← Table of contents
Άννα Καρένιν

ANNA KAΡENIN (continued 5)

Elias Economopoulos translation

― Αληθινά, δε γνωρίζω τίποτε . . . Αλλά, εξηγήσου μου, Άννα.

― Είνε ευτυχής; Λέγουν ότι ο σύζυγός της είνε εξαίρετος άνθρωπος.

― Είνε ολίγον αυτό, εγώ δεν εγνώρισα καλλίτερόν του.

― Α! πόσον μ' ευχαριστεί τούτο . . . Αληθινά, είμαι λίαν ευχαριστημένη.

― Η Δόλλυ εμειδίασεν.

― Ας ομιλήσωμεν περί σου, Άννα. Έχω πολλάς ερωτήσεις να σου υποβάλω. Συνωμίλησα μετά του . . . .

― Του Αλεξίου; είπεν η Άννα. Γνωρίζω ότι είχετε μίαν συνέντευξιν. Αλλ' επιθυμώ να μου πης ειλικρινώς τι σκέπτεται περί εμού και περί της ζωής μου.

― Πώς, έτσι, μια κι' όξω; Μά την αλήθεια, δεν ξεύρω τι να 'πώ . . .

― Περί τίνος σου ωμίλησε;

― Περί ζητήματος, το οποίον απησχόλει και εμέ και μου είνε εύκολον να υποκαταστήσω τον δικηγόρον του . . . Δεν υπάρχει μέσον κανέν . . . Δεν θα ήτο άρα γε δυνατόν . . .

Η Δόλλυ εσυγχίσθη, είτα δ' επανέλαβε:

― Δεν θα ηδυνάμεθα άρα γε να τροποποιήσωμεν, να βελτιώσωμεν την κατάστασιν; . . . Γνωρίζεις συ πώς συνειθίζω να βλέπω τα πράγματα εγώ . . . Αλλ' επί τέλους, θα έπρεπεν, αν ήτο δυνατόν, να νυμφευθής . . .

― Δηλαδή να διαζευχθώ; είπεν η Άννα . . . . Ε, λοιπόν! Τι σου είπεν ο Αλέξιος;

― Μου είπεν ότι πάσχει διά σε και δι' εαυτόν. Θα είπης ίσως ότι αυτό είνε εγωισμός; Αλλ' είνε εγωισμός ευγενής και τελείως λελογικευμένος. Επιθυμεί εν πρώτοις να νομιμοποιήση την κόρην του και να καταστή σύζυγός σου . . . να έχη δηλαδή δικαιώματα επί σου. Επιθυμεί εκείνο που είνε τελείως φυσικόν, τα τέκνα σας δηλαδή να έχουν ένα όνομα.

― Ποία τέκνα είπεν η Άννα, χωρίς ν' ατενίση την Δόλλυ.

― Η Αννίτσα, και τα παιδιά που είνε πιθανόν να γενηθούν . . .

― Πώς ειμπορώ να επιθυμώ εγώ την απόκτησιν παιδιών; Δεν ομιλώ περί των φυσικών αλγηδόνων, αυτάς δεν τας φοβούμαι . . . Σκέπτεσαι τι θα γίνουν τα παιδιά μου; . . Δυστυχώς που θα φέρουν ξένον όνομα. Ως εξ αυτής των της γεννήσεως θα ευρεθώσιν εις την υποχρέωσιν να αισχύνωνται διά τον πατέρα των, διά την μητέρα των, διά την ύπαρξίν των . . .

― Διά τούτο ακριβώς, εφώνησεν η Δόλλυ, χρειάζεται το διαζύγιον.

― Μου συμβουλεύετε σεις το διαζύγιον, αλλ' ε κ ε ί ν ο ς δεν θα μου το δώση. Ευρίσκεται τώρα υπό την επίδρασιν της κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας.

Η Δόλλυ εκάθητο επί τινος εδωλίου και ηκροάτο με ύψος οδυνηράς συμπαθείας, στρέφουσα την κεφαλήν ίνα παρακολουθή τας κινήσεις της Άννας.

― Θα έπρεπε να δοκιμάσης, είπε διά φωνής βραδείας.

― Να δοκιμάσω! Τι σημαίνει αυτό το να δοκιμάσω.

Η Άννα έθεσε το ερώτημα τούτο ως σκέψιν οιονεί την οποίαν είχεν ήδη εξετάσει από πάσης απόψεως.

― Να δοκιμάσω σημαίνει, είπεν ότι εγώ που τον αποστρέφομαι, αλλά που αναγνωρίζω συνάμα εμαυτήν ένοχον, που τον ευρίσκω μεγαλόψυχον, ότι οφείλω να ταπεινωθώ γράφουσα προς αυτόν . . . Επί τέλους, ας υποθέσωμεν ότι το επιχειρώ και αυτό ότι κάμνω και αυτήν την θυσίαν . . . Δυνατόν να λάβω μίαν άρνησιν προσβλητικήν, ή την συγκατάθεσίν του . . .

― Αν συγκατετίθετο . . .

― Αν συγκατετίθετο; . . . Και ο υιός μου; . . . Δεν θα μου τον αποδώσουν! Θα μεγαλώση εις το σπίτι του πατέρα του, τον οποίον εγκατέλειψα, και θα με περιφρονήση. Εννόησον λοιπόν· αγαπώ δύο πλάσματα διά της ιδίας εντάσεως, αλλά πλειότερον εμαυτός, τον Σεριόγια και τον Αλέξιον. Αυτά μόνον τα δύο όντα αγαπώ είπεν η Άννα, και το ένα διώκει το άλλο. Δεν δύναμαι να τα ενώσω, και όμως αυτό είνε το μόνον που θα ηδύνατο να με κάμη να ζήσω· αν δεν ημπορώ να τα έχω και τα δύο μαζί, τότε δεν μ' ενδιαφέρει τίποτε . . . Η λύσις θα επέλθη αφ' εαυτής . . . Διά τούτο δεν αγαπώ και δεν δύναμαι να ομιλώ περί τοιαύτης λύσεως. Διά τούτο ούτε να με δικαιώνης, ούτε να με καταδικάζης . . . Εν τη αγνότητι της ψυχής σου, δεν δύνασαι να εννοήσης παν ό,τι υποφέρω.

Επλησίασε την Δόλλυ, εκάθησε παραπλεύρως αυτής και έλαβε την χείρα της παρατηρώσα αυτήν εις τα μάτια με έκφρασιν ενόχου συντριβής.

― Τι σκέπτεσαι περί εμού; Πώς με κρίνεις; Μη με περιφρονείς! Δεν είμαι αξία περιφρονήσεως. Είμαι αληθινά δυστυχής. Αν μία υπάρχη επί γης δυστυχής γυναίκα, είμαι εγώ αυτή:

Υπεστράφη και έκλαυσεν . . .

Όταν η Δόλλυ ευρέθη μόνη, έκαμε την προσευχήν της και κατεκλίθη. Εφ' όσον ωμίλει μετά της Άννας, την ώκτειρε και την συνεπόνει, αλλά τώρα πλέον δεν ηδύνατο να συγκεντρώση τας σκέψεις της επί της φίλης της. Η ανάμνησις της οικίας της και των παιδιών της κατελάμβανε την φαντασίαν της μετά γοητείας όλως καινοφανούς δι' αυτήν και μετ' ακτινοβολίας ασυνήθους.

Ο ιδικός της κόσμος της παρουσιάζετο τόσον πολύτιμος και τόσον πλήρης θελγήτρων, ώστε δεν ήθελε να μείνη μεμακρυσμένη απ' αυτού ούτε μίαν ημέραν επί πλέον, και απεφάσισε να αναχωρήση την επιούσαν.

Η Άννα είχε αφ' ετέρου επιστρέψει εις το διαμέρισμά της, επήρε δ' αμέσως ένα ποτηράκι και έχυσεν εντός αυτού μερικάς σταγόνας ποτού, ου κυρία βάσις ήτο η μορφίνη· το ερρόφησεν, έμεινεν επί τινας στιγμάς ακίνητος, είτα δε εισήλθεν εις τον θαλαμόν της κατηυνασμένη κάπως.

Ο Βρόνσκυ την ητένισε προσεκτικώς. Ανεζήτει επί των χαρακτηριστικών της ίχνη της συνομιλίας, ην είχε κάμει μετά της Δόλλυ. Αλλ' εις την επιφυλακτικήν και σχεδόν απόκρυφον έκφρασιν της μορφής της δεν ευρήκε τίποτε άλλο πλην της καλλονής της, εις την οποίαν ήτο ήδη συνειθισμένος, αλλ' ήτις πάντοτε τον εγοήτευε. Δεν ήθελε δε να την ερωτήση με την ελπίδα ότι θα τω διηγείτο αυτοβούλως τα κατά την συνέντευξίν της. Αλλά η Άννα μόνας τας λέξεις ταύτας επρόφερε:

― Πόσον είμαι ευχαριστημένη που σου ήρεσεν η Δόλλυ.

― Την γνωρίζω προ πολλού. Είνε πολύ καλή, ως μου φαίνεται, αλλ' εκτάκτως επιφυλακτική. Εν τούτοις, ηυχαριστήθην πολύ που την επανείδα.

Έλαβε την χείρα της Άννας και την ητένισεν ερωτηματικώς εις τα μάτια . . , Η Άννα διερμήνευσεν όλως διαφορετικά το βλέμμα εκείνο και εμειδίασεν . . .

Όταν η Δόλλυ έφθασε την επιούσαν παρά τω Λεβίν, διηγήθη με πολλήν ζωηρότητα το ταξείδι της και την καλήν υποδοχήν ης είχε τύχει· εξήρε δε την πολυτέλειαν και την καλαισθησίαν των Βρόνσκυ και δεν επέτρεψεν εις κανένα να προσφέρη λέξιν εναντίον των.

― Πρέπει να γνωρίση κανείς την Άνναν και τον Βρόνσκυ, κ' εγώ έμαθα να τους γνωρίζω, αυτήν την φοράν, διά να εννοήσω πόσον είνε εντυπωτικοί.

Η Δόλλυ ωμίλει ειλικρινώς. Είχε δ' εξ ολοκλήρου λησμονήσει το αόριστον συναίσθημα της στενοχωρίας και της δυσφορίας, όπερ είχεν αισθανθή.

* * *

Ο Βρόνσκυ και η Άννα επέρασαν ολόκληρον το θέρος και μέρος του φθινοπώρου εις την εξοχήν, υπό τας αυτάς συνθήκας, χωρίς να κάμουν το παραμικρόν διάβημα προς επιτυχίαν διαζυγίου.

Εφαίνετο εν τούτοις, ότι η ζωή των ήτο τοιαύτη, που δεν ηδύνατο κανείς να την ευχηθή καλλιτέραν. Δεν τους έλειπε τίποτε, είχον υγείαν, ένα παιδάκι, και αμφότεροι ασχολίας.

Η Άννα, οσάκις δεν είχεν επισκέψεις, ησχολείτο περί του εαυτού της και ανεγίνωσκε πολύ, μυθιστορήματα, βιβλία σοβαρά, και νεωτεριστικά . . . Και τ' ανεγίνωσκε με την προσοχήν εκείνην που δίδομεν εις την ανάγνωσιν εν τη μονώσει.

Εκτός δε τούτου, εσπούδαζεν εις βιβλία και εις ειδικά περιοδικά, παν ό,τι απησχόλει τον Βρόνσκυ· συνέβαινε δε πολλάκις εις αυτόν προς αυτήν ν' απευθύνεται προς διαλεύκανσιν ζητημάτων αγρονομικών, αρχιτεκτονικών και ζητημάτων ακόμη αθλητισμού και ιπποκομίας. Απεθαύμαζε δε τας γνώσεις της και την μνήμην της, αν και κατ' αρχάς έθετεν εν αμφιβόλω όσα του έλεγε και επεζήτει την επιβεβαίωσιν των λεγομένων της· αλλ' εκείνη εύρισκε την ακρίβειάν των εις τα βιβλία και του επεδείκνυε τας σχετικάς περικοπάς.

Κατά Οκτώβριον, διεξήχθησαν εκλογαί του γενικού συμβουλίου της επαρχίας όπου κατώκει, και ο Βρόνσκυ ηθέλησε να παραστή εις αυτάς. Ήτο η μάλλον δυσάρεστος και οχληρά περίοδος της εν εξοχή διαμονής. Ο Βρόνσκυ ανήγγειλεν εις την Άνναν την αναχώρησίν του με τόνον ψυχρόν και αυστηρόν, τον οποίον ουδέποτε είχε μεταχειρισθή ομιλών προς αυτήν. Την ητένισε δε προσεκτικώς, εκπλαγείς διά την απάθειάν της. Εκείνη του εμειδίασεν. . .

― Ελπίζω ότι δεν θα στενοχωρηθής υπερβολικά; της είπε.

― Το ελπίζω! απήντησεν η Άννα. Έλαβα χθες ολόκληρον κιβώτιον βιβλίων . . . Όχι, δεν θα στενοχωρηθώ.

Όταν ευρέθη μόνη, ανελογίσθη το βλέμμα εκείνο, όπερ εξέφρασε το δικαίωμα του εραστού της επί της ελευθερίας, και εξ αυτού εξήγαγεν έν μόνον συμπέρασμα: την συναίσθησιν του εξευτελισμού της.

«. . . Έχει το δικαίωμα να φύγη οπόταν του αρέσει και να υπάγη όπου επιθυμεί. Έχει μάλιστα το δικαίωμα και να μ' εγκαταλείψη ακόμη . . . Έχει όλα τα δικαιώματα αυτός. Εγώ δεν έχω κανένα. Το γνωρίζει, αλλά δεν πρέπει να με κάμνη να το αισθάνωμαι . . . Άλλοτε δεν εφέρετο τοιουτοτρόπως.»

Και, αν και ήτο πεπεισμένη ότι η απομάκρυνσις ήρχιζε, κατ' ουδέν ηδύνατο να μεταβάλη τας μετ' αυτού σχέσεις της. . . Δεν ηδύνατο να τον συγκρατήση παρά όπως και πρότερον, διά του έρωτος και των θελγήτρων της.

Υπό τας συνθήκας ταύτας το κοριτσάκι της κατέπιπτε τότε ασθενές. Το επεριποιήθη, αλλά χωρίς να ευρίσκη εις τούτο καμμίαν ψυχικήν ευφροσύνην, τοσούτο δε μάλλον καθ' όσον η αδιαθεσία του μικρού δεν παρουσίαζε καμμίαν σοβαρότητα. Δεν ηδύνατο δε να συνειθίση ν' αγαπά την Αννίτσα παρά την προς τούτο επιθυμίαν της και δεν κατώρθωνεν ουχ' ήττον να υποκρίνεται ότι την ηγάπα.

Όταν ευρέθη μόνη κατά το βράδυ της έκτης εκείνης ημέρας, κατελήφθη από σφοδράν ανησυχίαν διά τον Βρόνσκυ· απεφάσισε δε να μεταβή αυτοπροσώπως εις την πόλιν, αλλά κατόπιν μετέβαλε γνώμην και του απέστειλεν επιστολήν.

Την επιούσαν ανέμενε κατά πάσαν στιγμήν την άφιξιν της αμάξης. Πολλάκις ενόμισεν ότι διέκρινε τον κρότον των τροχών, αλλ' ήτο αυταπάτη. Τέλος αντήχησεν η φωνή του ηνιόχου και κάποιος υπόκωφος κρότος υπό το εξωτερικόν υπόστεγον. Ήκουσε την φωνήν του, ελησμόνησε τα πάντα και εξώρμησε φαιδρά εις υπάντησίν του.

― Πώς πηγαίνει η μικρούλα; ηρώτησεν εκείνος ηπίως παρατηρών αυτήν, καθώς κατήρχετο τρέχουσα την κλίμακα.

― Καλλίτερα.

― Και συ;

Εδράξατο του βραχίονός του δι' αμφοτέρων της των χειρών και τον είλκυσε προς εαυτήν, χωρίς να αποσπάση τα μάτια της απ' αυτού.

― Είμαι πολύ ευχαριστημένος! είπεν εκείνος ρίψας επ' αυτής βλέμμα ψυχρόν.

Της ήρεσκε τούτο· αλλά τόρα το βλέμμα του εξέφραζε σκληρότητα την οποίαν εφοβείτο.

― Είμαι πολύ ευχαριστημένος διότι η μικρούλα ανέρρωσε, και συ, είσαι καλά; είπε σπογγίζων την γενειάδα προτού ασπασθή την χείρα της Άννας.

«. . . . Μου είνε αδιάφορον», διελογίσθη η Άννα. «αφού τον έχω πλησίον μου, ώστε να μη δύναται, να τολμά, να μη μ' αγαπά πλέον».

Η βραδειά την επέρασε φαιδρώς. Της ωμίλησε περί των εκλογών και η Άννα διά των ερωτήσεών της, τον έκαμε να διηγηθή, ό,τι κυρίως τον ηυχαρίστει, δηλαδή περί των ιδίων του επιτυχιών . . . . Εις αντιστάθμισμα δε του παρέσχε και αύτη πληροφορίας λίαν ευχαρίστους περί των ζητημάτων που τον ενδιέφερον ως προς το σπίτι του. Βραδύτερον όμως, η Άννα, ήτις ησθάνετο ότι ανέκτα το επ' αυτού κράτος της, ηθέλησε ν' αποδιώξη την οδυνηράν εντύπωσιν του βλέμματος, το οποίον της είχε ρίψει ένεκα της επιστολής της.

― Ομολόγησον ότι δυσηρεστήθης λαβών την επιστολήν μου και ότι δεν μ' επίστευσες; έτσι δεν είνε;

Μόλις είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας και αντελήφθη ότι, παρ' όλην την αγάπην ην έτρεφε προς αυτήν την στιγμήν εκείνην, δεν της το είχεν ακόμη συγχωρήσει.

― Μάλιστα, είπεν ούτος, η επιστολή ήτο παράδοξος: η Αννίτσα ήτο άρρωστη και συ ήθελες ν' αναχωρήσης!

― Ήτο η απόλυτος αλήθεια.

― Δεν αμφιβάλλω.

― Ναι, αμφιβάλεις . . . Είσαι δυσαρεστημένος . . . το βλέπω . .

