ANNA KAΡENIN (continued 3)
Elias Economopoulos translation
Η Άννα είχεν αφιχθή κατά την πρώτην πρωινήν ώραν, είχε δε ζητήσει την άμαξαν τηλεγραφικώς και υπέθετεν ότι ο Καρένιν είχε λάβει γνώσιν της επανόδου της.
Η Άννα διέταξε τον θαλαμηπόλον να αναγγείλη την άφιξίν της, είτα δε εισήλθεν εις το δωμάτιόν της και ήρχισε να λύη τας αποσκευάς της, πεπεισμένη ότι ο Καρένιν θα ήρχετο εις συνάντησίν της. Μία όμως παρήλθεν ώρα και εκείνος δεν παρουσιάσθη.
Η Άννα εισήλθεν εις την αίθουσαν του φαγητού υπό την πρόφασιν να δώση διαταγάς· ωμίλησε δε μεγαλοφώνως επίτηδες, ελπίζουσα ότι θα ήρχετο εις συνάντησίν της, αλλά δεν εφάνη, αν και τον ήκουσε βαδίζοντα μέχρι της θύρας του γραφείου του όπως κατευοδώση τον γραμματέα του. Εγνώριζεν ότι, σύμφωνα προς την συνήθειάν του, θα μετέβαινεν εντός ολίγου εις το Υπουργείον του, και είχε την απόφασιν να τον ίδη πρότερον, ίνα κανονισθώσιν αι μεταξύ των σχέσεις.
Έκαμε τότε επανειλημμένως τον γύρον της αιθούσης, είτα δε, διά βήματος αποφασιστικού, διηυθύνθη προς το γραφείον του Καρένιν.
Όταν εισήλθεν, ο σύζυγός της έφερεν ήδη την στολήν του, έτοιμος να αναχωρήση, εκάθητο δε παρά τινα μακράν τράπεζαν, με την κεφαλήν στηριζομένην επί της χειρός και ατενίζων θλιβερώς ενώπιόν του.
Εκείνη τον αντίκρυσε, προτού δυνηθή να την ίδη, και εννόησεν ότι εσκέπτετο περί αυτής.
Όταν την αντελήφθη, ηθέλησε να εγερθή, αλλ' είτα μετήλλαξε γνώμην. Αίφνης η μορφή του εφλογίσθη, τούθ' όπερ ουδέποτε του συνέβαινεν, ηγέρθη δε αποτόμως, εβάδισεν εις συνάντησιν της συζύγου του, ατενίζων αυτήν ουχί εις τους οφθαλμούς, αλλ' υπεράνω αυτών, ωσεί διερευνών το μέτωπον αυτής και την κόμμωσιν. Όταν δ' ευρέθη πλησίον της, έλαβε την χείρα αυτής και την παρεκάλεσε να καθήση.
― Λογίζομαι λίαν ευτυχής που σας βλέπω ενταύθα, είπεν.
Εκάθησε παραπλεύρως αυτής και ηθέλησε να ομιλήση, αλλ' υπετραύλισε κάτι χωρίς τίποτε να συναρθρώση.
Η Άννα, προετοιμασθείσα διά την συνέντευξιν ταύτην, είχε παρασυρθή εις την περιφρόνησιν και ενοχοποίησιν αυτού· δεν ευρήκεν εν τούτοις τίποτε να είπη, και της εγέννησε τον οίκτον μάλλον.
Η σιγή παρετάθη επ' αρκετόν.
― Ο Σεριόγια είνε καλά; είπε τέλος ο Καρένιν.
Είτα δε, χωρίς να αναμείνη απάντησιν, προσέθηκε:
― Δεν θα γευματίσω εις το σπίτι σήμερον, και πρέπει μάλιστα να απέλθω τώρα.
― Εγώ επροτιθέμην να αναχωρήσω διά Μόσχαν, είπεν η Άννα.
― Όχι, όχι, εκάματε άριστα να έλθητε εδώ.
Εσιώπησε.
Βλέπουσα ότι δεν είχε την δύναμιν να εξηγηθή η Άννα επρόλαβεν αυτόν:
― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, είπε χωρίς να ταπεινώση τους οφθαλμούς προ του ερευνώντος την κόμην της βλέμματός του. Είμαι γυναίκα ένοχος, κακή γυναίκα, αλλ' είμαι οποία ήμην, όπως σας το απεκάλυψα ήδη . . . Ήλθα δε να σας είπω ότι δεν δύναμαι να μεταβάλω απολύτως τίποτε.
― Δεν σας ηρώτησα περί τούτου, είπεν εκείνος με τόνον άκρως αποφασιστικόν και προσβλέπων αυτήν μετά μίσους κατάματα.
Υπό το κράτος της οργής, είχεν ανακτήσει την εφ' εαυτού θέλησιν.
Όπως σας είπον ήδη, και όπως σας έγραψα, επανέλαβε διά φωνής λεπτής και οξείας, σας επαναλαμβάνω δε και τώρα, ούτε επιθυμώ καν να το μάθω. Το αγνοώ εντελώς. Όλαι αι γυναίκες δεν είνε όσον σεις αγαθαί, και δεν σπεύδουν να ανακοινώνουν εις τους συζύγους των ειδήσεις τόσον ε υ χ α ρ ί σ τ ο υ ς . . .
Και ετόνισε την λέξιν «ευχαρίστους».
― Θα το αγνοώ εφ' όσον δεν θα το γνωρίζη ο κόσμος, εφ' όσον το όνομά μου δεν θα υποστή ατίμωσιν. Διά τούτο σας προειδοποιώ ότι αι σχέσεις μας οφείλουν να είνε οποίαι πάντοτε υπήρξαν, και θα διαρκέση τούτο έως ου εκτεθείτε, οπότε θα ευρεθώ εις την ανάγκην να λάβω μέτρα προς υπεράσπισιν της τιμής μου.
― Αλλ' αι μεταξύ μας σχέσεις δεν δύνανται να ώσιν οποίαι ήσαν άλλοτε, είπεν η Άννα αιδημόνως και ατενίζουσα αυτόν μετά φρίκης.
Όταν αντίκρυσε και πάλιν τας ηρέμους κινήσεις του, όταν ήκουσε την διαπεραστικήν και είρωνα φωνήν του, η αποστροφή ην ησθάνετο προς αυτόν της διέλυσε τον οίκτον ον είχε συναισθανθή· της υπελείπετο μόνος ο φόβος, αλλ' οπωσδήποτε, ηθέλησε να καθορίση τας μελλούσας σχέσεις των.
― Δεν δύναμαι να είμαι σύζυγός σας, οπόταν . . .
Παγερός χλευαστικός γέλως διέφυγεν εκείνον:
― Πρέπει να πιστεύσω ότι το νέον είδος της ζωής το οποίον υιοθετήσατε επέδρασεν επί των ιδεών σας. Σέβομαι και περιφρονώ τόσον τούτο και εκείνο όσον, . . σέβομαι το παρελθόν σας και περιφρονώ το παρόν σας . . . τόσον απείχον από του να σκεφθώ ότι θα ηδύνασθε να δώσητε τοιαύτην ερμηνείαν εις τους λόγους μου. Δεν είχετε δισταγμούς όταν επρόκειτο να μοι αποκαλύψητε τα σφάλματά σας, διατί θα είχετε τοιούτους εν τη εκπληρώσει των καθηκόντων σας ως συζύγου; . . .
― Τι αξιοίτε παρ' εμού;
― Αξιώ να παραιτηθήτε του ανθρώπου εκείνου· αξιώ να παύσητε να τον βλέπετε. Νομίζω ότι δεν ζητώ πάρα πολλά!
Διηυθύνθη προς την θύραν, αλλ' αντιληφθείς ότι είχεν εγερθή και η Άννα, υπεκλίθη ενώπιον της και την αφήκε να περάση πρώτη.
Ημέραν τινά καθ' ήν η Δόλλυ επέστρεφεν από την μικράν λίμνην όπου είχε λούσει τα παιδιά της, ενώ τα τελευταία ταύτα είχον τα μαλλιά υγρά ακόμη και η ιδία είχε διπλώσει τα δικά της δι' ενός μανδυλίου, ο αμαξάς της τής είπε:
― Νά μια μ π α ρ ί ν α που έρχεται, θαρρώ πώς είναι η μπαρίνα του Ποκροβσκόιε.
Η Δόλλυ παρετήρησε μακράν και αντελήφθη μετά χαράς την γνωστήν σιλουέτταν του Λεβίν, όστις ήρχετο προς συνάντησίν της.
Ηυχαριστείτο πάντοτε να τον βλέπη, αλλά την φοράν αυτήν ήτο κατενθουσιασμένη διά την παρουσίαν του, διότι ηδύνατο να την αντικρύση εν όλη της τη δόξη. Ουδείς ήτο ικανώτερος του Λεβίν να εκτιμήση την μητρικήν της μεγαλοπρέπειαν.
Πράγματι, όταν την διέκρινεν, ανεκάλυψε μίαν εικόνα οικογενειακής ευτυχίας τοιαύτην, οποίαν την ωνειροπόλει δι' εαυτόν εις το μέλλον.
― Φαίνεσθε ευτυχής εν μέσω των παιδιών σας, της είπε.
― Α! πόσον είμαι ευχαριστημένη που σας βλέπω, απήντησεν εκείνη τείνασα αυτώ την χείρα.
Υπέρ παν άλλο επεθύμει να ομιλήση περί της Κίττυ.
― Η αδελφή μου μού γράφει, είπεν η Δόλλυ μετά στιγμιαίαν σιγήν, ότι αρέσκεται κυρίως εις την μόνωσιν και την ηρεμίαν.
― Και πώς πηγαίνει η υγεία της; Είνε καλλίτερα; ηρώτησεν ο Λεβίν κατασυγκεκινημένος.
― Χάρις τω Θεώ, πηγαίνει θαυμάσια, ανέρρωσεν εντελώς!. . . .
Εγώ, άλλως τε, ουδέποτε επίστευσα ότι υπέφερεν από τους πνεύμονας. . .
― Α! αυτό μ' ευχαριστεί υπερμέτρως! υπέλαβεν ο Λεβίν.
Καθ' όσον επρόφερε τας λέξεις ταύτας και την παρετήρει, η Δόλλυ διέκρινεν επί της μορφής του έκφρασιν συγκινούσαν και θλιβεράν.
― Ακούσατε, Λεβίν, είπε με το κάπως είρον χαρωπόν της μειδίαμα. Διατί είσθε θυμωμένος εναντίον της Κίττυ;
― Εγώ;. . . Δεν έχω τίποτε εναντίον της.
― Ναι . . . της έχετε θυμώσει! . , . Δεν ήλθατε να μας ιδήτε όταν διεμένατε εις Μόσχαν, και ούτε εκ της Κίττυ επήγατε.
― Δάρια Αλεξανδρόβνα, απήντησεν εκείνος ερυθριάσας, σεις που είσθε τόσον καλή, ειμπορείτε να μου 'μιλήτε κατ' αυτόν τον τρόπον; . . . Πώς δεν με λυπείσθε, αφού γνωρίζετε;
― Τι γνωρίζω;
― Φυσικά, γνωρίζετε ότι εζήτησα την χείρα της Κίττυ και ότι. . . .
Όλη η αγάπη ην ησθάνετο προ μιας στιγμής διά την Κίττυ, μήπως παρεχώρησε την θέσιν της εις την μνησικακίαν, την οποίαν εδημιούργει η πληγή εκείνη;
― Τι σας κάμνει να υποθέτετε ότι είμαι εις θέσιν να γνωρίζω;
― Όλος ο κόσμος το γνωρίζει! . . .
― Λοιπόν! απατάσθε, εγώ δεν το εγνώριζα, αν και το είχον υποπτεύσει . . . .
― Τόρα όμως το γνωρίζετε.
― Εγώ εγνώριζα μόνον ότι κάτι είχε συμβή, το οποίον έκαμνε την Κίττυ να υποφέρη φοβερά. Και επειδή δεν μου το ενεπιστεύθη, επίστευσα ότι δεν θα είχε κάμει λόγον προς ουδένα . . .
Τι συνέβη λοιπόν μεταξύ σας; Είπατέ μου το . . .
― Σας το είπον ήδη.
― Πότε εκάματε την πρότασίν σας;
― Την τελευταίαν φοράν που σας επεσκέφθην.
― Ε λοιπόν! οικτείρω τρομερά την Κίττυ. . . . Σεις, σεις επλήγητε εις την φιλαυτίαν σας . . ,
― Λέτε; έκαμεν ο Λεβίν.
Η Δόλλυ τον διέκοψε.
― Αλλά εκείνην, την καϋμένη, την λυπούμαι . . . με όλη μου την καρδιά . . . Τώρα, εννοώ τα πάντα!
― Ευαρεστήθητε να με συγχωρήσητε, Δάρια Αλεξανδρόβνα, είπεν ο Λεβίν εγερθείς, ω ρεβουάρ.
― Όχι, μείνατε, αντείπεν εκείνη κρατούσα αυτόν από του βραχίονος . . . Μείνατε, καθήσατε . . .
― Σας παρακαλώ, ας μη ομιλώμεν περί του ζητήματος αυτού.
Επανεκάθησε και ησθάνθη ότι η ελπίς, η οποία του εφάνη ότι είχε πτερυγίσει διά παντός, ανεπτερούτο εντός της καρδίας του.
Το αίσθημα, όπερ είχε νομίσει νεκρωθέν, ανεγεννάτο και ηνδρούτο επί μάλλον και μάλλον, καταλαμβάνον ολόκληρον τη καρδίαν του.
― Ναι, τα εννοώ όλα τώρα, επανέλαβεν η Δόλλυ . . . Οι άνδρες δεν ημπορούν να τα εννοήσουν αυτά . . . Σεις που είσθε ελεύθεροι, σεις που κάμνετε την εκλογήν σας, γνωρίζετε πάντοτε ποίαν αγαπάτε. Αλλά μία νεαρά κόρη, εις την ηλικίαν της αναμονής, με την παρθενικήν της επιφυλακτικότητα, η νεαρά κόρη που σας βλέπει μακρόθεν, που πιστεύει τα πάντα επί λόγω τιμής, δυνατόν να κυριαρχήται από αίσθημα, το οποίον δεν ειμπορεί να διαγνώση, και να μη γνωρίζη τι να αποκριθή.
― Ναι, αν δεν ομιλεί η καρδία.
― Όχι, η καρδία ομιλεί. Αλλά σκεφθήτε· οι άνδρες έχουν βλέψεις επί μιας νέας· πηγαίνουν εις ένα σπίτι, το σπουδάζουν, αναμένουν έως ότου εύρωσι το πρόσωπον που δύνανται να αγαπήσουν και, όταν πεισθώσιν εντελώς ότι αγαπούν, προβαίνουν εις την αίτησίν των.
― Ε λοιπόν! όχι, δεν πρόκειται εδώ περί εντελώς όμοιας περιπτώσεως.
― Ναι, ναι, οι άνδρες προβαίνουν εις την αίτησίν των όταν ο έρως των ωριμάση, ή όταν ζυγίσωσι καλά την εκλογήν των. Κανείς όμως δεν ζητεί από μίαν νέαν την γνώμην της, και όμως επιθυμούν να κάμνη μόνη της την εκλογήν της· αλλ' αυτή δεν δύναται να το πράξη . . .
«. . . Ναι, την εκλογήν μεταξύ εμού και του Βρόσκυ», εσκέφθη ο Λεβίν.
Και, εντός της ψυχής του, το πτώμα, το οποίον ενόμισεν αναστηθέν ανέλαβεν αύθις την νεκρικήν του παγερότητα και συνεπίεσεν οδυνηρώς την καρδίαν του.
― Τοιουτοτρόπως εκλέγεται ένα φόρεμα, ένα κομψοτέχνημα, αλλ' ουχί ο έρως, είπεν ο Λεβίν. . . Όταν δε η επιλογή γείνη, τόσον το καλλίτερον . . . δεν ξαναρχίζουν . . .
― Ω! τι υπερηφάνεια! τι εγωισμός! υπέλαβεν η Δόλλυ, ως να τον περιεφρόνει διά το τόσον ποταπόν αυτό αίσθημα εν συγκρίσει προς εκείνο, όπερ μόναι αι γυναίκες εγνώριζον ― Όταν εκάματε την δήλωσίν σας προς την Κίττυ, ευρίσκετο ακριβώς εις την κατάστασιν εκείνην καθ' ήν μία νέα δεν δύναται ν' αποφασίση. Εδίσταζε . . . διηρώτα εαυτήν, σας ή τον Βρόσκυ; Εκείνον, τον έβλεπε καθ' εκάστην, εν ώ σας, είχε να σας ιδή προπολλού. Αναμφιβόλως, αν συνέπιπτε να είναι μεγαλειτέρα την ηλικίαν . . . Εγώ, εν παραδείγματι, εις την θέσιν της, δεν θα εδίσταζον. Μου απήρεσε πάντοτε απολύτως αυτός ο άνθρωπος.
Ο Λεβίν ενεθυμήθη την απάντησιν της Κίττυ: ― «Όχι! αυτό δεν δύναται να γείνη!»
― Εκτιμώ την προς με εμπιστοσύνην σας, είπε, αλλά νομίζω ότι απατάσθε. Πιθανόν να έχω άδικον ή δίκαιον την στιγμήν αυτήν, αλλ' η υπερηφάνεια την οποίαν τόσον περιφρονείτε εν εμοί μου απαγορεύει να σκέπτωμαι ακόμη την Κατερίνα Αλεξανδρόβνα . . . Αυτό μου είνε απολύτως αδύνατον!
― Επιτρέψατέ μου να σας είπω κάτι τι ακόμη, πρόκειται περί της αδελφής μου, την οποίαν αγαπώ ως να ήτο παιδί μου . . . δεν βεβαιώνω ότι σας αγαπά, αλλ' ηθέλησα να είπω ότι η τότε άρνησίς της δεν απεδείκνυε τίποτε.
Ο Λεβίν ανετινάχθη:
― Δεν γνωρίζω, ανεφώνησεν. . . . Α! τι κακό που μου κάμνετε. . . Είνε ως να είχετε χάσει ένα παιδί και ήρχοντο να σας είπουν: «Α! τι ώμορφο που ήταν, τι έξυπνο, τι χαρά που σας έφερνε . . . και το παιδάκι επέθανεν, επέθανεν, επέθανεν!»
― Τι αλλόκοτος που είσθε, είπεν η Δόλλυ μετ' επωδύνου μειδιάματος αντιληφθείσα την συγκίνησιν του Λεβίν. . . Ναι, εννοώ τόρα πολύ καλλίτερον όσα συνέβησαν . . . Ώστε δεν θα έλθητε να μας ιδήτε όταν η Κίττυ θα είνε μαζύ μας;
― Όχι, δεν θα έλθω. . . Δεν θ' αποφεύγω την δεσποινίδα Κίττυ, αλλ' εφ' όσον θα δύναμαι, θα την απαλλάττω της δυσαρεσκείας να με βλέπη.
― Είσθε αλλόκοτος! αντείπεν εκείνη παρατηρούσα αυτόν τρυφερώς . . . Έστω . . . Ας μείνουν τα πράγματα ως να μη είχομεν είπει τίποτε . . .
Εν τούτοις, από της στιγμής εκείνης, ο Λεβίν ευρήκε τα πάντα δυσάρεστα εν τη οικία· ούτε η Δόλλυ, ούτε τα παιδιά της τω εφαίνοντο τόσον αξιαγάπητα όσον προτήτερα. Έμεινε διά να πάρη το τσάι, αλλ' η φαιδρότης του είχεν εξαφανισθή.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου, ο Λεβίν ευρέθη ηναγκασμένος να μεταβή εις τα κτήματα της αδελφής του διά να εξελέγξη την διαχείρισιν του επιμελητού.
Ενώπιόν του, πλήθος γυναικών με πολυχρώμους περιβολάς εκινούντο λογοκοπούσαι φαιδρώς με τας ηχηράς των φωνάς, και επί του ανοικτοπρασίνου λειμώνος εστιβάζοντο αι ξανθαί σωρείαι του ξηρού χόρτου. Όπισθεν αυτών ήρχοντο οι χωρικοί με τα δίκρανά των, και αι στίβαι του χόρτου μετεβάλλοντο εις υψηλάς, ευρείας και μαλακάς θημωνίας.
Εξαίφνης μία νεαρά γυνή, με την τραχείαν και αγροίκον φωνήν της, ετόνισεν ένα τραγούδι, και, όταν αυτή ετελείωσεν οι δύο πρώτοι όμιλοι, πενήντα άλλαι φωναί, αι μεν δροσεραί, αι δε τραχείαι, επανέλαβον εν χορώ το τραγούδι.
Ο Λεβίν εζήλευσε την εκχειλίζουσαν εκείνην υγείαν και φαιδρότητα, και ηθέλησε να σημμερισθή την εκδήλωσιν εκείνην της χαράς της ζωής. Αλλά δεν ηδύνατο ν' αναμιχθή ενεργώς, και παρέμεινε κατακεκλιμένος, ακροώμενος και παρατηρών.
Όταν δε οι χωρικοί και αι χωρικαί εξηφανίσθησαν από τας όψεις του, και ο βόμβος των φωνών των απεσβέσθη, ο Λεβίν κατελήφθη από ακατανίκητον συναίσθημα λύπης εξ αιτίας της μονώσεώς του.
Ο Λεβίν, εις τον οποίον ουδείς πλέον προσείχεν, εξηκολούθει να μένη εξηπλωμένος επί της θημονιάς, να παρατηρή, να ακροάται, να ονειροπωλή.
Οι χωρικοί που παρέμειναν εις τον λειμώνα δεν εκοιμήθησαν διόλου σχεδόν κατά το διάστημα της βραχείας εκείνης θερινής νυκτός.
Εν αρχή ο Λεβίν ήκουσε φαιδράς συνομιλίας και γέλωτας κατά το διάστημα του δείπνου, έπειτα δε νέα τραγούδια και νέους γέλωτας. Η μακρά ημέρα της δουλειάς εις αυτούς τους ανθρώπους άφινε μόνον φαιδρότητα. Περί την χαραυγήν, όλα εσιώπησαν. Όταν ο Λεβίν αφυπνίσθη, ητένισε τους αστέρας και ενόησεν ότι η νυξ είχε παρέλθει.
― Λοιπόν! τι θα κάμω; Πώς θα το κάμω; διελογίσθη προσπαθών να αναπαραστήση εις εαυτόν παν ό,τι είχεν αισθανθή και σκεφθή κατά την βραχείαν εκείνην νύκτα . . .
«. . . Να νυμφευθώ; . . . Να εργασθώ; Ν' αναγνωρίσω την ανάγκην της εργασίας; Να καταστώ απλούς χωρικός; Να νυμφευθώ μίαν χωρικήν;» ηρώτα εαυτόν.
Κατέλιπε δε τον λειμώνα και διηυθύνθη προς την μεγάλην οδόν διά μέσου του χωρίου.
Έπνευσεν ελαφρά αύρα και ο αήρ κατέστη φαιόχρους και σκιερός: ήτο η αμφίρροπος στιγμή ήτις προηγείται της αυγής, της πλήρους νίκης του φωτός κατά του σκότους.
Ο Λεβίν εβάδισε γοργώς ατενίζων το έδαφος. Εξαίφνης ήκουσε κροταλισμούς και ανύψωσε την κεφαλήν.
― Ένα αμάξι! Τι να είνε;
Εις απόστασιν τεσσαράκοντα βημάτων απ' αυτού ήρχετο εις συνάντησίν του έν όχημα συρόμενον υπό τεσσάρων ίππων.
Εις μίαν γωνίαν εκοιμάτο γηραιά κυρία, αλλά, παρά την θυρίδα, εκάθητο μία νεαρά κόρη κρατούσα δι' αμφοτέρων της των χειρών τας ταινίας του λευκού της κεκρυφάλου, μόλις αφυπνισθείσα.
Λαμποκοπούσα και σκεπτική, γεμάτη από ζωήν εκλεκτήν, πολύπλοκον και ξένην προς τον Λεβίν, η νεαρά κόρη παρετήρει ύπερθεν της κεφαλής της την ανατολήν του ηλίου.
Καθ' ήν δ' ακριβώς στιγμήν η οπτασία εκείνη επρόκειτο να εξαφανισθή, ο Λεβίν αντίκρυσε τα άδολα μάτια της ταξειδιώτιδος. Την ανεγνώρισε και χαρά μεστή εκπλήξεως εφώτισε την μορφήν του.
Ήτο εκείνη! Ήτο η Κίττυ.
Ο Λεβίν αντελήφθη ότι ήρχετο εκ του σιδηροδρομικού σταθμού και μετέβαινεν εις της αδελφής της.
Πάνθ' όσα είχον βασανίσει τον Λεβίν κατά το διάστημα της φωτεινής εκείνης νυκτός, και όλαι αι αποφάσεις τας οποίας είχε λάβει διεσκεδάσθησαν διά μιας. Και ανεμνήσθη μετ' αηδίας τα όνειρά του τού μετά χωρικής γάμου.
Η λύσις του αινίγματος της ζωής, ήτις τόσον τον είχε βασανίσει από τινος χρόνου, ευρίσκετο εκεί, εντός της αμάξης εκείνης, ήτις απεμακρύνετο ταχέως και είχεν ήδη περάσει εις την αντίθετον πλευράν του αγρού.
Η Κίττυ δεν παρετήρει πλέον από της θυρίδος. Δεν ηκούετο πλέον άλλο τι πλην του κρότου των ελατήρων και μόλις διεκρίνετο ο κρότος των κροτάλων.
Αι υλακαί των κυνών ενεδείκνυον ότι η άμαξα διέσχιζε το χωρίον, και, πέριξ του Λεβίν, ανεπτύσσοντο μόνον αγροί κενοί. Ήτο μόνος, μεμονωμένος, ξένος προς όλον τον κόσμον, βαδίζων μονήρης επί της μεγάλης ερήμου λεωφόρου.
― Όχι, διελογίσθη, η απλή και εργατική ζωή είνε πολύ ωραία, αλλά δεν δύναμαι να ταχθώ μετ' αυτής! . . . Αγαπώ την Κίττυ!
* * *
Η νυξ, την οποίαν ο Λεβίν διήλθεν εις τον λειμώνα προώριστο να έχη επίδρασιν οριστικήν επί της ζωής του: η αγροτική ζωή, την οποίαν διήγε του εφάνη βαρεία και έχασε πάσαν κλήσιν προς αυτήν.
Εις την δυσφορίαν αυτήν προσετίθετο ήδη η άμεσος γειτνίασις της Κίττυ, ην ηύχετο να ίδη χωρίς να τολμά να ικανοποιή τον πόθον τούτον.
Η Δόλλυ, από της τελευταίας του επισκέψεως, τον είχε καλέσει να επανέλθη, ίνα τω παράσχη την ευκαιρίαν ν' απευθύνη νέαν πρότασιν προς την αδελφήν της, ήτις, αναμφιβόλως, θα απεδέχετο την φοράν ταύτην.
Αυτός ο Λεβίν, αντικρύσας την Κίττυ, είχε κατανοήσει ότι δεν είχε παύσει να την αγαπά, αλλά δεν ηδύνατο να μεταβή παρά τη κομήσση Ομπλόνσκυ γνωρίζων ότι ευρίσκετο εκεί. Το γεγονός ότι εκείνη είχεν απορρίψει την πρότασίν του, ήγειρε μεταξύ των φραγμόν ανυπέρβλητον.
― Δεν δύναμαι να της ζητήσω να καταστή σύζυγος μου μόνον και μόνον διότι δεν δύναται να γείνη σύζυγος εκείνου τον οποίον επόθει, διελογίζετο καθ' εαυτόν.
Και η σκέψις αύτη τον καθίστα εχθροπαθή και ψυχρόν προς την Κίττυ.
― Δεν θα δυνηθώ να ομιλήσω μαζί της χωρίς ν' αφήσω να μου διαφύγη έκφρασις μομφής, ούτε να την ατενίσω χωρίς οργήν, και θα με αποστραφή περισσότερον.
«. . . Έπειτα, πώς δύναμαι, τώρα μεθ' όσα μοι είπεν η Δόλλυ, να μεταβώ εις το σπίτι των; . . . Ειμπορώ να αποκρύψω ότι ενθυμούμαι όσα μοι είπε; Και, θα την πλησιάσω, με την συγγνώμην εις τα χείλη μετά μεγαλοψυχίας; . . . Διατί η Δόλλυ μου τα είπεν αυτά; . . . Θα ηδυνάμην μάλλον να συναντήσω την Κίττυ τυχαίως και όλα θα διεκανονίζοντο· τώρα όμως, δεν είνε πλέον δυνατόν τούτο.»
Ολίγας ημέρας βραδύτερον, η Δόλλυ του έγγραψε διά να του ζητήση μίαν γυναικείαν σέλλαν διά την Κίττυ.
«. . . Μοι είπον ότι έχετε μίαν σέλλαν», του έγραφε, «και ελπίζω ότι θα μας την φέρετε αυτοπροσώπως».
Τούτο ήτο υπερβολικόν δι' αυτόν· δεν ηδύνατο να υποφέρη τας προλειάνσεις ταύτας. Πώς μία γυνή πνευματώδης ηδύνατο τοιουτρόπως να προσβάλη την αξιοπρέπειαν της αδελφής της;
Έκαμε δέκα σχέδια σημειώσεων, τα εξέσχισε δε όλα και απέστειλε το εφίππιον άνευ εξηγήσεων. Δεν ήθελε να γράψη ότι δεν ηδύνατο να υπάγη διότι κάτι τον εμπόδιζεν ή διότι θ' ανεχώρει.
Απέστειλε το εφίππιον, και, έχων την συναίσθησιν ότι είχε διαπράξει πράξιν πρόστυχον, ενεπιστεύθη την επιούσαν την διεύθυνσιν των κτημάτων του εις τον επιμελητήν του, και μετέβη είς τινα απόστασιν παρά τω φίλω του Σβιάσκη.
Την φοράν αυτήν ήτο ευτυχής φεύγων μακράν της Κίττυ, μακράν της αγροτικής του ζωής, και προ πάντων διότι ηδύνατο να θηρεύση, τούθ' όπερ, μέσα εις όλας του τας ασχολίας, ήτο δι' αυτόν η αρίστη ανακούφισις . . .
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
Η Άννα Καρένιν και ο σύζυγός της εξηκολούθουν να ζουν υπό την αυτήν στέγην συνηντώντο πολλάκις της ημέρας, αλλά παρέμενον εξ ολοκλήρου ξένοι προς αλλήλους.
Ο Καρένιν είχεν επιβάλει εαυτώ τον κανόνα να βλέπη την σύζυγόν του καθ' εκάστην, ίνα προλαμβάνη τας κακολογίας των υπηρετών, αλλ' απεύφευγε να δειπνή κατ' οίκον.
Ο Βρόνσκυ δεν επεσκέπτετο ποτέ την οικίαν Καρένιν. Η Άννα εν τούτοις τον έβλεπεν έξω της οικίας της, και ο σύζυγός της το εγνώριζε. Και διά τους τρεις η κατάστασις αύτη ήτο οδυνηρά και κανείς εκ των τριών δεν θα εδέχετο να την υποστή ουδ' επί μίαν καν ημέραν, αν ο καθείς των δεν εσκέπτετο ότι επρόκειτο περί καταστάσεως προσωρινής, περί οδυνηρού περισπασμού, όστις θα εξηφανίζετο τάχιστα.
Ο Καρένιν ήλπιζεν ότι ο έρως της Άννας θ' απεσβέννυτο, διότι τα πάντα παρέρχονται, ότι όλος ο κόσμος θα ελησμόνει το παραπάτημα αυτό και ότι το όνομά του θα εξήρχετο άθικτον εκ της δοκιμασίας εκείνης.
Η Άννα, η αιτία της καταστάσεως ταύτης, υπέφερεν εξ αυτής πλειότερον των άλλων, αλλά την υφίστατο, διότι ήτο βεβαία ότι θα διεκανονίζοντο. Δεν εγνώριζεν επακριβώς τι θα ήτο το μέλλον να διευκρινίση την κατάστασιν, αλλ' είχε την στερράν πεποίθησιν ότι η λύσις θα επήρχετο και αρκετά γρήγορα μάλιστα.
Ο Βρόνσκυ, ακουσίως εαυτού υπήκων εις τας αντιλήψεις της Άννας, ανέμενεν επίσης κάτι, το οποίον έμελλε να επέλθη ανεξαρτήτως αυτού και να εξομαλύνη όλας τας δυσχερείας.
Επιστρέφων εις την οικίαν του ο Βρόνσκυ, ευρήκεν έν σημείωμα της Άννας.
Του έγραφεν:
«Είμαι ασθενής και δυστυχής. Δεν ειμπορώ ν' αφήσω το δωμάτιόν μου δεν ειμπορώ να μένω χωρίς να σε βλέπω. Ελάτε απόψε. Κατά τας επτά ο Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς πηγαίνει εις το Συμβούλιον και θα μείνη εκεί μέχρι της δεκάτης.»
Ο Βρόνσκυ ευρήκε παράδοξον εν αρχή το ότι η Άννα τον εκάλει εις την οικίαν της, παρά την απαγόρευσιν του συζύγου της να τον δέχεται· αλλά, κατόπιν σκέψεως, απεφάσισε να υπάγη οπωσδήποτε.
Όταν επλησίασεν εις την οικίαν του Καρένιν, παρετήρησεν ότι ήτο ήδη εννάτη η ώρα.
Μία υψηλή και στενή άμαξα, με δύο φαιούς ίππους, εστάθμευεν ενώπιον του πυλώνος.
Ανεγνώρισε την άμαξαν της Άννας.
― Πηγαίνει εις το σπίτι μου! εσκέφθη. Αυτό βεβαίως θα ήτο προτιμότερον. Δεν θέλω εν τούτοις να κρυφθώ αν και μου είνε πολύ δυσάρεστος η είσοδος εις αυτήν την οικίαν.
Και με το απαθές ύφος άνθρωπου συνηθεισμένου παιδιόθεν να μη αισθάνεται αίσχος διά τίποτε, εξήλθε του ελκύθρου του και διηυθύνθη προς την θύραν.
Η θύρα ηνοίχθη, και ο θυρωρός, με δέσμην εγγράφων υπό μάλης, έκαμε νεύμα εις τον αμαξάν να πλησιάση.
Ο Βρόνσκυ αντελήφθη το εκπεπληγμένον βλέμμα, το οποίον του έρριψεν ο υπηρέτης.
Επί του κατωφλίου προσέκρουσε σχεδόν επί του Καρένιν. Το μπεκ του αεριόφωτος εφώτιζε πλήρως την άχρουν και κουρασμένην μορφήν του συζύγου της Άννας, μεταξύ του μαύρου του πίλου και της λευκής του γραβάτας, ήτις επεδείκνυε την λευκότητά της υπό την ανοικτόχρουν γούναν του περιλαιμίου του παλτού του.
Τα εταστικά και αλαμπή μάτια του Καρένιν, προσηλώθησαν επί του Βρόνσκυ. Ούτος εχαιρέτησε, και ο Καρένιν, ανακινήσας τα χείλη, έφερε την χείρα εις τον πίλον του και αντιπαρήλθεν.
Ο Βρόνσκυ τον είδεν επιβαίνοντα της αμάξης του χωρίς να υποστραφή, αναλαμβάνοντα δε τα έγγραφά του και δίδοντα διαταγήν προς εκκίνησιν.
Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις τον αντιθάλαμον. Αι οφρύς του ήσαν συνεσπασμέναι και οι οφθαλμοί του απήστραπτον ακτινοβολίαν κακεντρεχή και υπερήφανον.
― Τι κατάστασις! διελογίσθη. Αν επάλαιεν, αν υπερησπίζετο την τιμήν του, θα ηδυνάμην να ενεργήσω, να εκδηλώσω τα αισθήματά μου, αλλ' η αδυναμία αύτη, αυτή η ποταπότης! . . . Με θέτει εις την θέσιν ενός απαταιώνος, τούθ' όπερ δεν θέλω να είμαι.
Από της εξηγήσεως, ην έσχε μετά της Άννας εις τον κήπον Βρέδε, ο Βρόνσκυ έβλεπεν υπό όλως διάφορον πρήσμα την θέσιν του. Η Άννα αφωσιούτο εξ ολοκλήρου εις αυτόν και ανέμενε παρ' αυτού ν' αποφασίση περί της τύχης της, και, ο Βρόνσκυ; υποτασσόμενος ακουσίως εις την αδυναμίαν της Άννας, δεν εσκέπτετο πλέον ότι ο σύνδεσμος εκείνος ηδύνατο να έχη την λύσιν, ην προέβλεπε κατά την στιγμήν εκείνην. Τα φιλόδοξα σχέδιά του είχον και πάλιν τεθή κατά μέρος, και συναισθανόμενος ότι είχεν εξέλθει του κύκλου εκείνου της δράσεως, εν τω οποίω τα πάντα είνε καθωρισμένα, εγκατελείφθη εις το αίσθημά του, το οποίον διαρκώς ηνδρούτο και τον προσήλωνεν επί μάλλον και μάλλον εις την ερωμένην του.
Εντός της ιματιοθήκης ήκουσε τα βήματα της Άννας απομακρυνομένης. Εννόησεν ότι είχεν έλθει να ίδη αν ήρχετο και ηκροάτο κρυφίως προτού εισέλθη εις το σαλόνι.
― Όχι! ανεφώνησεν ιδούσα αυτόν, όχι, αν το πράγμα πρόκειται να εξακολουθήση έτσι, θα καταλήξη ταχέως, πολύ προ . . . .
Και εις τας πρώτας λέξεις που επρόφερε, δάκρυα επλημμύρησαν τους οφθαλμούς της.
― Τι έχεις φίλη μου;
― Τι έχω; Αναμένω, πάσχω, μια ώρα, δύο ώρες. . . . Όχι! δεν θέλω, δεν θέλω να θυμώσω μαζί σου . . . Αναμφιβόλως, δεν ηδυνήθης να έλθης γρηγορώτερα. . . Όχι, δεν θα σου κάμω παρατηρήσεις.
Έθεσεν αμφοτέρους τους βραχίονάς της επί των ώμων του και τον ητένισεν επί πολύ με βλέμμα βαθύ, εκστατικόν και ερευνητικόν συγχρόνως.
Εμελέτα την μορφήν του ίνα διαγνώση παν ό,τι είχε συμβή αφ' ης τον είχεν ίδει την τελευταίαν φοράν.
Όπως εις κάθε συνέντευξιν, παρέβαλλε προς αυτόν τον ίδιον την εικόνα ην διεμόρφωνεν εξ αυτού, ασυγκρίτως ανωτέραν της πραγματικότητος και . . . απραγματοποίητον.
― Τον συνήντησες; ηρώτησεν η Άννα, όταν έλαβεν θέσιν παρά την τράπεζαν, υπό το φως της λυχνίας . . . Τόσον το χειρότερον διά σε, είνε η τιμωρία της βραδύτητός σου.
― Ναι, αλλά πώς γίνεται αυτό; Έπρεπε να είνε εις το Συμβούλιον . . .
― Εκεί ήτο και επέστρεψε, κατόπιν δε ανεχώρησε και πάλιν διά να μεταβή αγνοώ πού . . . Αδιάφορον, ας ομιλήσωμεν περί άλλων. Πού ήσο συ;
Ο Βρόνσκυ ήθελε να της ομολογήση ότι, μη κοιμηθείς καθ' όλην την νύκτα, είχεν αφεθή να καταληφθή υπό του ύπνου, αλλά προ της συγκεκινημένης μορφής της Άννας ησθάνθη αίσχος, και εξήγησεν ότι ευρέθη εις την ανάγκην να συντάξη κάποιαν έκθεσιν.
Η Άννα επήρε το κέντημά της από της τραπέζης και εδοκίμασε να βγάλη το βελονάκι.
Εκράτει η Άννα ανά χείρας το κέντημα της αλλά δεν ειργάζετο· παρετήρει τον Βρόνσκυ με βλέμμα παράδοξον, γεμάτο φωτιά και θυμόν.
― Το πρωί ήλθε να με ίδη η Λίζα, είπεν· αι κυρίαι αυταί δεν αισθάνονται ακόμη φόβον να με επισκέπτωνται παρά τας υποδείξεις της κομήσσης Λυδίας. Μου διηγήθη δε την αθηναϊκήν σας νύκτα. Τι προστυχιά!
― Ήθελα να είπω ότι . . .
Εκείνη τον διέκοψε.
― Και εκείνη η Τερέζα, που εγνώρισες, ήτο εκεί;
― Ήθελα να είπω . . .
― Πόσον είσθε όλοι χυδαίοι, όλοι οι άνδρες . . . Δεν κατορθώνετε να σκεφθήτε ότι μία γυναίκα δεν ειμπορεί να τα λησμονήση αυτά τα πράγματα . . . Προπάντων μάλιστα γυναίκα που δεν δύναται να μάθη την ζωήν σου. Τι γνωρίζω εγώ; . . . Όσα μου είπες . . . και πώς δύναμαι να ξεύρω ότι μου είπες την αλήθεια;
― Άννα, με προσβάλλεις . . . Δεν με πιστεύεις; Δεν σου είπον ότι δεν έχω καμμίαν σκέψιν την οποίαν να μη σου εμπιστεύωμαι;
― Ναι, ναι, υπέλαβεν εκείνη, προσπαθούσα να καταπνίξη τα ζηλότυπα αισθήματά της. Αλλ' αν εγνώριζες, αν εγνώριζες πόσον πάσχω! Σε πιστεύω, σε πιστεύω! . . . Διηγήσου μου λοιπόν ό,τι ήθελες να μου πης.
Αλλά δεν ηδυνήθη να ενθυμηθή ό,τι ηθέλησε να της είπη.
Οι παροξυσμοί εκείνοι της ζηλοτυπίας, οίτινες κατά τους τελευταίους χρόνους, κατελάμβανον συχνάκις την Άνναν, ετρόμαζον τον Βρόνσκυ αν και γνωρίζοντα ότι αφορμή της ζηλοτυπίας αυτής ήτο ο προς αυτόν διάπυρος έρως της Άννας.
Ποσάκις δεν είχε διαλογισθή ότι ο έρως εκείνος προώριστο να αποτελέση αυτήν ταύτην την ευδαιμονίαν. . . Τον αγαπά τόσον ισχυρώς όσον μία γυναίκα, εις την οποίαν ο έρως εδέσποσε παντός άλλου ενδιαφέροντος, δύναται να αγαπήση, και όμως απέχει πολύ περισσότερον της ευτυχίας τώρα, παρά την ημέραν καθ’ ήν την είχε συνοδεύσει από Μόσχας εις Πετρούπολιν.
Τότε, επίστευεν εαυτόν δυστυχή, διότι η ευτυχία απέκειτο εις το μέλλον· τώρα ησθάνετο ότι η πραγματική μορφή της ευτυχίας ευρίσκετο εις το παρελθόν . . .
Δεν ήτο τοιαύτη, οποίαν την είχεν αντικρύσει κατά τους πρώτους χρόνους της γνωριμίας των και ηθικώς και φυσικώς είχε μεταβληθή μειονεκτικώς δι' αυτήν.
Την παρετήρει όπως παρατηρούμεν έν άνθος κοπέν και μαρανθέν και μετά δυσκολίας κατώρθωνε να εύρη τον λόγον διά τον οποίον το δρέπωμεν και το θανατώνομεν . . . Και όμως παρά τούτο συνησθάνετο ότι, όταν σφοδρότερον την ηγάπα, θα ηδύνατο, αν εκείνη το επεθύμει, να εκριζώση τον έρωτα αυτόν από της καρδίας του, και ενώ τώρα, όταν δεν ησθάνετο πλέον τον προς αυτήν έρωτα τόσον ισχυρόν, κατενόει ότι ο δεσμός των δεν ήτο πλέον δυνατόν να θραυσθή . . .
Ο Βρόνσκυ έλαβε την χείρα της Άννας, την στηριζομένην επί της τραπέζης, και την εφίλησε . . .
― Ναι, δεν ημπορώ να συνέλθω . . . Δεν γνωρίζεις μέχρι ποίου σημείου εμαρτύρησα περιμένουσά σε . . . Φρονώ ότι δεν είμαι ζηλότυπος . . . δεν είμαι ζηλότυπος. Πιστεύω εις σε οσάκις ευρίσκεσαι πλησίον μου, αλλ' όταν είσαι μακράν μου, μόνος, και διάγεις την ζωήν που εγώ δεν γνωρίζω . . .
Απέστρεψε την μορφήν, απέσπασε δε τέλος το βελονάκι από το κέντημά της και παρευθύς βροχίδες λευκού μαλλίου λάμπουσαι υπό το φως της λυχνίας διεδέχθησαν γοργώς αλλήλας επί του δείκτου της αριστεράς της χειρός, και ο λεπτός της καρπός συνεστράφη νευρικώς και γοργά εντός της ολοκεντήτου ακροχειρίδος της.
― Πολύ καλά! . . . Λοιπόν, πού συνήντησες τον σύζυγόν μου; . . . και η φωνή της ήτο ψευδόηχος.
― Διεσταυρώθημεν εις το κατώφλι της θύρας. Δεν τον εννοώ, είπεν ο Βρόνσκυ· αν, μετά την εξήγησιν, ην έσχες μαζί του, ήρχετο εις ρήξιν μαζί μου! . . . αν με προεκάλει! . . . αλλ' η σημερινή του διαγωγή είνε ακατανόητος. Πώς κατορθώνει να υποφέρη αυτήν την κατάστασιν; . . . Πάσχει, είνε καταφανές αυτό.
― Αυτός να πάσχη; είπεν η Άννα με περιφρονητικόν μειδίαμα· αυτός είνε τελείως ικανοποιημένος.
― Αλλά διατί πάσχομεν όλοι, αφού τα πάντα θα ηδύναντο τόσον καλά να διακανονισθώσιν;
― Όλοι γνωρίζουν να πάσχουν, εκτός αυτού· μήπως δεν τον γνωρίζω κατά βάθος; Μη δεν γνωρίζω, άλλως τε, το ψεύδος που τον κατέχει εξ ολοκλήρου, εις το οποίον είνε εμποτισμένος; . . Αν κάτι ησθάνετο, θα ηδύνατο να ζη όπως ζη μαζί μου; Δεν εννοεί τίποτε, δεν αισθάνεται τίποτε αυτός . . . Υπάρχει ανήρ, με ελαχίστην έστω φιλοτιμίαν, που να ημπορή να ζη υπό την αυτήν στέγην μετά της ενόχου συζύγου του; Θα ημπορούσε κανείς άλλος να μιλή μαζί της, να την προσφωνή εις ενικόν; . . , Δεν είνε άνθρωπος αυτός, δεν είνε πλάσμα ανθρώπινον . . .
― Δεν είσαι δικαία, φίλη μου, είπεν ο Βρόνσκυ, προσπαθών να την πραΰνη. Αλλ' ας αφήσωμεν αυτόν, ας μη κάμνωμεν πλέον λόγον περί αυτού. Ειπέ μου, πώς επέρασες της ώρες σου. Τι σου συνέβη; Τι είνε αυτή η αρρώστια και τι είπεν ο ιατρός;
― Αλλά, Βρόνσκυ . . .
― Μαντεύω ότι δεν πρόκειται περί νόσου, αλλ' ότι πάσχεις λόγω της καταστάσεώς σου; Πότε το τέλος;
― Γρήγορα, γρήγορα, απήντησεν εκείνη μετά γαληνίου θλίψεως. Είπες ότι η θέσις μας είνε θλιβερά, ότι πρέπει να εξέλθωμεν αυτή; . . . Αν εγνώριζες πόσον υποφέρω, και τι δεν θα έδιδα διά να μείνω ελευθέρα, διά να δύναμαι να σε αγαπώ ελευθέρως! Τότε δεν θα εβασανιζόμην και δεν θα σ' εβασάνιζα με την ζηλοτυπίαν μου . . . Θα φθάσωμεν γρήγορα εις το τέρμα, αλλ' όχι καθ' όν τρόπον εφαντάσθημεν . . .
Επί τη σκέψει ταύτη, τοιούτον ησθάνθη άλγος δι' εαυτήν, ώστε δάκρυα επλημμύρησαν τους οφθαλμούς της και δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση. Έθηκεν επί της χειρίδος του Βρόνσκυ την χείρα της, της οποίας οι δακτύλιοι και η λευκότης ηκτινοβόλουν υπό το φως της λυχνίας.
― Όχι καθ' όν τρόπον εφαντάσθημεν. Δεν ήθελα να σου το είπω, αλλά με εξαναγκάζεις εις τούτο. Γρήγορα, γρήγορα όλα θα λυθώσι και ημείς όλοι θα ησυχάσωμεν, δεν θα υποφέρωμεν πλέον.
«― Δεν σε εννοώ, είπεν ο Βρόνσκυ, αν και εννόησεν άριστα.
― Με ηρώτησες, πότε; Εντός ολίγου . . . Αλλά δεν θα επιζήσω. Μη με διακόπτεις.
Και προσέθηκε μετά σπουδής:
― Ω! το γνωρίζω . . . το γνωρίζω μετά βεβαιότητος . . . Θα αποθάνω . . . και είμαι ευτυχής διότι θ' αποθάνω, θα σας απαλλάξω απ' εμού και θα ελευθερωθώ και εγώ . . ,
Δάκρυα κατέρρευσαν εκ των οφθαλμών της.
Ο Βρόνσκυ έκυψεν επί της χειρός της και την εκάλυψε με φιλήματα, προσπαθών να δαμάση την συγκίνησίν του, την οποίαν δεν ηδύνατο να αποκρύψη, καίτοι εγνώριζεν ότι οι φόβοι της δεν ήσαν βάσιμοι.
― Αυτό θα είνε το καλλίτερον, είπεν εκείνη θλίβουσα ισχυρώς την χείρα του. Είνε η μόνη διέξοδος που μας υπολείπεται.
Ο Βρόνσκυ συνήλθε και ανύψωσε την κεφαλήν.
― Τι παιδιαρισμός! Τι παραλογισμούς που κατορθώνεις να λέγης!
― Όχι, είνε η καθαρά αλήθεια.
― Πώς; . . . Και πού λοιπόν έγκειται η αλήθεια;
― Οφείλω ν' αποθάνω. Είδα όνειρον.
― Όνειρον! επανέλαβεν ο Βρόνσκυ.
― Ναι, είδα όνειρον, είπεν η Άννα. Προ πολλού. Ωνειρεύθην ότι εισήλθα τρέχουσα εις τον θάλαμόν μου διά να πάρω κάτι τι και ότι παρετήρησα εις μίαν γωνίαν αντικείμενον αορίστου μορφής . . .
Ωμίλει τρομαγμένη και με ολάνοικτα τα μάτια.
― Πώς κατορθώνουν να πιστεύουν τα όνειρα; . . .
Αλλ' εκείνη δεν του επέτρεψε να την διακόψη . . . Ό,τι επρόκειτο να του διηγηθή ήτο άκρως ενδιαφέρον.
― Το άμορφον εκείνο αντικείμενον ανεστράφη και είδα ότι ήτο ένας μουζίκος με δασείαν την γενειάδα, μικρού αναστήματος και τρομακτικός την όψιν . . . Εδοκίμασα να φύγω, αλλ' εκείνος έκυψεν επί τινος σάκκου, τον οποίον έψαχνε με τα χέρια του . . .
Και αναπαρέστησε τον μουζίκον και την χειρονομίαν του.
Η μορφή της Άννας εξεδήλου τρόμον.
― Ο μουζίκος, εξηκολούθησεν, έψαξε μέσα εις τον σάκκον του και ωμίλησεν ούτω: «Πρέπει να κτυπηθή, να συντριβή, να ζημιωθή . . .» Πλήρης τρόμου προσεπάθησα να εξυπνήσω και νόμισα πράγματι ότι εξυπνούσα, αλλά το όνειρον εξηκολούθησε. Και ο μουζίκος μου είπε: «Θα πεθάνης κατά τον τοκετόν . . .» Τότε τέλος εξύπνησα . . .
― Τι ηλίθιον όνειρον! είπεν ο Βρόνσκυ· αλλά συνησθάνθη ότι ο τόνος της φωνής του δεν ήτο τόνος πεποιθήσεως.
― Ας μη ομιλώμεν πλέον περί τούτου, είπεν η Άννα . . . Κωδώνισε, θα παραγγείλω να μας φέρουν τσάι . . . Άλλως τε το πράγμα δεν πρόκειται πλέον να παραταθή επί πολύ . . .
Αλλ' αίφνης εσταμάτησε και η έκφρασις της μορφής της μετεβλήθη αυθωρεί. Ο τρόμος και η συγκίνησις υπεχώρησαν εις μίαν προσοχήν ήρεμον, σοβαράν και πλήρη ευφροσύνου εκστάσεως. Ο Βρόνσκυ δεν ηδυνήθη να εννοήση την σημασίαν της μεταμορφώσεως εκείνης.
Είχεν αισθανθή εντός της κοιλίας της τας αναπάλσεις νεογενούς ζωής.
* * *
Αφού συνηντήθη επί του προστόου με τον Βρόνσκυ, ο Καρένιν μετέβη εις το Ιταλικόν Μελόδραμα, όπου και προυτίθετο να μεταβή.
Παρέστη δε εις δύο πράξεις και συνήντησε τα πρόσωπα, τα οποία επεθύμει να ίδη.
Επιστρέψας εις την οικίαν του, δεν κατεκλίθη όπως συνήθως αλλά περιεπάτει εντός του γραφείου του μέχρι της τρίτης πρωινής ώρας.
Η μνησικακία του εναντίον της συζύγου, ήτις απέφευγε να τηρή τους τύπους ευπρεπείας και να σέβεται τον μόνον όρον, τον οποίον της είχεν επιβάλει, τον έδακνεν αδιακόπως. Δεν είχεν εκτελέσει τους τεθέντας όρους· απεφάσισε λοιπόν να την τιμωρήση· θα εκτελέση την απειλήν του, θα ζητήση διαζύγιον και θα της αφαιρέση τον υιόν της.
Εγνώριζεν όλας τας δυσκολίας, τας οποίας συναντά τις εν Ρωσσία προς επιτυχίαν διαζυγίου, αλλ' είχε δηλώσει ότι θα επετύγχανε και ώφειλε ν' αποδείξη ότι η απειλή του δεν ήτο ματαία.
Η κόμησσα Λυδία μάλιστα του είχεν υποβάλει ότι αυτή θα ήτο η καλλιτέρα διέξοδος διά την θέσιν εις ην ευρίσκετο.
Ένα δυστύχημα, άλλως τε, δεν έρχεται ποτέ μόνον του· αι μεταρρυθμίσεις δε τας οποίας είχεν εκθειάσει τω είχον παράσχει τόσας δυσαρεσκείας ώστε ευρίσκετο διαρκώς εις υπερέντασιν οργής . . .
Δεν εκοιμήθη καθ' όλην την νύκτα και η οργή του, εμμόνως επιτεινομένη, έφθασε, το πρωί, εις αληθή παροξυσμόν. Ενεδύθη τότε εν τάχει και, μόλις έμαθεν ότι η Άννα είχεν εγερθή, εισήλθεν εις τα δωμάτια της, ως να έφερε μαζί του δοχείον πλήρες οργής, ον εφοβείτο μη εκχύση καθ' οδόν και χάση ούτω την δραστικότητα, ης είχεν ανάγκην κατά την στιγμήν εκείνην.
Η Άννα, ήτις ενόμιζεν ότι εγνώριζε τόσον καλά τον σύζυγόν της, κατεπλάγη μόλις τον αντίκρυσεν. Είχε το μέτωπον συνεσπασμένον, τα σκυθρωπά του μάτια επλανώντο εις το κενόν, αποφεύγοντα το βλέμμα της συζύγου τον, το στόμα του ήτο κλειστόν σταθερώς και εξέφραζε περιφρόνησιν. Εις την στάσιν του, εις τας κινήσεις του, εις την φωνήν του ενυπήρχε σταθερότης και αποφασιστικότης ομοίαν της οποίας δεν είχε ποτέ άλλοτε εκδηλώσει ενώπιόν της.
Εισήλθεν εις τον θάλαμον της συζύγου του, και χωρίς να χαιρετήση την Άνναν, διηυθύνθη προς το γραφείον της, επήρε τα κλειδιά και ήνοιξε τους σύρτας.
― Τι ζητείτε; του εφώναξεν εκείνη.
― Ζητώ τας επιστολάς του εραστού σας.
― Δεν τας έχω εδώ, απήντησεν εκείνη κλείουσα τον σύρτην. Ιδών το κίνημά της κατενόησεν ότι είχε καλώς μαντεύσει, εδράξατο αγροίκως της χειρός της Άννας και ήρπασεν αποτόμως, το χαρτοφυλάκιον εντός του οποίου η σύζυγός του, εν γνώσει του έκρυπτε τα πολυτιμότερα έγγραφα.
Η Άννα ηθέλησε να του αποσπάση το χαρτοφυλάκιον, αλλά την απώθησε.
― Καθήσατε, έχω να σας ομιλήσω είπε, και έθλιψεν ισχυρώς το χαρτοφυλάκιον υπό τον βραχίονά του.
Η Άννα τον ητένισε μετά καταπλήξεως και φόβου.
― Σας είπον ότι δεν σας επιτρέπω να δέχεσθε εδώ τον εραστήν σας.
― Είχον ανάγκην να τον ίδω διά . . .
Διεκόπη μη δυναμένη να εύρη πρόσχημα προς δικαιολογίαν της επισκέψεως εκείνης.
― Δεν εισέρχομαι εις τας λεπτομερείας των λόγων διά τους οποίους μία γυναίκα έχει ανάγκην να ίδη τον εραστήν της . . .
― Ήθελον . . . εσκεπτόμην . . .
Η χυδαιότης της συμπεριφοράς του συζύγου της την εξώργισε και της απέδωκε την ευτολμίαν της:
― Δεν αισθάνεσθε λοιπόν πόσον σας είνε εύκολον να με υβρίζετε;
― Επιδεκτικοί ύβρεων είνε μόνον οι τίμιοι άνθρωποι· το λέγειν όμως προς ένα κλέπτην ότι είνε κλέπτης, αποτελεί απλήν επιβεβαίωσιν ενός γεγονότος.
― Δεν σας εγνώριζα εις τοιούτον βαθμόν σκληρόν.
― Ονομάζετε σκληρότατα το ότι ένας σύζυγος δίδει εις την γυναίκα του την ελευθερίαν και της αφίνει την χρήσιν μιας στέγης εντίμου υπό τον μόνον όρον να σεβασθή αύτη τα προσχήματα της ευπρεπείας. Το ευρίσκετε σεις σκληρόν αυτό;
― Είνε χειρότερον από σκληρόν, είνε ποταπότης, αν θέλετε να τα μάθετε όλα!
Επρόφερε τας λέξεις ταύτας εν εκρήξει οργής, ηγέρθη δε και ηθέλησε να εξέλθη του δωματίου.
― Μείνατε! κραύγασαν εκείνος διά της διαπεραστικής του φωνής.
Εδράξατο διά των μακρών του δακτύλων από του καρπού την σύζυγόν του τόσον βιαίως ώστε το βραχιόλι που επίεσεν αφήκεν ίχνη ερυθρά επί της σαρκός της, είτα δε την ηνάγκασε να καθήση εις την αυτήν θέσιν.
― Ποταπότης; . . . Α! αν επιθυμείτε να προφερθή η λέξις αύτη, ποταπότης είνε το να εγκαταλείπη μία γυναίκα τον σύζυγον και τον υιόν της χάριν ενός εραστού και να τρώγη συνάμα τον άρτον του συζύγου!
Η Άννα εταπείνωσε την κεφαλήν.
Δεν είπε δε εκείνο που είχεν είπει την προτεραίαν προς τον εραστήν της, ότι ε κ ε ί ν ο ς ήτο σύζυγός της ο δ' έτερος «ως εκ περισσού»· ούτε το εσκέφθη καν. Συνησθάνετο όλην την ορθότητα των λόγων του Καρένιν και τω είπε χαμηλή τη φωνή:
― Δεν δύνασθε να ορίσετε την θέσιν μου σκληρότερον αφ' όσον το πράττω μόνη μου· αλλά προς τι να μου το λέγετε;
― Προς τι να σας το λέγω; Προς τι; εξηκολούθησεν εκείνος, οργίλως πάντοτε, ― διά να μάθητε ότι πρόκειται να λάβω μέτρα ίνα τεθή τέρμα εις την κατάστασιν αυτήν, διότι δεν εξετελέσατε την θέλησίν μου, εις ό,τι αφορά τα καθήκοντα της ευπρεπείας.
― Εντός ολίγου, εντός ολίγου θα τελειώσουν όλα, είπεν εκείνη.
Και εκ νέου δάκρυα επλήρωσαν τους οφθαλμούς της επί τω αναλογισμώ του προσεχούς θανάτου, τον οποίον τόσον διαπύρως επηύχετο.
― Θα τελειώσουν όλα πολύ ταχύτερον αφ' όσον σεις και ο εραστής σας θα εποθείτε. Σεις επιζητείτε την ικανοποίησιν του κτηνώδους έρωτος . . .
― Λέγω ότι δεν είνε μεγαλοψυχία το κτυπάν έν πλάσμα ανυπεράσπιστον.
― Ναι, μόνον τον εαυτόν σας σκέπτεσθε σεις . . . Αι βάσανοι του ανθρώπου, όστις υπήρξε σύζυγός σας δεν σας ενδιαφέρουν ποσώς . . . Ελάχιστα σας ενδιαφέρει αν η ζωή του συνετρίβη, αν . . . αν . . .
Ωμίλει τόσον ταχέως, ώστε ετραύλιζε. Διά πρώτην δε φοράν η Άννα συνησθάνθη τον πόνον του, και ελυπήθη τον Καρένιν.
Αλλά, τι ηδύνατο να είπη και τι ηδύνατο να πράξη;
Εταπείνωσε την κεφαλήν και εσιώπησε.
Και ο Καρένιν ετήρησε προς στιγμήν σιγήν, μεθ' ό επανέλαβε, τονίζων αυθαιρέτως λέξεις άνευ σημαντικότητος:
― Ήλθα διά να σας είπω, . . . . ήρχισε λέγων.
Η Άννα τον ητένισε.
― Δεν δύναμαι να μεταβάλω τίποτε, είπεν.
― Ήλθα να σας είπω ότι αναχωρώ αύριον διά Μόσχαν και ότι δεν θα επανέλθω πλέον εις αυτό το σπίτι. . . . Την είδησιν της αποφάσεώς μου θα λάβετε διά μέσου του δικηγόρου εις τον οποίον θα αναθέσω την περί διαζυγίου δίκην. Τον υιόν μου θα εμπιστευθώ εις την αδελφήν μου.
― Έχετε ανάγκην να μου πάρετε τον Σεριόγια διά να με συντρίψετε! είπεν εκείνη παρατηρούσα αυτόν με χαμηλωμένα τα μάτια . . . Αφήσατέ μου το παιδί μου, σεις δεν το αγαπάτε.
― Ναι, απώλεσα την προς τον υιόν αγάπην, διότι μου υπενθυμίζει την αηδίαν που μ' εμπνέετε σεις. . . . Αλλά και πάλιν σας τον αφαιρώ. Χαίρετε!
Ηθέλησε ν' απέλθη, αλλά τον εκράτησεν.
― Αφήσατέ μου το παιδί μου, εψιθύρισεν εκ νέου είνε το μόνον που έχω να σας είπω: αφήσατε μου τον Σεριόγια έως ου . . . . Εντός ολίγου αποκτώ τέκνον . . . . αφήσατέ τον μου!
Ο Καρένιν αποσπασθείς βιαίως των χειρών που τον συνεκράτουν, εξήλθε του δωματίου χωρίς να προσθέση λέξιν.
* * *
Η αίθουσα της υποδοχής του διασήμου δικηγόρου προς ον μετέβη ο Καρένιν ήτο πλήρης κόσμου όταν ούτος εισήλθεν. Είς γραμματεύς έλαβε την κάρταν του και διηυθύνθη προς την θύραν του γραφείου του δικηγόρου.
― Ο κύριος θα σας δεχθή αμέσως, είπεν ο γραμματεύς αναλαβών την θέσιν του.
Ήτο μικρόσωμος ανήρ, κοντόχοντρος, φαλακρός, με γενειάδα ερυθρόμαυρον, μακράς ανοικτόχρους βλεφαρίδας και προεξέχον μέτωπον. Ήτο ενδεδυμένος ως νεόνυμφος από της λευκής του γραβάτας μέχρι του άκρου των βερνικωμένων του υποδημάτων, χωρίς να λησμονηθή και η διπλή άλυσις του ωρολογίου του.
Είχε κεφαλήν πνευματώδους μουζίκου, αλλά εξωτερικόν ακαλλαισθήτου σνοβισμού.
― Εισέλθετε, κύριε, είπεν ο δικηγόρος προς τον Καρένιν.
Τον αφήκε δε να περάση έμπροσθέν του χωρίς ν' αλλάξη έκφρασιν, και επανέκλεισε την θύραν.
― Ευαρεστηθήτε να πάρετε αυτό το κάθισμα.
Τω επέδειξε καθέδραν προ του γραφείου του κατασκεπούς από έγγραφα, εκάθησε δε και αυτός εις την συνήθη του θέσιν.
― Προτού σας εκθέσω την υπόθεσίν μου, πρέπει να επιστήσω την προσοχήν σας επί της ανάγκης να την τηρήσητε μυστικήν, είπεν ο Καρένιν.
Αδιόρατον μειδίαμα διέστειλε τα κοκκινωπά και κρεμάμενα μουστάκια του δικηγόρου.
― Δεν θα ήμην δικηγόρος αν δεν ήμην ικανός να φυλάττω τα μυστικά των πελατών μου. Αλλ' αν επιθυμείτε εγγύησιν . . . .
Ο Καρένιν τον ητένισε και διέκρινεν ότι τα φαιόχροα και έξυπνα μάτια του δικηγόρου εγέλων, ως να τα εγνώριζεν ήδη όλα.
― Γνωρίζετε ποίος είμαι, είπεν.
― Όπως όλοι οι Ρώσσοι, απήντησεν ο άνθρωπος του νόμου υποκλιθείς, σας γνωρίζω, όπως και τας υπηρεσίας που παρέχετε εις τον τόπον.
Ο Καρένιν αφήκεν στεναγμόν και περισυνέλεξε το θάρρος του. Αλλά μόλις ήρχισε να ομιλή, εξηκολούθησε με την διαπεραστικήν του φωνήν, αδιστάκτως και χωρίς διακοπάς.
Έχω το ατύχημα να είμαι σύζυγος απατηθείς και επιθυμώ να θραύσω νομίμως τους δεσμούς, που με συνδέουν προς την σύζυγό μου, δηλαδή να διαζευχθώ, αλλ' υπό τον όρον ο υιός μου να μη μείνη μετά της μητρός του.
― Επιθυμείτε ν' αναλάβω εγώ την υπόθεσιν του διαζυγίου σας;
― Μάλιστα, αλλ' οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι δεν επιθυμώ να καταχρασθώ της προσοχής σας. Ήλθον διά να λάβω προκαταβολικώς την συμβουλήν σας. Επιθυμώ το διαζύγιον, αλλ' είνε θεμελιώδες δι' εμέ να μάθω τους όρους υπό τους οποίους επιτυγχάνεται το διαζύγιον. Αν ούτοι δεν ανταποκρίνονται προς τας απαιτήσεις της αξιοπρεπείας, θα παραιτηθώ της νομίμου λύσεως.
― Ω! αυτό είνε το ορθόν, απήντησεν ο δικηγόρος, είσθε πάντοτε κύριος της καταστάσεως.
― Γνωρίζω εν γενικαίς γραμμαίς τους νόμους τους διέποντας τα περί διαζυγίου, είπεν ο Καρένιν, αλλ' επεθύμουν να μάθω τας διατυπώσεις τας χρησιμοποιουμένας εν τη εφαρμογή των.
― Επιθυμήτε να σας εκθέσω τους τρόπους διά των οποίων δύνασθε να επιτύχητε ότι επιθυμήτε;
Ο Καρένιν έκλινε την κεφαλήν εις σημείον κατανεύσεως.
Ο δικηγόρος επανέλαβε, ρίπτων από καιρού εις καιρόν φευγαλέα βλέμματα επί της μορφής του Καρένιν:
― Οι ημέτεροι νόμοι επιτρέπουσι το διαζύγιον, ως γνωρίζετε, εις τας ακολούθους περιπτώσεις . . . Ειπέτε να περιμένουν, εφώνησε προς τον γραμματέα του, όστις επρόβαλλε την κεφαλήν από της θύρας.
― Λοιπόν, εις τας ακολούθως περιπτώσεις, επανέλαβε· φυσικά ελαττώματα των συζύγων, έπειτα απουσία του ετέρου των συζύγων αναχωρούντος διά μέρος άγνωστον· έπειτα· μοιχεία (και ετόνισε την λέξιν μετά προφανούς ευχαριστήσεως). Ιδού αι υποδιαιρέσεις (έκλειε κάθε φοράν ένα δάκτυλον καθ' όσον αι περιπτώσεις και αι υποδιαιρέσεις δεν δύνανται να ταξιθετηθώσιν ομού): Τα φυσικά ελαττώματα του ανδρός ή της γυναικός, η μοιχεία του ανδρός ή της γυναικός.
Αφού έκλεισεν όλα του τα δάκτυλα, τα ήνοιξεν αύθις και εξηκολούθησεν:
― Αυτή είνε η θεωρία. Αλλά σεις μου εκάμετε την τιμήν να έλθητε να με συμβουλευθήτε επί της πρακτικής εφαρμογής . . Στηριζόμενος επί των προηγουμένων, δύναμαι να σας είπω ότι όλα τα διαζύγια δύνανται να υπαχθώσιν εις τας ακολούθους περιπτώσεις· δεν έχετε ελαττώματα φυσικά, ασφαλώς όχι, και απουσίαν ενός των συζύγων απελθόντος εις άγνωστον διεύθυνσιν επίσης.
Ο Καρένιν κατένευσε.
― Λοιπόν, μας μένει η μοιχεία του ετέρου των συζύγων και η πεποίθησις περί της ενοχής του εγκληματήσαντος μέλους λόγω αμοιβαίας συγκαταθέσεως, και εν απουσία της συγκαταθέσεως ταύτης, διά της αποδείξεως του επ' αυτοφώρω . . . Οφείλω να σας υποδείξω ότι η τελευταία αύτη περίπτωσις είνε σπανία εν τη πρακτική.
Και ρίψας εκ νέου φευγαλέον βλέμμα επί του πελάτου του, ο δικηγόρος εσιώπησε.
Ο Καρένιν εξηκολούθει να σιωπά.
― Το απλούστερον και το λογικώτερον είνε η μοιχεία δι' αμοιβαίας συγκαταθέσεως και ομολογίας επανέλαβεν ο δικηγόρος . . . Δεν θα επέτρεπον εμαυτώ την τοιαύτην έκφρασιν ενώπιον προσώπου ελάχιστα μορφωμένου, αλλ' ελπίζω ότι σεις με εννοείτε.
Ο Καρένιν ευρίσκετο εις τοιαύτην νευρικήν ταραχήν, ώστε δεν κατενόησεν ευθύς αμέσως το όλον της λογικότητος ην ηδύνατο να ενέχη η κατ' αμοιβαίαν συγκατάθεσιν ομολογία της μοιχείας, και το βλέμμα του εξέφραζε την έκπληξίν του.
Ο δικηγόρος ήλθεν εις βοήθειάν του.
― Ο σύζυγος και η γυνή δεν δύνανται πλέον να ζώσιν ομού, ιδού το γεγονός, και αν αμφότεροι συμφωνούσιν εις τούτο, αι λεπτομέρειαι και αι διατυπώσεις αποβαίνουσιν αδιάφοροι και άνευ τινός σημαντικότητος, ταυτοχρόνως δε αυτό είνε το απλούστερον και το ασφαλέστερον μέσον.
Ο Καρένιν ηνόησεν εξ ολοκλήρου την φοράν ταύτην· αλλ' αι θρησκευτικαί του αρχαί αντετίθεντο εις την εφαρμογήν του μέσου τούτου.
― Εις την ιδικήν μου περίπτωσιν, το μέσον το οποίον προτείνετε δεν έχει εφαρμογήν. Έν μόνον μέσον υπάρχει: η ομολογία της μοιχείας εκ μέρους του εγκληματήσαντος μέλους, άνευ της συγκαταθέσεώς του, αποδεικνυομένη διά των επιστολών, τας οποίας κατέχω.
― Βλέπετε, είπεν ο δικηγόρος, αυτής της φύσεως τα ζητήματα κρίνονται, ως γνωρίζετε, υπό της Ιεράς Συνόδου, και οι πατέρες αρχιερείς, εις τας τοιαύτας υποθέσεις, εξονυχίζουν και τας ελαχίστας λεπτομερείας, προσέθηκε μετά μειδιάματος όπερ απεδείκνυεν ότι συνεμερίζετο την γνώμην των αρχιερέων . . . Αναντιρρήτως, αι επιστολαί δύνανται να ώσι ισχυραί βάσεις κατηγορίας, αλλ' αι επιβαρύνσεις δέον ν' αποδειχθώσι διά της ευθείας οδού, δηλαδή τη βοηθεία μαρτύρων. Άλλως τε, αν με τιμάτε διά της εμπιστοσύνης σας, θ' αφήσετε εις εμέ την εκλογήν των μέσων εις τα οποία θα πρέπη να προσφύγωμεν· ο επιθυμών το τέλος δέχεται τα μέσα.
― Αν έχη ούτω, είπεν ο Καρένιν γενόμενος αίφνης κάτωχρος, θα σας ανακοινώσω εγγράφως την απόφασίν μου.
Ηγέρθη και εστηρίχθη επί της τραπέζης:
― Δύναμαι λοιπόν να συμπεράνω εκ των λόγων σας, είπε μετά τινα διακοπήν, ότι το διαζύγιον είναι δυνατόν. Θα σας παρακαλέσω να μου ανακοινώσητε τους όρους σας.
― Όλα είνε δυνατά, αν μου αφήσετε πλήρη ελευθερίαν ενεργείας, είπεν ο δικηγόρος χωρίς να απαντήση εις την δευτέραν ερώτησιν . . .
― Και πότε θα έχω ειδήσεις σας; εξηκολούθησε συνοδεύων τον επισκέπτην του μέχρι της θύρας.
― Εντός οκτώ ημερών, και θα λάβετε την καλλοσύνην να με πληροφορήσητε αν δέχεσθε να αναλάβητε την υπόθεσίν μου ως και υπό ποίους όρους.
― Βεβαίως, βεβαίως.
Ο δικηγόρος εχαιρέτησε μετά σεβασμού, αφήκε τον πελάτην του να απέλθη, και, μείνας μόνος, παρεδόθη εις την φαιδρότητά του.
* * *
Ο Καρένιν, ταξειδεύων διά διοικητικάς ανακρίσεις, διήλθεν εκ Μόσχας όπου εσταμάτησεν επί τρεις ημέρας. Την επιούσαν της αφίξεώς του, μετέβη εις επίσκεψιν του γενικού διοικητού. Καθ' οδόν ήκουσε να τον καλή μία φωνή ηχηρά και φαιδρά, δεν ηδυνήθη να αποφύγη να στραφή.
Ο Ομπλόνσκυ τον εκάλει επιμόνως και τον υπεχρέωνε να σταματήση. Εστηρίζετο διά της ετέρας των χειρών εις την θυρίδα της αμάξης του εκ της οποίας επρόβαλλε μία γυναικεία κεφαλή με βελουδίνην εφεστρίδα και δύο κεφαλαί παιδιών. Η κυρία εμειδία χαριέντως ενώ ο Ομπλόνσκυ έκαμνε νεύμα διά της χειρός προς τον Καρένιν.
Ήτο η Δόλλυ μετά των τέκνων της.
Ο Καρένιν θα προυτίμα να μη έβλεπε κανένα εις Μόσχαν και προπάντων τον αδελφόν της συζύγου του.
Ύψωσε τον πίλον του και ηθέλησε να συνεχίση τον δρόμον του, αλλ' ο Ομπλόνσκυ διέταξε τον ηνίοχον να σταματήση και έδραμεν εις συνάντησιν του Καρένιν.
― Δεν εντρέπεσαι να μη μας ειδοποιήσης καθόλου περί της αφίξεώς σου!
― Δεν έλαβα καιρόν, είμαι πολύ απησχολημένος, απήντησεν ο Καρένιν ξηρώς.
― Πάμε στη γυναίκα μου, σε ζητεί.
Ο Καρένιν εξεδίπλωσε το σκέπασμα των ποδών και κατήλθε της αμάξης ίνα βαδίση επί της χιόνος και πλησιάση την Δόλλυ.
― Γιατί μας αποφεύγετε έτσι δα; είπεν αύτη μειδιώσα.
― Ήμην πολύ απησχολημένος τελευταίως . . . Λογίζομαι υπερευτυχής που σας βλέπω, είπε διά τόνου, όστις εξέφραζε αντίθετον των λόγων του . . . πώς είσθε;
― Και πώς έχει η αγαπητή μου Άννα; ηρώτησεν η Δόλλυ.
Ο Καρένιν, αντί πάσης απαντήσεως, ανέπεμψεν υπόκωφον γρυλλισμόν και ηθέλησε ν' αποσυρθή, αλλ' ο Ομπλόνσκυ τον εσταμάτησε.
― Σας παρακαλώ, κάμετέ μας την χάριν να έλθετε να δειπνήσωμεν αύριον, είπεν η Δόλλυ, σας περιμένομεν εις τας πέντε, ή και εις τας έξ, αν προτιμάτε. Και πώς είνε η αγαπητή Άννα είνε τόσος καιρός τόρα . . .
― Καλά, απήντησεν ο Καρένιν.
― Ώστε, θα έλθετε αύριον; του εφώναξεν η Δόλυ, εν ώ επέστρεφε προς την άμαξάν του.
Αλλά δεν ήκουσε την απάντησιν του, αποπνιγείσαν μέσα εις τροχασμόν των οχημάτων.
― Θα περάσω από το κατάλυμά σου αύριον, του εφώναξεν ο Ομπλόνσκυ.
Ο Καρένιν εβυθίσθη εντός της αμάξης κατά τρόπον ώστε να μη βλέπη τίποτε και να μη είνε ορατός εις κανένα.
― Τι ιδιόρρυθμος άνθρωπος! είπεν ο Ομπλόνσκυ προς την σύζυγόν του.
Συνεβουλεύθη το ωρολόγιόν του, έκαμε διά της χειρός φιλικόν νεύμα εις την σύζυγόν και τα τέκνα του και προυχώρησε φαιδρός κατά μήκος του πεζοδρομίου.
Και εξηφανίσθη, χαιρετών χαριέντως κατά την διάβασίν του τα γνωστά του πρόσωπα.
Ήτο περασμένη η πέμπτη ώρα, και πολλοί συμπόται είχον ήδη φθάσει όταν ο Ομπλόνσκυ επανήλθεν εις την οικίαν του.
Η Κίττυ και ο Καρένιν ευρίσκοντο εις το σαλόνι.
Ο Ομπλόνσκυ εζήτησε συγγνώμην, προφασισθείς ότι τον είχε κρατήσει κάποιος πρίγκηψ, του οποίου ήτο πάντοτε καθ' ομοίαν σύμπτωσιν ο αποδιοπομπαίος τράγος. Εν μια στιγμή έκαμεν όλας τας συστάσεις. Κατόπιν συνεζήτησεν εναντίον του Καρένιν, του Κοσνυτσέφ και του Πέστζωφ περί εκρωσισμού της Πολωνίας. Εθώπευσε τον Τουρόβτζιν επί του ώμου, του είπε κάποιον αστεϊσμόν εις το αυτί και τον έθεσεν εις συνομιλίαν μετά της Δόλλυ και του γηραιού πρίγκηπος Τσερμπάτσκυ.
Απηύθυνε κατόπιν τας προσρήσεις του εις την Κίττυ και παρουσίασε τον Τσερμπάτσκυ εις τον Καρένιν. Εν μια στιγμή είχε τόσον καλώς ζυμώση την κοινωνικήν εκείνην πάσταν ώστε το σαλόνι, ολοζώντανον πλέον, αντήχει πανταχού από τον βόμβον των συνομιλιών.
Ο Λεβίν έφθασε τελευταίος.
― Εβράδυνα;
― Και μπορείς ποτέ σου να μη βραδύνης; είπεν ο Ομπλόνσκυ λαβών την χείρα του.
― Έχεις πολύν κόσμον; Ποιοι και ποιοι είνε; ηρώτησεν ο Λεβίν ερυθριάσας χωρίς να το θέλη και τινάσων με το γάντι την χιόνα του καπέλου του.
― Οικογενειακός κύκλος, η Κύττυ, είνε εδώ. Έλα θα σε παρουσιάσω εις τον Καρένιν.
― Ο Ομπλόνσκυ τον επήρε από το χέρι και τον ωδήγησε προς τον Καρένιν.
― Επιτρέψατέ μου να σας παρουσιάσω προς αλλήλους, είπε, και επρόφερε τα ονόματα.
― Λογίζομαι λίαν ευτυχής που σας συναντώ και πάλιν, είπεν ο Καρένιν ψυχρώς, θλίψας την χείρα του Λεβίν.
― Εγνωρίζεσθε λοιπόν; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ έκπληκτος.
― Επεράσαμε μαζί τρεις ώρες εντός του σιδηροδρόμου.
― Αλήθεια! είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . Λοιπόν! Κύριοι εις την τράπεζαν, προσέθηκε.
Μετά το δείπνον ο Καρένιν επέρασεν εις το σαλόνι.
― Πόσον είμαι ευτυχής, που ήλθατε! είπεν η Δόλλυ μειδιώσα, καθώς τον αντίκρυσεν αιφνιδίως εις το πρώτο σαλόνι. Έχω να σας ομιλήσω. Ας καθήσωμεν εδώ.
Ο Καρένιν, με την αυτήν έκφρασιν αδιαφορίας, ην τω προσέδιδον αι ανυψωμέναι οφρείς του, εκάθησε παραπλεύρως της Δόλλυ.
― Καίτοι λογίζομαι υπερευτυχής που σας βλέπω, είπεν, εν τούτοις θα σας εζήτουν την άδειαν να αποσυρθώ, διότι αύριον αναχωρώ.
― Σας εζήτησα ειδήσεις περί της Άννας, τω είπεν εκείνη αποφασιστικώς και δεν μου απαντήσατε. Πώς είνε;
― Νομίζω ότι είνε καλά, απήντησεν ο Καρένιν, χωρίς να ατενίση την συνομιλήτριάν του.
― Συγχωρήσατέ με, δεν έχω κανέν δικαίωμα, αλλ' αγαπώ και σέβομαι την Άνναν ως αδελφήν· σας παρακαλώ, σας ικετεύω, είπατέ μου, τι έχετε εναντίον της; Τι της κατηγορείτε;
Ο Καρένιν έκλεισε σχεδόν τους οφθαλμούς και εταπείνωσεν την κεφαλήν.
― Φρονώ ότι ο σύζυγός σας θα έπρεπε να σας εξήγει διά ποίον λόγον θεωρώ αναγκαίον να τροποποιήσω τας σχέσεις μας.
― Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω, δεν θέλω να το πιστεύσω! είπεν η Δόλλυ ενούσα τας χείρας με ενεργητικήν χειρονομίαν.
Ηγέρθη δε αποτόμως και έθεσε την χείρα επί της χειρίδος του Καρένιν.
― Θα μας διακόψουν εδώ, ελάτε μαζί μου.
Η συγκίνησις της Δόλλυ επενήργησεν επί του Καρένιν.
Ηγέρθη και την ηκολούθησεν ευπειθώς εις το μελετητήριον των παιδιών.
― Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω! είπεν η Δόλλυ προσπαθούσα να αντικρύση το βλέμμα του Καρένιν, όστις την απέφευγε.
― Δεν πρέπει να αρνήται κανείς να πιστεύση τα γεγονότα, απήντησεν ούτος τονίζων την λέξιν γ ε γ ο ν ό τ α.
― Αλλά, τι έκαμε; Θέλω να το μάθω.
― Ημέλησε τα καθήκοντά της και ηπάτησε τον σύζυγόν της, αυτό έκαμεν, είπεν ο Καρένιν.
― Όχι, όχι, δεν είνε δυνατόν αυτό! Όχι, σας παρακαλώ . . Απατάσθε.
Ο Καρένιν εμειδίασε παγερώς, μόλις διασταλέντων των χειλέων του, ίνα δείξη εις τε την Δόλλυ και εις εαυτόν μέχρι ποίου σημείου ήτο βέβαιος περί του γεγονότος εκείνου. Καίτοι όμως η θερμή εκείνη υπεράσπισις δεν τον εκλόνισεν, ανέξεεν εν τούτοις την πληγήν του· και ωμίλησε με μεγαλητέραν ζωηρότητα.
― Είνε δύσκολον να απατηθή κανείς, όταν η σύζυγος το ομολογεί η ιδία εις τον σύζυγόν της, όταν του διακηρύττη ότι οκτώ ετών συμβίωσις, ότι ο υιός της, ότι όλα αυτά ήσαν πλάνη, και ότι επιθυμεί να επαναλάβη εξ υπαρχής την ζωήν, είπεν ο Καρένιν μετά δριμύτητος.
― Άννα και ατιμία! . . . δεν ειμπορώ να τα συνδέσω αυτά τα δύο, δεν ειμπορώ . . . κατ' ουδένα λόγον!
Τότε ο Καρένιν αντίκρυσε κατά πρόσωπον την συγκεκινημένην μορφήν της Δόλλυ.
― Θα εθυσίαζα πολλά διά να δυνηθώ να διατηρήσω ακόμη κάποιαν αμφιβολίαν. Όταν αμφέβαλα υπέφερα, αλλ' ολιγώτερον από τώρα . . . Όταν αμφέβαλα, διετήρουν κάποιαν ελπίδα . . . Τώρα, δεν έχω πλέον ελπίδας και δυσπιστώ προς τα πάντα . . . Δυσπιστώ τόσον προς τα πάντα, ώστε μισώ τον υιόν μου, και ενίοτε, δεν πιστεύω ότι είνε υιός μου. Είμαι απείρως δυστυχής!
Δεν είχεν ανάγκην να το δηλώση αυτό.
Η Δόλλυ το είχεν εννοήσει μόλις τον ητένισε κατά πρόσωπον· τον ελυπήθη δε και η πίστις της επί την αθωότητα της φίλης της εξησθένισεν.
― Α! είνε τρομερόν, τρομερόν! Αλλ' είνε αληθές ότι επιθυμείτε το διαζύγιον;
― Είνε το μόνον που μου μένει να κάμω.
― Το μόνον, το μόνον; είπεν εκείνη με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς . . . . .
Και εσιώπησεν, αναλογισθείσα εαυτήν, αναμνησθείσα τας ιδίας της συζυγικάς συμφοράς· είτα δ' αίφνης ανύψωσεν αποφασιστικώς την κεφαλήν και ήνωσε τας χείρας ικετευτικώς:
― Ακούσατέ με, είσθε χριστιανός· Συλλογισθήτε την! Τι θ' απογείνη αν την εγκαταλείψετε σεις;
― Αφ' ης μοι απεκάλυψε μόνη της το αίσχος, αφήκα πάσαν άλλην σκέψιν κατά μέρος. Της παρέσχον τα μέσα να δυνηθή να εξιλεωθή! Έκαμα τα πάντα διά να την σώσω . . . . . Ε, λοιπόν! δεν εσεβάσθη ούτε τον μάλλον ασήμαντον των όρων μου . . . Τα καθήκοντα της ευπρεπείας! . . . Δυνάμεθα να σώσωμεν ένα πλάσμα το όποιον δεν θέλει ν' απωλεσθή, αλλ' όταν ολόκληρος η φύσις έχει τόσον εξηχρειωθή, τόσον εκφαυλωθή ώστε την απώλειαν να την θεωρή σωτηρίαν, τι δυνάμεθα να πράξωμεν;
― Τα πάντα, πλην του διαζυγίου, απήντησεν η Δόλλυ.
― Τα πάντα, ποία; . . .
― Ω! όχι, είνε τρομερόν! . . . Δεν θα καταστή σύζυγος ουδενός, θα πάη χαμένη!
― Αλλά, τι δύναμαι να κάμω εγώ; ηρώτησεν ο Καρένιν ανυψώσας τους ώμους και τας οφρείς.
Η ανάμνησις της τελευταίας πράξεως της Άννας τον είχεν εξοργίσει εις τοιούτον βαθμόν, ώστε κατέστη ασυγκίνητος όπως εν αρχή της συνεντεύξεως.
― Σας είμαι λίαν ευγνώμων διά την συμπάθειάν σας, είπεν, αλλ' οφείλω να αποσυρθώ.
Ηγέρθη.
― Όχι, περιμείνατε . . . Δεν πρέπει να συμπληρώσητε σεις την καταστροφήν της. Ακούσατε, θα σας διηγηθώ εκείνο που συνέβη εις εμέ. Ενυμφεύθην, κατόπιν ο σύζυγός μου με ηπάτησεν· εν τη οργή μου, εν τη ζηλοτυπία μου ηθέλησα ν' αφήσω, να εγκαταλείψω τα πάντα . . . Ήτο ενδόμυχος πόθος μου τούτο . . . Αλλά δεν ενήργησα τοιουτοτρόπως. Και, εις ποίον το οφείλω αυτό; Ναι, . . . με έσωσεν η Άννα. Και βλέπετε, τα παιδιά μεγαλώνουν, ο σύζυγός μου επιστρέφει εις την οικογένειάν του, συναισθάνεται τα σφάλματά του . . . Καθίσταται αγνότερος, καλλίτερος, . . . και ζω! Εσυγχώρησα εγώ, και σεις επίσης οφείλεται να συγχωρήσητε.
Ο Καρένιν την ήκουεν αλλ' οι λόγοι της Δόλλυ δεν επέδρων πλέον επ' αυτού.
Όλη η οργή υφ' ης κατείχετο την ημέραν κατά την οποίαν είχε λάβει την απόφασίν του, επλήρωσε και πάλιν την ψυχήν αυτού. Ηγέρθη και είπε διά της διαπεραστικής του φωνής:
― Δεν δύναμαι να συγχωρήσω εγώ, ούτε το θέλω, και κρίνω ότι το τοιούτο θα απετέλει αδίκημα. Έκαμα τα πάντα διά την γυναίκα αυτήν! Δεν είμαι άνθρωπος κακός, ουδέποτε απεστράφην ουδένα, αλλ' αυτήν, την μισώ δι' όλης της δυνάμεως της ψυχής μου . . . Δεν δύναμαι να την συγχωρήσω, διότι την βδελύττομαι καθ' υπερβολήν δι' όλον το κακόν του οποίου μου έγεινε πρόξενος.
Η φωνή του επνίγετο εις τα δάκρυα της οργής.
― Αγαπάτε τους μισούντας υμάς! εψιθύρισε δειλώς η Δόλλυ.
Ο Καρένιν εμειδίασε περιφρονητικώς. Εγνώριζε το παράγγελμα τούτο προ πολλού, αλλά δεν το εύρισκεν εφαρμόσιμον εις την ιδικήν του περίπτωσιν.
― Αγαπάτε τους μισούντας υμάς, ναι, αλλά ν' αγαπάτε τους μισουμένους παρ' υμών, είνε αδύνατον. Συγχωρήσατέ με διότι σας ετάραξα . . . ο καθείς με τον σταυρόν του . . .
Και γενόμενος αύθις κύριος εαυτού, ο Καρένιν απεχαιρέτησεν ησύχως αυτήν και απεσύρθη.
* * *
Ο Λεβίν, μετά το δείπνον, ηθέλησε να ακολουθήση την Κίττυ εις το σαλόνι, αλλ' εφοβήθη μη της ήτο δυσάρεστος, αν εγίνετο καταφανής εις την ομήγυριν η προς αυτήν αφοσίωσίς του. Έμεινε λοιπόν εις το καπνιστήριον και ανεμίχθη εις την γενικήν συζήτησιν. Αλλ' η Κίττυ δεν εβράδυνε να τον πλησιάση. Χωρίς να στραφή, ησθάνθη το βλέμμα και το μειδίαμα το οποίον του εξετόξευσε και δεν ηδυνήθη να κρατηθή. Υπεστράφη.
Η Κίττυ ευρίσκετο επί του κατωφλίου μετά του αδελφού της και τον παρετήρει.
― Εσκέφθην ότι θα εκάθησθε εις το πιάνο, είπεν ο Λεβίν. Ιδού τι στερούμαι εις την εξοχήν, την μουσικήν!
― Όχι, ήλθομεν αποκλειστικώς διά να σας φωνάξωμεν και σας ευχαριστώ διότι προσήλθατε αφ' εαυτού, είπεν εκείνη παρέχουσα εις αυτόν έν μειδίαμα ως θα του εχάριζε δώρον . . .
Η Κίττυ επλησίασεν εις μίαν τράπεζαν του παιγνιδίου, εκάθησε, και λαβούσα την κιμωλίαν, ήρχισε να χαράττη επί του τάπητος κύκλους ων έκαστος ήτο μεγαλείτερος του προηγουμένου.
― Α! εγέμισα όλο το τραπέζι με ορνιθοσκαλίσματα, εφώνησεν η Κίττυ.
Απέθηκε την κιμωλίαν και έκαμε κίνημα ως να προυτίθετο να εγερθή.
«. . . Θεέ μου, πώς θα έμενα κατάμονος χωρίς αυτήν;» Έλαβε την κιμωλίαν.
― Μείνατε, είνε καιρός τώρα που επιθυμώ να σας ζητήσω κάτι.
Την ητένισε δε εις τα μάτια τα πλήρη αγαθότητος, αν και κάπως τρομαγμένα.
― Πολύ ευχαρίστως.
― Ιδού το ερώτημά μου: έγραψε μερικά γράμματα: ο, μ, ε, α, δ, γε: η, φ, ε, ε: π, η, μ, π, τ, π;
Τα γράμματα αυτά εσήμαινον: «Όταν μου είπατε, αυτό δεν γίνεται· η φράσις εκείνη εσήμαινε π ο τ έ, ή ― μ ό ν ο ν - π ρ ο ς - τ ο - π α ρ ό ν;» - Δεν υπήρχε καμμία πιθανότης ότι η Κίττυ θα κατενόει το πολύπλοκον αυτό αίνιγμα, αλλά την ητένισε με ύφος, όπερ εφαίνετο δηλούν ότι η ζωή του εξηρτάτο εκ της απαντήσεως της νεαράς κόρης. Τον ητένισε σοβαρά, εστήριξε το μέτωπον επί της χειρός της και ήρχισε ν' αναγινώσκη τα γράμματα. Από στιγμής δε εις στιγμήν, τον ητένιζεν αύθις ερωτώσα οιονεί διά του βλέμματος· είνε ακριβώς αυτό που σκέπτομαι;
― Εννόησα, είπε τέλος ερυθριάσασα.
― Ποία είνε αυτή η λέξις; ηρώτησεν εκείνος υποδείξας το Πρώτον Π.
― Αυτό σημαίνει Π ο τ έ, απήντησεν εκείνη, αλλά δεν είνε αλήθεια.
Ο Λεβίν απέσβεσε ταχέως όσα είχε γράψει, απέδωκε την κίμωλίαν εις την Κίττυ και ηγέρθη.
Εκείνη έγραψε: τ, δ, η, ν, α, δ.
Η Δόλλυ, παρατηρούσα τας δύο εκείνας κεφαλάς εγγύς αλλήλων, επαρηγορήθη διά την λύπην ην της είχε προξενήσει η συνδιάλεξίς της μετά του Καρένιν.
Η Κίττυ, με την κιμωλίαν εις το χέρι παρετήρει τον Λεβίν με ένα δειλό και φοβισμένο μειδίαμα, ενώ κύπτων εκείνος επί της τραπέζης, προσήλωνε τα φλογερά του μάτια οτέ μεν επ' αυτής οτέ δε επί των γραμμάτων.
Εξαίφνης, ηκτινοβόλησεν ολόκληρος, είχεν εννοήσει. Αι λέξεις αι χαραχθείσαι παρά της Κίττυ εσήμαινον: «Τότε δεν ηδυνάμην ν' απαντήσω διαφορετικά».
Την ητένισε με ύφος ερωτηματικόν, δειλά-δειλά: ― Μόνον τότε;
― Ναι, απεκρίθη το μειδίαμα της Κίττυ.
― Και τώρα; ηρώτησεν εκείνος.
― Αναγνώσατε, είπεν εκείνη, θα γράψω ποίος είνε ο ενδόμυχος πόθος μου τώρα: και εσημείωσε τα εξής γράμματα: ε, ν, λ, κ, ν, σ, τ, π.
Τούτο εσήμαινε: «Ελπίζω να λησμονήσετε και να συγχωρήσητε το παρελθόν».
Ήρπασεν εκείνος την κιμωλίαν με τα νευρικά και τρέμοντα δάκτυλά του, την έθραυσε και εσημείωσε τα αρχικά γράμματα, της ακολούθου φράσεως: «Δεν έχω τίποτε να λησμονήσω, ούτε να συγχωρήσω, δεν έπαυσα να σας αγαπώ!»
Τον ητένισε χωρίς να παύση να μειδιά:
― Εννόησα, εψιθύρισε.
Εκείνος έγραψε νέαν εκτενεστάτην φράσιν. Η Κίττυ την ενόησε, και χωρίς μάλιστα να τον ερωτήση αν είχε καλώς αντιληφθή την σημασίαν της φράσεως, του απήντησεν αμέσως εγγράφως.
Ο Λεβίν εβράδυνε πολύ να διεισδύση εις την έννοιαν της φράσεως αυτής και την συνεβουλεύθη πλειστάκις διά του βλέμματος. Η ευτυχία τον εζάλιζε. Δεν κατώρθωσε δε ν' ανακαλύψη τας πραγματικάς λέξεις, αντελήφθη όμως παν ό,τι τον ενδιέφερε να μάθη μέσα εις τα θαυμάσια μάτια της Κίττυ, τα οποία ηκτινοβόλουν από ευτυχίαν.
Εσχεδίασε τρία γράμματα, αλλά προτού τα χαράξη εντελώς, εκείνη τα εδιάβασε, τα συνεπλήρωσε αντ' αυτού και έγραψε απάντησιν: «Ναι!»
― Παίζετε τα «κρυφά γράμματα»; είπεν ο γηραιός πρίγκηψ Τσερμπάτσκυ πλησιάσας αυτούς, αλλ' αν θέλης να πας εις το θέατρον, πρέπει να πηγαίνωμεν, κόρη μου.
Ο Λεβίν κατευώδωσε την Κίττυ μέχρι της θύρας.
Είχον είπει παν ό,τι είχον να είπουν, η Κίττυ του είχεν ομολογήσει ότι τον ηγάπα και ότι θ' ανήγγελλεν εις τους γονείς της ότι θα μετέβαινε την επιούσαν να την ζητήση εις γάμον.
Περί την μεσημβρίαν, ο Λεβίν κατηυθύνθη προς το μέγαρον των Τσερμπάτσκυ. Κατήλθε προ του προστόου του ξενοδοχείου και οι ηνίοχοι τον εκύκλωσαν αμέσως διαμφισβητούντες τις πρώτος να τον υπηρετήση.
Ουδέποτε είχε ταξειδεύσει με έλκυθρα αναπαυτικώτερα, κομψότερα και των οποίων ο εξαίρετος ίππος, έλκων με όλας του τας δυνάμεις δεν κατώρθωνε να προχωρή ταχέως.
Ο θυρωρός τέλος, τον εισήγαγε και τον ωδήγησεν εις την αίθουσαν.
Όπισθεν της θύρας ήκουσε τον θρουν γυναικείας εσθήτος· κατόπιν δε ελαφρά βήματα προσέθιξαν το παρκέτο, και η ευτυχία του, η ζωή του, αυτός ούτος, ό,τι άριστον υπήρχεν εντός του, παν ό,τι επεζήτει, παν ό,τι επόθει, προσέτρεχον ήδη εις υποδοχήν του.
Δεν έβλεπε τίποτε άλλο εκτός από τα μάτια εκείνα τα διαυγή και ειλικρινή, τα γεμάτα από την ιδίαν χαράν του έρωτος, όστις επλήρου και την ιδίαν του καρδίαν. Οι οφθαλμοί του ηκτινοβόλουν επί μάλλον και μάλλον, θαμβούντες αυτόν με την ερωτόφλογον λάμψιν των.
Έδραμεν εκείνη, προς αυτόν, και εν ορμή ευδαίμονι και ευφροσύνω ερρίφθη επ' αυτού.
Την επήρεν εις τας αγκάλας του και έθλιψε τα χείλη του επί του στόματός της, που επεζήτει το φίλημά του.
Και εκείνη, όπως αυτός, δεν είχε κοιμηθή κατά την νύκτα, και ανέμεινε τον Λεβίν καθ' όλας τας προμεσημβρινάς ώρας . . . Ο πατήρ της και η μήτηρ της συγκατετίθεντο μετά χαράς και ηυφραίνοντο διά την ευτυχίαν της. Παρεμόνευε λοιπόν την άφιξίν του διά να του αναγγείλη αυτή πρώτη την καλήν είδησιν. Απήλαυεν εκ των προτέρων της χαράς εκείνης, αλλ' ήτο διστακτική και εντροπαλή, και δεν εγνώριζε κατά ποίον τρόπον θα του το έλεγεν. Εν τούτοις, όταν ήκουσε τα βήματά του και την φωνήν του τότε, χωρίς καν να σκεφθή τι έκαμνεν, έδραμε προς αυτόν.
― Πάμε στη μαμά, είπε λαβούσα αυτόν από το χέρι.
Εκείνος έμεινεν επί πολύ χωρίς να δύναται ν' αρθρώση λέξιν, όχι διότι εφοβήθη μη καταβιβάση το αίσθημά του από τα ύψη εις τα οποία επλανάτο, αλλά διότι συνησθάνετο, εκάστοτε οσάκις ήθελε να είπη τι, ότι αντί λέξεων, ανέβλυζον εξ αυτού δάκρυα ευτυχίας.
Επήρε το χέρι της Κίττυ και το έφερεν εις τα χείλη του.
― Είνε αλήθεια; είπε τέλος διά φωνής υποκώφου. Δεν δύναμαι να πιστεύσω ότι με αγαπάς, προσέθηκεν.
Εκείνη εμειδίασε με τον ενικόν αυτόν «με αγαπάς» και με την αιδήμονα διστακτικότητα μεθ' ης την παρετήρει.
― Ναι, απεκρίθη μετά τόνου . . . Είμαι τόσον ευτυχής!
Χωρίς δε να τον αφήση από το χέρι, εισήλθε μαζί του το σαλόνι.
― Ώστε, εκανονίσθησαν όλα; είπεν η πριγκήπισσα αντικρύσασα αυτούς. Τι ευτυχής που είμαι· αγάπα την πολύ . . . Είμαι ευτυχής!
― Κάτι γρήγορα τα ετακτοποιήσατε τα πράγματα, είπεν ο γηραιός πρίγκηψ, όστις προσεπάθει να φαίνεται αδιάφορος. Αλλ' ο Λεβίν παρετήρησεν ότι τα μάτια του ήσαν δακρυσμένα, όταν του απηύθυνε τον λόγον.
― Πάντοτε το είχον ευχηθή, είπεν ο πρίγκηψ λαβών την χείρα του Λεβίν και ελκύσας αυτόν πλησίον του . . . Το ηυχόμην ήδη, όταν αυτή η απερίσκεπτος . . .
― Μπαμπά! εφώναξεν η Κίττυ φράττουσα το στόμα του διά της χειρός της.
― Καλά, καλά, απήντησεν εκείνος, δεν θα ξαναπώ τίποτε . . . Είμαι πολύ, πολύ ευτυχής! . . . Αλλά τι ζώον που είμαι!
Ενηγκαλίσθη την Κίττυ, και την εφίλησεν εις το πρόσωπον, εις την χείρα και πάλιν εις το πρόσωπον.
Και όταν ο Λεβίν είδε πώς η Κίττυ ησπάζετο παρατεταμένως και τρυφερώς την σαρκώδη χείρα του γέροντος εκείνου, νέον αίσθημα αγάπης προς τον πρίγκηπα, όστις έως τότε ήτο ξένος δι' αυτόν, εγεννήθη αίφνης εν τη καρδία του.
* * *
Ο Καρένιν επέστρεψεν εις το μέγαρόν του αναλύων, ακουσίως εαυτού, εν τη μνήμη του, μίαν προς μίαν τας συνομιλίας ας είχε κάμει κατά το διάστημα του δείπνου και μετ' αυτό.
Οι λόγοι της Δόλλυ περί συγγνώμης είχον δυσαρέστως επιδράσει επ' αυτού. Έπρεπε να εφαρμόση ή όχι τα χριστιανικά διδάγματα εις την περίπτωσίν του; Ζήτημα τούτο λίαν πολύπλοκον, το οποίον δεν έπρεπε να συζητήται μετ' ελαφρότητος· άλλως τε, το είχε λύσει προ πολλού αρνητικώς.
Ο θυρωρός του παρέδωκε δύο τηλεγραφήματα. Το πρώτον τον επληροφόρει περί του διορισμού του Στρεμώφ εις την θέσιν ην εποφθαλμία ο Καρένιν. Τον παρώργισε δε ολιγώτερον το ότι η θέσις εκείνη του διέφευγε και ότι, προφανώς, τον παρεμέριζον, παρ' όσον ότι δεν είχον αντιληφθή ότι ο λεξιθήρας εκείνος, ο φλύαρος εκείνος Στρεμώφ ήτο ο πάντων ακαταλληλότερος διά να την καταλάβη.
Έλαβε το δεύτερον τηλεγράφημα.
«Αναμφιβόλως κάτι ανάλογον θα είνε», διελογίσθη.
Το τηλεγράφημα ήτο της συζύγου του.
«. . . Α π ο θ ν ή σ κ ω - π α ρ α κ α λ ώ, ι κ ε τ ε ύ ω - ν α - έ λ θ η ς! . . . Σ υ γ κ ε χ ω ρ η μ έ ν η, - θ α - α π ο θ ά ν ω - η σ υ χ ώ τ ε ρ ο ν».
Εμειδίασε περιφρονητικώς και απέρριψε το τηλεγράφημα.
Ήτο ψεύδος, ήτο δόλος· δεν ηδύνατο ν' αμφιβάλη.
― Δεν υπάρχει ψεύδος προ του οποίου θα υπεχώρει. Πρόκειται να γεννήση. Ίσως περί τούτου να πρόκηται . . . Αλλά ποίος ο σκοπός της; . . . Να νομιμοποιήσω το παιδί, να εκθέσω εμαυτόν και να παρεμποδισθή το διαζύγιον. Αλλ' αυτή λέγει: Αποθνήσκω . . .»
Ανέγνωσε και πάλιν το τηλεγράφημα, και αίφνης η αληθής έννοια του περιεχομένου του τον εξέπληξε.
«. . . Και αν είνε αλήθεια;» διελογίσθη . . . «Αν αληθώς μέσα εις τας βασάνους της και ενώπιον της προσεγγίσεως του θανάτου μετενόησεν ειλικρινώς; Και εγώ, πεποιθώς ότι πρόκειται περί δόλου, θα ηρνούμην να μεταβώ να την ίδω; Τούτο θα ήτο όχι μόνον σκληρόν, αλλά και θα με καθίστα άξιον της γενικής αποδοκιμασίας . . .»
Ο Καρένιν απεφάσισεν ούτω να μεταβή εις επίσκεψιν της συζύγου του. Αν επρόκειτο περί δόλου, δεν θα έλεγε τίποτε, αλλά θ' ανεχώρει και πάλιν αμέσως. Αν δε πράγματι ευρίσκετο εις την επιθανάτιον κλίνην της, θα την συνεχώρει, αν την εύρισκεν ακόμη εν τη ζωή. Αν έφθανε πολύ αργά, θα της απέδιδε τα τελευταία καθήκοντα.
Λαβών την απόφασίν ταύτην, ουδέν πλέον σχετικόν εσκέφθη καθ' όλον τον διάστημα του ταξειδίου.
Το πρωί της επιούσης ο Καρένιν διέσχισε την λεωφόρον Νηούσκυ, έρημον ακόμη, με το συναίσθημα της κοπώσεως, όπερ αφίνει μία νυξ διελθούσα εντός σιδηροδρόμου· ητένιζεν εμπρός του εν τη πρωινή ομίχλη χωρίς να σκέπτεται τι ίσως τον ανέμενε.
Δεν ηδύνατο να σταματήση προ τοιούτου διαλογισμού, διότι μόλις το εσυλλογίζετο, ώφειλε ν' αποδιώκη την σκέψιν ότι ο θάνατος της Άννας θα διέλυε τελείως το δυσχερές της καταστάσεως.
Αρτοποιεία ανοικτά, εμπορικά καταστήματα κλειστά, αμαξάδες της νυκτός, δ β ό ρν ι κ (οδοκαθαρισταί) σαρώνοντες τα πεζοδρόμια παρήλαυνον προ των οφθαλμών του. Παρετήρει τα πάντα προσπαθών να σχηματίση νοερώς, ενδιαθέτως την αντίληψιν του τι τον επερίμενε και ό,τι δεν ετόλμα να ομολογήση ότι επηύχετο.
Έφθασεν εις την οικίαν του. Ο θυρωρός του ήνοιξε την θύραν προτού κρούση τον κώδωνα.
― Πώς πηγαίνει η κυρία;
― Η κυρία ευτυχώς εγέννησε χθες.
Ο Καρένιν ωχρίασε και εσταμάτησε· τώρα κατενόει πόσον διάπυρος ήτο η επιθυμία του να την εύρη νεκράν.
― Και . . . η υγεία της;
Την στιγμήν εκείνην ο υπηρέτης του Καρένιν Κάρνεϊ, φέρων πρωινήν ενδυμασίαν, κατήλθεν εσπευμένως την κλίμακα.
― Η κυρία είνε πολύ άσχημα, είπε . . . Χθες έγινε συμβούλιον από πολλούς ιατρούς, και ο ιδικός μας γιατρός δεν την εγκαταλείπει πλέον.
Επί τη πληροφορία ταύτη ο Καρένιν ησθάνθη κάποιαν ανακούφισιν· υπήρχε λοιπόν κάποια ελπίς ότι ήτο πιθανόν να αποθάνη.
― Πάρε τας αποσκευάς, είπε προς τον υπηρέτην, και εισήλθεν εις τον αντιθάλαμον.
Ο Καρένιν πρώτον αντικείμενον αντίκρυσεν ένα μανδύαν αξιωματικού εις την ιματιοθήκην.
― Ποιος είνε εδώ; ηρώτησεν,
― Ο γιατρός, η μαμή και ο κόμης Βρόνσκυ.
Ο Καρένιν εισήλθεν εις τα δωμάτιά του, δεν υπήρχε δε κανείς εις το σαλόνι, αλλ' εις τον κρότον των βημάτων του, η μαία, φέρουσα κεκρύφαλον με ιόχρους ταινίας, εξήλθε του κοιτώνος της Άννας.
Επλησίασε τον Καρένιν, και, με οικειότητα ην μόνη η προσέγγισις του θανάτου ηδύνατο να δικαιολογήση, τον έλαβεν από της χειρός και τον ήλκυσε προς τον κοιτώνα.
― Δόξα σοι ο Θεός που ήλθατε. Η ασθενής μας μόνον περί υμών ομιλεί, και γυρεύει μόνον σάς.
― Φέρετε λοιπόν γρήγορα πάγον, διέτασσεν επιτακτικώς ο ιατρός.
Ο Καρένιν εισήλθεν εις το καλλωπιστήριον της Άννας. Προ της τραπέζης της, επί τινος χαμηλού καθίσματος, στηριζόμενος πλαγίως επί του ερεισινώτου, εκάθητο ο Βρόνσκυ· είχε την μορφήν κεκρυμμένην εντός των χειρών των και έκλαιεν. Ακούσας δε την διαταγήν του ιατρού, ηγέρθη, κατεβίβασε τους βραχίονάς του και παρετήρησε τον Καρένιν.
Εν αρχή, τοσούτον εταράχθη, ώστε εκαθέσθη και πάλιν και εβύθισε την κεφαλήν μεταξύ των ώμων του ως να ήθελε να εξαφανισθή υπό την γην· αλλά, κατέβαλεν υπέρτατον αγώνα, ηγέρθη και είπεν:
― Αποθνήσκει. Οι ιατροί εδήλωσαν ότι δεν υπάρχει πλέον ελπίς. Είμαι εις την διάθεσίν σας, αλλ' επιτρέψατέ μου να μείνω εδώ. Θα συμμορφωθώ, άλλως τε, προς την θέλησίν σας, θα . . .
Όταν είδε ρέοντα τα δάκρυα του Βρόνσκυ, ο Καρένιν συνησθάνθη την συγκίνησιν εκείνην, ην εδοκίμαζε πάντοτε επί τη θέα του άλγους των άλλων. Απέστρεψε το πρόσωπόν του, και, χωρίς ν' ακούση τον Βρόνσκυ, διέσχυσε το καλλωπιστήριον.
Από του δωματίου της λεχούς έφθανεν η φωνή της Άννας, φαιδρά, ζωηρά, και με διατονίσεις καθαροτάτας.
Ο Καρένιν επλησίασεν εις την κλίνην.
Η ασθενής ήτο εξηπλωμένη, με την μορφήν εστραμμένην προς αυτόν. Αι παρειαί της ήσαν φλογισμέναι, τα μάτια της έλαμπον, αι μικραί λευκαί της χείρες προέβαλον από τας χειρίδας του νυκτικού της υποκαμίσου και προσέπαιζον με τα κράσπεδα του σκεπάσματος.
Είχε το ύφος όχι μόνον πλήρους ευεξίας και φρεσκάδας, αλλά και τελείας ευθυμίας.
Ωμίλει γοργά, η φωνή της ήτο ηχηρά και αι κινήσεις της ακριβείς και ενσυναίσθητοι.
― Λέγω ότι ο Αλέξιος, ο Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς (τι αλλόκοτος και τρομερά σύμπτωσις να ονομάζωνται και οι δύο Αλέξιοι), ο Αλέξιος δεν θα μου το αρνηθή αυτό· εγώ, θα είχα λησμονήσει και θα τον είχα συγχωρήσει . . . Αλλά, διατί δεν έρχεται! Είνε καλός, ούτε αυτός ο ίδιος γνωρίζει πόσον καλός είνε! . . Αχ! Θεέ μου! Τι αγωνία!, . . Δώσατέ μου νερό . . . . Α! όχι βλάπτει για την μικρούλα . . . Λοιπόν, πάρετέ της μια παραμάνα . . . . Αυτό θα ήτο προτιμότερον . . . Θα έλθη, ίσως του κάμη κακό να την ίδη, πάρετέ την απ' εδώ.
― Άννα Καρένιν. . . . έφθασεν, ιδού τον! είπεν η μαία προσπαθούσα να συγκεντρώση την προσοχήν της Άννας επί του συζύγου της.
Αλλ' η Άννα εξηκολούθει να παραληρή.
― Δώσατέ μου τη μικρούλα, δώσατέ μου την . . . Δεν έφθασεν ακόμη; Λέτε ότι δεν θα με συγχωρήση, διότι δεν τον γνωρίζετε σεις . . . Έπρεπε να γνωρίζετε τα μάτια του, ο Σεριόγια τα έχει απαράλλακτα, διά τούτο δεν ειμπορώ πλέον να τα βλέπω . . . Εδώκατε να φάγη του Σεριόγια; . . .
Αίφνης υπέστη συσπασμόν και εσιώπησεν, είτα δ' έφερε την χείρα προ του προσώπου της μετά τρόμου, ως να επρόκειτο την κτυπήσουν.
Διέκρινε τον σύζυγόν της.
― Όχι, όχι, είπε, δεν τον φοβούμαι, . . . τον θάνατον φοβούμαι! . . . Έλα κοντά μου, Αλέξιε . . . Βιάζομαι, διότι. . . . δεν έχω καιρόν να χάνω . . . το παραλήρημα θα ξαναρχίση και δεν θα εννοώ τίποτε πλέον . . . Τόρα, τα εννοώ όλα, όλα τα βλέπω . . .
Η συνεσπασμένη μορφή του Καρένιν εξεδήλωσεν άλγος^ έλαβε την χείρα της Άννας, αλλά δεν ηδυνήθη ν' αρθρώση λέξιν· επάλαιε κατά της συγκινήσεώς του και μόλις παρετήρει λάθρα την πάσχουσαν.
Και, οσάκις την παρετήρει, έβλεπε τα μάτια της προσηλωμένα επάνω του με τρυφεράν αγάπην, με αληθή έκτασιν, την οποίαν δεν είχεν άλλοτε αντικρύση εις το βλέμμα της . . .
― Περίμενε, δεν γνωρίζεις συ . . . περίμενε, περίμενε . . .
Διεκόπη, ως να προσεπάθει να συγκεντρώση τας σκέψεις της.
― Ναι, επανέλαβε. . . . Ναι, ναι, ναι, ιδού τι ήθελα να σας είπω. Μη εκπλήττεσαι, είμαι πάντοτε η ιδία . . . Αλλ' εντός μου υπάρχει και μία άλλη γυναίκα, αυτήν την φοβούμαι . . . Αυτή ηγάπησε τον άλλον και ηθέλησε να σε μισήσω, αλλά δεν κατώρθωσα να λησμονήσω οποία ήτο πρότερον . . . Αυτή δεν είμ' εγώ . . . τώρα είμαι η αληθινή Άννα, τώρα είμαι εγώ! . . . Αποθνήσκω, γνωρίζω ότι πρέπει ν' αποθάνω, ερώτησέ τον . . . . Αισθάνομαι βάρος εις τους βραχίονας, εις τους πόδας μου, εις τα δάκτυλά μου . . . κύτταξε πώς είνε πρησμένα τα δάκτυλά μου! Αλλ' όλα αυτά θα τελειώσουν γρήγορα . . . Ενός μόνον έχω ανάγκην, συγχώρησόν με συγχώρησόν με πραγματικώς . . . Είμαι βδελυρά . . . αλλ' η αγία εκείνη μάρτυς, περί της οποίας μου ωμίλησεν η γιαγιά, ήτο χειρότερη από εμέ . . . Θα πάω κ' εγώ 'ςτή Ρώμη . . . εκεί είνε η έρημος και δεν θα στενοχωρώ κανένα . . . Θα πάρω μόνον μαζί μου τον υιόν μου και το κοριτσάκι μου; . . . Όχι, δεν ειμπορείς να συγχωρήσης . . . γνωρίζω ότι ένα τέτοιο πράγμα κάνεις δεν δύναται να το συγχωρήση . . . Όχι, όχι, φύγε απ' εδώ συ, είσαι υπερβολικά καλός . . .
Με το ένα από τα καίοντα χέρια της συνεκράτει τον Καρένιν, και με το άλλο τον απώθει . . .
Ο Καρένιν δεν προσεπάθει πλέον να νικήση την συγκίνησίν του· ησθάνθη αίφνης, ότι, εξ εναντίας, εκείνο που εξελάμβανεν ως συμπάθειαν και ως οίκτον, ήτο μία κατάστασις ψυχής εν εκστάσει, η οποία τον επλημμύρει δι' ευτυχίας, ην δεν είχε γνωρίσει έως τότε . . .
Ελησμόνει ότι ο χριστιανικός νόμος, ον επόθει ν' ακολουθήση καθ' όλην του την ζωήν, τον διέτασσε να συγχωρή τους εχθρούς του και να τους αγαπά, αλλά ποιόν τι χαρμόσυνον αίσθημα έρωτος και συγγνώμης επλήρωσε την ψυχήν του.
Εγονυπέτησε πλησίον της κλίνης, εστήριξε το μέτωπον του επί του αγκώνος της Άννας, όστις τον εφλόγιζε, και έκλαυσε μετά λυγμών σαν παιδί.
Εκείνη έλαβε δι' αμφοτέρων της των χειρών την κεφαλήν του Καρένιν, την είλκυσε προς εαυτήν και ύψωσε τα μάτια προς την οροφήν μεθ' υπερηφανείας και χαράς.
― Ήλθεν, εγνώριζα εγώ ότι θα ήρχετο, τώρα χαίρετε, χαίρετε πάντες . . . Αλλά, νά που ξαναήλθαν . . . γιατί δεν φεύγουν . . . Γιατρέ, απαλλάξατέ με από όλα αυτά τα γουναρικά . . .
Ο ιατρός επανέθεσε τας χείρας της ασθενούς επί των προσκεφαλαίων και την εσκέπασεν αύθις μέχρι του πώγωνος.
Η Άννα εξηπλώθη πειθηνίως, χωρίς να παύση ατενίζουσα εμπρός της, με τα μάτια φλογισμένα:
― Μη λησμόνει ότι ουδενός άλλου είχον ανάγκην πλην της συγγνώμης σου! . . . Αυτήν και μόνην επόθουν . . . Αλλά, διατί δεν έρχεται μέσα; . . .
Ητένισε προς την θύραν του καλλωπιστηρίου όπου ευρίσκετο ο Βρόνσκυ.
― Έλα, έλα μέσα! . . . Δος του το χέρι σου.
Ο Βρόνσκυ επλησίασεν εις το άκρον της κλίνης και . . . έκρυψε πάλιν την μορφήν μεταξύ των χειρών του.
― Ξεσκέπασε το πρόσωπόν σου, κύτταξέ τον κατά πρόσωπον, είνε . . . άγιος! είπεν εκείνη . . . Αλλά, ξεσκέπασε λοιπόν το πρόσωπόν σου, προσέθηκεν οργίλως . . . Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς ξεσκέπασέ του συ το πρόσωπον, θέλω να τον ίδω . . .
Ο Καρένιν εδράξατο των χειρών του Βρόνσκυ και απεκάλυψε την μορφήν αυτού, παραμορφωμένην από τον πόνον και από το αίσχος . . .
― Δος του το χέρι, συγχώρησέ τον . . .
Ο Καρένιν έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ χωρίς να δυνηθή να συγκρατήση τα δάκρυα που επλημμύρουν τους οφθαλμούς του και κατέρρεον εις κρουνούς . . .
― Ευχαριστώ, Ύψιστε, ευχαριστώ! Τώρα, είμαι έτοιμη . . . Είμαι έτοιμη! . . . Θέλω μόνον να τεντώσω λιγάκι τα πόδια μου . . . έτσι, έτσι δα, καλά . . . Αλλά, τι ακαλαίσθητα που έχουν ζωγραφηθή αυτά τα άνθη, δεν μοιάζουν με βιολέττες προσέθηκεν υποδεικνύουσα τας τοιχογραφίας. Θεέ μου, πότε θα τελειώσουν όλα . . . Δώσατέ μου μορφίνην . . . Θεέ μου, Θεέ μου!
Και συνεσπάσθη βιαίως επί της κλίνης της.
Ο ιατρός της Άννας και οι λοιποί ιατροί, κληθέντες εις συμβούλιον, απεφάνθησαν ότι επρόκειτο περί επιλοχίου πυρετού, νόσου δηλαδή από της οποίας μόνον μία επί τοις εκατό σώζονται . . .
Η Άννα διήλθεν ολόκληρον την ημέραν εν παραληρισμώ και αναισθησία. Περί το μεσονύκτιον απώλεσεν εντελώς τας αισθήσεις και ο σφυγμός της σχεδόν έπαυσεν.
Από στιγμής εις στιγμήν ανεμένετο ήδη το μοιραίον τέλος.
Ο Βρόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του, αλλ' επανήλθε να λάβη ειδήσεις περί της επιθανάτου την πρωίαν της επιούσης. Ο Καρένιν τον συνήντησεν εις τον αντιθάλαμον και του είπε:
― Μείνατε, πιθανόν να σας ζητήση . . .
Και τον εισήγαγεν ο ίδιος εις το δωμάτιον της συζύγου του.
Κατά τας πρωινάς ώρας η ταραχή επανελήφθη, το παραλήρημα επανήρχισε και κατέληξεν αύθις εις κατάστασιν κωματώδη.
Την τρίτην ημέραν συνέβησαν τα ίδια, οι δε ιατροί απεφάνθησαν ότι επανεφαίνετο κάποια ελπίς.
Την ημέραν εκείνην ο Καρένιν εισήλθεν εις το καλλωπιστήριον της Άννας όπου εκάθητο ήδη ο Βρόνσκυ, και αφού έκλεισε την θύραν, εκαθέσθη απέναντί του.
Ο Βρόνσκυ κατενόησεν ότι την φοράν αυτήν η μεταξύ των εξήγησις ήτο αναπότρεπτος.
― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, είπε, δεν δύναμαι ούτε να ομιλήσω πλέον ούτε να εννοήσω τίποτε . . . Φεισθήτε μου! . . . Πάσχετε, αλλά, πιστεύσατέ το, πάσχω πολύ πλειότερον υμών . . .
Ηθέλησε να εγερθή, αλλ' ο Καρένιν εδράξατο της χειρός αυτού και του είπε:
― Σας παρακαλώ να με ακούσετε, είνε ανάγκη. Οφείλω να σας εξηγήσω τα αισθήματα, τα οποία με καθωδήγησαν και θα με καθοδηγήσωσιν ακόμη, ίνα δυνηθήτε να μη παρερμηνεύσητε την συμπεριφοράν μου. Γνωρίζετε ότι είχον αποφασίσει να ζητήσω διαζύγιον, και ότι μάλιστα είχον προβή εις τας πρώτας σχετικάς ενεργείας. Δεν θα σας αποκρύψω επίσης ότι πολύ εδίστασα, και σας ομολογώ ότι κατειχόμην υπό της επιθυμίας να εκδικηθώ και κατ' εκείνης και καθ' υμών . . . Όταν έλαβον το τηλεγράφημά της, ήλθον κατεχόμενος υπό των αυτών αισθημάτων, . . . θα προχωρήσω έτι πέραν, ηυχήθην τον θάνατόν της. Αλλά . . . .
Έμεινε προς στιγμήν απερροφημένος από τας σκέψεις του, και διερωτώμενος αν έπρεπε ν' αποκαλύψη τα κατέχοντα αυτόν συναισθήματα.
― Αλλά, . . .την είδον . . . και συνεχώρησα! Η ευτυχία που χαρίζει η συγγνώμη μοι απεκάλυψε το καθήκον μου . . . . Συνεχώρησα εξ ολοκλήρου. Θα προτείνω την αριστεράν μου παρειάν, θα χαρίσω τον χιτώνα μου εις τον αρπάσαντα το επανωφόριόν μου . . . Έν και μόνον ζητώ από τον Θεόν, . . . να μη μου αφαιρέση την ευτυχίαν της συγγνώμης! . . .
Τα μάτια του ήσαν κατάμεστα δακρύων και ο Βρόνσκυ κατεπλάγη προ της φωταυγούς και γαληνίου λάμψεως του βλέμματός του.
― Αυτή είνε η θέσις μου, επανέλαβεν ο Καρένιν, δύνασθε να με καλύψετε διά βορβόρου, δύνασθε να με καταστήσητε χλεύην του κόσμου, . . . δεν θα εγκαταλείψω την Άνναν και δεν θ' απευθύνω προς σας ούτε λέξιν μομφής· το καθήκον μου μού παρουσιάζεται ευκρινέστατα ήδη: οφείλω να μείνω μετά της συζύγου μου, και θα μείνω. . . . Αν επιθυμήση να σας ίδη, θα σας το ανακοινώσω . . . . αλλά, προς το παρόν, φρονώ ότι προτιμότερον είνε ν' αποσυρθήτε.
Ηγέρθη δε εν ώ λυγμοί απέπνιγον την φωνήν του.
Ηγέρθη και ο Βρόνσκυ και ητένισε τον Καρένιν με την κεφαλήν χαμηλωμένην και κύπτων ενώπιόν του.
Δεν κατενόει τα αισθήματα, τα οποία εζωπύρουν τον Καρένιν, αλλά συνησθάνετο ότι ήσαν αισθήματα υπέρτερα και ότι μάλιστα, δι' αυτόν, ήσαν απρόσιτα και ασύμφωνα προς την ιδίαν του περί ζωής αντίληψιν.
Ο Βρόνσκυ εξήλθεν εις το πρόστοον της οικίας Καρένιν και εσταμάτησε, μη κατανοών, εν τη υψίστη συγχύσει του, εις ποίον μέρος ευρίσκετο, ούτε και πού έπρεπε να μεταβή . . . . Ησθάνετο εαυτόν ταπεινωθέντα, εξευτελισθέντα, ένοχον και εστερημένον των μέσων όπως αποπλύνη την ταπείνωσιν, ην είχεν υποστή . . . . Ησθάνθη εαυτόν ριφθέντα έξω του δρόμου, διά του οποίου είχε βαδίσει έως τότε μετά τόσης υπερηφανείας και ανέσεως. Όλοι οι κανόνες και όλαι της ζωής του αι συνήθειαι, αίτινες τω εφαίνοντο ανεπίδεκτοι μεταβολής, καθίσταντο αιφνιδίως ψευδείς και ανεφάρμοστοι . . .
Ο σύζυγος εκείνος ο απατηθείς, όστις έως τότε είχε παρουσιασθή προ αυτού υπό μορφήν οικτράν, ως αγροίκον εμπόδιον εις την ευτυχίαν του, είχεν ήδη ανυψωθή, παρ' αυτής της Άννας, εις ύψος, το οποίον επέβαλλε τον σεβασμόν· προσέτι δε, ο σύζυγος εκείνος, φθάσας άπαξ εις το ύψος εκείνο, δεν ήτο πλέον κακός, ούτε κίβδηλος, ούτε γελοίος· ήτο ωραίος, αφελής, μέγας!. . .
Ο Βρόνσκυ κατενόει ήδη σαφέστατα, ότι οι ρόλοι είχον αποτόμως αντιστραφή . . . Αντελαμβάνετο πληρέστατα την υπεροχήν της συμπεριφοράς του Καρένιν και τον ίδιόν του εξευτελισμόν, την ευθύτητα εκείνου και την ιδίαν του παρανομίαν. Ησθάνθη ότι ο σύζυγος ήτο γενναιόφρων εν τη δυστυχία του, εν ώ αυτός ήτο ποταπός και ευτελής εν τω ψεύδει του.
Αλλ' η συναίσθησις αύτη της ποταπότητός του ενώπιον ανθρώπου ον είχε περιφρονήσει αδίκως, απετέλει την ελαχίστην των βασάνων του . . . Ήτο πολύ περισσότερον δυστυχής, διότι αντελαμβάνετο ότι ο προς την Άνναν έρως του, όστις εφαίνετο ψυχραθής, τόρα ότε επρόκειτο να την χάση διά παντός, είχε καταστή παρά ποτε φλογερός . . . Κατά το διάστημα της ασθενείας της, την είχε γνωρίσει κατά βάθος πλέον και κατενόησεν ότι δεν την είχεν ακόμη αγαπήσει τόσον, όσον ησθάνετο ότι την ελάτρευε τόρα. Και ήδη, ότε την εγνώρισε τελείως, ότε την ηγάπα όπως ώφειλε να την αγαπά, είχε ταπεινωθή ενώπιόν της και την έχανε διά παντός. Και θα διετήρει απ' αυτόν ανάμνησιν ποταπότητος!
Και το φρικωδέστερον όλων ήτο η ανάμνησις της αξιοθρηνήτου και γελοίας θέσεώς του, καθ' ήν στιγμήν ο Καρένιν του είχεν αποσύρει τας χείρας από της ηλλοιωμένης εκ του αίσχους μορφής του . . .
Παρέμεινεν επί της προθυραίας κλίμακος ως αποπλανηθείς και δεν εγνώριζε πλέον τι να πράξη.
― Επιθυμείτε να καλέσω αμάξι; ηρώτησεν ο θυρωρός.
― Ναι, έν αμάξι.
Επιστρέψας εις την οικίαν του, ο Βρόνσκυ χωρίς να χάση καιρόν να εκδυθή, εξηπλώθη επί τινος διβανίου. Ησθάνετο βάρος εις τον εγκέφαλον, αναμνήσεις και σκέψεις αλλόκοτοι διεδέχοντο αλλήλας προ των οφθαλμών αυτού με έκτακτον γοργότητα και διαύγειαν: έβλεπε το φάρμακον, το οποίον προσέφερεν εις την πάσχουσαν αφίνων να εκχειλίζη το κουτάλι, τας λευκάς χείρας της μαίας και την αλλόκοτον στάσιν του γονυπετούς προ της κλίνης Καρένιν.
«. . . Δύνασθε να με καλύψετε με βόρβορον»· οι λόγοι ούτοι αντήχουν εις τα ώτα του, και έβλεπεν ενώπιόν του τον Καρένιν και την φλογισμένην μορφήν της Άννας, και τα φλογοβόλα της μάτια, παρατηρούσα μετ' έρωτος, όχι πλέον αυτόν, αλλά τον σύζυγόν της. Ανεμνήσθη δ' ακόμη και την ιδικήν του μορφήν, οποία παρουσιάσθη όταν ο Καρένιν του απέσυρε τας χείρας από του προσώπου.
Και είδεν ακόμη ευκρινέστερον την μορφήν της Άννας, οποίαν την αντίκρυσε κατά το αλησμόνητον βράδυ, το προηγηθέν των ιπποδρομιών,
«. . . Τετέλεσται το παν, και εκείνη ποθεί τώρα ν' απαλείψη την ανάμνησίν μου από της μνήμης της . . . Και εγώ δεν δύναμαι να ζήσω άνευ αυτής! . . . Πώς δυνάμεθα ν' ανασυμφιλιωθώμεν, πώς ν' ανασυμφιλιωθώμεν;» . . . Επρόφερε τας λέξεις ταύτας υψηλοφώνως και ήρχισε να τας επαναλαμβάνη ασυναισθήτως, ίνα εμποδίση τας νέας εικόνας, που παρουσιάζοντο εις τον εγκέφαλόν του, να τον βασανίζουν.
Αλλά βραχεία τούτο υπήρξεν ανάπαυλα. Και ανεμνήσθη πάλιν τας γλυκυτέρας στιγμάς του έρωτός των και την ταπείνωσιν άμα της προτεραίας.
«. . . Ξεσκέπασε το πρόσωπόν σου», του έλεγεν η φωνή της Άννας, και υπήκουεν αυτός και συνησθάνετο την επαίσχυντον εντύπωσιν εκ της ιδίας του φυσιογνωμίας.
Παρέμεινε κατακεκλιμένος, προσπαθών ν' αποκοιμηθή, αλλά συνησθάνετο ότι δεν θα το κατώρθωνεν. Επανελάμβανεν ημιφώνως, εις την τύχην, μίαν σκέψιν ήτις διεμορφούτο εις το πνεύμα του, επιποθών να επιβάλη τοιουτοτρόπως σιγήν εις τον εγκέφαλόν του, . . Ηκροάτο εαυτού ομιλούντος προς εαυτόν, και ήκουσε λόγους, τους οποίους συνήρθρωνεν ως παράφρων.
«. . . Δεν κατώρθωσες να εκτιμήσης, δεν κατώρθωσες να επωφεληθής . . . δεν κατώρθωσες να επωφεληθής, δεν κατώρθωσες να εκτιμήσης!»
«. . . Μήπως πρόκειται να τρελλαθώ;» ηρώτησεν εαυτόν.
«. . . Δυνατόν και τούτο! Μη δεν υπάρχει λόγος να τρελλαθώ; . . . Μήπως εις παρομοίας περιστάσεις δεν φυτεύουν μια σφαίρα εις το κεφάλι τους;»
«Το παν τετέλεσται δι' εμέ», διελογίσθη. «Πρέπει λοιπόν να σκεφθώ τι μου υπολείπεται να κάμω . . .»
Και η σκέψις του ανεπόλησεν αίφνης την ανάμνησιν της έξω του έρωτός του προς την Άνναν ζωής του.
«. . . Η φιλοδοξία; Η Αυλή; Ο Κόσμος; Ο φίλος του Σερπουκχόβσκη;»
Δεν ηδυνήθη να σταματήση εις καμμίαν εκ των παρατηρήσεων τούτων. Άλλοτε, τα πράγματα αυτά είχαν κάποιαν έννοιαν δι' αυτόν, αλλά τόρα ήσαν όλα κενά εννοίας.
Ηγέρθη, αφήρεσε τον επενδύτην του, έλυσε την ζώνην του και ήρχισε να βηματίζη ανά τον θάλαμόν του.
«. . . Εις τοιαύτας περιστάσεις γίνεται κανείς τρελλός!» επανέλαβε, «και εις περιστάσεις τοιαύτας φυτεύει κανείς μια σφαίρα εις τον κρόταφον . . . διά ν' αποφύγη το αίσχος!» προσέθηκε βραδέως.
Επλησίασεν εις την θύραν και την έκλεισεν, είτα δε, βλέμμα ατενές, με τους οδόντας συνεσφιγμένους, προυχώρησε προς την τράπεζαν, επήρε το περίστροφόν του, το εξήτασεν, έστρεψε προς εαυτόν την κάνην του, και εβυθίσθη εις διαλογισμούς.
Έμεινεν ούτω, επί δύο λεπτά, με την κεφαλήν χαμηλωμένην, συγκεντρών τας σκέψεις του μετά καταφόρου εντατικότητος και με το ρεβόλβερ διαρκώς εις το χέρι.
«. . . Βεβαίως!» διελογίσθη, ωσανεί ανεκάλυπτε το συμπέρασμα μακράς σειράς συλλογισμών λογικών και διαυγών. Πράγματι όμως συνεστρέφετο εντός του αυτού κύκλου των ιδεών και των νοερών απασχολήσεων, αίτινες τον εβασάνιζον από μιας ήδη ώρας. Ήσαν αι αυταί αναμνήσεις της διά παντός απωλεσθείσης ευτυχίας, το αυτό συναίσθημα ότι το μέλλον δεν είχε πλέον καμμίαν ευτυχίαν δι' αυτόν, η αυτή συναίσθησις του εξευτελισμού του,
«. . . Βεβαίως!» διελογίσθη, όταν η σκέψις του διεισέδυσεν, εντός του αναλλοιώτου εκείνου κύκλου των συλλογισμών και των αναμνήσεων, είτα δε, στηρίξας το ρεβόλβερ επί της αριστεράς πλευράς του στήθους του, έθλιψε δυνατά το όπλον εις την χείρα του και επίεσε την σκανδάλην.
Δεν ήκουσε την εκπυρσοκρότησιν, αλλά κάποιος ισχυρός τιναγμός εντός του στήθους του, τον έκαμε να κλονισθή· εδοκίμασε να κρατηθή από του χείλους της τραπέζης, απέρριψε το ρεβόλβερ, εταλαντεύθη παρατηρών γύρω του με ύφος εκπλήξεως.
Δεν ανεγνώριζε πλέον το δωμάτιόν του . . .
Τα ταχέα και θορυβώδη βήματα του υπηρέτου του διασχίζοντος τον αίθουσαν, τον επανήγαγον εις τας αισθήσεις του· κατέβαλεν αγώνα πνεύματος και αντελήφθη ότι ευρίσκετο εξηπλούμενος κατά γης, και ότι είχεν αποπειραθή ν' αυτοκτονήση, διότι έβλεπεν αίμα επί της χειρός του.
«. . . Απέτυχα!» είπεν, αναζητών διά της χειρός το περίστροφόν του.
Το όπλον ήτο παραπλεύρως αυτού, αλλά το ανεζήτει πολύ μακράν . . .
Μίαν μόλις ώραν βραδύτερον η νύμφη του Βρόνσκυ, η Βάσια, κατέφθασε μετά τριών ιατρών, οίτινες εξήπλωσαν τον τραυματίαν επί της κλίνης και επέδεσαν το τραύμα του.
* * *
Σπεύδων εις την επίκλησιν της συζύγου του, ο Καρένιν δεν είχεν προΐδει ότι η μετάνοια της Άννας ηδύνατο να είνε ειλικρινής, ότι θα την συνεχώρει και ότι θα επέζη . . . Ήτο σφάλμα, το οποίον δύο μήνας μετά την εκ Μόσχας επιστροφήν του, εβάρυνεν επαχθώς επ' αυτόν.
Είχε διαπράξει το σφάλμα τούτο, ουχί μόνον διότι δεν είχε προΐδει την λύσιν ταύτην, αλλά και διότι μέχρι της ημέρας εκείνης δεν είχε γνωρίσει καλώς την ιδίαν του καρδίαν.
Προ της επιθανατίου κλίνης της συζύγου του, κατά πρώτην φοράν εις την ζωήν του είχεν εγκαταλειφθή εις το αίσθημα της τρυφεράς συμπαθείας, ην εγέννα εν αυτώ η θέα των συμφορών των άλλων και το οποίον άλλοτε εξελάμβανεν ως αδυναμίαν διά την οποίαν έπρεπε να εντρέπεται.
Ο οίκτος, ον ησθάνθη διά την Άνναν, η μεταμέλεια ην εδοκίμασεν αναμνησθείς ότι είχεν ευχηθή τον θάνατόν της, και ιδίως η εκ της συγνώμης χαρά, επράυναν όλας του τας βασάνους και τω εγέννησαν ποιόν τι συναίσθημα ενδομύχου γαλήνης, το οποίον του ήτο άγνωστον έως τότε.
Κατενόησεν εξαίφνης ότι εκείνο που του ήτο πηγή πάσης βασάνου, είχε μετατραπή εις πηγήν πνευματικής ευφροσύνης δι' αυτόν, και ότι αι αμφιβολίαι αίτινες εφαίνοντο αδιάλυτοι όταν κατεδίκαζεν, όταν κατηγόρει και εμίσει, είχον καταστή απλαί και διαυγείς όταν εσυγχώρησε και ηγάπησε . . .
Εσυγχώρησε την σύζυγόν του και την ελυπήθη εξ αιτίας των βασάνων της και της μετανοίας της.
Εσυγχώρησε τον Βρόνσκυ και τον ελυπήθη όταν κυρίως έμαθε το απεγνωσμένον του διάβημα.
Ελυπείτο ήδη τον υιόν του πλειότερον ή πρότερον και εμέμφετο εαυτού διότι τον είχε καθ' υπερβολήν παραμελήσει . . . Διά δε την νεογέννητον κόρην του, ησθάνετο κάποιο ιδιάζον αίσθημα, ου μόνον συμπαθείας και πόνου, αλλ' αληθούς στοργικής τρυφερότητος.
Καθ' όσον όμως ο χρόνος παρήρχετο, παρετήρει ότι, όσον φυσική και αν του εφάνη η θέσις του, δεν θα του επετρέπετο να παραμείνη εν αυτή.
Ησθάνετο ότι πάντες όσοι τον εγνώριζον, τον παρετήρουν μετά τινος εκπλήξεως αορίστου, ότι δεν τον ενόουν και ότι ανέμενον παρ' αυτού αποφασιστικήν ενέργειαν.
Ησθάνετο κυρίως ότι αι μετά της Άννας σχέσεις του ήσαν φυσικαί και εστερούντο σταθερότητος.
Φθίνοντος του Φεβρουαρίου, η νεογέννητος παιδίσκη ησθένησεν. Ο Καρένιν επέρασεν όλας τας πρωινάς ώρας πλησίον της μικράς, έδωκε δε κατόπιν διαταγήν να κληθή ο ιατρός και μετέβη εις το υπουργείον.
Όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του, μετά τινας ώρας, εθώπευσε την κεφαλήν του υιού του και ηρώτησε την παιδαγωγόν τι είχεν είπει ο ιατρός δια την μπαίμπυ.
― Ο ιατρός είπεν ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος· διέταξε μπάνια, κύριε.
― Αλλά το παιδί υποφέρει; είπεν ο Καρένιν ακούσας φωνάς από του εγγύς δωματίου.
Εσκέφθη επί στιγμήν, είτα δε εισήλθεν εις το συνεχόμενον δωμάτιον.
Η μικρά ήτο κατακεκλιμένη, με το κεφάλι προς τα οπίσω, εις τας αγκάλας της τροφού, και ηρνείτο να πίη.
― Δεν είνε καλλίτερα; ηρώτησεν ο Καρένιν.
― Πολλή ταραχή έχει, απήντησεν ημιφώνως η τροφός.
Επί μίαν στιγμήν ητένισε σιωπηλώς το βρέφος με έκφρασιν πόνου, αλλ' αίφνης κάποιο μειδίαμα διέστειλε το δέρμα του μετώπου του και εξήλθε του δωματίου ακροποδητί.
Εις την αίθουσαν του φαγητού εκωδώνισε καλέσας τον υπηρέτην και διέταξεν αύθις να κληθή ο ιατρός.
Ήθελε να μη αναμιχθή η Άννα εις την περίθαλψιν του θελκτικού εκείνου μικρού, και προυτίμα να μη εισέλθη και αυτός εις τον κοιτώνα της υπό την πνευματικήν κατάστασιν που ευρίσκετο, τόσω δε μάλλον καθ' όσον εφοβείτο να ευρεθή αντιμέτωπος της πριγκηπίσσης Μπέτσυ, της οποίας είχεν ίδει το όχημα προ της θύρας του.
Αλλ' η Άννα θα εύρισκεν ίσως παράδοξον το πως δεν μετέβαινεν όπως συνήθως, να την χαιρετήση. Κατέβαλε τότε αγώνα επιβολής αφ' εαυτού και διηυθύνθη προς τον κοιτώνα της συζύγου του.
Αλλ' εν ώ επλησίαζεν είς την θύραν, ήκουσε, χωρίς να το θέλη κάποιαν συνομιλίαν.
― Θα εννοούσα την άρνησίν σας και την ιδικήν του αν δεν ανεχώρει . . . . Αλλ' ο σύζυγός σας πρέπει λοιπόν να υπερέχη όλων αυτών; έλεγεν η Μπέτσυ.
― Δεν το θέλω δι' εμέ, όχι διά τον σύζυγόν μου. Μη μου ομιλείτε πλέον περί αυτού, απήντησεν η Άννα διά φωνής συγκεκινημένης.
― Αναμφιβόλως, αλλ' εν τούτοις είνε αδύνατον να μη επιθυμήτε ν' αποχαιρετήσετε ένα άνθρωπον, που παρ' ολίγον να σκοτωθή διά σας; . . .
― Δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον προτιμώ να μη τον επανίδω.
Ο Καρένιν εσταμάτησε με το ύφος τρομαγμένον και ένοχον.
Εσκέφθη ν' αποσυρθή απαρατήρητος, αλλά το τοιούτον θα ήτο ανάξιον αυτού. Έβηξε δυνατά και επλησίασεν εις την θύραν.
Αι φωναί εσιώπησαν. Εισήλθεν.
Η Άννα φέρουσα φαιόν κοιτωνίτην και τα μαύρα της μαλλιά κομμένα κοντά και καταπίπτοντα εις θυσάνους πυκνούς περί την στρογγύλην της κεφαλήν, εκάθητο επί τινος αναπαυτήρος.
Μόλις παρετήρησε τον σύζυγόν της, η ζωηρότης της μορφής της εξέλιπεν, όπως πάντοτε· εχαμήλωσε την κεφαλήν και ητένισε την Μπέτσυ ανησύχως.
Η πριγκήπισσα Τβερσκάια, με την κεφαλήν χαμαί νεύουσαν, υπεδέχθη τον Καρένιν διά σκωπτικού μειδιάματος.
― Α! είπε με τόνον εκπλήξεως σχεδόν. Λογίζομαι λίαν ευτυχής που σας βλέπω. Δεν φαίνεσθε πουθενά. Δεν σας είδα από της εποχής που ησθένησεν η Άννα . . . . Αλλά γνωρίζω τα πάντα, είσθε θαυμάσιος σύζυγος!
Επρόφερε τας λέξεις ταύτας με ύφος χαρακτηριστικόν και κολακευτικόν, ως να απένεμεν εις τον Καρένιν παράσημον μεγαλοψυχίας διά την προς την σύζυγόν συμπεριφοράν του.
Ο Καρένιν εχαιρέτησε ψυχρώς, ησπάσθη την χείρα της συζύγου του και ηρώτησε περί της υγείας της.
― Νομίζω ότι πηγαίνω καλλίτερα, απήντησεν η Άννα, αποφεύγουσα το βλέμμα του συζύγου της.
― Έχετε χρώμα πυρετού, είπεν εκείνος, τονίσας την τελευταίαν του λέξιν.
― Την έκαμα να ομιλήση επί πολύ! είπεν η Μπέτσυ . . . . Είνε εγωισμός εκ μέρους μου, και . . . . το σκάζω . . . .
Ηγέρθη, αλλ' η Άννα, γενομένη κατακόκκινη, την εκράτησεν από το χέρι.
― Όχι, μείνατε, σας παρακαλώ, έχω να σας ομιλήσω . . . .
Και, αποτόμως, είπε προς τον σύζυγόν της:
― Προς υμάς έχω να ομιλήσω, δεν θέλω και δεν δύναμαι να έχω μυστικά διά σας . . . Η Μπέτσυ ήλθε να μου είπη ότι ο κόμης Βρόνσκυ επεθύμει να έλθη να σας ίδη, ίνα μας αποχαιρετήση προ της αναχωρήσεώς του εις Τασκένδην.
Ομιλούσα, δε ητένιζε τον σύζυγόν της και έσπευδε να διατυπώση παν ό,τι ήθελε να είπη, αν και πολύ της εστοίχιζε τούτο.
― Εγώ απήντησα ότι δεν δύναμαι να τον δεχθώ.
― Αγαπητή Άννα, είπατε ότι τούτο εξαρτάται από τον σύζυγόν σας, επεδιώρθωσεν η Μπέτσυ.
― Αλλ' όχι, δεν επιθυμώ εγώ να τον δεχθώ, διότι το τοιούτο θα μ' έφερεν εις . . .
Δεν συνεπλήρωσε την φράσιν της και ητένισε τον Καρένιν ερωτηματικώς, αλλ' εκείνος είχεν αποστρέψει την κεφαλήν.
― Εν μια λέξει, δεν θέλω εγώ, επανέλαβεν.
Ο Καρένιν την επλησίασε με την πρόθεσιν να λάβη την χείρα της.
Η πρώτη κίνησις της Άννας υπήρξε να υπεκφύγη την θλίψιν της χειρός του Καρένιν, αλλά κατέβαλεν αγώνα εφ' εαυτή και έσφιγξε τα δάκτυλά του.
― Σας ευχαριστώ διά την εμπιστοσύνην που μου εκδηλούτε, είπεν εκείνος, συγκεχυμένος και στενοχωρημένος διότι ησθάνετο, ότι εκείνο που θα ηδύνατο ευκόλως να λύση μόνος του, πρόσωπον προς πρόσωπον μεθ' εαυτού, ήτο πολύ βαρύ ν' αποφασισθή επί παρουσία της πριγκηπίσσης Τβερσκάια.
Η Μπέτσυ ήτο δι' αυτόν η ενσάρκωσις της αγροίκου εκείνης δυνάμεως, ήτις ώφειλε να καθοδηγή την ζωήν του εις τα μάτια του κόσμου και τον ημπόδιζε να παραδοθή εις το ίδιόν του αίσθημα της αγάπης και της συγγνώμης. Εσιώπησε λοιπόν και ητένισε την πριγκήπισσαν.
― Λοιπόν! χαίρε, ωραία μου, είπεν η Μπέτσυ εγερθείσα. Ησπάσθη δε την Άνναν και εξήλθεν.
Ο Καρένιν την κατευώδωσε.
― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, γνωρίζω την μεγάλην σας καρδίαν, τω είπε, σταματήσασα εις το μικρό σαλόνι και θλίψασα δυνατά την χείρα του. Εγώ είμαι ξένη, αλλά αγαπώ την Άνναν και σέβομαι υμάς, λαμβάνω δε την τόλμην να σας δώσω μίαν συμβουλήν . . . Δεχθήτε τον κόμητα Βρόνσκυ, είνε η προσωποποίησις της τιμής . . . άλλως τε αναχωρεί διά Τασκένδην.