ANNA KAΡENIN (continued 2)
Elias Economopoulos translation
― Κάμετέ το λοιπόν προς χάριν μου, μη μου λέγετε ποτέ τοιαύτα λόγια και θα είμεθα καλοί φίλοι, είπεν εκείνη, ενώ το βλέμμα της επέτρεπε να νοηθώσιν όλως τ' αντίθετα.
― Φίλοι ουδέποτε θα καταστώμεν το γνωρίζετε άριστα. Θα γίνωμεν όμως ή οι ευτυχέστεροι ή οι δυστυχέστεροι των ανθρώπων, τούτο δε εξαρτάται από σας.
Ηθέλησε να του απαντήση, αλλ' εκείνος την διέκοψεν.
― Έν μόνον σας ζητώ, σας ζητώ το δικαίωμα του ελπίζειν, του πάσχειν όπως τώρα, αλλ' αν και τούτο ακόμη δεν είνε δυνατόν, διατάξατέ με να εξαφανισθώ και θα εξαφανισθώ. Αν η παρουσία μου σας στενοχωρή δεν θα μ' επανίδητε πλέον.
― Δεν ζητώ να σας αποφύγω.
― Μη λοιπόν προσπαθήτε να μεταβάλλετε τίποτε. Αφήσατε τα πράγματα ν' ακολουθήσουν τον δρόμον των, είπεν ο νέος διά φωνής τρεμούσης . . . Ιδού ο σύζυγός σας.
Πράγματι, ο Καρένιν εισήρχετο εις την αίθουσαν με την επιβλητικήν και αδεξίαν του στάσιν. Αφ' ού δ' έρριψε βλέμμα επί της συζύγου του και του Βρόνσκυ, επλησίασε την οικοδέσποιναν και έλαβε κύπελλον τεΐου, μεθ' ό ήρχισε να ομιλή με την βραδείαν και ηχηράν φωνήν του, υπό τον παιγνιώδη τόνον, όστις του ήτο συνήθης.
― Ο Ραμπουγιέ σας είνε πλήρης! είπε παρατηρών τον κύκλον των κεκλημένων, αι Χάριτες και αι Μούσαι!
Ο Βρόνσκυ και η Άννα εξηκολούθουν να μένωσι παράμερα πλησίον της μικράς τραπέζης.
― Το πράγμα αρχίζει να γίνεται απρεπές, είπε μία κυρία.
― Τι σας έλεγα; παρετήρησεν η φίλη της Άννας.
Αλλ' ήδη όλαι αι κυρίαι, μη εξαιρουμένης και της πριγκηπίσσης Μιαγκάια και της Μπέτσυ, είχον αντιληφθή τον Βρόνσκυ και την Άνναν απομονωμένους ως να τους εστενοχώρει ο γενικός κύκλος.
Μόνον ο Καρένιν δεν είχε στρέψει τα βλέμματα ουδ' εφ' άπαξ προς το μέρος αυτών και δεν είχε διακόψει την συζήτησιν, ήτις τον ενδιέφερεν.
Αντιληφθείσα την εντύπωσιν ην παρήγεν ο μονόλογος αυτός εντός της αιθούσης της, η πριγκήπισσα Μπέτσυ έθηκεν αντικαταστάτιδα εις την θέσιν της διά ν' ακούση τον Καρένιν και επλησίασε την Άνναν.
― Γοητεύομαι πάντοτε οσάκις ακούω τον σύζυγόν σας, λόγω της φωτεινότητος και της σαφηνείας των λόγων του, είπεν. Αι πολυπλοκώτεραι των ιδεών μου καθίστανται ευληπτόταται όταν τας αναπτύσσει αυτός.
― Ω ναι! είπεν η Άννα μετά μειδιάματος ακτινοβολούντος εξ ευτυχίας και χωρίς να εννοή ούτε μίαν καν λέξιν αφ' όσα της έλεγεν η Μπέτσυ.
Επλησίασε δε εις την μεγάλην τράπεζαν και έλαβε μέρος εις την γενικήν συνομιλίαν.
Ο Καρένιν έμεινεν επί ημίσειαν ακόμη ώραν, μεθ' ό επλησίασε την σύζυγόν του και την εκάλεσε ν' απέλθωσιν ομού. Αλλά χωρίς να τον κυττάξη εκείνη, απεκρίθη ότι θα έμενε διά το δείπνον. Ο Καρένιν εχαιρέτησε και απεσύρθη.
Μετά το σουπέ, ο ηνίοχος του Καρένιν μετά δυσκολίας συνεκράτει τον τεφρόχρουν ίππον, όστις, ριγών εκ του ψύχους, εποδοκτύπα ενώπιον του προστόου. Ο δε λακές, όρθιος, είχεν ανοίξη την θυρίδα καθ' όν χρόνον η Άννα, απήλλασσε γοργώς τας δαντέλλας της περιχειρίδος της καρφωθείσας εις τας πορποπερόνας της γούνας της, και, με χαμηλωμένην την κεφαλήν ηκροάτο μετ' εκτάσεως τους λόγους του συνοδεύοντος αυτήν Βρόνσκυ.
― Αναμφιβόλως, δεν μου έχετε είπει τίποτε, και, άλλως τε, τίποτε δεν ζητώ, γνωρίζετε όμως ότι εκείνο του οποίου έχω ανάγκην, δεν είνε η φιλία σας, . . . μίαν μόνον ευτυχίαν παραδέχομαι υπάρχουσαν εν τη ζωή και αποτελείται αύτη από την λέξιν εκείνην, την οποίαν δεν αγαπάτε . . . Ναι, από τον έρωτα!
― Τον έρωτα; . . . επανέλαβεν εκείνη βραδέως και διά φωνής ενδομύχου, και, εξαίφνης, έχουσα ήδη απαλλάξει τας δαντέλλας της, προσέθηκε:
― Δεν την αγαπώ αυτήν την λέξιν, διότι σημαίνει πάρα πολλά δι' εμέ, πολύ περισσότερα αφ' όσα σεις δύνασθε να εννοήσητε.
― Ω ρεβουάρ!
Του έτεινε την χείρα, διήλθε με βήμα γοργόν ενώπιον του θυρωρού και εισεπήδησεν εντός της αμάξης.
* * *
Ο Καρένιν δεν διείδε τίποτε το απρεπές εις το ότι η σύζυγός του είχε παρακαθήσει εις την τράπεζαν ιδιαιτέρως μετά του Βρόνσκυ και εις το ότι ούτοι διεξήγαγαν ζωηράν συνομιλίαν, παρετήρησεν όμως ότι άλλα πρόσωπα εν τη αιθούσει είχον κρίνει την συμπεριφοράν εκείνην έκτροπον, και, διά τον λόγον αυτόν, την έκρινε και αυτός απρεπή. Απεφάσισε δε να ομιλήση περί τούτου προς την σύζυγόν του.
Όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του ο Καρένιν μετέβη κατ' ευθείαν εις το γραφείον του, κατά την συνήθειάν του, εκάθησεν επί του ανακλιντήρος του, ήνοιξεν έν βιβλίον και ανέγνωσε μέχρι της πρώτης πρωινής ώρας, όπως έπραττε κατά πάσαν ημέραν, από καιρού εις καιρόν μόνον, έτριβε το ευρύ του μέτωπον και ανεκίνει την κεφαλήν ως διά να αποδιώξη κάτι.
Κατά την συνήθη ώραν ανήλθεν εις τον θάλαμόν του, αλλά, αντί να ευρεθή απησχολημένος όπως πάντοτε με τας υποθέσεις του Κράτους, εσκέπτετο τώρα μόνον την σύζυγόν του.
Ο Καρένιν, αντιθέτως προς την συνήθειάν του, δεν εξηπλώθη επί της κλίνης του, αλλ' ήρχισε να διασκελίζη το δωμάτιον, με τας χείρας ηνωμένας όπισθεν της ράχεώς του.
Όταν ο Καρένιν απεφάσισεν ότι ώφειλε να ομιλήση προς την σύζυγόν του, η απόφασις αύτη του είχε φανή απλουστάτη και εύκολος την εκτέλεσιν· αλλ' αναλογιζόμενος τώρα το απροσδόκητον αυτό γεγονός, ευρήκε την εκτέλεσίν της πολύ δύσκολον.
Ο Καρένιν δεν ήτο ζηλότυπος.
Η ζηλοτυπία, κατά την αντίληψίν του, απετέλει ύβριν προς την σύζυγόν εις την οποίαν πρέπει να έχη κανείς εμπιστοσύνην.
Δεν εσκέπτετο διά ποίον λόγον έπρεπε να έχη την πεποίθησιν ότι η νεαρά του γυνή θα τον ηγάπα πάντοτε, αλλά και δεν ησθάνετο καμμίαν δυσπιστίαν, και διά τον λόγον τούτον είχεν εμπιστοσύνην εις αυτήν και διελογίζετο ότι έπρεπε να έχη εμπιστοσύνην.
Τώρα, καίτοι αι περί ζηλοτυπίας ιδέαι του παρέμενον αι αυταί, ησθάνετο εν τούτοις ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστάσεως εκφευγούσης της λογικής.
Διά πρώτην φοράν, διηρώτα εαυτόν αν η σύζυγος του ήτο δυνατόν να αγαπά άλλον, και έμεινε περίτρομος προ του ερωτήματος τούτου.
Δεν απεξεδύθη και εξηκολούθησε να βηματίζη κατά μήκος και πλάτος με το κανονικό του βάδισμα.
― Ναι, εσκέπτετο, πρέπει να λάβω μίαν απόφασιν και πρέπει να της είπω την γνώμην μου και την απόφασίν μου.
― Αλλά, να της είπω τι; Ποίαν απόφασιν; Τι έλαβε χώραν; Τίποτε! Συνομίλησε μαζί του επί πολύ κάπως; Πόσαι γυναίκες εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις δεν ομιλούν επί τόσον μετ' άλλων ανδρών, πλην των συζύγων των; Έπειτα . . . το να φανώ ζηλότυπος, αποτελεί ταπείνωσιν, και δι' εμέ και δι' αυτήν.
Αλλά, πάραυτα, αι αντίθετοι ιδέαι εκυριάρχησαν αυτού.
Έτριψε το μέτωπόν του και εκάθησεν εντός του καλλωπιστηρίου της συζύγου του.
Όταν εκύτταξε την τράπεζαν της Άννας, επί της οποίας υπήρχε κάποια αρχή σημειώματος, οι διαλογισμοί του έλαβον άλλην τροπήν. Ήρχισε να σκέπτεται την γυναίκα του και ν' αναλογίζεται όσα εκείνη ησθάνετο και εσκέπτετο.
Διά πρώτην φοράν τότε, αναπαρέστησεν εαυτώ εις ζωηράς γραμμάς την ατομικήν ζωήν της Άννας, τας ιδιαιτέρας της σκέψεις, τας επιθυμίας της και τας ιδέας, τας οποίας ηδύνατο και ώφειλε να έχη· η ατομική του ζωή του εφάνη τότε τόσον τρομακτική, ώστε έσπευσε να την αποδιώξη μακράν της αντιλήψεώς του.
― Οφείλω να σκεφθώ, να λάβω μίαν απόφασιν, να επέμβω και να θέσω τέρμα εις όλα αυτά, είπεν υψηλοφώνως.
― Το ζήτημα των αισθημάτων της, εκείνο που δύναται να συμβαίνη εντός της ψυχής της, είνε ζήτημα της ιδίας της συνειδήσεως και αφορά την θρησκείαν. Λοιπόν, το ζήτημα αυτό των ιδιαιτέρων της συναισθημάτων δεν αφορά εμέ. Καθήκον εμού ως αρχηγού της οικογενείας, επιφορτισμένου την διεύθυνσιν αυτής, το καθήκον μου ως προσώπου υπευθύνου εν μέρει είναι να της υποδείξω τον κίνδυνον, τον οποίον προβλέπω, να την προειδοποιήσω περί τούτου και να χρησιμοποιήσω μάλιστα την εξουσίαν μου· οφείλω να εξηγηθώ μαζί της.
Και ο Καρένιν διέβλεπεν ήδη ευκρινώς τι ώφειλε να είπη προς την σύζυγόν του.
Συνέθεσε λοιπόν εντός της κεφαλής του ευκρινέστατα και σαφέστατα, ως αληθή επίσημον έκθεσιν, την προσφώνησιν, ην θ' απηύθυνε προς την σύζυγόν του.
― Οφείλω: 1ον να εξηγήσω την σημαντικότητα της κοινής γνώμης και των συνεπειών αυτής· 2ον θρησκευτική ερμηνεία του γάμου· 3ον αν υπάρξη λόγος, να υποδείξω την συμφοράν που δύναται να απειλήση τον υιόν μας, 4ον να της υποδείξω τας συνεπείας μιας τοιαύτης πράξεως, δι' αυτήν την ιδίαν.
Κάποιον όχημα εσταμάτησεν ενώπιον της οικίας.
Ο Καρένιν έμεινεν όρθιος εν τω μέσω της αιθούσης.
Βήματα γυναικεία αντήχησαν επί της κλίμακος.
Ήκουε προσεγγίζοντα τα βήματα της Άννας.
Η Άννα εβάδιζε με την κεφαλήν κεκλιμένην και παίζουσα με τους κροσούς του επωμίου της.
Η μορφή της ηκτινοβόλει ζωηράν λάμψιν, αλλά δεν ήτο ακτινοβολία φαιδρά, ανεμίμνησκε την τρομεράν έκρηξιν πυρκαϊάς εν τω μέσω ζοφεράς νυκτός.
Διακρίνασα τον σύζυγόν της, ανύψωσε την κεφαλήν και εμειδίασεν, ως να εξήρχετο από κάποιον όνειρον.
― Δεν εκοιμήθης ακόμη; Αυτό είνε εκπληκτικόν, είπεν αφαιρέσασα τον πέπλον της και βαδίσασα κατ' ευθείαν προς το καλλωπιστήριόν της χωρίς να σταματίση . . . Είνε καιρός να κοιμηθής, Αλέξιεφ Αλεξάνδροβιτς, προσέθηκεν από του θαλάμου της.
― Άννα, έχω να σου ομιλήσω.
― Εις εμέ; έκαμεν εκείνη έκπληκτος.
Επλησίασε δε εις το κατώφλι της θύρας και τον εκύτταξε.
― Τι έχεις να μου πης;
Εκάθησεν.
― Άριστα! ας ομιλήσωμεν, αν είνε ανάγκη. Αλλά θα ήτο φρονιμότερον να κοιμηθώμεν.
― Άννα, πρέπει να σε πληροφορήσω, είπεν ο Καρένιν.
― Να με πληροφορήσης; περί τίνος.
Το βλέμμα της ήτο τόσον φυσικόν και τόσον εύχαρι, ώστε κάθε άνθρωπος όστις δεν την είχε γνωρίσει τόσον στενώς όσον ο Καρένιν, δεν θα ηδύνατο να διακρίνη ουδέν το προσποιητόν ούτε εις τον τόνον ούτε εις την σημασίαν των λόγων της.
Ο Καρένιν όμως, όστις την εγνώριζεν, όστις είξευρεν ότι όταν θα κατεκλίνετο μετά πέντε λεπτά, θα του εζήτει τον λόγον, όστις είξευρεν ότι θα του ανεκοίνου αμέσως και την μάλλον ασήμαντον χαράν της ως και την ελαχίστην της θλίψιν, ο Καρένιν, βλέπων αυτήν υπό τοιαύτην έκφρασιν, κατενόησεν ότι κάτι συνέβαινε.
Διείδεν ότι το βάθος της ψυχής της Άννης, το οποίον έως τότε ήτο πάντοτε ολάνοικτον εις αυτόν, ήτο τώρα κατάκλειστον.
― Επιμένω να σε πληροφορήσω, είπεν εκείνος διά φωνής βραδίας, ότι διά της ελαφρότητος και της απρονοησίας σου, δύνασαι να δώσης εις τον κόσμον προσχήματα να ομιλή περί σου. Η υπερβολικά ζωηρά σου συνομιλία μετά του κόμητος Βρόνσκυ (προέφερε δε το όνομα τούτο επισήμως και ηρέμα) είλκυσε την προσοχήν του κόσμου.
Ομίλει και παρετήρει τα γελαστά της μάτια, τα οποία τον ετρόμαζον τόρα λόγω του ακατανοήτου της εκφράσεώς των, και ησθάνετο το όλως ανωφελές των λόγων του.
― Διαρκώς όμοιος είσαι! απήντησεν εκείνη ως να μη τον εννοούσε και παίρνουσα, από όσα της είχεν είπει, την τελευταίαν του μόνον φράσιν. Πότε είσαι δυσηρεστημένος διότι με βλέπεις στενοχωρημένην, πότε στενοχωρείσαι διότι διασκεδάζω. Απόψε δεν εστενοχωρήθην, αυτό σε παροργίζει;
Ο Καρένιν εσιώπησε και έτριψε το μέτωπον και τα μάτια του.
Κατενόησεν ότι αντί να προειδοποιήση την σύζυγόν του ότι διέτρεχε τον κίνδυνον να παρεξηγηθή από τον κόσμον, προσέθιγε την συνείδησίν της και ότι επάλαιεν ενώπιον φανταστικού τείχους.
― Ιδού τι εμμένω να σου είπω, και σε παρακαλώ να με ακούσης. Γνωρίζεις, ότι δι' εμέ, η ζηλοτυπία είναι αίσθημα ταπεινωτικόν, και διά τούτο ουδέποτε θ' αφεθώ να κυριευθώ παρ' αυτής. Υπάρχουσιν όμως μερικαί υποχρεώσεις, τας οποίας δεν δυνάμεθα να περιφρονώμεν ατιμωρητεί. Δεν είμαι εγώ ο αντιληφθείς ότι κάτι παρέλειψες σήμερον, αλλά, συμφώνως προς την εντύπωσιν ην παρήγαγες επί της συγκεντρώσεως, άπαντες παρετήρησαν ότι δεν προσεφέρθης όπως θα ήτο αρμόζον.
― Όχι, απ' αυτά δεν εννοώ τίποτε! είπεν η Άννα υψώσασα τους ώμους.
«Ως προς αυτόν, του είναι αδιάφορον», εσκέφθη η Άννα, «αλλά το παρετήρησε και το επρόσεξεν ο κόσμος, και αυτό τον ανησυχεί».
Ηγέρθη διά να επιστρέψη εις τον κοιτώνα της, αλλ' εκείνος προυχώρησεν ως να ήθελε να την σταματήση.
Η Άννα δεν τον είχεν ακόμη αντιληφθή τόσον άσχημον και σκυθρωπόν.
Εσταμάτησε, και ανατείνασα την κεφαλήν προς τα οπίσω πλαγίως, ήρχισε με νευρικάς κινήσεις ν' αποσπά τας καρφίδας από τα μαλλιά της.
― Σε ακούω, είπεν επισήμως και με τόνον ειρωνικόν. Σε ακούω με πολύ ενδιαφέρον, διότι θα επεθύμουν να εννοήσω περί τίνος πρόκειται.
Ωμίλει και εξεπλήσσετο διά την σταθερότητα του τόνου της φωνής της και διά την εκλογήν των λόγων της.
― Δεν έχω διόλου το δικαίωμα ν' αναμιχθώ εις όλας τας λεπτομερείας των αισθημάτων σου. Θεωρώ τούτο ανωφελές, και μάλιστα επικίνδυνον . . . Ερευνώντες εντός της ψυχής μας, εξαναγκάζομεν κάποτε ν' αναδύωσιν εκείνα, τα οποία έπρεπε να μένουν αόρατα. Τα αισθήματά σου τα ατομικά αφορώσι την ιδίαν σου συνείδησιν· αλλά και ενώπιόν σου, και ενώπιον εμού αυτού, και ενώπιον του Θεού, είμαι υποχρεωμένος να σου υπενθυμίσω το καθήκον σου. Η ζωή μας είναι συνδεδεμένη, και όχι υπό των ανθρώπων, αλλ' υπό του Θεού. Μόνον έγκλημα δύναται να θραύση τα δεσμά αυτά, και τα τοιούτου είδους εγκλήματα προκαλούσι πάντοτε την τιμωρίαν.
― Δεν εννοώ τίποτε! είπεν εκείνη. Ω! Θεέ μου, και προς μεγίστην μου δυστυχίαν, είμαι και τρελλή από τη νύστα , . .
Ανεζήτησε δε μέσα στα μαλλιά της τας τελευταίας καρφίδας.
― Έλεος Άννα, μη ομιλείς τοιουτοτρόπως, ίσως να απατώμαι, αλλά πίστευσέ με, παν ό,τι λέγω, το λέγω τόσον δι' εμέ όσον και διά σε. Είμαι σύζυγός σου και σε αγαπώ.
Προς στιγμήν η μορφή της Άννας εσκυθρώπασε και η ειρωνεία του βλέμματός της απεσβέσθη· αλλ' οι λόγοι εκείνοι· «σε αγαπώ» την εξηρέθιζον.
― Αγαπά; Είναι ικανός ν' αγαπά; Αν δεν ετύχαινε να ακούση ότι υφίσταται ο έρως, ούτε θα εχρησιμοποίει καν την λέξιν αυτήν. Δεν γνωρίζει μάλιστα ούτε τι έστι έρως.
― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, αληθινά, δεν σ' εννοώ, είπεν . . , ειπέ καθαρά ό,τι έχεις να πης . . .
― Άφες με να τελειώσω . . . Σε αγαπώ, . . . αλλά δεν ομιλώ περί εμού, τα πρόσωπα τα οποία αφορά τούτο απ' ευθείας είναι ο υιός μας και συ η ιδία. Ίσως οι λόγοι μου σου φαίνονται παράκαιροι· ίσως και ν' απατώμαι . . . Εν τοιαύτη περιπτώσει, σε παρακαλώ να με συγχωρήσης· αλλ' αν αναγνωρίζης ότι αι παρατηρήσεις αύται παρουσιάζουν κάποιαν βασιμότητα, και αν σοι το υπαγορεύη η καρδιά σου, εξηγήσου, σε παρακαλώ.
Χωρίς να εννοή, ο Καρένιν έλεγε κάθε άλλο πλην εκείνου το οποίον προυτίθετο να είπη.
― Δεν έχω τίποτε να εξηγήσω, είπεν εκείνη ζωηρώς αίφνης, καταστείλασα μετά κόπου έν μειδίαμα. Άλλως τε, αλήθεια, είναι καιρός να κοιμηθώμεν.
Ο Καρένιν ανέπεμψε στεναγμόν και εξήλθε του σαλονίου.
Από της εσπέρας εκείνης ζωή όλως νέα ήρχισε διά τον Καρένιν και την σύζυγόν του.
Η Άννα μετέβαινεν εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις, εσύχναζεν εις της πριγκηπίσσης Μπέτσυ και πανταχού συνήντα τον Βρόνσκυ.
Ο Καρένιν το έβλεπεν, αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη.
Εις όλας του τας αποπείρας όπως επιτύχη μίαν εξήγησιν, εκείνη αντέτασσε το αδιείσδυτον τείχος της γελαστής καταπλήξεως.
Εξωτερικώς η ζωή των παρέμενεν η αυτή, αλλ' αι ιδιαίτεραι σχέσεις των είχον μεταβληθή ριζικώς.
Πάντοτε οσάκις ανελογίζετο την κατάστασίν του ή την θέσιν του, εσκέπτετο ότι ώφειλε να δοκιμάση και νέαν απόπειραν.
Διετήρει ακόμη την ελπίδα να επαναγάγη την σύζυγόν του εις λογικάς συναισθήσεις διά της τρυφερότητος και της πειστικότητος, αλλά μόλις ήρχιζε να ομιλή μετ' αυτής, κατενόει ότι το πνεύμα του κακού και του ψεύδους, το οποίον είχε λάβει κατοχήν της Άννης, διωχετεύετο και εις αυτόν τον ίδιον και τον ημπόδιζε να εκφράση εκείνο, το οποίον προυτίθετο να της είπη.
Απηυθύνετο προς αυτήν με τον αόριστον της φωνής του τόνον, αλλά εις τον τόνον αυτόν του ήτο αδύνατον να διατυπώση τους λόγους ους ώφειλε να προφέρη.
* * *
Ο πόθος, όστις, επί ολόκληρον έτος, είχεν αποτελέσει τον μοναδικόν μαγνίτην της ζωής του Βρόνσκυ, αντικαταστήσας όλας τας παλαιάς ερωτικάς του κλίσεις, και όστις διά την Άνναν ήτο το όνειρον της ευτυχίας της αδυνάτου, της τρομακτικής και κατά τοσούτο μάλλον ελκυστικής. ― ο πόθος αυτός είχεν ικανοποιηθή.
Ωχρός, με την κάτω σιαγόνα τρέμουσαν, ο Βρόνσκυ ίστατο ενώπιον της Άννας και την ικέτευε να πραϋνθή, χωρίς να γνωρίζη τι θα ηδύνατο να την πραΰνη.
― Άννα, Άννα, έλεγε διά φωνής τρεμούσης, Άννα, έλεος!
Αλλ' όσον ούτος ύψωνε την φωνήν, κατά τοσούτον εκείνη εταπείνου την κεφαλήν, την άλλοτε υπερήφανον και χαρωπήν και τώρα συντετριμμένην και αισθανομένην αίσχος· εκυρτούτο προς τα εμπρός, και ολισθαίνουσα εκ του διβανίου, επί του οποίου εκάθητο, εσύρετο προς το δάπεδον προ των ποδών αυτού, και θα κατέπιπτεν επί του τάπητος, αν δεν την συνεκράτει.
― Θεέ μου! συγχώρησόν με! έλεγεν ολολύζουσα και θλίβουσα τας χείρας του Βρόνσκυ επί του στήθους της.
Ησθάνετο εαυτήν τόσον εγκληματίαν και τόσον ένοχον, ώστε δεν της υπελείπετο παρά να ταπεινούται και να ζητή συγγνώμην, και επειδή πλέον δεν είχε κανένα άλλον πλην αυτού εις την ζωήν, παρ' αυτού ικέτευε συγγνώμην.
Τον παρετήρει, ησθάνετο φύσει την εξουθένωσίν της και δεν ηδύνατο ν' αρθρώση λέξιν.
Ο Βρόνσκυ της εκάλυψε την μορφήν και τους ώμους με φιλήματα.
Εγονυπέτησε δε και ηθέλησε να ατενίση την μορφήν της Άννας· αλλ' εκείνη την απέκρυψε και δεν επρόφερε λέξιν.
Τέλος ανηγέρθη επιπόνως και τον απώθησε.
Η μορφή της ήτο πάντοτε ωραία, αλλά τόρα εξέφραζε μεγαλείτερον πόνον.
― Τα πάντα ετελείωσαν! είπεν. Ενθυμού ότι του λοιπού συ μόνος μου μένεις εν τω κόσμω.
― Δεν δύναμαι να λησμονήσω ποτέ εκείνο που αποτελεί την ζωήν μου. Χάριν μιας στιγμιαίας ευτυχίας . . .
― Ποίας ευτυχίας! είπεν εκείνη μετ' αποτροπιασμού και φρίκης, και χωρίς να το θέλη η απογοήτευσις εκείνη μετηγγίσθη και εις αυτόν. Έλεος, έλεος, ούτε λόγον πλέον περί τούτου . . .
Ανηγέρθη αποτόμως και απεμακρύνθη απ' αυτού.
Η Άννα ησθάνετο ότι δεν ηδύνατο να εύρη λέξεις όπως εκφράση το αίσθημα του αίσχους της χαράς και της φρίκης, όπερ την επλήρου ολόκληρον αφού διήλθε το κατώφλιον της νέας της ζωής, και δεν ήθελε τίποτε να είπη διά να μη βεβηλώση το συναίσθημα τούτο διά λόγων ακαταλλήλων.
― Ούτε λέξιν επί πλέον, επανέλαβεν η Άννα, και τον αφήκε με έκφρασιν παγεράς απογνώσεως, ήτις βαθύτατα τον εξέπληξε.
* * *
Κατά την ημέραν των ιπποδρομιών, εις το Κράσνοϊε ― Σέλο, ο Βρόνσκυ προσήλθε ταχύτερον του συνήθους εις το σύνταγμά του.
Είχε καθήσει, φέρων ρεδιγκόταν ανοικτήν επί του λευκού του γιλέκου, στηριζόμενος επί της τραπέζης δι' αμφοτέρων των αγκώνων και εκύτταζε μηχανικώς γαλλικόν τι μυθιστόρημα ανοικτόν επί του πινακίου του.
Παρετήρει το βιβλίον τούτο διά ν' αποφύγη να ομιλή προς τους εισερχομένους και εξερχομένους αξιωματικούς και διά να εγκαταλειφθή εις τας ιδίας του σκέψεις.
Ανελογίζετο την υπόσχεσιν, ην τω είχε δώσει η Άννα, να του ορίση συνέντευξιν την ιδίαν εκείνην ημέραν, μετά τας ιπποδρομίας.
Δεν την είχεν ιδεί προ τριών ημερών, και, επειδή ο Καρένιν επέστρεφεν ήδη έκ τινος ταξειδίου του εις το εξωτερικόν, δεν εγνώριζεν αν η Άννα θα ήτο ελευθέρα να προσέλθη· και διελογίζετο πώς θα εβεβαιώνετο περί τούτου.
Διά τελευταίαν φοράν την είχεν ιδεί, παρά τη εξαδέλφη του, Μπέτσυ, κατά τινα εξοχικήν εκδρομήν, και μετέβαινεν όσον το δυνατόν σπανιώτερον εις την εξοχικήν οικίαν του Καρένιν.
Επόθει συνεπώς να μεταβή εκεί αυθημερόν και διελογίζετο πώς θα ηδύνατο να ενεργήση προς επιτυχίαν τούτου.
«Θα είπω ότι η Μπέτσυ με απέστειλεν όπως ερωτήσω εκ μέρους της αν η Άννα θα ήρχετο εις τους αγώνας . . . Ω! θα πάω, θα πάω· ασφαλώς θα πάω!» εσκέφθη αποφασιστικώς και ανύψωσε την κεφαλήν υπέρ το βιβλίον του.
Ανελογίσθη την ευδαιμονίαν, ην θα εδοκίμαζεν επαναβλέπων αυτήν, και η μορφή του ηκτινοβόλησε.
Μετά το γεύμα του, επέβη αμάξης και διέταξε να τον οδηγήσωσιν εις το Πέτερχωφ.
Ηυφραίνετο σκεπτόμενος ότι θα εύρισκε την Άννα μόνην, διότι εγνώριζεν ότι ο Καρένιν είχε παραμείνει εν Πετρουπόλει. Ελπίζων δε ότι θα ήτο μόνη, ο Βρόνσκυ, ίνα ελκύση όσον το δυνατόν ολιγώτερον την εφ' εαυτού προσοχήν, όπως έπραττε πάντοτε, κατήλθε της αμάξης πολύ μακρύτερα της οικίας της και ετελείωσε τον δρόμον πεζή. Δεν εισήλθε δε διά του προστόου, αλλά διά του κήπου.
Είχε λησμονήσει όλας τας απασχολούσας αυτόν σκέψεις. Μία μόνη ιδέα εκυριάρχει του νοός του, ότι επρόκειτο να την ίδη, όχι εντός της φαντασίας του, αλλά ζώσαν, ολόκληρον, τοιαύτην οποία ήτο εν τη πραγματική της υποστάσει.
Ανήρχετο ήδη τας βαθμίδας του εξώστου πατών με ολόκληρον το πέλμα διά να μη κάμνουν κρότον τα βήματά του, οπόταν ανελογίσθη το μάλλον ανησυχητικόν σημείον των σχέσεών του· ανελογίσθη τον υιόν της Άννας, του οποίου το ερωτηματικόν βλέμμα τον ενέβαλλεν εις αμηχανίαν.
Το αγοράκι εκείνο, πλειότερον παντός ετέρου, ευρίσκετο αδιαλείπτως επί του δρόμου του.
Οσάκις το παιδίον ευρίσκετο μαζί των, ούτε ο Βρόνσκυ ούτε η Άννα εποιούντο τον παραμικρόν υπαινιγμόν προς παν, ό,τι το παιδίον δεν έπρεπε κατ' ουδένα λόγον να εννοήση ή να υποπτεύση. Θα εθεώρουν ανάξιον εαυτών και ταπεινωτικόν να ευρεθώσιν εις την ανάγκην να το εξαπατήσουν. Επί παρουσία του, συνεπώς, ωμίλουν ως απλοί φίλοι.
Παρά την προφύλαξιν όμως ταύτην, ο Βρόνσκυ παρηκολούθει πολλάκις το βλέμμα, το οποίον προσήλωνεν επ' αυτού το μικρό αγοράκι, βλέμμα προσεκτικόν και τεταραγμένον· παρετήρει επίσης την παράδοξον αιδημοσύνην του και την ανισότητα της ευθυμίας την οποίαν εξεδήλωνε προς αυτόν· οτέ μεν θωπευτικόν, οτέ δε παγερόν, ωσανεί ο μορτάκος εκείνος εμάντευεν ότι μεταξύ του ανθρώπου εκείνου και της μητρός του υφίσταντο σχέσεις ενδιαφέρουσαι, των οποίων όμως δεν είχε την δύναμιν να κατανοήση την σημασίαν.
Πράγματι, με την παιδικήν του φωτεινότητα της αντιλήψεως, διέβλεπε καθαρά ότι ο πατήρ του και η διδασκάλισσα Κιάτια, χωρίς να λέγουν κακόν τι διά τον Βρόνσκυ, τον ητένιζον μετά δυσαρεσκείας και φόβου, εν ώ η μητέρα του τον εχαρακτήριζεν ως τον καλλίτερόν της φίλον:
― Τι να σημαίνη άρα γε τούτο; Ποίος λοιπόν είνε αυτός ο άνθρωπος; Διατί πρέπει να τον αγαπώ; Είνε σφάλμα δικό μου άρα γε που δεν καταλαβαίνω τι άνθρωπος είναι, ή μήπως είμαι χωρίς να το εννοώ, κακό παιδί;
Την φοράν όμως αυτήν ο Σεριόγια δεν ήτο εις το σπίτι και η Άννα ήτο ολομόναχη, καθημένη εις τον εξώστην, όπου ανέμενε την επιστροφήν του υιού της εξελθόντος εις περίπατον.
Είχε καθήσει όπισθεν των ανθέων, εις μίαν γωνίαν της ταράτσας, και δεν ήκουσε τον Βρόνσκυ πλησιάζοντα.
Η μελαχροινή της κεφαλή ήτο κεκλιμένη, και εστήριζε το μέτωπόν της επί του ποτιστήρος, του τοποθετημένου επί του γείσου και τον περιέβαλε διά των ωραίων της δακτυλιοφόρων δακτύλων τα οποία ο Βρόνσκυ εγνώριζε τόσον καλώς.
Το κάλλος ολοκλήρου του ατόμου της, της κεφαλής της, του τραχήλου της, των χειρών της, συνεκίνει εκάστοτε τον Βρόνσυ και τον εγοήτευεν ως να τ' αντίκρυζε διά πρώτην φοράν.
Εσταμάτησε διά να την απολαύση μετά μαγεύοντος θαυμασμού.
Μόλις όμως εδοκίμασε να κάμη έν βήμα όπως την πλησιάση, η Άννα εμάντευσε την παρουσίαν του, απώθησε τον ποτιστήρα και έστρεψε προς αυτόν το φλογισμένον πρόσωπόν της.
― Τι έχετε; ηρώτησεν εκείνος πλησιάσας.
― Δεν σ' επερίμενα.
― Ω! τι κρύο χέρι, είπεν ο νέος.
― Μ' ετρόμαξες! . . . Είμαι μόνη και περιμένω τον Σεριόγια. Όπου και αν είνε φθάνουν.
Αν και εβίαζεν όμως εαυτήν να φανή ήρεμος, τα χείλη της έτρεμον.
― Συγχωρήσατέ με αλλά δεν ηδυνάμην να περάσω ολόκληρον ημέραν χωρίς να σας ίδω.
― Να σας συγχωρήσω! Αλλ' είμαι τόσον ευτυχής διά την επίσκεψίν σας!
― Αλλ' είσθε ασθενής ή σας συνέβη καμμία σύγχυσις; εξηκολούθησεν εκείνος χωρίς ν' αφήση το χέρι της και κύπτων προς αυτήν . . . Τι σκέπτεσθε;
― Πάντοτε τα ίδια, συνεπλήρωσεν εκείνη μειδιάσασα.
Η Άννα έλεγε την αλήθειαν.
Οιανδήποτε στιγμήν και αν ηρωτάτο, θα ηδύνατο ν' αποκριθή:
«Πάντοτε τα ίδια!» Πάντοτε δηλαδή ανελογίζετο εκείνο που απετέλει ταυτοχρόνως την ευτυχίαν και την δυστυχίαν της.
Καθ' ήν στιγμήν είχε φθάσει ο νέος, εκείνη διηρωτάτο διατί τάχα δι' άλλας γυναίκας, διά την κόμησσαν Μπέτσυ, της οποίας εγνώριζε τας σχέσεις μετά του Τούσκεβιτς, όλα ήσαν εύκολα, ενώ δι' αυτήν τα πάντα καθίσταντο μαρτύριον.
Σήμερον δε η σκέψις αυτή, εξ αιτίας κάποιας ανακαλύψεως την οποίαν είχε κάμει, την επέθλιβε περισσότερον ή άλλοτε.
Τον ηρώτησεν εν τούτοις περί των ιπποδρομιών.
Διά να την διασκεδάση, της διηγήθη με τον μάλλον αφελή τρόπον τας λεπτομερείας των προετοιμασιών του.
«Πρέπει να το είπω ή να σιωπήσω;» εσκέπτετο εκείνη ατενίζουσα αυτόν εντός των ωραίων του οφθαλμών, των γαληνίων και ηδυπαθών.
«Είνε τόσον ευτυχής! Είνε τόσον απερροφημένος από τας ιπποδρομίας του, ώστε δεν θα εννοήση όλην την έκτασιν και την σημασίαν του γεγονότος τούτου . . .»
Αλλά δεν μου είπατε τι σκέπτεσθε καθ' ήν στιγμήν εισήλθα; είπεν εκείνος διακόψας την διήγησίν του. Σας παρακαλώ, ειπέτε το μου.
Εκείνη δεν απεκρίθη, έκλινε πλαγίως την κεφαλήν και τον ητένισεν εκ των κάτω ερωτηματικώς διά των μεγάλων της οφθαλμών, οι οποίοι έλαμπον υπό τας μακράς της βλεφαρίδας.
Το χέρι της, το οποίον έπαιζε με ένα φύλλον δένδρου, έτρεμεν.
Η μορφή του Βρόνσκυ εξέφραζε την ευπείθειαν εκείνην, την αφοσίωσιν εκείνην του σκλάβου, την οποίαν αείποτε ανεκάλυπτεν εν αυτώ και η οποία τόσον την εγοήτευε.
― Διαβλέπω ότι επεσυνέβη κάτι το σημαντικόν, είπεν. Αλλά ειμπορώ να είμαι έστω και επί μίαν στιγμήν ήσυχος όταν γνωρίζω ότι έχετε κάποιαν θλίψιν, την οποίαν δεν συμμερίζομαι; Εμπιστευθήτε την μου, σας το ζητώ ως χάριν! . . . Σας ικετεύω!
«Αλλ' αν δεν εννοήση όλην την σοβαρότητα του γεγονότος αυτού, δεν θα τον συγχωρήσω ποτέ! . . . Προτιμότερον να μη είπω τίποτε. Προς τι να τον εμβάλω εις δοκιμασίαν; . . .»
Και ησθάνετο ότι και το χέρι της και το φύλλον το οποίον εκράτει έτρεμον περισσότερον.
― Σας παρακαλώ, ειπέτε μου τα πάντα! επανέλαβεν εκείνος λαβών την χείρα της Άννας.
― Να σας το είπω; . . .
― Ναι, ναι, ναι . . .
― Είμαι . . . έγκυος! είπεν η Άννα διά φωνής ταπεινής και βραδείας.
Το φύλλον του δένδρου έτρεμε δυνατώτερα εις το χέρι της Άννας, αλλά δεν εταπείνωσε τους οφθαλμούς, προσηλωμένους πάντοτε επ' αυτού, ίνα διακρίνη ποίαν εντύπωσιν θα του ενεποίει η αποκάλυψις εκείνη.
Ο Βρόνσκυ ωχρίασεν, ηθέλησε να ομιλήση, αλλ' εσιώπησε, και, εγκαταλιπών το χέρι της Άννας, εταπείνωσε την κεφαλήν.
. . . «Ναι, κατενόησεν όλην την σοβαρότητα του γεγονότος» εσκέφθη η Άννα, και του έθλιψε την χείρα μετ' ευγνωμοσύνης.
Αλλ' ηπατάτο υποθέτουσα ότι είχε κατανοήσει την σημασίαν της ειδήσεως εκείνης υπό την έννοιαν, υπό την οποίαν την αντελαμβάνετο εκείνη ως γυναίκα.
Επί τη πρώτη εντυπώσει είχεν αισθανθή μετά δεκαπλής δυνάμεως το αλλόκοτον εκείνο συναίσθημα του αποτροπιασμού, το οποίον τον κατελάμβανεν από τινος ήδη χρόνου, αλλά ταυτοχρόνως, κατενόησεν ότι η κρίσις την οποίαν ηύχετο, είχεν επέλθει, ότι δεν ήτο πλέον δυνατόν ν' αποκρύψωσι τον δεσμόν των από τον σύζυγον, και ότι επρόκειτο πλέον να θραύσωσι την ψευδή εκείνην κατάστασιν.
― Μάλιστα, είπε διά τόνου αποφασιστικού πλησιάσας αυτήν, ουδέποτε ούτε σεις ούτε εγώ αυτός εξετιμήσαμεν τας σχέσεις μας ως απλήν απόλαυσιν, και τώρα γνωρίζομεν τι μας υπολείπεται να κάμωμεν . . . Πρέπει να τεθή τέρμα εις το ψεύδος αυτό εν τω οποίω ζώμεν.
― Να τεθή τέρμα; . . . Πώς το εννοείτε, Αλέξιε; είπεν εκείνη χαμηλοφώνως.
Είχε πραϋνθή η ταραχή της και η μορφή της ηκτινοβόλει υπό τρυφερόν μειδίαμα.
― Πρέπει να εγκαταλείψης τον σύζυγόν σου και να ενώσωμεν τας υπάρξεις μας.
― Είναι ηνωμέναι ήδη, είπε διά μόλις ακουομένης φωνής εκείνη.
― Ναι, βεβαίως, αλλ' ανάγκη πλέον να ενωθώμεν τελείως.
― Αλλά πώς, πώς, Αλέξιε; ειπέ το μου! ανεφώνησεν εκείνη με θλιβερόν μειδίαμα, το οποίον εδείκνυεν ότι κατενόει ότι η κατάστασις είχε καταστή αδιέξοδος.
― Διακρίνεις, επανέλαβε, καμμίαν δυνατήν λύσιν εις την κατάστασιν ταύτην; Μήπως δεν είμαι σύζυγος του συζύγου μου;
― Υπάρχουν διέξοδοι δι' όλας τας καταστάσεις. Πρέπει μόνον να έχη κανείς θάρρος. Τούτο θα είναι πάντοτε προτιμότερον από την σημερινήν σου θέσιν. Αντιλαμβάνομαι άριστα πόσον βασανίζεσαι υπό του κόσμου, υπό του υιού σου, υπό του συζύγου σου . . .
― Α! όχι, όχι υπό του συζύγου μου, είπεν εκείνη μειδιάσασα. Αυτόν δεν τον σκέπτομαι. Αυτός δεν υφίσταται.
― Δεν είσαι ειλικρινής . . . Σε γνωρίζω καλά . . . , μαρτυρείς επίσης και εξαιτίας εκείνου.
― Αλλά δεν υποπτεύεται τίποτε, είπεν η Άννα.
Φλοξ επορφύρωσε την μορφήν της, αι παρειαί της, το μέτωπόν της, ο τράχηλός της κατέστησαν ερυθρά και δάκρυα αίσχους ανέβλυσαν εκ των οφθαλμών της.
― Όχι, ας μη ομιλώμεν περί αυτού.
― Ολίγον μας ενδιαφέρει αν ο σύζυγός σου υποπτεύη ή δεν υποπτεύει, είπεν ο Βρόνσκυ διά φωνής σταθεράς και γαληνίου . . . Δεν δυνάμεθα . . . , δεν δύνασθε σεις μάλλον να μείνετε εδώ, κατόπιν κυρίως της αποκαλύψεως την οποίαν μου εκάματε.
― Αλλά τι με συμβουλεύετε; επανέλαβεν εκείνη με το αυτό φαινομενικόν μειδίαμα.
Η Άννα, ήτις εφοβείτο μη τον έβλεπε να παίρνη ελαφρά την είδησιν της εγκυμοσύνης της, ήτο τόρα λίαν δυσηρεστημένη διότι εξήγεν εκ τούτου συμπεράσματα τόσον ριζικά.
― Πρέπει να είπης εις τον σύζυγόν σου, και να τον εγκαταλείψης.
― Πολύ καλά· δέχθητε ότι ακολουθώ την συμβουλήν σας . . . Ξεύρετε τι θα επακολουθήση; Θα σας το είπω εκ των προτέρων.
Κάποια λάμψις κακεντρεχείας απήστραψεν εις τα μάτια της, των οποίων η έκφρασις ήτο προτήτερα τόσον γλυκεία.
― «Α! . . . αγαπάτε άλλον και προέβητε μετ' αυτού εις δεσμόν εγκληματικόν;» (η Άννα απεμιμείτο τον σύζυγόν της και, όπως εκείνος, ετόνιζεν ιδιαιτέρως την λέξιν «εγκληματικόν»). Σας προειδοποίησα ήδη περί των συνεπειών ενώπιον της θρησκείας, της κοινωνίας και της οικογενείας. Δεν με ηκούσατε. Τόρα δεν δύναμαι να παραδώσω το όνομά μου εις την ατίμωσιν, και τον υιόν μου, ― ήθελε να είπη, αλλά διεκόπη διά να μη αστεϊσθή με το όνομα του υιού της . . . ― Εν ενί λόγω, θα είπη με το ύφος του ως πολιτικού ανδρός, με όλην την σαφήνειαν και την ακριβολογίαν που τον διακρίνει, θα είπη ότι δεν δύναται, ότι δεν του επιτρέπεται να με αφήση ν' αναχωρήσω και ότι θα λάβη όλα τα μέτρα τα αναγκαία διά να σταματήση το σκάνδαλον. Και θα εκτελέση μετ' ηρεμίας και ακριβείας παν ό,τι μου προανήγγειλεν. Ιδού τι θα μας συνέβαινε . . . Δεν είνε άνθρωπος αυτός, είνε μηχανή, και μηχανή κακεντρεχής, όταν είναι ωργισμένος, προσέθηκεν αναπαριστώσα τον Καρένιν καθ' όλας τας λεπτομερείας της μορφής του, του τρόπου του λέγειν του και επιφορτίζουσα αυτόν με παν ό,τι της απήρεσκεν εν αυτώ, και μη συγχωρούσα αυτόν τίποτε εξαιτίας του τρομερού σφάλματος το οποίον αυτή είχε διαπράξει εις βάρος του . , .
― Αλλά, Άννα, είπεν ο Βρόνσκυ με φωνήν θωπευτικήν, προσπαθών να την καταπραϋνη, όπως και αν έχη το πράγμα, πρέπει οπωσδήποτε να τω εξηγηθής, και, κατόπιν, να ενεργήσωμεν σύμφωνα προς τας αποφάσεις που θα λάβη.
― Ώστε, πρέπει να φύγω μαζί σας;
― Και διατί όχι; . . . Δεν είναι αδύνατον βέβαια;
― Μάλιστα, να φύγω και να καταστώ ερωμένη σας, είπεν εκείνη μετ' οργής.
― Άννα! εφώνησεν ο νέος με τόνον θωπευτικής επιπλήξεως.
― Μάλιστα, επανέλαβεν εκείνη, να καταστώ ερωμένη σας και να συντρίψω τα πάντα.
Και πάλιν επεθύμει να ομιλήση περί του υιού της, αλλά δεν ηδυνήθη να προφέρη το όνομα τούτο.
Ο Βρόνσκυ δεν ηδύνατο να εννοήση πώς η Άννα, παρά τον θεμελιωδώς έντιμον χαρακτήρα της, πώς ηδύνατο να υποφέρη την κατάστασιν την ψευδή εις την οποίαν ευρίσκετο χωρίς να έχη τον πόθον να εξέλθη εξ αυτής· δεν ηδύνατο να μαντεύση ότι κυρία τούτου αφορμή ήτο η λέξις αύτη: «ο υιός μου», την οποίαν δεν κατώρθωνε να προφέρη.
Όταν εσκέπτετο το παιδί της και τας σχέσεις τας υφισταμένας μεταξύ του υιού της και μιας μητρός, ήτις είχεν εγκαταλείψει τον πατέρα του παιδιού της, κατελαμβάνετο υπό τοιούτου τρόμου, ώστε δεν ηδύνατο πλέον να λογικεύεται.
Τότε, ως γυναίκα, προσεπάθει να κατευνάζηται διά δικαιολογητικών ψευδών, και ηύχετο όπως τα πάντα παραμείνωσιν τοιαύτα, ώστε να δυνηθή να λησμονήση το τρομακτικόν τούτο πρόβλημα:
Τι θ' α π ε γ ί ν ε τ ο - ο - υ ι ό ς - τ η ς;
― Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, είπεν αίφνης προς τον Βρόνσκυ με την ειλικρινή και τρυφεράν φωνήν της, δραξαμένη των χειρών αυτού, μη μου ομιλήσης ποτέ πλέον περί τούτου.
― Αλλά, Άννα!
― Ποτέ! Κατανοώ άριστα όλην την φρικαλεότητα και όλην την ταπείνωσιν της θέσεώς μου, αλλά δεν είναι όσον σκέπτεσαι εύκολον να εξέλθω της θέσεως ταύτης. Άφες με ελευθέραν να ενεργήσω και υπάκουσόν με . . Μη μου ξαναμιλήσης περί τούτου. Μου το υπόσχεσαι; Υποσχέσου το μου, υποσχέσου το μου!
― Υπόσχομαι παν ό,τι επιθυμείς, αλλά δεν μπορώ να είμαι ήσυχος, κατόπιν προπάντων εκείνου το οποίον μοι εξεμυστηρεύθης . . , Δεν ειμπορώ να είμαι ήσυχος, όταν βλέπω ότι υφίσταται μαρτύριον.
― Ναι, ενίοτε πάσχω, αλλά τούτο θα παρέλθη αν δεν επανέλθης πλέον εις αυτό το ζήτημα. Πάσχω μόνον οσάκις μου κάμνης σχετικόν λόγον.
― Δεν σε εννοώ, απήντησεν ο Βρόνσκυ.
― Α! γνωρίζω. . . . είπεν η Άννα διακόψασα αυτόν, πόσον στοιχίζει εις τον τίμιον χαρακτήρα σου το ψεύδεσθαι και σε λυπούμαι. Αναλογίζομαι πολλάκις την θυσίαν, την οποίαν μου έκαμες και ότι συνέτριψες την ζωήν σου προς χάριν μου.
― Και εγώ επίσης αναλογίζομαι παν ό,τι εθυσίασες προς χάριν μου! Δεν δύναμαι δε να συγχωρήσω εις εμαυτόν το ότι εγώ υπήρξα αφορμή να καταστής δυστυχής . . . .
― Εγώ δυστυχής; είπεν η Άννα πλησιάσασα αυτόν και παρατηρούσα αυτόν με μειδίαμα πλήρες έρωτος και εκτάσεως . . . Εγώ δυστυχής; Όχι, ιδού η ευτυχία μου . . .
Ήκουσεν αίφνης την φωνήν του υιού της επιστρέφοντος εκ του περιπάτου. Έρριψε δε φευγαλέον βλέμμα επί του εξώστου και ηγέρθη δι' ενός άλματος.
Το βλέμμα της Άννας εσπινθηροβόλει την φλόγα, ην ο Βρόνσκυ εγνώριζε κάλλιστα. Διά κινήσεως ταχείας ανύψωσε τα ωραία της χέρια, τα φορτωμένα από δακτύλια, έλαβε την κεφαλήν του Βρόνσκυ μεταξύ των παλαμών της, τον ητένισε με βλέμμα παρατεταμένον και πλησιάσασα το πρόσωπόν της εις τα ανοικτά και μειδιώντά του χείλη, εφίλησε φευγαλέως το στόμα του και τα δύο του μάτια, είτα δε τον απώθησε μακράν της.
Ηθέλησε ν' απομακρυνθή αλλά την εσταμάτησε.
― Πότε; είπε χαμηλοφώνως παρατηρών αυτήν παραφόρως.
― Σήμερον, κατά την συνήθη μας ώραν, απήντησεν εκείνη ημιφώνως.
Αφήκε δε στεναγμόν και με το ελαφρόν και γοργόν της βάδισμα προυχώρησεν εις υποδοχήν του Σεριόγια.
― Ω ρεβουάρ! είπε προς τον Βρόνσκυ. Πλησιάζει η στιγμή της μεταβάσεώς σας εις τους αγώνας . . . Η Μπέτσυ υπεσχέθη ότι θα έλθη να με πάρη.
* * *
Όταν ο Βρόνσκυ συνεβουλεύθη εκ νέου το ωρολόγιόν του, παρετήρησεν ότι ήτο πέμπτη και ημίσεια και ότι είχε πολύ αργήσει.
Παν ό,τι το οδυνηρόν υπήρχεν εις τας μετά της Άννης σχέσεις τον, παν ό,τι έμεινεν αόριστον μετά την συνομιλίαν των, εξηνεμίζετο ήδη, και εσκέπτετο μετά χαράς τας ιπποδρομίας, εις τας οποίας ήτο βέβαιος ότι θα έφθανεν εν καιρώ.
Από στιγμής επίσης εις στιγμήν η αναμονή της ευτυχίας της συνεντεύξεως της νυκτός εξερρήγνυτο φαιδρώς εντός της φαντασίας του.
Ο πόθος εν τούτοις των ιππικών αγώνων τον απερρόφα επί μάλλον και μάλλον καθ' όσον εισέδυεν εις την ατμόσφαιραν του αθλητισμού, προπορευόμενος των οχημάτων, τα οποία μετέβαινον επί τόπου εκ πάσης διευθύνσεως.
Έφθασεν αποφεύγων ιδίως τους ανθρώπους του κόσμου, οίτινες περιεδιάβαζον συνομιλούντες άμα ενώπιον των περιπτέρων.
Ο μεγαλείτερος αδελφός του Βρόνσκυ, συνταγματάρχης, βραχύς το ανάστημα αλλά με όσον και ο Αλέξιος ευρείς τους ώμους, ωραιότερος όμως κατά τα χαρακτηριστικά, με μύτη κόκκινη και κεφάλι μεθύσου γελαστής και ανυποκρίτου εκφράσεως, τον επλησίασε και του είπε:
― Έλαβες το μπιλλιέττο μου; Δεν ειμπορεί κανείς να σε εύρη πουθενά.
Ο Αλέξανδρος Βρόνσκυ, παρά την έκλυτον ζωήν του και παρά την κλίσιν του εις τον πότον, πράγματα γνωστά εις όλους, ήτο τέλειος ευπατρίδης. Ομιλών δε τόρα μετά του αδελφού του περί ζητημάτων λίαν δυσαρέστων, επειδή εγνώριζεν ότι τους εκύτταζαν, είχε την μορφήν γελαστήν και εφαίνετο ως να εφαιδρολόγει μάλλον.
― Έλαβα το μπιλλιέτο σου, είπεν ο Αλέξιος, αλλά δεν εννοώ διατί κάθεσαι και σκοτίζεσαι διά τον ιδιαίτερόν μου βίον.
― Διατί σκοτίζομαι; . . . Διότι, προ μιας στιγμής, μου παρετήρησαν ότι δεν ευρίσκεσο εδώ και ότι την Δευτέραν σε είδον εις Πέτερχωφ . . .
― Υπάρχουν πράγματα, τα οποία δεν δύνανται να εκφρασθώσι παρά μόνον υπό των αμέσως ενδιαφερομένων, και το ζήτημα αυτό που σε απασχολεί, είναι έν απ' αυτά . . .
― Εν τοιαύτη περιπτώσει, δίδει κανείς την παραίτησίν του, ή . . .
― Σε παρακαλώ να μη αναμιγνύεσαι. Αυτό και μόνον έχω να σου είπω.
Η μορφή του Αλεξίου ωχρίασεν.
Αγαθός εκ φύσεως, δυσκόλως παρεφέρετο, αλλ' οσάκις εξωργίζετο, καθίστατο επικίνδυνος.
Έδραμεν εις το κέντρον του ιπποδρομίου, όπου ωδήγουν ήδη τους ίππους διά τον δρόμον μετ' εμποδίων.
Εκ του δεξιού προσεκομίζετο η επιδεξία και χαριτωμένη Φρουφρού, και, πλησίον αυτής οι σταυλίται αφήρουν το επίσαγμα του Γλαδιάτορος του μονομάχου! . . . τα ωραία και δυνατά εκείνα σώματα και οι λεπτοί και καλλιτεχνικοί των πόδες προσείλκυον ακουσίως εαυτού την προσοχήν του Βρόνσκυ.
― Εφ' ίππους! κραύγασαν ο διευθύνων τους αγώνας αξιωματικός.
Ο Βρόνσκυ, κατανοών ότι απετέλει το σημείον της ακτινοβολίας διά την ομήγυριν, κατελήφθη από την κατάστασιν εκείνην της νευρικής υπερεντάσεως, ήτις τω προσέδιδε πάντοτε κινήσεις βραδείας και θετικάς.
― Μη βιάζεσθε, τω είπεν ο Καρδ, ― ο γυμναστής του.
Ήτο, όπως πάντοτε γαλήνιος και σοβαρός, και εκράτει τον ίππον εξ αμφοτέρων των ηνίων.
― Αν δύνασθε, προπορευθήτε των άλλων. Αλλά μη αποθαρρυνθήτε μέχρι της τελευταίας στιγμής, έστω και αν μείνετε όπισθεν.
Προτού η Φρουφρού λάβη καιρόν ν' αδημονήση, ο Βρόνσκυ, δι' ενός ελαφρού και ρωμαλέου άλματος, έθεσε τον πόδα επί του αναβατήρος, και, ελαφρώς και ισορρόπως, εκαθέσθη επί του εφιππίου, του οποίου το δέρμα έτριξε.
Με το συνηθισμένον του κίνημα, συνέπλεξε τα ηνία μεταξύ των δακτύλων του, μεθ' ό ο Καρδ εξώθησε τον ίππον και οπισθοχώρησεν.
Υπήρχον εννέα «εμπόδια»: ο ποταμός, ένας ευρύς φράκτης προ του περιπτέρου, μία τάφρος ξηρά, μία τάφρος πλήρης ύδατος, είς τεχνητός λοφίσκος, μία ιρλανδική «μπανκέττα», ― έν από τα δυσκολώτερα εμπόδια, ― σχηματιζομένη δι' ενός προμαχώνος κατασκεπούς από θάμνους, και όπισθεν του οποίου ηνοίγετο τάφρος αόρατος εις τον ίππον, εις τρόπον ώστε το ζώον ώφειλεν ή να υπερπηδήση αμφότερα τα εμπόδια ή να φονευθή, ― κατόπιν ήρχοντο δύο ακόμη τάφροι μεθ' ύδατος και τρίτη ξηρά.
Όλαι αι διόπτραι διηυθύνθησαν επί του παντοιοχρώμου ομίλου των ιππέων καθ' όσον παρετάσσοντο ούτοι εις γραμμήν.
― Φεύγουν! φεύγουν! εφώναξαν πανταχόθεν, κατόπιν σιγής καθ' ήν παρηκολουθήθη πάσα κίνησις μετ' άκρας προσοχής.
Πεζοπόροι, καθ' ομίλους και μεμονωμένοι προσέτρεχαν από θέσεως, εις θέσιν ίνα ίδωσι καλλίτερα.
Κατά την έναρξιν του δρόμου η γραμμή των ιππέων επεμηκύνθη, συνεθλάσθη, είτα δε καθ' ομίλους εκ δύο ή τριών επλησίασεν εις τον ποταμόν.
Διά τα μάτια των θεατών, εφαίνετο ότι όλοι είχον εξορμήσει ταυτοχρόνως, αλλ' αυτοί ούτοι οι ιππείς κατενόουν ότι προέβαινον επαλλήλως και ότι οι μεν προυχώρουν, οι δε υπελείποντο των άλλων κατά έν ή δύο δευτερόλεπτα, τούθ' όπερ δι' αυτούς ήτο σημαντικώτατον.
Η Φρουφρού, ταραγμένη και εις υπερβολήν νευρική, είχεν αφήσει να της διαφύγη η στιγμή του συνθήματος και πολλοί ίπποι είχον εξορμήσει προ αυτής. Ο Βρόνσκυ εν τούτοις εκέρδισε τον απωλεσθέντα χρόνον προτού φθάση εις τον ποταμόν και προεπέρασεν εύκολα τους αντιπάλους του· δεν είχε πλέον ενώπιόν του παρά μόνον τον Γλαδιάτορα, ούτινος επέβαινεν ο Μακχότιν, και ολίγον μακρύτερα την θαυμασίαν Άρτεμιν, ης επέβαινεν ο Κουζοβέλωφ, πεθαμένος μάλλον παρά ζωντανός.
Ανεπαισθήτως δε, ως να ήτο πτερωτή, η Φρουφρού ώρμησεν εις καταδίωξίν των, αλλά, καθ’ ήν στιγμήν ο Βρόνσκυ εκυμαίνετο εναέριος σχεδόν, παρετήρησε κάτωθέν του, υπό τα πέταλα σχεδόν του ίππου του, τον Κουζοβέλωφ, όστις, μετά της Αρτέμιδος, επάλαιεν απεγνωσμένως επί της αντίπεραν όχθης . . .
Ο Βρόνσκυ κατείδε τότε, ότι ακριβώς εις την θέσιν όπου η Φρουφρού ώφειλε να θίξη το έδαφος, εκινδύνευε να συναντήση την κεφαλήν ή την κνήμην της Αρτέμιδος . . . Αλλ' η θαυμασία ίππος, όπως μια γαλή πίπτει κατά γης, κατέβαλε φοβερόν αγώνα κνημών και οσφύων κατά το επακολουθήσαν άλμα, και αποφυγούσα την Αρτέμιδα, εσφενδονίσθη πολύ πέραν αυτής.
. . . «Ω! μπράβο, ωραία μου!» διελογίσθη ο Βρόνσκυ.
Ήτο ήδη απολύτως κύριος του ίππου του και τον συνεκράτει, προτιθέμενος να διαπεράση τον μέγαν φραγμόν κατά πόδας του Γλαδιάτορος, ίνα προσπαθήση να τον υπερβή αμέσως κατόπιν.
Ο μέγας φραγμός υψούτο κατέναντι του αυτοκρατορικού περιπτέρου. Ο Αυτοκράτωρ ολόκληρος η Αυλή και το πλήθος των θεατών παρετήρουν τον Βρόνσκυ και τον Μακχότιν, όστις υπερέβαινε τον πρώτον κατά το μήκος ενός ίππου, αλλ' ο Βρόνσκυ δεν έβλεπε τίποτε άλλο πλην των ώτων και του τραχήλου της Φρουφρού, την γην, η οποία εφαίνετο ως κυλυομένη προς αυτόν και τας λευκάς κνήμας του Γλαδιάτορος, όστις παρέμεινε πάντοτε εις την ιδίαν απόστασιν . . .
Κατά την στιγμήν ακριβώς κατά την οποίαν ο Βρόνσκυ εσκέφθη ότι έπρεπε να υπερβή τον Μακχότιν, η Φρουφρού κατενόησεν εξ εαυτής την σκέψιν του· χωρίς δε αυτός να την εξωθήση επέσπευσεν αισθητώς το βήμα και ήρχισε να πλησιάζη προς τον Μ ο ν ο μ ά χ ον (τον Γλαδιάτορα), είτα δε να προσπερνά.
Ο Βρόνσκυ εκανόνιζε τον δρόμον, αυτό ήθελε και αυτό του είχε συμβουλεύσει ο Καρδ.
Δεν αμφέβαλλε πλέον περί της νίκης του, ο δε ενθουσιασμός του, η χαρά του και η αγάπη του προς την Φρουφρού ηύξανον από στιγμής εις στιγμήν.
Έμεινεν η τελευταία τάφρος, πλάτος δύο μέτρων και πλήρης ύδατος.
Ο Βρόνσκυ δεν τον παρετήρει, και ποθών να φθάση μετ' αισθητής υπεροχής, είλκυσε τα ηνία κυκλικώς κατά την στιγμήν του άλματος, ανυψών και ταπεινών την κεφαλήν του ίππου.
Κατενόει ότι η Φρουφρού κατηνάλισκε το τελευταίον απόθεμα της αντοχής της· ου μόνον ο τράχηλος και οι ωμοί της ήσαν κάθυγροι, αλλ' ο ιδρώς εξεχύνετο επί των ακρωμίδων αυτής, επί της κεφαλής, επί των οξυκορύφων της ώτων, η δε πνοή της είχε καταστή εσπευσμένη και οδυνηρά.
Εγνώριζεν, εν τούτοις, ότι το απόθημα εκείνο των δυνάμεών της θα επήρκει όπως διατρέξη τα τετρακόσια μέτρα, τα οποία υπολείποντο προς υπέρβασιν.
Η Φρουφρού υπερεπήδησε την μικράν τάφρον ομοία με πτηνόν, αλλά ταυτοχρόνως προς μέγαν του τρόμον, ο Βρόνσκυ ησθάνθη ότι, μη ακολουθήσας την κατεύθυνσιν του ζώου, είχεν αφεθή να επαναπέση επί του εφιππίου, ― κίνησις ασυγχώρητος.
Ευθύς εκ τούτου η θέσις του μετεβλήθη και κατενόησεν ότι θα του συνέβαινε κάτι το τρομερόν.
Προτού δε λάβη καιρόν ν' αντιληφθή ό,τι θα του συνέβαινεν, αι κνήμαι του Μονομάχου διήλθον ενώπιόν του και ο Μακχότιν, ορμήσας καλπάζων, τον επροσπέρασεν.
Ο Βρόνσκυ προσέθιξε διά του ποδός το έδαφος και η Φρουφρού ήτο ετοίμη να υποκύψη.
Απέσυρε τότε βιαίως τον πόδα του και η Φρουφρού κατέπεσεν επί της πλευράς, χρεμετίζουσα επωδύνως και καταβάλλουσα διά του λεπτού και καθίδρου αυχένος της ματαίους αγώνας ίνα ανεγερθή. Εσφάδαζε δε προ των ποδών του ως πτηνόν θανασίμως τρωθέν.
Το αδέξιον κίνημα του Βρόνσκυ της είχε θραύσει τας οσφύς.
Το ενόησε βραδύτερον· προς το παρόν έβλεπε μόνον ότι ο Ματχότιν προυχώρει γοργώς, ενώ αυτός εκλονίζετο κατάμονος επί του βορβορώδους εδάφους, ακίνητος και ενώπιον του η Φρουφρού εξηπλωμένη, ασθμαίνουσα, με την κεφαλήν εστραμμένην προς αυτόν, τον παρετήρει με το θαυμάσιον όμμα της.
Χωρίς να αντιλαμβάνεται τι είχεν ακριβώς συμβή, ο Βρόνσκυ είλκυε τα ηνία· η Φρουφρού εσπαρτάρησε και πάλιν ωσάν ψάρι, αναγκάσασα εις τριγμούς το εφίππιον· ηλευθέρωσε δε τους εμπροσθίους πόδας, αλλά μη δυνηθείσα ν' ανεγείρη τα οπίσθια, εσφάδασεν εκ νέου και κατέπεσεν αύθις επί της πλευράς.
Ο Βρόνσκυ, με την μορφήν συνεσπισμένην υπό της λύσσης, ωχρός με την κάτω σιαγόνα τρέμουσαν της κατέφερε πλήγμα διά του πέλματος επί της κοιλίας και την έσυρεν αύθις εκ του χαλινού.
Αλλ' η Φρουρού δεν έκαμε την παραμικράν κίνησιν, εβύθισε το ρύγχος της εντός του χώματος και ητένισε τον κύριόν της με το βλέμμα της που ωμιλούσε.
― Τι έκαμα, κραύγασαν ο Βρόνσκυ. Έχασα το αγώνισμα και ένεκα τίνος επονειδίστου, ασυγχωρήτου σφάλματος!
Το πλήθος, ο ιατρός, ο βοηθός χειρουργός, οι αξιωματικοί του συντάγματός του έδραμον προς αυτόν.
Ο Βρόνσκυ ήτο σώος και υγιής. Αλλ' η Φρουφρού είχε θραύσει τας οσφύς και απεφάσισαν ότι έπρεπε να θέσουν τέρμα εις τας οδύνας της, δίδοντες αυτή το απολυτρωτικόν κτύπημα.
* * *
Αι εξωτερικαί σχέσεις μεταξύ Καρένιν και της συζύγου του δεν είχον κατ' ουδέν μεταβληθή. Η μόνη διαφορά ενέκειτο εις το ότι ο Καρένιν ήτο πολύ περισσότερον από άλλοτε απερροφημένος τώρα υπό της εργασίας του.
Από της συζητήσεως ην είχε κάμει μετά της Άννας μετά την εσπερίδα της κομήσσης Μπέτσυ, δεν είχε κάμει πλέον υπαινιγμόν περί των υπονοιών του, ούτε περί της ζηλοτυπίας του.
Είχεν αναλάβει τον είρωνα τόνον της φωνής του, όστις του εφαίνετο μάλλον κατάλληλος εις τας νέας σχέσεις αίτινες είχον αποκαταστή μεταξύ της συζύγου του και αυτού.
Ο πνευματώδης αυτός άνθρωπος, ο τόσον λεπτός εις παν ό,τι αφεώρα τας υποθέσεις του Κράτους, δεν αντελαμβάνετο όλων την τρέλλαν της συμπεριφοράς του προς την γυναίκα του.
Δεν αντελαμβάνετο διότι εφοβείτο τρομερά να προχωρήση μέχρι του βάθους της καταστάσεως, και εκλείδωσε και εμανδάλωσε εντός της ψυχής του την θήκην εντός της οποίας εφύλαττε τα αισθήματά του προς την σύζυγον και τον υιόν του.
Αυτός όστις υπήρξε πάντοτε πατέρας προσεκτικός και εις άκρον επιμελής, προσέλαβεν, ευθύς από της αρχής του χειμώνος, και διά τον υιόν του, τον αυτόν ειρωνικόν τόνον, ον εχρησιμοποίει προς την γυναίκα του.
Ο Καρένιν απέστεργε να σκέπτεται περί της διαγωγής και των αισθημάτων της συζύγου του, και πράγματι, δεν εσκέπτετο.
Η εξοχική έπαυλις των Καρένιν έκειτο εις το Πέτερχωφ, και κατά παν θέρος, η κόμησσα Λυδία ενεκαθίστατο εις την περίχωρον αυτής και ευρίσκετο εις διαρκείς σχέσεις μετά της Άννας.
Κατά το έτος εκείνο, η κόμησσα Λυδία δεν μετέβη εις την εξοχικήν εν Πέτερχωφ διαμονήν της, δεν μετέβη ουδ' εφ' άπαξ εις επίσκεψιν της Άννας και ανεκοίνωσε καταλλήλως προς τον Καρένιν ότι η φιλία της Άννας προς την Μπέτσυ και τον Βρόνσκυ της εφαίνετο εντελώς απρεπής.
Ο Καρένιν την εσταμάτησεν αυστηρώς διακηρύττων ότι η σύζυγός του ήτο ανωτέρα πάσης υπονοίας, και από της ημέρας εκείνης, απέφυγε την κόμησσαν Λυδίαν.
Δεν ήθελε να βλέπη και δεν έβλεπε ποσώς, ότι εν τη κοινωνία, πολλά πρόσωπα απεμακρύνοντο της Άννας· δεν ήθελε να εννοή και δεν κατενόει ποσώς διατί η σύζυγός του είχε τόσον ζωηράν επιθυμίαν να μεταβή εις Τσάρσκοϊε-Σέλο, όπου κατώκει η Μπέτσυ, και δη ου μακράν του μέρους όπου κατεσκήνου το σύνταγμα του Βρόνσκυ.
Δεν επέτρεπεν εις εαυτόν να σκέπτεται περί τούτου και ουδέποτε εσκέπτετο, αλλά ταυτοχρόνως, εις τα έγκατα της ψυχής του, χωρίς ποτέ να το βεβαιώση και προς εαυτόν, και χωρίς να έχη αποδείξεις ή και υπονοίας μόνον, είχε την ακλόνητον πεποίθησιν ότι ήτο σύζυγος απατηθείς και υπέφερεν εκ τούτου τρομερά.
Ποσάκις, κατά το διάστημα των οκτώ ευδαιμόνων ετών της συζυγικής του ζωής, ο Καρένιν, βλέπων γυναίκας απίστους και συζύγους ηπατημένους, διελογίζετο:
― Πώς ημπορούν να ζώσιν υπό τοιαύτας συνθήκας, πώς δεν επιζητούσι να εξέλθωσι της όλης ανωμάλου αυτής θέσεως;
Αλλ' αφ' ης η συμφορά αύτη εβάρυνε και αυτόν τον ίδιον, ου μόνον δεν εσκέπτετο πώς θα ηδύνατο να εξέλθη της θέσεως εκείνης, αλλά ουδέ καν ήθελε να αναλογισθή το πράγμα, διότι η τοιαύτη σκέψις ήτο απαισία, αηδής και ακανόνιστος.
Κατά την ημέραν των αγώνων, ο Καρένιν απεφάσισεν όπως, αμέσως μετά το πρόγευμά του, θα μετέβαινεν εις την εξοχήν όπως ίδη την σύζυγόν του και εκείθεν εις τας ιπποδρομίας, εις τας οποίας ώφειλε να παραστή αφού και η Αυλή θα ευρίσκετο εκεί.
Θα μετέβαινε να ίδη την Άνναν διότι είχε κρίνει ότι η ευπρέπεια απήτει να της κάμνη μίαν επίσκεψιν καθ' εβδομάδα· εκτός δε τούτου, ώφειλε την ημέραν εκείνην, σύμφωνα προς την τάξιν, ην είχε καθιερώσει εις το σπίτι του, να μετρήση, εις την σύζυγόν του το χρήμα διά τας εβδομαδιαίας δαπάνας.
Εκάλεσε δε και τον διευθυντήν του γραφείου του όπως τον συνοδεύση κατόπιν εις Πέτερχωφ, ίνα μεταβώσιν ομού εις τους αγώνας.
Χωρίς να κατανοή σχεδόν διατί, ο Καρένιν ηρέσκετο να έχη μαζί του και ένα τρίτον οσάκις μετέβαινε να βλέπη την σύζυγόν του.
Η Άννα ίστατο ορθία ενώπιον του καθρέπτου της και απετελείωνε τον καλλωπισμόν της οπόταν ήκουσε κρότον τροχών υπό τους οποίους έτριζον οι αμμοχάλυκες του προστόου.
«Πολύ ενωρίς διά την Μπέτσυ!» διελογίσθη.
Εκύτταξε δε από το παράθυρον και είδε την άμαξαν, ως και το μαύρο καπέλλο και τα αυτιά που τόσον καλά εγνώριζε, να προβάλλουν από την θυρίδα του λαντώ.
«Σε τι ακατάλληλη στιγμή που φθάνει! . . Μήπως έρχεται άρα γε να περάση την νύχτα του εδώ;»
Όλα αυτά της εφαίνοντο τόσον τρομακτικώς αηδή, ώστε, χωρίς ουδέ στιγμήν να σκεφθή, έδραμεν εις προϋπάντησιν του συζύγου της, με την μορφήν ακτινοβόλον και γελαστήν και αισθανομένη εντός της επικρατούν το οικείον της πλέον πνεύμα του δόλου και του ψεύδους . . . Και παρεδόθη εις αυτό εξ ολοκλήρου, και ήρχισε να ομιλή χωρίς να ξεύρη καλά καλά τι επρόκειτο να είπη.
― Α! τι χαρά! έκαμε τείνασα την χείρα προς τον Καρένιν και υποδεχθείσα δι' ενός μειδιάματος τον διευθυντήν του γραφείου του Σλιούδιν. Θα διανυκτερεύσης εδώ, βέβαια; . . . Και τόρα πηγαίνομεν μαζί εις τους αγώνας . . . Έχω όμως υποσχεθή εις την Μπέτσυ, η οποία πρόκειται να έλθη να με πάρη, να πάω μαζί της.
― Ω! δεν θα χωρίσω εγώ τους αχωρίστους, είπε με τον ειρωνικόν του τόνον . . . Ο ιατρός άλλως τε μου συνιστά να περιπατώ . . . Θα κάμω λοιπόν την πορείαν πεζή και υπολογίζω ότι θα ευρεθώ εγκαίρως επί τόπου.
― Έχετε αρκετόν καιρόν, είπεν η Άννα . . . Θα πάρετε τσάι;
Έκρουσε τον κώδωνα.
― Φέρετε το τσάι και ειπέτε εις τον Σεριόγια ότι ο κύριος ήλθε . . . Λοιπόν! πώς είσαι; . . .
Ο Σλιούδιν κατήλθεν εις τον εξώστην.
Η Άννα εκάθισε πλησίον του συζύγου της.
― Δεν είσαι ευδιάθετος, είπε.
― Πράγματι, απήντησεν ο Καρένιν, εδέχθην σήμερον την επίσκεψιν του ιατρού, ο οποίος μ' εκράτησεν επί πολύ. Είμαι βέβαιος ότι θα μου τον έστειλε κάποιος από τους φίλους μου. Τόσον πολύτιμος τοις είνε η ζωή μου.
― Και τι σου είπεν ο ιατρός;
Τον εξήτασε δε περί της υγείας του και των ασχολιών του, του συνέστησε ν' αναπαυθή και τον εκάλεσε να μεταβή να περάση μαζί της ολίγον χρόνον εις την εξοχήν.
Εξεδήλωσεν όλην της την τρυφερότητα και το ενδιαφέρον, και τω ωμίλει ζωηρώς και με κάποιαν παράδοξον λάμψιν εις τα μάτια . . . Αλλ' ο Καρένιν δεν απέδιδε πλέον την παραμικράν σημασίαν εις τον τόνον εκείνον.
Ήκουε μόνον τας λέξεις και ταις απέδιδε την πραγματικήν των έννοιαν.
Απεκρίθη δε όχι ολιγώτερον εκείνης φιλόφρων και τρυφερός αν και με κάπως ειρωνικόν τόνον.
Την στιγμήν εκείνην εισήλθεν ο Σεριόγια συνοδευόμενος υπό της διδασκαλίσσης του.
Αν ο Καρένιν είχε την πρόνοιαν να εξετάση τα περί αυτόν συμβαίνοντα, θα παρετήρει το πεφοβισμένον και δειλόν βλέμμα διά του οποίου το παιδίον ητένισεν αυτόν εν αρχή και κατόπιν την μητέρα του.
Αλλά δεν ήθελε να βλέπη τίποτε, και τίποτε δεν έβλεπεν.
― Α! τον ανθρωπάκο μου! . . . μεγαλώνει . . . Γίνεται άνδρας . . Καλημέρα σας, μικρέ κύριε!
Έτεινε την χείρα προς το τελείως έντρομον παιδίον.
Ο Σεριόγια, όστις υπήρξε πάντοτε δειλός και αιδήμων προ του πατρός του, αφ' ης ούτος τον ωνόμαζε νεαρόν κύριον, απέφυγε τον πατέρα του.
Ητένισε την μητέρα του ως διά να της ζητήση προστασίαν.
Μόνον πλησίον εκείνης ησθάνετο εαυτόν καλά.
Ο Καρένιν ωμίλησε με την διδασκάλισσαν κρατούσαν το αγοράκι του από του ώμου.
Ο Σεριόγια ησθάνθη εαυτόν τόσον δυστυχή, ώστε η Άννα κατενόησεν ότι το παιδίον θα ανελύετο εις δάκρυα.
Ηγέρθη εν σπουδή, απέσυρε την χείρα του Καρένιν από του ώμου του, τον ενηγκαλίσθη, τον εφίλησε, τον ωδήγησεν εις την ταράτσαν και επέστρεψεν αμέσως.
― Θα επανέλθης εδώ μετά τους αγώνας;
Ναι, είπεν ο Καρένιν . . . Και ιδού η καλλονή του Πέτερχωφ, η κόμησσα Τβερσκάια, είπε διακρίνας το κομψόν όχημα της κομήσσης Μπέτσυ.
Αύτη δεν κατήλθε της αμάξης, μόνον ο εν πλουσία στολή ακόλουθός της θαλαμηπόλος, με την πελερίναν του και τον μαύρον του επιδεικτικόν πίλον, επήδησε προ της εξωτερικής κλίμακος.
― Έρχομαι! εφώνησεν η Άννα.
Ενηγκαλίσθη τον υιόν της, επλησίασε κατόπιν τον σύζυγόν της και του έτεινε την χείρα.
― Μέγα το ευγενές σου ενδιαφέρον που ήλθες.
Ο Καρένιν ησπάσθη την χείρα της.
― Λοιπόν! ω ρεβουάρ, εξηκολούθησεν η Άννα. θα επανέλθης να πάρης το τσάι εδώ; . . .
Και εξήλθε σφοδρά και ακτινοβολούσα.
Αλλά, μόλις έπαυσε να βλέπη τον σύζυγόν της, ησθάνθη ως κάποιον έγκαυμα εις την θέσιν όπου την είχον θίξει τα χείλη του.
* * *
Όταν ο Καρένιν έφθασεν εις το πεδίον των ιπποδρομιών, η Άννα ευρίσκετο εις το πλευρόν της πριγκηπίσσης Μπέτσυ, εις το περίπτερον όπου είχε συγκεντρωθή όλη η ανωτέρα κοινωνία της Πετρουπόλεως.
Είχε διακρίνει μακρόθεν τον σύζυγόν της.
Δύο άνδρες, ο σύζυγός της και ο εραστής της, ήσαν δι' αυτήν οι δύο πόλοι της ζωής της, και αντελαμβάνετο την παρουσίαν αυτών άνευ της βοηθείας εξωτερικών αισθήσεων.
Ούτω, είχε διαισθανθή την προσέγγισιν του Καρένιν εξ αποστάσεως, και χωρίς να το θέλη . . . τον παρηκολούθει εν τω μέσω των κυμάνσεων του πλήθους το οποίον διέσχιζε.
Τον είδε πλησιάζοντα εις το περίπτερον, ότε μεν απαντώντα με τυπικήν μεγαλοπρέπειαν εις τους χαιρετισμούς του σεβασμού, ους τω απηύθυναν, ότε% δε χαιρετώντα φιλικώς και αφελώς τους συναδέλφους του.
Εγνώριζε τας συνηθείας και τας διατυπώσεις ταύτας και όλων της απήρεσαν:
«Μόνην την ματαιότητα, τον πόθον της επιτυχίας, ιδών τι έχει μόνον εκτός της ψυχής του, εσκέφθη, ενώ αι υψηλαί του ιδέαι, ο έρως προς την μάθησιν, η αγάπη της θρησκείας, είναι δι' αυτόν απλούν μέσον επιτυχίας».
Ο Καρένιν, αν και εκύτταξε προς το μέρος της συζύγου του, δεν την ανεγνώρισε μέσα εις τα κύματα της μουσελίνας, τας ταινίας, τα αλεξήλια και τα άνθη· αλλ' εις το βλέμμα του η Άννα κατενόησεν ότι την ανεζήτει.
Ακριβώς δε διά τούτο προσεποιήθη ότι δεν τον διέκρινε.
― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς! εφώνησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ, καλούσα τον Καρένιν. Αναζητείτε αναμφιβόλως την σύζηγόν σας, δεν είναι έτσι; Ιδού την!
Το σύνηθες κρύον μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του Καρένιν.
― Υπάρχει τόση ακτινοβολία εδώ, ώστε θαμβώνεται κανείς! απήντησεν.
Εισήλθεν εις το περίπτερον και εμειδίασε προς την σύζυγόν του, όπως ένας σύζυγος οφείλει να μειδιά οσάκις την συναντά, εχαιρέτησε την πριγκήπισσαν και τας λοιπάς γνωστάς του κυρίας, απευθύνων λόγους φιλοφροσύνης προς τας δεσποινίδας και ανταλλάσσων φιλοφρονήματα με τους άνδρας.
Αι ιπποδρομίαι δεν ενδιέφερον τον Καρένιν και ήρχισε να περιεργάζεται τους θεατάς με τα κουρασμένα του μάτια. Το βλέμμα του τέλος εστηρίχθη επί της Άννας.
Η μορφή της νεαράς γυναικός ήτο ωχρά και αυστηρά.
Ήτο πρωτοφανές, ότι μέσα εις το πλήθος εκείνο έβλεπεν ένα και μόνον πλάσμα.
Το χέρι της έσφιγγε μετά συσπασμού τη βεντάλια της και συνεκράτει την πνοήν της.
Όταν, αφού ο Μακχότιν και ο Βρόνσκυ διεπέρασαν το μέγα διάφραγμα, ο αξιωματικός όστις ήρχετο κατόπιν αυτών εκυλίσθη κατακέφαλα επί του εδάφους σχεδόν ημιθανής, ψίθυρος δε φρίκης συνεκλόνισεν όλους τους θεατάς, ο Καρένιν παρετήρησεν ότι η Άννα δεν είχεν αντιληφθή το γεγονός και δεν κατενόει την αιτίαν της γενικής συγκινήσεως.
Μετά την παρατήρησιν ταύτην, ήρχισε να παρακολουθή την σύζυγόν του διά πυκνοτέρων και προσεκτικωτέρων βλεμμάτων. Απερροφημένη εξ ολοκλήρου με την θέαν του Βρόνσκυ, η Άννα ησθάνθη οπωσδήποτε το βλέμμα εκείνο των ψυχρών οφθαλμών του συζύγου της, όστις την παρετήρει λοξώς.
Όταν δε ο Βρόνσκυ κατέπεσεν, η Άννα ανέπεμψεν ηχηράν κραυγήν· αλλ' ουδείς εις τούτο διείδε τι το έκτροπον. Ευθύς όμως κατόπιν η μορφή της Άννας εξεδήλωσεν ανησυχίαν, ήτις καθίστατο εντελώς απρεπής. Είχε λησμονήσει όλα τα προσχήματα. Εσπαράσσετο ως πτηνόν συλληφθέν εις την παγίδα, ηγέρθη, ηθέλησε ν' αποχωρήση και επανελάμβανε προς Μπέτσυ.
― Πάμε, πάμε! . . .
Αλλ' η Μπέτσυ δεν την ήκουε.
Κεκλιμένη προς τα έξω του κιγκλιδώματος, ωμίλει προς κάποιον στρατηγόν.
Ο Καρένιν επλησίασε την σύζυγόν του και τη προσέφερε φιλοφρόνως τον βραχίονα.
― Πηγαίνωμεν, αν το επιθυμείτε, είπεν.
Αλλ' η Άννα ήτο όλη αυτιά διά ν' ακούση ό,τι έλεγεν ο στρατηγός και δεν αντελήφθη τον σύζυγόν της.
― Λέγουν ότι φθηνά θα την γλυτώση αν σπάση μόνον το ένα του πόδι, έλεγεν ο στρατηγός. Είνε φρικώδες.
Η Άννα δεν απεκρίθη τίποτε προς τον Καρένιν, ύψωσε δε τα λορνιόν της και εξήτασε το μέρος όπου είχε καταπέσει ο Βρόνσκυ· αλλ' ήτο τόσον μακράν και τόσον απεφράσσετο υπό κόσμου, ώστε δεν ηδυνήθη να διακρίνη τίποτε.
Κατεβίβασε τότε τα λορνιόν και ηθέλησε ν' απέλθη.
Αλλά την στιγμήν εκείνην, είς αξιωματικός έδραμε προς τον αυτοκράτορα και του ανεκοίνωσε τα λαβόντα χώραν.
Η Άννα έκυψε διά να ακούση.
― Στίβα, Στίβα! εφώναξεν αίφνης διακρίνασα τον αδελφόν της.
Αλλ' ούτος δεν την ήκουσεν.
Η Άννα ηθέλησε και πάλιν να αποσυρθή.
― Σας προσφέρω άπαξ ακόμη τον βραχίονά μου αν επιθυμείτε ν' αποχωρήσετε, είπεν ο Καρένιν.
Προσέθιξε δε την χείρα της συζύγου του.
― Η Άννα απέστρεψεν απ' αυτού το πρόσωπον μετά δυσφορίας, και χωρίς να τον κυττάζη, του είπε:
― Όχι, όχι, αφήσατέ με, . . . μένω.
Παρετήρησε κάποιον αξιωματικόν ερχόμενον τρέχοντα εκ του μέρους όπου είχε καταπέση ο Βρόνσκυ, και τον οποίον η Μπέτσυ εκάλει κάμνουσα προς αυτόν νεύματα με το μανδύλι της.
Ο αξιωματικός διηγήθη ότι ο ιππεύς δεν είχε πάθει τίποτε, αλλ' ο ίππος είχε θραύσει τας οσφύς του.
Εις τας λέξεις αυτάς η Άννα εκάθησεν εκ νέου και έκρυψε το πρόσωπον υπό την βεντάλια της· ο Καρένιν διέκρινεν ότι έκλαιε και ότι δεν ηδύνατο να συγκρατήση ούτε τα δάκρυα, ούτε τους λυγμούς, οίτινες υπήγειρον τα στήθη της.
Την επλησίασε τότε ο σύζυγός της ίνα την κρύψη από τα αδιάκριτα βλέμματα και της δώση καιρόν να συνέλθη.
― Διά τρίτην φοράν, σας προσφέρω τον βραχίονά μου, επανέλαβε.
Η Άννα τον εκύτταξε και δεν είξευρε τι ν' αποκριθή.
Η πριγκήπισσα Μπέτσυ προσήλθεν εις βοήθειάν της.
― Υπεσχέθην εις την Άνναν να την πάρω μαζύ μου εις το σπίτι, είπε προς τον Καρένιν.
― Συγγνώμην, πριγκήπισσα, της είπε με φιλόφρον μειδίαμα, αλλά παρατηρών αυτήν κατάμματα, βλέπω ότι η Άννα υποφέρει και επιθυμώ να έλθη μαζί μου.
Η Άννα ητένισε μετά τρόμου τον σύζυγόν της, ηγέρθη, ευπειθώς και έλαβε τον βραχίονά του.
― Θα στείλω να λάβω ειδήσεις του και θα σου τας ανακοινώσω, είπε χαμηλοφώνως η Μπέτσυ εις το ους αυτής.
Η Άννα δεν ανήκε πλέον εις εαυτήν και εβάδιζε στηριζομένη εις τον βραχίονα του συζύγου της ως να ωνειρεύετο.
«. . . Εφονεύθη ή όχι; Είνε αλήθεια;
Θα έλθη ή όχι; Θα τον ίδω σήμερον;»
Έλαβε θέσιν χωρίς να προφέρη λέξιν, εις το όχημα του συζύγου της και έμεινε σιωπηλή.
Παρ' όλα όσα συνέβησαν, ο Καρένιν δεν επέτρεψεν εαυτώ να σκεφθή την πραγματικήν αιτίαν της ταραχής ην ησθάνετο η σύζυγός του. Διέβλεπεν εν αυτοίς εξωτερικήν μόνον εκδήλωσιν: η Άννα είχε παραλείψει τα προσχήματα, είχεν υπερβή τα κεκανονισμένα και εθεώρει καθήκον του να της το υποδείξη.
Τω ήτο δύσκολον εν τούτοις να μη είπη τίποτε επί πλέον. Έσπευσε λοιπόν να υποδείξη εις την σύζυγόν του κατά τι είχε σφάλλει.
― Οφείλω να σας παρατηρήσω . . .
«Ιδού ότι έρχεται η εξήγησις!» διελογίσθη η Άννα και εφοβήθη.
― Οφείλω να σας υποδείξω ότι η συμπεριφορά σας σήμερον υπήρξεν απρεπής.
― Τι ευρήκατε το απρεπές εις την συμπεριφοράν μου; ηρώτησεν η Άννα.
― Την απελπισίαν, την οποίαν δεν ηδυνήθητε να αποκρύψητε, όταν είς εκ των ιππέων κατέπεσε.
Ανέμενε την απάντησίν της, αλλ' η Άννα εσιώπησεν ατενίζουσα ενώπιόν του.
― Σας παρεκάλεσα ήδη να φέρεσθε ενώπιον της κοινωνίας κατά τρόπον ώστε και αυταί αι κακαί γλώσσαι να μη ευρίσκωσι τίποτε προς κακολογίαν. Υπήρξεν εποχή καθ' ήν ωμίλουν περί σχέσεων οικιακών· δεν ομιλώ πλέον περί των τοιούτων σήμερον. Σήμερον ομιλώ περί εξωτερικών μόνον σχέσεων. Συμπεριεφέρθητε κατά τρόπον απρεπή και επιθυμώ να μη επαναληφθή τούτο.
Η Άννα δεν ήκουεν ούτε τα μισά από τα λόγια ταύτα.
Ησθάνετο φόβον και διηρωτάτο αν ήτο αληθές ότι ο Βρόνσκυ είχε μείνει σώος και υγιής. Περί εκείνου άρα γε ο αξιωματικός είχεν είπει ότι ο ιππεύς ήτο σώος είχε φονευθή ο ίππος;
Όταν ο Καρένιν επεράτωσε τον παραινετικόν του, η Άννα προσεποιήθη ότι εμειδία με ήθος ειρωνικόν και δεν απεκρίθη διότι σχεδόν δεν είχεν ακούσει τίποτε.
― Ίσως απατώμαι, είπεν εκείνος· εν τοιαύτη περιπτώσει, σας παρακαλώ να με συγχωρήσητε.
Η Άννα ητένισε μετ' απελπισίας την παγεράν του μορφήν
― Όχι, δεν απατάσθε, είπε βραδέως . . . Δεν απατάσθε. Ευρισκόμην εις απελπισίαν και δεν μου ήτο δυνατόν να μη ευρίσκωμαι. Σεις μου ομιλείτε, και εγώ συλλογίζομαι μόνον εκείνον . . . Τον αγαπώ, είμαι ερωμένη του, σας δεν δύναμαι να σας υποφέρω . . . Μου προξενείτε φόβον . . . Σας αποστρέφομαι . . Κάμετε με ότι επιθυμείτε . . .
Ερρίφθη είς τινα γωνίαν της αμάξης και έκλαυσεν αποκρύπτουσα το πρόσωπόν της.
Ο Καρένιν δεν μετεκινήθη. Αλλ' η μορφή του προσέλαβε αίφνης την επίσημον παγερότητα νεκρού και την διετήρησε μέχρι του πέρατος της πορείας.
Όταν επλησίασαν εις την οικίαν, ο Καρένιν έστρεψε τη κεφαλήν προς την ιδίαν πάντοτε έκφρασιν.
― Μάλιστα, αλλ' αξιώ να σεβασθήτε τα καθήκοντα μέχρι της ημέρας, ― η φωνή του έτρεμεν ― καθ' ήν θα λάβω μέτρα προς άμυναν της τιμής μου και τα οποία θα σας ανακοινώσω.
Κατήλθε πρώτος του κουπέ και την εβοήθησε να κατέλθη.
Επί τη θέα δε των υπηρετών, της έθλιψε την χείρα, επέβη και αύθις της αμάξης και απήλθεν εις την πόλιν.
Ολίγας κατόπιν στιγμάς, είς θαλαμηπόλος της πριγκηπίσσης Μπέτσυ έφερε προς την Άνναν το ακόλουθον σημείωμα:
«Έστειλα και εζήτησα πληροφορίας εις του Αλεξίου· μου γράφει ότι είναι καλά, αλλ' ευρίσκεται εις απόγνωσιν».
«Θα έλθη εις την συνέντευξιν!» διελογίσθη η Άννα . . . «τι καλά που έκαμα να τα ομολογήσω όλα! . . .»
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
Όταν η Άννα και ο Καρένιν έφθασαν προ της θύρας της εξοχικής οικίας, εβοήθησεν ούτος την σύζυγόν του να κατέλθη της αμάξης, και καταβαλών νέον εφ' εαυτού αγώνα, την απεχαιρέτησε με την συνήθη του φιλόφρονα λεπτότητα και της είπεν ότι θα της ανεκοίνου την εποιούσαν την απόφασίν του.
οι λόγοι της Άννας, οίτινες είχον επιβεβαιώση τας τολμηροτέρας των υπονοιών αυτού, ενέβαλον εις την καρδίαν οξύτατον άλγος. Αλλ' όταν επανευρέθη μόνος εντός της αμάξης, ο Καρένιν, προς ιδίαν του έκπληξιν και προς άκραν του ευχαρίστησιν, συνησθάνθη ότι είχε τελείως απελευθερωθή απασών των αμφιβολιών και των αλγηδόνων της ζηλοτυπίας, αίτινες τόσον τον είχον βασανίσει.
― Μία γυνή διεφθαρμένη, άνευ τιμής, άνευ καρδίας, άνευ θρησκείας! Το κατενόησα πάντοτε, το έβλεπα πάντοτε, αν και εβίαζον εμαυτόν εξ οίκτου προς αυτήν, να δεικνύω ότι απατώμαι διά λογαριασμόν της!
Ενόμισε πράγματι, ότι είχε πάντοτε κρίνει την Άνναν υπό τοιούτο φως.
Ανεμνήσθη λεπτομερείας της προηγουμένης συμβιώσεώς των, λεπτομερείας αι οποίαι άλλοτε δεν του είχον φανή αξιόμεμπτοι, και αίτινες κατά την ώραν εκείνην, τω υπεδείκνυον φανερά, ότι πάντοτε υπήρξε γυνή διεφθαρμένη.
«. . . Διέπραξα σφάλμα συνδέσας την ζωήν μου με την ιδικήν της· αλλ' εν τη πλάνη μου ταύτη ουδέν το κακόν υπάρχει, διά τούτο ακριβώς δεν πρέπει να είμαι δυστυχής . . .
«. . . Δεν είμαι εγώ ο ένοχος» εξηκολούθησεν, «ένοχος είνε αυτή! . . . Αλλ' είνε μηδέν πλέον δι' εμέ, ουδ' υφίσταται καν πλέον δι' εμέ!»
Η νέα τύχη της Άννας και του υιού της, ως προς τον οποίον τα αισθήματά του είχον επίσης μεταβληθή ως και προς εκείνην, έπαυσε τοιουτοτρόπως να τον απασχολή.
Το μόνον όπερ απησχόλει το πνεύμα του κατά την στιγμήν αυτήν, ήτο ο τρόπος κατά τον οποίον θα ηδύνατο ν' αποσείση μετ' άκρας αξιοπρεπείας, και συνεπώς, μετ' άκρας δικαιοσύνης, τον βόρβορον, διά του οποίου τον είχε ρυπάνει κατά την πτώσιν της, διά να δυνηθή να συνεχίση την δραστηρίαν την έντιμον και την χρήσιμον ζωήν του.
― Δεν δύναμαι να είμαι δυστυχής εγώ, διότι μία αξία περιφρονήσεως γυνή διέπραξεν έν σφάλμα! Οφείλω μόνον να προσπαθήσω να εύρω την καλλιτέραν διέξοδον όπως εξέλθω της τρομεράς θέσεως, εις την οποίαν με ενέβαλεν η γυνή αύτη. Και την διέξοδον αυτήν θα την εύρω . . . Δεν είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος . . .
Και διά της φαντασίας του τότε διήλθεν ολόκληρος σειρά ιστορικών ονομάτων . . . Την παρηκολούθησε δε από του περιφήμου Μενελάου μέχρι της ατελευτήτου παρελάσεως συζύγων απατηθέντων εις τας ανωτάτας κοινωνικάς τάξεις της Ρωσσίας: . . .
«. . . Δαρδάλωφ, Πολτάβσκυ, πρίγκηψ Καριμπάνωφ, κόμης Πασκούδιν, Ντραμ . . . Ναι, και ο Ντραμ επίσης, ένας άνθρωπος τόσον έντιμος, τόσον πνευματώδης . . . και ο Σιμιένωφ, και ο Τσαγγούιν, και ο Σεγγόνιν . . .»
«. . . Είνε αληθές ότι κάποιος γελοίος ηλίθιος πίπτει εφ' όλων των ανθρώπων αυτών, αλλ' ουδέποτε διέκρινα εν τη ατυχία των άλλο τι από απλήν δυστυχίαν, και επάλαισα και εγώ κατά της δυστυχίας ταύτης», διελογίσθη ο Καρένιν, αν και ηπατήθη εις το ζήτημα τούτο.
Ουδέποτε είχε παλαίσει κατά τοιούτου είδους ατυχημάτων, και εξ εναντίας, εξετίμα εαυτόν τόσον πλειότερον όσον έβαινεν αυξανόμενος ο αριθμός των γυναικών που απατώσι τους συζύγους των.
«. . . Είνε ατύχημα, το οποίον ημπορεί να συμβή εις κάθε άνθρωπον, και το ατύχημα τούτο έπληξε και εμέ . . . Πρόκειται μόνον να υποστώ το πάθημα μου υπό τας αρίστας κατά το δυνατόν συνθήκας. . .»
Ήρχισε να αναλύη εν πάση λεπτομερεία τας ενεργείας των ανδρών της γνωριμίας του, οίτινες είχον ευρεθή εις την ιδικήν του θέσιν.
«. . . Ο Δαριάνωφ εκτυπήθη εν μονομαχία . . .»
― Τι θα εκέρδιζα προκαλών αυτόν;
Ο Καρένιν ανελογίσθη την νύκτα, ην θα διήρχετο προ της μονομαχίας, κατόπιν το περίστροφον διευθυνόμενον κατ' αυτού, ερρίγησε και κατενόησε ότι δεν έπρεπε να αποστείλη τον μάρτυρά του.
«. . . Ας δεχθώμεν ότι μανθάνω σκοποβολήν . . . ιδού εγώ επί του πεδίου της τιμής, πιέζω την σκανδάλην», εσκέπτετο κλείων τους οφθαλμούς, «και . . . τον σκοτώνω . . .
Έσεισε την κεφαλήν διά να αποδιώξη τας τρελλάς αυτάς ιδέας.
«. . . Ποία έννοια ενυπάρχει εις την δολοφονίαν ενός ανθρώπου ανοσιουργούντος όπως καθορισθώσιν αι σχέσεις μου προς την εγκληματήσασαν γυναίκα μου και τον υιόν μου; . . . Και μετά τούτο θα ευρισκόμην πάλιν εις την ανάγκην να επιζητήσω μίαν λύσιν. Αλλά το περισσότερον προφανές, το πιθανώτερον, το έξω πάσης αμφιβολίας, είτε εγώ θα φονευθώ ή θα τραυματισθώ! . . . εγώ, ο αθώος, θύμα, νεκρός ή τραυματίας . . . Αυτό είνε πολύ περισσότερον ηλίθιον.
Αποτρέψας τοιουτοτρόπως την πιθανότητα μιας μονομαχίας, ο Καρένιν ήρχισε να εξετάζη το ενδεχόμενον του διαζυγίου, ετέρας δηλαδή διεξόδου, την οποίαν είχον προτιμήσει μερικοί εκ των απατηθέντων συζύγων, καθ' όσον ενεθυμείτο.
Η επιδίωξις του διαζυγίου δεν θα ήτο δυνατόν να έχη άλλο τι αποτέλεσμα πλην μιας σκανδαλώδους δίκης, ήτις θα απετέλει εύρημα διά τους εχθρούς του και δι' όλους εκείνους, οίτινες ουδέν άλλο επεζήτουν, παρά να υποβιβάσουν την υψηλήν θέσιν, ην κατείχεν ούτος εν τω κόσμω.
Εκτός δε τούτου, κατά την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, ήτο προφανές ότι η σύζυγός του θραύσασα πλέον τους προς αυτόν δεσμούς της, θα συνεδέετο στενώς μετά του εραστού της.
Αλλ' εν τη ψυχή του Καρένιν, παρά την περιφρονητικήν αδιαφορίαν, ην ενόμιζεν ότι ησθάνετο διά την Άνναν, διετηρείτο πάντοτε κάποιον αίσθημα· ο πόθος να την εμποδίση να νυμφευθή τον Βρόνσκυ, διότι δεν ήθελε να αποκομίση εκείνη κέρδος εκ του ιδίου της σφάλματος.
Εκτός όμως του πλήρους διαζυγίου, θα ηδύνατο να ενεργήση όπως ο Καριμπάνωφ, ο Πασκούδιν και ο αγαθός εκείνος Ντραμ, να χωριστή δηλαδή της συζύγου του, ― διελογίσθη επίσης όταν κατεπραΰνθη η πρώτη του έξαψις.
Αλλά και το μέτρον αυτό θα προυκάλει επίσης σκάνδαλον, και προ πάντων, όπως το διαζύγιον, θα έρριπτε την Άνναν εις τας αγκάλας του εραστού της.
«. . . Όχι! αυτό είνε αδύνατον, αδύνατον!» είπεν υψηλοφώνως· «είνε αδύνατον να καταστώ εγώ δυστυχής, αυτή όμως και εκείνος δεν πρέπει να γίνωσιν ευτυχείς!»
Η ζηλοτυπία η οποία τον είχε βασανίσει κατά την περίοδον της αβεβαιότητος, εξηφανίσθη, αλλ' είχεν αντικατασταθή υπό ετέρου συναισθήματος· υπό του πόθου όχι μόνον να μη θριαμβεύση η Άννα, αλλά και να υποστή την ποινήν, ην απήτει το παράπτωμά της.
Και δεν απεδέχετο μεν κατά βάθος το τελευταίον τούτο συναίσθημα, αλλ' εις τα έγκατα της ψυχής του ηύχετο να τιμωρηθή εκείνη διότι είχε διαταράξει την γαλήνην του και την τιμήν του.
Αφού εξήτασεν εκ νέου την διά μονομαχίας λύσιν, το διαζύγιον ή τον χωρισμόν, και τα απέκρουσεν εκ νέου ο Καρένιν κατέληξεν εις το συμπέρασμα ότι δι' αυτόν μία διέξοδος υπήρχε· να κρατήση την σύζυγόν του, να κρύψη από τα μάτια του κόσμου πάντα όσα είχον λάβει χώρα, να προσφύγη εις όλα τα αναγκαία μέσα όπως διασπάση τας σχέσεις της Άννας και του Βρόνσκυ και προπάντων. ― δεν το ωμολόγει τούτο, ― όπως την τιμωρήση.
«. . . Θα τη διακηρύξω την απόφασίν μου, θα την κάμω να εννοήση, ότι αφ' ού εζύγισεν ωρίμως την οδυνηράν θέσιν ην εδημιούργησεν εις την οικογένειάν μας, η αρίστη διέξοδος δι' αμφότερα τα μέρη, είνε το «εξωτικόν» σ τ ά τ ο υ ― κ β ο. ― Θα της είπω ότι είμαι έτοιμος να υπογράψω την τοιαύτην διευθέτησιν υπό τον ρητόν όρον, ότι και αυτή θα υποταχθή εις την θέλησίν μου, δηλαδή ότι θα διαρρήξη πάντα δεσμόν προς τον εραστήν της. . .»
Όταν δε η απόφασις αύτη ελήφθη οριστικώς υπό του Καρένιν, ευρήκεν ούτος και κάποιον ανώτερον λόγον προς υποστήριξίν της.
«. . . Συμμορφούμενος προς την απόφασιν ταύτην, ακολουθώ πληρέστατα και τα παραγγέλματα της θρησκείας», διελογίσθη . . . «Αυτός είνε ο μόνος τρόπος, όστις μοι επιτρέπει να μη αποδιώξω βιαίως την ένοχον γυναίκα και να της παράσχω την διευκόλυνσιν της αποτίσεως του εγκλήματός της, όσον δε βαρύ και αν είνε το καθήκον όπερ επιβάλλω εις εμαυτόν, θα θυσιάσω οπωσδήποτε μέρος των δυνάμεών μου χάριν της αναμορφώσεως και της σωτηρίας της . . .»
Καίτοι ο Καρένιν κατενόει, ότι ουδεμίαν ηδύνατο ν' ασκήση επίδρασιν ηθικήν επί της συζύγου του, ότι εξ όλων του των προς αναμόρφωσιν και ανάπλασίν της προσπαθειών του, θα εξεπορεύετο ψεύδος μόνον, . . . καίτοι κατά το διάστημα των τρομερών αυτών ωρών της ζωής του ουδ' επί στιγμήν είχε διαλογισθή να ζητήση συμβουλάς από την θρησκείαν, αφ' ης στιγμής η απόφασίς του εταυτίζετο προς τας απαιτήσεις της χριστιανικής ηθικής, ενόμισεν ουχ ήττον ότι η θρησκευτική αύτη κύρωσις τω παρείχε πλήρη ικανοποίησιν, και τον επαρηγόρει μάλιστα κατά τι . . .
Ήτο ευτυχής διαλογιζόμενος ότι, κατά στιγμήν τόσον κρίσιμον, ουδείς θα ηδύνατο να είπη ότι δεν ενήργησε σύμφωνα προς τα παραγέλματα της θρησκείας, της οποίας την σημαίαν εκράτει τόσον υψηλά, εν τω μέσω της γενικής παγερότητος και αδιαφορίας.
Εξακολουθών να εξετάζη τας νέας λεπτομερείας, ο Καρένιν διηρωτήθη διατί τάχα αι μετά της Άννας σχέσεις του δεν θα ηδύναντο να αποκατασταθώσιν οίαι και κατά το παρελθόν.
Αναντιρρήτως, δεν θα του ήτο δυνατόν να τη αποδίδη την εκτίμησιν και την αγάπην, ην έτρεφε προς αυτήν πρότερον, αλλά δεν υπήρχε δι' αυτόν λόγος να συντρίψη την ιδίαν του ζωήν και να παράσχη, διότι εκείνη είχε δειχθή γυνή κακή και άπιστος.
«. . . Ναι, ο χρόνος, που όλα τα διευθετίζει, θα παρέλθη και αι σχέσεις μας θα επαναγίνωσιν οποίαι υπήρξαν και πρότερον», διελογίσθη ο Καρένιν, «θα επαναγίνωσι δηλαδή τοιαύται, ώστε η ζωή μου να μη ευρίσκεται πλέον εν διαταραχή. Αυτή οφείλει να είνε δυστυχής, αλλ' εγώ είμαι αθώος και διά τούτο εγώ δεν πρέπει να είμαι δυστυχής!»
* * *
Πλησιάζων προς την Πετρούπολιν, ο Καρένιν εσταμάτησεν οριστικώς εις το σχέδιον τούτο και συνέθεσεν εντός της κεφαλής του την επιστολήν, ην θα έγραφε προς την σύζυγόν του.
Όταν απήλθεν εις τον αντιθάλαμον όπου ευρίσκετο ο θυρωρός, έρριψε βλέμμα επί των επιστολών και των επισήμων εγγράφων των ελθόντων εκ του υπουργείου και διέταξε να μεταφερθώσιν εις το γραφείον του.
― Μη δεχθήτε κανένα, είπε προς τον θυρωρόν.
Έκαμε δις τον γύρον του δωματίου, εσταμάτησε προ τον μεγάλου του γραφείου, επί του οποίου ο θαλαμηπόλος του είχεν ήδη ανάψει έξ λαμπάδας και εκάθησε τακτοποιήσας τα επί της τραπέζης του αντικείμενα.
Εστήριξεν είτα αμφοτέρους τους αγκώνας του επί του γραφείου, εσκέφθη επί στιγμήν και ήρχισε να γράφη χωρίς ουδέ εφ' άπαξ να διακοπή.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«. . . Κατά την τελευταίαν μας συνάντησιν, σας ανακοίνωσα την πρόθεσίν μου όπως σας καταστήσω γνωστήν την απόφασίν μου.
«Ιδού η απόφασίς μου: οιαιδήποτε και αν υπήρξαν αι πράξεις σας, δεν θεωρώ εμαυτόν έχοντα το δικαίωμα να θραύσω τους δεσμούς, διά των οποίων δύναμις ανωτέρα μας έχει συνδέσει.
«Η οικογένεια δεν δύναται να καταστραφή διά του πείσματος, διά της ασεβείας ή και διά του πταίσματος ακόμη ενός των συμβληθέντων, και η ζωή μας οφείλει να εξακολουθήση βαδίζουσα όπως και κατά το παρελθόν. Αναγκαίον δε τούτο και δι' εμέ, και διά σας και διά τον υιόν μας.
«Είμαι βέβαιος ότι μεταμελείσθε τώρα διά το δώσαν αφορμήν εις την επιστολήν ταύτην και ότι θα με βοηθήσετε προς ολοκληρωτικήν απόσβεσιν των αιτίων της διαστάσεώς μας και προς λήθην του παρελθόντος. Εν εναντία περιπτώσει, δύνασθε μόνη σας να προΐδητε τι σας αναμένει, σας και τον υιόν σας.
«Ελπίζω ότι θα δυνηθώ να σας αναπτύξω πάντα ταύτα εν λεπτομερείαις, όταν θα επανιδωθώμεν.
«Επειδή η περίοδος της αγροτικής διαμονής εγγίζει εις το τέλος της, σας παρακαλώ να επανέλθητε εις Πετρούπολιν όσον το ταχύτερον, ουχί δε βραδύτερον της τρίτης.
«Θα δώσω όλας τας αναγκαίας διαταγάς. Σας υποδεικνύω δε, ότι αποδίδω μεγάλην σημασίαν εις την ικανοποίησιν της τελευταίας μου ταύτης αξιώσεως.
«Αλέξιος Καρένιν».
«Υ. Γ. ― Εσωκλείω τα χρήματα, τα οποία πιθανόν να σας χρειασθούν διά τας δαπάνας σας».
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ανέγνωσε και αύθις την επιστολήν και ευρέθη ευχαριστημένος εξ αυτής· δεν ευρήκεν εν αυτή ούτε μίαν καν λέξιν σκληράν, ούτε μίαν καν μορφήν, αλλά και ουδεμίαν καν συγκαταβατικότητα.
Εδίπλωσε τον έγγραφον χάρτην, τον ελείανε δι' ογκώδους χαρτοκοπτήρος εξ ελεφαντόδοντος, ετοποθέτησε τα χαρτονομίσματα εντός του φακέλλου και εκωδώνισε καλών ένα υπηρέτην.
― Θα παραδώσης την επιστολήν αυτήν εις τον ταχυδρόμον διά να την μεταβιβάση αύριον εις την Άνναν Καρένιν, εις την εξοχήν, είπεν εγερθείς.
Ο Καρένιν διέταξε να του φέρουν το τσάι εις το γραφείον του.
Ύπερθεν του καθίσματος του ήτο ανηρτημένη μία φωτογραφία της Άννας.
Ο Καρένιν την περιειργάσθη.
Τα μάτια της Άννας με το ανερμήνευτον βλέμμα τον ητένιζον με ήθος χλευαστιπόν και προπετές, όπως κατά το εσπέρας της μεταξύ των εκμυστηρεύσεως.
Η θέα της περί την κεφαλήν της μαύρης δαντέλλας, της παρελισσομένης καλλιτεχνικώτατα, των βαθυχρώμων μαλλιών της και της ωραίας λευκής χειρός της γεμάτης δακτυλίους, επενήργησεν επ' αυτού ως πρόκλησις αυθάδης.
Αφού επί στιγμήν ητένισε την φωτογραφίαν, ο Καρένιν, ερρίγησε, τα χείλη του εκλείσθησαν, και απέστρεψε την κεφαλήν, αφέθη δε να καταπέση επί του καθίσματός του και ήρχισε να φυλλομετρή κάποιο βιβλίον.
* * *
Αν και η Άννα είχε πάντοτε αντικρούσει τον Βρόνσκυ μετ' οργής και επιμονής, οσάκις τη υπεδείκνυεν ότι η θέσις της απέβαινεν αφόρητος, την εύρισκεν ουχ' ήττον και αυτός ψευδή ουχί έντιμον και επεθύμει να ηδύνατο να την μεταβάλη.
Επιστρέφουσα εκ των ιπποδρομίων μετά του συζύγου της, του είχεν είπει τα πάντα, εν μια στιγμή νευρικής υπερδιεγέρσεως, και παρά το οδυνηρόν συναίσθημα το οποίον είχε συναισθανθή, ήτο ευχαριστημένη διότι είχε προβή εις την εκμυστήρευσιν εκείνην.
Μείνασα μόνη, ανεγνώρισεν ότι ήτο ευτυχής, ότι την φοράν αυτήν τα πάντα πλέον θα διεφωτίζοντο, και ότι δεν θα υπήρχον πλέον ψεύδη μεταξύ των. Δεν αμφέβαλλε δε πλέον ότι η θέσις της θα διεκανονίζετο οριστικώς.
Η νέα αύτη φάσις της ζωής της θα ήτο ευκρινής, χωρίς αβεβαιότητας και χωρίς υποκρισίας.
Η βάσανος, την οποίαν της εστοίχισαν αι προς τον σύζυγον εκμυστηρεύσεις της, θα αντημείβετο διά του γενονότος, ότι του λοιπού, τα πάντα θα ήσαν σαφή και καθαρά.
Το αυτό εσπέρας είδε τον Βρόνσκυ, αλλά δεν του ανεκοίνωσεν όσα είχον λάβει χώραν μεταξύ αυτής και του συζύγου της, αν και η εκμυστήρευσις αύτη θα ήτο απαραιτήτως αναγκαία όπως διαφωτισθή τελείως η θέσις της.
Όταν εξύπνησε την επιούσαν πρώτη της σκέψις υπήρξαν οι λόγοι τους οποίους είχεν απευθύνει προς τον σύζυγόν της και οι οποίοι της εφάνησαν τώρα τόσον τρομεροί, ώστε δεν ηδύνατο να εννοήση πώς έσχε το θάρρος να προφέρη λέξεις τόσον χυδαίας.
Αλλ' η εκμυστήρευσις είχε γείνει πλέον και ο Καρένιν είχεν ανέλθει χωρίς να της είπη τίποτε.
«. . . Είδα τον Βρόνσκυ», διελογίσθη η Άννα, «και δεν του διηγήθην τίποτε. Όταν έφυγεν ηθέλησα να τον ανακαλέσω και να του τα είπω όλα, αλλ' εσκέφθην ότι δεν θα ειμπορούσα να του τα εξηγήσω διατί δεν τα ωμολόγησα ταχύτερον. Διατί ηθέλησα να τα είπω και όμως δεν το έκαμα;»
Και εις απάντησιν του ερωτήματος τούτου το δρυμύ του αίσχους ερύθημα επορφύρωσε την μορφήν της. Εννόησε τι της έκλειε το στόμα, και εννόησεν ότι ησθάνετο αίσχος.
Η θέσις της, η οποία την προτεραίαν της εφαίνετο τελείως διασαφηνισμένη, παρουσιάζετο ήδη αδιέξοδος. . .
Κατελήφθη υπό τρόμου επί τω αναλογισμώ του σκανδάλου, το οποίον δεν είχε σκεφθή.
Οσάκις δε εσκέπτετο την απόφασίν, την οποίαν θα ελάμβανεν ο σύζυγος της, αι μάλλον μαύραι ιδέαι την κατελάμβανον ολόκληρον.
Εφαντάζετο ότι ο επιμελητής του Καρένιν θα προσήρχετο να την εκδιώξη της οικίας της και να διακηρύξη εις τον κόσμον το αίσχος της. Και διηρώτα εαυτήν πού θα μετέβαινεν όταν θα την εξεδίωκον, και απάντησιν δεν εύρισκε.
Όταν πάλιν εσκέπτετο τον Βρόνσκυ, έλεγε καθ' εαυτήν ότι δεν την ηγάπα πλέον, ότι ήρχιζε να την βαρύνεται, ότι δεν ήτο δυνατόν να καταστή εξ ολοκλήρου ιδική του και να αφοσιωθή εις αυτόν, και διά τον λόγον τούτον, διησθάνετο κάποιαν εχθρότητα προς αυτόν.
Ενόμιζεν ακόμη ότι τα λόγια, τα οποία είχεν απευθύνει προς τον σύζυγόν της, και τα οποία επανελάμβανεν ακαταπαύστως τώρα εν τη μνήμη της, ότι τα είχε απευθύνει εις όλον τον κόσμον και ότι όλος ο κόσμος τα είχεν ακούσει. Δεν ηδύνατο να αποφασίση να παρατηρή κατά πρόσωπον τους ανθρώπους που την περιεκύκλουν. Δεν ετόλμα να καλέση διά κωδωνισμού την θαλαμηπόλον της, ακόμη δε ολιγώτερον να κατέλθη του κοιτώνος της όπως ευρέθη αντιμέτωπος του υιού της και της διδασκαλίσσης του.
Η καμαριέρα της, ήτις από πολλής ώρας εκαραδόκει την αφύπνησίν της εξόπισθεν της θύρας, εισήλθεν αυτοβούλως εις της κυρίας της.
Η Άννα την ητένισε με ήθος ερωτηματικόν και εκοκκίνησεν εκ φόβου.
Η θαλαμηπόλος εδικαιολογήθη διότι είχεν εισέλθει, προφασισθείσα ότι ενόμισεν ότι η κυρία έχει κρούσει τον κώδωνα.
Προσεκόμιζε δε μίαν ρόμπαν και ένα μπιλιέτο.
Η κόμησσα Μπέτσυ υπενθύμιζεν εις την Άνναν ότι το πρωί εκείνο θα είχε την Λίζαν Μερλάκωφ και την βαρώνην Στολτς μετά των θαυμαστών των, χάριν μιας παρτίδος «κρόκετ».
― «Ελάτε τουλάχιστον διά να κάμετε μίαν μελέτην ηθών και συμπεριφοράς. Σας περιμένω», έγραφε ως κατακλείδα.
Η Άννα ανέγνωσε το σημείωμα και εστέναξεν παρατεταμένως.
― Δεν έχω ανάγκην από τίποτε, από τίποτε είπε προς την Ανούσκαν ήτις ετακτοποίει τα φιαλίδια και της βούρτσες επί της τραπέζης του καλλωπισμού. Πήγαινε θα ενδυθώ και θα κατέλθω. Άφες με, δεν μου χρειάζεται τίποτε.
Η Ανούσκα εξήλθε του δωματίου, αλλ' η Άννα δεν ήρχισε την τουαλέττα της και έμεινεν εις την αυτήν στάσιν, με την κεφαλήν και τας χείρας χαμηλωμένας· από στιγμής εις στιγμήν ερρίγει σύσσωμος, ως να ήθελε κάτι να είπη, είτα δε επανέπιπτεν εις την αυτήν παθητικήν στάσιν.
Αν και ουδέποτε αμφέβαλε περί της θρησκείας, υπό τας εμπνεύσεις της οποίας την είχεν αναθρέψει, η ιδέα του να επιζητήση παρηγορίαν εν τη πίστει της εφαίνετο τόσον αλλόκοτος, όσον και αν επρόκειτο να ζητήση την βοήθειαν αυτήν από τον Καρένιν . . .
Εγνώριζεν εκ των προτέρων ότι η βοήθεια της θρησκείας θα ήτο δυνατή μόνον αν παρητείτο παντός ότι απετέλει δι' αυτήν την πραγματικήν έννοιαν της ζωής.
Υπέφερε, και ήρχιζε μάλιστα να δοκιμάζη ποιόν τινα φόβον ενώπιον της νέας ταύτης πνευματικής καταστάσεως, την οποίαν δεν εγνώριζεν ακόμη.
Ησθάνετο ότι τα πάντα εντός της ψυχής της ήρχιζον να διχοτομούνται, όπως διχοτομούνται τα αντικείμενα ενώπιον κουρασμένων οφθαλμών.
Ενίοτε δεν εγνώριζε πλέον ούτε τι εφοβείτο ούτε τι ηύχετο και επόθει. Δεν εγνώριζεν αν εφοβείτο ή αν ηύχετο όσα συνέβησαν ή μόνον εκείνο που θα συνέβαινε, και δεν ηδύνατο να καθορίση σαφώς εκείνο το οποίον πράγματι θα επόθει.
Κατήλθε της κλίνης της και ήρχισε να βηματίζη εντός του δωματίου.
― Ο καφές είνε έτοιμος, η Δεσποινίς και ο Σεριόγια περιμένουν την Κυρίαν, είπεν η θαλαμηπόλος εισελθούσα και πάλιν.
― Ο Σεριόγια; Τι κάμνει ο Σεριόγια; είπεν η Άννα μετά θέρμης, αναμνησθείσα διά πρώτην φοράν ότι είχεν υιόν.
Η σκέψις του τέκνου της απέσπασεν αποτόμως την Άνναν από της αδιεξόδου θέσεως εν τη οποία ησθάνετο εαυτήν. Ανελογίσθη την αποστολήν της μητρός, ήτις ζη χάριν του υιού της και μόνον ειλικρινή εν μέρει αλλά λίαν μεγαλοποιημένην, ην είχεν επιβάλει εαυτή κατά τα τελευταία ταύτα έτη, και διείδε μετά χαράς ότι εύρισκεν εν αυτή ποιάν τινα δύναμιν ανεξάρτητον της θέσεως εις ήν ευρίσκετο εν σχέσει προς τον σύζυγόν της και τον Βρόνσκυ. Η δύναμις δε εκείνη ήτο ο υιός της.
Οιαδήποτε και αν απέβαινεν η θέσις της, δεν θα ηδύνατο ποτέ να εγκαταλείψη τον υιόν της.
Και αν ο σύζυγός της την απεδίωκεν ή την ανεκήρυττεν άτιμον, και αν ακόμη ο έρως του Βρόνσκυ την εγκατελίμπανε (αντεμετώπισε και αύθις το ενδεχόμενον τούτο μετά πικρίας και τύψεως), ουδέποτε θα παρητείτο, ουδέποτε θα απηρνείτο το τέκνον της . . .
Ενεδύθη εν σπουδή, κατήλθε, και με βήμα σταθερόν εισήλθεν εις το σαλόνι όπου είχε παραταθή ο καφές και όπου την ανέμενεν ο Σεριόγια και η παιδαγωγός του.
Ο Σεριόγια, ενδεδυμένος κατάλευκα, ίστατο παρά την τράπεζαν ενώπιον του καθρέπτου και έπαιζε με τάνθη που είχε φέρει από τον κήπον. Έμενε δε εκεί με την κεφαλήν και την ράχιν κυρτωμένην, με μίαν έκφρασιν συγκεντρωμένης προσοχής, ην εγνώριζεν εκείνη και η οποία τον προσομοίαζε με τον πατέρα του.
Η Άννα εδράξατο του Σεριόγια από του ώμου, τον ητένισε και με ύφος τρυφερόν μάλλον παρά αυστηρόν, όπερ ετάραξεν άμα και ηυχαρίστησε το παιδίον, και κατόπιν το εφίλησε.
«. . . Μήπως δεν ημπορώ να μη το αγαπώ;» διελογίσθη διερευνώσα το φαιδρόν βλέμμα του παιδίου. «. . . Μήπως πρόκειται να συνταχθή με τον πατέρα του διά να με τιμωρήσουν; Μήπως δεν θα αισθανθώσιν έλεος δι' εμέ; . . .»
Τα δάκρυα κατέρρεον επί των παρειών της· διά να τα κρύψη ηνωρθώθη αποτόμως και έσπευσεν εις την ταράτσαν.
― Μήπως δεν θα με συγχωρήσουν; μήπως δεν θα εννοήσουν ποτέ ότι δεν ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; διελογίσθη.
Εισήλθε και πάλιν εις το δωμάτιόν της και εδήλωσεν εις την παιδαγωγόν και τους υπηρέτας ότι ανεχώρει το αυτό εσπέρας διά Μόσχαν, και ήρχιζε να συσκευάζη τας αποσκευάς της.
* * *
Εις όλα τα δωμάτια της επαύλεως επηγαινοήρχοντο θυρωροί, κηπουροί και υπηρέται μετακομίζοντες διάφορα αντικείμενα. Τα ερμάρια και αι σκευοθήκαι είχον ανοιχθή . . . επί του δαπέδου εσύροντο ξεδιπλωμέναι εφημερίδες· δύο κιβώτια, σάκκοι και δέματα και κύλινδροι είχον ήδη τοποθετηθή εντός του αντιθαλάμου. Η άμαξα των Καρένιν και δύο αγοραία αμάξια ανέμενον προ της εξωτερικής κλίμακος.
Η Άννα, ήτις εν τω πυρετώ της αναχωρήσεως είχε λησμονήσει κάπως τας απασχολούσας αυτήν σκέψεις, επλήρου τον ταξειδιωτικόν της σάκκον, όταν η θαλαμηπόλος της επέστησε την προσοχήν αυτής επί τινος οχήματος, το οποίον επλησίαζεν.
Εκύτταξεν εκ του παραθύρου και διέκρινε τον ταχυδρόμον του Καρένιν κρούοντα την θύραν της εισόδου.
― Πήγαινε και ρώτησε τι είνε, είπεν.
Εκάθησε δ' επί του ανακλιντήρος με τας χείρας επί των γονάτων και έτοιμη διά τα πάντα.
Ο υπηρέτης προσεκόμισεν ογκώδες πακέτο· η επιγραφή προήρχετο εκ μέρους του Καρένιν.
― Ο ταχυδρόμος έχει διαταγήν να περιμείνη απάντησιν, είπεν.
― Καλώς, απήντησεν η Άννα.
Μόλις δε ο υπηρέτης εξήλθεν, ήνοιξε το δέμα διά των τρεμόντων δακτύλων της. Η δέσμη των τραπεζογραμματίων, συγκρατουμένων διά μικράς ταινίας, ωλίσθησεν επί του παρκέτου. Ανέσυρε την επιστολήν και ήρχισε να την αναγινώσκη από το τέλος.
«. . . Έκαμα όλας τας προετοιμασίας διά την επάνοδόν σας και αποδίδω μεγίστην σημασίαν εις την ικανοποίησιν της τελευταίας μου αξιώσεως . . .»
Ανέγνω τα προηγούμενα, κατόπιν τα όπισθεν, ανέγνω το όλον, έπειτα και εκ δευτέρου ολόκληρον την επιστολήν εξ αρχής. Όταν δε ετελείωσεν, ησθάνθη ότι εκρύωνε και ότι την εβάρυνε δυστύχημα πολύ τρομερώτερον και των χειρίστων της προβλέψεων.
Το πρωί μεταμελείτο διότι είχεν ομολογήσει τα πάντα εις τον σύζυγόν της· και τι δεν θα έδιδε διά να δυνηθή να πάρη πίσω τα λόγια της εκείνα! . . . Η επιστολή του Καρένιν απεδέχετο ότι τα λόγια εκείνα δεν είχον προφερθή και της παρείχεν υπό την έποψιν ταύτην πλήρη ικανοποίησιν. Η επιστολή ουχ ήττον εκείνη της κατέφερε κτύπημα πολύ οδυνηρότερον αφ' όσον θα ηδύνατο να αναμένη.
«. . . Έχει δίκαιον, έχει δίκαιον», είπεν. «Έχει πάντοτε δίκαιον, είνε χριστιανός, είνε μεγαλόψυχος! . . . Ναι, κατ' επιφάνειαν, αλλ' εν τη πραγματικότητι είνε άνθρωπος ευτελής και ποταπός! Και αυτό το γνωρίζω μόνη εγώ . . . Όλος ο κόσμος τον ονομάζει άνθρωπον ευσεβή, ηθικόν, πνευματώδη, τίμιον, κανείς δεν βλέπει όσα είδον εγώ εν αυτώ. Δεν γνωρίζουν πως, επί οκτώ έτη, απέπνιξε την ζωήν μου, απέπνιξε παν ό,τι υπήρχεν εντός μου ζωντανόν, ότι ουδέ μίαν καν φοράν δεν του επήλθεν η ιδέα ότι είμαι γυναίκα ζωντανή έχουσα ανάγκην έρωτος . . . Δεν γνωρίζει κανείς ότι κατά πάσαν στιγμήν με προσέβαλε και έμενεν ευχαριστημένος εξ εαυτού . . . Μη δεν προσεπάθησα δι' όλων μου των δυνάμεων να εύρω μίαν δικαιολογίαν εις το είδος της ζωής, το οποίον μοι επέβαλλε; . . . Μη δεν προσεπάθησα να τον αγαπήσω, να αγαπήσω τον υιόν μου όταν πλέον δεν ηδυνάμην να αγαπώ τον σύζυγον; . . . Ο χρόνος επήλθε και κατενόησα ότι δεν δύναμαι πλέον να αυταπατώμαι, ότι είμαι πλάσμα ζωντανόν και ότι δεν είνε ιδικόν μου σφάλμα αν ο Θεός με διέπλασε τοιαύτην, ώστε να έχω απόλυτον ανάγκην έρωτος και ζωής» . . .
«. . . Και τώρα; Θα προτιμούσα να σκοτώση και εμένα και αυτόν . . . Θα υπέφερα τα πάντα, θα συνεχώρουν τα πάντα . . . Αλλ' όχι . . . Πώς δεν εμάντευσα τι απόφασιν επρόκειτο να λάβη; Ώφειλα να γνωρίζω ότι θα ενήργει σύμφωνα προς τον ευτελή του χαρακτήρα . . . Θα νικήση αυτός και θα πέσω εγώ. Θα με εξευτελίση ακόμη περισσότερον . . .»
«Δ ύ ν α σ θ ε - μ ό ν η - σ α ς - ν α - π ρ ο ΐ δ η τ ε - τ ι - σ α ς - α ν α μ έ ν ε ι, σ α ς - κ α ι - τ ο ν - υ ι ό ν - σ α ς», επανέλαβε καθ' εαυτήν αναμιμνησκομένη της επιστολής του συζύγου της.
«. . . Με απειλεί να μου αρπάση τον υιόν μου, και αναμφιβόλως, σύμφωνα με τους ηλιθίους των νόμους, δύναται να το κάμη . . . Αλλά μήπως δεν γνωρίζω διατί μου κάμνει την απειλήν ταύτην; . . . Δεν πιστεύει εις την αγάπην μου προς το παιδί μου ή περιφρονεί το αίσθημα αυτό, το οποίον πάντοτε εχλεύαζε· γνωρίζει όμως ότι δεν θα εγκαταλείψω τον υιόν μου, ότι δεν δύναμαι να τον εγκαταλείψω. Γνωρίζει ότι άνευ του υιού μου, δεν θα δυνηθώ να ζήσω ούτε και μετ' εκείνου που αγαπώ, και ότι, αν εγκαταλίμπανα τον υιόν μου, θα ήμην η ευτελεστέρα και η πιο τιποτένια των γυναικών! Το γνωρίζει. Γνωρίζει ακόμη ότι δεν δύναμαι να υποχωρήσω εις τον πόθον του. . .»
«Η - ζ ω ή - μ α ς - π ρ έ π ε ι - ν α - ε ί ν α ι - κ α τ' - ε π ι φ ά ν ε ι α - ό π ω ς - κ α ι - π ρ ό τ ε ρ ο ν.»
Η φράσις αύτη της επιστολής του Καρένιν της επανήλθε επίσης εις την μνήμην.
«. . . Η ζωή αυτή υπήρξε πάντοτε δυσφόρητος, κατά δε τους τελευταίους χρόνους είχε καταστή απεχθής. Τι θα είνε τόρα; Το γνωρίζει, το εννοεί αυτός καλά! Γνωρίζει ότι δεν δύναμαι να μετανοήσω διά τον έρωτά μου, όστις αποτελεί αυτήν μου την ζωήν ολόκληρον. Γνωρίζει ότι απόρροια όλων αυτών θα είναι το ψεύδος, αλλά πρέπει να εξακολουθήση να με βασανίζη . . .
«Τον γνωρίζω, γνωρίζω ότι ζη εντός του ψεύδους όπως το ψάρι εντός του ύδατος. Όχι, δεν θα του παράσχω αυτήν την απόλαυσιν . , . Θα σχίσω τον πέπλον αυτόν του ψεύδους εντός του οποίου υπόσχεται να με φυλακίση· ας συμβή ότι τύχη, όλα είναι προτιμότερα από το ψεύδος και την διπροσωπίαν . . .
«. . . Αλλά, πώς να ενεργήσω; τι να πράξω; Θεέ μου Θεέ μου Υπήρξε ποτε γυναίκα όσον εγώ δυστυχής;»
Επλησίασεν εις την τράπεζάν της διά να γράψη, αλλά δε ηδυνήθη· εσταύρωσε τας χείρας, αφήκε την κεφαλήν της να καταπέση και έκλαυσε μετά λυγμών, με το στήθος ανατινασόμενον όπως κλαίουν τα παιδιά . . .
Έκλαιε διότι διέβλεπεν ότι η ελπίς να διευκρυνισθή η θέσις της είχε χαθή διά παντός.
Εγνώριζεν ότι όλα θα παρέμενον όποια και εις το παρελθόν, και ακόμη χειρότερα.
Ησθάνετο ότι η θέσις, ην κατείχεν εν τω κόσμω, και η οποία το πρωί της εφαίνετο ασήμαντος, της επίεζε δυνατά την καρδιά και ότι δεν θα είχε το θάρρος να την ανταλλάξη με την επαίσχυντον θέσιν μιας γυναικός που εγκαταλείπει τον σύζυγόν της και τον υιόν της διά να ζήση μετά του εραστού της. . .
Ησθάνετο ότι, παρ' όλας τας αγωνιώδεις της προσπαθείας δεν θα καθίστατο ποτέ κυρία της καταστάσεώς της και ότι ουδέποτε θα εγνώριζε την ελευθερίαν εν τω έρωτι, αλλά θα παρέμενεν αείποτε η γυνή η ένοχος, ζώσα υπό την απειλήν ν' αποκαλυφθή, η γυνή η απατώσα τον σύζυγόν της μετ' ανδρός ανεξαρτήτου, του οποίου δεν δύναται να συμμερισθή την ζωήν . . . Εγνώριζεν ότι εκεί θα κατέληγον τα πράγματα, αλλά το πεπρωμένον της ήτο τόσον τρομερόν, ώστε δεν ηδύνατο να το αντιμετωπίση, και έκλαιεν αδιαπαύστως, όπως κλαίουν τα τιμωρημένα παιδιά.
Τα βήματα του πλησιάζοντος υπηρέτου την ανεκάλεσαν εις την πραγματικότητα.
Υπεκρίθη δε ότι έγραφε διά να κρύψη την μορφήν της.
― Ο ταχυδρόμος του κυρίου περιμένει την απάντησιν.
― Την απάντησιν; Ναι . . . να περιμένη, θα κωδωνίσω . . .
― «. . .Τι ειμπορώ να του γράψω; Τι δύναμαι ν' αποφασίσω ολομόναχη; Τι γνωρίζω; Τι επιθυμώ; Τι αγαπώ; . . .»
Ησθάνθη και πάλιν ότι τα πάντα εντός της ψυχής της ήρχιζον να διχάζονται. Και εφοβήθη εκ νέου από το αίσθημα αυτό και ήρπασε το πρώτον παρουσιασθέν πρόσχημα ίνα ενεργήση, διά ν' αποδιώξη τας πλημμυρούσας της σκέψεις.
«. . . Πρέπει να ίδω τον Βρόνσκυ . . . Αυτός μόνος θα δυνηθή να μου είπη τι οφείλω να πράξω. . .»
Επλησίασε δε αποφασιστικώς εις την τράπεζαν και έγραψε προς τον σύζυγόν της:
«Έ λ α β ο ν - τ η ν - ε π ι σ τ ο λ ή ν - σ α ς. Α.»
* * *
Επλησίαζεν η έκτη ώρα, και, διά να φθάση επακριβώς εις την συνέντευξιν, την οποίαν του είχεν ορίσει η Άννα, χωρίς ν' αναγνωρισθή, ο Βρόνσκυ απέστειλεν οπίσω τους ίππους και επέβη της ταξειδιωτικής αμάξης του Γιασβίν.
Εις τον ηνίοχον έδωκε την διαταγήν να προχωρήση ολοταχώς.
«Ζη καλά κανείς, ναι, είναι ωραία η ευζωία!» διελογίσθη.
Άλλοτε, είχε πολλάκις δοκιμάσει το ευχάριστον αυτό συναίσθημα της φυσικής ευεξίας, αλλ' ουδέποτε ακόμη δεν είχε τόσον αγαπήσει το ίδιόν του άτομον, όσον την στιγμήν αυτήν.
― Γρηγορώτερα, γρηγορώτερα! εφώναξε προς τον ηνίοχον.
Προέβαλε την κεφαλήν από της θυρίδος, εξήγαγε τρία ρούβλια και τα έθεσεν εις την χείρα του ηνιόχου . . . Ούτος εψηλάφησε το χαρτονόμισμα, είτα δε ηκούσθη ο συριγμός του μαστιγίου και η άμαξα ώρμησε πτερωτή επί του λιθοστρώτου.
«. . . Εκτός αυτής της ευτυχίας, ουδενός άλλου έχω ανάγκην!» εσκέφθη ο Βρόνσκυ αναπολών εν τη φαντασία του την Άνναν όπως την είχεν ίδει κατά την τελευταίαν του συνέντευξιν.
«. . . Και την αγαπώ κάθε μέρα περισσότερον . . . Αλλ' ιδού ο κήπος της αγροικίας Βρέδε».
Ηκολούθησε την μεγάλην δενδροστοιχίαν όπου δεν διέκρινε κανένα, αλλά παρατηρήσας προς τα δεξιά του, αντίκρυσε την Άνναν.
Η μορφή της εκάλυπτετο ορμητικώς διά πέπλου, αλλ' ο νέος περιέβαλε δι' ενός χαρμοσύνου βλέμματος το βάδισμά της, την κλίσιν των ώμων και την στάσιν της κεφαλής, ήτις εχαρακτήριζε την νεαράν γυναίκα. Και ανησθάνθη μετά μείζονος εντάσεως την χάριν του σώματός της, από των ελαστικών κινήσεων των κνημών αυτής μέχρι του ρυθμικού αναπαλμού των πνευμόνων της και κάποιος ηδυπαθής γαργαλισμός προσεθώπευσε τα χείλη του.
Όταν επλησίασε την Άνναν, του έθλιψεν αύτη δυνατά την χείρα.
― Δεν θα μου θυμώσης διότι σε έκαμα να έλθης, είχα ανάγκην να σε ίδω. . .
Η σοβαρά και αυστηρά πτυχή των χειλέων της Άννας, ην ο Βρόνσκυ διέκρινεν όπισθεν της καλύπτρας της μετέβαλεν αποτόμως την ευδιαθεσίαν του.
― Εγώ, να σου θυμώσω! . . . Αλλά πώς ήλθες; Και πού θα πάμε;
― Ολίγον ενδιαφέρει, είπεν εκείνη στηρίζουσα την χείρα της επί του βραχίονος του νέου. Πάμε να σε συμβουλευθώ.
Ο Βρόνσκυ ενόησεν ότι κάτι σοβαρόν είχεν επισυμβή.
― Τι συνέβη; τι συνέβη! ηρώτησεν.
Εκείνη έκαμεν ολίγα βήματα χωρίς να αποκριθή, συγκεντρούσα το θάρρος της· είτα δε, εσταμάτησε:
― Δεν σου είπα χθες, ήρχισε ζωηρώς και με διακοπτομένην πνοήν . . . Δεν σου είπα χθες, ότι επιστρέφουσα από τας ιπποδρομίας μετά του Αλεξίου Αλεξάνδροβιτς, του τα είπα όλα . . . Του είπα ότι δεν δύναμαι πλέον να είμαι σύζυγός του, ότι . . . Τα είπα όλα!
Την ήκουε κύπτων αθέλητα δι' ολοκλήρου του αναστήματός του, ως να ήθελε να μετριάση δι' αυτήν το αλγεινόν της θέσεώς της. Αλλά μόλις του αφηγήθη τα διατρέξαντα, ηνωρθώθη και η μορφή του προσέλαβεν έκφρασιν υπερήφανον και αυστηράν.
― Ναι, ναι, προτιμώτερον αυτό, μυριάκις προτιμώτερον! Κατανοώ πόσον υπήρξε σκληρόν . . .
Αλλ' η Άννα δεν ήκουε τους λόγους του· ανεγίνωσκε τας σκέψεις αυτού εν τη εκφράσει της μορφής του. Δεν ηδύνατο να εννοήση ότι η έκφρασις εκείνη αντινάκλα την πρώτην σκέψιν του Βρόνσκυ, την ανάγκην της μονομαχίας. Ουδέποτε είχεν αναλογισθή το τοιούτον ενδεχόμενον και ηρμήνευσεν όλως διαφορετικά την αυστηρότητα της εκφράσεώς του.
Η Άννα ήλπιζεν ότι η συνέντευξις εκείνη θα μετεμόρφωνε την θέσιν των και θα την έσωζεν.
«. . . Αν μου είπη, όταν θα του τα διηγηθώ όλα, σταθερώς, μετά πάθους και άνευ στιγμής δισταγμού: ― «Εγκατάλειψον τα πάντα και ακολούθει με!», θα εγκαταλείψω τον υιόν μου και θα τον ακολουθήσω. . .
Αλλ' η εξομολόγησίς της δεν παρήγαγεν επί του Βρόνσκυ την εντύπωσιν, ην ανέμενεν· εφάνη ως να είχεν αισθανθή προσβολήν.
― Δεν υπήρξε δύσκολον δι' εμέ, είπε με τόνον οργίλον . . . ήλθεν αφ' εαυτού.
Ανέσυρε δε την επιστολήν, ην ο σύζυγός της τη είχε γράψει την πρωίαν, και την έτεινε προς τον Βρόνσκυ:
― Ιδού, παρατήρησον . . .
― Εννοώ, εννοώ! είπεν εκείνος διακόπτων αυτήν.
Έλαβε δε την επιστολήν, αλλά δεν την ανέγνωσε και προσεπάθησε να καθησυχάση την Άνναν.
― Έν και μόνον εζήτουν, έν και μόνον ηυχόμην, να σε ίδω απαλλασσομένην της θέσεως αυτής ίνα δυνηθώ να αφιερώσω εις την ευτυχίαν σου ολόκληρον την ζωήν μου.
― Διατί μου το λέγεις αυτό; εφώνησεν η Άννα, μήπως δύναμαι να αμφιβάλλω; . . . Αν αμφέβαλα . . .
Εις τον Βρόνσκυ εφάνη ότι οι οφθαλμοί της, υπό τον πέπλον, τον παρετήρουν με αλλόκοτον οργήν.
― Είπον . . . επανέλαβεν η Άννα, ότι δεν θέλω να αμφιβάλλω περί σου· αλλά, διάβασε τι μου γράφει . . .
Εσιώπησε και πάλιν.
Ο Βρόνσκυ, αναγινώσκων την επιστολήν, όπως κατά την αναγγελίαν της ρήξεως της Άννας με τον σύζυγόν της, ακουσίως όμως, αφέθη να κυριαρχηθή υπό της σκέψεως των ιδίων του σχέσεων προς τον προσβληθέντα σύζυγον.
Κρατών ανά χείρας την επιστολήν εκείνην, ανελογίζετο χωρίς να το θέλη την πρόκλησιν, ην θα εύρισκεν εις την οικίαν του, και, κατόπιν, την μονομαχίαν, οπότε θα επυροβόλει εις τον αέρα με το αυτό εκείνο άφροντι και αγέρωχον ύφος, όπερ είχε την στιγμήν εκείνην, προτείνων τα στήθη του εις τας σφαίρας προσβληθέντος συζύγου.
Όταν δ' ετελείωσε την ανάγνωσιν, ύψωσε τους οφθαλμούς προς αυτήν και το βλέμμα του εστερείτο αποφασιστικότητος.
Η Άννα κατεννόησεν αμέσως, ότι είχεν ήδη αναμετρήσει την θέσιν των και ότι δεν της απεκάλυπτεν ολόκληρον την σκέψιν του.
Αντελήφθη ότι και η τελευταία ελπίς της διελύετο.
Δεν ανέμενε δε τοιούτο τι παρ' αυτού.
― Βλέπεις τι άνθρωπος είνε; είπε διά φωνής τρεμούσης . . . . Δύναται . . .
― Συγγώμην, αλλ' αυτό μ' ευχαριστεί, διέκοψεν ο Βρόνσκυ . . . Φανού επιεικής, άφες με να τελειώσω, προσέθηκεν ικετεύων αυτήν διά του βλέμματος . . . Χαίρω, διότι τα πράγματα δεν ειμπορούν να μείνουν στάσιμα, όπως το φαντάζεται.
― Διατί όχι; είπεν η Άννα συγκρατούσα τα δάκρυα της.
Δεν απέδιδε πλέον καμμίαν σημασίαν εις τους Βρόνσκυ· συνησθάνετο ότι η τύχη της, κατά την γνώμην του, ήτο αναπότρεπτος· τα πράγματα δεν ηδύναντο να συνεχισθώσιν όπως πρότερον· αλλά της ωμίλει υπό όλως διάφορον πνεύμα.
― Δεν δύναται να συνεχισθή η κατάστασις αυτή. Ελπίζω ― εταράχθη και ηρυθρίασεν, ― ελπίζω ότι θα μου επιτρέψης να διακανονίσω εγώ την ζωήν σου! . . . Αύριον . . .
Δεν τον αφήκε να τελειώση.
― Και ο υιός μου; εφώναξεν. Ανέγνωσες τι γράφει; . . . Οφείλω να εγκαταλείψω τον υιόν μου, αλλ' ούτε δύναμαι ούτε θέλω να χωρισθώ απ' αυτού.
― Αλλά, παρακαλώ, τι είνε προτιμότερον: να εγκαταλείψης τον υιόν σου ή να συνεχίσης την ταπεινωτικήν αυτήν κατάστασιν;
― Διά ποίον είνε ταπεινωτική;
― Δι' όλους μας, αλλά κυρίως . . .
― Λέγεις ταπεινωτική . . . Μη το λέγεις αυτό! Τα λόγια αυτά δεν έχουν καμμίαν έννοιαν δι' εμέ . . .
Η φωνή της έτρεμε.
Δεν ήθελε να του επιτρέψη να λέγη ό,τι δεν ήτο αληθές . . . έν μόνον της απέμενεν, ο έρως του, και ήθελε να την αγαπά.
― Κατενόησον ότι αφ' ης ημέρας σε ηγάπησα, τα πάντα μετεβλήθησαν δι' εμέ. Έν μόνον μου μένει εν τω κόσμω: ο έρως σου· η απόλαυσίς του με ανυψώνει τόσον, με κάμνει να αισθάνωμαι εμαυτήν τόσον ισχυράν, ώστε τίποτε δεν δύναται να με ταπεινώση! Είμαι βεβαία περί της θέσεώς μου! Είμαι υπερήφανος δι' αυτήν, διότι . . .
Δεν επεράτωσε την φράσιν της· δάκρυα αίσχους και απογνώσεως απέπνιξαν την φωνήν της. Ανεκόπη και κατελήφθη υπό λυγμών.
― Αλλά κ' εκείνος ενόησεν ότι κάτι του έσφιγγε τον λάρυγγα, και, διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του, ησθάνθη ότι ήτο έτοιμος να κλαύση . . . Δεν θα ηδύνατο να εκφράση εκείνο που τον ετάραττε τόσον, ησθάνετο οίκτον προς αυτήν και κατενόει ότι δεν ηδύνατο να την απαλλάξη της θέσεως εις ην είχε περιστή. Εγνώριζε δε συνάμα ότι αυτός ο ίδιος ήτο η αιτία της συμφοράς της και ότι είχε κακώς ενεργήσει.
― Δεν θα ηδυνάμεθα άρα γε να επιτύχωμεν το διαζύγιον;
Εκείνη δεν απεκρίθη. Έσεισε μόνον την κεφαλήν.
― Δεν θα ηδύνασο ν' απαγάγης τον υιόν σου, να εγκαταλείψης τον σύζυγον;
― Ναι, αλλ' όλα ταύτα εξαρτώνται από αυτόν . . . Εγώ τόρα οφείλω να επιστρέψω πλησίον του, είπεν εκείνη διά φωνής ξηράς.
Το προαίσθημά της ότι τα πάντα θα συνεχίζοντο όπως και πρότερον δεν την είχεν απατήσει.
― Την Τρίτην θα μεταβώ εις Πετρούπολιν και θ' αποφασισθώσι τα πάντα, είπεν ο Βρόνσκυ.
― Ναι, απεκρίθη εκείνη. Αλλ' ας μη ομιλώμεν πλέον περί αυτού.
Η άμαξα της Άννας, ην είχεν αφήσει διατάξασα τον ηνίοχον να επανέλθη να την παραλάβη, επέστρεφε την στιγμήν εκείνην.
Η Άννα απεχαιρέτησε τον Βρόνσκυ και επέστρεψεν εις την οικίαν της.
* * *
Απησχολημένος εις εργασίαν μετά του αρχιγραμματέως του, ο Καρένιν ελησμόνει ότι ήτο η ημέρα καθ' ήν είχε διατάξει την Άνναν να επιστρέψη εις Πετρούπολιν. Εξεπλάγη δε και δυσηρεστήθη μάλλον όταν ο υπηρέτης προσήλθε να του αναγγείλη την άφιξιν της συζύγου του.