← Table of contents
Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Front matter (continued 4)

Reading edition

Η αρχή αυτή δεν επροοιμίαζε βεβαίως καλόν τέλος· αλλ' ο Βαλδουίνος μηδόλως αποθαρρυνθείς, αφού διά τελευταίαν φοράν μετέβη εις Ρώμην ίνα συνεντευχθή προς τον Πάπαν, επέστρεψεν εις Γαλλίαν, και μη έχων χρήματα όπως διαπλεύση τον στρατόν του εδανείσθη παρά του βασιλέως Λουδοβίκου πεντήκοντα χιλιάδας λιβρών, προς εξασφάλισιν των οποίων υπεθήκευσεν αυτώ την κομητείαν του Ναμούρ, ήν ο βασιλεύς παρεχώρησεν εις τους ιππότας Τεμπλιέρους να την διοικώσι μέχρις ού ο Βαλδουίνος ήθελε τω αποτίσει τα οφειλόμενα, ιστορικοί τινες λέγουσιν ότι προς τη κομητεία του Ναμούρ υπεθήκευσε και την της Ωξέρης· αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης. Τέλος τακτοποιήσας τα οικιακά του πράγματα απεφάσισε να αναχωρήση, διερχόμενος διά Γερμανίας, της οποίας ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, τη επιμόνω αιτήσει του βασιλέως της Γαλλίας, τω επέτρεψε την διά της χώρας του διάβασιν διά χρυσοβούλου εκδοθέντος τη 7 Δεκεμβρίου 1238. Ταις προσπαθείαις του Πάπα και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας και ο τούτου αδελφός Καλομάνος δουξ Σκλαβουνίας και ο βασιλεύς αυτός της Βουλγαρίας Ασάν, όστις ου προ πολλού είχε συμμαχήσει μετά των Φράγκων, υπεσχέθησαν ου μόνον κατ' ουδέν να παρενοχλήσωσι τους σταυροφόρους διά των κρατών αυτών διερχομένους, αλλά τουναντίον και να τοις χορηγήσωσι πάσαν αντίληψιν. Ο Βαλδουίνος ηρίθμει εν ταις τάξεσιν αυτού εξηκοντακισχιλίους άνδρας, εν οίς ήσαν επτακισχίλιοι ιππόται μετά των ιπποκόμων αυτών και τριακοντακισχίλιοι έφιπποι τοξόται. Πολλοί δε διακεκριμένοι άρχοντες είχον ενωθή μετ' αυτού, οίοι ήσαν ο Θωμάς Μάρλιος κύριος του Κουσή, ο Ιμβέρτος κύριος του Βωζώ, ο Ζοσεράνδος κύριος του Βρασιών, ο άρχων του Βωμέζου, ο Γουλλιέλμος δε-Καχιέ, ο Βαρόνος δε-λα-Χαβερί και άλλοι· συνώδευσε δ' αυτόν ως Παπικός έξαρχος ο Βαλδουίνος Σενιγαλλίας και ο Βαρίνος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τον οποίον είχεν εκδιώξει ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος ότε εκυρίευσε την πόλιν ταύτην. Τοιουτοτρόπως αναχωρήσας ο αυτοκράτωρ μετά παντός του στρατού αυτού και διελθών την Ιταλίαν διά των υπωρειών των Άλπεων, αφίκετο εις το Οστρίκιον· κατελθών δε εις Ουγγαρίαν διεπέρασε τον Ίστρον, και διά της Βουλγαρίας έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν κατά Δεκέμβριον του 1239. Οι εν αυτή εδέξαντο τον Βαλδουίνον μετά μεγίστου ενθουσιασμού, και των πάντων ελπιζόντων παντός δεινού την απαλλαγήν, ούτος εστέφθη αυτοκράτωρ μετά της συνήθους επισημότητος εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας (165). Και αληθώς έπρεπε να ελπίσωσι πολλά εκ της ελεύσεως του Βαλδουίνου και του πολυαρίθμου εκείνου στρατού· διότι εκτός της υλικής δυνάμεως, ήν ο αυτοκράτωρ τοις εκόμιζεν, είχε προσέτι περιποιήσει εαυτώ πολλούς συμμάχους, αποσπών αυτούς από του Βατάτζη. Οι Ούγγροι ήσαν φίλοι αυτού, ο Ασάν είχεν επίσης συμμαχήσει μετ' αυτού, οι Κουμάνοι, ηγουμένων των βασιλέων των Ιωνά και Σορονίου, εζήτησαν εις Κωνσταντινούπολιν την φιλίαν των Φράγκων, και ο πολεμικός ούτος λαός, ως εκ των προτέρων είδομεν, δεν ήτο μικρού λόγου επίκουρος. Διά τούτο ο Βαλδουίνος έσπευσε να παραδεχθή την συμμαχίαν αυτού, και πληρεξούσιοι διορισθέντες εκατέρωθεν συνωμολόγησαν ειρήνην και φιλίαν αδιάρρηκτον· μετά δε την συνομολόγησιν αυτής οι πληρεξούσιοι εκβαλόντες ολίγον αίμα εκ των φλεβών των, το προσέφερον αλλήλοις ίνα το πίωσιν, ως διά να δείξωσι τρόπον τινά ότι το αυτό αίμα εζωογόνει αμφοτέρους τους λαούς εις το εξής. Μετά την αιμοποσίαν ταύτην ταχθέντες εις δύο γραμμάς οι πληρεξούσιοι των συμβαλλομένων εθνών, κατέκοψαν μεληδόν διά των ξιφών κύνα, όν ηνάγκασαν να διέλθη εν τω μέσω των φωνούντες, «Ούτως απωλεσθήτω το έθνος εκείνο, όπερ παραβιάσει την ένορκον συμμαχίαν.» Τοιαύτη ήτο η συνθήκη την οποίαν οι Κουμάνοι συνέθεντο προς τους Φράγκους· όπως δε παγιώσωσιν αυτήν ηθέλησαν να συσφίγξωσι την συμμαχίαν των δι' ιδιαιτέρων δεσμών. Βαπτισθεισών λοιπόν των δύο θυγατέρων του Σορονίου, την μεν έλαβεν εις γυναίκα ο Γουλλιέλμος, υιός του Γοδοφρέδου Μερή, την δε ο Βαλδουίνος κόμης του Αινώ· την δε θυγατέρα Ιωνά, του ισχυροτέρου των δύο βασιλέων ενυμφεύθη ο Ναρζότος δε-Τουσή, όστις πρώτην σύζυγον έσχε την θυγατέρα του Βρανά (166).

Πρώτιστον έργον των Φράγκων, τοιουτοτρόπως υπό των Κουμάνων ενισχυθέντων, υπήρξεν η πολιορκία της Τζουρουλού, ής ο Βατάτζης υπήρχε κύριος, διορίσας εν αυτή φρούραρχον τον Χαρτουλάριον Ιωάννην Πετραλείφαν, άνδρα γενναίον και παιδιόθεν εξησκημένον περί τα πολεμικά. Και αντέταξε μεν ούτος προς τους πολυπληθείς εχθρούς και τας πολυποικίλους μηχανάς των μεγίστην καρτερίαν και ανδρίαν· αλλ' αναγκασθείς υπό των πολλών δυνάμεων των πολεμίων, συνάμα δε και υπό των προδοτών, οίτινες δεν λείπουσι πάντοτε κατά τοιαύτας περιστάσεις από τας πολιορκουμένας πόλεις, παρεδόθη. Οι δε Φράγκοι, χειρωσάμενοι την πόλιν, συνέλαβον τον Πετραλείφαν και τους συν αυτώ, και μεταγαγόντες εις Κωνσταντινούπολιν επώλησαν ως ανδράποδα προς τους οικείους των (167).

Ο Βατάτζης μη αισθανόμενος εαυτόν ικανόν όπως αντεπεξέλθη κατά των Φράγκων, πολιορκούντων την Τζουρουλόν, απεφάσισε να κατακτήση όσα μέρη τοις έμενον έτι κατά τα παράλια της Προποντίδος. Όπως δε επιτύχη ευχερέστερον τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να τους προσβάλη και διά ξηράς και διά θαλάσσης· λαβών λοιπόν αυτός την ηγεμονίαν του στρατού και από Νικομηδείας απάρας προσέβαλε και εκυρίευσε τον Χάρακα, την Δακίβυζαν και το του Νικητιάτου φρούριον, συσκευασάμενος δε τριήρεις ικανάς έθηκεν αυτάς υπό τας διαταγάς Ιφρέ του Αρμενίου, ανδρός ανικάνου και οκνηρού περί τα μάχιμα τελούντος, παύσας τον πρότερον την των τριήρεων στρατηγίαν περιεζωσμένον Μανουήλ Κοντοφρέ, άνδρα γενναίον και πολεμοχάρμην, διότι ούτος παρρησία και φιλαληθεία χρώμενος παρίστα εις τον αυτοκράτορα ότι αι θαλάσσιαι αυτού δυνάμεις ήσαν κατά πολύ των Φραγκικών υποδεέστεραι, και όλως ανίκανοι όπως ναυμαχήσωσι προς αυτάς. Ότι δε ο Κοντοφρές έλεγε τ' αληθή εγνώσθη εκ των υστέρων, διότι, ναυμαχίας γενομένης μεταξύ του Γραικικού στόλου εκ τριάκοντα πλοίων συγκειμένου και του των Φράγκων, όν τρισκαίδεκα μόνον νήες απήρτιζον, ο πρώτος ηττήθη αισχρώς, απολέσας δεκατρείς τριήρεις, τας οποίας οι εχθροί συν ανδράσι και όπλοις εκυρίευσαν και ως λάφυρα έφερον εις Κωνσταντινούπολιν (168).

Κατά τον αυτόν περίπου χρόνου (1240) εφάνη προς το μέρος του βορρά κομήτης πωγωνίας, όστις διήρκεσε μήνας τρεις, εις διάφορα μέρη φαινόμενος. Κατά περίεργον δε σύμπτωσιν την εμφάνισιν του κομήτου τούτου παρηκολούθησεν η αποβίωσις πολλών επισήμων ανδρών, πρώτος δε τούτων ην ο των Βουλγάρων ηγεμών Ασάν, «ανήρ εν βαρβάροις άριστος αναφανείς, ως λέγει ο Ακροπολίτης, ουκ εν τοις οικείοις μόνον, αλλά γε δη και τοις αλλοτρίοις· εχρήσατο γαρ και φιλανθρωπότερον τοις προσερχομένοις αυτώ επήλυσι και μάλιστα τοις Ρωμαίοις, και φιλοτίμως αυτοίς παρείχε τα αιτηρέσια.» Μετ' αυτόν απεβίωσαν Ιωνάς ο βασιλεύς των Κουμάνων και ο γαμβρός αυτού Ναρζότος δε-Τουσή· επειδή δε ο Ιωνάς ην αβάπτιστος, τον ενεταφίασαν εκτός των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως, οκτώ δε ιπποκόμοι του και είκοσιν έξ ίπποι του απηγχονίσθησαν επί του τάφου αυτού κατά τα άγρια των Κουμάνων ήθη. Ο θάνατός του υπήρξε ζημία επαισθητή διά τους Φράγκους, διότι όχι μόνον αυτόν απώλεσαν, άνδρα πιστόν και γενναίον, αλλά και τον Σαρτόριον, όστις αποβιώσαντος του Ιωνά, απεσπάσθη αυτών και ηνώθη μετά του Βατάτζη. Συγγραφεύς τις (169) αναφέρει ότι κατ' αυτό το έτος, κοινοποιηθέντος εν Γαλλία του θανάτου του Βαλδουίνου, ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος πρίγγηψ της Αχαΐας μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, ίν' αναλάβη την αντιβασιλείαν του κράτους, διαρκούσης της ανηλικιότητος του υιού του Φιλίππου, τέλος προς τοις άλλοις απεβιώσεν η σύζυγος του Βατάτζη Ειρήνη, «γυνή σωφρονική τε και αρχική και πολύ το μεγαλείον επιδεικνυμένη το βασίλειον, χαίρουσα δε και λόγοις και σοφών ακροωμένη μεθ' ηδονής και τιμώσα τούτους υπερβαλλόντως,» και ο Μανουήλ Κομνηνός αδελφός του δεσπότου της Θεσσαλονίκης Θεοδώρου (170).

Ο στρατός των Φράγκων εστρατοπέδευεν έτι προ της Κωνσταντινουπόλεως, ότε Γουλλιέλμος ο εκ Βερώνης κύριος της Ευβοίας και υιός του Ραβανού Δελλά Κάρσερε ελθών επαρουσιάσθη εις τον αυτοκράτορα μετά της συζύγου αυτού Ελένης, ανεψιάς δε Δημητρίου του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, και τω εζήτησε να τον αναγνωρίση ως κληρονόμον εκ της συζύγου αυτού, του βασιλέως εκείνου. Ο Βαλδουίνος ουδεμίαν αντίρρησιν εποιήσατο εις τούτο και την 5 Μαΐου 1240 απέλυσε λόγον χρυσόβουλον, διά του οποίου ανεγνώριζε τον Γουλλιέλμον, βασιλέα της Θεσσαλονίκης· την δε αναγνώρισιν ταύτην επεκύρωσεν εκείνος παρά του Πάπα Ιννοκεντίου Δ' του διαδεξαμένου τον Γρηγόριον Θ'. Αλλά τα απλά έγγραφα ουδέν ίσχυον απέναντι της κλαγγής των όπλων, ήτις ηκούετο τότε καθ' άπασαν την Ανατολήν (171).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος μη επαρκών εις τας ιδίας αυτού δαπάνας, είχε δανεισθή μέγιστα ποσά παρά του πρίγγιπος της Αχαΐας, και επειδή δεν ηδύνατο να αποτίση αυτά, ηναγκάσθη να τω παραχωρήση την κομητείαν του Κουρτεναί· αλλ' όμως ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος, του οποίου η συγκατάθεσις ήτο αναγκαία εις την παραχώρησιν ταύτην, ηρνήσατο να αναγνωρίση τον Γουλλιέλμον ως κύριον του Κουρτεναί, και δι' επιστολής του ήλεγξε πικρώς τον Βαλδουίνον, διότι απεγυμνούτο τοιουτοτρόπως των πατρικών αυτού κληροδοτημάτων. Ο Βαλδουίνος απαντών εδικαιολόγησε την πράξιν του, προτείνων τας καταπειγούσας του κράτους ανάγκας, και όπως πείση αυτόν να έλθη εις βοήθειάν του, τω έπεμψε μέγα τεμάχιον του τιμίου Σταυρού, το ιμάτιον, όπερ έφερεν ο Χριστός, ότε υπήγαινεν εις το Καλβάριον, την αιχμήν της λόγχης, τον σπόγγον και τα άλλα όργανα του πάθους Του. Τα άγια ταύτα λείψανα αφίκοντο εις Παρισίους κατά την ημέραν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και εγένοντο δεκτά παρά του βασιλέως και της οικογενείας, μετά πλείστης όσης ευλαβείας και τιμής. Τοιουτοτρόπως η Κωνσταντινούπολις απεγυμνούτο μικρόν κατά μικρόν όλων των κειμηλίων με όσα η ευσέβεια και ο ζήλος των αυτοκρατόρων την είχε προικίσει (172).

Ο θάνατος του βασιλέως των Βουλγάρων Ασάν παρήλλαξεν επαισθητώς την κατάστασιν των Φράγκων, διότι ο Βατάτζης βλέπων ότι διεδέξατο αυτόν μειράκιον ενδεκαετές, τούνομα Καλλιμάνος, επομένως ανίκανον όπως βαστάση τας ηνίας του κράτους, έτι δε ολιγώτερον το βάρος του πολέμου, απεφάσισε να επωφεληθή εκ της ανηλικιότητος αυτού όπως κατακτήση την Βουλγαρίαν· ίνα δε μη τον αποτρέψωσι του σκοπού του οι Φράγκοι συνωμολόγησε μετ' αυτών διετή ανακωχήν. Έπεμψε δε και προς τον βασιλέα των Ούγγρων Βήλαν προτείνων αυτώ φιλίαν και την υπό τον Πάπαν ένωσιν των εκκλησιών. Ο Βήλας χαίρων επί ταις προτάσεσι ταύταις εξήγγειλεν εις Ρώμην τον του Βατάτζη σκοπόν· αλλ' ο Πάπας δυσπιστών προς τον αυτοκράτορα της Νικαίας, ενέπνευσε και προς τον Βήλαν την δυσπιστίαν ταύτην. Και απέτυχε μεν η μεταξύ των δύο τούτων ηγεμόνων συμμαχία, αλλ' ο Βήλας ουδέν παρενέβαλε πρόσκομμα και αυτό ιδίως επεθύμει ο Βατάτζης. Αφ' ετέρου ο μεγαλεπίβολος ούτος ηγεμών μη ανεχόμενος να φέρωσιν οι δεσπόται της Θεσσαλονίκης τον τίτλον του αυτοκράτορος, όστις ενόμιζεν ότι αυτώ μόνω ανήκε, διότι ήτο διάδοχος του Λασκάρεως και των νομίμων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων, απεφάσισε να ταπεινώση και τον φέροντα τον τίτλον εκείνον Ιωάννην τον Κομνηνόν, όστις διώκει τον τόπον ταις συμβουλαίς και τη πείρα του τυφλού πατρός του Θεοδώρου. Όπως δε ο Βατάτζης ευχερέστερον επιτύχη τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να αποσπάση από τον ανίκανον εκείνον και νωθρόν ηγεμόνα τον αόμματον Μέντορά του και προς τούτο κατέφυγεν εις το εξής στρατήγημα. Πέμψας πρέσβυν προς τον Θεόδωρον, τον προσεκάλεσε να έλθη εις Νίκαιαν όπως συσκεφθώσι περί των κοινή συμφερόντων· εκείνος δε μηδέν κακόν υπονοών προσήλθε προθύμως, και ο Ιωάννης τον ενέπλησε τιμών, θείον αυτόν ονομάζων και τη αυτού συγκαθίζων τραπέζη και των λοιπών φιλοφρονημάτων μεταδιδούς. Αφού δε τούτον έσχεν εις τας χείρας του, συναγαγών πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Σκυθών, τους οποίους διά δώρων και υποσχέσεων είχε προσελκύσει, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, έχων παραπλέοντα και τον στόλον αυτού υπό τον Κοντοφρέ Μανουήλ. Συνώδευον δε τον βασιλέα κατά την εκστρατείαν ταύτην άνδρες στρατηγικοί και πολυμήχανοι, ο Δημήτριος Τορνίκης, ο δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, ο πρωτοβεστιάριος Αλέξιος Ραούλ, ο επί της τραπέζης Νικηφόρος Ταρχανιώτης, ο πρωτοσέβαστος Κοντοστέφανος, ο μέγας χαρτουλάριος Πετραλείφας και άλλοι. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης μετά του στρατού αυτού παρελθών τα της Θράκης και Μακεδονίας χωρία, κατέλαβε την Χριστούπολιν και το φρούριον της Ρεντίνης, το oποίον οι φυλάσσοντες παρήτησαν έρημον, ιδόντες μακρόθεν τον στρατόν αυτού, και ελθών εστρατοπέδευσεν εις απόστασιν οκτώ σταδίων από της Θεσσαλονίκης, εις τόπον καλούμενον κήπον του Προβατά. Κατά της αχανούς εκείνης πόλεως, δεν ήτο βεβαίως δυνατόν να μεταχειρισθή ελεπόλεις και άλλα τοιαύτα πολεμικά μηχανήματα· διέταξεν όμως τους στρατιώτας αυτού και ιδίοις τους εις αρπαγήν προθυμοτάτους Σκύθας, να περιέρχωνται και ληίζωσι τα περίχωρα, όπως ει δυνατόν διά της καταστροφής και της πείνης αναγκάση τους εν τη πόλει να παραδοθώσιν· αλλά και οι πολιορκούμενοι δεν έμενον άπρακτοι, τουναντίον ανθίσταντο μετά πολλής καρτερίας, συνεχώς δ' εφορμώντες εκ της πόλεως επέπιπτον κατά του στρατού του βασιλέως και επέφερον αυτώ ζημίαν ου σμικράν.

Εν τούτοις ο Βατάτζης εξηκολούθει στενώτερον πολιορκών τους εν Θεσσαλονίκη ότε επληροφορήθη παρά του υιού αυτού Θεοδώρου, όν είχε καταλίπει περί τα μέρη των Πηγών, μετά του μυστικού συμβούλου Ιωάννου του Μουζάλωνος και του μεγάλου εταιριάρχου Μιχαήλ Λιβαδαρίου, ότι το έθνος των Τατάρων, ή, κατά τους Βυζαντινούς, των Ταχάρων, ελθόν εις πόλεμον προς τους Μουλσουμάνους του Ικονίου ενίκησεν αυτούς και ότι φόβος ήτο μη οι Βάρβαροι εκείνοι ήθελον εισβάλει εις την αυτοκρατορίαν της Νικαίας. Ταύτα μαθών ο Βατάτζης, εις ουδένα μεν ανεκοίνωσεν, απαγορεύσας επί ποινή θανάτου εις τον παρά του υιού του απεσταλμένον να μαρτυρήση τι των εν Ασία συμβαίνοντος, προσκαλέσας δ' εκ Νικαίας εις το στρατόπεδόν του τον Θεόδωρον, τω είπεν ότι ουχί εκ μίσους ή εκ κατακτητικών σκοπών προσέβαλε την Θεσσαλονίκην, διότι αμφότεροι εισι Γραικοί και επομένως εχθροί των Φράγκων, ότι, καίτοι το συμφέρον αμφοτέρων απαιτεί να ενωθώσι διά να προσβάλωσιν ομού τους κοινούς εχθρούς, υπάρχων όμως μόνος νόμιμος αυτοκράτωρ, κατ' ουδέν δύναται να ανεχθή έτερον αντιποιούμενον του ονόματος αυτού, και ότι δεν είνε συνέσεως έργον διά κενόν τίτλον ο Θεόδωρος να διακινδυνεύση πραγματικόν βασίλειον, ού ουδόλως τω διαφιλονικεί την κατοχήν. Ο Θεόδωρος, όστις ηγνόει την πραγματικήν αιτίαν υφ' ής ο Βατάτζης επεθύμει να λύση την πολιορκίαν και όστις ην άλλως τε λίαν ευγνώμων προς αυτόν διά τας τιμάς και τας φιλοφροσύνας, ών τον κατηξίωσεν εν Νικαία, εύρεν ευλόγους τας αιτιάσεις αυτού και πρέσβυς παρά τω υιώ του γενόμενος, έπεισεν αυτόν να ενδώση εις τας απαιτήσεις του αυτοκράτορος. Κατά συνέπειαν ο Ιωάννης ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον δεσπότου, απέβαλε τα ερυθρά πέδιλα και την περιμάργαρον πυραμίδα, εις ήν λίθος υπερεκάθητο κόκκινος, ως σύμβολον του βασιλικού αξιώματος, και ωρκίσθη υποταγήν προς τον αυτοκράτορα. Ούτος δε τυχών του ποθουμένου και εμπλήσας δωρεών τους περί τον Ιωάννην, ανεχώρησεν εκ Θεσσαλονίκης μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν (173).

Τω καιρώ εκείνω ήρξαντο αι επιδρομαί των Ταρτάρων Μογγόλων, οίτινες διελθόντες αλληλοδιαδόχως την Ρωσσίαν, Πολωνίαν, Σιλεσίαν, Μοραυίαν, Κρακοβίαν, Ουγγαρίαν, Βοσνίαν, Σερβίαν και Βουλγαρίαν, έλαβον την προς την Κωνσταντινούπολιν άγουσαν οδόν, πανταχού καταλείποντες ίχνη δυσεξάλειπτα της θηριώδους και καταστρεπτικής διαβάσεώς των. Τρόμος πανικός κατέλαβεν άπασαν την Ευρώπην, και οι ηγεμόνες αυτής έστρεφον βλέμματα απηλπισμένα προς τας αγρίας εκείνας ορδάς. Πανταχού διετάχθησαν παρακλήσεις επ' εκκλησίαις και νηστείαις· ο Πάπας έπεμψε μοναχούς όπως τους κατηχήση και τοις εμπνεύση αισθήματα Ευαγγελικής αγάπης. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος προσεκάλει άπασαν την Ευρώπην υπέρ της απειλουμένης Γερμανίας, Λευκή δε η μήτηρ Λουδοβίκου του Αγίου έτρεμεν υπέρ της Γαλλίας. Τα πάντα εν γένει διετέλουν εις τρόμον και απόγνωσιν, και μόνη η παρήγορος θρησκεία ενέπνεεν ελπίδας εις τους καταπεπονημένους ηγεμόνας. «Ελπίσωμεν εις την θείαν Πρόνοιαν, έλεγεν ο Λουδοβίκος, αν οι βάρβαροι επελθόντες μας προσβάλωσιν ή ημείς θέλομεν πέμψει αυτούς εις τον άδην, ή εκείνοι ημάς εις τον παράδεισον.» (174)

Ενώ η Ευρώπη διετέλει υπό το κράτος του τρόμου, σώμα Μογγόλων επιδραμόν εις τας χώρας του Σουλτάνου του Ικονίου Ιαθατίνη και νικήσας αυτόν, ελήισε την Καππαδοκίαν και την Καισάρειαν και ηπείλει να καταστρέψη ολόκληρον αυτού το κράτος. Αφ' ετέρου ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Βαλδουίνος στερούμενος χρημάτων και στρατιωτών, προς δε αποσπασθέντων απ' αυτού και των Κουμάνων, διετέλει εις δεινήν θέσιν, μη έχων πώς να πολεμήση προς τον Βατάτζην. Η ανάγκη λοιπόν προσεκάλει τον τε Βαλδουίνον και τον Σουλτάνον να ενωθώσιν αμοιβαίως, και πρώτος ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως εξέθηκεν εις τον Ιαθατίνην την ανάγκην της προς αλλήλους συνδρομής. Ο Ιαθατίνης εδέχθη την πρότασιν, και όπως ενισχύση την συμμαχίαν ταύτην, εζήτησε παρά του Βαλδουίνου εις γάμον μίαν των συγγενών αυτού υποσχόμενος ότι θέλει τη επιτρέψει να τηρή το θρήσκευμα αυτής και ότι θέλει οικοδομηθεί ανά μίαν εκκλησίαν εις εκάστην των πόλεων του κράτους του. Ο Βαλδουίνος προθύμως παραδεχθείς τας προτάσεις ταύτας, έπεμψεν εις Γαλλίαν τον ιππότην Ερρίκον Βέριον ίνα φέρη την ανεψιάν αυτού, θυγατέρα της αδελφής του Ελισσάβετ και του Εύδου, κόμητος της Μονταίγης όπως την εκδώση εις τον Σουλτάνον Ιαθατίνην. Αλλ' όμως ο Βατάτζης, όστις τότε ήτο εις Νύμφαιον και κατεσκόπευε μετά προσοχής τας πράξεις του Βαλδουίνου, μαθών τούτο εδυνήθη να διαλύση την γενομένην συνθήκην και να λάβη αυτός το πρόσωπον του Φράγκου αυτοκράτορος. Επέτυχε δε τούτο καθόσον ο Σουλτάνος βλέπων την μεγάλην ασθένειαν του Βαλδουίνου, προυτίμα φυσικώ τω λόγω την συμμαχίαν ευσθενεστέρου και μεγαλεπιβολωτέρου ηγεμόνος, όντος άλλως τε εγγύτερον του κινδύνου και μάλλον ενδιαφερομένου εις την αποσόβησιν του κοινού εχθρού. Οι δύο λοιπόν ηγεμόνες συνήλθον εν τω παρά τω Μαιάνδρω ποταμώ άστει της Τριπόλεως· εκεί δ' οι του Σουλτάνου υπηρέται ειργάσαντο εκ του αυτοσχεδίου γέφυραν ξυλίνην διά της οποίας διελθόντες τον ποταμόν οι ηγεμόνες εδεξιώσαντο αλλήλους· έπειτα δε συνωμολόγησαν εν έτει 1243 προς αλλήλους συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν, την οποίαν ενόρκως παρεδέχθησαν, υποσχόμενοι αλλήλοις πάσαν αντίληψιν και συνδρομήν. Τοιουτοτρόπως ανταλλάξαντες διάφορα δώρα εκατέρωθεν απήλθον ο μεν Βατάτζης προς την Φιλαδέλφειαν, ο δε Σουλτάνος εις το Ικόνιον, ένθα ήσαν τα ανάκτορα αυτού (175).

Εξασφαλίσας διά της συνθήκης ταύτης ο αυτοκράτωρ τα ανατολικά όρια του κράτους του και μικρόν φοβούμενος τους Φράγκους απεσύρθη εις Λάμψακον, και εκεί επεδόθη εις την εσωτερικήν ανάπτυξιν των υπηκόων του, οίτινες μετά τους αδιαλείπτους εκείνους πολέμους είχον βεβαίως ανάγκην ου σμικράν αναπαύσεως. Οποία δε ευδαιμονία επήλθε κατά το διάστημα της ειρήνης ταύτης, εξιστορεί ο Βυζαντινός ιστοριογράφος Νικηφόρος ο Γρηγοράς διά των εξής. «Άδειαν γαρ οι Ρωμαίοι, λέγει, και ανακωχήν των μακρών ειληφότες πολέμων, εις την των οικείων κτημάτων και πραγμάτων επέδωκαν επιμέλειαν· αυτός τε γαρ ο βασιλεύς τοσούτο μέρος αποτεμομένος γης, όση τε αρόσιμος και όση προς αμπελουργίαν εύθετος, όσην εξαρκείν έκρινεν ες τε βασιλικήν τράπεζαν και εις όσα η ευεργετούσα και διαρκώς χορηγούσα γνώμη του βασιλέως παρεκελεύετο (γηροτροφεία δε ήσαν ταύτα και πτωχοτροφεία και όσα τους εκ παντοίων νοσημάτων εθεράπευον τραυματίας), επιμελητάς τε τούτοις επιστήσας, οπόσοι καλώς γεωργείν τε και αμπελουργείν ίσασι, πολλήν τε και άφθονον την των καρπών ετήσιον ήθροιζε χορηγίαν, ου μόνον δε, αλλά και ίππων και βοών και ποιμνίων, ομού τε και συών αγέλας προσεκτήσατο επί τούτοις και παντοίων ορνίθων ημερών είδη, εξ ών πολύχους ο των γεννωμένων πορισμός εφαίνετο καθ' έκαστον ενιαυτόν. Τούτο δε και τοις άλλοις παρήνει ποιείν, όσοι τε των γένει προσηκόντων και όσοι των άλλοις ευγενών ήσαν, ίν' έκαστος οίκοθεν έχων της χρείας το διαρκές, μήτι χείρα τοις ιδιώταις και ασθενεστέροις επάγη πλεονεκτούσαν, και άμα καθαρεύουσα η Ρωμαίων τελέως εντεύθεν αδικημάτων η πολιτεία. Και μέντοι και χρόνων ολίγων αι πάντων αποθήκαι βρίθουσαι τοις καρποίς εωρώντο, αι τε οδοί και αγυιαί και πάσα μάνδρα και σηκός εστενοχωρούντο τοις κτήνεσι και οπόσαι των ορνίθων ήσαν αγέλαι.» Κατ' ευτυχίαν του Βατάτζη επήλθεν εις τους Τούρκους λιμός ισχυρός και σπάνις μεγίστη των χρειωδών, δι' όπερ αι οδοί πάσαι ήσαν μεσταί των του έθνους εκείνου, κατερχομένων εις το κράτος του ίν' αγοράσωσι τροφάς, και φερόντων ως αντάλλαγμα, άργυρον, χρυσόν, υφάσματα και έτερα πολυτελή είδη. «Και τούτω τω τρόπω, προστίθησιν ο αυτός συγγραφεύς, τάχιστα οι Ρωμαίων οίκοι πλούτου βαρβαρβαρικού πλήρεις κατέστησαν, πολλού δε πλέον τα βασιλικά ταμεία ήδη τη των χρημάτων έβριθον δαψιλείας και ίν' εν βραχεί παραστήσω το παν, οι ταις των ορνίθων αγέλαις επιστατούντες οπόσα τίκτοιεν αύται ωά ανά παν συναθροίζοντες έτος επίπρασκον ως ολίγου χρόνου προς των συναχθέντων εντεύθεν χρημάτων στέφανον κατασκευασθήναι τη βασιλίδι, λίθοις και μαργάροις λίαν πολυτελέσι διηνθισμένον, αν και ωάτον ο βασιλεύς επωνόμασε, διά, το εκ της των ωών πράσεως κατασκευάσθαι αυτόν.» Μη αρκούμενος εις την εσωτερικήν ταύτην, ανάπτυξιν των υπηκόων του, επειδή έβλεπεν ότι πολύς πλούτος εκενούτο μάτην εκ των ταμείων των εις τα εξ αλλοδαπών εθνών ενδύματα, όσα εκ Βαβυλωνίου και Ασσυρίου σηριακού κατεσκευάζοντο και παρά των Ιταλών επιτηδείως εξυφαίνοντο, διέταξεν ίνα ουδείς των υπηκόων του μεταχειρίζηται αυτά επί ποινή ατιμώσεως, αλλά μόνον να μεταχειρίζονται εκείνα όσα η χώρα γεωργεί, και αι χείρες των κατασκευάζουσι, διά δε του διατάγματος τούτου περιεστάλη η πολυτέλεια και ο πλούτος έμενεν εις τα ίδια (176).

Εν τούτοις η μεταξύ Βατάτζη και Βαλδουίνου διετής ανακωχή ήγγιζεν εις το τέρμα της· ο δε δεύτερος, καίτοι πολλών πολλαχόθεν αποσταλεισών αυτώ επικουριών, υπήρχε πάλιν ανίκανος ν' αντιστή κατ' εχθρού τοσούτον δραστηρίου και πολυμηχάνου, οίος ην ο Βατάτζης. Απεφάσισε λοιπόν να μεταβή πάλιν εις Ιταλίαν διά να επικαλεσθή εκ νέου την συνδρομήν του υπερτάτου της Ρώμης ποντίφικος. Ο Πάπας κατείχετο υπό μεγίστου ζήλου υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως προς ήν έπεμψε και μέρος των χρημάτων, άτινα ήσαν προωρισμένα διά την επί την Παλαιστίνην εκστρατείαν, έγραψε δε και προς διαφόρους ηγεμόνας, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον Βαλδουίνον· αλλ' ούτος ησθάνετο ότι ο Πάπας ην ανίσχυρος όπως τον συνδράμη αποτελεσματικώς, ενόσω διετέλει εις πόλεμον προς τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Φριδερίκον. Οι της Ρώμης ιεράρχαι ανέκαθεν συγχέοντες τα πνευματικά προς τα κοσμικά, και παραβαίνοντες ρητήν εντολήν εκείνου, όν ηξίουν ότι αντεπροσώπευον επί της γης, προυτίμων την εκ του κόσμου τούτου βασιλείαν της επηγγελμένης παρά του Σωτήρος· διά τούτο ο Πάπας Ιννοκέντιος αναβάς επί τον παπικόν θρόνον, τρεις ταυτοχρόνως υπεστήριξε σταυροφορίας, την μεν υπέρ της Παλαιστίνης κατά των Μωαμεθανών, την δε υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως κατά των Γραικών και την τρίτην υπέρ εαυτού κατά του αυτοκράτορος της Γερμανίας. Τον διαμερισμόν λοιπόν ως ειπείν τούτον της ενεργείας του Πάπα βλέπων ο Βαλδουίνος έκρινεν ατελέσφορον πάσαν αυτώ υπισχνουμένην ή και παρεχομένην συνδρομήν, δι' όπερ αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως εν έτει 1244, μετέβη παρά τη αυλή του Φριδερίκου και αντιλήπτορα προσλαβών τον κόμητα της Τολώσης Ραϋμόνδον επέτυχε να ειρηνεύση τους τέως διαμαχομένους, του Πάπα υποβληθέντας εις την διαιτησίαν αυτού επί τινων αντικειμένων· αλλ' η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσεν, ο δε Πάπας αποσυρθείς εκ Ρώμης μετέβη πρώτον, μεν εις Γενούην, είτα δε εις Λούγδουνον της Γαλλίας, εν ώ συνεκάλεσε σύνοδον όπως συσκεφθώσι πάντες πώς ηδύναντο να συνδράμωσι την Αγίαν Γην και την Παλαιστίνην, πώς να εμποδίσωσι τας εισβολάς των Τατάρων, πώς τέλος να συμβιβάσωσι τον Πάπαν προς τον Φριδερίκον.

Η σύνοδος αύτη συνήλθε τη 25 Ιουνίου 1240 εν τη μητροπόλει του Λουγδούνου. Ο Πάπας επιτέλεσας μεγαλοπρεπή δοξολογίαν κατέλαβε την πρωτοκαθεδρίαν έχων δεξιόθεν μεν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον, αριστερόθεν δε διαφόρους ηγεμόνας και απέναντι τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, τον της Αντιοχείας και τον Ακυιλίας, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος, λαβών πρώτος τον λόγον, εξέθηκε διά μακρών την αθλίαν κατάστασιν της εκκλησίας του, ήτις εκ τριάκοντα υποκειμένων αύτη επισκόπων, μόλις είχε πλέον τρεις, των ασπόνδων της Ρωμαϊκής εκκλησίας εχθρών, των Γραικών, εκτεινάντων τας κατακτήσεις αυτών μέχρι προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Μετά ταύτα ο Πάπας αφώρισε τον Φριδερίκον, την συμμαχίαν, ήν ούτος συνέθετο προς τον Βατάτζην και την συγγένειαν, ήν συνήψεν εκδούς εις ένα σχισματικόν (οίος ήτο ο Βατάτζης) την θυγατέρα του εις γάμον. Επομένως συσκεψάμενοι περί των μέσων δι' ών ηδύναντο να συνδράμωσι την Κωνσταντινούπολιν, απεφάσισαν ώστε, οι μεν άρχοντες οι έχοντες προσόδους και μη διαμένοντες εις τας κτήσεις των άνευ ευλόγου αιτίας ώφειλον να προσφέρωσιν αύτη το ήμισυ των εισοδημάτων των, το δε τρίτον όσοι διέμενον και ών η πρόσοδος υπερέβαινε τας εκατόν μάρκας αργυρίου, και το δέκατον η Ρωμαϊκή εκκλησία. Μη αρκούμενος δ' ο Πάπας εις μόνας ταύτας τας συνδρομάς διέταξε βραδύτερον ώστε όλα τα κακώς αποκτηθέντα εκ δόλου, τόκου αδίκου ή άλλως πώς χρήματα, όλα τα κληροδοτήματα όσα κατελείποντο εις την διάθεσιν των εκτελεστών της διαθήκης υπέρ αγαθοεργών σκοπών, και όλα τα δι' άφεσιν αμαρτιών προσφερόμενα ελέη, να δοθώσι προς ανακούφισιν της εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορίας. Της συνόδου ληξάσης, ο Πάπας συνοδευόμενος μεταξύ άλλων υπό του αυτοκράτορος και του πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως μετέβη εις την μονήν του Κλουνή, ένθα ετέλεσε την ευχαριστήριον ιεροπραξίαν, παρόντος του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου μετά της μητρός και του αδελφού του κόμητος του Αρτοά, του υιού του βασιλέως της Αρραγωνίας και άλλων, ο δε αυτοκράτωρ καθ' όλον αυτό το έτος έμεινεν εις την αυλήν του Λουδοβίκου, επικαλούμενος την συνδρομήν της Ευρώπης υπέρ της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας του (177).

Βαρέως υπέμεινεν ο Βατάτζης την της συζύγου αυτού Ειρήνης στέρησιν· παρελθόντος όμως χρόνου τινος, ήλθεν εις δεύτερον γάμον μετά Άννης της θυγατρός του αυτοκράτορος της Γερμανίας και αδελφής Μανφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας· επειδή δε αύτη ην πολύ νέα την ηλικίαν, ο πατήρ της τη έδωκε συν πολλαίς άλλαις υπηρετρίαις ως τροφόν και παιδαγωγόν γυναίκα τινα καλουμένην Μαρκεσίνην, της οποίας η καλλονή του προσώπου και των οφθαλμών ήτο σαγήνη, ήν δυσκόλως εδύνατό τις να αποφύγη. Η γυνή αύτη διά φίλτρων και καταδέσμων ερωτικών και διά των χαρίτων αυτής εξέκαυσε προς τον έρωτά της τον βασιλέα επί τοσούτον, ώστε παρορών εκείνος την νόμιμον αυτού σύζυγον Άνναν και όλως προσηλωμένος εις την Μαρκεσίνην, τη επέτρεψε να φέρη και τα βασιλικά σύμβολα, πέδιλα δηλαδή κοκκοβαφή και εφεστρίδας τοιαύτας και χαλινά και να έχη και συνοδείαν, οίαν, ουδ' αυτή η βασιλίς. Βεβαίως η τοιαύτη κατάστασις έπρεπε να τω προσελκύση την κατάκρισιν και το μίσος των υπηκόων του· αλλ' η προς αυτούς αγαθότης του και αι ευποιίαι του περιέστελλον αυτούς και τους ηνάγκαζον να μετριάζωσι την αγανάκτησίν των. Και αυτός όμως ο Βατάτζης συναισθανόμενος το άτοπον της διαγωγής του εθλίβετο ενδομύχως και ετήκετο· αλλ' ο προς την Μαρκεσίνην έρως του ην ανώτερος παντός άλλου αισθήματος. Μια των ημερών η Μαρκεσίνη υπό της πολυπληθούς αυτής θεραπείας συνοδευομένη, εισήλθεν εις την κατά τα Ημάθια μονήν του αγίου Γρηγορίου καθ' ήν ώραν ετελείτο η θεία μυσταγωγία. Ο της μονής προϊστάμενος Νικηφόρος ο Βλεμμύδης, ιδών την γυναίκα ταύτην, ήν εν σωζομένη επιστολή του ονομάζει «ασελγή τε και φάρμακον, της οικουμένης το πρόσκομμα, το παγκόσμιον σκάνδαλον μετά του αυχένος και της οφρύος και του φρυάγματος,» πριν ή εισέλθη, εις τα πρόθυρα του ναού, διέταξε και έκλεισαν τας θύρας, κρίνων αμάρτημα να επιτρέψη αυτή όπως διά των βεβήλων και αθεμίτων ποδών της πατήση έδαφος ιερόν, και αποδιώξας αυτήν μετ' αισχύνης. Η Μαρκεσίνη θεωρήσασα την προσβολήν βαρείαν και σκληράν επέστρεψε προς τον βασιλέα οδυρομένη και επικαλουμένη την εκδίκησιν αυτού κατά του Βλευμμύδου· αλλ' ο βασιλεύς ένδακρυς γενόμενος, βύθιον στενάξας και πλήρης κατηφείας είπεν. «Ίνα τι με κολάζειν άνδρα δίκαιον συνωθείτε; Ει γαρ μοι προς βουλήσεως ην ατιμίας ομού και αισχύνης καθήσθαι εκτός, ακίβδηλον αν το της βασιλείας ετήρουν σεμνόν και αυτός· νυν δε τας αιτίας των εμών ύβρεων και της βασιλείας αυτής αυτός παρεχόμενος, προσηκούσας απολαμβάνω λοιπόν εντεύθεν τας αμοιβάς και των πονηρών σπερμάτων άξια τα γεώργια.» Και άδηλον μεν είνε μετά ταύτα αν η Μαρκεσίνη εξηκολούθησε μέχρι τέλους την αυτήν απολαύουσα παρά τη βασιλεί εύνοιαν· αλλ' ο Βλεμμύδης δικαιολογών την διαγωγήν του, εδημοσίευσεν εγκύκλιον επιστολήν πλήρη χριστιανικής αρετής και Ευαγγελικών παραγγελμάτων, τα οποία οφείλουσι να ρυθμίζωσι την διαγωγήν του καλού ποιμένος. (178)

Ενώ ο Βαλδουίνος, περιφερόμενος εις Ευρώπην επήτει υπέρ του καταρρέοντος θρόνου του την συνδρομήν των διαφόρων ηγεμόνων, ο Βατάτζης άγρυπνος πάντοτε όπως ωφελείται εκ των περιστάσεων, ιδών ότι ουδέν έχει να φοβήται εκ των Τατάρων, απησχολημένων όντων περί πολέμους άλλων εθνών, και καταλιπών εις το κράτος του τοποτηρητήν τον υιόν του Θεόδωρον διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, όπως επισκεφθή τας χώρας αυτού, αίτινες εξετείνοντο από του άστεως του καλουμένου Ζίχνα μέχρι των Σερρών. Αφικόμενος δε εις τα μέρη του Κισσού, διέβη τον ποταμόν Έβρον, τη 4 Σεπτεμβρίου 1246 και εξηκολούθει την πορείαν του, ότε έλαβε γραφήν του την δημόσιον της Αχριδού αρχήν κρατούντος ότι απεβίωσεν ο των Βουλγάρων Βασιλεύς Καλλιμάνος, ως μέν τινες έλεγον νόσω φυσική, ως δ' έτεροι, δηλητηριασθείς· και ότι διάδοχος αυτού ήτο ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ. Τούτο μαθών ο βασιλεύς παραμείψας την Χριστούπολιν έφθασεν εις Φιλιππούπολιν, και εκεί σκέψιν εποιήσατο μετά των στρατηγών του αν έπρεπε να προσβάλη τους Βουλγάρους, και αν ήτο δυνατόν να κυριεύση τας Σέρρας. Εκ τούτων τινές έλεγον ότι δεν έπρεπε να πράξη τοιούτο τι, διότι ήτο ανέτοιμος προς πόλεμον και ουδέ τας αναγκαίας μηχανάς είχε μεθ' εαυτού, ενώ το άστυ των Σερρών υπό ισχυρού τείχους περιφρουρούμενον απήτει και στρατόν πολυάριθμον προς πολιορκίαν και ελεπόλεις και άλλας μηχανάς· τουναντίον δε ο μέγας δομέστικος Ανδρέας Παλαιολόγος συνεβούλευσεν ότι έπρεπε να αποπειραθή την άλωσιν τον Σερρών, και ει μεν επετύγχανε, καλώς· άλλως ουδεμίαν ζημίαν ήθελε πάθει, καθόσον, οι Βούλγαροι υπό βρέφους αρχόμενοι, αδαούς πολέμων όντος, ήθελον επιζητήσει μάλλον των μαχών την ειρήνην. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον βασιλέα ως η αρίστη, και δη λαβών την προς Σέρρας άγουσαν οδόν, εστρατοπέδευσεν απέναντι της πόλεως ταύτης, προσπαθών, ελλείψει ικανού στρατού, να την κυριεύση διά στρατηγημάτων. Αι Σέρραι το πάλαι ήσαν πόλις μεγίστη και εύπορος, αλλ' αφ' ότου οι Βούλγαροι την κατέλαβον, απώλεσαν πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν, διά τούτο κατέστησαν κώμη απλή, και μόνη η ακρόπολις ήτο οπωσούν ηυτρεπισμένη και τετειχισμένη· ο ταύτης δε φρούραρχος ονομαζόμενος Δραγωτάς διέτριβε συνήθως εις Μελένικον. Επειδή λοιπόν η κάτω πόλις ην ατείχιστος, συναθροίσας ο βασιλεύς τους επί μισθώ τοις στρατιώταις δουλεύοντας, ούς κοινώς Τζουλούκωνας εκάλουν, τους έπεισε να εφορμήσωσι και κυριεύσωσι την πόλιν. Τούτου δε γενομένου ευκόλως, ιδών ο φρούραρχος Δραγωτάς ότι δεν δύναται ν' αντιστή κατά των Γραικών, πέμψας πρέσβεις προσέφερε την υποταγήν του εις τον βασιλέα· εκείνος δε ενδύσας αυτόν χλαίναν χρυσίω συνυφασμένην, και δους αυτώ ικανά χρήματα απέπεμψε προς το Μελένικον, όπως προπαρασκευάση και την της πόλεως εκείνης υποταγήν (179).

Αφικόμενος εις Μελένικον ο Δραγώτας ήρξατο προτρέπων τους κατοίκους κρυφίως όπως παραδώσωσι την πόλιν εις τον Βατάτζην, και επειδή ο ταύτης ηγεμών Νικόλαος Λιτοβόης ην κλινήρης, υπό δεινής κατεχόμενος ποδαλγίας, ο Δραγωτάς εδύνατο να ενεργή απροκαλύπτως τα κατά νουν· είς δε των επιφανεστέρων κατοίκων της πόλεως, Νικόλαος Μαγκλαβίτης τούνομα, ανήρ δραστήριος και πολυμήχανος, πληροφορηθείς τα γενόμενα, ηθέλησε να ωφεληθή αυτός αντί του Δραγωτά εκ της περιστάσεως. Συναθροίσας λοιπόν τον λαόν ήρξατο φανερώς τοιαύτα λέγων· «Πολλά μεν ημείς υπέστημεν κατά την βασιλείαν του αφήλικος Καλλιμάνου υπό των αρχόντων αυτού, ηλπίζομεν όμως πάντοτε ότι, αυτού ανδρωθέντος και ελθόντος εις κατάστασιν να διακρίνη το φαύλον από τον αγαθόν, ηθέλομεν ανταμειφθή δι' όσας κακοπαθείας υπέστημεν. Αλλά νυν ότε κακή μοίρα, εκείνου αποβιώσαντος, άλλο βρεφύλλιον ανέλαβε την των Βουλγάρων αρχήν, είημεν αν ανοητότεροι πάντων των ανθρώπων, ει συγκατενεύομεν πάλιν να υποστώμεν τα αυτά δεινά και να μείνωμεν αδέσποτοι, ενώ εκ της εκρρύθμου ταύτης καταστάσεως και τα πρότερα ημών δυστυχήματα επήγασαν, και όλα τα κακά συνήθως προέρχονται. Νομίζω λοιπόν καλόν αφού ο βασιλεύς των Ρωμαίων, ανήρ ευθύς, πιστός, δίκαιος και διακρίνων το εσθλόν από του φαύλου, ήλθεν ενταύθα, να παραδοθώμεν εις αυτόν, καθόσον μάλιστα ο τόπος ούτος ανήκεν έκπαλαι τοις Ρωμαίοις, και ημείς εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμενοι, εσμέν, καίτοι συγχρωτιθέντες τοις Βουλγάροις, καθαροί το γένος Ρωμαίοι. Άλλως τε και Βούλγαροι αν θεωρηθώμεν, ο των Ρωμαίων βασιλεύς δικαιούται αληθώς και εν ημίν· διότι ο υιός τούτου και βασιλεύς Θεόδωρος προς τον Βασιλέα των Βουλγάρου Ασάν είχε συγγένειαν, και νυν η του Ασάν θυγάτηρ δέσποινα παρά Ρωμαίοις και είνε και ονομάζεται. Ένεκα λοιπόν τούτον πάντων νομίζω δίκαιον να υποταχθώμεν και να κλίνωμεν τον αυχένα εις αυτόν· διότι ο ζυγός των φρονίμων και γηραιών βασιλέων είνε πολύ ελαφρότερος των έτι εν μείραξι διατελούντων.» Οι λόγοι ούτοι έπεισαν τους κατοίκους όπως υποταχθώσι τω Βατάτζη, και δη πέμψαντες πρέσβεις εσυνθηκολόγησαν προς αυτόν. Επιστρεψάντων δε των πρέσβεων μετά χρυσοβούλου υπέρ της πόλεως του Μελενίκου, υπέρ τους πεντακοσίους των κατοίκων εξήλθον όπως προσκυνήσωσι τον βασιλέα, περί τόπον Λαβίσδαν καλούμενον· εκείνος δε ιδών μακρόθεν αυτούς, πλήρης χαράς ανέκραξε· «Διά τίνος άρα μάχης υπετάξαμεν αυτούς; διά πόσων φαλάγγων ιππέων τους ενικήσαμεν; ορθόν λοιπόν είνε το υπό του αποστόλου Παύλου ειρημένον, «Ου του τρέχοντος, ουδέ του διώκοντος, αλλά του ευδοκούντος Θεού.» Μετά την υποταγήν δε ταύτην του Μελενίκου πολλαί χώραι και πόλεις περιήλθαν αναιμωτί υπό την εξουσίαν του βασιλέως, οίον ο Στενίμαχος και η Τζέπαινα και όσα παρέκειντο τω όρει της Ροδόπης προς μεσημβρίαν, προς βορράν δε το Στούμπιον, η Χοτοβός, το Βελεβούδιον, τα Σκοπία, η Βελεσός, η Νευστάπολις, η Πρόσακος και άπασα η μέχρι Πριλάπου και Πελαγονίας χώρα. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης «πολλών άστεων και χώρων πολλών εγεγόνει δεσπότης εν ακαρεί, μή τινος πολέμου γεγενημένου, μηδέ τινος πεσόντος εν μάχη, μηδέ χυθέντος αίματος, μηδέ ξίφους κατορχησαμένου σώματος, αλλ' ημέρως και γαληνώς, ώσπερ κλήρου τινός πατρόθεν τούτω προσήκοντος ανιδρωτί των τοιούτων απάντων κατήρξε» (180).

Διά της επαυξήσεως ταύτης του κράτους του προς μεσημβρίαν και προς δυσμάς ο Βατάτζης περιέζωσε πανταχόθεν ωσεί πολιορκών την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· παρεσκευάζετο δε, μεσούντος Νοεμβρίου του έτους 1215, να επανέλθη εις Νίκαιαν ότε της τύχης νέα εύνοια εμεγάλυνε περισσότερον το κράτος αυτού. Εν τοις προηγουμένως είπομεν ότι την Θεσσαλονίκην διώκει τίτλω δεσπότου ο Ιωάννης· αποβιώσαντος όμως αυτού μετ' ολίγον, ανέλαβε την εξουσίαν ο του Ιωάννου αδελφός Δημήτριος, «ατάσθαλον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, μειράκειον και παιδιαίς ενσχολάζειν προσήκον και μειράκειον αθύρμασι, μήτι γε ανδρών προΐστασθαι συνετών και πολιτείας κατάρχειν και νομίμως επιστατείν.» Την φαύλην αυτού διοίκησιν μη ανεχόμενοί τινες εκ των προκρίτων της Θεσσαλονίκης, ο Καμπανός Ιατρόπουλος, ο Σπαρτηνός, ο Κουτζουλάτος, ο Μιχαήλ Λάσκαρις, ο Τζυρίθων και άλλοι, συνώμοσαν όπως απαλλάξωσι τον τόπον του ατασθάλου εκείνου μείρακος· έπεμψαν λοιπόν πρέσβυν προς τον Βατάτζην τον Καμπανόν, λόγοι μεν εμπορίας, πράγματι δε όπως διαπραγματευθή μετ' εκείνου την παράδοσιν της Θεσσαλονίκης επί τω όρω της διά χρυσοβούλου επικυρώσεως των αρχαίων εθών και δικαιωμάτων των κατοίκων. Παραχωρήσας το αιτούμενον ο βασιλεύς, απήρεν εκ Μελενίκου, του Καμπανού προαναχωρήσαντος, και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην· πέμψας δε πρέσβεις προς τον Δημήτριον τον προσεκάλεσε να έλθη παρ' αυτώ όπως τω προσφέρη τα σεβάσματά του· αλλ' ο Δημήτριος βασιζόμενος εις τας απατηλάς συμβουλάς των ιδίων συνδημοτών, απεφάσισε να μη υπακούση εις την πρόσκλησιν του Βατάτζη· οποίαι δε ήσαν αι σκευωρίαι, τας οποίας μετεχειρίζοντο όπως εξαπατήσωσιν οι περί αυτόν τον δυστυχή εκείνον δεσπότην μαρτυρεί, το εξής γεγονός. Επανελθόντα τον Καμπανόν εκ της προς τον Βατάτζην πρεσβείας, επρόδωσάν τινες προς τον Δημήτριον ως μετά των εχθρών αυτού συνεννοούμενον· προσκληθείς λοιπόν παρουσία αυτού εκατηγορείτο ότι ραδιουργεί τον λαόν και καταπροδίδει τον ηγεμόνα αυτού· μη έχων δέ τι προς ταύτα να αντείπη, εκινδύνευε να καταδικασθή εις θάνατον. Τούτο μαθών ο συμμύστης αυτού Σπαρτηνός έδραμεν εις τα ανάκτορα, και στραφείς πνευστιών προς τον Δημήτριον, «Τι ήκουσα, λέγει, δέσποτα, ότι ούτος είνε προδότης; Αλλ' αν τούτο αποδειχθή αληθές, μυρίων θανάτων άξιος είνε ο κακούργος.» Ο Δημήτριος πιστεύσας εις την προσπεποιημένην αγανάκτησιν του Σπαρτηνού, «Ναι, αποκρίνεται, κατηγορούσιν αυτού ότι είνε προδότης.» «Προδότης! » επιφωνεί ο Σπαρτηνός πλήρης οργής, και ορμήσας ερράπισε τον Καμπανόν επανειλημμένως· είτα δε αρπάσας αυτόν από του γένυος, «Εγώ, είπε, παραλαβών αυτόν εις τον οίκον μου θα τον αναγκάσω να ομολογήση την αλήθειαν.» Και λαβών αυτόν τον έφερεν εις τον οίκον του, ένθα τον εδεξιώθη λίαν φιλοφρόνως· απαιωρήσας δε ασκόν πλήρη αέρος ήρξατο να τύπτη αυτόν, του Καμπανού εκπέμποντος γοεράς κραυγάς. Αφού δε πολλάκις επανέλαβε τον αβλαβή τούτον τυμπανισμόν επανελθών προς τον Δημήτριον, «Δέσποτα, λέγει, όρκω σε πιστώσω το πράγμα· Μά τον σον και ημών απάντων Δημήτριον, τον κηδεμόνα της Θεσσαλονίκης και πολιούχον (ούτος δε ήτο ο των Θεσσαλονικέων όρκος) τοιούτος εστιν ο Καμπανός, οποίος ο Σπαρτηνός και ούτω διάκειται περί σε, καθάπερ δη και ο Σπαρτηνός, ών ανθρώπων απάντων πλέον σε φιλούντα επέγνως.» Τοιουτοτρόπως ο Καμπανός απηλλάγη της αποδιδομένης αυτώ κατηγορίας (181).

Εν τούτοις ο Βατάτζης αφικόμενος προ της Θεσσαλονίκης έπεμψε το δεύτερον πρέσβεις προς τον Δημήτριον προσκαλών αυτόν να έλθη εις το στρατόπεδόν του και να τω εξαποστείλη ζωοτροφίας· αρνουμένου δε του δεσπότου να υπακούση, ο αυτοκράτωρ έμεινεν επί τινας ημέρας προ της Θεσσαλονίκης περιμένων την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως των συνωμοτών. Και όντως μια των ημερών αι πύλαι της πόλεως ηνοίχθησαν αίφνης, ο δε Βατάτζης μετά των στρατιωτών του εφορμήσας κατέλαβεν αυτήν. Ο Δημήτριος ιδών την επιβουλήν κατέφυγεν εις την ακρόπολιν· η δε αδελφή του Ειρήνη και χήρα του Ασάν ελθούσα, και προ των ποδών του Βατάτζη πεσούσα, τον παρεκάλει να φεισθή του αφήλικος αυτής αδελφού και μη τον στερήση των οφθαλμών. Λαβούσα δε την υπόσχεσιν αυτού ότι δεν θέλει τον τυφλώσει, μετέβη παρά τω αδελφώ της και τον έπεισε να παραδοθή· τοιουτοτρόπως περιήλθε και η Θεσσαλονίκη υπό την εξουσίαν αυτού (182).

Ολίγας ημέρας εν τη πόλει εκείνη προσκαρτερήσας ο βασιλεύς και υπό του χειμώνος κατεπειγόμενος ν' αναχωρήση κατέλιπεν εν μεν τη Θεσσαλονίκη φρούραρχον τον μέγαν δομέστικον Ανδρόνικον Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, εν δε τω Μελενίκω, ταις Σέρραις και τοις περιχώροις τον τούτου υιόν Μιχαήλ Κομνηνόν, και κατακλείσας τον τέως δεσπότην της Θεσσαλονίκης Δημήτριον εις το φρούριον των Λεντιανών, επέστρεψε κατά μήνα Δεκέμβριον του 1246 εις Ασίαν· αποθανόντος δε μετ' ου πολύ του Ανδρονίκου Κομνηνού, ο Βατάτζης ενεπιστεύθη την διοίκησιν της Θεσσαλονίκης εις τον Θεόδωρον Φιλήν. Μετά δε την άλωσιν της Θεσσαλονίκης ο αυτοκράτωρ επιθυμεί όπως υπό το σκήπτρόν του υποτάξη και τας μήπω κυψάσας χώρας, όσας κατείχον ο δεσπότης Θεόδωρος Άγγελος και οι Φράγκοι.

Παραχειμάσας ο Βατάτζης εις Νυμφαίον ήρεν, έαρος φανέντος, εκείθεν, προτιθέμενος να προσβάλη τη Τζουρουλόν και την Βιζύην. Διαπεραιωθείς λοιπόν τον Ελλήσποντον, πρώτον μεν αφίκετο εις Τζουρουλόν, ήν ήρχεν ο Ανζώ δε-Καχιέ, σύζυγος Ευδοκίας της αδελφής της αποθανούσης αυτού γυναικός Ειρήνης. Ο Ανζώ επαιρόμενος επί τη συγενεία ταύτη ήλπισεν ότι ο Βατάτζης δεν θέλει κυριεύσει την πόλιν· καταλιπών όθεν την σύζυγον αυτού Ευδοκίαν, αυτός εξήλθε της Τζουρουλού. Αλλ' ο Βατάτζης πολιορκήσας και αλώσας την πόλιν, την μεν γυναικαδέλφην αυτού απέπεμψεν εις Κωνσταντινούπολιν, τους δε φρουρούς του άστεως απέλυσεν. Εκυρίευσε δ' επίσης εντός μικρού και την Βιζύην (183).

Ενώ ο Βατάτζης επεξέτεινε τας κτήσεις αυτού, ο Βαλδουίνος μετά την εν Λουγδούνω σύνοδον εις Παρισίους διαμένων, εξηκολούθει επαιτών χρηματικάς και στρατιωτικάς επικουρίας παρά των ηγεμόνων της Ευρώπης υπέρ της τα λοίσθια πνεούσης αυτοκρατορίας του· αλλ' η φήμη των τεραστίων του Βατάτζη επιτυχιών τον έπεισεν όπως επανέλθη όσω τάχιον εις το κράτος του. Πριν δε ή αναχωρήση εκ Γαλλίας, μετέβη εις την κομητείαν του Ναμούρ και συνεφώνησε μετά των οικείων του ότι αν αυτός ή τα τέκνα του ήθελον αποβιώσει άνευ κληρονόμων, τοιαύτη ήθελε θεωρείσθαι η αδελφή του Μαργαρίτα κόμησσα του Βιανδέν, και ταύτης θανούσης, η αδελφή του Ελισσάβετ, κυρία του Μονταγού, και μετά την αποβίωσιν αυτής η τρίτη αδελφή του Αγνή, ηγεμονίς της Αχαΐας. Εκ Γαλλίας μετέβη εις Αγγλίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του Ερρίκου Γ'. διατρίψας δ' εκεί ολίγον χρόνον επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, κατά Οκτώβριον 1248. Άμα δ' επανελθών εις την πρωτεύουσαν έπεμψεν εις Γαλλίαν την σύζυγόν του Μαρίαν, δους αυτή πλήρη εξουσίαν να υποθηκεύση άπαντα τα κτήματά του όπως εξοφλήση διάφορα ποσά, τα οποία είχε δανεισθή (184).

ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ', καί τοι απασχολημένος περί πολλά σπουδαιότερα αντικείμενα, δεν απηξίου προσοχής και την κατάστασιν της Ελληνικής εκκλησίας. Βλέπων ότι ενόσω υφίστατο η θρησκευτική διαίρεσις μεταξύ Γραικών και Φράγκων, αδύνατον ήτο να παγιωθή η εξουσία αυτών εν τη Ανατολή, πάσαν κατέβαλλε προσπάθειαν όπως καταπαύση το σχίσμα εκείνο των δύο εκκλησιών. Από του 1247 είχεν ήδη αποστείλει ως έξαρχον αυτού κατά την Ανατολήν, την Ελλάδα, την Αρμενίαν, την Τουρκίαν, το Ικόνιον και την Βαβυλώνα τον μοναχόν Λαυρέντιον, εις όν ενετείλατο να περιορίση όσω εδύνατο τας κατά των Γραικών βιαιοπραγίας των Φράγκων, και χύση βάλσαμον παρηγορίας και λήθης εις όσα ούτοι υπ' εκείνον υπέστησαν. Ο Λαυρέντιος ελθών εις Νίκαιαν συνδιελέχθη προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον πείση να συνεργασθή μετ' αυτού περί της ενώσεως των εκκλησιών, τας αυτάς δε προσπαθείας κατέβαλε και παρά τω των Αρμενίων πατριάρχη· μετεχειρίσθη δε ως όργανον και παρά τω Βατάτζη την βασίλισσαν της Ουγγαρίας και σύζυγον του γαμβρού αυτού Βήλα, ίνα τον πείση ν' αποβάλη το ορθόδοξον θρήσκευμα και ενωθή μετά της δυτικής εκκλησίας. Ο αυτοκράτωρ εμπαίζων τον Πάπαν και θέλων να επωφεληθή της περιστάσεως όπως παρεμποδίση τας περιμενομένας εις Κωνσταντινούπολιν ες Εσπερίας επικουρίας, έδειξε προθυμίαν τινά όπως συντελέση εις την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Αλλ' ηγεμών τοσούτω αγέρωχος και γενναίος εδύνατο ποτέ κατά βάθος να επιθυμήση τοιαύτην ένωσιν, εν άλλαις λέξεσιν, υποταγήν τυφλήν, οίαν ηννόει ο Ρωμαίος ποντίφιξ (185).

Κατά τους χρόνους τούτους (1250) ηλώθη και το άστυ της νήσου Ρόδου υπό των Γενουηνσίων νύκτωρ δι' απάτης· διότι απόντος του διοικητού της νήσου Ιωάννου Γαβαλλά περί τα μέρη της Νικομηδείας, οι Γενουήνσιοι πέμψαντες στόλον κατέλαβον αυτό. Ο αυτοκράτωρ γνους το γενόμενον έπεμψε κατ' αυτών τον επί του κεράσματος δούκα Ιωάννην τον Καντακουζηνόν, όστις ελθών μετ' ολίγων δυνάμεων, τας οποίας εδυνήθη να συναγάγη, προσέβαλε τους Γενουηνσίους και κατέλαβε δύο φρούρια, το Φιλέρημον και το Λικτόν, λαβών δε μετά τινα χρόνον επικουρίαν παρά του βασιλέως κατηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν της νήσου και επολιόρκησε τους Γενουηνσίους, οίτινες εξελάσαντες τους εγχωρίους και ευρόντες αφθονίαν τροφών ήσαν εις κατάστασιν επί πολύν χρόνον ν' αντιστώσι πολιορκούμενοι. Αλλ' όμως ήθελον επί τέλους αναγκαστή να παραδοθώσιν, ει μη τοις ήρχετο επικουρία τις έξωθεν πάντως απροσδόκητος. Ο της Αχαΐας πρίγγηψ Βιλλαρδουίνος και ο Δουξ της Βουργουνδίας Ούγος αναγόμενοι εις την Συρίαν, όπως φέρωσιν επικουρίαν εις τους εκεί Φράγκους, και αράξαντες εν τη Ρόδω, παρεχώρησαν εις τους πολιορκουμένους πλέον των εκατόν ιπποτών, η δε νέα αύτη επικουρία ηνάγκασε τον Καντακουζηνόν να αποχωρήση εκ του άστεως και καταφύγη προς το φρούριον Φιλέρημον. Οι ιππόται καταλείποντες τότε εις την φρούρησιν της πόλεως τους πεζούς, εξήρχοντο εις τα περίχωρα και εισεκόμιζον πολλάς τροφάς, ώστε μετ' ου πολύ επήλθεν εις τους στρατιώτας του Καντακουζηνού σπάνις των επιτηδείων. Εν τούτοις ο Βασιλεύς Ιωάννης καταλαβών το Νύμφαιον, και στόλον αξιόλογον εν τη Σμύρνη συσκευασάμενος, τριήρεις τε ιππαγωγούς οικονομήσας, εξαπέστειλεν αυτάς εις Ρόδον, υπό τον πρωτοσέβαστον Θεόδωρον Κοντοστέφανον, εις όν έδωκεν οδηγίας εγγράφους περί του τι έμελλε να πράξη. Αφικόμενος λοιπόν ούτος εις Ρόδον κατετρόπωσε τους Φράγκους, συναντήσας δε εις τους αγρούς ληιζομένους τους εκατόν ιππότας, ούς ο Βιλλαρδουίνος και ο Ούγος κατέλιπον, επέρασεν αυτούς εν ονόματι μαχαίρας. Τοιουτοτρόπως οι Γενουήνσιοι στερηθέντες των επικούρων εκείνων κατεκλείσθησαν εις την πόλιν και πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν επί τω όρω ότι ο βασιλεύς ήθελε φεισθή της ζωής αυτών· ώστε και πάλιν η Ρόδος περιήλθεν υπό την εξουσίαν του Βατάτζη (186).

Δις μέχρι τούδε ο Βαλδουίνος είχε μεταβή εις Εσπερίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν των ομοφύλων υπέρ του ευρωτιώντος θρόνου του, χωρίς κατ' ουδέν να παραλλάξη την κατάστασιν αυτού, είτε διότι οι ηγεμόνες και ο Πάπας δεν συνέδραμον αυτόν αποτελεσματικώς, είτε διότι αυτός ήτο ανίκανος όπως χρησιμοποιήση την συνδρομήν εκείνων. Απεφάσισε λοιπόν και τρίτον να απέλθη εις Ευρώπην, καταλείπων τοποτηρητήν αυτού τον Φίλιππον δε-Τουσή και συνοδευόμενος υπό του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου του εκ Πλακεντίας, τον οποίον μικρόν μετέπειτα εν Μεδιολάνοις αποβιώσαντα αντεκατέστησεν ο υπό του Ιννοκεντίου διορισθείς Παντολέων Ιουστινιάνης ευγενής Ενετός. Ο Πάπας διορίσας αυτόν ηθέλησε να κολακεύση τους Ενετούς, οίτινες μόνοι σχεδόν συνέδραμον μετά ζήλου την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· προς τούτο δε τω έδωκε και τον τίτλον εξάρχου Ρωμανίας, τον οποίον τω επεκύρωσεν οψιαίτερον ο Πάπας Αλέξανδρος Δ'. Όπως δε δυνηθή να επαρκέση εις τας ανάγκας του στρατού, τω επέτρεψε να εκποιήση ή υποθηκεύση τα κτήματα της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησίας αντί του ποσού χιλίων μαρκών χρυσίου (187).

Αι περιοδείαι του Βατάτζη ήταν πάντη διάφοροι των του Βαλδουίνου, διότι έκαστον βήμα αυτού ήτο και μία κατάκτησις. Ο μεγαλοφυής ούτος ανήρ σκοπόν είχε να ανακτήση ό,τι οι προκάτοχοι αυτού απώλεσαν, και ανορθώση το τεταπεινωμένον και δεδουλωμένον Βυζαντινόν Κράτος. Όπως δε δυνηθή να στρέψη απάσας αυτού τας δυνάμεις κατά των Φράγκων, συνέθετο ειρήνην μετά των Τούρκων του Ικονίου, κατέστρεψε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης, υπέταξε μέρος της Βουλγαρίας και εταπείνωσε τον βασιλέα αυτής, μόνοι δε οι δεσπόται της Ηπείρου Θεόδωρος ο Τυφλός και Μιχαήλ ο Νόθος ηδύναντο κατά τι να απασχολήσωσιν αυτόν· αλλά και την δυσχέρειαν ταύτην υπερενίκησεν ο Βατάτζης, διότι του Μιχαήλ πέμψαντος πρέσβεις και ζητήσαντος παρ' αυτού υπέρ του πρωτοτόκου υιού του Νικηφόρου την εγγονήν του Μαρίαν εις γάμον, ο Βατάτζης ενέδωκε προθύμως εις την πρότασιν ταύτην. Παραλαβούσα λοιπόν τον Νικηφόρον η του Μιχαήλ σύζυγος Θεοδώρα μετέβη εις την πόλιν των Πηγών ένθα ήτο και ο Βατάτζης μετά της εγγονής αυτού, εκεί δε ετελέσθη η μνηστεία των παίδων, μεθ' ό η Θεοδώρα επέστρεψεν εις τα ίδια, εγγύας λαβούσα ότι ο γάμος αυτών γενήσεται μετά έν έτος ( 188).

Αλλά το της παροιμίας «στρεβλόν ξύλον ου ποτ' ορθόν, και ο Αιθίωψ ουκ οίδε λευκαίνεσθαι» φαίνεται ότι επηλήθευεν επί του Μιχαήλ, διότι το άστατον και παλίμβουλον αυτού ουδέ ο φόβος, ουδέ η προταθείσα συγγένεια επέτυχε μεταβάλη. Μεταχειριζόμενος λοιπόν σύμβουλον τον θείον αυτού Άγγελον εφώρμησεν εις αποστασίαν κατά του βασιλέως, υπερέβη την οικείαν χώραν και επέδραμεν εις τας προς δυσμάς πόλεις, αίτινες ανήκον εις τον Βατάτζην. Ταύτα πληροφορηθείς ούτος, ελθόντος του έαρος, συνήθροισε πολυπληθή στρατόν και διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, πολλούς μεν και άλλους έχων στρατηγούς, ανώτερον δε πάντων καταστήσας τον Νικηφόρον Ταρχανιώτην, και καταλαβών την Θεσσαλονίκην, εστρατοπέδευσε προ των Βοδηνών, έδρας Θεοδώρου του Τυφλού. Ούτος, πληροφορηθείς την έλευσιν του στρατού του Βατάτζη, καταλιπών την πόλιν έφυγε προς τον ανεψιόν αυτού· ο δε βασιλεύς κυριεύσας τα Βοδηνά έστησε τας σκηνάς του παρά τη λίμνη του Οστροβού, ένθεν εξαπέστειλε κατά των χωρών του δεσπότου τους στρατηγούς του Αλέξιον Στρατηγόπουλον, Μιχαήλ Παλαιολόγον, Ιωάννην Μακρηνόν, και Γουδέλην Τύραννον όπως λαφυραγωγώσι τα πέριξ και ει που τύχωσι τα στρατεύματα αυτού να τα προσβάλωσι, και αν δυνηθώσι, να πορθήσωσι και αυτήν την πρωτεύουσάν του. Και εκείνοι μεν ελαφυραγώγουν τας χώρας του Μιχαήλ και λείαν πολλήν έφερον, αλλ' ο βασιλεύς μένων άπρακτος ηγανάκτει, δυσηρεστείτο δε και το στράτευμα, διότι ο καιρός ήτο χειμέριος και ώφειλον να πορίζωνται τα χρειώδη εκ Βερροίας διά καμήλων και ημιόνων. Εν τοιαύτη δυσχερεί θέσει διατελούντι τω Βατάτζη, επήλθεν ανέλπιστος επίκουρος, ο Θεόδωρος Πετραλείφας, ού η μεν αδελφή ην σύζυγος Θεοδώρου του Τυφλού, η δε γυνή, θυγάτηρ Δημητρίου του Τορνίκη, στενού φίλου του αυτοκράτορος, και όστις τοιουτοτρόπως ενείχετο και εις των δύο τας μερίδας. Ο Πετραλείφας ούτος φρούραρχος της Καστορίας επ' ονόματι του Μιχαήλ ων, ελθών προς τον αυτοκράτορα τω παρέδωκεν αυτήν, το δε παράδειγμα της Καστορίας εμιμήθησαν αι δύο Δεαβόλεις και άπασα σχεδόν η Αλβανία. Ο Μιχαήλ ταραχθείς εκ της προδοσίας ταύτης, ήτις του αφήρει μέγα μέρος των κρατών του απεφάσισε να διατηρήση τα επίλοιπα, προτείνων ειρήνην διά πρέσβεων του μητροπολίτου Ναυπάκτου και Ξηρού, του επ' αδελφή γαμβρού αυτού Μαλισσηνού και του Λαμπέτου. Ο Βατάτζης εδέχθη τας προτάσεις, αλλ' επέβαλεν όρους λίαν βαρείς, τους οποίους όμως ο Μιχαήλ ηναγκάσθη να παραδεχθή· διά δε της συνθήκης ταύτης ο Πρίλαπος, ο Βελεσός και το φρούριον της Κρόας περιήλθαν εις τον αυτοκράτορα. Παραχειμάσας δ' ούτος εν τοις Βοδηνοίς και καταλιπών στρατηγούς Αλέξιον τον Ραούλ και Μιχαήλ Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, απήλθεν εις Άχριδα, κακείθεν εις Δεάβολιν και εις Καστορίαν (189).

Ενώ ο αυτοκράτωρ διέτριβε περί την Οστροβόν, Νικόλαος ο Μαγκλαβίτης, εκείνος όστις επρόδωκε προς αυτόν το Μελένικον, κατήγγειλε τον Μιχαήλ Παλαιολόγον ως συνωμοτούντα κατ' αυτού· αλλ' επειδή τότε δεν ήτο καιρός εύθετος όπως εξετασθώσι τοιαύτα πράγματα, άλλων σπουδαιοτέρων επικειμένων, ο Βατάτζης ανέβαλε την έρευναν, και περιωρίσθη να περικυκλώση τον Μιχαήλ υπό κατασκόπων. Οτε δ' επανήλθεν εκ της περιοδείας του εις Φιλίππους, υπ' ουδενός περισπώμενος, απεφάσισε να διευκρινίση την υπόθεσιν, διορίσας δικαστάς όπως διεξαγάγωσι τα κατ' αυτήν. Ο Μαγκλαβίτης προσήγαγε δύο αξιωματικούς, ών ο είς ελθών τω απεκάλυψε τα κατά τον Μιχαήλ και κατήγγειλε τον έτερον ως ειπόντα αυτώ ότι οι Παλαιολόγοι ήσαν προωρισμέναι διά την αυτοκρατορίαν, και ότι τούτο ουδόλως ην αδύνατον, καθόσον ο Μιχαήλ νυμφευόμενος Θάμαρ την αδελφήν του Καλλιμάνου, τη συνδρομή των Βουλγάρων ήθελεν ανέλθει επί τον θρόνον. Προς ταύτα ο έτερος των αξιωματικών απήντησεν ή θέλων να σώση τον Μιχαήλ ή εξ αληθείας, ότι είπε μεν πραγματικώς τους λόγους τούτους, αλλ' ουδόλως ενείχετο εις αυτούς ο Μιχαήλ, διότι τους είπεν εξ εαυτού. Επιμένοντος του κατηγόρου ελλείψει μαρτύρων, απεφασίσθη να λυθή το ζήτημα, κατά τα τότε ήθη, διά μονομαχίας· εισελθόντες λοιπόν εις το στάδιον αμφότεροι έφιπποι προσέβαλαν αλλήλους, αλλ' επί τέλους ο κατηγορούμενος ηττήθη και απερρίφθη του ίππου τραυματισθείς. Συλλαβόντες πάλιν αυτόν οι στρατιώται, εντολή του αυτοκράτορος, τον ηρώτησαν την αλήθειαν· αλλ' επειδή και, ήδη επέμενεν ότι ουδόλως ο Μιχαήλ ενέχεται εις την ομιλίαν εκείνην κατεδικάσθη εις θάνατον. Αγόμενος δε εις τον τόπον της καταδίκης, έχων τας χείρας δεδεμένας όπισθεν και τους οφθαμούς λινώ υφάσματι κεκαλυμμένους, προσεκλήθη και τρίτον να ομολογήση την αλήθειαν· επειδή όμως και προ του θανάτου, απήντησεν ότι προυτίμα να αποθάνη μάλλον ή διά συκοφαντίας να εξαγοράση την ζωήν του, ο αυτοκράτωρ διέταξε να μη φονεύσωσιν αυτόν, αλλά να τον καθείρξωσιν εις φυλακήν.

Τοιουτοτρόπως οι δικασταί απορούντες περί του πρακτέου συνέλαβαν τον Μιχαήλ και ήρξαντο να ανακρίνωσιν αυτόν· επειδή όμως και εκείνος διεμαρτύρετο περί της αθωότητος αυτού, οι δικασταί προς εξέλεγξιν δήθεν της αληθείας, τω επέβαλον την διά μύδρου απόδειξιν, τουτέστιν επί ωρισμένον χρόνον να κρατήση εις την χείρα του σίδηρον πεπυρακτωμένον. Αλλ' ο Μιχαήλ ηρνήσατο να παραδεχθή την βάσανον ταύτην, ειπών, «Ει μεν τις ην ο κατ' εμού τι κατηγορών, προς εκείνον αν εμαχεσάμην και απέδειξα ψεύδεσθαι· κατηγόρου δε μη παρόντος υπέρ τίνος κρίνομαι; Ει δε θαυματουργήσαι με θέλετε, αλλ' εγώ ουκ ειμι τοιούτος ώστε και τερατοποιίας εργάζεσθαι· σίδηρος δε πεπυρακτωμένος, ει εν χερί ανθρώπου ζωού όντος εμπέσοι, ουκ οίδα πως αν ου καύσειεν αυτήν, ει μήπου τις έξεσται τω Φειδία εκ λίθου ή τω Πραξιτέλει ή και από χαλκού είργασται.» Παρών τότε ο μητροπολίτης της Φιλαδελφείας Φωκάς, παραλαβών κατά μόνας τον Μιχαήλ προσεπάθησε να τον πείση όπως υποβληθή εις την βάσανον ταύτην. «Ευγενής μεν ανήρ είσαι συ, τω είπε, και εξ ευγενών κατάγεσαι· πρέπει λοιπόν υπέρ της σης υπολήψεως και πίστεως και υπέρ του γένους σου να πράξης ό,τι δέον. Διότι, αφού δεν υπάρχει έλεγχος μαρτύρων, καθήκον έχεις διά μύδρου να αποδείξης την αλήθειαν.» Προς ταύτα δε ο Μιχαήλ απήντησε. «Τη αληθεία, δέσποτα, αγνοώ, πώς η τοιαύτη βάσανος καλείται αγία. Άνθρωπος αμαρτωλός ειμί εγώ και τερατουργίας να πράξω δεν δύναται, αν όμως με συμβουλεύης να πράξω τοιαύτας, συ μητροπολίτης ων και άνθρωπος του Θεού, ένδυσαι την ιεράν σου στολήν και εκπύρωσον τον σίδηρον διά των χειρών σου, αίτινες καθ' εκάστην άπτονται του θείου σώματος και αίματος του Σωτήρος, και έμβαλον διά των ξερών σου χειρών τον σίδηρον εις την εμήν χείρα· Τότε θαρρώ επί τον δεσπότην Χριστόν, ότι θέλει παραβλέψει τας αμαρτίας μου και διαπράξει θαύμα υπέρ της αληθείας.» Την πρότασιν ταύτην του Μιχαήλ ουδόλως εύρε καλήν ο μητροπολίτης· υπολαβών λοιπόν είπε προς αυτόν, «Ω καλέ νεανία, τούτο δεν είνε της ημετέρας καταστάσεως, ούτε της εκκλησιαστικής παραδόσεως, αλλ' ούτε των θείων και ιερών κανόνων· τουναντίον είνε νόμος βαρβαρικός και προσταγή μόνον του βασιλέως ενεργείται.» Τότε ο Μιχαήλ μειδιάσας είπε προς των μητροπολίτην, «Ω μέγιστε ιεράρχα του Θεού, ει μεν και εγώ εκ βαρβάρων εγενόμην και ήθεσι βαρβαρικοίς εξεπαιδευόμην, προθύμως ήθελον υποβληθή εις τους νόμους τούτους, και βαρβαρικώς ήθελον εκτίσει την δίκην μου· αλλ' επειδή είμαι Ρωμαίος και εκ Ρωμαίων εγεννήθην, πρέπει κατά τους Ρωμαϊκούς νόμους και κατά τας παραδόσεις να διεξαχθή η δίκη μου.» Οι λόγοι ούτοι νεανίου, μόλις το εικοστόν έβδομον της ηλικίας έτος διανύοντος, εξέπληξαν πάντας τους παρόντας, πάντες δε και Γραικοί και Φράγκοι παρίστων προς τον Βασιλέα την αθωότητα του Μιχαήλ, όστις ήτο τοις πάσιν αγαπητός, διότι εις μεν τους νέους ήτο ηδύς και προσηνής, μέσω δε των γερόντων γηραιός διά την σύνεσιν. Η θεία πρόνοια ήτις τον προώρισε να αναβή εις την βασίλειον περιωπήν, εδοκίμασεν αυτόν τω των βασάνων πυρί και τω διά πείρας χωνευτηρίω, ίνα μη εις τον θρόνον αναβάς ευκόλως πιστεύη εις διαβολάς και συκοφαντίας, μηδέ αποφασίζη ταχέως πριν ή καλώς σκεφθή. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ τω παρέσχε συγγνώμην και μετ' ου πολύ τον ετίμησε δι' απάσης αυτού της εμπιστοσύνης· λέγεται μάλιστα ότι προυτίθετο να τον συνάψη μετά της εγγονής αυτού Ειρήνης, ει μη εκωλύετο υπό της συγγενείας, ήν αύτη είχε προς τον Μιχαήλ (190).

Περατώσας ούτω τα της υποθέσεως ταύτης ο αυτοκράτωρ μετέβη εις την Ανατολήν, τρέφων πάντοτε υπονοίας και δυσπιστίας προς τον Μιχαήλ· θέλων δε να καταπαύση τας υπονοίας ταύτας, χωρίς να προσβάλη και το περιφανές του γένους του, απέστειλεν αυτόν προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον συμβουλεύση και δι' όρκου τον εμπεδώση εις την προς τον βασιλέα πίστιν και υποταγήν. Τούτου δε γενομένου, επέτρεψε τω Μιχαήλ να φανή εις την αυλήν, και όπως περιπλέον τον προσελκύση εις εαυτόν, τω εξέδωκεν εις γάμον την ανεψιάν αυτού Θεοδώραν, θυγατέρα του Ιωάννου Δούκα και Ευδοκίας της του Αγγέλου Ιωάννου, ήτις νεωτάτη χηρεύσασα, ησπάσατο τον μοναστικόν βίον και διήνυσεν αυτόν εν οσιότητι και αρετή (191).

Είχεν ήδη επιστρέψει εις Ρώμην ο παρά του Πάπα κατά την Ανατολήν πεμφθείς έξαρχος Λαυρέντιος, συνοδευόμενος υπό του κόμητος Αγγέλου και του μεγάλου διερμηνέως Θεοφυλάκτου εκ μέρους του Βατάτζη, και υπό των επισκοπών Κυζίκου και Σάρδεων, εκπροσωπούντων την Ελληνικήν Εκκλησίαν, όπως διαπραγματευθώσι μετά του Πάπα την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Είπομεν ανωτέρω ότι σκοπός του Πάπα, αεννάως επιζητούντος την ένωσιν, ήτο η παγίωσις της εν τη Ανατολή Φραγκικής κυριαρχίας, των Γραικών από εχθρών διά το ετερόθρησκον εις φίλους διά το ομόθρησκον μεταβαλλομένων· σκοπός δε του Βατάτζη, προθυμοποιουμένου να έλθη εις διαπραγμάτευσιν, ήτο να ματαιώση την αποστολήν εξ Ευρώπης επικουριών εις Κωνσταντινούπολιν, όπως εκδιώξη τους Φράγκους. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι εξ Ανατολής πρέσβεις εξέθηκαν ότι δύναται να επέλθη η ποθητή ένωσις επί τοις επομένοις όροις, να αναγνωρισθή ο Πάπας ως άκρος ποντίφιξ και ανώτερος των λοιπών πατριαρχών, και ως τοιούτω να τω αποδίδηται η δέουσα τιμή και υπόληψις· να έχη την πρωτοκαθεδρίαν εν ταις συνόδοις· να δύνανται οι εκ του Ελληνικού κλήρου, όσοι είχον παράπονα κατά των προϊσταμένων των, όπως αναφέρωνται προς αυτόν, αποφασίζοντα τελεσιδίκως, να ερωτώσι την γνώμην του, προκειμένων εκκλησιαστικών ζητημάτων, χωρίς όμως να πράττωσί τι εναντίον των αποφάσεων των πατέρων και των συνόδων κλ. Αλλ' εις ανταλλαγήν των παραχωρήσεων τούτων οι πρέσβεις απήτουν ν' αποδώση ο Πάπας την Κωνσταντινούπολιν εις τον Βατάτζην, και τα δικαιώματα της Πατριαρχείας εις τον Έλληνα Πατριάρχην, επιτρεπομένου όμως εις τον Λατίνον να φέρη ισοβίως τον τίτλον πατριάρχου. Αι προτάσεις αύται δεν ευηρέστησαν βεβαίως τω Πάπα, όστις ηρκέσθη να είπη ότι ήθελεν είσθαι άδικον, αν απεφάσιζέ τι κατά του Φράγκου αυτοκράτορος εν τη απουσία αυτού, αλλ' ότι επιθυμών διαπύρως την ένωσιν των δύο Εκκλησιών, ήθελε μεσολαβήσει όπως συμφιλιώση τους δύο ηγεμόνας, και ει τούτο απέβαινεν αδύνατον, υπέσχετο να δικαιώση εν πάση τη αμεροληψία κριτού τον Βατάτζην. Καθ όσον δ' αφώρα τους πατριάρχας προσέθηκεν, ότι το αντικείμενον τούτο μόνον διά συνόδου εδύνατο να λυθή, ότι ήθελε προσκαλέσει τοιαύτην και μέχρις ού η σύνοδος απεφαίνετο ενόμιζε καλόν έκαστος των πατριαρχών να ενέμενεν εις την ιδίαν θέσιν του· αν δ' ο Βατάτζης εγένετο κύριος της Κωνσταντινουπόλεως πριν της συγκροτήσεως της συνόδου, οι δύο πατριάρχαι εδύναντο να διαμοιρασθώσι την δικαιοδοσίαν της πόλεως (192).

Ο Ιννοκέντιος δεν επίστευσε τοσούτον εις τας υποσχέσεις του Βατάτζη, ώστε να παύση μεριμνών υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως και του Βαλδουίνου· τούτο δ' αποδείκνυται και εκ της σταυροφορίας, ήν εν έτει 1254, προυκήρυξεν υπέρ εκείνου (193). Αλλά και ο Βατάτζης ησχολείτο ανενδότως όπως υποσκάψη τον Φραγκικόν την Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, μηδενός μέσου προς τούτο φειδόμενος· ήθελε δ' επί τέλους επιτύχει τον σκοπόν αυτού, ει μη η αμείλικτος Άτροπος έκοπτε το νήμα της ζωής του, καθ' όν χρόνον ητοιμάζετο να επιφέρη το τελευταίον μόρσιμον τραύμα. Μετά την εκ Θεσσαλίας επάνοδόν του διήνυσεν έν έτος επισκεπτόμενος το κράτος αυτού, όπως θεραπεύση τας αταξίας, άς προυξένησε διετής εκείθεν απομάκρυνσίς του· επέστρεψε δε εις Νίκαιαν κατά Φεβρουάριον του 1255 καλώς έχων. Μια δε εσπέρα καθήμενος επί της κλίνης του, αίφνης έπεσεν αναίσθητος, και έμεινεν ωσεί εννεός καταληφθείς υπό δεινής επιληψίας. Προσκληθέντες οι ιατροί μετεχειρίσθησαν πάντα όσα η τέχνη διδάσκει, αλλ' ουδέν τούτων ωφέλησε, διότι ο βασιλεύς έμεινεν εις την αυτήν κατάστασιν όλην εκείνην την νύκτα, την επιούσαν ημέραν και την ετέραν νύκτα· μόλις δε την τρίτην ημέραν συνήλθεν εις εαυτόν, αλλ' έκτοτε είχεν απωλέσει άπασαν αυτού την υγείαν, και νυν μεν πάσχων, νυν δ' ευρισκόμενος εις ανάρρωσιν, διήνυε βίον αβιώτον, πότε μεν εν τη οικία καταλαμβανόμενος υπό του πάθους, πότε δε εν ταις οδοίς, άλλοτε δε και εκ του ίππου καταπίπτων. Αναλαβών τας δυνάμεις αυτού ολίγον μετέβη προς ανάρρωσιν εις το Νύμφαιον την προ του πάσχα Κυριακήν των βαΐων εν έτει 1256. Εκεί διήλθε την εορτήν του πάσχα· αλλ' εν τούτοις η ασθένεια αυτού προώδευε, διότι άλλοτε μεν βαδίζων έπιπτεν άφωνος, άλλοτε δε ιππεύων και άλλοτε καθήμενος, οι δε οικείοι του περικυκλούντες αυτόν τον ενοσήλευον και τον επεριποιούντο, κρύπτοντες την νόσον του από τον λαόν. Επειδή όμως ουδεμίαν εύρισκεν ανακούφισιν εις την ιατρικήν, απεφάσισε να μεταβή εις Σμύρνην διά να προσκυνήση τω Χριστώ και καταφύγη εις την θείαν αυτού παντοδυναμίαν· αφικόμενος δ' εκεί εσκήνωσεν εν τοις Περικλύστροις, τόποι εγγύς της Σμύρνης κειμένω, χειροτερεύων μάλλον ή αναρρωνύων. Μη ευρίσκων δε και εκεί ανακούφισιν ηθέλησε να επιστρέψη εις το Νύμφαιον· αλλά πριν ή φθάση εις την χώραν ταύτην απεβίωσε καθ' οδόν, τη 30 Οκτωβρίου 1255, το εξηκοστόν δεύτερον έτος της ηλικίας του άγων, και το τριακοστόν τρίτον της αυτοκρατορίας του· ετάφη δε εις την μονήν των Σωσάνδρων, ήν αυτός ο ίδιος είχεν οικοδομήσει, και κατέλιπε διάδοχον του θρόνου τον υιόν αυτού Θεόδωρον (194).

Ο Ιωάννης Βατάτζης υπήρξεν είς των ενδοξοτέρων βασιλέων του μεσαίωνος· πολεμιστής ατρόμητος, αποφεύγων την αβεβαιότητα του πολέμου, αλλά μη δειλιών ενώπιον αυτού, εγνώριζε να ωφελήται εκ των περιστάσεων και να καταβάλλη τους εχθρούς διά στρατηγημάτων μάλλον ή διά των όπλων. Προσφιλής και ευεργετικός εις τους φίλους του, και γενναίος προς τους αντιπάλους του, επέτυχε να ανυψώση το κεχαυνωμένον έθνος του εις ικανήν δόξης περιωπήν, και παρασκευάση την πτώσιν της εν τη Ανατολή κυριαρχίας των Φράγκων, ήν όμως δεν ήτο πεπρωμένον να ίδη και αυτός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'. Έξωσις των Φράγκων εκ της Κωνσταντινουπόλεως. 25 Ιουλίου 1261.

Ο τον Βατάτζην διαδεξάμενος Θεόδωρος ο Λάσκαρις είχε λάβει παρά του πατρός αυτού αγωγήν αυστηράν και επιμεμελημένην· ήγε δε το τριακοστόν τρίτον της ηλικίας έτος ότε ανέβη επί τον θρόνον, και εκ της συζύγου αυτού Ελένης, θυγατρός του των Βουλγάρων βασιλέως Ασάν, εκέκτητο πολλά τέκνα. Καίτοι δε παιδιόθεν διεκρίνετο επί ποικίλαις αστυκαίς και στρατιωκαίς αρεταίς, ο πατήρ του όμως δεν ηθέλησε να τον αναγορεύση ζων, κατά τα τότε ειθισμένα, βασιλέα, το μεν, διότι, της νεότητος οξυρρόπου ούσης, εφοβείτο μη εκείνος υποπέση εις το θανάσιμον αμάρτημα της επάρσεως και της αλαζονίας, το δε, διότι εφοβείτο τας σαγήνας των κολάκων, οίτινες δεν λείπουσί ποτε να περιστοιχίζωσι τους βασιλείς, και μάλιστα όταν αυτοί ήνε νέοι, και εκμεταλλεύωνται την απειρίαν και, το ορμητικόν αυτών προς βλάβην των υπηκόων των. Δεν έλειπεν όμως ο Ιωάννης παρασκευάζων τον υιόν του εις το δυσβάστακτον και βαρύ φορτίον της βασιλείας, αυτός διδούς το παράδειγμα του χρηστού ηγεμόνος.

Αποδούς ο Θεόδωρος τας νενομισμένας τιμάς τω πατρί αυτού και καθεσθείς επί ασπίδος, ως ήτο έθιμον, και υπό πάντων αυτοκράτωρ φημισθείς, ανεχώρησεν εκ Νυμφαίου και μετέβη εις Φιλαδέλφειαν· ολίγας δε ημέρας μείνας εκεί, μέχρις ού ανανεώση την προς τον Σουλτάνον του Ικονίου συνθήκην, απάρας, τη 29 Νοεμβρίου 1255, κατηυνθύνθη εις την πρωτεύουσαν του κράτους του την Νίκαιαν, όπως στεφθή αυτοκράτωρ· αλλ' επειδή η πατριαρχική έδρα ην κενή μετά τον θάνατον του Μανουήλ, μικρόν προ του βασιλέως Ιωάννου τελευτήσαντος, ο Θεόδωρος κατά πρώτον μεν επρότεινεν ως διάδοχον εκείνου τον Νικηφόρον Βλεμμύδην, ού εμνήσθημεν ήδη εν τοις προηγουμένοις, μη συγκατατιθεμένου δε τούτου να δεχθή την πατριαρχικήν αξίαν, εξελέχθη ως τοιούτος ο μοναχός Αρσένιος, όστις ήνυε τον ασκητικόν βίον εις έν των παρά την Απολλωνιάδα λίμνην ασκητηρίων, και ήτο ανήρ περιφανής μεν την καθ' εαυτόν αρετήν, τον δε τρόπον απλούς και οπωσούν λόγιος. Χειροτονηθείς λοιπόν ο Αρσένιος πατριάρχης, έστεψε παραχρήμα αυτοκράτορα τον Θεόδωρον, σπεύδοντα όπως απέλθη της Νικαίας διά να εκστρατεύση κατά των Βουλγάρων (195).

Αιτίαν δε της εκστρατείας παρέσχεν ο βασιλεύς αυτών Μιχαήλ, όστις μαθών τον θάνατον του Βατάτζη παριδών την συγγένειαν μεθ' ής συνεδέετο προς τον Θεόδωρον, ού ήτο γυναικάδελφος, έθετο κατά νουν να ανακτήση όσα ο αποβιώσας αυτοκράτωρ είχεν αφαιρέσει από τους Βουλγάρους. Παρατηρήσας λοιπόν ότι αι προς δυσμάς επαρχίαι ήσαν γυμναί στρατευμάτων, εξώρμησεν εκ του Αίμου, και τον Έβρον διαπεράσας, εκυρίευσεν εντός ολίγων ημερών πολλάς πόλεις, καθόσον οι της χώρας ταύτης κάτοικοι, Βούλγαροι όντες, απεδιοπομπούντο τους Γραικούς, άτε αλλογλώσσους, και προσέφευγον εις τους ομοφύλους αυτών. Τούτου ένεκα οι υπό του Βατάτζη τεταγμένοι φρουροί, αδυνατούντες ν' αντιστώσι και προς τους στρατιώτας του Μιχαήλ και προς τους κατοίκους συνάμα, κατέλιπον εις την διάκρισιν του εχθρού τας πόλεις και τα φρούρια, οι μεν παραδιδόμενοι, οι δε φεύγοντες, άμα εμάνθανον την προσέγγισιν αυτών. Τοιουτοτρόπως εντός μικρού οι Βούλγαροι εγένοντο κύριοι του Στενιμάχου, της Πριστίτζας, του Κριτζιμού, της Τζεπαίνης, των Αχριδών, των Ούστρων, του Περπερακίου, της Κρυβούντος, και πλείστων άλλων μερών· αι δε επιτυχίαι των αύται μεγεθυνόμεναι υπό της φήμης ετάρασσον τους εν Νικαία και έθλιβον καιρίως τον βασιλέα, βλέποντα την βασιλείαν αυτού προοιμιαζομένην διά της απωλείας τοσούτων χωρών.

Την οικτράν ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων θέλων να καταπαύση ο Θεόδωρος, συνήθροισε τους εν τέλει και τους εις στρατηγούς τεταγμένους, συν οίς ήσαν και οι προς πάππου αυτού θείοι, Μανουήλ και Μιχαήλ, όπως διασκεφθώσι περί του πρακτέου. Και οι μεν περισσότεροι έλεγον ότι ο βασιλεύς έπρεπε να διαπεράση τον Ελλήσποντον και να στήση την των Βουλγάρων ορμήν, οι δε του βασιλέως θείοι, εις τους οποίους εκείνος είχε μεγίστην υπόληψιν και σέβας διά τε την ηλικίαν και διά την τάξιν αυτών, ισχυρίζοντο τουναντίον, ότι μεγάλη αφροσύνη ήθελεν είσθαι αν ο βασιλεύς διεπέρα προς δυσμάς και εισήλαυνεν εις τόπον εχθρικόν, ένθα ουδέ συνδρομήν, ουδέ τροφάς ήθελεν ευρεί, ενώ αφ' ετέρου ο στρατός όν είχεν ήτο τοσούτον ολιγάριθμος, ώστε ουδέ συνοδείαν βασιλέως εδύνατο να απαρτίση, και ο χειμών εκώλυε την συνάθροισιν πλειοτέρων στρατιωτών· προσέθετον δε ότι η άνευ μεγάλου αποτελέσματος προσωπική εκστρατεία του βασιλέως ήθελεν έχει ολέθρια αποτελέσματα, εξασφαλίζουσα τοις εχθροίς τας κατακτήσεις αυτών και ενθαρρύνουσα αυτούς εις άλλας μεγαλειτέρας. Και ταύτα μεν έλεγον αυτοί· ο δε μέγας δομέστικος Γεώργιος Μουζάλων, και έτεροι ειδήμονες των πολεμικών, κατεπολέμησαν εντόνως την γνώμην ταύτην ισχυριζόμενοι ότι ο Θεόδωρος έπρεπε να βαδίση αμέσως κατά των εχθρών, εμπνέων απ' αρχής έτι της βασιλείας του πεποίθησιν εις τους υπηκόους του και τρόμον εις τους εναντίους, υπερισχυσάσης λοιπόν της πλειονοψηφίας, προς ήν συνετάσσετο και ο Βασιλεύς, προσλαβών ούτος όσας εδυνήθη δυνάμεις, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, καταλιπών εις την Έω τον μέγα δομέστικον (196).

Ταχείαν την πορείαν αυτού ποιούμενος ο Θεόδωρος αφίκετο εντός ολίγου εις Αδριανούπολιν, ένθα μίαν ημέραν μόνην μείνας, εξήλθε την επιούσαν προς συνάντησιν του εχθρού. Ιδών δε τον στρατόν αυτού είς των Βουλγάρων κατάσκοπος, δραμών εξήγγειλε την έλευσιν αυτού προς τον βασιλέα Μιχαήλ, όστις εστρατοπεδεύετο περί τον Έβρον· η δε φήμη αύτη διασπαρείσα παρά τοις Βουλγάροις, επροξένησε μέγαν τρόμον εις αυτούς. Αλλά και ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς πού κατεσκήνουν οι ενάντιοι επέσπευσε την πορείαν αυτού όπως τους προσβάλη, και προκαταλαβών τινάς των προσκόπων του εφόνευσεν αυτούς· όσοι δε ηδυνήθησαν να διαφύγωσιν, επιστρέψαντες δρομαίοι προς τους συστρατιώτας των ανήγγειλαν την έλευσιν του βασιλέως, πολλαπλασιάζοντες απείρως τον στρατόν αυτού και διηγούμενοι όσα φαντασία πυρέσσουσα εκ φόβου δύναται να πλάση. Τότε οι Βούλγαροι, τρόμω συσχεθέντες και νομίζοντες ότι καταδιώκονται υπό απειροπληθούς στρατιάς, ετράπησαν εις άτακτον φυγήν διά των δασών καταδρυπτόμενοι υπό των κλάδων των δένδρων και πληγωνόμενοι, βυθιζόμενοι δε εις τέλματα και πλείστα άλλα υφιστάμενοι. Ελθών ο αυτοκράτωρ όπου ήσαν οι εχθροί εσκηνωμένοι και μη ευρών αυτούς, ελυπήθη μεν, αλλά επροχώρησεν επί την Βερόην, ήν κυριεύσας εφωδιάσθη διά πολλών τροφών και επιτηδείων· ήθελε δε και μέχρις Αίμου προβή, ει μη εκωλύετο υπό σφοδρού χειμώνος, ενσκήψαντος τότε και καταστήσαντος τας οδούς αβάτους. Μείνας λοιπόν έξ ημέρας εις Βερόην και άπαντα τα εν αυτή ανθρώπους και κτήνη λείαν ποιησάμενος, επέστρεψεν, εις Αδριανούπολιν (197).

Οι Βούλγαροι κύριοι σχεδόν απάσης της Μακεδονίας όντες, εξετείνοντο μέχρι της πόλεως Αχριδού· ο δε αυτοκράτωρ πέμψας εις Μακεδονίαν πολλά στρατιωτικά αποσπάσματα υπό διαφόρους στρατηγούς εκυρίευσεν άνευ δυσκολίας τας πλείστας των πόλεων, άς οι Βούλγαροι είχον κατακτήσει, διότι εκείνοι εις μόνην την αγγελίαν της προσεγγίσεως των Γραικών ετρέποντο εις φυγήν. Τοιουτοτρόπως ο Θεόδωρος ανέκτησεν άπαντα τα εις το όρος της Ροδόπης κείμενα φρούρια, προς δε την Περιστίτζην, το Στενίμαχον, τον Κρυτζιμόν και την Τζέπαιναν, ένθα ηναγκάσθη να διαχειμάση διότι ένεκα των βροχών δεν εδύνατο να προχωρήση. Επιλάμψαντος δε του έαρος, εμήνυσεν εις τους εν Σέρραις εστρατοπεδευμένους Αλέξιον Στρατηγόπουλον και Κωνσταντίνον Τορνίκην, να έλθωσιν εις Τζέπαιναν· και έλαβον μεν εκείνοι την προς την πόλιν ταύτην άγουσαν οδόν, αλλ' αίφνης, ενώ επορεύοντο, ακούσαντες τον ήχον των κερατινών συβοτών τινών Βουλγάρων και υπολαβόντες ότι κρύπτονται εχθροί όπως τους προσβάλωσιν, ετράπησαν εις φυγήν, καταλιπόντες εις τους συβότας εκείνους πάσαν την αποσκευήν και τους πλείστους των ίππων των. Θυμού διά ταύτα εμπλησθείς ο βασιλεύς τους προσέταξε να σπεύσωσι την εις Τζέπαιναν άφιξίν των, αν δεν ήθελον να υποκαύσωσι την οργήν του· αλλ' εκείνοι τον τρόμον εν τη καρδία έτι έχοντες προυτίμησαν να εκτεθώσιν εις την οργήν του βασιλέως μάλλον ή εις το ξίφος των Βουλγάρων.

Κατά τον αυτόν χρόνον συνέβη και γεγονός τι πολλήν επαπειλήσαν εις τους Γραικούς βλάβην. Ο Δραγωτάς, αυτός εκείνος όστις προ δεκαετίας παρέδωκεν εις τον Βατάτζην την πόλιν των Σερρών, άρχων ήδη του παρά το Μελένικον στρατεύματος, δυσανασχετών κατά του αυτοκράτορος, το μεν διά το φιλοβούλγαρον αυτού φρόνημα, το δε διότι δήθεν δεν αντημείφθη καλώς παρ' εκείνου διά τας προς τον πατέρα του εκδουλεύσεις, απεφάσισε να παραδώση τοις Βουλγάροις το Μελένικον. Συναγαγών λοιπόν τους στρατιώτας και άλλους εκ των περιχώρων παρεκάθησε του Μελενίκου το άστυ, όπερ εφρούρουν Θεόδωρος ο Νεςόγγιος και Ιωάννης ο Άγγελος, και προσεπάθει να κυριεύση αυτό. Οι πολιορκούμενοι, ολίγοι όντες, επέμενον ευθαρσώς τιτρώσκοντες διά βελών και τόξων τους έξωθεν· αλλ' έπασχον έλλειψιν ύδατος, και ήθελον βεβαίως αναγκασθή να παραδοθώσιν, ει μη ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς την επιβουλήν ήρχετο εις συνδρομήν των μετά πολυαρίθμου στρατού. Αφικόμενος δ' εντός δώδεκα ημερών εις Σέρρας και διανυκτερεύσας εκεί την νύκτα, έλαβε την επιούσαν την προς το Μελένικον άγουσαν οδόν· αλλ' επειδή επληροφορήθη ότι εις Ροπώλιον, ένθεν έμελλε να διέλθη και όπου ρέει ο ποταμός Στρυμών μεταξύ δύο ορέων συγκλειόμενος, εφρούρουν ικανοί Βούλγαροι, ο δε χώρος ην στενώτατος και παρέχων προς διάβασιν πλείστας δυσχερείας ου μόνον εκ της στενότητος αυτού, αλλά και εκ των φραγμών, ούς κατεσκεύασαν οι Βούλγαροι, εβράδυνε την πορείαν αυτού μέχρις ού πέμψας διά των δασών αποσπάσματα στρατιωτών του προσέβαλεν εξαπίνης εκ των υψωμάτων και εξεδίωξε τους εχθρούς μετά μεγίστης αυτών ζημίας. Ο Δραγωτάς ελθών όπως ενισχύση τους εκεί φρουρούντας, εφονεύθη καταπατηθείς κατά την τροπήν υπό των ίππων, ο δε βασιλεύς εισήλθεν εις την πόλιν ένθα υπό του λαού εγένετο δεκτός μετά πολλού ενθουσιασμού.

Διαμείνας ημέρας τινάς εις Μελένικον ο Θεόδωρος μέχρις ού παγιώση την τάξιν και τιμωρήση τους ενόχους, απάρας μετέβη εις Θεσσαλονίκην, και εκείθεν τον Βαρδάριον διαπεράσας, ελθών εστρατοπέδευσε παρά τα Βοδηνά, ένθα ηναγκάσθη να διακαρτερήση μικρόν όπως αναλάβη εκ νοσήματος εδρικού, υπό του οποίου, επιδημίου όντος, έπαθον και οι στρατιώται του. Εκ Βοδηνών μετέβη εις Πρίλαπον, όπου μηχανάς προσλαβόμενος και ελεπόλεις κατασκευάσας, επροχώρησε προς την Βελεσόν, ίνα πολιορκήση αυτήν· αλλ' οι κάτοικοι περίτρομοι γενόμενοι εκ της ελεύσεως του αυτοκράτορος παρεδόθησαν εν ακαρεί, επί τω όρω της ελευθέρας εκ της πόλεως εξόδου μετά των όπλων και των πραγμάτων αυτών. Εκείθεν έλαβε την προς τας Σέρρας άγουσαν οδόν, διερχόμενος χώρας ανοίκους και ανύδρους· αφικόμενος δε εις την πόλιν ταύτην έλαβε γραφάς του μεγάλου δομεστίκου Μουζάλωνος εξαγγέλλοντος αυτώ ότι στίφος Τατάρων διέτρεχε την Καππαδοκίαν, ενσπείρον τον τρόμον πανταχού άχρις αυτής της Νικαίας. Ταύτα πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ έδραμε προς βοήθειαν των απειλουμένων χωρών αλλά μόλις αφίκετο εις Έβρον επληροφορήθη ότι τα παρά του Μουζάλωνος γραφόμενα αυτώ δεν είχοντο αληθείας, τότε δε αναστείλας την ταχύτητα της πορείας αυτού οδοιπόρει σχολαιότερον, και τους συνήθεις εποιείτο βασιλικούς σταθμούς. Παρακλίνας δε της προς ανατολάς πορείας του, μετέβη εις Διδυμότοιχον, κακείθεν εις Αδριανούπολιν, ώστε εξ όσων πόλεων και φρουρίων οι Βούλγαροι είχον μετά την αποβίωσιν του Βατάτζη κυριεύσει, δεν τοις έμενον πλέον ειμή δύο, έν φρούριον σμικρότατον εν τοις βουνοίς κείμενον της Αχριδού, Πάτμος καλούμενον, το oποίον και αυτό μετ' ου πολύ εκυρίευσεν ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός Δούκας, και το άστυ της Τζεπαίνης, κείμενον μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, ένθα ρέει ο ποταμός Έβρος. Κατά του τελευταίου τούτου εκίνησεν ο Θεόδωρος εξ Αδριανουπόλεως· αλλ' αφικόμενος εις Μακρολιβάδα κατελήφθη υπό τοσούτον σφοδρού χειμώνος, ώστε ευρέθη εις λίαν δεινήν θέσιν, άτε τροφών στερούμενος και τους πολεμίους εγγύς έχων. Εν τοιαύτη καταστάσει διατελών ο αυτοκράτωρ, προσεκάλεσεν εις διάσκεψιν τους στρατηγούς αυτού, οίτινες όλοι σχεδόν εγνωμοδότησαν ότι έπρεπε να επιστρέψωσιν εις Αδριανούπολιν· αλλ' εκείνος, καίτοι μη απορρίψας την γνώμην των στρατηγών ποοέτεινεν όμως αντί να οπισθοχωρήσωσιν εις Αδριανούπολιν, να προχωρήσωσιν εις Στενίμαχον, διότι η εκ Μακρολιβάδος εις τας δύο πόλεις απόστασις ήτο η αυτή, και τροφαί υπήρχον εις αμφοτέρας εξίσου άφθονοι, ενώ αφ' ετέρου δεν ήθελε δείξει εις τους εχθρούς ότι αναγκάζεται εκ δειλίας να οπισθοχωρήση. Τοιουτοτρόπως κατηυθύνθη εις Διδυμότοιχον και μικρόν εκεί διαμείνας διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον· εις Λάμψακον δε πανηγυρίσας την εορτήν της του Χριστού γεννήσεως διήνυσεν εις Νύμφαιον το επίλοιπον του χειμώνος (198).

Το επιόν έτος ο Θεόδωρος ηγούμενος πολυαρίθμου στρατού εξεστράτευσε κατά των Βουλγάρων, τους οποίους προσβαλών εις Βιζύην ενίκησε μετά μεγίστης ζημίας, ο δε ηγεμών αυτών βλέπων ότι δεν δύναται ν' αντιστή προς αντίπαλον τοσούτο τολμηρόν και ακάματον, χρησάμενος τη μεσολαβήσει του πενθερού του Ούρου εζήτησεν ειρήνην, ήτις και εγένετο δεκτή, παραχωρηθείσης τω αυτοκράτορι της Τζεπαίνης (199).

Αι αδιάλειπτοι εκστρατείαι, εις άς ηναγκάζετο να καθυποβάληται ο Θεόδωρος, εκλόνισαν μεγάλως την άλλως ακροσφαλή υγείαν του. Το φρικώδες της επιληψίας πάθος ήρξατο ήδη μαστίζον αυτόν, μάτην δε κατέφυγεν εις της ιατρικής την δύναμιν όπως εξαλείψη νόσον, ήτις ήτο αυτώ κληρονομική. Αι δυνάμεις του από ημέρας εις ημέραν εξηντλούντο, αι δε προσβολαί της επιληψίας συνεχέστερον επανελαμβάνοντο, ώστε ο Θεόδωρος αποκαμών ήδη εις το άνθος έτι της ηλικίας του, απεβίωσε κατ' Αύγουστον του 1259 τριάκοντα και επτά ετών ων, και μετά τριών ετών και δέκα μηνών αυτοκρατορίαν, και ετάφη όπου και ο πατήρ αυτού εν τη των Σωσάνδρων μονή. Κατέλιπε δε θανών ένα υιόν, Ιωάννην καλούμενον, το όγδοον της ηλικίας αυτού έτος διανύοντα, και τέσσαρας θυγατέρας (200).

Ο Θεόδωρος αποθνήσκων κατέστησε διά διαθήκης επίτροπον της βασιλείας διά την ενηλικιότητα του υιού αυτού, τον δομέστικον Γεώργιον Μουζάλωνα· αλλ' ο ανήρ ούτος δεν απελάμβανε την συμπάθειαν του λαού και ιδία των της πρώτης τυγχανόντων τάξεως, διότι αλαζονία και σκληρότητι φερόμενος, ούς μεν καθείρξε και ετύφλωσεν, ούς δε αλλεοτρόπως ητίμασε. Συνωμοσία λοιπόν εσχεδιάσθη κατ' αυτού, ής προεξήρχον οι δυσαρεστημένοι, Αλέξιος Στρατηγόπουλος, Κωνσταντίνος Τορνίκης, Θεόδωρος Φιλής, Γεώργιος Ζαγαρομμάτης, Νικηφόρος Αλυάττης και έτεροι, και ο θάνατος του επιτρόπου απεφασίσθη. Ενώ λοιπόν την εννάτην μετά την αποβίωσιν του Θεοδώρου ημέραν ο Μουζάλων εν τη μονή των Σωσάνδρων ετέλει το μνημόσυνον εκείνου, εφορμήσαντες κατ' αυτού οι συνωμόται τον κατέσφαξαν μετά πάσης της οικογενείας του, και τοιουτοτρόπως ο αυτοκρατορικός θρόνος έμεινε σχεδόν κενός, του Ιωάννου αφήλικος έτι όντος (201).

Μετά τον φόνον του Μουζάλωνος συνελθόντες οι στρατηγοί και οι εν τέλει, εσκέφθησαν ότι ώφειλον να εκλέξωσι τοποτηρητήν της αυτοκρατορίας, άνδρα ακμαίον και ικανόν, ως τοιούτον δε έκριναν τον Μιχαήλ Κομνηνόν, υιόν του Ανδρονίκου Παλαιολόγου και μέγαν δομέστικον όντα. Τούτον λοιπόν περιβαλόντες το πρώτον δι' αξιώματος δεσποτικού, μικρόν μετά ταύτα και αυτοκράτορα ανηγόρευσαν, του πατριάρχου Αρσενίου στέψαντος αυτόν κατά Ιανουάριον του 1260 εν Νικαία. Αλλ' ενώ οι Γραικοί αυτοκράτορες, ανακτώντες τας επαρχίας των, διεδέχοντο αλλήλους, τι συνέβαιναν εν Κωνσταντινουπόλει; Τι έπραττεν ο Βαλδουίνος; (202)

Ο τον Πάπαν Ιννοκέντιον διαδεξάμενος Αλέξανδρος Δ'. αναβαίνων επί τον παπικόν θρόνον δεν ελησμόνησε τας υπέρ ενώσεως των δύο εκκλησιών και τας υπέρ του Βαλδουίνου προσπαθείας του προκατόχου αυτού. Ενώ λοιπόν αφ' ενός εξελιπάρει την Ευρώπην να συνδράμη την καταρρέουσαν Φραγκικήν αυτοκρατορίαν, αφ' ετέρου έπεμπε προς τον Θεόδωρον τον επίσκοπον Ορβιέτου όπως προτρέψη αυτόν εις την ένωσιν. Ο Θεόδωρος απησχολημένος ων κατά το βραχύ διάστημα της βασιλείας του εις τον προς τους Βουλγάρους πόλεμον, ουδεμίαν προσοχήν παρέσχεν εις τους λόγους του επισκόπου εκείνου, διά την αυτήν δε αιτίαν ουδέ εις ρήξιν ήλθε προς τους Φράγκους· αλλ' αι επιδρομαί και αι λεηλασίαι άς οι Γραικοί εποιούντο εις τας χώρας εκείνων, εις τοσαύτην έκπτωσιν κατήντησαν την Κωνσταντινούπολιν, ώστε ο πατριάρχης αυτής Ιουστινιάνης, πάσχων δεινήν ένδειαν ηναγκάσθη να γράψη προς τον Πάπαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του· εκείνος δε κατά Ιούλιον του 1257 διέταξε τους επισκόπους του Μωρέως να πέμψωσι βοηθείας προς τον πειναλέον πατριάρχην. Το γεγονός τούτο δεικνύει άριστα την οικτράν κατάστασιν, εις ήν διετέλει η εν τη Ανατολή Φραγκική δυναστεία (203).

Ο Βαλδουίνος βλέπων εκ Κωνσταντινουπόλεως τα εν Νικαία επισυμβαίνοντα ουδέ τα μέσα, ουδέ την τόλμην εκέκτητο όπως επωφεληθή εξ αυτών. Ενόμισε δε ότι ο Μιχαήλ αυτοκράτωρ αναγορευθείς και έχων πλείστους παρ' εαυτώ αντιζήλους, ήθελε προτιμήσει την μετά των γειτόνων του ειρήνην μάλλον ή τον πόλεμον. Πέμψας λοιπόν προς αυτόν πρέσβεις τω συνεχάρη διά την επί τον θρόνον ανάβασίν του, και τω υπέβαλε προτάσεις παραλόγους, άς μόνον νικητής προς ηττηθέντα εδικαιούτο να προτείνη· διότι εζήτησε παρά του Μιχαήλ την εις αυτόν παραχώρησιν της Θεσσαλονίκης και απάσης της Μακεδονίας και Θράκης μέχρι Κωνσταντινουπόλεως. Ο αυτοκράτωρ ακούσας τας τοιαύτας παραλόγους απαιτήσεις των Φράγκων, μετά σαρκασμού απήντησε προς τους πρέσβεις του Βαλδουίνου, ειπών· «Η Θεσσαλονίκη είνε σχεδόν πατρίς μου, διότι εκεί ηγεμόνευεν ο εμός πατήρ, όστις, ως οίδατε, ην μέγας δομέστικος, εκεί απεβίωσε και εκεί ετάφη· πώς λοιπόν είνε δυνατόν να δώσω την πόλιν ταύτην;» οι πρέσβεις μη εννοήσαντες τον σαρκασμόν, υπέλαβον· «Λοιπόν τότε δος ημίν, ω βασιλεύ, την πόλιν των Σερρών μέχρι της Κωνσταντινουπόλεως.» Ο δε βασιλεύς απεκρίθη προς ταύτα· «Και πάλιν δεν μου ζητείτε μικρόν πράγμα, διότι η ηγεμονεία μου ήρξατο από της πόλεως εκείνης, ής ήμην στρατηγός, επομένως αγαπώ τας Σέρρας ως ετέραν πατρίδα μου, ώστε ουδέ την πόλιν ταύτην δύναμαι να δώσω.» «Έστω, αντείπον οι πρέσβεις, δος ημίν τουλάχιστον τα εκ Βολερού μέχρις ημών.» «Αλλ' ουδ' αυτά δύναμαι να δώσω, απεκρίθη ο αυτοκράτωρ, διότι πολλάκις, εκεί εθήρευσα και εγενόμην επιτήδειος κυνηγός, άλλως τε ο τόπος αυτός μοι αρέσκει διότι έχει πολλήν θήραν και επιθυμώ ενίοτε να φοιτώ προς κυνήγιον εν αυτώ.» Βλέποντες τέλος οι πρέσβεις την άρνησιν του βασιλέως, τω είπον. «Λοιπόν τι δώσεις ημίν;» Αποκριθείς δε προς ταύτα εκείνος, υπέλαβεν, «Εγώ μεν ουδέν δώσω ημίν· σεις όμως αν θέλητε την μετ' εμού ειρήνην πρέπει να μοι πληρώνητε φόρον ίσον προς το ποσόν, όπερ καρπούσθε εκ του εμπορίου της Κωνσταντινουπόλεως. Αν συγκατατίθησθε εις τούτο, καλώς· τουναντίον, ετοιμάσθητε εις πόλεμον (και γνωρίζετε, αφ' ότου είχον την ηγεμονείαν της Βιθυνίας και Ταρσίας, πώς πολεμώ εγώ) ο δε Θεός θέλει αποφασίσει περί της νίκης.» Τοιουτοτρόπως καταισχυνθέντες οι των Λατίνων πρέσβει επέστρεψαν άπρακτοι εις Κωνσταντινούπολιν (204). Πριν ή πραγματοποιήση την απειλήν αυτού ταύτην ο Μιχαήλ εξαπέστειλε δυνάμεις υπό τον αδελφόν αυτού Ιωάννην Παλαιολόγον και άλλους στρατηγούς κατά του ομωνύμου αυτώ δεσπότου της Ηπείρους όστις βλέπων αφ' ενός μεν την ασθένειαν του Βαλδουίνου, αφ' ετέρου δε την ταραχώδη και ανώμαλον κατάστασιν της αυτοκρατορίας της Νικαίας, επαιρόμενος δε εις την συμμαχίαν των δύο γαμβρών αυτού Μαμφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας, και Γουλλιέλμου του πρίγγιπος Αχαΐας και Μωρέως, συνέλαβε την ελπίδα να γείνη αυτοκράτωρ, κυριεύων πρώτον μεν διαφόρους χώρας του αυτοκράτορος της Νικαίας, είτα δε και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Συμπλακέντων δε των δύο εχθρικών στρατών εν Αχριδώ, ο δεσπότης της Ηπείρου ηττήθη κατά κράτος, και συνεπεία της ήττης ταύτης άπασα σχεδόν η Θεσσαλία περιήλθεν εις την εξουσίαν του αυτοκράτορος, αιχμαλωτισθέντος κατά την μάχην ταύτην και του πρίγγιπος της Αχαΐας (205).

Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος μετά την αποβίωσιν του δεσπότου της Ηπείρου, έστρεψεν άπασαν αυτού την προσοχήν προς την Κωνσταντινούπολιν, μελετών να εκδιώξη εξ αυτής τους Φράγκους, διότι ενόσω δεν εγίνετο κύριος της περιφήμου εκείνης πόλεως, εν ή προ χιλίων ήδη ετών οι αυτοκράτορες είχον στήσει τον θρόνον των, ενόμιζεν ότι ήτο απλούς ηγεμονίσκος και μηδέν περιπλέον. Ανερρίπιζε δε τας ελπίδας του η μεγίστη παραλυσία, εις ήν περιήλθον οι Φράγκοι, και τον αρχικόν αυτών χαρακτήρα αποβαλόντες, και των πάντων έλλειψιν υφιστάμενοι. Ο Βαλδουίνος όστις είχε διανύσει τον βίον επαιτών συνδρομάς παρά των ηγεμόνων τας Ευρώπης, ουδέ στρατόν εκέκτητο πλέον, ουδέ χρήματα· εκ δε της αρχαίας λαμπρότητος της αυτοκρατορίας, δεν τω έμενον άλλο τι ειμή υπέρογκα χρέη. Όπως δε επαρκέση εις τας ανάγκας του οίκου του και των ολίγων στρατιωτών, οίτινες τω απελείποντο προς φρούρησιν της πόλεως, υπεχρεώθη να λάβη τον μόλυβδον των σκεπών των εκκλησιών και των ανακτόρων δια να κόψη νόμισμα (206). Αι ζωοτροφίαι έλειπον, και όπως πορισθή ξυλείαν προς θέρμανσιν, εδέησε να κρημνίση πολυαρίθμους οικίας ιδιωτών. Εις τοσαύτην ενί λόγω ανάγκην περιήλθεν, ώστε ίνα λάβη χρήματα παρά τινων Ενετών, ενεχυρίασε προς αυτούς τον μόνον υιόν του Φίλιππον, όστις αποσταλείς εις Ενετίαν έμεινεν εκεί πολύν έτι χρόνον και μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Γραικών (207).

Ο Μιχαήλ διελθών τον Ελλήσποντον εν Καλλιουπόλει, επιλάμψαντος του έαρος του 1260, εβάδισε κατά της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά πριν ή προσβάλη αυτήν, ηθέλησε βαθμηδόν να κυριεύση τα έξωθεν αυτής φρούρια, αρξάμενος από της Συλληβρίας, την οποίαν εν βραχεί ήλωσεν. Τοιουτοτρόπως δε κύριος γενόμενος της πόλεως εκείνης και πάντων των παρ' αυτή οχυρών θέσεων, διηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν ουχί εις τα ίδια αυτού στρατεύματα θαρρών, αλλά εις τους λόγους του Ανσώ, δε-Τουσσή, όστις αιχμαλωτισθείς μετά του Βιλαρδουίνου εν τη μάχη της Αχριδού, ηλευθερώθη μετά πολλών δώρων, υποσχεθείς εις τον αυτοκράτορα να παραδώση αυτώ την Κωνσταντινούπολιν άνευ αιματοχυσίας, διότι είχε, καθ' ά έλεγε, τον οίκον αυτού επί των τειχών της πόλεως, εις τρόπον ώστε ηδύνατο ευχερώς να τον εισαγάγη εντός. Ο Μιχαήλ εξαπατηθείς υπό των υποσχέσεων τούτων, έπεμψε στρατόν ίνα πολιορκήση τον Γαλατάν και απασχολήση εκεί όλας τας δυνάμεις των πολεμίων, ενώ αυτός διά της προδοσίας του Ανσώ ήλπιζε να εισέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και γείνη κύριος αυτής. Κατά την πολιορκίαν λοιπόν του Γαλατά πέμψας πρέσβεις προς τον Ανσώ τω υπέμνησε τας υποσχέσεις του, και εζήτει την εκπλήρωσιν αυτών· αλλ εκείνος, οτέ μεν διά τον ένα λόγον, οτέ δε διά τον άλλον, απέφευγε τούτο. Επί τέλους δε ρίψας το προσωπείον είπεν ότι ουδέν δύναται να πράξη, διότι ο βασιλεύς υποπτευθείς αυτόν, τον επετήρει αυστηρώς. Ο Μιχαήλ γνους την απάτην του εξηκολούθησε την πολιορκίαν του Γαλατά· αλλ' επειδή δεν είχε πλοία να διακόψη την μεταξύ αυτού και της Κωνσταντινουπόλεως συγκοινωνίαν, ηναγκάσθη να λύση την πολιορκίαν και ανακάμψη εις Ασίαν. Καθ' οδόν δε όντι, τω εστάλησαν παρά του Βαλδουίνου τρεις πρέσβεις ίνα τω ζητήσωσιν ειρήνην, την οποίαν όμως, κατά τον Παχυμέρην, ηρνήθη, ενώ, κατά τον Ακροπολίτην, εδέχθη επί έν έτος· όπως δε και αν έχη το πράγμα, η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσε (208).

Κατά την πολιορκίαν του Γαλατά, στρατιώται τινες, περιτρέχοντες τας πεδιάδας, εισήλθον εις την εκκλησίαν του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, ήτις ερειπιωθείσα, κατέστη καταφύγιον ποιμνίων εν ώρα χειμώνος· ενώ δε εθαύμαζον την διακρινομένην έτι του οικοδομήματος καλλονήν, παρετήρησαν είς τινα γωνίαν σκελετόν τινα καλώς προσηρμοσμένον, εις τας σιαγόνας του οποίου οι ποιμένες εκ βεβήλου αστειότητος είχον θέσει αυλόν ποιμενικόν· πλησιάσαντες δε ανέγνωσαν επί του τοίχου επίγραμμά τι εξ ού κατεδείκνυτο ότι αυτός ην ο σκελετός του αυτοκράτορος Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Ο Μιχαήλ, πληροφορηθείς τούτο, πέμψας παρέλαβε τον σκελετόν και καλύψας αυτόν διά πορφύρας τον μετέφερεν εις Συλλήβριαν, ένθα τον έθαψεν εις την μονήν του Σωτήρος (209).

Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ δεν έπαυε νυχθημερόν σκεπτόμενος περί των μέσων δι' ών ηδύνατο ν' ανακτήση την Κωνσταντινούπολιν. Οι Ενετοί και οι Γενουήνσιοι εκέκτηντο εν αυτή μεγάλα καταστήματα, έκπαλαι δε εις αντιζηλίαν διακείμενοι, είχον τω καιρώ εκείνω σφόδρας έριδας περί του εν Πτολεμαΐδι μοναστηρίου του Αγίου Σάββα, ού αμφότεροι ωκειοποιούντο την κατοχήν. Οι Ενετοί ενδιεφέροντο μεγάλως εις την διατήρησιν του Φραγκικού κράτους, διότι συμμετείχον των ωφελειών αυτού· τούτου δ' ένεκα, πιστοί μένοντες εις τον ατυχή Βαλδουίνον, πάσαν κατέβαλον προσπάθειαν όπως σώσωσιν αυτόν. Επωφελούμενος εκ της διαμάχης ταύτης των δύο δημοκρατιών ο αυτοκράτωρ συνωμολόγησε τη 13 Μαρτίου 1261 συνθήκην μετά των Γενουηνσίων, οίς παρεχώρει πολλάς ασυδοσίας και προνόμια, επί τω όρω ότι ήθελον ούτοι τω προσφέρει τριάκοντα πλοία επί ωρισμένη τιμή. Η συμμαχία αύτη απεστέρησε τον Βαλδουίνον της συνδρομής των τε Γενουηνσίων, οίτινες ηνώθησαν μετά των Γραικών, και των Ενετών, οίτινες ασχολούμενοι όπως αντικρούσωσι τας εν Πτολεμαΐδι προσβολάς των πολεμίων των, ηναγκάζοντο να παραμελήσωσι την υπεράσπισιν της Κωνσταντινουπόλεως (210).

Η ανικανότης και αδράνεια του Βαλδουίνου επήνεγκαν τον μαρασμόν εις των Εσπερίων την ανδρίαν και ενεργητικότητα. Τα πάντα κατέρρεον εν Κωνσταντινουπόλει, ενώ τουναντίον οι Γραικοί εκδιωχθέντες της πατρίδος των, εμηχανώντο αδιαλείπτως πώς ήτο δυνατόν να την ανακτήσωσιν, Η πτώσις του κράτους αυτών εξήγειρε το αρχαίον θάρρος των, και εντυχόντες ηγεμόνας, οίοι ήσαν ο Βατάτζης και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, εκαραδόκουν εκδίκησιν κατά των αρπάγων της πατρικής των κληρονομιάς· ιδίως δε ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ επέσπευδε την λύσιν του δράματος, προπαρασκευαζόμενος δραστηρίως όπως προσβάλη τους Φράγκους. Πριν δ' ή επιχειρήση τούτο πέμψας τον Καίσαρα Αλέξιον Στρατηγόπουλον μετά στρατού προς τας δυτικάς επαρχίας, ίνα περιστείλη τον αυθάδη δεσπότην της Ηπείρου, όστις πάλιν ήρε σημαίαν ανταρσίας, τον διέταξε να εξετάση διερχόμενος του Βυζαντίου εις τίνα κατάστασιν διετέλει η Κωνσταντινούπολις, χωρίς όμως ουδέν να πράξη κατ' αυτής, είτε διότι δεν είχε μεθ' εαυτού αρκούσας δυνάμεις, είτε διότι η προς τους Φράγκους συνθήκη δεν είχεν έτι λήξει. Διαπεραιωσάμενος λοιπόν ο Καίσαρ την Προποντίδα, εστρατοπέδευσε περί το Ρήγιον ένθα προσήλθον αυτώ τινες εκ των εγχωρίων, κατά χρείαν άλωνος και καρπών, συλλογής έξω της πόλεως διαιτώμενοι. Τούτους λοιπόν ηρώτησεν ο Καίσαρ περί της καταστάσεως των Φράγκων, περί της δυνάμεως και εν γένει περί των κατ' αυτούς· εκείνοι δε φύσει αποστρεφόμενοι τους Φράγκους και επιθυμούντες μάλλον να ζώσι μετά των ομοφύλων ή μετά των ξένων, εξέθηκαν καταλεπτώς την δεινήν θέσιν των κρατούντων, και συνεφώνησαν μετ' αυτού να τω προδώσωσι την πόλιν εν ώρα νυκτός. Το τοιούτο δεν ήτο δύσκολον, διότι ο Βαλδουίνος ασυνέτως φερόμενος είχε πέμψει τον ολιγάριθμον στόλον και στρατόν του προς πολιορκίαν της χιλίους σταδίους απεχούσης της Κωνσταντινουπόλεως νήσου Δαφνοισίας, πειθομένος εις τους λόγους του νεωστί ελθόντος ποτεστάτου των Ενετών Μάρκου Γραδενίγου, όστις έλεγεν ότι δεν έπρεπε να μένωσιν άπρακτοι εις την πόλιν, αλλά τουναντίον ώφειλον διά προσβολών και επιθέσεων κατά των πολεμίων, να αποθαρρύνωσιν αυτούς (211).

Καίτοι ο Μιχαήλ ρητώς απηγόρευσεν εις τον Στρατηγόπουλον να επιχειρήση τι κατά της Κωνσταντινουπόλεως, ούτος όμως πληροφορούμενος εκ των καταθέσεων των χωρικών την μεγάλην ασθένειαν των εν Κωνσταντινουπόλει, και παροτρυνόμενος υπό του αρχηγού των εθελοντών Κουτριτζάκου, απεφάσισε να προσπαθήση την άλωσιν, πεποιθώς ότι η επιτυχία ηδύνατο να δικαιολογήση την παρακοήν αυτού. Προέβη λοιπόν μετά βραδύτητος ως διά να δείξη ότι σκοπόν είχε να κατασκοπεύση μόνον την πόλιν. Ο στρατός του αδιαλείπτως επαυξανόμενος εκ της προελεύσεως επικουριών, ηρίθμει εικοσιπεντακισχιλίους περίπου μαχητάς, ενθουσιωδώς πάντας επιζητούντας την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ' ο Στρατηγόπουλος, ίνα μη καταπλήξη τους κατοίκους, ολίγους μόνον παρέλαβε μεθ' εαυτού, και την επιούσαν νύκτα εστρατοπέδευσε παρά τα τείχη αυτά της Κωνσταντινουπόλεως. Οι πρόσκοποί του συνέλαβον τότε γέροντά τινα, όστις προσαχθείς ενώπιον του Καίσαρος, ηρωτήθη πόθεν έρχεται και πού πορεύεται· αποκριθέντος δε του γέροντος εκ της πόλεως, τότε ο Καίσαρ τον ηρώτησεν εκ νέου πώς νυκτός ούσης και των θυρών κεκλεισμένων εξήλθε. Δειλιάσας δε ο γέρων είπεν· «Έστιν οπή υποκεκρυμμένη, κύριέ μου, τη γη, ην ουδείς οίδεν, ει μη εγώ, ην και έκπαλαι γινώσκω, και όταν βούλωμαι εξέρχομαι και εισέρχομαι ανεμποδίστως.» Ωφεληθείς εκ της ανακαλύψεως ταύτης ο Στρατηγόπουλος απεφάσισε να εισαγάγη τον στρατόν του εκ της οπής εκείνης· προωρίσας λοιπόν πεντήκοντά που άνδρας, τους τολμηροτέρους, να εισαχθώσι διά της οπής, τους διέταξεν άμα εισέλθωσιν εις την πόλιν να θραύσωσι διά πελέκεων την παρακειμένην θύραν, ίνα δι' αυτής εισελάση ο επίλοιπος στρατός. Την ταχθείσαν λοιπόν προς τούτο νύκτα, οι πεντήκοντα στρατιώται εισήλθον εις το υπόγειον, ο δε Στρατηγόπουλος έξωθεν περιέμενε την ώραν όπως εφορμήση διά της ανοιγομένης πύλης. Πολύς χρόνος παρήλθεν ήδη και ούτος ήρξατο απελπιζόμενος περί της επιτυχίας, ότε αίφνης η πύλη διά πελέκεων ηνεώχθη και φωνή ένδοθεν ηκούσθη, «Νίκη εις τους δύο αυτοκράτορας Μιχαήλ και Ιωάννην». Τότε οι του Στρατηγοπούλου στρατιώται ορμήσαντες κατέλαβον την πόλιν· ανώνυμος δέ τις χρονογράφος ιδού πώς εκτίθησι τα κατά την άλωσιν εκείνην (212).

Εισήλθαν ουν μέχρι ναού της Πηγής Θεοτόκου Μετά γε του στρατεύματος, νυκτός επεισελθούσης, Τον Κουτριτζάκην εν χερσί φέρων τον προρρηθέντα, Όν και προσέταξεν ευθύς άνδρας πεντακοσίους Καθωπλισμένους εισελθείν από των υδραγώγων, Τους ωμοκότας συν αυτοίς ελθείν έσω προστάξας. Οίτινες εισπηδήσαντες ως λέοντες αυτίκα Εισήλθαν ένδον πόλεως, ακώλυτον ευρόντες Την είσοδον, και προς Πηγήν ήλθαν την πόλιν τάχει. Ην δ' αύτη πύλη πρότερον κλεισθείσα προς Λατίνων Λίθοις μεγάλοις και μοχλοίς στερροίς ασφαλισθείσα. Όθεν καταχαλάσαντες την ενδοτέραν ύλην Ποιούσιν ανεμπόδιστον είσοδον τοις Ρωμαίοις, Άνωθεν ευφημήσαντες τον άνακτα Ρωμαίων.

Η ηώς ήρξατο ήδη να υποφώσκη και οι Κουμάνοι, οίτινες απήρτιζον μέγα μέρος του στρατού, παρεσκευάζοντο, κατά τα έθιμα αυτών, να λαφυραγωγήσωσι την πόλιν, αλλ' ο Καίσαρ απέτρεψεν αυτούς του σκοπού των τούτου. Εν τούτοις οι κάτοικοι εξυπνήσαντες υπό των κραυγών και αγνοούντες τι συνέβαινεν, ηρώτων αλλήλους εκ των παραθύρων τι εσήμαινεν ο θόρυβος εκείνος. Ο Στρατηγόπουλος εκ μακράς πείρας γνωρίζων τους κινδύνους, ούς δύναται να διατρέξη στρατός εισελαύνων νικηφόρος εκ μεγάλη πόλει, προυχώρει πάντοτε μετά περισκέψεως, περιμένων το φως της ημέρας ίνα οδηγηθή κάλλιον περί του πρακτέου. Εν τω σκότει διέκρινε σώμα τι Φράγκων, ού η αστράπτουσα πανοπλία εμεγάλυνε τον αριθμόν μη έχον δε στρατιώτας ικανούς όπως αντεπεξέλθη κατά των εχθρών τούτων, διετέλει εις απορίαν, ότε οι εν τη πόλει Γραικοί επέπεσαν κατά των περιτρόμων Φράγκων και διεσκόρπισαν τήδε κακείσε αυτούς. Τότε ήρξατο η διαρπαγή της πόλεως, παντού δε όπου απηντώντο Φράγκοι έπιπταν θύματα ελεεινά. Ο Βαλδουίνος εξεγερθείς εκ του γενικού εκείνου θορύβου και πληροφορηθείς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως απεφάσισε διά της φυγής να εύρη την σωτηρίαν· εξελθών λοιπόν εκ των ανακτόρων των Βλαχερνών, έρριψε καθ' οδόν το στέμμα και το ξίφος του, και εμβάς είς τινα λέμβον ανήχθη προς την θάλασσαν, ένθα τον παρέλαβον οι εκ Δαφνοισίας επιστρέφοντες στρατιώται του. Τα δε βασιλικά αυτού εμβλήματα συναγαγόντες εν τη οδώ οι Γραικοί ανήρτησαν εις μακρόν ακόντιον και περιέφερον δίκην τροπαίου καθ' άπασαν την πόλιν.

Εν τούτοις οι κατά της Δαφνοισίας μετά του Γραδενίγου μεταβάντες Φράγκοι μηδέν ισχύσαντες να πράξωσιν, επέστρεφον αμέριμνοι προς την Κωνσταντινούπολιν· ελθόντες όμως μέχρι του ναού του αρχιστρατήγου των ουρανίων δυνάμεων Μιχαήλ και πληροφορηθέντες την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ώρμησαν ίνα εισέλθωσιν εις αυτήν· αλλ' ο Στρατηγόπουλος, όστις ήτο έτοιμος όπως τους αντικρούση, δεν τοις επέτρεψε την είσοδον. Τότε ο Ιωάννης Φύλαξ, αξιωματικός του Βαλδουίνου, βλέπων ότι αφεύκτως όλοι οι Φράγκοι ήθελον απολεσθή, πέμψας ειδοποίησεν αυτούς να τρέξωσι προς το παράλιον ίνα σωθώσιν εν τοις πλοίοις. Όπως δε εκβιάση αυτούς προς τούτο, έθηκε πυρ εις διαφόρους οίκους, και αι φλόγες διαδοθείσαι ενέσπειρον την φρίκην και τον τρόμον τοις πάσιν. Άνδρες μετά γυναικών, νέοι μετά γερόντων αναμίξ έτρεχον προς την θάλασσαν, και τείνοντας προς τους εν τοις πλοίοις χείρας ικέτιδας, παρεκάλουν αυτούς να τους δεχθώσιν εις το τελευταίον τούτο άσυλον. Οι εκ του στόλου βλέποντες τους δυστυχείς ομοφύλους των δακρυχέοντας, έσπευδον να τους παραλάβωσιν· αλλά μη προφθάνοντες να επιβιβάσωσι τοσούτους εις τα πλοία των και φοβούμενοι μη οι Γραικοί επιπεσόντες διαπεράσωσιν αυτούς εν στόματι μαχαίρας έπεμψαν πρέσβεις προς τον Στρατηγόπουλον, εκλιπαρούντες αυτόν να επιτρέψη την φυγήν εις τους ατυχείς συμπατριώτας των. Ο Καίσαρ συγκατένευσε, και οι Φράγκοι επιβάντες των πλοίων μετά του Βαλδουίνου απέπλευσαν προς την Εύβοιαν· αλλά πριν ή φθάσωσιν εκεί, οι πλείστοι εγένοντο θύματα της πείνης. Εκείθεν ο έκπτωτος αυτοκράτωρ μετέβη αλληλοδιαδόχως εις Αθήνας, εις Σικελίαν, εις Ρώμην παρά τω Ουρβανώ, κακείθεν εις Γαλλίαν, ένθα ευρισκόμενος, τω 1266, εδωρήσατο προς τον Ούγον, δούκα της Βουργουνδίας, το βασίλειον της Θεσσαλονίκης.

Τοιουτοτρόπως έπεσε τη 25 Ιουλίου 1261 η γελοιώδης εν Ανατολή αυτοκρατορία των Φράγκων, πεντήκοντα επτά έτη, τρεις μήνας και δεκατρείς ημέρας διαρκέσασα. Βεβαίως έπρεπε να δοθή μάθημα αυστηρόν προς τους εν Βυζαντίω, αποβαλόντας πάσαν αρετήν και παν γενναίον αίσθημα· το δε μάθημα τούτο ην η υπό τους Φράγκους υποδούλωσίς των. Αν εξ αυτού ωφελήθησαν ή όχι, τούτο δεν ανήκει ενταύθα να εξετάσωμεν. Οι λαοί συνήθως εισίν επιλήσμονες των ευτυχημάτων και των δυστυχημάτων, ολιγίστους δ' εσωφρόνισαν αι της τύχης δοκιμασίαι. Η υπό του Στρατηγοπούλου άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως δύναται να θεωρηθή μάλλον ως έργον της θείας Προνοίας, διότι αύτη εκυριεύθη, του Καίσαρος όντος άνευ στρατού, άνευ μηχανημάτων, χωρίς καν κατά νουν να έχη τούτο.

Του αυτοκράτορος διατρίβοντος εν Μετεωρίω ή ταχύπτερος φήμη έσπευσε να εξαγγείλη πανταχού το απροσδόκητον γεγονός. Ήτο νυξ και ο αυτοκράτωρ εκοιμάτο, όταν ελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως δρομαίος τις, εζήτει να ομιλήση προς αυτόν περί σπουδαιοτάτου αντικειμένου. Οι φυλακές αντέστησαν προ την αίτησίν του λέγοντες ότι ο βασιλεύς κοιμάται, εκείνος δε επιθυμών, ει δυνατόν, να γείνη δεκτός παρ' αυτώ, έδραμε προς το μέγαρον της του αυτοκράτορος αδελφής Ευλογίας και εξήγγειλεν αυτή την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεώς. Η Ευλογία σπεύσασα προς τον Μιχαήλ τον εξύπνησε κραυγάζουσα, «Κατέσχες, ω βασιλεύ, την Κωνσταντινούπολιν.» Ο αυτοκράτωρ νομίζων ότι ονειρώττει, ουδέν προς ταύτα απεκρίνετο, αλλ' ότε η αδελφή του σείουσα αυτόν τω έλεγεν, «Ανάστηθι, βασιλεύ, ο γαρ Χριστός επεχαρίσατό σοι την Κωνσταντινούπολιν,» αναστάς της κλίνης και τας χείρας εις ουρανόν ανατείνας, «Τούτον μεν τον λόγον, είπεν, ω αδελφή, και αυτός δέχομαι όν δε λόγον το πρώτον είπες ως της Κωνσταντινουπόλεως κεκράτηκα, ουδαμώς αποδέχομαι. Πώς γαρ εκ του Μετεωρίου εγκρατής γενοίμην της Κωνσταντίνου; Αλλ' ουδέ στράτευμα κατ' αυτής αξιόλογον πέπομφα· το δε ράω ταύτα είναι Θεώ και αυτός ξυνομολογώ και θάττον αν τα μικρού και αδύνατα τοις οίς αν βούλοιτο παρασχείν καθέστηκε δυνατός.» Ταύτα ειπών συνεκάλεσε πάντας τους εντέλει και εξαγγείλας αυτοίς το λεγόμενον τους ηρώτησεν αν το πιστεύωσιν ως αληθές. Και πολλοί μεν παρεδέχοντο αυτό ως αληθές, έτεροι δε εδυσπίστουν, πάντες δε διέκειντο εν μεγίστη ανησυχία μέχρις ού την επιούσαν, ελθών απεσταλμένος παρά του Καίσαρος Στρατηγοπούλου, διεπίστωσεν αυτοίς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, και εκόμισε και τα του Βαλδουίνου ηγεμονικά σύμβολα, την μαργάροις δηλαδή πεποικιλμένην και υπέρ την κεφαλήν λίθον κόκκινον έχουσαν καλύπτραν του, τα κοκκοβαφή πέδιλά του και την κοκκοβαφές προκάλυμμα ενδεδυμένην σπάθην του.

Απάρας εκ Μετεωρίου ο αυτοκράτωρ διήλθε τον Ελλήσποντον και αφικόμενος τη 14 Αυγούστου προ της Κωνσταντινουπόλεως, εσκήνωσεν εις το μοναστήριον του Κοσμιδίου όπως εισέλθη την επομένην ημέραν εις την πόλιν εν πάση τη βασιλική μεγαλοπρεπεία. Και όντως, την επιούσαν ο εν απουσία του εις Έφεσον διατρίβοντος πατριάρχου Αρσενίου αναπληρών αυτόν μητροπολίτης Κυζίκου, Γεώργιος ο Κλειδάς, ήνοιξε την Χρυσήν πύλην· αφού δε απήγγειλεν ευχήν τινα, προηγουμένης της εικόνος της Παναγίας Οδηγητρίας, και του αυτοκράτορος πεζού επομένου μετά πάντων των εν τέλει και πολυαρίθμου λαού, εισήλθον εις την πόλιν και κατηυθύνθησαν εις την του Στουδίου μονήν, ένθα κατέλιπον την εικόνα, ιππεύσας δε τότε ο βασιλεύς μετέβη εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και αφού εκεί ηυχαρίστησε τω Θεώ επί τη δωρεά, ής τον κατηξίωσε, κατηυθύνθη εις τα ανάκτορα, του λαού ενθουσιωδώς προσαγορεύοντος και επευφημούντος αυτόν· μετά τινας δ' ημέρας εστέφθη και δεύτερον, ελθόντος εξ Εφέσου του Πατριάρχου Αρσενίου, αυτοκράτωρ ουχί πλέον της Νικαίας, αλλά της Κωνσταντινουπόλεως.

Ευγνωμονών ο Μιχαήλ προς τον Καίσαρα Στρατηγόπουλον, όστις απέδωσεν αυτώ τοσούτον απροσδοκήτως και θαυμασίως την πρωτεύουσαν του κράτους, τω απένειμε τιμάς, αίτινες έως τότε εις μόνον τους ηγεμόνας εδίδοντο. Τω επέτρεψε δηλονότι να περιέλθη άπασαν την πόλιν εν άρματι θριαμβευτικώ, φέρων επί την κεφαλήν στέμμα αυτοκρατορικόν, διέταξε δε συνάμα εις τας δεήσεις και τας λοιπάς δημοσίας προσφωνήσεις το όνομα αυτού να προσφωνήται μετά το του αυτοκράτορος. Αλλά την πράξιν ταύτην, υπό επαινετού αισθήματος ευγνωμοσύνης εμπνεομένην, ημαύρωσεν ο Μιχαήλ δι' ετέρας σκληράς και απανθρώπου, διατάξας επιόρκως να εξορύξωσι τους οφθαλμούς του γνησίου διαδόχου του θρόνου και επιτροπευομένου αυτού Ιωάννου του υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως, ού ένεκα ο πατριάρχης Αρσένιος υπέβαλεν αυτόν αφορισμώ φρικώδει. Τοιαύτη πράξις δεν ήτο εκ των ασυνήθων κατά τους χρόνους εκείνους.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος, φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως, μετέβη εις Ιταλίαν και ήρξατο επικαλούμενος την συνδρομήν του Πάπα και των λοιπών ηγεμόνων υπέρ της ανακτήσεως της απωλεσθείσης αυτοκρατορίας του. Η Ιταλία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Καστιλλία αντήχησαν εκ των ικεσιών και παραπόνων αυτού, ουδαμού όμως εύρε τοσαύτην συμπάθειαν, όσον εν τη καρδία του Πάπα. Ο Ουρβανός Δ' εκ του ύψους του Καπιτωλίου προσεκάλει τους λαούς εις νέαν σταυροφορίαν, διατάσσων στρατολογίας, αφορίζων τους Γενουηνσίους ως φίλους του Μιχαήλ, εξορκίζων τον βασιλέα της Γαλλίας να σπεύση προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως και ουδέν ενί λόγω παραμελών προς τον σκοπόν τούτον. Αλλά και ο Μιχαήλ βλέπων τον επικείμενον εκ του συνασπισμού εκείνου κίνδυνον, έπεμψε πρέσβεις προς τον Ουρβανόν, οίτινες κατά μεν τον Παχυμέρην, έτυχον κακίστης υποδοχής, κατά δε τον Φραντζήν, εγένοντο παρά του Πάπα δεκτοί ευμενώς. Ο τελευταίος ούτος ιστορικός αφηγείται ότι και η ένωσις των εκκλησιών συνεφωνήθη τότε επί τρισίν όροις, «πρώτον επί τη αναγνωρίσει της υπεροχής του Πάπα, δεύτερον επί τη προσφυγή εις αυτόν ως εις ανέκκλητον δικαστήριον και τρίτον επί τω πρωτεύειν αυτόν εν πάσιν.» ο δε ανώνυμος χρονογράφος της αλώσεως, ιδού πώς διηγείται τούτο. (213)

Γράφει τω Πάπα δουλικώς, ως μέλος εστι τούτου, Υιός δε μάλλον ευπειθής φρονών τα των Λατίνων. Στείλας αρχιδιάκονας τους πρώτους των του κλήρου Έχοντας λόγον μέγιστον Ελληνικής παιδείας, Ο Μετοχίτης, μετ' αυτόν ο Μελιτηνιώτης, Οίτινες καθυπέκυψαν πρώτον τοις λόγοις Πάπα· Και βασιλεί τω Μιχαήλ είπον φρονείν ωσαύτως· Ο Πάπας παρ' ελπίδα δε ταύτα μαθών, το τάχος Καρδιναλίους έστειλε προς τον Παλαιολόγον, Τον Άνακτα τον Μιχαήλ, μνήμην ποιήσαι τούτου· Προς τε τον μέγιστον ναόν της του Θεού Σοφίας, Και τα πρωτεία τον αυτόν μετά τιμής διδόναι. Κατά τεσσάρων ουν αυτός Πατριαρχών των Θείων Έχειν πολλήν την δύναμιν έκκλητον του ποιήσαι Καθυπογράψαι βασιλεί ζητήσας τρία ταύτα Μνήμην, πρωτείον, έκκλητον, ός βασιλεύς αυτίκα, Προσέταξεν υπ' άμβωνος μνήμην γενέσθαι Πάπα, Ειπείν δε και Λατινικώς το θείον του Σωτήρος Μέγιστον Ευαγγέλιον τη μυστική θυσία Ο Πάπας πάλιν Μιχαήλ απέδωκε το κράτος.

Ο Βαλδουίνος ιδών ματαιουμένας εκ μέρους του Πάπα τας ελπίδας του, απηυθύνθη εις τους διαφόρους βασιλείς, καθικετεύων αυτούς να τον συνδράμωσι προς ανάκτησιν της αυτοκρατορίας του. Μεταβάς εις την εν Ιταλία πόλιν Βιτέρβην, διά πράξεως γενομένης, τη 27 Μαΐου 1267, παρεχώρηοεν εις Κάρολον τον Ανδεγαυϊνόν, βασιλέα της Νεαπόλεως, όπως προσλάβη αυτόν σύμμαχον πλείστας χώρας εν Ελλάδι και την κυριότητα πασών των κείθεν του Ελλησπόντου Ελληνίδων νήσων, πλην της Λέσβου, Σάμου, Κω και Χίου, άς επεφύλαξε δι' αυτόν και τους απογόνους του. Επί της χρυσής σφραγίδος, ήτις υπάρχει ανηρτημένη εις την μέχρι του νυν σωζομένην παραχωρητήριον ταύτην πράξιν εικονίζεται ένθεν μεν ο αυτοκράτωρ καθήμενος και κρατών τη μεν δεξιά σκήπτρον, τη δε αριστερά την σταυροφόρον σφαίραν, κύκλω δε έχων τας λέξεις BALDVINVS DEI CRATIA IMPERATOT ROMANIE SEMPER AYGVSTVS, Ένθεν δε ο αυτοκράτωρ κρατών έφιππος τη δεξιά σκήπτρον και κύκλω αι λέξεις ΒΑΛΔΟΙΝΟΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ Ο ΦΛΑΝΔΡΑΣ. Αλλά και μετά τας παραχωρήσεις ταύτας, μηδέν κατoρθώσας, απεβίωσεν εκ της θλίψεως αυτού εις Ιταλίαν τω 1273, εις ηλικίαν πεντήκοντα πέντε ετών, καταλιπών εκ της συζύγου αυτού Μαρίας της Βρυεννίου ένα υιόν ονόματι Φίλιππον τον Β' (214).

Ο Φίλιππος ούτος κληρονομήσας τάς τε δυσπραγίας και τας επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως αξιώσεις του πατρός του, απαλλαγείς των χειρών των Ενετών, παρ' οίς έμενεν ως ενέχυρον διά τα χρήματα, άτινα εκείνοι είχον δανείσει προς τον πατέρα του Βαλδουίνον, κατέφυγε παρά τω εξαδέλφω του βασιλεί της Καστιλλίας Αλφόνσω, όστις τον ανέδειξεν ιππότην. Νυμφευθείς Βεατρίκην την θυγατέρα Καρόλου του βασιλέως της Σικελίας, έλαβε παρά του πενθερού αυτού την άδειαν να στρατολογήση εν τω κράτει του προς ανάκτησιν του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ' ενώ συλλέξας ικανάς δυνάμεις ητοιμάζετο να πλεύση δι' Ενετικών πλοίων εις Ανατολήν, επελθόντος του μεταξύ Σικελίας και Αραγωνίας πολέμου, ο βασιλεύς Κάρολος ηναγκάσθη να εμποδίση την εκ του κράτους του αναχώρησιν των στρατολογηθέντων, διότι και ο ίδιος είχε χρείαν αυτών. Τοιουτοτρόπως ο Φίλιππος, ιδών ματαιουμένας τας προσπαθείας του, ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον, αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, και απεβίωσε μεταξύ του 1285 και 1288.

Αποθανών ο Φίλιππος κατέλιπε μίαν θυγατέρα την Αικατερίνην, ήτις κληρονομήσασα τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα του πατρός της και τον τίτλον αυτοκρατείρας, μετεβίβασεν αυτά διά του εν έτει 1301 γενομένου γάμου της εις τον Κάρολον Κόμητα του Βαλουά, αδελφόν του βασιλέως της Γαλλίας Φιλίππου του Καλού, όστις προσέλαβε τίτλον επιδόξου αυτοκράτορος. Θανούσης δε κατά Ιανουάριον του 1308 της Αικατερίνης, τα δικαιώματα αυτής μετεβιβάσθησαν εις την ομώνυμον αυτής θυγατέρα Αικατερίνην την Βαλουά, ήτις εν τη κοιτίδι έτι είχε μνηστευθή προς Ούγον τον υιόν Ροβέρτου του δουκός της Βουργουνδίας, επί τη ελπίδι αμοιβαίας μεταξύ Καρόλου και Ροβέρτου συνδρομής προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλά ματαιωθέντος του γάμου τούτου, τη προσπαθεία του Πάπα Κλήμεντος, η Αικατερίνη ενυμφεύθη οψιαίτερον Φίλιππον τον πρίγγιπα του Τάραντος υιόν δε Καρόλου Β', του βασιλέως της Σικελίας, εις όν μετεβιβάσθησαν τα τε δικαιώματα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και ο επίτιμος τίτλος του αυτοκράτορος. Συμφώνως προς τα ιδανικά αυτού δικαιώματα ο Φίλιππος διά διπλώματος, εκδοθέντος τη 24 Μαΐου 1315 εν Νεαπόλει διά χειρός Ροβέρτου Πονσιακού εδωρήσατο εις τον κύριον της Χίου Μαρτίνον Ζαχαρίαν Κάστρον και τους απογόνους του διαφόρους νήσους και χώρας της μικράς Ασίας, επί τω όρω να ομολογήση υποτέλειαν προς τον επίτιμον αυτοκράτορα και να τον συνδράμη μετά πεντακοσίων ανδρών προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως. Συγχρόνως τω παρέσχε πάσας τας βασιλικάς προνομίας, οίον να φέρη στέμμα και σκήπτρον, να πίνη εις χρυσούν ποτήριον, να υποδύεται βλαυτία ερυθρά εντός τε και εκτός των ανακτόρων της Κωνσταντινουπόλεως, ήν δεν εξουσίαζε μεν, αλλ' ήλπιζε να ανακτήση, και άλλα τοιαύτα (215). Απεβίωσε δε τη 26 Δεκεμβρίου 1332 εν Νεαπόλει καταλιπών ως διάδοχον του κενού τίτλου αυτού τον υιόν του Ροβέρτον.

Ο Ροβέρτος, ζώσης μεν της μητρός του αυτοκράτειρας Αικατερίνης ετιτλοφορείτο πρίγγηψ Αχαΐας και Τάραντος, δεσπότης Ρωμανίας, και κόμης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου· αλλά θανούσης τω 1346 εκείνης, έλαβεν οριστικώς τον τίτλον αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Μόλις όμως ενυμφεύθη Μαρίαν την Βουρβωνίδα, θυγατέρα Λουδοβίκου Α', του δουκός Βουρβώνος, επιδραμόντος του βασιλέως της Ουγγαρίας Λουδοβίκου εις Νεάπολιν, ηχμαλωτίσθη υπ' αυτού και απήχθη εις Ουγγαρίαν, ένθα έμεινεν επί πολύ καθειργμένος· απέθανε δε τη 10 Σεπτεμβρίου 1364 εις Νεάπολιν και ετάφη εις τον αυτόσε ναόν του Αγίου Γεωργίου, επί δε της επιταφίου πλακός του ανεγινώσκετο το επίγραμμα τόδε.

ILLVSTRI ROBERTI ANDEGAVENSI BYZANZIORYM IMPERATORI TARENTINORYMQUE PRINCIPI CAROLI VTRIVSQVE SICILIAE REGIS EX PHILIPPO FILIO NEPOTI AB ANNO MCCCL XIIII OSCVBE SACENTI VSQVEDVM ANNO MCCCCLXXI ANDREAE AGNESIS IVIVS TEMPLIPRAESIDIS PIETATE AC DILIGENTIA LOCVS DATVS EST.

Την 20 Μαΐου του 1366 απεβίωσεν εις Νεάπολιν και η σύζυγος αυτού αυτοκράτειρα Μαρία, επί του εν τη εκκλησία της Αγίας Κλαίρης τάφου της οποίας ανεγινώσκετο το εξής επίγραμμα.

ΗΙC JΑCΕΤ CORΡVS DΟΜΙΝΑΕ DΟΜΙΝΑΕ ΜΑRΙΑΕ DΕ FRΑΝCΙΑ ΙΜΡΕRΑΤRΙCΙS CΟΝSΤΑΝΤΙΝΟΡΟLIΤΑΝΑΕ AC DΥCISSAE DVRACΙΙ QVAΕ ΟΒIIΤ ΑΝΝO DΟMΙΝI ΜCCCLXVI DIΕ XX ΜΑΙΙ CVIVS ΑΝ. REQ. ΙΝ ΡΑCΕ ΑΜΕΝ. Διάδοχος του Ροβέρτου εν τω τίτλω αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως εγένετο ο αδελφός αυτού Φίλιππος Γ', όστις άνευ τέκνων τελευτήσας, άγνωστον κατά τίνα εποχήν, κατέλιπε διάδοχον αυτού τον εκ της αδελφής του Μαργαρίτας ανεψιόν του Ιάκωβον Δε-Μπω, δούκα της Ανδρίης. Του επιτίμου τούτου αυτοκράτορος σώζεται δίπλωμά τι, εν έτει 1368 γεγραμμένον υπέρ Θωμά του επισκόπου Καστελενέτου και της εκκλησίας αυτού, εν τω οποίω φέρει εκείνος τίτλον αυτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως, δεσπότου Ρωμανίας και πρίγγιπος Αχαΐας και Τάραντος. Ενυμφεύθη δε Αγνήν την κόμησσαν Δουράσου, και αποβιώσας την 7 Ιουλίου 1383 εις Τάραντα εν τω άνθει της ηλικίας του, ετάφη εν τω αυτόσε ναώ της Αγίας Κατάλδης, ύστατος επίτιμος αυτοκράτωρ Φράγκος της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος.

Η τύχη των Φράγκων αυτοκρατόρων πραγματικών τε και επιτίμων της Κωνσταντινουπόλεως, εξ όσων ανωτέρω εξεθέσαμεν, δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτω επίζηλος· αν εξετάση τις όμως την τύχην και των λοιπών Βυζαντινών αυτοκρατόρων, θέλει πεισθή ότι ολίγιστοι αυτών μέχρι τέλους, διετέλεσαν ευτυχείς.

Από Αρκαδίου (395-408) μέχρι Κωνσταντίνου του Δραγάση (1453) η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως περιλαμβάνει περίοδον χιλίων πεντήκοντα οκτώ ετών, δύο μηνών και έξ ημερών, εννενήκοντα δε και είς αυτοκράτορες ήρξαν κατά την περίοδον ταύτην. Εκ τούτων τριάκοντα επτά εβασίλευσαν από ενός μέχρι πέντε ετών (τινές δε και ολίγους μόνον μήνας)· είκοσι και είς από έξ μέχρις επτά ετών εννέα από ένδεκα μέχρι δεκαπέντε· πέντε από δεκαέξ μέχρις είκοσι· τέσσαρες από είκοσιν ενός μέχρις είκοσι πέντε· δύο από είκοσιν έξ μέχρι τριάκοντα· πέντε από τριάκοντα μέχρι τριάκοντα πέντε· τρεις από τριάκοντα έξ μέχρι τεσσαράκοντα· είς από τεσσαράκοντα ενός μέχρι τεσσαράκοντα πέντε και τέσσαρες από τεσσαράκοντα έξ μέχρι πεντήκοντα.

Εκ των εννενήκοντα ενός αυτοκρατόρων, εις τους οποίους εάν προσθέσωμεν και τους μετασχόντας κατ' επιτροπείαν ή άλλως πώς του θρόνου, έχομεν εκατόν εννέα βασιλείς, είκοσιν απεβίωσαν διά βιαίου θανάτου φονευθέντες, δηλητηριασθέντες, πνιγέντες ή κατακρημνισθέντες από κιόνων, και δεκαοκτώ ετυφλώθησαν, ερινοτμήθησαν ή άλλως πώς ηκρωτηριάσθησαν· τρεις απεβίωσαν εκ πείνης· είς εβλήθη υπό κεραυνού· είς απεβίωσε πληγωθείς υπό δηλητηριασμένου βέλους· δύο απεβίωσαν παράφρονες· δώδεκα απέθανον εν ειρκτή ή εν μοναστηρίω· δώδεκα παρητήθησαν εκουσίως ή ακουσίως του θρόνου· τρεις απεβίωσαν εν πολέμω· είς ηχμαλωτίσθη, και οι λοιποί τριάκοντα έξ απέθανον επί της κλίνης των εξ ασθενείας ή γήρατος. Η απαρίθμησις δε αύτη εστίν ακριβής εικών της ιστορίας της Κωνσταντινουπόλεως.

ΤΕΛΟΣ

ΠΙΝΑΞ Των της Κωνσταντινουπόλεως Φράγκων Αυτοκρατόρων, επιτίμων Αυτοκρατόρων, Αντιβασιλέων, παπικών Εξάρχων και Λατίνων Πατριαρχών.

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Βαλδουίνος A'. Ερρίκος. Πέτρος. Ροβέρτος. Ιωάννης Βρυέννιος. Βαλδουίνος Β'.

ΕΠΙΤΙΜΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Φίλιππος Α'. Αικατερίνη Α'. Κάρολος κόμης Βαλουά. Αικατερίνη Β'. Βαλουά. Φίλιππος Β'. πρίγκιψ Τάραντος. Ροβέρτος Β'. Φίλιππος Γ'. Ιάκωβος Δε-Μπω.

ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΣ Ερρίκος κόμης Φλάνδρας. Κόνων Πετούνης. Ανσώ Δε-Καχιέ. Ναρζώ Δε-Τουσή. Φίλιππος Δε-Τουσή.

Notes in this chapter

Note 1 · Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37 — Lebeau. XVII 359.↩Note 2 · Ducange IV. 19. ↩Note 3 · Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37.↩Note 4 · Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37.↩Note 5 · Philipp. Mouskes ep. — Ducan. IV. 373. ↩Note 6 · Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 39. — Γρηγορά 11.7. ↩Note 7 · Innοc IV. I. Ι. p. 635.↩Note 8 · Ducange IV. 23. 24.↩Note 9 · Ακροπολίτ. Χρ. Συγγρ. 90↩Note 10 · Lebeau XVII. 409.↩Note 11 · Γεωργ. Ακροπολ. 41.↩Note 12 · Νικηφ. Γρηγορ. 11. 6.↩Note 13 · Acta Conc. Lugd — Fleury, hist. eccles. I. 82 art. 23 et suir.↩Note 14 · Νικηφ. Γρηγορ. 11. 7. — Ακροπολ. 2. 7. — Παχυμέρ. V. 6.↩Note 15 · Ακροπολ. 43.↩Note 16 · Ακροπολ. 44.↩Note 17 · Ακροπολ. 4.↩Note 18 · Ακροπολ. 45↩Note 19 · Ακροπολ. 47.↩Note 20 · Lebeau XVII. 432.↩Note 21 · Innoc. IV. I. ep. 38 — Wading. 1247 n. 8. 9. 10. — 1249 n. 4.5. — 1250. 1. 2. — Fleury hist. eccles. I. 33 art. 13.↩Note 22 · Ακροπολ. 48.↩Note 23 · Alex. IV. I. XI ep. 29· 162 Ι. XII. ep. 12. ↩Note 24 · Ακροπολ. 49. — Γρηγο. 2 8. — Παχυρερ. 1. 7. 12. — Καντακουζ. 1. 17 — Φραντζής 1. 1 2.↩Note 25 · Ακροπολ. 49 — Γρηγορ. 11. 3. ↩Note 26 · Ακροπολ. χρον. Συγγρ. 50↩Note 27 · Ακροπολ. χρον. Συγγρ. 51.↩Note 28 · Alex. IV. Ι. 1, ep. 325.↩Note 29 · Innoc. IV I. XII ep. 4.↩Note 30 · Γρηγορ. 11. 8 — Ακροπολ. 52. ↩Note 31 · Γρηγορ. III, Ι. — Ακροπολ. 53. — Παχυμέρ. 1. 13.↩Note 32 · Ακροπολ. 55.↩Note 33 · Ακροπολ. 55.↩Note 34 · Ακροπολ. 54 — 61 — Γρηγορ. 8. 1. ↩Note 35 · Ακροπολ. 62 — 73 — Γρηγορ. 9.2. και συν. ↩Note 36 · Παχυμέρ. 1.1 14. 23 — Φραντζής 1 3. ↩Note 37 · Παχυμέρ. 1. 18. 19. — Φραντζ. 1. 3. ↩Note 38 · Παχυμ. 2. 1 — 5.↩Note 39 · Ακροπολ. 38 Αlex. IV. I. II. ep. 315 — Wading. 1257 n 16.↩Note 40 · Ακροπ. 78. — Παχυμ.2. 10.↩Note 41 · Ακροπολ 79. — Παχυμ. 1. 30, 31 — Φραντζ. 1. 2. ↩Note 42 · Ότι οι Φράγκοι αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως έκοψαν νομίσματα, υπάρχει εκτός πάσης αμφιβολίας άτε και υπ' αυτού του Νικήτα Χωνιάτου μαNote 43 · Sanut. II. 4. 18. — Ducange V. 338. — Lebeau XVII 712.↩Note 44 · Παχυμέρ. 2 14 2 — Ακροπολ. 33. ↩Note 45 · Παχυμ. ? 21.↩Note 46 · Sanuto 2. part. 5. c. 28. — Sabell. I. X. — Villasi VI O2.↩Note 47 · Παχυμέρ. 2. 26. 27. — Ακροπολ. 81 85 — Γρηγορ. 4. 2. — Spandugino dell orig. dei Turki 87 — Doutrem 5 7.↩Note 48 · Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως στιχ. 565 παρά Buchon récherches historiques 1. 2. p. 359 ↩Note 49 · Φραντζ. 1. 8. — Wadding Ang. Fr. Min. — Άλωσις Κωνστ. ??? παρά Buchon.↩Note 50 · Buchon recherches sur l' hist. de la dom. Franc. p. 31.↩Note 51 · Tulinedegli ammirabi p. 102 ↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings