← Table of contents
Χαλιμά, Τόμος 3

Χ Α Λ I Μ Α ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (continued 2)

Reading edition

Την ερχομένην ημέραν εστοχάσθηκαν να υπάγουν εις τον βασιλέα ωσάν ντζοβαϊρτζήδες, και με τούτον τον τρόπον επήραν και οι τρεις από μίαν κασσελοπούλαν, και τες εγέμισαν από τα διαμάντια που είχαν, και ερχόμενοι εις το παλάτι, εζήτησαν διά να ομιλήσουν με τον βασιλέα. Εδόθη είδησις εις τον βασιλέα, ότι τρεις ντζοβαϊρτζήδες που επήγαιναν από βασίλειον εις βασίλειον, επιθυμούσαν να ομιλήσουν με αυτόν. Ο Ορμώζ επρόσταξε να έλθουν προς αυτόν. Ερχόμενοι δε προς αυτόν, άνοιξαν τες κασσελοπούλες των, και του έδειξαν διάφορα διαμάντια, τάχα πως τα είχαν διά πούλημα· αυτός τα εστοχάσθη με πολλήν ακρίβειαν και με θαυμασμόν, διά την ποιότητά τους, και επάνω εις όλα αυγάτισεν ο θαυμασμός του εις το να ιδή ένα καρβούνι πολλά θαυμάσιον, μέγα ωσάν ένα αυγό περιστεριού το οποίον παίρνοντάς το εις το χέρι, δεν εχόρταινε που να το κυττάζη και να του επαινή την ευμορφάδα. Τότε ο Βεδρεδήν βλέποντάς τον που του άρεσεν αυτό το καρβούνι, είπεν· Ημείς μένομεν θαυμασμένοι εις το να βλέπωμεν πως έχομεν πράγμα που να αρέση της βασιλείας σου· διά το οποίον ταπεινώς την παρακαλούμεν να το δεχθής, διά ένα δώρον, συμπαθώντάς μας την ελευθερίαν, που παίρνομεν διά να της το προσφέρωμεν.

Ο Ορμώζ το εδέχθη με ευχαρίστησιν, και είπε προς αυτούς, ότι ήθελεν όσον καιρόν έμελλε να σταθούν εις το Αστραχάν, να υπάγουν να μένουν εις το παλάτι του. Αυτοί την ιδίαν ημέραν, επήγαν εκεί και κατέλυσαν· εις τους οποίους εδόθηκεν ένας ωραιότατος χοντζερές στολισμένος όλος από μεταξωτά, ομοίως και οφφικιάλοι του βασιλέως διά να τους υπηρετήσουν. Εκείνος ο μονάρχης στοχαζόμενος αυτούς ωσάν τρία υποκείμενα, που επεριδιάβαζαν τον κόσμον, και ήρχονταν από βασίλειον εις βασίλειον, έβαλε την επιμέλειαν διά να τους κάμη κάθε λογής περιποίησιν, και τιμές όσον να ήτον βολετόν διά να τους υποχρεώση να κηρύττουν εις τα άλλα βασίλεια την ακρίβειαν της μεγαλειότητός του. Κάθε ημέραν τους έκανε νέα χαρίσματα· τώρα τους εξεφάντωνεν εις το κυνήγι, και τώρα εις κανένα περίεργον θέαμα· και ποτέ δεν τους άφινε χωρίς να τους δώση καμμίαν νέαν ξεφάντωσιν. Και με όλες αυτές τες περιποιήσεις που ο Ορμώζ τους έκανεν, αυτοί δεν ευρίσκονταν αναπαυμένοι ανίσως και δεν ήθελαν μάθει καταλεπτώς από τον ίδιον, αν ήτο και εσωτερικώς ευχαριστημένος, καθώς εξωτερικώς έδειχνε, και μη ευρίσκοντας άλλον τρόπον διά να μάθουν από τον ίδιον, έκριναν εύλογον ότι ο Βιδρεδίν θα του ήθελε φανερωθή, ποίος ήτο και με αυτόν τον τρόπον θέλουν ημπορέσει να επιτύχουν πού να τους φανερώση την καρδιά του, ειδέ με άλλον τρόπον δεν ήτο βολετόν να καταλάβουν την αλήθειαν· και ούτως απεφάσισαν διά να κάμουν.

Αυτοί μίαν ημέραν εζήτησαν θέλημα να ομιλήσουν με αυτόν ξεχωριστά, το οποίον και τους εδόθη. Ο Βεδρεδίν εστάθη ο πρώτος που του ωμίλησε, και με τούτον τον τρόπον είπε του Ορμώζ. Ημείς, ω Βασιλέα είμεθα εδώ φερμένοι επιταυτού από μίαν περιέργειαν διά να μάθωμεν κάποιόν τι που μας είναι επιθυμητόν και κάνει χρεία να σας ομιλήσωμεν με όλην την καθαρότητα. Ήξευρε το λοιπόν, ότι ημείς δεν είμεθα ντζοβαϊρτζήδες, καθώς εδώσαμεν να μας καταλάβουν· εγώ είμαι βασιλεύς καθώς και του λόγου σου, και βασιλεύω επάνω εις τον λαόν της Δαμασκού, και τούτοι οι δύο άνθρωποι, που εσείς νομίζετε διά συντρόφους μου, ο ένας είνε ο μυστικός μου και ο άλλος ο βεζύρης μου. Ο Ορμώζ έμεινεν εκστατικός εις μίαν τοιούτης λογής θάρρεψιν, και εθαύμασε πολλά περισσότερον οπόταν ο Βεδρεδίν του εδιηγήθη την αιτίαν διά την οποίαν εμίσευσαν από την Δαμασκόν. Ο Ορμώζ εκαμώθη πως εγέλασεν εις αυτήν την διήγησιν· έπειτα αποκρίνεται και λέγει. Μα πώς, ω κύριε, ο βεζύρης σου είνε τόσον ισχυρογνώμων, ότι να μην είναι κανείς χωρίς θλίψιν; Ναι, του απεκρίθη ο βασιλεύς της Δαμασκού· και αυτό είναι εκείνο, που δεν ημπορώ να καταλάβω μα την αλήθειαν· εγώ δεν ημπόρεσα να εύρω εις το βασίλειόν μου έναν άνθρωπον χωρίς να μην έχη θλίψιν· εχάλεψα εις άλλους τόπους να εύρω κανέναν μα ματαίως έκαμα τους κόπους· είδα εις το Μπαγδάτι ανθρώπους που φαίνονταν ευχαριστημένοι εις την κατάστασίν τους, και με όλον τούτο δεν ήτον έτσι· αποσταμένος το λοιπόν από μίαν ματαίαν ζήτησιν απεφάσισα να γυρίσωμεν εις την Δαμασκόν· μα οπόταν ήκουσα διά να ομιλούν διά την βασιλείαν σου, πως είσαι ο βασιλεύς χωρίς φροντίδα και χωρίς θλίψιν, ηθέλησα παρακινημένος από τέτοιαν περιέργειαν να σε ιδώ, και παρετήρησα, ότι κατά αλήθειαν από τες χαροποίησες που καθημερινώς δείχνεις, φανερώνεις ότι είσαι αληθώς ευχαριστημένος, και χωρίς θλίψιν· σε ορκίζω το λοιπόν, ω αυθέντη, να μου φανερώσης αν είναι αληθείς, ή ψευδείς οι θεωρίες που κάνεις, και αν και χαίρεσαι εσύ μιαν τελείαν ευτυχίαν, και αν θλίψις καμμία δεν συγχίζει την ανάπαυσίν σου.

Ο Ορμώζ δεν ημπόρεσε να μείνη χωρίς να ξαναγελάση εις ετούτες τες εξέτασες. Είνε δυνατόν, ω κύριε, λέγει αυτός του βασιλέως της Δαμασκού, ότι αληθώς επαράτησες το βασίλειόν σου, και τρέχεις τον κόσμον διά να συναντήσης ένα τελείως ευχαριστημένον; Τίποτε δεν είνε πλέον αληθινόν από τούτο, απεκρίθη ο Βεδρεδίν και σε παρακαλώ να μου φανερώσης την αλήθειαν και το έσωθεν της καρδίας σου. Επειδή και μου ζητάτε τούτο με τόσην παρακάλεσιν, εξαναείπεν ο Ορμώζ, και καθώς πολύ σε συμφέρει διά να το μάθης, ιδού που σου λέγω, πως ο βεζύρης σου έχει όλον το δίκαιον, και είμαι και εγώ με την γνώμην του. Όσον δι' εμέ είμαι μακρυά πολύ του να είμαι άνθρωπος καθώς με στοχάζεσαι· το επίθετον του βασιλέως χωρίς θλίψιν που δίδεται, είνε ψευδές, με το να είμαι ο πλέον δυστυχής βασιλεύς του κόσμου· η χαρά που φανερώνεται εις το πρόσωπόν μου είνε όλη πλαστή· πλαστές οι ηδονές που με κάνουν να μη στοχάζωμαι ένα τόσο βάσανον, που ακαταπαύστως με θλίβει. Ο βασιλεύς της Δαμασκού εξέστη εις το να ακούση τον βασιλέα του Αστραχάν να ομιλήση με αυτόν τον τρόπον· και ανάφτοντάς του την περιέργειαν εις το να μάθη το αίτιον της ανησυχίας του, έκαμε τόσον, που ο Ορμώζ του έταξε διά να του το φανερώση οπόταν εύρη καιρόν αρμόδιον. Ο Βεδρεδίν, ο βεζύρης και ο Σεήφ Μολτούχ ύστερον από το τάξιμον που ο Ορμώζ τους έκαμεν, ανέμεναν και οι τρεις με ανυπομονησίαν την πλήρωσιν του ταξίματός του, το οποίον αυτός το έκαμε με τον ακόλουθον τρόπον.

Μίαν νύκτα, τον καιρόν που εις το παλάτι του ήτον ησυχία έστειλε δύο ευνούχους, διά να τους φέρη προς αυτόν. Ο Ορμώζ ωσάν τους είδε είπεν· ιδού τέλος πάντων που είμαι έτοιμος διά να πληρώσω το τάξιμόν μου· εσείς θέλετε διακρίνει αν εγώ με δίκαιον τρόπον σας είπα πως είμαι ο πλέον δυστυχής βασιλέας του κόσμου. Έτσι λέγοντας επήρε από το χέρι τον βασιλέα Βεδρεδίν, και τους άλλους, και τους έκαμε να περάσουν από δύο οντάδες, και τους έφερεν έως την πόρταν του τρίτου, εις την οποίαν τους είπε να σταθούν με επιμέλειαν και να θεωρήσουν. Ο Βεδρεδίν έρριξε τους οφθαλμούς του εις εκείνον τον οντά, και είδεν επάνω εις ένα θρονί μίαν ωραίαν κυρίαν, της οποίας η ωραιότης τον έκαμε να μείνη· η ασπράδα της υπερέβαινε το χιόνι· οι οφθαλμοί της ήτον παρόμοιοι ωσάν δύο ήλιοι· είχεν αυτή το πρόσωπον γελούμενον, και εφαίνονταν να δίδη ακρόασιν εις κάποιες ομιλίες, που μία γραία σκλάβα της έκανε.

Στοχασθήτε αυτήν την βασίλισσαν, η οποία στέκει καθήμενη εις εκείνο το θρονί, ακολούθησεν ο Ορμώζ· είδετε σεις πράγμα πλέον ωραίον; δεν φαίνεται ότι η φύσις έλαβε την ευχαρίστησιν να δώση εις τον κόσμον ένα υποκείμενον τόσον ευγενικόν; αυτή είνε εκείνη η ποθεινοτάτη βασίλισσα, που μου προξενεί το βάσανον· αυτή είνε εκείνη που με κάνει δυστυχή. Μήπως και αυτή δεν σε αγαπά, ω αυθέντη; είπεν ο Βεδρεδίν. Όχι, όχι απεκρίθη ο Ορμώζ· δι' αυτό δεν παραπονούμαι· αν εγώ την λατρεύω, είμαι με όλον τούτο ανταποκριμένος. Μα πώς το λοιπόν, ξαναείπεν ο Βεδρεδίν, ημπορεί αυτή να σε κάνη δυστυχή; Τώρα, τώρα θέλετε τα ιδεί, απεκρίθη ο βασιλέας του Αστραχάν· αναμείνατε και οι τρεις εις την πόρταν, και θεωρήσατε με προσοχήν εκείνο που θέλει συμβή.

Τελειώνοντας που να ομιλή έτσι, εισήλθεν εις τον οντά, και επήγαινε προς την βασίλισσαν, και κατά το μέτρον που επλησίαζε προς αυτήν, ω θέαμα ανήκουστον, έτσι αυτή έχανε την όψιν της, τα μάγουλά της που ήταν κόκκινα ωσάν το τριαντάφυλλον, ευθύς εμεταβάλθηχαν εις αχνότητα πεθαμμένου· τα χείλη της έγιναν μελαψά· αφανίσθη το χαρούμενόν της πρόσωπον και τα εύμορφά της τα μάτια εκλείσθηκαν, ωσάν αποθαμμένης. Φθάνοντας τέλος πάντων ο Ορμώζ πλησίον της εκάθισεν εις ένα θρονί κοντά της· και ρίχνοντας τους οφθαλμούς του επάνωθέν της γεμάτους από αγάπην και πόνον, της είπε· Βασίλισσα μου αγαπητή και παμπόθητη, άνοιξε, σε παρακαλώ, τους οφθαλμούς σου, και θεώρησε τον κακότυχόν σου νυμφίον, ότι η κατάστασις, εις την οποίαν ευρίσκεσαι, μου διαπερνά την καρδίαν. Η βασίλισσα τότε δεν του αποκρίνονταν, ούτε του έδωσε κανένα σημείον πως τον είχεν ακούσει, και τέλος πάντων εφαίνονταν πως ήταν αποθαμμένη. Ο Ορμώζ δεν ημπορούσε πλέον να υποφέρη περισσότερον εκείνο το αξιοδάκρυτον θέαμα· εσηκώθη από το θρονί διά να γυρίση προς τον Βεδρεδίν και καθώς εξεμάκρυνεν από την γυναίκα του, αυτή εξανάρχονταν εις την πρώτην της όψιν και ευμορφάδα· η θεωρία της εξανάλαβε την λαμπρότητα που είχε, και εις ένα λόγον είδαν που ναξαναγεννηθούν όλες της οι νοστιμάδες, το οποίον επροξένησεν εις τους θεωρούντας τον θαυμασμόν, που ευκόλως ημπορεί να στοχασθή κανένας.

Και όσον ο βασιλεύς Ορμώζ επλησίαζε προς την Βασίλισσαν τόσον αυτή έχανε την όψιν της
Και όσον ο βασιλεύς Ορμώζ επλησίαζε προς την Βασίλισσαν τόσον αυτή έχανε την όψιν της

Ο βασιλεύς της Δαμασκού, ο μυστικός του, και ο βεζύρης του, εκρατούσαν τους οφθαλμούς τους στερεούς επάνω εις τον Ορμώζ, και δεν ημπορούσαν να συνέλθουν από την έκστασίν των. Ίδετε την ταλαιπωρίαν μου, τους λέγει τότε ο Ορμώζ· ημπορείτε να ειπήτε κατά το παρόν, αν εγώ είμαι ο άνθρωπος εκείνος ο ευτυχής, τον οποίον πηγαίνετε χαλεύοντας; Όχι, απεκρίθη ο Βεδριδίν, ημείς είμασθε κατά πολλά βεβαιωμένοι, ότι εσύ είσαι ένας βασιλέας δυστυχέστατος· το απίστευτον θέαμα, εις το οποίον είμασθε μάρτυρες, μας το κάνει πολλά καλά να το γνωρίσωμεν. Μα ήθελα να ηξεύρω διατί όταν πλησιάζης προς αυτήν της έρχεται λιποθυμία, και χάνει την όψιν της, και οπόταν από αυτήν ξεμακραίνεις, ξαναλαμβάνει την μορφήν της και τα πνεύματά της; αν ημπορήτε, σας παρακαλώ, ευχαριστήσετε την περιέργειάν μου.

Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου διά την ζήτησίν σου, απεκρίθη ο Ορμώζ, επειδή και το εκαρτερούσα· έχετε βέβαια όλην την αιτίαν να θαυμάσητε εις ό,τι είδετε· μα διά να σας κάμω να μάθετε εκείνο που επιθυμάτε, διά να το ηξεύρετε, κάνει χρεία να σας διηγηθώ μίαν μακρυνήν ιστορίαν και αν υποφέρετε μετά χαράς, θέλω σας διηγηθή. Ο Βεδρεδίν και οι δύο συνακόλουθοί του τον εβεβαίωσαν πως μεγαλυτέραν χάριν από αυτήν δεν ήθελε τους κάμει. Και ούτως ο Ορμώζ άρχισε να κάνη την διήγησιν με τον ακόλουθον τρόπον.

Ιστορία του Βασιλέως Ορμώζ επονομαζομένου βασιλέως χωρίς θλίψιν, και της βασιλοπούλας Ρέτζιας.

Είναι από τους δώδεκα χρόνους της ηλικίας μου που εβουλήθηκα να περιδιαβάσω τον κόσμον· εζήτησα από τον πατέρα μου τον βασιλέα την ελευθερίαν δι' αυτήν την βουλήν, και μετά χαράς μου την έδωσεν· εδιώρισε μερικούς οφφικιάλους διά να τους έχω εις την συντροφιάν μου και άνοιξε τους θησαυρούς του, και μου έδωσεν αναρίθμητα αργύρια, διά να κάνω τιμήν εις τον εαυτόν μου οπόταν φθάνω εις καμμίαν αυλήν βασιλικήν. Εμίσευσα λοιπόν από το Αστραχάν με τους ανθρώπους που μου εδιώρισεν ο πατέρας μου· ανάμεσα εις αυτούς που με εδούλευε διά λαλάς· ο οποίος κατά πολλά με αγαπούσε, και ωνομάζετο Χασάν. Ήτον αυτός ένας άνθρωπος πολλά φρόνιμος και πεπαιδευμένος εις τα πάντα, και το περισσότερον που μου άρεσεν εις αυτόν ήτον που ότι εποθούσα, και ότι ήθελα, δεν μου εναντιώνονταν, αλλά έκανε κάθε τρόπον που να ευχαριστήση την κλίσιν μου· και με τούτον τον τρόπον που με εφέρνονταν με εμένα, απόκτησα το θάρρος μου, και κάθε μου απόκρυφον εις αυτόν το εξεμυστηρευόμην.

Αφού εμισεύσαμεν από το Αστραχάν, εδιαβήκαμεν από διαφόρους τόπους και βασίλεια· και όπου και αν απερνούσα, έκανα με τα δώρα μου και τα μεγαλοπρεπή μου έξοδα να δειχθώ ποίος ήμουν. Και μίαν ημέραν ευρισκόμενος εις το Σουράτ, λέγω του λαλά μου· Χασάν, είμαι βαρεμένος εις το να ταξειδεύω με μορφήν βασιλοπούλου· οι τιμές που παντού μου κάνουν, αρχινούν να μου είνε ανυπόφερτες· δεν απολαμβάνω εκείνην την ηδονήν, που εις τα ταξείδια οι περιηγηταί χαίρονται οπόταν ταξειδεύουν αγνώριστοι· αφήνω πολλά πράγματα που δεν τα βλέπω· το μεγαλείον μου δεν με καλεί να πηγαίνω να τα βλέπω· και δεν ημπορώ να πληρώσω κατά πως θέλω την επιθυμίαν μου. Επιθυμούσα να ήμουν ωσάν ένας απλούς άνθρωπος, διά να ημπορώ να ιδώ κάθε ταπεινόν πράγμα χωρίς να έχω αντίρρησιν, το οποίον θέλει μου είνε και διά περισσοτέραν μου πράξιν. Ο Χασάν επαίνεσε την γνώμην μου, και δεν έχασε καιρόν που να πληρώση την επιθυμίαν μου. Και εκείνην την ημέραν έστειλαμεν όλους τους άλλους που μας εσυντρόφευαν οπίσω εις τον πατέρα μου, και εμείναμεν ημείς μόνον οι δύο και παίρνοντας πολλά διαμαντικά μαζί μας, εμισεύσαμεν απ' εκεί, και ύστερα από μίαν μακρυνήν στράταν εφθάσαμεν εις την πόλιν της Καρίσμου, εις την οποίαν εβασίλευεν ο Κηλήτζ Αρσλάν.

Την δευτέραν ημέραν αφού εφθάσαμεν εκεί, εβγήκαμεν διά να σεργιανίσωμεν την χώραν την οποίαν εύραμεν πολλά ωραιοτάτην. Εσταθήκαμεν ξεχωριστά διά να στοχασθούμεν ένα παλάτι, που μας εφάνηκε να ήτον μία φτιάσις πολλά εξαίρετη, και ήτον ξεχωριστόν από τα άλλα τα σπήτια, κείμενον εις την άκρην της πολιτείας, περιτειχισμένον με χαμηλά τείχη, και ολοτρόγυρα του τείχους ήτον πολλότατοι πύργοι πολλά υψηλοί και στενοί. Μας ήλθεν επιθυμία διά να υπάγωμεν εις αυτό το παλάτι να το ιδούμεν· και πλησιάζοντες εις αυτό ακούομεν να εβγαίνουν διάφορες φωνές από εκείνους τους πύργους, εις τους οποίους ήτον μέσα άνθρωποι κλεισμένοι και ωμιλούσαν με φωνές πολλά δυνατές· άλλοι μεν ετραγουδούσαν, άλλοι εγελούσαν, και άλλοι έκλαιαν. Και από αυτά τα σημεία εστοχασθήκαμεν ότι ήτον ο τόπος όπου είχαν τους τρελλούς κλεισμένους· και πηγαινάμενοι παρεμπρός εβεβαιωθήκαμεν πως ήτον έτσι, με το να ηκούσαμεν που να επαραμιλούσαν και να έλεγαν λόγια χωρίς στόχασιν, και ολονών οι τρελλές κουβέντες που έκαναν ήτον περί αγάπης, ώστε που εκρίναμεν ότι η τρελλαμάρα τους θα είχε προξενηθή από αγάπην και διά τούτο τους εβάλαμεν εις εκείνους τους πύργους.

Και εκεί που με τον λαλά μου εκάμαμεν αυτούς τους στοχασμούς διά τους τρελλούς, ανταμώνομεν έναν από τους φύλακας εκείνου του τόπου, και τον ερωτήσαμεν διά να μας ειπή, διατί εκείνοι οι τρελλοί μιλούν όλο δι' αγάπην; Μη θαυμάζετε, εκείνος μας απεκρίθη, ότι αυτοί οι τρελλοί μιλούν περί αγάπης, επειδή και από αυτήν προέρχεται το κακόν τους· εσείς από ότι καταλαμβάνω είσθε ξένοι, και βεβαίως δεν είχετε πλέον σταθή εις το μέρος της Καρίσμου, με το να μην ηξεύρετε που αυτοί ετρελλάθηκαν με το να είδαν την Ρετζίαν θυγατέρα του Σουλτάνου μας· μα επειδή και δεν έχετε είδησιν δι' αυτήν την υπόθεσιν, θέλω να σας ευχαριστήσω να σας την διηγηθώ.

Αν ηξεύρετε, ότι αυτή η βασιλοπούλα, ηκολούθησεν αυτός παίζει κάποιες φορές το κοντάρι εις το φανερόν· η οποία εκείνες τις ώρες έχει ξέσκεπον το πρόσωπόν της, και καθένας ημπορεί να την ιδή· μα αλλοί εις εκείνους που σταματήσουν διά να την θεωρήσουν· διαπερνά εις τους οφθαλμούς του μία αγάπη, που τους γεννάται θανατηφόρος· κάποιοι πέφτουν λιγοθυμημένοι, και αποθνήσκουν απελπισμένοι διά να μη ημπορούν να την απολαύσουν· άλλοι σκοτώνονται μοναχοί τους από την απελπισίαν τους και άλλοι χάνουν το λογικόν τους, τους οποίους τους φέρνουν και τους κλείουν εις ετούτους τους πύργους καμωμένους επιταυτού από τον Σουλτάνον. Αυτός ο βασιλεύς αντίς να εμποδίση την θυγατέρα του εις το να βγαίνη να την βλέπη ο λαός, φαίνεται να λαμβάνη μίαν βάρβαρον ηδονήν από των δυστυχιών, που από αυτήν προξενούνται, και κενοδοξείται που έκαμε να γεννηθή ένα πλάσμα τόσον ζημιώδες. Εις το αναμεταξύ που αυτός ο φύλακας μας ωμιλούσε, βλέπομεν να φθάνη ένας μέγας αριθμός κόσμου από την χώραν με πολλές φύλαξες του Σουλτάνου, που έφεραν δύο νέους διά να τους βάλλουν εις τους πύργους. Βλέπετε, εφώναξεν, ετούτους τους νέους τρελλούς που τους φέρουν εδώ; βέβαια, λέγει ο φύλακας, η βασιλοπούλα Ρετζία κατά πως φαίνεται σήμερον παίζει το κοντάρι.

Ακόμη δεν είχε τελειώσει αυτόν τον λόγον, και ευθύς τον απαρατώ. Υπάγω του είπα, να ιδώ που παίζει το κοντάρι η βασιλοπούλα, θέλω ο ίδιος να γένω κριτής της ωραιότητός της· αμφιβάλλω πολλά, ότι αυτή θα είναι τόσον εξαισία, καθώς μου την περιγράφεις. Ο λαλάς μου ετρόμαξεν εις τούτην την απόφασιν, και άρχισε να με εμποδίζη. Αυθέντη, μου λέγει, με μεγάλον πόνον της καρδιάς του, μην παραδίνεσαι εις αυτήν την επιθυμίαν σε παρακαλώ· ποίον δαιμόνιον σου την εφώτισεν; ιδού που θεωρούμεν με τους οφθαλμούς μας, και ακούομεν με τα αφτιά μας τα θανατηφόρα αποτελέσματα, που κάνει αυτή η θεώρησις της Ρετζίας· σε εξορκίζω εις τον μέγαν Προφήτην, να μη βαλθής εις αυτόν τον κίνδυνον· και έπαρε παράδειγμα από αυτούς τους δυστυχείς, που εις τούτους τους πύργους ευρίσκονται από αιτίαν της κλεισμένοι.

Δεν ημπόρεσα να κάμω αλλέως παρά να γελάσω, βλέποντας τον τρόμον του Χασάν που τον επλάκωσε. Κατά αλήθειαν, του είπα, εσύ δεν έχεις λογικόν· ημπορείς εσύ να δώσης πίστιν εις ένα φόβον τόσον γελοιώδη; στοχάζεσαι ότι η θεωρία μιας ωραίας θα ημπορέση να με κάμη να χάσω το λογικόν; εσύ ηξεύρεις καλώτατα, πως εις το παλάτι του πατρός μου είχε πολλές ωραιότατες σκλάβες, και ποτέ καμμία δεν με έκανε να σαλεύση ο νους μου προς αγάπην· μην πιστεύης λοιπόν ότι εις μίαν στιγμήν ημπορεί να μου προξενήση η θεωρία της ένα τοιούτης λογής αποτέλεσμα· στάσου χωρίς φόβον επάνω εις την περιέργειάν μου, και μη σε μέλλη τίποτε πως η ωραιότης της Ρετζίας θα μου κάμη κακόν αποτέλεσμα.

Ο Λαλάς μου εδιπλασίασε τας παρακαλέσεις του, μα εγώ σταθερός εις την απόφασίν μου χωρίς να του ειπώ άλλο, εμίσευσα, και περιπατώντας καμπόσον εσυναντήσαμεν ένα ιμάμην εις την στράταν, τον οποίον ερώτησα διά να μου δείξη τον δρόμον, που υπάγει εκεί που παίζει το κοντάρι η βασιλοπούλα. Αχ δυστυχισμένε, αυτός απεκρίθη, βλέπω που εβαρέθης εις το να χαρής το λογικόν σου· δεν σου εδιηγήθη κανείς ποία αποτελέσματα προξενεί η θεωρία της Ρετζίας; αν το ηξεύρης, είσαι πολλά αυθάδης εις το να μη φοβηθής μίαν ωραιότητα τόσον φθοροποιάν. Μου έκαμεν αυτός και άλλες νουθεσίες διά να με εμποδίση αν ήτον βολετόν· μα βλέποντας που δεν έκανε τίποτε, μου έδειξε την στράταν με οργήν. Σύρε το λοιπόν, μου είπεν όλος θυμωμένος, τρέξε εις τον αφανισμόν σου, επειδή και δεν θέλεις να ακολουθήσης τες νουθεσίες μου. Μίαν στιγμήν υστερώτερα αφού και άφησα τον ιμάμην, ήκουσα έναν τελάλην που εφώναζε, πως η Ρετζία παίζει το κοντάρι, και πως όποιος είναι αστόχαστος ας υπάγη να την ιδή, και το φταίξιμον θέλει είναι ιδικόν του διά το κακόν που θέλει του τύχει.

Καθώς εγώ επλησίαζα εις το παιγνίδι έβλεπα μεγάλον φόβον ες τον λαόν ήκουσα τους πατέρας που έκραζαν τα παιδιά τους και τα έκλειαν εις τα σπήτιά τους, και άλλοι με μεγάλην επιμέλειαν τα εχάλευαν, διά να τα εμποδίσουν, εις το να ιδούν την Ρετζίαν και διά αυτές όλες τες προφυλάξεις που έβλεπα εγελούσα με τον εαυτόν μου, ομοίως και διά τον φόβον του Λαλά μου. Οπόταν δε ήμουν ολίγον μακράν από τον τόπον του παιγνιδιού, δεν έβλεπα άλλο, παρά γέροντας, και αυτοί είχαν αντίρρησιν οι οποίοι έστεκαν μακράν από την βασιλοπούλαν· και με όλα τα γηρατειά τους εφοβούνταν να μην απεράσουν το επίλοιπον της ζωής τους εις τους πύργους, και κοντολογής όλοι απέφευγαν από το να ιδούν το πλέον ωραίον της φύσεως. Ως τόσον εγώ επλησίαζα με τόλμην χωρίς να ακούσω την φωνήν κάποιων καλών γερόντων, που διά σπλάχνος και αυτοί μου έλεγαν να γυρίσω οπίσω, μα πολλά αργά έφθασα εκεί. Επειδή και εκείνην την στιγμήν ετελείωσε το παιγνίδι, και η Ρέτζια ανεχώρησε μπουλωμένη, ώστε δεν ημπόρεσα να ιδώ άλλο παρά το φέρσιμόν της το οποίον μου εφάνη μεγαλοπρεπέστατον.

Γυριζόμενος δε προς τον Λαλάν μου, πόσον είμαι δυστυχής, του είπα με θλίψιν αν ολίγον προτήτερα είχα φθάσει, ήθελα ιδεί την Ρετζίαν. Αυθέντη μου, απεκρίθη ο Λαλάς με μεγάλην χαράν, ευχαριστώ τον ουρανόν, που εσύ δεν είδες μίαν τόσον φθοροποιάν μορφήν, η οποία δεν ήθελε σου προξενήσει άλλο παρά ζημίαν. Εσύ δεν έχεις αιτίαν ακόμη να χαρής, του απεκρίθηκα· επειδή και δεν την είδα σήμερον, πρώτην φοράν που θα μεταβγή κατά την συνήθειαν, σου τάσσω πως θέλω την θεωρήσει με στοχασμόν, με όλον που θα ήξευρα πως θέλει μου προξενήσει την μεγαλυτέραν ζημίαν που θα στοχασθής.

Απέρασα όλον το επίλοιπον της ημέρας με αυτήν την απόφασιν, την δε ερχομένην ημέραν εκηρύχθη εις την χώραν, ότι η Ρετζία δεν ήθελε παίξει το κοντάρι εις την παρουσίαν του λαού, και ούτε θέλει φανή αμπούλωτη εις τους οφθαλμούς των ανθρώπων, επειδή και ο Σουλτάνος έτσι απεφάσισεν, υποχρεωμένος από τες παρακάλεσες του Ντιβανιού του, διά τες ζημίες που εις τον λαόν προξενεί η θεωρία της. Ετούτη η προσταγή μού εστάθη θλιβερά τόσον όσον εστάθη χαροποιά του Λάλα μου, ο οποίος μη ημπορώντας να κρύψη την ευχαρίστησίν του μου είπεν. Αχ, κύριέ μου, τώρα σε βλέπω έξω από κάθε κίνδυνον η βασιλοπούλα δεν θέλει έβγει πλέον εις το εξής από το σεράγι της, και η ωραιότης της δεν θέλει βλάψει πλέον το γένος των ανθρώπων, και δεν ημπορώ αρκετώς να ευχαριστήσω τον ουρανόν δι' αυτό το αίτιον. Γελάσαι, ω Χασάν, ευθύς τον αντέκοψα, αν πιστεύης ότι εγώ θα παραιτηθώ, που να μην πληρώσω την περιέργειάν μου, και με όλον που κατά το παρόν είναι δύσκολον πολλά εις το να ιδώ την Ρετζίαν, δεν θέλω λείψει όμως που να κάμω κάθε τρόπον, διά να εύρω το μέσον.

Εις την εκτέλεσιν της βουλής μου, μου ήλθαν εις τον νουν διάφορα εφευρέματα, και απεφάσισα εις τούτο· επήρα μαζί μου πολύ χρυσίον, και εκίνησα διά να υπάγω να εύρω τον περιβολάρην του Σουλτάνου· τον οποίον ευρίσκοντας του έβαλα μίαν σακκούλαν φλωριά εις τα χέρια· λάβε, καλέ μου πατέρα, του είπα, ετούτην την σακκούλαν, που είνε 500 φλωριά, και ακόμη περισσότερα θέλω σου δώσει αν μου κάμης μίαν χάριν. Ο περιβολάρης ήτον ένας καλός γέρων, ο οποίος είχε γυναίκα μίαν παρομοίαν εις την ηλικίαν του· επήρεν αυτός την σακκούλαν με τα φλωριά, και χαμογελώντας μου είπε. Καλέ νέε, το δώρον είνε πλούσιον, μα το ζήτημά σου ποίον είνε; Εγώ έχω να σε παρακαλέσω του είπα, διά να μου κάμης την χάριν να εύρης το μέσον, διά να με εμβάσης εις το παλάτι, διά να ιδώ μίαν φοράν μόνον την βασιλοπούλαν Ρετζίαν, επειδή και κατά τον ορισμόν του βασιλέως δεν εβγαίνει πλέον εις την χώραν να την ιδή κανείς. Ο περιβολάρης ακούοντας παρόμοια λόγια ευθύς μου επέστρεψε τα φλωριά λέγοντας. Ύπαγε απ' εμού, ω τολμηρέ νέε, επειδή δεν στοχάζεσαι τα αποτελέσματα της ζητήσεώς σου· έξω που εμβαίνεις εις κίνδυνον να χάσης το λογικόν σου· μα είνε που βάνεις εις κίνδυνον την ζωήν σου, και την εδικήν μου· ύπαγε το λοιπόν, και μην ελπίζης ότι εγώ θα κάμω ένα παρόμοιον πράγμα, μακάρι να ήξευρα πως θα με κάμης ολόχρυσον.

Ένα τέτοιον ομίλημα δεν με απέλπισεν· ω καλέ πατέρα μου, του εξαναείπα, ξαναδίδοντάς του πάλιν την σακκούλαν, μη μου αρνείσαι την συνέργειάν σου· έχω μεγάλην επιθυμίαν να ιδώ την βασιλοπούλαν, δεν ημπορώ παρά από λόγου σου να λάβω αυτήν την ευχαρίστησιν, αν δεν με υπακούσης, εγώ αποθαίνω από τον πόνον μου. Η περιβολάρισσα δεν ημπόρεσε να με ακούση χωρίς συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν και ανταμωμένη μετ' εμένα αρχίσαμεν να παρακινούμεν με θερμότητα τον άνδρα της διά να υπακούση τες παρακάλεσές μου. Αυτός ως τόσον εβάλθη να διαλογίζεται χωρίς να μου αποκριθή· στοχαζόμενός τον πως ακόμη αμφέβαλλεν, έβγαλα και του έδωσα και μερικά διαμάντια, διά να τον παρακινήσω περισσότερον να κλίνη εις την ζήτησίν μου, τα οποία, ωσάν τα είδε, τον εξύπνησαν από το βάθος των στοχασμών του. Παιδί μου, μου είπε, δεν είνε χρεία να χαρίζης αυτά τα διαμαντικά διά να με παρακινήσης να σε υπακούσω· επειδή και ευθύς που σε είδα αγροίκησα προς του λόγου σου αγάπην, και αποφάσισα διά να σε δουλεύσω, και εις ετούτην την στιγμήν μου έρχεται εις τον νουν μου ένα μέσον διά να σου πληρώσω την επιθυμίαν, χωρίς κίνδυνον τόσον εσένα ωσάν και εμένα. Αγκάλιασα τον γέροντα διά την καλήν ελπίδα που μου έδωσε, και τον επερικάλεσα να μου φανερώση τον τρόπον που εστοχάσθη. Κάνει χρεία, μου είπεν, ότι να γδυθής τα φορέματά σου και να βάλλης πενιχρά· θέλω κάμει να σε πιστεύσουν διά δούλον μου· μα έχοντας αυτά τα ξανθά μαλλιά, ημπορούν να έμβουν οι ευνούχοι εις υποψίαν, και να σε ξεσκεπάσουν, και διά τούτο πρέπει να σου σκεπάσω το κεφάλι με μίαν φούσκαν, και με αυτόν τον τρόπον θέλουν σε στοχασθή δι' ένα κασιδιάρην, και ούτω δεν θέλουν σε εξετάξει καθόλου.

Μου ήρεσεν η εφεύρεσις και ευθύς ενδύθηκα ωσάν δούλος του περιβολάρη, έκρυψα τα μαλλιά μου με τον καλύτερον τρόπον που ημπόρεσα υποκάτω εις την φούσκαν, και εμεταμορφώθηκα εις τρόπον, που οι πλέον εντροπαλές γυναίκες ημπορούσαν να με κυττάξουν χωρίς καμμίαν αντίρρησιν. Εις καιρόν δε που έκανα όλα αυτά και εμεταμορφωνόμουν, ο Λαλάς μου αποκάνοντας που να με καρτερή ήλθεν εις το σπήτι του περιβολάρη διά να με ιδή το τι κάνω, ο οποίος εμβαίνοντας εκεί δεν ημπόρεσε να κρατηθή από τα γέλοια, από την έκστασίν του διά την παράξενην μορφήν μου. Και αφού του διηγήθηκα την απόφασίν μου, του έδωσα θέλημα κάποτε να έρχεται εκεί διά να μαθαίνη το τι ακολουθεί. Και ούτως αναχωρώντας ο Λαλάς μου, με επήρεν ο περιβολάρης ευθύς, και με έφερε μαζή του εις το περιβόλι, και μου έδειξεν εκεί το τι έχω να δουλεύσω και το τι έχω να κάμω, και έπειτα αναμέρισεν. Εις καιρόν δε που εδούλευα, κάποιοι ευνούχοι που απερνούσαν από σιμά μου με εστοχάσθηκαν, και νομίζοντάς με αληθή κασιδιάρην εγέλασαν λέγοντες· ετούτος είνε καινούριος δούλος του περιβολάρη, ιδέ τι νόστιμος κασιδιάρης που είνε· έπειτα ηκολούθησαν την στράταν τους, και με άφησαν χαρούμενον που δεν έλαβαν καμμίαν υποψίαν δι' εμένα.

Εις το τέλος της ημέρας ο γέροντας περιβολάρης ήλθε και με έκραξε διά να δειπνήσωμεν και φέροντάς με εις την άκρην μιας βρύσης πολλά κρύας που εις το περιβόλι ήτον, ηύραμεν εκεί ένα σοφάν εξαπλωμένον επάνω εις τα χόρτα με διάφορα φαγητά· και εκαθήσαμεν διά να φάμεν. Και αφού ετελειώσαμεν, ο γέρων κάνοντας κέφι από το κρασί που έπιαμεν, άρχισε να λαλή ένα τζιβούρι που κοντά του είχε, εις τρόπον που δεν ήξευρε τι έκανε. Και με όλον τούτο εγώ διά να τον κολακεύσω, τον επαίνεσα πως το ελαλούσε με μεγάλην τέχνην. Τότε αυτός λαμβάνοντας κάποιαν ευχαρίστησιν από τους επαίνους μου έπαυσε, και μου το έδωσε εις το χέρι και εμένα διά να το λαλήσω· λάβε, ω υιέ μου, μου είπε· λάλει και εσύ καμπόσον διά να ιδώ πως το εξεύρεις· Εγώ τον επήκουσα και το επήρα, και έχοντας καλά την πράξιν εις αυτό, άρχισα να το λαλώ συντροφιάζοντάς το με έναν ήχον με την φωνήν μου, που τον έκαμα να μείνη εκστατικός, ο οποίος δεν έλειψε που κατά πολλά να με επαινέση.

Εγώ επίστευσα ότι να μην έχω άλλον που να με θεωρή και να με ακούη, παρά τον γέροντά μου, μα εγελάσθηκα. Ο Βεζύρης, ο οποίος κατά τύχην εσεργιάνιζεν εις τον μπαχτζέ τότε, ακούοντάς την φωνήν μου και το λάλημά μου επλησίασε προς ημάς. Εγώ βλέποντάς τον εσηκώθηκα διά να αναμερίσω εις σημείον σεβασμού. Στάσου, μου είπε, διατί θέλεις να μισεύσης; Ω κύριέ μου, του απεκρίθηκα, εγώ δεν είμαι άξιος να σταθώ έμπροσθέν της μεγαλειότητός σου· σταμάτησε, μου εξαναείπε, και πες μου ποίος είσαι. Ο γέροντας που με είδεν αντραλωμένον, απεκρίθη διά εμένα λέγοντας· Αυθέντη, ετούτος είναι δούλος μου, και είναι πολλά έμπειρος διά το περιβόλι, και είμαι ευχαριστημένος που έκαμα τέτοιαν απόκτησιν. Ο βεζύρης αφού και άκουσε τον περιβολάρην, με επρόσταξεν να ξανατραγουδήσω διά να με ακούση· εγώ ελάλησα, και ετραγούδησα με τέτοιον τρόπον που τον έβαλα εις θαυμασμόν. Όχι, εφώναξε, όχι, όλοι οι μουσικοί του βασιλέως δεν παρομοιάζουν ετούτον· και μου κακοφαίνεται κατά πολλά που είναι κασιδιάρης, και κάνει κακήν θεωρίαν· μα αν ήτον αλλέως ήθελα να τον εβγάλω από αυτήν την κατάστασιν. Και αφού είπεν αυτά τα λόγια ο βεζύρης ετραβήχθη· και την ακόλουθον ημέραν λέγει του Σουλτάνου· η βασιλεία σου δεν ηξεύρει πως έχεις εις το περιβόλι σου ένα θησαυρόν· και εις τον ίδιον καιρόν του διηγήθη τα πάντα διά εμένα. Ο Σουλτάνος επάνω εις την διήγησιν του βεζύρη του επεθύμησε διά να με ακούση. Θέλω υπάγει, του λέγει, σήμερον εις το περιβόλι διά να ιδώ αυτόν τον κασιδιάρην, αν είναι καθώς μου το παρασταίνεις· και όλοι έτσι λέγοντας, έδωσεν ευθύς θέλημα να συναχθούν όλοι η μουσικοί του, και να υπάν με αυτόν εις το περιβόλι διά να κάμουν μίαν συμφωνίαν μουσικής διά περιδιάβασιν· και ούτως εφέρθησαν εις το περιβόλι.

Ευθύς που αυτός εκάθησεν εις ένα σοφά μεγαλοπρεπή, εγώ επαρουσιάσθηκα έμπροσθέν του με ένα κανιστράκι από διάφορα άνθη· έβαλα το κανίστρι εις τους πόδας του, και με όλον το σέβας ετραβήχθηκα εις τα οπίσω. Ο βασιλεύς με εγνώρισεν ευθύς, ότι θα ήμουν εκείνος που ο βεζύρης του εδιηγήθη· Α κασιδιάρη, μου είπε, τι κάνεις εσύ εδώ; Ο γέροντάς μου που με εσυντρόφευεν απεκρίθη πάλιν διά εμένα, και είπεν· ότι εγώ ήμουν δουλευτής του, και πως ήξευρα την τέχνην διά να καλλωπίζω το περιβόλι· το οποίον το εβεβαίωσε με τόσην δύναμιν ωσάν να ήθελε του ειπή την αλήθειαν. Ο βασιλεύς θεωρώντάς με με προσοχήν λέγει του περιβολάρη· είνε αλήθεια ότι αυτός ο δούλος σου λαλεί το τζιβούρι, και τραγωδεί με πολλήν νοστιμάδα; Ναι, ω βασιλεύ, του απεκρίθη ο γέρων έχει μίαν φωνήν που λογιάζω παρόμοια να μην ηκούσθη. Εγώ είμαι περίεργος να τον ακούσω, απεκρίθη ο Σουλτάνος, ας ιδούμεν εκείνο που ηξεύρει να κάμη.

Εκεί ολόγυρα ήσαν πολλοί ντζουντζέδες, και ένας από αυτούς διά να προξενήση γέλοιον εις τους περιεστώτας ήλθε και μου έπιασε το χέρι και με εβίαζε να χορέψω· μα εγελάσθη ο ταλαίπωρος, επειδή και εκεί που με εβίαζε του εκτύπησα ένα μπάτσον τόσον σφοδρόν που αντραλωμένος ήλθε κατά γης. Αυτό το κάμωμα επροξένησε περισσότερον γέλοιο εις τον βασιλέα και εις τους λοιπούς παρά από εκείνο που ο ζτουντζές εστοχάζετο να προξενήση, έπειτα από αυτό έδωκα να ιδούν ότι εχόρευα καλύτερον από εκείνο που αυτός εστοχάζονταν. Ο Σουλτάνος, ο βεζύρης και οι λοιποί που εκεί ευρίσκονταν, μου έκαμαν χιλίους επαίνους. Έπειτα μου έδωσαν ένα τζιβούρι διά να το λαλήσω· το οποίον το ελάλησα με μεγάλην επιτηδειότητα· μου εφέρθηκαν και άλλα διάφορα όργανα μουσικά, τα οποία τα ελάλησα και αυτά με τον όμοιον τρόπον, και ετραγούδησα και τόσους ωραίους ήχους, που επροξένησαν μεγάλον θαυμασμόν εις τον βασιλέα και εις τους περιεστώτας.

Επρόσταξεν ευθύς ο βασιλεύς διά να μου χαρίση ο ταμίας του μίαν σακκούλαν με χίλια φλωριά· τα οποία λαμβάνοντάς τα, τα εδιαμοίρασα εις τους μουσικούς. Όλοι της αυλής έμειναν εκστατικοί εις ετούτο το κάμωμα· ετούτος ο νέος, έλεγαν, έχει μίαν καρδίαν γενναίαν, και είνε αμαρτία να είνε κασιδιάρης. Ο βασιλεύς δεν έμεινεν ολιγώτερον θαυμασμένος από αυτούς· ο οποίος με εξέταξε διατί δεν εκρατούσα εκείνα τα φλωριά. Εγώ του απεκρίθηκα ότι δεν είχα χρείαν από πλούτη, έχοντας την τιμήν να είμαι υπό την σκέπην της βασιλείας του και να δουλεύω εις το περιβόλι του. Εφάνη αυτός πολλά ευχαριστημένος διά την απόκρισίν μου· και έπειτα από αυτά και άλλες περιδιάβασες που έγιναν εκεί εσηκώθη ο βασιλεύς με όλους της αυλής του και ετραβήχθηκεν εις το παλάτι· και εγώ ευρέθηκα μοναχός με τον γέροντα, με τον οποίον αφού εκάμαμεν διάφορες κουβέντες δι' εκείνα που απέρασαν με τον βασιλέα της Καρίσμου, του εφανέρωσα την ανυπομονησίαν που είχα εις το να ιδώ την βασιλοπούλαν Ρετζίαν. Ήτον καλύτερα, παιδί μου, να μην την ιδής, μου απεκρίθη ο γέρων, μα σαν η επιθυμία σου είνε τέτοια, ογλήγορα θέλεις την ιδεί να έλθη εδώ. Και ακόμη δεν είχαμεν καλά τελειωμένα αυτά τα λόγια, ιδού και έρχεται μία σκλάβα μπουλωμένη προς ημάς και μου λέγει· ύπαγε ευθύς να μάσης λουλούδια και άνθη να τα προσφέρης της βασιλοπούλας, που ευρίσκεται εδώ εις το περιβόλι. Κυρία μου, της επεκρίθηκα, είμαι έτοιμος διά να την δουλεύσω· μα περικαλώ σε πώς έχω να παρασταθώ εμπρός της με τούτην την μορφήν που είμαι; Αυτό δεν βλάβει, μου απεκρίθη εκείνη· επειδή το έμαθε πως είσαι κασιδιάρης και το περισσότερον ακούσαμεν να μιλήσουν διά εσένα πολλά καλά λόγια και διά τούτο μην λαμβάνης καμμίαν αντίρρησιν, που να παρουσιασθής εις την Ρετζίαν.

Καθώς εγώ δεν εζητούσα άλλο παρά ένα τέτοιον πρόσταγμα, ευθύς επήρα ένα κανιστράκι, και επήγα και έμασα από τα πλέον ωραιότερα λουλούδια και άνθη, και μαζί με εκείνην την σκλάβαν ήλθαμεν υποκάτω εις έναν ίσκιον διαφόρων πυκνών δένδρων, εκεί που η Ρετζία ήτον καθισμένη επάνω εις ένα θρονί χρυσό, περιτριγυρισμένη από τριάντα σκλάβες νέες, η μία ευμορφότερη από την άλλην, που κατά αλήθειαν δεν ημπορούσε να γένη μία εκλογή καλυτέρα από αυτήν διά να συντροφεύσουν της Ρετζίας την ωραιότητα. Εγώ, πλησιάζοντας προς αυτήν και βλέποντας την μεγάλην της ωραιότητα, έμεινα ξηρός και ακίνητος εις την μέσην τους, μετά μάτια στεριωμένα επάνω εις αυτήν και με το στόμα ανοικτόν· η σύγχυσίς μου και η εντροπή μου που έλαβα, εις το να ιδώ την Ρετζίαν έδωσαν αιτίαν να γελάσουν όλες· εφαινόμουν τόσον έξω του εαυτού μου, και τόσον αντραλωμένος, που ημπορούσαν να στοχασθούν ότι ετρελλάθηκα· και κατά αλήθειαν η κατάστασις εις την οποίαν ευρισκόμουν ολίγον εδιάφερνεν από ένα αναίσθητον. Πλησίασε, μου λέγει εκείνη που με ωδηγούσεν, είσαι ακίνητος ωσάν ένα ξόανον· σύρε να προσφέρης τα λουλούδια της βασιλοπούλας. Εξύπνησα τότε από το θάμβος μου, και ερχόμενος εις τον εαυτόν μου, επλησίασα εις τον θρόνον, και αφού έβαλα το κανίστρι μου επάνω εις ένα σκαλίδι του θρόνου, έπεσα με το κεφάλι κατά γης, έως που η Ρετζία μου είπε· σηκώσου επάνω, διατί έχομεν επιθυμίαν να σε ιδούμεν. Εγώ την επήκουσα και τότε όλες οι γυναίκες θεωρώντας την φούσκαν που είχα εις το κεφάλι, εδόθηκαν εις μεγαλώτατα γέλοια, και να φωνάζουν τόσον, που με έκαμαν να καταντροπιασθώ. Και αφού τες εδούλευσα διά περιδιάβασιν, η Ρετζία έκαμε να μου δοθή ένα τζιβούρι, και με επρόσταξε να το συντροφεύσω με την φωνήν μου λέγοντας· εσύ σήμερον άρεσες πολλά του Σουλτάνου πατρός μου, έχω επιθυμίαν και εγώ διά να ιδώ αν είναι αλήθεια κατά πως άκουσα. Άρχισα εγώ ευθύς να το λαλήσω, και το εσυντρόφευσα με έναν ήχον Περσιάνικον, που τες έκαμα όλες να θαυμάσουν διά την μελωδίαν μου· και όλες ομού με επαίνεσαν· έπειτα μου έδωσαν ένα νάι, ένα βιολί, και άλλα διάφορα όργανα, τα οποία όλα έλαβα την καλήν τύχην διά να λαλήσω με μεγαλωτάτην τέχνην, διά τα οποία εξανάλαβα εκ νέου επαίνους.

Δεν ευχαριστήθη η Ρετζία εις τούτο, αλλ' ηθέλησεν ακόμη και διά να χορεύσω. Και έτσι φέροντάς μου ένα ζευγάρι ζήλια εχόρευσα τόσον νόστιμα διαφόρων λογιών χορούς που τες έκαμα όλες να μη παύσουν από το να μου κάνουν χίλιους επαίνους· αχ και τι εύμορφα χορεύει, έλεγεν η μία· τι φωνήν εύμορφην και διαπεραστικήν που έχει, έλεγεν η άλλη· αν δεν είχε την κασίδα ημπορούσε να γένη ένας από τους πλέον θαυμαστούς μουσικούς. Εις το αναμεταξύ, που αυτές μου έκαναν αυτούς τους επαίνους, η Ρετζία με επιμέλειαν με εθεωρούσε χωρίς να ειπή τίποτε, έπειτα διαλύοντάς την σιωπήν και κατεβαίνοντας από τον θρόνον να γυρίση εις το παλάτι της, τι αμαρτία, εφώναξεν, είνε, ότι αυτός να είνε κασιδιάρης. Και ευθύς που είπεν αυτά τα λόγια, οι γυναίκες της την ακολούθησαν προς το παλάτι λέγοντας, πόσον μας κακοφαίνεται ότι αυτός είνε έτσι κασιδιάρης.

Αφού και αυτές εμίσευσαν, εφέρθηκα ευθύς εις την οικίαν του περιβολάρη, εις την οποίαν ηύρα και τον Λαλάν μου, που είχεν έλθει να λάβη καμμίαν είδησιν διά εμένα. Και ευθύς που εμβήκα, τους εδιηγήθηκα πως ερχόμουν από την Ρετζίαν, με την οποίαν έως εκείνην την ώραν ευρισκόμουν εκεί. Αυτοί εις τέτοιαν διήγησιν ενεκρώθησαν, και με εκύτταζαν τρεμάμενοι και φοβούμενοι μήπως και έχασα το λογικόν μου που είδα την Ρετζίαν· εγώ εγνώρισα την υποψίαν τους, και τους είπα· μη φοβάσθε πως εγώ έχασα το λογικόν μου, μα σας ομολογώ πως δικαίως ετρελλάθηκαν όσοι την είδαν, και εις τον ίδιον καιρόν τους έκαμα μίαν διήγησιν διά τα όσα απέρασαν υποκάτω εις εκείνους τους ίσκιους, και πως ήθελα ακόμη να ακολουθήσω διά να πηγαίνω εις εκείνον τον τόπον, διά να πασχίσω να αρέσω της Ρετζίας. Τότε ο Λαλάς μου και ο γέροντας έκαμαν κάθε τρόπον διά να με αντικόψουν από αυτήν την βουλήν μου, λέγοντάς μου, πως μου φθάνει τόσον διά να μη μου συνέβη κανένας κίνδυνος, και άλλα παρόμοια. Μα εγώ τον Λαλάν μου τον εμπόδισα που να με αντικόψη πλέον, και τον γέροντα τον εκατάστησα με νέα δώρα διά να με αφήση να ακολουθήσω την μορφήν που έλαβα.

Την ακόλουθον ημέραν ύστερον από το γεύμα, θέλοντας να αναπαυθώ, επήγα σε ένα αυλακάκι από κρύον νερόν πυκνωμένον από φουντωτά δένδρα, εις το οποίον η Ρετζία κάποιες φορές έρχονταν εκεί διά περιδιάβασιν, με ελπίδα διά να την ανταμώσω εκεί. Καθήμενος εκεί ήμουν περικυκλωμένος από χίλιους ηδονικούς λογισμούς, που δεν επροσφέρονταν εις άλλον, παρά εις έναν που ήθελεν είνε τυφλωμένος από αγάπην. Μα δεν διήρκεσαν διά πολύ αυτοί οι στοχασμοί μου· επειδή και όντας εκεί πλησίον εις το νερόν, είδα μέσα εις αυτό την άσχημον μορφήν μου η οποία με έθλιψε κατά πολλά, και αναστενάζοντας από καρδίας, ω ουρανέ, εφώναξα, διά ποίον σκληρόν γραπτόν εκαταντήθηκα να παρουσιασθώ εις μίαν βασιλοπούλαν που αγαπώ με τούτην την συχαμερήν μορφήν; τι στοχασμός τάχατε είνε τούτος που έκαμε; ημπορώ εγώ να ελπίσω, υποκάτω εις μίαν μορφήν τόσον ουτιδανήν, να ελκύσω προς εμέ μίαν κλίσιν ερωτικήν; τι παραξενιά; αχ, ηκολούθησα, εβγάζοντάς την φούσκαν από το κεφάλι μου, αν ήθελεν ήτον δυνατόν να επαρουσιαζόμουν εις την Ρετζίαν φυσικά καθώς είμαι, ημπορούσα να ελπίσω την αγάπην της, και όχι να της προξενήσω συχασίαν. Και εκεί που έτσι εστοχαζόμουν, και άρχισα να βάνω την φούσκαν εις το κεφάλι μου, ιδού και βλέπω μίαν σκλάβαν να έρχεται προς εμένα. Κασιδιάρη, μου λέγει, η κυρία μου με έστειλε διά να σου ειπώ, ότι ετούτην την νύκτα θέλει να σε εμβάση εις το παλάτι της, διά να την ξεφαντώσης με τα τραγούδια σου· θυμήσου να ευρεθής εδώ εις την μίαν ώραν της νυκτός, και αλλέως μην κάμης.

Εγώ μη ζητώντας άλλο από αυτό, έτρεξα αφού και ανεχώρησα απ' εκεί προς τον περιβολάρην διά να του δώσω την είδησιν διά την καλήν μου τύχην, και διά να μη με καρτερή εκείνην την νύκτα· έπειτα εγύρισα εκεί που ήμουν, και ανάμενα με ανυπομονησίαν μεγάλην διά να έλθουν να με κράξουν. Και προς την μίαν ώραν της νυκτός βλέπω έναν ευνούχον να έρχεται προς εμένα, ο οποίος μου είπε διά να τον ακολουθήσω· εγώ ακολουθώντας τον με προθυμίαν, με έμβασεν εις το χαρέμι από μίαν κρυφήν πόρταν, της οποίας αυτός εκρατούσε τα κλειδιά, και με έφερεν εις τον χοντζερέ της Ρετζίας· έστεκεν αυτή επάνω εις χρυσές μαξιλάρες και ολόγυρά της ήτον εκείνες οι ίδιες γυναίκες που εις το περιβόλι είχεν· οι οποίες ευθύς που με είδαν να φανερωθώ εκεί, εσηκώθησαν ευθύς φωνάζοντας ιδού ο κασιδιάρης που έρχεται να μας περιδιαβάση. Νέε, μου λέγει η βασιλοπούλα, χθες μου επροξένησες πολλήν ηδονήν με τα τραγούδια σου και με τους χορούς σου· διά τα οποία επεθύμησα διά να σε ξαναϊδώ. Και εις τον ίδιον καιρόν μου εδόθηκαν διάφορα όργανα, και τα ελάλησα, τραγουδώντας καλύτερα από την άλλην ημέραν· έπειτα με επρόσταξε διά να χορέψω· εγώ διά να δείξω την μάθησιν που είχα εις τους χορούς, ηθέλησα διά να κάμω ένα χορόν, ο οποίος είχε πολλά πηδήματα και κίνησιν σφοδράν και εκεί που ερριχνόμουν με σφοδρότητα, η φούσκα που είχα εις το κεφάλι, μη όντας καλά βαλμένη, μου επετάχθη από το κεφάλι και έπεσε κατά γης, και ευθύς τα μαλλιά μου εξαπλώθηκαν εις τες πλάτες μου.

Οι σκλάβες καταλαμβάνοντάς τον δόλον εδόθησαν να φωνάζουν μεγάλως, και η Ρετζία εφάνη πολλά θυμωμένη. Αχ, τρισάθλιε, μου λέγει, με τόσον δόλον έρχεσαι να φανερωθής έμπροσθέν μου, η αυθάδειά σου πρέπει να παιδευθή σκληρώς, και μη στοχάζεσαι διά την ηδονήν που μου έδωσες να συμπαθήσω δι' αυτήν την απάτην. Και έτσι λέγοντας έκαμε να κράξη τους ευνούχους της· οι οποίοι ερχόμενοι με επήραν ως άρμα πύρινον, και με εφυλάκωσαν εις ένα κατώγι, έως να έλθη η ημέρα. Και σαν εξημέρωσεν, έδωσαν είδησιν του βασιλέως διά εμένα· έπειτα με επαράστησαν έμπροσθέν του. Αχ κακορίζικε, μου είπεν αυτός, διά ποίαν αιτίαν έτσι μεταμορφωμένος είσαι δούλος του περιβολάρη; ποίος ήτον ο στοχασμός σου; είχες αποφασίσει χωρίς αμφιβολίαν να ατιμάσης το παλάτι μου; μα ας είναι ευχαριστημένος ο ουρανός, που ο δόλος σου εξεσκεπάσθη, και η παιδεία σου είνε αναμφίβολη· θέλω εις ετούτην την στιγμήν να σε δέσουν από τα ποδάρια και να σε σύρη ένα άλογον εις όλην την χώραν, ως να γένης κομμάτια, και ένας τελάλης να πηγαίνη έμπροσθέν σου φωνάζοντας τον ανομίαν σου· και με τον ίδιον τρόπον θέλω να γίνη και εις τον περιβολάρην, ότι καταλαμβάνω πως εσταθήκατε συμφώνως· τον οποίον εκείνην την ώραν τον έφεραν και αυτόν εκεί.

Εις αυτό το αναμεταξύ που ο βασιλεύς έκανεν αυτήν την απόφασιν, έφθασεν ένας αμπασατόρος από μέρος του βασιλέως της Γάζνας διά να ζητήση την θυγατέρα του την Ρετζίαν εις γυναίκα, ειδεμή και δεν θέλει τον υπακούσει, να του κηρύξη πόλεμον. Αυτή η είδησις έκαμε τον βασιλέα να μεταβάλλη τον θάνατόν μας έως της αύριον και ούτως επρόσταξε διά να μας φέρουν εις την φυλακήν. Ο Λαλάς μου μαθαίνοντας το συμβεβηκός μου και την δυστυχίαν μου ολίγον έλειψε που να αποθάνη από την θλίψιν του· μα με όλον τούτο δεν έλειψε που διά νυκτός να πάρη τόσον βίον και διαμαντικά που μας ευρίσκονταν και να τα φέρη μαζί του εις την φυλακήν που ευρισκόμουν με τα οποία εκέρδισε τους φυλακάτορας και άνοιξαν την φυλακήν και εφύγαμεν ομού με τον γέροντα και με τους ίδιους τους φύλακας. Και περιπατώντας με μεγάλην βίαν όλην εκείνην την νύκτα το ταχύ εβγήκαμεν από τα σύνορα του βασιλείου της Καρίσμου και εκεί ευρεθήκαμεν ελεύθεροι από κάθε φόβον κινδύνου.

Ο Λαλάς μου δεν έλειπεν εις όλην την στράταν να με ονειδίζη διά τον κίνδυνον που εβάλθηκα, και πως αυτός αν δεν έκανεν αυτήν την κυβέρνησιν, ήθελα ήμην χαμένος. Και κατά αλήθειαν αυτής η προθυμία του Χασάν που έδειξε προς εμένα, μου αβγάτισε κατά πολλά την αγάπην μου προς αυτόν και του υπεσχέθηκα ότι εις το εξής δεν ήθελα τον παρακούσει εις κάθε του συμβουλήν. Εβγαίνοντας λοιπόν από τα σύνορα της Καρίσμου, είπα του γέροντος περιβολάρη, αν θέλη να έλθη εις το βασίλειόν μου, και εκεί θέλω του κάμει μεγάλες τιμές, διά τον κίνδυνον που διά λόγου μου εβάλθη. Αυτός δεν ηθέλησε, λέγοντάς μου πως ήτον ευχαριστημένος να υπάγη εις τον τόπον που εγεννήθηκεν, ο οποίος ήτον από το βασίλειον της Γάζνας, και εκεί να κάμη κάθε τρόπο διά να φέρη την γυναίκα του διά να περάση το επίλοιπον της ζωής του εν ησυχία· και ούτως ηκολούθησεν· ομοίως και οι φύλακες, παίρνοντες άλλην στράταν ανεχώρησαν. Τότε εγώ και ο Λαλάς μου μένοντες μοναχοί απεφασίσαμεν διά να γυρίσωμεν εις το Αστραχάν εις το βασίλειον του πατρός μου· και έχοντας ακόμη εγώ μαζή μου μερικά διαμαντικά έκαμα τα έξοδα της στράτας και πριν φθάσωμεν εις τα σύνορα του Αστραχάν εσυναντήσαμεν ένα μεντζήλι, που ο πατέρας μου έστελνε, με το οποίον μου έδινε την είδησιν πως ευρίσκονταν άρρωστος· και επιθυμούσε μεγάλως να πηγαίνω να με ιδή πριν αποθάνη. Αυτή η είδησις μου επροξένησε μεγάλην θλίψιν και άρχισα να βιάζωμαι διά να φθάσω εις Αστραχάν· μα αλλοί εις εμένα, που με όλην την βίαν που έλαβα να φθάσω, δεν επρόφθασα να εύρω τον πατέρα μου ζωντανόν, επειδή και εκείνην την ώραν που εξεπέζευσα έδωσε τέλος. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ πόση εστάθη η θλίψις μου, που να μην προφθάσω μίαν ώραν εμπροσθήτερα διά να τον εύρω ζωντανόν· μα το γραπτόν έτσι ηθέλησε, και πρέπει υπομονή.

Την άλλην ημέραν αφού και έκαμα να τον θάψουν με όλες τες τιμές που ήτον ανέβηκα εις τον θρόνον, και έβαλα όλην μου την σπουδήν διά να κυβερνήσω το βασίλειόν μου με ένα τρόπον που να είνε όλοι ευχαριστημένοι. Έλαβα την καλήν τύχην να επιτύχω καθώς επιθυμούσα, και εγεύθηκα τες γλυκύτερες ηδονές, που οι βασιλείς ημπορούν να χαρούν· ήμην λατρευμένος από τους υπηκόους μου, και ακόμη είμαι· και καθώς εγώ δεν πάσχω παρά διά την ευτυχίαν τους, έτσι και αυτοί δεν στοχάζονται άλλο, παρά να με ευχαριστήσουν, και καθημερινώς να εορτάζουν νέες χαρές εις τιμήν μου· με τούτο το μέσον η αυλή μου έγινε μία κατοικία χαράς και αγαλλιάσεως· δεν είνε λαός που να φαίνεται τόσον ευτυχισμένος ωσάν ετούτον· εγώ χαίρομαι την ευτυχίαν τους, και φοβούμενος να τους την συγχίσω, βάνω κάθε σπουδήν μου διά να κρύψω την θλίψιν, που με έχει περικυκλωμένον· είμαι βέβαιος, ότι αν αυτοί ήθελαν ηξεύρει το πως δεν είμαι καθώς δείχνομαι εις τους οφθαλμούς τους, αλλά είμαι έσωθεν γεμάτος από ζωντανόν πόνον που με θερίζει, ηθέλετε ιδεί εις μίαν στιγμήν να προξενηθή μία βαθεία θλίψις και μελαγχολία εις όλην ετούτην την χώραν.

Ολίγον καιρόν ύστερον που έβαλα τα πράγματα του βασιλείου μου εις καλήν τάξιν, εστοχάσθηκα ότι μου έλειπε το καλύτερον διά να με κάμη τελείως ευτυχισμένον, που ήτον η απόκτησις της ωραιοτάτης Ρετζίας, της οποίας η αγάπη με έκανε να μην έχω ησυχίαν με κανένα τρόπον. Και ούτως απεφάσισα να στείλω τον λαλά μου Χασάν ωσάν Αμπασατόρον προς τον βασιλέα της Καρίσμου, διά να του ζητήση την θυγατέρα του Ρετζίαν εις γυναίκα μου. Ο οποίος πηγαίνοντας ύστερον από μερικές ημέρες επέστρεψε χωρίς να κάμη τίποτε, λέγοντάς μου, πως ο Σουλτάνος της Καρίσμου την είχε τάξει του βασιλέως της Γάζνας, ο οποίος είχε σηκώσει τα άρματα εναντίον του και αν δεν του την έταζε δεν έπαυεν ο πόλεμος, και είχαν κατά νουν ότι μετά δύο ημέρες ύστερα από τον μισευμόν μου να του την στείλουν, και είδα τες ετοιμασίες που έκαναν διά να την συντροφεύσουν.

Έλειψεν ολίγον μία τοιαύτης λογής είδησις που να με κάμη να χάσω τον νουν μου και να τρελλαθώ. Και από την μεγάλην μου θλίψιν έπεσα εις μεγάλην αρρώστιαν και δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ημπόρεσα να ελευθερωθώ από αυτήν εις καιρόν που ευρίσκετο το πνεύμα μου εις μίαν κατάστασιν, που δεν ημπορούσε να ενεργήση εις ιάτρευσίν μου· και με όλον που η υγεία μου εμεταγύρισε, δεν ανεπαύθη δι' αυτό η καρδιά μου· ήτον πάντα ο νους μου βυθισμένος εις την ωραίαν Ρετζίαν, την εφανταζόμην διά παντός εις τας αγκάλας του ευτυχισμένου ανδρός της, και εκείνη η σκληρά δεν με άφινε ποτέ να λάβω άνεσιν.

Μίαν ημέραν τον καιρόν που ευρισκόμουν εις τες συνηθισμένες μου φαντασίες, έρχεται ο βεζύρης μου να μου ειπή, ότι είναι ολίγες ημέρες, που έξω από τες πόρτες του Αστραχάν φαίνονται μεγαλοπρεπέστατοι λουτροί με νερά καθαρά, που κάνουν χαράν και θαυμασμόν και αυτοί οι λουτροί είνε στερεωμένοι επάνω εις στύλους από εκλεκτόν μάρμαρον και όλος ο λαός τρέχει ακαταπαύστως διά να τους ιδή και δεν τους θαυμάζει τόσον διά την μεγαλοπρέπειάν τους, όσον τους θαυμάζει που δεν είδαν να τους φτειάσουν επειδή μίαν ταχυνήν ευρέθησαν κτισμένοι. Έμενα εκστατικός εις παρομοίαν διήγησιν και έλαβα την περιέργειαν διά να υπάγω να ιδώ με τους οφθαλμούς μου ένα τέτοιον εξαίσιον κτίριον, το οποίον μου εφαίνετο παράξενον. Επήγα μεταμφιεσμένος με τον βεζύρην μου εις αυτούς τους λουτρούς, και αύξησεν ο θαυμασμός μου στοχαζόμενος την κατασκευήν τους και την μεγαλοπρέπειάν τους, εκτός που το όλον ήτον πολλά ευγενικόν, και καλά βαλμένον, επαρατήρησα ότι οι νέοι, που είχαν την επιστασίαν εις το να πλύνουν τους ανθρώπους, που εκεί επήγαιναν, ήταν τόσον ωραίοι και καλοκαμωμένοι, που επροξενούσαν θαυμασμόν, και το περισσότερον που ωμοιάζονταν τόσον, που αδύνατον ήτον να διαχωρίση τινάς τον έναν από τον άλλον. Ο αυθέντης των λουτρών, ο οποίος ήτον έως χρονών πενήντα, εφαίνονταν ένας μεγαλοπρεπής άνδρας· αυτός έστεκε με μεγάλην επιμέλειαν, διά να κάμη τους νέους να δουλεύουν με πολλήν προσοχήν τους ανθρώπους, που ελούονταν· οι οποίοι αφού και ελούονταν έβγαιναν και έπιναν διάφορα ποτά, που επιταυτού είχαν ετοιμασμένα· και όλοι εμίσευαν πολλά ευχαριστημένοι.

Γυρίζοντας εις το παλάτι μου με μεγάλον θαυμασμόν διά τα όσα είδα, απεφάσισα να κράξω τον οικοκύρην των λουτρών, διά να τον εξετάσω με ποίαν τέχνην τους έκαμε αυτουνούς τους θαυμαστούς λουτρούς αιφνιδίως· και στέλνοντας έναν μου υπηρέτην επήγε και μου τον έφερεν. Ο οποίος ερχόμενος έμπροσθέν μου έπεσεν εις τους πόδας μου και τους εφίλησεν· εγώ τον εσήκωσα και του έκαμα μεγάλην δεξίωσιν. Εκείνος ο άνθρωπος όντας υποχρεωμένος από την περιποίησιν που του έδειξα, μου έκαμε διαφόρους επαίνους, και εδόθη εις ομιλίες τόσον εύγλωττες, που μου αύξησε τον θαυμασμόν μου, ωσάν και των προεστών του παλατίου μου. Η συναναστροφή του ήτον τόσον νόστιμη, και τόσον χαριεστάτη που ο καθείς ελάμβανε μεγάλην ηδονήν να τον ακούη. Και αφού και ετελείωσε να ομιλή, του είπα, μεγάλε Φιλόσοφε, επειδή και δεν είναι δύσκολον να καταλάβω πως θάσαι ένας μέγας άνθρωπος, έρχομαι να σου ζητήσω μίαν χάριν· ειπέ μου καθαρώτατα, και τίποτε μη μου κρύψης, πώς έκαμες να κτίσης λουτρούς τόσον θαυμαστούς, χωρίς κάνεις να σε καταλάβη; Βασιλέα μου, εκείνος απεκρίθη, κρατώ εις την δούλευσίν μου σαράντα τεχνίτας, που είναι τόσον έμπειροι και άξιοι, που παρόμοιοι δεν ημπορούν να είναι· ημπορώ με την δούλευσίν τους να κατασκευάσω εις ολιγώτερον από μίαν ημέραν παλάτια, που να μην ευρίσκωνται παρόμοια· αυτοί οι τεχνίται είναι βουβοί, μα γροικούν ότι τους ειπή κανείς· δεν είναι χρεία να τους ομιλήση όποιος θέλει, να τους προστάξη να κάμουν κανένα πράγμα, επειδή και καταλαμβάνουν την γνώμην του πριν τους την φανερώση· ανίσως και η βασιλεία σου ορίζη να έλθουν, διά να τους δώσης καμμίαν προσταγήν να κάμουν, θέλω σε δουλεύσει μετά πάσης χαράς.

Έχοντας πολλήν επιθυμίαν διά να δοκιμάσω εκείνο που μου έλεγεν, έστειλα ένα μου τζοχαντάρη και τους έφερε, τους οποίους ευθύς εγνώρισα ότι ήταν εκείνοι που υπηρετούσαν εις τα λουτρά. Τότε ο φιλόσοφος μου λέγει διά να τους προστάξω, να κάμουν εκείνο που ήθελε μου αρέσει, μα πρώτον να βγάλω τους ανθρώπους μου έξω διά να μείνουν μοναχοί, χωρίς να θεωρήσουν άλλοι τον τρόπον της τέχνης του. Οι άνθρωποι μου επάνω εις αυτά τα λόγια ετραβήχθησαν χωρίς να τους το ειπώ, και εμείναμεν ημείς οι δύο, και οι σαράντα τεχνίται του. Και αφού εστοχάσθηκα πολύ τι δουλειά να μου κάμουν, τους επρόσταξα να κτίσουν ένα κιόσκι εις την μέσην της αυλής μου· ευθύς που έκαμα αυτήν την νεύσιν, όλοι αντελήφθησαν και ύστερον από ολίγην ώραν εγύρισαν όλοι καταφορτωμένοι από ξύλα, πέτρας, και άλλα αναγκαία διά να το κτίσουν. Και αποθέτοντας τα αναγκαία, άρχισαν με μίαν ογληγορωτάτην επιτηδειότητα να το κτίσουν, που δεν απέρασαν ολίγες ώρες, και το κιόσκι ευρέθη τελειωμένον και ήτον τόσον ωραίον, που επροξενούσε μέγαν θαυμασμόν· είχεν ολόγυρά του δώδεκα στύλους από δίασπρον, που έφεγγαν ως καθρέπται, και εβλέπονταν εις κάθε του πλευρόν συντριβάνια ωραιότατα, των οποίων τα νερά έπεφταν με ορμήν εις λεκάνες από πορφυρόν μάρμαρον.

Εκστατικός από τα πράγματα που έβλεπα, και από την επιστήμην του φιλοσόφου, τον επερικάλεσα να μου εξηγήση πως αυτά όλα τα πράγματα ημπορούσαν να γένουν. Βασιλέα μου, μου είπε, αυτή η εξήγησις θέλει αρκετόν καιρόν διά να την κάμω, δώσε μου άδειαν μοναχά να σου ειπώ, πως εγώ κυριεύω τριάντα εννέα επιστήμες. Αυτή η ομιλία μού εβγάτισε την περιέργειάν μου διά να ακούσω να μου διηγηθή την ιστορίαν του· του έκαμα άπειρα χάδια, και τον ερώτησα ύστερον από ποίον τόπον ήτον· εγώ είμαι από τον τόπον της Μποχαρίας, και Αβικένα με κράζουν, και ανίσως θέλεις να ακούσης την ιστορίαν μου, είμαι έτοιμος διά να σου την διηγηθώ. Τον εβεβαίωσα πως δεν θέλει μου κάμει καλύτερην χάριν από αυτήν, εις το να μου διηγηθή την ιστορίαν του.

Ιστορία του σοφού Αβικένα.

Εγώ είμαι (άρχισε τότε την ιστορίαν του ο Αβικένας) γεννημένος εις μίαν χώραν, ονομαζομένην Αβιχανά. Και ευθύς που εβγήκα από την κούνιαν οι γεννήτορές μου με έστειλαν να σπουδάξω εις το σχολείον της Μπουχαρίας. Έμαθα ευθύς εκεί το Αλκοράνι, και εγνωρίσθηκα τόσον επιτήδειος εις τα γράμματα, που εις ηλικίαν δέκα χρονών είχα τελειώσει τα μαθήματά μου. Με εδίδαξαν την Αριθμητικήν, την Μαθηματικήν, την Αστρολογικήν, την Φιλοσοφίαν, την Ιατρικήν και την Θεολογίαν· εις τες οποίες επιστήμες επρόκοψα τόσον, που εις ολίγον καιρόν απόκτησα μεγαλώτατον όνομα. Δεν ήμουν ακόμη εις ηλικίαν είκοσι χρονών, και το όνομά μου έγινεν ακουστόν έως τες Ινδίες.

Εμίσευσα μίαν ημέραν με τον πατέρα μου διά να πηγαίνωμεν εις την Σαμαρκάντα διά κάποιες υπηρεσίες του· και όντας εκεί ηθέλησα να ιδώ την αυλήν την βασιλικήν· ηύρα πολλούς που με εγνώριζαν οι οποίοι δεν έλειψαν που να μιλήσουν δι' εμένα πολλά καλά· και οι έπαινοι που μου έκαναν έφθασαν εις τα αυτιά του βεζύρη, ο οποίος επεθύμησε διά να συνομιλήση μετ' εμένα. Έμεινε πολλά ευχαριστημένος από την συντροφιάν μου, και απεφάσισε διά να με κρατήση μαζί του· και εις τόσην αγάπην με επήρεν, που τίποτε δεν έκανε χωρίς να με συμβουλευθή πρώτον. Αυτός ο επιτηρητής δεν έζησε πολύ καιρόν και αποθαίνοντας, ο βασιλέας με έκλεξεν εις τον τόπον του διά βεζύρη επειδή με αγαπούσε και αυτός κατά πολλά· και με όλον που επλήρωνα όλα τα χρέη, που το βάρος ενός βεζύρη έχει, μου έμνεισκεν ακόμη κάποια στιγμή διά να σπουδάζω. Μα η επιθυμία η μεγάλη που είχα προς την σπουδήν, και η ολίγη ώρα που μου επερίσευε διά να την ακολουθήσω με έκαμε και απεφάσισα να αφεθώ από το βάρος του βεζύρη, και να ακολουθήσω την σπουδήν μου. Ο βασιλεύς δεν μου παρεχώρησε την ζήτησιν χωρίς να του κακοφανή, τόσον ήτον ευχαριστημένος από την καλήν μου κυβέρνησιν· μα με όλον τούτο δεν μου εναντιώθη· με συμφωνίαν όμως που να μην ξεμακρύνω από την αυλήν του.

Εγώ τον επήκουσα, και έμεινα εις την αυλήν του εις έναν οντά ξεχωριστόν, και εσπούδαζα. Και τον καιρόν που δεν εσπούδαζα, επήγαινα εις τον βασιλέα, και απερνούσα τον καιρόν συνομιλώντας με αυτόν. Δεν μου έφθασε να σπουδάξω εις τα φιλοσοφικά και άλλα, μα εδόθηκα να μάθω και την Χημικήν επιστήμην, την απόκρυφον· επειδή και με αυτήν εξάνοιγα όλα τα αποτελέσματα της φύσεως· έμαθα και περιπλέον την λεκανομαντείαν, και έγινα πολλά τέλειος εις αυτήν την τέχνην. Και τον καιρόν που ήμουν δοσμένος εις αυτά τα σπουδαστήρια, έρχεται ένας Αμπασατόρος από τον Κουτμπεδίν βασιλέα της Κασγάρ ζητώντας του βασιλέως μου διά να με στείλη εμένα και τον Φατζέλ, άλλον φιλόσοφον, προς αυτόν επειδή επιθυμούσε διά να μας ιδή, με το να ήτον και εκείνος ο βασιλεύς σοφός, και πολλά γραμματισμένος. Ο βασιλεύς ευθύς έστειλε και μας έκραξε, και μας εφανέρωσε την ζήτησιν του βασιλέως της Κασγάρ. Ο Φατζέλ και εγώ διά να μη παρακούσωμεν το πρόσταγμα του βασιλέως μας εκλίναμεν εις τον ορισμόν του, με όλον που αυτό το ταξείδι ήτον εναντίον της θελήσεώς μας.

Ο βασιλεύς μένοντας πολλά ευχαριστημένος, που τον επηκούσαμεν, έκαμε και ένδυσε τον Αμπασατόρον ένα χρυσόν καφτάνι και τον έστειλεν εις τον βασιλέα του, λέγοντάς του πως να του ειπή, ότι μετά ολίγες ημέρες θέλουν υπάγει να τον προσκυνήσουν αυτοί οι φιλόσοφοι. Ο Φατζέλ ήτον ένας άνθρωπος σχεδόν της ηλικίας μου, και κατά αλήθειαν είχε καλήν μάθησιν, μα η φήμη που δι' αυτόν ο βασιλέας της Κασγάρ είχεν αγροικήσει δεν ήτον τόσον όσον αυτός την ελόγιαζε. Εκείνος λοιπόν ο φιλόσοφος ολίγας ημέρας πριν μισεύσωμεν, ήλθε να με εύρη, και μου λέγει· θαυμαστέ Αβικένα, επειδή και με το να μας στοχάζεται ο κόσμος ωσάν δύο μεγάλους φιλοσόφους, μου φαίνεται εύλογον, ότι να μην ταξειδεύσωμεν ωσάν οι λοιποί άνθρωποι, μα πρέπει να κάμωμεν κανένα πράγμα εξαίρετον· θέλεις να κάμωμεν να υπάμεν από εδώ έως Κασγάρ, χωρίς να φάμε και να πιούμε; αυτό στοχάζομαι να μην είναι ένα πράγμα δύσκολον να το προβάλω εις ένα φιλόσοφον ωσάν και λόγου σου, με το να είναι το ταξείδι μας πολλά μακρυνόν. Ημείς το λοιπόν δεν θέλομεν πάρει άλλο παρά εκείνην την ζωοτροφίαν που διά τους σκλάβους μας θέλει κάμει, οι οποίοι θέλει είνε μάρτυρες της σκληράς νηστείας, που θέλομεν κάμει εις την στράταν, και δεν θέλουν λείψει που να μην το φανερώσουν εις την Κασγάρ διά περισσοτέραν τιμήν.

Δεν μου έκανε αυτός ετούτο το πρόβλημα διά άλλο, παρά διατί είχε το σεκρέτο να κατασκευάζη κάποια χάπια, που ένα μόνον από αυτά έφθανε να ζωοτροφήση έναν άνθρωπον μίαν ακέραιαν ημέραν ώστε που παίρνοντας αυτός τόσα, όσες ήσαν οι ημέρες, που έπρεπε να κάμωμεν εις το ταξείδι, ήτον βέβαιος ότι να μη πεινάση· εστοχάζονταν με αυτό να δεχθή πλέον επιτήδειος από εμένα, και δεν το επίστευεν ότι εγώ θα δεχθώ αυτό το πρόβλημα που μου έκανε· μα εγώ γνωρίζοντας τον στοχασμόν του τού εδέχθηκα το πρόβλημα, πώς να ταξειδεύσωμεν χωρίς να φάμε. Και με τούτον τον τρόπον επήγα και εκατασκεύασα και εγώ ένα κάποιο μαντζούνι, που είχε περισσοτέραν δύναμιν από τα χάπια του· ώστε που χωρίς να ηξεύρη ο ένας του άλλου το μυστικόν εμισεύσαμεν από την Σαμαρκάντα διά την Κασγάρ.

Τες πρώτες ημέρες του ταξειδίου μας τες απεράσαμεν πολλά καλά τόσον ο ένας, ωσάν και ο άλλος· επειδή και τα σεκρέτα μας ενεργούσαν θαυμασίως, και κάθε ένας εζούσαμε με όλην την βεβαιότητα. Εγώ εστοχαζόμουν κάθε ολίγον τον άλλον διά να ιδώ αν έκανε καμμίαν μεταλλαγήν, ομοίως και αυτός έκανε το ίδιον εις εμένα· εγώ αντί να αδυνατήσω, εφαινόμουν από ημέραν εις ημέραν να γένωμαι πλέον δυνατός· τούτο όμως δεν ακολουθούσε του φιλοσόφου, επειδή και χάνοντας τα χάπια του, καθώς είχα μάθει έγινε αδύνατος και σκυθρωπός, και το πρόσωπόν του επλακώθη από μίαν αχνότητα που με έκανε να στοχασθώ πως περνά πολλά κακά. Αυτός ως τόσον έκρυβε το συμβάν που του έτυχε και έχασε τα χάπια· και υποφέροντας με υπομονήν το κακόν του αφίνονταν από ολίγον κατ' ολίγον να φθείρεται· βλέποντάς τον τέλος πάντων εις μίαν κατάστασιν που έκανε σπλάγχνος, του επρόσφερα το μαντζούνι μου, μα αυτός δεν το εδέχθη· και αγάπησε καλύτερον να αφεθή να αποθάνη παρά να δείξη πως έχει χρείαν από την βοήθειάν μου. Έλαβα μεγάλην θλίψιν διά τον θάνατον του Φατζέλ· εκατάβρεξα το κορμί του από τα δάκρυά μου, και τον έθαψα εις ένα βουνόν βοηθούμενος από τους σκλάβους μου και τους εδικούς του. Και αφού τον εθάψαμεν καθώς εδυνήθημεν, έβγαλα τα όσα αργύρια ευρίσκονταν του Φατζέλ και εμένα, τα οποία μας τα είχε δώσει ο βασιλεύς διά έξοδα της στράτας, και τα εδιαμοίρασα των σκλάβων, που μας εσυντρόφευαν, και τους έδωκα την ελευθερίαν, διά να υπάγουν όπου θέλουν, και εγώ έμεινα μονάχος εις εκείνο το βουνόν.

Οπόταν δε ευρέθηκα μοναχός, εσταμάτησα διά καμπόσον ακόμη, διά να κλαύσω επάνω εις τον τάφον του Φατζέλ την άκραν δυστυχίαν εκείνου του φιλοσόφου, και κατηγορώντας την αστοχασίαν του, και υπερήφανόν του γνώμην. Εστοχάσθηκα ύστερον το τι έπρεπε να κάμω· δεν ηθέλησα ούτε να ακολουθήσω το ταξείδι μου προς την Κασγάρ, ούτε να ξαναγυρίσω εις την Σαμαρκάντα· μα απεφάσισα να ταξειδεύσω μοναχός, και να περιδιαβάσω τον κόσμον. Επήγα εις την Ουζκούντ, από εκεί εις την Κογέντα, και τέλος πάντων ύστερα από πολλές ημέρες έφθασα εις την Καρίσμο. Και μίαν ημέραν που εις αυτήν εσεργιάνιζα, ακούω αιφνιδίως ένα αλλαλαγμόν και μίαν σύγχισιν και θλίψιν εις τον λαόν, που όλοι έμειναν ευθύς συγχισμένοι. Και η αιτία τούτης της συγχίσεως επροέρχονταν από ένα κήρυκα, που επήγαινε τριγύρου την χώραν, και κάθε ολίγον εφώναζε και έλεγε με μεγάλην φωνήν. Όσοι είσθε που αγαπάτε τες επιστήμες, θέλετε ηξεύρει ότι αύριον ανοίγει το φοβερόν σπήλαιον και όποιος θέλει ας πάη να έμπη εις αυτό.

Ευθύς που εγώ ήκουσα τέτοια λόγια, ακολούθησα τον κήρυκα διά να τον εξετάξω επάνω εις αυτό το σπήλαιον και εις το τέλος της ημέρας, που είχε τελειώσει και έμελλε να έμπη εις το σπήτι του, τον επερικάλεσα με ευγένειαν να μου φανερώση τι δηλοί αυτό το σπήλαιον, που οι γραμματισμένοι πρέπει την ερχομένην ημέραν να έμπουν. Ο Τελάλης μου απεκρίθη λέγοντας· ήξευρε καλώτατα, ότι απ' έξω από την πόρταν της χώρας είναι ένα σπήλαιον μιας μεγαλωτάτης ευρυχωρότητος, εις το οποίον εμπαίνουν από μίαν πόρταν, η οποία ανοίγει με μίαν δύναμιν ενός χαμαϊλιού, και πάλιν μοναχή της ξανακλεί· και τούτο γίνεται μίαν φοράν τον χρόνον· οι περίεργοι εμπαίνουν προς τα ξημερώματα εις αυτό· εκεί ευρίσκουν μίαν μεγάλην ποσότητα από βιβλία· διαλέγουν αυτοί εκείνα που θέλουν, και με ογληγορότητα τα παίρνουν μαζί τους και εβγαίνουν, διατί η πόρτα του σπηλαίου κλείεται μισή ώρα και δεκαπέντε λεπτά ύστερα που ανοίξη· και αν διά κακήν τύχην κανείς ήθελε μείνει μέσα μίαν στιγμήν περισσότερον από τον διατεταγμένον καιρόν, κλει η πόρτα, και μένει εκεί εις το σπήλαιον, και αποθαίνει από την πείναν καθώς συμβαίνει πολλάκις· επειδή και η πόρτα δεν ανοίγει πλέον, παρά εις έναν χρόνον. Λέγουν ακολούθησεν αυτός, ότι εστάθη ο σοφός Κεκ Χααμπεδίν, ο οποίος έκαμεν αυτό το σπήλαιον διά να κλείση τα θαυμαστά βιβλία του, τόσον τα ιδικά του που εσύνθεσεν, ως και εκείνα που απ' όλον τον κόσμον εσύναξε, και αυτά όλα τα βιβλία είναι πολλά περίεργα και θαυμάσια ο αριθμός των οποίων είναι είκοσι χιλιάδες· τα οποία περιέχουν την πέτραν την φιλοσοφικήν, τον τρόπον διά να εβγάλουν θησαυρούς, και άλλα παρόμοια· ευρίσκονται ακόμη και άλλα που δείχνουν να κάνουν τέρατα, να μεταβάλη τον άνθρωπον εις ζώον, και να εμψυχώση πράγματα άψυχα· εις ένα λόγον, όλα τα απόκρυφα της φύσεως είναι φανερωμένα εις πολλά από αυτά τα βιβλία, και ξεχωριστά εις εκείνα που ο ίδιος εσύνθεσε· περιπλέον ήξευρε, ότι όποιος δεν ήθελεν επιστρέφει εκείνο το βιβλίον εις εκείνον τον χρόνον που ξανανοίγει το σπήλαιον, ευθύς αποθαίνει και με τούτον τον τρόπον φυλάγονται όλα τα βιβλία του σώα, χωρίς ποτέ να τολμήση τις να κρατήση το παραμικρόν.

Μαθαίνοντας καταλεπτώς όλην την υπόθεσιν από τον κήρυκα, τον ευχαρίστησα και εμίσευσα. Αφίνω καθέναν να στοχασθή ανίσως και έλαβα χαράν να μάθω αυτήν την υπόθεσιν, και αν δεν απεφάσισα να υπάγω την αύριον εις το σπήλαιον με τους περιέργους. Δεν εστοχάσθηκα μόνον να έμπω, μα απεφάσισα να μείνω και εκεί ύστερον από τους άλλους, να παρουσιασθώ εις ό,τι ημπορούσε να μου συμβή. Και με το να ήμουν πολλά έμπειρος εις την λεκανομαντείαν δεν είχα φόβον από τα πονηρά πνεύματα, που εκεί ευρίσκονταν. Εβγήκα το λοιπόν εκείνην την ιδίαν στιγμήν και επήγα εις την ρίζαν του βουνού, και εκάθησα αποκάτω εις κάποιες τριανταφυλιές που ευωδίαζαν τον τόπον, και εκεί απεφάσισα διά να μείνω εκείνην την νύκτα, έως να έλθουν τα ξημερώματα, που έμελλε να ανοίξη η πόρτα διά να έμπω μέσα εις το σπήλαιον. Πλησιάζοντας τέλος πάντων η αυγή, βλέπω να τρέχουν από την χώραν όλοι οι περίεργοι, και να έρχωνται προς το σπήλαιον. Εγώ ευθύς εσηκώθηκα, και έτρεξα προς την πόρταν, διά να μην ήθελα ήμουν από τους ύστερους εις το να έμβω· αρχινούσαν τότε τα άστρα να χάνωνται από ολίγον κατ' ολίγον οπόταν εις μίαν στιγμήν, η πόρτα, που ήτον από ξύλον της Ινδίας, ανοίγει μοναχή της με ένα μεγαλώτατον κτύπον.

Ευθύς όλοι εμπήκαν και εδιασκορπίσθησαν εις το σπήλαιον το οποίον ήτον πολλά ευρύχωρον· ολόγυρα του οποίου ήτον τόσες τράπεζες βαλμένες εις εύμορφην τάξιν, απάνω εις τες οποίες ήτον αραδιασμένα τα βιβλία με πολλήν ευγένειαν, και απ' έξω των οποίων ήτον γραμμένα εις κομμάτια χαρτιά η υπόθεσις, και εκείνο που περιείχε κάθε βιβλίον· εφαίνονταν ανάμεσα εις αυτά δύο τόποι άδειοι μα οι γραμματισμένοι ευθύς τους εγέμισαν με εκείνα, που τον απερασμένον χρόνον είχαν πάρει. Και αφού επήραν άλλα που τους έκανε χρεία, εν τω άμα εβγήκαν και ολίγον υστερώτερα ακούω τον μεγάλον κτύπον της πόρτας που έκλεισε, και μοναχά εγώ έμεινα. Και ούτως έμεινα μόνος κλεισμένος εις εκείνο το φοβερόν σπήλαιον το οποίον μη λαμβάνοντας άλλο φως, παρά μόνον εκείνο που έρχονταν από την πόρταν, εφάνηκεν ευθύς που έκλεισε πλέον σκοτεινόν από τον άδην. Τότες εγώ βλέποντάς με μοναχόν εις εκείνο το βαθύτατον σκότος και έχοντάς την τέχνην της λεκανομαντείας, άρχισα να εξορκίζω τα πνεύματα, που είχαν την επιστασίαν εκείνης της θαυμαστής βιβλιοθήκης, και οπόταν με την δύναμιν των εξορκισμών μου τα έκαμα να με υπακούσουν, τα επρόσταξα να δώσουν φως εις το σπήλαιον, και να λάβουν την επιμέλειαν να το κρατήσουν πάντα φωτεινόν.

Τα πνεύματα, τα οποία είνε πάντα πολλά υπήκοα, οπόταν ένας άνθρωπος ηξεύρει να τα επιτιμήση, εμίσευσαν, και ευθύς εγύρισαν με τόσον φως, που ήτον περισσότερον από την χρείαν, και που ημπορούσαν με αυτό να φωτίσουν δέκα σπήλαια παρόμοια ωσάν εκείνο· εγώ λογιάζω ότι θα επήγαν και θα έκλεψαν όλες τες κανδήλες και τα κερία της χώρας της Καρισμίας. Δεν εφάνη ποτέ φωτοχυσία πλέον ωραιοτέρα από εκείνην, που έκαναν διά να εορτάσουν το έμπασμά μου εις εκείνο το σπήλαιον· εκρέμασαν εις κάθε μέρος τες κανδήλες· έβαλαν τα κηρία ολόγυρα εκεί που ευρίσκοντο τα βιβλία βαλμένα διά περισσοτέραν μου ευκολίαν. Τότες εγώ εδόθηκα εις την ανάγνωσιν διαφόρων βιβλίων πολλά περιέργων· ηύρα που επεριείχαν τα τέρατα της χημικής, και των αποκρύφων επιστημών, και τα άλλα περίεργα. Και επειδή ήθελα να αντιγράψω απ' εκείνα τα βιβλία κανένα κεφάλαιον, ή άλλο που μου έκανε χρεία, και μην έχοντας τα αναγκαία, ευθύς επρόσταξα τα πνεύματα, που ήτον οι πιστοί μου σκλάβοι, και εν τω άμα μου έφεραν χαρτί, καλαμάρι, και άλλα που μου έκαναν χρείαν. Έλαβον παρομοίαν επιμέλειαν διά να με κυβερνήσουν από φαγητά, οπόταν έσωσα το μαντζούνι μου. Και κάθε ημέραν μου έφερναν εκλεκτότατα φαγητά, πιοτά, και απερνούσα ωσάν ένας βασιλέας. Και δεν ήτον πράγμα που να επιθυμήσω, και να μην το απολαμβάνω εν τω άμα.

Επερνούσα το λοιπόν πολλά ειρηνικά, και αναπαυμένα τον καιρόν μου εις εκείνο το θαυμαστόν σπήλαιον, σπουδάζοντας με ησυχίαν χωρίς να κουρασθώ εις το διάστημα του χρόνου, εκείνα τα θαυμαστά βιβλία από τα οποία εκαρποφορέθηκα μεγάλως, και μάλιστα εις τα πλέον απόκρυφα της φύσεως. Τελειώνοντας δε ο χρόνος, και ερχομένη η συνηθισμένη διορία άνοιξε πάλιν η πόρτα και εισέβηκαν οι γραμματισμένοι μέσα· μα καθώς δεν ήτον συνηθισμένοι να ιδούν εκεί φωτοχυσίαν εμπήκαν εις μεγάλον φόβον. Και ρίχνοντάς τα βιβλία με πολλήν γληγορότητα που επέστρεφαν, εδόθηκαν εις φυγήν, και εγώ εστοχάσθηκα διά να έβγω την ιδίαν στιγμήν. Κάνει χρεία να στοχασθήτε, ότι όντας εκεί έναν χρόνον κλεισμένος, άφησα και αύξησαν τα γένειά μου, και τα μαλλιά μου, εις τρόπον που εφαινόμουν πολλά φοβερός και άσχημος· ώστε που η μορφή μου δεν επροξένησεν άλλο παρά να αυξήση τον φόβον εκείνου του λαού, ο οποίος φεύγοντας έκραζε· φεύγετε, ότι ο Μάγος Μοούκ εβγήκεν από το σπήλαιον.

Εκείνος ο μάγος, διά τον οποίον αυτοί με επήραν, ήτον ένας κακός άνθρωπος· ο οποίος δεν είχεν άλλην ηδονήν παρά να κάμη κακόν εις την χώραν. Εμεταχειρίζονταν αυτός την αναξίαν του τέχνην εις το να βλάψη το ανθρώπινον γένος. Κάθε ένας τον αναθεματούσε, και ο Σουλτάνος της Καρίσμου με όλες τες επιμέλειες που είχε βάλει διά να τον πιάση και να τον θανατώση, δεν του εστάθη ποτέ δυνατόν· επειδή και αυτός ο μάγος ήξευρε να αποφύγη κάθε παγίδα, που του εσταίνονταν, με την μαγικήν του τέχνην. Ευθύς που εγροίκησα πως με ωνόμαζαν ένα μάγον εστοχάσθηκα διά να τους βγάλω από αυτήν την υποψίαν· αδελφοί μου, εφώναξα, εβγάτε από την υποψίαν δεν είμαι εγώ εκείνος ο μάγος Μοούκ, που στοχάζεστε, αλλά είμαι ένας ωσάν και εσείς· αυτοί, ακούοντας με να τους ομιλώ, εσταμάτησαν, και χωρίς να με αφήσουν διά να τους βεβαιώσω εις τα όσα τους έλεγα με επερικύκλωσαν με μεγάλην ορμήν, και με έπιασαν διά να με φέρουν εις τον Σουλτάνον να με θανατώση. Εγώ ημπορούσα με ευκολίαν να τους βάλλω εις σύγχυσιν, και να ελευθερωθώ από τα χέρια τους· μα ηθέλησα να ιδώ τι ήθελαν να μου κάμουν και να τους αφήσω εις την ελπίδα τους πως έχουν να με παιδεύσουν· Και αφού με έδεσαν καλά διά να μη τους φύγω, μετά μεγάλης χαράς και αλλαλαγμού με έφεραν εις τον Κατή. Ω, ω, μου λέγει εκείνος ο κριτής, ευθύς που με είδεν, εφέρθης τέλος πάντων εις την εξουσίαν μου· μη στοχάζεσαι, ω παράνομε, να αποφύγης τον θάνατον που σου τυχαίνει· είνε πολλά μακρυνός καιρός, που μολύνεις τον αέρα με τες παράνομες πράξεις σου, και πρέπει να καθαρισθή από ένα βδελυρόν μάγον ετούτην την στιγμήν και ούτω λέγοντας επρόσταξε τον αναΐππην του, να με φέρουν εις την μέσην της αγοράς να με θανατώσουν. Ο αναΐππης αφού με επαράδωσεν εις τας χείρας του τζελάτη και των ανθρώπων του, διά να με φέρουν εις τον τόπον της καταδίκης, επήγεν εις τον Σουλτάνον διά να τον ερωτήση τι θάνατον επιθυμούσε να μου δώσουν. Ο Σουλτάνος μαθαίνοντας από τον αναΐππην, ότι ο μάγος Μοούκ επήγεν εις τον τόπον της καταδίκης, εκαβαλλίκευσεν ευθύς το άλογόν του, και εφέρθη εκεί που ήμουν, διά να με ιδή· και από την θεωρίαν μου με εκαταδίκασε διά να με καύσουν. Δεν είχεν αυτός καλά τελειώσει την απόφασίν του, και ευθύς ο λαός έτρεξε και έφερε με μεγάλην επιθυμίαν τόσα ξύλα, που ήταν αρκετά να καύσουν είκοσι μάγους· τόση ήτον η προθυμία που είχαν διά να με ιδούν πολλά ογλήγορα γενόμενον εις στάκτην.

Έλαβα την υπομονήν να αφεθώ να με δέσουν εις το ξύλον, μα ευθύς που έβαλαν την φωτιά, είπα κάποια λόγια της λεκανομαντείας, και ευθύς η δύναμίς των εκαταχάλασε τα δέματά μου· τότες επήρα ένα ξύλον χοντρόν, και του έδωκα την μορφήν ενός αμαξίου θριαμβευτού· επάνω εις το οποίον αναβαίνοντας, εσεργιάνισα καμπόσον απάνω εις τον αέρα, εις την θεωρίαν παντός του λαού, ο οποίος δεν έλαβε τόσην χαράν να με ιδή εις το αμάξι όσην είχε να με ιδή καμμένον. Έπειτα κάνοντας να σταματήση το αμάξι εις τον αέρα, εγύρισα προς τον βασιλέα και του είπα:

Αδικοκριτά Σουλτάνε, που ηθέλησες να με κάμης να χαθώ ωσάν έναν τρισάθλιον πταίστην· ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι ο μάγος που στοχάζεσαι, μα είμαι ένας γραμματισμένος που ημπορώ να κάμω πράγματα ακόμη πλέον θαυμάσια από εκείνα των οποίων οι οφθαλμοί σου είναι μάρτυρες. Με τούτον τον τρόπον ομιλώντας έγινα άφαντος, και ο βασιλεύς ομού και ο λαός έμειναν βυθισμένοι εις μίαν άκραν έκστασιν. Ύστερον από αυτό το συμβεβηκός επεριπάτησα τον κόσμον δέκα χρόνους. Επήγα εις την Βαβυλώνα, εις την Αίγυπτον, εις την Περσίαν, και εις όλους τους τόπους που εστάθηκα, αστερέωσα την καλήν τύχην όλων εκείνων εις τους οποίους συνέλαβα αγάπην· περιδιαβάζοντας τέλος πάντων τον κόσμον, ήλθα εδώ εις το Αστραχάν, εις το οποίον εστοχάσθηκα και εδώ να κάμω να ομιλήσουν διά εμένα. Και δι' αυτήν την αιτίαν εβγαίνοντας από την χώραν, και πηγαινάμενος εις ένα πυκνόν λόγγον έκοψα σαράντα δένδρα όλα παρόμοια και με την δύναμιν κάποιων λόγων, των οποίων ηξεύρω την ενέργειαν, τα εμψύχωσα εις μορφήν ανθρωπίνην, και εκατασκεύασαν τα λουτρά, που φαίνονται εις τες πόρτες του Αστραχάν· ετούτοι είνε οι σαράντα μου σκλάβοι, ω βασιλέα μου, που σου είχα ομιλήσει πως με υπηρετούν, και που έκτισαν τους λουτρούς, που είδες, και που σου έφτειασαν και το κιόσκι εις το παλάτι σου.

Ακολούθησις και τέλος της ιστορίας του βασιλέως Ορμώζ, επονομαζομένου Χωρίς Θλίψιν.

Εδώ ο Αβικένας ετελείωσε την ιστορίαν του, και εγώ εκστατικός διά τα όσα μου εδιηγήθη, ω μεγάλε φιλόσοφε, εφώναξα· ποία καλή μου τύχη σε απέστειλε διά να σε γνωρίσω· και απ' ότι μου εδιηγήθης πιστεύω ότι εις εσέ είνε όλα δυνατά. Εγώ πλέον δεν θαυμάζω, ότι οι δούλοι σου ημπορούν να κατορθώσουν τέτοια τεράστια επειδή και εσύ είσαι εκείνος, που κάνεις να τα τελέσουν· στοχάζομαι όμως ότι αν τους προστάξης να μου φέρουν εδώ εις ετούτην την στιγμήν την βασιλοπούλα της Καρίσμου την ωραίαν Ρετζίαν, ημπορούν να το κάμουν. Χωρίς αμφιβολίαν μου απεκρίθη ο Αβικένας, αυτοί ημπορούν ευθύς να υπάγουν εις το παλάτι της, και να την αρπάξουν από την μέσην των γυναικών της, και εις τον ίδιον καιρόν να την φέρουν, αν επιθυμής εδώ. Αυτό πολλά το επιθυμώ, απεκρίθηκα με χαράν· Αχ, φίλε μου, μεγαλυτέραν χάριν από τούτην δεν ημπορείς να μου κάμης. Θέλεις μένει ευχαριστημένος, εξαναποκρίθη ο φιλόσοφος, επειδή και έχω πόθον να εκδικηθώ τον Σουλτάνον της Καρίσμου με το να ήθελε να με καύση.

Δεν είχε αποτελειώσει ο φιλόσοφος ετούτους τους λόγους και έρριξε τους οφθαλμούς του εις ένα από τους σαράντα σκλάβους του· και τον επρόσταξε διά να μισεύση χωρίς να του ειπή άλλο· ο σκλάβος έγινεν άφαντος, και μετά ολίγες στιγμές εξαναγύρισε με την βασιλοπούλαν Ρετζίαν.

Δεν ημπόρεσα να θεωρήσω την Ρετζίαν, χωρίς να γροικήσω όλην την χαροποίησιν, που προξενεί η θεωρία ενός υποκειμένου τόσον επιθυμητού και αγαπημένου. Με όλον τούτο ό,τι λογής και ας ήτον η έκστασίς μου, και η αγαλλίασίς μου εις το να την ιδώ, ο τρόπος με τον οποίον μου εδόθη αυτή η ευχαρίστησις με εμπόδισε να δείξω έμπροσθεν της την μεγάλην μου χαροποίησιν· εφοβούμην να μην ήτον αυτή κανένα φάντασμα, και δεν αποτολμούσαν οι οφθαλμοί μου να το πιστεύσουν· παρακαλώ σε, λέγω του φιλοσόφου, μη με γελάς, η Ρετζία που προσφέρετε εις τους οφθαλμούς μου, είναι φαντασία, ή αληθινή, ομίλησε τι πρέπει να στοχασθώ; Μην αμφιβάλης, ω βασιλέα μου, λέγει εκείνος, αυτή είνε η ίδια Ρετζία· στοχάσου την ωραιότητά της, και χαίρου χωρίς υποψίαν εις την ευχαρίστησιν που πρέπει να σου προξενήση.

Επάνω εις αυτήν την βεβαίωσιν έπεσα εις τα γόνατα της Ρετζίας, χωρίς να χάσω καιρόν· Αχ βασίλισσά μου, της είπα· εσύ είσαι το λοιπόν εκείνη που βλέπω, τον καιρόν που με κανένα τρόπον δεν ήλπιζα να σε ξαναϊδώ; είμαι υπόχρεος διά ταύτην την χάριν εις την αγάπην ετούτου του μεγάλου φιλοσόφου, που με την τέχνην του με έκαμε να ανταμώσω την αγάπην μου και την χαροποίησιν μου· γνωρίζεις εις εμέ εκείνον τον νέον, που επαραστάθη έμπροσθεν σου εις μορφήν του περιβολάρη; και που δι' αγάπην σου εκαταντήθηκα να περάσω διά κασιδιάρης; εσύ ηξεύρεις με τι βαρβαροσύνην έκαμες να με σύρουν από το παλάτι σου έξω, οπόταν εκατάλαβες πως ήμουν μεταμφιεσμένος, και με ποίαν καλήν τύχην έφυγα τον σκληρόν θάνατον, που από αιτίαν σου μου ήθελε δοθή· και με όλες αυτές τες σκληρότητές σου δεν αφέθηκα που να σε αγαπώ. Τώρα που ήκουσες, ω βασίλισσά μου, τα δικαιολογήματά μου, ημπορείς να ξεθυμάνης εναντίον εις ένα τολμηρόν, ο οποίος επρόστρεξεν εις την δυναστείαν διά να σε απολαύση· μα στοχάσου, σε παρακαλώ πρώτον, ότι ετούτος ο τολμηρός πως είναι ο βασιλεύς του Αστραχάν, ο οποίος δεν έλειψε που να σε γυρεύση του βασιλέως πατρός σου διά γυναίκα του, και δεν εισακούσθη.

Αν εγώ έμεινα εκστατικός διά την αιφνίδιον φανέρωσιν της Ρετζίας ημπορείτε να στοχασθήτε ότι αυτή δεν έμεινεν ολιγώτερον, ευρισκομένη εις μίαν στιγμήν εις ένα τόπον αγνώριστον. Εγώ εκαρτερούσα (και δεν ήτον δίχως δίκαιον) μίαν χάλαζαν από ονειδισμούς οπόταν αυτή η βασιλοπούλα γνωρίζοντάς με, ερχομένη ολίγον εις τον εαυτόν της από την έκστασίν της, μου ωμίλησε με τούτον τον τρόπον· Εγώ ήθελα είμαι χωρίς αμφιβολίαν θυμωμένη εις άλλον καιρόν εναντίον της τόλμης σου, μα δεν ημπορώ να κάμω άλλο, παρά να σου την συμπαθήσω· ήμουν εις την ακμήν να στεφανωθώ έναν βασιλέα που δεν ημπορούσα να τον υποφέρω, και ούτε να τον ιδώ, τόσον μισητός μου ήτον· δεν ημπορώ να κλαυθώ διά μίαν δυναστείαν που με βάνει εις φύλαξιν από έναν που μου ήτον μισητός, και έμελλα να του είμαι ως γυναίκα.

Και πώς, ω Ρετζία, την αντίκοψα, εσύ δεν είσαι γυναίκα του βασιλέως της Γάζνας; όχι, ω κύριέ μου, εξαναείπεν η βασιλοπούλα εγώ ακόμη δεν είχα γίνει· επειδή και αφού εμίσευσεν ο Αμπασατόρος σου από την αυλήν του πατρός μου έτυχαν τόσα συμβεβηκότα, που εμπόδισαν την υπανδρείαν μου έως τώρα, και δεν ήσαν άλλο παρά τρεις ημέρες, που είχα φθάσει εις την Γάζναν προς τον μισημένον μου νυμφίον, και εκεί που εγένονταν οι χαρές του στεφανώματός μου αρπάχθηκα αιφνιδίως από την μέσην των δούλων μου, και εις μίαν στιγμήν εφέρθηκα εδώ που με βλέπεις.

Έλαβα τόσην αγαλλίασιν εις το να ακούσω ότι η Ρετζία δεν ήτον υπανδρευμένη, και από την χαράν μου εφώναξα. Αχ, βασίλισσά μου, δεν ηξεύρω πώς να ευχαριστήσω τον ουρανόν, που μου έδωσε την χάριν να σε απολαύσω, καθώς επιθυμούσα· εγώ δεν είμαι άξιος να ανταμείψω την ευεργεσίαν του Αβικένα, που μου έκαμεν. Αυτά και άλλα παρόμοια λέγοντας εκατάλαβα την Ρετζίαν, που έκλινεν εις την αγάπην μου. Και διά περισσοτέραν βεβαίωσίν μου μού έδειξε φανερώς και μου είπεν, ότι αποφάσισα να στερεώσω την καλήν σου τύχην· φθάνει μόνον να ημπορέσης να λάβης και τον λόγον του πατρός μου του βασιλέως. Εσυμβουλεύθηκα επάνω εις τούτο με τον Αβικένα, ο οποίος μου είπε στείλε, ω Αυθέντη, έναν Αμπασοτόρον, διά να δώση την είδησιν του Σουλτάνου διά την κατάστασιν της θυγατρός του, να την γυρέψη εις γυναίκα σου, και διά τα λοιπά που ημπορούν να ακολουθήσουν, άφες να κάμω εγώ. Έκαμα κατά την συμβουλήν του φιλοσόφου, και εξανάστειλα τον Χασάν διά απεσταλμένο προς τον βασιλέα της Καρίσμου, έπειτα επήρα την Ρετζίαν, και την έβαλα εις το χαρέμι μου, εις μέρος ξεχωριστόν, και αναμέναμεν την απόφασιν του πατρός της με μεγάλην ανυπομονησίαν. Ως τόσον τον Αβικένα, διά την χάριν την μεγάλην που έκαμε, τον εκράτησα εις την αυλήν μου, και του έκαμα τες μεγαλύτερες τιμές που ένας βασιλεύς ημπορούσε να κάμη προς έναν, από τον οποίον γνώριζε την ευτυχίαν του. Και διά περισσοτέραν τιμήν τον έκαμα απόκρυφόν μου συμβουλάτορα και τον είχα πάντα μαζί μου, και έτρωγεν εις το τραπέζι μου και ευρίσκονταν πολλά ευχαριστημένος διά τες ανταμοιβές που έκαμα.

Κάνει χρεία να διηγηθώ κατά το παρόν εις ποίαν κατάστασιν ο Χασάν εύρε την αυλήν της Καρίσμου οπόταν εκεί έφθασεν. Ο Σουλτάνος ευθύς που έμαθε τον αρπαγμόν της θυγατρός του από την αυλήν του βασιλέως της Γάζνας, εσυνάθροισεν όλους τους Αστρολόγους του βασιλίου του διά να εξετάξουν το τι έγινεν η θυγατέρα του. Και ένας πολλά επιτήδειος εφανέρωσε πως η βασιλοπούλα ευρίσκονταν εις το παλάτι μου, και πως εγώ έκαμα και την άρπαξαν· και επάνω εις τούτο το θεμέλιον έστειλε μεντζίλι ευθύς εις τον βασιλέα της Γάζνας δίδοντάς του την είδησιν πως η θυγατέρα του αρπάχθη από εμένα· και πως ευθύς να ετοιμάση όλα τα στρατεύματα και να ανταμωθούν με αυτόν διά να έλθουν ομού εναντίον μου, να μου χαλάσουν το βασίλειον διά την ατιμίαν που τους έκαμα. Ως τόσον ο απεσταλμένος μου ο Χασάν φθάνοντας επάνω εις αυτές τες σύγχυσες επήγε να παρουσιασθή εις τον Σουλτάνον κατά την συνήθειαν, και να του αναγγείλη την υπόθεσιν, διά την οποίαν επήγεν.

Ο Σουλτάνος βλέποντάς τον του είπε με αγριωμένον πρόσωπον. Καταλαμβάνω καλώτατα την υπόθεσιν διά την οποίαν ήλθες· εσύ έρχεσαι εδώ από όνομα του παρανόμου αυθέντος σου διά να μου αναγγείλης πως αυτός κρατεί εις το παλάτι του την θυγατέρα μου εναντίον κάθε δικαιοσύνης, μα θέλει το μετανοήσει πολλά ογλήγορα διά την εντροπήν που μου έκαμε· και διά να κάμω αρχήν του θυμού μου, προστάζω να σου κόψουν το κεφάλι, και ελπίζω ότι με τούτον τον τρόπον θα μεταχειρισθώ και τον άνομον αυθέντην σου, που διά μέσον της μαγικής τέχνης κανενός θανατηφόρου μάγου μου άρπαξε την θυγατέρα, και έκαμε αυτήν την ατιμίαν εις το παλάτι μου. Και έτσι λέγοντας επρόσταξε τον τζελάτην του, να κόψη την κεφαλήν του Χασάν εις το μέσον της αυλής του. Ο ταλαίπωρος Χασάν εφέρθη κακώς, έχοντας από τον τζελάτην εις την μέσην της αυλής, που ήτον συναγμένος άπειρος λαός, διά να ιδούν τον θάνατόν του. Και τον καιρόν που ο τζελάτης είχε σηκώσει το σπαθί διά να του κόψη το κεφάλι, αρπάχθη εις τον αέρα ο Χασάν, και έγινεν άφαντος από τους οφθαλμούς των περιεστώτων· το οποίον επροξένησε τόσον εις τον Σουλτάνον, ωσάν και εις τον λαόν, μεγάλον θαυμασμόν και φόβον.

Ο Σουλτάνος εστοχάσθη με δίκαιον τρόπον, ότι με την ιδίαν δύναμιν, που αρπάχθη η θυγατέρα του, αρπάχθη και ο Χασάν από τον θάνατον, διά το οποίον αγρίεψε πολλά περισσότερον από το πρώτον και ευθύς επρόσταξεν ότι να υπάγουν να πιάσουν τους ανθρώπους του απεσταλμένου να τους θανατώσουν, διά να ξεθυμάνη την οργήν του. Μα πηγαινάμενοι οι φύλακες δεν ηύραν κανέναν, επειδή και αρπάχθηκαν και αυτοί από τους δούλους του Αβικένα τον ίδιον καιρόν, που αρπάχθη και ο αυθέντης τους. Αυτά όλα τα έμαθα από τον Χασάν που ευθύς εφανερώθη έμπροσθά μου, και μου τα εδιηγήθη όλα και μου εφανέρωσε περιπλέον τες μεγάλες ετοιμασίες, που έκανε ο Σουλτάνος της Καρίσμου ομού με εκείνον της Γάζνας, διά να έλθουν καταπάνω μου, να αφανίσουν το βασίλειόν μου κατά κράτος. Ήτο παρών και ο Αβικένας οπόταν ο Χασάν μου εδιηγούνταν αυτά, διά τα οποία εγέλασε μεγάλως. Έπειτα με εβεβαίωσε πως να μη φοβηθώ τίποτε, επειδή και αυτός θέλει έχει όλην την επιμέλειαν να γυρίση όλα τα πράγματα κατά την γνώμην του. Ευχαρίστησα τον φιλόσοφον διά την προθυμίαν και αγάπην που προς εμέ έφερνε, και αντίς να φοβηθώ τες ετοιμασίες των εχθρών μου δεν έβλεπα την ώραν πότε να φθάσουν εις τα σύνορα μου· επειδή και ήμουν βέβαιος πως δεν ήθελαν με βλάψει, έχοντας μαζύ μου τον αγαπημένον μου Αβικένα.

Δεν επέρασαν πολλές ημέρες και εκείνοι οι δύο βασιλείς χωρίς αργοπορίαν επλησίαζαν εις τα σύνορα του βασιλείου μου. Τότε ο Αβικένας έρχεται προς εμένα και μου λέγει να συμμάσω ένα ολίγον στράτευμα, και να έβγωμεν εις συναπάντησιν των εχθρών μου. Εγώ έκαμα καθώς με επρόσταξε· και οπόταν εστάθηκαν όλα έτοιμα, εβαλθήκαμεν με τον Αβικένα εις την κεφαλήν του στρατεύματός μου, και εκινήσαμεν και ήλθαμεν ολίγον μακράν από τους εχθρούς μου. Τότε ο φιλόσοφός μου με την τέχνην του έκαμε να γεννηθούν κάποιες ασυμφωνίες και διαφορές ανάμεσα του Σουλτάνου και του βασιλέως της Γάζνας, και τόσον επλήθυναν, που εγύρισαν τα άρματά τους εναντίον ο ένας του άλλου. Και ύστερον από ένα μακρόν πόλεμον ανάμεσόν τους, ο βασιλεύς της Γάζνας έμεινε φονευμένος μαζή με όλον του το στράτευμα, και ο Σουλτάνος έμεινε νικητής και αυθέντης όλου του κάμπου και του πολέμου. Μα δεν έλαβε την ευχαρίστησιν διά να χαρή τελείως την νίκην του, επειδή και ημείς μανθάνοντες τα πάντα εβγήκαμεν έμπροσθέν του με το στράτευμα που είχα, και αρχίσαμεν να τον κτυπώμεν, τόσον που ευρισκόμενος εις στενοχωρίαν επαραδόθη εις τας χείρας μου, και τον έφερα εις το Αστραχάν.

Έλαβε αιτίαν να ευχαριστηθή διά τον τρόπον, με τον οποίον τον επεριποιήθηκα· επειδή και εις την αυλήν μου έλαβε κάθε τιμήν που να ήτον. Τίποτε δεν εψήφισα που να κάμω διά να τον ιλαρώσω και να τον καταπραΰνω διά να συγκλίνη διά να λάβω την θυγατέρα του εις γυναίκα, το οποίον δίχως πολύν κόπον το απόλαυσα· και εξ όλης καρδίας ευχαριστήθη διά να του γένω γαμβρός. Λαμβάνοντας δε τον λόγον του Σουλτάνου δεν ωμιλούσα πλέον άλλο, παρά διά χαρές· οι οποίες έγιναν πολλά ένδοξες διά να εορτάσουν την υπανδρείαν μου· και ο λαός του παλατίου μου και της χώρας, ήτον δοσμένοι εις τες χαρές και αγαλλίασες διά έναν ολόκληρον χρόνον, και διά να ειπώ καλύτερον ακολουθούν ακόμη από εκείνον τον καιρόν έως σήμερον.

Ο Σουλτάνος ύστερον από τους γάμους εμίσευσε πολλά ευχαριστημένος διά το βασίλειόν του, αφίνοντάς την θυγατέρα του εις πολύ ευτυχισμένην κατάστασιν. Δεν ημπορώ να διηγηθώ την ευχαρίστησίν μου και την ηδονήν, που είχα εις την απόκτησιν της ωραίας Ρετζίας ομοίως και αυτή έδειχνε πολλήν αγάπην και ευχαρίστησιν να ευρίσκεται με εμένα. Και καθημερινώς επήγαινεν αυξάνοντας και των δύο μας η ευχαρίστησις και η αγάπη, και τέλος πάντων εζούσαμεν με μίαν τελείαν ομόνοιαν, οπόταν αιφνιδίως εκείνος ο ίδιος, που εστάθη ο αίτιος της ευτυχίας μου, μας αναποδογύρισεν όλες μας τες ηδονές, και εκατάντησε την ευτυχίαν μας εις κατάστασιν αξίαν δακρύων και ευσπλαχνίας, ως θέλετε τον ακούσει.

Ο Αβικένας, χωρίς να ημπορέσουν να τον εμποδίσουν οι μεγάλες του επιστήμες, ελκύσθη από τους οφθαλμούς της Ρετζίας μίαν θανατηφόρον αγάπην, η οποία εστάθη το αίτιον της δυστυχισμένης μας ζωής. Διά να δείξω εκείνου του φιλοσόφου την άκραν αγάπην, και σέβας που εις αυτόν είχα, τον άφινα να βλέπη και καθημερινώς να συναναστρέφεται με την Ρετζίαν· η συχνή συναναστροφή που επερνούσεν ανάμεσόν τους ηύξανε τον έρωτα του φιλοσόφου, και δεν ημπόρεσε πλέον να τον κρύψη· όθεν τον εφανέρωσε της Ρετζίας. Η βασίλισσα εδείχθη πολλά συγχισμένη από μίαν τέτοιαν τολμηράν ομολογίαν, μα στοχαζομένη ωσάν φρόνιμη, ότι έκανε χρεία να φερθή με εύμορφον τρόπον με έναν άνθρωπον, του οποίου την δύναμιν αυτή εφοβούνταν, του ωμίλησε με ιλαρόν πρόσωπον με τούτον τον τρόπον· Αβικένα, του είπεν, έλα εις τον εαυτόν σου, σε παρακαλώ και νίκα και θριάμβευσε τους στοχασμούς που μου φανερώνεις· στοχάσου την αγάπην, και το σέβας που ο βασιλεύς εις εσένα προσφέρει· εκείνος ο βασιλεύς εσύ καλά ηξεύρεις πως με λατρεύει, ομοίως και εγώ πόσον τρυφερά τον αγαπώ· όθεν είναι αδύνατον εγώ να αγαπήσω άλλον, παρά αυτόν μόνον· παύσε το λοιπόν, σε παρακαλώ, εις το να θελήσης να συγχίσης μίαν ομόνοιαν, που εσύ μοναχός σου την εστερέωσες.

Ο εύμορφος τρόπος, και η γλυκύτης, με την οποίαν ωμίλησεν η Ρετζία, δεν έκαμαν άλλο του φιλοσόφου, παρά να τον κάμουν πλέον τολμηρόν και αυθάδη. Αυτός ακολούθησε να μιλήση διά τον έρωτά του, και εβίασε τόσον την Ρετζίαν διά να του ανταποκριθή, που τέλος πάντων την έκαμε να χάση την υπομονήν της, και άρχιζε να τον ονομάζη αδιάκριτον και αυθάδη, και ωνείδισε την τόλμην του με πρόσωπον πολλά άγριον και θυμωμένον. Ο φιλόσοφος εις αυτούς τους ονειδισμούς από την εντροπήν του ευθύς μετέβαλε την αγάπην του εις τόσον μίσος, και από γλυκύς αγαπητικός που εδείχνονταν, έγινεν εχθρός θηριώδης και ανήμερος· εθεώρησε την βασίλισσαν με ένα βλέμμα φοβεριστικόν και άγριον, έπειτα της είπεν· αχάριστη, μη στοχάζεσαι ότι εγώ θα σε αφήσω να μου καταφρονέσης με αυτόν τον τρόπον την αγάπην μου; εσύ θέλεις ενθυμηθή διά πολύν καιρόν με μεγάλην σου θλίψιν την παρακοήν που μου έκαμες· θέλω να σε παιδεύσω εις εκείνο το μέρος, που σου είναι περισσότερον αισθαντικόν, διά να μην έχης πλέον άνεσιν. Έτσι λέγοντας εφύσησε εις το πρόσωπόν της Ρετζίας και ύστερον που είπε κάποια λόγια μυστικά, έγινεν άφαντος.

Η Ρετζία ωνείδησε την τόλμην του Αβικένα με πρόσωπον πολλά άγριον και θυμωμένον
Η Ρετζία ωνείδησε την τόλμην του Αβικένα με πρόσωπον πολλά άγριον και θυμωμένον

Η βασίλισσα έμεινεν έμφοβος από τέτοιους φοβερισμούς, μα μην αγροικώντας καμμίαν μεταλλαγήν επάνωθέν της, εστοχάσθη ότι ο Αβικένας ευχαριστήθη μόνον εις το να την φοβίση. Ύστερον δε αφού είδε δύο και τρεις φορές που να χάση τες αισθήσεις της, οπόταν εγώ εις αυτήν επλησίαζα, εκατάλαβεν ότι η κατάστασις εις την οποίαν την ίδετε, θα ήτον η παίδευσις που εκείνος ο σκληρός φιλόσοφος της έκαμεν. Ετούτο λοιπόν είνε το θλιβερόν αίτιον που συγχίζει την ανάπαυσιν της ζωής μου· ώστε όσον δυστυχής και αν είμαι χρεωστώ ακόμη να ευχαριστήσω τον Ουρανόν που ο Αβικένας δεν μου άρπαξε την Ρετζίαν, για να με υστερήση τελείως από αυτήν, και παρηγορούμαι καμμίαν φοράν, βλέποντάς την από μακρόθεν· ειδέ από σιμά είδετε την μεταλλαγήν που κάνει.

Ακολούθησις της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου, του Βεζύρη του και του Μυστικού του.

Ο βασιλεύς του Αστραχάν Ορμώζ, ωσάν ετελείωσε την ιστορίαν του, ο Βεδρεδίν τον ευχαρίστησε, που εκαταδέχθη να του πληρώση την περιέργειαν, και τον ίδιον καιρόν τον εβεβαίωσε πως αγροικούσε μέγαν πόνον εις την καρδίαν του διά την ανησυχίαν της ζωής του· έπειτα από αυτά ετούτοι οι δύο βασιλείς εχωρίσθησαν, και ο βασιλεύς Βεδρεδίν ευθύς εμίσευσε με τον Ταλμούχ και τον Σεήφ, διά να υπάγουν εις άλλο βασίλειον. Η κατάστασις εις την οποίαν είδαν την βασίλισσαν Ρετζίαν, εστάθη πάντα η ομιλία τους εις την στράταν. Και μίαν ημέραν που εσυνομιλούσαν επάνω εις αυτήν, ο Σεήφ λέγει του Βεδρεδίν. Αφέντη, κάνει χρεία να ειπούμεν την αλήθειαν ότι δεν είναι ωραιότης πλέον τελεία, ούτε υποκείμενον πλέον ευγενικόν από εκείνο της Ρετζίας· μα με όλον τούτο, ακολούθησε χαμογελώντας, που και ημείς την εκυττάξαμεν με επιμέλειαν, δεν βλέπω κανέναν από ημάς τους τρεις να έχασε το λογικόν του· και διά λόγου μου λογιάζω, ότι η μορφή της εικόνος της Αλγεμάλ, που βαστώ κοντά μου, να με εδιαφύλαξεν. Και εγώ είπεν ο Ταλμούχ, είμαι εις την ιδίαν κατάστασιν, και δεν είναι να το θαυμάσης, που παρομοίως δεν ετρελλάθηκα επειδή και η ενθύμησις της Τζελίκας, που διά παντός στέκει εις την καρδίαν μου καρφωμένη με κάνει αναίσθητον εις τες άλλες ευμορφάδες των γυναικών· εκείνο που το λοιπόν μας προξενεί θαυμασμόν, είπεν ο Σεήφ, είναι η σταθερότης του βασιλέως αυθέντος μας, ο οποίος, με όλον που μη όντας δοσμένος εις αγάπην καμμιάς γυναικός, δεν εβλάφθη από τες νοστιμάδες της Ρετζίας.

Εσείς είσθε εις μεγάλον λάθος, είπε τότε ο Βεδρεδίν, εις το να πιστεύετε ότι εγώ να μην είμαι τρωμένος από αγάπην, και αυτό προέρχεται, με το να με στοχάζεσθε χωρίς αγαπητικήν, μα διά να σας εβγάλω από την φαντασίαν, θέλω σας ειπεί, πως αγαπώ και εγώ παρομοίως ωσάν και εσάς και ότι η αυτή αγάπη μοναχά με εμποδίζει να είμαι τελείως ευτυχισμένος. Δεν είναι μία βασίλισσα που να βασιλεύη εις την καρδίαν μου, αυτή είναι μία γυναίκα ταπεινής καταστάσεως που με κυριεύει. Θέλω λοιπόν να σας διηγηθώ αυτήν την ιστορίαν· δεν είχα γνώμην ποτέ να σας, φανερώσω ένα παρόμοιον απόκρυφον, μα με το να μου δίδετε την αιτίαν θέλω να το κάμω πασίδηλον.

Ιστορία της ωραίας Αροούγιας.

Είναι ολίγοι χρόνοι ακολούθησεν αυτός, που ευρίσκονταν εις την Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής, ονόματι Βανάης· είχεν αυτός ένα ευμορφώτατον σπήτι με δύο μαγαζιά γεμάτα από πανιά της Ινδίας, και άλλα διάφορα μεταξωτά πλούσια· είχε και μίαν νέαν γυναίκα, που εις την εμορφιά ημπορούσε να παρομοιασθή με εκείνην της Ρετζίας. Ο Βανάης ήτον ένας άνθρωπος, που αγαπούσε τες τρυφές, εξώδευε με πολλήν γενναιότητα, εχάριζεν εις τους φίλους του πολλά δώρα, εδάνειζε εις τους στενοχωρημένους όσα αργύρια και αν ήθελαν, εκυβερνούσεν εκείνους που είχαν χρείαν, και κοντολογής δεν ήτον ήσυχος αν απερνούσε μία ημέρα, που να μη κάμη καμμίαν ευεργεσίαν· έλαβεν αυτός αιτίας διά να εξοδεύη το εδικόν του, που από ολίγον κατ' ολίγον ευρέθηκαν εις κακήν κατάστασιν τα πράγματά του και έπεσεν εις δυστυχίαν χωρίς να το καταλάβη.

Οπόταν είδε τον εαυτόν του υστερημένον από την καλήν του τύχην, επρόστρεξεν εις τους φίλους του, διά να τον συντρέξουν, μα δεν έλαβε καμμίαν βοήθειαν, με όλον που τους είχε κάμει πολλάς ευεργεσίας. Επίστευεν αυτός, ότι το ολιγώτερον, εκείνοι που του εχρεωστούσαν θα ήθελαν του επιστρέψει εκείνα, όσα τους είχε δανείσει· μα ποίος του τα αρνούνταν, και ποίος δεν ήτον εις στάσιν δια να τον πληρώση, και όλα αυτά επροξένησαν μεγάλην θλίψιν εις τον Βανάην, και από τον πόνον του έπεσεν άρρωστος. Τον καιρόν δε που ήτον άρρωστος, ενθυμήθη κατά τύχην, που είχε δανείσει ένα Χόντζα χίλια φλωριά, και ούτω κράζει την γυναίκα του και της λέγει· ω ακριβή μου Αροούγια, δεν κάνει χρεία με όλον τούτο να απελπισθούμεν· ενθυμούμαι που εδάνεισα χίλια φλωριά του Χόντζα Ισμαήλ· ύπαγε προς αυτόν, και ειπέ του πως τον περικαλώ να μας τα επιστρέψη, επειδή έχομεν χρείαν μεγάλην. Η Αροούγια ευθύς εμπουλώθη και υπήγεν εις το σπήτι του Χόντζα· ο οποίος την εδέχθη με ευγένειαν και αφού την έβαλε και εκάθησε, της ερώτησε την αιτίαν που εις αυτόν ήλθεν. Αφέντη Χόντζα, απεκρίθη η Αροούγια σηκώνοντας το επανωμπούλωμα από τα μάτιά της, εγώ είμαι γυναίκα του πραγματευτού Βανάη· ο οποίος με έστειλε να σε περικαλέσω να του κάμης την χάριν να του επιστρέψης τα χίλια φλωριά, που σε είχε δανείσει, επειδή και ευρισκόμασθε εις μεγάλην χρείαν.

Ο Χόντζας βλέποντάς την Αροούγιαν τόσον ωραίαν και που να του ομιλή με τόσην ευγένειαν, ετρώθη εις την καρδίαν από την ευμορφάδα της, και της λέγει· ω ευμορφοτάτη μου κυρά, εγώ μετά πάσης χαράς θέλω σου δώσει αυτά που ζητείς, όχι ωσάν πράγμα που του χρεωστώ του ανδρός σου, μα διά το χατήρι σου που μου έκαμες την τιμήν να έλθης εις το σπήτι μου· αγροικώ ότι η θεωρία σου με κάνει να έβγω από τον εαυτόν μου, εσύ ημπορείς να με κάμης ευτυχισμένον ανταποκρινομένη εις την επιθυμίαν που μου προξενείς, και αν θελήσης να με υπακούσης, σου τάσσω πως αντίς διά χίλια φλωριά, θέλω σου δώσει δύο χιλιάδες, και σε βεβαιώνω ότι θα σου είμαι διά παντός σκλάβος. Έτσι λέγοντας ο καλός Χόντζας, και διά να δείξη πως τα όσα έλεγε, τα έλεγεν εκ καρδίας, επλησίασεν εις την γυναίκα, και ηθέλησε να την αγκαλιάση· μα αυτή θυμωμένη τον άμπωσε λέγοντάς του· στάσου, τολμηρέ και αυθάδη, και παύσε που να μου μιλής με αυτόν τον τρόπον διατί αν μου δώσης όλον τον βίον της Αιγύπτου δεν ήθελα ανταποκριθή εις την παράνομόν σου ζήτησιν, και δεν ήθελα κάμει αυτό το άδικον του ανδρός μου. Δος μου το λοιπόν τα φλωριά που χρεωστείς του ανδρός μου, και μη χάνης τον καιρόν σου να βιάζης μίαν καρδιάν, που εναντιώνεται εις την επιθυμίαν σου. Ο Χόντζας έμεινεν εντροπιασμένος διά τους ονειδισμούς, που η Αροούγια του έκαμε, και όντας άνθρωπος κακής διαθέσεως, ευθύς εμετάβαλε την αγάπην εις θυμόν και είπεν· Ύπαγε απ' εδώ, ω τολμηρά γυναίκα, τίποτε δεν χρεωστώ του ανδρός σου· και καθώς αυτός ο άγνωστος γέροντας εχαλάσθη από την κακήν του κυβέρνησιν, έτσι έχασε και τον νουν του, και δεν ηξεύρει τι ζητεί. Και έτσι λέγοντάς την έκαμεν ευθύς να έβγη από το σπήτι του και ολίγον έλειψε που να την δείρη.

Η δυστυχισμένη νέα εγύρισεν εις το σπήτι της με τα δάκρυα εις τα μάτια· ακριβέ μου Βανάη, είπε του ανδρός της, ο Χόντζας Ισμαήλ και αυτός ωσάν τους άλλους αρνείται το όσον σου χρεωστεί, μα δεν φθάνει αυτό αλλά ηθέλησεν ακόμη να μου βιάση την τιμήν· Ω τι αχάριστος που είνε, εφώναξεν ο πραγματευτής· είνε δυνατόν αυτός να με αφήση να χαθώ, τον καιρόν που τον εμπιστεύθηκα, και του έδωκα το εδικόν μου, και τώρα με τόσην αδιακρισίαν να μου το αρνείται; ετούτο δεν ημπορώ να το υποφέρω· θέλω να τρέξω εις την δικαιοσύνην· ύπαγε εις τον Κατή και ανάγγειλέ του την υπόθεσιν· εκείνος είνε ένας κριτής αυστηρός και εχθρός της αδικίας, και ελπίζω ότι θα λάβη διά εμέ σπλάγχνος, και να μου κάμη δικαιοσύνην.

Η νέα γυναίκα του πραγματευτού επήγεν ευθύς εις τον Κατή, και επαρουσιάσθη έμπροσθέν του εκεί που έδιδεν ακρόασιν του λαού. Ο Κατής, που φυσικά αγαπούσε τες γυναίκες, ευθύς που την εγνώρισεν από το φέρσιμόν της, πως θα είναι μία ωραία γυναίκα, σηκωνόμενος από εκεί που εκάθονταν, επλησίασεν εις αυτήν, και την επήρε και την έφερεν εις έναν παραοντά και αφού την έβαλε και εκάθησε την υποχρέωσε διά να σηκώση το απανωμπούλωμα από τους οφθαλμούς της· μα ο Κατής ευθύς που είδε την ωραιότητά της έμεινε τρωμένος παρομοίως ωσάν τον Χόντζα, και όλος γεμάτος από αγάπην· ω ωραίον τριαντάφυλλον εφώναξεν, ειπέ μου τι ζητάς·, και διά ποίαν υπόθεσιν ήλθες; και στάσου βέβαιη, ότι διά λόγου σου θέλω κάμει ότι με προστάξης. Αυτή τότε του εδιηγήθη την κακοτροπίαν του Χόντζα, και την άρνησιν που έκανεν εις τα όσα τον είχε δανείσει ο άνδρας της, και τον επερικαλούσεν, ότι με την εξουσίαν του να τον κάμη να τα πληρώση. Ετούτο είνε πολλά δίκαιον, απεκρίθη ο Κατής· εγώ θέλω τον κάμει να πληρώση χωρίς άλλο, και θέλω εύρει τον τρόπον να του τα βγάλω από τα σπλάγχνα. Μα ω ωραιοτάτη θεά, (ακολούθησεν αγαπητικά μιλώντας) στοχάσου σε παρακαλώ ότι το πουλί της καρδιάς μου ευρίσκεται φυλακωμένον εις τας παγίδας της ωραιότητός σου, υποσχέσου εκείνο που αρνήθης του Χόντζα, και τούτην την στιγμήν θέλω σου χαρίσει τέσσαρες χιλιάδες φλωριά.

Εις τούτα τα λόγια η Αροούγια εδόθη εις πικρότατον κλαύσιμον. Ω ουρανέ, είπε, δεν ευρίσκεται σωφροσύνη το λοιπόν εις τους ανθρώπους; δεν ημπορώ να συναπαντήσω έναν, που να έχη φόβον Θεού; εκείνοι οι ίδιοι που έχουν το φορτίον να παιδεύουν τους κακοποιούς, δεν έχουν αντίρρησιν να κατορθώσουν μεγαλύτερες παρανομίες; Και έτσι λέγοντας αυτή εμίσευσε με τα δάκρυα εις τα μάτια, και ήλθεν εις τον άνδρα της, και του εδιηγήθη πως δεν έκανε τίποτε ουδέ με τον Κατή. Εκακοφάνη κατά πολλά του Βανάη που δεν εύρηκε κανέναν να του κάμη δικαιοσύνην, και με πόνον καρδίας είπε προς την γυναίκα του. Αγαπημένη μου γυναίκα, άλλη ελπίδα εις ημάς δεν είνε, παρά να προστρέξης εις τον βεζύρην και ελπίζω ότι αυτός να μας κάμη δικαιοσύνην· ειδέ και αυτός δεν μας υπακούση, δεν είμεθα πλέον διά τον κόσμον· Την ερχομένην ημέραν η Αροούγια μπουλωμένη επήγεν εις τον βεζύρην, τον οποίον ευρίσκοντάς τον μοναχόν του ανήγγειλε την υπόθεσιν, που την εβίαζε να προστρέξη προς αυτόν. Ο βεζύρης που και αυτός ήτο ένας που δεν εμισούσε τες γυναίκες, αφού και την έκαμε να ξεσκεπάση το πρόσωπόν της με ευγενικόν τρόπον, δεν έμεινεν ολιγώτερον πληγωμένος από τον Χόντζα και από τον Κατή· και όλος γεμάτος από θαυμασμόν εφώναξεν. Ω, πόσες νοστιμάδες και ωραιότητας βλέπω· ποτέ εις την ζωήν μου παρόμοια δεν είδα, ω τι ευγενικόν υποκείμενον, που εις τους οφθαλμούς μου παρασταίνεται· είνε αμαρτία μίαν τέτοιαν ωραιότητα να την χαίρεται ένας αδύνατος γέρων. Μην αμφιβάλλεις, ω ωραιοτάτη νέα, γυρίζοντας, προς αυτήν είπε, διά να κάμω τον Χόντζα να επιστρέψη εκείνα που χρεωστεί, όλην μου την επιμέλειαν θέλω βάλει διά να σε δείξω ευχαριστημένην, και θέλω τον στενοχωρήσει εις τρόπον, που να μην απεράσουν τρείς ώρες και τα χίλια φλωριά θα σου τα φέρη ο ίδιος· μα ακριβή μου νέα άλλην ανταμοιβήν δεν ζητώ από λόγου σου, διά την χάριν που μέλλω να σου κάμω παρά να κλίνης εις την επιθυμίαν μου, και έξω που θέλω σου εβγάλει τα χίλια φλωριά από τον αυτόν Χόντζα, θέλω σου χαρίσει και εγώ άλλες δέκα χιλιάδες φλωριά.

Καθώς η ωραία Αροούγια δεν είχε μεγαλύτερην επιθυμίαν να ευχαριστήση τον βεζύρην απ' ότι ευχαρίστησε τους άλλους, έτσι εμίσευσε και από αυτόν πολλά θλιμμένη, και ήλθεν εις το σπήτι της. Ω, Βανάη, είπε, του ανδρός της, τίποτα πλέον δεν ημπορούμεν να ελπίσωμεν. Κανείς δεν μας συντρέχει, κανείς δεν μας κάνει δικαιοσύνην τι έχομεν να γένωμεν το λοιπόν; ετούτα τα λόγια έφεραν τον γέροντα εις την υστερινήν απελπισίαν, και άρχισε να λέγη χίλιες κατάρες εναντίον των ανθρώπων και τον καιρόν που ήθελε να τες ξαναειπή, η Αροουγία τον απόκοψε λέγοντας. Παύσε του να καταράσαι τους αυτουργούς της δυστυχίας μας· τι άνεσιν ευρίσκεις που να θλίβεσαι και να βλασφημάς με αυτόν τον τρόπον; είνε καλύτερον να στοχασθούμεν άλλα μέσα, διά να ημπορέσωμεν να βγάλωμεν το εδικόν μας· μην αδημονάς πλέον, ότι ετούτην την στιγμήν ο Προφήτης με εφώτισεν ένα εφεύρεμα πολλά ωφέλιμον μην μου ζητάς ποίον είνε· στάσου βέβαιος εις τους λόγους μου, και θέλεις ιδεί μίαν ογλήγορον εκδίκησιν, που μέλλω να κάμω του Χόντζα, του Κατή και του Βεζύρη, η οποία θέλει γίνει με όνομα εις όλην την χώραν και με τούτον τον τρόπον θέλομεν λάβει και το εδικόν μας, και θέλομεν επαινεθή και από τον κόσμον.

Η γυναίκα του πραγματευτού εβγήκεν ευθύς και επήγε και αγόρασε τρία ντουλάπια, που ημπορούσε το καθένα να χωρέση από ένα άνθρωπον μέσα, και έκαμε να τα φέρουν εις το σπήτι της· έπειτα ενδύθη τα πλέον ευγενικά της φορέματα, και εστολίσθη με τα διαμαντικά που είχε και ούτω καλλωπισμένη εφέρθη εις την οικίαν του Χόντζα διά να τον βάλη εις τα δίκτυά της κατά πως επιθυμούσε, τον οποίον ευρίσκοντάς τον μοναχόν, εξεσκέπασε το πρόσωπόν της χωρίς να καρτερέση να της το ειπή αυτός· την οποίαν όταν την είδεν έμεινε πλέον λαβωμένος από την πρώτην φοράν· και αυτή με τούτον τον τρόπον του ωμίλησεν· εφέντη Χόντζα, είμαι εδώ να σε παρακαλέσω διά να μου δώσης τα χίλια φλωριά που χρεωστείς του ανδρός μου, επειδή και ευρισκόμαστε εις μεγάλην ανάγκην, και αν διά το χατήρι μου το κάμης αυτό σου τάσσω ότι θα ανταποκριθώ εις την θέλησίν σου. Εύμορφη κυρά, απεκρίθη ο Χόντζας, εγώ είμαι πάντοτε εις την ίδιαν γνώμην· έχω έτοιμα δύο χιλιάδες φλωριά διά να σου χαρίσω, αν μου κάμης την ευχαρίστησιν. Βλέπω καλώτατα του είπεν εκείνη, ότι είσαι με την ίδιαν γνώμην, και καταλαμβάνω την αγάπην που εις εμέ έχεις, και διά τούτο με όλην μου την καρδιάν αποφασίζω διά να σε ευχαριστήσω· σε καρτερώ το λοιπόν απόψε να έλθης εις το σπήτι μου· θέλεις κτυπήσει την θύραν και μία πιστή σκλάβα μου θέλει έλθει διά να σου ανοίξη, και θέλομεν απεράσει ετούτην την νύκτα καθώς επιθυμείς και ενθυμήσου να φέρης και τα φλωριά μαζί σου. Ο Χόντζας από την χαράν του έτρεξε διά να την αγκαλιάση και αυτή με επιδέξιον τρόπον εβγήκεν από τας χείρας του χωρίς να την εγγίξη· και αφού τον είδε πως ήτον φερμένος καλά εις τα δίκτυά της, και αποφασισμένος διά να υπάγη εις το σπήτι της, εβγήκεν από εκεί και επήγε και έκαμε τον ίδιον δόλον τόσον του Κατή, ωσάν και του Βεζύρη τους οποίους τους υπεχρέωσε τόσον, που δεν έβλεπαν την ώραν διά να υπάγουν να απολαύσουν την ωραιότητα που επιθυμούσαν· των οποίων εδιώρισε και των τριών διά να υπάγουν μίαν ώραν υστερώτερα ο ένας από τον άλλον, διά να μην υπάγουν και οι τρεις εις ένα καιρόν και ξεσκεπασθή ο δόλος της.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings