ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ (KARL MARX) (continued 2)
Reading edition
Η αξία ενός εμπορεύματος εκδηλούται εν τη ανταλλαγή. Πράγματι, εις Ινδικήν κοινότητα, ένθα δεν υπάρχουν ανταλλαγαί, τα παραγόμενα υπό των μελών της αντικείμενα είναι αξίαι χρήσεως, αφού δεν εδημιουργήθησαν ή διά να καταναλωθούν. Είναι επίσης αξίαι, αφού περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν: αλλ' η αξία αύτη ευρίσκεται εν λανθανούση καταστάσει και εμφανίζεται, όταν τα αντικείμενα ταύτα ανταλλάσσονται έναντι άλλων εμπορευμάτων των άλλων κοινοτήτων.
Εις τας πλέον ανεπτυγμένας κοινωνίας το χρυσούν και αργυρούν νόμισμα, είναι η μορφή την οποίαν ενδύεται, η αξία όλων των εμπορευμάτων. Ο Κ. Μαρξ είναι ο πρώτος οικονομολόγος, όστις έδωκε την εξήγησιν της γενέσεως της μορφής του νομίσματος, όστις εξήγησε την εκδήλωσιν της αξίας την περιεχομένην εις την σχέσιν αξίας των εμπορευμάτων, από της απλουστέρας και ολιγώτερον φανερής εμφανίσεώς της μέχρι της μορφής την οποίαν λαμβάνει διά του νομίσματος και διά της οποίας καθίσταται αντιληπτή εις πάντας.
***
Τα εμπορεύματα δεν έχουν εν γένει άλλας σχέσεις μεταξύ των παρά την σχέσιν αξίας ή ανταλλαγής, της οποίας η απλουστέρα μορφή είναι:
χ εμπόρευμα Α αξίζει ψ εμπόρευμα Β ή χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β 20 μέτρα υφάσματος αξίζουν μίαν ενδυμασίαν ή 20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασίαν
Το ύφασμα εκφράζει την αξίαν του εν τη ενδυμασία και αύτη χρησιμεύει ως ύλη διά την έκφρασιν ταύτην. Του πρώτου εμπορεύματος η αξία παρίσταται ως σχετική αξία, του δευτέρου λειτουργεί ως ισοδύναμον. Είμεθα υποχρεωμένοι ν' αντιστρέψωμεν την εξίσωσιν διά να εκφράσωμεν σχετικώς την αξίαν της ενδυμασίας και τότε το ύφασμα καθίσταται το ισοδύναμόν των. Το αυτό εμπόρευμα δεν δύναται όθεν να ενδυθή ταυτοχρόνως τας δύο ταύτας μορφάς εν τη ιδία εκφράσει της αξίας.
Ένα εμπόρευμα δεν δύναται να εκφράση την αξίαν του ή εις άλλο εμπόρευμα, ήτοι σχετικώς· διότι εάν είπωμεν 20 μέτρα υφάσματος αξίζουν 20 μέτρα υφάσματος, εκφράζομεν μόνον ότι τα 20 μέτρα του υφάσματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά 20 μέτρα υφάσματος, δηλαδή είναι ποσόν τι αξίας χρήσεως.
Αλλ' αφ' ης στιγμής έν εμπόρευμα τίθεται ως ισοδύναμον, τούτο σημαίνει ότι αν και διαφόρου είδους ετέρου αντιθέτου του, δύναται να το αντικαταστήση ως αξία και ν' ανταλλαγή αντ' εκείνου. Πιστοποιεί ότι περιέχει τόσην αξίαν, όσην αποκρυσταλλωθείσαν ανθρωπίνην εργασίαν.
Ούτω η εξίσωσις:
20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασία
υποθέτει ότι τα δύο εμπορεύματα στοιχίζουν τόσην εργασίαν το έν όσον και το άλλο ή παράγονται κατά το αυτό χρονικόν διάστημα· αλλ' ο χρόνος ούτος ποικίλλει δι' έκαστου τούτων με κάθε μεταβολήν της παραγωγικής μορφής, ήτις το δημιουργεί.
Εξετάσωμεν ήδη την επιρροήν των μεταβολών τούτων επί της σχετικής εκφράσεως του μεγέθους της αξίας.
I. Ότι η αξία του υφάσματος αλλάσσει, ενώ η αξία της ενδυμασίας παραμένει σταθερά (40). Εάν ο διά την παραγωγήν της αναγκαίος χρόνος εργασίας, συνεπεία υποθέσωμεν μικροτέρας αποδόσεως του εδάφους του παράγοντος το λίνον διπλασιάζεται, τότε η αξία του διπλασιάζεται. Αντί 20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία θα έχωμεν: 20 μέτρα υφάσματος = 2 ενδυμασίαι, διότι 1 ένδυμα περιέχει ήδη κατά το ήμισυ ολιγωτέραν εργασίαν. Εάν ο αναγκαίος χρόνος εργασίας εις την παραγωγήν του υφάσματος, αντιθέτως ελαττούται κατά το ήμισυ, συνεπεία τελειοποιήσεως του επαγγέλματος του υφαντουργού, τότε η αξία του ελαττούται κατά την αυτήν αναλογίαν. Και τότε 20 μέτρα υφάσματος = 1/2 ενδυμασία. Η σχετική αξία του εμπορεύματος Α, ήτοι η αξία του εκφραζομένη εις το εμπόρευμα Β αυξάνει ή ελαττούται συνεπώς κατ' ευθύν λόγον προς την αξίαν του εμπορεύματος Α, εάν η αξία του εμπορεύματος Β παραμένει σταθερά.
II. Ότι η αξία του υφάσματος παραμένει σταθερά, ενώ η αξία του ενδύματος ποικίλλει. Εάν ο αναγκαίος εις την κατασκευήν του ενδύματος χρόνος διπλασιασθή λόγω δυσμενούς, υποθέσωμεν, παραγωγής μαλλιού, τότε αντί 20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία έχομεν 20 μέτρα υφάσματος = 1/2 ενδυμασία. Εάν η αξία του ενδύματος τουναντίον ελαττωθή κατά το ήμισυ, τότε 20 μ. υφάσματος = 2 ενδυμασίαι. Εάν η αξία του εμπορεύματος Α παραμένει σταθερά, βλέπομεν ότι η σχετική του αξία εκφραζομένη εν τω εμπορεύματι Β αυξάνει ή ελαττούται κατ' αντίστροφον λόγον της αλλαγής της αξίας Β.
III. Αι αναγκαίαι ποσότητες εργασίας διά την παραγωγήν του υφάσματος και του ενδύματος αλλάσσουν ταυτοχρόνως, εν τη αύτη εννοία και τη αυτή αναλογία; Εις την περίπτωσιν ταύτην, 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία ως και πρότερον, οιαδήποτε και αν είναι αι μεταβολαί της αξίας. Ανακαλύπτωμεν τας μεταβολάς ταύτας συγκρίνοντες με τρίτον εμπόρευμα, του οποίου η αξία παραμένει η αυτή. Εάν αι αξίαι όλων των εμπορευμάτων ηύξανον ή ηλαττούντο ταυτοχρόνως και εις την αυτήν αναλογίαν, αι σχετικαί των αξίαι ουδεμίαν θα υφίσταντο μεταβολήν. Η πραγματική μεταβολή της αξίας θ' ανεγνωρίζετο εκ του ότι κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας θα παρήγε γενικώς ποσότητα εμπορευμάτων κατά το μάλλον και ήττον μεγαλειτέραν ή πριν.
IV. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του τε υφάσματος και ενδυμασίας ως και των αξιών των, δύναται ταυτοχρόνως ν' αλλάσση κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' εις διάφορον βαθμόν, ή κατ' αντίθετον τρόπον κλπ. Η επιρροή παντός δυνατού συνδυασμού του είδους τούτου επί της σχετικής αξίας ενός εμπορεύματος, υπολογίζεται ευκόλως διά της χρησιμοποιήσεως των περιπτώσεων I, II και III.
Αι πραγματικαί μεταβολαί εις το μέγεθος της αξίας, δεν εκδηλούνται ποσώς ούτε σαφώς ούτε πλήρως εν τη σχετική των εκφράσει. Η σχετική ενός εμπορεύματος αξία δύναται ν' αλλάσση της αξίας του παραμενούσης σταθεράς και τανάπαλιν και τέλος μεταβολαί εν τη ποσότητι της αξίας και εν τη σχετική του εκφράσει δύνανται να είναι ταυτόχρονοι χωρίς να είναι ακριβώς αντίστοιχοι.
***
Έν εμπόρευμα μη δυνάμενον ν' αναχθή εις εαυτό ως ισοδύναμον, ούτε να εκδηλώση την αξίαν του διά της μορφής, δηλαδή της αξίας του χρήσεως, δέον κατ' ανάγκην να λάβη, ως ισοδύναμον, άλλο εμπόρευμα, του οποίου η αξία χρήσεως του χρησιμεύει ως μορφή αξίας. Ούτω λοιπόν οιονδήποτε σώμα, τεμάχιον ζαχάρεως π. χ. έν λίτρον οξυγόνου κλπ. διά να εκφράση το βάρος του δέον να λάβει, ως ισοδύναμον, άλλο τι σώμα, τεμάχια μετάλλου, των οποίων το βάρος είναι γνωστόν. Τα τεμάχια του μετάλλου δεν δίδουν βάρος εις την ζάχαριν και το αέριον, σημειούν μόνον το βάρος αυτών. Ωσαύτως η ενδυμασία ή παν άλλο εμπόρευμα, 10 γραμ. χρυσού, επί παραδειγμ. χρησιμεύοντα ως ισοδύναμα δεν δίδουν αξίαν εις το ένδυμα, αλλ' εκφράζουν την αξίαν του.
Αφ' ού δεν πρόκειται ειμή περί απλής εκδηλώσεως ενός εμπορεύματος, οιονδήποτε εμπόρευμα δύναται να παίξη τον ρόλον τούτον.
Διά τούτο και ο Όμηρος εκφράζει την αξίαν ενός πράγματος εις σειράν διαφόρων πραγμάτων (41). Αι εκφράσεις της αξίας ενός εμπορεύματος δύνανται όθεν να ποικίλλουν, τόσον όσον αι σχέσεις του μετ' άλλων εμπορευμάτων.
Αναχωρούντες εκ του απλού τύπου:
χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία.
Φθάνομεν εις τον αναπτυχθέντα τύπον:
χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β = φ εμπόρευμα = υ εμπόρευμα Δ κ.λ.π.
20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία = 10 λίτραι τεΐου = 40 λίτραι καφφέ = 10 γραμ. χρυσού = 1 στατήρ σιδήρου κ.λ.π.
Η αξία ενός εμπορεύματος, π. χ., αντιπροσωπεύεται ήδη εις άλλα αναρίθμητα ισοδύναμα. Κατοπτρίζεται εις παν άλλο εμπόρευμα ως εις καθρέπτην. Ιδού διατί ομιλούν περί της εις ένδυμα αξίας του υφάσματος, όταν εκφράζουν την αξίαν του εις ενδύματα, την αξίαν του εις σίτον ή εις άργυρον. Εκάστη παρομοία έκφρασις μας δίδει να εννοήσωμεν ότι είναι αυτή η ιδία του αξία, ήτις εκδηλούται εις τας διαφόρους ταύτας αξίας χρήσεως.
Πάσα άλλη εργασία, οποιαδήποτε και εάν είναι η φυσική μορφή της, σπορά, εξόρυξις σιδήρου, χρυσού κ.λ.π. είναι ίση προς την περιεχομένην εν τη αξία του υφάσματος εργασίαν, ήτις εμφανίζει ούτω τον χαρακτήρα ανθρωπίνης εργασίας.
Η ολική μορφή της σχετικής αξίας, θέτει εμπόρευμά τι εις κοινωνικήν σχέσιν μεθ' όλων.
Συγχρόνως η ατελείωτος σειρά των εκφράσεών της, αποδεικνύει ότι η αξία των εμπορευμάτων δύναται να ενδυθή αδιαφόρως ξεχωριστήν μορφήν αξίας χρήσεως.
Εν τω πρώτω τύπω: 20 μ. υφάσματος =1 ενδυμασία, δυνατόν να φανή ότι κατά τύχην τα δύο ταύτα εμπορεύματα είναι ανταλλάξιμα, εν τη καθορισθείσα ταύτη αναλογία. Εν τω δευτέρω τύπω, τουναντίον, διακρίνομεν αμέσως, εκείνο το οποίον κρύπτει η φαινομενικότης αύτη. Η αξία του υφάσματος παραμένει η αυτή, είτε εκφράζεται εις ενδύματα, καφφέ, σίδηρον, μέσω των αναριθμήτων εμπορευμάτων των ανηκόντων εις τους πλέον διαφόρους ανταλλάκτας. Είναι προφανές, ότι δεν είναι η ανταλλαγή η κανονίζουσα την ποσότητα της αξίας ενός εμπορεύματος, αλλά τουναντίον, η ποσότης της αξίας του εμπορεύματος, η οποία κανονίζει τας σχέσεις της της ανταλλαγής.
Ο αναπτυχθείς τύπος της αξίας δύναται να γραφή ως ακολούθως, χωρίς να μεταβληθή ο χαρακτήρ
20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία 20 μ. υφάσματος = 10 λίτραι τεΐου 20 μ. υφάσματος = 40 λίτραι καφφέ 20 μ. υφάσματος = 10 γραμ. χρυσού
Ή ακόμη ως εξής:
1 ενδυμασία= ]
10 λίτραι τεΐου= ]
40 λίτραι καφφέ= ]20 μ. υφάσματος
10 γραμ. χρυσού= ]
κλπ. κλπ. κλπ.= ]
Τα εμπορεύματα εκφράζουν νυν τας αξίας των: 1ον κατά τρόπον απλούν, διότι τας εκφράζουν εις έν μόνον είδος εμπορεύματος· 2ον συνολικώς, διότι τας εκφράζουν εις το αυτό είδος εμπορεύματος.
Ο τύπος αξία είναι απλούς και κοινός και συνεπώς γενικός.
Ελάβομεν ως παράδειγμα 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία. Θα ηδυνάμεθα επίσης να ελαμβάνομεν ως παράδειγμα 40 λίτρας καφφέ = 10 γραμ. χρυσού ή 10 λίτρας τεΐου = 16 στατήρ. σιδήρου κ.λ.π. Υπό τον τύπον τούτον διάφορα εμπορεύματα εκφράζουν την σχετικήν των αξίαν εις διάφορα άλλα εμπορεύματα· όπερ σημαίνει ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται απ' ευθείας μεταξύ των. Βεβαίως ο τύπος ούτος της ανταλλαγής παρουσιάζεται εν τη πράξει εις τας αρχεγόνους εποχάς, οπόταν τα προϊόντα της εργασίας δεν μεταβάλλονται εις εμπορεύματα παρά τυχαίως δι' ανταλλαγών τυχαίων και μεμονωμένων.
Αλλά τον αρχέγονον τούτον τρόπον της ανταλλαγής αντικατέστησεν άλλος τις: κατά τον τρόπον τούτον τα εμπορεύματα εκλέγουν διά να εκφράσουν την αξίαν των, άλλο ειδικόν εμπόρευμα, το οποίον δύναται να είναι αδιαφόρως, ζώα, δούλοι, γυναίκες, χρυσός, σίδηρος κλπ. Ο τρόπος ούτος παρουσιάζεται εις την πραγματικότητα, ευθύς ως προϊόν τι εργασίας, το κτήνος π. χ. ανταλλάσσεται αντί άλλων εμπορευμάτων, όχι πλέον τυχαίως, αλλά κατά συνήθειαν. Το κτήνος γίνεται τότε το κοινόν ισοδύναμον των άλλων εμπορευμάτων.
Ευθύς ως εμπόρευμά τι κατορθώσει να επιβληθή ως γενικόν ισοδύναμον, είναι δύσκολον να το μετατοπίση τις εκ του ρόλου τούτου και να εγκαταστήση εκ νέου την απ' ευθείας ανταλλαγήν των λοιπών εμπορευμάτων, όπως ενόμιζαν ότι θα κατώρθουν ο Proudhon και οι άλλοι ουτοπισταί της αυτής μικράς αξίας. Ο κόσμος των εμπορευμάτων δεν κατορθώνει να εγκαταστήση κοινόν τι ισοδύναμον, ειμή διότι όλα τα εμπορεύματα εξαιρέσει ενός αποκλείονται του τύπου, του ισοδυνάμου ή του τύπου υπό τον οποίον είναι απ' ευθείας και αμέσως ανταλλάξιμα.
Το εμπόρευμα, το οποίον παίζει τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου δεν δύναται να χρησιμεύση δι' εαυτό ως ισοδύναμον.
Ας υποθέσωμεν ότι το μέτρον υφάσματος είναι το κοινόν ισοδύναμον, θα είχομεν επί παραδ. 20 μ. υφάσματος = 20 μ. ύφασμ., ταυτολογία ουδέν εκφράζουσα, ούτε αξίαν, ούτε ποσότητα αξίας. Το εμπόρευμα τούτο δεν κέκτηται όθεν κοινόν ισοδύναμον, όπως τα άλλα εμπορεύματα, δέον δε να εκλέξη αυθαιρέτως έν εμπόρευμα διά να εκφράση την αξίαν του. Έν εμπόρευμα δεν αποβαίνει γενικόν ισοδύναμον, ει μη διότι πάντα τ' άλλα εμπορεύματα το διέκριναν και το ανύψωσαν εκ της θέσεώς του διά να παίζη τον ρόλον τούτον. Αφ' ης στιγμής ο αποκλειστικός ούτος χαρακτήρ έρχεται να προσκολληθή εις ειδικόν είδος εμπορεύματος η φυσική του μορφή εξομοιούται ολίγου κατ' ολίγον με την μορφήν του ισοδυνάμου, ήτις του απεδόθη, αποκτά κοινωνικήν αυθεντίαν, γίνεται εμπόρευμα — χρήμα ή λειτουργεί ως χρήμα. Η ιδιαιτέρα ειδική λειτουργία του και κατά συνέπειαν το κοινωνικόν μονοπώλιόν του, είναι να παίζη τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου μεταξύ των εμπορευμάτων.
Εάν, εν τη μορφή του κοινού ισοδυνάμου, αντικαταστήσωμεν το εμπόρευμα ύφασμα διά του εμπορεύματος χρυσού, επιτυγχάνομεν κατ' εξοχήν την μορφήν νόμισμα ή χρήμα.
20 μ. υφάσμ.= ]
1 ενδυμασία= ]
10 λίτραι τεΐου= ]
40 λίτραι καφφέ= ]10 γραμ. χρυσού.
1 στατήρ σιδήρου= ]
κλπ. κλπ.= ]
Ο τύπος ουδόλως ήλλαξεν, ειμή μόνον αντί του υφάσματος ο χρυσός τώρα κέκτηται την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου. Η πρόοδος έγκειται απλούστατα εις το ότι η μορφή της αμέσου και γενικής ανταλλακτικότητος η μορφή του γενικού ισοδυνάμου, ενεσωματώθη οριστικώς εν τη φυσική και ειδική μορφή του χρυσού.
Ο χρυσός παίζει τον ρόλον του νομίσματος, έναντι των λοιπών εμπορευμάτων, διότι έπαιζε προηγουμένως, απέναντι τούτων τον ρόλον του εμπορεύματος. Όπως όλα εκείνα, ελειτούργει επίσης ως ισοδύναμον, είτε τυχαίως εις τας μεμονωμένας ανταλλαγάς είτε εις ιδιαίτερον ισοδύναμον παρά τα άλλα ισοδύναμα. Ολίγον κατ' ολίγον ελειτούργησεν εις όρια κατά το μάλλον ή ήττον ευρέα ως γενικόν ισοδύναμον. Ευθύς ως κατέκτησε το μονοπώλιον του ρόλου τούτου εν τη εκφράσει της αξίας των εμπορευμάτων, απέβη εμπόρευμα — χρήμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II. ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΩΝ
Όλα τα εμπορεύματα δεν είναι αξίαι χρήσεως διά τους κατέχοντας αυτά, και είναι αξίαι χρήσεως διά τους μη κατέχοντας αυτά. Ωσαύτως πρέπει να περάσουν από χειρός εις χείρα καθ' όλην την γραμμήν. Αλλ' η αλλαγή αύτη από χειρός εις χείρα αποτελεί την ανταλλαγήν των, και η ανταλλαγή των καθιδρύει τας σχέσεις των ως αξιών και τα μορφώνει εις αξίας. Πρέπει λοιπόν τα εμπορεύματα να παρουσιάζονται ως αξίαι πριν δυνηθούν να γίνουν αξίαι χρήσεως. Αλλ' αφ' ετέρου πρέπει η αξία των χρήσεως να έχη εξακριβωθή πριν ή εμφανισθούν ως καθ' εαυτό αξίαι, διότι η ανθρωπίνη εργασία η δαπανηθείσα εν τη παραγωγή των δεν υπολογίζεται ή εφ' όσον δαπανάται υπό χρήσιμον εις άλλους μορφήν. Μόνη όθεν η ανταλλαγή των δύναται ν' αποδείξη, εάν η εργασία αύτη είναι χρήσιμος εις άλλους, δηλ. εάν το προϊόν της δύναται να ικανοποιήση ανάγκας άλλων.
Δι' έκαστον κάτοχον εμπορευμάτων, παν ξένον εμπόρευμα είναι ιδιαίτερον ισοδύναμον του ιδικού του. Το εμπόρευμά του είναι, συνεπώς το γενικόν ισοδύναμον πάντων των άλλων. Αλλ' επειδή όλοι οι ανταλλάκται ευρίσκονται εις την αυτήν θέσιν ουδέν εμπόρευμα είναι γενικόν ισοδύναμον και η σχετική αξία των εμπορευμάτων, ουδεμίαν γενικήν μορφήν κέκτηται, υπό την οποίαν να δύνανται ταύτα να συγκρίνονται ως ποσότητες αξίας. Εν μια λέξει ταύτα δεν παίζουν, τα μεν έναντι των δε τον ρόλον των εμπορευμάτων, αλλά τον ρόλον απλών προϊόντων ή αξιών χρήσεως.
Οι ανταλλάκται δεν δύνανται να συγκρίνουν τα είδη των εις αξίας και συνεπώς ως εμπορεύματα ειμή συγκρίνοντες ταύτα προς άλλο οιοδήποτε εμπόρευμα τιθέμενον έναντι αυτών, ως γενικόν ισοδύναμον, ό,τι ακριβώς απεδείχθη ήδη διά της προηγουμένης αναλύσεως. Αλλά το γενικόν τούτο ισοδύναμον, δεν δύναται να είναι ή το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής δράσεως. Έν ιδιαίτερον εμπόρευμα τίθεται λοιπόν διά κοινής πράξεως κατά μέρος των άλλων εμπορευμάτων και χρησιμεύει διά να εμφανίζη τας αμοιβαίας των αξίας. Η φυσική μορφή του εμπορεύματος τούτου αποβαίνει ούτω η ισοδύναμος μορφή, η κοινωνικώς ανεγνωρισμένη. Ο ρόλος του γενικού ισοδυνάμου είναι εις το εξής η ειδική κοινωνική λειτουργία του αποχωρισθέντος εμπορεύματος και καθίσταται χρήμα.
Κατ' αρχάς, όταν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων ελάμβανε χώραν εκτός των κοινοτήτων, την ιδιότητα του γενικού ισοδυνάμου απέκτα, οτέ μεν εμπόρευμά τι οτέ δε άλλο τι κατά τας περιστάσεις. Αλλ' ευθύς ως εγκατέστη η ανταλλαγή εις το εσωτερικόν των κοινοτήτων, την ιδιότητα γενικού ισοδυνάμου προσέλαβεν αποκλειστικώς ιδιαίτερον είδος εμπορεύματος, το οποίον απεκρυσταλλώθη εις μορφήν χρήματος. Κατ' αρχάς η τύχη αποφασίζει ποίον είδος εμπορεύματος καθορίζεται προς τούτο.
Δυνάμεθα εν τούτοις να είπωμεν ότι τούτο εξαρτάται γενικώς εκ δύο καθοριστικών συνθηκών. Η μορφή χρήμα αποδίδεται ή εις είδη εισαγωγής τα πλέον σημαντικά, τα οποία πρώτα εμφανίζουν πραγματικώς την ανταλλακτικήν αξίαν των εντοπίων προϊόντων ή εις αντικείμενα ή μάλλον εις χρήσιμον αντικείμενον, το οποίον τοις αποτελεί το κύριον στοιχείον του απαλλοτριωτού εντοπίου πλούτου, ως τα κτήνη επί παραδείγματι.
Οι νομάδες λαοί πρώτοι αναπτύσσουν την μορφήν χρήμα, διότι όλη των η περιουσία και όλος των ο πλούτος ευρίσκεται υπό κινητήν μορφήν και κατά συνέπειαν αμέσως απολλοτριωτήν. Επί πλέον το είδος της ζωής τούς θέτει συνεχώς εις επαφήν μετά ξένων κοινωνιών και τους αναγκάζει εις ανταλλαγήν των προϊόντων των.
Οι άνθρωποι πολλάκις εχρησιμοποίησαν αυτόν τούτον τον άνθρωπον εν τω προσώπω του δούλου, ως την πρώτην ύλην του χρήματός των· ουδέποτε συνέβη τούτο διά το έδαφός των. Μία τοιαύτη έννοια δεν ηδύνατο να γεννηθή ή εντός κοινωνίας αστικής ανεπτυγμένης ήδη, χρονολογείται δε από το τελευταίον τρίτον του δεκάτου εβδόμου αιώνος και η πραγματοποίησίς της δεν επεχειρήθη εις μεγάλην κλίμακα, υπό ολοκλήρου έθνους παρά ένα αιώνα αργότερον εν Γαλλία κατά την επανάστασιν του 1789.
Κατόπιν η ανταλλαγή θραύει τα δεσμά της, τα καθαρώς τυπικά, και συνεπώς η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει επί πλέον και πλέον γενικώς την ανθρωπίνην εργασίαν, η μορφή χρήμα μεταπίπτει εις εμπορεύματα, τα οποία η φύσις καθιστή ικανά να εκπληρώσουν την κοινωνικήν λειτουργίαν του γενικού ισοδυνάμου, δηλ. εις τα πολύτιμα μέταλλα.
Αν και ο χρυσός και ο άργυρος δεν είναι εκ φύσεως νόμισμα, εν τούτοις το νόμισμα είναι εκ φύσεως άργυρος και χρυσός, ως το αποδεικνύει και η προσαρμογή των φυσικών ιδιοτήτων των μετάλλων τούτων προς τας λειτουργίας του νομίσματος. Αλλά μέχρι τούδε δεν γνωρίζομεν παρά μίαν λειτουργίαν του νομίσματος, την υπηρεσίαν του να χρησιμεύη ως τρόπος εκδηλώσεως των εμπορευμάτων, ή ως ύλη, εν τη οποία η ποσότης των αξιών των εμπορευμάτων εκφράζεται κοινωνικώς. Όθεν, μία μόνον ύλη υπάρχει, δυναμένη να είναι μορφή ικανή διά να εκδηλώση την αξίαν ή να χρησιμεύση ως συγκεκριμένη εικών της αφηρημένης ανθρωπίνης εργασίας και συνεπώς ίσης εκείνης, της οποίας όλα τα αντίτυπα κέκτηνται την αυτήν ομοιόμορφον ιδιότητα. Αφ' ετέρου, καθώς αι αξίαι δεν αλλάσσουν ή κατά ποσότητα, το εμπόρευμα — νόμισμα δέον να είναι επιδεκτικόν των καθαρώς ποσοτικών διαφορών.
Δέον να είναι διαιρετόν κατά βούλησιν και να δύναται να ανασυντίθεται εις το σύνολον όλων του των μερών. Έκαστος γνωρίζει ότι ο χρυσός και ο άργυρος κέκτηνται φυσικώς όλας τας ιδιότητας ταύτας. Η αξία χρήσεως του εμπορεύματος — χρήματος καθίσταται διπλασία. Εκτός της ιδιαιτέρας αξίας του χρήσεως, ως εμπορεύματος — χρήματος, ο χρυσός επί παραδείγματι χρησιμεύει ως πρώτη ύλη διά τα είδη πολυτελείας, διά να πληρώνη οδόντας κατεστραμμένους κλπ., κέκτηται τυπικήν αξίαν χρήσεως, η οποία αρχήν έχει την ειδικήν της κοινωνικήν λειτουργίαν.
Επειδή όλα τα εμπορεύματα δεν είναι παρά ισοδύναμα, ιδιαίτερα του χρήματος, όπερ πάλιν είναι το γενικόν ισοδύναμον, έπεται ότι το χρήμα παίζει απέναντι των εμπορευμάτων τον ρόλον του παγκοσμίου εμπορεύματος, ταύτα δε εμφανίζονται απέναντί του ως ιδιαίτερα εμπορεύματα.
Είδομεν ότι ο τύπος χρήμα ή νόμισμα δεν είναι παρά η αντανάκλασις των σχέσεων της αξίας παντός είδους εμπορευμάτων εις έν είδος εμπορεύματος. Το ότι αυτό το χρήμα είναι εμπόρευμα τούτο δεν δύναται να είναι ανακάλυψις παρά δι' εκείνον μόνον, ο οποίος λαμβάνει ως σημείον αναχωρήσεως την συμπληρωμένην μορφήν του, διά να φθάση κατόπιν εις την ανάλυσίν του.
Η κίνησις των ανταλλαγών δίδει εις το εμπόρευμα, το οποίον μετατρέπει εις χρήμα, όχι την αξίαν του, αλλά την ειδικήν μορφήν της αξίας του. Συγχέοντες δύο τόσον διάφορα πράγματα, έφθασαν να θεωρούν τον άργυρον και τον χρυσόν ως καθαρώς υποθετικάς αξίας. Το γεγονός, ότι το χρήμα είς τινας υπηρεσίας του, δύναται να αντικατασταθή δι' άλλων απλών εκφράσεών του, εδημιούργησε την πλάνην, ότι το χρήμα είναι απλή έκφρασις.
Εξ άλλου, είναι αληθές, η πλάνη αύτη έκαμεν αισθητόν εκ των προτέρων ότι υπό την εμφάνισιν εξωτερικού τινος αντικειμένου, το νόμισμα αποκρύπτει εν τη πραγματικότητι κοινωνικήν τινα σχέσιν. Υπό την έννοιαν ταύτην παν εμπόρευμα θα ήτο έκφρασις, διότι δεν είναι αξία ή ως υλικόν περίβλημα της δαπανηθείσης διά την παραγωγήν του ανθρωπίνης εργασίας.
Παρετηρήσαμεν ήδη ότι η ισοδύναμος μορφή εμπορεύματος δεν αφήνει τίποτε να γνωσθή επί του μεγέθους της ποσότητος της αξίας του. Εάν γνωρίζωμεν ότι ο χρυσός είναι νόμισμα, ήτοι ανταλλακτός με όλα τα εμπορεύματα, δεν γνωρίζομεν όμως πόσον στοιχίζουν επί παραδείγματι 10 γραμ. χρυσού. Ως κάθε εμπόρευμα το χρήμα δεν δύναται να εκφράση την ιδίαν του ποσότητα αξίας ειμή εν σχέσει με άλλα εμπορεύματα. Η κυρίως αξία του καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας διά την παραγωγήν του και εκφράζεται εις το ποσοστόν (quantum) παντός άλλου εμπορεύματος, απαιτήσαντος εργασίαν της αυτής διαρκείας.
Ο καθορισμός ούτος της ποσότητος της σχετικής του αξίας λαμβάνει χώραν εις αυτήν ταύτην την πηγήν της παραγωγής του εν τη πρώτη του ανταλλαγή. Ευθύς ως εισέλθη εν τη κυκλοφορία ως νόμισμα η αξία του είναι καθορισμένη. Ήδη κατά τα τελευταία έτη του 17ου αιώνος παρετηρήθη ότι το νόμισμα είνε εμπόρευμα· η ανάλυσις δεν ευρίσκεται εν τούτοις ή εις τα πρώτα της βήματα. Η δυσκολία δεν συνίσταται εις το να εννοήσωμεν ότι το νόμισμα είναι εμπόρευμα, αλλά να γνωρίσωμεν πώς και διατί εμπόρευμά τι γίνεται νόμισμα.
Εμπόρευμά τι δεν φαίνεται ποτέ ότι γίνεται χρήμα, διότι τα άλλα εμπορεύματα εκφράζουν αμοιβαίως εν αυτώ τας αξίας των. Όλως τουναντίον αι τελευταίαι αύται φαίνονται να εκφράζουν δι' αυτού τας αξίας των διότι είναι χρήμα. Η κίνησις, η χρησιμεύσασα ως ενδιάμεσον, εξαφανίζεται εν τω ιδίω της αποτελέσματι χωρίς να αφήνη ουδέν ίχνος. Τα εμπορεύματα ευρίσκουν χωρίς να φαίνεται ότι συνέβαλον εις τίποτε, την ιδίαν των αξίαν αντιπροσωπευομένην και καθωρισμένην, εν τω σώματι εμπορεύματός τινος υφισταμένου παρά και εκτός τούτων. Τα απλά ταύτα πράγματα, άργυρος και χρυσός, ως ταύτα εξέρχονται των κόλπων της γης παρουσιάζονται αμέσως ως άμεσος ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Εκείθεν η μαγεία του χρήματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ III. ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
I. Μέτρον των αξιών.
Η πρώτη υπηρεσία του χρυσού (42) είναι να χορηγή εις το σύνολον των εμπορευμάτων την ύλην, εν τη οποία ταύτα εκφράζουν τας αξίας των ως ποσά της αυτής ονομασίας, της αυτής ποιότητος, και δυνάμενα να συγκριθώσι από της απόψεως της ποσότητος. Λειτουργεί όθεν ως παγκόσμιον μέτρον των αξιών και χάρις εις την υπηρεσίαν ταύτην, ο χρυσός το ισοδύναμον — εμπόρευμα αποβαίνει νόμισμα. Δεν είναι το νόμισμα εκείνο, το οποίον καθιστά τα εμπορεύματα σύμμετρα: τουναντίον. Ακριβώς διότι τα εμπορεύματα ως αξίαι είναι υλοποιειθείσα εργασία και κατά συνέπειαν σύμμετρα μεταξύ των, δύνανται να μετρήσουν όλα συγχρόνως τας αξίας των διά τινος ειδικού εμπορεύματος και να μεταβάλουν αυτό εις νόμισμα, ήτοι να καταστήσουν τούτο κοινόν μέτρον. Αλλά το μέτρον των αξιών διά του νομίσματος είναι η μορφή, την οποίαν δέον κατ' ανάγκην ν' ενδυθή το εν αυταίς μέτρον δηλ. ο χρόνος της εργασίας.
Η έκφρασις της αξίας ενός εμπορεύματος εις χρόνον: Χ εμπόρευμα Α = Ψ εμπόρευμα — νόμισμα, είναι η εις νόμισμα μορφή του, δηλ. η τιμή του.
Η τιμή ή η μορφή — νόμισμα των εμπορευμάτων ως η μορφή αξία εν γένει διακεκριμένη των σωμάτων της ή του φυσικού των σχήματος είναι φανταστικαί. Η αξία του σιδήρου, του υφάσματος, του σίτου κ.λ.π. παραμένει εις αυτά ταύτα τα πράγματα αν και αοράτως. Αντιπροσωπεύονται διά της ισότητός των προς τον χρυσόν, διά σχέσεως προς το μέταλλον τούτο, όπερ ευρίσκεται επί κεφαλής ούτως ειπείν των εμπορευμάτων. Ο ανταλλάκτης υποχρεούται όθεν είτε να το ονομάζη με την γλώσσαν των αυτήν, είτε να τοις αναρτήση επιγραφάς διά ν' αναγγείλη την τιμήν των εις τον εξωτερικόν κόσμον.
Της εκφράσεως της αξίας των εμπορευμάτων εις χρυσόν ούσης απλούστατα ιδέας, δεν χρειάζεται διά την πράξιν ταύτην ή ιδέα υπάρχουσα μόνον εν τη φαντασία.
Δεν υπάρχει παντοπώλης αγνοών ότι πολύ απέχει από του να κερδίση χρυσόν διά των εμπορευμάτων του, όταν δίδη εις την αξίαν των την μορφήν τιμήν, ή εν φαντασία την μορφήν χρυσόν και ότι δεν έχει ανάγκην πραγματικού κόκκου χρυσού διά να εκτιμήση εις χρυσόν εκατομμύρια αξιών εμπορευμάτων. Εν τη λειτουργία του ως μέτρου αξιών το χρήμα χρησιμοποιείται ως ιδεώδες νόμισμα. Η περίπτωσις αύτη έδωσε λαβήν εις τας πλέον τρελλάς θεωρίας. Αλλ' αν και το χρήμα ως μέτρον αξίας δεν λειτουργεί ειμή ιδεολογικώς, και ο χρυσός ο προς τον σκοπόν τούτον χρησιμοποιούμενος, δεν είναι κατά συνέπειαν ή φαντασιώδης χρυσός, η τιμή των εμπορευμάτων όμως δεν εξαρτάται ολιγώτερον απολύτως από την ύλην του νομίσματος. Η αξία, ήτοι το ποσοστόν της ανθρωπίνης εργασίας, το περιεχόμενον π. χ. εις τόννον σιδήρου, εκφράζεται φαντασταστικώς υπό του ποσοστού του εμπορεύματος νομίσματος στοιχίζοντος ακριβώς ίσην εργασίαν.
Αφ' ης στιγμής τα εμπορεύματα διά να εκφράσουν την αξίαν των δέον ν' αναφερθούν εις ποσότητα χρυσού καθορισθείσαν ως μέτρον συγκρίσεως, εις μετρικήν μονάδα, η ποσότης αύτη του χρυσού, ίνα έχη κοινωνικήν αναγνώρισιν ρυθμίζεται υπό του νόμου. Η σταθερά αύτη ποσότης καθίσταται το υπόδειγμα των τιμών.
Αι τιμαί ή τα ποσοστά του χρυσού, εν αις μεταβάλλονται ιδεολογικώς τα εμπορεύματα, εκφράζονται νυν υπό των νομισματικών ονομάτων του μετάλλου: ούτω αντί να είπωμεν 1 σάκκος σίτου αξίζει 10 γραμ. χρυσού, λέγωμεν ότι αξίζει 20 φράγκα.
Η τιμή, το νομισματικόν όνομα της πραγματοποιηθείσης εν τω εμπορεύματι εργασίας, δεικνύει ότι είναι ανταλλακτή, διά του νομίσματος και ότι δέον ν' ανταλλαγή. Εξ άλλου ο χρυσός δεν λειτουργεί ως ιδεώδες μέτρον της αξίας παρά διότι ευρίσκεται ήδη εις την αγοράν ως εμπόρευμα νόμισμα.
II. Μέσον κυκλοφορίας.
α'. Η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων.
Η ανταλλαγή κάμνει τα εμπορεύματα να διέρχωνται από χειρών, εις τας οποίας είναι όχι — αξίαι χρήσεως εις χείρας, εις τας οποίας ταύτα χρησιμεύουν ως αξίαι χρήσεως. Το προϊόν μιας χρησίμου εργασίας αντικαθιστά το προϊόν μιας άλλης χρησίμου εργασίας. Τούτο είναι η κοινωνική κυκλοφορία των αγαθών. Αφού το εμπόρευμα φθάσει εις το σημείον, εις το οποίον χρησιμοποιείται, ως αξία χρήσεως, μεταπίπτει από της σφαίρας των ανταλλαγών εις την σφαίραν της καταναλώσεως. Αλλ' η υλική αύτη κυκλοφορία πραγματοποιείται διά σειράς μεταβολής της μορφής, διά μιας μεταμορφώσεως του εμπορεύματος, την οποίαν θα μελετήσωμεν αμέσως.
Ας μεταφερθώμεν προς στιγμήν επί του θεάτρου της δράσεως της αγοράς, ένθα ο χρυσός κατέχει τον ένα πόλον και όλα τα άλλα εμπορεύματα τον άλλον πόλον. Τι βλέπομεν;
Οιοσδήποτε ανταλλάκτης, ένας υφαντουργός π. χ., μετατρέπει το εμπόρευμά του, 20 μ. υφάσματος εις τιμήν ωρισμένην 40 φρ. λ. χ. Το ανταλλάσσει αντί 40 φρ., κατόπιν δε ανταλλάσσει τα δυο ταύτα λουδοβίκια αντί μιας ενδυμασίας, της οποίας έχει ανάγκην διά προσωπικήν του χρήσιν. Δεν πραγματοποιείται λοιπόν ανταλλαγή, εάν δεν λάβουν χώραν δύο αντίθετοι μεταμορφώσεις συμπληρούμεναι αμοιβαίως — μεταβολή του εμπορεύματος εις χρήμα και μεταβολή τούτου εκ νέου εις εμπόρευμα — . Αι δύο αύται μεταμορφώσεις του εμπορεύματος παρουσιάζουν ταυτοχρόνως από απόψεως του ιδιοκτήτου των δύο πράξεις — πώλησιν, ανταλλαγήν του εμπορεύματος με χρήμα — αγοράν, ανταλλαγήν του χρήματος με εμπόρευμα — και το σύνολον των δύο τούτων πράξεων είναι: Πωλείν διά το αγοράζειν.
Το συμπέρασμα διά τον υφαντουργόν εκ της υποθέσεως ταύτης είναι ότι ούτος έχει τώρα ένδυμα και όχι ύφασμα, αντί του εμπορεύματός του, άλλο ίσης αξίας, αλλά διαφόρου χρησιμότητος· η ανταλλαγή του εμπορεύματος επιβάλλει όθεν μεταλλαγάς του τύπου.
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ—ΧΡΗΜΑ—ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ
Ε—Χ—Ε
Λαμβανομένης από της καθαράς υλιστικής απόψεώς της η κίνησις καταλήγει εις Ε — Ε, ανταλλαγή εμπορεύματος δι' εμπορεύματος, μετρατροπή των υλών της κοινωνικής εργασίας. Τοιούτον είναι το αποτέλεσμα, δι' ού εξαφανίζεται το φαινόμενον.
Έχομεν νυν να εξετάσωμεν ιδιαιτέρως εκάστην των διαδοχικών μεταμορφώσεων, από τας οποίας θα διέλθη το εμπόρευμα.
Ε — Χ πρώτη μεταμόρφωσις του εμπορεύματος ή πώλησις.
Η αξία του εμπορεύματος εξέρχεται εκ του ιδίου της σώματος διά να εισέλθη εις το σώμα του χρυσού. Τούτο είναι το επικίνδυνον πήδημά της. Εάν αποτύχη δεν θα πάθη τίποτε, ο κάτοχός της όμως θα στερηθή ταύτης. Πολλαπλασιάζουσα τας ανάγκας της η κοινωνική διαίρεσις της εργασίας περιώρισε διά μιας την παραγωγικήν της ικανότητα και τούτο ακριβώς, διότι το προϊόν της τής χρησιμεύει ως ανταλλακτική αξία ή ως γενικόν ισοδύναμον. Πάντως όμως τον τύπον τούτον αποκτά μετατρεπόμενον εις χρήμα, το δε χρήμα ευρίσκεται εις άλλου θυλάκιον. Διά να εξέλθη εκείθεν, πρέπει το εμπόρευμα προ παντός άλλου να είναι αξία χρήσεως διά τον αγοραστήν, η εν αυτώ δαπανηθείσα εργασία να είναι τοιαύτη υπό μορφήν κοινωνικώς χρήσιμον ή να αποτελή κλάδον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας. Η διαίρεσις όμως της εργασίας δημιουργεί οργανισμόν παραγωγής αυθόρμητον, του οποίου τα νήματα υφάνθησαν και υφαίνονται ακόμη εν αγνοία των παραγωγών ανταλλακτών.
Έν προϊόν ικανοποιεί σήμερον κοινωνικήν ανάγκην· αύριον θ' αντικατασταθή ίσως, μερικώς ή εξ ολοκλήρου, υπό αντιπάλου προϊόντος. Ακόμη και δι' εργασίαν, ως εκείνη του υφαντουργού μας, μέρος επίσημον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας, η αξία χρήσεως των 20 μέτρων του υφάσματος δεν είναι ακριβώς ηγγυημένη. Εάν η ανάγκη του υφάσματος εις την κοινωνίαν, η δε ανάγκη αύτη έχει το μέτρον της, ως παν άλλο πράγμα, έχει ήδη ικανοποιηθή υπό αντιπάλων υφαντουργών, το προϊόν του φίλου μας αποβαίνει πλεόνασμα και συνεπώς άχρηστον. Ας υποθέσωμεν εν τούτοις ότι η χρήσιμος αξία του προϊόντος του έχει εκτιμηθή και ότι το χρήμα έχει προσελκυσθή υπό του εμπορεύματος. Πόσον χρήμα; Ιδού πλέον το ζήτημα. Είναι αληθές ότι η απάντησις ευρίσκεται εκ των προτέρων εις την τιμήν του εμπορεύματος, εκθέτουσα ταύτην διά του μεγέθους της αξίας. Δεν λαμβάνομεν υπ' όψει την αδύνατον πλευράν του πωλητού, τα κατά το μάλλον ή ήττον σκόπιμα λάθη υπολογισμού, τα οποία άνευ οίκτου διορθούνται εις την αγοράν.
Ας υποθέσωμεν ότι εδαπανήθη διά το προϊόν του ο ωρισμένος κοινωνικός χρόνος. Η τιμή του εμπορεύματος δεν είναι λοιπόν παρά το νομισματικόν όνομα του ποσοστού της εργασίας, την οποίαν απαιτεί κατά μέσον όρον παν είδος της αυτής φύσεως. Αλλ' εν αγνοία και άνευ της αδείας του υφαντουργού μας, αι παλαιαί μέθοδοι της υφαντουργίας ανεστατώθησαν. Ο χθες αναγκαίος κοινωνικός χρόνος της εργασίας, διά την παραγωγήν ενός μέτρου υφάσματος δεν υφίσταται πλέον, όπως σπεύδει να του το αποδείξη ο πλούσιος διά του τιμολογίου των συναγωνιστών του. Κατά δυστυχίαν του, υπάρχουν πολλοί υφαντουργοί εις τον κόσμον.
Ας υποθέσωμεν τέλος ότι έκαστον τεμάχιον υφάσματος, ευρισκόμενον εις την αγοράν δεν εκόστισεν ή τον αναγκαίον χρόνον εργασίας· το ολικόν εν τούτοις ποσόν των τεμαχίων τούτων δύναται ν' αντιπροσωπεύη εργασίαν δαπανηθείσαν ασκόπως.
Εάν ο στόμαχος της αγοράς δεν δύναται ν' απορροφήση όλον το ύφασμα εις την κανονικήν τιμήν των 2 φρ. κατά μέτρον, τούτο αποδεικνύει ότι πολύ μεγάλη μερίς κοινωνικής εργασίας εδαπανήθη υπό την μορφήν της υφαντουργίας. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, ως εάν έκαστος υφαντουργός, ιδιαιτέρως εχρησιμοποίει διά το ατομικόν του αγαθόν πλέον της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας. Ενταύθα δυνάμεθα να είπωμεν κατά την Γερμανικήν παροιμίαν «μαζύ πιασμένοι, μαζύ κρεμασμένοι». Όλον το ύφασμα εις την αγοράν αποτελεί έν εμπόρευμα, του οποίου έκαστον τεμάχιον δεν είναι ή μέρος ποσοστόν.
Ωσαύτως οι ανταλλάκται μας ανακαλύπτουν ότι η αυτή διαίρεσις της εργασίας, η οποία δημιουργεί τούτους ανεξαρτήτους ιδιωτικούς παραγωγούς, καθιστά την πορείαν της κοινωνικής παραγωγής και τας σχέσεις τας οποίας δημιουργεί, τελείως ανεξαρτήτους των θελήσεών των, εις τρόπον ώστε, η ανεξαρτησία των προσώπων των μεν και των δε, ευρίσκει το κατ' ανάγκην συμπλήρωμά του, έναντι εις σύστημα αμοιβαίας εξαρτήσεως, επιβληθείσας υπό των πραγμάτων.
Η διαίρεσις της εργασίας μεταβάλλει το προϊόν της εργασίας εις εμπόρευμα και ως εκ τούτου επιβάλλει την μετατροπήν του εις τμήμα. Καθιστά δε συγχρόνως την επιτυχίαν της τοιαύτης μετουσιώσεως (transsubstantiation) τυχαίαν. Δυνάμεθα εν τούτοις να παρατηρήσωμεν το φαινόμενον, εν τη ολότητί του, οφείλομεν δε τότε να υποθέσωμεν ότι η πορεία του είναι κανονική. Εξ άλλου εάν το εμπόρευμα δεν είναι απολύτως άχρηστον, η αλλαγή της μορφής του γίνεται πάντοτε, οιαδήποτε και αν είναι η τιμή της πωλήσεώς του. Ας επιστρέψωμεν όμως εις την ανταλλαγήν. — Εκείνο που είναι φανερόν είναι ότι εμπόρευμα και χρυσός, 20 μ. υφάσματος και 2 λουδοβίκια, αλλάσσουν χείρα ή θέσιν. Το εμπόρευμα πραγματοποιεί την τιμήν του, ήτοι αγοράζει χρυσόν διότι πώλησις είναι αγορά λέγει ο Quesnay ή πωλείν είναι αγοράζειν. Όθεν Ε — Χ είναι συγχρόνως Χ — Ε.
Έως εδώ δεν εγνωρίζομεν μεταξύ των ανθρώπων, άλλην οικονομικήν σχέσιν, ειμή την σχέσιν των ανταλλακτών, σχέσιν εν τη οποία, ούτοι οικειοποιούνται το προϊόν ξένης εργασίας χορηγούντες το ιδικόν των.
Εάν όθεν είς των ανταλλακτών παρουσιασθή εις τον άλλον ως κάτοχος χρήματος, τότε έν εκ των δύο συμβαίνει: ή το προϊόν της εργασίας του κέκτηται φυσικώς την μορφήν νόμισμα, δηλαδή το προϊόν του είναι χρυσός, άργυρος κλπ., εν μια λέξει, ύλη του νομίσματος, ή το εμπόρευμα ήλλαξεν ήδη μορφήν, επωλήθη και ως εκ τούτου απεγυμνώθη της πρώτης του μορφής. Διά να λειτουργήση ως νόμισμα ο χρυσός, οφείλει φυσικώς να παρουσιασθή εις την αγοράν εις οιονδήποτε σημείον. Εισέρχεται εν τη αγορά εις αυτήν την πηγήν της παραγωγής του, δηλ. εκεί ένθα ανταλλάσσεται ως προϊόν άμεσον της εργασίας έναντι άλλου προϊόντος της αυτής αξίας.
Αλλ' από της στιγμής εκείνης αντιπροσωπεύει πάντοτε μίαν πραγματοποιηθείσαν τιμήν εμπορεύματος: ανεξαρτήτως της ανταλλαγής του χρυσού έναντι εμπορεύματος εν τη πηγή του της παραγωγής, ο χρυσός ευρίσκει εις τας χείρας εκάστου ανταλλάκτου — παραγωγού, το προϊόν της πωλησεως ή της πρώτης μεταμορφώσεως του εμπορεύματός του, Ε — Χ. Ο χρυσός κατέστη χρήμα ιδεώδες ή μέτρον αξιών, διότι τα εμπορεύματα εξέφραζον τας αξίας των εν αυτώ και ούτω εδημιούργουν την φανταστικήν μορφήν των — αξίαν αντίθετον των φυσικών των μορφών των χρησίμων προϊόντων· η κίνησις αύτη μετατρέπει πάσας εις χρυσόν και μεταβάλλει ως εκ τούτου εις χρυσόν την μεταμορφωθείσαν μορφήν των, όχι πλέον φανταστικώς, αλλά πραγματικώς. Το τελευταίον ίχνος των συνήθων μορφών και των συγκεκριμένων εργασιών των, εξ ων έλκουν την καταγωγήν, εξαφανισθέν ούτως, δεν καταλείπει πλέον ή ακαθόριστον και ομοιόχρωμον δείγμα της αυτής κοινωνικής εργασίας. Βλέποντες έν νόμισμα δεν δυνάμεθα να είπωμεν τι είδος μετετράπη εν αυτώ. Το νόμισμα δύναται όθεν να είναι βόρβορος ενώ ο βόρβορος δεν είναι νόμισμα.
Ας υποθέσωμεν τώρα, ότι τα δύο χρυσά νομίσματα, διά των οποίων ο υφαντουργός μας εξεποίησε το εμπόρευμά του, προέρχονται εκ της μεταμορφώσεως ενός σάκκου σίτου.
Η πώλησις του υφάσματος Ε — Χ, είναι συγχρόνως η αγορά του, Χ — Ε. Ενώ το ύφασμα είναι πωλημένον, το εμπόρευμα τούτο αρχίζει κίνησιν περατουμένην διά του αντιθέτου του, της αγοράς της ενδυμασίας. Ενώ το ύφασμα είναι ηγορασμένον, περατώνει κίνησιν, αρχίσασαν διά του αντιθέτου του, της πωλήσεως του σίτου, Ε — Χ (ύφασμα — χρήμα). Η πρώτη αύτη φάσις Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι συγχρόνως Χ — Ε (χρήμα — ύφασμα), η τελευταία φάσις μιας άλλης κινήσεως Ε — Χ — Ε (σίτος — χρήμα — ύφασμα).
Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, η διάβασίς του από της μορφής εμπορεύματος εις την μορφήν χρήμα, είναι πάντοτε δευτέρα μεταμόρφωσις, όλως αντίθετος ενός άλλου εμπορεύματος, της επιστροφής του εκ της μορφής χρήματος εις την μορφήν εμπόρευμα.
Χ — Ε δευτέρα και τελική μεταμόρφωσις. Αγορά.
Το χρήμα είναι το εμπόρευμα, το οποίον έχει ως χαρακτηριστικόν την απόλυτον εκποίησιν, διότι είναι το προϊόν της παγκοσμίου εκποιήσεως όλων των άλλων εμπορευμάτων. Αναγιγνώσκει όλας τας τιμάς αντιστρόφως και καθρεπτίζεται ούτω, εις τα σώματα όλων των προϊόντων, ως εις την ύλην, η οποία του παραδίδεται, διά να αποβή το ίδιον αξία χρήσεως. Συγχρόνως αι τιμαί ομοιάζουν ούτως ειπείν, τα ερωτικά βλέμματα τα εκτοξευόμενα προς αυτάς υπό των εμπορευμάτων, ορίζουν το όριον της μετατρεπτικής των ιδιότητος, ήτοι την ιδίαν των ποσότητα. Του εμπορεύματος εξαφανιζομένου εις την πράξιν της εις χρήμα μετατροπής του, το χρήμα το οποίον διαθέτει ιδιώτης τις δεν επιτρέπει να εξακριβώσωμεν, ούτε πώς έπεσεν εις χείρας του, ούτε τι πράγμα μετεβλήθη εν αυτώ. Αδύνατον να εννοηθή (non olet) πόθεν έλκει την καταγωγήν του, ενώ αφ' ενός αντιπροσωπεύει πωληθέντα εμπορεύματα, αφ' ετέρου αντιπροσωπεύει εμπορεύματα προς αγοράν.
Χ — Ε, η αγορά, είναι ταυτοχρόνως πώλησις, Ε — Χ, η τελευταία μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, η πρώτη ενός άλλου. Διά τον υφαντουργόν μας το στάδιον του εμπορεύματός του τελειώνει εις το ένδυμα, εν τω οποίω μετέβαλε τα δύο του λουδοβίκια. Αλλ' ο πωλητής της ενδυμασίας δαπανά το ποσόν τούτο εις οινόπνευμα Χ — Ε, η τελευταία φάσις του Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι συγχρόνως Ε — Χ η πρώτη φάσις του Ε — Χ — Ε (ένδυμα — χρήμα — οινόπνευμα).
Η κοινωνική διαίρεσις της εργασίας περιορίζει έκαστον ανταλλάκτην — παραγωγόν εις την κατασκευήν ενός ιδιαιτέρου είδους το οποίον συνήθως πωλεί χονδρικώς. Εξ άλλου αι διάφοροι ανάγκαι του, αι συνεχώς αναγεννώμεναι, τον υποχρεούν να χρησιμοποιήση το ούτω επιτευχθέν χρήμα εις αγοράς κατά το μάλλον ή ήττον πολυαρίθμους.
Μία πώλησις αποβαίνει το σημείον της αναχωρήσεως διά τας διαφόρους αγοράς. Η τελική μεταμόρφωσις εμπορεύματός τινος αποτελεί ούτω ποσόν πρώτων μεταμορφώσεων άλλων εμπορευμάτων.
Πώλησις και αγορά είναι πράξις ταυτόσημοι. ως αμοιβαία σχέσις δύο προσώπων αντιθέτων τάσεων, του κατόχου του εμπορεύματος και του κατόχου του χρήματος. Αποτελούν δύο πράξεις αντιθέτων τάσεων, ως πράξεις του αυτού προσώπου. Η ομοιότης της πωλήσεως και της αγοράς έχει ως συνέπειαν ότι το εμπόρευμα καθίσταται άχρηστον, εάν άπαξ ριφθέν εις την αλχημικήν χοάνην της κυκλοφορίας δεν εξέρχεται ως χρήμα. Εάν τις δεν αγοράση, ο άλλος δεν δύναται να πωλήση. Η ταυτότης αύτη προϋποθέτει επί πλέον, ότι η επιτυχία της συναλλαγής αποτελεί σταθμόν, ένα διάμεσον εν τη ζωή του εμπορεύματος, διάμεσον δυνάμενον να διαρκέση κατά το μάλλον ή ήττον επί μακρόν. Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, ούσα συγχρόνως πώλησις και αγορά, χωρίζεται ως εκ τούτου εκ της συμπληρωματικής μεταμορφώσεώς της. Ο αγοραστής έχει το εμπόρευμα, ο πωλητής το χρήμα, δηλαδή εμπόρευμα προικισμένον με μορφήν καθιστώσαν αυτό πάντοτε ευπρόσδεκτον εις την αγοράν, εις οιανδήποτε στιγμήν ήθελεν αναφανή εκεί. Ουδείς δύναται να πωλήση χωρίς άλλος να αγοράση, αλλ' ουδείς έχει ανάγκην ν' αγοράση αμέσως, διότι επώλησεν.
Η κυκλοφορία αποτινάσσει τους φραγμούς, διά των οποίων ο χρόνος, το διάστημα και αι σχέσεις ατόμου προς άτομον, περιορίζουν την ανταλλαγήν των προϊόντων. Αλλά πώς; Εις το διά της ανταλλαγής εμπόριον ουδείς δύναται να εκποιήση το προϊόν του, χωρίς άλλο πρόσωπον να εκποιή ταυτοχρόνως το ιδικόν του. Την άμεσον ταυτότητα των δύο τούτων πράξεων, η κυκλοφορία την διαιρεί εισάγουσα την αντίθεσιν της πωλήσεως και της αγοράς. Αφού επώλησα δεν είμαι υποχρεωμένος ν' αγοράσω ούτε εις το αυτό μέρος, ούτε τον αυτόν χρόνον, ούτε εις το αυτό πρόσωπον, εις το οποίον επώλησα. Είναι αληθές ότι η αγορά είναι το καταναγκαστικόν συμπλήρωμα της πωλήσεως, δεν είναι όμως ολιγώτερον αληθές, ότι η μονάς των είναι μονάς των αντιθέτων. Εάν ο χωρισμός των δύο τούτων συμπληρωματικών φάσεων της μεταμορφώσεως των εμπορευμάτων παρατείνεται, εάν ο χωρισμός μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς οξύνεται, ο στενός σύνδεσμός των εκδηλούται διά μιας κρίσεως.
β'. Κυκλοφορία του νομίσματος.
Ευθύς ως ο πωλητής συμπληρώση την πώλησιν διά της αγοράς, το χρήμα εκφεύγει επίσης των χειρών του.
Η αποτυπωθείσα εις το χρήμα κίνησις διά της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν είναι λοιπόν κυκλική. Το απομακρύνει των χειρών του κατόχου του, χωρίς ποτέ να του το επαναφέρη. Είναι αληθές ότι, εάν ο υφαντουργός αφού επώλησεν 20 μ. υφάσματος και ηγόρασε κατόπιν ένδυμα, πωλεί εκ νέου ύφασμα, το χρήμα θα του επανέλθη. Αλλά δεν θα προκύψη εκ της κυκλοφορίας των 20 μ. υφάσματος.
Η επιστροφή του απαιτεί την ανανέωσιν ή την επανάληψιν της αυτής κυκλοφοριακής κινήσεως, διά νέου εμπορεύματος και τελειώνει διά του αυτού ως και πρότερον αποτελέσματος. Η κίνησις, την οποίαν η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτυπώνει εις το χρήμα, απομακρύνει όθεν τούτο συνεχώς από το σημείον της αναχωρήσεως διά να το κάνη ν' αλλάσση συνεχώς χείρας. Τούτο ακριβώς ωνόμασαν κυκλοφορίαν του νομίσματος (Currency).
Η κυκλοφορία του νομίσματος είναι η συνεχής και μονότονος επανάληψις της αυτής κινήσεως. Το εμπόρευμα ευρίσκεται πάντοτε εις τον πωλητήν, το χρήμα πάντοτε εις τον αγοραστήν ως μέσον αγοράς. Υπό τον τίτλον τούτον η υπηρεσία του είνε η πραγματοποίησις της τιμής των εμπορευμάτων. Πραγματοποιούν τας τιμάς των, αλλάσσει την θέσιν τούτων από του πωλητού εις τον αγοραστήν, ενώ και τούτο διέρχεται από του τελευταίου εις τον πρώτον διά να επαναλάβη την αυτήν κίνησιν με άλλο εμπόρευμα.
Το νόμισμα φαίνεται ότι θέτει εις κυκλοφορίαν εμπορεύματα αφ' εαυτών ακίνητα και μεταβιβάζει ταύτα από της χειρός εν τη οποία είναι όχι — αξίαι χρήσεως, εις την χείραν ένθα είναι αξίαι χρήσεως με διεύθυνσιν πάντοτε αντίθετον της ιδικής του. Απομακρύνει διαρκώς τα εμπορεύματα της σφαίρας της κυκλοφορίας εγκαθιδρυόμενον συνεχώς εις την θέσιν των και εγκαταλείπον την ιδικήν του. Καίτοι η κίνησις του νομίσματος δεν είναι ή η έκφρασις της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, τουναντίον η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι εκείνη, η οποία φαίνεται ότι δεν απορρέει παρά εκ της κινήσεως του νομίσματος.
Αφ' ετέρου το νόμισμα λειτουργεί ως μέσον κυκλοφορίας, διότι είναι πραγματοποιηθείσα μορφή αξίας των εμπορευμάτων. Η κίνησίς του πραγματικώς δεν είναι παρά η ιδία του αλλαγή της μορφής, ήτις κατά συνέπειαν πρέπει ν' αντανακλάται και ν' αποβαίνη ψηλαφητή εν τη κυκλοφορία του νομίσματος. Ό,τι άλλως τε και συμβαίνει. Το ύφασμα π. χ. αλλάσσει κατ' αρχάς την μορφήν του εμπόρευμα εις μορφήν χρήμα. Η τελευταία μορφή της πρώτης μεταμορφώσεώς του (Ε — Χ), η μορφή του χρήμα, είναι η πρώτη μορφή της τελευταίας μεταμορφώσεώς του, της μετατροπής του εκ νέου εις σύνηθες εμπόρευμα, εις ένδυμα (Χ — Ε). Αλλ' εκάστη των μεταβολών τούτων της μορφής πραγματοποιείται δι' ανταλλαγής μεταξύ εμπορεύματος και νομίσματος ή διά της αμοιβαίας μεταθέσεώς του. Τα αυτά νομίσματα αλλάσσουν εις την πρώτην πράξιν θέσιν με το ύφασμα, εις δε την δευτέραν με το ένδυμα. Μεταβάλλουν θέσιν δις. Η πρώτη μεταμόρφωσις του υφάσματος εισάγει ταύτα εις το θυλάκιον του υφαντουργού, η δε δευτέρα μεταμόρφωσις τα εξάγει, αι δύο αντίθετοι αλλαγαί μορφής, την οποίαν το αυτό εμπόρευμα υφίσταται, αντανακλώνται όθεν επί της διπλής αλλαγής της θέσεως εις αντίθετον διεύθυνσιν των ιδίων νομισμάτων. Εν τη συνεχεί επαναλήψει των ιδίων νομισμάτων δεν αντανακλάται πλέον μόνον η σειρά των μεταμορφώσεων, αλλ' επίσης και η συναρμογή παρομοίων μεταμορφώσεων των μεν εντός των δε.
Έκαστον εμπόρευμα εις την πρώτην του αλλαγήν μορφής, εις το πρώτον του βήμα εν τη κυκλοφορία, εξαφανίζεται διά να αντικαθίσταται συνεχώς παρ' άλλου. Το χρήμα τουναντίον, ως μέσον ανταλλαγής, κατοικεί πάντοτε την σφαίραν της κυκλοφορίας και περιπατεί εκεί αδιακόπως. Πρόκειται νυν να γνωρίσωμεν, ποία είναι η ποσότης του νομίσματος, την οποίαν η σφαίρα αύτη δύναται να απορροφήση.
Εις μίαν χώραν γίνονται ταυτοχρόνως και παρά των μεν και παρά των δε πωλήσεις κατά το μάλλον ή ήττον πολυάριθμοι ή μεταμορφώσεις τμηματικαί διαφόρων εμπορευμάτων. Η αξία των εμπορευμάτων τούτων εκφράζεται διά της τιμής των, δηλαδή εις ποσόν φανταστικόν χρυσού.
Η ποσότης νομίσματος, την οποίαν απαιτεί η κυκλοφορία όλων των παρόντων εμπορευμάτων εις την αγοράν, είναι λοιπόν καθωρισμένη υπό του ολικού ποσού των τιμών των. Το νόμισμα δεν κάμνει τίποτε άλλο παρά ν' αντιπροσωπεύη πραγματικώς το ποσόν εκείνο του χρυσού, του ιδεολογικώς ήδη εκφρασθέντος εις το ποσόν της τιμής των εμπορευμάτων. Η ισότης των δύο τούτων ισοτήτων εννοείται όθεν αφ' εαυτής. Γνωρίζομεν εν τούτοις ότι, εάν αι αξίαι των εμπορευμάτων παραμένουν σταθεροί, αι τιμαί των ποικίλλουν με την αξίαν του χρυσού (της ύλης — νομίσματος), ανερχόμενοι αναλογικώς εις την πτώσιν του και κατερχόμενοι αναλογικώς εις την ύψωσίν του. Τοιαύται μεταβολαί εις το ποσόν των πραγματοποιηθησομένων τιμών συνεπιφέρουν κατ' ανάγκην μεταβολάς αναλόγους εις την ποσότητα του τρέχοντος νομίσματος. Αι μεταβολαί αύται προέρχονται τελικώς εξ αυτού του νομίσματος, εννοείται όμως, όχι διότι λειτουργεί ως όργανον της κυκλοφορίας, αλλά διότι λειτουργεί ως μέτρον των αξιών. Εις παρομοίας περιστάσεις, υπάρχουν πρώτον μεταβολαί εις την αξίαν του νομίσματος, έπειτα η τιμή των εμπορευμάτων ποικίλλει κατ' αντίστροφον λόγον της αξίας του νομίσματος· και τέλος η μάζα του τρέχοντος νομίσματος ποικίλλει κατ' ευθύν λόγον με την τιμήν των εμπορευμάτων.
Ίδωμεν ότι η κυκλοφορία έχει θύραν, διά της οποίας ο χρυσός (ή κάθε άλλη ύλη — νόμισμα) εισέρχεται ως εμπόρευμα. Πριν λειτουργήση ως μέτρον αξιών, η κυρίως αξία του είναι καθωρισμένη. Μετεβλήθη νυν ή ηλαττώθη η τιμή του, θα παρατηρήσωμεν τούτο κατά πρώτον εις την πηγήν της παραγωγής του πολυτίμου μετάλλου, εκεί ένθα ανταλλάσσεται έναντι άλλων εμπορευμάτων. Αι τιμαί των θ' ανέρχονται, ενώ πολλά άλλα εμπορεύματα θα εξακολουθούν να εκτιμώνται εν τη παρελθούση και φανταστική πλέον αξία του μετάλλου — νομίσματος. Η κατάστασις αύτη των πραγμάτων δύναται να διαρκέση κατά το μάλλον ή ήττον επί μακρόν αναλόγως του βαθμού της αναπτύξεως της παγκοσμίου αγοράς. Εν τούτοις, ολίγον κατ' ολίγον, εμπόρευμά τι δέον να επηρεάζη άλλο τι εν τη προς αυτό σχέσει του, ως αξία.
Αι τιμαί χρυσαί ή αργυραί των εμπορευμάτων τίθενται βαθμιαίως εν ισορροπία μετά των συγκριτικών αξιών, μέχρις ότου αι αξίαι όλων των εμπορευμάτων εκτιμηθούν τέλος κατά την αξίαν του μετάλλου — νομίσματος.
Όλη αυτή η κίνησις συνοδεύεται με συνεχή αύξησιν του πολυτίμου μετάλλου, του αντικαταστήσαντος τα δι' αυτού ανταλλαχθέντα εμπορεύματα, εφ' όσον λοιπόν το διορθωθέν τιμολόγιον των εμπορευμάτων γενικοποιείται και κατά συνέπειαν υπάρχει γενική ύψωσις των τιμών, το πλεόνασμα του μετάλλου, το οποίον απαιτεί η πραγματοποίησίς των, ευρίσκεται ήδη διαθέσιμον εν τη αγορά. Ατελής παρατήρησις των γεγονότων, των επακολουθησάντων την ανακάλυψιν των νέων μεταλλείων χρυσού και αργύρου, ωδήγησε κατά τον 17ον και κυρίως κατά τον 18ον αιώνα εις το εσφαλμένον συμπέρασμα, ότι αι τιμαί των εμπορευμάτων ηυξήθησαν, επειδή μεγάλη ποσότης χρυσού και αργύρου ελειτούργει ως όργανον κυκλοφορίας. Εις τας ακολούθους παρατηρήσεις η αξία του χρυσού υποτίθεται ως δεδομένη, όπως πράγματι είναι, κατά την στιγμήν του καθορισμού των τιμών.
Τούτου δοθέντος, η μάζα του κυκλοφορούντος χρυσού θα καθορισθή, όθεν διά της ολικής τιμής των υπό πραγματοποίησιν εμπορευμάτων. Εάν η τιμή εκάστου είδους εμπορεύματος είναι γνωστή, το ολικόν ποσόν των τιμών θα εξαρτηθή προφανώς εκ της μάζης των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων. Δύναταί τις να εννοήση άνευ μεγάλου κόπου, ότι εάν 1 σάκκος σίτου στοιχίζει 2 λουδοβίκια, 100 σάκκοι θα στοιχίσουν 200 λουδοβίκια κ.ο.κ. και ότι με την μάζαν του σίτου πρέπει ν' αυξηθή η ποσότης του χρυσού, ο οποίος με την πώλησιν αλλάσσει θέσιν μετ' αυτού.
Δοθείσης της μάζης των εμπορευμάτων, αι διακυμάνσεις των τιμών των δύνανται ν' αντιδράσουν επί της μάζης του κυκλοφορούντος νομίσματος. Η μάζα δύναται ν' ανέλθη ή να κατέλθη, εάν το ολικόν ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών αυξάνει ή ελλαττούται. Προς τούτο δεν είναι ανάγκη, όπως αι τιμαί όλων των εμπορευμάτων ανέρχονται ή κατέρχονται ταυτοχρόνως. Η ύψωσις ή πτώσις αριθμού τινός κυρίων ειδών αρκεί διά να επιδράση επί του ολικού ποσού των προς πραγματοποίησιν τιμών. Διότι η μεταβολή της τιμής των εμπορευμάτων αντανακλά πραγματικάς μεταβολάς αξιών ή προέρχεται εξ απλών διακυμάνσεων της αγοράς, διά τούτο το αποτέλεσμα το παραχθέν επί της ποσότητος του κυκλοφορούντος νομίσματος παραμένει το αυτό.
Έστω αριθμός τις πωλήσεων ταυτοχρόνων, άνευ αμοιβαίου συνδέσμου και ως εκ τούτου εκπληρουμένων των μεν διά των δε ή εκ τμηματικών μεταμορφώσεων, π. χ. εξ ενός σάκκου σίτου 20 μ. υφάσματος, 1 ένδυμα, 4 βαρέλια οινοπνεύματος. Εάν κάθε είδος στοιχίζει 2 λουδοβίκια, το ποσόν των τιμών των είναι 8 λουδοβίκια και διά να τα πραγματοποιήσωμεν πρέπει να ρίψωμεν εις την κυκλοφορίαν 8 λουδοβίκια. Τουναντίον, εάν τα αυτά εμπορεύματα αποτελούν την σειράν των γνωστών μεταμορφώσεων, 1 σάκκος σίτου — 2 λουδοβίκια — 20 μ. υφάσματος — 2 λουδοβίκια — 1 ενδυμασία — 2 λουδοβίκια — 4 βαρέλια ρακής — 2 λουδοβίκια, τότε τα 2 λουδοβίκια κυκλοφορούν εν τη υποδειχθείση τάξει, τα διάφορα δε ταύτα εμπορεύματα, πραγματοποιούντα διαδοχικώς τας τιμάς των, σταματούν τέλος εις τας χείρας του κατασκευαστού της ρακής. Πραγματοποιούν ούτω 4 γύρους.
Η τετράκις επαναληφθείσα μετάθεσις των δύο λουδοβικίων, απορρέει εκ των πλήρων μεταμορφώσεων συνδεομένων μεταξύ των, του σίτου, του υφάσματος, του ενδύματος, περατουμένων δε διά της πρώτης μεταμορφώσεως της ρακής. Αι αντίθετοι και συμπληρωματικαί κινήσεις των μεν διά των δε, εκ των οποίων σχηματίζεται η σειρά αύτη, λαμβάνουν χώραν, διαδοχικώς και ουχί ταυτοχρόνως. Και διά να πραγματοποιηθούν χρειάζονται κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον. Η ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος μετράται λοιπόν διά του αριθμού των γύρων των ιδίων νομισμάτων εν δεδομένω χρόνω. Ας υποθέσωμεν η κυκλοφορία των 4 εμπορευμάτων διαρκεί μίαν ημέραν. Το ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών είναι 8 λουδοβίκια, ο αριθμός των γύρων εκάστου είδους κατά την ημέραν είναι 4, η μάζα του κυκλοφορούντος νομίσματος 2 λουδοβίκια θα έχομεν λοιπόν:
Ποσόν τιμών εμπορευμάτων διαιρούμενον διά του αριθμού των γύρων των ειδών της αυτής ονομασίας, εν δεδομένω χρόνω,=ποσόν νομίσματος λειτουργούντος ως όργανον κυκλοφορίας.
Ο νόμος αυτός είναι γενικός. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων εις μίαν χώραν εν δεδομένω χρόνω περιέχει πολλάς απομεμονωμένας πωλήσεις (ή αγοράς), δηλαδή τμηματικάς και ταυτοχρόνους μεταμορφώσεις, εν αις το νόμισμα αλλάσσει άπαξ θέσιν ή εκτελεί ένα μόνον γύρον, αφ' ετέρου υπάρχουν σειραί μεταμορφώσεων κατά το μάλλον ή ήττον διακλαδούμεναι, πραγματοποιούμεναι πλησίον αλλήλων ή συνδεόμεναι αι μεν διά των δε. Εκεί τα αυτά νομίσματα εκτελούν κατά το μάλλον ή ήττον γύρους πολυαρίθμους. Τα κατ' ιδίαν μέρη, εκ των οποίων σύγκειται το ολικόν ποσόν του εν κυκλοφορία νομίσματος, λειτουργούν όθεν εις βαθμούς ενεργείας διαφόρους, το ολικόν όμως των τεμαχίων εκάστης διαιρέσεως, πραγματοποιεί κατά την δοθείσαν περίοδον, ποσόν τι τιμών και αποκαθίσταται ούτω μέση ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος
Η μάζα του χρήματος, η οποία π. χ. ρίπτεται εν δεδομένη στιγμή εις την κυκλοφορίαν, είναι φυσικώς καθορισμένη υπό της ολικής τιμής των εμπορευμάτων των πωληθέντων πλησίον αλλήλων. Αλλ' εις το ρεύμα τούτο της κυκλοφορίας έκαστον νόμισμα καθίσταται, ούτως ειπείν, υπεύθυνον διά το πλησίον του. Εάν το ένα αυξάνει την ταχύτητα της πορείας του, τ' άλλο την ελαττώνει ή μάλλον απορρίπτεται τελείως της σφαίρας της κυκλοφορίας, γνωστού όντος ότι αύτη δεν δύναται ν' απορροφήση παρά μάζαν χρυσού, ήτις πολλαπλασιαζομένη επί τον μέσον αριθμόν των στροφών της, ισούται προς το ποσόν, των υπό πραγματοποίησιν τιμών. Εάν αι στροφαί του νομίσματος αυξάνουν, η μάζα του ελαττούται· εάν οι στροφαί του ελαττούνται η μάζα του αυξάνει. Γνωστής ούσης της μέσης ταχύτητος του νομίσματος, η μάζα, η οποία δύναται να χρησιμεύση ως όργανον της κυκλοφορίας, είναι επίσης καθωρισμένη. Όθεν αρκέση, επί παραδείγματι, να ριφθή εις την κυκλοφορίαν αριθμός τις τραπεζιτικών χαρτονομισμάτων ενός λουδοβικίου διά να εξαχθούν ίσα λουδοβίκια εις χρυσόν, ανταλλαγή γνωστοτάτη εις όλας τας τραπέζας.
Ούτω, καθώς η πορεία του νομίσματος εν γένει λαμβάνει την ώθησιν και διεύθυνσίν του εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ούτω η ταχύτης της κινήσεώς του, δεν αντανακλά ή την ταχύτητα των μεταβολών των μορφής, την εξακολουθητικήν είσοδον σειρών μεταμορφώσεων, των μεν εντός των δε, την αιφνιδίαν εξαφάνισιν των εμπορευμάτων εκ της κυκλοφορίας και την ωσαύτως αιφνιδίαν αντικατάστασίν των υπό νέων εμπορευμάτων. Εν τη επιταχυντική πορεία του νομίσματος αναφαίνεται, ούτως, η ρευστή μονάς των αντιθέτων και συμπληρωματικών φάσεων, ως μετατροπή της μορφής χρήσεως των εμπορευμάτων, εν τη μορφή των αξία και εκ νέου μετατροπή από της μορφής αξίας εις την μορφήν των χρήσιν ή η μονάς της πωλήσεως και της αγοράς ως δύο πράξεις αλληλοδιαδόχως εκτελούμεναι υπό των ιδίων ανταλλακτών. Αντιθέτως, η επιβράδυνσις της πορείας του νομίσματος παρουσιάζει τον χωρισμόν των φαινομένων και την τάσιν των προς απομόνωσιν εις αντίθεσιν του ενός εκ τον άλλου, την διακοπήν των μεταλλαγών της μορφής και κατά συνέπειαν των μετατροπών των αντικειμένων. Η κυκλοφορία φυσικώς δεν μαρτυρεί πόθεν διέρχεται η διακοπή αύτη, δεικνύει μόνον το φαινόμενον.
Όσον αφορά τον κοινόν άνθρωπον, ο οποίος εφ' όσον η κυκλοφορία του νομίσματος επιβραδύνεται, βλέπει το χρήμα να αναφαίνεται και να εξαφανίζεται ολιγώτερον συχνά, εφ' όλων των σημείων της περιφερείας της κυκλοφορίας, παρασύρεται εις την αναζήτησιν της εξηγήσεως του φαινομένου εν τη ανεπαρκεί ποσότητι του κυκλοφορούντος μετάλλου.
Το ολικόν ποσοστόν του χρήματος του λειτουργούντος ως όργανον της κυκλοφορίας εν δοθείση περιόδω είναι όθεν καθωρισμένον, αφ' ενός υπό του ποσού των τιμών, όλων των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων, αφ' ετέρου δε υπό της σχετικής ταχύτητος των μεταμορφώσεών των. Αλλ' η ολική τιμή των εμπορευμάτων, εξαρτάται εκ της μάζης και εκ των τιμών εκάστου είδους εμπορεύματος. Οι τρεις ούτοι παράγοντες: κίνησις των τιμών, μάζα κυκλοφορούντων εμπορευμάτων και τέλος ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος, δύνανται να εναλλαγώσιν εν διαφόρω αναλογία και κατά διάφορον κατεύθυνσιν. Το ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών και κατά συνέπειαν η μάζα των απαιτουμένων μέσων κυκλοφορίας δύναται να υποστή ωσαύτως συνδυασμούς πολυαρίθμους εκ των οποίως δεν θ' αναφέρωμεν ενταύθα ή τους σημαντικωτέρους εν τη ιστορία των τιμών.
Των τιμών παραμενουσών των αυτών, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να αυξήση, είτε διότι η μάζα των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων αυξάνει, είτε διότι η ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος ελαττούται ή διότι αι δύο αύται αιτίαι ενεργούν ομού. Αντιθέτως, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να ελαττωθή εάν η μάζα των εμπορευμάτων ελαττούται ή εάν το νόμισμα επιταχύνη την κυκλοφορίαν του.
Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν ύψωσιν, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να παραμένη η αυτή, εάν η μάζα των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων ελαττούται εν τη αύτη αναλογία εν τη οποία η τιμή των ανέρχεται, ή εάν η ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος αυξάνει τόσον ταχέως όσον η ύψωσις των τιμών, ενώ η μάζα των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων παραμένει η αυτή. Η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να κατέρχεται, είτε διότι η μάζα των εμπορευμάτων κατέρχεται, είτε διότι η ταχύτης της πορείας του χρήματος αυξάνει ταχύτερον των τιμών των.
Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν πτώσιν, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να μείνη η αυτή, εάν η μάζα των εμπορευμάτων αυξάνει εν τη αυτή αναλογία εν η αι τιμαί των πίπτουν, ή εάν η ταχύτης της πορείας του χρήματος ελαττούται εν τη αυτή αναλογία εν τη οποία και αι τιμαί των. Δύναται να αυξήση εάν η μάζα των εμπορευμάτων αυξάνει ταχύτερον, ή εάν η ταχύτης της κυκλοφορίας ελαττούται τόσον ταχύτερον, όσον αι τιμαί των πίπτουν.
Αι διακυμάνσεις των διαφόρων παραγόντων δύνανται αμοιβαίως να αντισταθμισθούν, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε παρά τας αιωνίας διακυμάνσεις των, το ολικόν ποσόν των τιμών προς πραγματοποίησιν, να παραμένη σταθερόν και ωσαύτως κατά συνέπειαν η μάζα του τρέχοντος νομίσματος. Πράγματι εάν παρατηρήσωμεν τας περιόδους διαρκείας τινός ευρίσκομεν τας παρεκκλίσεις εκ της μέσης επιφανείας μικροτέρας από ότι τας ανεμένομεν εκ πρώτης όψεως, εκτός ισχυρών, εννοείται, περιοδικών διαταράξεων προερχομένων σχεδόν πάντοτε εκ βιομηχανικών και εμπορικών κρίσεων, εξαιρετικώς δε εκ διακυμάνσεως εν αυτή τη αξία των πολυτίμων μετάλλων.
Ο νόμος αυτός διά του οποίου η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας καθορίζεται διά του ποσού των τιμών των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων και διά της μέσης ταχύτητος της πορείας του νομίσματος, καταλήγει εις το εξής: Δεδομένου του ποσού της αξίας των εμπορευμάτων και της μέσης ταχύτητος των μεταμορφώσεών των, η ποσότης του εν κυκλοφορία πολυτίμου μετάλλου εξαρτάται εκ της ιδίας του αξίας.
Η υπόθεσις κατά την οποίαν αι τιμαί των εμπορευμάτων είναι τουναντίον καθορισμέναι υπό της μάζης της μέσης κυκλοφορίας και η μάζα αύτη διά της αφθονίας των πολυτίμων μετάλλων εις μίαν χώραν, βασίζεται αρχικώς επί της αφελούς υποθέσεως ότι τα εμπορεύματα και το χρήμα εισέρχονται εν τη κυκλοφορία το μεν άνευ τιμής, το δε άνευ αξίας και ότι ποσοστόν μέρος της μάζης των εμπορευμάτος ανταλλάσσεται κατόπιν εκεί αντί της αυτής μερίδος εκ του σωρού του περιέχοντος το μέταλλον τούτο.
γ. Το νόμισμα ή τα είδη. — Το σημείον της αξίας.
Το νόμισμα έλκει την καταγωγήν του εκ της λειτουργίας, την οποίαν η νομισματική μονάς εκπληροί ως όργανον της κυκλοφορίας. Τα βάρη του χρυσού, επί παραδείγματι, εκφρασμένα κατά τον επίσημον τύπον εις τας τιμάς ή τα νομισματικά ονόματα των εμπορευμάτων, πρέπει να τα αντιμετωπίσουν εις την αγοράν ως είδη χρυσού της αυτής ονομασίας ή ως νόμισμα. Όπως η εγκατάστασις του τύπου των τιμών, ούτω και η νομισματοποίησις είναι έργον το οποίον ανήκει εις το κράτος. Αι διάφοροι εθνικαί ενδυμασίαι, τας οποίας ο χρυσός και ο άργυρος ενδύεται ως νόμισμα, των οποίων όμως απαλλάσσονται εις την παγκόσμιον αγοράν, σημειούν καλώς τον χωρισμόν μεταξύ των εθνικών ή εσωτερικών σφαιρών και της γενικής σφαίρας της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Ο εις νόμισμα χρυσός και ο εις ράβδους τοιούτος, δεν διαφέρουν ευθύς αμέσως ή εξ όψεως. Και ο χρυσός δύναται πάντοτε να περιέρχεται από της μιας εις την άλλην των μορφών τούτων.
Εν τούτοις εξερχομένη του νομίσματος η νομισματική μονάς ευρίσκεται ήδη εν τη οδώ της δοκιμασίας. Τα χρυσά ή αργυρά νομίσματα φθείρονται εις την πορείαν των, τα μεν περισσότερον, τα δε ολιγώτερον. Δι' έκαστον βήμα το οποίον, έν λουδοβίκιον επί παραδείγματι, επιχειρή εν τη πορεία του, χάνει κάτι εκ του βάρους του, διατηρούν συγχρόνως την ονομασίαν του. Ο τίτλος και η ύλη, η μεταλλική ουσία και το νομισματικόν όνομα αρχίζουν ούτω ν' αποχωρίζωνται. Είδη της αυτής ονομασίας καθίστανται αξίαι άνισοι, ως μη όντα του ιδίου βάρους. Το βάρος του χρυσού, του υποδεικνυομένου υπό του τύπου των τιμών δεν ευρίσκεται πλέον εν τω κυκλοφορούντι χρυσώ, όστις παύει ακριβώς διότι δεν είναι πραγματικώς ίσος με τα εμπορεύματα των οποίων δέον να πραγματοποιήση τας τιμάς.
Η ιστορία των νομισμάτων κατά τον μεσαίωνα και τους συγχρόνους καιρούς μέχρι του 18ου αιώνος, δεν είναι παρά η ιστορία της συγχύσεως ταύτης. Η φυσική τάσις της κυκλοφορίας να μετατρέπη τα χρυσά αντικείμενα εις ομοίωμα χρυσού, ή το νόμισμα εις σύμβολον του επισήμου μεταλλικού βάρους του, αναγνωρίζεται υπό των τελευταίων νόμων περί του βαθμού της απωλείας του μετάλλου, ήτις θέτει τα είδη εκτός της κυκλοφορίας, ή τα απονομισματίζει.
Η κυκλοφορία του νομίσματος, επιχειρούσα διάσπασιν μεταξύ του πραγματικού περιεχομένου και του νομισματικού περιεχομένου, μεταξύ της μεταλλικής υπάρξεως και της λειτουργικής των ειδών τοιαύτης, επιφέρει ήδη, υπό μορφήν βραδείαν, την πιθανότητα της αντικαταστάσεώς των εν τη υπηρεσία των ως νομίσματος διά χαλκών νομισμάτων κτλ. Αι τεχνικαί δυσκολίαι της νομισματοκοπίας μικροτάτων μερών του βάρους του χρυσού ή του αργύρου και το γεγονός, ότι μέταλλα κατώτερα χρησιμεύουν ως μέτρον αξίας και κυκλοφορούν ως νόμισμα μέχρις ου το πολύτιμον μέταλλον τα εκθρονίση, εξηγούν ιστορικώς τον ρόλον των, ως συμβολικού νομίσματος. Αντικαθιστούν τον νομισματοποιημένον χρυσόν εις τας σφαίρας της κυκλοφορίας, ένθα η κυκλοφορία του νομίσματος είναι τουλάχιστον ταχυτέρα, δηλαδή ένθα αι πωλήσεις και αγοραί ανανεούνται διαρκώς επί της μικροτέρας κλίμακος. Διά να εμποδίσωμεν τους δορυφόρους τούτους να εγκαθιδρυθούν εις την θέσιν του χρυσού, αι αναλογίαι εις τας οποίας δέον να ώσιν αποδεκτοί εν τη πληρωμή καθορίζονται παρά των νόμων. Οι διάφοροι κύκλοι τους οποίους διατρέχουν τα διάφορα είδη του νομίσματος φυσικώς διασταυρούνται. Το συμπληρωτικόν νόμισμα, επί παραδείγματι, εμφανίζεται διά να πληρώση κλάσματα των ειδών χρυσού. Ο χρυσός εισέρχεται συνεχώς εν τη κυκλοφορία, αλλά και συνεχώς εκδιώκεται υπό του συμπληρωτικού νομίσματος, ανταλλασσόμενον αντ' αυτού.
Η μεταλλική ουσία των κερμάτων αργύρου ή χαλκού καθορίζεται αυθαιρέτως παρά του νόμου: Εν τη κυκλοφορεία των φθείρονται ακόμη περισσότερον, των νομισμάτων χρυσού. Όθεν η λειτουργία των καθίσταται εκ των πραγμάτων τελείως ανεξάρτητος του βάρους των, δηλ. κάθε αξίας. Παρά ταύτα όμως, και είναι τούτο το κύριον σημείον, εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντικαταστάται των ειδών χρυσού. Η νομισματική λειτουργία του χρυσού απεσπασμένη τελείως της μεταλλικής της αξίας είναι όθεν φαινόμενον παραχθέν υπό των προστριβών αυτής ταύτης της κυκλοφορίας της. Δύναται όθεν ν' αντικατασταθή εις την λειτουργίαν ταύτην υπό αντικειμένων σχετικώς άνευ ουδεμιάς αξίας, οία τα χαρτονομίσματα. Εάν εις τα μεταλλικά κέρματα ο καθαρώς συμβολικός χαρακτήρ συγκαλύπτεται μέχρι ενός σημείου, εκδηλούται άνευ αμφιβολίας εις το χαρτονόμισμα. Ως είδομεν μόνον το πρώτον βήμα είναι δύσκολον.
Πρόκειται ενταύθα περί χαρτονομίσματος του κράτους μετ' αναγκαστικής κυκλοφορίας. Τούτο γεννάται αυτομάτως εκ της μεταλλικής κυκλοφορίας. Το πιστωτικόν νόμισμα τουναντίον προϋποθέτει σύνολον συνθηκών, αίτινες από απόψεως απλής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μάς είναι ακόμη άγνωστοι. Ας παρατηρήσωμεν εν τω μεταξύ ότι εάν το κυρίως χαρτονόμισμα προέρχεται εκ της λειτουργίας του χρήματος ως μέσου κυκλοφορίας, το πιστωτικόν νόμισμα, έχει την φυσικήν του ρίζαν εις την λειτουργίαν του χρήματος ως μέσου πληρωμής.
Το κράτος ρίπτει εις κυκλοφορίαν χαρτονομίσματα, επί των οποίων αναγράφονται ονομασίαι του νομίσματος, ως π. χ. 1 λουδοβίκιον 5 λουδ. κ. λ. π.
Εφ' όσον τα γραμμάτια ταύτα κυκλοφορούσιν αντί βάρους χρυσού της αυτής ονομασίας, η κίνησίς των αντικατοπτρίζει μόνον τους νόμους της κυκλοφορίας του πραγματικού νομίσματος. Ειδικός νόμος της κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος δύναται να προκύψη εκ του ρόλου του τούτου, ως αντιπροσώπου του χρυσού ή του αργύρου. Είναι δε ο νόμος ούτος απλούς και συνίσταταται, εις το ότι η έκδοσις του χαρτονομίσματος δέον να είναι ανάλογος με την ποσότητα του χρυσού (ή του αργύρου), του οποίου είναι το σύμβολον, και ο οποίος ώφειλε πραγματικώς να κυκλοφορή. Η ποσότης του χρυσού, την οποίαν δύναται ν' απορροφήση η κυκλοφορία κυμαίνεται συνηθέστερον άνωθεν ή κάτωθεν ενός μέσου όρου. Εν τούτοις ουδέποτε πίπτει κάτωθεν ενός μίνιμουμ το οποίον εις εκάστην χώραν η πείρα μάς καθιστά γνωστόν. Ότι όμως η μίνιμουμ αύτη μάζα ανανεώνει αδιακόπως τα ακέραια μέρη της, δηλαδή έχει ένα σύρε κ' έλα των κατ' ιδίαν ειδών, των εισερχομένων και εξερχομένων εις αυτήν, τούτο δεν αλλάσσει φυσικά τίποτε, ούτε τας αναλογίας της ούτε την συνεχή κίνησίν της εις την σφαίραν της κυκλοφορίας.
Ουδέν εμποδίζει όθεν την αντικατάστασίν της διά συμβόλων χαρτονομίσματος. Εάν τουναντίον αι διώρυγες της κυκλοφορίας πληρούνται χαρτονομίσματος μέχρι του ορίου της απορροφητικής ιδιότητός των διά το πολύτιμον μέταλλον, τότε η παραμικροτέρα διακύμανσις εις την τιμήν των εμπορευμάτων δυνατόν να τας κάμη να υπερεκχειλίσουν. Έκτοτε παν μέτρον μάταιον. Μη λαμβανομένης υπ' όψει μιας γενικής μειώσεως των πιστωτικών αξιών, ας υποθέσωμεν ότι το χαρτονόμισμα υπερβαίνει την κανονικήν του αναλογίαν. Κατόπιν ως και πρότερον δεν θα αντιπροσωπεύη εν τη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή το ποσοστόν του χρυσού του απαιτουμένου παρ' αυτού κατά τους υπάρχοντας νόμους του και το οποίον κατά συνέπειαν είναι το μόνον αντιπροσωπευτόν.
Εάν επί παραδείγματι, η ολική μάζα του χαρτονομίσματος είναι διπλασία απ' ότι έδει να ήτο, έν γραμμάτιον εκατόν φράγκων αντιπροσωπεύον 50 γραμ. χρυσού δεν θ' αντιπροσωπεύη πλέον παρά 25 μόνον. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, εάν ο χρυσός, εν τη λειτουργία του ως νομίσματος, ευρεθή αλλοιωμένος.
Το χαρτονόμισμα είναι μορφή χρυσού ή σημείον νομίσματος. Η υφισταμένη σχέσις μεταξύ τούτου και των εμπορευμάτων συνίσταται απλούστατα εις τούτο: ότι αι αυταί ποσότητες χρυσού, αι ιδιεολογικώς εκφραζόμενοι εν τη τιμή των αντιπροσωπεύονται παρ' αυτού συμβολικώς. Όθεν το χαρτονόμισμα δεν είναι σημείον αξίας ειμή, εφ' όσον αντιπροσωπεύει ποσότητας χρυσού αίτινες ως πάσαι αι άλλαι ποσότητες εμπορευμάτων, είναι ωσαύτως ποσότητες αξίας.
Ο αποκλειστικός χαρακτήρ της λειτουργίας ταύτης, δεν πραγματοποείται, είναι αληθές, διά τα χρυσά ή αργυρά νομίσματα κεχωρισμένως λαμβανόμενα αν και εκδηλούνται εις το γεγονός ότι εφθαρμένα κέρματα εξακολουθούν μόλα ταύτα να κυκλοφορούν. Έκαστον νόμισμα χρυσού δεν είναι απλώς όργανον κυκλοφορίας ειμή εφ' όσον κυκλοφορεί. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά την μίνιμουμ μάζαν χρυσού δυναμένην ν' αντικατασταθή παρά του χαρτονομίσματος. Η μάζα αύτη ανήκει πάντοτε εις την σφαίραν της κυκλοφορίας. Λειτουργεί αδιακόπως ως όργανόν της και υφίσταται αποκλειστικώς ως στήριγμα της λειτουργίας ταύτης. Η κυκλοφορία της αντιπροσωπεύει ούτω την συνεχή αλλοίωσιν των αντιθέτων κινήσεων της μεταμορφώσεως Ε — Χ — Ε, ένθα η όψις αξία των εμπορευμάτων, δεν τας αντιμετωπίζει ή διά να εξαφανισθή αμέσως, ένθα η αντικατάστασις ενός εμπορεύματος δι' άλλου κάμνει το χρήμα να ολισθαίνη αδιακόπως από χειρός εις χείρα. Η λειτουργική της ύπαρξις απορροφά, ούτως είπειν, την υλικήν της ύπαρξιν. Φευγαλέα αντανάκλασις των τιμών των εμπορευμάτων λειτουργεί ως σήμα εαυτής και δύναται κατά συνέπειαν ν' αντικατασταθή με άλλο σήμα. Πρέπει μόνον το σήμα του νομίσματος να είναι, όπως εκείνη κοινωνικώς ανεγνωρισμένον, καθίσταται δε τοιούτον διά της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Η αναγκαστική αύτη δράσις του κράτους δεν δύναται να εξασκηθή ή εν τη εθνική περιοχή της κυκλοφορίας, εκεί δε μόνον δύναται ωσαύτως να περιορισθή η λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα εκπληροί ως νομισματική μονάς.
III. Το νόμισμα ή το χρήμα.
Μέχρις εδώ εξητάσαμεν το πολύτιμον μέταλλον υπό την διπλήν του άποψιν, ως μέτρον αξιών και ως όργανον κυκλοφορίας. Ως νόμισμα ιδεατόν εκπληροί την πρώτην λειτουργίαν, εν δε τη δευτέρα δύναται ν' αντιπροσωπευθή υπό συμβόλων. Υπάρχουν όμως λειτουργίαι εις ας δέον να παρουσιάζηται εν τω μεταλλικώ του σώματι ως πραγματικόν ισοδύναμον των εμπορευμάτων ή ως εμπόρευμα — νόμισμα.
Υπάρχει άλλη τις λειτουργία εισέτι, την οποίαν δύναται να εκπληρώση είτε προσωπικώς είτε δι' αναπληρωτών, αλλ' εις την οποίαν παρουσιάζεται πάντοτε έναντι των εν χρήσει εμπορευμάτων ως η μόνη φυσική ενσάρκωσις της αξίας των. Εις όλας τας περιπτώσεις ταύτας λέγομεν ότι λειτουργεί ως κυρίως νόμισμα ή κυρίως χρήμα εν αντιθέσει προς τας λειτουργίας του, ως μέτρου αξιών και νομίσματος.
α') Θησαυρισμός.
Η κυκλοφοριακή κίνησις των δύο αντιθέτων μεταμορφώσεων των εμπορευμάτων ή συνεχής αλλοίωσις της πωλήσεως και της αγοράς εκδηλούται υπό της ακαταπονήτου κυκλοφορίας του νομίσματος ή εν τη λειτουργία του ως perpetum mobile, ως αιωνίου κινητήρος της κυκλοφορίας. Ακινητεί ή μεταβάλλεται, όπως λέγει ο Boisguillebert, από κινητόν εις ακίνητον, από νομισματική μονάς εις νόμισμα ή χρήμα, ευθύς ως η σειρά των μεταμορφώσεων διακόπτεται, ευθύς ως η πώλησις δεν ακολουθείται αμέσως υπό της αγοράς.
Ευθύς ως αναπτύσσεται η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αναπτύσσεται η ανάγκη και η επιθυμία να στερεοποιηθή και διατηρηθή το προϊόν της πρώτης μεταμορφώσεως, το εμπόρευμα το μετατραπέν εις χρυσαλίδα χρυσού ή αργύρου. Έκτοτε πωλούν εμπορεύματα όχι μόνον διά ν' αγοράσουν άλλα, αλλά ωσαύτως διά ν' αντικαταστήσουν την μορφήν εμπορεύματα εις μορφήν χρήμα. Το νόμισμα σκοπίμως σταματηθέν εν τη κυκλοφορία του απολιθούται, ούτως ειπείν, αποβαίνων θησαυρός, ο δε πωλητής μεταβάλλεται εις θησαυριστήν.
Κυρίως εν τη νηπιότητι της κυκλοφορίας ανταλλάσουν μόνον το πλεόνασμα αξιών χρήσεως με εμπόρευμα νόμισμα. Ο χρυσός και ο άργυρος αποβαίνουν, ούτω αφ' εαυτών η κοινωνική έκφρασις του πλεονάσματος και του πλούτου. Η αφελής αύτη μορφή του θησαυρισμού διαιωνίζεται παρά τοις λαοίς, των οποίων ο εκ παραδόσεως τρόπος παραγωγής ικανοποιεί απ' ευθείας στενόν κύκλον στασίμων αναγκών.
Υπάρχει ολίγη κυκλοφορία και θησαυροί πολλοί, ό,τι ακριβώς συμβαίνει παρά τοις Ασιανοίς, ιδίως όμως παρά της Ινδοίς.
Ευθύς ως η εμπορική παραγωγή λάβει ανάπτυξίν τινα, έκαστος παραγωγός δέον να προμηθευθή χρήμα. Τούτο είναι «κοινωνική εγγύησις» το nervus rerum, το νεύρον των πραγμάτων. Πράγματι, αι ανάγκαι του παραγωγού ανανεούνται αδιακόπως, και αδιακόπως του επιβάλουν την αγοράν ξένων εμπορευμάτων, ενώ η παραγωγή και η πώλησις των ιδικών του, απαιτούν κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον εξαρτάται δε εκ χιλίων συμπτώσεων. Διά να αγοράσωμεν χωρίς να πωλήσωμεν, πρέπει πρώτον ν' έχωμεν πωλήσει χωρίς να έχωμεν αγοράσει. Φαίνεται αντίφασις ότι η πράξις αύτη, δύναται γενικώς να πραγματοποιηθή. Εν τούτοις τα πολύτιμα μέταλλα ανταλλάσσονται εις την πηγήν των της παραγωγής αντί άλλων εμπορευμάτων. Ενταύθα, η πώλησις λαμβάνει χώραν (παρά του κατόχου των εμπορευμάτων) άνευ αγοράς (εκ μέρους του κατόχου του χρυσού και του αργύρου). Και μεταγενέστεραι πωλήσεις μη συμπληρωθείσαι παρ' αγορών επομένων, ουδέν άλλο πράττουν ή διανέμουν τα πολύτιμα μέταλλα μεταξύ όλων των ανταλλακτών. Σχηματίζεται ούτω εφ' όλων των σημείων των σχετιζομένων με εμπορικάς εργασίας, εφεδρείαι χρυσού και αργύρου εις τας πλέον διαφόρους αναλογίας. Η πιθανότης να κρατηθή και διατηρηθή το εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία ή ανταλλακτική αξία ως εμπόρευμα διεγείρει το πάθος του χρυσού. Εφ' όσον εκτείνεται η κυκλοφορία Κεφάλαιον και χρήμα των εμπορευμάτων, η δύναμις του νομίσματος αυξάνει ως απόλυτος και πάντοτε διαθέσιμος μορφή του κοινωνικού πλούτου.
«Ο χρυσός είναι πράγμα θαυμάσιον! ο κατέχων τούτον είναι κύριος πάσης επιθυμίας του. Διά του χρυσού δύναταί τις ακόμη ν' ανοίξη εις τας ψυχάς τας θύρας του παραδείσου» (Κολόμβος. Επιστολή εκ της Ζαμαϊκής 1503).
Της όψεως του νομίσματος ουδόλως προδιδούσης οποίον τι μετετράπη, το παν, εμπόρευμα ή άλλο τι, μεταβάλλεται εις νόμισμα. Η κυκλοφορία αποβαίνει ο μέγας κοινωνικός άμβυξ εις τον οποίον χύνεται το παν ίνα εξέλθη μεταμορφωμένον εις αποκρυσταλλωμένον νόμισμα. Τίποτε δεν ανθίσταται εις την αλχημείαν αυτήν, ούτε αυτά τα κόκκαλλα των αγίων, πολύ ολιγώτερον ακόμη τα πλέον λεπτά ημιάγια αντικείμενα, res sacro santae extra commercium hominum. Όπως πάσα ποσοτική των εμπορευμάτων διαφορά εξαφανίζεται εις το χρήμα, ούτω και αυτό ριζικός ισοπεδωτής, εξαφανίζει όλας τας διακρίσεις. Αλλά το χρήμα είναι και αυτό εμπόρευμα, αντικείμενον δυνάμενον να πέση εις οιουδήποτε χείρα, Η κοινωνική δύναμις αποβαίνει ούτω δύναμις ιδιωτική των ατόμων. Ούτω η αρχαία κοινωνία, το καταγγέλλει ως ανατρεπτικόν πράκτορα ως τον δραστικώτερον διαλυτήν της οικονομικής οργανώσεώς της και των λαϊκών ηθών.
Η σύγχρονος κοινωνία χαιρετά εις τον χρυσόν, τον άγιόν της graal, την έκλαμπρον ενσάρκωσιν αυτής της αρχής της ζωής της.
Το εμπόρευμα ως αξία χρήσεως ικανοποιεί ιδιαιτέραν ανάγκην και αποτελεί ιδιαίτερον στοιχείον του υλικού πλούτου. Αλλ' η αξία του εμπορεύματος μετρά τον βαθμόν της ελκτικής δυνάμεώς της, εφ' όλων των στοιχείων του πλούτου τούτου και κατά συνέπειαν τον κοινωνικόν πλούτον του κατέχοντος ταύτην. Ο ανταλλάκτης κατά το μάλλον ή ήττον βάρβαρος αυτός ακόμη, ο χωρικός της δυτικής Ευρώπης, ουδόλως γνωρίζει να χωρίζη την αξίαν της μορφής της. Δι' αυτόν αύξησις του αποθέματός του εις χρυσόν και εις άργυρον σημαίνει αύξησιν αξίας.
Ασφαλώς η αξία του πολυτίμου μετάλλου αλλάσσει, κατόπιν των επενεχθεισών μεταβολών, είτε εν τη ιδία του αξία, είτε εν τη αξία των εμπορευμάτων. Αλλά τούτο δεν εμποδίζει αφ' ενός μεν, όπως 200 γραμ. χρυσού περιέχουν κατόπιν ως και πρότερον περισσοτέραν αξίαν από 100 και 300 περισσοτέραν αξίαν από 200 κλπ., ούτε αφετέρου όπως η μεταλλική μορφή του νομίσματος παραμένει η γενική ισοδύναμος μορφή όλων των εμπορευμάτων, η κοινωνική ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Ο έχων κλίσιν προς το θησαυρίζειν, δεν έχει εκ φύσεως ούτε κανόνα ούτε μέτρον. Το χρήμα θεωρούμενον από απόψεως ποιότητος ή μορφής, η παγκόσμιος αντιπροσώπευσις του υλικού πλούτου, δεν έχει όρια, διότι είναι αμέσως μεταβλητόν εις παν είδος εμπορεύματος, αλλ' έκαστον ποσόν πραγματικού χρήματος έχει το ποσοτικόν του όριον και κατά συνέπειαν δεν έχει ειμή περιωρισμένην αγοραστικήν δύναμιν. Η αντίθεσις αύτη μεταξύ της πάντοτε καθωρισμένης ποσότητος και της απροσδιορίστου ποιότητος της δυνάμεως του χρήματος, οδηγεί αδιακόπως τον θησαυριστήν εις την εργασίαν του Σισύφου. Ομοιάζει ως προς κατακτητήν, του οποίου πάσα νέα κατάκτησις δεν οδηγεί ή εις νέα σύνορα.
Διά να κρατήσωμεν και διατηρήσωμεν το πολύτιμον μέταλλον ως νόμισμα και κατά συνέπειαν ως στοιχείον θησαυρισμού, πρέπει να το παρεμποδίσωμεν από του να κυκλοφορή ή ν' αποβαίνη από μέσον αγοράς μέσον απολαύσεως. Ο θησαυριστής θυσιάζει ούτω εις το είδωλον τούτο όλας τας επιθυμίας της σαρκός του, ουδείς περισσότερον αυτού λαμβάνει υπό σοβαράν έποψιν το ευαγγέλιον της εγκρατείας. Αφ' ετέρου δεν δύναται ν' αφαιρέση εις νόμισμα από την κυκλοφορίαν ή ό,τι του δίδουν εις εμπορεύματα.
Όσον περισσότερον παράγει τόσον περισσότερον δύναται να πωλή. Βιομηχανία, οικονομία, φιλαργυρία, αύται είναι αι κύριαί του αρεταί. Αγοράζειν πολλά, πωλείν ολίγα, τούτο είναι το άπαν της πολιτικής του οικονομίας.
Ο θησαυρός δεν έχει μόνον χονδροειδή μορφήν, έχει επίσης αισθητικήν μορφήν. Είναι η συσσώρευσις έργων χρυσοχοΐας αναπτυσσομένης με την αύξησιν του κοινωνικού πλούτου. «Ας ήμεθα πλούσιοι ή ας φαινόμεθα πλούσιοι» (Diderot ). Ούτω σχηματίζεται, αφ' ενός αγορά πλέον εκτεταμένη διά τα πολύτιμα μέταλλα, αφ' ετέρου βραδεία πηγή προμηθείας, εν τη οποία αντλούμεν κατά τας περιόδους της κοινωνικής κρίσεως.
Εις την οικονομίαν της μεταλλικής κυκλοφορίας, οι θησαυροί εκπληρούν διαφόρους υπηρεσίας. Η πρώτη έλκει την καταγωγήν της εκ των συνθηκών των προεξαρχουσών εις την πορείαν του νομίσματος. Είδομεν πώς το κυκλοφορούν ποσόν του νομίσματος αυξάνει ή ελαττούται με τας σταθεράς διακυμάνσεις, τας οποίας δοκιμάζει η κυκλοφορία των εμπορευμάτων από απόψεως εκτάσεως, τιμών και ταχύτητος. Όθεν το ποσόν τούτο δέον να είναι ικανής αυξήσεως και ελαττώσεως.
Μέρος του νομίσματος πότε δέον να εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας, πότε να επιστρέφη. Ίνα η μάζα του τρέχοντος χρήματος αντιστοιχή εις τον βαθμόν, καθ' ον η σφαίρα της κυκλοφορίας ευρίσκεται πεπληρωμένη, δέον όπως η πραγματικώς κυκλοφορούσα ποσότης του χρυσού ή του αργύρου, αποτελεί μέρος του υπάρχοντος εις την χώραν πολυτίμου μετάλλου. Ο όρος ούτος εκπληρούται διά της μορφής θησαυρού του χρήματος. Αι αποθήκαι των θησαυρών χρησιμεύουν συγχρόνως και ως διώρυγες εκροής και αρδεύσεως, εις τρόπον ώστε αι διώρυγες κυκλοφορίας να μην εκχειλίζουν ποτέ.
β') Μέσον πληρωμής.
Εις την μέχρι τούδε εξετασθείσαν άμεσον μορφήν της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η αυτή αξία παρουσιάζεται πάντοτε διττή, εμπόρευμα εις τον ένα πόλον, νόμισμα εις τον άλλον. Οι παραγωγοί ανταλλάκται ευρίσκονται, ως αντιπρόσωποι αντιμετώπων ισοδυνάμων. Εφ' όσον εν τούτοις αναπτύσσεται η κυκλοφορία, αναπτύσσονται ωσαύτως περιπτώσεις τείνουσαι, εις τον χωρισμόν της εκποιήσεως του εμπορεύματος από της πραγματοποιήσεως της τιμής του δι' ενός χρονικού διαστήματος. Ούτω π. χ. Είδος τι εμπορεύματος απαιτεί περισσότερον χρόνον διά την παραγωγήν του, ενώ έτερον είδος απαιτεί ολιγώτερον χρόνον. Αι εποχαί της παραγωγής δεν είναι αι αυταί διά τα διάφορα εμπορεύματα. Εάν εμπόρευμα παράγηται εις αυτόν τον τόπον της αγοράς του, έν άλλο δέον να ταξειδεύση διά να μεταβή εις απομεμακρυσμένην αγοράν. Είναι όθεν δυνατόν ο είς των ανταλλακτών να είναι έτοιμος προς πώλησιν, ενώ ο άλλος δεν είναι έτοιμος προς αγοράν. Όταν αι αυταί συναλλαγαί ανανεούνται μεταξύ των αυτών προσώπων, οι όροι της αγοράς και της πωλήσεως των εμπορευμάτων, θα κανονίζονται ολίγον κατ' ολίγον, συμφώνως προς τους όρους της παραγωγής των. Αφ' ετέρου πάλιν η χρήσις ειδών τινών εμπορευμάτων, οικίας π. χ. εκποιείται υπό προθεσμίαν και μόνον μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης ο αγοραστής επιτυγχάνει πραγματικώς την συμφωνηθείσαν αξίαν χρήσεως. Αγοράζει όθεν πριν πληρώση. Ο είς των ανταλλακτών πωλεί παρόν εμπόρευμα, ο άλλος αγοράζει ως αντιπρόσωπος του μέλλοντος ν' αφιχθή χρήματος. Ο πωλητής αποβαίνει πιστωτής, ο αγοραστής αποβαίνει οφειλέτης. Όπως η μεταμόρφωσις του εμπορεύματος λαμβάνει ενταύθα νέαν όψιν ούτω και το χρήμα αποκτά νέαν λειτουργίαν. Αποβαίνει μέσον πληρωμής· οι χαρακτήρες του πιστωτού και του οφειλέτου προέρχονται ενταύθα εκ της απλής κυκλοφορίας. Η αλλαγή της μορφής της εναποθέτει εις τε τον πωλητήν και αγοραστήν την νέαν των μορφήν. Κατ' αρχάς, οι νέοι ούτοι ρόλοι είναι διαβατικοί ως και οι παλαιοί, παιζόμενοι κατά σειράν υπό των ιδίων ηθοποιών, δεν έχουν όμως όψιν τόσον αγαθήν, η δε αντίθεσίς των αποβαίνει πλέον επιδεκτική αποκρυσταλλώσεως. Οι αυτοί χαρακτήρες δύνανται να παρουσιασθούν ανεξαρτήτως της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εις την αρχαιότητα, η κίνησις της πάλης των τάξεων, έχει κυρίως την μορφήν πάλης συνεχώς ανανεουμένης μεταξύ πιστωτών και οφειλετών, ήτις εν Ρώμη καταλήγει εις την ήτταν και καταστροφήν, του οφειλέτου πληβείου, αντικατασταθέντος υπό του δούλου. Εις τον Μεσαίωνα η πάλη καταλήγει εις την καταστροφήν του φεουδάρχου οφειλέτου. Εκείνος χάνει την πολιτικήν δύναμιν ευθύς ως καταρρέει η οικονομική βάσις, ήτις ήτο το στήριγμά της. Εν τούτοις η νομισματική αύτη σχέσις πιστωτού προς οφειλέτην και εις τας δύο αυτάς εποχάς κατοπτρίζει εαυτήν επί της επιφανείας βαθυτέρων ανταγωνισμών.
Ας επανέλθωμεν εις την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων. Η σύγχρονος εμφάνισις των ισοδυνάμων εμπορεύματος και χρήματος εις τους δύο πόλους της πωλήσεως έπαυσε. Τώρα το χρήμα λειτουργεί κατά πρώτον λόγον ως μέτρον αξίας εν τω καθορισμώ της τιμής του πωλουμένου εμπορεύματος. Η τιμή αύτη ορισθείσα διά συμφωνητικού εκδηλοί την υποχρέωσιν του αγοραστού ήτοι το ποσόν του χρήματος, διά το οποίον είναι υπόχρεος εις ωρισμένην προθεσμίαν.
Είτα λειτουργεί ως φανταστικόν μέσον αγοράς. Αν και υφίσταται μόνον εις την υπόσχεσιν του αγοραστού, όμως ενεργεί ούτω την μετατόπισιν του εμπορεύματος. Μόνον μετά την λήξιν της προθεσμίας εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν ως μέσον πληρωμής, ήτοι μεταβαίνει από της χειρός του αγοραστού, εις την του πωλητού. Το μέσον της κυκλοφορίας μετετράπη εις θησαυρόν, διότι η κίνησις της κυκλοφορίας εσταμάτησεν εις το πρώτον ήμισυ. Το μέσον της πληρωμής εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν, τότε μόνον, όταν έχει ήδη εξέλθει το εμπόρευμα. Ο πωλητής μετέβαλε το εμπόρευμα εις χρήμα διά να ικανοποιήση τας ανάγκας του, ο θησαυριστής, διά να το διατηρήση εις την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου, — τέλος ο αγοραστής — οφειλέτης διά να δυνηθή να πληρώνη. Εάν δεν πληρώση λαμβάνει χώραν καταναγκαστική πώλησις. Η μετατροπή του εμπορεύματος εις την μορφήν — αξίαν, εις νόμισμα, αποβαίνει αύτη κοινωνική ανάγκη επιβαλλομένη εις τον παραγωγόν ανταλλάκτην ανεξαρτήτως των αναγκών του και των προσωπικών του ιδιοτροπιών.
Ας υποθέσωμεν ότι ο χωρικός αγοράζει από τον υφαντουργόν 20 μ. υφάσματος εις την τιμήν των 2 λουδοβικίων, τα οποία είναι επίσης η τιμή ενός τετάρτου στατήρος σίτου, και τα οποία πληρώνει μετά ένα μήνα. Ο χωρικός μεταβάλλει τον σίτον εις ύφασμα πριν τον μετατρέψει εις χρήμα. Πραγματοποιεί όθεν, την τελευταίαν μεταμόρφωσιν του εμπορεύματός του, προ της πρώτης. Είτα πωλεί σίτον 2 λουδ., τα οποία δίδει εις τον υφαντουργόν κατά την ορισθείσαν προθεσμίαν.
Το πραγματικόν νόμισμα δεν του χρησιμεύει πλέον ενταύθα ως μέσον υποκαταστάσεως του υφάσματος διά του σίτου. Δι' αυτόν το νόμισμα είναι τουναντίον η τελευταία λέξις της συναλλαγής, καθ' ό απόλυτος μορφή της αξίας, ην έχει να χορηγήση, καθ' ό παγκόσμιον νόμισμα. Όσον διά τον υφαντουργόν, το εμπόρευμά του εκυκλοφόρησε και επραγματοποίησε την τιμήν του, αλλά μόνον διά μέσου ενός τίτλου απορρέοντος εκ του πολιτικού δικαίου. Εισήλθεν εις την κατανάλωσιν άλλου εμπορεύματος πριν μετατραπή εις νόμισμα. Η πρώτη μεταμόρφωσις του υφάσματος παραμένει όθεν μετέωρος πραγματοποιουμένη εις την λήξιν της προθεσμίας του χρέους του χωρικού.
Αι λήξασαι υποχρεώσεις εις καθορισθείσαν περίοδον αντιπροσωπεύουν την ολικήν μορφήν των πωληθέντων εμπορευμάτων. Η ποσότης του απαιτηθέντος νομίσματος διά την πραγματοποίησιν του ποσού τούτου, εξαρτάται πρώτον εκ της ταχύτητος της πορείας των μέσων πληρωμής. Δύο περιστατικά την κανονίζουν: 1ον Η σύνδεσις των σχέσεων πιστωτού προς οφειλέτην, όπως όταν Α π. χ., ο οποίος λαμβάνει χρήμα από τον οφειλέτην του Β τον πιστωτήν του Γ κ. λ. κ. 2ον Το χρονικόν διάστημα, το οποίον χωρίζει τας διαφόρους προθεσμίας, κατά τας οποίας ενεργούνται αι πληρωμαί. Η σειρά των αλλεπαλλήλων πληρωμών ή των πρώτων συμπληρωματικών μεταμορφώσεων, διακρίνεται τελείως εκ της διασταυρώσεως των σειρών μεταμορφώσεων, τας οποίας ανελύσαμεν προηγουμένως.
Η σχέσις μεταξύ πωλητών και αγοραστών δεν εκδηλούται μόνον εις την κίνησιν των μέσων της κυκλοφορίας, αλλά γεννάται εν αυτή τη πορεία του νομίσματος. Η κίνησις του μέσου πληρωμής εκφράζει τουναντίον σύνολον, προϋπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων.
Το ταυτόχρονον και συνεχές των πωλήσεων (ή αγορών), το οποίον κάμνει, ώστε η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας να μη δύναται πλέον να ικανοποιηθή υπό της ταχύτητος της πορείας του, αποτελεί νέον μοχλόν εν τη οικονομία μέσων πληρωμής. Με την συγκέντρωσιν των πληρωμών εις μίαν θέσιν αναπτύσσονται αυθορμήτως οργανώσεις και μέθοδοι, διά να αντισταθμίσουν έν τινι μέτρω αμοιβαίως. Ούτω π. χ. κατά τον Μεσαίωνα συνέβαινον εις Λυώνα, με τα virements. Αι πιστώσεις του Α εις τον Β, του Β εις τον Γ, του Γ εις τον Α και ούτω καθ' εξής δεν έχουν ανάγκην ή να συγκριθούν διά να ακυρωθούν αμοιβαίως, έν τινι μέτρω, αι θετικαί και αρνητικαί ποσότητες, και δεν απομένει πλέον ούτω, παρά να γίνη το ισοζύγιον του λογαριασμού. Όσον μεγαλυτέρα είναι η συγκέντρωσις των πληρωμών τόσον είναι σχετικώς μικρότερον το ισοζύγιόν των και ως εκ τούτου η μάζα των εν κυκλοφορία μέσων πληρωμής. Η λειτουργία του νομίσματος ως μέσου πληρωμής συνεπιφέρει αντίθεσιν άνευ μέσης προθεσμίας. Εφ' όσον αι πληρωμαί ισολογίζονται, το νόμισμα λειτουργεί μόνον ιδεολογικώς ως λογιστικόν νόμισμα και μέτρον αξιών ευθύς ως αι πληρωμαί πρόκειται να ενεργηθούν πραγματικώς, το νόμισμα παρουσιάζεται ως απλούν μέσον κυκλοφορίας, ως μεταβατική μορφή, χρησιμεύουσα ως μέσον εις την μετάθεσιν των προϊόντων χωρίς όμως να επεμβαίνη και ως ατομική ενσάρκωσις της κοινωνικής εργασίας, ως μόνη πραγματοποίησις της ανταλλακτικής αξίας, ως απόλυτον εμπόρευμα. Η αντίθεσις αύτη εκρήγνυται την στιγμήν των εμπορικών και βιομηχανικών κρίσεων, στιγμήν εις την οποίαν εδόθη η ονομασία της νομισματικής κρίσεως.
Αύτη δημιουργείται εκεί ένθα αναπτύσσονται η άλυσσος των πληρωμών και τεχνικόν σύστημα προωρισμένον εις την αμοιβαίαν ικανοποίησίν των. Ο μηχανισμός ούτος διαταράσσεται παρ' οιασδήποτε αιτίας, ευθύς ως το χρήμα δι' αποτόμου στροφής και αμεταβιβάστως παύει να λειτουργή πλέον υπό την καθαρώς ιδεώδη μορφήν του ως λογιστικού χρήματος. Το νόμισμα ζητείται τότε ως χρήμα, τοις μετρητοίς και δεν δύναται πλέον ν' αντικατασταθή υπό «βεβήλων» εμπορευμάτων. Η χρησιμοποίησις του εμπορεύματος δεν λαμβάνεται υπ' όψει και η αξία του εξαφανίζεται, ενώπιον εκείνου, το οποίον δεν είναι ή η μορφή του. Την προηγουμένην ακόμη ημέραν ο αστός διά της πολυτελούς επαρκείας, την οποίαν του χορηγεί η ευμάρια, εδήλου ότι το χρήμα είναι φενάκη ματαία, μόνον το εμπόρευμα είναι χρήμα, εκραύγαζε. Μόνον το χρήμα είναι εμπόρευμα! είναι σήμερον η φωνή, ήτις αντηχεί κατά την παγκόσμιον αγοράν. Όπως η διψασμένη έλαφος κραυγάζει προ της πηγής δροσερού ύδατος, ούτω η ψυχή του αποκαλεί μεγαλοφώνως το χρήμα, τον μοναδικόν πλούτον. Η αντίθεσις η υφισταμένη μεταξύ του εμπορεύματος και της μορφής του αξίας, ωθείται κατά την διάρκειαν της κρίσεως μέχρι του απροχωρήτου. Το ιδιαίτερον γένος του νομίσματος δεν χρησιμεύει εις τίποτε. Η νομισματική ένδεια παραμένει η αυτή, είτε πρόκειται περί πληρωμών εις χρυσόν ή εις πιστωτικόν νόμισμα ή εις τραπεζογραμμάτια, επί παραδείγματι.
Εάν εξετάσωμεν τώρα το ολικόν ποσόν του νομίσματος του κυκλοφορούντος εν δεδομένω χρονικώ διαστήματι, ευρίσκομεν ότι γνωστής ούσης της ταχύτητος των μέσων κυκλοφορίας και των μέσων πληρωμής, το νόμισμα ισούται προς το ποσόν των τιμών των υπό πραγματοποίησιν εμπορευμάτων επί πλέον του ποσού των πληρωμών, αίτινες έληξαν, μείον του ποσού των κυμαινομένων πληρωμών, τέλος μείον της διπλής ή συχνής χρήσεως των ιδίων νομισμάτων, διά την διπλήν λειτουργίαν ως μέσου κυκλοφορίας και μέσου πληρωμής. Επί παραδείγματι ο χωρικός επώλησε τον σίτον του αντί 2 λουδοβ. τα οποία ενεργούν ως μέσον κυκλοφορίας. Κατά την λήξιν της προθεσμίας τα δίδει εις τον υφαντουργόν. Τώρα λειτουργούν ως μέσον πληρωμής. Ο υφαντουργός αγοράζει δι' αυτών ένδυμα, εν τη αγορά δε ταύτη λειτουργούν εκ νέου, ως μέσον κυκλοφορίας κ. ο. κ.
Δοθείσης της ταχύτητος της πορείας του νομίσματος, της οικονομίας των πληρωμών και των τιμών των εμπορευμάτων, βλέπομεν ότι η μάζα των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων δεν αντιστοιχεί πλέον προς την μάζαν του τρέχοντος νομίσματος εις περίοδόν τινα, μίαν ημέραν π. χ. Κυκλοφορεί νόμισμα αντιπροσωπεύον εμπορεύματα προ πολλού αποσυρθέντα εκ της κυκλοφορίας. Κυκλοφορούν εμπορεύματα, των οποίων το εις νόμισμα ισοδύναμον δεν θα παρουσιασθή ή πολύ αργότερον. Αφ' ετέρου, τα συναφθέντα δάνεια και τα λήξαντα τοιαύτα είναι καθ' εκάστην μεγέθη τελείως ασύμμετρα.
Το πιστωτικόν νόμισμα έχει την άμεσον πηγήν του εν τη λειτουργία του χρήματος, ως μέσου πληρωμής. Πιστοποιητικά βεβαιούντα δάνεια συναφθέντα διά πωληθέντα εμπορεύματα κυκλοφορούν, το ίδιον με την σειράν των, διά να μεταβιβάσωσιν εις άλλους τας πιστώσεις. Εφ' όσον εκτείνεται το σύστημα της πιστώσεως, επί τοσούτον αναπτύσσεται η λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα πληροί ως μέσον πληρωμής. Ως τοιούτον, ενδύεται, ιδιαιτέρας μορφάς υπάρξεως, εν αις εισέρχεται εις την σφαίραν των μεγάλων εμπορικών συναλλαγών, ενώ τα χρυσά και αργυρά νομίσματα απωθούνται εις την σφαίραν του λιανικού Εμπορίου. Όσον αναπτύσσεται και εκτείνεται η εμπορική παραγωγή, τόσον περιορίζεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας των προϊόντων η λειτουργία του νομίσματος ως μέσου πληρωμής. Το νόμισμα καθίσται το γενικόν εμπόρευμα των συμφωνητικών.
Αι πρόσοδοι, οι φόροι κ. λ. π. πληρωνόμενοι έως τότε εις είδος, πληρώνονται σήμερον εις χρήμα. Γεγονός, το οποίον αποδεικνύει μεταξύ άλλων πόσον η αλλαγή αύτη εξαρτάται εκ των γενικών συνθηκών της παραγωγής είναι ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δις απέτυχεν αποπειραθείσα την άρσιν των χρηματικών φόρων. Η τεραστία δυστυχία των αγροτικών πληθυσμών εν Γαλλία επί Λουδοβίκου του 14ου περιγραφείσα με τόσον επιτυχίαν υπό του Boisguillebert και του στρατάρχου Vauban κτλ, δεν προήρχετο μόνον εκ της αυξήσεως των φόρων, αλλά και εκ της υποκαταστάσεως της φυσικής των μορφής διά της νομισματικής των τοιαύτης. Εις την Ασίαν η έγγειος πρόσοδος αποτελεί τα κύριον στοιχείον των φόρων και πληρώνεται εις είδος. Η μορφή αύτη της προσόδου η βασιζομένη επί στασίμων σχέσεων παραγωγής, διατηρεί τον παλαιόν τρόπον της παραγωγής. Τούτο είναι ένα από τα μυστικά της διατηρήσεως της Τουρκικής Αυτοκρατορίας. Όπως το ελεύθερον εμπόριον εισαχθέν εκ της Ευρώπης εις την Ιαπωνίαν φέρει εις την χώραν την μετατροπήν της προσόδου — είδος εις πρόσοδον — χρήμα, ούτω και η πρόγονος γεωργία της υπεβλήθη εις οικονομικάς συνθήκας λίαν στενάς διά να δυνηθή να ανθέξη εις μίαν τοιαύτην επανάστασιν. Εις εκάστην χώραν ορίζονται γενικαί τινές προθεσμίαι, κατά τας οποίας ενεργούνται εις μεγάλην κλίμακα αι πληρωμαί. Εάν τινές των προθεσμιών τούτων είναι καθαρώς συμβατικαί, βασίζονται γενικώς επί των περιοδικών και κυκλοφοριακών κινήσεων της παραγωγής συνδεομένων με τας περιοδικάς μεταβολάς των εποχών κ.λ.π. Αι γενικαί αύται προθεσμίαι κανονίζουν επίσης την εποχήν των πληρωμών, αι οποίαι δεν απορρέουν απ' ευθείας εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως αι της προσόδου, της ενοικιάσεως, των φόρων κ.λ.π. Η ποσότης του νομίσματος, την οποίαν απαιτούν κατά τινας ημέρας του έτους, αι πληρωμαί αύται, αι διασκορπισμέναι εφ' όλης της περιφερείας χώρας τινός προξενεί περιοδικάς διαταράξεις, αλλά παντάπασιν ανωφελείς. Εκ του νόμου περί της ταχύτητος των μέσων πληρωμής, εξάγεται ότι, δι' όλας τας περιοδικάς πληρωμάς, οιαδήποτε και αν είναι η πηγή των, η αναγκαία μάζα των μέσων παραγωγής είναι κατ' αντίστροφον λόγον του μήκους των περιόδων.
Η λειτουργία την οποίαν το χρήμα εκπληροί, ως μέσον πληρωμής αναγκαιοί την συσσώρευσιν των απαιτουμένων ποσών διά τας ημέρας της λήξεως, υπό μορφήν πλουτισμού. Η πρόσοδος της αστικής κοινωνίας, αποβάλλουσα τον θησαυρισμόν, ως μορφήν πλουτισμού, αναπτύσσει τούτον υπό την μορφήν της εφεδρείας των μέσων πληρωμής.
γ) Το παγκόσμιον νόμισμα.
Κατά την έξοδόν του εκ της εσωτερικής σφαίρας της κυκλοφορίας το χρήμα αποβάλλει τας τοπικάς μορφάς, τας οποίας είχεν ενδυθή, νομισματική μορφή, συμπληρωματικόν νόμισμα, τόπος τιμών, σημείον αξίας, διά να επιστρέψη εις την αρχικήν του μορφήν, την μορφήν του εις ράβδους ή μάζαν. Εις το εμπόριον μεταξύ εθνών, πραγματοποιείται παγκοσμίως η αξία των εμπορευμάτων. Εκεί επίσης η μορφή των αξία παρουσιάζεται υπό την μορφήν παγκοσμίου νομίσματος — νόμισμα του κόσμου, όπως το ονομάζει ο James Stewart. Νόμισμα της μεγάλης εμπορικής δημοκρατίας, όπως έλεγε μετ' αυτόν ο Α. Smith. Εις την παγκόσμιον αγοράν και μόνον εκεί λειτουργεί το νόμισμα εν όλη τη ισχύι του όρου, ως το εμπόρευμα του οποίου η φυσική μορφή είναι συγχρόνως και γενικώς η κοινωνική ενσάρκωσις της ανθρωπίνης εργασίας.
Εν τη εθνική περιοχή της κυκλοφορίας, έν μόνον εμπόρευμα δύναται να χρησιμεύση ως μέτρον αξίας και κατά συνέπειαν ως μέτρον νομίσματος. Επί της παγκοσμίου αγοράς βασιλεύει διπλούν μέτρον αξίας, ο χρυσός και ο άργυρος.
Το παγκόσμιον νόμισμα εκπληροί τας τρεις λειτουργίας του μέσου πληρωμής, του μέσου αγοράς, και γενικώς της κοινωνικής ύλης του πλούτου. Όταν πρόκειται να κανονισθούν οι διεθνείς λογαριασμοί κυριαρχεί η πρώτη λειτουργία εξ ου και η ονομασία του (Mercantile) συστήματος. Ο χρυσός και ο άργυρος χρησιμοποιούνται κυρίως ως μέσον αγοράς οσάκις η συνήθης ισορροπία, εν τη ανταλλαγή των ειδών μεταξύ διαφόρων εθνών διαταράσσεται. Τέλος λειτουργούν ως απόλυτος μορφή του πλούτου, όταν δεν πρόκειται πλέον, ούτε περί αγοράς, ούτε περί πληρωμής, αλλά περί μεταφοράς πλούτου υπό μορφήν εμπορεύματος, από μιας εις άλλην χώραν, μεταφοράς εμποδιζομένης είτε συνεπεία ενδεχομένων της αγοράς, είτε λόγω του σκοπού, τον οποίον θέλουν να επιτύχουν.
Εκάστη χώρα έχει ανάγκην ενός αποθεματικού ποσού, τόσον διά το εξωτερικόν εμπόριόν της, όσον και διά την εσωτερικήν της κυκλοφορίαν. Αι λειτουργίαι των αποθεμάτων τούτων, συνδέονται όθεν, μερικώς μεν προς την λειτουργίαν του νομίσματος ως μέσου κυκλοφορίας και πληρωμής διά το εσωτερικόν, μερικώς δε προς την λειτουργίαν του ως παγκοσμίου νομίσματος. Εν τη τελευταία ταύτη λειτουργία, το υλικόν νόμισμα, ήτοι ο χρυσός και ο άργυρος είναι πάντοτε απαιτητόν. Διά τούτο ο James Stewart, διά να διακρίνη τον χρυσόν και τον άργυρον από τους καθαρώς τοπικούς αντικαταστάτας των, τους δίδει το όνομα money of the world.
Ο ποταμός με τα αργυρά και χρυσά κύματα, κέκτηται διπλούν ρεύμα· αφ' ενός εκτείνεται από της πηγής του, εφ' ολοκλήρου της παγκοσμίου αγοράς, ένθα αι διάφοροι εθνικαί περιοχαί τον μετατρέπουν εις αναλογίας διαφόρους, διά να εισέλθη εις τας διώρυγας της εσωτερικής κυκλοφορίας των, αντικαθιστά τα φθαρέντα νομίσματά των, χορηγή την ύλην των ειδών πολυτελείας, και τέλος στερεοποιείται υπό μορφήν θησαυρού. Η πρώτη αύτη διεύθυνσίς του εντυπούται αυτώ υπό της χώρας ένθα τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται απ' ευθείας από τας πηγάς της παραγωγής των διά του χρυσού και αργύρου. Συγχρόνως τα πολύτιμα μέταλλα κυκλοφορούν πανταχού άνευ τέλους ή διακοπής, μεταξύ των σφαιρών κυκλοφορίας των διαφόρων χωρών, η δε κίνησις αύτη ακολουθεί τας ακαταπαύστους διακυμάνσεις του συναλλάγματος.
Αι χώραι, εις τας οποίας η παραγωγή ανήλθεν εις μέγαν βαθμόν αναπτύξεως περιορίζουν εις το μίνιμουμ τους συσσωρευθέντας θησαυρούς εις τα χρηματωκιβώτια των τραπεζών. Εκτός εξαιρέσεων τινών η υπερεκχείλισις των αποθεμάτων τούτων, πολύ άνωθεν της μέσης επιφανείας των, είναι σημείον στασιμότητος εν τη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή σημείον διακοπής εν τη πορεία των μεταμορφώσεών των.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IV. Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του Κεφαλαίου. Αναφαίνεται εκεί, ένθα η εμπορική παραγωγή και το εμπόριον έφθασαν ήδη βαθμόν τινά αναπτύξεως. Η σύγχρονος ιστορία του κεφαλαίου χρονολογείται από της δημιουργίας του εμπορίου και της αγοράς των δύο κόσμων κατά τον δέκατον έκτον αιώνα.
Όταν μελετώμεν ιστορικώς το κεφάλαιον εν τη καταγωγή του, βλέπομεν τούτο πανταχού να ορθούται έναντι της ιδιοκτησίας της γης, υπό μορφήν χρήματος, είτε ως νομισματική περιουσία, είτε ως κεφάλαιον εμπορικόν, είτε ως τοκοφόρον τοιούτον. Σήμερον, όπως και άλλοτε, έκαστον νέον κεφάλαιον, ανέρχεται εις την σκηνήν, δηλαδή εις την αγοράν, αγοράν των προϊόντων, αγοράν της εργασίας, αγοράν του νομίσματος, υπό μορφήν χρήματος, χρήματος, όπερ διά των ιδιαιτέρων μεθόδων, δέον να τροποποιηθή εις κεφάλαιον.
Το χρήμα εν τη ιδιότητί του ως χρήμα, και το χρήμα εν τη ιδιότητί του ως κεφάλαιον, δεν διακρίνονται ευθύς αμέσως, ή εκ των διαφόρων μορφών της κυκλοφορίας.
Η άμεσος μορφή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι Ε — Χ — Ε, μετατροπή του εμπορεύματος εις χρήμα και εκ νέου μετατροπή τούτου εις εμπόρευμα, πωλείν διά το αγοράζειν.
Αλλά παρά την μορφήν ταύτην ευρίσκομεν άλλην τινα, όλως διάφορον, την μορφήν
Χ — Ε — Χ Χρήμα — Εμπόρευμα — Χρήμα,
μετατροπήν του χρήματος εις εμπόρευμα και εκ νέου μετατροπήν τούτο εις χρήμα, αγοράζειν διά το πωλείν. Παν χρήμα το οποίον εν τη κινήσει του διαγράφει τον τελευταίον τούτον κύκλον, μετατρέπεται εις κεφάλαιον, καθίσταται κεφάλαιον, και είναι ήδη ως εκ της κατευθύνσεώς του κεφάλαιον.
Ας παρατηρήσωμεν εγγύτερον την κυκλοφορίαν Χ — Ε — Χ, όπως η απλή κυκλοφορία ούτω και αύτη διατρέχει δύο αντιθέτους φάσεις. Εν τη πρώτη φάσει Χ — Ε, αγορά, το χρήμα μετατρέπεται εις εμπόρευμα. Εν τη δευτέρα Ε — Χ, πωλήσει το εμπόρευμα μετατρέπεται εις χρήμα. Το σύνολον των δύο τούτων φάσεων εκφράζεται διά της κινήσεως της ανταλλασσούσης το νόμισμα έναντι του νομίσματος, αγοράζει διά να πωλήση, ή μάλλον εάν αμελήσωμεν τας μορφικάς διαφοράς της αγοράς και της πωλήσεως, αγοράζει με το χρήμα το εμπόρευμα και με το εμπόρευμα το χρήμα. Η κίνησις αύτη καταλήγει εις την ανταλλαγήν του χρήματος έναντι του χρήματος, Χ — Χ. Εάν αγοράσω δι' 100 λουδοβικίων 2000 λίτρας βάμβακος και πωλήσω κατόπιν τας 2000 ταύτας λίτρας βάμβακος αντί 110 λουδοβικίων, αντήλλαξα πραγματικώς 100 λουδοβίκια αντί 110 λουδοβικίων, νόμισμα αντί νομίσματος.
Εννοείται ότι η κυκλοφορία Χ — Ε — Χ θα ήτο περίεργος μέθοδος, εάν ηθέλομεν διά παρομίας στροφής να ανταλλάξωμεν ποσά χρήματος ίσα, 100 λουδοβ. επί παραδείγματος έναντι 101 λουδοβ. Καλλίτερα τότε θα ήτο η μέθοδος του θησαυριστού, όστις φυλάττει ισχυρώς τα 100 λουδοβίκια του, αντί να τα εκθέση εις τους κινδύνους της κυκλοφορίας. Αφ' ετέρου όμως πάλιν, είτε ο έμπορος πωλήσει εκ νέου αντί 110 λουδοβικίων τον βάμβακά τον οποίον ηγόρασε με 100 λουδοβίκια, είτε υποχρεούται να τα παραδώση εις 100 και εις 50 ακόμη λουδοβίκια· εις όλας τας περιπτώσεις ταύτας, το χρήμα του διαγράφει πάντοτε ιδιαιτέραν και περίεργον κίνησιν, τελείως διάφορον εκείνης την οποίαν διαγράφει το χρήμα του γεωργού λ. χ. του πωλούντος τον σίτον και αντ' αυτού αγοράζοντος ένδυμα.
Ό,τι διακρίνει ευθύς αμέσως τας κινήσεις Χ — Ε και Χ — Ε — Χ, είναι η αντίστροφος τάξις των ιδίων αντιθέτων φάσεων. Η απλή κυκλοφορία άρχεται εκ της πωλήσεως και καταλήγει εις την αγοράν. Η κυκλοφορία του χρήματος, ως κεφαλαίου άρχεται εκ της αγοράς και καταλήγει εις την πώλησιν.
Εκεί, η αφετηρία και το τέρμα είναι το εμπόρευμα, ενταύθα είναι το χρήμα. Εις την πρώτην μορφήν, το χρήμα είναι εκείνο το οποίον χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εις την δευτέραν είναι το εμπόρευμα.
Εν τη κυκλοφορία Ε — Χ — Ε, το χρήμα έχει τέλος μετατραπή εις εμπόρευμα χρησιμεύον ως αξία χρήσεως· εκεί όθεν οριστικώς — δαπανημένον.
Εν τη αντιστρόφω μορφή Χ — Ε — Χ, ο αγοραστής δίδει το χρήμα του διά να το λάβη εκ νέου ως πωλητής. Διά της αγοράς του εμπορεύματος, ρίπτει εν τη κυκλοφορία το χρήμα το οποίον αποσύρει εκ νέου κατόπιν, διά της πωλήσεως του αυτού εμπορεύματος. Εάν το αφήση να αναχωρήση το πράττει, διότι έχει την δολίαν υστεροβουλίαν να το συλλάβη εκ νέου. Το χρήμα τούτο είναι όθεν απλώς — προκαταβληθέν.
Η παλίρροια του χρήματος εις το σημείον της αναχωρήσεως δεν εξαρτάται εκ του ότι το εμπόρευμα έχει πωληθή ακριβώτερον από όσον ηγοράσθη. Η περίστασις αύτη δεν εξασκεί επιρροήν παρά επί του μεγέθους του επιστραφέντος ποσού. Το φαινόμενον της παλιρροίας λαμβάνει χώραν ευθύς ως το αγορασθέν εμπόρευμα πωληθή εκ νέου, δηλ ευθύς ως διαγραφή τελείως ο κύκλος Χ — Ε — Χ.
Είναι τούτο διαφορά ψηλαφητή μεταξύ της κυκλοφορίας του χρήματος, ως κεφαλαίου και της κυκλοφορίας του ως απλού νομίσματος.
Ο κύκλος Ε — Χ — Ε έχει τελείως διανυθή, ευθύς ως η πώλησις ενός εμπορεύματος αποδώση χρήμα προερχόμενον εκ της αγοράς ενός άλλου εμπορεύματος. Εάν εν τούτοις παλίρροια χρήματος λάβει κατόπιν χώραν, τούτο δεν συμβαίνει ίσως, ειμή διότι ολόκληρος η τροχιά του κύκλου έχει εκ νέου διανυθή. Εάν πωλήσω ένα σάκκον σίτου αντί 3 λουδοβ. και αγοράσω ενδύματα διά των χρημάτων τούτων, τα 3 λουδοβ. έχουν δι' εμέ δαπανηθή οριστικώς και δεν μ' ενδιαφέρουν πλέον. Ο έμπορος ενδυμάτων τα έχει εις το θυλάκιόν του. Εις μάτην θα πωλήση δεύτερον σάκκον σίτου, το χρήμα το οποίον λαμβάνει, δεν προέρχεται εκ της πρώτης συναλλαγής, αλλ' εκ της επαναλήψεώς της. Απομακρύνεται εκ νέου απ' εμού, εάν φέρω εις πέρας την δευτέραν συναλλαγήν και αγοράσω εκ νέου. Εις την κυκλοφορίαν Ε — Χ — Ε, η δαπάνη του χρήματος ουδέν το κοινόν έχει λοιπόν με την επιστροφήν του. Όλως το αντίστροφον συμβαίνει εν τη κυκλοφορία Χ — Ε — Χ. Εκεί, εάν το χρήμα δεν επιστρέψη, η πράξις εχάθη· η κίνησις διακόπτεται ή παραμένει ατελής, διότι η δευτέρα του φάσις, δηλαδή η πώλησις, η συμπληρούσα την αγοράν, ελλείπει.
Ο κύκλος Ε — Χ — Ε έχει αφετηρίαν εμπόρευμά τι και τέρμα άλλο εμπόρευμα, το οποίον δεν κυκλοφορεί πλέον και πίπτει εις την κατανάλωσιν. Η ικανοποίησις μιας ανάγκης, μιας αξίας χρήσεως, τοιούτος είναι όθεν ο τελικός του σκοπός. Τουναντίον ο κύκλος Χ — Ε — Χ έχει ως αρχικόν του σημείον το χρήμα και ως τελικόν τοιούτον πάλιν το χρήμα. Η αιτία του, ο καθωρισμένος σκοπός του είναι όθεν η ανταλλακτική αξία.
Εν τη απλή κυκλοφορία, οι δύο άκροι όροι έχουν την αυτήν οικονομικήν μορφήν. Και οι δύο είναι εμπόρευμα. Είναι ωσαύτως εμπορεύματα της αυτής αξίας. Συγχρόνως όμως είναι αξίαι χρήσεως, διαφόρου ποιότητος, ως π. χ. σίτος και ένδυμα. Η κίνησις καταλήγει εις την ανταλλαγήν των προϊόντων, εις την ανταλλαγήν διαφόρων υλών, εν αις εκδηλούται η κοινωνική εργασία.
Η κυκλοφορία Χ — Ε — Χ τουναντίον εμφανίζεται κενή εννοίας, ευθύς αμέσως διότι είναι ταυτόσημος. Τα δύο άκρα έχουν την αυτήν οικονομικήν μορφήν. Και τα δύο είναι χρήμα. Δεν διακρίνονται από απόψεως ποιοτικής, ως αξίαι χρήσεως, διότι το χρήμα είναι η μεταβεβλημένη άποψις των εμπορευμάτων, εν τη οποία αι ιδιαίτεραί των αξίαι χρήσεως έχουν αποσβεσθή. Το ανταλλάσσει εκατόν λουδοβίκια έναντι βάμβακος, και η εκ νέου ανταλλαγή του ιδίου βάμβακος, έναντι εκατόν λουδοβικίων, δηλαδή το ανταλλάσσειν διά μιας στροφής χρήμα έναντι χρήματος, όμοιον έναντι ομοίου, μία τοιαύτη πράξις φαίνεται τόσον ανόητος όσον και ανωφελής. Ποσόν τι χρήματος, εφ' όσον αντιπροσωπεύει αξίαν, δεν δύναται να διακριθή άλλου ποσού ειμή διά της ποσότητός του. Η κίνησις Χ — Ε — Χ δεν δικαιολογεί την ύπαρξίν της εξ ουδεμιάς ποιοτικής διαφοράς των άκρων της, διότι αμφότερα είναι χρήμα, αλλά μόνον εκ της ποσοτικής των διαφοράς.
Τελικώς εκ της κυκλοφορίας αφαιρείται περισσότερον χρήμα από το εν αυτώ ριφθέν. Ο αγορασθείς βάμβαξ αντί 100 λουδοβικίων επωλήθη εκ νέου αντί 100+10 ή 110 λουδοβίκια. Η πλήρης μορφή της κινήσεως ταύτης είναι λοιπόν Χ — Ε — Χ' εν τω οποίω Χ'=Χ+Χ, δηλαδή ίσον με το πρώτον κατατεθέν ποσόν συν ενί πλεονάσματι. Το πλεόνασμα τούτο το ονομάζω υπεραξίαν, (Plus — value). Η κατατεθείσα λοιπόν αξία, όχι μόνον διατηρείται εν τη κυκλοφορία αλλ' αλλάσσει το μέγεθός της, προσθέτει επ' αυτού έν επί πλέον, αξίζει περισσότερον. Η κίνησις αύτη είναι εκείνη, η οποία μετατρέπει την αξίαν εις κεφάλαιον.
Είναι δυνατόν τα άκρα Ε, Ε κυκλοφορίας Ε — Χ — Ε, σίτος — χρήμα — ένδυμα π. χ. να είναι ωσαύτως δυσαναλόγου αξίας. Ο αγρότης δύναται να πωλήση τον σίτον του περισσότερον της αξίας του ή ν' αγοράση ένδυμα ολιγωτέρας αξίας. Ούτος επίσης δυνατόν να απατηθή υπό του εμπόρου ενδυμάτων. Η δυσαναλογία όμως των ανταλλαχθεισών αξιών, δεν είναι ή συμβάν τυχαίον διά την μορφήν ταύτην της κυκλοφορίας. Ο κανονικός της χαρακτήρ είναι η ισότης των δύο της άκρων, ισότης, η οποία τουναντίον θ' αφήρει κάθε σημασίαν εις την κίνησιν Χ — Ε — Χ.
Η ανανέωσις ή η επαναλήψις της πωλήσεως των εμπορευμάτων, διά την αγοράν άλλων εμπορευμάτων, θέτει εκτός της κυκλοφορίας έν όριον εν τη καταναλώσει, εν τη ικανοποιήσει των καθορισμένων αναγκών. Τουναντίον εις την αγοράν διά την πώλησιν, η αρχή και το τέλος είναι έν και το αυτό πράγμα, χρήμα, ανταλλακτική αξία, αύτη δε η ταυτότης των δύο της άκρων όρων, εμποδίζει τον τερματισμόν της κινήσεως. Είναι αληθές ότι Χ κατέστη Χ+Χ, ότι έχομεν 100+10 λουδοβίκια αντί των 100. Από απόψεως όμως ποιότητος, 110 λουδ. είναι το αυτό με 100 λουδ., δηλαδή χρήμα, από ποσοτικής δε απόψεως, το πρώτον ποσόν, όπως και το δεύτερον είναι αξία ωρισμένη. Εάν τα 100 λουδ. εξοδευθώσιν ως χρήμα αλλάσσουν αμέσως ρόλον και παύουν να λειτουργούν ως κεφάλαιον. Εάν υπεξαιρεθώσιν εις την κυκλοφορίαν, στερεοποιούνται υπό μορφήν θησαυρού και δεν θ' αυξηθούν ούτε κατά έν νόμισμα και εάν παραμείνουν εκεί μέχρι της δευτέρας παρουσίας. Ευθύς ως η παρ' όλα ταύτα αύξησις της αξίας, απετέλει όθεν τον τελικόν σκοπόν της κινήσεως, τα 110 λουδ. αισθάνονται την αυτήν ανάγκην ν' αυξηθούν, οίαν και τα 100.
Η αρχικώς παραχωρηθείσα αξία, διακρίνεται είναι αληθές προς στιγμήν, εκ της προστιθεμένης εις αυτήν υπεραξίας εν τη κυκλοφορία. Η διάκρισις όμως αύτη εξαφανίζεται αμέσως. Εκείνο, το οποίον τελικώς εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας δεν είναι αφ' ενός η πρώτη αξία των 100 λουδ. και αφ' ετέρου η υπεραξία των 10 λουδ. είναι η αξία των 110 λουδ., η οποία ευρίσκεται εις την αυτήν μορφήν και τας αυτάς συνθήκας, εις ας και 100 λουδ., ετοίμη να παραλάβη το αυτό παίγνιον. Ο τελευταίος όρος εκάστου κύκλου Χ — Ε — Χ, πωλείν διά το αγοράζειν, είναι ο πρώτος όρος μιας νέας κυκλοφορίας του αυτού είδους. Η απλή κυκλοφορία — πωλείν διά το αγοράζειν — χρησιμεύει ως μέσον διά να επιτευχθή σκοπός τις ευρισκόμενος εκτός αυτής, δηλαδή η οικειοποίησις των αξιών χρήσεως, των πραγμάτων, προς ικανοποίησιν καθωρισμένων αναγκών. Η κυκλοφορία του χρήματος ως κεφαλαίου έχει τουναντίον τον σκοπόν του, εντός αυτής, διότι διά της κινήσεως ταύτης πάντοτε ανανεουμένης εξακολουθεί η αξία ν' αξίζη. Η κίνησις του κεφαλαίου δεν έχει όθεν όριον.
Ως αντιπρόσωπος, ως συνειδητός υποστηρικτής της κινήσεως ταύτης, ο κάτοχος του χρήματος καθίσταται κεφαλαιούχος. Το πρόσωπον, ή μάλλον το θυλάκιόν του, είναι το σημείον της αναχωρήσεως ως και της επιστροφής του χρήματος. Το αντικειμενικόν περιεχόμενον της κυκλοφορίας Χ — Ε — Χ', δηλαδή η υπεραξία την οποίαν γεννά η αξία, αυτός είναι ο κρύφιος υποκειμενικός σκοπός του. Μόνον εφ' όσον η πάντοτε αύξουσα οικειοποίησις του αφηρημένου πλούτου είναι η μόνη καθωρισμένη αιτία των εργασιών του, μόνον τότε δρα ως κεφαλαιούχος ή εάν θέλωμεν, ως προσωποποιημένον κεφάλαιον, προικισμένον με συνείδησιν και θέλησιν.
Η αξία χρήσεως δεν δύναται όθεν ποτέ να θεωρήται ως ο άμεσος σκοπός του κεφαλαιούχου, ούτε περισσότερον το μεμονωμένον κέρδος, αλλά πάντοτε η ακατάπαυστος κίνησις του διαρκώς ανανεουμένου κέρδους. Η απόλυτος αύτη τάσις προς πλουτισμόν, η μανιώδης αύτη επιδίωξις της ανταλλακτικής αξίας, είναι κοιναί μετά των του θησαυριστού.
Αλλ' ενώ ο τελευταίος ούτος δεν είναι ή μανιακός κεφαλαιούχος, ο κεφαλαιούχος είναι λογικός θησαυριστής. Την αιώνιον ζωήν της αξίας, την οποίαν ο θησαυριστής ελπίζει να εξασφαλίση εις εαυτόν σώζων το χρήμα εκ των κινδύνων της κυκλοφορίας, επιδεξιώτερος ο κεφαλαιούχος την κερδίζει ρίπτων πάντοτε το χρήμα εις την κυκλοφορίαν.
Η αξία καθίσταται όθεν προοδευτική αξία, χρήμα πάντοτε βλαστάνον, φυόμενον και ως τοιούτον κεφάλαιον.
Εξέρχεται της κυκλοφορίας, επιστρέφει πάλιν, διατηρείται εκεί και πολλαπλασιάζεται εκεί, εξέρχεται εκ νέου ηυξημένον και επαναλαμβάνει αδιακόπως την αυτήν επιστροφήν. Χ — Χ', χρήμα το οποίον γεννά χρήμα, νόμισμα παράγον μικρά — money which begets money — τοιούτος είναι ωσαύτως ο ορισμός του κεφαλαίου εις το στόμα των πρώτων του διερμηνέων, των κερδοσκόπων. Αγοράζειν διά το πωλείν, ή μάλλον, αγοράζειν διά το πωλείν ακριβώτερον, Χ — Ε — Χ', ιδού μία μορφή ιδιάζουσα του εμπορικού κεφαλαίου. Αλλά το βιομηχανικόν κεφάλαιον είναι ωσαύτως χρήμα, μεταβαλλόμενον εις εμπόρευμα και διά της πωλήσεως του τελευταίου τούτου, μεταβάλλεται εκ νέου εις περισσότερον χρήμα.
Ό,τι συμβαίνει μεταξύ της αγοράς και της πωλήσεως εκτός της σφαίρας της κυκλοφορίας, ουδέν αλλάσσει εις την μορφήν ταύτην της κινήσεως. Τέλος εν σχέσει προς το τοκοφόρον κεφάλαιον, η μορφή Χ — Ε — Χ' περιορίζεται εις τα δύο της άκρα άνευ μέσου όρου. Συνοψίζεται εις ύφος επιγραμματικόν, εις Χ — Χ', χρήμα αξίζον περισσότερον χρήμα, αξία μεγαλυτέρα εαυτής, Χ — Ε — Χ' είναι όθεν πραγματικώς, ο γενικός τύπος του κεφαλαίου, όπως ούτος εμφανίζεται εν τη κυκλοφορία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ V. ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Η μορφή της κυκλοφορίας, διά της οποίας το χρήμα μεταμορφούται εις Κεφάλαιον, διαφέρει από όλους τους μέχρι τούδε αναπτυχθέντας νόμους επί της φύσεως του εμπορεύματος, του χρήματος και αυτής της κυκλοφορίας. Εκείνο το οποίον διακρίνει την κυκλοφορίαν του κεφαλαίου εκ της απλής κυκλοφορίας, είναι η τάξις της αντιστρόφου διαδοχής των δύο ομοίων αντιθέτων φάσεων, πωλήσεως και αγοράς. Πώς η διαφορά αύτη, η καθαρώς μορφική, θα ηδύνατο να επιφέρη εις την φύσιν αυτήν των φαινομένων τούτων μίαν μαγικήν αλλαγήν;