγώθη εις τον δεξιόν βραχίονα· μετακομισθείς δε χάριν θεραπείας εις Αρκαδίαν απέθανε μετ' ολίγας ημέρας δι' έλλειψιν αξίου χειρούργου. Την δε 16 έν τάγμα Αιγυπτίων έπεσεν επί τους υπό την οδηγίαν του Καρατάσου. Εκλεκτοί και εμπειροπόλεμοι ήσαν οι υπό τον αρχηγόν τούτον Μακεδόνες και άξιοι αυτού καθώς και ούτος άξιος αυτών· διό, γενομένης σφοδράς μάχης, αν και δεν ήλθαν εις βοήθειάν των οι εν Κρεμμυδίω, ενίκησαν οι ολίγοι ούτοι πολεμήσαντες μόνοι, έτρεψαν τους εχθρούς και επήραν υπέρ τα 100 λογχοφόρα όπλα ερριμένα επί του πεδίου της μάχης και τα έστειλαν εις Τριπολιτσάν. Την δε 6 απριλίου έφθασεν ο Μαυροκορδάτος κατά την εντολήν του προέδρου εις Κρεμμύδι, όπου συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη να μετατοπήσωσι τα στρατεύματα την αυτήν νύκτα εις άλλην θέσιν προς διακοπήν της κοινωνίας Νεοκάστρου και Μοθώνης· αλλ' οι εχθροί επρόλαβαν και επέπεσαν τα εξημερώματα, ως τρισχίλιοι πεζοί και τετρακόσιοι ιππείς, φέροντες και κανόνια. Τρεις θέσεις εν είδει ημικυκλίου κατείχε το ελληνικόν στρατόπεδον· και το μεν αριστερόν κέρας, ό εστι τους πέριξ του χωρίου λόφους, εκράτουν οι Σουλιώται και ο Χατσή-Χρήστος· το δε δεξιόν, ήτοι το χωρίον, οι περί τον Καραϊσκάκην και Τσαβέλλαν· το δε κέντρον, ό εστι μικράν τινα κοιλάδα, ο αρχηγός Σκούρτης· και οι μεν εν τω χωρίω και επί των λόφων είχαν τα συνήθη οχυρώματά των, οι δε εν τη κοιλάδι ήσαν ανώχυροι, έχοντες, κατά το λέγειν του αρχηγού, οχυρώματα τα στήθη των. Εκτός των 2500 Στερεοελλαδιτών ήσαν και 500 Υδραίοι, Σπετσιώται και Κρανιδιώται, ήσαν και 250 Αγιοπετρίται υπό τον Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον· ώστε όλον το στρατόπεδον του Κρεμμυδίου, καθ' ήν ημέραν επεστράτευσαν οι 3400 εχθροί, συνίστατο εις 3250. Οι δε Αιγύπτιοι, παρατηρήσαντες τας θέσεις, είδαν πόσον αδύνατος ήτον η των περί τον Σκούρτην και εστράτευσαν προς εκείνο το μέρος. Θέλοντες δε να εμποδίσωσι τους εν τω χωρίω του να βοηθήσωσιν εκείνους επί της μάχης, έστειλάν τινας κατ' αυτών, έστησαν και τα κανόνια και τους επολέμουν. Αν και βραδέως, είδαν οι περί τον Σκούρτην τον κίνδυνον και εζήτησαν βοήθειαν παρά των καθημένων επί των λόφων. Κατέβη ο Μπότσαρης ακολουθούμενος υπό 150 Σουλιωτών, και ετοποθετήθη κατέμπροσθεν των ερχομένων εχθρών οχυρωθείς εκ του προχείρου. Ήρχισε την μάχην το πεζικόν, και οι Σουλιώται αντέκρουαν τους εχθρούς γενναίως. Αλλά, διαρκούσης της μάχης, το ιππικόν του εχθρού ανέβη δύσιππά τινα μέρη παραμεληθέντα υπό των Ελλήνων θεωρησάντων αυτά άβατα, επέπεσεν όπισθεν αυτών και τους έβαλεν εν μέσω διττού πυρός. Έμπροσθεν και όπισθεν πολεμούμενοι οι Έλληνες δεν είχαν άλλην ελπίδα σωτηρίας ειμή την φυγήν. Αλλά και η φυγή δεν ήτο κατορθωτή ειμή διά μέσου του εχθρικού ιππικού. Έχοντες λοιπόν τον θάνατον ενώπιόν των ώρμησαν ανάμεσον του ιππικού και έπαθαν δεινήν θραύσιν· υπερπεντακόσιοι εφονεύθησαν, εν οίς και ο Μήτρος Μποταΐτης, ο Θύμιος Ξύδης, ο Βασίλης Χορμόβας και ο Κώστας Πετρόπουλος, πολλοί δε ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και ο Ζαφειρόπουλος· ο δε Μπότσαρης εκινδύνευσε να πιασθή ως βραδύπους, και εσώθη διά της εις αυτόν αφοσιώσεώς τινων των συντρόφων του, απομακρυνάντων αυτόν χειροβάστακτον.

Μετά την φθοράν ταύτην τα εναπολειφθέντα στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος, γογγύζοντα κατά του προέδρου ως θέσαντος αυτά υπό θαλάσσιον αρχηγόν, δεν ηθέλησαν να διαμείνωσιν εν Πελοποννήσω, ως επεθύμει η κυβέρνησις, και ανεχώρησαν εις την στερεάν Ελλάδα.

Είχεν ήδη εκπλεύσει η υπό τον Μιαούλην πρώτη μοίρα, και ζητήσασα εις μάτην τον εχθρόν κατά τα παράλια της Πελοποννήσου είχε πλεύσει προς την Κρήτην. Δεινή τρικυμία επήλθε κατά τον πλουν, εβλάφθησαν πολλά των πλοίων, και το πυρπολικόν του Κανάρη συγκρουσθέν μετά της ναυαρχίδος εβυθίσθη, αλλ' όλοι οι εμπλέοντες παρά ένα διεσώθησαν. Την δε 30 μαρτίου συνέλαβεν η μοίρα αύτη δύο αυστριακά φέροντα τροφάς εις Πρέβεζαν και τα έστειλεν εις Ναύπλιον·

Απρίλιος την 2 απριλίου προσωρμίσθη εν Νεοκάστρω, ενδιέμεινε τρεις ημέρας και την 5 απέπλευσε καταλιπούσα εν τω λιμένι 5 πλοία, εν οίς και τον Άρην τον υπό τον Αναστάσην Τσαμαδόν αρχηγόν της πεντάδος ταύτης. Την δε 7 εισέπλευσεν εις Βάτικα, και την ακόλουθον ημέραν μαθούσα ότι ο εχθρικός στόλος έτοιμος ήτο ν' αποπλεύση, ανήχθη εις συνάντησίν του, κατέπλευσε την 9 εξ αιτίας εναντίων ανέμων εις τον αυλέμονα των Κυθήρων, απέπλευσε την αυτήν νύκτα προς την Σούδαν, και την 11 προ μεσημβρίας έφθασεν έμπροσθεν αυτής και ηύρεν όλον τον αιγύπτιον στόλον εντός του λιμένος· έν μόνον βρίκι επρόφθασεν έξω και το ώθησεν εις την ξηράν. Εντός δε μιας ώρας αφ' ού έφθασεν η ελληνική μοίρα, εξήλθε και ο εχθρικός στόλος του λιμένος έτοιμος εις μάχην. Αλλ' ο επικρατών άνεμος τόσον ηύξησεν, ώστε έσπασε το μεγάλον κατάρτιον μιας φρεγάτας, και ηνάγκασε τα μεν εχθρικά πλοία να επαναπλεύσωσιν εις Σούδαν, τα δε ελληνικά να στραφώσι προς άρκτον. Τα πλοία ταύτα απήντησαν πλησίον της Καμένης δύο, το μεν υπό ρωσσικήν το δε υπό αυστριακήν σημαίαν· ως φέροντα δε τροφάς από Κωνσταντινουπόλεως εις Κορυφούς υπό πλαστά έγγραφα κατά την μαρτυρίαν των πλοιάρχων τα απέστειλαν εις Ναύπλιον. Την δε 14 ηγκυροβόλησαν εις Βάτικα, απέπλευσαν την επιούσαν, και την εφεξής εξημερώθησαν αντικρύ του ακρωτηρίου Σπαθίου· ήσαν δε 11 πολεμικά και 5 πυρπολικά· μετά δε την μεσημβρίαν είδαν 95 εχθρικά, τα μεν πολεμικά τα δε φορτηγά, πλέοντα προς την Πελοπόννησον, εξ ών 2 δίκροτα, 12 φρεγάται και 9 κορβέτται. Το πρωί της 17 ηκροβολίσθησαν, ερρίφθησαν και 3 πυρπολικά, αλλ' εκάησαν εις μάτην. Την δε 19 κατευοδώθη ο εχθρικός στόλος εις Μοθώνην· η δε ελληνική μοίρα μη δυνηθείσα διά την μικρότητά της να βλάψη τον εχθρόν, παρέπλεε τα μεσσηνιακά φρούρια.

Ο δε Μαυροκορδάτος μετά την εις το διαλυθέν στρατόπεδον αποστολήν του επανήλθεν όπου ήτον ο πρόεδρος, και ανεχώρησεν εκ νέου την 24 επί σκοπώ να εισέλθη εις Νεόκαστρον προς επιθεώρησιν των εν αυτώ· τον παρηκολούθουν δε ο Γεωργάκης Καρατσάς, ο Σταμάτης Λεβίδης και ο Γάλλος Εδουάρδος Γρασέτης. Την επαύριον έφθασεν εις Γαργαλιάνους, και την μεθαύριον παραλαβών διακοσίους Αρκαδίους ώδευε προς τους παλαιούς Ναβαρίνους. Εν μέσω δε της οδού, καθ' ην ώραν εμακρύνθησαν από των προπόδων του παρακειμένου όρους εφάνη αίφνης η προφυλακή ατάκτως οπισθοδρομούσα και ηκούσθη φωνή λέγουσα, «οπίσω, οπίσω, ιππικόν εντός του ελαιώνος». Εστράφησαν τότε όλοι οπίσω και έτρεξεν έκαστος εις το όρος όπως εδύνατο εις προφύλαξιν από του εν τω ελαιώνι ιππικού. Αλλά το ιππικόν μετεμορφώθη μετ' ολίγον εις νέφος κοράκων και απέπτη. Χλευάζοντες και χλευαζόμενοι οι καταφυγόντες εις το όρος διά την αφορμήν του πανικού φόβου επανήλθαν εις την οδόν, και προς το εσπέρας έφθασαν εις τους παλαιούς Ναβαρίνους τους υπό τον επίσκοπον Μοθώνης Γρηγόριον, τον Χατσή- Χρήστον, τον Τσόκρην, τον Τσανέτον Χρηστόπουλον και τον Σωτήρην Χοτσαμάνην.

Εν τούτοις ο Ιβραήμης προσήλωσε σπουδαίως την προσοχήν του εις την άλωσιν του Νεοκάστρου.

Το φρούριον τούτο κείται επί της νοτίου άκρας ευρυχωροτάτου λιμένος· επί δε της αντικρύ η Πύλος, η διά την άλλοτε κατοικήσασαν τα μέρη εκείνα σλαβικήν φυλήν των Αβάρων ή Αβαρίνων κοινώς καλουμένη «οι παλαιοί Ναβαρίνοι». Είναι δε οι παλαιοί Ναβαρίνοι φρούριον ανώχυρον και ακατοίκητον· τα δε παραρρέοντα της θαλάσσης νερά ρηχά. Επί δε του στομίου του λιμένος παρατείνεται το μακρόν και στενόν νησίδιον, Σφακτηρία. Ο λιμήν έχει δύο είσπλους, τον μεν στενότερον προς τους παλαιούς Ναβαρίνους, τον δε πλατύτερον προς το Νεόκαστρον· έχει δε το Νεόκαστρον και ακρόπολιν. 40 κανόνια έκειντο επί των τειχών αυτού, αλλ' έν μόνον είχεν υποστάτην· ολίγαι ήσαν και αι κανονόσφαιραι, ολίγαι και αι τροφαί, και εις προμήθειαν αυτών έστειλε κατ' εκείνας τας ημέρας η κυβέρνησις τον Κωνσταντίνον Μεταξάν εις Ζάκυνθον· ολίγον ήτο και το εντός της δεξαμενής του φρουρίου νερόν, και δύο πλοιάρια εισεκόμιζαν αδιακόπως· χίλιοι δε πεντακόσιοι ήσαν οι φρουροί του υπό τον Γιατράκον, τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην, τον Μακρυγιάννην, τον Σταύρον Σαχίνην και τον Δημήτρην Σαχτούρην τον και φρούραρχον· ήσαν και 80 τακτικοί πυροβολισταί υπό τον Μανώλην Καλλέργην· ήσαν καί τινες Κεφαλλήνες υπό τον Σπύρον Πανάν τον αριστεύσαντα εν τη μάχη του Πέτα· συνηγωνίζετο και ο Ιταλός Κολλένιος. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις και η δύναμις του φρουρίου.

Εις άλωσιν δε αυτού ο Ιβραήμης έκοψεν εν πρώτοις το υδραγωγείον, έστησε δύο τηλεβολοστάσια, επέθηκε βομβοβόλους και κανόνια και προσβαλών σφοδρώς το τείχος, το διέρρηξεν· αλλ' οι έγκλειστοι παρεγέμισαν την διαρρωγήν εν τω άμα. Ο εχθρός παρετήρησεν ότι η άλωσις του φρουρίου εκρέματο από της αλώσεως της Σφακτηρίας· αύτη δε απήτει σύμπραξιν ναυτικής δυνάμεως· αλλ' εντός του λιμένος ήσαν τα ελληνικά πλοία, όθεν ηναγκάσθη να αναβάλη τα εις άλωσιν αυτής εις τον επανάπλουν του στόλου. Ο στόλος, αφ' ού απεβίβασεν εις Μοθώνην τετρακισχιλίους στρατιώτας και ικανά πολεμεφόδια, εξέπλευσε και τα μεν ογκωδέστερα πλοία αυτού παρετάχθησαν την 26 κατέναντι των ελληνικών, τα δε μικρότερα έπλεαν προς το στόμα του λιμένος του Νεοκάστρου επί σκοπώ ν' αποβιβάσωσι στρατεύματά τινα επί της Σφακτηρίας. Την αυτήν δε ημέραν έν τάγμα εχθρικόν ήλθε πλησίον των παλαιών Ναβαρίνων διά ξηράς, κατέλαβε το Πετροχώρι και επολέμησε. Περί δε την 9 ώραν της αυτής ημέρας ο εν Ναβαρίνοις Μαυροκορδάτος επέβη εις το εν τω λιμένι του Νεοκάστρου πλοίον του Τσαμαδού επί σκοπώ να μεταβή εις Σφακτηρίαν προς επιθεώρησιν, και να εισέλθη έπειτα εις το φρούριον του Νεοκάστρου προς εκπλήρωσιν της αποστολής του. Ο Τσαμαδός, πεπεισμένος ότι, εν όσω επεκράτει ο πνέων σφοδρός άνεμος, ο εχθρός δεν ετόλμα να επιχειρήση ην εμελέτα απόβασιν επί του νησιδίου, έπεισε τον Μαυροκορδάτον να μείνη και συμπρογευματίση· αλλ' αναγγελθείσης, εν ώ συμπροεγευμάτιζαν, της προς το νησίδιον προσεγγίσεως των εμπροσθινών πλοίων του εχθρικού στόλου, απέβησαν εις αυτό προς επιθεώρησιν· συναπέβησαν προς υπεράσπισιν αυτού και πολλοί ναύται· και ούτοι μεν ετοποθετήθησαν προς την νότιον άκραν, όπου ήσαν προ αυτών οι συμπατριώται των, Σαχίνης και Σαχτούρης, μετά των περί αυτούς· την δε προς τους παλαιούς Ναβαρίνους εφύλατταν Βούλγαροι εκ των περί τον Χατσή-Χρήστον· οι δε Φαναρίται και Ανδρουσανοί ήσαν εν τω μέσω· όλοι δε οι οπλοφόροι συνηριθμούντο μόλις 800, εν ώ, αν οι αρχηγοί των είχαν όσους η κυβέρνησις υπελόγιζε, θα ήσαν τετραπλάσιοι· μόνος ο Αναγνωσταράς, έχων 18 συν αυτώ χωρικούς, είχε διαταγήν να στρατολογήση 700· ήσαν δε επί του νησιδίου και τρία τηλεβολοστάσια φέροντα 8 κανόνια και μίαν βομβοβόλον.

Ο δε Τσαμαδός και ο Μαυροκορδάτος, αποβάντες υπήγαν εκείνος μεν προς τα νότια, ούτος δε προς τα βόρεια. Εν ώ δε παρετήρουν τας θέσεις, τας παρετήρει καί τις εχθρική γολέττα παραπλέουσα και κανονοβολούσα εκ διαλειμμάτων. Η γολέττα αύτη έπλευσε μετά ταύτα προς την ναυαρχίδα· η δε ναυαρχίς ύψωσέ τι σημείον, και αμέσως πολυάριθμοι λέμβοι ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, επληρώθησαν εν τω άμα στρατιωτών, και παρακολουθούντων αυτάς και κανονοβολούντων και των πλοίων έπλευσαν περί την μεσημβρίαν προς την Σφακτηρίαν αι μεν κατά τας εκ δεξιών, αι δε κατά τας εν τω μέσω θέσεις· επειδή δε αι ύφαλοι εμπόδιζαν την προσόρμισιν των λέμβων, έπεσαν οι Άραβες εις την θάλασσαν. Βλέποντες τότε οι κατέχοντες τας εν μέσω θέσεις, ότι εμπεσόντες ήρχοντο προς αυτούς, τους ετουφέκισαν όλοι διά μιας και ετράπησαν εν τω άμα εις φυγήν. Αφ' ού τοιουτοτρόπως αι θέσεις αύται εκυριεύθησαν παρά του εχθρού, κατέλαβε τους λοιπούς φόβος, εκενώθησαν όλαι αι άλλαι, και δεν επρόκειτο πλέον πώς να νικήσωσιν, αλλά πώς να σωθώσι· και όσοι μεν των ναυτών επρόλαβαν, επανήλθαν εις τα πλοία των, τινές επί των λέμβων, τινές δε κολυμβώντες· οι δε λοιποί οι μεν έπεσαν εις τα ρηχά προς διαπεραίωσιν εις την αντικρύ ξηράν, οι δε εκρύβησαν εν ταις τρώγλαις της νήσου. Ο δε Μαυροκορδάτος έτρεχε προς την θάλασσαν, όπου η λέμβος του Άρεως ανέμενεν αυτόν και τον Τσαμαδόν. Ο τόπος είναι απότομος, και ο Μαυροκορδάτος εκινδύνευεν ως βραδύπους να πέση εις χείρας των εχθρών ερχομένων κατόπιν αυτού. Καλή τύχη απήντησε δύο στρατιώτας του καθ' οδόν, και χειροκρατηθείς έφθασε σώος εις το παράλιον, και μετεκομίσθη ασφαλώς εις το πλοίον· η δε λέμβος επανήλθεν εις το παράλιον προς μεταβίβασιν του Τσαμαδού· αλλ' ο Τσαμαδός δεν εφαίνετο. Εν τοσούτω οι Άραβες περιφερόμενοι επλησίασαν και όπου η λέμβος τουφεκίζοντες. Επικειμένου τότε τοιούτου κινδύνου, και ακουσθείσης φωνής ότι ο Τσαμαδός εφονεύθη, παρέλαβεν η λέμβος εκ των συσσωρευθέντων επί του παραλίου όσους εχώρει και τους έφερεν εις το πλοίον. Επί της τροπής δε ταύτης εφονεύθησαν εκτός πολλών άλλων ο Τσαμαδός, ο τιμώμενος δικαίως διά τον πατριωτισμόν, την εμβρίθειαν και την ανδρίαν του· ο χρηστός και φιλότιμος Σαχίνης· ο Αναγνωσταράς, είς των εγκριτωτέρων οπλαρχηγών της Πελοποννήσου, ο και πολλά μοχθήσας και κινδυνεύσας ως απόστολος της Φιλικής Εταιρίας, και ο ιταλός κόμης Σανταρόζας, εξορισθείς μετά την αποτυχίαν των τελευταίων περί πολιτικής μεταβολής της πατρίδος του κινημάτων και μεταβάς εις Ελλάδα, αξιότιμος ανήρ, ούτινος τα υπέρ ελευθερίας δεινά παθήματα εξήψαν έτι μάλλον τον υπέρ αυτής διακαή ζήλον (α)· ηχμαλωτίσθησαν δε ο αρχηγός της σωματοφυλακής του Μαυροκορδάτου Κατσαρός σταλείς εις αναζήτησιν του Τσαμαδού, και ο Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος παρακολουθήσας τον Μαυροκορδάτον, ίνα διαπραγματευθή δι' αυτού την απελευθέρωσιν του εν τη μάχη του Κρεμμυδίου αιχμαλωτισθέντος αδελφού του.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings