← Table of contents
Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Front matter (continued 3)

Reading edition

Βεβαίως η προσφορά αύτη δεν ήτο μικρού λόγου αξία· αποδεξάμενος λοιπόν ο Πέτρος το στέμμα, ήρξατο ποιών τας αναγκαίας προς αναχώρησιν προπαρασκευάς, και πρώτον εστρατολόγησε πεντακισχιλίους και πεντακοσίους λογάδας πεζούς τε και ιππείς όπως τον συνοδεύσωσι καθ' οδόν και ενισχύσωσι τας δυνάμεις του κράτους του· εις δε την πολυάριθμον ταύτην συνοδείαν προσετέθη ο γαμβρός αυτού Γουλλιέλμος, κόμης του Σανσέρ μετά εκατόν εξήκοντα ιπποτών και πολλών ευγενών Γάλλων, όπως δ' επαρκέση εις τας δαπάνας του ταξειδίου του ο Πέτρος υπεθήκευσεν εις τον γαμβρόν αυτού Ερβαίον δε-Δονζύ την κομητείαν της Τοννέρης και τα κτήματα του Κρουζή επί τω όρω αν απέθνησκεν εντός έξ ετών, αι κτήσεις αύται να μένωσιν εσαεί υπό την κυριότητα του Ερβαίου και των διαδόχων του, αν δ' επανέλθη παρελθόντων των έξ ετών, να τω επιστρέφωνται ισοβίως. Όλως δε απησχολημένος εις τα σχέδια και την δόξαν, ήν συνήθως γεννά η αρχή μεγάλης εξουσίας, ανεχώρησεν εκ Γαλλίας μετά της συζύγου και τεσσάρων θυγατέρων του, καταλιπών εις Ναμούρ τους δύο υιούς του Φίλιππον και Ροβέρτον, και εισήλθεν εις Ιταλίαν, αρχομένου του έτους χιλιοστού διακοσιοστού δεκάτου εβδόμου (104).

Διερχόμενος εκ Βολωνίας ο Πέτρος κατέλυσεν εις τον οίκον του Λαβερτίνη και δυνάμει της αυτοκρατορικής εξουσίας προεβίβασεν εις το ιπτοτικόν αξίωμα τον Γουήν Λαμβέρτην και δύο ετέρους ευγενείς Βολωνούς, τον Λουδοβίκον δηλονότι Ραμπώνα και τον Τέσταν Πέτρον· αφίκετο δε εις Ρώμην μετά της συνοδείας του κατ' Απρίλιον μήνα και εγένετο δεκτός εν αυτή παρά τε του Πάπα, του κλήρου και του Ρωμαϊκού λαού, μεθ' απάσης της οφειλομένης εις τον βαθμόν και την γέννησιν αυτού τιμής. Εν πρώτοις ητήσατο μετ' επιμονής παρά του Ονωρίου Γ να στέψη αυτόν τε και την σύζυγόν του Υολάνδην αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως· αλλ' ο Πάπας αντέστη εις την αίτησιν ταύτην λόγω μεν διότι δεν ήθελε να διεκδικήση δικαίωμα ανήκον ανέκαθεν εις τον της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχην και το οποίον και επ' εσχάτοις επεκύρωσεν εις τον Θωμάν Μοροζίνην ο προκάτοχος αυτού Ιννοκέντιος, πράγματι δε διότι εφοβείτο μη διά της στέψεως επικυρώση και νομιμοποιήση τας αξιώσεις, άς οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες είχον τηρήσει επί της Ρώμης και της δυτικής αυτοκρατορίας. Εν τούτοις εκβιασθείς από τας εκλιπαρήσεις του κόμητος και των μεσολαβησάντων φίλων του, επείσθη τέλος ν' εκπληρώση την επιθυμίαν του· αλλ' όπως προλάβη τας συνεπείας ηρνήσατο να τελέση την της στέψεως τελετήν εντός της Ρώμης (105).

Χρονογράφος τις της εποχής εκείνης (106) ιστορεί ότι τας δυσχερείας ταύτας περί την στέψιν του Πέτρου προυκάλεσεν ιδίως ο Ουλοίχος, αββάς του Αγίου Γιλλίου εν Ελβετία και πρεσβευτής του αυτοκράτορος Όθωνος εν Ρώμη, όστις ουχί μόνον αντέστη όπως ο Πάπας στέψη τον νέον αυτοκράτορα εντός του ναού του Αγίου Πέτρου, λέγων ότι ούτος δεν ηδύνατο να τω προσφέρη στέμμα αυτοκρατορικόν άνευ της συγκαταθέσεως του Όθωνος, όν ως πρέσβυς αντιπροσώπευεν, αλλά και μια των ημερών, ελθόντας του Πέτρου προς επίσκεψιν του Πάπα, ενώ πάντες οι παρατυρόντες καρδινάλιοι και ευγενείς έσπευσαν να τω προσφέρωσι πάσας τας τιμάς, ο Ουλρίχος εκεί εντυχών ουδεμίαν τιμήν τω προσέφερεν, μάλιστα δε ουδέ τα βλέμματα να στρέψη προς τον εισελθόντα Πέτρον κατεδέχθη περιφρονών αυτόν. Εντούτοις ο Πέτρος και η σύζυγος αυτού Υολάνδη, εστέφθησαν τη 9 Απριλίου 1217 υπό του Πάπα μεθ' όλης της επισημότητος αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως εν τη εκτός των τειχών της Ρώμης εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου, εξ ης έμελλον να εισέλθωσιν εις την πόλιν φέροντες το στέμμα επί την κεφαλήν και μετά μεγίστης παρατάξεως, ει μη ο Ουλρίχος επιμόνως ανθιστάμενος διεκώλυεν αυτόν (107). Μετά το τέλος της στέψεως, καθ' ήν παρήν ο Γουλιέλμος μαρκήσιος της Μοντφεράτης, ο νέος αυτοκράτωρ παρέχων αυτώ δείγμα ευνοίας και τιμής, τω απένειμεν επ' ονόματι αυτού και ως φύλαξ και κηδεμών Δημητρίου του αδελφού του, το βασίλειον της Θεσσαλονίκης και άλλας γαίας, οποίας είχον παραχωρήσει εις τον μαρκήσιον Βονιφάτιον οι αυτοκράτορες Βαλδουίνος και Ερρίκος· αφ' ετέρου ο Πάπας, επόμενος τω παραδείγματι του προκατόχου του Ιννοκεντίου, τον κατέστησε προστάτην του νεαρού αυτού ηγεμόνος, ως και της μητρός του αυτοκρατείρας Μαργαρίτας, ή έδωκε το προνόμιον του να μη δύνηται να αφορισθή παρ' ετέρου επισκόπου εκτός του Πάπα. Έγραψε δε τρεις ημέρας μετά την στέψιν και προς τον Πατριάρχην Γερβάσιον, λέγων αυτώ ότι καί τοι ηναγκάσθη να στέψη τον κόμητα ενδίδων εις τας θερμάς αυτού εκλιπαρήσεις και επιθυμών να παγιώση την εξουσίαν αυτού, ήν άλλως εδύναντο να διαμφισβητήσωσί τινες, μη ευαρεστηθέντες τυχόν εις την εκλογήν του, κατ' ουδέν όμως ηννόει να προσβάλη τα δικαιώματα άτινα εκέκτηντο οι της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχαι κατά τοιαύτας περιστάσεις (108).

Παρελθουσών εννέα ημερών μετά την στέψιν, ο Πέτρος ανεχώρησεν εκ Ρώμης μετά της συζύγου, των θυγατέρων και απάσης της συνοδείας αυτού, ή προσετέθη και ο καρδινάλιος Ιωάννης Κολόνας, αποστελλόμενος υπό του Πάπα εξαρχής αυτού παρά τη αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Αφικόμενος εις Βρίνδισι, επέβη επί του Ενετικού στόλου, τον οποίον η Ενετία τω είχεν ετοιμάσει όπως τον μεταφέρη εις Ανατολήν, ανθ' ού, ο Πέτρος υπεσχέθη να πλεύση μετά των στρατιωτών αυτού εις Ήπειρον και κυριεύσας το Δυρράχιον όπερ, ως εν τοις προηγουμένοις είπομεν, κατέλαβεν ο της Ηπείρου δεσπότης Θεόδωρος, αποδώση αυτό τη Δημοκρατία. Αποστείλας λοιπόν την σύζυγον και τας θυγατέρας αυτού κατ' ευθείαν εις Κωνσταντινούπολιν, αυτός μετά του στρατού του απέβη πλησίον του Δυρραχίου και ελθών επολιόρκησεν αυτό· αλλ' η πολιορκία της πόλεως ταύτης τω επήνεγκε την καταστροφήν του και έρριψεν από της κεφαλής του το στέμμα πριν ή φθάση έτι εις Κωνσταντινούπολιν.

Περί της αποτυχίας ταύτης και της επελθούσης τω Πέτρω καταστροφής πολλαί παρά των ιστορικών εκφέρονται γνώμαι. Τινές ιστορούσιν ότι ενώ επολιόρκει το Δυρράχιον, εξόδου ποιησαμένης της φρουράς, συνελήφθη παρ' αυτής και απήχθη αιχμάλωτος· έτεροι, ότι έπεσε πολεμών. Άλλοι αφηγούνται, ότι ο Θεόδωρος προσποιηθείς ότι μέλλει να παραδοθή, παρέσυρε τον Πέτρον μετά ολιγαρίθμου συνοδείας προς την πόλιν και εκεί τον εφόνευσεν· αλλά τας δύο ταύτας τελευταίας εξιστορήσεις διαψεύδουσιν αυταί αι επιστολαί του Ονωρίου, όστις γράφων προς τους βασιλείς και ηγεμόνας, παροτρύνει αυτούς ν' αναλάβωσι την απελευθέρωσιν του αυτοκράτορος και του εξάρχου Κολώνα· ώστε πιθανώτερον έστι το εξής. Ο Πέτρος μετά πολυήμερον και επιζήμιον πολιορκίαν του Δυρραχίου αναγκασθείς να λύση ταύτην απεφάσισε να μεταβή διά ξηράς εις Κωνσταντινούπολιν, διερχόμενος τας χώρας του Θεοδώρου και το βασίλειον της Θεσσαλονίκης· αλλά μόλις περιεπλέχθη εις τα όρη της Αλβανίας, προσεβλήθη πανταχόθεν υπό των Γραικών, οίτινες και τας τροφάς του απέκοψαν και τον στρατόν του εδεκάτιζον. Εις τοιαύτην δεινήν θέσιν τω Πέτρω ευρισκομένω και υπό της ασιτίας κινδυνεύοντι να αποθάνη, μόνον μέσον τω απελείπετο ο πόλεμος, τον οποίον όμως ο Θεόδωρος απέφευγε, φρονών ότι εδύνατο να καταστρέψη τους εχθρούς, χωρίς αυτός ουδέν να κινδυνεύση ή να ζημιωθή. Προσεποιήθη λοιπόν ότι επιθυμεί να έλθη εις συμβιβασμόν μετά του αυτοκράτορος και προς τούτο απηυθύνθη προς τον έξαρχον όπως δι' αυτού επέλθη ο συμβιβασμός. Μετά πολλάς διαπραγματεύσεις συνεφωνήθη να επιτραπή εις τον Πέτρον και τον στρατόν αυτού η διά των χωρών του Θεοδώρου διάβασις, χωρίς ούτος κατ' ουδέν να τον παραβλάψη, αλλά τουναντίον ανεδέχετο να τω παράσχη και τας αναγκαίας διά τον στρατόν του τροφάς. Αρχαίος τις Χρονογράφος παρά Δουκαγγίω (109) αναφέρει ότι μεταξύ των άρθρων της συνθήκης υπήρχε και έν, διά του οποίου υπεχρεούντο οι Γάλλοι να παραδώσωσι τα όπλα των εις τον Θεόδωρον, ού γενομένου, ούτος συνέλαβε τον αυτοκράτορα, τον παπικόν έξαρχον, τον κόμητα του Σανσέρ και τους λοιπούς ευγενείς· αλλά τούτο δεν φαίνεται πιστευτόν. Έτεροι τέλος ιστορικοί λέγουσιν ότι ο αυτοκράτωρ και οι επισημότεροι της συνοδείας του, προσβληθέντες μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης εις συμπόσιον, συνελήφθησαν, και ότι οι στρατιώται αυτού, ανύποπτοι επίσης διατελούντες ένεκα της συνθήκης, προσβληθέντες εξαπίνης υπό του Θεοδώρου, ηχμαλωτίσθησαν και οι μεν εκλείσθησαν εις τας φυλακάς οι δε, εν τοις όρεσιν εκτεθέντες, κακώς εξεμέτρησαν το ζην (110).

Το δυστύχημα τούτο γνωστόν γενόμενον προυξένησε, την αλγεινοτέραν εντύπωσιν εις τε την Κωνσταντινούπολιν και εις Ευρώπην· ο δε Πάπας εθλίβη καιρίως διά την αιχμαλωσίαν μάλιστα του εξάρχου αυτού. Έγραψε λοιπόν περί τούτου προς τον Θεόδωρον, ως περί πράξεως ιεροσύλου, απειλών αυτόν, με όλους τους κεραυνούς της ανθρωπίνης και θείας εκδικήσεως, αν δεν ηλευθέρου παραχρήμα τον έξαρχον· το δε περίεργον ότι εν τη επιστολή του εκείνη ουδεμίαν εποιείτο μνείαν του αυτοκράτορος, ίσως διά να μη ελαττώση την ισχύν των απειλών, διανέμων αυτάς μεταξύ δύο αντικειμένων. Απηυθύνθη δε συνάμα προς τον γαμβρόν του αιχμαλωτισθέντος Πέτρου, τον βασιλέα της Ουγγαρίας, εξορκίζων αυτόν να μετέλθη τα πάντα, προς σωτηρίαν του πενθερού του και απειλήση τον Θεόδωρον ότι ήθελε τον προσβάλλει μεθ' όλου του στρατού, όν ητοίμαζε διά την εκστρατείαν της Αγίας Γης. Δεν έπαυσε δε ταυτοχρόνως, προσκαλών εις βοήθειαν της Αγίας Έδρας και του παθόντος αυτοκράτορος, τους ηγεμόνας της Ελλάδος, και τους Γάλλους αρχιεπισκόπους και επισκόπους, οίς επέταξε να προκηρύξωσι νέαν σταυροφορίαν υπό τας διαταγάς του Ροβέρτου. Ο Πάπας ουδέν μέσον αμελών έπεμψε και προς τον δεσπότην Θεόδωρον τον επίσκοπον Κρότωνος καί τινα ερημίτην, καλούμενον Ευφραίμ, όπως υποδείξωσιν αυτώ την καταιγίδα, ήν προυκάλει ασυνέτως. Και όντως ο Θεόδωρος ιδών τον επικείμενον κίνδυνον, ως μόνον μέσον όπως τον αποσοβήση έκρινε το να προσοικειωθή τον Πάπαν, δι' όπερ συνωμολόγησε κατά Ιαννουάριον του 1218 συνθήκην, δυνάμει της οποίας υπεχρεούτο ν' απαλλάξη της ειρκτής τον έξαρχον και αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του Πάπα. Τοιουτοτρόπως ούτος αναλαβών υπό την προστασίαν αυτού τον Θεόδωρον απηγόρευσεν εις τους Ενετούς και τους μετ' εκείνων συνασπισθέντας σταυροφόρους επί ποινή αφορισμού πάσαν κατά του της Ηπείρου δεσπότου προσβολήν και απέτρεψε νέας συμφοράς, αίτινες μετά της νέας σταυροφορίας ήθελον ενσκήψει επί των δυστυχών Γραικών της Ανατολής (111).

Εν τη γενομένη ταύτη μεταξύ Ονωρίου και Θεοδώρου συνθήκη ουδόλως μνημονεύεται το όνομα του αυτοκράτορος Πέτρου, εξ ού υπέθεσάν τινες ότι ούτος δεν έζη πλέον, μαρτυρία προς τούτο χρώμενοι και τω Ακροπολίτη λέγοντι (112) «Νικώσι γουν κατά κράτος οι του Κομνηνού Θεοδώρου το των Λατίνων στράτευμα ως πάντας άρδην δεσμώτας ποιήσαι συν πάσι σκεύεσι και αυτόν δε τον βασιλέα Πέτρον έργον μαχαίρας γενέσθαι.» Αλλά ο βίος του ατυχούς αυτοκράτορος φαίνεται ότι παρετάθη και μετά την αιχμαλωσίαν. Χρονογράφος τις ιστορεί ότι ο Θεόδωρος συλλαβών τον τε Πέτρον και τον καρδινάλιον απεφάσισε να φονεύση αμφοτέρους· αλλ' αναλογισθείς ότι ο φόνος αυτών εδύνατο να προκαλέση γενικόν κατ' αυτού των Φράγκων συνασπισμόν, ενώ, αν τους διετήρει ζώντας, ήθελεν αναγκάσει αυτούς διά πάσης θυσίας να αιτήσωσι την απελευθέρωσίν του, δεν επραγματοποίησε τους φονικούς αυτού σκοπούς, αλλά μεταχειρισθείς τον έξαρχον φιλανθρώπως, κατέκλεισεν εις φυλακήν τον αυτοκράτορα, ένθα ούτος μετ' ολίγας ημέρας απεβίωσεν εκ θλίψεως (113)

Εν τούτοις οι Ενετοί κωλυόμενοι υπό του Πάπα να προσβάλωσι τον Θεόδωρον, συνωμολόγησαν μετ' αυτού πενταετή ανακωχήν, ο δε καρδινάλιος Κολώνας, λυτρωθείς της φυλακής, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν ένθα ανέλαβε τα καθήκοντα αυτού. Ήλθε μετ' ου πολύ εις έριδας προς Γοδοφρέδον τον πρίγγιπα της Αχαΐας και Όθωνα τον κύριον των Αθηνών, οίτινες κατέλαβον κτήματά τινα, ανήκοντα τη εκκλησία. Ούτοι αφορισθέντες υπό του καρδιναλίου, ανεγέρθησαν προς τον Πάπαν, όστις κατά πρώτον μεν εδικαίωσεν αυτούς και σφοδρώς επετίμησε τον καρδινάλιον ως καταχρώμενον της εξουσίας του, αλλά γνους οψιαίτερον την απάτην του, εδικαίωσε τον έξαρχον και επεκύρωσε τον αφορισμόν, εις όν υπέβαλεν εκείνος τον Γοδοφρέδον και τον Όθωνα (114).

Κατά την απουσίαν του Πέτρου η διοίκησις του κράτους εν Κωνσταντινουπόλει ενηργείτο υπό της αυτοκράτειρας Υολάνδης, ήτις όμως μικρόν επέζησε μετά τον θάνατον του συζύγου αυτής. Περί της βασιλείας της ουδέν άλλο γνωρίζομεν, ή ότι επεκύρωσε την επί πέντε έτη γενομένην πρότερον συνθήκην μετά του Λασκάρεως και όπως συσφίγξη τους μεταξύ της αυτοκρατορίας της Νικαίας και της του Βυζαντίου δεσμούς, εξέδωκεν αυτώ εις γάμον την τριτότοκον θυγατέρα της Μαρίαν. Απεβίωσε δε η Υολάνδη ολίγον μετέπειτα, εν έτει 1219, καταλιπούσα εκ του συζύγου αυτής Πέτρου ένδεκα τέκνα, ών τέσσαρα άρρενα, τον Φίλιππον, κόμητα του Ναμούρ, τον Ροβέρτον, όστις διεδέξατο τον πατέρα του επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, τον Ερρίκον, όστις εγένετο μετά τον Φίλιππον κόμης του Ναμούρ, και τον Βαλδουίνον, όν έτεκε μόλις εν Κωνσταντινουπόλει ελθούσα, και επτά θυγατέρας, ών η πρώτη Υολάνδι ενυμφεύθη τον Ανδρέαν βασιλέα της Ουγγαρίας, η δευτέρα Αγνή, τον Γοδοφρέδον πρίγγιπα της Αχαΐας, η τρίτη Μαρία τον Λάσκαριν αυτοκράτορα Νικαίας, η τετάρτη, Μαργαρίτα, τον κόμητα του Βιανδέμ, η πέμπτη, Ισαβέλλα, εις πρώτον μεν γάμον τον Γοσέρον, κόμητα Βαρσουρσέης, εις δεύτερον δε τον Εύδον δε-Μονταιγού, η έκτη, Σίβυλλα, εγένετο μοναχή, και η εβδόμη τέλος, ής το όνομα διατελεί άγνωστον, ενυμφεύθη τον Ραούλ, κύριον του Ισουδούμ (115).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ. ΡΟΒΕΡΤΟΣ Τέταρτος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως 25 Μαρτίου 1221-1228.

Τρεις μέχρι τούδε αυτοκράτορος προσέφερεν η Δύσις προς την Ανατολήν, και των τριών το τέλος υπήρξεν οικτρόν και επώδυνον. Την καταδυνάστευσιν, την βίαν, την αρπαγήν προσέφερεν η Δύσις, την αιχμαλωσίαν, το δηλητήριον, τον θάνατον ανταπέδωκεν η Έω. Οι Ευρωπαίοι ιστοριογράφοι, οι περί της Φραγκικής εν Κωνσταντινουπόλει κυριαρχίας πραγματευσάμενοι, εκάκισαν πικρώς τους Γραικούς, και εν τη αγανακτήσει αυτών διά τα των ομοφύλων παθήματα, δεν έλειψαν να τοις προσάψωσι τας φαυλοτέρας προσωνυμίας· αλλ' αν μέμφωνται εκείνοι έθνος, όπερ κατ' ουδέν άλλο έπταισεν αυτοίς ειμή ότι προσεπάθησε διά παντοίων μέσων, έστω και ουχί τόσω επιζήλων, ν' αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν ανδρών αλλοφύλων και αλλοθρήσκων, τι δύνανται άρα και οι Γραικοί να είπωσι περί εκείνων, οίτινες επιδραμόντες δίκην ληστών εις τας χώρας αυτών, έθυσαν, εδήωσαν, ελαφυραγώγησαν και εξηνδραπόδισαν πλήθη όλα χριστιανών, μεθ' ών κοινόν είχον ουδέν άλλο πλην ή του βαπτίσματος;

Μετά την αποβίωσιν της Υολάνδης, την οποίαν εν τω τάφω παρηκολούθησε μετ' ου πολύ ο Πατριάρχης Γερβάσιος, η διαδοχή του θρόνου κατά δίκαιον ώφειλε να περιέλθη εις τον πρωτότοκον του Πέτρου υιόν Φίλιππον, όστις διέμενεν εις Γαλλίαν άρχων του Ναμούρ. Τούτου ένεκα, άμα εγένετο γνωστός εν Κωνσταντινουπόλει ο θάνατος του Πέτρου, οι βαρώνοι, αναλογιζόμενοι ότι δεν έπρεπεν ουδ' επί στιγμήν ν' αφήσωσι το κράτος άνευ ηγεμόνος, συνήλθον, και πρώτον μεν εξελέξαντο τοποτηρητήν αυτοκρατορικόν τον Κόνωνα Πετούνην, γεγαρόν λείψανον των πρώτων κατακτητών και άνδρα εξιδιασμένης πείρας και εξόχου ανδρίας, είτα δε επειδή νόμιμος του θρόνου διάδοχος ήτο ο Φίλιππος, κόμης του Ναμούρ, έπεμψαν προς αυτόν πρέσβεις όπως τω προσφέρωσι το στέμμα και τον προσκαλέσωσιν ίνα, σπεύσας εις Κωνσταντινούπολιν, παραλάβη την πλουσίαν και πολύδοξον αυτού κληρονομίαν· αλλ' εκείνος είτε εκ φίλτρου προς την γεννέτειραν αυτού γην, είτε διότι προυτίμα τα ενεστώτα και βέβαια των μελλόντων και αβεβαίων, είτε τέλος, ως έτεροι ισχυρίζονται, διότι ήτο περιπεπλεγμένος εις πεισματώδη πόλεμον προς Γαλερανόν τον Λούκα του Λιμβούργου, ευχαριστήσας τους βαρώνους διά την γενομένην αυτώ προσφοράν, ηρνήσατο να δεχθή το στέμμα, προτείνων ως διάδοχον αυτού τον νεώτερον αδελφόν του Ροβέρτον. Ζητηθείσης δε προς τούτο και της του βασιλέως της Γαλλίας Λοδουβίκου Η'. γνώμης και εγκρίναντος αυτού την επί του θρόνου ανάβασιν του Ροβέρτου, οι βαρώνοι εξελέξαντο αυτόν αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως.

Κατά την διοίκησιν του Κόνωνος ως αντιβασιλέως, γεγονότα άξια λόγου ουδόλως συνέβησαν εν Κωνσταντινουπόλει, καθόσον ο ανήρ ούτος κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν και μέριμναν όπως καταπαύση τον εις τα πνεύματα των Φράγκων ενυπάρχοντα ερεθισμόν, και συνδιαλλάξη αυτούς προς αλλήλους. Το μόνον κατά τον χρόνον εκείνον επελθόν σπουδαίον γεγονός είνε η μεταξύ κλήρου και ευγενών αναφυείσα έρις, αφορμήν λαβούσα το φιλάρπαγον και ακόρεστον αμφοτέρων. Οι κληρικοί, αχόρταστοι πάντοτε, δεν ηρέσκοντο εις τα στενά όρια, εν τοις οποίοις περιεστάλη η φιλοχρηματία και η κενοδοξία αυτών· οι δ' ευγενείς έμπαλιν, πλουτήσαντες εκ των λαφύρων του αρχαίου κλήρου, εζήτουν επί μάλλον να επαυξήσωσι τα πλούτη των, ολοσχερώς γυμνούντες τους κληρικούς. Εκ τούτου λοιπόν επήλθον έριδες και διχοστασίας και θόρυβοι αδιάλειπτοι· όπως δε δοθή έν πέρας εις την ανώμαλον ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων, απεφασίσθη να συνέλθωσιν οι διαφερόμενοι εις συνδιάσκεψιν, και όντως συνήλθον, τω 1219, οι μεν κληρικοί, προεδρεύοντος του παπικού εξάρχου και καρδιναλίου Ιωάννου Κολώνα, οι δε ευγενείς του Κόνωνος Πετούνη, και συζητήσαντες τας εφισταμένας διαφοράς συνέταξαν συμβόλαιον συμβιβασμού, το οποίον υπέγραψαν πάντες. Φαίνεται δε ότι οι κληρικοί υπήρξαν ευτυχέστεροι κατά την συνδιαλλαγών, διότι μεταξύ των άλλων επέτυχον την εις τας μητροπολιτικάς εκκλησίας παραχώρησιν πάντων των κτημάτων, άτινα κατείχον αύται βασιλεύοντος του πρώτου Αλεξίου του Κομνηνού (116).

Εν τούτοις ο Ροβέρτος, περατωθεισών των διά την αναχώρησιν αυτού εκ Γαλλίας προπαρασκευών, απήλθεν εκείθεν, φθίνοντος του έτους 1220, και διελθών την Γερμανίαν και Ουγγαρίαν ένθα παρέμεινε μέχρι της τελέσεως του γάμου Άννης της ανεψιάς αυτού και θυγατρός του βασιλέως Ανδρέου μετά Ιωάννου Αζάν βασιλεύς των Βουλγάρων, αφίκετο εις Κωνσταντινούπολιν, και εστέφθη αυτοκράτωρ, τη 25 Μαρτίου 1221 υπό του Πατριάρχου Ματθαίου, όστις είχε δεχθή τον αποβιώσαντα Γερβάσιον. Τοιουτοτρόπως έλαβε το σκήπτρον της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας ο Ροβέρτος (117).

Πρώτον έργον του νέου αυτοκράτορος υπήρξε να επιθεωρήση και επικυρώση τας πράξεις του αυτοκρατορικού τοποτηρητού, Κόνωνος, όστις απεβίωσε σχεδόν άμα ο Ροβέρτος παρέλαβε την εξουσίαν. Μετά ταύτα συναγαγών, τους Γάλλους και Ενετούς βαρώνους εζήτησε πληροφορίας περί της γενικής καταστάσεως των πραγμάτων και επεκαλέσθη την συνδρομήν αυτών, όπως δυνηθή υπ' εκείνων ενισχυόμενος να εκπληρώση την δυσχερή αποστολήν, την οποίαν η θεία Πρόνοια τω ανέθηκεν. Ανανεώσας τας μετά των Ενετών συνθήκας των προκατόχων του αυτοκρατόρων, παρετήρησε μετά λύπης την οικτράν διαφωνίαν, ήτις υπήρχε μεταξύ Γάλλων και Ενετών αφ' ενός και μεταξύ ευγενών και κλήρου αφ' ετέρου. Οι Ενετοί αισθανόμενοι, ότι εισίν η μόνη δύναμις του κράτους, διότι αι εκ Δύσεως επικουρίαι ήσαν ασήμαντοι, είχον μεγάλας αξιώσεις, τας οποίας απέκρουον οι Γάλλοι, ετέρας προβάλλοντες· εκ του άλλου τιμαριούχοι τινες είχον κηρύξει αμείλικτον κατά του κλήρου πόλεμον. Είς αυτών και ασπονδότερος εχθρός του ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας καταλαβών τας εκκλησίας, ενέμετο τας περιουσίας αυτών, ο δε παπικός έξαρχος θελήσας να τον σωφρονίση και μη εισακουσθείς, εξηκόντισε κατ' αυτού δεινόν αφορισμόν· αλλ' εκείνος θρασύτερος εκ τούτου γενόμενος, ήρξατο εκδιώκων εκ του κράτους του και καθείργων ιερείς τε και επισκόπους, βεβηλών και διαρπάζων τα θυσιαστήρια και τους ναούς και τιμωρών τους παρέχοντας άσυλον εις τους παρ' αυτού καταδιωκομένους ιερείς. Ο Πάπας πληροφορηθείς τα γενόμενα, εξεσφενδόνισε τοσούτον σφοδρά κατ' αυτού επιτίμια, ώστε ηναγκάσθη να κλίνη τον αυχένα, καθ' όσον και ο αυτοκράτωρ Ροβέρτος, όστις μόνος δεν ετόλμα τέως να καταπολεμήση ηγεμόνα τοσούτον ισχυρόν, ενθαρρυνθείς εκ των πνευματικών κεραυνών του Πάπα ανέλαβεν υπό την προστασίαν του τα δικαιώματα της εκκλησίας, υπέρ ής είχεν εκδώσει και προνομιακόν διάταγμα. Τούτ' αυτό διέπραξε και ο Γουλλιέμος, μαρκήσιος της Βουδονίτζης, τοποτηρητής δε του βασιλείου της Θεσσαλονίκης μέχρι της ενηλικιότητος του νέου Δημητρίου (118).

Εντούτοις Θεόδωρος ο Λάσκαρις δραξάμενος της περιστάσεως του θανάτου της αυτοκρατείρας Υολάνδης, ής την θυγατέρα είχε σύζυγον, και προ πολλού επιθυμών να λύση την ειρήνην, ανέλαβε τα όπλα αξιών ότι η σύζυγός του ώφειλε να λάβη το επιβάλλον αυτή μέρος εκ της κληρονομίας της αυτοκρατείρας μητρός της. Βεβαίως το παράβολον της αξιώσεως συνησθάνετο και αυτός· αλλ' ανήρ φιλόδοξος και φιλοπόλεμος ων, σκιάν αφορμής εζήτει ίνα κηρύξη τον πόλεμον. Ο τοποτηρητής του αυτοκράτορος Κόνων Πετούνης είχε πέμψει κατ' αυτού Γάλλους τινάς βαρώνους μετά στρατιωτών υπό την ανωτάτην αρχηγίαν του Γεράρδου Δελατρουή· αλλά μόλις ήρξαντο αι εχθροπραξίαι, οι Βαρώνοι πληροφορηθέντες την εις Κωνσταντινούπολιν άφιξιν του Ροβέρτου έσπευσαν να επανέλθωσι, το μεν όπως τω προσφέρωσι τα σεβάσματά των, το δε, όπως παραστώσιν εις την στέψιν του. Αφ' ετέρου ο δεσπότης της Ηπείρου δεν έπαυε παραβλάπτων και ποικιλοτρόπως ενοχλών τους Φράγκους. Τούτου ένεκεν ο Ροβέρτος βλέπων ότι αδύνατον τω απέβαινε να καταπολεμήση ταυτοχρόνως δύο αντιπάλους, απεφάσισε να ειρηνεύση προς τον ένα εξ αυτών, όπως καταβάλη τον έτερον, και επειδή ο Λάσκαρις ήτο ειρηνικότερος και ειλικρινέστερος του Θεοδώρου, έπεμψε προς αυτόν τον Γεράρδον Δελατρουή και τον Θιερρήν δε-Βαλλιγκούρ πρέσβεις, οίτινες τη αρρωγή και της συζύγου εκείνου Μαρίας, επέτυχαν να συνομολογήσωσιν ειρήνην, δι' ής μεταξύ των άλλων ο Ροβέρτος υπεχρεούτο να ελευθερώση τον αδελφόν του Λασκάρεως, όν εκράτει αιχμάλωτον, οφείλοντος συνάμα και του αυτοκράτορος της Νικαίας να ελευθερώση πάντας τους υπ' αυτού αιχμαλωτισθέντας Φράγκους. Προς πλείω δε παγίωσιν της μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων δυσπνοίας, απεφασίσθη να λάβη ο Ροβέρτος εις σύζυγον Ευδοκίαν, την τετάρτην θυγατέρα ήν ο Λάσκαρις είχεν εκ της πρώτης αυτού συζύγου Άννης, θυγατρός Αλεξίου Ανδρονίκου του Κομνηνού. Το μελετώμενον τούτο σχέδιον κατεπολέμησεν εντόνως ο εν Νικαία Πατριάρχης Μανουήλ και ο τούτου διάδοχος Γερμανός, προβάλλοντες ότι κατά τους της Ορθοδόξου Εκκλησίας κανόνας δεν ήτο επιτετραμμένον να δώση την θυγατέρα του εις τον αδελφόν της συζύγου του· αλλ' ο Λάσκαρις μικράν προσοχήν εις των Πατριαρχών τους λόγους δίδων, και κολακευόμενος υπό της ιδέας του ότι η θυγάτηρ του θα καθίση επί του αυτοκρατορικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου ητοιμάζετο όπως αποστείλη αυτήν προς τον μελλόνυμφόν της, ότε επελθών, εν έτει 1222 ο θάνατος διεσκέδασε τους σκοπούς αυτού. Απεβίωσε δε ο Λάσκαρις εις ηλικίαν πεντήκοντά που ετών και μετά δεκαοκταετή βασιλείαν, και ετάφη εν Νικαία εν τη του Υακίνθου μονή, ένθα ετέθαπτο ο βασιλεύς Αλέξιος και η σύζυγος αυτού Άννα. Ιδού δε πώς ο Ακροπολίτης εικονίζει αυτόν. «Ην το δε σώμα μικρός, ουκ άγαν δε, μελάγχρους εφ' ικανόν, καθήμενον έχων το γένειον και περί το άκρον σχιζόμενον, επ' ολίγον ετερόφθαλμος, προς τας μάχας οξύς, θυμού τε και αφροδισίων ηττώμενος, ελευθερώτερος εν ταις δωρεαίς» (119).

Ο Θεόδωρος Λάσκαρις αποβιώσας κατέλιπε τέσσαρας αδελφούς, τον Αλέξιον, Ισαάκιον, Μανουήλ και Μιχαήλ· εκ δε της πρώτης αυτού συζύγου Άννας έσχε δύο υιούς εις βρεφικήν ηλικίαν τελευτήσαντας και τέσσαρας θυγατέρας, ών η μεν πρωτότοκος Ειρήνη, είχε νυμφευθή πρώτον μεν μετά Ανδρονίκου του Παλαιολόγου, είτα δε μετά Ιωάννου Δούκα του Βατάτζη, η δε δευτέρα μετά του δουκός της Αυστρίας, η τρίτη μετά Βήλα του της Ουγγαρίας βασιλέως και η τετάρτη Ευδοκία, ήτο εκείνη, την οποίαν εμελέτα να εκδώση εις τον αυτοκράτορα Ροβέρτον. Διάδοχος λοιπόν αυτού ήτο ο επί θυγατρί γαμβρός αυτού Ιωάννης Δούκας Βατάτζης, ανήρ κεκοσμημένος ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρεταίς. «Σύνεσιν πλούτων φυσικήν, λέγει Νικηφόρος ο Γρηγοράς και τρόπου ευστάθειαν (120) και βεβηκός ήθος, κάλλιστα την αρχήν διίθυνε και εκόσμει, και τοις τε Ρωμαίων πράγμασι και στρατεύμασι πλείστην εν βραχεί την επίδοσιν εδεδώκει κατά το εκατέροις ανάλογον, μήτε προ βουλής εργαζόμενος ουδέν, μήτε μετά την βουλήν αμελών ουδενός, αλλά πάντα μέτρω και κανόνι διδούς και καιρώ τω προσήκοντι.»

Η επί τον θρόνον της Νικαίας ανάβασις του Βατάτζη εγέννησε μεγίστην χαράν, και ιδία εις τους Γραικούς γιγνώσκοντας τα του νέου αυτοκράτορος προτερήματα, αλλ' εξόργισε και εξηρέθισε σφόδρα τους δύο πρεσβυτέρους αδελφούς του αυτοκράτορος Λασκάρεως και θείους αυτού εκ γυναικός, τον Αλέξιον και τον Ισαάκιον, οίτινες φθόνω στρατηγούμενοι και ζηλοτυπία μακρά, διότι δεν εγένοντο αυτοί της βασιλείας διάδοχοι, του βασιλικού αίματος τυγχάνοντες οικειότεροι, κατέφυγαν παρά τη αυλή της Κωνσταντινουπόλεως προς τον Ροβέρτον και ήρξαντο δι' υποσχέσεων και χρημάτων να εμπνέωσιν εις αυτόν την επιθυμίαν του να εκστρατεύση επί τον Βατάτζην. Προσεπάθησαν μάλιστα φεύγοντες εκ Νικαίας να παραλάβωσι και την ανεψιάν αυτών Ευδοκίαν, όπως την δώσωσιν εις τον Ροβέρτον, καθ' ά προηγουμένως είχε συμφωνήσει ο Λάσκαρις· αλλ' ο Βατάτζης υπονοήσας τον σκοπόν των, εματαίωσεν αυτόν. Εντούτοις είτε διότι ο Βατάτζης εμποδίσας τον γάμον παρώργισε τον Ροβέρτον, είτε διότι ο Ροβέρτος δεχθείς εις την αυλήν του τους δύο φυγάδας εκ Νικαίας ηρέθισε τον Βατάτζην, η μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων ομόνοια έπαυσε και μίσος αδιάλλακτον διεδέξατο αυτήν (121).

Ο Ροβέρτος προτρεπόμενος τοιουτοτρόπως υπό του Αλεξίου και του Ισαακίου ητοιμάζετο να προσβάλη τον Βατάτζην, αλλά εχθρός μάλλον γειτνιάζων, δραστήριος, δεινός περί το επινοείν αείποτε καινά και πάντοτε, του πλείονος εφιέμενος παρείχεν αυτώ ζωηροτέρας ανησυχίας· ην δε ούτος ο της Ηπείρου δεσπότης. Άμα ο Θεόδωρος απαλλάξας του δεσμωτηρίου τον Παπικόν έξαρχον Κολώναν και υποσχεθείς να αναγνωρίση την πνευματικήν του Παπά υπεροχήν, απέτρεψε την κατ' αυτού μελετομένην σταυροφορίαν, λησμονήσας παραχρήμα και Πάπαν και υποσχέσεις, ήρξατο εκ νέου τας εχθροπραξίας, ουδέ των Ενετών, ουδέ της Θεσσαλονίκης, ουδέ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως φειδόμενος, αλλά τους πάντας προσβάλλων και λαφυραγωγών. Ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς Δημήτριος, αντί μένων να υπερασπισθή το κράτος του απεχώρησεν εις Ιταλίαν, όπως ζητήση την προστασίαν του Πάπα και του αδελφού αυτού Γουλλιέλμου, μαρκησίου της Μοντρεράτης. ο Πάπας έπραξε παν ό,τι εδυνήθη όπως πείση τους χριστιανούς ηγεμόνας να λάβωσι τα όπλα υπέρ αυτού, και προς τούτο έγραψε πανταχού παρέχων πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ήθελον σπεύσει να στατολογηθώσι διά την εκστρατείαν ταύτην. Προσέφερεν εκ των ιδίων χρήματα εις τον μαρκήσιον εξοπλίζοντα ισχυρόν στόλον όπως καταπλεύση εις Θεσσαλίαν, εξώρκισε δε τους αρχιεπισκόπους, επισκόπους και κληρικούς της Ελλάδος να δανείσωσιν αυτώ το ήμισυ των προσόδων εαυτών και των εκκλησιών των διά να επαρκέση εις τας ανάγκας του, ορκιζομένου κακείνου ότι ήθελεν αποδώσει πάντα ταύτα άμα ανέκτα το βασίλειόν του. Αλλ' η φωνή του Πάπα ην φωνή βοώντος εν τη ερήμω, διότι η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριαρχία προσήγγιζεν ήδη εις το τέρμα της (122).

Αφ' ετέρου ο Ροβέρτος βλέπων την απειλούσαν αυτόν καταιγίδα, έπεμψε πρέσβυν προς τον Πάπαν Ονώριον, όπως τω υποδείξη την οικτράν του κράτους, πανταχόθεν καταπολεμουμένου, κατάστασιν και επικαλεσθή την συνδρομήν αυτού. ο Πάπας δι' επιστολής του τη 27 Ιουνίου 1822 απήντησε προς ταύτα ότι απαραμείωτον τρέφει την αγάπην του προς τε το άτομον του αυτοκράτορος και προς το κράτος εν γένει, ότι είχεν αφορίσει όλους όσοι συνεμάχουν τοις Γραικοίς, ότι εδημοσίευσε τον αφορισμόν εις πάσας τας παράλους πόλεις ίνα γένηται τοις πάσι γνωστός, και ότι εφωδίασε τον Ουβέρτον κόμητα της Βλάνδρας, όστις είχεν αναχωρήσει προς επικουρίαν της αυτοκρατορίας, διά των αυτών συγχωροχαρτίων, δι' ών εφωδιάζοντο και οι προς κατάκτησιν της Αγίας Γης απερχόμενοι. Δι' ετέρας επιστολής προς τους Βαρώνους υπό την αυτήν ημερομηνίαν, συνίστα και αυτοίς τα ίδια, προτρέπων αυτούς να ώσι πιστοί και πειθήνιοι προς τον αυτοκράτορα και προ πάντων να ομονοώσι προς αλλήλους. Γράφων και πάλιν τη 24 Οκτωβρίου του αυτού έτους προς τον αυτοκράτορα Ροβέρτον, εξώρκιζεν αυτόν να τηρήση εν μέσω των θλίψεων και των ταραχών αυτού την μεγαλοψυχίαν εκείνην, ήτις τω ήτο φυσική, και ιδίως να συστήση την ειρήνην και την ένωσιν εις τους ομοεθνείς του, τω φόβω μη διά της διαιρέσεως υποσκελίσωσιν αυτούς οι Γραικοί. Ουχ ήττον δε περίεργος είνε και ετέρα τις επιστολή, ην τη 26 Οκτωβρίου απηύθυνε προς τον της Ηπείρου δεσπότην, και εξ ής παρατιθέμεθα ενταύθα ταύτα (123).

«Καίτοι προσήψας ημίν τε και τη εκκλησία (έγραφεν ο Πάπας) δεινήν ύβριν, συλλαβών και αιχμαλωτίσας ένα καρδινάλιον, η θεραπεία όμως ήν έλαβε παρά σου κατά την αιχμαλωσίαν του, και αι τιμαί άς τω απέδωσας, ότε τον ηλευθέρωσας, εξασθενούσι την ανάμνησιν της αδικίας σου και θέλουσιν ίσως την εξαλείψει διά παντός, αν αρχίσης να ήσαι δίκαιος. Ημείς έχομεν την διάθεσιν να σε αγαπώμεν, και περί πολλού ποιούμεθα πάντοτε τα τε σωματικά και ψυχικά σου συμφέροντα, αλλά διατί συ παρεμβάλλεις εμπόδια εις τους σωτηρίους ημών σκοπούς; Γνωρίζεις ότι η σύμπνοια αποτελεί την ευδαιμονίαν και την ισχύν των κρατών, και ότι η διχόνοια τα υποσκάπτει και κατακρημνίζει. Οι διχονούντες ηγεμόνες καταστρέφοντες αλλήλους, καταστρέφονται αμφότεροι. Υπό της αληθείας ταύτης οδηγούμενοι, εργαζόμεθα όπως επαγάγωμεν την σύμπνοιαν μεταξύ σου και του λίαν περιποθήτου ημίν υιού του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Η σύμπνοια δε αύτη θέλει σας φέρει την σωτηρίαν, την ανάπαυσιν και την τιμήν. Αναλογίσθητι τους κινδύνους, τας δυστυχίας, τας ανεπανορθώτους ζημίας, ας συνεπάγει η αιματηρά διχόνοια εις τε τα σώματα και τας ψυχάς. Είσαι χριστιανός· ζήθι λοιπόν εν ειρήνη μετά των αδελφών σου, έμπνευσον ημίν υπέρ σου αισθήματα πατρικά. Είθε δε να δυνηθώμεν να σε περιπτυχθώμεν ως μέλος της οικογενείας ημών και να μη αναγκασθώμεν να σε μεταχειρισθώμεν ως αλλότριον.»

Αλλ' όμως ο Θεόδωρος μηδεμίαν προσοχήν εις του Πάπα τας προτροπάς παρέχων, και επωφελούμενος εκ της απουσίας του Δημητρίου, αποχωρήσαντος, ως προείπομεν, εις την Ιταλίαν, επελθών μετά ισχυρού στρατού, εκυρίευσε τας τε γειτνιαζούσας τη Θεσσαλονίκη πόλεις, και αυτήν την ιδίαν εν βραχυτάτω χρόνω, εξ ού πλήρης επάρσεως γενόμενος απεφάσισε να προσλάβη και τον του αυτοκράτορος τίτλον. Επειδή δε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος ο Μεσοποταμίτης, αντέστη στερρότατα, καίτοι πολλαίς καταδίωξεσι και κακουχίαις, υποβληθείς, να τον στέψη, περιέβαλεν αυτόν με την πορφυρίδα και το διάδημα ό της Βουλγαρίας αρχιεπίσκοπος Δημήτριος, όστις ηξίου ότι, αυτόνομος ων και μηδενί οφείλων να δίδη ευθύνας, είχεν εξουσίαν να χρίη βασιλείς οίους και όπου εβούλετο. Αυτοκράτωρ λοιπόν αναγορευθείς ο Θεόδωρος, βασιλικοίς έχρητο τοις πράγμασι, δεσπότας προχειριζόμενος και σεβαστοκράτορας και μεγάλους δομεστίκους και την λοιπήν πάσαν βασιλικήν τάξιν, μη τηρών όμως τους τύπους και τα έθιμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, αλλά Βουλγαρικώτερον ή μάλλον βαρβαρικώτερον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, (124) τοις υποθέσεσι προσφερόμενος. Ο Βατάτζης, όστις ισχυρίζετο ότι μόνος αυτός εδικαιούτο να φέρη τον του αυτοκράτορος τίτλον βεβαίως μετά ζηλοτυπίας είδε του Θεοδώρου τον σφετερισμόν, αλλά μη ων εις θέσιν να κινήση πόλεμον κατ' αυτού, τω επρότεινε να τω παραχωρήση εν πάση κυριότητι πάσας τας κτήσεις, άς κατέλαβεν, επί τω όρω όμως του να παραιτηθή του αυτοκρατορικού τίτλου. Αλλ' ο Θεόδωρος απέρριψε την πρότασιν μετ' επάρσεως και τοιουτοτρόπως επί των λειψάνων της μιας και μόνης άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανιδρύθησαν τέσσαρες τοιαύται, η υπό τον Ροβέρτον εν Κωνσταντινουπόλει, η υπό τον Βατάτζην εν Νικαία, η υπό τον Θεόδωρον εν Θεσσαλονίκη και η υπό τον Αλέξιον Κομνηνόν εν Τραπεζούντι· ουδέ σφάλλει ο Γρηγοράς λέγων, «Συνέβη την των Ρωμαίων ηγεμονίαν, καθάπερ ολκάδα μεγάλην, ανέμοις αγρίοις και κύμασι θαλαττίοις συνειλημμένην, κατά τεμάχια και μέρη πλείστα διαιρεθήναι και άλλον άλλοθι κατά μόρια, και ως έκαστος τύχοιεν, ταύτην διαλαχόντας κληρώσασθαι.» (125)

Πληροφορηθείς ο Ροβέρτος την υπό του Θεοδώρου άλωσιν της Θεσσαλονίκης, έπεμψε κατ' αυτού ισχυρόν στρατόν υπό τας διαταγάς του Θιερρή δε-Βαλιγκούρ και του Νικολάου δε-Μεντβώ, πρωτοστράτορος της Ρωμανίας, οίτινες, ελθόντες επολιόρκησαν τας Σέρρας· αυτός δε συναγαγών έτερον στρατόν πολυπληθέστερον έστειλεν υπό τας διαταγάς του Αλεξίου και του Ισαακίου κατά του Βατάτζη. Δυστυχώς διά τους Φράγκους οι ήρωες της κατακτήσεως είχον ήδη ολοσχερώς σχεδόν εκλίπει· ο Κόνων Πετούνης, Παγιανός ο εξ Αυρηλίας, ο Πέτρος Πλάντζης δεν ήσαν πλέον εν τοις ζώσιν, οι δε νεώτεροι Φράγκοι εκτεθηλυμένοι και εκκεραυνωμένοι δεν εδύναντο να παραβληθώσι προς τους ατρομήτους πατέρας των. Διαβάντες λοιπόν ούτοι εις Ασίαν, τας μεν ναυς αφήκαν περί την Λάμψακον, αυτοί δ' αναβάντες εις την Μεσόγειον ημέρας οδόν συναντώσι τον Βατάτζην περί το Ποιμανηνόν και αρχίζουσι την μάχην μετά μανίας και πείσματος. Έκαστος αυτών διημφισβήτει την νίκην, και κατ' αρχάς μεν οι Γραικοί αποθαρρυθέντες ωπισθοχώρησαν· αλλ' επελθών ο Βατάτζης μετά των επιλέκτων, συνήγαγε τους οπισθοχωρήσαντας, και συμπυκνώσας τας φάλαγγάς του εξορμά κατά των Φράγκων μετά τοσαύτης ορμής, ώστε ούτοι τρέπονται εις φυγήν, πολλούς εν τω πεδίω της μάχης καταλιπόντες, εν οίς τον Μακάριον δε-Σαιντ-Μενεχούλ, τον Βουργέν δε-Φρεσσίνον, τον Γοβέρτον δε-Μαρκ και άλλους· πλείστοι δε αιχμάλωτοι πίπτουσιν εις χείρας του νικητού, μεταξύ των οποίων και αι δύο θείοι του Αλέξιος και Ισαάκιος, ούς υπαιτίους ευρών τυφλοί, τους δε λοιπούς αιχμαλώτους διαπερά εν στόματι μαχαίρας (126).

Η φρικώδης αύτη των Φράγκων ήττα αποθαρρύνασα αυτούς, ανεπτέρωσε των Γραικών τας ελπίδας. Οι τας Σέρρας πολιορκούντες Θιερρής δε-Βαλιγκούρ και Νικόλαος δε-Μαιντβώ, πληροφορηθέντες τα γενόμενα έσπευσαν, λύσαντες την πολιορκίαν, να υποχωρήσωσιν· αλλ' εν τη υποχωρήσει των, επιπεσών αίφνης ο Θεόδωρος, αυτούς μεν ηχμαλώτισε, τον δε στρατόν των κατεσκόρπισεν. Αφ' ετέρου ο Βατάτζης ωφεληθείς εκ της νίκης αυτού εκυρίευσεν αλληλοδιαδόχως ποι μεν διά της πειθούς, ποι δε διά της βίας όλας τας υπό των Φράγκων πρότερον αλωθείσας πόλες, το Ποιμανηνόν, Λεντιανά, Χαρίορος, Βερβενιάκον, και πάσαν την Ασιατικήν παραλίαν, ναυς δε μακράς κατασκευάσας επόρθησε το άστυ των Μαδύτων και την Καλλιούπολιν και εκυρίευσε τας κατά το Αιγαίον, νήσους Λέσβον και Χίον, Σάμον και Ικαρίαν, Κω και Ρόδον και όσαι ταύταις εισί προσεχείς (127).

Τα πάντα, λοιπόν εδείκνυον ότι η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριαρχία εξέπνεεν. Οι κάτοικοι της Αδριανουπόλεως πέμψαντες πρεσβείαν προς τον Βατάτζην ικετεύον αυτόν όπως πέμψας στρατόν τους ελευθερώση του ζυγού των Φράγκων· προθύμως δε αποδεξάμενος την ικεσίαν αυτών εκείνος έστειλε τον πρωτοστάτορα Ισήν και τον Ιωάννην Καμύτζην μεθ' ικανού στρατού, όστις διαπεράσας τον Ελλήσποντον και διά της Μακεδονίας εις Αδριανούπολιν αφικόμενος, εξεδίωξε τους Φράγκους φρουρούς και κατέλαβεν αυτός την πόλιν. Αλλ' όμως ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος, όστις είχε κυριεύσει την Μοσυνούπολιν, την Ξάνθειαν, την Γρατζιανήν και το Διδυμότοιχον, μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν ταύτην του Βατάτζη, ελθών μετά στρατού εις Αδριανούπολιν εύρεν εντός τον δηλωθέντα Ισήν και τον Καμύτζην μετά του στρατεύματος εκείνου. Μη τολμήσας δε να τους εκβιάση ενόπλως όπως κενώσωσι την πόλιν, πέμψας κρυφίως απεσταλμένους προς τους οικήτορας, έπεισεν αυτούς δι' απατηλών λόγων ότι θα τους εμπλήση τιμών και πλούτου όπως εξαγάγωσι το του Βατάτζη στράτευμα και δεχθώσιν εντός το του Θεοδώρου. Οι του αυτοκράτορος της Νικαίας στρατηγοί μη έχοντες υφ' εαυτούς τοσαύτας δυνάμεις, ώστε και προς τους κατοίκους και προς τον Θεόδωρον ν' αντιστώσιν, ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της πόλεως επί τω όρω του να μη πάθωσι δεινόν τι, και ο Ισής να εκβή δι' άλλης πύλης ίνα μη προσκυνήση τον Θεόδωρον. Αλλά και ο Καμύτζης εξελθών μετά του στρατού του ενώπιον του δεσπότου της Ηπείρου, ουχί μόνον δεν αφίππευσεν, αλλά περιφρονών αυτόν ουδέ τον ητένισε καν, ανθ' ού οργισθείς εκείνος τον ύβρισε δεινώς και ολίγον έλειψε διά της βακτηρίας να τον πατάξη. ο Βατάτζης ευχαριστηθείς διά τον τρόπον τούτον του Καμύτζη, τον ετίμησε διορίσας αυτόν εταιριάρχην, τουτέστιν αρχηγόν των μισθωτών· ο δε Θεόδωρος κύριος της Αδριανουπόλεως γενόμενος εξέτεινε τας λεηλασίας αυτού μέχρι Βιζύης και μέχρι και αυτών των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως, τον τρόμον και την φρίκην τοις Φράγκοις φέρων, ο Ροβέρτος θέλων ν' αποσοβήση τον κινδυνώδη αυτόν εχθρόν, έστειλε πολλά, κατ' αυτού αποσπάσματα, τα οποία όμως ουδέν αποτέλεσμα επέφερον (128).

Ενώ ο Βατάτζης ανεδείκνυτο νικητής εν τω πολέμω, μικρού εδέησε να γείνη θύμα μιαράς επιβουλής, ής πρωτουργός ήτον ο πρωτεξάδελφος αυτού Νεστόγγος Ανδρόνικος. Ο ανήρ ούτος παρ' ουδέν θέμενος και την συγγένειαν και την αξίαν του αυτοκράτορος, έχων δε συνεργόν τον τε αδελφόν Ισαάκιον και ετέρους των επιφανών ουκ ολίγους, εν οίς τον μέγαν εταιριάρχην Φλαμούλιον, τον Ταρχανειώτην Συναδηνόν, τον επ' αδελφή τούτου γαμβρόν Στασηνόν, τον Μακρηνόν και άλλους συνώμοσεν ανταρσίαν, της οποίας σκοπός ήτο η απώλεια του αυτοκράτορος. Ο Βατάτζης διέτριβεν εις Λάμψακον, εχθρικός δε στόλος επολιόρκει τον λιμένα, εν ώ ηγκυροβόλει ο ιδικός του, και η ναυμαχία επέκειτο, ότε η επιβουλή ανεκαλύφθη. Επειδή δε οι συνωμόται είχον συνεννοήσεις μετά των εχθρών, ο Βατάτζης προυργιαίτερον τον έσωθεν πόλεμον κρίνας του έξωθεν, απάρας εκείθεν, επί την Αχυράους αφίκετο, τας τριήρεις αυτού πρότερον πυρί καταναλώσας, και εκεί ήρξατο ποιών τας εξετάσεις της επιβουλής. Πάντες οι συνωμόται κατεδικάσθησαν εις θάνατον, αλλ' ο Βατάτζης, φιλανθρώπως φερόμενος, τον μεν Νεστόγγον και Μακρηνόν, όστις απεδείχθη ότι πολλάκις εφώρμησεν εκ των οπισθίων κατά του βασιλέως ίνα τον φονεύση, κατεδίκασεν εις τύφλωσιν και χειροκοπίαν, άλλους δέ τινας εις μικράς ποινάς καθυπέβαλε, τους δε πλείστους κατέκλεισεν επί τινα χρόνον εις ειρκτάς, και αυτόν δε τον πρωτουργόν Νεστόγγον εν τω φρουρίω της Μαγνησίας συνέκλεισεν, αφ' όπου δραπετεύσας κατέφυγε παρά τοις Τούρκοις, παρ' οίς έμεινε μέχρι τέλους. Ο δε Βατάτζης εντεύθεν έλαβε πρόνοιαν περί εαυτού τάξας φύλακας και φρουρούς νύκτωρ τε και μεθ' ημέραν εις τα ανάκτορά του, και μη επιτρέπων εις πάντας ως πρότερον, την είσοδον· προς ταύτα δε συνέτεινε μάλιστα η σύζυγος αυτού Ειρήνη, αρρενωπότερον το ήθος έχουσα και τοις πάσι βασιλικώτερον εντυγχάνουσα (129).

Εν τούτοις οι Φράγκοι, αδυνατούντες να πολεμήσωσι προς δύο εχθρούς, πέμψαντες προς αυτόν πρέσβεις επρότεινον την ειρήνην, παραχωρούντες αυτώ το άστυ των Πηγών. Τοιουτοτρόπως ειρήνευσεν ο Ιωάννης μετ' αυτών, παραχωρησάντων των Φράγκων αυτώ πάσας τας προς νότον χώρας και διατηρησάντων μόνον τα πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως μέρη και τα τη Νικομηδεία εγγίζοντα· η δε ειρήνη αύτη διετηρήθη μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων καθ' όλον το διάστημα της βασιλείας του Ροβέρτου και μέχρι του πέμπτου έτους της του διαδόχου του (130).

Άμα μετά την μάχην του Ποιμανηνού και πριν ή συνομολογηθή έτι η συνθήκη αύτη, ο Ροβέρτος απηυθύνθη προς τον Πάπαν, το σύνηθες καταφύγιον των Φράγκων αυτοκρατόρων, εκτιθέμενος αυτώ την αθλίαν του κράτους του κατάστασιν, και ζητών το τάχιον επικουρίαν. Ο Πάπας όστις από δύο ήδη ετών ησχολείτο να σχηματίση ομοσπονδίαν υπέρ της ανακτήσεως του βασιλείου της Θεσσαλονίκης, εδιπλασίασε τας προσπαθείας αυτού και έγραψε πανταχόθεν προτρέπων και προσκαλών εις σταυροφορίαν. Απηυθύνθη δε κυρίως προς την Γαλλίαν, ήτις ανέκαθεν συνέδραμε διά των στρατιωτών αυτής την Ανατολικήν αυτοκρατορίαν, και επειδή επεκάθητο του θρόνου η Λευκή, γυνή μεγαλοφυής και ευσεβής, μεγάλην δ' επιρροήν επί του συζύγου αυτής Λουδοβίκου Η' έχουσα, έγραψε προς αυτήν παριστών οποίον αίσχος διά τον σύζυγόν της ήθελεν είσθαι ει κατελύετο επ' αυτού η νέα εκείνη Γαλλία, ήτις, βασιλεύοντος του πατρός του, συνέστη. Ενώ δε ο Πάπας παρώτρυνε τους πάντας ίνα δράξωνται των όπλων, αφ' ετέρου Γουλιέλμος ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης εξοπλίσας πολυάριθμον στρατόν παρεσκευάζετο να μεταβή εις Θεσσαλίαν, ότε δεινή νόσος καταλαβούσα αυτόν, τον ηνάγκασε ν' αναβάλη τον σκοπόν του. Καθ' όν δε χρόνον έμενεν αυτός νοσηλευόμενος εις Μοντφεράτην, ο στρατός του διελύθη και εδέησε να ποιήση νέας στρατολογίας, όπως μεταβάς εις Βρίνδισι, περιμείνη εκεί, χειμώνος εφισταμένου, την έλευσιν του έαρος διά να κατέλθη εις Ελλάδα. Κατά Μάρτιον λοιπόν του 1225 έπλευσεν εις Θεσσαλίαν, έχων παρ' εαυτώ παπικόν έξαρχον Νικόλαον τον επίσκοπον Ρηγίου. Οι πρίγγιπες των Αθηνών, της Αχαΐας και της Ευβοίας είχον επίσης, προτροπή του Πάπα, συλλέξει πολυάριθμον στρατόν, ίνα συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού επί τον Θεόδωρον· αλλά και πάλιν αι ελπίδες του Γουλλιέλμου εψεύσθησαν, διότι συσχεθείς νόσω απεβίωσε κατά Σεπτέμβριον του 1225, καταλιπών άνευ αρχηγού τον στρατόν αυτού, όστις ουδεμίαν έχων εις τον Δημήτριον πεποίθησιν απεσυνετέθη, ώστε ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς αποβαλών το κράτος, όπερ ο πατήρ του τω είχε κληροδοτήσει, απεσύρθη εις Μέλφην της Ιταλίας, ένθα τω 1230 εξεμέτρησε το ζην (131).

Εν έτει 1225 απεβίωσε Ματθαίος ο των Φράγκων Πατριάρχης εν Κωνσταντινουπόλει μετά επταετή περίπου πατριαρχίαν, ο δε θάνατος αυτού επήγαγε διχοστασίαν δεινήν μεταξύ του κλήρου, των μεν ζητούντων τον Μίλην δε-Νοτέλ επίσκοπον Βωβέας, των δε ψηφιζόντων ετέρους. Εδέησε, λοιπόν αύθις ν' ανανεχθώσι προς τον Πάπαν, όστις ακυρώσας τας γνώμας αμφοτέρων, εξελέξατο ως πατριάρχην τον Ιωάννην δ' Αββεβίλλην, αρχιεπίσκοπον Βεζανσώνος· αλλά τούτου μη συγκατατεθέντος ν' ανταλλάξη την αρχιεπισκοπήν του προς την πατριαρχίαν, ο τον Ονώριον διαδεξάμενος Γρηγόριος Θ', απέστειλεν αντ' αυτού τον Σίμωνα αρχιεπίσκοπον Τύρου, όστις διετήρησε την πατριαρχίαν μέχρι του εν έτει 1233 επισυμβάντος θανάτου του (132).

Ο Ροβέρτος ειρηνεύσας ήδη προς τον Βατάτζην διενοείτο την ανάκτησιν του βασιλείου της Θεσσαλονίκης· αλλά κατ' εχθρού τοσούτον ισχυρού και πολυμηχάνου, οίος ο Θεόδωρος, είχεν ανάγκην εξωτερικής επικουρίας. Έπεμψε λοιπόν εις Γαλλίαν πρεσβευτήν τον φρούραρχον του Αρράς, όστις επέτυχε παρά Λουδοβίκου του Η' την υπόσχεσιν του ότι θέλει πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν διακοσίους ή τριακοσίους ιππότας εις την υπηρεσίαν του αυτοκράτορος, έλαβε δε και παρά του νέου Πάπα Γρηγορίου την άδειαν να εκποιήση τα χρυσά και αργυρά σκεύη των εκκλησιών όπως επαρκέση εις τας ανάγκας του πολέμου. Αίσθημα όμως ολέθριον εματαίωσε και τους σκοπούς του και τας του Πάπα προσπαθείας. Ο Ροβέρτος ήτο εισέτι άγαμος και η λαγνότης αυτού τον παρέσυρεν εις πράξεις, ου μόνον αυτάς καθ' εαυτούς επιμέμπτους, αλλά και διά το κράτος ολεθρίας. Υπήρχε τότε εν Κωνσταντινοπόλει νεάνις τις εκ Γαλλίας, περίφημος επί καλλονή, ής ο πατήρ Βαλδουίνος Νεβίλ, ιππότης εξ ευγενούς οικογενείας του Αρτοά, είχε παρακολοθήσει τους σταυροφόρους κατά την άλωσιν της Κωνσταντινοπόλεως. Αποθανών κατέλιπε την σύζυγόν του και μίαν θυγατέρα, ήν εκείνη εμνήστευσε μετά τινος εκ Βουργουνδίας ευπατρίδου. Ο Ροβέρτος, όστις εν τη κυριαρχία του δεν εγνώριζε νόμους ανωτέρους αυτού, ιδών την περικαλλή εκείνην νεανίδα και αποφασίσας να αποκτήση αυτήν, απηυθύνθη προς την μητέρα της, ήτις θαμβωθείσα εκ της λάμψεως της αυτοκρατορικής πορφύρας και αθετήσασα την προς τον Βουργούνδιον υπόσχεσίν της, παρέδωκε την θυγατέρα της προς τον αυτοκράτορα επί τη ελπίδι βεβαίως νομίμου γάμου.

Ο μνηστήρ της νεάνιδος περιυβρισθείς τοιουτοτρόπως απεφάσισε να εκδικηθή διά την γενομένην αυτώ προσβολήν την τε μητέρα, την θυγατέρα και τον ακόλαστον τύραννον. Συναγαγών λοιπόν τους οικείους, τους υποτελείς και τους φίλους του, οίτινες δεν ήσαν ευάριθμοι, εξεβίασε μια των νυκτών τας θύρας των ανακτόρων, και εισορμήσας εντός συνέλαβε την μητέρα και την θυγατέρα, έσυρε την μητέρα εκτός των ανακτόρων και την εβύθισεν εις το ορμητικόν του Βοσπόρου ρεύμα, αποταμών δε την ρίνα και τα χείλη της δυστυχούς κόρης, εγκατέλιπεν αυτήν φρικωδώς ηκρωτηριασμένην εις τον αυτοκράτορα, όστις εν τω πρώτω θορύβω εκρύβη όλως τρέμων εις το απροσβατώτερον μέρος των ανακτόρων.

Πράξις τοσούτον προσβλητική ώφειλε βεβαίως να εξεγείρη άπαν το κράτος κατά του μη ευσεβασθέντος τον οίκον του βασιλέως· αλλ' επειδή υπαίτιος ήτο ο Ροβέρτος, τον οποίον οι υπήκοοί του απεχθαίνοντο διά τον εκδεδιητημένον αυτού βίον, τα πάντα παρήλθον εν σιγή. Ούτος δε ουχί μόνον δεν ετόλμησε να εκδικηθή τους προσβαλόντας αυθαδώς αυτόν, αλλά μη δυνάμενος πλέον να μένη εις Κωνσταντινούπολιν, άτε παρά πάντων προπηλακισμένος, απεσύρθη εις Ιταλίαν όπως παραπονεθή προς τον Πάπαν και επικαλεσθή την επικουρίαν του. Ο Γρηγόριος τον υπεδέχθη μετ' οίκτου και παραμυθών αυτόν διά την απώλειαν της τιμής του, τον προέτρεψε να επανέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και πασχίση διά καλλιτέρας διαγωγής να επανορθώση τα λάθη του. Κατά την επιστροφήν του όμως, ενώ διήρχετο δι' Αχαΐας, νόσος δεινή, αποτέλεσμα βεβαίως βαθείας θλίψεως, τον κατεβίβασεν εν έτει 1228 εις τον τάφον, μετά επταετή βασιλείαν, και, μήπω εισέτι το τριακοστόν έτος άγοντα. Χαρακτηριστικά του αυτοκράτορος τούτου ήσαν η ασθένεια του πνεύματος και η έλλειψις γενναιοπρεπείας· ταύτα δ' επήνεγκον δεινούς εις το κράτος κλονισμούς, εξ ών οψιαίτερον προήλθεν η καταστροφή του (133).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ Πέμπτος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως 19 Απριλίου 1229 — 23 Μαρτίου 1237.

Αποβιώσαντος του Ροβέρτου, το αυτοκρατορικόν στέμμα κατά τον νόμον έπρεπε να περιέλθη εις τον αδελφόν αυτού Βαλδουίνον, μόλις το δέκατον της ηλικίας έτος συμπληρώσαντα, και όν η Υολάνδη άμα τη αφίξει αύτης εν Κωνσταντινουπόλει έτεκε. Βεβαίως, εις την κρισιμωτάτην περίστασιν, εις ήν διετέλει το κράτος, ο Βαλδουίνος ήν πάντη ακατάλληλος διά τον θρόνον ενώ εκατέρωθεν αυτού ίσταντο ο δεσπότης της Ηπείρου και ο αυτοκράτωρ της Νικαίας, άνδρες πολεμικοί και πολυμήχανοι, απεκδεχόμενοι την ανατροπήν αυτού. Απητείτο λοιπόν χειρ ουχί νηπιώδης, αλλ' ανδρική και στιβαρά όπως κρατήση τας κυβερνητικάς ηνίας και αντεπεξέλθη επιτυχώς κατ' εχθρών τοσούτον επικινδύνων.

Την ανάγκην ταύτην συναισθανόμενοι οι Βαρώνοι έστρεψαν τα βλέμματά των προς τα πέριξ του θρόνου επιζητούντες τινά, εις όν προς ώραν να αναθέσωσι την εξουσίαν· αλλά δυστυχώς δι' αυτούς, οι ως ο Κόνων Πετούνης άνδρες, από πολλού είχον ήδη εκλίπει. Εζήτησαν λοιπόν στήριγμα εν τοις έξωθεν, και ως τοιούτον ενόμισαν ότι εύρον τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, ηγεμόνα εξιδιασμένης τόλμης και γενναιότητος· όπως δε προσελκύσωσιν αυτόν, τω προέτεινον τον γάμον του Βαλδουίνου μετά της θυγατρός αυτού. Οποία φορά των πραγμάτων! Οι Φράγκοι οι θρασείς και μεγαλαύχενες, οι ηττηθέντες και καταισχυνθέντες υπό του Ιωάννου και των Βουλγάρων, περιήλθον εις την επονείδιστον ανάγκην να αναθέσωσιν επί τον Ασάν και τους Βουλγάρους, ως επ' άγκυραν, πάσαν αυτών την ελπίδα! Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την πρότασιν των Φράγκων, το μεν, διότι εκολακεύετο η φιλοτιμία του, το δε, διότι εξεκεντάτο η φιλοδοξία του, επιθυμούντος σφόδρα να πολεμήση τον Βατάτζην και τους Γραικούς, αρχαίους των Βουλγάρων εχθρούς θεωρουμένους. Υπεγράφη λοιπόν συνθήκη, καθ' ήν ο μεν Βαλδουίνος ώφειλεν εν καιρώ να νυμφευθή την θυγατέρα του Ασάν, ούτος δε ανεδέχετο ιδία δαπάνη να ανακτήση και επαναγάγη υπό την κυριότητα του αυτοκρατορικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως όλας τας χώρας, όσας ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ και ο τούτου, διάδοχος Θεόδωρος απέσπασαν απ' αυτού. Απελείπετο δε πλέον να γνωσθή αν ο Ασάν προυτίθετο να πραγματοποιήση ό,τι ανεδέξατο, ή αν ηλαύνετο υπό σκοπών ιδιοτελείας (134).

Εν τούτοις οι μετά του Βουργουνδίου ευγενούς εισελάσαντες εις τα ανάκτορα και περιυβρίσαντες την του Ροβέρτου παλλακίδα βαρώνοι, φοβούμενοι μη ο Βαλδουίνος, ισχυρός διά της συμμαχίας γενόμενος, ήθελε, διεκδικών την τιμήν του αδελφού του, καταδιώξει αυστηρώς αυτούς, ήρξαντο διά δολοπλοκιών να ενσπείρωσιν εις τους πάντας την ιδέαν ότι ο Ασάν κυριεύων παρά του Θεοδώρου τας διαφόρους χώρας ήθελε τας προσθέσει εις το κράτος του, και ότι αντί να ταπεινωθώσιν επί τοσούτον οι Φράγκοι, ώστε να ζητήσωσι την συνδρομήν έθους εχθρικού και βασιλέως βαρβάρου και απίστου, προτιμότερον και αξιοπρεπέστερον ήτο ει απηυθύνοντο πρός τινα Γάλλον άρχοντα, εις όν να αναθέσωσι την του Βαλδουίνου κηδεμονίαν. Η ιδέα αύτη γενικευθείσα εματαίωσε την προς τον Ασάν συνθήκην, και οι βαρώνοι απεφάσισαν να ζητήσωσι μεταξύ των ομοφύλων τον κατάλληλον όπως και τα του κράτους δεξιώς διευθύνη, και τους εναντίους αποσβήση ως τοιούτον δ' εξελέξαντο τον Ιωάννην Βρυέννιον, κόμητα της Μάρχης (135).

Ο Ιωάννης Βρυέννιος, υιός Εράρδου του κόμητος Βρυεννίου και αδελφός του Γωτιέρου Βρυεννίου, παιδιόθεν είχε προορισθή διά το εκκλησιαστικόν στάδιον· αλλ' άμα έφθασεν οπωσούν εις ηλικίαν, τοσούτον οικτρόν στάδιον τω εφάνη εκείνο, ώστε δραπετεύσας του πατρικού του οίκου, κατέφυγεν εις την μονήν του Κλερβώ, ένθα εδεξιώσατο και εξεπαίδευσεν αυτόν κληρικός τις θείος του. Μια δε των ημερών ενώ ίστατο παρά τη θύρα της μονής ταύτης, ανεγνωρίσθη υπό του στενού αυτού συγγενούς Σίμωνος δε-Βροά, άρχοντος της Σατωβιλαίνης, όστις συγχρόνως προς τας ευχάς του τω έδωκεν αγωγήν στρατιωτικήν και τον καθιέρωσεν ιππότην. Ο πατήρ του Ιωάννου, δυσηρεστημένος ων κατ' αυτού, διότι εφάνη απειθής, τον ελησμόνησε σχεδόν καθ' ολοκληρίαν· έλαβε λοιπόν ούτος τον σταυρόν μετά του αδελφού του Γωτιέρου και των άλλων κυρίων, οίτινες επορεύθησαν προς άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλ' επειδή ο Γωτιέρος περιεβλήθη το βασιλικόν στέμμα της Σικελίας, ο Ιωάννης τον συνώδευσεν εις Νεάπολιν, και μετά τον θάνατον εκείνου, ανέλαβε την κηδεμονίαν των τέκνων του· αποβιώσαντας δε του Αμορή Β' ρηγός της Ιερουσαλήμ, οι βαρώνοι γνωρίζοντες εκ φήμης την ανδρίαν και την αρετήν αυτού έπεμψαν πρέσβεις προς τον Ιωάννην Βρυέννιον, όπως τω προσφέρωσι το τε στέμμα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, όπερ τότε απηρτίζετο εκ μόνης της Πτολεμαΐδας και της Τύρου, και την χείρα Μαρίας της θυγατρός Κονράδου του μαρκησίου της Μοντφεράτης και της βασιλίσσης Ισαβέλλας. Ο Ιωάννης εδέξατο προθύμως τας λίαν κολακευτικάς δι' αυτόν προτάσεις ταύτας, και ενυμφεύθη μεν την Μαρίαν, εξ ής ετέκε την Υολάνδην, σύζυγον του Φριδερίκου Β' οψιαίτερον γενομένην, έλαβε δε το σκήπτρον και μεταβάς εις το κράτος του κατεπολέμησε τους εχθρούς αυτού εν Παλαιστίνη και Αιγύπτω· αλλ' οι ηρωικοί αυτού αγώνες δεν εδύναντο να κρατήσωσι το σεσαθρωμένον οικοδόμημα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, και ηναγκάσθη να μεταβή τω 1222 εις Γαλλίαν και εκείθεν παρά τω Πάπα εις Ρώμην, όπως ζητήση βοήθειαν κατά των απίστων. Αποβιωσάσης δε τότε της συζύγου του Μαρίας, ενυμφεύθη δεύτερον γάμον, και εβδομήκοντα τεσσάρων ήδη ετών ων, Βεραντζέρην την θυγατέρα του βασιλέως τη Καστιλλίας Αλφόνσου, εξ ής έσχε τρεις υιούς και μίαν θυγατέρα, εκδοθείσαν Βαλδουίνω τω αυτοκράτορι. Αλλά πληροφορηθείς ότι εν τη απουσία αυτού εκ Παλαιστίνης, ο γαμβρός του Φριδερίκος, μεταβάς εκεί, έλαβε τον τίτλον ρηγός Ιεροσολύμων, απεκδύων ούτω τον πενθερόν του του κράτους του, έμεινεν εις Ευρώπην και αποσυρθείς παρά τω Πάπα Γρηγορίω Θ' έλαβε την αρχηγίαν του στρατού αυτού κατά του Φριδερίκου (136).

Η πολεμική φήμη του Ιωάννου διά τα κατά την Συρίαν κατωρθώματα αυτού ήτο μεγίστη· σύγχρονος δέ τις χρονογράφος, εγκωμιάζων τας αρετάς του, λέγει περί αυτού τάδε (137),

Ουδέ ο Εκτωρ, ουδ' ο Ρολάνδος, Ουδέ Ιούδας ο Μακκαβαίος Έπραξε, τόσα, φανείς τοσούτον Γενναίος, όσον ο Ιωάννης Όστις εντός τε κ' εκτός του κράτους, Παρέσχε δείγματα τεραστίας Τόλμης, ανδρίας, νοημοσύνης.

Τάδε προτερήματα αυτού ταύτα έκρυπτεν υπό σώμα γιγάντειον, το οποίον μετ' εκπλήξεως περιγράφουσιν οι τότε χρονογράφοι. Και αυτός, δε ο Βυζαντινός Γεώργιος Ακροπολίτης, ιδών κατά πρόσωπον τον Ιωάννην, ιδού πώς εκφράζεται περί αυτού. «Ως και αυτός τούτον, είδον, υπερεξεπλάγην το του ανδρός μήκος εν πάση διαπλάσει τους άλλους υπερβάλλοντος κατά γε μήκος και πλάτος.» (138) Ήτο δε τότε ογδοήκοντά που ετών, αλλ' εφαίνετο διατηρών όλην την ζωηρότητα και ρώμην της νεανικής ηλικίας.

Τοιούτον λοιπόν εκλεξάμενοι οι βαρώνοι ως ηγεμόνα αυτών κατά την ανηλικότητα του Βαλδουίνου, έπεμψαν και εκ σεβασμού και εκ φόβου μη προσκρούσωσιν εις τας προθέσεις της Ρώμης, πρέσβεις προς τον Πάπαν όπως τω εκθέσωσι την εκλογήν αυτών και ζητήσωσιν την επιδοκιμασίαν του. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι πρέσβεις προς τον Γρηγόριον Θ', τω εξέθηκαν «Ότι η μεν μικρά ηλικία του κυρίου των εδείτο οδηγού πεφωτισμένου, το δε κράτος αρχηγού ανδρείου και επιτηδείου όπως τω υπερασπίση κατά των περικυκλούντων αυτό εχθρών. Ότι η Μακαριότης του εγνώριζεν υπέρ πάντα άλλον πόσον ο Βρυέννιος συνεκέντρου εν εαυτώ τα προτερήματα ταύτα. Ότι διά του γάμου της θυγατρός αυτού μετά του ανήλικος αυτοκράτορος, ήθελον συνδεθή οι δύο ούτοι ηγεμόνες διά δεσμού αδιαρρήκτου, και ότι υπό την αιγίδα της ευτυχούς ταύτης, συμμαχίας, και υπό την προστασίαν της Αγίας Έδρας η αυτοκρατορία εσωτερικώς μεν ήθελεν ευδαιμονήσει, εσωτερικώς δε αποσοβήσει των Γραικών και των Βουλγάρων τας επιβουλάς.»

Ο Πάπας, επιδοκιμάσας τους λόγους, υφ' ών ελαυνόμενοι οι βαρώνοι προέβησαν εις την εκλογήν του Βρυεννίου, πρασεκάλεσεν αυτόν εις Ριέτιον, και εκεί συνωμολόγησαν οι εκ Κωνσταντινουπόλεως πρέσβεις και αυτός την επομένην συνθήκην. «Ότι ο γάμος του Βαλδουίνου και της θυγατρός του Ιωάννου Μαρίας ήθελε τελεσθή άμα οι δύο ούτοι έφθανον εις ηλικίαν επίγαμον· ότι ένεκα της ανηλικιότητος του Βαλδουίνου ο Βρυέννιος ήθελε στεφθή αυτοκράτωρ, και διατηρήσει την εξουσίαν και τον τίτλον τούτον εφ' όρου ζωής· ότι μετά την αποβίωσίν του, ο Βαλδουίνος και οι νόμιμοι κληρονόμοι του έπρεπε να ώσιν αυτοκράτορες· ότι ο Βρυέννιος ήθελε συντηρεί τον Βαλδουίνον μέχρις ηλικίας είκοσιν ετών συμφώνως προς την γέννησιν και την αξίαν αυτού και ότι τότε ο Βρυέννιος ήθελε λάβει το βασίλειον της Νικαίας και τας εν Ασία κτήσεις των Γάλλων, εκτός του δουκάτου της Νικομηδείας, όπερ επεφυλάσσετο διά τον Βαλδουίνον εν τέλει· ότι ο Βρυέννιος είχε το δικαίωμα να κληροδοτήση εις τους κληρονόμους του κατ' εκλογήν ή τας εκείθεν του Βοσπόρου χώρας ή τας εντεύθεν, εξαιρουμένης της Θράκης από Αδριανουπόλεως, επί τω όρω όμως οι κληρονόμοι του να δώσωσιν όρκον εις τον Βαλδουίνον ότι θα τον υπηρετώσιν εν πολέμω ως υποτελείς και θα συνεκστρατεύωσι προσωπικώς όταν κακείνος εξεστράτευεν. Η συνθήκη αύτη εγκριθείσα υπό του Πάπα, επεκυρώθη παρ' αυτού εν Περούζη τη 19 Απριλίου 1229. Ταυτοχρόνως δε ο Πάπας εξηκόντισε δεινόν αφορισμόν κατά του Θεοδώρου Κομνηνού, και καθ' όλων όσοι ή δι' όπλων ή διά στρατού και πλοίων τον συνέδραμον εις τον κατά των Φράγκων πόλεμον (139).

Ο Βρυέννιος ανακηρυχθείς τοιουτοτρόπως έπεμψε πρέσβεις μετά πολυτίμων δώρων προς τον γαμβρόν αυτού αυτοκράτορα Φριδερίκον, μετά του οποίου βεβαίως δεν διετέλει εν αρμονία ες ότου εκείνος απογυμνών αυτόν του κράτους του, προσέλαβε τον τίτλον βασιλέως της Ιερουσαλήμ. Ο Φριδερίκος υπεδέξατο, τη 29 Νοεμβρίου του αυτού έτους, μετά μεγίστης επισημότητος τους απεσταλμένους του πενθερού του, προς όν δι' αυτών και συνθήκην συνωμολόγησεν· ο δε Βρυέννιος ήρξατο ποιών τας αναγκαίας διά την αναχώρησίν του προπαρασκευάς, αίτινες όμως διήρκεσαν δύο όλα έτη· κατά δε την πολυχρόνιον ταύτην εκ Κωνσταντινουπόλεως απουσίαν του, διώκει το κράτος ως παρατηρητής αυτού ο Ταρζότος δε-Τουσή άρχων Γάλλος, ού σύζυγος ην η θυγάτηρ του Θεοδώρου Βρανά και Αγνής της Γαλλίδος ηγεμονόπαιδος.

Εν τούτοις η προσγενομένη εις τον βασιλέα των Βουλγάρων προσβολή ήτο τοιαύτη, ώστε αδύνατον απέβαινεν εις αυτόν να μη ζητήση εκδίκησιν, ιδόντα προτιμώμενον τον Βρυέννιον και εν τη κηδεμονία του θρόνου και εις τον της θυγατρός του γάμον. Όπως δε εκδικηθή ταχύτερον και ευχερέστερον, συνεμάχησε μετά του ασπονδοτέρου των Φράγκων εχθρού, του δεσπότου της Ηπείρου Θεοδώρου, εις τον αδελφόν του οποίου Μανουήλ, προς πλείω παγίωσιν της συμμαχίας, εξέδωκε και την θυγατέρα αυτού Μαρίαν εις γάμον. Ήλπιζε δε ότι διά της αρωγής του Θεοδώρου ήθελεν επιφέρει πληγήν καιρίαν εις τους περιυβρίσαντας τοσούτον απρεπώς αυτόν· αλλ' η απιστία του συμμάχου τούτου, τα πάντα εις τον βωμόν της φιλοδοξίας θύοντος, τον ηνάγκασε ν' αναβάλη μεν την εκπλήρωσιν της εκδικήσεώς του, να στρέψη δε τα όπλα κατ' αυτού του ιδίου συγγενούς και συμμάχου του. Ο Θεόδωρος, «ανήρ θρασύτερος, κατά την έκφρασιν του Ακροπολίτου, και ατακτότερον φερόμενος ου μόνον εν βασιλείοις, αλλά και εν πάσιν απλώς τοις πολιτικοίς και θαμά παραβαίνων τους όρκους και παρασπονδών τοις εν γειτόνων» αποσπάσας του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως την Θεσσαλονίκην, Αδριανούπολιν και όλας τα μέχρις Έβρου Θρακικάς πόλεις ηθέλησε, μεταχειριζόμενος ως μέσον την συνθήκην και την συγγένειαν όπως απογυμνώση εκείνους προς ούς συνεβάλετο, να παρεκτείνη τας κτήσεις του και προς την Βουλγαρίαν. Συναγαγών λοιπόν πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Γερμανών, ούς τω είχε πέμψει προς υπηρεσίαν του ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, κατηυθύνθη, ηγούμενος αυτού, προς την Αδριανούπολιν· τούτο πληροφορηθείς ο Ασάν και υποπτεύων τους δολίους του Θεοδώρου σκοπούς, συνέλεξε και αυτός εκ του προχείρου όσους αν εδυνήθη στρατιώτας, οίς προσετέθησαν και ωσεί χίλιοι Κουμάνοι, και εστρατοπέδευσε προς την παρά τω Έβρω Κλοκοτινίτζαν. Βεβαίως ο στρατός αυτού ήτο ασυγκρίτως ολιγαριθμότερος του εχθρικού, αλλ' είχεν υπέρ εαυτού το δίκαιον, διά τούτο άμα πληροφορηθείς την προσέγγισιν του Θεοδώρου τολμηρώς προέβη προς συνάντησιν αυτού πλήρης θάρρους και οργής. Όπως δε εμπνεύση τα αισθήματα ταύτα και εις τους στρατιώτας τους, απηώρησεν εις ιστόν, δίκην σημαίας, την έγγραφον συνθήκην, ήν αναίδην ο εχθρός παρεβίαζε, και υπό την σημαίαν ταύτην προσεκάλεσε τους Ηπειρώτας αυτού εις τον αγώνα. Συναντηθέντες λοιπόν οι δύο εχθροί, κατ' Απρίλιον του 1230, συνεπλάκησαν, και μετά βραχυχρόνιον μεν, αλλ' αιματηράν και πολύστονον μάχην, ηττήθη κατά κράτος ο Θεόδωρος, και ο μεν στρατός του οικτρώς κατεστράφη, αυτός δε ο ίδιος μετά των αρχηγών και λογάδων του έπεσαν αιχμάλωτοι, άπαν δε το στρατόπεδόν του περιήλθεν ως λεία εις τας χείρας του νικητού. Βεβαίως αν ήτο έτερός τις εις την θέσιν του Ασάν φρικωδώς ήθελεν εκδικηθή τον Θεόδωρον διά την δολιότητα μεθ' ής προσεφέρθη· αλλ' αυτός φιλανθρωπότερον προς το αλωθέν πλήθος διατεθειμένος, τους μεν πλείστους των αιχμαλώτων, και ιδία τους χυδαιοτέρους και σύγκλυδας, ηλευθέρωσε και προς τας εαυτών απέπεμψε πατρίδας, εκράτησε δε μόνον τον Θεόδωρον και τους αρχηγούς, οίς όμως επεδαψίλευσε πάσαν περιποίησιν. Έπραττε δε ταύτα ουχί μόνον εξ αισθημάτων φιλανθρωπίας εμπνεόμενος, αλλά και εξ αυτού του ιδίου συμφέροντος ελαυνόμενος, διότι επιθυμών να δεσπόση των λαών, προπαρεσκεύαζεν αυτούς διά της αγαθότητος και ηπιότητας εις υποταγήν· τούτο δε και επέτυχε, διότι μετά την νίκην εκείνην προβάς εκυρίευσεν αναιμωτί την Αδριανούπολιν, το Διδυμότοιχον, το Βολερόν άπαν, τας Σέρρας, την Πελαγονίαν, την Πρίλεπαν και τα πέριξ τούτων. Εξέτεινε δε συνάμα τας καταδρομάς αυτού διά Θεσσαλίας άχρις Ηπείρου, εκυρίευσε το Έλβανον και ελήισε την μέχρις Ιλλυρικού χώραν, ουχί διά πυρός και μαχαίρας, ως οι προκάτοχοι αυτού, ουδ' εντρυφών εις τα αίματα των κατοίκων, αλλ' ηπίως και αβλαβώς. Τοιουτοτρόπως προσείλκυσε των πάντων την αγάπην, θαυμαστός και μακάριος τοις πάσι λογιζόμενος (140).

Ο Θεόδωρος αιχμάλωτος μένων μετά των οικείων και αξιωματικών του καταστραφέντος στρατού του, εφρουρείτο μεν παρά του Ασάν, αλλά και εφιλοφρονείτο τα μέγιστα· επειδή όμως εφωράθη διενεργών συνωμοσίας κατά του βασιλέως των Βουλγάρων, εξετυφλώθη υπ' αυτού, απολέσας τοιουτοτρόπως διά παντός την ελπίδα του να δυνηθή να επανορθώση ήν υπέστη ζημίαν. Ο δε αδελφός αυτού Μανουήλ Άγγελος, όστις και δεσποτικώ αξιώματι υπό του αδελφού ετιμάτο, σωθείς διά φυγής όταν κατεστράφη ο του Θεοδώρου στρατός, μετέβη εις Θεσσαλονίκην και ανέλαβε την διοίκησιν αυτής, δεσπότης ονομαζόμενος και ερυθροίς γράμμασι τας γραφάς αυτού επικυρών, και κυριεύων ταύτης και των περί ταύτην· ανθ' ού καί τις πρέσβυς απεσταλμένος προς αυτόν παρά του Ασάν, τον έσκωψε διά τας βασιλικάς αυτού αξιώσεις, ειπών· «Εις σε επ' αληθείας αρμόζει το εις τον Χριστόν ψαλτωδούμενον «Σε τον βασιλέα, και δεσπότην.»» Εν τούτοις ο Μανουήλ θέλων να παγιώση την εξουσίαν αυτού εζήτησε την συμμαχίαν των γειτνιαζόντων πριγγίπων, και ιδία του Γοδοφρέδου Βιλαρδουίνου, πρίγγιπος της Αχαΐας, προς δε απηυθύνθη, ως είχε πράξει εν αρχή και ο αδελφός αυτού, προς τον Πάπαν, εκλιπαρών την προστασίαν αυτού, εναντίον της θελήσεως του Έλληνος Πατριάρχου Γερμανού, όστις τω έπεμψε τον Μητροπολίτην Αγκύρας, όπως τον αποτρέψη του σκοπού τούτου, και υποσχόμενος αυτώ την αναγνώρισιν της πνευματικής του Ρωμαίου ποντίφικος υπεροχήν. Τοιουτοτρόπως ο Μανουήλ εγένετο άρχων των προς τα δυτικά μέρη χωρών και πόλεων, μηδέ παρά των Βουλγάρων το παράπαν ενοχλούμενος, διότι είχε λάβει ως σύζυγον την εκ παλλακίδος θυγατέρα του Ασάν (141).

Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, μετά την υπογραφήν της συνθήκης της εκλογής του, ητοιμάζετο να μεταβή όπως λάβη κατοχήν του θρόνου, εφ' ήν ανήλθε χάρις εις την φήμην της ανδρίας και της πείρας του· αλλά πριν ή μεταβή εις Ανατολήν απεφάσισε να στρατολογήση στρατιώτας, και προς τούτο επεσκέψατο διαφόρους χώρας, μηδ' αυτών των Παρισίων εξαιρουμένων. Εκείθεν μεταβάς εις Ενετίαν ανενέωσε την μεταξύ των προκατόχων του και της Δημοκρατίας εκείνης ανέκαθεν υπάρχουσαν συμμαχίαν, και εζήτησε παρ' αυτής πλοία ίνα μετακομισθή διαπόντιος εις Κωνσταντινούπολιν, διότι μη έχων λαόν αξιόχρεων, καθ' ά λέγει ο Ακροπολίτης, δεν ετόλμα να υπάγη διά ξηράς. Αφ' ετέρου ο Πάπας δι' εγκυκλίων του προς τους χριστιανούς πρίγγιπας παρώτρυνεν αυτούς να παράσχωσι συνδρομήν· και στρατιώτας δι' έν τοσούτω ένδοξον έργον· η δε Ενετία συμμετέχουσα όλων των ωφελειών του Φραγκικού κράτους, τω προσέφερε δεκατέσσαρα πλοία πολεμικά και πολλά άλλα φορτηγά διά την μεταφοράν χιλίων διακοσίων ίππων και πεντακοσίων πεζών μετά ζωοτροφιών διά τρεις μήνας. Ταυτοχρόνως ο Πάπας έγραψε προς τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως Σίμωνα, εξαγγέλων αυτώ την προσεχή άφιξιν του Ιωάννου, και προσκαλών αυτόν να παροτρύνη τον λαόν, όπως διά πάσης τιμής υποδεχθή τον αυτοκράτορα. Τοιουτοτρόπως ο Βρυέννιος παρεσκευασμένος ανεχώρησεν εξ Ενετίας κατ' Αύγουστον ή Σεπτέμβριον του 1231 και αφικόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα περιεμενέτο ανυπομόνως, εστέφθη υπό του Πατριάρχου αυτοκράτωρ εν τη Αγία Σοφία μετά πασών των κατά τοιαύτας περιστάσεις διατυπώσεων (142).

Περιελθών εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον ο Βρυέννιος διέψευσε την ιδέαν, ήν είχον σχηματίσει οι λαοί περί της ανδρίας αυτού, ής τοσαύτα τέως παρέσχε τεκμήρια, διότι αντί να χρησιμοποιήση τους άνδρας ούς εξ Ιταλίας και Γαλλίας ήγαγε, και ανακτήση τας χώρας τας οποίας οι Γραικοί είχον αποσπάσει από την αυτοκρατορίαν, άφησε να παρέλθωσι δύο έτη χωρίς ουδέν κατά των εχθρών του να επιχειρήση, χωρίς, ενί λόγω, ουδέ πόλεμον ουδέ ειρήνην να ποιήση, αλλ' εγκαταλείπων τον στρατόν του να διαφθείρηται εν τη αεργία και τη τρυφή. Της απραξίας του ταύτης ο μεν Ακροπολίτης δίδωσι λόγον τον φόβον, όν είχε προς τον Βατάτζην, στρατηγικώτατον όντα και εις τας κατά των εχθρών μάχας ευμεθοδώτατον, έτεροι όμως αποδίδουσιν αυτήν εις την φιλαργυρίαν, σύνηθες των γερόντων ελάττωμα, υφ' ής κατείχετο και ο Βρυέννιος. Όπως ποτ' αν η, ο αυτοκράτωρ ούτος εφάνη λίαν αδρανής, και συγγνωστός μεν ήθελεν είσθαι αν προ πολλού επί του θρόνου καθήμενος και μετά βίον τρικυμιώδη και, παλυτάραχον εκοιμάτο επ’ αυτού· αλλ' αξιόμεμπτος θεωρείται διότι ανέβη επί του θρόνου όπως κοιμηθή.

Κατά το πρώτον έτος της αυτοκρατορίας του Βρυεννίου απεβίωσεν εν Κωνσταντινουπόλει ο Φράγκος Πατριάρχης αυτής Σίμων· ο δε Πάπας, μεινάσης επί όν έτος κενής της Πατριαρχικής έδρας, ανεβίβασεν επ' αυτήν τον εκ Πλακεντίας Νικόλαον, επίσκοπον Σπολέτου. Τότε δε συνέβη και σφοδρός εν Κωνσταντινουπόλει σεισμός όστις πολλούς μεν ναούς, πλείστας δε οικίας κατεκρήμνισε και πολλάς τη πόλει επήνεγκε ζημίας.

Μετά διετή ηρεμίαν απεφάσισε τέλος ο Βρυέννιος να εξέλθη εις εκστρατείαν, διότι έβλεπεν ότι ημαύρωσε κατά μέγα μέρος την πολεμικήν αυτού φήμην· εδράζατο δε της ευκαιρίας καθ' ήν ο Ιωάννης Βατάτζης ην απησχολημένος εις τον πόλεμον προς Λέοντα τον Γαβαλλάν, όστις τω τίτλω Καίσαρος παρ' αυτού τιμηθείς, ήρε την σημαίαν της ανταρσίας και κατέλαβε, την νήσον Ρόδον (143). Ο Βατάτζης θέλων να σωφρονίση τον αχάριστον εκείνον υπήκοόν του έπεμψε κατ' αυτού ένα των μάλλον διακεκριμένων στρατηγών του, τον Ανδρόνικον Παλαιολόγον, μέγαν δομέστικον, μετά στόλου όστις κατεπολέμησε τον αντάρτην και επανήγαγε την Ρόδον υπό την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος. Της καιρίας λοιπόν ταύτης δραξάμενος ο Βρυέννιος, τριήρεις οικονομήσας και στράτευμα συναθροίσας, εξήλθε της Κωνσταντινουπόλεως και πλεύσας εις Λάμψακον, καθώρμισε τας νήας αυτού περί τον τόπον τον ονομαζόμενον Ολκόν. Ο Βατάτζης έμπαλιν, πληροφορηθείς την έξοδον του της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτορος, εστρατοπέδευσε προς τα μέρη της Σιγρηνής· μη έχων δε μεθ' εαυτού δύναμιν αξιόμαχον όπως αντικρούση ή επιτεθή κατά του εχθρού, προσεπάθει διά στρατηγημάτων να κωλύση τας κινήσεις αυτού. Εξελθόντων λοιπόν του Βρυεννίου και των Φράγκων και βαδιζόντων τόπους τινάς παραιγιαλίους, χωρίς να τολμώσι ν' απομακρυνθώσι των νηών αυτών, ο αντιστρατηγών αυτοίς Βατάτζης τους παρηκολούθει οδεύων παρά τας υπωρείας των ορέων και ποικιλοτρόπως παραβλάπτων αυτούς. Τοιουτοτρόπως προέβησαν από Λαμψάκου μέχρι των Κεγχριών, μικρόν ή μηδέν λυμήναντες, διότι ο Βατάτζης προφθάσας διέσωσε πάντα τα χρειώδη εις υψηλοτέρους τόπους, και μόνον έν φρούριον παρά την Κύζικον χειρωσάμενοι, όπερ ωνομάζετο Κεραμιδάς· είχον δε τας νήας αυτών ετοίμους όπως επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, και ήθελον όντως επανέλθει, αισχύνης και ζημίας πεπληρωμένοι, ει μη εκυρίευον το άστυ των Πηγών, εις την ακρόπολιν του οποίου νυκτός αναβάντες και κατά των φυλάκων αίφνης επιπεσόντες, εφόνευσαν αυτούς και κατέλαβον την πόλιν. Η επιτυχία αύτη ενέβαλεν εις δειλίαν τους Γραικούς, διότι η πόλις εκείνη ην πλήρης στρατιωτών εκλεκτών· αλλ' η του Βατάτζη περί τα τοιαύτα οικονομία και τους Γραικούς ενεθάρρυνε και τους Φράγκους ηνάγκασε να επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, μικρόν, ως είπομεν, ή μηδέν εργασαμένους. (144)

Καθ' όν χρόνον η Φραγκική αυτοκρατορία εξησθένει ένεκα της αδρανείας και ανικανότητος των κυβερνώντων αυτήν, τα λείψανα της Γραικικής αυτοκρατορίας από ημέρας εις ημέραν συνεπυκνούντο και ενεδυναμούντο. Η δραστηριότης και η ανδρία του Βατάτζη είχον ούτως ειπείν μεταβιβάσει εις τους ηττημένους την ψυχήν των κατακτητών αυτών, και ευλόγως εδύνατό τις να υποθέση ότι οι δύο λαοί μετέβαλον χαρακτήρα. Ο Ιωάννης μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν των πλείστων νήσων του αρχιπελάγους, άς εκυρίευσεν, εξοπλίσας νήας πολυαρίθμους ηθέλησε να εκδιώξη τους Φράγκους και εκ Κρήτης· περίστασις δέ τις τω προσεφέρθη κατάλληλος προς τούτο, την οποίαν δεν έλειψεν εκείνος να εκμεταλλευθή.

Αφ' ότου οι Ενετοί εγένοντο κύριοι της νήσου ταύτης η κυριαρχία των αδιαλείπτως σχεδόν διετέλει εις ανώμαλον κατάστασιν ένεκα του επαναστατικού πνεύματος των κατοίκων της. Οι Κρήτες μη δυνάμενοι να βαστάσωσι τον βαρύν και καταθλιπτικόν ζυγόν της αλαζόνος και φιλάρπαγος Δημοκρατίας, ποικιλοτρόπως προσπάθησαν ν' αποτινάξωσιν αυτόν· αλλ' αι προσπάθειαί των εναυάγησαν πάντοτε απέναντι της ανωτέρας υλικής δυνάμεως και του συμπαγούς των εχθρών των, επί τέλους δε απηυθύνθησαν προς τον Βατάτζην και τω προσήνεγκον την ηγεμονίαν της νήσου, αν τους συνέδραμε να εκδιώξωσι τους Ενετούς. Ο Βατάτζης νομίσας κατάλληλον την περίστασιν όπως πραγματοποιήση τους κατακτητικούς αυτού σκοπούς, έπεμψε προς βοήθειαν των Κρητών τριάκοντα πέντε γαλέρας. Η Δημοκρατία πληροφορηθείσα ταύτα διέταξε τον Μάρκον Σανούτον, δούκα της Ναξίας να πλεύση εις Κρήτην όπως αντικρούση τους εχθρούς· ούτος δε μεταβάς εις την νήσον εκείνην άμα είδε μακρόθεν τον κατάπλουν του Γραικικού στόλου, ανεχώρησεν αμέσως μεθ' όσου είχε φέρει στρατού, η δε κατεσπευσμένη αύτη αναχώρησίς του παρέσχε την υπόνοιαν ότι επετεύχθη αντί χρημάτων υπό του Βατάτζη. Εν τούτοις ο Γραικικός στρατός εκπολιορκήσας την Ρέθυμνον, ηνάγκασε τον φρούραρχον αυτής Μάρκον Κουερίνην να παραδοθή, εκυρίευσε δε και πολλά άλλα μέρη της νήσου και μόνον εις το φρούριον του Βονιφατίου απήντησε μεγίστην αντίστασιν· ενώ δε ησχολείτο περί την πολιορκίαν αυτού, ο Μάρκος Κουερίνης συλλέξας στρατόν πολυάριθμον ήλθε προς βοήθειαν των πολιορκουμένων. Ο στρατηγός του Βατάτζη βλέπων ότι οι Κρήτες αντί να συνδράμωσιν αυτόν, καθ' ά είχον υποσχεθή, έμενον αδιάφοροι και μη θέλων να διακινδυνεύση τον στρατόν του, έλυσε την πολιορκίαν και επιβάς επί των πλοίων του ανεχώρησεν· αλλά καθ' οδόν καταληφθείς υπό σφοδράς τρικυμίας υπέστη δεινόν παρά τα Κύθηρα ναυάγιον, και μόλις τρία εκ των πλοίων αυτού εδυνήθη να σώση· απώλοντο δε μετά των άλλων και δύο πρέσβεις της Ενετίας, οίτινες μετέβαινον παρά τω Βατάτζη όπως ζητήσωσι την ειρήνην (145).

Ο Βατάτζης ουδόλως αποθαρρυνθείς εκ της πρώτης ταύτης αποτυχίας, συνενοήθη μετά των Κρητών και έπεμψε πάλιν μετ' ου πολύ δώδεκα γαλέρας, όπως κυριεύσωσι την νήσον. Οι Ενετοί επολιόρκουν τότε φρούριόν τι Σορβία καλούμενον, άμα λοιπόν είδον την έλευσιν του Γραικικού στόλου, έπεμψαν ένα στρατηγόν μετά ισχυράς δυνάμεως προς επικουρίαν του Μεγάλου Κάστρου, φοβούμενοι μήπως οι Γραικοί ήθελον κυριεύσει αυτό· οι δε λοιποί επέβησαν εις τα πλοία των και κατηυθύνθησαν επί τους εχθρούς, οίτινες δι' ανενδότου κωπηλασίας και έχοντες τον άνεμον ούριον, προσωρμίθησαν είς τινα λιμένα της νήσου. Εκεί οι Ενετοί τους προσέβαλον μετά μανίας, οι δε Γραικοί μη έχοντες χώρον όπως αναπτύξωσι τας δυνάμεις των, υπερησπίζοντο την είσοδον του λιμένος, εκσφενδονίζοντες κατά των Ενετών βέλη, τόξα και λίθους, βοηθούμενοι και υπό των εγχωρίων ομοφύλων, οίτινες έδραμον εις την παραλίαν προς επικουρίαν των Γραικών. Πληγωθέντος του Ενετού στρατηγού κατέπαυσεν η μάχη· οι δε Γραικοί προβλέποντες ότι οι Ενετοί έμελλον την επιούσαν να επαναλάβωσι την ναυμαχίαν και συναισθανόμενοι την ασθένειαν αυτών, εξήλθον νύκτωρ του λιμένος χωρίς οι Ενετοί να τους εννοήσωσι. Και απέτυχε μεν ο Βατάτζης κατά τας επανειλημμένας αυτού εν τη Κρήτη προσπαθείας, αλλ' επηύξησε την φήμην αυτού ως τολμηρού και μεγαλεπιβόλου ανδρός, τούτο δε δεν ήτο μικρόν κατά την εποχήν εκείνην, καθ' ήν τα πνεύματα διετέλουν τεταπεινωμένα και εκπεφαυλισμένα. Καθ' όν δε χρόνον προσέβαλε τους Ενετούς, ηπείλει και τους αντιπάλους αυτών Γενουηνσίους, οίτινες διαμφισβητούντες το κράτος της θαλάσσης προς τους Ενετούς, απελάμβανον εις διαφόρους πόλεις της Ευρώπης και Ασίας τοσούτον εκτεταμένα προνόμια, ώστε ο Βατάτζης απεφάσισε να περιστείλη αυτά ως επιβλαβή εις τα συμφέροντά του· αλλά των Γενουηνσίων αντιστάντων επιμόνως προς τούτο, ο αυτοκράτωρ παρητήθη του σκοπού του, τω φόβω μη εξοργίση κατ' αυτού την ισχυράν εκείνην Δημοκρατίαν, ήτις αδιαφορούσα περί παντός άλλου, προς έν μόνον απέβλεπε, πώς να παγιώση και αναπτύξη το εν τη Ανατολή εμπόριον αυτής εξ ού επορίζετο μέγιστα κέρδη. (146)

Ο Βατάτζης κατακτών την Κρήτην ήθελε καταστή κύριος όλου του Ελληνικού αρχιπελάγους· αποτυχών όμως τούτου προσώραν, ηθέλησε να καταπολεμήση τους Φράγκους διά ξηράς, αναβάλλων εις καιρόν ευθετώτερον την επανάληψιν της κατακτήσεως της νήσου εκείνης. Προς τούτο απηυθύνθη προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, όστις παρωργισμένος ων κατά των Φράγκων, δι' ήν τω εποίησαν προσβολήν, αποβαλόντες και την κηδεμονίαν αυτού επί του Βαλδουίνου και τον μετ' αυτού γάμον της θυγατρός του, επεζήτει την περίστασιν όπως εκδικηθή, και τω επρότεινε συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν. Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την του αυτοκράτορος της Νικαίας πρότασιν, και όπως συσφίγξωσι τον προς αλλήλους σύνδεσμον, συνέθεντο και τον γάμον της εννεατούς αυτού θυγατρός Ελένης, ήν έσχεν εκ της συζύγου του Μαρίας, της θυγατρός του βασιλέως της Ουγγαρίας, μετά του ενδεκαετούς του Βατάτζη υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως. Η σύμβασις αύτη γνωστή γενομένη εν Κωνσταντινουπόλει, ενέβαλεν εις δεινήν ταραχήν τον Βρυέννιον, όστις πέμψας πρέσβεις πανταχού της Ευρώπης, ιδία δε προς τον Πάπαν και την ενετικήν Δημοκρατίαν, εξητήσατο το τάχιστον επικουρίας. Ο Πάπας, όστις εθεώρει τον Βρυέννιον ωσεί προστατευόμενον αυτού, δεν ημέλησε να προσκαλέση τους Φράγκους πρίγγιπας να δράμωσι προς βοήθειαν της απειλουμένης αυτοκρατορίας. Προς τούτο έγραψε προς τον Θεβώτον, βασιλέα της Ναβάρας, όστις είχε λάβει τον σταυρόν όπως μεταβή εις Παλαιστίνην, να μεταβάλη τον σκοπόν του και να σπεύση εις Κωνσταντινούπολιν, ήτις έπιπτεν εις χείρας των σχισματικών Ελλήνων, και εξώρκιζεν αυτόν να προσκαλέση τον Εράρδον δε- Σατενέη και τους λοιπούς Γάλλους άρχοντας να συνδράμωσι τον Βρυέννιον. Ταυτοχρόνως προσεκάλεσε τον αρχιεπίσκοπον Σένσης να διατάξη γενικήν στρατολογίαν, και τους αρχιεπισκόπους Στριγονίας και Κολόσκης εν Ουγγαρία να πείσωσι τους προτιθεμένους να υπάγωσιν εις Συρίαν σταυροφόρους, να μεταβώσι κατά πρώτον εις Κωνσταντινούπολιν (147).

Αρξαμένου του έαρος εν έτει 1235, ο Ιωάννης Βατάτζης συναθροίσας πολυάριθμον στρατόν προκατέλαβε την Λάμψακον μεθ' ό διαπεραιωθείς εις Καλλιούπολιν επολιόρκησε και, μετά βραχυχρόνιον αντίστασιν των φρουρούντων Ενετών, εκυρίευσεν αυτήν. Ήτο δε ήδη κύριος της πόλεως, ότε αφίκετο και ο Ασάν μετά της συζύγου αυτού Μαρίας της εξ Ούγγρων και της θυγατρός Ελένης. Οι δύο ηγεμόνες επεκύρωσαν τότε την πρότερον μεταξύ αυτών συνομολογηθείσαν ειρήνην, και ο μεν Ασάν διέμεινεν εις Καλλιούπολιν, ο δε Βατάτζης λαβών την εκείνου σύζυγον μετά της θυγατρός Ελένης διεπεραιώθη εις Λάμψακον, ένθα ήτο η αυτοκράτειρα Ειρήνη και ο υιός της Θεόδωρος, εκεί δε επανηγύρισε τον γάμον των παίδων, του Πατριάρχου Γερμανού τα της ιερολογίας τελέσαντος. Τότε δε και ο αρχιερεύς Τυρνόβου, όστις τέως διετέλει υπό την δικαιοδοσίαν του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως, ετιμήθη δι' αυτονομίας, και πατριάρχης ανηγορεύθη βασιλικώ και συνοδικώ τω θεσπίσματι, χαριζομένου του τε Ιωάννου και της Συνόδου εις τον βασιλέα Ασάν. Μετά τον γάμον, η μεν Ειρήνη παραλαβούσα τον υιόν και την νύμφην αυτής επανήλθεν εις Νίκαιαν, ως και η των Βουλγάρων βασίλισσα εις τον οικείον τόπον, ο δε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν παραλαβόντες τους στρατούς αυτών επέδραμον εις τας ανηκούσας τοις Φράγκοις χώρας και ελήισαν αυτάς· όπως δε εκτείνωσι ταχύτερον τας κατακτήσεις των, διήρεσαν τον στρατόν των εις δύο σώματα, ών το μεν διώκει ο Ιωάννης, το δε ο Ασάν. Ο Βατάτζης τότε ήρξατο κυριεύων τας παρά την Προποντίδα πόλεις και εν μικρώ κατέκτησεν άπασαν την από Καλλιουπόλεως μέχρις Έβρου χώραν, τα Μάδυτα, την Σηστόν, τον Κισσόν και πάσαν την Χερρόνησον. Εκράτησε δε και του όρους του Γάνου και εν αυτώ εδείματο και πολίχνιον, προς φρούρησιν του οποίου και όπως παρενοχλή τους εν Τζουρουλώ Φράγκους, εξέπεμψε τον Νικόλαον Κοτέρτζην, «άνδρα, ως λέγει ο Ακροπολίτης, πολλοίς κατεξητασμένον πολέμοις και εις τοσούτον ευδοκιμήσαντα, ως πάντας τοιαύτην δόξαν περί τούτου σχειν, μήτε προ αυτού, μήτε μην μετ' αυτόν άλλον φανήναι τοιούτοις έργοις εγκεχειρηκότα ή τοσαύτα κατωρθοκότα.» Αφ' ετέρου ο Ασάν τραπείς επί τα βόρεια, και βοηθούμενος υπό των Κουμάνων, εξέτεινε τας επιδρομάς αυτού μέχρι του Αίμου, μεγίστην προξενών τοις Φράγκοις φθοράν (148).

Μετά τας τοσαύτας των δύο συμμάχων επιτυχίας δεν απελείπετο πλέον ειμή η της Κωνσταντινουπόλεως κατάκτησις· αλλ' ενταύθα συμβαίνει τι τοσούτω περίεργον, ώστε και ημείς αναγκαζόμεθα να προβώμεν εις το μέρος τούτο της ιστορίας, παραπλήσιοι προς εκείνους οίτινες περιπατούσι κεκλεισμένους έχοντες τους οφθαλμούς. Οι Βυζαντινοί ιστορικοί και ιδίως ο Ακροπολίτης, όστις χρησιμεύει ως πολύτιμος οδηγός τοις περί την ιστορικήν ταύτην περίοδον ασχολουμένοις, εν σιγή παρέρχονται τα κατά την προσβολήν της Κωνσταντινουπόλεως, ούτω πως τον λόγον καταλύοντες. «Μέχρι μεν ουν και αυτών των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως αμφότεροι κατηντήκεσαν, του ρηγός Ιωάννου επ' αυτών καθεζομένου και καθορώνος, και πτοίαν πολλήν τοις Λατίνοις ενέβαλον και εν στενώ κομιδή τα κατ' αυτούς έθεντο. Επεί δε ο του μετοπώρου παρερρύη καιρός και ο χειμών ήγγιζεν, αλλήλοις συνταξάμενοι, ό τε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν, ο μεν εις την οικείαν χώραν των Βουλγάρων χωρεί, ο δε βασιλεύς εις την Έω διαπερά.» Τουναντίον δε οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, αφηγούμενοι την κατά της Κωνσταντινουπόλεως επίθεσιν των δύο συμμάχων και την αποτυχίαν αυτών, εγκωμιάζουσι τον Βρυέννιον και τους μετ' αυτού, ως ανταξίους των πρώτων ιπποτών και ως πρότυπα ηρωισμού και ανδρίας. Τη αληθεία, αι μετά Φραγκικού κόμπου γινόμενοι ούτοι, έπαινοι πολλήν παρέχουσι την υπόνοιαν ψευδολογίας, διότι ακατάληπτον ημίν τυγχάνει πώς δεν ανέπτυξαν οι Φράγκοι τον αυτόν ακαταγώνιστον ηρωισμόν και όταν ου προ πολλού ο Ιωάννης και ο Ασάν διατρέχοντες τας τέως απ' αυτών εξαρτωμένας χώρας κατέκτων αυτάς. Όπως ποτ' αν η, ημείς θέλομεν παραθέσει τα κατά την πολιορκίαν εκείνην υπό των Εσπερίων συγγραφέων μυθευόμενα, άτε ουδόλως παραβλάπτοντα την συνέχειαν του λόγου (149).

Εκ πασών των επικουριών, ας διά πρέσβεων προς τους της Ευρώπης ηγεμόνας είχε ζητήσει ο Βρυέννιος ουδεμία εισέτι είχεν αφιχθή, και αι στρατιωτικοί αυτού δυνάμεις περιωρίζοντο εις εκατόν εξήκοντα ιππότας, συνοδευομένους έκαστος υπό των υπηρετών του, εις ολίγους ιππείς και εις έτι ολιγωτέρους πεζούς στρατιώτας. Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν αυτού ευρισκομένου, πλέον των εκατοντακισχιλίων Γραικών και Βουλγάρων εις τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγας διηρημένων και πολυάριθμος στόλος υπό τον Λέοντα Γαβαλλάν, στρατηγόν δόκιμον προσέβαλον την πρωτεύουσαν κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν, και στήσαντες τας μηχανάς των, ήρξαντο την πολιορκίαν αυτής. Ο Ιωάννης Βρυέννιος συνενώσας τότε μετά της γεροντικής του πολυπειρίας, νεανικήν δραστηριότητα, πρώτον μεν αφώπλισε τους εν τη πόλει Γραικούς, προς ούς έτρεφε μεγίστην δυσπιστίαν· διανείμας δε είτα τα όπλα αυτών εις τους Φράγκους, κατέλιπε το ολιγάριθμον αυτού πεζικόν προς φρούρησιν της πόλεως, και παραλαβών ο ίδιος τους ιππότας και λοιπούς εφίππους, δι' ών μόλις εδυνήθη να καταρτίση τρεις ίλας, εξήλθε της πόλεως. Μετά του ολιγαρίθμου δε τούτου στρατού, όστις ουδέ προς το τριακοστόν των εναντίων εδύνατο να εξισωθή, τοσούτον γενναίως αντέκρουσε την προσβολήν αυτών, ώστε τους έτρεψε μετά μεγάλης αισχύνης εις φυγήν. Εκ των τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγων μόλις τρεις διεσώθησαν, μεθ' ών ο Ασάν και ο Βατάτζης απεσύρθησαν ωσεί δαιμονιώντες. Η νίκη αύτη, προσθέτουσιν οι εξ Εσπερίας ιστορικοί, οφείλεται κυρίως εις τον ατρόμητον Βρυέννιον, όστις εμπνέων διά του παραδείγματος του θάρρος εις τους στρατιώτας του, ενέσπειρε τον τρόμον εις τους Γραικούς και Βουλγάρους, ών εφόνευσεν απείρους· διεκρίθη δε μεταξύ των άλλων και ο Ιωάννης Πετούνης, ο ανεψιός του περιφήμου Κόνωνος (150).

Καθ' όν χρόνον επί της ξηράς οι Φράγκοι εκέρδιζον την μεγάλην ταύτην νίκην, κατά θάλασσαν οι Ενετοί έστηνον νέα τρόπαια. Τη παρακλήσει του Ιωάννου Βρυεννίου η Δημοκρατία της Ενετίας είχε πέμψει επικουρίαν είκοσι πέντε γαλέρας υπό τας διαταγάς των προβλεπτών Λεονάρδου Κουιρίνη και Μάρκου Γουσόνη, οίτινες προς μηδέν λογισάμενοι τον εκ τριακοσίων πλοίων στόλον των εναντίων, ώρμησαν κατ' αυτών και τους κατέστρεψαν, ώστε ολίγιστα των πλοίων εκείνων διεσώθησαν κακώς εις Λάμψακον. Ο Βατάτζης και ο Ιωάννης παρακολουθούμενοι από τα οικτρά λείψανα του στρατού των, διήρχοντο φεύγοντες την χώραν εκείνην, εν ή προ ολίγου είχον ενσπείρει τον φόβον. Προς επίμετρον δε της δυστυχίας των οι κάτοικοι των πόλεων, πληροφορηθέντες την ήτταν των, εφώρμων κατ' αυτών και τοις προσέθετον νέας δοκιμασίας και νέας πληγάς. Ούτω πως εκτίθενται τα κατά την πολιορκίαν ταύτην· άπορον όμως, το επαναλαμβάνομεν, είνε πώς να υποστώσι τοιαύτην ήτταν ηγεμόνες τέως νικηφόροι και ανδρείοι, οδηγούντες στρατούς πολυπληθείς, υπό δρακός πολεμιστών, οσονδήποτε και αν υποτεθώσιν ανδρείων (151).

Εν τούτοις η αποτυχία αύτη αντί να απελπίση τους δύο βασιλείς (και ακολουθούμεν τους αυτούς ιστορικούς θαυμάζοντες το μεγαλόψυχον του Ιωάννου και του Ασάν ουδόλως αποθαρρυνθέντων εκ της τοιαύτης ριζικής καταστροφής) τουναντίον εξήψε την οργήν αυτών, προς εκδίκησιν ασπαιρόντων. Συνέλεξαν λοιπόν νέον στρατόν και διήνυσαν τον χειμώνα εις νέαν προπαρασκευαζόμενοι κατά της Κωνσταντινουπόλεως προσβολήν, εις δε τον στόλον προσέθηκε και ο Ασάν είκοσι πέντε γαλέρας, και ούτος εγένετο ο πρώτος φανείς εν τω Ευξείνω Πόντω ναυτικός εξοπλισμός των Βουλγάρων. Η φήμη των προπαρασκευών τούτων κατετάραξεν, ως εικός, τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, εις τον οποίον η προηγουμένη επιτυχία ωμοίαζε προς νίκην Καδμείαν· διότι οσονδήποτε μεγάλη και αν υποτεθή η προσγενομένη τοις Γραικοίς και τοις Βουλγάροις βλάβη, ουδόλως όμως εδύνατο να εξισωθή προς ήν υπέστησαν οι Φράγκοι, ο μικρός των οποίων αριθμός έτι μάλλον ηλαττώθη, και οι ολίγοι πόροι επαισθητώς ωλιγόστευσαν. Ταύτα αναλογιζόμενος ο Βρυέννιος απηυθύνθη και πάλιν προς τους ηγεμόνας, προς ούς είχε γράψει και πρότερον, ικετεύων αυτούς να επιταχύνωσι την αποστολήν των επικουριών, άς τω υπεσχέθησαν· έγραψε δε και προς τον Πάπαν αγγέλλων αυτώ την τε προγεγονυίαν νίκην του και τον κίνδυνον υφ' ού ηπειλείτο. Ο Γρηγόριος εστράφη προς τον Βήλαν Δ' βασιλέα της Ουγγαρίας, όστις, καθό γειτνιάζων περισσότερον προς την Κωνσταντινούπολιν, ηδύνατο ευχερέστερον να συνδράμη αυτήν· όπως δε τον πείση καθώς και τους λαούς του να δράμωσι προς βοήθειαν της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας, ηνέωξε τους θησαυρούς των συγχωροχαρτίων και παρέσχε πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ελάμβανον μέρος εις την κατά των Γραικών σταυροφορίαν. Ταυτοχρόνως δ' έγραψε προς τους αρχιεπισκόπους Γράνης και Κολόζης, προσκαλών αυτούς να επιταχύνωσι διά των προτροπών των την αποστολήν της επικουρίας. Οποίον αποτέλεσμα επέφεραν αι Παπικαί αύται προτροπαί, περί τούτου ουδέν οι ιστορικοί των τότε χρόνων αναφέρουσι· φαίνεται όμως ότι ο πόλεμος έληξε πριν ή επέλθη τοιούτον.

Εν τούτοις ο Βατάτζης και ο Ασάν, αρξαμένου του έαρος του 1236, ηγούμενοι πολυαρίθμου στρατού και στόλου εκ τριακοσίων πλοίων ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν και επολιόρκησαν αυτήν, ο Βρυέννιος διέκειτο εις αθλίαν κατάστασιν, διότι αι δυνάμεις του ουχί μόνον να αποκρούσωσιν, αλλ' ουδέ να αντιστώσι προς τους δύο συμμάχους ήσαν επαρκείς. Ήθελε λοιπόν αναγκασθή να παραιτήση την Κωνσταντινούπολιν, ει μη έσπευδε προς βοήθειάν του ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας, όστις καταλιπών την διοίκησιν του Κράτους του εις τον αδελφόν του Γουλλιέλμον, ανεχώρησεν εκείθεν μετά έξ πλοίων πολεμικών, εκατόν ιπποτών, τριακοσίων πελταστών και πεντακοσίων τοξοτών, μεθ' ών ετόλμησε να προσβάλη τον Γραικικόν στόλον. Αφ' ετέρου οι Ενετοί εξοπλίσαντες εκκαίδεκα πλοία υπό την αρχηγίαν του Ιωάννου Μικιέλη προσέβαλον επίσης τον στόλον εκείνον, βοηθούς έχοντες και τους Πισσαίους και Γενουηνσίους· ώστε τα πλοία του Ιωάννου υπό των διαφόρων τούτων εθνών καταπολεμούμενα, μέρος μεν κατεστράφησαν μέρος δ' ετράπησαν εις φυγήν, συμπαρασύροντα και τον στρατόν της ξηράς. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης και ο Ασάν αποτυχόντες και κατά την νέαν ταύτην απόπειραν, έλυσαν την πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως και απεσύρθησαν εις τα ίδια (152).

Οι συνεχείς ούτοι δονισμοί τοσούτον εξησθένησαν τους Φράγκους, ώστε ευρέθησαν μετ' ου πολύ εκείνοι εστερημένοι και χρημάτων και των λοιπών επιτηδείων καθ' ολοκληρίαν· διηγούνται δε ότι ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, θυσιάσας κατά τας παρελθούσας περιστάσεις τας προσόδους αυτού υπέρ του κράτους, εις τοσαύτην διετέλει ένδειαν, ώστε απηυθύνθη προς τον Πάπαν, εκλιπαρών αυτόν να τω αποστείλη τα προς ζωάρκειάν του. Ο Πάπας έγραψε προς τον πρίγγιπα της Αχαΐας και προς τους επισκόπους του Μωρέως, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον πατριάρχην. Αφ' ετέρου ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, φοβούμενος νέαν τινα προσβολήν, επεκαλέσθη εντονώτερον την συνδρομήν των Χριστιανών ηγεμόνων, και επειδή αι μέχρι τούδε επικλήσεις του ουδέν έσχον αποτέλεσμα, έκρινεν εύλογον να στείλη προς εκείνους τον Βαλδουίνον, όστις είχε και να διεκδικήση την πατρικήν του κληρονομίαν, ήν τω είχον καταλάβει τινές των συγγενών του. ο χρονογράφος Νάγγιος ιστορεί ότι μετά του Βαλδουίνου ο αυτοκράτωρ απέστειλε και τους τρεις υιούς του Αλφόνσον, Ιωάννην και Λουδοβίκον· έτεροι δε προσθέτουσιν ότι και ο ίδιος μετέβη προσωπικώς, αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης.

Αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Βαλδουίνος μετά του Ιωάννου Πετούνη, μετέβη εις Ρώμην, ένθα ο Πάπας τον υπεδέξατο μετά πλείστης όσης φιλοφροσύνης· μη αρκούμενος δε ν' ανανεώση τας υπέρ αυτού προκλήσεις προς τους επισκόπους Γαλλίας, Αγγλίας και Ουγγαρίας, εξέδωκε θέσπισμα δι' ού οι εις Κωνσταντινούπολιν μεταβαίνοντες ως υπέρμαχοι αυτής, εξισούντο κατά την απολαυήν των πνευματικών δωρεών προς όσους ήθελον εκστρατεύσει επί την Αγίαν Γην. Προέβη δε ο Πάπας επί τοσούτον, ώστε και προς αυτόν τον Βατάτζην έγραψε προτρέπων αυτόν να παύση τον προς τους Φράγκους πόλεμον, και ενών τας δυνάμεις αυτού με τας εκείνων να συνεκστρατεύση προς απελευθέρωσιν της Αγίας Γης. Επειδή δε, ως προείπομεν, ο Βαλδουίνος προυτίθετο να διεκδικήση δικαιώματα κληρονομικά, έγραψε και περί του αντικειμένου τούτου ο Πάπας προς τους επισκόπους της Γαλλίας, προσκαλών αυτούς να αναγκάσωσιν επί ποινή αφορισμού τους κρατούντας παρανόμως κτήματα του Βαλδουίνου, όπως τω αποδώσωσιν αυτά (153).

Αναχωρήσας εκ Ρώμης ο Βαλδουίνος μετέβη εις Παρισίους παρά τω βασιλεί Λουδοβίκω, τω επικαλουμένω Αγίω, όστις στενώτατος αυτών συγγενής ων, τον υπεδέχθη μετ' ανοικτών αγκαλών και τον παρεμύθησεν, υποσχόμενος αυτώ πάσαν την δυνατήν συνδρομήν. Τη μεσολαβήσει του Λουδοβίκου τω απεδόθησαν αι εν Γαλλία κτήσεις του εις Κουρτεναίην και αλλαχού, και παρά της κομήσσης Φλάνδρας Ιωάννας αι εις Φλάνδραν και Αινώ. Μόνη η αδελφή του Μαργαρίτα, ήτις είχε νυμφευθή τον κόμητα του Βιανδέν, και μετά τον θάνατον του αδελφού της Φιλίππου κατέλαβε την κομητείαν του Ναμούρ, ήν από ενδεκαετίας ήδη ενέμετο, ηρνήσατο ου μόνον να τω αποδώση ταύτην, αλλά και να τον αναγνωρίση ως αδελφόν της· εκβιασθείσα όμως ενόπλως ηναγκάσθη να αναθέση την λύσιν της διαφοράς εις την κόμησσαν της Φλάνδρας, ήτις, ερευνήσασα τα καθέκαστα, απεφάνθη ότι η Μαργαρίτα ώφειλε να παραδώση το Ναμούρ εις τον Βαλδουίνον, λαμβάνουσα όμως παρ' αυτού ως έξοδα πολέμου και αμοιβήν της επιστασίας της επτακισχιλίας λίβρας. Τοιουτοτρόπως ανεκτήσατο εν βραχεί πάσαν την κληρονομίαν αυτού (154).

Καθ' όν χρόνον ο Βαλδουίνος ησχολείτο περί την ανάκτησιν των δικαιωμάτων του, οι Γάλλοι άρχοντες, επόμενοι εις τας προτροπάς του Πάπα, παρεσκευάζοντο όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν· μεταξύ δε των λαβόντων τον σταυρόν εις την κατά των Χριστιανών ταύτην σταυροφορίαν διεκρίνοντο ο Πέτρος Δρέξιος κόμης Βρετάνης, ο Ούγος Δ' δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος Β' κόμης Βαρίου, ο Ραούλ Νέσλιος, κόμης Σοασώνος, ο Ιωάννης κόμης Μακώνος, ο Ιωάννης κόμης Φορέτου και Νεβερσίας, ο Ριχάρδος Σωμόντιος, ο Ανζώ Λελίλιος, ο Ιμβέρτος δε-Βωζώ και πολλοί άλλοι βαρώνοι και κύριοι. Ητοιμάζοντο δε ούτοι ν' αναχωρήσωσιν εκ Γαλλίας κατά Μάρτιον του 4237, ότε ανηγγέλθη προς αυτούς ο θάνατος του αυτοκράτορος Βρυεννίου. Ο δυστυχής ούτος αυτοκράτωρ εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν είχε περιέλθει, ώστε δεν ετόλμα να στείλη εκτός της Κωνσταντινουπόλεως προς εύρεσιν ζωοτροφιών· ένεκα δε τούτου μέγας λιμός επεκράτει εν αυτή. Προς επίμετρον δε του κακού, πολλοί των ιπποτών και αρχόντων Φράγκων μη δυνάμενοι ν' αντιστώσι προς τας αλλεπαλλήλους κακουχίας, επέστρεφον κρυφίως εις τας πατρίδας των, εγκαταλείποντες άνευ βοηθών τον αυτοκράτορά των. Κατά πόσον δε συμβιβάζεται η κατάστασις αύτη προς τας νίκας, εφ' αίς μεγαλαυχούσι τοσούτον οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, περί τούτου έκαστος κρινέτω.

Ο θάνατος του Ιωάννου Βρυεννίου ιστορείται παρά τινων συνοδευόμενος με περιστάσεις μυθώδεις άμα τε και λίαν περιέργους. Διηγούνται δηλονότι ότι παρακαλέσας πολλάκις τον Θεόν να προγνωρίση την ημέραν του θανάτου αυτού, εισηκούσθη, και ενώ μίαν νύκτα εκοιμάτο, είδε κατ' όναρ σεβάμιον γέροντα, κρατούντα εν χερσίν ιμάτιον των Φραγκισκανών μοναχών μετά σχοινίου και σανδαλίων, όστις τω είπεν ότι κατά θείαν βούλησιν ώφειλε να αποθάνη φέρων το ιμάτιον αυτό. Παραπλησίας οράσεις λευχειμονούντων αγγέλων είδεν επί τρεις έτι νύκτας· εξαγγείλας λοιπόν ταύτα εις τον πνευματικόν του, ονομαζόμενον Άγγελον, τον ηρώτησε περί του πρακτέου, εκείνος δε τω απεκρίθη ότι τοιαύτας οράσεις είδε και αυτός καθ' ύπνους, και επομένως τεκμαίρεται ότι το τέρμα του Βρυεννίου έσεται προσεχές. Και όντως μετά τινας ημέρας ο αυτοκράτωρ κατελήφθη υπό τριταίου πυρεττού, διαρκούντος του οποίου, έλαβε το ιμάτιον των μοναχών Φραγκισκανών, συνεχώς επαναλαμβάνων, «Ω γλυκύτατε Ιησού! είθε αφού έζησα μεγαλοπρεπώς, ημφιεσμένος ενδύματα πολυτελή εν τω κόσμω τούτω, είθε, καθώς εύχομαι περιπαθώς, να αποθάνω μιμούμενος εν τω ενδύματι τούτω την αγίαν σου πτωχίαν και ταπεινοσύνην.» Όπως ποτ' αν η, ο Βρυέννιος είνε γνωστόν ότι απεβίωσε την εικοστήν τρίτην ή, κατά τον Δαρού, την 20 Μαρτίου 1237, εις ηλικίαν ογδοήκοντα εννέα ετών, και αφού οκτώ έτη έφερε τον τίτλον αυτοκράτορος (155).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ. ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ Β'. Έκτος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως 1239-1272.

Η βασιλεία του Ιωάννου Βρυεννίου δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτον ευτυχής· επέτυχεν όμως να διατηρήση την σκιάν της εν τη Έω Φραγκικής κυριαρχίας, διά τούτο ο θάνατος αυτού ενέσπειρε μεγίστην εις τα πνεύματα ταραχήν καθόσον πολλοί ήσαν οι επικείμενοι κίνδυνοι. Η Κωνσταντινούπολις είχεν έλλειψιν και στρατιωτών και αργύρου και τροφών· η προ πολλού αναμενομένη επικουρία δεν είχε φθάσει, ο Βαλδουίνος ήτο απών, οι εχθροί ήσαν προ των πυλών της πόλεως, τα πάντα τέλος διέκειντο εν αθλία καταστάσει. Τούτο βλέποντες οι εν Κωνσταντινουπόλει βαρώνοι, άμα εξήγγειλον τω εν τη Εσπερία Βαλδουίνω και τω Πάπα τον θάνατον του Βρυεννίου, προέβησαν εις τον διορισμόν τοποτηρητού του αυτοκράτορος· ως τοιούτον δ' εξελέξαντο τον Ανζώ δε-Καχιέ, γόνον αρχαίας οικογενείας της Πικκαρδίας, και κύριον της παρά την θάλασσαν του Αγίου Βαλερίου χώρας Καχιέ. Ην δε ούτος λείψανον των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως κατακτητών, και έχαιρεν ένεκα μεν της ηλικίας και πολυπειρίας αυτού μεγίστην υπόληψιν παρά τοις Φράγκοις, ένεκα δε του γάμου αυτού μετ' Ευδοκίας της θυγατρός του Λασκάρεως και το των Γραικών σέβας.

Ο θάνατος του Βρυεννίου υπήρξεν όντως ζημία επαισθητή διά τους Φράγκους, αύτη όμως εμετριάσθη ένεκα της διχονοίας, ήτις ενέσκηψε μεταξύ των δύο θανασίμων εχθρών του κράτους του, εις την οποίαν φαίνεται συνετέλεσεν εμμέσως και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας, όστις επόμενος, τω πατρικώ παραδείγματι, έτρεφεν ου σμικράν συμπάθειαν προς τους Φράγκους. Της δε διχονοίας ταύτης αίτιος εγένετο ο Ασάν, όστις μεταμεληθείς δι' ήν μετά του Βατάτζη συνωμολόγησε συμμαχίαν, εκ φόβου μη ούτος αποδιώξας τους Φράγκους στρέψη τα όπλα του και κατά των ανέκαθεν τοις Βυζαντινούς υποτεταγμένων Βουλγάρων, εζήτει περίστασιν όπως διαλύση την συμμαχίαν ταύτην και αποσπάση την θυγατέρα του Ελένην των χειρών της αυτοκρατείρας Ειρήνης, παρ' ή διέτριβε παιδευομένη, μέχρις ού φθάνουσα εις νόμιμον ηλικίαν ήθελε παραδοθή εις τον σύζυγόν της. Προς τούτο λοιπόν πέμψας πρέσβεις προς τον Βατάτζην τω παρήγγειλεν ότι, επειδή πολύ επεθύμησε αυτός τε και η σύζυγος του να ίδωσι την θυγατέρα των, τον παρεκάλουν να την πέμψη προς αυτούς και άμα την περιεπτύσσοντο, ήθελον την αποστείλει εκ νέου εις τον πενθερόν της. Ο Βατάτζης υπώπτευσε μεν την απιστίαν· αλλά μη επιθυμών να παράσχη αφορμήν δυσαρεσκείας, έστειλε την θυγατέρα προς τον Ασάν, προαγγείλας αυτώ ότι εάν κρατήση την κόρην και την αποστερήση του νομίμου συζύγου της, υπάρχει Θεός τα πάντα εφορών και αυστηρώς τιμωρών τους παραβαίνοντας τους όρκους και τας συνθήκας. Εναντίον όμως πάντων τούτων ο Ασάν λαβών την θυγατέρα αυτού ανεχώρησε προς το Τύρνοβον και απέπεμψε τους ελθόντας προς αυτόν εις συνοδείαν εκείνης. Η Ελένη έκλαιε πικρώς, αποδυρομένη τον χωρισμόν της Ειρήνης και του συζύγου αυτής, αλλ' ο Ασάν ραπίσας αυτήν την ηνάγκασε να παύση θρηνούσα (156).

Ο βασιλεύς των Βουλγάρων διαλύσας ούτω την προς τον Βατάτζην συμμαχίαν, ηθέλησε να πραγματοποιήση τοιαύτην μετά των Φράγκων, όπερ επεζήτουν και εκείνοι ένεκα της μεγάλης ανάγκης, εις ήν είχον περιέλθει· όπως δε δείξη ότι έπραττε τούτο ουχί προσπεποιημένως, επρότεινε να παραιτήση την Ελληνικήν θρησκείαν, να εγκολπωθή τον καθολικισμόν και να υποβληθή ως και οι λοιποί Λατίνοι εις την εξουσίαν της Ρωμαϊκής εκκλησίας. Προς τούτο έγραψε τω Πάπα Γρηγορίω Θ' παρακαλών αυτόν να στείλη ένα έξαρχον εις το βασίλειόν του διά να αποκαταστήση εν αυτώ την αληθή θρησκείαν, και μεθ' ού να συνδιασκεφθή σπουδαίως περί του κράτους και περί της πόλεως του Κωνσταντίνου. Ο Πάπας εδέξατο την κομίζουσαν την επιστολήν ταύτην επιτροπήν μετά μεγίστης χαράς, παρουσιαζομένης αυτώ περιστάσεως προσφόρου όπως φέρη εις την εκκλησίαν του λαόν πολυάριθμον, εχθρόν τέως αμείλικτον των Φράγκων. Τω έπεμψε λοιπόν ως έξαρχον τον επίσκοπον Περουγίας, έχοντα βοηθόν τον επίσκοπον Βόσνης, και δι' επιστολής, ήν τω έγραψε, τον προσεκάλεσε να συνδράμη πάση δυνάμει τον αυτοκράτορα όπως επαναφέρη τους Γραικούς εις την υποταγήν. Ταυτοχρόνως έγραψε προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας και προς τον αρχιεπίσκοπον Καλόζης όπως συντελέσωσιν εις την σταυροφορίαν υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, και προς τους επισκόπους της Βουλγαρίας όπως ενισχύσωσι τον βασιλέα των εις τον όσιον και θεοφιλή αυτού σκοπόν. Η επιστολή του Γρηγορίου προς τον Ασάν, γεγραμμένη τη 21 Μαΐου 1237, δεικνύει ότι καθ' όν χρόνον εγράφη, η είδησις της αποβιώσεως του Βρυεννίου δεν είχεν εισέτι περιέλθει εις Ρώμην, καθόσον προσκαλεί τον βασιλέα των Βουλγάρων να συνδράμη τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως (157).

Το αποτέλεσμα της συμμαχίας ταύτης εφάνη ου μετά πολύ, διότι ο Ασάν συλλέξας ισχυρόν στρατόν, τον ωδήγησεν αυτός ο ίδιος εις Θράκην, μετ' αυτού δε ηνώθησαν και οι Φράγκοι μετά πολλών μισθοφόρων Σκυθών, ούς είλκυσαν προς εαυτούς διά χρημάτων και πολλών υποσχέσεων, και κατηυθύνθησαν κατά του Βατάτζη, όστις ηυρίσκετο τότε πλησίον της Τζουρουλού. Φρουρός δε της πόλεως ταύτης παρά του βασιλέως τεταγμένος ήτο ο Νικηφόρος Ταρχανιώτης, όστις τότε μεν υπήρχεν επί της τραπέζης του βασιλέως, ύστερον δ' ετιμήθη τω του μεγάλου δομεστίκου τίτλω· ήτο δε γαμβρός του Δομεστίκου Παλαιολόγου εκ της πρώτης αυτού θυγατρός Μαρίας. «Ην δε ο Ταρχανιώτης ούτος, λέγει ο Ακροπολίτης, και στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός, και πολλής επαπολαύων της παρά Θεού αντιλήψεως, καθώς και μέχρι τούδε επέγνωσται μάλιστα· και γαρ εδόκει τοις πολλοίς ευτυχία κατορθούμενος τα πολλά ή ευανδρία και στρατηγία των εναντίων περιγενόμενος.» Των Φράγκων λοιπόν αρξαμένων την πολιορκίαν της πόλεως, διά μηχανημάτων και ελεπόλεων (157α), δι' ών ηδύναντο υψηλότερα και ευμεγεθέστερα τείχη να κρημνίσωσιν, ο Ταρχανιώτης ανέπτυξε πάσαν αυτού την στρατηγικήν, διότι αντιμηχανώμενος κατά των έξωθεν μηχανημάτων, παρέλυε τας ενεργείας των πολιορκούντων και εματαίου τους σκοπούς αυτών. Αλλ' όμως ο βασιλεύς Ιωάννης διέκειτο εις μεγάλην αμηχανίαν, όχι τόσον διότι έμελλε τάχιον ή βράδιον να πέση η Τζουρουλός, αλλά διότι έβλεπεν ότι, πιπτούσης αυτής, παρελύοντο πάντες οι εν τη δύσει αγώνες αυτού. Ευτυχώς η θεία πρόνοια, ήτις ματαιοί τας βουλάς των ασεβών, απήλλαξε τάχιστα τον Βατάτζην της τοιαύτης μερίμνης, διότι ενώ οι εν Τζουρουλώ πολιορκούμενοι διετέλουν εις τον έσχατον κίνδυνον, αίφνης επληροφορήθη ο Ασάν ότι η σύζυγος αυτού Μαρία απεβίωσε, συγχρόνως δε ότι απέθανον ό τε υιός του και ο του Τυρνόβου επίσκοπος. Τούτο λοιπόν θεομηνίαν εκλαβών ο Ασάν, έκχυσε παραχρήμα τας ελεπόλεις και απήλθεν εις τα ίδια· οι δε Φράγκοι, μόνοι εγκαταλειφθέντες και μη έχοντες τοσαύτας δυνάμεις, ώστε να ελπίσωσι την της πόλεως άλωσιν, λύσαντες την πολιορκίαν επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Διά τοιούτου λοιπόν ανελπίστου τρόπου ηλευθερώθη η Τζουρουλός και οι εν αυτή κάτοικοι της Φραγκικής δυναστείας. (158) Ο δε Ασάν υπολαβών ότι τα προεκτεθέντα δυστυχήματα τω συνέβησαν ένεκα της επιορκίας και ασεβείας αυτού, μεταμεληθείς έπεμψε πρέσβεις προς τον Βατάτζην, εαυτόν τε εξουθενών της κακίστης πράξεως και τας συνθήκας ανακαλούμενος και συγγνώμην διά την απιστίαν αυτού ζητών. Ο Βατάτζης και η Ειρήνη ευχαρίστως δραξάμενοι της περιστάσεως, εδέξαντο μετά τιμής την πρεσβείαν των Βουλγάρων και εμπεδώσαντες δι' όρκων νέων τας προτέρας αυτών συνθήκας, συνήψαν νέαν μετά του Ασάν συμμαχιών τοιουτοτρόπως δε οι μεν σκοποί και αι ελπίδες του Πάπα Γρηγορίου και των Φράγκων εμηδενίσθησαν, η δε του Ασάν θυγάτηρ Ελένη εστάλη και πάλιν εις Νίκαιαν προς τον πενθερόν αυτής.

Ο Ασάν μετά τον θάνατον της πρώτης αυτού συζύγου ήλθεν εις δεύτερον γάμον μετά Ειρήνης της θυγατρός Αγγέλου Θεοδώρου, του άλλοτε δεσπότου της Ηπείρου. Ο δυστυχής ούτος, εστερημένος των οφθαλμών αυτού, διέτριβε παρά τη αυλή του Ασάν, ζων εν πάση ανέσει και τιμή μετά της οικογενείας του· είχε δε δύο υιούς, Ιωάννην και Δημήτριον και δύο θυγατέρας, Άνναν και Ειρήνην, ής, ερασθείς διά το έξοχον αυτής κάλλος ο Ασάν, εγένετο σύζυγος. Ένεκα λοιπόν του συγγενικού δεσμού ο Ασάν ου μόνον απέλυσε πάσης φρουρήσεως τον Θεόδωρον, αλλ' ηθέλησε να τον αποκαταστήση άρχοντα της Θεσσαλονίκης και πάσης ής ήρχε πρότερον χώρας. Προς τούτο δε παρεχώρησεν αυτώ επικουρίαν στρατιωτών, αλλ' εκείνος επειδή δεν εδύνατο φανερώς να κινήση πόλεμον κατά του αδελφού αυτού Μανουήλ, όστις εκράτει της Θεσσαλονίκης, απεφάσισε να καταλάβη αυτήν διά στρατηγήματος. Αμφιεσθείς ιμάτια επαίτου και εισελθών απαρατήρητος εις την πόλιν, εγνωρίσθη πρός τινας, τους οποίους ότε ήτο δεσπότης είχεν ευεργετήσει, και συνεργοίς αυτοίς της συνωμοσίας χρησάμενος, εγένετο εγκρατής εντός βραχέως χρόνου της τε Θεσσαλονίκης και των πέριξ πόλεων και κωμών, τον δε αδελφόν Μανουήλ συλλαβών έπεμψε προς τους Τούρκους εις Αττάλειαν, οίτινες όμως ου μόνον δεν τον εκακοποίησαν, αλλά και ελεύθερον τον άφησαν να υπάγη προς τον Βατάτζην, όπως παραπονεθή κατά του αδελφού του. Ο Βατάτζης ασμένως τούτον υποδεξιωθείς και διά την συγγένειαν μεθ' ής συνεδέετο προς αυτόν, και διότι ήτο έκπαλαι δεσπότης, τω έδωκε χρήματα και έξ τριήρεις, μεθ' ών εκείνος εκυρίευσε τα Φάρσαλα, την Λάρισσαν και την Πλαταμώνα· άρχων δε των χωρών τούτων γενόμενος, σπονδάς εποιήσατο μετά των αδελφών αυτού Κωνσταντίνου και Θεοδώρου, οίτινες εις συνάφειαν προς τους Φράγκους όντες έπεισαν και αυτόν να φανή αχάριστος, συνθηκολογών μετά των πριγγίπων της Αχαΐας και του Μωρέως κατά του ευεργέτου αυτού Βατάτζη· αλλά μεταμεληθείς εντός μικρού διά την διαγωγήν του ταύτην και περιφρονούμενος υπ' αυτών έτι των συμμάχων του, απεβίωσε πριν ή φθάσας επανορθώση το σφάλμα του. (159) ο δε Θεόδωρος μη θέλων να ονομάζηται βασιλεύς της Θεσσαλονίκης διά το των οφθαλμών πάθος, ωνόμασε βασιλέα τον υιόν αυτού Ιωάννην, ερυθροίς πεδίλοις τους πόδας του υποδήσας και ερυθροίς γράμμασι επιτρέψας αυτόν να υπογράφη.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος διατρέχων την Γαλλίαν και επικαλούμενος την συνδρομήν των αρχόντων υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως επέτυχε, χάρις εις τα παπικά θεσπίσματα, να παρασκευάση περί τας εξήκοντα χιλιάδας πολεμιστών, ετοίμων να μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν όπως υποστηρίξωσι τον ετοιμόρροπον θρόνον αυτού. Μόνος ο κόμης της Βρετάνης είχε στρατολογήσει μυρίους πεζούς και δισχιλίους ιππείς· ο κόμης του Βαρίου προσέφερεν εκατόν λογάδας ιππότας, πάντες δε συλλήβδην οι άρχοντες προσέφερον αναλόγως στρατιώτας και χρήματα, όσιον το έργον νομίζοντες και ψυχωφελές ένεκα των παπικών συγχωροχαρτίων. Εκ Γαλλίας ο Βαλδουίνος μετέβη εις Αγγλίαν, όπως πείση τον βασιλέα αυτής Ερρίκον Γ' να συντελέση ομοίως εις την ένδοξον εκείνην επιχείρησιν· έμεινεν όμως έκπληκτος, όταν φθάσας εις Δούβρον, εύρεν απεσταλμένους του βασιλέως εκείνου, οίτινες εξ ονόματός του τω είπον ότι δεν τω επέτρεπε το να εισέλθη εις το κράτος χωρίς προηγουμένως να ζητήση την άδειάν του, διότι τούτο εδείκνυε περιφρόνησιν και αξιόμεμπτον αδιαφορίαν. Ο Βαλδουίνος, περίλυπος εκ τούτου, ητοιμάζετο να επανέλθη εις Γαλλίαν, ότε ο Ερρίκος τω διεμήνυσεν εκ δευτέρου ότι επειδή ήλθεν ως φίλος, άνευ όπλων και στρατού, τω επέτρεπε να διέλθη το κράτος του, αποδιδομένης αυτώ πάσης τιμής. Αφορμή της κακής ταύτης υποδοχής λέγεται ότι υπήρξε το κατά του Ιωάννου Βρυεννίου μίσος των Άγγλων, διότι ούτος ελθών άλλοτε εις Αγγλίαν όπως ζητήση επικουρίας διά την επί την Αγίαν Γην εκστρατείαν, αφού έλαβε τοιαύτας, συνεμάχησε μετέπειτα υπέρ του Αυγούστου Φιλίππου κατά των Άγγλων. Εν τούτοις η θέσις εις ήν ο Βαλδουίνος διετέλει, δεν τω επέτρεπε να φαίνηται τόσον ακριβόλογος, δι' όπερ δεχθείς την πρόσκλησιν του βασιλέως Ερρίκου, μετέβη τον Μάιον του 1238 εις Λονδίνον, και εκείθεν εις Βοσδόκην, ένθα συνηντήθη μετά του βασιλέως και μετά του αδελφού αυτού κόμητος της Κορνουαλίας, οίτινες τον εδέχθησαν μετά πάσης τιμής. Μετά βραχυχρόνιον δε διατριβήν εν Αγγλία επέστρεψεν εις Γαλλίαν, φέρων μεθ' εαυτού επτακοσίας σχεδόν μάρκας αργυρίου, τας οποίας οι δύο αδελφοί εκείνοι τω προσέφερον όπως επαρκέση εις τας πολεμικάς αυτού προπαρασκευάς (160).

Ενώ αφ' ενός ο Βαλδουίνος περιέτρεχε γην και θάλασσαν όπως συλλέξη όσω το δυνατόν πλείω στρατόν, αφ' ετέρου ο Πάπας δραστηρίως διενήργει παρά τοις Χριστιανοίς ηγεμόσιν όπως σπεύσωσιν εις βοήθειαν των εν Κωνσταντινουπόλει ομοφύλων των, υποδεικνύων ότι η παγίωσις αυτών εκεί ήθελε διευκολύνει και την ανάκτησιν της Αγίας Γης. Προς τούτο όλα τα χρήματα όσα είχον συλλεχθή διά την σκοπευομένην σταυροφορίαν διέτασσε να παραδοθώσι προς τον κόμητα του Μακώνος διά να χρησιμεύσωσιν εις μισθοδοσίαν των πολεμιστών· και επειδή επληροφορήθη παρά των εξάρχων, ούς είχε πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν μετά τινων νεοσύλλεκτοι, περί της μεγάλης ελλείψεως ζωοτροφιών ήτις υπήρχεν εκεί, και συνέπεια της οποίας πολλοί των Φράγκων ελειποτάκτουν, προσεκάλεσε τον κόμητα της Βρετάνης να αναστείλη την νεοσυλλεξίαν και να περιορισθή εις μόνον εξακισχιλίους πεζούς και χιλίους πεντακοσίους ιππείς, τω φόβω μη η έλλειψις τροφών και των λοιπών επιτηδείων τους αναγκάση να διασκορπισθώσιν εάν ήσαν εις μεγαλείτερον αριθμόν. Ταυτοχρόνως, έπεμψεν εις Μωρέα και εις το δουκάτον των Αθηνών τον ιδιαίτερον γραμματέα του διά να πείση τους εκκλησιαστικούς των Πατρών, της Κορίνθου και των Θηβών να προσφέρωσι το τρίτον των εισοδημάτων αυτών υπέρ του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον εκ της ησυχίας και δυνάμεως αυτού εξήρτητο απολύτως και η ιδική των ανάπαυσις· προσεκάλεσε δε και τον κόμημητα Παλατίνον της Ζακύνθου να συνδράμη την Κωνσταντινούπολιν διά τροφών, και τους αρχιεπισκόπους Λουγδούνων, Βεζανσώνος, Βούργης, Καμβραίας, Τούλης, Μέτζης, Λιέγης και Βερδούνης να προκηρύξωσιν εις τας επισκοπάς αυτών την κατά των σχισματικών Γραικών σταυροφορίαν, παραχωρουμένης πλήρους αφέσεως αμαρτιών εις τους μετασχόντας αυτής. Και ο τα τοιαύτα προκηρύττων ηξίου να θεωρήται επίτροπος επί της γης Εκείνου, όστις ότε είς των μαθητών του έσυρε την σπάθην διά να κτυπήση, ένα των εχθρών του, τον διέταξε να βάλη την μάχαιραν εις την θήκην, διότι οι μαχαίρα παίοντες εν μαχαίρα απολούνται! Τοιούτο ήτο το πνεύμα των χρόνων εκείνων, τοιαύτη ήτο η χριστιανική ηθική, υφ' ής ενεπνέοντο οι της Ρώμης ποντίφικες! (161)

Αι τοσαύται γενόμεναι προπαρασκευαί εν τη Εσπερία διηυθύνοντο κυρίως κατά του Βατάτζη, αλλά και ο Ασάν δεν ήτο ολιγώτερον εκείνου επίφοβος και μισητός, αφότου μάλιστα εμπαίξας δι' απατηλών υποσχέσεων των Πάπαν εφείλκυσε την οργήν αυτού. Ο Γρηγόριος, μένεα πνέων κατ' αυτού, διότι αφού υπεσχέθη ν' αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του και να συμμαχήση τοις Φράγκοις κατά των Γραικών, ουχί μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά τουναντίον και θερμός υπέρμαχος του Βατάτζη κατά των Φράγκων ανεδείχθη, απεφάσισε παντοιοτρόπως να τον καταστρέψη. Απηυθύνθη λοιπόν προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας Βήλαν, και, πείσας τον Βαλδουίνον να παραιτηθή πάσης επί της Βουλγαρίας αξιώσεως, υπεσχέθη εις αυτόν το στέμμα της Βουλγαρίας, ως αν ήτο κύριος να διαθέτη τα στέμματα των διαφόρων κρατών κατ' αρέσκειαν, και προς τούτο προυκήρυξεν εις Ουγγαρίαν σταυροφορίαν γενικήν κατά του Ασάν. Ο Βήλας κατά πρώτον εφάνη διστάζων ν' αναδεχθή τοιούτον αγώνα, διότι επίδοξος διάδοχος του Βουλγαρικού θρόνου ήτο ο υιός της αδελφής του και δεν εδύνατο να προσβάλη τον Ασάν χωρίς να γείνη πολέμιος του συμμάχου και γαμβρού αυτού Βατάτζη του οποίου, ως γνωστόν, η σύζυγος Ειρήνη ήτο αδελφή της συζύγου του Ασάν Μαρίας· αλλά το αίσθημα του εγωισμού και της φιλοδοξίας υπερίσχυσε και τοιουτοτρόπως ήρξαντο αι διαπραγματεύσεις επί του αντικειμένου τούτου, ο Βήλας εζήτει ου μόνον βασιλεύς των Βουλγάρων, αλλά και έξαρχος παπικός ο ίδιος να αναγνωρισθή, εζήτει προσέτι να τω επιτραπή όπως προπορεύηται αυτού εν τη εκστρατεία ο σταυρός, και να αναδεχθή ο Πάπας την προστασίαν του βασιλείου του κατά την απουσίαν αυτού, εμποδίζων διά των όπλων του πνεύματος πάντα όστις ήθελε τολμήσει να τον προσβάλη. Τα δύο τελευταία αιτήματα του Βήλα ήσαν ευπρόσδεκτα, αλλά το πρώτον απήντησε πολλάς δυσχερείας, διότι οι Πάπαι, οίτινες τόσον ευκόλως κατεπάτουν τα δικαιώματα των ηγεμόνων, ήσαν πολύ ζηλότυποι εις όσα απέβλεπον τα ίδιά των δικαιώματα. Εν τούτοις μη θέλων ο Γρηγόριος να δυσαρεστήση τον βασιλέα της Ουγγαρίας, τω επρότεινε να διορίση έξαρχον, οίον αν επίσκοπον εκείνος εξέλεγε, και τούτο όπως διατηρήση την αξιοπρέπειαν της εκκλησίας, ήτις δεν παρείχε τίτλους εκκλησιαστικούς εις κοσμικούς ηγεμόνας. Αλλ' όμως αι τοσαύται προσπάθειαι έμειναν άνευ αποτελέσματος, διότι ο Ασάν φοβηθείς την κατ' αυτού σταυροφορίαν, ειρήνευσε μετά του Βήλα και των Φράγκων εις τους οποίους επέτρεψε το επιόν έτος την διά του κράτους του διάβασιν (162).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος ελάμβανε καθ' εκάστην τας πλέον δυσαρέστους περί Κωνσταντινουπόλεως ειδήσεις πασχούσης και στέρησιν τροφών και έλλειψιν πολεμιστών, ένεκα του οποίου οι του Βατάτζη στρατιώται περιτρέχοντες τας πέριξ χώρας, έσπειρον τον τρόμον και την φρίκην μέχρι και αυτών των τειχών της πόλεως, χωρίς ουδεμίαν να απαντώσιν αντίστασιν. Ταύτα λοιπόν μανθάνων ο Βαλδουίνος απεφάσισε να πέμψη κατά Μάρτιον του 1238 πολυαρίθμους πολεμιστάς εις Κωνσταντινούπολιν υπό την οδηγίαν του Ιωάννου Πετούνη, τον οποίον ο Βρυέννιος τω είχε δώσει ως Μέντορα κατά την εις Ιταλίαν αναχώρησίν του. Ο γενναίος ούτος μαχητής έλαβε την εις Ιταλίαν άγουσαν οδόν, προτιθέμενος να επιβιβασθή επί πλοίων εν Ενετία και μεταβή διαπόντιος εις Κωνσταντινούπολιν, όπως αποφύγη τας προσβολάς του Βατάτζη και των Βουλγάρου, οίτινες ήσαν διεσπαρμένοι καθ' άπασαν την μεταξύ χώραν· γεγονός τι όμως απροσδόκητον επελθόν, εματαίωσε τας του Πετούνη προθέσεις. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, όστις ήτο θανάσιμος εχθρός του Ιωάννου Βρυεννίου, και κατά συνέπειαν και του Βαλδουίνου, έτι δε μάλλον του Πάπα, μεθ' ού διέκειτο εις φανερόν πόλεμον, δραξάμενος της περιστάσεως ηθέλησε να εκμηδενίση το σχέδιον εκείνο, όπερ ο Γρηγόριος περί τοσούτου εποιείτο· άμα λοιπόν ο Πετούνης διήλθε τας Άλπεις, τω απηγόρευσε να διαβή διά του κράτους του, απειλών εν εναντία περιπτώσει ότι διά των όπλων θέλει του εμποδίσει την διάβασιν. Ο Πετούνης εκπλαγής γενόμενος εκ της απειλής ταύτης του αυτοκράτορος, ήλθεν εις συνέντευξιν μετ' αυτού, και παντοιοτρόπως προσεπάθησε να τον πείση, όπως τω επιτρέψη την διάβασιν· και εκάμφθη μεν ο Φριδερίκος, επιτρέψας τούτο, απήτησεν όμως ίνα ο Πετούνης μένη παρ' αυτώ ως όμηρος διά την καλήν διαγωγήν την οποίαν οι σταυροφόροι ήθελον τηρήσει διερχόμενοι διά του κράτους του. Μάτην ο Πετούνης προσέφερεν εις τον αυτοκράτορα μέγιστον ποσόν χρημάτων διά να παραιτηθή του όρου τούτου, προφασιζόμενος ότι ο στρατός του άνευ αρχηγού μένων ήθελε διασκορπισθή. Ο Φριδερίκος επέμεινεν εις τον όρον αυτόν και επειδή είχεν αξιώσεις επί της Φραγκικής αυτοκρατορίας, απήτησε παρά του Βαλδουίνου να τον αναγνωρίση ως κυρίαρχον, διότι άλλως θέλει τον αναγκάσει διά των όπλων· του δε Βαλδουίνου μη συγκατανεύσαντος εις τούτο, απηγόρευσεν αυστηρώς την διά του κράτους του διάβασιν των σταυροφόρων, ο Πάπας σφοδρώς λυπούμενος επί ταις εχθροπραξίαις ταύταις, αίτινες εματαίουν τοσούτους αγώνας και προσπαθείας, δι' επιστολών προσεπάθησε να τω υποδείξη πόσον ατόπως προσεφέρετο προς άπασαν την Χριστιανοσύνην, της οποίας εφαίνετο πολέμιος· αλλ' ο Φριδερίκος περιφρονών και τον Πάπαν και τας επιστολάς του, επέμεινεν ακραδάντως εις τας αξιώσεις του. Ο δε Βαλδουίνος βλέπων ότι εκτός του Ασάν και Βατάτζη ανεφαίνετο τρίτος εχθρός, όν ώφειλε να πολεμήση, επέστρεψεν εις Ιταλίαν όπως συμβουλευθή τον Πάπαν και συσκεφθώσι περί του πρακτέου. Εν τούτοις οι εν Ενετία συνελθόντες στρατιώται όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν διεσπάρησαν ελλείψει στρατηγού, ο δε Πετούνης ασθενήσας μετ' ου πολύ και αποβιώσας, υπήρξεν ο τελευταίος ιππότης εκ των αρχαίων κατακτητών.

Η βραδύτης της αποστολής επικουρίας εις Κωνσταντινούπολιν, εξήντλησεν ολοσχερώς τους πόρους αυτής. Πάσα και δημοσία και ιδιωτική περιουσία είχε δαπανηθή, ο δε τοποτηρητής του αυτοκράτορος, αφού κατήντησε να αφαιρέση τον μόλυβδον από τας σκέπας των εκκλησιών διά να κόψη νόμισμα, απεφάσισε να υποθηκεύση και αυτά τα τιμαλφή λείψανα της Χριστιανικής ευσεβείας. Ο εξ ακανθών στέφανος, δι' ού περιεβλήθη ο του κόσμου Λυτρωτής, εσώζετο εν τοις ανακτόροις του Βυζαντίου φέρων έτι τα ίχνη των φρικτών Εκείνου παθημάτων· τούτον λοιπόν τον στέφανον μη απολειφθέντος πλέον ετέρου τινός, απεφάσισεν ο τοποτηρητής να ενεχυριάση αντί της ποσότητος τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εβδομήκοντα πέντε υπερπύρων πρός τινας Ενετούς επί συμφωνία, αν εντός ωρισμένου χρόνου δεν αποδώση το δάνειον, να λαμβάνωσιν εκείνοι εις την κατοχήν των αυτόν· εγένετο δε η συνθήκη αύτη τη 4 Σεπτεμβρίου 1238. Ο Βαλδουίνος πληροφορηθείς την σύμβασιν ταύτην προσέφυγε προς τον βασιλέα Λουδοβίκον, όστις παρέλαβε τον στέφανον αποτίων τα προς τους Ενετούς οφειλόμενα. Κατά Δεκέμβριον λοιπόν του αυτού έτους ο στέφανος ούτος επιβιβασθείς εις πλοίον Γαλλικόν μετεκομίσθη εις Ενετίαν και εκείθεν εις Παρισίους, ένθα κατετέθη μετά πλείστης όσης επισημότητος και πομπής εις την εκκλησίαν την επ' ονόματι της Παναγίας τιμωμένην. ο Βατάτζης πληροφορηθείς την πώλησιν ταύτην του στεφάνου έστειλε πλοία όπως αρπάσωσιν αυτόν, αλλά δυστυχώς δεν επέτυχον ταύτα να συναντήσωσι το κομίζον εκείνον πλοίον· ο δέ Λουδοβίκος εδωρήσατο διά τον στέφανον δεκακισχιλίας λίβρας εις τον Βαλδουίνον, γενομένης και δαπάνης ετέρων δισχιλίων διά την μεταφοράν αυτού (163).

Η δεινή θέσις εις ήν περιήλθεν η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως ηνάγκασε τον Βαλδουίνον να επισπεύση την εις το κράτος του επάνοδον, μετά των στρατιωτών, ούς εν τη Δύσει είχε συλλέξει. Τοιουτοτρόπως αυτός μεν παρεσκευάζετο όπως απέλθη, ο δε Πάπας, παρά τω οποίω κατέλιπεν αντιπρόσωπον αυτού τον Ιωάννην Βαλενσιανόν, ησχολείτο ανενδότως όπως πείση τους σταυροφόρους Γάλλους να αναστείλωσι την εις Συρίαν μετάβασίν των και στρέψωσι τα όπλα των πρώτον κατά του Βατάτζη. Εκ τούτων πολλοί μεν επείσθησαν εις του Πάπα τας παρακελεύσεις, έτεροι όμως επέμενον εις το αρχικόν σχέδιόν των της επί την αγίαν Γην εκστρατείας, μεμψιμοιρούντες μάλιστα κατ' αυτού διότι παρενέλαβε προσκόμματα εις την εκπλήρωσιν του σκοπού των και διότι διέθετε άλλως πως παρ' όπως ανέκαθεν ήσαν προωρισμένα τα διά την σταυροφορίαν συλλεχθέντα χρήματα. Μετά των τελευταίων τούτων ήσαν ο Θιβώτος βασιλεύς της Ναβάρρας, ο Ούγγος δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος κόμης Βαρίου, ο Aμωρή κόμης Μοντφόρτης, ο Ριχάρδος δε-Σαμόντιος, ο Ανζώ Δέλλιος, οι κόμητες Βενδόμης, Μακώνος, Φορέτης, Νεβερσίας και άλλοι, οίτινες βλέποντες του αυτοκράτορος Φριδερίκου την διαγωγήν και μη επιθυμούντες ν' αναλάβωσιν αγώνα, προς τον οποίον εκείνος εφέρετο τοσούτον δυσμενώς, εγκατέλιπον τον Βαλδουίνον και λαβόντες την εις Μασσαλίαν άγουσαν οδόν, επεβιβάσθησαν εκείθεν εις πλοία διά Παλαιστίνην, εναντίον της παπικής επιθυμίας (164).

Notes in this chapter

Note 1 · Ducange 11, 451. ↩Note 2 · Sigon. hist. Beaun?. I.V. — Cron. Fassae Na?? Ducange. ↩Note 3 · Cor ad de Falaris, de Casibus Gall C. 8. ↩Note 4 · Fleury. hist. Eccles. 78. 8. ↩Note 5 · Honorius L. 4. ep. 178 — bep. 375. ↩Note 6 · Ducange 11. 155. ↩Note 7 · Sabellico 8. 169 Doutreman V. 5. — Fleury his. eccles. 78. 8. 13. 14 — Lebeau XVII 309. — Ducange 11. 155 156.↩Note 8 · Honor. 1. 11. Ep. 884 — Chron. Rich. de S. Germ. ann 1218. ↩Note 9 · Ακροπολίτ. Χρ. Συγγραφ. 18. ↩Note 10 · Lebeau XVII 312.↩Note 11 · Honor L. 11. p. 1002-111 p.237, 416. ↩Note 12 · Ducange 11. 184.↩Note 13 · Ducange 11, 107.↩Note 14 · Sabell. dec f. VIII — Chron. Danduli apud Spond. 1216 N12.↩Note 15 · Fleury, hist. eccles. 75 50 — Lebeau XVII 317. ↩Note 16 · Ακροπολίτ. Χ. Συγγ. 13.↩Note 17 · Νικηφ. Γρηγορ. Ιστορ. ???↩Note 18 · Ακροπολ. 22. Νικ. Γρηγορ. 11. 2. 25. ↩Note 19 · Honor I. VII. p. 147, 148, 149 I. IX. p. 83↩Note 20 · Honor 1. VI. ep. 447 1. VII p. 14 15. 140 I. VI p. 280.↩Note 21 · Ακροπολ. 22 Γρηγορ. 11. 2. 27. ↩Note 22 · Γρηγορ. 1. 2. 13.↩Note 23 · Ακροπολ. 28 — Γρηγορ. 11 2. 25. — Lebeau XVII 332.↩Note 24 · Ακροπολ. — Γρηγορ. ως 11, 2. 25 ↩Note 25 · Ακροπολ. 40.↩Note 26 · Ακροπολ. 40.↩Note 27 · Ακροπολ. 40.↩Note 28 · Honor. I. VIII epis. 83. 84. 85. 288. ↩Note 29 · Fleury his. eccles. I. 79 art. 23 — I. 50 art. 10.↩Note 30 · Sanut. I 2 port. 4. C. — Doutrem. 5. 5. ↩Note 31 · Sanut. 1.2. par. 4 C. 28. — Danduli Chron. 180 — Ducange 11. 3. 201.↩Note 32 · Doutreman 1. 5. C. 5. Ducange 111 15. ↩Note 33 · Lebeau XVII 371. ↩Note 34 · Cibon hist. de la decadance T. ? ↩Note 35 · Ακροπολ. Χρον. Συγγ. 60↩Note 36 · Gregor. IX ep. ?V. III p. 46.51. ↩Note 37 · Ακροπολ. Χρον. Συγ. 46.↩Note 38 · Ακροπολ. Χρον. Συγγ. 47. — Gregor. IX. I. VI. epist. 3.↩Note 39 · Gregor. IV. I. V. ep. 73. 75. ↩Note 40 · Περί της οικογενείας Γαβαλλά ιδέ τη εν τόμ. ΙΒ' Ιουνίου 1861 της Ν. Πανδώρας πολύτιμον διατριβήν του Κ. Παύλου Λάμπρου.↩Note 41 · Ακροπολ. Συγ. 30.↩Note 42 · Sabelicus l. q. 113 — Danduli Chron. 88. Bizar, de Bello Veneto 1. 3.↩Note 43 · Foglieta Hist. gen. I 3. 169. ↩Note 44 · Ακροπολ. Χρ. συγγρ. 31 — Gregor. IX. ? IX. ep. 313 — Rayhald. 47. 53.↩Note 45 · Ακροπολ. Χρ. Συγ. 33.↩Note 46 · Philip. Mouskes apud. Ducang 111, 220 — Andr. Danduli Obron 162 — Sabel. Decaet I. IX. p. ↩Note 47 · Lebeau. XVII. 365.↩Note 48 · Ducange III. 224.↩Note 49 · Ph. Mouskes Alber. 1236 ap. Ducang. ↩Note 50 · Gregor. IX. I. Χ. Lp. 95, 282. 293, 294. ↩Note 51 · Ducang. ΙΙΙ 232?↩Note 52 · Fleury, hist. Eccles. St. art. p. — Daru his. de Ven. I. 265↩Note 53 · Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 34.↩Note 54 · Gregor. IX.I.II ep. 96. 97. 110. 112 114. ↩Note 55 · ) Πολιορκητική μηχανή↩Note 56 · Ακροπολ. Χρ. Συγγ. 36↩Note 57 · Ακροπολ. Χρ. Συγγρ. 38. 27.↩Note 58 · Gregor. XI I. XI ep. 408. 409. XII. ep. 351. ΧIIΙ.ep. 317.↩Note 59 · Gregor. IX. 1. ep. 350. ΧΙΙ ep. 10. 310. ↩Note 60 · Gregor. Ι XII. ep. 211, 417. ↩Note 61 · Fleury, hist. eccles. 81 art. 27 — Ducange IV 260.↩Note 62 · Gregor. ?XII ep. 168, 370, 390. ↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings