Front matter
Reading edition
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics are included in _. Footnotes have been converted to endnotes and are included in (). The book has been corrected as per the Table of Errors at its end. The notes are hardly readable and some might be incorrect. Question marks show an even higher level of uncertainty.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). Το βιβλίο έχει διορθωθεί σύμφωνα με τον Πίνακα Παροραμάτων, που ευρίσκετο στο τέλος του. Οι υποσημειώσεις είναι δυσδιάκριτες και σε αρκετά μέρη έχουν αντιγραφεί κατ' εκτίμηση. Τα ερωτηματικά δείχνουν ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα.

ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ
ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΘΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΥΤΩΝ. 1204-1261 Μ. Χ. ΥΠΟ
ΕΠΑΜ. I. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΟΥ.
ΕΚΔΙΔΟΝΤΟΣ Κ. ΤΕΦΑΡΙΚΗ. ΑΘΗΝΗΣΙ. ΤΥΠΟΙΣ Α. ΚΤΕΝΑ ΚΑΙ Π. ΣΟΥΤΣΑ. (Επί της οδού Ευριπίδου.)
1865
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΘΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΥΤΩΝ. 1204-1264 Μ. Χ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ. Εκστρατεία των Σταυροφόρων επί το Βυζάντιον. Εν έτει 1202-1204 Μ. Χ.
Περίεργος μεν εν γένει υπάρχει η μελέτη της ιστορίας του Βυζαντινού Κράτους, αλλ' η αφήγησις της εποχής εκείνης, ήν προτιθέμεθα να σκιαγραφήσωμεν, δύναται να θεωρηθή ως η μάλλον περιεργοτέρα, διότι είνε ούτως ειπείν το προοίμιον της πτώσεως του Ελληνισμού, και η αρχή της υπάρξεως νέων εξουσιών, αγνώστων μεν το παράπαν πρότερον εις την Ανατολήν, μικρόν δε αναλόγως διαρκεσασών, αλλ' εν τούτοις λίαν επενεργησασών εις την μετέπειτα υποδούλωσιν του Ελληνισμού υπό τον ζυγόν των Τούρκων. Βεβαίως αι εξουσίαι αύται δεν ήσαν το μόνον της υποδουλώσεως αίτιον, διότι τα σπέρματα της αποσυνθέσεως ενέκειντο εν αυτή των Βυζαντινών τη καταστάσει· ουχ ήττον όμως οι σταυροφορικοί πόλεμοι επήνεγκον θανατηφόρον επί της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τραύμα και επροοιμίασαν, ως προείπομεν, την κατάπτωσιν αυτής.
Ίσως όπως γείνωμεν μάλλον καταληπτοί, ωφείλομεν ν' ανατρέξωμεν εις προγενεστέρους χρόνους και εξεικονίσωμεν τα αίτια, τα επαγαγόντα τους σταυροφορικούς εκείνους πολέμους, διαγράψωμεν δε και τα κατ' αυτούς· αλλά τότε ηθέλομεν παρεκτείνει τον λόγον πέραν του ημετέρου αντικειμένου, όπερ εστίν η ιστορία της υπό των Φράγκων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, δηλονότι η εξιστόρησις του τετάρτου σταυροφορικού πολέμου.
Και έν μόνον βλέμμα αν ρίψωμεν επί της τότε καταστάσεως του Βυζαντίου, αρκεί να εννοήσωμεν την αθλιότητα εις ήν εκείνο διετέλει. Εστερημένον των αναγκαίων εις παν κράτος στηριγμάτων, του στρατού και του στόλου, έχον ταμείον κενόν, εξηντλημένον εις θρησκευτικάς διαμάχας, αίτινες ενώ ουδέν απέφερον το αγαθόν, τουναντίον διά της διαιρέσεως των πολιτών, καθ' όν χρόνον η μεγίστη απητείτο σύμπνοια προς αντίκρουσιν των πολυαρίθμων εχθρικών επιδρομών, οικτρά είχον τα αποτελέσματα, εν απομονώσει διατελούν, πανταχόθεν καταπολεμούμενον, ωμοίαζε προς άνθρωπον θανατιώντα, του οποίου το τέλος επίκειται και άφευκτον και προσεχές· την δε αθλιότητα ταύτην επηύξανον αι των αυτοκρατόρων βδελυρίαι, αι μέχρι του μη περαιτέρω προβαίνουσαι. Μηδέν όσιον και ιερόν έχοντες ούτοι προσεπάθουν διά δολοφονιών, διά τυφλώσεων και διά παντοειδών κακουργημάτων, να ανέλθωσιν επί τον θρόνον, μηδόλως κατά νουν θέμενοι ότι τα αυτά επί τέλους και αυτοί ήθελον υποστή των όσων εις άλλους διεπράξαντο. Τοιουτοτρόπως ο αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Βατάτζης, τυφλώσας τον νόμιμον του Βυζαντινού κράτους κληρονόμον, Αλέξιον τον Κομνηνόν και επί τέλους δολοφονήσας αυτόν, ήρπασε την αρχήν· αλλά και η τούτου βασιλεία, μεστή βδελυρών κακουργιών γενομένη, διετέλεσε βραχυχρόνιος, διότι εφονεύθη και ο Ανδρόνικος μετά βασάνων, των οποίων η παρά Νικήτα τω Χωνιάτη ανάγνωσις εμποιεί φρίκην. Εμφανισθείς σιδηροδέσμιος ενώπιον του Ισαακίου, λέγει ο συγγραφεύς ούτος, ύβρεσι βάλλεται, κατά κόρρης ραπίζεται, τους γλουτούς επικρούεται, τον γένυν τίλλεται, τους οδόντας εκριζούται, τον έτερον των οφθαλμών εξορύσσεται, την κεφαλήν ψιλούται τριχών, εις κοινόν εκδίδοται παίγνιον, τύπτεται πυγμαίς, την δεξιάν χείρα αποκόπτεται και επί τέλος ρίπτεται εις φυλακήν άσιτος, άποτος, υπ' ουδενός περιποιούμενος. Μετά τινας ημέρας εξορύσσεται και τον άλλον οφθαλμόν και καθεζόμενος επί ψωριώσης καμήλου, περιάγεται εις την αγοράν, ένθα εν μέσω αρρήτων σαρκασμών και ύβρεων αναρτάται από των ποδών και επί τέλους φονεύεται. Αλλ' η θεία δίκη δεν άφησεν ατιμώρητον τον τοιαύτα κατ' αυτού διαπραξάμενον και διάδοχόν του επί του θρόνου Ισαάκιον Άγγελον· διότι και ούτος εκθρονίζεται υπό του ιδίου αδελφού Αλεξίου και τυφλωθείς εν τη εις Βήραν μονή, ήν ο πατήρ του Ανδρονίκου είχεν οικοδομήσει, κλείεται μετά του υιού αυτού, Αλεξίου επίσης καλουμένου, εις ειρκτήν, εν τη οποία λαμβάνει την σκληράν πείραν πόσον ευκύλιστος είνε ο της τύχης τροχός.
Ενώ ταύτα συνέβαινον εν Βυζαντίω, ετάρασσον την Ευρώπην αι μεταξύ Ριχάρδου του Λεοντοκάρδου, βασιλέως της Αγγλίας, και Φιλίππου Αυγούστου, βασιλέως της Γαλλίας, διαμάχαι· μόλις δε κατέπαυσαν αύται τη μεσολαβήσει του Πάπα, και ο βασιλεύς της Γαλλίας εγένετο παραίτιος νέου σκανδάλου, διότι αποπέμψας την σύζυγον αυτού Ιγγεβούργην, αδελφήν του βασιλέως της Δανίας, όπως νυμφευθή Αγνήν την εκ Μεραυίας, προυκάλεσε την οργήν του Ρωμαίου ποντίφικος, όστις αφού παντοιοτρόπως προσεπάθησεν εις μάτην να επαναγάγη τον Φίλιππον εις το καθήκον αυτού, επί τέλους υπέβαλεν αυτόν τε και άπαν το βασίλειον της Γαλλίας εις σφοδρόν εκκλησιαστικόν επιτίμιον, συνεπεία του οποίου οι ναοί εκλείσθησαν και πάσαι αι ιεροπραξίαι, μηδ' αυτής της ταφής εξαιρουμένης, διεκωλύθησαν. Αλλά και η Γερμανία διετέλει εν μεγίσταις διαιρέσεσιν ένεκα του θανάτου του αυτοκράτορος Ερρίκου Α'. Αφ' ετέρου ο Εμίρης Μαλέκ Αδέλ, κύριος μεγάλου μέρους της Μεσοποταμίας, βλέπων μετά λύπης την εν Συρία αποκατάστασιν των Φράγκων, την επελθούσαν κατόπιν των προηγουμένων σταυροφοριών, εσκέπτετο διά τίνος μέσου εδύνατο ν' απαλλαγή των θανασίμων τούτων εχθρών, ουδ' επαύετο παρενοχλών παντοιοτρόπως και απειλών αυτούς, καταδιώκων δε και τους προσκυνητάς, οίτινες μετέβαινον όπως επισκεφθώσι τον τάφον του Κυρίου.
Τοιαύτη ην εν συνόψει η κατάστασις των πραγμάτων, ότε εφημέριός τις της Νευλλής, Φούλκος ονόματι, ήρξατο προκηρύσσων νέαν κατά των απίστων σταυροφορίαν. Ο ιερεύς ούτος σκανδαλώδη το πρώτον βίον διαγαγών, αλλ' είτα διά της μετανοίας τα σφάλματα αυτού καθαρίσας, και της ευγλωττίας το χάρισμα κεκτημένος, περιήρχετο τας διαφόρους της Γαλλίας επαρχίας, τη προσκλήσει μάλιστα των επισκόπων, αναζωπυρών τον ζήλον τον Χριστιανών από τε του άμβωνος και εν τοις περιπάτοις, πλείστα δε υπισχνούμενος εις τους λαμβάνοντας τον σταυρόν κατά των απίστων. Οι ακούοντες αυτού έλεγον ότι ωμίλει τη εμπνεύσει του Αγίου Πνεύματος, πλείστοι δε των περιωνύμων τότε κληρικών συνετάχθησαν αυτώ, εν οίς ο Μαρτίνος Λίτζιος, ο Ερλοΐνιος, ο Ευστάθιος αββάς του Φλέη και άλλοι, οίτινες, καίτοι μη έχοντες την αυτήν του Φούλκου ευγλωττίαν, υπό του αυτού όμως ενεπνέοντο ζήλου. Αφ' ετέρου ο τω 1178 επί τον παπικόν θρόνον αναβάς Ιννοκέντιος Γ'., ανήρ τολμηρός και μέχρι φανατισμού υπέρμαχος της εκκλησίας κατά των αιρέσεων, δεν έλειπε παντί σθένει να υποβοηθή των κηρύκων τας ενεργείας, καραδοκών την εν τη Ανατολή επέκτασιν της εξουσίας του. Ενθέρμως, δ' επεπόθει την εκστρατείαν ο τε βασιλεύς της Γαλλίας Ερρίκος, όπως εκβιάση ούτω τον Πάπαν ν' αποσύρη το κατά του Κράτους αυτού επιτίμιον, και οι άλλοι των ηγεμόνων και βαρώνων, έκαστος δι' ιδίους σκοπούς, ολίγιστοι δε υπό ενθέου ελαυνόμενοι ζήλου (1).
Των ηγεμόνων οίτινες απεφάσισαν ν' αποδυθώσιν εις τον αγώνα, επρώτευον Θιβώτιος ο Δ', κόμης της Καμπανίας, και ο Λουδοβίκος, κόμης της Σάρτρης και του Βλοά, αμφότεροι συγγενείς στενοί των βασιλέων της Γαλλίας και της Αγγλίας. Αυτοίς δε συνείποντο ο Γοδοφρέδος, κόμης της Πέρσης, Ματθαίος ο Μοντμορενσή, Γούης ο φρούραρχος του Γουσή, Γοδοφρέδος ο Βιλλαρδουίνος, πρωτοστράτωρ Καμπανίας, όστις κατέλιπε διήγησιν αρκούντως περίεργον της εκστρατείας ταύτης, Βαλδουίνος ο κόμης Φλάνδρας
και Αϊνώ μετά των δύο αδελφών του Ερρίκου και Ευσταθίου, Ούγος ο κόμης του Αγίου Παύλου, ο Σίμων κόμης της Μονφεράτης, ο Ρενώ κόμης του Μοντρεάλλου, Ευράρδος ο εκ Μονταίνης, οι κόμητες Γωτιέρος και Ιωάννης Βρυέννιος, ο Μανασής Δελίσλης, οι Άγγλοι κόμητες του Νόρβιγκ και Νυρθαμπτών και άλλοι· μεταξύ δε των εκκλησιαστικών, οίτινες απεφάσισαν να λάβωσι τον σταυρόν, διεκρίνοντο οι επίσκοποι Σοασώνος, Βάλης, Λάγγρης, και Αλβερστάδης, οι αββάδες Λώνζης, Βωκερνέης και άλλοι. Το όλον των ούτω συνηγμένων ιπποτών συνεποσούτο εις τετρακισχιλίους και πεντακοσίους, ών έκαστος συνωδεύετο υπό δύο ιπποκόμων (2).
Συνελθόντων των πρώτων αρχηγών της σταυροφορίας εις Βοασώνα και είτα εις Κομπιένην, απεφασίσθη να δοθή η αρχηγία της αγίας ταύτης εκστρατείας εις τον Θιβώτιον, κόμητα Καμπανίας, το εικοστόν και τέταρτον της ηλικίας έτος μόλις άγοντα, αλλά περιβόητον όντα επί ταις στρατιωτικαίς αυτού αρεταίς· σύναμα δε απεφασίσθη όπως ο στρατός των σταυροφόρων μεταβή διαπόντιος εις την Ανατολήν. Προς τούτο επέμφθησαν εις Ενετίαν έξ πρεσβευταί, ίνα επιτύχωσι παρά της δημοκρατίας εκείνης τα αναγκαία προς μεταφοράν των ανδρών και των ίππων πλοία, διότι η Ενετία ην τότε εις το έπακρον της δόξης και ευημερίας αυτής. Δόγης της δημοκρατίας ήτο κατά την εποχήν εκείνην ο Ερρίκος Δάνδολος, ανήρ moult preus et moult saiges, κατά τον Βιλλαρδουίνον, ή ως το Χρονικόν του Μωρέως λέγει (3)
Πάσης τιμής αξίας άνθρωπος ήτο, φρόνιμος, πολλά χαριτωμένος.
αλλ' ουχ ούτω και υπό Νικήτα του Χωνιάτου εικονιζόμενος. «Πηρός μεν ην, λέγει ούτος, τας όψεις και τω χρόνω πέμπελος, επιβουλότατον δε πράγμα Ρωμαίοις και φθονερώτατον, ός παιπάλημα ων αγυρτείας, και φρονιμώτερον των φρονίμων εαυτόν ονομάζων και δοξομανών ως ουχ έτερος θανάτου ετιμάτο, το μη τίσασθαι Ρωμαίοις δίκας της ες το γένος αυτού παρινοίας.» Ιστορικοί τινες βεβαιούσιν ότι ετυφλώθη τους οφθαλμούς κατά τινα εν Κωνσταντινουπόλει διατριβήν αυτού υπό του αυτοκράτορος Μανουήλ του Κομνηνού· αλλ' η αποδιδομένη εις τον αυτοκράτορα τούτον πράξις φαίνεται όλως συκοφαντία, διότι οι πλείστοι και αξιολογώτεροι των ιστοριογράφων, καίτοι διομολογούντες την τύφλωσιν του ογδοηκονταετούς ήδη γέροντος, εξ άλλων όμως αιτιών αποφαίνονται αυτήν προελθούσαν, ως ο Βιλλαρδουίνος εκ παραδείγματος λέγει ότι ο Δάνδολος έχασε την όρασιν κατά τινα μάχην.
Ελθόντες οι πρεσβευταί εις Ενετίαν εξέθηκαν το αίτιον της αποστολής αυτών εις τον Δόγην, αιτούμενοι την παραχώρησιν πλοίων διά την μεταφοράν τεσσάρων χιλιάδων και πεντακοσίων ίππων και εικοσιπεντακισχιλίων ανδρών, προς δε και την επί εννέα μήνας προμήθειαν όλων των τροφών του στρατού. Ο Δόγης υπεσχέθη εν ονόματι της δημοκρατίας ίνα διευκολύνη πάντα ταύτα επί πληρωμή ογδοήκοντα πέντε χιλιάδων μαρκών αργυρίου ή δύο εκατομμυρίων και διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων φράγκων. Και επειδή δι' ιδίους σκοπούς ο Δάνδολος δεν ήθελε να μείνη ξένη η Ενετία των σταυροφοριών, επρότεινε να εξοπλίση και ούτος πεντήκοντα γαλέρας υπέρ των σταυροφόρων, επιφυλασσομένου τη Ενετία του ημίσεως των κατακτήσεων, αίτινες ήθελον γίνει εις την Ανατολήν. Ταύτα δε πάντα εγένοντο δεκτά εν ιδιαιτέρα συνδιασκέψει· αλλ' έπρεπε να εγκριθώσι και υπό του λαού. Και δη, συνελθόντων πάντων εν τω περικαλλεί του αγίου Μάρκου ναώ, μετά την επίκλησιν του Αγίου Πνεύματος, εγερθέντες οι πρεσβευταί των σταυροφόρων, απήγγειλαν τα επόμενα, δεικνύοντα τα απλοϊκά της εποχής εκείνης ήθη. «Οι κύριοι και βαρώνοι της Γαλλίας, οι ισχυρότεροι και μεγαλείτεροι, εξαπέστειλαν ημάς ίνα σας παρακαλέσωμεν εν ονόματι του Θεού να λάβητε οίκτον υπέρ της Ιερουσαλήμ, της δουλευούσης τοις Τούρκοις, και τους διευκολύνητε όπως εκδικηθώσι το αίσχος του Ιησού Χριστού. Προυτίμησαν δε να απευθυνθώσι προς υμάς, διότι γνωρίζουσιν ότι δεν υπάρχει λαός θαλάσσιος ισχυρότερος. Εν ταυτώ μας εσύστησαν να ριφθώμεν εις τους πόδας σας και μη εγερθώμεν, πριν ή επακούοντες των ικεσιών ημών, οικτείρητε την Αγίαν Γην.» (4) Και οι πρεσβευταί κλαίοντες εγονυπέτησαν· λαβών δε τότε τον λόγον ο Δάνδολος, παρώρμησε το πλήθος όπως αποδυθή εις τον αγώνα, ειπών, ως το Χρονικόν του Μωρέως λέγει·
Άρχοντες, φίλοι και αδελφοί, σύντροφοι, συγγενείς μου. Οράτε πώς μας αγαπά ο Κύριος της δόξης· Τιμήν και διάφορον πολύ μας έστειλεν εμπρός μας, Όταν το έθνος της Φραγκιάς, αυθέντες οι μεγάλοι Ήλθαν παρακαλώντας μας 'ς την χώραν μας απάνω, Να δώσουν το λογάριν τους κ' εμείς τα πλευτικά μας.
Ο λαός συγκινηθείς τότε εκραύγασε μια φωνή, ότι αποδέχεται τας συμφωνίας του Δόγου, και εν μέσω ενθουσιασμού και αφάτου χαράς αντηλλάχθησαν τα αναγκαία έγγραφα των αμοιβαίων υποχρεώσεων, άτινα, πεμφθέντα εις Ρώμην, έτυχον και της εγκρίσεως του Πάπα.
Όταν οι έξ πρεσβευταί επανήλθον εις Καμπανίαν, εύρον τον κηρυχθέντα ως αρχηγόν της σταυροφορίας Θιβώτιον, επικινδύνως ασθενή. Ούτος μαθών την αισίαν έκβασιν της αποστολής των τοσούτον εχάρη, ώστε και απεβίωσεν εκ της χαράς· οι δε ιππόται και βαρώνοι συνελθόντες όπως διορίσωσι διάδοχον αυτού, εξελέξαντο τοιούτον τον Βονιφάτιον μαρκήσιον της Μονφεράτης, άνδρα ανήκοντα εις οικογένειαν ηρωικήν και πολλάκις τους απίστους καταπολεμήσαντα. Ελθών ούτος εις Σοασώνα εδέξατο τον σταυρόν από τας χείρας του εφημερίου του Νευλλή και προυκηρύχθη αρχηγός μετά μεγίστης παρατάξεως εν τη Εκκλησία της Παναγίας (5).
Εν τούτοις μετά διετή προπαρασκευήν οι σταυροφόροι διελθόντες τας Άλπεις, αφίκοντο εις Ενετίαν, ένθα εύρον τον στόλον έτοιμον να τους μετακομίση· αλλ' οι Ενετοί υπό του εμπορικού κέρδους μάλλον, ή υπό του προς την θρησκείαν ζήλου εμπνεόμενοι, προσεκάλεσαν τους βαρώνους να πληρώσωσιν αυτοίς προκαταβολικώς τον συμπεφωνημένον ναύλον, τούτο δε προυκάλεσε μεγίστην δυσαρέσκειαν, διότι οι πλείστοι των ιπποτών εστερούντο χρημάτων, ώστε εδέησε πολλοί των αρχηγών να πωλήσωσι πάν ό, τι εκέκτηντο όπως ικανοποιήσωσι τας απαιτήσεις των Ενετών. Αλλ' επειδή και ούτω δεν εισεπράσσετο το ποσόν ολόκληρον των ογδοήκοντα πέντε χιλιάδων μαρκών, ο Δόγης Δάνδολος ηθέλησε να επωφεληθή της περιστάσεως και προσεκάλεσε τους σταυροφόρους προς εξόφλησιν να προσφέρωσι την συνδρομήν αυτών όπως καθυποτάξη την εν Δαλματία πόλιν Ζάραν, ήτις μη υπομένουσα τας της Ενετίας καταπιέσεις επανέστη και ανεκήρυξεν ως κύριον αυτής τον της Ουγγαρίας βασιλέα. Οι σταυροφόροι αντέστησαν κατά πρώτον εις την πρότασιν ταύτην, λέγοντες ότι έλαβον τα όπλα να πολεμήσωσιν όχι προς τους Χριστιανούς, αλλά προς τους απίστους, ότι ο βασιλεύς της Ουγγαρίας, κύριος της Ζάρας, ήτον ου μόνον Χριστιανός, αλλ', έλαβεν επίσης και τον σταυρόν μετά του αδελφού του Ανδρέου, και ότι αναμιγνύμενοι εις τον πόλεμον εκείνον ήθελον υποκύψει εις το ανάθεμα του πάπα, επιβαλόντος τοιούτο καθ' ούτινος ήθελε προσβάλει τους σταυροφόρους· αλλ' επιμείναντος του Δόγου, οι ιππόται ηναγκάσθησαν να ενδώσωσι, καίτοι του πάπα πέμψαντος τον καρδινάλιον της Καπύης προς τον Δόγην όπως τον αποτρέψη της εκστρατείας ταύτης.
Ενώ οι σταυροφόροι ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσιν εξ Ενετίας, ο εν τη ειρκτή μετά του πατρός αυτού Ισαακίου εγκεκλεισμένος Αλέξιος, διαλαθών τους φύλακας αυτού επέτυχε να δραπετεύση και υπ' ολίγων τινών παρακολουθούμενος να μεταβή εις την Εσπερίαν επί τη ελπίδι ότι οι εκεί βασιλείς εδύναντο να επαναγάγωσιν αυτόν εις τον θρόνον του Βυζαντίου. Και πρώτον μεν απηυθύνθη προς τον ηγεμόνα της Σοαβίας Φίλιππον, σύζυγον της θείας αυτού Ειρήνης, αλλ' ούτος απησχολημένος ων εις ετέρους πολέμους ουδεμίαν συνδρομήν εδύνατο να τω παράσχη, ηρκέσθη δε απλώς να τον συμβουλεύση, ειπών·(6)
Υιέ και ανεψιέ μου, Το τι να σε πήσω, ουδέν έχω, εις τούτο οπού με λέγεις, Όμως μαντάτα ήκουσα (συντόμως με τα φέραν) Το πώς το πλήθος των Φραγκών, όπου υπάσι στην Συρίαν Εκεί στον τάφον του Χριστού, στην Βενετιάν εσώσαν· Λοιπόν εμένα φαίνεται, αν θέλης να το πήσης Και δυνηθής να υποσχεθής, τούτο του πάπα Ρώμης, Ότι να ορίση τον λαόν αυτών των περεγρίνων Ν' αφήσουν το ταξείδι τους εκείνο της Συρίας Να παν ς' την Κωνσταντινούπολιν να σε την παραδώσουν Να πήση το βασίλειόν σου, να έχης την αυθετείαν, Και να ποιήση τους Ρωμαιούς να προσκυνούν τον πάπαν, Της Ρώμης γαρ την εκκλησιάν, σύμβασιν να ποιήσουν Να ήναι ένα μετ' εμάς εις του Χριστού την πίστιν. Ούτως ελπίζω και θαρρώ να έχης την βασιλειάν σου.
Ήρεσεν η συμβουλή αύτη εις τον Αλέξιον, και δη έπεμψε πρέσβεις προς τους σταυροφόρους, ίνα επικαλεσθή την συνδρομήν των. Ο Δόγης της Ενετίας, ευρών ευκαιρίαν όπως ταπεινώση τους αμειλίκτους αυτού εχθρούς Πισσαίους, έπεισε και τους λοιπούς σταυροφόρους, καραδοκούντας κέρδη μεγάλα, να συνεκστρατεύσωσιν επί το Βυζάντιον, ενώ προηγουμένως προυτίθεντο να προσβάλωσι την Αίγυπτον, έδραν ούσαν των Σαρακηνών και των Τούρκων· ως όρον δε της συνδρομής ταύτης, έθετο την πληρωμήν διακοσίων χιλιάδων μάρκων αργυρίου, την επί έν έτος διατήρησιν του στρατού και του στόλου των σταυροφόρων υπό του Αλεξίου, την υποχρέωσιν του να τους συνοδεύση ούτος προσωπικώς εις Συρίαν, να διατηρή εφ' όρου ζωής πεντακοσίους ιππότας εις Ιερουσαλήμ και τέλος να υποτάξη τω πάπα την Ελληνικήν εκκλησίαν. Και οι μεν πρεσβευταί παρεδέξαντο ταύτα, ο δε σταυροφορικός στόλος, συγκείμενος εκ τετρακοσίων ογδοήκοντα πλοίων, ών διακόσια τεσσαράκοντα ήσαν πολεμικά, εβδομήκοντα έφερον ζωοτροφίας και μηχανάς, εκατόν είκοσιν ήσαν ιππαγωγά, και πεντήκοντα γαλέραι Ενετικαί, απέλευσε τη 8 Οκτωβρίου 1202 εξ Ενετίας εις Ζάραν την οποίαν και εκυρίευσαν. Διαχειμάσας δ' εν αυτή, ητοιμάζετο ν' απέλθη εκείθεν κατά Απρίλιον του 1203 ότε αφίκετο αυτόσε ο Αλέξιος συνοδευόμενος υπό Γερμανών τινων κυρίων προς τούτο ταχθέντων υπό του ηγεμόνος Φιλίππου· γενόμενος δε δεκτός, κατά την αρχαϊκήν έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, a mult grand joie et a mult grand honor, επεκύρωσε τας συμφωνίας των πρεσβευτών του, διότι «χαλίφρον όν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, και πραγμάτων αδαές μειράκιον, ούτε ηκριβολόγησέ τινα των ζητημάτων, ούτε μην το μισορώμαιον φρόνημα των Λατίνων οπωσούν εβάλλετο κατά νουν.» (7)
Άραντες οι σταυροφόροι εκ Ζάρας, κατηυθύνθησαν εις Κέρκυραν· ενώ δε ο στόλος αυτών έπλεε προς την Κωνσταντίνου πόλιν, ο αυτοκράτωρ Αλέξιος ύπνωτε βαρέως, ότε δε ανένηψεν εκ του ληθάργου και απεφάσισε διά πρέσβεων προς τον πάπαν να προλάβη την απειλούσαν αυτόν καταιγίδα, ήτον ήδη πολύ αργά. Οι σταυροφόροι αναχωρήσαντες εκ Κερκύρας τη 24 Μαΐου, και διά του Αιγαίου πελάγους πλεύσαντες αγκυροβόλησαν εις το έξωθεν της Κωνσταντινουπόλεως προάστειον του Αγίου Στεφάνου. Η θέα της μεγάλης εκείνης πόλεως, τα υψηλά τείχη και οι πλούσιοι πύργοι της ετάραξαν τους σταυροφόρους, ώστε κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου il n' y ot si hardi cui li cuer ne fremist. Εκεί αποβιβασθέντες οι κόμητες και οι βαρώνοι συνεκρότησαν συμβούλιον, λαβών δε τον λόγον ο Δόγης της Ενετίας είπεν· «Άρχοντες, γνωρίζω κάλλιον πάντων υμών τον τόπον τούτον, διότι και άλλοτε ήλθον. Ανελάβατε το μεγαλείτερον έργον και την κινδυνωδεστέραν επιχείρησιν, αφ' όσας ποτέ άνθρωποι επεχείρισαν, ώστε πρέπει να προβώμεν συνετώς. Μάθετε ότι αν υπάγωμεν εις την ξηράν, αύτη είνε μεγάλη και εκτενής, οι δε ημέτεροι εισι πτωχοί και πάσχουσιν έλλειψιν τροφών, ώστε αν διασπαρώμεν εις τας πεδιάδας προς εύρεσιν τοιούτων, θέλομεν φθείρεσθαι υπό των εγχωρίων, ενώ ημείς είμεθα ολίγοι και έχομεν να πράξωμεν πολλά. Εδώ πλησίον κείνται νήσοι τινες, ας δύνασθε να ιδήτε εντεύθεν, κατωκημέναι και έχουσαι σίτους, κρέα και τα λοιπά επιτήδεια. Ας υπάγωμεν να ελλιμενισθώμεν εκεί ίνα επιτοπίως λάβωμεν τας τροφάς· όταν δ' εφοδιασθώμεν, τότε πορευόμεθα επί την πόλιν και πράττομεν ό, τι ο στρατάρχης μας διατάξη, διότι καλλίτερον πολεμεί ο έχων τροφάς ή ο μη έχων.»
Ευρόντες συνετήν την γνώμην του Δόγου οι σταυροφόροι διενυκτέρευσαν την νύκτα εκείνην εις τον Άγιον Στέφανον, την δ' επιούσαν ήραν τας αγκύρας όπως πλείωσιν εις τας νήσους των Πριγγίπων· αλλ' άνεμος εναντίος πνεύσας τους ηνάγκασεν αντί του εις τας νήσους των Πριγγίπων πλοός των να συμπροσαράξωσιν εις Χαλκηδόνα, ενώ οι εκ του Βυζαντίου συνηγμένοι εις τας επάλξεις των τειχών παρετήρουν αυτούς μετά θαυμασμού. Εις Χαλκηδόνα οι αρχηγοί των σταυροφόρων κατέλαβον περικαλλές τι ανάκτορον, ο δε στόλος ένεκα της ελλείψεως λιμένος, ηναγκάσθη μετά τρεις ημέρας να κατευθυνθή εις Χρυσούπολιν, ένθα αφίκοντο διά ξηράς και οι ιππόται. (8)
Βεβαίως έπρεπε να πλησιάση τοσούτον ο κίνδυνος διά να ανανήψη ο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου εκ του ληθάργου του, διότι μέχρι της στιγμής εκείνης ουδέν μέτρον προς άμυναν έλαβε. Τα ολίγα πλοία άτινα είχεν, εστερούντο των προς πλουν επιτηδείων, καθόσον ο μέγας ναύαρχος του κράτους Μιχαήλ Στρυφνός, σύζυγον έχων την αδελφήν της αυτοκρατείρας, ωφελήθη της συγγενείας ταύτης διά να πλουτίση ανταλλάσων προς χρυσίον τας αγκύρας, τα ιστία, την ξυλείαν και αυτούς έτι τους ύλους των πλοίων. Ότε λοιπόν ο αυτοκράτωρ είδεν εν Χρυσουπόλει τους Λατίνους, εξήλθε της απραξίας αυτού, διέταξε να εξοπλίσωσιν είκοσι σεσηπυίας γαλέρας, και να κατεδαφίσωσι τας έξωθεν επί των τειχών ερειδομένας οικίας, και παρασκευάσας τον στρατόν του ανέλαβε την αρχηγίαν αυτού όπως αποκρούση πάσαν προσβολήν των εχθρών. (9)
Εν τούτοις οι σταυροφόροι ήρξαντο να διατρέχωσι τας πλουσίας πεδιάδας, αίτινες εκτείνονται εκείθεν της Χρυσουπόλεως. Απόσπασμα αυτών προβάν ολίγον, παρετήρησε σκηνάς τινας, εν αίς διέμενεν ο μέγας δουξ μετά πεντακοσίων στρατιωτών. Οι σταυροφόροι ώρμησαν κατ' αυτών, και μετά ολιγοχρόνιον μάχην τους έτρεψαν εις φυγήν και εκυρίευσαν τας τροφάς, τας σκηνάς αυτών και πολλά ζώα. Τοσούτον δ' ετάραξεν η ήττα αύτη τους εν Βυζαντίω, ώστε ψυχάρπαγας αγγέλους και χαλκηλάτους ανδριάντας εθεώρησαν τους Φράγκους, και οι μεν έπιπτον, οι δε εδραπέτευον και μάλιστα οι στρατηγοί ως κρουδέλαφοι, κατά την έκφρασιν του Νικήτα, πλέον δείλανδροι.
Την επιούσαν της ήττης ταύτης, ενώ οι άρχοντες των σταυροφόρων συνεσκέπτοντο εν τοις ανακτόροις της Χρυσουπόλεως, αφίκετο εκ μέρους του αυτοκράτορος απεσταλμένος τις προς αυτούς, καλούμενος Νικόλαος Ρόσσης εκ Λομβαρδίας, όστις αφού εχαιρέτησεν αυτούς εν ονόματι εκείνου, τοις έλεξε τάδε· «Ο αυτοκράτωρ οίδεν ότι είσθε οι μεγαλείτεροι και ισχυρότεροι άρχοντες εκ των μη φερόντων στέμμα, και ότι ηγείσθε των ανδρειοτέρων του κόσμου λαών· απορεί όμως πώς ενώ όντες, ως και αυτός, Χριστιανοί, ήλθατε εις τα κράτη του, χωρίς να τον ειδοποιήσητε και ζητήσητε την συγκατάθεσίν του. Έμαθεν ότι πρώτιστος υμών σκοπός εστιν η απελευθέρωσις του Αγίου Τάφου. Αν, όπως εκπληρώσητε τον σκοπόν σας, έχητε χρείαν τροφών, θα σας δώση τοιαύτας προθύμως, μηδενός φειδόμενος όπως σας συνδράμη· αλλά σας εξορκίζει ν' αποσυρθήτε του κράτους του, καίτοι δυναμένου να σας εκβιάση προς τούτο, διότι η δύναμίς του είναι τόσον μεγάλη, ώστε και εικοσάκις πλείονες αν ήσθε, δεν εδύνασθε να σωθήτε και διαφύγητε την οργήν του, αν ήθελε να σας προσβάλη και κακοποιήση». Προς ταύτα δε αναστάς ο ιππότης Κόνων Πετούνης, όστις ήτο bons chevaliers et sages et bien éloquens, αντέλεξεν. «Ωραίε κύριε, ο αυτοκράτωρ απορεί, διότι εισήλθομεν εις τα κράτη του· η γη όμως ήν πατούμεν, γνωρίζεις καλώς ότι δεν ανήκει εις αυτόν, επειδή την κατέχει αδίκως και εναντίον του τε θείου και των ανθρωπίνων νόμων, αλλ' ανήκει εις τον ανεψιόν του, όν βλέπεις μέσω υμών. Αν θέλη να τω αποδώση το στέμμα και επικαλεσθή το έλεός του, τότε θα παρακαλέσωμεν και ημείς τον Ισαάκιον και τον υιόν του ίνα τω συγχωρήση και τω εξασφαλίση πόρον ζωής ικανόν και ανάλογον της θέσεώς του· αν δε δεν δεχθή να πράξη τούτο, μη τολμήσης πλέον να έλθης παρ' ημίν φέρων τοιαύτας προτάσεις.» Και ούτως ο πρεσβευτής απήλθεν άπρακτος, ο δε αυτοκράτωρ φοβούμενος τους εν τη πόλει πολυαρίθμους παροίκους Λατίνους, εξεδίωξεν αυτούς παραχρήμα.
Την επιούσαν οι βαρώνοι και οι ιππόται απεφάσισαν να δοκιμάσωσι την διά της πειθούς ανάβασιν του παρ' αυτών προστατευομένου επί του θρόνου. Επιβάντες λοιπόν επί των γαλερών, επί μιας των οποίων ήτο και ο νέος Αλέξιος έχων εκατέρωθεν τον Δόγην της Ενετίας και τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, επλησίασαν εις τα τείχη της πόλεως, και τότε κήρυξ τις ήρξατο κραυγάζων ταύτα «Ιδού ο νόμιμος κύριός σας. Μάθετε ότι ήλθομεν όχι όπως σας κακοποιήσωμεν, αλλ' όπως σας φρουρήσωμεν και υπερασπίσωμεν, αν πράξητε ό, τι πρέπει. Γνωρίζετε ότι εκείνος, ώ δουλεύετε, κακεντρεχώς και παραλόγως κατέλαβε την αρχήν, ουδ' αγνοείτε πόσον παρανόμως προσηνέχθη προς τον κύριον αυτού. Βλέπετε, ιδού ο κληρονόμος του Ισαακίου· αν έλθητε προς αυτόν, εκπληροίτε το καθήκον σας, άλλως μάθετε ότι θα σας κακοποιήσωμεν, όσον δυνηθώμεν.» Επειδή όμως ουδείς εκ των επάλξεων απεκρίνατό τι, οι ιππόται απεφάσισαν να προπαρασκευασθώσιν εις πόλεμον. (10)
Τη 6 Ιουλίου 1204 συνελθόντες οι βαρώνοι εν συμβουλίω εις την πεδιάδα της Χρυσουπόλεως, ένθα τανύν υπάρχει το Οθωμανικόν Κοιμητήριον, απεφάσισαν όπως ο μεν στόλος εισέλθη εις Βόσπορον, ο δε στρατός διαιρεθείς εις έξ φάλαγγας προσβάλη τον αυτοκράτορα, όστις ιδών τας προπαρασκευάς των σταυροφόρων, είχε στρατοπεδεύσει εις την από των νυν κανονοστασίων (Τοπ-Χανέ) μέχρι του Διπλοκιονίου (Μπεσίκ-τας) ακτήν μετά πολυαρίθμου στρατού, ού η θέα επί τοσούτον εξήγειρε τους σταυροφόρους, ώστε ils ne demendent mie chasquns qui doit aller devant. Εκ των έξ φαλαγγών, την πρώτην, την και εμπροσθοφυλακήν, εδιοίκει ο Βαλδουίνος κόμης της Φλάνδρας, την δευτέραν ο Ερρίκος, αδελφός του Βαλδουίνου, την τρίτην ο Λουδοβίκος κόμης του Βλοά, την τετάρτην ο Ούγος κόμης του αγίου Παύλου, την πέμπτην Ματθαίος ο εκ Μοντμορενσή και την έκτην, την και οπισθοφυλακήν, ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης. Αλλ' ο χαύνος Αλέξιος μη τολμών να συμπλακή προς τους στραυροφόρους εθεώρησε κατάλληλον να εγκαταλείψη το στρατόπεδόν του και αποσυρθή εις την πόλιν, αφίνων ούτω κυρίους του Γαλατά τους Λατίνους, οίτινες εισήλθον τέλος και εις αυτό το φρούριον αυτού, αφού οι εντός απεπειράθησαν επί μικρόν να τους αντικρούσωσι. Μετά ταύτα δε θραύσαντες την μεγάλην άλυσον, ήτις εκώλυε την είσοδον του λιμένος και εισελθόντες εις αυτόν, εκυρίευσαν και τας των Βυζαντινών γαλέρας.
Μετά την πτώσιν του Γαλατά υπό τους Λατίνους, απελείπετο η άλωσις και αυτής της πόλεως του Κωνσταντίνου, ήτις ικανάς παρίστα δυσχερείας· δύο δε προς επιτυχίαν προετάθησαν σχέδια. Οι μεν Ενετοί έλεγον ότι όπως αλωθή έπρεπε να στηθώσιν εκ των πλοίων κλίμακες εις τα τείχη, και ούτως από μέρους της θαλάσσης να γείνη η έφοδος, οι δε Γάλλοι τουναντίον προέτεινον ταύτην από του μέρους της ξηράς, προφασιζόμενοι ότι δεν εδύναντο να νικήσωσιν άνευ των ίππων αυτών. Επί τέλους όπως μη προκύψη σχίσμα τι απεφασίσθη να γείνη η έφοδος ταυτοχρόνως εκ τε της ξηράς και εκ της θαλάσσης, και ούτως ο μεν στόλος έπλευσε κάτωθεν των προμαχώνων, αι δε έξ φάλαγγες, διαβάσαι τον Κύδαριν, εστρατοπέδευσαν όπου υπάρχει το νυν καλούμενον Εγιούπ, και εκείθεν ήρξαντο προσβάλλουσαι την Χαρσίαν ή Καλλιγαρίαν πύλην (Εγρή-καπού). (11)
Των Βυζαντινών εστρατήγει ο του βασιλέως γαμβρός Θεόδωρος ο Λάσκαρις, ανήρ γενναίος και έμπειρος, όστις απέκρουσεν επανειλημμένως τας εφόδους των φράγκων, πλήττων αυτούς εκ των τειχών διά λίθων, υγρού πυρός και βολών, καθ' όν χρόνον σώματα πεζών εκπηδώντα εκ της πόλεως, πολλήν ενεποίουν αυτοίς την φθοράν· αλλά και εκ των πλοίων εμάχοντο εκείνοι μετά πολλού πείσματος. «Φέροντες τα πλοία, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, έστησαν κατέναντι Πετρίων, βοείαις δοραίς φραξάμενοι ταύτα, ως είεν πυρί αδήωτα, και εν ταις κεραίαις τεκτηνάμενοι κλίμακας τας βαθμίδας μηρινθώδεις εχούσας, υποχαλωμένας διά κάλων και αύθις αιρομένας εις ύψος προσδεδεμένων τοις ιστοίς. Οι δε τειχεσιπλήτην κριόν κρατυνάμενοι και τους Τζαγγροτοξότας πολλαχή περιστήσαντες, ως αφ' ενός συνθήματος ποιούνται την σύρρηξιν. Και ην η μάχη φρικαλέα τις και στονόεσσα πάντοθεν. Οί τε γαρ περί τον κριόν οπλισάμενοι Λατίνοι, το τείχος ρήξαντες, πρόοδον έσχον ένδοθεν, ό παρατείνει προς θάλασσαν περί τόπον, ός Αποβάθρα βασιλέως ωνόμασται, ει και προς των επικούρων Ρωμαίοις Πισσαίων και των πελεκυφόρων βαρβάρων γενναιότερον απεκρούσθησαν, και τραυματίαι οι πλείονες ανέζευξαν. Οί τε τοις πλοίοις ενόντες τοις περί τα Πέτρια τείχεσι προσπελάσαντες και δι' ακατίων τας αγκύρας των πλοίων έραζε ρίψαντες εκ των κλιμάκων έπειτα τοις εκ των πύργων Ρωμαίοις συμπλέκονται και τρέπονται τούτοις ραδίως, ως εξ υπερδεξίων μαχομένοις, και ου μόνον από ύψους, αλλά και κατά κορυφήν εφιστώτες και βάλλοντες.»
Εξηκολούθουν τοιουτοτρόπως αι αψιμαχίαι επί εννέα ημέρας μεταξύ πολιορκούντων και πολιορκουμένων, ότε οι Φράγκοι απεφάσισαν την δεκάτην ημέραν, 17 Ιουλίου 1204, πέμπτην της εβδομάδος, να ποιήσωσι ταυτοχρόνως εκ τε της ξηράς και εκ της θαλάσσης τον πόλεμον. Και δη εκ των έξ φαλάγγων, αι μεν δύο υπό τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης απελείφθησαν εις φρούρησιν του στρατοπέδου, αι δ' έτεραι τέσσαρες υπό τον κόμητα της Φλάνδρας Βαλδουίνον διετάχθησαν να προσβάλωσι την πόλιν. Ήρξαντο λοιπόν την προσβολήν κατά πρώτον είς τι προπύργιον, το oποίον εφρούρουν Άγγλοι και Δανοί. Οι Γάλλοι σταυροφόροι ανέπτυξαν κατά την ημέραν εκείνην ανδρίαν αξιοθαύμαστον, δεκαπέντε δε αυτών και επί τας επάλξεις επέτυχον να αναβώσιν· αλλ' ηναγκάσθησαν επί τέλους να εγκαταλείψωσι την κινδυνώδη εκείνην θέσιν, δύο δ' εξ αυτών αιχμαλωτισθέντες προσηνέχθησαν και ενώπιον του αυτοκράτορος· ενώ δε οι Γάλλοι έβλεπον ματαιουμένας τας προσπαθείας αυτών, οι Ενετοί όμως εκ των πλοίων αυτών ηυδοκίμουν μεγάλως. Τάξας ο δόγης Δάνδολος τας γαλέρας εις δύο σειράς, εις μεν τας εν τη πρώτη έθηκε τας πολεμικάς μηχανάς, εις δε τας εν τη δευτέρα επεβίβασε τους πολεμιστάς, όπως ενώ αι πρώται προσβάλλουσι τα τείχη, οι εν ταις δευτέραις πολεμισταί φονεύωσι τους εν ταις επάλξεσι. Και εξηκολούθει λοιπόν η μάχη πεισματώδης και αιματηρά, καθόσον μάλιστα άφθονον ερρίπτετο από τα τείχη το υγρόν πυρ. Εντούτοις ο Δάνδολος, όστις vialz hom ere et gote ne véoit (ην γέρων και ουδόλως έβλεπε) θέλων αποτελεσματικωτέραν να ποιήση την προσβολήν, διέταξε να τον καταβιβάσωσιν εις την ξηράν, όπερ έσπευσαν οι υπηρέται του να πράξωσιν, έχοντες προ αυτού κυματίζον και το γόνφαλον του Αγίου Μάρκου. Τούτον ιδόντες δεν ώκνησαν να μιμηθώσι και εξ άλλων πλοίων οι ιππόται μετά κλιμάκων, ώστε ο πόλεμος κατήντησεν υπ' αυτά αμέσως τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Αίφνης η σημαία του Αγίου Μάρκου φαίνεται επί τι προπύργιον της πόλεως και η θέα αυτής τους μεν Γραικούς αποθαρρύνει, την δε γενναιότητα των Φράγκων επαυξάνει, νομιζόντων ότι βλέπουσι την πανσθενή του ιερού Ευαγγελιστού χείρα ότι τους προστατεύει. Διπλασιάζουσι λοιπόν ζήλον και εν ακαρεί, είκοσι πέντε πύργοι πίπτουσιν εις την εξουσίαν αυτών. Καταδιώκουσι λοιπόν τους Γραικούς εν τη πόλει, αλλά φοβούμενοι ένεδράν τινα ή επίθεσιν εκ μέρους του πολυαρίθμου λαού, θέτουσι πυρ εις τας οικίας, άς απαντώσιν· αι φλόγες διαδίδονται ταχέως, και ιδού η Κωνσταντινούπολις παρίστησι το φρικώδες θέαμα πόλεως πυρπολουμένης. (12) Τότε μόλις εμφανίζεται ο αυτοκράτωρ Αλέξιος μετά στρατού τοσούτου, ώστε, κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, ενόμιζέ τις ότι ce fust tonz li mons (όλος ο κόσμος συνεσωρεύθη εκεί). Όταν είδον οι Λατίνοι τον αυτοκράτορα προερχόμενον, παρετάχθησαν εις μάχην, νομίζοντες ότι θέλουσι προσβληθή· αλλ' ο χαύνος αυτοκράτωρ μη τολμών αυτός, μηδ' επιτρέπων την προσβολήν εις τον οργώντα προς πόλεμον γαμβρόν αυτού Λάσκαριν, μόλις είδε την παράταξιν των εχθρών, εισήλθεν αύθις εις την πόλιν αίσχιστος και εφύβριστος. Όταν δε οι εν Βυζαντίω είδον τον αυτοκράτορα αυτών τοσούτον ανάνδρως επανελθόντα, περιήλθον εις μεγίστην οργήν, η δε ταραχή και η σύγχισις έφθασεν εις το έπακρον, διότι ο μεν λαός κατηγόρει τον στρατόν, ο δε στρατός τον βασιλέα, πάντες δ' εν γένει έπνεον μένεα κατ' αυτού. Ο Αλέξιος τοιουτοτρόπως καταρώμενος υπό πάντων, δυσπιστών εις τους περί αυτόν, και μηδεμίαν ελπίδα σωτηρίας έχων, απεφάσισε να εγκαταλείψη την πόλιν. Κοινωσάμενος λοιπόν την πρόθεσιν αυτού ταύτην εις ολιγίστους, και λαβών μεθ' εαυτού δέκα κεντηνάρια χρυσίου και διάφορα άλλα τιμαλφή πράγματα, αναχώρησε νύκτωρ προς το Δελβετόν «δείλαιος εν ανθρώπους, μη φίλτρω παίδων μαλαχθείς, μη γυναικός έρωτι δαμασθείς, μη τηλικαύτη πόλει μαλακισθείς, μηδέ τι των άλλων εις νουν βαλλόμενος, φιλοψυχία δε και δειλανδρία σωτηρίαν εαυτώ, και ταύτην αμφίβολον, χωρών και πόλεων τοσούτων και γένους παντός αλλαξάμενος.» Εβασίλευσε δε έτη οκτώ, μήνας τρεις και ημέρας δέκα. (13)
Η νυξ είχεν ήδη διακόψει τα πολεμικά έργα και οι κάτοικοι ανελάμβανον εν τοις κόλποις του ύπνου εκ των καμάτων αυτών. Σιγή βαθύτατη επεκράτει καθ' άπασαν την πόλιν, ότε κραυγή τις αντήχησεν εις όλας τας οδούς· «Έλειψε πλέον ο Αλέξιος Κομνηνός! έλειψεν ο τύραννος! εφυγαδεύθη!» Πάραυτα ο θόρυβος διεδέξατο την τέως ηρεμίαν, λαμπάδες εφώτισαν όλα τα παράθυρα, ερωτήσεις και ομιλίαι ηκούσθησαν πανταχού. «Τις θα μας υπερασπισθή;» ηρώτων οι μεν.» «Τις θα μας παραδώση εις τους Φράγκους; έλεγον οι άλλοι·» πάντες δ' ομοφώνως ήρξαντο να υβρίζωσι τον Αλέξιον, άρπαγα του θρόνου αποκαλούντες αυτόν και φαύλον και αίσχιστον. Η Ευφροσύνη, ήτις όπως βασιλεύση, δεν είχεν ανάγκην ειμή ενός φάσματος, συναγαγούσα τους συγγενείς και φίλους της, τοις προσέφερε το στέμμα· ουδείς όμως συγκατένευε να δεχθή φορτίον τόσον βαρύ. Εν τούτοις ο ευνούχος Κωνσταντίνος, ο μέγας θησαυροφύλαξ, πεπεισμένος ότι τα χρήματα είναι το μόνον σημείον, περί ό εν τοιαύταις περιστάσεσι περιστρέφεται η νομιμιμότης του βασιλέως, ήρξατο διανέμων τοιαύτα εις τους Βαράγγους επ' ονόματι του Ισαακίου. Τότε οι μεγιστάνες ενθυμήθησαν τον εν τη ειρκτή μένοντα τυφλόν Ισαάκιον, εις όν ανέθεσαν, ως επί άγκυραν ιεράν, πάσαν αυτών την ελπίδα· συναγαγόντες λοιπόν τους φίλους και δούλους των, μεταβαίνουσιν, εις τα ανάκτορα, συλλαμβάνουσι την Ευφροσύνης, και εκείθεν πορευθέντες εις την ειρκτήν, κατακλείουσι μεν αυτήν, λύουσι δε τα δεσμά του Ισαακίου και τον αποκαλούσιν αυτοκράτορα. Ο Ισαάκιος, όστις δεν εγνώριζε τί συνέβαινεν εν τη πόλει, ούτε αν ήνε νυξ ή ημέρα ηνόει, ενόμισεν ότι τον παρέλαβον εκ της ειρκτής, όπως τον οδηγήσωσιν εις τον θάνατον· έμεινεν όμως ως εννεός ότε μετ' ολίγον επείσθη περί της εσφαλμένης ιδέας του, αφού παραλαβόντες αυτόν, τον έφερον μετά πομπής εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών ένθα τον έστεψαν, κατά τα ειθισμένα. Έκπληκτος λοιπόν γενόμενος επί τη φορά των πραγμάτων, διαμηνύει τοις Φράγκοις και τω εν μέσω αυτών υιώ του Αλεξίω την φυγήν του άρπαγος του θρόνου και την αναγόρευσιν αυτού ως αυτοκράτορος. Τοσούτον δ' απροσδόκητον εφάνη τούτο εις τους σταυροφόρους, ώστε συνελθόντες εκείνοι εν συμβουλίω εις την σκηνήν του μαρκησίου της Μοντφεράτης, και δυσπιστούντες προς την πραγματικότητα των μηνυομένων, αφού εδοξολόγησαν τον Θεόν, παρετάχθησαν εις μάχην, υποπτεύοντες ένεδράν τινα· ότε δε πολυάριθμοι Γραικοί εξελθόντες της πόλεως, ήλθον να επιβεβαιώσωσι τα γεγενημένα, τότε μόνον απεφάσισαν να πέμψωσιν εντός της πόλεως τετραμελή επιτροπήν, συγκειμένην εκ του Ματθαίου Μοντμορενσή, εκ του Γοδοφρέδου Βιλλαρδουίνου και εκ δυο Ενετών, όπως ιδίοις οφθαλμοίς αντιληφθώσι την κατάστασιν των πραγμάτων, και, αν τα λεγόμενα έχωνται αληθείας, προσκυνήσωσι τον Ισαάκιον εκ μέρους των Φράγκων, και απαιτήσωσι την αναγνώρισιν των υποχρεώσεων, άς ο υιός αυτού Αλέξιος ανέλαβεν. Η επιτροπή μέχρι των πυλών τις πόλεως μετέβη έφιππος, εκεί δε αφιππεύσασα, ωδηγήθη εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών· προσαχθείσης δε ταύτης ενώπιον του αυτοκράτορος, λαβών τον λόγον ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, έλεξε τάδε· «Κύριε, βλέπεις τας υπηρεσίας, τας οποίας προσφέραμεν εις τον υιόν σου, και πόσον συνεδράμαμεν αυτόν. Απόκειται ήδη να εκπληρώση και αυτός τας υποχρεώσεις, άς ανεδέχθη απέναντι ημών· απόκειται δε και εις σε να αναγνωρίσης τας υποχρεώσεις εκείνας.» Ερωτήσαντος του Ισαακίου οποίαι εισιν αι υποχρεώσεις αύται, και του Γοδοφρέδου εκθέντος αυτάς, ως εν τοις προηγουμένοις είπομεν, ο αυτοκράτωρ εκπλαγείς επί τη δυσχερεία της εκπληρώσεως, «Βεβαίως, απήντησεν, αι υπηρεσίαι υμών εισί μεγάλαι, ουδέ δυνάμεθα τας αναλόγους να διομολογήσωμεν υμίν χάριτας· διό και το κράτος αυτό σύμπαν ει ζητήσητε, δικαίως ανήκει υμίν.» Ούτως ανεγνώρισε την συνθήκην του Αλεξίου και επεκύρωσεν αυτήν διά της χρυσής των αυτοκρατόρων σφραγίδος. (14)
Επανελθούσης της επιτροπής παρά τοις σταυροφόροις και αγγειλάσης τα αποτελέσματα της αποστολής αυτής, εισήλθον εκείνοι εν μεγίστη, παρατάξει εις την πόλιν, έχοντες εν μέσω τον Αλέξιον, ού εκατέρωθεν ίππευον ο κόμης της Φλάνδρας και ο Δόγης της Ενετίας. Άπειρος λαός συνωθείτο περί την συνοδείαν χαιρετών διά φρενιτιωδών κραυγών τον νέον αυτοκράτορα. Ο Iσαάκιος ηυχαρίστησεν εκ νέου τους σταυροφόρους, δι' άς τω παρέσχον υπηρεσίας, και φοβούμενος μη έλθωσιν εις ρήξιν προς τους Βυζαντινούς, τους παρεκάλεσε να στρατοπεδεύσωσιν εις τον κόλπον του Χρυσοκέρατος. Οι σταυροφόροι υπήκουσαν, και εν τη αναπαύσει και αφθονία πάντων, ήρξαντο λησμονούντες τους κόπους και τους κινδύνους, ούς τέως υπέςτησαν, διότι ανέκαθεν το Βυζάντιον εθεωρείτο ως έδρα ακολασίας και αναπαύσεως. (15) Μετά τινας δε ημέρας ο Αλέξιος εστέφθη εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας κοινωνός του πατρός του εν τη εξουσία.
Ενόσω ο Αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνας υποσχέσεις, τα πράγματα ώδευον καλώς· η εκπλήρωσις όμως αυτών πολλάς παρενέβαλλε δυσχερείας. Μη δυνάμενος να επιβαρύνη διά μιας τον λαόν με φόρους, αλλά και οφείλων να αποτίση, κατά τα συμπεφωνημένα, διακοσίας χιλιάδας μαρκών, προσκαλεσάμενος τους αρχηγούς των σταυροφόρων, τοις έδωκε μικράν τινα προκαταβολήν· ζητήσας δε προθεσμίαν ενός μηνός όπως εισπράξη χρήματα, παρασκευάση δε και τα πλοία δι' ών ώφειλε, κατά την συνθήκην, να συνοδεύση αυτούς εις Αίγυπτον ή Συρίαν, τοις έλεξε ταύτα δεικνύοντα άριστα τον εξευτελισμόν εις όν είχε περιέλθει το Βυζαντινόν στέμμα. «Κύριοι σταυροφόροι, εγώ ανέβην επί του θρόνου τον οποίον η γέννησίς μου μοι είχε προωρίσει, τούτο δε οφείλω εις την θείαν αγαθότητα και εις την υμετέραν ανδρίαν, και εφ' όσον διατηρήσω το κράτος, εστέ βέβαιοι ότι θέλετε βασιλεύει εν τη καρδία μου· πολύ όμως απέχουσιν οι υπήκοοι μου να αισθάνωνται προς εμέ ό,τι υμείς. Με μισούσι, και τολμώ ειπείν ότι εγκαυχώμαι διά το μίσος των, και μοι περιποιεί τιμήν διότι τας ρίζας του έχει εις την προς εμέ συμπάθειάν σας. Γνωρίζετε καλώς την απέχθειάν των προς τα Λατινικά έθνη, τα οποία δεν δύνανται να συγχωρήσωσι, δι' ήν μοι προσέφεραν επικουρίαν· κρίνατε λοιπόν αν ήμαι εις θέσιν να διατηρηθώ άνευ υμών. Η αναχώρησίς σας, ορισθείσα κατά την επέτειον ημέραν του αγίου Μιχαήλ πλησιάζει, εγώ δε αδυνατώ εν τοσούτω βραχεί χρόνω να αποτίσω το προς υμάς χρέος μου, το oποίον μάλιστα ουδέ θα δυνηθώ ποτέ να εξοφλήσω, αν στερηθώ της συνδρομής σας, διότι τότε κινδυνεύω ν' απολέσω ου μόνον το στέμμα, αλλά και την ζωήν. Έν μόνον μέσον βλέπω όπως προληφθή το τοιούτο, την παράτασιν της αναχωρήσεώς σας μέχρι του προσεχούς Πάσχα. Έως τότε θα δυνηθώ να παγιώσω την δύναμίν μου, να εισπράξω χρήματα όπως εκπληρώσω τας υποσχέσεις μου, και να παρασκευάσω και εξοπλίσω τα πλοία, άτινα οφείλουσι να σας συνοδεύσωσι, κατά τας συμφωνίας ημών. Αναδέχομαι κατά το διάστημα τούτο να σας προμηθεύσω ό,τι σας αναγκαιοί, και ν' αποζημιώσω τους Ενετούς διά τα πλοία των· άλλως τε η παράτασις της ενταύθα διαμονής σας κατ' ουδέν θέλει σας βλάψει, διότι τον χειμώνα πάσα επιχείρησις είνε ακατόρθωτος, το δε έαρ δύνασθε ν' αναλάβητε το ένδοξον έργον σας.» Η πρότασις του αυτοκράτορος εγένετο δεκτή, και τούτο μόνον το αποτέλεσμα έσχεν ότι επεβάρυνε τους υπηκόους του χωρίς να βελτιώση την τύχην αυτού. (16)
Εν τούτοις ο φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτωρ Αλέξιος καταλαβών την Αδριανούπολιν, έστησεν εκεί τον θρόνον αυτού, συναθροίζων στρατόν και τα λοιπά προετοιμάζων ως εις πόλεμον. Ταύτα πληροφορηθείς ο ανεψιός αυτού Αλέξιος, παραλαβών μέρος των Φράγκων, υπό Βονιφάτιον τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, τον κόμητα του Αγίου Παύλου, τον Ερρίκον αδελφόν του κόμητος της Φλάνδρας, τον Ιάκωβον Δαβέσνην, τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ και τον Ούγον δε Κολέμην, εξήλθεν όπως καταπολεμήση εκείνον. Περιήλθεν ούτω διαφόρους πόλεις, άς οι συνέκδημοι αυτώ Φράγκοι εφιλοτιμήθησαν να λαφυραγωγήσωσι, και αφού εφυγάδευσε την θείον αυτού, επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν ως εν θριάμβω.
Αλλ' ήδη ήρξατο δύων και του Αλεξίου τούτου ο αστήρ. Όπως εισπράξη χρήματα ίνα πληρώση τους Φράγκους επώλησε τα κοσμήματα και λοιπά πολύτιμα σκεύη των ναών, αφήρεσε την περιουσίαν πάντων εκείνων, οίτινες ή υπεβοήθησαν την επί του θρόνου ανάβασιν του θείου αυτού ή ήσαν φίλοι του, επέβαλε φόρους δυσβαστάκτους και ενί λόγω έλαβε μέτρα τοσούτον βίαια, ώστε ο λαός ήρξατο αναφανδόν κραυγάζων κατά των νέων αυτοκρατόρων. Ταύτα βλέπων ο νέος Αλέξιος και δυσπιστών προς τους Βυζαντινούς, αφιερώθη ολοσχερώς εις τους Φράγκους, εν τω στρατοπέδω των οποίων νυχθημερόν διέτριβε συντρώγων μετ' αυτών και συμπίνων και πλείστα άλλα ανάξια βασιλέως έργα ποιούμενος. Επί τοσούτον δε βαθμόν οικειότητος μετά των σταυροφόρων προέβη, ώστε πολλάκις εν ώ χρόνω συνέτρωγον, οι Ενετοί αφαιρούντες από της κεφαλής αυτού το βασιλικόν λιθοκόσμητον διάδημα, τω επέθετον τον εξ ερίου χονδρόν σκούφον των ναυτών της Ενετίας· αλλά και ο του Αλεξίου πατήρ Ισαάκιος εις τας αυτάς υπέπιπτε πράξεις, εξ ού μεγίστη ηγέρθη κατακραυγή. Επηύξησε δε αύτη, οπόταν ο Αλέξιος πειθόμενος τοις Φράγκοις, αιτούσι την ένωσιν των εκκλησιών, ηνάγκασε τον τότε Πατριάρχην από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας να διομολoγήση τον πάπαν Ιννοκέντιον Γ'. επίτροπον του Ιησού Χριστού επί της γης, αρχιποίμενα του πιστού ποιμνίου του και διάδοχον του αγίου Πέτρου. (17)
Υπήρχε τότε εν Κωνσταντινουπόλει ανήρ τις, ονόματι Αλέξιος Δούκας, τον οποίον οι συνέταιροι, διότι συνέσπα τας οφρύς είχον επονομάσει Μούρτζουφλον. Ο ανήρ ούτος ανήκεν εις μίαν των πρώτων οικογενειών του Βυζαντίου, διότι ην υιός Ισαακίου Δούκα του Σεβαστοκράτορος και κατά συνέπειαν εξάδελφος του Αλεξίου· φιλόδοξος δε εις υπερβολήν ων και πολυμήχανος, ενόμισε την περίστασιν πρόσφορον εις τους σκοπούς αυτού και προσεποιήθη μεγίστην αφοσίωσιν προς τον αυτοκράτορα Αλέξιον, όστις και Πρωτοβεστιάριον τον κατέστησεν. Αλλ' ενώ εις αυτόν εμεγαλοποίει την κατακραυγήν του λαού, ενέπνεε φόβους εις την καρδίαν του και ως μόνην άγκυραν σωτηρίας τω παρίστα τον προς τους Φράγκους σφιγκτόν σύνδεσμον, αφ' ετέρου διέβαλλε τον βασιλέα παρά τω λαώ, λέγων αυτώ, ότι ο Αλέξιος προτίθεται να εκλατινίση το Βυζάντιον και παραδώση την πόλιν εις τους σταυροφόρους. Εμάνη ο λαός επί τη αγγελία ταύτη, ο δε Μούρτζουφλος θέλων να περιπλέξη επί μάλλον τα πράγματα του κούφου αυτοκράτορος, προέτρεψεν αυτόν, όπως εξευμενίση δήθεν το πλήθος, να παύση την προς τους Φράγκους φιλίαν, και να κηρύξη τον προς αυτούς πόλεμον, διότι τότε μόνον εδύνατο να στηριχθή επί του θρόνου. Αλλ' επειδή ο Αλέξιος δεν επείθετο εις ταύτα, ενθυμούμενος οποίαν συνδρομήν παρ' εκείνων έλαβεν, ο Μούρτζουφλος υπεκίνησε στάσιν, συνεπεία της οποίας ανηγορεύθη νεανίσκος τις, Νικόλαος Καναβός τούνομα, αυτοκράτωρ, ανήρ ως λέγει ο Νικήτας «το ήθος μειλίχιος και δεξιός την γνώμην, μηδ' αγενής τα πολέμια.» Σπεύδει ο Μούρτζουφλος μετά δακρύων κροκοδείλου να εξαγγείλη τα γενόμενα εις τον Αλέξιον, ώ ως μόνον προς σωτηρίαν μέσον προβάλλει τον προς τους Φράγκους πόλεμον. Και βλέπει μεν ο δυστυχής αυτοκράτωρ το προ αυτού χαίνον βάραθρον· αλλά μη έχων άλλο να πράξη, πείθεται εις του απατεώνος τους λόγους και επιτρέπει εις αυτόν ίνα μετά πολυαρίθμου στρατού επιπέση αίφνης κατά των σταυροφόρων, και ει δυνατόν, τους καταστρέψη. Αλλ' οι Φράγκοι, έτοιμοι αείποτε όντες, αντικρούουσιν ισχυρώς την επίθεσιν και αναγκάζουσι τους Βυζαντινούς να επανακάμψωσιν εις την πόλιν κατησχυμένοι· η δε αποτυχία αύτη, αντί να επιφέρη την ταπείνωσιν του Μουρτζούφλου, τουναντίον κατέστησεν αυτόν υψηλοφρονέστερον, περί αυτόν δε συνησπίσθησαν πολλοί άλλοι, οίτινες ώμωσαν να συναποθάνωσιν υπέρ πατρίδος. (18)
Η απροσδόκητος αύτη προσβολή εξηγρίωσεν επί τοσούτον τους Φράγκους ώστε πανταχόθεν ήρξαντο κραυγάζοντες ότι πρέπει να καταπολεμήσωσι τον αχάριστον αυτοκράτορα, όστις, ως αντιμισθίαν των όσων υπέρ αυτού διεπράξαντο, τοις αποδίδωσι δόλον και πλεκτάνας· αλλά πριν ή προβώσιν εις το τελευταίον τούτο μέτρον, απεφάσισαν να πέμψωσι πρέσβεις εις Βυζάντιον τον Κόνωνα Πετούνην, τον Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, τον Μίλην δε Βραιβάνσιον και τρεις ευγενείς Ενετούς, όπως, ει δυνατόν, εμπνεύσωσιν εις τον αυτοκράτορα νομιμώτερα αισθήματα. Μεταβάσης λοιπόν της πρεσβείας εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών, λαβών τον λόγον ο Κόνων Πετούνης, έλεξε προς τον αυτοκράτορα τάδε· «Μεγαλειότατε, ο Δόγης και οι βαρώνοι σοι λαλούσι σήμερον διά στόματός μου. Γνωρίζεις τας υπηρεσίας, άς σοι προσήνεγκον και αίτινες ουδένα λανθάνουσιν. Ανεδέχθης ενόρκως συ και ο υιός σου, να τοις δείξης την ευγνωμοσύνην σου, τούτου δε έχουσιν ενσφράγιστον απόδειξιν· αλλά, φαίνεται, ότι συ ελησμόνησες την υπόσχεσίν σου. Πολλάκις σοι υπέμνησαν ταύτην, και σοι την υπομιμνήσκουσι και πάλιν σήμερον παρουσία της αυλής σου. Αν την εκπληρώσης, θέλεις φανή δίκαιος και ημείς θέλομεν διατελεί εν ειρήνη· άλλως όμως μάθε ότι οι βαρώνοι ημών δεν σε γνωρίζουσι πλέον ούτε ως αυτοκράτορα, ούτε ως φίλον, αλλά θέλουσι λάβει κατά σου όσα μέτρα δυνηθώσι. Τούτο δε σοι αναγγέλλουσι σήμερον εν πάση ειλικρινεία, διότι δεν γνωρίζουσι να μεταχειρίζωνται επιβουλάς ή να πολεμώσι πριν ή προκηρύξωσι τούτο. Ιδού το αντικείμενον της πρεσβείας ημών, εις σε δε ανήκει να αποφασίσης περί του πρακτέου.»
Η αγέρωχος αύτη γλώσσα φυσικόν ήτο να διαγείρη την οργήν εις μίαν αυλήν, ένθα ο αυτοκράτωρ υπήρχε πάντοτε το αντικείμενον της αισχροτέρας κολακείας· διά τούτο οι περί τον Αλέξιον εκραύγασαν ότι έπρεπε να τιμωρηθή ο αυθάδης Φράγκος, όστις απετόλμησε να εξυβρίση την σεπτήν του αυτοκράτορος κορυφήν· ο Αλέξιος όμως, υπό του παλιμβούλου Μουρτζούφλου συμβουλευόμενος, απεφάσισεν αντί της συμμαχίας των υπηκόων του να προτιμήση την των Φράγκων, και δη πέμψας αυτόν τον Μούρτζουφλον προς τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, έσπευσε να δικαιολογηθή, και να ζητήση σύναμα την συνδρομήν των Φραγκικών δυνάμεων ίνα δι' αυτών αποβάλη τον δημοπρόβλητον βασιλέα και στηριχθή αυτός επί του θρόνου, ενέχυρον δε έδιδε πολλούς άρχοντας της αυλής του. Γενομένων δεκτών των ικεσιών του Αλεξίου, την επιούσαν, 25 Ιανουαρίου 1204 ο μαρκήσιος της Μαντφεράτης μετά στρατού επαρουσιάσθη εις την πύλην των Βλαχερνών, όπως εισέλθη εν τη πόλει και αναλάβη υπό την προστασίαν αυτού τον αυτοκράτορα.
Εφρύαξαν οι εν Βυζαντίω, έτι μάλλον ερεθιζόμενοι υπό των πρακτόρων του Μουρτζούφλου, ιδόντες την νέαν ταύτην του Αλεξίου προδοσίαν, και ήρξαντο αναφανδόν εξυβρίζοντες αυτόν ότι από δούλου εγένετο κύριος. «Ερρέτω, εκραύγαζον, η γεννεά αύτη των Αγγέλων, προδοτών της πατρίδος αείποτε γενομένων, και τοις εχθροίς πωληθέντων.» Τότε και ο Μούρτζουφλος, ρίπτων πλέον το προσωπείον. (18α)
Λαλεί τιναίς του συγγενείς, φίλους, γαρ και γειτόνους. Τζαγδάρους και λυμαντικούς . . . . . .
Και διενεργεί ευρείαν κατά των αυτοκρατόρων στάσιν, την οποίαν σπεύδει πάλιν μετά υποκριτικής συμπαθείας να εξαγγείλη εις τον Αλέξιον· ούτος δε, περιδεής γενόμενος και βλέπων τον λαόν ερχόμενον προς τα ανάκτορα, ανατίθησι την σωτηρίαν αυτού επί τον Μούρτζουφλον, και περιβληθείς υπ' αυτού ποδήρη χειτώνα, οδηγήται, ίνα δήθεν διαφύγη την οργήν του όχλου, είς τινα σκηνήν, υποτονθορίζων το του προφητάνακτος «Έκρυψέ με εν σκηνή αυτού εν ημέρα κακών μου,» ενώ ώφειλε μάλλον να ενθυμηθή το, «Εμοί μεν ειρηνικά ελάλουν και επί καρδίας δόλους διελογίζοντο.» Ο Ισαάκιος, κλινήρης ων, μαθών την οικτράν του υιού του κατάστασιν, κατελήφθη υπό σπασμών και εξεμέτρησεν αγωνιωδώς το ζην, εις ηλικίαν πεντήκοντα ετών. Ο δε Μούρτζουφλος βλέπων, ούτω πληρουμένους τους σκοπούς του, προσφέρει δις εν κύλικι δηλητήριον εις τον Αλέξιον· αλλ' επειδή, είτε διότι ο μείραξ ην του φαρμάκου νεανικώτερος, είτε διότι μετεχειρίζετο αντίδοτόν τι, απέφευγε τον θάνατον, ο Μούρτζουφλος δι' αγχόνης τον εκπυρηνίζει προς το του άδου πέταυρον, μετά βασιλείαν μηνών έξ και ημερών οκτώ. Τοιούτον υπήρξε το τέλος των δύο αυτοκρατόρων, οίτινες παραγνωρίσαντες ότι μόνη του λαού η αγάπη είνε η αληθής ισχύς και επί ξενικής συνδρομής ερεισθέντες, και την πατρίδα κατά κρημνών έφερον και εαυτούς κακώς ώλεσαν. (19)
Καταλαβών ούτως ο Μούρτζουφλος την αρχήν, αφού απηλλάγη και του εφημέρου αυτοκράτορος Καναβού, και προβλέπων τον προς τους Φράγκους επικείμενον πόλεμον, ήρξατο οχυρών την πόλιν, ανυψώσας τα παράλια της πόλεως τείχη και τας χερσαίας πύλας τειχίσμασιν οχυρώσας. Αφ' ετέρου οι Φράγκοι πληροφορηθέντες τον οικτρόν του Αλεξίου θάνατον υπό τοσαύτης κατελήφθησαν αγανακτήσεως, ώστε απεφάσισαν να καταπολεμήσωσι τους Γραικούς, προς τους οποίους ουδεμίαν του λοιπού εδύναντο να έχωσι πίστιν. Συνήλθον λοιπόν εις συμβούλιον και εκεί κατά πρώτον λόγος εγένετο περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, υπεστήριζον δε ιδίως την ιδέαν ταύτην οι κληρικοί, λέγοντες ότι ο πόλεμος ούτος εστιν ιερός και απαραίτητος. Αλλά πριν ή επιχειρήσωσι να προσβάλωσιν οριστικώς την πόλιν πεποιθότες ότι ευχερώς θέλουσιν αλώσει αυτήν και όπως προλάβωσι τας έριδας αι οποίαι εδύναντο να προέλθωσι κατά την διανομήν της πλούσιας λείας ήν ήθελον εύρει, οι Ενετοί και οι Γάλλοι συνεφώνησαν τα εξής εν τω στρατοπέδω κατά Μάρτιον του 1204.
Α'. Άμα η πόλις περιέλθη, Θεού θέλοντος, εις την εξουσίαν των σταυροφόρων, πάντες οφείλουσιν υποταγήν εις τους άρχοντας, ούς από κοινού οι Γάλλοι και οι Ενετοί ήθελον διορίσει.
Β'. Άπαντα τα εν τη πόλει ευρεθέντα λάφυρα, οιασδήποτε φύσεως και αν ώσι, θέλουσι φέρεσθαι εις τόπον υποδειχθέντα, χωρίς να δύνηταί τις να κρατήση δι' εαυτόν μέρος τι.
Γ'. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί θέλουσι διανεμηθή εξίσου τα λάφυρα, υποχρεουμένων όμως των Γάλλων να πληρώσωσι το αναλογούν αυτοίς εις τους Ενετούς, διά την μεταφοράν αυτών εις Κωνσταντινούπολιν.
Δ'. Ο σίτος και τα λοιπά τρόφιμα θέλουσι παρακατατεθή εις αποθήκας φρουρουμένας εξ ημισείας παρά των Γάλλων και Ενετών, οίτινες θέλουσι καθ' ημέραν λαμβάνει εξ αυτών το αναλογούν εις τροφήν των εφ' όσον χρόνον μείνουσιν ομού· αν δ' ευρεθή κατά τον χωρισμόν των περίσσευμά τι, θέλει υπολογισθή η αξία αυτού.
Ε'. Οι Ενετοί καθ' όλην την διάρκειαν της αυτοκρατορίας, θέλουσι διατηρεί τους τίτλους, τας τιμάς και τας προνομίας, άς απολαμβάνουσιν εις την χώραν των κατά τε το πνευματικόν και κοσμικόν μέρος και θέλουσι διοικείσθαι κατά τους νόμους και κατά τα έγγραφα ή άγραφα έθιμά των.
ΣΤ'. Διά την εκλογήν νέου αυτοκράτορος εν Κωνσταντινουπόλει θέλουσι διορισθή έξ εκλογείς Γάλλοι και έξ Ενετοί, οίτινες θα εκλέξωσιν εκ του στρατού ή εκ του στόλου εκείνον, τον οποίον κρίνουσιν ότι είνε ικανός όπως παγιώση, διοικήση, υπερασπισθή το κράτος και διατηρήση το σέβας προς τον Θεόν, την υπακοήν προς την αγίαν Ρωμαϊκήν εκκλησίαν και την αξιοπρέπειαν του κράτους. Ο υπό της πλειότητος εκλεχθησόμενος, αναγνωρισθήσεται ως αυτοκράτωρ παρ' όλων· αν δε συμβή οι Γάλλοι να εκλέξωσιν ένα και οι Ενετοί έτερον, η κλήρωσις θέλει αποφασίσει μεταξύ των δύω.
Ζ'. Ο αυτοκράτωρ θέλει λάβει ως κτήματα αυτού το τέταρτον μέρος των κατακτηθησομένων μετά των δύο ανακτόρων του Βουκουλείου και των Βλαχερνών.
Η'. Ο κλήρος του έθνους όπερ δεν θα δώση αυτοκράτορα, θέλει δώσει Πατριάρχην· ούτος δε λαμβάνων κατοχήν της Αγίας Σοφίας, θέλει διαθέτει τα κατά την εκκλησσίαν ταύτην.
Θ. Οι εκκλησιαστικοί των δύο εθνών θέλουσιν έχει την διοίκησιν των εκκλησιών όσαι συμπεριλαμβάνονται εις τας κληρωθείσας τω έθνει αυτών χώρας. Εκ των προσόδων δε των εκκλησιών τούτων θέλει τοις ορισθή το ανάλογον ποσόν διά την αξιοπρεπή διατήρησιν αυτών και των εκκλησιών των.
Ι'. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί υποχρεωθήσονται δι' όρκου να μείνωσιν επί έν έτος, αρχόμενον από την τελευταίαν ημέραν του παρόντος μηνός Μαρτίου, εις την υπηρεσίαν του αυτοκράτορος, απονέμοντες αυτώ πάντα σεβασμόν και υποταγήν.
ΙΑ'. Όσοι αποκατασταθώσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας, ομόσουσι πίστιν και υπακοήν εις τον αυτοκράτορα, κατά τα ειθισμένα, υποχρεούμενοι ν' αρκεσθώσιν εις μόνην την γενησομένην αυτοίς διανομήν και εις ουδέν άλλο.
ΙΒ'. Μεταξύ των Γάλλων και Ενετών θέλουσιν εκλεχθή δώδεκα ή και περισσότεροι επίτροποι, οίτινες αφού ορκισθώσι θέλουσι διανείμει κατά συνείδησιν και πλειονοψηφίαν τα τιμάρια και τα υπουργήματα και ορίσει τα καθήκοντα και υπηρεσίας των Γάλλων και Ενετών προς τον αυτοκράτορα και το κράτος. Ούτοι θέλουσιν αποκαταστήσει τους τιμαριούχους και τους υπουργούς εις πλήρη κατοχήν των τιμαρίων και υπουργημάτων των, με εξουσίαν να τα μεταβιβάζωσιν εις τους κληρονόμους των άρρενας ή θήλεις και να τα διαθέτωσι κατ' αρέσκειαν, επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων του αυτοκράτορος και του κράτους.
ΙΓ'. Εκτός των υποχρεώσεων και υπηρεσιών, τας οποίας οι τιμαριούχοι θέλουσιν αναλάβει, ο αυτοκράτωρ θέλει επιφορτισθή πάντα τα λοιπά όσα τείνουσι προς την ασφάλειαν και ευδαιμονίαν του κράτους.
ΙΔ'. Εις τας χώρας της αυτοκρατορίας ουδείς είνε δεκτός ανήκων εις έθνος διατελούν εις πόλεμον προς τους Γάλλους και Ενετούς, εφ' όσον διαρκεί ο πόλεμος ούτος.
ΙΕ'. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί θέλουσι μεταχειρισθή την επιρροήν αυτών παρά τω πάπα όπως τον πείσωσι να επικυρώση την παρούσαν σύμβασιν και υποβάλη εις αφορισμόν τους παραβιάζοντας ή αρνουμένους να υποβληθώσιν εις αυτήν.
ΙΣΤ'. Ο αυτοκράτωρ ομόσει ότι θέλει τηρήσει και επιβλέψει την πιστήν εκτέλεσιν της διανομής και των λοιπών εν τη παρούση μνημονευομένων κανονισμών και άρθρων. Αν δ' επέλθη ανάγκη ή να προστεθή ή ν' αναιρεθή τι εξ αυτής, η απόφασις ανήκει εις τους δώδεκα Γάλλους και Ενετούς εκλογείς εκ συμφώνου μετά του μαρκησίου της Μοντφεράτης και έξ συμβούλων παρ' αυτού ονομαζομένων.
ΙΖ'. Ο Δόγης της Ενετίας, κατ' εξαιρετικήν εις το άτομόν του τιμήν, απαλλάσσεται παντός όρκου προς το κράτος ή προς τον αυτοκράτορα δι' όσα υπουργήματα ή τιμάρια λάβη. Το προνόμιον τούτο παρέχεται αυτώ ατομικώς, μηδόλως εκτεινόμενον και εις τους διαδόχους του, όσοι ήθελον λάβει μετά ταύτα τα τιμάρια και τα υπουργήματά του. (20)
Αλλά και οι εν Βυζαντίω ουδόλως ησύχαζον· τουναντίον, αφού εκ δευτέρου προσεπάθησαν εις μάτην να καταστρέψωσι διά του υγρού πυρός τας εχθρικάς γαλέρας, κατεκλείσθησαν εις τα τείχη των, όπισθεν των οποίων έβλεπον την μόνην αυτών σωτηρίαν. Παρ' εχθρών τοιούτων ουδένα βεβαίως οι σταυροφόροι κίνδυνον είχον, αλλ' ήρξατο μαστίζων αυτούς εχθρός επικινδυνωδέστερος, η σπάνις των τροφίμων. Ηναγκάσθησαν λοιπόν να εκπέμψωσι προς συλλογήν τροφών ισχυρόν απόσπασμα υπό τον Ερρίκον Αϊνώ, όστις προβάς μέχρι Φινουπόλεως, ελαφυραγώγησεν αυτήν και πλείστα κατά των κατοίκων αυτής διεπράξατο. Ο Μούρτζουφλος, πληροφορηθείς την εκδρομήν ταύτην του Αϊνώ και αποφασίσας να τον προσβάλη εν τη επιστροφή του, εξήλθε μετά ισχυρού στρατού και εστρατοπέδευσεν εις τον κόλπον, εν ώ τανύν κείται η κωμόπολις Μπουγιούκ δερέ. Και προσέβαλε μεν όντως τους σταυροφόρους επιστρέφοντας, αλλ' εκείνοι μηδόλως θορυβηθέντες παρετάχθησαν εις μάχην, και ου μόνον απέκρουσαν τους Βυζαντινούς, αλλά και αυτόν τον Μούρτζουφλον μικρού εδέησε να αιχμαλωτίσωσιν. (21)
Εν τούτοις ο Δόγης της Ενετίας, θέλων ν' αποφύγη τον πόλεμον, προσεκάλεσεν εις συνέντευξιν τον αυτοκράτορα, όστις έσπευσεν έφιππος να μεταβή εις τας ακτάς του Κοσμιδίου, ένθα αφίκετο και ο Δάνδαλος μετά τριήρεως. Κατά την συνέντευξιν ταύτην συγκατένευσε μεν ο Μούρτζουφλος ν' αποτίση προς τους σταυροφόρους τα αιτούμενα πεντήκοντα κεντηνάρια χρυσίου (τεσσαράκοντα οκτώ εκατομμύρια φράγκων), ηρνείτο όμως να υποτάξη την ορθόδοξον εκκλησίαν υπό τον πάπαν. Ενώ δε ούτω συνδιελέγοντο, αίφνης εχθρικαί δυνάμεις επετέθησαν κατά του αυτοκράτορος, και μόλις ούτος εδυνήθη να σωθή χάρις εις την ταχύτητα του ίππου του.
Τοιουτοτρόπως πάσης συνδιαλλαγής ανεφίκτου καταστάσης, ήρξαντο αι ετοιμασίαι του πολέμου, και ο μεν Μούρτζουφλος μετά στρατού πολυαρίθμου εστρατοπέδευσεν ένθα τανύν κείται το Φανάρι, οι δε Φράγκοι επιβιβασθέντες εις τα πλοία αυτών το εσπέρας της 8 Απριλίου 1204, ημέρας πέμπτης, ήρξαντο την επιούσαν πρωίαν την κατά της πόλεως προσβολήν. «Όλην μεν ουν εκείνην την ημέραν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, μάχη ενειστήκει στονόεσσα, ήν δε πως τα Ρωμαίων επικρατέστερα, αί τε γαρ κλιμακοφόροι νήες συν τοις ιππαγωγοίς δρόμοσιν άπρακτοι των τειχών απεκρούσθησαν και τα των λίθων αφετηρία πλείστους όσους των πολεμίων διέφθειραν.» Και ο Βιλλαρδουίνος δε αυτός ομολογεί την διά τας αμαρτίας των αποτυχίαν των σταυροφόρων, οίτινες διετέλουν εις μεγίστην ταραχήν επί τη δυστυχία, ήτις τοις επήλθε κατά την ημέραν εκείνην. Αναπαυθέντες δύο ημέρας, την τρίτην επανέλαβαν την προσβολήν υποσχεθέντες, όπως ενθαρρύνωσι πάντας ότι, όστις πρώτος πήξει σημαίαν επί τινος πύργου της πόλεως, θέλει λάβει ως αμοιβήν εκατόν πεντήκοντα μάρκας αργυρίου. Εν τω μέσω της επιμόνου ταύτης μάχης, δύο πλοία, εφ' ών επέβαινον οι επίσκοποι Τρώης και Σοασώνος προσήγγισαν εις την ξηράν και έστησαν κλίμακας πλησίον των Πετρίων, δύο δε ιππόται, ο μεν, Γάλλος Ανδρέας Ορβοά καλούμενος, ο δε Ενετός Πέτρος Αλβέρτης, ελθόντες απεσόβησαν τους εκεί φρουρούντας. Η θέα αυτών ενεθάρρυνε τους σταυροφόρους όπως πηδήσωσιν επί τον πύργον, είς δε ιππότης, Πέτρος δε Βρασώ τούνομα, εισελθών διά της πύλης ενέπνευσε φρίκην εις τους φρουρούς ένεκα του γιγαντιαίου αυτού σώματος, και της επί της κεφαλής αυτού παμμεγέθους περικεφαλαίας. Η θέα αυτού έτρεψεν εις φυγήν τους Βυζαντινούς, και άφησεν ούτως ανεμπόδιστον την είσοδον εις πολυαρίθμους άλλους σταυροφόρους, οίτινες φοβούμενοι δολιότητά τινα έθεσαν πυρ εις άς απήντησαν οικίας και απετέφρωσαν τοσαύτας, όσαι, κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, δεν υπήρχον εις τας τρεις ομού μεγαλειτέρας πόλεις της Γαλλίας. Μάτην ο Μούρτζουφλος απεπειράθη διά προτροπών και απειλών ν' αναζωπυρώση το θάρρος του λαού· ο φόβος ην ανώτερος παντός άλλου αισθήματος. Τότε ο αυτοκράτωρ βλέπων ότι ουδεμία σωτηρίας ελπίς πλέον απελείπετο και φοβούμενος μη συλληφθή, συμπαραλαβών Ευφροσύνην την σύζυγον του Αλεξίου, και Ευδοκίαν την θυγατέρα αυτής, ήν κατά την πολιορκίαν είχε νυμφευθή, εξήλθε της πόλεως μετά βασιλείαν μηνών δύο και ημερών επτακαίδεκα. (22)
Εν διαστήματι έξ μηνών η Κωνσταντινούπολις είχεν ιδεί πέντε αυτοκράτορας, ών οι μεν τρεις εξεμέτρησαν το ζην, οι δ' έτεροι δύο ήσαν φυγάδες· άμα λοιπόν ανεχώρησεν ο Μούρτζουφλος, επήλθεν η ανάγκη εκλογής νέου αυτοκράτορος. Εν μέσω των δεινών του πολέμου και του πυρός, όπερ ενέμετο την πόλιν, ο Θεόδωρος Δούκας και ο Θεόδωρος Λάσκαρις, αμφότεροι ανήκοντες εις επισήμους οικογενείας, απέβλεψαν εις τον τίτλον του αυτοκράτορος. Έκαστος αυτών είχε τους φίλους και οπαδούς του και τα προτερήματα και αι αρεταί των υποψηφίων παρ' εκείνων ποικιλοτρόπως εξετίθεντο· τέλος ο Λάσκαρις υπερίσχυσε και εξελέχθη αυτοκράτωρ. Εκ μετριοφροσύνης όμως αξιεπαίνου δεν ηθέλησε να δεχθή το όνομα του αυτοκράτορος, αλλά μόνον το του δεσπότου, λέγων ότι οφείλει πρότερον να ρυθμίση τα πράγματα του κράτους και αποδώση εις το στέμμα την ανήκουσαν αυτώ αίγλην. Αλλ' όμως η επιθυμία αυτού δεν εδύνατο να πραγματοποιηθή, διότι εις ήν κατάστασιν είχον περιέλθει τα πράγματα, αι ηρωικώτεραι προσπάθειαι έμελλον να ναυαγήσωσιν. Ενώ δε ο Λάσκαρις αντεποιείτο την εξουσίαν, ο Ερρίκος Αϊνώ μετά των περί αυτόν είχε κυριεύσει την Κωνσταντινούπολιν. (23)
Οποία υπήρξεν η διαγωγή των σταυροφόρων κατά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως διά των ζοφερωτέρων χρωμάτων εικονίζουσιν οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι. «Ω πόλις, πόλις, επιφωνεί ο αυτόπτης της καταστροφής Νικήτας, πόλεων πασών οφθαλμέ, άκουσμα παγκόσμιον, θέαμα υπερκόσμιον, εκκλησιών γαλουχέ, πίστεως αρχηγέ, ορθοδοξίας ποδηγέ, λόγων μέλημα, καλού παντός ενδιαίτημα, τίνες κακοποιοί δυνάμεις ητήσαντό σε και έλαβον εις συνίασιν; τίνες αλάστορες, φθονεροί και αμείλικτοι δαίμονες κώμον σοι επεκώμασαν άγριοι;» Και αυτοί οι εξ εσπερίας χρονογράφοι δεν εδίστασαν να ομολογήσωσιν ότι προ μεν της αλώσεως οι σταυροφόροι ήσαν άγιοι, μετά την άλωσιν δ' εγένοντο δαίμονες. Και όντως ουδέν ιερόν, ουδέν όσιον εσεβάσθησαν οι δυσωνύμως καλούμενοι σταυροφόροι· ύβρισαν τα θεία και τα ανθρώπινα, εξέκλιναν εις πράξεις θηριώδεις, Χριστιανοί όντες εφάνησαν και των απίστων απιστότεροι. «Απημφιάζετο Χριστός, προστίθησιν ο Νικήτας, και υβρίζετο και μερισμοί και κλήροι των αυτού ιματίων εγίνοντο, και μόνον ου λογχευόμενος την πλευράν θεορρύτου ρύακος αίματος εις γην και πάλιν απέσταξεν.» Οίκοι, ναοί, ανάκτορα, τάφοι αυτοκρατόρων εναλλάξ εσκυλεύθησαν και ελαφυραγωγήθησαν. Σκεύη ιερά μετά των ευτελεστέρων αγγείων επεσωρεύοντο φίρδην μίγδην υπό των αρπάγων και επί ημιόνων ή ίππων φορτονόμενα μετεφέροντο εις τα πλοία αυτών. Λείψανα άγια, κοσμήματα εκκλησιών αφηρούντο βιαίως και παριλαμβάνοντο. Παραλείπομεν τας παρθενοφθορίας και τας λοιπάς ακολασίας, διότι αφού τα θεία εξηυτέλισαν οι σταυροφόροι δεν ήτο δυνατόν να φεισθώσι των ανθρωπίνων· «Ην εις πόνον πάσα κεφαλή, εν στενωποίς θρήνοι και ουαί και κλαυθμοί, εν τριόδοις οδυρμοί, εν ναοίς ολοφυρμοί, ανδρών οιμωγαί, γυναικών ολολυγαί, ελκυσμοί, ανδραποδισμοί, διασπασμοί τε και βιασμοί σωμάτων συναφών πρότερον οι τω γένει σεμνοί ατίμως περιήεσαν, οι τω γήρα γεραροί γοεροί, οι πλούσιοι ανούσιοι. Ούτως εν πλατείαις, ούτως εν γωνίαις, ούτως εν τεμένεσιν, ούτως εν καταδύσεσι.» Τοιαύτα υπήρξαν τα άθλα των ελευθερωτών του Χριστιανισμού. (24)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ. ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ Α'. Πρώτος αυτοκράτωρ Φράγκος της Κωνσταντινουπόλεως. 23 Μαΐου 1204-14 Απριλίου 1205.
Τοιουτοτρόπως περιήλθεν υπό την εξουσίαν των εξ εσπερίας σταυροφόρων η Κωνσταντινούπολις, το κοινόν απάντων εντρύφημά τε και εξάκουστον περιλάλημα, υποστάσα όλας τας δυσπραγίας πόλεως αλωθείσης υπό εθνών εις ληστρικόν μεν έκπλουν συγκροτηθέντων, όργανον δε και προσωπείον ευτύπωτον μεταχειρισθέντων την ευσέβειαν και την πίστιν. Αλλ' οι τοσαύτα κατά Χριστιανών διαπραξάμενοι και μηδενός ιερού ή οσίου φεισάμενος ενεπνέοντο άρα υπό ζήλου ενθέου; Αλλ' οι λαβόντες τον σταυρόν και ορκισθέντες ίν' αποθάνωσιν εν ταις εώαις χώραις υπέρ της δόξης του επ' αυτού προσηλωθέντος, διαρπάζοντες και θύοντες προυτίθεντο άρα να εκπληρώσωσι τον όρκον των; Όστις αναγνώση ουχί των συγχρόνων Βυζαντινών ιστοριογράφων τας αφηγήσεις, αλλά και αυτών των εσπερίων χρονογράφων τας περιέργους εκθέσεις, μακράν του να θεωρήση τους άνδρας εκείνους ως ελευθερωτάς των καταδυναστευομένων εν Χριστώ αδελφών αυτών ή ως απλούς Χριστιανούς, θέλει ενθυμηθή το του προφήτου και αναφωνήσει, «Το βδέλυγμα της ερημώσεως έστη εν τόπω αγίω.»
Η κατάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Φράγκων εγέννησε τας λαμπροτέρας ελπίδας, ότι η πρωτεύουσα αύτη έμελλε ν' αναλάβη την προτέραν αυτής δόξαν· αλλ' όμως αι ελπίδες αύται, ταχέως σκεδασθείσαι, απέδειξαν ότι δυσκολώτερον είναι να διατηρήση τις έν κράτος ή να κατακτήση αυτό, και ότι ευχερώς μεν δύναταί τις να μιμηθή τον κεραυνόν και την βροντήν, αδύνατον δε το διαρκές και γλυκύ φως του άστρου εκείνου, το oποίον εν τη τακτική και ομαλή πορεία του φωτίζει, ζωογονεί και γονιμοποιεί την φύσιν. Οι αγώνες και αι καταπληκτικαί προσπάθειαι των σταυροφόρων, ουδέν σχεδόν έτερον αποτέλεσμα έσχον, ειμή την γέννησιν βραχυχρονίου και γελοιώδους αυτοκρατορίας, ενώ τουναντίον ανεπτέρωσαν παρά τοις τέως εκπεφαυλισμένοις Βυζαντινοίς το αίσθημα της τιμής και του προς την θρησκείαν και την πατρίδα καθήκοντος. (25)
Η Κωνσταντινούπολις έπεσεν εις την εξουσίαν των Λατίνων περί τα τέλη της τεσσαρακοστής. Οι συνοδεύοντες τους σταυροφόρους ιερείς ήρξαντο προσκαλούντες αυτούς εις μετάνοιαν, η δε φωνή της θρησκείας δεν ήχησεν εις καρδίας σκληρυνθείσας υπό της νίκης. Οι στρατιώται έδραμον εις τας εκκλησίας, τας οποίας προ μικρού είχον διαρπάσει, και ετέλεσαν τα πάθη και τον θάνατον του Κυρίου εν τοις θυσιαστηρίοις, άτινα ου προ πολλού είχον ερημώσει και βεβηλώσει. Τελεσθείσης δε της εορτής του πάσχα, οι αρχηγοί των σταυροφόρων ώρισαν τρεις εκκλησίας, εν ταις οποίαις έκαστος των ιπποτών ώφειλεν επί ποινή αφορισμού να καταθέση την λείαν αυτού, διά να την διανείμωσιν οψιαίτερον άπαντες εξ ίσου. Πλείστοι στρατιώται καί τινες μάλιστα των αρχηγών υπό φιλαργύρου διαθέσεως ελαυνόμενοι εκράτησαν κεκρυμμένα παρ' εαυτοίς διάφορα είδη λείας, ο δε κόμης του αγίου Παύλου απηγχόνισε και ένα των τοιούτων. Εν τούτοις η διανομή εγένετο και τα μεν τρία τέταρτα της λείας έλαβον οι σταυροφόροι, το δ' έν τέταρτον επεφυλάξαντο διά τους αρχηγούς τους οποίους ήθελε διορίσει ο αυτοκράτωρ. Μόνον οι Γάλλοι σταυροφόροι έλαβον πεντακοσίας χιλιάδας μαρκών αργυρίου, τουτέστιν είκοσιν επτά εκατομμύρια φράγκων, ώστε, αν αφαιρέσωμεν το ποσόν πεντήκοντα χιλιάδων μαρκών, τας οποίας εκράτησαν οι Ενετοί προ της διανομής, άτε έχοντες να λαμβάνωσιν υπό των Γάλλων, μετά του μερίσματος αυτών, δυνάμεθα να υπολογίσωμεν ότι το ολικόν μέρος των λαφύρων συνεποσούτο εις εξήκοντα εκατομμύρια φράγκων· εννοείται δ' ότι ισάριθμον ποσόν διήρπασαν οι μη σταυροφόροι ιδιώται, οι παρακολουθούντες αυτοίς εις την εκστρατείαν. Εάν προσέτι αναλογισθώμεν ότι ου προ πολλού τρεις αλληλοδιαδόχως πυρκαϊαί απετέφρωσαν πλέον του ημίσεος της πόλεως και επομένως ουκ ευκαταφρόνητα πλούτη, προς δε ότι τα πολυτιμώτερα είδη ένεκα της ανωμάλου καταστάσεως των πραγμάτων, είχον τεραστίως υποτιμηθή, θέλομεν συμπεράνει ότι η Κωνσταντινούπολις πριν ή αλωθή υπό των Λατίνων εκέκτητο πλούτη κινητά αξίας εξακοσίων εκατομμυρίων φράγκων. Εν δε τη διανομή, τη γενομένη μεταξύ των μαχητών της Λομβαρδίας, Γερμανίας και Γαλλίας έκαστος μεν ιππότης έλαβε μέρισμα ίσον προς το των δύο ιππέων, και έκαστος ιππεύς ίσον προς το των δύο πεζών. Οι Ενετοί είχον προσφέρει ν' αγοράσωσιν όλα τα λάφυρα, δίδοντες τετρακοσίας μάρκας αργυρίου εκάστω ιππότη, διακοσίας εκάστω ιππεί ή ιερεί και εκατόν εκάστω πεζώ, αλλ' η πρότασίς των αύτη απερρίφθη, (26)
Διανείμαντες ούτως οι σταυροφόροι τα πλούσια λάφυρα της πρωτευούσης του Βυζαντινού κράτους, παρεδόθησαν εις παντοίας τρυφάς και ασελγείας και διακωμωδήσεις των εγχωρίων, μη βλέποντες το σφάλμα, όπερ διέπραττον, καταστρέφοντες χώραν, την οποίαν ώφειλον να θεωρήσωσιν ωσανεί πατρίδα των, ουδέ σκεπτόμενοι ότι η καταστροφή των νικηθέντων εδύνατο μια ημέρα να συνεπαγάγη την των νικητών και επομένως να καταστήση αυτούς εξίσου προς τους Γραικούς πένητας. «Επεί δε και τα σκύλα διενείμαντο, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, (27) ουκ ην τις παρ' εκείνοις διαστολή επίπλων και σκευών βεβήλων τε και αγίων, αλλ' επ' ίσης άπασιν εις τας σωματικάς χρείας εκέχρηντο, Θεού και Θέμιδος κατά μηδέν εμπαζόμενοι, τα δε του Χριστού και των αγίων θεία εικάσματα εις έδρας και ποδών θρανίδας παρήγον.» Τοσαύτη υπήρχεν η λύσσα και ασέβεια αυτών! Άνευ σκέψεως, άνευ προνοίας του μέλλοντος, τα πάντα επί της σπάθης στηρίζοντες, εξαπέστειλαν πρέσβεις τοις εν Συρία ομοφύλοις των, μετά των πυλών της πόλεως, όπως εξαγγείλωσι τας επιτυχίας αυτών, και ήρξαντο να ρίπτωσιν εις κλήρους τας πόλεις και τας χώρας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ών η κυριότης έμελλε να περιέλθη αυτοίς. Τοιουτοτρόπως κατεκληρουχήθη η Αλεξάνδρεια και η Λιβύη, η Παρθική και Περσία, η Ιβηρία και η Ασσυρία, η Υρκανία και άπασα η μέχρι Γαδείρων χώρα. Και οι μεν, ως λαχόντες πόλεις ιπποτρόφους και πλουσίας, εμακάριζον εαυτούς επί τω κλήρω των, οι δε ήχθοντο διότι έλαχον λαούς πτωχούς και ημιβαρβάρους, έτεροι δε προέτειναν προς αλλήλους την ανταλλαγήν των κατά φαντασίαν κτήσεών των.
Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των πραγμάτων ότε, ανανήψαντες επί μικρόν της μέθης αυτών, απεφάσισαν να ασχοληθώσι περί την παγίωσιν πρώτον της εν Κωνσταντινουπόλει κατακτήσεως αυτών χρίοντες βασιλέα· αλλ' η εκλογή τοιούτου απήντα πολλάς και σπουδαίας δυσχερείας, ου μόνον διότι έκαστον έθνος εκ των μετασχόντων της σταυροφορίας ηξίου δι' εαυτό το σκήπτρον και το στέμμα, αλλά και διότι μεταξύ των αρχηγών των σταυροφόρων ήσαν πολλοί ίσοι προς αλλήλους κατά τε την ανδρίαν, την προγονικήν ευγένειαν και την λοιπήν αρετήν, και η προτίμησις ενός μεταξύ αυτών, εδύνατο να συνεπαγάγη την απείθειαν των άλλων και μετ' αυτής τον εμφύλιον πόλεμον. Θέλοντες λοιπόν οι βαρώνοι και οι κόμητες να προλάβωσι τα δυστυχήματα ταύτα, εξελέξαντο δώδεκα εκλογείς, εν οίς έξ ήσαν Ενετοί, ο Δόγης Βιτάλης Δάνδολος, ο Όθων Κουερίνης, ο Βερτούκιος Κονταρίνης, ο Νικόλαος Ναβαγιέρος, ο Παντολέων Βάρβος και ο Ιωάννης Βαζέγιος, ή κατ' άλλους, ο Ιωάννης Μικιέλης, και έξ Γάλλοι, Νεβελών ο επίσκοπος Σοασώνος, Κονράδος ο επίσκοπος Τρώης, Πέτρος ο επίσκοπος Βηθλεέμ, ο και έξαρχος του πάπα, Ιωάννης ο αρχιεπίσκοπος Πτολεμαΐδος και ο αββάς Λόκης, ο μετέπειτα προχειρισθείς πατριάρχης Αντιοχείας. Οι δώδεκα ούτοι ορκισθέντες επί του ιερού Ευαγγελίου να προβώσιν εν συνειδήσει εις την εκλογήν του αυτοκράτορος, ουδενί χαριζόμενοι ή αντικείμενοι, αλλ' εις μόνην την ικανότητα αφορώντες, κατεκλείσθησαν εις το παρεκκλήσιον των ανακτόρων του Βουκολείου ίνα σκεφθώσι περί του ικανοτέρου, καθώς και το Χρονικόν του Μωρέως λέγει· (28)
Βουλήν επήραν ενομού να πήσουν βασιλέα. Έκλεξαν δώδεκ' άρχοντας, άξιους, φρονιμωτάτους, Οι έξ ήσαν αρχιερείς και οι έξ φλαμπουριάροι. Συνθήκαις και όρκους έτηκαν να εκλέξουν βασιλέα. Με πιστωσύνην του λαού άνευ τρόπου και δόλου, Εσέβησαν εισέ κελλίν, εκεί τους αποκλείσαν Όπως του να πληρώσουσι τον βασιλέα της πόλης· Πολλά εταραχεύθησαν αλλήλους με τους λόγους, Διόν ομού ουκ ίσιαζαν να πήσουν βασιλέα. Διόν τινες ελέγασι και σφόδρα επαινούσαν Τον δούκα γαρ της Βενετιάς φρόνιμον επιδέξιον Έλεγαν ότι άξιος ένι της βασιλείας.
Υπήρχεν αρχαίον τι έθιμον εις τους Φράγκους να εκλέγωσι τους βασιλείς αυτών ως εξής. Θέτοντες στιχηδόν τόσους κρατήρας, όσοι υποψήφιοι του θρόνου ήσαν, έστεγον υπό ένα εξ αυτών την αναίμακτον θυσίαν, μετά ταύτα δε προσκαλούντες τους θυηπόλους εφώνουν το όνομα ενός εκ των υποψηφίων και ο θυηπόλος λαμβάνων αδιακρίτως τον τυχόντα κρατήρα, προσήγεν αυτόν εις τους επί της εκλογής. Εκείνος δε εις την προσφώνησιν του ονόματος του οποίου, ο κρατήρ αιρόμενος, απεκάλυπτε την αναίμακτον θυσίαν, ο τοιούτος εξελέγετο βασιλεύς. Το αρχαίον λοιπόν τούτο έθιμον διενοήθησαν κατά πρώτον και οι σταυροφόροι να πραγματοποιήσωσι κατά την εκλογήν του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως· αλλά μεταμεληθέντες απεφάσισαν άλλως να εκλέξωσιν αυτόν. (29)
Τρεις ήσαν οι μάλλον των άλλων υπέρ εαυτών τας των εκλογέων ψήφους συνενούντες. Αν η πορφύρα ήτο γέρας της πολυπειρίας, της περί τας συμβουλάς επιτηδειότητος και της αμοιβής των εκδουλεύσεων, βεβαίως αύτη έπρεπε να δοθή, εις τον Ερρίκον Δάνδολον, το ελατήριον και την ψυχήν της σταυροφορίας. Ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης είχεν επίσης τίτλους ουχί ευκαταφρονήτους επί του στέμματος, διότι και οι σταυροφόροι τον είχον εκλέξει ως αρχηγόν των και οι Γραικοί τον ανεγνώριζον ήδη ως κύριον αυτών. Η ανδρία του, εν πολλαίς περιστάσεσι καταδειχθείσα, υπισχνείτο σταθερόν και γενναίον υποστήριγμα του θρόνου, όστις έμελλε να υψωθή εν μέσω των ερειπίων της αρχαίας αυτοκρατορίας. Η σύνεσις αυτού και η μετριοφροσύνη ήσαν τοιαύται, ώστε και οι Φράγκοι και οι εγχώριοι ήλπιζον ότι, του μαρκησίου εκλεγομένου, ήθελον ανακύψει εκ των δεινών του πολέμου. Τέλος τρίτος υποψήφιος ήτον ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος, συγγενεύων προς τους μονάρχας της δύσεως και εξ αγχιστείας απόγονος του Καρόλου Μάγνου. Ηγαπάτο ούτος υπό των στρατιωτών αυτού, των οποίων συνεμερίζετο τους κινδύνους, ετιμάτο δε και υπ' αυτών των Γραικών, οίτινες και εν μέσω έτι της συγχίσεως και των αταξιών της κατακτήσεως, τον εξύμνουν ως υπόδειγμα σωφροσύνης και τιμής. «Ην δε ο ανήρ, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, ευλαβής τα προς Θεόν, ως ελέγετο, και την δίαιταν εγκρατής, γυναικός δε μηδέ μέχρι βλέμματος προσεσχηκώς, εφ' όσον χρόνον της οικείας γαμετής απεφοίτησεν, αλλά και εις τους ύμνους εσχόλαζε του Θεού και τους εν ανάγκαις εκυβέρνα, και ακούειν τους προς αυτόν αντιλέγοντας κατεδέχετο· το δε μέγιστον δις είχεν εκάστης εβδομάδος τον εσπέρας επεμβοώντα μηδένα των οικείων αρχείων εντός κατευνάζεσθαι, μη νομίμω γυναικί πλησιάζοντα. (30)
Οι εκλογείς απέβλεψαν κατά πρώτον προς τον γεραρόν Δόγην Δάνδολον· αλλ' oι δημοκράται της Ενετίας απετροπιάζοντο ίνα ίδωσιν αυτοκράτορα εκ των συμπολιτών των. «Πώς να μη φοβώμεθα, έλεγον, από Ενετόν γενόμενον κύριον της Ελλάδος και μεγάλου μέρους της ανατολής; θέλομεν άρα υποταχθή εις τους νόμους του ή τουναντίον θα μείνη αυτός υποτεταγμένος εις τους νόμους της ημετέρας πατρίδος; Τις δύναται να μας εγγυηθή ότι επί της βασιλείας αυτού ή των διαδόχων του, δεν θα κατασταθή η Ενετία, η βασίλισσα των θαλασσών, μία εκ των πόλεων του κράτους τούτου;» Ταύτα λέγοντες οι Ενετοί εξύμνουν τον χαρακτήρα και τας αρετάς του Δανδόλου, προσθέτοντες ότι ούτος διανύσας στάδιον μεγαλουργόν και περικλεές, μίαν μόνον ευχήν έπρεπε να έχη, πώς να περατώση αυτό εντίμως, διότι και αυτός προτιμώτερον εύρισκε να ήνε αρχηγός νικηφόρου δημοκρατίας ή αυτοκράτωρ ηττηθέντος λαού. Ποίος Ρωμαίος, εκραύγαζον, ήθελε παραιτήσει τον τίτλον πολίτου της Ρώμης ίνα καταστή βασιλεύς της Καρχηδόνος ; (31)
Αλλ' αφ' ετέρου και αυτός ο Δόγης απεδιοπομπείτο το αυτοκρατορικόν στέμμα, άτε πηρός τας όψεις ων· και τούτου ένεκεν όταν τις τω εξήγγειλεν ότι σφοδρά έρις υπάρχει μεταξύ των δώδεκα εκλογέων, προτεινόντων αυτόν ως υποψήφιον, διεμήνυσε προς εκείνους τάδε, καθ' ά το Χρονικόν του Μωρέως αναφέρει. (32)
Ο κάποιος λόγους μ' έφερεν, ήλθεν απέσωσέν τους Το πώς τινές από εσάς, από της αρετής τους Ως ευγενείς και φρόνιμοι το θέλημά τους λέγουν Και λέγουν λόγους δι' εμέ περί της βασιλείας Ότι εγώ είμ' άξιος να γίνω βασιλέας. Λοιπόν εγώ ως φρόνιμους φίλους και αδελφούς μου Μεγάλως τους ευχαριστώ· ο Θεός να τους το στρέψη Το είπασι και λέγουσι δι' εμέ τον αδεφόν τους. Όμως εγώ από Θεού την χάριν και την δόξαν Ουδέν ευρίσκω εις εμέ, λέγω 'ς τ' ονόματόν μου Τοσούτην αδιάκρισιν, να μην το εγνωρίζω Εις το κουμού της Βενετιάς, εξέβησαν ανθρώποι Γνώσεως μεγάλης και στρατειάς ωσάν και εις τους άλλους, Αλλά κανείς ουκ έφθασε ποτέ εις τόσην δόξαν Το στέμμα το βασιλικόν να του έχουσι φορέσει· Εν τούτω σας παρακαλώ ως φίλους και αδελφούς μου Να παύσουσι τα σκάνδαλα, η ταραχή, τα λόγια, Τα ελαλήσετε δι' εμέ να γίνω βασιλέας. Επαίρνω εγώ τους λόγους των και ταις φωναίς οπού είπαν Και ας πήσωμεν διά βασιλιά τον κόντον Μπαλδουβίνον, Οπόναι αυθέντης φυσικός της αυθεντειάς της Φλάνδρας Διόν είναι ευγενής και άξιος, χρήσιμος εις τους πάντας Και άξιος διά βασιλεύς απόλον το φουσάτον.
Τοιουτοτρόπως αρθείσης της υποψηφιότητος του Δανδόλου, δύο μόνοι παρίσταντο εκλέξιμοι, ο κόμης Φλάνδρας και ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης. Οι φρονιμώτεροι εφοβούντο μη εκείνος των δύο υποψηφίων, όστις απετύγχανεν ήθελε δυσαρεστηθή και προσπαθήσει διά βιαίων μέσων την κατάπτωσιν του θρόνου, όν ο αντίπαλός του κατείχεν· όπως λοιπόν προληφθώσι τα αποτελέσματα της ολεθρίας έριδος, συνεφωνήθη εκ προοιμίων, ότι ο εκλεχθείς αυτοκράτωρ υπεχρεούτο να παραχωρήση εις τον αποτυχόντα, επί όρω υποτελείας, την κυριότητα της νήσου Κρήτης και πασών των εκείθεν του Βοσπόρου κειμένων χωρών. Μετά την απόφασιν ταύτην οι εκλογείς ενησχολήθησαν πλέον καθ' ολοκληρίαν περί την του αυτοκράτηρος οριστικήν εκλογήν, και η απόφασις αυτών επί πολύν χρόνον ήτο αμφίρροπος. Ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης εφάνη κατά πρώτον πλειοψηφών· αλλ' οι Ενετοί δεν επεθύμουν να ίδωσιν επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως ηγεμόνα, έχοντα κτήσεις εγγύς της δημοκρατίας των. Υπέδειξαν λοιπόν εις την συνέλευσιν ότι η εκλογή του Βαλδουίνου υπήρχε συμφερωτέρα εις τους σταυροφόρους, διότι εκλέγοντες αυτόν, ήθελον αφ' ενός μεν κολακεύσει τα μάχιμα έθνη των Φλαμανδών και των Γάλλων, και εν πάση περιπτώσει έχει την συνδρομήν αυτών, αφ' ετέρου δε επειδή το πλείστον μέρος του στρατού συνέκειτο εκ Γάλλων, ήθελον ούτοι υποχρεωθή να μη παραιτήσωσι τον αυτοκράτορα εν πάσαις αυτού ταις ανάγκαις, ενώ ουδεμίαν ποτέ συνδρομήν εδύναντο να προσδοκώσιν υπό του μαρκησίου της Μοντφεράτης, ού αι κτήσεις έκειντο εν Ιταλία, διηρημένη ούση εις πλείστας όσας ηγεμονίας, ών οι άρχοντες ποικίλα είχον τα συμφέροντα και τας διαθέσεις. Των ιδεών τούτων συνεμερίζετο και ο Δάνδολος, όστις επεθύμει να εκλεχθή εκείνος ού αι κτήσεις απείχον όσον ένεστι περισσότερον της Ενετίας, ώστε εν περιπτώσει καθ' ήν ο αυτοκράτωρ και οι Ενετοί ήθελον διχονοήσει προς αλλήλους, να μη δύναται ούτος εκ του παραχρήμα να προσβάλη τα όρια της δημοκρατίας, όπερ εδύνατο να συμβή κάλλιστα, εκλεγομένου του Βονιφατίου. (33)
Εν τούτοις οι σταυροφόροι προ των ανακτόρων του Βουκολέοντος συνηγμένοι προσεδόκων μετ' ανυπομονησίας την απόφασιν των εκλογέων. Τέλος περί το μεσονύκτιον Νεβελών ο επίσκοπος της Σοασών, προβάς εις τον εξώστην, εφώνησε μεγάλη τη φωνή· «Την ώραν ταύτην της νυκτός, εν τη οποία εγεννήθη ο Σωτήρ του κόσμου, γεννάται νέα αυτοκρατορία υπό την αιγίδα του Παντοδυνάμου· αυτοκράτορα δ' έχετε Βαλδουίνον τον κόμητα Φλάνδρας και Αϊνώ». Κραυγαί χαράς και ενθουσιασμού αντήχησαν μεταξύ των Ενετών και των Γάλλων, μαθόντων ότι
Δι' άνακτα έχρισαν της Κωνσταντίνου Βαλδουίνον κόμητα χώρας της Φλάντρας Νεανίαν κάλλιστον, ωραίον φύσει, Φιλευσεβή τε και φιλόχριστον λίαν, Πραΰν, ιλαρόν, σωφρονέστατον μάλα Μερίδα και μέλλοντι διδόντα βίω, Πολλών ταμείον αρετών θεοδότων, Μάλιστ' εραστήν σωφροσύνης και δίκης, Ός είχε δις κήρυκα της εβδομάδος Τορόν βοώντα μη καθεύδειν μηδένα Των βασιλείων ένδοθεν καθ' εσπέραν, Μηδέν νομίμω γυναικί συνημμένον, Πόρνη δ' αθέσμως συμβιούν ηρημένον, Ήν και φύλαξ νόμων τε δίκης τ' εννόμου, Γυναικί προσχείν ου θελήσας ουδόλως Μηδ' αν μέχρι βλέμματος εμπαθή θέαν, Όσον περ απήν της συνεύνου τον χρόνον. (34)
Ο δε λαός Κωνσταντινουπόλεως, ειθισμένος ήδη εις συνεχείς αλλαγάς ηγεμόνων, ήκουσε σχεδόν αδιαφόρως την ανακήρυξιν του νέου αυτοκράτορος, συνενώσας μάλιστα τας επευφημίας αυτού μετά των Λατίνων. Ο Βαλδουίνος, υψωθείς επί ασπίδος, εκομίσθη ως εν θριάμβω εις την εκκλησίαν της αγίας Σοφίας, παρακολουθούμενος υπό πάντων των σταυροφόρων, και αυτού του αντιζήλου του μαρκησίου εν τοις πρώτοις, του οποίου το γενναιόφρον παράδειγμα έθελξε τους πάντας.
Η τελετή της επισήμου στέψεως ανεβλήθη διά την τετάρτην μετά το πάσχα Κυριακήν, όπως έκαστος προπαρασκευασθή διά την επίσημον εκείνην ημέραν. Εν τω μεταξύ δ' επανηγυρίσθησαν μετά πλείστης όσης επισημότητος οι γάμοι του μαρκησίου της Μοντφεράτης μετά Μαργαρίτας, ή κατά Βυζαντινούς Μαρίας της εκ Παιάνων, ήτις ούσα ηρμοσμένη Ισαακίω τω εξ Αγγέλων, έμενε χήρα μετά τον θάνατον αυτού. Επελθούσης δε της ημέρας της στέψεως, ήτις ην η 23 Μαΐου 1204, ο Βαλδουίνος ωδηγήθη πανηγυρικώς εις την αγίαν Σοφίαν, ενδεδυμένος ιμάτια Βυζαντινού αυτοκράτορος και παρακολουθούμενος υφ' όλων των βαρώνων και μεγιστάνων του στρατού. Εν τω ναώ τελουμένης της θείας μυσταγωγίας, ο αυτοκράτωρ υψώθη επί θρόνου κεχρυσωμένου και έλαβε την πορφύραν εκ των χειρών του παπικού εξάρχου Πέτρου, επισκόπου Βηθλεέμ, εκπληρούντος χρέη πατριάρχου. Δύο ιππόται έφερον προ αυτού την πλατύσημων των Ρωμαίων υπάτων εσθήτα (laticlave) και την αυτοκρατορικήν σπάθην. Ο πρωθιεράρχης, όρθιος προ του θυσιαστηρίου, εφώνησεν ελληνιστί Άξιος του βασιλεύσαι , και πάντες οι παρεστώτες επανέλαβον εν χορώ άξιος άξιος! Πάντα δε ταύτα, οι σταυροφόροι, δηλονότι κραυγάζοντες, οι ιππόται κεκαλυμμένοι με τας βαρείας πανοπλίας των, οι κεχηνότες προς τα παράδοξα συμβάντα Γραικοί, το γεγυμνωμένον του αρχαίου αυτοί στολισμού και διά νέου κεκοσμημένου θυσιαστήριον παρίστων θέαμα πανηγυρικόν άμα και πένθιμον, και εδείκνυον όλας του πολέμου τας δυστυχίας εν τω μέσω των τροπαίων της νίκης. Μετά των άλλων εθίμων της κατά τοιαύτας περιπτώσεις παρά τοις Βυζαντινοίς τελετής, δεν παρελήφθη ουδ' εκείνο, του προσφέρειν εις τον αυτοκράτορα αγγείον πλήρες κόνεως οστών και κροκιδίου στυπείου κεκαυμένου ως σύμβολον της βραχύτητος του βίου και του ευτελούς των ανθρωπίνων πραγμάτων· μετά δε την τελετήν, επανήλθεν αύθις εις τα ανάκτορα μετά της αυτής πομπής, των οδών δι' ών διήρχετο εστρωμένων ουσών με πλουσίους τάπητας.
Ο Βαλδουίνος εγεννήθη τω 1171 υπό Βαλδουίνου Ε', κόμητος του Αϊνώ, και Μαργαρίτας της Αλσακινής· ήτο λοιπόν τριάκοντα και τριών ετών ότε εχρίσθη αυτοκράτωρ Κωνσταντινουπόλεως. Νυμφευθείς Μαργαρίταν, Θυγατέρα Ερρίκου του Πλατέος, κόμητος Καμπανίας και Μαρία, θυγατρός Λουδοβίκου Ζ', βασιλέως της Γαλλίας, υιούς μεν ουδόλως εκ ταύτης εκτήσατο, έσχε δε μόνον δύο θυγατέρας, ών η μεν εκαλείτο Ιωάννα, η δε Μαργαρίτα· εκληρονόμησαν δ' αμφότεραι τα επί των κομητειών Φλάνδρας και Αϊνώ δικαιώματα του πατρός αυτών. Ο Βαλδουίνος κατά τους πολέμους, τους μεταξύ Ριχάρδου και Φιλίππου Αυγούστου βασιλέως της Γαλλίας, λαβών το μέρος του πρώτου, εζήτησεν υπό την σημαίαν του σταυρού άσυλον κατά της οργής του Φιλίππου Αυγούστου και ωρκίσθη εν τω εις Βρούγην ναώ του αγίου Δονάτου να υπάγη εις Ασίαν όπως καταπολεμήση τους μουσουλμάνους παρηκολούθησαν δ' αυτόν οι δύο αδελφοί του, Ευστάθιος και Ερρίκος, κόμης του Σαρβρούη, και ανδρείος και τολμηρός ων, έλαβε μέρος εις όλας τας προς άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως προσπαθείας, διευθύνας μάλιστα, τη 6 Ιουλίου, την εμπροσθοφυλακήν του κατ' αυτής στρατού. (35)
Πριν της τελετής της στέψεώς του ο νέος αυτοκράτωρ διένειμεν εις τους συμπολεμιστάς αυτού τα πρώτιστα της αυτοκρατορίας αξιώματα· και ο μεν πρωτοστάτωρ της Καμπανίας Βιλλαρδουίνος έλαβε τον τίτλον πρωτοστάτορος της Ρωμανίας, ο δε κόμης του αγίου Παύλου την του κοντοσταύλου, ο Κόνων Πετούνης την του πρωτοβεστιαρίου, ο Μακάριος δε Σαιν-Μενεχούλ τον του αρχιοινοχόου και άλλοι άλλους. Ο δόγης της Ενετίας εγένετο δεσπότης και πρίγκηψ Ρωμανίας, έχων το δικαίωμα να φέρη βλαντία πορφυρά προνόμιον όπερ επί των Βυζαντινών αυτοκρατόρων μόνοι οι εκ βασιλικού αίματος εκέκτηντο. Ο Ερρίκος Δάνδολος αντεπροσώπευεν εις Κωνσταντινούπολιν την Ενετικήν δημοκρατίαν, το ήμισυ άρα της πόλεως ήτο κτήμα του και ανεγνώριζε τους νόμους αυτού, ανωτέρου πάντων των της αυλής του Βαλδουίνου όντος, απηλλαγμένου δε συνάμα πάσης υποσχέσεως, πίστεως και υποταγής προς τον αυτοκράτορα.
Εν τούτοις οι κόμητες και οι βαρώνοι των σταυροφόρων ήσαν ανυπόμονοι να διανεμηθώσι τας πόλεις και τας επαρχίας του κράτους, τας οποίας όμως εισέτι δεν είχον κατακτήσει. Εν συμβουλίω λοιπόν, συγκροτηθέντι υπό δώδεκα πατρικίων Ενετών και ισαρίθμων ιπποτών Γάλλων, όλη η Βυζαντινή αυτοκρατορία διηρέθη μεταξύ των δύο εθνών· και οι μεν Γάλλοι έλαβον την Βιθυνίαν, Ρωμανίαν, Θράκην, Θεσσαλονίκην και άπασαν την από Θερμοπυλών μέχρι Σουνίου Ελλάδα μετά των μεγαλειτέρων νήσων του Αρχιπελάγους, εν άλλαις λέξεσιν έλαβον ως κλήρον τον πόλεμον προς τους Τούρκους και τους Γραικούς, υφ' ών κατείχοντο αι πλείσται των χωρών τούτων, εις δε τους Ενετούς εδόθησαν αι Κυκλάδες και Σποράδες νήσοι, η ανατολική παραλία του Αδριατικού, τα παράλια της Προποντίδος και του Ευξείνου Πόντου, ας όχθαι του Έβρου και του Βάρδα, αι πόλεις Ύψελα, Διδυμότειχον, Αδριανούπολις και έτεραί τινες. Αλλ' όμως περιστάσεις, άς δεν είχον προΐδει, συμφέροντα αντίθετα, αντιζηλίαι και φιλοτιμίαι παρήλλαξαν εντός μικρού την τοπικήν ταύτην διαίρεσιν. Αι χώραι αι κείμεναι εκείθεν του Βοσπόρου εγένοντο βασίλειον και εδόθησαν μετά της νήσου Κρήτης εις τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης· ούτος δε, μη έχων πλοία όπως τας προστατεύη κατά πάσης θαλασσίας επιδρομής, τας αντήλλαξε κατά Μάιον του 1204 προς την επαρχίαν Θεσσαλονίκης, επώλησε δε και την Κρήτην προς τους Ενετούς αντί τριάκοντα λιβρών αργυρίου, ώστε απαλλαγείς τοιουτοτρόπως των εκ θαλάσσης παρενοχλήσεων, συνώρευσε, κάτοχος της Θεσσαλονίκης γενόμενος, κάπως προς τον γαμβρόν αυτού βασιλέα της Ουγγαρίας. Αι δε Ασιατικαί επαρχίαι παρεχωρήθησαν εις τον κόμητα του Βλοά, όστις έλαβε τον τίτλον δουκός Νικαίας και Βιθυνίας. (36) Ενώ οι βαρώνοι και οι κόμητες διενέμοντο ούτως έθνη και πόλεις, η φιλοδοξία του λατινικού κλήρου δεν καθυστέρει της των Ιπποτών, αλλά προσεπάθει εξίσου να ενθρονισθή επί των ναυαγίων της ελληνικής εκκλησίας. Όλοι οι ναοί εμοιράσθησαν μεταξύ των Γάλλων και των Ενετών· ιερείς αμφοτέρων των εθνών διωρίσθησαν να καταλάβωσι τα θυσιαστήρια των ορθοδόξων, και η Κωνσταντινούπολις αντήχει από τας θρησκευτικάς τελετάς των εξ Εσπερίας ελθόντων. Οι σταυροφόροι πριν της εκλογής του Βαλδουίνου είχον αποφασίσει ότι ο πνευματικός αρχηγός της νέας αυτοκρατορίας ώφειλε να εκλεχθή εκ του έθνους εκείνου, εις ό δεν ανήκεν ο κοσμικός, και συνεπεία της αποφάσεως ταύτης, ο πατριάρχης έπρεπε να η Ενετός, του αυτοκράτορος Γάλλου όντος. Εξελέχθη λοιπόν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο εν Ενετία διατρίβων Θωμάς Μοροζίνης, τον οποίον Νικήτας ο Χωνιάτης περιγράφει ούτω. «Την μεν ηλικίαν μέσος ην, την δε σωματικήν πλάσιν λακκευτού συός ευτραφέστερος· ην δε και λείος ξυρώ το του προσώπου έδαφος ως οι λοιποί των εκ του γένους εκείνου και τας ενστηθίους παρατετιλμένος τρίχας ακριβέστερον δρώπακος, αμπεχόμενος δε στολήν συνυφασμένην μικρού τω δέρματι και ραφιδουμένην εκάστης τα εις καρπούς, δακτύλιόν τε τη χειρί περιστρέφων, ενίοτε δε και τα εκ δέρρεων εις δακτύλους διεσχισμένα των χειρών φυλακτήρια περικείμενος.» Κατά της εκλογής ταύτης πολλαί εγένοντο μεταξύ των σταυροφόρων ενστάσεις παρά των ατενιζόντων προς την πατριαρχικήν τιάραν· αλλά τη μεσολαβήσει του Δανδόλου τα πάντα εξωμαλύνθησαν και παραχρήμα επέμφθησαν εις Ιταλίαν ο Λεονάρδος Νοβαγιέρος και ο Ανδρέας Μολίνος, ο μεν όπως εξαγγείλη εις τον Θωμάν την εκλογήν του, ο δε όπως ικετεύση τον Πάπαν ίνα εγκρίνη ταύτην. (37)
Την εκλογήν του Μοροζίνη κατά πρώτον δεν ηθέλησεν ο Πάπας ν' αναγνωρίση, διότι αύτη τω εφαίνετο υπεξαίρεσις των δικαιωμάτων της Αγίας Έδρας· αλλ' επειδή ο ανήρ εκείνος και εις διακεκριμένην ενετικήν οικογένειαν ανήκε και ο ίδιος εθεωρείτο ικανός, επένευσεν εις την εκλογήν, και προσκαλεσάμενος εις Ρώμην, τον εχειροτόνησε κατά τα ειθισμένα. Επανελθών εκ Ρώμης εις Ενετίαν ο νέος πατριάρχης υπεχρεώθη παρά της γερουσίας να υποσχεθή ενόρκως, ότι ουδέποτε ήθελε διορίσει εφημέριον της αγίας Σοφίας άνδρα όστις δεν ήτο εκ γεννετής Ενετός ή δεν είχε κατοικήσει δέκα κατά συνέχειαν έτη εις Ενετίαν, και ότι διά παντός μέσου ήθελε διακωλύσει την εκλογήν πατριάρχου ή αρχιεπισκόπου κατά την αυτοκρατορίαν μη Ενετού. Ο Μοροζίνης ανέλαβε τας υποχρεώσεις ταύτας, εφ' όσον όμως συνεβιβάζοντο προς την αγίαν Έδραν και προς τον οφειλόμενον αυτή σεβασμόν. Και όντως, μετά δύο έτη ο Πάπας μαθών τας συμφωνίας ταύτας, τον απαγόρευσε να υπακούση, και τον απήλλαξε παντός όρκου, τω λόγω ότι ουδείς εισέρχεται κληρονομικώ δικαιώματι εις το θυσιαστήριον του Κυρίου, αλλά μόνον ο άξιος και ικανός, μηδόλως λαμβανομένης υπ' όψιν της εθνικότητος και της οικογενείας αυτού. Ο πατριάρχης, αναχωρήσας μετά τεσσάρων γαλερών εξ Ενετίας, ανεκτήσατο την Ραγούζαν αποστάσαν από των Ενετών, και πλησιάσας εις την Κωνσταντινούπολιν, ανήγγειλε την έλευσίν του εις τον λαόν, όπως εξέλθη και τον υποδεχθή μετά των συνήθων κατά τοιαύτας περιπτώσεις τιμών. Τότε εξεδηλώθη άπασα η δυσαρέσκεια του Γαλλικού κλήρου, διότι εναντίον των μεταξύ Γάλλων και Ενετών συμφωνηθέντων, ηρνήσατο ν' αναγνωρίση τον νέον Πατριάρχην, τη προφάσει ότι η εκλογή αυτού δεν ήτο κανονική και ότι η επικύρωσις αυτού επετεύχθη υπό του Πάπα επί ψευδή εκθέσει· όπως δε μη φανή απειθής, ανηνέχθη εις αυτόν τον πάπαν. Ο Ιννοκέντιος ίνα καταπνίξη παν σπέρμα διχονοίας, έπεμψεν έξαρχον Βενέδικτον τον καρδινάλιον της αγίας Σουσάννης, όστις επέτυχε διά των προτροπών του να εξομαλύνη τας δυσχερίας και καταστήση παρά πάσι σεβαστήν την εκλογήν του Μοροζίνη. Μετ' αυτού δε ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν πλήθος Λατίνων επισκόπων, προτιθεμένων να καταλάβωσι τας υπό των ορθοδόξων τέως κατεχομένας επισκοπάς. (38)
Ουδέν ανθίστατο πλέον εις τα όπλα των σταυροφόρων, τα πάντα έτρεμον προ αυτών, και η φήμη εξήγγελλε πανταχού τα κατωρθώματα και την δύναμίν των· αλλ' όμως εναντίον πάσης ταύτης της κατά το φαινόμενον ευτυχίας, ρίπτοντες τα βλέμματα προς το μέλλον ώφειλον εκείνοι να αισθάνωνται τον φόβον ότι η αποχώρησις των συντρόφων των ή ο θάνατος αυτών, ήθελε τους αφήσει άνευ υπερασπιστών, ενώ αφ' ετέρου οι της πόλεως κάτοικοι εξησθενημένοι ή διεσκορπισμένοι δεν εδύναντο να επαρκέσωσι μήτε εις την καλλιέργειαν των γαιών, μήτε εις τα της πόλεως έργα. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι κόμητες και οι βαρώνοι οίτινες μετά φόβου απεξεδέχοντο πάντοτε τας αποφάσεις του αρχηγού της εκκλησίας, εδιπλασίασαν την προς τον άκρον ποντίφικα υποταγήν αυτών, και εξητήσαντο την συνδρομήν του επί τη ιδέα ότι ήθελε προμαχήσει υπέρ αυτών εν τη Δύσει, και ότι εις την φωνήν του πρωθιεράρχου της Ρώμης πολυάριθμοι Γάλλοι, Ιταλοί και Γερμανοί ήθελον έλθει να κατοικήσωσι και υπερασπίσωσι το νέον κράτος.
Και λοιπόν άμα μετά την στέψιν αυτού ο Βαλδουίνος έπεμψεν προς τον Πάπαν τον ιππότην Βαρόσην μετά πολυτίμων δώρων εκ χρυσού, λίθων τιμαλφών· ταπήτων λαμπρών, λειψάνων αγίων, και μετ' επιστολών δι' ών τω εξήγγελλε τας νίκας και τας κατακτήσεις των σταυροφόρων. Ο νέος αυτοκράτωρ, όστις ελάμβανε τον τίτλον Ιππότου της αγίας Έδρας, υπεμίμνησκεν εις τον άκρον ποντίφικα την απιστίαν και την μακροχρόνων αντίστασιν των Γραικών, ψαύων τας θρησκευτικάς χορδάς ίνα εξευμενίση αυτόν. «Υπετάξαμεν εις τους νόμους σας, έγραφε, την πόλιν ταύτην, ήτις εκ μίσους προς την αγίαν Έδραν, μόλις εδύνατο ν' ακούση προφερόμενον το όνομα του πρωτοθρόνου των αποστόλων, ουδ' έκτισε μίαν καν εκκλησίαν προς τιμήν εκείνου, όστις έλαβε παρά του Κυρίου την υπεροχήν εφ' όλων των εκκλησιών». Ο Βαλδουίνος προσεκάλει εν τη επιστολή του τον αντιπρόσωπον του Ιησού Χριστού ν' ακολουθήση το παράδειγμα των προκατόχων του Ιωάννου και Λέοντος, οίτινες επεσκέψαντο προσωπικώς την εκκλησίαν του Βυζαντίου· όπως δε δικαιολογήση την πράξιν των προσκυνητών, γενομένων κυρίων του Βυζαντινού κράτους, επικαλούμενος την μαρτυρίαν όλων των χριστιανών της Ανατολής, προσέθεττεν· «Ότε εισήλθομεν εις την πρωτεύουσαν ταύτην, πολλοί των παρ' ημίν διατριβόντων κατοίκων της αγίας Γης εξεδήλουν υπέρ τους λοιπούς την χαράν των, επαναλαμβάνοντες γεγονυία τη φωνή ότι προσεφέρομεν εις τον θεόν υπηρεσίαν ευαρεστοτέραν ή αν ανεκτώμεθα τα Ιεροσόλυμα.» (39)
Αφ' ετέρου ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης απηύθυνε προς τον άκρον αρχιερέα επιστολήν, δι' ής διεμαρτύρετο περί της τελείας του υπακοής εις τας αποφάσεις της αγίας Έδρας. (40) «Το επ' εμοί, έλεγεν ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης, δεν έλαβον τον σταυρόν, ειμή διά την άφεσιν των αμαρτιών μου και ουχί διά να αμαρτήσω περιπλέον προφάσει θρησκευτική, ιδού υποβάλλομαι εις τας θελήσεις σας, και ει μεν θεωρήσητε ότι η παρουσία μου είναι αναγκαία εις Ρουμανίαν, ειμί έτοιμος ν' αποθάνω μαχόμενος κατά των εχθρών υμών τε και του Ιησού Χριστού· αλλ' αν τουναντίον νομίσητε ότι οφείλω να εγκαταλείψω τας πλουσίας ταύτας χώρας, χωρίς να λάβω υπ' όψιν ούτε τα αγαθά, ούτε τας τιμάς, ών απολαύω, ειμί έτοιμος και πάλιν να επανέλθω εις Δύσιν, διότι ουδέν επιθυμώ να πράξω δυνάμενον να ελκύση επ' εμέ την οργήν του υπερτάτου κριτού». Τα αυτά δε σχεδόν επανελάμβανε και ο δόγης της Ενετίας Δάνδαλος, όστις τέως είχε περιφρονήσει τας τε απειλάς και τους κεραυνούς της εκκλησίας.
Ο Ιννοκέντιος προ πολλού ήτο εξωργισμένος κατά της απειθείας των σταυροφόρων· εν ταις απαντήσεσι λοιπόν αυτού μετά φαρμακεράς πικρίας επέπληττεν αυτούς ότι προυτίμησαν των ουρανίων αγαθών τα εγκόσμια, κατέκρινε τους αρχηγούς διότι εξέθηκαν εις τας ύβρεις των στρατιωτών και των υπηρετών των την τιμήν των γυναικών και των παρθένων, μέχρι και αυτών των αφιερωθεισών τω θεώ, ότι κατέστρεψαν την Κωνσταντινούπολιν λαφυραγωγήσαντες μεγάλους και μικρούς, ότι εβεβήλωσαν τα θυσιαστήρια και έφερον χείρα εναγή και επ' αυτών των θησαυρών των εκκλησιών· ενί λόγω μετά τοσαύτης αυστηρότητος ο Ιννοκέντιος ήλεγχε τους σταυροφόρους, ώστε η παρά Βαρονίω ανάγνωσις μιας των προς τον Δάνδαλον επιστολών αυτού, κινεί επ' αληθείας τον θαυμασμόν των αναγινωσκόντων. (41) Εν τούτοις ο πρωθιεράρχης μη τολμών να εισδύση εις τα κρίματα της θείας Προνοίας, ηρέσκετο να πιστεύη ότι οι Γραικοί δικαίως ετιμωρήθησαν ένεκα των παραπτωμάτων αυτών, οι δε σταυροφόροι εχρημάτισαν όργανα της θεότητος και εκδικηταί της δικαιοσύνης αυτής. «Φοβήθητε, έγραφε προ τους Λατίνους, την οργήν του Κυρίου· ελπίσατε θαρραλέως ότι θα σας συγχωρήση τα παρελθόν, αν κυβερνάτε τους λαούς εν ευθύτητι και δικαιοσύνη, αν ήσθε πιστοί εις την αγίαν Έδραν και επί πάσιν αν ήσθε αποφασισμένοι, να εκπληρώσητε την ευχήν ήν εποιήσατε, του να ελευθερώσητε την Αγίαν γην.»
Εν τούτοις ο πάπας συγκινηθείς εκ των ικεσιών και των δειγμάτων της υποταγής των σταυροφόρων, εκ των κατορθωμάτων των οποίων αντήχει άπασα η Εσπερία, επικύρωσε την εκλογήν του Βαλδουίνου και συγκατετέθη ν' αναγνωρίση έν κράτος εις το oποίον ώφειλε να δώση νόμους· όσω δε πλέον οι σταυροφόροι εφαίνοντο υποτεταγμένοι εις την εξουσίαν του τόσω ηδραιούτο εν τη ιδέα ότι αι κατακτήσεις εκείνων συνετέλουν προς την μεγαλειτέραν δόξαν του θεού και του επί της γης αντιπροσώπου του Ιησού Χριστού. Γράφων λοιπόν προς τους επισκόπους της Γαλλίας τοις έλεγεν, ότι ο Κύριος ηυδόκησε να παραμυθήση την εκκλησίαν διά της επιστροφής των αιρετικών, ότι η θεία Πρόνοια εταπείνωσε τους Γραικούς, λαόν εναγή, αλαζόνα και αντάρτην, και ότι εδωρήσατο το κράτος τοις Λατίνοις, λαώ ευσεβεί, ταπεινώ και πειθηνίω συνίστα δε αυτοίς να πέμψωσι κληρικούς εις Έω διά να διδάξωσι τας υγιείς διδασκαλίας. Αφ' ετέρου απευθυνόμενος προς τους της Γαλλίας λαούς ο άκρος ποντίφιξ προσεκάλει αυτούς εν ονόματι του αυτοκράτορος Βαλδουίνου να μεταβώσιν εις Ελλάδα, ίνα λάβωσιν εκεί γαίας και πλούτη κατά την αξίαν και ποιότητά των, παρέχων πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις τους πιστούς, οίτινες μετέβαινον ίνα κατοικοίσωσι και υπερασπίσωσι την νέαν αυτοκρατορίαν. (42)
Εις την φωνήν του αυτοκράτορος στίφη άμετρα τυχοδιωκτών έδραμον προς τας ακτάς του Βοσπόρου, ιδία δε οι μεταβάντες εις Αγίαν γην, όπως εκδιώξωσι τους απίστους, παραιτήσαντες τας τάξεις αυτών έσπευσαν εις Κωνσταντινούπολιν, την νέαν της επαγγελίας γην, όπως συμμετάσχωσι των τιμών και των ωφελειών των εκείσε. Απελείφθη δε μόνος εις Πτολεμαΐδα ο αυτόκλητος βασιλεύς των Ιεροσολύμων, επικαλούμενος την συνδρομήν των εσπερίων χριστιανών.
Ο Βαλδουίνος έσπευσε να υποδεχθή μετά χαράς τους προμάχους εκείνους της Αγίας γης και πλείστας απένειμεν αυτοίς τιμάς, τον μεν κόμητα Πέρκης ονομάσας δούκα της Φιλαδελφείας, τον δε Θιερρήν κοντόσταυλον Ρωμανίας, εις δε τους ταμπλιέρους και οσπιταλιέρους δωρησάμενος νοσοκομεία και άλλα καταστήματα. Αλλά την χαράν του αυτοκράτορος ετάραξεν η οδυνηρά είδησις του θανάτου της συζύγου αυτού Μαργαρίτας. Η ηγεμονίς αύτη αναγκασθείς κατά την μετά των σταυροφόρων αναχώρησιν του Βαλδουίνου να μείνη εν Φλάνδρα ένεκεν εγκυμοσύνης, επεβιβάσθη μετά τον τοκετόν εις πλοίον εν Μασσαλία ελπίζουσα να συναντηθή μετά του συζύγου της εν Πτολεμαΐδι. Αφικομένη δ' εκεί έμαθεν ότι ο σύζυγός της ανηγορεύθη αυτοκράτωρ Κωνσταντινουπόλεως και εδέξατο την επίσκεψιν Βρεμόνδου του Α' πρίγγιπος της Αντιοχείας όστις έσπευσε να την χαιρετήση ως αυτοκράτειραν και να τη προσφέρη την υποταγήν της ηγεμονίας του, φεουδαλικώς από του Βυζαντίου εξαρτωμένης. Προυτίθετο δε ν' αναχωρήση διά Κωνσταντινούπολιν, ότι ασθενήσασα απεβίωσε τη 21 Αυγούστου 1294, και το πλοίον το προωρισμένον να φέρη εις Κωνσταντινούπολιν την νέαν αυτοκράτειραν, μετεκόμισε μόνον το πτώμα αυτής. Ο Βαλδουίνος εν τω μέσω των ιπποτών του έκλαυσε τον θάνατον γυναικός, ήν τρυφερώς ηγάπα, και ήτις διά των αρετών και των χαρίτων της νεότητος αυτής ώφειλε να ήναι ο στολισμός και το υπόδειγμα της Βυζαντινής αυλής. Την ενεταφίασε λοιπόν μετά μεγίστης πομπής εις τον ναόν της αγίας Σοφίας, εν τη οποία ολίγας ημέρας πρότερον είχε στεφθή αυτοκράτωρ, και ούτως ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως είδε ταυτοχρόνως σχεδόν την στέψιν ενός αυτοκράτορος και την ταφήν μιας αυτοκρατείρας, ημέρας δηλονότι θριάμβου και χαράς, φαιδρότητος και πένθους. Η αντίθεσις δε αύτη παρίστα ακριβή εικόνα της δόξης των κατακτητών και της μελλούσης τύχης του κράτους των. Ο αυτοκράτωρ και οι βαρώνοι του με την συνδρομήν, ήν έλαβον, μόλις είχον εικοσακισχιλίους άνδρας όπως δι' αυτών υπερασπίσωσι τας κτίσεις των και χαλιναγωγήσωσι τον λαόν της πρωτευούσης και των επαρχιών. Ο Σουλτάνος του Ικονίου και ο βασιλεύς των Βουλγάρων ηπείλουν από πολλού να επιδράμωσιν εις τας γειτνιαζούσας χώρας των κρατών των, η δε πτώσις του Βυζαντίου προσέφερεν εις την φιλοδοξίαν και ζηλοτυπίαν των περίστασιν αρμοδίαν όπως πράξωσι τούτο. Οι λαοί της Ελλάδος ήσαν ουχί υποτεταγμένοι, αλλ' ηττημένοι, διά τούτο όσοι είχον διαφύγει την κατάκτησιν, ουδέν άλλο δικαίωμα πλέον αναγνωρίζοντες ή το της σπάθης, ευρίσκοντες αρχηγούς τολμηρούς και γενναίους εσχημάτιζον ανά μίαν ηγεμονίαν ή ανά έν βασίλειον, και τοιουτοτρόπως εκ των ερειπίων της άλλοτε αχανούς αυτοκρατορίας ανιδρύοντο πλείστα νέα κράτη, τα οποία ηπείλουν να καταστρέψωσιν εκείνο, όπερ οι σταυροφόροι είχον συστήσει.
Είς εγγονός του Ανδρονίκου ίδρυεν εις Τραπεζούντα την φερώνυμον αυτοκρατορίαν, έτερός τις τολμητίας «μέγας, ως λέγει ο Νικήτας, εκ μικρού γενόμενος ως οι χείμαρροι τοις όμβροις και τοις βιαίοις τα κύματα πνεύμασι», Λέων δε Σγουρός καλούμενος, από μικρού άρχοντος της Ναυπλίας, εγένετο βαθμηδόν δεσπότης απάσης Αργολίδος και του Κορινθιακού ισθμού. Μιχαήλ Άγγελος ο Κομνηνός ιδρύσατο το βασίλειον της Ηπείρου και Θεόδωρος ο Λάσκαρις προυκηρύχθη αυτοκράτωρ Νικαίας. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις των πραγμάτων ότε ο Βαλδουίνος, ρυθμίσας όπως εδύνατο τα πράγματα της Κωνσταντινουπόλεως, απεφάσισε να εξέλθη προς καταστροφήν των εχθρών τούτων, νομίζων, και δικαίως, ότι όσω εις τούτων έμενεν έχων τίτλον τινά, η λατινική αυτοκρατορία διετέλει εις αένναον κίνδυνον.
Και πρώτιστον λοιπόν πάντων εθεώρησε την απώλειαν του τελευταίου αυτοκράτορος Μαυρτζούφλου. Ο χαύνος ούτος και βάρβαρος ανήρ, συνοδευόμενος υπό της συζύγου αυτού Ευδοκίας και της πενθεράς Ευφροσύνης, εξελθών της Κωνσταντινουπόλεως, είχε καταφύγει εις Τζουρουλόν, προτιθέμενος εκείθεν να διεκδικήση τα επί του θρόνου δικαιώματα αυτού· αλλά πληροφορηθείς ότι αφικνείτο κατ' αυτού Ερρίκος ο του Βαλδουίνου αδελφός μετά δυνάμεων, καθ' ών ούτος ήτο ανίσχυρος ν' αντιστή, κατέφυγεν εις Μυσυνούπολιν παρά τω πενθερώ αυτού Αλεξίω. Ο Αλέξιος, μένεα πνέων κατά του γαμβρού αυτού, όν εθεώρει ως αίτιον των δυστυχιών του, ενόμισε την περίστασιν πρόσφορον όπως τον εκδικηθή, και κατέφυγεν εις πράξιν φρικαλέαν μεν και αποτρόπαιον, αλλά συνηθεστάτην κατά τους χρόνους εκείνους. Κρύψας υπό χαράν απατηλήν το πάθος υφ' ού ενεπνέετο έδειξε προς τον γαμβρόν αυτού τοσαύτας περιποιήσεις, ώστε εκείνος υπέλαβεν ότι η παρελθούσα διαγωγή αυτού είχεν ολοσχερώς λησμονηθή, και ήρξαντο μάλιστα οι δύο κακούργοι σχεδιάζοντες τα μέσα προς την παλινόρθωσίν των. Αλλά μια των ημερών, φιλοφροσύνην προς τον Μούρτζουφλον ο Αλέξιος επιδεικνύμενος, τον προσεκάλεσεν εις τον οίκον αυτού μετά της συζύγου του ως δήθεν διά να λουσθή· μόλις δ' εκείνος εισήλθεν εις τον λουτρόν, ορμήσαντές τινες στρατιώται του Αλεξίου κατ' αυτού τον ετύφλωσαν, μάτην της Ευδοκίας προσπαθησάσης ν' απαλλάξη τον σύζυγόν της από των χειρών εκείνων. Ο Μούρτζουφλος όλως καθημαγμένος και τυφλός, στερηθείς των στρατιωτών του, ών οι μεν ελειποτάκτησαν αμέσως, οι δε συνηνώθησαν μετά των στρατιωτών του Αλεξίου, στερηθείς της συζύγου του, ήν ο Αλέξιος βιαίως εκράτησε παρ' εαυτώ, φεύγων από κρυσφήγετον εις κρυσφήγετον, αποδιωκόμενος παρά πάντων, ών εζήτει τον έλαιον, διήγε βίον αβίωτον και οικτρόν, μέχρις ού συλληφθείς, ενώ διήρχετο εις Ασίαν, υπό του Θιερρή δε Λος, εκομίσθη εις Κωνσταντινούπολιν παρά τω Βαλδουίνω. Συμβουλίου εκεί γενομένου παρά των βαρώνων και κυρίων περί της τιμωρίας, ήτις έπρεπε να επιβληθή εις τον φονέα του αυτοκράτορός του, ο Μούρτζουφλος εζήτησε να απολογηθή κατά των αποδιδομένων αυτώ εγκλημάτων. Λαβών δε τον λόγον είπεν, ότι ο νέος Αλέξιος άξιος θανάτου ήν ως προδότης της πατρίδος του, ότι ως τοιούτον άπασα η οικογένειά του τον είχε καταδικάσει, και ότι αυτός δεν εγένετο ή εκτελεστής της αποφάσεως. Η τοιαύτη απολογία ουδόλως ίσχυσε να εξευμενίση υπέρ εαυτού τους δικαστάς του, και ο θάνατός του απεφασίσθη παρά πάντων· αλλ' επειδή ουδεμία ποινή εφάνη τοις Λατίνοις ανταξία του κακουργήματός του, απεφάσισαν πρώτον μεν να του συνθλάσωσι τα οστά, είτα δε να τον ρίψωσιν από υψηλήν τινα στήλην, την οποίαν Θεοδόσιος ο μέγας είχεν ιδρύσει εν τη πλατεία του Ταύρου. Επί της στήλης ταύτης, κατά την μαρτυρίαν των Βυζαντινών χρονογράφων, υπήρχον σήματά τινα γεγλυμμένα παρά Λέοντος του Σοφού, τα οποία έλεγον· (43)
Απέδω εκ τούτου του κιονιού οφείλουσι κρημνίσει Τον βασιλέα τον άπιστον της Κωνσταντίνου πόλης.
Πράγμα δε περίεργον, επί της στήλης ταύτης, εν ή εικονίζοντο γεγλυμμένα τα ανδραγαθήματα Θεοδοσίου του Μεγάλου, παρατηρείτο προς τοις άλλοις καί τις βασιλεύς κρημνιζόμενος από υψηλού κίονος, παρ' αυτώ δε πόλις διά θαλάσσης κυριευομένη. Επί της στήλης λοιπόν του Ταύρου αναβιβάσαντες τον δυστυχή Μούρτζουφλον, κατεκρήμνισαν αυτόν, παρουσία παντός του λαού, όστις εξέφερε κατ' αυτού αράς φρικώδεις. Τοιούτο τέλος έλαβεν ο οικτρός εκείνος αυτοκράτωρ, όστις διά δόλου και φόνου επί τον θρόνον αναβάς, ούτε το κράτος αυτού από της επιδρομής των αλλοτρίων εδυνήθη να διαφυλάξη, ούτε καν εαυτόν να σώση. Σύμπτωσις δε καταπληκτική, πεντήκοντά που έτη προ του θανάτου του Μουρτζούφλου αναφέρει ο Τζέτζης ότι η σύζυγος του Μεγαλεταιράρχου είδε κατ' όναρ· (44)
Την Κωνσταντίνου πρώτα μεν πλίνθινον έχειν τείχος, Περί βοός δε αγοράν, ήτοι προς βουν τον τόπον Εδόκει βλέπειν και στρατόν και πλήθη πανοπλίας, Περί τον ταύρον δ' άνθρωπον καθήμενον κιτρόχρουν Συμπλαταγούντα χείρας τε και σύνθρηνον βοώντα.
Αλλά και του Αλεξίου η φαυλότης δεν έμεινεν ατιμώρητος, διότι αφού ηναγκάσθη να περιπλανάται τήδε κακείσε και να κρύπτη ενίοτε υπό το πενιχρόν του επαίτου ιμάτιον την βασιλικήν πορφύραν, συνελήφθη οψιαίτερον παρά του μαρκησίου της Μοντφεράτης και ωδηγήθη εις Ιταλίαν. Εκεί διαλαθών τους φύλακας αυτού επέστρεψεν εις Ασίαν και εύρεν άσυλον παρά τω Σουλτάνω του Ικονίου· δεν εδυνήθη όμως να ζήση και αυτόσε εν ειρήνη, διότι δεν ανείχετο να βλέπη βασιλεύοντα τον γαμβρόν του Λάσκαριν εν Βιθυνία. Στρατευσάμενος λοιπόν μετά των Τούρκων, προσέβαλεν αυτόν, αλλ' ηττηθείς έπεσεν αιχμάλωτος εις χείρας του, και κατακλεισθείς είς τι μοναστήριον, εξεμέτρησεν εν αυτώ παρά πάντων βδελυσσόμενος το ζην.
Απαλλαχθείς του ενός εχθρού αυτού ο Βαλδουίνος, κατέλιπεν εις Κωνσταντινούπολιν τον Λουδοβίκον δε Βλοά, εκ μακράς ασθενείας μόλις αναρρώσαντα, τον δόγην της Ενετίας και τον Κόνωνα Βεθούνιον μετά στρατού ικανού όπως περιστείλωσι πάσαν ανταρσίαν των Γραικών κατοίκων, των οποίων η πίστις εφαίνετο ύποπτος, και κατηυθύνθη ηγούμενος του επιλοίπου στρατού εις Αδριανούπολιν, ένθα συνηντήθη μετά του αδελφού αυτού Ερρίκου. Καταλιπών εκεί, τη παρακλήσει των κατοίκων φοβουμένων Βουλγαρικήν τινα επιδρομήν, μικράν φρουράν, προέβη προς την Ορεστιάδα, το Διδυμότοιχον και την Φιλιππούπολιν, ένθα εγκατέστησε τον Ρενιέρον δε Τριτ, ως δούκα της πόλεως ταύτης. Αναχωρήσας εκείθεν προυχώρησε προς την Ξάνθειαν, ένθα επετέθη κατ' αυτού λαθραίως άρχων τις καλούμενος Σεναχερείμ· αλλ' αποκρουσθείς, ηναγκάσθη να αποχωρήση μετά ζημίας, αφίνων την διάβασιν ελευθέραν εις τον Βαλδουίνον, όστις καταδιώκων τον Αλέξιον, προέβαινε προς την των Θεσσαλονικέων μητρόπολιν. Καθ' οδόν όμως συνήντησε τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, όστις συνεπάγων την νέαν σύζυγόν του Μαργαρίταν και ικανούς ιππότας, κατηυθύνετο εις Θεσσαλονίκην όπως λάβη κατοχήν του βασιλείου του. Ο μαρκήσιος ελθών εις προσκύνησιν του Βαλδουίνου τον παρεκάλεσε να μη υπάγη εις Θεσσαλονίκην, και ότι αυτός μεταβαίνων εκεί ήθελε τω πέμψει τας αναγκαίας τροφάς διά τον στρατόν του. Ο Βαλδουίνος επέμεινε να υπάγη όπως δήθεν αναγνωρισθή ως κυριάρχης, ο δε μαρκήσιος, ώ η επιμονή αύτη του αυτοκράτορος ενέπνεε σπουδαίας υπονοίας, επάσχιζε να τον πείση ότι η εν τω βασιλείω αυτού διατριβή πολυαρίθμου στρατού ήθελεν επιφέρει την καταστροφήν των υπηκόων του. «Μεγαλειότατε, τω έλεγε, τα δικαιώματά σας είν' εξησφαλισμένα· σας ωρκίσθην πίςτιν και ο όρκος μου όσω πάνδημος είνε, τόσω και απαραβίαστος. Καθήκον έχω πάντοτε να υπακούω εις τας διαταγάς σας και ειμί έτοιμος, αν θελήσητε, να βαδίσω κατά του βασιλέως των Βουλγάρων, όστις ληίζει το κράτος σας. Οσονδήποτε αναγκαία και αν η η παρουσία μου εις Θεσσαλονίκην, θέλω σας ακολουθήσει εις τον πόλεμον, προτιμών των εμών τα υμέτερα συμφέροντα. Αλλ' η εις Θεσσαλίαν μετάβασις ήν προυτίθεσθε, άνευ ωφελείας τινός θέλει σας απασχολήσει. Εγώ έχω αρκούσας δυνάμεις ίν' αποκαταστώ εις το βασίλειόν μου και ματαιώσω τα σχέδια των εχθρών σας.» Ο Βαλδουίνος κατά την περίστασιν ταύτην δεν έδειξε την συνήθη αυτού φρόνησιν, και είτε εκ κακώς εννοουμένης υπερφροσύνης, είτε εκ κακών εισηγήσεων επέμεινε· και ότε ο μαρκήσιος, δυσαρεστηθείς ένεκα της ισχυρογνωμοσύνης του, τω είπεν ότι των πραγμάτων ούτως εχόντων δεν θέλει τον συνοδεύσει, ο αυτοκράτωρ υπέλαβε θα υπάγω μόνος και διέταξεν αμέσως να βαδίσωσιν εις Θεσσαλονίκην. Ο μαρκήσιος, μη κρύπτων πλέον την οργήν του, απεχωρίσθη αυτού, συνεπάγων πολλούς διακεκριμένους ιππότας, εν οίς τον Ιάκωβον Δαβέσνικ, τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ, τον Ούγον δε Κολλεμή, τον Όθωνα δε Λα-Ρος, τον Βερθόλδον δε Κατζινελβόγεν και τους πλείστους άρχοντας Γερμανούς.
Υπό τοιούτους απαισίους οιωνούς ήρχιζεν η σύστασις της εν Ανατολή Λατινικής αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο Βαλδουίνος εβάδιζε προς την Θεσσαλονίκην, ο Βονιφάτιος εξυβρίζων εκείνον, ως «Γραικών απατηλότερον και το ήθος σκαμβώδη και άπιστον και παλίμβολον υπέρ όστρακον και κύβον», κατελάμβανε το Διδυμότοιχον, πόλιν ανήκουσαν εις τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως. Εις την φήμην της αλληλομαχίας των δύο τούτων ηγεμόνων, οι Γραικοί έσπευδον πανταχόθεν προς τον Βονιφάτιον, όστις εξαπατών αυτούς τοις έλεγεν ότι διέκοψε πάσαν προς τους ομοφύλους αυτού σπονδήν και την προτέραν σύμπνοιαν και τους προσεκάλει ίνα εκδιώξωσι τον ληστρικώς επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως καθεζόμενον· όπως δε καταστή πειστικώτερος, αναγόρευσε τον πρωτότοκον υιόν της συζύγου αυτού Μαρίας Μανουήλ, όν εκ του Ισαακίου εκείνη είχεν, αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Ενίσχυον δε την έριν των δύο ηγεμόνων, οι συνήθως εις τας αυλάς ζώντες κόλακες, εξ ών οι μεν περιστοιχίζοντες τον Βονιφάτιον έλεγον ότι ο Βαλδουίνος, καταχρώμενος της δυνάμεως, ήν άλλων αγώνες και άθλοι τω έδωσαν, εφαίνετο άρπαξ, οι δε περιστοιχίζοντες τον Βαλδουίνον, έλεγον ότι δείκνυσι μεγίστην γενναιοφροσύνην προς ένα υπήκοον, και εν τη υπερβολή της κολακείας των τον ήλεγχον ως λίαν επιεική προς ένα υποτελή άπιστον. (45)
Εκ Διδυμοτοίχου ο μαρκήσιος κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν όπως την κυριεύση· ο δε ταύτης φρούραχος Ευστάθιος δε Σαμβρούκ, όν ο Βαλδουίνος κατέλιπεν εκεί μετά φρουράς, ετοιμασθείς ίν' αντιστή κατά πάσης προσβολής, έπεμψε ταχυδρόμους εις Κωνσταντινούπολιν προς τον κόμητα του Βλοά, τον δόγην της Ενετίας και τους λοιπούς επιτετραμμένους την κυβέρνησιν εν απουσία του αυτοκράτορος, όπως τοις εξαγγείλη τα συμβαίνοντα. Οι εν Κωνσταντινουπόλει πληροφορηθέντες μετ' απορίας ταύτα, συνήλθον εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών και ανέθεσαν εις τον Βιλλαρδουίνον, φίλον του μαρκησίου, να μεταβή εις Αδριανούπολιν όπως καταπαύση την ολεθρίαν ταύτην έριν. Ο Βιλλαρδουίνος παραλαβών τον Μανασσή δε Λιλ μετέβη εις το στρατόπεδον του μαρκησίου, όστις τους εδέχθη μετά τιμών και ήκουσεν άνευ δυσαρεσκείας τας πικράς επιπλήξεις, άς ο Βιλλαρδουίνος τω απηύθυνε. Δικαιολογηθείς δε απέδωκεν εις τον αυτοκράτορα την αιτίαν του κακού, διότι εναντίον των παρακλήσεών του εισήλθεν εις Θεσσαλονίκην και κατέλαβεν αυτήν. Όπως δε δείξη ότι αυτός ουδόλως ενείχετο διεκήρυξεν ότι ήτο έτοιμος να υποβάλλη το ζήτημα εις την διαιτησίαν των συναδέλφων του. Του Βιλλαρδουίνου δεξαμένου την πρότασιν ταύτην, ο στρατός του μαρκησίου ανέστειλε τας εχθροπραξίας. Οι προ μικρού αντίπαλοι τότε περιπτυξάμενοι αλλήλους συνωμολόγησαν ανακωχήν, και ενώ οι απεσταλμένοι επέστρεφον εις Κωνσταντινούπολιν όπως συμβουλευθώσι τους βαρώνους, ο μαρκήσιος έλυσε την πολιορκίαν και απεσύρθη εις Διδυμότοιχον ένθα είχεν αφήσει την σύζυγον αυτού.
Τούτο βεβαίως είδον οι Γραικοί μετά λύπης, καθόσον ήλπιζον την σωτηρίαν αυτών εκ της αλληλομαχίας εκείνων, και παντοιοτρόπως προσεπάθησαν να παρεμποδίσωσι την συμφιλίωσιν. Εν τούτοις οι εν Κωνσταντινουπόλει πληροφορηθέντες παρά του Βιλλαρδουίνου τας ειρηνικάς του μαρκησίου διαθέσεις, έσπευσαν να πέμψωσι και προς τον αυτοκράτορα πρέσβυν όπως τον πείσωσι να συγκατατεθή και αυτός εις την περί διαιτησίας πρότασιν του Βονιφατίου (46).
Ενώ η οργή του μαρκησίου ήναπτε του πολέμου το πυρ, και η φρόνησις των εν Κωνσταντινουπόλει προσεπάθει να σβέση αυτό, ο αυτοκράτωρ εξηκολούθει την προς την Θεσσαλονίκην πορείαν του. Κυριεύσας την Χριστούπολιν, εις τα όρια της Μακεδονίας κειμένην, εδέχθη επίσης και τον όρκον της υποταγής διαφόρων πόλεων, εις τας οποίας επεκύρωσε τας προνομίας, όσας έκπαλαι εκέκτηντο· όταν δ' επλησίασεν εις Θεσσαλονίκην, εξελθών άπαξ ο λαός προς συνάντησιν, τω προσέφερε τας κλείδας της πόλεως, και τον παρεκάλεσαν να μη εισέλθη, μήτε να επιτρέψη εις τον στρατόν του τούτο, τω φόβω μη λεηλατηθή η πόλις. Ο Βαλδουίνος, το μεν εμπνεόμενος υπ' αγαθών αισθημάτων, το δε φοβούμενος μη παράσχη νέους οπαδούς εις τον μαρκήσιον, εισήκουσε των παρακλήσεών των, και ου μόνον δεν εισήλθεν εις την πόλιν, αλλά και γράμμα ερυθρόγραφον ενεχείρισε τοις κατοίκοις αυτής, δι' ού επεκύρου τη πόλει τα αρχαία αυτής έθιμα. Διαμείνας δέ τινας ημέρας προ της Θεσσαλονίκης και εγκαταστήσας κυβερνήτην αυτής τον Ρενιέρον δε Μοντ, έλαβε την προς την Κωνσταντινούπολιν οδόν.
Ου μετά πολύ, ο Βαλδουίνος επληροφορήθη τας πράξεις του Βονιφατίου και εξοργισθείς κατ' αυτού, αναφανδόν εις αποστασίαν κηρυχθέντος, κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν. Εν τούτοις ο στρατός του δεν διέκειτο εις ανθηράν κατάστασιν, διότι η κατάχρησις των οπωρών, υφ' ών έβριθεν ο τόπος, επήνεγκε πολλάς ασθενείας. Πολυάριθμοι στρατιώται έμενον καθ' οδόν ασθενείς, πλείστοι δε αυτών δεν έμελλον πλέον να ίδωσι το πάτριον έδαφος. Ο Ιωάννης Ναγιών, ενάρετος και εύγλωττος ιεροκήρυξ του στρατού, Πέτρος ο εξ Αμμιέν, Γιράρδρος ο Μαχικούρ, Γίλλιος ο δ' Ωνόης και τεσσαράκοντα άλλοι ιππόται απεβίωσαν καθ' οδόν· ο δε αυτοκράτωρ, τεθλιμμένος επί ταις τοσαύταις δυσπραγίαις, κατηυθύνετο εις Αδριανούπολιν, ότε συνήντησε τους πρέσβεις, οίτινες τω εστέλλοντο εκ Κωνσταντινουπόλεως. Ο είς αυτών, Ούγος Φρανσούρος καλούμενος, υποτελής δε του κόμητος του Βλοά, λαβών τον λόγον έλεξε προς τον αυτοκράτορα ταύτα· «Μεγαλειότατε, ο δόγης της Ενετίας, ο κόμης Λουδοβίκος, ο κύριός μου, και άλλοι βαρώνοι, οι εν Κωνσταντινουπόλει όντες, σας χαιρετώσιν ως κύριόν των και παραπονούνται εις τον Θεόν και εις υμάς κατ' εκείνων, οίτινες εξήγειρον την έριν ταύτην μεταξύ υμών και του μαρκησίου της Μοντφεράτης, εκ της οποίας μικρού εδέησε να επέλθη η καταστροφή της χριστιανοσύνης. Κάμνετε πολύ κακά να ακούητε τους ανθρώπους εκείνους. Ήδη σας πληροφορούσιν ότι ο μαρκήσιος ανηνέχθη εις την απόφασίν των διά την διαφοράν, την επελθούσαν μεταξύ υμών και εκείνου. Σας παρακαλούσι λοιπόν ως κύριόν των, ν' ανανεχθήτε επίσης εις αυτούς και να δώσητε τον λόγον σας ότι θέλετε υπακούσει εις ό,τι αποφασίσουσι. Μάθετε δε ότι δεν θα υποφέρωσιν ώστε ο πόλεμος ούτος να διαρκέση επί πολύ» (47).