Front matter (continued 2)
Alexandros Rizos Rankaves translation
ΙΓ. Αφ' ού λοιπόν εκτίσθη η πόλις, πρώτον μεν διήρεσεν εις συντάγματα στρατιωτικά όλον το πλήθος των ενηλίκων και ήτον έκαστον σύνταγμα εκ τρισχιλίων μεν πεζών, τριακοσίων δ' ιππέων, και ώνομάσθη λεγεών, διότι οι μάχιμοι ήσαν εκλελεγμένοι εξ όλων. Έπειτα δε, τους μεν άλλους έθηκεν εις τάξιν δήμου, και Πωπούλους ωνομάσθη το πλήθος (214). Εκατόν δε τους αρίστους ανέδειξε Βουλευτάς, και αυτούς μεν Πατρικίους, το δε σύστημα αυτών εκάλεσε Σενάτον. Σημαίνει δ' ο Σενάτος (215) αληθώς Γερουσίαν· οι δε βουλευταί εκλήθησαν Πατρίκιοι, κατά τους μεν διότι ήσαν παίδων γνησίων πατέρες, κατ' άλλους δε μάλλον, διότι αυτοί είχον να δείξωσι τους ιδίους αυτών πατέρας, πλεονέκτημα ουχί κοινόν εις πολλούς των όσοι πρώτοι συνέρευσαν εις την πόλιν, και κατ' άλλους εκ της Πατρωνείας, ως ωνόμαζον και ανομάζουσι μέχρι τούδε εισέτι την προστασίαν νομίζοντες ότι Πάτρων τις, εκ των ελθόντων μετά του Ευάνδρου (216), προστατευτικός ων και βοηθητικός προς τους υποδεεστέρους, έδωκεν αφ' εαυτού εις το πράγμα την επωνυμίαν. Αλλά μάλλον ήθελεν επιτύχει τις την αλήθειαν, πιστεύων ότι ο Ρωμύλος τοις έδωκε το όνομα τούτο, απαιτών ότι πρέπει οι πρώτοι και δυνατότατοι να επιμελώνται τους ταπεινοτέρους διά πατρικής φροντίδος και κηδεμονίας, συγχρόνως δε διδάσκων τους άλλους να μη φοβώνται, μηδέ να λυπώνται διά τας τιμάς τας αποδιδομένας εις τους καλητέρους αυτών, αλλά να τους αγαπώσι, και πατέρας να τους νομίζωσι. Διά τούτο και μέχρι τούδε τους συγκλητικούς οι μεν ξένοι ονομάζουσιν άνδρας ηγεμόνας, οι ίδιοι δε Ρωμαίοι, πατέρας συγγεγραμμένους (217), όνομα μεταχειριζόμενοι έχον τιμήν μεν και αξίωμα μέγιστον, φθόνον δ' ελάχιστον πάντων. Και κατ' αρχάς μεν ωνόμασαν αυτούς Πατέρας μόνον· έπειτα δε, επειδή προσετίθεντο περισσότεροι, Πατέρας συγγεγραμμένους, Τούτο ην το σεβαστότερον όνομα δι' ού διέκρινε την διαφοράν μεταξύ του βουλευτικού και του δήμου. Διήρει δε δι' άλλων τους δυνατούς από του πλήθους, τούτους μεν Πάτρωνας ονομάζων, όπερ εστί προστάτας, εκείνους δε Κλίεντας, όπερ εστί πελάτας. Συγχρόνως δ' έδωκεν εις αυτούς αφορμήν μεγάλης ευνοίας, ήτις μεγάλα τοις εξησφάλιζε δίκαια. Διότι οι μεν δυνατοί εγίνοντο εξηγηταί των νόμων, και προστάται των δικαζομένων, και πάντων κηδεμόνες και σύμβουλοι· οι δε του πλήθους επεριποιούντο τούτους, ου μόνον τιμώντες αυτούς, αλλά και τας θυγατέρας των νυμφεύοντες μετ' αυτών, όταν οι δυνατοί ήσαν πένητες, και τα χρέη των εξοφλούντες. Ούτε νόμος δέ τις ούτε άρχων ηνάγκαζέ ποτε προστάτην να μαρτυρήση κατά πελάτου, ή πελάτην κατά προστάτου. Εις τους μεταγενεστέρους δε χρόνους τα μεν άλλα δικαιώματα παρέμεινον, αλλά το να λαμβάνωσιν οι δυνατοί χρήματα παρά των ταπεινοτέρων ενομίσθη αγενές και αισχρόν. Ταύτα λοιπόν περί τούτων.
ΙΔ. Κατά δε τον τέταρτον μήνα μετά την κτίσιν, ως ιστορεί ο Φάβιος, έγινε το τόλμημα της αρπαγής των γυναικών. Και λέγουσι μέν τινες ότι φύσει φιλοπόλεμος ων ο Ρωμύλος, και πεισθείς έκ τινων χρησμών ότι η Ρώμη πέπρωται, διά πολέμων τρεφομένη και αυξάνουσα, να γίνη μεγίστη, αυτός πρώτος μετεχειρίσθη βίαν κατά των Σαβίνων· διότι ούτε έλαβε πολλάς παρθένους, αλλά μόνον τριάκοντα, καθό εις πόλεμον μάλλον αποβλέπων παρά εις γάμους. Τούτο όμως δεν είναι πιθανόν· αλλά βλέπων ότι η πόλις επληρώθη ευθύς εποίκων, εξ ών ολίγοι είχον γυναίκας, οι δε πλείστοι ήσαν μιγάδες εξ ανθρώπων απόρων και ασημάντων, οίτινες διά τούτο περιεφρονούντο, και υπετίθεντο ότι δεν θέλουσι μείνει ασφαλώς εις την πόλιν, ελπίζων δε και ότι το αδίκημα ήθελε χορηγήσει συναναμίξεώς τινα τρόπον και αρχήν συγκοινωνίας μετά των Σαβίνων, όταν ήθελαν ημερώσει τας γυναίκας, επεχείρησε το έργον κατά τούτον τον τρόπον. Διεδόθη πρώτον υπ' αυτού λόγος ότι ανεύρε βωμόν Θεού τινος υπό γην κεκρυμμένον. Ωνόμαζον δε τον Θεόν Κώνσον, είτε όντα Θεόν Βουλαίον, διότι μέχρι τούδε λέγουσι Κωνσίλιον το συμβούλιον, και τους Υπάτους Κωνσούλας, δηλαδή προβούλους· είτε όντα Ίππειον Ποσειδώνα, διότι ο βωμός αυτού κείται εντός του μείζονος των Ιπποδρομίων, αφανής μεν κατά τον άλλον καιρόν, μόνον δε κατά τους ιππικούς αγώνας ανακαλυπτόμενος (218). Άλλοι δε πάλιν λέγουσιν ότι, επειδή τα βουλεύματα εισίν αφανή και απόρθητα, διά τούτο ευλόγως ήτον κεκρυμμένος και του Θεού ο βωμός. Όταν δ' ανευρέθη, τότε ετέλεσεν επ' αυτού ο Ρωμύλος και θυσίαν λαμπράν και αγώνα, και θεάματα πανηγυρικά, αφ' ού τα προανήγγειλε. Και συνήλθον μεν πολλοί άνθρωποι, αυτός δε προέδρευε μετά των αρίστων, πορφυράν χλαμύδα φορών. Σύνθημα δε της επιχειρήσεως ήτον, εγερθείς να διπλώση την χλαμύδα του, και να την φορέση έπειτα πάλιν. Πολλοί λοιπόν, ξίφη έχοντες, προσείχον εις αυτόν, και άμα το σημείον εδόθη, σύραντες τα ξίφη, ώρμησαν μετά βοής, και ήρπασαν τας θυγατέρας των Σαβίνων, αυτούς δε φεύγοντας, τους αφήκαν ανενοχλήτους. Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι τριάκοντα μόνον ηρπάγησαν, αφ' ών έλαβον και αι φρατρίαι (219) τα ονόματα αυτών ο δ' Ουαλέριος Αντίας (220), λέγει ότι ηρπάγησαν πεντακόσιαι είκοσι επτά, ο δ' Ιόβας (221) εξακόσιαι ογδοήκοντα τρεις παρθένοι. Μέγα δε δικαιολόγημα του Ρωμύλου είναι ότι γυναίκα ουδεμίαν έλαβον πλην της μόνης Ερσιλίας, περί ής ηπατήθησαν, διότι δεν προέβησαν υβριστικώς και αδίκως εις την αρπαγήν, αλλά διενοήθησαν να συνενώσωσι και συνδέσωσι τα γένη δι' αναποδράστων αναγκών. Περί δε της Ερσιλίας άλλοι μεν λέγουσιν ότι ενυμφεύθη τον Οστίλιον, άνδρα επισημότατον μεταξύ των Ρωμαίων· άλλοι δ' ότι αυτόν τον Ρωμύλον, και ότι εγέννησε τέκνα, μίαν μεν θυγατέρα, ήτις ωνομάσθη Πρίμα διά την τάξιν της γεννήσεώς της, ένα δ' υιόν, όν αυτός μεν ωνόμασεν Αόλλιον, διά την υπ' αυτού συνάθροισιν (222) των πολιτών, αι δε μετά ταύτα τον μετωνόμασαν Αβίλλιον. Και ταύτα μεν ιστορεί Ζηνόδοτος ο Τροιζήνιος (223), αλλά πολλοί τα διαψεύδουσι.
ΙΕ. Μεταξύ δε των αρπασάντων τας παρθένους, λέγεται ότι έτυχον τότε τινές εκ των ασημοτέρων να φέρωσι κόρην έξοχον διά το μέγεθος και το κάλλος της· Απαντώντες δ' αυτούς τινές εκ των καλλητέρων, ήθελον να τοις την αφαιρέσωσι, και τότε αυτοί εκραύγαζον ότι την φέρουσι προς τον Ταλάσιον, νέον άνδρα χρηστόν και επίσημον. Τούτο δ' ακούσαντες εκείνοι, επευφημούντες και χειροκροτούντες επήνουν τον σκοπόν, και στραφέντες οπίσω, παρηκολούθουν, μετ' ευνοίας και χάριτος του Ταλασίου το όνομα αναβοώντες. Έκτοτε οι Ρωμαίοι μέχρι τούδε ψάλλουσιν εις τους γάμους τον Ταλάσιον, ως οι Έλληνες τον Υμέναιον διότι λέγουσιν ότι ο Ταλάσιος ηυτύχησε μετ' εκείνης της γυναικός. Σέξτιος δε Σύλλας ο Καρχηδόνιος, ούτε μουσών εστερημένος ανήρ ούτε χάριτος, έλεγεν εις ημάς, ότι την φωνήν ταύτην έδωκεν ως σύνθημα της αρπαγής ο Ρωμύλος, και όλοι εφώναζον τον Ταλάσιον όσοι έφερον τας παρθένους, και διά τούτο έμεινεν η συνήθεια αύτη κατά τους γάμους. Οι δε πλείστοι νομίζουσι, και εξ αυτών είναι και ο Ιόβας, ότι είναι πρόκλησις και παραίνεσις εις φιλεργίαν και Ταλασίαν, ως εκάλουν των μαλλίων την εργασίαν όταν τα Ιταλικά ονόματα δεν είχον εισέτι επικρατήσει των Ελληνικών (224). Αν δ' ορθώς τούτο λέγηται, και τω όντι μετεχειρίζοντο οι Ρωμαίοι τότε την λέξιν Ταλασία ως ημείς, ημπορεί τις άλλην να εικάση πιθανωτέραν αιτίαν. Όταν οι Σαβίνοι, μετά τον πόλεμον, εσυμβιβάσθησαν προς τους Ρωμαίους, έγινε συνθήκη περί των γυναικών, να μη υπηρετώσιν εις ουδέν άλλο έργον τους άνδρας, εκτός μόνης της ταλασίας. Έμεινε λοιπόν έκτοτε η συνήθεια κατά τους γάμους, οι συγγενείς ή οι παράνυμφοι, ή εν γένει οι παρόντες, να εκφωνώσι παίζοντες τον Ταλάσιον, ως διαμαρτυρόμενοι ότι η γυνή δι' ουδέν άλλο έργον εισέρχεται εις την οικίαν του ανδρός της, πλην διά την ταλασίαν. Διαμένει δε μέχρι τούδε το να μη υπερβαίνη η νύμφη το κατώφλιον του δωματίου οικειοθελώς, αλλά να φέρηται εις αυτό εις τας χείρας άλλων, διότι και εκείναι δεν εισήλθον τότε, αλλά διά της βίας εισήχθησαν. Τινές δε λέγουσιν ότι και το να χωρίζηται η κόμη της νύμφης δι' αιχμής δορατίου, είναι σύμβολον του ότι ο πρώτος γάμος έγινε μετά μάχης και πολεμικώς. Αλλά περί τούτου είπομεν περισσότερα εν τοις Αιτίοις (225). Έγινε λοιπόν της αρπαγής το τόλμημα περί την δεκάτην ογδόην ημέραν του τότε Σεξτιλίου μηνός, όστις ήδη καλείται Αύγουστος, καθ' ήν εορτάζοντο τα Κωνσάλια.
ΙΣΤ. Οι δε Σαβίνοι, πολλοί μεν ήσαν και πολεμικοί, κώμας δε κατώκουν ατειχίστους, διότι άποικοι όντες των Λακεδαιμονίων, προσήκον εφαίνετο να μεγαλοφρονώσι και να μη φοβώνται. Βλέποντες όμως ότι ήσαν δεδεμένοι διά μεγάλων ομήρων, και φοβούμενοι διά τας θυγατέρας των, απέστειλαν πρέσβεις, προκαλούντες συμφωνίας επιεικείς και μετρίας, ν' αποδώση μεν ο Ρωμύλος εις αυτούς τας κόρας, και να επανορθώση το έργον της βίας, μετά ταύτα δε να ενεργήση διά της πειθούς και του νόμου την μεταξύ των γενών φιλίαν και οικειότητα. Ο δε Ρωμύλος, τας μεν κόρας δεν εγκατέλειπε, παρεκίνει δε τους Σαβίνους να δεχθώσι την συνένωσιν· και οι μεν άλλοι έμενον σκεπτόμενοι και προετοιμαζόμενοι· Άκρων δε, ο βασιλεύς των Κενινητών (226) ανήρ θυμώδης και δεινός εις τα πολεμικά, και τα πρώτα τολμήματα του Ρωμύλου είχεν ιδή υπόπτως, και την αρπαγήν των γυναικών θεωρήσας ως πράξιν τοις πάσι φοβεράν, και μη δυναμένην να παροραθή ατιμώρητος, επεχείρησε πόλεμον, και εκινήθη κατ' αυτού μετά πολλής δυνάμεως· ομοίως δ' εκινήθη κατ' εκείνου και ο Ρωμύλος. Άμα δ' έφθασαν πλησίον αλλήλων, και είδον ο είς τον άλλον, προυκαλούντο αμοιβαίως εις μάχην, εν ώ τα στρατεύματα ένοπλα, έμενον ηρεμούντα. Υποσχεθείς δ' ο Ρωμύλος εις τον Δία αν νικήση και κατατροπώση τον εχθρόν, να φέρη αυτός εις τον Θεόν τα όπλα του νικηθέντος και να τω τ' αναθέση, αυτόν μεν ενίκησε και κατετρόπωσε, το δε στράτευμα, έτρεψεν εις φυγήν πολεμήσας, και την πόλιν εκυρίευσε· δεν έβλαψεν όμως όσους συνέλαβεν εντός αυτής, αλλά τοις διέταξε μόνον να κρημνίσωσι τας οικίας των και να τον ακολουθήσωσιν εις την Ρώμην, γινόμενοι πολίται αυτής κατ' ισονομίαν. Είναι δε τούτο το κυρίως αυξήσαν την Ρώμην, ότι πάντοτε προσελάμβανεν ους ενίκα και τους διένεμε μεταξύ των πολιτών. Ο δε Ρωμύλος, διά να εκπληρώση την υπόσχεσίν του κατά τρόπον όσον ευχαριστότερον εις τον Δία και τερπνότερον εις τους οφθαλμούς των πολιτών, παρατηρήσας εις το στρατόπεδον μεγάλην δρυν, την έκοψε και την εμόρφωσεν ως τρόπαιον, και διέθεσε και εκρέμασε πέριξ εν τάξει έκαστον των όπλων του Άκρωνος· ο ίδιος δε περιεζώθη μεν τον χιτώνα, έστεψε δε διά δάφνης την κεφαλήν του φέρουσαν κόμην, και κρατών κάτωθεν το τρόπαιον ορθόν, στηριζόμενον εις τον δεξιόν ώμον του, εβάδιζε ψάλλων πρώτος επινίκιον παιάνα, και παρακολουθούμενος από παντός του στρατού ενόπλου, προς χαράν και θαυμασμόν των υποδεχομένων αυτόν πολιτών. Αύτη η πομπή εγένετο αρχή και μιμήσεως αφορμή των μετά ταύτα θριάμβων· το δε τρόπαιον επωνομάσθη του Φερετρίου Διός ανάθημα, διότι οι Ρωμαίοι το πληγώνω λέγουσι Φερίρε, ο δε Ρωμύλος είχεν ευχηθή να πληγώση τον άνδρα και να τον καταβάλη. Τα δ' «Οπίμια σκύλα», λέγει ο Ουάρρων (227) ότι ωνομάσθησαν εκ του ότι και την περιουσίαν Όπεμ καλούσι· πιθανώτερον όμως δύναται να ειπή τις διά την πράξιν, καθότι το έργον ονομάζεται Όπους. Δίδεται δε καθιέρωσις Οπιμίων εις ανδραγαθήσαντα στρατηγόν, όστις εφόνευσε στρατηγόν ιδιοχείρως, και τούτου ηξιώθησαν τρεις μόνον Ρωμαίοι αρχηγοί, πρώτος ο Ρωμύλος, φονεύσας τον Κενινήτην Άκρωνα· δεύτερος ο Κορνήλιος Κόσσος (228), θανατώσας τον Τυρρηνόν Τολούμνιον· τελευταίος δ' ο Κλαύδιος Μάρκελλος (229), νικήσας τον Βριτόμαρτον, βασιλέα των Γαλατών. Και ο μεν Κόσσος και ο Μάρκελλος εισήρχοντο εις την Ρώμην επί τεθρίππων αμαξών, κρατούντες αυτοί τα τρόπαια. Περί δε του Ρωμύλου δεν λέγει ορθώς ο Διονύσιος (230) ότι μετεχειρίσθη άμαξαν διότι ιστορούσιν ότι πρώτος μεταξύ των βασιλέων ο Ταρκύνιος, ο υιός του Δημαράτου (231), ύψωσε τους θριάμβους εις το σχήμα τούτο και εις τον όγκον. Άλλοι δε λέγουσιν ότι πρώτος ετέλεσε θρίαμβον εφ' άρματος ο Ποπλικόλας (232). Του δε Ρωμύλου δύναταί τις να ιδή εις την Ρώμην τας εικόνας, φερούσας το τρόπαιον, αλλά πάσας πεζάς.
ΙΖ. Μετά δε την άλωσιν των Κενινητών, εν ώ ητοιμάζοντο ακόμη οι άλλοι Σαβίνοι, συνησπίσθησαν κατά των Ρωμαίων οι κατοικούντες την Φιδήνην, το Κρουστουμέριον και την Αντέμναν και πολεμήσαντες και νικηθέντες, αφήκαν τον Ρωμύλον να κυριεύση τας πόλεις, και να διανείμη την χώραν των, και να μετοικήση αυτούς εις την Ρώμην. Διένειμε δ' ο Ρωμύλος την μεν λοιπήν χώραν εις τους πολίτας· όσην δ' είχον οι πατέρες των ηρπασμένων κορών, αυτήν την αφήκεν εις αυτούς τους ιδίους. Προς ταύτα όμως δυσαρεστούμενοι οι λοιποί Σαβίνοι, εξελέξαντο στρατηγόν τον Τάτιον, και εξεστράτευσαν κατά της Ρώμης. Επλησιάζετο δε δυσκόλως η πόλις, διότι είχον ως προμαχώνα το νυν Καπιτώλιον, έχον φρουράν, και φρούραρχον τον Ταρπήιον, ουχί Ταρπηίαν παρθένον, ώς τινες λέγουσιν, ευήθη τον Ρωμύλον αποδεικνύοντες. Ήτον δ' η Ταρπηία θυγάτηρ του φρουράρχου, και επρόδωκεν εις τους Σαβίνους το φρούριον, επιθυμήσασα χρυσά βραχιόλια Ά είδεν αυτούς φορούντας, και εζήτησεν εις μισθόν της προδοσίας της ό,τι εφόρουν εις τας αριστεράς αυτών χείρας. Εις τούτο δε συγκατετέθη ο Τάτιος, και τότε ανοίξασα μίαν πύλην, εδέχθη τους Σαβίνους. Δεν είπε δε μόνος, ως φαίνεται, ο Αντίγονος (233) ότι οι άνθρωποι αγαπώσι μεν τους προδίδοντας, μισούσι δε τους προδόσαντας· ουδ' ο Καίσαρ μόνος είπεν επί του Θρακός Ρυμιτάλκου (234) ότι αγάπα μεν την προδοσίαν μισεί δε τον προδότην· αλλά κοινώς τούτο συμβαίνει εις τους έχοντας ανάγκην των πονηρών, καθώς εις τους χρειαζομένους χολήν και φαρμάκιον των θηρίων, ότι αγαπώσι μεν την απ' αυτών ωφέλειαν όταν την λαμβάνωσιν, αποστρέφονται δε την κακίαν των όταν την επιτύχωσι. Τούτο συνέβη και εις τον Τάτιον ως προς την Ταρπηίαν, διατάξαντα εις τους Σαβίνους να ενθυμηθώσι τας υποσχέσεις των, και να μη δειχθώσι φειδωλοί ουδενός εξ όσων είχον εις τας αριστεράς των. Και αμέσως, αφαιρέσας πρώτος το βραχιόλιον και την ασπίδα του, τα έρριψε κατ' αυτής. Έπραξαν δ' όλοι το ίδιον, και αυτή υπό του χρυσού προσβαλλομένη, και πλακωθείσα υπό των ασπίδων, απέθανεν υπό το πλήθος ομού και το βάρος. Κατεδικάσθη δε και ο Ταρπήιος διά προδοσίαν, και εδιώχθη υπό του Ρωμύλου, ως λέγει ο Ιόβας (235) ότι διηγείται ο Γάλβας Σουλπίκιος (236). Μεταξύ δε των άλλα περί της Ταρπηίας ιστορούντων, απίθανα λέγουσιν οι διηγούμενοι ότι ήτον θυγάτηρ Τατίου του ηγεμόνος των Σαβίνων, και ότι διά βίας συνοικούσα μετά του Ρωμύλου, έκραξε και έπαθε ταύτα υπό του πατρός της. Είς τούτων είναι και ο Αντίγονος (237). Σιμύλος δ' ο ποιητής (238) και φλυαρεί εντελώς φρονών ότι η Ταρπηία επρόδωκε το Καπιτώλιον όχι εις τους Σαβίνους, αλλ' εις τους Κελτούς, ερασθείσα του βασιλέως αυτών. Λέγει δε ταύτα·
Καπιτολίων πετρών η Ταρπεία πλησίον οικούσα, καταστροφεύς των τειχών ήτον της Ρώμης αυτή, ότι δεσμούς νυμφικούς του Κελτών βασιλέως ποθούσα, των πατρικών οικιών άπιστος ήτον φρουρός.
Και μετ' ολίγον περί του θανάτου της·
Ούτε οι Βόιοι, ούτε Κελτών τ' απειράριθμα έθνη κτείναντες, είχον αυτήν ρίψ' εις του Πάδου τον ρουν, αλλ' εξ ανδρείων χειρών τα βαρέα σωρεύσαντες όπλα, εις την αθλίαν δεινήν έδωκαν φόνου στολήν.
ΙΗ. Επειδή δ' εκεί ετάφη η Ταρπηία, ωνομάσθη και ο λόφος Ταρπήιος, έως ότου ο βασιλεύς Ταρκύνιος αφιέρωσε τον τόπον εις τον Δία, και τότε μετεκομίσθησαν τα λείψανα, και εξέλιπε το όνομα της Ταρπηίας. Αλλά μέχρι τούδε πέτραν τινά εν τω Καπιτωλίω ονομάζουσι Ταρπηίαν, και απ' αυτής εκρήμνιζον τους κακούργους. Αφ' ού δ' εκυριεύθη η ακρόπολις υπό των Σαβίνων, ο μεν Ρωμύλος οργιζόμενος προυκάλει εις μάχην αυτούς, ο δε Τάτιος ην πλήρης θάρρους, βλέπων ότι αν εβιάζοντο εις φυγήν, θα είχον οχυρόν καταφύγιον διότι ο μεταξύ τόπος, εις όν έμελλον να συναντηθώσιν, υπό πολλών λόφων περιστοιχιζόμενος, εφαίνετο ότι ήθελε καταστήσει εις αμφοτέρους την μάχην οξείαν και δύσκολον διά της χώρας το δύσβατον, τας δε φυγάς και τας καταδιώξεις συντόμους εις τα στενά χωρία. Έτυχε δε, ολίγας ημέρας πριν, να λιμνάση ποταμός, και να μείνη βάλτος βαθύς και τυφλός εις μέρη επίπεδα, όπου κείται η αγορά σήμερον, όν δύσκολον ην να διακρίνη τις, ως και να προφυλαχθή απ' αυτού, και επικίνδυνος εν γένει και ύπουλος. Προς τούτον εφέροντο οι Σαβίνοι εξ απειρίας, αλλά τύχη καλή τους έσωσε· διότι ο Κούρτιος, ανήρ επίσημος, διά την δόξαν του καυχώμενος και υπεροπτικός, επροχώρει πολύ εμπρός των άλλων. Τούτου ο ίππος έπεσεν εις το βάραθρον, αυτός δε, κτυπών αυτόν και φωνάζων, επροσπάθει να τον εξαγάγη· αλλά βλέπων ότι ήτον αδύνατον, αφήκε τον ίππον, και εσώθη φεύγων ο ίδιος, και ο τόπος απ' αυτού ονομάζεται έτι και νυν «Κούρτιος λάκκος ». Προφυλαχθέντες δ' ούτως οι Σαβίνοι εκ του κινδύνου, επολέμησαν ισχυράν μάχην, ήτις ουδένα απέδειξε νικητήν, αν και πολλοί έπεσον, εν οίς και ο Οστίλλιος, όστις λέγεται ότι ην ανήρ της Ερσιλίας, και πάππος Οστιλλίου, του βασιλεύσαντος μετά τον Νουμάν. Έγινον δε και πολλαί μετά ταύτα συγκρούσεις, αλλ' ως είναι φυσικόν, λόγος γίνεται περί μιας κυρίως, της τελευταίας, καθ' ήν ο Ρωμύλος, κτυπηθείς εις την κεφαλήν υπό λίθου, εκινδύνευσε να πέση, και έπαυσε την προς τους Σαβίνους αντίστασιν οι δε Ρωμαίοι ενέδωκαν, και ετράπησαν εις φυγήν προς το Παλάτιον, εκδιωκόμενοι από τα επίπεδα μέρη. Αναλαβών όμως εκ της πληγής ο Ρωμύλος, ήθελε να δράμη εις τα όπλα, αντιταττόμενος εις τους φεύγοντας, και ισχυρώς κράζων, τους παρεκάλει να σταθώσι και να πολεμήσωσιν. Αλλά πολλή ήτον η φυγή πέριξ του, και ουδείς ετόλμα να στραφή οπίσω. Τότε υψώσας τας χείρας εις τον ουρανόν, ηυχήθη εις τον Δία να σταματήση το στράτευμα, και να μη αφήση να πέσωσι τα πράγματα των Ρωμαίων, αλλά να τ' ανορθώση. Ως δ' ετελείωσεν η ευχή, πολλούς εκυρίευσεν εντροπή προς τον βασιλέα, και δι' αιφνηδίου μεταβολής ανέλαβον θάρρος οι φεύγοντες. Και πρώτον μεν εστάθησαν, όπου σήμερον ίδρυται ο ναός του Διός του Στάτωρος, όστις δύναται να μεταφρασθή «Επιστάσιος»· έπειτα δε, συνασπισθέντες πάλιν, απώθησαν τους Σαβίνους οπίσω εις την θέσιν ήτις σήμερον ονομάζεται Ρήγια, και εις το ιερόν της Εστίας.
ΙΘ. Εκεί δ' εν ώ ητοιμάζοντο διά να πολεμήσωσιν ως εξ αρχής πάλιν, τους ανεχαίτισε θέαμα καταπληκτικόν, και όψις λόγου παντός ανωτέρα. Αι ηρπασμέναι των Σαβίνων θυγατέρες εφάνησαν άλλαι άλλοθεν μετά βοής ορμώσαι και μετ' αλαλαγμού διά των όπλων και των νεκρών, ως υπό Θεού εμπνεόμεναι, προς τους άνδρας αυτών και προς τους πατέρας· και άλλαι μεν έφερον νήπια παιδία εις τας αγκάλας, άλλαι δ' εδείκνυον λελυμένην την κόμην των, και πάσαι εκάλουν διά των φιλτάτων ονομάτων ποτέ μεν τους Σαβίνους, ποτέ δε τους Ρωμαίους. Εκ τούτου λοιπόν συνεκινήθησαν αμφότεροι, και εχωρίσθησαν αφέντες αυτάς να προχωρήσωσιν εις το μέσον της παρατάξεως· και πολύς κλαυθμός ηγέρθη παρ' αυτοίς, και πολύς τους κατέλαβεν οίκτος προς το θέαμα, και έτι μάλλον προς τους λόγους, οίτινες, αρχόμενοι από δικαίων και θαρραλέων νουθεσιών, απέληγον εις δεήσεις και ικεσίας. «Τι κακόν, έλεγον, σας εκάμαμεν, κατά τι σας εβλάψαμεν, ώστε τόσα φοβερά δεινά επάθομεν και τόσα πάσχομεν ήδη; και ηρπάσθημεν μεν βιαίως και παρανόμως υπό των ανδρών οίτινες μας έχουσιν ήδη, αρπασθείσαι δε ημελήθημεν επί τοσούτον χρόνον υπό των αδελφών και των πατέρων ημών, όσος ήρκεσε να συνδέση ημάς διά μεγίστων αναγκών προς τους ασπονδοτάτους εχθρούς, και να μας κάμη να φοβώμεθα σήμερον υπέρ των παρανόμων ημών βιαστών όταν μάχωνται, και να κλαίωμεν όταν αποθνήσκωσι· διατί δεν ήλθατε να μας απαλλάξητε, όταν ήμεθα παρθένοι, από των αδικούντων ημάς, αλλ' ήδη αποσπάτε συζύγους από τους άνδρας των και μητέρας από τα τέκνα των, χορηγούντες εις ημάς τας αθλίας βοήθειαν οικτροτέραν της αμελείας και της προδοσίας εκείνης; Ούτως ηγαπήθημεν υπ' εκείνων, ούτως ελεούμεθα υφ' υμών. Αν επολεμήτε δι' άλλην αιτίαν, έπρεπε να παύσητε τον πόλεμον, αφ' ού δι' ημών εγίνατε πενθεροί και πάπποι και οικείοι των πολεμίων σας· αν δ' ο πόλεμος υπέρ ημών γίνεται, λάβετε ημάς μετά των γαμβρών και των τέκνων, και απόδοτε εις ημάς τους πατέρας και τους συγγενείς, μηδέ μας στερήσητε, σας παρακαλούμεν, των παιδίων και των ανδρών ημών, διά να μη γίνωμεν και εκ δευτέρου αιχμάλωτοι». Τοιαύτα πολλά έλεγεν η Ερσιλία και παρεκάλουν αι άλλαι· και τότε εγένοντο ανακωχής σπονδαί, και ήλθον εις συνδιαλέξεις οι στρατηγοί· εν τούτοις δ' αι γυναίκες έφερον τους άνδρας και τα τέκνα των εις τους πατέρας και εις τους αδελφούς, και προσέφερον τροφήν και ποτόν εις τους έχοντας ανάγκην αυτών, και εθεράπευον τους τετρωμένους, φέρουσαι αυτούς εις τους οίκους των, και τοις έδιδον αφορμήν να ιδώσιν ότι αύται ήρχον εις την οικίαν, οι δε άνδρες ότι είχον πάσαν προσήλωσιν εις αυτάς, και ότι ταις απέδιδον πάσαν τιμήν και αγάπην. Διά ταύτα εσυνθηκολόγησαν ώστε αι μεν γυναίκες, όσαι ήθελον, να μείνωσι μετά των εχόντων αυτάς, ελεύθεραι, ως ερρέθη, παντός έργου και πάσης υπηρεσίας, πλην της παρασκευής των ερίων· να κατοικώσι δε κοινώς την πόλιν οι Ρωμαίοι και οι Σαβίνοι, και να καλήται Ρώμη η πόλις διά τον Ρωμύλον, Κυρίται δε να λέγωνται πάντες οι Ρωμαίοι διά το όνομα της του Τατίου πατρίδος· να βασιλεύωσι δε και να στρατηγώσιν ομού οι δύω ούτοι ηγεμόνες. Το μέρος δ' όπου εγένοντο αι συνθήκαι αύται καλείται μέχρι τούδε Κομίτιον, διότι οι Ρωμαίοι λέγουσι κομίρε το συνέρχεσθαι.
Κ. Επειδή δ' εδιπλασιάσθη η πόλις, προσετέθησαν εις τους Πατρικίους εκατόν Σαβίνοι· αι δε λεγεώνες εγένοντο εκ πεζών μεν εξακισχιλίων, ιππέων δ' εξακοσίων. Φυλάς δε συστήσαντες τρεις, ωνόμασαν τους μεν από του Ρωμύλου «Ραμνήνσης», τους δ' από του Τατίου «Τατιήνσης» τους δε τρίτους «Λουκερήνσης», από του άλσους εις ό πολλοί κατέφυγον, διότι εδόθη εις αυτό ασυλία, και ούτω κατετάχθησαν εις την πολιτείαν ονομάζουσι δε τα άλση Λούκους. Ότι δε τρεις ήσαν αι φυλαί, τούτο μαρτυρεί και το όνομα αυτών διότι μέχρι τούδε Τρίβους καλούσι τας φυλάς, και τους φυλάρχους Τριβούνους. Έκαστη δε φυλή είχε δέκα φρατρίας, περί ών τινες λέγουσιν ότι ήσαν επώνυμοι εκείνων των γυναικών. Αλλά τούτο φαίνεται ψευδές, διότι πολλαί έχουσιν εκ χωρίων τας ονομασίας των. Αληθές όμως είναι ότι πολλά εκανόνισαν εις τιμήν των γυναικών, εν οίς εισί και ταύτα· να υποχωρώσιν εις τας οδούς όταν τας απαντώσιν, ουδείς δε να λέγη λόγον αισχρόν εμπρός γυναικός, ή να φαίνηται γυμνός, ουδεμία να καταγγέλληται εις τα φονικά δικαστήρια· να φορώσι δε και οι παίδες αυτών την καλουμένην «Βούλλαν», περιδέραιον όμοιον κατά το σχήμα προς πομφόλυγα, έχον δε πορφυρούν γύρον πέριξ (239). Δεν συνεσκέπτοντο δ' οι βασιλείς ευθύς κοινώς μετ' αλλήλων, αλλ' έκαστος αυτών πρότερον ίδιαιτέρως μετά των εκατόν, και μετά ταύτα μόνον συνήγον όλους ομού. Κατώκει δ' ο μεν Τάτιος όπου είναι ήδη ο ναός της Μονήτης (240), ο δε Ρωμύλος πλησίον εις τους λεγομένους Βαθμούς καλής ακτής, οίτινες εισί παρά την κατάβασιν την εκ του Παλατίου εις τον μέγαν ιππόδρομον. Ενταύθα λέγουσιν ότι εβλάστησε και η ιερά κράνεια, μυθολογούντες ότι ο Ρωμύλος, δοκιμάζων ποτέ τας δυνάμεις του, ηκόντισε λόγχην από του Αβεντίνου, έχουσαν ξύλον κρανείας· ενεπήχθη δ' η αιχμή τοσούτον βαθέως, ώστε πολλοί εδοκίμασαν να την ανασπάσωσιν, αλλ' ουδείς το κατώρθωσεν· η δε γη ότι, γόνιμος ούσα, εδέχθη το ξύλον, και βλαστούς ανέπεμψε, και έθρεψεν ισχυρόν κρανείας στέλεχος. Τούτο φυλάττοντες οι διάδοχοι του Ρωμύλου, και σεβόμενοι ως έν των αγιωτάτων ιερών, το περιετείχισαν. Αν δ' ήθελε φανή είς τινα των προσερχομένων ότι δεν ήτο θαλερόν και χλωρόν, αλλ' ότι ατροφούν εμαραίνετο, ευθύς αυτός ειδοποίει περί τούτου μετά κραυγών όσους απήντα, και εκείνοι, ως εις πυρκαϊάν βοηθούντες, εφώναζον ύδωρ, και συνέτρεχον πανταχόθεν, αγγεία πλήρη φέροντες εις τον τόπον. Λέγεται δ' ότι όταν ο Γάιος Καίσαρ επεσκεύαζε τας προς αυτό αναβάσεις, οι τεχνίται περισκάπτοντες τα πλησίον, έβλαψαν εξ απροσεξίας τας ρίζας, και το φυτόν εμαράνθη.
ΚΑ. Μήνας δ' εδέχθησαν οι Σαβίνοι τους των Ρωμαίων, και περί αυτών όσα ήσαν αναγκαία εγράφησαν εις τον βίον του Νουμά (241). Τας ασπίδας δε μετεχειρίσθη ο Ρωμύλος εκείνων, και μετέβαλε τον ίδιον εαυτού οπλισμόν και τον των Ρωμαίων, οίτινες πρότερον έφερον ασπίδας αργολικάς. Μετείχον δε των εορτών και των θυσιών αλλήλων, μη αφαιρέσαντες μεν όσας εώρταζον άλλοτε τα γένη, προσθέντες δε και άλλας νέας, εξ ών είναι και η των Ματρωναλίων, προσδιορισθείσα διά τας γυναίκας (242), ένεκα της παύσεως του πολέμου, και η των Καρμενταλίων. Νομίζουσι δέ τινες ότι η Καρμέντα είναι μοίρα, κυρία της γεννήσεως των ανθρώπων, δι' ό και τιμώσιν αυτήν αι μητέρες. Άλλοι δε φρονούσιν ότι η γυνή (243) του Αρκάδος Ευάνδρου (244), ούσα μαντική, και εν ενθουσιασμώ εμμέτρους χρησμούς απαγγέλλουσα, επωνομάσθη Καρμέντα, διότι Κάρμινα καλούσι τας ποιήσεις. Ήτον δε το κύριον όνομα αυτής Νικοστράτη. Και εις τούτο μεν πάντες συμφωνούσι· την Καρμένταν όμως τινές ερμηνεύουσι πιθανώτερον εκ της ενθουσιαστικής παραφροσύνης· διότι το «στερείσθαι» λέγουσι Κάρηρε, Μέντεμ δε τον «νουν» ονομάζουσι. Περί δε των Παριλίων ωμιλήσαμεν ήδη. Τα δε Λουπερκάλια, ως εκ του καιρού μεν καθ' όν πανηγυρίζονται δύνανται να υποτεθώσιν ότι σημαίνουσι «Καθάρσια», διότι τελούνται κατά τας αποφράδας ημέρας του Φεβρουαρίου μηνός, όν δύναταί τις να εξηγήση «Καθάρσιον», και την ημέραν εκείνην ωνόμαζον το πάλαι Φεβράτην· σημαίνει δε το όνομα της εορτής ελληνιστί Λύκια (245), και διά τούτο φαίνεται ότι είναι τελετή παμπάλαιος από των Αρκάδων των μετά του Ευάνδρου. Αλλά τούτο είναι νέα ιδέα (246), διότι το όνομα δύναται να παρήχθη και εκ της λυκαίνης, καθ' όσον βλέπομεν τους Λουπέρκους (247) αρχομένους να τρέχωσιν εκείθεν, όπου λέγεται ότι είχεν εκτεθή ο Ρωμύλος. Τα δε γινόμενα κατά την εορτήν καθιστώσι δυσνόητον την αιτίαν διότι σφάζουσιν αίγας, έπειτα φέρουσι δύω μειράκια εξ ευγενών, και εγγίζουσι το μέτωπον αυτών διά της μαχαίρας ηματωμένης· άλλοι δε τους σπογγίζουσιν ευθύς, έχοντες έριον βρεγμένον εις γάλα, και τα μειράκια πρέπει να γελάσωσιν αμέσως αφ' ού σπογγισθώσι. Μετά δε τούτο, κόπτοντες τα δέρματα των αιγών, τρέχουσι γυμνοί, και περιζώματα μόνον φορούντες, και διά των λωρίων κτυπώσιν οποίον απαντήσωσι. Δεν φεύγουσι δε το κτύπημα ουδ' αι ενήλικες γυναίκες, διότι νομίζουσιν ότι συντελεί εις την κύησιν και την καλήν των ελευθερίαν. Ίδιον δ' είναι της εορτής και το να θυσιάζωσι κύνα οι Λούπερκοι. Βούτας δέ τις, γράψας ελεγεία (248) περί των μυθωδών αιτιών των ρωμαϊκών εθίμων, λέγει ότι όταν ο Ρωμύλος ενίκησε τον Αμούλιον, ήλθε τρέχων μετά χαράς εις τον τόπον, όπου η λύκαινα τους εθήλασε νήπια, και ότι η εορτή τελείται εις μίμησιν του τρεξίματος, και τρέχουσιν οι ευγενείς
« Τύπτοντες ούς απαντώσιν, ως ο Ρώμυλος και Ρέμος ώρμων εξ Άλβης ποτέ, έχοντες ξίφος οξύ»,
και ότι το μεν να εγγίζωσι το μέτωπον διά του ηματωμένου ξίφους, είναι σύμβολον του τότε φόνου και κινδύνου, το δε να καθαρίζωνται διά του γάλακτος, της τροφής αυτών. Ο δε Γάιος Ακίλιος (249) ιστορεί ότι προ της κτίσεως εχάθησαν τα θρέμματα του Ρωμύλου, όστις, ευχηθείς εις τον Φαύνον, έτρεξε γυμνός εις αναζήτησίν των διά να μη ενοχλήται υπό του ιδρώτος, και διά τούτο περιτρέχουσι γυμνοί και οι Λούπερκοι. Ως δε προς τον κύνα, δύναταί τις να ειπή, αν μεν η θυσία ήτον καθαρμός, ότι εθυσιάζετο ως καθαρτήριος· διότι και οι Έλληνες εις τας τελετάς των καθαρμών προσφέρουσι σκυλάκια, και πολλάκις μεταχειρίζονται τα λεγόμενα «περισκυλακισμούς». Αν δ' ετέλουν αυτήν ως ευχαριστήριον εις την λύκαιναν, και εις ευγνωμοσύνην διά την τροφήν και την σωτηρίαν του Ρωμύλου, δεν είναι άτοπον ότι σφάζουσι κύνα· διότι ο κύων είναι του λύκου πολέμιος· εκτός αν άλλως τιμωρήται το ζώον ως ενοχλούν τους Λουπέρκους όταν τρέχωσι.
ΚΒ. Λέγεται δ' ότι ο Ρωμύλος εισήγαγε πρώτος και την του πυρός καθιέρωσιν, καταστήσας ιεράς παρθένους αυτού, Εστιάδας ονομαζομένας (250). Άλλοι δε τούτο μεν αναφέρουσιν εις τον Νουμάν, ως προς τα λοιπά δε λέγουσιν ότι ο Ρωμύλος ήτον λίαν θεοσεβής, και προσέτι και της μαντικής έμπειρος, και ότι διά την μαντικήν εκράτει το καλούμενον Λίτυον. Είναι δε τούτο ράβδος καμπύλη, δι' ής οι καθήμενοι διά να οιωνοσκοπήσωσι διαγράφουσι τας διαιρέσεις του ουρανού. Λέγεται δ' ότι εφυλάττετο τούτο εις το Παλάτιον, και απωλέσθη κατά τα Κελτικά, όταν εκυριεύθη η πόλις· όταν δε πάλιν εδιώχθησαν οι βάρβαροι, ότι ευρέθη εντός τέφρας βαθείας αβλαβές από του πυρός, εν ώ όλα τ' άλλα πράγματα είχον βλαβή και καταστραφή. Έθηκε δε και νόμους, εξ ών αυστηρός είναι ο μη συγχωρών εις γυναίκα να χωρίζηται τον άνδρα της, επιτρέπων όμως εις τον άνδρα ν' αποβάλλη την γυναίκα του, αν φαρμακεύση τα τέκνα της, αν μεταχειρίζηται αντικλείδια, ή αν φανή άπιστος προς αυτόν· αν δ' άλλως ήθελε την αποπέμψει, μέρος μεν της περιουσίας του να είναι της γυναικός, μέρος δε ν' αφιερούται εις την Δήμητραν· ο δε πωλήσας την γυναίκα του, να θυσιάζηται εις τους χθονίους Θεούς. Περίεργον δ' είναι ότι ουδεμίαν ποινήν ώρισε κατά των πατροκτόνων, λέγων ότι πάσα ανδροφονία είναι πατροκτονία, και θεωρών εκείνο μεν ως αποτρόπαιον, τούτο δ' ως αδύνατον. Και επί πολύν μεν χρόνον εφάνη ότι ορθώς εθεώρησεν ως αδύνατον την τοιαύτην αδικίαν διότι ουδείς έπραξε τοιούτον έγκλημα εις την Ρώμην, εις διάστημα εξακοσίων ετών. Πρώτος όμως μετά τον Αννιβαϊκόν πόλεμον ιστορείται ο Λεύκιος Όστιος ότι έγινε πατροκτόνος. Και ταύτα μεν ικανά περί τούτων.
Κ.Γ. Το δε πέμπτον έτος της βασιλείας του Τατίου, οικείοι τινές και συγγενείς αυτού απαντήσαντες καθ' οδόν πρέσβεις οίτινες μετέβαινον εκ Λαυρεντού εις την Ρώμην, επεχείρησαν να τοις αφαιρέσωσι τα χρήματά των, και επειδή αυτοί δεν άφηνον αλλ' ανθίσταντο, τους εφόνευσαν. Επειδή δε το τόλμημα ήτον στυγερόν, ο Ρωμύλος εφρόνει ότι πρέπει οι εγκληματίαι να τιμωρηθώσιν ευθύς, ο δε Τάτιος ανέβαλλε την απόφασιν και εχρονοτρίβει. Τούτο υπήρξε το μόνον αίτιον φανεράς διαιρέσεως μεταξύ των κατά δε τα λοιπά μετριοπαθώς όσον το δυνατόν διακείμενοι, εκυβέρνων από κοινού και μεθ' ομονοίας. Οι δε των φονευθέντων συγγενείς, στερούμενοι του δικαίου των ένεκα του Τατίου, επιπίπτουσι κατ' αυτού, εν ώ ετέλει θυσίαν μετά του Ρωμύλου εν Λαβινίω (251), και τον φονεύουσι· τον Ρωμύλον δε, ως άνδρα δίκαιον, προέπεμψαν μετ' ευφημιών. Ούτος δε, το μεν σώμα του Τατίου κομίσας έθαψεν εντίμως, και κείται περί το καλούμενον Αρμιλούστριον (252) εις το Αβεντίνον, την δε τιμωρίαν του φόνου εντελώς παρημέλησε. Τινές δε των συγγραφέων ιστορούσιν ότι η μεν πόλις των Λαυρεντίων φοβηθείσα παρέδωκε τους φονείς του Τατίου, ο Ρωμύλος όμως ότι τους αφήκεν, ειπών ότι ο φόνος εξηγοράσθη διά του φόνου. Τούτο έδωκεν αφορμήν εις λόγους και υποψίας, ότι τον ηυχαρίστησε το συμβάν το απαλλάξαν αυτόν από του συνάρχοντος· όμως ο Ρωμύλος ουδέν εκ των πραγμάτων διετάραξεν, ουδ' έφερεν αναστατώσεις εις τους Σαβίνους· αλλ' οι μεν αγάπην τρέφοντες προς αυτόν, οι δε φοβούμενοι την δύναμίν του, και άλλοι ως Θεόν αυτόν θεωρούντες, εξηκολούθουν ευνοούντες αυτόν και θαυμάζοντες. Και των ξένων πολλοί εθαύμαζον τον Ρωμύλον. Οι αρχαιότεροι κατοικούντες τον τόπον Λατίνοι (253), πέμψαντες προς αυτόν, εσυμφώνησαν φιλίαν και συμμαχίαν· εκυρίευσε δε τας Φιδήνας, πόλιν γειτνιάζουσαν εις την Ρώμην, ως μέν τινες λέγουσι, πέμψας εξαίφνης τους ιππείς, και διατάξας αυτούς να κόψωσι των πυλών τους στρόφιγγας, έπειτα δε φανείς αυτός απροσδοκήτως· άλλοι δε λέγουσιν ότι πρώτοι εκείνοι εισώρμησαν και ελεηλάτησαν και έβλαψαν μεγάλως την χώραν και το προάστειον, ο δε Ρωμύλος ότι στήσας ενέδρας, εφόνευσε πολλούς αυτών, και εκυρίευσε την πόλιν. Δεν την κατέστρεψε δε, ουδέ την κατέσκαψεν, αλλά την κατέστησεν αποικίαν των Ρωμαίων, πέμψας δισχιλίους πεντακοσίους να την κατοικήσωσι, κατά τους ειδούς του Απριλίου (254).
ΚΛ. Ολίγον μετά ταύτα συνέβη λοιμός, επιφέρων μεν εις τους ανθρώπους αιφνήδιον θάνατον άνευ νόσου, συνεπάγων δε καρπών αφορίαν και αγονίαν θρεμμάτων· έβρεξε δε και σταγόνας αίματος εις την πόλιν, ώστε εις τας επελθούσας συμφοράς προσετέθη και πολλή δεισιδαιμονία. Επειδή δε τα αυτά συνέβαινον και εις τους κατοικούντας το Λαυρεντόν, ενομίσθη γενικώς ότι θεία οργή επήλθεν επ' αμφοτέρας τας πόλεις διά τα συγχυσθέντα δίκαια κατά του Τατίου τον φόνον και κατά τον φόνον των πρέσβεων. Τότε παρεδόθησαν οι φονείς εκατέρωθεν, και άμα ετιμωρήθησαν, τα δεινά προφανώς ηλαττώθησαν, και ο Ρωμύλος διέταξε να εξαγνισθή η πόλις διά καθαρμών, οίτινες λέγεται ότι τελούνται μέχρι τούδε εις την Φερεντίνην πύλην. Πριν δε παύση ο λοιμός, εκινήθησαν οι Καμέριοι (255) κατά των Ρωμαίων, και επέδραμον εις την χώραν των, νομίζοντες ότι διά τα παθήματά των δεν θα εδύναντο ν' αντισταθώσιν. Αλλ' ο Ρωμύλος εξεστράτευσεν αμέσως κατ' αυτών, τους επολέμησε, τους ενίκησε, και εφόνευσεν εξακισχιλίους· κυριεύσας δε την πόλιν, τους μεν ημίσεις των διασωθέντων μετώκισεν εις την Ρώμην, διπλασίους δε των μενόντων μετέφερεν εκ Ρώμης εις Καμερίαν, κατά τας Σεξτιλίας Καλάνδας (256)· τοσούτον είχον περισσεύσει οι πολίται αυτού, εν ώ μόλις προ δεκαέξ ετών είχε κατοικήσει την Ρώμην. Μεταξύ δε των άλλων λαφύρων, έφερε και χαλκούν τέθριππον εκ Καμερίας, και έστησεν αυτό εις τον ναόν του Ηφαίστου, προσθείς τον ίδιον εαυτού ανδριάντα, στεφανούμενον υπό της Νίκης.
ΚΕ· Εν ώ λοιπόν ούτως ενεδυναμούτο η Ρώμη, οι μεν αδυνατώτεροι των γειτόνων υπέκυπτον, και ηρκούντο να ζώσιν εν αφοβία· οι δε δυνατοί, φοβούμενοι και φθονούντες αυτήν, εφρόνουν ότι δεν έπρεπε ν' αδιαφορώσι προς την αύξησιν αυτής, αλλά να εναντιωθώσι, και να παρεμβάλωσι προσκόμματα εις τον Ρωμύλον. Πρώτοι δε μεταξύ των Τυρρηνών οι Ουήιοι, πολλήν έχοντες χώραν, και μεγάλην οικούντες πόλιν, ήρχισαν τον πόλεμον, ζητούντες τας Φιδήνας, ως εις αυτούς ανηκούσας. Τούτο δ' ην ου μόνον άδικον, αλλά και γελοίον, διότι εν ώ δεν τους εβοήθησαν τότε, όταν εκινδύνευον και επολεμούντο, αλλ' αφήκαν να φονευθώσιν οι άνδρες, ήδη απήτουν τας οικίας και την γην αυτών, όταν άλλοι την είχον. Υβρισθέντες λοιπόν υπό του Ρωμύλου εις τας αποκρίσεις του, διηρέθησαν εις δύω σώματα, και διά του μεν εκινήθησαν κατά του στρατεύματος των Φιδηνών, διά του δε αντετάχθησαν κατά του Ρωμύλου. Και κατά μεν τας Φιδήνας, νικήσαντες δισχιλίους Ρωμαίους, τους εθανάτωσαν· υπό του Ρωμύλου δε νικηθέντες, απώλεσαν υπέρ οκτακισχιλίους. Επολέμησαν δε και εκ δευτέρου περί την Φιδήνην, και πάντες ομολογούσιν ότι η νίκη ήτον, κατά το πλείστον, έργον αυτού του Ρωμύλου, πολλήν δείξαντος τέχνην και τόλμην, και αναπτύξαντος ανδρείαν και ποδών ταχύτητα υπέρ άνθρωπον. Το δ' υπό τινων λεγόμενον είναι εντελώς μυθώδες, ή καν όλως απίστευτον, ότι δεκατέσσαρες χιλιάδες ήσαν οι πεσόντες, και εξ αυτών ότι ο Ρωμύλος εφόνευσεν υπέρ τους ημίσεις διά της ιδίας χειρός του· αφ' ού και οι Μεσσήνιοι φαίνονται κομπάζοντες όταν λέγωσι περί του Αριστομένους ότι τρις ετέλεσε θυσίας εκατομφονίων (257) κατά των Λακεδαιμονίων. Τρέψας δ' αυτούς, αφήκεν ο Ρωμύλος να φύγωσιν οι σωθέντες, και εστράφη κατ' αυτής της πόλεως. Οι δε Ουήιοι δεν αντέσχον εις την μεγάλην αυτών συμφοράν, αλλά, παρακαλέσαντες, έκλεισαν συνθήκην και φιλίαν δι' εκατόν έτη, και παρεχώρησαν πολύ μέρος της ίδιας των χώρας, το καλούμενον Σεπτεμπάγιον, όπερ εστίν Επταμόριον (258), αφέντες και τας αλυκάς τας παρά τον ποταμόν, και πεντήκοντα των αρίστων πολιτών δόντες ομήρους. Ετέλεσε δε θρίαμβον διά την νίκην ταύτην κατά τας ειδούς του Οκτωβρίου (259), έχων εκτός άλλων πολλών αιχμαλώτων και τον ηγεμόνα των Ουηίων, γέροντα, όστις εφάνη αφρόνως πολιτευθείς, και ουχί μετ' εμπειρίας εις την ηλικίαν του αρμοζούσης. Διά τούτο και την σήμερον έτι, όταν τελώσι θυσίαν επινίκιον, αναβιβάζουσι διά της αγοράς εις το Καπιτώλιον γέροντα, στολήν φέροντα περιπόρφυρον, παιδικήν βούλλαν εις τον λαιμόν αυτού περιδέσαντες, και ο κήρυξ κηρύττει ότι πωλούνται Σαρδιανοί. Τούτο δε, διότι οι Τυρρηνοί λέγονται άποικοι των Σαρδιανών (260), οι δε Ουήιοι ήσαν πόλις τυρρηνική.
ΚΣΤ. Ούτος είναι ο έσχατος πόλεμος όν επολέμησεν ο Ρωμύλος. Έπειτα δε υπέπεσε και αυτός εις ό,τι πολλοί, ή μάλλον πλην ολίγων πάντες πάσχουσιν οι διά μεγάλων και παραδόξων ευτυχιών υψωθέντες εις όγκον και δύναμιν, και επαρθείς διά τας επιτυχίας του, έγινε βαρύτερος το φρόνημα, αφήκε τους δημοτικούς τρόπους, και ενεκολπώθη μοναρχίαν επαχθή, και δυσαρεστούσαν ως και εξ αυτού του σχήματος των ενδυμάτων ό παρεδέχθη· διότι εφόρει χιτώνα αλουργή, και τήβεννον περιπόρφυρον, και εθεώρει τας υποθέσεις καθήμενος εις θρόνον έχοντα έρεισμα υψηλόν. Ήσαν δε περί αυτόν πάντοτε οι νέοι οι καλούμενοι Κέλερες (261), διά την ταχύτητα μεθ' ής υπηρέτουν. Εμπρός δ' αυτού εβάδιζον άλλοι, μακρύνοντες τον όχλον διά βακτηριών, και εζωσμένοι λωρία διά να δένωσιν αμέσως όν τινα αυτός διέταττε. Το δε δένειν οι Λατίνοι έλεγον άλλοτε Λιγάρε, ήδη δε Αλλιγάρε, όθεν και οι ραβδούχοι καλούνται Λικτώρεις, και αι ράβδοι βάκυλα (262), διότι τότε βακτηρίας μετεχειρίζοντο. Πιθανόν όμως να ονομάζωνται ήδη Λικτώρεις διά παρενθέσεως του κάππα, και πρότερον Λιτώρεις, ήτοι «δημόσιοι λειτουργοί» Ελληνιστί· διότι μέχρι τούδε οι Έλληνες καλούσι λήιτον τον δήμον, και το πλήθος λαόν.
ΚΖ. Όταν δ' ο πάππος αυτού Νομήτωρ απέθανεν εις την Άλβην, και η σειρά ήλθεν εις αυτόν να βασιλεύση, εσύστησε δημοκρατίαν χαριζόμενος εις τον δήμον, και κατ' έτος διώριζεν άρχοντα εις τους Αλβανούς. Εδίδαξε δε διά τούτου και της Ρώμης τους δυνατούς να ζητώσιν αυτόνομον πολιτείαν και αβασίλευτον, άρχοντες εκ διαδοχής και αρχόμενοι· διότι ουδ' οι καλούμενοι Πατρίκιοι μετείχον της διοικήσεως, αλλά τ' όνομα μόνον είχον έντιμον και το σχήμα, και συνηθροίζοντο εις το Βουλευτήριον εκ συνηθείας μάλλον παρά προς γνωμοδότησιν, και όπως ακούωσιν εν σιωπή τας προσταγάς αυτού· και ανεχώρουν έπειτα, κατά τούτο μόνον υπερέχοντες του πλήθους, ότι αυτοί πρώτοι εμάνθανον τα διατρέχοντα. Και τα μεν άλλα ήσαν μικρά. Όταν δε διένειμε μόνος του την κατακτηθείσαν γην εις τους στρατιώτας, και απέδωκε τους ομήρους εις τους Ουηίους, χωρίς εκείνοι ούτε να καταπεισθώσιν ούτε να θέλωσιν, εφάνη ότι περιφρονεί εντελώς την Γερουσίαν. Διά τούτο υπέπεσεν αυτή εις υποψίαν και διεβλήθη, όταν μετ' ολίγον καιρόν ο Ρωμύλος έγινεν απροσδοκήτως άφαντος. Συνέβη δε τούτο κατά τας νόνας (263) του Ιουλίου, ως τώρα καλούσι τον μήνα, ή του Κυντιλίου, ως τότε τον έλεγον. Δεν δυνάμεθα δε να ειπώμεν, ουδ' ομολογείται παρά των ιστορικών ουδέν βέβαιον περί του θανάτου του, εκτός του καιρού καθ' όν συνέβη, και όν προανεφέραμεν διότι και μέχρι τούδε πολλά τελούνται κατά την ημέραν εκείνην όμοια προς το τότε συμβάν. Δεν πρέπει δε ν' απορώμεν διά την ασάφειαν, όταν και ο τρόπος του θανάτου του Αφρικανού Σκηπίωνος, όστις απεβίωσε μετά το δείπνον εις την οικίαν του, ούτε επιστεύθη ούτε απεδείχθη ποτέ· αλλ' οι μεν λέγουσιν ότι, ων φύσει φιλάσθενος, απέθανεν αιφνήδιον θάνατον, άλλοι δ' ότι εφαρμακεύθη μόνος του, και άλλοι ότι οι εχθροί του επιπεσόντες διά νυκτός, τον απέπνιξαν. Και όμως ο Σκηπίων έκειτο νεκρός εκτεθειμένος εις όλων τας όψεις, και πας τις, βλέπων το σώμα, εδύνατο να υποπτεύση ή και να κατανοήση το τι συνέβη. Ο Ρωμύλος εξ εναντίας απέθανεν αιφνηδίως, και ούτε μέρος αφήκε του σώματός του, ούτε των ενδυμάτων του λείψανον· αλλ' οι μεν υπέθετον ότι επαναστάντες κατ' αυτού οι βουλευταί εντός του ναού του Ηφαίστου, τον εφόνευσαν, και διανεμηθέντες το σώμα του, εξήλθον κρύψαντες έκαστος μέρος αυτού εις τον κόλπον του· άλλοι δε νομίζουσιν ότι δεν εγένετο άφαντος εν τω ιερώ του Ηφαίστου, ουδ' επί παρουσία μόνων των βουλευτών, αλλ' ότι συνέπεσε να προεδρεύη συνελεύσεως του δήμου έξω, περί το καλούμενον αιγός ή ζορκός έλος, ότε αιφνηδίως συνέβησαν εις τον αέρα φαινόμενα θαυμαστά και παράδοξα, και μεταβολαί απίστευτοι· ότι εξέλιπε του ηλίου το φως, και νυξ επήλθεν, ουχί ευδία και ήσυχος, αλλά βροντάς έχουσα μεγάλας, και ανεμοζάλην σφοδρώς πανταχόθεν πνέουσαν και εν ώ συνέβαινον ταύτα, ότι ο μεν πολύς όχλος διεσκορπίσθη και έφυγεν, οι δε δυνατοί συνήχθησαν όλοι επί το αυτό. Αφ' ού δ' έπαυσεν η ταραχή, και το φως ανέλαμψε, και το πλήθος ήρχισε να συρρέη πάλιν, όλοι εζήτουν και επόθουν τον βασιλέα, αλλ' οι δυνατοί δεν τους αφήκαν να πολυεξετάζωσι και πολυπραγμονώσιν, αλλά τους προέτρεψαν να τιμώσι τον Ρωμύλον και να τον σέβωνται ως αρπαγέντα εις τους Θεούς, πιστεύοντες ότι, αντί καλού βασιλέως, θέλει γίνει θεός ευμενής εις αυτούς. Και οι μεν πλείστοι πειθόμενοι εις τους λόγους, ανεχώρουν χαίροντες, και μετά χρηστών προσκυνούντες ελπίδων^ υπήρχον όμως καί τινες εξετάζοντες πικρώς το πράγμα και δυσμενώς, και ταράττοντες και κατηγορούντες τους πατρικίους, ότι εις αφροσύνας εζήτουν να πείσωσι τον δήμον, εν ώ αυτοί ήσαν οι δολοφόνοι του βασιλέως.
ΚΗ. Εν ώ δ' ούτως εταράττοντο ούτοι, λέγεται ότι είς εκ των ευγενεστέρων μεταξύ των πατρικίων, μεγάλως διά το ήθος αυτού τιμώμενος, σχετικός δε και πιστός ων αυτού του Ρωμύλου, είς των εξ Άλβης εποίκων, ο Ιούλιος Πρόκλος, ελθών εις την αγοράν, και θεις την χείρα εις τα αγιώτατα ιερά, ενόρκως είπεν εις επήκοον πάντων, ότι εν ώ εβάδιζε, τω εφάνη καθ' οδόν απέναντί του ερχόμενος ο Ρωμύλος, καλός την όψιν και μέγας, ως ουδέποτε πριν, εστολισμένος δε δι' όπλων λαμπρών και φλεγόντων. Και αυτός μεν, εκπλαγείς διά το θέαμα, «Ω βασιλεύ, τω είπε, τι σοι συνέβη, ή τι σοι επήλθεν, ώστε ημάς μεν εις φοβεράς και αδίκους να εμβάλης κατηγορίας, την δε πόλιν πάσαν ν' αφήσης ορφανήν, εις βαθύ πένθος βεβυθισμένην;» Εκείνος δ' απεκρίθη· «Οι θεοί, ω Πρόκλε, ηθέλησαν, τόσον μόνον καιρόν να μείνω μετά των ανθρώπων, διότι είμαι εκείθεν, και κτίσας πόλιν όπως αυξηθή εις εξουσίαν και δόξαν, ν' αναβώ πάλιν εις τον ουρανόν. Αλλά χαίρε, και ειπέ εις τους Ρωμαίους ότι, αν συνενώσι την σωφροσύνην μετά της ανδρείας, θέλουσι φθάσει εις ύψιστον βαθμόν ανθρωπίνης δυνάμεως. Εγώ δε θέλω είσθαι προς υμάς ευμενής δαίμων Κυρίνος». Και ταύτα μεν εφαίνοντο αξιόπιστα εις τους Ρωμαίους διά τον τρόπον του λέγοντος και διά τον όρκον. Αλλ' εις τούτο λέγεται συντέλεσαν και θείον τι πάθος όμοιον μ' ενθουσιασμόν διότι ουδείς αντέλεξεν, αλλά πάσαν υπόνοιαν παραιτήσαντες και πάσαν κατηγορίαν, ηυχήθησαν προς τον Κυρίνον, και ως βοηθόν τον επεκαλούντο. Ταύτα αληθώς ομοιάζουσι πολύ μεθ' όσων μυθολογούσιν οι Έλληνες περί Αριστέου του Προκοννησίου, και Κλεομήδους του Αστυπαλαιέως, λέγοντες περί του Αριστέου ότι απέθανεν εντός πλυστικού καταστήματος, αλλ' όταν οι φίλοι του εζήτησαν το σώμα του, έγινεν άφαντον, τινές δ' ευθύς, τότε εξ οδοιπορίας επιστρέψαντες, είπον ότι απήντησαν τον Αριστέα πορευόμενον προς την Κρότωνα. Περί δε του Κλεομήδους λέγεται ότι, έχων σώματος μέγεθος και ρώμην υπερφυσικήν, παράφορος δ' ών τον τρόπον και μανικός, πολλά βίαια έπραττε, και τέλος εντός σχολείου παίδων, κτυπήσας διά της χειρός τον στύλον όστις εστήριζε την οροφήν, τον έθραυσε, κατά μεσής, και η στέγη έπεσεν (264). Επειδή δ' οι παίδες εφονεύθησαν, διωκόμενος ο Κλεομήδης, κατέφυγεν εις μέγα κιβώτιον, και κλείσας το κάλυμμα, το εκράτει ενδόθεν, ώστε πολλοί βιαίως ζητούντες να το ανοίξωσι, δεν εδύναντο. Τότε δ' έσχισαν το κιβώτιον, αλλ' ούτε ζώντα άνθρωπον εύρον εντός ούτε νεκρόν. Απορήσαντες δε, έπεμψαν εις Δελφούς να ερωτήσωσι την Πυθίαν, και αυτή απεκρίθη·
«Έσχατος πάντων ηρώων, Αστυπαλαιεύς Κλεομήδης».
Λέγεται δ' ότι και το σώμα της Αλκμήνης (265), όταν εφέρετο εις τον τάφον, έγινεν επίσης άφαντον, και ότι επί της κλίνης εφάνη κατακείμενος λίθος. Και εν γένει πολλά τοιαύτα μυθολογούσιν απίθανα, τους θνητούς την φύσιν μετά των Θεών εκθειάζοντες. Και το μεν να παραγνωρίζωμεν της αρετής την θειότητα είναι αγενές και ανόσιον· αλλά μωρόν είναι το να μιγνύωμεν τον ουρανόν και την γην. Ας ειπώμεν δε μάλλον, την ασφαλεστέραν ακολουθούντες γνώμην, κατά Πίνδαρον, ότι
«Εις τον πανίσχυρον θάνατον έπεται όλων το σώμα ζων δε μόνον μένει της ζωής το είδωλον· τούτο μόνον έχον εκ Θεών καταγωγήν». (266)
Διότι εκείθεν έρχεται και έχει επανέρχεται, ουχί μετά του σώματος, αλλ' αν όσον περισσότερον απαλλαγή του σώματος, και διακριθή και γίνη εντελώς καθαρόν άσαρκον, και αγνόν διότι ψυχή ξηρά, καθ' Ηράκλειτον (267), είναι η αρίστη, πετώσα διά του σώματος, ως αστραπή διά νέφους· η δε μετά του σώματος μεμιγμένη και σώματος πλήρης, είναι ως αναθυμίασίς τις βαρεία και ομιχλώδης, δυσκόλως ανάπτουσα, και δυσκόλως προς τα άνω πετώσα (268). Δεν πρέπει λοιπόν των αγαθών ανθρώπων τα σώματα να τα στέλλωμεν ομού παρά φύσιν εις τον ουρανόν, αλλά να φρονώμεν ότι αι αρεταί και αι ψυχαί, όλως φυσικώς και κατά θείαν δικαιοσύνην, εκ μεν ανθρώπων μεταβάλλονται εις ήρωας, εκ δ' ηρώων εις δαίμονας, εκ δε δαιμόνων, αν εντελώς ως εις τελετήν καθαρισθώσι και αγιασθώσιν, αποφυγούσαι παν το εμπαθές και θνητόν, ουχί διά νόμου πόλεως, αλλά κατ' αλήθειαν, εις Θεούς, απολαμβάνουσαι τότε το κάλλιστον και μακαριώτατον τέλος (269).
ΚΘ. Την δε δοθείσαν εις τον Ρωμύλον επωνυμίαν, τον Κυρίνον, οι μεν μεθερμηνεύουσιν Ενυάλιον, οι δε Πολίτην, διότι και τους πολίτας Κυρίτας ωνόμαζον^ άλλοι δε λέγουσιν ότι οι παλαιοί εκάλουν Κύριν την αιχμήν ή το δόρυ, και ωνόμαζον Ήρας Κυρίτιδος άγαλμά τι της Θεάς επ' αιχμής ιδρυμένον· οι δε κάτοικοι της Ρηγίας (270) ότι έχουσιν ιδρυμένον δόρυ και το ονομάζουσιν Άρην, και δόρυ δίδουσιν ως βραβείον εις τους εν πολέμω αριστεύοντας· ότι επομένως ο Ρωμύλος, ως θεός πολεμικός ή αιχμητής, ωνομάσθη Κυρίνος. Υπάρχει δε και ναός αυτού κατεσκευασμένος εις τον λόφον, όστις εξ αυτού ονομάζεται Κυρίνος. Η δ' ημέρα καθ' ήν ετελεύτησε, καλείται όχλου φυγή, και νόνναι Καπρατίναι, διότι κατερχόμενοι εκ της πόλεως, θυσιάζουσιν εις το της Αιγός έλος, την δ' αίγα καλούσι κάπραν. Εξερχόμενοι δε διά την θυσίαν, εκφωνούσι μετά βοής πολλά των εγχωρίων ονομάτων, οίον Μάρκου, Λουκίου, Γαίου, μιμούμενοι την τότε φυγήν, ότε έκραζον αλλήλους μετά φόβου και ταραχής. Αλλά τινές λέγουσιν ότι το μίμημα τούτο δεν είναι φυγής, αλλά παρακινήσεως και ταχύτητος, τοιαύτην αναφέροντες αιτίαν του λόγου των όταν οι Κελτοί, κυριεύσαντες την Ρώμην, εδιώχθησαν υπό του Καμίλλου (271), και εξησθενημένη η πόλις δεν ημπορούσεν ευκόλως ν' αναλάβη τας παλαιάς της δυνάμεις, εξεστράτευσαν κατ' αυτής πολλοί Λατίνοι, άρχοντα έχοντες τον Λίβιον Ποστούμιον. Ούτος δε, στρατοπεδεύσας ου μακράν της Ρώμης, έπεμψε κήρυκα, λέγων ότι οι Λατίνοι ήθελον ν' αναζωπυρήσωσι την εκλιπούσαν ήδη παλαιάν οικειότητα και συγγένειαν, συναναμιγνύμενοι διά νέων πάλιν επιγαμιών των γενών. Αν λοιπόν στείλωσι παρθένους πολλάς και τας γυναίκας όσαι άνδρας δεν έχουσιν, ότι θέλει υπάρξει ειρήνη και φιλία μεταξύ των, ως, διά τας ιδίας αιτίας, υπήρξε προς τους Σαβίνους. Ταύτα ακούσαντες οι Ρωμαίοι, εφοβούντο μεν τον πόλεμον, ενόμιζον δ' ότι και η παράδοσις των γυναικών δεν ήτον ολιγώτερον αιχμαλωσίας σκληρά. Εν ώ δ' ήσαν εις αμηχανίαν, υπηρέτριά τις, Φιλωτίς, ως δέ τινες λέγουσι Τουτόλα καλουμένη, έδωκε συμβουλήν ουδέτερον τούτων να πράξωσιν, αλλά διά δόλου να διαφύγωσι και τον πόλεμον, και το να δώσωσιν ενέχυρα. Ήτον δ' ο δόλος, αυτήν την Φιλωτίδα και μετ' αυτής και άλλας υπηρετρίας ωραίας να στολίσωσιν ως ελευθέρας, και να τας στείλωσιν εις τους εχθρούς· έπειτα δε την νύκτα η Φιλωτίς ν' ανάψη λαμπάδα, και οι Ρωμαίοι να έλθωσιν ένοπλοι, και να επιπέσωσιν εις τους εχθρούς εν ώ εκοιμώντο. Και έγιναν ταύτα αφ' ού επείσθησαν οι Λατίνοι, και ύψωσεν η Φιλωτίς την λαμπάδα εκ τινος αγρίας συκής, κρύψασα αυτήν όπισθεν διά περικαλυμμάτων και παραπετασμάτων, διά να είναι αόρατον το φως εις τους εχθρούς, να φαίνηται δ' εις τους Ρωμαίους. Καθώς λοιπόν το είδον, ευθύς εκίνησαν μετά βίας, και διά την ταχύτητα έκραζον πολλάκις αλλήλους περί τας πύλας. Επιπεσόντες δ' απροσδοκήτως εις τους εχθρούς, και νικήσαντες αυτούς, τελούσι την εορτήν ταύτην ως επινίκιον, και Καπρατίναι αι νόνναι καλούνται εξ αιτίας της αγρίας συκής, ήτις ονομάζεται υπό των Ρωμαίων καπρίφικος. Προσφέρεται δ' επ' αυτής γεύμα εις τας γυναίκας έξω, σκιαζομένας υπό κλάδους συκής. Αι δ' υπηρέτριαι συνάζουσι χρήματα, περιερχόμεναι, και παίζουσι, και έπειτα κτυπώνται και λιθοβολούνται μεταξύ των, ως και τότε ήλθον και συνηγωνίσθησαν μετά των Ρωμαίων όταν επολέμουν. Ταύτα δεν παραδέχονται πολλοί εκ των συγγραφέων. Αλλά και το να φωνάζωσι την ημέραν τα ονόματα, και το να έρχωνται διά την θυσίαν εις της Αιγός το έλος, φαίνεται μάλλον επικυρούν την πρώτην διήγησιν εκτός αν αμφότερα τα συμβάντα συνέπεσαν κατά διαφόρους μεν χρόνους, αλλά κατά την ιδίαν ημέραν. Λέγεται δ' ότι ο Ρωμύλος έγινεν άφαντος, ηλικίας μεν ων πεντηκοντατεσσάρων ετών, βασιλεύσας δ' έτη τριάκοντα οκτώ.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΘΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΡΩΜΥΛΟΥ
Α. ΌΣΑ λοιπόν αξιομνημόνευτα περί Θησέως και Ρωμύλου συνέβη ν' ακούσωμεν, ταύτα εισί. Φαίνεται δε πρώτον ότι ο μεν Θησεύς, αυτοπροαιρέτως, και χωρίς ουδείς να τον αναγκάζη, αντί να βασιλεύση αφόβως εις την Τροιζήνα, διαδεχθείς αρχήν ουκ ευκαταφρόνητον, αυτός αφ' εαυτού ωρέχθη μεγάλα πράγματα. Ο δε Ρωμύλος, βιαζόμενος ν' αποφύγη την δουλείαν, και την τιμωρίαν ήτις επεκρέματο εις αυτόν, έγινε κατά την έκφρασιν του Πλάτωνος, υπό φόβου ανδρείος, και διά να μη πάθη τα έσχατα δεινά, ηναγκάσθη να πράξη έργα μεγάλα. Έπειτα το μέγιστον τούτου έργον ήτον ότι ένα εφόνευσε, της Άλβης τον τύραννον· εκείνου δ' ήσαν πάρεργα, και των αγώνων προοίμια ο Σκίρων, ο Σίννις, ο Προκρούστης, ο Κορυννήτης, ους φονεύων ή τιμωρών απήλαττε την Ελλάδα από τυράννων, πριν εκείνοι ούς έσωζε να ηξεύρωσι ποιος είναι. Και αυτός μεν κατώρθωσε να διέλθη ασφαλώς διά της θαλάσσης, χωρίς να βλαφθή υπό των ληστών ο δε Ρωμύλος δεν είχε την τύχην να μείνη ήσυχος εν όσω ο Αμούλιος έζη. Μεγάλη δ' υπέρ του Θησέως απόδειξις είναι, ότι ούτος μεν, εν ώ ουδέν αδίκημα έπασχεν, εκινήθη κατά των κακών ανθρώπων, εις υπεράσπισιν άλλων· εν ώ εκείνοι, εν όσω αυτοί δεν επιέζοντο υπό του τυράννου, παρέβλεπον ότι ηδίκει τους άλλους όλους. Αν δ' ως μέγα θεωρηθή ότι επληγώθη πολεμών κατά των Σαβίνων, και εφόνευσε τον Άκρωνα, και πολλούς ενίκησεν εχθρούς εις την μάχην, προς τα έργα ταύτα δύναται να παραβληθή η Κενταυρομαχία, και οι κατά των Αμαζόνων αγώνες.
Β. Ό,τι δ' ετόλμησεν ο Θησεύς ως προς τον Κρητικόν φόρον, το να εκπλεύση μετά παρθένων και παίδων ίνα παραδοθή ή εις θηρίον να τον φάγη, ή να σφαγή εις τον τάφον του Ανδρόγεω, ή, το ελαφρότατον αφ' όσα λέγονται, να δουλεύη δουλείαν άδοξον εις άνδρας αυθάδεις και δυσμενείς, δεν ημπορεί κάνεις να ειπή πόσην τόλμην αποδεικνύει, ή πόσην μεγαλοφροσύνην, ή δικαιοσύνην προς τα κοινά, ή πόθον δόξης και αρετής. Ώστε μοι φαίνεται ότι οι φιλόσοφοι δεν ώρισαν κακώς τον έρωτα ως Θεών υπηρεσίαν προς επιμέλειαν και σωτηρίαν των νέων διότι ο έρως της Αριάδνης φαίνεται προ πάντων ως να υπήρξεν έργον και τέχνασμα θείον, προς σωτηρίαν του ανδρός τούτου. Και δεν είναι δίκαιον να μεμφώμεθα την κόρην ήτις τον ηγάπησεν, αλλά ν' απορώμεν μάλλον ότι όλοι και όλαι το αυτό προς αυτόν δεν ησθάνθησαν. Αν δ' αύτη μόνη έπαθε τούτο, λέγω ότι ευλόγως εφάνη αξία και του έρωτος του Θεού (272), διότι ηγάπα τους καλούς και τους αγαθούς, και έτρεφεν έρωτα προς τους αρίστους. Ήσαν δ' αμφότεροι την φύσιν πολιτικοί, αλλ' ουδείς αυτών διεφύλαξε τον βασιλικόν τρόπον, αλλ' εμακρύνθησαν αυτού, και απέκλινον ο μεν προς το δημοτικώτερον, ο δε προς το τυραννικώτερον, εις το ίδιον σφάλμα υποπεσόντες, αλλά κατ' εναντίαν διεύθυνσιν. Διότι ο άρχων πρέπει προ παντός άλλου να σώζη αυτήν την αρχήν αλλ' η αρχή σώζεται αποφεύγουσα τα μη ανήκοντα εις αυτήν, ουχ ήττον ή επιμένουσα εις όσα τη ανήκουσιν^ ο δ' ενδίδων ή σκληρυνόμενος δεν μένει βασιλεύς ουδ' άρχων, αλλά γίνεται ή δημαγωγός ή δεσπότης, και ή μισείται ή καταφρονείται υπό των διοικουμένων και φαίνεται ότι εις εκείνο μεν υποπίπτει το σφάλμα εξ επιεικείας και φιλανθρωπίας, εις τούτο δ' εκ φιλαυτίας και εκ τραχύτητος.
Γ. Αν δε πρέπη και τ' ατυχήματα να μη αποδίδωνται όλως διόλου εις την τύχην, αλλά να ζητώμεν εις αυτά τας διαφοράς των ηθών και παθών εξ ών προέκυψαν, ουδείς ας θεωρήση ουδ' εκείνον ανένοχον ασυλλογίστου θυμού, και οργής αβούλως ορμητικής κατά του αδελφού του, ουδέ τούτον κατά του υιού του. Η δ' αρχή ήτις παρορμά εις θυμόν καθιστά συγγνωστότερον τον εκ μεγαλητέρας αιτίας εις το πάθος τούτο υποπεσόντα, ως τον καταβληθέντα υπό χειροτέρας πληγής. Ούτω δεν περιέμενέ τις να εξαφθή αιφνηδίως εις τοσούτον βαθμόν η διάνοια του Ρωμύλου, όταν εκ σκέψεως μόνον και εκ προνοίας υπέρ των κοινών συμφερόντων ήλθεν εις έριν· τον Θησέα όμως παρέφερον κατά του υιού έρως και ζηλοτυπία, και διαβολαί γυναικός, κακά ταύτα άτινα ολίγιστοι των ανθρώπων κατώρθωσαν να διαφύγωσι (273). Το δε μέγιστον, του μεν Ρωμύλου ο θυμός εξώκειλεν εις έργον, εις πράξιν μάλιστα ής ατυχές ήτον το τέλος· η δ' οργή του Θησέως προυχώρησε μόνον μέχρι λόγου και βλασφημίας και κατάρας γεροντικής, ή δ' άλλη συμφορά φαίνεται ότι εκ τύχης επήλθεν εις τον νεανίαν. Ώστε, κατά τούτο, υπέρ του Θησέως πρέπει να είναι η ψήφος.
Δ. Του άλλου όμως πρώτον μεν μέγα υπάρχει ότι εκ μικροτάτων έλαβε την αρχήν εις της πολιτείας τα πράγματα· διότι οι δύω παίδες, δούλοι ονομαζόμενοι και χοιροβοσκών υιοί, πριν ή γίνωσιν ελεύθεροι, ηλευθέρωσαν αυτοί πάντας σχεδόν τους Λατίνους, διά μιας αξιωθέντες να ονομασθώσι διά των ωραιοτάτων ονομάτων, φονείς των εχθρών, και σωτήρες των οικείων, και βασιλείς εθνών, και οικισταί πόλεων, ουχί μετοικισταί, οποίος ήτον ο Θησεύς, όστις εκ πολλών κατοικητηρίων εσύνθετε και συναπετέλει έν, πολλάς πόλεις αφήνων ερήμους, βασιλέων επωνύμους και παλαιών ηρώων. Ο δε Ρωμύλος ύστερον έπραττε ταύτα, αναγκάζων τους εχθρούς να κρημνίζωσι και αφανίζωσι τα ίδια εαυτών χωρία, και να συνοικώσι μετά των νικητών αλλά κατ' αρχάς δεν μετέθετεν ούτε ηύξανε πόλιν υπάρχουσαν, αλλ' εθεμελίου μη υπάρχουσαν, και περιποιών εις εαυτόν συγχρόνως πατρίδα, βασιλείαν, γένη, γάμους, φιλίας, ουδένα μεν εφόνευεν ή κατέστρεφεν, ευηργέτει δε τους αοίκους και ανεστίους, όσοι ήθελον να γίνωσι πολίται και ν' αποτελέσωσι δήμον. Ληστάς δε και κακούργους δεν απέκτεινεν, αλλ' εκέρδισεν έθνη διά του πολέμου, και πόλεις κατέστρεψε, και κατά βασιλέων εθριάμβευσε και κατά στρατηγών.
Ε. Και ο μεν του Ρώμου φόνος αμφισβητείται υπό τινος επράχθη, και το πλείστον μέρος της κατηγορίας εις άλλους αποδίδεται· έσωσε δ' ο Ρωμύλος προφανέστατα την μητέρα του κινδυνεύουσαν, και τον πάππον του, εις άτιμον και άδοξον δουλείαν περιπεσόντα, εκάθισεν εις του Αινείου τον θρόνον, και πολλά μεν τον ωφέλησεν αυτοπροαιρέτως, δεν τον έβλαψε δε κατ' ουδέν ουδ' ακουσίως. Η δε του Θησέως λήθη και αμέλεια της περί του ιστίου εντολής μόλις νομίζω διά πολλής μακροθυμίας και υπό ηπιωτάτων δικαστών δύναται ν' απαλλαγή του χαρακτήρος της πατροκτονίας. Τούτο εννοήσας Αττικός τις συγγραφεύς, ότι δυσχερεστάτη είναι η επί τούτου απολογία, πλάττει ότι ο Αιγεύς, ενώ έφθανε το πλοίον, τρέχων ν' αναβή εις την Ακρόπολιν διά να το ιδή, παρεπάτησε και έπεσεν, ως να μη είχεν οπαδόν κανένα, ή να μη τον παρηκολούθουν θεράποντες εν ώ έσπευδε προς την οδόν της θαλάσσης.
ΣΤ'. Τα δ' εγκλήματα ως προς τας αρπαγάς γυναικών εκ μέρους του Θησέως δεν είχον ευσχήμονα πρόφασιν· πρώτον μεν διότι πολλάκις συνέβησαν, και ήρπασε την Αριάδνην, και την Αντιόπην, και την Τροιζηνίαν Αναξώ, και μετά τας άλλας την Ελένην, παρακμάσας αυτός πριν εκείνη φθάση έτι εις ακμήν, νηπίαν και άωρον, εν ώ εκείνος ήτον εις ώραν και των νομίμων γάμων να παύση. Έπειτα δε διά τας αιτίας δι' άς τας έπραξε· διότι αι θυγατέρες των Τροιζηνίων και των Λακώνων και των Αμαζόνων, μη λαμβανόμεναι εις νόμιμον γάμον, δεν ήσαν βεβαίως μάλλον καλλίπαιδες παρά τας εν Αθήναις κόρας των Ερεχθειδών και των Κεκροπιδών. Αλλά αυτά μεν δίδουσιν υποψίαν ότι επράχθησαν δι' ύβριν και ηδονήν. Ο δε Ρωμύλος, πρώτον με αρπάσας οκτακοσίας περίπου κόρας, δεν τας έλαβεν όλας δι' εαυτόν, αλλά μόνον μίαν, ως λέγουσι, την Ερσιλίαν, τας δ' άλλας διένειμεν εις τους πρωτίστους των πολιτών. Έπειτα δε, διά της τιμής, της αγάπης και της δικαιοσύνης μεθ' ής προσεφέρθη μετά ταύτα προς τας γυναίκας, απέδειξε την βίαν και την αδικίαν εκείνην έργον κάλλιστον και πολιτικώτατον εις την κοινωνίαν. Ούτω συνέμιξε και συνεχώνευσε τα γένη προς άλληλα, και κατέστησε την πράξιν ταύτην πηγήν της μετέπειτα ομονοίας, και της δυνάμεως εν τη πολιτεία· ο έκτοτε δε καιρός μαρτυρεί περί της αιδούς, της φιλίας και της ασφαλείας ήν περιήψεν εις τους γάμους· διότι εις διάστημα διακοσίων τριάκοντα ετών ούτε ανήρ ετόλμησε να διαζευχθή την γυναίκα του, ούτε γυνή τον άνδρα της. Αλλά, καθώς παρά τοις Έλλησιν οι σφόδρα ειδήμονες δύνανται να ονομάσωσι τον πρώτον πατροκτόνον ή μητροφόνον, ούτως ηξεύρουσιν όλοι οι Ρωμαίοι ότι πρώτος ο Καρβίλιος Σπούριος (274) εχώρισε την γυναίκα του, προσάψας εις αυτήν ότι ήτον στείρα. Εις δε την διάρκειαν του καιρού τούτου προσθέτουσι την μαρτυρίαν των και τα έργα, διότι εξ αιτίας της επιγαμίας εκείνης οι βασιλείς έλαβον από κοινού την αρχήν, και αι γενεαί αυτών μετέσχον της πολιτείας· οι δε γάμοι του Θησέως ουδέν μεν εις ουδένα επέφερον συμβόλαιον φιλίας ή σχέσεως, αλλά μόνον έχθρας και πολέμους και πολιτών φόνους, και τέλος των Αφιδνών την άλωσιν, ών οι πολίται μόλις εξ οίκτου των πολεμίων, αφ' ού προσεκύνησαν αυτούς, και τους ανηγόρευσαν Θεούς (275), δεν έπαθον ό,τι είχον πάθει οι Τρώες εξ αιτίας του Αλεξάνδρου (276). Η δε μήτηρ του Θησέως δεν εκινδύνευσε μόνον να πάθη, αλλ' έπαθε τα της Εκάβης, διότι την εγκατέλειψε και την παρέβλεψεν ο υιός της· εκτός αν δεν είναι πλάσματα τα περί της αιχμαλωσίας αυτής, ως έπρεπε να είναι ψεύδη και ταύτα και τα πλείστα των άλλων. Και όσα ακόμη περί των Θεών λέγονται ως προς αυτούς, μεγάλην καθιστώσι την μεταξύ των διαφοράν διότι τον Ρωμύλον έσωσαν οι θεοί μετά πολλής ευμενείας· ο δ' εις τον Αιγέα δοθείς χρησμός, να μη νυμφευθή εις γην ξένην, φαίνεται δηλών ότι παρά την γνώμην των Θεών έγινε του Θησέως η γέννησις.
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ
Α. Περί του Λυκούργου του νομοθέτου ουδέν εν γένει δύναται να ρηθή αναμφισβήτητον, καθ' όσον και το γένος, και η αποδημία, και ο θάνατος αυτού, και προσέτι τα περί των νόμων και του πολιτεύματος αυτού διαφόρως ιστορούνται. Διότι άλλοι μεν λέγουσιν ότι ήκμασε συγχρόνως μετά του Ιφίτου (277), και μετ' αυτού ότι διέταξε την Ολυμπιακήν ανακωχήν (278). Εκ τούτων είναι και ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, ως απόδειξιν προτείνων τον εν Ολυμπία δίσκον (279), εφ' ού σώζεται επιγεγραμμένον και του Λυκούργου τ' όνομα. Οι δ' υπολογίζοντες τους καιρούς εκ των διαδοχών των βασιλέων της Σπάρτης, ως είναι ο Ερατοσθένης (280) και ο Απολλόδωρος (281), λέγουσιν αυτόν ικανά έτη προγενέστερον της πρώτης Ολυμπιάδος (282). Ο δε Τίμαιος (283) υποπτεύει ότι δύο Λυκούργοι υπήρξαν εις την Σπάρτην κατά διαφόρους καιρούς, και ότι και των δύο αι πράξεις απεδόθησαν εις ένα, διά την δόξαν αυτού· ότι δ' ο πρεσβύτερος έζη ουχί μακράν των καιρών του Ομήρου (284), κατά τινας δ' ότι και είδε τον Όμηρον. Και ο Ξενοφών (285) δε δίδει περί της αρχαιότητός του υπόνοιαν, λέγων ότι έζη επί των Ηρακλειδών. Και Ηρακλείδαι μεν ήσαν βεβαίως και οι έσχατοι των βασιλέων της Σπάρτης, εκείνος όμως φαίνεται θέλων Ηρακλείδας να ονομάζη μόνον τους πρώτους εκείνους και εις τον Ηρακλέα πλησιεστάτους. Αλλ' όσον και αν πλανάται ούτως η ιστορία, θα προσπαθήσωμεν να διηγηθώμεν περί του ανδρός, ακολουθούντες εξ όσων εγράφησαν τα έχοντα τας ολιγωτέρας αντιλογίας ή τους αξιοπιστοτέρους μάρτυρας.
Β. Ο Σιμωνίδης τω όντι ο ποιητής (286) λέγει ότι ο Λυκούργος είχε πατέρα ουχί τον Εύνομον, αλλά τον Πρύτανιν· και τον Λυκούργον δε και τον Εύνομον γενεαλογούσιν οι περισσότεροι ουχί κατά τούτον τον τρόπον, αλλά λέγουσιν ότι του Πατροκλέους, υιού του Αριστοδήμου (287) υιός ήτον ο Σόος, του δε Σόου ο Ευρυτίων, τούτου ο Πρύτανις, και τούτου πάλιν ο Εύνομος· του δ' Ευνόμου ο Πολυδέκτης μεν εκ πρώτης γυναικός, νεώτερος δ' ο Λυκούργος εκ της Διωνάσσης. Ως δε διηγείται ο Διευτυχίδας (288), ήτον έκτος μεν από του Πατροκλέους, ενδέκατος δε από του Ηρακλέους. Μεταξύ δε των προγόνων αυτού εθαυμάσθη προ πάντων ο Σόος, διότι κατά τους χρόνους αυτού υπεδούλωσαν οι Σπαρτιάται τους Είλωτας (289), και χώραν απέκτησαν πολλήν, αποκόψαντες αυτήν από των Αρκάδων. Λέγεται δ' ότι ο Σόος, πολιορκούμενος υπό των Κλειτορίων (290) εις τόπον δύσκολον και άνυδρον, εσυμφώνησε να τοις αφήση την γην όσην είχε κατακτήσει, αν τον άφηνον να πίη και αυτός και όλοι οι μετ' αυτού εκ της πλησίον πηγής· αφ' ού δ' έγιναν οι όρκοι και αι συνθήκαι, ότι συναθροίσας τους οπαδούς του, έδωκε την βασιλείαν εις εκείνον όστις δεν ήθελε πίει. Ουδείς όμως αντέσχεν, αλλ' όλοι έπιον και τότε καταβάς αυτός τελευταίος, ερραντίσθη μόνον, εν ώ έτι οι εχθροί ήσαν παρόντες, και ανεχώρησεν. Εκράτησε δε την χώραν, επί λόγω ότι όλοι δεν έπιον. Αλλ' ει και τον εθαύμασαν διά ταύτα, την γενεάν του όμως δεν ωνόμασαν απ' αυτού, αλλ' από των υιών του Ευρυτιωνίδας· διότι πρώτος ο Ευρυτίων φαίνεται μετριάσας της βασιλείας την υπέρ το δέον μοναρχικήν εξάσκησιν, όπως κολακεύση και ευχαριστήση το πλήθος. Εξ αιτίας δε των τοιούτων παραχωρήσεων το πλήθος εγίνετο θρασύτερον, οι δε μετά ταύτα βασιλείς, άλλοι μεν εμισούντο, διότι μετεχειρίζοντο βίαν, άλλοι δ' εξουθενούντο δι' ασθένειαν, ή διότι επροσπάθουν ν' αρέσωσιν εις τον όχλον, και ούτως επί πολύν καιρόν κατέλαβεν ανομία και αταξία την Σπάρτην. Ταύτης θύμα απέθανε και ο πατήρ του Λυκούργου, όστις εβασίλευε τότε· διότι, προσπαθών να χωρίση τινάς ελθόντας εις χείρας, εκτυπήθη υπό μαγειρικής μαχαίρας και ετελεύτησεν, αφήσας την βασιλείαν εις Πολυδέκτην τον πρωτότοκόν του υιόν.
Γ. Αφ' ού δε και αυτός μετ' ολίγον απέθανεν, έπρεπεν, ως πάντες νομίζουσι, να βασιλεύση ο Λυκούργος, και εβασίλευε τω όντι πριν ή φανή ότι ήτον έγγυος του αδελφού του η γυνή. Άμα δ' έμαθε τούτο, εκήρυξε μεν ότι η Βασιλεία ήτον του παιδίου, αν εγεννάτο αρσενικόν, εξηκολούθησε δ' αυτός διευθύνων την κυβέρνησιν ως επίτροπος. Ονομάζουσι δ' οι Λακεδαιμόνιοι τους επιτρόπους των ορφανών Βασιλέων Προδίκως (291). Έστειλε δε προς αυτόν η γυνή κρυφίως, και τον εμήνυσεν ότι θέλει να φονεύση το βρέφος και να νυμφευθή εκείνον, γινόμενον Βασιλέα της Σπάρτης. Αυτός δε, το μεν ήθος αυτής εμίσησε, δεν απέκρουσεν όμως τον λόγον αυτής, αλλά προσποιούμενος ότι τον δέχεται και τον επαινεί, τη είπεν ότι δεν πρέπει διά φαρμάκων ν' αποβάλη και να βλάψη το σώμα της και να κινδυνεύση· διότι αυτός ήθελε φροντίση, άμα γεννηθή το παιδίον, να το κάμη άφαντον. Ούτως εξαπατών την γυναίκα μέχρι του τοκετού, ως εννόησεν ότι έφθασεν η ώρα, έστειλεν ανθρώπους να παραμείνωσιν εις την γένναν και να φυλάττωσι, διατάξας αυτοίς, αν μεν γεννηθή θήλυ, να το παραδώσωσιν εις τας γυναίκας, αν δε άρρεν να το φέρωσι προς αυτόν, ό,τι δήποτε καν τύχη πράττον. Έτυχε δε να δειπνή αυτός μετά των αρχόντων, όταν εγεννήθη άρρεν, και ελθόντες οι υπηρέται τω έφεραν το παιδάριον. Αυτός δε το εδέχθη, ως λέγεται, και είπε προς τους παρόντας· «Βασιλεύς μας εγεννήθη, ω Σπαρτιάται»· καταθέσας δ' αυτό εις βασιλικήν έδραν, το ωνόμασε Χαρίλαον, διότι όλοι ήσαν περιχαρείς, ευαρεστηθέντες προς το φρόνημα και την δικαιοσύνην αυτού. Εβασίλευσε δ' εν όλοις μήνας οκτώ και κατά τον λοιπόν χρόνον ετιμάτο υπό των πολιτών, και παρά τους πειθομένους εις αυτόν διότι ήτον Βασιλέως επίτροπος και είχεν εξουσίαν, περισσότεροι ήσαν οι διά την αρετήν του εις αυτόν προσηλούμενοι, και έτοιμοι να πράξωσι προθύμως ό,τι τοις διέταττεν. Υπήρχε δε και μερίς ήτις τον εφθόνει, και επροσπάθει, όταν ήτον νέος, να εμποδίση την πρόοδόν του, μάλιστα μεν οι συγγενείς και οικείοι της μητρός του Βασιλέως, ήτις εφρόνει ότι εξυβρίσθη· και ο αδελφός δ' αυτής Λεωνίδας μετά θρασύτητος πολλής υβρίσας ποτέ τον Λυκούργον, «ηξεύρω, προσέθηκεν επιτηδείως, ότι μέλλεις ποτέ να βασιλεύσης», υπόνοιαν διά τούτου δίδων, και προκαταλαμβάνων διά διαβολής τον Λυκούργον, αν ήθελε συμβή να πάθη τι ο Βασιλεύς, ότι αυτός τον επεβουλεύθη. Τοιούτοι δέ τινες λόγοι διεδίδοντο και υπό της γυναικός. Διά ταύτα λυπούμενος, και το άδηλον φοβηθείς, απεφάσισε ν' αποδημήση διά ν' αποφύγη τας υποψίας, και να πλανηθή, έως ότου ο ανεψιός του ελθών εις ηλικίαν, αποκτήση τέκνον, του θρόνου διάδοχον.
Δ. Ούτως αναχωρήσας, πρώτον μεν έφθασεν εις Κρήτην και σπουδάσας τα επικρατούντα εκεί πολιτεύματα, και συναναστραφείς μετά των πρώτων και ενδοξοτέρων ανδρών, άλλους μεν των νόμων εζήλωσε και παρέλαβε, φρονών ότι δύναται να μεταφέρη και καταστήση χρησίμους αυτούς εις την πατρίδα του, τινάς δε κατεφρόνησεν. Ένα δε των νομιζομένων εκεί σοφών και πολιτικών, τον Θάλητα, πείσας οία παρακλήσεων και διά φιλίας, τον έστειλεν εις την Σπάρτην. Εφαίνετο δ' ούτος ποιητής λυρικών μελών, και την τέχνην ταύτην είχεν ως πρόσχημα· αληθώς όμως έπραττεν ό,τι οι άριστοι των νομοθετών διότι αι ωδαί αυτού ήσαν λόγοι διά μελωδίας και διά ρυθμών εις ευπείθειαν προτρέποντες και ομόνοιαν, και πολύ συντελούντες εις την κοσμιότητα, και την αποκατάστασιν των πραγμάτων· τούτων δ' ακροώμενοι οι λαοί, κατεπραΰνοντο βαθμηδόν ως προς τα ήθη, και συνήθιζον εις των καλών τον ζήλον, εγκαταλείποντες τα πάθη υφ' ών διηρούντο· ώστε εκείνος ηνέωξε τρόπον τινα εις τον Λυκούργον την οδόν της των Λακεδαιμονίων παιδεύσεως. Από δε της Κρήτης ο Λυκούργος έπλευσεν εις την Ασίαν, θέλων, ως λέγεται, προς την δίαιταν των Κρητών, ήτις είναι αυστηρά και ευτελής, να παραβάλη την πολυτέλειαν και τρυφήν των Ιώνων, καθώς ιατρός συγκρίνει προς υγιή σώματα τα κακόχυμα και νοσώδη, και να μελετήση την διαφοράν των βίων και των πολιτειών. Εκεί δε, ως φαίνεται, απαντήσας κατά πρώτον τα ποιήματα του Ομήρου, διατηρούμενα εις τους απογόνους του Κρεωφύλου (292), και ιδών εις αυτά μετά των τερπνών μερών, των ηδονάς περιγραφόντων και ακρασίας, πολλά αναμεμιγμένα πολιτικά και ηθολογικά, μεγάλης σπουδής άξια, αντέγραψεν αυτά προθύμως, και τα συνέλεξε διά να τα φέρη ενταύθα. Διότι υπήρχεν ήδη αμυδρά τις φήμη των επών τούτων εις την Ελλάδα, και ολίγοι τινές είχον και μέρη τινα εξ αυτών σποράδην, ως έτυχεν η ποίησις να κατακερματισθή. Κυρίως όμως γνωστήν κατέστησεν αυτήν πρώτος ο Λυκούργος. Οι Αιγύπτιοι δε νομίζουσιν ότι και προς αυτούς ήλθεν ο Λυκούργος, και ότι θαυμάσας προ πάντων την παρ' αυτοίς διάκρισιν του μαχίμου γένους (293) από των άλλων, μετέφερεν αυτήν εις την Σπάρτην, και ότι χωρίσας τους βαναύσους και χειροτέχνας, κατέστησε το πολίτευμα αστυκόν τω όντι και καθαρόν. Ταύτα δε μετά των Αιγυπτίων μαρτυρούσι και Έλληνές τινες συγγραφείς. Ότι δε περιήλθε και την Λιβύην και την Ιβηρίαν ο Λυκούργος, και ότι πλανηθείς περί την Ινδικήν συνεναστράφη μετά των Γυμνοσοφιστών (294), ουδείς ηξεύρομεν άλλος να το είπε, πλην του Σπαρτιάτου Αριστοκράτους, του υιού του Ιππάρχου (295).
Ε. Οι δε Λακεδαιμόνιοι επόθουν τον Λυκούργον απόντα, και τον εμήνυσαν πολλάκις να επιστρέψη, διότι οι Βασιλείς είχον όνομα και τιμήν, κατ' άλλο δ' ουδέν διέφερον του λαού, εν ώ εκείνος είχε φύσιν ηγεμονικήν και δύναμιν του να διευθύνη τους ανθρώπους. Ουδ' είς τους Βασιλείς δ' ήτον δυσάρεστος η παρουσία αυτού, διότι ήλπιζον ότι, αφ' ού αυτός ήρχετο, ολιγώτερον θα εθρασύνετο ο λαός. Επιστρέψας λοιπόν προς αυτούς, εν ώ ήσαν ούτω διατεθειμένοι, επεχείρησεν ευθύς να μεταβάλη τα πράγματα και να μεταρρυθμίση την πολιτείαν, σκεπτόμενος ότι οι κατά μέρος νόμοι εισί περιττοί και εις ουδέν ωφελούσι, καθώς εις σώμα καχεκτικόν, και γέμον παντοδαπών νοσημάτων, αν δι' ιατρικών και καθαρσίων καταβαλών τις και μετατρέψας την κράσιν, δεν αρχίση άλλην νέαν δίαιταν. Ταύτα δε διανοηθείς, πρώτον μεν απεδήμησεν εις Δελφούς, και ερωτήσας τον Θεόν και θυσιάσας, επέστρεψε, φέρων τον διαβόητον εκείνον χρησμόν (296), δι' ού η Πυθία τον ωνόμασε θεοφιλή, και Θεόν μάλλον ή άνθρωπον. Εζήτησε δε και ευνομίαν, και ο Θεός τω είπεν ότι συναινεί και τω δίδει νόμους δι' ών η πολιτεία του ν' αναδειχθή πασών αξιολογωτέρα. Εκ τούτων ενθαρρυνθείς, προσήλθεν εις τους επισημοτέρους των πολιτών, και τους παρεκάλει να τον βοηθήσωσι, κατ' αρχάς μεν συνομιλών κρυφίως μετά των φίλων του, έπειτα δε κατ' ολίγον αποτεινόμενος εις περισσοτέρους, και πείθων αυτούς να συντελέσωσιν εις την πράξιν. Όταν δ' ο καιρός ήλθε, παρήγγειλε τριάκοντα τους πρώτους να μεταβώσιν ένοπλοι εις την αγοράν, διά να καταπλήξωσι και να φοβίσωσι τους εναντιουμένους. Τα ονόματα είκοσι τούτων, των γνωστοτέρων, εσημείωσεν ο Έρμιππος (297) εκείνον δ' όστις υπέρ πάντας τους άλλους συνέπραξε μάλιστα μετά του Λυκούργου και συνεπολιτεύθη, ονομάζουσιν Αρθμιάδαν. Ως δ' ήρχισεν η ταραχή, ο Βασιλεύς Χαρίλαος φοβηθείς ότι κατ' αυτού ήτον πάσα η συνωμοσία, κατέφυγεν εις την Χαλκίοικον (298)· έπειτα όμως καταπεισθείς, και όρκους λαβών, εξήλθε, και συνήργει εις τα γινόμενα, διότι ήτον εκ φύσεως πράος· ώστε λέγεται ότι ο συμβασιλεύς του Αρχέλαος είπε ποτέ προς τους εγκωμιάζοντας τον νεανίσκον «Πώς να μη είναι ο Χαρίλαος ανήρ αγαθός, αφ' ού κακός δεν είναι ουδέ προς τους κακούς;» Μεταξύ δε των πολλών όσα ενεωτέρισε τότε ο Λυκούργος, πρώτον και μέγιστον ήτον η διάταξις των Γερόντων, ήτις, λέγει ο Πλάτων, αναμιγείσα εις την αρχήν των Βασιλέων επαρθείσαν εις όγκον, και ισόψηφος μετ' αυτής γενομένη εις τα μέγιστα πράγματα, έφερε σωτηρίαν εις την πόλιν και σωφροσύνην. Διότι μετέωρος ούσα η πολιτεία, και αποκλίνουσα άλλοτε μεν προς τους Βασιλείς εις τυραννίαν, άλλοτε δε προς το πλήθος εις δημοκρατίαν, εγκαταστήσασα δε μεταξύ των δύο ταύτην την αρχήν των Γερόντων ως έρμα, και ισορρροπίαν εισαγαγούσα, κατώρθωσεν ασφαλή την τάξιν και την αποκατάστασιν· διότι πάντοτε οι εικοσιοκτώ Γέροντες συνέπραττον μεν μετά των Βασιλέων όσον έπρεπε διά να προλάβωσι την δημοκρατίαν, υπεστήριζαν δ' αφ' ετέρου τον δήμον ώστε να μη υποπέση εις τυραννίαν. Λέγει δ' ο Αριστοτέλης ότι έγιναν τοσούτοι τον αριθμόν οι Γέροντες, διότι ήσαν τριάκοντα οι πρώτοι μετά του Λυκούργου συμπράξαντες, αλλά δύο παρητήθησαν δειλιάσαντες. Ο δε Σφαίρος (299) λέγει ότι εξ αρχής τόσοι ήσαν οι συμμερισθέντες της γνώμης του. Ίσως δε συνετέλεσε κατά τι και ο αριθμός, διότι αποτελείται εξ επτάδος πολλαπλασιασθείσης διά τετράδος, και εις τα μέρη του ων ίσος μετά την εξάδα, είναι τέλειος (300). Εις εμέ όμως φαίνεται ότι κατέστησε τοσούτους τους Γέροντας, διά να είναι όλοι τριάκοντα, διά της προσθήκης και των δύο Βασιλέων εις τους εικοσιοκτώ.
ΣΤ'. Τόσον δε σπουδαίαν εθεώρησε την αρχήν ταύτην ο Λυκούργος, ώστε και μαντείαν έφερε περί αυτής εκ Δελφών, ήτις λέγεται ρήτρα. Έχει δ' ούτω (301). «Διός Ελλανίου και Αθηνάς Ελλανίας ιερόν ανεγείρας, Φυλάς φυλάσας, και Ωβάς ωβάσας, τριάκοντα, την Γερουσίαν και Αρχηγέτας καταστήσας, από καιρού εις καιρόν ν' απελλάζης μεταξύ Βαβύκας και Κνακίωνος, και ούτω να εισάγης και διεκπεραιής. Ο δε δήμος να έχη συνέδριον και εξουσίαν». Εκ τούτων το να φυλάση φυλάς και να ωβάση ωβάς είναι να διαιρέση το πλήθος εις μερίδας, ών τας μεν ωνόμασε φυλάς, τας δε ωβάς (302). Αρχηγέται δε λέγονται οι βασιλείς· το ν' απελλάζη δ' είναι να εκκλησιάζη, διότι την αρχήν και αιτίαν της πολιτείας ανέφερεν εις τον Πύθιον Απόλλωνα (303), την δε Βαβύκαν και τον Κνακίωνα καλούσιν Οινούντα σήμερον (304)· ο δ' Αριστοτέλης λέγει ποταμόν μεν τον Κνακίωνα, γέφυραν δε την Βαβύκαν. Εν μέσω δ' αυτών συνήρχοντο εις εκκλησίαν, χωρίς να έχωσιν ούτε αιθούσας ούτε άλλην τινά κατασκευήν διότι εφρόνει ότι ταύτα κατ' ουδέν συντελούσιν εις των σκέψεων την ορθότητα, εξ εναντίας μάλιστα και βλάπτουσι, καθιστώντα χαύνους και ματαιόφρονας των συνερχομένων τας διανοίας, όταν, εκκλησιάζοντες, έχωσι προ οφθαλμών αγάλματα και ζωγραφίας, ή θεάτρων προσκήνια, ή στέγας βουλευτηρίων εντέχνως κεκοσμημένας. Όταν δε το πλήθος συνήρχετο, εις ουδένα μεν άλλον επέτρεπε να προτείνη γνώμην, ο δε δήμος είχε μόνον την άδειαν να επικρίνη την προβληθείσαν υπό των γερόντων και των βασιλέων. Μεταγενεστέρως δε, επειδή το πλήθος διέστρεφε και παρεβίαζε τας προτάσεις δι' αφαιρέσεων και διά προσθηκών, οι βασιλείς Πολύδωρος και Θεόπομπος (305) ταύτα προσέθηκαν εις την ρήτραν· «Αν δε σκολιάν ο δήμος εκλέξη, οι πρεσβύτεροι και οι αρχηγέται να είναι αποστατήρες (306)», τουτέστι να μη κυρώσι την απόφασιν, αλλά ν' απέχωσι, και να διαλύωσι την εκκλησίαν του δήμου, ως παραμορφούσαν και μεταβάλλουσαν την πρότασιν παρά το συμφέρον. Έπεισαν δε και αυτοί την πόλιν ότι ο Θεός προστάσσει ταύτα, ως αναφέρει και ο Τυρταίος (307) διά των εξής·
«Εκ του Πυθώνος, τον Φοίβον ακούσαντες, ήλθον εις Σπάρτην φέροντες θείους χρησμούς, μάντευμ' αυτή ασφαλές. Οι βασιλείς, ούς τιμώσ' οι Θεοί, να βουλεύωνται πρώτοι, ότ' η θερμώς ποθεινή Σπάρτ' είναι μέλημ' αυτών. Έπειτα δε οι πρεσβύται, οι γέροντες, είτα ο δήμος εις του Θεού τους ρητούς τούτους χρησμούς πειθαρχών».
Ζ. Ούτως έμιξε το πολίτευμα ο Λυκούργος· και όμως οι μετ' αυτόν, βλέποντες την ολιγαρχίαν ασυγκέραστον έτι και ισχυράν, και σφοδράν και τετυφωμένην, ως λέγει ο Πλάτων (308), προσέθηκαν εις αυτήν ως χαλινόν την δύναμιν των εφόρων, εκατόν τριάκοντα έτη περίπου μετά τον Λυκούργον, διότι πρώτοι έφοροι κατεστάθησαν οι μετά του Ελάτου, επί του βασιλέως Θεοπόμπου. Περί τούτου λέγεται ότι, επιπληττόμενος υπό της γυναικός του, διότι έμελλε να παραδώση εις τα τέκνα του την βασιλείαν μικροτέραν αφ' ό,τι την παρέλαβε, «μεγαλητέραν, εξ εναντίας, είπε, διότι την παραδίδω διαρκεστέραν». Και τω όντι, στερηθείσα της υπερβαλλούσης δυνάμεως, μετά του φθόνου διέφυγε και τον κίνδυνον^ ώστε δεν εφοβείτο να πάθη ό,τι οι Μεσσήνιοι και οι Αργείοι έπραξαν προς τους βασιλείς των, μη θελήσαντας κατ' ουδέν να ενδώσωσι, και να μετριάσωσι την εξουσίαν επί το δημοτικώτερον. Τούτο προ πάντων έδειξε την σοφίαν και την πρόνοιαν του Λυκούργου εις τους όσοι απέβλεπον προς τας αναστατώσεις των βασιλέων και δήμων και την κακοπολιτείαν των Μεσσηνίων και των Αργείων, οίτινες ήσαν συγγενείς και γείτονες των Σπαρτιατών (309)· διότι, εν ώ κατ' αρχάς είχον ίσον μετ' εκείνων μερίδιον, και κατά την κλήρωσιν των γαιών φαίνεται μάλιστα ότι και απήλαυσαν περισσότερα, δεν έμεινον όμως ευδαιμονούντες επί πολύ, αλλά, συνταράξαντες τα καθεστώτα διά της αυθαιρεσίας των βασιλέων και διά της απειθείας των όχλων, έδειξαν ότι τω όντι θείον ευτύχημα ήτον διά τους Σπαρτιάτας ο νομοθέτης όστις συνηργολόμησεν εύκρατον την πολιτείαν αυτών. Αλλά ταύτα κατεδείχθησαν ύστερον.
Β. Δεύτερον δε πολιτικόν μέτρον του Λυκούργου, και τολμηρότατον είναι της γης η διανομή. Διότι μεγάλη υπήρχεν ανωμαλία, και πολλοί άποροι και ακτήμονες επλήρουν την πόλιν, και ο πλούτος είχεν εις ολιγίστους συρρεύσει. Τούτου ένεκεν ο Λυκούργος εξεδίωξε την υπερηφάνειαν και τον φθόνον και την κακουργίαν και την τρυφήν, και τα τούτων προγενέστερα και μεγαλήτερα της πολιτείας νοσήματα, τον πλούτον και την πενίαν, και έπεισε τους πολίτας να βάλωσιν εις την μέσην όλην την γην, και να την διανείμωσιν εξ αρχής, και να ζώσιν όλοι ισοτίμους έχοντες και ισομεγέθεις τας περιουσίας, και εις μόνην την αρετήν ν' απονέμωσι το πρωτείον, φρονούντες ότι άλλη μεταξύ των ανθρώπων δεν υπάρχει διαφορά ουδ' άλλη ανισότης, πλην εκείνης ην αποτελεί η κατηγορία των κακών πράξεων και ο έπαινος των καλών. Το έργον δ' επιφέρων μετά τον λόγον, διένειμε την μεν άλλην λακωνικήν γην εις τους παροίκους, εις τριάκοντα χιλιάδας μερίδας ή κλήρους διαιρέσας αυτήν, την δ' ανήκουσαν εις αυτήν την πόλιν της Σπάρτης διήρεσεν εις εννέα χιλιάδας, διότι τοσαύται ήσαν αι μερίδες των Σπαρτιατών. Τινές δε λέγουσιν ότι ο μεν Λυκούργος προσδιώρισεν έξ χιλιάδας, τρεις δε χιλιάδας ότι προσέθηκεν έπειτα ο Πολύδωρος (310) και άλλοι πάλιν ότι ούτος προσδιώρισε τας ημισείας των εννεακισχιλίων, τας δ' άλλας ημισείας ο Λυκούργος. Ήτον δε τοσαύτη η μερίς εκάστου, ώστε να φέρη εισόδημα εις μεν τον άνδρα εβδομήκοντα μεδίμνους (311) κριθών, εις δε την γυναίκα δώδεκα, και αναλόγους ποσότητας των υγρών προϊόντων διότι ενόμιζεν ότι τοσαύτη τροφή ήρκει εις αυτούς διά να τοις δώση υγείαν και ευεξίαν, χωρίς να έχωσιν ανάγκην άλλου τινός. Λέγεται δ' ότι μετά πολύν καιρόν, επιστρέψας εξ αποδημίας, και ιδών την χώραν θερισμένην, και τους σωρούς παραλλήλους και ίσους μεταξύ των, εμειδίασε και είπε προς τους παρισταμένους ότι η Λακωνική όλη φαίνεται ως χώρα αδελφών νεωστί μοιρασθείσα.
Θ. Επιχειρήσας δε να διαιρέση και τα έπιπλα, ώστε να εκλείψη πάσα ανισότης και ανωμαλία, και βλέπων ότι πολλοί μετά δυσαρεσκείας εδέχοντο την καθ' αυτό αφαίρεσιν, ηκολούθησεν άλλην οδόν, και επιτηδείως πολιτευθείς, επολέμησε την πλεονεξίαν των. Και πρώτον μεν ηχύρωσε παν νόμισμα χρυσούν και αργυρούν, και διέταξε να μεταχειρίζωνται τον σίδηρον μόνον· έδωκε δε και εις αυτόν ολίγην αξίαν εις πολύ βάρος και πολύν όγκον, ώστε δέκα μνων (312) αμοιβή εχρειάζετο και αποθήκην μεγάλην εις την οικίαν, και ζεύγος ίππων διά να την σύρει. Άμα δε διεδόθη τούτο, πολλά γένη αδικημάτων εξέλειπαν εκ της Λακεδαίμονος· διότι τις ήθελεν ή κλέψει, ή ως δωροδοκίαν δεχθή, ή αφαιρέσει, ή αρπάσει ό,τι ούτε να κρύψη ήτον δυνατόν, ούτε να έχη, αξιοζήλευτον, ούτε να κατακόψη, ωφέλιμον; διότι, ως λέγεται, σβύνων δι' οξυδίου την ακμήν του σιδήρου, εν ώ ήτον πεπυρωμένος, αφήρει την εις παν άλλο χρησιμότητα και δύναμιν αυτού, και τον καθίστα δυσμεταχείριστον και δυσκατέργαστον. Μετά δε τούτο απεδίωξε τας τέχνας τας περιττάς και αχρήστους. Αλλά και κανείς αν δεν τας απεδίωκεν, αι πλείσται θα ηφανίζοντο μετά του κοινού νομίσματος, όταν τα προϊόντα αυτών δεν θα είχον πώλησιν διότι το σιδηρούν νόμισμα δεν εδέχοντο οι άλλοι Έλληνες, ουδ' είχε τιμήν, και καταγελάτο· ώστε ουδ' ήτον δυνατόν εις τους Λακεδαιμονίους ν' αγοράζωσιν ό,τι δήποτε παρά ξένων παντοπωλών, ούτε φορτίον εμπορικόν εισέπλεεν εις τους λιμένας των, ουδ' ήρχετο εις την Λακωνικήν ούτε λόγων σοφιστής, ούτε μάντις αγυρτικός, ούτε τροφεύς εταιρών, ούτε χρυσών ή αργυρών κοσμημάτων τεχνίτης, διότι νόμισμα δεν υπήρχεν. Ούτω λοιπόν βαθμηδόν στερηθείσα η τρυφή των ζωογονούντων και τρεφόντων αυτήν, απεμαραίνετο μόνη της, και οι πολλά κτήματα έχοντες κατ' ουδέν ήσαν των άλλων ανώτεροι, διότι ο πλούτος δεν είχε πώς να φανή, και έμενε κατάκλειστος και αργός εντός της οικίας. Δι ό και τα πρόχειρα και αναγκαία σκεύη, οι κλιντήρες και αι καθέδραι και αι τράπεζαι, άριστα κατεσκευάζοντο παρ' αυτοίς, και το λακωνικόν ποτήριον, το λεγόμενον κώθων, ήτον ευχρηστότατον εις τας εκστρατείας, ως λέγει ο Κριτίας (313)· διότι τα ύδατα όσα πίνονται εξ ανάγκης, δυσαρεστούντα την όρασιν, εκρύπτοντο υπό το χρώμα αυτού, και τα κυρτά χείλη του ποτηρίου εμποδίζοντα το θολόν καταπάτιον, άφηνον το πινόμενον να φθάση καθαρώτερον εις το στόμα. Αίτιος δε και τούτων ήτον ο νομοθέτης· διότι οι τεχνίται, όντες απηλλαγμένοι των αχρήστων, εδείκνυον εις τ' αναγκαία την καλλιτεχνίαν των.
I. Θέλων δε να πολεμήση έτι περισσότερον την τρυφήν, και ν' αφαιρέση την επιθυμίαν του πλούτου, εισήγαγε και το τρίτον και κάλλιστον πολιτικόν μέτρον, την σύστασιν των συσσιτίων, διατάξας συνερχόμενοι να δειπνώσιν ομού, κοινά έχοντες και προσδιωρισμένα τα φαγητά, να μη τρώγωσι δ' εις τους οίκους των καθήμενοι εις πολυτελή στρώματα και τραπέζια· και από χειρών τεχνιτών και μαγείρων εις το σκότος ως αδηφάγα ζώα παχυνάμενοι, και διαφθείροντες τα ήθη των ενταυτώ και τα σώματα, παραδεδομένα εις πάσαν επιθυμίαν και πλησμονήν, και χρείαν έχοντα μακρών ύπνων, και θερμών λουτρών, και πολλής ησυχίας, και ούτως ειπείν καθημερινής νοσηλείας. Και ήτον μεν μέγα και τούτο, αλλ' έτι μεγαλήτερον ότι κατώρθωσεν ο πλούτος να μη είναι αφαιρετός, ή μάλλον να μη είναι ζηλευτός, ως λέγει ο Θεόφραστος, και να μη είναι πλούτος, τα δείπνα καταστήσας κοινά, και την δίαιταν ευτελή· διότι ουδέ χρήσις υπήρχεν ουδ' απόλαυσις, ουδέ καν όψις και επίδειξις πολλών ετοιμασιών, αλλ' ο πλούσιος εκάθητο εις το ίδιον δείπνον μετά του πένητος. Ώστε εξ όλων των υπό τον ήλιον πόλεων, εις μόνην την Σπάρτην ηλήθευε το θρυλλούμενον εκείνο, ότι ο πλούτος είναι τυφλός, και κατέκειτο εκεί ως ζωγραφιά άχρηστος και ακίνητος. Ουδ' ήτον επιτετραμμένον να δειπνή τις εις τον οίκον του, και ν' απέρχηται εις τα συσσίτια αφ' ού εχόρταινεν· αλλ' οι λοιποί, παρατηρούντες επιμελώς έκαστον όστις δεν έπινε και δεν έτρωγε μετ' αυτών, τον κατηγόρουν ως μη εγκρατή, και εκ μαλθακότητος την κοινήν δίαιταν αποφεύγοντα.
ΙΑ. Διά τούτο λέγουσιν ότι διά το πολίτευμα τούτο ωργίζοντο κατά του Λυκούργου προ πάντων οι εύποροι, και κινηθέντες κατ' αυτού όλοι ομού, κατεκραύγαζον εναντίον του και ηγανάκτουν, και τέλος ότι ήρχισαν να τον κτυπώσι πολλοί, ώστε τρέχων εσώθη εκ της αγοράς. Και τους μεν άλλους επρόφθασε να διαφύγη, καταφυγών εις ναόν· νεανίσκος δέ τις, ουχί μεν αφυής κατά τ' άλλα, αλλ' ορμητικός και οξύθυμος, ο Άλκανδρος, κατόπιν του τρέχων και κυνηγών αυτόν, τον εκτύπησε διά της ράβδου του, εν ώ εκείνος εστρέφετο να ιδή, και τω εξώρυξε τον ένα του οφθαλμόν. Ο Λυκούργος όμως διόλου δεν εθορυβήθη εκ του δυστυχήματος, αλλ' εστάθη εμπρός εις τους πολίτας, και τοις έδειξε κατηματωμένον το πρόσωπον, και ότι έχασε τον οφθαλμόν του. Τότε κατέλαβε τους ιδόντας εντροπή πολλή και κατήφεια· δι' ό παρέδωκαν εις αυτόν τον Άλκανδρον, και τον προέπεμψαν μέχρι της οικίας του, αγανακτούντες υπέρ αυτού. Ο δε Λυκούργος, εκείνους μεν ευχαριστήσας απέπεμψε, τον δε Άλκανδρον εισήγαγεν εις την οικίαν του, και ούτε τον εκακοποίησεν ούτε τον επέπληξεν· απολύσας δε τους συνήθεις υπηρέτας και νοσοκόμους του, διέταξεν εκείνον να τον υπηρετή. Εκείνος δε, μη έχων το φρόνημα αγενές, εξετέλει την προσταγήν του εν σιωπή, και μένων πλησίον του Λυκούργου, και συζών μετ' αυτού, εγνώρισε την πραότητα και την διάθεσιν της ψυχής του, και την αυστηρότητα της διαίτης του, και το ακάματον αυτού εις τους κόπους, και αυτός ισχυρώς προσηλώθη εις τον άνδρα, και προς τους φίλους του έλεγεν ότι δεν είναι σκληρός ουδ' αυθάδης ο Λυκούργος, αλλ' εξ εναντίας εκείνος μόνος ήτον ήμερος και πράος προς τους άλλους. Ούτω λοιπόν ετιμωρήθη αυτός, και εις τοιαύτην υπεβλήθη ποινήν, αντί νέου κακού και αυθάδους, γενόμενος ανήρ εμφρονέστατος και χρηστότατος. Εις ανάμνησιν δε του παθήματος αυτού έκτισεν ο Λυκούργος ιερόν της Αθηνάς, ήν ωνόμασεν Οπτιλέτιν, διότι οι εκεί Δωριείς ονομάζουσιν οπτίλους τους οφθαλμούς (314). Τινές δε λέγουσιν, εν οίς και ο Διοσκορίδης (315), ο γράψας την Λακωνικήν πολιτείαν, ότι ο Λυκούργος εκτυπήθη μεν, αλλά δεν ετυφλώθη· και ότι ανήγειρεν εις την θεάν το ιερόν ως ευχαριστήριον διά την θεραπείαν του. Από της συμφοράς δ' εκείνης απέμαθον οι Σπαρτιάται να φέρωσι βακτηρίαν όταν συνεδριάζωσι.
ΙΒ'. Τα δε συσσίτια οι μεν Κρήτες ονομάζουσιν Άνδρια, οι δε Λακεδαιμόνιοι Φιδίτια, είτε ως αφορμάς γινόμενα φιλίας και φιλοφροσύνης, το δε λαμβάνοντες αντί του λ, είτε ως συνηθίζοντα αυτούς εις φειδώ και εγκράτειαν. Τίποτε δε δεν εμποδίζει να προσετέθη και το πρώτον γράμμα έξωθεν, καθώς τινες λέγουσι, και να ήσαν Εδίτια κυρίως, εκ του «Έδω» την δίαιταν δηλούντα και την τροφήν. Συνήρχοντο δ' ανά δεκαπέντε ή καί τι ολιγώτεροι ή περισσότεροι. Έφερε δε καθείς των συσσίτων κατά μήνα αλεύρου μεν μέδιμνον (316), οίνου χόας οκτώ, τυρού πέντε μνας, και σύκων πέντε ημίμναια, και προσέτι δι' αγοράν προσφαγίου ολίγιστον νόμισμα. Αν δέ τις ετέλει θυσίαν, έπεμπεν εις το συσσίτιον απαρχήν, και αν εξήρχετο εις κυνήγιον, μέρος της θήρας του· διότι εσυγχωρείτο να δειπνή τις εις την οικίαν του, όταν, διότι έθυεν, ή διότι ήτον εις το κυνήγιον, είχεν εξωρίσει· οι δ' άλλοι όλοι έπρεπε να παρευρίσκωνται. Επί πολύν δε καιρόν εφύλαττον ακριβώς ταύτην την των συσσιτίων διάταξιν και όταν ο βασιλεύς Άγις επανήλθεν εκ της εκστρατείας, αφ' ού ενίκησε τους Αθηναίους (317), και θέλων να δειπνήση μετά της γυναικός του, έστειλε να ζητήση τας μερίδας του, οι πολέμαρχοι (318) δεν το επέτρεψαν εις αυτόν, επειδή δ' αυτός οργισθείς δεν εθυσίασε την επαύριον την θυσίαν ήν ώφειλε, τω επέβαλον πρόστιμον. Ήρχοντο δε και οι παίδες εις τα συσσίτια, ως εις σωφροσύνης σχολεία φερόμενοι, και ήκουον λόγους πολιτικούς, και έβλεπον παιδαγωγούς εις την ελευθερίαν, και αυτοί συνήθιζον να παίζωσι και να ειρωνεύωνται χωρίς αγενείας, και, όταν τις ειρωνεύετο αυτούς, να μη θυμώνωσι, διότι και τούτο φαίνεται ότι ήτον λακωνικώτατον, το ν' ανέχωνται τας ειρωνίας, ο δε μη θέλων να τας υποφέρη είχε την άδειαν να παρακαλέση περί τούτου, και τότε ο ειρωνευόμενος έπαυεν. Εις έκαστον δε των συνερχομένων ο πρεσβύτερος, δείξας τας θύρας, τω έλεγεν «Έξω αυτών λόγος δεν εξέρχεται». Λέγουσι δ' ότι ο θέλων να μετέχη του συσσιτίου, εψηφοφορείτο ως έπεται· Έκαστος, λαμβάνων εις την χείρα τμήμα άρτου εις ό εσπόγγιζον τους δακτύλους, έρριπτεν αυτό εν σιωπή, ως ψήφον, εις αγγείον ό έφερεν ο υπηρέτης εις την κεφαλήν, ο μεν επιδοκιμάζων απλώς, ο δ' αποδοκιμάζων θλίψας αυτό σφοδρώς διά της χειρός του, διότι η πεπιεσμένη ψήφος είχε την ισχύν της τετρυπημένης (319). Και αν μίαν μόνην εύρωσι τοιαύτην, δεν δέχονται τον υποψήφιον, θέλοντες να συναναστρέφωνται όλοι ευχαρίστως προς αλλήλους. Ο δ' ούτως αποβληθείς ελέγετο ότι εκαδδήθη, διότι κάδδος ελέγετο το αγγείον εις ό ερρίπτοντο του άρτου τα τεμάχια. Εκ δε των φαγητών ηγάπων κυρίως τον μέλανα ζωμόν, ώστε ούτε κρέας ήθελον οι πρεσβύτεροι, αλλά το άφηνον εις τους νεανίας, και κατά τάξιν καθήμενοι αυτοί, έτρωγον τον ζωμόν. Λέγεται δ' ότι βασιλεύς τις του Πόντου (320) διά τον ζωμόν τούτον ηγόρασε μάγειρον εκ Λακωνίας· όταν όμως έφαγεν εξ αυτού, ότι δυσηρεστήθη· αλλ' ο μάγειρος τω είπεν «Ω βασιλεύ, τον ζωμόν τούτον πρέπει να τρώγη τις αφ' ού λουσθή εις τον Ευρώταν». Αφ' ού δε και πίωσι μετρίως, αναχωρούσι χωρίς να έχωσι λαμπάδας. Διότι δεν επιτρέπεται ούτε εις αυτήν ούτε εις άλλην οδόν να βαδίζωσι φωτιζόμενοι, διά να συνηθίζωσι να πηγαίνωσι και εις το σκότος και την νύκτα αφόβως και θαρραλέως. Τα συσσίτια λοιπόν τοιαύτην είχον τάξιν.
ΙΓ. Νόμους δε γεγραμμένους δεν έδωκεν ο Λυκούργος, και απαγορεύει μάλιστα τούτο μία των λεγομένων ρητρών. Ενόμιζε δ' ότι τα κυριώτερα των συντελούντων εις αρετήν και εις ευδαιμονίαν της πόλεως τότε μένουσιν ασφαλή και ακίνητα, όταν συνουσιώνται μετά των ηθών και μετά της αγωγής των πολιτών, και ότι δι' αυτά δεσμός ισχυρότερος της ανάγκης είναι η προαίρεσις, ήν δίδει η εκπαίδευσις εις τους νέους, νομοθέτου θέσιν επέχουσα παρ' εκάστω αυτών. Τα δε μικρά και χρηματικά συμβόλαια, τα κατά τας ανάγκας άλλοτε άλλως μεταβαλλόμενα, έκρινε καλλήτερον να μη τα δέση εις εγγράφους υποχρεωτικούς ορισμούς και εις αμετακίνητα έθιμα, αλλά να τ' αφήση να λαμβάνωσι προσθαφαιρέσεις κατά τους καιρούς, όσας ήθελον εγκρίνει οι μάλλον πεπαιδευμένοι· διότι το σύνολον, το παν της νομοθεσίας εξήρτησεν εκ της παιδείας. Μία λοιπόν ρήτρα ήτον να μη έχωσι νόμους εγγράφους. Άλλη δ' υπήρχε κατά της πολυτελείας εκάστη οικία να έχη την μεν οροφήν της κατεσκευασμένην διά μόνου πελέκεως, την δε θύραν της διά μόνου πρίονος, και ουδενός άλλου εργαλείου. Διότι το μετά ταύτα, ως λέγεται, ρηθέν υπό του Επαμεινώνδου διά την τράπεζάν του, ότι «τοιούτον γεύμα δεν χωρεί προδοσίαν», τούτο πρώτος ενόησεν ο Λυκούργος, ότι τοιαύτη οικία δεν χωρεί πολυτέλειαν και τρυφήν· ουδ' υπάρχει τις τοσούτον απειρόκαλος και ανόητος, ώστε εις οικίαν αφελή και πρόστυχον να εισαγάγη κλίνας αργυρόποδας, και στρώματα πορφυρά, και χρυσά ποτήρια, και την άλλην παρεπομένην πολυτέλειαν· αλλ' ανάγκη υπάρχει να είναι αρμόζουσα και όμοια προς την οικίαν η κλίνη, προς την κλίνην τα ενδύματα, και προς ταύτα η λοιπή του οίκου διασκευή και τα έπιπλα. Εξ αιτίας δε ταύτης της συνηθείας λέγουσιν ότι και ο πρεσβύτερος Λεωτυχίδας (321) δειπνών ποτε εις την Κόρινθον, και ιδών την στέγην του οίκου ότι είχε πολυτελή την κατασκευήν και φατνωματικήν (322), ηρώτησε τον οικοδεσπότην, αν τα ξύλα βλαστάνωσι τετράγωνα παρ' αυτοίς. Τρίτην δε ρήτραν μνημονεύουσι του Λυκούργου την απαγορεύουσαν να εκστρατεύωσι κατά των ιδίων εχθρών, διά να μη συνηθίζωσιν ούτοι ν' ανθίστανται πολλάκις, γινόμενοι ούτω πολεμικοί. Και κατά τούτο μάλιστα κατηγορούσιν έπειτα τον βασιλέα Αγησίλαον (323) ότι, διά των συχνών και πυκνών εισβολών και εκστρατειών εις την Βοιωτίαν, κατέστησε τους Θηβαίους ικανούς αντιπάλους των Λακεδαιμονίων. Δι' ό και ιδών αυτόν πληγωθέντα ο Ανταλκίδας (324), «καλά, τω είπε, δίδακτρα λαμβάνεις παρά των Θηβαίων, διότι ούτε θέλοντας, ούτε ηξεύροντας, συ τους εδίδαξας να πολεμώσι». Τα τοιαύτα λοιπόν νομοθετήματα ωνόμασε ρήτρας, ως χρησμούς τινας υπό του Θεού δεδομένους.
ΙΑ. Της δ' ανατροφής, ήν εθεώρει ως το μέγιστον και κάλλιστον έργον του νομοθέτου, αρχήν μακρόθεν ποιούμενος, επεμελείτο πρώτον τα κατά τους γάμους και τας γενέσεις. Διότι δεν είναι αληθές, ως λέγει ο Αριστοτέλης (325), ότι επιχειρήσας να σωφρονίση τας γυναίκας, παρητήθη τούτου ταχέως, μη δυνηθείς να περιστείλη την μεγάλην ελευθερίαν αυτών και την γυναικοκρατίαν, προερχομένην εκ των συνεχών εκστρατειών των ανδρών, καθ' άς ηναγκάζοντο ν' αφήνωσιν αυτάς κυρίας, ώστε και υπέρ το δέον τας επεριποιούντο, και τας ωνόμαζον Δεσποίνας. Εξ εναντίας εφρόντισε και περί αυτών όσον έπρεπε· και τα μεν σώματα των παρθένων ενεδυνάμωσε, γυμνάζων αυτάς εις τρέξιμον, και εις πάλην, και εις βολήν δίσκων και ακοντίων, θέλων ώστε και η πρώτη των γεννωμένων ρίζωσις, ισχυράν λαμβάνουσα την αρχήν εις τα σώματα, καλλητέρα να βλαστάνη, και αυταί ρωμαλέως τον τοκετόν υποφέρουσαι, ν' αγωνίζωνται καλώς και ευκόλως προς τους πόνους αυτού. Αφήρεσε δε πάσαν μαλακότητα και πάσαν θηλυπρέπειαν, και το να σκιατραφώνται κατ' οίκον, και συνείθισεν, ως τους παίδας, ούτω και τας κόρας γυμναί ν' ακολουθώσι τας πομπάς, και να χορεύωσιν εις τελετάς τινάς, και να ψάλλωσιν, εν ώ οι νέοι παρόντες τας έβλεπον. Ενίοτε δε και ειρωνίας προς έκαστον αποτείνουσαι, τω προσήπτον τα σφάλματά του επωφελώς προς αυτόν εν ώ αφ' ετέρου εγκώμια έμμετρα ψάλλουσαι εις τους αξίους αυτών, πολλήν ενέπνεον εις τους νέους φιλοτιμίαν και ζήλον· διότι ο εγκωμιασθείς διά τας ανδραγαθίας του, και περίφημος μεταξύ των παρθένων γενόμενος, ανεχώρει επαιρόμενος διά τους επαίνους· τα δ' ευτράπελα και σκωπτικά εγγίγματα δεν ήσαν ολιγώτερον επαισθητά των σπουδαίων νουθεσιών, διότι εις τα θεάματα ταύτα μετά των λοιπών πολιτών συμπαρευρίσκοντο και οι βασιλείς και οι γέροντες. Δεν ήτον δ' η γύμνωσις των παρθένων κατ' ουδένα λόγον αισχρά, διότι συνυπήρχεν αιδώς, και έλειπε παν ίχνος ακολασίας· συνείθιζε δε μόνον εις την απλότητα και εις τον ζήλον της ευρωστίας, και ενέπνεε φρόνημα ευγενές εις τας γυναίκας, αίτινες ουδ' αρετής ουδέ φιλοτιμίας εισίν ανεπίδεκτοι. Διά τούτο εις αυτάς και να λέγωσι συνέβαινε και να φρονώσιν, ως ιστορείται περί Γοργούς, της γυναικός του Λεωνίδου, όταν ξένη τις, ως φαίνεται, τη είπε, «μόναι σεις αι Λάκαιναι εξουσιάζετε τους άνδρας σας», και εκείνη απεκρίθη, «διότι μόναι γεννώμεν άνδρας».
ΙΕ. Και ήσαν μεν και ταύτα παρακινητικά προς γάμον, αι πομπαί λέγω των παρθένων, και αι γυμνάσεις, και οι αγώνες αυτών εν παρουσία των νέων, οίτινες ειλκύοντο υπ' ερωτικής, ως λέγει ο Πλάτων (326) και ουχί υπό γεωμετρικής ανάγκης. Αλλά προσέθηκε και ατιμίαν εις τους αγάμους τινά, εμποδίζων αυτούς του να παρευρίσκονται εις τους γυμνικούς αγώνας ως θεαταί· προσέτι δ' οι άρχοντες τους διέταττον να περιέρχονται τον χειμώνα γυμνοί την αγοράν, και οι εκεί περιδιαβάζοντες τοις έψαλλον ωδήν τινα δι' αυτούς εστιχουργημένην, και λέγουσαν ότι δίκαια έπασχον, διότι δεν επείθοντο εις τους νόμους. Εστερούντο δε και της τιμής και της περιποιήσεως ήν οι νέοι προσέφεραν εις τους γεροντοτέρους. Διά τούτο κάνεις δεν κατηγόρησε τον λόγον όν τις είπε προς τον Δερκυλλίδην, καίτοι όντα καλόν στρατηγόν. Εν ώ τω όντι αυτός διέβαινε, των νεωτέρων τις δεν υπεχώρησεν εις αυτόν, ειπών, «Αλλ' ούτε συ εγέννησάς τινα, όστις εις εμέ να υποχωρήση». Ενυμφεύοντο δε δι' αρπαγής, ουχί μικράς και αώρους εις γάμον, αλλ' ακμαίας και ωρίμους παρθένους. Παραλαμβάνουσα δε την αρπασθείσαν η λεγομένη νυμφεύτρια, εξύριζε σύρριζα την κεφαλήν αυτής, την ενέδυεν ανδρός φορέματα και υποδήματα, και τη έστρωνε να κοιμηθή εις στίβαν καλάμων, μόνη, χωρίς φωτός. Τότε δ' ο νυμφίος, ούτε μεθύων ούτε τρυφών, αλλά νήφων ως πάντοτε, αφ' ού εδείπνησεν εις τα φιδίτια, εισήρχετο, έλυε της κόρης την ζώνην, και ανεγείρας αυτήν, την έφερεν εις την κλίνην. Μείνας δε πλησίον αυτής ουχί πολύν χρόνον, απήρχετο κοσμίως να κοιμηθή, ως πρότερον, μετά των άλλων νέων. Και του λοιπού το αυτό έπραττε, συνδιημερεύων μεν μετά των συνηλικιωτών του και συναναπαυόμενος, προς δε την νύμφην απερχόμενος μετά συστολής, εντρεπόμενος και φοβούμενος μη τον εννοήση τις των συνοίκων της. Ετεχνάζετο δε και η νύμφη και συνήργει ώστε να συναπαντώνται εις καιρόν αρμόδιον, και χωρίς τις να τους εννοήση. Εγίνοντο δε ταύτα ουχί επ' ολίγον καιρόν, αλλ' ως και παιδία να γεννηθώσι τινών, πριν ημέραν να ιδώσι τας γυναίκας των· Η δε τοιαύτη συνάντησις ου μόνον ήτον εξάσκησις εις εγκράτειαν και εις σωφροσύνην, αλλά και τα σώματα ανεδείκνυε γόνιμα και αυτούς έφερε πάντοτε διά του έρωτος νεαρούς και προσφάτους εις την ένωσιν, ουχί δε κεκορεσμένους και εξησθενημένους εκ των ελευθέρων συγκοινωνιών, αλλ' αφήνοντας πάντοτε ως λείψανόν τι και διερέθισμα του προς αλλήλους πόθου και της αγάπης. Εν ώ δε διά τοσαύτης αιδούς και τάξεως διεκόσμησε τον γάμον, αφήρεσε προσέτι και την ματαίαν και γυναικώδη ζηλοτυπίαν, ως καλόν μεν νομοθετήσας να λείψη από του γάμου πάσα κακοήθεια και πάσα αταξία, αλλά να μετέχωσι της παιδοποιίας οι άξιοι μόνον, και περιγελών ως άμικτα έχοντας και ακοινώνητα ήθη τους τιμωρούντας ταύτα διά σφαγών και πολέμων. Διότι εσυγχώρει εις άνδρα γέροντα νέας γυναικός, αν είχεν υπόληψιν και αγάπην προς νέον τινά καλόν καγαθόν, να τον φέρη προς αυτήν, και πληρώσας αυτήν γενναίου γόνου, να οικειοποιήται το γεννηθέν παιδίον. Επέτρεπε δ' αφ' ετέρου και εις χρηστοήθη άνδρα, αν εθαύμαζε σώφρονά τινα και καλλίτεκνον γυναίκα, έγγαμον ήδη, να πείθη τον άνδρα της να τω παραχωρή αυτήν, διά να γεννηθώσιν εξ αυτής παίδες, ως εις καλλίκαρπον χώραν φυτευθέντες, αγαθών ανδρών αδελφοί και συγγενείς. Διότι πρώτον μεν ο Λυκούργος θεώρει τους παίδας ως ανήκοντας ουχί ιδίως εις τους πατέρας, αλλά κοινώς εις την πόλιν· όθεν ήθελε να γεννώνται οι πολίται εκ των άριστων, ουχί εκ των τυχόντων. Έπειτα δε πολλήν έβλεπε την αβελτηρίαν και τον τύφον εις τα περί τούτου των άλλων νομοθετήματα· διότι κύνας μεν και ίππους ενούσι μετά των αρίστων του είδους των, λαμβάνοντες αυτούς διά παρακλήσεων ή μισθού παρά των κυρίων των τας δε γυναίκας κατακλείουσι και φρουρούσι, απαιτούντες αυτών μόνων να είναι οι παίδες, και άφρονες αν ώσι, και παρήλικες και ασθενικοί (327) ως τα παιδία να μη γίνωνται κακά προς πρώτους τους γονείς και τροφείς των, αν εκ κακών γεννηθώσι, και εξ εναντίας χρηστά, αν χρηστήν έχωσι γέννησιν. Ταύτα δ' ούτω κατά φυσικούς και πολιτικούς λόγους γινόμενα τότε, τοσούτον απείχον της ακολασίας ήτις λέγεται ότι μετά ταύτα επεκράτησεν ως προς τας γυναίκας, ώστε ποτέ συζυγική απιστία παρ' αυτοίς δεν ηκούσθη. Και απομνημονεύεται λόγος Γεράδα τινός Σπαρτιάτου, εκ των παλαιοτάτων, όστις ερωτηθείς υπό ξένου πώς τιμωρούνται οι μοιχοί παρ' αυτοίς, είπεν «Ω ξένε, ουδείς γίνεται μοιχός παρ' ημίν». Επειδή δ' ο ξένος επέμεινεν ρωτών «Αλλ' αν γίνη;» «Πληρώνει, είπεν ο Γεράδας, ταύρον μέγαν, όστις κύψας από του Ταϋγέτου (328) πίνει εις τον Ευρώταν». Προς ταύτα θαυμάσας ο ξένος, ηρώτησε, «Και πώς γίνεται βους τόσος μέγας;» ο δε Γεράδας γελάσας, «Και πώς γίνεται, είπε, μοιχός εις την Σπάρτην;» Ταύτα ιστορούνται περί των γάμων.
ΙΣΤ. Το δε γεννηθέν παιδίον δεν είχεν εξουσίαν ο πατήρ του να το αναθρέψη· αλλά το έφερεν εις θέσιν καλουμένην Λέσχην, όπου καθήμενοι των συμφυλετών οι πρεσβύτεροι, και εξετάσαντες το παιδάριον, αν μεν το εύρισκον εύρωστον και καλώς μεμορφωμένον, τω επέτρεπον να το αναθρέψη, δίδοντες εις αυτόν ένα εκ των εννέα χιλιάδων κλήρων· αν δ' ήτον ασθενικόν και άμορφον, το έστελλον εις τας λεγομένας Αποθέτας, τόπον βαραθρώδη πλησίον του Ταΰγέτου, επί τω λόγω ότι ούτε εις αυτό ούτε εις την πόλιν ήτον χρήσιμον να ζη το αμέσως εξ αρχής μη έχον ευεξίαν και δύναμιν· όθεν και δεν έλουον αι γυναίκες τα βρέφη εις ύδωρ, αλλ' εις οίνον, δοκιμάζουσαι ούτω την κράσιν αυτών. Διότι, λέγεται ότι τα επιληπτικά και νοσώδη δεν αντέχουσι προς τον άκρατον οίνον, αλλ' αποκάμνοντα αποθνήσκουσιν (329) εν ώ τα υγιεινά μάλλον ενδυναμούνται και αποσκληρύνονται. Είχον δε και αι τροφοί τέχνην τινά εις την επιμέλειαν αυτών, διότι τα βρέφη χωρίς σπαργάνων ανατρέφουσαι, άφηνον ν' αναπτύσσονται ελευθέρως τα μέλη και η μορφή των, προσέτι δε τα συνήθιζον να είναι εύκολα εις πάσαν δίαιταν, να μη σιχαίνονται καμμίαν, να μη φοβώνται το σκότος ούτε την ερημίαν, ούτε δυστροπίας να συνηθίζωσιν ούτε κλαυθμηρισμούς. Διά τούτο και πολλάκις ξένοι ηγόραζον τροφούς Λακωνικάς, και η Αμύκλα, ήτις εθήλασε τον Αθήναιον Αλκιβιάδην, λέγεται ότι ήτον Λάκαινα. Αλλ' εις αυτόν μεν, ως λέγει ο Πλάτων, ο Περικλής (330) έδωκε παιδαγωγόν τον Ζώπυρον, όστις κατ' ουδέν διέφερε των άλλων δούλων. Εις δε των Σπαρτιατών τους παίδας ο Λυκούργος δεν επέτρεπε να έχωσι παιδαγωγούς αγοραστούς ή υπομισθίους, ούτε ήτον συγκεχωρημένον εις έκαστον ν' ανατρέφη και να εκπαιδεύη τον υιόν του ως ήθελεν, αλλ' άμα έφθανον εις το έβδομον έτος της ηλικίας των, ευθύς παραλαμβάνων όλους αυτούς, τους κατέταττεν εις αγέλας, και να συζώσιν αναγκάζων αυτούς και να συντρέφωνται, τους συνήθιζε ν' ασχολώνται ομού και να παίζωσι. Καθίστα δ' άρχοντα εκάστης αγέλης τον φρονιμώτερον εις τας σκέψεις και θαρραλεώτερον εις τας συμπλοκάς· και εις αυτόν απέβλεπον όλοι, και υπήκουον όταν επρόσταζε, και υπέφερον όταν τους ετιμώρει, ώστε η τιμωρία ήτον ευπειθείας μελέτη. Επέβλεπον δ' οι γεροντότεροι αυτούς όταν έπαιζον, και συνεχώς προκαλούντες μεταξύ αυτών μάχας και φιλονεικίας, παρετήρουν προσεκτικώς, οποίος ήτον έκαστος εξ αυτών ως προς την τόλμην, και αν δεν απέφευγε τας μάχας και τους αγώνας. Και γράμματα μεν εμάνθανον, ως αναγκαία· η δε λοιπή αγωγή αυτών σκοπόν είχε να τους καταστήση ευπειθείς εις την εξουσίαν, καρτερικούς εις τους κόπους, και ικανούς να νικώσιν εις τας μάχας. Διό και όσον επροχώρουν εις την ηλικίαν, τόσω ηύξανον την άσκησιν αυτών, ξυρίζοντες αυτούς σύρριζα, και συνηθίζοντες αυτούς να περιπατώσιν ανυπόδυτοι, και να παίζωσιν ως επί το πλείστον γυμνοί. Όταν δ' εγίνοντο δώδεκα ετών, δεν εφόρουν πλέον χιτώνα, και ελάμβανον έν μόνον κατ' έτος ιμάτιον, και είχον τα σώματα ρυπαρά, και ούτε λουτρά ήξευρον ούτε αλοιφάς (331), αλλά μόλις ολίγας ημέρας του έτους απελάμβανον τοιαύτας περιποιήσεις. Εκοιμώντο δ' ομού, διηρημένοι κατ' ίλας και αγέλας, εις στίβας άς αυτοί οι ίδιοι έφερον, κόπτοντες διά των χειρών των, και άνευ σιδήρου, τας κορυφάς των καλάμων αίτινες εβλάστανον εις του Ευρώτου τας όχθας. Τον δε χειμώνα έστρωνον και τους λεγομένους λυκοφάνους (332), και τους εμίγνυον εις τας στιβάδας, διότι νομίζεται ότι η ύλη αυτών έχει τι θερμαντικόν.
ΙΖ. Όταν δ' είχον φθάσει εις ταύτην την ηλικίαν, τότε συνανεστρέφοντο μετ' αυτών ως ερασταί οι άριστοι των νέων, και τότε μάλιστα προσείχον εις αυτούς οι πρεσβύτεροι, παρευρισκόμενοι εις τα γυμνάσια αυτών, και παρόντες όταν ηγωνίζοντο προς αλλήλους και όταν περιεπαίζοντο αστειευόμενοι, και τούτο ουχί παρέργως, αλλά τρόπον τινά ως νομίζοντες ότι όλοι όλων ήσαν πατέρες και παιδαγωγοί και άρχοντες· ώστε ούτε καιρός έμενεν ούτε τόπος καθ' όν να μη υπάρχη ο νουθετών τον σφάλλοντα και ο τιμωρών. Προσέτι δε διωρίζετο και παιδονόμος εκ των αρίστων ανδρών, και πλην αυτού εκάστης αγέλης προΐστατο ο σωφρονέστατος πάντοτε και γενναιότατος εκ των λεγομένων Ειρένων. Ονομάζουσι δ' Είρενας τους προ δύο ετών εξελθόντας της παιδικής ηλικίας, ως καλούσι Μελλείρενας τους μεγαλητέρους των παίδων. Ο Είρην λοιπόν ούτος, εικοσαετής γενόμενος, διοικεί εις τας μάχας τους υποτεταγμένους, και κατ' οίκον τους μεταχειρίζεται ως υπηρέτας εις το δείπνον, και διατάττει τους μεν μεγαλητέρους να φέρωσι ξύλα, τους δε μικροτέρους λάχανα. Φέρουσι δ' αυτά κλέπτοντες άλλοι μεν εκ των κήπων, άλλοι δε κρυφίως εισχωρούντες εις των ανδρών τα συσσίτια, μετά πολλής πανουργίας και προφυλάξεως· όστις δε φωραθή, πολλάς λαμβάνει μαστιγώσεις, ως και κλέπτων αμελώς και ατέχνως. Κλέπτουσι δε και εκ των τροφών ό,τι δύνανται, μανθάνοντες επιτηδείως να επιπίπτωσι κατά των κοιμωμένων ή αμελώς φυλαττόντων. Αν δέ τις κατανοηθή, η ποινή του είναι ραβδισμός και η πείνα· και τοις δίδεται ολίγον δείπνον, διά ν' αναγκάζωνται διά τόλμης και πανουργίας να κερδίζωσι το ελλείπον. Και τούτο μεν είναι της ολιγοσιτίας το κύριον αποτέλεσμα· παρέργως δ' επιφέρει αυτή και των σωμάτων την αύξησιν, διότι λαμβάνουσι μήκος αυτά, όταν το πνεύμα δεν συνέχηται και ασχολήται πολύ υπ' αφθονίας τροφής, εις βάθος και πλάτος πιεζόμενον, αλλ' ως ελαφρόν προχωρή προς τα άνω, και το σώμα ευκόλως και ελευθέρως ακολουθή (333). Προσέτι τούτο φαίνεται ότι συντελεί και εις την ωραιότητα· διότι αι ισχναί και ζωηραί κράσεις υπακούουσι μάλλον εις την μόρφωσιν των μελών, εν ώ αι ογκώδεις και πολύ τεθραμμέναι ανθίστανται εξ αιτίας του βάρους. Καθώς και των εγγύων γυναικών, αίτινες καθαρσίων ποιούνται χρήσιν, τα παιδία γεννώνται ισχνά μεν, αλλά ευειδή και καλώς εσχηματισμένα, εξαιτίας της ελαφρότητος της ύλης, ήτις ευκολώτερον δέχεται τον τύπον. Αλλ' η αιτία του συμβαίνοντος τούτου ας μείνη και άλλοι ν' αποφανθώσι περί αυτής.
ΙΗ. Κλέπτουσι δε μετά τοσαύτης προφυλάξεως οι παίδες, ώστε λέγεται ότι έκλεψε ποτέ τις μικράν αλώπεκα, και την έκρυπτεν εις το φόρεμά του· τω εσπάραττε δε το θηρίον την γαστέρα διά των ονύχων και διά των οδόντων αλλά το παιδίον, διά να μη εννοηθή, υπέφερε τους πόνους και απέθανε. Τούτο δε δεν είναι απίστευτον ουδ' ως προς τους σημερινούς εφήβους, διότι πολλούς αυτών είδομεν ν' αποθνήσκωσιν υπό τας πληγάς εις τον βωμόν της Ορθίας (334). Εδείπνει δ' ο Είρην κείμενος κατά γης, και άλλον μεν των παίδων διέταττε να τραγωδή, εις άλλον δ' υπέβαλλεν ερώτησιν, απαιτούσαν εσκεμμένην απόκρισιν, οίον· τις των ανθρώπων είναι ο άριστος; ή, Οποία τις είναι του δείνος η πράξις; Εκ τούτου δε συνείθιζον ευθύς εξ αρχής και να κρίνωσι περί των καλών, και να εξετάζωσι περί των πολιτών. Διότι το να ερωτηθή τις, ποίος των πολιτών είναι αγαθός, ή ποίος είναι ανάξιος, και να μη ηξεύρη ν' αποκριθή, εθεωρείτο ως σημείον ψυχής νωθράς και αφιλοτίμου προς αρετήν. Έπρεπε δε η απόκρισις να συνοδεύηται και υπ' αιτιολογίας και αποδείξεως, βραχυλόγως εκπεφρασμένης και συντόμου. Ο δ' εσφαλμένως αποκριθείς ετιμωρείτο υπό του Είρενος, όστις τω εδάγκανε τον μέγαν δάχτυλον της χειρός. Πολλάκις δε και επί παρουσία των γεροντοτέρων και των αρχόντων ο Είρην ετιμώρει τους παίδας, δίδων απόδειξιν αν τους τιμωρή ευλόγως και καθώς πρέπει. Και όταν μεν τους ετιμώρει δεν εμποδίζετο· αφ' ού δ' ανεχώρουν αι παίδες, υπεβάλλετο αυτός εις ευθύνην, αν τους επαίδευσε τραχύτερον του δέοντος, ή εξ εναντίας μαλακώτερον και ατόνως. Μετείχον δ' οι ερασταί και της καλής και της κακής υπολήψεως των παιδίων, και λέγεται ότι παιδίον ποτέ εις τους αγώνας εξέπεμψε φωνήν αγενή, και ότι αντί αυτού ετιμώρησαν τον εραστήν του οι άρχοντες. Τόσον δ' επεδοκιμάζετο παρ' αυτοίς ο έρως, ώστε και αι ενάρετοι γυναίκες έτρεφον έρωτα προς τας παρθένους, η δ' αντιζηλία ήτον άγνωστος παρ' αυτοίς· αλλ' οι αντερασταί μάλλον συνέδεον ως εκ τούτου προς αλλήλους φιλίαν, και συνηγωνίζοντο πώς ν' αποδείξωσιν όσον το δυνατόν καλλήτερον τον ερώμενον.
ΙΘ. Εδίδασκον δε τους παίδας και να μεταχειρίζονται λόγον έχοντα την χάριν αναμεμιγμένην μετά πικρίας, και πολλήν έννοιαν δι' ολίγων λέξεων. Και το μεν σιδηρούν νόμισμα, ως ερρέθη ενομοθέτησεν ο Λυκούργος να έχη πολύ μεν το βάρος μικράν δε την αξίαν. Το δε νόμισμα του λόγου εξ ενάντιας κατασκεύασε τοιούτον, ώστε δι' ολίγων και απλών λέξεων πολλήν και εξαίρετον να εκφράζη διάνοιαν, αναδεικνύων διά της σιωπής τους παίδας αποφθεγματικούς και πεπαιδευμένους προς αποκρίσεις· διότι, ως οι ακόλαστοι εισίν άγονοι ως επί το πλείστον και άκαρποι, ούτω και η περί το λαλείν ασωτία καθίστα τον λόγον κενόν και ανόητον. Όταν κάτοικός τις της Αττικής, περιπαίζων τας Λακωνικάς μαχαίρας διά την μικρότητά των, έλεγεν ότι οι θαυματοποιοί καταπίνουσιν αυτάς ευκόλως εις τα θέατρα, «Και όμως, είπεν ο Βασιλεύς Άγις (335) ημείς δι' αυτών άριστα φθάνομεν τους εχθρούς». Εγώ δε βλέπω και τον λόγον τον Λακωνικόν ότι βραχύς μεν φαίνεται, αλλά φθάνει άριστα εις τα πράγματα, και κατακυριεύει τον νουν των ακροατών. Και ο Λυκούργος δ' αυτός πιθανόν ότι ήτον βραχυλόγος και αποφθεγματικός καθ' όσον δυνάμεθα να συμπεράνωμεν εκ των απομνημονευμάτων ως είναι εκείνο το ρητόν του περί πολιτείας, εις τον θέλοντα να εισαγάγη την δημοκρατίαν εις την πόλιν «Άρχισον (τω είπε) πρώτον να εισαγάγης συ την δημοκρατίαν εις την οικίαν σου». Και το περί των θυσιών, προς τον ερωτήσαντα, διατί τας διέταξε τοσούτον ευτελείς και μικράς; «Διά να μη παύωμεν (είπε) ποτέ τιμώντες τους Θεούς». Και το περί των αγωνισμάτων, εξ ών εκείνα μόνα δεν απηγόρευεν εις τους πολίτας, εις όσα χειρ δεν υψούτο (336). Αναφέρονται δ' αυτού και δι' επιστολών αποκρίσεις τοιαύται προς τους πολίτας. Πώς δυνάμεθα ν' αποφύγωμεν εφόδους εχθρών; «Αν μένητε πτωχοί, και δεν ορέγησθε να έχητε ο είς περισσότερα του άλλου». Και πάλιν περί των τειχών «Δεν είναι ατείχιστος η πόλις ήν περικλείουσιν άνδρες και όχι πλίνθοι». Περί τούτων δε και των τοιούτων επιστολών, ούτε ν' απιστήσωμεν ούτε να πιστεύσωμεν εις αυτάς είναι εύκολον.