― Κάθε άλλο . . . Το μόνον που δεν μου αρέσκει είνε ότι δεν θέλεις να δεχθής ότι υπάρχουν και καθήκοντα . . . και υποχρεώσεις, τας οποίας δεν δυνάμεθα να παραβλέπωμεν. Ούτω, πρέπει να φύγω διά Μόσχαν εξ αιτίας του σπιτιού . . .

― Αφού είν' έτσι, απήντησεν εκείνη υποκώφως, αφού είν' έτσι, αποδεικνύει, τούτο ότι η ζωή αυτή σου είνε βάρος. Θα επανέλθης να περάσης μαζί μου μια 'μέρα και θα ξαναφύγης, όπως το κάμνουν . . .

― Άννα είσαι σκληρά . . . Είμαι έτοιμος να σου χαρίσω όλην μου την ζωήν . . ,

Αλλ' εκείνη δεν τον ήκουεν.

― Αν υπάγης εις την Μόσχαν, θα σε συνοδεύσω. . . Δεν θα μείνω εδώ . . Ή θα χωρισθώμεν, ή θα ζήσωμεν μαζί . . .

― Αλλά γνωρίζεις ότι αυτό είνε η μοναδική μου επιθυμία.

Προς τούτο όμως . . .

― Χρειάζεται το διαζύγιον; Θα του γράψω . . . Βλέπω ότι δεν δύναμαι να ζήσω διαφορετικά, αλλ' εις την Μόσχαν θα έλθω μαζί σου. . .

― Θα έλεγε κανείς ότι νομίζεις πως με απειλείς.! Αλλ' ο μεγαλείτερός μου πόθος είνε να μη σε αποχωρισθώ, απήντησεν εκείνος μειδιών.

Τονίζων όμως συνάμα τα τρυφερά αυτά λόγια, είχε το βλέμμα παγερόν και εχθρικόν ανθρώπου τον οποίον καταδιώκουν και τον καθιστώσι σκληρόν.

Είδεν η Άννα το βλέμμα εκείνο και εμάντευσε την σημασίαν του.

«. . . Αφού είν' έτσι, μας απειλεί η δυστυχία», έλεγε το βλέμμα εκείνο· ήτο στιγμιαία η εντύπωσις, αλλά δεν την ελησμόνησε ποτέ.

Η Άννα έγραψε προς τον Καρένιν ίνα του ζητήση το διαζύγιον, και, φθίνοντος του Νοεμβρίου, απήλθε μετά του Βρόνσκυ εις Μόσχαν. Ανέμενον καθ' εκάστην μίαν απάντησιν επί του ζητήματος τούτου, και, την φοράν ταύτην, εγκατεστάθησαν ως πραγματικοί σύζυγοι.

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟΝ

Ο Λεβίν και η Κίττυ είχον ήδη εγκατασταθή εις Μόσχαν προ τριών μηνών. Το τέρμα, κατά το οποίον η Κίττυ έπρεπε να γεννήση, είχε παρέλθει προ πολλού, και ανέμενε την απελευθέρωσίν της από ημέρας εις ημέραν.

Ο Λεβίν δεν ήτο πλέον εν τη πόλει τοιούτος οίον η Κίττυ επεθύμει να τον βλέπη και οποίος ήτο εις την εξοχήν.

Ηγάπα τον ήρεμον τόνον του, τον φιλόφρονα και ευπροσήγορον ον μεταχειρίζετο εις τα κτήματά του. Εις την πόλιν, εφαίνετο διαρκώς ανήσυχος, ως να εφοβείτο ότι ήθελον να τον προσβάλλουν και προ πάντων να μη εκτιμώσι την σύζυγόν του. Ενίοτε εκείνη τον εμέμφετο ότι δεν εγνώριζε να συμπεριφέρεται εις την πόλιν, αλλά πάραυτα ανεγνώριζεν ότι δεν ηδύνατο να διοργανώση εκεί την ζωήν κατά την ιδίαν της αρέσκειαν.

Πράγματι, εις τι θα ησχολείτο εν Μόσχα; Ούτε χαρτιά έπαιζεν, ούτε εσύχναζεν εις τα κέντρα . . . Ν' αναστρέφεται μετά φαιδρών συντρόφων όπως ο Ομπλόνσκυ; Η Κίττυ εγνώριζεν ήδη ότι το τοιούτον εσήμαινε πίνειν και έπειτα μεταβαίνειν κάπου . . . Δεν ηδύνατο δε ν' αναλογίζεται άνευ φρίκης τα μέρη, εις τα οποία, κατά τας τοιαύτας ευκαιρίας, ετελείωναν της βραδειές των οι άνδρες.

Ο Λεβίν θα ηδύνατο να συχνάζη εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις. Αλλ' η Κίττυ εγνώριζεν, ότι, προς τούτο, έπρεπε να ευρίσκη ευχαρίστησιν εις το φλερτ μετά νεαρών γυναικών, και δεν ηδύνατο να του το εύχεται αυτό.

Εν τούτοις, ο Λεβίν ηθέλησε κάποτε να δειπνήση εις την λέσχην της οποίας ήτο μέλος κατά την νεότητά του, και όπου δεν είχε μεταβή αφ' ης είχεν αποφοιτήσει του Πανεπιστημίου . . . Διηυθύνθη προς την ήδη πλήρη κόσμου αίθουσαν του φαγητού, και δεν παρετήρησεν ούτε μίαν μορφήν σκυθρωπήν ή σκεπτικήν. Εφαίνετο ότι πάντες είχον αφήσει εις τον αντιθάλαμον όλας των τας φροντίδας και τας στενοχωρίας και παρεσκευάζοντο ν' απολαύσωσιν ησύχως τας υλικάς της ζωής ηδονάς.

― Απ' εδώ Λεβίν, είπε μία εγκάρδιος φωνή.

Ήτο ο Τουροψίν, είχεν ένα νεαρόν αξιωματικόν παραπλεύρως του και πλησίον του, δύο καθίσματα ήσαν γυρισμένα.

Ο Λεβίν επλησίασεν αυτόν μετά χαράς· είχε πάντοτε ιδιαιτέρως αγαπήση τον φαιδρόν εκείνον σύντροφον, ου η καρδία ήτο τόσον αγαθή.

― Τα δύο αυτά καθίσματα είνε διά σας και τον Ομπλόνσκυ.

Αυτός πάντοτε αργεί . . . . Αλλά, νά 'τος!

Ο σύγγαμβρος του Λεβίν προυχώρησε γοργώς.

― Καλημέρα, είπε προς τον Λεβίν.

Αφού παρετέθη η ψαρόσουπα έφεραν σαμπάνια εις τον αξιωματικόν και ούτος διέταξε να γεμισθούν τέσσαρα ποτήρια. Ο Λεβίν δεν απέκρουσε την προσφοράν, και, διέταξεν εκ μέρους του μίαν ακόμη φιάλην. Έφαγε δε και έπιεν ευχαρίστως και έλαβε μέρος εις την συνομιλίαν μετά πολλής μεγαλειτέρας ευχαριστήσεως. Ο αξιωματικός και ο Ομπλόνσκυ διηγούντο τα σκάνδαλα της Πετρουπόλεως, τα οποία καίτοι ηλίθια και απρεπή, ήσαν τόσον κωμικά, ώστε ο Λεβίν εγέλα θορυβωδώς.

Κατόπιν ωμίλησε περί ίππων, ιπποδρομιών και ιδίως περί του ίππου του Βρόνσκυ, όστις είχε κερδίσει το πρώτον βραβείον . . Ο Λεβίν δεν αντελήφθη ότι το δείπνον επλησίαζεν εις το τέρμα του.

― Να 'τος είπεν ο Ομπλόνσκυ εξαπλούμενος αποτόμως επί του ερεισινώτου του καθίσματός του, και έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ, όστις διηυθύνετο προς αυτούς.

Η μορφή του Βρόνσκυ ηκτινοβόλει και αυτή την ευθυμίαν ήτις επεκράτει εν τη λέσχη. Εστήριξε δε γελαστός τον αγκώνα επί του ώμου του Ομπλόνσκυ ομιλών προς αυτόν χαμηλοφώνως.

Ο Λεβίν ήκουσε την φράσιν ταύτην μόνον:

«. . . Όχι, δεν στενοχωρείται, αλλ' η αβεβαιότης της θέσεώς της . . . .»

Ηθέλησε δε ν' απομακρυνθή, αλλ' ο Ομπλόνσκυ τον συνεκράτησε:

― Λεβίν, Λεβίν, μείνε του είπε, και του έθλιψε δυνατά τον αγκώνα ως να μη εννόει κατ' ουδένα λόγον να τον αφήση να φύγη.

― Είνε ο πειό ασφαλής μου φίλος, ίσως ο καλλίτερος! είπε προς τον Βρόνσκυ. . . . Και συ επίσης μου είσαι λίαν αγαπητός . . . . Επιθυμώ και γνωρίζω ότι οφείλετε να είσθαι φίλοι διότι είσθε αμφότεροι θαυμάσιοι άνθρωποι.

― Μετά τούτο, δεν μας μένει παρά να εναγκαλισθώμεν είπεν ο Βρόνσκυ με αφελές μειδίαμα, τείνας την χείρα προς τον Λεβίν.

Ούτος έλαβε την χείρα του κόμητος και την έθλιψεν ισχυρώς:

― Λογίζομαι λίαν ευτυχής, είπε.

― Και εγώ επίσης, απήντησεν ο Βρόνσκυ.

― Παρά την μεγάλην των όμως επιθυμίαν όπως συνομιλήσουν, ο Λεβίν και ο Βρόνσκυ δεν ευρήκαν πλέον τίποτε να ειπούν.

― Ξεύρεις ότι δεν γνωρίζει την Άνναν, είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . Και επιθυμώ να τον οδηγήσω παρ' αυτή . . . εμπρός, Λεβίν, έλα.

― Θα λογισθή λίαν ευτυχής εκ της γνωριμίας σας, είπεν ο Βρόνσκυ . . . .

― Θέλεις να έλθης να ιδής την Άνναν; Είνε εις το σπίτι της . . . . Είνε καιρός τόρα που της υπεσχέθην να σε παρουσιάσω.

― Αν θέλεις, θα έλθω μαζύ σου είπεν ο Λεβίν.

― Εμπρός, είνε μεγάλη μου ευχαρίστησις.

― Πήγαινε να 'δής αν είν' έτοιμον το αμάξι μου, διέταξεν ο Ομπλόνσκυ τον υπηρέτην.

― Το αμάξι του πρίγκηπος Ομπλόνσκυ, κραύγασαν ο ελβετός με θυμώδη φωνήν.

Η άμαξα επλησίασε και οι δύο φίλοι επεβιβάσθησαν.

Ο Λεβίν δεν έμεινεν επί πολύ υπό την εντύπωσιν της αναπαύσεως, της ηδονής και της χαριτολόγου συνδιαλέξεως. Μόλις το κουπέ ευρέθη επί της οδού και ήκουσε τας αγροίκους κραυγάς των αμαξηλατών, των οποίων τα οχήματα συνεπλέκοντο, μόλις διέκρινεν υπό το αμφίβολον φως τας επιγραφάς των διαφόρων κ α μ π α ρ έ, η αγαθή εντύπωσις διεσκεδάσθη· και ήρχισε να σκέπτεται επί των πράξεών του και διηρωτάτο αν έπραττε καλώς μεταβαίνων εις της Άννας.

«. . . Τι θα έλεγεν η Κίττυ;»

Αλλ' ο Ομπλόνσκυ δεν του επέτρεψε να παραδοθή εις τους διαλογισμούς του, και, ως να εμάντευσε τους δισταγμούς του, έσπευσε να τους διαλύση.

― Λογίζομαι λίαν ευτυχής σκεπτόμενος ότι θα κάμης την γνωριμίαν της . . . Η Δόλλυ το επιθυμεί από πολλού. . . . Όλοι οι 'δικοί μας είνε μαζί της . . . Αν και είνε αδελφή μου, δεν φοβούμαι να είπω ότι πρόκειται περί εξαιρετικής γυναικός! . . . Θα το αναγνωρίσης μόνος σου . . . Η θέσις της είνε λίαν κρίσιμος, τόρα κυρίως . . .

― Διατί τόρα κυρίως;

― Συνωμίλησα μετά του συζύγου της, περί του διαζυγίου . . . Δεν ζητεί τίποτε καλλίτερον, αλλά, ανεφύησαν δυσχέρειαι εξ αιτίας του υιού της. Και η υπόθεσις αύτη, ήτις έπρεπε να ετελείωνεν αμέσως, μένει εκκρεμής από τριών ήδη μηνών. Μόλις το διαζύγιον κυρωθή, θα νυμφευθή τον Βρόνσκυ. Πόσον η απηρχαιωμένη αυτή καθαγίασις, εις την οποίαν ουδείς πιστεύει και ήτις παρεμποδίζει την ευτυχίαν τόσων ανθρώπων, πόσον είνε βλακώδης! . . . Αλλ' επί τέλους, η θέσις των θα εκκαθαρισθή καθισταμένη όπως η ιδική μου και η ιδική σου.

― Τι εμποδίζει το διαζύγιον;

Α! είνε μακρά και ανιαρά ιστορία! Πρόσεξον καλά. Φαντάζεσαι σαφώς οποία πρέπει να είνε η θέσις της Άννας από τριών ήδη μηνών καθ' ους αναμένει το διαζύγιον: Ευρίσκεται εν Μόσχα, όπου όλοι την γνωρίζουν, και όμως δεν πηγαίνει πουθενά και δεν βλέπει άλλην φίλην πλην της Δόλλυ, διότι δεν επιθυμεί να την επισκέπτονται κατά συγκατάβασιν. Και εκείνη ακόμη η γρηά χήνα η πριγκήπισσα Βαρβάρα ανεχώρησε, διότι ευρίσκει ενοχοποιητικόν το να κατοική μετ' αυτών υπό τας συνθήκας ταύτας. . . Μία άλλη γυναίκα εις την θέσιν της δεν θα εύρισκεν εν εαυτή παρηγορίας και θάρρος. Ε; λοιπόν! Θα ίδης πόσον αξιοπρεπώς έχει διοργανώσει την ζωήν της. . .

― Αριστερά, 'ςτό στενό, αντικρύ της εκκλησίας, εφώναζεν ο Ομπλόνσκυ προβαλών την κεφαλήν από της θυρίδος.

Η άμαξα εισήλθεν εις το προαύλιον και ο Ομπλόνσκυ εκινδύνευσε δυνατά εις την αυλόθυραν, προ της οποίας εστάθμευον έλκυθρά τινα. Χωρίς δε να είπη τίποτε εις τον υπηρέτην, όστις του ήνοιξε την θύραν, εισήλθεν εις το πρόστοον ακολουθούμενος υπό του Λεβίν, ότις εξηκολούθει να διαλογίζεται αν καλώς ή κακώς έπραξε να τον ακολουθήση . , . Ανήλθεν εν τούτοις την κλίμακα όπισθεν του Ομπλόνσκυ.

Η Άννα έσπευσεν εις υπάντησίν του. Προυχώρει δε χωρίς ν' αποκρύπτη την χαράν ην ησθάνετο βλέπουσα αυτόν.

Ο Λεβίν ανεγνώρισεν εις όλην την στάσιν και το παράστημα της Άννας τους ανυποκρίτους και φυσικούς τρόπους της γυναικός του μεγάλου κόσμου, τον οποίον εγνώριζε και ηγάπα· εκείνη του έτεινε την μικράν της πρόθυμον χείρα.

― Λογίζομαι, τη αληθεία, λίαν ευτυχής, λίαν ευτυχής που σας βλέπω! είπεν.

Τα απλά αυτά λόγια εις το στόμα της Άννας περιεβλήθησαν διά τον Λεβίν όλως ιδιάζουσαν σημασίαν.

― Σας γνωρίζω από πολλού και σας εκτιμώ, προσέθηκεν εν πρώτοις διότι είσθε φίλος του Στίβα, έπειτα δε λόγω της συζύγου σας. . . Την εγνώρισα ελάχιστα, αλλά μ' αφήκε την εντύπωσιν ενός θαυμαστού άνθους, αληθινού λουλουδιού! Ως μανθάνω, πρόκειται κατ' αυτάς να γείνη μήτηρ;

Η Άννα ωμίλει βραδέως, ελεύθερα και διευθύνουσα αμοιβαδόν τα βλέμματά της από του Λεβίν εις τον αδελφόν της.

Ο Λεβίν ησθάνθη ότι είχε κάμει καλήν εντύπωσιν, και αμέσως ανεπτύχθησαν μεταξύ των σχέσεις ευχάριστοι, εύκολοι, ως να εγνωρίζοντο από παιδικής ηλικίας.

Η συνομιλία, κατά το τσάι, επανελήφθη ως και πρότερον ενδιαφέρουσα και ανυπόκριτος· ου μόνον δεν ησθάνετο καθόλον την ανάγκην της εκζητήσεως θέματος προς συζήτησιν, αλλ' ευχαρίστως έσπευσαν ίνα ακούσουν τι έλεγον οι άλλοι. Η προσοχή και αι παρατηρήσεις της Άννας επί των συζητήσεων έκαμον εις τον Λεβίν την εντύπωσιν ότι έδιδον ιδιαιτέραν σημασίαν εις τας συνομιλίας. Ήκουεν ή ελάμβανεν τον λόγον, αλλά διαρκώς προσείχεν εις αυτήν, εις ότι συνέβαινεν εντός της ψυχής της, προσπαθών να μαντεύση τα ενδόμυχα αισθήματά της.

Και αυτός, όστις άλλοτε την έκρινεν αυστηρώς την εδικαίωνε τόρα, την ελυπείτο και εφοβείτο ότι ο Βρόνσκυ δεν την είχε εννοήσει εξ ολοκλήρου . . . Όταν ο Ομπλόνσκυ ηγέρθη προς αναχώρησιν, εφάνη εις τον Λεβίν ότι μόλις είχον φθάσει. Ηγέρθη μετά λύπης.

― Ω ρεβουάρ, του είπεν εκείνη βυθίσασα εις τους οφθαλμούς του το γοητευτικόν της βλέμμα.

Αφήκε δε την χείρα της εντός της χειρός του Λεβίν.

― Ειπέτε εις την σύζυγόν σας ότι την αγαπώ όπως άλλοτε, προσέθηκεν. Ειπέτε της επίσης, ότι, αν δεν δύναται να με συγχωρήση διά την σημερινήν μου θέσιν, της εύχομαι να μη με συγχωρήση ποτέ. Διά να με συγχωρήση πρέπει να υποφέρη όπως υποφέρω, και ο Θεός ας την σώση από του τοιούτου!

― Θα της το είπω, θα της το είπω, χωρίς άλλο! είπεν ο Λεβίν ερυθριάσας.

«. . . Τι γυναίκα εξαιρετική, γόησσα και αξία οίκτου!» εσκέφθη ο Λεβίν όταν εξήλθε μετά του Ομπλόνσκυ εις τον παγερόν αέρα.

― Λοιπόν! τι σου έλεγα, είπεν ο αδελφός της Άννας βλέπων ότι ο Λεβίν είχε κατακτηθή.

― Όχι μόνον είνε πνευματώδης, είπεν ο Λεβίν, αλλ' είνε και όλη καρδιά! Την λυπούμαι εξ όλης μου της ψυχής!

― Τόρα ελπίζω ότι όλα θα εξομαλυνθώσιν, είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . Άλλοτε να μη κρίνης τους ανθρώπους χωρίς να τους γνωρίζης. Χαίρε . . . δεν θα πάρουμε τον ίδιο δρόμο.

Ο Λεβίν επέστρεψεν εις την οικίαν του, υποδουλωμένος υπό της Άννας και επί μάλλον και μάλλον διεισδύων εις την κατάστασίν της.

Ευρήκε την Κίττυ λυπημένην και στενοχωρημένην· είχε καλέσει τας δύο αδελφάς της να συμφάγουν, το δείπνον είχε διέλθει εν φαιδρότητι, αλλά κατόπιν ανέμειναν την επιστροφήν του Λεβίν, και επειδή ούτος δεν επέστρεφεν, αι δύο κυρίαι είχον αποχωρήσει.

― Και συ, πού επέρασες τη βραδειά σου; τον ηρώτησε παρατηρούσα αυτόν εις τα μάτια, των οποίων αντελήφθη την ασυνήθη λάμψιν.

Αλλά, διά να της εξηγηθή ειλικρινώς, απέκρυψε την ανησυχίαν της και τον ήκουσεν ομιλούντα μειδιώσα επιδοκιμαστικώς.

― Είμαι λίαν ευχαριστημένος που παρουσιάσθη η ευκαιρία να συναντήσω τον Βρόνσκυ· είμεθα τόρα εις αρίστας σχέσεις . . .

Εις το εξής, θα προσπαθήσω να μη τον συναντώ, αλλ' αι σχέσεις μας θα μείνουν φυσικώταται.

― Και κατόπιν, πού επήγες;

― Ο Στίβα με παρεκάλεσε να τον συνοδεύσω εις της αδελφής του Άννας.

Εκοκκίνησε, δεν έπραξε καλώς να μεταβή εις της Άννας, δεν αμφέβαλλε ποσώς περί τούτου!

Όταν επρόφερε το όνομα της Άννας, τα μάτια της Κίττυ ετεντώθησαν, αλλά κατέβαλεν αγώνα εφ' εαυτής, κατέπνιξε την συγκίνησίν της και είπεν αφελώς:

― Α!

― Δεν θα μου θυμώσης διότι επήγα; . . . Ο Στίβα με παρεκάλει να το κάμω, όπως και η Δόλλυ.

― Ω! όχι, είπεν η Κίττυ, αλλά διείδεν εις τους οφθαλμούς της ότι δεν ήτο ειλικρινής η δήλωσίς της και ότι κάποια θύελλα ενεκυμονείτο.

― Είνε θελκτικωτάτη, και λίαν, ομολύπητος . . . Είνε εξαίρετος γυνή.

Διηγήθη δε τα κατά την βραδειά του και την παραγγελίαν της Άννας προς αυτήν.

― Αναντιρρήτως είνε πολύ αξιολύπητος, επεβεβαίωσεν η Κίττυ, και έστρεψε τον λόγον επί άλλου θέματος.

Ο Λεβίν καθησυχάσθη από τον ήρεμον εκείνον τόνον και επέρασεν εις τον θάλαμόν του ίνα εκδυθή.

Όταν επέστρεψεν, ευρήκε την σύζυγόν του επί του αυτού φωτέγι, και μόλις την επλησίασεν, η Κίττυ τον ητένισε και ήρχισε να κλαίη.

― Τι έχεις; τι έχεις; την ηρώτησε καίτοι τελείως εγνώριζε τι το βασανίζον αυτήν.

― Είσαι ερωτευμένος με την αθλίαν αυτήν γυναίκα . . . Σ' εμάγευσε . . . Το παρετήρησα εις τα μάτια σου . . . Ναι, ναι! Και ποίαν συνέπειαν θα έχουν όλα αυτά; . . . Επήγες εις την λέσχην· έπιες, έπιες . . . κατόπιν έπαιξες και έπειτα μετέβης εις αυτής της γυναικός . . . Θα φύγωμεν απ' εδώ. . . Εγώ φεύγω αύριον.

Επί πολύ ο Λεβίν δεν κατώρθωσε να την καταπραϋνη. Το επέτυχε δε τέλος όταν μόνον της ωμολόγησεν ότι ο προς την Άνναν οίκτος του και η σαμπάνια είχον συγχύσει εν αυτώ την αντίληψιν του αγαθού και του πονηρού· ότι πράγματι είχεν αφεθή να επιρρεασθή από την Άνναν και, ότι του λοιπού, θα την απέφευγε. Της ωμολόγησε προσέτι μετά πάσης ειλικρινείας ότι η ζωή εκείνη της Μόσχας, όπου δεν έκαμνε τίποτε άλλο παρά να πίνη, να τρώγη και να φλυαρή, τον είχε τελείως παραστρατήσει.

* * *

Όταν η Άννα κατευώδωσε τους επισκέπτας της, ήρχισε να βηματίζη ανά τον κοιτώνα της. Κατά τους τελευταίους εκείνους χρόνους είχε καθιερώση την τακτικήν να εξάπτη όλους τους νεαρούς άνδρας ους έβλεπε το αίσθημα του έρωτος· μετεχειρίσθη δε την αυτήν τακτικήν και ως προς τον Λεβίν, καίτοι δε είχε κατανοήσει ότι είχεν επιτύχει του σκοπού της εφ' όσον ήτο τούτο κατορθωτόν επ' ανδρός νυμφευμένου και εντίμου, και εν διαστήματι μιας μόνης εσπέρας, μόλις ούτος ανεχώρησεν έπαυσε να τον συλλογίζεται.

Εν τούτοις της ήρεσκε πολύ. Παρά την χαρακτηριστικήν διαφοράν μεταξύ των δύο εκείνων ανδρικών τύπων, η Άννα ως γυναίκα, διέβλεπεν εις αμφοτέρους κάτι το ελκυστικόν που είχον από κοινού και εν συνδυασμώ και διά το οποίον η Κίττυ είχεν αγαπήσει τον Βρόνσκυ και ηγάπα τον Λεβίν.

Μία μόνη σκέψις την εβασάνιζεν υφ' όλας της τας μορφάς:

― Αφού έχω τοιαύτην δύναμιν επιδράσεως επί άλλων, επί του συζύγου τούτου, του αγαπώντος και αφωσιωμένου εις τα καθήκοντά του, διατί εκείνος μένει ψυχρός ως προς με; . . . Όχι, όχι ψυχρός, με αγαπά, το γνωρίζω . . . αλλά νέος μας χωρίζει φραγμός . . . Διατί περνά ολόκληρη τη βραδειά του έξω από το σπίτι του; Μου ανεκοίνωσε διά του Στίβα, ότι δεν ειμπορεί ν' αφήση τον Γιαχβίν και ότι πρέπει να τον επιβλέπη εις το παιγνίδι. . . Ο Γιαχβίν είνε παιδί; Δέχομαι την εξήγησιν ταύτην, δεν ψεύδεται ποτέ . . . Αλλά, κάτωθεν αυτής της αληθείας, υπάρχει κάτι άλλο. Λογίζεται ευτυχής διότι έχει την ευκαιρίαν ταύτην όπως μου αποδεικνύη ότι έχει και άλλα καθήκοντα! Το γνωρίζω, και κρίνω ότι έχει δίκαιον. Αλλά προς τίνα σκοπόν θέλει να μου το αποδεικνύη; Θέλει να μου αποδείξη ότι ο προς εμέ έρως του δεν πρέπει να στενοχωρή την ελευθερίαν του. Αλλ' εγώ δεν έχω ανάγκην τοιαύτης αποδείξεως, έρωτος έχω ανάγκην εγώ. Ώφειλε να εννοή τι υποφέρω διαμένουσα εν Μόσχα . . . . Εγώ δεν ζω πλέον, αναμένω την λύσιν, η οποία διαρκώς μου διεκφεύγει. Ο Στίβα μου λέγει ότι δεν δύναται να μεταβή παρά τω Καρένιν, και εγώ δεν ημπορώ να του ξαναγράψω . . . . Δεν ειμπορώ να κάμω τίποτε, ν' αρχίσω τίποτε, να μεταβάλω τίποτε . . . Επιβάλλομαι εις εμαυτήν, αναμένω, δημιουργώ ψυχαγωγικούς αντιπερισπασμούς, διαβάζω, αλλ' όλα ταύτα είνε φαντασιώδη . . . και αυτή ακόμη η μορφίνη. . . Ο Βρόνσκυ έπρεπε να με λυπήται . . .

Ησθάνετο δε ότι η συμπάθεια ην έτρεφε προς εαυτήν της απέσπα τα δάκρυα . . .

Ήκουσε ζωηρόν κωδωνισμόν και ανεγνώρισε τον Βρόνσκυ. Εσπόγγισε γρήγορα τα δάκρυά της, εκάθησε παρά την λυχνίαν, ήνοιξεν έν βιβλίον και υπεκρίθη ηρεμίαν πνεύματος.

Έπρεπε να τον αφήση να εννοήση ότι ήτο δυσηρεστημένη εκ του ότι δεν είχεν επιστρέψει όπως της είχεν υποσχεθή, αλλά συνάμα να μη του δείξη την λύπην της, ούτε το ότι συνεπόνει εαυτήν.

Ο Βρόνσκυ επλησίασε φαιδρός και ζωηρός.

― Δεν εστενοχωρήθης, δεν είν' έτσι; . . . Α! τι πάθος αυτό το παιγνίδι!

― Όχι, δεν εστενοχωρήθην· είνε πολύς καιρός τόρα που έχασα την ικανότητα να στενοχωρούμαι . . . Μ' επεσκέφθη ο Στίβα μαζί με τον Λεβίν.

― Ναι, μου είπαν ότι θα σ' επεσκέπτοντο. Λοιπόν! Σου ήρεσεν ο Λεβίν;

Εκάθησε παραπλεύρως της.

― Πολύ . . . Μόλις εξήλθεν . . . και ο Γιαχβίν;

― Εκέρδισε δεκαεπτά χιλιάδες ρούβλια . . . τον υπεχρέωσα να αποσυρθή μαζί μου, και ηγέρθη πράγματι προς τούτο, αλλά κατόπιν επέστρεψεν εις την τράπεζαν του παιγνιδιού και τόρα χάνει . . .

― Γιατί λοιπόν έμεινες συ; είπεν εκείνη υψώσασα την φωνήν. Είπες εις τον Στίβα ότι έμεινες διά να σώσης τον Γιαχβιν και συ τον εγκατέλειψες!

Η έκφρασις της μορφής της κατέστη ωχρά και εχθρική . . Η μορφή του Βρόνσκυ αντηνάκλασεν αμέσως την αυτήν αποφασιστικότητα να παλαίση απαθώς.

― Εν πρώτοις ουδένα επεφόρτισα να σου μεταβιβάση τούτο ή εκείνο, άλλως τε δεν λέγω ποτέ ό,τι δεν είνε αληθές . . . Είχα διάθεσιν να μείνω και έμεινα.

Εσιώπησε προς στιγμήν, είτα δ' έκυψε προς αυτήν και της έτεινε την χείρα, ελπίζων ότι θα έθετεν εν αυτή την ιδικήν της.

― Άννα, Άννα, είπε, διατί;

Η επίκλησις αύτη προς την τρυφερότητα ήρεσεν εις την νεαράν γυναίκα, αλλά παράδοξος παρόρμησις προς το κακόν την ημπόδισε να συμμερισθή το κούνημα εκείνο, ωσανεί οι όροι της ειρήνης δεν της επέτρεπον να υποταχθή.

― Κάμνεις ότι σου αρέσκει. Αλλά προς τι να μου το λέγης. Σου αμφισβητεί κανείς τα δικαιώματά σου; Επιμένεις τέλος, να έχης και καλόν δίκαιον! . . .

Εξήπτετο δ' επί μάλλον και μάλλον καθ' όσον ωμίλει.

Ο Βρόνσκυ απέσυρε την χείρα του, και η μορφή του προσέλαβεν έκφρασιν πολύ περισσότερον επιβλητικήν.

― Διά σε, είνε τόσο ισχυρογνωμοσύνη! Μάλιστα, ισχυρογνωμοσύνη . . . Διά σε το ζήτημα έγκειται εις το να λέγης συ την τελευταίαν λέξιν. Αλλ' αν είξευρες περί τίνος πρόκειται δι' εμέ . . .

Δυσκόλως δε συνεκράτησε τα δάκρυά της.

― Αν εγνώριζες τι αισθάνομαι όταν σε βλέπω να φέρεσαι εχθρικώς, ναι εχθρικώς προς εμέ. . . Αν εγνώριζες πόσον, κατά τας στιγμάς αυτάς, πόσον πλησίον μας είναι η συμφορά, πόσον φοβούμαι εμαυτήν . . . .

Προ της απελπισίας εκείνης, ο Βρόνσκυ ετρόμαξεν . . . Έκλινε προς αυτήν, έλαβε την χείρα της και την ησπάσθη.

― Ας ίδωμεν . . . προς τι να χάνωμεν τον καιρόν μας; Μήπως επιζητώ εγώ ψυχαγωγίας έξω; Μήπως δεν αποφεύγω τας μετά γυναικών σχέσεις;

― Αυτό δα μας έλειπεν ακόμη!

― Ειπέ μου, τι πρέπει να κάμνω διά να είσαι ήσυχος; Είμαι έτοιμος εις όλα χάριν της ευτυχίας σου. Δεν βλέπεις ότι τα πάντα θα έκαμνα ίνα σε αποσπάσω της θλίψεως που σε βασανίζει την στιγμήν αυτήν;. . .

― Δεν είναι τίποτε, δεν είναι τίποτε, είπεν εκείνη. Αληθινά δεν εννοώ και εγώ εμαυτήν, ίσως διότι μένω μόνη . . . Τα νεύρα . . . Ας παύση αυτή η ομιλία! . . . Διηγήσου μου πώς διεξήχθησαν αι ιπποδρομίαι; Δεν μου είπες τίποτε δι' αυτάς.

Προσεπάθει να κρύψη τον θρίαμβόν της, διότι η νίκη ήτο και πάλιν εξ ολοκλήρου ιδική της.

Ο Βρόνσκυ εζήτησε να φάγη και ήρχισεν αφηγούμενος όλας τας λεπτομερείας των ιπποδρομιών, διέκρινε όμως εκείνη εντός του βλέμματός του, το οποίον καθίστατο επί μάλλον και μάλλον παγερόν, ότι δεν θα της συνεχώρει την νίκην της και ότι η πεισμονή κατά της οποίας μάτην επάλαιε τον κατελάμβανεν αύθις εξ ολοκλήρου.

Η στάσις του και η συμπεριφορά του είχε καταστή ψυχροτέρα, ως να μετενόει ήδη διότι υπεχώρησε, και η Άννα αναμιμνησκομένη διά τίνων λόγων είχεν επιτύχει την νίκην, κατενόησεν ότι το όπλον αυτό ήτο επικίνδυνον και ότι δεν ηδύνατο να το μεταχειρισθή δις.

Συνησθάνετο ότι παραπλεύρως του συνδέοντος αυτούς έρωτος, ανέσυρεν ήδη το πονηρόν πνεύμα της έριδος και ότι δεν ηδύνατο να το αποδιώξη από της καρδίας του Βρόνσκυ και ακόμη ολιγώτερον από της ιδικής της.

* * *

Αι εργασίαι του Ομπλόνσκυ επήγαιναν πολύ άσχημα και τα εισοδήματά του δεν επήρκουν προς κάλυψιν των περιωρισμένων του δαπανών. Απεφάσισε λοιπόν να επιζητήση εις την Διεύθυνσιν των Σιδηροδρόμων καμμίαν αργομισθίαν που να του εξασφαλίζη καμμιά δεκαριά χιλιάδες ρούβλια κατ' έτος και να του επιτρέπη συγχρόνως να διατηρήση το αξίωμά του. Εις τούτο αποβλέπων ο Ομπλόνσκυ, απήλθεν εις Πετρούπολιν ίνα ίδη τον Καρένιν, όστις θα ηδύνατο να του φανή χρήσιμος εις την περίστασιν αυτήν. Εσκόπει δε ταυτοχρόνως να δοκιμάση να του αποσπάση την συγκατάθεσίν του εις το διαζύγιον.

Καθήμενος εις το γραφείον του Καρένιν ο Ομπλόνσκυ ηκροάσθη υπομονητικώς την έκθεσιν των σχεδίων αυτού επί της κακής καταστάσεως των ρωσσικών οικονομικών, αναμένων να τελειώση, διά να ομιλήση περί των ιδίων του υποθέσεων και των της αδελφής του . . . Μόλις δε παρουσιάσθη η ευκαιρία, τον παρεκάλεσε να ομιλήση εις τους ισχύοντας, ότι ευχαρίστως θα εδέχετο μίαν θέσιν, κενήν τότε, εις τον ανώτερον έλεγχον των σιδηροδρόμων.

― Αναμφιβόλως, ειμπορώ να ομιλήσω διά σε, αλλά διατί την επιθυμείς αυτήν την θέσιν;

― Διότι έχει γερήν αμοιβήν . . . Εννέα χιλιάδες ρούβλια . . . τα οικονομικά μου, κάτι γνωρίζεις, δεν είνε ανθηρά. Θα μου παρείχες μεγάλην εκδούλευσιν, αν ευηρεστείσο να ομιλήσης δι' εμέ . . . Εκτός όμως τούτου, έχω να σου ομιλήσω και δι' άλλο ζήτημα . . . μαντεύεις περί τίνος πρόκειται . . . πρόκειται περί της Άννας! . . .

Μόλις ο Ομπλόνσκυ επρόφερε το όνομα τούτο, η μορφή του Καρένιν ηλλοιώθη . . . αντί ερεθισμού, εξεδήλωσε δυσφορίαν και σκληρότητα.

― Μά, επί τέλους, τι θέλετε από εμέ; ηρώτησε.

― Μίαν λύσιν, μίαν οιανδήποτε λύσιν! Απευθύνομαι προς σε (ο Ομπλόνσκυ ήθελε να προσθέση: «Ουχί ως προς ατιμασθέντα σύζυγον», αλλά μετεμελήθη), ουχί ως προς πολιτικόν άνδρα, αλλ' απλώς ως προς άνθρωπον της καρδιάς, ως προς χριστιανόν . . . Πρέπει να την λυπηθής . . .»

― Πού θέλεις να καταλήξης; ηρώτησεν ηρέμα ο Καρένιν.

― Ναι, αυτό είνε, πρέπει να την λυπηθής . . . Αν την έβλεπες εις την κατάστασιν που την είδον εγώ, ― επέρασα ολόκληρον τον χειμώνα πλησίον της, ― θα την ηυσπλαγχνίζεσο . . . Η θέσις της είνε τρομερά, απολύτως τρομερά, αυτή είνε η λέξις.

― Νομίζω εν τούτοις, ότι η Άννα Αρκαδιέβνα απέκτησε παν ό,τι επόθει, είπεν ο Καρένιν διά φωνής ημιδιαπεραστικής.

― Α! αγαπητέ μου, σας παρακαλώ, ας αφήσωμεν τας αντεγκλήσεις! Εκείνο που 'πέρασεν επέρασε . . . και γνωρίζεις καλώς τι επιθυμεί . . . Ζητεί το διαζύγιον.

― Αλλ' ενόμιζα ότι η Άννα Αρκαδιέβνα απέκρουε το διαζύγιον, διότι της εζήτουν να παραιτηθή από του υιού της . . . Εφρόνουν δε ότι το ζήτημα αυτό είχε περατωθή . . .

― Παρακαλώ, χωρίς θυμούς! είπεν ο Ομπλόνσκυ. Αν συ επιτρέπεις θ' ανακεφαλαιώσω τα γεγονότα: όταν εχωρίσθη της επέδειξες μεγαλοφροσύνην, δεν θα ηδύνατο κανείς άλλος να φερθή ως συ μεγαλοψύχως: της έδιδες τότε τα πάντα, της παρείχες την ελευθερίαν και αυτό το διαζύγιον. Εξετίμησε δε πληρέστατα την στάσιν σου . . . Ναι, ναι . . . Τόσον την εξετίμησεν, ώστε, υπό τας πρώτας εντυπώσεις, αισθανομένη εαυτήν ένοχον απέναντί σου, περί ουδενός εσκέφθη . . . Απέκρουσε τα πάντα . . .

Αλλά της ζωής η πραγματικότης της απέδειξεν επί μακρόν, ότι η κατάστασίς της ήτο αφόρητος.

― Η ζωή της Άννας Αρκαδιέβνας δεν έχει κανέν ενδιαφέρον δι' εμέ, είπεν ο Καρένιν διακόπτων αυτόν και ανυψώντας οφρείς.

― Επίτρεψόν μου να μη το πιστεύω, προσέθηκε ηρέμα ο Ομπλόνσκυ . . . Η κατάστασίς της είνε αφόρητος δι' αυτήν και χωρίς κανέν όφελος δι' οιονδήποτε άλλον . . . Θα μου είπης ότι της αξίζει; . . Το γνωρίζει κάλλιον παντός άλλου και δεν σου ζητεί αυτή ό,τι σου προτείνω . . . Αυτή ομολογεί ότι δεν δύναται και δεν τολμά να σου ζητήση τίποτε. Αλλ' εγώ, ημείς, όλοι της οι συγγενείς, όλοι ημείς που την αγαπώμεν, σε παρακαλούμεν, σε ικετεύομεν. Διατί να μαρτυρή; Ποίον ωφελούν αι βάσανοί της;

― Συγγνώμην, συγγνώμην, είπεν ο Καρένιν, νομίζω ότι με βάλετε εις θέσιν κατηγορουμένου:

― Αλλ' όχι, ουδαμώς! . . κάθε άλλο! . . Σου λέγω μόνον ότι η θέσις της Άννας είνε αφόρητος, και ότι συ, δύνασαι να την βελτιώσης συ, χωρίς να σου στοιχίση απολύτως τίποτε . . . Θα τα κανονίσω εγώ όλα χωρίς ν' ανησυχήσης . . . Άλλως τε μου το έχεις υποσχεθή . . .

― Είχον δώσει την υπόσχεσιν ταύτην εν καιρώ, αλλ' ενόμισα έκτοτε ότι το ζήτημα του υιού είχεν ανατρέψει την υπόθεσιν αυτήν . . . Πλην δε τούτου, ήλπιζα ότι η Άννα Αρκαδιέβνα θα είχεν αρκετήν γενναιοφροσύνην . . .

Ο Καρένιν επρόφερε τας λέξεις ταύτας μετά μόχθου και με τα χείλη φρίσσοντα.

― Αφίνει τα πάντα εις την μεγαλοφροσύνην σου . . . Σε παρακαλεί, σε ικετεύει να την εξαγάγης από της φοβεράς θέσεως εις ην ευρίσκεται . . . . Δεν σου ζητεί τον υιόν της . . . Ας ίδωμεν . . . είσαι αγαθός . . . . ελθέ εις την ιδικήν της θέσιν . . . . Το διαζύγιον δι' αυτήν αποτελεί ζήτημα ζωής ή θανάτου. . . . Αν δεν της το είχες υποσχεθή, θα εξωκειούτο με την κατάστασίν της και θα έμενεν εις την εξοχήν. Αλλά της το υπεσχέθης, και, αφού σου έγραψε, μετέβη να εγκατασταθή εις Μόσχαν. Λοιπόν! εκεί, κάθε φοράν που συναντά κανένα, είνε ως να δέχεται μια μαχαιριά κατάκαρδα . . . Από εξαμήνου ήδη αναμένει να μάθη την απόφασίν σου . . . . Είνε ως να κρατήται ένας εις θάνατον κατάδικος επί έξ μήνας, με το σχοινί 'στό λαιμό, με την υπόσχεσιν ίσως θανάτου, ίσως χάριτος . . . . Λυπήσου την . . . . Αναλαμβάνω εγώ να τα κανονίσω όλα . . . . οι δισταγμοί σας . . . .

― Δεν πρόκειται περί τούτου! είπεν ο Καρένιν μετά δυσφορίας . . . . Αλλ' ίσως υπεσχέθην ό,τι δεν είχον το δικαίωμα να υποσχεθώ . . . .

― Ώστε αρνείσαι τόρα ό,τι υπεσχέθης;

― Ουδέποτε αρνούμαι το δυνατόν να γείνη, αλλά μου χρειάζεται χρόνος να σκεφθώ.

Ο Ομπλόνσκυ ανεσκίρτησεν επί του καθίσματός του.

― Όχι, όχι, δεν δύναμαι να το πιστεύσω . . . . Είνε τόσον δυστυχής! . . . Δεν ειμπορείς να της αρνηθής . . .

― Το επαναλάμβανω, εντός των ορίων του δυνατού . . . . Διατείνεσθε ότι είσθε πνεύμα ελεύθερον, αλλ' εγώ είμαι φιλόθρησκος, και δεν δύναμαι να παραβώ τους χριστιανικούς νόμους.

― Αλλ' η χριστιανική κοινωνία, όπως η ιδική μας, δέχεται το διαζύγιον, είπεν ο Ομπλόνσκυ. Η εκκλησία μας δέχεται το διαζύγιον . . .

― Ναι, αλλ' όχι υπ' αυτό το πνεύμα.

Ο Ομπλόνσκυ έμεινε προς στιγμήν σιωπηλός, μεθ' ό επανέλαβε.

― Δεν σε αναγνωρίζω πλέον! Δεν συνεχώρησες τα πάντα; . . . Δεν ήσο, συγκινηθείς εκ του χριστιανικού ακριβούς αισθήματος, δεν ήσο έτοιμος να θυσιάσης τα πάντα; Και πόσον σ' εθαυμάσαμεν! Συ ο ίδιος το είπες, όταν σου πάρουν το 'πουκάμισο, δίδεις και το φόρεμά σου; . . . Και τόρα . . . .

Ο Καρένιν ηγέρθη κάτωχρος, με την σιαγώνα τρέμουσαν και είπε διά φωνής διαπεραστικής:

― Αρκεί, αρκεί, σας παρακαλώ . . . ας παύση αύτη η συζήτησις . . . .

― Συγχώρησόν με λοιπόν αν σ' ελύπησα, είπεν ο Ομπλόνσκυ με συγκεχυμένον μειδίαμα και τείνων την χείρα προς τον γαμβρόν του. Εγώ εξετέλεσα απλώς την αποστολήν, δι' ης είχον επιφορτισθή.

Ο Καρένιν έλαβε την χείρα του, εσκέφθη και είπε:

― Πρέπει να ζυγίσω καλώς την υπόθεσιν αυτήν και να ζητήσω σχετικάς οδηγίας . . . Μεθαύριον θα σας δώσω οριστικήν απάντησιν.

Ο Ομπλόνσκυ ητοιμάζετο ν' αποσυρθή, οπότε ο Κόρνεϊ ανήγγειλεν:

― Ο Σεριόγια Αλεξέεβιτς!

― Α! ο Σεριόγια! είπεν . . .

Ενεθυμήθη τότε ότι η Άννα τον είχε παρακαλέσει να ίδη τον υιόν της.

«. . . Θα τον ίδης και θα προσπαθήσης να μάθης ποίον έχει κοντά του και τι κάμνει; . . . Αχ! Στίβα, αν ήτο δυνατόν!»

Ο Ομπλόνσκυ ανεπόλησε την συγκινούσαν έκφρασιν με την οποίαν η Άννα είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας, και κατενόει ότι δεν υπήρχε δι' αυτήν τρόπος αποδοχής του διαζυγίου υπό τον όρον να χάση όλα τα επί του υιού της δικαιώματα. Επανείδε λοιπόν μετ' ευχαριστήσεως τον ανεψιόν του.

Ο Καρένιν υπενθύμισεν εις τον γυναίκαδελφόν του ότι ουδέποτε ωμίλουν εις τον Σεριόγια περί της μητρός του και τον παρεκάλεσε να μη κάμη ουδένα σχετικόν υπαινιγμόν.

― Το παιδί ησθένησε σοβαρώς κατόπιν μιας συναντήσεως μετά της μητρός του, την οποίαν δεν είχομεν προΐδει, είπεν ο Καρένιν . . . Προς στιγμήν εφοβήθημεν διά την ζωήν του . . . . Αλλ' αι επιστημονικαί περιποιήσεις, και τα θαλάσσια λουτρά το επανέφερον εις τας αισθήσεις του, και τόρα, κατά συμβουλήν του ιατρού, το ενέγραψα εις το σχολείον . . . Η επίδρασις των συμμαθητών υπήρξεν αρίστη δι' αυτόν . . . Είνε καλά και προοδεύει εις τα γράμματα.

Ο Σεριόγια, όστις είχε καταστή ωραίος μαθητής, εισήλθε φαιδρώς. Εχαιρέτησε τον θειόν του ως ξένον, αλλά, μόλις τον ανεγνώρισεν, εκοκκίνησε, και, ως να προσεβλήθη εκ της παρουσίας του, του έστρεψε τα νώτα . . . Επλησίασε δε τον πατέρα του και του επέδειξε τα γραπτά του.

― Καλά, πολύ καλά! είπεν ο Καρένιν, ειμπορείς να πηγαίνης.

― Αδυνάτισε και εμεγάλωσε, παρετήρησεν ο Ομπλόνσκυ. Δεν είνε πλέον παιδί, είνε εκείνο που αγαπώ . . . Μ' ενθυμείσαι εμέ.

Ο Σεριόγια έρριψε βλέμμα επί του πατρός του.

― Σας ενθυμούμαι, θείε μου, απεκρίθη χαμηλώσας τους οφθαλμούς.

Ο Ομπλόνσκυ τον είλκυσε προς εαυτόν και τον επήρεν από το χέρι.

― Λοιπόν! πώς είσαι; είπε θέλων να ομιλήση μετά του νεανίσκου και μη γνωρίζων τι να του είπη.

Το παιδίον εκοκκίνισε χωρίς ν' αποκριθή και απέσυρεν ηρέμα το χέρι του. Μόλις δε ο Ομπλόνσκυ το αφήκεν ελεύθερον, ητένισεν ερωτηματικώς τον πατέρα του, είτα δε, ωσάν πουλί ανακτήσαν την ελευθερίαν του, ώρμησεν έξω του δωματίου.

Έν έτος είχε παρέλθει αφ' ότου ο Σεριόγια είχεν ίδει την μητέρα του διά τελευταίαν φοράν. Έκτοτε δεν είχε πλέον ακούσει να γείνη λόγος περί αυτής. Τα όνειρα και αι αναμνήσεις, αίτινες μετά την συνάντησίν των, τον είχον κάμει ν' ασθενήση δεν τον ηνόχλουν πλέον και ταπεδίωκεν οσάκις συνεσωρεύοντο εντός της κεφαλής του, ευρίσκων αυτά καλά διά μικρά κοριτσάκια, αλλ' όχι δι' ένα μαθητήν.

Εγνώριζεν ότι ο πατήρ του και η μήτηρ του είχον έλθει εις ρήξιν και έζων χωριστά. Και ήρχιζε να εξοικειούται προς την σκέψιν ότι ώφειλε να ζήση μετά του πατρός του.

Όταν αντίκρυσε τον θείον του, όστις ωμοίαζε προς την μητέρα του, ο Σεριόγια ησθάνθη οδυνηράν συγκίνησιν, διότι τούτο του υπενθύμιζεν αναμνήσεις διά τας οποίας ησχύνετο. Εμάντευσε κατόπιν εκ της εκφράσεως του πατρός του και του θείου του, ότι θα είχον ομιλήσει περί της μητρός του. Όταν δε ο Ομπλόνσκυ εξήλθεν όπισθέν του και τον εκάλεσεν εις την κλίμακα, ο Σεριόγια μη ευρισκόμενος πλέον παρουσία του πατρός του, του ωμίλησε προθύμως.

― Εφεύρομεν εις την τάξιν μας ένα σιδηρόδρομον, διηγήθη. Ιδού πώς γίνεται: δύο παιδιά κάθηνται εις το θρανίο, αυτοί είνε οι ταξειδιώται, ένα άλλο στέκει όρθιον επί του θρανίου και έπειτα, όλα τα άλλα παιδιά, το τραβούν. . . Δεν είνε εύκολον πράγμα να είνε κανείς οδηγός.

― Είνε το παιδί που στέκει όρθιον; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ μειδιών.

― Ναι, βέβαια! . . . Χρειάζεται πολύ θάρρος και μεγάλη επιδεξιότης, ιδίως όταν το τραίνο σταματά αποτόμως ή όταν κανείς αναποδογυρίζεται . . .

Ο Ομπλόνσκυ παρετήρει μετά λύπης τα ζωηρά εκείνα ωραία μάτια, ― μάτια της Άννας, ― τα οποία δεν ήσαν πλέον μάτια τελείας παιδικής αθωότητος, καίτοι δεν είχεν υποσχεθή εις τον γαμβρόν του να μη αναφέρη τι περί της αδελφής του, δεν ηδυνήθη να κρατηθή.

― Και, τη θυμάσαι τη μαμά σου; ηρώτησεν.

― Όχι! . . . Δεν τη θυμούμαι! . . .

Ο Σεριόγια επρόφερε τας λέξεις ταύτας εν σπουδή, εγένετο καταπόρφυρος και εχαμήλωσε τα μάτια. Ο θειος του δεν ηδυνήθη να του αποσπάση ούτε λέξιν επί πλέον.

Μετά ημίσειαν ώραν, ο παιδαγωγός του τον ευρήκεν εις την ιδίαν θέσιν, και επί πολύ, δεν ηδυνήθη να αντιληφθή αν το παιδί ήτο εξοργισμένον ή αν έκλαιεν.

― Α! είμαι βέβαιος ότι θα έπεσες και θα εκτύπησες; εφώνησεν ο παιδαγωγός. Πρέπει να ειδοποιήσω τον διευθυντήν,

― Αν εκτυπούσα, κανείς δεν θα το εμάθαινεν, ειμπορείτε να είσθε βέβαιος περί τούτου.

― Τι έχεις λοιπόν;

― Α! αφήσατέ με.

Είτα δε, στρέψας τα νώτα προς τον παιδαγωγόν του και ομιλών, ως ν' απηυθύνετο προς ολόκληρον τον κόσμον, ο Σεριόγια ανεφώνησε:

― Τι τον ενδιαφέρει αυτόν αν θυμούμαι ή δεν θυμούμαι; Γιατί να θυμούμαι; Α! . . . ας μ' αφήσουν ήσυχον!

* * *

Όπως δύο σύζυγοι δυνηθώσι να λάβουν μίαν σημαντικήν απόφασιν προς το συμφέρον της οικογενείας απαιτήται να υπάρχη μεταξύ των ή πλήρης ομόνοια ή κεκηρυγμένη εχθρότης. Οσάκις αι μεταξύ ανδρός και γυναικός σχέσεις παραμένουν ακαθόριστοι, ουδενός δύνανται να επιληφθώσι και ουδέν ν' αποφασίσουν.

Μέγας αριθμός οικογενειών, επί μακρά έτη, φυτοζωώσιν διάγουσαι βίον καταστάντα αφόρητον εις αμφοτέρους τους συζύγους, μόνον και μόνον διότι δεν υπάρχει μεταξύ των ούτε πλήρης ενότης ούτε δυσαρμονία απόλυτος.

Η ζωή εν Μόσχα, με την θερμότητα, με τον θερινόν κονιορτόν, απήρεσκε απολύτως είς τε τον Βρόνσκυ και εις την Άνναν^ δεν εγκατέλειπον εντούτοις την πόλιν και δεν επέστρεφον εις την εξοχήν, όπως από πολλού είχεν αποφασίσει, διότι αρμονία πλήρης δεν εβασίλευε πλέον μεταξύ των. Η δε δυσαρέσκεια, ήτις τους εχώριζεν ουδεμίαν είχεν εξωτερικήν αιτίαν, αλλά πάσα απόπειρα εξηγήσεως, αντί να διαλύση την καθίστα βαρυτέραν.

Ήτο κάποια οργή ενδόμυχος, βαθεία προκαλουμένη παρά τη Άννα από την πεποίθησιν ότι ο Βρόνσκυ την ηγάπα ολιγώτερον, και παρά τούτω από το γεγονός ότι είχε περιέλθει εξ αιτίας της εις θέσιν δύσκολον, την οποίαν έτι μάλλον περιέπλεκεν αύτη.

Ουδέτερος εκ των δύο ωμολόγει την αφορμήν της δυσαρεσκείας του, αλλ' έκαστος επέρριπτε το σφάλμα εις τον έτερον, και επωφελείτο παντός προσχήματος όπως τον αποδείξη ένοχον.

Δι' αυτήν, ο Βρόνσκυ ολόκληρος με όλας του τας συνηθείας, τας σκέψεις, τας επιθυμίας του, με όλην την φυσικήν και πνευματικήν του ζωήν, υφίστατο αποκλειστικώς διά την γυναίκα του, και κατά την γνώμην της, ολόκληρος η αγάπη του έπρεπε να συγκεντρούται μοναδικώς εις αυτήν. Ο προς αυτήν έρως του είχε μειωθή, είχε συνεπώς χαρίσει μέρος της τρυφερότητός του εις άλλους ή εις ετέραν γυναίκα, και εζηλοτύπει. Εστήριζε δε τας υποψίας της όχι εις το ότι εγνώριζε την γυναίκα η οποία της αφήρπαζε τον έρωτά της, αλλ' εκ του ότι συνησθάνετο ότι ο έρως αυτός είχεν ελαττωθή. Της ζηλοτυπίας της μη εχούσης βάσιν απτήν, την επεζήτει, και επί τη μάλλον ασημάντω ενδείξει την μετετόπιζεν από τούτο εις εκείνο. Οτέ μεν υπώπτευε τον Βρόνσκυ ότι επανήρχετο εις σχέσεις προς τας αγροίκους εκείνας γυναίκας μεθ' ών τον είχον φέρει εις επαφήν αι παλαιαί του νεανικαί γνωριμίαι· οτέ δε εφαντάζετο ότι επεζήτει οριστικήν ρήξιν μαζί της διά να νυμφευθή. Αυτός ο ίδιος δεν της είχε διηγηθή απροσέκτως ότι η μητέρα του τόσον ολίγον τον εννόει, ώστε τον είχε καθικετεύσει να νυμφευθή την πριγκήπισσαν Σορόκιν;

Ταυτοχρόνως δε, επειδή ήτο ζηλότυπος, η Άννα κατηγόρει τον Βρόνσκυ δι' όλα τα άτοπα της ιδίας της θέσεως εν τη κοινωνία. Η οδυνηρά αναμονή εν τη οποία είχε παρέλθει η εν Μόσχα ζωή της, μεταξύ γης και ουρανού, η βραδύτης και η αναποφασιστικότης του Καρένιν, η μόνωσις εις την οποίαν [ευρίσκετο], όλα αυτά ήσαν σφάλματα του Βρόνσκυ. Αν την ηγάπα, θα αντελαμβάνετο παν ό,τι οδυνηρόν ενείχεν η κατάστασίς της και θα την εξήγεν εξ αυτής. Τον κατηγόρει επίσης και διότι την εκράτει εν Μόσχα, διότι δεν ηδύνατο να ζήση σε μια τρύπα, εις την εξοχήν, όπως επόθει εκείνη. Αυτός είχεν ανάγκην κοινωνικής ζωής και την ενέβαλε τοιουτοτρόπως εις αληθή αδιέξοδον, της οποίας ηρνείτο να κατανοήση ολόκληρον την φρικαλεότητα.

Αυτός ακόμη ήτο η αιτία του διά παντός χωρισμού αυτής από του υιού της.

Αι σπάνιαι στιγμαί της τρυφερότητος, αίτινες παρουσιάζοντο κατά μακρά διαστήματα, δεν επήρκουν όπως την καθησυχάσουν. Διέβλεπε τώρα εις τας εκδηλώσεις του έρωτός του ποιάν τινα σταθερότητα και ηρεμίαν που δεν υπήρχον άλλοτε και αι οποίαι την εξώργιζον.

Κατά τας δέκα ο Βρόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του. Η Άννα έδραμεν εις υπάντησίν του και τω είπε με έκφρασιν αγάπης και μεταμελείας:

― Διεσκέδασες καλά;

― Όπως συνήθως, απήντησεν εκείνος . . . Τι βλέπω; προσέθηκεν επιδείξας τας ετοίμους αποσκευάς. Λοιπόν; . . . Τι σημαίνουν αυτά; . . . Οριστικώς; . . .

― Μάλιστα, πρέπει να φύγω, είπεν η Άννα. Εξήλθα και επέστρεψα με τρελλήν επιθυμίαν να επανέλθωμεν εις την εξοχήν. Τίποτε πλέον δεν σε κρατεί εδώ, δεν είν' έτσι;

― Και εγώ να φύγωμεν θέλω όσον το δυνατόν ταχύτερον . . Περίμενέ με μίαν στιγμήν, επιστρέφω αμέσως . . . Ας παρατεθή το τσάι.

Επέρασεν εις τον κοιτώνα του. Όταν δ' επανήλθε, τω διηγήθη εκείνη πώς είχε περάσει την ημέραν της και του ενεπιστεύθη τα του μέλλοντος σχέδιά της.

― Ξεύρεις, είπεν, έσχον μίαν έμπνευσιν. Διατί να μένωμεν εδώ αναμένοντες το διαζύγιον; Δεν είνε το αυτό αν ευρισκώμεθα εις την εξοχήν; Δεν ειμπορώ πλέον να περιμένω. Δεν δύναμαι πλέον να ελπίζω . . . δεν υποφέρω πλέον ν' ακούω την λέξιν διαζύγιον. Απεφάσισα όπως μη έχη του λοιπού ουδεμίαν τούτο επιρροήν επί της ζωής μου. Είσαι και της γνώμης μου;

― Ω! βέβαια απήντησεν εκείνος.

Και ητένισεν ανησύχως την συγκεκινημένην μορφήν της Άννας.

Επηκολούθησε στιγμή σιγής.

― Τι έκαμες εκεί κάτω; Ποίους είδες; ηρώτησεν η Άννα . . .

Ο Βρόνσκυ κατωνόμασε διάφορα πρόσωπα.

― Το δείπνον ήτο ευχάριστον . . . Λοιπόν, πότε υπολογίζεις να φύγωμεν;

Η Άννα έσεισε την κεφαλήν ως διά ν' αποδιώξη κάποιαν δυσάρεστον σκέψιν.

― Όσον το ταχύτερον. Αύριον δεν θα είμεθα έτοιμοι . . . Μεθαύριον.

― Καλώς . . . . Εν τούτοις, όχι . . , . Μεθαύριον είνε Κυριακή και πρέπει να 'πάω 'στής μαμάς.

Εταράχθη, διότι, μόλις επρόφερε το όνομα της μητρός του, αντελήφθη καχίποπτον το βλέμμα της Άννας! . . Η δε ταραχή αύτη συνέτεινεν όπως κυρώση τους φόβους αυτής.

― Θα ειμπορούσες να 'πας αύριον 'στής μητέρας σου, είπεν.

― Αύριον, τα χρήματα και τα έγγραφα που περιμένομεν δεν είν' έτοιμα, παρετήρησεν εκείνος.

― Αν έχη ούτω, τότε δεν αναχωρούμεν καθόλου. . .

― Αλλά διατί καθόλου;

― Ή θα φύγω την Δευτέραν ή δεν θα φύγω ποτέ.

― Αυτό είναι ακατανόητον! υπέλαβεν εκείνος έκπληκτος.

― Ακατανόητον διά σε, διότι όσα με αφορώσι δεν σ' ενδιαφέρουν. Δεν θέλεις να εννοήσης ποίαν ζωήν διάγω. Εδώ, έν μόνον υπήρχε που μ' ενδιέφερεν, η Αννίτσα! Είπες ότι αυτό ήτο υποκρισία . . . . . Δεν είπες χθες ότι δεν αγαπώ την κόρην μου;

Προς στιγμήν, συνήλθεν εις εαυτήν και κατενόησε μετά τρόμου ότι ειργάζετο κατά των ιδίων της προθέσεων· αλλά, καίτοι τελείως συναισθανομένη ότι κατειργάζετο την ιδίαν της καταστροφήν, δεν ηδύνατο πλέον να κυριαρχήση εαυτής ούτε ν' αποφύγη να του αποδείξη πόσον ήτο άδικος ως προς αυτήν . . . Δεν ηδύνατο να υποταχθή!

― Ουδέποτε επρόφερα τα λόγια που μου αποδίδεις, εγώ είπα μόνον ότι δεν συμμερίζομαι τους αποτόμους σου ενθουσιασμούς.

― Διατί δεν λέγεις την αλήθειαν, συ ο τόσον αρεσκόμενος και υπεριφανεύεσαι διά την ειλικρίνειάν σου;

― Δεν υπερηφανεύθην ποτέ και ποτέ δεν εψεύσθην . . . Λυπούμαι διότι δεν σέβεσαι . . .

Συνεκρατείτο και κατέστελλε την πλημμυρούσαν αυτόν οργήν.

― Ο σεβασμός εφευρέθη διά τα καλύπτωνται δι' αυτού αι θέσεις τας οποίας κενώνει ο έρως . . . Και αν δεν μ' αγαπάς πλέον, θα ήτο εντιμότερον να μου το είπης.

― Όχι, μά την αλήθεια, αυτό καταντά ανυπόφορον! εφώναξεν ο Βρόνσκυ.

Ηγέρθη δε από του καθίσματός του, εστάθη όρθιος ενώπιόν της και εξεφράσθη βραδέως, με το ύφος ανθρώπου πολλά έχοντος να είπη, αλλά συγκρατουμένου:

― Διατί θέτεις υπό δοκιμασίαν την υπομονήν μου; . . . Έχει και αυτή τα όριά της . . . .

― Τι θέλετε να 'πήτε με αυτά τα λόγια; εφώναξεν η Άννα.

Παρετήρει δε περιδεής την έκφρασιν του μίσους, ήτις ηκτινοβολείτο από της μορφής του Βρόνσκυ και ιδίως από τους σκληρούς και οργίλους οφθαλμούς του.

― Θέλω να είπω . . . . αλλά δεν συνεπλήρωσε την φράσιν του, και, μετά μίαν στιγμήν επανέλαβεν:

― Οφείλω να σας ερωτήσω τι επιθυμείται παρ' εμού;

― Τι ειμπορώ να επιθυμώ; Δεν δύναμαι να μη εύχομαι όπως μη μ' εγκαταλείψετε, όπως προτίθεσθε. Αλλά δεν είν' αυτό που εύχομαι, αυτό είνε δευτερεύον . . . Θέλω τον έρωτά σας, και δεν τον έχω, τετέλεσται λοιπόν το παν.

Διηυθύνθη προς την θύραν.

― Περίμενε! Περίμενε! είπεν εκείνος, χωρίς να παύση συσπών δυσοιώνως τας οφρείς, αλλά κρατήσας αυτήν από του βραχίονος . . . Περί τίνος πρόκειται; Εγώ είπα, ότι πρέπει ν' αναβάλωμεν την αναχώρησίν μας επί τριήμερον, και μου απήντησες ότι ψεύδομαι και δεν είμαι έντιμος άνθρωπος.

― Μάλιστα, και επαναλαμβάνω, ότι άνθρωπος που μου ρίπτει κατά πρόσωπον παν ό,τι εθυσίασε προς χάριν μου . . . υπενθύμιζε λόγους διαφυγόντες του Βρόνσκυ κατά τινα παλαιοτέραν ίριδα.

Λοιπόν! λέγω ότι ένας τοιούτος άνθρωπος δεν είναι απλώς βάναυσος, αλλά κάτι χειρότερον, είνε άνθρωπος χωρίς καρδιά!

― Ω! πάει πολύ! . . . η υπομονή έχει όρια! κραύγασαν εκείνος.

Και αφήκεν αποτόμως τον βραχίονά της.

«. . . Με απεχθάνεται, είναι φανερόν!» διελογίσθη η Άννα.

Χωρίς δε να προφέρη λέξιν, χωρίς να υποστραφή εξήλθε του δωματίου με βήμα ασταθές.

«. . . Αγαπά άλλην! ακόμη φανερώτερον τούτο», εσκέφθη . . . «Απαιτώ έρωτα εκεί που δεν υπάρχει πλέον έρως, όλα λοιπόν ετελείωσαν! . . . Ναι, πρέπει να δοθή πέρας! Αλλά πώς;»

Εκάθησεν επί τινος φωτέγι, ενώπιον ενός καθρέπτου. Κύμα διαλογισμών επλημμύρησε τον εγκέφαλόν της: πού θα υπάγη τόρα; Παρά τη θεία της που την ανέθρεψε; . . . Παρά τη Δόλλυ; . . . Εις το εξωτερικόν; Και τι θα κάμνη εκεί, μόνη, εντός του δωματίου της; . . . Πρόκειται περί ρήξεως οριστικής, ή η συμφιλίωσις είνε ακόμη δυνατή; Και τι θα είπη ο κόσμος εις την Πετρούπολιν και τι θα σκεφθή ο Καρένιν διά το σκάνδαλον αυτό;

Ανελογίσθη και πάλιν τον Καρένιν, την μετά τον τοκετόν ασθένειάν της και την τότε καταλαβούσαν αυτήν επιθυμίαν ν' αποθάνη.

«. . . Γιατί να μην 'πεθάνω;» Ανεμνήσθη τα λόγια αυτά και όλα τα τότε πλημμυρήσαντα αυτήν συναισθήματα . . . «Γιατί να μην 'πεθάνω!» Και, αποτόμως, κατενόησε τι ενέκλειεν εις τα βάθη της ψυχής της.

Ναι, αυτή μόνη η σκέψις ηδύνατο να καταλήξη εις μίαν διέξοδον.

«. . . Ναι, ν' αποθάνω! Ο θάνατος εξιλεώνει τα πάντα: Το αίσχος του Καρένιν και του Σεριόγια και το ίδιόν μου αίσχος . . . Όταν θα είμαι νεκρά, θα μεταμεληθή, θα με λυπηθή, θα με αγαπήση, θα υποφέρη δι' εμέ».

Βήματα, τα προσεγγίζοντα βήματά του την απέσπασαν των διαλογισμών της.

Ο Βρόνσκυ την επλησίασεν, έλαβε την χείρα της και της είπεν:

― Άννα, θα φύγωμεν μεθαύριον, αν θέλης, συγκατατίθεμαι εις όλα.

Εκείνη δεν απεκρίθη.

― Λοιπόν; ηρώτησεν εκείνος.

― Γνωρίζεις την απάντησίν μου.

Δεν ηδυνήθη δε να συγκρατηθή επί πλέον και εξερράγη εις λυγμούς.

― Άφες με, εγκατάλειψόν με, έλεγεν εν μέσω των δακρύων της . . . Θα φύγω αύριον, θα κάμω κάτι παραπάνω . . . διότι τι είμαι εγώ; Μια χαμένη γυναίκα . . . μια πέτρα προσκολληθείσα εις τον λαιμόν σου . . . Δεν θέλω να σε βασανίζω, δεν το θέλω, θα σε απαλλάξω απ' εμού, δεν με αγαπάς, αγαπάς άλλην . . .

Ο Βρόνσκυ την ικέτευε να πραϋνθή, και την εβεβαίωσεν ότι δεν είχε κανένα λόγον να είνε ζηλότυπος· ότι ουδέποτε είχε παύσει, ότι ουδέποτε θα έπαυε να την αγαπά και ότι την ηγάπα πλειότερον ή άλλοτε . . . Κατεφίλει τας χείρας της και της επανελάμβανεν:

― Άννα, Άννα, διατί όλα αυτά τα μαρτύρια;

Ήτο πλήρης τρυφερότητος και η Άννα αντελήφθη την παρεμβολήν δακρύων εις την φωνήν του και ησθάνθη την δρόσον αυτών επί της χειρός της. Στιγμιαίως δε η ζηλοτυπία της εξηνεμίσθη και κατελήφθη αύτη η ιδία υπό απείρου τρυφερότητος, τον ενηγκαλίζετο τώρα, και εκάλυπτε με φιλήματα την κεφαλήν του, τον τράχηλόν του, τας χείρας του!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Άννα ηνόησεν ότι η συμφιλίωσις ήτο πλήρης και, ευθύς από της πρωίας, ήρχισε τας προετοιμασίας της διά την αναχώρησιν.

Της ήτο ήδη απολύτως αδιάφορον αν θ' ανεχώρει ταχύτερον ή βραδύτερον. Ίστατο εντός του θαλάμου της, ενώπιον ανοικτού κιβωτίου εκλέγουσα τα διάφορα είδη των αποσκευών οπόταν ο Βρόνσκυ εισήλθε προ της συνήθους του ώρας.

― Πηγαίνω 'στής μαμάς και θα είμαι έτοιμος αύριον για το ταξείδι μας είπεν.

Ο υπαινιγμός ούτος περί της επισκέψεώς του παρά τι μητρί του την επήραξε παρά τας αγαθάς της προδιαθέσεις.

― Όχι, εγώ δεν θα είμαι έτοιμη, παρετήρησε.

Ταυτοχρόνως δε δεν ηδυνήθη να μη διαλογισθή κατ' ιδίαν: «. . . Κατώρθωσε λοιπόν να τα τακτοποίηση όλα διά να κάμνη όπως ήθελα».

― Κάμε όπως θέλεις, του είπεν. Αύριον λοιπόν, είνε βέβαιον; προσέθηκε φαιδρώς.

Αλλ' αίφνης η μορφή της εσκυθρώπασεν.

Ο υπηρέτης του Βρόνσκυ είχεν εισέλθει διά να ζητήσει από τον κύριόν του μίαν υπογραφήν παραλαβής τηλεγραφήματός τινος εκ Πετρουπόλεως, όπερ του είχεν επιδοθή . . . Δεν υπήρχε τίποτε το ιδιάζον εις το τηλεγράφημα εκείνο. Εντούτοις, ως να ήθελε κάτι ν' αποκρύψη, ο Βρόνσκυ απεκρίθη ότι το διπλότυπον των αποδείξεων ήτο εις το δωμάτιόν του, είτα δε, ως διά να στρέψη αλλαχού την προσοχήν, της είπεν εν σπουδή:

― Θα περατώσω χωρίς άλλο όλας μου τας υποθέσεις αύριον.

― Από ποίον είνε το τηλεγράφημα; ηρώτησεν εκείνη χωρίς να τον ακούση.

― Από τον Στίβα απήντησεν ο Βρόνσκυ μετά δυσφορίας.

― Διατί δεν μου το έδειξες; Ειμπορεί να υπάρχουν μυστικά μεταξύ Στίβα και εμού;

Ο Βρόνσκυ ανεκάλεσε τον υπηρέτην και του είπε να φέρη το τηλεγράφημα.

― Γνωρίζεις ότι ο Στίβα έχει την μονομανίαν του τηλεγραφείν . . . Προς τι να τηλεγραφήση αφού τίποτε ακόμη δεν απεφασίσθη;

― Εν σχέσει προς το διαζύγιον;

― Ναι, αλλά μου γράφει: «Τίποτε ακόμη δεν επέτυχα». Μου υπόσχεται δε να δώση ταχέως οριστικήν απάντησιν . . . Αλλά, διάβασε μόνη σου καλλίτερα.

Η Άννα έλαβε το τηλεγράφημα εις τας τρεμούσας της χείρας και ανέγνω τας λέξεις, τας οποίας είχε προφέρει ο Βρόνσκυ.

Εν τούτοις ο Στίβα προσέθετε και τα εξής: «Πολύ ολίγον ελπίζω, αλλά θα κάμω δυνατά και αδύνατα».

― Σου είπα χθες ότι μου ήτο εντελώς αδιάφορον αν θα επιτευχθή ή όχι το διαζύγιον. Δεν υπήρχε λοιπόν κανείς λόγος να μου αποκρύψης το τηλεγράφημα.

«. . . Ομοίως ειμπορεί να μου κρύπτη, και μου κρύπτει την αλληλογραφίαν του με τας γυναίκας», διελογίσθη.

Ο Βρόνσκυ, διά να στρέψη αλλαχού την συνομιλίαν, ήρχισε να ομιλή περί του Γιαχβίν, όστις είχε καταγάγει υπέροχον επιτυχίαν εις το χαρτοπαίγνιον.

― Όχι, είπεν, εκείνη, εξωργισμένη, διότι στρέφων τον λόγον ήθελε να της δείξη ότι ηννόησε την δυσαρέσκειάν της . . . Διατί σκέπτεται ότι αυτή η είδησις ειμπορεί να με ταράξη τόσον, ώστε να είνε προτιμότερον να μη την μάθω; . . . Σου είπον ότι δεν θέλω πλέον να σκέπτωμαι περί διαζυγίου και ότι επιθυμώ να μη ενδιαφέρεσαι ούτε συ περί τούτου.

Εξ εναντίας, εμέ μ' ενδιαφέρει το διαζύγιον, διότι μου αρέσει να καθαρίζωνται τα ζητήματα, απήντησεν εκείνος.

― Διατί ενδιαφέρεσαι τόσον διά το διαζύγιον; ηρώτησεν η Άννα.

― Το γνωρίζεις κάλλιον εμού . . . χάριν σου και των τέκνων που θα αποκτήσωμεν.

― Δεν θα αποκτήσωμεν πλέον τέκνα.

― Πολύ λυπηρόν αυτό . . .

― Έχεις ανάγκην του διαζυγίου εξ αιτίας των παιδιών, επέμεινεν εκείνη, εντελώς λησμονήσασα ότι της είχεν είπει: «χ ά ρ ι ν - σ ο υ και των τέκνων».

Το ζήτημα αυτό των παιδιών τους εκράτει από πολλού εις διάστασιν και παρώργιζε την Άνναν. Διελογίζετο ότι δεν εξετίμα πλέον την καλλονήν της. ― Α! εγώ είπα χάριν σου, προ παντός χάριν σου, είπεν ο Βρόνσκυ συσπών επωδύνως το μέτωπον. Διότι είμαι βέβαιος ότι μέγα μέρος της νευρικότητός σου προέρχεται εκ της αβεβαιότητος την οποίαν παρουσιάζει η κατάστασις.

«. . . Ναι, ναι, έπαυσε μάλιστα και να προσποιήται και διαβλέπω το παγερόν μίσος, το οποίον τρέφει προς εμέ», διελογίσθη η Άννα . . . Δεν ήκουε πλέον τους λόγους του, αλλ' ανεκάλυπτε μετά φρίκης εις τα μάτια του Βρόνσκυ ότι είχεν ενώπιόν της ένα δικαστήν ψυχρόν και σκληρόν.

Απατάσαι, του είπε, και δεν καταλαμβάνω μάλιστα πώς το γεγονός ότι ευρίσκομαι απολύτως εις την διάθεσίν σου δύναται να είνε αφορμή της νευρικότητός μου;

― Λυπούμαι διότι δεν δύνασαι να εννοήσης, ότι δεν είμαι τόσον ελεύθερος, όσον φαντάζεσαι . . .

― Επί του ζητήματος τούτου, δύνασαι να είσαι απολύτως ήσυχος, επανέλαβεν εκείνη. Το τι σκέπτεται η μητέρα σου και ο τρόπος με τον οποίον ενεργεί διά να σε νυμφεύση μου είνε απολύτως αδιάφορα πράγματα . . .

Η χειρ της Άννας έτρεμεν όταν απέθηκε το φλιτζάνι της.

― Αλλά δεν πρόκειται περί τούτου; είπεν ο Βρόνσκυ.

― Ναι, περί τούτου ακριβώς πρόκειται . . . Και, πίστευσόν με, μία γυναίκα που δεν έχει καρδιά, είτε γραία είνε είτε νέα, είτε μητέρα σου, είτε ξένη, δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου, και δεν θέλω να την ξέρω . . .

― Άννα, σε παρακαλώ να μη ομιλείς ασεβώς περί της μητρός μου.

― Μία γυναίκα της οποίας η καρδία δεν εμάντευσεν εις τι έγκειται η ευτυχία και η τιμή του υιού της, η γυναίκα αύτη δεν έχει καρδιά.

― Επαναλαμβάνω την απάντησίν μου, την οποίαν εγώ σέβομαι, απήντησεν ο Βρόνσκυ.

Ύψωσε δε την φωνήν και ητένισεν αυστηρώς την Άνναν.

Εκείνη δεν απεκρίθη, προσήλωσε τα μάτια επί της μορφής του Βρόνσκυ και επί των χειρών αυτού και ανεπόλησεν καθ' όλας τας λεπτομερείας την συμφιλίωσίν των της προτεραίας και τας πλήρεις έρωτος θωπείας του.

― Είνε αι θωπείαι, ας έχει δώσει εις άλλας γυναίκας και θα εξακολουθήση να δίδη, που επιθυμεί να δίδη εις άλλας, εσκέφθη. Δεν αγαπάς την μητέρα σου, προσέθηκεν, . . . , όλα αυτά είνε λόγια, λόγια, λόγια!

Και τον ητένισεν επωδύνως.

― Αν' είν' έτσι, πρέπει . . . .

― Πρέπει να ληφθή μία απόφασις; Ε, λοιπόν! την έλαβον ήδη, είπεν η Άννα.

Ηθέλησε δε να εξέλθη της αιθούσης, αλλά την αυτήν στιγμήν εισήλθεν ο Γιαχβίν . . . . του έτεινε την χείρα και παρέμεινε.

― Πρέπει να φύγω την τετάρτην . . . . Και σεις, πότε φεύγετε;

Παρετήρει δε τον Βρόνσκυ με ημίκλειστα μάτια, μαντεύσας, ότι οι ξένοι του είχον έλθει εις έριδα.

― Υποθέτω ότι θα φύγωμεν αύριον, απήντησεν ο Βρόνσκυ.

― Προ πολλού έχετε την τοιαύτην πρόθεσιν.

― Τόρα, απεφασίσθη πλέον υπέλαβεν η Άννα.

Και έρριψεν επί του Βρόνσκυ βλέμμα, το οποίον έλεγε καθαρά, ότι δεν έπρεπε πλέον να ελπίζη εις συμφιλίωσιν.

Ο Βοϊτώφ, όστις είχε συνεννοηθή μετά του Βρόνσκυ διά την αγοράν ενός ίππου, εισήλθε και η Άννα εγκατέλιπε την αίθουσαν. Ο δε Βρόνσκυ, προ τού αναχωρήση, εισήλθεν εις τον θάλαμον της, όπου εκείνη ηθέλησεν εν αρχή να προσποιηθή ότι ήτο απησχολημένη, αλλ' ησχύνθη διά τοιαύτην υπεκφυγήν και ητένισε τον Βρόνσκυ κατά πρόσωπον με ύφος ψυχρόν.

― Τι επιθυμείτε; τον ηρώτησεν.

― Επώλησα τον επιβήτορα και ήλθα να πάρω το πιστοποιητικόν του, απήντησε με τόνον εις τον οποίον εξυπηκούετο «Δεν έχω καιρόν εξηγήσεων, αι οποίαι, άλλως τε, εις ουδέν θα συνετέλουν.

«. . . Δεν είμαι ένοχος προς αυτήν . . . αν θέλη να κάμη κακό εις τον εαυτόν της, τόσον το χειρότερον δι' αυτήν».

Ενώ εξήρχετο, εν τούτοις, ενόμισεν ότι κάτι του έλεγε, και η καρδιά του κατελήφθη από συμπάθειαν.

― Μου 'μίλησες, Άννα;

― Όχι απήντησεν εκείνη με τον αυτόν παγερόν και θετικόν τόνον.

― Α! «αν είν' έτσι τόσον το χειρότερον δι' αυτήν»· διελογίσθη και πάλιν.

Διέκρινεν εντός του καθρέπτου την μορφήν της Άννας, ωχράν και με τα χείλη τρέμοντα. Ηθέλησε δε να σταματήση και να της απευθύνη μερικά τρυφερά λόγια, αλλ' οι πόδες του τον παρέσυρον ακουσίως του, προτού εύρη τα καλά λόγια που ανεζήτει.

Επέρασαν ολόκληρον την ημέραν έξω της οικίας, και, όταν επέστρεψεν αργά το βράδυ η θαλαμηπόλος της Άννας του είπεν ότι η κυρία είχε κεφαλαλγίαν, και ότι παρεκάλει τον κύριον κόμητα να [μη] εισέλθη εις τα δωμάτιά της.

* * *

Ήτο η πρώτη φορά καθ' ήν η έρις των διήρκει ολόκληρον ημέραν. Ήτο δε κάτι πλέον της έριδος· ολόκληρος η συμπεριφορά του Βρόνσκυ απεδείκνυε αναμφισβητήτως ότι η Άννα του είχε καταστή αδιάφορος.

Η Άννα έθετεν εις το στόμα του, τα πειό σκληρά λόγια τα οποία θα ηδύνατο να προφέρη ο χυδαιότερος των ανθρώπων, και δεν του τα συνεχώρει, ως να τα είχε πράγματι διατυπώσει . . .

Την προτεραίαν ακόμη, δεν της είχεν ορκισθή ότι θα την ηγάπα πάντοτε; . . . «Δεν απελπίζομαι πολλάκις για το τίποτε;» διελογίζετο μίαν στιγμήν βραδύτερον.

Ούτω και όταν το βράδυ διέταξε την θαλαμηπόλον της να είπη ότι είχε κεφαλαλγίαν, ιδιαιτέρως είχε σκεφθή: «. . . Αν, παρά την απαγόρευσιν της θαλαμηπόλου, εισέλθη εδώ, τούτο θα είνε απόδειξις ότι με αγαπά ακόμη· αν δεν έλθη, όλα λοιπόν ετελείωσαν και γνωρίζω τι υπολείπεται να κάμω».

Ήκουσε τον τροχασμόν της αμάξης, ήτις επανέφερε τον Βρόνσκυ, τον κωδωνισμόν του, τα βήματά του και τους λόγους που αντήλλαξε με την θαλαμηπόλον.

«. . . Επίστευσεν ως σοβαράν την πληροφορίαν», διελογίσθη η Άννα, «και δεν ανησύχησε να μάθη πώς είμαι· εισήλθεν εις τα δωμάτιά του, τετέλεσται λοιπόν . . .» Και η Άννα κατενόησε τότε σαφώς ότι μόνον ο θάνατός της ηδύνατο ν' αναζωπυρήση τον έρωτα του Βρόνσκυ, να τον τιμωρήση και να της εξασφαλίση την νίκην εν τη πάλη, την οποίαν το πονηρόν πνεύμα το εισχωρήσαν εις την καρδίαν της, διεξήγεν εναντίον της.

Της ήτο αδιάφορον αν θα έφευγεν ή θα έμενεν, αν θα επετύγχανεν ή όχι το διαζύγιον, . . Τίποτε από όλα αυτά δεν ήτο αναγκαίον . . . . Ενός και μόνου είχεν αύτη ανάγκην: να τον τιμωρήση!

Εν ώ δ' εμέτρει τας σταγόνας του οπίους της, εσκέφθη ότι θα της ήρκει να καταπίη ολόκληρον το φιαλίδιον διά ν' αποθάνη και ο θάνατος της εφάνη πράγμα τόσον απλούν και εύκολον, ώστε ανελογίσθη και πάλιν μετ' ηδυπαθείας την στιγμήν καθ' ήν ο Βρόνσκυ θα μετενόει βασανιζόμενος υπό του συνειδότος, και θα ελάτρευε την μνήμην αυτής όταν πλέον θα ήτο πολύ αργά: Είχεν εξαπλωθή επί τινος κλίνης της, με τα μάτια ανοικτά, παρατηρούσα υπό της φίλης μιας ψυχορραγούσης λαμπάδας το πλαίσιον της οροφής και την σκιάν ην έρριπτεν υπεράνω του παραβάν, και ανελογίζετο ζωντανά το τι θα ησθάνετο ο Βρόνσκυ· όταν αύτη δεν θα υπήρχε πλέον και θα υφίστατο μόνη η ανάμνησίς της.

― Πώς κατώρθωσα να της είπω τα σκληρά αυτά λόγια! θα εσκέπτετο. Πώς κατώρθωσα να εξέλθω του δωματίου χωρίς μίαν λέξιν παρηγορίας; . . . Και τόρα, είνε νεκρά, μας αφήκε διά παντός, είν' εκεί . . .

Εξαίφνης η σκιά του παραβάν εταλαντεύθη και εκάλυψεν ολόκληρον το πλαίσιον και την οροφήν, άλλαι δε σκιαί προήλθον ενώπιόν της, διεστάλησαν ταλαντευόμεναι και τέλος συνανεμίχθησαν και εβασίλευσεν απόλυτον το σκότος.

«. . . Ο θάνατος είνε!» εσκέφθη η Άννα· και κατελήφθη υπό τοιούτου τρόμου, ώστε, επί πολύ, δεν ηδύνατο να εννοήση πού ευρίσκετο· μετά μεγάλου δε κόπου κατώρθωσε να εύρη τα πυρεία, τα οποία ανεζήτει διά των τρεμουσών της χειρών, διά ν' ανάψη άλλην λαμπάδα.

― Όχι, προτιμώ να τα υποφέρω όλα, παρά ν' αποθάνω . . . Τον αγαπώ και μ' αγαπά επίσης, αι παρεξηγήσεις μας θα διαλυθώσι, διελογίσθη αισθανθείσα ότι επί των παρειών της έρρεον δάκρυα προκληθέντα εκ της χαράς ότι ησθάνετο εαυτήν ζώσαν.

Και, ως εν ομίχλη, ανεπόλησε την προηγηθείσαν ημέραν:

«. . . Εμαλλώσαμε . . . δεν είνε η πρώτη φορά», εσκέφθη. «Αύριον φεύγουμε, πρέπει να τον ίδω και να ετοιμασθώ διά το ταξείδι».

Η Άννα διηυθύνθη προς τον θάλαμον του Βρόνσκυ. Όταν διήλθε την αίθουσαν, ήκουσε τον κρότον αμάξης ήτις εσταμάτα προ του πυλώνος. Εκύτταξεν από το παράθυρον και διέκρινε κάποιον υπηρέτην να κτυπά τον κώδωνα, καθ' όν χρόνον μία νεαρά κόρη προέβαλλε την κεφαλήν από της αμάξης και έδιδε διαταγάς . . . Ολίγαι παρήλθον στιγμαί και η Άννα ήκουσε τα βήματα του Βρόνσκυ εις το δωμάτιόν του. Κατήλθε δε ούτος ταχέως την κλίμακα.

Η Άννα επανήλθεν εις το παράθυρον και είδε τον Βρόνσκυ να πλησιάζη την άμαξαν ασκεπής. Η νεαρά κόρη του παρέδωκε μικρόν δέμα, ο Βρόνσκυ της είπε μερικάς λέξεις μειδιών, και μόλις η άμαξα απήλθεν, ανήλθε τρέχων εις το διαμέρισμά του.

Η αχλύς, ήτις περιέβαλλε την ψυχήν της Άννας, διελύθη αποτόμως. Τα χθεσινά της αισθήματα επλημμύρησαν σφοδρότερον την καρδίαν της. Δεν κατενόει πλέον πώς κατώρθωσε να ταπεινωθή μέχρι του σημείου ώστε να μείνη εις την οικίαν και μίαν έστω επί πλέον ημέραν . . . Εισήλθε δε εις το δωμάτιον του κόμητος ίνα του δηλώση την απόφασίν της.

Η κυρία Σορόκιν και η κόρη της μου έφεραν τα έγγραφα και τα χρήματα εκ μέρους της μαμάς, είπεν εκείνος. Δεν είχα κατορθώσει να τα παραλάβω χθες. Και συ; πώς πηγαίνει η κεφαλαλγία σου; Λίγο καλλίτερα, δεν είν' έτσι;

Ομίλει ηρέμα και σταθερώς, ώστε να μη φανή ότι είχεν αντιληφθή το σοβαρόν και επίσημον ύφος της Άννας, ήτις παρέμενεν εις το μέσον του δωματίου και τον εκύτταζεν ατενώς χωρίς να λέγη τίποτε.

Έρριψε βλέμμα επ' αυτής και εξηκολούθησε ν' αναγινώσκη την επιστολήν, ην εκράτει ανά χείρας.

Η Άννα του έστρεφε τα νώτα και εξήλθε βραδέως του δωματίου.

Υπήρχεν ακόμη καιρός να την ανακαλέση, αλλ' είχεν ήδη φθάσει εις το κατώφλιον και εκείνος δεν είχεν αρθρώσει λέξιν . . . Ηκούετο μόνος ο θρους του χάρτου της επιστολής, του οποίου συνέστρεφε τας σελίδας. Αλλ' όταν εκείνη έφθασεν εις την ουδόν της θύρας, είπεν:

― Αλήθεια, φεύγομεν αύριον, δεν είν' έτσι;

― Φεύγετε χωρίς εμέ, είπεν εκείνη υποστραφείσα.

― Τι λες Άννα, δεν είνε δυνατόν αυτό . . .

― Φεύγετε μόνος, χωρίς εμέ! επανέλαβεν εκείνη.

― Αλλ' αυτό καταντά ανυπόφορον!

― Θα . . . θα μετανοήσητε! . . .

Και η Άννα εξήλθε του δωματίου.

Καταπλαγείς εκ τον τόνου της απογνώσεως μεθ' ού προεφέρθησαν οι λόγοι ούτοι, εφρικίασε και ηθέλησε να δράμη κατόπιν της, αλλ' είτα μετέγνω, εκάθησεν αύθις, συνέσφιγξε βιαίως τας σιαγόνας και εσκυθρώπασε πάλιν.

Η απειλή εκείνη της εχθροπαθείας τον προσέβαλλε.

«. . . Έκαμα παν ό,τι ηδυνάμην δεν μου μένει, παρά να παύσω πλέον δίδων προσοχήν».

Ενεδύθη διά να εξέλθη όπως μεταβή παρά τη μητρί του, εις την οποίαν έπρεπε να φέρη προς υπογραφήν μερικά έγγραφα.

Η Άννα τον ήκουε βηματίζοντα εντός του δωματίου του και εντός της αιθούσης του φαγητού . . . Προ του σαλονιού εσταμάτησεν, αλλά δεν εισήλθεν εις το διαμέρισμά της. Έδωκε μόνον διαταγάς εις τους υπηρέτας. Κατόπιν η Άννα ήκουσε την άμαξαν πλησιάζουσαν εις το πρόστοον· η θύρα ηνοίχθη και ο Βρόνσκυ εξήλθε.

«. . . Έφυγεν, εχάθησαν όλα!» διελογίσθη η Άννα πλησιάσασα εις το παράθυρον, και, ως απάντησις οιονεί εις την επιφώνησιν ταύτην, αι εντυπώσεις ας είχε διαισθανθή εν τω σκότει, όταν η λαμπάς της εσβέσθη, και ο τρομερός εφιάλτης όστις την είχε βασανίσει εσυγχύσθησαν αύθις και η καρδία της επληρώθη τρόμου.

«. . . Όχι! δεν είνε δυνατόν!» ανεφώνησεν.

Εισήλθε δε εις το δωμάτιόν της και εκωδώνισε σφοδρώς.

― Ερωτήσατε πού είνε ο κόμης, είπεν.

Ο υπηρέτης απεκρίθη, ότι ο κύριος κόμης είχε μεταβή εις τους σταύλους και είχε διατάξει ν' αναγγείλουν εις την κυρίαν, ότι η άμαξα θα επέστρεφε μετ' ολίγον, όπως η κυρία δυνηθή να κάμη τον περίπατόν της.

― Καλά. Περιμείνατε μίαν στιγμήν. Έχω να γράψω κάτι, το οποίον θα στείλετε διά του Μιχαήλ το ταχύτερον.

Εκάθησε προ της τραπέζης της και έγραψεν:

«. . . Είχα άδικον. Επάνελθε, θα εξηγηθώμεν. Παρακαλώ, έλα γρήγορα . . . Φοβούμαι!»

Εσφράγισε την επιστολήν και την παρέδωκεν εις τον υπηρέτην. Μεθ' ό ηγέρθη και εξήλθε του δωματίου.

«. . .Είνε δυνατόν να τελειώσουν όλα;» διελογίσθη. «Ω! όχι, θα επανέλθη, και, οιαιδήποτε και αν είνε αι εξηγήσεις, που θα μου δώση, θα τας αποδεχθώ. Τι ζωηρός που ήτο συνομιλών με την νεαράν εκείνην κόρην! . . . Θα πιστεύσω ό,τι και αν μου 'πή διότι, αν δεν το πιστεύσω, έν μόνον μου μένει να κάμω, και . . . δεν θέλω να το κάμω!»

Συνεβουλεύθη το ωρολόγιόν της. Δώδεκα λεπτά είχον παρέλθει αφ' ής είχεν αποστείλει την επιστολήν της.

«. . . Αλλά, πώς το έκαμε να φύγη βλέπων με εις αυτήν την κατάστασιν; Πώς ειμπορεί να ζη ήσυχος χωρίς να ειρηνεύση μαζί μου;» εσκέφθη.

Επλησίασεν εις το παράθυρον και έρριψε βλέμμα εις την οδόν. Πιθανόν να επέστρεφεν ήδη ο Βρόνσκυ . . . Αλλ' ίσως είχε κακώς υπολογίσει· και προσεπάθησε ν' αναπολήση τας περιστάσεις υπό τας οποίας την είχεν αφήσει, και εμέτρησε κάθε παρερχομένην στιγμήν.

Ενώ δε επλησίαζεν εις το εκκρεμές ίνα βεβαιωθή διά την ακρίβειαν του ωρολογίου της, μία άμαξα εσταμάτησε προ της θύρας.

Ήτο η ανοικτή άμαξα του Βρόνσκυ. Αλλ' η Άννα δεν ήκουσε κανένα ν' αναβαίνη. Κατήλθε τότε εν πάρη σπουδή ίνα ερωτήση τον υπηρέτην του σταύλου διά την επιστολήν.

― Δεν ευρήκε τον κύριον κόμητα εις τους σταύλους απήντησεν ούτος.

Η Άννα έμεινεν επί στιγμήν περιπεπλεγμένη, είτα δ' εσκέφθη: «Ώστε, δεν ανέγνωσε το μπιλλιέτο μου».

― Πήγαινε να δώσης γρήγορα την επιστολήν εις το σπίτι της κομήσσης Βρόνσκυ· εκεί θα εύρης τον κόμητα, και έλα γρήγορα με την απάντησιν.

«. . . Και εγώ, τι θα κάμω κατά το διάστημα τούτο;» διελογίσθη . . . «Ναι, θα υπάγω εις της Δόλλυ, καλή σκέψις αυτή! . . Αν μείνω μόνη θα τρελλαθώ! . . Έπειτα ειμπορώ να στείλω και τηλεγράφημα. . . .»

Και απέστειλεν αμέσως το ακόλουθον τηλεγράφημα:

«Έχω να σας ομιλήσω επανέλθετε ταχέως».

Ενδυθείσα δε, διέταξε να την οδηγήσουν παρά τη πριγκηπίσση Ομπλόνσκυ.

Εντός της αμάξης, ήτις την ελίκνιζεν ηρέμα και την παρέσυρε μαλακά εν ησύχω τροχασμώ, η Άννα διείδε την θέσιν της υπό πρήσμα όλως διάφορον εκείνου υπό το οποίον την αντίκρυζεν εις το δωμάτιόν της, και η σκέψις του θανάτου δεν της εφαίνετο πλέον τόσον τρομογόνος αλλ' ούτε και αναπότρεπτος. Μετενόει μάλιστα διά την ταπείνωσιν, εις ην είχε καθυποβάλει εαυτήν.

«. . . . Πώς εκλιπαρώ την συγνώμην του; . . υπετάγην, ανεγνώρισα ότι ευρίσκομαι εν τω αδίκω . . . . Διατί; Δεν δύναμαι άρα γε να ζήσω και χωρίς αυτόν;»

Μελετώσα δ' άμα το τι θα έλεγεν εις την Δόλλυ, ανήλθε την κλίμακα.

― Μήπως έχει επισκέψεις η κυρία; ηρώτησε τον εμφανισθέντα υπηρέτην.

― Η κυρία Λεβίν είν' εδώ, απήντησεν εκείνος.

«. . . . Η Κίττυ! . . . η Κίττυ εκείνη, την οποίαν ο Βρόνσκυ ηγάπησεν, η ιδία εκείνη Κίττυ, την οποίαν ενθυμείται ακόμη μετ' αγάπης! . . . Και λυπείται διότι δεν την ενυμφεύθη . . . . Λυπείται διότι συνεδέθη μετ' εμού, και με αναμιμνήσκεται μετά μίσους».

Καθ' ήν στιγμήν εισήλθεν η Άννα, αι δύο αδελφαί συνεσκέπτοντο περί του καλλιτέρου συστήματος το οποίον έπρεπεν ν' ακολουθήσουν διά τον πρό τινων εβδομάδων γεννηθέντα μπαίμπυ της Κίττυ. Η πριγκήπισσα προσήλθε μόνη εις υποδοχήν της επισκεπτρίας της, ήτις κατά την στιγμήν εκείνην, διετάρασε την συνομιλίαν των.

― Μπα! πώς, . . . δεν επήγες ακόμη εις την εξοχήν; Εγώ εσκεπτόμην να έλθω να σε ίδω· έλαβα σήμερον επιστολήν από τον Στίβα.

― Και ημείς ελάβομεν τηλεγράφημά του, είπεν η Άννα προσπαθούσα να ίδη την Κίττυ εις το γειτονικόν δωμάτιον.

― Ο Στίβα γράφει, ότι δεν δύναται να εννοήση τι επιθυμεί ο Καρένιν, αλλ' ότι δεν θα φύγη από την Πετρούπολιν προτού επιτύχη οριστικήν απάντησιν.

― Δύναμαι ν' αναγνώσω την επιστολήν; . . . Αλλ' έχεις καμμίαν επίσκεψιν; . . .

― Ναι, την Κίττυ, απήντησεν η Δόλλυ συγκεχυμένη, είνε με τα παιδιά, . . . υπέφερε πολύ.

― Ναι, το ήκουσα . . . ειμπορώ ν' αναγνώσω την επιστολήν του Στίβα;

― Να σου την φέρω . . . Δεν αρνείται, εξ εναντίας ο Στίβα έχει ελπίδας είπεν η Δόλλυ υποστραφείσα επί του κατωφλίου της θύρας.

― Εγώ, ούτε περιμένω τίποτε, ούτε επιθυμώ τίποτε, είπεν η Άννα.

― «. . . Μήπως η Κίττυ θεωρεί προσβλητικήν την συνάντησίν μου;» διελογίσθη όταν ευρέθη μόνη . . . «Έχει ίσως δίκαιον! . . . Αλλά δεν είνε πρέπον εις αυτήν, εις αυτήν, την οποίαν ηγάπησε, να μου το υποδείξη . . . Γνωρίζω ότι καμμία έντιμη γυναίκα δεν ειμπορεί να με δεχθή υπό τας συνθήκας που ζω. Γνωρίζω ότι τα εθυσίασα όλα εις αυτόν . . . Και ιδού η ανταπόδοσις . . . Ω! πόσον τον αποστρέφομαι . . . Και, τι ήλθα να κάμω εδώ; Πάσχω ακόμη περισσότερον! . . . Και, τι θα είπω, τόρα εις την Δόλλυ; Να παράσχω εις την Κίττυ την ευχαρίστησιν να ομολογήσω ότι είμαι δυστυχής;. . . Να υποστώ την προστασίαν της; . . . Όχι, η Δόλλυ δεν θα μ' εννοήση, δεν θα τους είπω τίποτε. Θα επεθύμουν μόνον να ίδω την Κίττυ και να της αποδείξω ότι περιφρονώ τα πάντα και τους πάντας, ότι όλα τόρα μου είνε εντελώς αδιάφορα . . .»

― Η Δόλλυ επανήλθε φέρουσα την επιστολήν. Η Άννα έλαβε γνώσιν αυτής και της την επέστρεψε.

― Τα εγνώριζα όλα αυτά, προσέθηκεν, άλλως τε δεν έχουν ενδιαφέρον δι' εμέ.

― Αλλά, διατί; Εξ εναντίας, εγώ είμαι πλήρης ελπίδων, είπεν η Δόλλυ παρατηρούσα την Άνναν μετά περιεργείας . . . Δεν την είχεν ίδει ποτέ έως τότε εις κατάστασιν τοιαύτης υπερεξάψεως.

― Πότε αναχωρείς; την ηρώτησεν.

Η Άννα ητένισε το κενόν χωρίς ν' αποκριθή. Αλλ' αίφνης εκοκκίνισε, και, παρατηρήσασα προς την θύραν του δωματίου των παιδιών, είπε:

― Μήπως η Κίττυ με αποφεύγει;

― Τι ιδέα είν' αυτή! Βυζαίνει το μπαίμπυ της αυτή την στιγμή . . . Είναι πολύ ευχαριστημένη . . . Τόρα θα έλθη . . . απήντησεν αδεξίως η Δόλλυ, η οποία δεν εγνώριζε να ψεύδεται . . . Νά την!

Πράγματι, η Κίττυ δεν είχε καμμίαν επιθυμίαν να συναντηθή με την Άνναν, αλλ' η Δόλλυ της είχε παραστήσει, ότι ήτο αναγκαίον τούτο. Επεβλήθη λοιπόν εις εαυτήν και προυχώρησε προς την Άνναν με τεταμένην την χείρα.

― Λογίζομαι υπερευτυχής που σας βλέπω, είπε διά φωνής τρεμούσης.

Ήτο τεταραγμένη από την πάλην, ήτις διεξήγετο εντός της, μεταξύ της απεχθείας της προς την κακήν εκείνην γυναίκα και της επιθυμίας, ην είχε να της επιδείξη ανεξικακίαν . . . Αλλά μόλις αντίκρυσε την ωραίαν και συμπαθητικήν μορφήν της Άννας, πάσα εχθρότης διεσκεδάσθη.

― Δεν θα εξεπλησσόμην αν επροτιμάτε να μη συναντηθήτε διόλου μαζί μου, είπεν η Άννα. Έχω εξοικιωθή με όλα. Ήσθε ασθενής; Ναι, διακρίνω ότι υπεφέρατε αρκετά. . . .

Η Κίττυ αντελήφθη ότι η Άννα την παρετήρει με ύφος δυσμενές. Διηρμήνευσε δε την στάσιν αυτήν ως εκ της κατωτέρας θέσεως, εις ην ευρίσκετο ήδη η νεαρά γυνή, ήτις, άλλοτε, την προστάτευεν . . . Ομίλησαν περί της ασθενείας της Κίττυ, περί του βρέφους, περί του Στίβα, αλλ' η Άννα έμεινε προς όλα αδιάφορος.

― Ήλθα διά να σε αποχαιρετήσω, είπεν εγερθείσα.

― Πότε αναχωρείτε;

Και πάλιν η Άννα δεν απεκρίθη εις την ερώτησιν ταύτην, αλλ' απηυθύνθη μειδιώσα προς την Κίττυ:

― Ναι λογίζομαι αληθώς ευτυχής που σας είδα . . . Ήκουσα εγκώμια διά σας από όλους, συμπεριλαμβανομένου και του συζύγου σας . . . Μ' επεσκέφθη και μου ήρεσε πολύ, προσέθηκε με κακεντρεχή πρόθεσιν . . . Πού ευρίσκεται τόρα;

― Επέστρεψεν εις τας γαίας του, απήντησεν η Κίττυ μειδιώσα.

― Μεταβιβάσατέ του τας προσρήσεις μου, μη το λησμονήσετε . . .

― Δεν θα το λησμονήσω, απεκρίθη αφελώς η Κίττυ, ατενίζουσα δε την Άνναν κατάματα με έκφρασιν συμπαθείας.

― Χαίρε, Δόλλυ.

Την ενηγκαλίσθη, έθλιψε την χείρα της Κίττυ και εξήλθεν εν σπουδή της αιθούσης.

― Πάντοτε η ιδία, πάντοτε ομοίως ελκυστική, είπεν η Κίττυ, είνε εκτάκτως ωραία . . . Και, κάτι υπάρχει εντός της, που σε κάμνει να την συμπονής.

― Σήμερον, έχει έκφρασιν απολύτως ιδιότυπον, είπεν η Δόλλυ . . . Όταν την κατευόδωσα εις τον αντιθάλαμον, μου εφάνη ότι ήτο έτοιμη να κλαύση . . .

Η Άννα επέβη της αμάξης υπό πνευματικήν κατάστασιν οδυνηροτέραν εκείνης, υφ' ην ευρέθη αναχωρούσα εκ της οικίας της και επανήλθεν εις τον οίκον της.

«. . . Διατί με παρετήρουν ως κάτι που εμποιεί φρίκην, ως κάτι αλλόκοτον, που δεν δύναται κανείς να εννοήση; . . . Έκαμα καλά που δεν είπα τίποτε εις την Δόλλυ . . . Πόσον θα ηυχαριστείτο από την δυστυχίαν μου! . . . Θα το έκρυπτε βέβαια αλλά θα ηυχαριστείτο πολύ μανθάνουσα ότι ετιμωρήθην διά τας απολαύσεις, τας οποίας μου εζήλευεν. Η δε Κίττυ θα έμενε πολύ περισσότερον ευχαριστημένη . . . Διακρίνω διά μέσου της ψυχής της. Γνωρίζω ότι τον ενεθουσίασε τον σύζυγόν της, και . . . ζηλεύει . . . Με απεχθάνεται . . . Εις τα μάτια της είμαι γυναίκα ανήθικος, . . . αλλ' αν ήμην, θα ηδυνάμην να κατακτήσω τον έρωτα του συζύγου της . . . . Ήρκει να το ήθελα . . . Ναι, το ηθέλησα . . . Η Κίττυ μη δυνηθείσα ν' αποκτήση τον Βρόνσκυ, ενυμφεύθη τον Λεβίν . . . Με ζηλεύει και με μισεί . . . οι άνθρωποι όλοι μισούνται . . . απεχθάνομαι την Κίττυ και η Κίττυ με απεχθάνεται . . . Προς τι όλοι αυτοί οι ναοί, αυταί αι κωδωνοκρουσίαι, όλα είνε ψεύδη; Χρησιμοποιούνται προς συγκάλυψιν του μίσους που βασιλεύει μεταξύ των ανθρώπων . . .»

Αι σκέψεις αύται την απερρόφησαν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε δεν ανελογίζετο πλέον την ιδίαν της θέσιν και κατεπλάγη όταν ευρέθη ενώπιον της οικίας της. Όταν είδε τον θυρωρόν τρέχοντα προς αυτήν, τότε μόνον ενεθυμήθη ότι είχεν αποστείλει επιστολήν και τηλεγράφημα προς τον Βρόνσκυ.

― Έχετε απάντησιν;

Ο θυρωρός της παρέδωκεν έν τηλεγράφημα. Η Άννα το ανέγνω.

«Δεν δύναμαι να επιστρέψω προ της δεκάτης

Βρόνσκυ

― Και ο υπηρέτης που μετεβίβασε το μπιλλιέτο μου, δεν επέστρεψεν;

Όχι ακόμη, κυρία!

«. . . Αφού είνε έτσι, γνωρίζω τι μου μένει να κάμω», εσκέφθη η Άννα.

Ησθάνθη μοχθούσαν εντός της ψυχής της οργήν αόριστον και ογκουμένην την ανάγκην της εκδικήσεως.

Έδραμεν εις τα δωμάτιά της.

«. . . . Θα υπάγω να τον εύρω . . . προτού τον εγκαταλείψω διά παντός, και θα του είπω όλην την αλήθειαν . . . Δεν απεστράφην ποτέ κανένα, όσον αποστρέφομαι αυτόν!»

Η Άννα δεν είχεν αντιληφθή ότι το τηλεγράφημα του Βρόνσκυ ήτο απάντησις εις το παρ' αυτής αποσταλέν τηλεγράφημα και ότι δεν είχεν ακόμη λάβει την επιστολήν της. Τον εφαντάζετο δε καθήμενον πλησίον της μητρός του και της δεσποινίδος Σορόκιν, συνομιλούντα ησύχως και διασκεδάζοντα ιδιαιτέρως με τας βασάνους της.

«. . . Ναι, πρέπει να φύγω αμέσως! . . . Ναι, θα υπάγω εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου, και, αν δεν τον εύρω, θα μεταβώ εις το μητρικό του σπίτι και θα του αφαιρέσω το προσωπείον! . .

Συνεβουλεύθη τον πίνακα των δρομολογίων και είδεν ότι υπήρχε τραίνον εις τας οκτώ και δύο λεπτά της εσπέρας.

«. . . Θα φθάσω εγκαίρως».

Διέταξε να ζεύξουν άλλους ίππους και ετοποθέτησε διάφορα αντικείμενα εντός του μαρσίππου της, διότι εγνώριζεν ότι δεν θα επανήρχετο πλέον εις την οικίαν εκείνην . . . Μεταξύ των διαφόρων σχεδίων, τα οποία εβασάνιζον τον εγκέφαλόν της, εσκέπτετο ότι, αναλόγως του ό,τι θα συνέβαινεν εις τον σταθμόν ή εις την οικίαν της κομήσσης Βρόνσκυ, θ' ανεχώρει διά τον πρώτον κεντρικόν σταθμόν και θα έμενεν εκεί.

Μόλις η άμαξα εκυλίσθη και πάλιν μεγαλοπρεπώς επί του λιθοστρώτου, εντυπώσεις συγκεχυμέναι επλημμύρησαν τον εγκέφαλόν της νεαράς γυναικός, όπως και πρότερον. Διά πρώτην δε φοράν η Άννα αντιμετώπισε τας μετά του Βρόνσκυ σχέσεις της με βλέμμα τόσον διαυγές και διαπεραστικόν.

«. . . Τι εζήτησεν εν εμοί; Πολύ ολιγώτερον τον έρωτα παρά την ικανοποίησιν της ματαιότητός του».

Ενεθυμήθη τότε τους λόγους, ους εψέλλιζεν εις το ους της ο Βρόνσκυ κατά τους πρώτους χρόνους του συνδέσμου των και την έκφρασιν του λαγωνικού, ην προσελάμβανεν η μορφή του.

«. . . Ναι, εξέφραζε τον θρίαμβον της ικανοποιηθείσης ματαιότητος. Με ηγάπα, αναμφιβόλως, αλλ' η υπεροψία της επιτυχίας προείχεν. Η κατάκτησίς του απετέλει δόξαν δι' αυτόν. Τόρα, όλα αυτά ανάγονται εις το παρελθόν και δεν έχει πλέον διά τι να υπερηφανεύεται. Επέτυχε παρ' εμού παν ό,τι ηδυνάμην να του προσφέρω και τόρα δεν έχει πλέον ανάγκην εμού. Κατέστην φορτίον δι' αυτόν και προσπαθεί απλώς και μόνον να ευρίσκεται εν τυπική τάξει απέναντι μου. Αφήκε χθες να του διαφύγη η ενδόμυχος σκέψις του . . . Εύχεται να επιτύχω το διαζύγιον, διά να δυνηθή να με νυμφευθή· έτσι θα ετηρούντο τα προσχήματα . . . . Με αγαπά, αλλά πώς; Ο χυμός του έρωτος εξητμίσθη, δεν ευρίσκει πλέον εν εμοί την αυτήν ηδονήν . . . Αν τον εγκαταλείψω, θα είνε ευτυχής κατά βάθος . . .»

Δεν επρόκειτο πλέον περί απλής υποθέσεως τόρα· υπό το ακτινοβόλον εκείνο φως, όπερ καθίστα τόσον καθαρά, εις τα όμματά της, τας σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ των, και απεκάλυπτε σαφώς την έννοιαν της ζωής, η υπόθεσις αύτη καθίστατο γεγονός τετελεσμένον.

«. . . Ο έρως μου αποβαίνει επί μάλλον και μάλλον περιπαθής και εγωιστικός, ενώ ο ιδικός του ψυχραίνεται, αποσβέννυται, αποσβέννυται . . . και ιδού διατί χωριζόμεθα. Δι' εμέ, μόνον εκείνος υπάρχει και αξιώ να είνε ολόκληρος ιδικός μου. Αλλ' εκείνος απομακρύνεται διαρκώς απ' εμού . . . Ας δεχθώμεν ότι κέκτημαι παν ότι απαιτείται διά να ήμαι ευτυχής· ότι επιτυγχάνω το διαζύγιον, μου αποδίδει ο Καρένιν τον Σεριόγια και νυμφεύομαι τον Βρόνσκυ . . . Μήπως η Κίττυ θα παύση να με κυττάζη καθ' όν τρόπον το έκαμε σήμερον; . . . Όχι! Μήπως ο Σεριόγια θα παύση αναλογιζόμενος ότι υπάρχουν δύο σύζυγοι; Και ποίον νέον αίσθημα θα δημιουργήσω μεταξύ Βρόνσκυ και εμού; Είναι δυνατόν να μη εξακολουθήσωμεν βασανίζοντες αλλήλους;»

Την φοράν αυτήν απήντησεν άνευ του παραμικρού δισταγμού:

«. . . Όχι! Αποτελώ την δυστυχίαν του, εκείνος την ιδικήν μου, και είνε αδύνατον να τον μεταβάλω, ούτε και να μεταβάλω εμαυτήν . . .»

Η άμαξα εσταμάτησε προ του μικρού σταθμού και είς ακόλουθος του ηνιόχου επλησίασε.

― Πρέπει να βγάλω εισιτήριον δι' Ομπιραλόφκαν; ηρώτησεν.

Η Άννα κατέβαλε μέγαν αγώνα όπως εννοήση την ερώτησιν αυτήν. Είχεν εξ ολοκλήρου λησμονήσει πού μετέβαινε και τι προυτίθετο να κάμη.

― Μάλιστα, είπε τέλος τείνουσα προς τον λακέ την τσάντα της.

Εισέδυσεν είτα εν μέσω του πλήθους διά να φθάση εις την αίθουσαν της αναμονής, εκάθησεν επί του σχήματος αστέρος καναπέ και παρετήρει μετ' αηδίας τους πηγαινοερχομένους· όλος ο κόσμος την στιγμήν εκείνην της ήτο ανυπόφορος. Ανελογίζετο την στιγμήν καθ' ήν θα έφθανεν εις τον σταθμόν και θα απέστελλε νέον σημείωμα εις τον Βρόνσκυ, όστις, ασφαλώς κατά την ώραν εκείνην, θα έλεγε τα παράπονά του εις την μητέρα του . . . Ανελογίσθη επίσης την στιγμήν καθ' ήν θα εισήρχετο εις την οικίαν των και τους λόγους που θα του έλεγε και εσκέφθη ότι η ζωή θα ηδύνατο να είνε ακόμη ευτυχής και ότι τον ηγάπα και τον εμίσει μετά πόνου εμμόνου!

* * *

Ο κώδων αντήχησε και οι ταξειδιώται επέβησαν του τραίνου . . . Η Άννα ανήλθε το υψηλόν υπόβαθρον και εκάθησε μόνη. Εγκατελείφθη δ' εκ νέου εις τους διαλογισμούς της.

«. . . Ναι, πού είχα σταματήσει; . . . Α! Δεν ηδυνάμην να εύρω κατάστασιν εν τη οποία η ζωή να μη είνε βάσανος. Επλάσθημεν πάντες διά να πάσχωμεν, το γνωρίζομεν και εφευρίσκομεν φάρμακα διά ν' αυταπατώμεθα. Όταν δε αντικρίσωμεν την αλήθειαν, τι μας υπολείπεται να κάμωμεν; . . Ναι, το βασανίζον με είνε η αλήθεια και το λογικόν μου εδόθη διά ν' απαλλαγώ αυτής. Πρέπει λοιπόν να ενεργήσω. . . Πράγματι, διατί να μη σβέσω το φως, αφού παν ό,τι βλέπω με τρομάζει; Αλλά, πώς; . . .»

Το τραίνον εισήρχετο εις τον σταθμόν . . . Η Άννα κατήλθε μετά των λοιπών επιβατών.

Εσταμάτησεν επί του λιθοστρώτου προσπαθούσα ν' αναμνησθή διατί ευρίσκετο εκεί και τι επρόκειτο να κάμη . . . Παν ό,τι της εφαίνετο εύκολον μίαν στιγμήν προτήτερα, την ώραν αυτήν, εν μέσω του θορυβώδους εκείνου πλήθους των ανθρώπων εκείνων ους απηχθάνετο και οίτινες την ετάραττον διά της περιεργείας των, της εφάνη εξαίφνης απραγματοποίητον.

Εσταμάτησε τέλος κάποιον υπάλληλον και τον ηρώτησε μήπως υπήρχεν εις τον σταθμόν κανένας κομιστής σημειώματος εκ μέρους του κόμητος Βρόνσκυ.

― Του κόμητος Βρόνσκυ; . . . Αλλά, πολλά πρόσωπα ήλθον από την οικίαν του εις τον σταθμόν διά να υποδεχθώσι την πριγκήπισσαν Σορόκιν και την κόρην της.

Την στιγμήν εκείνην ο ηνίοχος Μιχαήλ, ον είχεν αποστείλει το πρωί, γεμάτος χαράν και ευχαρίστησιν διότι είχεν απαλλαγή της αποστολής του, την επλησίασε και της παρέδωκε την επιστολήν.

Η Άννα την απεσφράγισε και η καρδία της συνεσφίχθη προτού λάβη γνώσιν του περιεχομένου της . . . Ο Βρόνσκυ, διά γραφής ακαλαισθήτου, απήντα:

«Λυπούμαι πολύ διότι το σημείωμά σου δεν μ' ευρήκεν εγκαίρως. Θα επιστρέψω εις τας δέκα».

«. . . Δεν επερίμενα τίποτε τίποτε· επί πλέον!» διελογίσθη η Άννα με δυσσοίωνον μειδίαμα.

― Πολύ καλά, δύνασαι να επιστρέψης εις το σπίτι, είπε προς τον ηνίοχον.

Μόλις ηδύνατο να ομιλή· αι αναπάλσεις της καρδίας της τής διέκοπτον την αναπνοήν.

«. . . Όχι δεν θα σου επιτρέψω να με βασανίζης», διελογίσθη διευθυνομένη προς την αποβάθραν εκ του μέρους της γραμμής . . . . . . «Θεέ μου! Θεέ μου! πού να κρυφθώ, πού να εξαφανισθώ; . .» Και προχώρει επί μάλλον και μάλλον. Εσταμάτησε δε μόνον όταν έφθασεν εις μίαν εσχατιάν του λιθοστρώτου.

Τραίνον τι κατάφορτον από εμπορεύματα εισήρχετο εις τον σταθμόν . . . Η Άννα ενόμισεν ότι ευρίσκετο εντός τραίνου εν κινήσει. Εξαίφνης ανεμνήσθη τον καταπλακωθέντα μουζίκον την ημέραν καθ' ήν είχεν ίδει τον Βρόνσκυ διά πρώτην φοράν, και κατενόησε τι της υπελείπετο να πράξη . . . Κατήλθε με βήμα ελαφρόν και ταχύ τας βαθμίδας, αι οποίαι έφερον προς την γραμμήν και εσταμάτησε εγγίτατα της αμαξοστοιχίας, η οποία παρήλαυνεν ενώπιον της . . . Παρετήρει τα κάτωθεν των αμαξών, τα περικόχλια, τας αλύσεις και τους μεγάλους εκ χυτοσιδήρου τροχούς του πρώτου βαγονίου, το οποίον διωλίσθαινεν ενώπιόν της, προσπαθούσα να υπολογίση διά του βλέμματος το μεταξύ των τροχών του πρώτου και του δευτέρου διάκενου και να καθορίση την στιγμήν καθ' ήν το κενόν τούτο θα ευρίσκετο ακριβώς απέναντί της.

«. . .Εκεί κάτω», διελογίσθη η Άννα, παρατηρούσα την μεμιγμένην μετ' ελαίου άμμον ήτις εκάλυπτε τας τραβέρσας, «εκεί κάτω δεξιά εις το μέσον, εις το χώρισμα των τροχών, . . . και θα τον τιμωρήσω και θ' απελευθερωθώ όλων και εμαυτής . . .»

Έκαμε το σημείον του σταυρού.

Το οικείον της αυτό κίνημα ανεκάλεσεν εις την ψυχήν της παντός είδους αναμνήσεις της νεότητός της και της παιδικής της ηλικίας, και η ζωή, διά μίαν στιγμήν, παρουσιάσθη ενώπιόν της με όλην την ακτινοβολίαν των απολαύσεων του παρελθόντος . . .

Παρετήρει τους τροχούς της πλησιαζούσης αμάξης, και, καθ' ήν ακριβώς στιγμήν το κενόν διάστημα, το οποίον επωφθαλμία, παρουσιάσθη εμπρός της, η Άννα ώρμησεν υπό το βαγόνι με τας χείρας προτεταμένας, και, με κίνημα εύστροφον, ως να ήθελε ν' ανεγερθή, κατέπεσεν εις τα γόνατα.

Την ιδίαν στιγμήν, η πράξις την οποίαν εξετέλει την επλήρωσε εκ φρίκης.

― Πού είμαι; Τι έκαμα; . . . Διατί; . . .

Ηθέλησε ν' ανεγερθή, ν' αποσυρθή εκείθεν, αλλά κάτι το πελώριον, κάτι το αμείλικτον, έπληξε την κεφαλήν αυτής και την παρέσυρεν από των ώμων . . . Συνησθάνθη ότι δεν υπήρχεν πλέον τρόπος ν' αντιπαλαίση και ανεφώνησε:

― «Κύριε, συγχώρησόν με!»

Και το φως, υπό το οποίον η Άννα είχεν αναγνώσει την βίβλον την γεμάτην από βασάνους, από ψεύδη, από θλίψιν και δυστυχίαν, ανέλαμψε δι' εκλάμψεως μεγαλητέρας ή άλλοτε, εφώτισε δι' αυτήν παν ό,τι πρότερον ευρίσκετο εντός του σκότους, είτα δε εσπινθηροβόλησεν, ωχρίασε και απεσβέσθη διά παντός.

ΤΕΛΟΣ

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΧΡΗΣΤΟΥ Δ. ΦΕΞΗ

ΑΘΗΝΑΙ Σοφοκλέους 10

ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ

Λ. ΤΟΛΣΤΟΗΆννα ΚαρένινΔρ.6.―

Λ. ΤΟΛΣΤΟΗΗ Ανάστασις»4.50

Λ. ΤΟΛΣΤΟΗΤο Τέλος της εποχής μας»2.―

Λ. ΤΟΛΣΤΟΗΗ Σύγχρονος Δουλεία»2.50

Λ. ΤΟΛΣΤΟΗΑι νέαι Ιδέαι»3.―

Α. DΕΒΑΥΥγιεινή και Φυσιολογία του γάμου»4.―

Α. DΕΒΑΥΥγιεινή των Ηδονών και Τέρψεων»3.―

ΜΑΧ. ΝΟRDAUΟ Εκφυλισμός»4.―

GASTON RICHARDΟ Σοσιαλισμός και αι κοινωνικαί επιστήμαι»5.―

ΓΚΑΙΤΕΟ Βέρθερος»3.50

Φ. ΕΓΚΕΛΣΟυτοπιστικός και επιστημονικός Σοσιαλισμός»3.―

ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΟΠΑΣΑΝΤο Αόρατο Στοιχειό»6.―

Θ. ΔΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΥΗ Σπιτονοικοκυρά»2.50

ΡΩΣΣΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑΤων διασημοτέρων της Ρωσσίας συγγραφέων»4.―

Γ. ΟΝΕΟ Αρχισιδηρουργός»4.50

ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝΤα τέκνα του πλοιάρχου Γραν»12.―

ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΡΙΣΜΟΥΡΓΗ Κατηραμένη Κόρη»10.―

ΟΚΤΑΒΙΟΥ ΓΕΦΙΕΤο Μυθιστόρημα ενός Απόρου Νέου»3.―

ΤΑΚΗ ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΥΤο Μυστικό που σκοτώνει (περιπαθέστατον Αθηναϊκόν Μυθιστόρημα θαυμασίας εμπνεύσεως»6.―

Τιμάται Δραχ. 6.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings