Front matter (continued 2)
Reading edition
Ο αυτοκράτωρ δεν απεκρίθη κατά πρώτον εις τον λόγον τούτον και εφάνη ωσεί εκπεπληγμένος εκ της τοιαύτης ομιλίας, αλλ' επειδή τω ελάλουν εξ ονόματος του δόγου της Ενετίας, όν εσέβετο, και των λοιπών κομήτων και βαρώνων, άνευ της συνδρομής των οποίων τω ήτο αδύνατον να διατηρήση το κράτος, δεν επεθύμει να φανή απειθής και εζήτησε καιρόν όπως σκεφθή. Οι περί αυτόν κόλακες δεν έλειψαν και πάλιν να τω παραστήσωσιν ότι πολύ εξευτελεστικόν δι' αυτόν ήτο αν συγκατετίθετο να έλθη εις διαιτησίαν μεθ' ενός υπηκόου του· αλλ' ο Βαλδουίνος, σκεψάμενος τας συνεπείας τοιαύτης αρνήσεως, συγκατετέθη τέλος εις τας προτάσεις των πρέσβεων, και απεφάσισεν να μεταβή κατ' ευθείαν εις Κωνσταντινούπολιν όπως καθυποβάλη εις την λύσιν των βαρώνων και των κομήτων την προς τον μαρκήσιον έριν αυτού.
Οι βαρώνοι και κόμητες πληροφορηθέντες την εις Κωνσταντινούπολιν επάνοδον του Βαλδουίνου, εξήλθον εις προαπάντησιν αυτού και τον υπεδέξαντο μετά μεγάλων τιμών ως κυριάρχην των. Στείλαντες δε πρέσβυν προσεκαλέσαντο και τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, υποσχόμενοι αυτώ τε και τοις συν αυτώ πάσαν ασφάλειαν. Ο Βονιφάτιος έσπευσε να υπακούση εις την πρόσκλησιν ταύτην και μετέβη μεθ' εκατόν ιπποτών εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα εγένετο δεκτός μετά πλείστων τιμών. Ο δόγης της Ενετίας, οι κόμητες, βαρώνοι, και οι συνετώτεροι των ιπποτών έκριναν την υποβληθείσαν αυτοίς έριν και απεφάσισαν ανεκκλήτως μεταξύ του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως και του βασιλέως της Θεσσαλονίκης. Οι δύο ούτοι ώμοσαν να μη ακούωσι πλέον απίστους συμβούλους, ενηγκαλίσθησαν αλλήλους παρουσία του στρατού, όστις εχάρη λίαν θεωρήσας την επάνοδον της ομονοίας ως μεγίστην νίκην, διότι, καθ' ά λέγει ο Βιλλαρδουίνος, «Ει μη ο Θεός ηλέει τους σταυροφόρους, ούτοι ήθελον απολέσει τας κτήσεις των, και η χριστιανοσύνη υποστή μεγάλην ζημίαν»· και τοιουτοτρόπως ο μεν Βονιφάτιος έλαβε κατοχήν της Θεσσαλονίκης μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτής, ο δε Βαλδουίνος ανέλαβεν υπό την εξουσίαν του το Διδυμότοιχον, όπερ στρατός του μαρκησίου κατείχε.
Τοιουτοτρόπως της ειρήνης επανελθούσης, ο Βονιφάτιος ελθών εις Θεσσαλονίκην και παρά πάντων δεκτός γενόμενος, κατά πρώτον μεν, ως λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, «επεκρύψατο το του τρόπου σκαιώδες τε και στρεβλόχειλον, αλλά τη γαλή παρομοιωθείς, ήν διήλεγξε το στέαρ παρεισπεσόν», μαθών ότι οι Θεσσαλονικείς ήσαν εύποροι και αφ' ετέρου ίνα τους εκδικηθή, διότι υπεδέξαντο μετ' ενθουσιασμού τον Βαλδουίνον, εζημίωσε χρηματικώς, είτα δε αφελόμενος τας καλλίστας αυτών οικίας, τας έδωκεν εις τους ακολούθους του. Καταλιπών δε την σύζυγόν του εν τη πόλει μετά μοίρας στρατού, εξήλθεν αυτός προς άλωσιν των χωρών, όσαι περί Σέρρας καθυπτιάζουσι και τοις όροις της Βερροίας, μέχρι των Θετταλικών Τεμπών· κρατήσας δε τούτων, απεφάσισε διά της Λαρίσσης να εισελάση εις την Ελλάδα και κυριεύση την Πελοπόννησον. Συνείποντο δε αυτώ καί τινες των Γραικών και μάλιστα εκ των επισημοτέρων, οίτινες, εκθαμβούμενοι εκ της αίγλης του γελοιώδους αυτοκράτορος Μανουήλ, του προγόνου του μαρκησίου παρακολουθούντος τον στρατόν μετά βασιλικών ιματίων, εξηπάτων τους λαούς όπως προσφέρωσι την υποταγήν των εις αυτόν, πράγματι δε εγένοντο προαγωγοί της ιδίας πατρίδος εις τον μαρκήσιον και τους Λατίνους.
Εκπεριελθών ο μαρκήσιος υφ' ηγεμόσι Γραικοίς τα Θετταλικά Τέμπη, διήλθε τα στενά του Ολύμπου και της Όσσης και κατέλαβε την Λάρισσαν· εκ δε ταύτης άρας προυχώρει εις τα έμπροσθεν, μηδενός τολμώντος ν' αντιστή αυτώ. Μόλις δε περί τας Θερμοπύλας συνήντησε λόχον τινά, όν Λέων ο Σγουρός είχε τοποθετήσει ίνα κωλύση του μαρκησίου την πρόοδον. Ο Σγουρός ούτος, του ονόματος του οποίου εμνήσθημεν ήδη, λαβών παρά του πατρός αυτού την δεσποτείαν της Ναυπλίας, ωφελήθη εκ των τότε ταραχών του κράτους όπως επαυξήση τας κτήσεις αυτού· και πρώτον μεν κετέλαβε το Άργος και την Κόρινθον, τον αρχιεπίσκοπον της οποίας, εις την εισβολήν του αντιστάντα, ετύφλωσε και κατά πετρών εκρήμνισε, μετέβη δε ακολούθως και προς άλωσιν των Αθηνών. Ο ταύτης αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ Χωνιάτης, φοβούμενος τας επί του ποιμνίου του βιαιοπραγίας του Σγουρού, επάσχισε παντοιοτρόπως να τον αποτρέψη της αλώσεως ταύτης· αλλ' επειδή ο τύραννος ην αμετάπιστος, συναγαγών τους κατοίκους και οχυρώσας την ακρόπολιν, τοσούτον γενναίως απέκρουσε τας προσβολάς του, ώστε ηναγκάσθη εκείνος να λύση την πολιορκίαν και ν' αποσυρθή, λαφυραγωγήσας τας Θήβας και τας εν τω μέσω χώρας. Εν τη τελευταία δε ταύτη πόλει ετέλεσε τους γάμους αυτού μετά Ευδοκίας της πρώην συζύγου του Μουρτζούφλου, ότε πληροφορηθείς την εισβολήν του μαρκησίου, προσεπάθησε να την αναχαιτίση εις Θερμοπύλας, αλλ' οι στρατιώται, ούς προς τούτο εξέπεμψε, μηδόλως αιδεσθέντες τον ιερόν χώρον και τας σκιάς των τριακοσίων, ετράπησαν εις φυγήν άμα είδον τον στρατόν των σταυροφόρων. Τοιουτοτρόπως αι Θήβαι, ήνοιξαν τας πύλας αυτών εις τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, ο δε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μιχαήλ, πεπεισμένος ότι μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, βεβαίως πάσα αντίστασις εν Αθήναις ήθελεν είσθαι αυτόχρημα μωρία, δεν ώπλισε μεν το ποίμνιόν του κατά των ξένων, αλλά μη θέλων και να θεωρηθή, ως προδότης της πατρίδος του, κατέλιπε μετά τριακονταετή πνευματικήν διοίκησιν την εκκλησίαν του και παρεχώρησε τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον του εις Λατίνον αρχιεπίσκοπον, ενώ αφ' ετέρου την διοίκησιν του τόπου ανελάμβανεν ο Όθων δε-Λα-Ρος ως δουξ Αθηνών και Θηβών. Η Εύβοια επίσης έστειλε πρέσβεις όπως τω προσφέρη την υποταγήν της, ο δε Ραβανός Καρκέριος, ευγενής εκ Βερώνης, απεστάλη όπως καταλάβη την νήσον.
Εντούτοις ο Βονιφάτιος διελθών τον Ισθμόν, κατέλαβε την Κόρινθον και το Άργος και ηνάγκασε τον Σγουρόν να περιορισθή, εις μόνον δύο πόλεις, το Ναύπλιον και την Ακροκόρινθον, εξ ών η μεν πρώτη υπερησπίζετο υπό οχυρών τειχών και φρουράς πολυαρίθμου, η δ' Ακροκόρινθος ήτο φρούριον δυσάλωτον. Την πολιορκίαν των δύο τούτων μερών διέταξεν ο Βονιφάτιος, αλλά και ο Σγουρός δεν έπαυε παρενοχλών τους πολιορκητάς· μια δε των ημερών παρατηρήσας ότι ούτοι ραθύμως εφρούρουν, επέπεσεν αίφνης κατ' αυτών και τοσαύτην ζημίαν τοις επήνεγκεν, ώστε ο Βονιφάτιος μη ευρίσκων λυσιτελές ν' απασχολή τας δυνάμεις του εις την πολιορκίαν ταύτην, διέταξε να λύσωσιν αυτήν, περιορισθείς μόνον να κτίση είς τι ύψωμα απέναντι έτερον φρούριον, όπως αντιπερισπά τους Γραικούς. (48)
Ενώ ταύτα συνέβαινον, αφικνείτο εκ της αγίας Γης παρά τω Βαλδουίνω ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, ανεψιός του πρωτοστράτορος της Καμπανίας μετά πολυαρίθμων ιπποτών και Βουργουνδίων Καμπανιτών. Το πλοίον όπερ τους έφερεν είχε πάθει υπό τρικυμίας, διό αγκυροβολήσαν εις Μεθώνην, διέτριβεν εκεί. Γραικός τις δε κύριος των παρακειμένων χωρών, υπό φιλοδοξίας αμέτρου κατεχόμενος, ελθών επρότεινε προς τους Λατίνους συμμαχίαν διά να κατακτήσωσιν όλην την Πελοπόννησον, επί τω όρω του να διανεμηθώσιν αυτήν εξ ημισείας. Η πρότασις αύτη εγένετο δεκτή, και είχον ήδη αρχίσει τας πολεμικάς επιχειρήσεις των, ότε ο Γραικός εκείνος απέθανεν, ο δε υιός του αθετήσας την σύμβασιν, ανεστάτωσε κατά των Λατίνων όλας τας κατακτηθείσας χώρας. Ο Γοδοφρέδος μη νομίζων εαυτόν ικανόν, όπως τας ανακτήση μόνος, έπλευσε προς το Ναύπλιον, ένθα ήτο το στρατόπεδον του μαρκησίου, και απευθυνθείς προς αυτόν τω εξέθηκε τα εν Μεθώνη γεγονότα. Εντυχών δε προς τοις άλλοις τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ, τον παρώρμησεν ίνα τον συνδράμη προς κατάκτησιν της Πελοποννήσου, και τοσούτον ευχερές τω παρέστησε το πράγμα, ώστε εκείνος προθύμως υποδεξάμενος την πρότασιν, «Αρκούμαι, είπε, λαμβάνων μέρος εις την εκστρατείαν ταύτην, εις ό,τι μοι παραχωρήσητε, και το oποίον θέλω λάβει ως υποτελής σας. Δεν επιθυμώ δι' εμέ να πολεμήσω, αλλά διά την τιμήν και την ωφέλειαν του έθνους μου». Τοιουτοτρόπως απεφάσισαν οι δύο ιππόται την κατάκτησιν της Πελοποννήσου· επιδοκιμάσαντος δε του μαρκησίου της Μοντφεράτης την απόφασιν ταύτην, οι δύο εκείνοι ανεχώρησαν συνεπάγοντες εκατόν ετέρους ιππότας, ών έκαστος, κατά το τότε έθος, συνωδεύετο υπό πολλών ιππέων και πεζών· πλεύσαντες δε εις Μεθώνην, εγένοντο κύριοι αυτής.
Της Ηπείρου εδέσποζε τότε ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός, υιός νόθος του Ιωάννου Αγγέλου σεβαστοκράτορος, και εκ της μάμμης του Θεοδώρας απόγονος του αυτοκράτορας Αλεξίου, του πρώτου των Κομνηνών. Τον Μιχαήλ τούτον ο αυτοκράτωρ Ισαάκιος είχε δώσει ως όμηρον προς τον αυτοκράτορα Φριδερίκον, ότε ούτος διήρχετο διά του Βυζαντινού κράτους μεταβαίνων εις Παλαιστίνην· επαναστάς δε τω 1204 κατά Αλεξίου του Γ', επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν μετά την κατάκτησιν των σταυροφόρων, και φιλόδοξος, ατρόμητος, τολμητίας ών, προσωκειώθη τον μαρκήσιον Βονιφάτιον, μεθ' ού συναπήλθεν εις Θεσσαλονίκην. Αλλά πριν ή φθάση εκεί, δραπετεύσας εις Επίδαμνον, είλκυσε την συμπάθειαν του διοικητού αυτής, ού ενυμφεύθη και την θυγατέρα· εκδιώξας όμως μετ' ου πολύ τον πενθερόν του, εγένετο αυτός κύριος της πόλεως, και επεκτείνας τας κτήσεις του μέχρι του κόλπου της Ναυπάκτου διά της κατακτήσεως της Ηπείρου, Ακαρνανίας, Αιτωλίας και μέρους της Θεσσαλίας, εγένετο ιδρυτής της εγνωσμένης εν τη ιστορία υπό το όνομα δεσποτείας της Ηπείρου, (49)
Ο Μιχαήλ ούτος είχε τα βλέμματα εστραμμένα προς την Πελοπόννησον, ής διεχωρίζετο διά μόνου του στενού της Ναυπάκτου· μαθών λοιπόν τας εν αυτή κατακτήσεις των Φράγκων, διήλθε μετά του στρατού του το στενόν και επορεύθη προς αποσόβησίν των, καυχώμενος ότι ευχερώς θέλει τους εκδιώξει εκείθεν. Πληροφορηθέντες δε και οι σταυροφόροι ότι επήρχετο κατ' αυτών ο Μιχαήλ, οχυρώσαντες την Μεθώνην και καταλιπόντες τας αποσκευάς και τους ανικάνους εν αυτή, εξήλθον περί τους πεντακοσίους ιππείς προς απόκρουσιν του εχθρού. Συμπλοκής δε γενομένης μεταξύ των δύο πολεμίων, ο Μιχαήλ καί τοι άγων δεκαπλασίαν σχεδόν στρατιάν, ηττήθη αισχρώς και διά της φυγής εσώθη, καταλιπών εις τους νικητάς τας τε σκηνάς, τας αποσκευάς αυτού και πολλούς αιχμαλώτους. Μετά την νίκην ταύτην οι Φράγκοι εκυρίευσαν την Κορώνην, ήν ο Γουλλιέλμος παρεχώρησεν ως τιμάριον εις τον Γοδοφρέδον, τας Καλάμας και επί τέλους τας πλείστας της Πελοποννήσου πόλεις, εκτός της Λακεδαίμονος, ήν κατείχε γραικός τις άρχων καλούμενος Λέων Χαμάρετος.
Ο Γουλλιέλμος δε Σαμπλίτ, κύριος ων ήδη άπαντος του Μωρέως έλαβε τον τίτλον πρίγκιπος Αχαΐας· ολίγον όμως χρόνον μετά την εκστρατείαν ταύτην μαθών ούτος τον θάνατον του αδελφού του κόμητος του Λιζόν, απεφάσισε να εγκαταλίπη τας κατακτήσεις του, παραδίδων αυτάς εις τον πρωτοστράτορα του Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, επί τω όρω αν εντός ενός έτους ο Γουλλιέλμος. δεν έπεμπέ τινα να λάβη επ' ονόματί του την κατοχήν του Μωρέως, τότε αυτοδικαίως ο Γοδοφρέδος καθίστατο αυθέντης αυτού. Ταυτοχρόνως κατά διαταγήν του δέκα των σταυροφόρων συνέταξαν κατάλογον των γαιών, άς έμελλον να λάβωσιν οι συμμετασχόντες της κατακτήσεως ταύτης ιππόται· είς δε των δέκα ην και ο Γοδοφρέδος, όστις, επειδή εξ αφιλοκερδίας παρέβλεψε να κατατάξη εαυτόν μεταξύ των εχόντων απαιτήσεις, έλαβε παρά του Γουλλιέλμου την κυριότητα των Καλαμών και της Αρκαδίας μετά των εξαρτημάτων αυτών. Είκοσι και είς ιππόται συμμετέσχον της διανομής των τιμαρίων, συνταχθέντος οργανικού νόμου περί της εν τω μέλλοντι υπηρεσίας εκάστου. Κατά τον νόμον τούτον, οι κύριοι τεσσάρων τιμαρίων εδικαιούντο να υψώσι φλάμπουρον, υποχρεούμενοι όμως εν ανάγκη να παρέχωσιν ένα ιππότην και δώδεκα στρατιώτας· οι πλείω τούτων τιμάρια λαβόντες, υπεχρεούντο να παρέχωσι διπλάσιον αριθμόν στρατιωτών, και οι έν μόνον τιμάριον σχόντες υποχρεούντο εις την προσωπικήν εργασίαν μόνον. Έτεροι δε νόμοι εκανόνιζον τα μέτρα της γενικής ασφαλείας και τας υποχρεώσεις των εκκλησιαστικών και στρατιωτικών αρχηγών εν ώρα πολέμου.
Τοιουτοτρόπως δεν είχεν ήδη παρέλθει έτος της υπό των Λατίνων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, και όλη η πριν Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε πέσει υπό την εξουσίαν των σταυροφόρων, εκτός της Νικαίας και Προύσσης, καθ' ών είχον εκστρατεύσει εντολή του ασθενούντος Λουδοβίκου κόμητος του Βλοά, όστις είχε τον τίτλον δουκός της Νικαίας, ο Πέτρος Βρασώ και Παγιανός ο εξ Αυρηλίας μετά εκατόν ιπποτών. Ούτοι μεταβάντες εις Καλλιούπολιν, διήλθον τον Ελλήσποντον και κατέλαβον τας Πηγάς, πόλιν παραθαλάσσιον υπό των Λατίνων κατεχομένην από του χρόνου των Βυζαντινών έτι αυτοκρατόρων. Εισδύσαντες δε εις τα ενδότερα, συνεπλάκησαν, τη 6 Δεκεμβρίου, προς στρατιωτικόν σώμα, όπερ ο Θεόδωρος είχεν εκπέμψει κατ' αυτών περί το λεγόμενον Ποιμανικόν, θέσεως oχυράς μεταξύ Μυσίας και Βιθυνίας· κατατροπώσαντες δε μετά ισχυρόν αγώνα αυτό, κατέλαβον το τε Ποιμανικόν και το Λοπάδιον και προχώρησαν προς τα ενδότερα, δεξιούμενοι μετά σταυρικών σημείων και θείων λογίων παρά των εγκατοίκων, οίτινες βεβαίως δεν διετίθεντο τοσούτον φιλίως προς τους κατακτητάς έχοντας, κατά Νικήταν τον Χωνιάτην, «Φωνήν ασύμφωνον Έλλησι, γνώμην φιλοχρήματον, οφθαλμόν απαιδαγώγητον, γαστέρα ακόρεστον, οργίλον και δριμείαν ψυχήν και χείρα διφώσαν το ξίφος διά παντός». Η κατάκτησις όμως της Προύσσης, πόλεως οχυράς παρά τας υπωρείας του εν Ασία Ολύμπου κειμένης, δεν παρίστα τας αυτάς ευχερείας· διόπερ οι Φράγκοι αφικόμενοι προ των τειχών αυτής, διεκήρυξαν ότι ήθελον μεταχειρισθή τους κατοίκους ως φίλους, αν παραχρήμα, τοις ήνοιγον τας πύλας, τουναντίον δε ήθελον φρικωδώς τους τιμωρήσει, αν απεφάσιζον ν' αντιστώσιν. Οι κάτοικοι προς μηδέν λογισάμενοι τας απειλάς ταύτας ήρξαντο να ρίπτωσι βέλη και ακόντια κατά των Φράγκων, οίτινες μη όντες εις κατάστασιν να επιχειρήσωσι μακροχρόνιον πολιορκίαν, ενόμισαν καλόν, ν' αποσυρθώσι. Τολμηρότεροι ένεκα τούτου οι Γραικοί γενόμενοι, εξήλθον όπως καταδιώξωσιν αυτούς, και καταλαβόντες τας παρόδους των ορέων, ουκ ολίγην φθοράν τοις εποίησαν· φονεύσαντες δέ τινα των σημαιοφόρων αυτών και την σημαίαν κυριεύσαντες ενέπηξαν είς τι μέρος, περί το oποίον έστησαν ενέδραν, ελπίζοντες ότι οι Φράγκοι βλέποντες την σημαίαν των ήθελον συγκεντρωθή εκεί και πέσωσιν εις την παγίδα· αλλά τούτο υποπτεύσαντες εκείνοι προσέβαλαν εκ των οπισθίων τους Γραικούς και τοσαύτην ζημίαν τοις επήνεγκαν, ώστε ηνάγκασαν αυτούς να καταφύγωσιν εις Προύσσαν.
Ολίγον χρόνον μετά την αναχώρησιν του Πέτρον Βρασώ, δυο έτερα σώματα στρατιωτικά εξήλθον εκ Κωνσταντινουπόλεως. Το μεν υπό την ηγεμονίαν Ερρίκου, του αδελφού του αυτοκράτορος, κατελθόν εις Ελλήσποντον εκυρίευσε την Άβυδον, και ορμητηρίω ταύτη χρώμενον εξέτεινε τας κατακτήσεις αυτού, τη συνδρομή των Αρμενίων εις μέγιστον αριθμόν εκείσε οικούντων και εχθρών θανασίμων των Γραικών όντων· το δε, υπό την αρχηγίαν του Μακαρίου δε Σαιν-Μενεχούλ, του Ματθαίου Βαλιγκούρ και του Ροβέρτου δε Ρονσοά, διαβάν τον Βόσπορον, έναντι της Κωνσταντινουπόλεως, κατέλαβε την Νικομήδεαν, ής οι κάτοικοι πληροφορηθέντες την άφιξιν των Φράγκων είχον αναχωρήσει, και επισκευάσαντες τα οχυρώματα αυτής, μετεχειρίσθησαν ταύτην ως κέντρον των εις τα πέριξ επιδρομών του. (50)
Εν τούτοις ο Θεόδωρος Λάσκαρις μετά την περί το Ποιμανικόν ήτταν του, συλλέξας νέον στρατόν έδωκε την αρχηγίαν αυτού εις τον αδελφόν του Κωνσταντίνον, και απεφάσισε παντοιοτρόπως να αποσοβήση τους Φράγκους· μαθών δε ότι ο Ερρίκος, τη συμβουλή των Αρμενίων, αναχωρήσας εξ Αβύδου, κατηθύνθη εις Αδραμύττιον, απεφάσισε να προσβάλη αυτόν εκεί. Οι σταυροφόροι πληροφορηθέντες την προσέγγισιν του στρατού του Θεοδώρου, παρεσκευάσθησαν εις μάχην, και συμπλοκής γενομένης, τη 12 Μαρτίου, οι Γραικοί υπέστησαν δεινήν ήτταν απολέσαντες τας αποσκευάς αυτών και πλήθος αιχμαλώτων. Μετά δε την επιτυχίαν ταύτην άπασα η περίχωρος παρεδόθη εις την εξουσίαν των νικητών.
Μέχρι τούδε είδομεν την τύχην προσμειδιώσαν εις τους Φράγκους, και την δύναμιν αυτών επεκταθείσαν επί τον Βόσπορον, την Προποντίδα, τον Ελλήσποντον, άπασαν την Ελλάδα και μέγα μέρος της Ασίας· αλλά «θνητών όλβιος εις τέλος ουδείς, ουδ' ευδαίμων». Η τύχη είνε αλλοπρόσαλλος, τα του κόσμου πεττευτά και αι ελπίδες των ανθρώπων φρούδαι. Ποσάκις τις μετά πεισματώδη αγώνα, νομίζει ότι επήλθεν η στιγμή ίνα απολαύση το γέρας του αγώνος εκείνου, και όμως ό,τι υπέθεσε τέρμα είνε η αρχή πάλης δυσχερεστέρας και επιπονωτέρας. Αυτό τούτο συνέβη και εις τους Φράγκους. Νομίσαντες ότι επαγίωσαν ήδη το κράτος αυτών εν τη Ανατολή, εξηλέγχθησαν δεινώς απατηθέντες.
Οι Γραικοί βλέποντες την πατρίδα αυτών δούλην, την εκκλησίαν τεταπεινωμένην και την εθνότητα εξυβριζομένην, έπνεον μένεα κατά των κατακτητών, οίτινες εν τη αλαζονία των, ελησμόνουν ότι τότε μόνον ο ηττηθείς, λησμονεί την ήτταν, όταν ο επιβληθείς αυτώ ζυγός δεν ήνε βαρύς. Μεταξύ των Γραικών αρχόντων είς μόνος ήτο πιστός φίλος του Βαλδουίνου, ο Θεόδωρος Βρανάς. Δεν συνεδέετο βεβαίως ούτος προς τους Λατίνους εκ πεποιθήσεως, αλλ' εξ αισθήματος απλού, του οποίου, εύκολον είναι να εννοήση τις την φύσιν. Ερών εμμανώς Αγνής της αδελφής του, βασιλέως Φιλίππου Αυγούστου, και χήρας Αλεξίου του Β' και του τυράννου Ανδρονίκου, επέτυχε να εμπνεύση εις την ηγεμονίδα εκείνην αμοιβαίον έρωτα, τον οποίον όμως, δεν εδύνατο να επιστέψη ο γάμος ένεκα της οικογενειακής ανισότητος αυτών. Σχέσεις επίμεμπτοι λέγεται ότι υπήρχον μεταξύ των δύο εκείνων, ο δε Βαλδουίνος, αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος, ενομιμοποίησε τας σχέσεις ταύτας, ουχί μόνον εις γάμον συνάψας αυτούς, αλλά και ως τιμάριον αυτώ δωρησάμενος την πόλιν Άπρω. Εννοείται λοιπόν ότι ο Βρανάς συνεδέετο προς τον Βαλδουίνον διά των δεσμών της ευγνωμοσύνης· αλλά πάντες οι άλλοι Γραικοί άρχοντες εξυβριζόμενοι και φενακιζόμενοι υπό των Λατίνων, εζήτουν κέντρον περί ό να συνέλθωσιν ίνα συγκεντρώσωσι τας ενεργείας των και αποσοβήσωσι τους εχθρούς της θρησκείας και της πατρίδος των. Τοιούτο δε κέντρον εύρον τον βασιλέα των Βουλγάρων Ιωάννην, όστις προθύμως εδράξατο της περιστάσεως ίνα καταπολεμήση τους σταυροφόρους, και επωφεληθή εκ της καταστάσεως των πραγμάτων. (51)
Οι Βούλγαροι, λαός Σκυθικής καταγωγής, κατοικούντες το πρώτον τας μεσημβρινάς χώρας, άς περιβρέχει ο Βόλγας, έσχον εκ του ποταμού τούτου το όνομα αυτών. Ο Ίστρος εχρησίμευσεν ως όριόν των μέχρι Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου, επί της βασιλείας του οποίου διελθόντες τον ποταμόν αυτόν κατέλαβον την Μυσίαν, κατόπιν την Ιλλυρίαν και οψιαίτερον εξελέξαντο ως πρωτεύουσαν του βασιλείαν αυτών την πόλιν των Αχριδών, την οποίαν ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, εν αυτή γεννηθείς, μετωνόμασεν Ιουστινιανήν και επροίκισε διά πολλών προνομίων. Ωνομάσθη δ' έπειτα Βουλγαρία, καθώς και η επαρχία ολόκληρος εν ή κείται εκ του ονόματος των λαών, προς ούς οι βυζαντινοί εξηκολούθουν μαχόμενοι, μέχρις ού ο αυτοκράτωρ Βασίλειος κατανικήσας αυτούς επανειλημμένως και λαβών εκ των νικών αυτού και το όνομα Βουλγαροκτόνος, τους απώθησε προς την κάτω Μυσίαν, ένθα έμεινον, φόρον τελούντες, μέχρις Ισαακίου Αγγέλου του Κομνηνού, όστις επιβαλών εις τους λαούς αυτούς μεγάλους φόρους, επί προφάσει του να επαρκέση εις τας εκτάκτους δαπάνας του γάμου του, τους ηνάγκασε να επαναστατήσωσιν υπό την αρχηγίαν δύο αδελφών του Πέτρου και του Αζάν. Οι δύο ούτοι, αφού ενίκησαν επανειλημμένως τους στρατούς του αυτοκράτορος διήλθον τον Αίμον, και ληίσαντες πάσας τας εκείθεν επαρχίας, διένειμον αυτάς, και ο μεν Πέτρος, λαβών το στέμμα εκηρύχθη βασιλεύς του ενός μέρους, ο δ' Αζάν εκυβέρνησε το έτερον επί εννέα έτη, μεθ' ά εφονεύθη υπό Ιωάννου του εξαδέλφου του, καταλιπών δύο υιούς ανηλίκους τον Ιωάννην και τον Αλέξανδρον. Διαρκούσης της ανηλικιότητος αυτών, ο τρίτος αδελφός του Πέτρου και του Αζάν, όν οι μεν Ιωαννίκιον, οι δε Ιωάννην ονομάζουσι, καταλαβών το βασίλειον της Βουλγαρίας, εξηκολούθησε τον προς τους Γραικούς πόλεμον· όπως δε νομιμοποιήση τον σφετερισμόν τούτον, απηυθύνθη διά πρέσβεων προς τον Πάπαν Ιννοκέντιον και υποτάξας αυτώ το βασίλειόν του, απήτησε να τον χρίση βασιλέα· μετά πολλάς δ' επί του αντικειμένου τούτου διαπραγματεύσεις, ο Πάπας τω έπεμψεν έξαρχον τον καρδινάλιον Λέοντα, όστις στέψας επισήμως τον Ιωάννην εν Τυρνάβω, τω προσήνεγκεν εκ μέρους του Πάπα και την σημαίαν της εκκλησίας. Ταύτα δ' εγένοντο εν έτει 1204, καθ' όν χρόνον ήρξατο η μεταξύ σταυροφόρων και Βουλγάρων έρις, ήτις ολίγον έλειψε να επιφέρη την εν τη Ανατολή καταστροφήν την Λατινικής αυτοκρατορίας.
Ο Ιωάννης ίνα μεταχειρισθώμεν την του Νικήτα έκφρασιν, «ευφορώμενος το των Λατίνων αγέρωχον φρόνημα και την τούτων λόγχην ως φλογίνην ρομφαίαν υποβλεπόμενος, είχε πέμψει πρέσβεις προς τον Βαλδουίνον, ίνα τω προτείνωσιν αμοιβαίαν φιλίαν και ειρήνην· αλλ' ο Λατίνος αυτοκράτωρ, εν τη αλαζονία αυτού, ανάξιον τιμής τον Βούλγαρον βασιλέα θεωρών, τω εμήνυσεν ότι «δεν αρμόζει εις αυτόν να διαπραγματευθή προς τον Ιωάννην, ως προς ίσον, ότι αν εκείνος επεζήτει την εύνοιαν του αυτοκράτορος, έπρεπε να λάβη ήθος υποτελούς προς κυρίαρχον, ότι αν άλλως έπραττεν, ώφειλε να περιμένη μετ' ού πολύ τους Φραγκικούς στρατούς εν μέσω τόπου, τον οποίον κατείχεν εξ αρπαγής, και ότι εδύνατο να τον επαναφέρη εις την ασημότητα, εξ ής η οικογένειά του εξήλθε». Γλώσσα τοιαύτη εξώργισε τον υπερήφανον Ιωάννην, όστις φρικώδη εκδίκησιν κατά του Βαλδουίνου μελετών, πρώτον μεν έπεισε τους παρ' αυτώ Γραικούς άρχοντας να επιστρέψωσιν εις τας πατρίδας των διά να εξεγείρωσι τους συμπολίτας των κατά των Λατίνων, παρεσκευάσθη δε και αυτός όπως δείξη εις τον αυθάδη αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως ότι η γλώσσα δεν έπρεπε να προτρέχη της διανοίας. (52)
Η αυτοκρατορία των Λατίνων, εις ήν εισήχθησαν οι φεουδαλικοί της Δύσεως νόμοι, ήτο διαμοιρασμένη εις πλείστας ηγεμονίας ή βαρωνίας και απετέλει ούτως είδος τι δημοκρατίας δυσκυβερνήτου. Οι Ενετοί εκέκτηντο ιδίαν αρμοδιότητα και αι πλείσται των πόλεων εκυβερνώντο αναμίξ κατά την νομοθεσίαν των Ενετών και κατά τους φεουδαλικούς κώδηκας. Οι κόμητες και οι βαρώνοι είχον αντίθετα προς αλλήλους συμφέροντα και αντιζηλίας, αίτινες εδύναντο καθ' εκάστην να μετατραπώσιν εις εμφυλίους πολέμους. Αφ’ ετέρου οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί, οίτινες είχον εγκαθιδρυθή επί των ναυαγίων της ορθοδόξου εκκλησίας, διά του παραδείγματός των προυκάλουν την διχόνοιαν και έφερον το σκάνδαλον των αντιζηλιών των μέχρις αυτού του θυσιαστηρίου, απαιτούντες όπως οι της Ρωμαϊκής αυλής νόμοι κατισχύσωσι των του αυτοκράτορος. Πολλοί αυτών είχον σφετερισθή τα τιμάρια των βαρώνων και επειδή ταύτα ήσαν απηλλαγμένα στρατιωτικής υπηρεσίας, το κράτος διετέλει εστερημένον των φυσικών αυτού προμαχών. Προς δε επί τούτοις το κλίμα, τα πλούτη της Ελλάδος και τα θέλγητρα του Βυζαντίου, το οποίον ανέκαθεν εθεωρείτο ως καθιστών τους κατοίκους του τρυφηλούς, εξενεύρισαν τους μαχητάς και εισήγαγον μεταξύ αυτών διαφθοράν μεγίστην. Οι λαοί περιεφρόνησαν τέλος την δύναμιν και τους νόμους των σταυροφόρων, ών εσάρκαζον τα ήθη, και επειδή ούτοι ήσαν διεσπαρμένοι οι μεν εν Ευρώπη, οι δε εν Ασία, ήρξαντο να εμπνέωσιν εις τους Γραικούς θάρρος και την πεποίθησιν ότι οι πολεμισταί της Δύσεως δεν ήσαν απροσμάχητοι.
Τοιαύτη ήτο η κατάστασις των πραγμάτων, ότε οι τελευταίοι ούτοι απεφάσισαν να εκδιώξωσιν εκ των χωρών αυτών τους ξένους, ούς εβδελύσσοντο, καθ' ά και αυτός ο ομοταγής αυτοίς χρονογράφος Βιλλαρδουίνος δεν διστάζει να ομολογήση, «pour lor grans desloiautês. Εν τη αποφάσει αυτών λοιπόν ταύτη και εν τη προσδοκία της Βουλγαρικής επικουρίας, εξύφαναν εκτενή συνωμοσίαν κατά των Φράγκων, τους οποίους εκήρυσσον εχθρούς αμειλίκτους της πίστεως και της πατρίδος. Η σημαία της ανταρσίας ανεπετάσθη πανταχού, το δε σύνθημα εδόθη εν Διδυμοτείχω, άμα τω θανάτω Ούγου κόμητος του Αγίου Παύλου, εις όν είχε κατακληρουχηθή η πόλις αύτη. Κραυγή πολέμου ηκούσθη από Αίμου άχρις Ελλησπόντου, και η σφαγή των Λατίνων ήρξατο απανταχού. Πρώτοι οι εν Διδυμοτείχω Φράγκοι στρατιώται κατεσφάγησαν υπό των κατοίκων, και ολίγιστοι μόλις διασωθέντες κατέφυγον εις Αδριανούπολιν· αλλ' εξαναστάσης κακεί της πληθύος, πολλοί μεν των φρουρών επεράσθησαν εν στόματι μαχαίρας, οι δε λοιποί κατέφυγον εις Τζουρουλόν ίνα σωθώσιν. Ο της Αδριανουπόλεως φρούραρχος Γουλλιέλμος δε Βρανουέλ επιτυχών να συμπυκνώση τους ιππότας του εβάδιζε κατά της πόλεως ταύτης, ήν εύρεν έρημον, των κατοίκων φυγόντων. Εισελθών εν αυτή προσεπάθησε να την οχυρώση αλλά προσβληθείς υπό χιλιάδων Γραικών, αντέταξε μεν μεγίστην ανδρίαν, βλέπων όμως ότι πάσα αντίστασις είναι ματαία και πληροφορούμενος ότι ισχυρά επικουρία Βουλγάρων προσδοκάται κατ' αυτού, εγκατέλιπε την Αδριανούπολιν και απεσύρθη εις Τσουρουλόν. Πολλοί δε των οπαδών του και εκεί φοβούμενοι των Γραικών την προσβολήν, παρήτησαν αυτόν και επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. (53)
Τεθορυβημένος ο Βαλδουίνος εκ των αγγελιών τούτων, συνεκάλεσεν εις συμβούλιον τον τε δόγην της Ενετίας και τον κόμητα του Βλοά, τη ομοφώνω αποφάσει αυτών διέταξε τον αδελφόν του Ερρίκον να παραιτήση το Αδραμύττιον και σπεύση εις βοήθειάν του με όσας έχει δυνάμεις. Ο κόμης του Βλοά αφ' ετέρου διέταξε τον Πέτρον δε Βρασσώ και Παγινόν τον εξ Αυρηλίας ν' αφήσωσι μικράν δύναμιν εις Πηγάς, όπως κρατώσιν εν ασφαλεία την διάβασιν της Ασίας, και έλθωσιν αμέσως εις Κωνσταντινουπόλιν. Ταυτοχρόνως προσεκλήθησαν ο Μακάριος δε Σαιν-Μενεχούλ και οι δύο σύντροφοί του εκ Νικομηδείας· και ο Βαλδουίνος όπως καταπνίξη, ει δυνατόν, εν τοις σπαργάνοις την ανταρσίαν, απέστειλε τον Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον και τον Μανασσήν Δελίσλην εις Τζουρουλόν μετ' ολίγων δυνάμεων, υπισχνούμενος να τοις πέμψη ακολούθως και άλλας. Ούτοι δ' εντυχόντες εκεί τον Γουλλιέλμον δε Βρανουέλ, απετέλεσαν σώμα εξ ογδοήκοντα περίπου ιπποτών και μετά τοσαύτης μικράς δυνάμεως έλαβον την προς Αδριανούπολιν οδόν· αφικόμενοι δε εις Νικίτζαν εστρατοπέδευσαν εκεί περιμένοντες τον αυτοκράτορα εκ Κωνσταντινουπόλεως. (54).
Εν τούτοις η αγγελία της εξεγέρσεως των Γραικών και της αφίξεως των Βουλγάρων, ενέσπειρε τον τρόμον εις τας καρδίας των γενναιοτέρων τέως σταυροφόρων, παρ' οίς ουχί πλέον το αίσθημα της τιμής, αλλά και αυτό το συγγενικόν φίλτρον είχεν εκλείψει. Ο Ρενιέρος δε Τριτ, γηραιός ιππότης, διέτριβεν εις Φιλιππούπολιν μετά εκατόν είκοσι ιπποτών, αλλά το μικρόν τούτο σώμα, όπερ εν άλλαις περιστάσεσι εδύνατο να πράξη θαύματα, τοσούτον είχε καταληφθή υπό φόβου, ώστε πρώτοι εδραπέτευσαν, καταλιπόντες τον αρχηγόν των, ο υιός, ο αδελφός, ο ανεψιός και ο γαμβρός αυτού. Μάτην ο γέρων ιππότης δακρυχέων τους καθικέτευε να μείνωσιν εις τας τάξεις των. Η φωνή του καθήκοντος εξηφανίζετο ενώπιον της φωνής του τρόμου και οι περίφοβοι, στρατιώται του διεσπάρησαν, όπως καταφύγωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, αλλ' οι πλείστοι αυτών κατεκερματίσθησαν καθ' οδόν υπό των Γραικών εναλλάξ και των Βουλγάρων, ολίγιστοι δε μόνοι εσώθησαν φέροντες εις το μέτωπον το στίγμα της αισχράς λειποταξίας.
Ο Βαλδουίνος ανυπόμονος ν' αρχίση τον πόλεμον, μόλις έλαβε τας πρώτας εκ Νικομηδείας επικουρίας, ανεχώρησεν εκ Κωνσταντινουπόλεως και το αυτό εσπέρας αφίκετο εις Νικίτζαν, ένθα συνεκρότησε συμβούλιον μετά των εκεί ολιγαρίθμων ιπποτών. Εν τω συμβουλίω τούτω απεφασίσθη να οδεύσωσι την πρωίαν της επιούσης απ' ευθείας εις Αδριανούπολιν, όπως προσβάλωσι τους εχθρούς· η δε κατεσπευσμένη και τολμηρά αύτη απόφασις εγένετο η αιτία του ολέθρου του Βαλδουίνου, όστις τότε κυρίως διέγνω τον μικρόν αριθμόν των στρατιωτών του, ότε τη 20 Μαρτίου, ελθών προ των τειχών της Αδριανουπόλεως είδεν επί των επάλξεων αυτής πολυαρίθμους μαχητάς.
Τρεις ημέραι είχον παρέλθει εν τω μέσω ματαίων διαπραγματεύσεων, ότε ο Ερρίκος Δάνδολος αφίκετο προ της πόλεως ταύτης μεθ' όλων, των Ενετικών δυνάμεων· επειδή δε ο αριθμοί των στρατιωτών του Βαλδουίνου είχε διά της νέας επικουρίας διπλασιασθή, κατέλαβεν ούτος τας αρμοδίας θέσεις προς πολιορκίαν της Αδριανουπόλεως. Δυστυχώς όμως διά τους Φράγκους, αι τροφαί ήρξαντο εντός μικρού να εκλείπωσι, τα δε περίχωρα, όθεν εδύναντο να προμηθευθώσι τοιαύτας, κατείχοντο υπό των Γραικών, οίτινες δεν επέτρεπον εις αυτούς να απομακρυνθώσι του στρατοπέδου. Δεινήν λοιπόν στέρησιν τροφών του στρατού πάσχοντος, απεφάσισεν ο κόμης του Βλοά να ποιήση προσωπικώς, την 3 Απριλίου, ημέραν των Βαΐων, εκδρομήν εις τα πέριξ, αλλά προσβληθείς υπό των Γραικών ηναγκάσθη να επανέλθη άπρακτος. Ούτω δε εξηκολούθει η πολιορκία, των μεν έξωθεν προσπαθούντων διά μηχανών να κρημνίσωσι τα τείχη, των δ' έσωθεν καρτερικώτατα ανθισταμένων. (55)
Την τετάρτην του Πάσχα εγένετο γνωστόν ότι Ιωάννης ο των Βουλγάρων βασιλεύς κομίζων μεθ' εαυτού την υπό του Πάπα δωρηθείσαν αυτώ σημαίαν των αγίων Πέτρου και Παύλου, και ηγούμενος πολυαρίθμου στρατού Βουλγάρων, Βλάχων και τετρακισχιλίων επικούρων Κουμάνων, ούς η ελπίς λείας συνήθροισεν εκ των ορέων και των δασών των παρά τον Ίστρον και Βορυσθένην, προσέγγιζεν εις Αδριανούπολιν, απειλών ότι προυτίθεται να εξολοθρεύση τους Φράγκους, ούς κατηγόρει ότι έλαβον τον σταυρόν διά να αρπάσωσιν επαρχίας και καταστρέψωσι τας πόλεις των Χριστιανών. Οι Κουμάνοι οίτινες προεπορεύοντο ήσαν λαός άγριος, πίνων το αίμα και θυσιάζων τους αιχμαλώτους εις τα είδωλα των θεών του· οι θρασύτετεροι λοιπόν των Φράγκων, ακούοντες εκ φήμης την θηριωδίαν των ταύτην, πλήρεις οργής εξήλθον του στρατοπέδου ίνα τους προσβάλωσιν, αλλ' ηναγκάσθησαν να επανέλθωσιν, ουκ ολίγους νεκρούς καταλιπόντες εις την μάχην. Τούτο ιδών ο αυτοκράτωρ, απηγόρευσεν εις πάντας την εκ του στρατοπέδου έξοδον και διέταζε τα της μάχης ούτως, ώστε ο μεν Βιλλαρδουίνος, ο Μανασσής και ο Δάνδολος ώφειλον να μένωσιν ως φρουροί των πολιορκουμένων, ο δ' επίλοιπος στρατός έπρεπε να η έτοιμος εν πάση περιπτώσει όπως αποκρούση τoν εχθρόν. Την επιούσαν, 14 Απριλίου, μετά το πρόγευμα οι σταυροφόροι προσεβλήθησαν υπό πολλών Κουμάνων, ο δε κόμης του Βλοά και ο Βαλδουίνος αυτός, λησμονήσαντες την απαγόρευσιν, ήν την προτεραίαν απηύθυναν εις τον στρατόν, ουδείς δηλονότι να εξέρχηται του στρατοπέδου, ώρμησαν πρώτοι κατά των εχθρών και προσεπάθησαν να τους εκδιώξωσιν. Οι Κουμάνοι προσποιούμενοι ότι ηττώνται ετράπησαν εις φυγήν, ο δε Βαλδουίνος μετά των περί αυτόν έτρεξαν εις καταδίωξίν των επί δύο περίπου λεύγας· αλλ' αίφνης οι πρώτοι συμπυκνούμενοι ορμώσιν επί τους Φράγκους, ταυτοχρόνως δε ο βασιλεύς Ιωάννης επιφαίνεται μετά πολυαρίθμων Βουλγάρων, ενεδρεύων εκεί. Η απροσδόκητος αύτη προσβολή κατεθορύβησε τους σταυροφόρους, ών πολλοί έπεσαν υπό τας βολάς των πολεμίων, εν οίς και ο κόμης του Βλοά, λαβών δύο πληγάς διά της λόγχης. Είς των ιπποτών του, ο Ιωάννης δε Φριαίζης, τον ανεγείρει και θέλει να τον αποσύρη εκ της μάχης. «Άφες με, φωνάζει ο γενναίος κόμης, να πολεμήσω και αποθάνω· μη δώση ο θεός να είπωσιν ότι ελειποτάκτησα εκ της μάχης, εγκαταλιπών τον αυτοκράτορά μου». Και πίπτει καιρίως υπό βέλους προσβληθείς, μέγας δε αριθμός συμπολεμιστών φονεύεται πλησίον αυτού. Ο Βαλδουίνος διημφισβήτει ακόμη την νίκην, και παροτρύνων τους στρατιώτας του εμάχετο γενναίως προς τους εχθρούς· αλλ' ο αγών ην άνισος και οι άριστοι των ιπποτών, Πέτρος ο επίσκοπος Βηθλεέμ, Στέφανος ο κόμης της Πέρσης, Ρενάρδος ο δε Μοντμιράλ, Ματθαίος ο Βαλιγκούρ, Ροβέρτος ο δε Ρονσοά και άλλοι είχον ήδη πέσει. Εν τούτοις η μάχη εξηκολούθει έτι, ο φόνος εκατέρωθεν ήτο πολύς, αλλ' ο αστήρ του Βαλδουίνου είνεν ήδη δύσει. Επολέμησεν, ηγωνίσθη, αλλ' αι δυνάμεις του είχον ήδη εξαντληθή. Ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως εγένετο αιχμάλωτος του βασιλέως των Βουλγάρων. Halas! com dolerese perte fu la perte, επιφωνεί ο χρονογράφος Βιλλαρδουίνος· το δε Χρονικόν του Μωρέως ιστορούν ότι ο Βαλδουίνος δεν ηχμαλωτίσθη, αλλ' ότε έπεσε πολεμών, εκτέθησιν ως εξής τα κατά την μάχην εκείνην (56).
Ώρισεν (ο Βαλδουίνος) ελαλήσασιν όλα του τα σαλπίγγια· Εις τρί' αλλάγια εχώρισε τους Φράγκους οπού είχε Και τους Ρωμαίους εις άλλα τρία, και εξέβησαν 'ς τον κάμπον· Ως τους είδαν οι Κουμανοί, αυτοί όπου εκουρσεύαν Το πώς υπάσιν εις αυταίς, εχάρησαν μεγάλως, Έδειξαν ότι φεύγουσι με το κούρσο όπου είχαν, Και οι Φράγκοι ως απαίδευτοι της μάχης των Ρωμαίων Άρχισαν να τους διώχνουσιν όπως διά να τους φθάσουν, Και εκείνοι πάλιν φεύγοντας τους εκαταδοξεύαν. Τα άλογα και τα φαριά όπου καβαλλικεύαν, Τόσον τους επαράσυραν και εξεμαύλισάν τους, Ευθύς εξεχωσίασαν οι Τούρκοι και οι Κουμάνοι Άρχισαν να δοξεύουσι των Φράγκων τα φαρία· Οι Φράγκοι ελογίασαν πόλεμον να τους δώσουν Με τα κοντάρια και σπαθιά ως ήσαν μαθημένοι, Οι δε Κουμάνοι εφεύγασι και ουδέν τους επλησιάζαν, Μόνον με τα δοξάρια τους από μακρυά δοξεύαν. Τόσον εκαταδόξευσαν, ώστε απέκτεινάν τους Εψόφησαν και τα φαριά, οι καββαλάροι επέσαν Σαλίβαις είχαν τούρκικαις, ομοίως απελατίκια Μ' εκείνα τους εσύχναζαν απάνω εις τα κασίδια Και απέκτειναν τον βασιλέα και όλα του τα φουσάτα, Ίδε ζημία το εγένετο εκείνην την ημέραν! Πας στρατιώτης ευγενής πρέπει να τους λυπάται, Διού αποθάναν άδικα χωρίς να πολεμήσουν.
Μετά την δεινήν ταύτην αποτυχίαν, τα λείψανα του Φραγκικού στρατού οπισθοχωρούντα προσεπάθουν να εισέλθωσιν εις τα χαρακώματα αυτών, ενώ οι Γραικοί, οι Βούλγαροι και οι Κουμάνοι, τοξεύοντες αυτούς, τοις επέφερον καταστροφήν μεγίστην. Οι την πολιορκίαν της πόλεως επιτηρούντες, ο τε πρωτοστάτωρ της Κομπανίας, και ο Μανασσής Δελίσλης ιδόντες την άτακτον οπισθοχώρησιν των σταυροφόρων, έτρεξαν μετά των περί εαυτούς εις βοήθειάν των, αλλά μάτην προσεπάθησαν να τους αναχαιτίσωσιν. Ο φόβος είχεν ήδη παραλύσει εν αυτοίς παν αίσθημα γενναίον, ο δε Δάνδολος «το αρχαιότατον και πολυτροπότατον κακόν και των απευκταίων πάντων Ρωμαίοις πρωτουργόν αίτιον,» ύστατος πάντων πληροφορηθείς την τροπήν, διότι μετά του στρατού του ευρίσκετο εις απόκεντρον θέσιν, και βλέπων ότι ουδεμία ελπίς σωτηρίας υπάρχει, απεφάσισεν εν συμβουλίω μετά των λοιπών αρχηγών να οπισθοχωρήσωσι προς την Ραιδεστόν, ένθα ηδύναντο επιτυχώς ν' αποκρούσωσι πάσαν εχθρικήν προσβολήν· αλλά καθ' οδόν πλείστοι ιππόται καταλιπόντες ανάνδρως τας τάξεις των έτρεξαν προς την Κωνσταντινούπολιν, και εκεί εν τω τρόμω αυτών, βλέποντες προ των πυλών της πόλεως τους Βουλγάρους, επέβησαν εις πλοία Ενετικά όπως επιστρέψωσιν εις τας πατρίδας των. Την λειποταξίαν ταύτην ιδόντες οι αρχηγοί των σταυροφόρων έπεμψαν ταχυδρόμους εις Κωνσταντινούπολιν ίνα απαλλάξωσι του φόβου τους Φράγκους· αλλ' ότε οι ταχυδρόμοι αφίκοντο, επτακισχίλιοι περίπου ιππόται και άλλοι μαχηταί ήσαν επί των πλοίων έτοιμοι ν' αναχωρήσωσι. Μάτην οι πιστώς εμμένοντες εις το καθήκον των προσεπάθουν να τους αποτρέψωσι της αναχωρήσεως ικετεύοντες αυτούς «να μη αμαυρώσωσι διά φυγής ανάνδρου την δόξαν, ήν είχον αποκτήσει, διότι η εν τοιαύτη περιπτώσει εκ Κωνσταντινουπόλεως αναχώρησις ήτο έλλειψις προς τους Κυρίους των, προδοσία κατά του Χριστιανισμού, ύβρις προς τον Θεόν και χαυνότης μεγίστη.» Αμείλικτοι μένοντες εις τας ικεσίας ταύτας εκείνοι απεκρίθησαν ότι θέλουσι σκεφθή περί του πρακτέου, αλλά την νύκτα άραντες τας αγκύρας ανεχώρησαν εκ Κωνσταντινουπόλεως, καταλιπόντες απεγνωσμένους τους ομοφύλους αυτών. (57)
Εν τούτοις Ερρίκος ο του Βαλδουίνου αδελφός, προσκληθείς, ως είπομεν, παρά του αυτοκράτορος προς βοήθειάν του, ήρχετο εξ Αδραμυττίου συνεπάγων εικοσακισχιλίους Αρμενίους συν γυναιξί και τέκνοις αυτώ εφεπομένους. Πληροφορηθείς δε καθ' οδόν την προ της Αδριανουπόλεως καταστροφήν κατηυθύνθη εις Ραιδεστόν, όπου ήσαν συνηγμένοι και οι λοιποί ιππόται, καταλιπών όπισθεν αυτού τους Αρμενίους, οίτινες σύροντες και υποζύγια δεν εδύναντο να προβαίνωσι ταχείς. Οι δυστυχείς ούτοι εχθροί θανάσιμοι των Γραικών όντες και ούτως εγκαταληφθέντες, προσεβλήθησαν καθ' οδόν και μεληδόν κατεκόπησαν άπαντες· οι δε μετά του Ερρίκου ελθόντες εις Ραιδεστόν, πληροφορηθέντες τας λεπτομερείας της προ της Αδριανουπόλεως καταστροφής παρεδόθησαν εις αμύθητον λύπην και επειδή η περίστασις ήτο κρίσιμος και ανάγκη επέκειτο εκλογής αρχηγού, απεφάσισαν να εκλέξωσιν ως αντιβασιλέα τον Ερρίκον, μέχρις ού λάβωσιν ειδήσεις Βαλδουίνου, και πέμψωσι πρέσβεις εις Γαλλίαν, Ρώμην και Φλάνδραν ίνα επικαλεσθώσιν επικουρίας εκείθεν. Τοιουτοτρόπως ο Ερρίκος μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του στρατού αυτού, όστις προς τοις άλλοις δυστυχήμασιν υπέστη και νέον, τον θάνατον του πολυμήτιδος, δόγου Δανδόλου, θανόντος τη 14 Ιουνίου 1205, και ταφέντος εν τη αγία Σοφία. Φόβος μέγας κατέλαβε τους κατοίκους τότε αναμένοντας την επιδρομήν Ιωάννου του βασιλέως των Βουλγάρων, όστις καταστρέφων την εν ταις επαρχίαις κυριαρχίαν των Φράγκων, εξέπεμπε τους Κουμάνους αυτού μέχρι των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Τοιουτοτρόπως δεν έμενεν εις τους σταυροφόρους εκ των τέως κτήσεων αυτών, ειμή η Ραιδεστός και η Σηλύβρια, εκείθεν δε του Βοσπόρου μόνον το φρούριον των Πηγών, διότι Λάσκαρις ο αυτοκράτωρ της Νικαίας, ωφελούμενος εκ των περιστάσεων, κατέλαβε πάσας τας επιλοίπους χώρας.
Εν τω μέσω των κινδύνων, οίτινες επολλαπλασιάζοντο καθ' εκάστην, οι σταυροφόροι ηγνόουν την τύχην του αυτοκράτορος Βαλδουίνου. Ο Ερρίκος άμα λαβών τους οίακας της αντιβασιλείας παντοιοτρόπως προσεπάθησε να μάθη περί του αδελφού του, πέμψας και ανθρώπους πιστούς εις τα διάφορα μέρη των Βουλγάρων, διά να ανιχνεύσωσί τι περί εκείνου. Λύτρα πλούσια, ικεσίαι, απειλαί, τα πάντα εξηντλήθησαν παρά τω Ιωάννη εις μάτην. Ο Πάπας αυτός πληροφορηθείς παρά των απεσταλμένων των σταυροφόρων την προ της Αδριανουπόλεως ήτταν και την αιχμαλωσίαν του Βαλδουίνου, έγραψε προς τον Ιωάννην εξορκίζων αυτόν ως τέκνον της εκκλησίας να ελευθερώση τον αυτοκράτορα επί τω όρω εντίμου ειρήνης, και απειλών αυτόν εν εναντία περιπτώσει διά της οργής του βασιλέως της Ουγγαρίας και της των Γάλλων· έγραψε δε συνάμα και προς τον επίσκοπον Τυρνάβου έξαρχον Βουλγαρίας, όπως μεσολαβήση παρά τω βασιλεί υπέρ του αιχμαλώτου. Προς τας επιστολάς του Πάππα ο Ιωάννης απήντησεν ότι ότε ο Βαλδουίνος εγένετο αυτοκράτωρ, αυτός πέμψας πρέσβεις όπως ζητήση την φιλίαν του εφενακίσθη και εξυβρίσθη, ώστε εκείνος ην αίτιος του πολέμου, ότι ο Θεός ταπεινών τους υπερήφανους τω έδωκε την νίκην, και ότι τον Βαλδουίνον, θανόντα ήδη εν τη αιχμαλωσία, δεν δύναται να ελευθερώση. Περί δε του θανάτου του δυστυχούς αυτοκράτορος, πολλά και αντίθετα οι ιστορικοί λέγουσι. Το μεν Χρονικόν του Μωρέως, αφηγείται, ως είδομεν, ότι ο Βαλδουίνος έπεσε πολεμών προ της Αδριανουπόλεως, τουναντίον δε Νικήτας ο Χωνιάτης ιστορεί ότι αιχμαλωτισθείς κατά την μάχην εκείνην και δεσμοίς υποβληθείς καθείρχθη εις Τύρναβον, και εξαχθείς είτα κελεύσει του βασιλέως εκ της φυλακής, απεκόπη τους μεν πόδας από γόνατα, τας δε χείρας από βραχίονος πελέκει Τενεδίω, μεθ' ό κατά κεφαλής επί φάραγκος κρημνισθείς και ούτω ζήσας τρεις ημέρας εγένετο βορά των ορνέων. Κατά Γεώργιον τον Ακροπολίτην, εφονεύθη εν τω μέσω συμποσίου τινός υπό του βασιλέως των Βουλγάρων, και τα μεν μέλη του ερρίφθησαν εις τους βράχους, το δε κρανίον του περιχρυσωθέν εχρησίμευεν ως ποτήριον του αγρίου βασιλέως· μία δε των ρωμαντικών περί του θανάτου του Βαλδουίνου αφηγήσεων υπάρχει και η εξής. Ο Βαλδουίνος κατακλεισθείς εις σκοτεινήν φυλακήν απέθνησκε σχεδόν εκ πείνης ουδεμίαν άλλην παρηγορίαν έχων ή τας επισκέψεις της βασιλίσσης, ήτις επετράπη παρά του συζύγου της, τω λόγω φιλανθρωπίας, να παραμυθή ενίοτε τον δυστυχή αυτοκράτορα· υπό σφοδρού δε έρωτος προς αυτόν καταληφθείσα, τω είπε μια των ημερών, παραπονουμένω διά την τύχην του ότι εδύνατο και άνευ λύτρων να ελευθερώση δύο αιχμαλώτους. «Τίνες εισίν ούτοι; ηρώτησεν ο Βαλδουίνος;» «Συ, απεκρίθη η βασίλισσα και εγώ, ήτις στενάζω υπό την τυραννίαν βαρβάρου συζύγου. Αν με νυμφεύησαι, δυνάμεθα να ελευθερωθώμεν και οι δύο. Ας αφήσωμεν εις τον Ιωάννην την αθλίαν αυτήν αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως, ήτις δεν δύναται πλέον να υπάρξη, και ας επιστρέψωμεν ομού εις τους τόπους σου. Εγώ σοι παρέχω τα μέσα». Φρίττων ο Βαλδουίνος διά την ομολογίαν ταύτην, απέκρουσε τας ενόχους προτάσεις της βασιλίσσης, ήτις τότε παραπλησία προς την γυναίκα του Πετεφρή, δραμούσα προς τον σύζυγόν της, διέβαλε τον Βαλδουίνον ότι δήθεν ηθέλησε να την εκβιάση. Οργισθείς δε ο Ιωάννης διά την προσβολήν ταύτην, μετά μυρίας βασάνους απεκεφάλισεν αυτόν και το σώμα του έρριψεν είς τι δάσος, ένθα εντυχούσα αυτό γυνή τις Βουργουνδία, ήτις επέστρεφεν εκ του αγίου Τάφου, διερχομένη διά Τυρνάβου, συνέλεξε τα οστά του και τα έθαψε κρυφίως· ο δε μοναχός Αλβερίκος ισχυρίζεται ότι και θαύματα ουκ ολίγα συνέβησαν επί του τάφου του (58).
Τοιούτο υπήρξε το τέλος του Βαλδουίνου, ένδεκα μόνον μήνας βασιλεύσαντος, και εις ηλικίαν τριάκοντα πέντε ετών θανόντος. Ήτο ανδρείος, μεγαλοπρεπής, ελευθέριος, φιλόμουσος και ευσεβής, αλλ' όλα τα προτερήματα ταύτα ουδόλως ίσχυσαν να αποτρέψωσι την κακήν μοίραν του και το τέλος αυτού εγένετο το προοίμιον της πτώσεως της Λατινικής αυτοκρατορίας, ήτις εν τη Ανατολή είχεν ιδρυθή, επί τοσούτον σαθρών βάσεων.
Χρόνον τινά μετέπειτα φήμη διεδόθη εν Φλάνδρα ότι πολλοί ευγενείς εκ των ακολουθησάντων, τoν Βαλδουίνον, διεσπάρησαν μετά την μάχην της Αδριανουπόλεως τήδε κακείσε και ότι περιεπλανώντο υπό ενδύματα μοναχών. Ερρρέθη μάλιστα ότι και αυτός ο Βαλδουίνος περιβληθείς το ράσον έζη κεκρυμμένος είς τινα γωνίαν του Αϊνώ· την δε ιδέαν ταύτην εβασιμοποίησε γεγονός τι περίεργον, καταδεικνύον την πανουργίαν απατεώνων τινών. Κάτοικός τις της παρά το δάσος του Γλαυσώνος κώμης Μορτάνης, συναντήσας καθ' οδόν ερημίτην κρατούντα πήραν και έχοντα μορφήν ευγενή και τρόπους διακεκριμένους, υπώπτευσεν ότι ανήκει εις επίσημόν τινα οικογένειαν, και τον ηρώτησε περί του ονόματος, της πατρίδος και των γεννητόρων του· ο ερημίτης τω απήντησεν αδιαφόρως προς ταύτα· εκείνος δε πιστεύσας ότι υπό τον μοναχικόν μανδύαν κρύπτεται ευγενής τις εκ Κωνσταντινουπόλεως ελθών, έσπευσε να εξαγγείλη τοις φίλοις τον την ιδέαν του ταύτην. Φήμη λοιπόν διεδόθη πανταχού ότι είς των σταυροφόρων επέστρεψεν ως μοναχός, σωρηδόν δε έτρεξαν οι κάτοικοι προς την καλύβην του ερημίτου διά να τον είδωσι και ερευνήσωσι τα κατ' αυτόν. Η επιμονή όμως μεθ' ής ούτος ηρνείτο να φανερώση το γένος και την πατρίδα του, παρέσχεν είς τινας το ενδόσιμον ότι αυτός είνε ο Βαλδουίνος. Μάτην εκείνος διεμαρτύρετο ότι δεν είνε αυτός. Οι κάτοικοι επέμενον, τινές δε εκ των άλλοτε μεν υπηκόων του Βαλδουίνου, τότε δε υπηκόων της θυγατρός του Ιωάννας, ασχάλλοντες διότι ήσαν ηναγκασμένοι να κύπτωσι τον αυχένα εις τον ζυγόν μιας γυναικός, εδράξαντο της περιστάσεως ν' αποτινάξωσιν αυτόν, συγκεντρούμενοι περί τον νέον τούτον Βαλδουίνον. Ο δυστυχής μοναχός θέλων και μη, επείσθη, να παραστήση το πρόσωπον του εξαφανισθέντος αυτοκράτορος, και μια των ημερών του έτους 1225 αναβάς επί τι ύψωμα διεκήρυξεν ενώπιον πολυαρίθμου λαού ότι αυτός είναι ο κόμης Βαλδουίνος, ότι απελπισθείς εκ της ήττης της Αδριανουπόλεως αφήκε τον κόσμον, αλλ' ότι ενδίδων εις την θέλησιν των πιστών υπηκόων του αναγκάζεται να ρίψη το προσωπείον και ν' αποδώση εαυτόν εκείνοις τε και τη πατρίδι.
Πλήρεις χαράς οι κάτοικοι ωδήγησαν αυτόν εις Μορτάνην και έσπευσαν πανταχόθεν να τω προσφέρωσι την υποταγήν των. Ο δουξ της Βραβάντης και έτεροι των τα μάλα ισχυόντων τον ανεγνώρισαν κύριόν των, και επί τέλους ο πτωχός εκείνος ερημίτης περιβληθείς το στέμμα, προέβη εις πράξεις βασιλικάς, ονομάσας δέκα ιππότας και απονείμας διαφόρους αξίας εις ετέρους. Η την αρχήν διέπουσα θυγάτηρ του Βαλδουίνου, αναγκασθείσα να δραπετεύση εκ της κομητείας της, κατέφυγε προς τον βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκον Η, καθικετεύουσα αυτόν όπως την συνδράμη προς ανάκτησιν του θρόνου της. Ο βασιλεύς χαριζόμενος τη κομήσση προσεκάλεσε τον ψευδο-Βαλδουίνον εις Περόννην, όπως τον εξετάση περί διαφόρων πραγμάτων· εκείνος δε ίνα μη δυσαρεστήση τω βασιλεί επαρουσιάσθη ενώπιον αυτού μετά πολυαρίθμου συνοδείας. Ερωτηθείς όμως περί τινων αντικειμένων, άτινα, εάν πραγματικώς ήτο ο Βαλδουίνος ώφειλε να γνωρίζη, και μη έχων τι ν' αποκριθή, διετάχθη υπό του παρωργισμένου Λουδοβίκου να εξέλθη εντός τριών ημερών του βασιλείου του. Ο ψευδο- Βαλδουίνος, γνωσθείσης της απάτης, ενώ επέστρεφεν εις Βαλενσιέννην, φεύγων διά Βουργουνδίας υπό ένδυμα εμπόρου, συνελήφθη υπό τινος ιππότου, όστις τον παρέδωσεν εις την κόμησσαν. Αύτη δε αφού τον κατέκλεισεν εις ειρκτήν και τον εβασάνισε πολυτρόπως, επί τέλους διέταξε να τον απαγχονίσωσι. (59)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ. ΕΡΡΙΚΟΣ. Δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως.
20 Αυγούστου 1206-11 Ιουνίου 1216.
Ο στρατός των Βουλγάρων παραπλήσιος προς ορμητικόν χείμαρρον προυχώρει λεηλατών και αρπάζων, εκτείνων δε τας λαφυραγωγίας αυτού άχρι Θεσσαλονίκης και απειλών τας παράλους του Ελλησπόντου πόλεις, όσαι ένεκα της εμπορικής αυτών θέσεως διετέλουν ευπορούσαι. Αφ' ετέρου η Φραγκική αυτοκρατορία, εστερημένη ικανών προμάχων, υπήρχε σχεδόν εις αποσύνθεσιν, και οι εν Κωνσταντινουπόλει επερίμενον μετά παλμών τρόμου και φρίκης να ίδωσι προ των πυλών αυτής της πρωτευούσης, τας αγρίας και ανελεήμονας των Μυσών ορδάς. Αλλά, προς ευτυχίαν αυτών, οι σύμμαχοι εκείνων Κουμάνοι εμπλησθέντες λείας πολλής και αδυνατούντες να υποφέρωσι τα θερινά θάλπη ως και τα χειμερινά ψύχη, απεσύρθησαν προς τα όρη αυτών· ο δε Ιωάννης, μη νομίζων εαυτόν εις κατάστασιν όπως, άνευ των ισχυρών εκείνων επικούρων, αποτελεσματικώς προσβάλη τους Φράγκους, ηναγκάσθη να αναβάλη διά τον προσεχή χειμώνα την κατά της Κωνσταντινουπόλεως μελετωμένην επίθεσιν, και έστρεψε τα νικηφόρα όπλα του κατά του βασιλέως της Θεσσαλονίκης Βονιφατίου, όστις, απών τότε μετά του στρατού τον εις πολιορκίαν του Ναυπλίου, άμα επληροφορήθη την πρόθεσιν του Μυσού βασιλέως, λύσας την πολιορκίαν έσπευσε να επανέλθη εν πάση ταχύτητι εις το κράτος του (60).
Της κατά του βασιλείου της Θεσσαλονίκης προσβολής έναρξιν εποιήσατο ο Ιωάννης, διά της πολιορκίας των Σερρών, ών ο φρούραρχος Ούγος δε-Κιλεμής ανέπτυξε μεγίστην ανδρίαν, αλλά, πεσόντος αυτού κατά τινα μάχην, σφαγέντων δε και των πλείστων στρατιωτών του, η πόλις παρεδόθη εις τον Ιωάννην, όστις εκ Σερρών προυτίθετο να κατευθυνθή εις Θεσσαλονίκην· αλλά κατοίκων τινών της Φιλιππουπόλεως εκ της των Παυλικανών αιρέσεως υποδειξάντων αυτώ την ευπορίαν της πόλεως ταύτης και το ολιγάριθμον των εν αυτή φρουρούντων, επείσθη να αναβάλη εις το μετέπειτα την κατά της Θεσσαλονίκης επίθεσιν, και να κυριεύση πρότερον την Φιλιππούπολιν, εκδιώκων τους Φράγκους κατόχους αυτής. Ο της πόλεως φρούραρχος Ρενιέρος δε-Τριτ πληροφορηθείς την συνεννόησιν ταύτην των Παυλικανών και μη έχων υπό τας διαταγάς του δύναμιν αξιόμαχον, πυρπολήσας την συνοικίαν, ήν ώκουν εκείνοι, έφυγε προς το Στενήμαχον ένθα υπήρχε φρουρά τις. Μετά την φυγήν αυτού είς των εγχωρίων, Αλέξιος τούνομα, ανήρ επιχειρηματίας και τολμηρός, συναγαγών οπαδούς τινας, τους έπεισε διά λόγου ενθουσιώδους όπως δράξωνται των όπλων υπέρ της αυτονομίας αυτών και μη κύψωσι, μόλις απαλλαγέντες του Φραγκικού ζυγού, υπό έτερον χείρω και βαρβαρικώτερον, του των Βουλγάρων. Η εύγλωτος αυτού παρόρμησις κατηλέκτρισεν τους κατοίκους της Φιλιππουπόλεως, οίτινες ορκισθέντες ν' αποθάνωσιν υπέρ της ελευθερίας αυτών, έλαβον τα όπλα και ότε ο βασιλεύς Ιωάννης επαρουσιάσθη προ των τειχών της πόλεως, απεκρούσθη κατ' επανάληψιν υπό του Αλεξίου και των συν αυτώ· αλλά κυριευθείσης επί τέλους της Φιλιππουπόλεως, τη προδοσία των Παυλικανών, ο βάρβαρος εκείνος, τον μεν Αλέξιον οδυνηρώς εφόνευσεν, αναρτήσας αυτόν από των σφυρών, κατέστρεψε δε και επυρπόλησε τα τείχη, τους πύργους και τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα της πόλεως και άρδην κατηδάφισεν αυτήν. Τοιούτο τέλος έσχεν η αρχαία εκείνη και επιφανής πόλις, ήν Φίλιππος ο Μακεδών έκτισε, και ήτις μετά την Κωνσταντινούπολιν και την Θεσσαλονίκην ήτο η λαμπροτέρα πόλις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (61).
Εις δεινήν θέσιν ο Ερρίκος διατελών και τον επικείμενον προβλέπων κίνδυνον απεφάσισε πριν ή ψυχρανθή ο ζήλος των ιπποτών, και ενόσω έτι ο Ιωάννης ήτο μακράν, να προσπαθήση όπως επανακτήση τας πόλεις, αίτινες είχον υψώσει την σημαίαν της αποστασίας κατά των Φράγκων, από των Θρακικών αρχόμενος. Εξελθών λοιπόν της Κωνσταντινουπόλεως εκυρίευσε την Αρκαδιούπολιν, ής οι κάτοικοι είχον αποσυρθή, και εκείθεν πορευθείς εις Άπρω επροξένησε τα μεγαλείτερα κακά τοις κατοίκοις, άλλους μεν δίκην ποιμνίων ή βουκολίων κατασφάξας, άλλους δε αιχμαλωτίσας και ποικιλοτρόπως βασανίσας, αυτός ο τον σταυρόν του Κυρίου άρας και της Χριστιανοσύνης την σωτηρίαν επαγγελλόμενος. Ενώ δε ο Ερρίκος αφ' ενός περιήγε και κατέσφαζε τήδε κακείσε τους δυστυχείς Γραικούς, αφ' ετέρου οι Ενετοί νήας μακράς εξοπλίσαντες ελήστευον τα εώα πάραλα μέρη διαπράττοντες εν αυτοίς δεινά, ως λέγει ο Νικήτας, πολύμορφα, βαρυαλγή και ανύποιστα. Η διαγωγή αύτη των σταυροφόρων αντί να επιφέρη το αποτέλεσμα όπερ ούτοι προσεδόκων, την υποταγήν δηλονότι των εγχωρίων, τουναντίον εξηρέθιζε την οργήν και το μίσος αυτών, βλεπόντων ότι αδύνατος αποβαίνει πάσα διαλλαγή προς άνδρας θηριώδεις και ανελεήμονας είς τε τους αντιτασσομένους εξίσου και εις τους παραδιδομένους. Μετά την καταστροφήν ταύτην της Άπρω ο Ερρίκος θέλων να τιμωρήση τους κατοίκους του τε Διδυμοτοίχου και της Αδριανουπόλεως, απεφάσισε να πορευθή και επ' αυτούς ώστε παγιών ούτω την εξουσίαν του κακεί, να επανέλθη μετέπειτα εις Κωνσταντινούπολιν.
Πρόσφατον ήτο εισέτι το προ της Αδριανουπόλεως πάθημα των Φράγκων και η καταισχύνη, ήν υπέστησαν ούτοι, ουχί μόνον πλήθος στρατιωτών, αλλά και αυτόν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον αποβαλόντες· δι' αυτό ο Ερρίκος αποφασίσας να προσβάλη την πόλιν εκείνην, έλαβεν όλα τα μέτρα, όπως ει δυνατόν, εκδικήση την ήτταν των Φραγκικών όπλων. Συναγαγών λοιπόν όσας περισσοτέρας δυνάμεις εδυνήθη, επορεύθη εις την Αδριανούπολιν και πέμψας προ αυτού πρεσβείαν προς τους κατοίκους, τοις προέτεινε να παραδοθώσιν· αλλ' εκείνοι, αναμιμνησκόμενοι των εν Άπρω σφαγών, απήντησαν ότι ουδεμίαν βάσιν δύνανται να έχωσιν εις των Φράγκων τους λόγους, όντων εχθρών βαρβάρων και απίστων, σκληρών δ' επίσης και προς εχθρούς και προς φίλους. Η απάντησις αύτη, δεικνύουσα ότι οι εγκάτοικοι είχον αποφασίσει ν' αντιστώσιν άχρις εσχάτων, έπεισε τον Ερρίκον ότι μόνον διά του πολέμου εδύνατο να επιτύχη την υποταγήν της πόλεως. Οχυρώσας λοιπόν τα περίχωρα όπως αντικρούση πάσαν εκ των έξωθεν προσβολήν και ανοίξας βαθείαν τάφρον, ήρξατο την πολιορκίαν της πόλεως· αλλ' οι εντός ητοιμασμένοι κατά πάντα όντες αντέταξαν τοσαύτην καρτερίαν, και διά του υγρού πυρός και των λοιπών αμυντικών όπλων τοσαύτην φθοράν επροξένησαν εις τους εχθρούς, ώστε ούτοι λύσαντες την πολιορκίαν απεχώρησαν προς το Διδυμότοιχον. Αλλά και εκεί δεν υπήρξαν ευτυχέστεροι, διότι επελθουσών ραγδαίων βροχών και του ποταμού Έβρου πλημμυρήσαντος, πολλοί των Φράγκων παρασυρθέντες υπό των υδάτων επνίγησαν, οι δε λοιποί άραντες κατεσπευσμένως τας σκηνάς αυτών, κατέφυγον εις Ρούσιον, το oποίον ωχύρωσαν, πληροφορηθέντες ότι ο βασιλεύς Ιωάννης έπεμπε κατ' αυτών πολυάριθμον στρατόν. Εκ δε Ρουσίου, καταλιπών προς φύλαξιν τον Θιερρή δε-Λος μετά τεσσαράκοντα ιπποτών και πολλών ιππέων, ο Ερρίκος μετά των περί αυτόν επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, πέμψας προηγουμένως φρούραρχον Διδυμοτοίχου τον Θεόδωρον Βρανάν (62).
Εν τούτοις ο Βασιλεύς Ιωάννης, πάσης δραττόμενος περιστάσεως όπως βλάψη τους Φράγκους, αφ' ενός μεν έπεμψε πολυάριθμον στρατόν εκ Γραικών, Κουμάνων και Σκυθών κατά του Ρουσίου, του οποίου την φρουράν κατανικήσας εκείνος, εξεδίωξεν εις Ραιδεστόν, αφ' ετέρου δε διατρέχων ο ίδιος τας διαφόρους πόλεις, έφερε παντού την μάχαιραν και το πυρ· αι δε δηώσεις και σφαγαί αύται έβλαπτον μεν καιρίως την εν τη ανατολή Φραγκικήν κυριαρχίαν, αλλά κατέστρεφον άρδην τους Γραικούς, οίτινες ηυρίσκοντο μεταξύ δύο εχθρών εξίσου ανηλεών και αμειλίκτων· διότι ο Ιωάννης εχθρός άμα και εκδικητής αυτών γινόμενος εξέδιδε τοις Σκύθαις εις προνομήν και λαφυραγωγίαν όλας τας κώμας και πόλεις, όσαι πρότερον είχον αναγκασθή να κύψωσιν υπό τους Φράγκους, «και ην ιδείν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης (63), και ασύνηθες και πάσαν υπερπαίον θεοκίνητον μάστιγα, την γαρ αυτήν γην και το αυτό έθνος εδήου γένη διττά, πη μεν εκατέρα, πη δε θάτερον παρά θάτερον επεισπίπτοντα.»
Από της ολεθρίας μάχης της Αδριανουπόλεως ο Ερρίκος εξηκολούθει θαρραλέως υπερασπίζων την κλονιζομένην υπό των αδιαλείπτων των Βουλγάρων προσβολών και των επαναστάντων Γραικών επιθέσεων αυτοκρατορίαν· αι έκτακτοι όμως αύται περιστάσεις απήτουν ου μόνον χείρα στιβαράν, αλλά και εξουσίαν πεπαγιωμένην όπως αντεπεξέλθη κατά τοσούτων εχθρών. Έτος είχεν ήδη παρέλθει από της αιχμαλωσίας του Βαλδουίνου, όστις, ως είπομεν. δεν είχεν αφήσει άρρενας απογόνους, και η φήμη του θανάτου αυτού διαδοθείσα μεταξύ των Φράγκων, έπεισεν αυτούς όπως προβώσιν εις την εκλογήν νέου αυτοκράτορος. Τις δε ήτο καταλληλότερος του Ερρίκου όπως φορέση το στέμμα κατά τας κρισίμους εκείνας περιστάσεις; Και εκ σεβασμού λοιπόν προς τας αρετάς και την μνήμην του σφαγιασθέντος Βαλδουίνου, και εκ δικαίας εκτιμήσεως της ανδρίας και των προτερημάτων του αδελφού αυτού Ερρίκου, ο κλήρος έπεσεν επ' αυτόν και την εικοστήν Αυγούστου 1206, ημέραν Κυριακήν, εστέφθη υπό του Πατριάρχου Θωμά Μοροζίνη εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως μετά πασών των κατά τοιαύτας περιπτώσεις διατυπώσεων (64).
Η εκλογή του νέου αυτοκράτορος ηκούσθη μετά μεγάλης ευχαριστήσεως εν Κωνσταντινουπόλει παρά πάντων των Φράγκων και εορταί δημόσιαι πανταχού ετελέσθησαν· αλλ' ο Ερρίκος μικράν προσοχήν εις τα τοιαύτα δίδων, χαρακτήρος δ' ών ενεργητικού και σοβαρού ενησχολήθη από της πρώτης της εκλογής του ημέρας περί τα της πολιτείας. Ήρξατο λοιπόν τας εργασίας αυτού από της ανανεώσεως των προς την Ενετικήν δημοκρατίαν συμβάσεων του προκατόχου του, και πέμψας τέσσαρας πρέσβεις εις Ενετίαν, επεκύρωσε τας προνομίας, άς αι πολίται της δημοκρατίας εκείνης εν Κωνσταντινουπόλει εκέκτηντο. Μετά ταύτα, επειδή αι συνεχείς ταραχαί και η βραχυχρόνιος διάρκεια της βασιλείας του αδελφού του δεν είχον επιτρέψει εκείνω να συντάξη τους θεμελιώδεις του κράτους νόμους, επέστησε την προσοχήν του εις το αντικείμενον αυτό, αρξάμενος από των σχέσεων των υποτελών προς το στέμμα. Ενομοθέτησε λοιπόν ότι οι υποτελείς του αυτοκράτορoς είτε Γάλλοι είτε Ενετοί ώφειλον να συνοδεύωσι μετά του στρατού των, ιδία δαπάνη συντηρούντες αυτόν, εν ταις εκστρατείαις του τον αυτοκράτορα από της πρώτης Ιουνίου μέχρι της επετείου εορτής του αγίου Μιχαήλ· συνετέμνετο δε ο χρόνος ούτος κατά το ήμισυ, εάν οι υποτελείς είχον εχθρόν τινα παρά τα όρια των, και ήσαν ολοσχερώς απαλλαγμένοι της τοιαύτης υποχρεώσεως, εάν ο εχθρός ούτος ήθελε προσβάλει αυτούς. Προσέτι εάν εχθρός τις εισέδραμεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος, οι υποτελείς ώφειλον να τον συνδράμωσιν, ιδία πάντοτε δαπάνη, άνευ προθεσμίας, ενόσω δηλονότι δεν απεσοβείτο ο εχθρός εκείνος· πας δ' υποτελής ελλείπων του τοιούτου καθήκοντος, εξέπιπτε της αξίας του δικαζόμενος υπό δικαστών του ιδίου έθνους. Ταυτοχρόνως ηθέλησε χάριν της μελλούσης ευημερίας των υπηκόων του να περιστείλη την ισχύν αυτού τε και των διαδόχων του, θεσμοθετών ότι ο αυτοκράτωρ ώφειλε να συμμορφούται επί υποθέσεων αφορωσσών την αύξησιν ή υπεράσπισιν του κράτους προς την γνωμοδότησιν συμβουλίου συγκειμένου εκ των βαρώνων, των κομήτων, του Ενετού πράκτορος και του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, ότι ουδέν ήθελε πράττει εναντίον των νόμων, την αρμοδιότητα των οποίων ουδ' αυτός εδύνατο να διαφύγη, και ότι όπως επαρκή εις την αξιοπρεπή διατήρησίν του εδικαιούτο να λαμβάνη τας προσόδους της Θράκης, καθώς και οι υποτελείς διά τας πολεμικάς δαπάνας, εις τας οποίας υπέκειντο κατά τον ανωτέρω κανονισμόν, εδικαιούντο να νέμωνται τας προσόδους των τιμαρίων αυτών. Θέλων δε να καταστήση τας διατάξεις ισχυράς και αμετάκλητους, εψήφισεν ότι ουδέν άρθρον δύναται να προστεθή ή ν' αφαιρεθή απ' αυτών άνευ της συγκαταθέσεως πάντων των μελών του ως άνω είρηται συμβουλίου, άτινα και υπέγραψαν παραδεξάμενα αυτάς (65).
Αι συνεταί αύται πολιτικαί πρόνοιαι, διεκόπησαν εκ του θορύβου των όπλων, διότι ενώ ο Ερρίκος εθεσμοθέτει εν Κωνσταντινουπόλει, ο Ιωάννης εβάδιζε μετά στρατού πολυαρίθμου προς το Διδυμότοιχον, το oποίον ο φρούραρχος Βρανάς δεν εδυνήθη να υπερασπίση κατά των επιδρομέων. Την πτώσιν αυτού και τας επακολουθησάσας ταύτην φρικαλέας σφαγάς, λεηλασίας και αιχμαλωσίας πληροφορηθέντες οι εν Αδριανουπόλει, έπεμψαν πρέσβεις προς τον αυτοκράτορα, εκλιπαρούντες αυτόν όπως τοις αποστείλη ταχείαν επικουρίαν. Ο Ερρίκος προθύμως αποδεξάμενος την ικεσίαν εκείνων ανεχώρησεν αμέσως μεθ' ικανού στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως και αφικόμενος εις Αδριανούπολιν επληροφορήθη ότι ο εχθρός πεφορτωμένος λείαν πλουσίαν είχεν αποσυρθή προς το κράτος του, συνεπάγων πολυπληθείς αιχμαλώτους εκ Διδυμοτοίχου. Αποφασίσας λοιπόν να καταπολεμήση τον βασιλέα των Βουλγάρων, συνάμα δε και ελευθερώση τους αιχμαλωτισθέντας υπηκόους του, ετράπη προς καταδίωξιν αυτού μέχρι Βερροίας της εν Θράκη, πόλεως εκείνω ανηκούσης, ής οι κάτοικοι μακρόθεν ιδόντες την έλευσιν του Φραγκικού στρατού απεσύρθησαν εις το όρος Αίμον. Αυτόσε πολυαρίθμους τροφάς ο αυτοκράτωρ ευρών και αναπαυθείς επ’ ολίγας ημέρας, ώδευσε προς την Βλίσνην, την οποίαν ομοίως εύρεν ακατοίκητον, των ενοίκων καταλιπόντων αυτήν. Εκεί πληροφορηθείς ότι ο βασιλεύς Ιωάννης εστρατοπέδευεν ου πολύ μακράν είς τινα κοιλάδα, εξέπεμψε κατ' αυτού δύο ίλας ιππικού μετά πολλών Γραικών εκ Διδυμοτοίχου και Αδριανουπόλεως, οίτινες εν μεγίστη προθυμία έδραμον προς απελευθέρωσιν των αιχμαλώτων οικείων των, υπό τον αδελφόν του Ευστάθιον, και τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ. Οι Βούλγαροι ιδόντες αυτούς μακρόθεν επερχομένους παρετάχθησαν εις μάχην, αλλά μετά συμπλοκήν πολύωρον και αιματηράν ηναγκάσθησαν να τραπώσιν εις φυγήν καταλιμπάνοντες εις τους νικητάς εικοσακισχιλίους Γραικούς αιχμαλώτους, τους οποίους εκ Διδυμοτοίχου είχον παραλάβει, και τρισχιλίας φορτηγούς αμάξας πλήρεις λείας. Επανελεθόντων των Φράγκων μετά την λαμπρών ταύτην επιτυχίαν εις Αδριανούπολιν, ο αυτοκράτωρ ηλευθέρωσε τους αιχμαλώτους και απέλυσεν αυτούς, επιδραμών δε εις τας χώρας του Ιωάννου, κατέστρεψε την πόλιν των Θερμών, περιώνυμον ούσαν διά τα ιαματικά αυτής ύδατα, και αφού εδήωσε και ελαφυραγώγησε διαφόρους άλλας πόλεις ανηκούσας εκείνω, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, της οποίας την φρούρησιν ενεπιστεύθη εις τους Γραικούς, άρχοντα αυτών καταστήσας τον Πέτρον δε-Ράδιγγεν μετά είκοσιν ιπποτών (66).
Ενώ οι Βούλγαροι απησχόλουν τα Φραγκικά όπλα, Θεόδωρος ο Λάσκαρις, κύριος της Βιθυνίας, Λυδίας, της παραλίας του αρχιπελάγους άχρις Εφέσου και μέρους της Φρυγίας, μη αρκούμενος πλέον εις τον απλούν του δεσπότου τίτλον, απεφάσισε να λάβη τον του αυτοκράτορος. Προσκαλεσάμενος λοιπόν εις Νίκαιαν σύνοδον εξ επισκόπων Ελλήνων ηθέλησε να στεφθή τοιούτος κατά τα έκπαλαι παρά τοις Βυζαντινοίς ειθισμένα· αλλ' επειδή ο αρμόδιος όπως τον στέψη, δηλονότι ο Πατριάρχης Ιωάννης Καματηρός έζη τότε εις τα πέριξ του Διδυμοτοίχου και προσκληθείς να μεταβή εις Νίκαιαν και μη πειθόμενος εις τούτο, έδωκεν, ίνα μη φανή εχθρόφρων προς τε τους ομοφύλους και προς την εκκλησίαν του, την παραίτησίν του, οι εν Νικαία επίσκοποι προβάντες εις την εκλογήν νέου Πατριάρχου, εξελέξαντο ως τοιούτον τον Μιχαήλ Αυτωρειανόν, όστις και έστεψεν αυτόν, κατά τα ειθισμένα, αυτοκράτορα. Ο Λάσκαρις θέλων να παγιώση την δύναμιν αυτού και γνωρίζων οποίαν ο πάπας εξήσκει επιρροήν επί των εν τη Ανατολή Φράγκων, έγραψε προς αυτόν εκθέτων τας βιαιοπραγίας εκείνων και καθικετεύων ίνα υποχρεώση τον αυτοκράτορα Ερρίκον να συνομολογήση μετ' αυτού ειρήνην και μη επιχειρήση τι κατ' αυτού πέραν του Βοσπόρου, όν η θέσις, φαίνεται, ώρισεν ως όριον των δύο επικρατειών. Προς ταύτα ο πάπας απεκρίθη δικαιολογών τους Φράγκους, ότι ενίοτε ηναγκάζοντο παρά την θέλησιν αυτών να καταφεύγωσι εις πράξεις σκληράς όπως περιστέλλωσι τας επιβουλάς των Γραικών, και τον συνεβούλευε να απαρνηθή το σχίσμα και εγκολπούμενος τον δυτικισμόν, υποταχθή εις τον Ερρίκον. Τότε μόνον ο πάπας ανεδέχετο να μεσολαβήση παρά τω αυτοκράτορι της Κωνσταντινουπόλεως υπέρ αυτού (67).
Ο Λάσκαρις κατ' ουδέν ήτο κατώτερος του Ερρίκου, ούτε κατά την ανδρίαν ούτε κατά την δραστηριότητα ούτε κατά την σύνεσιν· βλέπων λοιπόν την οικτράν της αυτοκρατορίας του κατάστασιν, ενόμισεν ότι όπως παγιώση τον αρτισύστατον θρόνον του ώφειλε ν' απαλλαχθή πολυαρίθμων ηγεμονίσκων, οίτινες επωφεληθέντες των περιστάσεων ιδρύσαντο διαφόρους ανεξαρτήτους ηγεμονίας επί των ερειπίων της αρχαίας αυτοκρατορίας εις τα πέριξ αυτού. Αλλ' ίνα επιχειρήση την εκκαθάρισιν ως ειπείν ταύτην έπρεπε να διατελή αμέριμνος εκ μέρους της Κωνσταντινουπόλεως· προσπαθήσας λοιπόν επέτυχε συνομολόγησιν ανακωχής μετά των Φράγκων, οίτινες αφ' ετέρου είχον ανάγκην όλων αυτών των δυνάμεων όπως αντεπεξέλθωσι κατά των Βουλγάρων, και τοιουτοτρόπως λαβών καιρόν εξεδίωξε μεν Μωροθεώδορόν τινα, ηγεμονίσκον της Φιλαδελφείας, και Σάββαν τον άρχοντα της πόλεως του Σαμψών, σπονδάς δε ποιησάμενος προς τον Σουλτάνον του Ικονίου Καϊχοσρόην, απένειμε την αρχήν των Χωνών της Λαοδικείας και ετέρων παρά τω Μαιάνδρω πόλεων εις τον γαμβρόν αυτού Μανουήλ Μαυροζώμην και κατασκευάσας νήας μακράς εκυρίευσε τας πλείστας των νήσων (68).
Της Τραπεζούντος ήρχε τότε Δαυίδ ο Ανδρονίκου, όστις ανήρ φιλόδοξος εις υπερβολήν και επιχειρηματίας ών ηθέλησε να επεκτείνη το κράτος αυτού προς ζημίαν του Λασκάρεως, και δη συναγαγών ισχυράν στρατιάν Παφλαγώνων και Iβήρων εξέπεμψεν αυτήν υπό τον στρατηγόν Συνoδινόν προς κατάκτησιν της Νικομηδείας. Τούτο πληροφορηθείς ο Λάσκαρις, εκίνησε κατ' αυτού και επιπεσών αίφνης, τον μεν στρατόν του κατενίκησε, τον δε στρατηγούντα ηχμαλώτισε. Την ήτταν ο Δαυίδ μαθών εξητήσατο επικουρίαν παρά των Φράγκων της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες θέλοντες να ταπεινώσωσι τον αυτοκράτορα της Νικαίας, έπεμψαν συνδρομήν προς τον Δαυίδ· αλλ' ο Λάσκαρις μηδόλως εκ τούτου αποθαρρυνθείς έπεμψε κατά των ηνωμένων εχθρών του τον στρατηγόν Ανδρόνικον Γίδον, όστις επιπεσών κατ' εκείνων τους ενίκησεν αισχρώς, φονεύσας εν τη μάχη εκτός πολλών στρατιωτών του Δαυίδ και τριακοσίους λογάδας Φράγκους (69).
Βεβαίως μετά την επικουρίαν την οποίαν, εναντίον της συνομολογηθείσης ανακωχής, οι Φράγκοι της Κωνσταντινουπόλεως έπεμψαν προς τον εχθρόν του Δαυίδ, ο Λάσκαρις εθεωρείτο πάσης προς εκείνους υποχρεώσεως απηλλαγμένος. Συναγαγών λοιπόν στρατόν κατέλαβε τας Πηγάς, πόλιν ανήκουσαν τοις Φράγκοις· ο δε αυτοκράτωρ Ερρίκος θέλων να ανακτήση αυτήν έπεμψε Πέτρον τον εκ Πλάντζης, μετά Παγηνού του εξ Αυρηλίας, Ανσώ του δε-Καχιέ, του αδελφού του Ευσταθίου, τεσσαράκοντα ιπποτών και πολυαρίθμων στρατιωτών, οίτινες ελθόντες εις Πηγάς εκυρίευσαν διά προδοσίας των εγκατοίκων την πόλιν, και τους ταναντία φρονούντας εξ αυτών εν στόματι μαχαίρας επέρασαν. Εκείθεν διασπαρέντες εις τα περίχωρα ελήισαν διαφόρους χώρας και προέβησαν μέχρι πόλεως τίνος, ήν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει Exguire και ής περιγράφει την θέσιν ως την της Κυζίκου. «Ήτο, λέγει, αυτή θέσις οχυρά, περικυκλουμένη από θάλασσαν και φυλασσομένη από φρούριον νυν πεπτωκός.» Πέτρος ο εκ Πλάντζης εισήλθε πρώτος εκεί και την ωχύρωσε κτίσας εν αυτή δύο πύργους· έτερον δε σώμα στρατιωτικόν υπό τον Θιερρή δε-Λος, ανεκτήσατο την Νικομήδειαν, ωκοδόμησεν εκ νέου το φρούριον, όπερ ο Λάσκαρις είχε καταβάλει και μετέβαλεν εις οχύρωμα την μεγάλην εκκλησίαν της Αγίας Σοφίας, ήν ο Κωσταντίνος έκτισεν εκεί καθ' ομοίωσιν του εν Κωνσταντινουπόλει ομωνύμου ναού (70).
Εντούτοις ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης όστις διά της ανδρίας αυτού είχεν αποκρούσει τας προσβολάς των Βουλγάρων και ησχολείτο ήδη όπως ουλώση διά της καλής διοικήσεως τας πληγάς, άς αι εισβολαί εκείνων είχον ανοίξει εις διαφόρους πόλεις του κράτους του, θέλων να συσφίγξη επί πλέον τους μετά του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως δεσμούς, ίνα τοιουτοτρόπως επί ακραδάντων βάσεων παγιώση την βασιλείαν του, πέμψας προς αυτόν τον εν υπηρεσία του διατελούντα Όθωνα δε-λα-Ρος, κύριον των Θηβών και των Αθηνών, τω προέτεινε γάμον μετά της θυγατρός αυτού Αγνής, την οποίαν εκ Λομβαρδίας είχε φέρει. Επινεύσαντος δε εις τούτο του Αυτοκράτορος, κατέπλευσεν η Αγνή, φθίνοντος του έτους 1206, εις Άβυδον, ένθα πέμψας ο μέλλων σύζυγος αυτής τον πρωτοστράτορα της Ρωμανίας, και τον Μίλην δε-Βραβάντην, παρέλαβεν αυτήν, και έφερεν εις Κωνσταντινούπολιν· εκεί δ' ετελέσθησαν, τη 4 Φεβρουαρίου 1207 εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας οι γάμοι αυτών μετά πλείστης όσης επισημότητος. Τοιουτρόπως η Αγνή εστέφθη αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως εν τω μέσω της κοινής των Φράγκων χαράς και αγαλλιάσεως. (71)
Εν τούτοις ο Λάσκαρις, μένεα πνέων κατά του Ερρίκου, ιδίως μετά την εκ Νικομήδειας έξωσιν αυτού, εσκέπτετο τίνι τρόπω εδύνατο να εκδικηθή αυτόν· βλέπων δε τους Φραγκικούς στρατούς διεσπαρμένους τήδε κακείσε κατ' Ευρώπην τε και κατ' Ασίαν, ενόμισεν ότι η περίστασις υπάρχει πρόσφορος όπως προσβάλη και καταβάλη αυτούς. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ιωάννην ανεκοίνωσεν αυτώ τους σκοπούς του, αποδείξας ότι πρέπει παντοιοτρόπως ν' απαλλαχθώσι των κοινών εχθρών· και τούτο ήτο εύκολον αν οι δύο ούτοι συνεφώνουν όπως ταυτοχρόνως προσβάλωσι τους Φράγκους, ο μεν Ιωάννης εν τη Ευρώπη, ο δε Λάσκαρις εν τη Ασία. Την πρότασιν ταύτην λίαν φρόνιμον ο των Μυσών βασιλεύς ευρών, συνήγαγεν όσω πλείους Βουλγάρους και Βλάχους εδυνήθη, και λαβών ικανήν επικουρίαν Κουμάνων, εισήλασεν εν Θράκη κατά Μάρτιον του 1207, και επολιόρκησε την Αδριανούπολιν, εκτείνων τας αρπαγάς και τας δηώσεις αυτού μέχρι σχεδόν αυτής της πρωτευούσης του Βυζαντινού κράτους. Ο της Αδριανουπόλεως φρούραρχος Πέτρος δε-Ραδιγγέν μη έχων τον απαιτούμενον αριθμόν των στρατιωτών προς αντίκρουσιν, έπεμψε παραχρήμα εις Κωνσταντινούπολιν ζητών επικουρίας· ο δε αυτοκράτωρ μη δυνάμενος εκ του προχείρου να πέμψη τοιαύτας, έγραψε τοις εν Ασία ιππόταις να σπεύσωσιν εις Αδριανούπολιν, όπως σώσωσιν αυτήν απειλουμένην υπό των Βουλγάρων. Και πρώτος λοιπόν ο αδελφός του αυτοκράτορος Ευστάθιος και ο Ανσώ δε-Καχιέ έδραμον εις την πόλιν εκείνην, καταλιπόντες Πέτρον τον εκ Πλάντζης μετ' ολίγων στρατιωτών προς φρούρησιν εν Ασία (72).
Μόλις ανεχώρησαν εκείθεν οι Φράγκοι στρατιώται, ο Λάσκαρις επελθών προσέβαλε τα Σύβοτα, ών η ασθενής φρουρά αντέταξε μεν ηρωικήν αντίστασιν, αλλά βλέπουσα ότι δεν θέλει δυνηθή να υπομείνη επί πολύ των προσβαλλόντων την ορμήν, έγραψε κατεσπευσμένως εις Κωνσταντινούπολιν, εξαιτουμένη το ταχύτερον συνδρομήν. Έκπληκτος μείνας ο αυτοκράτωρ επί ταις αλλεπαλλήλαις ταύταις δυσπραγίαις, αγνοών δε και πού πρότερον να πέμψη επικουρίας, απεφάσισε να μεταβή ο ίδιος, όπως διά της παρουσίας του εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας του και αποθαρρύνη τους εχθρούς. Ετοιμασθείς δε ν' αναχωρήση εκ Κωνσταντινουπόλεως ανήγγειλε διά κήρυκος εις άπασαν την πόλιν ότι τα Σύβοτα μετά της εν αυτή φρουράς απόλλυνται, ει μη σπεύσωσι πάντες προς σωτηρίαν αυτής, και ότι οφείλει πας πιστός στρατιώτης να συνοδεύση τον αυτοκράτορά του μεταβαίνοντα εκεί ίνα χύση το αίμα του υπέρ των ομοφύλων. Η αγγελία αύτη ηλέκτρισε τους πάντας εν Κωνσταντινουπόλει, και πολυάριθμοι Γάλλοι, Ενετοί, Πισσαίοι και άλλοι δραμόντες εις τα πλοία εκήρυξαν ότι είναι έτοιμοι εις πάσαν θυσίαν υπέρ του αυτοκράτορος, όστις καταλιπών εν τη πρωτευούση τοποτηρητήν του τον Κόνωνα Πετούνην ανεχώρησε μετά δεκαεπτά μεγάλων και μικρών πλοίων, και δι' απαύστου κωπηλασίας αφίκετο την επιούσαν εις Σύβοτα, της οποίας οι υπέρμαχοι διέκειντο εις την οικτροτέραν κατάστασιν, απηλπισμένοι όντες και έν μόνον κατά νουν έχοντες, πώς ν' αποθάνωσιν εντιμώτερον. Η ναυτική δύναμις του Ερρίκου ήτο βεβαίως λίαν ανίσχυρος όπως επιτεθή κατά του εξ εξήκοντα πλοίων συγκειμένου στόλου του Λασκάρεως, αλλ' ο αυτοκράτωρ θεωρών ότι αν περιέμενε την άφιξιν επικουριών, η εν τη πόλει φρουρά ήθελεν αναποφεύκτως καταστραφή, και πεποιθώς επί την ανδρίαν των στρατιωτών του, απεφάσισε να αναδεχθή τον άνισον αγώνα. Και δη ότε ο ναύαρχος του Λασκάρεως διέταξε τα πλοία αυτού να κινηθώσι κατά των του Ερρίκου, ούτος ουδόλως εδειλίασεν, αλλά δεχθείς την προσβολήν τοσαύτην γενναιότητα έδειξεν, ώστε οι εχθροί ηναγκάσθησαν να σύρωσι τα πλοία των εις την ξηράν, και, αφού επυρπόλησαν αυτά, έλυσαν την πολιορκίαν και απεχώρησαν νύκτωρ κατεσπευσμένως. Ανατειλάσης της ημέρας, ο Ερρίκος μετά των περί αυτόν εισήλθεν εις Σύβοτα, ένθα εύρε τους ομοφύλους του ημιθνήτας εκ των πληγών και της κοπώσεως· αλλ' επειδή έβλεπεν ότι δεν ήτο εις κατάστασιν πλέον να διατηρήση την πόλιν ταύτην, παραλαβών εις τα πλοία την φρουράν, εγκατέλιπεν αυτήν. (73)
Μετά την επιτυχίαν ταύτην ο Ερρίκος παρεσκευάζετο ν' απέλθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν εστενοχώρουν οι Βούλγαροι και οι Κουμάνοι, ότε επληροφορήθη ότι Στυρίων, ο ναύαρχος του Λασκάρεως, εισελθών εις τον Ελλήσποντον μετά γαλερών επολιόρκει την Κύζιον, ήν αφ' ετέρου ηπείλει και ο Λάσκαρις, και ότι οι κάτοικοι επανέστησαν κατά του κυρίου αυτών Πέτρου του εκ Πλάντζης, πολλούς των Φράγκων στρατιωτών αυτού φονεύσαντες. Κίνδυνος τοσούτον εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως αναφαινόμενος ετάραξε τον αυτοκράτορα, όστις σκεπτόμενος ότι, κυριευομένης της Κυζίκου, απώλετο άπασα η Ανατολή, εξώπλισεν εν τάχει δεκατέσσαρας γαλέρας, ών την διοίκησιν ανέθηκεν εις τους γενναιοτέρους και επιδεξιωτέρους αυτού αρχηγούς, δηλονότι εις τον αδελφόν Ευστάθιον, εις τον Κόνωνα Πετούνην, εις τον Γοδδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, εις τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ, εις τον Μίλην δε-Βραβάντην, εις τον Ανσώ δε-Καχιέ, εις τον Θιερρήν δε-Λος και εις τον Γουλλιέλμον δε-Περουά, και εξέμπεψεν αυτάς κατά των Γραικών. Αλλ' ο του Λασκάρεως ναύαρχος μη τολμών να ναυμαχήση ανεχώρησε, μακρόθεν ιδών τας εχθρικάς γαλέρας· αύται δε, αφού εις μάτην επί δύο ημερονύκτια τον κατεδίωξαν, επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Μόλις όμως εισήλθον εις τον λιμένα, εγένετο γνωστόν ότι στρατιωτικόν σώμα του Λασκάρεως προσέβαλε την Νικομήδειαν, ήτις τροφών έλλειψιν πάσχουσα, εκινδύνευε να πέση. Ο αυτοκράτωρ αναλογιζόμενος την σπουδαιότητα της θέσεως εκείνης διήλθε ταχέως τον Βόσπορον και ώδευσε προς την Νικομήδειαν, αλλ' οι Γραικοί θεωρούντες ότι εκ της αδιαλείπτου ταύτης κινήσεως εξηντλούντο οι εχθροί περισσότερον ή εάν αδιακόπως επολεμούντο, απέφυγον και πάλιν να έλθωσιν εις μάχην και απεσύρθησαν προς την Νίκαιαν. Ο Ερρίκος καταλιπών εν Νικομηδεία τον Θιερρήν δε-Λος και τον Γουλλιέλμον δε-Περσοά μεθ' ικανού στρατού προς εξασφάλισιν της πόλεως, επανήλθεν εις την πρωτεύουσαν και ητοιμάζετο ν' απέλθη εις Αδριανούπολιν· αλλ' ενώ εποίει τας προς τούτο προετοιμασίας, εκωλύθη και πάλιν εκ νέου δυστηχήματος. Οι δύο αρχηγοί, ούς κατέλιπε προς φρούρησιν της Νικομηδείας, εξελθόντες μετ' αποσπάσματος στρατού όπως κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν, ενέπεσαν εις ενέδραν, και αναγκασθέντες να συμπλακώσι προς πολύ ανωτέρας δυνάμεις υπέστησαν μεγίστην ζημίαν, πεσόντος κατά την μάχην και του ετέρου των δύο αρχηγών, του Θιερρή δε-Λος· οι δε σωθέντες απεκλείσθησαν πανταχόθεν υπό των εχθρών, και άνευ τινός εξωτερικής επικουρίας εκινδύνευον ή να φονευθώσιν άπαντες ή να παραδοθώσιν, όπερ ήτο ταυτοσήμαντον (74).
Η απροσδόκητος αύτη αγγελία, εξ ής τέταρτον ήδη ο Ερρίκος ηναγκάζετο να αναβάλη την εις Αδριανούπολιν μετάβασιν, κατετάραξε τον αεικίνητον αυτοκράτορα, όστις οικτείρων την δεινήν των στρατιωτών του θέσιν, έσπευσε και πάλιν εις Νικομήδειαν, ήν μετά τον αποκλεισμόν του Γουλιέλμου δε-Περσοά και των συν αυτώ, επολιόρκει στενώς ο του Λασκάρεως αδελφός Κωνσταντίνος. Αλλ' ούτος μακρόθεν ιδών τον Φραγκικόν στρατόν ερχόμενον έλυσε την πολιορκίαν και απεσύρθη αύθις εις Νίκαιαν· ο δε αυτοκράτωρ απαλλάξας τους στρατιώτας του της απελπιστικής εκείνης θέσεως εστρατοπέδευσεν έξω της πόλεως, ότε πέμψας ο Λάσκαρις τω προέτεινε διετή ανακωχήν επί τω όρω του να μείνωσιν αυτώ τα φρούρια της Κυζίκου και της Μακεδονίας, ανθ' ών υπέσχετο να αποδώση τους πολυαρίθμους Φράγκους, ούς είχεν αιχμαλωτίσει. Τας προτάσεις ταύτας ευρών ωφελίμους ο Ερρίκος, συνωμολόγησεν ειρήνην, και τοιουτοτρόπως ο μεν Λάσκαρις απέλυσε παραχρήμα τον δε-Περσοά και τους λοιπούς αιχμαλώτους, ο δε Ερρίκος τω παρέδωσε τα της Κυζίκου και Νικομηδείας φρούρια (75).
Συνθηκολογήσας μετά του ενός των δύο επικινδυνωδεστέρων εχθρών του ο Ερρίκος επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, απαλλαγμένος πάσης ετέρας ασχολίας και έν μόνον κατά νουν έχων, πώς να ταπεινώση τον αγέρωχον των Βουλγάρων βασιλέα. Κέντρον λοιπόν των πολεμικών εργασιών του την Σηλλύβριαν καταστήσας ανεχώρησεν εκ Κωνσταντινουπόλεως, φθίνοντος Ιουνίου του 1207, και κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν οι Βούλγαροι είχον κατελίπει, και ένθα εγένετο δεκτός μετά μεγάλου ενθουσιασμού. Διατρίψας δ' εν αυτή μίαν ημέραν προς επιθεώρησιν των ζημιών, άς οι εχθροί εποίησαν, ανεχώρησε κατευθυνθείς προς τας υπωρείας του Αίμου ίνα ληίση τας Βουλγαρικάς πόλεις, και μετά τετραήμερον οδοιπορίαν αφίκετο είς τινα χώραν, ήν τέως ο Ιωάννης είχε συνοικίσει, και την οποίαν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει τω αγνώστω εις την γεωγραφίαν ονόματι Ευλουή. Ευρών ταύτην έρημον, άτε των κατοίκων αποσυρθέντων εις τα όρη, εστρατοπέδευσεν εις αυτήν εφ' ικανάς ημέρας· λαφυραγωγήσας δ' αυτήν τε και ετέρας παρακειμένας πόλεις, ών οι κάτοικοι επίσης είχον φύγει εις την προσέγγισιν του Φραγκικού στρατού, και πλείστα κερασφόρα ζώα και ίππους κυριεύσας, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, του εχθρού, πλην ασημάντων τινών ακροβολισμών, μη τολμήσαντος να τον προσβάλη.
Καθ' όν χρόνον ο Ερρίκος διέτριβεν εις Αδριανούπολιν, ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πέμψας πρέσβεις προς αυτόν τω προσέφερε τα σεβάσματά του και συγχρόνως εξεδήλωσε την μεγίστην επιθυμίαν, υφ' ής κατείχετο όπως συνεντευχθή μετά του αυτοκράτορος, τον οποίον προ πολλού χρόνου δεν είχεν ιδεί. Του Ερρίκου επινεύσαντος εις ταύτην την επιθυμίαν του Βονιφατίου, αμφότεροι οι ηγεμόνες ελθόντες εις την παρά τω Έβρω πόλιν των Υψάλων περιεπτύξαντο αλλήλους και επί δύο ημέρας συνεσκέφθησαν περί των κοινή συμφερόντων και περί του πώς εδύναντο αποτελεσματικώτερον να πολεμήσωσι τον βασιλέα των Βουλγάρων. Κατά την συνέντευξιν ταύτην ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης επιθυμών να παράσχη μαρτύριον ευνοίας και τιμής προς τον Βιλαρδουίνον, τω προσέφερε να εκλέξη ως δώρον μίαν των δύο πόλεων, την Μοσυνούπολιν δηλαδή ή τας Σέρρας μεθ' απασών των εξαρτήσεων αυτής. Ο Βιλλαρδουίνος εξελέξατο την πρώτην και οι δυστυχείς κάτοικοι αυτής ηναγκάσθησαν να αλλάξωσι κύριον, καθώς αλλάσσουσι τοιούτον τα μη έχοντα λαλιάν κτήνη. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις της Ελλάδος τότε! (76)
Πέντε είχον μόλις παρέλθει ημέραι από της συνεντεύξεως των δύο ηγεμόνων, ότε ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης απεφάσισε να εξέλθη όπως καθαρίση την Ροδόπην, ήν ελυμαίνοντο ληστρικαί των Βουλγάρων συμμορίαι, πάσαν κωλύουσαι των περικύκλω πόλεων συγκοινωνίαν και πολλήν επιφέρουσαι την καταστροφήν. Τούτο πληροφορηθέντες οι Βούλγαροι έδραμον πανταχόθεν όπως τον προσβάλωσι και εντυχόντες αυτόν τον περιεκύκλωσαν πανταχόθεν εις μέγιστον αριθμόν. Ο Μαρκήσιος μετά των ολίγων οπαδών του αντέστη ανδρείως προς τα επιθέσεις των Βουλγάρων, αλλ' η αμείλικτος Άτροπος κατ' ουδέν έλαβεν υπ' όψιν τον ηρωισμόν και τους αγώνας αυτού. Ο αστήρ του είχε πλέον δύσει, και ο Μαρκήσιος λαβών κατά τινα μάχην σφοδράν διά λόγχης πληγήν, επεράτωσεν εις το όρος της Ροδόπης το ένδοξον αυτού στάδιον, ενώ πολλοί των στρατιωτών του εξεμέτρησαν, ανδρείως περί αυτόν μαχόμενοι, το ζην· οι δε Βούλγαροι αποκόψαντες, ενώ έτι έπνεε, την κεφαλήν του, έφερον αυτήν οικτρόν τρόπαιον εις τον βασιλέα των. Τοιούτο τέλος έλαβε και ο ανήρ εκείνος, όστις αρχηγός των σταυροφόρων εκλεχθείς και στέμμα περιβληθείς, διά της ανδρίας και των πολεμικών αρετών αυτού ουχί μόνον εις το ίδιον κράτος του ηδυνήθη να παγιωθή, αλλά και τας κτήσεις του παρεξέτεινε, και τας προσβολάς των Βουλγάρων απέκρουσε και δεξιός, ούτως ειπείν, βραχίων της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας υπήρξε (77).
Τον θάνατον του Βονιφατίου εθρήνησαν μεγάλως οι εν Κωνσταντινουπόλει, ο δε βασιλεύς Ιωάννης απαλλαχθείς του καταγωνιστοτέρου των εχθρών του εθεώρει πλέον ως ίδιον κτήμα την Θεσσαλονίκην, και έσπευσεν όπως, πολιορκήσας, καταλάβη αυτήν. Οι κάτοικοι αναλογιζόμενοι τα δεινά, άτινα έμελλον να υποστώσι πίπτοντες εις την εξουσίαν του αγρίου Μυσού, διέκειντο εις φρικώδη τρόμον και αγωνίαν, αλλ' επελθών ο θάνατος και τας βουλάς εκείνου και τους φόβους αυτών διεσκέδασεν. Ιδού δε πώς εκτίθενται τα κατά τον θάνατον αυτού. Μια των νυκτών, κεκλιμένος ο Ιωάννης εις την κλίνην του, ενόμισεν ότι είδε κατ' όναρ άνδρα καθήμενον επί ίππου λευκού, όστις δραμών προς αυτόν τον διεπέρασε διά της λόγχης. Εγερθείς περιδεής ο Ιωάννης ήρξατο προσκαλών τους υπηρέτας αυτού και κραυγάζων ότι είς στρατηγός του, Μαναστράς καλούμενος, ού η σκηνή ήτο εγγύς της ιδικής του, τον εδολοφόνει. Εις τας κραυγάς του έσπευσαν οι υπηρέται του, μεταξύ δε των άλλων και ο Μαναστράς, όστις απορών διά το συμβάν, διαμαρτύρετο κατά της αποδιδομένης αυτώ δολοφονίας. Εν τούτοις ο Ιωάννης τετραυματισμένος και καθημαγμένος εξέπνευσε μετ' ολίγον· οι δε Βυζαντινοί, αντί ν' αποδώσωσι τον φόνον αυτού εις τον Μαναστράν, τον οποίον ο ίδιος βασιλεύς κατηγόρει, τον απέδωσαν εις τον μεγαλομάρτυν Άγιον Δημήτριον, ού το μυρόβλητον σώμα εσώζετο εν Θεσσαλονίκη εις τον επ' ονόματι αυτού υπό του Λεοντίου ωκοδομημένον ναόν, και εθεώρησαν αυτόν ως σημείον της πανσθενούς του αγίου προστασίας. Έτεροι των ιστορικών αναφέρουσιν ότι ο Ιωάννης απεβίωσε κατά την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, προσβληθείς υπό πλευρίτιδος· όπως ποτ' αν η, ο Μαναστράς λύσας μετά τον θάνατον του Ιωάννου την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, απεχώρησεν εις τα ίδια (78).
Κατά το έτος τούτο (1207) μεγίστη επήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν διένεξις μεταξύ του Πατριάρχου Μοροζίνη και των Ενετών ένεκα εικόνος τινός της Παναγίας, ήτις ελέγετο ιστορηθείσα υπό του Αποστόλου Λουκά και εγνωρίζετο υπό το όνομα Οδηγήτρια, διότι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες οσάκις εξήρχοντο εις πόλεμον την έφερον μεθ' εαυτών, οιονεί οδηγώ αυτή χρώμενοι. Την εικόνα λοιπόν ταύτην λαβών ο αυτοκράτωρ Ερρίκος εκ του Βουκολέοντος εις τον οποίον είχε τεθή μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, μετέφερεν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και οψιαίτερον τη εκλιπαρήσει των Ενετών εδωρήσατο εις αυτούς. Κατά συνέπειαν ούτοι ηθέλησαν να την παραλάβωσιν εκ του ναού και πέμψωσιν εις Ενετίαν· αλλά του Πατριάρχου αντιστάντος εις τούτο, οι Ενετοί εκβιάσαντες τας θύρας της Αγίας Σοφίας και του θησαυροφυλακείου, εν ώ εκρύπτετο η εικών, παρέλαβον και μετέφερον αυτήν εις τον ναόν του Παντοκράτορος, ίνα εκείθεν την πέμψωσιν εις την πατρίδα των. Οργισθείς ο Πατριάρχης κατά της αυθαδείας ταύτης των Ενετών αφώρισε τον τε έπαρχον αυτών και τους μετασχόντας της ιεροσυλίας εκείνης, προυκάλεσε δε την επικύρωσιν του αφορισμού του υπό τε του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης και του Πάπα αυτού. Οι Ενετοί αναγκασθέντες τοιουτοτρόπως εγκατέλιπον την εικόνα εις την εκκλησίαν εκείνην, μέχρις ού Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, μετά την υπό των Βυζαντινών άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, την επανέφερεν εις την αρχαίαν θέσιν της (79).
Δρυός πεσούσης, λέγει αρχαίος τις λόγος, πας ανήρ ξυλεύεται· τούτο επήλθε και εις το Βυζαντινόν κράτος μετά την πτώσιν της εθνικής εξουσίας. Η Ενετία θέλουσα να εκτείνη τας κτήσεις αυτής, αφ' ετέρου δε αναλογιζομένη ότι αδύνατον τη αποβαίνει δι ιδίων δυνάμεων να εξουσιάζη τους πολυαρίθμους λιμένας και νήσους, αίτινες κατά την διανομήν της αυτοκρατορίας τη εκληρώθησαν από Αδρία μέχρι Βοσπόρου, εξέδωκε ψήφισμα, εν έτει 1207, καθ' ό πας Ενετός πολίτης εδύνατο να εξοπλίση δι' ιδίας δαπάνης πλοία πολεμικά και κατακτήση οίαν ήθελε νήσον του αρχιπελάγους ή πόλιν εξ ών έλαχον αυτή, αναγνωρίζων όμως την κυριαρχίαν της Δημοκρατίας. Η προκήρυξις αύτη νέον ηνέωξε στάδιον εις την απληστίαν και φιλοδοξίαν, διότι ευγενείς αναμίξ και έμποροι έσπευσαν να εξοπλίσωσι στόλους και καταλάβωσιν ανά έν τεμάχιον της ανθηράς άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι δε δυστυχείς κάτοικοι των ωραίων αυτών χωρών κατέστησαν έρμαιον του πρώτου τυχοδιώκτου. Τοιουτοτρόπως ο μεν Μάρκος Σανούδος καταλαβών την Νάξον, Μήλον, Πολύκανδρον και Θήραν συνεστήσατο το μέχρι του 1570 διαρκέσαν δουκάτον της Ναξίας, οι δε Σομαρίπαι εκυρίευσαν την Πάρον και Άνδρον, οι Γκίζαι την Τήνον, Μήκωνον, Σκύρον, Σκίαθον και Σκόπελον, ο Πέτρος Ιουλινιάνης μετά του Δομινίκου Μικέλλη την Κέαν, ο Φιλοκλής Ναβαγιέρος την Λήμνον και άλλοι άλλας· αι δε σχηματισθείσαι αύται ηγεμονίαι εθεωρούντο τιμάρια της Ενετίας, ήτις και πλούτον και δύναμιν επορίζετο εξ αυτών (80).
Μετά τον θάνατον του βασιλέως των Βουλγάρων Ιωάννου, ο αυτοκράτωρ ενόμισεν ότι απηλλάγη αντιπάλου σκληρού και επιφόβου· αλλά ταχέως ηννόησεν ότι μεγάλως ηπατήθη τοιαύτα νομίσας και ότι ο προς τους Βουλγάρους πόλεμος δεν είχε περατωθή με τον θάνατον του βασιλέως των. Του Ιωάννου θανόντος άνευ άρρενος τέκνου, η εξουσία περιήλθεν εις τον ανεψιόν αυτού Φρορύλαν ή Βορύλαν, όστις όπως παγιώση το στέμμα αυτού, ενυμφεύθη την προς μητρός θείαν αυτού Σκυθίδα. Κληρονομήσας ο νέος βασιλεύς το κατά των Φράγκων μίσος του πατρός αυτού, ουχί όμως και το πολυμήχανον και την ανδρίαν, συνέλλεξε πολυάριθμον στρατόν και εισήλασεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος Ερρίκου· αλλά προσβληθείς υπό του Φραγκικού στρατού υπέστη ήτταν δεινήν, τη 30 Ιουλίου 1208, και απεχώρησε κατησχυμένος. Ο δε Ερρίκος ωφελούμενος εκ της νίκης ταύτης κατέκτησεν εντός μηνός μεγίστην έκτασιν γης από τους Βουλγάρους (81).
Τον πόλεμον τούτον των Βουλγάρων επηκολούθησεν έτερος εμφύλιος και κινδυνώδης, του οποίου αι συνέπειαι ήσαν επί τοσούτον δειναί, εφ' όσον υπέρ οιουδήποτε των διαμαχομένων και αν έκλινεν η πλάστιγξ του πολέμου τα αποτελέσματα ήσαν εξίσου διά τους Φράγκους φθοροποιά. Ο φονευθείς βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος κατέλιπε δύο υιούς, εκ των οποίων εις μεν τον πρώτον, καλουμένον Γουλλιέλμον και γεννηθέντα εκ της πρώτης συζύγου του, εκληροδότησε διά διαθήκης την ηγεμονίαν της Μοντφεράτης, εις δε τον δευτερότοκον, ώ όνομα ην Δημήτριος, γεννηθέντα εκ της δευτέρας αυτού συζύγου Μαργαρίτας της εκ Παιόνων, κατέλιπε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης. Του τελευταίου τούτου, ανηλίκου όντος, κηδεμών διωρίσθη ο κόμης Βλάνδρας ανήρ επιχειρηματίας και παλίμβουλος όστις μόλις έλαβε κατοχήν του βασιλείου, απεφάσισε να καταστήση αυτό ολοσχερώς ανεξάρτητον από του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και απεκδύων του στέμματος τον κηδεμονευόμενόν του, επιθέση αυτό επί την κεφαλήν του Γουλλιέμου, ο οποίος ένεκα της ηλικίας του ήτο αρμοδιώτερος να βαστάση τοιούτον φορτίον. Περιελθόντος του ενόχου αυτού σχεδίου εις γνώσιν του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθ' όν χρόνον ούτος επανήρχετο εκ του κατά των Βουλγάρων πολέμου, ο Ερρίκος, καί τοι βαρέως χειμώνος όντος, κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, όπως προλάβη πάσαν ανταρσίαν· αλλ' αφικομένω αυτώ εις Χριστούπολιν, ο διοικητής, εντολή του κόμητος, τω έκλεισε τας θύρας της πόλεως και απηγόρευσε συνάμα τοις κατοίκοις να δώσωσι τροφάς εις τον αυτοκρατορικόν στρατόν, όπερ ηνάγκασε τον αυτοκράτορα να τελέση τας εορτάς της του Χριστού γεννήσεως εκτός της πόλεως. Εκείθεν ο αυτοκράτωρ κατηυθύνθη προς την κοιλάδα των Φιλίππων, και αποδιοπομπούμενος να έλθη φανερώς εις ρήξιν προς τον κόμητα, προσεκάλεσεν αυτόν ίνα έλθη όπως συνομιλήσωσι περί της ενεστώσης καταστάσεως των πραγμάτων, αλλ' εκείνος οχυρώσας την Θεσσαλονίκην έστειλε και εις Σέρρας Λομβαρδόν τινα καλούμενον Ωβερτίνον κύριον του Στίνα, ίνα οχυρώση και την πόλιν εκείνην (82). Ο αυτοκράτωρ αναχωρήσας εκ Φιλίππων εστρατοπέδευσεν είς τι προ της Θεσσαλονίκης κείμενον μοναστήριον, εκείθεν δ' έπεμψε τον Κόνωνα Πετούνην, τον Πέτρον δε-Λουαί και τον Νικόλαον δε-Μαλλή ίνα ζητήσωσιν από τον Βλάνδραν λόγον της διαγωγής του· αλλ' εκείνος απεκρίθη μετ' επάρσεως ότι ο τόπος κατεκτήθη τη ανδρεία των Λομβαρδών, και ότι κατά συνέπειαν, απηλλαγμένος ων πάσης ετέρας εξαρτήσεως, εις μόνον τον βασιλέα του οφείλει υποταγήν. Εν τούτοις οι απεσταλμένοι έπεισαν τον κόμητα Βλάνδραν να δεχθή εις συνέντευξιν τον αυτοκράτορα, υπό μόνων τεσσαράκοντα ιπποτών συνοδευόμενον· αλλά καθ' ήν στιγμήν ο Ερρίκος εισήρχετο εις την πόλιν, εισορμήσας άπας ο στρατός αυτού συνεισήλθε, και τοιουτοτρόπως ο Βλάνδρας συλληφθείς εκρατήθη αιχμάλωτος μέχρις ού ήθελε παραδώσει τω αυτοκράτορι και τας πόλεις Σερρών και Χριστουπόλεως. Τότε η χήρα του μαρκησίου Βονιφατίου Μαργαρίτα προσελθούσα διεμαρτυρήθη ότι εναντίον της θελήσεως αυτής ο Βλάνδρας διωρίσθη κηδεμών του τέκνου της και ότι ο φόβος μόνον την είχεν εμποδίσει ν' αντιστή προς την επανάστασιν· ο δε Ερρίκος όπως την πείση ότι ουδέποτε είχε πρόθεσιν να αφαιρέση από τον υιόν της το βασίλειον της Θεσσαλονίκης ανηγόρευσεν ιππότην τον νέον Δημήτριον και έστεψεν αυτόν κατά την ημέραν των Επιφανειών βασιλέα μετά πλείστης όσης επισημότητος (83).
Ο κόμης Βλάνδρας αιχμάλωτος ων παρητήθη μεν κατά το φαινόμενον της κηδεμονίας και της αντιβασιλείας, αλλά πράγματι διετήρησεν όλην την εξουσίαν αυτού παρά τοις διοικηταίς, οίτινες ήσαν πλάσματά του· διότι υποσχεθείς να παραδώση εις τον αυτοκράτορα τας δύο εκείνας πόλεις, έπεμψε κρυφίως προς τους διοικητάς αυτών διαταγήν να μη υπακούσωσιν, ει προσεκαλούντο να παραδοθώσι. Κατά συνέπειαν δεν εδέχθησαν τους επιτρόπους, οίτινες ήλθον να λάβωσι κατοχήν της πόλεως, ο δε Ερρίκος εξοργισθείς κατά της προδοσίας ταύτης, εστενοχώρησε πολύ πλέον τον Βλάνδραν, θέσας αυτόν υπό την επιτήρησιν του Κόνωνος Πετούνη, του Ανσώ δε-Καχιέ και του Βαλδουίνου Σοριέλ. Ο Ωβερτίνος, διοικητής των Σερρών, φοβούμενος μη δεν δυνηθή ν' αντιστή προς τους στρατούς του αυτοκράτορος, έσπευσε να προσφέρη εις τον Βορύλαν την πόλιν, διαβεβαιών αυτόν ότι οι Γραικοί κάτοικοι ευχαρίστως απαλλασσόμενοι της των Φράγκων κυριότητος ήθελον υποβληθή εις την εξουσίαν αυτού. Αλλ' οι κάτοικοι αγανακτήσαντες διότι ήθελε να τους κατακτήση συνενόχους της προδοσίας του και φοβούμενοι τας συνεπείας αυτής, προσεκάλεσαν τον αυτοκράτορα, όστις επελθών εκυρίευσεν άνευ αντιστάσεως την πόλιν (84).
Μετά την άλωσιν των Σερρών υπελείπετο η της Χριστουπόλεως. Ο Βλάνδρας ώμνυεν ότι δεν εξήρτητο παρ' αυτού να υποτάξη την πόλιν ταύτην, εις τον αυτοκράτορα, αλλ' απαταιών υπάρχων, ενώ αφ' ενός διεμαρτύρετο κατά της αθωότητός του, αφ' ετέρου απέστελλε προς τον φρούραρχον Χριστουπόλεως τον πιστόν φίλον του Πέτρον δε-Βίνην, εντελλόμενος προς αυτόν να μη παραδώση την πόλιν, και αν ακόμη υπ' αυτού του ιδίου εγγράφως προσεκαλείτο. Ενώ ταύτα συνέβαινον ο Κόνων Πετούνης διετάχθη παραλαβών τον Βλάνδραν να μεταβή εις Χριστούπολιν επί τη ελπίδι ότι η παρουσία αυτού ήθελε συντελέσει εις την άμεσον παράδοσιν της πόλεως· αλλ' επειδή επήλθε το αντίθετον αποτέλεσμα αφ' ό,τι προσεδοκάτο, ο Κόνων μη έχων αρκούσας δυνάμεις όπως προσβάλη την πόλιν, συνομολόγησε μετά του φρουράρχου αυτής ημερών τινων ανακωχήν και απεσύρθη εις Δράμαν, ένθα οι Λομβαρδοί κύριοι του φρουρίου όντες νύκτωρ ελθόντες τον προσέβαλον και τον ηχμαλώτισαν μετά των στρατιωτών του. Οργισθείς κατά τοσούτων απιστιών ο Ερρίκος, αλύσεσι δεσμεύσας τον Βλάνδραν, έφερεν αυτόν εις Θεσσαλονίκην, ένθα τον παρέδωσεν εις χείρας της βασιλίσσης Μαργαρίτας, ήτις τον έρριψεν εις σκοτεινόν δεσμωτήριον μέχρις ού ήθελε διεξαχθή η δίκη του. Ταυτοχρόνως η φρουρά της Χριστουπόλεως αθετήσασα την ανακωχήν και επιδραμούσα ελήισε τας παρακειμένας χώρας. Τούτο μαθών ο Βαλδουίνος Σοριέλ, εξελθών της Δράμας επέπεσε κατά των Λομβαρδών και μετά αιματηράν συμπλοκήν τον μεν Πέτρον Βίνην και τον φρούραρχον Ραούλ ηχμαλώτισε, τους δε λοιπούς εφυγάδευσεν εις τα όρη, ένθα εγένοντο θύματα ελεεινά των χωρικών (85).
Ενώ δε ο αυτοκρατορικός στρατός διέλυεν εις Χριστούπολιν τας Λομβαρδικάς του Βλάνδρα ορδάς, ο Ερρίκος ελάμβανεν υπό του Ρολάνδου Πίσχη, κυρίου Πλαταμώνος, πόλεως κειμένης παρά τον Θερμαϊκόν κόλπον, επιστολάς δι' ών εκείνος εζήτει επικουρίας όπως αντιστή κατά των επιθέσεων των οπαδών του Βλάνδρα. Ο Ερρίκος τω έπεμψε παραχρήμα τον Ανσώ δε-Καχιέ και τον Γουλλιέλμον δε-Σαιν μετά τριάκοντα ιπποτών προς βοήθειαν· αλλ' ενώ ούτοι επορεύοντο, έμαθον καθ' οδόν ότι, ο Πισχής συνθηκολογήσας μετά των Λομβαρδών ηνώθη μετ' αυτών, όπως καταπολεμήση εκείνους οίτινες ήρχοντο προς βοήθειάν του. Ολίγοι όντες και μη δυνάμενοι να λάβωσιν επιθετικά μέτρα απεσύρθησαν εις Κίτρον, ένθα μετ' ού πολύ ήλθε και ο Ερρίκος μετά πασών των δυνάμεών του και έπεμψε κατ' αυτών τον Ανσώ δε-Καχιέ μέ τινας ίλας ιππικού. Οι Λομβαρδοί δειλιάσαντες εκ της αφίξεως του αυτοκράτορος, τω έπεμψαν πρεσβευτήν τον Ρολάνδον δε-Μαγχικούρ ίνα τω προτείνωσιν ειρήνην επί τω όρω ν' αποφασισθή παρ' επιτροπής Γάλλων και Λομβαρδών αν έπρεπεν ο Βλάνδρας να μένη αιχμάλωτος ή ελευθερωθείς να αναλάβη την του ανηλίκου Δημητρίου κηδεμονίαν. ο Ερρίκος άτοπον και αναξιοπρεπή την πρότασιν ταύτην ευρίσκων έπεμψε στρατόν επί την Χριστούπολιν, οι δε Λομβαρδοί καταλαβόντες την γέφυραν ποταμού τινος όν έμελλε να διέλθη ο αυτοκρατορικός στρατός, παρετάχθησαν εκεί όπως τω παρεμποδίσωσι την διάβασιν, αλλ' ελθόντων των αυτοκρατορικών και μάχης αιματηράς συγκροτηθείσης, οι Λομβανδοί ηττηθέντες, υπεχώρησαν προς την πόλιν, ένθα πολιορκηθέντες, ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν επί τω όρω του ότι ήθελε του χαρισθή η ζωή. Μετά την μάχην ταύτην ο μεν Ερρίκος απεσύρθη εις Μύρα, συνεφωνήθη δε να συνέλθωσιν αντιπρόσωποι του τε αυτοκράτορος και των Λομβαρδών εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης, όπως συνομολογήσωσι συνθήκην επί όρων δι' αμφοτέρους λυσιτελών· αλλ' οι Λομβαρδοί, καί τοι συγκατατιθέντες εις τούτο, δεν ετήρησαν όμως ακολούθως τον λόγον των.
Ενώ ταύτα συνέβαινον εν Μακεδονία, ελθών προς τον αυτοκράτορα ο Όθων δε-λα-Ρος επεκαλέσατο την επικουρίαν αυτού όπως εκδιώξη από των Θηβών τους καταλαβόντας αυτάς Λομβαρδούς. Ολίγω δε ύστερον του Όθωνος ήλθε και ο Βιλλαρδουίνος μετά τεσσαράκοντα ιπποτών όπως εκθέση προς τον αυτοκράτορα τον κίνδυνον όστις ηπείλει τας εν Θεσσαλονίκη κτήσεις αυτού από τους οπαδούς του Βλάνδρα. Ο Ερρίκος επιθυμών να καταστρέψη εσαεί τας τοσούτον παρενοχλούσας αυτόν Λομβαρδικάς ορδάς, παραλαβών τον Βιλλαρδουίνον και ισχυρόν στρατιωτικόν σώμα, εξεστράτευσε κατά των Θηβών. Οι της πόλεως ταύτης φρούραρχοι Ωβερτίνος και Ραϊνόλδος κατά πρώτον μεν τω έκλεισαν τας πύλας· αλλά πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν, επί τω όρω του να προσαγάγη τον Βλάνδραν ο αυτοκράτωρ εις Θήβας όπως απολογηθή κατά των αποδιδομένων αυτώ κατηγοριών. Εις ταύτα επένευσεν ο αυτοκράτωρ, αλλ' ο κατηγορούμενος ενώ ωδηγείτο εις Θήβας διαλαθών την προσοχήν των φυλάκων αυτού εδραπέτευσεν εις Εύβοιαν, ένθα ήρξατο τας κατά του Ερρίκου επιβουλάς αυτού, μελετών να τον καταστρέψη ή διά του σιδήρου ή διά του δηλητηρίου, όπερ ήθελε βεβαίως επιτύχει, ει μη ο της νήσου άρχων Ραβανός δε-λα-Κάρσερι διεκώλυεν αυτόν. Τας επιβουλάς ταύτας μαθών ο Ερρίκος, κατηυθύνθη εις Εύβοιαν όπως προσβάλη τον δραπέτην· αλλά μεσολαβήσαντος του Ραβανού, ο Βλάνδρας έτυχε της συγγνώμης του αυτοκράτορος και αναχωρήσας εις Ιταλίαν έπαυσε του να η αιτία τοσούτων δεινών εις αυτόν (86).
Ενώ ο Ερρίκος ήτο εις Θήβας, ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ βλέπων μετά δυσαρεσκείας αυτόν εκτείνοντα την δύναμίν του τόσον πλησίον του κράτους του απεφάσισε να έλθη εις διαπραγματεύσεις περί ειρήνης μετά των Φράγκων, καθόσον μάλιστα επ' εσχάτοις είχεν αποβάλλει και την πλουσίαν πόλιν Επίδαμνον. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις εξέφρασε την επιθυμίαν του προς τον αυτοκράτορα, όστις αφ' ετέρου θέλων εν τη ειρήνη να εύρη ανακούφισίν τινα, παρεδέχθη την πρότασιν του Μιχαήλ, και εν ταχθείση ημέρα οι δύο ηγεμόνες συνήλθον εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης όπως συνδιαλεχθώσι. Τούτου γενομένου, ο Μιχαήλ επρότεινε τον γάμον της θυγατρός αυτού μετά Ευσταθίου του κόμητος της Βολωνίας και αδελφού του Ερρίκου, προσφέρων αντί προικός το τρίτον του κράτους του και ομνύων πίστιν εις τον αυτοκράτορα. Του Ερρίκου παραδεχθέντος τας προτάσεις ταύτας, συνωμολογήθη η συνθήκη και ο γάμος εγένετο· αλλ' η συμμαχία μικρόν διήρκεσε, το μεν διά τον επελθόντα θάνατον του Ευσταθίου μη καταλιπόντος τέκνα, το δε διά τον φιλοτάραχον του Μιχαήλ χαρακτήρα (87).
Μετά την απέλασιν του Βλάνδρα η αντιβασιλεία του κράτους της Θεσσαλονίκης και η κηδεμονία του Δημητρίου ανετέθησαν παρά του αυτοκράτορος εις την Μαργαρίταν, ήτις διά παπικής βούλας, κατά Απρίλιον του 1210 εκδοθείσης προς τον αρχιεπίσκοπον Ηρακλείας και τους επισκόπους Γαρδικίου και Θερμοπυλών, είχεν επιτύχει υπέρ εαυτής τε και υπέρ του υιού της και την του Πάπα προστασίαν. Αλλ' ο αυτοκράτωρ ίνα παγιώση την δύναμιν αυτής και εξασφαλισθή περί της πίστεώς της, διώρισεν ένα βοηθόν εις την αντιβασιλείαν, όστις συμμετείχε της διοικήσεως εν τοις συμβουλίοις υπό το όνομα επιτρόπου του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως εν τω βασιλείω της Θεσσαλονίκης. Κατά τον αυτόν χρόνον ο βασιλεύς των Βουλγάρων ειρηνεύσας μετά του αυτοκράτορος και θέλων να προσελκύση την φιλίαν αυτού, τω προέτεινε συμμαχίαν και συγγένειαν δι' αγχιστείας. Η αυτοκράτειρα Αγνή είχε τέως αποθάνει εκ τοκετού, συναποθανόντος και του βρέφους ό εγέννησεν· ο Βορύλας λοιπόν, όστις δεν είχε ποσώς τέκνα, επρότεινεν εις τον Ερρίκον να νυμφευθή την θυγατέρα του προκατόχου του Ιωάννου· ιστορικοί δέ τινες αναφέρουσιν ότι και αυτός ενυμφεύθη την ανεψιάν του αυτοκράτορος και θυγατέρα του Πέτρου κόμητος του Ωξέρ, αλλά τούτο ουδόλως, φαίνεται, συνέβη. Εν τούτοις ο Ερρίκος ευρών αρεστάς τας προτάσεις του Βορύλα ενυμφεύθη την Βουλγαρίδα ηγεμονόπαιδα και οι Φράγκοι είδον επί του θρόνου καθεζομένην την θυγατέρα του θανασιμωτέρου εχθρού των (88).
Αλλ' ήτο, φαίνεται, πεπρωμένον να μη έχη ο Ερρίκος ουδέ στιγμήν αναπαύσεως. Άρχων Κορίνθου και Άργους ήτο ο Θεόδωρος, όστις μετά μεγίστης δυσαρεσκείας έβλεπε τας προόδους των Φράγκων και την ειρήνην, ήν είχε συνομολογήσει μετ' αυτών ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ, παρ' ού και μόνου, εδύνατο να προσδοκά βοήθειαν. Εγειτνίαζε δε με αυτόν ο Γουλλιέλμος Βίλλαρδουίνος, όστις θέλων να συμπεριλάβη εις τας κτήσεις του και την του Θεοδώρου χώραν, εξεστράτευσε κατ' αυτού και πολιορκήσας τον ηνάγκασε να παραδοθή δι' έλλειψιν τροφών· συνομολογήσας δε μετ' αυτού συνθήκην του αφήρεσε την Κόρινθον, καταλιπών εις εκείνον μόνην του Άργους την κυριότητα (89).
Την εν Κορίνθω εγκατάστασιν των Φράγκων πληροφορηθείς ο Μιχαήλ και θεωρήσας ταύτην ως παράβασιν των συνθηκών, ανέλαβε τον πόλεμον και συλλαβών τον ανύποπτον διατελούντα κοντόσταυλον της Ρωμανίας μετά εκατόν Φράγκων ιπποτών και στρατιωτών, μετεχειρίσθη αυτούς βαρβάρως και ανηλεώς, διότι άλλους μεν εμαστίγωσεν, άλλους δε καθείρξε, τον κοντόσταυλον απηγχόνισε και έτερόν τινα εις υπηρεσίαν του αυτοκράτορος διατελούντα εξέδαρε ζώντα. Επειδή δ' εγνώριζεν ότι οι στρατιώται του Ερρίκου εγόγγυζον κατά του ευτελούς μισθού των, προσείλκυσε προς εαυτόν πολλούς εκείνων το υποσχέσει μεγαλειτέρου μισθού, και τοιουτοτρόπως ήρξατο πολεμών τον αυτοκράτορα διά των ιδίων στρατιωτών του. Ο πάπας Ιννοκέντιος, πληροφορηθείς παρά του εν Κωνσταντινουπόλει εξάρχου αυτού την λειποταξίαν των στρατιωτών του αυτοκράτορος, εξεσφενδόνισε κεραυνοβόλον αφορισμόν κατ' εκείνων, οίτινες συνετάσσοντο τοις Γραικοίς και τω απίστω και απανθρώπω αυτώ ηγεμόνι· αλλ' οι της Ρώμης κεραυνοί ήσαν ανίσχυροι όπως διασκεδάσωσι μόνοι την καταιγίδα (90).
Εν τω μέσω της μήπω παγιωθείσης εισέτι τάξεως και ενώ ο αυτοκράτωρ ηγωνίζετο όπως αποσοβήση τους αδιαλείπτως γεννωμένους εχθρούς, οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί δεν έπαυον εργαζόμενοι υπέρ της υλικής αναπτύξεως αυτών, ουχί μόνον προσηλυτίζοντες τους δυστυχείς Γραικούς, αλλά και παντοιοτρόπως προσπαθούντες να επαυξήσωσι τα εαυτών πλούτη. Από της ενάρξεως της βασιλείας του Ερρίκου, ο αυτοκράτωρ, οι βαρώνοι και οι διάφοροι ιππόται είχον συμφωνήσει να παραχωρήσωσι τη εκκλησία αντί της περιουσίας ήν αύτη εκέκτητο επί των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, το δέκατον πέμπτον των ακινήτων κτημάτων όσα απέκτησαν, και το δωδέκατον των ζώων και των γεωργικών ειδών· εξηρείτο δε της διατάξεως ταύτης η πρωτεύουσα και το εμπόριον αυτής. Τας παραχωρήσεις ταύτας είχεν εγκρίνει και ο Πάπας, όστις υπέβαλε ποινήν αφορισμού εις πάντας όσοι δεν ήθελον τυχόν συμμορφωθή προς αυτάς· αλλ' οι Φράγκοι εκκλησιαστικοί, ακόρεστοι εις τας αρπαγάς αυτών όντες και υπό πλεονεξίας ασυγγνώστου ελαυνόμενοι, έπειθον τους πιστούς των να προικίζωσι διά δωρητηρίων ή διά κληροδοτημάτων την εκκλησίαν με κτήματα και γαίας, και επειδή τα εκκλησιαστικά κτήματα ήσαν απηλλαγμένα πάσης συνεισφοράς ή άλλης υποχρεώσεως προς την πολιτείαν, το δε κυριώτερον οι κάτοικοι των τοιούτων κτημάτων εξηρούντο της στρατολογίας, συνέβαινεν ώστε η μεν εκκλησία οσημέραι επλούτει, το δε κράτος αδιαλείπτως επτώχυνε και εξησθένει. Τούτο βλέπων ο Ερρίκος εξέδωκε διάταγμα δι' ού απηγορεύετο εις πάντας η επί οιωδήποτε τίτλω και λόγω παραχώρησις γαιών εις την εκκλησίαν είτε υπό ζώντων, είτε υπό θανόντων, ένιοι δε των ιπποτών προφασιζόμενοι ότι τα κτήματα άτινα ο κλήρος κατείχε, τω εδωρήθησαν μετά την έκδοσιν του διατάγματος, επέβαλον χείρα επ' αυτών. Εμάνησαν οι του κλήρου ιδόντες την πράξιν ταύτην του αυτοκράτορος και σπεύσαντες κατήγγειλαν αυτόν εις τον Πάπαν ως εναγή και ιερόσυλον και ως παραίτιον της καταστροφής εκκλησίας κατά την Ανατολήν. Ο Πάπας λαβών τας επιστολάς των κληρικών προσεκάλεσε τον αυτοκράτορα ν' ανακαλέση το ανόσιον εκείνο διάταγμα και εν παρακοή επέτρεπεν εις τους επισκόπους να προσβάλωσιν αυτόν τοις βέλεσι του πνεύματος· αλλά βλέπων ότι αι απειλαί του μικρόν έσχον αποτέλεσμα, διέταξε τους επισκόπους Γαρδικίου και Σήθωνος να κηρύξωσιν ότι η πράξις του αυτοκράτορος παραβλάπτουσα τα δικαιώματα της εκκλησίας, και άντικρυς αντιβαίνουσα προς το δίκαιον, ήτο άκυρος και ουδείς υπεχρεούτο να συμμορφωθή προς αυτήν. Ο Ερρίκος φοβούμενος τα σκάνδαλα άτινα, επιμένοντος αυτού, εδύναντο να επέλθωσι, και εκ σεβασμού προς την Αγίαν Έδραν, ετροποποίησε το πρώτον διάταγμα και τοιουτοτρόπως διεσκεδάσθη η μεταξύ αυτού και του Πάπα διένεξις (91).
Ολίγω μετά ταύτα επήλθεν ετέρα διαφωνία αφορμήν λαβούσα την αξίωσιν του κλήρου επί της πρωτοκαθεδρίας εν τη εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Ο πατριάρχης Μοροζίνης ισχυρίζετο ότι εν ταις ιεροτελεστίαις όφειλε να κάθηται ένδον του βήματος, του αυτοκράτορος καθημένου εκτός· ούτος δε απήτει όπως κάθηται επί θρόνου εντός του βήματος έχων εκ δεξιών και εις θέσιν κατωτέραν τον Πατριάρχην· επειδή δε αι αξιώσεις αμφοτέρων εβασίζοντο επί των πρωτείων της εκκλησίας ή της πολιτείας, ο Πατριάρχης ανηνέχθη προς τον Πάπαν, όστις γράψας μετά δριμύτητος προς τον αυτοκράτορα, αφού απεδείκνυεν εκ διαφόρων ρήσεων της Γραφής το ιερατικόν αξίωμα υπέρτερον του βασιλικού, τον επέπληττε πώς διενοήθη να ταπεινώση τοσούτον τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως, εκ των πρωτίστων μελών της εκκλησίας όντα, ώστε να τω προσδιορίση ως θέσιν τους πόδας του θρόνου του. Επί του αντικειμένου τούτου τω παρετήρει ότι οι Γραικοί αυτοκράτορες είχον τον θρόνον των εν τη Αγία Σοφία εκτός του βήματος και έναντι του άμβωνος, κατά προτροπήν του Αγίου Αμβροσίου, όστις υπέδειξεν εις τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον ότι εν τω βήματι δεν έπρεπε να εισέρχωνται ειμή οι εκ του κλήρου. (92) Ο αυτοκράτωρ μη θέλων να ενδώση προφασιζόμενος ότι οι Γάλλοι βασιλείς είχον τον θρόνον των εντός του βήματος, επέμενε, και αγνοούμεν τι ήθελε συμβή, ει μη ο επελθών κατά Ιούλιον του 1211 θάνατος του Πατριάρχου διέκοπτε την τοιαύτην έριν.
Ο θάνατος του Μοροζίνου εγέννησε νέους διαπληκτισμούς μεταξύ των Γάλλων και Ενετών διά την εκλογήν του διαδόχου αυτού. Οι Ενετοί εναντίον της αποφάσεως του Πάπα ότι το αρχιερατικόν αξίωμα δεν πρέπει να δίδηται κληρονομικώς, αλλά κατ' αξίαν, και θέλοντες να διαιωνίσωσι την Πατριαρχείαν της Κωνσταντινουπόλεως εις το έθνος των, συνήχθησαν ένοπλοι και κατέλαβον την Αγίαν Σοφίαν, απαιτούντες εν ύβρεσι και απειλαίς όπως εκλεχθή διάδοχος του αποβιώσαντος ο πρεσβύτερος, εφημέριος του ναού τούτου, ομοεθνής των ων. Οι Γάλλοι διαμαρτυρηθέντες κατά της απρεπούς των Ενετών διαγωγής, εξελέξαντο κατ' ιδίαν τρεις υποψηφίους, δηλονότι τον επίσκοπον Κρεμώνος, τον Πέτρον Καρδινάλιον του Αγίου Μαρκέλλου και τον ιερέα Ροβέρτον δε Γορξόν και ανέθηκαν εις τον Πάπαν την μεταξύ των τριών αυτών εκλογήν του ενός ως Πατριάχου. Τούτων δ' ούτως εχόντων αμφότερα τα έθνη έπεμψαν πρέσβεις εις Ρώμην όπως εκθέσωσι τα δίκαια αυτών· ο δε Πάπας ακούσας τους πρέσβεις ηκύρωσε την παρ' αμφοτέρων γενομένην εκλογήν ως αντικανονικήν και διέταξε νέαν κατά τους ειθισμένους τύπους. Κατά συνέπειαν της αποφάσεως ταύτης συνήλθον επανειλημμένως οί τε Ενετοί και οι Γάλλοι όπως προβώσιν εις την εκλογήν του Πατριάρχου, αλλά δεν ηδυνήθησαν να φθάσωσιν εις τελικόν αποτέλεσμα, διότι οι μεν πρώτοι εψήφισαν τον εξ Ενετίας καταγόμενον αρχιεπίσκοπον της Ηρακλείας, οι δε Γάλλοι τον εφημερίον Λουδοβίκον. Τοιουτοτρόπως αυτών μη προβάντων εις οριστικήν εκλογήν, ο Πάπας εξαπέστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν τον νοδάρον αυτού και αποστολικόν γραμματέα Μάξιμον όπως εξομαλύνη το πράγμα· αλλ' επειδή και ούτος ουδεμίαν εδυνήθη να φέρη θεραπείαν, ο Πάπας μετά τεσσάρων και ημίσεως έτους χηρείαν του Φραγκικού Πατριαρχικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου διώρισε Πατριάρχην, ακυρώσας πάσας τας προγεγενημένας εκλογάς, εν έτει 1215,τον εξ Ετρουρίας Γερβάσιον (93).
Μέχρι τούδε οι Γραικοί, καίτοι εν ταπεινώσει και εξευτελισμώ διατελούντες, καίτοι βλέποντες την οικτράν κατάστασιν εις ήν η εθνική των εκκλησία είχε περιέλθει, υπέμενον όμως τα πάντα, διότι τουλάχιστον έλειπεν ο θρησκευτικός διωγμός, του ηπίου προσηλυτισμού απλώς διενεργουμένου· αλλά και η τελευταία αύτη παρηγορία εξέλιπεν από τινος και σκάνδαλον ενέσκηψεν επενεγκόν ταραχήν και θλίψιν άφατον εις τους δυστυχείς ορθοδόξους. Αποβιώσαντος του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης, ανδρός συνετού και μετριοπαθούς, ο Πάπας έστειλε διάδοχον αυτού τον φανατικώτατον και εις ύψιστον βαθμόν μισορθόδοξον καρδινάλιον Πελάγιον, επίσκοπον Άλβης. Ο ανήρ ούτος, κούφος και μάταιος ων, επαιρόμενος δε επί τη αξία και τω βαθμώ αυτού, μετεχειρίζετο μεγαλοπρέπειαν ασυνήθη και γελοίαν, διότι ουχί μόνον αυτός από κεφαλής μέχρι ποδών ήτο πορφυροενδεδυμένος, αλλά και οι υπηρέται αυτού και τα σκεύη και οι χαλινοί των ίππων και τα εφίππια ήσαν πορφυρόχροα· τούτο δ' ετάρασσε τους Γραικούς βλέποντας εις ποίον εξευτελισμόν περιήλθε το χρώμα εκείνο, όπερ άλλοτε μόνοι οι αυτοκράτορες των εδύναντο να φέρωσι. Μη αρκούμενος δε εις την ματαιότητα ταύτην ο παπικός έξαρχος διέπραξε βιαιοπραγίας αρρήτους κατά των Γραικών, ών τους ιερείς έρριψεν εις τα δεσμωτήρια και τας εκκλησίας έκλεισεν, αναγκάζων αυτούς επί ποινή θανάτου να εξομώσωσι το θρήσκευμά των και ομολογήσωσι την πνευματικήν υπεροχήν του Πάπα. Ο βίαιος ούτος τρόπος εξηρέθισε τους Γραικούς, οίτινες δραμόντες σωρηδόν εις τα ανάκτορα και πεσόντες προ των ποδών του αυτοκράτορος εβόων. «Ημείς μεν άλλου γεγονότες γένους και άλλον αρχιερέα έχοντες, εαυτούς τω κρατεί σου υπετάξαμεν, ώστε σωματικώς κατάρχειν ημών ου μην γε ψυχικώς και πνευματικώς. Σου μεν γαρ εν πολέμω υπερμαχείσθαι των αναγκαίων, των δ' ημετέρων εκστήναι σεβασμάτων και θρησκευμάτων των αδυνάτων πάντων καθέστηκεν. Ήγουν λύσον ημίν τα υπελθόντα δεινά, ή άφες, ως ελευθέρους εν τοις ιθαγενέσιν αφίχθαι.» Ο αυτοκράτωρ εκτιμών τας μεμψιμοιρίας των υπηκόων του εδικαίωσεν αυτούς, και τους μεν ιερείς των εξήγαγεν εκ των ειρκτών, τας δε εκκλησίας των ήνοιξε, μηδόλως λαμβάνων υπ' όψιν την λυσσώδη ορμήν του Πελαγίου (94).
Εν τω μεταξύ είχε λήξει η μετά του αυτοκράτορος της Νικαίας ανακωχή και ούτος, το μεν, άσπονδον κατά των Φράγκων μίσος τρέφων, το δε παροτρυνόμενος υπό των εκ Κωνσταντινουπόλεως κατά τον διωγμόν των ορθοδόξων παρ' αυτώ καταφυγόντων ιερέων, ανέλαβε τον κατά του Ερρίκου αγώνα προσβάλλων και φονεύων τους εν τη Ασία διεσπαρμένους Φράγκους. Ταύτα πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως, διαβάς μετά ισχυρού στρατού τον Ελλήσποντον και εις Τρωάδα και Μυσίαν διεκπεραιωθείς, ώδευσε προς τα όρια της Βιθυνίας, ένθα κατέλαβε το Ποιμανινόν και άλλας πόλεις μετ' ασήμαντον αντίστασιν. Εις Λεντιανά όμως οι φρουρούντες έδειξαν μεγίστην ανδρίαν και επί τεσσαράκοντα ημέρας εδέησεν ο αυτοκράτωρ ν' αναπτύξη όλην την στρατηγικήν αυτού ικανότητα όπως εκπορθήση την πόλιν· κύριος δ' αυτής γενόμενος εθανάτωσε τον ανδρείον του Λασκάρεως αδελφόν Κωνσταντίνον, τον γαμβρόν αυτού Ανδρόνικον Παλαιολόγον και τον φρούραρχον Δερμοκαΐτην τους οποίους εθεώρει ως παραιτίους της μακροχρονίου εκείνης αντιστάσεως. Παραλαβών δε την της πόλεως φρουράν και κατατάξας εις τα ίδια τάγματα, έθηκεν επί κεφαλής αυτών τον στρατηγόν Γεώργιον Θεοφιλόπουλον, και αναθείς αυτώ την υπεράσπισιν πασών των εν Ανατολή κτήσεων της αυτοκρατορίας επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (95).
Εν τούτοις ο Λάσκαρις αδυνατών ν' αντιστή προς τους Φραγκικούς στρατούς έσπευσε να προτείνη προς τον Ερρίκον ειρήνην· ούτος δε όπως απαλλαχθή των εν τη Ασία περιπετειών και συγκεντρώση πάσας αυτού τας δυνάμεις κατά του δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ, όστις εισβάλλων εις τας χώρας του τον παρηνώχλει, εδέχθη την ειρήνην, καθ' ήν η μεν Μυσία περιήρχετο εις τας κτήσεις του αυτοκράτορος, άπασα δε η από Σάρδεων μέχρι Νικαίας χώρα συμπεριλαβανομένων εκτός της Περγάμου και Προύσσης, και πολλών άλλων πόλεων, έμενεν ως κτήμα του Λασκάρεως. Συγγραφείς τινές προσθέτουσιν ότι κατά την περίστασιν ταύτην ο Ερρίκος εξέδωκε τω Λασκάρει εις γάμον μίαν των ανεψιών του, θυγατέρα της αδελφής του Υολάνδης κομήσσης του Ωξέρ (96)· αλλά το τοιούτο δεν έχεται αληθείας. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ μένων ανενόχλητος, εκ της Ασίας, έστρεψε την προσοχήν προς τον δεσπότην της Ηπείρου και συναγαγών στρατόν αξιόμαχον παρεσκευάζετο να κατευθυνθή επ' αυτόν, ότε επληροφορήθη ότι εκείνος απεβίωσε δολοφονηθείς εν τη κλίνη του υπό τινος των υπηρετών του (97).
Τον Μιχαήλ μη έχοντα τέκνα διεδέξατο εν τη δεσποτεία της Ηπείρου ο ανεψιός αυτού Θεόδωρος, ο του Ιωάννου Σεβαστοκράτορος υιός, ανήρ τολμηρός και γενναίος. Ούτος μόλις λαβών τας ηνίας της διοικήσεως, επιτεθείς κατά των Βουλγάρων, εκυρίευσε δυο πόλεις αυτών, τας Αχρίδας και το Πρίλαπον, προς δε κατέλαβε το τε Δυρράχιον και το Αλβανόν, άτινα ήσαν τιμάρια του κράτους, ανήκοντα τοις Ενετοίς. Ο Ερρίκος μαθών την εισβολήν ταύτην του Θεοδώρου ανεχώρησε μετά στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως όπως ανακτήση τας δύο εκείνας πόλεις, αλλ' αφικόμενος εις Θεσσαλονίκην απεβίωσε τη 11 Ιουνίου 1216, το τεσσαρακοστόν πέμπτον της ηλικίας του έτος άγων.
Οι πλείστοι των ιστορικών, οι περί Ερρίκου πραγματευσάμενοι, έγραψαν ότι ούτος απεβίωσε δηλητηριασθείς, και οι μεν αποδίδουσι το κακούργημα εις την σύζυγον αυτού, εν τη καρδία της οποίας εκρύπτετο το άσπονδον μίσος, όπερ ο πατήρ της Ιωάννης τη ενέπνευσε κατά των Γάλλων, οι δε κατηγορούσι τους Γραικούς, εκδικουμένους αυτόν, δι' όσους υπό του καρδιναλίου Πελαγίου υπέστησαν διωγμούς. Ανεξαιρέτως πάσης προλήψεως και εξ αυτής της αναγνώσεως των Βυζαντινών συγγραφέων κρίνοντες τον Ερρίκον, βλέπομεν αυτόν άνδρα γενναίον, ευθύν και αποφασιστικόν. Μόνη η γενναιότης δεν εξήρκει βεβαίως όπως περιάψη τιμήν είς τινα κατά τους ιπποτικούς εκείνους χρόνους, διότι πολλοί ήσαν οι γενναίοι (98), αλλ' απητούντο αρεταί υπέρτεραι· δέον δε να ομολογήσωμεν επί τη μαρτυρία αυτών των συγχρόνων ιστοριογράφων, ότι ο Ερρίκος εκέκτητο ουχί μόνον στρατιωτικάς, αλλά και αστυκάς αρετάς, «Ούτος ο Ερρίκος, λέγει ο Γεώργιος Ακροπολίτης (99) πολλά πράγματα παρέσχε τοις Ρωμαίοις και αυτώ τω βασιλεί Θεοδώρω, ανδρείος ων και περί μάχας οξύρροπος» και αλλαχού. «Ο Ερρίκος, ει και φράγκος το γένος ετύγχανεν, αλλ' ουν τοις Ρωμαίοις και ιθαγενέσι της Κωνσταντινουπόλεως ιλαρώτερον προσεφέρετο και πολλούς είχε τους μεν τοις μεγάλοις τούτου συντεταγμένοις, τους δε τοις στρατιώταις, το δε κοινόν πλήθος ως οικείον περιείπε λαόν.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ. ΠΕΤΡΟΣ Τρίτος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως 1217-1218.
Η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριότης ωμοίαζε προς φυτόν ξένον, το oποίον θέλει τις να εγκλιματίση εις γην μη δεχομένην αυτό. Σαθράς τας βάσεις έχουσα και επομένως στερουμένη πάσης ζωτικότατος δεν εδύνατο εξ ιδίων να διατηρηθή, αλλά την ύπαρξιν αυτής συνεκέντρου εις τον άνδρα εκείνον όστις εκάθητο επί του θρόνου. Διά τούτο ο θάνατος του αυτοκράτορος Ερρίκου, ανδρός ανδρείου και ικανού, υπήρξε το προοίμιον της πτώσεως αυτής.
Συναισθανόμενοι την κατάστασιν ταύτην και οι βαρώνοι και μη θέλοντες να αφήσωσι το κράτος άνευ διοικήσεως, άτε του Ερρίκου αποβιώσαντος άνευ αρρένων, άμα επληροφορήθησαν τον θάνατον αυτού συνήλθον, και πρώτον μεν συνεστήσαντο προσωρινήν αντιβασιλείαν, όπως έπραξαν και κατά την αιχμαλωσίαν του Βαλδουίνου, προσκαλεσάμενοι δε και τους απόντας βαρώνους Γάλλους, ήρξαντο επομένως σκεπτόμενοι ποίον να εκλέξωσι κατάλληλον διάδοχον του Ερρίκου. Δύο δ' υπέρ πάντας τους άλλους εκρίθησαν προς τούτο αρμοδιώτεροι, ο Πέτρος κόμης του Κουρτεναί και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Ανδρέας (100).
Ο Πέτρος κόμης του Κουρτεναί ήτο υιός Πέτρου του της Γαλλίας και εγγονός του βασιλέως Λουδοβίκου του Χονδρού, κατά συνέπειαν δε πρώτος εξάδελφος του τότε βασιλεύοντος των Γάλλων Φιλίππου Αυγούστου. Ο πατήρ αυτού νυμφευθείς την Ισαβέλλαν, κυρίαν του Κουρτεναί και της Μοντάργης, προσέθηκε διά του γάμου του τας δύο ταύτας κομητείας εις τας οικογενιακάς του κτήσεις, αυτός δε ο ίδιος νυμφευθείς την Αγνήν, θυγατέρα και κληρονόμον του Γουή, κόμητος του Νεβέρ, απήλαυσε την κυριότητα των κομητειών Ωξέρου και Τοννέρης διά συμβολαίου, συνταχθέντος κατά Μάιον του 1199, συνεπεία του οποίου μετά τον εν έτει 1215 επελθόντα θάνατον του γαμβρού αυτού Φιλίππου της Φλάνδρας εγένετο αυτός κόμης και μαρκήσιος του Ναμούρ. Εκ της Αγνής έσχε μίαν θυγατέρα καλουμένην Μαχώτην, ήν, διά συμβάσεως γενομένης τη μεσολαβήσει του βασιλέως Φιλίππου Αυγούστου, κατόπιν πολέμου επελθόντος μεταξύ αυτού και του Ερβαίου δε-Δονζύ, κυρίου της Κόσνης και του Γιένου, καθ' ήν ο Πέτρος, τη 3 Αυγούστου 1199, έπεσεν αιχμάλωτος εις χείρας του ρηθέντος Ερβαίου, ενύμφευσε με αυτόν. Αποθανούσης δε της πρώτης αυτού συζύγου Αγνής, ο Πέτρος ήλθεν εις δεύτερον γάμον με Υολάνδην, αδελφήν των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων Βαλδουίνου και Ερρίκου εξ ής έσχε τρείς υιούς και πολλάς θυγατέρας, ών η μία καλουμένη, ως και η μήτηρ της Υολάνδη, συνεζεύχθη τω βασιλεί της Ουγγαρίας Ανδρέα. Ήτο λοιπόν ο Πέτρος εκ της συζύγου αυτού γαμβρός των δύο Φράγκων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, και επειδή η μνήμη, αμφοτέρων τούτων ήτο παρά τοις Φράγκοις σεβαστή, έστρεψαν, θανόντος του Ερρίκου, τα βλέμματά των προς αυτόν (101).
Αλλά την πλειοψηφίαν των εκλογέων είχεν ο της Ουγγαρίας βασιλεύς Ανδρέας, ανεψιός εκ της γυναικός αυτού των δύο αυτοκρατόρων, διότι ήτο ανήρ δεδοκιμασμένης γενναιότητος και πείρας, ικανός δε ου μόνον να διατηρήση, αλλά και να επαυξήση το κράτος του. Άλλως τε διά της συνενώσεως της Ουγγαρίας μετά του Βυζαντίου υπό ένα μονάρχην έμελλον να διπλασιασθώσιν αι δυνάμεις του κράτους (102).
Πριν ή αποφασίσωσιν οι βαρώνοι περί της εκλογής αυτού, εθεώρησαν καλόν να τον προειδοποιήσωσι περί του σκοπού, όν είχον, και να πληροφορηθώσιν αν εκλεγόμενος εδέχετο το στέμμα, παρορωμένον των δικαιωμάτων του πενθερού του Πέτρου. Ο Ανδρέας ητοιμάζετο κατά την εποχήν εκείνην να εκστρατεύση προς κατάκτησιν της Αγίας Γης· συνεβουλεύθη λοιπόν ερωτώμενος υπό των εν Κωνσταντινουπόλει εκλογέων τι εσκόπει, περί του πρακτέου τον Πάπαν Ονώριον Γ', όστις διεδέξατο επί του παπικού θρόνου, τον τη 16 Ιουλίου 1216 αποβιώσαντα Iννοκέντιον Γ'. o δε Ονώριος τον συνεβούλευσε να μη παραιτήση την εκπλήρωσιν της ευσεβούς ευχής ήν εποίησε του να ελευθερώση την Αγίαν Γην, διότι η επιτυχία της επιχειρήσεως εκείνης ήθελε τω περιάψει δόξαν λαμπροτέραν και μονιμωτέραν ή το της Κωνσταντινουπόλεως στέμμα. Είτε λοιπόν διότι ο Πάπας τον συνεβούλευσεν ούτως, είτε διότι φύσει ευσεβής και δίκαιος ων δεν ηνέχετο να θυσιάση εις την φιλοδοξίαν του τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα του πενθερού του, στενωτέρου συγγενούς των αποβιωσάντων αυτοκρατόρων όντος, ο Ανδρέας απέρριψε την γενομένην αυτώ υπό των βαρώνων πρότασιν, και τοιουτοτρόπως εκείνοι αναγκασθέντες έπεμψαν πρέσβεις προς τον Πέτρον κόμητα του Κουρτεναί, προσφέροντες αυτώ το στέμμα, και προσκαλούντες τον να σπεύση όσω τάχιον εις Κωνσταντινούπολιν ίνα λάβη τας ηνίας του κράτους (103).