Χ Α Λ I Μ Α ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (continued 3)
Reading edition
Αφού και υπεχρέωσε με τούτον τον τρόπον και τους τρεις παθητικούς αγαπητικούς, εμίσευσε και ήλθεν εις το σπήτι της, και εκεί έκαμε να ετοιμάσουν διάφορα φαγητά, και γλυκίσματα, διά να δεχθή τους φίλους της, και να τους πλανέση με νόστιμον τρόπον. Αυτή είχε μίαν σκλάβαν πολλά πιστήν, εις την οποίαν εξεμυστηρεύθη τον δόλον της, και τα όσα ήθελε να κάμη, και της έδωσε κάθε είδησιν πώς έχει να φερθή, οπόταν οι φίλοι ήθελαν είνε με αυτήν. Βάνοντας όλα τα πράγματά της εις την τάξιν, δεν ανάμενεν άλλο, παρά να τελειώση τον σκοπόν της. Και ερχομένη η νύκτα, εις την τρίτην ώραν της νυκτός έρχεται ο Χόντζας, και κτυπά εις την πόρταν και η σκλάβα ανοίγοντάς του τον έφερεν εις την κυράν της· ερμηνεύοντάς τον εις την στράταν, ότι θα κάμη απογάλι διά να μην εξυπνήση ο Βανάης, και τους αγροικήση. Η Αροούγια βλέποντάς τον τόν εδέχθη με μεγάλην υποδεξίωσιν, και με πλαστήν αγαλλίασιν και αφού του έκαμε διάφορα χάιδια και ευγένειες όλες πλαστές τον επαρακάλεσε διά να καθίση εις το τραπέζι διά να δειπνήσουν. Τότε ο Χόντζας όλος γεμάτος από αγαλλίασιν έβγαλε μίαν σακκούλαν, εις την οποίαν είχε τας δύο χιλιάδες φλωριά, και της λέγει· ιδού, ω τριαντάφυλλον του παραδείσου, τα όσα σου έταξα, το οποίον είνε το ουδέν εις αντάμειψιν μιας τέτοιας ευτυχίας μου. Η Αροούγια εχαμογέλασεν επάνω εις ετούτα τα λόγια και πιάνοντάς τον από το χέρι, τον επερικάλεσε να βγάλη το φακιόλι και τα φορέματά του, και να σταθή με ελευθερίαν.
Ο κακότυχος Χόντζας, μη στοχαζόμενος την γνώμην της, εγδύθη και έμεινε με το υποκάμισον, και με ένα γελέκι μόνον, και χωρίς σκούφιαν εις το κεφάλι· έπειτα τον έβαλε και εκάθησεν εις το τραπέζι, και άρχισαν να τρώγουν με πολλήν ηδονήν και τον καιρόν που ήσαν εις την μέσην του δείπνου, έρχεται η σκλάβα τρεμάμενη προς αυτούς και λέγει· Κυρά μου, είμασθε χαμένοι· ο Βανάης εσηκώθη και έρχεται εδώ διά να ιδή τι κάνεις· και αν δεν τα βολέψης ογλήγορα θέλει ξεσκεπάσει την αδικίαν που του κάνης. Τότε η Αροούγια τάχατε όλη φοβισμένη άρχισε να τρέμη και να λέγη προς τον Χόντζαν. Αν, αγαπημένε μου Ισμαήλ, είμασθε χαϊμένοι· σήκω το γληγορώτερον να σε κρύψω· διατί αν σε ιδή ο άνδρας μου εδώ μαζί με εμένα μας θανατώνει και τους δύο. Τότε παίρνοντάς τον Χόντζα από το χέρι, και σέρνοντάς τον με βίαν τον έφερεν εις ένα άλλον οντά, και τον έβαλεν εις ένα από τα ντουλάπια που είχε πάρει· και κλείοντάς τον καλά του είπε· στάσου αυτού όσον που να μισεύση ο άνδρας μου, και έπειτα έρχομαι και σε εβγάζω διά να μείνωμεν το επίλοιπον της νυκτός μαζί καθώς επιθυμούμεν.
Με τούτον τον τρόπον η Αροούγια τον άφησε κλεισμένον, και τρέχοντας προς την σκλάβαν της είπε με χαμηλήν φωνήν· ιδού που ο ένας ήλθε καλά εις τα δίκτυά μας· έτσι ελπίζω να έλθουν και οι άλλοι δύο. Και γεμάτες από χαράν και οι δύο εκαρτερούσαν και τους λοιπούς διά να τους κάμουν το όμοιον. Δεν απέρασε πολύ ώρα ύστερον από αυτό, και ιδού έρχεται και ο Κατής, και κτυπά την πόρταν· η σκλάβα έτρεξεν ευθύς και του άνοιξε, και ερμηνεύοντάς τον και αυτόν να φερθή με σιωπήν, τον έφερεν εις τον Χοντζερέν της Αροούγιας· τον οποίον τον εδέχθη με τον ίδιον τρόπον, που εδέχθη και τον Χόντζα. Και αφού εσηκώθηκαν από το δείπνον, ο Κατής έβγαλε και της έδωσε τες τέσσαρες χιλιάδες φλωριά, και έπειτα όλος γεμάτος από αγάπην δεν έπαυε που να της κάνη χίλιους επαίνους και εγκώμια, αποδείχνοντάς την τήν άκραν του ευχαρίστησιν, που ήθελεν αξιωθή να απολαύση ένα υποκείμενον τόσον επιθυμητόν προς αυτόν. Τότε η Αροούγια διά να δείξη την προθυμίαν και αυτή προς αυτόν, του είπε· εγδύσου το λοιπόν, και πέσε εις ετούτο το κρεββάτι που βλέπεις· και εγώ ως τόσον υπάγω να ιδώ αν κοιμάται ο άνδρας μου, και ευθύς γυρίζω.
Ο Κατής εις ετούτα τα λόγια στοχαζόμενος πως θα έχη το υποκείμενον εις τας αγκάλας του, ευθύς εγδύθη και εισέβη εις το κρεβάτι. Και την ιδίαν στιγμήν που εμβήκεν εις αυτό γίνεται μία βοή και θόρυβος· και ύστερον από ολίγον γυρίζει η Αροούγια πολλά έντρομη λέγοντάς του Κατή· αφέντη, ημείς είμεθα χαμένοι· ένας σκλάβος μας σε είδε που εμβήκες εις το σπήτι μου, και επήγε και το είπε του ανδρός μου· ο οποίος θέλει να έλθη εδώ να ζητήση ανίσως και είναι αλήθεια· Εγώ επάσχισα με κάθε τρόπον να τον εμποδίσω, μα δεν ημπόρεσα να τον καταπείσω· και ούτως έστειλε και έκραξε τους εδικούς του και έρχονται μαζί διά να σε εύρουν, να σε θανατώσουν σήκω το λοιπόν ογλήγορα και έλα μαζί μου διά να μη μας καταλάβουν. Τότε ο Κατής εσηκώθη ευθύς γυμνός καθώς ήτον και με μέγαν φόβον, ήλθε με την Αροούγια, και τον έβαλε και αυτόν εις το δεύτερον ντουλάπι που είχε πάρει· και ωσάν τον έκλεισε καλά, του είπε να σταθή εκεί ήσυχος, και οπόταν παύση η ζήτησις του ανδρός της θέλει γυρίσει να του ανοίξη, και με τούτον τον τρόπον έβαλε και τον δεύτερον εις τα δίκτυά της. Δεν έλειπε πλέον άλλος παρά ο Βεζύρης, ο οποίος ερχόμενος και αυτός προς τα μεσάνυκτα τον έμβασεν η σκλάβα και αυτόν ωσάν τους άλλους δύο· και η Αροούγια τον εδέχθη με τον ίδιον τρόπον, και ακόμη με περισσότερην τιμήν από τους άλλους, ωσάν υποκείμενον πλέον μεγαλύτερον. Και αφού τον έκαμε και αυτόν να γδυθή ωσάν και τους άλλους, και να της εγχειρίση και τες δέκα χιλιάδες φλωριά, τον έφερε και τον έκλεισεν εις το τρίτον ντουλάπι με τον ίδιον τρόπον, που έκλεισε και τους άλλους.
Τότε η Αροούγια βλέποντας και τους τρεις αγαπητικούς της που έπεσαν εις τα δίκτυά της καθώς επιθυμούσεν, έκλεισε καλά τον οντά που τα ντουλάπια ήτον με αυτούς, και έπειτα επήγε να εύρη τον άνδρα της διά να του διηγηθή τα όσα εκατώρθωσε. Και αφού εχάρηκαν διά την μηχανήν που τους έκαμαν, επήραν τες δύο χιλιάδες φλωριά του Χόντζα, και τες τέσσαρες του Κατή, που είχαν φέρει μαζή τους, ομοίως και τες δέκα του Βεζύρη, και βάνοντάς τα εις την κασέλλαν τους, απέρασαν όλην εκείνην την νύκτα με πολλήν ευφροσύνην εις την υγείαν των ντουλαπιών και των κακοτύχων αγαπητικών.
Το ταχύ δε η Αροούγια διά να βάλη εις τελείαν πράξιν τον στοχασμόν της, και να κάμη μίαν εκδίκησιν να δώση όνομα εις όλην την χώραν, καθώς έταξε του ανδρός της, εσηκώθη και ήλθεν εις το παλάτι μου, και επαρουσιάσθη εκεί που έδιδα ακρόασιν του λαού. Ευθύς που είδα την νοστιμάδα και την ευγένειαν του κορμιού της, εκατάλαβα πως ήτο μία ωραιοτάτη γυναίκα, και κάνοντας να πλησιάση εις τον θρόνον μου την ερώτησα τι ζητά. Τότε αυτή πέφτοντας εις τα ποδάριά μου είπεν· ω μεγαλειώτατε βασιλεύ, έτσι να είναι οι χρόνοι σου πολλοί και ευτυχείς εναντίον των εχθρών σου, λάβε την καλωσύνην να με ακούσης· έχω να σου διηγηθώ μίαν ιστορίαν που θέλει σε εκπλήξει. Ειπέ την με κάθε ελευθερίαν, της απεκρίθηκα· είμαι έτοιμος να σε ακούσω.
Εγώ είμαι γυναίκα ενός πραγματευτού ονόματι Βανάη, υποκείμενος της βασιλείας σου. Είναι ένας χρόνος που αυτός εδάνεισε χίλια φλωριά του Χόντζα Ισμαήλ· εις τον οποίον πηγαινάμενη διά να του τα γυρέψω, μου απεκρίθη πως δεν του χρεωστεί τίποτε, μα πως ήθελε να μου χαρίση δύο χιλιάδες φλωρία, αν ήθελα να του ευχαριστήσω την επιθυμίαν· έτρεξα να κλαυθώ εις τον Κατή διά την κακήν εμπιστοσύνην του Χόντζα· ο κριτής μου εφανέρωσε, πως δεν ήθελε μου κάμει δικαιοσύνην, ανίσως, και δεν ήθελα τον υπακούση εις εκείνο που αρνήθηκα του Χόντζα· αντραλωμένη και θυμωμένη διά τον κακόν χαρακτήρα του Κατή, έφυγα από εκεί καταφρονώντας τον, και ήλθα εις τον Βεζύρη σου, ελπίζοντας ότι από αυτόν θα εύρω δικαιοσύνην μα δεν τον ηύρα και αυτόν πλέον διακριτικόν από τον Κατή, επειδή και δεν άφηκε κανένα τρόπον, που να επιχειρισθή, διά να κλίνω εις την επιθυμίαν του, αν ήθελα να κάμη δικαιοσύνην.
Εγώ λαμβάνοντας δυσκολίαν εις το να πιστεύσω τα όσα η Αροούγια μου εδιηγήθη, της είπα· μη θαυμάζης πως εγώ δεν σε πιστεύω εις όλον αυτό που μου είπες, διατί γνωρίζω πως ο Χότζας είναι αδύνατον να αρνηθή αυτήν την ποσότητα· και ότι ο Κατής και ο Βεζύρης να μη σου κάνουν δικαιοσύνην και να φερθούν με αυτόν τον τρόπον με εσένα, τον καιρόν που τους εδιάλεξα να κάμνουν εις τον λαόν. Ω βασιλέα υψηλότατε, αν δεν πιστεύης εις τα όσα σου είπα, ελπίζω να πιστεύσης τους ίδιους μάρτυρας, που ήτον παρόν εις όλα αυτά. Πού είναι αυτοί οι μάρτυρες, της είπα με θαυμασμόν; Βασιλέα, αυτή μου απεκρίθη, ευρίσκονται εις το σπήτι μου· πρόσταξε τους ανθρώπους σου να έλθουν μαζή μου διά να τους φέρουν εδώ.
Τότε εγώ επρόσταξα τους φύλακας, και επήγαν ομού με την Αραούγιαν, και μετ' ολίγον εγύρισαν φέροντες τρεις βαστάζοι τρία ντουλάπια έμπροσθέν μου. Τότε η Αροούγια μου είπεν· εις ετούτα τα ντουλάπια ευρίσκονται οι μάρτυρες μου, πρόσεχε διά να τους ιδής, και έτσι λέγοντας εβγάζει τρία κλειδιά, με τα οποία ανοίγοντας τα ντουλάπια έβγαλε εις το φως τους τρεις τρισαθλίους αγαπητικούς της.
Στοχασθήτε τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, ομοίως και εκείνη όλης της αυλής μου, οπόταν είδαμεν τον Χόντζα, τον Κατή, και τον Βεζύρην, γυμνούς και με την όψιν τους χαμένην, και κατά πολλά εντροπιασμένους διά την φανέρωσιν του φταίξιμού των. Δεν ημπόρεσα εις εκείνην την θεωρίαν να κρατηθώ από τα γέλοια, βλέποντάς τους εις εκείνην την κατάστασιν μα εβάλθηκα ευθύς εις σοβαρότητα, και ωνείδισα τους αγαπητικούς με λόγια που τους έπρεπαν. Και αφού τους έλεγξα εις τα φανερόν, απεφάσισα, τον Χόντζα να μετρήση άλλες δύο χιλιάδες φλωρία ακόμη του Βανάη· και τον Βεζύρη και τον Κατή τους έβγαλα από τα αξιώματά των, και έβαλα άλλους εις τον τόπον τους. Κάνοντας υστερώτερον να σηκώσουν τα ντουλάπια από έμπροσθέν μου, επρόσταξα την γυναίκα του πραγματευτού να ξεσκεπάση το πρόσωπόν της λέγοντάς της· κάμε να ιδούμεν αυτές τες νοστιμάδες τες κινδυνώδεις, που επαρακίνησαν εκείνα τα τρία υποκείμενα διά να σε αγαπήσουν.
Η γυναίκα του Βανάη επήκουσε και εσήκωσε το επανωμπούλωμα, και μας έκαμε να ιδούμεν όλην την ωραιότητά της, εις τρόπον που όλοι εμείναμε εκστατικοί από την ευμορφάδα της· και ομολογώ ότι ποτέ δεν είχα ιδεί πλέον νόστιμην και ευγενικήν από την Αροούγιαν· εστοχάσθηκα με επιμέλειαν τα κάλλη της, και εις το άκρον του θαυμασμού εφώναξα. Αχ πόσον είνε ωραία· ο Χόντζας, ο Κατής, και ο Βεζύρης δεν μου φαίνονται πταίσται αν την αγάπησαν. Δεν εστάθηκα εγώ εκείνος, μόνον ελαβώθηκα εις την θεωρίαν της απαρομοίαστης ωραιότητος, αλλά όλοι της αυλής μου έμειναν έκθαμβοι, και με μέγαν αλαλαγμόν της έκαμαν μυρίους επαίνους. Κάθε ένας εκρατούσε τους οφθαλμούς του στερεούς προς αυτήν, μη αποσταίνοντας που να την θεωρούν, και να την επαινούν και εκείνοι που εγνώριζαν τον Βανάη με όλην την δυστυχισμένην κατάστασιν που ευρίσκονταν, τον απόδειχναν πολλά ευτυχισμένον, έχοντας μίαν γυναίκα τόσον ωραίαν και τιμημένην.
Αφού και εκείνη μου επλήρωσε την περιέργειαν, και με ευχαρίστησε διά την δικαιοσύνην που της έκαμα, ετραβήχθη εις την οικίαν της· μα αλλοί εις εμέ αν αυτή δεν ήτον πλέον εμπρός εις τους οφθαλμούς μου, έστεκε με όλον τούτο πάντα έμπροσθεν εις την φαντασίαν μου, και δεν ημπορούσα διά μίαν στιγμήν να την αποξενώσω από τον νουν μου. Και τέλος πάντων βλέποντας πως αυτή μου εσύγχιζε την ανάπαυσιν έστειλα κρυφίως και έκραξα τον άνδρα της, τον έμβασα εις τον οντά μου, και με τον ακόλουθον τρόπον του ωμίλησα. Άκουσον, ω Βανάη· μου είνε γνωστή η κατάστασίς σου, εις την οποίαν η γενναία σου καρδία σε έφερε· εγώ αποφάσισα να σε βοηθήσω να έβγης από αυτήν την δυστυχισμένην κατάστασιν, και να ζήσης πολλά καλύτερον απ' ότι έζης χωρίς να φοβηθής πλέον να πέσης εις δυστυχίαν και κοντολογής θέλω σε γεμίσει από πλούτη, αν από μέρος σου ήθελες είσαι πρόθυμος να μου κάμης μίαν χάριν, που από λόγου σου επιθυμώ να λάβω. Ελαβώθη η καρδία μου από ένα σκληρόν έρωτα διά την γυναίκα σου· χώρισέ την και στείλε μου την· κάμε μου ετούτην την θυσίαν, σε εξορκίζω, και διά την χάριν που θέλεις μου κάμει, έξω από τα πλούτη, που σου τάσσω να δώσω, σε κάνω νοικοκύρην να διαλέξης οποίαν σκλάβαν σου αρέσει από το παλάτι μου, που είναι πολλά ωραίες, διά να την πάρης εις τον τόπον της γυναικός σου.
Μεγαλώτατε βασιλεύ, μου απεκρίθη ο Βανάης, τα πλούτη που μου τάζεις, όσον και αν ήθελαν είναι πλούσια δεν ήθελον φθάσει που να με πλανέσουν να αφήσω την γυναίκα μου. Η Αροούγια μου είνε εκατόν φορές ακριβωτέρα από τον πλούτον όλου του κόσμου και από τούτο στοχάσου ω βασιλέα μου, πόση είνε η αγάπη που εις αυτήν προσφέρω, επειδή και γνωρίζω πως είνε μία από τες πλέον τιμημένες γυναίκες όλου του κόσμου, και με αγαπά περισσότερον και από του λόγου της. Και διά να σε βεβαιώσω πως είνε έτσι, στείλε έπαρέ την, και αν την καταπείσης να με αφήση και να έλθη με εσένα, σου τάσσω πως θα την χωρίσω, και θα υποφέρω με υπομονήν την θλίψιν, που έχει να μου προξενήση ο χωρισμός της. Έστειλα ευθύς και την έκραξα· επάσχισα με κάθε τρόπον, και με κάθε τάξιμον διά να την καταπείσω να αφήση τον γέροντα, μα όλα μου εστάθηκαν ανωφελή· επειδή και η σταθερότης της Αροούγιας ήτον πολύ μεγάλη. Εγώ διά να μην τους βιάσω, εις έναν καιρόν να κάμουν μιαν τοιαύτης λογής απόφασιν, τους έδωσα διορίαν διά να στοχασθούν διά τρεις ημέρες, και έπειτα να μου δώσουν την απόκρισιν και με τούτον τον τρόπον τους απέλυσα.
Ερχομένοι αυτοί εις την οικίαν τους απ' ό,τι εκατάλαβα, εστοχάσθηκαν πως ήτον αδύνατον να μου αντισταθούν, και πως αν δεν ήθελαν κλίνουν με το καλό, έπρεπε να κλίνουν και στανικώς, απεφάσισαν και διά νυκτός έφυγαν από την Δαμασκόν, και επήραν την στράταν της Αιγύπτου. Την τρίτην ημέραν· εγώ βλέποντας που δεν εφαίνονταν έστειλα ένα τζοχαντάρη, διά να τους κράξη να μου δώσουν την απόκρισιν το τι αποφασίζουν· ο τζοχαντάρης ύστερον από ολίγον εγύρισε και μου ανήγγειλε, πως εκείνην την νύκτα εμίσευσαν, και επήραν την στράταν της Αιγύπτου. Εγώ έμεινα ωσάν μία πείρα εκστατικός εις το να ακούσω μίαν τέτοιον ανεπάντεχον απόφασιν και αν δεν ήθελα ήμουν αυθέντης και κυριευτής του πάθους μου, ήθελα λάβη πολλά ογλήγορα εις το παλάτι μου την Αροούγιαν, διά το πείσμα της· επειδή και ημπορούσα ευθύς να στείλω ανθρώπους διά να τους φθάσουν, και να τους γυρίσουν· μα δεν ηθέλησα να κάμω ένα πράγμα τόσον άδικον να αρπάξω την ξένην γυναίκα και στανικώς, και μάλιστα που ποτέ δεν αγάπησα να βιάσω τες καρδιές διά να με αγαπήσουν.
Άφησα το λοιπόν εις την ελευθερίαν την Αροούγιαν να φύγη από εμένα, και να υπάγη όπου της αρέση· και επάσχισα με κάθε τρόπον να νικήσω μίαν τόσον δυστυχισμένην αγάπην, μα μου εστάθη πολλά δύσκολον. Η Αροούγια με όλα τα δυνατά που έκαμα διά να την αποξενώσω από την φαντασίαν μου, μου είνε πάντα εμπρός μου· η ευμορφάδα της και η τιμή της μου την εστερέωσαν εις την καρδίαν μου· και ύστερον από είκοσι χρόνους, η ενθύμησίς της με κάνει αναίσθητον εις τες νοστιμάδες των γυναικών μου· οι πλέον ωραίες, και οι πλέον ευγενικές γυναίκες, που μπορούν να ευρίσκονται, μου φαίνονται το ουδέν έμπροσθεν εις την ενθύμησιν της ωραίας Αροούγιας.
Ακολούθησις της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου, βεζύρη του και του μυστικού του.
Με αυτόν τον τρόπον ο Βεδρεδίν Λώλος ετελείωσε την ιστορίαν του. Ο βεζύρης του, και ο Σεήφ ο μυστικός του τον ερώτησαν, αν ήξευρε το τι έγινεν η Αροούγια· αυτός απεκρίθη, ότι δεν ήξευρε καθόλου, και ότι δεν είχε λάβει καμμιάς λογής είδησιν, αφού και εμίσευσεν από την Δαμασκόν. Κάνει χρεία να ομολογήσωμεν, είπεν ο Σεήφ χαμογελώντας, ότι ημείς είμεθα αγαπητικοί και πολλά εξαίρετοι· ο Βασιλεύς παραδίδεται με τες πρώτες ματιές μιας γυναικός ενός πραγματευτού, που προτιμά έναν γέροντα από αυτόν, και εις διάστημα είκοσι χρόνων, και περισσότερον, φυλάττει μίαν τρυφερήν ενθύμησιν της Αροούγιας, χωρίς αυτή να τον ηγάπησεν· εγώ αγαπώ μίαν γυναίκα που εζούσεν εις τον καιρόν του Σολομώντος, και ο βεζύρης ομοίως. Μα εγώ πλανώμαι, εις εκείνο που απαρθενεύει του βεζύρη τον συμπαθώ, επειδή και έχει χρέος εις την βασιλοπούλαν Τζελίκαν· αυτή εξ όλης καρδίας τον ηγάπησε, και εσυνανεστράφη με αυτόν, και δι' αυτό με δίκαιον τρόπον φυλάττει προς αυτήν την ενθύμησιν.
Ο βασιλεύς Βεδρεδίν δεν ημπόρεσε να υποφέρη που να μη γελάση επάνω εις τους στοχασμούς του Σεήφ, και ακολούθησε να γελά οπόταν είδεν έναν μεγάλον αριθμόν από καμήλια και άλογα, που ευρίσκοντο εις ένα κάμπον και σιμά εις αυτά είδε πολλές τέντες, υποκάτω εις τες οποίες ήτον πολλότατοι άνθρωποι που έτρωγαν και έπιναν. Ας πλησιάσωμεν προς αυτούς, είπε του βεζύρη, και του Σεήφ, διά να εξετάσωμεν τι άνθρωποι είναι. Και οπόταν έφθασαν εκεί, είδαν τες τέντες που ήταν πολλά μεγαλοπρεπέστατες και μία ανάμεσα από τες άλλες ήτον από χρυσόν μεταξωτόν· υποκάτω εις την οποίαν είδαν έναν άνθρωπον πολλά πλούσιον ενδεδυμένον, που εκάθητο σιμά εις ένα ετοιμασμένον τραπέζι, και έτρωγεν εις αγγεία ολόχρυσα· εκείνο το σεβάσμιον υποκείμενον, που ημπορούσε να ήτον έως χρονών πενήντα, έτρωγε μόνος, και είκοσι ή τριάντα τζοχανταρέοι καλά ενδεδυμένοι έστεκαν ολόγυρά του ορθοί και δύο σκλάβοι καλά αρματωμένοι έκαναν την φύλαξιν εις το έμβασμα της τέντας του.
Εκείνος ο ευγενής άνθρωπος ευθύς που μας είδεν, έστειλεν ένα από τους τζοχανταρέους του διά να μας ερωτήση ποίοι είμεθα και πού επηγαίναμεν. Ο Βεδρεδίν είπε του τζοχαντάρη, πως είμεθα πραγματευτάδες τζοβαϊρτζήδες, και ερχόμασθε από το Αστραχάν, και πηγαίνομεν διά το Μπαγδάτι· και επειδή και ημείς σου εφανερώσαμεν ποίοι είμασθε, κάμε μας την χάριν να μας ειπής το όνομα του αυθέντος σου, και τι αξίας άνθρωπος είναι. Ο αφέντης μου απεκρίθη ο τζοχαντάρης, είναι ένας, που έχει τον έπαινον να λογίζεται μεγαλόψυχος και πολλά γενναίος και μεταδοτικός, ονομάζεται Αμπουλβάρης· και κατ' εξοχήν επονομάζεται μέγας περιηγητής, ήγουν ταξειδιάρης· κατοικεί αυτός επί το πλείστον εις την Μπάσραν δέχεται εκεί κάθε έναν που να υπάγη να τον ιδή με πολλήν δεξίωσιν, και κανείς δεν εβγαίνει από αυτόν που να μη λάβη κανένα δώρον και είναι πολλά τιμημένος από όλους τους προεστούς της Μπάσρας, και ξεχωριστά από τον βασιλέα, ώστε δεν λείπει ημέρα, που να μην τον κράζη εις την συναναστροφήν του, διά να του διηγάται τα συμβεβηκότα του. Κάνει χρεία το λοιπόν, είπεν ο Βεδρεδίν, ότι θα του έτυχαν πολλά εξαίσια συμβάντα. Παρόμοια συβεβηκότα που του έτυχαν αυτουνού, απεκρίθη ο τζοχαντάρης, δεν έτυχαν κανενός, και αν ηθέλετε τα ακούση, θέλετε μείνει εκστατικοί.
Τότε ο Βεδρεδίν ερώτησε τον τζοχαντάρην, αν ημπορούσαν να υπάγουν να τον εύρουν. Ναι, τους είπεν αυτός, ημπορείτε με ελευθερίαν, επειδή και μετά χαράς δέχεται τον καθ' ένα. Επάνω εις τους λόγους του τζοχαντάρη εκίνησεν ο Βεδρεδίν με τους ακολούθους του, και ήλθαν εις τον Αμπουλβάρην· ο οποίος βλέποντάς τους εσηκώθη ευθύς, και με πολλήν ευγένειαν τους εδέχθη, και τους έβαλε και εκάθισαν εις το τραπέζι μαζή του. Και αφού έφεραν διάφορα εκλεκτά φαγητά, εδόθηκαν εις διάφορες ομιλίες, και περιπλέον επάνω εις τα ταξείδιά του. Ο Αμπουλβάρης έδειξεν εις αυτήν την συναναστροφήν πολύ πνεύμα, και πολλήν ευγένειαν, που ο βασιλεύς Βεδρεδίν και οι σύντροφοί του έμειναν εκστατικοί· και ξεχωριστά ο Βεδρεδίν είχεν πολλήν ευχαρίστησιν, που εσυναπάντησεν ένα τέτοιον υποκείμενον εις το οποίον έδειχνε φανερώς την χαράν του, και τον επερικάλεσε διά να υπάγουν μαζή εις την Μπάσραν. Ο Αμπουλβάρης το εδέχθη μετά πάσης χαράς και ερχομένη η ώρα διά να μισεύσουν, εσηκώθηκαν με όλους τους ακολούθους του, που υπέρβαιναν τον αριθμόν των διακοσίων ανθρώπων και μετά ολίγας ημέρας έφθασαν εις την Μπάσραν με μεγάλην ευφροσύνην.
Ο Αμπουλβάρης εσυνέλαβε διά τον Βεδρεδίν, και τους συντρόφους του πολλήν αγάπην, με το να τους εστοχάσθη πως έδειχναν μεγάλην ευχαρίστησιν εις το να ακούουν τες διήγησές του επάνω εις τα ταξείδιά του. Αυτός τα εφανέρωσε λέγοντας πως ολίγοι άνθρωποι θα εστάθηκαν, που να ταξειδεύσουν ωσάν και εμένα· γνωρίζω καλύτερα τα παραθαλάσσια της Ινδίας παρά την πατρίδα μου· είδα πράγματα εξαίσια, που δεν ημπορώ να τα περιγράψω· τα συμβεβηκότα που μου έτυχαν είναι τόσον παράξενα, που οι άνθρωποι, εις τους οποίους τα εδιηγήθηκα, δεν ήθελαν τα πιστεύσει, αν δεν ήθελαν με γνωρίσουν διά έναν άνθρωπον εχθρόν του ψεύδους.
Ο Αμπουλβάρης έδιδε πολλήν ηδονήν του βασιλέως Βεδρεδίν με τες διήγησές του. Μα ο Βεδρεδίν έχοντας επιθυμίαν διά να μάθη τελείως από την αρχήν την ιστορίαν του, τον επερικάλεσε με μεγάλον πόνον διά να τους την διηγηθή. Και αυτός πολλά ογλήγορα τους επήκουσε. Ναι, ω αγαπημένοι μου, θέλω σας δώσει την ευχαρίστησιν, επειδή και δείχνετε τόσην επιθυμίαν να τα μάθετε, μα σας περικαλώ να ενθυμηθήτε το ό,τι σας είπα, ήγουν πως να μην αμφιβάλλετε εις τα όσα θέλω σας διηγηθή επειδή και θέλετε λάβει δισταγμόν εις κάποια πράγματα παράξενα, που έχω να σας διηγηθώ.
Ιστορία των εξαισίων συμβεβηκότων του Αμπουλβάρη, του μεγάλου περιηγητού.
Ταξείδιον Α'.
Εγώ είμαι υιός ενός καραβοκύρη της Μπάσρας, και ονομάζομαι Αμπουλβάρης. Ο πατέρας μου από μικρόθεν με επήρε κοντά του εις τα ταξείδια, που διά θαλάσσης έκανε διά τες Ινδίες· εις τρόπον που εις ηλικίαν δώδεκα χρονών εγνώριζα ένα μεγάλο μέρος από τα νησιά που περιέχει. Απόκτησε το λοιπόν ο πατέρας μου με αυτά τα ταξείδιά πολλήν περιουσίαν, και με αυτήν εμβήκεν εις τον αριθμόν των πραγματευτάδων και εις διάστημα δέκα χρόνων έγινεν ένας από τους πλουσιωτέρους πραγματευτάδες της Μπάσρας. Αυτός έχοντας κάποιους λογαριασμούς πολλά αναγκαίους εις την περίφημον πόλιν Σερενδίβ, με έναν πραγματευτήν σύντροφόν του, αποφάσισε διά να με στείλη εκεί προς αυτόν, διά να τους τελειώσω. Εμίσευσα λοιπόν με ένα καράβι πραγματευτάδικον από τον λιμένα της Μπάσρας που επήγαινε διά Σουράτ και Σερενδίβ.
Εβγαίνοντας το λοιπόν από τον κόλπον της Μπάσρας, που είνε μακρύς χίλια πεντακόσα μίλια, ήλθαμεν εις την Όρμαν, χώραν παραθαλασσίαν. Και ύστερον από εκεί εβγήκαμεν εις την μεγάλην θάλασσαν, ήγουν εις τον Ωκεανόν, και με ένα πολλά ευτυχισμένον καιρόν εφθάσαμεν εις το νησί της Σερενδίβ. Και εβγαίνοντας από το καράβι επήγα και κατέλυσα εις τον σύντροφον του πατρός μου ονομαζόμενον Αμπίμπη. Ήτον αυτός ένας από τους πιο πλουσίους πραγματευτάδες της ιδίας και πολλά τιμημένος άνθρωπος. Με εδέχθη με μεγάλην περιποίησιν, που περισσότερον δεν ημπορούσε να κάμη κανείς εις ένα φίλο του. Δεν απέρασαν πολλές ημέρες, αφού και υπήγα εκεί, και ετελειώσαμε κάθε λογαριασμόν με τον Αμπίμπην, και δεν εκαρτερούσα άλλο, παρά να εύρω κανένα καράβι, που να πηγαίνη διά την Μπάσραν, με το οποίον να ήθελα επιστρέψη εις τον πατέρα μου. Τέλος πάντων ύστερον από πέντε ή έξ εβδομάδας, μαθαίνοντας ότι ήτον έτοιμο ένα καράβι διά να μισεύση από εκεί διά την πατρίδα μου, ετοιμάσθηκα και εγώ να μισεύσω με αυτό.
Συμβεβηκός πρώτον του Αμπουλβάρη.
Μίαν ημέραν εμπροστήτερα από τον μισευμόν μου, εκεί που εγύριζα εις το σπήτι του συντρόφου μου, προς το μεσημέρι, βλέπω να διαβαίνη από σιμά μου μία κυρά πολλά ευμορφοκαμωμένη, ενδυμένη με πλούσια φορέματα, και συντροφιασμένη από μίαν σκλάβαν. Και με όλον που ήταν μπουλωμένη επαρουσίαζεν εις τους οφθαλμούς μου φανερώς την ωραιότητά της από την νοστιμάδα του κορμιού της, και από το μεγαλοπρεπέστατον φέρσιμόν της. Εστάθηκα διά να την καλοκυττάξω, και ο στοχασμός μου ξανοίγοντας νέες νοστιμάδες προς αυτήν, ω ωραιότατον υποκείμενον που βλέπω, εφώναξα από καρδίας· ετούτη είνε χωρίς άλλο η αγαπημένη του βασιλέως. Ήκουσεν αυτή τα λόγια και γυρίζοντας με εκύτταξε με πολλήν επιμέλειαν και στοχασμόν, έπειτα ηκολούθησε την στράταν της χωρίς να ειπή τίποτε, και χωρίς να δώση να καταλάβω αν της εκακοφάνηκαν ή όχι τα όσα είπα.
Και τον καιρόν που την έχασα από τους οφθαλμούς μου, εβυθίσθηκα δι' αυτήν εις διαφόρους διαλογισμούς, και στοχαζόμενος επάνω εις την ωραιότητά της, άρχισα να γροικώ εκείνο, που έως τότε δεν είχα αγροικήσει· και μετ' ολίγον βλέπω και έρχεται μία σκλάβα και με σταματά. Εγώ εγνώρισα ευθύς πως ήτον η σκλάβα της κυράς που εσυνάντησα, η οποία μου ωμίλησε με γλυκύν τρόπον. Αφέντη μου είπεν, επροστάχθηκα να σε περικαλέσω να με ακολουθήσης εις έναν τόπον, εις τον οποίον θέλω λάβει την τιμήν διά να σε φέρω. Αν αυτό προέρχεται από της κυράς σου το μέρος, της απεκρίθηκα όλος αντραλωμένος, είμαι έτοιμος να υπακούσω τα προστάγματά της, με όλον που θα ήξευρα πως θα μου συμβή κάθε εναντίον. Η κυρά μου, απεκρίθη η σκλάβα, δεν ηθέλησε να σου ειπή τίποτε οπόταν της ωμίλησες μα αν θέλης να κλίνης εις την παρακάλεσίν της, δεν το πιστεύω να λάβης αιτίαν διά να μετανοήσης.
Απεφάσισα το λοιπόν να υπάγω χωρίς να στοχασθώ πως έχω να μισεύσω την ερχομένην ημέραν. Και ούτως η σκλάβα με έφερεν εις ένα ωραιότατον παλάτι, του οποίου μοναχά η θεωρία με εξέπληξεν. Εμβήκαμεν εις ένα μεγαλοπρεπέστατον χοντζερέ, εις τον οποίον είδα εκείνην την κυράν, που εκάθονταν επάνω εις μαξιλάρες ολόχρυσες· τριγύρου της οποίας έστεκαν μερικές σκλάβες πλουσίως ενδεδυμένες· εθεώρησα τότε αυτήν την κυρά, και όντας χωρίς σκέπασμα εις το κεφάλι μού εφάνη χίλιες φορές πλέον ωραία, από εκείνο που την εστοχαζόμουν οπόταν την είδα μπουλωμένην· τα διαμαντικά και τα πλούσια φορέματα που την εστόλιζαν, την έδειχναν φυσικά πολλά ωραίαν, χωρίς να έχη χρείαν από την τέχνην της μεταμορφώσεως με τα φτιασίδια. Έμεινα εκστατικός διά την ωραιότητά της. Αυτή το εκατάλαβε και εχαμογέλασεν, έπειτα μου λέγει πλησίασε ω νέε· όποια άλλη και αν ήτον έξω από εμένα, ήθελε της κακοφανή διά τα όσα ωμίλησες εις την στράταν· μα γνωρίζοντας πως είσαι ξένος σε συμπαθώ· σου λέγω όμως ότι οι αστέρες με βιάζουν διά να σε αγαπήσω· αν φανής άξιος εις τους στοχασμούς μου διά μέσον μιας ακάκου ανταποκρίσεως, θέλω σε αφήσει να ημπορέσης να απολαύσης τες χάρες μου και την αγάπην μου, που έως τώρα εις κανένα δεν την έταξα.
Ετούτες οι απόδειξες, που αυτή μ' εφανέρωσε με μίαν ευγενικήν νοστιμάδα, αύξησαν τον έρωτά μου και την αγαλλίασίν μου. Αχ Σουλτάνα, εφώναξα πέφτοντας εις τους πόδας της, ονειρεύομαι ή είμαι έξυπνος; εις τι τύχην καταδέχεσαι να υψώσης ένα ξένον αγνώριστον, ο οποίος δεν έχει κανέναν μισθόν εις το να αξιωθή τέτοιας λογής χάρες; Σηκώσου, αυτή τότε μου είπε· και ομολόγησέ μου με θάρρος από ποίον μέρος είσαι, από τι γένος, και ποία υπηρεσία σε έκαμε να έλθης ιδώ εις την Σερενδίβ. Εγώ της επλήρωσα με προθυμίαν την περιέργειάν της μα οπόταν της είπα πως έχω να μισεύσω την αύριον διά την πατρίδα μου, αυτή με αντέκοψε δείχνοντας πως δεν έχει ευχαρίστησιν εις τούτο. Πώς το λοιπόν, ω Αμπουλβάρη, μου είπεν, εσύ έχεις κατά νουν έτσι ογλήγορα να με απαρατήσης; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, η υπηρεσία μου με βιάζει διά να μισεύσω και μάλιστα το καράβι είνε έτοιμον διά μίσευμα· και αν μου λείψη ετούτο το μέσον, δεν ηξεύρω πότε ημπορώ να εύρω άλλο παρόμοιον. Εσύ λοιπόν, είπεν αυτή, είσαι αποφασισμένος να μισεύσης χωρίς άλλο, από εκείνο που καταλαμβάνω. Διά την τιμήν, της απεκρίθηκα, και τες χάρες που αναξίως εις εμέ δείχνεις, ω κυρά μου, δεν ημπορώ να κάμω άλλο, παρά εκείνο που της αφεντιάς σου αρέσει, και όχι εκείνο που εγώ απεφάσισα. Έμεινε κατά πολλά ευχαριστημένη αυτή εις αυτά τα λόγια, και με εβεβαίωσε με μεγάλες απόδειξες την αγάπην, που προς εμένα έφερνε.
Τελειώνοντας να μιλούμεν με αυτόν τον τρόπον με έβαλε και εκάθησα κοντά της και μου εφανέρωσε πως ονομάζεται Γαντζάδα, και ότι αυτή ήτο θυγατέρα ενός μεγάλου βεζύρη του βασιλέως της Σερενδίβ ο οποίος αποθαίνοντάς της άφησε μεγαλώτατα πλούτη, και ότι πολλοί ευγενικοί και αξιωματικοί νέοι την εγύρεψαν διά γυναίκα, και ολωνών τους το αρνήθη με το να μην ηθέλησε να λάβη καμμίαν απόφασιν. Μου ωμολόγησε περιπλέον ότι τα λόγια που είπα, οπόταν την είδα εις την στράταν της εδιαπέρασαν την καρδίαν και με εστοχάσθη με επιμέλειαν, και ότι η θεωρία μου της άρεσε, και διά τούτο αποφάσισε με εμένα να χαρή τα πλούτη, που ο πατέρας της εις διάστημα σαράντα χρόνων είχεν αποκτήσει. Εγώ ευχαρίστησα με τρυφερά κα αγαπητικά λόγια την άκραν της καλωσύνην, και αγάπην που εις εμέ έδειχνε βεβαιώνοντας την μεγάλην μου ευχαρίστησιν, και αγαλλίασιν διά μίαν τοιούτης λογής αντάμωσιν. Τελειώνοντας αυτά τα γλυκά λόγια τόσον από το ένα μέρος ωσάν και από το άλλο, με επήρεν η Γαντζάδα από το χέρι, και με έφερεν εις μίαν τράπεζαν, που ήτον ετοιμασμένη διά να φάμε· εκαθήσαμεν οι δυο ομού και εφάγαμεν διάφορα λαμπρά φαγητά· και εις το αναμεταξύ που ετρώγαμεν εδιακόπταμεν το φαγί μας με ομιλίες πολλά ηδονικές και γεμάτες από αγάπην.
Αφού ετελειώσαμεν να φάμε, η Γαντζάδα έκραξε τες σκλάβες της, και τας έβαλε να λαλήσουν διάφορα όργανα, και να τα συντροφεύσουν με τραγούδια πολλά νόστιμα· έπειτα απ' αυτά εβάλθηκαν διά να χορέψουν διαφόρους χορούς, και αυτές οι ηδονές και χαρές εφτούρησαν έως το βράδυ. Φθάνοντας το λοιπόν η νύκτα, ηθέλησα να πάρω θέλημα από την Γαντζάδα διά να τραβηχθώ εις το κονάκι μου· μα αυτή με πρόσωπο κακιωμένο μου είπε· πώς το λοιπόν, ακόμη στοχάζεσαι διά να με παρατήσης, ύστερον αφού με εβεβαίωσες, ότι θέλεις κάμει εκείνο που εγώ θελήσω; δεν εκαρτερούσα να μου κάμης ποτέ αυτό το ζήτημα. Τότε εγώ της απόδειξα πως ετούτο δεν το έκανα δι' άλλο, παρά διά να μη κάμω τον Αμπίμπην που εκατοικούσα εις το σπήτι του, να υποπτεύση διά εμένα το τι έγινα· και την εβεβαίωνα με όρκον, πως το ταχύ θέλω επιστρέψει προς αυτήν. Με κανέναν τρόπον δεν ηθέλησε να με υπακούση διά να υπάγω· αλλά διά να κάμη τον Αμπίμπην να μην υποπτεύση διά εμένα, με έκαμε να του γράψω μίαν επιστολήν πως να μη με καρτερή εκείνην την νύκτα, με το να ευρίσκωμαι μαζή με κάποιους φίλους μου, χωρίς να φανερώσω το πού είμαι. Και κάνοντας αυτήν την επιστολήν μου την επήρε και την έστειλε του φίλου μου με ένα της σκλάβον. Έπειτα από πολλές χαροποίησες και ηδονές μου εδιώρισεν έναν ωραιότατον οντά διά να υπάγω να αναπαυθώ· εις τον οποίον επρόσταξε διαφόρους σκλάβους, διά να έλθουν εκεί να με δουλεύσουν εις τα όσα μου έκαναν χρείαν.

Οπόταν δε ευρέθηκα μοναχός εις τον οντά, άρχισα να στοχάζωμαι επάνω εις την κατάστασιν την οποίαν ευρίσκομαι. Πού θέλουν τελειώσει ετούτα όλα, έλεγα με τον εαυτόν μου; ποίον ευτυχισμένον συναπάντημά μου είνε τούτο; τα πλούτη ετούτα άρα γε θα είνε ετοιμασμένα διά εμένα; ημπορώ τάχατε εγώ αληθώς να ελπίσω πως ογλήγορα θα απολαύνω μίαν κυρά τόσον ωραίαν; όχι, Αμπουλβάρη, μην ελπίζεις εις μίαν τύχην τόσον θαυμασίαν, διά εσένα δεν είνε διωρισμένη· άφησε το λοιπόν που να την ελπίζης τοιούτης λογής, επειδή και μιας αποκτήσεως έτσι υπερβολικής ημπορεί το τέλος της να είνε θλιβερόν, και να αφανισθή ογλήγορα ωσάν ένα όνειρον. Με αυτούς τους στοχασμούς απέρασα όλην την νύκτα χωρίς να λάβω καθόλου ύπνον. Κα το ταχύ οπόταν εσηκώθηκα ήλθεν η Γαντζάδα νε με εύρη εις τον οντά μου και με χαροποιόν πρόσωπον με ηρώτησε αν εκοιμήθηκα καλά εκείνην την νύκτα· της απεκρίθηκα, ότι απέρασα την νύκτα με τρόπον, που άχρηζεν ότι αυτή να ήθελεν αναγκάση την στιγμήν της ευτυχίας μου. Εις ετούτα τα λόγια μου αυτή εχαμογέλασε λέγοντάς μου πως έπρεπε πρώτον να βεβαιωθή καλώς διά την σταθερότητά μου και αν την αγαπώ εκ καρδίας, και ύστερον να κάμη μίαν τέτοιαν απόφασιν· έπειτα από αυτά μου έδειξε πολλές περιποιήσες, που διά συντομίαν τες αφίνω και με τούτον τον τρόπον έμεινα εκεί περισσότερον από οκτώ ημέρας ευφραινόμενος ακαταπαύστως, και απολαμβάνοντας μίαν τέτοιαν γλυκείαν συντροφιάν, την οποίαν κάθε ένας ημπορεί να στοχασθή, που θα είχα δύο τρυφεροί αγαπητικοί.
Μίαν ημέραν που οι δυο μας μοναχοί επεριπατούσαμεν εις το περιβόλι της· Αμπουλβάρη, μου είπεν· εγώ ελπίζω πως με αγαπάς, και επάνω εις αυτήν τη ελπίδα, αποφάσισα διά να σε κάμω ευτυχή, παραδίδοντάς σου όλους τους θησαυρούς μου, με το δέσιμον της υπανδρείας μου έτσι αποφάσισα, και λογιάζω ότι με τούτον τον τρόπον θέλεις ειπεί, πως είσαι μεγάλως ευτυχισμένος. Αυτή η ομιλία της Γαντζάδας με εξέπληξε και με έκαμε να χάσω το λέγειν μου· κάθε άλλο πράγμα ημπορούσα να στοχασθώ, έξω από αυτό που μου επρόβαλεν· όντας αυτή από θρησκείαν Κουέμπρα, που λατρεύουν τον ήλιον και την φωτιάν, και εγώ ήμουν Μωαμεθανός· επίστευσα ότι αυτής να μην ήτον άλλος ο στοχασμός της, παρά μίαν ανταπόκρισιν αγάπης· και ότι η διαφορά των θρησκειών μας θα την ήθελεν εμποδίση, που να στοχασθή μίαν τέτοιαν απόφασιν· όθεν μου επροξενήθη μία άκρα έκστασις οπόταν μου εφανέρωσε τον στοχασμόν της.
Η Γαντζάδα βλέποντάς με έτσι συγχισμένον χωρίς να ομιλήσω εκατάλαβε πως δεν εποθούσα εκείνο που αυτή μου επρόβαλεν. Εγώ δεν επίστευσα ποτέ, μου είπε με αγριωμένον βλέμμα, ότι ένα τέτοιον πρόβλημα θα σου είνε τόσον μισητόν, και εκαρτερούσα καλώτατα, ότι θα δοθής εις χίλιες αγαλλίασες από την χαράν σου, παρά να σε ιδώ έτσι συγχισμένον· πώς το λοιπόν έχεις αντίρρησιν εις το να με λάβης γυναίκα σου; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, δεν είνε έτσι καθώς το στοχάζεσαι· εσύ καλά ηξεύρεις το σέβας, την τιμήν και την αγάπην που σου προσφέρω· και αν επιθυμάς μίαν φοράν την ένωσίν μας, εγώ το επιθυμώ χίλιες· μα ο ουρανός μας κρατεί με ένα εμπόδιον πολλά ανίκητον· και από την σύγχυσίν μου ημπορείς να καταλάβης τον κακοφανισμόν μου. Ποίον είνε το λοιπόν μου είπεν αυτή, το εμπόδιον αυτό που ανίκητον σου φαίνεται; Η θρησκεία μου, της απεκρίθηκα· εγώ δεν τολμώ να παρέβω τον νόμον που με εμποδίζει, να στεφανωθώ μίαν γυναίκα, που δεν κάνει τους νόμους του Μωάμεθ. Και εγώ δεν έχω ολιγωτέραν αντίρρησιν από εσένα επάνω εις την θρησκείαν μου, απεκρίθη η Γαντζάδα· και δεν ήθελα το δεχθή ποτέ να υπανδρευθώ με ένα Μωαμεθανόν, μακάρι να ήξευρα πως ήθελα να γίνω βασίλισσα· εστοχαζόμουν πάντα, ότι πριν στεφανωθούμεν θα σε κάμω πρώτον να αρνηθής την θρησκείαν του Προφήτου σου, και θα σε υποχρεώσω να λάβης εκείνην των Κουέμπρων, που προσκυνούν τον ήλιον και την φωτιάν, καθώς κάμω και εγώ· μα επειδή και βλέπω που διστάζεις να αρνηθής την θρησκείαν σου, και να κλίνης εις την εδικήν μου, διά να μη μου δώσης αυτήν την ευχαρίστησιν, καταφρονώντας μίαν τέτοιαν τύχην, και αρνούμενος μου την δεξιάν σου, σε κηρύττω διά τον πλέον αχάριστον άνθρωπον του κόσμου.
Ετούτα τα υστερινά λόγια, με τον τρόπον με τον οποίον η Γαντζάδα τα είπεν, αβγάτισαν την αντράλωσίν μου και άρχισα να εμβαίνω εις την υποψίαν, πως έμπλεξα χωρίς να έχω ελπίδες να ελευθερωθώ· και πως η ζωή μου έστεκεν εις μεγάλον κίνδυνον. Αυτή με όλον που με έβλεπεν εις αυτήν την σύγχισιν δεν έπαυσε που να μου ονειδίζη με πολλές άλλες βρισιές την αχαριστίαν μου με απαρηγότητα δάκρυα, που εδιαπέρασαν εν τω άμα την καρδίαν μου· ο πόνος μου και ο πόνος αυτής που έδειχνε μου εσήκωσαν σχεδόν τες αίσθησες· αλλοί εις εμέ· ολίγον έλειψεν ότι εγώ να κλίνω· και ήθελα χωρίς αμφιβολίαν να θυσιασθώ όλος εις τα κλάμματά της, αν η πίστις του Μωάμεθ δεν ήθελε με κρατήση στερεόν εις την απόφασίν μου· Η Γαντζάδα ήτον πολλά θαυμασμένη, ότι η κλίσις που είχα εις την θρησκείαν μου ήτον τόσον στερεά, που με έκανε να παραιτήσω την απόκτησίν της, τόσον αυτής, ωσάν και των θησαυρών της. Και με όλον τούτο έχοντας ακόμη κάποιαν ελπίδα διά να με καταπείση, μου είπε με τούτον τον τρόπον. Ύπάγε, αχάριστε άνθρωπε εις τον οντά σου· σου δίδω διορίαν οκτώ ημέρας διά να στοχασθής και αποφασίσης· δεν θέλω να έχης αιτίαν διά να με κατακρίνης πως δεν σου έδωσα καιρόν να στοχασθής· μα αν ύστερον από αυτήν την διορίαν δεν ήθελες αποφασίση να κάμης ότι ζητώ από εσένα, καρτέρει όλην εκείνην την εκδίκησιν μιας γυναικός καταφρονημένης, που ημπορεί να κάμη ο θυμός της.
Έπειτα από αυτά τα λόγια με επαράτησε, και εμίσευσε με ένα πρόσωπον πολλά θυμωμένον, το οποίον μου επροξένησε την υστερινήν μου απελπισίαν, αν δεν ήθελα αποφασίσει να την στεφανωθώ: έμεινα εις την πλέον δυστυχισμένην κατάστασιν της θλίψεως που να ήτον, χωρίς ελπίδα να ιδώ πλέον μίαν ημέραν ευτυχισμένην. Ο πόλεμός μου ήτον πολλά μέγας· επολεμούσα με την πίστιν και με την αγάπην, μα επρόκρινα να προτιμήσω την πίστην καλύτερα από την αγάπην, και ας μου συνέβαινε ότι εναντίον και αν ήθελεν. Και με όλον τούτο δεν έλειψα που να πασχίσω να εύρω τον τρόπον διά να φύγω από εκείνο το παλάτι· μα εστάθηκαν μάταιες οι παρατήρησές μου επειδή και διά προσταγής της Γαντζάδας όλες οι πόρτες ήτον καλά φυλαγμένες· και χάνοντας και αυτήν την ελπίδα άλλο δεν απάντεχα, παρά τον θυμόν της Γαντζάδας να πληρωθή εις εμέ. Έφθασε το λοιπόν η ογδόη ημέρα, και η Γαντζάδα έστειλε και με έκραξε διά να ιδή το τι απεφάσισα· υπήγα εις τον χοντζερέ της και την ηύρα καθημένην εις ένα θρονί περιτριγυρισμένην από τες σκλάβες της, και είχε θεωρίαν περισσότερην ενός κριτού αυστηρού, παρά μιας αγαπητικής·
Οπόταν δε με είδε να παρουσιασθώ έμπροσθέν της μου είπεν· Αμπουλβάρη ιδού που ετελείωσεν η διορία που σου έδωσα· είσαι πλέον στερεός εις την γνώμην σου, ή την μετέβαλες καθώς επιθυμώ; Αχ κυρά μου της απεκρίθηκα· εσύ μου είσαι η ακριβώτερη από όλα τα πράγματα του κόσμου και εκραζόμουν ευτυχισμένος εις το να σε αποκτήσω, ανίσως και ήθελα έχει την αδυναμίαν και την αχρειότητα εις το να καταπατήσω την τιμήν μου, διά να παραιτήσω την θρησκείαν του Προφήτου. Σιώπα ω ουτιδανέ, αυτή με αντίκοψε με μίαν άκραν οργήν, βλέπω την αχαριστίαν σου· δεν θέλω ακούσει πλέον τα δικαιολογήματά σου· ύπαγε, εσύ είσαι ανάξιος των ευεργεσιών μου, και ήθελεν είσται εντροπή μου να παρακινήσω πλέον έναν αχάριστον καθώς εσύ είσαι· εγώ χωρίς πλέον να σου ειπώ άλλο, σε απαρατώ εις την αχαριστίαν σου. Με αυτά τα λόγια, τα οποία με έκαμαν να τρομάξω, ανεχώρησε πολλά θυμωμένη και εγώ μένοντας εις μεγάλην σύγχυσιν, ανάμενα τότε εξ αποφάσεως την οργήν του θυμού της, και επιθυμούσα το τέλος του πράγματος ό,τι λογής και αν ήθελεν ήτον.
Δεν απέρασαν τρεις ή τέσσαρες ώρες οπόταν είδα να εμβαίνουν εις τον οντά μου πέντε έξη σκλάβοι της Γαντζάδας, οι οποίοι έφερναν μαζή τους έναν αριθμόν από ανθρώπους ενδεδυμένους διαφορετικά από εκείνο που εσυνήθιζαν εις Σερενδίβ.
Εκείνος που εφαίνονταν να ήτον ο προεστώς με επαρατήρησε με στοχασμόν καμπόσην ώραν χωρίς να μου ειπή τίποτε, έπειτα διαλύοντας την σιωπήν, μου είπε εκστατικώς διά να τον ακολουθήσω. Εγώ τον επήκουσα όλος έντρομος και τον ακολούθησα. Και οπόταν είμεθα εις την πόρταν διά να εβγούμεν από το παλάτι, ερώτησα, έναν από εκείνους, πού είχαν κατά νουν να με φέρουν. Αυτό θέλεις το μάθεις εις τον καιρόν του, μου απεκρίθη εκείνος, επειδή και διά την ώραν δεν έχεις να το ηξεύρης. Ακολούθησα λοιπόν εκείνους τους ανθρώπους χωρίς να μιλήσω άλλο, οι οποίοι με έφεραν εις ένα καράβι και ευθύς που με έμβασαν μέσα έκαμαν πανιά και εμισεύσαμεν από τον λιμένα. Οπόταν δε εξεμακρύναμεν αρκετώς εις την θάλασσαν, ο καραβοκύρης μου είπε, πώς αυτός ήτον από το βασίλειον της Γολκόνδας, και πώς η Γαντζάδα με έδωσε διά σκλάβον του, προστάζοντάς τον ότι να μη με αφήση ποτέ να υπάγω εις την Μπάσραν· και αυτός μεθ' όρκου της το έταξε να κάμη καθώς αυτή τον επρόσταξε.
Τέτοια εστάθη η εκδίκησις της Γαντζάδας, η οποία μου εφάνη πολλά γλυκεία από εκείνο που πάντεχα. Και ευχαριστήθηκα εις αυτήν την εκδίκησιν. Μα από το άλλο μέρος στοχαζόμενος πως δεν ήθελα ιδεί πλέον την πατρίδα μου, και τον πατέρα μου, ομοίως και την μητέρα μου και εδικούς, όντας σκλάβος, μου εφαίνονταν αυτή η σκλαβιά σκληροτέρα από τον θάνατον· πολλά με έθλιψεν εις τας πρώτας ημέρας· μα ύστερα κάνοντας από την χρείαν καρδίαν και υπομονήν, εδόθηκα όλος εις το να δουλεύσω τον αυθέντην μου με κάθε εμπιστοσύνην. Ήτον αυτός ένας τιμιώτατος άνθρωπος, και δεν του έλειπε που να έχη αρκετόν πνεύμα. Δεν ευχαριστούμουν εις το να μη τον υπακούω με προθυμίαν εις ότι με επρόσταζεν, αλλά εσπούδαζα να προβλέπω και εκείνο που εποθούσε, και να κάνω χωρίς να με ήθελε προστάζει και με τούτον τον τρόπον απόκτησα κατά πολλά την αγάπην του.
Αφού και εχάσαμεν από τους οφθαλμούς μας το νησί της Σερενδέβ, και είμεθα διά να έμβωμεν προς τα βόρεια εις τον κόλπον της Μπεγκάλας, ο οποίος είνε ο μεγαλύτερος κόλπος της Ασίας, εκεί που είνε τα βασίλεια της Μπεγκάλας και τη Γολκόνδας, εσηκώθη ένας άνεμος τόσον σφοδρός, που δεν είδαμε ποτέ παρόμοιον εις εκείνες τες θάλασσες· μεγάλως εκοπιάσαμεν διά να κατεβάσωμεν τα πανιά διά να ημπορέσωμεν κουπίζοντας να πλησιάσωμεν εις την παραθαλασσίαν· μα δεν ημπορέσαμεν να υποφέρομεν την σφοδρότητα του αέρος· εβλέπαμεν το καράβι μας εις την ακμήν διά να χαθή, με τρόπον που διά να φύγωμεν τον τσακισμόν του, που μας εφοβέριζεν, αποφασίσαμεν διά να απαρατήσωμεν κάθε κόπον, και να αφεθούμεν εις την διάκρισιν του αέρος και των κυμάτων. Διήρκεσεν εκείνος ο σφοδρός άνεμος δεκαπέντε ημέρες και βαστώντας όλος εκείνος ο καιρός, μας άμπωσε με τόσην ταχύτητα και μας έφερεν επάνω εις την μεγάλην θάλασσαν τρεις χιλιάδες μίλια μακράν από την Σερενδέβ, εις τόπους αγνωρίστους εις τους ναύτας και εις τον καραβοκύρην. Άλλαξε τέλος πάντων τότε ο άνεμος, και εμεταβάλθη εις γαλήνην, το οποίον μας επροξένησε μεγάλην χαράν· μα η αγαλλίασίς μας δεν εβάσταξε πολύν καιρόν, με το να ηφανίσθη από ένα συμβεβηκός, που θέλετε λάβει δυσκολίαν να το πιστεύσετε διά το παράδοξον που φέρει.
Συμβεβηκός Β' του Αμπουλβάρη.
Αρχινούμεν διά να εξακολουθήσωμεν χαρούμενοι το ταξείδι μας, και σχεδόν είμεθα κοντά εις το νησί Γιάβ, οπόταν πολλά σιμά μας βλέπομεν έναν άνθρωπον γυμνόν εις την θάλασσαν, που πλέοντας αντιπολεμούσε με τα κύματα διά να μη τον καταβυθίσουν. Εκρατούσε αυτός πολλά σφιχτά μίαν σανίδα, που τον εβοηθούσε διά να μη καταποντισθή, και μας έκανε σημείον διά να υπάγωμεν να τον συνδράμωμεν διά να μην χαθή. Η ευσπλαχνία μας επαρακίνησε διά να ρίξωμεν τον σκύφον εις την θάλασσαν, και να υπάν μερικοί ναύται διά να τον ελευθερώσουν. Αν η ευσπλαχνία είναι ένα έργον αξιέπαινον, πρέπει όμως να ομολογήσωμεν ότι αύτη εστάθη πολλά κινδυνώδης, καθώς θέλετε το ακούσει.

Επήραν το λοιπόν εκείνοι τον άνθρωπον εις τον σκύφον, και τον έφεραν εις το καράβι μας. Ήταν αυτός ένας άνθρωπος καθώς εφαίνονταν έως σαράντα χρονών ηλικίας· είχε την θεωρίαν πολλά θηριώδη· χοντρό το κεφάλι, τα μαλλιά κοντά και κατσαρά, και το στόμα του κατά πολλά μέγα, με τα δόντια μακρυά και μυτερά ωσάν των σκύλλων, τα χέριά του ήταν νευρώδη, οι παλάμες του πλατειές με νύχια μακρά και μυτερά, οι οφθαλμοί του επαρομοίαζαν ωσάν της τίγριδος, και είχε μίαν μύτην πλακωτήν με δύο ρουθούνια πολλά ανοιχτά· η φυσιογνωμία του δεν μας άρεσεν, επειδή είχε μίαν θεωρίαν άξιαν διά να μετατρέψη εις μετανόησιν την ευσπλαγχνίαν, που μας είχε παρακινήσει. Οπόταν εκείνος ο άνθρωπος, τόσον θηριώδης καθώς σας τον επερίγραψα, επαρουσιάσθη έμπροσθεν του καραβοκύρη, και του είπε· Αφέντη, εγώ σου είμαι χρεώστης διά την ζωήν μου, έστεκα εις την ακμήν διά να χαθώ, αν δεν με εσύντρεχες. Κατά αλήθειαν, του απεκρίθη ο καραβοκύρης, ευρίσκεσο εις τα ολοίσθια να καταποντισθής εις τα κύματα αν η τύχη σου δεν ήθελε μας συναντήσει. Δεν ήτον η θάλασσα που με εφόβιζεν απεκρίθη ο άγριος άνθρωπος χαμογελώντας· επειδή και είμαι αρκετός να σταθώ εις αυτήν διά πολλούς χρόνους χωρίς να κακοπάθω· μα εκείνο που πλέον με τυρανεί είνε η μεγάλη πείνα που έχω, με το να είναι έξη ώρες που δεν έφαγα· ετούτη είνε μία διορία πολλά μακρυνή διά έναν άνθρωπον ωσάν εμένα· ώστε κάμε μου την χάριν όσον ογλήγορα ημπορέσης διά να μου φέρης φαγητά να φάγω ότι δεν ημπορώ να υποφέρω μίαν νηστείαν τόσον μακρυνήν· και μη χαλεύης να φέρης φαγητά εξαίρετα, ότι εγώ τρώγω ό,τι εύρω, με το να μην έχω ψιλό στομάχι.
Εμείς εκυτταζόμασθε ο ένας με τον άλλον, και όλοι είμεθα εκστατικοί εις μίαν τέτοιαν διήγησιν, και εστοχασθήκαμεν όλοι ότι ο κίνδυνος, εις τον οποίον είχεν ευρεθή, τον έκανε να μην ηξεύρη τι ομιλεί. Μα ο καραβοκύρης κρίνοντας ότι αληθώς είχε πείναν, επρόσταξε διά να του φέρουν να φάγη τόσον, όσον ήθελε χορτάσει έξη ανθρώπους πεινασμένους, ομοίως και φορέματα διά να τον σκεπάσουν. Όσον διά τα φορέματα, είπεν εκείνος, δεν μου κάνουν χρείαν, με το να στέκω πάντα γυμνός. Μα στοχάσου, του είπεν ο καραβοκύρης, ότι δεν είνε τιμημένον πράγμα να στέκης έμπροσθέν μας έτσι γυμνός. Ω! ω! απεκρίθη εκείνος με θυμόν, θέλετε λάβει καιρόν να με συνηθίσετε. Αυτή η θηριώδης απόκρισις μας έβαλεν εις κάποιες υποψίες και φόβον. Βιασμένος λοιπόν από την πείναν, και ανυπόμονος διατί δεν του έφερναν ογλήγορα καθώς εποθούσεν, εκτυπούσε τους πόδας του κατά γης, και έτριζε τα δόντια του γυρίζοντας τους οφθαλμούς του εις τρόπον που έκανεν εις όλους φόβον. Τέλος πάντων βλέποντας να του φέρουν το φαγί που επιθυμούσεν, ευθύς ερρίχθη επάνω του με με μίαν προθυμίαν, που μας εθαύμασε. Και με όλον που το φαγί ήτο αρκετόν διά να χορτάση έξ ανθρώπους, αυτός εις μίαν στιγμήν το εκατάπιεν όλον· και οπόταν έφαγεν όλον εκείνο, που του έφεραν έμπροσθέν του, μας είπε προστακτικώς, ότι να του φέρωμεν και άλλο φαγί, διότι δεν είχε χορτάσει.
Ο καραβοκύρης θέλοντας να δοκιμάση πού ήθελεν υπάγει να τελειώση αυτουνού η πείνα, επρόσταξε να του φέρουν άλλα τόσα φαγητά, ωσάν την πρώτην φοράν, τα οποία δεν εφτούρησαν περισσότερον από τα άλλα, με το να εκατέφαγε και αυτά ευθύς. Ημείς ελογιάσαμεν ότι αυτός θα εχόρτασε, μα εγελασθήκαμεν. Εγύρεψε πάλιν διά να του φέρουν και άλλα διά να φάγη ακόμη· ένας από τους ναύτας μη υποφέροντάς την αδιακρισίαν εκείνου του ασχήμου ανθρώπου, θυμωθείς επήρε ένα ξύλον διά να τον κτυπήση. Μα ο άγριος απεικάζοντάς τον επρόλαβε, και πιάνοντάς τον από τες πλάτες τον έκαμε κομμάτια με τους όνυχάς του. Εις αυτό το θέαμα ερριχθήκαμεν όλοι του καραβιού με τα σπαθιά εις τα χέρια, διά να ξεδικηθούμεν εκείνον τον θηριώδη επίβουλον· κάθε ένας εβιάζονταν διά να τον πληγώση και να παιδεύση την βαρβαρότητά του, οπόταν με φόβον απεικάσαμεν, ότι ο εχθρός μας είχε το πετσί του τόσον σκληρόν, όσον ήτον το διαμάντι· τα σπαθιά μας ετσακίζονταν, και εγύριζαν χωρίς να ημπορέσωμεν το ολιγώτερον να τον λαβώσωμεν. Και με όλον που αυτός δεν εφοβούνταν καθόλου τις λαβωματιές, δεν τες έλαβε με όλον τούτο χωρίς κάποιον πόνον· όθεν με θυμόν εγύρισε, και έπιασεν άλλον έναν από τους ναύτας, και με μίαν άκραν δύναμιν τον έκαμε κομμάτια έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς μας.
Οπόταν δε είδαμεν ότι οι δύναμες τον σπαθιών μας ήτον ανωφελείς, και που να τον σκοτώσωμεν μας ήτον αδύνατον, όλοι μαζή ερριχθήκαμεν επάνω του διά να πασχίσωμεν να τον ρίξωμεν εις την θάλασσαν, μα δεν ημπορέσαμεν ούτε να τον αγκαλιάσωμεν, επειδή και μας εγλυστρούσεν από τα χέρια ωσάν ένα χέλι· και έξω από αυτό έχωσε τα νύχια του εις το κατάρτι του καραβίου, και από εκεί εκρατείτο με τρόπον, που εφαίνετο πλέον δυνατώτερος από έναν ακίνητον στύλον· Ώστε που αντίς να φανή φοβισμένος από τον θυμόν μας, μας είπε με πικρόν χαμογέλασμα· Φίλοι μου, εσείς χωρίς στοχασμόν εδοθήκατε εις μίαν κακήν επιχείρηση· ηθέλατε κάμει καλύτερα εις το να με υπακούσετε· εγώ εκαταδάμασα πλέον δυνατωτέρους από εσάς· σας βεβαιώνω, ότι αν ακολουθήσετε να μου αντισταθήτε εις την θέλησίν μου, θέλω σας μεταχειρισθή με τρόπον, που εμεταχειρίσθηκα τους συντρόφους σας.
Τέτοια λόγια μας επάγωσαν από τον φόβον, και αποφασίσαμεν διά να μην του αντισταθούμεν πλέον· επήγαμεν ειρηνικώς και του εφέραμεν πάλιν άλλα φαγητά διά να τον χορτάσωμεν. Εκάθησε και τρίτην φοράν εις το τραπέζι διά να φάγη, και αντίς να χορτάση του αύξανεν η πείνα. Καταλαμβάνοντας αυτός ότι ημείς τέλος πάντων εκλίναμεν διά να του πληρώσωμεν την επιθυμίαν, έγινε πολλά ήμερος και μας εφανέρωσεν, ότι πολλά του εκακοφαίνονταν, που ημείς του εδώσαμεν αιτίαν διά να μας μεταχειρισθή με εκείνον τον τρόπον· έπειτα μας είπε πως μας αγαπούσε διά την αιτίαν, που τον εβγάλαμεν από την θάλασσαν, εις την οποίαν έπρεπε να αποθάνη από την πείναν· και πως διά το καλόν μας, επιθυμούσεν, ότι να συναπαντήση κανένα άλλο καράβι, που να είναι πλούσιον από ζωοτροφίαν, διά να υπάγη εις εκείνο, και ημάς να μας αφήση εις ειρήνην. Και αυτές τες κουβέντες μας τες έκανεν εις τον καιρόν που έτρωγεν· και έξω από αυτές αυτός εγελούσε·, εμετωρίζονταν καθώς οι άλλοι άνθρωποι, και ημείς ηθέλαμεν τον εύρει πολλά νόστιμον, αν ήμεθα εις κατάστασιν να λάβωμεν ηδονήν από τα μετωρίσματά του, και να χαρούμεν.
Τέλος πάντων και τετάρτην φοράν ηθέλησε να φάγη ακόμη, και ημείς του εδώσαμεν καθώς και τες άλλες τρεις φορές· και έπειτα εστάθη δύο ώρες χωρίς να φάγη άλλο. Βαστώντας ετούτο το ολίγον διάστημα μας ωμίλησε με πολύ θάρρος· μας εξέταζε τον έναν ύστερα από τον άλλον διά τους τόπους μας, διά τες συνήθειες και τα συμβάντα μας. Ελπίζαμεν ότι η αναθυμίασες τόσων φαγητών, που είχεν εις το στομάχι, θα του αναβούν εις το κεφάλι, και θα τον κάνουν να αποκοιμηθή· αναμέναμεν με μεγάλην ανυπομονησίαν ο ύπνος να τον κυριεύση· και εκάναμεν λογαριασμόν ότι εις το αναμεταξύ που αυτός εκοιμούνταν, με ταχύτητα θα τον πιάσωμεν και θα τον ρίξωμεν εις την θάλασσαν, διά να γλυτώσωμεν απ' αυτόν να μη μας φάγη εις ολίγον διάστημα την ζωοτροφίαν μας, και αποθάνωμεν από την πείναν. Μα εγελασθήκαμεν εις μίαν τέτοιαν ψευδή ελπίδα· επειδή και εκείνος, καταλαμβάνοντας τους στοχασμούς μας, μας εφανέρωσεν ότι ποτέ δεν εκοιμούνταν, και πως την χώνεψιν των φαγητών την έκαμε χωρίς να λάβη ύπνον.
Εγνωρίσαμεν με άκρον πόνον ετούτην την δυστυχισμένην αλήθειαν επειδή και εστάθη τρία μερόνυκτα πάντα τρώγοντας χωρίς να λάβη παραμικρόν ύπνον, το οποίον μας έρριξεν εις την υστερινήν απελπισίαν διά την κακήν μας κατάστασιν. Και ο καραβοκύρης δεν ήλπιζε ποτέ με τούτο το συμβάν διά να ιδή ποτέ την χώραν Γολκόνδα· οπόταν αιφνιδίως μας εφάνη να ιδούμεν τον αέρα να σκοτεινιάση επάνωθέν μας. Ο πρώτος μας στοχασμός εστάθη, ότι εκείνη θα ήθελεν ήτον μία νέα φουρτούνα, διά την οποίαν εχαρήκαμεν επειδή και είμεθα ευχαριστημένοι καλύτερα να χαθούμεν από μίαν φουρτούναν, παρά που να φαγωθώμεν από εκείνον τον θηριώδη άνθρωπον, επειδή και οπόταν ηθέλαμεν τελειώσει την ζωοτροφίαν, μην ευρίσκοντας άλλο διά να φάγη, εξ ανάγκης ήθελε μας φάγη ημάς, τον έναν ύστερα από τον άλλον. Μα η σκοτεινίασις δεν ήτον καθώς ημείς εστοχαζόμεθα, επειδή και εκείνο που ελογιάζαμεν ένα πυκνόν σύγνεφον και αναθυμίασιν, ήτον ένας από τους μεγαλειτέρους Ροκ, που θα ήθελεν ευρεθή εις εκείνες τες θάλασσες (αυτό είναι ένα πουλί θηριώδες το οποίον ημπορεί να σηκώση με τα ονύχιά του ένα μέγαν ελέφαντα). Ετούτο το θηριώδες πτηνόν έρχεται και πέφτει με πολλήν βίαν εις το καράβι μας· και άρπαξε τον εχθρόν μας, που έστεκεν εις την πρύμην, και τον έφερεν εις τον αέρα.
Τότε ημείς βλέπομεν πράγμα παράξενον εις τον αέρα, ο άγριος άνθρωπος ευρισκόμενος εις τα νύχια του Ροκ, και έχοντας τα χέρια του ελεύθερα να διεφεντευθή· και εμβάζοντάς τα νύχιά του τα σουβλερά εις το κορμί του Ροκ άρχισε να κατατρώγη το στομάχι του με όλα τα φτερά που είχεν. Ο Ροκ αγροίκησε μεγάλον πόνον που τον έκαμε να δοθή εις ένα μέγα ούρλιασμα, τόσον που αντηχολόγησεν ο αέρας, και διά να ξεδικηθή έβγαλε με τα νύχιά του τα μάτια του εχθρού του. Ετούτος με όλον που έμεινε τυφλός δεν άφησε το κυνήγι του, και ετελείωσε που να φάγη την καρδίαν του Ροκ ο οποίος συναθροίζοντας εις τον θάνατόν του τες επίλοιπές του δύναμες, τον εκτύπησεν εις το κεφάλι με την μύτην του, και αμφότεροι έπεσαν αποθαμμένοι εις την θάλασσαν, ολίγον τι μακράν από ημάς.
Ιδού εις ποίον τρόπον έστεκε γραμμένη εις τους ουρανούς η ελευθερία μας από εκείνον τον σκληρόν και άγριον άνθρωπον. Και ευθύς που ελευθερώθημεν από έναν τέτοιον κίνδυνον, εδοθήκαμεν εις μεγαλωτάτην χαράν και αγαλλίασιν. Όμως μας εκακοφάνη πολύ ο θάνατος του Ροκ, του οποίου είμασθεν υπόχρεοι της ζωής μας. Ακολουθήσαμεν ύστερον από αυτό το ταξείδι μας, και απεράσαμεν μερικές ημέρες με την ομιλίαν ετούτου του συμβεβηκότος, και δεν ημπορούσαμεν να καταλάβωμεν πώς ήτον δυνατόν να ευρίσκωνται εις τούτον τον κόσμον μία γενεά από τέτοιους ανθρώπους. Είχαμεν πάντα τον αέρα πολλά αρμόδιον· και ύστερον από πολλών ημερών πλεύσιμον εξανοίξαμεν ευτυχώς την γην, το οποίον μας επροξένησε πολλήν χαράν. Και καθώς επαρατηρήσαμεν, εγνωρίσαμεν ότι είμασθε εις την δυτικήν κόγχην του νησιού της Γάας.
Ευχαριστημένοι διά το να εξανοίξαμεν γην αυξήσαμεν τα πανιά, και εις ολίγον διάστημα εφθάσαμεν εκεί. Και αφού επήραμεν μερικήν ζωοτροφίαν εξαναμισεύσαμεν, και μετά ενός μηνός πλεύσιμον ήλθαμεν ευτυχώς εις το νησί της Γολκόνδας, εις το οποίον ο αυθέντης μου ο καπετάνιος είχε την κατοικίαν του. Και ωσάν εβγήκαμεν από το καράβι ήλθαμεν εις την οικίαν του αυθέντος μου, τον οποίον τον εδέχθη η γυναίκα του και η θυγατέρα του, που μοναχή είχε, με πολλήν αγαλλίασιν. Και ύστερον από χίλια χάδια, που ανάμεσόν τους έκαμαν, με επαρουσίασεν αυτός εις την γυναίκα του και θυγατέρα του ωσάν ένα σκλάβον, που ξεχωριστά με αγαπούσε, και τες επερικάλεσε να δεχθούν με ευχαρίστησιν την δούλευσίν μου. Απόκτησα εις ολίγον καιρόν επάνω εις αυτές μεγάλην εμπιστοσύνην· τίποτε δεν εγίνονταν της ορέξεώς τους αν δεν ήθελε απεράση από εμένα, και με αγαπούσαν σχεδόν ωσάν να ήμουν ένας από την οικογένειάν τους.
Συμβεβηκός Γ'. του Αμπουλβάρη.
Η αγάπη τέλος πάντων, που ο Δεούσκ, (έτσι εκράζετο ο αυθέντης μου) εις εμέ έδειχνεν ηύξανε τόσον, που μίαν ημέραν μου είπε πως από την αγάπην που προς εμέ είχεν, αποφάσισε να μου δώση την θυγατέρα του εις γυναίκα, και να με κάμη κληρονόμον εις πάντα, μη έχοντας άλλο παιδίον, παρά αυτήν την θυγατέρα. Αυτή η ομιλία με εζάλισε πολύ, επειδή και εις την θυγατέρα του δεν είχα καμμίαν αγάπην, με το να μη μου άρεσε καθόλου· και διά να έβγω με εύμορφον τρόπον, ηύρα την πρόφασιν και του είπα πως είναι αδύνατον να γένη αυτό, με το να ήμουν εγώ Μωαμεθανός, και αυτός ειδωλολάτρης. Ω αν δεν έχης άλλην αντίρρησιν, μου απεκρίθη αυτός, η δουλειά είναι γενομένη· επειδή και εγώ απεφάσισα να γένω Μωαμεθανός από πολύν καιρόν, ομοίως και όλη μου η οικογένεια, επειδή είμαι βαρεμένος να λατρεύω βόιδια και αγελάδες· γροικώ που ευρίσκομαι εις την πλάνην· όθεν απεφάσισα να γένω Μωαμεθανός ωσάν και εσένα· διά το οποίον, ω υιέ μου, ημπορείς χωρίς δισταγμόν να δεχθής το πρόβλημά μου.
Εγώ επάνω εις αυτό ευρέθηκα δεμένος, και δεν είχα πλέον πρόφασιν άλλην τινά να κάμω, και δεν ημπόρεσα να κάμω άλλο, παρά του εζήτησα τρεις ημέρες διορίαν διά να αποφασίσω· και αυτός μετά χαράς μου την έδωσεν. Εις αυτό το αναμεταξύ έλαβα καιρόν αρμόδιον διά να συνομιλήσω με την θυγατέρα του· η οποία, καθώς είχαμεν θάρρος, μου ωμίλησε με τούτον τον τρόπον. Αμπουλβάρη, είμαι πολλά ευχαριστημένη που ο πατέρας μου σε έκλεξεν άνδρα μου, μα καταλαμβάνω πως δεν έχεις καμμίαν επιθυμίαν διά να υπανδρευθής· όθεν επάνω εις τούτο το θεμέλιον έχω να σου ζητήσω μίαν χάριν, η οποία θέλει είνε διά καλόν σου, και διά καλόν μου. Εγώ σε γνωρίζω διά τιμημένον, και γενναίον άνθρωπον, και διά τούτο με όλον το θάρρος σου μιλώ· όμως να μου τάξης με όρκον ότι θα με υπακούσης. Εγώ τότε της έταξα, και της ωρκίσθηκα ότι θα κάμω χωρίς καμμίαν αντίστασιν το ό,τι ήθελε με προστάξη. Άκουσε το λοιπόν, αυτή μου είπε, ποίαν χάριν έχεις να μου κάμης· εγώ αγαπώ ενός πραγματευτού τον υιόν, και αυτός κατά πολλά μου ανταποκρίνεται· αυτός πολλές φορές με εζήτησε του πατρός μου, ο οποίος πάντα του το αρνήθη, με το να έχουν με τον πατέρα μου μίαν παλαιάν έχθραν· εσύ κάνει χρεία να με στεφανωθής· και ύστερον από δύο τρεις ημέρες να με χωρίσης ωσάν τάχατες από θυμόν σου, έπειτα να καμωθής πως θέλεις διά να με ξαναπάρης, και θέλεις διαλέξει τον αγαπητικόν μου διά να γένη σέμπρος σου, κατά την συνήθειαν. Σε καταλαμβάνω αρκετά, της είπα· μοναχά ότι εγώ θα σε στεφανωθώ, διά να σε δώσω εις τον αγαπητικόν σου· ας είνε το λοιπόν ω κυρά μου, θα γίνη καθώς επιθυμάς μα τι θέλει μου ειπεί ο πατέρας σου, διά το χώρισμα που θέλω σου κάμει; Εις αυτό μη σε μέλη τίποτε, απεκρίθη εκείνη· άφησε να κάμω εγώ, και θέλεις μένει αναπαυμένος.
Εγώ που δεν εζητούσα άλλο παρά να έβγω από αυτό το πεδούκλωμα, την ξαναβεβαίωσα πως θέλω κάμει καθώς αυτή με εδιάταξε. Χαρουμένη αυτή εις αυτήν την βεβαιότητα, επαρακίνησε τον πατέρα της να τελειώση αυτήν την υπανδρείαν· καθώς και έγινεν ολίγας ημέρας υστερώτερα, κάνοντας πρώτον να αρνηθούν την θρησκείαν τους, και να δεχθούν εκείνην του Μωάμεθ.
Δεν απέρασαν τρεις ημέρες ύστερον από την υπανδρείαν μας, και την χωρίστηκα κατά την συμφωνίαν μας. Ο πατέρας εκστατικός διά τον τρόπον που επολιτεύθηκα έρχεται και με ευρίσκει και με εξέταζε διατί την εχώρισα. Η θυγατέρα σου, του είπα, εκατάλαβα που καμμίαν αγάπην εις εμένα δεν έχει, και διά τούτο την εχώρισα. Αυτός εγέλασε διά την αγνωσίαν μου, και με εβίασε διά να την ξαναπάρω, και εκαμώθηκα πως θέλω το κάμει διά να τον ευχαριστήσω. Υπάγω το λοιπόν, του είπα, διά να εύρω ένα σέμπρον, τον οποίον θέλω τον φέρει ετούτην την νύκτα χωρίς να τον ιδή κανείς μαζί με τον αναΐπην του Κατή· και το ταχύ ωσάν την χωρίση αυτός, θέλω την ξαναπάρει. Ο πενθερός μου έμεινεν ευχαριστημένος εις την απόφασίν μου, και ετραβήχθη. Τότε εγώ επήγα και ηύρα τον αγαπητικόν της Φακρηνίζας (έτσι ωνομάζετο η γυναίκα μου) και έμπροσθέν μου εστεφανώθηκαν από τον αναΐπην· απέρασαν αυτοί την νύκτα κατά πως επιθυμούσαν, και το ταχύ καθώς ο σέμπρος δεν ήθελε να χωρίση την γυναίκα του, έτσι επήγα εις τον Δεούσα τον πεθερόν μου με πλαστόν πόνον, δείχνοντας πως μου εκακοφάνη, και του ανήγγειλα την υπόθεσιν. Πώς; αυτός μου απεκρίθη, ο σέμπρος δεν θέλει να την χωρίση; εγώ θέλω τον κάμει και στανικώς να την χωρίση. Και εις αυτό το αναμεταξύ φθάνει προς αυτόν ο αναΐπης, και του λέγει, πως ο χουλάς, που εδιάλεξεν ο γαμπρός σου, είνε ο υιός του Αμάρ πραγματευτού, και δεν θέλει με κανένα τρόπον να την χωρίση, προφασιζόμενος πως σου την εγύρεψε πολλές φορές και του την αρνήθης, και τώρα που η τύχη του την έφερεν εις τας χείρας του δεν θέλει να την απαρατήση· μα σε συμβουλεύω να του την αφήσης, και με τούτο το μέσον σου τάσσω πως να σας φιλιώσω και με τον πατέρα του, που από τόσους χρόνους είχετε έχθρα, και έτσι θέλει παύσει κάθε σκάνδαλον.
Ο Δεούσα ωσάν γνωστικός άνθρωπος στοχαζόμενος ότι αυτό το συνοικέσιον του ήτον πολλά ωφέλιμον και πως καλύτερην στράταν δεν ημπορούσε να πάρη παρά αυτόν που ο Αναΐπης του επρόβαλεν, έκλινε εις τα όσα του είπε· και έτσι ο Αναΐπης ετελείωσε το συνοικέσιον, λαμβάνοντας και θέλημα του Αμάρ, και εστερέωσεν ανάμεσα εις αυτούς τους δύο πατέρας μίαν τελείαν αγάπην. Τότε ο αυθέντης μου Δεούσα διά να μη με αφήση περίλυπον εις αυτό το άδικο που μου έγινε με το θέλημά μου και λαμβάνοντας προς εμέ σπλάγχνος, μου έδωσε φλωριά έναν αριθμόν καλόν, και μου εχάρισε και την ελευθερίαν μου διά να επιστρέψω εις την πατρίδα μου την Μπάσραν καθώς επιθυμούσα. Λαμβάνοντας το λοιπόν τα φλωριά και την ελευθερίαν μου, εβγήκα από την Γολκόνδα, και ερχόμενος εις το παραθαλάσσιον ηύρα ένα καράβι, εις το οποίον εμβαίνοντάς με ευτυχισμένον καιρόν εφθάσαμεν εις το Σουράτ. Εκεί αποφάσισα διά να σταθώ έως που να εύρω κανένα άλλο καράβι, με το οποίον να επιστρέψω εις την Μπάσραν.
Συμβεβηκός Δ'. του Αμπουλβάρη.
Ανάμενα λοιπόν εις την πόλιν Σουράτ μερικές ημέρες διά να εύρω κανένα πλοίον, που να μισεύη διά την Μπάσραν με το οποίον να ήθελα έλθει εις την πατρίδα μου και εις αυτό το αναμεταξύ μην έχοντας τι να κάμω εσεργιάνιζα καθημερινώς εις αυτήν την πόλιν διά να ιδώ τα πλέον περίεργα, που εις αυτήν ήταν· επειδή και αυτή η πόλις ήτον πλέον ωραιοτέρα από τες άλλες της Ινδίας. Και μίαν ημέραν που εσεργιάνιζα εις ένα χαριέστατον περιβόλι, ένας άνθρωπος απερασμένος εις την ηλικίαν με εσυναπάντησε σιμά εις ένα συντριβάνι· ο οποίος με πολλήν ευγένειαν με εχαιρέτησε· του ανταποκρίθηκα και εγώ τον χαιρετισμόν, και με αυτό ανταμωθήκαμεν και εσεργιανίζαμε μαζί. Και ύστερον από πολλές ευγενικές ομιλίες που μου έκαμε, μου εφανέρωσε πως ήτον εθνικός και πως εις το πόρτο του Σουράτ είχεν ένα καράβι εδικόν του, με το οποίον κάθε χρόνον έκανεν ένα μικρόν ταξείδι διά θαλάσσης. Εγώ από μέρος μου διά να του ανταποκριθώ εις το θάρρος που μου έδωσε, και βλέποντάς τον πως έδειχνεν ότι ήτον ένας άνθρωπος καλής διαθέσεως, του εφανέρωσα και εγώ με το ίδιον θάρρος, πως ήμουν Μωαμεθανός, και του εδιηγήθηκα όλα μου τα συμβεβηκότα.
Εφάνη αυτός τόσον κατανυκτικός εις τες δυστυχίες μου, που με έκαμε να θαυμάσω. Αυτός καταλαμβάνοντάς τον θαυμασμόν μου μού είπεν· βλέπω καλά, ω υιέ μου, ότι θαυμάζεσαι εις το να με θεωρής θλιμμένον και καταπονεμένον τόσον ζωντανά εις τα πάθη που σου έτυχαν· μα έξω από αυτό εγώ είμαι μιας φύσεως τόσον ευσπλαγχνικής εις τας δυστυχίας των άλλων, που δεν ημπορείς να την στοχασθής· σου ομολογώ πως εσυνέλαβα διά λόγου σου ευθύς που σε είδα μιαν μεγαλωτάτην αγάπην, με όλον που δεν είσαι από την θρησκείαν μου· είμαι διαπερασμένος εις την καρδίαν και τετρωμένος διά τες δυστυχίες που σου εσυνέβηκαν, τες οποίες οπόταν τες διηγηθής του πατρός σου, είμαι βέβαιος πως δεν θέλει συντριβή η καρδία του περισσότερον από την ιδικήν μου. Εγώ τον ευχαρίστησα μεγάλως διά την αγάπην και το σπλάγχνος που εις εμέ έδειχνε, βεβαιώνοντάς τον πως του ήθελα είμαι πάντα υπόχρεος. Τότε αυτός πάλιν μου είπε με θερμότητα· είμαι ευχαριστημένος, ω υιέ μου, διά την συναπάντησίν σου, επειδή και η συναναστροφή σου είναι πολλά ακριβή· κάθε στιγμήν μου αυξάνει η αγάπη, που εις εσέ εσυνέλαβα. Έλα με εμένα σε περικαλώ διά να καταλύσης εις το σπήτι μου, εγώ είμαι γέρων πλούσιος, και χωρίς παιδί· σε εκλέγω διά κληρονόμον μου και υιόν μου. Εις ετούτα τα λόγια άνοιξε τας αγκάλας του, και με έσφιξε με τόσην αγάπην, ωσάν να ήθελα του είμαι αληθινός υιός.
Έκαμε χρεία, διά να τον ευχαριστήσω πάλιν, και μετά πολλές ευχαριστίες που του έκαμα, με επήρε και με έφερεν εις το σπήτι του, το οποίον ήτον ένα από τα καλλίτερα του Σουράτ, στολισμένον με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν· και φθάνοντας εκεί με υποχρέωσε διά να λουσθώ, καθώς και αυτός εις μίαν μεγάλην λεκάνην από μάρμαρον πορφυρόν, εις την οποίαν ήτον ένα νερόν πολλά καθαρόν και ζεστόν. Όταν εβγήκαμεν από το λουτρόν, μερικοί σκλάβοι μας εσφούγγισαν με πανιά λευκά πολλά ψιλά· ήλθαμε έπειτα εις ένα μεγαλοπρεπή χοντζερέ, εις τον οποίον και οι δύο εκαθήσαμεν εις μίαν τράπεζαν γεμάτην από διάφορα εκλεκτά φαγητά, βαλμένα εις απλάδια από φαρφουρί φίνο της Κίνας· τα μοσχοκάρυδα της Μαλάκας, τα γαρούφαλα της Ναγκασάρ, και η κανέλλα Σιρενδίβ εστόλιζαν τα φαγητά· ύστερον που εφάγαμεν όσον μας άρεσεν, έπιαμεν ένα κρασί πολλά εξαίρετον, και εχαρήκαμεν αρκετήν ώραν.
Τελειώνοντας δε το τραπέζι, ο γέροντάς μου μού είπε· θέλω να σου ξεμυστηρευθώ ένα πράγμα, διά να γνωρίσης έως πού αναβαίνει η αγάπη που σου έχω· κάνει χρεία να μισεύσω από το πόρτο του Σουράτ, εδώ και δεκαπέντε ημέρες, διά να πάγω με το καράβι μου εις ένα νησί, εις το οποίον είμαι συνηθισμένος να πηγαίνω κάθε χρόνον· εσύ θέλεις έλθη μετ' εμένα εις εκείνο το νησί, με το να είναι έρημον από τες πολλές παρδάλεις που εις αυτό είναι· ευρίσκονται περισσότερον από διακόσια πηγάδια, από τα οποία βγαίνουν μαργαριτάρια μεγαλώτατα εις το χόνδρος, τα οποία δεν ηξεύρει κανείς παρά εγώ μόνον· ένας γέροντας καραβοκύρης του οποίου ήμουν πιστός σκλάβος, μου εφανέρωσεν εκείνους τους θησαυρούς, και μου έδειξε με ποίον τρόπον ημπορούσα να πλησιάσω εις αυτά τα πηγάδια, με όλον που είναι εκείνα τα θηρία, χωρίς να με βλάψουν. Και ο τρόπος με τον οποίον πλησιάζω εκεί είνε οπόταν εβγαίνω από το καράβι πρέπει να είναι νύκτα, και να έχω φανάρια αναμμένα· η θεωρία της φωτιάς φοβίζει, και βάνει εις φυγήν εκείνα τα άγρια θηρία, και ούτω πλησιάζω εις εκείνα τα πηγάδια, και παίρνω όσα μαργαριτάρια θέλω, και έπειτα φεύγω χωρίς βλάψιμον.
Θέλομεν υπάγει το λοιπόν να εβγάλωμεν μαργαριτάρια εις μεγάλην ποσότητα, τα οποία όταν γυρίσωμεν θέλομεν τα πουλήσει εδώ εις τούτην την χώραν, και τα άσπρα που θα κερδίσωμεν αντάμα με εκείνο που έχω συναγμένον εις τον ίδιον τόπον, θέλει γένει μία ποσότης υπέρμετρος, τη οποίαν θέλεις την χαρεί ύστερον, μετά τον θάνατόν μου· Και διά να με βεβαιώση πως τίποτε δεν μου έλεγεν, που να μην είνε αληθινόν, με φέρνει εις έναν οντά, που είχε με πόρτες σιδερένιες διπλές, και εμβάζοντάς με μέσα μού έδειξε μεγαλωτάτους σωρούς βέργες από χρυσόν, ασήμι, και πολλότατα μαργαριτάρια μεγάλα ωσάν αυγά περιστεράς, που έβγαλεν από εκείνα τα πηγάδια. Σου φαίνεται, μου είπεν αυτός, ότι ετούτοι οι θησαυροί θα αχρήζουν επιμέλειαν διά να τους αυξήσωμεν; αγροικάς εναντίωσιν διά να ταξειδεύσης; Όχι, του απεκρίθηκα, είμαι έτοιμος να έλθω όπου με προστάξης. Τότε ο Ηζούμ (έτσι ωνομάζετο ο γέρων) με αγκάλιασε και με εφίλησε, που δεν εφάνηκα εναντίος. Και με τούτο εβγήκαμεν από εκείνον τον οντά, που είχε τους θησαυρούς.
Φθάνοντας λοιπόν η διωρισμένη ημέρα εμβήκαμεν εις το καράβι και εμισεύσαμεν. Και ύστερον από τριών εβδομάδων πλεύσιμον εφθάσαμεν ευτυχώς εις το ποθητόν νησί. Και οπόταν έφθασεν η νύκτα, ο γέρων επρόσταξε τους ναύτας του να σταθούν εις το καράβι, και αυτός ομού μ' εμένα εμβήκαμεν εις το νησί, φέροντας μαζί μας δύο φανάρια με πολύ φως, και δύο σακκία, διά να τα γεμίσωμεν μαργαριτάρια· και με τούτον τον τρόπον εφθάσαμεν εις τα πηγάδια χωρίς κανένα φόβον. Τότε ο γέρων ευρίσκοντας ένα πηγάδι βαθύ λέγει· κατέβα εις ετούτο το πηγάδι, ω υιέ μου, το οποίον ελπίζω να έχη καλά μαργαριτάρια, και αφού γεμίσης ετούτα τα σακκιά, φώναξέ μου διά να σε εβγάλω. Ευθύς εγώ τον επήκουσα χωρίς να του εναντιωθώ και εκατέβηκα δεμένος με ένα σχοινίον, το οποίον το εκρατούσεν ο γέρων διά να μην πέσω. Φθάνοντας λοιπόν εις τον πάτον του πηγαδιού αγροίκησα εις τα ποδάρια μου πολλά στρείδια, που μέσα τους έχουν τα μαργαριτάρια, εδιάλεξα τα πλέον καλύτερα από αυτά, και εγέμισα τα σακκιά, τα οποία τα ετράβηξεν ο γέρων και έβγαλεν έξω, έπειτα μου εμετάρριξε τα σακκιά, και του τα εγέμισα πολλές φορές.
Και οπόταν είδεν αυτός πως καθαρίζοντας αυτά τα στρίδεια του έδιδαν έναν αριθμόν μαργαριτάρια, που να ημπορέση να φέρη με τες πλάτες του εις το καράβι, μου είπε γελώντας· νέε μου, σου αφίνω υγείαν· εγώ σε ευχαριστώ εις την δούλευσιν που μου έκαμες. Ω πατέρα μου, έβγαλέ με το λοιπόν απ' εδώ. Εσύ στέκεις καλά εις τούτο το πηγάδι, μου απεκρίθη ο επίβουλος, πλάγιασε και αναπαύσου επάνω εις τα μαργαριτάρια· έχω συνήθεια να φέρνω εδώ κάθε χρόνον εις θυσίαν ένα μουσουλμάνον ωσάν εσένα· δεν σου μένει άλλο παρά να προστρέξης εις τον προφήτην σου, και αν αυτός έχη την δύναμιν διά να κάνη θαύματα καθώς τον πιστεύεις, δεν θέλει αφήσει να χαθή ένας άνθρωπος ευλαβής της θρησκείας του. Αφού ετελείωσε αυτά τα λόγια ανεχώρησεν από το πηγάδι, εις το οποίον με άφησε να φωνάζω και να κλαίω όσον εδυνόμουν.
Ω ταλαίπωρε Αμπουλβάρη, έλεγα, εις τι κακά η τύχη σου σε ρίχνει! τι είνε το φταίξιμόν σου, που σε παιδεύει με τούτον τον τρόπον, μα διατί να κλαίωμαι εις μίαν δυστυχίαν, που ο ίδιος την εσυναπάντησα; δεν έπρεπεν εγώ να πιστεύσω εκείνον τον παράνομον ειδωλολάτρην, που με επλάνεσε με τα γλυκά του λόγια και ταξίματα, και με τα μεγάλα του χάδια που έπρεπε να φοβούμαι· και αν ήθελα έχει ολίγην διάκρισιν ή λογικόν, δεν ήθελα δοθή με τόσην ευκολίαν εις την θέλησίν μου· ω ανωφελής μετανόησις· τι μου αχρήζει εις αυτήν την κατάστασιν να αποδίδω το αίτιον εις τον εαυτόν μου; ετούτο, απ' ό,τι καταλαμβάνω ήτον γραμμένον να μου συμβή, και εξ ανάγκης έπρεπε να πέσω εις τούτην την άβυσσον· και η ίδια δύναμις που με έρριξεν εδώ, ημπορεί και να με ελευθερώση.
Ετούτος ο υστερινός μου στοχασμός με εμπόδισεν εις το να πέσω εις απελπισίαν· απέρασα την νύκτα ζητώντας το πλάτος του πηγαδιού, το οποίον μου εφάνη πολλά ευρύχωρον· αγροικούσα να περιπατώ επάνω εις κόκκαλα, και από αυτά εκατάλαβα, ότι και άλλοι ωσάν και εμένα εις αυτό κακώς έχοντας εθυσιάσθηκαν. Ένας τέτοιος στοχασμός δεν με εφόβιζε τόσον ολίγον και επερικάλεσα τον προφήτην διά να με βοηθήση. Έφθασα με πολλήν τολμηρότητα έως εις μίαν σχισματιάν εκείνου του χάους, εις την οποίαν ηκούετο μία φοβερωτάτη βοή. Εστάθηκα διά να ακούσω το τι ήτον, και ύστερον από πολύ εκατάλαβα πως ήτον ένας καταρράκτης από πολλά νερά, τα οποία συμμαζωνόμενα από διάφορα μέρη έπεφταν εις μίαν τρύπαν μεγάλην και στοχαζόμενος ότι αυτά έβγαιναν και εχάνονταν εις την θάλασσαν, ερρίχθηκα εις εκείνην την τρύπαν ή να έβγω εις το φως, ή εκεί να χαθώ και να τελειώσω από τα βάσανά μου. Ολίγον έλειψε που τα νερά να με πνίξουν, μου εσήκωσαν τες αίσθησες, και με μεγάλην βίαν με ετράβηξαν, και μ' έρριξαν εις το παραθαλάσιον από μίαν σχοιματιάν βουνού.
Ξαναλαμβάνοντας τες αίσθησές μου, και βλέποντας τον τόπον, από τον οποίον τα νερά με έβγαλαν εις το φως, έπεσα κατά γης με μεγάλην συντριβήν διά να ευχαριστήσω τον ουρανόν διά την ελευθερίαν μου· και αφού έκαμα μίαν μεγάλην προσευχήν, εσηκώθηκα ακούοντάς τον εαυτόν μου γεμάτον από θάρρος, και επεριπάτησα εκείνο το νησί χωρίς να ξεμακρύνω από το περιθαλάσσιον. Δεν είδα πλέον το καράβι του επιβούλου γέροντος, με το να εμίσευσε πάραυτα. Και τότε άρχισα να στοχάζωμαι τον κίνδυνον, εις τον οποίον πάλιν ευρισκόμουν, φοβούμενος να μη με καταφάγωσιν αι τίγρεις, θηρία τόσον άγρια· μα ο φόβος μου ογλήγορα έπαυσε, με το να εξάνοιξα ένα καράβι μακρόθεν το οποίον βλέποντάς το εχάρηκα κατά πολλά και έλαβα καλήν ελπίδα. Τότε εξεδίπλωσα το πανίον από το φακιόλι μου, και βάνοντάς το εις ένα ξύλον το εσήκωσα εις τον αέρα και το έδιδα σημείον να έλθουν από το καράβι να με πάρουν. Μερικοί δε άνθρωποι που έστεκαν εις την πρύμνην του καραβιού με είδαν και ευθύς απόλυσαν τον σκύφον, και ήλθαν και μ' επήραν, και με έφεραν εις το καράβι τους. Στοχασθήτε εις τι ακμήν ήτον η χαρά μου οπόταν εγνώρισα ότι καραβοκύρης ήτον ένας άκρος φίλος του πατρός μου, ομοίως και τους άλλους ανθρώπους του καραβιού, που ήτον από την Μπάσραν. Εις αυτουνούς όλους εδιηγήθηκα το συμβεβηκός που μου έτυχε και ήλθα εις αυτό το νησί.
Καθένας από αυτούς που με ήκουεν εβλασφημούσε τον δολερόν γέροντα διά την επιβουλήν του, και διά την ανομίαν του· μετά τούτο ερώτησα τον καπετάνιον διά τον πατέρα μου και λιπούς# εδικούς μου, και διά όλους μου έδωσε καλές είδησες. Και αφού και τον εξέταξα πάλιν διαφόρως επάνω εις τα του πατρός μου, γυρίσαμεν την ομιλίαν επάνω εις τον επίβουλον γέροντα.
Τότες όλοι της συντροφιάς εστοχάσθηκαν ότι θα έβγουν εις αυτό το νησί διά να εβγάλωμεν από τα πηγάδια αν είνε τρόπος μαργαριτάρια· και ούτω συμφώνως εγυρίσαμεν εις αυτό το νησί· και με το να ήμασθεν όλοι συντροφιά εις πολλήν αριθμόν δεν μας έκαμαν φόβον οι τίγρεις, επειδή αρματωθήκαμε με σαΐτες και σπαθιά διά να διώξωμεν αυτά τα θανατηφόρα ζώα. Και με τούτον τον τρόπον ήλθαμεν εις τα πηγάδια χωρίς φόβον ύστερον από αυτό εκατεβάσαμεν έναν ναύτην εις τα πηγάδια, εις τα οποία ηύραμεν μαργαριτάρια εις μεγάλην ποσότητα. Δεν ημπορώ να σας διηγηθώ τον μέγαν αριθμόν των οστρειδίων που εβγάλαμεν· εκάμαμεν τρεις ημέρες ολόκληρες διά να τα ανοίξωμεν, και διά να μοιρασθούμεν τα μαργαριτάρια· τόσον που καθένας έμεινεν ευχαριστημένος διά το μερτικόν του.
Συμβεβηκός Ε'. του Αμπουλβάρη.
Αφού και εκάμαμεν αυτό το πλούσιον κυνήγι εκάμαμεν πανιά διά να υπάμεν εις την Σερενδίβ, διά να πουλήση κάποια πανιά που είχεν ο καραβοκύρης και διά να αγοράση κανέλλαν. Επλεύσαμεν το λοιπόν με μεγάλην χαράν, οπόταν αιφνιδίως εσηκώθη μία φοβερά φουρτούνα, που μας έβγαλεν από την στράταν μας, και μας έκαμε να πλεύσωμεν χωρίς να ηξεύρωμεν που πηγαίνομεν εις διάστημα έξ ημερών. Την εβδόμην ημέραν ο καιρός έγινεν εύμορφος, μα ούτε οι ναύται ούτε ο καπετάνιος δεν ήξευραν πού είμεθα· μας εφαίνονταν ότι το καράβι μας έτρεχε με μεγάλην ορμήν χωρίς αέρα. Δεν ηξεύραμεν τι να στοχασθούμεν, αλλ' ούτε τι να κάμωμεν να εμποδίσωμεν το παράξενον τρέξιμόν του, επειδή και με όλες τες τέχνες που εκάμαμεν, το καράβι ετραβιόνταν με βίαν μεγάλην προς ένα βουνόν που τέλος πάντων το εξανοίξαμεν. Ετούτο το βουνόν είχε μεγάλην περιοχήν και εφαίνονταν υψηλόν καθ' υπερβολήν, ήτον πολλά σκληρόν· και εκείνο που μας εξέπληξε περισσότερον, ήτον, που το είδαμεν πως ήτον από τζελίκι· τόσον λαμπρόν και γιαλιστερόν ήτον. Ένας γέρων ναύτης έβγαλε τότε ένα βαθύτατον αναστεναγμόν και εφώναξεν· ημείς είμεθα χαμένοι· ενθυμούμε μίαν φοράν να ήκουσα να διηγούνται διά τούτο το βουνόν, και να λέγουν πως αυτό είνε θανατηφόρον εις όλα τα καράβια, που από κακή τους τύχην ήθελαν πλησιάσει εις αυτό· επειδή και ωσάν έλθουν υποκάτω εις αυτό το βουνόν, κρατιούνται εκεί ωσάν από μίαν μαγείαν, και δεν ημπορούν να έβγουν πλέον διά να ξεμακρύνουν, και ούτως εκεί χάνονται.
Επάνω εις αυτήν την διήγησιν του γέρο ναύτη όλη η συντροφιά εσυγχίσθη μεγάλως, και αρχίσαμεν να οδυρώμεθα διά τον χαμόν μας, επειδή και εμείναμεν όλοι απηλπισμένοι μην έχοντες πλέον παραμικρήν ελπίδα ζωής. Συντετριμμένος εγώ περισσότερον από την θλίψιν, εις την οποίαν έβλεπα τους συντρόφους μου όλους απελπισμένους παρά από τον κίνδυνον μου τον ίδιον, που οφθαλμοφανώς τον έβλεπα, είπα του καραβοκύρη· Αυθέντα, τι μας ωφελεί να δοθούμεν χωρίς όφελος εις την απελπισίαν; ας γυρέψωμεν καλύτερον κανένα μέσον, διά να έβγωμεν από τον κίνδυνον που ευρισκόμεθα· όσον διά λόγου μου σου το ομολογώ, ή πως φυσικά έχω κάποιαν καρδιά, ή πως ο Μωάμεθ εις ετούτην την στιγμήν μου δίδει δύναμιν, και δεν φοβούμαι την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, στοχάζομαι το λοιπόν, ότι ευθύς που θα φθάσωμεν εις την ρίζαν του βουνού, να πασχίσωμεν να ανέβωμεν εις την κορυφήν του, και εκεί ελπίζω μήπως και εύρωμεν καμμίαν ιατρείαν εις το κακόν μας.
Ο καπετάνιος, ο οποίος ήτον ο ολιγώτερον δειλός από τους άλλους, μου απεκρίθη ότι ήθελε να με υπακούση εις ό τι του επρόβαλα. Και ευθύς, που το καράβι μας άραξεν εις την ρίζαν του βουνού, ο Καπετάνιος και εγώ ερριχθήκαμεν εις την γην, και αρχίσαμεν να ανέβωμεν εις το βουνόν, και με μεγάλον κόπον εφθάσαμεν εις την κορυφήν του· είδαμεν ημείς έχει μίαν περιοχήν πλατείαν και υψηλήν και πλησιάζοντες εις αυτήν είδαμεν ότι εις το μέσον της ήτον ένας στύλος από τζελίκι υψηλός έξ οργυιάς, εις την μέσην του οποίου εκρέμονταν με μίαν χρυσήν άλυσον ένα μικρόν τύμπανον, με ένα ξύλον που να το κτυπούν, και επάνω εις το τύμπανον έστεκε καρφωμένη μία σανίδα από έβενον, εις την οποίαν ήτον με χρυσούς χαρακτήρας γραμμένα τα ακόλουθα λόγια «Αν κανένα καράβι ήθελε λάβει την κακήν τύχην να αμπωχθή έως εις ετούτο το βουνόν, δεν θέλει ημπορέσει πλέον να ξαναγυρίση εις την θάλασσαν, αν δεν ήθελε κάμει με τον ακόλουθον τρόπον. Κάνει χρεία, ότι ένας άνθρωπος από την συντροφιάν να κτυπήση τρεις φορές με το ξύλο επάνω εις το τύμπανον εις το πρώτον κτύπημα το καράβι θέλει ξεμακρύνει έως ένα τράβηγμα σαΐτας, εις το δεύτερον θέλει χαθή από την όρασιν ετούτου του βουνού· και εις το τρίτον θέλει ευρεθή εις την στράταν όπου θελήσει· και ο άνθρωπος που θέλει χτυπήσει το τύμπανον πρέπει θεληματικώς να μείνη εδώ, και οι άλλοι να μισεύσουν».
Αφού και εδιαβάσαμεν αυτά τα γράμματα τα οποία μας εφάνηκαν μαγικά, εκατεβήκαμεν εις το καράβι διά να δώσωμεν την είδησιν των λοιπών διά τα όσα είδαμεν. Καθένας έμεινε θαυμασμένος πως ήταν μέσον να ελευθερωθούμεν, μα κανείς δεν ήθελε να είνε η θυσία· ο πλέον χειρότερος ναύτης απέφευγε να θυσιασθή διά τους άλλους. Ας είνε, τότε είπα, επειδή κανείς από λόγου σας δεν ευρίσκεται να μείνη, το λοιπόν εγώ θέλω να θυσιασθώ διά λόγου σας, επειδή και με κάθε τρόπον μέλλω να χαθώ. Όλοι εχάρηκαν διά την απόφασίν μου· και ο Καπετάνιος έδειξε τάχα πως ελυπείτο εις το να με αφήση· μα τον εκατάλαβα ότι είχε περισσότερην χαράν πως ήθελεν έβγει από εκείνον τον κίνδυνον, παρά θλίψιν διά τον χαμόν μου. Ως τόσον εγώ αγκάλιασα όλους της συντροφιάς και τους έδωσα τον τελευταίον άσπασμόν έπειτα εβγαίνοντας από το καράβι ανέβηκα μόνος εις το ύψος του βουνού· επλησίασα εις την περιοχήν και παίρνων το ξύλον εις το χέρι κτυπώ το τύμπανον, και το καράβι ευθύς εξεμάκρυνεν από το βουνόν· εις τον δεύτερον κτύπον το έχασα από την όρασιν· και εις τον τρίτον επήγεν εκεί που ήθελε· ύστερον από αυτό έμεινα εις την περιοχήν εκείνην αναμένοντας να πληρώσω την θυσίαν που μου ήταν γραμμένη.
Δεν αφέθηκα που να κράξω εις βοήθειαν πάλιν τον ουρανόν· και ωσάν ήμουν βέβαιος εις την βοήθειαν του εμβήκα με τόλμην εις τα έσωθεν του βουνού· ύστερον από μιας ώρας περιπάτημα είδα ένα γέροντα πολλά γηραλέον, ο οποίος εφαίνονταν πως δεν του έμεινε μία στιγμή ζωής· εκάθονταν αυτός επάνω εις μίαν πέτραν σιμά εις ένα μικρόν σπητάκι, και έτρεμεν όλος από το πολύ γηρατείο. Και αφού τον εχαιρέτησα όντας πλησίον του, τον ερώτησα διά να μου ειπή διατί τα καράβια που απερνούν από εκείνην την θάλασσαν ετραβιόνταν με τόσην βίαν εναντίον εις την θέλησίν των, προς ετούτο το βουνόν, και ποίος ήτον ο αυτουργός αυτής της μαγείας, με της οποίας την δύναμιν τα έκανε να ξαναγυρίσουν εις την θάλασσαν, και να πιάνουν την στράταν των;
Εσηκώθη εις τα λόγια ο γέρων, και ακουμπώντας εις την ράβδον του με το κεφάλι τρεμάμενον μου είπεν, ότι τα καράβια ετραβιόνταν προς το βουνόν, με το να ήτον αυτό το βουνόν από μαγνήτην, και διά την δύναμιν του χαμαϊλιού, που ήτον εις εκείνο το τύμπανον το οποίον δεν ηξεύρω ποίος το εκατασκεύασε· μα αν ήμουν περίεργος να μάθω αυτό το μυστήριον, έπρεπε να ακολουθήσω το περπάτημά μου, και ήθελα συναπαντήσει τον αδελφόν του, που ήτον πλέον γεροντότερος από αυτόν, και αυτός ήθελε μου δώσει καμμίαν είδησιν δι' αυτό. Ακούοντας έτσι ευθύς εμίσευσα από αυτόν, και ύστερον από ολίγην ώραν, ηύρα τον δεύτερον γέροντα· ετούτος εφαίνονταν νεώτερος από τον άλλον, και τότε άρχιζαν να ασπρίζουν τα μαλλιά του, ώστε που ημπορούσε να νομισθή υιός του πρώτου και όχι μεγαλύτερός του. Τον ερώτησα και αυτόν ωσάν τον άλλον, αν ήξευρε ποίος εκατασκεύασεν εκείνο το χαμαϊλί. Όχι, μου απεκρίθη, δεν το ηξεύρω· μα ο αδελφός μου ο πλέον γεροντότερος, που θέλεις εύρει παρεμπρός, ελπίζω πως θέλει σου το φανερώσει. Ακολούθησα να περιπατώ και είδα πολλά ογλήγορα και τον τρίτον γέροντα που εδούλευε την γην· αυτός δεν είχε μίαν τρίχα άσπρην εις το κεφάλι του, και μου εφαίνονταν τόσον δυνατός, που δεν ημπορούσα να στοχασθώ πως ήτον ο πλέον γεροντότερος από τους άλλους δύο.
Ω πατέρα μου, του είπα, ηύρα δύο γερόντους, που ενέμπαιξαν μετ' εμένα· τους παρεκάλεσα να μου ειπούν ποίος ήτον ο αυτουργός του χαμαϊλιού, που είνε στο βουνόν, και μου απεκρίθησαν ότι δεν το ηξεύρουν μα πως είχαν ένα αδελφόν μεγαλύτερον, που ημπορούσε να μου το φανερώση. Εχαμογέλασεν ο γέροντας, επάνω εις ότι του είπα· και μου απεκρίθη· Ω υιέ μου, αυτοί σου είπαν την αλήθειαν πως και οι δύο είνε μικρότεροι από εμένα, και διά να σε βεβαιώσω άκουσον το αίτιον. Ο πρώτο, που εσυναπάντησες είνε ο πλέον νεώτερος, δεν έχει άλλο παρά πενήντα χρόνους, και αν είνε φθαρμένος και υπέργηρος είνε το αίτιον που έλαβε κακήν γυναίκα, και κακά παιδιά, και η θλίψις τον έφερεν εις αυτήν την κατάστασιν· ο δεύτερος έχει εβδομήντα πέντε χρόνους, και φαίνεται να είνε πλέον νεώτερος και δυνατώτερος από τον άλλον και αυτός είνε με το να έλαβε καλήν γυναίκα χωρίς να κάμη παιδιά. Και όσον δι' εμένα που είμαι πλέον γέρος, και φαίνομαι πλέον νεώτερος, από τους αδελφούς μου με όλον που απερνώ τους εκατόν χρόνους· αυτό είνε με το να μην ηθέλησα ποτέ να υπανδρευθώ. Διά δε το χαμαϊλί, ακολούθησε να λέγη, που επιθυμείς να γνωρίζης τον αυτουργόν, ενθυμούμαι να ήκουσα εις την νεότητά μου, ότι το εσύνθέσεν ένας θαυμαστός μάγος Iνδιάνος, και άλλο περισσότερον δεν ηξεύρω. Τον ερώτησα ύστερον αν είνε καμμία χώρα πλησίον κατοικημένη. Ναι μου απεκρίθη· ακολούθησε αυτήν την στράταν, και πολλά ογλήνορα θέλεις φθάσει εις μίαν μεγάλην χώραν παραθαλάσσιον· μα φυλάξου μην έβγης από την ίσιαν στράταν· διατί αν πάρης μίαν που είνε στα ζερβά θέλει σε φέρει εις ένα λόγγον, εις τον οποίον κατοικούν άνθρωποι κακοί· αυτοί καταγίνονται εις το να φτειάνουν το σαπούνι, και έχουν συνήθειαν να ρίχνουν εις τα καζάνια που το βράζουν, όσους ξένους που από κακήν τους τύχην ήθελαν καταντήσει προς αυτούς, με το να θέλουν αυτοί, το σαπούνι τους να γίνεται πολλά καλύτερον από όσον ευρίσκεται εις τον κόσμον με το να είνε καμωμένον από το πάχος των ανθρώπων.
Ευχαρίστησα τον γέροντα εις τα όσα μου εφανέρωσεν, έπειτα επήρα την στράταν που μου είπε, και τα ίσια ήλθα εις μίαν χώραν πολλά μεγάλην, και πολυάνθρωπον. Οι στράτες και τα παλάτια ήσαν πολλά εύμορφα και ο λιμένας γεμάτος από καράβια και από αυτό εστοχάσθηκα ότι ήτον μία χώρα πραγματευτάδικη· και το εβεβαιώθηκα από τους πολλούς πραγματευτάδες από διάφορες γενεές που εις αυτήν είδα. Και μίαν ημέραν που εσεργιάνιζα εις τον αιγιαλόν βλέπω έναν άνθρωπον να με κυττάζη τον οποίον εκύτταξα και εγώ· και αφού τον αθεώρησα καταλεπτώς εγνώρισα που ήτον Αμπίπτης, ο κόνσουλας του πατρός μου από το Σερενδίβ, και ύστερον που αγγαλιασθήκαμεν πολλές φορές. Ποίος το έλεγεν, εφώναξεν εκείνος ότι εδώ θα συναντήσω τον Αμπουλβάρην, διά ποίαν δυστυχή αιτίαν εμίσευσες από την Σερενδίβ, χωρίς να μου δώσης την είδησιν του μισευμού σου, και να χαιρετισθούμεν, και διά ποίαν καλήν τύχην έλαβα χάριν διά να σε ξαναϊδώ αιφνιδίως εδώ;
Του διηγήθηκα τότε τα όσα μου συνέβηκαν με την Γαντζάδα, και τα λοιπά που ύστερον μου ακολούθησαν. Τότε αυτός μένοντας εκστατικός διά τα συμβάντα μου, μου είπεν αν θέλω να επιστρέψω με αυτόν εις το Σερενδίβ, που γλήγορα μισεύει. Εγώ που δεν επιθυμούσα άλλο, του είπα το ναι και ύστερον από δύο ημέρες εμισεύσαμεν με ένα καιρόν πολλά αρμόδιον. Ήμουν πολλά ευχαριστημένος εις τούτη την επιτυχίαν διά να ξαναγυρίσω εις την Σεοενδίβ, το περισσότερον διά να ξαναϊδώ την αγαπημένην μου Γαντζάδα αν ήτον τρόπος. Εφθάσαμεν το λοιπόν ύστερον από ολίγας ημέρας εις την Σερενδίβ με το να ελάβαμεν τον αέρα πολλά αρμόδιον, και επήγα πάλιν και εκόνευσα εις το σπήτι του Αμπίμπη.
Συμβεβηκός ΣΤ' του Αμπουλβάρη
Είχα μίαν άκραν ανυπομονησίαν εις το να μάθω καμμίαν είδησιν διά την Γαντζάδα την οποίαν εγώ την αγαπούσα ακόμη· με όλον που δεν είχα αιτίαν να είμαι ευχαριστημένος με αυτήν με το να μου επιβουλευθή την ζωήν. Εβγήκα μίαν ημέρα από το σπήτι του Αμπίμπη, με στοχασμόν διά να κάμω κάθε τρόπον να μάθω καμμίαν είδησιν δι' αυτήν. Και εκεί που επεριπατούσα με συναντά ένας σκλάβος· αφέντη, μου λέγει, με γνωρίζεις; Όχι, του απεκρίθηκα, μα μου φαίνεται κάπου να σε είδα όμως δεν ενθυμούμαι. Σε γνωρίζω εγώ καλώτατα, μου απεκρίθη εκείνος, εσύ είσαι ο Αμπουλβάρης, και ενθυμούμαι να έλαβα την τιμήν να σε δουλεύσω εις το παλάτι της Γαντζάδας της οποίας ήμουν και είμαι σκλάβος έως την σήμερον.
Εστάθη υπερβολική η αγαλλίασίς μου, όταν εσυναπάντησα τον σκλάβον. Ακριβέ μου φίλε, του είπα χαρίζοντάς του ένα δαχτυλίδιον πολύτιμον, φανέρωσέ μου την κατάστασίν της Γαντζάδας, η οποία πάντα μου εστάθη ακριβή, με όλα εκείνα που μου έκαμεν· ευρίσκεται αυτή εις την ίδιαν στάσιν που την αφήκα; Όχι, ω αυθέντη μου, απεκρίθη ο σκλάβος· τα πράγματά της εμεταβάλθηκαν πολύ εδώ και δύο μήνες. Ο βασιλέας ηθέλησεν ότι αυτή να στεφανωθή ένα πλούσιον Αγά του παλατίου του, που την αγαπούσε· δεν ημπορούσεν αυτή να κάμη αλλέως παρά να τον υπακούση, και με αυτόν την σήμερον ευρίσκεται υπανδρευμένη· Σου κακοφαίνεται αυτή η είδησις, μου είπε, διά την υπανδρείαν της; ετούτο είνε πταίξιμον εδικόν σου, που τώρα ημπορούσες να έχης την πλέον ωραιοτάτην κυράν του κόσμου, και αναρίθμητα πλούτη· και με αυτό πόσα πάθη και βάσανα ηθέλετε αποφύγει τόσον του λόγου σου ωσάν και αυτή· επειδή ύστερον από τον μισευμόν σου, αυτή έπεσεν άρρωστη, και ολίγον έλειψεν που να αποθάνη. Τότε εγώ από αυτά τα λόγια του σκλάβου εσυντρίφθηκα μεγάλως εις την καρδίαν μου και τον επαρεκάλεσα, να μου κάμη την χάριν να της ειπή πως ευρισκόμουν εκεί, και πως ήμουν απελπισμένος διά την υστέρησίν της, και μάλιστα όταν ήκουσα ότι αυτή δεν ήτον ευχαριστημένη εις την κατάστασίν της.
Ο σκλάβος μου έταξε μεθ' όρκου, ότι θέλει κάμει καθώς του είπα· μου είπεν όμως διά να μου ελαφρώση τον πόνον μου, ότι ήτον βέβαιος πως η Γαντζάδα ήθελε με σπλαγχνισθή, και πως ήθελε κάμει κάθε τρόπον διά να συνομιλήσωμεν απόκρυφα, επειδή εγνώριζε πως διά λόγου μου να είχε πάντα την ενθύμησιν, και πως δεν ήθελε με αφήσει εις την θλίψιν μου· και έπειτα από αυτό ο σκλάβος εμίσευσε τάζοντάς μου ότι θα μου φέρη κάποιαν απόκρισιν. Αν αυτή η μεταλλαγή του γραπτού της Γαντζάδας από το ένα μέρος με έθλιβεν, αγροικούσα από το άλλο κάποιαν χαροποίησιν οπόταν εκαταγινόμουν να στοχάζωμαι, ότι αυτή ημπορούσε να μου κάμη την χάριν να την ιδώ κρυφίως, και ότι θα ήθελεν υποφέρει την αγάπην μου· όντας λοιπόν εις ελπίδα τόσον χαροποιάν, ανάμενα καθημερινώς ότι ο σκλάβος θα έλθη να μου δώση την απόκρισιν εκεί που ήμουν οικονευμένος, καθώς τον διέταξα. Αλλ' εκαρτέρησα εις μάτην και ανωφελώς, με το να επέρασεν ένας μήνας χωρίς να λάβω καμμίαν είδησιν διά την Γαντζάδα· Εστοχάσθηκα τότε ότι η Γαντζάδα με το να ευρίσκονταν ακόμη κακιωμένη, που δεν την υπήκουσα εις την θέλησίν της, δεν άφησε πλέον τον σκλάβον διά να μου φέρη καμμίαν είδησιν δι' αυτήν. Βυθισμένος εις αυτούς τους υστερινούς στοχασμούς, που τους ελόγιαζα βεβαίους, επικραινόμουν μεγάλως χάνοντας κάθε μου ελπίδα δι' αυτήν.
Τεθλιμμένος το λοιπόν δι' αυτήν την υπόθεσιν, και μην ευρίσκοντας με κανένα τρόπον ανάπαυσιν, εβγήκα μίαν ημέραν από την χώραν και ήλθα περιδιαβάζοντάς με αυτούς τους στοχασμούς εις ένα ναόν ειδωλολατρών, που ήτον κτισμένος σιμά εις τα χείλη ενός ποταμού μισήν ώραν μακράν από την χώραν. Και εκεί που επεριεδιάβαζα, βλέπω πολλούς ιερείς των ειδώλων, που έκτιζαν εκεί σιμά μίαν καλύβαν με καλάμια, και με άλλα είδη σύνθετα· επλησίασα εις αυτούς και τους ερώτησα το τι εδηλούσεν εκείνο που έκαμαν. Ένας από αυτούς γνωρίζοντάς με διά ξένον μου απεκρίθη, ότι εδώ είναι ο τόπος ο διωρισμένος, που οι εθνικοί ενταφιάζουν τους νεκρούς, και καίουν τα κορμιά τους, και οι γυναίκες τους απολαμβάνουν μίαν αθάνατον δόξαν· τώρα απέθανεν ένας από τους πρώτους αφεντάδες της αυλής του βασιλέως, του οποίου το κορμί μέλλει να καυθή εδώ και εις πέντε ώρες με τούτον τον τρόπον που βλέπεις, και η αγαπημένη του και πιστή γυναίκα θέλει κατακαή και αυτή εις τες ίδιες φλόγες που έχουν να φθείρουν το κορμί του ανδρός της. Εγώ ακούοντας έτσι, και με το να μην είδα ποτέ μίαν τέτοιαν τάξιν, με όλον που ήξευρα πως θα εφυλάγετο εις διαφόρους τόπους της Ινδίας, απεφάσισα να σταθώ διά να την ιδώ.
Καθώς που η ώρα ταύτης της φρικτής αποφάσεως επλησίαζεν, έτσι εγέμιζε και εκείνος ο τόπος από αναρίθμητον λαόν, που έβγαιναν διά να θεωρήσουν. Και καθώς εγώ επιθυμούσα διά να ιδώ καταλεπτώς αυτήν την τάξιν, με πολλήν κόπον επήγα σιμά εις την καλύβαν, διά να ιδώ τα πάντα, εμέτρησα εκεί περισσότερον από τριάκοντα ιερείς, οι οποίοι εκρατούσαν εις τας χείρας των από ένα βιβλίον, και άρχισαν να προσεύχωνται αναμένοντες εκείνην, που ήθελε να γένη θυσία.
Ήτον σχεδόν να πλησιάση η νύκτα, οπόταν ήλθεν εκείνη καβάλλα επάνω εις ένα άλογον άσπρο πλουσίως στολισμένον, ομοίως και αυτή στολισμένη με πλούσια λευκά φορέματα και με ένα στεφάνι από λουλούδια εις το κεφάλι, ακολουθώντας το κορμί του ανδρός της, που έξ άνθρωποι τον έφερναν επάνω εις τους ώμους των βαλμένον εις ένα στολισμένον κρεββάτι· όπισθεν αυτής δώδεκα σκλάβες επάνω εις άλογα ενδεδυμένες άσπρα φορέματα και λαμπρώς στολισμένες την εσυντρόφευαν· και κοντά εις αυτές, πολλοί λαλητάδες με διάφορα όργανα τες ακολουθούσαν, ήρχονταν έπειτα οι ιδικοί της και οι φίλοι της χορεύοντες και τραγουδούντες, διά να φανερώσουν την χαράν που είχαν, εις το να έχουν μέρος εις τες οικογένειες των, και μέρος διά φιλενάδα, μίαν γυναίκα τόσον γενναίαν που εθυσιάζονταν. Δύο ιερείς την εβοήθησαν να κατέβη από το άλογον, και την έφεραν από το χέρι εις την άκρην του ποταμού, εκεί που ήτον το κορμί του ανδρός της φερμένον. Αυτή με τα χέργια της το έπλυνεν από την κεφαλήν έως τους πόδας έπειτα το εξανάδωσεν εις τα χέρια των ιερέων οι οποίοι το έφεραν εις την καλύβαν, που ήταν η πυρκαϊά· ύστερον από αυτό ήλθε και αυτή εις την ετοιμασμένην πυρκαϊάν και την επεριτριγύρισε πολλές φορές θεωρώντας την ετοιμασίαν της θυσίας της με πολλήν αφοβίαν έπειτα αγκάλιασεν όλους τους ιδικούς της και φίλους, οι οποίοι ευθύς ανεχώρησαν διά να μη την ιδούν να καή· αγκάλιασεν ακόμη και τες σκλάβες της, οι οποίες εθρηνούσαν απαρηγόρητα· αυτή τες εχάρισε την ελευθερίαν των, και πλέον τα διαμαντικά που είχεν επάνωθεν τους τα εδιαμοίρασεν.
Οπόταν δε αυτή ήθελε να έμβη εις την καλύβαν διά να τελειώση την θυσίαν της εσήκωσεν ένα χρυσόν μανδήλι, που είχεν εις την κεφαλήν, και που της εσκέπαζε τους οφθαλμούς, το οποίον έως εκείνην τη ώραν με είχεν εμποδίσει να την γνωρίσω με όλον που ήμουν εκεί σιμά. Στοχασθήτε ποίας λογής εστάθη η αντράλωσίς μου οπόταν είδα, ότι εκείνη ήτον η ποθητή μου Γαντζάδα· μεγάλε Προφήτα, τότε είπα ανάμεσόν μου πρέπει να πιστεύσω μίαν τοιαύτην θεωρίαν; ημπορώ τάχατες να αμφιβάλλω; είνε αληθώς αυτή η Γαντζάδα που με τόσην ευχαρίστησιν τρέχει να αποθάνη; αχ και είνε αδύνατον να το πιστεύσω. Μα τέλος πάντων μένοντας βεβαιωμένος, τόσον επόνεσα διά τον θυσιασμόν της, που με έκαμε να χάσω το λογικόν μου. Ω τόσον με συντριμμόν μέγαν της καρδιάς μου την είδα που επαραδόθη εις τα χέρια των ιερέων, οι οποίοι αφού και την επαρακίνησαν διά να αξιωθή με την σταθερότητά της εις την δόξαν που την εκαρτερούσε την έκαμαν να έμβη εις την καλύβαν, και της επαράδοσαν μίαν λαμπάδα κατά την συνήθειαν εις το χέρι διά να δώση η ιδία φωτιάν εις την καλύβαν, και να καή μαζί με το κορμί του ανδρός της. Εγώ μην έχοντας πλέον καρδίαν εις το να ιδώ το τέλος του θεάματος, ετραβήχθηκα διά να έλθω εις την οικίαν του Αμπίμπη με το πνεύμα τόσον συγχισμένον, που δεν ημπορώ να σας περιγράψω· ήμουν τόσον περίλυπος και έξω από τον εαυτόν μου, που δεν ήξευρα το τι μου εγίνετο, εγύριζα κάθε ολίγον τους οφθαλμούς μου προς τον τόπον της θεωρίας, και οι φλόγες που εσηκώνονταν εις τον αέρα μου εσύντριβαν την καρδίαν.
Φθάνοντας δε εις την οικίαν του Αμπίμπη, ο οποίος ευθύς που με είδε με ερώτησε τι εδηλούσεν η σύγχυσίς μου και η θλίψις που έδειχνα, του εδιηγήθηκα όλην την περίληψιν· και εκείνος ο καλός φίλος εσυντρόφευσε με τα δάκρυά του εκείνα που εγώ έχυσα κάνοντάς του εκείνην την διήγησιν.
Έμεινεν αυτός θαυμασμένος, πώς η Γαντζάδα ηθέλησε να θυσιασθή διά να ακολουθήση ένα γέροντα, τον οποίον αυτή, κατά τες απόδειξες, που ήτον, δεν αγαπούσε τόσον και περιπλέον που κάθε μία δεν ήτον υπόχρεη να καή με το κορμί του ανδρός της, αν δεν είχε μεγάλην αγάπην προς αυτόν. Μα αυτή καθώς βλέπω ηθέλησε να κάμη αυτό διά κενοδοξίαν, και να την τιμήσουν ωσάν θεάν· ετούτο είνε εκείνο χωρίς άλλο, που την επαρακίνησε διά να ζητήση τον θάνατον. Ο στοχασμός του Αμπίμπη με ελάφρωσεν ολίγον τον πόνον μου· επειδή και με έκαμνε να στοχασθώ πως αν η Γαντζάδα με αγαπούσε, δεν ήθελε είνε τόσον πρόθυμη να καή με όλον που ήξευρεν από τον σκλάβον τον ερχομόν μου εκεί· μα με όλον τούτο δεν ημπορούσα να στοχασθώ τον γάμον της χωρίς να αγροικήσω να ανανεώνεται ο πόνος μου και διά τούτο το αίτιον απεφάσισα να μισεύσω από κει. Και ούτως επήγα εις τον αιγιαλόν, διά να ερωτήσω αν ήτο κανένα καράβι διά να μισεύη διά τες Ινδίες· και ευρίσκοντας ένα, που έμελλε εις ολίγας ημέρας να μισεύση, εχάρην εις αυτήν την συναπάντησιν· Ως τόσον επερνούσα τες ημέρες μου εις μεγαλωτάτην θλίψιν, έως που να έλθη η ημέρα του μισευμού μου, και ο Αμπίμπης δεν έλειπε με κάθε τρόπον που να πασκίση να κάμη να μου διαβή αυτή η θλίψις· μα εστάθηκαν όλα ανωφελή διά να μου εξαλείψουν την ενθύμησιν της ωραίας Γαντζάδας.
Εις το αναμεταξύ του καιρού που ήθελα διά να μισεύσω, ιδού και έρχεται ο σκλάβος της Γαντζάδας προς εμέ, και ευθύς που με είδε μου είπε· συμπάθησόν με, αυθέντη, αν δεν ήλθα εμπροσθήτερα να σου φέρω την απόκρισιν εις τα όσα με επρόσταξες επειδή και εδικόν μου δεν είναι το φταίξιμον· η κυρά μου με είχε προστάξει διά να μην σου μιλήσω με κανένα τρόπον· αυτή με το να αγάπησε την δόξαν των ανθρώπων, και διά να λογισθή ωσάν μίαν ηρώισσα απεφάσισε διά να καή· δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο δι' αυτήν, επειδή και πρέπει να την αφήσωμε να χαρή την δόξαν που επεθύμησε, και ας έλθωμεν εις το αίτιον που εδώ με έφερεν· ήξευρε πως μία άλλη κυρά πολλά πλουσία και ωραία ωσάν την Γαντζάδα, που την δουλεύω, επιθυμά να σε ιδή· επειδή και της εδιηγήθηκα την ιστορίαν σου, και τα όσα επέρασες με την Γαντζάδα, και από την περιέργειάν της με έστειλε διά να σε κράξω να έλθης προς αυτήν· κάμε μου λοιπόν την χάριν και έλα μαζί μου, και δεν θέλεις μετανοήσει που με υπήκουσες. Έμεινα εκστατικός εις τα όσα μου είπεν ο σκλάβος του οποίου είπα πως δεν θέλω πλέον να ιδώ καμμίαν γυναίκα, επειδή και έχασα εκείνην που επιθυμούσα· Ο σκλάβος μού εδιπλασίασε τες παρακάλεσες τόσον, που με εκατέπεισε διά να υπάγω να ιδώ εκείνο το υποκείμενον που εζητούσε να με ιδή, το περισσότερον διά περιέργειαν, παρά δι' άλλο. Ακολούθησα λοιπόν τον σκλάβον, ο οποίος με έφερεν εις ένα μικρόν σπητάκι, και με έμβασεν εις έναν απλούν οντά, εις τον οποίον με άφησε λέγοντάς μου ότι υπάγει να φέρη την κυράν του. Δεν απέρασε πολύ διάστημα που εκαρτέρουν, και ιδού εκείνη που έρχεται· μα στοχασθήτε την σκότισίν μου, εις την οποίαν ευρέθηκα οπόταν την εθεώρησα, και εγνώρισα ότι εκείνη ήτον η ωραιοτάτη Γαντζάδα, την οποίαν εγώ την επίστευσα ότι θα έγινε στάκτη.
Ευθύς που εγώ την είδα, ελόγιασα πως θα ήτον ένα φάντασμα ή η σκιά της· όθεν άρχισα να τρέμω και να εμβαίνω εις μέγαν φόβον. Αυτή βλέποντας την σύγχυσίν μου και τον φόβον που είχα, και μην ημπορώντας να κρατηθή από τα γέλοια, μου είπεν Αμπουλβάρη, εγώ δεν επεθύμησα να σε ιδώ διά να σε φοβίσω· δεν είνε τούτη η σκιά της Γαντζάδας, αλλά είνε αυτή η ιδία· η έκστασίς σου κατά αλήθειαν είνε με κάθε δίκαιον εύλογος, επειδή και δεν ημπορεί τινάς να θεωρήση χωρίς έκστασιν ένα υποκείμενον, που να το ηξεύρη πως είνε πεθαμμένον· εγώ το λοιπόν είμαι εκείνη, και διά να σου αφανίσω κάθε σου φόβον και υποψίαν, θέλω σου διηγηθή τον τρόπον που έκαμα, διά να μην αποθάνω καθώς με ενόμιζες.
Ήξευρε λοιπόν πως πριν να υπάγω εις την πυρκαϊάν διά να θυσιασθώ, έκραξα τον πρώτον των ιερέων, και του έταξα αργύρια, εις πολλήν ποσότητα, διά να με ελευθερώση από την φωτιάν, που έμελλα να καώ. Και αυτός διά την ποσότητα των χρημάτων, που του έταξα, έκαμεν ένα υπόγειον μέσα εις την καλύβαν, και εμβαίνοντας εκεί έμεινα αβλαβής· Και ωσάν ετελείωσεν η φωτιά εβγήκα κρυφίως, και ήλθα εις ετούτο το σπητάκι, το οποίον είχα προετοιμασμένον επιταυτού· και όλον ετούτο που έκαμα, το έκαμα διά την αγάπην σου, αποφασίζοντας να αφήσω την ειδωλολατρείαν, και να γίνω Μωαμεθανή διά να σε στεφανωθώ, και να πάμε εις την πατρίδα σου την Μπάσραν· έτσι ηθέλησα να κάμω αυτό, διά να μην ηξεύρη κανείς πως εμίσευσα από την πατρίδα μου με ένα Μωαμεθανόν, το οποίον ήθελε προξενήσει πολλήν αισχύνην εις όλην μου την γενεάν. Ετούτο είνε όλον το αίτιον ενός τοιούτου πράγματος, που σε έκαμε να μείνης εκστατικός.
Μα πώς, ω ευγενική αγάπη μου της είπα εγώ, διά εμένα λοιπόν εμεταχειρίσθης ετούτην την μηχανήν διά να ζήσης μαζί μου αποφάσισες να ξεμακρύνης από την πατρίδα σου, και να αρνηθής την θρησκείαν σου; ω ωραιοτάτη Γαντζάδα, εις ετούτην την στιγμήν με κάνεις τον πλέον ευτυχισμένον από όλον τον κόσμον. Αφού ετελείωσα τούτα τα λόγια, έπεσα εις τα γόνατά της, και τα αγκάλιασα με θερμότητα. Σηκώσου, Αμπουλβάρη, αυτή μου είπε, δεν ηξεύρω αν ημπορής να επαινεθής τόσον διά την ευτυχίαν σου· η Γαντζάδα δεν είναι πλέον μία απόκτησις τόσον πολύτιμη ωσάν που ήτον, επειδή και εγώ δεν έχω τίποτε από τα όσα πλούτη που είχα, με το να τα έδωσα των ιερέων και των εδικών μου που τους τα εμοίρασα, έξω από μερικά διαμαντικά. Εγώ την απόκοψα από την ομιλίαν της και της είπα, πως τα πλούτη της δεν τα εστοχάσθηκα, ούτε τα στοχάζομαι διά το ουδέν έμπροσθέν της, και πως όλη μου η χαρά και ευχαρίστησις ήτον διά την αγάπην που μου έδειχνε, και διά την αντάμωσίν της, παρά διά τον πλούτον όλου του κόσμου.
Έπειτα από αυτά και άλλα παρόμοια που εσυνομιλήσαμεν, απεφασίσαμεν διά να μισεύσωμεν από την Σερενδίβ το ογληγορώτερον που θα ήτον· το οποίον ηκολούθησεν ολίγας ημέρας υστερώτερα. Όντας λοιπόν το καράβι έτοιμον διά να μισεύση, απεχαιρέτησα τον Αμπίμπη, και παίρνοντας τη Γαντζάδα κρυφίως διά νυκτός ήλθαμεν εις το καράβι ομού με μερικούς σκλάβους, οι οποίοι έφερναν τα διαμαντικά της και εκείνην την ιδίαν νύκτα εμισεύσαμεν. Εφθάσαμεν το λοιπόν ύστερον από ένα μακρυνόν ταξείδι, όμως χωρίς κίνδυνον εις την Μπάφραν καθώς επιθυμούσαμεν. Δεν ημπορώ να διηγηθώ την χαράν που έδειξεν ο πατέρας μου οπόταν με είδε. Και ύστερον από τα πρώτα αγκαλιάσματα που μου έκαμε, του επρόσφερα την Γαντζάδα φανερώνοντάς του το πως ήτον γυναίκα μου. Αυτός την εδεξιώθη με πολλήν τιμήν με το να την είδε τόσην ευγενικήν, συνέλαβε δι' αυτήν μίαν πατρικήν αγάπην, οπόταν του εδιηγήθηκα ομοίως και τα ταξείδιά μου, και τα συμβεβηκότα μου, και έμεινεν εκστατικός. Έπειτα μου είπε πως έλαβε τα όσα μαργαριτάρια με τον καπετάνιον του είχα στείλει. Και ύστερον από αυτά ο πατέρας μου και εγώ επήραμεν την Γαντζάδα και την εφέραμεν εις τον Κατή και μας εστεφάνωσε κάνοντάς την πρώτον να αρνηθή την ειδωλολατρικήν θρησκείαν και διά να εορτάση τους γάμους μας, και ο πατέρας μου έκαμε διά μιαν ολόκληρον εβδομάδα χαρές, και συμπόσια μεγάλα εις όλους τους φίλους του.
Ετούτη είνε η περιγραφή του πρώτου μου ταξειδιού· εσείς ηκούσατε πράγματα ολίγον κοινά μα έχω άλλα πλέον θαυμασιώτερα ακόμη διά να σας διηγηθώ· αύριον θέλω σας διηγηθή το δεύτερόν μου ταξείδι, και θέλετε ομολογήσει πως ποτέ να μην έτυχαν εις κανέναν συμβεβηκότα τόσον παράξενα, ωσάν εκείνα που μου έτυχαν εμένα.
Ο μέγας περιηγητής Αμπουλβάρης έπαυσεν από το να ομιλή, όχι μονάχα διά να ξεκουρασθή μα διά να μη βαρύνη τους ακούοντας τον. Το καραβάνι ως τόσον εξακολουθούσε το ταξείδι του· και το βράδυ ήλθαν και εκόνευσαν εις ένα ωραιότατον κάμπον και εκεί αναπαύθησαν εκείνην την νύκτα, και την ακόλουθον ημέρα εξανάρχισαν το ταξείδι τους. Και ο Αμπουλβίρης ξαναπιάνοντας την σειράν της ιστορίας του, την εδιηγήθη με τον ακόλουθον τρόπον.
Ακολούθησις της ιστορίας των εξαισίων συμβεβηκότων του Αμπουλβάρη, επονομαζομένου μεγάλου περιηγητού.
Ταξείδιον δεύτερον
Ευρισκόμην το λοιπόν ενωμένος με την ωραιοτάτην Γαντζάδα· και οι δύο αγαπημένοι εγευόμεθα την γλυκύτητα μιας τελείας ενώσεως, και δεν ελείπαμεν εις το να περικαλούμεν τον ουρανόν, να μας δώση την χάριν του να βαστάξη διά πολύν καιρόν η ευτυχία, που μας έκανε να χαιρώμεθα. Μα αλλοί εις εμέ! πόσον γελιούνται οι άνθρωποι· διότι οπόταν στοχάζονται να περάσουν διά πολύν καιρόν χαίροντες την ευτυχίαν τους, και την άκραν τους ευχαρίστησιν, τότε συμβαίνει κάθε εναντίον· και τες περισσότερες φορές η μεγάλη χαρά και ευχαρίστησις, μεταβάλλεται εις άκραν θλίψιν και πόνον. Μετά ολίγους μήνας το λοιπόν ύστερον από την υπανδρείαν μου, απέθανεν ο πατέρας μου και διαμοίρασα την περιουσίαν μου με έναν αδελφόν μου που είχα. Ετούτος ο αδελφός μου ωνομάζετο Ούρμα, ηθέλησε διά να αυξήση το έχειν του με την πραγματείαν· αγόρασεν αυτός ένα καράβι, και το εφόρτωσε πραγματείες διά να υπάγη εις τας Ινδίας, και έβαλεν όλον του το κεφάλαιον που επήρεν εις το μερτικόν του. Τέλος πάντων εμίσευσε, μα δεν έλαβε καλόν τέλος· ετσακίσθη το καράβι του σιμά εις ένα παραθαλάσιον, και δεν ημπόρεσε να λυτρώση παρά το κορμί του. Τον είδα να γυρίση γυμνόν και τετραχηλισμένον, που μου επροξένησε συμπάθειαν και λύπην.