Front matter (continued 3)
Alexandros Rizos Rankaves translation
Κ. Της δε προς το μήκος των λόγων αποστροφής των Λακεδαιμονίων δείγματα τοιαύτα υπάρχουσι. Λεωνίδας ο βασιλεύς, ακούσας τινά ομιλούντα ακαίρως περί πραγμάτων χρησίμων, «Ω ξένε, τω είπε, το δέον μεταχειρίζεσαι εν ου δέοντι» Ο Χαρίλαος δ' ο ανεψιός του Λυκούργου, ερωτηθείς περί της ολιγότητος των νόμων αυτού, είπεν ότι «Όσοι δεν έχουσι πολλούς λόγους, δεν χρειάζονται και πολλούς νόμους». Ο δ' Αρχιδαμίδας (337) όταν τινές κατηγόρουν τον σοφιστήν Εκαταίον, (338) ότι προσκληθείς εις το συσσίτιον ουδέν έλεγεν, «Όστις, είπεν, ηξεύρει τον λόγον, ηξεύρει και τον καιρόν δι' αυτόν». Ιδού δε και απομνημονεύματα, περί ών έλεγον ότι πικρά μεν ήσαν, αλλ' ουχί και αμέτοχα χάριτος. Άνθρωπος πονηρός παρηνόχλει τον Δημάρατον (339) δι' ακαίρων ερωτήσεων, και μεταξύ άλλων πολλάκις τον ηρώτα τις ήτον ο άριστος των Σπαρτιατών; «Όστις ολιγώτερον δε ομοιάζει» (340)είπεν ο Δημάρατος. Ακούσας δ' ο Άγις (341) τινάς επαινούντας τους Ηλείους ότι καλώς και δικαίως διευθύνουσι τα Ολύμπια (342), «Και τι μέγα, είπε, πράττουσιν οι Ηλείοι ότι εν διαστήματι πέντε ετών επί μίαν ημέραν μεταχειρίζονται την δικαιοσύνην;» Ο δε Θεόπομπος (343), προς ξένον τινά όστις επεδείκνυεν εύνοιαν προς τους Λακεδαιμονίους, και έλεγεν ότι υπό των συμπολιτών του εκαλείτο φιλολάκων, «Καλόν, τω είπε, θα ήτον διά σε, ω ξένε, να καλήσαι φιλοπολίτης». Ο δ' υιός του Παυσανίου Πλειστώναξ (344), προς ρήτορα Αθηναίον, όστις έλεγεν αμαθείς τους Λακεδαιμονίους, «Καλά λέγεις, απεκρίθη, διότι μόνοι εκ των Ελλήνων ημείς ουδέν κακόν εμάθομεν από σας». Ο δ' Αρχιδαμίδας (345) προς τον ερωτήσαντα, πόσοι εισίν οι Σπαρτιάται, «Αρκετοί, είπεν, ω ξένε, ώστε να διώκωσι τους κακούς». Και εξ αυτών δε των αστεϊσμών των δύναται τις να συμπεράνη τα ήθη των διότι συνείθιζον ποτέ να μη λέγωσι λόγον περέργως, ουδέ φωνήν καν να εκβάλλωσι μη εκφράζουσαν όπως δήποτε έννοιαν. Παρακινούμενός τις ν' ακούση άνθρωπον όστις εμιμείτο την αηδόνα, « Αλλά την ήκουσα την ιδίαν (346)», απεκρίθη. Άλλος δε, αναγνούς το επίγραμμα τούτο,
«Την τυραννίαν σβέννυντας χαλκούς τους εθέρισεν Άρης· Της Σελινούντος δ' εμπρός έπεσαν ούτοι ομού».
«Δικαίως, είπεν, απέθανον οι άνδρες, διότι έπρεπε να την αφήσωσι να καή ολόκληρος». Νεανίας δέ τις, προς τον υποσχόμενον να τω δώση αλεκτρυόνας οίτινες μαχόμενοι (347) απέθνησκον, «Όχι, παρακαλώ, είπε· δος μοι αλεκτρυόνας οίτινες μαχόμενοι να φονεύωσιν». Άλλος δε, ιδών τινας καθημένους επί εδρών προς χρείαν των, «Μη γένοιτο, είπε, να καθήσω εδώ, όθεν δεν ημπορώ να προσηκωθώ εις τους γεροντοτέρους». Τοιούτον λοιπόν ήτον το είδος των Λακωνικών αποφθεγμάτων, ώστε να λέγωσί τινες ουχί παραλόγως, ότι ο λακωνισμός ήτον κλίσις μάλλον προς την φιλοσοφίαν, παρά προς τα γυμνάσια (348).
ΚΑ. Η δε περί τας ωδάς και την μουσικήν εκπαίδευσις επεδιώκετο μετά της αυτής επιμελείας, μεθ' όσης και η ως προς τους λόγους βραχύτης και σαφήνεια. Είχον όμως και τα μέλη κέντρον πάντοτε διεγείρον την ψυχήν, και παριστών οργήν ενθουσιώδη προς δραστήριον πράξιν και η λέξις των ασμάτων ήτον αφελής και έντονος επί πραγμάτων σοβαρών και τα ήθη διαμορφούντων. Τα πλείστα εξ αυτών ήσαν έπαινοι και μακαρισμοί των υπέρ της Σπάρτης αποθανόντων, και κατηγορίαι των ριψασπίδων (349), ότι έζων ζωήν θλιβεράν και δυστυχεστάτην· και υπόσχεσις και καύχησις αρετής, αναλόγως προς τας ηλικίας· διότι εις τας εορτάς τρεις υπήρχον χοροί κατά τας τρεις ηλικίας συνεστημένοι. Εξ αυτών, αρχίζων ο των γερόντων, έψαλλεν·
Ήμεθ' ανδρείοι νεανίαι άλλοτε».
Αποκρινόμενος δ' ο των ανδρών, έλεγεν
«Είμεθα τώρα· Αν τολμάς, δοκίμασε»
Και τρίτος ο των παιδίων·
«Θα γίνωμεν ημείς πολύ καλλίτεροι».
Και εν γένει όστις επιστήση την προσοχήν του εις τα Λακωνικά ποιήματα, ών τινα σώζονται έτι μέχρις ημών, και αναλογισθή τους εμβατηρίους ρυθμούς, ούς μετεχειρίζοντο μετ' αυλού κινούμενοι κατά των εχθρών, θα εννοήση ότι ευλόγως και ο Τέρπανδρος (350) και ο Πίνδαρος συνήπτον την ανδρείαν μετά της μουσικής, διότι ο μεν ταύτα λέγει εις τα ποιήματά του περί Λακεδαιμονίων·
«Όπου ακμάζει των νέων αιχμή και λιγύφθογγος μούσα η μεγαλόδωρος δίκη— »
Ο δε Πίνδαρος λέγει·
. . . . Όπου βουλαί γερόντων και νέων αιχμαί ανδρών αριστεύουσι, όπου μούσα και χοροί κ' ευθυμία.
Διότι τους λέγουσι συγχρόνως μουσικωτάτους και πολεμικωτάτους·
«Ίσον εστί τω καλώς πολεμείν το καλώς κιθαρίζειν»,
ως είπεν ο Λακωνικός ποιητής (351)· διότι και εις τας μάχας ο Βασιλεύς έθυε πρώτον εις τας Μούσας, ενθυμίζων, ως φαίνεται, την ανατροφήν των πολιτών και τας ωδάς ας εδιδάχθησαν, όπως τας έχωσι προχείρους εις τους κινδύνους, και προτρέπωνται υπ' αυτών οι μαχόμενοι εις πράξεις αξίας να υμνηθώσι.
ΚΒ. Τότε δε, χαλαρούντες και το σκληρότατον μέρος της των παίδων ανατροφής, δεν τοις απηγόρευον να καλλωπίζωσι την κόμην των, και να στολίζωσι τα ιμάτια και τα όπλα των, και έχαιρον βλέποντες αυτούς γαυριώντας και επαιρομένους προς τους αγώνας. Δι' ό και έτρεφον κόμην ευθύς ως εξήρχοντο της εφηβικής ηλικίας, και επεριποιούντο αυτήν μάλιστα κατά τους κινδύνους, διά να φαίνηται παχεία και καλώς εκτενισμένη· αναφέροντες και τον λόγον όν είπεν ο Λυκούργος περί της κόμης, ότι «Τους μεν ωραίους καθιστά ωραιοτέρους, τους δ' ασχήμους φοβερωτέρους». Επεδίδοντο δε και εις γυμνάσια μαλακώτερα εις τας εκστρατείας· και καθ' όλα τα άλλα καθιστών τον βίον των νέων ούτε τόσον αυστηρόν, ούτε τόσον κεχαλινωμένον, ώστε μεταξύ των ανθρώπων όλων εις μόνους αυτούς ο πόλεμος ήτον ανάπαυσις της προς τον πόλεμον ασκήσεις. Αφ' ού δε κατετάττετο η φάλαγξ αυτών, επί παρουσία των πολεμίων, ο Βασιλεύς έθυε μικράν αίγα, και παρήγγελλεν εις όλους να στεφανωθώσι, και εις τους αυλητάς ν' αυλήσωσι το Καστόριον μέλος (352). Ήρχιζε δε συγχρόνως αυτός τον πολεμιστήριον παιάνα, ώστε ήτον επίσημον το θέαμα και καταπληκτικόν, όταν εβάδιζον προς τον ρυθμόν του αυλού, και ούτε αποστήματα άφηνον εις την φάλαγγα, ούτε τας ψυχάς εταράττοντο, αλλά πράως και ιλαρώς υπό της μουσικής εφέροντο εις τον κίνδυνον διότι φυσικόν είναι οι ούτω διατεθειμένοι ούτε εις φόβον ούτε εις παραφοράν πολλήν να υπόκεινται, αλλά σταθερόν να έχωσι φρόνημα, μετ' ελπίδος και θάρρους, ως πεποιθότες ότι παρών ο Θεός τους υπερασπίζει. Επροχώρει δ' ο Βασιλεύς κατά των εχθρών, έχων πλησίον του νέον τινα νικήσαντα εις στεφανίτην αγώνα (353). Και λέγουσιν ότι Λακεδαιμόνιός τις, εις όν κατά τα Ολύμπια εδίδοντο πολλά χρήματα, δεν τα εδέχθη, αλλά μετά πολλού κόπου κατεπάλαισε τον ανταγωνιστήν του. Όταν δέ τις ηρώτησεν αυτόν «Και τι εκέρδισας εκ της νίκης, ω Λάκων;» είπε μειδιών « Ότι θα πολεμώ τους εχθρούς τεταγμένος εμπρός του Βασιλέως». Όταν δ' έτρεπον εις φυγήν και ενίκων τους εχθρούς, τους εδίωκον όσον μόνον απητείτο, όπως εξασφαλίσωσι την νίκην διά της φυγής των εχθρών, και ευθύς έπειτα επέστρεφον, ούτε γενναίον ούτε ελληνικόν θεωρούντες να κόπτωσι και να φονεύωσι τους αποκάμοντας και υποχωρήσαντας. Τούτο δε ήτον όχι μόνον καλόν και μεγαλόψυχον, αλλά προσέτι και χρήσιμον. Διότι οι πολεμούντες προς αυτούς, ηξεύροντες ότι τους μεν ανθισταμένους φονεύουσιν, αφήνουσι δ' ανενοχλήτους τους ενδίδοντας, επροτίμων ως ωφελιμώτερον να φεύγωσι μάλλον παρά να μένωσι.
ΚΓ. Περί δε του Λυκούργου λέγει Ιππίας ο σοφιστής (354), ότι ήτον πολεμικώτατος και αυτός, και πολλάκις ότι εστρατήγησεν. Ο δε Φιλοστέφανος (355) αποδίδωσιν εις τον Λυκούργον και την κατ' ουλαμούς διαίρεσιν των ιππέων, λέγων ότι ο ουλαμός ήτον σύστημα εκ πεντήκοντα ιππέων, εις τετράγωνον σχήμα τεταγμένων. Ο Δημήτριος όμως ο Φαληρεύς (356) διισχυρίζεται ότι ουδεμίαν επεχείρησε πολεμικήν πράξιν, αλλ' ότι εν καιρώ ειρήνης ερρύθμισε την πολιτείαν. Και η επίνοια δε της Ολυμπιακής ανακωχής (357) φαίνεται ότι είναι ανθρώπου πράου την διάθεσιν και ειρηνικού. Αλλά τινές λέγουσιν, ως ο Έρμιππος (358) μνημονεύει, ότι ο Λυκούργος ουδεμίαν είχε κατ' αρχάς συνάφειαν και σχέσιν μετά του Ιφίτου (359), αλλ' ότι κατά τύχην ευρίσκετο εις την Ολυμπίαν μεταξύ των θεατών, ό,τι δ' ήκουσε φωνήν ως ανθρώπου τινός, όστις όπισθέν του τον επέπληττε, και εξίστατο ότι δεν παρεκίνει τους συμπολίτας του να συμμετέχωσι της πανηγύρεως. Επειδή όμως στραφείς δεν είδεν ουδαμού τον ομιλήσαντα, επίστευσεν ότι ήτο φωνή Θεού, και ούτω προσήλθε προς τον Ίφιτον, και επιμεληθείς μετ' αυτού την εορτήν, την κατέστησεν ενδοξοτέραν και μονιμωτέραν.
ΚΔ. Εξετείνετο δ' η ανατροφή μέχρι της ανδρικής ηλικίας, διότι ουδείς είχε την άδειαν να ζη ως ήθελεν αλλ' ήσαν εις την πόλιν ως εις στρατόπεδον, προσδιωρισμένην έχοντες την δίαιταν, και τας κοινάς ασχολήσεις, και εν γένει νομίζοντες ότι δεν ανήκον εις εαυτούς, αλλ' εις την πατρίδα· και όταν δεν είχον διαταγήν άλλο τι να πράξωσιν, επετήρουν τους παίδας, και τοις εδίδασκον χρήσιμόν τι ή εδιδάσκοντο αυτοί υπό των πρεσβυτέρων. Διότι έν ήτο και τούτο από τα καλά και μακάρια όσα επρομήθευσεν ο Λυκούργος εις τους συμπολίτας του, η μακρά άνεσις, καθ' όσον εις τέχνην βάναυσον να επιδοθώσι δεν τοις επέτρεπε, ν' ασχολώνται δε εις την επίπονον και πολύφροντιν σύναξιν χρημάτων δεν είχον ανάγκην, αυτοί οίτινες ουδ' επεθύμουν διόλου ουδ' ετίμων τον πλούτον· ειργάζοντο δε την γην αυτών οι Είλωτες, δίδοντες εισόδημα όσον είπομεν ανωτέρω. Ελθών δέ τις ποτέ εις Αθήνας, όταν ενήργουν τα δικαστήρια, και ακούσας ότι κατεδικάσθη τις δι' αργίαν, και απήρχετο λυπούμενος, και συνοδευόμενος υπό των φίλων του αγανακτούντων μετ' αυτού και θλιβομένων, παρεκάλεσε τους παρευρισκομένους να τω δείξωσι τις ήτον ο τιμωρηθείς διά την ελευθερίαν· τόσον εθεώρουν δουλοπρεπές το ν' ασχολώνται εις τέχνας ή εις χρημάτων κέρδος. Ως δ' ήτον επόμενον, μετά του νομίσματος εξέλειπαν και αι δίκαι, διότι ούτε πλεονεξίαν, ούτε ένδειαν είχον, αλλ' ισότητα ευπορίας, και ζωής ευκολίαν διά την λιτότητα. Είχον δε χορούς, και πανηγύρεις και συμπόσια, και διασκεδάσεις εις κυνήγια και γυμνάσια καθ' όλον τον καιρόν όταν δεν εξεστράτευον.
ΚΕ. Και οι μεν νεώτεροι των τριάκοντα ετών δεν κατέβαινον διόλου εις την αγοράν, αλλ' επρομηθεύοντο τα του οίκου διά των συγγενών και των φίλων των. Και εις τους γεροντοτέρους δ' έφερεν αισχύνην να φαίνωνται συνεχώς εκεί διατρίβοντες, και να μη μένωσι το πλείστον της ημέρας εις τα γυμνάσια και εις τας λεγομένας λέσχας, όπου, συνερχόμενοι, ευγενώς συνανεστρέφοντο, χωρίς ν' αναφέρωσιν υποθέσεις χρηματικάς και αγοραία συμφέροντα. Το περισσότερον δ' αι τοιαύται συνδιαλέξεις περιεστρέφοντο εις έπαινον των καλών ή κατηγορίαν των κακών πράξεων, μετά χαριεντισμών και γέλωτος, ελαφρώς φέροντος εις νουθεσίαν και διόρθωσιν· διότι ουδ' αυτός ο Λυκούργος ήτον καθ' υπερβολήν αυστηρός, και ο Σωσίβιος (360) ιστορεί ότι έστησεν αγαλμάτιον του Γέλωτος, προσθέτων εγκαίρως και τον χαριεντισμόν εις τα συμπόσια και εις τας τοιαύτας συναναστροφάς, ως γλύκυσμα των κόπων και της άλλης διαίτης. Εν γένει δε συνείθιζε τους πολίτας να μη θέλωσιν ουδέ να ηξεύρωσι να ζώσι κατ' ιδίαν, αλλά καθώς αι μέλισσαι, συζώντες πάντοτε εν κοινώ, και τον άρχοντα περιστοιχίζοντες πάντες ομού, να διατελώσι διαρκώς εκτός σχεδόν εαυτών υπ' ενθουσιασμού και φιλοτιμίας, και να είναι όλοι της πατρίδος, ως δυνάμεθα να εννοήσωμεν και έκ τινων ρήσεων την διάνοιαν αυτού. Ο Παιδάρετος (361) φέρ' ειπείν, μη εκλεχθείς είς των τριακοσίων (362), ανεχώρησε λίαν φαιδρός, και χαίρων ότι η πόλις έχει τριακοσίους καλλιτέρους αυτού. Ο δε Πολυκρατίδας, σταλείς μετ' άλλων πρέσβυς προς τους στρατηγούς του Βασιλέως (363), και ερωτηθείς αν έρχηται ιδιωτικώς ή δημοσίως, είπεν «Αν επιτύχωμεν, δημοσίως, αν αποτύχωμεν ιδιωτικώς (364)». Η δε μήτηρ του Βρασίδου (365) Αργιλεωνίς, ηρώτησέ τινας ελθόντας εις Σπάρτην εξ Αμφιπόλεως, και προσελθόντας εις αυτήν, αν ο Βρασίδας απέθανεν ανδρείως και της Σπάρτης αξίως· όταν δ' εκείνοι τον εμεγάλυνον, και έλεγον ότι δεν έχει άλλον τοιούτον η Σπάρτη, «Μη λέγετε τούτο, είπεν, ω ξένοι. Καλός και άξιος ήτον ο Βρασίδας, αλλ' η Σπάρτη έχει πολλούς καλλητέρους αυτού.»
ΚΣΤ. Την δε Γερουσίαν, αυτός, ως είπομεν, πρώτος κατέστησεν, εκ των συμπραξάντων εις την επιχείρησιν. Έπειτα δε, αντί εκάστου αποθνήσκοντος, διέταξε ν' αντικαθίσταται ο κρινόμενος άριστος κατά την αρετήν, έχων δ' ηλικίαν ανωτέραν των εξήκοντα ετών. Και ο αγών ούτος εφάνη ο μέγιστος και ο μάλλον περιμάχητος όλων όσους άνθρωποι αγωνίζονται· διότι έπρεπε να κριθή τις ουχί ταχύτατος μεταξύ των ταχέων, ουδ' ισχυρότατος μεταξύ των ισχυρών, αλλά μεταξύ των αγαθών και σωφρόνων άριστος και σωφρονέστατος, όπως έχη διά βίου, ως άθλον της αρετής του όλην, ούτως ειπείν, την εξουσίαν της πολιτείας, και διαθέτη εις την διάκρισίν του και τον θάνατον και την ατιμίαν, και όλα τα μέγιστα. Εγίνετο δ' η κρίσις κατά τούτον τον τρόπον· Συνήρχετο συνέλευσις του λαού, και άνδρες τινές εκλεγόμενοι εκλείοντο εις πλησιόχωρον οίκημα, ούτως ώστε ούτε να βλέπωσιν ούτε να φαίνονται, αλλά μόνον ν' ακούωσι την κραυγήν των συνεδριαζόντων. Διότι, ως όλα τ' άλλα, ούτω και τούτον τον αγώνα έκρινον διά βοής, όχι όλους ομού τους συναμιλλωμένους, αλλ' ως καθείς κατά κλήρον εισήγετο και διήρχετο την Εκκλησίαν. Έχοντες λοιπόν οι κατάκλειστοι γραμμάτια, εσημείωνον δι' έκαστον το μέγεθος της κραυγής, μη ηξεύροντες ποίον απέβλεπεν, αλλά μόνον ότι ήτον ο πρώτος, ή ο δεύτερος, ή ο τρίτος, ή ο όστις δήποτε εις την τάξιν των εισαγομένων. Ανηγόρευον δ' εκείνον υπέρ ού είχεν εγερθή η περισσοτέρα και μεγίστη κραυγή. Ούτος δε τότε, στέφανον φέρων, περιήρχετο εις τ' αγάλματα των Θεών, και πολλοί νέοι τον ηκολούθουν, ζηλούντες και μεγαλύνοντες τον άνδρα, και πολλαί γυναίκες εγκωμιάζουσαι την αρετήν αυτού δι' ασμάτων, και μακαρίζουσαι τον βίον αυτού. Έκαστος δε των φίλων του τω επρόσφερε δείπνον και τω έλεγε, Διά της τραπέζης ταύτης σε τιμά η πόλις». Αφ' ού δε περιήρχετο ταύτα, απήρχετο εις το συσσίτιον, όπου όλα μεν τα λοιπά εγίνοντο κατά την συνήθειαν· προσεφέρετο δ' εις αυτόν και δευτέρα μερίς, ήν ελάμβανε μεθ' εαυτού και την εφύλαττε· και μετά το δείπνον, όταν παρουσιάζοντο εις τας θύρας του φιδιτίου αι οικείαι αυτού γυναίκες, την έδιδε εις οποίαν προ πάντων ετίμα, λέγων ότι, λαβών αυτός την μερίδα ταύτην εις αρετής βραβείον, τη την δίδει, ώστε και εκείνη μακαριζομένη να προπεμφθή υπό των άλλων γυναικών.
ΚΖ. Άριστα δε διέταξε και τ' αφορώντα τας ταφάς· διότι αφαιρέσας πάσαν δεισιδαιμονίαν, δεν εμπόδισε να θάπτωσι τους νεκρούς εντός της πόλεως, και να έχωσι τα μνήματα πλησίον εις τους ναούς, συνανατρέφων και συνηθίζων τους νέους εις τα τοιαύτα θεάματα, ώστε να μη τους ταράττη ο θάνατος, ουδέ να τον φοβώνται, ουδέ να νομίζωσιν ότι μιαίνεται όστις εγγίση σώμα νεκρόν ή διέλθη διά νεκροταφείου. Έπειτα δε δεν επέτρεψε να θάπτωσι τίποτε μετά του νεκρού, αλλά περιετίλυσσον το σώμα εις ύφασμα ερυθρόν και εις φύλλα ελαίας, και ούτω το έθαπτον. Δεν επετρέπετο δε να επιγράφωσι το όνομα του νεκρού, εκτός αν ήτον ανήρ πεσών εις τον πόλεμον, ή γυνή ιερατεύσασα. Καιρόν δε του πένθους ολίγον προσδιώρισεν, ημέρας ένδεκα· την δε δωδεκάτην έπρεπε να προσφέρωσι θυσίαν εις την Δήμητραν, και να παύσωσι το πένθος. Διότι παρ' αυτώ τίποτε δεν ήτον άσκοπον και τυχαίον, αλλ' εις όλας τας ανάγκας του βίου εμίγνυεν ή προτροπήν τινα προς αρετήν, ή αποτροπήν από της κακίας, και επλήρου την πόλιν διά πλήθους παραδειγμάτων, ά ήσαν ή ηναγκασμένοι ν' απαντώσι πανταχού, και να συνανατρέφωνται μετ' αυτών, και να σχηματίζωνται ούτω προς το καλόν φερόμενοι. Όθεν ουδ' επέτρεψεν εις τους θέλοντας ν' αποδημώσιν από της πόλεως και να πλανώνται, ξενικά συνάγοντες ήθη, και μιμήσεις τρόπων απαιδεύτων, και πολιτευμάτων διαφοράς· αλλ' εμάκρυνε και της πόλεως τους συναθροιζομένους και εισχωρούντας εις αυτήν χωρίς χρησίμου τινος σκοπού, ουχί, ως λέγει ο Θουκυδίδης, διότι εφοβείτο μήπως μιμηθώσι το πολίτευμά των, και μάθωσι τα χρήσιμα προς αρετήν, αλλά μάλλον ίνα μη γίνωσι κακού τινος διδάσκαλοι· διότι μετά των ξένων ανθρώπων επόμενον είναι να εισέρχωνται και λόγοι ξένοι, οι δε νέοι λόγοι επιφέρουσι νέας κρίσεις, εξ ών αναγκαίως πολλά γεννώνται παθήματα, και προαιρέσεις παραφωνίαν αποτελούσαι εις της εγκατεστημένης πολιτείας την αρμονίαν. Διά τούτο ενόμιζεν ότι πρέπει να προφυλάττη την πόλιν όπως μη εισέρχωνται εις αυτήν έξωθεν κακά ήθη μάλλον παρά νοσηρά σώματα.
ΚΗ. Και εις μεν ταύτα λοιπόν ουδέν υπάρχει αδικίας ίχνος ουδέ πλεονεξίας, ήν αποδίδουσί τινες εις του Λυκούργου τους νόμους, λέγοντες ότι καλοί μεν εισίν όπως προάγωσι την ανδρείαν, ουχί όμως και την δικαιοσύνην. Η δε καλουμένη παρά τοις Λακεδαιμονίοις Κρυπτία, αν και αύτη είναι νομοθέτημα του Λυκούργου, ως διηγείται ο Αριστοτέλης, αυτή βεβαίως έδωκε και εις τον Πλάτωνα την κακήν περί του ανδρός και του πολιτεύματος αυτού υπόληψιν. Ήτον δε τοιαύτη· Οι άρχοντες εξαπέστελλον κατ' έτος εις την χώραν άλλοι αλλαχού τους νέους όσοι διεκρίνοντο διά τον νουν των, έχοντας εγχειρίδια, και την αναγκαίαν τροφήν, και τίποτε άλλο· ούτοι δε, την μεν ημέραν διασπειρόμενοι εις χωρία παράμερα, εκρύπτοντο και ανεπαύοντο· την δε νύκτα, καταβαίνοντες εις τας οδούς έσφαζον πάντα Είλωτα όν συνελάμβανον. Πολλάκις δε, περιερχόμενοι και τους αγρούς, εφόνευον τους ρωμαλεωτέρους αυτών και τους ισχυροτέρους· καθώς ο Θουκυδίδης εις τα Πελοποννησιακά αυτού ιστορεί (366), ότι οι διά την ανδρείαν των διακριθέντες υπό των Σπαρτιατών, εστεφανώθησαν μεν, ως ελευθερωθέντες, και περιήλθον τα των Θεών ιερά, αλλά μετ' ολίγον όλοι έγιναν άφαντοι, όντες περισσότεροι των δισχιλίων, ώστε ούτε τότε ούτε έπειτα εδυνήθη τις να ειπή κατά τίνα τρόπον εχάθησαν. Ο Αριστοτέλης μάλιστα λέγει ότι όταν οι έφοροι κατ' αρχάς αναλαμβάνωσι την εξουσίαν, κηρύττουσι πάντοτε πόλεμον κατά των Ειλώτων, ώστε να μη είναι ανόσιον το να τους φονεύωσι. Και κατά τ' άλλα δ' εφέροντο τραχέως και σκληρώς προς αυτούς· ούτω τους ηνάγκαζον να πίνωσι πολύν άκρατον οίνον, και τους έφερον τότε εις τα συσσίτια, διά να δεικνύωσιν εις τους νέους τι είναι η μέθη. Και ωδάς δε τους διέταττον να ψάλλωσι, και χορούς να χορεύωσιν αγενείς και γελοίους, και ουχί τους των ελευθέρων. Διό και λέγεται ότι ύστερον, κατά την εκστρατείαν των Θηβαίων εις την Λακωνικήν (367), οι αιχμαλωτιζόμενοι Είλωτες, διαταττόμενοι να ψάλλωσι τα άσματα του Τερπάνδρου (368), του Αλκμάνος (369), και Σπένδοντος του Λάκωνος (370), απεποιούντο, λέγοντες ότι δεν θέλουσι τα αυθεντικά (371). Ώστε οι διατεινόμενοι ότι εις την Λακεδαίμονα ο ελεύθερος είναι υπέρ παν άλλο μέρος ελεύθερος, και ο δούλος υπέρ παν άλλο μέρος δούλος, δεν ώρισαν κακώς την διαφοράν. Νομίζω όμως ότι αι τοιαύται σκληρότητες ύστερον προσετέθησαν υπό των Σπαρτιατών, μάλιστα μετά τον μέγαν σεισμόν (372), ότε λέγουσιν ότι οι Είλωτες επετέθησαν κατ' αυτών ομού μετά των Μεσσηνίων, και πολλά την χώραν εκακοποίησαν, και η πόλις περιήλθεν εις μέγιστον κίνδυνον. Διότι, το κατ' εμέ, δεν δύναμαι ν' αποδώσω εις τον Λυκούργον την Κρυπτείαν, το μιαρόν τούτο έργον, εκ της λοιπής αυτού πραότητος και δικαιοσύνης συμπεραίνων τον τρόπον του, όν και ο Θεός εβεβαίωσεν.
ΚΘ. Αφ' ού δε ήδη διά της συνηθείας εστερεώθησαν αι κυριώτεραι των διατάξεων αυτού, και η πολιτεία του ικανώς ετράφη, και εδύνατο ήδη μόνη της να σώζηται και να συντηρήται, καθώς ο Πλάτων λέγει περί του κόσμου, ότι όταν επλάσθη και εκινήθη την πρώτην κίνησιν, ο Θεός ηυφράνθη, ούτω χαίρων και αυτός και ευχαριστηθείς διά το κάλλος και το μέγεθος της νομοθεσίας του όταν εφηρμόσθη και επρόκοπτε βαδίζουσα, επεθύμησε, καθ' όσον κατορθωτόν εις ανθρωπίνην πρόνοιαν, ν' αφήση αυτήν αθάνατον και αμετακίνητον εις το μέλλον. Συναθροίσας λοιπόν όλους εις συνέλευσιν, τοις είπεν ότι τα μεν άλλα καλώς οπωσούν έχουσι, και αρκούσιν όπως φέρωσιν εις την πόλιν αρετήν και ευδαιμονίαν αλλά το κυριώτατον και το μέγιστον ότι δεν δύναται να τοις γνωστοποιήση, πριν ή ερωτήση τον χρησμόν^ ότι δ' εκείνοι πρέπει να εμμένωσιν εις τους τεθέντας νόμους, και να μη τους μεταβάλωσι κατ' ουδέν έως ού εκείνος επιστρέψη εκ των Δελφών, διότι, όταν έλθη, θέλει πράξει ό,τι ο Θεός θέλει. Εις ταύτα όλοι συγκατετέθησαν, και τω είπον ν' απέλθη. Λαβών δε όρκους παρά των βασιλέων και των γερόντων, έπειτα και παρά των λοιπών πολιτών, ότι θέλουσιν επιμείνει εις το παρόν πολίτευμα και εφαρμόζει αυτό έως ού επανέλθη ο Λυκούργος, ανεχώρησεν εις τους Δελφούς. Ελθών δ' εις το μαντείον, και θυσιάσας εις τον Θεόν, ηρώτησεν αν είναι καλοί οι νόμοι του, και ικανοί να παράσχωσιν ευτυχίαν και αρετήν εις την πόλιν. Λαβών δ' απόκρισιν παρά του Θεού, ότι και οι νόμοι καλοί ήσαν, και η πόλις θέλει μείνει ενδοξοτάτη, αν εφαρμόζη το πολίτευμα του Λυκούργου, την μεν μαντείαν έγραψε και έπεμψεν εις την Σπάρτην· αυτός δε, αφ' ού πάλιν προσέφερε θυσίαν εις τον Θεόν, και απεχαιρέτισε τους φίλους και τον υιόν του, απεφάσισε να μη λύση πλέον τους συμπολίτας του από του όρκου αυτών, αλλά ν' αποθάνη εκεί εκουσίως, ων ήδη εις την ηλικίαν εκείνην, καθ' ήν πάρωρον δεν είναι και να ζη τις έτι, αλλ' ουδέ να θέλη να εγκαταλείψη την ζωήν, ικανής νομίζων ευδαμονίας ότι απήλαυσεν. Απέθανε λοιπόν εκουσίως εξ ασιτίας, νομίζων ότι πρέπει των πολιτικών ανδρών ουδ' ο θάνατος να είναι ανωφελής εις την πολιτείαν, ουδέ μάταιον το τέλος του βίου, αλλά και αυτό να έχη αρετής και χρησίμου πράξεως χαρακτήρα· και ότι αφ' ού έπραξεν αυτός τα κάλλιστα, έπρεπε και το τέλος του να είναι αληθώς κορύφωσις της ευδαιμονίας, και ν' αφήση τον θάνατόν του φύλακα των καλών και των αγαθών όσα επρομήθευσεν εις τους συμπολίτας του, οίτινες ώμωσαν να πολιτεύωνται κατά τους νόμους του μέχρις ού επανέλθη εκείνος. Και δεν ηπατήθη εις τας σκέψεις του· τοσούτον διέπρεψεν η πόλις εις όλην την Ελλάδα κατ' ευνομίαν και δόξαν, επί πεντακόσια έτη εφαρμόζουσα του Λυκούργου τους νόμους, ούς ουδείς κατ' ελάχιστον μετέβαλεν εκ των δεκατεσσάρων βασιλέων οίτινες ήρξαν από της εποχής εκείνου μέχρις Άγιδος του υιού Αρχιδάμου· διότι η διάταξις των Εβόρων δεν ήτον χαλάρωσις, αλλ' επίτασις μάλιστα του πολιτεύματος, και εν ώ εφαίνετο ότι έγινεν υπό του δήμου, κατέστησεν εξ εναντίας σφοδροτέραν την αριστοκρατίαν·
Λ. Επί δε της βασιλείας του Άγιδος εισεχώρησε κατά πρώτον το νόμισμα εις την Σπάρτην, και μετά του νομίσματος η πλεονεξία και η επιθυμία του πλούτου, εξ αιτίας του Λυσάνδρου· και αυτός μεν ήτον χρημάτων ανώτερος, αλλά την πατρίδα του ενέπλησε τρυφής και φιλοπλουτίας, εισαγαγών εκ του πολέμου χρυσόν και άργυρον, και καταργών του Λυκούργου τους νόμους· εν ώ καθ' όσον επεκράτουν εκείνοι πρότερον, η Σπάρτη έχουσα όχι πολίτευμα πόλεως, αλλά μάλλον βίον ανδρός ασκητού και σοφού, ή, ως οι ποιηταί μυθολογούσι τον Ηρακλέα δέρμα και ξύλον έχοντα, και περιερχόμενον την οικουμένην, και τιμωρούντα τους παρανόμους και θηριώδεις τυράννους, ούτως η πόλις σκυτάλην μόνον και τρίβωνα έχουσα, και εξουσιάζουσα επί της Ελλάδος δεχομένης την αρχήν της προθύμως, κατέστρεψε τας αδίκους δυναστείας και τας τυραννίας εις τα πολιτεύματα, και τους πολέμους εδίκαζε, και τας στάσεις κατέπαυε, πολλάκις ουδ' ασπίδα κινήσασα μίαν, αλλ' ένα μόνον πέμψασα πρέσβυν, ού πάντες εξεπλήρουν την προσταγήν, καθώς αι μέλισσαι, όταν φανή ο ηγεμών αυτών, συντρέχουσι πέριξ του και κατατάττονται ευπρεπώς. Τόσον ίσχυσεν η πόλις διά την ευνομίαν και την δικαιοσύνην αυτής. Ώστε απορώ πώς τινες λέγουσιν ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήξευρον να κυβερνώνται, όχι όμως και να κυβερνώσι, και πως επαινούσι τον λόγον του Βασιλέως Θεοπόμπου (373), όστις είς τινα ειπόντα ότι την Σπάρτην έσωζε το ότι οι Βασιλείς αυτής ήξευρον να άρχωσι, «μάλλον, είπεν, ότι οι πολίται αυτής ήξευρον να υπακούωσι», διότι δεν υπακούουσιν ευκόλως εις τους μη ηξεύροντας να τους διοικώσιν. Αλλ' η ευπείθεια είναι μάθημα του άρχοντος· διότι, όστις καλώς οδηγεί, εκείνος διδάσκει καλώς να τον ακολουθώσι. Και καθώς της ιππικής τέχνης αποτέλεσμα είναι να καθιστά τον ίππον πράον και πειθήνιον, ούτω και της βασιλικής επιστήμης έργον να επιβάλλη την επακοήν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι επέβαλλον ουχί ευπείθειαν εις τους άλλους, αλλ' επιθυμίαν του να κυβερνώνται υπ' αυτών και να τοις υπακούωσι· διότι δεν απήτουν παρ' αυτών ούτε πλοία ούτε χρήματα (374), ουδ' έστελλον προς αυτούς οπλίτας, αλλ' ένα διοικητήν Σπαρτιάτην· και τούτον λαβόντες οι διοικούμενοι, ετίμων αυτόν και τον εφοβούντο, καθώς τον Γύλιππον οι Σικελιώται, και τον Βρασίδαν οι Χαλκιδείς, και τον Λύσανδρον, και τον Καλλικρατίδαν (375) και τον Αγησίλαον όλοι οι την Ασίαν κατοικούντες· και τους μεν άνδρας τούτους ωνόμαζον αρμοστάς και σωφρονιστάς των διαφόρων λαών και αρχόντων, προς δε την πόλιν εν γένει των Σπαρτιατών απέβλεπον ως προς παιδαγωγόν ή διδάσκαλον κοσμίου βίου και πολιτείας ευτάκτου. Τούτο φαίνεται θέλων να ειρωνευθή ο Στρατόνικος (376) αστειευόμενος νομοθετεί και διατάττει οι μεν Αθηναίοι να τελώσι μυστήρια και πομπάς, οι δ' Ηλείοι να προεδρεύωσιν αγώνων, διότι εισίν άριστοι αγωνοθέται, οι δε Λακεδαιμόνιοι, αν αυτοί σφάλλωσι, να δέρωνται. Και τούτο μεν έλεγε προς γέλωτα. Ο δ' Αντισθένης ο Σωκρατικός (377), βλέπων τους Θηβαίους κομπάζοντας διά την εν Λεύκτροις μάχην, είπεν ότι ομοιάζουσι παιδάρια καυχώμενα διότι έδειραν τον παιδαγωγόν των.
ΛΑ. Τούτο όμως δεν ήτον βεβαίως ο κύριος του Λυκούργου σκοπός, το ν' αφήση την πόλιν άλλων πολλών ηγεμόνα. Αλλά καθώς εις του ανθρώπου τον βίον, ούτω και εις της πόλεως ολοκλήρου, νομίζων ότι η ευδαιμονία προέρχεται εκ της αρετής και εκ της εσωτερικής ομονοίας, συνέταξε την πόλιν και την συνηρμολόγησεν ούτως, ώστε οι πολίται, ελεύθεροι γινόμενοι και αυτάρκεις, να πολιτεύωνται σωφρόνως εφ' όσον το δυνατόν περισσότερον καιρόν. Τούτο και ο Πλάτων έλαβεν ως βάσιν του πολιτεύματος του, και ο Διογένης (378)· και ο Ζήνων (379) και πάντες όσοι επιχειρήσαντες περί τούτων να ομιλήσωσιν επαινούνται, ει και μόνον γράμματα και λόγους αφήσαντες. Ο δε Λυκούργος, ουχί γράμματα και λόγους, αλλ' έφερεν εμπράκτως εις φως αμίμητον πολιτείαν, και εις τους νομίζοντας ότι ανύπαρκτος είναι η φημιζομένη σοφία αυτού, επέδειξεν ολόκληρον πόλιν φιλοσοφούσαν, υπερτερήσας κατά την δόξαν πάντας τους εις τα πολιτικά αναμιγέντας Έλληνας. Διό και ο Αριστοτέλης λέγει ότι τω απεδόθησαν εν Λακεδαίμονι τιμαί ολιγώτεραι των όσαι τω ωφείλοντο, αν και έλαβε τας μεγίστας· διότι και ιερόν ιδρύθη εις αυτόν, και θυσίαι κατ' έτος τω προσεφέροντο ως εις Θεόν. Λέγεται δ' ότι και τα λείψανα αυτού εκομίσθησαν εις την πατρίδα του, και ότι κεραυνός έπεσεν εις τον τάφον του, όπερ σπανίως συνέβη εις άλλους των επισήμων, πλην του Ευριπίδου μεταγενεστέρως, όστις αποθανών ετάφη περί την Αρέθουσαν, πόλιν της Μακεδονίας. Ώστε επιχείρημα και μαρτυρία μεγάλη είναι αύτη παρά τοις αγαπώσι τον Ευριπίδην, ότι εις μόνον αυτόν συνέπεσε και έγινε μετά θάνατον ό,τι είχε συμπέσει πριν εις τον θεοφιλέστατον και οσιώτατον των ανθρώπων. Λέγουσι δ' άλλοι μεν ότι απέθανεν ο Λυκούργος εις την Κίρραν (380)· ο δ' Απολλόθεμις (381) ότι μετεκομίσθη εις Ήλιν ο δε Τίμαιος (382) και ο Αριστόξενος (383), ότ' έζησε μέχρι του τέλους του εις την Κρήτην, και ο Αριστόξενος λέγει ότι οι Κρήτες δεικνύουσι τάφον αυτού περί την Περγαμίαν (384), κατά την ξενικήν οδόν, λέγεται δ' ότι αφήκε μονογενή υιόν, Αντίωρον καλούμενον, και ότι αυτός απέθανεν άτεκνος και το γένος εξέλιπεν. Οι δε φίλοι και οικείοι του συνέστησαν διαδοχικήν εταιρίαν, διαμείνασαν χρόνους πολλούς, και τας ημέρας καθ' άς συνήρχοντο ωνόμασαν Λυκουργίδας. Αριστοκράτης (385) δ' ο υιός του Ιππάρχου λέγει ότι οι φιλοξενήσαντες τον Λυκούργον εις την Κρήτην, όταν απέθανεν, έκαυσαν το σώμα του και διέσπειραν την τέφραν του εις την θάλασσαν, κατά παράκλησιν αυτού, θελήσαντος ν' αποφύγη μη μετακομισθώσι ποτέ τα λείψανά του εις Λακεδαίμονα, και οι Λακεδαιμόνιοι, θεωρούντες αυτόν ως επιστρέψαντα, και λελυμένους τους όρκους των, μη μεταβάλωσι την πολιτείαν. Ταύτα λοιπόν περί του Λυκούργου.
ΝΟΥΜΑΣ
Α. Και περί των χρόνων δε καθ' ούς έζη ο Βασιλεύς Νουμάς υπήρξε σφοδρά φιλονεικία, ει και αι αρχαιόταται γενεαλογίαι εις αυτόν φαίνονται ακριβώς αναγόμεναι (386). Αλλά Κλώδιός τις, εν τω «Ελέγχω των χρόνων», διότι ούτω περίπου ονομάζεται το βιβλίον, διισχυρίζεται ότι αι μεν αρχαίαι εκείναι οικογενειακαί αναγραφαί κατεστράφησαν επί της αλώσεως της πόλεως υπό των Κελτών (387)· αι δε ήδη δεικνύμεναι ότι συνετέθησαν ουχί κατά την αλήθειαν, αλλ' υπ' ανθρώπων θελόντων να ευχαριστήσωσί τινάς οίτινες, χωρίς τινος δικαιώματος, είχον την αξίωσιν να εισχωρήσωσιν εις τα πρώτα γένη και τους ενδοξοτάτους οίκους. Και λέγεται μεν ότι ο Νουμάς υπήρξεν ακροατής του Πυθαγόρου· αλλά τινές διισχυρίζονται ότι δεν ήτον διόλου μέτοχος ελληνικής παιδείας, ως θέλοντες ή να τον παραστήσωσιν ως εκ φύσεως έχοντα αφ' εαυτής αναπτυσσομένην την δύναμιν προς την αρετήν, ή ν' αποδώσωσι την εκπαίδευσιν του Βασιλέως εις βάρβαρόν τινα καλήτερον του Πυθαγόρου. Άλλοι δε λέγουσιν ότι ο Πυθαγόρας ήτον μεταγενέστερος, ζήσας πέντε περίπου γενεάς μετά τους χρόνους του Νουμά· ότι δε Πυθαγόρας ο Σπαρτιάτης, νικήσας εις τα Ολύμπια στάδιον κατά την δεκάτην έκτην Ολυμπιάδα, καθ' ήν επί του τρίτου έτους ο Νουμάς εβασίλευσε, και πλανηθείς κατά την Ιταλίαν, συνανεστράφη μετά του Νουμά, και διερρύθμισε μετ' αυτού την βασιλείαν και εκ τούτου ότι εις τα Λακωνικά έθιμα συνανεμίγησαν και πολλά Ρωμαϊκά, εκ διδασκαλίας του Πυθαγόρου. Άλλως δε ήτον ο Νουμάς κατά το γένος εκ Σαβίνων, και οι Σαβίνοι θέλουσιν ότι κατάγονται εκ Λακεδαιμονίων. Η εξακρίβωσις λοιπόν των χρόνων είναι δύσκολος, και μάλιστα καθ' όσον εξάγεται εκ των ολυμπιακών νικών (388), ών την αναγραφήν λέγουσιν ότι μετά καιρόν εξέδωκεν Ιππίας ο Ηλείος, εις ουδεμίαν στηριχθείς αξιόπιστον βάσιν. Διηγούμεθα δ' όσα γνωρίζομεν άξια λόγου ημείς περί του Νουμά, δεόντως αρχίζοντες την εξιστόρησιν από των προ αυτού.
Β. Η Ρώμη κατωκείτο ήδη προ τριακονταεπτά ετών, και εβασιλεύετο υπό του Ρωμύλου. Κατά δε την πέμπτην του μηνός ημέραν (389), την καλουμένην σήμερον Νόννας Καπρατίας, ο Ρωμύλος ετέλει δημοσίως θυσίαν περί το καλούμενον Αιγός έλος (390), επί παρουσία της Βουλής και του πλείστου μέρους του δήμου. Εξαίφνης δ' έγινε μεγάλη του αέρος ανατροπή, και νέφος κατέβη εις την γην μ' ανεμοζάλην σφοδράν. Και τότε το μεν άλλο πλήθος εσκορπίσθη και έφυγε φοβηθέν, ο δε Ρωμύλος έγινεν άφαντος, και ούτε αυτός πλέον, ούτε το σώμα του ευρέθη νεκρόν. Βαρεία δ' υποψία επεβάρυνεν επί των πατρικίων, και λόγος διέτρεχε μεταξύ του λαού κατ' αυτών, ότι προ πολλού βαρυνθέντες να βασιλεύωνται, και θέλοντες να λάβωσιν αυτοί την εξουσίαν, εφόνευσαν τον βασιλέα· διότι από τινος, ως φαίνεται, εφέρετο τραχέως πως και δεσποτικώς κατ' αυτών. Αλλ' αυτήν μεν την υποψίαν επράυνον εκείνοι, εις Θεόν αναβιβάζοντες τον Ρωμύλον, ως αν δεν είχεν αποθάνει, αλλά τύχης αξιωθή ανωτέρας. Και ο Πρόκλος, άνθρωπος επίσημος, ώμοσεν ότι είδε τον Ρωμύλον αναβαίνοντα ένοπλον εις τον ουρανόν, και ότι ήκουσε φωνήν, ήτις τον διέταττε να ονομασθή Κυρίνος. Άλλη δε ταραχή και στάσις επήλθεν εις την πόλιν περί του μέλλοντος να διαδεχθή την βασιλείαν· διότι οι ξένοι δεν είχον εισέτι εντελώς συγχωνευθή μετά των πολιτών, αλλ' ο μεν λαός εισέτι πολύ εκυμαίνετο καθ' εαυτόν, και οι πατρίκιοι ενδιαφερόμενοι, υπώπτευον αλλήλους. Και όλοι μεν ήσαν σύμφωνοι ότι πρέπει να έχωσι βασιλέα· αλλ' ήλθον εις έριδας και διαιρέσεις, ουχί μόνον ως προς τον άνθρωπον, αλλά και ως προς το γένος εξ ού ώφειλε να ληφθή ο ηγεμών. Διότι οι πρώτοι συνοικίσαντες την πόλιν μετά του Ρωμύλου, εφρόνουν ανυπόφορον, αφ' ού οι Σαβίνοι έγιναν κοινωνοί της πόλεως και της χώρας των, ήδη βιαίως να κατεξουσιάζωσιν εκείνων οίτινες επί τούτω τους εδέχθησαν. Είχον δε και οι Σαβίνοι ευλογοφανή τινα λόγον, ότι, αφ' ού απέθανεν ο βασιλεύς αυτών Τάτιος, αυτοί δεν επανέστησαν κατά του Ρωμύλου, αλλά τον αφήκαν να κυβερνά μόνος· επομένως απήτουν ο άρχων να γίνη πάλιν εκ του γένους των διότι ούτε ηνώθησαν μετ' αυτών, κατώτεροι μετά καλητέρων, και αφ' ού ηνώθησαν, ηύξησαν το πλήθος εκείνων, και ηύξησαν την σημασίαν της πόλεως. Διά ταύτα λοιπόν είχον διχονοίας. Διά να μη φέρη δ' η στάσις σύγχυσιν ως εκ της αναρχίας, και να μη μένη μετέωρον το πολίτευμα, απεφάσισαν οι πατρίκιοι, όντες εκατόν πεντήκοντα (391), κατά σειράν έκαστος εξ αυτών να κοσμήται διά των βασιλικών παρασήμων, να προσφέρη την προσδιωρισμένην θυσίαν εις τους Θεούς, και να ενεργή τα δημόσια έξ μεν ώρας της νυκτός, έξ δε της ημέρας, εν ονόματι του Κυρίνου και του Τατίου· διότι η τοιαύτη διαίρεσις των καιρών εις έκαστον, ήρεσκεν εις τους άρχοντας διά την ισότητα, και εις τον λαόν η αλλαγή της εξουσίας εφαίνετο ως ν' αφήρει τον φθόνον, όταν έβλεπον την ιδίαν ημέραν και νύκτα τον ίδιον από βασιλέως ιδιώτην γινόμενον. Ονομάζουσι δε το σχήμα τούτο της κυβερνήσεως οι Ρωμαίοι Μεσοβασιλείαν.
Γ. Αλλ' αν και εφαίνοντο κυβερνώντες τοσούτον δημοτικώς και μετρίως, υπέκυπτον όμως πάλιν εις υποψίας και εις θορύβους, ότι μετέβαλλον το πολίτευμα εις ολιγαρχίαν, και εσφετερίζοντο την πολιτείαν, μη θέλοντες να εκλεχθή βασιλεύς. Διά τούτο συνεφώνησαν μεταξύ των αι φατρίαι, να εκλέξη εκάστη εκ της άλλης βασιλέα, διότι ούτως ήθελε παύσει αμέσως η μεταξύ των φιλονεικία, και ο εκλεχθησόμενος ήθελεν είσθαι επίσης εύνους προς αμφοτέρους, αγαπών τους μεν διότι υπ' αυτών εξελέγη, τους δε διότι ήτον αυτών συγγενής. Αφήκαν δ' οι Σαβίνοι εις τους Ρωμαίους να εκλέξωσι πρώτοι, και εις τούτους προτιμότερον εφάνη να εκλέξωσι Σαβίνον, αλλ' αυτοί να είναι οι εκλογείς, παρά να δώσωσι Ρωμαίον και να μείνη η εκλογή εις εκείνους. Συσκεφθέντες δε, ανέδειξαν βασιλέα εκ των Σαβίνων τον Νουμάν Πομπίλιον, άνθρωπον ουχί εκ των αποκαταστάντων εις Ρώμην, αλλά τοσούτον γνωστόν διά την αρετήν του, ώστε όταν ωνομάσθη, οι Σαβίνοι τον εδέχθησαν προθυμότερον ακόμη από τους εκλογείς του. Αφ' ού λοιπόν είπον εις τον λαόν τι απεφασίσθη, έπεμψαν προς αυτόν πρέσβεις, τους πρωτεύοντας εξ αμφοτέρων των μερών, να τον παρακαλέσωσι να έλθη και να παραλάβη την βασιλείαν. Ήτον δ' ο Νουμάς εκ της παρά Σαβίνοις επισήμου πόλεως των Κυρέων, εξ ής οι Ρωμαίοι ωνομάσθησαν Κυρήται ομού μετά των Σαβίνων, οίτινες συνανεμίγησαν μετ' αυτών· υιός δε Πομπωνίου, ανδρός επισήμου, εκ τεσσάρων αδελφών ο νεώτατος· και εγεννήθη, κατά θείαν τινά συγκυρίαν, καθ' ήν ημέραν ο Ρωμύλος έκτισε την Ρώμην. Είναι δ' αύτη η προ της ενδεκάτης των καλανδών μαΐων (392) Έχων δε το ήθος εκ φύσεως προς πάσαν αρετήν επιτήδειον, εγένετο έτι ημερώτερος διά της παιδείας, της κακοπαθείας και της φιλοσοφίας. Και ου μόνον τα κατηγορούμενα πάθη απέβαλε της ψυχής του, αλλά προσέτι και τα αρέσκοντα εις τους βαρβάρους, την βίαν και την πλεονεξίαν, ανδρείαν αληθή νομίζων τον υπό του λογικού περιορισμόν των επιθυμιών του. Ως εκ τούτων δε, εξορίσας εκ του οίκου του πάσαν πολυτέλειαν και τρυφήν, άμεμπτος δε δικαστής και σύμβουλος γινόμενος εις πάντα πολίτην και πάντα ξένον, κατά δε τας ώρας της αργίας του αυτός εαυτόν μεταχειριζόμενος ουχί προς τρυφάς και χρηματολογίαν, αλλά προς λατρείαν των Θεών, και την διά του λογικού θεωρίαν της φύσεως και της δυνάμεως αυτών, μέγα απέκτησεν όνομα και δόξαν τοσαύτην, ώστε ο Τάτιος, ο βασιλεύσας εν Ρώμη μετά του Ρωμύλου, μίαν έχων θυγατέρα Τατίαν, τον έκαμε γαμβρόν του. Αλλά δεν εμεγαλοφρόνησε διά τον γάμον του, ουδέ συγκατώκησε μετά του πενθερού του, αλλ' έμεινεν εις τους Σαβίνους, περιποιούμενος τον γέροντα πατέρα του· διότι και η Τατία επροτίμησε την ιδιωτικήν του ανδρός της ησυχίαν παρά την τιμήν και την δόξαν ήν θα είχεν εν Ρώμη διά τον πατέρα της. Και αύτη μεν λέγεται ότι απέθανε δεκατρία έτη μετά τον γάμον των.
Δ. Ο δε Νουμάς, αφήσας την κατοικίαν της πόλεως, ήθελε να διαμένη συνεχώς εις τας εξοχάς, και να πλανάται μόνος εις άλση Θεών, και εις ιερά πεδία, και να ζη εις τόπους ερήμους. Εκ τούτου δε κατά μέγα μέρος έλαβε την αρχήν του ο λόγος περί της Θεάς, ότι ο Νουμάς απέφευγε των ανθρώπων την κοινωνίαν ουχί εκ ψυχικής αδημονίας και εξ αγάπης προς τας πλανήσεις, αλλά διότι απελάμβανεν συναναστροφής υψηλοτέρας, και θείων ηξιώθη γάμων, συνομιλών και συζών μετά της Θεάς Ηγερίας ήτις τον ηγάπα, άνθρωπος ευδαίμων και περί τα θεία σοφός. Και ότι μεν ταύτα ομοιάζουσι πολλούς των παλαιοτάτων μύθων, και τας παραδόσεις εις άς εντέρπονται οι Φρύγες περί Άττου (393) και οι Βιθυνοί περί Ηροδότου, και οι Αρκάδες περί Ενδυμίωνος, και περί άλλων πολλών, οίτινες υποτίθεται ότι εγένοντο ευδαίμονες, και ηγαπήθησαν υπό των Θεών, δεν είναι δύσκολον να εννοηθή, και εύλογον φαίνεται, ο Θεός, όστις δεν αγαπά τους ίππους και τα πτηνά, αλλά τους ανθρώπους, να θέλη να συναναστρέφηται μετά των εξόχως αγαθών, και να μη δυσαρεστήται προς σώφρονος και θείου ανδρός ομιλίαν, ουδέ να την περιφρονή· ότι δε Θεοί αγαπώσι και σώμα και κάλλος ανθρώπινον, και κοινωνούσι μετ' αυτού, δυσκόλως δύναται να πιστευθή, ει και οι Αιγύπτιοι φαίνονται μετά τινος πιθανότητος διακρίνοντες, και λέγοντες ότι μετά γυναικός μεν δεν είναι αδύνατον να συναφθή πνεύμα Θεού, και να εμφυσήση εις αυτήν αρχάς γεννήσεως, ανήρ όμως ότι δεν δύναται να ενωθή μετά θεάς, και να κοινωνήση σωματικώς μετ' αυτής. Αγνοούσι δ' ότι και το ενούμενον πρόσωπον αποδίδωσιν εις εκείνο μεθ' ού ενούται της ιδίας ουσίας όσον μέρος λαμβάνει εκ της εκείνου. Και όμως ως πρέπουσα δύναται να πιστευθή η φιλία Θεού προς άνθρωπον, και ο ούτω καλούμενος έρως, όστις επ' αυτής στηριζόμενος, αναπτύσσεται προς επιμέλειαν της αρετής και του ήθους. Και δεν αμαρτάνουσιν οι μυθολογούντες ότι ο Φόρβας και ο Υάκινθος και ο Άδμητος (394), ηγαπώντο υπό του Απόλλωνος, ως και τον Σικυώνιον Ιππόλυτον (395), περί ού λέγουσιν ότι οσάκις ετύγχανε διαπλέων εκ Σικυώνος εις Κίρραν, ως αν ησθάνετο τούτο ο Θεός και έχαιρεν, η Πυθία εχρησμοδότει τούτον τον εξάμετρον.
«Επί την θάλασσαν βαίνει ο φίλος Ιππόλυτος πάλιν».
Μυθολογούσι δε και περί του Πανός ότι ήτο εραστής του Πινδάρου (396) και των ασμάτων αυτού· και χάριν των Μουσών, ετιμήθησαν υπό των Θεών και ο Αρχίλοχος (397) και ο Ησίοδος (398) μετά θάνατον. Λέγεται δ' ότι και ζων ο Σοφοκλής εφιλοξένησε τον Ασκληπιόν, και πολλαί μέχρι τούδε υπάρχουσι του λόγου τούτου αι αποδείξεις (399)· προσέτι δ' ότι και μετά θάνατον τον ηξίωσε ταφής άλλος θεός. Είναι λοιπόν δίκαιον, όταν ταύτα παραδεχώμεθα περί τούτων, να μη πιστεύωμεν ότι ο Θεός συνανεστρέφετο μετά του Ζαλεύκου (400), και του Μίνωος, και του Ζωροάστρου (401), και του Νουμά και του Λυκούργου, οίτινες εκυβέρνων βασιλείας, και ωργάνιζον πολιτεύματα; Και όμως μετ' αυτών ηδύναντο σπουδάζοντες να συνομιλώσιν οι θεοί, όπως τους διδάσκωσι και τοις συμβουλεύωσι τα άριστα, εν ώ μετά των ποιητών και των λυρικών, οίτινες τερετίζουσιν, αν έχωσι τοιαύτας σχέσεις, είναι επόμενον παίζοντες να τας έχωσι μόνον. Αν δέ τις άλλως λέγη, «πλατύς ο δρόμος», κατά Βακχυλίδην (402),διότι ούτε η άλλη υπόθεσις είναι απαράδεκτος, ήν λέγουσί τινες περί Λυκούργου και Νουμά και άλλων τοιούτων ανδρών, ότι δαμάζοντες πλήθη δυσδιοίκητα και δυσκόλως ευχαριστούμενα, και μεγάλας επιφέροντες καινοτομίας εις τας πολιτείας, διά προσποιήσεως διέδωκαν τα περί της κοινωνίας αυτών μετά των Θεών, φέροντα σωτηρίαν εις αυτούς εκείνους προς ούς προςεποιούντο.
Ε. Τεσσαρακοντούτης δ' ήτον ο Νουμάς, όταν ήλθον εκ Ρώμης οι πρέσβεις, οι παρακαλούντες αυτόν να δεχθή την βασιλείαν. Ωμίλησαν δε προς αυτόν ο Πρόκλος και ο Ουέλεσος, εξ ών ο δήμος εφαίνετο πριν διατεθειμένος να εκλέξη τον ένα βασιλέα· και υπέρ μεν του Πρόκλου ήσαν οι λαοί του Ρωμύλου, υπέρ δε του Ουελέσου οι του Τατίου. Και αυτοί μεν ολίγα είπον, νομίζοντες ότι ο Νουμάς ήθελε δεχθή ευχαρίστως την πρότασιν. Αλλ' ως φαίνεται, δεν ήτον πράγμα μικρόν, αλλά και παρακλήσεις και λόγοι πολλοί απητήθησαν διά να πεισθή άνθρωπος ζήσας εις ειρήνην και ησυχίαν, ν' αναλάβη την κυβέρνησιν πόλεως ήτις τρόπον τινά εγεννήθη διά τον πόλεμον, και μετ' αυτού συνηυξήθη. Έλεγε λοιπόν, παρουσία του πατρός του, και Μαρκίου, ενός των συγγενών του, ότι «επισφαλής μεν είναι πάσα μεταβολή εις των ανθρώπων τον βίον, άνθρωπον όμως όστις ούτε στερείται τινος των αναγκαίων, ούτε παραπονείται εκ της καταστάσεως αυτού, ανοησία μόνη και τίποτε άλλο δύναται αποσπάση και τον μετατρέψη εκ των συνηθειών του, αίτινες και άλλο καλόν αν δεν έχωσι, κατά τούτο καν υπερτερούσι των αδήλων, ότι αύται εισί βέβαιαι. Αλλ' ουδέ καν άδηλοι εισί της βασιλείας οι κίνδυνοι, και αποδεικνύουσιν αυτούς τα παθήματα του Ρωμύλου, όστις διεβλήθη ότι επεβουλεύθη τον συνάρχοντα αυτού Τάτιον, έγινε δε και παραίτιος διαβολής κατά των ομοτίμων, ότι υπ' αυτών εφονεύθη· και ταύτα εν ώ τον μεν Ρωμύλον φημίζουσιν ως Θεών υιόν, και λέγουσιν ότι εκ θαύματος ανετράφη, και ότι ως νήπιον έτι εσώθη κατά τρόπον απίστευτον. Εγώ δε και καταγωγήν έχω θνητού, και η ανατροφή και η εκπαίδευσίς μου υπ' ανθρώπων έγινεν, ως δεν αγνοείτε. Όσοι δε των τρόπων μου επαινούνται, μακράν απέχουσιν ανθρώπου μέλλοντος να βασιλεύση, η πολλή ησυχία, και η αγάπη λογίων και απραγμόνων ενασχολήσεων, και ο θερμός και της ειρήνης σύντροφος έρως των πραγμάτων όσα δεν αφορώσι τον πόλεμον, και των ανθρώπων όσοι συνέρχονται ίνα τιμώσι τους Θεούς και προς αμοιβαίαν φιλοφροσύνην, άλλως δε κατ' ιδίαν επιδιδομένων εις την γεωργίαν ή εις την ποιμαντικήν. Διά σας δε, ω Ρωμαίοι, πολλούς μεν ίσως αφήκεν ο Ρωμύλος πολέμους ούς δεν ηθέλετε, δι' ούς όμως η πόλις χρειάζεται βασιλέα δυνάμενον ν' ανθέξ' εις αυτούς, και δραστήριον και ακμάζοντα, πολλήν δ' απέκτησεν ο δήμος και συνήθειαν των πολέμων και προθυμίαν, και όλοι γνωρίζουσιν ότι θέλει και ν' αυξάνη και να κυριεύη των άλλων. Ώστε και γελοίος θα ήμην περί τα θεία ασχολούμενος, και διδάσκων να τιμά την δικαιοσύνην, και ν' αποστρέφηται τον πόλεμον και την βίαν, εις πόλιν ήτις έχει στρατηγού μάλλον ή βασιλέως ανάγκην».
ΣΤ. Και αυτός μεν διά τοιούτων λόγων απεποιείτο την βασιλείαν· οι δε Ρωμαίοι πάσαν κατέβαλλον προσπάθειαν, θερμώς παρακαλούντες αυτόν, να μη τους ρίψη και πάλιν εις στάσιν και εις εμφύλιον πόλεμον, διότι δεν υπήρχεν άλλος ουδείς προς όν να κλίνωσιν αμφότεραι αι φατρίαι· και αφ' ού αυτοί απεσύρθησαν, ο πατήρ του και ο Μάρκιος, επιμείναντες ιδιαιτέρως, επροσπάθουν να πείσωσι τον Νουμάν να δεχθή το μέγα και θείον δώρον. «Αν συ, τω έλεγον, ολιγαρκής ων, δεν θέλης πλούτον, ούτε επιθυμής την δόξαν του θρόνου και της εξουσίας, έχων την καλλητέραν δόξαν, ήν δίδει η αρετή, αλλά, θεωρών την βασιλείαν ως υπηρεσίαν του Θεού, όστις την τοσαύτην δικαιοσύνην ανεγείρει εν σοι, και δεν την αφήνει να κείται άχρηστος και αργή, μη αποφεύγης την εξουσίαν, μηδέ λειποτάκτει απ' αυτής, διότι διά φρονίμους άνδρας αύτη είναι των μεγάλων και καλών πράξεων στάδιον, όπου και οι θεοί μεγαλοπρεπώς λατρεύονται, και οι άνθρωποι τάχιστα και ευκολώτατα εξημερούνται, και εις ευσέβειαν ανατρέφονται υπό του άρχοντος. Οι Ρωμαίοι έστερξαν και τον Τάτιον, καίτοι ξένον, και τιμώσι και αποθεούσι του Ρωμύλου την μνήμην. Τις ηξεύρει δ' αν και νικών ο δήμος δεν θα χορτάση τον πόλεμον, και αν, μετά τοσούτους θριάμβους και τόσα λάφυρα, δεν ποθούσιν ηγεμόνα πράον, και φίλον της δικαιοσύνης, όπως ζήσωσιν εις ειρήνην και ευνομίαν; Αν δε και μανίαν έχωσι πολέμου, και εισίν ακόρεστοι προς αυτόν, δεν είναι καλόν μάλιστα να στρέψης αλλαχού την ορμήν των, κρατών συ τας ηνίας, η δε πατρίς σου και των Σαβίνων όλον το έθνος να συνδεθή δι' αγάπης και φιλίας προς πόλιν ισχυράν και ακμάζουσαν;» Εις ταύτα δε προσετέθησαν, ως λέγεται, και καλοί τίνες οιωνοί, και ζήλος των πολιτών και προσπάθεια, όταν ηχούσαν περί της πρεσβείας, και παρακλήσεις προς τον Νουμάν ν' απέλθη και παραλάβη την βασιλείαν, όπως συνδέση και συναναμίξη τους πολίτας.
Ζ. Το απεφάσισεν επομένως, και θυσιάσας εις τους Θεούς, απήλθεν εις Ρώμην. Τον προϋπάντησε δ' η Βουλή και ο δήμος, μετά μεγίστης στοργής προς τον άνδρα· και ευπρεπείς ηγείροντο πανταχόθεν ευφημίαι των γυναικών, και θυσίαι εγίνοντο εις τα ιερά, και χαρά επλήρου τα πάντα, ως δεχομένης της πόλεως ουχί Βασιλέα, αλλά βασιλείαν. Τότε δε συνήλθεν ο λαός εις συνέλευσιν, και ο κατά κλήρον τυχών μεσοβαλεύς κατά τας ώρας εκείνας Σπόριος Ουέττιος προσεκάλεσε τους πολίτας να ψηφοφορήσωσι, και όλοι τον εψηφοφόρησαν. Ότε δε τω προσεφέροντο τα βασιλικά παράσημα, είπε να σταθώσι, διότι ήτον ανάγκη και ο Θεός να επικυρώση την βασιλείαν του, δι' ό, συμπαραλαβών και μάντεις και ιερείς, ανέβη εις το Καπιτώλιον, καλούμενον τότε Ταρπήιον λάφον υπό των Ρωμαίων, και εκεί ο πρώτιστος των μάντεων, τρέψας αυτόν προς μεσημβρίαν, έχοντα κεκαλυμμένην την κεφαλήν, και σταθείς αυτός όπισθεν, και διά της δεξιάς χειρός εγγίζων την κεφαλήν του, ηυχήθη, και παρετήρει των Θεών τα σημεία, δηλούμενα εις οιωνούς ή εις σύμβολα, και έστρεφε προς πάντα τα μέρη τους οφθαλμούς του. Σιωπή δ' απίστευτος κατείχε την αγοράν, εν μέσω τοσούτου πλήθους περιμενόντων και την ψυχήν εχόντων εις το μέλλον προσηλωμένην, μέχρις ού πτηνά εφάνησαν αίσια, και επέταξαν προς τα δεξιά. Ούτως ενδυθείς την βασιλικήν χλαμύδα, κατέβη ο Νουμάς προς το πλήθος από της Ακροπόλεως. Τότε δε και φωναί τον υπεδέχοντο και δεξιώσεις, ως ευσεβέστατον και θεοφιλέστατον. Παραλαβών δε την αρχήν, πρώτον μεν κατήργησε το σύστημα των τριακοσίων δορυφόρων, ούς είχεν ο Ρωμύλος πάντοτε περί εαυτόν, καλών αυτούς Κέλερας, τούτ' έστι ταχείς· διότι δεν ήθελεν ούτε να δυσπιστή προς τους Ρωμαίους, όταν αυτοί τω ενεπιστεύοντο, ούτε να βασιλεύη επί αυτών εάν εδυσπίστουν. Δεύτερον δε, εις τους ιερείς του Διός και του Άρεως, προσέθηκε και τρίτον, του Ρωμύλου, και ωνόμασεν αυτόν Φλαμίνα Κυρινάλιον. Ωνόμαζον δε και τους προγενεστέρους Φλαμίνας (403), από των πίλων ούς εφόρουν εις την κεφαλήν, ως αν έλεγον Πιλαμένας, καθώς ιστορούσι τινές, διότι τότε αι ελληνικαί λέξεις ήσαν περισσότερον παρ' ό,τι σήμερον αναμεμιγμέναι μετά των Λατινικών. Ούτω και αι Λαίναι, άς εφόρουν οι βασιλείς, ήσαν χλαίναι, ως λέγει ο Ιόβας (404), και ο παις, ο ζώντας έχων και τους δύω γονείς του, όστις υπηρέτει τον ιερέα του Διός, ελέγετο Κάμιλλος, καθώς και τον Ερμήν τινές των Ελλήνων ωνόμαζον Κάμιλλον, ως των Θεών υπηρέτην.
Η. Ούτω πολιτευθείς ο Νουμάς προς χάριν του δήμου, και όπως κερδίση αυτού την εύνοιαν, επεχείρησεν να καταστήση ευθύς την πόλιν, ως σίδηρος από σκληράς και πολεμικής μαλακωτέραν και δικαιοτέραν. Διότι εκείνη ήτον εντελώς τότε ό,τι ο Πλάτων ονομάζει πόλιν φλογιζομένην, ιδρυθείσα μεν ευθύς εξ αρχής διά τόλμης και μεγάλης θρασύτητος των θαρραλεωτέρων και πολεμικωτέρων, οίτινες εκεί πανταχόθεν συνήχθησαν, τραφείσα δε, και την δύναμίν της αυξήσασα διά πολλών εκστρατειών και συνεχών πολέμων, και φαινομένη ότι ενισχύετο διά των κινδύνων, καθώς τα ξύλα εμπηγόμενα εις την γην, σείονται ίνα γίνωνται στερεώτερα. Νομίζων δ' ότι δεν ήτο μικρόν ουδ' εύκολον έργον λαόν ούτως υπερήφανον και απεσκληρυμένον να τον αλλάξη και μετατρέψη προς ειρήνην, συμπαρέλαβε και των Θεών την βοήθειαν, ως επί το πλείστον διά θυσιών και πομπών και διά χορειών, άς ο ίδιος ωργάνισε και εσύστησε, μεγαλοπρέπειαν εχούσας, και συγχρόνως ευάρεστον διασκέδασιν, και ηδονήν τέρπουσαν τους ανθρώπους, και ούτως είλκυσε την εύνοιαν του δήμου, και εξημέρου αυτού το θυμοειδές και φιλοπόλεμον ήθος. Ενίοτε δε και φόβους τινας παρά του Θεού αναγγέλλων, και φαντάσματα δαιμόνων αλλόκοτα, και φωνάς δυσμενείς, υπεδούλου και εταπείνου την διάνοιαν αυτών διά της δεισιδαιμονίας. Εκ τούτων δε κυρίως επεκράτησεν ο λόγος περί της σοφίας και της ανατροφής αυτού, ότι συνανεστράφη μετά του Πυθαγόρου· διότι, ως εις την φιλοσοφίαν εκείνου, ούτω και εις την πολιτείαν αυτού μέγα μέρος είχεν η των θείων λατρεία και ενασχόλησις. Λέγεται δ' ότι παρεδέχθη εκ της διανοίας του Πυθαγόρου και τον εξωτερικόν όγκον και την υπόκρισιν. Εκείνος τω όντι φαίνεται ότι εδάμασέ ποτε αετόν, στήσας και καταβιβάσας αυτόν ενώ ίπτατο υπεράνω του, και εις τα Ολύμπια, διερχόμενος διά της πανηγύρεως, ότι εδείκνυε τον μηρόν του, όστις ήτο χρυσούς. Αναφέρουσι δε και άλλα τερατώδη αυτού μηχανήματα και πράξεις, και ο Φλιάσιος Τίμων (405) έγραψε·
Τον Πυθαγόραν, εις δόγμα γοήτων εκκλίνοντα, θήραν επιχειρήσαντ' ανδρών, αγυρτείας εγείραντ' αγώνα·
Του δε Νουμά εφεύρημα ήτον ο έρως Θεάς ή ορεινής νύμφης, και η μυστική μετ' αυτής συνέντευξις, ως προείπομεν, και αι συναναστροφαί αυτού μετά των Μουσών διότι αι πλείσται των μαντείων έλεγεν εκ των Μουσών ότι προήρχοντο, και εδίδαξε τους Ρωμαίους να σέβωνται ιδίως και κατ' εξοχήν μίαν Μούσαν, ήν ωνόμασε Τακίταν, ως αν έλεγε σιωπηλήν, ή άφωνον, δίδαγμα ανθρώπου, ως φαίνεται, όστις είχε κατά νουν και ετίμα την εχεμυθίαν του Πυθαγόρου (406). Και τα περί θείων δε παραστάσεων νομοθετήματά του εισίν εντελώς σύμφωνα προς του Πυθαγόρου τα δόγματα. Διότι, ως εκείνος εθεώρει το πρώτον όν ως ουδ' εις αίσθησιν υποπίπτον ουδ' εις πάθος, αόρατον δε, άφθαρτον και νοητόν μόνον, ούτω και αυτός απηγόρευσε να έχωσιν οι Ρωμαίοι εικόνας Θεού ανθρωπομόρφους ή ζωομόρφους· Και ουδ' υπήρχε παρ' αυτοίς ούτε ζωγραφητή ούτε γλυπτή Θεού παράστασις πριν αλλά κατά τα πρώτα εκατόν εβδομήκοντα έτη οικοδομούντες ναούς, και ιερούς ναΐσκους ιδρύοντες, ουδέν κατεσκεύαζον άγαλμα έχον μορφήν, επί λόγω ότι ούτε όσιον ήτον να εξομοιώσι τα βέλτιστα προς τα χείρονα, ούτε δύναται τις ν' αντιληφθή του Θεού άλλως ειμή διά της νοήσεως. Προσέτι δε και τ' αφορώντα τας θυσίας έχουσι σχέσιν προς το είδος της του Πυθαγόρου λατρείας· διότι αι πλείσται ήσαν αναίμακτοι, γινόμεναι δι' αλεύρων και οίνου σπονδής, και δι' άλλων απλουστάτων πραγμάτων. Και εκτός δε τούτων, και άλλα έξωθεν επιφέρουσι τεκμήρια όσοι θέλουσι ν' αναγνωρίσωσι σχέσεις μεταξύ των δύω ανδρών. Έν εκ τούτων είναι ότι οι Ρωμαίοι ενέγραψαν τον Πυθαγόραν εις την πολιτείαν των, ως διηγείται ο κωμικός Επίχαρμος (407), εις λόγον τινά προς Αντήνορα, άνθρωπος παλαιός, και μαθητής χρηματίσας του Πυθαγόρου. Άλλο δ' είναι, ότι εκ των τεσσάρων υιών του ο Νουμάς ωνόμασε τον ένα Μάμερκον, ως τον του Πυθαγόρου. Εξ εκείνου δε του υιού καταγόμενος, λέγεται ότι ωνομάσθη και ο οίκος των Αιμυλίων, όστις συνανεμίγη μετά των Πατρικίων, διότι ο βασιλεύς ούτω θωπευτικώς επωνόμαζεν αυτόν, διά των λόγων του την αιμυλίαν και χάριν. Και ημείς δ' αυτοί ηκούσαμεν πολλούς εν Ρώμη λέγοντας ότι εδόθη ποτέ εις τους Ρωμαίους χρησμός ν' ανεγείρωσιν εις την πόλιν των ανδριάντας του φρονιμωτάτου και του ανδρειοτάτου των Ελλήνων, και ότι έστησαν εις την αγοράν δύω χαλκά αγάλματα, το του Αλκιβιάδου και το του Πυθαγόρου (408). Αλλά ταύτα εισί λίαν αμφισβητήσιμα, και το να εκθέτη τις αυτά διά μακροτέρων, και το να θέλη να τα κυρώση, είναι έργον μειρακιώδους επιμονής.
β. Αποδίδουσι δ' εις τον Νουμάν και την διάταξιν και την εγκατάστασιν αρχιερέων, ούς ονομάζουσι Ποντίφικας, και λέγουσιν ότι ο ίδιος υπήρξεν είς εξ αυτών (409). Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι οι Ποντίφικες ωνομάσθησαν ούτω διότι λατρεύουσι τους Θεούς, οίτινες εισί δυνατοί και των πάντων κύριοι· καθότι ο δυνατός ονομάζεται Ποτήνς υπό των Ρωμαίων. Άλλοι δε λέγουσιν ότι το όνομα των δυνατών εδόθη κατά σχήμα υπεξαιρέσεως, διότι ο νομοθέτης διέταξε να θύωσι τας δυνατάς θυσίας οι ιερείς, χωρίς να καταδικάζη αυτούς αν παρεμπέση ανώτερόν τι εμπόδιον. Οι πλείστοι δε μάλιστα εγκρίνουσι και την καταγελωμένην ετυμολογίαν, φρονούντες ότι οι άνθρωποι ούτοι επωνομάσθησαν απλώς γεφυροποιοί, εκ των εορτών αίτινες ετελούντο περί τας γεφύρας, αγιώταται ούσαι και παλαιόταται, διότι οι Λατίνοι ονομάζουσι Ποντέμ (410) την γέφυραν. Τινές δε λέγουσιν ότι και η διατήρησις και η επισκευή της γεφύρας, ως και παντός άλλου ακινήτου και πατρίου ιερού, ανήκεν εις τους ιερείς· καθότι οι Ρωμαίοι εθεώρουν ως μη επιτετραμμένον, αλλ' ως επάρατον να καταστρέφωσι την ξυλίνην γέφυραν (411), και προσέτι λέγεται ότι ήτον αυτή συνδεδεμένη κατά τινα χρησμόν ουχί διά καρφίων, αλλά διά γόμφων ξυλίνων. Η δε λιθίνη ωκοδομήθη πολύν καιρόν μετά ταύτα, όταν ο Αιμύλιος ήτον ταμίας. Λέγουσι δ' ότι και η ξυλίνη είναι μεταγενεστέρα των καιρών του Νουμά, κατασκευασθείσα όταν εβασίλευεν ο Μάρκιος, υιός της θυγατρός του Νουμά. Ο δε μέγιστος των Ποντιφίκων επέχει τάξιν ως εξηγητού και προφήτου, μάλλον δε ιεροφάντου, ου μόνον επιμέλειαν έχων των τελετών όσαι γίνονται δημοσίως, αλλ' επιστατών και εις τας ιδιωτικάς θυσίας, και εμποδίζων να μη παραβαίνη τις τα νενομισμένα, και διδάσκων ό,τι ήθελεν έκαστος να ιερουργήση προς τιμήν ή παράκλησιν των Θεών. Ήτον δ' επιτηρητής και των ιερών Παρθένων, αίτινες ονομάζονται Εστιάδες· διότι εις τον Νουμάν αποδίδουσι και την καθιέρωσιν των Εστιάδων, και πάσαν την λατρείαν και την τιμήν του αθανάτου πυρός, ό αυταί φυλάττουσιν, είτε διότι την ουσίαν του πυρός, ως καθαράν και άφθαρτον παρέδιδεν εις αγνά και αμίαντα σώματα, είτε διότι το άκαρπον αυτού και το άγονον συνεσχέτιζε μετά της παρθενίας· εν ώ εις την Ελλάδα, όπου υπάρχει πυρ άσβεστον, ως εις Δελφούς και εις Αθήνας (412) την επιμέλειαν αυτών έχουσιν ουχί παρθένοι, αλλά γυναίκες υπερβάσαι του γάμου την ηλικίαν. Αν δ' έκ τινος περιστάσεως εκλίπη το πυρ, ως εν Αθήναις λέγεται ότι εσβέσθη ο ιερός λύχνος επί της τυραννίας του Αριστίωνος (413), εις Δελφούς δε, όταν εκάη ο ναός υπό των Μήδων και κατά τα Μιθριδατικά και τον εμφύλιον εν Ρώμη πόλεμον, όταν μετά του βωμού εξέλιπε και το πυρ, τότε λέγουσιν ότι δεν πρέπει να μεταδίδεται απ' άλλου πυρός, αλλά να λαμβάνεται νέον και ν' ανάπτηται από του ηλίου φλοξ καθαρά και αμίαντος. Ανάπτουσι δ' αυτό κυρίως διά των λεγομένων σκαφείων, σκευών άτινα κατασκευάζονται κοιλαινόμενα διά πλευράς ισοσκελούς ορθογωνίου τριγώνου, και αποτελούσι περιφέρειαν έν κέντρον περικυκλούσαν. Όταν λοιπόν τεθώσιν απέναντι του ηλίου, ώστε αι ακτίνες διάπυροι να συναθροίζωνται πανταχόθεν και να συνέρχωνται προς το κέντρον, τότε αραιούσι τον αέρα λεπτυνόμενον, και τα ελαφρότερα και ξηρότερα πράγματα, όσα εκτίθενται εις αυτάς ανάπτουσι διά της αντανακλάσεως, διότι αι ακτίνες λαμβάνουσι σώμα πυρός και ενέργειαν. Και τινές μεν νομίζουσιν ότι υπό των ιερών παρθένων ουδέν άλλο φρουρείται πλην του ασβέστου εκείνου πυρός· άλλοι δε λέγουσιν ότι υπάρχουσι και αόρατά τινα ιερά, εις τους άλλους κρυπτόμενα, περί ών όσα είναι επιτετραμμένον ν' ακούση τις και να ειπή εγράφησαν εις του Καμίλλου τον βίον.
I. Και πρώτον μεν λέγουσιν ότι καθιερώθησαν υπό του Νουμά Εστιάδες η Γεγανία και η Βερανία, δεύτερον δε η Κανουληία και η Ταρπηία· ύστερον δ' ότι ο Σέρβιος προσέθηκεν άλλας δύο, και ότι έκτοτε διετηρήθη μέχρι τούδε ο αριθμός. Ωρίσθη δ' υπό του βασιλέως διά τας ιεράς παρθένους καθαρά σωφροσύνη τριάκοντα ετών, εφ' ών κατά μεν την πρώτην δεκαετίαν μανθάνουσι τι πρέπει να πράττωσι, κατά δε την δευτέραν πράττουσιν ό,τι έμαθον, και κατά την τρίτην αύται διδάσκουσιν άλλας. Έπειτα δε συγχωρείται εις ήν τινα θέλει, μετά τον καιρόν τούτον, και να νυμφευθή, και βίου τρόπον ν' αλλάξη, παραιτουμένη της ιερουργίας. Λέγεται δ' ότι πολλαί δεν ωφελήθησαν εκ της αδείας ταύτης, ουδ' όταν ωφελήθησαν εξ αυτής ότι τοις συνέβησαν καλά πράγματα, αλλ' ότι έπιπτον εις μετάνοιαν και κατήφειαν κατά το υπόλοιπον της ζωής των, και ενέπνεον εις τας άλλας δεισιδαιμονίαν, ώστε και γηράσκουσαι και μέχρι θανάτου να υπομένωσιν εις την παρθενίαν. Απέδωκε δ' εις αυτάς και τιμάς μεγάλας, ών μία είναι και η άδεια του ν' αφήνωσι κληρονομίαν διά διαθήκης εν ώ έζη ο πατήρ των, και τ' άλλα όλα να πράττωσιν άνευ προστάτου, ως αι έχουσαι τρεις παίδας μητέρες (414). Προπορεύονται δε ραβδούχοι αυτών, όταν πορεύωνται, και αν τας απαντήση τις αγόμενος εις θάνατον, δεν θανατούται. Πρέπει όμως να ομώση η παρθένος ότι η συνάντησις συνέβη ακούσιος και τυχαία, ουχί δ' εξεπίτηδες. Αν δέ τις παρέλθη υπό το φορείον, όταν αύται κομίζωνται επ' αυτού, καταδικάζεται εις θάνατον. Είναι δ' η τιμωρία των μεν άλλων αμαρτημάτων των παρθένων ραβδισμός, και ο μέγιστος Ποντίφιξ τιμωρεί ενίοτε και γυμνήν την αμαρτήσασαν, στρώσας σινδόνια εις σκοτεινόν μέρος· η δε την παρθενίαν καταισχύνασα θάπτεται ζώσα παρά την πύλην την λεγομένην Κολλίνην, καθ' ήν υπάρχει γεώδες τι ύψωμα εντός της πόλεως, μακράν εκτεινόμενον, και χώμα ονομαζόμενον κατά των Λατίνων την γλώσσαν (415). Εις αυτό κατασκευάζεται μικρός υπόγειος θάλαμος, έχων άνωθεν την κατάβασιν. Εντός δ' αυτού κείται κλίνη εστρωμένη, και λύχνος καιόμενος, και ολίγα τινά των προς το ζην αναγκαίων, οίον άρτος, ύδωρ, γάλα εντός αγγείου, και έλαιον, ως ν' αποφεύγωσι να θανατώσωσι διά της πείνης σώμα καθιερωμένον διά των μεγίστων ιεροτελεστιών. Αυτήν δε την κατάδικον θέτουσιν εις φορείον, και κλείσαντες έξωθεν αυτό στερεώς, και περιβαλόντες αυτό διά λωρίων, ώστε ουδ' η φωνή αυτής ν' ακούηται, την φέρουσι διά της αγοράς. Ανίστανται δε τότε όλοι εν σιωπή, και την παρακολουθούσιν άφωνοι μετά δεινής κατηφείας· ουδ' υπάρχει θέαμα φρικτότερον, ουδ' ημέραν έχει άλλην η πόλις σκυθρωποτέραν εκείνης. Όταν δε φθάση το φορείον εις τον τόπον, οι μεν υπηρέται λύουσι τους δεσμούς, ο δ' αρχηγός των ιερέων, προσευχηθείς ευχάς τινας μυστικάς, και προς τους Θεούς υψώσας τας χείρας προ της βίας, εξάγει αυτήν κεκαλυμμένην, και την φέρει εις την κλίμακα την άγουσαν εις τον θάλαμον κάτω. Έπειτα δ' αυτός μεν επιστρέφει μετά των άλλων ιερέων, εκείνη δε καταβαίνει, και τότε αφαιρείται η κλίμαξ, και ο θάλαμος κρύπτεται υπό πολύ χώμα σωρευόμενον, ώστε ο τόπος να γίνη ισόπεδος μετά της λοιπής γης. Ούτω τιμωρούνται αι μη τηρήσασαι την ιεράν αυτών παρθενίαν.
ΙΑ. Λέγεται δ' ότι ο Νουμάς ωκοδόμησε και το ιερόν της Εστίας στρογγύλον, εις φρούρησιν του ασβέστου πυρός, μιμούμενος ουχί το σχήμα της γης ως δήθεν ούσης εστίας, αλλά του σύμπαντος κόσμου, εις ού το μέσον οι Πυθαγορικοί νομίζουσιν ότι υπάρχει το πυρ, και τούτο ονομάζουσιν εστίαν και μονάδα. Περί δε της γης φρονούσιν ούτε ακίνητος ότι είναι, ούτε κέντρον της κινήσεως, αλλ' ότι φέρεται κύκλω περί το πυρ, και ότι δεν είναι ούτε εκ των επισημοτάτων ούτε εκ των πρώτων του κόσμου μερών. Λέγουσι δ' ότι και ο Πλάτων, αφ' ού εγήρασε, τα αυτά διενοείτο περί της γης, ότι εις άλλο ήτον μέρος, και ότι το μεσαίτατον και το κυριώτατον ανήκεν εις άλλο καλλήτερον σώμα (416)
ΙΒ. Οι δε Ποντίφικες εξηγούσιν εις τους έχοντας ανάγκην και τα περί της ταφής αρχαία έθιμα, υπό του Νουμά διδαχθέντες να μη θεωρώσιν ως μίασμα κανέν των τοιούτων, αλλά να τιμώσι και τους κάτω Θεούς διά των συνήθων τελετών, διότι εκείνοι δέχονται τα κυριώτερα μέρη της ημετέρας ουσίας, εξαιρέτως δε να λατρεύωσι την ονομαζομένην Λιβίτιναν, ήτις είναι θεά επιτηρούσα τας εις τους νεκρούς οφειλομένας ιεροτελεστίας, η Περσεφόνη, ή μάλλον, ως εκλαμβάνουσιν οι λογιώτατοι των Ρωμαίων, η Αφροδίτη, καλώς συνάπτοντες εις την δύναμιν μιας Θεάς τ' αφορώντα και την γέννησιν και τον θάνατον. Αυτός δε διέταξε και τα πένθη καθ' ηλικίας και κατά καιρούς, οίον, να μη πενθή παις νεώτερος του τριετούς, ούτε πρεσβύτερος περισσοτέρους μήνας των ετών όσα έζησε, μέχρι των δέκα· τούτων δε περισσοτέρους καμμία ηλικία, αλλ' ο μακρότατος χρόνος του πένθους ήτον δεκαμηνιαίος, όσον και χηρεύουσιν αι γυναίκες των αποθανόντων. Αν δέ τις ενυμφεύετο προ τούτου του χρόνου, ώφειλε να θύση, κατά νομοθέτημα του ιδίου, αγελάδα έγγυον. Πολλάς δε και άλλας εισήγαγεν ο Νουμάς ιεράς τάξεις, εξ ών δύο θ' αναφέρω, την των Σαλίων και την των Φιτιαλίων, οίτινες προ πάντων εμφαίνουσι του ανδρός την ευσέβειαν. Εκ τούτων οι Φιτιάλιοι ήσαν ειρηνοφύλυκές τινες, και, ως μοι φαίνεται, έλαβον και το όνομα αυτό από της πράξεως, διότι διά λόγου έπαυον τας φιλονεικίας, και δεν άφηνον να γίνη εκστρατεία, πριν ή εξαντληθή πάσα δικαιοσύνης ελπίς. Διότι ειρήνην (417) ονομάζουσιν οι Έλληνες όταν διαλύσωσι τας προς αλλήλους διαφοράς διά λόγου και ουχί διά βίας. Οι δε των Ρωμαίων Φιτιαλείς πολλάκις απήρχοντο προς τους αδικούντας, ζητούντες να μεταπείσωσιν αυτούς εις γνώμην δικαιοτέραν, και αν τους έβλεπον ισχυρογνωμούντας, μάρτυρας εκάλουν τους Θεούς, και πολλά και δεινά ηύχοντο καθ' εαυτών και κατά της πατρίδος, αν δικαίως δεν εξεστράτευον, και ούτω τοις εκήρυττον πόλεμον. Αν δ' αυτοί απηγόρευον ή δεν συγκατετίθεντο, ουδ' εις στρατιώτην Ρωμαίον ουδ' εις βασιλέα ήτον επιτετραμμένον να κινήση όπλα· αλλ' έπρεπε παρ' αυτών να παραλάβη ο άρχων ότι ήτον δικαία η αρχή του πολέμου, και τότε μόνον να σκεφθή περί του συμφέροντος. Λέγεται δ' ότι και η επί των Κελτών εκείνη καταστροφή επήλθεν εις την πόλιν, όταν παρανόμως έπραξε προς ταύτα τα ιερά. Διότι έτυχον οι βάρβαροι να πολιορκώσι τους Κλουσίνους· εστάλη δ' εις το στρατόπεδον πρέσβυς ο Φάβιος Άμβουστος, όπως ενεργήση συμβιβασμόν υπέρ των πολιορκουμένων. Μη λαβών δ' ειρηνικάς αποκρίσεις, και φρονών ότι έληξεν η πρεσβεία του, μετά νεανικής τόλμης ωπλίσθη υπέρ των Κλουσίνων, κ' επροκάλεσε τον ανδρειότατον των βαρβάρων. Και αυτός μεν επέτυχε, και φονεύσας, τον αντίπαλον, ελαφυραγώγησε τα όπλα του. Μαθόντες δε τούτο οι Κελτοί, έπεμψαν εις την Ρώμην κήρυκα, να κατηγορήσωσι τον Φάβιον ότι εκίνησε κατ' αυτών πόλεμον παράσπονδον και άπιστον και ακήρυκτον. Τότε οι Φιτιαλείς έπεισαν την σύγκλητον να παραδώση τον άνθρωπον εις τους Κελτούς· αλλ' εκείνος κατέφυγεν εις το πλήθος, και υπό του δήμου προστατευθείς, απέφυγε την καταδίκην. Μετ' ολίγον δ' επελθόντες οι Κελτοί, ελεηλάτησαν την Ρώμην πλην του Καπιτωλίου. Αλλά ταύτα εκτίθενται ακριβέστερον εις του Καμίλλου τον βίον.
ΙΓ. Τους δε Σαλίους ιερείς λέγεται ότι εκ τοιαύτης εσύστησεν αφορμής. Κατά το όγδοον έτος της βασιλείας του νόσος λοιμική διαδοθείσα εις την Ιταλίαν, ενέσκηψε και εις την Ρώμην. Οι άνθρωποι ήσαν πλήρεις αθυμίας, όταν, ως διηγούνται, χαλκή ασπίς εξ ουρανού καταφερομένη, έπεσεν εις του Νουμά τας χείρας· περί αυτής δ' ότι θαυμάσιόν τινα είπε λόγον ο βασιλεύς, όν ήκουσε παρά της Ηγερίας και των Μουσών, ότι το όπλον ήλθε προς σωτηρίαν της πόλεως, και πρέπει να φυλάττηται ομού μετ' άλλων ένδεκα, άτινα να γίνωσιν όμοια μετ' εκείνου κατά το σχήμα, την μορφήν και το μέγεθος, όπως μη δύνηται ο κλέπτης, εξ αιτίας της ομοιότητος, να επιτύχη το ουρανοκατάβατον^ προσέτι δ' ότι πρέπει ν' αφιερωθή εις τας Μούσας το μέρος εκείνο και αι πέριξ πεδιάδες, όπου ερχόμεναι συναναστρέφονται μετ' αυτού· την δε βρύσιν ήτις ποτίζει τον τόπον, να την αφιερώσωσιν ως ιερόν ύδωρ εις τας Εστιάδας παρθένους, όπως λαμβάνωσιν εξ αυτού καθ' ημέραν, και αγνίζωσι ραίνουσαι τον ναόν. Ταύτα λέγεται ότι επεκύρωσε και η νόσος, παύσασα εν τω άμα. Ότε δ' εξέθηκεν ο Νουμάς την ασπίδα, και προσεκάλεσε τους τεχνίτας ν' ανταγωνισθώσιν εις κατασκευήν ομοίας προς αυτήν, οι μεν άλλοι απηλπίσθησαν να το κατορθώσωσιν ο δε Βετούριος Μαμούριος, τεχνίτης εκ των αξιολωγοτάτων, τόσον επέτυχεν εις την μίμησιν, και τόσον εντελώς ομοίας τας κατασκεύασεν, ώστε ουδ' αυτός ο Νουμάς ηδύνατο πλέον να την γνωρίση. Τούτων λοιπόν φύλακας και επιμελητάς εγκατέστησε τους Σαλίους ιερείς. Σάλιοι δ' ωνομάσθησαν ουχί, ώς τινες μυθολογούσιν εκ Σαμοθρακός τινος ανδρός ή Μαντινέως (418), καλουμένου, Σαλίου, όστις πρώτος εδίδαξε τον ένοπλον χορόν, αλλά μάλλον εξ αυτού του χορού, διότι είναι πηδητός, τον χορεύουσι δε διερχόμενοι την πόλιν, όταν κατά τον Μάρτιον μήνα λαμβάνωσι τας ιεράς ασπίδας, κοκκίνους φέροντες χιτωνίσκους, εζωσμένοι δε πλατείας ζώνας χαλκάς, και περικεφαλαίας φορούντες χαλκάς, και κρούοντες διά μικρών εγχειριδίων τα όπλα. Το δε πλείστον μέρος του χορού τούτου είναι των ποδών επιδεξιότης· διότι κινούνται μετά χάριτος, εκτελούντες ελιγμούς τινας και μεταβολάς κατά ρυθμόν πυκνόν και ταχύν ελαφρώς και μετά δυνάμεως. Αυτάς δε τας ασπίδας καλούσιν Αγκύλας διά το σχήμα των· διότι δεν είναι κυκλικαί, ουδέ συμπληρούσι περιφέρειαν πλήρη ως αι πέλται, αλλ' έχουσιν εντομήν τινα γραμμής ελικοειδούς, ής αι κεραίαι καμπτόμεναι, επανέρχονται πλησιέστατα αλλήλων, και αποτελούσι το σχήμα καμπύλον· ή ονομάζονται ούτω διότι φέρονται περί τον αγκώνα. Ταύτα τουλάχιστον είπεν ο Ιόβας (419) επιθυμών να εξελληνίση το όνομα. Ίσως όμως εδύνατο να είναι επώνυμον και της ανέκαθεν καταπτώσεως της πρώτης ασπίδος, και της ιάσεως ή ακέσεως των νοσούντων, και της αυχμών λύσεως ήτοι παύσεως της ξηρασίας, και της ανέσεως από των κακών, δι' ήν και οι Αθηναίοι τους Διοσκούρους Άνακας (420) προσηγόρευσαν και ταύτα, αν είναι ανάγκη να παραχθή το όνομα εκ της Ελληνικής. Εις δε τον Μαμούριον λέγεται ότι εδόθη ως μισθός της τέχνης του, ν' απομνημονεύωσιν αυτού οι Σάλιοι εις την ωδήν ήν ψάλλουσι χορεύοντες την Πυρρίχην. Τινές όμως λέγουσιν ότι δεν ψάλλουσι Βετούριον Μαμούριον, αλλά Ουετέρεμμεμορίαμ, όπερ εστί παλαιάν μνήμην (421).
ΙΔ. Αφ' ού δ' εκανόνισε τας ιερωσύνας, ωκοδόμησε πλησίον του ναού της Εστίας την λεγομένην Ρηγίαν (422), ήτοι την βασιλικήν κατοικίαν, και τον περισσότερον καιρόν εκεί έμενεν, ιερουργών, ή διδάσκων τους ιερείς, ή περί θείων τινών εννοιών μετ' αυτών συζητών. Είχε δε και άλλην οικίαν περί τον λόφον του Κυρίνου, ής ο τόπος δείκνυται έτι και σήμερον. Εις δε των θείων αγαλμάτων τας προπομπάς, και εν γένει εις τας πομπάς των ιερέων, προηγούντο κήρυκες εις όλην την πόλιν, φωνάζοντες να εορτάσωσι, και να παύσωσι πάσαν εργασίαν. Διότι, καθώς λέγουσι περί των Πυθαγορικών, ότι δεν επέτρεπον να προσκυνή και να προσεύχηταί τις τους Θεούς παρέργως, αλλ' εδίδασκον ότι πρέπει να βαδίζη εις αυτά έχων ευθύς εκ της οικίας προπαρεσκευασμένον το πνεύμα του, ούτως ενόμιζε και ο Νουμάς ότι πρέπει οι πολίται ούτε ν' ακούωσιν ούτε να βλέπωσι κανέν εκ των θείων παρέργως και αμελώς, αλλ' αργούντες αφ' όλων των άλλων, και προσέχοντες τον νουν εις τα έργα της ευσεβείας ως εις πράξεις μεγίστας, καθαράς διατηρούντες επί της ιερουργείας τας οδούς από θορύβων και πατάγων και στεναγμών, και από των τοιούτων όσα εισί παρεπόμενα των αναγκαίων και βαναύσων εργασιών. Τούτων διατηρούντες εισέτι ίχνη τινά, όταν ο άρχων ασχολήται εις οιωνοσκοπίαν ή εις θυσίας, κράζουσιν, Οκ άγε (423) και η λέξις αύτη σημαίνει, τούτο πράττε, στρέφουσα τους παρευρισκομένους εις προσοχήν, και προσκαλούσα εις κοσμιότητα. Και εκ των λοιπών δε παραγγελμάτων αυτού πολλά ήσαν όμοια προς τα πυθαγορικά. Διότι, καθώς εκείνοι εσυμβούλευον να μη καθήμεθα εις χοίνικα (424), να μη σκαλίζωμεν διά μαχαίρας το πυρ, απερχόμενοι εις οδοιπορίαν να μη στριφωμένα οπίσω την κεφαλήν, εις τους ουρανίους Θεούς να θύωμεν μονά, εις δε τους καταχθονίους ζυγά, και τούτων όλων έκρυπτον την σημασίαν εις τον όχλον (425), ούτω καί τινες των παραδόσεων του Νουμά έχουσιν απόκρυφον την έννοιαν, ως το να μη σπένδωσιν εις τους Θεούς εξ ακλαδεύτων αμπέλων, και να μη θυσιάζωσι χωρίς αλεύρου, και να προσκυνώσι στρεφόμενοι πέριξ, και να κάθονται αφ' ού προσεκύνησαν. Εκ τούτων τα δύο πρώτα φαίνονται της γης διδάσκοντα την εξημέρωσιν, ως μέρος ούσαν της ευσεβείας· η δε περιστροφή των προσκυνούντων λέγεται μεν ότι είναι μίμησις της περιφοράς της γης· φαίνεται δε μάλλον ότ', επειδή οι ναοί βλέπουσι προς ανατολάς, και επομένως ο εισερχόμενος να προσκυνήση, έχει τα νώτα προς ανατολήν εστραμμένα, πρώτον εγύριζε οπίσω, και έπειτα πάλιν μετεστρέφετο προς τον Θεόν, κάμνων κύκλον, και συνάπτων αμφότερα τα άκρα εις την τελείωσιν της ευχής του. Εκτός όμως αν διδάσκη και αινίττηται η μεταστροφή του σχήματος όμοιόν τι προς τους τροχούς των Αιγυπτίων (426), ότι ουδέν ανθρώπινον είναι σταθερόν, και ότι πρέπει να στέργωμεν και να δεχώμεθα τον βίον ημών όπως αν ο Θεός τον στρέφη και τον εκτυλίσση. Το δε να κάθηνται αφ' ού προσεκύνησαν, λέγουσιν ότι είναι οιωνός ασφαλείας των ευχών και διαμονής των αγαθών. Λέγουσι δε και ότι η ανάπαυσις είναι των πράξεων χωρισμός· και ότι ως περατώσαντες την προτέραν πράξιν, κάθηνται πλησίον των Θεών διά να λάβωσι πάλιν άλλην αρχήν παρ' εκείνων. Δύναται δε τούτο να θεωρηθή και ως συμφωνούν προς όσα προείπομεν, ότι ο νομοθέτης μας συνηθίζει να μη προσερχώμεθα προς τους Θεούς όντες άλλως ησχολημένοι παρέργως πώς, και ως σπεύδοντες, αλλ' όταν έχωμεν καιρόν και σχολάζωμεν.
ΙΕ. Εκ δε της τοιαύτης θρησκευτικής παιδαγωγίας η πόλις τοσούτον έγινεν ευδιοίκητος, και τοσούτον κατεθαμβώθη υπό της δυνάμεως του Νουμά, ώστε παρεδέχετο και λόγους μυθώδεις και αλλοκότους, και τίποτε δεν ενόμιζεν απίστευτον ή αδύνατον, αν εκείνος το ήθελε. Λέγεται λοιπόν ότι εκάλεσεν εις γεύμα πολλούς πολίτας, και έστρωσε σκεύη πρόστυχα, και έφερε δείπνον ευτελές και απλούν· αφ' ού δ' ήρχισαν να δειπνώσι, τοις έρριψε λόγον ότι ήλθε προς αυτόν η Θεά μεθ' ής συνανεστρέφετο, και αιφνηδίως έδειξε τον οίκον του πλήρη ποτηρίων πολυτελών, και τας τραπέζας γεμούσας φαγητών παντοδαπών και αφθονίας μεγάλης. Πάσης δε παραδοξίας απιθανώτερον είναι το ιστορούμενον περί της σχέσεως αυτού μετά του Διός. Διότι μυθολογούσιν ότι εις τον Αβεντίνον λόφον, όστις δεν ήτον εισέτι μέρος της πόλεως, ουδέ κατωκείτο, αλλ' είχε πηγάς αφθόνους και σκιεράς κοιλάδας, ήρχοντο δύω δαίμονες, ο Πίκος και ο Φαύνος, οίτινες κατά μεν τα λοιπά δύνανται να θεωρηθώσιν ως σχέσιν έχοντες προς των Σατύρων το γένος ή των Πανών, περιήρχοντο όμως την Ιταλίαν σοφιζόμενοι, ως προς την ενέργειαν και την δύναμιν των φαρμάκων και ως προς τας θείας μαγείας, τα αυτά όσα οι υπό των Ελλήνων ονομαζόμενοι Ιδαίοι δάκτυλοι (427). Τούτους λέγουσιν ότι υπέταξεν ο Νουμάς, συγκεράσας οίνον και μέλι εις την κρήνην αφ' ής συνήθως έπινον. Αφ' ού δε συνελήφθησαν, ότι πολλάς μεν μορφάς μετέβαλλον, και ήλλαζον την φύσιν των, παριστώντες εις τα βλέμματα φοβερά φαντάσματα και αλλόκοτα. Αφ' ού δ' ενόησαν ότι συνελήφθησαν εις ισχυράν και αναπόδραστον αιχμαλωσίαν, τότε και άλλα πολλά επροφήτευσαν των μελλόντων, και τω εδίδαξαν τον τρόπον του καθαρισμού όταν πέση κεραυνός, και όν μέχρι τούδε εκτελούσιν εισέτι, λαμβάνοντες κρομμύδια, τρίχας και σαρδέλλας. Τινές δε λέγουσιν ότι δεν έδειξαν τον καθαρμόν οι δαίμονες, αλλ' ότι εκείνοι μεν έφερον κάτω τον Δία διά μαγειών ο δε Θεός, οργιζόμενος κατά του Νουμά, τον διέταξεν ότι πρέπει να γίνη ο καθαρισμός διά κεφαλών και ο Νουμάς ηρώτησε, κρομμυδίων; ο δε Ζευς απεκρίθη, ανθρώπων. Αποφεύγων δε πάλιν το φοβερόν του προστάγματος, ηρώτησεν εκ νέου ο Νουμάς, με τρίχας; και ο Ζευς απήντησεν, έμψυχα· Σαρδέλλας; είπεν ο Νουμάς· και ταύτα έλεγε διδαχθείς υπό της Ηγερίας. Και ο μεν Θεός απήλθεν εξιλεωθείς, ο δε τόπος ωνομάσθη έκτοτε Ιλίκιος (428), και ο καθαρισμός ούτως εκτελείται. Και ταύτα μεν εισί μυθώδη και γελοία, και δεικνύουσι των τότε ανθρώπων την διάθεσιν προς τα θεία, ήν ενέπνευσεν εις αυτούς η συνήθεια. Ο δε Νουμάς τοσούτον λέγουσιν ότι είχε προσηλωμένας εις τον Θεόν τας ελπίδας του, ώστε όταν τω ανηγγέλθη ποτέ ότι επέρχονται οι εχθροί, εμειδίασε και είπεν· «Εγώ δ' εκτελώ θυσίαν.»
ΙΣΤ. Λέγουσι δ' ότι πρώτος ανήγειρε και ιερόν της Πίστεως και του Τέρμωνος. Και την μεν Πίστιν ότι κατέστησεν όρκον μέγιστον παρά τοις Ρωμαίοις, όν και σήμερον έτι μεταχειρίζονται. Ο δε Τέρμων είναι το σύνορον, και θυσιάζουσιν εις αυτόν δημοσίως και ιδιαιτέρως, όταν θέτωσι των αγρών τα σύνορα, σήμερον μεν έμψυχα, άλλοτε όμως θυσίαν αναίμακτον, διότι ο Νουμάς φιλοσοφικώς επρότεινεν ότι ο θεός, ως φύλαξ ειρήνης και μάρτυς δικαιοσύνης, πρέπει να είναι καθαρός φόνου. Φαίνεται δ' ότι και εν γένει ο Βασιλεύς ούτος οροθέτησε την χώραν, ιδών ότι ο Ρωμύλος δεν ηθέλησε, μετρών τας ιδίας αυτής κτήσεις, να εξομολογηθή πόσην ξένην αφήρει· διότι το σύνορον, αν φυλάττηται μεν, είναι δέσμευσις της δυνάμεως, μη φυλαττόμενον δε, απόδειξις της αδικίας. Ουδ' είχε δ' άφθονον χώραν κατ' αρχάς η πόλις, αλλά πολλήν απέκτησε διά της λόγχης ο Ρωμύλος, και όλην ταύτην διένειμεν ο Νουμάς εις τους απόρους πολίτας, αφαιρών την πτωχείαν, ήτις επιβάλλει την ανάγκην της αδικίας, και τρέπων προς γεωργίαν τον δήμον, εξημερούμενον ομού μετά της χώρας. Διότι κανέν άλλο των επιτηδευμάτων δεν εμπνέει τόσον δριμύν και τόσον ταχύν έρωτα της ειρήνης, όσον το να ζη τις από της γης. Επ' αυτού, της πολεμικής τόλμης όσον μεν απαιτείται προς υπεράσπισιν των ιδίων κτημάτων, διαμένει και σώζεται, όσον δε ρέπει προς αδικίαν και πλεονεξίαν, αποκόπτεται. Διά τούτο και την γεωργίαν εσύστησεν ο Νουμάς παρά τοις πολίταις, ως θέλγητρον της ειρήνης· και αγαπήσας την τέχνην ταύτην μάλλον διά τον λόγον ότι διαρρυθμίζει τα έθνη παρά διότι χορηγεί πλούτον, διήρεσε την χώραν εις μέρη, ά ωνόμασε Πάγους (429) και εις έκαστον αυτών έταξεν επιστάτας και περιπόλους. Ενίοτε δε και αυτός εφορών, και από των έργων συμπεραίνων περί των τρόπων των πολιτών, άλλους μεν αντέμοιβε διά τιμών και εμπιστοσύνης, τους δ' οκνηρούς και αμελείς εσωφρόνιζε μεμφόμενος και κατηγορών.
ΙΖ. Εκ δε των άλλων πολιτικών αυτού μέτρων θαυμάζονται προ πάντων η κατά τέχνας διαίρεσις του λαού. Επειδή η πόλις κατ' αρχάς, ως φαίνεται και ως ερρέθη, συνέστη εκ δύω γενών, ήτο δε πάντοτε διηρημένη, και κατ' ουδένα τρόπον ήθελε να συγχωνευθή εις μίαν, ουδ' ήτο δυνατόν να εξαλειφθή η έχθρα και η διαφωνία, αλλ' υπήρχον πάντοτε συγκρούσεις άπαυστοι μεταξύ των μερών και φιλονεικίαι, συλλογισθείς ότι και τα φύσει σκληρά και δυσκόλως συμμιγνύμενα σώματα, τα μιγνύουσι καταθραύοντες και διαιρούντες αυτά, και ότι αυτά, διά την μικρότητά των, συνενούνται έτι μάλλον, απεφάσισε να κόψη εις περισσοτέρας μικράς διαιρέσεις όλον το πλήθος, και ούτω ρίπτων αυτό εις άλλας διαφοράς, να εξαλείψη την πρώτην και μεγάλην εκείνην, εγκατασπείρων εις μικροτέρας αυτήν. Ήτο δ' η διανομή κατά τέχνας, αυλητών, χρυσοχόων, τεκτόνων, βαφέων, σκυτοτόμων, βυρσοδεψών, χαλκέων, κεραμέων. Τας δε λοιπάς τέχνας εις έν περιλαβών, ανέδειξεν εξ όλων έν σύστημα. Ορίσας δ' εις έκαστον γένος συγκοινωνίας, και συναθροίσεις και τας ανηκούσας τιμάς των Θεών, τότε πρώτον αφήρεσεν από της πόλεως το να λέγωνται οι μεν Σαβίνοι, οι δε Ρωμαίοι, και οι μεν του Τατίου, οι δε του Ρωμύλου πολίται· ώστε η διαίρεσις έγινεν αρμονία, και ανάμιξις όλων προς όλους. Επαινείται δε μεταξύ των πολιτικών αυτού πράξεων και το ότι διώρθωσε τον νόμον όστις επέτρεπεν εις τους πατέρας να πωλώσι τα παιδία των, αφαιρέσας τους νενυμφευμένους, αν ο γάμος εγένετο κατά συγκατάθεσιν και διαταγήν του πατρός. Διότι σκληρόν τω εφαίνετο, γυνή ήτις ενυμφεύθη ελεύθερον, να είναι σύζυγος δούλου.
III. Ενησχολήθη δε και είς τινα περί τα ουράνια πραγματείαν, ουχί μεν ακριβώς, αλλ' ούτε ως εντελώς θεωρίας εστερημένος. Διότι, επί της βασιλείας του Ρωμύλου, εμέτρουν τους μήνας ατάκτως και ακανονίστως, άλλους μεν υπολογίζοντες προς είκοσι ημέρας, άλλους δε προς τριακονταπέντε, και άλλους προς περισσοτέρας. Δεν είχον δε τότε ουδεμίαν ιδέαν της συμβαινούσης ανωμαλίας περί την σελήνην και τον ήλιον, και έν εφύλαττον μόνον, το έτος να είναι τριακοσίων εξήκοντα ημερών. Ο δε Νουμάς, υπολογίζων ότι η διαφορά της ανωμαλίας ήτον ένδεκα ημερών, διότι το μεν σεληνιακόν έτος έχει τριακοσίας πεντηκοντατέσσαρας ημέρας, το δε ηλιακόν τριακοσίας εξήκοντα πέντε, τας ένδεκα ταύτας ημέρας διπλασιάζων, προσέθηκε καθ' έκαστον δεύτερον ενιαυτόν κατόπιν του Φεβρουαρίου μηνός τον εμβόλιμον, Μερκηδίνον καλούμενον υπό των Ρωμαίων, έχοντα δ' ημέρας εικοσιδύω. Και αύτη μεν η θεραπεία ήν εφεύρεν αυτός διά την ανωμαλίαν, έμελλε μεγαλητέρων θεραπειών να έχη έτι ανάγκην. Ήλλαξε δε και των μηνών την τάξιν, τον μάρτιον, όστις ήτον πρώτος, τρίτον τάξας, και πρώτον παραδεχθείς τον Ιανουάριον, όστις ήτον ενδέκατος επί του Ρωμύλου· δωδεκατος δε και τελευταίος ήτον ο Φεβρουάριος, όστις τώρα θεωρείται ως δεύτερος. Πολλοί δε λέγουσιν ότι υπό του Νουμά προσετέθησαν ούτοι οι μήνες, ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος, ενώ εξ αρχής είχον δέκα μήνας εις το έτος, καθώς τινές των βαρβάρων έχουσι τρεις, και εκ των Ελλήνων οι μεν Αρκάδες έχουσι τέσσαρας, οι δ' Ακαρνάνες έξ. Παρά δε τοις Αιγυπτίοις ήτον ενός μηνός το έτος και έπειτα τεσσάρων, ως λέγουσι. Διά τούτο, ενώ προ ολίγου μόνον καιρού κατοικούσι τον τόπον (430), φαίνονται ότι είναι αρχαιότατοι εις αυτόν, και εις τας γενεαλογίας των αναφέρουσιν ακατανόητον πλήθος ετών, διότι τους μήνας υπολογίζουσιν εις ετών αριθμόν.
ΙΘ. Οι δε Ρωμαίοι ότι περιελάμβανον δέκα μήνας εις το έτος και ουχί δώδεκα, αποδείκνυται και από του τελευταίου το όνομα, διότι μέχρι τούδε ονομάζουσιν αυτόν δέκατον (431). Ότι δε τον Μάρτιον είχον πρώτον, τούτο δηλοί η τάξις αυτών, διότι τον απ' εκείνου πέμπτον ωνόμαζον πέμπτον, έκτον δε τον έκτον, και τους άλλους εφεξής ομοίως έκαστον. Εν ώ, αν έθετον τον Ιανουάριον και τον Φεβρουάριον προ του Μαρτίου, θα συνέβαινε τον ρηθέντα μήνα να ονομάζωσι πέμπτον, και έβδομον να τον αριθμώσιν. Άλλως τε δε και επόμενον ήτον, ο Μάρτιος, όστις ήτον αφιερωμένος εις τον Άρην υπό του Ρωμύλου, να ονομάζηται πρώτος, δεύτερος δ' ο Απρίλιος, όστις ήτον της Αφροδίτης επώνυμος (432). Τινές δε λέγουσιν ότι ο Απρίλιος δεν ωνομάσθη διά την Αφροδίτην, αλλ' ότι λέγεται Απρίλιος, ψιλώς ούτως, ως είναι το όνομα του μηνός, διότι όταν ακμάζη η ώρα του έτους, ούτος ανοίγει και αναπτύσσει τους βλαστούς των φυτών. Τούτο τω όντι σημαίνει η λέξις (433). Εκ δε των λοιπών, τον μεν Μάιον ανομάζουσιν από της Μαίας (434), διότι είναι αφιερωμένος εις τον Ερμήν, τον δε Ιούνιον από της Ήρας (435). Τινές δε λέγουσιν ότι ούτοι εισίν επώνυμοι της ηλικίας, πρεσβυτέρας και νεωτέρας· διότι οι πρεσβύτεροι λέγονται παρά τοις Ρωμαίοις Μαϊώρης, οι δε νεώτεροι Ιουνιώρης (436). Των δε λοιπών έκαστον ωνόμαζον από της τάξεως αυτών, ως αριθμούντες, πέμπτον, έκτον, έβδομον, όγδοον, έννατον, δέκατον. Έπειτα δ' ο πέμπτος ωνομάσθη Ιούλιος, από Καίσαρος, του νικήσαντος τον Πομπήιον, ο δ' έκτος Αύγουστος, από του δευτέρου αυτοκράτορος, όστις επωνομάσθη Σεβαστός. Εις δε τους επομένους δύο ο Δομιτιανός έδωκε τας εδικάς του επωνυμίας (437)· αλλά τούτο πολύ δεν διήρκεσε, και αφ' ού εσφάγη εκείνος, ανέλαβον πάλιν τα ίδια αυτών ονόματα, και καλούνται ο μεν έβδομος, ο δε όγδοος. Μόνοι δ' οι τελευταίοι δύω διεφύλαξαν το όνομα ό είχον κατ' αρχάς εκ της τάξεως. Εκ δε των προστεθέντων ή μετατεθέντων υπό του Νουμά, ο μεν Φεβρουάριος, είναι ως αν έλεγε τις Καθάρσιος, διότι η λέξις ως έγγιστα τούτο σημαίνει (438), και τότε προσφέρουσιν αγνιστηρίους θυσίας διά τους νεκρούς (439), και τελούσι την εορτήν των Λουπερκαλίων, ήτις κατά πολλά ομοιάζει καθαρμόν (440). Ο δε πρώτος Ιανουάριος ωνομάσθη από του Ιανού. Νομίζω δ' ότι ο Νουμάς τον Μάρτιον, ονομασθέντα κατά τον Άρην, επίτηδες μετέθεσεν από της πρώτης θέσεως, θέλων εις όλα να προτιμάται η πολιτική δύναμις της πολεμικής. Διότι ο Ιανός μεταξύ των παναρχαίων, είτε δαίμων είτε βασιλεύς υπάρξας, λέγεται ότι ήτον πολιτικός και κοινωνικός, και μετέβαλε την δίαιταν απ' αγρίας και θηριώδους. Διά τούτο παριστώσιν αυτόν διπρόσωπον, ως δόσαντα άλλην αντ' άλλης εις τον βίον μορφήν και διάθεσιν.
Κ. Υπάρχει δε και ναός αυτού εις την Ρώμην δύω θύρας έχων, και Πολέμου πύλη καλούμενος· διότι συνήθεια υπάρχει ν' ανοίγηται μεν αυτός όταν είναι πόλεμος, να κλείηται δ' όταν είναι ειρήνη. Τούτο δ' ήτον δύσκολον, και σπανίως εγίνετο, διότι το κράτος ήτον πάντοτε εμπεπλεγμένον είς τινα πόλεμον, ηναγκασμένον, ένεκα του μεγέθους του, ν' ανθίσταται εις τα πέριξ αυτού περικεχυμένα γένη των βαρβάρων. Αλλ' εκλείσθη επί του Σεβαστού Καίσαρος, όταν ούτος κατετρόπωσε τον Αντώνιον και πρότερον, επί της Υπατείας του Μάρκου Ατιλίου (441) και Τίτου Μαλλίου επί βραχύν χρόνον και έπειτα πάλιν ηνεώχθη, διότι πόλεμος εξερράγη. Αλλ' επί της βασιλείας του Νουμά ουδέ μίαν ημέραν δεν εφάνη ηνεωγμένος, και έμεινε συνεχώς κεκλεισμένος επί τρία και τεσσαράκοντα έτη. Ούτως είχεν αφαιρεθή πάσα πολέμου αφορμή, και πανταχόθεν. Διότι ου μόνον ο δήμος των Ρωμαίων είχεν εξημερωθή και καταγοητευθή υπό της δικαιοσύνης και πραότητος του βασιλέως, αλλά και αι πέριξ πόλεις ήρξαντο μεταβαλλόμεναι, ως αν έπνεεν εκείθεν αύρα τις και πνεύμα υγιεινόν, και πόθος εκυρίευσε πάντας ευνομίας και ειρήνης, και του να φυτεύωσιν εν ησυχία την γην, και ν' ανατρέφωσι τα τέκνα των, και να σέβωνται τους Θεούς· και εις την Ιταλίαν πάσαν δεν υπήρχον ειμή εορταί, και συμπόσια, και υποδοχαί, και φιλοφροσύναι των αλλήλους αφόβως επισκεπτομένων και των συγκοινωνούντων, ως αν τα καλά και δίκαια εισέρρεον εις πάντας εκ της σοφίας του Νουμά ως εκ πηγής τινος, και εξ αυτής διεχέετο η περί εκείνον γαλήνης ώστε λέγουσιν ότι και αυταί αι ποιητικαί υπερβολαί δεν ήρκουν εις παράστασιν της τότε καταστάσεως (442) «Εις μεταλλίνους δεσμούς, των μελανών αραχνών έργα και η σκωρία αιχμάς λογχών και ξίφη καταβιβρώσκει μακρά· ούτε δε κτύπος σαλπίγγων χαλκών ακούεται, ούτε ύπνος εκ των βλεφάρων γλυκύς αφαιρείται»· διότι επί της βασιλείας του Νουμά ούτε πόλεμος, ούτε στάσις, ούτε πολιτείας νεωτερισμός αναφέρεται· προσέτι δε, ουδ' έχθρα τις κατ' αυτού, ουδέ φθόνος, ουδ' εκ φιλαρχίας επιβουλή και συνωμοσία. Αλλ' είτε φόβος Θεών, οίτινες εφαίνοντο προστατεύοντες αυτόν, είτε σέβας προς την αρετήν αυτού, είτε υπεράνθρωπος τύχη, την ζωήν αυτού καθαράν διαφυλάττουσα και υπό της κακίας απρόσβλητον, έδωκε παράδειγμα προφανές και απόδειξιν του Πλατωνικού λόγου, όν ο πολύ εκείνου μεταγενέστερος ετόλμησε να ειπή περί πολιτείας (443), ότι παύσις και απαλλαγή των κακών τότε μόνον επέρχεται εις τους ανθρώπους, όταν εκ θείας τινός συγκυρίας συμπίπτουσα βασιλική δύναμις μετά φιλοσόφου διανοίας, καθιστά την αρετήν υπερτέραν και ισχυροτέραν της κακίας. Και μακάριος μεν είναι ο έμφρων ανήρ αληθώς, μακάριοι δε και οι ακούοντες των λόγων οίτινες εξέρχονται εκ του έμφρονος στόματός του. Διότι ούτος ουδέ βίαν έχει ανάγκην ουδ' απειλήν να μεταχειρισθή προς το πλήθος· Ούτοι δε βλέποντες την αρετήν εις πρόχειρον και λαμπρόν παράδειγμα, τον βίον του άρχοντος, σωφρονούσιν εκουσίως, και συμμορφούνται προς τον εκ φιλίας και ευνοίας προς αυτούς, υπό δικαιοσύνης και μετριοπαθείας εμπνεόμενον, άμωμον και μακάριον εκείνον βίον, όστις περιέχει τον κάλλιστον πάσης βασιλείας σκοπόν και πάντων των βασιλέων βασιλικώτατος είναι όστις κατωρθοί να εμφυτεύση τούτον τον βίον και ταύτην την διάθεσιν εις τους υπηκόους του. Ταύτα φαίνεται ότι ο Νουμάς ενόησεν υπέρ πάντα άλλον.
ΚΑ. Περί δε των παιδίων και των γάμων αυτού υπάρχουσι διαφωνίαι παρά τοις ιστορικοίς. Και τινές μεν λέγουσιν ότι ούτε άλλην ενυμφεύθη πλην της Τατίας, ούτε άλλου παιδιού πατήρ ότι ήτον, πλην μιας θυγατρός, της Πομπιλίας· άλλοι δε τω αποδίδουσι πλην αυτής και τέσσαρας υιούς, Πόμπωνα, Πίνον, Κάλπον, και Μάμερχον, εξ ών έκαστος αφήκε διαδόχους, και οικογένειαν έντιμον διότι εκ μεν του Πόμπωνος κατάγονται οι Πομπώνιοι, εκ του Πίνου οι Πινάριοι, εκ του Κάλπου οι Καλπούρνιοι, και εκ του Μαμέρκου οι Μαμέρκιοι, οίτινες διά τούτο έλαβον το επώνυμον Ρήγες, όπερ εστί Βασιλείς.
Τρίτοι δ' εισίν οι ιστορικοί οίτινες κατηγορούσι τούτους ότι χαρίζονται εις τα γένη ταύτα, και αποδίδουσιν εις αυτά ψευδή στέμματα ως εκ διαδοχής του Νουμά, εν ώ αυτοί λέγουσιν ότι η Πομπιλία δεν εγεννήθη εκ της Τατίας, αλλ' εξ άλλης γυναικός, της Λουκρητίας, ήν ενυμφεύθη όταν ήτον ήδη βασιλεύς. Όλοι δε συμφωνούσιν ότι η Πομπιλία ενυμφεύθη τον Μάρκιον. Ήτον δ' ο Μάρκιος υιός του Μαρκίου εκείνου, όστις παρεκίνησε τον Νουμάν να λάβη την βασιλείαν. Τότε μετώκησε μετ' αυτού εις Ρώμην, και της συγκλήτου έγινε μέλος, και ετιμάτο, και μετά τον θάνατον του Νουμά αντηγωνίσθη προς τον Οστίλλιον περί της βασιλείας, και νικηθείς, απέθανεν εκουσίως δι' ασιτίας. Ο δ' υιός αυτού Μάρκιος, γυναίκα έχων την Πομπιλίαν, έμεινεν εις την Ρώμην, και εγέννησε τον Άγκον, όστις εβασίλευσε μετά τον Τύλλον Οστίλλιον. Τούτον, ως λέγεται, πενταετή αφήσας ο Νουμάς, απέθανεν· ο δε θάνατος αυτού δεν συνέβη ταχύς ουδ' αιφνίδιος, αλλά βαθμηδόν τον απεμάρανε μαλακή νόσος και γήρας, καθ' ά διηγείται ο Πείσων (444). Απέθανε δε ζήσας ολίγον υπέρ τους ογδοήκοντα.
ΚΒ. Και δι' αυτού δε του τάφου του κατέστησαν επίζηλον τον βίον του οι σύμμαχοι και φίλοι δήμοι, συνελθόντες εις την κηδείαν, και δημοσίως φέροντες προσφοράς και στεφάνους, και οι πατρίκιοι φέροντες την νεκρικήν κλίνην επί των ώμων, και οι ιερείς των Θεών παρόντες και αυτοί και προπέμποντες, και το λοιπόν πλήθος, παρακολουθούν, μετά γυναικών και παιδίων αναμεμιγμένον, κλαίον και οδυρόμενον, ουχί ως αν παρευρίσκετο εις ενταφιασμόν γέροντος βασιλέως, αλλ' ως αν έθαπτεν έκαστος φίλτατόν τινα, ακμαίον και ποθούμενον συγγενή. Και εις το πυρ μεν δεν παρέδωκαν τον νεκρόν, διότι αυτός, ως λέγεται, το απηγόρευσεν (445), αλλά κατασκευάσαντες δύω θήκας λιθίνας, κατέθηκαν αυτάς υπό το Ιάνοκλον όρος, και περιείχον η μεν το σώμα του η δ' άλλη τας ιεράς βίβλους, άς συνέγραψε μεν αυτός, ως οι Έλληνες νομοθέται τους Κύρβεις (446), εδίδαξε δε ζων έτι εις τους ιερείς όσα έγραψε, και δους εις αυτούς όλων τούτων την έξιν και την ακριβή γνώσιν, διέταξε να συνταφώσιν αι ιεραί βίβλοι μετά του σώματός του, επί λόγω ότι τα απόρρητα δεν φυλάττονται καλώς εις άψυχα γράμματα. Ούτω λέγουσιν ότι σκεπτόμενοι και οι Πυθαγόριοι, δεν συνέγραφον τα δόγματά των, αλλ' έγραφαν μνήμην αυτών και μάθησιν ενέβαλλαν εις τους αξίους· και όταν η περί των απόρων και απορρήτων λεγομένων γεωμετρικών μεθόδων πραγματεία εδόθη ποτέ εις των αναξίων τινά, διά σημείων έδειξεν ο Θεός, ως έλεγον ούτοι, ότι έμελλε να τιμωρήση ως μέγα και κοινόν κακόν την ασέβειαν και την παρανομίαν. Ώστε πολύ συγγνωστέοι φαίνονται οι φιλοτιμούμενοι να συσχετίσωσι τον Νουμάν μετά του Πυθαγόρου, όταν τοσαύται υπάρχωσι μεταξύ αυτών ομοιότητες. Ο δ' Αντίας (447) ιστορεί ότι δώδεκα μεν βίβλοι ιεροφαντικαί, δώδεκα δ' άλλαι ελληνικαί περί φιλοσοφίας εναπετέθησαν ομού εις τον τάφον. Αφ' ού δε τετρακόσια περίπου παρήλθαν έτη, ότε ύπατοι ήσαν ο Πόπλιος Κορνήλιος και ο Μάρκος Βαίβιος (448), συνέπεσαν μεγάλαι βροχαί, και το χώμα εσχίσθη και το ρεύμα παρέσυρε τας θήκας. Τότε δ' έπεσαν τα επικαλύμματα αυτών, και η μεν μία εφάνη όλως κενή, και ουδέν περιέχουσα μέρος του σώματος, ουδέ λείψανον· εις δε την άλλην ευρέθησαν τα συγγράμματα, και αυτά λέγεται ότι ανέγνωσε μεν ο Πετίλιος, όστις τότε ην στρατηγός, εις δε την σύγκλητον απεφάνθη μεθ' όρκου (449), ότι δεν φρονεί όσιον ουδέ θεμιτόν να κοινοποιηθώσιν εις το πλήθος τα περιεχόμενα· διό και κομισθέντα εις το Κομίτιον (450) τα βιβλία, εκάησαν. Και εις όλους μεν τους δικαίους και αγαθούς έπεται μετά θάνατον μείζων ο έπαινος, διότι ο φθόνος επιζή επί πολύ, διά τινας δε και προαποθνήσκει. Εκείνου όμως την δόξαν ανέδειξαν λαμπροτέραν αι τύχαι των διαδόχων του βασιλέων. Διότι εκ των πέντε οίτινες μετ' αυτόν εβασίλευσαν, ο μεν έσχατος, απολέσας τον θρόνον, εγκατεγήρασεν εις φυγήν, εκ δε των άλλων τεσσάρων ουδείς απέθανε φυσικόν θάνατον, αλλ' οι μεν τρεις εσφάγησαν επιβουλευθέντες· ο δ' Οστίλλιος Τύλλος, όστις μετά τον Νουμάν εβασίλευσε, τα πλείστα των καλών όσα εκείνος εισήγαγε, προ πάντων δε και μάλιστα την προς τα θεία ευλάβειαν εχλεύασε και καθύβρισεν, ως καθιστώσαν τους ανθρώπους αργούς και γυναικώδεις, και έτρεψε προς πόλεμον τους πολίτας, ουδ' αυτός ενέμεινεν εις τας νεανικάς ταύτας αφροσύνας, αλλ' υπό νόσου δεινής και πολυτρόπου γνώμην μεταλλάσσων, υπέπεσεν εις δεισιδαιμονίαν, ουδέν έχουσαν το κοινόν μετά της του Νουμά ευσεβείας. Έτι δε μάλλον μετέδωκεν εις τους άλλους το πάθος τούτο, διότι, ως λέγεται, εκάη υπό κεραυνού.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΝΟΥΜΑ
Α. Αλλ' αφ' ού διεξήλθομεν τον βίον του Νουμά και τον του Λυκούργου, έχοντες ήδη αμφοτέρους υπ' όψιν, ας μη οκνήσωμεν, αν και δύσκολον είναι το έργον, να συλλέξωμεν τας διαφοράς αμφοτέρων. Και ομοιότητες μεν επιφαίνονται εις τας πράξεις των, οίον η φρόνησις των ανδρών, η ευσέβεια, ο πολιτικός νους, η ικανότης των εις το να εκπαιδεύωσι τους λαούς, και το ότι και αρχάς αμφότεροι έλαβον τας νομοθεσίας των παρά των Θεών. Εκ δε των καλών όσα ανήκουσιν ιδίως εις έκαστον αυτών, πρώτον μεν είναι ο τρόπος καθ' όν ο Νουμάς παρέλαβε, και καθ' όν ο Λυκούργος εγκατέλιπε την βασιλείαν, διότι ο μεν την έλαβε χωρίς να την ζητήση, ο δε την είχε και την απέδωκε· και τον μεν κατέστησαν άλλοι κύριον εαυτών, εν ώ ήτον ιδιώτης και ξένος, ο δε, βασιλεύς ων, κατέστησεν αυτός εαυτόν ιδιώτην. Και καλόν μεν είναι ν' αποκτήση τις διά δικαιοσύνης την βασιλείαν, αλλ' έτι καλλήτερον να προτιμήση την δικαιοσύνην της βασιλείας· διότι η αρετή κατέστησε τον μεν τοσούτον ένδοξον, ώστε ν' αξιωθή της βασιλείας, τον δε τοσούτον μέγαν, ώστε να καταφρονήση την βασιλείαν. Δεύτερον δε, επειδή, ως λύρας αρμονίαν, ο μεν ενέτεινε την Σπάρτην, χαλαρά και τρυφυλά ήθη έχουσαν, ο δε της Ρώμης εχαλάρωσε το σφοδρόν κατά την διάθεσιν και το καθ' υπερβολήν τεταμένον, διά τούτο του Λυκούργου το έργον ήτον το δυσκολώτερον διότι δεν έπειθε τους πολίτας να εκδυθώσι θώρακας και να καταθέσωσι ξίφη, αλλά ν' αφήσωσι χρυσόν και αργυρόν, και ν' αποβάλωσι τα πολυτελή στρώματα και συμπόσια, ουδέ να τελώσιν εορτάς και θυσίας, αφήνοντες τους πολέμους, αλλ' αρνούμενοι δείπνους και φαγοπότια, εις όπλα ν' ασκώνται και εις παλαίστρας να κοπιάζωσι. Διά τούτο, ο μεν αγαπώμενος και τιμώμενος, έπραξε πάντα διά της πειθούς, ο δε, κινδυνεύων και προσβαλλόμενος, μόλις υπερίσχυσεν. Αλλ' η Μούσα του Νουμά ήτον ήμερος και φιλάνθρωπος, διότι, εν ώ τα ήθη των πολιτών ήσαν αχαλείνωτα και φλογερά, αυτός τα επράυνε, μεθαρμάσας αυτά εις ειρήνην και δικαιοσύνην. Αν δε μας αναγκάσωσι να παραδεχθώμεν εις του Λυκούργου την πολιτείαν το περί των Ειλώτων ωμότατον εκείνο και παρανομώτατον έργον, θέλομεν ειπεί ότι ο Νουμάς ήτον πολύ ελληνικώτερος νομοθέτης, διότι αυτός και εις τους ανεγνωρισμένους δούλους απέδωκε τιμήν ελευθέρων, συνηθίσας αυτούς επί των Κρονίων να συντρώγωσιν αναμεμιγμένοι μετά των δεσποτών των. Διότι και τούτο λέγουσιν ότι ήτον έν εκ των αρχαίων νομοθετημάτων του Νουμά, το να παραλαμβάνωνται εις των ετησίων καρπών τας απολαύσεις οι συνεργήσαντες εις αυτών την παραγωγήν. Άλλοι δε μυθολογούσιν ότι τούτο σώζεται ως ενθύμησις εις την Κρονικήν εκείνην ισονομίαν (451), και εμφαίνον ότι ουδείς είναι δούλος ή δεσπότης, αλλά πάντες θεωρούνται ως συγγενείς και ισότιμοι.
Β. Εν γένει δε φαίνεται ότι αμφότεροι ομοίως ωδήγουν τα πλήθη εις αυτάρκειαν και εις σωφροσύνην, εκ δε των άλλων αρετών ότι ηγάπησαν ο μεν την ανδρείαν μάλλον, ο δε την δικαιοσύνην, εκτός αν αληθώς, επειδή εκατέρου των πολιτευμάτων η φύσις ή η συνήθεια δεν ήτον ομοία, απήτει ανόμοια και τα μέσα· και ούτε ο Νουμάς εκ δειλίας απέτρεψε τους Ρωμαίους του να πολεμώσιν, αλλά διά να μη αδικώσιν, ούτε ο Λυκούργος δ' αδικίαν κατέστησεν αυτούς πολεμιστάς, αλλά διά να μη αδικώνται. Αφαιρούντες λοιπόν και οι δύο ό,τι είχον υπερβολικόν οι συμπολίται αυτών, και αναπληρούντες ό,τι τοις έλειπεν, ηναγκάζοντο να καταφεύγωσιν εις μεγάλας μεταβολάς. Και ως προς την διάταξιν δε και την διαίρεσιν των πολιτικών τάξεων, η μεν του Νουμά ήτον ακράτως δημοτική, και το πλήθος κολακεύουσα, διότι καθίστα τον δήμον εκ χρυσοχόων και αυλητών και σκυτοτόμων σύμμικτόν τινα και παμποίκιλον, αυστηρά δ' ήτον η του Λυκούργου και αριστοκρατική, τας μεν βαναύσους τέχνας ως μη καθαράς παραδίδουσα εις χείρας οικετών και μετοίκων, τους δε πολίτας περί την ασπίδα συνάγουσα και το δόρυ, τεχνίτας όντας και υπηρέτας του Άρεως, και άλλο μη ηξεύροντας ουδέ μελετώντας, παρά να πείθωνται εις τους άρχοντας και τους εχθρούς να νικώσιν. Ούτε δε χρήματα να κερδίζωσιν ήτον εις τους ελευθέρους επιτετραμμένον, ίνα ώσιν εντελώς και εφάπαξ ελεύθεροι· η δε περί τα χρήματα επιμέλεια εγκατελείπετο εις δούλους και Είλωτας, καθώς η του δείπνου και των φαγητών ετοιμασία. Ο δε Νουμάς ουδέν τοιούτον διεχώρισεν, αλλ' έπαυσε μεν τας στρατιωτικάς πλεονεξίας, την δ' αλλαχόθεν συναγωγήν χρημάτων δεν απηγόρευσεν, ουδ' εξήλειψε την τοιαύτην ανωμαλίαν, αλλά και τον πλούτον αφήκε να προχωρή επ' άπειρον, και πολλή πενία ημέλησε ν' αθροίζηται εις την πόλιν και να εισρέη, εν ώ έπρεπεν ευθύς εξ αρχής, όταν δεν ήτον εισέτι πολλή ουδέ μεγάλη η ανισότης, αλλ' αι περιουσίαι, ήσαν ομαλαί και ολίγον διαφέρουσαι, ν' αντισταθή εις την πλεονεξίαν, καθώς ο Λυκούργος, και ν' αποφύγη τας απ' αυτής βλάβας, αίτινες απέβησαν ου μικραί, αλλά παρέσχον την αρχήν και το σπέρμα των πλείστων και μεγίστων κακών όσα συνέβησαν. Ο δε της γης αναδασμός ούτε τον Λυκούργον, ως μοι φαίνεται, καθιστά κατηγορίας άξιον, διότι τον ενήργησεν, ούτε τον Νουμάν, διότι δεν τον ενήργησε, καθ' όσον εις τον μεν η ισότης αύτη έγινε βάσις και κρηπίς της πολιτείας, εν ώ τον άλλον ουδέν ηνάγκαζε να επιχειρήση νέαν διανομήν της γης, ήτις προσφάτως είχεν εις κλήρους διαιρεθή, ούτε να μετακινήση την πρώτην διαίρεσιν, ήτις αναμφιβόλως διέμενεν έτι.
Γ. Διά δε της συγκοινωνίας των γάμων και της ανατροφής των τέκνων, αμφότεροι ηθέλησαν ορθώς και πολιτικώς ν' αφαιρέσωσι την ζηλοτυπίαν από των ανδρών, αλλά δεν εσυμφώνησαν εντελώς κατά πάντα· διότι ο μεν Ρωμαίος ανήρ, αφ' ού αρκετά απέκτα παιδία, πεισθείς υπ' άλλου τινος, παιδίων ανάγκην έχοντος, παρητείτο της γυναικός του, κύριος ων να την δώση εις άλλον και αύθις εις άλλον. Ο δε Λάκων, εν ώ είχε την γυναίκα του εις τον οίκον του, και ο γάμος έμενεν εις τ' αρχαία του νόμιμα, καθίστα κοινωνόν αυτού τον πείσαντα αυτόν, και έχοντα τέκνων ανάγκην. Πολλοί δε, ως ερρέθη, και παρακαλούντες εισήγον εις την οικίαν των εκείνους εξ ών ενόμιζον ότι εδύναντο να γεννηθώσι ευειδή παιδία και αγαθά. Τις λοιπόν είναι των δύω συνηθειών η διαφορά; Ότι ταύτα μεν εμφαίνουσιν ισχυράν και εντελή απάθειαν προς την σύζυγον, και προς τα πάθη όσα διά λύπης και διά ζηλοτυπιών ταράττουσι και κατακαίουσι τους ανθρώπους συνήθως· εκείνα δε, ως μετ' αιδούς τινός ακομπάστου, λαμβάνουσι την συζυγίαν ως περικάλυμμα, και εξομολογούνται πόσον δυσκόλως υποφέρεται η τοιαύτη κοινή κτήσις της γυναικός. Προσέτι δε την φύλαξιν των παρθένων εκανόνισεν ο Νουμάς προσφορώτερον προς το θήλυ γένος και κοσμιώτερον. Η δε του Λυκούργου, όλως άνευ περιορισμού, και μη γυναικεία, έδωκεν αφορμήν λόγων εις τους ποιητάς, οίτινες τας ονομάζουσι Φανομηρίδας, ως ο Ίβυκος (452) και τας περιγράφουσιν ανδρομανείς, ως ο Ευριπίδης λέγων (453)·
«Τους οίκους μετά νέων καταλείπουσι, γυμνούς μηρούς, και πέπλους έχουσαι, σχιστούς.»
Διότι τω όντι του παρθενικού χιτώνος αι πτέρυγες δεν ήσαν συνερραμμέναι κάτωθεν, αλλ' ανοιγόμεναι εγύμνουν όλον τον μηρόν όταν εβάδιζον. Και σαφέστατα εδήλωσε τούτο ο Σοφοκλής διά των εξής·
«Την νέαν Ερμιόνην, ής ασυρράπτως περί τον απαλόν μηρόν ο χιτών διανοίγεται.»
Εκ τούτου λέγεται ότι εγίνοντο θρασύτεραι, και ανδρώδεις προς αυτούς ακόμη τους άνδρας, διότι τους οίκους αύται εντελώς εκυβέρνων, εις δε τα δημόσια πράγματα και εγνωμοδότουν και εξεφράζοντο παρρησία υπέρ των μεγίστων. Ο δε Νουμάς διετήρησεν εις τας συζύγους την υπόληψιν των ανδρών και την τιμήν, ήν είχον επί του Ρωμύλου, περιποιούμεναι ένεκα της αρπαγής. Επέβαλεν όμως εις αυτάς πολλήν αιδώ, και αφήρεσε την πολυπραγμοσύνην, και τας εδίδαξε να μη μεθύωσι, και τας συνείθισεν εις την σιωπήν, ώστε ποτέ μεν να μη πίνωσιν οίνον, ποτέ δε να μη ομιλώσιν, ουδέ διά τ' αναγκαιότερα, χωρίς ανδρός. Λέγεται δ' ότι γυνή ωμίλησέ ποτε εις ιδίαν δίκην εν τη αγορά, και η σύγκλητος έπεμψεν εις τον Θεόν να ερωτήση τι το σημείον τούτο προανήγγελλεν εις την πόλιν (454). Και εν γένει της ευπειθείας και της πραότητος αυτών μέγα τεκμήριον είναι η μνήμη των χειροτέρων μεταξύ αυτών. Διότι καθώς οι ιστορικοί ημών γράφουσι περί των πρώτων οίτινες έπραξαν εμφύλιον φόνον, ή επολέμησαν κατ' αδελφών, ή έγινον πατροκτόνοι ή μητροκτόνοι, ούτω και οι Ρωμαίοι μνημονεύουσιν ότι πρώτος μεν εχώρισε την γυναίκα του ο Σπόριος Καρβίλιος, διακόσια τριάκοντα έτη μετά της Ρώμης την κτίσιν, χωρίς προ τούτου ουδέν τοιούτον να γίνη· πρώτη δε γυνή η του Πιναρίου, Θαλαία ονομαζομένη, ήλθεν εις έριν προς την πενθεράν αυτής Γεγανίαν, επί βασιλείας Ταρκυνίου Σουπέρβου. Τόσον καλώς και κοσμίως ήσαν διατεταγμένα τα των γάμων υπό του νομοθέτου.
Δ. Εις δε την επίλοιπον των παρθένων ανατροφήν συμφωνούσι και τα περί νυμφεύσεως νενομοθετημένα· διότι ο μεν Λυκούργος τας ενύμφευεν ωρίμους ήδη και όταν επεθύμουν τον γάμον, ίνα η σχέσις αυτών, καθ' ήν ώραν ήδη την απήτει η φύσις, γίνηται αρχή έρωτος και φιλίας μάλλον, παρά μίσους και φόβου, ως προξενούσιν οι βίαιοι γάμοι οι παρά της φύσεως την εποχήν γινόμενοι, και ίνα τα σώματα έχωσι δύναμιν ν' αντέχωσιν εις τας εγκυμοσύνας και εις τους πόνους, διότι του γάμου ο μόνος σκοπός ήτον η γέννησις καλών τέκνων. Οι δε Ρωμαίοι τας έδιδον δωδεκαετείς και έτι νεωτέρας, επί λόγω ότι ούτως ο σύζυγος ελάμβανε σώμα και ήθος καθαρόν και αμόλυντον. Προφανές άρα είναι ότι ο μεν είς των τρόπων είναι φυσικώτερος προς τέκνων απόλαυσιν, ο δ' έτερος ηθικώτερος προς καλήν συμβίωσιν. Ως όμως προς την επιστασίαν των παιδίων και τας συμβιώσεις αυτών, και την παιδαγωγίαν και τας συγκοινωνίας, και την εις δείπνα και γυμνάσια και παιγνίδια τάξιν και κοσμιότητα, ο Λυκούργος αποδεικνύει κατ' ουδέν ανώτερον του τυχόντος νομοθέτου τον Νουμάν, όστις εις την θέλησιν ή τας ανάγκας των πατέρων αφήκε την των νέων ανατροφήν, αν τις ήθελε να καταστήση τον υιόν του εργάτην γης, ή ναυπηγόν, ή να τον διδάξη να γίνη χαλκεύς ή αυλητής, ως αν δεν έπρεπεν ευθύς εξ αρχής προς έν τέλος να οδηγώνται και να διαμορφώνται ομού κατά τα ήθη, αλλά καθώς επιβάτης εις ναυν, άλλος εξ άλλης ορμώμενος χρείας και προαιρέσεως, να μη συνενώνται υπέρ των κοινών ειμή μόνον εν κινδύνοις, εκ φόβου υπέρ των ιδίων, άλλως δ' έκαστος εις το ίδιον μόνον αυτού ν' αποβλέπη συμφέρον. Και τους μεν συνήθεις των νομοθετών, όσοι έσφαλον δι' άγνοιαν ή δι' αδυναμίαν, δεν είναι δίκαιον να μεμφώμεθα διά τούτο. Αλλ' ανήρ σοφός, παραλαβών βασιλείαν δήμου νεοσυστάτου και εις ουδέν αντιτείνοντος, τι πρώτον έπρεπε να φροντίση παρά την των παίδων ανατροφήν και την των νέων άσκησιν, όπως μη γενώσι διάφοροι κατά τα ήθη και ταραχώδεις, αλλ' όπως συνδέωνται προς αλλήλους ευθύς εξ αρχής, προς κοινόν ούτως ειπείν ιχνάριον (455) αρετής πλαττόμενοι και διατυπούμενοι; Τούτο ωφέλησε τον Λυκούργον και κατά τ' άλλα και προς την σωτηρίαν των νόμων του. Διότι μικρός θα ήτον των νόμων ο φόβος, αν η παιδεία και η αγωγή δεν είχον πως αναμίξει τους νόμους μετά των ηθών, και συνοικειώσει μετά της ανατροφής την αγάπην της πολιτείας· ώστε υπέρ τα πεντακόσια έτη παρέμεινον αι κυριώταται και αι μέγισται των πολιτικών, αυτού διατάξεων, ως προσηρμοσμέναι διά βαφής ανοθεύτου και στερεάς. Μετά του Νουμά εξ εναντίας ευθύς συνεξέλιπε και αυτό τούτο, όπερ ην της πολιτείας του ο σκοπός, το να διάγη η Ρώμη εν ειρήνη και εν φιλία· και μετά τον θάνατον εκείνου ηνέωξαν του αμφιθύρου οίκου, όν αυτός εκράτει κεκλεισμένον, ως τω όντι αν είχεν εν αυτώ τον πόλεμον εις την φυλακήν διά να τον ημερώση, και τας δύω θύρας, αίματος και νεκρών την Ιταλίαν πληρώσαντες· και ουδ' ολίγον καν καιρόν διέμεινεν η καλλίστη εκείνη και δικαιοτάτη κατάστασις, διότι δεν περιείχε και το συντηρητικόν αυτής στοιχείον, την ανατροφήν. Και τι λοιπόν; θα ειπή τις· μήπως η Ρώμη δεν επρόκοψε διά των πολέμων;
Αλλά το ερώτημα τούτο μακράν απαιτεί απόκρισιν προς ανθρώπους θέτοντας το καλόν εις τον πλούτον, την τρυφήν και την δύναμιν μάλλον, παρά εις την σωτηρίαν και την πραότητα και την μετά δικαιοσύνης αυτάρκειαν. Αλλά και τούτο δύναται να φανή υπέρ του Λυκούργου συνηγορούν, ότι οι μεν Ρωμαίοι επέδωκαν τοσούτον όταν ήλλαξαν την επί Νουμά κατάστασιν· οι δε Λακεδαιμόνιοι άμα κατά πρώτον εμακρύνθησαν των διατάξεων του Λυκούργου, ευθύς από μεγίστων εγένοντο ταπεινότατοι, απώλεσαν των Ελλήνων την ηγεμονίαν, και εκινδύνευσαν εντελώς να εξαφανισθώσι. Τούτο όμως του Νουμά είναι μέγα και θείον ως αληθώς, ότι ξένος ων, και αλλαχόθεν προσκεκλημένος, μετέβαλε τα πάντα διά της πειθούς, και υπερίσχυσεν επί πόλεως ουκέτι ομονοούσης, ούτε όπλων έχων ανάγκην, ούτε βίας τινός, ως ο Λυκούργος, όστις εκίνησε τους αρίστους κατά του δήμου, αλλά διά της σοφίας και της δικαιοσύνης συνέδεσε και συνήρμοσε πάντας κάλλιστα.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ
368) και ↩