← Table of contents
Άννα Καρένιν

ANNA KAΡENIN (continued 4)

Elias Economopoulos translation

― Σας ευχαριστώ, πριγκήπισσα, διά την καλήν σας συμβουλήν και διά την συμπάθειάν σας, αλλά μόνη η Άννα θ' αποφασίση ποίον θέλει να δεχθή.

Ο Καρένιν απεχαιρέτησε την Μπέτσυ εις το σαλόνι και επέστρεψε πλησίον της συζύγου του.

Είχεν εξαπλωθή, αλλ' εις τον κρότον των βημάτων των ηγέρθη ζωηρώς εκάθησεν εις ην στάσιν και πρότερον και τον ητένισε μετά τρόμου.

Εκείνος αντελήφθη ότι είχε κλαύσει.

― Σου είμαι λίαν ευγνώμων διά την εμπιστοσύνην που μου εκδηλώνεις, είπεν ο Καρένιν . . . Σου είμαι δ' επίσης ευγνώμων και διά την απόφασίν ην έλαβες. Και εγώ φρονώ ότι, αφού ο Κόμης Βρόνσκυ αναχωρεί, είνε περιττόν να έλθη εις επίσκεψίν μας. Εν τούτοις . . .

Η Άννα τον διέκοψε μετά τινος ερεθισμού, τον οποίον δεν ηδύνατο ν' αποκρύψη.

― Είπον ήδη ότι δεν θα τον δεχθώ, προς τι να το επαναλάβω . . .

«Είνε περιττόν να έλθη εδώ», διελογίσθη, «περιττόν να έλθη ν' αποχαιρετήση την γυναίκα που αγαπά, διά την οποίαν ηθέλησε ν' αυτοκτονήση, χάριν της οποίας κατέστρεψε το μέλλον του, την γυναίκα που δεν δύναται να ζήση άνευ αυτού. . . Ναι, είνε περιττόν.»

― Ας μη ομιλώμεν πλέον περί του ζητήματος τούτου, προσέθηκεν ηρεμώτερον.

― Σε αφήκα ελευθέραν ν' αποφασίσης συ η ιδία επί του θέματος τούτου και λογίζομαι λίαν ευτυχής βλέπων . . . Ο βραδύς του τρόπος του ομιλείν και λέγειν πράγματα, τα οποία εγνώριζεν εκ των προτέρων την ηρέθιζε, και συνεπλήρωσε την φράσιν του.

― Ότι η επιθυμία του συμπίπτει με την ιδικήν σας;

― Ναι, απήντησεν εκείνος επιβεβαιωτικώς. , . Η δε πριγκήπισσα Τβερσκάια ατόπως αναμιγνύεται εις ζητήματα οικογενειακά τόσον περίπλοκα. Και κυρίως αυτή, ήτις . . .

― Δεν πιστεύω τίποτε αφ' όσα λέγονται περί αυτής, είπεν η Άννα ζωηρώς . . . Εγώ γνωρίζω ότι με αγαπά ειλικρινώς.

Ο Καρένιν εστέναξε και εσιώπησε.

― Παρήγγειλα να έλθη ο ιατρός, είπεν.

― Είμαι καλά, δεν έχω ανάγκην ιατρού.

― Διά την μικράν εννοώ, δεν παύει να φωνάζη . . .

Η Άννα εκωδώνισε και διέταξε να της φέρουν το βρέφος.

Ο Καρένιν εξήλθε του δωματίου.

«. . . Όχι», διελογίσθη, «τα πράγματα δεν επιτρέπεται να εξακολουθήσουν κατ' αυτόν τον τρόπον».

Ουδέποτε έως τότε είχε εννοήσει τόσον καταφανώς όσον κατά την ημέραν εκείνην, ότι θα του ήτο αδύνατον να διατηρήση την κατάστασιν εκείνην εις τα μάτια του κόσμου και να νικήση το μίσος της συζύγου του. Ουδέποτε έως τότε είχεν αντιληφθή εκδηλουμένην ευκρινέστερον την μυστηριώδη εκείνην κτηνώδη δύναμιν, η οποία, αντιθέτως προς τας ηθικάς του διαθέσεις, καθωδήγει την ζωήν αυτού, τον εξηνάγκαζε να ενεργή συμφώνως προς τους ιδίους νόμους και δεν του επέτρεπε να διατηρή μετά της Άννας τας σχέσεις, ας επεθύμει.

Αλλά τι η σύζυγός του και ο κόσμος εζήτουν απ' αυτόν; Δεν ηδύνατο να το εννοήση.

Αντιθέτως δε, κατενόει ότι κάποιον αίσθημα οργής, όπερ ετάραττε την ησυχίαν του και εξουδετέρωνεν όλην την αξίαν της γενναιόφρονος διαγωγής του, εκυριάρχει ήδη της ψυχής αυτού.

* * *

Καθ' ήν στιγμήν η Μπέτσυ εξήρχετο του σαλονίου, ο Ομπλόνσκυ την εσταμάτησεν εις την θύραν.

― Α! πριγκήπισσα, σεις είσθε! Τι θελκτική συνάντησις! Επέρασα από το σπίτι σας.

― Συνάντησις πολύ βραχεία, διότι φεύγω, είπεν η Μπέτσυ, μειδιώσα ενώ εφόρει τα γάντια της.

― Μη βάζετε τα γάντια, πριγκήπισσα, προτού ασπασθώ το χεράκι σας. Ευλογώ την επάνοδον της παλαιάς μόδας μόνον δι' αυτό της το ευεργέτημα.

Ησπάσθη τα δάκτυλα της πριγκηπίσσης, την συνόδευσε μέχρι του αντιθαλάμου, την απεχαιρέτησε και εισήλθεν εις το διαμέρισμα της αδελφής του.

Την ευρήκε κλαίουσαν. Παρά την σπινθηροβολούσαν εκ φαιδρότητος ευδιαθεσίαν του, ο Ομπλόνσκυ προσέλαβεν αμέσως τον τόνον εκείνον της συμπαθείας, όστις ήρμοζεν εις την πνευματικήν κατάστασιν της Άννας. Την ηρώτησε περί της υγείας της και περί του τρόπου καθ' όν είχε διέλθει τας πρωινάς της ώρας.

― Άσχημα, πολύ άσχημα, . . . το πρωί όπως τη νύχτα σήμερα όπως χθες και αύριον όπως σήμερον . . .

― Νομίζω ότι αφίεσαι να βλέπης τα πράγματα υπερβολικά μαύρα. Ανάγκη να αλλάξης σκέψεις, ν' ατενίσης την ζωήν κατά μέτωπον . . . Είνε οδυνηρόν, αλλά . . .

― Έχω ακούσει να λέγουν, ότι υπάρχουν γυναίκες, αίτινες αγαπώσι μερικούς άνδρας διά τα ελαττώματά των, αλλ' εγώ τον αποστρέφομαι διά την αρετήν του. Δεν ημπορώ να ζήσω μαζί του. Θέλησε να μ' εννοήσης, και να τον βλέπω απλώς μου κάμνει κακό και με εξοργίζει . . . Δεν ειμπορώ, δεν ειμπορώ να ζήσω μαζί του!. . . Τι να κάμω! . . . Ήμην δυστυχής και ενόμιζα ότι είνε αδύνατον να γείνω δυστυχεστέρα, αλλά μου ήτο αδύνατον να φαντασθώ τας αρρήτους βασάνους που υφίσταμαι τόρα. Εννόησέ το λοιπόν, εννόησέ το, γνωρίζω ότι είνε αγαθός, εξαίσιος άνθρωπος και τον απεχθάνομαι! . . . Τον αποστρέφομαι διά την μεγαλοψυχίαν του! Δεν μου μένει παρά . . .

Ήθελε να είπη: «ν' αποθάνω»· αλλ' ο Ομπλόνσκυ δεν την αφήκε να συμπληρώση την φράσιν της.

― Είσαι υπερβολική, αγαπητή μου, είσαι άρρωστη, παρωργισμένη· η κατάστασις δεν είναι τόσον τρομερά, είπε μειδιών.

Ουδείς, εκτός του Ομπλόνσκυ, ενώπιον μιας τοιαύτης απελπισίας, θα επέτρεπεν εαυτώ να μειδιά. Από κάθε άλλον το μειδίαμα θα εθεωρείτο απρεπές, αλλ' εις το μειδίαμα του Ομπλόνσκυ ενυπήρχε τόση καλλωσύνη και τρυφερότης σχεδόν γυναικεία, ώστε αντί να πειράζη, το μειδίαμά του επράυνε και εγλύκαινε τον πόνον.

Οι βραδείς και καθησυχαστικοί του λόγοι ενείχον την μαλλακτικήν ιδιότητα του αμυγδαλελαίου, και η Άννα συνησθάνθη το πραϋντικόν των αποτέλεσμα.

― Όχι, αγαπητέ Στίβα, είπεν, είμαι χαμένη, χαμένη . . . Και, κάτι χειρότερα· δεν επέθανα ακόμη, δεν θέλω να είπω ότι ετελείωσε το παν, εξ εναντίας, αισθάνομαι ότι δεν έφθασα ακόμη εις το τέρμα. Ομοιάζω με σχοινί τεντωμένο που οφείλει να κοπή . . . Το τέλος δεν επήλθε ακόμη, και . . . όταν επέλθη, θα είνε τρομερόν!

― Συγγνώμην, πρέπει το σχοινί να χαλαρωθή σιγά-σιγά . . . Καμμία κατάστασις δεν είνε αδιέξοδος.

― Το εσκέφθην. Μία μόνη διέξοδος υπάρχει . . .

Ο Ομπλόνσκυ κατενόησε πάλιν ότι η διέξοδος αύτη, εις τα όμματά της, ήτο ο θάνατος, και την διέκοψεν εκ νέου.

― Δεν δύνασαι ν' αντιληφθής την θέσιν σου τόσον ευκρινώς, όσον την αντιλαμβάνομαι εγώ. Επίτρεψόν μου λοιπόν να σου είπω ειλικρινώς την γνώμην μου.

Και εμειδίασεν αύθις καταπραϋντικώς.

― Θα πάρω τα πράγματα από την αρχήν των: ενυμφεύθης ένα άνδρα κατά είκοσιν έτη μεγαλείτερόν σου. Ενυμφεύθης χωρίς έρωτα και εν τη αγνοία του έρωτος. Δέχομαι ότι τούτο ήτο σφάλμα . . .

― Σφάλμα τρομερόν, είπεν η Άννα.

― Αλλ' είνε γεγονός τετελεσμένον. Κατόπιν, σου συνέβη, θα το είπω, το δυστύχημα να μη αγαπάς τον σύζυγόν σου και ν' αγαπήσης άλλον. Είνε δυστύχημα, αλλ' είνε και αυτό γεγονός τετελεσμένον. Και ο σύζυγος σου ανεγνώρισε το γεγονός αυτό και σε συνεχώρησε.

Μεθ' εκάστην φράσιν διεκόπτετο διά να της δώση καιρόν να ομιλήση, αλλ' εκείνη ετήρει σιγήν.

― Έτσι είνε . . . Τόρα λοιπόν το ζήτημα τίθεται ως εξής: ειμπορείς να εξακολουθήσης συζώσα με τον άνδρα σου; . . Το επιθυμεί εκείνος!

― Δεν γνωρίζω τίποτε, τίποτε! . . .

― Αλλά, μου είπες προ ολίγου ότι δεν ειμπορείς να τον υποφέρης;

― Όχι, δεν το είπα, παίρνω 'πίσω τα λόγια αυτά, δεν γνωρίζω τίποτε και δεν εννοώ τίποτε.

― Εν τούτοις, επίτρεψόν μου. Βασανίζεσθε και οι δύο, και, πού τούτο ειμπορεί να καταλήξη; . . Το διαζύγιον, εξ εναντίας, λύει όλους τους δεσμούς.

Έδωκε την συμβουλήν ταύτην, ήτις απετέλει την δεσπόζουσαν ιδέαν του, όχι άνευ δισταγμού, και την εκύτταξεν εμφαντικώς.

Η Άννα τον ητένισε με τα σκεπτικά της μάτια, που ηκτινοβόλουν, και δεν είπε λέξιν.

* * *

Ο Ομπλόνσκυ εισήλθεν εις το δωμάτιον του Καρένιν με κάπως επίσημον ύφος. Ο γαμβρός του όρθιος, με τας χείρας ηνωμένας επί της ράχεως, εσκέπτετο ακριβώς επί των ζητημάτων, τα οποία ο Ομπλόνσκυ είχε συζητήσει μετά της Άννας.

― Μήπως σ' ενοχλώ; ηρώτησε.

― Όχι δεν μ' ενοχλείς, απήντησεν ο Καρένιν αδιαφόρως, έχεις τίποτε να μ' ερωτήσης;

― Ναι . . . Θα επιθύμουν . . . . Έχω ανάγκην . . . . Ναι, πρέπει να σου ομιλήσω, είπεν ο Ομπλόνσκυ, κατάπληκτος διότι ησθάνθη εαυτόν διστακτικόν.

Κατέβαλεν αγώνα και εδέσποσε της συγχύσεώς του.

― Ελπίζω ότι έχεις πεποίθησιν περί της αγάπης που τρέφω προς την αδελφήν μου και περί της αφοσιώσεως και του σεβασμού μου προς σε, είπεν ερυθριάσας.

Ο Καρένιν έμεινεν όρθιος ενώπιόν του και δεν απεκρίθη, αλλ' η μορφή του έσχε την έκφρασιν υπομονητικού μάρτυρος· ο Ομπλόνσκυ συνεκινήθη.

― Επιθυμώ να σου ομιλήσω περί της αδελφής μου και περί της αμοιβαίας σας θέσεως, είπεν ο Ομπλόνσκυ εξακολουθών να παλαίη κατά της διστακτικότητός του.

Ο Καρένιν τον ητένισε με μειδίαμα πλήρες θλίψεως, είτα δ' επλησίασεν εις την τράπεζαν, έλαβε μίαν επιστολήν, ην είχεν αρχίσει να γράφη και την έτεινε προς τον γυναίκαδελφόν του.

― Δεν παύω σκεπτόμενος πάντοτε το αυτό· αφ' ού η παρουσία μου εξοργίζει την Άνναν, ιδού τι έγραψα, σκεπτόμενος ότι θα εξεφραζόμην καλλίτερα αφ' όσον θα ηδυνάμην να το πράξω προφορικώς.

Ο Ομπλόνσκυ έλαβε το χειρόγραφον, εκύταξε μετ' εκπλήξεως τα στυγνά μάτια του Καρένιν που τον προσέβλεπον ατενώς και ανέγνω:

«Παρατηρώ ότι η παρουσία μου σας είνε επαχθής. Όσον οδυνηρόν και αν μου είνε να το ομολογήσω οφείλω να πεισθώ περί τούτου. Ούτως έχει το πράγμα και δεν δύναται να έχη διαφορετικά. Δεν σας κατηγορώ, και, μάρτυς μου ο Θεός, ότι όταν σας είδα κατά το διάστημα της ασθενείας σας, έλαβα την απόφασιν να λησμονήσω παν ό,τι συνέβη και ν' αρχίσω νέαν ζωήν. Δεν μεταμελούμαι, δεν θα μεταμεληθώ ποτέ δι' ό,τι έπραξα· μόνον το καλόν σας επόθησα, την ανακούφισιν της ψυχής σας, αλλά βλέπω ότι δεν επέτυχον του σκοπού μου. Ειπέτε μου, σεις η ιδία, τι δύναται να σας δώση την αληθή ευτυχίαν και τι δύναται ν' αποδώση την γαλήνην εις την ψυχήν σας. Επαφίεμαι εξ ολοκλήρου εις την θέλησίν σας και εις την ευθυκρισίαν σας».

Ο Ομπλόνσκυ απέδωκε την επιστολήν εις τον γαμβρόν του και εξηκολούθησε να τον παρατηρή με την αυτήν και πρότερον κατάπληξιν.

Η σιγή εκείνη εφάνη εις αμφοτέρους τόσον επαχθής, ώστε ο Ομπλόνσκυ ησθάνθη ότι τα χείλη του έτρεμον.

― Αυτό είχα να της είπω, ετόνισεν ο Καρένιν υποστραφείς.

― Ναι, ναι . . . . απεκρίθη ο Ομπλόνσκυ.

Δεν ηδύνατο να ομιλήση, τα δάκρυα του απέπνιγον τον λάρυγγα.

― Ναι, ναι, σας εννοώ, είπε τέλος.

― Επιθυμώ να μάθω τι αυτή επιθυμεί, επανέλαβεν ο Καρένιν.

Φοβούμαι ότι η ιδία δεν αντιλαμβάνεται σαφώς την θέσιν της . . . . Δεν δύναται να είνε αυτή δικαστής. Είνε συντετριμμένη, αυτή είνε η λέξις, από την μεγαλοψυχίαν σου. Όταν αναγνώση την επιστολήν σου, δεν θα δυνηθή να εύρη τίποτε ν' απαντήση, θα κύψη μόνον την κεφαλήν ακόμη χαμηλότερα.

― Αλλά, πώς λοιπόν δύναμαι να μάθω τας επιθυμίας της;

― Ας μου επιτρέπης να σου δώσω την γνώμην μου, φρονώ ότι συ οφείλεις να εξεύρης τα μέσα δι' ων θα τεθή τέρμα εις αυτήν την κατάστασιν . . .

― Ώστε, φρονείς ότι πρέπει να τεθή τέρμα; διέκοψεν ο Καρένιν. Αλλά, πώς να το κάμω; προσέθηκεν υψώσας τας χείρας του μέχρι των οφθαλμών του . . . Δεν βλέπω την δυνατήν διέξοδον . . .

Ο Ομπλόνσκυ ηγέρθη και είπε ζωηρώς:

― Δεν υπάρχει κατάστασις άνευ διεξόδου· πρό τινος χρόνου, επεθύμεις την ρήξιν! . . . Αν σήμερον φθάσης εις το συμπέρασμα ότι δεν δύνασθε να καταστήτε αμοιβαίως ευτυχείς. . . Φίλε μου, είνε, απόλυτος ανάγκη, εις ην κατάστασιν ευρίσκεσθε, να καθιερώσητε νέας αμοιβαίας σχέσεις, αι δε σχέσεις αύται δεν δύνανται να καθιερωθώσι παρά μόνον αν αποδοθή η ελευθερία εις αμφοτέρους σας.

― Διά του διαζυγίου! ανεφώνησεν ο Καρένιν μετ' αποτροπιασμού.

― Μάλιστα, διά του διαζυγίου, διά του διαζυγίου, επανέλαβεν ο Ομπλόνσκυ. Αυτή είνε η λογικωτέρα λύσις διά τους συζύγους, των οποίων αι σχέσεις καθίστανται τόσον τεταμέναι. Τι γίνεται όταν οι σύζυγοι αποκαλύψουν ότι η συμβίωσίς των δεν τοις είνε πλέον δυνατή; . . .

Ο Καρένιν εστέναξεν οδυνηρώς και έκλεισε τους οφθαλμούς

― Έν μόνον είνε συζητήσιμον: ο έτερος των συζύγων επιθυμεί να έλθη εκ νέου εις γάμον; Αν όχι, το πράγμα λύεται αφ' εαυτού.

Την φοράν ταύτην ο Ομπλόνσκυ ηνόησεν εαυτόν απηλλαγμένον παντός αισθήματος στενοχωρίας ή δισταγμού.

Η μορφή του Καρένιν συνεσπάσθη εκ συγκινήσεως, εψιθύρισε δε κατά μέρος λέξεις ανάρθρους και δεν απεκρίθη.

Χιλιάκις είχεν αναλογισθή τα πράγματα εκείνα, τα οποία εφαίνοντο τόσον απλά εις τον Ομπλόνσκυ, και τα εύρισκεν απαράδεκτα. Δεν εδέχετο πλέον το διαζύγιον, διότι το αίσθημα της ιδίας του αξιοπρεπείας και ο προς την θρησκείαν σεβασμός δεν τω επέτρεπον ν' αναλάβη την κατηγορίαν μιας υποθετικής μοιχείας, ακόμη δε ολιγώτερον να δεχθή να μαρανθή η σύζυγός του, την οποίαν είχε συγχωρήσει και ην ηγάπα . . . Έπειτα, τι θ' απεγίνετο ο υιός του εν περιπτώσει διαζυγίου; Να τον αφήση μετά της μητρός του δεν ήτο δυνατόν. Η διεζευγμένη μήτηρ θ' απέκτα αθέμιτον οικογένειαν εν τη οποία η θέσις του νομίμου υιού θα ήτο ψευδής και η ανατροφή του ατελής. Να τον κρατήση; Το τοιούτο θα ήτο εκ μέρους του πράξις εκδικήσεως, την οποίαν δεν ήθελε να διαπράξη . . . Ο Καρένιν τέλος απέκρουε το διαζύγιον κυρίως διότι εγνώριζεν ότι τούτο θ' απετέλει την καταστροφήν της Άννας. Το ν' αποδώση εις την γυναίκα του την ελευθερίαν της, ήτο, κατά τας ιδέας του Καρένιν, ως να αφίετο ν' αποσπασθή απ' αυτού του ιδίου ο τελευταίος προς την ζωήν δεσμός, τα παιδιά του, τα οποία ηγάπα και ως να εστέρει ταυτοχρόνως την Άνναν του εσχάτου στηρίγματός της επί της οδού του αγαθού!

Εγνώριζεν ότι άπαξ διαζευγνυμένη, θα ηκολούθει τον Βρόνσκυ και θα προσεχώρει εις σύνδεσμον αθέμιτον και εγκληματικόν, καθ' όσον, συμφώνως προς τους εκκλησιαστικούς κανόνας, μία γυνή δεν δύναται να νυμφευθή έτερον άνδρα εφ' όσον ο σύζυγος της ζη.

«. . . Θα τον ακολουθήση», εσκέπτετο ο Καρένιν, «και, μετά έν ή δύο έτη θα την εγκατάλειψη, ή θα προσχωρήση εις νέον δεσμόν και το σφάλμα θα επαναπέση εις βάρος μου, διότι θα έχω συγκατατεθή εις διαζύγιον ανήθικον».

Δεν εδέχετο λοιπόν ο Καρένιν ουδέν εξ όσων έλεγεν ο Ομπλόνσκυ, αλλά τον ηκροάτο, διότι ησθάνετο ότι διά του στόματος αυτού εξεφράζετο η ισχυρά εκείνη κτηνώδης δύναμις, ήτις, παρά την θέλησίν του, εδέσποζε της ζωής του και εις την οποίαν θα ήτο υπόχρεως να υποκύψη.

― Το ζήτημα έγκειται τόρα εις τούτο: Υπό τίνας όρους θα εδέχεσο το διαζύγιον; Ε κ ε ί ν η δεν επιθυμεί τίποτε, δεν τολμά να ζητήση τίποτε, επαφίεται δ' εξ ολοκλήρου εις την γενναιοψυχίαν σου.

«Ύψιστε, Ύψιστε, διατί;» εσκέφθη ο Καρένιν αναλογισθείς όλας τας λεπτομερείας του διαζυγίου όταν ο σύζυγος αποδέχεται εις βάρος του την ευθύνην. Και, εξ αισχύνης, εκάλυψε την μορφήν διά των χειρών του με το αυτό κίνημα, όπερ είχε κάμει ο Βρόνσκυ παρά την κλίνην της παραληρούσης Άννας.

― Ναι, ναι, εκραύγασε διά της οξείας φωνής του, αναλαμβάνω εγώ το αίσχος, της δίδω μάλιστα και τον υιόν μου, αλλά δεν θα ήτο συμφερώτερον να τ' αποφύγωμεν όλα αυτά; . . . Άλλως τε κάμε όπως επιθυμείς.

Ο Ομπλόνσκυ συνεκινήθη.

― Πίστευσόν με, είπε, μετά στιγμήν σιωπής, θα εκτιμήση πληρέστατα το μεγαλείον της ψυχής σου!

Τα δάκρυα ημπόδιζον τον Καρένιν να ομιλήση.

― Είνε πεπρωμένον, και πρέπει να υποταχθώμεν εις αυτό, είπεν ο Ομπλόνσκυ. Αποδέχομαι την δυστυχίαν αυτήν ως γεγονός τετελεσμένον και βιάζω εμαυτόν να προσέλθω εις βοήθειαν αμφοτέρων σας.

Όταν εξήλθε του δωματίου του γαμβρού του, ο Ομπλόνσκυ ήτο συγκεκινημένος, τούθ' όπερ όμως δεν τον ημπόδισε να συγχαρή εαυτόν διότι τόσον τελείως είχεν επιτύχει η αποστολή του. Ήτο βέβαιος ότι ο Καρένιν δεν θα ήλλασσε γνώμην.

* * *

Το τραύμα του Βρόνσκυ είχε θέσει εις κίνδυνον την ζωήν του, αν και η σφαίρα δεν είχε θίξει την καρδίαν. Επί πολλάς ημέρας παρέμεινε μεταξύ ζωής και θανάτου.

Όταν διά πρώτην φοράν ηδυνήθη να ομιλήση, εις το δωμάτιόν του ευρίσκετο μόνη η νύμφη του Βάρια.

― Βάρια, της είπε διά τόνου αυστηρού, ετραυματίσθην εξ απροσεξίας. Σε παρακαλώ, να μη κάμης υπαινιγμόν περί του γεγονότος τούτου, ειπέ εις όλους ότι πρόκειται περί τυχαίου επεισοδίου. Δεν παραληρώ πλέον, σου το ζητώ σοβαρώς: κανείς να μη είπη ότι ηθέλησα να συντομεύσω τας ημέρας μου!

― Ουδείς το λέγει, απήντησεν εκείνη· ελπίζω μόνον ότι δεν θα ξανατραυματισθής εξ απροσεξίας.

― Το ελπίζω, αν και προτιμότερον θα ήτο, . .

Νευρικόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του. Παρά τους λόγους του δε, οίτινες κατετρόμαξαν την Βάρια, μόλις η φλεγμονή παρήλθε και ήρχισε ν' ανακτά τας δυνάμεις του, συνησθάνθη ότι είχεν απαλλαγή κατά τι από το άλγος του. Του εφάνη ότι απειλήσας την ιδίαν του ζωήν είχεν εκπλύνει το αίσχος και την ταπείνωσιν, ην είχεν αισθανθή. Τόρα ηδύνατο να σκέπτεται ηρέμως περί του Καρένιν. Ανεγνώριζε δε το μεγαλείον της ψυχής αυτού χωρίς να αισθάνεται πλέον εαυτόν τεταπεινωμένον, . . Κατόπιν επανέλαβε την παλαιάν του ζωήν· τω κατέστη ηθικώς δυνατόν ν' αφεθή να οδηγήται από τους παλαιούς κανόνας της συμπεριφοράς του, και ν' ατενίζη τους ανθρώπους κατά πρόσωπον, χωρίς να ερυθριά. Αλλ' είχε και την πικράν απόγνωσίν ότι είχε χάσει διά παντός την Άνναν. Δεν ηδύνατο ν' αποσπάση της καρδιάς του το αίσθημα τούτο, αν και δεν έπαυσε παλαίων κατ' αυτού . . .

Είχε σταθερώς αποφασίσει, αφ' ότου το σφάλμα του είχεν εξαγορασθή ενώπιόν του συζύγου, να παραιτηθή της Άννας και να μη παρεντεθή ουδέποτε πλέον μεταξύ αυτής, της μετανοίας της και του συζύγου της, του ήτο όμως αδύνατον να παρηγορηθή διά την απώλειαν του έρωτός του. Δεν ηδύνατο ν' αποσβέση εκ της μνήμης του τας στιγμάς της ευτυχίας ην είχεν απολαύσει μαζί της. Τότε ελάχιστα είχεν εκτιμήσει ταύτα, τόρα όμως τον εβασάνιζον διά γοητείας επιμόνου.

Ο στρατηγός Σερπουχόβσκη εσκέφθη να του προμηθεύση κάποιαν ανωτέραν θέσιν εις την Τασκένδην, και ο Βρόνσκυ, άνευ δισταγμού απεδέχθη την τοποθέτησιν. Αλλά, καθ' όσον επλησίαζεν η στιγμή της αναχωρήσεώς του, ησθάνετο πολύ βαρύτερον την θυσίαν ην έκαμνε δι' εκείνο, το οποίον έκρινεν ως καθήκον του.

Όταν το τραύμα του εθεραπεύθη εντελώς ήρχισε να προετοιμάζεται προς αναχώρησιν.

― Να την επανίδω άπαξ ακόμη, και κατόπιν να ενταφιασθώ και ν' αποθάνω, εσκέπτετο.

Αποχαιρετών την πριγκήπισσαν Μπέτσυ, της ενεπιστεύθη τον ενδόμυχον αυτού πόθον. Αύτη δε του εχρησίμευσεν ως μεσάζουσα και του έφερε την αρνητικήν απάντησιν της Άννας.

― Τόσον το καλλίτερον! εσκέφθη ο Βρόσκυ, ήτο μία αδυναμία εκ μέρους μου, και η συνέντευξις αυτή θα μου αφήρει τας τελευταίας μου δυνάμεις.

Το πρωί της επιούσης, η Μπέτσυ μετέβη να τον ίδη και τον επληροφόρησεν ότι ο Ομπλόνσκυ την είχε διαβεβαιώσει θετικώς ότι ο Καρένιν συγκατετίθετο εις το διαζύγιον, και ότι, κατά συνέπειαν, ηδύνατο να ίδη την Άνναν.

Χωρίς να σκεφθή ούτε να κατευοδώση καν την επισκέπτριάν του, λησμονήσας όλας του τας αποφάσεις, χωρίς ούτε και ν' αναλογισθή αν ο Καρένιν ευρίσκετο εις την οικίαν του, ο Βρόνσκυ διηυθύνθη κατ' ευθείαν εις της Άννας. Ανήλθε την κλίμακα εν σπουδή, χωρίς να προσέξη εις κανένα, και διά βήματος γοργού, ερρίφθη επ' αυτής και εκάλυψε διά φιλημάτων την μορφήν της, τας χείρας και τον τράχηλον.

Η Άννα είχε προπαρασκευασθή διά την συνέντευξιν εκείνην· είχε σκεφθή τι θα του έλεγεν, αλλά δεν ευρήκε τόρα τα λόγια που είχε παρασκευάση. Ο έρως του Βρόνσκυ την ενίκησεν. Όταν δε ηθέλησε να τον πραϋνη και να πραϋνθή και αυτή, ήτο πλέον πολύ αργά. Το αίσθημα του Βρόνσκυ εκυριάρχει αυτής. Τα χείλη της έτρεμον και επί πολύ δεν ηδυνήθη ν' αρθώση λέξιν.

― Ναι, με κατέκτησες, είμαι 'δική σου, του είπε.

― Δεν ήτο δυνατόν να τελειώση διαφορετικά το πράγμα, είπεν ο Βρόνσκυ. Εφ' όσον ζώμεν, έτσι θα είνε, το εννοώ τόρα.

― Είν' αλήθεια, είπεν εκείνη.

Η Άννα ωχρία επί μάλλον και μάλλον, εν ώ κατεφίλει την κεφαλήν του.

― Εν τούτοις, μεθ' όσα συνέβησαν, υπάρχει κάτι το απαίσιον εις ό,τι πράττομεν, προσέθηκεν.

― Όλα θα παρέλθουν και θα είμεθα τόσον ευτυχείς!

― Ναι, αλλ' αισθάνομαι εμαυτήν πολύ αδύνατον.

Και τα χείλη της υπέστησαν νέον τρόμον.

― Θα πάμε 'ςτήν Ιταλία και εκεί θ' ανακτήσης την υγείαν σου, είπεν ο Βρόνσκυ.

Τον ητένισε κατάματα.

― Είνε δυνατόν να ζήσωμεν ως σύζυγοι, μόνοι μας, απαρτίζοντες ημείς ολόκληρον την οικογένειάν μας;

― Μ' εκπλήσσει μόνον το πώς δεν υπήρξε διαρκώς τοιαύτη η ζωή μας, είπεν ο Βρόνσκυ.

― Ο Στίβα λέγει ότι συγκατατίθεται εις όλα, αλλ' εγώ δεν δύναμαι να δεχθώ την μεγαλοψυχίαν του. Δεν επιθυμώ το διαζύγιον. Δεν μ' ενδιαφέρει τίποτε τόρα. Μόνον, δεν γνωρίζω τι απεφάσισεν ως προς τον Σεριόγια.

Ο Βρόνσκυ δεν κατώρθωσε να εννοήση πώς ειμπορούσε την στιγμήν εκείνην να συλλογίζεται τον υιόν της και το διαζύγιον! Δεν ήσαν αδιάφορα πράγματα αυτά;

― Μη ομιλείς περί αυτών, μη τα σκέπτεσαι καν, είπε, συστρέφων την χείρα της Άννας εντός της ιδικής του και προσπαθών να εφελκύση εις εαυτόν την προσοχήν της.

Αλλ' εκείνη δεν τον παρετήρει πλέον:

― Αχ! διατί να μη αποθάνω; Θα ήτο προτιμότερον αυτό, απεκρίθη.

Δάκρυα σιγαλά κατέρρευσαν επί των παρειών της, αλλ' επίεζεν εαυτήν να μειδιά διά να μη λυπήση τον Βρόνσκυ.

Προ μικρού, ο Βρόνσκυ είχε θεωρήσει επωνείδιστον, αδύνατον σχεδόν, ν' αποκρούση την τιμητικήν και επικίνδυνον άμα θέσιν, ήτις του είχε προσφερθή εν Τασκένδη, αλλά τόρα, χωρίς στιγμήν δισταγμού, απέκρουσε την τιμήν αυτήν. Είτα δε, διακρίνας κάποιαν αποδοκιμασίαν, εγκατέλειψεν εντελώς το στράτευμα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ένα μήνα βραδύτερον, ο Καρένιν ευρέθη μόνος μετά του υιού του εις τα δωμάτιά του.

Η Άννα και ο Βρόνσκυ ανεχώρησαν δι' Ιταλίαν χωρίς να δεχθώσι το διαζύγιον, όπερ εκείνη απέκρουσεν αποφασιστικώς.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ

Ο Βρόνσκυ και η Άννα εταξείδευον ανά την Ευρώπην από τριών ήδη μηνών. Είχον διαμείνει εις Βενετίαν, εις Ρώμην, εις Νεάπολιν και είχον φθάσει προ ολίγου εις μικράν τινα ιταλικήν πόλιν, όπου εσκέπτοντο να μείνουν επί τινα καιρόν.

Κατά την περίοδον ταύτην της ταχείας της αναρρώσεως και της προ μικρού ανακτηθείσης ελευθερίας της η Άννα ησθάνετο εαυτήν τελείως ευτυχή και πλήρη από την χαράν της ζωής. Η ανάμνησις της συμφοράς του συζύγου της δεν εδηλητηρίαζε διόλου την ευτυχίαν της· ήτο πολύ τρομερά η ανάμνησις αύτη και την απεμάκρυνεν αφ' εαυτής· αφ' ετέρου δε, η συμφορά του συζύγου της τής είχε προμηθεύσει ευτυχίαν υψίστην, ώστε να μη δύναται να μετανοήση δι' ό,τι είχε πράξει.

Η ανάμνησις όλων όσα της είχον συμβή μετά την ασθένειάν της, της συμφιλιώσεως με τον σύζυγόν της, της ρήξεως αυτής, της ειδήσεως του απονενοημένου διαβήματος του Βρόνσκυ, της εμφανίσεώς του εις την οικίαν της, των προετοιμασιών του διαζυγίου, της αναχωρήσεως από της συζυγικής στέγης, των αποχαιρετισμών του υιού της, όλα αυτά της εφαίνοντο ως όνειρον παραληρήματος, από του οποίου είχεν αφυπνισθή εις το εξωτερικόν, μόνη μετά του Βρόνσκυ.

Οσάκις τη επήρχετο η ανάμνησις αύτη του παρελθόντος, καθησυχάζετο αναλογιζομένη ένα ορθολογισμόν, τον οποίον είχε κάμει ευθύς από των πρώτων ημερών της ρήξεώς της.

― Εδημιούργησα μοιραίως την δυστυχίαν του ανθρώπου αυτού, αλλά δεν επιθυμώ να επωφεληθώ της συμφοράς του ταύτης· πάσχω επίσης και θα πάσχω πάντοτε· χάνω ό,τι πολυτιμότερον είχα, την καλήν μου φήμην και τον υιόν μου. Ενήργησα κακώς, διά τούτο δεν ζητώ πλέον την ευτυχίαν, δεν θα δεχθώ το διαζύγιον και θα υποστώ το αίσχος της καταστάσεως ταύτης και τον πόνον του αποχωρισμού μου από τον υιόν μου.

Αλλ' όσον και αν επηύχετο η Άννα το μαρτύριον, το αληθές είνε ότι δεν έπασχεν. Ουδεμίαν υφίστατο ταπείνωσιν. Χάρις εις το τακτ, όπερ κατείχον αμφότεροι εις μέγαν βαθμόν, κατώρθωνον, αποφεύγοντες τας Ρωσσίδας κυρίας, να μη ευρίσκωνται ποτέ εις το εξωτερικόν εις θέσιν δυσχερή. Πανταχού συνήντων ανθρώπους, οίτινες εφαίνοντο κατανοούντες την κατάστασίν των καλλίτερα και απ' αυτούς τους ιδίους.

Και δεν υπέφερεν επίσης εν αρχή εκ του αποχωρισμού του υιού της, αν και πολύ τον ηγάπησεν. Η κορασίς, το π α ι δ ί - τ η ς, ήτο τόσον χαριτωμένη και είχε τόσον κατακτήσει την καρδίαν της Άννας αφ' ότου ήτο μόνη μετ' αυτής, ώστε η νεαρά γυνή σπανίως εσυλλογίζετο τον υιόν της.

Ο πόθος της ζωής, ενισχυθείς υπό της επανακτήσεως της υγείας, ήτο τόσον ισχυρός και αι συνθήκαι της νέας της υπάρξεως τόσον ευχάριστοι και πρωτότυποι, ώστε η Άννα ησθάνετο εαυτήν απολύτως ευτυχή.

Όσον καλλίτερον εγνώριζε τον Βρόνσκυ, τόσον πλειότερον τον ηγάπα. Τον ηγάπα διά τε το άτομόν του και διά τον προς αυτήν έρωτά του· ήτο πάντοτε ευτυχής αισθανομένη ότι ήτο ολόκληρος ιδικός της και η παρουσία του της ήτο πάντοτε ευχάριστος. Όλαι αι ιδιότητες του χαρακτήρος του, εις τον οποίον ενεβάθυνεν επί μάλλον και μάλλον, την εγοήτευον ανεκφράστως.

Ο θαυμασμός, τον οποίον ησθάνετο προς αυτόν την ετρόμαζε πολλάκις· προσεπάθει ν' ανακαλύψη εν αυτώ έν τι ελλάτωμα και δεν το κατώρθωνε . . . Δεν ετόλμα δε να του υποδείξη ότι συνησθάνετο πόσον ήτο κατωτέρα του . . . . Αλλά δεν ηδύνατο να μη του εκδηλώνη ευγνωμοσύνην διά τον έρωτά του. Αυτός, όστις, κατά την κρίσιν της, είχε τόσα πλούσια προσόντα διά την υπηρεσίαν του Κράτους, και θα ηδύνατο να παίξη σημαίνοντα ρόλον, είχε θυσιάσει προς χάριν της την φιλοδοξίαν του και δεν εξεδήλωνέ ποτε την ελαχίστην απόχρωσιν μεταμελείας. Πλέον ή άλλοτε ποτε την ηγάπα τόρα και την εξετίμα συγχρόνως. Και ουδ' επί στιγμήν έπαυεν αγρυπνών όπως τίποτε να μη την κάμη να αισθανθή το ψευδές της καταστάσεώς της.

Αυτός ο τόσον δυνατός και τόσον γενναίος, δεν είχε πλέον θέλησιν πλησίον της και μόνη του σκέψις ήτο να προλαμβάνη τας επιθυμίας της. Δεν ηδύνατο να κατανοήση επακριβώς την λεπτότητα εκείνην, αν και το υπερβολικόν του ενδιαφέρον, αν και η ατμόσφαιρα εκείνη των περιποιήσεων δι' ων την περιέβαλλε, της έφερον πολλάκις δυσφορίαν . . . . Ο Βρόνσκυ εν τούτοις, δεν ήτο απολύτως ευτυχής, αν και εκείνο, το οποίον είχεν από πολλού τόσον διαπύρως ποθήσει, είχε συντελεσθή.

Αντελήφθη εντός ολίγου ότι μόλις ένα κόκκον άμμου είχεν απολαύσει από το όρος εκείνο της ευτυχίας, το οποίον ανέμενε. Κατενόησε την αιωνίαν πλάνην, ην διαπράττουν οι άνθρωποι, φανταζόμενοι ότι η ευτυχία κατακτάται διά της πραγματοποιήσεως των πόθων των.

Κατά τας πρώτας ημέρας της ενώσεώς των, όταν παρητήθη της στρατιωτικής στολής, διησθάνθη όλην την γοητείαν της ελευθερίας εν γένει, διότι δεν την είχε γνωρίσει προτήτερα και την απόλαυσιν του ελευθέρου έρωτος· ήτο ευτυχής, αλλ' η ευτυχία αύτη δεν διήρκεσεν επί πολύ.

Δεν εβράδυνε να αισθασθή, ότι εντός της ψυχής του εβλάστανεν ο πόθος κάτι να επιθυμήση δηλαδή η ανία! Ακουσίως του τότε επεδίδετο εις την ικανοποίησιν των μάλλον προσκαίρων ιδιοτροπιών του, τας οποίας εξελάμβανεν ως επιθυμίας και σκοπόν της ζωής.

Ο Βρόνσκυ δεν ηδύνατο πλέον ν' αποβλέψη εις τας απολαύσεις της αγάμου ζωής, ήτις απερρόφα άλλοτε τον χρόνον του εν Ρωσσία, διότι άπαξ μόνον βραδύνας εις κάποιο δείπνον μετά παλαιών του φίλων, παρετήρησε ότι η Άννα είχεν αισθανθή εκ τούτου βαθείαν θλίψιν, δυσανάλογον προς την αιτίαν . . . Λόγω δε της αβεβαίας θέσεώς των, δεν ηδύνατο να διατηρή σχέσεις ούτε μετά της εκλεκτής εντοπίου κοινωνίας, ούτε μετά των παρεπιδήμων Ρώσσων.

Ως προς δε τα περίεργα της χώρας, τα είχεν ήδη όλα ιδεί, και εν τη ιδιότητί του ως Ρώσσου και ανθρώπου πνευματώδους, δεν απέδιδεν εις αυτά την σημασίαν, ην τοις προσέδιδον οι Άγγλοι.

Διά τούτο, όπως ζώον πεινασμένον ρίπτεται κατά παντός αντικειμένου που συναντά, ελπίζον ότι θα εύρη εν αυτώ βοσκήν, ο Βρόνσκυ ερρίπτετο εις την πολιτικήν, εις τα νέα βιβλία και εις τας εικόνας . . . . Νεαρός έτι είχεν εκδηλώσει κλίσιν προς την ζωγραφικήν. Είχε το ταλάν να εννοή την τέχνην και να μιμήται με γούστο και με ακρίβειαν· επίστευσεν εαυτόν προικισμένον με τα προσόντα αληθούς καλλιτέχνου, και, μετά τινα δισταγμόν περί του ποίον είδος ζωγραφικής θα εξέλεγε, θρησκευτικήν, ιστορικήν ή ρεαλιστικήν, επεδόθη εις το έργον.

Αντελαμβάνετο όλα τα είδη και ηδύνατο να εμπνέεται από το καθέν, αλλά δεν ηδύνατο να κατανοήση ότι δύναταί τις να εμπνέεται απ' ευθείας από εκείνο που εγκλείει εντός του, χωρίς να γνωρίζη τους ζωγραφικούς κλάδους, και χωρίς να ασχολήται να μάθη αν εκείνο που θα συνθέση ανήκει εις τούτο ή εκείνο το είδος. Επειδή δε ηγνόει την ανάγκην αυτήν του εκφράζειν τας ιδίας του εμπνεύσεις, και ειργάζετο υπό την επήρειαν αντικειμένων ενσαρκωθέντων ήδη υπό της τέχνης, ειργάζετο ταχέως και ευχερώς και επετύγχανεν ακόπως να απομιμήται αδιάφορον ποίον είδος.

Επροτίμησε την Γαλλικήν σχολήν, την τόσον χαριτωμένην και εντυπωτικήν. Έκαμε δε την εικόνα της Άννας με εντοπίαν περιβολήν, και η εικών εκείνη εφάνη και εις αυτόν και εις πάντας όσοι την είδον, εις υπερβολήν επιτυχής . . .

Αλλ' η κλίσις του Βρόνσκυ προς την ζωγραφικήν δεν διήρκεσεν επί πολύ, και έσχεν αρκούσαν διορατικότητα, ώστε να μη περατώση την προσωπογραφίαν της Άννας.

Εννόησε συγκεχυμένως ότι αι ελλείψεις του έργου του, αίτινες παρήρχοντο απαρατήρητοι εν αρχή, θα καθίσταντο κατάφωροι εφ' όσον θα προυχώρει εις την τελειοποίησίν του.

Με την σταθερότητα του χαρακτήρος, ήτις του ήτο φυσική έπαυσε να ζωγραφίζη, χωρίς να δώση εξηγήσεις και χωρίς να ζητήση να δικαιολογηθή. Η Άννα εξεπλάγη από την απόφασιν εκείνην, και άπαξ στερηθέντες της ασχολίας εκείνης, η ζωή της εφάνη υπερβολικά μονότονος εις την Ιταλικήν εκείνην πόλιν, και απεφάσισαν να επιστρέψωσιν εις Ρωσσίαν.

Θα διήρχοντο πρώτον από την Πετρούπολιν, όπου ο Βρόνσκυ θα επραγματοποίει τέλος την διανομήν των γαιών του μετά του αδελφού του, και η Άννα θα έβλεπε τον υιόν της, κατόπιν δε θα μετέβαινον να περάσουν το καλοκαίρι εις την μεγάλην πατρογονικήν ιδιοκτησίαν του Βρόνσκυ.

* * *

Ο Καρένιν ελησμόνησε την κόμησσαν Λυδίαν, αλλ' αυτή δεν τον ελησμόνησε. Καθ' ήν στιγμήν ευρίσκετο εις τον παροξυσμόν της μονήρους του απελπισίας, ήλθεν εις συνάντησίν και εισήλθεν εις το δωμάτιόν του χωρίς να αναγγελθή.

Τον κατέλαβεν επί του ανακλιντήρος του, με την κεφαλήν μεταξύ των χειρών του και τους αγκώνας επί της τραπέζης.

― Παρεβίασα το σύνθημα, είπεν.

Εισήλθε δε με βήματα γοργά, δυσχερώς αναπνέουσα εκ συγκινήσεως και σπουδής.

― Γνωρίζω τα πάντα! Αγαπητέ φίλε!

Του έθλιψε την χείρα μεταξύ των δύο παλαμών της, και με τα ωραία της ρεμβώδη της μάτια, τον εκύταξε κατάματα.

Ο Καρένιν ηγέρθη, απέσυρε την χείρα του με ύφος δυσφορίας και προσέφερε κάθισμα εις την επισκέπτριάν του.

― Σας παρακαλώ, κόμησσα! Δεν δέχομαι κανένα, διότι υποφέρω.

Τα χείλη του έτρεμον.

― Φίλε μου, επανέλαβεν η κόμησσα Λυδία, διά φωνής πνιγμένης από την συγκίνησιν, δεν πρέπει να εγκαταλείπεσθε εις το άλγος σας. Η συμφορά σας είνε μεγάλη, αλλ' οφείλετε να εύρητε μίαν παρηγορίαν.

― Είμαι κατεστραμμένος, δεν υφίσταμαι πλέον, είμαι άνθρωπος αφανισμένος. Η θέσις μου είνε τόσω μάλλον τρομερά καθ' όσον δεν ευρίσκω παρ' ουδενί, ουδέ και εις εμέ αυτόν, σημείον να στηριχθώ.

― Θα το εύρητε, αναζητήσατέ το, όχι εις εμέ, αν και σας παρακαλώ να πιστεύετε εις την φιλίαν μου, είπεν η κόμησσα στενάξασα. Στήριγμά μας είνε η αγάπη, ην τρέφει προς ημάς, το φορτίον της είνε ελαφρόν, προσέθηκε με το βλέμμα εκείνο της εκστάσεως, όπερ εγνώριζε καλώς ο Καρένιν. Αυτός θα μας βοηθήση και θα μας υποστηρίξη.

Τα λόγια αυτά εγλύκαναν τον πόνον του Καρένιν, αν και ήσαν μεστά εκ της ροπής εκείνης προς τον μυστικισμόν, τον οποίον ουδόλως επεδοκίμαζεν.

― Αισθάνομαι εμαυτόν ανίσχυρον, συντετριμμένον. Δεν είχα τίποτε προΐδει και τώρα δεν εννοώ τίποτε.

― Κατανοώ, φίλε μου, είπεν η κόμησσα Λυδία, κατανοώ τα πάντα. Θα εύρητε τον βοηθόν εν τη παρηγορία, όχι παρ' εμοί, αλλ' υψηλότερον . . . Ήλθον επίτηδες διά να σας βοηθήσω, αν δύναμαι . . . Αν τουλάχιστον σας απήλλατα όλων αυτών των ταπεινωτικών μικροφροντίδων του σπιτιού . . . Εννοώ ότι πρόκειται περί ζητημάτων εξαρτωμένων εκ της γυναικός και ότι χρειάζεται δι' αυτά γυναικεία παρέμβασις, . . Θα μου το επιτρέψητε.

Ο Καρένιν της έθλιψε την χείρα άνευ τινός εκδηλώσεως ευγνωμοσύνης, αλλά και χωρίς να είπη τίποτε.

― Θα μεριμνώμεν μαζί διά τον Σεριόγια. Δεν είμαι ισχυρά εις τα πρακτικά ζητήματα, αλλά θα γίνω και θα καταστώ αναπληρωτής σας . . . Μη μ' ευχαριστήτε, δε ενεργών εγώ . . . .

― Δεν δύναμαι να μη σας ευχαριστήσω καθόλου.

― Αλλά, φίλε μου, μη εγκαταλείπεσθε εις το αίσθημα περί του οποίου μοι ωμιλήσατε. Θα ησθάνεσθε άραγε αίσχος δι' εκείνο που αποτελεί την υψίστην χριστιανικήν αρετήν: «Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται», αλλά και πάλιν δεν είνε ανάγκη να μ' ευχαριστήτε. Ε κ ε ί ν ον πρέπει να ευχαριστήτε, Ε κ ε ί ν ο υ πρέπει να ζητείτε την βοήθειαν. Ε κ ε ί ν ο ς μόνος δύναται να παρέχη την γαλήνην, την παρηγορίαν, την σωτηρίαν και την αγάπην.

Ο Καρένιν δεν ηγάπα το μυστικιστικόν νέον πνεύμα. Ήτο πιστός και ενδιεφέρετο διά την θρησκείαν από πολιτικής ιδίως απόψεως, αλλ' η δογματική, ήτις επέτρεπεν εαυτή σχολιασμούς και ήνοιγε την θύραν εις συζητήσεις και αναλύσεις, του απήρεσκε και ευρίσκετο εις αντίφασιν προς τας αρχάς της.

― Σας είμαι λίαν, ευγνώμων διά τας πράξεις και διά τους λόγους σας, είπε προς την κόμησσαν, όταν εκείνη επεράτωσε την προσευχήν της. Η κόμησσα έθλιψεν άπαξ έτι αμφοτέρας τας χείρας του φίλου της· είτα δε, μετά βραχείαν σιγήν, εσπόγγισε τα μάτια της και είπε:

― Και τόρα, επιλαμβάνομαι του έργου . . . . πηγαίνω πλησίον του Σεριόγια . . . . Δεν θα σας ανησυχήσω παρά μόνον εις επειγούσας περιστάσεις.

Η παρέμβασις της κομήσσης Λυδίας υπήρξε λίαν αποτελεσματική· έφερεν εις τον Καρένιν στήριγμα ηθικόν διά των ενδείξεων της αγάπης και της εκτιμήσεως δι' ων τον περιέβαλε, και ταυτοχρόνως τον μετεμόρφωσεν, από πιστού αδιαφόρου και αδρανούς όπως ήτο, εις διάθερμον οπαδόν της καινοφανούς εκείνης ερμηνείας του Χριστιανισμού, ήτις διεδίδετο τότε εις την Πετρουπολιτικήν κοινωνίαν.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Από τινων ημερών, η κόμησσα Λυδία ευρίσκετο υπό το κράτος σφοδράς συγκινήσεως: είχε μάθει ότι η Άννα και ο Βρόνσκυ είχον επιστρέψει εις Πετρούπολιν. Έπρεπε λοιπόν να σωθή ο Καρένιν από πάσης συναντήσεως με την σύζυγόν του, έπρεπε μάλιστα και να προστατευθή από την οδυνηράν είδησιν ότι η τρομερά εκείνη γυνή ευρίσκετο εις την ιδίαν με αυτόν πόλιν και ήτο εκτιθεμένος, συνεπώς, κατά πάσαν στιγμήν, να την συναντήση.

Η κόμησσα Λυδία εφρόντισε, τη παρεμβάσει φίλων να λάβη πληροφορίας περί των προθέσεων των β δ ε λ υ ρ ώ ν - ε κ ε ί ν ω ν - α ν θ ρ ώ π ω ν, και εφρόντιζεν άμα, κατά το διάστημα τούτο, να καθοδηγή πάσαν κίνησιν του φίλου της όπως αποτρέψη τυχαίαν συνάντησίν του μετ' αυτών.

Μίαν πρωίαν της έφεραν σημείωμα του οποίου ανεγνώρισε μετά φρίκης τον γραφικόν χαρακτήρα . . . Επέρασε δε πολύ ώρα έως ου κατορθώση να καθήση διά να το αναγνώση· είχε καταληφθή από παροξυσμόν άσθματος, εκ του οποίου υπέφερε. Κατηυνάσθη δε τέλος και ανέγνω τας ακολούθους γραμμάς:

«Κυρία,

«Τα χριστιανικά αισθήματα, τα οποία πληρούσι την καρδίαν σας μου παρέχουν την ασυγχώρητον τόλμην ν' αποταθώ προς υμάς. Είμαι δυστυχής διότι απεχωρίσθην του υιού μου. Σας ικετεύω να μου επιτρέψητε να τον επανίδω εφ' άπαξ προ της αναχωρήσεώς μου. Συγχωρήσατέ με αν επαναφέρω εις την μνήμην σας . . .

«Απευθύνομαι προς υμάς και όχι προς τον Αλέξιον Αλεξάνδροβιτς, διότι δεν επιθυμώ η ανάμνησίς μου να επιφέρη άλγος εις τον μεγαλόψυχον αυτόν άνθρωπον. Γνωρίζω ποίαν φιλίαν τρέφετε προς αυτόν, θα μ' εννοήσετε σεις.

«Θα μου στείλετε τον Σεριόγια ή θα μου υποδείξετε την ώραν, καθ' ήν δύναμαι να έλθω εις το σπίτι διά να τον ίδω, ή ίσως θα τον ίδω εκτός της οικίας; Δεν αναμένω άρνησιν, διότι γνωρίζω την αγαθότητα εκείνου, από τον οποίον εξαρτάται η άδεια. Δεν δύνασθε να φαντασθήτε την έντασιν του πόθου ον έχω να επανίδω τον υιόν μου, και δεν δύνασθε να φαντασθήτε επίσης την έκτασιν της ευγνωμοσύνης ην θα αισθανθώ προς υμάς!

Άννα».

Κάθε γραμμή της επιστολής ταύτης εξώργιζε την κόμησσαν Λυδίαν . . . Ήνοιξε δε αμέσως την χαρτοθήκην της και έγραψε προς τον Καρένιν, ον ήλπιζε να ίδη εις την Αυλήν, μετά μίαν ώραν.

«Έχω ανάγκην να σας ομιλήσω περί υποθέσεως σοβαράς και οδυνηράς. Θα συνεννοηθώμεν διά το κατάλληλον μέρος. Το καταλληλότερον θα ήτο εις το σπίτι μου, όπου θα σας προσφέρω το τσάι σας. Είνε απολύτως αναγκαίον να σας ίδω».

Και, ίνα τον προδιαθέση κατά τι, προσέθηκε:

«Δωρείται Ε κ ε ί ν ο ς τον σταυρόν, αλλά δωρείται ομού και τας δυνάμεις».

Η παρουσίασις εις την Αυλήν είχε περατωθή και οι προσκεκλημένοι, προτού χωρισθώσιν, ανεκοίνουν προς αλλήλους τας τελευταίας ειδήσεις της ημέρας και συνεζήτουν επί των προσφατωτέρων διακρίσεων και των μεταβολών εις τας ανωτέρας θέσεις.

Εις μίαν γωνίαν ένας κατάλευκος γέρων συνωμίλει μετά τινος δεσποινίδος της τιμής, υψηλής, ωραίας, ήτις τον ηρώτα περί των νέων διορισμών.

― Τι λέτε περί του Καρένιν; ηρώτησε κάποιος πρίγκηψ πλησιάσας τον όμιλον των συζητητών.

― Λέγω ότι έλαβε το παράσημον του Αλεξάνδρου Νηούσκυ.

― Εγώ ενόμιζα ότι το είχε προ πολλού.

― Όχι . . . Κυτάξετέ τον εκεί, στη γωνία, συνομιλεί μεθ' ενός των ισχυροτέρων μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας· φέρει την αυλικήν του στολήν με την νέαν ταινίαν χιαστί . . . Είνε ευτυχής και ακτινοβόλος.

― Όχι, έχει γηράσει, παρετήρησε νεαρός ευπατρίδης της Αυλής.

― Τον εγήρασαν η ένοιες. Περνά τη ζωή του συντάσσων σχέδια. Θα ιδήτε ότι δεν θα αφήση τον συνομιλητήν του προτού εκθέση το τελευταίον του σχέδιον, παράγραφον προς παράγραφον.

― Νομίζω ότι η κόμησσα Λυδία αντικαθιστά τώρα την γυναίκα του.

― Α! δεν επιτρέπω να κακολογήται η κόμησσα Λυδία.

― Είνε κακό να αγαπά τον Καρένιν;

― Είνε αληθές ότι η Καρενίνα ευρίσκεται εδώ;

― Όχι στην Αυλή, αλλά στην Πετρούπολιν βρίσκεται. Την συνήντησα χθες με τον Βρόνσκυ εις την Μορσκάια.

― Είνε άνθρωπος που δεν έχει . . . αλλ' ο αυλικός ευπατρίδης δεν συνεπλήρωσε την σκέψιν του, εσιώπησε και παρεμέρισε διά να περάση κάποιος πρίγκηψ της αυτοκρατορικής Αυλής, τον οποίον εχαιρέτησεν υποκλινέστατα.

Ο Καρένιν, καθ' ήν περίπου στιγμήν τον εγκατελίμπανεν η σύζυγός του, είχε πληγή υπό της μεγαλητέρας συμφοράς την οποίαν ειμπορεί να πάθη ένας δημόσιος υπάλληλος. Η προοδευτική του καρριέρα είχεν αποφραχθή αποτόμως.

Όλος ο κόσμος το είχε διαγνώσει, μόνον αυτός δεν υπώπτευε τίποτε. Κατείχεν ακόμη θέσιν σημαντικωτάτην, εξηκολούθει να είνε μέλος διαφόρων κομητάτων και αποστολών, αλλ' θεωρείτο πλέον ως άνθρωπος που τα προσέφερεν όλα και από τον οποίον δεν περιμένει κανείς τίποτε πλέον. Κάθε τι που επρότεινεν εθεωρείτο ως πράγμα γνωστόν ήδη και του οποίου δεν υπήρχεν ανάγκη. Αυτός εξ εναντίας, τεθείς έξω της κυβερνητικής δράσεως, έβλεπε καλλίτερον παρά ποτε τα σφάλματα των συναδέλφων του, και εθεώρει καθήκον του να υποδεικνύη τα μέσα της διορθώσεώς των. Και, επί μάλλον και μάλλον ενηβρύνετο διά τα σχέδιά του.

«Ο μήποτε νυμφευθείς φροντίζει διά τα έργα του Κυρίου και διά να αρέσκη εις τον Κύριον».

Ο Καρένιν, όστις περί πολλού είχε τώρα, όπως εις κάθε τι συμμορφούται προς το Ευαγγέλιον, ανεπόλει ευχαρίστως την ρήσιν ταύτην. Ενόμιζεν ότι αφ' ότου τον εγκατέλειψεν η σύζυγός του, υπηρέτει καλλίτερα τον Κύριον διά των προτάσεών του. Η δε ανυπομονησία, ην εξεδήλου το μέλος του Συμβουλίου μεθ' ού συνωμίλει, δεν ετάραττε τον Καρένιν, και δεν έπαυσεν ομιλών παρά μόνον όταν ο συνομιλητής του επωφελήθη της διελεύσεως ενός μέλους της αυτοκρατορικής οικογενείας διά να το σκάση . . .

Μείνας μόνος, ο Καρένιν έκυψε την κεφαλήν διά να συγκεντρώση τας ιδέας του, παρετήρησε δε έπειτα γύρω του και διηυθύνθη προς την θύραν όπου διέκρινε την κόμησσαν Λυδίαν.

― Θερμά συγχαρητήρια, τω είπεν αύτη αποθαυμάζουσα το νέον παράσημον του Καρένιν.

Κατέστειλε μειδίαμα ευφροσύνης, ύψωσε τους ώμους και έκλεισε τα μάτια, ως να ήθελε να υποδηλώση ότι η ταινία εκείνη δεν είχε την δύναμιν να του χαρίση την ευτυχίαν. Αλλ' η κόμησσα εγνώριζεν άριστα ότι απετέλει μίαν από τας χαράς του, αν και κατ' ουδένα λόγον θα το παρεδέχετο.

― Σας περιμένω σήμερον εις το σπίτι μου, είπεν η κόμησσα Λυδία· έχω να σας ομιλήσω επί θέματος, το οποίον θα σας είνε οδυνηρόν . . . Τα πάντα θα εθυσίαζα διά να σας απαλλάξω από μερικάς αναμνήσεις, αλλά δυστυχώς, δεν ομιλούν όλοι ομοίως . . . Έλαβα επιστολήν εκ μέρους της . . . Ευρίσκεται εν Πετρουπόλει!

Ο Καρένιν ερρίγησεν, αλλ' αμέσως η μορφή του ανέκτησε την αυστηράν απάθειαν, ήτις εξέφραζε την συναίσθησιν της αδυναμίας του προ της καταστροφής εκείνης.

― Το επερίμενα, είπεν.

Η κόμησσα Λυδία τον ητένισε μετά θαυμασμού, και δάκρυα σημπαθείας προ του μεγαλείου της ψυχής του Καρένιν ύγραναν τους οφθαλμούς της.

* * *

Όταν ο Καρένιν εισήλθεν εις το σαλονάκι της κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας, αύτη τον ανέμενε ροφώσα το τσάι της.

Η Κόμησσα του παρέδωκε το σημείωμα της Άννας. Ο Καρένιν το ανέγνωσε και έμεινεν επί πολύ σιωπηλός.

― Δεν φρονώ ότι έχω το δικαίωμα να της απαγορεύσω αυτήν την συνέντευξιν, είπε δυστακτικώς υψώσας τους οφθαλμούς προς την οροφήν.

― Φίλε μου, σεις δεν βλέπετε κακόν πουθενά.

― Εξ εναντίας, βλέπω ότι είνε πανταχού . . . αλλά θα ήτο δίκαιον; . . .

Η μορφή του εξεδήλου αναποφασιστικότητα, ως ν' ανεζήτει έν τι μέσον, κάποιο στήριγμα, κάποιον οδηγόν εις ζήτημα το οποίον υπερέβαινε τας νοητικάς του δυνάμεις.

― Όχι, διέκοψεν η κόμησσα . . . Όλα έχουν τα όριά τους. Εννοώ την ανηθικότητα, προσέθηκε ― ουχί απολύτως ειλικρινώς, διότι ουδέποτε είχε κατορθώσει να κατανοήση πλήρως τι το οδηγούν τας γυναίκας εις την ανηθικότητα. ― Αλλά δεν εννοώ την σκληρότητα . . . . και μάλιστα κατά τίνος; Καθ' υμών . . . πώς; Τολμά αυτή να έλθη να κατοικήση εις την πόλιν όπου διαμένετε σεις; Ασφαλώς, κάτι κανείς διδάσκετε διαρκώς, και την φοράν ταύτην διδάσκομαι να εννοώ το μεγαλείον σας και την ποταπότητα αυτής της γυναικός.

Ο Καρένιν εφαίνετο ευχαριστημένος από τον ρόλον του.

― Αλλά ποίος θα βάλη τον πρώτον λίθον . . . Εγώ εσυγχώρησα τα πάντα, διά τούτο δ' ακριβώς δεν ειμπορώ να την στερήσω εκείνου, που δι' αυτήν αποτελεί μίαν φυσικήν ανάγκην, της προς το παιδί της αγάπης.

― Αλλά, πρόκειται αληθώς περί μητρικής στοργής φίλε μου; Είνε ειλικρινής; Σεις συνεχωρήσατε, συγχωρείτε σεις, αλλ' έχομεν το δικαίωμα να ρυπάνωμεν την ψυχήν αυτού του αγγέλου; Την θεωρεί νεκράν. Ικετεύει τον Θεόν να της συγχωρήση τας αμαρτίας της . . . και είνε προτιμότερον να μείνουν εκεί τα πράγματα. Τι θα σκεφθή τώρα;

― Δεν το είχον σκεφθή αυτό, είπεν ο Καρένιν . . . Έχετε ίσως δίκαιον!

Η κόμησσα έκρυψε την μορφήν εντός των χειρών της και εσιώπησεν.

― Αν θέλετε την συμβουλήν μου, είπε τέλος αποκαλύπτουσα την μορφήν της, δεν σας συμβουλεύω να επιτρέψητε την συνάντησιν αυτήν. Νομίζετε ότι δεν διακρίνω ότι όλαι σας αι πληγαί αιμάσουν και πάλιν; Ας δεχθώμεν ότι, όπως πάντοτε, θυσιάζεσθε και πάλιν. Αλλά προς τι να βασανίσωμεν το παιδί; Αν υπολείπεται εις αυτήν την γυναίκα ελάχιστον λείψανον ανθρωπίνης συναισθήσεως, και αυτή η ιδία δεν πρέπει να εύχεται μίαν τοιαύτην συνάντησιν . . . Όχι, αφ' ού εσκέφθην ωρίμως, δεν σας το συμβουλεύω αυτό . . . Και, αν μου επιτρέπετε, θα της απαντήσω υπ' αυτό το πνεύμα.

Ο Καρένιν συγκατετέθη, και η κόμησσα έγραψε την ακόλουθον επιστολήν.

«Κυρία,

«Το ν' ανακληθήτε εις την μνήμην του υιού σας θα ήτο ως να υπεβάλοντο εις αυτόν ερωτήματα, εις τα οποία η απάντησις είνε αδύνατος χωρίς να εμπνευσθή εις την ψυχήν του παιδίου πνεύμα καταδίκης ενός όντος, το οποίον πρέπει να του είνε ιερόν. Διά τούτο σας παρακαλώ να δεχθήτε την άρνησιν του συζύγου σας υπό το χριστιανικόν πνεύμα, το οποίον την ενέπνευσεν. Ικετεύω τον Παντοδύναμον να σας ευσπλαχνισθή.

Κόμησσα Λυδία».

Η επιστολή αύτη επέφερε το ανομολόγητον αποτέλεσμα, όπερ η κόμησσα Λυδία επεδίωκεν εν αγνοία της: επλήγωσε θανασίμως την Άνναν. . . .

Ο Καρένιν αφ' ετέρου, επιστρέψας εις την οικίαν του, ευρέθη ανίκανος να επιδοθή εις τας συνήθεις του ασχολίας· δεν ηδύνατο ν' ανακτήση την γαλήνην εκείνην του πιστού και του σωθέντος ανθρώπου, την οποίαν κατείχε πρότερον . . . . Η ανάμνησις της ενόχου συζύγου του, προς την οποίαν είχε συμπεριφερθή ως άγιος όπως δικαίως τον είχε χαρακτηρίση η κόμησσα Λυδία, δεν θα ήτο ικανή να τον ταράξη· αλλά δεν ήτο ήσυχος· δεν ηδύνατο ν' αναγνώση δεν ηδύνατο ν' αποδιώξη την οδυνηράν ανάμνησιν των μετά της Άννας σχέσεων του και των διαπραχθέντων σφαλμάτων.

Αλλ' οι συλλογισμοί ούτοι δεν διήρκεσαν επί πολύ. Επανεύρε δε την γαλήνην και το ψυχικόν εκείνο μεγαλείον, όπερ του επέτρεπε να λησμονή τα πράγματα που δεν ηρέσκετο να ενθυμήται.

― Λοιπόν! είπεν ο Σεριόγια εις τον θυρωρόν παραδίδων αυτώ το επανωφοράκι του με την γούναν. Ήλθε σήμερα ο υπάλληλος με το δεμένο μάγουλο; Τον εδέχθη ο μπαμπάς;

― Ο κύριος τον εδέχθη· μόλις έφυγεν ο αρχιγραμματεύς, τον ανήγγειλα, είπε γελαστά ο θυρωρός.

― Και, έκαμε τίποτα γι' αυτόν ο μπαμπάς;

Ο θυρωρός ένευσε καταφατικώς.

Ο υπάλληλος με το δεμένο μάγουλο, όστις είχε πολλάκις ήδη προσέλθει να υποβάλη κάποιαν παράκλησιν εις τον Καρένιν, είχεν ελκύσει το ενδιαφέρον και του Σεριόγια και του θυρωρού. Το παιδάκι τον είχε συναντήσει κάποτε εις τον αντιθάλαμον, όταν ικέτευε τον θυρωρόν να τον αναγγείλη και έλεγεν ότι δεν του έμενε πλέον τίποτε άλλο παρά ν' αποθάνη της πείνης, αυτός και τα παιδιά του. . . Από της ημέρας εκείνης ο Σεριόγια τον επήρεν υπό την προστασίαν του και ενδιεφέρετο περί της τύχης του.

― Λοιπόν! εφαίνετο ευχαριστημένος όταν εβγήκεν από το γραφείον του μπαμπά; ηρώτησεν.

― Ω! επηδούσεν από τη χαρά του 'σαν τρελλός . . .

Η επιούσα ήτο η επέτειος των γεννεθλίων του Σεριόγια, και ενδιεφέρθη να μάθη αν είχε σταλή τίποτε δι' αυτόν.

― Ε, αφέντη, είπεν ο θυρωρός εμφαντικώς, υπάρχει κάποιο πακέτο εκ μέρους της κομήσσης.

― Μεγάλο 'σάν αυτό, 'σάν εκείνο;

― Λιγάκι μικρότερο, αλλά κάτι ώμορφον.

― Κανένα βιβλίο;

― Δεν 'ξεύρω, αλλά, αφέντη μου, πηγαίνετε, σας φωνάζει ο παιδαγωγός σας . . .

Μετά το μάθημα του καθηγητού ήρχετο το μάθημα του πατρός του . . . Αναμένων αυτόν ο Σεριόγια εκάθησεν εις το τραπέζι, έπαιξε με το σουγιά του και έμεινε συλλογισμένος.

Μία των ευνοουμένων ασχολιών του Σεριόγια ήτο ν' αναζητή την μητέρα του κατά τους περιπάτους του. Δεν επίστευε τον θάνατον γενικώς και προ πάντων δεν επίστευεν εις τον θάνατον της Άννας, αν και η κόμησα Λυδία του τον είχε αναγγείλει και ο πατήρ του είχεν επιβεβαιώσει την είδησιν ταύτην. Κατά τους περιπάτους του μάλιστα, εις κάθε χαριτωμένην γυναίκα, με μαύρα μαλλιά και καλοδεμένο σώμα, ενόμιζεν ότι ανεγνώριζε την μαμά του. Η ψυχή του επληρούτο τρυφερότητος, η πνοή του καθίστατο ασθματική και δάκρυα ανήρχοντο εις τους οφθαλμούς του . . . Την ανέμενε, πεποιθώς ότι θα τον επλησίαζε και θα αφήρει τον πέπλον της. . . Θα ξεσκεπάση τότε την μορφήν του, θα του μειδιάση, θα τον φιλήση, και εκείνος θ' αναπνεύση το άρωμά της, θα αισθανθή την γλυκείαν και μαλακήν επαφήν της χειρός της, και θα κλαύση εκ χαράς όπως τα βράδυα όταν εκυλίετο εις τα πόδια της και εκείνη τον εγαργάλιζεν, εν ώ αυτός εγέλα και εψευτοδάγκανε το λευκό της χέρι, το καταστόλιστο από δακτυλίδια.

Μίαν ημέραν έμαθε τυχαίως, παρά τινος υπηρετρίας, ότι η μήτηρ του δεν είχεν αποθάνει. Ο πατήρ του και η κόμησσα του εξήγησαν ότι είχεν αποθάνει δι' αυτόν, διότι ήτο κακή μητέρα . . . Αλλ' επίστευσε πολύ ολιγώτερον εις την εξήγησιν ταύτην, διότι την ηγάπα, και την ανεζήτει και την ανέμενε πάντοτε.

Το πρωί της ημέρας εκείνης, εις τον θερινόν κήπον, είχε παρατηρήσει κάποιαν κυρίαν φέρουσαν πέπλον χρώματος πασχαλιάς. Την είχε παρακολουθήσει διά των οφθαλμών καθ' όσον προυχώρει προς αυτόν, και, με την καρδιά λειποψυχούσαν εξ ελπίδος, διελογίζετο ότι τον επλησίαζεν. Αλλ' η κυρία αντί να τον πλησιάση εστράφη προς τα δεξιά και εξηφανίσθη.

Ησθάνετο κατά την ημέραν εκείνην, βαθύτερον ή άλλοτε, ότι αληθές κύμα τρυφεράς στοργής προς την μητέρα του εξεχείλιζεν εκ της καρδίας του. Και εβυθίσθη εις τας ονειροπολήσεις του, με τα μάτια πνιγόμενα μέσα εις την δίνην της αοριστίας και χαράσσων συνάμα εγκοπάς επί της τραπέζης με το μαχαιράκι του.

― Σεριόγια, ο κύριος πατέρας σας!

Ο Σεριόγια ανεπήδησεν από το κάθισμά του, έδραμεν εις υπάντησιν του Καρένιν, του εφίλησε το χέρι και τον εκύτταξεν ατενώς, αναζητών επί της μορφής του ενδείξεις της χαράς, ην τω εγέννα η παρασημοφορία του.

― Ήτο ευχάριστος ο περίπατός σου; ηρώτησεν ο Καρένιν καθήσας επί τινος φωτέιγ.

Έσυρε προς εαυτόν την βίβλον και την ήνοιξε.

Καίτοι ο Καρένιν πολλάκις είχε δηλώσει εις τον υιόν του ότι κάθε χριστιανός οφείλει να γνωρίζη από στήθους την ιεράν ιστορίαν, αυτός ο ίδιος ελάμβανε πολλάκις ανάγκην να ενισχύη την μνήμην του συμβουλευόμενος το κείμενον, και ο Σεριόγια δεν έλειψε να παρατηρήση τούτο.

― Ω! ναι, μπαμπά, διεσκέδασα καλά, απήντησεν ο Σεριόγια.

Το μάθημα συνίστατο εις την αποστήθισιν μερικών εδαφίων του Ευαγγελίου και εις επανάληψιν της αρχής της Βίβλου.

Ήτο εννέα μόλις ετών, αλλ' είχεν ήδη συνείδησιν της ψυχής του και του ήτο αγαπητή· την εθεώρει ως το βλέφαρον το προφυλάττον την κόρην του οφθαλμού και δεν άφινε να εισδύσουν εις αυτήν παρά μόνοι οι εφωδιασμένοι με το κλειδί της αγάπης, οι δε διδάσκαλοι του παρεπονούντο δι' όσα δεν ήθελε να μάθη, ενώ η ψυχή του ήτο πλήρης εκ του πόθου να τα γνωρίση όλα. Επίσης εμάνθανε πολλά από τον Ελβετόν, από τη γιαγιά, από τη Ναδένκα, από τον παιδαγωγόν του, τους οποίους ηγάπα, ποτε όμως από τους διδασκάλους του. Η ανάπτυξις, ην ο πατήρ του και οι καθηγηταί του ανέμενον εκ της μορφώσεώς του εξεδηλούτο υπό μορφήν όλως διάφορον εκείνης την οποίαν επιζήτουν αυτοί.

Όταν κατεκλίθη, αμέσως ο Σεριόγια ανελογίσθη την μητέρα του και συνέθεσε προσευχήν διά να ζητήση από τον Θεόν να την στείλη πλησίον του την επιούσαν, χάριν των γενεθλίων του.

― Ξεύρετε, Βασίλη Λόνκιτς, είπε προς τον παιδαγωγόν του τι εζήτησα από τον Θεόν με την προσευχήν που έκαμα;

― Να μαθαίνης καλλίτερα τα μαθήματά σου.

― Όχι!

― Να σου φέρουν καινούργια παιγνίδια.

― Όχι! Δεν θα το βρήτε. Κάτι τι καλό, αλλά είνε μυστικό. Αν η προσευχή μου εισακουσθή, θα σας το πω. Δεν μαντεύετε;

― Όχι, δεν μαντεύω, πε το μου αν θέλης . . . Αλλά πρέπει να κοιμηθής, θα σβύσω τη λαμπάδα.

― Εγώ, και χωρίς φως βλέπω ακόμη καλλίτερα εκείνο που επιθυμώ να βλέπω, για τούτο επροσευχήθην . . . Α! παρ' ολίγον να σας φανερώσω το μυστικό μου!

Και εγέλασε φαιδρώς.

Όταν η λαμπάς εσβέσθη, ο Σεριόγια ήκουσε και ησθάνθη την παρουσίαν της μητρός του. Εστάθη ενώπιόν του και τον περιέβαλε με βλέμμα τρυφερότητος. Αλλά μετ' ολίγον οι ανεμόμυλοι, τα μαχαιράκια, εσυγχίσθησαν με την λατρευτήν εκείνην εικόνα, και απεκοιμήθη . . .

* * *

Ο Βρόνσκυ και η Άννα κατέλυσαν εις έν από τα πρώτα ξενοδοχεία της Πετρουπόλεως.

Ο Βρόνσκυ κατέλαβε δωμάτιον ιδιαίτερον εις το ισόγεον, η δε Άννα εις το πρώτον πάτωμα, μετά του βρέφους, της τροφού και της καμαριέρας της, εγκατεστάθη εντός πολυτελούς διαμερίσματος εκ τεσσάρων δωματίων.

Την ημέραν της αφίξεώς του ο Βρόνσκυ μετέβη εις του αδελφού του. Εκεί ευρήκε την νύμφην του και την μητέρα του, ήτις μόλις είχεν αφιχθή εκ Μόσχας. Αι δύο γυναίκες τον ηρώτησαν περί του ταξειδίου του, αλλά δεν ωμίλησαν περί των μετά της Άννας σχέσεών του.

Την επιούσαν ο αδελφός του μετέβη εις συνάντησίν του, και όταν τον ηρώτησε περί της Άννας, ο Αλέξιος του είπεν, ότι την ένωσίν του μετά της κυρίας Καρένιν εθεώρει ως πραγματικόν γάμον. Προσέθηκε δε ότι ήλπιζε να επιτύχη το διαζύγιον, οπότε θα την ενυμφεύετο, αλλά και προτού η ένωσίς των προσδεχθή τον καθαγιασμόν αυτόν, εθεώρει την Άνναν ως σύζυγόν του νόμιμον και παρεκάλει τον αδελφόν του να κάμη και την μητέρα των να το εννοήση.

― Αν ο κόσμος δεν μ' επικροτή, αυτό μου είνε απολύτως αδιάφορον, και αν οι συγγενείς μου επιθυμούν να διατηρήσουν αγαθάς σχέσεις μαζί μου οφείλουν να δεχθώσι την σύζυγόν μου.

Ο πρεσβύτερος αδελφός του, όστις είχεν αείποτε σεβασθή τας αντιλήψεις ταύτας, δεν εγνώριζεν επακριβώς αν είχεν άδικον ή δίκαιον, εφ' όσον ο κόσμος δεν είχεν αποφανθή οριστικώς επί του ζητήματος. Προσωπικώς αυτός, δεν ησθάνετο έχθραν κατά της Άννας, και ανήλθε μετά του αδελφού του όπως την επισκεφθή.

Παρά την κοσμικήν του πείραν, ο Βρόνσκυ υπέκειτο εις βαρείαν αυταπάτην αποστέργων να ίδη τι η θέσις του ενείχε το ασύνηθες. Έπρεπε να κατανοήση ότι ο κόσμος ήτο δι' αυτόν κλειστός, αλλ' εσκέπτετο ότι ούτως εγίνετο άλλοτε, ότι μετά της προόδου, ― ήτο, την στιγμήν αυτήν, οπαδός πάσης προόδου, ― αι ιδέαι της κοινωνίας είχον μεταρρυθμισθή.

― Αναμφιβόλως εσκέπτετο, ο κόσμος της Αυλής δεν θα την δεχθή· αλλ' εν τω κύκλω των ιδιαιτέρων μου σχέσεων, πρέπει να γείνη δεκτή.

Η πριγκήπισσα Μπέτσυ υπήρξεν η πρώτη κυρία του εκλεκτού κόσμου παρά τη οποία παρουσιάσθη ο Βρόνσκυ.

― Επί τέλους! του είπεν εν χαρά μόλις εισήλθεν εις το σαλόνι, και η Άννα; Πόσον ευχαριστούμαι που σας βλέπω επανελθόντας! Εις ποίο ξενοδοχείον κατελύσατε; Φαντάζομαι πόσον η Πετρούπολίς μας θα σας φαίνεται τιποτένια μετά το μαγευτικόν σας ταξείδι! Σας φαντάζομαι με την σελήνην του μέλιτος εν Ρώμη! . . . Και εις ποίον σημείον ευρίσκεται το διαζύγιον;

Ενεργείς;

Ο Βρόνσκυ αντελήφθη ότι ο ενθουσιασμός της πριγκηπίσσης κατέπεσε μόλις έμαθεν ότι το διαζύγιον δεν είχε δοθή.

― Ξεύρω πως θα με κακολογήσουν, είπεν, αλλ' εγώ θα επισκεφθώ την Άνναν, ναι, θα την επισκεφθώ. Δεν θα μείνετε επί πολύ εις την Πετρούπολιν;

Πράγματι δε, την ιδίαν ημέραν, επεσκέφθη την Άνναν, αλλ' η συμπεριφορά της ήτο όλως διαφορετική από άλλοτε . . . . Εφαίνετο ως ν' απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις το θάρρος που έλαβε δια να κάμη αυτήν την επίσκεψιν και ότι επεθύμει όπως η Άννα αναγνωρίση την πίστιν και την φιλίαν της. Κατόπιν δε της τοιαύτης συμπεριφοράς της Μπέτσυ, ο Βρόνσκυ κατενόησε ποία τον ανέμενε υποδοχή παρά τη λοιπή κοινωνία. Και έκαμε μίαν ακόμη απόπειραν παρά τη ιδία του οικογένεια. Κατενόησε δε τότε πληρέστατα ότι πάσα άλλη δοκιμή ήτο ανωφελής και ότι ώφειλε να περάση μερικάς ημέρας εν Πετρουπόλει, ως εις πόλιν ξένην και ν' αποφύγη πάσαν επαφήν προς τας παλαιάς του γνωριμίας, όπως μη θιγή η φιλοτιμία του.

Αλλ' η εν Πετρουπόλει διαμονή του αυτή, υπήρξε πολύ μάλλον οδυνηρά εις τον Βρόνσκυ και διότι του απεκάλυψε παρά τη Άννα μίαν νέαν ψυχικήν κατάστασιν, άγνωστον μέχρι τότε εις αυτόν: οτέ μεν αύτη τω παρείχεν απείρους ενδείξεις τρυφερότητος, οτέ δε εδείκνυτο ψυχρά, ευερέθιστος και ακατανόητος. Έπασχε και κάτι του έκρυπτε, και δεν εφαίνετο μάλιστα αντιλαμβανομένη τας ταπεινώσεις, αι οποίαι εδηλητηρίαζον την ζωήν του Βρόνσκυ και αίτινες θα έπρεπε να θίγωσιν αυτήν πολύ περισσότερον λόγω της λεπτοτέρας της γυναικείας ευαισθησίας.

Μία των κυρίων αιτιών, αίτινες ηνάγκασαν την Άνναν ν' αποφασίση να επανέλθη εις Ρωσσίαν ήτο η επιθυμία της να επανίδη τον υιόν της. Από της ημέρας καθ' ήν εγκατέλιπε την Ιταλίαν, ο πόθος αυτός την εβασάνιζε, και, καθ' όσον επλησίζεν εις την Πετρούπολιν κατά τοσούτον ησθάνετο μείζονα την χαράν της μελετωμένης εκείνης συναντήσεως, ης η σημαντικότης και το ενδιαφέρον επολλαπλασιάζετο συν τω χρόνω εις την αντίληψίν της.

Ουδ' εσκέπτετο δε καν πώς θα κατώρθωνε να επανίδη τον υιόν της, διότι τούτο της εφαίνετο πράγμα όλως φυσικόν και απλούν, αφ' ής στιγμής θα ευρίσκετο εις την αυτήν πόλιν . . . . Αλλ' όταν έφθασεν εις Πετρούπολιν, τότε μόνον κατενόησε ποία ήτο η νέα της θέσις εν τη κοινωνία και η συνάντησις εκείνη θα ήτο πολύ δύσκολον να επιτευχθή.

Μαθούσα τας σχέσεις αίτινες είχον αναπτυχθή μεταξύ Καρένιν και κομήσσης Λυδίας, η Άννα απεφάσισε να της γράψη υποδεικνύουσα ότι η άδεια να ιδή τον υιόν της εξηρτάτο εκ της μεγαλοψυχίας του πατρός τον. Εσκέπτετο δε ότι εκείνος, ίνα υποστηρίξη τον ρόλον του ως μεγαλοψύχου συζύγου, θα παρείχε την άδειαν ταύτην.

Η απάντησις της κομήσσης την εξώργισε και την ετάραξε τρομερά· έκρινε δε τόσον ποταπήν την παγεράν εκείνην εχθροπάθειαν εν σχέσει προς την τρυφεράν της αγάπην προς τον υιόν της, ώστε εξανέστη κατά των άλλων και έπαυσε να θεωρή εαυτήν ένοχον.

«. . . Η ψυχρότης αύτη είνε υποκρισία . . . επιζητούν απλώς να προσβάλουν εμέ και να θέσουν εις μαρτύριον το παιδί μου! Δεν θα το ανεχθώ αυτό . . . επ' ουδενί λόγω. Εκείνη είνε χειροτέρα από εμέ . . . Εγώ τουλάχιστον δεν ψεύδομαι . . .»

Απεφάσισε δ' αμέσως, όπως την επιούσαν, επέτειον της γεννήσεως του υιού της, μεταβή να τον ίδη κατ' οίκον· θα εδωροδόκει, εν ανάγκη τους υπηρέτας, θα εχρησιμοποίει παντός είδους υπεκφυγάς και προσχήματα, θα εξουδετέρωνε το ψεύδος διά του οποίου είχον εξαπατήσει το ατυχές παιδίον και, πάση θυσία, θα έβλεπε τον υιόν της.

Έτρεξε εις κάποιο αθυρματοπωλείον, ηγόρασε πλείστα όσα παιγνίδια και κατέστρωσε πλήρες σχέδιον ενεργείας· θα μετέβαινεν εις του Καρένιν ενωρίς, κατά τας οκτώ το πρωί, προτού εκείνος εξυπνήσει. Θα εμοίραζεν αμέσως πλείστα πουρπουάρ εις τον θυρωρόν και εις τον θαλαμηπόλον, και χωρίς ν' αφαιρέση τον πυκνόν της πέπλον, θα τοις έλεγεν ότι ήρχετο εκ μέρους του αναδόχου του Σεριόγια, όστις την επιφόρτισε να καταθέση ιδιοχείρως τα παιγνίδια εις το κρεββάτι του παιδιού.

Δεν εγνώριζε τίνι τρόπω θα εξέφραζε προς τον υιόν της τα αισθήματά της. Όσον και αν εσκέφθη επί τούτο, δεν κατώρθωσε να εύρη τα κατάλληλα λόγια.

Το πρωί της επιούσης κατά τας οκτώ, έφθασε προ του μεγάρου επιβαίνουσα αγοραίας αμάξης, κατήλθεν ηρέμα και έκρουσε την θύραν του πυλώνος.

― Πήγαινε να ιδής ποιος κτυπά τόσον πρωί! είπεν ο θυρωρός εις κάποιον υπηρέτην νεωστί προσληφθέντα. Νομίζω πως είνε κυρία . . .

Ο ελβετός δεν είχεν ακόμη ενδυθή. Επέρασεν εν σπουδή το επανωφόρι του και της γαλότσες του. Ο νέος υπηρέτης, ένας νεαρός τον οποίον η Άννα δεν εγνώριζεν, ήνοιξε την θύραν. Εκείνη εισήλθε ζωηρώς, εξήγαγε του μανσόν της χαρτονόμισμα τριών ρουβλίων και του το έθεσεν εις το χέρι.

― Σεριόγια; . . . Σέργεϊ Αλεξέεβιτς, εψιθύρισε προχωρούσα επιμόνως.

― Ο κύριος δεν εξύπνησεν ακόμη, είπεν ο θυρωρός παρατηρών προσεκτικώς την κυρίαν.

Η Άννα δεν εφαντάζετο ότι το περιβάλλον . . . εκείνο, το όποιον δεν είχε κατ' ουδέν μεταβληθή, εντός της οικίας εις την οποίαν είχε ζήσει επί δεκαετίαν, θα της έκαμνε τόσον βαθείαν εντύπωσιν.

Αναμνήσεις ευάρεστοι και θλιβεραί επλήρωσαν διαδοχικώς την ψυχήν της, και, προς στιγμήν, ελησμόνησε τον σκοπόν της επισκέψεώς της.

Η Άννα ανήλθε την οικείαν της κλίμακα και εισήλθεν εις τον κοιτώνα του παιδιού. Δεξιόθεν της θύρας, ο Σεριόγια ανεκάθητο επί της κλίνης του:

― Σεριόγια, είπεν η Άννα ηρέμα, πλησιάσασα αυτόν ακροποδητί.

Καθ' όλον το διάστημα του χωρισμού των, με το κύμα της αγάπης ήτις την επλημμύρει από τινος, τον αναπαρίστα ενδιαθέτως ως το μικρό πάντοτε τετραετές μαγκάκι, που τόσον είχεν αγαπήσει.

Το εύρισκε δε όλως διαφορετικόν αφ' ό,τι ήτο όταν το εγκατέλειψε, ήτο μακράν πλέον της ηλικίας εκείνης, της οποίας ηγάπα την ανάμνησιν. Είχε μεγαλώσει και λεπτυνθή.

«Τι αδύνατο που είνε το προσωπάκι του, τι μακρυά που έγειναν τα χέρια του, τι κοντά που είνε τα μαλλάκια του! Α! πόσον μετεβλήθη αφ' ότου το εγκατέλειψα!»

― Σεριόγια, αγαπημένο μου αγοράκι, είπεν η Άννα ασθμαίνουσα και λαβούσα εις τας αγκάλας της το λυγηρόν σώμα του παιδίου.

― Μαμά, είπεν εκείνο, συσπειρούμενον εις την αγκαλιά της ίνα ολόκληρον το σώμα του διαθλίψη την μητέρα του.

Μειδιών, με τα μάτια κλειστά ακόμη, απέσπασε τας χείρας του από του ερεισινώτου της κλίνης και τας έρριψε γύρω εις τον τράχηλον της Άννας, συνεσφίγχθη δ' έτι μάλλον επ' αυτής πληρούν αυτήν με την χλιαρότητα και την ευάρεστον εκείνην υπνηλήν οσμήν, την οποίαν μόνα τα παιδιά κατέχουν, και εθώπευσε διά της μορφής του τους ώμους και τον λαιμόν της Άννας.

― Το είξευρα, είπεν, άνοιξαν τα μάτια, ότι θα ήρχεσο σήμερα, είνε τα γενέθλιά μου. Θα σηκωθώ.

Αλλ' ενώ ωμίλει, απεκοιμάτο πάλιν . . . Η Άννα το παρετήρει απλήστως· έβλεπεν ότι είχε μεγαλώσει και μεταβληθή κατά την απουσίαν της. Έφερε την χείρα της επί της κεφαλής και επί του τραχήλου του, εφ' όλου του σώματός του και δεν ηδύνατο ν' αρθρώση λέξιν, διότι την απέπνιγον τα δάκρυα.

― Γιατί κλαις, μαμά; ηρώτησεν ο μικρός, τελείως πλέον αφυπνισθείς. Μαμά, γιατί κλαις; εφώναξεν αύθις με φωνήν κλαυθμηρίζουσαν. ― Εγώ; Δεν κλαίω πλέον! . . . Κλαίω από χαράν που σε επαναβλέπω, ετελείωσε νά, προσέθηκε καταπίνουσα τα δάκρυά της και αποστρέφουσα το πρόσωπον.

― Μαμά, αγαπημένη μαμά, γλυκειά μου μαμά! εφώνησεν εκείνος ριφθείς και πάλιν εις τον λαιμόν της και σκεπάζων αυτήν με τα φιλήματά του.

Αφήρεσε το καπέλλο της μητρός του.

― Α! όχι, δεν θα το φορής αυτό, είπε.

Και ώρμησε πάλιν προς αυτήν με νέας διαχύσεις.

― Τι έλεγες για μένα καθ' όλον αυτό το διάστημα, είπεν εκείνη. Δεν επίστευσες πώς είχα πεθάνει;

― Όχι, ποτέ μου δεν το πίστεψα.

― Δεν το πίστεψες, αγάπη μου;

― Είξευρα εγώ, είξευρα! απήντησεν ο μικρός επαναλαμβάνων την ευνοουμένην του φράσιν.

Επήρε δε το χέρι της μητρός του που του εθώπευε τα μαλλιά και συνέθλιψε την παλάμην της επί των χειλέων του διά να την φιλήση.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Άννα τον έθλιψεν αύθις εις τας αγκάλας της.

― Αγάπη μου, του είπε.

Δεν ηδύνατο ν' αποφασίση να του είπη: Χαίρε· αλλ' η έκφρασις των οφθαλμών της του το έλεγε, και το παιδίον το εννόησεν.

― Αγαπημένε μου, αγαπημένε μικρέ μου Σεριόγια, δεν θα με λησμονήσης; Θα . . .

Δεν ηδυνήθη να είπη περισσότερα.

Πόσα θα εύρισκε να του είπη βραδύτερον, αλλά την στιγμήν εκείνην τα λόγια δεν ήρχοντο εις τα χείλη της . . . Ο Σεριόγια εννόησε παν ότι ήθελε να του είπη, ενόησεν ότι ήτο δυστυχής και ότι τον ηγάπα. Συνεσφίγχθη επ' αυτής και της είπεν σιγαλά:

― Μη φύγης ακόμη. Δεν έρχεται τόσον 'νωρίς!

Η Άννα τον απεμάκρυνεν ολίγον ίνα ίδη αν κατενόει την σημασίαν των λόγων του, και, εις την περίφοβον έκφρασιν της μορφής του, ανέγνω ότι όχι μόνον ωμίλει περί του πατρός του αλλά και ότι εφαίνετο ως να την ηρώτα τι έπρεπε να σκέπτεται περί αυτού.

― Σεριόγια, φίλε μου, του είπεν η Άννα, πρέπει να αγαπάς, είνε καλλίτερος από εμέ . . . Εγώ είμαι ένοχος απέναντί του. Όταν μεγαλώσης, έτσι θα κρίνης τα πράγματα.

― Όχι, κανένας στον κόσμο δεν είνε καλλίτερος από σένα είπε το παιδίον με τα μάτια πλήρη δακρύων.

Την έπιασε δε από τους ώμους, και, δι' όλων του των δυνάμεων, την έθλιψεν εφ' εαυτού με τα χέρια του τρέμοντα εκ του αγώνος ον κατέβαλε . . .

― Γλυκειά μου αγάπη, είπεν η Άννα.

Και έκλαυσεν ως εκείνο με δάκρυα παιδικά.

Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ο παιδαγωγός. Βήματα δ' ηκούσθησαν προς την ετέραν θύραν.

Η Άννα απέσυρε τα χέρια του παιδίου, εκάλυψεν άπαξ ακόμη με φιλήματα την δακρύβρεκτον μορφήν του και εξήλθεν εν σπουδή.

Ο Καρένιν ήρχετο εις συνάντησίν της· μόλις δε την αντίκρυσεν, εσταμάτησε και εταπείνωσε την κεφαλήν . . . Η Άννα είχεν είπει προ μικρού εις τον υιόν της ότι ήτο καλλίτερος απ' αυτήν· εντούτοις, όταν έρριψε επί του Καρένιν βλέμμα γοργόν, όπερ τον περιέβαλεν ολόκληρον, ησθάνθη συναίσθημα αηδίας και οργής, και τον εζήλευσε διότι ηδύνατο να μένη μετά του υιού της.

Εχαμήλωσεν εν σπουδή τον πέπλον της, και, ταχύνασα το βήμα, έδραμεν έξω του δωματίου.

* * *

Καίτοι ο πόθος της Άννας όπως ίδη τον υιόν της υπήρξε τόσον σφοδρός και είχε παρασκευασθή προς τούτο από τόσου χρόνου, δεν είχε προΐδει ότι η συνάντησις, εκείνη θα την ετάραττεν εις τοιούτον βαθμόν. Όταν ευρέθη και πάλιν εις το ξενοδοχείον, επί μακρόν διηρωτάτο διατί ευρίσκετο εκεί.

― Και, τετέλεσται το παν και είμαι πάλιν μόνη, διελογίσθη. Χωρίς ν' αφαιρέση τον πίλον της εκάθισεν επί τινος φωτέιγ ενώπιον της εστίας. Παρετήρησεν ατενώς το επί της κονσόλας μεταξύ των παραθύρων ορειχάλκινον εκρεμές και εβυθίσθη εις τους διαλογισμούς της.

Η Άννα είχε συγκεντρώσει επί του πρώτου της τέκνου, αν και υπήρξεν υιός ανδρός τον οποίον δεν ηγάπα, όλην την σφοδρότητα έρωτος ανικανοποιήτου. Το κοριτσάκι της είχε γεννηθή όταν η Άννα ευρίσκετο υπό τας μάλλον οδυνηράς των συνθηκών, και δεν του επεδαψήλευσε ουδέ το εκατοστόν των περιποιήσεων, ων απήλαυσεν ο πρωτότοκός της.

Εν τη παιδίσκη άλλως τε, τα πάντα ακόμη ευρίσκοντο εις την περίοδον των ελπίδων, ενώ ο Σεριόγια ήτο σχεδόν άνδρας ήδη, πλάσμα εν τω οποίω επάλαιον αι σκέψεις και τα αισθήματα. Ο υιός της την εννοούσε, την ηγάπα και την έκρινε, και όμως ήτο χωρισμένη απ' αυτόν διά παντός, και ου μόνον σωματικώς αλλά και πνευματικώς. Ουδέν διέβλεπε μέσον όπως ανακτήση τον υιόν της.

Ήνοιξε το μενταγιόν, το οποίον περιείχε την προσωπογραφίαν του Σεριόγια όταν είχε την ηλικίαν της μικράς. Ηγέρθη είτα, έβαλε το καπέλλο της και επήρεν από την τράπεζαν το λεύκωμα το περιέχων φωτογραφίας του υιού της κατά διαφόρους εποχάς. Τας αφήρεσε δε από το λεύκωμα διά να τας παραβάλη. Έμεινε μία μόνη, η νεωτέρα και καλλιτέρα: ο Σεριόγια με λευκήν μπλούζαν, εκάθητο ιππαστί επί τινος έδρας, μειδιών και με τα μάτια ημίκλειστα. Η Άννα προσεπάθει, διά των ευκινήτων μικρών της χειρών, των οποίων τα λεπτά και λευκά δάκτυλα εκινούντο νευρικώς κατά την ημέραν εκείνην, να εξαγάγη την φωτογραφίαν, αλλά δεν το κατώρθωσε. Μη ευρούσα δε και χαρτοκοπτήρα επί της τραπέζης, απέσπασε την επί της εικόνος εφηρμοσμένην κάρταν, και ούτω κατώρθωσε να εξαγάγη την φωτογραφίαν του Σεριόγια. Η κάρτα ην απέσπασεν ήτο του Βρόνσκυ, γενομένη εν Ρώμη και αναπαρίστα αυτόν με μικρό μαλλακό καπέλλο και μακράν την κόμην.

Καθ' όλας τας πρωινάς ώρας δεν τον είχε σκεφθή ουδ' εφ' άπαξ, παρατηρούσα δε τόρα την ανδρικήν του μορφήν, την ευγενή και τόσον αγαπητήν αυτή, κύμα απότομον τρυφεράς αγάπης εξεχείλισεν εκ της καρδίας της.

«. . . Αλλά πού είνε; Πώς ημπορεί να με αφίνη μόνην καθ' όλην την ημέραν εν ώ πάσχω τόσον;» διελογίσθη, λησμονούσα ότι αυτή η ιδία του απέκρυπτε παν ό,τι εσχετίζετο προς τον υιόν της.

Του παρήγγειλεν αμέσως παρακαλούσα αυτόν ν' ανέλθη πλησίον της· με την καρδίαν λειπόθυμον, ανελογίζετο τα τρυφερά λόγια που θα του έλεγε και τας παρηγόρους ερωτικάς εκφράσεις, ας θα εύρισκεν όπως της απαντήση.

Ο υπάλληλος του ξενοδοχείου επέστρεψε και της ανήγγειλεν ότι ο κύριος είχε κάποιαν επίσκεψιν, αλλ' ότι θα ήρχετο μετ' ολίγον, αν η κυρία ηδύνατο να τον δεχθή μετά του πρίγκιπος Γιαχβίν.

― Δεν θα έλθη μόνος, και όμως δεν με είδεν από χθες . . . Αυτό γίνεται ακριβώς διά να μη δυνηθώ να του είπω όσα έχω 'στήν καρδιά μου.

Εξαίφνης μία ιδέα αλλόκοτος την συνετάραξε: «Δεν με αγαπά πλέον!»

Ανεπόλησεν όλα τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και ενόμισεν ότι όλα επεκύρουν την φοβεράν αυτήν σκέψιν: δεν είχε δειπνήσει μαζί της την προτεραίαν, είχεν επιμείνει να εγκατασταθώσιν εις χωριστούς ορόφους, και τόρα απέφευγε να ευρεθή κατ' ιδίαν μαζί της.

― Θα έκαμνε πολύ καλλίτερα να μου είπη την αλήθειαν! Πρέπει να την γνωρίζω . . . Όταν αποκτήσω την βεβαιότητα περί όλων αυτών, γνωρίζω τι μου υπολείπεται να κάμω . . . .

* * *

Όταν ο Βρόνσκυ επέστρεψεν, η Άννα δεν ευρίσκετο εις το ξενοδοχείον, και έμαθεν ότι κάποια κυρία είχεν έλθει και την επήρε μαζί της . . . Το γεγονός αυτό, ότι είχεν αναχωρήσει χωρίς να είπη πού επήγαινεν, ότι δεν είχεν ακόμη επανέλθει, ότι το πρωί είχεν επίσης εξέλθει άγνωστον διά που, έπειτα η εξημμένη της μορφής της έκφρασις, όλαι αυταί αι ενδείξεις εξέπληξαν τον Βρόνσκυ και απεφάσισε να την αναμείνη εις την αίθουσαν και να τύχη εξηγήσεων εκ μέρους της.

Η Άννα δεν επανήλθε μόνη· συνωδεύετο υπό τινος γηραιάς αγάμου θείας, της πριγκηπίσσης Ομπλόνσκυ. Είχεν εξέλθει μαζί της. Εφάνη δε ότι δεν αντελήφθη το ανήσυχον και ερωτηματικόν ύφος του Βρόνσκυ και του διηγήθη φαιδρώς τας εκδρομάς της ανά τα εμπορικά καταστήματα . . . Εκείνος αντελήφθη ότι κάτι το ανώμαλον συνέβαινεν εις αυτήν: τα ακτινοβόλα της μάτια είχον ποιάν τινα επίμονον έκφρασιν όταν, κατά διαλείμματα, εστηρίζοντο επ' αυτού. Όλοι οι λόγοι και όλαι της αι κινήσεις είχον την χάριν και την νευρικήν εκείνην ζωηρότητα αίτινες τον εγοήτευον άλλοτε, αλλά τόρα τον ετάραττον και τον ετρόμαζον.

Είχον τεθή τέσσαρα πινάκια επί της τραπέζης και οι συμπόται ητοιμάζοντο ήδη να μεταβώσιν εις την αίθουσαν του φαγητού, οπότε ο Τούσκεβιτς προσήλθεν εκ μέρους της πριγκηπίσσης να ζητήση συγγνώμην εκ μέρους της Άννας διότι δεν είχε κατορθώσει να την επισκεφθή προ της αναχωρήσεώς της. Η πριγκήπισσα ήτο αδιάθετος και παρεκάλει την Άνναν να περάση από το σπίτι της μεταξύ της έκτης και ημισείας και της εννάτης ώρας . . . . Ο Βρόνσκυ ητένισε την Άνναν διότι η ώρα αύτη ενεδείκνυεν ότι η Μπέτσυ είχε λάβει τα μέτρα της όπως η επισκέπτρια μη συναντήση κανένα.

Η Άννα Καρένιν δεν έδωκε την παραμικράν προσοχήν εις τούτο.

― Λυπούμαι πολύ να σκλαβωθώ σήμερον κατά τοιαύτην ώραν, είπε μειδιώσα.

― Θα πάτε βεβαίως ν' ακούσετε την Πάττη! είπεν ο Τούσκεβιτς.

― Την Πάττη; Καλή ιδέα! . . . Θα υπάγω αν ευρεθή θεωρείον.

― Αναλαμβάνω να σας εύρω εγώ ένα, εφώνησεν ο Τούσκεβιτς.

― Θα με υποχρεώνατε πολύ, είπεν η Άννα. Θα μας κάμετε την ευχαρίστησιν να συμφάγωμεν;

Ο Βρόνσκυ ύψωσεν αδιοράτως τους ώμους.

Δεν κατενόει τίποτε από την συμπεριφοράν της Άννας. Διατί είχε πάρει μαζί της την γηραιάν πριγκήπισσαν, διατί εκράτει εις το δείπνον τον Τούσκεβιτς, και, προ πάντων, διατί τον επεφόρτιζε να της εύρη θεωρείον; Ηδύνατο, υφ' άς συνθήκας ευρίσκετο, να μεταβή εις την Όπεραν, ενώ λόγω του εκτάκτου της παραστάσεως, ήτο βεβαία ότι θα συνήντα εκεί όλας τας γνωρίμους της!

Την ητένισε σοβαρώς, αλλ' εκείνη του απεκρίθη διά βλέμματος προκλητικού, φαιδρού και απηλπισμένου συγχρόνως, του οποίου δεν ηδύνατο να εννοήση την σημασίαν.

― Έχετε αληθώς την πρόθεσιν να πάτε εις το Μελόδραμα; την ηρώτησε μετά το δείπνον και όταν ευρέθησαν μόνοι.

― Διατί μ' ερωτάτε με τόσην σοβαρότητα; Διατί δεν θα επήγαινα;

Ησθάνθη εαυτήν προσβληθείσαν διότι δεν την παρετήρει και εφαίνετο μη εννοούσα την σημασίαν των λόγων του.

― Πράγματι, τίποτε δεν μας εμποδίζει να πηγαίνωμεν εις το θέατρον, είπεν εκείνος συσπάσας τας οφρύς.

― Αυτό σκέπτομαι κι' εγώ, απήντησεν η Άννα.

Δεν ηθέλησε να φανή ότι είχεν αντιληφθή την ειρωνείαν της παρατηρήσεώς του και εξηκολούθησε να συστρέφη ησύχως το μυροβόλον της γάντι.

― Άννα, σε παρακαλώ, τι έχεις; την ηρώτησεν εκείνος όπως την επαναφέρη εις εαυτήν, με τον αυτόν τόνον μετεχειρίζετο άλλοτε ο σύζυγός της.

― Δεν εννοώ την ερώτησίν σας, απήντησεν εκείνη.

― Γνωρίζετε ότι δεν ειμπορήτε να μεταβήτε εις την Όπερα.

― Διατί όχι; Δεν θα πάω μόνη. Με συνοδεύει η πριγκήπισσα Βαρβάρα, επήγε να ενδυθή.

Εκείνος ύψωσε τους ώμους με έκφρασιν εκπλήξεως και απελπισίας.

― Μα, επί τέλους, αληθινά δεν εννοείτε;

― Δεν θέλω να εννοήσω, απήντησεν η Άννα υψώσασα την φωνήν. Δεν θέλω. Νομίζετε ότι εγώ μετανοώ δι' όσα πράττω; Όχι, όχι! Αν ήτο ανάγκη να ξαναρχίσω, θα εξανάρχιζα. Ημάς τους δύο ένα μόνον ενδιαφέρει· αγαπώμεθα; Άλλο τίποτε δεν υπάρχει! Διατί δεν θα επήγαινα εις την Όπερα; Σε αγαπώ, όλα τα άλλα μου είνε εντελώς αδιάφορα, αν συ δεν μετεβλήθης. Διατί δεν με κυτάζεις κατά πρόσωπον;

Τα μάτια της Άννας εξέπεμψαν φλόγα η οποία κατέπληξε τον Βρόνσκυ. Ύψωσε δε τους οφθαλμούς προς αυτήν και αντελήφθη την καλλονήν της και την λεπτήν ευγένειαν του καλλωπισμού της.

― Το προς σας αίσθημά μου δεν δύναται να μεταβληθή, το γνωρίζετε κάλλιστα, αλλά σας παρακαλώ να μη μεταβήτε εις το Μελόδραμα, σας ικετεύω να μη το κάμετε.

Επρόφερε τους λόγους τούτους με φωνήν ικετευτικήν και γλυκείαν, αλλά το βλέμμα του παρέμεινε παγερόν. . . Η Άννα δεν ήκουσε τα λόγια του, διέκρινε όμως την εχθρότητα του βλέμματος και απεκρίθη μετ' οργής:

― Και εγώ, σας ικετεύω να μου πήτε τον λόγον διά τον οποίον δεν πρέπει να υπάγω.

― Τον λόγον; Αλλά, διότι είνε πιθανόν να . . . εταράχθη.

― Δεν εννοώ τίποτε απ' αυτά, είπεν η Άννα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Διά πρώτην φοράν ο Βρόνσκυ ησθάνθη κατά της Άννας κάποιον αίσθημα πεισμονής και σχεδόν οργής, ήτις καθίστατο τόσω μάλλον σφοδρόν καθ' όσον δεν ηδύνατο να της εξηγήση τους λόγους της δυσαρεσκείας του.

Αν ηδύνατο να της ομιλήση με ανοικτή καρδιά, θα της έλεγε τα εξής: «. . . Μεταβαίνουσα εις την Όπεραν με αυτήν την περιβολήν και μετά της πριγκηπίσσης Βαρβάρας, ήτις γνωστή εις όλην την Πετρούπολιν, δεν διασαλπίζετε μόνον την θέσιν σας ως γυναικός εκπεσούσης, αλλ' είνε και ως να προκαλήτε τον κόσμον και να εξαφανίζετε πάσαν ελπίδα ηθικής αποκαταστάσεως».

Αλλ' επειδή δεν ηδύνατο να της ομιλήση ούτω, δυσηρεστείτο εκ μέρους της διότι δεν τον εννοούσε με μισά λόγια . . . Ησθάνετο ότι ο προς αυτήν σεβασμός του ηλαττούτο και ταυτοχρόνως ηύξανεν η επ' αυτού έλξις της καλλονής της.

Επέστρεψεν εις το διαμέρισμά του και ήνοιξε μετά του Γιαχβίν συζήτησιν περί ίππων, αλλά δεν ελησμόνει την Άνναν, διαρκώς ηκροάτο λάθρα και συνεβουλεύετο το επί της εστίας εκκρεμές.

― Η κυρία με επεφόρτισε να είπω εις τον κύριον, ότι πηγαίνει εις το θέατρον, ήλθε ν' αναγγείλη η θαλαμηπόλος.

― Έστω! ας πάμε κ' ημείς, είπεν ο Γιαχβίν υπομειδιάσας υπό τον μύστακά του, τούθ' όπερ εσήμαινεν ότι κατενόει την δυσαρέσκειαν του Βρόνσκυ, αλλ' έπαιρνε το ζήτημα ελαφρώς.

― Εγώ μένω, απήντησε σκυθρωπός ο Βρόνσκυ.

― Αλλ' εγώ υπεσχέθην να υπάγω εις την Όπερα, ω ρεβουάρ! . . . Έλα εις τα φωτέγι της ορχήστρας, ειμπορείς να πάρης το κάθισμα του Κρασίνσκυ.

― Όχι, έχω κάτι να κάμω.

«Δεν συνεννοείται κανείς πάντοτε με την γυναίκα του, και πολύ δυσκολώτερα με την γυναίκα ενός άλλου!» διελογίσθη ο Γιαχβίν εξερχόμενος του ξενοδοχείου.

Μείνας μόνος ο Βρόνσκυ ήρχισε να διασκελίζη το δωμάτιον.

― Είνε η τετάρτη παράστασις σήμερον δι' εισιτηρίων αμποννέ, . . . ο αδελφός μου μετά της συζύγου του και η μητέρα μου θα παρίστανται αφεύκτως. Όλη η Πετρούπολις θα είνε παρούσα! Εκείνη εισήλθεν ήδη, έβγαλε την γούνα της και επεδείχθη εις όλον τον κόσμον. Τούσκεβιτς, Γιαχβίν, πριγκήπισσα Βαρβάρα . . . Αλλ' επί τέλους τι κάμνω εδώ εγώ, από τι φοβούμαι; Μήπως θα την αφήσω υπό την προστασίαν του Τούσκεβιτς; . . . Αλλά διατί με θέτει εις την γελοίαν αυτήν θέσιν; διελογίσθη μετ' ενεργητικής χειρονομίας.

Διέσεισε την τράπεζαν εφ' ής ευρίσκετο το ύδωρ του Σελτς και το κονιάκ και την ανέτρεψεν· έπειτα ηθέλησε να την συγκρατήση, αλλ' εξ οργής την ελάκτισε διά του ποδός και έκρουσε τον κώδωνα.

― Ετοίμασε το φράκο μου, είπε προς τον εισελθόντα θαλαμηπόλον του.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις την Όπεραν την ογδόην και ημίσειαν . . . την στιγμήν εκείνην αντήχει η υπόκωφος συνωδία της ορχήστρας και μία φωνή γυναικός ήτις έψαλλεν ευδιακρίτως το τέλος μιας μουσικής διατονίσεως. Όταν ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις την αίθουσαν, ήρχιζον αι επευφημίαι. Επί της σκηνής η αοιδός, με τους ώμους γυμνούς και κατακόσμους από αδάμαντας, εμειδία και, κύπτουσα δεξιά και αριστερά τη βοηθεία του τενόρου, όστις την εκράτει από της χειρός, τας ανθοθέσμας που κατέπιπτον εις τους πόδας της . . . Το κοινόν συνεταράσσετο, εκραύγαζε και επευφήμει.

Ο Βρόνσκυ προυχώρησεν εις το μέσον του παρτέρ και ηρεύνησε γύρω του διά του βλέμματος. Ήσαν, όπως πάντοτε, αι αυταί κυρίαι εις τα θεωρεία, μετ' αξιωματικών όπισθέν των, αι αυταί γυναίκες με τας πολυχρώμους αμφιέσεις παραπλεύρως εις στρατιωτικάς στολάς και ρεδιγκότας.

Η πράξις είχε τελειώσει. Ο Βρόνσκυ προυχώρησε μέχρι της πρώτης σειράς των καθισμάτων και εσταμάτησε προ των προσκηνίων, παραπλεύρως του Σερπουχόβσκη. Ο στρατηγός, με κεκαμμένον το γόνυ εκτύπα το σανιδωτόν διά της πτέρνας του, και, διακρίνας τον Βρόνσκυ μακρόθεν, του εμειδίασε προσκαλών αυτόν να πλησιάση.

Ο Βρόνσκυ δεν είχεν ίδει ακόμη την Άνναν και δεν ετόλμα να κυτάξη προς το μέρος της· αλλ' εκ της κατευθύνσεως των βλεμμάτων του κοινού, εμάντευσε πού εκείνη ευρίσκετο . . . Περιέφερε τα μάτια του εν ημικυκλίω γύρω του αδιοράτως· ανεζήτει τον Καρένιν. Ευτυχώς όμως δι' αυτόν, ο σύζυγός της Άννας δεν ευρίσκετο εις την αίθουσαν.

― Δεν έχεις τίποτε πλέον το στρατιωτικόν, του είπεν ο στρατηγός θα σ' έπαιρνε κανείς διά διπλωμάτην ή καλλιτέχνην . . .

― Ναι απήντησεν ο Βρόνσκυ μειδιάσας και περιφέρων αδιαφόρως δήθεν τας διόπτρας του. Αφ' ότου επέστρεψα εις Ρωσσίαν, φορώ πολιτικά.

― Ομολογώ ότι σε ζηλεύω, προσέθηκεν ο φίλος του. Εγώ, οσάκις φορώ την στολήν μου, νοσταλγώ την ελευθερίαν μου.

Ο Βρόνσκυ, ακούων συνάμα αυτόν, περιέφερε τας διόπτρας του ανά τα θεωρεία, και, εξαίφνης, διέκρινε την κεφαλήν της Άννας παραπλεύρως μιας γηραιάς κυρίας με τουρμπάνι και ενός φαλακρού γέροντος. Ήτο εις το πέμπτον θεωρείον, είκοσι βήματα μακράν του, υπέροχος εξόχως ωραία και μειδιώσα εντός του εκ δαντελλών πλαισίου της. Εκάθητο εις το πρόσθιον μέρος του θεωρείου, και, με την κεφαλήν κεκλιμένην ελαφρώς προς τα οπίσω συνωμίλει με τον Γιαχβίν.

Η κλίσις της κεφαλής της επί των ευρέων και ωραίων της ώμων και η διαρκής λάμψις των οφθαλφών της και ολοκλήρου της μορφής της, του την επέδειξεν οποίαν ακριβώς του είχε παρουσιασθή κατά τον χορόν, εν Μόσχα. Τόρα όμως απεθαύμαζεν όλως διαφορετικά την καλλονήν της. Δεν υπήρχε πλέον μυστήριον εις το προς αυτήν αίσθημά του, και αν η καλλονή της τον προσείλκυε σφοδρότερον ή άλλοτε, τον προσέβαλλεν όμως συνάμα.

Η Άννα δεν εκύταζε προς το μέρος αυτού, αλλά κατενόει ότι τον είχε ήδη διακρίνει.

Όταν ο Βρόνσκυ έστρεψε διά δευτέραν φοράν, τα λορνιόν του προς το μέρος της Άννας, παρετήρησεν ότι η πριγκήπισσα Βαρβάρα είχε γείνει κατακόκκινη, εγέλα δε με τρόπον ελάχιστα φυσικόν και παρετήρει επιμόνως το γειτονικόν θεωρείον.

Η Άννα είχεν επανακλείσει την βετάλια της και εκτύπα ελαφρώς το κόκκινο βελούδο του θεωρείου, αποφασισμένη, ως εφαίνετο, να μη βλέπη τα συμβαίνοντα παραπλεύρως της. Ο Γιαχβίν είχε την έκφρασιν που ελάμβανεν οσάκις έχανε πολλά εις τα χαρτιά. Ήτο σκυθρωπός, ηρεθισμένος και τα βλέμματά του διηυθύνοντο προς το γειτονικόν θεωρείον. Το θεωρείον τούτο κατείχετο από τους Καρτάσωφ, ους εγνώριζον ο Βρόνσκυ και η Άννα. Η κυρία Καρτασόβα, μία μικρόσωμος ισχνή, με την ράχιν εστραμμένην προς το μέρος της Άννας ήτο ορθία και εφορούσε το επώμιόν της, το οποίον της παρέδιδεν ο σύζυγός της. Ήτο ωχρά, θυμωμένη και ωμίλει μετά σφοδρότητος.

Ο σύζυγός της, ένας χονδρός φαλακρός κύριος, έστρεφεν επιμόνως τα βλέμματα προς το μέρος της Άννας και προσεπάθει να καταπραΰνη την γυναίκα του. Όταν δε αύτη εξήλθε του θεωρείου, ο Καρτάσωφ έμεινε προς στιγμήν όπισθεν, αναζητών διά των οφθαλμών του την Άνναν, με την πρόθεσιν προφανώς να την χαιρετήση. Αλλ' η Άννα Καρένιν απέφευγεν επιμόνως να τον προσέξη και εξηκολούθει ομιλούσα μετά του Γιαχβίν . . . Ο Καρτάσωφ απήλθε χωρίς να την χαιρετήση και το θεωρείον έμεινε κενόν.

Ο Βρόνσκυ δεν εννόησε τι είχε συμβή, αλλ' εμάντευσεν ότι θα ήτο κάτι το προσβλητικόν διά την Άνναν. Το ανέγνωσεν επί της μορφής της νεαράς γυναικός και είδεν ότι αύτη συνεκέντρωνε τας τελευταίας της δυνάμεις όπως συγκρατήση την απάθειάν της, ην, άλλως τε, υπεδύετο θαυμάσια. Πάντες απεθαύμαζον την γαλήνην και την καλλονήν της γυναικός ταύτης και δεν υπώπτευον ότι ησθάνετο τας βασάνους αληθινής μάρτυρος. Ο Βρόνσκυ, βασανιζόμενος από την αβεβαιότητα εις ην ευρίσκετο, διηυθύνθη προς το θεωρείον του αδελφού του επί τη ελπίδι να μάθη απ' αυτόν την αιτίαν της συγκινήσεως εκείνης . . . Εις την πάροδον συνήντησε την νύμφην του, η οποία εφαίνετο φοβερά τεταραγμένη. Εδράξατο δε του βραχίονός του και του είπε:

― Κρίνω ότι ήτο προστυχιά και ότι η κυρία Καρτασόβα δεν είχε το δικαίωμα να φερθή τοιουτοτρόπως. Η κυρία Καρένιν. . .

― Μα, τι συνέβη;

― Πώς! Δεν γνωρίζεις;

― Θα το μάθω, φυσικά, τελευταίος.

― Και υπάρχει πλάσμα πλέον ανυπόφορον απ' αυτήν την Καρτεσόβα;

― Αλλά, τι έκαμε;

― Όπως μου τα είπεν ο σύζυγός μου . . . Ύβρισε την κυρίαν Καρένιν. Ο Καρτάσωφ είχεν απευθύνει τον λόγον προς την πριγκήπισσαν Καρένιν και η γυναίκα του τού έκαμε σκηνάς . . . Επρόφερε λόγια που πληγώνουν, κατόπιν δε έφυγε βιαστικά.

Εις το θεωρείον της αδελφής του, ο Βρόνσκυ ευρήκε την μητέρα του με τους ψαρούς της πλοκάμους.

― Κ' εγώ σε περιμένω, του είπεν αύτη ειρωνικώς, δεν φαίνεσαι πουθενά πλέον.

Διέκρινε ότι δεν ηδύνατο να συγκαλύψη την χαράν της.

― Καλημέρα, μαμά, ήλθα να σας υποβάλω τα σέβη μου, είπεν ο Βρόνσκυ ψυχρώς.

― Και διατί δεν πηγαίνεις να ερωτοτροπήσης με την Άννα Καρένιν; Είνε κατακτήτρια! Ελησμονήθη και η Πάττη εμπρός της. . ,

― Μαμά, σας παρεκάλεσα να μη κάμνετε υπαινιγμούς, είπεν εκείνος σκυθρωπάσας.

― Επαναλαμβάνω όσα λέγει όλος ο κόσμος.

Ο Βρόνσκυ δεν απεκρίθη, έμεινε δ' ακόμη επί τινας στιγμάς, μεθ' ό απεσύρθη. Επί του κατωφλίου της θύρας διεσταυρώθη με τον αδελφόν του.

― Πώς, είσαι συ Αλέξιε; Τι ανανδρία, αυτός είνε βλαξ!

Ο Βρόνσκυ δεν τον ήκουε, κατήλθε με βήματα ταχέα, συναισθανόμενος ότι κάτι έπρεπε να κάμη, αλλ' αγνοών τι. Ήτο ωργισμένος κατά της Άννας, διότι του εδημιούργει τοιαύτας δυσχερείας, αλλά και την ελυπείτο διά το πάθημά της.

Κατά την δευτέραν πράξιν αντελήφθη ότι το θεωρείον της Άννας ήτο κενόν . . . Ηγέρθη τότε προκαλέσας ηχηρά «σουτ» της αιθούσης και εξήλθε του θεάτρου ίνα επιστρέψη εις το ξενοδοχείον του.

Η Άννα είχεν ήδη επανέλθει. Την ευρήκε με την εσπερινήν της περιβολήν, καθημένην εις το πρώτον κάθισμα που είχε συναντήσει εις τον δρόμον της, και με τα μάτια απλανή.

― Άννα! είπεν.

Εκείνη ηγέρθη.

― 'Δικό σου το σφάλμα, εφώναξεν με δάκρυα οργής και απελπισίας εις την φωνήν της.

― Σε παρεκάλεσα, σε ικέτευα να μη υπάγης, εγνώριζα ότι θα είχες φασαρίες.

― Φασαρίες; επανέλαβεν εκείνη, είνε φοβερόν αυτό . . . Ποτέ στη ζωή μου δεν θα ξεχάσω αυτή τη βραδειά . . . Είπεν ότι είνε αίσχος να ευρίσκεται παραπλεύρως μου! . . .

― Λόγια ηλιθίας! είπεν ο Βρόνσκυ. Αλλά προς τι να εκτιθέμεθα εις τοιαύτας εκδηλώσεις, προς τι να τας προκαλώμεν; . . .

― Αηδιάζω την απάθειάν σου . . . Δεν έπρεπε να μ' εξωθής εις τα πάντα . . . Αν με ηγάπας! . . .

― Άννα, διατί υποπτεύεις τον έρωτά μου;

― Ναι, αν με ηγάπας όπως σ' αγαπώ, αν έπασχες όπως εγώ, προσέθηκεν ατενίζουσα αυτόν με έκφρασιν τρόμου.

Την ελυπείτο· αλλά, συγχρόνως, ήτο δυσαρεστημένος. Την εβεβαίωσεν, εν τούτοις, περί του έρωτός του, δεν κατενόει ότι αυτό ήτο το μοναδικόν μέσον προς κατευνασμόν της· εκ του βάθους όμως της καρδίας του της απηύθυνε μομφάς.

Τα ερωτικά εκείνα λόγια, τα οποία επρόφερε χωρίς καρδιά, θεωρεί αυτά τόσον ανούσια ώστε να εντρέπεται να τα λέγη, η Άννα τα ερρόφα απλήστως και, ολίγον κατ' ολίγον κατεπραΰνθη.

Την επιούσαν, τελείως συμφιλιωμένοι, ανεχώρησαν διά τα κτήματα του Βρόνσκυ.

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟΝ

Η Δόλλυ είχεν έλθει να περάση μερικάς ημέρας παρά τω Λεβίν, συζύγω ήδη της Κίττυ· έθηκε δε εις εφαρμογήν το σχέδιόν της να επισκεφθή την Άνναν. Το τοιούτο την ελύπει, διότι θα επείραζε την αδελφήν της και θα απήρεσκεν εις τον Λεβίν· κατενόει τους λόγους, ους είχεν ο γαμβρός της να μη συνάψη σχέσεις μετά του Βρόνσκυ, αλλ' εθεώρει καθήκον της, αφ' ετέρου, να μεταβή εις της Άννας και να της αποδείξη ότι τα προς αυτήν αισθήματα της δεν είχον μεταβληθή.

Την ωρισμένην διά την αναχώρησιν ημέραν, ο Λεβίν έθεσεν εις την διάθεσίν της όχημα τέθριππον μετά πέμπτου ίππου προς αλλαγήν, αλλά με ζώα εκτάκτως ρωμαλαία, τα οποία θα μετέφερον την Δόλλυ εις τον προς ον όρον εντός μιας ημέρας.

Εις το σπίτι της, διαρκώς απασχολημένη με τους μπεμπέδες της, η Δόλλυ ουδέποτε ελάμβανε καιρόν να σκεφθή· συνεπώς κατά το διάστημα του πολυώρου αυτού και μονήρους ταξειδίου, όλοι της οι εκκρεμείς διαλογισμοί επήραν ελεύθερον δρόμον και ανεπόλησεν ολόκληρον την ζωήν της και την ηρεύνησε πανταχόθεν. Ανελογίσθη δ' εν πρώτοις τα παιδιά της, τα οποία η πριγκήπισσα και η Κίττυ της είχον υποσχεθή να επιβλέπουν, χωρίς εκ τούτου να παύση ανησυχούσα.

Εσυλλογίσθη κατόπιν την Άνναν . . . «Είμαι καλλιτέρα της; Εγώ, έχω ένα σύζυγον, τον οποίον αγαπώ . . . όχι όπως θα επεθύμουν, αλλά τον αγαπώ, ενώ η Άννα ουδέποτε ηγάπησε το σύζυγόν της. Πού έγκειται το σφάλμα της; Αγαπά την ζωήν; Ο Θεός ενεστάλαξεν εις την ψυχήν όλων μας την αγάπην αυτήν. Θα ήμην άρα γε και εγώ ικανή να ενεργήσω όπως αυτή; Και σήμερον ακόμη δεν γνωρίζω αν έπραξα καλώς ν' ακολουθήσω την συμβουλήν της, όταν ήλθε να μ' εύρη εις την Μόσχαν! . . Θα έπρεπεν ίσως να εγκαταλείψω τον σύζυγόν μου και ν' αρχίσω νέαν ζωήν . . . Θα ηδυνάμην ίσως ν' αγαπήσω και ν' αγαπηθώ . . Το παρόν μου είνε καλλίτερον; . . . Δεν εκτιμώ πλέον τον σύζυγόν μου, τον υποφέρω μόνον. Τότε θα ήτο δυνατόν ν' αρέσω, διετήρουν ακόμη την καλλονήν μου . . . .

«. . .Η Άννα έκαμε καλά, και, βέβαια, δεν θα την μεμφθώ εγώ διά τούτο. Είνε ευτυχής, απαρτίζει την ευτυχίαν δι' εκείνον, τον οποίον αγαπά και δεν εξηντλήθη όπως εγώ, εξ εναντίας, αυτή θα είνε δροσερά, πνευματώδης, με το κεφάλι της ελεύθερον . .»

Μειδίαμα πονηρόν συνέστειλε τα χείλη της, διότι αναμιμνησκομένη το μυθιστόρημα της Άννας η Δόλλυ διεμόρφωσε το ίδιόν της μυθιστόρημα με τον φανταστικόν άνδρα, τον ένα ― κάποιον, όστις ήτο ερωτευμένος μαζί της. Απαράλλακτα όπως η Άννα, θα ωμολόγει το σφάλμα της εις τον σύζυγόν της και ανελογίζετο την ταραχήν του Στίβα και την έκπληξίν του, ― τούτο δε την έκαμνε να μειδιά. . . . Λικνιζομένη λοιπόν από τους ρεμβασμούς τούτους, επλησίασεν εις τας ιδιοκτησίας του κόμητος Βρόνσκυ. Έξαφνα δε διέκρινε μίαν αμαζόνα και τρεις ιππείς ακολουθούντας ένα άρμα με καθίσματα. Ήτο ο Βρόνσκυ με το τζόκκεϋ, κατόπιν δε ο Βεσλόβσκη και η Άννα, και, εντός του άρματος, η πριγκήπισσα Βαρβάρα και ο Σβιάσκη.

Η Άννα ίππευεν αγγλικόν κέλητα με ουράν βραχείαν και χαίτην ψαλλιδισμένην. Η ωραία της κεφαλή, τα μαύρα της μαλλιά, διεκφεύγοντα κάτωθεν του πίλου της, οι ευτραφείς της ώμοι, το λεπτόν της σώμα, σφυγμένον εντός της μαύρης, αμαζώνος, το σύνολόν της, σοβαρόν και χαριτωμένον άμα, έκαμεν εντύπωσιν εις την Δόλλυ.

Εκ πρώτης όψεως, η θέα της Άννας εφίππου της εφάνη απρεπής: το να ιππεύη μία κυρία, εις την αντίληψιν της Δόλλυ, απήτει δόσιν φιλαρεσκείας όλως αναρμόστου εις την θέσιν της Άννας. Αλλ' όταν την είδεν εκ του σύνεγγυς, δεν ευρήκε τίποτε το μεμπτόν εν αυτή.

Παρά την επιβλητικότητά των, ολόκληρος η Άννα, αι στάσεις της, αι κινήσεις της, η περιβολή της, όλα απέπνεον την αφέλειαν, την απλότητα, την γαλήνην και την αξιοπρέπειαν, και τίποτε δεν θα ήτο φυσικώτερον του συνδυασμού τούτου.

Καθ' ήν στιγμήν η Άννα μακρόθεν ανεγνώρισε την Δόλλυ, συνεσπειρωμένην εις μίαν γωνίαν της παλαιάς της αμάξης, η μορφή της εφωτίσθη από χαρμόσυνον μειδίαμα.

Ανέπεμψε κραυγήν, υπεγέρθη επί του εφιππίου της και εξώθησε τον ίππον της εις καλπασμόν. Όταν δε κατέφθασε την άμαξαν, επήδησε κατά γης, άνευ βοηθού, και έδραμεν εις συνάντησιν της Δόλλυ.

― Το ήλπιζα και δεν ετολμούσα να το ελπίσω. . . . Τι χαρά! Δεν ημπορείς να φαντασθής την χαράν μου! είπεν, οτέ μεν προσθίγουσα την μορφήν της προς τον της Δόλλυ διά να την φιλή, οτέ δε μακρυνομένη κατά τι διά να την προσβλέπη μειδιώσα.

― Τι χαρά, Αλέξιε! προσέθηκε παρατηρούσα τον Βρόνσκυ όστις είχεν αφιππεύσει και επλησίαζε προς τας δύο γυναίκας αφαιρών άμα τον υψηλόν του φαιόχρουν πίλον.

― Δεν ειμπορείτε να φαντασθήτε πόσον ευτυχείς λογιζόμεθα διά την επίσκεψίν σας, είπε μετά τόνου.

Η Δόλλυ εξεπλάγη κυρίως από την μεταμόρφωσιν, ην παρετήρει εις την Άνναν, την οποίαν τόσον τρυφερώς ηγάπα . . . Μία άλλη γυνή, ολιγώτερον παρατηρητική, ήτις να μη είχε γνωρίσει πρότερον την Άνναν Καρένιν και η οποία κυρίως να μη είχε κάμει τας σκέψεις, θα εβασάνισαν την Δόλλυ καθ' όλον το διάστημα του ταξειδίου της, δεν θα διέβλεπε τίποτε το έκτακτον παρά τη Άννα, αλλά την φοράν αυτήν η Δόλλυ ανεγνώρισεν επί της ωραίας μορφής της φίλης την πρόσκαιρον εκείνην καλλονήν, ην αι γυναίκες αποκτώσι μόνον οσάκις αγαπώνται . . . Το σύνολόν της ήτο πλήρες γοητείας· και εφαίνετο ότι είχε συναίσθησιν τούτο και ότι ήτο ευτυχής δι' αυτό.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Άννα, αφ' ετέρου, παρετήρει την ισχνήν, εξηντλημένην και ερριτιδωμένην μορφήν της Δόλλυ, και ήτο ετοίμη να της φανερώση τας εντυπώσεις της, αλλ' αναλογισθείσα ότι αυτή η ιδία είχεν ευμορφύνει και ότι το βλέμμα της φίλης της τής το έλεγε, αφήκεν στεναγμόν και ωμίλησε περί εαυτής.

― Με κυττάζεις, είπε, και συλλογίζεσαι αν ημπορώ να είμαι ευτυχής υπό τας συνθήκας που ζω; Λοιπόν! Εντρέπομαι να το ομολογήσω, αλλ' είμαι εις υπέρτατον βαθμόν ευτυχής . . . Μου συνέβη κάτι το φανταστικόν, όνειρον, κατά το διάστημα του οποίου οι άνθρωποι φοβούνται, έπειτα δε, εξαίφνης, αφυπνίζονται και αντιλαμβάνονται ότι όλοι των οι φόβοι διεσκεδάσθησαν . . . Εγώ εξύπνησα, υπέφερα φοβερά, αλλά τόρα, αφ' ότου ιδίως ευρισκόμεθα εδώ, αισθάνομαι εμαυτήν τόσον ευτυχή! . .

Και η Άννα ητένισε την Δόλλυ με δειλόν μειδίαμα.

― Πόσον είμαι ευχαριστημένη, είπεν η Δόλλυ. Συμμερίζομαι βαθύτατα την ευτυχίαν σου . . . Διατί δεν μου τα έγραψες;

― Διατί; . . . Διότι . . . δεν ετόλμησα . . . λησμονείς την θέσιν μου . . .

― Δεν ετόλμησες να γράψης 'ς εμένα; Αν ήξευρες τι σκέπτομαι!

― Ειπέ μου τι σκέπτεσαι περί της θέσεως μου, ομίλει 'ξάστερα . . .

― Δεν σκέπτομαι τίποτε, σε ηγάπησα πάντοτε, και, όταν κανείς αγαπά κάποιον, τον αγαπά όπως είνε και όχι όπως θα ηύχετο να είνε.

Η Άννα απέστρεψε την κεφαλήν και συνέπτυξε τας οφρείς διά να σκεφθή.

― Αν έχης κάμει αμαρτίες, της είπε τέλος, θα σου συγχωρηθούν όλαι λόγω της επισκέψεώς σου και των λόγων σου αυτών . . .

Η Δόλλυ αντελήφθη ότι δάκρυα ανήρχοντο εις τα μάτια της Άννας και της έθλιψε σιωπηλώς την χείρα.

― Αλλά δεν μου είπες τι είνε όλαι αύται αι οικοδομαί; εξηκολούθησεν.

― Είνε αι κατοικίαι των υπαλλήλων, το ιπποτροφείον, οι σταύλοι. . . και, νά, μπαίνομεν εις το πάρκο. Όλα ήσαν εγκαταλελειμμένα, αλλ' ο Αλέξιος έβαλε το κάθε τι εις την θέσιν του. Αγαπά πολύ αυτό το κτήμα, και, εκείνο που δεν επερίμενα εκ μέρους του, έχει επιδοθή μετά πάθους εις την γεωργίαν . . . Βλέπεις εκείνο το μεγάλο οικοδόμημα; Είνε νέον νοσοκομείον. Υπολογίζω ότι θα στοιχίση πλέον των εκατό χιλιάδων ρουβλίων. Ξεύρεις ποιος του έδωσε την ιδέαν; οι χωρικοί του εζήτησαν να τοις εκχωρήση τα λειβάδια εις τιμήν πάρα πολύ χαμηλήν και ηρνήθη. Τον κατηγόρησαν επί φιλαργυρία και διά ν' αποδείξη ότι ηπατώντο, ωκοδόμησεν αυτό το νοσοκομείον.

Η άμαξα εισήλθεν εις την λιθόστρωτον αυλήν. Η Άννα ωδήγησε την Δόλλυ εις το με πρωτοφανή διά την Δόλλυ πολυτέλειαν επιπλωμένον δωμάτιόν της, το οποίον της υπενθύμιζε τα πλουσιώτερα δωμάτια των ξενοδοχείων, τα οποία είχεν ίδει, εις το εξωτερικόν.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Δόλλυ ήτο κάπως ταραγμένη και στενοχωρημένη που είχεν ευρεθή εις το περιβάλλον εκείνο, το εντελώς νέον δι' αυτήν . . . Από περιωπής εδικαίωνε και επεκρότει μάλιστα την πράξιν της Άννας. Όπως συμβαίνει συχνά εις γυναίκας αναμαρτήτου ηθικής, κουρασμένη από την μονοτονίαν της εναρέτου ζωής, η Δόλλυ μακρόθεν, ου μόνον συνεχώρει τον ένοχον έρωτα, αλλά μάλιστα και τον ηύχετο ενδιαθέτως. Πλην όμως τούτου, ηγάπα ειλικρινώς την Άνναν. Αλλά, επικροτούσα συνάμα την πράξιν της, η Δόλλυ ησθάνετο κάποιαν δυσφορίαν βλέπουσα τον άνδρα, χάριν του οποίου είχε συντρίψει την ζωήν της.

Ο Βρόνσκυ ουδέποτε είχεν ελκύσει την συμπάθειαν της Δόλλυ. Τον εύρισκε ματαιόδοξον, και τίποτε δεν έβλεπεν εν αυτώ διά το οποίον να δικαιολογήται η υπεροψία του, αν τούτο δεν ήτο ο πλούτος του, και, χωρίς να το θέλη, τώρα τον εύρισκεν ακόμη ελαττωματικώτερον, και δεν ησθάνετο ευχαρίστησιν ευρισκομένη μαζί του . . . Την επιούσαν συμπεριπατούσα μετ' αυτού, κατενόησεν εκ της εκφράσεως του Βρόνσκυ, ό,τι είχε κάτι να της ζητήση.

Δεν είχεν απατηθή. Μόλις εισήλθον εις τον κήπον, εκύταξε προς το μέρος όπου κατηυθύνετο η Άννα, και, πεισθείς ότι δεν ηδύνατο ούτε να τους ίδη ούτε να τους αντιληφθή, είπεν:

― Εμαντεύσατε ότι έχω να σας ομιλήσω.

Και την ητένισε με οφθαλμούς μειδιώντας.

― Δεν απατώμαι βεβαίως, είσθε αληθώς φίλη της Άννας;. . . Και ασκείται μάλιστα επ' αυτής μεγάλην επιρροήν, σας αγαπά δε τόσον! . . . Βοηθήσατέ με.

Η Δόλλυ ητένισε δειλώς και δι' ύφους ερωτηματικού την πλήρη ενεργητικότητος μορφήν του, φωτισμένην από τον ήλιον ή πνιγμένην εντός της σκιάς των φιλυρών. Ανέμενε την συνέχειαν του προλόγου εκείνου αλλ' ο Βρόνσκυ, ανασκαλίζων τους χάλικας του κήπου διά της ράβδου του, εβάδιζε παραπλεύρως αυτής σιωπηλός.

― Αφού ήλθετε εις το σπίτι μας, είπε τέλος, σεις μόνη μεταξύ των παλαιών φίλων της Άννας, κατανοώ ότι απεφασίσατε τούτο, όχι διότι ευρίσκετε την θέσιν μας κανονικήν, αλλά διότι, καίτοι κατανοείτε τας δυσχερείας που περικλείει, εξακολουθείτε ν' αγαπάτε την Άνναν και επιθυμείτε να έλθετε εις βοήθειάν της . . . Σας εννόησα καλώς; προσέθηκε παρατηρών αυτήν.

― Ω! τελείως, απήντησεν η Δόλλυ . . . Αλλά . . .

Την διέκοψεν εκείνος, και, λησμονών ότι έφερε την συνομιλήτριάν του εις θέσιν εκτάκτως δυσχερή, έκαμε μίαν διακοπήν και την υπεχρέωσε να κάμη κ' εκείνη το αυτό.

― Επιτρέψατε . . . Ουδείς πλειότερον εμού αντιλαμβάνεται τας δυσχερείας της θέσεως της Άννας. Και οφείλεται να το κατανοήτε, αν μου κάμνετε την τιμήν να με θεωρήτε άνθρωπον με καρδιά! Είμ' εγώ η αιτία της καταστάσεως ταύτης, και διά τον λόγον τούτον υποφέρω . . .

Η ειλικρίνεια και η σταθερότης μετά των οποίων επρόφερε τας λέξεις ταύτας προυκάλεσαν τον θαυμασμόν της Δόλλυ.

― Σας εννοώ, είπεν αύτη, και επειδή θεωρείτε εαυτόν αφορμήν της καταστάσεως ταύτης, μεγαλοποιείτε τας παρατυπίας της. Η θέσις της παρά τη κοινωνία είνε δύσκολος, συμφωνώ . . .

― Είνε κόλασις! είπεν εκείνος γοργά και διά φωνής υποκώφου. . . Δεν δύναται κανείς να φαντασθή ηθικάς βασάνους τρομερωτέρας από όσας η Άννα υπέστη εν Πετρουπόλει εν διαστήματι δύο εβδομάδων . . .

― Αλλ' εδώ, ούτε σεις ούτε η Άννα έχετε ανάγκην του κόσμου . . .

― Του κόσμου; απήντησεν εκείνος μετά περιφρονήσεως, προς τίνα λόγον!

― Λοιπόν! αφού αδιαφορείτε προς τον κόσμον δύνασθε φρονώ να ζήσετε ευτυχείς. Βλέπω ότι η Άννα είνε ευτυχής, τελείως ευτυχής! Ευρήκεν ήδη ευκαιρίαν να μου το ομολογήση.

Χωρίς εν τούτοις να το θέλη, η Δόλλυ αμφέβαλλε περί της αληθούς ευτυχίας της Άννας, αλλ' ο Βρόνσκυ ήτο απολύτως περί τούτου πεπεισμένος.

― Ναι, ναι, είπε, γνωρίζω, ότι, μεθ' όσα και αν υποφέρη, είνε ευτυχής! . . . Απολαμβάνει το παρόν . . . . Αλλ' εγώ . . . Φοβούμαι το μέλλον . . . Θα προτιμάτε να περιπατώμεν ίσως; προσέθηκεν.

― Όχι, μου είνε αδιάφορον.

― Εν τοιαύτη περιπτώσει, ας καθήσωμεν εις αυτό το εδώλιον.

Η Δόλλυ εκαθέσθη εις την γωνίαν της δενδροστοιχίας και εκείνος εστάθη όρθιος ενώπιόν της.

― Βλέπω ότι είνε ευτυχής! επανέλαβεν, αλλά τούτο δύναται να διαρκέση; Το ζήτημα δεν είνε να μάθη κανείς αν επράξαμεν καλώς ή κακώς . . . ο κύβος ερρίφθη ήδη . . . Συνδεόμεθα διά των ιερωτάτων δι' ημάς ερωτικών δεσμών. Έχομεν ένα παιδί και πιθανόν ν' αποκτήσωμεν και άλλο . . . αλλ' ο νόμος και πάσαι αι συνθήκαι της ζωής μας είνε τοιαύται, ώστε η Άννα με όλας της τας βασάνους και τας δοκιμασίας, δεν διακρίνει και δεν δύναται να διακρίνη τας απείρους περιπλοκάς που προέρχονται εντεύθεν. Και, την εννοώ. Αλλά εγώ δεν δύναμαι να μη τας προβλέπω. Η κόρη μου, δεν είνε κόρη μου, είνε κόρη του Καρένιν. Και δεν δύναμαι ν' αποδεχθώ αυτό το ψεύδος.

Επρόφερε τας λέξεις ταύτας με ενεργητικήν χειρονομίαν αρνήσεως και ητένισε σκυθρωπώς την Δόλλυ, οιονεί προκαλών την γνώμην της.

Εκείνη όμως δεν απεκρίθη τίποτε· εξηκολούθησε μόνον να τον κυτάζη.

Ο Βρόνσκυ επανέλαβεν:

― Αύριον θ' αποκτήσω υιόν, υιόν μου! Αλλ' ο νόμος αξιοί ν’ ανήκει εις τον Καρένιν· δεν θα είνε συνεπώς, ούτε του ονόματός μου ούτε της περιουσίας μου κληρονόμος. Και, δυνατόν βέβαια ν' απολαύωμεν οικογενειακής ευτυχίας, δυνάμεθα να έχωμεν πολλά τέκνα, ουδέποτε όμως θα υπάρξη δεσμός μεταξύ αυτών και ημών, θα ανήκουν εις τον Καρένιν! Κατανοείτε το φρικώδες της καταστάσεως ταύτης; Εδοκίμασα να κάμω λόγον περί τούτου εις την Άνναν, αλλά τούτο την εξοργίζει . . . Δεν εννοεί, και δεν ημπορώ να της τα είπω όλα . . . Εν τούτοις, από την Άνναν εξαρτάται ο διακανονισμός όλων . . . Και αν ακόμη δυνηθώ να επιτύχω παρά του Αυτοκράτορος την άδειαν να υιοθετήσω τα παιδιά μου, ανάγκη να προηγηθή διάζευξις. Το παν εξαρτάται από την Άνναν. Ο σύζυγός της συγκατετέθη όταν παρενέβη ο Ομπλόνσκυ. Δεν θα ηρνείτο δε και σήμερον να παραχωρήση το διαζύγιον, το γνωρίζω. Αρκεί προς τούτο να του γράψη η Άννα. Έχει δηλώσει ότι, αν αυτή του το ζητήση δεν θα φέρη αντιρρήσεις . . . Αναμφιβόλως, είνε μία, τούτο από τας φαρισαϊκάς εκείνας σκληρότητας, διά τας οποίας είνε ικανοί άνθρωποι μόνον χωρίς καρδιά. Γνωρίζει εκείνος πόσον πάσχει οσάκις αναλογίζεται το παρελθόν, και ζητεί να του γράψη. Εγώ, εννοώ τας βασάνους της Άννας. Αλλά πρόκειται περί της ευτυχίας και της ζωής και της Άννας και των τέκνων της. Δεν ομιλώ περί εμού, αν και εγώ υποφέρω, υποφέρω φρικτά!

Επρόφερε τας λέξεις ταύτας ως κάποιον να ηπείλει ότι θα εξεδικείτο διά τας βασάνους, ας υφίστατο.

― Βοηθήσατέ με να πείσωμεν την Άνναν ότι οφείλει να του γράψη διά να ζητήση το διαζύγιον.

― Ναι, βεβαίως, είπεν η Δόλλυ σκεπτική, αναλογισθείσα την τελευταίαν της μετά του Καρένιν συνάντησιν.

«Ναι, βεβαίως», επανέλαβεν μετά σταθερότητος, αναμνησθείσα την Άνναν.

― Χρησιμοποιήσατε όλην την επιρροήν, ην ασκείτε επ' αυτής ίνα επιτύχετε να γράψη. Εγώ δεν θέλω, ή μάλλον δεν δύναμαι να συζητήσω αυτό το θέμα μαζί της.

― Καλά, θα της μιλήσω . . . και προς ιδικήν μου ικανοποίησιν και προς ιδικήν της.

Ηγέρθησαν και διηυθύνθησαν προς την οικίαν.

* * *

Η Δόλλυ ητοιμάζετο να κατακλιθή, όταν η Άννα φέρουσα τον νυκτερινόν της κοιτωνίτην, εισήλθεν εις το δωμάτιόν της.

― Πώς είνε η Κίττυ; είπεν η Άννα αφήσασα βαθύν στεναγμόν και παρατηρούσα την φίλην με ύφος συντετριμμένον . . . Πες μου την αλήθειαν . . . Δεν μου κρατή θυμόν;

― Να σου κρατή θυμόν, όχι είπεν η Δόλλυ μειδιάσασα.

― Αλλά με αποστρέφεται βέβαια με περιφρονεί;

― Ω, όχι! Γνωρίζεις όμως ότι αυτά είνε πράγματα που δεν συγχωρούνται.

Η Άννα υπεστράφη και εκύταξεν από του παραθύρου.

― Ναι, το γνωρίζω, το γνωρίζω! είπεν . . . Αλλά δεν είμαι ένοχος. Και, ποίος είνε ένοχος; Και εις τι έγκειται η ενοχή; Ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; Ποίαν έχεις γνώμην επί τούτου; Ειπέ μου, Δόλλυ, ήτο δυνατόν να μη καταστής συ σύζυγός του Στίβα;

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings