← Table of contents
Το κεφάλαιον

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ (KARL MARX) (continued 3)

Reading edition

Πώς θα ηδύνατο να επιτρέψη μίαν αύξησιν αξιών, δηλ τον σχηματισμόν της υπεραξίας;

Ας λάβωμεν το φαινόμενον της κυκλοφορίας, εις μορφήν υπό την οποίαν παρουσιάζεται, ως απλή ανταλλαγή εμπορευμάτων. Τούτο συμβαίνει, οσάκις οι δύο παραγωγοί ανταλλάκται αγοράζουν ο είς εκ του άλλου, και όταν αι αμοιβαίοι πιστώσεις των μηδενίζονται την ημέραν της λήξεως. Το χρήμα εκεί δρα φανταστικώς ως λογιστικόν νόμισμα διά να εκφράση τας αξίας των εμπορευμάτων διά των τιμών των. Ευθύς ως πρόκειται περί των αξιών χρήσεως, είναι φανερόν ότι οι ανταλλάκται μας δύνανται να κερδίσουν αμφότεροι. Αμφότεροι απαλλοτριούν προϊόντα άχρηστα δι' αυτούς με άλλα των οποίων έχουν ανάγκην. Επί πλέον, ο Α πωλών οίνον και αγοράζων σίτον, παράγει ίσως περισσότερον οίνον απ' ότι θα ηδύνατο να παραγάγη ο Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας. Ο δε Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας περισσότερον σίτον, από όσον θα ηδύνατο να παραγάγη ο Α. Ο πρώτος επιτυγχάνει ούτω, διά την αυτήν ανταλλακτικήν αξίαν περισσότερον σίτον, και ο δεύτερος περισσότερον οίνον, ως εάν έκαστος τούτων, άνευ ανταλλαγής, υπεχρεούτο να παραγάγη δι' εαυτόν τα δύο αντικείμενα της καταναλώσεως. Εάν πρόκειται περί της αξίας χρήσεως, τότε μετά βασιμότητος λέγομεν «ότι η ανταλλαγή είναι συναλλαγή, εν τη οποία κερδίζουν και οι δύο». Δεν συμβαίνει το αυτό διά την ανταλλακτικήν αξίαν. «Είς έχων πολύν οίνον και ολίγον σίτον εμπορεύεται με άλλον έχοντα πολύν σίτον και καθόλου οίνον. Μεταξύ των γίνεται ανταλλαγή μιας αξίας 50 εις σίτον έναντι 50 εις οίνον. Η ανταλλαγή αύτη δεν είναι δι' ουδένα εξ αυτών αύξησις πλούτου, διότι έκαστος τούτων προ της ανταλλαγής κατείχεν ίσην αξίαν, την οποίαν επρομηθεύθη διά του μέσου τούτου». Το ότι το χρήμα, ως όργανον κυκλοφορίας, χρησιμεύει ως ενδιάμεσον μεταξύ των εμπορευμάτων και ότι αι πράξεις μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς είναι ούτω κεχωρισμέναι, τούτο δεν μεταβάλλει το ζήτημα. Η αξία έχει εκφρασθή εις τας τιμάς των εμπορευμάτων πριν ή αύται εισέλθουν εις την κυκλοφορίαν, αντί να προκύψουν εκ ταύτης.

Εάν αφαιρέσωμεν τας τυχαίας περιπτώσεις, αίτινες δεν προέρχονται εκ των υπαρχόντων εις την κυκλοφορίαν νόμων, πλην του της αντικαταστάσεως χρησίμου προϊόντος, δεν συμβαίνει τίποτε άλλο ειμή μεταμόρφωσις ή απλή αλλαγή της μορφής του εμπορεύματος. Η αυτή αξία, δηλαδή το αυτό ποσόν της πραγματοποιηθείσης κοινωνικής εργασίας, παραμένει πάντοτε εις χείρας του αυτού ανταλλάκτου, αν και κρατή ταύτην κατά σειράν υπό την μορφήν του ιδίου του προϊόντος, του χρήματος και του προϊόντος άλλου τινος. Η αλλαγή αύτη της μορφής ουδεμίαν επιφέρει αλλαγήν της ποσότητος της αξίας. Η μόνη αλλαγή την οποίαν δοκιμάζει η αξία του εμπορεύματος, περιωρίζεται εις αλλαγήν της μορφής — χρήματος. Παρουσιάζεται κατ' αρχάς η τιμή του προσφερθέντος εις την πώλησιν εμπορεύματος, είτα εις το αυτό ποσόν του εκδηλωθέντος εν τη τιμή ταύτη χρήματος, τέλος ως τιμή ισοδυνάμου εμπορεύματος.

Η αλλαγή αύτη της μορφής δεν θίγει την ποσότητα της αξίας περισσότερον, απ' ότι θα έθιγεν αυτήν η αλλαγή ενός γραμματίου 100 φρ. έναντι 4 λουδοβικ., 3 πενταδράχμων και 5 φρ. Όπως λοιπόν η κυκλοφορία, εν σχέσει προς την αξίαν των εμπορευμάτων δεν επιφέρει ή αλλαγήν μορφής, ούτω και εκείθεν δεν προκύπτει ειμή ανταλλαγή ισοδυνάμων. Διά τούτο και αυτή η κοινή οικονομία, οσάκις θέλει να μελετήση το φαινόμενον εν τη ολότητί του, υποθέτει πάντοτε ότι η προσφορά και η ζήτησις ισορροπούν, ήτοι ότι το αποτέλεσμά των επί της αξίας είναι μηδέν. Εάν λοιπόν, εν σχέσει προς την αξίαν χρήσεως, οι δύο ανταλλάκται δύνανται να κερδίσουν, δεν δύνανται όμως να κερδίσουν αμφότεροι, εν σχέσει προς την ανταλλακτικήν αξίαν. Ενταύθα εφαρμόζεται το γνωμικόν: « Εκεί όπου υπάρχει ισότης δεν υπάρχει κέρδος». Εμπορεύματα δύνανται να πωληθούν εις τιμάς απομεμακρυσμένας των αξιών των. Αλλ' η απομάκρυνσις αύτη εμφανίζεται ως μία παράβασις του νόμου της ανταλλαγής. Εις την κανονικήν της μορφήν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή ισοδυνάμων και κατά συνέπειαν δεν δύναται να είναι μέσον κερδοσκοπίας. Εφ' όσον ανταλλάσσονται εμπορεύματα ή εμπορεύματα και χρήμα ίσης αξίας, δηλ. ισοδύναμα, είναι φανερόν ότι ουδείς αποσύρει της κυκλοφορίας περισσοτέραν αξίαν, αφ' όσην δίδει εις αυτήν, ουδείς σχηματισμός υπεραξίας δύναται να λάβη χώραν. Αλλ' αν και η κυκλοφορία, υπό την καθαράν μορφήν της, δεν αποδέχεται ανταλλαγήν ειμή μεταξύ ισοδυνάμων, γνωρίζομεν καλώς ότι εις την πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσον καθαρά. Ας υποθέσωμεν λοιπόν ότι υπάρχει ανταλλαγή μεταξύ μη ισοδυνάμων.

Εις όλας τας περιπτώσεις εις την αγοράν δεν υπάρχει παρά ανταλλάκτης έναντι ανταλλάκτου και η δύναμις την οποίαν εξασκούν τα πρόσωπα ταύτα αμφοτέρωθεν είναι η δύναμις των εμπορευμάτων των. Η υλική διαφορά η υφισταμένη μεταξύ των τελευταίων τούτων, είναι η ολική αιτία της ανταλλαγής και θέτει τους ανταλλάκτας εις σχετικήν αμοιβαίαν εξάρτησιν, υπό την έννοιαν ότι ουδείς τούτων έχει εις τας χείρας του το αντικείμενον το οποίον του αναγκαιοί και ότι έκαστος τούτων κέκτηται το αντικείμενον των αναγκών του άλλου.

Εκτός της διαφοράς ταύτης μεταξύ των χρησιμοτήτων των, δεν υφίσταται πλέον μεταξύ των εμπορευμάτων παρά μία άλλη διαφορά, η διαφορά μεταξύ της φυσικής των μορφής και της μορφής των αξίας, του χρήματος. Ούτω οι ανταλλάκται μεταξύ των δεν διακρίνονται παρά μόνον εις το εξής σημείον: οι μεν είναι πωληταί κάτοχοι εμπορευμάτων οι άλλοι αγορασταί, κάτοχοι χρήματος.

Ας παραδεχθώμεν τώρα ότι δι' αγνώστου τινός μυστηριώδους προνομίου, δίδεται εις τον πωλητήν, η ευκαιρία να πωλήση το εμπόρευμά του περισσότερον της αξίας του, 110 π. χ, όταν αξίζη μόνον 100, δηλαδή με πλουτισμόν 10%. Ο πωλητής αποταμιεύει όθεν μίαν υπεραξίαν εκ 10. Αλλά μετά την κατάστασίν του ως πωλητού γίνεται αγοραστής. Τρίτος τις ανταλλάκτης εμφανίζεται προ αυτού ως πωλητής και απολαμβάνει με την σειράν του, το δικαίωμα να πωλήση το εμπόρευμα 10% ακριβώτερον. Ο άνθρωπός μας εκέρδισε λοιπόν, αφ' ενός 10 διά να χάση αφ' ετέρου 10. Το οριστικόν αποτέλεσμα είναι εις την πραγματικότητα, ότι οι ανταλλάκται πωλούν αμοιβαίως τα εμπορεύματά των 10% περισσότερον της αξίας των, πράγμα που είναι το ίδιον, εάν επώλουν ταύτα εις την πραγματικήν των αξίαν.

Μία παρομοία γενική ύψωσις των τιμών, παράγει το αυτό αποτέλεσμα, το οποίον και αι αξίαι των εμπορευμάτων εάν αντί να εκτιμώνται εις χρυσόν εξετιμώντο π. χ. εις άργυρον. Αι νομισματικαί των ονομασίαι, δηλαδή αι ονομαστικαί των τιμαί θα υψούντο, αλλ' αι σχέσεις των ως αξίαι θα παρέμενον αι αυταί.

Ας υποθέσωμεν τουναντίον ότι το προνόμιον του αγοραστού είναι εκείνο, το οποίον κάμνει τα εμπορεύματα να πληρώνωνται ολιγώτερον της αξίας των. Δεν είναι καν ανάγκη ενταύθα να υπενθυμίσωμεν ότι ο αγοραστής καθίσταται εκ νέου πωλητής. Ήτο πωλητής πριν γίνη αγοραστής. Έχασεν ήδη 10% εις την πώλησιν: Το ότι κερδίζει 10% εις την αγοράν του τούτο δεν σημαίνει τίποτε αφού το παν παραμένει εις την αυτήν κατάστασιν.

Ο σχηματισμός μιας υπεραξίας και κατά συνέπειαν η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον δεν προέρχονται όθεν, ούτε εκ του ότι οι πωληταί πωλούν τα εμπορεύματά των περισσότερον της αξίας των ούτε διότι οι αγορασταί τ' αγοράζουν ολιγώτερον.

Οι συνεπείς υπερασπισταί της αυταπάτης ταύτης, οι οποίοι λέγουν, ότι η υπεραξία προέρχεται εκ μιας ονομαστικής υπερυψώσεως των τιμών ή του προνομίου, το οποίον θα είχεν ο πωλητής διά να πωλήση ακριβότερον το εμπόρευμά του, υποχρεούνται όθεν να παραδεχθούν μίαν τάξιν, η οποία πάντοτε αγοράζει, και ουδέποτε πωλεί, ή η οποία καταναλίσκει χωρίς να παράγη. Το χρήμα με το οποίον μία τοιαύτη τάξις αγοράζει συνεχώς, δέον συνεχώς να επιστρέψη από το χρηματοκιβώτιον των παραγωγών εις το ιδικόν της, δωρεάν άνευ ανταλλαγής, εκουσίως ή δυνάμει κτηθέντος δικαιώματος. Το πωλείν εις την τάξιν ταύτην τα εμπορεύματα υπεράνω της αξίας των, είναι ως να ανευρίσκη τις εν μέρει το χρήμα, το οποίον είχε προ ολίγου πενθήσει.

Κατ' ανάγκην λοιπόν παραμένωμεν εις τα όρια της ανταλλαγής των εμπορευμάτων εις τα οποία οι πωληταί είναι αγορασταί και αγορασταί πωληταί. Η δυσκολία μας προέρχεται ίσως εκ του ότι μη λαμβάνοντες υπ' όψιν τους ατομικούς χαρακτήρας των πρακτόρων της κυκλοφορίας εδημιουργήσαμεν εκ τούτων προσωποποίησιν κατηγοριών. Ας υποθέσωμεν ότι ο ανταλλάκτης Α είναι πονηρός τις ρίπτων εις την παγίδα τους συντρόφους του Β και Γ, και ότι ούτοι παρ' όλην την καλήν των θέλησιν δύνανται να τον εκδικηθούν. Ο Α πωλεί εις τον Β οίνον, του οποίου η αξία είναι 10 λουδ. και λαμβάνει εις ανταλλαγήν σίτον αξίας 50 λουδ. Έκαμεν όθεν διά του χρήματος περισσότερον χρήμα και μετέτρεψε το εμπόρευμά του εις κεφάλαιον. Ας εξετάσωμεν το πράγμα πλησιέστερον. Προ της ανταλλαγής είχομεν 40 λουδ. οίνου εις τας χείρας του Β, ολικήν αξίαν 90 λουδ. Μετά την ανταλλαγήν έχομεν ακόμη την αυτήν ολικήν αξίαν. Η κυκλοφορούσα αξία δεν ηύξησεν ούτε κατά έν μόριον. Η μόνη αλλαγή είναι η διανομή της μεταξύ του Α και του Β. Η αυτή αλλαγή θα ελάμβανε χώραν, εάν ο Α έκλεπτεν απροκαλύπτως από τον Β 10 λουδοβ. Είναι φανερόν ότι ουδεμία αλλαγή εις την διανομήν των κυκλοφορουσών αξιών δύναται ν' αυξήση το ποσόν των, απαράλλακτα όπως ο Εβραίος δεν αυξάνει είς τινα χώραν την μάζαν των πολυτίμων μετάλλων, πωλών αντί μιας Γουινέας, ένα νόμισμα της βασιλίσσης Άννης. Ολόκληρος η τάξις των κεφαλαιούχων μιας χώρας δεν δύναται να κερδοσκοπήση επί του εαυτού της.

Ότι δήποτε και αν ειπούν, ότι δήποτε και αν κάμουν, τα πράγματα παραμένουν πάντοτε εις το αυτό σημείον. Ανταλλάσσουν ισοδύναμα; Δεν παράγεται υπεραξία. Επίσης δεν παράγεται υπεραξία και αν ανταλλάσουν μη ισοδύναμα. Η κυκλοφορία ή η ανταλλαγή εμπορευμάτων ουδεμίαν δημιουργεί αξίαν.

Ούτω το ποσόν των αξιών των ριφθεισών εν τη κυκλοφορία δεν δύναται να αυξήση, κατά συνέπειαν δέον εκτός αυτής να λάβη χώραν κάτι καθιστών δυνατόν τον σχηματισμόν μιας υπεραξίας. Αύτη όμως δύναται να παραχθή εκτός της κυκλοφορίας, η οποία ουδέν άλλο είναι ή το ολικόν ποσόν των αμοιβαίων σχέσεων των παραγωγών — ανταλλακτών.

Ο παραγωγός δύναται διά της εργασίας του να δημιουργήση αξίας, αλλ' ουχί αξίας αι οποίαι αυξάνουν μόναι των. Δύναται να υψώση την αξίαν ενός εμπορεύματος προσθέτου διά μιας νέας εργασίας, μίαν νέαν αξίαν εις μίαν παρούσαν αξίαν, με το δέρμα κατασκευάζει π. χ. υποδήματα. Η αυτή ύλη αξίζει τώρα περισσότερον, διότι απερρόφησε περισσοτέραν εργασίαν. Τα υποδήματα έχουν όθεν περισσοτέραν αξίαν από το δέρμα· αλλ' η αξία του δέρματος παραμένει οία ήτο, δεν προσέθεσεν υπεραξίαν κατά την κατασκευήν των υποδημάτων. Φαίνεται λοιπόν τελείως αδύνατον, ότι εκτός της κυκλοφορίας, χωρίς να έλθη εις επαφήν μετ' άλλων ανταλλακτών ο παραγωγός — ανταλλάκτης θα δυνηθή να προσδώση αξίαν εις την αξίαν ή να της μεταδώση την ιδιότητα να δημιουργή υπεραξίαν. Αλλ' άνευ τούτου δεν υπάρχει μετατροπή του χρήματός του ή του εμπορεύματός του εις κεφάλαιον.

Ούτω κατελήξαμεν εις διπλούν αποτέλεσμα. Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον δύναται να εξηγηθή, εάν λάβωμεν ως βάσιν τους υπάρχοντας νόμους της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ώστε η ανταλλαγή των ισοδυνάμων να χρησιμεύση ως αφετηρία. Ο κάτοχος του χρήματός μας, ο οποίος δεν είναι ακόμη κεφαλαιούχος ή εν καταστάσει χρυσαλίδος, δέον κατ' αρχήν ν' αγοράση εμπορεύματα εις την ακριβή των αξίαν, κατόπιν να τα πωλήση όσον αξίζουν, και εν τούτοις εις το τέλος ν' αποσύρη περισσοτέραν αξίαν αφ' όσην εχορήγησεν. Η μεταμόρφωσις του ανθρώπου των σκούδων εις κεφαλαιούχον δέον να γίνεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας και συγχρόνως να μη γίνεται. Αυτοί είναι οι όροι του προβλήματος. Hic Rhodus hic salta.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VI. ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ (FORCE DE TRAVAIL)

Η αύξησις της αξίας, καθ' ην το χρήμα μετατρέπεται εις κεφάλαιον, δεν δύναται να προέρχεται εκ του ιδίου τούτου χρήματος. Εάν έν μέσον πληρωμής, χρησιμεύη ως μέσον αγοράς πραγματοποιεί μόνον την τιμήν των εμπορευμάτων, τα οποία αγοράζει ή πληρώνει.

Εάν παραμένη όπως είναι, εάν διατηρήση την ιδίαν του μορφήν δεν είναι πλέον, ή ούτως ειπείν αξία στερεοποιημένη.

Πρέπει όθεν, η αλλαγή της εκφρασθείσης αξίας Χ — Ε — Χ', μετατροπή του χρήματος εις εμπόρευμα και τούτου πάλιν μετατροπή εις περισσότερον χρήμα, να προέρχηται εκ του εμπορεύματος. Δεν δύναται όμως να συμβή εν τη δευτέρα πράξει Ε — Χ', τη πωλήσει, ένθα το εμπόρευμα, αλλάσσει απλώς την φυσικήν του μορφήν με την μορφήν χρήμα. Εάν αντιμετωπίσωμεν τώρα την πρώτην πράξιν Χ — Ε την αγοράν, ευρίσκομεν ότι λαμβάνει χώραν ανταλλαγή μεταξύ ισοδυνάμων και ότι κατά συνέπειαν, το εμπόρευμα δεν έχει περισσοτέραν ανταλλακτικήν αξίαν από το μετατραπέν εις αυτήν χρήμα. Απομένει μία τελευταία υπόθεσις ήτοι ότι η αλλαγή προέρχεται εκ της αξίας χρήσεως του εμπορεύματος δηλαδή εκ της χρήσεώς του ή καταναλώσεώς του. Όθεν πρόκειται περί μιας αλλαγής εν τη ανταλλασσομένη αξία εκ της αυξήσεώς της. Διά να δυνηθώμεν να αρυσθώμεν ανταλλακτικήν αξίαν εκ της συνήθους αξίας ενός εμπορεύματος, θα έπρεπεν, ο άνθρωπος των σπουδών ν' ανακαλύψη εν τω μέσω της κυκλοφορίας, εις αυτήν ταύτην την αγοράν, εμπόρευμά τι, του οποίου η συνήθης αξία να κέκτηται το ιδιαίτερον προτέρημα, να είναι πηγή της ανταλλακτικής αξίας, εις τρόπον ώστε η κατανάλωσίς του θα εσήμαινε την πραγματοποίησιν της εργασίας και κατά συνέπειαν την δημιουργίαν της αξίας.

Και ο άνθρωπος ούτος ευρίσκει πράγματι εις την αγοράν εμπόρευμα προικισμένον διά του ιδικού τούτου προτερήματος και ονομαζόμενον δύναμις της εργασίας ή εργατική δύναμις (force de travail).

Υπό το όνομα τούτο, δέον να εννοώμεν το σύνολον των φυσικών και διανοητικών δυνάμεων, των υπαρχουσών εις το σώμα εκάστου ανθρώπου, εν τη ζώση προσωπικότητί του και το οποίον δέον να θέσωμεν εις κίνησιν διά να παραγάγωμεν ωφέλιμα πράγματα. Ίνα ο κάτοχος του χρήματος εύρη εις την αγοράν την εργατικήν δύναμιν ως εμπόρευμα, δέον να προϋπάρξουν διάφοροι συνθήκαι. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων καθ' εαυτήν, δεν συνεπιφέρει άλλας σχέσεις εξαρτήσεως ή εκείνας, αι οποίαι απορρέουν εκ της φύσεώς της.

Η εργατική όμως δύναμις δεν δύναται να παρουσιασθή εις την αγοράν ως εμπόρευμα, ειμή μόνον εάν προσφερθή ή πωληθή υπό του ιδίου της κατόχου. Ούτος δέον κατά συνέπειαν να δύναται να την διαθέτη, δηλαδή να είναι ελεύθερος ιδιοκτήτης της εργατικής του δυνάμεως, του ιδίου εαυτού του. Ούτος συναντάται μετά του κατόχου χρήματος εις την αγοράν και εκεί συνάπτουν σχέσεις ως όμοιοι ανταλλάκται. Διαφέρουν μόνον κατά τούτο: Ο είς αγοράζει και ο άλλος πωλεί, όμως αμφότεροι είναι πρόσωπα νομικώς ίσα.

Ίνα η σχέσις αύτη διατηρηθή πρέπει, όπως ο ιδιοκτήτης της εργατικής δυνάμεως μη πωλήση ταύτην ποτέ, ειμή δι' ωρισμένον χρονικόν διάστημα, διότι εάν την πωλήση ολικώς άπαξ διά παντός, πωλείται ο ίδιος και από ελεύθερος γίνεται δούλος, από έμπορος εμπόρευμα. Εάν θελήση να διατηρήση την προσωπικότητά του, δέον να μη διαθέση την εργατικήν του δύναμιν ειμή μόνον προσωρινώς, εις τρόπον ώστε απαλοτριών ταύτην να μη εγκαταλείπη ούτω την επ' αυτής ιδιοκτησίαν του.

Ο δεύτερος ουσιώδης όρος, όπως ο άνθρωπος των σκούδων εύρη ν' αγοράση την εργατικήν δύναμιν, είναι ο κάτοχος της τελευταίας ταύτης, αντί να δυνηθή να πωλήση εμπορεύματα, εις τα οποία επραγματοποιήθη η εργασία του να υποχρεούται να προσφέρη ή να θέση εις πώλησιν, ως εμπόρευμα, αυτήν την εργατικήν δύναμίν του ήτις ευρίσκεται εις τον οργανισμόν του.

Όστις θέλει να πωλήση εμπορεύματα διακεκριμένα της ιδίας εργατικής του δυνάμεως, δέον βεβαίως να κέκτηται μέσα παραγωγής, ως πρώτας ύλας, εργαλεία κ. λ. π. Του είναι αδύνατον π. χ. να κατασκευάση υποδήματα άνευ δέρματος, επί πλέον δε έχει ανάγκην και των μέσων της διατροφής. Ουδείς ουδ' αυτός ο μουσικός του μέλλοντος δεν δύναται να ζήση εκ των προϊόντων της μελλούσης εποχής, ούτε να επαρκέση μέσω αξιών χρήσεως ων η παραγωγή δεν έχει εισέτι περατωθή· σήμερον, όπως και κατά την πρώτην ημέραν της εμφανίσεώς του επί της κοσμικής σκηνής, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να καταναλίσκη πριν παραγάγη και κατά το στάδιον της παραγωγής. Εάν τα προϊόντα είναι εμπορεύματα πρέπει να πωληθούν διά να δυνηθούν να ικανοποιήσουν τας ανάγκας του παραγώγου. Εις τον αναγκαίον χρόνον της παραγωγής προστίθεται ο αναγκαίος χρόνος της πωλήσεως.

Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον απαιτεί όθεν όπως ο κάτοχος του χρήματος ευρίσκει εις την αγοράν τον ελεύθερον εργάτην, και ελεύθερον από διπλής απόψεως. 1ον Ο εργάτης δέον να είναι πρόσωπον ελεύθερον, διαθέτον την δύναμιν της ελευθερίας του, ως ίδιον του εμπόρευμα. 2ον Δέον να μη έχη άλλο εμπόρευμα προς πώλησιν· να είναι ούτως ειπείν ελεύθερος τελείως, στερούμενος τελείως όλων των αναγκαίων διά την πραγματοποίησιν της εργατικής του δυνάμεως.

Εξ άλλου, η ανταλλαγή των προϊόντων πρέπει ήδη να έχη την μορφήν της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ίνα δυνηθή ν' ανέλθη επί σκηνής το νόμισμα. Αι διάφοροί του λειτουργίαι, ως απλούν ισοδύναμον, μέσον κυκλοφορίας, μέσον πληρωμής, θησαυρού, αποθέματος κ.λ.π. δεικνύουν διαδοχικώς, διά της συγκριτικής επικρατήσεως της μεν επί της δε, φάσεις λίαν διαφόρους της κοινωνικής παραγωγής. Εν τούτοις η πείρα μας διδάσκει, ότι μία εμπορική κυκλοφορία, σχετικώς ολίγον ανεπτυγμένη, αρκεί όπως εκδηλώση όλας τας μορφάς ταύτας. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά το κεφάλαιον. Αι ιστορικαί συνθήκαι της υπάρξεώς του δεν συμπίπτουν με την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων και του νομίσματος. Το κεφάλαιον παράγεται εκεί ένθα ο κάτοχος των μέσων της παραγωγής και διατροφής, συναντά εν τη αγορά τον ελεύθερον εργάτην, ερχόμενον να πωλήση εκεί την εργατικήν του δύναμιν και ο μοναδικός ούτος ιστορικός όρος, περικλείει ολόκληρον νέον κόσμον. Το κεφάλαιον αγγέλλεται ευθύς εξ αρχής ως εποχή κοινωνικής παραγωγής (43).

Μας μένει τώρα να εξετάσωμεν εγγύτερον την εργατικήν δύναμιν. Το εμπόρευμα τούτο, ως και παν άλλο κέκτηται αξίαν τινά. Πώς καθορίζεται αύτη; Διά του αναγκαιούντος προς παραγωγήν της χρόνου εργασίας.

Ως αξία, η εργατική δύναμις αντιπροσωπεύει το ποσοστόν της κοινωνικής εργασίας της εν αυτή πραγματοποιηθείσης. Πραγματικώς όμως δεν υφίσταται ή ως δύναμις ή ως ιδιότης του ζώντος ατόμου. Εάν λάβωμεν υπ' όψει το άτομον, τούτο παράγει την ζωτικήν δύναμιν του αναπαραγόμενον ή αυτοδιατηρούμενον. Διά την συντήρησιν ή διατήρησίν του έχει ανάγκην ποσού τινος μέσων διατροφής. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως, αναλύεται όθεν εις τον αναγκαίον χρόνον της εργασίας διά την παραγωγήν των μέσων τούτων της διατροφής. Ή μάλλον η εργατική δύναμις έχει ακριβώς την αξίαν των μέσων της διατροφής, των αναγκαιούντων εις εκείνον, ο οποίος την διαθέτει.

Η εργατική δύναμις πραγματοποιείται διά της εξωτερικής εκδηλώσεώς της. Θεωρείται και βεβαιούται διά της εργασίας, ήτις και αυτή αναγκαιοί δαπάνην τινά μυώνων, νεύρων, ανθρωπίνου εγκεφάλου, δαπάνης χρηζούσης αντισταθμίσματος. Όσον περισσότερον η φθορά είναι μεγάλη τόσον περισσότερα είναι τα έξοδα της επιδιορθώσεως (44).

Εάν ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως, ειργάσθη σήμερον, πρέπει να επαναλάβη τούτο την επαύριον και υπό ομοίους όρους δραστηριότητος και υγείας. Πρέπει λοιπόν, το ποσόν των μέσων διατροφής να είναι αρκετόν διά την συντήρησιν της κανονικής του ζωής.

Αι φυσικαί ανάγκαι όπως η τροφή, τα ενδύματα, η θέρμανσις, η κατοικία κ.λ.π. διαφέρουν κατά το κλίμα και τας άλλας φυσικάς ιδιότητας χώρας τινός. Αφ' ετέρου ο αριθμός των λεγομένων φυσικών αναγκών, ως και ο τρόπος της ικανοποιήσεώς των, είναι ιστορικόν προϊόν και εξαρτάται ούτω κατά μέγα μέρος εκ του βαθμού του πολιτισμού.

Η καταγωγή της ημερομισθίου τάξεως εν εκάστη χώρα, το ιστορικόν περιβάλλον ένθα εσχηματίσθη αύτη εξακολουθούν επί μακρόν να εξασκούν την μεγαλειτέραν επιρροήν, επί των συνηθειών των απαιτήσεων και κατά συνέπειαν των αναγκών, τας οποίας επιφέρει αύτη εν τη ζωή. Η εργατική δύναμις περικλείει όθεν, από απόψεως αξίας, ιστορικόν τι και ηθικόν στοιχείον, όπερ την διακρίνει των άλλων εμπορευμάτων. Αλλά εν δεδομένη εποχή και χώρα η αναγκαία αναλογία των μέσων της διατροφής είναι ωσαύτως δεδομένη.

Οι ιδιοκτήται των εργατικών δυνάμεων είναι θνητοί. Διά να τους συναντήση τις εις την αγοράν, ως απαιτεί τούτο η συνεχής μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον, δέον είναι αιώνιοι καθώς καθίσταται αιώνιον το άτομον διά του γένους. Αι εργατικαί δυνάμεις τας οποίας η φθορά και ο θάνατος αφαιρούν από την αγοράν δέον ν' αντικαθίστανται υπό αριθμού τουλάχιστον ίσου. Το ποσόν των μέσων των αναγκαιούντων διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως, περιλαμβάνει όθεν και τα μέσα διατροφής των αντικαταστατών, δηλαδή των τέκνων των εργατών, ίνα η περίεργος αύτη φυλή ανταλλακτών καταστή αιώνιος εις την αγοράν.

Αφ' ετέρου, διά να τροποποιηθή η ανθρωπίνη φύσις εις τρόπον, ώστε ν' αποκτήση ικανότητα ακρίβειαν και ταχύτητα εις ωρισμένον είδος εργασίας δηλαδή διά να καταστή εργατική δύναμις ανεπτυγμένη προς ειδικήν κατεύθυνσιν, χρειάζεται ποιά τις εκπαίδευσις, ήτις και αύτη στοιχίζει ποσόν κατά το μάλλον ή ήττον μέγα ισοδύναμον εις εμπορεύματα. Το ποσόν τούτο ποικίλλει αναλόγως του χαρακτήρος κατά το μάλλον ή ήττον περιπλόκου της εργατικής δυνάμεως.

Τα έξοδα της εκπαιδεύσεως ελάχιστα άλλως τε διά την απλήν δύναμιν εργασίας, εισέρχονται εις το ολικόν των αναγκαίων εμπορευμάτων διά την παραγωγήν της.

Επειδή η δύναμις της εργασίας είναι ισοδύναμος προς ωρισμένον ποσόν μέσων συντηρήσεως, η αξία της αλλάσσει με την αξίαν των, δηλαδή αναλόγως προς τον αναγκαίον διά την παραγωγήν χρόνον εργασίας. Έν μέρος των μέσων συντηρήσεως των αποτελούντων π. χ. την τροφήν, την θέρμανσιν κ.λ.π. καταστρέφονται καθ' εκάστην υπό της καταναλώσεως και δέον καθ' εκάστην ν' αντικαθίστανται. Άλλα, ως τα ενδύματα, τα έπιπλα, κ.λ.π. φθείρονται βραδύτερον και έχουν ανάγκην αντικαταστάσεως, εις μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Εμπορεύματα τινά δέον ν' αγοράζονται ή να πληρώνωνται καθημερινώς, άλλα εκάστην εβδομάδα, εκάστην εξαμηνίαν κ. λ. π. Αλλά καθ' οιονδήποτε τρόπον και αν διανέμωνται αι δαπάναι αύται εις το διάστημα του έτους, το ποσόν των πρέπει να είναι πάντοτε κεκαλυμμένον διά της μέσης ημερησίας εισπράξεως. Ας ονομάσωμεν την διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως απαιτουμένην καθ' εκάστην ποσότητα εμπορευμάτων Α, την απαιτουμένην δι' εκάστην εβδομάδα Β, την απαιτουμένην δι' εκάστην τριμηνίαν Γ κ. ο. κ. ο μέσος όρος των εμπορευμάτων τούτων θα είναι:

365 Α + 52 Β + 4 Γ

--------------------κ. λ. π.

365

Η αξία του αναγκαίου τούτου ποσού εμπορευμάτων διά την μέσην ημέραν δεν αντιπροσωπεύει ή το ποσόν της δαπανηθείσης εργασίας εν τη παραγωγή των, έστω 6 ώρας. Χρειάζεται τότε ημίσεια ημέρα εργασίας, διά να παραχθή καθ' εκάστην η εργατική δύναμις. Το ποσοστόν τούτο της εργασίας, το οποίον απαιτεί διά την ημερησίαν παραγωγήν της, καθορίζει την ημερησίαν αξίαν της. Ας υποθέσωμεν ακόμη ότι το κατά μέσον όρον παραγόμενον ποσόν χρυσού επί ημίσειαν ημέραν 6 ωρών, ισούται με 5 φρ. ή έν σκούδον. Τότε η τιμή ενός σκούδου εκφράζει την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Εάν ο ιδιοκτήτης της την πωλεί καθ' εκάστην αντί ενός σκούδου, την πωλεί τότε, εις την ακριβή της αξίαν και κατά την υπόθεσίν μας ο κάτοχος ούτος του χρήματος κατά την μετατροπήν των σκούδων εις κεφάλαιον καταδικάζεται και πληρώνει την αξίαν ταύτην.

Η τιμή της εργατικής δυνάμεως φθάνει το μίνιμουμ όταν περιορίζεται εις την αξίαν των φυσιολογικώς απαραιτήτων μέσων διατροφής, δηλαδή εις την αξίαν ενός ποσού εμπορευμάτων το οποίον δεν δύνανται να ολιγοστεύση χωρίς ν' εκθέση εις κίνδυνον αυτήν την ζωήν του εργάτου. Όταν πίπτει εις το μίνιμουμ τούτο η τιμή κατέρχεται κάτω της αξίας της εργατικής δυνάμεως, ήτις τότε φυτοζωεί. Όθεν η αξία παντός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας, διά να δυνηθή να παραδοθή εις κανονικήν ποιότητα.

Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν όπως λέγει ο Rossi «την εργατικήν δύναμιν ανεξάρτητον των μέσων της διατροφής κατά την διάρκειαν του έργου της παραγωγής». Αλλ' ο λέγων εργατικήν δύναμιν δεν λέγει ακόμη εργασίαν, όπως η δύναμις της χωνεύσεως δεν σημαίνει χώνευσιν. Διά να φθάσωμεν εκεί χρειάζεται κάτι περισσότερον από καλόν στόμαχον. Εάν ο εργάτης δεν ευρίσκη να πωλήση την εργατικήν του δύναμιν, τότε μακράν του να χαρή, θα αισθανθή ως σκληράν φυσικήν ανάγκην, ότι η εργατική του δύναμις, ήτις ήδη απήτησε διά την παραγωγήν της ποσοστόν τι των μέσων συντηρήσεως απαιτεί και συνεχώς νέον ποσοστόν διά την αναπαραγωγήν της. Θα ανακαλύψη τότε μετά του Sismondi, ότι η δύναμις αύτη εάν δεν πωληθή δεν είναι τίποτε.

Το μεταξύ πωλητών και αγοραστού δυνάμεως της εργασίας συμφωνητικόν παρουσιάζει την εξής λεπτομέρειαν: ότι εις πάσας τας χώρας ένθα βασιλεύει το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής, η εργατική δύναμις δεν πληρώνεται παρά μόνον μετά την εκτέλεσιν της λειτουργίας της, εις το τέλος του μηνός, του 15θημέρου, ή της εβδομάδος. Ο εργάτης προσφέρει λοιπόν πανταχού εις τον κεφαλαιούχον, την συνήθη αξίαν της δυνάμεώς του. Την αφήνει να καταλίσκεται υπό του αγοραστού, πριν επιτύχει την τιμήν της. Εν μια λέξει, του κάμνει πανταχού πίστωσιν, και εκείνο το οποίον αποδεικνύει ότι η πίστωσις αύτη δεν είναι ματαία χίμαιρα, δεν είναι μόνον η απώλεια του ημερομισθίου, όταν ο κεφαλαιούχος πτωχεύει, αλλ' ακόμη πλήθος άλλων συνεπειών ολιγώτερον τυχαίων.

Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως φαίνεται εν χρήσει μόνον, εν τη καταναλώσει της. Πάντα τ' αναγκαία εις την εκπλήρωσιν του έργου τούτου, πρώται ύλαι, όργανα κ.τ.λ. αγοράζονται εις την αγοράν των προϊόντων υπό του ανθρώπου των σκούδων και πληρώνονται εις την ακριβή τιμήν των. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, είναι συγχρόνως, παραγωγή εμπορευμάτων και παραγωγή υπεραξίας. Η κατανάλωσις αύτη λαμβάνει χώραν, καθώς η κατανάλωσις παντός άλλου εμπορεύματος, εκτός της αγοράς ή της σφαίρας της κυκλοφορίας. Θα εγκαταλείψωμεν όθεν, ταυτοχρόνως μετά του κατόχου χρήματος και του κατόχου της εργατικής δυνάμεως, την θορυβώδη ταύτην σφαίραν ένθα το παν λαμβάνει χώραν εν τη επιφανεία και προ των ομμάτων όλων διά να τας ακολουθήσωμεν αμφοτέρας εις το μυστικόν εργαστήριον της παραγωγής, επί του κατωφλίου, του οποίου είναι γεγραμμένον: no admittance except on business. Εκεί θα είδωμεν όχι μόνον πώς παράγει το κεφάλαιον, αλλ' ακόμη πώς παράγεται το ίδιον. Η δημιουργία της υπεραξίας, το μέγα τούτο μυστικόν της συγχρόνου κοινωνίας πρόκειται τέλος να αποκαλυφθή.

Η σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ένθα εκπληρούται η πώλησις και η αγορά της εργατικής δυνάμεως, είναι πραγματικώς αληθής Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου. Εκεί βασιλεύει μόνον η ελευθερία, η ισότης, η ιδιοκτησία και ο Beutham.

Ελευθερία! διότι ούτε ο αγοραστής, ούτε ο πωλητής ενός εμπορεύματος ενεργούν αναγκαστικώς. Τουναντίον, αποφασίζουν μόνον με την ελεύθεραν των βούλησιν, συνάπτουν συμφωνίας ως πρόσωπα ελεύθερα έχοντα τα αυτά δικαιώματα. Η συμφωνία των είναι το ελεύθερον προϊόν, εν τω οποίω αι θελήσεις των λαμβάνουν κοινήν νομικήν έκφρασιν.

Ισότης! διότι έρχονται αμφότεροι εις σχέσεις ως κάτοχοι του εμπορεύματος και ανταλλάσσουν ισοδύναμον αντί ισοδυνάμου.

Ιδιοκτησία! διότι έκαστος διαθέτει ότι πωλεί.

Beutham! διότι δι' έκαστον τούτων δεν πρόκειται ή περί του εαυτού του. Η μόνη δύναμις, ήτις θέτει αυτούς αντιμετώπους και φέρει αυτούς εις σχέσεις, είναι η δύναμις του εγωισμού των, του ιδιαιτέρου κέρδους των, των ιδιαιτέρων συμφερόντων των. Έκαστος σκέπτεται μόνον δι' εαυτόν, ουδείς ανησυχεί διά τον άλλον, και ακριβώς διά τούτο χάρις εις την προϋπάρχουσαν αρμονίαν των πραγμάτων ή υπό την αιγίδα της όλης ευφυούς ταύτης προνοίας, εργαζόμενος έκαστος δι' εαυτόν, έκαστος παρ' αυτώ, εργάζεται συγχρόνως διά την γενικήν χρησιμότητα, διά το κοινόν συμφέρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VII. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΞΙΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

I. Παραγωγή αξιών χρήσεως.

Η χρήσις ή η χρησιμοποίησις της εργατικής δυνάμεως, είναι η εργασία. Ο αγοραστής της δυνάμεως ταύτης την καταναλίσκει, υποχρεών εις εργασίαν τον πωλητήν. Ίνα ούτος παραγάγη εμπορεύματα, η εργασία του δέον να είναι χρήσιμος, ήτοι να πραγματοποιείται εις αξίας χρήσεως. Είναι όθεν μία ιδιαιτέρα αξία χρήσεως, ειδικόν είδος το οποίον ο κεφαλαιούχος παράγει διά του εργάτου. Ούτος δε δεν δύναται να παραγάγη ειμή εφ' όσον ο κεφαλαιούχος του χορηγήση πρώτην ύλην και τα εργαλεία της παραγωγής.

Εν τη εκτελέσει της εργασίας, η δραστηριότης του ανθρώπου επιφέρει τη βοήθεια των μέσων της εργασίας, μίαν εκουσίαν τροποποίησιν της πρώτης ύλης.

Η ενέργεια εξαφανίζεται εις το προϊόν, ήτοι εις αξίαν χρήσεως, φυσικήν τινα ύλην εφηρμοσμένην εις τας ανθρωπίνους ανάγκας διά μιας αλλαγής της μορφής. Η εργασία, συνενουμένη μετά του αντικειμένου της, υλοποιήθη, και η ύλη είναι κατειργασμένη. Ό,τι εις τον εργάτην ήτο κίνησις, εμφανίζεται τώρα εις το προϊόν ως ιδιότης εν ηρεμία. Ο εργάτης ύφανε και το προϊόν είναι ύφασμα.

Εάν εξετάσωμεν το σύνολον της κινήσεως ταύτης, από απόψεως του αποτελέσματός της, τότε αμφότερα, μέσον και αντικείμενον εργασίας, παρουσιάζονται ως μέσα παραγωγής, και αυτή η εργασία, ως παραγωγική εργασία.

Εάν η αξία της χρήσεως, είναι το προϊόν εργασίας, εισέρχονται εν αυτή άλλαι αξίαι χρήσεως, προϊόντα και ταύτα προηγουμένης εργασίας. Η αυτή αξία χρήσεως, προϊόν εργασίας τινός, καθίσταται το μέσον παραγωγής άλλου τινός. Τα προϊόντα δεν είναι λοιπόν μόνον αποτελέσματα, αλλ' ακόμη συνθήκαι της εκτελέσεως της εργασίας.

Το αντικείμενον της εργασίας χορηγείται υπό μόνης της φύσεως εν τη εξαγωγική βιομηχανία — εκμετάλλευσις μεταλλείων, κυνηγίου, αλιείας κτλ. — και αυτή τη γεωργία, εφ' όσον περιορίζεται να εκχερσοί γαίας, εισέτι παρθένους. Όλοι οι άλλοι κλάδοι της βιομηχανίας επεξεργάζονται πρώτας ύλας, ήτοι αντικείμενα, άτινα επέρασαν ήδη από εργασίαν, ως π. χ. η σπορά εις την γεωργίαν.

Τα ζώα και τα φυτά, τα οποία συνήθως διαιρούνται ως φυσικά προϊόντα, είναι εν τη βιομηχανική μορφή των, όχι μόνον ως προϊόντα της εργασίας του παρελθόντος έτους, αλλ' ακόμη μιας μεταβολής συνεχισθείσης επί αιώνας υπό την επίβλεψιν και την μεσολάβησιν της ανθρωπίνης εργασίας. Όσον διά τα κυρίως εργαλεία, τα πλείστα τούτων, εμφανίζουν και εις το πλέον επιπόλαιον βλέμμα ίχνη παρελθούσης εργασίας.

Η πρώτη ύλη δύναται να σχηματίση την κυρίαν ουσίαν του προϊόντος ή να εισέλθη εν αυτώ υπό μορφήν βοηθητικής ύλης. Αύτη τότε καταναλίσκεται υπό του μέσου της εργασίας, ως ο γαιάνθραξ υπό του ατμοπλοίου, το έλαιον υπό του τροχού και η βρώμη υπό του ίππου, ή μάλλον συνενούνται με την πρώτην ύλην διά να ενεργήση μεταβολήν τινα, ως το χλώριον επί του αβράστου υφάσματος, ο άνθραξ επί του σιδήρου, το χρώμα επί του μαλλίου, ή ακόμη, βοηθεί αυτήν ταύτην την εργασίαν να εκπληρωθή, ως π. χ. αι φθαρείσαι ύλαι εις τον φωτισμόν και την θέρμανσιν του εργαστηρίου. Η διαφορά μεταξύ κυρίων υλών και βοηθητικών τοιούτων, συγχέεται εν τη κυρίως χημική κατασκευή, ένθα ουδεμία των χρησιμοποιηθείσας υλών, δεν εμφανίζεται εκ νέου ως ουσία του προϊόντος.

Ως παν αντικείμενον κέκτηται διαφόρους ιδιότητας και είνε επιδεκτικόν, ως εκ τούτου, εις πλέον της μιας εφαρμογήν, το αυτό προϊόν είναι επιδεκτικόν σχηματισμού πρώτης ύλης εκ διαφόρων ενεργειών. Οι σπόροι χρησιμεύουν ούτω ως πρώτη ύλη εις τον μυλωθρόν και τον αμυλοποιόν, οινοπνευματοποιόν, εις τον κτηνοτρόφον κ.τ.λ. ως σπορά δε καθίστανται πρώτη ύλη της ιδίας των παραγωγής. Ούτω ο άνθραξ εξέρχεται ως προϊόν εκ της μεταλλουργικής βιομηχανίας, ενώ εισέρχεται εν αυτή ως μέσον παραγωγής.

Εν τη αυτή πράξει, το αυτό προϊόν, δύναται να χρησιμεύση και ως μέσον εργασίας, και ως πρώτη ύλη· εν τη κτηνοτροφία π. χ. το ζώον, η επεξειργασμένη ύλη, λειτουργεί ωσαύτως ως μέσον διά την παραγωγήν της κόπρου.

Προϊόν υφιστάμενον ήδη υπό μίαν μορφήν, καθιστώσαν τούτο κατάλληλον διά την κατανάλωσιν, δύναται εν τούτοις να καταστή κατόπιν πρώτη ύλη άλλου προϊόντος. Η σταφυλή είναι η πρώτη ύλη του οίνου. Υπάρχουν επίσης εργασίαι των οποίων τα προϊόντα είναι ακατάλληλα διά πάσαν άλλην υπηρεσίαν πλην της πρώτης ύλης. Εν τοιαύτη κατασταθεί το προϊόν δεν έλαβεν, ως λέγουν, ή ημιτελή εργασίαν (demi—facon), ενώ καλύτερον θα ήτο να ελέγομεν ότι ήτο προϊόν βαθμιαίον, ως π. χ. ο βάμβαξ, τα πλεκτά, το τσίτι κ.τ.λ. Η αρχική πρώτη ύλη, αν και παράγη η ιδία, δυνατόν να έχη να διατρέξη κλίμακας ολοκλήρους μεταβολών εν ταις οποίαις, υπό μορφήν μεταβεβλημένην, λειτουργεί πάντοτε ως πρώτη ύλη μέχρι της τελευταίας πράξεως, ήτις την καθορίζει ως αντικείμενον καταναλώσεως ή μέσον εργασίας.

Βλέπομεν ότι ο χαρακτήρ του προϊόντος πρώτης ύλης, η του μέσου εργασίας, δεν αποδίδεται εις αξίαν χρήσεως ειμή αναλόγως της καθορισμένης θέσεως την οποίαν κατέχει εν τη πορεία της εργασίας, η δε αλλαγή της θέσεώς της αλλάσσει τον προσδιορισμόν της.

Πάσα αξία χρήσεως, εισερχομένη εις νέας εργασίας ως μέσον παραγωγής, χάνει όθεν τον χαρακτήρα της ως προϊόντος και λειτουργεί εις το εξής ως παράγων ζώσης εργασίας. Ο κλώστης θεωρεί το κλωστήριον και το λίνον απλώς ως μέσον παραγωγής και αντικείμενον της εργασίας του. Είνε βέβαιον ότι δεν δυνάμεθα να πλέξωμεν άνευ εργαλείων και άνευ ύλης. Ούτω η ύπαρξις των προϊόντων τούτον υπονοείται ήδη πριν αρχίσωμεν το πλέξιμον. Αλλ' εν τη τελευταία ταύτη πράξει μας είνε τελείως αδιάφορον εάν το κλωστήριον και το λίνον είνε προϊόντα προγενεστέρας εργασίας, όπως είνε αδιάφορον εν τη ενεργεία της διατροφής, εάν ο άρτος είνε προϊόν προγενεστέρων εργασιών του καλλιεργητού, του μυλωθρού, του αρτοποιού κ.ο.κ. Όλως τουναντίον μόνον διά της ελλείψεώς των, τεθέντος πλέον εν κινήσει του έργου, τα μέσα της παραγωγής παρουσιάζουν την αξίαν του χαρακτήρος των ως προϊόντων. Μάχαιραι αίτινες δεν κόπτουν, κλωστή ήτις θραύεται ανά πάσαν στιγμήν, υπενθυμίζουν τους κατασκευαστάς των. Το καλόν προϊόν δεν κάμνει αισθητήν την εργασίαν, εξ ης έλκει τα ωφέλιμα προτερήματά του.

Μηχανή μη χρησιμεύουσα εις την εργασίαν είναι άχρηστος. Εξ άλλου καταστρέφεται υπό την καταστρεπτικήν επιρροήν των φυσικών πρακτόρων. Ο σίδηρος οξιδούται, το ξύλον σήπεται, το μη κατεργασθέν μαλλίον κατατρώγεται υπό των σκωλήκων. Η ζώσα εργασία δέον να παραλάβη τα αντικείμενα ταύτα να τα αναστήση εκ νεκρών και να τα μετατρέψη από πιθανάς χρησιμότητας, εις πραγματικάς, εις χρησιμότητας. Λειχόμενα υπό της φλογός της εργασίας, μετατρεπόμενα εις όργανά της, καλούμενα διά της πνοής της να εκπληρώσουν τας ειδικάς των λειτουργίας, καταναλίσκονται ωσαύτως διά καθορισμένον σκοπόν, ως στοιχεία, σχηματίζονται νέα προϊόντα.

Όθεν, τα προϊόντα είναι όχι μόνον το αποτέλεσμα, αλλ' ακόμη ο όρος της υπάρξεως της εργασίας, τότε μόνον όταν ταύτα ριφθούν ή τεθούν εις επαφήν με την ζώσαν εργασίαν, και όταν τα αποτελέσματα ταύτα της παρελθούσης εργασίας δυνηθούν να διατηρηθούν και χρησιμοποιηθούν.

Η εργασία φθείρει τα υλικά της στοιχεία, το αντικείμενον και τα μέσα της, και είναι κατά συνέπειαν πράξις καταναλώσεως. Η παραγωγική αύτη κατανάλωσις διακρίνεται της ατομικής καταναλώσεως εκ του ότι αύτη καταναλίσκει τα προϊόντα ως μέσα απολαύσεως του ατόμου, ενώ εκείνα τα καταναλίσκει ως μέσα εκπληρώσεως της εργασίας. Το προϊόν της ατομικής καταναλώσεως είναι κατά συνέπειαν, αυτός ο καταναλωτής· το αποτέλεσμα της παραγωγικής καταναλώσεως είναι προϊόν διακριτόν του καταναλωτού.

Εφ' όσον τα μέσα της και το αντικείμενόν της, είναι ήδη προϊόντα, η εργασία καταναλίσκει προϊόντα διά να παραγάγη προϊόντα, ή μάλλον χρησιμοποιεί προϊόντα ως μέσα παραγωγής νέων προϊόντων. Αλλ' η εργασία ήτις αρχικώς γίνεται μεταξύ του ανθρώπου και της γης, την οποίαν ευρίσκει, εκτός αυτού δεν παύει ποτέ χρησιμοποιούσα μέσα παραγωγής φυσικής προελεύσεως, μη αντιπροσωπεύοντα συνδυασμόν τινά μεταξύ των φυσικών στοιχείων και της ανθρωπίνης εργασίας.

Ας επιστρέψωμεν όμως εις τον κεφαλαιούχον μας. Τον εχάσαμεν καθ' ην στιγμήν ήρχετο να αγοράση εις την αγοράν όλους τους αναγκαίους παράγοντας διά την εκπλήρωσιν της εργασίας, τους αντικειμενικούς παράγοντας — μέσα παραγωγής — και τον υποκειμενικόν παράγοντα — εργατικήν δύναμιν. Τους εξέλεξε ως γνώστης, ως έμπειρος, όπως τους χρειάζεται διά το ιδιαίτερον είδος της εργασίας του, διά την νηματουργίαν, την υποδηματοποιίαν κτλ. άρχεται λοιπόν να καταναλίσκη το εμπόρευμα το οποίον ηγόρασε, την δύναμιν της εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι καταναλίσκει τα μέσα της παραγωγής διά της εργασίας. Γενικώς η φύσις της εργασίας ουδόλως μετεβλήθη, διότι ο εργάτης εκπληροί την εργασίαν του όχι δι' εαυτόν, αλλά διά τον κεφαλαιούχον.

Η εκτέλεσις της εργασίας, ως κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως υπό του κεφαλαίου, δεν δεικνύει ή δύο μόνον ιδιαίτερα φαινόμενα ο εργάτης εργάζεται υπό τον έλεγχον του κεφαλαιούχου, εις τον οποίον ανήκει η εργασία του· ο κεφαλαιούχος επαγρυπνεί όπως το έργον γίνη καλώς και τα μέσα της παραγωγής χρησιμοποιηθούν συμφώνως με τον επιζητούμενον σκοπόν, όπως μη σπαταληθή η πρώτη ύλη, και το εργαλείον της εργασίας μη υποστή παρά την απαραίτητον εκ της χρησιμοποιήσεώς του φθοράν.

Δεύτερον, το προϊόν είναι ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου, και όχι του αμέσου παραγωγέως, του εργάτου. Ο κεφαλαιούχος πληρώνει π. χ. την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως, ης η χρήσις συνεπώς του ανήκει διαρκούσης της ημέρας, ακριβώς παρομοίως με τον ίππον εκείνον τον οποίον ενοικιάζομεν με την ημέραν. Η χρήσις του εμπορεύματος ανήκει εις τον αγοραστήν, δίδων δε την εργασίαν του, ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως δίδει εις την πραγματικότητα την αξίαν χρήσεως, την οποίαν επώλησεν. Ευθύς άμα τη εισόδω του εις το εργαστήριον, η χρησιμότης της δυνάμεώς του, η εργασία, ανήκει εις τον κεφαλαιούχον. Αγοράζων την δύναμιν της εργασίας του, ο κεφαλαιούχος ενεσωμάτωσε την εργασίαν ως στοιχείον ζωής εις τα παθητικά στοιχεία προϊόντων, άτινα είχε προμηθευθή. Από της απόψεώς του, η εργασία δεν είναι άλλο τι ή η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως του εμπορεύματος, το οποίον ηγόρασεν, αλλά το οποίον δεν θα κατηνάλισκεν, εάν δεν του προσέθετε μέσα παραγωγής. Η εργασία είναι ούτω πράξις επί πραγμάτων, τα οποία ηγόρασε· του ανήκουν. Όθεν το προϊόν της πράξεως ταύτης του ανήκει, κατά τον αυτόν λόγον καθ' ον και το προϊόν της ζυμώσεως εν τη οιναποθήκη του.

II. Παραγωγή της υπεραξίας.

Το προϊόν — ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου — είνε αξία χρήσεως, ύφασμα, υποδήματα κτλ. Αλλ' αν και τα υποδήματα π. χ. βοηθούν τον κόσμον να βαδίζη, ο δε κεφαλαιούχος μας είνε πραγματικός άνθρωπος της προόδου, όμως δεν κατασκευάζει υποδήματα εξ αγάπης ιδιαιτέρας προς αυτά. Γενικώς, εν τη εμπορική παραγωγή, η αξία χρήσεως, δεν είναι πράγμα το οποίον αγαπούν, ως αξίαν χρήσεως, χρησιμεύει μόνον ως φορεύς της αξίας. Όθεν, διά τον κεφαλαιούχον μας, το πρώτιστον είναι να παράγη χρήσιμον αντικείμενον, έχον ανταλλακτικήν αξίαν, είδος κατάλληλον διά πώλησιν, εμπόρευμα. Επί πλέον θέλει όπως η αξία του εμπορεύματος τούτου, υπερβαίνει την αξίαν των αναγκαίων διά την παραγωγήν του εμπορευμάτων, δηλαδή το ποσόν των αξιών των μέσων παραγωγής και της εργατικής δυνάμεως, διά τα οποία εδαπάνησε το χρήμα του, θέλει να παράγη όχι μόνον χρήσιμον αντικείμενον, αλλά μίαν αξίαν, και όχι μόνον αξίαν, αλλ' ακόμη μίαν υπεραξίαν.

Καθώς το εμπόρευμα είναι συγχρόνως αξία χρήσεως και ανταλλακτική αξία, ούτω η παραγωγή του δέον να είναι σχηματισμός αξιών χρήσεως και σχηματισμού ανταλλακτικών αξιών.

Γνωρίζομεν ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του ποσοστού της υλοποιηθείσης εν αυτώ εργασίας, υπό του κοινωνικώς αναγκαίου χρόνου διά την παραγωγήν του. Δέον όθεν να υπολογίσωμεν την εργασίαν, την περιεχομένην τω προϊόντι, το οποίον ο κεφαλαιούχος μας κατεσκεύασε, ήτοι 10 λίτρας νήματος.

Διά να παραγάγη νήμα, είχεν ανάγκην πρώτης ύλης, ας υποθέσωμεν 10 λίτρας βάμβακος. Είναι ανωφελές να ζητήσωμεν τώρα, ποία είναι η αξία του βάμβακος τούτου, διότι ο κεφαλαιούχος τον ηγόρασεν εις την αγοράν, όσον ήξιζε, π. χ. 10 φράγκα. Εις την τιμήν ταύτην η απαιτηθείσα εργασία διά την παραγωγήν του βάμβακος τούτου αντιπροσωπεύεται ήδη ως μέση κοινωνική εργασία. Ας υποθέσωμεν ακόμη, ότι η φθορά των κλωστήρων — και ούτοι μας παρουσιάζουν όλα τα άλλα εν χρήσει μέσα εργασίας — ανέρχεται εις 2 φράγκα. Εάν μάζα χρυσού 12 φράγκων είναι το προϊόν είκοσι τεσσάρων ωρών εργασίας, έπεται εκ τούτου, ότι εις το νήμα επραγματοποιήθησαν 2 ημέραι εργασίας.

Η περίπτωσις αύτη, ότι ο βάμβαξ ήλλαξε μορφήν και ότι η φθορά εξηφάνισε μέρος κλωστήρων, δεν πρέπει να μας αποπλανά. Κατά τον γενικόν νόμον των ανταλλαγών, 10 λίτραι νήματος είναι το ισοδύναμον 10 λιτρών βάμβακος και ενός τετάρτου του κλωστήρος, εάν η αξία των 40 λιτρών νήματος ισούται με την αξίαν 40 λιτρών βάμβακος, συν ενί ολοκλήρω κλωστήρι, δηλαδή εάν ο αυτός χρόνος εργασίας, είναι αναγκαίος διά να παραγάγη τον ένα μετά του άλλου όρου της εξισώσεως ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο αυτός χρόνος εργασίας αντιπροσωπεύεται την μεν πρώτην φοράν εις νήμα, την δε δευτέραν εις βάμβακα και κλωστήρα. Το γεγονός ότι κλωστήρ και βάμβαξ αντί να παραμονεύουν εν ηρεμία ο είς παρά τον άλλον, ηνώθησαν κατά το πλέξιμον, το οποίον αλλάσσον τας συνήθεις μορφάς των τα μετέτρεψε εις νήμα, δεν αποδίδει περισσοτέραν εργασίαν απ' ότι απέδιδεν η απλή του ανταλλαγή έναντι ισοδυνάμου ποσού νήματος.

Ο χρόνος εργασίας, ο αναγκαιών διά την παραγωγήν του νήματος, περιλαμβάνει τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν της πρώτης ύλης, του βάμβακος. Το αυτό συμβαίνει με τον αναγκαίον χρόνον διά την αναπαραγωγήν των φθαρέντων κλωστήρων.

Πρέπει, εννοείται να εκπληρωθούν δύο όροι: πρώτον τα μέσα να εχρησίμευσαν πραγματικώς διά την παραγωγήν μιας αξίας χρήσεως, ως εν προκειμένω διά την παραγωγήν του νήματος. Ολίγον ενδιαφέρει την αξίαν το είδος της αξίας χρήσεως, το οποίον την υποβαστάζει: δέον όμως να υποστηρίζεται υπό μιας αξίας χρήσεως. Δεύτερον εννοείται ότι δεν χρησιμοποιείται ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας υπό τας κοινωνικάς συνθήκας της παραγωγής. Εάν μία λίτρα βάμβακος αρκεί κατά μέσον όρον, διά την κατασκευήν του νήματος, ώστε η αξία μιας λίτρας, βάμβακος θα καταλογισθή εις την αξίαν μιας λίτρας νήματος. Ο κεφαλαιούχος θα είχεν ίσως την ιδιοτροπίαν να χρησιμοποιήση χρυσούς κλωστήρας, εν τούτοις όμως εν τη αξία των εμπορευμάτων δεν θα υπελογίζετο ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του σιδηρού εργαλείου.

Γνωρίζομεν τώρα την αξίαν την οποίαν ο βάμβαξ και η φθορά των κλωστήρων δίδουν εις το νήμα. Ισούται με 12 φράγκα — ενσωμάτωσιν 2 ημερών εργασίας. Απομένει τώρα να αναζητήσωμεν πόσην αξίαν η εργασία του κλώστου προσθέτει εις το προϊόν.

Η εργασία αύτη παρουσιάζεται ήδη υπό νέαν όψιν. Πρώτον επρόκειτο περί της ταχύτητος του κλώθειν. Όσον περισσότερον ήξιζεν η εργασία, τόσον περισσότερον ήξιζε το νήμα, πασών των άλλων περιπτώσεων μενουσών των αυτών. Η εργασία του κλώστου διεκρίνετο των άλλων παραγωγικών εργασιών εκ του σκοπού της, των τεχνικών της μεθόδων, των ιδιοτήτων του προϊόντος του και των ειδικών μέσων της παραγωγής του. Με τον βάμβακα και τους κλωστήρας τους οποίους χρησιμοποιεί ο κλώστης δεν θα ήτο δυνατόν να κατασκευασθούν ραβδωτά τηλεβόλα. Εξ άλλου, ως πηγή αξίας η εργασία του κλώστου ουδόλως διαφέρει της του χύτου των τηλεβόλων ή καλύτερα της του φυτευτού του βάμβακος ή του κατασκευαστού των κλωστήρων, δηλ. των πραγματοποιηθεισών εργασιών και τα μέσα της παραγωγής του νήματος. Εάν αι εργασίαι αύται, παρά την διαφοράν των χρησίμων μορφών των, δεν ανάγοντο εις φανταστικήν φύσιν, δεν θα ηδύναντο να διακριθούν, αδιαφόρως προς την ποσότητά των, της ολικής εν τω προϊόντι πραγματοποιηθείσης εργασίας.

Έκτοτε αι αξίαι βάμβαξ και κλωστήρες, δεν θα απετέλουν επίσης ακέραια μέρη της υλικής αξίας του νήματος. Πράγματι, εκείνο το οποίον ενδιαφέρει ενταύθα, δεν είναι πλέον η ποιότης, αλλ' η ποσότης της εργασίας· μόνη αυτή υπολογίζεται. Ας παραδεχθώμεν ότι το πλέξιμον είναι μέσος όρος απλής εργασίας. Βραδύτερον θα ίδωμεν ότι η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλεν εις τίποτε το ζήτημα.

Κατά την εκτέλεσιν της παραγωγής, η εργασία μεταβαίνει αδιακόπως από της δυναμικής της μορφής εις την διαβατικήν της τοιαύτην. Μία ώρα εργασίας π. χ., ήτοι η δαπάνη ζώσης δυνάμεως του κλώστου επί μίαν ώραν, αντιπροσωπεύεται εις ωρισμένην ποσότητα νήματος.

Εκείνο, όπερ ενταύθα έχει μεγάλην σπουδαιότητα, είναι ότι κατά την διάρκειαν της μετατροπής του βάμβακος εις νήμα, δεν δαπανάται ή ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας. Εάν υπό τας κοινωνικάς συνθήκας, δηλαδή υπό τας συνθήκας των κοινωνικών όρων της παραγωγής, δέον όπως επί μίαν ώραν εργασίας Α λίτραι βάμβακος μετατραπούν εις Β λίτρας νήματος, δεν υπολογίζεται ως ημέρα εργασίας 12 ωρών ή η μετατρέπουσα 12 Χ Α λίτρας βάμβακος εις 12 Χ Β λίτρας νήματος. Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας είνε πράγματι ο μόνος όστις υπολογίζεται εν τω σχηματισμώ της αξίας.

Θα παρατηρήση τις ότι όχι μόνον η εργασία, αλλ' ωσαύτως τα μέσα της παραγωγής και το προϊόν ήλλαξαν ήδη ρόλον. Η πρώτη ύλη ποτίζεται διά ποσότητός τινος εργασίας. Είναι αληθές ότι η απορρόφησις αύτη δεν μετατρέπεται εις νήμα, γνωστού όντος ότι η ζώσα δύναμις του εργάτου εδαπανήθη υπό μορφήν πλεξίματος, το προϊόν όμως εις νήμα δεν χρησιμεύει ή ως βαθμόμετρον δεικνύον την ποσότητα της υπό του βάμβακος απορροφηθείσης εργασίας: π. χ. 10 λίτραι νήματος θα δεικνύουν 6 ώρας εργασίας και 1 ώρα αναγκαιοί διά το πλέξιμον 1 λίτρας και 2/3 βάμβακος. Ποσότητές τινες προϊόντος καθωρισθείσαι συμφώνως προς τα δεδομένα της πείρας δεν αντιπροσωπεύουν ή τας μάζας της στερεοποιηθείσης εργασίας — την υλοποίησιν μιας ώρας, 2 ωρών, μιας ημέρας κοινωνικής εργασίας.

Το ότι η εργασία είναι κλώσις, η ύλη βάμβαξ και το κλωσθέν νήμα, τούτο είναι όλως αδιάφορον, ως είναι αδιάφορον εάν το αντικείμενον της εργασίας ήτο πρώτης ύλης προϊόν. Εάν ο εργάτης, αντί να απασχολήται εις την νηματουργίαν, χρησιμοποιηθή εις μεταλλείον γαιανθράκων, η φύσις θα του εχορήγει το αντικείμενον της εργασίας του. Εν τούτοις ποσοστόν τι ωρισμένου γαιάνθρακος εξαχθέν εκ του στρώματός του, είς στατήρ π. χ. θ' αντεπροσώπευε καθωρισμένον ποσοστόν απορροφηθείσης εργασίας.

Κατά την πώλησιν της εργατικής δυνάμεως υπεννοείτο ότι η ημερησία αξία του 3 φράγκα ποσόν χρυσού, εν ώ ενσωματούνται 6 ώραι εργασίας, — και ότι, κατά συνέπειαν πρέπει να καταβληθή εργασία 6 ωρών, διά να παραχθή το μέσον ποσόν των αναγκαίων διατροφών διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου. Όπως ο κλώστης μας μετατρέπει εντός 1 ώρας 1 λίτραν 2/3 βάμβακος εις 1 λ. 2/3 νήμα, ούτω 0ά μετατρέψη εντός 6 ωρών 10 λίτρ. βάμβακος εις 10 λίτρ. νήματος (45).

Κατά την διάρκειαν της κλώσεώς του, ο βάμβαξ απορροφά όθεν ο ώρας εργασίας· Ο αυτός χρόνος εργασίας καθορίζεται και ποσόν τι χρυσού 3 φράγκων ο κλώστης προσέθεσεν όθεν εις τον βάμβακα αξίαν 3 φράγκων.

Ας υπολογίσωμεν τώρα την ολικήν αξίαν του προϊόντος. Αι 10 λίτραι νήματος περιέχουν δύο ημέρας και ημίσειαν εργασίας· βάμβαξ και κλωστήρ περιέχουν δύο ημέρας· ημίσεια ημέρα απερροφήθη διά το κλώσιμον. Το αυτό ποσόν εργασίας καθορίζεται εις μάζαν χρυσού 15 φράγκων. Η τιμή των 15 φράγκων εκφράζει όθεν την ακριβή αξίαν των 10 λιτρών νήματος, η τιμή του 1 φρ. 50 την τιμήν μιας λίβρας.

Ο κεφαλαιούχος μας μένει τότε άναυδος. Η αξία του προϊόντος ισούται με την αξίαν του χορηγηθέντος κεφαλαίου. Η χορηγηθείσα αξία δεν εγέννησε υπεραξίαν και το χρήμα κατά συνέπειαν, δεν μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.

Η τιμή των 10 λιτρών νήματος είναι 15 φράγκα και 15 φράγκα εδαπανήθησαν εις την αγοράν διά τα συστατικά στοιχεία του προϊόντος, ή, όπερ είναι το ίδιον, διά τους παράγοντας της εκτελέσεως της εργασίας, 10 φράγκα διά τον βάμβακα, 2 φράγκα διά την φθοράν των κλωστήρων και 3 φράγκα διά την εργατικήν δύναμιν. Εις ουδέν χρησιμεύει η εξόγκωσις της αξίας του νήματος, διότι αύτη δεν είναι ή το ποσόν των αξιών των πρότερον διενεμηθεισών επί των παραγόντων των, προσθέτοντες όθεν ταύτην, δεν την πολλαπλασιάζομεν (46).

Πάσαι αι αξίαι αύται έχουν ήδη συγκεντρωθή επί ενός αντικειμένου, ήσαν όμως το ποσόν των 15 φράγκων και πριν ή ο κεφαλαιούχος τας εξαγάγη εκ του θυλακίου του διά να τας υποδιαιρέση εις τρεις αγοράς.

Ουδέν το περίεργον εν τω αποτελέσματι τούτω. Η αξία μιας λίτρας νήματος αντιστοιχεί με 1 φρ. 50, εις δε την αγοράν ο κεφαλαιούχος μας θα αναγκασθή να πληρώση 15 φράγκα διά 10 λίτρας νήματος. Είτε αγοράζει ετοίμην την οικίαν του ή ο ίδιος αναλαμβάνει να την κτίση ιδίαις του δαπάναις, ουδεμία εκ των πράξεων τούτων δεν θ' αυξήση το χρησιμοποιηθέν διά την απόκτησιν της οικίας του ταύτης χρήμα.

Ο κεφαλαιούχος, έφιππος επί της κοινής πολιτικής του οικονομίας, θα κραυγάση ίσως ότι εχορήγησε το χρήμα του με την πρόθεσιν να το πολλαπλασιάση. Αλλ' η οδός της κολάσεως είναι εστρωμένη με ευσεβείς πόθους και ουδείς δύναται να τον εμποδίση να δημιουργήση χρήμα χωρίς να παραγάγη. Ορκίζεται ότι δεν θα αποπλανηθή πλέον εις το μέλλον θα αγοράση εις την αγοράν εμπορεύματα έτοιμα αντί να τα κατασκευάση ο ίδιος. Αλλ' εάν όλοι οι κεφαλαιούχοι, ενεργήσουν παρομοίως, τότε πώς θα ευρεθούν τα εμπορεύματα εις την αγοράν; Εν τούτοις δεν δύναται να φάγη το χρήμα του. Άρχεται τότε να μας κατηχή. Έπρεπε να ληφθή υπ' όψιν η αποχή του, ενώ κάλλιστα θα ηδύνατο να διασκεδάση με τα 15 του φράγκα· αντί τούτου τα κατηνάλωσε παραγωγικώς και παρήγαγε νήμα. Είναι αληθές, αλλ' είναι επίσης αληθές ότι έχει νήμα και ουχί τύψιν συνειδότος. Ας λάβη τα μέτρα του διά να μη υποστή την τύχην του θησαυριστού, ο οποίος μας απέδειξε πού οδηγεί ο ασκητισμός. Άλλως τε εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε, ο βασιλεύς χάνει τα δικαιώματά του. Όσον δήποτε αξιόλογος και εάν είναι η αποχή του, δεν ευρίσκει χρήμα διά να την πληρώση, αφ' ού η αξία του εμπορεύματος του εξερχομένου εκ της παραγωγής είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν των εισελθουσών εις αυτό αξιών. Η παρηγορητική αύτη σκέψις ας είναι βάλσαμον δι' αυτόν: η αρετή πληρώνεται μόνον διά της αρετής. Αλλ' όχι! γίνεται ενοχλητική. Δεν ξεύρει τι να κάμη το νήμα του. Το παρήγαγε διά την πώλησιν. Ε! λοιπόν ας το πωλήση! ή, όπερ και απλούστερον, ας μη παραγάγη εις το μέλλον ειμή προϊόντα αναγκαία διά την ιδίαν του κατανάλωσιν: ο Mac Culloch, του υπέδειξεν ήδη την πανάκειαν ταύτην έναντι των επιδημικών υπερβολών της παραγωγής. Ιδού τον εκ νέου λακτίζη· ο εργάτης είχε ποτέ την σκέψιν να κινήση τον αέρα με τα δέκα του δάκτυλα, να παραγάγη εμπορεύματα χωρίς τίποτε; αυτός δεν τον εχορήγησε την πρώτην ύλην, εν τη οποία και διά της οποίας μόνης δύναται να δώση υπόστασιν εις την εργασίαν του; Και όπως το μεγαλύτερον μέρος της πολιτικής κοινωνίας αποτελείται από παρομοίους γυμνόποδας, δεν προσέφερε διά των μέσων της παραγωγής του βάμβακος και του ποσού υπηρεσίαν τεραστίαν εις την ως άνω κοινωνίαν, και κυρίως εις τον εργάτην εις τον οποίον εχορήγησε επί πλέον και την διατροφήν; Και να μη λάβη τίποτε έναντι της υπηρεσίας! Αλλά μήπως ο εργάτης δεν προσέφερεν υπηρεσίαν εις αντάλλαγμα, μετατροπή εις νήμα, τον βάμβακα και τους κλωστήρας του; Εξ άλλου δεν πρόκειται ενταύθα περί υπηρεσιών (47). Η υπηρεσία δεν είναι παρά το ωφέλιμον αποτέλεσμα μιας αξίας χρήσεως, είτε αύτη είνε εμπόρευμα, είτε εργασία. Πρόκειται μόνον περί της ανταλλακτικής αξίας. Επλήρωσε εις τον εργάτην αξίαν 3 φράγκων. Ούτος πάλιν του αποδίδει το ακριβές ισοδύναμον προσθέτων την αξίαν των 3 φράγκων εις τον βάμβακα, αξίαν αντί αξίας. Ο κεφαλαιούχος μας λαμβάνει τότε την μετριοπαθή στάσιν ενός εργάτου. Μήπως και αυτός δεν ειργάσθη επίσης; Η εργασία του της επιβλέψεως και επιτηρήσεως δεν αποτελεί ωσαύτως αξίαν και ο Διευθυντής του εργοστασίου του και ο επιστάτης του υψώνουν τους ώμους. Εν τω μεταξύ ο κεφαλαιούχος προσέλαβε μετά πονηρού μειδιάματος, την προτέραν του μορφήν. Μας ενέπαιζε με τα παράπονά του. Ούτε διώβολον δεν δίδει δι' όλα αυτά.

Αφίνει τας υπεκφυγάς ταύτας, τας κοινάς ταύτας διπλωματικότητας και τους καθηγητάς της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι πληρώνονται διά τούτο, είναι το επάγγελμά των. Αυτός είναι άνθρωπος πρακτικός και εάν δεν σκέπτεται εις ότι λέγει εκτός των υποθέσεών του, γνωρίζει πάντοτε τι πράττει εις τας υποθέσεις του.

Ας παρατηρήσωμεν όμως πλησιέστερον. Η ημερησία αξία της εργατικής δυνάμεως είναι 3 φρ., διότι χρειάζεται 1/2 ημέρα εργασίας διά την ημερησίαν παραγωγήν της δυνάμεως ταύτης, ήτοι ότι η αναγκαία διατροφή διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου στοιχίζει 1/2, ημέραν εργασίας. Αλλ' η παρελθούσα εργασία, την οποίαν η δύναμις της εργασίας εγκλείει, και η σημερινή εργασία, την οποίαν δύναται να εκτελέση, αι ημερήσιαι δαπάναι συντηρήσεώς του και η καθ' εκάστην δαπάνη, είναι δύο πράγματα τελείως διάφορα.

Τα έξοδα της δυνάμεως καθωρίζουν την ανταλλακτικήν αξίαν, η δαπάνη της δυνάμεως αποτελεί την αξίαν χρήσεως. Εάν 1/2 ημέρα εργασίας αρκεί διά να ζήση ο εργάτης επί 24 ώρας, δεν έπεται εκ τούτου ότι δεν δύναται να εργασθή μίαν ολόκληρον ημέραν. Η αξία την οποίαν κέκτηται η δύναμις της εργασίας και η αξία την οποίαν δημιουργεί διαφέρουν όθεν κατά το μέγεθος. Την διαφοράν ταύτην της αξίας ο κεφαλαιούχος είχεν υπ' όψει, όταν ηγόρασε την εργατικήν δύναμιν. Η ικανότης αυτής εις την κατασκευήν νήματος ή υποδημάτων, ήτο όρος sine qua non, διότι η εργασία δέον να δαπανάται υπό χρήσιμον μορφήν διά να παράγη αξίαν.

Αλλ' ότι τον έκαμε να αποφασίση ήτο η ειδική χρησιμότης του εμπορεύματος τούτου, να είναι δηλαδή πηγή αξίας και περισσοτέρας αξίας απ' ότι κέκτηται αύτη. Ταύτην την ειδικήν υπηρεσίαν ζητεί παρ' αυτής ο κεφαλαιούχος. Συμμορφούται εν τοιαύτη περιπτώσει με τους αιωνίους κανόνας της ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Πράγματι ο πωλητής της εργατικής δυνάμεως, ως ο πωλητής παντός άλλου εμπορεύματος, πραγματοποιεί την ανταλλακτικήν αξίαν και μετατρέπει την συνήθη μορφήν.

Δεν θα επετύγχανε την πρώτην χωρίς να δώση την άλλην. Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως δεν ανήκει εις τον πωλητήν, όπως δεν ανήκει εις τον παντοπώλην η αξία χρήσεως του πωληθέντος ελαίου. Ο άνθρωπος των σκούδων επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως· η χρήσις της κατά την διάρκειαν της ημέρας, η εργασία συνεπώς μιας ολοκλήρου ημέρας του ανήκει. Το ότι η ημερησία συντήρησις της δυνάμεως ταύτης στοιχίζει ημίσειαν ημέραν εργασίας, ενώ δύναται να λειτουργή και να εργάζεται ολόκληρον την ημέραν, δηλαδή το ότι η δημιουργηθείσα αξία διά της χρήσεώς της κατά την διάρκειαν μιας ημέρας, είναι το διπλάσιον ημερησίας ιδικής της αξίας, τούτο είναι ιδιαιτέρως ευτυχής σύμπτωσις διά τον αγοραστήν, ίσως όμως δεν βλάπτει και εις τίποτε το δικαίωμα του πωλητού.

Ο κεφαλαιούχος μας προείδε την περίπτωσιν, και τούτο είναι και η αιτία της ευθυμίας του. Ο εργάτης ευρίσκει όθεν εις το εργαστήριον τα αναγκαία μέσα της παραγωγής διά μίαν ημέραν εργασίας ουχί 6 αλλά 12 ωρών.

Αφ' ου 10 λίτραι βάμβακος απερρόφησαν 6 ώρας εργασίας και μετεβλήθησαν εις 10 λίτρας νήματος, 20 λίτραι βάμβακος θ' απορροφήσουν 12 ώρας εργασίας και θα μετατραπούν εις 20 λίτρ. νήματος. Ας εξετάσωμεν ήδη το προϊόν της παραταθείσης εργασίας. Αι 20 λίτρ. νήματος περιέχουν 5 ημέρας εργασίας εκ των οποίων τέσσαρες επραγματοποιήθησαν εις τον βάμβακα και τους καταναλωθέντας κλωστήρας. Όθεν η νομισματική έκφρασις των 5 ημερών εργασίας είναι 30 φράγκα. Αύτη είναι όθεν η τιμή των 20 λίτρ. νήματος. Μία λίτρα νήματος στοιχίζει νυν ως και πρότερον 1 φρ. 50. Αλλά το ποσόν της αξίας των χρησιμοποιηθέντων εμπορευμάτων εν τη πράξει δεν υπερβαίνει τα 27 φράγκα και η αξία του νήματος φθάνει τα 30 φράγκα. Η αξία του προϊόντος ηύξησε κατά 1/9 επί της χορηγηθείσης αξίας διά την παραγωγήν του. Τα χορηγηθέντα 27 φράγκα μετεβλήθησαν ήδη εις 30 φράγκα. Εγέννησαν μίαν υπεραξίαν 3 φράγκων· ο κύκλος έγινε. Το χρήμα μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.

Το πρόβλημα ελύθη καθ' ολοκληρίαν ο νόμος των ανταλλαγών ετηρήθη αυστηρώς· ισοδύναμον προς ισοδύναμον. Εις την αγοράν, ο κεφαλαιούχος αγοράζει εις την ακριβή του αξίαν παν εμπόρευμα — βάμβακα, κλωστήρας, εργατικήν δύναμιν. Κατόπιν πράττει ό,τι πας αγοραστής, καταναλίσκει την αξίαν της χρήσεως. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, ούσα ταυτοχρόνως και παραγωγή εμπορευμάτων αποδίδει προϊόν 20 λιτρών νήματος εχουσών αξίαν 30 φράγκων. Τότε ο κεφαλαιούχος ο αφήσας την αγοράν ως αγοραστής επανέρχεται ως πωλητής. Πωλεί το νήμα προς 1.50 φρ. την λίτραν, ούτε οβολόν κάτω ή άνω της αξίας των, και εν τούτοις αποσύρει από την κυκλοφορίαν 3 φράγκα περισσότερα από όσα εχορήγησεν. Η μετατροπή αύτη του χρήματός του εις κεφάλαιον λαμβάνει χώραν εις την σφαίραν της κυκλοφορίας. Η κυκλοφορία χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εκεί, εις την αγοράν, πωλείται η εργατική δύναμις, διά να καταστή εκμεταλλεύσιμος εις την σφαίραν της παραγωγής, ένθα καθίσταται πηγή υπεραξίας, και το παν βαίνει τότε θαυμασίως.

Η παραγωγή της υπεραξίας δεν είναι όθεν άλλο τι ή παραγωγή αξίας, παραταθείσα πέραν ωρισμένου σημείου. Εάν η εκτέλεσις της εργασίας διαρκέση μέχρι του σημείου εις το οποίον η αξία της εργατικής δυνάμεως πληρωθείσα υπό του κεφαλαίου, αντικατασταθή υπό νέου ισοδυνάμου, τότε απλώς μόνον παραγωγή αξίας υφίσταται. Όταν υπερβαίνει το όριον τούτο, υπάρχει παραγωγή υπεραξίας.

Εξετάζοντες την παραγωγήν της υπεραξίας, υπεθέσαμεν ότι η οικειοποιηθείσα εργασία υπό του κεφαλαίου, είναι μέση απλή εργασία. Η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλε τίποτε. Ας υποθέσωμεν π. χ. ότι η εργασία του κλώστου συγκρινομένη προς την του κοσμηματοπώλου είναι εργασία εις ανωτέραν δύναμιν, ότι η μία είναι κοινή εργασία και η άλλη ειδική εργασία, ένθα εκδηλούται ως δύναμις δυσκολωτέρα εις τον σχηματισμόν, και ήτις όμως αποδίδει εις τον αυτόν χρόνον περισσοτέραν αξίαν. Οποιοσδήποτε όμως και εάν είναι ο βαθμός της διαφοράς μεταξύ των δύο τούτων εργασιών, η μερίς της εργασίας ένθα ο κοσμηματοπώλης παράγει υπεραξίαν διά τον κύριόν του, δεν διαφέρει εις τίποτε ποσοτικώς από την μερίδα της εργασίας ένθα αντικαθιστά με την αξίαν του ιδίου του ημερομισθίου. Νυν όπως και πρότερον, η υπεραξία δεν προέρχεται ως εκ της παραταθείσης διαρκείας της εργασίας, είτε του κλώστου είτε του κοσμηματοπώλου (48).

Αφ' ετέρου, όταν πρόκειται περί παραγωγής αξίας, η ανωτέρα εργασία δέον πάντοτε να περιορίζεται εις τον μέσον όρον της κοινωνικής εργασίας, π. χ. μία ημέρα ειδικής εργασίας και 2 ημέραι απλής εργασίας. Εάν οι έχοντες συναίσθησιν του προορισμού των οικονομολόγοι διεμαρτυρήθησαν εναντίον της αυθαιρέτου ταύτης βεβαιώσεως, δεν δυνάμεθα να απαντήσωμεν ή διά της γερμανικής παροιμίας ότι «τα δένδρα τους εμποδίζουν να ίδουν το δάσος!». Εκείνο το οποίον κατηγορούν ως τεχνητήν ανάλυσιν, είναι απλούστατα μέθοδος, ήτις εφαρμόζεται καθ' εκάστην εις πάσαν γωνίαν της γης. Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων αδιακρίτως εκφράζονται εις νόμισμα, δηλ. είς τινα μάζαν χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου αι διάφοροι ημέραι της εργασίας αντιπροσωπευύμεναι υπό των αξιών τούτων, περιωρίσθησαν υπό διαφόρους αναλογίας, εις ποσά καθορισθέντα υπό ενός μόνον και εις δύο είδη κοινής εργασίας, της εργασίας, ήτις παράγει τον χρυσόν ή τον άργυρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VIII. ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ

Οι διάφοροι παράγοντες της εκτελέσεως της εργασίας λαμβάνουν διάφορον μέρος εις τον σχηματισμόν της αξίας των εμπορευμάτων.

Ο εργάτης μεταδίδει μίαν νέαν αξίαν εις το αντικείμενον της εργασίας διά της προσθήκης μιας νέας δόσεως εργασίας, οιοσδήποτε και εάν είναι ο ωφέλιμος χαρακτήρ. Εξ άλλου, επανευρίσκομεν τας αξίας των μέσων της παραγωγής των καταναλωθέντων ως στοιχείων εν τη αξία του νήματος.

Η μεταβίβασις αύτη λαμβάνει χώραν κατά το διάστημα της εργασίας, κατά την διάρκειαν της μετατροπής των μέσων της παραγωγής εις προϊόν. Η εργασία είναι όθεν το ενδιάμεσον. Αλλά κατά τίνα τρόπον;

Ο εργάτης δεν εργάζεται διπλασίως κατά το αυτό χρονικόν διάστημα, άπαξ διά να προσθέση μίαν νέαν αξίαν εις τον βάμβακα, και είτα διά να διατηρήση την παλαιάν, ή όπερ έν και το αυτό, διά να μεταβιβάση εις το προϊόν, εις το νήμα, την αξίαν των κλωστήρων τους οποίους φθείρει και την του βάμβακος τον οποίον μετατρέπει. Ούτω διά της απλής προσθήκης μιας νέας αξίας διατηρεί την παλαιάν. Αλλ' όπως η προσθήκη μιας νέας αξίας εις το αντικείμενον της εργασίας και η διατήρησις των παλαιών αξιών εις το προϊόν είναι δυο αποτελέσματα τελείως διάφορα, τα οποία ο εργάτης επιτυγχάνει εις το αυτό χρονικόν διάστημα, ούτω το διπλούν τούτο αποτέλεσμα δεν δύναται προφανώς να απορρέη ή εκ του διπλού χαρακτήρος της εργασίας του. Η εργασία αυτή, δέον κατά την αυτήν στιγμήν, δυνάμει ιδιότητος τινος να δημιουργήση, και δυνάμει μιας άλλης ιδιότητος, να διατηρήση ή να μεταβιβάση την αξίαν.

Πώς ο εργάτης προσθέτει εργασίαν και κατά συνέπειαν αξίαν; Υπό μορφήν χρησίμου εργασίας και μόνον υπό την μορφήν ταύτην, ο κλώστης προθέτει εργασίαν κλώθων, ο υφαντουργός, υφαίνων, ο σιδηρουργός, εργαζόμενος τον σίδηρον. Αλλ' ακριβώς η μορφή αύτη της νηματουργίας κτλ. εν μια λέξει η ειδική παραγωγική μορφή, εν τη οποία η εργατική δύναμις εδαπανήθη, αύτη μετατρέπει τα μέσα της παραγωγής, ως ο βάμβαξ και ο κλωστήρ, κλωστή και επάγγελμα υφαντού, σίδηρος και άκμων, εις μορφικά στοιχεία ενός προϊόντος, μιας νέας αξίας χρήσεως. Η παλαιά μορφή της αξίας των χρήσεων εξαφανίζεται μόνον διά να ενδυθή μίαν νέαν αξίαν. Όθεν, είδομεν ότι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν είδους τινός, περιλαμβάνει ωσαύτως τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν των καταναλωθέντων ειδών εν τη ενεργεία της παραγωγής. Με άλλους λόγους, ο αναγκαίος χρόνος διά την δημιουργίαν των καταναλωθέντων μέσων της παραγωγής, υπολογίζεται εις το νέον προϊόν.

Ο εργάτης διατηρεί όθεν την αξίαν των καταναλωθέντων μέσων της παραγωγής, την μεταβιβάζει εις το προϊόν ως συστατικόν μέρος της αξίας του, όχι διότι προσθέτει γενικώς εργασίαν, αλλά διά τον χρήσιμον χαρακτήρα, διά την παραγωγικήν μορφήν της προστεθείσης ταύτης εργασίας. Εφ' όσον είναι χρήσιμος, εφ' όσον είναι παραγωγική δραστηριότης, η εργασία, διά της απλής επαφής της μετά των μέσων της παραγωγής, τα ανασταίνει εκ νεκρών, τα δημιουργεί παράγοντας της ιδίας της κινήσεως και ενούται μετ' αυτών διά ν' αποτελέση προϊόντα.

Εάν η ειδική παραγωγική εργασία του εργάτου δεν ήτο το κλώσιμον, δεν θα έκαμε νήμα και κατά συνέπειαν, δεν θα τοις μετεβίβαζε τας αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος. Αλλά διά μίαν ημέραν εργασίας, ο αυτός εργάτης, εάν αλλάξη επάγγγελμα και γίνη π. χ. λεπτουργός, θα προσθέση ην ως και πρότερον αξίαν εις ύλας. Προσθέτει όθεν διά της εργασίας του θεωρουμένης ουχί ως εργασίας υφαντουργού ή λεπτουργού, αλλ' ανθρωπίνης εργασίας γενικώς, και προσθέτει μίαν ωρισμένην ποσότητα αξίας, ουχί διότι η εργασία του έχει ιδιαίτερον χρήσιμον χαρακτήρα αλλά διότι διαρκεί χρονικόν τι διάστημα.

Δυνάμει λοιπόν της γενικής αφηρημένης ιδιότητός της, ως δαπάνης ζωτικής ανθρωπίνης δυνάμεως, η εργασία του κλώστου προσθέτει μίαν νέαν αξίαν εις τας αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος και δυνάμει της ιδιαιτέρας συγκεκριμένης ιδιότητός της, της χρησίμου ιδιότητος ως κλωσίματος, μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων τούτων της παραγωγής εις το προϊόν και την διατηρεί ούτω εν αυτώ. Εκείθεν ο απλούς χαρακτήρ του αποτελέσματός του εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι.

Διά μιας απλής προσθήκης, διά μιας ποσότητος νέας εργασίας, μία νέα αξία προστίθεται. Διά της ποιότητος της προστεθείσης εργασίας, αι παλαιαί αξίαι των μέσων της παραγωγής διατηρούνται εις το προϊόν. Το διπλούν τούτο αποτέλεσμα της ιδίας εργασίας, κατόπιν του διπλού του χαρακτήρος, καθίσταται αντιληπτόν εις πληθώραν φαινομένων.

Υποθέσατε ότι μία οιαδήποτε εφεύρεσις επιτρέπει εις τον εργάτην να κλώθη εις 6 ώρας όσον βάμβακα θα έκλωθεν άλλοτε εις 36. Ως χρήσιμος δραστηριότης, παραγωγική, η δύναμις της εργασίας του εξαπλασιάσθη και το προϊόν του είναι 6άκις μεγαλύτερον, 36 λίτρ. νήματος αντί 6. Αλλ' αι 36 λίτραι βάμβακος δεν απορροφούν περισσοτέραν εργασίαν, απ' όσην απερρόφουν 6 εν τη πρώτη περιπτώσει. Τοις προσετέθη μόνον 1/6 εργασίας, την οποίαν θ' απήτει η παλαιά μέθοδος και κατά συνέπειαν 1/6 μόνον νέας αξίας. Εξ άλλου η εξαπλασία αξία του βάμβακος υφίσταται νυν εις το προϊόν, 36 λίτραι νήμα. Κατά τας 6 ώρας κλωστικής εργασίας, μία αξία εξάκις μεγαλυτέρα εις πρώτας ύλας, διετηρήθη και μετεβιβάσθη εις το προϊόν, αν και η νέα αξία προστεθείσα εις αυτήν ταύτην την αξίαν, είναι εξάκις μικροτέρα.

Τούτο αποδεικνύει πως η ιδιότης, δυνάμει της οποίας η εργασία διατηρεί αξίαν, είναι ουσιωδώς διάφορος της ιδιότητος, δυνάμει της οποίας δημιουργεί αύτη αξίαν. Όσον περισσοτέρα αναγκαία εργασία μεταβιβάζεται κατά το κλώσιμον εις την αυτήν ποσότητα του βάμβακος, τόσον μεγαλυτέρα είναι η νέα αξία η προστιθεμένη εις αυτό. Αλλ' όσον περισσότεραι λίτραι βάμβακος κλώθονται εις τον αυτόν χρόνον εργασίας, τόσον μεγαλυτέρα είναι η παλαιά αξία η διατηρουμένη εις το προϊόν.

Ας υποθέσωμεν τουναντίον, ότι η παραγωγικότης της εργασίας παραμένει σταθερά, ότι χρειάζεται κατά συνέπειαν εις τον κλώστην πάντοτε ο αυτός χρόνος διά να μετατρέψη μίαν λίτραν βάμβακος εις νήμα, αλλ' ότι η ανταλλακτική αξία του βάμβακος ποικίλλει και ότι μία λίτρα βάμβακος αξίζει 6άκις περισσότερον ή ολιγώτερον από άλλοτε. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο κλώστης εξακολουθεί να προσθέτη το αυτό ποσοστόν εργασίας εις την αυτήν ποσότητα εργασίας, ήτοι την αυτήν αξίαν, και εις τας δύο περιπτώσεις παραγάγει κατά τον αυτόν χρόνον την αυτήν ποσότητα νήματος. Εν τούτοις η αξία την οποίαν μεταβιβάζει εκ του βάμβακος εις το νήμα, ως προϊόν, είναι εις την μίαν περίπτωσιν 6άκις μικροτέρα και εις την άλλην 6άκις μεγαλυτέρα από άλλοτε. Το αυτό συμβαίνει όταν τα εργαλεία της εργασίας ακριβαίνουν ή ευθηναίνουν, αλλ' αποδίδουν πάντοτε την αυτήν υπηρεσίαν.

Εάν αι τεχνικαί συνθήκαι της κλωστικής παραμένουν αι αυταί, τα δε μέσα της παραγωγής ουδεμίαν υφίστανται αλλαγήν αξίας, ο κλώστης εξακολουθεί να καταναλίσκη, εις δεδομένους χρόνους, δεδομένας ποσότητας πρώτης ύλης και μηχανών των οποίων η αξία παραμένει κατά συνέπειαν πάντοτε η αυτή. Η αξία την οποίαν διατηρεί εις το προϊόν είναι τότε κατ' ευθύν λόγον της νέας αξίας την οποίαν προσθέτει. Εις δύο εβδομάδας, προσθέτει δις περισσοτέραν εργασίαν από όσην εντός μιας εβδομάδος, όθεν δις περισσοτέραν αξίαν, και συγχρόνως φθείρει δις περισσοτέρας μηχανάς. Διατηρεί ούτω εις το προϊόν των δύο εβδομάδων δις περισσοτέραν αξίαν ή εις το προϊόν μιας μόνον. Υπό συνθήκας αμεταβλήτους ο εργάτης διατηρεί τόσον περισσοτέραν αξίαν όσον περισσοτέραν προσθέτει. Εν τούτοις, δεν διατηρεί περισσοτέραν αξίαν διότι προσθέτει περισσοτέραν, αλλά διότι την προσθέτει εις αμεταβλήτους και ανεξαρτήτους περιστάσεις της εργασίας του.

Εν τούτοις, δυνάμεθα να είπωμεν, εις σχετικήν έννοιαν, ότι ο εργάτης διατηρεί πάντοτε παλαιάς αξίας, εφ' όσον προσθέτει μίαν νέαν αξίαν. Τώρα, εάν ο βάμβαξ υψωθή ή καταπέση κατά 1 φράγκον, η αξία του, η διατηρηθείσα εις το προϊόν μιας ώρας, ουδέποτε θα είναι η αξία η οποία ευρίσκεται εις το προϊόν των δύο ωρών. Ούτω, εάν η παραγωγικότης της εργασίας ποικίλλει, εάν αυξηθή ή ελαττωθή, θα κλώση εις μίαν ώραν π. χ. περισσότερον ή ολιγώτερον βάμβακα από πρότερον, και κατά συνέπειαν θα διατηρήση εις το προϊόν μιας ώρας την αξίαν του περισσοτέρου ή του ολιγωτέρου βάμβακος. Αλλ' εν οιαδήποτε περιπτώσει, θα διατηρήση πάντοτε εις δύο ώρας εργασίας δις περισσοτέραν αξίαν παρ' όσην εν μια μόνη.

Αφαιρουμένης της καθαράς συμβολικής παραστάσεώς της, η αξία δεν υφίσταται ή ως χρήσιμον πράγμα, ως αντικείμενον (αυτός ο άνθρωπος, ως απλή ύπαρξις δυνάμεως εργασίας, είναι φυσικόν αντικείμενον ζων και συνειδητόν, και η εργασία δεν είναι ειμή εξωτερική εκδήλωσις, υλική, της δυνάμεως ταύτης). Εάν όθεν η αξία χρήσεως απόλλυται, η ανταλλακτική αξία απόλλυται επίσης. Τα μέσα της παραγωγής τα οποία χάνουν την αξίαν της χρήσεως, δεν χάνουν συγχρόνως την αξίαν των, διότι η τέλεσις της εργασίας τους κάμνει να χάνουν την αρχικήν των μορφήν χρησιμότητος διά να τους δώση εις το προϊόν την μορφήν μιας νέας χρησιμότητος. Και πόσον σημαντική είναι διά την αξίαν η ύπαρξις της εντός οιουδήποτε χρησίμου αντικειμένου, η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων μας απέδειξε ότι ολίγον ενδιαφέρεται τι είδους είναι το αντικείμενον. Έπεται εκ τούτου ότι το προϊόν δεν απορροφά εις το διάστημα της εργασίας την αξίαν του μέσου της παραγωγής, ή εφ' όσον τούτο, χάνει την χρησιμότητά του, χάνει επίσης την αξίαν του. Δεν μεταβιβάζει εις το προϊόν ειμή την αξίαν την οποίαν χάνει ως μέσον παραγωγής. Αλλ' υπό την άποψιν ταύτην οι υλικοί παράγοντες της εργασίας συμπεριφέρονται διαφοροτρόπως.

Ο άνθραξ διά του οποίου θερμαίνει την μηχανήν εξαφανίζεται χωρίς να αφήση ίχνος, ομοίως το λίπος διά του οποίου λιπαίνουν τον άξονα του τροχού και ούτω καθεξής. Τα χρώματα και άλλαι βοηθητικαί ύλαι, εξαφανίζονται επίσης, αλλ' εμφανίζονται εις τας ιδιότητας του προϊόντος, του οποίου η πρώτη ύλη αποτελεί την ουσίαν, αλλ' αφού ήλλαξε μορφήν. Πρώται ύλαι και βοηθητικαί ύλαι χάνουν όθεν την όψιν την οποίαν είχον εισερχόμεναι ως αξίαι χρήσεως εν τη εκτελέσει της εργασίας. Άλλως όμως συμβαίνει διά τα κυρίως εργαλεία. Έν οιονδήποτε εργαλείον, μία μηχανή, έν εργοστάσιον, έν δοχείον, δεν χρησιμεύουν εις την εργασίαν ειμή κατά τον χρόνον τον οποίον διατηρούν την αρχικήν των μορφήν.

Όπως και κατά τον βίον των, δηλαδή κατά το διάστημα της εργασίας, διατηρούν την κυρίαν μορφήν των έναντι του προϊόντος, ούτω διατηρούν αυτήν και μετά τον θάνατόν των. Τα πτώματα των μηχανών, των εργαλείων, των εργαστηρίων κτλ. εξακολουθούν υφιστάμενα ανεξαρτήτως και κεχωρισμένως των προϊόντων τα οποία συνέβαλλον εις την κατασκευήν.

Εάν θεωρήσωμεν ολόκληρον την περίοδον κατά οποίαν εργαλείον τι εργασίας εκτελεί την υπηρεσίαν του, από της ημέρας της εισόδου του εις το εργαστήριον μέχρι της ημέρας καθ' ην τίθεται εν αχρηστία, βλέπομεν ότι η αξία του χρήσεως κατά την περίοδον ταύτην κατηναλώθη εξ ολοκλήρου υπό της εργασίας και κατά συνέπειαν, η αξία του μετεβιβάσθη εξ ολοκλήρου εις το προϊόν. Μία κλωστική μηχανή π. χ. διήρκεσε μίαν δεκαετίαν; Κατά την δεκαετή λειτουργίαν της η ολική της αξία ενεσωματώθη εις τα προϊόντα των δέκα ετών. Η περίοδος της ζωής ενός τοιούτου εργαλείου περιλαμβάνει ούτω ένα μεγαλύτερον ή μικρότερον αριθμόν ιδίων εργασιών αδιακόπως ανανεουμένων τη βοηθεία των.

Και το όργανον της εργασίας είναι όπως ο άνθρωπος. Έκαστος αποθνήσκει ανά πάσαν ημέραν 24 ωρών. Είναι όμως αδύνατον να γνωρίσωμεν εις την απλήν όψιν ενός ανθρώπου πόσον ημερών είναι νεκρός.

Τούτο εν τούτοις δεν εμποδίζει τας ασφαλιστικάς εταιρίας να εξάγουν εκ της μέσης ζωής του ανθρώπου συμπεράσματα ασφαλέστατα και όπερ περισσότερον τους ενδιαφέρει, συμπεράσματα επικερδή. Επίσης είναι εκ πείρας γνωστόν πόσον χρόνον, κατά μέσον όρον, διαρκεί έν όργανον εργασίας π. χ. μία μηχανή κλωστικής. Εάν υποθέσωμεν ότι η χρησιμότης διατηρείται 6 μόνον ημέρας εις την τεθείσαν εις ενέργειαν εργασίαν, χάνει καθ' εκάστην, κατά μέσον όρον, 1/6 της αξίας της χρήσεως και μεταβιβάζει κατά συνέπειαν 1/6 της ανταλλακτικής του αξίας εις το ημερήσιον προϊόν. Ούτω υπολογίζεται η ημερησία φθορά όλων των οργάνων της εργασίας και εκείνο το οποίον καθ' εκάστην μεταβιβάζουν εκ της ιδίας των αξίας εις την αξίαν του προϊόντος.

Βλέπομεν ενταύθα κατά τρόπον λίαν εμφαντικόν, ότι μέσον τι παραγωγής ουδέποτε μεταβιβάζει εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν απ' όσην χάνει το ίδιον διά της εξαφανίσεώς του κατά το διάστημα της εργασίας. Εάν δεν υπήρξε καμμία αξία διά να χαθή, ήτοι εάν το ίδιον δεν ήτο προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας, δεν θα ηδύνατο να μεταδώση εις το προϊόν καμμίαν αξίαν. Θα εχρησίμευεν εις το να σχηματίση συνήθη αντικείμενα χωρίς να χρησιμεύση διά τον σχηματισμόν αξιών.

Η περίπτωσις αύτη παρουσιάζεται με όλα τα μέσα της παραγωγής, τα οποία παράγει η φύσις, χωρίς ο άνθρωπος να υπολογίζεται, με την γην, το ύδωρ, τον άνεμον, τον σίδηρον εν τη μεταλλική βλάβη, το ξύλον εις το πρωτόγονον δάσος κ. ο. κ.

Συναντώμεν ενταύθα έν άλλο σημαντικόν φαινόμενον. Ας υποθέσωμεν ότι μία μηχανή αξίζει π. χ. 1000 φράγκα και ότι φθείρεται εις 1000 ημέρας· εν τοιαύτη περιπτώσει μεταβιβάζεται καθ' εκάστην εις το ημερήσιον προϊόν της· αλλ' η μηχανή, αν και με πάντοτε ελαττουμένην ζωτικότητα, λειτουργεί πάντοτε ολόκληρος εν τη πορεία της εργασίας. Όθεν, αν είς παράγων εργασίας εισέρχεται ολόκληρος εις την παραγωγήν αξίας χρήσεως, τότε εισέρχεται μερικώς εις τον σχηματισμόν της αξίας. Η διαφορά μεταξύ των δύο τούτων έργων, αντανακλά ούτως εις τους υλικούς παράγοντας, αφού εις την αυτήν πράξιν έν και μόνον μέσον παραγωγής υπολογίζεται ακεραίως ως στοιχείον πρώτου έργου και κατά τμήματα μόνον ως στοιχείον του δευτέρου.

Αντιθέτως, έν μέσον παραγωγής δύναται να εισέλθη ολόκληρον εν τω σχηματισμώ της αξίας, αν και μερικώς μόνον εν τη παραγωγή των αξιών χρήσεως, επί 115 λίτρ. βάμβακος, 15 θα χαθούν, δηλαδή αίτινες απετέλουν αντί νήματος εκείνο το οποίον οι Άγγλοι ονομάζουν την σκόνιν του διαβόλου (devil's durt). Εάν εν τούτοις η απόρριψις του 1% είναι κοινωνική και αναπόφευκτος εν τη κατασκευή, η αξία των 15 τούτων λιτρών βάμβακος, αι οποίαι δεν αποτελούν ουδέν στοιχείον νήματος, εισέρχεται πάντως εν τη αξία του όπως αι 100 λίτρ. αι οποίαι αποτελούν την ουσίαν του. Δέον όπως 15 λίτραι βάμβακος εξακολουθούν διά να δυνηθούν να κατασκευάσουν 100 λίτρ. νήματος.

Και ακριβώς διότι η απώλεια αύτη είναι είς όρος της παραγωγής, διά τούτο ο απωλεσθείς βάμβαξ μεταβιβάζει εις το νήμα την αξίαν του. Και συμβαίνει το αυτό διά πάντα τα περιττώματα της εργασίας. Εφ' όσον εννοείται δεν χρησιμεύουν πλέον εις τον σχηματισμόν νέων μέσων παραγωγής και συνεπώς νέων αξιών χρήσεως. Ούτω, βλέπομεν, εις τα μεγάλα εργοστάσια του Manchester, όρη ολόκληρα περιττωμάτων σιδήρου, αφαιρεθέντα παρά τεραστίων μηχανών ως ροκανίδια υπό της ροκάνης, να μεταβαίνουν το εσπέρας από το εργοστάσιον εις το χυτήριον και να επανέρχονται την επαύριον εκ του χυτηρίου εις το εργοστάσιον εις μάζας όγκων σιδήρου.

Τα μέσα της παραγωγής δεν μεταβιβάζουν την αξίαν εις το νέον προϊόν ή εφ' όσον χάνουν από την παλαιάν μορφήν των χρησιμότητος.

Το μάξιμουμ της αξίας την οποίαν δύνανται να χάσουν κατά την διάρκειαν της εργασίας, έχει ως όριον το μέγεθος της αρχικής αξίας την οποίαν είχον εισερχόμενα εν τη πράξει, ή τον χρόνον τον οποίον απήτησεν η παραγωγή των. Τα μέσα της παραγωγής δεν δύνανται όθεν να προσθέσουν εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν εκείνης ην κατέχουν τα ίδια. Οιαδήποτε και εάν είναι η χρησιμότης μιας πρώτης ύλης, μιας μηχανής, ενός μέσου παραγωγής, εάν στοιχίζη 150 λουδοβίκια ήτοι πεντακοσίας ημέρας εργασίας, δεν προσθέτει εις το ολικόν προϊόν εις τον σχηματισμόν του οποίου συμβάλλει, ποτέ περισσότερα από 150 λουδοβίκια. Η αξία του καθορίζεται ουχί υπό της εργασίας, ένθα εισέρχεται ως μέσον παραγωγής, αλλά δι' εκείνης εξ ου εξέρχεται ως προϊόν. Εν τη πράξει εις την οποίαν το χρησιμοποιούν δεν χρησιμεύει ή ως αξία χρήσεως, ήτις κέκτηται χρησίμους ιδιότητας· εάν πριν εισέλθη εις την πράξιν ταύτην, ουδεμίαν κατείχεν αξίαν, ουδεμίαν αξίαν θα έδιδεν εις το προϊόν.

Ενώ η παραγωγική εργασία μεταβάλλει τα μέσα της παραγωγής εις μορφικά στοιχεία ενός νέου προϊόντος, η αξία των υπόκειται εις είδος τι μετεμψυχώσεως. Μεταβαίνει από του καταναλωθέντος σώματος εις το άρτι σχηματισθέν. Αλλ' η μεταβίβασις αύτη εκτελείται εν αγνοία της πραγματικής εργασίας, ο εργάτης δεν δύναται να προσθέση μίαν νέαν εργασίαν, να δημιουργήση κατά συνέπειαν μίαν νέαν αξίαν, χωρίς να διατηρήση παλαιάς αξίας, διότι δέον να προσθέση, την εργασίαν ταύτην υπό χρήσιμον μορφήν, και τούτο δεν δύναται να γίνη χωρίς να μετατρέψη τα προϊόντα εις μέσα παραγωγής ενός νέου προϊόντος εις το οποίον μεταβιβάζει ως εκ τούτου την αξίαν των. Η δύναμις της εργασίας εν δράσει, η ζώσα εργασία, έχει όθεν την ιδιότητα της διατηρήσεως της αξίας προσθέτουσα αξίαν. Τούτο είναι φυσικόν χάρισμα μη στοιχίζον τίποτε εις τον εργάτην, αλλ' αποφέρον πολλά εις τον κεφαλαιούχον. Του οφείλει την διατήρησιν της σημερινής αξίας του κεφαλαίου του.

Εφ' όσον αι επιχειρήσεις προοδεύουν, ο κεφαλαιούχος απορροφάται με την δημιουργίαν της υπεραξίας, ώστε δεν διακρίνει το δωρεάν τούτο χάρισμα της εργασίας. Βίαιαι διακοπαί, ως π. χ. αι κρίσεις, τον αναγκάζουν αποτόμως να το παρατηρήση (49). Εκείνο το οποίον καταναλίσκεται εις τα μέσα της παραγωγής, είναι η αξία της χρήσεως την οποίαν η κατανάλωσις διά της εργασίας σχηματίζει προϊόντα.

Ό,τι αφορά την αξίαν των, δεν είχεν εν τη πραγματικότητι καταναλωθή και δύναται κατά συνέπειαν να αναπαραχθή. Διατηρείται ουχί δυνάμει μιας πράξεως την οποίαν υφίσταται κατά το διάστημα της εργασίας, αλλά διότι το αντικείμενον εις ό υφίσταται από της πρώτης στιγμής, εξαφανίζεται προσλαμβάνον χρήσιμον μορφήν. Η αξία των μέσων της παραγωγής αναφαίνεται όθεν εν τη αξία του προϊόντος· δεν έχει όμως, κυρίως ειπείν, αναπαραχθή. Ό,τι παρήχθη, είναι η νέα αξία χρήσεως εν τη οποία η παλαιά αξία αναφαίνεται εκ νέου.

Άλλως συμβαίνει διά τον υποκειμενικόν παραγοντα της παραγωγής, δηλαδή την εν δράσει δύναμιν της εργασίας. Ενώ διά της μορφής την οποίαν ο σκοπός της της καθορίζει η εργασία διατηρεί και μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων της παραγωγής εις το προϊόν, η κίνησις δημιουργεί ανά πάσαν στιγμήν μίαν προσθετήν αξίαν, μίαν νέαν αξίαν.

Ας υποθέσωμεν ότι η παραγωγή σταματά εις το σημείον, εις το οποίον ο εργάτης εχορήγησε το ισοδύναμον της ημερησίας αξίας της ιδίας του δυνάμεως, όταν π. χ. προσέθετε διά μιας εξαώρου εργασίας, αξίαν 3 φράγκων. Η αξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί του στοιχείου της αξίας ταύτης της προερχομένης εκ των μέσων της παραγωγής. Είναι η μόνη αρχική αξία η οποία παρήχθη, το μόνον μέρος της αξίας του προϊόντος, γεννηθέν εν τη πορεία του σχηματισμού της. Ικανοποιεί το υπό του κεφαλαιούχου κατατεθέν χρήμα διά την αγοράν της δυνάμεως της εργασίας, και την οποίαν ο εργάτης δαπανά κατόπιν προς διατροφήν. Εν σχέσει προς τα δαπανηθέντα 3 φράγκα, η νέα αξία των 3 φρ. εμφανίζεται ως απλή αναπαραγωγή. Αλλ' η αξία αύτη αναπαρήχθη πραγματικώς και ουχί φαινομενικώς ως η αξία των μέσων της παραγωγής. Εάν μία αξία αντικατεστάθη ενταύθα υπό μιας άλλης, τούτο συμβαίνει χάρις εις την νέαν δημιουργίαν.

Εν τούτοις γνωρίζομεν ότι η διάρκεια της εργασίας υπερβαίνει το σημείον εις ό απλούν ισοδύναμον της αξίας της δυνάμεως της εργασίας θα αναπαρήγετο και θα προσετίθετο εις το δουλευθέν αντικείμενον. Αντί 6 ωρών, αίτινες θα ήρκουν προς τούτο, η πράξις διαρκεί 12 ή περισσότερον. Όθεν, η εν ενεργεία δύναμις της εργασίας, δεν παράγει μόνον την ιδίαν της αξίαν, αλλ' ακόμη και επί πλέον αξίαν. Η υπεραξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί της αξίας των καταναλωθέντων παραγόντων, ήτοι των μέσων της παραγωγής και της διατηρήσεως της εργασίας.

Εκθέτοντες τους διαφόρους ρόλους τους οποίους παίζουν εν τω σχηματισμώ της αξίας του προϊόντος, οι διάφοροι παράγοντες της εργασίας, εχαρακτηρίσαμεν πράγματι τας λειτουργίας των διαφόρων στοιχείων του κεφαλαίου εν τω σχηματισμώ της υπεραξίας. Το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί της αξίας των συστατικών του στοιχείων, είναι το πλεόνασμα του κεφαλαίου αυξηθέντος εκ της υπεραξίας του επί του κατατεθέντος κεφαλαίου. Μέσα παραγωγής ως και δύναμις εργασίας, είναι αι διάφοροι μορφαί υπάρξεως ας ενεδύθη η αξία — κεφάλαιον όταν μετεβλήθη από χρήμα εις παράγοντα της εκτελέσεως της εργασίας.

Κατά το διάστημα της παραγωγής, το μέρος του κεφαλαίου, το μετατρεπόμενον εις μέσον παραγωγής, δηλ. εις πρώτας ύλας, ουδόλως μεταβάλλει το μέγεθος της αξίας του. Διά τούτο το ονομάζομεν σταθερόν μέρος του κεφαλαίου ή συντομώτερον σταθερόν κεφάλαιον.

Το μέρος του κεφαλαίου, το μετατραπέν εις εργατικήν δύναμιν, αλλάσσει τουναντίον αξίαν, κατά το διάστημα της παραγωγής. Αναπαράγει το ίδιον ισοδύναμόν του και επί πλέον πλεόνασμά τι, μίαν υπεραξίαν, ήτις και αύτη δύναται να ποικίλλη και είναι κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη. Το μέρος τούτο του κεφαλαίου μεταβάλλεται αδιακόπως από σταθερόν μέγεθος εις μεταβλητόν τοιούτον. Διά τούτο το ονομάζομεν μέρος μεταβλητόν του κεφαλαίου ή συντομώτερον μεταβλητόν κεφάλαιον. Τα αυτά στοιχεία του κεφαλαίου, τα οποία από απόψεως παραγωγής αξιών χρήσεως, διακρίνονται μεταξύ των ως υποκειμενικοί και αντικειμενικοί παράγοντες, ως μέσα παραγωγής και δύναμις εργασίας, διακρίνονται από της απόψεως του σχηματισμού της αξίας, εις σταθερόν ή μεταβλητόν κεφάλαιον.

Η γνώσις του σταθερού κεφαλαίου κατ' ουδένα λόγον αποκλείει αλλαγήν τινά της αξίας εις τα συστατικά της στοιχεία. Ας υποθέσωμεν ότι η λίτρα του βάμβακος στοιχίζει σήμερον 1/2 φράγκου και αύριον ανέρχεται εις 1 φράγκον. Ο παλαιός βάμβαξ, ο εξακολουθών να μετατρέπεται, ηγοράσθη εις την τιμήν του 1/2 φρ. αλλά νυν προσετέθη εις το προϊόν μία αξία 1 φράγκου. Και εκείνος ο οποίος έχει ήδη κλωσθή και ο οποίος κυκλοφορεί ίσως εις την αγοράν υπό μορφήν νήματος, προσθέτει επίσης εις το προϊόν το διπλάσιον της πρώτης του αξίας. Βλέπομεν εν τούτοις ότι αι αλλαγαί αύται είναι ανεξάρτητοι της αυξήσεως της αξίας την οποίαν επιτυγχάνει ο βάμβαξ διά του νήματος. Εάν ο παλαιός βάμβαξ δεν έχει ήδη αρχίση να κατεργάζεται, δύναται νυν να πωληθή εκ νέου 1 φράγκον αντί 1/2. Όπου υπέστη ολιγωτέρας τροποποιήσεις, τόσον βεβαιότερον είναι το αποτέλεσμα τούτο. Ωσαύτως, όταν επέρχωνται παρόμοιαι επαναστάσεις εν τη αξία, πρόκειται μάλλον περί κερδοσκοπείας επί της πρώτης ύλης, εν τη ολιγώτερον μεταβληθείση υπό της εργασίας μορφή. Και επί του νήματος περισσότερον ή επί της κλωστής, και επί του βάμβακος. Η αλλαγή της αξίας γεννάται εν τη εργασία, η οποία παράγει τον βάμβακα και ουχί εν εκείνη εν τη οποία, ο βάμβαξ λειτουργεί ως μέσον παραγωγής, και κατά συνέπειαν ως σταθερόν κεφάλαιον. Η αξία είνε αληθές, υπολογίζεται υπό του ποσοστού της πραγματοποιηθείσης εργασίας εις εμπόρευμά τι, αλλά το ποσοστόν τούτο είναι κοινωνικώς καθωρισμένον.

Εάν ο κοινωνικός χρόνος εργασίας τον οποίον απαιτεί η παραγωγή ενός είδους υφίσταται διακυμάνσεις, — και το αυτό ποσοστόν του βάμβακος π. χ. αντιπροσωπεύει σημαντικώτερον ποσοστόν εργασίας, όταν η εσοδεία είναι κοινή παρ' όταν είναι ικανοποιητική, — τότε το παλαιόν εμπόρευμα, το οποίον υπολογίζεται μόνον ως δείγμα του είδους του, αισθάνεται αμέσως τον αντίκτυπον, διότι η αξία του υπολογίζεται πάντοτε υπό της κοινωνικώς αναγκαίας εργασίας, όπερ σημαίνει της αναγκαίας εργασίας προς τας σημερινάς συνθήκας της κοινωνίας. Ως η αξία των υλών, η αξία των εργαλείων εργασίας των χρησιμοποιηθέντων ήδη εν τη παραγωγή, μηχαναί, κατασκευαί κτλ. δύναται ν' αλλάξη και ως εκ τούτου και η μερίς της αξίας την οποίαν μεταβιβάζουν εις το προϊόν. Εάν π. χ., κατόπιν μιας νέας εφευρέσεως, μία μηχανή δύναται να αναπαραχθή με ολιγωτέραν δαπάνην εργασίας, η του αυτού είδους παλαιά μηχανή, χάνει κατά το μάλλον ή ήττον εκ της αξίας της και αποδίδει κατά συνέπειαν αναλογικώς μικροτέραν αξίαν εις το προϊόν. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, ως και εν τη προηγουμένη, η αλλαγή της αξίας γεννάται εκτός της ενεργείας της παραγωγής, ένθα η μηχανή λειτουργεί ως όργανον. Εν τη ενεργεία ταύτη ουδέποτε μεταβιβάζει περισσοτέραν αξίαν όσης κέκτηται η ιδία.

Όπως μία αλλαγή εν τη αξία των μέσων της παραγωγής παρά την επ' αυτών εξασκουμένην υπ' αυτών αντίδρασιν, ακόμη και μετά την είσοδόν των εν τη ενεργεία της εργασίας, εις τίποτε δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα των ως σταθερού κεφαλαίου, ούτω μία αλλαγή επενεχθείσα εν αναλογία, μεταξύ του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, εις τίποτε δεν μεταβάλλει την λειτουργικήν διαφοράν των. Ας υποθέσωμεν ότι αι τεχνικαί συνθήκαι της εργασίας μεταβάλλονται κατά τοιούτον τρόπον ώστε εκεί ένθα π. χ. 10 εργάται με 10 όργανα μικράς αξίας κατειργάζοντο μάζαν πρώτης ύλης αναλογικώς μικράν, είς εργάτης εργάζεται σήμερον με μίαν δαπανηράν μηχανήν, μάζαν εκατοντάκις μεγαλυτέραν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το σταθερόν κεφάλαιον, δηλαδή η αξία των χρησιμοποιηθέντων μέσων της παραγωγής, θα ηύξανε σημαντικώς, το δε μετατραπέν μέρος του κεφαλαίου εις δύναμιν εργασίας σημαντικώς θα ηλαττούτο. Η αλλαγή αύτη μεταβάλλει μόνον την σχέσιν μεγέθους μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, ή αναλογίαν συμφώνως τη οποία το ολικόν κεφάλαιον αποσυντίθεται εις σταθερά και μεταβλητά στοιχεία, δεν μεταβάλλει όμως την λειτουργικήν διαφοράν των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IX. ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

Το σταθερόν κεφάλαιον καταναλωθέν εν τη ενεργεία της παραγωγής υπό μορφήν φθοράς των μηχανών, των βοηθητικών υλών και των πρώτων υλών, αναφαινόμενον εις το προϊόν χωρίς να του προσθέτη νέαν αξίαν, δύναται να μην υπολογισθή διά να ευρεθή το ποσοστόν της υπεραξίας. Το μεταβλητόν κεφάλαιον θυσιασθέν διά την αγοράν της εργατικής δυνάμεως, ον τουναντίον ο δημιουργός της υπεραξίας, καθορίζει προφανώς το ποσοστόν της υπεραξίας ταύτης, είναι η σχέσις της υπεραξίας προς το μεταβλητόν κεφάλαιον: ή

υ ___ μ

υ αντιπροσωπεύη την υπεραξίαν και μ το μεταβλητόν κεφάλαιον.

Είδομεν ότι ο εργάτης, κατά το διάστημα μέρους του χρόνου το οποίον απαιτεί μία δοθείσα παραγωγική πράξις, δεν παράγει ή την αξίαν της εργατικής του δυνάμεως, δηλαδή, την αξίαν των αναγκαίων μέσων διατροφής διά την συντήρησίν του. Το περιβάλλον εν τω οποίω παράγει, οργανωμένον διά της αυτομάτου κατανομής της κοινοτικής εργασίας παράγει τα μέσα της συντηρήσεώς του, ουχί αμέσως, αλλ' υπό μορφήν ενός ιδιαιτέρου εμπορεύματος, υπό μορφήν νήματος π. χ. των οποίων η αξία ισούται με την αξίαν των μέσων της παραγωγής του ή του χρήματος διά του οποίου τα αγοράζει. Το μέρος της εργατικής του ημέρας το οποίον χρησιμοποιεί εις τούτο είναι κατά το μάλλον ή ήττον μέγα, αναλόγως της μέσης αξίας της ημερησίας διατροφής του ή του μέσου χρόνου εργασίας του καθ' εκάστην απαιτουμένου διά την παραγωγήν της. Και εάν ακόμη δεν θα ειργάζετο διά τον κεφαλαιούχον, αλλά μόνον δι' εαυτόν, έδει, των συνθηκών παραμενουσών των αυτών, να εργασθή κατά μέσον όρον, νυν ως και πρότερον, το αυτό ποσόν μέρος της ημέρας διά να κερδίση την ζωήν του. Αλλ' όπως και διά το μέρος της ημέρας κατά το οποίον παράγει την ημερησίαν αξίαν της δυνάμεως της εργασίας του, ήτοι 3 φράγκα, δεν παράγει ειμή το ισοδύναμον μιας αξίας ήδη πληρωθείσης υπό του κεφαλαίου, οπόταν ικανοποιεί μίαν αξίαν διά μιας άλλης, ούτω και η παραγωγή αύτη δεν είναι ειμή απλή τις αναπαραγωγή. Ονομάζω όθεν αναγκαίον χρόνον εργασίας, το μέρος της ημέρας, ένθα η αναπαραγωγή αυτών εκπληρούται, και αναγκαίαν εργασίαν την δαπανηθείσαν κατά τον χρόνον τούτον εργασίαν· αναγκαίαν διά τον εργάτην διότι αύτη είναι ανεξάρτητος κοινωνικής μορφής της εργασίας του· αναγκαίαν διά το κεφάλαιον και τον καπιταλιστικόν κόσμον, διότι ο κόσμος ούτος έχει ως βάσιν την ύπαρξιν του εργάτου.

Η περίοδος της δράσεως της υπερβαινούσης τα όρια της αναγκαίας εργασίας, στοιχίζει, είναι αληθές, εργασίαν εις τον εργάτην, δαπάνην δυνάμεως, αλλά ουδεμίαν δι' αυτόν σχηματίζει αξίαν. Σχηματίζει μίαν υπεραξίαν ήτις διά τον κεφαλαιούχον έχει όλα τα θέλγητρα μιας εκ του μηδενός δημιουργίας.

Ονομάζω το μέρος τούτο της ημέρας της εργασίας εξαιρετικόν χρόνον και την εν αυτώ δαπανηθείσαν εργασίαν, υπερεργασίαν. Εάν διά την κατανόησιν της αξίας εν γένει, είναι μεγάλης σπουδαιότητος, να βλέπωμεν εν αυτή απλήν πήξιν του χρόνου της εργασίας, ή της πραγματοποιηθείσης εργασίας, είναι παρομοίας σπουδαιότητος διά την κατανόησιν της υπεραξίας να την εννοήσωμεν ως απλήν πήξιν της εξαιρετικής, ή της πραγματοποιηθείσης υπερεργασίας. Αι διάφοραι οικονομικαί μορφαί τας οποίας ενεδύθη η κοινωνία, η δουλεία, π. χ. και το ημερομίσθιον δεν διακρίνονται ή εκ του τύπου διά του οποίου η υπερεργασία αύτη επεβλήθη και εξεβίασε τον άμεσον παραγωγόν, τον εργάτην.

Εκ του γεγονότος τούτου, ότι η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου ισούται με την αξίαν της δυνάμεως της εργασίας, την οποίαν αγοράζει, ότι η αξία της δυνάμεως ταύτης της εργασίας καθορίζει το αναγκαίον μέρος της εργατικής ημέρας και ότι η υπεραξία και αύτη καθορίζεται υπό του εξαιρετικού μέρους της ιδίας ταύτης ημέρας, έπεται ότι: η υπεραξία είναι προς το μεταβλητόν κεφάλαιον ως η υπερεργασία προς την αναγκαίαν εργασίαν ή το ποσοστόν της υπεραξίας

υυπερεργασία

----=-----------------------

μ αναγκαία εργασία

Αι δυο αναλογίαι παρουσιάζουν την αυτήν σχέσιν υπό διάφορον μορφήν. Μίαν φοράν υπό μορφήν πραγματοποιηθείσης εργασίας, μίαν άλλην υπό μορφήν εργασίας εν κινήσει.

Το ποσοστόν της υπεραξίας είναι όθεν η ακριβής έκφρασις του βαθμού της εκμεταλλεύσεως της δυνάμεως της εργασίας υπό του κεφαλαίου ή του εργάτου υπό του κεφαλαιούχου.

Αύτη είναι λοιπόν εν περιλήψει η χρησιμοποιουμένη μέθοδος διά τον υπολογισμόν του ποσοστού της υπεραξίας. Λαμβάνομεν ολόκληρον την αξίαν του προϊόντος και θέτομεν ίσην προς το μηδέν την αξίαν του σταθερού κεφαλαίου το οποίον δεν κάμνει άλλο τι ή να εμφανίζεται εκ νέου. Το ποσόν της υπολοίπου αξίας είναι η μόνη πραγματική αξία πραγματοποιηθείσα κατά την παραγωγήν του εμπορεύματος. Εάν η υπεραξία είναι γνωστή, δέον να την αφαιρέσωμεν του ποσού τούτου διά να εύρωμεν το μεταβλητόν κεφάλαιον. Το αντίθετον συμβαίνει εάν το τελευταίον τούτο είναι γνωστόν, οπόταν ζητείται η υπεραξία. Εάν αμφότερα είναι γνωστά δεν μένει πλέον η τελική πράξις, ο υπολογισμός του υ / μ της σχέσεως της υπεραξίας προς το μεταβλητόν κεφάλαιον

οσονδήποτε απλώς και εάν είναι η μέθοδος αύτη, καλόν είναι να εξασκηθή ο αναγνώστης διά τινων παραδειγμάτων τα οποία θα του διευκολύνουν την εφαρμογήν.

Ας εισέλθωμεν κατά πρώτον εις νηματουργείον. Τα ακόλουθα δεδομένα ανήκουν εις το έτος 1871 και μοι εδόθησαν υπό του ιδίου εργοστασιάρχου. Το εργοστάσιον θέτει εις κίνησιν 10.000 κλωστήρας κλώθον με αμερικανικόν βάμβακα νήμα αρ. 32 και παράγει εκάστην εβδομάδα μίαν λίτραν νήματος κατά κλωστήρα. Το απόρριμμα του βάμβακος ανέρχεται εις 6%· ούτω λοιπόν καθ' εβδομάδα 10,600 λίτρας βάμβακος μεταβάλλονται υπό της εργασίας εις 10.000 λίτρας νήματος και 600 λίτρας απορριμμάτων.

Τον Απρίλιον του 1871 ο βάμβαξ εστοίχιζε φρ. 806 κατά λίτραν και συνεπώς διά 10.600 λίτρας, το στρογγυλόν ποσόν των 8.550 φρ. Οι 10.000 κλωστήρες συμπεριλαμβανομένης της κλωστικής μηχανής και της ατμομηχανής, στοιχίζουν 25 φρ. εκάστη ήτοι 250.000 φρ. Η φθορά των ανέρχεται εις 10% = 25.000 φρ. ή εκάστην εβδομάδα 500 φρ. Το ενοίκιον των κτιρίων είναι 150 φρ. εβδομαδιαίως, ο άνθραξ (100 φρ. την ώραν και κατά δύναμιν ίππων, επί δυνάμεως 1000 ίππων διδομένη υπό του δείκτου και 60 ώρας καθ' εβδομάδα συμπεριλαμβανομένης και της θερμάνσεως του κτιρίου) ανέρχεται καθ' εβδομάδα τον αριθμόν των 11 τόννων και προς 10 φρ. 60 τον τόννον, στοιχίζει καθ' εβδομάδα 116 φρ. 60, η κατανάλωσις καθ' εβδομάδα διά το αεριόφως ισούται με 25 φρ., διά το έλαιον 112 φρ. 50, δι' όλας τας λοιπάς βοηθητικάς ύλας 250 φρ. Η μερίς της σταθεράς αξίας ανέρχεται κατά συνέπειαν εις 9450 φρ. αφού δεν παίζει ουδένα ρόλον εν τη παραγωγή της εβδομαδιαίας αξίας, την θέτομεν ίσην προς το μηδέν.

Το ημερομίσθιον των εργατών ανέρχεται εις 1.300 φρ. καθ' εβδομάδα, η τιμή του νήματος προς 1 φρ. 275 την λίτρ. είναι διά 10.000 λίτρ. 12.750 φρ. Όθεν η παραγομένη εβδομαδιαίως αξία είναι κατά συνέπειαν 12.750 — 9.450 f. = 3.300 φρ.

Εάν ήδη αφαιρέσωμεν εκ τούτων το μεταβλητό κεφάλαιον (ημερομίσθιον των εργατών) = 1.300 φρ. απομένει μία υπεραξία 2.000 φρ.

Ο τόκος της υπεραξίας είναι λοιπόν:

200

=------=1,5384%

1300

Διά μίαν μέσην ημέραν 10 ωρών κατά συνέπειαν, η αναγκαία εργασία = 3 @ 3/33 και η υπερεργασία = 6 @ 2/33.

Ιδού άλλος υπολογισμός, λίαν ελαττωματικός, είναι αληθές, διότι ελλείπουν πλείστα δεδομένα, αλλ' αρκετός διά τον σκοπόν μας. Δανειζόμεθα τους αριθμούς από το βιβλίον του Jacob επί του νόμου των δημητριακών (1815). Η τιμή του σίτου είναι 80 σελίνια κατά 8 μεδίμνους και η μέση απόδοσις κατά πεντάπλεθρον (5 στρεμ.) είναι 22 μέδιμνοι, εις τρόπον ώστε το πεντάπλεθρον αποφέρει 275 φρ.

Παραγωγή ενός πενταπλέθρου.

ΣΤΑΘΕΡΟΝΚΕΦΑΛΑΙΟΝΥΠΕΡΑΞΙΑ

Σπορά36.25Δεκάτη, φόρος26.20

Λίπος62.50Έγγειος πρόσοδος35.—

ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝΚΕΦΑΛΑΙΟΝΚέρδη του αγρονόμ.

Ημερομίσθια27.55και τόκοι κεφαλ.27.55

88.75186.25

Η υπεραξία, πάντοτε αφού η τιμή του προϊόντος ισούται προς την αξίαν του, ευρίσκεται ενταύθα διανεμημένη εις το κέρδος του τόκου, την δεκάτην κ.τ.λ. Αδιαφορούντες διά ταύτα, τα προσθέτομεν όλα ομού και επιτυγχάνομεν ούτω υπεραξίαν 88 φρ. 75. Όσον διά τα 98 φρ. 75 διά την σποράν και λίπος, τα θέτομεν ίσα προς το μηδέν ως μέρος σταθερόν του κεφαλαίου. Απομένει το μεταβλητόν κεφάλαιον των 87 φρ. 50 εις την θέσιν του οποίου μία νέα αξία 87φρ. 50 + 88φρ. 75 παρήχθη. Ο τόκος της υπεραξίας

υ88.75

----=-----= πλέον των 100 %.

μ87.50

Ο γεωργός χρησιμοποιεί όθεν πλέον του ημίσεως της ημέρας του εργασίας διά την παραγωγήν μιας υπεραξίας την οποίαν πολλά πρόσωπα διανέμονται μεταξύ των υπό διάφορα προσχήματα.

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ

I

Η Πολιτική οικονομία του XVIII αιώνος, δύο είχε γνώμας επί της πηγής της αξίας.

Οι φυσιοκράται έφθανον μέχρι της γης, και διά της γης δέον επίσης να εννοούμεν το ύδωρ, ως πηγήν αρχικήν και μόνον της αξίας: δεν απέδιδον την ονομασίαν της παραγωγικής βιομηχανίας, ειμή μόνον εις την βιομηχανίαν ήτις προμηθεύει νέας ύλας, εις την βιομηχανίαν του γεωργού, του μεταλλουργού και του αλιέως, Η εργασία του τεχνίτου δεν εδημιούργει ή ψευδή προϊόντα έλεγε ο Mercier de la Riviere, διότι η αξία την οποίαν προσέθετεν εις την πρώτην ύλην μετατρέπουσα ταύτην, αντεπροσωπεύετο ακριβώς υπό της αξίας των μέσων της παραγωγής του διαρκούσης της δημιουργίας της παραγωγής: αι ανάγκαι του κατέστρεφον αφ' ενός ό,τι η εργασία του παρήγαγε, και ουδεμία αύξησις πλούτου εγένετο διά την κοινωνίαν.

Ο A. Smith και αργότερον ο Ricardo, εθεώρουν την εργασίαν ως «την πηγήν και το μέτρον της αξίας» εννοείται, εργασία βοηθουμένη υπό της γης και των άλλων φυσικών δυνάμεων, άνευ της συνδρομής των οποίων ουδέν θα εδημιουργείτο.

«Η αξία ενός εμπορεύματος, λέγει ο Α. Smith, ισούται με την ποσότητα της εργασίας, ην το εμπόρευμα τούτο επιτρέπει εις τον κάτοχόν του να αγοράση ή παραγγείλη. Η εργασία είναι όθεν το πραγματικόν μέτρον της ανταλλακτικής αξίας παντός εμπορεύματος». (Πλούτος των Εθνών. Βιβλ I, κεφ. V. Μετάφρ G. Garnier 1882).

«Θεωρώ την εργασίαν, λέγει ο Ricardo, ως την πηγήν πάσης αξίας, και την σχετικήν της ποσότητα ως το μέτρον το κανονίζον σχεδόν απολύτως την σχετικήν αξίαν των εμπορεύματος». (Principes de l' Economie Politique et de l' impôt. Κεφ. I, τμ. II. — Μικρά οικονομ. βιβλιοθ.).

Πριν ή ακόμη δώση τον ακριβή ορισμόν της ο Ricardo απαντά εις εκείνους οι οποίοι θα του αντέτεινον ότι υπάρχουν αντικείμενα των οποίων η αξία εξαρτάται εκ της σπάνεως . . . Ως π. χ. πολύτιμοι πίνακες, αγάλματα, βιβλία και μετάλλια σπάνια, οίνοι εξαισίας ποιότητος, των οποίων η ποσότης είναι λίαν περιωρισμένη . . . Δεν αποτελούν εν τούτοις ή πολύ μικρόν μέρος των εμπορευμάτων τα οποία ανταλλάσσονται καθ' εκάστην εις την αγοράν. Κατά το πλείστον, ο μεγαλύτερος αριθμός των αντικειμένων τα οποία επιθυμεί τις να κατέχη είναι τα προϊόντα της βιομηχανίας, δυνάμεθα δε να τα πολλαπλασιάσωμεν όχι μόνον εις μίαν χώραν, αλλ' εις πλείστας, εις βαθμόν του οποίου είναι σχεδόν αδύνατον να καθορίσωμεν τα όρια, οσάκις θα ηθέλομεν να θυσιάσωμεν την αναγκαίαν βιομηχανίαν διά την δημιουργίαν των. (Ιδίου κεφ. I, τμήμα I.).

«Αφ' ού είναι βέβαιον λέγει ο Destutt de Tracy, ότι αι φυσικαί μας και ηθικαί δυνάμεις, είναι ο μόνος αρχικός μας πλούτος, και ότι η χρησιμοποίησις των δυνάμεών μας, οιαδήποτε εργασία, είναι ο μόνος αρχικός θησαυρός και ότι διά της χρησιμοποιήσεως τούτων γεννώνται πάντα τα οποία ονομάζομεν αγαθά . . . Είναι βέβαιον ότι πάντα τα αγαθά ταύτα δεν αντιπροσωπεύουν ει μη την εργασίαν, ήτις τα εγέννησε, και ότι εάν έχουν αξίαν τινα, ή ακόμη δύο κεχωρισμένας, δεν δύνανται να επιτύχουν τας αξίας των ει μη εκ της αξίας της εργασίας εξ ης προέρχονται». (Elements d' Ideologie. Παρισ. 1826 σ. 35 — 36).

«Όπως το εμπόριον γενικώς, λέγει ο Benjamin Fraklin, δεν είναι άλλο τι ή ανταλλαγή εργασίας, ούτω διά της εργασίας εκτιμάται ακριβέστερον η αξία παντός πράγματος». (The works of B. Frankin, edited by Sparks. Boston 1836. Τόμ. VI. σ. 267).

«Άνθρωπός τις ησχολήθη επί μίαν εβδομάδα διά να παραγάγη αντικείμενον τι αναγκαίον εις την ζωήν, και εκείνος ο οποίος του δίδει άλλο τι εις αντάλλαγμα, δεν δύναται καλλίτερα να εκτιμήση ότι είναι το ισοδύναμον εκείνου, ειμή υπολογίζων ότι του εστοίχισεν ακριβώς τον αυτόν χρόνον εργασίας. Πράγματι είναι ανταλλαγή της εργασίας ενός ανθρώπου επί αντικειμένου τινός, επί τι χρονικόν διάστημα, έναντι της εργασίας άλλου ανθρώπου επί άλλου αντικειμένου επί το αυτό χρονικόν διάστημα». (Anonym Some thoughts on the interest of money in general and particularly in the public funds, London 1739).

Ο J. B. Say δεν έχει γνώμην αλλά πλούτον γνωμών επί της αξίας:

Της καθώρισεν, ως ο Α. Smith, διά της αγοραστικής της δυνάμεως.

«Η αξία είναι η ποσότης κάθε αντικειμένου το οποίον δυνάμεθα να επιτύχωμεν εις αντάλλαγμα του αντικειμένου αφ' ου θέλομεν ν' απαλλαγώμεν». (Traite d' Econ. Pol. Ed. Rapilly 1826 τόμ. II. Βιβλ II, κεφ. IV. σ. 220).

«Αι δυο βάσεις της αξίας είναι: 1ον η χρησιμότης, ήτις καθορίζει την ζήτησίν της. 2ον Τα έξοδα της παραγωγής της, τα οποία περιορίζουν την ένστασιν της ζητήσεως ταύτης· διότι παύει τις να ζητεί ό,τι στοιχίζει πολλά έξοδα παραγωγής». (Ιδίου Τόμ. III. Epitome σ. 308).

«Δεν είναι μόνον τα έξοδα της παραγωγής, εκείνα άτινα κανονίζουν την ανταλλακτικήν αξίαν ενός εμπορεύματος . . . διότι η ανταλλακτική αξία δεν δύναται να ανέλθη όπως και τα έξοδα της παραγωγής, διότι τότε έδει η σχέσις της προσφοράς και της ζητήσεως να είναι η ιδία. Έδει και η ζήτησις να αυξηθή ωσαύτως», Oeuvres complets de D. Ricardo 1847. Σημειώσεις του Say 6, 8 και 9.

Ο Say λέγει ότι ο Smith διέπραξε διπλούν σφάλμα καθορίζων την εργασίαν ως το μέτρον της αξίας· διότι όλα τα αγαθά του κόσμου δεν ηγοράσθησαν υπό της εργασίας του ανθρώπου. Η φύσις έχει μέρος είς τινας παραγωγάς· και η εργασία του δίδει προσθετήν αξίαν εις την αξίαν του ανθρώπου. Τούτο είναι προφανές εν τη γεωργική βιομηχανία, της οποίας τα προϊόντα πληρώνομεν εκτός του ημερομισθίου της βιομηχανίας του ανθρώπου και των κερδών του κεφαλαίου (το οποίον δύναται τέλος να αντιπροσωπεύη συσσωρευμένην εργασίαν), μίαν έγγειον πρόσοδον».

(A. Smith Richesses des Nations Edit. Blanqui. Σημ. Τόμ. I. σ. 37). Ο Say τίθεται αντιμέτωπος της θεωρίας των φυσιοκρατών επί της αξίας και παραδέχεται την γην ως την πηγήν αξίας.

Δυνάμεθα να αρυσθώμεν εκ της Πολιτικής οικονομίας του Say μίαν άλλην γνώμην κατά την οποίαν η εργασία την οποίαν ονομάζει βιομηχανίαν του ανθρώπου, είναι η μόνη δημιουργός της αξίας.

Ο Say αντιλέγων εις τον Smith προσθέτει: «Η μερίς της χρησιμότητος την οποίαν η φύσις μετεβίβασεν εις την αξίαν άνευ της επεμβάσεως του ανθρώπου ή των εργαλείων του, δεν αποτελεί μέρος του προϊόντος. Είναι φυσικός πλούτος όστις δεν εστοίχισε έξοδα παραγωγής». (Ίδ. τόμ. III. Epitome σ. 111).

Ο Say διακρίνει τους φυσικούς αγωγούς «οικειοποιήσεως, ως αγρός, ρύαξ», και εκείνους οίτινες μη δυνάμενοι να αποκτηθούν παραμένουν κοιναί ιδιοκτησίαι, ως «η θάλασσα, οι ποταμοί, ο άνεμος, η φυσική ή χημική ενέργεια των υλών των μεν επί των δε κτλ» (Ίδ. τόμ. I κεφ. IV σ. 41 — 42).

«Η μηχανή υποχρεοί τας φυσικάς δυνάμεις, τας διαφόρους ιδιότητας των φυσικών αγωγών, να εργασθούν διά την χρησιμότητα του ανθρώπου: το κέρδος είναι προφανές. Πάντοτε υπάρχει αύξησις προϊόντος ή ελάττωσις εξόδων παραγωγής». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII. σ. 68 — 69).

«Δύναται τις, γενικεύων περισσότερον, να θεωρήση, εάν θέλη, την γην ως μεγάλην τινά μηχανήν διά μέσου της οποίας κατασκευάζομεν σίτον, μηχανήν την οποίαν θέτομεν εις κίνησιν, καλλιεργούντες αυτήν». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII σ. 65).

Εφ' όσον μία μηχανή, όπως η γη, παραμένει το μονοπώλιον ενός ατόμου, η παραχθείσα οικονομία αποβαίνει υπέρ του οικειοποιήσαντος ταύτην. «Πράγματι, όταν είς καταστηματάρχης, τη βοηθεία ιδικής του μεθόδου, κατορθώνει να κατασκευάζη προς 15 φράγκα το προϊόν το οποίον πρότερον του εστοίχιζεν 20, κερδίζει 5 φράγκα εφ' όσον η μέθοδός του παραμένει μυστική, αυτός δε μόνος επωφελείται της δωρεάν εργασίας της φύσεως. Όταν όμως η μέθοδος καταστή γνωστή και ο συναγωνισμός υποχρεώνει τον παραγωγόν να χαμηλώση την τιμήν του προϊόντος του από 20 εις 15 φράγκα, τότε οι κερδίζοντες τα 5 φράγκα είναι οι καταναλωταί». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. IV. σ. 36 — 37).

Κατά συνέπειαν, τα έξοδα της παραγωγής ενός εμπορεύματος, αντιπροσωπεύονται υπό της εργασίας του ανθρώπου, της φθοράς των μηχανών και των εργαλείων τα οποία προσθέτομεν εις τους βραχίονάς μας διά να αυξήσωμεν την δύναμίν των, διά να επιτύχωμεν την συνδρομήν των φυσικών παραγόντων». (Ίδε βιβλ. I, κεφ. VII. σ. 65).

Εάν λοιπόν η γη, η οποία είναι μηχανή κατασκευής σίτου, δεν ήτο οικειοποιημένη, δεν θα προσέθετεν εις το προϊόν την έγγειον πρόσοδον, αλλά την απλήν φθοράν της, δηλαδή την τιμήν των αναγκαίων λιπασμάτων και της εργασίας διά την αύξησιν της παραγωγικότητός της.

Οπωσδήποτε και εάν εξετασθή το ζήτημα, υποχρεούμεθα να επιστρέψωμεν εις την παρατήρησιν του A. Smith και του Ricardo ότι η εργασία είναι η «πηγή και το μέτρον πάσης αξίας».

II

Αν και ο Μαρξ πασιφανώς απέδειζεν ότι η υπερεργασία, η μη πληρωνομένη του διανοουμένου και χειρώνακτος παραγωγού, αποτελεί την υπεραξίαν ή τα κέρδη του κεφαλαίου, εν τούτοις οι οικονομολόγοι είχον ήδη αορίστως υποδείξει το γεγονός.

Ο Ricardo λέγει: «Ολόκληρος η αξία των ειδών του εργάτου και του εργοστασιάρχου χωρίζεται εις δύο μόνον μερίδας, εκ των οποίων η μεν αποτελεί τα κέρδη του κεφαλαίου, η δε αφιερούται εις το ημερομίσθιον των εργατών . . . Εάν εργοστασιάρχης τις έδιδε πάντοτε τα εμπορεύματά του αντί του ιδίου ποσού χρημάτων, διά 1000 αγγλικάς λίρας π. χ., τα κέρδη θα εξηρτώντο εκ της τιμής της αναγκαίας εργασίας διά την κατασκευήν των. Θα ήσαν μικρότερα με ημερομίσθια 800 λιρών ή με άλλα 600. Εφ' όσον λοιπόν τα ημερομίσθια θα ηύξανον, τα κέρδη θα ηλαττούντο». (Ricardo, Principe d' Ec. Politiq. Κ. VI. Μικρά Οικονομ. Berl. σ. 175 — 176).

Ο Smith λέγει: «Εις την πρωτόγονον ταύτην κατάστασιν, ήτις προηγείται της απαλλοτριώσεως των γαιών και της συσσωρεύσεως των κεφαλαίων, ολόκληρον το προϊόν της εργασίας ανήκει εις τον εργάτην. Δεν υπάρχει ούτε ιδιοκτήτης, ούτε κύριος με τον οποίον υποχρεούται να το μοιρασθή.

«Εάν η κατάστασις αύτη εξηκολούθει, το ημερομίσθιον ή η φυσική αμοιβή της εργασίας θα ηύξανεν, εφ' όσον αι παραγωγικαί του δυνάμεις θα απέκτων πάσας τας βελτιώσεις, ας επιτρέπει καταμερισμός των έργων». (Πλούτος των Εθνών μετάφρ. G. Garnier Β. I. Κεφ. VIII).

«Η αξία, την οποίαν οι εργάται προσθέτουν εις την ύλην χωρίζεται εις δύο μέρη, εξ ων το έν πληρώνει τα ημερομίσθια του εργάτου και το άλλο τα κέρδη τα οποία πραγματοποιεί ο εργολάβος επί του ποσού των χρημάτων τα οποία του εχρησίμευσαν διά να χορηγήση τα ημερομίσθια ταύτα και την προς κατεργασίαν ύλην». (Smith ίδ. β. I κεφ. VI).

«Ο κύριος λαμβάνει μέρος εις το προϊόν της εργασίας των εργατών ή εις την αξίαν εις την οποίαν η εργασία αύτη προσετέθη, εις ην προσηρμόσθη, και το μέρος τούτο είναι εκείνο το οποίον αποτελεί το κέρδος του». (Smith ίδ. κεφ. VIII).

Ο J. Β. Say καθορίζει τον εργάτην «ως εκείνον, όστις ενοικιάζει την βιομηχανικήν ικανότητά του, ή όστις πωλεί την εργασίαν του και όστις κατά συνέπειαν εγκαταλείπει τα βιομηχανικά του κέρδη δι' ημερομίσθιον τι». (Traite d' Ec. Pol. τόμ. III. Epitom. σ. 306).

«Οι οικονομολόγοι του XVIII αιώνος, λέγει ο Say, διετείνοντο ότι η εργασία δεν παράγει ουδεμίαν αξίαν χωρίς να καταναλώση ισοδύναμον τινα αξίαν και ότι κατά συνέπειαν, ουδένα αφίνει πλεόνασμα, ουδέν καθαρόν κέρδος και ότι μόνη η γη, χορηγούσα δωρεάν μίαν αξίαν, δύναται μόνη να δώση καθαρόν κέρδος . . . Όθεν τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι αι παραχθείσαι αξίαι οφείλονται εις την δράσιν και την συνδρομήν της βιομηχανίας, των κεφαλαίων και των φυσικών αγωγών . . . και ότι ουδεμία άλλη των τριών τούτων πηγών παράγει αξίαν τινα, νέον πλούτον». (Ίδ. βιβλ I, κεφ. IV σ. 40 και 41).

Ας εξετάσωμεν κατά τον ίδιον Say το εκτελεστικόν μέρος εκάστης των τριών τούτων πηγών εν τη δημιουργία του καθαρού κέρδους ή της υπεραξίας.

1ον Φυσικοί παράγοντες: «Θα αντιτείνουν ίσως ότι οι μη οικειοποιημένοι φυσικοί παράγοντες, ως η πίεσις της ατμοσφαίρας εις τας ατμομηχανάς, δεν είναι παραγωγικαί αξιών. Της συνδρομής των ούσης δωρεάς, λέγουν, ουδεμία αύξησις γίνεται εν τη ανταλλακτική αξία των προϊόντων, του μόνου μέτρου πλούτου. Αλλά θα ίδουν ολίγον περαιτέρω ότι πάσα παραγομένη χρησιμότης ήτις δεν πληρώνεται εις τον καταναλωτήν, ισούται με δώρον γινόμενον προς αυτόν, με αύξησιν της προσόδου του». (Say ίδ. τ. I. β. I. Κεφ. IV. σ. 43).

2ον Κεφάλαια. Πάσα μηχανή εν η «εχρησιμοποίησαν μίαν κεφαλαιώδη αξίαν» δεν παράγει κέρδη διά τον ιδιοκτήτην της, ή εφ' όσον παραμένει μυστική· αλλά είνε αδύνατον το μυστικόν να διατηρηθή επί μακρόν. Το παν μανθάνεται, κυρίως δε ό,τι το προσωπικόν συμφέρει ευθύς ν' ανακαλυφθή . . . Έκτοτε, ο συναγωνισμός υποβιβάζει την αξίαν του προϊόντος όλης της οικονομίας της γενομένης επί των εξόδων της παραγωγής· τότε ακριβώς έρχεται το κέρδος του καταναλωτού», (Say ίδ. τ. Ι, β. I. κ. VII σ. 72). Ούτω η μηχανή αναπαραγάγη την κεφαλαιώδη αξίαν της» αλλά δεν δημιουργεί υπεραξίαν. Ώστε διά να παραγάγη τα ημερομίσθια και τα κέρδη του κεφαλαιούχου δεν απομένει παρά η βιομηχανία, η χαρακτηρισθείσα υπό του Say ως «αι φυσικαί και ηθικαί δυνάμεις του ανθρώπου αι προσαρμοσθείσαι εις την παραγωγήν».

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings