ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ (KARL MARX)
Reading edition
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
Π Ε Ρ I Λ Η Ψ Ι Σ ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΠΑΡΕΤΟ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921
Τύποις Π. Λ. Πετράκου — Αθήναι
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΡΟΛΟΥ Μ Α Ρ Ξ
Ο Κάρολος Μαρξ εγεννήθη εις Τρεβ την 2αν Μαΐου 1918, εξ ισραηλιτικής οικογενείας. Ο πατήρ του ήτο σύμβουλος των μεταλλείων. Αφού έκαμε λαμπράς σπουδάς του δικαίου εν Βόννη επανήλθεν εις Τρεβ και ενυμφεύθη τω 1843 την Τζέννυ Βεσφάλεν, ης ο αδελφός διετέλεσε μέλος του υπό τον Μαντόιφελ Πρωσσικού Υπουργείου. Ο Μαρξ επεδόθη εις την σπουδήν της φιλοσοφίας και της Πολιτικής Οικονομίας και ειδικώς των κοινωνικών ζητημάτων. Έλαβε μέρος εις τας τάξεις της ριζοσπαστικής αντιπολιτεύσεως και εγένετο συνεργάτης, είτα διευθυντής της παλαιάς «Εφημερίδος του Ρήνου». Παυθείσης της εφημερίδος ταύτης ο Μαρξ κατέφυγεν εις Παρισίους, όπου εδημοσίευσεν εν συνεργασία μετά του Αρνόλδου Ruge, τα «Γάλλο — Γερμανικά Χρονικά» (Deutsch — Französische Jahrbücher) και μετά του Ερρίκου Άινε την εφημερίδα «Εμπρός» (Vorwærts). Εξωρίσθη εκ Γαλλίας κατά το 1844 και μετέβη τότε εις Βέλγιον.
Το 1841 έγραψε το βιβλίον «Αθλιότης της Φιλοσοφίας» απάντησιν εις την «Φιλοσοφίαν της αθλιότητος» του Προυδόν. Κατά το αυτό έτος συνέταξε μετά του Έγκελς το Μανιφέστον του Κομμουνιστικού Κόμματος εις το οποίον εύρηνται αι δυο αρχαί, αίτινες έμελλον να εμπνέουν το σοσιαλιστικόν κόμμα: 1ον ότι το συμφέρον των εργατών είνε απέναντι των κεφαλαιοκρατών παντού το αυτό και ότι συνεπώς είνε επικρατέστερον των εθνικών ζητημάτων και 2ον ότι οι εργάται επί ουδενός άλλου, πλην εαυτών, πρέπει να βασίζωνται, ίνα απελευθερωθώσι και ότι έχουσιν ανάγκην κατά πρώτον να αποκτήσωσι πολιτικά δικαιώματα.
Εξορισθείς εκ Βελγίου την 2 Μαρτίου 1848 επανήλθεν εις Γερμανίαν και εξέδωκεν εν Κολωνία, επί τινας μήνας, την «Νέαν Εφημερίδα του Ρήνου», ην συνέτασσε τη συνεργασία των Έγκελς, Λασάλ, Βολφ και Φράιλιγρατ και άλλων τινών συγγραφέων. Τω 1810 η εφημερίς αύτη επαύθη και ο Καρλ Μαρξ καταδιωχθείς κατέφυγεν εις Λονδίνον, όπου έμεινε μέχρι του θανάτου του.
Τω 1859 εδημοσίευσε την Κριτικήν της Πολιτικής Οικονομίας και τέλος τω 1867 το σημαντικότερον έργον του το Κεφάλαιον.
Η κατά το 1866 ιδρυθείσα Διεθνής σκοπόν είχε να θέση εις εφαρμογήν τας εν τω Μανιφέστω τεθείσας αρχάς. Ο Μαρξ ενέπνευσε το καταστατικόν αυτής, όπερ εξεργασθέν εν Λονδίνω εψηφίσθη άνευ τινός τροποποιήσεως εις το συνέδριον της Γενεύης. Προετίθετο να δώση ενιαίαν κατεύθυνσιν εις την σοσιαλιστικήν κίνησιν των διαφόρων χωρών, αφιεμένης, εννοείται, αρκετά μεγάλης αυτονομίας εις τας διαφόρους εθνικάς ομάδας, ας περιελάμβανεν η Ένωσις αύτη. Η επιρροή του υπήρξε μεγάλη εις την Διεθνή μέχρι του 1872, αλλ' η εξουσία, ην ήσκει εκίνησε ζηλοτυπίαν. Εις το εν Χάγη (7βριος 1872) συνέδριον έσχε σφοδράς επιθέσεις, σχίσματα προεκλήθησαν και η προς αυτόν εκτίμησις, βαθύτατα πληγείσα, εμειώθη ταχέως. Οι οπαδοί του έκαμαν ακόμη εν Συνέδριον, εν Γενεύη, τον 7βριον του 1873, αλλ' ήτο το τελευταίον. Ο Μαρξ έζησεν έκτοτε μακράν της κινήσεως και απέθανεν εις Λονδίνον την 15 Μαρτίου 1883.
ΒΙΛΦΡΕΔΟΥ ΠΑΡΕΤΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ε I Σ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
I
Η κριτική του βιβλίου του Κ. Μαρξ δεν είνε πλέον αναγκαία. Εύρηται όχι μόνον εις ειδικάς μονογραφίας, αίτινες εδημοσιεύθησαν επ' αυτού, αλλ' ακόμη και προ πάντων εις τας τροποποιήσεις τας επενεχθείσας επί του περί θεωρίας της αξίας κεφαλαίου της Πολιτικής Οικονομίας.
Αι ολίγαι σελίδες, ας διαθέτομεν εδώ δεν θα μας επιτρέψουν ν' αναπτύξωμεν όλας τας παρατηρήσεις, ας προεκάλεσεν η θεωρία του Κ. Μαρξ. Θα αρκεσθώμεν εις περίληψιν λίαν συνοπτικήν, ως τοιαύτα είνε, εν συγκρίσει προς τον όγκον του έργου του συγγραφέως μας και τα εις τας σελίδας ταύτας αναφερόμενα αποσπάσματα αυτού.
Η εξέτασις έργου τινός δύναται να γίνη κατά δύο μεθόδους. Η πρώτη, ήτις είνε κυρίως πολεμική, ουδαμώς ενδιαφέρεται να χωρίση την αλήθειαν από την πλάνην. Καταδικάζει εν τω συνόλω της μίαν θεωρίαν, προσπαθούσα κυρίως να εμφανίση τα ελαττώματά της, άτινα και υπερβάλλει και προσπαθεί να τα χρησιμοποιήση ως όπλα πολέμου κατ' αυτής. Κατά την μέθοδον ταύτην, όσον περισσότερον πρότασίς τις είνε προφανώς εσφαλμένη, τόσον περισσότερον ενδιατρίβει τις εις αυτήν και επιμένη, ίνα γνωρίση το σφάλμα, παρερχόμενος απλώς πάσαν άλλην πρότασιν περιέχουσαν δόσιν τινα αληθείας.
Τουναντίον, η δευτέρα μέθοδος, ήτις είναι αξία του ονόματος επιστημονική, ουδένα άλλον σκοπόν έχει ή να διαχωρίση το αληθές από το ψευδές. Παρατηρών τις σφάλμα τι εις την μελετωμένην θεωρίαν δεν την απορρίπτει δια τούτο, άλλα εξετάζει, εάν, αποβαλλομένου ή διορθουμένου του μέρους τούτου, δύναται να ευρεθή εις το άλλο μέρος αλήθειά τις αξία προσοχής.
Είναι σχεδόν περιττόν να είπωμεν ότι θα ακολουθήσωμεν την τελευταίαν μέθοδον. Ο Κ. Μαρξ, είναι αληθές, μετεχειρίσθη συχνά την πρώτην ομιλών περί των θεωριών της φιλελευθέρας πολιτικής οικονομίας, αλλ' είχεν άδικον και πρέπει τις να αποφύγη να τον μιμηθή.
Θα προσπαθήσωμεν επίσης να ακολουθήσωμεν κατά το δυνατόν την ομολογίαν του Κ. Μαρξ. Θα εξετάσωμεν μόνον εις τι πραγματικώς αντιστοιχούσιν οι όροι, ους μεταχειρίζεται.
Εν τη σημερινή καταστάσει της Επιστήμης, το καθ' ημάς, θεωρούμεν περιττήν κάθε συζήτησιν, ήτις σκοπόν έχει να γνωρίση τι εννοούμεν με τας λέξεις: αξία, κεφάλαιον ή άλλας αναλόγους εκφράσεις. Είναι τούτο ζήτημα φιλολογίας και όχι οικονομικής επιστήμης (1).
Αι θετικαί επιστήμαι καθορίζουν τας μεταξύ των πραγμάτων και ουχί μεταξύ των λέξεων σχέσεις. Κάθε συγγραφεύς όθεν έχει το δικαίωμα να ορίζη τα πράγματα ταύτα, όπως αυτός τα εννοή. Εννοείται ότι τούτο δεν σημαίνει ότι δύναται να γίνη αυθαίρετος χρήσις του δικαιώματος τούτου, διότι καλοί όροι δύνανται πολύ να βοηθήσουν την πρόοδον της επιστήμης.
Όταν αύτη αρχίζει να σχηματίζηται, δύναται να είναι ωφέλιμον ο συγγραφεύς να χρησιμοποιή λέξεις της κοινής ομιλίας, προσπαθών μόνον να καθορίζη καλώς την έννοιαν αυτών. Ωφελείται ούτω εκ σημαντικής τινος ιδιότητος της γλώσσης του να είναι δηλ. «ο συντηρητής της κτηθείσης πείρας». Δυστυχώς η γλώσσα δεν διατηρεί μόνον την κτηθείσαν πείραν, διατηρεί ακόμη και τας προλήψεις και σοφίσματα και προ πάντων αποδίδει εις πολλάς λέξεις έννοιαν συγκινήσεως, ήτις δύναται να μας πλανήση εις τους συλλογισμούς της. Τέλος είναι σχεδόν αδύνατον να απαλλάξωμεν τελείως μίαν λέξιν της κοινής ομιλίας από σειράν άλλων δευτερευουσών εννοιών, αίτινες είναι η αιτία πολλών συγχύσεων και σοφισμάτων.
Έρχεται λοιπόν, εν τη αναπτύξει επιστήμης τινός, στιγμή καθ' ην μάλλον να χάση έχει τις ή να ωφεληθή εκ της χρήσεως λέξεων της κοινής ομιλίας. Η στιγμή αύτη, κατά την γνώμην μας, έχει ήδη προ πολλού φθάση εις την Οικονομικήν Επιστήμην και θα ωφελείτο αύτη πολύ, εάν εχρησιμοποίει μόνον ιδίους αυτής τεχνικούς όρους, καλώς καθωρισμένους. Αλλ' αφού τούτο δεν συνέβη ακόμη θα αρκεσθώμεν χρησιμοποιούντες τους σήμερον εν χρήσει όρους, προσπαθούντες μόνον να τους ορίσωμεν καλώς, ίνα αποφύγωμεν κάθε σύγχυσιν εν τη σκέψει μας.
II
Το βιβλίον του Κ. Μαρξ θα έπρεπε να ονομάζεται ο κεφαλαιούχος μάλλον ή το Κεφάλαιον, τουλάχιστον εάν της λέξεως ταύτης γίνεται χρήσις εν τη γενικώς παραδεδεγμένη εννοία οικονομικών αγαθών, προωρισμένων να ευκολύνουν την παραγωγήν άλλων αγαθών (2).
Την έννοιαν ταύτην ο Κ. Μαρξ δίδει ενίοτε αλλ' ουχί πάντοτε εις την λέξιν κεφάλαιον.
Ούτως, όταν λέγη: Τα πολυάριθμα κεφάλαια τα τοποθετημένα εις τον αυτόν κλάδον παραγωγής και λειτουργούντα εν ταις χερσί πλήθους κεφαλαιούχων, ανεξαρτήτων αλλήλων διαφέρουσι κατά το μάλλον ή ήττον κατά την σύνθεσιν, αλλά ο μέσος όρος της ιδίας αυτών συνθέσεως αποτελεί τον μέσον όρον συνθέσεως του εις τον κλάδον τούτον της παραγωγής αφιερωθέντος συνολικού κεφαλαίου».
Είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς διακρίνει το κεφάλαιον, ως απλούν αγαθόν από το κεφάλαιον το λειτουργούν εις χείρας των κεφαλαιούχων. Αλλ' όταν ο Μαρξ λέγει: «η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του κεφαλαίου» και αναπτύσσει την πρότασιν ταύτην, είναι φανερόν ότι θέλει να κάμη λόγον περί του κεφαλαίου, όπερ ο κεφαλαιούχος οικειποιείται, διότι το απλούν κεφάλαιον υπάρχει βεβαίως άνευ τινός κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Ο Ροβινσών εν τη νήσω του είχεν οικονομικά αγαθά, άτινα εχρησιμοποίει διά την παραγωγήν άλλων αγαθών, δηλ. είχε κεφάλαια, αλλά δεν είχε καμμίαν κυκλοφορίαν ούτε εμπορευμάτων ούτε χρήματος.
Προς αποφυγήν συγχύσεως, διατηρούντες κατά το δυνατόν την σημασιολογίαν του Μαρξ, θα ονομάζωμεν απλούν κεφάλαιον τα σχετικά αγαθά τα προωρισμένα εις παραγωγήν άλλων αγαθών και οικειοποιημένον (approprie) κεφάλαιον, το κεφάλαιον το λειτουργούν εις χείρας των κεφαλαιούχων.
Το βιβλίον του Μαρξ στρέφεται προφανώς κατά της τελευταίας ταύτης κατηγορίας κεφαλαίων, ήτοι εν άλλαις λέξεσιν εναντίον των κεφαλαιούχων. Όσον αφορά το απλούν κεφάλαιον ο Μαρξ ουδαμώς παραγνωρίζει την σημασίαν αυτού. Δέχεται ότι δέον τούτο όχι μόνον να αναπαράγηται, αλλά να αυξάνηται ακόμη, διά να αναπτύξη «τας παραγωγικάς δυνάμεις και τους υλικούς όρους, οίτινες δύνανται να αποτελέσουν την βάσιν νέας και ανωτέρας κοινωνίας».
Ο εχθρός είνε ο κεφαλαιούχος: «Διότι η προγενεστέρα εργασία των εργατών Α, Β, Γ κλπ. εν τω καπιταλιστικώ συστήματι παρουσιάζεται ως το ενεργητικόν του μη εργάτου Χ κλπ . . . . Αστοί δε οικονομολόγοι χύνουν ποταμούς δακρύων και εγκωμίων εις την παλαιοτέραν, νεκράν δε σήμερον, εργασίαν, προς ην ο Mac Culloch, το σκωτικόν δαιμόνιον πνεύμα, απονέμει ξεχωριστήν αμοιβήν, κοινώς καλουμένην τόκον, κέρδη, εισόδημα κλπ. Ούτω η επί μάλλον και μάλλον ισχυρά συμβολή, ην η νεκρά και προγενεστέρα εργασία προσφέρει εις την ζώσαν και σημερινήν τοιαύτην, αποδίδεται υπό των σοφών τούτων ουχί εις τον εργάτην, όστις έκαμε την εργασίαν (3), αλλ' εις τον κεφαλαιούχον, όστις την ωκειοποιήθη. Κατ' αυτούς το όργανον της εργασίας και ο χαρακτήρ αυτού ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) δεν δύνανται να χωρισθώσι πλέον, ως ο εργάτης διά τον καλλιεργητήν της Γεωργιανής χώρας δεν ειμπορεί να χωρισθή από τον χαρακτήρα του δούλου».
Ο κεφαλαιούχος είναι άχρηστος. Το κεφάλαιον δύναται να αναπαραχθή και αυξηθή άνευ αυτού. «Εφ' όσον παράγει τις και καταναλίσκει περισσότερον, υποχρεούται να μετατρέψη περισσότερα προϊόντα εις νέα μέσα παραγωγής (4). Αλλ' η πράξις αύτη δεν παρουσιάζεται ούτε ως συσσώρευσις κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) ούτε ως λειτουργία του κεφαλαίου, εφ' όσον τα μέσα της παραγωγής του εργάτου και κατά συνέπειαν το προϊόν του και τα μέσα της ζωής του δεν φέρουν εισέτι τον τύπον του κοινοτικού αγαθού, όστις τα μετατρέπει εις κεφάλαιον (οικειοποιούμενον)».
Τούτο ο Ριχάρδος Τζονς (Jones), διάδοχος του Μάλθου εις την έδραν της Πολιτικής Οικονομίας, απέδειξε διά του παραδείγματος των Ανατολικών Ινδιών . . . . , ότι εις τα εδάφη, ένθα η Αγγλική κατοχή μετέβαλλεν ολιγώτερον το παλαιόν σύστημα, οι μεγάλοι λαμβάνουν υπό τύπον φόρων και εγγείων προσόδων έν μέρος του καθαρού εισοδήματος της γεωργίας, το οποίον διαιρούν εις τρία μέρη. Το πρώτον καταναλίσκεται υπ' αυτών εις είδος, ενώ το δεύτερον μέρος μετατρέπεται δι' ιδίαν των χρήσιν εις είδος πολυτελείας και χρησιμοποιήσεως υπό εργατών μη γεωργών, τους οποίους αμείβουν διά του τρίτου μέρους. Οι εργάται ούτοι είναι τεχνίται κάτοχοι των εργαλείων της εργασίας των.
Η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή βαδίζουν άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως εκ μέρους του απεχθούς αυτού ιππότου, του κεφαλαιούχου μετερχομένου το αγαθόν έργον της αποχής από την εργασίαν.
Το παράδειγμα τούτο δεν αποδεικνύει πολλά (5), διότι δεν δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή είναι εις τας Ινδίας τόσον ταχεία, όσον και εν Αγγλία, όπου υπάρχει το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα.
Είναι δυνατόν το σύστημα τούτο να μη έχη καμμίαν επιρροήν επί της παραγωγής και αναπαραγωγής εν Αγγλία, αλλ' εφ' όσον τούτο δεν αποδεικνύεται το παράδειγμα των Ινδιών θα είναι μάλλον κατά ή υπέρ της θεωρίας, ήτις αρνείται εις το κεφαλαιοκρατικόν καθεστώς κάθε ευμενή επίδρασιν. Κατά τον Μαρξ, το σύστημα τούτο είναι όχι μόνον ανωφελές αλλά και επιζήμιον εις την συσσώρευσιν του κεφαλαίου (απλού).
«Οι κεφαλαιούχοι, οι συνιδιοκτήται των, οι υποτελείς των και αι κυβερνήσεις των (6) σπαταλούν κατ' έτος σημαντικόν ποσόν του καθαρού ετησίου εισοδήματος. Η μερίς του πλούτου, ήτις κεφαλαιοποιείται, ουδέποτε είναι όση ηδύνατο να είναι».
Είναι βέβαιον ότι, εάν ηδυνάμεθα να διατηρήσωμεν τας υπηρεσίας, τας οποίας μας παρέχει ο κεφαλαιούχος και να εξαφανίσωμεν αυτόν, απολαμβάνοντες του έργου και εξαφανίζοντες τον εργάτην αυτού τότε το παν θα απέβαινεν εις όφελος της κοινωνίας. Αλλά είναι τούτο δυνατόν; Εις μάτην προσεπάθησεν ο Μαρξ να γελοιοποιήση την οικονομίαν (εξοικονόμησιν). Είνε εν τούτοις βέβαιον ότι αύτη έχει μέρος ουχί ολίγον σημαντικόν εν τω σχηματισμώ νέων κεφαλαίων. Ας αφήσωμεν κατά μέρος την οικονομίαν (εξοικονόμησιν) κεφαλαίου. Είναι φανερόν ότι εάν το κεφάλαιον δεν του ανήκει, το κέρδος το οποίον απολαύει δεν του ανήκει κατ' ίσον λόγον. Αρκεί να αναλογισθώμεν το χρήμα το συσσωρευμένον εις τα ταμιευτήρια διά να εννοήσωμεν ότι αι οικονομίαι του εργάτου αποδίδουν σημαντικόν προϊόν (7). Τα βιβλιάρια ταμιευτηρίου της μαγειρίσσης, του θυρωρού, του κηπουρού, του εργάτου, αντιπροσωπεύουν ποσά, τα οποία είναι βεβαίως το προϊόν της οικονομίας των εργατών τούτων. Όλοι αυτοί θ' αποταμιεύσουν τόσα, όταν δεν θα υπάρχη ιδιοκτησία του κεφαλαίου, όταν το κεφάλαιον όλον θα είναι κοινόν; Τούτο είναι εξεταστέον, άγνωστον δε, εάν η αποταμίευσις αύτη θα αποβή σημαντικωτέρα.
Δεν αρκεί όμως να παραχθή το κεφάλαιον· πρέπει ακόμη και να χρησιμοποιηθή. Ας οργανωθή η κοινωνία όπως θέλει, πάντως όμως θα είναι ανάγκη ανθρώπινόν τι όν ν' αποφασίση εις ποίας ανάγκας εν προτιμήσει άλλων πρέπει να χρησιμοποιηθή το υφιστάμενον κεφάλαιον. Οι υπάλληλοι της κυβερνήσεως θ' αποφασίζουν καλύτερον των κεφαλαιούχων περί αυτού; Κατά γενικόν εν τούτοις κανόνα έχει παρατηρηθή ότι οι άνθρωποι φροντίζουν περισσότερον διά τα συμφέροντά των παρά διά τα ξένα. Διά να γνωρίσωμεν εάν το κεφάλαιον θα χρησιμοποιηθή επωφελέστερον εν τη κοινωνία εις την βιομηχανίαν Α αντί της Β, υπάρχει αποτελεσματικώτερον μέσον από του να θέσωμεν εις πλειοδοσίαν την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου τούτου και να το κατακυρώσωμεν υπέρ της βιομηχανίας εκείνης, ήτις θα ηδύνατο να πληρώση τον μεγαλύτερον τόκον (8);
Το κεφάλαιον είναι φθαρτόν. Σπαταλάται ευκόλως. Είναι άρα γε συντελεστικόν της ευημερίας της κοινωνίας και του ανθρωπίνου γένους η μειοψηφία να φέρη τα βάρη των διά της αφροσύνης ή των παθών της πλειοψηφίας προξενηθεισών απωλειών και δεν θα ήτο καλύτερον έκαστος να φέρη τας συνεπείας των πράξεών του;
Οι κεφαλαιούχοι εις τας κοινωνίας μας επιζητούν να εξασφαλίσουν διά του κράτους μεγαλύτερον τόκον εκείνου, τον οποίον θα επετύγχανον ελευθέρως εν τη αγορά.
Μεταξύ του αστικού τούτου σοσιαλισμού και του λαϊκού τοιούτου ουδόλως είναι αδύνατος συμβιβασμός και συνεννόησις, πραγματοποιούμενος υπό των εξ επαγγέλματος πολιτικών. Ήδη μάλιστα βαίνει συντελούμενος και η ημέρα δεν είναι μακράν, καθ' ην θα ευρεθώμεν προ τεραστίας φθοράς πλούτου, η οποία θα είναι η συνέπεια αυτού. Το λάθος εν τούτοις δεν θα βαρύνη το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, αλλά το Κράτος, τροποποιήσαν αυθαιρέτως την διανομήν του πλούτου.
Πάντοτε μεταξύ της φιλελευθέρας σχολής και της σοσιαλιστικής συνεζητήθη το ζήτημα, εάν ο κεφαλαιούχος είναι χρήσιμος ή άχρηστος. Εκείνο το οποίον ιδιαιτέρως ανήκει εις τον Κ. Μαρξ είναι η λύσις την οποίαν έδωσε και η οποία βασίζεται απολύτως επί της περιφήμου θεωρίας της υπεραξίας.
III
Ο Κ. Μαρξ δανείζεται από την «αστικήν πολιτικήν οικονομίαν» τους όρους αξία χρήσεως και ανταλλακτική αξία. Ο δανεισμός ούτος δεν είναι πολύ επιτυχής, διότι η χρήσις των δύο τούτων όρων, των οποίων συνήθως η σημασία δεν έχει καλώς καθορισθή, έδωκε λαβήν εις μέγαν αριθμόν σοφιστειών.
Η αξία χρήσεως φαίνεται να είναι διά τον Κ. Μαρξ, όπως και διά τους οικονομολόγους «η ιδιότης του ικανοποιείν επιθυμίαν ή εξυπηρετείν σκοπόν» (9). Όθεν κατά βάθος έχομεν την χρησιμότητα (10) των νέων οικονομικών θεωριών.
Ο Κ. Μαρξ υποπίπτει εις το σφάλμα, το οποίον διεπράττετο και διαπράττεται από πλείστους οικονομολόγους, δεν εδίδετο η δέουσα προσοχή εις το ότι η αξία χρήσεως δεν είναι ιδιότης εγγενής εις κάθε εμπόρευμα, όπως είναι η χημική σύνθεσις, το ειδικόν βάρος κ.τ.λ. Τουναντίον είναι απλή συμβατική σχέσις μεταξύ εμπορεύματος και ανθρώπου ή μεταξύ ανθρώπων. Το σφάλμα τούτο καταφαίνεται περισσότερον εις την ανταλλακτικήν αξίαν, και τούτο είναι μία των κυριωτέρων αιτιών, ήτις, κατά την γνώμην μας, περιέχεται εις την θεωρίαν της υπεραξίας.
Ο Cairnes δίδει τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας «η σχέσις, εν τη οποία τα οικονομικά αγαθά ανταλλάσσονται τα μεν διά των δε επί ελευθέρας αγοράς».
Ο ορισμός ούτος είναι ακριβέστερος των εν χρήσει προγενεστέρως, ως επί παραδείγματι του ορισμού του Mill, εν τούτοις όμως περιέχει κάτι το ακαθόριστον, όπερ πρέπει να αποβάλλωμεν.
Πράγματι δεν υφίσταται ενιαία σχέσις, κατά την οποίαν ανταλλάσσονται τα οικονομικά αγαθά εις αγοράν τινα: συνήθως υπάρχουσι τόσαι σχέσεις, όσαι ανταλλαγαί πραγματικώς συνετελέσθησαν. Αι ανταλλαγαί αύται ή εάν θέλωμεν αι αγοραί και αι πωλήσεις αύται, είναι τα μόνα γνωστά μας γεγονότα. Αυτά μόνον δύνανται να στηρίξουν τον συλλογισμόν μας. Ημείς είμεθα ελεύθεροι να τα συνδυάσωμεν, καθ' ον τρόπον μας ευχαριστεί καλύτερον διά να έχωμεν τον μέσον όρον ή πάσαν άλλην αφαίρεσιν (abstraction), αλλ' εάν όμως θέλωμεν να σκεφθώμεν μετ' ακριβείας, δέον τότε να καθορίσωμεν σαφώς πώς διαμορφώνομεν τας αφηρημένας ταύτας οντότητας με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία έχομεν προ ημών.
Διά να αποφύγωμεν πάσαν σύγχυσιν με τους όρους, τους οποίους μεταχειρίζεται ο Κ. Μαρξ, θα δανεισθώμεν από τον Jevons την ονομασίαν μέτρον ανταλλαγής (taux d'echange) διά να δείξωμεν την σχέσιν, εν τη οποία αντηλλάγησαν πραγματικώς δύο εμπορεύματα εν πραγματική τινι ανταλλαγή.
Μία πλήρης θεωρία της αξίας έδει να μας επιτρέπη να εξηγήσωμεν πάντα τα διάφορα μέτρα ανταλλαγής. Είναι ανάγκη άρα γε να προσθέσωμεν, ότι μία τοιαύτη θεωρία είναι αδύνατος εν τη σημερινή καταστάσει της επιστήμης και ότι τούτο θα συμβαίνει πάντοτε; Δέον όθεν να περιορισθώμεν πρώτον, όπως άλλως τε και εις τας φυσικάς επιστήμας, εις την μελέτην του κυρίου μέρους του φαινομένου και κατόπιν, εφ' όσον θα τελειοποιείται η επιστήμη, των άλλων μερών των ήττον σημαντικών (11).
Οι ξένοι προς τας μαθηματικάς επιστήμας και ενίοτε δυστυχώς και οι κάτοχοι αυτών φέρονται ακατασχέτως εις το να χρησιμοποιούν ένα μέσον όρον διά να εύρουν το κύριον μέρος φαινομένου τινός. Πολλάκις λέγουν ο μέσος όρος μη γνωρίζοντες ή μάλλον λησμονούντες ότι υπάρχει απειρία μέσων όρων. Επί παραδείγματι ο μέσος όρος της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της αρμονικής κ.τ.λ.
Ο τρόπος ούτος του ενεργείν είναι αμφίβολος και οι μέσοι ούτοι όροι δεν παριστάνουν το φαινόμενον, το οποίον θέλομεν να εξακριβώσωμεν καλύτερον από όσον θα παρίστανε τούτο αριθμός λαμβανόμενος τυχαίως μεταξύ των άκρων ορίων δεδομένης σειράς αριθμών.
Ο όρος ανταλλακτική αξία, τον οποίον χρησιμοποιεί ο Κ. Μαρξ, παριστά μίαν οντότητα, ην μόνη η ανάγνωσις του Κεφαλαίου δεν παρουσιάζει εις την ακριβή σχέσιν της με τα μέτρα ανταλλαγής, άτινα είναι τα μόνα πραγματικά γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν από της απόψεως ταύτης. Φαίνεται εν τούτοις ότι ο Κ. Μαρξ εννοεί διά της ανταλλακτικής αξίας ένα ανταλλακτικόν μέτρον, πέριξ του οποίου δέον να στρέφωνται αι πραγματικαί ανταλλαγαί ας παρατηρούμεν εις την αγοράν (12).
Και διά να καθορίση την ανταλλακτικήν ταύτην αξίαν είχεν ίσως εν νω αντίληψιν ανάλογον εκείνης, ην εκθέτει ο Stuart Mill λέγων: «όταν η προσφορά και η ζήτησις κανονίζουν ούτω τας διακυμάνσεις της αξίας, υποκύπτουν και αύται εις ανωτέραν δύναμιν, η οποία περιστρέφει την αξίαν πέριξ του κόστους της παραγωγής και η οποία θα την εσταματούσεν εις το σημείον τούτο, εάν νέαι και συνεχείς αιτίαι διαταράξεων δεν την ηνάγκαζον να παρεκκλίνη ακαταπαύστως».
Την εποχήν κατά την οποίαν ο Κ. Μαρξ ήρχιζε τας μελέτας του επί του κεφαλαίου, η «αστική πολιτική οικονομία» παρεδέχετο γενικώς ότι η ανταλλακτική αξία καθωρίζετο υπό του κόστους της παραγωγής. Ο Κ. Μαρξ αποδέχεται ως έχει την άποψιν ταύτην, εις ην όμως προσθέτει μίαν άλλην, δηλαδή ότι το κόστος τούτο της παραγωγής κανονίζεται από της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την επίτευξιν του παραχθέντος εμπορεύματος.
Η σύγχρονος πολιτική οικονομία καθορίζει σαφώς τας λειτουργίας ενός κεφαλαιούχου από τας του εργολάβου· ο Κ. Μαρξ δεν τας χωρίζει συνήθως. Αλλά τούτο δεν σημαίνει, ότι εξευρέθη το εναντίον της θεωρίας επιχείρημα· διότι επί τέλους η εργασία του εργολάβου δύναται να υπολογισθή εις την αξίαν του προϊόντος, όπως η εργασία παντός άλλου συνεργάτου της παραγωγής.
Εξαρτών το κόστος της παραγωγής εκ της εργασίας μόνον, ο Κ. Μαρξ ακολουθεί απλώς την θεωρίαν του Ρικάρδο. Συγκρίνοντες όμως τους δύο ταύτους συγγραφείς, βλέπομεν αμέσως ότι ο Ρικάρδο διά του όρου «εργασία» εννοεί τόσον την παρούσαν, όσον και την προγενεστέραν τοιαύτην, ήτις παρέχει την συνδρομήν της εις την παραγωγήν υπό μορφήν κεφαλαίου, ενώ ο Κ. Μαρξ δεν έχει υπ' όψει του ειμή μόνον την παρούσαν εργασίαν και ουχί την προγενεστέραν, την οποίαν περιλαμβάνει εις τας συνήθεις συνθήκας της παραγωγής.
Αι νέαι οικονομικαί θεωρίαι καθορίζουν τουναντίον, ότι εκ της ανταλλακτικής αξίας εξαρτάται το κόστος της παραγωγής, ήτοι ο καταβαλλόμενος διά την προμήθειαν των εμπορευμάτων κόπος (13).
Θέλοντες να απομακρύνωμεν κατά το δυνατόν παν μη ουσιώδες επιχείρημα εν τη κριτική, την οποίαν ενεργούμεν, θα αφήσωμεν ενταύθα κατά μέρος πάσαν συζήτησιν επί του σημείου τούτου των οικονομικών θεωριών. Δυνάμεθα να ακολουθήσωμεν την οδόν ταύτην τοσούτον, ευκολώτερον, όσον εις το βάθος, αι δύο θεωρίαι συμφωνούν διά ν' αναγνωρίσουν τέλος την ισότητα της ανταλλακτικής αξίας προς το κόστος της παραγωγής, γεγονός σημαντικόν διά να δυνηθώμεν να συζητήσωμεν την άποψιν του Κ. Μαρξ, συμφώνως τη οποία η ανταλλακτική αξία δεν εξαρτάται ή εκ της «απλής» εργασίας της περιεχομένης εις εμπόρευμά τι και μετρείται ακριβώς διά της ποσότητος ταύτης της «απλής» εργασίας.
Ο Κ. Μαρξ παρατηρεί, ότι ένα εμπόρευμα δύναται ν' ανταλλαγή μετ' άλλου εις διαφόρους αναλογίας. «Εν τούτοις η ανταλλακτική του αξία παραμένει αναλλοίωτος, όπως δήποτε και αν εκφρασθή αύτη, εις Χ σιγάρα, Ψ μέταξαν, Ω χρυσόν και ούτω καθ' εξής. Δέον όθεν αύτη να έχη περιεχόμενον διάφορον των εκδηλώσεων τούτων.» Το περιεχόμενον τούτο κατά τον Κ. Μαρξ είναι η αναγκαία ποσότης της απλής εργασίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος.
Αναμφιβόλως υπάρχει κάτι διακριτικόν εις τας διαφόρους εκφράσεις, ας αναφέρει ο Κ. Μαρξ, αλλά τούτο δεν είναι «περιεχόμενον του εμπορεύματος», είναι όμως, όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής, η εκτίμησις, με την οποίαν οι ανταλλαγείς εκτιμούν την αξίαν χρήσεως των ανταλλασσομένων εμπορευμάτων.
Ο Κ. Μαρξ αρνείται τούτο, διότι, κατ' αυτόν, είναι φανερόν ότι κάμνομεν αφαίρεσιν της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων, όταν ανταλλάσσωμεν ταύτα».
Όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής το αντίθετον είναι φανερόν. Έχετε ύδωρ όσον σας χρειάζεται διά τας πλέον επειγούσας ανάγκας σας και σας προσφέρουν ένα βαρέλιον ύδατος εις αντάλλαγμα του ωρολογίου σας, σεις αρνείσθε την γελοίαν ταύτην πρότασιν. Διατί; διότι, υφ' ας συνθήκας ευρίσκεσθε, η αξία χρήσεως ενός βαρελίου ύδατος, προστιθεμένη εις την ποσότητα του ύδατος, την οποίαν έχετε ήδη είναι δι' υμάς πολύ μικροτέρα της αξίας χρήσεως του ωρολογίου σας. Αλλ' εάν έχετε απόλυτον ανάγκην ύδατος διά να κορέσετε την δίψαν σας, μετ' ευγνωμοσύνης θα αποδεχθήτε τοιαύτην πρότασιν, διότι τότε η αξία χρήσεως της προσφερομένης εις υμάς ποσότητος ύδατος, σας είναι πολύ μεγαλυτέρα της αξίας χρήσεως του ωρολογίου σας.
Βλέπομεν όθεν, όταν πρόκειται μόνον περί μέτρου ανταλλαγής η αντίληψις της εις το εμπόρευμα περιεχομένης εργασίας δεν επεμβαίνει διά τον καθορισμόν των, είναι δε αδύνατον να θέσωμεν τα γεγονότα ταύτα εν αρμονία με την θεωρίαν την οποίαν εξετάζομεν.
Ο Κ. Μαρξ όμως, θέτων την θεωρίαν ταύτην, έδει να έχη υπ' όψιν του, ως άλλως τε παρετηρήσαμεν, άλλο τι ή το μέτρον ανταλλαγής (taux d' echange).
Ιδού τι θα ήτο δυνατόν να ελέγομεν. Είναι αληθές ότι ο στερούμενος ύδατος θα δώση μέγα ποσόν διά ν' αποκτήση, αλλά και τούτο θα εχρησίμευεν ως δόλωμα διά να ελκύση πολλούς κομιστάς ύδατος· ο δε συναγωνισμός των θα έχη ως αποτέλεσμα την πτώσιν της ανταλλακτικής αξίας του ύδατος και την διακύμανσιν ταύτης πέριξ μιας κανονικής αξίας. Την αξίαν ταύτην έχομεν υπ' όψει.
— Πώς θα ευρεθή το κανονικόν αυτό μέτρον ανταλλαγής; Εάν υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος έχει καθημερινώς ανάγκην ενός βαρελίου, ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον, τότε οι κομισταί του ύδατος θα εξακολουθήσουν τον συναγωνισμόν των μέχρι του σημείου, ώστε ο πόνος τον οποίον τοις προξενεί η μεταφορά του ύδατος, θα είναι ακριβώς ίσος με τον πόνον τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος το οποίον λαμβάνουν εις αντάλλαγμα της μεταφοράς ταύτης.
— Το φαινόμενον πράγματι δεν είναι και τόσον απλούν, διότι εφ' όσον η αξία του ύδατος ελαττούται η κατανάλωσίς του αυξάνει. Εν πάση όμως περιπτώσει το σημείον της ισορροπίας καθορίζεται εκ του γεγονότος, ότι αφ' ενός μεν ο καταναλωτής, διά μίαν νέαν λίτραν ύδατος προστιθεμένην εις την καθημερινήν κατανάλωσιν, θα είχεν ευχαρίστησιν ίσην εκείνης, ην θα απήλαυεν εκ της καταναλώσεως του εμπορεύματος, το οποίον έδει να έδιδε εις ανταλλαγήν της λίτρας ταύτης του ύδατος, και ότι αφ' ετέρου, οι φορείς του ύδατος, διά την μεταφοράν της νέας ταύτης λίτρας του ύδατος θα εδοκίμαζον πόνον ίσον προς εκείνον, τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος, το οποίον θα ελάμβανον ως αντάλλαγμα (14).
— Ουσιώδες επίσης είναι να παρατηρήσωμεν ότι οι ανταλλαγείς δεν οδηγούνται παρ' ενός μέσου όρου, αλλά κυρίως εκ της εκτιμήσεως της αξίας χρήσεως και του τελευταίου μορίου του ανταλλασσομένου εμπορεύματος. Εκ του γεγονότος τούτου γεννάται σειρά ολόκληρος σημαντικωτάτων φαινομένων, των οποίων ειδική περίπτωσις είναι η έγγειος πρόσοδος (rente) του Ρικάρδο. Άλλα τινά φαινόμενα εμελετήθησαν υπό συγχρόνων οικονομολόγων, οι οποίοι αντικατέστησαν τας λέξεις, υπεραξίαν (plus-value) και (moins-value) υπό αξίαν με την λέξιν πρόσοδον (15).
Από μιας απόψεως, είναι αληθές ότι η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος απορρέει εκ της αξίας του χρήσεως. Η ανταλλακτική αξία δεν απορρέει κατ' ευθείαν, αλλ' είναι η συνέπεια της σχέσεως, την οποίαν εγκαθιστά πας συμβαλλόμενος μεταξύ της αξίας χρήσεως εκείνου που λαμβάνει και της αξίας χρήσεως εκείνου που δίδει.
Πράγματι δεν αγοράζομεν εμπορεύματα· αγοράζομεν αξίας χρήσεως: Ο αγοράζων καφφέ δεν ενδιαφέρεται ποσώς εάν ο καφφές ούτος είναι σπόρος ωρισμένης χημικής συνθέσεως. Εκείνο το οποίον αγοράζει είναι η ευχαρίστησις, την οποίαν θα αισθανθή πίνων τον καφφέν του. Και την ευχαρίστησιν ταύτην συγκρίνει με την ευχαρίστησιν, της οποίας πρέπει να στερηθή δίδων εις αντάλλαγμα του καφφέ οικονομικόν τι αγαθόν, το οποίον ηδύνατο ν' απολαύση.
Διά να ακολουθήσωμεν τον συγγραφέα δεν ελάβομεν υπ' όψει τας τυχαίας διακυμάνσεις του ανταλλακτικού μέτρου, ως επίσης και τα λίαν σημαντικά φαινόμενα της εγγείου προσόδου (16). Τούτο όμως δεν αρκεί διά να στηρίξωμεν την θεωρίαν ότι η ανταλλακτική αξία μετρείται υπό της εργασίας.
Πράγματι ας υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος είναι υποδηματοποιός πληρώνων υποδήματα εις τους φορείς ύδατος, εκείνο το οποίον μας αποκαλύπτει το γεγονός της ανταλλαγής είναι η εκτίμησις της ισότητος, την οποίαν κάμνει ο υποδηματοποιός μεταξύ του κόπου του δαπανωμένου διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων και του πόνου, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος ύδατος, το οποίον θα είχεν ως αντάλλαγμα· και εκ μιας άλλης παρομοίας εκτιμήσεως ισότητος, την οποίαν κάμνουν οι φορείς ύδατος μεταξύ του κόπου, τον οποίον θα τοις έδιδεν η μεταφορά μιας νέας ποσότητος ύδατος και του πόνου, τον οποίον θα εδοκίμαζον στερούμενοι των υποδημάτων, τα οποία θα τοις επρομήθευεν η μεταφορά της ποσότητος ταύτης του ύδατος.
Αλλ' αι δύο αύται κεχωρισμέναι ισότητες δεν παρουσιάζουν τρίτην ισότητα μεταξύ του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τον υποδηματοποιόν η κατασκευή του ζεύγους των υποδημάτων και του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τους φορείς του ύδατος η μεταφορά της ποσότητος του εις αντάλλαγμα των υποδημάτων χορηγηθησομένου ύδατος. Αμφότεροι οι κόποι ούτοι είναι κυρίως υποκειμενικαί αντιθέσεις, αίτινες εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να συγκριθούν μεταξύ των, όταν πρόκειται περί διαφόρων ατόμων.
Διά να πλησιάσωμεν εις την θεωρίαν του Κ. Μαρξ, ας παραδεχθώμεν, ότι οι κόποι ούτοι είναι ανάλογοι προς την απλήν εργασίαν διά την κατασκευήν των υποδημάτων ως και προς εκείνην της μεταφοράς του ύδατος. Τούτο όμως δεν αρκεί. Δέον να υποθέσωμεν εξ άλλου ότι ουδεμία περίπτωσις, ούτε έσωθεν ούτε έξωθεν εμποδίζει τους υποδηματοποιούς και τους φορείς του ύδατος ν' αλλάξουν επάγγελμα εις τρόπον ώστε να τοις είναι αδιάφορον, εάν θα προμηθευθούν το εμπόρευμα αμέσως ή δι' ανταλλαγής.
Εν τοιαύτη περιπτώσει, πραγματικώς, ο κόπος, τον οποίον δοκιμάζει ο υποδηματοποιός διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων είναι ίσος με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων το ύδωρ, το οποίον θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα. Διά τον κομιστήν του ύδατος ο κόπος είναι ο αυτός διά την μεταφοράν του ύδατος, το οποίον δίδει εις αντάλλαγμα του ζεύγους των υποδημάτων με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε κατασκευάζων ο ίδιος το ζεύγος τούτο των υποδημάτων.
Ούτω, αφού αμφότεροι οι κόποι υπολογίζονται υπό της απλής εργασίας, η οποία ενταύθα είναι σχετική, έπεται εκ τούτου ότι αι ποσότητες της απλής εργασίας αι περιεχόμεναι εις τα υποδήματα και το ύδωρ είναι ίσαι· έχομεν δηλαδή προ ημών το θεώρημα του Κ. Μαρξ (17).
Δυστυχώς αι υποθέσεις, τας οποίας ηναγκάσθημεν να κάμωμεν διά να καθορίσωμεν την θεωρίαν ταύτην της αφαιρούν πάσαν αξίαν εάν θέλωμεν να τας χρησιμοποιήσωμεν διά να αποδείξωμεν ότι μόνη η εργασία, αποκλειομένου του κεφαλαίου, καθορίζει και μετρά την ανταλλακτικήν αξίαν. Πράγματι, μεταξύ των εξωτερικών (extrinseques) περιστάσεων, αι οποίαι εμποδίζουν τον κομιστήν του ύδατος να γίνη υποδηματοποιός και τανάπαλιν, εμφανίζεται κυρίως η διάφορος ποσότης του (απλού) κεφαλαίου του αναγκαιούντος διά τας βιομηχανίας ταύτας.
Η εξέτασις της απόψεως της χρησιμευούσης ως βάσις εις ολόκληρον την θεωρίαν του Κ. Μαρξ μας θέτει όθεν μεταξύ δύο σκοπέλων. Ή δεν δυνάμεθα να συμβιβάσωμεν την άποψιν ταύτην με τα πραγματικά γεγονότα, ή είμεθα υποχρεωμένοι να προστρέξωμεν εις υποθέσεις τοιαύτας, ώστε να μη καταλήγωμεν εις τίποτε άλλο ειμή εις την επανάληψίν των, όταν εκθέτωμεν την άποψιν ταύτην.
Πράγματι είναι φανερό ν, ότι εάν ορίσωμεν το κόστος της παραγωγής — ίσον προς την ανταλλακτικήν αξίαν — κατά τρόπον αποκλείοντα την εξέτασιν της σχέσεως προς το (απλούν) κεφάλαιον, ουδεμίαν αισθανόμεθα ακολούθως δυσκολίαν όπως αποδείξωμεν ότι το κόστος της παραγωγής και το προς αυτό ίσον, η ανταλλακτική αξία ουδαμώς εξαρτώνται εκ της χρήσεως του κεφαλαίου.
Ο Κ. Μαρξ δεν δύναται να κατηγορηθή διά τον κυκλικόν του τούτον συλλογισμόν· και δεν τον απέφυγε ειμή διότι επεφυλάχθη να δώση επακριβώς τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας χρησιμοποιήσας αορίστους εκφράσεις ως παρ. χάριν «αι κανονικαί συνθήκαι της παραγωγής», και άλλας παρομοίας.
Ωφέλιμον είναι να εξετάσωμεν εκ του πλησίον πώς εσχηματίσθη το σόφισμα τούτο, όπερ ήγαγε εις το σφάλμα τον Κ. Μαρξ.
Εις το βάθος πλείστων συζητήσεων επί ζητημάτων πολιτικής οικονομίας ευρίσκονται πάντοτε υπό μορφήν ολίγον διάφορον παρόμοια σοφίσματα. Διά ν' ανακαλύψωμεν το σφάλμα πρέπει ν' αντικαταστήσωμεν τας λέξεις διά των πραγμάτων, τα οποία συνήθως αντιπροσωπεύουν αύται, διότι συνηθέστατα ένεκα του διφορουμένου των ορισμών η petitio principii υπεισδύει εις τον συλλογισμόν.
Ο Κ. Μαρξ θέλει να αποδείξη ότι, το μέρος της ανταλλακτικής αξίας, το οποίον λαμβάνει ο κεφαλαιούχος αφαιρείται εκ της εργασίας. Εάν η ανταλλακτική αξία του προϊόντος ήτο μεγαλειτέρα του ποσού της εργασίας (υπολογιζομένου τούτου με κατάλληλον μονάδα) της περιεχομένης εις το εμπόρευμα δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο κεφαλαιούχος λαμβάνει το πλεόνασμα τούτου· αλλ' εάν η ανταλλακτική αξία του προϊόντος είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν της περιεχομένης εις το εμπόρευμα εργασίας, είνε φανερόν ότι ο κεφαλαιούχος αφαιρεί μερίδα της εργασίας ταύτης.
Εις την περιεχομένην εις το εμπόρευμα εργασίαν συμπεριλαμβάνεται εξ άλλου η αναγκαία εργασία διά την επιδιόρθωσιν των κτιρίων, των μηχανών κ.τ.λ. ως και γενικώς εκείνη διά την διατήρησιν του κεφαλαίου. Εις την χρήσιν μόνον του κεφαλαίου τούτου, ανεξαρτήτως της φθοράς του ο Κ. Μαρξ αρνείται ότι δύναται να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν.
Το πρόβλημα όθεν έχει ως εξής: το (απλούν) κεφάλαιον δύναται ανεξαρτήτως της φθοράς του να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν; ή με άλλας λέξεις: Η χρήσις του κεφαλαίου τούτου αποτελεί ναι ή όχι μέρος του κόστους της παραγωγής;
Κάθε οικονομικόν πρόβλημα εξαρτάται από ψυχολογικόν τι πρόβλημα, διότι κατά βάθος πρόκειται, ν' ανακαλύψωμεν τους κανόνας κατά τους οποίους ενεργούν οι άνθρωποι. Τα αίτια δε των ανθρωπίνων πράξεων είναι γενικώς πολυάριθμα και ως εκ τούτου πάσα θεωρία παραδεχομένη μόνον έν, και αποκλείουσα κάθε άλλο είναι ατελής. Είναι λοιπόν επάναγκες πάντοτε να βεβαιώμεθα, εάν αι αιτίαι τας οποίας παρημελήσαμεν δεν έχουν σημαντικήν επιρροήν επί των φαινομένων τα οποία μελετώμεν. Ιδού όμως πώς υποπίπτωμεν συνήθως εις λάθος.
Εάν Α, Β, Γ . . . . . είναι αιτίαι παράγουσαι φαινόμενον τι, δεν είναι δύσκολον να εύρωμεν περιπτώσεις κατά τας οποίας ενώ η Α. αιτία παραμένει σταθερά, το φαινόμενον ποικίλλει, γεγονός αποκλείον την Α. αιτίαν από του να είναι η μόνη αιτία της παραγωγής του φαινομένου. Εις τούτο απαντώμεν είτε απορρίπτοντες τας αιτίας Β. Γ . . . . . εις τας λεγομένας «κανονικάς» συνθήκας των φαινομένων, ή αποδεχόμενοι τας αιτίας ταύτας ως χαρακτηριστικάς περιστάσεις της Α. αιτίας. Είτα αποκλείσαντες a priori τας Β και Γ . . . . . δεν δυσκολευόμεθα ν' αποδείξωμεν ότι η Α. αιτία είναι η μόνη αιτία του φαινομένου.
Δεν ευρίσκεται μόνον η χρήσις του απλού κεφαλαίου εις σχέσιν με την αξίαν, αλλ' επίσης πάσαι αι περιπτώσει εν αις αύτη παράγεται. Ο Κ. Μαρξ αναγνωρίζει τούτο, αλλ' απαλλάσσεται της δυσκολίας ταύτης με τας «κανονικάς» συνθήκας της παραγωγής. «Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εις την παραγωγήν των εμπορευμάτων είναι εκείνος, τον οποίον απαιτεί πάσα εργασία εκτελουμένη με τον μέσον βαθμόν της δεξιότητος και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αίτινες εν σχέσει προς το δοθέν κοινωνικόν περιβάλλον είναι κανονικαί».
Αι κανονικαί όμως αύται συνθήκαι εξαρτώνται εκ της ποσότητος του κεφαλαίου του υπάρχοντος εις την χώραν και της διανομής της ποσότητος αυτής κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων βιομηχανιών.
«Εάν εις δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, κλωστική μηχανή είναι το κανονικόν όργανον της νηματουργίας, δεν πρέπει να θέσωμεν εις τας χείρας του νηματουργού ένα κλώστην». Βεβαίως, αλλά διά να χρησιμοποιήσωμεν μίαν κλωστικήν μηχανήν πρέπει να την έχωμεν.
Η ραπτομηχανή είναι προφανώς εις την κοινωνίαν μας το «κανονικόν» όργανον της ραπτικής· πόσαι όμως οικοδέσποιναι στερούνται μηχανών! Ποίος είναι ο κανονικός αριθμός των εν τη κοινωνία μας ραπτικών μηχανών; Είναι αδύνατον ν' απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην χωρίς να υπεισέλθη κατά το μάλλον ή ήττον κεκαλυμμένως η έννοια του (απλού) κεφαλαίου.
Εάν η εξήγησις του σοφίσματος, την οποίαν εδώσαμεν είναι αληθής, δυνάμεθα χρησιμοποιούντες τας ιδίας λέξεις να θεωρήσωμεν μίαν οιανδήποτε των αιτιών Β, Γ . . . . ως κυρίαν απορρίπτοντες τας άλλας μετά της Α αιτίας εις τας κανονικάς συνθήκας του φαινομένου.
Τούτο θα επιχειρήσωμεν να επαληθεύσωμεν επί του παραδείγματος της θεωρίας του Κ. Μαρξ. Είναι εύκολον να ίδωμεν ότι δυνάμεθα αλλάσσοντες λέξεις τινάς της θεωρίας ταύτης, ν' αποδείξωμεν ότι η ανταλλακτική αξία (18) εξαρτάται αποκλειστικώς εκ του (απλού κεφαλαίου).
Διά τούτο θα παρατηρήσωμεν κατ' αρχάς ότι τα εμπορεύματα έχουν ανάγκην διά την παραγωγήν των διαφόρων ποσοτήτων κεφαλαίου, χρησιμοποιουμένου κατά διάφορον χρονικά διαστήματα. Διά να πίωμεν ύδωρ, αρκεί να μεταβώμεν εις τον ρύακα. Διά να πίωμεν οίνον, πρέπει να σκάψωμεν το έδαφος, να φυτεύσωμεν την άμπελον, να εφοδιασθώμεν με πιεστήριον, βαρέλια, υπόγειον κ.λ.π. Διά να συλλέξωμεν κορόμηλα, αρκεί να μεταβώμεν εις το δένδρον διά να έχωμεν όμως δαμάσκηνα (reines claudte), δέον να εφοδιασθώμεν με αρπάγην.
«Της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων τεθείσης κατά μέρος δεν απομένει πλέον εις αυτά ή μία ιδιότης, ότι ταύτα είναι προϊόντα του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (19).
«Η ποσότης της αξίας ενός εμπορεύματος θα παρέμενε προφανώς σταθερά εάν ο αναγκαίος εις την παραγωγήν του χρόνος ήτο σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλλει εις κάθε τροποποίησιν της παραγωγικής δυνάμεως του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το οποίον και τούτο εξαρτάται εκ διαφόρων περιπτώσεων, μεταξύ άλλων της μέσης ικανότητος των εργατών . . . . . . των κανονικών συνδυασμών της παραγωγής, κ.λ.π.».
Τούτου τεθέντος, δυνάμεθα να εξακολουθήσωμεν και να αποδείξωμεν ότι η εργασία σφετερίζεται μέρος της υπεραξίας της δημιουργηθείσης υπό του κεφαλαίου.
Μία ράπτρια ενοικιάζει ραπτικήν μηχανήν αντί 30 λεπτών την ημέραν. Η εργασία 3 ωρών της μηχανής ταύτης παράγει: 1ο τα 30 λεπτά του ενοικίου της μηχανής· 2ο το ποσόν των 70 λεπτών, του οποίου έχει απαραιτήτως ανάγκην η εργάτρια διά να ζήση.
Αλλά «Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ» επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργασίας της ΜΗΧΑΝΗΣ· η χρήσις της λοιπόν κατά την ημέραν, και η εργασία μιας ολοκλήρου ημέρας της ανήκει. Τώρα, ότι η συντήρησις της ΜΗΧΑΝΗΣ ταύτης, δεν κοστίζει ειμή ΤΡΕΙΣ ΩΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ, αν και η μηχανή ηδύνατο να εργασθή ολόκληρον την ημέραν . . . . . τούτο είναι ιδιαιτέρας ευτυχής σύμπτωσις διά την ΕΡΓΑΤΡΙΑΝ ΑΥΤΗ προείδε την περίπτωσιν και δι' αυτό γελά». Εργάζεται την μηχανήν επί 6 ώρας και οικειοποιείται την αξίαν την δημιουργηθείσαν υπό της μηχανής κατά την τρίωρον ταύτην εργασίαν.
Δυνάμεθα όθεν να συμπεράνωμεν ότι η υπό του Κ. Μαρξ διδομένη απόδειξις της απόψεως ότι η ανταλλακτική αξία μετράται ακριβώς υπό του ποσού της εργασίας της ενσωματωμένης εις το προϊόν περιέχει επανάληψιν αρχών.
Η οικονομική παραγωγή μετατρέπει πράγματι αγαθά τινα εις άλλα, τα οποία δέον να έχουν αξίαν τινά χρήσεως (μίαν χρησιμότητα) μεγαλυτέραν εκείνης των οικονομικών αγαθών, εκ των οποίων ταύτα προέρχονται, άλλως κανείς δεν ήθελε συνεχίση την ταύτην. Το πλεόνασμα της ούτω παραχθείσης αξίας χρήσεως διανέμονται οι διάφοροι παράγοντες της παραγωγής, δηλαδή οι εργάται και οι ιδιοκτήται των οικονομικών αγαθών, οίτινες συνεργάζονται εις την παραγωγήν. Αυτή η εργασία είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως και όλα τα άλλα.
Το προϊόν γεννάται οικονομικώς εκ της ενώσεως της παρελθούσης εργασίας (απλούν κεφάλαιον) και άλλων οικονομικών αγαθών μετά της παρούσης εργασίας, όπως το ύδωρ παράγεται εκ της χημικής ενώσεως του οξυγόνου και υδρογόνου. Δεν είναι δυνατόν ν' αποδώσωμεν το οικονομικόν προϊόν εις την παρούσαν εργασίαν μη συμβαλούσης της παρελθούσης ή τανάπαλιν, όπως δεν είναι δυνατόν ναποδώσωμεν την παραγωγήν του ύδατος εις το οξυγόνον αφαιρούντες το υδρογόνον ή και τανάπαλιν.
Τώρα είναι βέβαιον ότι εάν το κράτος οικειοποιηθή όλα τα κεφάλαια θα δύναται να χορηγή ταύτα προς χρήσιν δωρεάν εις τους εργάτας εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Το αυτό θα συμβή εάν το κράτος υποδουλώσει όλους τους εργάτας, διότι τότε θα δύναται να χορηγήση δωρεάν εις τους κεφαλαιούχους την χρήσιν της εργασίας των εργατών, εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Τούτο όμως δεν είναι το απασχολούν ημάς ζήτημα, διότι ο Κ. Μαρξ καθορίζων τας απόψεις του επί της ανταλλακτικής αξίας και υπεραξίας, έχει βεβαίως υπ' όψει του τα σήμερον υπάρχοντα και όχι τα δυνάμενα να γίνουν υπό διαφόρους συνθήκας της οικονομικής οργανώσεως της κοινωνίας.
Είναι αληθώς αξιοπαρατήρητος η δυσκολία την οποίαν δοκιμάζει όχι μόνον ο Κ. Μαρξ, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμη προσπαθούντες να εννοήσουν τον ρόλον του κεφαλαίου εν τη παραγωγή. Μέρος της δυσκολίας ταύτης οφείλεται εις αίτια αισθηματικά, αλλά το κύριον μέρος πηγάζει εκ της ελλείψεως αυστηράς εφαρμογής των χρησιμοποιουμένων όρων.
Εκείνο το οποίον επηύξησε την σύγχυσιν είναι ότι συγγραφείς τινές επεφορτίσθησαν να αποδείξουν ότι το κεφάλαιον έχει δικαίωμα — ή δεν έχει δικαίωμα εις αμοιβήν τινά.
Η πολιτική οικονομία δεν ενδιαφέρεται διά τούτο. Μελετά μόνον τας συνθήκας υπό τας οποίας παράγεται και διανέμεται ο πλούτος και καθορίζει πώς δύναται τις να επιτύχη το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το άτομον και το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το είδος (20).
Ο συλλογισμός τον οποίον πολλοί αντιτάσσουν εις τας θεωρίας του Κ. Μαρξ λέγοντες: «ο ιδιοκτήτης μιας οικίας δύναται να μη δεχθή εν αυτή ουδένα, έχει το λοιπόν το δικαίωμα, εάν δεχθή ενοικιαστήν, να ζητήση ενοίκιον», περιέχει μίαν επανάληψιν αρχών, διότι αμφισβητείται ακριβώς το δικαίωμα του ιδιοκτήτου να διαθέτη την οικίαν. Το πραγματικόν ζήτημα το οποίον πρέπει να λυθή είναι μόνον εάν, εις την ώθησιν των ανθρώπων προς ανέγερσιν οικιών, το δόλωμα του ενοικίου, το οποίον θα λάβη είναι ή όχι το μέσον το παράγον το μάξιμουμ της ευτυχίας εν τη κοινωνία. Άλλοι συγγραφείς, ομιλούντες επί της ανταλλακτικής αξίας φαίνονται να παραδέχονται ότι αύτη είναι ποσόν ενεργείας — , όπως είναι η ζώσα δύναμις εις την μηχανικήν, μία δύναμις θερμότητος, ηλεκτρισμού κ.λ.π. — , ήτις δύναται μεν να τροποποιηθή ουχί όμως και να δημιουργηθή ή καταστραφή. Φαντάζονται τότε ότι εις το γεγονός ότι η χρήσις του κεφαλαίου δύναται ν' αυξήση την αξίαν, υπάρχει είδος τι δημιουργίας εκ του μηδενός, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνη αποδεκτή. Αλλ' η αξία δεν είναι παρά σχέσις, ούτε δε είναι μυστήριον ότι η χρήσις του κεφαλαίου ή παντός άλλου τρόπου παραγωγής των εμπορευμάτων δύναται ν' αλλάξη την σχέσιν ταύτην.
Μεταξύ των κυριωτέρων χαρακτήρων του κεφαλαίου ευρίσκομεν: ότι τούτο έχει την ιδιότητα της αυξήσεως της παραγωγικότητος της εργασίας (J. B. Say), ότι συνηθέστερον είναι ο καρπός της οικονομίας (Senior), ότι η δράσις του αυξάνεται εν τω χρόνω (Böhm — Bawerk). Έκαστον των χαρακτήρων τούτων εξέλεξαν κατά σειράν ως την αποκλειστικήν αιτίαν Α, η όποια παρουσιάζει το κεφάλαιον ως ένα των παραγόντων της παραγωγής και ημέλησαν τους άλλους χαρακτήρας Β, Γ . . . . . κλπ. των οποίων όμως δεν ηδύναντο να αρνηθώσι την επιρροήν είτε περιλαμβάνοντες αυτούς μεταξύ των δήθεν «κανονικών» συνθηκών, είτε χρησιμοποιούντες αυτούς, ως απλά χαρακτηριστικά του χαρακτήρος τον οποίον εξέλεξαν.
Εις την πραγματικότητα το κεφάλαιον είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως όλα τα άλλα. Είναι αληθές ότι ο άνθρωπος διά της χρήσεώς του αποφεύγει ένα κόπον ή με άλλας λέξεις ικανοποιεί ανθρωπίνην ανάγκην. Εξ άλλου όμως τούτο υφίσταται εν περιωρισμένη ποσότητι, τουλάχιστον εις την κοινωνίαν μας. Κέκτηται όθεν ιδιότητες, αίτινες μας εχρησίμευσαν διά τον καθορισμόν των οικονομικών αγαθών, και οφείλομεν κατά συνέπειαν να το αναγνωρίσωμεν ως τοιούτον.
Μία ύλη δύναται να λάβη διαφόρους οικονομικούς χαρακτήρας αναλόγως των χρήσεων, εις ας προσαρμόζεται. Επί παραδείγματι, η όρυζα δύναται να καταναλωθή απ' ευθείας υπό του κατόχου της — αυτός επίσης δύναται να την χρησιμοποιήση διά την διατροφήν ορνιθίων, τα οποία θα φάγη — δύναται αύτη να θρέψη εργάτας, οι οποίοι καλλιεργούν ορυζώνα — δύναται να θρέψη εργάτας, οι οποίοι θα κατασκευάσουν δίτροχον προς μεταφοράν της κατά την προσεχή εσοδείαν κ.λ.π.
Η οικονομική επιστήμη πρέπει να διακρίνη πάντα τα γεγονότα ταύτα. Ολίγον ενδιαφέρουν αι ονομασίαι. Εις την πρώτην περίπτωσιν, δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η όρυζα είναι οικονομικόν αγαθόν πρώτης τάξεως, και ότι εις τας άλλας περιπτώσεις είναι οικονομικόν αγαθόν δευτέρας τάξεως, τρίτης τάξεως κ.λ.π. Δυνάμεθα ακόμη να είπωμεν ότι η όρυζα η χρησιμεύουσα διά την διατροφήν των καλλιεργούντων τον ορυζώνα εργατών, και η διά την διατροφήν των εργατών αμαξοποιών, είναι κεφάλαιον.
Ανάλογα των προηγουμένων γεγονότων θα είναι και εκείνα κατά τα οποία, της ορύζης ανταλλασσομένης διά νομίσματος ο κάτοχος τούτου θα έθετε τούτου κατόπιν εις χρήσιν: ή διά να αγοράση την τροφήν του, ή διά να πληρώση την τροφήν των ορνιθίων του ή την των εργατών του ορυζώνος, ή των εργατών αμαξοποιών.
Γενικώς όθεν όταν έν και το αυτό οικονομικόν αγαθόν — ή έν και το αυτό ποσόν χρημάτων — χρησιμοποιείται κατά διαφόρους τρόπους, εκάστη των δύο τούτων χρήσεων αντιπροσωπεύει διάφορον οικονομικήν οντότητα, εκάστη δε τούτων έχει ιδίαν αξίαν χρήσεως, διά την οποίαν προσφέρουν εις την αγοράν διαφόρους τιμάς, μέχρις ότου της μιας χρήσεως εκτεινομένης της άλλης περιοριζομένης, φθάνομεν διά του παιγνίου της προσφοράς και ζητήσεως εις την ισορροπίαν των τιμών.
Αυτός ο Κ. Μαρξ μας δίδει παράδειγμα οικονομικών αγαθών φαινομενικώς ίσων, πραγματικώς όμως βαθέως διαφόρων, όταν παρατηρή ότι η ομαδική εργασία (travail collectif) αριθμού τινος εργατών είναι κατά πολύ παραγωγικωτέρα της εργασίας των ιδίων εργατών μεμονωμένων.
Μεταξύ των όρων, οίτινες διαφοροποιούν την χρήσιν των οικονομικών αγαθών, είναι τις σημαντικώτατος, ο του χρόνου κατά τον οποίον δυνάμεθα ν' απολαύσωμεν είτε απ' ευθείας το οικονομικόν αγαθόν, είτε το προϊόν του. Ο κ. Böhm-Bawerk θαυμασίως ανέπτυξεν όλας τας συνεπείας της υπό του χρόνου διαφοροποιήσεως ταύτης της χρήσεως των οικονομικών αγαθών.
Ο Κ. Μαρξ ονομάζει υπεραξίαν τον τόκον, τον οποίον ο κεφαλαιούχος λαμβάνει εις ενοίκιον του κεφαλαίου του. «Διαιρούντες το κατατεθέν κεφάλαιον διά της ετησίως καταναλισκομένης υπεραξίας, έχομεν τον αριθμόν των ετών, ή των περιόδων της παραγωγής, μετά την παρέλευσιν των οποίων το πρώτον κεφάλαιον κατηναλώθη υπό του κεφαλαιούχου και κατά συνέπειαν εξηφανίσθη».
«Ο κεφαλαιούχος φαντάζεται αναμφιβόλως ότι κατηνάλωσε την υπεραξίαν και διετήρησε την αξίαν του κεφαλαίου, αλλ' η αντίληψις αύτη δεν αλλάζει το γεγονός ότι μετά περίοδον τινά η αξία του κεφαλαίου, το οποίον του ανήκει ισούται με το ποσόν της υπεραξίας, την οποίαν απέκτησε δωρεάν (21) κατά την αυτήν περίοδον, και ότι το ποσόν της καταναλωθείσης υπ' αυτού αξίας ισούται με το κατατεθέν τοιούτον (22).
Εκ του παλαιού κεφαλαίου, το οποίον κατέθεσεν εκ των ιδίων του χρημάτων, δεν υφίσταται πλέον ούτε έν μόριον της αξίας».
Ο συλλογισμός ούτος του Κ. Μαρξ προϋποθέτει, ότι ποσόν τι εξ 100,000 δραχμών επί παραδείγματι, πληρωνόμενον σήμερον είναι το αυτό με δέκα ποσά εκ 10,000 δραχμών πληρωνομένων το πρώτον εντός ενός έτους, το δεύτερον εντός δύο ετών και ούτω καθ' εξής.
Όθεν αι δύο αύται χρήσεις ενός και του αυτού οικονομικού αγαθού δεν είναι όμοιαι και δεν θα είναι όμοιαι εις κοινωνίαν ένθα το κεφάλαιον θα είναι κοινόν, εξαιρέσει πλέον, εάν το κεφάλαιον τούτο υφίστατο εις άπειρον ποσότητα (23). Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα επληρώναμεν επίσης τίποτε διά την χρήσιν του κεφαλαίου εν κεφαλαιοκρατική κοινωνία.
Ονομάσωμεν Α την χρήσιν οικονομικού τινος αγαθού διατιθεμένου σήμερον, και Β την χρήσιν του ιδίου αγαθού διατεθιμένου εις το τέλος χρονικού τινος διαστήματος.
Εάν η αξία χρήσεως του Α ήτο δι' όλον τον κόσμον ακριβώς ίση προς την του Β ουδέποτε θα παρετηρείτο ανταλλαγή του Α διά του Β.
Διά να λάβη χώραν η ανταλλαγή αύτη δέον όπως διά τον δανειζόμενον η αξία χρήσεως του Α να είναι μεγαλυτέρα της του Β, και την διαφοράν ταύτην των δύο τούτων αξιών χρήσεως αγοράζει πληρώνων τον τόκον.
Η σύμβασις αύτη δεν διαφέρει καθόλου εκείνης, την οποίαν δύναται να συνάψη παραγωγός σίτου μετά παραγωγού οίνου. Ο πρώτος παραγωγός θα έδιδε: 1ο βάρος σίτου ίσου προς το βάρος του λαμβανομένου οίνου· 2ο έν υπόλοιπον εις χρήμα.
Ποσόν χρημάτων διαθέσιμον σήμερον διαφέρει τόσον ενός ιδίου διαθεσίμου ποσού εντός ετών τινων, όσον ο οίνος διαφέρει του σίτου. Εν τη πρώτη περιπτώσει ο χρόνος (24) είναι εκείνος, ο οποίος επιφέρει την διάκρισιν των δύο οικονομικών αγαθών, εν δε τη δευτέρα σύνολόν τι των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων.
Ως προείπομεν ήδη, εξετάζομεν ενταύθα μόνον τα γεγονότα ως ταύτα πραγματικώς εκτυλίσσονται και ουχί ως δυνατόν να εξετυλίσσοντο υπό διάφορον κοινωνικήν οργάνωσιν.
Εννοείται βεβαίως ότι μία κυβέρνησις δύναται να υποχρεώση τον κάτοχον του οικονομικού αγαθού Α να το ανταλλάξη διά του Β χωρίς να ωφεληθή τόκον· ως επίσης ηδύνατο να υποχρεώση τον παραγωγόν του οίνου και ανταλλάξη ίσον βάρος οίνου διά του σίτου χωρίς ούτος να λάβη υπόλοιπον εις χρήμα.
Αντιλέγουν συνήθως ότι αν το κεφάλαιον δεν ελάμβανε κανένα τόκον ουδείς θα εκοπίαζε διά την παραγωγήν και διατήρησιν του κεφαλαίου τούτου, ως επίσης ουδείς θα εκαλλιέργει πλέον την άμπελόν του εάν πρόκειται να υποχρεωθή να ανταλλάξη το προϊόν του με ίσον βάρος άλλου εμπορεύματος κατωτέρας αξίας. Αλλ' ο Κ. Μαρξ απαντά ότι το κράτος δύναται ν' αφαιρή από το προϊόν της εργασίας των πωλητών ό,τι αναγκαίον διά την εξασφάλισιν «της απλής και προοδευτικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως «του μαύρου ιππότου» του επονομασμένου κεφαλαιούχου.» Δυνάμεθα όμως να είπωμεν επίσης ότι το κράτος θ' αφαιρέση εκ της εργασίας των πολιτών ό,τι αναγκαίον διά την καλλιέργειαν της αμπέλου, της οποίας η απλή και προοδευτική αναπαραγωγή θα εξησφαλίζετο ούτως άνευ της επεμβάσεως του μαύρου τούτου ιππότου του επονομαζομένου αμπελουργού.
Είναι ωφελιμώτερον διά την ευημερίαν της κοινωνίας να γίνηται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου — ή η καλλιέργια της αμπέλου — διά μέσου αγγαρειών επιβαλομένων εις τους πολίτας ή ως αύτη γίνεται υπό το καθεστώς του ελευθέρου συναγωνισμού; τούτο είναι ζήτημα εξεταστέον, απολύτως όμως διακριτόν του άλλου του εάν η αξία των εμπορευμάτων δεν εξαρτάται ειμή εκ της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την παραγωγήν των.
Αλλά ποία είναι «η απλή» αύτη εργασία, η οποία μετρά την ανταλλακτικήν αξίαν (ή το κόστος, της παραγωγής);
Η εργασία, της οποίας η διάρκεια μετρά την αξίαν είναι κατά τον Κ. Μαρξ» δαπάνη απλής δυνάμεως, την οποίαν πας κοινός άνθρωπος άνευ ειδικής τινος αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του.
Ο μέσος όρος της απλής εργασίας είναι αληθές ότι είναι διάφορος κατά χώρας και εποχάς. Είναι όμως καθωρισμένος εν διδομένη κοινωνία. — Θα έπρεπε να προστεθή: με δεδομένον κεφάλαιον. — «Η σύνθετος εργασία είναι η απλή εργασία πολλαπλασιασμένη εις τρόπον ώστε μία δοθείσα ποσότης συνθέτου εργασίας αντιστοιχεί προς μεγαλυτέρα ποσότητα απλής εργασίας».
Τούτο είναι έν των σημείων εκείνων επί των οποίων σοβαρώς προσεβλήθη η θεωρία του Κ. Μαρξ. Διερωτώμεθα πώς δυνάμεθα να καθορίσωμεν τας σχέσεις ταύτας μεταξύ της απλής και συνθέτου εργασίας. Είναι φανερόν ότι έδει να τας εξεύρωμεν ανεξαρτήτως της αξίας των προϊόντων της εργασίας, διότι άλλως, εάν μετρήσωμεν την εργασίαν διά της αξίας δεν θα δυνηθώμεν είτα να μετρήσωμεν την αξίαν διά της εργασίας.
Φοβούμεθα εν τούτοις μήπως ο συγγραφεύς μας παρεσύρθη εις το σόφισμα τούτο, διότι λέγει: «Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων εκφράζονται αδιακρίτως εις χρήμα, δηλαδή εις μάζαν τινά χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου τα διάφορα είδη της εργασίας, τα αντιπροσωπευόμενα υπό των αξιών τούτων, ηλλαττώθησαν κατά τας διαφόρους αντιλήψεις εις ωρισμένα ποσά ενός και του αυτού είδους κοινής εργασίας, της εργασίας της παραγούσης τον χρυσόν και τον άργυρον» (25).
Εάν παραδεχθώμεν όθεν ότι τα διάφορα είδη εργασίας τα περιεχόμενα εις διάφορα εμπορεύματα δυνατόν να αναχθώσιν εις «απλήν» εργασίαν αναλόγως των εμπορευμάτων τούτων, ουδεμία πλέον υπάρχει δυσκολία διά να συμπεράνωμεν, ότι αι αξίαι αύται είναι ανάλογοι προς την περιεχομένην εις τα εμπορεύματα «απλήν» εργασίαν.
Χωρίς πλέον να επιμείνωμεν επί της απόψεως ταύτης ας υποθέσωμεν ότι η αναγωγή των διαφόρων ειδών εργασίας εις απλήν εργασίαν δύναται να γίνη ανεξαρτήτως της αξίας, ας υποθέσωμεν ακόμη ότι υφίσταται κοινωνία άνευ οικειοποιημένου κεφαλαίου, εν τη οποία η κυκλοφορία:
χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα, απαγορεύεται απολύτως, και ότι αι αρχικαί συνθήκαι της κοινωνίας ταύτης είναι τοιαύται ώστε τα εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται εις αυστηράς ίσας αναλογίας με αναλογίας των διαφόρων ειδών της εργασίας των χρησιμοποιηθεισών διά την παραγωγήν των. Ίδωμεν ποίας συνεπείας δυνάμεθα να έχωμεν εκ των υποθέσεων τούτων, ακολουθούντες τας αρχάς του Κ. Μαρξ.
Προς τούτο δέον κατ' αρχάς να έχωμεν υπ' όψει άλλην τινά άποψιν λίαν σημαντικήν του Κ. Μαρξ. Ούτος αναγνωρίζει «ότι εις αύξουσαν μάζαν υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή σύγχρονος ελάττωσις της αξίας του . . . οιαιδήποτε και αν είναι αι διακυμάνσεις της παραγωγικής του δυνάμεως, η αυτή εργασία, λειτουργούσα εν τω αυτώ χρόνω ορίζεται πάντοτε εν τη αυτή αξία. Παρέχει όμως εις ωρισμένον διάστημα περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική του δύναμις αυξάνει· ολιγωτέρας δ' εάν ελαττούται».
Εκ τούτου εξάγεται ότι εν τη κοινωνία, ην έχομεν υπ' όψει, ουδείς παραγωγός θα έχη συμφέρον ν' αυξήση «την παραγωγικήν δύναμιν της εργασίας του», αν και έχη τουναντίον μέγα συμφέρον, όπως η παραγωγική δύναμις της εργασίας των άλλων παραγωγών αυξηθή. Πράγματι ο ράπτης π.χ., δεν έχει κανέν συμφέρον ν' ανακαλύψη νέαν μέθοδον επιτρέπουσαν αυτώ την ελάττωσιν εις το ήμισυ του αναγκαίου χρόνου διά την κατασκευήν ενός ενδύματος. Με την μέθοδον ταύτην, «δύο ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν ενός ενδύματος προηγουμένως κατασκευασθέντος.» Εις αντάλλαγμα των δύο τούτων ενδυμάτων ο ράπτης δεν θα λάβη λοιπόν περισσότερα εμπορεύματα από όσα ελάμβανε προηγουμένως δι' ενός· εξ ου ποίον το συμφέρον του διά μίαν αύξησιν της εντατικότητος «της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας» διά την κατασκευήν ενδυμάτων; περί τούτου ο αγοραστής μόνον δύναται να ενδιαφερθή: διότι της εντατικότητος ταύτης αυξανομένης, θα έχη δύο ενδυμασίας αντί μιας εις αντάλλαγμα του αυτού ποσού προϊόντων.
Διατί ένας εργοστασιάρχης θα εχρησιμοποίει μηχανήν μη αποτελούσαν μέρος ακόμη «των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής», αφού η μηχανή αύτη «αναφέρει ποτέ περισσοτέραν αξίαν από όσην χάνει κατά μέσον όρον εκ της φθοράς της;»
Οι καταναλωταί είναι οι μόνοι ενδιαφερόμενοι όπως αι μηχαναί επί μάλλον και μάλλον τελειοποιούμεναι αποτελέσουν μέρος «των κοινωνικών συνθηκών» της παραγωγής του εργοστασιάρχου.
Διά να αποφύγωμεν την δυσκολίαν ταύτην δυνάμεθα ίσως ν' αφαιρέσωμεν την λέξιν ποτέ από την προαναφερθείσαν πρότασιν του Κ. Μαρξ και να παραδεχθώμεν ταύτην από της εννοίας ότι αι τιμαί φθάνουν σταθερόν επίπεδον ισορροπίας, τότε μόνον η μηχανή δεν αποφέρει περισσοτέραν αξίαν από όσην κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς της. Αλλά των τιμών μη φθανουσών το μόνιμον τούτο επίπεδον αμέσως μετά την εισαγωγήν μιας νέας μηχανής, θα διέλθη μικρόν τι χρονικόν διάστημα, καθ' ό η μεταβιβασθείσα αξία θα είναι μεγαλειτέρα της φθοράς της μηχανής, δηλαδή χρονικόν διάστημα, κατά το οποίον το απλούν κεφάλαιον, το οποίον αντιπροσώπευε θα παρήγεν αξίαν τινά, και τότε το πλεόνασμα τούτο της αξίας θα εχρησίμευεν ως αμοιβή διά τον εργοστασιάρχην, ίνα ούτος αποφασίση την χρησιμοποίησιν της μηχανής.
Δυστυχώς απαλλασσόμεθα ούτω μιας δυσκολίας διά να υποπέσωμεν εις άλλην, διότι ανοίγομεν ούτω την θύραν εις τας αντιλήψεις περί υπεραξιών, τας οποίας απεμακρύναμεν, διά να δυνηθώμεν να παραδεχθώμεν την θεωρίαν του Κ. Μαρξ. Εάν το κεφάλαιον δύναται να παραγάγη ανταλλακτικήν αξίαν, εφ' όσον αι τιμαί δεν έφθασαν το σταθερόν σημείον της ισορροπίας δύναται πάντοτε να παραγάγη τοιαύτας, διότι η σταθερά αύτη ισορροπία των τιμών είναι μία καθαρά αφηρημένη έννοια (abstraction), ήτις δεν υφίσταται εις την φύσιν (26).
Αι τιμαί αύται, «όπως εκφράζεται επιγραμματικώς ο Coleridge, ζητούν συνεχώς το επίπεδόν των, έκφρασις ομοιάζουσα κατά πολύ με ειρωνικόν ορισμόν θυέλλης (27), πρέπει λοιπόν να υποθέσωμεν ή ότι τα φαινόμενα της υπεραξίας δεν υφίστανται ή είναι μηδαμινής σημασίας εάν θελήσωμεν να προβώμεν εις κρίσεις υποθέτοντες επαληθεύσασαν την θεωρίαν, ότι η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος είναι ανάλογος με την ποσότητα της κοινωνικώς αναγκαίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος τούτου εργασίας. Εξ ού υποχρεούμεθα να παραδεχθώμεν ότι ο εργοστασιάρχης (όχι ο κεφαλαιούχος) δεν θα έχη συμφέρον εις την εισαγωγήν εν τη βιομηχανία του μεθόδου τινός, επιτρεπούσης την ελάττωσιν του αναγκαίου τούτου χρόνου διά την κατασκευήν. Τότε οι καταναλωταί θα είναι εκείνοι, οίτινες θα απευθυνθούν προς τα νομοθετικά σώματα διά να εύρουν δίκαιον εναντίον της ρουτίνας των εργοστασιαρχών, και διά να επιτύχουν (το απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον εις τας βιομηχανίας.
Πρέπει να υποθέσωμεν — χωρίς να δυνηθώμεν να εξηγήσωμεν το θαυμάσιον τούτο φαινόμενον — ότι αι πλειοψηφίαι των βουλών τούτων θα είναι σωφρονέστεραι, αρμοδιώτεραι και κυρίως αμεροληπτότεραι από εκείνας, που έχομεν υπ' όψει.
Αι νομοθετικαί αύται βουλαί της νέας κοινωνίας θα έχουν ν' αποφασίσουν επί παραδείγματι, ποίαν ακριβώς ημέραν το ήδη εν χρήσει σύστημα βυρσοδεψίας δεν θα πρέπη πλέον ν' αποτελή μέρος των «κανονικών συνθηκών της παραγωγής», και ποίαν ακριβώς ημέραν θα πρέπη να αντικατασταθή δι' ηλεκτρικής βυρσοδεψίας. Πρέπει επίσης όπως μη μείνη η απόφασις αύτη εις την απλήν κατάστασιν της θεωρητικής βεβαιώσεως, να ευρεθή το (απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον διά το νέον τούτο σύστημα.
Ακόμη μικρότερον θ' απασχολήσουν αν όχι τας βουλάς τουλάχιστον τους υπαλλήλους των. Π. χ., είς τινα ύψη τα δαμάσκηνα τα καλλιεργούμενα εις δικτυωτόν είναι καλύτερα των καλλιεργουμένων εις ανοικτόν αέρα. Αλλ' εάν ο τοίχος επί του οποίου θα στηριχθή το δικτυωτόν δεν θα «αποφέρη εις τα δαμάσκηνα περισσοτέραν αξίαν όσης κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς του» ποίον όφελος θα είχεν ο κηπουρός διά να το κατασκευάση; Ο τοίχος αυτός είναι χρήσιμος μόνον εις τους ανθρώπους, οι όποιοι θα φάγουν τα δαμάσκηνα.
Θα είναι πράγματι περίεργος κοινωνική κατάστασις εκείνη, εν τη οποία έκαστος αντί να επιβλέπη το ίδιόν του έργον, θα επιβλέπη το έργον του γείτονός του! Ό,τι γνωρίζομεν εκ της ανθρωπίνης φύσεως μας λέγει ότι η κατάστασις αύτη δεν θα είναι λίαν ευνοϊκή εις την πρόοδον της βιομηχανίας και εντός ολίγου θα αναγνωρισθή η ανάγκη να ψηφισθή νόμος, ο οποίος να καθορίζη την δραστηριότητα των παραγωγών. Και δυνάμει του νόμου τούτου, εάν π.χ. η έντιμος ένωσις των ραπτών ανακαλύψη και εφαρμόση μέθοδον ελαττούσαν «τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον» διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας θα ημείβετο παρά της κυβερνήσεως. Αλλά τότε η ανταλλακτική αξία των προϊόντων δεν θα είναι πλέον ανάλογος ακριβώς προς την ποσότητα της εργασίας, την οποίαν ταύτα περιέχουν, διότι ο αγοραστής θα οφείλει, επί πλέον της ποσότητος της εργασίας της περιεχομένης εις την ενδυμασίαν να πληρώση την μερίδα του επί της αμοιβής της ληφθείσης υπό των ραπτών. Ίνα μη τούτο λάβη χώραν θα έπρεπε κάθε παραγωγός ν' ανακαλύψη και να εφαρμόση συγχρόνως μίαν μέθοδον διά ν' αυξήση είς τινας καθιδρυομένας αναλογίας την αποδοτικότητα της εργασίας του. Τότε αι αμοιβαί, τας οποίας θα πληρώση ως συμβαλών, θα ηδύναντο να ανταμειφθούν δι' εκείνων, τας οποίας θα ελάμβανεν ως παραγωγός.
Τούτο όμως δεν αρκεί. Είναι φόβος μήπως το (οικειοποιημένον) κεφάλαιον επεμβαίνον μεταμορφωμένον, μολύνει την κοινωνίαν ταύτην.
Ας υποθέσωμεν την κοινωνίαν ταύτην εν Αυστραλία, αποτελουμένην εξ ενός γεωργού και ενός χρυσοθήρου. Πλην τούτων υπάρχει και κυβέρνησις· αύτη θα καθορίση την μερίδα, την οποίαν θα αφαιρή εκ του προϊόντος της εργασίας των πωλητών διά την συντήρησιν και αύξησιν του (απλού) κεφαλαίου της κοινότητος και θ' ασχολήται είτα εις την διανομήν του κεφαλαίου τούτου μεταξύ των διαφόρων χρήσεων, τας οποίας δύναται να κάμη.
Δεν θα εξετάσωμεν εάν η κυβέρνησις θα δυνηθή να εκτελέση την διανομήν ταύτην καλύτερον από τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι θα επαγρυπνούν με την ελπίδα πλουτίσεως και με τον φόβον της απωλείας των κεφαλαίων των. Πολύ πιθανόν θα παρουσιάζοντο δυσαρέσκειαι, εάν η καλή διανομή της κυβερνήσεως θα επέφερεν ελάττωσιν της παραγωγής. Η μικροτέρα μερίς των 100 φράγκων κακώς διανεμηθέντων δύναται έστω να είναι μεγαλειτέρα της μερίδος των 10 φράγκων καλώς διανεμηθείσης.
Αφήνομεν πάντα ταύτα. Τουλάχιστον όμως πρέπει να έχωμεν υπ' όψει ότι το (απλούν) κεφάλαιον το υφιστάμενον εις την κοινότητα αυτήν δεν είναι άπειρον.
Εάν δ' ήτο εις άπειρον ποσότητα, ολίγον θα ενδιέφερε εάν το κεφάλαιον τούτο ήτο ή όχι οικειοποιημένον διότι, και εις αυτήν ακόμη την κεφαλαιοκρατικήν κοινωνίαν, τίποτε δεν θα επληρώνετο διά την ενοικίασίν του· έκαστος πολίτης δεν είναι λοιπόν δυνατόν να επιτύχη παρά της κυβερνήσεως όσον κεφάλαιον θέλει διά την βιομηχανίαν του. Εξ άλλου, η κυβέρνησις δεν θα θελήση να εμποδίση τους πολίτας από μίαν οικονομίαν προς όφελος μερίδος τινός των προϊόντων, που θα κατηνάλισκον. Ας υποθέσωμεν, ότι ο υφαντουργός εξοικονόμησε κάτι. Παρετήρησε ότι οι λαγωοί καταβροχθίζουν την εσοδείαν του γεωργού. Είναι αύτη μία περίπτωσις, η οποία, όπως η δυσμενής εσοδεία περί ης ομιλεί ο Κ. Μαρξ, κάμνει ώστε «η αυτή ποσότης της εργασίας (του γεωργού) να αντιπροσωπεύηται υπό τεσσάρων μεδίμνων (σίτου) αντί ν' αντιπροσωπεύεται υπό οκτώ».
Αι καταστροφαί αι επενεχθείσαι υπό των λαγωών ηδύναντο ν' αποφευχθούν, εάν περιεκλείετο ο αγρός υπό τοίχου, τον οποίον ο υφαντουργός, χάρις εις τας οικονομίας του δύναται να κατασκευάση.
Δεν θα απευθυνθή βεβαίως ο υφαντουργός προς τον γεωργόν. Ο τελευταίος ούτος δεν έχει τίποτε να κερδίση, να παραγάγη, διά την ανταλλαγήν οκτώ μεδίμνων, οι οποίοι θα είχον την αυτήν αξίαν των τεσσάρων, τους οποίους πρότερον παρήγαγε· ο υφαντουργός θα μεταβή προς αναζήτησιν του χρυσοθήρα και ιδού ο διάλογος, ο οποίος θα ελάμβανε μεταξύ των χώραν.
Υφαντουργός. Δεν θέλω πλέον να είμαι υφαντουργός. Αναχωρώ παραλαμβάνων το όπλον μου, και θα καιροφυλακτώ ημέραν και νύκτα πέριξ του αγρού διά να φονεύσω όλους τους λαγωούς, οι οποίοι καταβροχθίζουν τον σίτον.
Σήμερον ανταλλάσσετε 10 γραμμάρια χρυσού αντί 100 χιλιογράμμων σίτου. Η ποσότης της εργασίας σας, ήτις έχει «αποκρυσταλλωθή» εις τα 10 ταύτα γραμμάρια χρυσού είναι ακριβώς ίση, λαμβανομένης υπ' όψιν της ποιότητος, προς την ποσότητα της εργασίας του γεωργού της περιεχομένης εντός 100 χιλιογράμμων σίτου.
Όταν θα φονεύσω τους λαγωούς, δεν θα υπάρχη πλέον εις τα 100 χιλιόγραμμα του σίτου ειμή το ήμισυ της ποσότητος της υπαρχούσης νυν εργασίας του γεωργού, επί πλέον όμως θα υπάρχη εργασία. Η ποσότης της πραγματικής, θα είναι μεγαλειτέρα του ημίσεος, το οποίον θα λείψη από την εργασίαν του γεωργού, αλλά θα υπολογίσω καλώς και φαντάζομαι ότι θα υπάρξη ακριβές αντιστάθμισμα. Θα λάβητε λοιπόν διά τα 10 σας γραμμάρια χρυσού την αυτήν ποσότητα σίτου εις ην θα περιέχηται η αυτή ποσότης της αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Θα διαιρέσωμεν τα 10 γραμμάριά σας του χρυσού μεταξύ του γεωργού και εμού και θα έχομεν έκαστος ανά πέντε. Έχετε καμμίαν αντίρρησιν;
Χρυσοθήρας. Ολίγον ενδιαφέρομαι διά τον τρόπον, με τον οποίον διανέμονται τον χρυσόν, τον οποίον δίδω εις αντάλλαγμα του σίτου.
Υφαντουργός. Ε! λοιπόν! θα σας ομολογήσω, ότι ουδέποτε εσκέφθην να φυλάξω πέριξ του αγρού του γεωργού, έχω ένα μυστικόν προς καταστροφήν των λαγωών και θα σας κάμνη να επωφεληθήτε του πλεονεκτήματος, το οποίον παρουσιάζει. Με τα 10 γραμ. χρυσού δεν θα έχετε 100 χιλιόγραμμα σίτου αλλά 150. Μόνον θα πρέπη να διανείμητε ως εξής τα 10 γραμ. χρυσού: Θα δώσητε τα 7 1/2 εις τον γεωργόν, διότι εις τα 150 χιλιόγραμμα θα υφίσταται ποσόν τι εκ της αποκρυσταλλωθείσης εργασίας, ακριβώς ίσον με το ποσόν της εργασίας σας, το οποίον ευρίσκεται εις τα 7 1/2 γραμ. χρυσού. Τα άλλα 2 1/2 θα δώσητε εις εμέ.
Χρυσοθήρας. Αυτό με διαφέρει μεγάλως και σας παρακαλώ πολύ να με μυήσητε εις το μυστικόν σας διά να το χρησιμοποιήσω.
Υφαντουργός. Μίαν στιγμήν. Δεν θέλω να σας εξαπατήσω. Έχετε υπ' όψει σας ότι διά τα 2 1/2 γραμ. χρυσού, τον οποίον θα μοι δώσητε, δεν θα έχετε εις αντάλλαγμα ειμή πολύ μικράν ποσότητα αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Ούτω διά τα 10 γραμμάρια χρυσού θα έχετε 150 χιλιόγραμμα σίτου και αποκρυσταλλωθείσαν εργασίαν μόνον διά 7 1/2 γραμμάρια.
Χρυσοθήρας. Και τι μ' ενδιαφέρει αυτό! Μήπως τρώγω αποκρυσταλλωμένην εργασίαν; Γνωρίζω καλώς την γεύσιν του άρτου, ουδεμίαν όμως έχω ιδέαν περί της αποκρυσταλλωμένης εργασίας.
Υφαντουργός. Δεν σας είπα ακόμη όλα. Δεν θα σας αποκρύψω ακόμη ότι δεν έχω μυστικόν κανένα. Σκέπτομαι απλώς να περιτοιχίσω τον τοίχον του γεωργού. Εάν θέλετε δύνασθε μόνος σας να το κάμετε.
Χρυσοθήρας. Αλήθεια! Και πότε θα εύρω ευκαιρίαν; Γνωρίζετε καλώς ότι υποχρεούμαι να εργάζωμαι ένδεκα ώρας την ημέραν διά να κερδίσω τα προς το ζην. Πώς θα δυνηθώ να προσθέσω εις τας τόσας ημέρας εργασίας τον αναγκαίον αριθμόν των ωρών διά την κατασκευήν του τοίχου; Δεν είναι αληθές το λεγόμενον ότι η εργασία μετράται υπό του χρόνου της διαρκείας της. Μία ώρα εργασίας προστιθεμένη εις μίαν ημέραν εργασίας τριών ωρών δεν είνε ουδόλως τόσον κοπιώδης όσον η αυτή ώρα προστιθεμένη εις την ημέραν των ένδεκα ωρών (28).
Και ούτω ας μείνωμεν σας παρακαλώ εις την πρώτην πρότασιν μου.
Ιδού λοιπόν ο υφαντουργός μας γενόμενος κεφαλαιούχος χωρίς να φαίνεται. Είναι αληθές ότι δεν χρησιμοποιεί την κυκλοφορίαν χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα.
Είναι αληθές ότι δεν οικειοποιείται ουδεμίαν υπεραξίαν παραχθείσαν διά μιας υπερεργασίας του γεωργού, αλλά δεν εδίστασε να πωλήση την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου του διά μίαν ετησίαν πρόσοδον.
Είναι, θα είπη τις, περιπτώσεις φανταστικαί, Ροβινσονιάδες, όπως τας ονομάζει ο Κ. Μαρξ. Το πιστεύετε; Τι λοιπόν! Τουναντίον ταύτα είναι γεγονότα πραγματικά, τα οποία σήμερον παρατηρούνται και τα οποία θα καταστώσι συν τω χρόνω σημαντικώτερα, εφ' όσον η κοινωνία μας θα καθίσταται επί μάλλον και μάλλον σοσιαλιστική.
Τι κάμνουν σήμερον οι κύριοι πολιτικολόγοι, όταν θέλουν να αφιερωθούν εις σοσιαλιστικόν τινα ή άλλο πείραμα; Δανείζονται από την κυβέρνησιν. Διά του μέσου των ταμιευτηρίων, συλλέγουν τους οβολούς των εργατών διά της εκδόσεως μετοχών και αξιών ηγγυημένων υπό του κράτους, σύρουν προς εαυτούς τα μεγάλα κεφάλαια.
Διά να ομιλήσωμεν ειλικρινώς ο ούτω συσσωρευμένος πλούτος καταστρέφεται κατά μέγα μέρος υπ' αυτών, ας παραδεχθώμεν όμως ότι τον χρησιμοποιούν φρονίμως· η ετησία πρόσοδος την οποίαν εν τοιαύτη περιπτώσει πληρώνει το κράτος δεν είναι της αυτής φύσεως με εκείνην, την οποίαν ο υφαντουργός θα ελάμβανε παρά του χρυσοθήρα;
Το λαϊκοσοσιαλιστικόν κράτος θα έχη ανάγκην να δανεισθή τόσον και περισσότερον από το αστικοσοσιαλιστικόν κράτος, εις το οποίον έχομεν την ευτυχίαν να ζώμεν σήμερον. Εάν δεν θέλη να πληρώση τίποτε διά την χρήσιν των ζητουμένων παρ' αυτού οικονομικών αγαθών, οι υπήκοοι του δεν θα σπεύσουν να του τα χορηγήσουν. Εάν πληρώση τι, ο κεφαλαιούχος γεννάται εκ νέου και εμφανίζεται πάλιν εν τη νέα κοινωνία. Θα είναι μάλιστα πολύ καλύτερα εκεί από την κοινωνίαν, εις την οποίαν μόνον ο ελεύθερος συναγωνισμός θα καθώριζε την διαμονήν του πλούτου, διότι συνεννοούμενος μετά των κυρίων πολιτικών — ανθρώπους, των οποίων η αρετή δεν είναι γενικώς μεγάλη — θα δυνηθή διά μιας τεχνητής αιτήσεως κεφαλαίων να υψώση το επιτόκιον και αφ' ετέρου δεν θα διατρέξη ουδένα κίνδυνον, εις όσους υπόκεινται οι κεφαλαιούχοι υποχρεωμένοι να διακινδυνεύουν τα κεφάλαιά των εις επιχειρήσεις κατά το μάλλον ή ήττον τυχοδιωκτικάς, εις τας οποίας δύνανται να χάσουν τόκον και κεφάλαιον (29).
Είναι πολύ δύσκολον να καταστραφή η ιδιοκτησία των οικονομικών αγαθών τα οποία ονομάζομεν κεφάλαια, εάν δεν καταστρέψωμεν συγχρόνως και τα άλλα οικονομικά αγαθά. Τούτο καλώς ηνόησαν σοσιαλιστικαί τινες τάσεις.
Ο Πέτρος Κροπότκιν έχει δίκαιον λέγων «ότι εις την κοινωνίαν μας υπάρχουν σχέσεις καθωρισμέναι, τας οποίας είναι υλικώς αδύνατον να τροποποιήσωμεν, εάν τας θίξωμεν μερικώς μόνον». (Η κατάκτησις του ψωμιού σελ. 57). Και είναι πολύ λογικός αρνούμενος να παραδεχθή την τιθεμένην υπό των σοσιαλιστών διάκρισιν, οι οποίοι λέγουν: «ζητούμεν την απαλλοτρίωσιν του εδάφους, του υπεδάφους, των εργοστασίων. Πάντα ταύτα είναι μέσα παραγωγής και θα ήτο δίκαιον να μετεβάλλοντο εις κοινήν ιδιοκτησίαν. Εκτός όμως τούτων υπάρχουν και τα αντικείμενα της καταναλώσεως: η τροφή, το ένδυμα, η κατοικία, τα οποία πρέπει να μείνουν ατομική ιδιοκτησία».
Λογικώς υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ των θεωριών, αι οποίαι επιζητούν την καταστροφήν ενός μόνον είδους ιδιοκτησίας — της του κεφαλαίου — και των θεωριών, των επιζητουσών την καταστροφήν πάσης φύσεως ιδιοκτησίας μηδ' αυτής της μπουκιάς του άρθρου εξαιρουμένης.
Αι πρώται ευρίσκουν αναρίθμητα εμπόδια εκ της αυθαιρέτου διακρίσεως, την οποίαν θέλουν να θέσουν μεταξύ των ιδιοκτησιών των οποίων την εξαφάνισιν επιζητούν, και εκείνων των οποίων θέλουν την διατήρησιν. Αι δεύτεραι αποφεύγουν τας δυσκολίας ταύτας υπερπηδώσαι δυσκολίας ακόμη μεγαλυτέρας, αίτινες είναι η συνέπεια της υποθέσεως ότι δυνατόν να παραμεληθή το άκρως ισχυρόν αίσθημα το ωθούν τον άνθρωπον και αυτό το ζώον εις την οικειοποίησιν των χρησίμων αυτώ αντικειμένων.
Σοσιαλιστικαί τίνες τάσεις απομακρύνουν έτι την αφετηρίαν των δυσκολιών, τας οποίας δύνανται να συναντήσουν, παραδεχόμενοι ότι η ανθρωπίνη φύσις δύναται να γίνη τελείως διάφορος της σήμερον γνωστής (30). Εάν παραδεχθώμεν την υπό θέσιν ταύτην, η φαντασία τότε ελευθέρως δύναται να δημιουργή κοινωνικά συστήματα. Δεν δυνάμεθα εις τίποτε ν' αντιτείνωμεν, διότι θα είναι πάντοτε δυνατόν να φαντασθώμεν είδος ανθρωπίνης φύσεως αποδεχομένης το προτεινόμενον σύστημα. Η πολιτική οικονομία μελετά τας πράξεις του ανθρώπου, όπως ούτος υφίσταται και όχι όπως μας αρέσει να τον φανταζόμεθα.
Δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι ο συλλογισμός μας αναφορικώς προς την παραγωγικότητα της εργασίας παρουσιάζει την αξίαν χρήσεως αυξανομένην, αλλά δεν εξηγεί την αύξησιν, η οποία εν τούτοις παρουσιάζεται εν τη κοινωνία μας εις το ποσόν των ανταλλακτικών αξιών.
Και τούτο διότι παρεδέχθημεν μίαν υπόθεσιν του Κ. Μαρξ η οποία δεν είναι εν αρμονία με τα γεγονότα. Όταν δι' ενός μέσου, το οποίον δεν είναι ευκόλως διαθέσιμον παρ' όλων παρουσιάζεται επαγγελματικόν μυστικόν, εφεύρεσις, η χρησιμοποίησις νέας ποσότητος κεφαλαίου, ελλαττούμεν κατά το ήμισυ τον αναγκαίον χρόνον διά να παραγάγωμεν ποσότητα τινά εμπορεύματος, τότε δεν είναι αληθές ότι και η ανταλλακτική αξία (τιμή) του εμπορεύματος τούτου ελλαττούται κατά το ήμισυ: Η νέα αύτη αξία θα είναι μεγαλυτέρα του ημίσεως της αρχικής αξίας, και ούτω η ανταλλακτική αξία του όλου της παραγωγής του εμπορεύματος τούτου θα είναι μεγαλυτέρα από ότι ήτο προηγουμένως.
Πρέπει εισέτι να παρατηρήσωμεν ότι και όταν ακόμη θα επιτύχωμεν ν' αποδείξωμεν ότι το μέρος της ανταλλακτικής αξίας το υπό του κεφαλαιούχου λαμβανόμενον αφηρέθη εκ της εργασίας, δεν θα έχομεν αποδείξει ότι η επέμβασις του κεφαλαιούχου προξενεί βλάβην εις τους εργάτας.
Ο Κ. Μαρξ το πιστεύει. Αλλ' εκείνο το οποίον φαντάζεται εις τον συλλογισμόν του, όπως και εις πολλούς άλλους και ιδίως εις τους συλλογισμούς των ευπίστων της σχολής του προστατευτικού εμπορίου παραδεχόμενος ότι υφίστανται τοιαύτα ακόμη μεταξύ των ανθρώπων των μη εχόντων ως δικαιολογίαν την άγνοιαν των οικονομικών νόμων = είναι ότι η λέξις αξία συγχέεται συνήθως με την λέξιν πλούτος. Είναι ολίγον αστείον να είπωμεν εις οιονδήποτε ότι του αφαιρούμεν μέρος ανταλλακτικών του αξιών και του αυξάνουμεν συγχρόνως την ευτυχίαν του· και εν τούτοις τούτο είναι πιθανώτατον διότι η ευτυχία μας εξαρτάται μόνον εκ των αξιών χρήσεως (οικονομικών χρησιμοτήτων) των αγαθών, τα οποία χρησιμοποιούμεν, και ουχί εκ των ανταλλακτικών αξιών.
Ούτω και όταν θα ηθέλαμεν αποδεχθή μετά του Κ. Μαρξ, ότι ο κεφαλαιούχος οικειοποιείται μέρος της ανταλλακτικής αξίας της δημιουργηθείσης υπό του εργάτου, δεν θα είχομεν αποδείξει εισέτι, ότι ο κεφαλαιούχος είναι επιβλαβής, διότι πιθανόν ο εργάτης να είχε ακόμη εις την διάθεσίν του σημαντικωτέραν αξίαν χρήσεως, από εκείνην, την οποίαν θα έχη εις άλλο σύστημα κοινωνικής οργανώσεως.
Θα έπρεπε να συμπληρωθή η θεωρία του Κ. Μαρξ διά του ορειχαλκίνου νόμου του Lassalle ίνα η απόδειξις συμπληρωθή. Εάν πράγματι το καπιταλιστικόν σύστημα ηνάγκαζε τον εργάτην να έχη το μίνιμουμ του απαραιτήτου διά να ζήση και αναπαραχθή, είναι φανερόν ότι εν πάσει περιπτώσει δεν θα είχε τίποτε να λάβη ή το παν να κερδίση επιχειρών την αλλαγήν του συστήματος.
Αλλ' η θεωρία αύτη του Lassalle διαψεύδεται καθ' εκάστην υπό των γεγονότων (31), και δεν δυνάμεθα να την χρησιμοποιήσωμεν ως βάσιν επιστημονικού συλλογισμού.
Η κριτική την οποίαν εκάμαμεν επί του έργου του Κ. Μαρξ είναι καθαρώς αρνητική.
Είδομεν ότι δεν ήτο δυνατόν λογικώς να παραδεχθώμεν την απόδειξιν της αντιλήψεως ότι η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων μετράται υπό του ποσού της απλής εργασίας της περιεχομένης εις αυτά. Και εξετάσαμεν πώς εγγεννάτο το σόφισμα, το οποίο καθίστα εσφαλμένον τον συλλογισμόν.
Ο Κ. Μαρξ παραγνωρίζει τον χαρακτήρα του κεφαλαίου, ότι είναι οικονομικόν αγαθόν όπως όλα τα άλλα και είς των πολλών παραγόντων της παραγωγής, της συνισταμένης απλώς εις τας τροποποιήσεις της εργασίας, των υπηρεσιών των κεφαλαίων και άλλων οικονομικών αγαθών, είς τινα οικονομικά αγαθά, τα οποία oνομάζομεν προϊόντα.
Μία συνέπεια της εις το κεφάλαιον αποδόσεως ιδιότητος οικονομικού αγαθού είναι ότι έχει τους αυτούς λόγους να αποδεχθή ή να αρνηθή, ότι τούτο έχει χρησιμότητα εν τη κοινωνία, ότι η χρήσις του κεφαλαίου πρέπει να πληρώνηται, ή ότι η χρήσις παντός άλλου οικονομικού αγαθού συμβάλλοντος εις την παραγωγήν πρέπει ν' αμείβεται.
Εξητάσαμεν επ' αυτού τας δυσκολίας τας οποίας συναντώμεν θέλοντες να καταστρέψωμεν την ιδιοκτησίαν επί του κεφαλαίου, ενώ διατηρούμεν την ιδιοκτησίαν επί των άλλων οικονομικών αγαθών.
Τέλος, ίδωμεν ότι και εάν αποδεχθώμεν την βασικήν αρχήν του Κ. Μαρξ, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ύπαρξις του κεφαλαιούχου είναι επιβλαβής εις την κοινωνίαν.
Πάντα όμως ταύτα δεν μας γνωρίζουν τας θεωρίας, αίτινες δέον ν' αντικαταστήσουν τας του Κ. Μαρξ, ούτε τα μέσα διά να επιτύχωμεν το μάξιμουμ της ευημερίας διά την κοινωνίαν.
Την απάντησιν εις τα ζητήματα ταύτα θα εύρωμεν εις την πολιτικήν οικονομίαν, των ζητημάτων δε τούτων η λύσις θα είναι η συνέπεια μιας πλήρους θεωρίας ανταλλαγής και παραγωγής.
Προ πολλού ήδη η πολιτική οικονομία απέδειξε ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι ο αναγκαίος όρος, διά την επίτευξιν του μάξιμουμ της ευημερίας του ατόμου και του είδους, και αι τελευταίαι εργασίαι της επιστήμης απέδωσαν τόσην ακρίβειαν εις την απόδειξιν του θεωρήματος τούτου, ώστε δυνάμεθα σήμερον δικαίως να το θεωρώμεν ως το μάλλον ασφαλώς βέβαιον εις την κοινωνικήν επιστήμην.
IV
Το βιβλίον του Κ. Μαρξ περιέχει επίσης αρκετά σημαντικόν περιγραφικόν και ιστορικόν μέρος επί της αγγλικής βιομηχανίας. Η λογική του μέρους τούτου φαίνεται πολύ ελαφρά. Σπανίως βλέπομεν απόπειραν συλλογισμού αυστηρού διά την σύνδεσιν των γεγονότων, εκ των οποίων ο Κ. Μαρξ εξάγει τας συνεπείας, φαίνεται δε ότι επαφίεται την φροντίδα ταύτην εις απλήν συγκέντρωσιν ιδεών κατά το πλείστον ανηκουσών εις το κεφάλαιον της συγκινήσεως.
Τούτο άλλως τε είναι το σύνηθες σύστημα των σοσιαλιστικών σχολών. Πρόκειται ν' αποδείξουν ότι γεγονότα αξιόμεμπτα είναι συνέπεια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Αποδεικνύουν, πράγμα που δεν είναι το ίδιον, ότι τα γεγονότα ταύτα συνυπάρχουν εις την κοινωνίαν μαζύ με το καπιταλιστικόν σύστημα (32). Ο συλλογισμός θα ήτο καλός μόνον δι' εκείνους, οι οποίοι διατείνονται, ότι τα πάντα είναι θαυμάσια εις τον κόσμον τούτον και ότι το καπιταλιστικόν σύστημα έχει την θαυματουργόν αρετήν να επιβάλη την δικαιοσύνην και τιμιότητα επί της γης.
Βεβαίως υπήρχον πολλαί αστείαι προσωπικότητες έτοιμαι να εκφράσωσι τον θαυμασμόν των διά την υφισταμένην κατάστασιν των πραγμάτων, να ενθουσιασθούν διά τας αρετάς των και ν' ανακράζουν μετά του Βιργιλίου.
Magnus ab integro sæclorum nascitur ordo. Jam redit er Virgo; redeunt Saturnian regna; Jam nova progenus cœlo dimittitur alto.
Μετέβαινον να διδάξουν εις τους πτωχούς, την ταπείνωσιν, την υποταγήν και το σέβας προς τους μεγάλους της γης, κατορθώσαν δ' ακόμη και να συγκινηθούν διά την τύχην των μαύρων των εργαζομένων υπό το μαστίγιον των φυτευτών της Βιργινίας. Σήμερον λιβανίζουν τους πολιτευομένους και διαδίδουν σοφίσματα διά να δικαιολογήσουν την σπατάλην του δημοσίου ταμείου. «Επενόησαν δ' ακόμη, λέγει ο Παύλος Κουριέ, ατελή τινα υπηρεσίαν, ην και ο αυλικός θα ηρνείτο, ή τουλάχιστον δεν θα εθεώρει τιμήν του να την ενεργήση».
Δεν είναι όμως μόνον οι βασιλείς, οίτινες έχουν αυλικούς, είχεν ακόμη και ο Δήμος εποχής του Αριστοφάνους· σήμερον δ' ακόμη δεν παρουσιάζεται έλλειψις τοιούτων. Αλλ' οι αυλικοί και οι συνένοχοι των πολιτευομένων αποτελούν λεγεώνα και πάντες ομού καταβροχθίζουν σοβαράν μερίδα πλούτου, τον οποίον παράγει η εργασία ηνωμένη με το κεφάλαιον.
Ο κ. W. G. Summer απέδειξε (33) ότι χάρις εις την καταστροφήν αυτήν του πλούτου συμβαίνει, ώστε οι πλούσιοι να γίνωνται, πλουσιώτεροι και οι πτωχοί πτωχότεροι. Ιδέτε εις τας Ηνωμένας Πολιτείας τας μεγάλας περιουσίας, αι οποίαι εδημιουργήθησαν διά μέσου της προστασίας ή διά παντός άλλου είδους κλοπής επιτευχθεισών χάρις εις την βοήθειαν της κυβερνήσεως· σημειώσατε όμως ότι, εάν κεφαλαιούχοι τινές κατώρθωσαν να πλουτίσουν εις βάρος άλλων κεφαλαιούχων ουδέν όμως των (οικειοποιημένων) κεφαλαίων δεν εσχηματίσθη ούτως· τουναντίον η αλλοίωσις της φυσικής διανομής του πλούτου υπήρξε αιτία μιας τεραστίας καταστροφής δημιουργουμένων κεφαλαίων, παρεμποδίσασα επίσης την αύξησιν των γενικών κεφαλαίων της χώρας κατά τόσον βαθμόν, όσον θα επετυγχάνετο αύτη με την οικονομικήν ελευθερίαν.
Και ούτως ο μέγας κλέπτης προξενεί εις την κοινωνίαν καταστροφήν μη υπολογιζομένην μόνον διά του ποσού του κλαπέντος πλούτου· διότι το μεγαλύτερον κακόν το παρεμποδίζον την παραγωγήν σημαντικής ποσότητος πλούτου είναι η έλλειψις ασφαλείας ήτις θα υπήρχε υπό σύστημα οικονομικής ελευθερίας.
Διά παρομοίαν αιτίαν αι κοινότητες του Μεσαιώνος εύρον συμφέρον των να πληρώσουν ισχυρά ποσά διά ν' απαλλαγούν της προστασίας των κυρίων των. Και αν διά ν' απαλλαγούν σήμερον της προστασίας των πολιτευομένων ήτο δυνατόν να ακολουθηθή η αυτή οδός, πάντες θα το απεδέχοντο.
Πλείστοι καταχρώνται των θεωριών της πολιτικής οικονομίας και ατιμάζουν την επιστήμην διά να δικαιολογήσουν τα κακουργήματα των πολιτευομένων. Διά των σοφισμάτων των ενθυμίζουν τους καζουιστάς ότι ο Πασχάλ έθεσε υπό το μαρτύριον εις τα Provemiales. Αι αυταί μέθοδοι, οι αυτοί συλλογισμοί, η αυτή απουσία ηθικού αισθήματος παρατηρούνται. Τας αρχάς της επιστήμης αναγνωρίζουν και αυτοί και διαδηλούν δημοσίως την αλήθειάν των, εν τούτοις όμως διά σειράς δολίων συλλογισμών εξάγουν συμπεράσματα άτινα αποκρούει ο κοινός νους.
Πόσοι διακηρύσσουν εαυτούς συμπαθείς προς την ελευθέραν ανταλλαγήν και καταλήγουν επιδοκιμάζοντες τα μέτρα του προστατευτικού συστήματος. Πόσοι δήθεν οικονομολόγοι, αφού αξιωματικώς το κράτος διεκήρυξεν ότι το κράτος δέον να επαγρυπνή επί της ακεραιότητος των νομισμάτων, καταλήγουν, όπως δικαίως τους μέμφεται ο Κ. Μαρξ, εις το να επιδοκιμάζουν τας κυβερνήσεις, αι οποίαι τα κιβδηλοποιούν.
Παρετηρήθησαν εις την Ιταλίαν κυβερνήσεις εκδίδουσαι κίβδηλον χαρτονόμισμα, το οποίον διένειμαν εις τας επιχειρήσεις τας διατελούσας υπό την προστασίαν των. Παρετηρήθησαν κυβερνήσεις, αίτινες αντί να επαγρυπνούν διά την εφαρμογήν του νόμου επίεζον τραπέζας εκδόσεως τραπεζογραμματίων εις το να τον παραβαίνουν. Κατέληξαν μέχρι του σημείου να κλείσουν τους οφθαλμούς των εις τα σκάνδαλα της Τραπέζης της Ρώμης, διότι η τράπεζα τοις παρέσχε υπηρεσίας και χρήμα διά τας εκλογάς.
Άνθρωποι αποκαλούντες εαυτούς οικονομολόγους προσεπάθησαν να δικαιολογήσουν τας ενόχους ταύτας μηχανορραφίας υπαινισσόμενοι την «κατεύθυνσιν της προθέσεως» ήτις, κατ' αυτούς ήτο αγνή τιμία.
Η πολιτική οικονομία δεν είναι υπεύθυνος διά τα σοφίσματα ταύτα· υπενθυμίζοντες την θεωρίαν κατά την οποίαν ελεύθερος συναγωνισμόν παράγει το μάξιμουμ της ευμερίας διά τον άνθρωπον και το είδος, δεν ηθελήσαμεν ουδ' επί στιγμήν να δικαιολογήσωμεν τας καταχρήσεις, αίτινες λαμβάνουν χώραν εν τη κοινωνία μας.
Τας καταχρήσεις ταύτας, τας οποίας οι ελεύθεροι οικονομολόγοι πάντοτε απεδοκίμασαν, τας εγκαταλείπωμεν εξ ολοκλήρου εις την μήνιν των σοσιαλιστικών σχολών. Ας παρατηρηθή όμως ότι σχεδόν όλαι εδημιουργήθησαν ένεκα της επεμβάσεως του κράτους. Είναι δε τελείως απίθανον ότι η επέκτασις των δικαιωμάτων του κράτους θα θεραπεύση το κακόν. Ο αστικός σοσιαλισμός, ο οποίος κατέκλυσε την κοινωνίαν μας ενεργεί με τας αυτάς αρχάς, με τας οποίας και ο λαϊκός ο επιζητών την αντικατάστασιν του πρώτου. Αι καταχρήσεις του ενός μας κάμουν να προΐδωμεν τας καταχρήσεις του άλλου.
Είναι δε τιμή και δόξα της πολιτικής οικονομίας το γεγονός ότι από του Adam Smith μέχρι σήμερον, απεκάλυψεν αύτη εις τον κόσμον τα δημιουργηθέντα κακά διά της αυθαιρέτου επεμβάσεως των κυβερνήσεων διανεμουσών εις τους οπαδούς των τον παραχθέντα εις την χώραν πλούτον· εις μάτην επεχείρησαν να υποβιβάσωσι την αξίαν των έργων του Bartiat και να εισαγάγουν εν τη επιστήμη μεταφυσικάς αντιλήψεις, εκ των οποίων αύτη είχεν απαλλαγή. Υπάρχει μεγαλυτέρα γνώσις, το σατυρικόν έργον του Bartiat, «la Physiologique de la Spoliation» παρά εις τους ογκώδεις τόμους των από καθέδρας σοσιαλιστών.
Φυσικά ο Κ. Μαρξ απέχει πολύ από του να αναγνωρίση την ελαχίστην αξίαν εις τας θεωρίας της οικονομικής επιστήμης. Διευθύνει τα ισχυρότερα βέλη του εναντίον «της αστικής πολιτικής οικονομίας», και την καθιστά υπεύθυνον διά πάσαν ανοησίαν, γραφομένην υπό παντός «αστού» συγγραφέως. Το μικρότερον ελάττωμα των οικονομολόγων είναι ότι είναι «συκοφάνται», ότι συγγράφουν «παιδαριώδεις θεωρίας».
Εξ άλλου θέτει κατά μέρος τους φυσιοκράτας, αλλά συγκεντρώνει όλας τας άλλας οικονομικάς σχολάς, και ο αναγνώστης πρέπει να υπολογίζη επί των ιδίων φώτων διά να δυνηθή να χωρίση τα σφάλματα, με τα οποίαι επιβαρύνουν τους ελευθέρους οικονομολόγους από τα σφάλματα των άλλων συγγραφέων ως του Thiers, οι οποίοι δεν θα έπρεπε να υπολογισθούν μεταξύ των οπαδών του κατηραμένου laisser — faire.
Ο Κ. Μαρξ αναφέρει καί τινα Edmond Potter, ο οποίος κατά το 1863 ήθελε να εμποδίση την μετανάστευσιν των Άγγλων εργατών. Ο κύριος ούτος έγραφε: «ενθαρρύνετε ή επιτρέπετε την μετανάστευσιν της δυνάμεως της εργασίας και τι θα απογίνη ο κεφαλαιούχος; Ο Κ. Μαρξ μέμφεται δικαίως τας λέξεις ταύτας, αλλά διατί δεν λαμβάνει υπ' όψει ότι εις το σημείον αυτό τουλάχιστον οι συκοφάνται της ελευθέρας πολιτικής οικονομίας, «οι ιδεολόγοι του κεφαλαίου» έχουν την ευτυχίαν να συμφωνούν μετ' αυτού; Παν μέτρον τείνον εις την παρεμπόδισιν του εργάτου του διαθέτειν ελευθέρως την εργασίαν του και τον εαυτόν του κατηγορείται υπό της σχολής του laisser—faire· Νυν δε ο κ. de Molinari επέμεινε πολύ επί της πραγματοποιηθησομένης προόδου εν τη κοινωνία μας, ίνα ο εργάτης δυνηθή ευκόλως να προσφέρη την εργασίαν του εν τη αγορά, εν τη οποία αύτη αμείβεται καλύτερον (34).
Δεν πρέπει επίσης να λησμονήσωμεν ότι αι προθέσεις των εργοδοτών περί παρεμποδίσεως της μεταναστεύσεως των εργατών ουδεμιάς έτυχον υποστηρίξεως παρά της Αγγλικής κυβερνήσεως, ωθουμένης από τας φιλελευθέρας αρχάς του Cobden και John Bright, ενώ τελευταίως εν Ιταλία, μία κυβέρνησις προστατευτική εξέδιδε διά να φανή ευάρεστος είς τινας γαιοκτήμονας φίλους της, αποφάσεις κανονιζούσας δήθεν την μετανάστευσιν κυρίως όμως δυσχεραινούσας αυτήν.
Επί πολλών άλλων ακόμη σημείων οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι συμφωνούν με τον Κ. Μαρξ· π. χ. κατηγορούν την εκμετάλλευσιν της εργασίας των γυναικών και παιδίων από τα άτομα υπό την προστασίαν των οποίων διατελούν. Η συμφωνία όμως σταματά όταν πρόκειται να ευρεθή η αιτία των γεγονότων τούτων.
Διά τον Κ. Μαρξ η αιτία ευρίσκεται μόνον εις το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα· αλλ' εάν τούτο ήτο αληθές το αποτέλεσμα δεν θα εξηφανίζετο μετά της αιτίας του; Ενώ όλως τουναντίον παρατηρούμεν, διότι τας γυναίκας και τα παιδία τα κακομεταχειρίζονται περισσότερον εις τας πρώτας κοινωνίας, ένθα δεν υφίστατο κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, και όπου αύται ευρίσκονται εις πρωτόγονον κατάστασιν, ενώ εις την κοινωνίαν μας έτυχον αναπτύξεως σημαντικής (35).
Βεβαίως αν δεν υπήρχον εργοστάσια ο πατήρ δεν θα ηδύνατο να απέστελλεν εκεί τα τέκνα του.
Αλλά δεν υπάρχει άλλο μέσον διά να επωφεληθή αυτών; Η σωματεμπορία υφίσταται ακόμη εν Ευρώπη.
Τελευταίως συνελήφθη εις Τεργέστην άτομόν τι αναχωρούν διά τας Ινδίας με πολλάς νεαράς κορασίδας, τας οποίας θα παρέδιδεν εις τους Radjahs. Ίσως και να ήσαν αφιερωμέναι εις τους μεγάλους τούτους, περί ων ομιλεί ο Κ. Μαρξ και θα επληρώνοντο με το ένα εκ των τριών μερών, του αφιερωμένου προϊόντος «διά την απλήν και προοδευτικήν παραγωγήν του κεφαλαίου». Εις την Νεάπολιν πατέρες πωλούν τα τέκνα των διά να επαιτούν εις τους δρόμους και να παίζουν όργανα. Η τύχη των πτωχών τούτων μικρών αθλίων δεν είναι ολιγώτερον σοβαρά εκείνης, την οποίαν περιγράφει ο Κ. Μαρξ, σχετικώς με τα παιδία τα εργαζόμενα εις τα αγγλικά εργοστάσια.
Ίσως θα μας είπουν ότι η δυστυχία αναγκάζει τους πατέρας εις την ακρότητα ταύτην. Τούτο είναι αληθές, αλλά τι έπεται εκ τούτου; Η δυστυχία αύτη δεν είναι ο αποκλειστικός σκοπός του καπιταλιστικού συστήματος, αφού υφίσταται εις κοινωνίας, εις τας οποίας το σύστημα τούτο δεν υπάρχει. Εν πάση περιπτώσει είναι ανωφελές να σταματώμεν επί των αποτελεσμάτων της δυστυχίας, διότι αν υφίσταται σύστημα, διά του οποίου τούτο αποφεύγεται, ουδείς λογικός και τίμιος θα αντετίθετο.
Διά να λύσωμεν έν τοιούτον πρόβλημα δεν αρκεί να σημειώσωμεν απλώς τα κακά εξ ων πάσχει η κοινωνία μας. Πρώτον διότι πρέπει να χωρίσωμεν τα παραγόμενα υπό του αστικού σοσιαλισμού, όστις χάρις εις τους πολιτευομένους κατακλύζει επί μάλλον και μάλλον την κοινωνικήν μας οργάνωσιν (36), από εκείνα τα οποία είνε συνέπεια του ελευθέρου συναγωνισμού. Κατόπιν διότι θα πρέπη να αποδείξωμεν ότι έν άλλο σύστημα θα περικλείη ολιγώτερα, και τούτο μέχρι σήμερον δεν έγεινεν.
Η εν τούτω άποψις της πολιτικής οικονομίας θαυμασίως εξεφράσθη υπό του κ. Demolinari, του οποίου δεν έχομεν παρά να μεταφέρωμεν τας λέξεις.
«Η παραγωγή ηύξησεν, ο πλούτος επολλαπλασιάσθη, η αλληλεγγύη επεξετάθη, ο πόλεμος έπαυσε να είναι αναγκαίος διά να περιφρουρήση τον πολιτισμόν, αλλ' η ομαδική και η ατομική κυβέρνησις δεν κατώρθωσεν εισέτι να συμμορφωθή προς τας νέας συνθήκας της ζωής, τας οποίας η οικονομική πρόοδος εδημιούργησεν εις τας κοινωνίας και τα άτομα. Η τήρησις των ομαδικών και ατομικών δικαιωμάτων και καθηκόντων δεν επραγματοποίησεν ουδεμίαν σημαντικήν πρόοδον· δυνάμεθα να υποστηρίξωμεν ακόμη όχι εάν επροώδευσεν είς τινα σημεία, εις άλλα οπισθοδρόμησε.
Αντί να εφαρμόσουν ακριβέστερον τους θετικούς νόμους εις τα φυσικά δικαιώματα των ατόμων τι κάμνουν αι κυβερνήσεις; Επεκτείνουν καθ' εκάστην αυθαιρέτως διά των νόμων των μονοπωλίων και της προστασίας, την ιδιοκτησίαν και ελευθερίαν των μεν εις βάρος της ιδιοκτησίας και ελευθερίας των δε, προστατεύουν τα κέρδη των βιομηχάνων και τας προσόδους των ιδιοκτητών, εναντίον των ημερομισθίων των εργατών, μέχρις ότου οι εργάται κύριοι της μηχανής υπαγορεύσουν νόμους, προστατεύσουν τα ημερομίσθιά των εις βάρος των κερδών των βιομηχάνων και των προσόδων των ιδιοκτητών. Εξαναγκάζουν όλας τας υπάρξεις εις μίαν μόνιμον αστάθειαν πότε ανυψούσαι και πότε περιορίζουσαι τα εμπόδια, τα οποία έστησαν εναντίον της ελευθερίας της εργασίας και της ανταλλαγής. Αντί να συμφωνήσουν διά να εξασφαλίσουν την ειρήνην, όπως τούτο θα κατορθούτο με μίνιμουμ δαπάνης, επιδεινώνουν συνεχώς το βάρος της προετοιμασίας του πολέμου, αναμένουσαι την κατάλληλον στιγμήν διά να τον εξαπολύσουν καταστρεπτικώτερον και αιματηρότερον παρά ποτέ. Πανταχού αι κυβερνώσαι τάξεις έχουν υπ' όψιν των μόνον τα σημερινά και εγωιστικά συμφέροντά των και χρησιμοποιούν την εξουσίαν των διά την ικανοποίησίν των χωρίς να ενδιαφέρωνται να μάθουν εάν ταύτα είναι σύμφωνα ή όχι προς το γενικόν και μόνιμον συμφέρον της κοινωνίας».
Το συμφέρον τούτο η Πολιτική οικονομία λέγει ότι δεν δύναται άλλως να επιτευχθή ειμή διά του ελευθέρου συναγωνισμού, ότι παν προ αυτού τιθέμενον εμπόδιον είναι επιβλαβές, ότι προστασία (προστατευτικόν σύστημα) σημαίνει καταστροφή πλούτου, και τέλος ότι το πλείστον των κακών, των παρατηρουμένων εν τη κοινωνία μας, προέρχεται, όπως λέγη ο κ. καθηγητής Todde, όχι από κατάχρησιν ελευθερίας, αλλά τουναντίον από την έλλειψιν της αναγκαίας ελευθερίας. Όλα τα γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν, μας οδηγούν εις το συμπέρασμα τούτο, όπως και κάθε νέον παρατηρούμενον γεγονός το επιβεβαιοί.
Από οιονδήποτε μέρος και εάν προέρχεται πάσα προσβολή εναντίον της οικονομικής ελευθερίας είναι κακόν. Εάν η ελευθερία αύτη παραβιάζεται είτε εν ονόματι του αστικού σοσιαλισμού είτε εν ονόματι του λαϊκού τοιούτου το αποτέλεσμα είναι το ίδιον, δηλαδή καταστροφή πλούτου, η οποία εις το τέλος επιβαρύνει το πτωχότερον μέρος και κατά συνέπειαν τον πολυαριθμότερον πληθυσμόν, του οποίου τας δυστυχίας επιδεινώνει.
Vilfredo Pareto
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι. ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ
I. Οι δύο συντελεσταί του εμπορεύματος: αξία χρήσεως και ανταλλακτική αξία ή κυρίως αξία.
Το εμπόρευμα είναι αντικείμενον, όπερ αποκτώμενον διά της ανθρωπίνης εργασίας, αντί να καταναλίσκεται υπό του παραγωγού του ανταλλάσσεται και διά των ιδιοτήτων του ικανοποιεί πάσαν ανάγκην του ανθρώπου αμέσως μεν ως μέσον συντηρήσεως, εμμέσως δε ως μέσον παραγωγής.
Η χρησιμότης είναι λοιπόν η πρώτη, η απαραίτητος ιδιότης του εμπορεύματος· η χρησιμότης, η εκδηλουμένη εν τη χρήσει ή εν τη καταναλώσει, του δίδει την αξίαν χρήσεως.
Και ακριβώς διότι το εμπόρευμα κέκτηται αξίαν χρήσεως, αποκτά και ανταλλακτικήν αξίαν. Προϊόν τελείως άχρηστον δεν είναι δυνατόν να είναι ανταλλάξιμον. Εμπορεύματα φύσεως διαφόρου, ανταλλάσσονται εις αναλογίας διαφόρους· δεν ανταλλάσσομεν μίαν λίτραν σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής, ούτε λίτραν σίτου αντί λίτρας αδαμάντων αλλ' ανταλλάσσομεν πολλούς στατήρας σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής και πλείστα εκατόλιτρα σίτου αντί ενός αδάμαντος.
Ίνα δύο εμπορεύματα φύσεως και αναλογίας διαφόρου δύνανται ν' αξίζουν εξ ίσου πρέπει και τα δύο να περιέχουν εν ίση ποσότητι κοινήν σύμμετρον ύλην.
Τετράγωνον ισούται προς τρίγωνον, όταν αι γραμμαί του περιβάλουν ίσην επιφάνειαν· η επιφάνεια είναι το κοινόν γνώρισμα όλων των σχημάτων της επιπέδου γεωμετρίας.
Τι το κοινόν το ενυπάρχον εις όλα τα εμπορεύματα; Δεν δύναται να είναι φυσική τις ιδιότης, αφού αι φυσικαί ιδιότητες είναι ακριβώς εκείναι, διά των οποίων διαφέρουν τα εμπορεύματα.
Μήπως άραγε είναι η χρησιμότης, η ιδιότης εκείνη, η πράγματι κοινή εις όλα τα εμπορεύματα;
Ούτε η χρησιμότης, αφού ανταλλάσσομεν αδάμαντα χρησιμότητος τόσον περιωρισμένης έναντι εκατολίτρων σίτου, του χρησιμοτέρου δημητριακού προς διατροφήν των ανθρώπων, και αφού δίδομεν διά μίαν χρυσήν λίραν, στατήρας ολοκλήρους σιδήρου, του χρησιμοτέρου των μετάλλων. Εις την Ομηρικήν εποχήν, ότε ο ορείχαλκος εχρησιμοποιείτο διά την κατασκευήν των ξιφών και διαφόρων άλλων οπλισμών, οι ήρωες της Ιλιάδος εθεώρουν τον σίδηρον ως πολύτιμον μέταλλον. Εις την πρόοδον της εκπολιτισμένης παραγωγής οφείλεται, ότι αντικείμενα πρώτης χρησιμότητος ανταλλάσσονται εν μεγαλυτέρα αναλογία έναντι αντικειμένων μικροτέρας χρησιμότητος.
Παρ' εκτός της χρησιμότητος, τα εμπορεύματα έχουν και άλλην τινα κοινήν ιδιότητα: Είναι όλα προϊόντα της εργασίας του ανθρώπου και διά να δημιουργηθούν εχρειάσθη δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως.
Ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν παρεσχέθη η εργασία, είτε δι' αναζήτησιν αδάμαντος, είτε διά μεταφοράν ύδατος ή ραφήν ενδύματος, παριστά πάντοτε φθοράν τινα της ανθρωπίνης μηχανής. Ούτως ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν καταναλίσκεται η θερμότης ενός τόννου άνθρακος είτε προς έλξιν βαγονιών, είτε προς ύφανσιν βάμβακος, εκτύπωσιν εφημερίδος, παραγωγήν ηλεκτρισμού και φωτός, είναι πάντοτε φθορά καυσίμου ύλης, δαπάνη θερμίδων και τέλος δαπάνη κινήσεως. Όταν δ' ο δόκτωρ Meyer εύρε το μηχανικόν ισοδύναμον της θερμότητος, οι φυσικοί ηδυνήθησαν να παρακολουθήσουν, εις όλας της τας μεταμορφώσεις την ενιαίαν δύναμιν, την κίνησιν. Η αξία είναι ο γόρδιος δεσμός της πολιτικής οικονομίας, ως παρετήρει ο Ricardo.
Ο γνωρίζων το συστατικόν στοιχείον της αξίας κρατεί εις χείρας του το νήμα της Αριάδνης, το οποίον θα τον οδηγήση εις τον δαίδαλον της παραγωγής και ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Η δύναμις — εργασία του ανθρώπου, είναι η μόνη δύναμις η δημιουργούσα αξίας, και τα εμπορεύματα θεωρούνται αξίαι, διότι περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν.
Το εμπόρευμα πριν εισέλθει εις την ανταλλαγήν είναι αξία, ήτοι αποταμιευτής ανθρωπίνης δυνάμεως και δεν ανταλλάσσεται παρά μόνον διότι είναι αξία. Το ύδωρ ποταμού και ο αήρ της ατμοσφαίρας, αν και απαραίτητα εις την ζωήν, δεν είναι αξίαι, ως μη περιέχοντα ανθρωπίνην εργασίαν.
Εάν όμως χρησιμοποιούμεν ανθρωπίνην εργασίαν, πιέζοντες τον αέρα και μεταφέροντες ύδωρ εις οικίαν ή την Σαχάραν, αμέσως τότε το ύδωρ και ο αήρ αποβαίνουν αξίαι και ανταλλάσσονται.
Κατά ποίον τρόπον μετράται η αξία;
Τις ερωτών επί της τιμής δύο εμπορευμάτων της αυτής πρώτης ύλης και της αυτής χρησιμότητος, επί παραδείγματος δύο καθισμάτων εκ δρυός, ων το έν έχει τους πόδας στρεπτούς και το ερεισίνωτον επεξεργασμένον, δεν ήκουε τον κατασκευαστήν ν' απαντά:
— Το κάθισμα αυτό είναι ακριβώτερον διότι εχρειάσθη περισσοτέραν εργασίαν ή εκείνο, του οποίου οι πόδες και το ερεισίνωτον είναι απλά.
Η τόσον συνήθης αύτη φράσις, ως αλήθεια de la Palisse, είναι η μόνη απάντησις εις την ανωτέρω τεθείσαν ερώτησιν. Διότι, λέγουν ο Α. Σμιθ και ο Ricardo: «το προϊόν δύο ημερών ή δύο ωρών εργασίας αξίζει το διπλάσιον εκείνου, όπερ συνήθως απαιτεί μία ημέρα ή μία ώρα εργασίας»(37).
Αλλ' υπάρχει εργασία και εργασία, όπως υπάρχη θεωρία και θεωρία. Θα ηδύνατό τις να φαντασθή ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του ποσοστού της δαπανηθείσης κατά την παραγωγήν του εργασίας, το εμπόρευμα θα είχεν αξίαν τόσω μεγαλυτέραν, όσον ο άνθρωπος είναι οκνηρός και ανίκανος, διότι χρησιμοποιεί περισσότερον χρόνον εν τη κατασκευή του.
Αλλ' η εργασία, η αποτελούσα την ουσίαν της αξίας των εμπορευμάτων, είναι εργασία ίση και αδιαίρετος, δαπάνη της αυτής δυνάμεως. Η δύναμις της εργασίας της κοινωνίας ολοκλήρου, η εκδηλουμένη εν τω συνόλω των αξιών, δεν υπολογίζεται κατά συνέπειαν ή ως ενιαία δύναμις αν και συγκειμένη εξ αναριθμήτων ατομικών δυνάμεων. Εκάστη ατομική δύναμις εργασίας είναι ίση προς πάσαν άλλην, εφ' όσον κέκτηται τουλάχιστον τον χαρακτήρα μιας μέσης κοινωνικής δυνάμεως και λειτουργεί ως τοιαύτη, ήτοι χρησιμοποιεί εν τη παραγωγή ενός εμπορεύματος κατά μέσον όρον τον αναγκαίον χρόνον εργασίας ή τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον εργασίας.
Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εν τη παραγωγή των εμπορευμάτων είναι ο απαιτούμενος διά πάσαν εργασίαν εκτελουμένην διά του μέσου βαθμού της επιτηδειότητας και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αι οποίαι εν σχέσει προς το δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, είναι κανονικαί.
Μετά την εις Αγγλίαν εισαγωγήν της δι' ατμού υφαντουργίας εχρειάσθη ίσως κατά ήμισυ ολιγωτέρα εργασία ή άλλοτε διά την μετατροπήν εις ύφασμα ποσότητος νήματος. Ο εργαζόμενος διά των χειρών υφαντουργός είχε πάντοτε ανάγκην του αυτού χρόνου διά να εκτελέση την μετατροπήν ταύτην. Έκτοτε όμως το προϊόν της ατομικής εργατικής του ώρας δεν αντεπροσώπευε πλέον ή το ήμισυ μιας κοινωνικής εργατικής ώρας και δεν απέδιδε πλέον παρά το ήμισυ της πρώτης αξίας.
Το ποσοστόν λοιπόν μόνον της εργασίας ή ο χρόνος της εν δεδομένη κοινωνία αναγκαίας προς παραγωγήν ενός είδους εργασίας είνε εκείνος ο οποίος καθορίζει την ποσότητα της αξίας. Έκαστον κατ' ιδίαν εμπόρευμα θεωρείται γενικώς ως μέσον υπόδειγμα του είδους του. Τα εμπορεύματα εν οις περιέχονται ίσαι ποσότητες εργασίας ή τα οποία δύνανται να παραχθούν εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι, έχουν κατά συνέπειαν ίσην αξίαν. Η αξία εμπορεύματός τινος ευρίσκεται ως προς την αξίαν παντός άλλου εμπορεύματος, εις την αυτήν σχέσιν, εν η ο χρόνος της αναγκαίας διά την παραγωγήν του ενός ευρίσκεται προς τον χρόνον της αναγκαίας εργασίας διά την παραγωγήν του άλλου. Η ποσότης της αξίας εμπορεύματός τίνος θα παρέμενε προφανώς σταθερά, εάν ο αναγκαίος διά την παραγωγήν του χρόνος παρέμενεν ωσαύτως σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλει εις κάθε μετατροπήν της παραγωγικής δυνάμεως της εργασίας, ήτις πάλιν εξαρτάται εκ διαφόρων συνθηκών, ήτοι μεταξύ των άλλων εκ της μέσης ικανότητος των εργατών, εκ της αναπτύξεως της επιστήμης και του βαθμού της τεχνικής εφαρμογής της εκ των κοινωνικών συνδυασμών της παραγωγής, της εκτάσεως και αποτελεσματικότητος των μέσων της παραγωγής και των καθαρώς φυσικών συνθηκών. Η αυτή ποσότης εργασίας αντιπροσωπεύεται, π. χ. υπό οκτώ μεδίμνων σίτου, εάν η εποχή είναι ευνοϊκή και υπό τεσσάρων μόνον μεδίμνων εν εναντία περιπτώσει. Η αυτή ποσότης εργασίας αποδίδει περισσοτέραν ύλην μετάλλου εις τα πλούσια μεταλλεία παρά εις τα πτωχότερα κ.λ.π. Οι αδάμαντες παρουσιάζονται σπανίως εις τα ανώτερα στρώματα του γηίνου φλοιού. Ούτω χρειάζεται κατά μέσον όρον διά την ανεύρεσίν των ικανός χρόνος, εις τρόπον ώστε οι αδάμαντες παριστώσι πολλήν εργασίαν υπό μικρόν όγκον. Εις πλουσιώτερα μεταλλεία η αυτή ποσότης εργασίας θα απέδιδε μεγαλυτέραν ποσότητα αδαμάντων, των οποίων ούτω η αξία θα ηλαττούτο. Εάν επετυγχάνομεν να μεταβάλλωμεν με ολίγην εργασίαν τον άνθρακα εις αδάμαντα η αξία του τελευταίου τούτου θα κατέπιπτε ίσως κάτω της αξίας των γαιανθράκων. Εν γένει, όσον μεγαλυτέρα είναι η παραγωγική δύναμις της εργασίας, τόσον είναι βραχύτερος ο αναγκαίος χρόνος διά την παραγωγήν είδους τινός και όσον μικροτέρα είναι η μάζα της εν αυτώ αποκρυσταλλουμένης εργασίας, τόσον μικρότερα είναι η αξία του. Αντιθέτως όσον μικροτέρα είνε η παραγωγική δύναμις της εργασίας τόσον μεγαλείτερος είναι ο αναγκαίος διά την παραγωγήν του είδους χρόνος και τόσον μεγαλειτέρα η αξία του. Το ποσόν της αξίας ενός εμπορεύματος ποικίλλει λοιπόν κατ' ίσον λόγον του ποσοστού και κατ' αντίστροφον λόγον της παραγωγικής δυνάμεως της εργασίας, η οποία περιέχεται εν αυτώ.
Γνωρίζομεν ήδη την ουσίαν της αξίας· είναι η εργασία. Γνωρίζομεν το μέτρον της ποσότητός της· είναι η διάρκεια της εργασίας.
Πράγμα τι δύναται να αποτελή αξίαν χρήσεως χωρίς να είναι και αξία, αρκεί να είναι χρήσιμον εις τον άνθρωπον χωρίς να προέρχεται εκ της εργασίας του. Τοιαύτη αξία είναι ο αήρ, λειμώνες φυσικοί, παρθένον έδαφος κλπ. Πράγμα τι δύναται να είναι χρήσιμον και προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας χωρίς να είναι εμπόρευμα. Πας όστις, διά του προϊόντος του ικανοποιεί τας ιδίας του ανάγκας, δεν δημιουργεί ή ατομικάς αξίας χρήσεως.
Διά να παραχθούν εμπορεύματα δέον, όχι μόνον να παραχθώσιν αξίαι χρήσεως, αλλά αξίαι χρήσεως δι' άλλους, αξίαι χρήσεως κοινωνικαί. Τέλος, ουδέν αντικείμενον δύναται να είναι αξία, εάν δεν είναι χρήσιμον. Εάν είναι άχρηστον, η εργασία, την οποίαν περιέχει, εδαπανήθη ανωφελώς και συνεπώς δεν δημιουργεί αξίαν.
***
Μία δυσκολία όμως παρουσιάζεται φύσεως τοιαύτης, ώστε να εμβάλη πολλούς εις αμηχανίαν.
Είναι δυνατόν να συγκριθούν τα διάφορα είδη εργασίας μεταξύ των διά να ευρεθή κοινόν αυτών μέτρον; Είναι δυνατόν να συγκριθή η εργασία του αμαξοποιού και του γεωργού με την εργασίαν του καλλιτέχνου κοσμηματοπώλου και του γεωμέτρου;
Η δυσκολία αύτη λύεται πρακτικώς καθ' εκάστην, αφού καθημερινώς ανταλάσσεται διά μέσου του χρήματος σίτος ή χειράμαξαι έναντι δακτυλίου ή γεωμετρικών σχεδίων. Και το γεγονός ότι δίδονται επί παραδ. εκατόν μέδιμνοι σίτου έναντι ενός δακτυλίου ή ενός γεωμετρικού σχεδίου αποδεικνύει, χωρίς να χρήζη ιδιαιτέρας αποδείξεως ότι προσδιωρίσθη η ποσότης της εργασίας του γεωργού, του αμαξοποιού και του γεωμέτρου η περιεχομένη εις τα διάφορα ταύτα αντικείμενα.
Αλλ' ο άνθρωπος ανέπνευσε και εχώνευσε πριν να έχη θεωρητικάς γνώσεις της χωνεύσεως και της αναπνοής: πρόκειται λοιπόν να εξηγηθή θεωρητικώς το φαινόμενον της ανταλλαγής των εμπορευμάτων.
Ας υποθέσωμεν ότι το αυτό άτομον είναι ταυτοχρόνως γεωργός, αμαξοποιός και γεωμέτρης· δύναται τότε να είπη: η χειράμαξα ή το σχέδιον των καλλιεργησίμων γαιών της κοινότητος μού στοιχίζουν, όσην εργασίαν και 100 μέδιμνοι σίτου· ολίγον ενδιαφέρει αυτόν υπό ποίαν μορφήν εδαπάνησε την δραστηριότητά του. Τα τρία παραχθέντα αντικείμενα αντιπροσωπεύουν την αυτήν ποσότητα εργασίας.
Ουδόλως είναι φανταστική η υπόθεσις ατόμου συγχρόνως εξασκούντος τα επαγγέλματα του γεωργού, του αμαξοποιού και του γεωμέτρου. Εις τα υφιστάμενα ακόμη κολεκτιβιστικά χωρία της Ρωσσίας, η κατανομή των προς καλλιέργειαν γαιών γίνεται υπό των ιδίων χωρικών και οι εξ επαγγέλματος γεωμέτραι μένουν έκπληκτοι διά τον ακριβή τρόπον με τον οποίον καταμετρούνται και κατανέμονται εξ ίσου αι γαίαι. Σήμερον ακόμη παρατηρείται συνήθως εν Γαλλία ο συνδυασμός της εργασίας της καλλιεργείας μετά της βιομηχανικής εργασίας. Η μηχανική βιομηχανία ελλατώνουσα τας τεχνικάς δυσκολίας των επαγγελμάτων, επιτρέπει εις τον εργάτην της μεγάλης βιομηχανίας να διατρέξη αλληλοδιαδόχως, σειράν διαφόρων επαγγελμάτων. Δύναται όθεν να δαπανά τις ποικιλοτρόπως την εργατικήν του δύναμιν και να συγκρίνη ούτω τα εμπορεύματα, τα οποία παράγει. Αι πρόοδοι αύται της βιομηχανικής μηχανικής, επιτρέπουν εις δεδομένην ποσότητα εργασίας να προσφερθή, αναλόγως προς την ποικίλλουσαν φοράν της ζητήσεως της εργασίας, υπό μίαν ή άλλην μορφήν εργασίας. Οιαιδήποτε δε και αν είναι αι προξενούμεναι εκ των μεταβολών τούτων της μορφής της εργασίας δυσκολίαι, εν τούτοις αύται εκτελούνται.
Τέλος πάσα παραγωγική δράσις, εξαιρουμένου του χρησίμου χαρακτήρος της, είναι δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως. Η καλλιέργεια, η αμαξοποιία και η γεωμετρική, παρά την μεταξύ των διαφοράν είναι και αι τρεις παραγωγική δαπάνη δυνάμεως εγκεφάλων, μυών, νεύρων, χειρών του ανθρώπου, και υπό την έννοιαν ταύτην ισοτίμου ανθρωπίνης εργασίας. Η εργατική δύναμις του ανθρώπου, ης η κίνησις αλλάσσει μορφήν εις τας διαφόρους παραγωγικάς δράσεις δέον ασφαλώς ν' αναπτυχθή, κατά το μάλλον και ήττον, διά να δυνηθή να δαπανηθή υπό την μίαν ή άλλην μορφήν. Αλλ' η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει απλώς την εργασίαν του ανθρώπου, τουτέστι δαπάνην εν γένει της ανθρωπίνης δυνάμεως.
Όθεν, όπως εν τη αστική πολιτική κοινωνία, είς στρατηγός, είς τραπεζίτης παίζει μεγάλον ρόλον, ενώ ο αγαθός και αφελής άνθρωπος παρουσιάζει θλιβεράν εικόνα, ούτω συμβαίνει και με την εργασίαν του ανθρώπου. Είναι δαπάνη απλής δυνάμεως, ην πας άνευ ειδικής αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του. Η μέση απλή εργασία αλλάσσει, είναι αληθές, χαρακτήρα εις διαφόρους χώρας και αναλόγως των εποχών, αλλ' εν ωρισμένη κοινωνία είναι πάντοτε καθωρισμένη. Η σύνθετος εργασία δεν είναι παρά η απλή εργασία υψωμένη εις μίαν δύναμιν ή μάλλον δεν είναι παρά απλή πολλαπλασιασμένη εργασία εις τρόπον, ώστε μία ωρισμένη ποσότης εργασίας συνθέτου αντιστοιχεί προς μίαν ποσότητα μεγαλυτέραν απλής εργασίας. Η πείρα αποδεικνύει ότι η αναγωγή αύτη γίνεται συνεχώς.
Και όταν ακόμη έν εμπόρευμα είναι προϊόν της πλέον συνθέτου εργασίας, η αξία του το ανάγει έν τινι αναλογία, εις προϊόν απλής εργασίας, ης συνεπώς αντιπροσωπεύει ωρισμένην ποσότητα. Αι διάφοροι αναλογίαι κατά τας οποίας διάφορα είδη εργασίας δύνανται ν' αναχθούν εις απλήν εργασίαν, ως εις μονάδα μετρήσεώς των υπάρχουν εις την κοινωνίαν εν αγνοία των παραγωγών και τοις παρουσιάζονται ως συνθήκαι κατά παράδοσιν.
Το επακολούθημα τούτων είναι ότι εν τη αναλύσει της αξίας εκάστη ποικιλία εργασίας δέον να θεωρήται ως δύναμις απλής εργασίας (38).
Εάν όθεν εις την αγοράν 100 μέδιμνοι σίτου ισούνται με μίαν χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα σχέδιον γεωμέτρου, τούτο σημαίνει ότι εις 1 μέδιμνον σίτου υπάρχει εκατοντάκις ολιγωτέρα εργασία από μίαν χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα γεωμετρικόν σχέδιον.
Εάν, όσον αφορά την αξίαν χρήσεως, η περιεχομένη εις το εμπόρευμα εργασία δεν αξίζει ή ποιοτικώς, εν σχέσει προς το μέγεθος της αξίας, αυτή δεν υπολογίζεται ή ποσοτικώς. Εκεί πρόκειται να μάθωμεν πώς γίνεται η εργασία και τι παράγει. Εδώ πόσον χρόνον διαρκεί αύτη. Αφού το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος δεν αντιπροσωπεύει ή το ποσοστόν της εν αυτώ περιεχομένης εργασίας, έπεται όθεν εκ τούτου ότι όλα τα εμπορεύματα, έν τινι αναλογία, πρέπει να είναι αξίαι ίσαι.
Η παραγωγική δύναμις όλων των εργασιών, των απαιτουμένων διά την παραγωγήν ενός οιουδήποτε εμπορεύματος κατασκευής ενδύματος λ. χ. παραμένει σταθερά; Η ποσότης της αξίας των ενδυμάτων αυξάνει αναλόγως του αριθμού τούτων. Εάν μία ενδυμασία αντιπροσωπεύει Χ ημέρας εργασίας, δύο ενδυμασίαι αντιπροσωπεύουν 2 Χ κ.ο.κ. Ας υποθέσωμεν όμως ότι η διάρκεια της αναγκαίας διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας εργασίας διπλασιάζεται ή ελαττούται κατά το ήμισυ. Εις την πρώτην περίπτωσιν έν ένδυμα έχει τόσην αξίαν όσην είχον προηγουμένως δύο. Εις την δευτέραν περίπτωσιν 2 ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν εκείνης, ην είχε προηγουμένως έν μόνον ένδυμα, καίτοι και εις τας δύο περιπτώσεις η ενδυμασία αποδίδει και έπειτα, όπως και πριν τας αυτάς υπηρεσίας· και η χρήσιμος εργασία, εξ ης προέρχεται, είναι πάντοτε της αυτής δυνάμεως. Αλλά το ποσοστόν της δαπανηθείσης εν τη παραγωγή της εργασία δεν έμεινε το αυτό.
Μία σημαντικωτέρα ποσότης αξιών χρήσεως αποτελεί προφανώς μεγαλύτερον υλικόν πλούτον. Με δύο ενδυμασίας ενδύονται δύο άνθρωποι, με μίαν ενδυμασίαν όμως ενδύεται είς μόνον κ.ο.κ. Εν τούτοις εις αύξοντα όγκον υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή μία ταυτόχρονος ελάττωσις της αξίας του.
Η αντιφατική αύτη κίνησις προέρχεται εκ του διπλού χαρακτήρος της εργασίας. Η εν δεδομένω χρόνω αποτελεσματικότης μιας χρησίμου εργασίας εξαρτάται εκ της παραγωγικής της δυνάμεως. Η χρήσιμος εργασία αποβαίνει λοιπόν μία πηγή κατά το μάλλον ή ήττον άφθονος εις προϊόντα κατ' ευθείαν αναλόγως προς την αύξησιν ή την ελάττωσιν της παραγωγικής της δυνάμεως. Τουναντίον μία ποικιλία της τελευταίας ταύτης δυνάμεως δεν θίγει ποτέ αμέσως την εν τη αξία αντιπροσωπευομένην εργασίαν.
Αφού η παραγωγική δύναμις ανήκει εις την συγκεκριμένην και χρήσιμον εργασίαν, ουδεμίαν πλέον σχέσιν δύναται να έχη με την εργασίαν ευθύς ως τη αφαιρεθή η χρήσιμός της μορφή οιαιδήποτε και αν είναι αι ποικιλίαι της παραγωγικής δυνάμεώς της, η αυτή εργασία δρώσα κατά το αυτό χρονικόν διάστημα παριστά πάντοτε την αυτήν αξίαν. Αλλ' η εργασία παράγει εν καθωρισμένω χρόνω περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική δύναμίς τις αυξάνει, ολιγωτέρας εάν ελαττούται. Πάσα αλλαγή εν τη παραγωγική δυνάμει, ήτις αυξάνει την γονιμότητα της εργασίας και συνεπώς το ποσόν των υπ' αυτής παρεχομένων αξιών χρήσεως, ελαττώνει την αξίαν του ούτω πως αυξηθέντος ποσού, εάν βραχύνη τον ολικόν χρόνον της αναγκαίας, διά την παραγωγήν της εργασίας. Και αντιστρόφως.
Εκ των προηγουμένων εξάγεται ότι πάσα εργασία είναι αφ' ενός μεν δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως εν τη φυσιολογική εννοία, ως τοιαύτη δ' ίση ανθρωπίνη εργασία δημιουργεί την αξίαν των εμπορευμάτων, αφ' ετέρου δε δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως υπό τοιαύτην ή τοιαύτην μορφήν, καθοριζομένην υπό ιδιαιτέρου σκοπού και ως τοιαύτη συγκεκριμένη και χρήσιμος εργασία παράγει αξίας χρήσεως ή χρησιμότητας. Όπως το εμπόρευμα προ παντός άλλου, πρέπει να είναι μία χρησιμότης, διά να είναι αξία, ούτω και η εργασία πρέπει να είναι προ παντός άλλου χρήσιμος διά να θεωρηθή δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως, ανθρωπίνης εργασίας εν τη αφηρημένη έννοια της λέξεως.
Οι χημικοί διά να εισδύσουν εις το μυστήριον της εσωτερικής συνθέσεως των σωμάτων, εχρειάσθη να δεχθούν την των ατόμων θεωρίαν των Ελλήνων φιλοσόφων, πράγμα, το οποίον έκαμε τον Liebig να είπη ότι, η ατομική χημεία ήτο η χημεία των ανυπάρκτων σωμάτων. Ο οικονομολόγος διά να εννοήση την ανταλλαγήν εμπορευμάτων διαφόρου ποιότητος και ποσότητας, δέον επίσης να προστρέξη εις έννοιαν αφηρημένην της απλής εργασίας (39). Ούτω, η ουσία και το μέγεθος της αξίας είναι καθωρισμέναι· απομένει τώρα να αναλύσωμεν την μορφήν της αξίας, ήτις θα μας δώση την λύσιν του προβλήματος του νομίσματος.
II. Μορφή της αξίας.