← Table of contents
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1

Front matter

Alexandros Rizos Rankaves translation

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics are included in _. Footnotes have been converted to endnotes and their numbers are included in ().//Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε ().

Εξώφυλλο
Εξώφυλλο

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ

ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΥΠΟ

Α.Ρ. ΡΑΓΚΑΒΗ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ. ΘΗΣΕΥΣ. — ΡΩΜΥΛΟΣ. — ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ. — ΝΟΥΜΑΣ.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, ΤΥΠΟΙΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΡΟΜΗΛΑ. 1864

ΓΕΩΡΓΙΩ ΜΠΗΚΑ ΗΠΕΙΡΩΤΗ ΦΙΛΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΦΙΛΟΤΙΜΙΑΣ ΕΝΕΚΑ Η ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η μετάφρασις των Παραλλήλων Βίων του Πλουτάρχου δεν είν' εδική μου επίνοια, αλλά μοι υπεβλήθη υπό της πεφωτισμένης φιλογενείας του Κ. Γ. Μπήκα εξ Ηπείρου, όστις και την έκδοσιν αυτών μοι διηυκόλυνεν. Η λαμπρά αύτη της εθνικής ημών δόξης πινακοθήκη, ήτις επ' αιώνας ψυχαγωγεί και διδάσκει πάντα τα εξηυγενισμένα έθνη, διά μεταφράσεων προσιτή αυτοίς γινομένη, δι' ημάς, οίτινες πρώτοι δικαιούμεθα και ενδιαφερόμεθα εις την απ' αυτής απόλαυσιν, μένει σχεδόν κεκλεισμένη, διότι, πλην των εξ επαγγέλματος λογίων, ολίγοι δύνανται, ή καν επιχειρούσι ν' αναγινώσκωσι προχείρως εν πρωτοτύπω τον Πλούταρχον.

Εν Κωνσταντινουπόλει προ της επαναστάσεως εταιρία Φαναριωτών, εν οίς ην και ο ελληνομαθής, διδάσκαλος τότε και Καμινάρης Κ. Γεώργιος Αινιάν, τον φωτισμόν και την εις τα γενναία παρόρμησιν του έθνους επιδιώκουσα, επεχείρησε των Παραλλήλων Βίων την μετάφρασιν, και έφερεν, ως επληροφορήθημεν, το έργον εις πέρας· αλλ' επί της εκρήξεως του εθνικού αγώνος εσφάγησαν τα πλείστα μέλη αυτής, μετά της μεγάλης απαρχής και αυτοί ην τότε η Κωνσταντινούπολις προσέφερεν εις τον βωμόν της ανεξαρτησίας· και τα χειρόγραφα κατεστράφησαν. Εν Ναυπλίω επανέλαβε την επιχείρησιν ο εκ Κωνσταντινουπόλεως φιλόκαλος και πεπαιδευμένος Κ. Ιωάννης Νικολάου. Αλλ' ο θάνατος διέκοψε και αυτόν αφ' ού εξέδωκεν εις δύο τόμους το κείμενον μετά της μεταφράσεως και σημειώσεων, των πρώτων βίων μέχρι του Καμίλλου.

Μετά ταύτας τας αποπείρας επανέλαβον απ' αρχής την μετάφρασιν, προτιθέμενος, αν δεν επέλθη το αυτό κώλυμα, να περιλάβω πάντας τους βίους εις τόμους δέκα, οίς προστίθειμι σημειώσεις όσαι μοι φαίνονται αναπόφευκτοι, και πίνακα ονομαστικόν εις το τέλος παντός του έργου, διά τους θέλοντας να μεταχειρισθώσι την μετάφρασιν ταύτην και δι' ιστορικήν του Πλουτάρχου μελέτην.

Ο Πλούταρχος εγεννήθη εις την Βοιωτικήν πόλιν ήτις επί Ομήρου εκαλείτο Άρνη, μετά ταύτα δ' ωνομάσθη Χαιρώνεια, και επί Τούρκων, εις άσημον χωρίον περισταλείσα, ελέγετο Κάπραινα, επαναλαβούσα μετά της Ελλάδος την ελευθέρωσιν το όνομα ό εδόξασεν ο ημέτερος συγγραφεύς.

Ήκμαζε δ' ο Πλούταρχος επί της πρώτης εκατονταετηρίδος μετά Χριστόν, κατά τους χρόνους του Νέρωνος και μέχρι του Τραϊανού, εξ επισήμου καταγόμενος και πλουσίας οικογενείας, περί ής διάφορα ο ίδιος εν τοις συγγράμμασί του απομνημονεύει. Ο προπάππος αυτού Νίκαρχος έζη επ' Αυγούστου και της εν Ακτίω μάχης· ο πάππος του Λαμπρίας επαινείται υπό του συγγραφέως διά της διαθέσεως αυτού την ευθυμίαν και την φαιδρότητα, και ο πατήρ του, ού αγνοούμεν το όνομα, διά την φρόνησιν και την ευφυίαν του. Είχε δε δύο αδελφούς ο Πλούταρχος, τον Λαμπρίαν και τον Τίμωνα, και ηγάπα αμφοτέρους περιπαθώς, τον δεύτερον μάλιστα, και ομιλεί περί αυτών ως λίαν πεπαιδευμένων. Και αδελφήν δε είχεν, ής ο υιός ήτον ο φιλόσοφος Σέξτος ο Χαιρωνεύς, ο αυτός, ως φαίνεται, όστις εδίδαξε τα Ελληνικά γράμματα εις τον Αντωνίνον. Προπαιδευθείς δ' εν Χαιρωνεία, μετέβη ο Πλούταρχος έπειτα εις το τότε κέντρον των φώτων, εις τας Αθήνας, όπου επολιτογραφήθη, εις την Λεοντίδα φυλήν εγγραφείς, και εμυήθη εις τας διαφόρους της φιλοσοφίας σχολάς, εξ εκάστης ό,τι λογικώτατον και ό,τι υψηλότατον απανθίσας. Ιδίως όμως εγένετο ενθουσιώδης οπαδός των δογμάτων του Πλάτωνος, όν και θείον πολλάκις αποκαλεί· αντίπαλος δ' εκηρύχθη, και πολλάκις μέχρις αδικίας κατήγορος, των Στωικών και των Επικουρίων. Επεδόθη δε και εις την σπουδήν των του Πυθαγόρου δογμάτων, και ου μόνον την περί μετεμψυχώσεως δοξασίαν αυτού παρεδέχθη, αλλά και εις τας μυστηριωδεστέρας θεωρίας αυτού ηρέσκετο.

Μεταξύ δε των διδασκάλων του μετά πολλών επαίνων αναφέρει ο ίδιος τον εξ Αλεξανδρείας επίσημον τότε φιλόσοφον Αμμώνιον, ού έγραψε και τον βίον, δυστυχώς μη διατηρηθέντα. Φαίνεται δ' ότι εσπούδασε παρ' αυτώ, ότε μετέβη εις Αλεξάνδρειαν όπως επισκεφθή και το δεύτερον εκείνο μέγα κέντρον του τότε πολιτισμού, και γνωρίση αυτήν την κοιτίδα της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, ήτις ανέπλασε τον κόσμον των ιδεών.

Επί της πρώτης αυτού νεότητος εστάλη μεθ' ετέρου πολίτου πρέσβυς υπό των Χαιρωνέων προς τον ανθύπατον· αλλά μόνος εξετέλεσε την αποστολήν, του συμπρέσβεως μείναντος καθ' οδόν· όταν δ' επέστρεψε, πεισθείς εις την συνετήν συμβουλήν του πατρός του, έδωκε λόγον των πεπραγμένων ουχί μόνον εν ιδίω αυτού ονόματι, αλλ' εν ονόματι της πρεσβείας πάσης ομού. Και πολλάς δ' άλλας ανέλαβε δημοσίους επιμελείας εν Χαιρωνία, τινάς εξ αυτών ταπεινάς φαινομένας. Αλλ' ο ευγενής πατριωτισμός του ουδεμίαν έκρινεν εαυτού κατωτέραν, ήτις ήτον εις την πατρίδα του χρήσιμος. Ωνομάσθη δε και επώνυμος άρχων, και τα συγγράμματα αυτού, μάλιστα δ' η πραγματεία η επιγραφομένη Πολιτικά παραγγέλματα, περιέχουσι την απόδειξιν ότι ουδέποτε άρχων περισσότερον ετίμησεν ή ωφέλησε την πόλιν υφ' ής εξελέγη. Μία των πρωτίστων αρετών του, διαλάμπουσα εις πάντα του τα συγγράμματα, ήτον και η βαθεία και ειλικρινής αυτού ευλάβεια. Ταύτη επόμενος, αφιερώθη και εις των Θεών την λατρείαν, και εγένετο ιερεύς του Απόλλωνος, την αξίαν ταύτην μέχρι τέλους της ζωής του διατηρήσας. Ένεκα δ' αυτής προέδρευε και εις την εορτήν των Πυθίων, ήτις ετελείτο πενταετηρικώς, κατά το τρίτον έτος πάσης Ολυμπιάδος.

Επεδήμησε δε και εις την Ρώμην, και μακρόν εν αυτή διέτριψε χρόνον, κατά βάθος αυτής την ιστορίαν και τα ήθη σπουδάσας, χωρίς όμως να οικειωθή εντελώς και προς την γλώσσαν αυτής, ως ο ίδιος περί εαυτού μαρτυρεί. Μεταγενέστεροι συγγραφείς λέγουσιν ότι ο Τραϊανός τον κατέστησεν Ύπατον, διατάξας της Ιλλυρίας τους άρχοντας ουδέν να πράττωτιν άνευ της γνώμης αυτού· αλλ' ο ίδιος ουδέν διηγείται περί τούτου, ως και περί του ότι, ως άλλοι διισχυρίζονται, εχρημάτισε διδάσκαλος του Αδριανού. Μεγάλης δε και γενικής απελάμβανεν εν Ρώμη τιμής, και εδίδασκε δημοσία, ως φαίνεται, μετά βαθυτάτου ακουόμενος σεβασμού. Εν ώ ποτε ωμίλει ενώπιον ακροατηρίου, εις ένα των παρεστώτων, πολίτην επίσημον, τον Αρουλίνον Ρούστικον, εκομίσθη επιστολή του Αυτοκράτορος κατεπείγουσα· αλλ' ο Ρούστικος δεν ηθέλησε να την ανοίξη μέχρις ού η ακρόασις ετελείωσεν. Εκ των εν Ρώμη φίλων του ην και ο τετράκις υπατεύσας Σώσιος Σενεκίων, εις όν αφιεροί του Θησέως τον βίον.

Εν Χαιρωνεία ενυμφεύθη την Τιμοξένην, θυγατέρα του Αριστίωνος, γυναίκα εξόχων αρετών, πάσης τιμής παρ' αυτού πάντοτε απολαβούσαν, και μεγάλως συντελέσασαν εις της ζωής του την ευτυχίαν. Υιούς δ' εξ αυτής είχε τέσσαρας, τον Αυτόβουλον, τον Χάρωνα, αποθανόντα εν βρεφική ηλικία, τον ομώνυμον αυτώ Πλούταρχον, και τον κατά τον πάππον αυτού ονομασθέντα Λαμπρίαν, όστις έγραψε και τον σωζόμενον πλήρη κατάλογον των συγγραμμάτων αυτού. Μετ' αυτούς δ' απέκτησε και θυγατέρα, προ πολλού ποθουμένην υπ' αυτού τε και της γυναικός του, και ωνόμασεν αυτήν Τιμοξένην κατά την μητέρα της. Αλλ' άωρος θάνατος την ανήρπασε διετή μόλις, και σώζεται επιστολή ήν ο Πλούταρχος έγραψε κατά την περίστασιν ταύτην προς την γυναίκα του, πλήρης περιπαθών εκφράσεων, αποπνέουσα την αγάπην ήν αμφότεροι ησθάναντο προς το χαριέστατον βρέφος, αλλά και παραμυθίας περιέχουσα χριστιανού φιλοσόφου αξίας. Εις των υιών του την ανατροφήν ησχολήθη βεβαίως ο ίδιος, διότι έν των σωζομένων συγγραμμάτων αυτού πραγματεύεται περί παίδων αγωγής, και είναι έργον άριστον, εν ώ ομιλεί φιλόστοργος καρδία, και φρόνησις πρακτική και πεπειραμένη.

Ο δε χαρακτήρ αυτού περιείχε συγχρόνως την πραότητα την προσήκουσαν εις σοφόν, αλλά και την ευστάθειαν την εις άνδρα πρέπουσαν. Εύπορος ων, είχε δούλους πολλούς, και προσεφέρετο προς αυτούς φιλανθρώπως. Ως δε γράφει ο ίδιος, ου μόνον αυτοί, αλλ' ουδέ τα ζώα τα εγγηράσαντα εις τον οίκον του επέτρεπε ν' αποβληθώσιν αυτού. Η γυνή όμως και οι φίλοι του επέμενον παρ' αυτώ ότι διαφθείρει τους δούλους του διά της υπερβολικής του επιεικείας· και ο φίλος του Ταύρος ο φιλόσοφος, διηγήθη εις τον συγγραφέα των Αττικών νυκτών, τον επί Μάρκου Αυρηλίου ζήσαντα Αυλου-Γέλλον, ότι ενδούς εις ταύτας τας προτροπάς, ετιμώρει ποτέ ένα των δούλων του, όστις, αφ' ού εξήντλησε τας παρακλήσεις, ήρχισε να τον επιπλήττη, ότι δεν είναι φιλοσόφου άξιον να οργίζηται κατά των δούλων του και να τους μαστίζη. Αλλ' ο Πλούταρχος απήντησεν ότι ούτε η μορφή ούτε η φωνή του εμφαίνει οργήν, και διέταξε τον τιμωρόν, εν ώ συνεζήτουν, να εξακολουθή την μαστίγωσιν. Η ψυχρά όμως αύτη σκληρότης δεν συνήδε προς τον χαρακτήρα του, και επανήλθε ταχέως εις τον αρχαίον του τρόπον, λέγων ότι προτιμά να διαφθείρωνται οι δούλοι του διά της ατιμωρησίας, παρά να διαφθείρηται αυτός διά της σκληρότητος· άλλως τε δ' ότι η πραότης διορθοί πολύ μάλλον της υπερβολικής αυστηρότητος.

Σπανία ήτον η πολυμάθεια του Πλουτάρχου, και απέραντος αυτού η ανάγνωσις, εις βαθείαν και φιλόσοφον ταμιευθείσα διάνοιαν. Τα συγγράμματα αυτού, πολυμαθέστατα όντα, εισί και κατά τούτο πολύτιμα, ότι εν αυτοίς πάμπολλα παραθέτει χωρία ή αναφέρει ονόματα συγγραφέων απολεσθέντων, και ών πολλούς εκ ταύτης μόνης γνωρίζομεν της πηγής. Μεταξύ δε των συγγραμμάτων του την πρώτην κατέχουσι θέσιν οι Παράλληλοι Βίοι. Εις τας επαγωγούς ταύτας μονογραφίας, ανεκδοτικώς και μετά δραματικής ζωηρότητος πάσαν εκθέτων την ιστορίαν των δύο της αρχαιότητος μεγάλων εθνών, σκοπόν πρώτιστον φαίνεται προτιθέμενος να καταστήση δι' επισήμων παραδειγμάτων αγαπητήν την αρετήν, και να εμπνεύση ζήλον μιμήσεως προς αυτήν. Δεν αποκλείει όμως εκ των μεγαλογραφιών του τούτων και την εξιστόρησιν των κακιών και των ελαττωμάτων· διότι ταύτα, ως σκιαί εν εικόνι, αναδεικνύουσιν έτι λαμπροτέραν την αρετήν. Εν γένει δε φιλαλήθης κι αμερόληπτος, είτε καθ' εαυτούς τους ήρωας αυτού εικονίζων, είτε αντιπαραθέτων αυτούς προς αλλήλους, προσμετρά τας πράξεις και την αξίαν εκάστου προς την στάθμην της καθόλου (1) αρετής και της δικαιοσύνης.

Προ του Πλουτάρχου έγραψε βίους ανδρών και ο Κορνήλιος Νέπως, και ίσως αυτού το έργον να ενέπνευσε την πρώτην ιδέαν εις τον ημέτερον συγγραφέα. Αλλ' αι επίτομοι και ξηραί σημειώσεις του Νέπωτος ουδέ μακρόθεν δύνανται να παραβληθώσι προς του Χαιρωνέως την αθάνατον μεγαλογραφίαν.

Πάντες του Πλουτάρχου οι Βίοι δεν περιήλθον μέχρις ημών, και οι απολεσθέντες δεν ήσαν εκ των ήττον περιέργων, ως ο του Αριστομένους, του ιπποτικού εκείνου βασιλέως των παναρχαίων χρόνων, ο του Επαμεινώνδου, ενός των μεγίστων χαρακτήρων της αρχαιότητος. Πιθανολογείται δ' ότι έγραψε και βίους του Αριστοφάνους και του Μενάνδρου, διότι εν τοις Ηθικοίς αυτού συγκαταριθμείται και σύγκρισίς τις των δύο Αθηναίων κωμωδοποιών, εις τον Πλούταρχον αποδιδομένη.

Οι Βίοι, ως εκ διαφόρων χωρίων αυτών προδήλως εξάγεται, δεν εγράφησαν κατά την σειράν καθ' ήν συνήθως εκδίδονται, αλλά κατετάχθησαν ούτως υπό των αντιγραφέων και εκδοτών, εις την χρονολογίαν αποβλεψάντων των εκτιθεμένων συμβάντων. Ο δε Πλούταρχος έγραψεν αυτούς καθ' ετέραν αλληλουχίαν, ή, πιθανώτερον, άνευ τάξεως και ασυναρτήτως.

Πλην δε των Βίων έγραψε και παμπόλλους άλλας πραγματείας ο Πλούταρχος περί παντοίας ύλης, και ιδίως περί ηθικής, φιλοσοφίας, ιστορίας, πολιτικής και φιλολογίας, περιλαμβανομένας υπό τον κοινόν τίτλον Ηθικά. Η άπειρος σοφία ήν εν αυτοίς αναπτύσσει ο συγγραφεύς, αι βαθείαι του κρίσεις και αι υψηλαί θεωρίαι, αίτινες πολλάκις φαίνονται απορρέουσαι εκ φρενός πεφωτισμένης υπό των αληθειών του Χριστιανισμού, και αι παντοίαι εγκατεσπαρμέναι ειδήσεις περί αρχαιότητος, άς εξ αυτών και μόνων αρυόμεθα, καθιστώσι τας πραγματείας ταύτας έν των αξιολογωτάτων προϊόντων της αρχαίας φιλολογίας. Ιδού ο πλήρης πίναξ αυτών, καθ' ήν τάξιν έχουσι συνήθως εν ταις εκδόσεσι.

1 Περί παίδων αγωγής. 2 Πώς δει τον νέον ποιημάτων ακούειν. 3 Περί του ακούειν των φιλοσόφων. 4 Πώς αν τις διακρίνειε κόλακα φίλου. 5 Πώς αν τις αίσθοιτο εαυτού προκύπτοντος επ' αρετή. 6 Πώς αν τις υπ' εχθρών ωφελοίτο. 7 Περί πολυφιλίας. 8 Περί τύχης. 9 Περί αρετής και κακίας. 10 Παραμυθητικός προς Απολλώνιον. 11 Υγιεινά παραγγέλματα. 12 Γαμικά παραγγέλματα. 13 Επτά σοφών συμπόσιον. 14 Περί δεισιδαιμονίας. 13 Αποφθέγματα βασιλέων και στρατηγών. 16 Αποφθέγματα Λακωνικά. 17 Τα παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα. 18 Λακαινών αποφθέγματα. 19 Γυναικών αρεταί. 20 Κεφαλαίων καταγραφή. Ρωμαϊκά. 21 Κεφαλαίων καταγραφή. Ελληνικά. 22 Περί Παραλλήλων Ελλήνων και Ρωμαίων. (Κρίνεται μη ον του Πλουτάρχου). 23 Περί της Ρωμαίων τύχης. 24 Περί της Αλεξάνδρου τύχης και αρετής. Λόγος Α'. 25 Περί της Αλεξάνδρου τύχης και αρετής, λόγος Β'. 26 Περί Ίσιδος και Οσίριδος. 27 Περί του ΕΙ εν Δελφοίς. 28 Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν. 29 Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων. 30 Ου διδακτή η αρετή. 31 Περί της ηθικής αρετής. 32 Περί ευεργεσίας. 33 Περί ευθυμίας. 34 Περί φιλαδελφίας. 35 Περί της εις τα έκγονα φιλοστοργίας. 36 Ει αυτάρκης η κακία προς κακοδαιμονίαν. 37 Πότερον τα της ψυχής ή τα του σώματος πάθη χείρονα; 38 Περί αδολεσχίας. 39 Περί πολυπραγμοσύνης. 40 Περί φιλοπλουτίας. 41 Περί δυσωπίας. 42 Περί φθόνου και μίσους. 43 Περί του εαυτόν επαινείν ανεπιφθόνως. 44 Περί των υπό του Θεού βραδέως τιμωρουμένων. 45 Περί ειμαρμένης. 46 Περί του Σωκράτους δαιμονίου. 47 Περί φυγής. 48 Παραμυθητικός προς την ιδίαν γυναίκα. 49 Συμποσιακών προβλημάτων βιβλία θ'. 50 Ερωτικός. 51 Ερωτικαί διηγήσεις. 52 Περί του ότι μάλιστα τοις ηγεμόσι δει τον φιλόσοφον διαλέγεσθαι. 53 Προς ηγεμόνα απαίδευτον. 54 Ει πρεσβυτέρω πολιτευτέον. 55 Πολιτικά παραγγέλματα. 56 Περί μοναρχίας και δημοκρατίας και ολιγαρχίας. 57 Περί του μη δειν δανείζεσθαι. 58 Βίοι Ι'. ρητόρων (ψευδώς τω Πλουτάρχω αποδιδόμ.). 59 Επιτομή συγκρίσεως Αριστοφάνους και Μενάνδρου. (Μεταγενεστέρα προσθήκη εις βίους του συγγραφέως ίσως, απολεσθέντας). 60 Περί της Ηροδότου κακοηθείας. 61 Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις (φαίνεται μη ον γνήσιον). 62 Αιτίαι φυσικαί. 63 Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης. 64 Περί του πρώτου ψυχρού. 65 Περί του πότερον ύδωρ ή πυρ χρησιμώτερον. 66 Πότερα των ζώων χρησιμώτερα, τα χερσαία ή τα ένυδρα; 67 Περί του τα άλογα λόγω χρήσθαι. 68 Περί σαρκοφαγίας, Λόγος Α'. 69 Περί σαρκοφαγίας, Λόγος Β'. 70 Πλατωνικά ζητήματα. 71 Περί της εν Τιμαίω ψυχογονίας. 72 Επιτομή της εν Τιμαίω ψυχογονίας (ου γνήσιον). 73 Περί στωικών εναντιωμάτων. 74 Σύνοψις του ότι οι Στωικοί παραδοξότερα των ποιητών λέγουσι. (Φαίνεται μη ον του Πλουτάρχου. Η σύνοψις τουλάχιστον είναι ξένου καλάμου). 75 Περί των καινών εννοιών προς τους στωικούς. 76 Ότι ουδέ ζην έστιν ηδέως κατ' Επίκουρον. 77 Προς Κολώτην. 78 Ει καλώς είρηται το Λάθε βιώσας. 79 Περί μουσικής. 80 Λείψανα των ου σωζομένων. 81 Περί ευγενείας. (αμφίβολον). 82 Περί ποταμών (ου γνήσιον). 83 Περί της Ομήρου ποιήσεσως (ου γνήσιον). 84 Παροιμίαι (ου γνήσιον), 85 Περί μέτρων (ου γνήσιον).

Το ύφος του Πλουτάρχου είναι ως επί το πλείστον κεχρωματισμένον και εικονικόν, διά ποιητικών κοσμούμενον εκφράσεων και παραβολών, διότι συνεχέστατα ου μόνον παραθέτει, αλλά και κατατέμνων εμπεριπλέκει εις τον πεζόν λόγον στίχους ποιητών, και παρ' αυτών δανείζεται ή κατά ζήλον αυτών συνθέτει ευστόχως λέξεις ευήχους και ανθηράς. Παρατηρείται όμως ενιαχού αμέλειά τις και έλλειψις ακριβείας περί τον λόγον, αποτέλεσμα της μεγάλης πολυγραφίας του, και εις μηκυνομένας τας φράσεις περιπλέκεται ενίοτε η έννοια δυσεξέλικτος. Πολλαχού όμως συσκοτίζει αυτήν και η κακή του κειμένου κατάστασις, εις ήν οι κριτικώτεροι των εκδοτών δεν κατώρθωσαν να επιφέρωσι πάντοτε διόρθωσιν επαρκή.

Χειρόγραφα του Πλουτάρχου σώζονται επτά τον αριθμόν εν Παρισίοις, εν Οξωνία και αλλαχού. Των δ' εκδόσεων των Παραλλήλων η αρχαιοτέρα είναι η γενομένη εν Φλωρεντία εν έτει 1517· η δ' επισημοτέρα, η εν Λειψία του Ρεϊσκίου, 1774 — 1782· και ταύτης πολύ ανωτέρα διά τας σοφάς και αγχίνοας του κειμένου επανορθώσεις, η εν Παρισίοις του Κοραή, γενομένη εν έτεσι 1809 -1814.

Μετάφρασις δε των Παραλλήλων Βίων περίφημος είναι η εις την αρχαίαν Γαλλικήν διάλεκτον υπό Αμιότου. Ο βαθύς ούτος Ελληνιστής φαίνεται πολλάς των του κειμένου διορθώσεων ούτως ορθώς εικάσας, ώστε εις τα χειρόγραφα πολλάκις μη ευρίσκων φως έλαβε και αυτός ο Κοραής αυτού την μετάφρασιν και αυτού τας εικασίας ως βάσιν των ιδίων αυτού διορθώσεων. Εις φράσιν δε νεωτέραν μεθήρμοσε την μετάφρασιν ο Ρικάρδος, ως προς την έννοιαν σχεδόν πάντοτε την του Αμιότου παρακολουθών. Εν τη παρούση δε μεταφράσει, επόμενος, ως εικός, τω κειμένω του Κοραή, δύο προ πάντων τινά επεδίωξα. Το πρώτον ην να μείνω όσον ενδέχεται πιστότερος και πλησιέστερος εις τον συγγραφέα, ούτε περισσότερα ούτε ολιγώτερα λέγων, και, καθ' όσον εδυνάμην, ούτε άλλως λέγων αφ' ό,τι ο Πλούταρχος. Η μετάφρασις ήθελον να μη απολέση εντελώς τον χαρακτήρα του πρωτοτύπου· διό και οσάκις εδυνάμην άνευ βλάβης της ευκρινείας, επροτίμησα να διατηρώ μάλλον την αρχαίαν λέξιν, όταν και σήμερον είναι εν χρήσει, και έχαιρον όταν μοι επιτρέπετο τούτο και ως προς την όλην φράσιν. Ενιαχού εκ προθέσεως εμακρύνθην, σπανίως· όμως και όσον ενεδέχετο ολιγώτερον, του αρχαίου κειμένου και τούτο όπου ενόμισα αναγκαίον να συσκιάσω τινάς του ύφους γυμνότητας, αφορών εις τους παντοίους αναγνώστας δι' ούς η μετάφρασις είναι προωρισμένη. Προσέτι εις χωρία τινά, καθ' ά αυτός ο Κοραής ομολογεί ότι Δηλίου δείται κολυμβητού, ηναγκαζόμην να παραπλεύσω ούτως ειπείν την μη καθαρώς διαγεγραμμένην έννοιαν, παραδεχόμενος εικασίαν τινα, την ό,τι πλησιεστάτην προς την λέξιν του αρχαίου κειμένου.

Μετά της ακριβείας δ' επεμελήθην να συνδυάσω και την σαφήνειαν· και όπου η στρυφνότης δεν έγκειται εις αυτήν την έννοιαν, εκεί καθήκον ενόμισα να μεταπλάττω ούτω την φράσιν μέχρι τινός, ώστε, χωρίς ο χαρακτήρ αυτής κυρίως ν' αλλοιωθή, να επιχέηται όμως φως επ' αυτής, απαλάττον το πνεύμα επιπόνου προσοχής προς κατάληψιν.

Εις το κείμενον συνεχέστατα παρενείρει ο Πλούταρχος τεμάχια έμμετρα. Ταύτα μετέφρασα εμμέτρως. Αλλά νομίζων αναγκαίον, όπως δώσω όσον ενδέχεται ακριβεστέραν έννοιαν του συγγραφέως, ν' ακολουθώ αυτόν κατ' ίχνος, επροσπάθησα πανταχού να μιμηθώ το μέτρον του πρωτοτύπου, κατά το προσωδικόν σύστημα δι' ού την ανάπτυξιν, αδύνατον ενταύθα, αναγκάζομαι να παραπέμψω εις το προοίμιον της εμής «Μεταφράσεως των αρχαίων δραμάτων ». Λυρικών όμως και χορικών τεμαχίων, εχόντων τον ρυθμόν λελυμένον και ασυνάρτητον, περιωρίσθην ως επί το πολύ εις το ν' ακολουθώ κατά το μάλλον ή ήττον την γενικήν αρμονίαν, διότι αδύνατος και άσκοπος είναι η ακριβής κατά μέτρον απομίμησις προσωδικών περιόδων, ών ο χαρακτήρ είναι πολλάκις να μη έχωσι μέτρον.

Σημειώσεις δε προσέθηκα ου πολλάς, αλλ' όσας μόνον, και όλας όσας, ενόμισα αναγκαίας διά το κοινόν των αναγνωστών, ό υποθέτω εκ των μη εχόντων προχείρους πάντοτε εις την μνήμην πάσας τας ιστορικάς, γεωγραφικάς και άλλας γνώσεις εκ του βίου των αρχαίων, όσαι χρησιμεύουσιν εις την άπταιστον κατάληψιν των διηγήσεων του Πλουτάρχου. Εντελώς δ' απέσχον σημειώσεων φιλολογικών, διότι το πρόβλημά μου δεν ήτον η διόρθωσις του αρχαίου κειμένου.

ΘΗΣΕΥΣ

Α. ΚΑΘΩΣ εις τας γεωγραφίας, ω Σόσσιε Σενεκίων, όσα αγνοούσιν οι ιστορικοί, τα σημειούσιν εις τα έσχατα των πινάκων των άκρα, και προσγράφουσιν ως αιτιολογίας ότι «τα πέραν τούτων εισίν έρημοι ξηραί και κατοικίαι θηρίων, ή πηλός άμορφος, ή Σκυθικόν ψύχος, ή πέλαγος παγετώδες», ούτω και εγώ, εις των παραλλήλων βίων την συγγραφήν, αφ’ ού διήλθα τους καιρούς όσοι εισί πιθανότητος δεκτικοί, και διηγούνται περί ιστορίας στηριζομένης εις πράγματα, καλώς θα έπραττον αν έλεγον περί των αρχαιοτέρων, ότι «τα πέραν τούτων, τεράστια όντα και τραγικά, νέμονται μυθογράφοι και ποιηταί, και ούτε σαφήνειαν έχουσιν ούτε πιθανότητα. Όταν όμως εξέδωκα τον λόγον περί του νομοθέτου Λυκούργου και περί του Βασιλέως Νουμά (1α) φθάσας χρονικώς πλησίον εις του Ρωμύλου την ιστορίαν, ενόμισα ότι εύλογον ήτον ν' αναβώ και μέχρις αυτού. Σκεπτόμενος δε, κατ' Αισχύλον (2),

Τις προς τοιούτον άνδρα να παραβληθή; Τις είναι όμοιός του, τις εφάμιλλος;

ενόμισα ότι δύναμαι να παραλληλίσω και συγκρίνω των καλών και περιφήμων Αθηνών τον οικιστήν προς τον πατέρα της μεγαλοδόξου και ανικήτου Ρώμης. Είθε καθαριζόμενον το μυθώδες, να λάβη λογικώς ιστορίας όψιν! Αλλ' όπου επιμόνως αποκρούει την πιθανότητα, και δεν επιδέχεται να εγκαταμιγή μετ' αυτής, εκεί επικαλούμεθα επιεικείς τους ακροατάς, και δεχομένους μεθ' υπομονής την αρχαιολογίαν.

Β. Ο Θησεύς λοιπόν μοι εφάνη ότι πολλάς έχει προς τον Ρωμύλον τας ομοιότητας· διότι αμφότεροι προκύψαντες εκ γάμων κρυπτών και μη ομολογουμένων, εφημίσθησαν ότι εγεννήθησαν εκ Θεών (3).

Ήσαν κ' οι δύω καλοί μαχηταί· το ηξεύρομεν όλοι (4), και ανδρείοι ήσαν συγχρόνως και συνετοί· και εκ των επισημοτάτων πόλεων, ο μεν έκτισε την Ρώμην, ο δε συνώκισε τας Αθήνας. Προσάπτεται δ' εις αμφοτέρους αρπαγή γυναικών, και ουδείς αυτών, διέφυγεν οικιακάς δυστυχίας, και διχονοίας εν τη οικογενεία του. Λέγεται δ' ότι και, οι δύο περί τον θάνατόν των δυσαρέστησαν τους συμπολίτας των, αν δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αλήθειαν όσα εκ των συμβάντων αυτών φαίνονται ολιγώτερον μυθιστορικά.

Γ. Του Θησέως η μεν εκ πατρός καταγωγή αναβαίνει εις τον Ερεχθέα (5) και τους πρώτους αυτόχθονας, η δ' εκ μητρός, εις τον Πέλοπα (6), όστις υπήρξεν ο ισχυρώτατος των Βασιλέων της Πελοποννήσου, διά το πλήθος ουχί τοσούτον των χρημάτων, όσον των τέκνων αυτού· διότι πολλάς μεν των θυγατέρων του ενύμφευσε μετά των πρώτων του τόπου, πολλούς δ' υιούς του εγκατέσπειρεν ως άρχοντας εις τας πόλεις. Τούτων είς, ο Πιτθεύς, πάππος του Θησέως, ει και κατώκει την Τροιζήνα, πόλιν ουχί μεγάλην, ήτον όμως υπέρ πάντας ένδοξος, ως ανήρ λόγιος και σοφώτατος. Το δ' είδος και ο χαρακτήρ της σοφίας εκείνης ήτον κυρίως, ως φαίνεται, ο των γνωμικών, δι' ών τοσούτον ηυδοκίμισεν ο Ησίοδος εν τοις «Έργοις» του (7). Λέγουσι μάλιστα ότι του Πιτθέως είναι ο επόμενος του ποιήματος εκείνου στίχος (8).

«Έστω μισθός επαρκής ο εις φίλον διδόμενος άνδρα».

Τούτο καν λέγει ο φιλόσοφος Αριστοτέλης. Ο δ' Ευριπίδης, ειπών τον Ιππόλυτον «τρόφιμον του αγνού Πιτθέως», εμφαίνει πόσον ένδοξος ήτον ο Πιτθεύς. Λέγεται δ' ότι εις τον Αιγέα, θέλοντα ν' αποκτήση παιδία, η Πυθία είπε τον πολυθρύλλητον χρησμόν, παραγγείλασα αυτώ να μη ομιλήση μετά γυναικός πριν φθάση εις τας Αθήνας. Αλλά δεν είπε ταύτα πολύ καθαρώς η Πυθία· δι' ό, ελθών εις την Τροιζήνα, διεκοίνωσεν ο Θησεύς εις τον Πιτθέα τον χρησμόν του Θεού, λέγοντα·

«Μη του ασκού τον εξέχοντα πόδα, ω κράτιστε άνερ, λύσης, πριν ή απελθών εις Αθήνας, εμβής εις τον δήμον».

Ο δε Πιτθεύς, εννοήσας βεβαίως το λόγιον, έπεισεν, ή δι' απάτης κατώρθωσε τον Θησέα να σχετισθή μετά της θυγατρός του. Ούτος δε, εννοήσας ότι ήτον εκείνη του Πιτθέως θυγάτηρ, και υποπτεύσας ότι ην έγγυος, κατά την αναχώρησίν του έκρυψεν έν ξίφος και έν ζεύγος πεδίλων υπό μεγάλην πέτραν, εντός κοιλώματος, περιλαμβάνοντος αυτά ακριβώς. Ενεπιστεύθη δε τούτο εις εκείνην και μόνην, και τη παρήγγειλεν, αν γεννήση υιόν, και αυτός ελθών εις ανδρός ηλικίαν, δυνηθή να μετακινήση την πέτραν και να λάβη τα κεκρυμμένα, να τον στείλη τότε προς αυτόν, έχοντα και τα πράγματα ταύτα, αλλά χωρίς να το ηξεύρη κανείς, και όσον το δυνατόν μυστικώτερα· διότι πολύ εφοβείτο τους Παλλαντίδας, οίτινες τον επεβουλεύοντο, και τον κατεφρόνουν ως άτεκνον. Ήσαν δ' ούτοι πεντήκοντα υιοί του Πάλλαντος (9). Αφ' ού δε ταύτα παρήγγειλαν, ανεχώρησεν.

Δ. Εγέννησε δε τω όντι η Αίθρα υιόν (10), όστις κατ' άλλους μεν ωνομάσθη ευθύς Θησεύς, ως εκ της θέσεως των γνωρισμάτων εκείνων· κατ' άλλους δε ύστερον, όταν εν Αθήναις τον υιοθέτησεν ο Αιγεύς. Λέγουσι δ' ότι, ανατρεφόμενος υπό του Πιτθέως, είχεν επιστάτην και παιδαγωγόν Κοννίδαν τινά, εις όν οι Αθηναίοι, μίαν ημέραν προ της εορτής των Θησείων, θυσιάζουσι κριόν, μνημονεύοντες και τιμώντες αυτόν πολύ δικαιότερον του Σιλανίωνος και του Παρρασίου (11) οίτινες του Θησέως εζωγράφησαν εικόνας και έπλασαν ανδριάντας.

Ε. Επειδή δε τότε ήτον ακόμη συνήθεια, οι εξερχόμενοι της παιδικής ηλικίας να μεταβαίνωσιν εις Δελφούς, και κόπτοντες την κόμην των να προσφέρωσιν αυτήν εις τον Θεόν, ήλθε και ο Θησεύς εις Δελφούς, όπου είς τόπος μέχρι τούδε ονομάζεται απ' αυτού Θησεία, και έκοψε μόνον το εμπρός μέρος της κόμης του, καθώς ο Όμηρος λέγει ότι οι Άβαντες εκουρεύοντο (12). Έκτοτε το είδος τούτο της κουράς ωνομάσθη Θησηίς εξ αιτίας εκείνου. Έκοπτον δε πρώτοι την κόμην των κατά τον τρόπον τούτον οι Άβαντες, ουχί διδαχθέντες τούτο παρά των Αράβων (13), καθώς τινές νομίζουσιν, ουδέ τους Μυσούς (14) μιμηθέντες, αλλά διότι είναι πολεμικοί, μαχόμενοι εκ του πλησίον, και υπέρ πάντας τους άλλους γεγυμνασμένοι να ρίπτωνται κατά των εναντίων και εις χείρας να έρχωνται προς αυτούς, καθώς μαρτυρεί και ο Αρχίλοχος (15) εις τούτους τους στίχους·

«Ούτε τανύονται τόξα πολλά, ουδέ πλήθος σφενδόναι ρίπτονται, όταν κινή Άρης αγώνας μαχών. εις τα πεδία. Ξιφών πολυστένακτον έργον τελείται· ότι τοιαύτης εισίν έμπειροι μάχης αυτοί οι της Ευβοίας ανδρείοι δεσπόται . . .

Εκουρεύοντο λοιπόν διά να μη δύνανται οι εχθροί, να τους συλλαμβάνωσιν εκ της κόμης. Λέγεται δ' ότι και ο Μακεδών Αλέξανδρος εννοήσας τούτο, διέταξε τους στρατηγούς να ξυρίζωσι των Μακεδόνων τα γένεια, διότι αυτά είναι προχειροτάτη λαβή εις τας μάχας.

ΣΤ. Και όλον μεν τον άλλον καιρόν έκρυπτεν η Αίθρα την αληθινήν του Θησέως γένεσιν, και ο Πιτθεύς διέδιδε περί αυτού ότι εγεννήθη εκ του Ποσειδώνος· διότι οι Τροιζήνιοι σέβονται ιδιαιτέρως τον Ποσειδώνα, και ούτος είναι ο πολιούχος θεός των, εις αυτόν προσφέρουσιν απαρχάς των καρπών των, και τρίαινα έχουσιν έμβλημα επί των νομισμάτων των (16). Όταν δ' έγινεν έφηβος ο Θησεύς, και εκτός σωματικής ανδρείας εδείκνυε και νοός και φρονήματος δύναμιν και σύνεσιν ασφαλή, τότε η Αίθρα τον έφερε προς την πέτραν, την ανήγειρεν ευκόλως, αλλά δεν ηθέλησε ν' απέλθη διά θαλάσσης, της ασφαλεστέρας οδού, αν και τον παρεκάλουν ο πάππος και η μήτηρ του, διότι η διά ξηράς οδοιπορία ήτο δύσκολος, ουδ' είχε μέρος ακίνδυνον και καθαρόν από ληστών και από κακούργων. Εις τους καιρούς εκείνους έζων τω όντι άνθρωποι υπερφυείς, ως φαίνεται, και ακάματοι εις των χειρών τα έργα και εις των ποδών την ταχύτητα και κατά την ανδρείαν του σώματος, τα φυσικά όμως αυτών πλεονεκτήματα εις ουδέν μεταχειριζόμενοι δίκαιον και ωφέλιμον, αλλ' αγαπώντες αυθάδειαν υπερήφανον, και την δύναμίν των πικρώς και οχληρώς εξασκούντες, και διά βίας επικρατούντες και δι' εξολοθρευμών διότι επρέσβευον ότι αιδώς και δικαιοσύνη, ισότης και φιλανθρωπία, κατ' αυτούς επαινούμενα μόνον υπό των κοινών ανθρώπων, όσοι δεν τολμώσι ν' αδικήσωσιν ή φοβούνται μη αδικηθώσι, δεν αρμόζουσιν εις τους δυναμένους να υπερισχύωσιν. Εξ αυτών άλλους μεν κατέστρεψε και εφόνευσεν ο Ηρακλής την χώραν περιερχόμενος, άλλοι δε διαφυγόντες όταν διήρχετο πλησίον αυτών, εφοβούντο και εγίνοντο άφαντοι, δι' ό και τεταπεινωμένους τους παρημέλει. Αφ' ού όμως ο Ηρακλής εδυστύχησε, και, φονεύσας τον Ίφιτον (17) επήγεν εις Λυδίαν, και πολύν καιρόν εκεί έμεινε δούλος της Ομφάλης, ούτω τιμωρήσας αυτός εαυτόν διά τον φόνον, τότε, εις μεν την Λυδίαν επεκράτησεν ασφάλεια και ειρήνη, εις δε την Ελλάδα ανεφύησαν πάλιν και εξερράγησαν αι κακίαι, διότι ουδείς υπήρχε να τας συνέχη και να τας εμποδίζη. Διά τούτο ολεθρία ήτον η οδοιπορία εκ Πελοποννήσου εις τας Αθήνας, και ο Πιτθεύς, διηγούμενος περί εκάστου των ληστών και των κακούργων οποίος τις ήτον και τι έπραττε κατά των ξένων, ηγωνίζετο να πείση τον Θησέα ν' απέλθη διά θαλάσσης. Εκείνον όμως προ πολλού, ως φαίνεται, διέκαιε κρυφίως η δόξα της αρετής του Ηρακλέους, και πολλήν είχε προς εκείνον υπόληψιν, και προθυμώτατα ήκουε να διηγώνται οποίος ήτον εκείνος, και μάλιστα παρ' όσων έτυχον αυτήκοοι των λόγων του και αυτόπται των έργων του. Τότε δε προφανέστατον ήτον ότι έπαθεν ό,τι μετά ταύτα ο Θεμιστοκλής, όταν είπεν ότι δεν τον αφίνει να κοιμηθή του Μιλτιάδου το τρόπαιον (18). Ομοίως και ούτος, την ανδρείαν θαυμάζων του Ηρακλέους, και διά νυκτός αυτού τας πράξεις ωνειρεύετο, και την ημέραν αυτού τον εκέντα ο ζήλος, και τον ηρέθιζε να θέλη να πράξη τα ίδια.

Ζ. Είχον δε και συγγένειαν προς αλλήλους, εξαδέλφων όντες υιοί· διότι η μεν Αίθρα ήτον θυγάτηρ του Πιτθέως, η δ' Αλκμήνη της Λαοδίκης, και η Λαοδίκη και ο Πιτθεύς ήσαν αδελφοί, τέκνα της Ιπποδαμείας και του Πέλοπος. Βαρύ λοιπόν και ανυπόφορον τω εφαίνετο, εκείνος μεν να περιέρχηται πανταχού ζητών τους κακούς, και να καθαρίζη θάλασσαν και ξηράν, αυτός δε, να δραπετεύση και τους προχείρους αγώνας, διά θαλάσσης φυγάς, τον μεν νομιζόμενον και λεγόμενον πατέρα του καταισχύνων, εις δε τον αληθή του πατέρα απερχόμενος να φέρη, ως γνωρίσματα, πέδιλα και ασήμαντον ξίφος, και όχι γενναία έργα και μεγάλας πράξεις ως εναργείς αποδείξεις της ευγενείας του. Τοιαύτα έχων φρονήματα και ούτως αναλογιζόμενος ανεχώρησε, προτιθέμενος κανένα μεν να μη αδικήση, αλλά ν' αποκρούση τους θέλοντας βίαν εναντίον του να επιχειρήσωσι.

Η. Και πρώτον μεν εις την Επιδαυρίαν απήντησε τον Περιφήτην, όστις επελέγετο Κορυνήτης, διότι μετεχειρίζετο χονδρόν ρόπαλον, η Κορύνην, και επειδή αυτός ηθέλησε να τον εμποδίση να διαβή, τον επολέμησε και τον εφόνευσε. Τω ήρεσε δε το ρόπαλον, και λαβών αυτό, το είχεν ως όπλον, και το έφερε πάντοτε, καθώς ο Ηρακλής το δέρμα του λέοντος. Και το μεν δέρμα ήτο δι' εκείνον, όταν το εφόρει, ως επίδειξις ποίον φοβερόν θηρίον κατέβαλε: το δε ρόπαλον εδείκνυεν ο Θησεύς καυχώμενος ότι αυτό ενικήθη μεν υπ' αυτού, εις τας χείρας του δ' ήτον ανίκητον. Εις δε τον Ισθμόν εφόνευσε τον Σίννιν τον Πιτυοκάμπτην (19) καθ' όν τρόπον αυτός πολλούς εφόνευεν, ούτε μελετήσας τοιαύτα έργα, ούτε έξιν έχων αυτών, άλλα δείξας ότι η αληθής ανδρεία νικά και τέχνην και άσκησιν. Είχε δ' ο Σίννις ωραίαν και μεγάλην θυγατέρα, ήτις ελέγετο Περιγούνη. Ταύτην, φυγούσαν μετά τον θάνατον του πατρός της, εζήτει περιφερόμενος ο Θησεύς. Εκείνη δε, απελθούσα εις τόπον έχοντα θάμνους πολλούς, και αστοιβάς (20) και σπαράγγια, τα παρεκάλει ακάκως και μετά παιδικής απλότητας, και προσηύχετο προς αυτά, ορκιζομένη, αν την σώσωσι και την κρύψωσι, ποτέ να μη τα βλάψη ουδέ να τα καύση. Επειδή όμως ο Θησεύς την εκάλει, και την εβεβαίου ότι θέλει την επιμεληθή και δεν θέλει την κακοποιήσει, ήλθε προς αυτόν· και τότε μεν εκ του Θησέως απέκτησεν υιόν τον Μελάνιππον μετά ταύτα δε την ενύμφευσεν ο Θησεύς μετά Δηιονέως του υιού Ευρύτου του Οιχαλέως (21). Υιός δε Μελανίππου του Θησέως εγένετο ο Ίωξος, όστις συναπώκησε μετά του Ορνύτου (22) εις την Καρίαν. Εξ αυτού δ' επεκράτησεν οι Ιωξίδαι (23), άνδρες και γυναίκες, να μη καίωσιν ούτε σπαραγγίων ακάνθας ούτε αστοιβάς, αλλά να σέβωνται και τιμώσιν αυτά.

Θ. Της δε Κρομμυώνος (24) η αγριόχοιρος, ήτις «φαιά» επωνομάζετο, δεν ήτο θηρίον ασήμαντον, αλλά μάχιμον, και δύσκολο να κατατροπωθή. Κατ' αυτής εν παρόδω, και διά να μη φαίνηται ότι τα κάμνει όλα κατ' ανάγκην, αντιταχθείς, την εφόνευσε, φρονών ότι πρέπει ο ανδρείος των μεν κακών ανθρώπων ν' αποκρούη τας προσβολάς, κατά δε των θηρίων όσα εισί γενναία πρώτος να επιπίπτη, να μάχηται και να κινδυνεύη. Τινές δε λέγουσιν ότι η Φαιά ήτον γυνή μετερχομένη τον ληστρικόν βίον, φονική και ακόλαστος, και ότι κατοικούσα αυτόθι εν Κρομμυώνι, επωνομάσθη αγριόχοιρος διά το ήθος και τον τρόπον του βίου της· ο δε Θησεύς ότι έπειτα την εφόνευσεν.

I. Εμπρός δε της Μεγαρίδος έρριψε κατά πετρών και εθανάτωσε τον Σκίρωνα, ως μεν ο κοινός λόγος, διότι ελήστευε τους διαβάτας, ως δέ τινες λέγουσι, διότι μεθ' υπερηφανείας και ύβρεως ήπλωνε τους πόδας του εις τους ξένους διά να τους πλύνωσι, και έπειτα, ενώ τους έπλυνον, τους ελάκτιζε και τους εκρήμνιζεν εις την θάλασσαν (25). Οι δ' εκ Μεγάρων συγγραφείς, αντιλέγοντες προς την φήμην ταύτην, και κατά της πολυχρονίου παραδόσεως πολεμούντες, ως ο Σιμωνίδης (26) εκφράζεται, λέγουσιν ότι ούτε ληστής ούτε υβριστής ήτον ο Σκίρων, αλλά τιμωρός των ληστών μάλιστα, και φίλος και οικείος των αγαθών και δικαίων ανθρώπων. Διότι ο Αιακός (27) εθεωρείτο ως είς των οσιωτάτων Ελλήνων, εις τον Σαλαμίνιον δε Κυχρέα (28) απεδίδοντο Θεών τιμαί εν Αθήναις, την δε του Πηλέως και του Τελαμώνος (29) αρετήν ουδείς αγνοεί· ο Σκίρων όμως του μεν Κυχρέως λέγουσιν ότι ήτον γαμβρός, του δ' Αιακού πενθερός, πάππος δε του Πηλέως και Τελαμώνος, οίτινες εγεννήθησαν εκ της Ενδηίδος, θυγατρός του Σκίρωνος και της Χαρικλούς. Δεν είναι λοιπόν πιθανόν οι άριστοι να εσυγγένευσαν μετά του κακίστου, και να έλαβον και έδωκαν μετ' αυτού ό,τι μέγιστον έχει τις και ό,τι πολυτιμότατον. Λέγουσι δ' ότι ο Θησεύς, όχι όταν κατά πρώτον διηυθύνετο εις Αθήνας, αλλά μετά ταύτα, εκυρίευσε την Ελευσίνα, κατεχομένων υπό των Μεγαρέων, και εδίωξε τον άρχοντα Διοκλέα, και εθανάτωσε τον Σκίρωνα. Τοιαύτα αυτοί αντιλέγουσι περί τούτων.

ΙΑ. Εις δε την Ελευσίνα επάλαισε προς τον εξ Αρκαδίας Κερκύονα (30), και τον εφόνευσεν· ολίγον δε προχωρήσας, εθανάτωσε κατά τον Ερινεόν (31) τον Προκρούστην Δαμάστην (32), βιάσας το σώμα αυτού να εξισωθή προς την κλίνην του, ως εβίαζεν εκείνος τους ξένους. Ταύτα δε πράττων, εμιμείτο τον Ηρακλέα, όστις, αποκρούων τους προσβάλλοντας αυτόν διά των ιδίων τρόπων καθ' ούς τον επολέμουν, εθυσίασε μεν τον Βούσιριν, εφόνευσε δε διά πάλης τον Ανταίον, διά μονομαχίας δε τον Κύκνον, και τον Τέρμερον (33), θραύσας την κεφαλήν του, εξ ού λέγεται ότι ωνομάσθη και το Τερμέρειον κακόν (34)· διότι, ως φαίνεται, ο Τέρμερος εθανάτου τους ξένους κτυπών αυτούς με την κεφαλήν του. Ούτω και ο Θησεύς επήρχετο κατά των πονηρών και τους ετιμώρει, την αυτήν βίαν επιφέρων κατ' αυτών, ήν αυτοί κατ' άλλων μετεχειρίζοντο, και δικαίως αυτούς θανατών διά των τρόπων της αδικίας των.

ΙΒ. Όταν δε προχωρών έφθασε προς τον Κηφισόν (35), άνδρες εκ του γένους των Φυταλιδών (36) τον απήντησαν και τον εχαιρέτησαν πρώτοι, και έχοντα ανάγκην θρησκευτικών καθαρμών, τον εξήγνισαν κατά τα παραδεδεγμένα (37), και θυσιάσαντες τα Μειλίχια (38), τον εφίλευσαν εις την οικίαν των, εν ώ πριν ουδεμίαν περιποίησιν είχεν απαντήσει κατά την οδοιπορίαν του. Λέγεται δ' ότι εισήλθεν εις τας Αθήνας την ογδόην ημέραν του μηνός Κρονίου, όστις σήμερον ονομάζεται Εκατομβαιών (39). Εύρε δε τα κοινά της πόλεως πράγματα πλήρη διχονοίας και ταραχής, και ιδίως εις κακήν κατάστασιν τα του Αιγέως και του οίκου αυτού· διότι η Μήδεια (40), φυγούσα εκ της Κορίνθου, συγκατώκει μετά του Αιγέως, υποσχεθείσα αυτώ να τον απαλλάξη της ατεκνίας διά φαρμάκων. Μαντεύσασα δ' αύτη την έλευσιν του Θησέως, κατέπεισε τον Αιγέα, όστις ηγνόει αυτήν, και γέρων ήδη ων, υπώπτευε τα πάντα εξ αιτίας της στάσεως, να προσκαλέση αυτόν, ως ξένον, εις την τράπεζαν, και να τον φαρμακεύση. Ελθών λοιπόν εις το γεύμα ο Θησεύς, δεν ηθέλησε να ειπή κατ' αρχάς τις ήτον, αλλά θέλων να δώση αφορμήν εις τον Αιγέα να τον γνωρίση, έσυρε την μάχαιραν, ως διά να κόψη τα παρατεθειμένα κρέατα, και τω την εδείκνυε. Τότε δ' αμέσως εννοήσας ο Αιγεύς ότι ήτον αυτός, έρριψε μεν το ποτήριον των φαρμάκων, εξετάσας δε τον υιόν του, τον κατησπάζετο, και συναθροίσας τους πολίτας, τον παρουσίαζεν εις αυτούς, και εκείνοι μετά χαράς τον εδέχοντο διά την ανδραγαθίαν του. Λέγεται δ' ότι, όταν το ποτήριον έπεσε, το φάρμακον εχύθη όπου σήμερον υπάρχει ο περίφρακτος τόπος εις το Δελφίνιον (41)· διότι εις τούτο το μέρος ην του Αιγέως η κατοικία· και τον Ερμήν (42) τον ιστάμενον προς ανατολάς του ιερού ονομάζουσι «τον επί των πυλών του Αιγέως.»

Η. Οι δε Παλλαντίδαι, πριν μεν ήλπιζον να διαδεχθώσιν αυτοί την βασιλείαν, αφ' ού ο Αιγεύς απέθνησκεν άτεκνος. Αλλ' αφ' ού ανεδείχθη διάδοχος ο Θησεύς, μη δυνάμενοι να υποφέρωσιν ότι εβασίλευσε μεν ο Αιγεύς, θετός ων του Πανδίονος (43), και ουδεμίαν συγγένειαν έχων προς τους Ερεχθείδας, έμελλε δε να βασιλεύση και ο Θησεύς, όστις και αυτός ήτο ξένος και αλλαχόθεν ελθών, εκίνησαν πόλεμον· και διαιρεθέντες εις δύο, οι μεν εβάδιζον φανερώς κατά της πόλεως μετά του πατρός των από του Σφηττού (44), οι δ' άλλοι εκρύβησαν εις τον Γαργηττόν (45), και έμεινον εις ενέδραν, όπως επιπέσωσιν εκ δύο μερών κατά των εναντίων. Υπήρχε δε μετ' αυτών κήρυξ τις Αγνούσιος (46), ονομαζόμενος Λεώς. Ούτος κατήγγειλεν εις τον Θησέα όσα εσχεδίαζον οι Παλλαντίδαι· διό επιπεσών εξαίφνης ο Θησεύς κατά των Παλλαντιδών, όσοι έμενον εις την ενέδραν, τους εθανάτωσεν όλους. Ακούσαντες δε τούτο και οι λοιποί του Πάλλαντος οπαδοί, διεσπάρησαν και αυτοί. Από της περιστάσεως εκείνης λέγεται ότι δεν γίνονται γάμοι μεταξύ των Παλληναίων (47) και των Αγνουσίων, και ότι δεν κηρύττηται εις των Παλληναίων τον δήμον το εγχώριον κύρηγμα «Ακούετε λεώ (48)», διότι μισούσι το όνομα τούτο εξ αιτίας της προδοσίας του ανδρός.

ΙΔ. Ο δε Θησεύς, θέλων να μη μένη αργός, προσέτι δε και να κερδήση του δήμου την εύνοιαν, επήγε να πολεμήση τον Μαραθώνιον ταύρον, όστις ηνόχλει πολύ τους κατοικούντας την Τετράπολιν (49)· τον συνέλαβε δε ζωντανόν, και τον περιέφερε προς επίδειξιν εις την πόλιν, και έπειτα τον εθυσίασεν εις τον Δελφίνιον Απόλλωνα. Ο δε περί Εκάλης μύθος, και περί της φιλοξενίας και της υποδοχής αυτής, δεν φαίνεται να στερήται εντελώς αληθείας· διότι οι πέριξ δήμοι, συνερχόμενοι, έθυον Εκαλήσια εις τον Εκάλειον Δία, και ετίμων την Εκάλην, υποκοριστικώς Εκαλίνην αυτήν ονομάζοντες, διότι και εκείνη φιλοξενήσασα τον Θησέα, νεώτατον όντα τότε, τον ησπάζετο ως γραία, και τον επεριποιείτο διά τοιούτων υποκορισμών. Ευχηθείσα δ' υπέρ αυτού εις τον Δία όταν απήρχετο προς την μάχην, υπεσχέθη, αν επιστρέψη σώος, να τελέση θυσίαν. Επειδή δ' αύτη απέθανε προ της επιστροφής του, έλαβε τας ειρημένας αμοιβάς της φιλοξενίας της κατά διαταγήν του Θησέως, ως ιστορεί ο Φιλόχορος (50).

ΙΕ. Ολίγον δε μετά ταύτα ήλθον διά τρίτην φοράν εκ Κρήτης οι έχοντες να λάβωσι τον φόρον, περί ού οι πλείστοι των συγγραφέων διηγούνται, ότι επειδή ενομίσθη ότι ο Ανδρόγειος (51) εφονεύθη δολίως περί την Αττικήν, ο Μίνως εκακοποίει τους κατοίκους αυτής πολεμών, και ο Θεός έφθειρε την χώραν, και αφορία έπεσε πολλή και νόσος, και οι ποταμοί εξηράνθησαν. Επειδή δ' ο Θεός τοις παρήγγειλεν ότι, αν εξιλεώσωσι τον Μίνωα και φιλιωθώσι μετ' αυτού, η θεία οργή θέλει παύσει, και θέλουσιν απαλλαγή των κακών, έστειλαν κήρυκας και τον παρεκάλεσαν, και συνωμολόγησαν συνθήκας να στέλλωσιν ως φόρον κάθε εννέα έτη (52) ανά επτά νέους και επτά παρθένους. Ως προς τα παιδία δε ταύτα ο μύθος διηγείται επί το τραγικώτερον, ότι τα εφόνευεν ο Μινώταυρος εν τω λαβυρίνθω, ή ότι πλανώμενα αυτά εκεί, και μη δυνάμενα να εξέλθωσιν, απέθνησκον εντός αυτού· ότι δ' ο Μινώταυρος ήτο

«σύμμικτον είδος, τερατώδες νήπιον,

ως λέγει ο Ευρυπίδης (53) και

«φύσει μικτός, ταύρος ομού και άνθρωπος.

ΙΣΤ. Ο Φιλόχορος όμως λέγει, ότι ταύτα δεν τα δέχονται οι Κρήτες, αλλά λέγουσιν ότι ο λαβύρινθος ήτον φυλακή, ουδέν άλλο κακόν έχουσα, εκτός ότι οι φυλακιζόμενοι δεν ημπόρουν να διαφύγωσιν· ότε δ' ο Μίνως κατέστησε γυμνικόν αγώνα εις μνήμην του Ανδρογέου, και έδιδεν εις τους νικητάς ως βραβεία τους παίδας των Αθηναίων, τους φυλαττομένους εντός του Λαβυρίνθου. Εις τους πρώτους λοιπόν αγώνας ότι ενίκησεν ο ισχυρώτατος των τότε στρατηγών του, καλούμενος Ταύρος, άνθρωπος τους τρόπους τραχύς και ανήμερος, και προσφερόμενος βαρέως και υπερηφάνως εις τα παιδία των Αθηναίων. Και ο Αριστοτέλης δε φαίνεται, εις το σύγγραμμά του περί πολιτείας των Βοττιαίων (54), μη πιστεύων ότι εφονεύοντο οι παίδες υπό του Μίνωος, αλλ' ότι δουλεύοντες εγήρασκον εις την Κρήτην· ότι δ' οι Κρήτες, εκπληρούντες ποτέ παλαιάν των ευχήν, έστειλαν εις Δελφούς προσφοράν ανθρώπων, και μετά των στελλομένων ότι ανεμίχθησαν και εκείνων απόγονοι· επειδή δε δεν ήσαν ικανοί να πορίζωνται αυτόθι τα προς το ζην, ότι επέρασαν πρώτον εις την Ιταλίαν, εκεί κατώκησαν περί την Ιαπογίαν, και εκείθεν πάλιν μετέβησαν εις την Θράκην, όπου ωνομάσθησαν Βοττιαίοι· δι' ό και αι κόραι των Βοττιαίων, όταν τελώσι θυσίαν, ψάλλουσιν «Υπάγωμεν εις Αθήνας». Φαίνεται δ' ότι κακόν είναι τω όντι να δυσαρεστήση τις πόλιν ήτις έχει φωνήν και μούσαν, διότι ο Μίνως ποτέ δεν έπαυσε κατηγορούμενος και υβριζόμενος εις τα αττικά θέατρα, ούτε ο Ησίοδος τον ωφέλησεν ονομάσας αυτόν «βασιλεύτατον», ούτε ο Όμηρος (55) ειπών αυτόν «του Διός συνήθη»· αλλ' επικρατήσαντες οι τραγικοί, εκένωσαν επ' αυτόν από της σκηνής πάσαν αδοξίαν, ως αν ήτο κακός και βίαιος άνθρωπος. Και όμως λέγουσιν ότι ο Μίνως ήτο Βασιλεύς και νομοθέτης (56), ο δε Ραδάμανθυς ότι ήτον φύλαξ των δικαίων ως εκείνος τα ώρισε.

ΙΖ. Όταν λοιπόν έφθασεν ο καιρός της τρίτης πληρωμής του φόρου, και όσοι πατέρες είχον νέα παιδία ηναγκάζοντο να κληρώσωσιν αυτά, ήρχισε πάλιν να διαβάλληται ο Αιγεύς προς τους πολίτας, οίτινες ωδύροντο και ηγανάκτουν, ότι όλων εκείνος ήτον αίτιος, και όμως μόνος μένει εντελώς αμέτοχος του κακού, και νόθον και ξένον υιόν καθιστών διάδοχον της βασιλείας, ουδέ φροντίζει καν δι' αυτούς, ότι έμενον έρημοι γνησίων υιών και άπαιδες. Δι' αυτά ελυπείτο ο Θησεύς, και δίκαιον νομίζων να μη αδιαφορήση, αλλά να λάβη την αυτήν τύχην μετά των λοιπών πολιτών, ήλθε και παρεδόθη μόνος του χωρίς κλήρου. Και οι μεν άλλοι εθαύμασαν το φρόνημά του, και ηγάπησαν τον δημοτικόν του τρόπον· ο δ' Αιγεύς, βλέπων αυτόν απ' εναντίας όλων των παρακλήσεων και των ικεσιών του αμετάπειστον μένοντα και αμετάτρεπτον, έτριψε κλήρον διά τα άλλα παιδία. Ο Ελλάνικος (57) δε λέγει ότι δεν έστειλεν η πόλις τους κληρωτούς και τας κληρωτάς, αλλ' ότι ερχόμενος ο ίδιος Μίνως, ελάμβανε κατ' εκλογήν όν τινα ήθελε, και ότι, συμφώνως προς τας συνθήκας, πρώτον μεταξύ όλων έλαβε τον Θησέα· ότι δ' ήσαν αι συνθήκαι να δίδωσι το πλοίον οι Αθηναίοι, και οι νεανίαι να επιβιβάζωνται εις αυτό, χωρίς να φέρωσι κανέν όπλον πολεμικόν· η ποινή δ' αύτη ότι θα έπαυεν όταν ο Μινώταυρος εφονεύετο. Και προ τούτου μεν ουδεμία υπήρχεν ελπίς σωτηρίας, δι' ό και έστελλον το πλοίον μέλαν έχον ιστίον, ως διά συμφοράν βεβαίαν. Τότε δ' επειδή ο Θησεύς ενεθάρρυνε τον πατέρα του, και εκαυχάτο ότι θέλει νικήσει τον Μινώταυρον, έδωκεν ο Αιγεύς και άλλο ιστίον λευκόν εις τον κυβερνήτην, παραγγείλας εις αυτόν, αν επιστρέφη φέρων τον Θησέα σωθέντα, να κρεμάση το λευκόν, ειδεμή ν' αφήση το μέλαν, εις δείγμα της συμφοράς. Ο Σιμωνίδης (58) όμως λέγει ότι το ιστίον δεν ήτον λευκόν, αλλά κόκκινον, βεβαμμένον εις υγρόν χρώμα νωπού πρινοκοκκίου, και ότι τούτο εδόθη υπό του Αιγέως ως σημείον της σωτηρίας των. Και κατά μεν τον Σιμωνίδην εκυβέρνα το πλοίον ο Αμαρσυάδης (59) Φέρεκλος. Ο δε Φιλόχορος λέγει, ότι ο Θησεύς έλαβεν εκ Σαλαμίνος παρά του Σκίρου (60) κυβερνήτην μεν τον Ναυσίθοον, πρωρέα δε τον Φαίακα, διότι οι Αθηναίοι δεν ήσαν έτι τότε έμπειροι της θαλάσσης, μεταξύ δε των αποπλεόντων νέων ήτον και ο Μενέσθης, προς θυγατρός εγγονός του Σκίρου. Ταύτα δε μαρτυρούσι και τα ήρωα του Ναυσιθόου και του Φαίακος, τα οικοδομηθέντα εις το Φάληρον υπό του Θησέως, πλησίον εις του Σκίρου το ιερόν, και η εορτή τα Κυβερνήσια, τελουμένη προς τιμήν εκείνων κατά το λέγειν του.

ΙΗ. Αφ' ού δ' έγινεν η κλήρωσις, λαβών τους λαχόντας ο Θησεύς εκ του Πρυτανείου (61), και ελθών εις το Δελφίνιον (62) κατέθεσεν ικετηρίαν υπέρ αυτού εις τον Απόλλωνα. Ήτον δ' αύτη κλάδος της ιεράς ελαίας (63), έχων στέμμα μαλλίων λευκών.

Προσευχηθείς δε, κατέβη εις την θάλασσαν την έκτην του Μουνυχιώνος (64), ημέραν καθ' ήν και μέχρι τούδε στέλλονται αι νεανίδες εις το Δελφίνιον να παρακαλέσωσι τον Θεόν. Λέγεται δ' ότι ο μεν Θεός των Δελφών τω έδωκε χρησμόν να λάβη την Αφροδίτην ως οδηγόν, και να την επικαλεσθή ως συνοδοιπόρον· ότι δ' εν ώ εθυσίαζον εις αυτόν προς το παραθαλάσσιον αίγα θηλυκήν, μετεβλήθη αιφνηδίως αυτή εις τράγον, εξ ού και η θεά ωνομάσθη Επιτραγία (65).

1Θ. Αφ' ού δ' έφθασεν εις την Κρήτην, καθ' ά πλείστοι των ιστορικών και των ποιητών διηγούνται, λαβών κλωστήν παρά της Αριάδνης, ήτις τον ηγάπησε, και διδαχθείς πώς να εξέλθη από των περιστροφών (66) του Λαβυρίνθου, εφόνευσε τον Μινώταυρον, και απέπλευσε λαβών μεθ' εαυτού την Αριάδνην και τα παιδία. Ο δε Φερεκύδης (67) λέγει ότι ο Θησεύς έκοψε και τας καθέδρας (68) των Κρητικών πλοίων, διά να εμποδίση να τον καταδιώξωσι. Λέγει δ' ο Δήμων (69) ότι εφονεύθη και ο Ταύρος, στρατηγός του Μίνωος, ναυμαχήσας εντός του λιμένος, όταν ο Θησεύς εξέπλεεν. Ως δ' έγραψεν ο Φιλόχορος εν τη ιστορία του, ο Μίνως ετέλει αγώνας, και όλοι νομίζοντες ότι πάλιν θέλει νικήσει ο Ταύρος, τον εφθόνουν, διότι η δύναμις αυτού, διά τον κακόν του τρόπον, ήτον μισητή, και υπήρχον κατ' αυτού κατηγορίαι ότι είχε σχέσεις μετά της Πασιφάης (70). Διά τούτο εις τον Θησέα, ζητούντα ν' αγωνισθή και αυτός, έδωκεν ο Μίνως την άδειαν. Επειδή δε εις την Κρήτην υπάρχει συνήθεια να παρευρίσκωνται εις τους αγώνας και αι γυναίκες, η Αριάδνη παρούσα, εξεπλάγη διά το κάλλος του Θησέως, και τον εθαύμασεν ότι ενίκησεν όλους τους αθλητάς. Ευχαριστηθείς δε και ο Μίνως, μάλιστα διότι ενικήθη και κατησχύνθη ο Ταύρος, απέδωκε τους παίδας εις τον Θησέα, και απήλλαξε την πόλιν από του φόρου. Περί αυτών τούτων όμως διηγείται ο Κλείδημος (71) κατ' ιδιαίτερον όλως και παράδοξον τρόπον, αρχόμενος από υψηλότερα· ότι ψήφισμα υπήρχε κοινόν πάντων των Ελλήνων, ουδεμία τριήρης να εκπλέη από κανέν μέρος, έχουσα περισσοτέρους των πέντε ανδρών, εις μόνον δε τον Ιάσωνα (72), τον κυβερνήτην της Αργούς, ότι επετρέπετο να περιπλέη με περισσοτέρους, διώκων τα ληστρικά πλοία από της θαλάσσης. Όταν όμως ο Δαίδαλος έφυγε διά πλοίου εκ Κρήτης εις τας Αθήνας, ο Μίνως εναντίον των συνθηκών τον κατεδίωξε διά πολεμικών τριήρεων, και ριφθείς υπό τρικυμίας εις την Σικελίαν, εκεί απέθανεν. Επειδή δ' ο υιός αυτού Δευκαλίων, πολεμικώς διακείμενος προς τους Αθηναίους, τοις εμήνυσε να τω παραδώσωσι τον Δαίδαλον, φοβερίζων ότι θα εφόνευεν άλλως τους παίδας οίτινες είχον δοθή εις τον Μίνωα ως όμηροι, εις αυτόν μεν απεκρίθη πράως ο Θησεύς, παρακαλών να τω αφήση τον Δαίδαλον, ως εξάδελφόν του, διότι ην υιός της Μερόπης, θυγατρός του Ερεχθέως· συγχρόνως όμως εδόθη εις ναυπηγίαν, αφ' ενός μεν εις τας Αθήνας, κατά τους Θυμοιτάδας (73), μακράν της οδού ήτις εσυχνάζετο υπό ξένων, αφ' ετέρου δε εις την Τροιζήνα, διά του Πιτθέως, διότι ήθελε να μη τον εννοήσωσιν. Άμα δε τα πλοία ητοιμάσθησαν, εξέπλευσεν, έχων οδηγούς τον Δαίδαλον και άλλους φυγάδας εκ Κρήτης· και επειδή ουδείς το εγνώριζε, και οι Κρήτες ενόμιζον ότι φιλικά ήσαν τα ερχόμενα πλοία, εκυρίευσε τον λιμένα, απέβη, και ελθών εις Κνωσσόν, επολέμησε παρά τας πύλας του Λαβυρίνθου, και εφόνευσε τον Δευκαλίωνα και τους δορυφόρους αυτού. Τότε ανέλαβε την εξουσίαν η Αριάδνη, και ο Θησεύς, προς αυτήν συνθηκολογήσας, έλαβεν οπίσω τους παίδας, και εφιλίωσε τους Αθηναίους προς τους Κρήτας, ομόσαντας ποτέ πλέον να μη πολεμήσωσι κατ' αυτών.

Κ. Περί τούτων δε ως και περί της Αριάδνης και πολλοί άλλοι λέγονται λόγοι, αλλ' εντελώς προς αλλήλους διαφωνούντες· διότι τινές μεν λέγουσιν ότι εγκαταλειφθείσα υπό του Θησέως, εκρεμάσθη, άλλοι δε ότι κομισθείσα υπό των ναυτών εις την Νάξον, ενυμφεύθη τον ιερέα του Διονύσου Ώναρον, και ότι ο Θησεύς την κατέλιπε διότι ηγάπα άλλην.

«Της Πανοπίδος δεινός τον κατέτηκεν Αίγλης ο έρως».

Τον στίχον τούτον λέγει Ηρέας ο Μεγαρεύς (74) ότι ο Πεισίστρατος (75) αφήρεσεν από των ποιημάτων του Ησιόδου, ως επρόσθεσεν εις την κατάβασιν εις Άδου του Ομήρου (76) τον·

Ό τε Θησεύς και Πειρίθους, Θεών μεγαλόδοξα τέκνα,

θέλων να ευχαριστήση τους Αθηναίους. Τινές δε λέγουσιν ότι η Αριάδνη και υιούς εγέννησεν εκ του Θησέως, τον Οινοπίονα και τον Στάφυλον (77). Είς εξ αυτών είναι και ο Ίων ο Χίος (78), λέγων περί της πατρίδος του·

Ην είχε κτίσει ποτέ ο Θησέως υιός Οινοπίων.

Και τους μεν μύθους όσοι εισιν ευπρεπέστεροι, όλοι τους έχουσιν εις το στόμα. Ο Αμαθούσιος Παίων (79) όμως έγραψε περί αυτών διαφόρως, διηγούμενος ότι ο Θησεύς ριφθείς υπό τρικυμίας εις Κύπρον μετά της Αριάδνης, ήτις ήτον έγκυος, και έπασχε πολύ διά τον σάλον, ουδ' εδύνατο να υποφέρη την θάλασσαν, απεβίβασεν αυτήν μόνην, αυτός δε θέλων να μείνη εις το πλοίον διά να το βοηθήση, επέστρεψεν από της γης εις το πέλαγος πάλιν ότι δ' αι εγχώριοι γυναίκες ανέλαβον την Αριάδνην και την επεριποιούντο λυπουμένην διά την μόνωσίν της, και τη έφερον πλαστά γράμματα, ως αν τη έγραφεν ο Θησεύς δήθεν, και την ελυπούντο διά τους πόνους του τοκετού, και την εβοήθουν, αλλ' ότι εκείνη απέθανε χωρίς να γεννήση, και την έθαψαν. Όταν δ' επέστρεψεν ο Θησεύς, ότι περίλυπος γενόμενος, αφήκε χρήματα εις τους εγχωρίους, παραγγείλας να προσφέρωσι θυσίαν εις την Αριάδνην, και ίδρυσε δύω μικρούς ανδριάντας, τον μεν αργυρούν, τον δε χαλκούν. Εις δε την θυσίαν, κατά την δευτέραν ημέραν του Γορπιαίου (80) μηνός, ότι είς νέος εξαπλούμενος εις την κλίνην, λέγει και πράττει όσα αι έπτοκοι γυναίκες· και ότι οι Αμαθούσιοι ονομάζουσι το ιερόν δάσος όπου δεικνύουσι τον τάφον, άλσος της Αριάδνης Αφροδίτης (81). Και των Ναξίων δέ τινες ιστορούσιν ότι υπήρξαν δύω Μίνωες και δύω Αριάδναι, εξ ών η μία ενυμφεύθη τον Διόνυσον εις την Νάξον, και εγέννησε τον Στάφυλον, η δε νεωτέρα ότι ηρπάγη υπό του Θησέως, και εγκαταλειφθείσα ήλθεν εις Νάξον, και μετ' αυτής η τροφός αυτής, Κορκύνη καλουμένη, ής δεικνύουσι τον τάφον· ότι δε και η Αριάδνη απέθανεν αυτόθι, και έχει τιμάς, όχι όμως όσας η άλλη. Διότι εκείνης μεν τας εορτάς τελούσι χαίροντες και παίζοντες, αυτής δ' εισίν αι θυσίαι μεμιγμέναι μετά πένθους τινός και κατηφείας.

ΚΑ. Αποπλέων δ' εκ Κρήτης, ήρραξεν εις Δήλον, και θυσιάσας εις τον Θεόν, και αφιερώσας της Αφροδίτης το άγαλμα, ό έλαβε παρά της Αριάδνης, εχόρευσε μετά των παίδων χορόν όν λέγεται ότι μέχρι τούδε χορεύουσιν έτι οι Δήλιοι, μίμημα των διαδρόμων και διεξόδων του Λαβυρίνθου, έχοντα εν ρυθμώ πολλάς τας περιστροφάς και τους εξελιγμούς. Ονομάζεται δ' υπό των Δηλίων το είδος τούτο του χορού Γερανός (82) ως ιστορεί ο Δικαίαρχος (83). Εχόρευσε δε πέριξ του Κερατώνος, βωμού συνηρμοσμένου όλου εκ κεράτων αριστερών (84). Λέγουσι δ' ότι έθηκε και αγώνα εν Δήλω, και πρώτος τότε έδωκε φοίνικα εις τους νικητάς.

ΚΒ. Όταν δ' επλησίαζον εις την Αττικήν, λέγεται ότι ελησμόνησεν αυτός, ελησμόνησε δε και ο κυβερνήτης του πλοίου υπό χαράς, να υψώση το ιστίον δι' ού έμελλε ν' αναγγείλη εις τον Αιγέα την σωτηρίαν των και ότι ούτος εξ απελπισίας κρημνισθείς εις τους βράχους (85) εθανατώθη. Άμα δε κατέπλευσεν ο Θησεύς, ετέλεσε μεν εις το Φάληρον τας θυσίας εις τους Θεούς, όσας είχεν υποσχεθή όταν απέπλεεν, έστειλε δε και εις την πόλιν κήρυκα ν' αναγγείλη την σωτηρίαν των. Αυτός όμως απήντησε πολλούς μεν κλαίοντας διά του βασιλέως τον θάνατον, και άλλους χαίροντας, ως ήτον επόμενον, και προθύμους να τον υποδεχθώσι και να τω προσφέρωσι στεφάνους διά την σωτηρίαν των. Δεχθείς δε τους στεφάνους ο κήρυξ, έθεσεν αυτούς εις το κηρύκειον, και επιστρέψας εις το παραθαλάσσιον, πριν ο Θησεύς τελειώση τας σπονδάς, περιέμενεν έξω, μη θέλων να ταράξη την θυσίαν. Αφ' ού έγινον αι σπονδαί, τω ανήγγειλε τον θάνατον του Αιγέως, και τότε όλοι μετά κλαυθμών και θορύβου ανέβησαν εις την πόλιν. Έκτοτε λέγεται ότι επεκράτησεν εις τα ωσχοφόρια (86) να στεφανώνηται ουχί ο κήρυξ, αλλά το κηρύκειον, και εις τας σπονδάς να εκφωνώσιν οι παρευρισκόμενοι Ελελεύ, Ιού Ιού, το πρώτον, επιφώνημα σπονδής και πολεμικού παιάνος, το δ' έτερον ταραχής και εκπλήξεως. Αφ' ού δ' έθαψε τον πατέρα του, απέδωκεν εις τον Απόλλωνα όσα είχε τάξει, κατά την εβδόμην του Πυανεψιώνος μηνός (87), διότι τότε ανέβησαν εις την πόλιν σωθέντες.

Και το μεν ψήσιμον των οσπρίων λέγεται ότι έγινε, διότι οι σωθέντες συνήνωσαν τας τροφάς όσαι τοις έμενον, κ' εψήσαντες αυτάς εις κοινήν χύτραν, εφιλεύθησαν και συνέφαγον όλοι ομού. Την δε Ειρεσιώνην φέρουσιν εις την αυτήν εορτήν, κλάδον ελαίας τετυλιγμένον εις έρια, ως τότε την Ικετηρίαν, και πλήρη απαρχών διαφόρων καρπών, εις σημείον παύσεως της αφορίας, και ψάλλουσι συγχρόνως·

Ειρισιώνη και σύκα σοι φέρει, και άρτους αφρώδεις φέρει, και μέλ' εις την στάμναν, και έλαιον φέρει να 'ψήσης, και την φιάλην μεστήν, να μεθύσης και πέσης εις ύπνον.

Αλλά τινές λέγουσιν ότι αυτά εψάλλοντο διά τους Ηρακλείδας (88), οίτινες ούτως ετρέφοντο υπό των Αθηναίων οι περισσότεροι όμως, ως προείρηται.

ΚΓ. Το δε πλοίον, την τριακόντορον (89), δι' ού έπλευσε μετά των παιδίων, και δι' ού επιστρέψας εσώθη, διεφύλαττον οι Αθηναίοι μέχρι των χρόνων Δημητρίου του Φαληρέως (90), αφαιρούντες τα παλαιά των ξύλων, και νέα και ισχυρά αντικαθιστώντες, και συνδέοντες ούτως, ώστε και εις των φιλοσόφων τας αμφισβητήσεις περί του Αυξομένου λόγου (91) ως παράδειγμα χρησιμεύει το πλοίον τούτο, διότι οι μεν λέγουσιν ότι μένει, οι δε ότι δεν μένει το ίδιον. Και την εορτήν δε των Ωσχοφορίων (92) ο Θησεύς εσύστησε· διότι, ως διηγούνται, δεν είχε λάβει τότε μεθ' εαυτού όλας τας κληρωθείσας παρθένους, αλλ' εκλέξας εκ των φίλων του δύω νεανίσκους γυναικώδεις μεν την μορφήν και νεαρούς, αλλ' ανδρείους την ψυχήν και προθύμους, μετέβαλεν αυτούς εντελώς διά θερμών λουτρών και διατριβών υπό την σκιάν, δι' αλοιφών της κόμης, και διά της δυνατής επιμελείας της απαλότητος του δέρματος και του χρώματος, τοις εδίδαξε φωνήν και σχήμα και βάδισιν, ώστε όσον ενδέχεται να ομοιάζωσι παρθένους, και τους κατέταξεν εις τον αριθμόν των παρθένων χωρίς ουδείς να το εννοήση. Όταν δ' επέστρεψεν, επόμπευσε και αυτός και οι νεανίσκοι ούτοι, ούτως ενδεδυμένοι, καθώς ενδύονται τώρα όταν φέρωσι τα κλήματα τα καλούμενα όσχους. Φέρουσι δ' αυτά προς χάριν του Διονύσου και της Αριάδνης διά τον μύθον, ή μάλλον διότι επέστρεψαν όταν εγίνετο η συγκομιδή των καρπών. Αι δε δειπνοφόροι παραλαμβάνονται εις την θυσίαν και μετέχουσιν αυτής, μιμούμεναι τας μητέρας εκείνων των κληρωθέντων, αίτινες ήρχοντο φέρουσαι παντοίας τροφάς εις αυτούς. Διηγούνται δε και μύθους αύται, διότι και εκείναι προς ευθυμίαν και παρηγορίαν των παιδίων των τοις διηγούντο μύθους. Ταύτα ιστορεί και ο Δήμων (93). Αφιερώθη δε και ιερός περίβολος εις τον Θησέα, όστις έταξε τους απογόνους των οίκων όσοι είχον δώσει τον φόρον, να καταβάλλωσι συνεισφοράν διά την θυσίαν αυτού. Επεμελούντο δε της θυσίας οι Φυταλίδαι (94), διότι ο Θησεύς τοις έδωκε την αμοιβήν ταύτην της φιλοξενίας των.

ΚΔ. Βάλλων δε μετά τον θάνατον του Αιγέως κατά νουν έργον μέγα και θαυμαστόν, συνήθροισε τους κατοικούντας την Αττικήν εις έν άστυ (95), και κατέστησε μιας πόλεως ένα δήμον τους πριν σποράδας, οίτινες δυσκόλως συνεκαλούντο εις έν να σκεφθώσι διά το κοινόν συμφέρον, και ενίοτε μάλιστα διεφέροντο προς αλλήλους και επολέμουν. Περιερχόμενος λοιπόν τους δήμους και τα γένη, επροσπάθει να πείση αυτούς· και οι μεν ιδιώται και οι πένητες εδέχοντο ταχέως την πρόσκλησιν· εις δε τους δυνατούς επρότεινε πολίτευμα άνευ βασιλέως, και δημοκρατίαν, έχουσαν αυτόν μόνον αρχηγόν εις τον πόλεμον, και νομοφύλακα, αφίνουσαν δ' εις πάντας τους άλλους πλήρη ισότητα. Διά τούτων οι μεν κατεπείθοντο, οι δε φοβούμενοι την δύναμιν αυτού, ήτις ήτον ήδη μεγάλη, ως και την τόλμην του, επροτίμων να ενδώσωσιν εις την πειθώ μάλλον παρά εις την βίαν. Καταργήσας λοιπόν τα πρυτανεία, τα βουλευτήρια και τας αρχάς εκάστου δήμου, και συστήσας έν κοινόν πρυτανείον και βουλευτήριον όλων, ενταύθα όπου ήδη είναι η πόλις, την μεν πόλιν ωνόμασεν Αθηνάς, κοινήν δ' εισήγαγε θυσίαν τα Παναθήναια. Έθυσε δε και Μετοίκια (96) κατά την δεκάτην έκτην Εκατομβαιώνος (97), καθ' ήν και μέχρι τούδε έτι γίνεται η θυσία. Και της βασιλείας παραιτηθείς, καθώς υπεσχέθη, διερύθμιζε το πολίτευμα, προς τους Θεούς πρώτον αποταθείς· διότι έπεμψε να ζητήση χρησμόν υπέρ της πόλεως, και έλαβε τον επόμενον·

Παι του Αιγέως, Θησεύ, Πιτθηίδος απόγονε κόρης, πόλεων, ήξευρε, έχει πολλών και τα τέρματα θέσει και τους κλωστήρας εντός εις την πόλιν υμών ο πατήρ μου. Συ δε μη αγωνία, μηδ' έχε πολλήν αθυμίαν περί αυτής μεριμνών. Φυσηθείς ο ασκός επιπλέει.

Ιστορούσι δ' ότι αυτό τούτο εξεστόμισε μετά ταύτα και η Σίβυλλα (98) ειπούσα προς την πόλιν

Βάπτεσαι μεν εις το ύδωρ, ασκέ, αλλ' αβύθιστος μένεις.

Κ.Ε. Θέλων δε ν' αυξήση έτι μάλλον την πόλιν, προσεκάλεσεν όλους εις αυτήν να ζώσιν ισόνομοι, και λέγουσιν ότι εκ των καιρών του Θησέως σώζεται κήρυγμα «Εδώ συνάγεσθε, όλ' οι λαοί», (99) όταν καθίστα ένα δήμον εξ όλων ομού εν Αθήναις. Δεν αφήκεν όμως πάλιν την δημοκρατίαν να γίνη άτακτος και ανάμικτος εξ όλου του πλήθους όσον άνευ διακρίσεως εχύθη εντός αυτής· αλλά πρώτος εχώρισε τους Ευπατρίδας, τους Γεωργούς και τους τεχνίτας (100), και προσδιορίσας, οι μεν Ευπατρίδαι να επιτηρώσι τα θεία, και να γίνωνται άρχοντες, και να είναι νομοδιδάσκαλοι, και εξηγηταί των οσίων και των ιερών, ανέδειξεν αυτούς ούτως ειπείν ίσους προς τους άλλους πολίτας· διότι οι μεν Ευπατρίδαι εφαίνοντο υπερέχοντες κατά την δόξαν, οι δε Γεωργοί κατά την χρησιμότητα, και οι Τεχνίται κατά το πλήθος. Ότι δε πρώτος έκλινε προς τον όχλον, ως λέγει ο Αριστοτέλης, και αφήκε την μοναρχίαν, φαίνεται ότι και ο Όμηρος το μαρτυρεί εις τον κατάλογον των πλοίων (101), όπου μόνους τους Αθηναίους επονομάζει δήμον. Έκοψε δε και νόμισμα, και εχάραξε βουν επί αυτού, ή διά τον Μαραθώνιον ταύρον (102), ή διά τον στρατηγόν Μίνωα, ή παρακινών τους πολίτας εις γεωργίαν. Λέγεται δ' ότι απ' εκείνου του νομίσματος ωνομάσθη το δεκάβοιον και το εκατόμβοιον (103). Κυριεύσας δε και την Μεγαρίδα, και ενώσας αυτήν ασφαλώς μετά της Αττικής, έστησε την περίφημον στήλην εις τον Ισθμόν, εφ' ής επέγραψεν επίγραμμα εις οροθεσίαν της χώρας διά δύω τριμέτρων, εξ ών το μεν προς ανατολάς έλεγε·

Αυτ' Ιωνία, όχι Πελοπόννησος·

το δε προς δυσμάς,

Όχ' Ιωνία αύτη, Πελοπόννησος·

Και πρώτος εσύστησε τον αγώνα, αντιφιλοτιμούμενος προς τον Ηρακλέα, διά να εορτάζωσιν οι Έλληνες, καθώς δι' εκείνον τα Ολύμπια εις τον Δία, ούτω δι' αυτόν τα Ίσθμια εις τον Ποσειδώνα· διότι ο εις τιμήν του Μελικέρτου (104) υπάρχων αυτόθι αγών, εγίνετο διά νυκτός, και είχε χαρακτήρα τελετής μάλλον παρά θεάματος και πανηγυρισμού. Τινές δε λέγουσιν ότι εσύστησεν ο Θησεύς τα Ίσθμια διά τον Σκίρωνα, θέλων ν' αγνισθή διά τον φόνον αυτού ως συγγενούς· διότι ο Σκίρων ήτον υιός του Κανήθου (105) και της Ηνιόχης, της θυγατρός του Πιτθέως. Κατ' άλλους δ' ήτον ο Σίννις και ουχί ο Σκίρων, και λέγουσιν ότι δι' αυτόν, ουχί δι' εκείνον, ετέθη ο αγών υπό του Θησέως. Διέταξε δε και συνεφώνησε μετά των Κορινθίων, να δίδωσι πρωτοκαθεδρίαν εις τους Αθηναίους τους ερχομένους εις τα Ίσθμια, εφ' όσον τόπον ήθελε καταλάβη απλούμενον το ιστίον του πλοίου του φέροντος τους προσκυνητάς, καθώς ιστορούσιν ο Ελλάνικος (106), και Άνδρων ο Αλικαρνασσεύς (107).

ΚΣΤ. Έπλευσε δε και εις τον Εύξεινον Πόντον, ως μεν λέγουσιν ο Φιλόχορος και άλλοι τινές, εκστρατεύσας μετά του Ηρακλέους κατά των Αμαζόνων, και έλαβεν ως άθλον της ανδρείας του την Αντιόπην αλλ' οι περισσότεροι, και μεταξύ αυτών και ο Φερεκύδης (108), και ο Ελλάνικος, και ο Ηρόδωρος (109), λέγουσι μετά περισσοτέρας πιθανότητος, ότι ο Θησεύς έπλευσε μετά τον Ηρακλήν μόνος του, και έλαβε την Αμαζόνα αιχμάλωτον· διότι περί ουδενός άλλου των όσοι συνεξεστράτευσαν μετ' αυτού δεν διηγείται η ιστορία ότι έλαβεν αιχμάλωτον Αμαζόνα. Ο δε Βίων (110) λέγει ότι και ταύτην δι' απάτης την έλαβε και απήλθε· διότι αι Αμαζόνες, αγαπώσαι τους άνδρας, δεν έφυγον τον Θησέα όταν προσέβαλε την χώραν, αλλά και δώρα προς φιλοξενίαν τω έπεμψαν· εκείνος δε παρεκάλεσε την φέρουσαν αυτά να εμβή εις το πλοίον, και άμα εισήλθεν, απέπλευσε. Μενεκράτης δέ τις, όστις εξέδωκεν ιστορίαν της πόλεως Νικαίας της εν Βιθυνία (111), λέγει ότι ο Θησεύς διέτριψεν εις εκείνους τους τόπους έχων την Αντιόπην, και συνέπεσε να συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού τρεις αδελφοί, καλούμενοι Εύνεως, Θόας και Σολόων. Ο τελευταίος δ' ούτος ότι ηγάπησε την Αντιόπην, και προς πάντας μεν τους άλλους έκρυπτε το πάθος του, εις ένα δε μόνον των φίλων του το εξεμυστηρεύθη, όστις εσύντυχε περί τούτου μετά της Αντιόπης· αυτή όμως την μεν πρότασιν αυτού απέρριψε, προσηνέχθη δε μετά πολλής φρονήσεως και πραότητος, και δεν κατηγόρησε τον άνθρωπον προς τον Θησέα. Ως δ' απηλπίσθη ο Σολόων, ερρίφθη είς τινα ποταμόν και απέθανεν· ο δε Θησεύς, μαθών τότε την αιτίαν και το πάθος του νεανίσκου, βαρέως ελυπήθη, και θλιβόμενος, ανεπόλησε χρησμόν τινα όστις είχε τω δοθή άλλοτε εν Δελφοίς παρά της Πυθίας, όταν εις ξένην γην δυσαρεστηθή μεγάλως και γίνη περίλυπος, να κτίση πόλιν εκεί, και ν' αφήση ως αρχηγούς αυτής τινάς των συντρόφων του. Εκ τούτου λοιπόν λέγει ότι την μεν πόλιν ήν έκτισεν ωνόμασε Πυθόπολιν, ένεκα του Θεού, τον δε πλησίον ποταμόν εκάλεσε Σολόοντα, εις τιμήν του νεανίσκου· ότι δ' αφήκεν εκεί και τους αδελφούς αυτού ως επιστάτας και νομοθέτας, και μετ' αυτών και τον Έρμον, άνδρα εκ των Αθηναίων Ευπατριδών, εξ ού και οι Πυθοπολίται καλούσιν ένα τόπον «οικίαν Ερμού», κακώς περισπώντες την δευτέραν συλλαβήν, και μεταφέροντες την δόξαν από του ήρωος εις τον Θεόν.

Κ.Ζ. Ο πόλεμος λοιπόν των Αμαζόνων τοιαύτην είχε την πρόφασιν. Φαίνεται δ' ότι ο αγών αυτού δεν έγινε ταπεινός ουδέ γυναικείος· διότι δεν θα εστρατοπέδευον εις αυτήν την πόλιν των Αθηνών, ούτε θα συνήπτον μάχην αμέσως παρά την Πνύκα και το Μουσείον (112), αν δεν εκυρίευον την χώραν και επλησίαζον εις την πόλιν αφόβως. Και ότι μεν ήλθον διαβάσαι, ως ιστορεί ο Ελλάνικος, παγωμένον τον Κιμέριον Βόσπορον (113), είναι δύσκολον να πιστευθή. Ότι δ' εστρατοπέδευσαν εντός αυτής της πόλεως τούτο μαρτυρούσι και τα ονόματα των τόπων και οι τάφοι των πεσόντων. Και επί πολύν μεν καιρόν εδίσταζον αμφότερα τα μέρη, και ανέβαλλον την κατ' αλλήλων προσβολήν. Τέλος δ' ο Θησεύς, κατά τινα χρησμόν, θυσιάσας εις τον Φόβον, εκινήθη κατ' αυτών. Εγένετο δ' η μάχη τον Βοηδρομιώνα (114) μήνα, και δι' αυτήν τελούσι μέχρι τούδε οι Αθηναίοι θυσίαν λεγομένην Βοηδρόμια. Ιστορεί δε και ο Κλείδημος (115), έχων την αξίωσιν να εκθέση ακριβώς τα καθέκαστα, ότι η μεν αριστερά πτέρυξ των Αμαζόνων εξετείνετο προς το καλούμενον σήμερον Αμαζόνειον, η δε δεξιά έφθανεν εις την Πνύκα κατά την Χρύσαν (116)· ότι δ' οι Αθηναίοι επολέμουν κατά των Αμαζόνων, ορμήσαντες από του Μουσείου, και ότι υπάρχουσι τάφοι των πεσόντων περί την πλατείαν ήτις παρά το ηρώον του Χαλκώδοντος (117) φέρει προς τας πύλας αίτινες ήδη καλούνται Πειραϊκαί (118) και ενταύθα μεν ότι εδιώχθησαν μέχρι των Ευμενίδων (119), υποχωρήσαντες εις τας γυναίκας· προσβαλόντες όμως αυτάς από του Παλλαδίου (120) και του Αρδηττού (121) και του Λυκίου (122), απέκρουσαν το δεξιόν αυτών μέχρι του στρατοπέδου, και πολλάς εθανάτωσαν· τον δε τέταρτον μήνα ότι έγιναν συνθήκαι διά της Ιππολύτης· διότι Ιππολύτην ονομάζει αυτός και ουχί Αντιόπην την νυμφευθείσαν τον Θησέα. Τινές δε λέγουσιν ότι πολεμούσα η γυνή αύτη ομού μετά του Θησέως, έπεσεν ακοντισθείσα υπό της Μολπαδίας, και η στήλη ήτις είναι πλησίον εις της Γης της Ολυμπίας το ιερόν (123), ότι δι' αυτήν εστήθη. Παράδοξον δεν είναι ότι επί πραγμάτων τόσον παλαιών πλανάται η ιστορία· αφ' ού λέγουσιν ότι και αι πληγωθείσαι Αμαζόνες, σταλείσαι κρυφίως υπό της Αντιόπης εις την Χαλκίδα, εύρον περιποιήσεις, και μερικαί εξ αυτών ετάφησαν εκεί περί το λεγόμενον Αμαζόνειον. Αλλά του ότι τουλάχιστον ο πόλεμος ετελείωσε διά σπονδών, υπάρχει απόδειξις το όνομα του τόπου πλησίον του Θησείου, ότι ονομάζεται Ορκωμόσιον, και η θυσία ήτις έκπαλαι τελείται εις τας Αμαζόνας προ των Θησείων (124) Δεικνύουσι δε και οι Μεγαρείς τάφον Αμαζόνων εις την πόλιν των, κατά την οδόν την από της αγοράς προς τον καλούμενον Ρουν (125), όπου είναι το Ρομβοειδές (126). Λέγεται δ' ότι άλλαι απέθανον και περί την Χαιρώνειαν (127), και ετάφησαν παρά το ρευμάτιον, το καλούμενον άλλοτε μεν, ως φαίνεται, Θερμώδων (128), τώρα δε Αίμων· περί τούτων όμως έγραψα εν τω βίω του Δημοσθένους (129). Φαίνεται δ' ότι ουδέ την Θεσσαλίαν επέρασαν ανενόχλητοι αι Αμαζόνες, διότι τάφοι αυτών δείκνυνται και τώρα ακόμη περί την Σκοτουσαίαν και τας Κυνός Κεφαλάς (130).

ΚΗ. Και ταύτα μεν είναι τα αξιομνημόνευτα περί των Αμαζόνων διότι όσα περί επαναστάσεως των Αμαζόνων έγραψεν ο ποιητής της Θησηίδος, λέγων ότι όταν ο Θησεύς ενυμφεύετο την Φαίδραν, επετέθη κατ' αυτού η Αντιόπη βοηθουμένη υπό των Αμαζόνων, και ότι ο Ηρακλής τας εφόνευσεν, όλα ταύτα πολύ ομοιάζουσι μύθους και πλάσματα. Ενυμφεύθη δε την Φαίδραν αφ' ού απέθανεν η Αντιόπη, έχων υιόν τον Ιππόλυτον εκ της Αντιόπης· ο δε Πίνδαρος λέγει τον Δημοφώντα. Τας δε δυστυχίας αυτής και του υιού του, επειδή περί αυτών δεν αντιφάσκουσιν αι διηγήσεις των ιστορικών προς τας των τραγικών, πρέπει να τας παραδεχθώμεν ότι συνέβησαν ως εκείνοι όλοι τας διηγούνται.

ΚΘ. Υπάρχουσιν όμως περί των γάμων του Θησέως και έτεροι λόγοι, οίτινες δεν εδραματουργήθησαν διά την σκηνήν, ούτε τας αρχάς δικαίας, ούτε τα τέλη ευτυχή έχοντες. Λέγεται, φέρ' ειπείν, ότι ήρπασεν Αναξώ τινα Τροιζηνίαν, και ότι φονεύσας τον Σίννιν και τον Κερκύονα, έλαβε διά βίας τας θυγατέρας των· ότι δ' ενυμφεύθη προσέτι και την Περίβοιαν, την μητέρα του Αίαντος, και την Φερέβοιαν, και την Ιόπην, κόρην του Ιφικλέους (131), και τον κατηγορούσιν ότι διά τον έρωτα Αίγλης της κόρης του Πανοπέως, ως προανεφέραμεν, εγκατέλιπε την Αριάδνην κακώς και ουχί πρεπόντως. Επί πάσι δε, ότι η αρπαγή της Ελένης επλήρωσε πολέμου την Αττικήν, εις αυτόν δ' έφερε μέχρι τέλους φυγήν και όλεθρον, ως θέλομεν ειπεί μετ' ολίγον. Εν ώ πολλά εγίνοντο τότε κατορθώματα υπό των ανδρείων, ο Ηρόδωρος (132) νομίζει ότι ο Θησεύς εις ουδέν έλαβε μετοχήν, πλην μετά των Λαπίθων εις την Κενταυρομαχίαν. Άλλοι δε φρονούσιν ότι συνεξέπλευσε και μετά του Ιάσονος εις τους Κόλχους (133) και ότι συνέπραξε μετά του Μελεάγρου (134) εις του κάπρου την κατατρόπωσιν, εξ ού ευρέθη και η παροιμία «Ουχί χωρίς του Θησέως» (135)· ότι δ' αυτός, πολλά και καλά κατορθώσας, ουδενός συμμάχου έλαβε χρείαν, και εκ τούτου επεκράτησεν ο λόγος «Άλλος ούτος Ηρακλής» (136). Εβοήθησε δε και τον Άδραστον (137) να λάβη και ενταφιάση τους πεσόντας υπό την Καδμείαν (138), ουχί ως έγραψεν ο Ευριπίδης εις την τραγωδίαν, διά νίκης κατά των Θηβαίων, αλλά πείσας αυτούς και συνθηκολογήσας· διότι ούτω λέγουσιν οι πλείστοι, και ο Φιλόχορος μάλιστα ότι εκείναι εισίν αι πρώται σπονδαί αίτινες ποτέ έγιναν περί συλλέξεως των νεκρών εκ του πεδίου της μάχης. Εγράφη δ' εις τα περί Ηρακλέους, ότι πρώτος ο Ηρακλής (139) απέδωκε τους νεκρούς εις τους πολεμίους. Δεικνύονται δε τάφοι των μεν στρατιωτών του πολέμου εκείνου εις τας Ελευθεράς (140), των δ' αρχηγών εις την Ελευσίνα, και τούτο κατά χάριν του Θησέως προς τον Άδραστον. Μαρτυρούσι δ' εναντίον των Ικετίδων του Ευριπίδου οι Ελευσίνιοι του Αισχύλου (141), όπου ο Θησεύς εισάγεται ταύτα λέγων.

Α. Η δε φιλία αυτού προς τον Πειρίθουν (142) λέγουσιν ότι έγινε κατά τούτον τον τρόπον. Επειδή μεγάλη ήτον η φήμη της σωματικής δυνάμεως και ανδρείας του, θέλων ο Πειρίθους να δοκιμάση αυτήν και να την γνωρίση, εδίωξε τους βόας του εκ του Μαραθώνος, και όταν ήκουσεν ότι εκείνος τον διώκει ένοπλος, δεν έφυγεν, αλλ' εστράφη και τον επρόσμεινεν. Ως δε είδεν ο είς τον άλλον, και εθαύμασαν το κάλλος, και εξεπλάγησαν διά την τόλμην αλλήλων, δεν επολέμησαν, και πρώτος ο Πειρίθους εκτείνας την δεξιάν, είπε προς τον Θησέα να γίνη αυτός ο ίδιος δικαστής της αρπαγής των βοών, και ότι προθύμως θέλει υποβληθή εις ό,τι τον καταδικάση εκείνος· Αλλ' ο Θησεύς και την ποινήν τω εχάρισε, και τον παρεκάλεσε να γίνωσι φίλοι και σύμμαχοι, και συνέδεσαν την φιλίαν δι' όρκου. Μετά δε ταύτα, νυμφευόμενος ο Πειρίθους την Δηιδάμειαν (143), παρεκάλεσε τον Θησέα να έλθη μετ' αυτού, να γνωρίση την χώραν, και να συναναστραφή τους Λαπίδας. Είχε δε προσκαλέση και τους Κενταύρους εις το δείπνον. Επειδή όμως αυτοί εφέροντο αυθαδώς και μετ' ασελγίας, και μεθύοντες δεν άφηνον τας γυναίκας ησύχους, οι Λαπίθαι ηθέλησαν να τας υπερασπισθώσι, και άλλους μεν εξ αυτών εθανάτωσαν, άλλους δε νικήσαντες εις τον πόλεμον, διά της βοηθείας και του Θησέως, τους εδίωξεν από της χώρας. Ο δε Ηρόδωρος λέγει ότι άλλως έγιναν ταύτα· ότι ο πόλεμος ήτον ήδη κεκηρυγμένος, και ο Θησεύς ήλθε να βοηθήση τους Λαπίθας, και ότι τότε πρώτον εγνώρισεν εξ όψεως τον Ηρακλέα, επιμεληθείς να τον απαντήση εις την Τραχίνα (144), αφ' ού είχεν ήδη παύσει ο Ηρακλής την πλάνην και τους αγώνας του· ότι δ' η συνάντησίς των έγινε μετά πολλής τιμής και φιλοφροσύνης, και μετ' επαίνων πολλών εκατέρωθεν. Πιθανώτερα, όμως φαίνονται λέγοντες όσοι ιστορούσιν ότι πολλάκις αυτοί απηντήθησαν, και ότι ο Ηρακλής εμυήθη (145) δι' επιμελείας του Θησέως, και δι' αυτού έλαβε τον προαπαιτούμενον καθαρμόν, ού είχεν ανάγκην διά τινας πράξεις του ακουσίους.

ΛΑ. Πεντηκοντούτης δε ήτον ήδη, όταν έπραξε τα κατά την Ελένην, μη πρέποντα εις την ηλικίαν του. Διά τούτο, θέλοντες πολλοί να διορθώσωσι την πράξιν ταύτην, ως το μέγιστον των σφαλμάτων του, λέγουσιν ότι δεν την ήρπασεν αυτός, αλλ' ο Ίδας και Λυγκεύς (146), και ότι λαβών αυτήν παρ' αυτών εις παρακαταθήκην, δεν την έδωκεν εις τους Διοσκούρους (147), οίτινες την εζήτουν ή και, μα τον Δία, ότι ο Τυνδάρεως ο ίδιος την παρέδωκεν εις αυτόν, φοβηθείς Ερανοσφόρον, τον υιόν του Ιπποκόωντος (148), όστις ήθελε να λάβη την Ελένην εν ώ ήτον έτι μικρά. Τα δε πιθανώτερα, και τα υπό πλείστων μαρτυρούμενα είναι, ότι αμφότεροι ήλθον εις την Σπάρτην, και αρπάσαντες την κόρην, εν ώ εχόρευεν εις το ιερόν της Ορθίας Αρτέμιδος (149) έφυγον. Όσοι δ' εστάλησαν να τους καταδιώξωσιν, επήγον μόνον μέχρι της Τεγέας (150), και ούτω διέβησαν αυτοί αφόβως την Πελοπόννησον, και εσυμφώνησαν μεταξύ των, όστις μεν λάβη διά κλήρου την Ελένην, να την έχη γυναίκα του, και να βοηθή τον άλλον να νυμφευθή αλλαχού. Ο κλήρος λοιπόν έπεσεν εις τον Θησέα, όστις λαβών την παρθένον, μη ούσαν εισέτι εις ώραν γάμου, την έφερεν εις τας Αφίδνας (151), την κατώκισε μετά της μητρός του, και την έδωκεν εις τον φίλον του Άφιδνον να την φυλάττη άγνωστον εις όλους τους άλλους. Αποδίδων δε τότε εις τον Πειρίθουν την υποσχεθείσαν υπηρεσίαν, ανεχώρησε μετ' αυτού εις Ήπειρον, διά να λάβωσι την θυγατέρα του Αϊδωνέως, βασιλέως των Μολοσσών, όστις, ονομάσας την γυναίκα του Περσεφόνην, την δε θυγατέρα του Κόρην (152), και τον κύνα του Κέρβερον, υπεχρέου όλους τους ζητούντας εις γάμον την νέαν, προς αυτόν να μάχωνται, και να την λάβη όστις ήθελε τον νικήσει. Ακούσας δ' ότι οι μετά του Πειρίθου δεν ήρχοντο διά να την ζητήσωσιν εις γάμον, αλλά διά να την αρπάσωσι συνέλαβεν αυτούς, και τον μεν Πειρίθουν έρριψεν ευθύς εις τον κύνα, όστις τον κατεσπάραξε, τον δε Θησέα εφυλάκισε.

ΑΒ. Κατά δε τον καιρόν εκείνον Μενεσθεύς, ο υιός του Πετεώ, του Ορνέως, υιού του Ερεχθέως, ο πρώτος, ως λέγουσιν, άνθρωπος όστις ήρχισε να δημαγωγή, και να ομιλή κολακεύων τον όχλον, διήγειρε και παρώξυνε τους δυνατούς, οίτινες εβαρύνοντο προ πολλού τον Θησέα, και ενόμιζον ότι αφήρεσε την εξουσίαν και την βασιλείαν αφ' εκάστου των Ευπατριδών^ διότι τους έκλεισεν όλους εις μίαν πόλιν, όπως τους έχη υπηκόους και δούλους του· συγχρόνως δ' ετάραττε και ηρέθιζε τον λαόν, λέγων ότι μόνον όνειρον βλέπουσιν ελευθερίας, εν ώ αληθώς εστερήθησαν και των πατρίδων και των ναών των, διά να έχωσιν, αντί πολλών και αγαθών και γνησίων βασιλέων, ένα μόνον ξένον δεσπότην, και εις αυτόν να προσηλωθώσιν. Εν ώ δ' αυτός ταύτα ενήργει, επήλθον οι Τυνδαρίδαι, και ο πόλεμος πολύ εβοήθησε τους νεωτεριστάς· λέγουσι δέ τινες ότι υπ' αυτού μάλιστα επείσθησαν να εισβάλωσιν εκείνοι. Και κατ' αρχάς μεν ουδόλως έβλαπτον την χώραν, αλλ' απλώς εζήτουν την αδελφήν των. Επειδή δε οι εκ της πόλεως απεκρίθησαν ότι ούτε την έχουσιν, ούτε ηξεύρουσι πού εγκατελείφθη, ήρχισαν τον πόλεμον. Μαθών δ' όπως δήποτε, τοις κατήγγειλεν ο Ακάδημος ότι κρύπτεται εν Αφίδναις· δι' ό και τιμάς απέδωκαν εις αυτόν οι Τυνδαρίδαι εν όσω έζη, και πολλάκις ύστερον εμβαλόντες εις την Αττικήν οι Λακεδαιμόνιοι, και λεηλατούντες την χώραν, μόνην δεν έβλαπτον την Ακαδημίαν (153) εξ αιτίας του Ακαδήμου. Ο δε Δικαίαρχος (154) λέγει ότι συνεξεστράτευσαν τότε εξ Αρκαδίας μετά των Τυνδαριδών ο Εχέδημος και ο Μάραθος, και ότι εκ του Εχεδήμου μεν ωνομάσθη Εχεδημία η νυν Ακαδημία, από δε του άλλου ότι επωνομάσθη ο δήμος Μαραθών, διότι ο Μάραθος παρεδόθη εκουσίως εις σφαγήν προ της μάχης. Ελθόντες λοιπόν οι Τυνδαρίδαι (155) εις τας Αφίδνας, και νικήσαντες, εκυρίευσαν το χωρίον. Εκεί λέγεται ότι εφονεύθη Άλυκος ο υιός του Σκίρωνος, συνεκστρατεύων τότε μετά των Διοσκούρων, και ότι εξ αυτού ωνομάσθη Άλυκος ο τόπος της Μεγαρικής εις όν ετάφη το σώμα του. Ο δ' Ηρέας (156) διηγείται ότι τον Άλυκον εθανάτωσεν αυτός ο Θησεύς περί τας Αφίδνας, και εις απόδειξιν προτείνει τούτους τους στίχους·

. . . Τούτον εντός της ευρείας Αφίδνης υπέρ Ελένης ποτέ της καλής ο Θησεύς πολεμούντα είχε φονεύσει. . .

Αλλά δεν είναι πιθανόν επί παρουσία του Θησέως να εκυριεύθησαν αι Αφίδναι και να ηχμαλωτίσθη η μήτηρ του.

ΑΓ. Εν ώ λοιπόν οι εχθροί κατείχον τας Αφίδνας, και οι κάτοικοι των Αθηνών ήσαν περίφοβοι, ο Μενεσθεύς έπεισε τον δήμον να δεχθή τους Τυνδαρίδας εις την πόλιν και να τους περιποιηθή, ως πολεμούντας κατά μόνου του Θησέως διά την βιαιοπραγίαν αυτού, σωτήρας δ' όντας και ευεργέτας των άλλων ανθρώπων. Εμαρτύρει δε τούτο και ο τρόπος εκείνων διότι, εν ώ εξουσίαζον τα πάντα, τίποτε δεν εζήτησαν, παρά μόνον να μυηθώσι, καθό μη όντες ολιγώτερον του Ηρακλέους φίλοι της πόλεως. Έγινε λοιπόν και τούτο το θέλημά των, διότι ο Άφιδνος τους υιοθέτησεν (157), ως ο Πύλιος τον Ηρακλέα· και έλαβον τιμάς ισοθέους, και επωνομάσθησαν Άνακες, ή διά την γενομένην ανακωχήν, ή δι' ήν έλαβον επιμέλειαν και πρόνοιαν να μη κακοποιηθή κανείς, εν ώ τόσος υπήρχε στρατός εις την χώραν διότι περί των επιμελουμένων ή φυλαττόντων ό,τι δήποτε, λέγομεν ότι «έχουσιν ανακώς». Και ίσως διά τούτο καλούνται Άνακτες και οι Βασιλείς. Τινές δε λέγουσιν ότι ωνομάσθησαν Άνακες διά την εμφάνισιν των αστέρων · διότι οι Αττικοί έλεγον το άνω ανέκας (158), και το άνωθεν ανέκαθεν.

ΛΔ. Ως προς την Αίθραν δε, την μητέρα του Θησέως, λέγεται ότι εγένετο τότε αιχμάλωτος, και απήχθη εις Λακεδαίμονα, και εκείθεν εις Τροίαν μετά της Ελένης· και ότι ο Όμηρος συμμαρτυρεί, λέγων ότι ηκολούθησε την Ελένην.

Αίθρα, η κόρη Πιτθέως, κ' η βοόφθαλμος νέα Κλυμένη.

Άλλοι δ' αποβάλλουσι τούτον τον στίχον ως νόθον, ομοίως και το περί Μουνύχου μύθευμα, του γεννηθέντος δήθεν κρυφίως εν Ιλίω εκ Λαοδίκης (159) και Δημοφώντος (160), και ανατραφέντος υπό της Αίθρας. Ιδιότροπον δε τινα και όλως παρηλλαγμένον λόγον αναφέρει περί της Αίθρας ο Ίστρος (161) εν τω τρισκαιδεκάτω βιβλίω των Αττικών του· ότι κατά τινας Αλέξανδρος ο Πάρις ενικήθη υπ' Αχιλλέως και Πατρόκλου εν Θεσσαλία παρά τον Σπερχειόν, ο δ' Έκτωρ ότι εκυρίευσε και διήρπασε την πόλιν των Τροιζηνίων, και επήρε και την Αίθραν, ήτις είχε μείνει εκεί. Αλλά τούτο φαίνεται εντελώς παράλογον.

Α.Ε. Εν ώ δ' ο Μολοσσός Αϊδωνεύς εξένιζε τον Ηρακλέα, ανέφερε κατά τύχην περί του Θησέως και του Πειρίθου τι ήλθον να πράξωσι και τι έπαθον ανακαλυφθέντες. Ελυπήθη δε βαρέως ο Ηρακλής, διότι ο είς μεν εξ αυτών απέθανεν αδόξως, ο δ' άλλος εκινδύνευε· και περί μεν του Πειρίθου εσκέφθη ότι ουδέν κατώρθου πλέον δι' επιπλήξεων, υπέρ του Θησέως όμως παρεκάλεσε, και εζήτησε να τω δοθή αύτη η χάρις. Ούτω τον εσυγχώρησεν ο Αϊδωνεύς, και αποφυλακισθείς ο Θησεύς επανήλθεν εις τας Αθήνας, όπου οι φίλοι του δεν είχον εισέτι εντελώς νικηθή· και όσα τεμένη υπήρχον πρότερον αφιερωμένα εις αυτόν κατ' απόφασιν της πόλεως, όλα τα καθιέρωσεν εις τον Ηρακλήν, και τα επωνόμασεν αντί Θησείων Ηράκλεια (162), εκτός μόνον τεσσάρων, ως έγραψεν ο Φιλόχορος. Θέλων δε και πάλιν να κυβερνά και να διευθύνη την πολιτείαν, ενέπεσεν εις στάσεις και ταραχάς, διότι όσους αφήκε τρέφοντας μίσος κατ' αυτού, όταν επέστρεψεν, εύρεν ότι ου μόνον τον εμίσουν, αλλά και δεν τον εφοβούντο, του δε δήμου εύρε πολύ μέρος διεφθαρμένον, και θέλον να κολακεύηται, αντί να εκτελή τας προσταγάς του εν σιωπή· και όταν ήθελε να μεταχειρισθή βίαν, είχεν εναντίον του τους δημαγωγούς και τους στασιαστάς· και τέλος, απελπισθείς διά την κατάστασιν των πραγμάτων, τους μεν υιούς του έστειλεν εις Εύβοιαν, προς Ελεφήνορα τον υιόν του Χαλκώδοντος (163) , αυτός δ' ο ίδιος, καταρασθείς τους Αθηναίους εις τον Γαργηττόν (164), εις την θέσιν ήτις ονομάζεται σήμερον Αρατήριον, απέπλευσεν εις την Σκύρον, διότι είχεν, ως ενόμιζε, φιλίαν προς τους εκεί, και εις την νήσον πατρικά κτήματα. Εβασίλευε δε τότε των Σκυρίων ο Λυκομήδης. Προς αυτόν λοιπόν ελθών, εζήτει να λάβη τους αγρούς του οπίσω, διά να κατοικήση εκεί. Τινές δε λέγουσιν ότι παρεκάλει τον βασιλέα να τον βοηθήση κατά των Αθηναίων. Ο δε Λυκομήδης, είτε φοβηθείς την δόξαν του ανδρός, είτε χαριζόμενος εις τον Μενεσθέα, τον έφερεν εις υψηλότατον μέρος της χώρας, ως διά να τω δείξη τους αγρούς εκείθεν, και σπρώξας αυτόν κατά των πετρών, τον εφόνευσε. Τινές δε λέγουσιν ότι έπεσε μόνος του παραπατήσας, όταν, καθώς συνήθιζεν, εξήλθε μετά το δείπνον εις περίπατον. Και τότε μεν ουδείς εφρόντισε διά τον θάνατόν του, διότι των μεν Αθηναίων εβασίλευεν ο Μενεσθεύς, οι δ' υιοί του Θησέως, ως ιδιώται, συνεξεστράτευον μετά του Ελαφήνορος εις το Ίλιον. Αποθανόντος δε του Μενεσθέως εκεί, επέστρεψαν αυτοί και ανέλαβον την βασιλείαν. Χρόνους δε πολλούς ύστερον και πολλά άλλα εκίνησαν τους Αθηναίους να τιμήσωσι τον Θησέα ως ήρωα, και όταν επολέμουν εν Μαραθώνι κατά των Μήδων, ενόμισαν ουκ ολίγοι ότι είδον φάντασμα του Θησέως, όστις ένοπλος εφέρετο εμπρός αυτών κατά των βαρβάρων.

ΑΣΤ. Μετά δε τα μηδικά, επί της αρχοντείας του Φαίδωνος (165) η Πυθία διέταξεν εις τους Αθηναίους, ελθόντας προς το μαντείον, να λάβωσι τα οστά του Θησέως, και θάψαντες αυτά μετά τιμής εις την πόλιν των, να τα φυλάττωσιν. Αλλά και να τα λάβωσιν ήτο δύσκολον, και να γνωρίσωσι πού ήτον ο τάφος του, διά το ακοινώνητον και την αγριότητα των βαρβάρων οίτινες κατώκουν την νήσον. Ο Κίμων όμως, κυριεύσας την νήσον, ως εγράψαμεν εις εκείνου τον βίον, και φιλοτιμούμενος να τον εύρη, είδεν, ως λέγουσιν, αετόν όστις εχτύπα διά του ράμφους του τόπον λοφώδη, και τον έξυε διά των ονύχων. Τότε κατά θείαν έμπνευσιν τω επήλθε να σκάψη εκεί, και εύρε θήκην μεγάλου σώματος, και πλησίον αυτού αιχμήν λόγχης χαλκής και ξίφος. Έφερε λοιπόν αυτά ο Κίμων επί της τριήρους, και οι Αθηναίοι πλήρεις χαράς τα εδέχθησαν μετά λαμπροτάτων πομπών και θυσιών, ως αν είχεν επιστρέψει ο ίδιος εις το άστυ. Και ετάφη μεν εις το μέσον της πόλεως, πλησίον του νυν γυμνασίου (166) είναι δε το ιερόν του άσυλον εις τους δούλους και εις πάντας τους αδυνάτους τους φοβουμένους των ισχυροτέρων την βίαν, διότι και ο Θησεύς ήτον βοηθός και προστάτης των αδικουμένων, και εδέχετο τας δεήσεις των ταπεινοτέρων. Την μεγαλειτέραν δε θυσίαν τελούσιν εις αυτόν κατά την ογδόην του Πυανεψιώνος (167), καθ' ήν ημέραν επέστρεψεν εκ Κρήτης μετά των νέων. Τιμώσι δ' αυτόν και τας άλλας ογδόας, είτε διότι έφθασεν εκ Τροιζήνος την ογδόην εκατομβαιώνος (168), ως διηγείται Διόδωρος ο περιηγητής (169), είτε διότι νομίζουσιν ότι υπέρ πάντα άλλον εις εκείνον μάλλον αρμόζει ο αριθμός ούτος, καθ' ό λεγόμενον υιόν του Ποσειδώνος, όστις κατά τας ογδόας εορτάζεται· καθότι η ογδοάς, ο πρώτος κύβος αριθμού αρτίου, και διπλασία του πρώτου τετραγώνου (170), έχει ως χαρακτήρα το μόνιμον και δυσκίνητον της δυνάμεως του Θεού, όν και Ασφάλιον και Γαιήοχον (171) προσονομάζομεν.

ΡΩΜΥΛΟΣ

Α. Το μέγα της Ρώμης όνομα, το πολλής δόξης τυχόν μεταξύ των ανθρώπων, από τίνος και διά τίνα αιτίαν εδόθη εις την πόλιν, περί τούτου δεν συμφωνούσιν οι συγγραφείς. Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι οι Πελασγοί (172), πλανηθέντες εις τα πλείστα μέρη της οικουμένης, και πολλών ανθρώπων εξουσιάσαντες, κατώκησαν και εκεί, και ωνόμασαν ούτω την πόλιν διά την μεγάλην ρώμην των εις τα όπλα· άλλοι δε ότι, όταν εκυριεύθη η Τρωάς, διέφυγόν τινες, επέτυχον πλοία, και φερόμενοι υπό των ανέμων, κατήντησαν εις την Τυρρηνίαν, και έτυχε ν' αράξωσιν εις τον Θύμβριν ποταμόν (173). Επειδή δ' αι γυναίκες αυτών ήσαν απηυδημέναι και δυσηρεστημέναι εκ της θαλασσοπλοΐας, μία εξ αυτών, ήτις και κατά το γένος και κατά τον νουν φαίνεται ότι υπερείχε των άλλων, Ρώμη ονομαζόμενη, ταις εσυμβούλευσε να καύσωσι τα πλοία. Και αυταί μεν το έπραξαν· οι δε άνδρες των κατά πρώτον μεν ηγανάκτουν· έπειτα όμως εξ ανάγκης αποκατέστησαν περί το Παλλάντιον, και τάχιστα ήρχισαν επιτυγχάνοντες υπέρ πάσαν ελπίδα, ευρόντες γην εύφορον, και περιοίκους οίτινες προθύμως τους εδέχθησαν· διό και άλλας τιμάς απέδωκαν εις την Ρώμην, και την πόλιν ωνόμασαν κατ' αυτήν, ως αιτίαν του οικισμού. Έκτοτε επεκράτησε, λέγεται, αι ρωμαίαι γυναίκες να φιλώσιν εις το στόμα τους συγγενείς και οικείους άνδρας, διότι εκείναι, όταν έκαυσαν τα πλοία, ούτως εφίλουν και εκολάκευον τους άνδρας, παρακαλούσαι αυτούς, και πραΰνουσαι την οργήν των.

Β. Άλλοι δε λέγουσιν ότι το όνομα έδωκεν εις την πόλιν Ρώμην η θυγάτηρ του Ιταλού (174) και της Λευκανίας, κατ' άλλους του Τηλέφου, υιού του Ηρακλέους, νυμφευθείσα τον Αινείαν (175), ή τον Ασκάνιον, υιόν του Αινείου· άλλοι ότι την πόλιν ώκισεν ο Ρωμανός, υιός του Οδυσσέως και της Κίρκης (176)· άλλοι, ο Ρώμος, του Ημαθίωνος (177) ο υιός, σταλείς εκ Τρωάδος υπό του Διομήδους· άλλοι, Ρώμος ο βασιλεύς των Λατίνων, διώξας τους Τυρρηνούς (178), οίτινες είχον μεταβή εκ Θεσσαλίας εις Λυδίαν, και εκ Λυδίας εις Ιταλίαν. Ουδ' όσοι δε, πιθανώτατα πάντων, αποδίδουσιν εις τον Ρωμύλον την επωνυμίαν της πόλεως, ουδ' αυτοί συμφωνούσι περί της γενεαλογίας αυτού, διότι οι μεν θέλουσιν ότι, υιός ων του Αινείου και της Δεξιθέας, θυγατρός του Φόρβαντος (179) εκομίσθη βρέφος εις την Ιταλίαν, ως και ο αδελφός αυτού Ρώμος· ότι δε, πλημμυρήσαντος του ποταμού, τα μεν άλλα πλοιάρια επνίγησαν, το δ' έχον τους παίδας εσώθη απροσδοκήτως, διότι ησύχως εξέπεσεν εις μαλακήν όχθην· εκ τούτου επομένως ότι το μέρος εκείνο ωνομάσθη Ρώμη. Άλλοι λέγουσιν ότι η Ρώμη ην θυγάτηρ της Τρωάδος εκείνης Δεξιθέας, και ότι νυμφευθείσα Λατίνον τον υιόν του Τηλεμάχου, εγέννησε τον Ρωμύλον, άλλοι δε πάλιν ότι τον εγέννησεν η Αιμυλία, θυγάτηρ του Αινείου και της Λαβινίας (180), νυμφευθείσα τον Άρην. Πολλά δε και όλως μυθώδη περί της γεννήσεως αυτού διηγούνται, ότι εις τον Ταρχέτιον (181), βασιλέα των Αλβανών (182) παρανομώματον και ωμότατον, εφάνη εντός του οίκου του θείον φάντασμα, φαλλός (183) υψωθείς εκ της εστίας του, και μείνας πολλάς ημέρας εκεί. Ότι δ' εις την Τυρρηνίαν υπήρχε τότε χρησμός της Τηθύος (184), όστις, ερωτηθείς υπό του Ταρχετίου, τω είπε να προσαγάγη εις το φάντασμα παρθένον, και απ' αυτής θα εγεννάτο υιός ενδοξότατος, και έξοχος κατά την αρετήν και την τύχην και την ανδρείαν ο Ταρχέτιος λοιπόν ότι είπε το μάντευμα εις μίαν των θυγατέρων του και την διέταξε να προσέλθη εις τον φαλλόν, αλλ' αυτή μεν δεν ηθέλησεν, έπεμψε δε μίαν των θεραπαινών της. Όταν όμως ο Ταρχέτιος ενόησε τούτο, οργισθείς, ηθέλησε να φονεύση και τας δύω, αλλ' είδεν εις τον ύπνον του την Εστίαν, ήτις τω απηγόρευσε τον φόνον· τότε δ' ότι παρήγγειλεν εις τας κόρας να υφαίνωσιν ιστόν, δεδεμέναι εις φυλακήν, και όταν τον τελειώσωσιν, ότι τότε θέλει τας δώσει εις γάμον. Και εκείναι μεν ότι ύφαινον δι' όλης της ημέρας· την νύκτα όμως ότι άλλαι, κατά παραγγελίαν του Ταρχετίου, διέλυον τον ιστόν. Η θεραπαινίς εν τούτοις ότι εγέννησε δίδυμα, και ο Ταρχέτιος ότι έδωκεν αυτά είς τινα Τεράτιον διά να τα φονεύση, αλλ' αυτός τα έφερε και τα κατέθεσε πλησίον του ποταμού· εκεί δε λύκαινα ότι ερχομένη τοις έδιδε τον μαστόν, και ότι παντοία πτηνά έφερον τροφήν και εψώμιζον τα βρέφη, έως ότου βουκόλος ιδών και θαυμάσας το γινόμενον, ετόλμησε να πλησιάση και να λάβη τα παιδία. Ότι δε, αφ' ού κατά τοιούτον τρόπον αυτά εσώθησαν, ηλικιωθέντα, επέπεσαν κατά του Ταρχετίου και τον ενίκησαν. Ταύτα διηγείται Προμαθίων τις, γράψας Ιταλικήν ιστορίαν.

Γ. Του δε πιθανωτέρου λόγου και του πλείστους έχοντος μάρτυρας τα κυριώτερα εξέδωκεν εν Ελλάδι Διοκλής ο Πεπαρήθιος (185) όν κατά τα πλείστα ηκολούθησε και ο Φάβιος Πίκτωρ (186). Λέγονται δε και περί τούτων παντοίαι διαφοραί, αλλά τα ουσιωδέστερα εισί ταύτα. Η διαδοχή των βασιλέων της Άλβης, των εκ του Αινείου καταγομένων, κατήντησεν εις δύω αδελφούς, τον Νομήτορα και τον Αμούλιον. Διήρεσε δ' ο Αμούλιος τα πάντα εις δύο μερίδας, την μεν μίαν περιέχουσαν την βασιλείαν, την δ' άλλην τα χρήματα και τον χρυσόν όν είχεν εκ της Τρωάδος, και ο Νομήτωρ έλαβε κατ' εκλογήν την βασιλείαν. Ο Αμούλιος όμως, έχων τα χρήματα, και ως εξ αυτών περισσοτέραν δύναμιν παρά τον Νομήτορα, τω ήρπασε και την βασιλείαν, και φοβούμενος μη εκ της θυγατρός αυτού γεννηθώσιν υιοί, την κατέστησεν ιέρειαν της Εστίας, διά να ζήση πάντοτε άγαμος και παρθένος. Ονομάζουσι δ' αυτήν οι μεν Ιλίαν, οι δε Ρέαν, και άλλοι Σιλουίαν. Αλλά πολύς δεν παρήλθε καιρός, και εφωράθη έγγυος ούσα παρά τον νόμον όστις επεκράτει διά τας Εστιάδας. Και από μεν της εσχάτης ποινής έσωσεν αυτήν Ανθώ, η θυγάτηρ του βασιλέως, παρακαλέσασα τον πατέρα της. Εφυλακίσθη όμως, και εφυλάττετο ακοινώνητος, διά να μη γεννήση κρυφίως του Αμουλίου. Εγέννησε δε δύο υιούς υπερφυείς κατά το μέγεθος και το κάλλος· διά τούτο έτι μάλλον φοβηθείς αυτούς ο Αμούλιος, παρήγγειλεν υπηρέτην να τους λάβη και να τους ρίψη. Λέγουσι δε τινες ότι ωνομάζετο ούτος Φαυστύλος, άλλοι δ' ότι ουχί αυτός, αλλ' ο σώσας αυτούς. Κατέθεσε λοιπόν ο υπηρέτης τα βρέφη εις σκάφην, και κατέβη εις τον ποταμόν να τα ρίψη· ιδών όμως πολύ και ορμητικόν το ρεύμα κατερχόμενον, εφοβήθη να πλησιάση, και αφήσας την σκάφην πλησίον της όχθης, ανεχώρησε. Ο ποταμός εν τούτους εξηπλούτο, και η πλημμύρα, καταλαβούσα την σκάφην και υψώσασα αυτήν ησύχως, την έφερεν εις θέσιν ικανώς μαλακήν, ήτις σήμερον ονομάζεται Κερμανόν, το πάλαι δε, ως φαίνεται, Γερμανόν, διότι και τους αδελφούς Γερμανούς (187) ονομάζουσιν.

Α. Υπήρχε δ' εκεί πλησίον ερινεός, όν εκάλουν Ρωμινάλιον, ή διά τον Ρωμύλον, ή, ως πολλοί νομίζουσι, διότι τα μηρυκώμενα (188) θρέμματα υπό την σκιάν αυτού ανεπαύοντο την μεσημβρίαν, ή μάλλον διά το βύζαγμα των βρεφών· καθότι οι παλαιοί Ρούμαν ωνόμαζον την ρώγαν του μαστού, και Ρουμουλίαν ονομάζουσι θεάν τινα, ήτις φαίνεται των νηπίων επιμελουμένη, και θύουσιν εις αυτήν νηφάλια (189), και σπένδουσι γάλα εις τα ιερά. Εν ώ λοιπόν εκεί έκειντο τα παιδία, λέγεται ότι ήλθεν η λύκαινα και τα εθήλαζε, και ότι ήρχετο και δρυοκολάπτης (190) και τα έτρεφε μετ' αυτής και τα εφύλαττε. Τα ζώα ταύτα θεωρούνται ως ιερά του Άρεως· τον δε δρυοκολάπτην εξόχως σέβονται και τιμώσιν οι Λατίνοι· διά τούτο μάλιστα επιστεύθη όταν έλεγεν η γεννήσασα τα παιδία, ότι εκ του Άρεως τα εγέννησεν, ει και λέγουσιν ότι εξηπατήθη υπ' αυτού του Αμουλίου, όστις τη εφάνη ένοπλος και την ήρπασεν. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι το όνομα της τροφού, διά το αμφίβολον της σημασίας του, έτρεψε την φήμην προς το μυθώδες, διότι οι Λατίνοι ωνόμαζον Λούπας τας λυκαίνας εκ των θηρίων, και εκ των γυναικών τας εταίρας· και ότι τοιαύτη ήτον η γυνή του Φαυστύλου, του θρέψαντος τα βρέφη, Άκκα Λαρεντία ονομαζομένη. Εις αυτήν θύουσιν οι Ρωμαίοι, και σπονδάς τελεί εις αυτήν κατ' Απρίλιον ο ιερεύς του Άρεως, και Λαρεντίαν καλούσι την εορτήν.

Ε. Τιμώσι δε και άλλην Λαρεντίαν δι' αιτίαν τοιαύτην. Ο νεωφύλαξ του Ηρακλέους, βαρυνόμενος εξ αργείας, ως φαίνεται, επρότεινεν εις τον Θεόν να παίξωσι κύβους, και είπε καθ' εαυτόν, αν μεν νικήση, να λάβη καλόν τι παρά του Θεού, αν δε νικηθή, να προσφέρη εις τον Θεόν άφθονον τράπεζαν και ωραίαν γυναίκα να συναναπαυθή. Ούτως έθεσε τας ψήφους, άλλας υπέρ του Θεού και άλλας υπέρ εαυτού, και ρίψας, εφάνη νικώμενος· θέλων δε να μείνη πιστός εις τον λόγον του, και δίκαιον νομίζων να τηρήση ό,τι υπεσχέθη, ητοίμασε δείπνον διά τον Θεόν, και μισθώσας την Λαρεντίαν, ωραίαν ούσαν, αλλ' ουχί έτι επίσημον, προσεκάλεσε και εφίλευσεν αυτήν εις τον ναόν, και στρώσας κλίνην εντός αυτού, την έκλεισε μετά το δείπνον, ως αν έμελλε να νυμφευθή τον Θεόν. Λέγεται δ' ότι και ο Θεός ήλθε προς την γυναίκα, και την παρήγγειλε ν' απέλθη το πρωί εις την αγοράν, και χαιρετήσασα τον πρώτον όν ήθελεν απαντήση, να συνδέση μετ' αυτού φιλίαν. Την απήντησε λοιπόν πολίτης ηλικιωμένος, και ικανήν έχων περιουσίαν, χωρίς παιδίων και γυναικός, Ταρρούτιος ονομαζόμενος. Ούτος γνωρίσας την Λαρεντίαν, την ηγάπησε, και αποθανών την αφήκε κληρονόμον εις πολλά και καλά κτήματα, ών εκείνη τα πλείστα έδωκεν εις τον δήμον διά διαθήκης. Λέγεται δ' ότι, ένδοξος ήδη ούσα, και νομιζομένη αγαπητή των Θεών, εγένετο άφαντος εις αυτόν εκείνον τον τόπον, εις όν εκείτο και η προτέρα Λαρεντία. Καλείται δε ήδη ο τόπος Βήλαυρον, διότι πολλάκις, όταν ο ποταμός επλημμύρει, διήρχοντο κατά την θέσιν ταύτην διά πορθμείων εις την αγοράν ονομάζουσι δε την πορθμείαν Βηλατούραν (191). Τινές δε λέγουσιν ότι την πάροδον ήτις έφερεν εκ της αγοράς εις τον Ιππόδρομον οι παρασκευάζοντες το θέαμα εκάλυπτον δι' ιστίων, αρχόμενοι από τούτου του μέρους· ονομάζουσι δε Ρωμαϊστί το ιστίον Βήλον (192). Διά ταύτα λοιπόν τιμάται η δευτέρα Λαρεντία παρά τοις Ρωμαίοις.

ΣΤ. Τα δε βρέφη ανέσωσεν ο Φαυστύλος, χοιροβοσκός του Αμουλίου, χωρίς ουδείς να τον εννοήση, ως όμως τινές λέγουσι, πλησιέστεροι εις την πιθανότητα, εν γνώσει του Νομήτορος, όστις εχορήγει κρυφίως τροφάς εις τους τρέφοντας. Και λέγεται ότι και γράμματα έμαθον οι παίδες κομισθέντες εις Γαβίους (193), και όλα τ' άλλα όσα χρήσιμα εις τους ευγενείς. Ιστορούσι δ' ότι ωνομάσθησαν και ούτοι από του μαστού, διότι τους είδον θηλάζοντας το θηρίον, Ρώμυλος και Ρώμος (194). Και ευθύς μεν εκ της νηπιακής αυτών ηλικίας η των σωμάτων ευγένεια ενέφαινε διά του μεγέθους και διά του κάλλους αυτών την φύσιν των παιδίων. Αυξήσαντες δε, ήσαν και οι δύω θυμοειδείς και μεγαλόψυχοι προς τους φαινομένους κινδύνους, και ακατάπληκτον έχοντες τόλμην. Ο δε Ρωμύλος εφαίνετο γνωστικώτερος, και πολιτικήν έχων σύνεσιν, αποδεικνύων κατά τας σχέσεις προς τους γείτονας επί βοσκών και επί κυνηγίων ότι ηγεμονικόν μάλλον παρά ευπειθή έλαβεν εκ φύσεως χαρακτήρα. Διά τούτο ηγαπώντο υπό των ομοφύλων και των νεωτέρων των κατεφρόνουν δε τους βασιλικούς επιστάτας και οικονόμους και αγελάρχας, ως μη ανωτέρους αυτών κατά την ανδρείαν, και ούτε δι' απειλάς ούτε διά την οργήν αυτών εφρόντιζον. Έζων δε και διέτριβον ελευθερίως, ελευθέριον νομίζοντες ουχί την αργίαν και την απονίαν, αλλά τα γυμνάσια, και τα κυνήγια, και τας εκδρομάς, και την καταδίωξιν των ληστών, και την σύλληψιν των κλεπτών, και την από της βίας απαλλαγήν των αδικουμένων. Ως προς ταύτα λοιπόν ήσαν περιβόητοι.

Ζ. Συνέβη δε ποτέ τις φιλονεικία μεταξύ των βουκόλων του Νομήτορος, και των του Αμουλίου, και αρπαγή των βοσκημάτων αυτών. Μη ανεχθέντες δε ταύτην οι δύω νέοι, επέπεσαν επ' αυτούς, τους έτρεψαν εις φυγήν, και αφήρεσαν μέρος πολύ των λαφύρων διά δε την αγανάκτησιν του Νομήτορος ήσαν αδιάφοροι· συνήγον δε και εδέχοντο πολλούς πτωχούς και πολλούς δούλους, μεταδίδοντες εις αυτούς θάρρος και αρχάς φρονήματος επαναστατικού. Εν ώ δ' ο Ρωμύλος ησχολείτο περί θυσίαν τινά, διότι ηγάπα τας θυσίας και την μαντικήν, οι βοσκοί του Νομήτορος, απαντήσαντες τον Ρώμον βαδίζοντα μετ' ολίγων, επέπεσαν κατ' αυτού, και μετά πολλάς πληγάς και τραύματα εκατέρωθεν, ενίκησαν οι του Νομήτορος, και συνέλαβον ζώντα τον Ρώμον, τον έφερον προς τον Νομήτορα και τον κατηγόρησαν^ αλλ' αυτός δεν τον ετιμώρησε, φοβηθείς τον αδελφόν του όστις ήτον θυμώδης. Ελθών όμως προς αυτόν, τον παρεκάλει αυτός να τον εκδικήση, αδελφόν όντα, και υβρισθέντα υπό υπηρετών εκείνου, όντος βασιλέως. Επειδή δε και οι λοιποί κάτοικοι της Άλβης εξέφραζον ομοίως αγανάκτησιν, και ενόμιζον ότι αδίκως έπασχε ταύτα ο ανήρ, υπό τούτων κινηθείς ο Αμούλιος, παρέδωσε τον Ρώμον εις τον Νομήτορα να τον μεταχειρισθή όπως θέλει. Τον παρέλαβε λοιπόν εκείνος, και όταν τον έφερεν εις την οικίαν του, θαυμάζων του νεανίσκου το σώμα, υπερτερούν πάντας κατά το μέγεθος και την δύναμιν, βλέπων δ' εις το πρόσωπον αυτού το θάρρος και της ψυχής την ανδρείαν, αδούλωτον και μη συγκινουμένην υπό των ατυχημάτων, ακούων δε τα έργα και τας πράξεις αυτού σύμφωνα προς όσα έβλεπε, και, το μέγιστον, ως φαίνεται, διά την παρουσίαν Θεού τινος, όστις μεγάλων πραγμάτων αρχάς παρεσκεύαζεν, εξ υπονοιών και εκ τύχης προσεγγίζων εις την αλήθειαν, τον ανέκρινε τις είναι, και πώς εγεννήθη, και διά φωνής πραείας και δ' ημέρου βλέμματος τω έδιδεν εμπιστοσύνην και θάρρος. Εκείνος δ' απεκρίθη μετά τόλμης· «Τίποτε δεν θέλω σοι κρύψει, διότι συ φαίνεσαι του Αμουλίου βασιλικώτερος, και ακούεις και εξετάζεις πριν τιμωρήσης, εν ώ εκείνος καταδικάζει ακρίτους. Κατ' αρχάς μεν ηξεύρομεν ότι είμεθα υιοί του Φαυστύλου και της Λαρεντίας, οικετών του βασιλέως. Είμεθα δε δίδυμοι. Αφ' ού δε κατηγορήθημεν προς σε, και κινδυνεύομεν περί της ζωής μας, ακούομεν μεγάλα περί ημών αυτών. Αν δ' είναι αληθή ταύτα, ο παρών αγών φαίνεται ότι θέλει το αποδείξει· διότι η γέννησις ημών λέγεται απόκρυφος, και εν τη νηπιότητι η θήλασις και η τροφή ημών παράδοξος, ότι ετράφημεν υπό των θηρίων και των σαρκοφάγων ορνέων εις ά ερρίφθημεν, υπό μαστού λυκαίνης και υπό ράμφους δρυοκολάπτου, εντός σκάφης κείμενοι, παρά τον μέγαν ποταμόν. Υπάρχει δε και η σκάφη και σώζεται, και έχει χαλκά υποζώματα, και εις αυτά έχει γράμματα αμυδρώς εγκεχαραγμένα. Ταύτα όμως θέλουσιν ίσως ύστερον καταντήσει γνωρίσματα ανωφελή εις τους γονείς ημών, αφ' ού ημείς φονευθώμεν. Ο Νομήτωρ λοιπόν, και εκ των λόγων τούτων, και τον καιρόν εικάζων εκ της όψεως του νεανίου, δεν απέρριψε την προσμειδιώσαν αυτόν ελπίδα, αλλ' επροσπάθησε να προσέλθη κρυφίως προς την θυγατέρα του, και να τη ειπή περί τούτων, διότι αυστηρώς εφρουρείτο εισέτι εκείνη.

Η. Ο δε Φαυστύλος, ακούσας την σύλληψιν του Ρώμου και την παράδοσιν, απήτησε παρά του Ρωμύλου να τον βοηθήση, τότε σαφώς γνωστοποιήσας εις αυτόν τα περί της γεννήσεώς του, εν ώ πριν τοις έλεγε νύξεις τινάς σκοτεινάς, και πλαγίως τοις εφανέρου τόσα μόνον, όσα ήρκουν ώστε, προσέχοντες εις αυτά, να μη ταπεινοφρονώσι. Λαβών δ' αυτός την σκάφην, επορεύθη προς τον Νομήτορα, σπεύδων και φόβου πλήρης, διότι ο καιρός κατεπείγε. Κινήσας δ' εις υποψίαν τους περί τας πύλας φρουρούς του Βασιλέως, και υποβλεπόμενος υπ' αυτών, και ταραττόμενος όταν ηρωτάτο, εφωράθη ότι έκρυπτε την σκάφην υπό τον μανδύαν του. Συνέπεσε δε να υπάρχη τις μεταξύ αυτών εκ των λαβόντων τα παιδία διά να τα ρίψωσι, και παρευρεθέντων εις την έκθεσιν. Ούτος, ιδών την σκάφην τότε, εγνώρισεν αυτήν εκ της κατασκευής και εκ των γραμμάτων, και υπονοήσας την αλήθειαν, δεν ημέλησεν, αλλ' είπε το πράγμα εις τον Βασιλέα, και παρουσίασε τον Φαυστύλον να έξετασθή. Εις ταύτην δε την πολλήν και μεγάλην στενοχωρίαν, ο Φαυστύλος ουδ' ανίκητος έμεινε μεν, ουδ' εντελώς όμως και εις την βίαν υπέκυψε, και ωμολόγησε μεν ότι οι παίδες εσώθησαν, αλλ' είπεν ότι έβοσκον ποίμνια μακράν της Άλβης· αυτός δ' ότι την σκάφην έφερε προς την Ιλίαν, ήτις πολλάκις επεθύμησε να ιδή και να εγγίση αυτήν, προς βεβαιοτέραν ελπίδα της σωτηρίας των τέκνων της. Ό,τι δε φυσικώς συμβαίνει, εις τους ταραττομένους και πράττοντας εξ οργής ή εκ φόβου, τούτο συνέπεσε να πάθη και ο Αμούλιος· διότι έπεμψε μετά πάσης σπουδής άνδρα άλλως χρηστόν και φίλον του Νομήτορος, να ερωτήση τον Νομήτορα αν έφθασέ τις λόγος εις αυτόν περί των παιδίων, ότι εσώθησαν. Ελθών λοιπόν ο άνθρωπος, και ιδών κατ' αυτήν εκείνην την στιγμήν τον Νομήτορα να εναγκαλίζηται και φιλοφρονήται τον Ρώμον, και τας ελπίδας αυτού ενεψύχωσε, και τους παρεκίνησε δραστηρίως να ενεργήσωσι, και ηνώθη μετ' αυτών και συνέπραττεν. Ουδ' αν ήθελον δε τοις επετρέπετο να χρονοτριβώσι· διότι ο Ρωμύλος επλησίαζεν ήδη, και πολλοί των πολιτών έτρεχον προς αυτόν, κινούμενοι υπό μίσους και φόβου προς τον Αμούλιον. Έφερε δε μεθ' εαυτού και πολλήν δύναμιν τεταγμένην καθ' εκατοστυίας, ών εκάστης ηγείτο ανήρ, έχων περιτετυλιγμένην εις κοντάριον αγκαλίδα χόρτου και κλάδων. Καλούσι δ' αυτά οι Λατίνοι Μανίπλα, εξ ού και μέχρι τούδε εις τα στρατεύματα μανιπλαρίους τούτους ονομάζουσιν (195). Ο μεν Ρωμύλος λοιπόν εκίνει τους εντός εις αποστασίαν, ο δε Ρωμύλος έφερε στρατόν έξωθεν και ο τύραννος, ούτε πράξας ούτε σκεφθείς τι προς σωτηρίαν του εξ απορίας και ταραχής, συνελήφθη και εφονεύθη. Τα πλείστα τούτων λέγει και ο Φάβιος (196) και ο Πεπαρήθιος Διοκλής, όστις φαίνεται πρώτος συγγράψας «Ρώμης κτίσιν»· και πολλοί μεν ύποπτον θεωρούσιν αυτών το δραματικόν και μυθιστορικόν· Αλλά βλέποντες την τύχην ποία και πόσα δημιουργεί, και αναλογιζόμενοι τα πράγματα των Ρωμαίων, δεν πρέπει να δυσπιστώμεν, διότι δεν θα έφθανον εις τοιαύτην ακμήν δυνάμεως, αν ελάμβανον αρχήν ουχί θείαν, ουδ' έχουσαν μέγα τι και παράδοξον.

Θ. Αφ' ού δ' απέθανεν ο Αμούλιος, και τα πράγματα καθησύχασαν, δεν ηθέλησαν ούτε να κατοικήσωσιν εις την Άλβην, εν όσω δεν ήσαν άρχοντες αυτής, ούτε να γίνωσιν άρχοντες εν όσω έζη ο προς πατρός πάππος των. Διά τούτο, δόντες εις εκείνον την ηγεμονίαν, και τας πρεπούσας τιμάς εις την μητέρα αυτών, απεφάσισαν να κατοικήσωσι κατ' ιδίαν, και να κτίσωσι πόλιν εις το μέρος εις ό κατά πρώτον ετράφησαν. Αύτη ήτον η ευπρεπεστάτη των προφάσεων, όταν, έχοντες περί εαυτούς συνηθροισμένους πολλούς δούλους και αποστάτας, ήτον ίσως ανάγκη ή ν' απολέσωσι πάσαν εξουσίαν, αν αυτοί διεσπείροντο, ή να συγκατοικήσωσιν ιδίως μετ' αυτών. Τω όντι της Άλβης οι κάτοικοι απήτουν να μη συναναμιγώσιν οι αποστάται μεθ' εαυτών, ουδ' ήθελον να τους δεχθώσι πολίτας, και τούτο εδήλωσε πρώτον το περί τας γυναίκας τόλμημα, γενόμενον όχι δι' ύβριν, αλλά δι' ανάγκην, και δι' έλλειψιν εκουσίων γάμων διότι αφ' ού τας ήρπασαν, μεγάλως τας ετίμησαν. Έπειτα δ' αμέσως, άμα κατά πρώτον ιδρύθη η πόλις, κατεσκεύασαν ιερόν καταφύγιον διά τους αποστατούντας, ονομάσαντες αυτά Θεού Ασυλαίου, και εδέχοντο εις αυτό πάντας, μη παραδίδοντες ούτε δούλον εις δέσποτας, ούτε πτωχόν εις δανειστάς, ούτε φονέα εις άρχοντας, αλλά λέγοντες ότι εξασφαλίζουσιν εις όλους την ασυλίαν κατά χρησμόν τινα της Πυθίας. Κατ' αυτόν τον τρόπον επληθύνθη ταχέως η πόλις· διότι αι πρώται εστίαι λέγουσιν ότι δεν ήσαν περισσότεραι των χιλίων. Αλλά ταύτα κατόπιν. Ως δ' ωρμήθησαν προς τον συνοικισμόν, ευθύς ήρχισαν διαφερόμενοι περί του τόπου. Και ο μεν Ρωμύλος έκτισε την καλουμένην Ρώμην κουαδράτην, όπερ εστί τετράγωνον (197) και εκείνον τον τόπον ήθελε να κατοικήση. Ο δε Ρώμος έκτισεν ισχυρόν τι χωρίον του Αβεντίνου, ονομασθέν Ρεμώνιον δι' εκείνον, ήδη δε Ριγνάριον καλούμενον. Συμφωνήσαντες δε ν' αφήσωσι την κρίσιν της φιλονεικίας των εις αισίους οιωνούς, εκάθησαν μακράν ο είς του άλλου, και τότε λέγεται ότι εφάνησαν έξ γύπες εις τον Ρώμον και διπλάσιοι εις τον Ρωμύλον. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι ο μεν Ρώμος αληθώς είδε τα όρνεα, ο δε Ρωμύλος ότι εψεύσθη, και ότι οι δώδεκα εφάνησαν εις αυτόν αφ' ού ήλθεν ο Ρώμος. Διά τούτο οι Ρωμαίοι μέχρι τούδε μεταχειρίζονται τους γύπας εις τας οιωνοσκοπίας των. Ο δε Ποντικός Ηρόδωρος (198) λέγει ότι και ο Ηρακλής έχαιρεν όταν γυψ τω εφαίνετο εις πράξιν τινά· διότι το ζώον τούτο είναι πάντοτε το αβλαβέστατον, μη βλάπτον ουδέν των όσα σπείρουσιν ή βόσκουσιν οι άνθρωποι, αλλά τρέφεται από νεκρών σωμάτων, και ούτε φονεύει τίποτε, ουδέ κακοποιεί τι έχον ψυχήν, και μάλιστα και νεκρών απέχει των άλλων πτηνών, διά την συγγένειαν, εν ώ οι αετοί και αι γλαύκες και οι ιέρακες και ζώντα κτυπώσι τα ομόφυλα πτηνά και τα φονεύουσιν αν και κατ' Αισχύλον

Αγνός δεν είναι όρνις όρνιθα φαγών.

Προσέτι δε, τα μεν άλλα ζώσιν ούτως ειπείν πάντοτε προ οφθαλμών ημών, και φαίνονται διά παντός· ο δε γυψ είναι θέαμα σπάνιον, και νεοσσούς γυπός ευκόλως δεν απαντώμεν διά τούτο καί τινες υπώπτευσαν ότι έξωθεν και εξ άλλης γης πετώσιν ενταύθα, εξαιτίας του σπανίου και μη συνεχούς της αυτών εμφανίσεως, οποίον λέγουσιν οι μάντεις ότι είναι το παρά φύσιν και ουχί αφ' εαυτού φαινόμενον, αλλά στελλόμενον υπό των Θεών.

Ι. Αφ' ού όμως εγνώρισε την απάτην ο Ρώμος, ωργίζετο, και εν ώ έσκαπτεν ο Ρωμύλος την τάφρον δι' ής έμελλε να περικυκλούται το τείχος, άλλα μεν των έργων εχλεύαζεν, εις άλλα δ' έφερεν εμπόδια. Τέλος δε, επήδησεν αυτήν (199) και τότε λέγουσιν ότι ενταύθα εφονεύθη, κτυπηθείς κατά τους μεν υπ' αυτού του Ρωμύλου, κατά τους δε υπό τινος των εταίρων αυτού, καλουμένου Κέλερος. Έπεσε δε και ο Φαυστύλος κατά την μάχην, και ο Πλειστίνος, περί ού ιστορούσιν ότι ήτον αδελφός του Φαυστύλου και ότι συνανέθρεψε τον Ρωμύλον. Και ο μεν Κέλερ μετώκησεν εις Τυρρηνίαν, και απ' εκείνου οι Ρωμαίοι Κέλερας (200) καλούσι τους ταχείς και ορμητικούς. Και τον Κόιντον Μέτελλον (201), διότι, όταν απέθανεν ο πατήρ του, εντός ολίγων ημερών ητοίμασε μονομάχων αγώνας, θαυμάσαντες το τάχος της παρασκευής του, τον επωνόμασαν Κέλερα.

ΙΑ. Ο δε Ρωμύλος εν τη Ρεμονία θάψας τον Ρώμον ομού μετά των τροφέων του, κατώκιζε την πόλιν. Έφερε δ' εκ Τυρρηνίας άνδρας τινάς, οίτινες διά κανόνων και διά γραμμάτων ωδήγουν και εδίδασκον όλα τα έργα, ως αν επρόκειτο περί τελετής (202). Εσκάφη λοιπόν λάκκος στρογγυλός όπου σήμερον είναι το Κομίτιον, και εις αυτόν κατετέθησαν απαρχαί όλων όσα μετεχειρίζοντο, είτε διότι ο νόμος τα εθεώρει καλά, είτε διότι η φύσις τα υπεδείκνυεν ως αναγκαία. Και τέλος, οι έποικοι, φέροντες έκαστος ολίγην γην εκ της χώρας εξ ής ήρχετο, την έρριψαν εντός του λάκκου, και την εμίγνυον. Ονομάζουσι δε τον λάκκον τούτον Μούνδον, καθώς και τον Όλυμπον. Έπειτα δε, ως κύκλον πέριξ κέντρου, περιέγραψαν περί αυτόν την πόλιν. Ο δ' οικιστής, προσαρμόσας εις άροτρον χαλκούν υννίον, και ζεύξας βουν αρσενικόν και δάμαλιν, ωδηγεί το ζεύγος, σκάπτον βαθείαν αύλακα κατά το περίγραμμα. Έργα δε των ακολουθούντων είναι να ρίπτωσιν εις την αύλακα τας βώλους όσας εγείρει το άροτρον, και να μη αφίνωσι καμμίαν να τρέπηται προς τα έξω. Και διά μεν της γραμμής ορίζουσι την θέσιν του τείχους, και ονομάζεται κατά συγκοπήν Πωμήριον (203), οίον όπισθεν τείχος, ή μετά τείχους. Όπου δε θέλουσι ν' ανοίξωσι πύλην, αφαιρούσι το υννίον, εγείρουσι το άροτρον, και αφίνουσι διακοπήν της γραμμής. Διά τούτο θεωρούσιν ως ιερόν παν το τείχος, πλην των πυλών. Αν δ' ενόμιζον και τας πύλας ιεράς, δεν θα εδύναντο, χωρίς να φοβηθώσι τους Θεούς, να δέχωνται και να εκπέμπωσι δι' αυτών πολλά των αναγκαίων και των μη καθαρών.

ΙΒ. Ομολογείται δ' ότι η κτίσις έγινεν ένδεκα ημέρας προ των Καλανδών (204) του μαΐου, και την ημέραν ταύτην εορτάζουσιν οι Ρωμαίοι, γενέθλιον της πατρίδος αυτήν ονομάζοντες. Κατ' αρχάς, ως λέγουσιν, ουδέν έμψυχον εθυσίαζον, αλλ' ενόμιζον ότι έπρεπε να φυλάττωσι καθαράν και αναίμακτον την επώνυμον εορτήν της γενέσεως της πατρίδος. Αλλά και προ της κτίσεως έτι είχον κατ' εκείνην την ημέραν ποιμενικήν τινα εορτήν, και ωνόμαζον αυτήν Παρίλια (205) τώρα δ' αι Ρωμαϊκαί νουμηνίαι κατ' ουδέν συμφωνούσι προς τας Ελληνικάς. Εκείνη δ' η ημέρα, καθ' ήν ο Ρωμύλος έκτιζε την πόλιν, λέγεται ότι έτυχε να είναι αληθής τριακάς (206), και ότι έγινε κατ' αυτήν και εκλειπτική σύνοδος σελήνης και ηλίου (207), ήν νομίζουσιν ότι είδε και Αντίμαχος (208) ο εποποιός της Τέου, κατά το τρίτον έτος της έκτης Ολυμπιάδος. Κατά δε τους καιρούς Ουάρρωνος του φιλοσόφου (209), του πολυμαθεστάτου των Ρωμαίων εις την ιστορίαν, υπήρχεν ο Ταρούτιος, φίλος αυτού, φιλόσοφος μεν κατά τ' άλλα και μαθηματικός, ασχολούμενος δε και εις των γενεθλιακών πινάκων την μέθοδον εξ απλής περιεργείας, και φαινόμενος ότι εις αυτήν ηυδοκίμει. Εις αυτόν επρότεινεν ο Ουάρρων να εύρη της γενέσεως του Ρωμύλου την ημέραν και ώραν, υπολογιζόμενος αυτήν εκ των φημιζομένων περιστάσεων του ανδρός, καθώς διεξάγονται αι λύσεις των γεωμετρικών προβλημάτων διότι εφρόνει, ότι διά της αυτής θεωρίας δι' ής ηξεύροντες την γένεσιν του άνθρωπου δυνάμεθα να προειπώμεν τον βίον αυτού, είναι δυνατόν και, δοθέντος του βίου, να ευρεθή ο χρόνος της γενέσεως (210). Ο Ταρούτιος λοιπόν εξεπλήρωσε την παραγγελίαν, και αναμετρήσας όσα έπραξε και όσα έπαθεν ο Ρωμύλος, και τον καιρόν της ζωής και τον τρόπον του θανάτου αυτού, και όλα τα τοιαύτα συναρμολογήσας, απεφήνατο μετά σπανίας τόλμης και αδιστάκτως, ότι ο Ρωμύλος συνελήφθη το πρώτον έτος της δευτέρας Ολυμπιάδος, την δεκάτην τρίτην ημέραν του αιγυπτιακού μηνός Χοιάκ (211), ώραν τρίτην, καθ' ήν εγένετο παντελής έκλειψις του ηλίου· ότι δ' εγεννήθη κατά μήνα Θωθ (212), την εικοστήν πρώτην ημέραν, περί την ανατολήν του ηλίου· η δε Ρώμη ότι εκτίσθη υπ' αυτού την εννάτην Φαρμουθί (213), μεταξύ της δευτέρας και τρίτης ώρας· διότι φρονούσιν ότι και των πόλεων καθώς και των ανθρώπων η τύχη έχει ωρισμένον τινά καιρόν, ευρισκόμενον εκ της θεωρίας της των αστέρων θέσεως επί της πρώτης κτίσεως αυτών. Αλλ' ίσως ταύτα και τα τοιαύτα ολιγώτερον θέλουσιν ελκύσει τους αναγνώστας δι' ό,τι έχουσι παράδοξον και περίεργον, αφ' ό,τι θέλουσι τους ενοχλήσει ως μυθωδώς απίθανα.

Notes in this chapter

Note 1 · Γενικώς ↩Note 2 · ) Ο Πλούταρχος κατ' άλλην τάξιν, ή μάλλον όλως ατάκτως έγραψε τους Βίους του· οι δ' εκδόται αυτού κατέταξαν αυτούς έπειτα κατά χρονολογικήν Note 3 · Επτ. επί Θήβ. 473 και 397-8. ↩Note 4 · Ο Θησεύς ελέγετο υιός του Ποσειδώνος και της Αίθρας, ο δε Ρωμύλος του Άρεως και της Ρέας Σιλβίας. ↩Note 5 · Ομήρ. Ιλιάς II. 281. ↩Note 6 · Πανάρχαιος, αυτόχθων Βασιλεύς των Αθηνών, υιός Ηφαίστου και Αθηνάς, ή Κρανάης, εγγονής του Κραναού, β'. βασιλέως των Αθηνών. Υποτίθεται ζήσαNote 7 · Υιός του Ταντάλου εκ Φρυγίας. Τον μέγαν του πλούτον έλαβεν εκ του όρους Σιπύλου της Μαιονίας. ↩Note 8 · Το γνωστόν διδακτικόν ποίημα του Ησιόδου, το επιγραφόμενον «Έργα και ημέραι». ↩Note 9 · Ησιόδ. Έργ. και Ημ. ΣΤ. 368. ↩Note 10 · Πάλλας, αδελφός του Αιγέως, ελπίζων ότι οι υιοί του θα εκληρονόμουν αυτόν, ως άτεκνον όντα. ↩Note 11 · Εις το παραθαλάσσιον, κατά πρόνοιαν του Πιτθέως, διά να ονομασθή υιός Ποσειδώνος, εις θέσιν επικληθείσαν υπ' αυτού Γεννέθλιον, παρά τον λιμέNote 12 · Σιλανίων, γλύπτης Αθηναίος, σύγχρονος του Αλεξάνδρου. Παρράσιος, περίφημος ζωγράφος Εφέσιος, εις Αθήνας πολιτογραφηθείς επί του ΠελοποννησιαNote 13 · Ιλιάς Β, 543. Ήσαν δ' οι Άβαντες Θράκες την καταγωγήν, κατοικήσαντες και την Εύβοιαν. ↩Note 14 · Εις την ήδη κατοικουμένην υπό των Αβάντων Εύβοιαν μετώκησαν Άραβες μετά του Κάδμου, κατά Στράβ. Ι, 19. ↩Note 15 · Μυσία η ευρωπαϊκή, ή και Μοισία, η μεταξύ Δουνάβεως και Αίμου χώρα της Βουλγαρίας και Σερβίας, κατοικουμένη εξ αρχαιοτάτων χρόνων υπό ΣκυθώνNote 16 · Αρχίλοχος, Πάριος σατυρικός ποιητής, της 7ης, ως νομίζεται, π. Χ. εκατονταετηρίδος. ↩Note 17 · Ο επισημότερος ναός του Ποσειδώνος της Τροιζηνίας έκειτο εις την κορυφήν της νήσου Πόρου, όπου και ερείπια αυτού σώζονται. ↩Note 18 · Ίφιτος, υιός του βασιλέως της εν Ευβοία Οιχαλίας, ού ο Ηρακλής έκλεψε τας ίππους. Ευρών δ' αυτόν μετά ταύτα εις την Πελοπόννησο, τον εκρήμνιNote 19 · Ίδ. Β. Θεμιστ. 3. ↩Note 20 · Ο Σίννης ωνομάζετο Πιτυοκάμπτης, διότι όταν συνελάμβανέ τινα, έκαμπτε δύω πίτυς (δύω πεύκας ελύγιζε), και εις την κορυφήν αυτών αμφοτέρων έδNote 21 · Αστοιβή, είδος φρυγάνου, ούτως εις όλην σχεδόν την Ελλάδα κοινώς καλούμενον. Το αρχαίον στοιβή. ↩Note 22 · Ο Δηιονεύς, αδελφός του Ιφίτου, Ίδ. Σ. 8, 1. ↩Note 23 · Πιθανώς ο εκ Τευθίδος της Αρκαδίας, όστις ηρνήθη να συνεκστρατεύση μετά του Αγαμέμνονος. Ίδ. Παυσ. Η, 28. ↩Note 24 · Πιθανώς φυλή εν Καρία. ↩Note 25 · Κρομμυών, χωρίον μεταξύ Κορίνθου και Μεγάρων, πιθανώς εις Κιναίταν, επονομασθείσα κατά τον μύθον από Κρόμμου του Ποσειδώνος, πιθανώς όμως απNote 26 · Η θέσις των κακουργημάτων τούτων ήτον η «Κακή σκάλα», αι απόκρημνοι «Σκιρωνίδες πέτραι», ως την ωνόμαζον οι αρχαίοι, αι «σκιραί» ή σκληραί κNote 27 · Σιμωνίδης, ποιητής ελεγείων εξ Αμοργού, ακμάσας περί τα 500 π. Χ. ↩Note 28 · Αιακός, υιός του Διός και της Αιγίνης. ↩Note 29 · Κυχρεύς, υιός Ποσειδώνος και Σαλαμίνος. ↩Note 30 · Πηλεύς και Τελαμών, υιοί του Αιακού, άρξαντες ο μεν εν Φθία ο δ' εν Σαλαμίνι. ↩Note 31 · Κερκύων, ληστής και αυτός, προκαλών εις πάλην τους παροδίτας. ↩Note 32 · Ερινεός, θέσις πλησίον της Ελευσίνος, κατά τον Ελευσίνιον Κηφισόν. ↩Note 33 · Πολυπήμονα και ουχί Δαμάστην λέγει τον Προκρούστην ο Παυσανίας. Ούτος ήπλωνε τους ξένους εις κλίνην, και αν μεν ήσαν μακρότεροι αυτής, τοις Note 34 · Βούσιρις, μισόξενος βασιλεύς της Αιγύπτου, υιός του Ποσειδώνος και της Λυσιανάσσης, θυσιάζων εις τον Δία τους ξένους. Ανταίος, υιός της Γης Note 35 · «Τερμέρεια κακά είναι κυρίως η παροιμία, και φαίνεται ότι αληθώς παράγεται εκ του ότι επιφέρουσι το τέρμα του βίου. ↩Note 36 · Τον ρύακα προς δυσμάς των Αθηνών. ↩Note 37 · Ο Αττικός λαός, πριν διαιρεθή εις δήμους πολιτικώς, διηρείτο εις γένη, συγκείμενα εκ μελών εχόντων σχέσιν συγγενικήν ή κοινής καταγωγής, καιNote 38 · Κατά τους αρχαιοτάτους χρόνους ο διά φόνου, έστω και δικαίου, μιάνας τας χείρας του, έπρεπε ν' αγνισθή διά θρησκευτικών τελετών. ↩Note 39 · Θυσία εις τον Μειλίχιον (τον φιλάνθρωπον) Δία. ↩Note 40 · Ο πρώτος μην του αττικού έτους, αντιστοιχεί προς Ιούνιον — Ιούλιον. ↩Note 41 · Μήδεια, θυγάτηρ του Αιήτου, Βασιλέως της Κολχίδος, μάγισσα, έφυγε μετ' Αργοναυτών, και εγκαταλειφθείσα εις την Κόρινθον υπό του Ιάσωνος, κατNote 42 · Δελφίνιον, ναός του Απόλλωνος, όπου συνήρχετο και έν των φονικών δικαστηρίων. Έκειτο προς ανατολάς της πόλεως. ↩Note 43 · Ερμής, το άγαλμα του Θεού, ή μάλλον τετράγωνος στήλη, φέρουσα κεφαλήν Ερμού, και χρησιμεύουσα εις οδοδείκτην ή όριον. ↩Note 44 · Ο Αιγεύς ελέγετο υιός του Σκίρου. ↩Note 45 · Σφηττός, Δήμος της Αττικής, ως φαίνεται κατά τα Μεσόγεια κείμενος, πιθανώς περί το χωρίον το καλούμενον σήμερον Σπάττα. ↩Note 46 · Γαργηττός, δήμος και αυτός, διατηρών το αρχαίον όνομα, εις την πεδιάδα μεταξύ Πεντελικού και Υμητού. ↩Note 47 · Αγνούσιος, εξ Αγνούντος, δήμου και αυτού των Μεσογείων, εις Μαρκόπουλον. ↩Note 48 · Παλλήνη, δήμος πλησιέστατος και αυτός εις τον Γαργηττόν, Βαλλήνη και σήμερον καλούμενος, και, ως φαίνεται, πατρίς των Παλλαντιδών. ↩Note 49 · Λεώ, αττικώς αντί «λαοί». ↩Note 50 · Την Τετράπολιν απετέλουν αι τέσσαρες εις την κοιλάδα του Μαραθώνος κείμεναι κώμαι Μαραθών, Προβάλινθος, Τρικόρυθος και Οινόη, ήτις διατηρεί Note 51 · Φιλόχορος, Αθηναίος ιστοριογράφος, περί τα 200 π. Χ. γράψας εκτός άλλων ιστορίαν της αρχαίας Αττικής. ↩Note 52 · Υιός του Μίνωος, βασιλέως της Κρήτης. ↩Note 53 · Ιδ. και Διόδ. Κ, 61. ↩Note 54 · Εκ δέματος μη σωζομένου. ↩Note 55 · Συνέγραψεν ο Αριστοτέλης περιγραφήν 162 ή κατ' άλλους 255 πολιτειών, δυστυχώς μη διατηρηθείσαν. ↩Note 56 · Οδύσσ. Τ. 179. ↩Note 57 · Εκ Πλάτ. Μίν. σ. 321. Κατά τινας ήσαν δύω Μίνωες, ο πάππος, σοφός και νομοθέτης, και ο εγγονός, ο επιβάλων τον φόρον. ↩Note 58 · Ελλάνικος, ιστορικός εκ Λέσβου, σύγχρονος του Ηροδότου, έγραψεν ιστορίαν της Αττικής. ↩Note 59 · Ίδ. ανωτ. § I. ↩Note 60 · Άραγε Αμαρσίου υιός, ή μη κρύπτεται ίσως ενταύθα κάτοικός τις της περιχώρου του ναού της Αμβροσίας Αρτέμιδος, του σημερινού Αμαρουσίου παρά Note 61 · Ίδ. § I. ↩Note 62 · Πρυτανείον, το οικοδόμημα των συνεδριάσεων των πρυτάνεων, ήτοι των μηνιαίων προέδρων της Βουλής. Η μνεία αυτού επί Θησέως είναι αναχρονισμόςNote 63 · Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ. ↩Note 64 · Ιερά ελαία, ήν εφύτευσεν η Αθηνά επί της Ακροπόλεως εν τω Ερεχθείω, και αφ' ής κατήγοντο όλαι αι ελαίαι των Αθηνών. ↩Note 65 · Εκ των πρώτων ημερών του Απριλίου. ↩Note 66 · Ο τράγος ην ιερός τη Αφροδίτη, ένεκα των ηθών του ζώου, ιδίως μάλιστα εν Κύπρω, όπου επί των νομισμάτων τράγος παρίσταται, και μάλιστα ενίοτNote 67 · Αριάδνη, η θυγάτηρ του Μίνωος, τω έδωκε κλωστήν, δέσας την μίαν άκραν εις την είσοδον του λαβυρίνθου, όταν εισήρχετο, εκράτει την άλλην, καιNote 68 · Φερεκύδαι ήσαν δύο, ο εκ Σύρου της Κυκλάδος, διδάσκαλος του Πυθαγόρου, ο πρώτοις Έλλην πεζογράφος, και έτερος Αθηναίος, ολίγον του Ηροδότου Note 69 · Εδάφη λέγει το κείμενον, υπό Ησυχίου εξηγούμενον αντί εδώλια Ο δε Κοραής εικάζει πιθανώς Λαίφη, ήτοι ιστία, διότι ούτε τα εδάφη ούτε τας έδρNote 70 · Δήμων, αγνώστου εποχής. Έγραψε περί παροιμιών κατά Σουίδαν. ↩Note 71 · Πασιφάη, γυνή του Μίνωος, κόρη του Ηλίου, και αδελφή της Κίρκης και του Αήτου. ↩Note 72 · Κλείδημος, ιστοριογράφος επί των μηδικών, γράψας την ιστορίαν της Αττικής. ↩Note 73 · Τον αρχηγόν των Αργοναυτών. ↩Note 74 · Δήμος, αποτελών τετράκωμον μετά του Πειραιώς, του Φαλήρου και της Ξυπέτης. Ίσως προς τον Πορθμόν της Σαλαμίνος. ↩Note 75 · Ηρέας, ιστορικός άλλως άγνωστος. Ίδ. και Β. ΣΟλ. Ι. ↩Note 76 · Ο τύραννος των Αθηνών, όστις συνήγαγε και διερρύθμισε τα ποιήματα του Ομήρου. ↩Note 77 · Η Νεκυία του Ομήρου, το Λ. της Οδυσσείας. ↩Note 78 · Προφανές ότι Οινοπίων και Στάφυλος εισίν ονόματα αναφερόμενα εις τον μύθον του Βάκχου. ↩Note 79 · Ίων, ποιητής τραγικός και διθυραμβικός, ακμάσας περί Ολυμπ. 82. Ίδ. Σημείωση 388. ↩Note 80 · Παίων, συγγραφεύς αλλαχόθεν άγνωστος, εξ Αμαθούντος της Κύπρου. ↩Note 81 · Γορπιαίος, μην αντιστοιχών προς τον Σεπτέμβριον κατά Μακεδόνας και Σύρους. Η Κύπρος, ως ισχυρώς κατοικουμένη υπό Φοινίκων, φαίνεται ότι είχεNote 82 · Οι Κύπριοι είχον την φοινικικήν λατρείαν της Αστάρτης Αφροδίτης. ↩Note 83 · Λέγεται ότι ο Κρητικός χορός έχει μέχρι τούδε τον αυτόν χαρακτήρα. ↩Note 84 · Δικαίαρχος, εκ Μεσσήνης της Σικελίας, μαθητής του Αριστοτέλους, φιλόσοφος και ιστορικός. Ολίγα της Γεωγραφίας αυτού σώζονται. ↩Note 85 · Αλλαχού (Πότερ. των ζώων φρονιμ.) λέγει δεξιών. Ο αρχαιότατος ούτος βωμός είχε κατασκευασθή υπό του Απόλλωνος εκ κεράτων των δορκάδων άς η ΆNote 86 · Κατά Παυσανίαν εκρημνίσθη από της Ακροπόλεως όπισθεν του Ναού της Νίκης. ↩Note 87 · Ωσχοφόρια, εορτή καθ' ήν παίδες Αθηναίοι κλήματα μετά σταφυλών διά χειρών έχοντες, επόμπευον από του ναού του Βάκχου εις τον της Σκιράδος ΑθNote 88 · Πυανεψιών, ο τέταρτος αττικός μην, αντιστοιχών προς σεπτέμβριον-οκτώβριον. Ωνομάσθη δε, διότι την εβδόμην αυτού ημέραν ετελούντο τα ΠυανέψιαNote 89 · Οι υιοί του Ηρακλέους, διωχθέντες υπό του Ευρυσθέως, κατέφυγον εις Αθήνας και εφιλοξενήθησαν, κατοικισθέντες εις τον Μαραθώνα. ↩Note 90 · Τριακόντορος λέγεται η ναυς η έχουσα τριάκοντα κώπας καθ' όλον το μήκος της πλευράς αυτής· τριήρης, η έχουσα τρεις επαλλήλους σειράς κωπών. Note 91 · Δημ. ο Φαληρεύς διεύθυνε την πολιτείαν εν Αθήναις περί Ολ. 114. Ο Καλλίμαχος (Υμ. εις Δήλον) λέγει το πλοίον τούτο υπάρχον έτι επί ΠτολεμαίοNote 92 · Αυξόμενος λόγος, ή λόγος των αυξομένων, επίνοια των σοφιστών, και ιδίως του Κώου ή Συρακούσιου Επιχάρμου, καθ' ήν τα οργανικά και εις αύξησιNote 93 · Τα ωσχοφόρια, ως αποδεικνύουσι τα καθέκαστα της εορτής, και αυτό το όνομα του γένους του επιμελουμένου της θυσίας, ην εορτή της φθινοπωρινήςNote 94 · Ίδ. ανωτ. §. ΙΘ. ↩Note 95 · Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ. ↩Note 96 · Άστυ έλεγον την πόλιν των Αθηνών. ↩Note 97 · Θυσία διά την μετοικεσίαν δήθεν των δήμων εις Αθηνάς. Ίσως μάλλον διά τας προς τους πολίτας σχέσεις των ξένων μετοίκων. Ο Θουκυδίδης και άλλNote 98 · Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ. ↩Note 99 · Σίβυλλα, όνομα αποδιδόμενον εις μάντιδας διαφόρων μερών. «Η περιφημοτέρα παρά Ρωμαίοις ην η της Κύμης εν Καμπανία» αλλ' η αρχαιοτέρα ην η ΔεNote 100 · «Δεύρ' ίτε πάντες λεώ». ↩Note 101 · Ευπατρίδας, Γεωμόρους, Δημιουργούς. ↩Note 102 · Μέρος του Β της Ιλιάδος. ↩Note 103 · Ίδε ανωτ. § IΔ. ↩Note 104 · Ό,τι ήτον ισότιμον δέκα ή εκατόν βοών. ↩Note 105 · Υιός της Ινούς, ήτις μετ' αυτού ερρίφθη από της Σκιρωνίδος πέτρας, όταν ο ανήρ της Αθάμας την εδίωκε διά να την φονεύση. ↩Note 106 · Κάνηθος, υιός του Άβαντος εξ Ευβοίας. Ίδε μη η υπό τας Σκιρωνίδας πέτρας νέα θέσις Κηνέθα είναι παραφθορά επωνύμου τινός χωρίου του Κανήθου Note 107 · Ίδ. ανωτ. §. ΙΖ. ↩Note 108 · Ανδρών, ιστορικός αλλαχόθεν άγνωστος. ↩Note 109 · Ίδ. ανωτ. §. ΙΘ. ↩Note 110 · Ηρόδωρος, εξ Ηρακλείας του Πόντου, επί Αλεξάνδρου έγραψεν Αργοναυτικά και περί Ηρακλέους. ↩Note 111 · Βίωνες δύω εισί γνωστοί, ο ποιητής ειδυλλίων εκ Σμύρνης, σύγχρονος του Θεοκρίτου, και ο εκ Βορυσθένους, φιλόσοφος της Κυρηναϊκής σχολής. ↩Note 112 · Η μεταξύ Προποντίδος και Ευξείνου πόντου επαρχία τη μικράς Ασίας. ↩Note 113 · Μουσείον, λόφος αντικρύ της Ακροπόλεως, εφ' ού ετάφη ο ποιητής Μουσαίος. Την σήμερον λόφος του Φιλοπάππου, διά το αυτόθι σωζόμενον μνημείον Note 114 · Κιμμέριος Βόσπορος, ο πορθμός του Αζώφ. ↩Note 115 · Βοηδρομιών αντιστοιχεί προς αύγουστον - σεπτέμβριον. ↩Note 116 · Ίδ. ανωτ. §. IΘ. ↩Note 117 · Τις η Χρύσα άγνωστον, και υπ' ουδενός άλλου αναφέρεται συγγραφέως. ↩Note 118 · Η θέσις διατηρεί το αρχαίον όνομα, παραμορφωθέν ολίγον εις «Χαλούρι». Ο δε Χαλκώδων ήτον βασιλεύς των εν Ευβοία Αβάντων. ↩Note 119 · Περαϊκαί πύλαι, προς το νοτιοδυτικόν του Θησείου, υπό τον λόφον των νυμφών. ↩Note 120 · Ευμενίδων ιερόν υπό τον Άρειον Πάγον. ↩Note 121 · Παλλάδιον, δικαστήριον κατά τ' ανατολικά της πόλεως κείμενον. ↩Note 122 · Θέσις προς το στάδιον, αρχαιότατα δικαστήριον. ↩Note 123 · Ναός Απόλλωνος, και γυμνάσιον προς τον Ιλισσόν. ↩Note 124 · Παρά τον ναόν του Ολυμπίου Διός. ↩Note 125 · Της εορτής του Θησέως. ↩Note 126 · Η βρύσις προς βοράν των Μεγάρων, εις τα Πηγάδια. ↩Note 127 · Ρομβοειδές, μνημείον τι ονομασθέν ως εκ του σχήματός του. ↩Note 128 · Πόλις της Βοιωτίας, πατρίς του Πλουτάρχου. ↩Note 129 · Ο Θερμώδων ην και ο ποταμός όστις επήγαζεν εκ της χώρας των Αμαζόνων. ↩Note 130 · Όν επομένως έγραψε προ του Θησέως. ↩Note 131 · Κυνός Κεφαλαί, δύω υψηλοί λόφοι περί την Σκοτουσαίαν, πόλιν της Πελασγιώτιδος εν Θεσσαλία. ↩Note 132 · Ηφικλής, αδελφός του Ηρακλέους. ↩Note 133 · Ίδ. ανωτ. §. ΚΣΤ. ↩Note 134 · Εις την αργοναυτικήν εκστρατείαν. ↩Note 135 · Ηγεμών της Καλυδωνίας εν Αιτωλία, θηρεύσας μετ' άλλων ηρώων τον Καλυδώνιον κάπρον. ↩Note 136 · «Ουκ άνευ Θησέως». ↩Note 137 · Κυρίως ο Θησεύς ήτον ο Ηρακλής των αττικών μύθων. ↩Note 138 · Άδραστος, βασιλεύς του Άργους, πενθερός του Πολυνείκους, είς των Επτά επί Θήβας. ↩Note 139 · Καδμεία, ακρόπολις των Θηβών. ↩Note 140 · Φαίνεται ότι ο Πλούταρχος έγραψε και βίον Ηρακλέους απολεσθέντα. ↩Note 141 · Ελευθερία, φρούριον εις τον Πάρνηθα, την σήμερον Κάζα. ↩Note 142 · Ικέτιδες, τραγωδία σωζομένη του Ευριπίδου. Ελευσίνιοι, τραγωδία απολεσθείσα του Αισχύλου. ↩Note 143 · Πειρίθους, βασιλεύς των Λαπίθων, λαού της Θεσσαλίας. ↩Note 144 · Δηιδάμεια, άλλως γνωστή υπό το όνομα Ιπποδάμεια. ↩Note 145 · Τραχίς, πόλις της Φθιώτιδος εις την Οίτην. ↩Note 146 · Τα μυστήρια ήσαν τα της Ελευσίνιας Δήμητρος. Έκαστος ώφειλε να μυηθή εις αυτά. Αλλ' αν είχε πράξει ανόσιόν τι, προ πάντων φόνον, έπρεπε προηNote 147 · Ίδας και Λυγκεύς, υιοί του Αφαρέως, εκ Μεσσήνης. ↩Note 148 · Οι Διόσκουροι, αδελφοί της Ελένης και της Κλυτεμνήστρας εκ του Διός και της Λήδας, γυναικός του Τυνδάρεω, βασιλέως της Σπάρτης. ↩Note 149 · Ιπποκόων αδελφός του Τυνδάρεω, ού ήρπασε τον θρόνον. ↩Note 150 · Ορθία ελέγετο η Άρτεμις, ής το άγαλμα έφερεν ο Ορέστης εις την Λακωνίαν εκ της Ταυρικής Χερσονήσου. Περί τον βωμόν αυτής εμαστιγούντο οι νέοNote 151 · Τεγέα, πόλις της Αρκαδίας. ↩Note 152 · Αφίδναι, δήμος της Αττικής μεταξύ Αθηνών και Μαραθώνος, παρά την Λιόσαν. ↩Note 153 · Κόρην, ως την κόρην της Δήμητρος, αυτήν ταύτην την Περσεφόνην. ↩Note 154 · Ακαδημία, κήπος του Ακαδήμου, χρησιμεύσας έπειτα εις φιλοσοφικούς περιπάτους. Μέχρι τούδε ονομάζεται κοινώς δημία ή Καθήμιο. ↩Note 155 · Ίδ. ανωτ § ΚΑ. ↩Note 156 · Οι Τυνδαρίδαι ούτοι, ή Διόσκουροι, μετεβλήθησαν εις αστέρας, ών ο είς δύει όταν ανατέλλη ο άλλος. Το Άνακες δε, όθεν δήποτε καν παράγεται, εNote 157 · Ίδε ανωτέρω § Κ. ↩Note 158 · Εις τους αρχαιοτέρους χρόνους φαίνεται ότι όπως μυηθή τις τα Ελευσίνια, έπρεπε να είναι φύσει ή θέσει Αθηναίος, τις δ' ο Πύλιος άγνωστον. ΊσNote 159 · Ανεκάς κατά τον Αριστοφάνην (Σφήκ. 18)· Αλλά το Ανέκαθεν φαίνεται ακριβέστερον αποδεικνύον τον τύπον Ανέκας. ↩Note 160 · Κόρη του Πριάμου. ↩Note 161 · Υιός του Θησέως. ↩Note 162 · Ίστρος, ιστοριογράφος εκ Κυρήνης επί Πτολεμαίων. ↩Note 163 · Ο Θησεύς ήτον ο Ηρακλής των Αθηναίων. Δια τούτο η μεταλλαγή αύτη των ιερών των. ↩Note 164 · Ίδ. ανωτ. § ΚΖ, όπου γράφε Χαλκούρι αντί Χαλούρι. ↩Note 165 · Ίδ. ανωτ. § ΙΓ. ↩Note 166 · Οι άρχοντες εν Αθήναις ήσαν εννέα τον αριθμόν, κατ' έτος αλλάσσοντες· ο είς αυτών ελέγετο Επώνυμος άρχων, διότι κατ' αυτόν ωνομάζετο το έτοςNote 167 · Το επί Πλουτάρχου Γυμνάσιον ην το οικοδομηθέν υπό Πτολεμαίου, μεταξύ της αγοράς και του Θησείου, του ναού υφ' όν ετάφησαν τα οστά του ΘησέωςNote 168 · Σεπς. Οκτώβριος. Ίδε § ΚΒ. ↩Note 169 · Ιούνιος — Ιούλιος. Ίδ. ανωτ. § ΙΒ. ↩Note 170 · Γεωγράφος εκ Χάρακος της Ταυρικής Χερσοννήσου, σύγχρονος του Αυγούστου. ↩Note 171 · Ο πρώτος άρτιος αριθμός είναι 2, άρα ο πρώτος αρτίου κύβος 2 X 2 X 2 = 8. Το πρώτον τετράγωνον είναι 2 X 2 = 4 (διότι 1 Χ 1 = 1)· το δε διπλNote 172 · Ο περικλείων και ασφαλώς συνέχων την γην. ↩Note 173 · Αρχαιοτάτη Ελληνική φυλή, εξ ής επήγασαν, ως φαίνεται πάσαι αι λοιπαί. ↩Note 174 · Τον Τίβεριν ↩Note 175 · Ιταλός, βασιλεύς των Πελασγών. ↩Note 176 · Αινείας, Τρως, υιός Αγχίσου και Αφροδίτης. ↩Note 177 · Κίρκη η μάγισσα, εις ής την νήσον οι οπαδοί του Οδυσσέως μετεμορφώθησαν εις θηρία. ↩Note 178 · Ημαθίων, υιός του Τιθονού και της Ηούς, βασιλεύς των Αιθιόπων. ↩Note 179 · Τυρρηνοί, αρχαιοτάτη Πελασγική φυλή. ↩Note 180 · Φόρβας, βασιλεύς της Λέσβου. ↩Note 181 · Λαβινία, θυγάτηρ του βασιλέως Λατίνου. ↩Note 182 · Ταρχέτιος είναι προφανώς άλλος τόπος του Ταρκύνιος, και αμφότερα του Τυρρηνός εισί δηλαδή ονόματα προσωποποιούντα την αρχαίαν Πελασγικήν φυλNote 183 · Αλβανοί, οι κατοικούντες την Άλβην εν Ιταλία. ↩Note 184 · Σχήμα επίμηκες, θεωρούμενον ως αλεξητήριον κατά της βασκανίας. ↩Note 185 · Τηθύς, θυγάτηρ του Ουρανού και της Γης, γυνή του Ωκεανού, μήτηρ του Κρόνου και της Ρέας. ↩Note 186 · Άγνωστος αλλαχόθεν ιστορικός. ↩Note 187 · Ομοίως. ↩Note 188 · Germanus. ↩Note 189 · Το μηρυκάσθαι λέγεται λατινιστί ρουμινάρι. ↩Note 190 · Θυσία άνευ οίνου. ↩Note 191 · Πτηνόν, ο μυρμηκοφάγος. ↩Note 192 · Velatura ↩Note 193 · Velum ↩Note 194 · Γάβιοι, πόλις του Λατίου εν Ιταλία. ↩Note 195 · Ίδ. ανωτ. §4 ↩Note 196 · Manipulos, Manipulares. ↩Note 197 · Άγνωστος ιστορικός. ↩Note 198 · Αι Τυρρηνικαί πόλεις είχον το σχήμα τετράγωνον. Και η Ρώμη αληθώς φαίνεται ότι ην κατ' αρχάς τυρρηνικόν κτίσμα, διότι και κατά την πρώτην πεNote 199 · Ίδ. Θησ. 101. ↩Note 200 · Επήδησε την τάφρον, χλευάζων την μικρότητα αυτής, κατά Διονύσον τον Αλικαρνασσέα. ↩Note 201 · Celer ↩Note 202 · Κόιντος, ύπατος Ρώμης εν έτει 60 π. Χ., φίλος του Κικέρωνος. ↩Note 203 · Οι άνδρες ούτοι ήσαν οι οιωνοσκόποι. Οι Τυρρηνοί εις όλα τα έργα των ελάμβανον αυτούς οδηγούς. Οι κανόνες δ' ούς υποτίθεται ακολουθήσας ο ΡωNote 204 · Πωμήριον Pomœrium εκ του post, mœrus αντί murus. ↩Note 205 · Της πρώτης. Καλάνδας έλεγον οι Ρωμαίοι την νουμηνίαν, Ειδούς την ημέραν της πανσελήνου, 13ην ή 17ην εκάστου μηνός, και Νόννας την προ ταύτηςNote 206 · Παλίλια ή Παρίλια γράφεται η εορτή παρά Ρωμαίοις· είς τινα δε χειρόγραφα του Πλουτάρχου κοινώς Παλήλια. ↩Note 207 · Τριακοστή ελληνικού μηνός. ↩Note 208 · Έκλειψις ηλίου, ουχί σελήνης, ήτις δεν εδύνατο να συμβή κατά τριακάδα. ↩Note 209 · Αντίμαχος ποιητής επί Πλάτωνος, κατ' άλλους εκ Κλάρου ή Κολοφώνος. ↩Note 210 · Επί Καίσαρος. ↩Note 211 · Τω όντι η θεωρία είναι η αυτή, δηλαδή επίσης ανύπαρκτος δι' αμφότερα. ↩Note 212 · Τέλος Νοεμβρίου. Κατά το έτος εκείνο υπελογίσθη ότι έκλειψις δεν έγινεν. ↩Note 213 · Τέλος Αυγούστου. ↩Note 214 · Τέλος Μαρτίου και αρχάς Απριλίου. ↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings