← Table of contents
Χαλιμά, Τόμος 3

Χ Α Λ I Μ Α ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

Reading edition

ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ

Εξακολούθησις της ιστορίας του βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου, και του βεζύρη του του Ταλμούχ, επονομαζομένου Μελαγχολικού.

Αφού ο βεζύρης ο Ταλμούχ ετελείωσε την διήγησιν των συμβεβηκότων του, ο βασιλεύς Βεδρεδήν Λώλος του είπεν· εγώ δεν θαυμάζω πλέον, Ταλμούχ, που εσύ είσαι έτσι μελαγχολικός, επειδή και έχεις δικαίαν αιτίαν· μα εις το να μου λες πως κανείς δεν είνε χωρίς θλίψιν, έχεις άδικον μεγάλον και μάλιστα να στοχάζεσαι ότι ανάμεσα, εις όλους τους ανθρώπους δεν θα ευρεθή ένας, που να είνε τελείως ευχαριστημένος, εις αυτό σε βλέπω πως είσαι εις μέγα σφάλμα και χωρίς να σου φέρω άλλους πολλούς εις παράδειγμα, που ζουν χωρίς θλίψιν, είμαι βέβαιος ότι το βασιλόπουλον Σεήφ Μολτούχ, ο αγαπημένος μου, να χαίρεται μίαν τελείαν ευτυχίαν. Εγώ δεν ηξεύρω τίποτε, ω βασιλέα μου, απεκρίθη ο βεζύρης, μα με όλον τούτο που αυτός φαίνεται πολλά ευτυχής, δεν ήθελα τολμήσει να σε βεβαιώσω, ότι αυτός βεβαίως θα είνε έτσι. Θέλω να βεβαιωθώ, επάνω εις τούτο, εφώναξεν ο βασιλεύς, διά να ιδώ την αλήθειαν, και να σε βγάλω ψεύτην. Και εν τω άμα πού αυτά είπεν, έκραξεν ένα του Οφφικιάλον, και τον επρόσταξεν, να υπάγη να του φέρη το βασιλόπουλον Σεήφ Μολτούχ προς αυτόν.

Δεν απέρασε πολλή ώρα, και ο Μολτούχ ήλθεν έμπροσθεν εις τον βασιλέα, ο οποίος του είπε· Βασιλόπουλο Μολτούχ, κάμε μου την χάριν να μου ειπής, αν είσαι ευχαριστημένος εις την τύχην σου, ή όχι. Αχ, βασιλέα μου, απεκρίθη ο Μολτούχ, το ύψος της βασιλείας σου ημπορεί να καταλάβη αν είμαι ευχαριστημένος ή όχι. Εγώ όντας υποκάτω εις το σκέπος σου, και γεμάτος από τες χάρες που πάντοτε διαμοιράζεις εις του λόγου μου, δεν ημπορώ να είμαι αλλέως, παρά πολλά ευχαριστημένος εις την τοιαύτην μου τύχην. Εις ετούτο είμαι βέβαιος, απεκρίθη ο βασιλεύς· μα η επιθυμία μου είνε να μου ειπής, αν κανένα πράγμα σου συγχίζει την ευτυχίαν διατί ο βεζύρης μου λέγει, πως κανείς εις τον κόσμον δεν είνε, που να μην έχη κάποιαν θλίψιν, που να συγχίζη την ανάπαυσίν του· διά τούτο, παρακαλώ σε μίλησε με καθαρότητα και φανέρωσέ μου τα εσωτερικά σου πάθη. Αυθέντη, λέγει τότε ο Σεήφ Μολτούχ, επειδή και το ύψος της βασιλείας σου με προστάζει να ξεσκεπάσω τα έσω της καρδίας μου, ιδού που της λέγω, ότι με όλες τες χάρες που λαμβάνω από την βασιλείαν σου, και με όλον τον πλούτον, και τες απόλαυσες, που έχω, γροικώ μίαν τόσην ανησυχίαν, που πολλά ανακατώνει την ανάπαυσίν μου· έχω εις την καρδιά ένα σαράκι, που την τρυπά ακαταπαύστως, και που δι' άκραν δυστυχίαν μου, μου κάνει το κακόν μου χωρίς ιατρείαν· Ο βασιλεύς της Δαμασκού έμεινε πολλά θαυμασμένος εις το να ακούση να μιλήση με τέτοιον τρόπον ο αγαπημένος του, και εστοχάσθη μήπως και αυτουνού του αρπάχθη καμμιά βασιλοπούλα ωσάν του βεζύρη του. Διηγήσου μου το λοιπόν χωρίς άργητα, του λέγει, επειδή και η περιέργειά μου είναι μεγάλη να ακούσω την ιστορίαν σου. Ο Μολτούχ υπήκουσε, και άρχισε να διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον.

Ιστορία του Βασιλόπουλου Σεήφ Μολτούχ, και της Εικόνος της Αλγεμάλ.

Ηξεύρεις καλώτατα, που εγώ έλαβα την τιμή να φανερώσω της βασιλείας σου, ότι είμαι υιός του απεθαμμένου Σουλτάνου της Αιγύπτου, ονομαζομένου Μπεν Σεφοβάν, και αδελφός του Σουλτάνου που εις την Αίγυπτον βασιλεύει την σήμερον· επειδή ωσάν μεγαλύτερός μου έλαβε τον θρόνον του πατρός μου. Εγώ οπόταν ήμουν δέκα έξ χρόνων ηύρα κατά τύχην μίαν ημέραν τον θησαυρό του πατρός μου ανοικτόν και εμβαίνοντας μέσα άρχισα να στοχάζωμαι με επιμέλειαν τα όσα πολύτιμα και εξαίρετα πράγματα εκεί ευρίσκοντο. Και ανάμεσα εις τα άλλα βλέπω μίαν κασσελοπούλαν εγκοσμημένην με διάφορα πετράδια απ' έξω, και είχε ένα κλειδί χρυσό. Εγώ διά περιέργειάν μου το ανοίγω, και μέσα εις αυτό βλέπω ένα δακτυλίδι μιας εξαισίας ωραιότητος, και ένα κουτάκι χρυσό, εις το οποίον ήτο κλεισμένη μια εικόνα γυναικός. Την θεωρώ με στοχασμόν, και βλέπω που ήτο μια ζωγραφιά πολλά τελεία και εξαίρετος, που η φύσις εστοχαζόμουν, δεν ήθελε κάμει μίαν τέτοιαν ωραίαν γυναίκα, ωσάν εκείνην, που έδειχνεν η εικόνα· οι οφθαλμοί μου δεν εξεκολλούσαν από εκείνην την ζωγραφιά, τόσον που μου επροξένησεν έρωτα. Εστοχάσθην ότι εκείνη θα ήτον εικόνα καμμιάς βασιλοπούλας που θα εζούσε, και εβεβαιωνόμουν με τρόπον, που έγινα πλέον ερωτικός. Έκλεισα το κουτί, και το έβαλα εις τον κόρφον μου, ομού και το δαχτυλίδι που μου άρεσε, και τα επήρα και εβγήκα από τον θησαυρό.

Είχα ένα μυστικόν μου φίλον, ονόματι Σαέδ· αυτός ήτον υιός ενός μεγάλου αυθέντου από την Αίγυπτον. Εγώ τον αγαπούσα επειδή και ήτο συνομίληκός μου· του εδιηγήθηκα εκείνο που μου εσυνέβη· μου εζήτησε την εικόνα και του την έδωσα. Αυτός ερευνώντας την, μήπως και είχε κανένα γράμμα που να φανερώνη τίνος μορφή ήτον, ευρίσκει που ολόγυρα εις το κουτί από μέσα ήτον γραμμένα ετούτα τα λόγια εις χαρακτήρα Αραβικόν «Αλγεμάλ, θυγατέρα του βασιλέως Καχβάλ». Ετούτη η είδησις με ευχαρίστησε μεγάλως, και έβαλα ευθύς τον Σαέδ διά να εξετάση εις ποίον μέρος της γης θα ευρίσκεται αυτό το βασίλειον Καχβάλ. Αυτός με όλες τες εξέτασες που έκαμε, κανείς δεν ημπόρεσε να του ειπή· εις τρόπον που απεφάσισα να ταξειδεύσω και να γυρίσω όλον τον κόσμον, αν έκανε χρεία και να μην γυρίσω εις την Αίγυπτον, αν πρώτον δεν ήθελα εύρει την ωραίαν Αλγεμάλ· όθεν ευθύς επερικάλεσα τον Σουλτάνον πατέρα μου διά να μου δώση θέλημα να υπάγω εις το Μπαγδάτ, διά να ιδώ την αυλήν του Καλίφ, και τα θαυμάσια της αυτής χώρας. Αυτός έκλινεν εις την ζήτησίν μου. Και ούτως επήρα τον Σαέδ και δύο σκλάβους πιστούς μου, και εμίσευσα από την Αίγυπτον.

Έβαλα ευθύς το δακτυλίδι το θαυμαστόν εις το χέρι μου· και δεν έκανα άλλο εις το ταξείδι παρά να συνομιλώ με τον Σαέδ διά την ευμορφιά της βασιλοπούλας, που επηγαίναμεν ζητώντας. Φθάνοντας δε εις το Μπαγδάτι, επήγα ευθύς και ερώτησα τους εκεί σοφούς, διά να μου ειπούν εις ποίον μέρος της γης θα ευρίσκετο το βασίλειον Καχβάλ· μα κανείς δεν ημπόρεσε να ηξεύρη να μου το ειπή, έξω από έναν που μου είπεν, ότι αν θέλω να μάθω το πού είνε, πρέπει να υπάγω εις την Μπάσρα και εκεί είνε ένας γέρων πολλά σοφός, και αυτός ημπορεί να μου φανερώση το που είνε. Εμίσευσα ευθύς από το Μπαγδάτι, και ήλθα εις την Μπάσρα, επήγα ζητώντας διά αυτόν τον γέροντα και ερωτώντας τον δι' αυτήν την υπόθεσιν, μου είπεν, ότι ακουστά έχω πως αυτό το βασίλειον θα ευρίσκεται εις ένα νησί μέσα εις τες Ινδίες τες βαθειές, μα δεν ημπορώ να σε βεβαιώσω, ανίσως και είνε αλήθεια ή όχι. Ευχαρίστησα τον γέροντα, που μου έδωσε κάποιαν είδησιν δι' αυτόν τον τόπον και ελπίζοντες διά να τον εύρωμεν επήγαμεν εις το παραθαλάσσιον της αυτής χώρας Μπάσρας, και εκεί ευρίσκοντες ένα καράβι πραγματευτάρικον που ήτον διά τες Ινδίες, εμβήκαμεν μέσα εις αυτό, και μετά δύο ημέρες εμίσευσεν από εκείνον τον λιμένα. Την πρώτην ημέραν ελάβαμεν ένα πολλά ευτυχισμένον αέρα, και εκάμαμεν πολλήν στράταν· μα την δευτέραν ημέραν ο αέρας άλλαξε, και έγινε τόσον σκληρός που επροξένησε μίαν μεγαλωτάτην φουρτούνα, τόσον που οι ναύται έχασαν όλην τους την ελπίδα, και άφησαν το τιμόνι, διά να υπάγη το καράβι εις την διάκρισιν του αέρος, και εστάθη ένα θαύμα που δεν εκαταποντισθήκαμεν. Τέλος πάντων προς το βράδυ εφθάσαμεν με αυτήν την φουρτούνα εις ένα νησί πλησίον εις τες Μαλδίβες.

Αυτό το νησί μας εφάνη ότι ήτον έρημον· εστεκόμασθε διά να βάλωμεν ποδάρι εις την γην, και να έμβωμεν εις τον λόγγον διά να κάμωμεν ξύλα οπόταν ένας ναύτης, παλαιός από αυτά τα ταξείδια μας έδωσε την είδησιν, ότι εις αυτό το νησί κατοικούν Άραβες ειδωλολάτραι που ελάτρευαν έναν όφιν, του οποίου έδιναν να τρώγη όσους ξένους, που η κακή τους τύχη τους ήθελε ρίξει εις τας χείρας τους. Ο Καπετάνιος που εγνώριζε τον ναύτην άνθρωπον πιστόν, το επίστευσε, και επρόσταξεν ότι κανείς να μην έβγη έξω, παρά να σταθούμεν εις το καράβι εκείνην την νύκτα, και το ταχύ πριν να ξημερώση να μισεύσωμεν από ένα τόπον τόσον κινδυνώδη. Αυτή η απόφασις ήτον η πλέον καλύτερη, εάν την εβάνονταν εις έργον ευθύς και αν εμισεύαμεν εκείνην την ίδιαν βραδυάν. Επειδή προς το μέσον της νυκτός επλακωθήκαμεν αιφνιδίως από έναν μέγαν αριθμόν Μαύρων, οι οποίοι εμβήκαν εις το καράβι μας, και φορτώνοντές μας σίδηρα μας έφεραν εις τες κατοικίες τους.

Ερχομένης δε της ημέρας, αυτοί οι Μώροι μας έφεραν εις μίαν τένταν μεγάλην, εις την οποίαν είχε την κατοικίαν του ο βασιλέας τους. Αυτοί μας επαράστησαν έμπροσθεν του βασιλέως, ο οποίος είχε τον θρόνον του καμωμένον από τσόφλια στρειδιών και αχιβαδιών, και εφαίνονταν πως ήτον ωσάν μέσα εις ένα σπήλαιον. Αυτός ο βασιλεύς ήτον ένας Αράπης πολλά άσχημος, μέγας ωσάν ένας γίγαντας, και εφαίνετο καθολικά ωσάν ένα δαιμόνιον. Σιμά εις αυτόν εκάθητο η θυγατέρα του, η βασιλοπούλα, η οποία ήτον έως χρόνων τριάκοντα, και σχεδόν ήτον παρόμοια εις όλα ωσάν τον πατέρα της. Αυτός ο βασιλεύς Μώρος έλαβε πολλήν χαράν εις την απόκτησίν μας· και αφού έδωσε μεγάλα χαρίσματα εκείνων που μας έπιασαν, επρόσταξε τον βεζύρην του διά να μας φυλακώση· και κάθε ημέραν να δίδη ένα από ημάς εις φαγί του όφεως ειδώλου τους, που ελάτρευον. Ο βεζύρης τον υπήκουσε, και μας επήρε και μας έφερεν εις μίαν τένταν, που εχρησίμευε διά φυλακή, και έκαμε να μας δώσουν κεχρί, ρίζι, και άλλα φαγητά διά να γενούμε παχύτεροι διά την θυσίαν.

Την ακόλουθον ημέραν έρχονται δύο Μώροι, και παίρνουν έναν από τους συντρόφους μας και τον έφεραν του όφεως. Εξαναγύρισαν την άλλην ημέραν και έκαμαν το ίδιον· και με τοιούτον τρόπον ακολούθησε κάθε ημέραν έως που έφθειραν όλους, έξω από εμένα και τον Σαέδ. Ημείς δεν αναμέναμεν άλλο, παρά την ιδίαν κατάστασιν των συντρόφων μας· και ακαρτερούσαμεν την ερχομένην ημέραν με μεγάλα παράπονα διά να πάρουν ένα από ημάς διά να μας αποτελειώσουν. Έφθασαν το λοιπόν το ερχόμενον ταχύ οι συνειθισμένοι δύο Μώροι, και μου κάνουν νεύμα διά να τους ακολουθήσω. Εγώ έμεινα ώσπερ νεκρός εις τέτοιαν είδησιν, και γυρίζω προς τον Σαέδ διά να του δώσω τον τελευταίον χαιρετισμόν. Ημείς εμείναμεν και οι δύο άφωνοι· και δεν ημπορούσαμεν ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος, από το παράπονόν μας να βγάλωμεν ένα λόγον από το στόμα μας, παρά από τα σχήματα των οφθαλμών μας εφανερώναμεν τον πόνον του χωρισμού μας.

Οι Μώροι με έφεραν υποκάτω εις μίαν μεγάλην τένταν, εις την οποίαν ελόγιαζα να γένω θυσία· μα μία Μώρα γυναίκα, που εφανερώθη έμπροσθέν μου, εδιάλυσε αυτόν τον φόβον· μη φοβάσαι, ω νέε, μου λέγει αυτή· εσύ δεν συναπαντάς την τύχην των συντρόφων σου· η βασιλοπούλα Ουσνάρα, κυρία μου, σου φυλάττει μίαν καλυτέραν· εγώ δεν σου μιλώ τίποτε, διατί αυτή η ίδια θέλει σου φανερώσει την καλήν σου τύχην· εγώ είμαι η πιστή της σκλάβα, και έχω θέλημα, να σε εμβάσω εις τον οντά της, εκεί που αυτή με μεγάλην ανυπομονησίαν σε καρτερεί. Εις αυτά τα λόγια της σκλάβας οι δύο Μώροι, που με εφύλαγαν με άφησαν, και αναμέρισαν, και η σκλάβα με παίρνει από το χέρι, και με φέρει εκεί που η κυρία της μας εκαρτερούσεν, η οποία εκάθονταν επάνω εις ένα σωρόν από τομάρια των αγρίων θηρίων, τα οποία εχρησίμευαν διά θρόνον της. Αυτή η βασιλοπούλα είχε το πρόσωπόν της πρασινόμαυρον, τα μάτια βαθουλωτά και μικρότατα, την μύτην πλακωτήν και πλατειάν, το στόμα μέγα, τα χείλη χονδρά και κρεμασμένα, και τα δόντια κίτρινα ωσάν το κεχριμπάρι, τα μαλιά της ήταν κοντά, κατσαρά και μαύρα ωσάν το μελάνι, εις το κεφάλι της είχε μίαν σκούφιαν από πανί κίτρινον, κεντημένην με κόκκινον γνέμα, και εις την κορυφήν είχεν ένα σεργούτσι από πτερά διαφόρων χρωμάτων· το φόρεμά της ήτον ένα τομάρι από τίγριν, και την εσκέπαζεν από τις πλάτες έως τους πόδας. Πλησίασε ω νέε, αυτή μου λέγει, έλα να καθήσης κοντά μου, έχω να σου μιλήσω πράγματα που θέλει σε χαροποιήσουν, διά το άντεμα που έκαμες εις τας χείρας του βασιλέως πατρός μου· Εγώ αφού και την επροσκύνησα, επήγα και εκάθησα κοντά της. Τότε αυτή ακολουθώντας την ομιλίαν της μου λέγει· Εσύ, στοχάζομαι πως έχεις μίαν μεγάλην ανυπομονησίαν διά να μάθης εκείνο που έχω να σου μιλήσω, και σε συμπαθώ· μα σαν μάθης, ελπίζω πως θα χαρής μεγάλως· ήξευρε λοιπόν ότι αφόντις και σε είδα, έλαβα μεγάλην κλίσιν διά εσένα και σπλάγχνος· και όχι μόνον αποφάσισα διά να σου φυλάξω την ζωήν, αλλά επιθυμώ διά να σε κάμω και αγαπητικόν μου, και σε προτιμώ από τους πρώτους αξιωματικούς της αυλής του πατρός μου, που είνε συστημένοι διά τες νοστιμάδες μου.

Αυτή η φανέρωσις που αυτή μου έκαμε, μου επροξένησε μίαν αντράλωσιν, που δεν ήξευρα τι να αποκριθώ, επειδή και αν εκαταφονούσα την ζήτησίν της εφοβούμουν να μην την θυμώσω και με θανατώση· όθεν έστεκα χωρίς να ηξεύρω τι να είπω. Βλέποντας αυτή ότι εγώ δεν αποκρινόμουν, και μάλιστα που ευρισκόμουν σκοτισμένος, μου είπεν· αγρικώ, ω νέε, ότι η μεγάλη μου ευμορφιά είνε εκείνη, που σε κάνει να μείνης εκστατικός, χωρίς να ημπορής να προφέρης λόγον και μάλιστα που να με βλέπης να καταδεχθώ διά να σε εκλέξω διά αγαπητικόν μου· και χωρίς αμφιβολίαν καταλαμβάνω, ότι η σιωπή σου προέρχεται από το άκρον της χαροποιήσεώς σου, διά το οποίον έχω περισσοτέραν ευχαρίστησιν, παρά που να μου το ήθελες φανερώσει με τους λόγους του στόματός σου. Και εις την τελείωσιν τούτων των λόγων μου έδωσε το χέρι της να της το φιλήσω διά σημείον της ευχαριστήσεως που μου εφύλαγεν.

Ήτον αυτή τόσον βεβαία, ότι εγώ θα ετρώθηκα από τα κάλλη της που δεν εκαταλάμβανε τον κακοφανισμόν και την αναγουλίασιν που τα λόγια της μου επροξενούσαν. Και ωσάν της εφίλησα το χέρι, μου λέγει ότι λογής και αν είνε η φαιδρότης της κλίσεώς μου, που διά σε προσφέρω, δεν ημπορώ να κάμω αλλέως, παρά ετούτην την νύκτα θα δώσω τελείωσιν της ευτυχίας σου, διά να σε στεφανωθώ· υπάγω το λοιπόν διά να εύρω τον βασιλέα πατέρα μου διά να τον παρακαλέσω να σου χαρίση την ζωήν, τόσον εσένα, ωσάν και του συντρόφου σου· επειδή και η Μυρόφια η εμπιστευμένη μου σκλάβα, δείχνει και αυτή πολλήν κλίσιν αγάπης προς αυτόν. Ως τόσον ύπαγε, ω αγαπημένε μου νέε, εις την τένταν σου να ησυχάσης, και να φέρης και του συντρόφου σου την χαροποιάν είδησιν, που μέλλει να πάρη την αγαπημένην μου σκλάβαν εις γυναίκα· χαρήτε ανάμεσόν σας και ευχαριστείτε την τύχην σας, που αντί να επιτύχετε την συμφοράν των συντρόφων σας, επιτυχαίνετε την μεγαλυτέραν ευτυχίαν του κόσμου.

Τότε εγώ ευχαρίστησα την βασιλοπούλαν Ουσνάραν διά τες ευεργεσίες της, με όλον που ήμουν αποφασισμένος καλύτερον να αποθάνω, παρά να κλίνω εις την θέλησίν της· και ένας Μώρος, που απ' αυτήν εκράχθη, με εσυντρόφευσεν εις την τένταν μου. Δεν ημπορώ να διηγηθώ, τι λογής ήτον η χαροποίησις του Σαέδ, οπόταν με είδεν. Αχ, εγώ σε ξαναβλέπω, ω ακριβόν μου βασιλόπουλο εφώναξεν αυτός, εγώ ήμουν αποφασισμένος πως δεν ήθελα ιδεί πλέον το πρόσωπόν σου· επίστευα ότι βάρβαροι σε είχαν ως τώρα θυσιάσει, και ότι ο φοβερός όφις σε είχε καταλύση· είνε δυνατόν να μου ξαναπιστρέφης, και έρχεσαι να μου σφουγγίσης τα δάκρυα, που διά την αγάπην σου έχυσα; Ναι, ω Σαέδ, του είπα και σου ομολογώ, ότι εις το χέρι μου στέκει να ζήσω και να αποθάνω. Αχ αυθέντη, αντίκοψε, ο Σαέδ με θερμότητα, ημπορώ να πιστεύσω βεβαίως, ότι ημπορείς να γλυτώσης από τον θάνατον; πόσην ευχαρίστησιν μου προξενεί ετούτη η είδησις που μου δίδεις. Εγώ τίποτε δεν σου λέγω που να μην είνε αληθινόν, του απεκρίθηκα· μα δεν ηξεύρεις με ποίαν τιμήν ημπορώ να φυλάξω την ζωήν μου, και οπόταν θέλεις μάθει τα πάντα, δεν ηξεύρω αν θα χαρής τόσον· επειδή και στοχάζομαι πως θέλεις με εύρει πλέον άξιον θλίψεως, καθώς και αν ήθελα χάσει την ζωήν. Τότε του εδιηγήθηκα την γνώμην της θυγατρός του βασιλέως των Μώρων, που μου εφανέρωσε με όλα τα ακόλουθα.

Ομολογώ, μου λέγει ο Σαέδ, αφού και με αφηκράσθη, πως είνε μία μεγάλη θλίψις να θεωρηθής ανάμεσα εις τες αγκάλες μιας παρομοίας τερατώδους αγαπητικιάς· με δίκαιον τρόπον είνε η κλίσις σου τόσον εναντία εις την θέλησιν αυτής, η γνώμη μου συμφωνεί με την εδικήν σου, μα την ζωήν σου πρέπει να την προτιμήσης περισσότερον από κάθε τι· στοχάσου πόσον θλιβερόν είνε να χαθής εις τέτοιαν ηλικίαν που ευρίσκεσαι· κάμε μίαν απόφασιν εις του λόγου σου, ω αγαπημένον μου βασιλόπουλο, και προτίμησε την ζωήν σου καλύτερον από τον θάνατον. Ω Σαέδ, εφώναξα εις τούτα τα λόγια, τι συμβουλή είνε αυτή που μου δίδεις; πιστεύεις εσύ ότι εγώ θα ημπορέσω να το δεχθώ αυτό; ας ιδούμεν αν είσαι εσύ καλός να κάμης εκείνο που τους άλλους παρακινείς, επειδή και σου δίδω την είδησιν, ότι και εσύ παρομοίως είσαι εις την ιδίαν κατάστασιν· η σκλάβα, η αγαπημένη της βασιλοπούλας, έχει την ίδιαν θέλησιν εις εσένα, καθώς η κυρά της εις εμένα, και θέλει να σε στεφανωθή· αυτή δεν είνε ολιγώτερον άσχημη από την κυράν της· αγροικιέσαι έτοιμος εις το να ανταποκριθής εις τα χάδια, που μέλλει να σου κάμη ετούτην την νύκτα, οπόταν κοιμηθήτε αντάμα;

Ο Σαέδ έμεινεν ακίνητος εις ταύτα τα λόγια. Δίκαιε ουρανέ, εφώναξε, τι ακούω, η σκλάβα εκείνη, η ασχημοτάτη σκλάβα της βασιλοπούλας, θέλει να ζήσω δι' αυτήν; αχ καλύτερον το έχω να με θυσιάσουν ωσάν τους συντρόφους μου, παρά ότι εγώ να ανταποκριθώ εις την θέλησίν της. Ομολογείς το λοιπόν εσύ, του αποκρίθηκα ότι είσαι ευχαριστημένος να αποθάνης, παρά να ζήσης διά μίαν άσχημον σκλάβαν. Διατί όμως με αναγκάζεις εμένα να συγκλίνω εις την θέλησιν της βασιλοπούλας, και ότι εμπρός εις την ζωήν δεν πρέπει να κυττάζη κανείς τίποτε, διατί δεν κάμνεις τώρα εσύ εκείνο που με ερμηνεύεις; Σου δίδω κάθε δίκαιον, μου απεκρίθη αυτός, και γνωρίζω πως έσφαλα εις τα όσα σου είπα· και το ευρίσκω εύλογον, ότι είνε καλύτερον να χαθώμεν και οι δύο, παρά να κλίνωμεν εις την αγάπην δύο υποκειμένων τόσον ασχημοτάτων. Αποφασισμένοι το λοιπόν και οι δύο ν' αποθάνωμεν καλύτερον, παρά να ζήσωμεν με τέτοια υποκείμενα, εκαρτερούσαμεν να έλθη η νύκτα με ανυπομονησίαν διά να τους δώσωμεν να καταλάβουν το μέγα μίσος μας προς αυτές που έχομεν· καλύτερον ποθούμεν να αποθάνωμεν, παρά να κλίνωμεν εις τας θελήσεις τους· τόσον είμεθα απελπισμένοι.

Φθάνοντας λοιπόν η νύκτα, οι δύο Μώροι ήλθαν και μας επήραν, και μας έφεραν εις την τέντα της βασιλοπούλας. Αυτή με την σκλάβαν της μας εδέχθησαν με μεγάλην χαράν, αι οποίες εκάθονταν εξαπλωμένες επάνω εις τομάρια βαλμένα κατά γης. Έλα να καθήσης σιμά μου, μου λέγει η Ουσνάρα, και ο σύντροφός σου ας καθήση σιμά εις την Μυρόφιαν, την σκλάβαν μου. Εμείς εκαθήσαμεν με τα πρόσωπα κρεμασμένα, χωρίς να μιλήσωμε λόγον. Τι στέκεσθε έτσι σκυθρωποί, μας λέγει η Ουσνάρα, και δεν στέκεσθε χαροποιοί, διά την μεγάλην σας ευτυχία; ή έχετε εντροπήν να μιλήσετε; εγώ σας δίδω κάθε άδειαν διά να μιλήσετε με ελευθερίαν, και να ξηγηθήτε την αγάπην σας που προς ημάς φέρνετε. Ημείς τότε μην ημπορούντες να υποφέρωμεν, με ολίγα λόγια, τες εδώσαμεν να καταλάβουν, πως χάνουν τον καιρόν τους άκαιρα, αν ελπίζουν πως ημείς θα κλίνωμεν εις την θέλησίν τους. Τα λόγια μας ευθύς επροξένησαν το αποτέλεσμά τους· και βλέπομεν τες κυρές μας να αλλάξουν τες μορφές των εις μίαν στιγμήν. Αυτές δεν μας εκύτταξαν πλέον, παρά με οφθαλμούς γεμάτους από θυμόν· Αχ, τρισάθλιοι, εφώναξεν η θυγατέρα του βασιλέως, με τέτοιον τρόπον ανταποκρίνεστε εις τες ευεργεσίες μου; δεν ηξεύρετε πόσην ζημίαν ημπορώ να σας κάμω εις μίαν στιγμήν; αχάριστε, μου λέγει εμένα, έχεις τόσην τόλμην να λάβης τόσον ολίγον σέβας εις τα σημεία της αγάπης που σου εφανέρωσα; τι ευρίσκεις εσύ εις εμένα, που να ημπορή να σου προξενήση εναντίωσιν; έχω εγώ κανένα έγκλημα επάνωθέν μου, που να σε κάμη να με μισήσης;

Εις το προσφώνημα τούτων των λόγων, αυτή σηκώνεται πολλά θυμωμένη, και λέγει προς την σκλάβαν της· ας ξεδικηθούμεν εναντίον τούτων των τρισαθλίων, που ετόλμησαν να καταφρονήσουν την θέλησίν μας και την τιμήν που ετοιμάζομεν· αυτοί είναι από εκείνο που βλέπω, ανάξιοι να ζήσουν απάνω εις την γην· ας αποθάνουν λοιπόν οι αχάριστοι και ουτιδανοί· κράζε τους Μώρους διά να έλθουν να τους υπάγουν εις τον όφιν, διά να γένουν βρώμα του· μα τι λέγω; αν αυτοί δοθούν εις φαγί του όφεως, ο θάνατος τους θέλει φανή τίποτε ότι ένας ογλήγωρος θάνατος είνε μία αγαλλίασις των δυστυχεστάτων· ας ζήσουν και οι δύο διά να υποφέρουν μακρυνές τυραννίες, θέλω να σταλούν διά να αλέθουν κεχρί· εις την οποίαν δούλευσιν πρέπει να στέκωνται ημέραν και νύκτα χωρίς ανάπαυσιν και μία ζωή τόσον κοπιαστική με θέλει ξεδικήσει καλύτερον, παρά ο θάνατός τους. Εις ετούτα τα λόγια αυτή επρόσταξε τους δύο Μώρους διά να μας υπάγουν εις τους χειρομύλους, με προσταγήν να μη μας δώσουν μίαν ώραν ανάπαυσιν, αλλά να δουλεύωμεν ακαταπαύστως, το οποίον και έγινεν. Εκατασταθήκαμεν το λοιπόν να γυρίζωμεν τους μύλους διά να αλέθωμεν το κεχρί· και δεν έφθανεν αυτός ο κόπος που είχαμεν, μα οι άνομοι Μώροι ωσάν μας έβλεπαν που επαίρναμεν ολίγην αναπνοήν, μας εφόρτωναν τόσες ξυλιές που πολλές φορές εμέναμεν λιποθυμημένοι. Ετούτη η ζωή ήτον πολλά σκληρή διά ημάς, επειδή δεν είμεθα μαθημένοι διά παρομοίους κόπους.

Μίαν ημέραν εκείνοι οι άνομοι Μώροι μας άφησαν μίαν μεγαλωτάτην ποσότητα από κεχρί, λέγοντάς μας. Ημείς υπάγομεν εις τον βωμόν του όφεως και εις τον γυρισμόν μας θέλομεν να εύρωμεν αυτό το κεχρί αλεσμένον, ειδεμή εσείς θέλετε το ηξεύρει. Απομνήσκοντας το λοιπόν ημείς μοναχοί λέγω του Σαέδ· εις τούτο το αναμεταξύ που αυτοί λείπουν ας κερδίσωμεν τον καιρόν που έχωμεν, και ας φύγωμεν το συντομώτερον, διά να ημπορέσωμεν να φθάσωμεν το παραθαλάσσιον, μήπως και εκεί εβρούμεν κανένα πλοίον, να γλυτώσωμεν από τούτον τον κινδυνότοπον, και αν δεν επιτύχωμεν κανένα πλοίον, θέλομεν ριχθή εις την θάλασσαν και πιστεύω πως θέλει μας είνε πλέον γλυκύ να χαθούμεν εις τα κύματα, παρά να κάνωμεν αυτήν την σκληράν ζωήν. Αυτή η γνώμη ήρεσε του Σαέδ, και ευθύς εμισεύσαμεν εις το παραθαλάσσιον. Θεωρούμεν εκεί ότι ήτον ένα πλοιάριον ενός ψαρά Μώρου, δεμένον εις ένα παλούκι· ημείς με ογληγωρότητα το λύομεν, και εμβαίνοντας μέσα εξεμακρύναμεν πολλά απ' εκεί, κουπίζοντας με δύο ξύλα· ευρεθήκαμεν εις πλατειάν θάλασσαν, και εχάσαμεν το νησί από τα μάτια μας πριν έλθη η νύκτα. Ευχαριστήσαμεν τον Ουρανόν που μας ελευθέρωσε, και ήτον τόση η χαρά μας, ωσάν να ήμασθε εις ένα ασφαλή λιμένα, με όλον που ευρισκόμασθε εις την μέσην της θαλάσσης χωρίς καμμιάς λογής φαγητόν και πιοτόν και το αδύνατον πλοιάριον που μας έφερεν ήτον εις κάθε στιγμήν εις κίνδυνον διά να μας αναποδογυρίση.

Αφού και επλεύσαμεν εκείνην όλην την νύκτα χωρίς να ηξεύρομεν που πηγαίνομεν, τα ξημερώματα βλέπομεν ένα μικρόν νησί και εβγήκαμεν εις την γην. Εμείναμεν όμως με θαυμασμόν εις το να θεωρήσωμεν πολλά δένδρα φορτωμένα από ωραιοτάτους καρπούς, και πολύ περισσότερον οπόταν τα εγευθήκαμεν· έπειτα ωσάν αναπαυθήκαμεν ολίγον, εδέσαμεν το πλοίον μας εις ένα παλούκι και εκινήσαμεν διά να περιπατήσωμεν το νησί. Εγώ δεν είδα ποτέ ένα τόπον έτσι χαριέστατον· εκεί εβλέπαμε ρεύματα από νερά γλυκά, και κάθε λογής οπωρικά, ομοίως και ωραιότατα λουλούδια.

Εκείνο που μας έκανε να θαυμάζωμεν περισσότερον ήτον ότι αυτό το νησί δεν ήτον κατοικημένον και μας εφαίνετο πολλά παράξενον, ότι ένας τέτοιος καρποφόρος τόπος θα ευρίσκετο χωρίς ανθρώπους. Και εκεί που εστοχαζόμεθα τοιούτης λογής ο Σαέδ μου λέγει· Αυθέντη μου, εγώ στοχάζομαι ότι μη όντας κατοικημένον ετούτο το νησί, είνε ένα σημείον ότι δεν ημπορεί να σταθή κανείς εδώ· αυτό θέλει έχει κανένα πράγμα που το κάνει ακατοίκητον. Αλλοίμονον εις εμέ· οπόταν ο δυστυχής Σαέδ έτσι ωμιλούσε δεν επίστευα ότι λέγει τόσον καλά την αλήθειαν. Ημείς το λοιπόν απεράσαμεν την ημέραν εις χαροποίησιν, και εις περιδιάβασιν· και φθάνοντας η νύκτα εκαθήσαμεν επάνω εις τα χόρτα που είχαν χίλιων λογιών λουλούδια και εκεί αποφασίσαμεν να ξενυκτήσωμεν αποκοιμηθήκαμεν με ένα πολλά γλυκύτατον ύπνον· μα οπόταν εξύπνησα έμεινα εκστατικός εις το να ευρεθώ μονάχος· έκραξα πλέον παρά μίαν φοράν τον Σαέδ, και με το να μη μου αποκρίνετο, εσηκώθηκα διά να τον γυρεύσω, και ύστερον που επερπάτησα ζητώντάς τον αρκετήν ώραν, εξαναγύρισα εις τον ίδιον τόπον που είμασθε κονευμένοι, στοχαζόμενος μήπως και ήθελεν ήτον εκεί. Εγώ ματαίως τον εκαρτέρεσα εκεί όλην εκείνην την ημέραν, και την ερχομένην νύκτα· τότε απελπιζόμενος διά να τον ξαναϊδώ, έκαμα να αντηχολογήση το νησί από τα παράπονά μου και από τα μεγάλα μου κλάματα. Αχ ακριβέ μου Σαέδ, εφώναζα κάθε στιγμήν, πού είσαι τον καιρόν που σε είχα συντροφιά, και με εσυμβοηθούσες να φέρω το βαρύ φορτίον της εναντίας μου τύχης, και να με ελαφρώνης από τα βάσανα; με απαράτησες, διά ποίαν δυστυχίαν, ή διά ποίαν μαγείαν μου αρπάχθης από το πλευρόν μου, ποία δύναμις από εκείνην των Μώρων πλέον βάρβαρος μας απεχώρισεν; ήθελε μου ήτον πλέον γλυκύ να ήθελα αποθάνει μαζί σου, παρά που να ζήσω μοναχός, και χωρίς την συντροφιά σου.

Εγώ δεν ημπορούσα να παρηγορηθώ διά τον χαμόν του αγαπημένου μου Σαέδ, και εκείνο που περισσότερον με εσύγχιζεν, ήτον που δεν ημπορούσα να καταλάβω το τι του εσυνέβη. Εμβήκα το λοιπόν εις μίαν μεγαλωτάτην απελπισίαν και αποφάσισα να χαθώ και εγώ εις εκείνο το νησί. Εγώ υπάγω, έλεγα, να περιπατήσω όλον ετούτο το νησί ή να εύρω τον Σαέδ ή να συναπαντήσω τον θάνατον. Επεριπάτησα το λοιπόν εις ένα λόγγον, που είδα από μακρόθεν, και φθάνοντας εκεί εις την μέσην του είδα ένα καστέλλι πολλά καλά φτιασμένον, και περιτριγυρισμένον από πλατειά και βαθειά χαντάκια γεμάτα από νερόν, του οποίου η γέφυρα η σηκωτή ήτον χαμηλωμένη. Εμβήκα εις μίαν μεγάλην αυλήν εστρωμένη από μάρμαρον άσπρον, και επλησίασα προς την πόρταν ενός ωραιοτάτου παλατίου· αυτή η πόρτα ήτον καμωμένη από ξύλον της αλοής, σκαλιστή με διάφορα είδη ζώων και πετεινών, και ένας χοντρότατος σιδερένιος σύρτης ήτον απερασμένος εις αυτήν, και την εκρατούσε στερεώς κλεισμένην· τα κλειδιά της ήτον κοντά κρεμασμένα εις αυτόν τον σύρτην. Εγώ τα επήρα και ευθύς που τα έβαλα διά να ανοίξω, ο σύρτης ετσακίσθη εις κομμάτια, ώσπερ να ήτον από γιαλί, και η πόρτα άνοιξε μοναχή της χωρίς να την βιάσω· το οποίον μου επροξένησε ένα άκρον θαύμασμα. Εμβαίνοντας μέσα εις την πόρταν ηύρα μίαν σκάλαν από μάρμαρον μαύρον, εις την οποίαν ανεβαίνοντας εμβαίνω εις μίαν μεγάλην σάλαν στολισμένην με πεύκια και μαξιλάρες ολόχρυσες· από εκεί απέρασα εις ένα χοντζερέ πολλά ωραιότατον, και εις αυτόν βλέπω μίαν ωραιοτάτην κυρίαν εξαπλωμένην επάνω εις ένα ολόχρυσον κρεβάτι ακουμπισμένον το κεφάλι της εις ένα κεντημένον προσκέφαλον, ενδυμένην με πλούσια φορέματα, και εις αυτήν δίπλα ευρίσκονταν μία ταύλα από μάρμαρον δίασπρον. Έχοντας αυτή τα μάτια κλεισμένα, και στοχαζόμενος ότι θα ήτον νεκρή, επλησίασα προς αυτήν, και εκατάλαβα ότι ανέπνεεν.

Εσταμάτησα καμπόσον διά να την στοχασθώ· αυτή μου εφάνη πολλά νοστιμοτάτη και ωραία, και ήθελα της γένει αγαπητικός, αν δεν ήμουν όλος αφιερωμένος διά την Αλγεμάλ· είχα μίαν άκραν επιθυμίαν να μάθω διά ποίαν αιτίαν ευρίσκονταν εις ένα νησί έρημον, μία κυρία νέα μοναχή εις το καστέλλι, που άλλος κανείς εκεί δεν εφαίνετο· επιθυμούσα μεγάλως να εξυπνούσεν αυτή, μα ωσάν την είδα που εκοιμώνταν εις ένα βαθύν ύπνον, δεν αποκότησα να συγχίσω την ανάπαυσίν της. Εβγήκα από το καστέλλι με γνώμην να ξαναγυρίσω ύστερον από καμμίαν ώραν· επεριπάτησα καμπόσον το νησί, και με μεγάλον μου φόβον είδα πολλά ζώα μεγάλα ωσάν τίγρεις εις σχήμα μυρμηγγίων, και εις τον παρουσιασμόν μου δεν ήθελαν να φύγουν· εσυναπάντησα ακόμη και άλλα ζώα άγρια, τα οποία εφαίνονταν πως να με εσέβονταν, με όλον που είχαν μίαν μορφήν πολλά θηριώδη, που επροξενούσε φόβον και τρόμον. Αφού δε έφαγα μερικά πωρικά, και επεριδιάβασα ολίγον, εξαναγύρισα εις το Καστέλλι, και εξαναηύρα την νέαν που ακόμη εκοιμώνταν. Εγώ μην ημπορώντας πλέον να υπομείνω εις την επιθυμίαν που είχα να της μιλήσω, έκαμα μέγαν κτύπον διά να εξυπνήση, και εκαμώθηκα πως βήχω· μα εκείνη με όλα ταύτα μην εξυπνώντας επλησίασα κοντά της και της έπιασα το χέρι σφικτά εις τρόπον που καθένας ημπορούσε να εξυπνήνη, μα αυτή καθόλου δεν ενοιώθονταν· ετούτο μου εφάνη ότι δεν ήτον φυσικόν· μα κάποια μαγεία την εκρατούσε τοιαύτης λογής αποκοιμισμένην. Και εκεί που εστοχαζόμουν μεν να την εξυπνήσω, βλέπω εκεί επάνω εις μίαν πλάκα κάποια γράμματα σκαλισμένα. Εγώ εμβήκα εις υποψίαν, μήπως και εις εκείνην την πλάκα στέκει κρυμμένη καμμία μαγεία, και ηθέλησα διά να την ανασείσω από εκεί και, ευθύς που την εσήκωσα εκείνη η νέα εξύπνησε με ένα μέγαν αναστεναγμόν.

Αν εγώ ήμουν εκστατικός εις το να εύρω εις αυτό το καστέλλι μίαν τόσον ωραίαν γυναίκα, αυτή δεν εστάθη ολιγώτερον θαυμασμένη εις το να με ιδή. Αχ νέε, μου λέγει, πως ημπόρεσες ποτέ να υπερβής όλα τα εναντία που έπρεπε να σε εμποδίσουν, διά να εισέβης εις τούτο το καστέλλι, που είνε υπεράνω της ανθρωπίνης δυνάμεως; εγώ δεν ηξεύρω αν ημπορώ να πιστεύσω ότι είσαι ένας προφήτης. Όχι, ω κυρία μου, της είπα, εγώ είμαι ένας απλούς άνθρωπος, και ημπορώ να σε βεβαιώσω πως ήλθα εδώ χωρίς κανένα εμπόδιον· η πόρτα του Καστελλιού άνοιξεν ευθύς που της έγγιξα τα κλειδιά· ανέβηκα έως εδώ χωρίς κανείς να μου εναντιωθή, άλλον κόπον δεν έκαμα, παρά διά να σε εξυπνήσω.

Δεν ημπορώ να καταπεισθώ εις αυτό που μου λέγεις, απεκρίθη η κυρία. Είμαι τόσον βεβαία, πως εσύ είσαι κάτι τι περισσότερον από τους ανθρώπους, επειδή απλούς άνθρωπος είνε αδύνατον να κάμη αυτό που έκαμες. Κυρία, της εξαναείπα, ημπορεί να είναι, ότι εγώ να είμαι κάτι τι περισσότερον από τους απλούς ανθρώπους, επειδή και είμαι υιός ενός βασιλέως, μα τέλος πάντων είμαι ένας άνθρωπος. Μα, ειπέ μου, ακολούθησε να λέγη η κυρία, διά ποίαν αιτίαν επαράτησες την αυλήν του πατρός σου; και πως ευρίσκεσαι εδώ εις τούτο το νησί; τότε εγώ επλήρωσα την περιέργειάν της, και της ωμολόγησα με όλην την καθαρότητα, πως είχα γίνη αγαπητικός της Αλγεμάλ, θυγατρός του βασιλέως Καχαάλ, βλέποντάς την ζωγραφιάν της εις μίαν εικόνα, την οποίαν ευθύς της την έδειξα, έχοντάς την κοντά μου, ομού με το δακτυλίδι· έπειτα της εδιηγήθηκα και τα άλλα μου συμβεβηκότα ως εκείνην την ώραν. Και αφού ετελείωσα την ιστορίαν μου την παρεκάλεσα και εγώ διά να μου διηγηθή και αυτή την εδικήν της. Αυτή άρχισε να την διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον.

Ιστορία της βασιλοπούλας Μάλκας, θυγατρός του Σερενδίβ, βασιλέως της Ινδίας.

Εγώ είμαι μονογενής θυγατέρα του βασιλέως του Σερενδίβ, νησίου της Ινδίας. Μίαν ημέραν που ευρισκόμουν με τες σκλάβες μου εις το περιβόλι το βασιλικόν, μου ήλθε θέλησις διά να λουσθώ εις μίαν λεκάνην από άσπρον μάρμαρον, που ευρίσκετο εις την μέσην του περιβολιού, γεμάτην από καθαρόν νερόν· έκαμα ευθύς διά να με γδύσουν, και εμβήκα εις την λεκάνην ομού με μίαν μου σκλάβαν, διά να με λούση, και εν τω άμα εκεί που εμπήκαμεν, εσηκώθη ένας άνεμος πολλά σφοδρός, ο οποίος έκαμεν ένα σύννεφον από κονιορτόν, εσηκώθη εις τον αέρα επάνωθέν μας, και από το μέσον αυτού του συννέφου βγαίνει αιφνιδίως ένα μεγαλώτατον πουλί, και πίπτει επάνωθέν μου, και πιάνοντάς με με τα ονύχια του με εσήκωσεν από εκεί, και με έφερεν εις ετούτο το καστέλλι· και οπόταν με απόθεσεν εδώ, ευθύς εμεταβάλθη από πουλί που ήτον εις ένα νέον εξωτικόν. Βασιλοπούλα, τότε μου λέγει αυτός· εγώ είμαι ένας από τους πλέον περιφήμους εξωτικούς του κόσμου, και εις το αναμεταξύ που απερνούσα από το νησί Σερεδίβ, σε είδα εις την λεκάνην, και ευθύς ετρώθηκα διά εσένα. Ετούτη είνε μία βασιλοπούλα ωραιοτάτη, εγώ είπα, ήθελεν είναι μέγα κακόν, αυτή να κάμη την ευτυχίαν ενός ανθρώπου θνητού, ετούτη δικαίως αχρήζει να είναι ανταμωμένη με έναν εξωτικόν· κάνει χρεία να την αρπάξω, και να την φέρω εις ένα νησί έρημον ώστε που, ω βασιλοπούλα, απαλησμόνησε τον βασιλέα πατέρα σου, και μη στοχάζεσαι άλλο, παρά να ανταμωθής εις την αγάπην μου, τίποτε δεν θέλει σου λείψει εις ετούτο το καστέλλι, και εγώ θέλω έχει όλην την επιμέλειαν, διά να σου προμηθεύσω το ό,τι σου ήθελε κάνει χρεία.

Το Τελώνιον παίρνει την βασιλοπούλαν Μάλκαν
Το Τελώνιον παίρνει την βασιλοπούλαν Μάλκαν

Εις το αναμεταξύ που ο εξωτικός έτσι μου ωμιλούσεν, εγώ έστεκα δοσμένη εις κλαύματα και εις παράπονα. Δυστυχισμένη Μάλκα, έλεγα. Ετούτη είνε η τύχη που σου εφυλάγονταν; ο πατέρας μου το λοιπόν δεν με ανάθρεψε με τόσην επιμέλειαν διά άλλο, παρά διά να έχη τον πόνον του αρπαγμού τόσον δυστυχισμένου; Αλλοί εις εμέ; αυτός δεν ηξεύρει το τι να έγινα, και φοβούμαι μην του προξενηθή θάνατος διά τον χαμόν μου. Μη θλίβεσαι αγαπημένη μου, μου λέγει τότε ο εξωτικός, ότι ο πατέρας σου δεν θέλει αποθάνει διά τον χαμόν σου· και εκείνο που απαρθενεύει εις εσένα είναι ακριβή μου, να δοθής εις την υπόθεσιν της αγάπης μου, διά να περάσωμεν μίαν γλυκυτάτην ζωήν αμοιβαίως. Μην ελπίζης ποτέ, του απεκρίθηκα, εις αυτήν την ματαίαν ελπίδα σου, να κλίνω εις την αγάπην σου, επειδή και θέλω φυλάξει εις όλον τον καιρόν της ζωής μου ένα θανατηφόρον μίσος διά την αρπαγήν μου. Εσύ θέλεις αλλάξει γνώμην, εξαναείπεν εκείνος, και θέλεις συνηθίσει εις την θεωρίαν μου, και εις την συναναστροφήν μου· ο καιρός θέλει προξενήσει ετούτο το αποτέλεσμα. Αυτός δε θέλει κάμει αυτό το θαύμα, του απεκρίθηκα με καταφρόνεσιν· μα θέλει αυξήσει εξ εναντίας πολύ περισσότερον το μίσος που αγροικώ διά εσένα.

Ο εξωτικός αντί να του κακοφανή δι' ετούτα τα λόγια, εχαμογελούσε, και βεβαιωμένος πως θέλω συνηθίσει εις την αγάπην του δεν έλειπε που να πασχίση με κάθε τρόπον διά να μου κάμη μεγάλα χαρίσματα και περιποιήσες. Μα βλέποντας που ήμουν στερεά εις την γνώμην μου, και που δεν ημπορούσα να τον υποφέρω με όλες τες χάρες που μου έδειχνεν, έχασε τέλος πάντων την υπομονήν, και απεφάσισε διά να ξεδικηθή εις τες καταφρόνεσές μου. Αυτός πεισμωμένος έχυσεν επάνωθέν μου ένα νερόν ενός ύπνου μαγικού, και με εξάπλωσεν εις ετούτο το κρεββάτι, και υστερώτερα πλησιάζοντας προς εμέ εκείνην την πλάκα που είνε γράμματα μαγικά, με έκαμε να σταθώ βυθισμένη εις ένα βαθύτατον ύπνον, έως εις το τέλος του αιώνος. Έκαμε ακόμη δύο μαγείας, η μία να είναι αφανές και αθεώρητον τούτο το καστέλλι, και η άλλη που η πόρτα να μην ημπορή να ανοιχθή, και ούτω με άφησεν υστερώτερα εις ετούτο το καστέλλι, και εξεμάκρυνεν από εμένα. Αυτός κάποτε έρχεται και εξυπνώντάς με μέ ερωτά αν αποφάσισα να κλίνω εις την αγάπην του, και βλέποντάς με εις την ίδιαν γνώμην, με βυθίζει πάλιν εις τον ίδιον ύπνον που αυτός εφεύρηκε διά παίδευσίν μου. Ως τόσον, ω αυθέντη μου, ακολούθησεν αυτή η βασιλοπούλα, εσύ με εξύπνησες, άνοιξες την πόρτα του καστελλιού, το οποίον εις εσένα δεν εστάθη αφανές· δεν έχω δίκαιον να αμφιβάλλω, αν εσύ είσαι ένας άνθρωπος, και το περισσότερον που με θαυμάζει είναι που είσαι ζωντανός· επειδή και είχα ακούσει από το στόμα του εξωτικού, ότι τα ζώα τα θανατηφόρα ήθελαν κατασχίσει όλους εκείνους, που ήθελαν πλησιάσει εις ετούτο το νησί· και διά ταύτην την αιτίαν εκαταστήθη ακατοίκητον.

Εις αυτό το αναμεταξύ που η βασιλοπούλα Μάλκα έτσι ωμιλούσεν, ακούμεν ένα μέγαν θόρυβον εις το καστέλλι· αυτή εσιώπησε διά να γροικήση καλύτερα, και ευθύς ακούμεν φοβερώτατα ουρλίσματα και παράπονα. Αλλοί εις ημάς, είπε τότε η Μάλχα, ημείς είμεθα χαμένοι· ετούτος είνε ο εξωτικός, εγώ τον γνωρίζω από την φωνήν του, είναι αμετάθετος ο χαμός σου· τίποτε δεν ημπορεί να σε διαφυλάξη από την οργήν του· αχ βασιλόπουλον δυστυχισμένον, ποία κακή σου τύχη ήτον, που σε έφερεν εις τούτο το καστέλλι; αν εγλύτωσες από την ωμότητα των Μώρων, αλλοί εις εμέ εσύ δεν ημπορείς να φύγης από την βαρβαρότητα του αρπακτού μου. Εγώ το λοιπόν επίστευσα βέβαιον τον θάνατόν μου, και δεν ημπορούσα κατά αλήθειαν να καρτερώ άλλον πλέον γλυκύτερον από αυτόν. Εμπήκεν ο εξωτικός με ένα πρόσωπον θυμώδη, εκρατούσεν εις το χέρι του ένα λωστόν από τζελίκι, και είχε το κορμί του πολλά γιγαντιαίον. Έμεινεν εις το να με ιδή· μα αντίς να με κτυπήση με εκείνο το σίδερον εις το κεφάλι, ή να μου μιλήση με θυμώδη φωνήν, επλησίασεν εις εμέ τρέμοντας, και έπεσεν εις τους πόδας μου, και μου ωμίλησε με τούτον τον τρόπον· ω υιέ του βασιλέως, εις εσένα στέκει να με προστάξης εις εκείνο που περισσότερον σου αρέσει και θέλω είμαι έτοιμος διά να σε υπακούσω. Η ομιλία αυτουνού με έκαμε να μείνω εκστατικός· εγώ δεν ημπορούσα να καταλάβω διά ποίαν αιτίαν αυτός ο εξωτικός εδείχνονταν ταπεινός έμπροσθέν μου και μου ωμιλούσεν ωσάν να ήτο σκλάβος μου. Μα ελύθη ο θαυμασμός μου οπόταν αυτός ακολούθησε να μου ομιλεί, ούτω λέγοντας· το δαχτυλίδι που εσύ φορείς εις το δάκτυλον είνε η Πούλλα του Προφήτου Σολομώντος (1) και όποιος το φορεί δεν ημπορεί να κινδυνεύση, ή να χαθή μέσα εις τες δυστυχίες· του λόγου σου ημπορείς να πλεύσης εις την θάλασσαν με ένα απλούν πλοιάριον χωρίς να σου κάμη κακόν η θάλασσα ή τα κύματα· τα ζώα τα πλέον θηριώδη δεν ημπορούν να σε βλάψουν· έχεις μίαν μεγάλην εξουσίαν εις τα εξωτικά και εις τα τελώνια· όλα τα μαγικά χαλούνται από ετούτο το θαυμαστόν δακτυλίδιον.

Διά τούτο λοιπόν, είπα προς τον εξωτικόν, με το να έχω αυτό το δακτυλίδι, δεν εκινδύνευσα εις την θάλασσαν και δεν με έγγιξαν και τα θηρία που εσυναπάντησα; Ναι, ω αυθέντη μου, είπεν, αυτό σε εφύλαξε και σε φυλάγει από κάθε εναντίον. Ειπές μου, του εξαναείπα, αν ηξεύρης, τι έπαθεν ο σύντροφός μου; Ο σύντροφός σου εφαγώθη εκείνην την νύκτα από τα ζώα που είνε εις σχήμα των μυρμηγγιών, τον καιρόν που ευρίσκετο κοντά σου. Δεν ημπόρεσα να γροικήσω την δυστυχίαν χωρίς μεγάλον μου πόνον και δάκρυα· εξέταξα ακόμη το εξωτικόν, εις ποίον μέρος ευρίσκεται το Βασίλειον του Καχβάλ, και αν η βασιλοπούλα Αλγεμάλ, θυγατέρα του, εζούσσεν ακόμη. Αυθέντη μου, απεκρίθη αυτός, το βασίλειον αυτό ευρίσκεται εις ετούτην την θάλασσαν, μα διά τον βασιλέα Καχαάλ και διά την θυγατέρα του Αλγεμάλ μάθε πως την σήμερον δεν ευρίσκονται· μα εκείνο που ημπορώ να ηξεύρω, αυτοί εζούσαν εις τον καιρόν του Σολομώντος. Και πώς, του ξαναλέγω, η Αλγεμάλ δεν είνε το λοιπόν ζωντανή; Όχι χωρίς αμφιβολίαν, μου απεκρίθη ο εξωτικός, αυτή ήτον μία αγαπητική εκείνου του μεγάλου Προφήτου.

Έμεινα πολλά εντροπιασμένος ακούοντας πως αγαπούσα μίαν που είχεν αιώνας αποθαμμένη. Ω τρελλός που είμαι, εφώναξα, διατί να μην ερωτήσω τον Σουλτάνον, τον πατέρα μου, τίνος ήτον αυτή η εικόνα που ηύρα εις τον θησαυρόν του· αυτός βέβαια ήθελε μου το φανερώσει, και εγώ δεν ήθελα λάβει τόσα κίνδυνα διά αυτήν την υπόθεσιν και δεν ήθελα χάσει και τον αγαπημένον μου Σαέδ. Εκείνο που με παρηγορεί, ω ωραία βασιλοπούλα, ακολούθησα γυρίζοντας προς την Μάλκαν, είναι εις το να ημπορέσω να σου είμαι εις ωφέλειαν· ετούτο το χρέος το γνωρίζω από το δακτυλίδι μου, διά το οποίον επιθυμώ οπόταν θέλεις διά να σε ξαναεπιστρέψω προς τον βασιλέα πατέρα σου. Εις τον ίδιον καιρόν ωμίλησα και εις τον εξωτικόν με τούτον τον τρόπον· επειδή και έχω την καλήν τύχην, του είπα, εις το να είμαι κληρονόμος του Σολομώντος, έχω δύναμίν να προστάζω να με φέρης εις ετούτην την στιγμήν με την βασιλοπούλαν την Μάλκαν εις το βασίλειον Σερενδίβ. Ευθύς σε υπακούω, ω αυθέντη, απεκρίθη ο εξωτικός, με όλον που μου κακοφαίνεται που με υστερείς από την αγαπημένην μου Μάλκαν.

Και έτσι λέγοντας μας επήρεν υποκάτω εις τες αγκάλες του και τους δύο, και εις την ίδιαν ώραν ευρεθήκαμεν εις το βασίλειον του Σερενδίβ, και αφίνοντάς μας εκεί έφυγεν εν τω άμα φοβούμενος να μη τον παιδεύσω διά την αρπαγήν που έκαμε της Μάλκας.

Ημείς ευθύς επήγαμεν και κατελύσαμεν εις ένα σπητάκι, και αφού αναπαυθήκαμεν μερικές ώρες, απεφάσισα διά να υπάγω να δώσω εγώ την είδησιν του βασιλέως διά τον ερχομόν της θυγατρός του. Ερχόμενος το λοιπόν εις το παλάτι, το είδα που ήτον πολλά εξαίσιον· αυτό ήτον κτισμένον επάνω εις εξακόσιες κολώνες μαρμάρινες, και ανέβηκα από μίαν σκάλαν, που είχε τριακόσια σκαλίδια από ευμορφοτάτην πέτραν. Απέρασα ανάμεσα από μίαν φύλαξιν, και ένας οφφικιάλος, γνωρίζοντάς με διά ξένον, με ερώτησε τι γυρεύω· εγώ του είπα πως έχω να ομιλήσω του βασιλέως διά μεγάλην υπόθεσιν. Τότε αυτός με επήρε και με έφερεν εις τον βεζύρην, και ο βεζύρης με επαράστησεν εις τον βασιλέα.

Εσύ, νέε, μου λέγει ο Σουλτάνος, από ποίον τόπον είσαι και ποία υπόθεσις σε έφερεν εδώ; Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η Αίγυπτος με είδε να γεννηθώ· είναι τρεις χρόνοι, που ευρίσκομαι μακράν από τον πατέρα μου, και έπεσα εις διαφόρων λογιών δυστυχίες, και η τύχη μου με έφερεν εδώ διά να σου δώσω μίαν είδησιν διά την θυγατέρα σου, που την έχασες. Και ποίαν είδησιν, εφώναξεν αυτός, ημπορείς να μου δώσης δι' αυτήν; μήπως θέλεις μου φανερώσης τον θάνατόν της; εσύ χωρίς αμφιβολίαν εστάθης μάρτυρας του δυστυχισμένου τέλους της, που τώρα είναι τρεις χρόνοι· αλλοί εις εμέ που την εστερήθηκα, χωρίς να ηξεύρω τι έγινε, με όλες τες μεγάλες εξέτασες που έκαμα. Όχι, όχι, του αποκρίθηκα, αυτή ακόμη ζη, και εις τούτην την ημέραν θέλεις την ιδεί. Και πού την εσυναπάντησες, εξαναείπεν ο βασιλεύς; εις ποίον τόπον έστεκε κρυμμένη; ειπέ μου, σε παρακαλώ, και μην αργής εις το να μου το φανερώσης.

Τότε του εδιηγήθηκα όλα μου τα συμβεβηκότα, και μάλιστα εξάπλωσα την διήγησίν μου επάνω διά τον εξωτικόν, που είχεν αρπάξει την θυγατέρα του και τα λοιπά. Και ωσάν ετελείωσα όλην την ιστορίαν, ευθύς εσηκώθη ο βασιλεύς και με αγκάλιασε. Βασιλόπουλο Σεήφ, μου λέγει με τα δάκρυα εις τα μάτια, ω, πόσον σου είμαι υπόχρεως διά τα όσα μου εδιηγήθης· αγαπώ πολλά τρυφερά την θυγατέρα μου· εγώ δεν ήλπιζα να την ξαναϊδώ· με τι τρόπον ημπορώ ποτέ να σε ανταμείψω; αχ, ακριβέ μου Σεήφ, μη με κάνης πλέον να καρτερώ διά να την ιδώ· φέρε μου την το συντομώτερον, διατί είμαι φλογισμένος από μίαν μεγάλην επιθυμίαν εις το να την ξαναϊδούν τα μάτια μου. Εγώ τότε του εζήτησα θέλημα και εμίσευσα, και υπήγα εις το κονάκι, και την εσήκωσα και την έφερα μέσα εις ένα κοτζί, που ο πατέρας της επιταυτού το έστειλε.

Δεν ημπορώ να περιγράψω την μεγαλωτάτην αγαλλίασιν και ευφροσύνην, που αμοιβαίως έδειξαν οπόταν ανταμώθηκαν ο βασιλεύς με την θυγατέρα του. Και, αφού διηγήθηκε και αυτή τα συμβεβηκότα της, και τον ελευθερωμόν της διά μέσου μου, ο βασιλεύς μου έκαμε μεγάλες ευχαρίστησες διά το φέρσιμόν μου το γενναίον με αυτήν· μου διώρισε να σταθώ εις το παλάτι του μαζί με αυτόν· έπειτα επρόσταξε διά να γένουν μεγάλες δεήσεις εις όλα τα μετζίτια εις ευχαρίστησιν του Ουρανού διά το εύρεμα της θυγατρός του. Και ύστερον όλος ο λαός έκαμε μεγάλες χαρές μίαν ακέραιαν εβδομάδα δι' αυτήν την υπόθεσιν. Ο βασιλεύς ευρισκόμενος πολλά ευχαριστημένος από εμένα, τόσον που με έλαβεν εις μίαν μεγαλωτάτην υπόληψιν και αγάπην, που μίαν ημέραν μου λέγει· ω υιέ μου, είνε καιρός διά να σου φανερώσω την γνώμην που αποφάσισα· εσύ μου εξαναεπέστρεψες την θυγατέρα μου, και έκαμες να χαροποιήσης ένα πατέρα πολλά θλιμμένον· όθεν επιθυμώ να σου κάμω την αντάμειψιν δίδοντάς σου την αυτήν θυγατέρα μου εις γυναίκα, και να σε κηρύξω και κληρονόμον της κορώνας μου.

Εγώ ευχαρίστησα τον βασιλέα διά τες χάρις του, που μου επρόσφερνε, και τον επερικάλεσα να μη το λάβη προς βάρος, αν δεν του δέχομαι την τιμήν, που ήθελε να μου κάμη φανερώνοντάς τα δικαιολογήματα που με εμποδούσαν, δηλαδή πως ήτον η καρδία μου όλη προσηλωμένη εις την εικόνα της Αλγεμάλ, και δεν ημπορούσα με κανένα τρόπον να λάβω αγάπην δι' άλλην, και η θυγατέρα του έχοντας κάθε λογής χάριν, της είνε αναγκαία μία τύχη πλέον ευτυχισμένη. Και πώς το λοιπόν απεκρίθη ο βασιλεύς ημπορώ να ανταμείψω αρκετώς την γενναιότητά σου διά την ευχαρίστησιν που μου έδωσες; Η δεξίωσις της βασιλείας που έδειξες, και η ευχαρίστησίς μου που ελευθέρωσα την θυγατέρα σου από τα χέρια του εξωτικού που την είχεν αρπάξει, είνε διά εμένα μία μεγαλωτάτη αντάμειψις· εκείνο όλον που επιθυμώ από την βασιλείαν σου, είνε να μου ετοιμάσης ένα καράβι με το οποίον να ημπορέσω να υπάγω εις την Μπάσραν. Ο βασιλεύς με λύπην έκαμε καθώς επιθυμούσα, και αρμάτωσεν ένα καλό καράβι, γεμίζοντάς το από τα αναγκαία της τροφής και δίδοντάς μου μεγάλα χαρίσματα, και ανθρώπους διά να μου είνε εις συντροφίαν και λαμβάνοντας το θέλημα από τον βασιλέα και από την βασιλοπούλαν Μάλκαν, οι οποίοι με μεγάλην τους θλίψιν με άφησαν, εμίσευσα. Υποφέραμεν εις το ταξείδι μεγαλωτάτους κινδύνους, και αν δεν είχα το δακτυλίδι του Σολομώντος, αναμφιβόλως ηθέλαμεν πνιγεί.. Και ύστερα από ένα μακρυνόν πλεύσιμον, εκατευωδόθήκαμεν εις την Μπάσραν· και εκεί ανταμωνόμενος με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες έφθασα εις την Αίγυπτον.

Εγώ ηύρα πολλήν μεταλλαγήν εις την αυλήν· ο πατέρας μου πλέον δεν εζούσε, και ο αδελφός μου εκυρίευε τον θρόνον του. Αυτός ο νέος Σουλτάνος με εδέχθη με πολλήν αγάπην, και ήτον πολλά ευχαριστημένος που με εξαναείδε· και μου είπε πως ολίγες ημέρες ύστερα από τον μισευμόν μου, ο πατέρας μου ευρισκόμενος εις τον θησαυρόν του, άνοιξε κατά τύχην την κασσελοπούλαν εκεί που είχε κλεισμένον το δακτυλίδι του Σολομώντος και την εικόνα της Αλγεμίλ, και μην βλέποντάς τα εκεί υπώπτευσεν, ότι εγώ την έκλεψα, και από την θλίψιν του απέθανε. Τότε εγώ ωμολόγησα τα πάντα του αδελφού μου, και του επαράδωσα και το δακτυλίδι, ομολογώντας το σφάλμα μου. Εφαίνονταν πολλά λυπημένος διά τες δυστυχίες μου, και με εσυμπαθούσε· και αγροίκησα ότι το σπλάχνος που αυτός μου έδειχνε μου ελάφρωνε τους πόνους· μα όλη η λύπη και οι τρόποι που έδειχνε διά τα συμβεβηκότα μου δεν ήτον άλλο παρά πλαστά και γεμάτα πονηρίαν. Επειδή και την ίδιαν νύκτα που έφθασα εκεί, έκαμε και με έκλεισεν εις έναν πύργον, εις τον οποίον έστειλε την άλλην βραδειάν έναν οφφικιάλον με διαταγήν διά να μου πάρη το κεφάλι. Μα εκείνος ο καλός οφφικιάλος έλαβε σπλάγχνος προς εμένα, και μου εφανέρωσε την βουλήν του αδελφού μου, πως έχοντας φόβον διά να μη του πάρω τον θρόνον με καμίαν αποστασίαν, τον επρόσταξε διά να με θανατώση· και αυτός ο οφφικιάλος αντί να κάμη το σκληρόν θέλημα του αδελφού μου, μου έδωσε τόπον διά να φύγω. Εγώ αφού και ευχαρίστησα με μεγάλον μου θαυμασμόν την γενναιότητα του οφφικιάλου, εδόθηκα εις φυγήν, και επαραδόθηκα εις την πρόνοιαν του Ουρανού. Και βγαίνοντας από τα σύνορα του αδελφού μου, έλαβα την καλήν τύχην διά να φθάσω εις τα εδικά σου, ω βασιλέα μου, και να εύρω ένα ασφαλές καταφύγιον εις την αυλήν σου.

Ακολούθησις της ιστορίας του βασιλέως Βερδεδίν Λώλου και του Βεζύρη του

Το βασιλόπουλον Σεήφ Μολτούκ, τελειώνοντας την διήγησιν των συμβεβηκότων του, είπεν εις τον βασιλέα της Δαμασκού. Ετούτο είναι, ω αυθέντη, εκείνο που επεθύμησες διά να μάθης από εμένα· στοχάσου κατά το παρόν αν εγώ χαίρωμαι μίαν τελείαν ευτυχίαν· είμαι διά παντός θλιμμένος, που δεν απόλαυσα εκείνο που επεθύμησα, ήγουν που δεν ηύρα την Αλγεμάλ· που η αγάπη την οποίαν επρόσφερα προς αυτήν δεν απολείπει που να με συγχίζη και να με κάνη να μην έχω ποτέ ανάπαυσιν και με όλον που στοχάζομαι πως είναι μία τρελλαμάδα η φαντασία μου εις το να φέρνω μίαν τόσην αγάπην εις μίαν γυναίκα, που εις τον κόσμον πλέον δεν είναι, μα με όλον τούτο αυτή βασιλεύει πάντα εις την καρδίαν μου και με κάνει αναίσθητον εις κάθε ηδονήν. Ο Βεδρεδίν δεν ημπορούσε να καταλάβη μίαν αγάπην τόσον παράξενην, το να αγαπά τινάς μίαν αποθαμμένην χωρίς να έχη ελπίδα διά να την ιδή. Τότε ο μελαγχολικός βεζύρης λέγει προς τον βασιλέα Βεδρεδίν, η βασιλεία σου ημπορείς να διακρίνης από την ιστορίαν του Σεήφ Μολτούκ, πως όλοι οι άνθρωποι έχουν τες θλίψεις τους, και δεν εγεννήθηκαν διά να είναι ευτυχισμένοι επάνω εις την γην. Εγώ δεν ημπορώ να καταπεισθώ να πιστεύσω αυτό που μου λέγεις, απεκρίθη ο βασιλεύς· έχω καλλιτέραν γνώσιν επάνω εις την ανθρωπίνην φύσιν, και είμαι βέβαιος ότι είναι άνθρωποι, που η ανάπαυσίς των δεν είνε από θλίψιν συγχισμένη.

Θέλοντας ο βασιλεύς Βεδρεδίν να κάμη να ιδή ο βεζύρης του, πως είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι πολλά εις την τύχην τους, λέγει του αγαπημένου του Σεήφ· σύρε να περιπατήσης την χώραν απέρνα από τους τεχνίτες και πραγματευτάδες, και φέρε μου εδώ εκείνον, που να σου φανή πλέον χαρούμενος. Ο Σεήφ Μολτούχ υπήκουσε· και ύστερον από μερικές ώρες εγύρισεν εις τον βασιλέα και του είπε· Βασιλέα μου, απέρασα από διαφόρους τόπους, και είδα πολλούς τεχνίτας που έστεκαν πολλά χαρούμενοι εις την τύχην τους, και ανάμεσα εις αυτούς επαρατήρησα έναν νέον υφαντήν, ονόματι Μαλέχ, ο οποίος εγελούσε ακαταπαύστως με τους γειτόνους του· εσταμάτησα διά να μιλήσω· φίλε, του λέγω· εσύ μου φαίνεσαι πολλά χαροποιός. Τέτοιον είναι το ιδίωμά μου, μου απεκρίθη, και δεν ηξεύρω τι είναι η μελαγχολία· εξέταξα τους γειτόνους του αν είναι αλήθεια ότι αυτός είναι τέτοιου χαροποιού χαρακτήρος, και όλοι με εβεβαίωσαν ότι από το πρωί έως το βράδυ δεν παύει που να γελά, και να μετωρίζεται με τον έναν και με τον άλλον. Τότε εγώ του είπα να με ακολουθήση, και τον έφερα εδώ εις το παλάτι, και ευρίσκεται εδώ απέξω, και, αν ορίζης, θέλω τον κάμει να έλθη έμπροσθέν σου. Κάμε να έμβη, λέγει ο βασιλεύς, κάνει χρεία διά να του εξετάξω την ζωήν.

Ο Σεήφ Μολτούχ ευθύς εβγήκε και έκραζε τον νέον· ο οποίος εμβαίνοντας εις τον βασιλέα, έπεσε με το πρόσωπον κατά γης και τον επροσκύνησεν. Ο βασιλεύς τότε του είπε· σήκω, ω Μαλέχ· και με όλην την ελευθερίαν ομολόγησέ μου ανίσως και εσύ είσαι αληθώς τόσον ευχαριστημένος, καθώς η θεωρία σου το δείχνει· επειδή και ακούω ότι δεν κάνεις άλλο παρά να γελάς και να μετωρίζεσαι καθημερινώς· και νομίζουν όλοι, ότι είσαι πολλά ευχαριστημένος εις εκείνο που ευρίσκεσαι, χωρίς ποτέ να λάβης θλίψιν, είναι αλήθεια λοιπόν αυτό, ή όχι; μίλησε με ελευθερίαν χωρίς κανένα φόβον, και χωρίς να κρατήσης τίποτε κρυφόν επειδή και έχω περιέργειαν να μάθω την αλήθειαν. Υψηλότατε βασιλεύ, απεκρίθη ο υφαντής σηκωνόμενος ορθός, σε παρακαλώ, έτσι ο ουρανός να χαρίση της βασιλείας σου μίαν ζωήν πολλά μακρυνήν και χωρίς θλίψιν, να απαρατήσης ένα σκλάβον σου από το να τον βιάσης να δώση ευχαρίστησιν της περιέργου επιθυμίας σου· ημπορώ μοναχά να ειπώ, ότι είναι μία ψευδής παρρησία εις του λόγου μου· ότι με όλα τα γέλοια, και τα μέτωρα που κάνω, είμαι ο πλέον δυστυχής των ανθρώπων. Ευχαριστήσου, ω βασιλέα μου, εις ετούτην την ομολογίαν που κάνω, και μη με βιάζης να θεατρίσω τες δυστυχίες μου, επειδή απεφάσισα να ταις κρατήσω μυστικές. Μαλέχ, λέγει ο βασιλεύς, εσύ μου κινείς περισσότερον την περιέργειαν, και σε προστάζω να την ευχαριστήσης. Ο Μαλέχ δεν ετόλμησε πλέον να εναντιωθή εις ετούτα τα λόγια, και άρχισε την ιστορίαν της ζωής του με τον ακόλουθον τρόπον.

Ιστορία του Μαλέχ και της βασιλοπούλας Σχυρίνας

Εγώ είμαι μονογενής υιός ενός πλουσίου πραγματευτού από το Σουράτ, ολίγον ύστερα από τον θάνατον του πατρός μου έφθειρα το περισσότερον της περιουσίας μου που μου άφησε με τους φίλους μου. Και μίαν ημέραν έτυχεν ένας ξένος εις την τράπεζάν μου που ήμουν με τους συνηθισμένους μου φίλους, και εκεί που ετρώγαμεν, έπεσεν η ομιλία μας επάνω εις τα ταξείδια· ένας έλεγε πως είνε μία αγαλλίασις να ταξειδεύη· άλλος πως είνε τόσα κίνδυνα· και καθένας έλεγε την γνώμην του. Και μερικοί που είχαν ταξειδεύσει μας εδιηγούντο τα όσα θαυμαστά πράγματα είδαν εις άλλους τόπους. Εγώ ακούοντας αυτούς που εδιηγούνταν πράγματα περίεργα, μου έρχονταν επιθυμία διά να ταξειδεύσω· μα οι κίνδυνοι που οι ταξειδιαρέοι συναπαντούν μου αντίκοπταν την βουλήν. Και εκεί που αυτοί ωμιλούσαν επάνω εις αυτήν την υπόθεσιν εγώ είπα γελώντας· αν ημπορούσα να υπάγω από την μίαν άκραν της γης έως την άλλην χωρίς κινδύνους, ήθελα μισεύσει μετά πάσης χαράς τούτην την ώραν. Εις τοιούτης λογής λόγια εγέλασεν όλη η συντροφία· μα ο ξένος που ήτον εκεί μου είπεν· αυθέντη Μαλέχ, αν επιθυμάς να περιδιαβάσης τον κόσμον χωρίς κίνδυνον, εγώ θέλω σου δείξει, οπόταν θέλης, ένα τρόπον, που να υπάγης από βασίλειον εις βασίλειον, χωρίς να συναπαντήσης κανένα εναντίον. Ελόγιασα ότι αυτός θα εμετωρίζετο. Μα τελειώνοντας το τραπέζι με κράζει εις ένα μέρος και μου λέγει, ότι το ερχόμενον ταχυνόν θέλει ξαναγυρίσει εις το σπήτι μου, και θέλει με κάμει να ιδώ κάποιον πράγμα ξεχωριστόν και περίεργον.

Το ταχύ δε ξημερώνοντας ερχόμενος διά να με ξαναεύρη μου είπε· θέλω να σταθώ εις τον λόγον μου διά το ότι εχθές σου έταξα· μα δεν θέλεις ιδεί το έργον, παρά ύστερον από μερικές ημέρες· επειδή και εκείνο που έχω να σου δείξω είνε ένα έργον, που δεν δύναται να τελειώση ετούτην την ημέραν. Στείλε ένα σκλάβον σου να εύρη έναν επιτήδειον σεντουκάν, και να έλθουν με αυτόν φορτωμένοι σανίδες ψιλές. Το οποίον ευθύς έγινεν. Φθάνοντας ο σεντουκάς και ο σκλάβος, ο ξένος επρόσταξε τον σεντουκάν διά να φτειάση μίαν κασσέλαν έξη ποδάρια μακρυάν, και τέσσαρα πλατείαν· ο τεχνίτης εις ολίγην ώραν την ετελείωσε· και ο ξένος από το μέρος του δεν έστεκεν αργός, αλλ' εκατασκεύασε πολλά μηχανικά πράγματα, διά να βάλλη εις την κασσέλαν· δηλαδή τροχούς, σφαίρες και άλλα παρόμοια, Και ωσάν απέρασεν εκείνη η ημέρα, απέστειλε τον σεντουκάν και ο ξένος έμεινε μοναχός, και επαιδεύθη όλην την άλλην ημέρα, διά να βάλλη εις τάξιν τες μηχανικές, σφαίρες και τροχούς, διά να κάμη τέλειον το έργον του.

Την τρίτην ημέραν τέλος πάντων, όντας τελειωμένη η κασσέλα, την εσκεπάσαμεν με ένα πεύκι της Περσίας, και εκάμαμεν και την έφεραν εις ένα κάμπον και αποθέτοντάς την εκεί επρόσταξα τους ανθρώπους διά να γυρίσουν εις το σπήτι τους. Και μένοντες ημείς μοναχοί εκεί, ο ξένος εμβαίνει εις την κασσέλαν και κλείεται μέσα· και εις τον ίδιον καιρόν η κασσέλα εσηκώθη από την γην εις τον αέρα με μίαν μεγαλώτατην ογληγορότητα, που εις μίαν στιγμήν υστερώτερα εξαναγύρισε και εκατέβη εις τα ποδάρια μου. Δεν ημπορώ να ειπώ εις ποίον βαθμόν έμεινα εκστατικός διά ένα παρόμοιον θέαμα. Βλέπεις εσύ, μου λέγει ο ξένος, εβγαίνοντας έξω από την κασσέλαν, μίαν καλήν τέχνην διά να ταξειδεύσης, χωρίς να φοβηθής από κανένα εναντίον, και κίνδυνον κλεπτών και άλλων; ετούτο είνε το μέσον που ήθελα να σε ερμηνεύσω, διά να ταξειδεύσης χωρίς κίνδυνον· εγώ σου κάνω ένα δώρον ετούτην την κασσέλαν, και θέλεις την μεταχειρισθή οπόταν επιθυμήσης να ιδής κανένα τόπον.

Εγώ ευχαρίστησα τον ξένον διά ένα τέτοιον θαυμαστόν δώρον, και του έδωσα μίαν σακκούλαν γεμάτην φλωριά· έπειτα τον ερώτησα να μου δείξη με τι τρόπον έχω να κινήσω τες μηχανές τόσον διά να σηκωθώ εις τον αέρα, ωσάν και να κατεβώ. Αυτός διά να μου δείξη καλύτερα, έκαμε και εμβήκαμεν και οι δύο μέσα εις την κασσέλαν και μου έδειξεν τι τρόπον έχω να το μεταχειρισθώ εις το να σηκωθώ εις τον αέρα, το να τρέξω ογλήγορα ή αργά, και εις το να κατεβώ, και εις ό,τι άλλο έκανε χρεία. Και αφού εκάμαμεν διάφορες δοκιμές, επήγα με αυτήν πετώντας εις το σπήτι μου, και εκατέβηκα εις το περιβόλι μου. Και ευθύς έκαμα να κλείσω αυτήν την μηχανικήν κασσέλαν εις ένα μου μαγαζί, και την εφύλαγα ωσάν ένα θησαυρόν. Ακολούθησα λοιπόν να χαίρωμαι με τους φίλους μου έως που αποτελείωσα όλην μου την περιουσίαν. Έπειτα άρχισα να παίρνω δηνάρια δανεικά· εις τρόπον που χωρίς να απεικάσω ευρέθηκα φορτωμένος από χρέη άπειρα· έχασα το καλόν μου όνομα εις το Σουράτ· κανείς πλέον δεν με επίστευε· και οι χρεοφειλέται μου ανυπόμονοι με έσφιγγαν διά να τους πληρώσω, εις καιρόν που τίποτε δεν είχα. Βλέποντάς με εις κατάστασιν που δεν ημπορούσα πλέον να υποφέρω, και φοβούμενος να μην αποθάνω εις καμμίαν φυλακήν από τα χρέη, επρόστρεξα εις την κασσέλαν μου.

Μίαν νύκτα εβγάζοντάς την από το μαγαζί εκλείσθηκα μέσα, παίρνοντας μερικήν ζωοτροφίαν και μερικά δηνάρια που μου ευρίσκοντο· έγγιξα τον τροχόν που έκανε να σηκωθή η μηχανική κασσέλα, και ύστερα εγγίζοντας άλλον ένα τροχόν, εξεμάκρυνα από το Σουράτ και από τους χρεοφελέτας μου, χωρίς να τους φοβηθώ πλέον· έκαμα να πηγαίνη η κασσέλα όλην την νύκτα με μίαν ταχύτητα που μου εφαίνονταν να απερνούσε την οξύτητα των ανέμων. Και προς τα ξημερώματα εθεώρησα από ένα παράθυρον της κασσέλας να ιδώ εις τι τόπον ευρίσκομαι, και δεν είδα άλλο παρά βουνά, κρημνούς, και μίαν φοβεράν έρημον· εις κάθε μέρος που έρριξα τους οφθαλμούς μου, δεν ημπόρεσα να ξανοίξω καμμιάς λογής κατοικίαν· ακολούθησα να τρέχω εις τον αέρα όλην εκείνην την ημέραν και την ακόλουθον νύκτα. Και την άλλην ημέραν ευρέθηκα επάνω εις ένα λόγγον πολλά πυκνόν· και πλησίον αυτουνού μία ωραιοτάτη πόλις, κειμένη εις ένα πλατύτατον κάμπον.

Εσταμάτησα διά να στοχασθώ όχι μόνον την χώραν, μα ακόμη ένα μεγαλοπρεπέστατον παλάτι, που ήτον κτισμένον εις την άκρην εκείνου του κάμπου· επιθυμούσα μεγάλως να μάθω πού ήμουν, και στοχαζόμουν με τι τρόπον να πληρώσω την περιέργειάν μου, οπόταν είδα εις ένα χωράφι ένα χωριάτην που εδούλευεν· ακατέβηκα εις τον λόγγον, και αφίνοντας εκεί την κασσέλαν, επήγα προς τον χωριάτην και τον ερώτησα πώς ωνομάζετο εκείνη η χώρα. Αυτή η χώρα, αγαπημένε μου νέε, μου απεκρίθη ο χωριάτης, ονομάζεται Γάζνα· ο δίκαιος και άξιος βασιλεύς Βαχμάν κρατεί εκεί τον θρόνον του. Και ποίος κατοικεί του είπα εις εκείνο το παλάτι, που φαίνεται εις την άκρην του κάμπου; Ο βασιλεύς το έχτισεν, απεκρίθη αυτός, διά να κρατήση κλεισμένην εκεί την βασιλοπούλαν Σχυρίναν θυγατέρα του, εις της οποίας την γέννησιν οι Αστρολόγοι της έκαμαν το προγνωστικόν ότι μέλλει να απατηθή από έναν άνθρωπον, και να χάση την τιμήν της. Ο Βαχμάν διά να κάμη μάταιον αυτό το προγνωστικόν, έκαμε να κτισθή αυτό το παλάτι, το οποίον είνε από μάρμαρον, και να το περιτριγυρίση από βαθύτατα χαντάκια με νερά· η πόρτα είνε από τζελίκι της Κίνας· και έξω που ο βασιλεύς κρατεί τα κλειδιά, στέκει εκεί ένας αριθμός από στρατιώτας νύκτα και ημέρα διά να εμποδίσουν το έμβασμα κάθε ανθρώπου. Ο βασιλεύς υπάγει μίαν φοράν την εβδομάδα διά να επισκεφθή την βασιλοπούλαν, έπειτα γυρίζει εις την Γάζναν. Και η Σχυρίνα δεν έχει διά συντροφιάν άλλο παρά μίαν κυβερνήτριάν της και ολίγες σκλάβες.

Εγώ ευχαριστώντας τον χωριάτην, που μου έδωσε να καταλάβω αυτές τες υπόθεσες, εκίνησα και επήγα εις την χώραν διά να την ιδώ. Και φθάνοντας εκεί εσυναπάντησα τον βασιλέα με πολλήν παράταξιν, και με ανθρώπους ενδυμένους λαμπρά, που επήγαινε διά να εύρη την θυγατέρα του εις το παλάτι. Και αφού εγύρισα όλην την χώραν, και είδα τα πλέον περίεργα που εκεί ήτον, εγύρισα και επήγα εις την αγαπημένην μου κασσέλαν. Και φθάνοντας εκεί έφαγα από εκείνο το φαγί που εις αυτήν μου είχεν απομείνει· και ερχομένης της νυκτός απεφάσισα να ξενυχτήσω εις εκείνον τον λόγγον, με ελπίδα να κοιμηθώ αναπαυμένος. Μα δεν εστάθη τρόπος που να κλείσω μάτι, στοχαζόμενος ακαταπαύστως εκείνο που εδιηγήθη ο χωριάτης διά την βασιλοπούλαν· επειδή και αυτή η βασιλοπούλα της Γάζνας, έλεγα με τον εαυτόν μου, μέλλει να έχη τέτοιον ριζικόν, είνε μία αστοχασία του Βαχμάν πατρός της να την φυλάγη τοιούτης λογής, διατί εκείνα που είνε γραμμένα εις τον ουρανόν, είνε αδύνατον τινάς να τα αποφύγη. Και στεκόμενος με αυτούς τους στοχασμούς εφανταζόμουν εις τον νουν μου πως αυτή η Σχυρίνα, που ήτον κλεισμένη έτσι θα ήτον η πλέον ωραιοτάτη κόρη του κόσμου, και ούτω μου ήλθεν η επιθυμία διά να δοκιμάσω την τύχην μου με το μέσον της μηχανής μου. Κάνει χρεία, είπα, να φερθώ εις το παλάτι της Σχυρίνας, και να πασχίσω να έμβω εις την κατοικίαν της, διά να δοκιμάσω να ιδώ μήπως και ήθελα είμαι εγώ εκείνος ο ευτυχισμένος άνθρωπος που οι Αστρολόγοι προείπαν πως θέλει την απατήσει.

Η νεότης μου φυσικά με έκανε τολμηρόν και αγροικώντας που δεν μου έλειπε καρδιά, διά να βάλω εις πράξιν μίαν τόσον αυθάδη απόφασιν, εσηκώθηκα ευθύς εις τον αέρα, και εφέρθηκα με την κασσέλαν μου επάνω εις το σκέπος του παλατίου της βασιλοπούλας σιμά εις ένα τόπον, που είδα κομμάτι φως. Εβγήκα λοιπόν από την κασσέλαν μου και γάλι γάλι εκατέβηκα από ένα παράθυρον, και από εκεί ήλθα εις τον χοντζερέ, που η βασιλοπούλα ευρίσκετο· η οποία εκοιμώνταν εις ένα ολόχρυσο κρεβάτι, και τριγύρου εις το κρεβάτι της έστεκαν τέσσαρες λαμπάδες αναμμένες. Αυτή μου εφάνη μιας ασυγκρίτου ωραιότητος, και την ηύρα πολλά ωραιοτέραν από εκείνο που εφανταζόμουν· επλησίασα προς αυτήν διά να την θεωρήσω καλά, μα δεν ημπόρεσα χωρίς ηδονήν να ιδώ τόσες νοστιμάδες που είχε· της έπιασα το χέρι σιγαληνά και της το εφίλησα. Αυτή εις τον ίδιον καιρόν εξύπνησε· και βλέποντας έναν άνθρωπον πλησίον της, εδόθη εις ένα μέγα φώναγμα με το οποίον υποχρέωσε την κυβερνήτριάν της, που εκοιμούνταν πλησίον εις τον χοντζερέ της, να τρέξη με ταχύτητα εις βοήθειάν της. Μαλτούλα, της λέγει η βασιλοπούλα, τρέξε να με βοηθήσης· ιδέ τούτον τον άνθρωπον πώς εμβήκεν εδώ, ή μήπως τον έμβασες εσύ; Ποια; εγώ, απεκρίθη η Μαλτούλα, έμβασα αυτόν εδώ; Εσύ μου κάνεις άδικον να μου ομιλήσης τοιαύτης λογής· διά ποίαν αιτίαν να εμβάσω εγώ αυτόν; Και με ποίον τρόπον που οι φύλακες ακαταπαύστως φυλάγουν τες πόρτες, και που μόνον ο βασιλεύς κρατεί τα κλειδιά; Εγώ δεν είμαι ολιγώτερον εκστατική από εσένα εις το να εδώ ετούτον τον αυθάδη νέον εδώ· δεν ημπορώ να καταλάβω με ποίον τρόπον ημπόρεσε και υπερέβη τόσες δυσκολίες που είνε εις το να έμβη τινάς εδώ.

Εις αυτό το αναμεταξύ που η κυβερνήτρια τοιαύτης λογής ωμιλούσεν, εγώ εστοχαζόμουν τι απόκρισιν να δώσω. Και τέλος πάντων μου ήλθεν εις τον νουν, να τους δώσω να καταλάβουν πως ήμουν ο προφήτης Μωάμεθ. Ω ωραιοτάτη μου βασιλοπούλα, λέγω της Σχυρίνας, παύσε τον θαυμασμόν σου και εκείνον της Μαλτούλας, αν με βλέπετε να φανερωθώ εδώ· εγώ δεν είμαι ένας από εκείνους τους αγαπητικούς, οι οποίοι ασώτως εξοδεύουν χρυσίον, και μεταχειρίζονται κάθε λογής μηχανήν διά να φθάσουν να πληρώσουν την επιθυμίαν τους· εγώ δεν έχω τέτοιαν επιΘυμίαν διά να προξενήσω φόβον εις την σωφροσύνην σου και εις την τιμήν σου· μακράν από εμένα κάθε πονηρός στοχασμός· εγώ είμαι ο προφήτης Μωάμεθ, δεν ημπόρεσα χωρίς να λάβω ευσπλαγχνίαν να σε ιδώ καταδικασμένην εις το να απεράσης τες ημέρες της νεότητός σου εις μίαν φυλακήν, και ήλθα επιταυτού διά να σε βεβαιώσω να σταθής άφοβη από το προγνωστικόν που σου έκαμαν οι αστρολόγοι, διά το οποίον έβαλαν εις τόσον φόβον τον Βαχμάν πατέρα σου· βάλε το λοιπόν το πνεύμα σου εις ειρήνην διά το γραπτόν σου, το οποίον θέλει μεταστραφή εις δόξαν σου και εις ευτυχίαν σου, επειδή και θέλεις είσαι γυναίκα του Μωάμεθ. Ευθύς που η είδησις της υπανδρείας σου θέλει κηρυχθή εις τον κόσμον, όλοι οι βασιλείς θέλουν φοβηθή τον πενθερόν του Προφήτου, και όλες οι βασίλισσες θέλουν ζηλεύσει την μεγάλην σου ευτυχίαν.

Η Σχυρίνα και η Μαλτούλα εκύτταζον η μία την άλλην ωσάν πως διά να συμβουλευθούν τι έπρεπε να στοχασθούν διά αυτά τα λόγια. Το ομολογώ πως ημπορούσα με δίκαιον τρόπον να φοβηθώ, ότι εκείνο που είπα να μην ήθελεν εύρη πολλήν πίστιν εις το πνεύμα τους· μα οι γυναίκες της καλής επιθυμίας εκυριεύθησαν από τον θαυμασμόν. Η Μαλτούλα και η κυρά της έδωκαν πίστιν εις τον μύθον μου· αυτές με επίστευσαν διά Μωάμεθ, και εγώ απόλαυσα το ποθούμενον από τον πιστευμόν τους· και απέρασα το καλύτερον μέρος της νυκτός με την βασιλοπούλαν της Γάζνας. Εμίσευσα από αυτήν πριν ξημερώση, με τάξιμον, ότι να ξαναγυρίσω την ακόλουθον νύκτα· επήγα ευθύς και εμβήκα εις την μηχανικήν κασσέλαν μου, και εσηκώθηκα πολλά εις τα ύψη διά να μην ήθελαν με ιδούν οι φύλακες. Εκατέβηκα εις τον λόγγον, εκεί άφησα την κασσέλαν μου, και επήγα εις την χώραν, εις την οποίαν αγόρασα ζωοτροφίαν διά οκτώ ημέρες και πλούσια φορέματα· ομοίως και ένα φακιόλι από πανί της Ινδίας και με λουλούδια χρυσά, και ένα χρυσόν ζωνάρι· και περιπλέον αγόρασα ακόμη διάφορα μυρωδικά αρώματα και καλεμίσκια και όλα τα δηνάρια που μου ευρίσκονταν τα εξώδευσα εις τέτοια πράγματα χωρίς να στοχασθώ το ερχόμενον, και μου εφαίνονταν πως τίποτε δεν έπρεπε να μου λείψη ύστερον από ένα τέτοιον νόστιμον συμβεβηκός.

Και απέρασα το καλύτερον μέρος της νυκτός μου με την βασιλοπούλαν της Γάζνας
Και απέρασα το καλύτερον μέρος της νυκτός μου με την βασιλοπούλαν της Γάζνας

Γυρίζοντας από την χώραν έμεινα εις τον λόγγον όλον το επίλοιπον της ημέρας, απερνώντάς το εις το να καλλωπισθώ και να στολισθώ καπνιζόμενος από τα μυρωδικά αρώματα. Και φθάνοντας η νύκτα εμβήκα εις την κασσέλαν μου εύμορφα στολισμένος, και εφέρθηκα πάλιν επάνω εις το σκέπος του παλατίου· εγώ εμβήκα εις τον χοντζερέ της βασιλοπούλας ωσάν και την άλλην νύκτα. Αυτή η βασιλοπούλα μου έδωσε να καταλάβω πως με μεγάλην ανυπομονησίαν με εκαρτερούσεν· ω μεγάλε προφήτα, αυτή μου είπεν, άρχιζα να φοβούμαι μήπως είχες λησμονήσει την νύμφην σου διά την άργητά σου. Αχ, ακριβή βασιλοπούλα μου, της απεκρίθηκα, ημπορούσες εσύ να στοχασθής ένα τέτοιον πράγμα; και εις καιρόν που σου έδωσα τον λόγον μου δεν έπρεπε να αμφιβάλλεις πως θα σε αγαπήσω εις τον αιώνα. Μα, ειπέ μου, εκείνη μου είπε· διατί έχεις την μορφήν σου έτσι νέαν; επίστευα πως ο προφήτης ήτον ένας σεβάσμιος γέρων. Δεν γελιέσαι, της είπα, βέβαια η μορφή μου γηραλαία είνε και έτσι πρέπει να με στοχάζωνται, και αν ερχόμουν καθώς είμαι, εσύ με ήθελες ιδεί με τα γένεια άσπρα και μακρά, και με το κεφάλι φαλακρόν· μα το έκρινα εύλογον ότι θέλεις αγαπήσει καλύτερον αν είμαι με μορφήν νέαν, παρά γηραλέαν· και διά τούτο ήλθα εις ετούτην την μορφήν καθώς με βλέπεις. Η βασιλοπούλα δεν έλειψε που να δώση πίστιν και εις ετούτο το ψεύμα, και ούτω με την ευγλωττίαν μου της εσήκωσα κάθε υποψίαν, και εχαρήκαμε καθώς εποθούσα και εκείνην την νύκτα.

Εβγήκα πάλιν από το παλάτι εις το τέλος της νυκτός διά τον φόβον να μην ξεσκεπασθώ, ότι εγώ είμαι ένας ψευδοπροφήτης. Εξαναγύρισα πάλιν την ερχομένην νύκτα. Και με τόσην επεδεξιότητα εφερνόμουν πάντα, που η Σχυρίνα και η Μαλτούλα δεν έβαλαν καμμιάς λογής αμφιβολίαν πως ήθελαν είναι γελασμένες· και ούτως επίστευσαν όλον εκείνο που τους έδιδα να καταλάβουν.

Εις διάστημα το λοιπόν ολίγων ημερών ο βασιλεύς ο πατέρας της συντροφιασμένος από τους οφφικιάλους του, εφέρθη εις το παλάτι της βασιλοπούλας· Και ανοίγοντας τες πόρτες του παλατίου με τα κλειδιά, που ο ίδιος εβαστούσεν, εμβήκε μόνος του, και ανέβη εκεί που η Σχυρίνα ήτον. Αυτή βλέποντάς τον έμεινεν αντραλωμένη και ανακατωμένη από εντροπήν. Ο βασιλεύς την απείκασε που κάτι είχε, και ηθέλησε να μάθη την αιτίαν. Η περιέργειά του αβγάτισε την αντράλωσιν της Σχυρίνας η οποία τέλος πάντων γνωρίζοντας πως ήτον υπόχρεη να τον ευχαριστήση του εδιηγήθη εκείνο που ακολούθησεν.

Η υψηλότης σου, ω βασιλέα μου, ημπορεί να στοχασθή ποίας λογής εστάθη η έκστασις του βασιλέως της Γάζνας, οπόταν άκουσε πως αυτός ήτον χωρίς να ηξεύρη πενθερός του Μωάμεθ. Αχ, τι ανόμημα εφώναξεν, είνε τούτο! αχ, θυγάτηρ μου, πόσον είσαι άνομη; ω ουρανέ, τώρα καταλαμβάνω πως είναι μάταιον το να γυρεύη τινάς να αποφύγη από τα εναντία που του φυλάγονται· το προγνωστικόν της Σχυρίνας είναι τελειωμένον, και καθώς βλέπω ένας επίβουλος την επλάνεσε και την απάτησε. Και έτσι λέγοντας εβγήκε με πολλήν σύγχυσιν από τον χοντζερέ της Σχυρίνας, και επήγε ζητώντας εις όλον το παλάτι διά να με εύρη· μα εστάθηκαν μάταιες η εξέτασες που έκαμε, Και όλος θαυμασμένος έλεγεν· αλλά πώς εκείνος ο αυθάθης ημπόρεσε να έμπη εις τούτο το καστέλλι; ετούτο είναι εκείνο που δεν ημπορώ να καταλάβω.

Τότε έκραξε τον βεζύρην του, και τους αφεντάδες που είχαν έλθη μαζί του, οι οποίοι έτρεξαν ευθύς εις το πρόσταγμά του. Και βλέποντάς τον συγχισμένον, τον ερώτησεν ο βεζύρης το τι του εσυνέβη. Ο βασιλεύς εδιηγήθη τα όσα ήκουσεν από την θυγατέρα του και τους ερώτησε τι καταλαμβάνουν διά εκείνο το συμβεβηκός. Ο βεζύρης ωμίλησε πρώτος και είπεν, ότι ετούτη η αμφίβολος υπανδρεία ημπορούσε να είνε αληθινή, αγκαλά και φαίνεται μυθώδης, επειδή και ο προφήτης ημπορεί να κάμη ό,τι θέλει· οι άλλοι αφεντάδες διά να ευχαριστήσουν τον βεζύρην, του εβεβαίωναν την γνώμην. Μα ένας του τζοχαντάρης, όντας εναντίας γνώμης είπε με τούτον τον τρόπον· μένω πολλά θαυμασμένος εις το να βλέπω ανθρώπους στοχαστικούς και φρονίμους να πιστεύουν εις μίαν διήγησιν έτσι μυθώδη, και να πιστεύουν ότι ο μέγας προφήτης μας θα καταδεχθή να έλθη να γυρέψη γυναίκα επάνω εις την γην, εις καιρόν που αυτός εις τους ουρανούς είνε περιτριγυρισμένος από τα πλέον ωραιότατα κορίτσια του παραδείσου, που δεν διαβαίνουν τους δεκαπέντε χρόνους, και που πάντα εις αυτήν την ηλικίαν στέκονται. Και αν ο βασιλεύς θέλει να δώση πίστιν, αντί να εναντιωθή, εις μίαν διήγησιν τόσον γελοιώδη, σφάλλει πολύ· μα πρέπει να εξετάξη με φρονιμάδα μεγάλην αυτήν την υπόθεσιν, και είμαι βέβαιος, ότι θέλει έλθει πολλά ογλήγορα εις γνώσιν του αυθάδους, ο οποίος υποκάτω εις ένα ιερόν όνομα έλαβε την τόλμην να απατήση την βασιλοπούλαν.

Με όλον που ο Βαχμάν ήτο ευκολόπιστος, και μάλιστα που ο βεζύρης του και οι άλλοι αφεντάδες τον εβεβαίωναν, ότι δεν ήτον δύσκολον η υπανδρεία του Μωάμεθ με την θυγατέρα του, άρχισε να αμφιβάλλη, και απεφάσισε διά να βγάλη εις το φως την αλήθειαν. Ηθέλησε λοιπόν να ακολουθήση με φρονιμάδα και να πασχίση να ομιλήση μόνος του χωρίς να είνε άλλος τινάς με τον νομιζόμενον προφήτην. Και με τούτον τον τρόπον απέστειλε τον βεζύρην του και τους λοιπούς εις Γάζναν, δίδοντάς τους θέλημα να γυρίσουν την ερχομένην ημέραν. Τότε αυτός μένοντας μόνος με την θυγατέρα του, άρχισε να την ξαναεξετάξη περί αυτής της υποθέσεως έως που να έλθη η νύκτα· την ηρώτησεν ακόμη ανίσως και έφαγεν ο προφήτης μαζί της, και αυτή του απεκρίθη πως δεν εστάθη τρόπος να φάγη ούτε να πίη, με όλον που πολλά τον επαρακάλεσε· της έκαμε και άλλα διάφορα ζητήματα, και εις όλα ήκουε με πολλήν προσοχήν τες αποκρίσεις της. Φθάνοντας ως τόσον η νύκτα ο Βαχμάν επήγε και εκάθησεν εις ένα σκαμνί, και έκαμε να του βάλλουν δύο κηρία αναμμένα έμπροσθέν του επάνω εις μίαν ταύλαν· έβγαλε το σπαθί του από το θηκάρι, διά να το έχη έτοιμο να το μεταχειρισθή, αν του ήθελε κάμει χρεία, και να το βάψη εις το αίμα μου διά την ατιμίαν πού έκαμα της τιμής του· και εις κάθε στιγμήν με ανάμενε με ανυπομοσίαν διά να με ιδή να υπάγω.

Εκείνην την νύκτα κατά τύχην ηθέλησε να είνε ο καιρός πολλά ανακατωμένος, και μια μεγάλη άστραψις εθάμπωσε τους οφθαλμούς του βασιλέως, και τον έκαμε να πιστεύση πως ήτον ένα σημείον του ερχομού μου. Και πλησιάζοντας εις το παράθυρον, από το οποίον η Σχυρίνα του είχεν ειπεί πως εγώ έμβαινα, είδεν εις τον αέρα πολλάς φλόγας από τον καιρόν που ήτον· και όλα αυτά τα φαινόμενα τα έπαιρνε διά προμηνύματα του ερχομού μου, και με βεβαίαν γνώμην εστοχάσθη, ότι εκείνες οι λάμψες και φλόγες δεν ήτον άλλο, παρά πως οι πόρτες του ουρανού ανοίγονταν διά να έβγη ο προφήτης και να κατέβη εις την γην·

Εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν του βασιλέως το πνεύμα, ημπορούσα χωρίς φόβον να φανερωθώ έμπροσθέν του. Και αντίς να τον εύρω θυμωμένον οπόταν του εφανερώθηκα εις το παράθυρον, έμεινα εκστατικός βλέποντάς τον από τον φόβον του να μου προσφέρη σέβας και τιμήν· αυτός άφησε και έπεσε το σπαθί από το χέρι του· και πέφτοντας εις τους πόδας μου, τους εφιλούσε λέγοντας· ω μεγαλώτατε προφήτα, ποίος είμαι εγώ, και τι αγαθόν έκαμα που εκαταδέχθης να μου κάμης την τιμήν να σου είμαι πενθερός σου; Από ετούτα τα λόγια εκατάλαβα εκείνο που ακολούθησεν αναμέσον του βασιλέως και της θυγατρός του· και εγνώρισα ότι ο καλός Βαχμάν δεν ήτον πλέον δύσκολον να γελασθή από την θυγατέρα του· έλαβα χαράν εις το να τον γνωρίσω τέτοιον και μάλιστα που δεν μου έτυχε να κάμω με κανέναν γεμάτον από πνεύμα, που να κάμη τον προφήτην να χάση τα κατάστιχά του υποκάτω εις τες εξέταξές του· και ενδυναμούμενος από την αδυναμίαν του βασιλέως τον εσήκωσα και του είπα. Ω βασιλεύ, εσύ είσαι από όλους τους βασιλείς τους Μουσουλμάνους ο πλέον τηρητής των προσταγμάτων μου και της θρησκείας μου και διά την καλήν σου πίστην ήλθα να σου το ανταμείψω· εσύ καλά ηξεύρεις από τους αστρολόγους πως στέκει γραμμένον επάνω εις τες πλάκες του γραπτού, ότι η θυγατέρα σου ήθελεν είναι απατημένη από έναν άνθρωπον· εγώ επαρακάλεσα τον ύψιστον διά να την ελευθερώση από τούτο το άτιμον αποτέλεσμα, το οποίον διά τες παρακάλεσές μου μού το εχάρισεν· όμως με την συμφωνίαν ότι η Σχυρίνα θα ήθελεν είναι μία από τες γυναίκες μου εις το οποίον εγώ έκλινα διά να σου κάμω την ανταμοιβήν διά τες καλές προσκύνησες που καθημερινώς κάνεις.

Ο Βαχμάν όντας αδύνατος εις το πνεύμα, επίστευσεν όλον εκείνο που του είπα χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν· και όλος γεμάτος από επιθυμίαν διά να στερεώση μίαν εδικοσύνην με τον προφήτην, έπεσεν εκ δευτέρου εις τους πόδας μου εις σημείον της μεγάλης του ευχαριστήσεως. Εγώ τον εξανασήκωσα και τον αγκάλιασα βεβαιώνοντάς τον ότι πάντα θα είμαι εις βοήθειάν του. Έπειτα από ετούτα, αυτός στοχαζόμενος ότι ήτον χρέος ευγενείας να με αφήση μόνον με την θυγατέρα του, ανεχώρησεν εις άλλον χοντζερέ, και εγώ επεριδιάβασα όλην την νύκτα με την Σχυρίναν, και πριν ξημερώση εμίσευσα, και ήλθα με την κασσέλαν εις τον συνηθισμένον λόγγον.

Την ερχομένην ταχυνήν, ο βεζύρης και οι άλλοι αφεντάδες εφέρθηκαν εις το παλάτι της βασιλοπούλας· αυτοί ερώτησαν τον βασιλέα αν έμεινε βεβαιωμένος διά τα όσα ήθελε να μάθη. Ναι, τους είπεν ο βασιλεύς, έκαμα εκείνο που κάνει χρεία· είδα τον ίδιον μέγαν προφήτην, και με αυτόν εσυνωμίλησα· αυτός είναι νυμφίος της θυγατρός μου· και δεν είναι αλήθεια μεγαλυτέρα από τούτην. Εις τέτοιαν διήγησιν ο βεζύρης και οι λοιποί εγύρισαν προς εκείνον που εναντιώνονταν επάνω εις αυτό και τον ωνείδισαν διά την απιστίαν του. Αυτός όντας σταθερός εις την γνώμην του, έπασχε με κάθε τρόπον να βεβαιώση τον βασιλέα πως είνε αδύνατον ο προφήτης να υπανδρευθή με την θυγατέρα του, και πως αυτό είναι ένα μέγα ψεύμα. Ολίγον έλειψεν ο βασιλεύς να οργισθή εναντίον εκείνου του απίστου, ο οποίος διά την απιστίαν του έγινε το παίγνιον όλης της αυλής.

Ένα νέον συμβεβηκός που εις την ιδίαν ημέραν εσυνέβη ετελείωσε να στερεώση τον βασιλέα και τους λοιπούς εις την γνώμην τους. Εις το γύρισμα που έκανεν εις την χώραν ο βασιλεύς με τους ακολούθους του, τους έπιασεν ένας καιρός πολλά σφοδρός εις τον κάμπον, τόσον που έμεναν εις κάθε ολίγον τυφλωμένοι από τες αναλαμπές και φοβερές βροντές που εγίνονταν, και εφαίνονταν ότι θα ήτον το τέλος του κόσμου. Εσυνέβη εξ απροσεξίας, και το άλογον εκείνου του τζοχαντάρη που εναντιώνονταν, να ξαφνισθή από μίαν βροντήν, και τον έρριξε κατά γης και ετσάκισεν ένα του ποδάρι· ετούτο το συμβεβηκός ενομίσθη ως μία παίδευσις ουράνιος διά την απιστίαν του. Ω κακότυχε, εφώναξεν ο βασιλεύς βλέποντάς τον πεσμένον από το άλογον, ετούτος είναι ο καρπός του δισταγμού σου και της απιστίας σου, εσύ δεν ηθέλησες να δώσης πίστιν, και ο προφήτης δικαίως σε επαίδευσε· και ύστερον κάνοντας να τον σηκώσουν, τον επήγαν εις το σπήτι του σακατεμένον. Εγώ εκείνην την ημέραν επήγα διά να σεργιανίσω εις την χώραν, ήκουσα αυτήν την είδησιν, ομοίως και το συμβεβηκός του τζοχαντάρη, που έπεσεν από το άλογον. Δεν ημπορώ να διηγηθώ έως ποίον βαθμόν εκείνος ο λαός ήτον ευκολόπιστος και δεισιδαίμων· έκαναν τόσες χαρές, που ακούονταν παντού να φωνάζουν. Ας είνε ζωή εις τον Βαχμάν, Πενθερόν του Προφήτου. Έφθασε και εκείνη η νύκτα, κατά την συνήθειαν εφέρθηκα εις την βασιλοπούλαν. Ωραία Σχυρίνα, της είπα εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ της, εσύ δεν ηξεύρεις, εκείνο που εσυνέβη σήμερον εις τον κάμπον· ένας τζοχαντάρης ο οποίος εδίσταζεν ότι εσύ είσαι γυναίκα του Μωάμεθ, έλαβε την παίδευσιν της απιστίας του. Έκαμα να σηκωθή μία φουρτούνα, η οποία έβαλεν εις φόβον το άλογόν του, τόσον που τον έρριξε και ετσάκισε το ποδάρι του, και όλον ετούτο το έκαμα εις παράδειγμα των άλλων, που ήθελαν διστάσει εις την υπανδρείαν μου. Εκείνη με επίστευσεν εις όσα της είπα, κατά την συνήθειαν και ύστερον από αυτό εχαρήκαμεν με την Σχυρίναν το επίλοιπον της νυκτός, και εις την συνειθισμένην ώραν ανεχώρησα.

Ως τόσον εις το αναμεταξύ αυτού του καιρού, έφαγα όλην μου την ζωοτροφίαν που είχα, και καθώς δεν είχα κανένα δηνάρι, έτσι ο προφήτης δεν ήξευρε πως να προμηθευθή από ζωοτροφίαν. Και εκεί που εστοχαζόμουν, μου έρχεται ένας στοχασμός. Βασίλισσά μου, της λέγω μίαν βραδιάν που ευρισκόμουν με αυτήν, ημείς ελησμονήσαμεν να φυλάξωμεν μίαν τάξιν εις την υπανδρείαν μας· εσύ δεν μου έδωσες κανένα πράγμα διά προίκα, και αυτό το πράγμα μου κακοφαίνεται, επειδή και εβγαίνομεν έξω από τα όρια των νόμων. Ας είνε, ω ακριβέ μου νυμφίε, μου απεκρίθη, θέλω ομιλήσει αύριον του πατρός μου, και χωρίς αμφιβολίαν θέλει στείλει εδώ όλα τα πλούτη του. Όχι όχι της αποκρίθηκα δεν είναι αναγκαίον να του ομιλήσης· ολίγον με συμφέρουν οι θησαυροί του με το να μου είνε άχρηστοι· μου φθάνει ότι με το χέρι σου να μου δώσης κανένα διαμαντικόν, αυτό θέλει είνε η μοναχή προίκα που σου ζητώ. Η Σχυρίνα ήθελε δώσει όλα τα διαμαντικά της διά να κάμη πλέον μεγάλην την προίκα της· μα ευχαριστήθηκα να πάρω μόνον δύο χονδρά διαμάντια, τα οποία τα επούλησα την ερχομένην ημέραν εις ένα ντζοβαϊριτσή, και με αυτό το μέσον εβάλθηκα εις στάσιν διά να ακολουθήσω να φανερώνω την μορφήν του Μωάμεθ.

Έτρεχε σχεδόν ένας μήνας, που απερνούσα διά προφήτης, και ετραβούσα μίαν ζωήν πολλά ευτυχισμένην οπόταν έφθασεν ένας Αμπασατόρος από όνομα ενός βασιλέως σημαντικού, γυρεύοντας του Βαχμάν την θυγατέρα του εις γυναίκα του, του οποίου ο Βαχμάν απεκρίθη λέγοντας, πως του κακοφαίνεται που δεν ημπορούσε να τον υπακούση, με το να την υπάνδρευσε με τον Μωάμεθ. Ο Αμπασατόρος εστοχάσθη από αυτήν απόκρισιν ότι ο βασιλεύς της Γάζνας θα ετρελλάθη· και πεισμωμένος εμίσευσε, και ήλθεν εις τον βασιλέα του, και επρόσφερε την απόκρισιν του Βαχμάν. Αυτός ο βασιλεύς εθυμώθη κατά πολλά εναντίον του Βαχμάν και ευθύς επρόσταξε διά να υπάγη καταπάνω του, και ούτως έκαμε μίαν μεγάλην αρμάδα, και με αυτήν εμβήκεν εις το βασίλειον της Γάζνας. Αυτός ο βασιλεύς, ονομαζόμενος Κασέμ, ήτον πολλά δυνατώτερος από τον Βαχμάν ο οποίος από το μέρος του ετοιμάσθη όπως και αν ημπόρεσε διά να εναντιωθή εις τον εχθρόν του. Ο Κασέμ του εχάλασε πολύ στράτευμα του Βαχμάν· τόσον που με πολλήν ογλήγορότητα έφθασεν οποκάτω εις τα τείχη της Γάζνας. Ως τόσον ο βασιλεύς της Γάζνας καταδαμασμένος από την ανδρείαν των στρατιωτών του Κασέμ, άρχισε να χάνη τας ελπίδας του, και να εμβαίνη εις μέγαν φόβον και ευθύς επρόσταξε να συναχθή συμβούλιον διά να ιδή, τι έχει να κάμη· εις το οποίον ο τζοχαντάρης, που ετσάκισε το ποδάρι του ωμίλησε με τον ακόλουθον τρόπον.

Εγώ μένω εκστατικός που ο βασιλεύς δείχνει τόσον φόβον διά τούτον τον εχθρόν, εις καιρόν που δεν έπρεπε να φοβηθή όχι μόνον τον Κασέμ, μα ούτε όλους τους βασιλείς, που θα ήθελαν ενωθή όλοι ομού εναντίον του, με το να έχη γαμβρόν τον Μωάμεθ· το ύψος της βασιλείας σου δεν ημπορεί να κάμη άλλο, παρά να προστρέξη εις τον προφήτην ωσάν γαμβρός σου που είνε, και αυτός με ταχύτητα θέλει συγχίσει τους εχθρούς σου· πρέπει να είναι υπόχρεως διά να σε βοηθήση, επειδή και από αιτίαν της υπανδρείας του σου εσήκωσε τον πόλεμον ο Κασέμ.

Με όλον που ετούτη η ομιλία του τζοχαντάρη ήτον περιγελαστική, δεν έλειψε που να προξενήση πολύ θάρρος εις τον Βαχμάν. Εσύ έχεις δίκαιον, λέγει του τζοχαντάρη· εγώ πρέπει να προστρέξω εις τον προφήτην· υπάγω να τον παρακαλέσω διά να εμέ βοηθήση να χαλάσω τον εχθρόν μου και ελπίζω ότι η παρακάλεσίς μου να μη γένη άκαιρη. Έτσι λέγοντας εφέρθη εις το παλάτι της Σχυρίνας με πολλήν ογληγορότητα, και της είπεν ότι θα ενωθούν διά να παρακαλέσουν τον προφήτην διά να τον βοηθήση εις αυτήν την ανάγκην. Η Σχυρίνα του έταξε πως δεν θέλει είνε δύσκολον διά να τον υπακούση, και να του κάμη την θέλησιν ο μέγας προφήτης· και ούτω με εκαρτερούσαν με μεγάλην ανυπομονησίαν διά να πηγαίνω εκεί διά να με παρακαλέσουν. Φθάνοντας λοιπόν η νύκτα επήγα κατά την συνήθειαν εις την Σχυρίναν. Τότε ο πατέρας της και αυτή ευθύς που με είδαν, επρόσπεσαν εις τους πόδας μου, ζητούντες μου βοήθειαν. Εγώ έμεινα αντραλωμένος διά την ζήτησιν που μου έκαμαν, μα με όλον τούτο δεν έχασα το πνεύμα μου· έκαμα διά να σηκωθούν, και τους εβεβαίωσα πως δεν θέλω λείψει διά να τους κάμω την ζήτησιν. Ερχομένη η συνηθισμένη ώρα εμίσευσα, τάζοντάς της Σχυρίνας ότι θα βάλω εις έργον το τάξιμόν μου.

Την ακόλουθον ημέραν κατά πρώτον επήγα με την κασσέλαν μου εις ένα υψηλόν τόπον, και εθεώρησα καταλεπτώς την κατάστασιν του στρατεύματος του Κασέμ, ομοίως και την τένταν που αυτός ήτον οικονευμένος· και ωσάν είδα όλα αυτά καλώς, επήγα εις έναν τόπον πετρώδη, και έμασα πολλότατες πέτρες μικρές και μεγάλες, και εγέμισα όσον ημπόρεσα την κασσέλαν μου· έπειτα εφέρθηκα εκείνην την ίδια νύκτα εις την τένταν του βασιλέως, τον καιρόν πού οι φύλακες εκοιμώνταν, και κατεβαίνοντας εκεί εβγήκα κρυφίως από την κασσέλαν μου χωρίς να είμαι από κανένα θεωρημένος, και βλέποντας που ο Κασέμ εκοιμώνταν, τραβώ μιαν πέτραν και τον κτυπώ με μεγάλην δύναμιν εις το κεφάλι, και τον ελάβωσα μεγάλως. Ο Κασέμ από την λαβωματιάν εφώναξε μεγάλως, και ευθύς εξύπνισε τους φύλακας και τους οφφικιάλους του οι οποίοι έτρεξαν εις βοήθειάν του και βλέποντές τον γεμάτον από αίματα και μισαποθαμμένον άρχισαν να φωνάζουν και να οδύρωνται.

Ο φόβος έγινε κοινός εις όλον το στράτευμα, και τρέχοντας η φωνή πως ο βασιλεύς ελαβώθη χωρίς να δυνηθή να καταλάβη πόθεν ήλθεν αυτό εβάλθησαν όλοι εις μεγάλην σύγχισιν. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί ούτως ήτον συγχισμένοι, εγώ σηκωνόμενος εις τον αέρα απόλυσα μίαν χάλαζαν από πέτρες που είχα, επάνω εις την τένταν την βασιλικήν και ολοτρόγυρα που τους έκαμα όλους να τρομάξουν και πολλοί στρατιώται έμειναν λαβωμένοι, και άλλοι σκοτωμένοι· όθεν εδόθη φωνή πως βρέχει πέτρες επάνω εις την τένταν του βασιλέως, και αυτή η είδησις εκοινολογήθη εις όλον το στράτευμα, τόσον που εμβαίνοντας εις μέγαν φόβον εδόθηκαν εις φυγή, λέγοντες πως ο προφήτης ήτον θυμωμένος εναντίον του Κασέμ. Και με τούτον τον τρόπον έφυγεν όλον το στράτευμα κακώς έχοντας, και άφησαν όλην τους την ζωοτροφίαν, και τα αναγκαία του πολέμου εις τον κάμπον της Γάζνας.

Ο βασιλεύς Βαχμάν έμεινε προς τα ξημερώματα κατά πολλά εκστατικός, οπόταν ήκουσε πως ο εχθρός έφυγε κακώς έχοντας· και ευθύς εβγαίνοντας από την Γάζναν με το στράτευμά του, έκαμε μεγάλον φθαρμόν εις τους φεύγοντας εχθρούς· έπειτα εγύρισεν εκεί που ήτον το στράτευμά του και όλοι εγύρισαν με διάφορα κούρση καταφωρτωμένοι εις την Γάζναν. Ύστερον από αυτό έγιναν μεγάλες χαρές εις τον λαόν και όλοι έτρεξαν εις τα μετζίτια εις ευχαρίστησιν του Μωάμεθ, που εκαταχάλασε τους εχθρούς, και τους απεδίωξεν από το βασίλειόν του, και την ιδίαν νύκτα επήγεν ο Βασιλεύς χωρίς να είναι συντροφιασμένος από κανένα εις το παλάτι της βασιλοπούλας. Θυγατέρα μου, της είπεν, ιδού που ήλθα διά να ανταποδώσω ευχαρίστησες του μεγάλου προφήτου, που είμαι χρεώστης διά την φθοράν, καθώς το έμαθες, των εχθρών μου· διά το οποίον είμαι τόσον κατανυκτικός, που αποθαίνω από την ανυπομονησίαν εις το να του φιλήσω τα ποδάρια, και να του κάμω την πρέπουσαν ευχαρίστησιν.

Έλαβεν αυτός πολλά ογλήγορα την ευχαρίστησιν που επιθυμούσεν· εμβήκα κατά την συνήθειαν εις τον χοντζερέ της Σχυρίνας, εις τον οποίον εστοχαζόμουν πως θέλω τον εύρει. Αυτός ευθύς έπεσεν εις τους πόδας μου, και φιλώντας τους μου έκανε μεγάλες ευχαρίστησες· εγώ τον εσήκωσα και του εφίλησα το μέτωπον· έπειτα του είπα· ημπορούσες ποτέ να στοχασθής ότι εγώ να μη σε συντρέξω με την βοήθειάν μου εις την ανάγκην, εις την οποίαν διά την αγάπην μου ήσουν; επαίδευσα τον αυθάδη Κασέμ, ο οποίος εστοχάζονταν να κυριεύση το βασίλειόν σου, και να αρπάξη την Σχυρίναν διά να την βάλη εις τον αριθμόν από τες σκλάβες του. Μη φοβάσαι το λοιπόν πλέον εις το ερχόμενον, ότι καμμία δύναμις ανθρωπίνη θα τολμήση να σηκώση εναντίον σου πόλεμον· και αν κανείς, ήθελε λάβει την τόλμην διά να έλθη να σε ενοχλήση, θέλω κάμει να πέση επάνω εις το στράτευμά του μία βροχή από φωτιάν, που να τους κάμη όλους στάκτην.

Αφού τον εξαναβεβαίωσα πως θέλω τον έχει πάντα εις το σκέπος μου, και ωμιλήσαμεν και καμπόσον διά την φθοράν του στρατεύματος του Κασέμ, ετραβήχθη διά να μας αφήση εις ελευθερίαν με την Σχυρίναν· η οποία και αυτή δεν έλειψε που να δείξη μεγάλες ευχαρίστησες· και μου το εβεβαίωσε με χίλια χάιδια που με έκαμεν· και ούτως έστεκα όλως αφιερωμένος εις αγαλλίασιν με αυτήν. Μα οπόταν εκατάλαβα που ήτον σιμά να ξημερώση ετραβήχθηκα εις τον συνηθισμένον μου τόπον. Ήτον όλοι της Γάζνας τόσον στερεά βεβαιωμένοι, πως εγώ ήμουν ο Μωάμεθ, αφού σχεδόν ολίγον έλειψε να το πιστεύσω και εγώ πως ήμουν αυτός ο ίδιος ο προφήτης διά τα όσα εκατώρθωνα. Δύο ημέρας υστερώτερα από αυτό το κάμωμα ο βασιλεύς της Γάζνας επρόσταξε να γίνουν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν, όχι μόνον διά τον χαλασμόν των εχθρών του, αλλά και διά να εορτασθούν με μεγάλην παράταξιν οι γάμοι της βασιλοπούλας Σχυρίνας με τον Μωάμεθ. Εστοχάσθηκα ότι θα έκανε χρεία να δοξάσω με κάποιον μέγα σημείον μίαν εορτήν που εγίνονταν εις τιμήν μου. Και δι' αυτήν την αιτίαν, επήγα εις την Γάζναν, και αγόρασα μπαρούτι, θειάφι, νίτρον, καμφορά, κα άλλα αναγκαία και εστάθηκα όλην την ημέραν εις τον λόγγον, και έκαμα μίαν μηχανικήν φωτιάν πολλά εξαίρετην. Και ερχομένη η νύκτα τον καιρόν που όλος ο λαός εις τες στράτες εχαίρουνταν, εφέρθηκα επάνω εις την χώραν και σηκωνόμενος πολλά εις τα ύψη, άναψα την μηχανικήν φωτιάν, και έκαμα να φανούν εις τον αέρα διάφορες φλόγες, ήλιος, σελήνη, αστέρες φωτεινοί, και άλλα παρόμοια, που τους έκαμαν να μείνουν εκστατικοί· και αφού αποτελείωσα τες φωτιές μου ετραβήχθηκα εις τον συνειθισμένον μου τόπον όλος χαρά. Ερχομένη δε η ημέρα επήγα εις την χώραν διά να λάβω την χαράν εις το να ακούσω το τι ωμιλούσεν ο λαός εις εκείνο που έκαμα· δεν έμεινα εις εκείνο που ήλπιζα γελασμένος· ο λαός έκαμνε διάφορες παράξενες διηγήσεις εις το κατόρθωμά μου· ένας έλεγεν ότι ο Μωάμεθ ήτον εκείνος, που διά να δώση να καταλάβουν πως είχεν ευχαρίστησιν εις τες χαρές που δι' αυτόν εγένοντο, έκανε να φανούν φωτιές ουράνιες. Άλλος εβεβαίωνε πως είχεν ιδή, ανάμεσα εις εκείνα τα νέα μετέωρα τον προφήτην με γένεια άσπρα και μορφήν σεβασμίαν, και άλλα διάφορα.

Όλες αυτές οι διήγησες και ομιλίες πολλήν περιδιάβασιν μου έδωσαν· μα αλλοίμονον εις εμέ, τον καιρόν που εγώ ήμουν εις αυτήν την χαράν, η κασσέλα μου, η ακριβή μου κασσέλα, όργανον των θαυμαστών μου κατορθωμάτων εκαίονταν εις τον λόγγον· κατά πως φαίνεται καμμία σκανζιλήθρα που δεν απείκασα από τες φωτιές που έκανα, θα έμεινε μέσα και την έφθειρεν, οπόταν ήμουν ξέμακρα από αυτήν· ώστε που εις τον γυρισμόν μου την ηύρα όλην καμμένην. Ένας πατέρας, ο οποίος εμβαίνοντας εις τον οίκον του βλέπει τον μονογενή του υιόν σκοτωμένον από χίλιες λαβωματιές θανατηφόρες, και πνιγμένον εις το ίδιον του αίμα, δεν ημπορούσε να είνε θλιμμένος περισσότερον από έναν πόνον ωσάν τον εδικόν μου· ο λόγγος αντηχολογούσεν από τον βρυγμόν μου, και από τα παράπονά μου, έσχισα τα φορέματά μου, εκατάκοψα τες σάρκες μου, και δεν ηξεύρω πως εσυμπάθησα την ζωήν μου εις την απελπισίαν που μου ήλθε, διά την υστέρησιν της μηχανικής μου κασσέλας. Ως τόσον το κακόν ήτον χωρίς ιατρείαν, και έπρεπεν εγώ να κάμω άλλην απόφασιν· και ετούτη ήτον να υπάγω αλλού εις συναπάντησιν νέας τύχης. Με τούτον τον τρόπον ο προφήτης Μωάμεθ, αφίνοντάς τον Βαχμάν και την Σχυρίναν εις μεγάλην θλίψιν, εξεμάκρυνεν από την χώραν της Γάζνας.

Τρεις ημέρες υστερώτερα, εσυναπάντησα ένα καραβάνι από πραγματευτάδες που επήγαιναν εις την Αίγυπτον, και ανταμωνόμενος με αυτούς ήλθα εκεί· εις την οποίαν ευρέθηκα στενεμμένος διά να μάθω τον υφαντήν διά να ημπορέσω να ζήσω. Εκεί έμεινα διά καμπόσον καιρόν, έπειτα ήλθα εις την Δαμασκόν και εδώ ακόμη ακολούθησα την τέχνην μου εις το να υφαίνω· φαίνομαι πως είμαι πολλά ευχαριστημένος της στάσεώς μου, μα ετούτη είνε μία θεωρία ψεύτικη, δεν ημπορώ να βγάλω από τον νουν μου την ενθύμησιν της ευτυχίας μου, εις την οποίαν ευρισκόμουν· η Σχυρίνα είναι πάντα παρούσα εις τους οφθαλμούς μου, και με όλον που πάσχω διά να κάμω να μου εξαλειφθή αυτός ο στοχασμός, δεν είναι βολετόν ποτέ να την απολησμονήσω, και αυτό με κάνει δυστυχέστατον. Ετούτη είναι η ιστορία μου, ω βασιλέα, που με εβίασες διά να σου διηγηθώ· ηξεύρω καλώτατα που δεν ευρίσκεται εύλογον το γέλασμα, που του βασιλέως της Γάζνας έκαμα, και της βασιλοπούλας Σχυρίνας· και διά την ιερόσυλόν μου τόλμην που έλαβα η υψηλότης σου θέλει με συμπαθήσει· επειδή και η βασιλεία σου εστάθης η αιτία, και με εβίασες διά να φανερώσω με κάθε καθαρότητα το ανόμημα που έκαμα.

Ακολούθησις της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου και του Βεζύρη του.

Ο βασιλεύς Βεδρεδίν απέλυσε τον Μαλέχ, αφού ήκουσε την ιστορίαν του· έπειτα είπε προς τον βεζύρην του και προς τον αγαπημένον του Σεήφ· τα συμβεβηκότα αυτουνού του υφαντή, δεν είναι ολιγώτερον από των εδικών σας παράξενα· μα αγκαλά και αυτός δεν είναι από εσάς πλέον ευτυχισμένος, μη στοχάζεσθε με όλον τούτο να με κάμετε να κλίνω πως να μην ευρίσκεται κανείς που να χαίρεται μετά τελείαν ευτυχίαν· θέλω να εξετάξω τους αξιωματικούς μου, τους οφφικιάλους μου, και όλους του παλατίου. Σύρε, ω βεζύρη, και κάμε να έλθη ένας κατόπιν από τον άλλον έμπροσθέν μου.

Ο βεζύρης υπήκουσε, και ευθύς έφερε τους αξιωματικούς, τους οποίους εξετάζοντας τους ηύρε που να κλαίωνται, ποίος από το ένα και ποίος από το άλλο· και μην ευρίσκοντας κανένα χωρίς θλίψιν τους απέλυσε. Την άλλην ημέραν έκαμε να έλθουν οι οφφικιάλοι, και εξετάζοντας και αυτουνούς τους ηύρε παρομοίους με τους άλλους· και ανάμεσα εις τόσους, δεν εστάθη κανείς να ευρεθή να ειπή πως είναι ελεύθερος από πίκραν. Βλέπω, έλεγε, πως από αυτουνούς δεν ευρέθη κανείς κατά την γνώμην μου· θέλω να δοκιμάσω και όλους τους λοιπούς του παλατίου μου, μικρούς τε και μεγάλους· έλαβεν αυτήν την υπομονήν εις το να εξετάση ένα προς ένα, και του έδωκαν και αυτοί την απόκρισιν που του έδωκαν και οι πρώτοι, πως κανείς δεν ήτον χωρίς βάσανον· ποίος εκλαίονταν από την γυναίκα του, ποίος από τα παιδιά του, ποίος πως ήτον φτωχός, ποίος πλούσιος και δεν είχε την υγείαν του, και όλοι είχαν τον πόνον τους.

Ο βασιλεύς με όλον τούτο δεν έχασε την ελπίδα να μην εύρη κανέναν άνθρωπον χωρίς θλίψιν. Μου φθάνει να εύρω ένα μόνον, έλεγε του βεζύρη, και δεν θέλω άλλον επειδή και εσύ στέκεις στερεός πως να μην είνε τινάς. Ναι, ω βασιλεύ, απεκρίθη ο βεζύρης σου το ξαναβεβαιώνω· και είναι ανωφελείς οι ζήτησες της βασιλείας σου. Εγώ δεν είμαι με όλον τούτο καταπεισμένος, απεκρίθη ο βασιλεύς και μου έρχεται εις τον νουν ένα μέσον με το οποίον θέλω εύρη εκείνο που επιθυμώ. Επρόσταξεν εις τον ίδιον καιρόν ότι να κηρυχθή εις όλην την χώραν, πως όποιος είναι ευχαριστημένος εις την κατάστασίν του, εις διορίαν τριών ημερών να υπάγη προς τον βασιλέα, διά να τον κάμη ότι δώρον θελήση. Και τελειώνοντας η διορία δεν εστάθη κανείς που να παρουσιασθή έμπροσθέν του· ώστε που εφαίνονταν όλοι πως απερνούσαν συμφώνως με τον βεζύρην. Βλέποντας ο βασιλεύς πως κανείς άνθρωπος δεν επαρουσιάζονταν έμπροσθέν του, έμεινε πολλά θαυμασμένος. Δεν ημπορώ να καταλάβω, εφώναξεν αυτός, ότι εις όλην την Δαμασκόν τοιαύτης λογής μεγάλην, να μην ευρεθή ένας ευχαριστημένος. Βασιλέα μου, του απεκρίθη ο βεζύρης, αν εσύ ήθελες εξετάξει όλον τον κόσμον, θέλουν σου ειπεί όλοι πως κανείς δεν είνε χωρίς θλίψιν. Ετούτο είνε εκείνο που δεν ημπορώ να υποφέρω, εξαναείπεν ο βασιλεύς ότι λογής θαυμασμόν μου έδωκεν η αιτία της δοκιμής που έκαμα, θέλω με απόφασιν να περιπατήσω τον κόσμον και να ιδώ ποίος από τους δύο μας γελοιέται εις την γνώμην του, και δεν θέλω γυρίσει έως που να μην εύρω το ολιγώτερον ένα μόνον. Αχ αυθέντη, του λέγει ο βεζύρης, διατί θέλεις να ακολουθής αυτήν την επιθυμίαν; βεβαιώσου πως δεν θέλεις συναπαντήσει κανένα που να είναι τελείως ευχαριστημένος της τύχης του.

Ο βεζύρης Ταλμούχ εποθούσε με πολλήν θερμότητα, ότι ο αυθέντης του θα ήθελεν απαρατήσει αυτήν την επιχείρησιν. Μα ο βασιλεύς δεν άλλαξε γνώμην, και αφού άφησε την κυβέρνησιν του βασιλείου του εις έναν άλλον βεζύρην, εμίσευσε με τον βεζύρην Ταλμούχ και τον Σεήφ Μολτούκ και με ολίγους σκλάβους· επεριπάτησαν αυτοί προς το μέρος του Μπαγδατιού, εις το οποίον έφθασαν, και επήγαν και εκόνεψαν εις ένα χάνι· και εκεί έδωκαν να καταλάβουν πως ήτον και οι τρείς ντζοβαϊρτζήδες πραγματευτάδες από την Αίγυπτον, που εταξείδευαν από βασίλειον εις βασίλειον. Αυτοί έφερναν μαζί τους πολλά ντζοβαϊρικά από κάθε λογής είδη, διά να δειχθούν καλύτερον πως ήτον τέτοιοι. Και μίαν ημέραν που εσεργιάνιζαν εις το Μπαγδάτι είδαν ένα διδαχτήν που εδίδαχνε με μίαν μεγάλην φωνήν εις την αγοράν, και που ήτον πολύς λαός διά να τον ακούσουν. Αυτός έλεγε προς αυτούς με τούτον τον τρόπον. Ω ακριβοί αδελφοί μου· «όσον αναίσθητοι είσθε εις το να κοπιάζετε τόσον διά να αποκτήσετε πλούτη που οπόταν ο Άγγελος έλθη διά να σας σηκώση από τούτην την ζωήν, δεν θέλετε δυνηθή με αυτόν τον πλούτον να αποφύγητε τον θάνατον, και μέλλετε να τον αφήστε οπίσω σας και στανικώς σας· με όλον τούτο ηξεύρω που ομολογάτε, πως η κυρίευσις του πλούτου σας, σας κάνει να μην έχετε ποτέ ανάπαυσιν· εσείς ακαταπαύστως φοβείσθε να μη σας τον αρπάξουν οι λησταί· η επιμέλεια που παίρνετε διά να τον φυλάξετε, δεν σας αφίνει να τραβήξετε μίαν ζωήν ευτυχισμένην· εγώ όντας γυμνός από πλούτη, υστερημένος από τες ανάπαυσές σας, χαίρομαι εις την πτωχείαν μου με πολλήν ευχαρίστησιν.»

Εις ετούτα τα λόγια ο βασιλεύς Βεδρεδίν, λέγει του βεζύρη του· Ταλμούχ, εσύ ήκουσες ωσάν και εμένα τα λόγια του διδαχτή, διά το οποίον ιδού δεν έχω πλέον χρέος να ταξειδεύσω, ηύρα εκείνο που εζητούσα· ετούτος ο διδαχτής είνε ένας άνθρωπος ευτυχέστατος. Βασιλέα μου, του απεκρίθη ο βεζύρης, κάνει χρεία να πασχίσης διά να συνομιλήσης με τούτον τον διδαχτήν, και να τον υποχρεώσης αν ημπορέσης διά να σου ξεσκεπάση τα έσωθέν του, διά να ιδής αν είνε αληθινά εκείνα που λέγει. Έτσι θέλω ακολουθήσει, είπεν ο βασιλεύς· μα υστερώτερα πρέπει να μείνη ο νικημένος. Ναι, ω βασιλεύ, είπεν ο βεζύρης, το ευχαριστούμαι όταν ήθελεν είνε έτσι· και τότε θέλω ομολογήσει πως έζησα εις την πλάνην τόσον καιρόν. Απεφάσισαν αυτοί ως τόσον διά να ομιλήσουν με τον διδαχτήν, ο οποίος αφού ετελείωσε να ομιλή εσυμμάζωξεν από τον λαόν αρκετήν ελεημοσύνην, και ετραβήχθη εις ένα σπητάκι εις το οποίον εκατοικούσεν.

Ο βασιλεύς και ο βεζύρης βλέποντας πού εκατοικούσεν, ευθύς επήγαν διά να τον εύρουν. Ο διδαχτής τους εδέχθηκε με μεγάλον σέβας· και έπειτα τους ηρώτησεν, αν είχαν τίποτε διά να τον προστάξουν. Τότε ο Βεδρεδίν εβγάζει μίαν σακκούλαν με φλωριά και την βάνει εις το χέρι του διδαχτή λέγοντάς του. Εγώ σου κάνω τούτο το δώρον με συμφωνίαν όμως ότι να μου φανερώσης τα έσωθεν της καρδίας σου. Ημείς είμασθεν τρεις ντζοβαϊρτζήδες σύντροφοι· ένας από ημάς θέλει με γνώμην βεβαίαν, ότι εις τον κόσμον δεν ημπορεί να είναι άνθρωπος τελείως ευτυχισμένος και να μην έχη θλίψιν· εγώ είμαι εναντίας γνώμης· και δεν είνε καιρός που σε ήκουσα να ειπής, ότι περνάς μίαν τελείαν ευτυχίαν· ειπέ μας την αλήθειαν, σε παρακαλώ, αν είνε έτσι, ότι πολλά μας είνε αναγκαίον να μάθωμεν, και θέλεις μας κάμει μίαν μεγαλωτάτην χάριν. Ο διδαχτής επήρε την σακκούλαν ευχαριστώντας τον Βαδρεδίν, και του είπεν. Αυθέντες, επειδή και επιθυμάτε να μάθετε την αλήθειαν, ιδού που είμαι έτοιμος διά να σας ειπώ την κάθε αλήθειαν· να ηξεύρετε πως ούτε εγώ είμαι ευχαριστημένος και αναπαυμένος· και αν με ακούσετε να επαινέσω την ευτυχίαν μου εις τον λαόν, μη στοχάζεσθε διά τούτο ότι ευρίσκομαι ευχαριστημένος εις την κατάστασίν μου. Αν ωμίλησα εναντίον του πλούτου, σας βεβαιώνω, ότι άλλος δεν ήτο ο στοχασμός μου, παρά να παρακινήσω εις την ελεημοσύνην εκείνους που με άκουσαν· ημείς οι διδαχτάδες τραβούμεν μίαν ζωήν πολλά δυστυχισμένην, διά να ημπορέσωμεν να εύρωμεν μίαν τελείαν ανάπαυσιν και ευτυχίαν, την οποίαν όλοι οι άνθρωποι ματαίως την ελπίζουν. Εγώ είμαι βέβαιος παρομοίως με τους συντρόφους σου, πως κανείς δεν ευρίσκεται ευχαριστημένος, και δεν είνε χωρίς θλίψιν. Κανέν πράγμα δεν ημπορεί να ευχαριστήση τελείως την ανθρωπίνην καρδίαν. Ευθύς που ο άνθρωπος απολαμβάνει την πλήρωσιν της επιθυμίας, που έχει στοχασθή, αγροικά να του γεννηθή μία επιθυμία, η οποία να συγχίζη την ανάπαυσίν του, και να τον κάνη πάλιν να μην είνε ποτέ ευχαριστημένος.

Ο βεζύρης έλαβε μεγάλην ηδονήν εις το να ακούση τον διδαχτήν να ομιλήση καθώς επιθυμούσε, και εκαρτερούσεν ότι ο βασιλεύς θα κλίνη εις την γνώμην του· και κατά αλήθειαν άρχισε να κλίνη και να βεβαιώνεται πως ήτον έτσι, και πως έως εκείνην την ώραν ευρίσκονταν εις απάτην. Και αφού έφυγαν από τον διδαχτήν, είπε του βεζύρη και του Σεήφ· ας υπάγωμεν να απεράσωμεν το επίλοιπον της ημέρας εις ένα μεγάλον καφενέ, και εκάθησαν εις μέρος που ήτον δύο ευγενείς άνδρες, που εσυνωμιλούσαν κατά τύχην διά τες δυστυχίες, που είνε υποκειμένη η ανθρωπίνη φύσις· και άλλος δεν χαίρεται την σήμερον μίαν ζωήν ευχαριστημένην, παρά ο βασιλεύς του Αστραχάν, που βεβαίως καμμία πικρότης δεν του συγχίζει την γλυκύτητα των ευτυχισμένων ημερών του· και κοντολογής, πως εκείνος ήτον ένας άνθρωπος πολλά ευτυχής· και με δίκαιον τρόπον τον ωνόμαζαν κατ' εξοχήν, ο βασιλεύς χωρίς θλίψιν.

Ετούτη η συνομιλία επροξένησε το αποτέλεσμά της επάνω εις το πνεύμα του βασιλέως. Κάνει χρεία, αυτός λέγει προς τον βεζύρην, εβγαίνοντας από τον καφενέ, ότι αύριον να μισεύσωμεν διά το Αστραχάν. θέλω να ιδώ αυτόν τον βασιλέα χωρίς θλίψιν. Εγώ δεν επιθυμώ ολιγώτερον από την βασιλείαν σου, απεκρίθη ο βεζύρης, και είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω. Την επαύριον σηκωνόμενοι ανταμώθηκαν με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, και επήγαν εις το Αστραχάν, εκεί που εβασίλευεν ο Ορμώζ, επονομαζόμενος ο βασιλεύς χωρίς θλίψιν. Φθάνοντας δε εκεί επήγαν και κατέλυσαν εις ένα χάνι, και ακολουθούσαν να δείχνωνται πως ήτον ντζοβαϊρτζήδες. Αυτοί έμειναν έκθαμβοι εις το να ιδούν τον λαόν όλον δομένον εις μεγάλες χαρές και εις όλα τα μέρη της χώρας να γίνωνται χοροί, παιγνίδια και άλλα χαροποιά πράγματα. Ο βασιλεύς ερώτησε τον χαντζή διά ποίαν αιτίαν εγίνοντο τόσες χαρές εις αυτήν την χώραν. Ο χαντζής του εδιηγήθη πως τέτοιες χαρές δεν γίνονται ούτε διά καμμίαν νίκην, που έκαμαν εναντίον των εχθρών του, ούτε διά κανένα άλλο ευτυχισμένον συμβεβηκός· κάθε ημέραν ο λαός εορτάζει κάποιαν νέαν χαράν· και τούτο συμφώνως διά να αρέσουν εις την κλίσιν του βασιλέως, ο οποίος έτσι αγαπά κατά πολλά, με το να είνε του πλέον καλλιτέρου χαρακτήρος, που εις τον κόσμον ευρίσκεται· όθεν του εδόθη δι' αυτήν την αιτίαν το επίθετον του βασιλέας χωρίς θλίψιν. Ακούοντας από τον Χαντζήν ο Βεδρεδίν αυτήν την διήγησιν, λέγει προς τον βεζύρην του. Από τον ευγενικόν χαρακτήρα που ο Χαντζής μου εφανέρωσε διά τον βασιλέα του Αστραχάν, εγώ είμαι βέβαιος πως του λόγου σου είσαι πληροφορημένος πως αυτός βεβαίως είνε χωρίς θλίψιν. Μη γένοιτο, απεκρίθη ο βεζύρης· επειδή και είμαι βέβαιος, πως και αυτός θα είνε ωσάν τον διδαχτήν· και αν έχης τον τρόπον να βεβαιωθής από τον ίδιον βασιλέα θέλεις ιδεί πως και αυτός δεν είνε χωρίς καμμίαν θλίψιν, που να τον συγχίζη. Ας είνε, του απεκρίθη ο Βεδρεδήν· εγώ θέλω πασχίσει να εύρω τον τρόπον διά να συνομιλήσω με αυτόν και αν είνε και αυτός καθώς μου λέγεις, σου τάσσω να μην υπάγω παρεμπρός εξετάζοντας, αλλά ευθύς να γυρίσω εις το βασίλειόν μου, και θέλω ομολογήσει τότε, πως κανείς άνθρωπος δεν είνε χωρίς θλίψιν. Είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βεζύρης. Ας πασχίσωμεν το λοιπόν να εύρωμεν το μέσον διά να ομιλήσωμεν με τον ίδιον Ορμώζ, και ας τον ιδούμεν από σιμά, και ας εξετάσωμεν με επιμέλειαν τα έσωθεν της καρδίας του, διά να έβγωμεν από την περιέργειάν μας.

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings