Front matter
I. (Ioannes) Zervos translation
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstnatinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monοtonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
IΩΑΝ. ΖΕΡΒΟΎ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'. και ΣΤ'.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Ε.
1. Το επόμενον θέρος αι συνθήκαι αι οποίαι είχον συνομολογηθή δι' έν έτος επρόκειτο να διαλυθούν κατά την εορτήν των Πυθίων. Ενώ δε υφίστατο η ανακωχή οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Δηλίους εκ της Δήλου, νομίζοντες ότι ούτοι έλαβον μέρος εις την τελετήν ενώ ήσαν ακόμη ακάθαρτοι από παλαιόν τι έγκλημα, και ότι αυτοί οι Αθηναίοι είχον παραλείψει τούτο κατά την κάθαρσιν, την οποίαν ανέφερα ανωτέρω, όταν μεταφέροντες τους τάφους των αποθαμμένων ενόμισαν ότι έπραξαν ορθώς. Και οι μεν Δήλιοι μετέβησαν εις το Ατραμύττιον της Ασίας, το οποίον τους έδωκεν ο Φαρνάκης, και εγκατεστάθησαν εκεί όσοι ήθελον εξ αυτών.
2. Ο δε Κλέων πείσας τους Αθηναίους εξέπλευσε μετά την ανακωχήν εις τα μέρη της Θράκης έχων εκ μεν των Αθηναίων χιλίους διακοσίους οπλίτας και τριακοσίους ιππείς, εκ δε των συμμάχων περισσοτέρους και τριάκοντα πλοία. Και κατ' αρχάς μεν προσήγγισεν εις την Σκιώνην, της οποίας εξακολουθούσεν ακόμη η πολιορκία, και λαβών εκείθεν οπλίτας εκ των φρουρών κατέπλευσεν εις τον λιμένα των Κολοφωνίων, μη απέχοντα πολύ από της πόλεως των Τορωναίων· μαθών δε εκεί από κάποιους αυτομόλους ότι ούτε ο Βρασίδας εν τη Τορώνη ούτε οι εν αυτή ήσαν αξιόμαχοι, επροχώρησε μετά του στρατού διά ξηράς προς την πόλιν και έστειλε δέκα πλοία να περιπλέουν τον λιμένα. Και πρώτον έφθασε πλησίον του περιτειχίσματος, εντός του οποίου είχε περιλάβει την πόλιν ο Βρασίδας, ο οποίος θέλων να περικλείση το προάστειον εντός έρριψε μέρος του παλαιού τείχους και εσχημάτισεν εκ του όλου μίαν πόλιν.
3. Ο Λακεδαιμόνιος άρχων Πασιτελίδας και η φρουρά πού ευρίσκετο εκεί έτρεξαν προς υπεράσπισιν του περιτειχίσματος και αντέστησαν εις τους Αθηναίους οι οποίοι ήρχισαν την επίθεσιν. Εν τούτοις, επειδή επιέζοντο και επειδή συγχρόνως τα πλοία τα πάμφθηνα υπό του Κλέωνος περιέπλεον εις τον λιμένα, ο Πασιτελίδας φοβηθείς μήπως τα πλοία προφθάσουν και καταλάβουν την πόλιν, η οποία ήτο έρημος, και μήπως, εάν εκυριεύετο το περιτείχισμα, συλληφθή και αυτός, εξήλθε και έτρεξε με βίαν προς την πόλιν. Αλλ' οι Αθηναίοι όσοι ήσαν εις τα πλοία τον προέλαβον καταλαβόντες την Τορώνην, ο δε πεζός στρατός, πιέζων εκ του πλησίον τους εχθρούς, ερρίφθη εις την πόλιν διά του κατεδαφισθέντος μέρους του παλαιού τείχους. Και μερικούς μεν εκ των Πελοποννησίων και Τορωναίων εφόνευσαν ευθύς εν τη συμπλοκή, άλλους δε συνέλαβαν ζώντας, μεταξύ των οποίων και τον άρχοντα Πασιτελίδαν. Ο δε Βρασίδας ήρχετο μεν προς βοήθειαν της Τορώνης, αλλά μαθών καθ' οδόν την άλωσιν αυτής επέστρεψεν· ευρισκόμενος μακράν εις απόστασιν τεσσαράκοντα σταδίους δεν ηδυνήθη να φθάση εγκαίρως. Ο δε Κλέων και οι Αθηναίοι έστησαν δύο τρόπαια, το μεν προς το μέρος του λιμένος, το δε πλησίον του προτειχίσματος, και τας μεν γυναίκας και τους παίδας των Τορωναίων έκαμαν δούλους, αυτούς δε και τους Πελοποννησίους και όσους εύρον Χαλκιδείς, εν όλω επτακοσίους, τους έστειλαν εις τας Αθήνας. Και οι μεν Πελοποννήσιοι επέστρεψαν όταν μετέπειτα έγινε συνθήκη, οι δε άλλοι αντηλλάγησαν ανήρ προς άνδρα και μετεφέρθησαν οπίσω υπό των Ολυνθίων. Περί την αυτήν εποχήν οι Βοιωτοί εκυρίευσαν διά προδοσίας το εις τα μεθόρια φρούριον των Αθηναίων Πάνακτον. Και ο μεν Κλέων εγκαταστήσας φρουράν εις την Τορώνην ανεχώρησε και έπλεε περί τον ’θωνα, διά να φθάση εις την Αμφίπολιν.
4. Ο Φαίαξ δε ο Ερασιστράτου, σταλείς από τους Αθηναίους ως πρεσβευτής μετά δύο άλλων εις την Ιταλίαν και Σικελίαν, εξέπλευσε μετά δύο πλοίων κατά τον αυτόν περίπου καιρόν. Αφ' ότου οι Αθηναίοι είχον απέλθει εκ της Σικελίας μετά την σύμβασιν, οι Λεοντίνοι είχον εγγράψει πολλούς ως πολίτας των, και ο λαός εμελέτα διανομήν της γης. Αλλ' οι ισχυροί του τόπου, εννοήσαντες το σχέδιον, επροσκάλεσαν τους Συρακουσίους και έδιωξαν τον λαόν. Και οι μεν εξορισθέντες περιεπλανώντο εδώ κ' εκεί, οι δε ισχυροί συνθηκολογήσαντες μετά των Συρακουσίων εγκατέλιπον την πόλιν των και ερημώσαντες αυτήν κατώκησαν ως πολίται εις τας Συρακούσας. Ακολούθως μερικοί εξ αυτών, καταλιπόντες τας Συρακούσας ένεκα δυσαρεσκείας, κατέλαβαν μέρος τι της πόλεως των Λεοντίνων καλούμενον Φωκέας, και τας Βρικιννίας, φρούριον της χώρας των Λεοντίνων. Τότε δε πολλοί εκ των εξορίστων του λαού ήλθαν προς αυτούς και ενωθέντες επολέμουν εκ των τειχών. Ταύτα μαθόντες οι Αθηναίοι έστειλαν τον Φαίακα με τον σκοπόν να σώσουν τον δήμον των Λεοντίων αναγκάζοντες τους συμμάχους των χωρών εκείνων, και, ει δυνατόν, τους άλλους Σικελιώτας, να επιχειρήσουν κοινήν εκστρατείαν κατά των Συρακουσών. Ελθών δε ο Φαίαξ έπεισε τους Καμαριναίους και τους Ακραγαντίους, αλλ' ευρών αντίστασιν εις την Γέλαν δεν επροχώρησε προς τους άλλους, εννοήσας ότι δεν θα ηδύνατο να τους πείση. Επέστρεψε λοιπόν διά της χώρας των Σικελών εις την Κατάνην και εισελθών διαβατικός εις τας Βρικιννίας ενεθάρρυνε τους κατοίκους και απέπλευσε.
5. Κατά το ταξίδιόν του προς την Σικελίαν και την εκείθεν επιστροφήν του προσεπάθησε να υποχρεώση πόλεις τινάς της Ιταλίας να εισέλθωσιν εις την συμμαχίαν των Αθηναίων. Συνήντησε τους Λοκρούς τους διωχθέντας εκ της Μεσσήνης, διά να αποικίσουν αλλαχού· η εξορία των έγινε μετά την ειρήνευσιν των Σικελιωτών, διότι κατ' εκείνην την εποχήν μία εκ των δύο μερίδων οπού εχώριζαν την Μεσσήνην είχε προσκαλέσει τους Λοκρούς, οι οποίοι έστειλαν αποικίαν εις την πόλιν ταύτην και έγιναν κύριοι αυτής επί τινα καιρόν. Τούτους λοιπόν συναντήσας ο Φαίαξ ενώ μετεφέροντο εκεί δεν τους έβλαψε, διότι οι Λοκροί είχαν συνομολογήσει δι' αυτού σύμβασιν μετά των Αθηναίων. Τωόντι μόνον αυτοί εκ των συμμάχων, ότε διηλλάγησαν οι Σικελιώται, δεν εσυνθηκολόγησαν μετά των Αθηναίων ακόμη δε και τότε δεν θα το έπρατταν, εάν δεν εβιάζοντο υπό του πολέμου προς τους Ιτωνείς και τους Μελαίους, ομόρους και αποίκους αυτών όντας, και ο μεν Φαίαξ επανήλθεν εις τας Αθήνας μετά τινα καιρόν.
6. Ο δε Κλέων ο οποίος είχεν ήδη αναχωρήσει εκ της Τορώνης διά να έλθη εις την Αμφίπολιν, εξήλθεν εκ της Ηιόνος και προσέβαλε την Στάγειρον, αποικίαν των Ανδρίων, την οποίαν δεν ηδυνήθη να κυριεύση· κατέλαβεν όμως εξ εφόδου την Γαληψόν, αποικίαν των Θασίων. Και αποστείλας πρέσβεις προς τον Περδίκκαν, διά να τον προκαλέση να έλθη μετά του στρατού κατά τους όρους της συμμαχίας, και άλλους εις την Θράκην προς τον βασιλέα των Οδομάντων Πολλήν, διά να φέρη όσους ηδύνατο περισσοτέρους μισθωτούς Θράκας, αυτός έμενεν ήσυχος περιμένων εις την Ηιόνα. Μαθών ταύτα ο Βρασίδας εστρατοπέδευσε και αυτός απέναντι των Αθηναίων εις το Κερδύλιον· ανήκει δε η θέσις αύτη εις τους Αργιλίους και κείται πέραν του ποταμού επάνω εις ύψωμα πού δεν απέχει πολύ από της Αμφιπόλεως. Εκ του μέρους τούτου εφαίνοντο τα πάντα, εις τρόπον ώστε ο Κλέων δεν ηδύνατο απαρατήρητος να ορμήση μετά του στρατού εκ του μέρους το οποίον κατείχεν. Ο Βρασίδας είχε προϊδεί ότι ο εχθρός περιφρονών τον αριθμόν των Πελοποννησίων θα έκαμνε το κίνημα εκείνο και θα επροχώρει κατά της Αμφιπόλεως με όσας δυνάμεις είχε προχείρους. Συγχρόνως προητοίμασε χιλίους πεντακοσίους Θράκας μισθωτούς, προσεκάλεσεν όλους τους Ηδώνας, ακοντιστάς και ιππείς, και επρόσθεσε χιλίους ακοντιστάς Μυρκινίους και Χαλκιδείς εις εκείνους οίτινες ήσαν εις την Αμφίπολιν· όλος δε ο στρατός ούτος συνεποσώθη εις δισχιλίους πεζούς και τριακοσίους ιππείς Έλληνας. Απ' αυτούς έχων μαζί του μόνον χιλίους πεντακοσίους ο Βρασίδας έμενεν εις το Κερδύλιον, οι δε άλλοι ήσαν εις την Αμφίπολιν υπό τας διαταγάς του Κλεαρίδου.
7. Ο Κλέων επί τινα μεν χρόνον έμεινεν ήσυχος, έπειτα όμως ηναγκάσθη να πράξη εκείνο το οποίον επερίμενεν ο Βρασίδας· διότι οι στρατιώται του, βαρυνθέντες διά την απραξίαν και αναλογιζόμενοι διά ποίου τρόπου έμελλε να τους οδηγήση, και προς πόσην εμπειρίαν και τόλμην έμελλε να αντιτάξη την μωρίαν του και την ανανδρίαν του, ενθυμούντο συγχρόνως ότι τον είχαν ακολουθήσει εξ Αθηνών μετά δυσαρεσκείας. Ο Κλέων, εννοήσας τα διατρέχοντα και μη θέλων οι στρατιώταί του να βαρύνωνται καθήμενοι εις το αυτό μέρος, εσήκωσε το στρατόπεδόν του και ήρχισε να προχωρή. Η τακτική του ήτο ομοία εκείνης, την οποίαν μετεχειρίσθη εις Πύλον και η οποία ένεκα της επιτυχούς εκβάσεώς της του ενέπνευσε πεποίθησιν ότι είχε στρατηγικήν ευφυίαν. Νομίζων ότι ουδείς ήθελεν επεξέλθει διά να τον προσβάλη, είπεν ότι μετέβαινεν εις το ύψωμα απλώς μόνον προς επισκόπησιν της χώρας, και ότι περιέμενε δυνάμεις μεγαλυτέρας ουχί διά να εξασφαλίση την υπεροχήν του εν περιπτώσει συμπλοκής, αλλά διά να περικυκλώση την πόλιν και κυριεύση αυτήν διά της βίας. Ελθών λοιπόν και σταματήσας το στράτευμα επί λόφου αποτόμου απέναντι της Αμφιπόλεως, έβλεπε προς την λίμνην την σχηματιζομένην υπό του Στρυμόνος και την θέσιν της πόλεως προς το μέρος της Θράκης, νομίζων ότι ηδύνατο, οπόταν ήθελε, να αναχωρήση αμαχητί. Και τωόντι ουδείς εφαίνετο επί του τείχους μήτε και εξήρχετο διά των πυλών αι οποίαι όλαι ήσαν κλεισμέναι· διά τούτο εκατηγορούσε τον εαυτόν του ότι έσφαλε μη κομίσας μαζί του μηχανάς, διά των οποίων θα ηδύνατο να κυριεύση την πόλιν διά την εγκατάλειψιν αυτής.
8. Ο δε Βρασίδας, άμα είδε να κινούνται οι Αθηναίοι, καταβάς και αυτός από του Κερδυλίου εισήλθεν εις την Αμφίπολιν. Και έξοδον μεν δεν έκαμεν, ουδέ αντέταξε τον στρατόν του κατά των Αθηναίων, επειδή εδυσπίστει προς τας ιδίας του δυνάμεις και ενόμιζεν αυτάς υποδεεστέρας, ουχί κατά τον αριθμόν (διότι ήσαν περίπου αντίπαλοι), αλλά κατά την αξίαν (διότι ο στρατός ο εξελθών εκ των Αθηνών συνέκειτο αποκλειστικώς εξ Αθηναίων και εκ των κρατίστων Λημνίων και Ιμβρίων), παρεσκευάζετο όμως να επιτεθή διά στρατηγήματος έχων την πεποίθησιν ότι, εάν εδείκνυεν εις τους εχθρούς τον αριθμόν και τον άθλιων οπλισμόν των στρατιωτών του, η νίκη θα του ήτον ολιγώτερον εύκολος ή εάν απέκρυπτε ταύτα από τους οφθαλμούς των, διά να μη διεγείρη την καταφρόνησίν των η κατάστασις αύτη. Εκλέξας λοιπόν εκατόν πεντήκοντα οπλίτας, και αφήσας τους άλλους εις τον Κλεαρίδαν, εσκόπευε να επιτεθή αιφνιδίως κατά των Αθηναίων πριν αναχωρήσουν, διότι δεν ήλπιζεν ότι θα ηδύνατο και πάλιν να τους εύρη ούτως απομονωμένους, εάν ήρχοντο αι βοήθειαι, τας οποίας επερίμεναν. Συγκαλέσας λοιπόν όλους τους στρατιώτας και θέλων να τους ενθαρρύνη και να ανακοινώση εις αυτούς το σχέδιόν του, είπε ταύτα:
9. «Ώ άνδρες Πελοποννήσιοι, ημπορούσα απλώς να σας υπομνήσω διά βραχέων από ποίαν χώραν ερχώμεθα, χώραν παντοτινά ελευθέραν εξ αιτίας της ανδρείας αυτής, και ότι Δωριείς όντες μέλλομεν να πολεμήσωμεν κατά Ιώνων, τους οποίους τοσάκις ενικήσαμεν. Αλλά θέλω να σας εξηγήσω πώς διανοούμαι να γίνη η επίθεσις, ίνα μη αποθαρρυνθήτε υπό της ιδέας ότι έχω άδικον διακινδυνεύων ολίγον μόνον μέρος των δυνάμεων μας. Βέβαια καταφρονούντες ημάς και ελπίζοντες, ότι ουδείς ήθελεν εξέλθει, διά να τους προσβάλη, ανέβησαν οι Αθηναίοι εις εκείνον τον λόφον, από του οποίου ατάκτως και αμερίμνως επισκοπούν την προ των οφθαλμών των χώραν. Όταν βλέπη τις τον εχθρόν εις τοιαύτα σφάλματα περιπίπτοντα και μετρών τας ιδίας του δυνάμεις επιχειρή την προσβολήν ουχί τόσον εκ του φανερού και εξ αντιπαρατάξεως, όσον σύμφωνα με το ωφέλιμον προς την παρούσαν περίστασιν, επιτυγχάνει συχνότατα. Αποβαίνουν πλέον δοξασμένα τα στρατηγήματα εκείνα, διά των οποίων απατών τις όσον δύναται τον εχθρόν ωφελεί μεγάλως τους φίλους. Ενόσω οι εχθροί μένουν απαράσκευοι και διατηρούν το θάρρος των και σκέπτονται, ως νομίζω, μάλλον να απέλθουν παρά να μείνουν, ενόσω ακόμη η σκέψις των είναι νωθρά και πριν αποφασίσουν τι σταθερόν, εγώ μεν έχων τους μετ' εμαυτού και προλαμβάνων αυτούς, ει δυνατόν, θα πέσω δρομαίος εις το μέσον του στρατεύματος των· συ δε, Κλεαρίδα, ύστερον, όταν με ιδής πιέζοντα και κατά πάσαν πιθανότητα εμπνέοντα φόβον εις αυτούς, τότε, έχων τους ιδικούς σου στρατιώτας, τους Αμφιπολίτας και τους άλλους συμμάχους, άνοιξε τας πύλας αιφνιδίως, τρέξε και προσπάθησε να συμπλακής προς αυτούς όσον το δυνατόν ταχύτερον· διά του τρόπου τούτου μεγίστη ελπίς υπάρχει ότι θα φοβηθούν, διότι οι νέοι εχθροί οι ερχόμενοι μετά την πρώτην συμπλοκήν είναι φοβερώτεροι των παρόντων και μαχομένων. Έσο γενναίος ως πρέπει, επειδή είσαι Σπαρτιάτης· σεις δε, ω άνδρες σύμμαχοι, ακολουθήσατε αυτόν ανδρείως και να έχετε πεποίθησιν ότι διά να πολεμή κανείς καλά, τρία τινά είναι αναγκαία, το να θέλη, το να έχη το αίσθημα της εντροπής και το να υπακούη εις τους ανωτέρους. Εάν σήμερον φανήτε ανδρείοι, δύνασθε και την ελευθερίαν σας να εξασφαλίσετε και σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων να ονομάζεσθε· άλλως, δούλοι γινόμενοι των Αθηναίων, εάν έχετε την αρίστην τύχην και δεν καταντήσετε δούλοι ή θανατωθήτε, θα αισθανθήτε τον ζυγόν να σας πιέζη βαρύτερον ή άλλοτε και θα γίνετε εμπόδιον της ελευθερώσεως των άλλων Ελλήνων. Μη δείξετε λοιπόν αδυναμίαν και σκεφθήτε πόσον μέγας είναι ο παρών αγών, εγώ δε θα δείξω ότι όχι μόνον συμβουλάς ηξεύρω να δίδω εις τους άλλους, αλλά και να τας εκτελώ εγώ αυτός».
10. Ο μεν Βρασίδας ταύτα ειπών παρεσκεύασε τα της εξόδου και έθεσε τους λοιπούς στρατιώτας μετά του Κλεαρίδου εις τας πύλας τας καλουμένας Θρακίας, διά να εξέλθουν ύστερ' απ' αυτόν, καθώς είχαν συμφωνήσει. Αλλ' ενώ κατέβαινεν εκ του Κερδυλίου, και ενώ εις την πόλιν, η οποία φαίνεται από όλα τα μέρη, εθυσίαζεν έξωθεν του ιερού της Αθηνάς και ενησχολείτο εις τας προετοιμασίας, τον είδον και ανήγγειλαν εις τον Κλέωνα (ο οποίος τότε είχε προχωρήσει προς επισκόπησιν) ότι διεκρίνοντο όλοι οι στρατιώται των εχθρών εν τη πόλει και εφαίνοντο υπό τας πύλας πολλοί πόδες ίππων και ανθρώπων ετοίμων να εξέλθουν. ’κουσας ταύτα ο Κλέων ανεχώρησε και βεβαιωθείς περί του πράγματος δεν ήθελε να συνάψη μάχην πριν έλθουν οι επίκουροι, αλλ' έδωκε το σημείον της αναχωρήσεως νομίζων ότι είχε τον απαιτούμενον καιρόν να αναχωρήση, συγχρόνως δε διέταξε το αριστερόν κέρας να υποχωρήση προς την Ηιόνα, το μόνον πού ήτο δυνατόν να γίνη. Αλλά νομίζων ότι η κίνησις αύτη ήτο πολύ βραδεία, διέταξε την στροφήν του δεξιού κέρατος και απήγαγε τον στρατόν αποκαλύψας τα πλευρά αυτού (ήτοι τα δεξιά, τα μη προφυλαττόμενα υπό της ασπίδος). Τότε ο Βρασίδας βλέπων ότι η στιγμή ήτο κατάλληλος και ότι εγίνετο κάποια διαταχθείσα κίνησις εις τον στρατόν των Αθηναίων, λέγει εις όσους ήσαν μαζί του και εις τους άλλους ότι «Οι άνδρες αυτοί δεν μας περιμένουν· τούτο γίνεται καταφανές εκ της κινήσεως των δοράτων και των κεφαλών, διότι εκείνοι εις τους οποίους συμβαίνει τούτο δεν συνηθίζουν να περιμένουν τους εχθρούς. Αλλ' ας μου ανοίξουν τας πύλας τας οποίας είπα, και ας εξέλθωμεν μετά θάρρους». Και ο μεν Βρασίδας εξήλθε διά των προς το χαράκωμα πυλών και διά των πρώτων του τότε υπάρχοντος μακρού τείχους, και ώρμησε τρέχων απ' ευθείας προς αποτομώτατον μέρος, όπου σήμερον υπάρχει στημένον τρόπαιον και προσβαλών κατά μέσον τους Αθηναίους, φοβισμένους διά την ιδίαν των αταξίαν και υποστάντας έκπληξιν διά την τόλμην αυτού, τρέπει αυτούς εις φυγήν. Και ο Κλεαρίδας, καθώς είχε συμφωνηθή, εξήλθε συγχρόνως διά των Θρακίων πυλών και επέπεσε μετά του υπ' αυτόν στρατού κατά των Αθηναίων. Η αιφνιδία και απροσδόκητος εκείνη διπλή επίθεσις κατεθορύβησε τους Αθηναίους· και το μεν αριστερόν αυτών κέρας, το προς την Ηιόνα, πού είχεν ήδη προχωρήσει, διεσπάσθη αμέσως και έφυγε. Και ο μεν Βρασίδας, αφήσας αυτό να φεύγη, επετέθη κατά του δεξιού κέρατος· αλλ' εκεί επληγώθη και έπεσε χωρίς να εννοήσουν τίποτε οι Αθηναίοι. Οι πλησίον ευρισκόμενοι τον εσήκωσαν και τον μετέφεραν εις την πόλιν. Το δε δεξιόν κέρας των Αθηναίων αντέστη περισσότερον. Και ο μεν Κλέων, ο οποίος ουδέ στιγμήν είχε σκεφθή να μείνη, έφυγεν ευθύς, αλλά καταληφθείς υπό πελταστού Μυρκινίου εφονεύθη· οι δε επί του λόφου συγκεντρωθέντες πελτασταί απέκρουσαν δις ή τρις την επίθεσιν του Κλεαρίδου και δεν ενέδωσαν ειμή όταν το ιππικόν και οι πελτασταί των Μυρκινίων και των Χαλκιδέων περικυκλώσαντες και ακοντίζοντες έτρεψαν αυτούς εις φυγήν. Τοιουτοτρόπως δε όλον το στράτευμα των Αθηναίων έφυγε μετά μεγάλης δυσκολίας και διεσκορπίσθη καθ' όλας τας διευθύνσεις διά των ορέων, και όσοι δεν εφονεύθησαν ή αμέσως εν τη συμπλοκή ή βραδύτερον υπό του Χαλκιδικού ιππικού και των πελταστών κατέφυγον εις την Ηιόνα. Εκείνοι δε οίτινες είχαν σηκώσει τον Βρασίδαν εκ του πεδίου της μάχης και οίτινες τον είχον θέσει εις μέρος ασφαλές, τον μετέφεραν εις την πόλιν αναπνέοντα ακόμη. Και έλαβε μεν καιρόν να μάθη ότι ενίκησεν ο στρατός του, αλλά μετ' ολίγον απέθανε. Και ο άλλος στρατός επανελθών μετά του Κλεαρίδου εκ της καταδιώξεως, και τους νεκρούς απεγύμνωσε και τρόπαιον έστησε.
11. Μετά ταύτα τον Βρασίδαν όλοι οι σύμμαχοι παρακολουθούντες ένοπλοι έθαψαν δημοσία εντός της πόλεως εις το μέρος όπου είναι σήμερον η αγορά· και ακολούθως, οι Αμφιπολίται περιτειχίσαντες το μνημείον αυτού επροσέφεραν θυσίας ως εις ήρωα και εψήφισαν προς τιμήν του αγώνας και θυσίας ετησίας· τω αφιέρωσαν επίσης την αποικίαν ως εις οικιστήν, κατηδάφισαν τα οικοδομήματα του ’γνωνος, και εξηφάνισαν παν μνημείον δυνάμενον να ανακαλή την μνήμην της οικίσεώς του, νομίζοντες ότι ο Βρασίδας υπήρξε σωτήρ των. Τούτο άλλως ήτο φόρος προσφερόμενος εις τους Λακεδαιμονίους, των οποίων επεδίωκον να διατηρούν την συμμαχίαν διά τον φόβον των Αθηναίων, ένεκα δε του προς τους Αθηναίους μίσους των δεν είχον πλέον ούτε το αυτό συμφέρον ούτε την αυτήν ευχαρίστησιν να τιμούν τον ’γνωνα· εν τούτοις απέδωκαν τους νεκρούς εις τους Αθηναίους. Εφονεύθησαν δε εκ μεν των Αθηναίων εξακόσιοι περίπου, εκ δε των εναντίων επτά, διότι δεν έγεινε μάχη εκ παρατάξεως, αλλ' απλή συνάντησις και εκφοβισμός προ μάχης. Μετά δε την σύναξιν των νεκρών οι μεν Αθηναίοι απέπλευσαν εις τα ίδια, οι δε μετά του Κλεαρίδου έμειναν, διά να τακτοποιήσουν τα της Αμφιπόλεως.
12. Κατά την αυτήν εποχήν, περί τα τέλη του θέρους, οι Λακεδαιμόνιοι Ραμφίας, Αυτοχαρίδας και Επικυδίδας έφερον εις τας πόλεις της Θράκης επικουρίαν εξ εννεακοσίων οπλιτών, και φθάσαντες εις την εν Τραχίνι Ηράκλειαν ενήργησαν όσας ενόμιζον απαραιτήτους μεταβολάς. Ενώ δε ούτοι έμεναν ακόμη εκεί, έγινεν η μάχη της Αμφιπόλεως και ετελείωσε το θέρος.
13. Μόλις δε άρχισεν ο χειμών οι ευρισκόμενοι μετά του Ραμφία επροχώρησαν μέχρι του Πιερίου της Θεσσαλίας· αλλ' επειδή οι Θεσσαλοί αντέστησαν εις την διάβασίν των, και ο Βρασίδας, προς τον οποίον έφεραν τον στρατόν τούτον, είχεν αποθάνει, επέστρεψαν εις τα ίδια νομίζοντες ότι η αποστολή των καθίστατο περιττή μετά την ήτταν και την υποχώρησιν των Αθηναίων, και κρίνοντες ότι δεν ήσαν ικανοί να εξακολουθήσουν αυτοί μόνοι τα σχέδια του Βρασίδου. Προ πάντων όμως επέστρεψαν, διότι ενόησαν κατά την εκ της Λακεδαίμονος αναχώρησίν των ότι οι Λακεδαιμόνιοι έκλιναν μάλλον προς την ειρήνην.
14. Αμέσως μετά την μάχην της Αμφιπόλεως και την αναχώρησιν του Ραμφίου εκ της Θεσσαλίας, τα δύο μέρη απέφυγον κάθε εχθροπραξίαν και έκλιναν προς την ειρήνην· οι μεν Αθηναίοι διότι είχαν νικηθή εις το Δήλιον και ευθύς μετ' ολίγον εις την Αμφίπολιν και διότι δεν είχαν πλέον εις την δύναμίν των την αυτήν εκείνην πεποίθησιν οπού είχον εις τας αρχάς, ότε απέρριπτον τας περί ειρήνης προτάσεις νομίζοντες ότι η παρούσα ευτυχία ήθελε μένει σταθερά· συγχρόνως δε εφοβούντο μήπως οι σύμμαχοι, ενθαρρυνόμενοι υπό των ατυχημάτων τούτων, γίνουν πλέον επιρρεπείς προς την αποστασίαν, και μετενόουν ήδη διατί δεν εσυμβιβάσθησαν μετά τα εν Πύλω συμβάντα, ότε παρουσιάσθη ευνοϊκή περίστασις. Αφ' ετέρου πάλιν οι Λακεδαιμόνιοι έβλεπον τον πόλεμον λαμβάνοντα τροπήν εναντίαν εις την επιθυμίαν την οποίαν είχαν, να καταλύσουν εντός ολίγων ετών την δύναμιν των Αθηναίων λεηλατούντες την χώραν των· αντί τούτου όμως έπαθαν εις την Σφακτηρίαν συμφοράν τοιαύτην, οίαν ουδέποτε ενθυμείτο να έπαθεν η Σπάρτη προηγουμένως· οι αγροί των εληστεύοντο υπό των πειρατών της Πύλου και των Κυθήρων· οι είλωτες ηυτομόλουν και πάντοτε υπήρχε φόβος μήπως οι μένοντες εν τω τόπω, πειθόμενοι εις τους έξω, αποστατήσουν όπως άλλοτε, ένεκα της παρούσης περιστάσεως. Συνέπεσεν επίσης να λήγη και η τριακονταετής συνθήκη η γενομένη μετά των Αργείων, αυτοί δε δεν ήθελαν να την ανανεώσουν εκτός εάν τους απεδίδετο η Κυνουρία· ώστε έβλεπαν ότι ήτο αδύνατον να πολεμήσουν συγχρόνως και κατά των Αργείων και κατά των Αθηναίων. Υπόπτευαν δε επίσης ότι τινές των εν Πελοποννήσω πόλεων ήσαν έτοιμοι να αποστατήσουν υπέρ των Αργείων, το οποίον και έγινε.
15. Ταύτα αναλογιζόμενοι αμφότεροι ησθάνοντο την ανάγκην συμβάσεως, προ πάντων οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι επεθύμουν να ελευθερώσουν τους εν τη Σφακτηρία συλληφθέντας, εκ των οποίων πολλοί ήσαν πρώτιστοι Σπαρτιάται και συγγενείς των πρωτίστων. Και ήρχισαν μεν τας διαπραγματεύσεις ευθύς μετά την αιχμαλωσίαν αυτών, αλλ' οι Αθηναίοι ευτυχούντες ουδόλως ήθελον να συνθηκολογήσουν με ίσους όρους. Μετά δε την ατυχίαν του Δηλίου, βλέποντες αυτούς οι Λακεδαιμόνιοι διατεθειμένους προς την ειρήνην, έσπευσαν να συνομολογήσουν την ενιαυσίαν ανακωχήν, κατά την διάρκειαν της οποίας ώφειλαν να συνδιασκέπτωνται περί μακροχρονιωτέρας ειρήνης.
16. Αλλά μετά την εν Αμφιπόλει ήτταν των Αθηναίων και τον θάνατον του Κλέωνος και του Βρασίδου, οίτινες τα μάλι ηναντιούντο προς την ειρήνην, ο μεν Βρασίδας διά την εν τω πολεμώ ευτυχίαν του και τας εντεύθεν τιμάς, ο δε Κλέων διότι ήξευρον ότι, όταν επανήρχετο η ησυχία, τα εγκλήματά του θα καθίσταντο καταφανέστερα και ολιγώτερον θα επιστεύοντο αι διαβολαί του, ευρέθησαν τότε εις τας Αθήνας και εις την Σπάρτην δύο άνδρες φλεγόμενοι υπό επιθυμίας να κατέχουν την αρχήν και πλειότερον των άλλων κλίνοντες προς την ειρήνην, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Πλειστοάναξ ο Παυσανίου, και Νικίας ο Νικηράτου είς των ευτυχεστάτων στρατηγών της εποχής εκείνης. Ο μεν Νικίας ήθελεν, ενόσω ακόμη δεν υπέστη ατύχημά τι και ετιμάτο, να διατηρήση την ευτυχίαν, να αναπαυθή πλέον εκ των κόπων του, να αναπαύση τους συμπολίτας του και να καταλίπη εις τας επερχομένας γενεάς φήμην ότι ουδέν δυστύχημα επροξένησεν εις την πολιτείαν· διά να κατορθωθή όμως το αποτέλεσμα τούτο, εφρόνει ότι έπρεπε να αποτρέψη τους κινδύνους, να μη εκτίθεται εις την φοράν της τύχης ως πρότερον, και τέλος ότι η ειρήνη παρέχει την ασφάλειαν· ο δε Πλειστοάναξ εσκέπτετο τα αυτά, διότι οι εχθροί κατηγόρουν την ανάκλησίν του και εις παν ατύχημα των Λακεδαιμονίων υπενθύμιζαν εις αυτούς ότι τούτο συνέβη ένεκα της παρανόμου ανακλήσεώς του. Τον κατηγόρουν ότι συνεννοηθείς μετά του αδελφού του Αριστοτέλους ηνάγκασε την Πυθίαν να αποκριθή εις τους Λακεδαιμονίους θεωρούς, οίτινες πολλάκις ήλθαν να ερωτήσουν το μαντείον, τα εξής : «Ότι έπρεπε να ανακαλέσουν εκ της ξένης γης εις την ιδικήν των το σπέρμα του ημιθέου υιού του Διός, ειδεμή ήθελον καλλιεργήσει την γην δι' αργυράς δικέλλης. Ο Πλειστοάναξ ούτος είχεν εξορισθή άλλοτε επί τη υποψία ότι είχε δωροδοκηθή και εκκενώσει την Αττικήν· καταφυγών δε εις το Λύκαιον όρος της Αρκαδίας κατώκει διά τον φόβον των Λακεδαιμονίων εις οικίαν συγκοινωνούσαν κατά το ήμισυ μετά του τότε ιερού του Διός. Μετά δεκαεννέα έτη, συμφώνως με τον χρησμόν, ανεκλήθη τέλος υπό των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι επανηγύρισαν την κάθοδόν του διά των αυτών χορών και θυσιών, τας οποίας έκαμαν ότε κατά πρώτον έκτισαν την Λακεδαίμονα και εγκατέστησαν τους πρώτους αυτών βασιλείς.
17. Λυπούμενος διά τας ύβρεις ταύτας και νομίζων ότι, όταν αποκαθίστατο η ειρήνη και ηλευθερώνοντο οι αιχμάλωτοι, θα έπαυαν οι εχθροί του κατηγορούντες αυτόν, ενώ εφ' όσον υπάρχει πόλεμος αναγκαίως οι αρχηγοί συκοφαντούνται εν περιπτώσει αποτυχίας, επεθύμει διακαώς την σύμβασιν. Καθ' όλον εκείνον τον χειμώνα και προς το έαρ αι συνεντεύξεις εξηκολούθουν. Συγχρόνως οι Λακεδαιμόνιοι, διά να καταστήσουν τους Αθηναίους μάλλον ευδιαλλάκτους, ηπείλησαν πολεμικάς παρασκευάς και διέσπειραν ανά τας πόλεις την φήμην ότι έμελλαν να εγείρουν φρούρια εις την Αττικήν. Επειδή δε εις τας συνεδριάσεις ταύτας πολλαί αξιώσεις επροτάθησαν εκατέρωθεν, συνεφώνησαν να κάμουν ειρήνην, αφού καθείς αποδώση όσα κατέκτησε και οι Αθηναίοι κρατήσουν την Νίσαιαν (διότι, ότε απήτησαν οι Αθηναίοι την απόδοσιν των Πλαταιών, οι Θηβαίοι άπεκρίθησαν ότι η Πλάταια παρεδόθη ουχί διά της βίας αλλά θεληματικώς των κατοίκων, οίτινες δεν επροδόθησαν· τούτου ένεκα λοιπόν ανταπήντησαν οι Αθηναίοι ότι κατείχον την Νίσαιαν διά του αυτού τρόπου)· τότε δε οι Λακεδαιμόνιοι συνεκάλεσαν τους συμμάχους των και όλοι, πλην των Κορινθίων, των Ηλείων και των Μεγαρέων (διότι εις αυτούς δεν ήρεσκαν τα πραττόμενα) εψήφισαν υπέρ της ειρήνης και κατά συνέπειαν δι' αμοιβαίων σπονδών και όρκων μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων έγινεν η εξής συνθήκη.
18. «Οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι συνωμολόγησαν ειρήνην υπό τους ακολούθους όρους, των οποίων εκάστη πόλις ωρκίσθη την τήρησιν. Καθείς θα είναι ελεύθερος σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα να προσφέρη θυσίας εις τα κοινά ιερά, να μεταβαίνη εις αυτά, να ερωτά τα μαντεία και να πέμπη θεωρούς διά ξηράς και διά θαλάσσης χωρίς να φοβήται τίποτε. Το ιερόν και ο ναός του εν Δελφοίς Απόλλωνος και οι Δελφοί να είναι αυτόνομοι, αφορολόγητοι και να κρίνωνται παρά των ιδίων των δικαστηρίων κατά τα πατροπαράδοτα. Η ειρήνη θέλει διαρκέσει πεντήκοντα έτη, άνευ δόλου και βλάβης, κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, μεταξύ των Αθηναίων και των συμμάχων των Αθηναίων αφ' ενός, και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των Λακεδαιμονίων αφ' ετέρου. Απαγορεύεται πάσα εχθροπραξία δι' οιουδήποτε μέσου ή τρόπου εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων, καθώς και εκ μέρους των Αθηναίων και των συμμάχων εναντίον των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Εάν δε προκύψη μεταξύ των καμμία διαφορά, να καταφεύγωσιν εις την δικαιοσύνην και τους όρκους και να συμμορφώνονται με τας συνθήκας, αι οποίαι θα συνομολογηθούν. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι να αποδώσουν εις τους Αθηναίους την Αμφίπολιν, οι κάτοικοι δε των πόλεων τας οποίας θα παραδώσουν εις τους Αθηναίους οι Λακεδαιμόνιοι είναι ελεύθεροι να απέλθουν, εάν θέλουν, λαμβάνοντες μεθ' εαυτών τα πράγματα των. Αι πόλεις αύται θα κυβερνώνται διά των ιδίων των νόμων, πληρώνουσαι τον κατά την εποχήν του Αριστείδου ταχθέντα φόρον. Δεν επιτρέπεται εις τους Αθηναίους και τους συμμάχους των να φέρουν όπλα εναντίον των πόλεων τούτων με σκοπόν να τας βλάψουν, εάν εξακολουθήσουν πληρώνουσαι τον ειρημένον φόρον μετά την συνθήκην. Αι πόλεις αύται είναι η ’ργιλος, η Στάγειρος, η ’κανθος, η Σκώλος, η Όλυνθος, η Σπάρτωλος. Να μη συμμαχήσουν αύται μήτε μετά των Λακεδαιμονίων μήτε μετά των Αθηναίων. Εάν όμως οι Αθηναίοι τας πείσουν, επιτρέπεται εις αυτούς να τας έχουν ως συμμάχους. Δύνανται οι Μηκυβερναίοι, οι Σαναίοι και οι Σιγγαίοι να κατοικούν τας πόλεις των καθώς οι Ολύνθιοι και οι Ακάνθιοι. Να αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι το Πάνακτον εις τους Αθηναίους, να αποδώσουν δε οι Αθηναίοι εις τους Λακεδαιμονίους το Κορυφάσιον, τα Κύθηρα, την Μεθώνην, τον Πτελεόν και την Αταλάντην. Να αποδώσουν επίσης όλους τους Λακεδαιμονίους, όσοι ευρίσκονται εις τας φύλακας των Αθηνών ή οιουδήποτε άλλου τόπου υπαγομένου εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων. Να αφήσουν ελευθέρους τους πολιορκουμένους εις την Σκιώνην Πελοποννησίους, και όλους τους άλλους συμμάχους των Λακεδαιμονίων τους ευρισκομένους εις την Σκιώνην, και όλους όσους είχε διαβιβάσει ο Βρασίδας, και τέλος όλους τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων, οίτινες ευρίσκοντο εις τας φυλακάς των Αθηνών ή εις οιονδήποτε άλλο μέρος υπαγόμενον εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων. Να αποδώσουν δε και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ομοίως όσους έχουν Αθηναίους και συμμάχους. Οι Αθηναίοι είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν ό,τι θέλουν περί της Σκιώνης, της Τορώνης και των άλλων πόλεων των υπό την ηγεμονίαν αυτών. Οι Αθηναίοι υποχρεούνται να δώσουν όρκον προς τους Λακεδαιμονίους και προς έκαστον των συμμάχων χωριστά. Και από καθένα αμοιβαίως θέλει δοθή ο επιχώριος και μέγιστος όρκος εκάστης πόλεως· ο τύπος δε του όρκου τούτου θέλει είσθαι ο εξής: «Θα εμμείνω πιστός εις τας συνθήκας και τας σπονδάς ταύτας με πάσαν δικαιοσύνην και άνευ ουδενός δόλου». Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των υποχρεούνται να ομόσουν τον αυτόν όρκον ενώπιον των Αθηναίων ο όρκος ούτος θέλει ανανεούσθαι κατ' έτος υπ' αμφοτέρων και θέλει χαραχθή επί στηλών, εις την Ολυμπίαν, εις τους Δελφούς, εις τον Ισθμόν, εις την ακρόπολιν των Αθηνών και εις το Αμύκλαιον της Λακεδαίμονος. Εάν λησμονηθή τι υπό του ενός ή του άλλου μέρους, επιτρέπεται εις τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους να τροποποιήσουν τας συνθήκας ως προς τούτο, αφού προηγουμένως συμφωνήσουν μεταξύ των».
19. Η συνθήκη αυτή έγινε την τετάρτην ημέραν της τελευταίας δεκάδος του μηνός Αρτεμισίου, εφορεύοντος εν Σπάρτη του Πλειστόλα, εις δε τας Αθήνας την έκτην ημέραν της τελευταίας δεκάδος του μηνός Ελαφηβολιώνος επί άρχοντος Αλκαίου. Ωρκίσθησαν δε και έκαμαν σπονδάς οι ακόλουθοι· εκ μεν των Λακεδαιμονίων (ο Πλειστοάναξ, ο ’γις), ο Πλειστόλας, ο Δαμάγητος, ο Χίονις, ο Μεταγένης, ο ’κανθος, ο Δάιθος, ο Ισχαγόρας, ο Φιλοχαρίδας, ο Ζευξίδας, ο ’ντιππος, ο Τέλλις, ο Αλκινίδας, ο Εμπεδίας, ο Μηνάς και ο Λάφιλος· εκ δε των Αθηναίων ο Λάμπων, ο Ισθμιόνικος, ο Νικίας, ο Λάχης, ο Ευθύδημος, ο Προκλής, ο Πυθόδωρος, ο ’γνων, ο Μυρτίλος, ο Θρασικλής, ο Θεαγένης, ο Αριστοκράτης, ο Ιώλκιος, ο Τιμοκράτης, ο Λέων, ο Λάμαχος και ο Δημοσθένης.
20. Η ειρήνη αύτη εκλείσθη περί τα τέλη του χειμώνος και σχεδόν ενώ ήρχιζε το έαρ, αμέσως μετά τα εν τη πόλει τελούμενα Διονύσια, δέκα ολοκλήρων παρελθόντων ετών καί τινων ημερών από της πρώτης εις την Αττικήν εισβολής και της αρχής του πολέμου τούτου. Διά να πεισθή δε τις περί τούτου, ας παρατηρήση την χρονολογικήν τάξιν και ας μη βασισθή κατά προτίμησιν εις την απαρίθμησιν των αρχόντων ταύτης ή εκείνης της πόλεως ή των τιμητικών ονομάτων, τα οποία φανερώνουν τα παρελθόντα συμβεβηκότα, διότι ο τελευταίος αυτός τρόπος δεν είναι ακριβής και δεν φανερώνει αν γεγονός τι συνέβη κατά την αρχήν, κατά το μέσον ή κατά το τέλος της εξασκήσεως των ρηθέντων αξιωμάτων, αλλ' ας αριθμήση, ως έπραξα εγώ, κατά θέρη και κατά χειμώνας, και εύρη εν τη απαριθμήσει των δύο τούτων ωρών του έτους, αίτινες ομού απαρτίζουν τον ενιαυτόν, ότι ο πρώτος ούτος πόλεμος διήρκεσε δέκα θέρη και ίσους χειμώνας.
21. Οι Λακεδαιμόνιοι (οι οποίοι ηναγκάσθησαν υπό του λαχνού να αποδώσουν πρώτοι όσα είχον) ηλευθέρωσαν αμέσως όλους τους αιχμαλώτους και έστειλαν ευθύς πρέσβεις εις τας πόλεις της Θράκης, τον Μηνάν και τον Φιλοχαρίδαν, διατάττοντες τον μεν Κλεαρίδαν να αποδώση εις τους Αθηναίους την Αμφίπολιν, τους δε άλλους να δεχθούν την ειρήνην καθώς είχε συμφωνηθή μεταξύ των. Αλλ' ούτε αυτοί την εδέχθησαν, νομίζοντες ότι δεν ήτο συμφέρουσα, ούτε ο Κλεαρίδας παρέδωκε την πόλιν χαριζόμενος εις τους Χαλκιδείς και λέγων ότι δεν ηδύνατο να τους αναγκάση να την παραδώσουν. Ελθών δε με σπουδήν μετά Χαλκιδέων πρέσβεων εις την Λακεδαίμονα, διά να απολογηθή εν περιπτώσει κατά την οποίαν ο Ισχαγόρας ήθελε τον κατηγορήσει επί απειθεία και συγχρόνως θέλων να μάθη αν ήτο δυνατόν να μεταβληθή η συνθήκη, και ευρών την συνθήκην ταύτην επισφραγισμένην, αυτός μεν ανεχώρησεν αμέσως σταλείς υπό των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι τον διέταξαν ρητώς να παραδώση την πόλιν, ή τουλάχιστον να εξαγάγη όλους τους Πελοποννησίους όσοι ήσαν εντός.
22. Ενώ δε οι σύμμαχοι ευρίσκοντο συναθροισμένοι εις την Λακεδαίμονα, οι Λακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν τους μη δεχθέντας την συνθήκην να την δεχθούν άνευ αναβολής. Ούτοι όμως υπό την αυτήν πρόφασιν, υπό την οποίαν είχαν απορρίψει την συνθήκην κατά την πρώτην φοράν, απεκρίθησαν και τώρα ότι δεν την εδέχοντο, εάν δεν εγίνετο υπό όρους δικαιοτέρους. Επειδή λοιπόν δεν ενέδιδον εις τας προτροπάς των Λακεδαιμονίων, ούτοι τους διέλυσαν και έκαμαν συμμαχίαν μετά των Αθηναίων, έχοντες πεποίθησιν ότι οι Αργείοι δεν θα ανενέουν τας μετ' αυτών σπονδάς, αφού ηρνήθησαν τούτο προηγουμένως, ότε ο Αμπελίδας και ο Λίχας είχαν μεταβή προς αυτούς, νομίζοντες ότι άνευ των Αθηναίων οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα ήσαν επίφοβοι και ότι οι άλλοι Πελοποννήσιοι ήθελαν μείνει ησυχάζοντες, διότι, εάν ηδύναντο, θα ετάσσοντο με τους Αργείους. Ενώ ευρίσκοντο λοιπόν εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις των Αθηναίων, ήλθον μετ' αυτών εις διαπραγματεύσεις και συνεφώνησαν μεθ' όρκων την ακόλουθον συμμαχίαν.
23. «Οι Λακεδαιμόνιοι θα είναι σύμμαχοι των Αθηναίων επί πεντήκοντα έτη υπό τους ακολούθους όρους. Εάν εχθρός τις ήθελεν εισέλθει εις την χώραν των Λακεδαιμονίων και θελήση να βλάψη τους Λακεδαιμονίους, οι Αθηναίοι οφείλουν να βοηθήσουν τους Λακεδαιμονίους με παν οτιδήποτε μέσον ήθελον νομίσει συντελεστικώτερον. Εάν δε ο εχθρός αναχωρήση, αφού λεηλατήση την χώραν, τότε η πόλις του εχθρού τούτου να θεωρηθή υπό των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων ως εχθρική, να πολεμηθή υπ' αμφοτέρων και να καταστραφή από κοινού. Οι όροι αυτοί θέλουν τηρηθή μετά δικαιοσύνης, μετά προθυμίας και άνευ δόλου. Εάν δε επαναστατήσουν οι Είλωτες, οι Αθηναίοι θα βοηθήσουν τους Λακεδαιμονίους με όλας τας δυνάμεις των και δι' όλων των δυνατών μέσων. Τους όρους τούτους θέλουν ορκισθή εκατέρωθεν εκείνοι, οι οποίοι ωρκίσθησαν και τας προηγουμένας σπονδάς. Θα ανανεούνται δε κατ' έτος οι όρκοι ούτοι, και προς τον σκοπόν τούτον οι μεν Λακεδαιμόνιοι θα μεταβαίνουν κατά τα Διονύσια εις τας Αθήνας, οι δε Αθηναίοι εις την Λακεδαίμονα κατά τα Υακίνθια. Αμφότεροι οφείλουν να στήσουν ανά μίαν στήλην, την μεν εις την Λακεδαίμονα πλησίον του Αμυκλαίου Απόλλωνος, την δε εις την ακρόπολιν των Αθηνών πλησίον της Αθηνάς. Εάν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι νομίσουν ότι πρέπει να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν κάτι από την παρούσαν συνθήκην, δύνανται να πράξουν τούτο, αρκεί να υπάρχη η συγκατάθεσις αμφοτέρων».
24. Τον όρκον δε τούτον ωρκίσθησαν εκ μεν των Λακεδαιμονίων οι εξής· Πλειστοάναξ, ’γις, Πλειστόλας, Δαμάγητος, Χίονις, Μεταγένης, ’κανθος, Δάιθος, Ισχαγόρας, Φιλοχαρίδας, Ζευξίδας, ’ντιππος, Αλκινίδας, Τέλλις, Εμπεδίας, Μηνάς, Δάφιλος· εκ δε των Αθηναίων οι εξής· Αάμπων, Ισθμιόνικος, Λάχης, Νικίας, Ευθύδημος, Προκλής, Πυθόδωρος, ’γνων, Μυρτίλος, Θρασυκλής, Θεαγένης, Αριστοκράτης, Ιώλκιος, Τιμοκράτης, Λέων, Λάμαχος, Δημοσθένης. Η συμμαχία αύτη έγινεν όχι πολύ ύστερον από τας κοινάς σπονδάς, και οι Αθηναίοι απέδωκαν εις τους Λακεδαιμονίους τους αιχμαλώτους της νήσου και το θέρος του ενδεκάτου έτους ήρχισεν. Ένταύθα δε τελειώνει η διήγησις του πρώτου πολέμου, ο οποίος διήρκεσε δέκα έτη άνευ διακοπής.
25. Μετά τας σπονδάς και την συμμαχίαν των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων, αι οποίαι έγιναν μετά τον δεκαετή πόλεμον επί Πλειστόλα μεν εν Λακεδαίμονι εφόρου, επί Αλκαίου δε άρχοντος εν Αθήναις, έγινε ειρήνη μεταξύ των πόλεων όσαι είχαν δεχθή τας συμφωνίας ταύτας· αλλ' οι Κορίνθιοι καί τινες άλλαι πόλεις της Πελοποννήσου ηθέλησαν να ανατρέψουν τα πεπραγμένα και ευθύς ανεφύησαν νέαι δυσχέρειαι μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Συγχρόνως δε, προϊόντος του χρόνου, οι Λακεδαιμόνιοι έγιναν ύποπτοι εις τους Αθηναίους, διότι δεν εξετέλουν τινά εκ των συμφωνημένων. Και επί έξ μεν έτη και μήνας δέκα απέσχον αμφότεροι πάσης εναντίον της χώρας αλλήλων εκστρατείας, ενώ διήρκει όμως η αβεβαία αυτή ανακωχή, έβλαπτον έξωθεν αλλήλους παραπολύ μέχρις ου τέλος ηναγκάσθησαν να λύσουν τας μετά τα δέκα έτη του πολέμου σπονδάς, και να αρχίσουν εκ νέου πόλεμον φανερόν.
26. Ο αυτός Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε και τα συμβάντα ταύτα κατά την τάξιν που καθέν συνέβη, κατά θέρη και κατά χειμώνας, μέχρις ου και την ηγεμονίαν των Αθηναίων κατέλυσαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, και τα μακρά τείχη και τον Πειραιά κατέλαβον. Μέχρι δε της εποχής ταύτης ο πόλεμος διήρκεσεν εικοσιεπτά όλα έτη. Ο μη παραδεχόμενος ως πόλεμον το διάστημα της ανακωχής δεν κρίνει αληθώς και δικαίως, διότι αρκεί να θεωρήση τα πράγματα όπως εξετέθησαν και θα εύρη ότι δεν πρέπει να ονομασθή ειρήνη η κατάστασις εκείνη, κατά την οποίαν και οι μεν και οι δε ούτε έδωκαν ούτε έλαβαν όσα συνεφώνησαν, και εκτός τούτου κατά τον πόλεμον της Μαντινείας και της Επιδαύρου, και εις άλλας περιστάσεις ηγέρθησαν παράπονα από τα δύο μέρη. Οι σύμμαχοι της Θράκης ήσαν ουχ ήττον εχθροί, και οι Βοιωτοί δεν υπεσχέθησαν ειμή δεκαήμερον ανακωχήν. Ώστε εάν ενώση τις ομού τον πρώτον δεκαετή πόλεμον, την μετ' αυτόν αμφίβολον ανακωχήν και τον μετέπειτα πόλεμον, ευρίσκει, υπολογίζων την τάξιν των εποχών, ότι τα έτη είνε τοσαύτα, όσα ανέφερα, καί τινες ημέραι ακόμη, και δι' εκείνους οίτινες θέλουν να βεβαιώσουν το μέλλον διά χρησμών, η βεβαίωσις αύτη είνε η μόνη επαληθεύσασα· διότι εγώ ενθυμούμαι πάντοτε ότι, από της αρχής του πολέμου μέχρι του τέλους αυτού, πολλοί προείπον ότι έμελλε να διαρκέση τρις εννέα έτη. Επέζησα δε καθ' όλην την διάρκειαν αυτού, έχων πλήρεις τας διανοητικάς μου δυνάμεις και προσέχων να μανθάνω ακριβώς την αλήθειαν. Συνέβη δε να ζω εξόριστος εκ της πατρίδος μου επί είκοσιν έτη μετά την εις Αμφίπολιν στρατηγίαν μου· και επειδή παρευρέθην εις τα συμβάντα αμφοτέρων, προ πάντων εις όσα συνέβησαν εις τους Πελοποννησίους ένεκα της εξορίας μου, εγνώρισα μεθ' όλης της απαιτουμένης ησυχίας την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων. Θέλω λοιπόν αναφέρει τα συμβάντα πού διεδέχθησαν τον πρώτον δεκαετή πόλεμον, την διάλυσιν της ανακωχής και την επανάληψιν των εχθροπραξιών.
27. Μετά την συνομολόγησιν των πεντηκονταετών σπονδών και την μετέπειτα συμμαχίαν, οι πρέσβεις της Πελοποννήσου, οι ελθόντες επίτηδες εις την Λακεδαίμονα, ανεχώρησαν και επέστρεψαν εις τα ίδια. Οι Κορίνθιοι όμως μετέβησαν κατ' αρχάς εις το ’ργος και συνομιλήσαντες μετά τινων των εκ των ευρισκομένων εις την εξουσίαν παρέστησαν εις αυτούς ότι, αφού οι Λακεδαιμόνιοι συνωμολόγησαν ειρήνην και συμμαχίαν μετά των Αθηναίων, οι οποίοι πρότερον ήσαν αμείλικτοι εχθροί των, ουχί επ' αγαθώ, αλλά προς υποδούλωσιν της Πελοποννήσου, καθήκον είχον οι Αργείοι να σκεφθούν πως να σώσουν την Πελοπόννησον και να ψηφίσουν ώστε πάσα πόλις ελληνίς η οποία είναι αυτόνομος και απολαύει ίσων δικαιωμάτων να δύναται ελευθέρως να συμμαχήση μετά των Αργείων και να συνομολογήση αμοιβαίαν βοήθειαν· να εκλέξουν δε προς τον σκοπόν τούτον ολίγους άνδρας έχοντας απόλυτον εξουσίαν και να μη συνδιαλέγωνται μετά του δήμου, διά να μη φωραθούν υπό των Λακεδαιμονίων οι μη πείθοντες το πλήθος. Προσέθηκαν δε ότι ένεκα μίσους εναντίον των Λακεδαιμονίων πολλαί πόλεις ήθελον εισέλθει εις την συμμαχίαν ταύτην. Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα συμβουλεύσαντες επέστρεψαν εις τα ίδια.
28. Οι δε Αργείοι ακούσαντες ανεκοίνωσαν τα λεχθέντα εις τους άρχοντας και εις τον δήμο. Απεφασίσθη λοιπόν να εκλέξουν δώδεκα πολίτας μετά των οποίων όλοι οι Έλληνες ηδύναντο να κάμουν συμμαχίαν εκτός των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, οίτινες δεν ηδύναντο να συνθηκολογήσουν ειμή απ' ευθείας μετά του δήμου. Τα μέτρα ταύτα παρεδέχθησαν οι Αργείοι τόσο μάλλον προθύμως, όσο έβλεπον ότι δεν έμελλε να βραδύνη ο κατά των Λακεδαιμονίων πόλεμος (διότι η συνθήκη την οποίαν είχαν με αυτούς επλησίαζε να λήξη) και συγχρόνως διότι ήλπιζαν να γίνουν ηγεμόνες της Πελοποννήσου. Κατ' εκείνον τον χρόνον η Λακεδαίμων πολλάς ύβρεις ήκουσε και εξουθενώσεις διά τας ταλαιπωρίας τας οποίας έπαθαν οι Ελληνες, ενώ εξ εναντίας οι Αργείοι ήσαν ακμαιότατοι, διότι δεν συνεπολέμησαν μετά των Λακεδαιμονίων κατά των Αθηναίων, αλλά μάλλον μένοντες φίλοι αμφοτέρων έδρεψαν τους καρπούς της ουδετερότητος ταύτης. Οι μεν Αργείοι λοιπόν εδέχθησαν τοιουτοτρόπως εις την συμμαχίαν των εκείνους εκ των Ελλήνων όσοι ηθέλησαν να συμμετάσχουν αυτής.
29. Οι δε Μαντινείς και οι σύμμαχοι των, φοβούμενοι τους Λακεδαιμονίους, εισήλθαν πρώτοι εις την συμμαχίαν ταύτην. Υποδουλώσαντες, ενόσω ακόμη διήρκει ο κατά των Αθηναίων πόλεμος, μέρος τι της Αρκαδίας υπήκοον των Λακεδαιμονίων, εσκέπτοντο ότι οι Λακεδαιμόνιοι μη έχοντες πλέον ενασχόλησιν δεν θα παρέβλεπαν την κατάληψιν εκείνην. Διά τούτο άσμενοι απετάθησαν προς τους Αργείους ως προς πόλιν μεγάλην, η οποία ήτο πάντοτε εχθρά των Λακεδαιμονίων και εκυβερνάτο δημοκρατικώς όπως αυτοί. Ότε δε απεστάτησαν οι Μαντινείς, η άλλη Πελοπόννησος εθορύβησεν ότι έπρεπε να ακολουθήση το παράδειγμά των, νομίσασα ότι οι Μαντινείς, μεταβαλόντες συμμάχους, είχαν προς τούτο λόγους ισχυροτέρους· και συγχρόνως ηγανάκτει διά πολλούς λόγους και μεταξύ άλλων, διότι εις τας Αττικάς σπονδάς εγράφη ότι ήτο επιτετραμμένον εις τους Λακεδαιμονίους και τους Αθηναίους να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν ό,τι ήθελε φανή εύλογον εις αυτούς. Τούτο προ πάντων το άρθρον εθορύβει την Πελοπόννησον και εγέννα την υποψίαν μήπως οι Λακεδαιμόνιοι μετά των Αθηναίων προτίθενται να υποδουλώσουν αυτήν· διότι η δικαιοσύνη απήτει ώστε η μεταβολή εκείνη εν τη συνθήκη να εφαρμόζεται εις όλους τους συμμάχους. Φοβούμενοι λοιπόν οι πολλοί έσπευσαν να συμμαχήσουν μετά των Αργείων.
30. Οι Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες τον θόρυβον εκείνον ο οποίος υπήρχεν εις την Πελοπόννησον, και ότι οι Κορίνθιοι, οι οποίοι ήσαν οι υποκινηταί, επρόκειτο και αυτοί να συμμαχήσουν με τους Αργείους, έστειλαν πρέσβεις εις την Κόρινθον, διά να προλάβουν την συμμαχίαν, και εξέφεραν κατηγορίαν εναντίον των Κορινθίων ως πρωταιτίων όλων εκείνων των ταραχών και ως ετοίμων να εγκαταλίπουν την συμμαχίαν της Λακεδαίμονος διά να συμμαχήσουν με τους Αργείους, προσθέτοντες ότι η Κόρινθος παρεβίαζε τους όρκους της και ότι είχεν ήδη άδικον μη δεχομένη την συνθήκην των Αθηναίων, μολονότι υπήρχε ρητή συμφωνία ώστε πάσα απόφασις της πλειονοψηφίας των συμμάχων να είναι ισχυρά, εκτός εάν υπήρχε προς τούτο κανέν εμπόδιον προκύπτον από τους θεούς ή τους ήρωας. Οι Κορίνθιοι, παρόντων και των συμμάχων εκείνων οίτινες δεν είχαν δεχθή την συνθήκην (και τους οποίους είχαν προσκαλέση προηγουμένως να παρευρεθούν), αντέλεγαν εις τους Λακεδαιμονίους, και χωρίς να είπουν αναφανδόν τα παράπονά των ως προς την μη απόδοσιν του Σολλίου, και του Ανακτορίου παρά των Αθηναίων, ουδέ να υπαινιχθώσι καμμίαν εκ των άλλων αδικιών τας οποίας ενόμιζαν ότι υπέστησαν, επροφασίσθησανν ότι δεν ηδύναντο να προδώσουν τους συμμάχους της Θράκης, προς τους οποίους από της πρώτης μετά των Ποτειδαιατών αποστασίας είχαν κάμη όρκους ιδιαιτέρους και άλλους ύστερον. Έλεγαν λοιπόν ότι δεν παρεβίαζαν τους όρκους των συμμάχων μη εισερχόμενοι εις τας σπονδάς των Αθηναίων· διότι λαβόντες ως μάρτυρας τους θεούς, θα επιώρκουν εάν επρόδιδον αυτούς. ’λλως ήτο γραμμένον εις τας συνθήκας «εκτός εάν υπάρχη κανέν εμπόδιον προκύπτον από τους θεούς ή τους ήρωας», τούτο δε (ήτοι οι προηγούμενοι όρκοι) εθεωρείτο παρ' αυτών ως εμπόδιον θείον. Και περί μεν των παλαιών συνθηκών ταύτα είπον, περί δε της μετά των Αργείων συμμαχίας είπον ότι ήθελαν συσκεφθή μετά των φίλων των και πράξη ό,τι ήτο δίκαιον. Και οι μεν πρέσβεις των Λακεδαιμονίων επέστρεψαν εις τα ίδια. Έτυχον δε παρόντες εν Κορίνθω και πρέσβεις των Αργείων, οι οποίοι προέτρεπαν τους Κορινθίους να εισέλθουν άνευ αναβολής εις την συμμαχίαν των, αλλ' ούτοι τους προσεκάλεσαν να παρευρεθούν εις την προσεχή συνέλευσιν η οποία θα συνεκαλείτο εις την πόλιν των.
31. Ήλθε δε κατά τον αυτόν καιρόν και πρεσβεία των Ηλείων και έκαμε πρώτον μεν συμμαχίαν με τους Κορινθίους, έπειτα δε απ' εκεί ελθόντες οι πρέσβεις εις το ’ργος, καθώς προελέχθη, συνωμολόγησαν συμμαχίαν και με τους Αργείους. Διότι ευρίσκοντο εις διάστασιν με τους Λακεδαιμονίους περί του Λεπρέου. Καθόσον ότε ποτέ οι Λεπρεάται έκαμαν πόλεμον μέ τινας εκ των Αρκάδων και παρεκλήθησαν υπό των Λεπρεατών οι Ηλείοι να γίνουν σύμμαχοί των παραχωρούντες το ήμισυ της γης αυτών και (συνεπεία τούτου) ότε ετελείωσεν ο πόλεμος, οι Ηλείοι αφήσαντες εις τους Λεπρεάτας να νέμωνται όλην την γην των υπεχρέωσαν αυτούς μόνον να φέρουν ετησίως έν τάλαντον εις τον Δία τον εν Ολυμπία· και μέχρι της εποχής του Αττικού (Πελοποννησιακού) πολέμου οι Λεπρεάται επλήρωναν, έπειτα δε επειδή φέροντες πρόφασιν τον πόλεμον έπαυσαν, οι Ηλείοι τους υπεχρέωσαν αναγκαστικώς· εκείνοι δε απηυθύνθησαν προς τους Λακεδαιμονίους. Και επειδή οι Λακεδαιμόνιοι εδέχθησαν να δικάσουν την διαφοράν, προϋποθέσαντες οι Ηλείοι ότι δεν θα ελάμβαναν το δίκαιόν των, εκδιώξαντες την επιτροπήν των Λεπρεατών, ελεηλάτουν την χώραν τούτων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ουχ ήττον εξέδωκαν απόφασιν ότι οι Λεπρεάται είναι αυτόνομοι και ότι έχουν άδικον οι Ηλείοι· και επειδή ούτοι δεν συνεμορφώθησαν με την απόφασιν, απέστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι φρουράν οπλιτών εις το Λέπρεον. Οι δε Ηλείοι εκφράζοντες την γνώμην ότι οι Λακεδαιμόνιοι απέδειξαν ούτως ότι η πόλις αυτών (των Ηλείων) δεν ήτο φιλική των και προβάλλοντες την συνθήκην εις την οποίαν ωρίζετο, καθείς ό,τι είχε πριν αρχίση ο Αττικός πόλεμος τούτο και να διατηρήση μετά την παύσιν του πολέμου, απεχωρίσθησαν των Λακεδαιμονίων ως μη απολαύοντες ισοδικίας και μετέβησαν προς τους Αργείους και ως προελέχθη συμμαχίαν μετ' αυτών συνωμολόγησαν και ούτοι. Έγιναν δε και οι Κορίνθιοι αμέσως έπειτα από εκείνους σύμμαχοι των Αργείων και προς τούτοις οι εν τη Χαλκιδική Θράκη. Οι Βοιωτοί δε και οι Μεγαρείς μολονότι λέγοντες ότι θα έκαμναν το ίδιον, έμεναν όμως ήσυχοι, παραμελούμενοι υπό των Λακεδαιμονίων, νομίζοντες όμως εν τούτοις ότι η δημοκρατία των Αργείων ήτο δι' αυτούς, πού είχαν ολιγαρχικόν πολίτευμα, ολιγώτερον συμφέρουσα παρ' ό,τι ο τρόπος του πολιτεύεσθαι των Λακεδαιμονίων.
32. Περί την αυτήν εποχήν του θέρους τούτου οι Αθηναίοι εκπολιορκήσαντες τους Σκιωναίους, τους μεν εφήβους απέκτειναν, τους δε παίδας και τας γυναίκας έκαμαν δούλους και έδωκαν την χώραν να την νέμωνται οι Πλαταιείς· αποκατέστησαν πάλιν τους Δηλίους εις την Δήλον, ενθυμούμενοι τας συμφοράς τας οποίας υπέστησαν εις τας μάχας και συμμορφούμενοι με τον χρησμόν του εν Δελφοίς θεού. Οι Φωκείς και οι Λοκροί ήρχισαν τον πόλεμον. Οι Κορίνθιοι και οι Αργείοι, ήδη σύμμαχοι μεταξύ των, μετέβησαν εις την Τεγέαν διά να την αποσπάσουν από τους Λακεδαιμονίους· βλέποντες ότι η Τεγέα απετέλει μέγα μέρος της Πελοποννήσου, ενόμιζαν ότι λαμβάνοντες αυτήν με το μέρος των θα προσελάμβαναν όλην την Πελοπόννησον. Αλλ' επειδή οι Τεγεάται απεκρίθησαν ότι δεν είχαν διάθεσιν να πράξουν τίποτε εναντίον των Λακεδαιμονίων, οι Κορίνθιοι, οι οποίοι μέχρι της στιγμής εκείνης ενήργουν μετά πολλής προθυμίας, εχαλάρωσαν τον ζήλον των φοβηθέντες μήπως δεν ενωθή κανείς μετ' αυτών. Ελθόντες όμως εις τους Βοιωτούς παρεκάλουν αυτούς να γίνουν σύμμαχοι αυτών και των Αργείων, και να ενεργήσουν από κοινού· και επειδή υπήρχε μεταξύ των Αθηναίων και των Βοιωτών δεκαήμερος ανακωχή γενομένη ολίγον χρόνον μετά τας πεντηκονταετείς σπονδάς, οι Κορίνθιοι παρεκίνησαν τους Βοιωτούς να τους συνοδεύσουν εις τας Αθήνας και να επιτύχουν υπέρ αυτών ανακωχήν ομοίαν εκείνης οπού είχον αυτοί οι Βοιωτοί· εν περιπτώσει δε αρνήσεως εκ μέρους των Αθηναίων, οι Κορίνθιοι απήτουν να διαλύσουν οι Βοιωτοί την ανακωχήν και να μη διαπραγματεύωνται εις το εξής ειμή συνεννοούμενοι από κοινού. Εις τας αιτήσεις ταύτας των Κορινθίων, οι Βοιωτοί, διά μεν την μετά των Αργείων συμμαχίαν επρότειναν να την αναβάλουν, ελθόντες δε εις τας Αθήνας μετά των Κορινθίων δεν ηδυνήθησαν να κατορθώσουν υπέρ αυτών την δεκαήμερον ανακωχήν, καθότι οι Αθηναίοι απεκρίθησαν ότι υπήρχον σπονδαί μετά των Κορινθίων, αφού ούτοι ήσαν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Ουχ ήττον οι Βοιωτοί δεν διέλυσαν την δεκαήμερον ανακωχήν, με άλας τας παρακλήσεις και τας αιτήσεις των Κορινθίων να συμμαχήσουν μετ' αυτών· υφίστατο δε μεταξύ των Κορινθίων και των Αθηναίων ανακωχή αλλ' άνευ συνθήκης.
33. Κατά το αυτό θέρος οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την οδηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Πλειστοάνακτος του Παυσανίου, εισήλθαν εις την χώραν των Παρρασίων της Αρκαδίας, οι οποίοι ήσαν υπήκοοι των Μαντινέων. Προσκληθέντες εκεί υπό των μερίδων αι οποίαι εφιλονίκουν μεταξύ των, ήθελαν συγχρόνως να κατεδαφίσουν εάν ηδύναντο το εν Κυψέλοις τείχος, το οποίον κείμενον εις την Παρρασικήν πλησίον της Λακωνικής Σκιρίτιδος είχε κτισθή υπό των Μαντινέων και εφρουρείτο παρ' αυτών. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ελεηλάτουν την χώραν των Παρρασίων, οι δε Μαντινείς, εμπιστευθέντες την πόλιν των εις φύλακας Αργείους, εφρούρουν αυτοί οι ίδιοι την χώραν των συμμάχων· αλλ' ιδόντες ότι ήτο αδύνατον να υπερασπίζουν συγχρόνως το εν Κυψέλοις φρούριον και τας πόλεις των Παρρασίων, ανεχώρησαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και τους Παρρασίους αυτονόμους καταστήσαντες και το τείχος κατεδαφίσαντες επέστρεψαν εις τα ίδια.
34. Κατά το αυτό θέρος, ότε οι στρατιώται οι μετά του Βρασίδου συνεκστρατεύσαντες ανεχώρησαν εκ της Θράκης και επέστρεψαν μετά τας σπονδάς εις την Λακεδαίμονα, οδηγούμενοι υπό του Κλεαρίδου, οι Λακεδαιμόνιοι εψήφισαν να μείνουν ελεύθεροι και να κατοικήσουν όπου ήθελαν οι Είλωτες οι μετά του Βρασίδου πολεμήσαντες, και μετ' ολίγον καιρόν πολεμούντες ήδη προς τους Ηλείους, αποκατέστησαν αυτούς μετά των νεοδαμωδών (νεωστί ελευθερωθέντων Ειλώτων) εις το Λέπρεον, κείμενον εις τα σύνορα της Λακωνικής και της Ηλείας. Διά δε τους εν τη Σφακτηρία αιχμαλώτους, οι οποίοι είχαν παραδώση τα όπλα, φοβηθέντες οι Λακεδαιμόνιοι μήπως ένεκα του δυστυχήματος αυτού νομίσουν εκείνοι ότι έχασαν την κοινήν υπόληψιν και ως εκ τούτου επιχειρήσουν πραξικόπημα τι εάν εξηκολούθουν διατηρούντες τα δικαιώματα των, τους εστέρησαν των δικαιωμάτων τούτων, μολονότι πολλοί εξ αυτών κατείχον αξιώματα. Η καθαίρεσις αύτη συνίστατο εις το να μη δύνανται ούτοι μήτε να γίνωνται άρχοντες μήτε να διαχειρίζωνται τα ιδικά των αγοράζοντες ή πωλούντες. Κατόπιν όμως ούτοι απέκτησαν πάλιν τα πολιτικά ταύτα δικαιώματα.
35. Κατά το αυτό θέρος οι Δικτιδιείς εκυρίευσαν την εις την παραλίαν του ’θω Θύσσον, η οποία ήτο σύμμαχος των Αθηναίων. Καθ' όλον το θέρος τούτο συνεκοινώνουν μεν μεταξύ των οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι, αλλ' αμέσως μετά τας σπονδάς υπώπτευαν αλλήλους και οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι ένεκα της μη αποδόσεως εκατέρωθεν πόλεών τινων. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι υποχρεωθέντες πρώτοι υπό του λαχνού να αποδώσουν την Αμφίπολιν και τα άλλα μέρη, ούτε αυτά απέδωκαν, ούτε ενήργησαν να δεχθούν την ειρήνην οι σύμμαχοι της Θράκης, οι Βοιωτοί και Κορίνθιοι, μολονότι υπέσχοντο πάντοτε ότι εν περιπτώσει αρνήσεως θα τους ηνάγκαζαν ενούμενοι μετά των Αθηναίων. Επροσδιώρισαν εν τούτοις άνευ γραπτής συμφωνίας τον χρόνον μετά την παρέλευσιν του οποίου, όσοι δεν ήθελαν εισέλθη εις την συμμαχίαν, θα ελογίζοντο ως εχθροί και των δύο. Βλέποντες λοιπόν οι Αθηναίοι ότι ουδεμία των υποσχέσεων τούτων εξεπληρούτο, ήρχισαν να υποπτεύουν τους Λακεδαιμονίους ότι δεν διενοούντο τίποτε δίκαιον. Διά τούτο και αυτοί όχι μόνον με όλας τας επανειλημμένας απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων ηρνήθησαν να αποδώσουν την Πύλον, αλλά και μετενόουν διότι απέδωκαν τους αιχμαλώτους της νήσου· διατηρούντες δε τα άλλα μέρη απεφάσισαν να περιμείνουν έως ότου εκπληρώσουν οι Λακεδαιμόνιοι τας υποσχέσεις των. Οι δε Λακεδαιμόνιοι έλεγαν ότι έπραξαν παν ό,τι ηδύναντο, ότι απέδωκαν τους Αθηναίους αιχμαλώτους όσους είχον εις την χώραν αυτών, ότι έδωκαν διαταγήν να επιστρέψουν τα στρατεύματα, τα οποία είχον εις την Θράκην και εις άλλα μέρη πού εξουσιάζαν· αλλ' όσον αφορά εις την Αμφίπολιν, εβεβαίωσαν ότι δεν ήτο εις την εξουσίαν των να την παραδώσουν· ήθελον όμως προσπαθήση να εισέλθουν εις τας συνθήκας οι Βοιωτοί και οι Κορίνθιοι, να αποδοθή το Πάνακτον και να επιστραφούν οι υπάρχοντες εις τους Βοιωτούς αιχμάλωτοι Αθηναίοι· επέμεναν όμως να τους αποδοθή η Πύλος, ή να εξαγάγουν τουλάχιστον απ' αυτής οι Αθηναίοι τους Μεσσηνίους και τους Είλωτας, όπως και οι Λακεδαιμόνιοι είχαν ανακαλέση τους στρατιώτας των εκ της Θράκης· τους άφηναν δε ελευθέρους, εάν ήθελαν να θέσουν εκεί Αθηναίους φρουρούς. Μετά πολλάς δε διαπραγματεύσεις γενομένας καθ' όλον το θέρος, έπεισαν τους Αθηναίους να εξαγάγουν εκ της Πύλου τους Μεσσηνίους και τους άλλους Είλωτας, οίτινες είχαν αποδράση εκ της Λακωνικής, και τους αποκατέστησαν εις τα Κράνια της Κεφαλληνίας. Παρήλθε λοιπόν το θέρος εκείνο ήσυχα και χωρίς να διακοπούν αι μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων σχέσεις.
36. Κατά τον ακόλουθον χειμώνα (έτυχαν δε να έχουν την αρχήν άλλοι έφοροι παρ' εκείνοι επί των οποίων εγένετο η συνθήκη, καί τινες μάλιστα εξ αυτών ήσαν εναντίοι της γενομένης συνθήκης) ήλθαν εις την Λακεδαίμονα πρεσβείαι από τας συμμάχους πόλεις· παρευρίσκοντο δε εκεί και Αθηναίοι και Βοιωτοί και Κορίνθιοι. Αφού δε πολλοί λόγοι αντηλλάγησαν μεταξύ των και εις ουδέν συμπέρασμα κατέληξαν, ητοιμάζοντο να αναχωρήσουν, ότε ο Κλεόβουλος και ο Ξενάρης, εκείνοι εκ των εφόρων οίτινες προ πάντων ήθελαν να διαλυθούν αι σπονδαί, έρχονται εις ιδιαιτέρας συνεννοήσεις με τους Βοιωτούς και τους Κορινθίους συμβουλεύοντες αυτούς επιμόνως να ομονοήσουν και προτρέποντες τους Βοιωτούς να εισέλθουν πρώτοι εις την συμμαχίαν των Αργείων και να προσπαθήσουν ακολούθως να καταστήσουν συμμάχους των Λακεδαιμονίων τους Αργείους ηνωμένους μετά των Βοιωτών· τοιουτοτρόπως δεν θα ηναγκάζοντο οι Βοιωτοί να εισέλθουν εις την αττικήν συμμαχίαν, οι δε Λακεδαιμόνιοι ολιγώτερον εφοβούντο την διάλυσιν των μετά των Αθηναίων συνθηκών, παρά το να έλθουν εις έριδας με το ’ργος· διότι πάντοτε είχαν ως αρχήν να επιζητούν την φιλίαν της πόλεως ταύτης νομίζοντες ότι διά του μέσου τούτου ο έξω της Πελοποννήσου πόλεμος ήθελεν είσθαι μάλλον εύκολος. Εν τούτοις παρεκάλεσαν τους Βοιωτούς να παραδώσουν εις αυτούς το Πάνακτον, ίνα ανταλλάσσοντες αυτό, εάν το κατόρθωναν, με την Πύλον, καταστήσουν ούτως ευχερέστερον τον προς τους Αθηναίους πόλεμον.
37. Και οι μεν Βοιωτοί και οι Κορίνθιοι λαβόντες τας οδηγίας ταύτας παρά του Ξενάρους και του Κλεοβούλου και όλων των Λακεδαιμονίων όσοι ήσαν φίλοι των, διά να τας ανακοινώσουν εις τας βουλάς της πατρίδος του έκαστος, ανεχώρησαν. Δύο όμως Αργείοι κατέχοντες τα πρώτιστα αξιώματα παρεμόνευσαν αυτούς καθ' οδόν, ενώ επέστρεφαν, και συναντήσαντες τους ηρώτησαν εάν οι Βοιωτοί ήθελαν να γίνουν σύμμαχοι των, ως οι Κορίνθιοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς, και τοις παρέστησαν ότι, εάν εγίνετο η συμμαχία αυτή, θα ήτο εύκολον εις τους Βοιωτούς, κοινώς συνεννοουμένους, και να πολεμήσουν και να ειρηνεύσουν, είτε μετά των Λακεδαιμονίων εάν ήθελαν, είτε μεθ' οιουδήποτε ήθελεν επιστή ανάγκη. Οι Βοιωτοί πρέσβεις μετ' ευχαριστήσεως ήκουσαν τας προτάσεις ταύτας, διότι κατά σύμπτωσιν τοις εζήτουν αυτό ακριβώς, το οποίον τους εσυστήθη παρά των εις την Λακεδαίμονα φίλων. Οι δύο λοιπόν Αργείοι, ιδόντες αυτούς δεχομένους ευνοϊκώς τους λόγους εκείνους, τους είπαν, ότι ήθελαν πέμψη πρέσβεις εις Βοιωτίαν, και απήλθον. Επιστρέψαντες οι Βοιωτοί ανήγγειλαν εις τους βοιωτάρχας και τας των Λακεδαιμονίων προτάσεις και τας των Αργείων τους οποίους συνήντησαν. Τότε οι βοιωτάρχαι ευχαριστήθησαν και ο ζήλος των ηύξησεν όταν είδαν ότι αμφοτέρωθεν οι μεν φίλοι τους οποίους είχαν εις την Λακεδαίμονα απέτειναν εις αυτούς τας ομοίας αιτήσεις, οι δε Αργείοι συνέτρεχαν προς τον αυτόν σκοπόν. Ύστερον δε απ' ολίγον ήλθαν εις την Βοιωτίαν πρέσβεις των Αργείων διά να ζητήσουν την εκτέλεσιν εκείνων τα οποία είχαν συμφωνηθή· και οι βοιωτάρχαι τους έστειλαν οπίσω αφού εδέχθησαν τας προτάσεις των και υπεσχέθησαν να στείλουν πρέσβεις εις το ’ργος διά να διαπραγματευθούν την συμμαχίαν.
38. Εν τούτοις οι βοιωτάρχαι, οι Κορίνθιοι, οι Μεγαρείς και οι πρέσβεις της Θράκης ενόμισαν πρέπον να υποχρεωθούν προ παντός άλλου δι' αμοιβαίων όρκων να δώσουν προσωρινήν βοήθειαν εις οποιονδήποτε ήθελε λάβη ανάγκην αυτής και να μη κάμουν πόλεμον ή ειρήνην ειμή μετά προηγουμένην κοινήν συνεννόησιν. Υπό τους όρους τούτους οι Βοιωτοί και οι Μεγαρείς, οι οποίοι ενήργουν εκ συμφώνου, υπέσχοντο να συμμαχήσουν με τους Αργείους. Πριν όμως δοθούν οι όρκοι, οι βοιωτάρχαι ανεκοίνωσαν τας αποφάσεις ταύτας εις τας τεσσάρας βουλάς των Βοιωτών, αι οποίαι έχουν την υπερτάτην εξουσίαν, και εζήτησαν παρ' αυτών να υποχρεωθούν επισήμως μεθ' όλων των πόλεων όσαι ήθελον να συνασπισθούν προς κοινήν υπεράσπισιν. Αλλ' αι βουλαί δεν εδέχθησαν την πρότασιν ταύτην επί τω φόβω μήπως ενεργήσουν εναντίον των συμφερόντων των Λακεδαιμονίων συνδεόμενοι με κοινόν συμμαχίας όρκον μετά των Κορινθίων, οίτινες είχαν αποσπασθή από αυτούς· διότι οι βοιωτάρχαι δεν είχαν ανακοινώσει εις τας βουλάς τα εν Λακεδαίμονι συμβάντα, δηλαδή ότι οι έφοροι Κλεόβουλος, Ξενάρης και οι φίλοι των Βοιωτών τους συνεβούλευσαν να γίνουν πρώτον σύμμαχοι των Αργείων και των Κορινθίων, διά να τους ελκύσουν ακολούθως εις την συμμαχίαν των Λακεδαιμονίων· οι βοιωτάρχαι είχαν νομίση ότι η βουλή αύτη, και εις περίστασιν, κατά την οποίαν δεν ήθελαν είπη εις αυτήν όλας ταύτας τας λεπτομερείας, δεν ήθελε ψηφίση άλλα ειμή όσα είχαν αποφασισθή κατά προηγουμένην συνεννόησιν. Επειδή λοιπόν το πράγμα έλαβε τροπήν εναντίαν, οι μεν Κορίνθιοι και οι από Θράκης πρέσβεις απήλθον άπρακτοι, οι δε βοιωτάρχαι, οι οποίοι ώφειλαν πρώτον, εάν επετύγχαναν εις την υπόθεσιν ταύτην, να προσπαθήσουν και κάμουν συμμαχίαν προς τους Αργείους, δεν έκαμαν πλέον εις τας βουλάς άλλην πρότασιν αφορώσαν εις τους Αργείους και δεν έπεμψαν εις το ’ργος τους πρέσβεις τους οποίους υπεσχέθησαν. Τα πάντα λοιπόν αμελήθησαν και ανεβλήθησαν επ' αόριστον.
39. Κατά τον αυτόν χειμώνα οι Ολύνθιοι προσέβαλαν αιφνιδίως την Μηκύβερναν, την οποίαν εφύλατταν οι Αθηναίοι, και την εκυρίευσαν. Μετά δε ταύτα (διότι μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων εξηκολούθουν αι φιλονικίαι περί των αμοιβαίων αποδόσεων) οι Λακεδαιμόνιοι, ελπίζοντες ότι, εάν το Πάνακτον αποδοθή υπό των Βοιωτών εις τους Αθηναίους, αυτοί θα ελάμβαναν οπίσω (από τους Αθηναίους) την Πύλον, έστειλαν πρεσβείαν εις τους Βοιωτούς και παρεκάλουν να τους παραδώσουν το Πάνακτον και τους Αθηναίους δεσμώτας, διά να λάβουν αντ' αυτών την Πύλον. Αλλ' οι Βοιωτοί απεκρίθησαν ότι δεν τα απέδιδαν πριν οι Λακεδαιμόνιοι συνομολογήσουν και μετ' αυτών ιδιαιτέραν συμμαχίαν, καθώς συνωμολόγησαν μετά των Αθηναίων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ηξεύροντες μεν ότι θα ηδίκουν τους Αθηναίους (καθότι ήτο συμφωνημένον μήτε πόλεμον μήτε ειρήνην να κάμουν άνευ κοινής συνεννοήσεως), θέλοντες όμως να λάβουν το Πάνακτον, διά να το ανταλλάξουν με την Πύλον, και συγχρόνως επειδή οι υπέρ της διαλύσεως των συνθηκών εργαζόμενοι υπεστήριζαν ενθέρμως τους Βοιωτούς, έκλεισαν την συμμαχίαν κατά τα τέλη πλέον του χειμώνος και ενώ εκόντευεν η άνοιξις. Αμέσως το Πάνακτον κατεδαφίσθη και ούτως ετελείωσε το ενδέκατον έτος του πολέμου τούτου.
40. ’μα δε ήλθεν η άνοιξις, κατά τας πρώτας ημέρας του επομένου θέρους (1) οι Αργείοι, μη βλέποντες ερχομένους τους πρέσβεις τους οποίους οι Βοιωτοί είχαν υποσχεθή να τους πέμψουν, και μαθόντες συγχρόνως ότι το Πάνακτον είχε κατεδαφισθή και ότι οι Βοιωτοί συνήψαν ιδιαιτέραν συμμαχίαν μετά των Λακεδαιμονίων, εφοβήθησαν μήπως απομονωθούν και όλοι οι σύμμαχοί των προσχωρήσουν εις τους Λακεδαιμονίους. Ενόμιζαν ότι οι Βοιωτοί είχαν αναγκασθή υπό των Λακεδαιμονίων να κατεδαφίσουν το Πάνακτον και να εισέλθουν εις την συμμαχίαν των Αθηναίων, και ότι οι Αθηναίοι ήσαν εν γνώσει τούτων εις τρόπον ώστε εφοβούντο ότι δεν θα ηδύναντο πλέον να συμμαχήσουν ουδέ με τους Αθηναίους· διότι κατ' αρχάς είχαν ελπίση ότι συνεπεία των διαφορών, εάν συνέβαινε να διαλυθή η μετά των Λακεδαιμονίων συνθήκη, θα ηδύναντο τουλάχιστον να συνδέσουν συμμαχίαν μετά των Αθηναίων. Ευρισκόμενοι λοιπόν εις αμηχανίαν οι Αργείοι και φοβούμενοι μήπως αναγκασθούν να πολεμήσουν κατά των Λακεδαιμονίων, των Τεγεατών, των Βοιωτών και των Αθηναίων συγχρόνως, αυτοί οίτινες πρότερον δεν εδέχθησαν την συνθήκην των Λακεδαιμονίων, αλλ' εκολακεύοντο εν τη υπερηφανεία των ότι ήθελαν γίνη ηγεμόνες της Πελοποννήσου, έστειλαν ως ηδύναντο τάχιστα πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα, τον Εύστροφον και τον Αίσωνα, οίτινες ενομίζοντο ότι είχαν μεγίστην εύνοιαν από τους Λακεδαιμονίους, νομίζοντες ότι το καλλίτερον πού είχαν να κάμουν προς το παρόν ήτο να συνθηκολογήσουν μετά των Λακεδαιμονίων όπως ηδύναντο και να μένουν ησυχάζοντες.
41. ’μα τη αφίξει των οι πρέσβεις ούτοι συνωμίλησαν με τους Λακεδαιμονίους περί των όρων υπό τους οποίους ηδύναντο να γίνουν αι σπονδαί. Και κατ' αρχάς μεν εζήτησαν οι Αργείοι να αναθέσουν εις την διαιτησίαν πόλεώς τινος ή ιδιώτου την διαφοράν την οποίαν είχαν αιωνίως περί της Κυνουρίας, χώρας μεθορίας, πού περικλείει τας πόλεις Θυρέαν και Ανθήνην και ανήκει εις τους Λακεδαιμονίους· έπειτα δε, επειδή οι Λακεδαιμόνιοι δεν επέτρεπαν να γίνεται μνεία περί της χώρας ταύτης, αλλ' έλεγαν ότι ήσαν έτοιμοι, εάν ήθελαν οι Αργείοι, να συνθηκολογήσουν ως πρότερον, οι πρέσβεις του ’ργους, με όλην την άρνησιν ταύτην, τους έπεισαν να συγκατατεθούν εις τους εξής όρους· προς το παρόν να κάμουν σπονδάς πεντηκονταετείς, κατά το διάστημα των οποίων οι δύο λαοί ήθελαν, έχει το δικαίωμα, προηγουμένης διακηρύξεως και εκτός της περιπτώσεως λοιμού ή πολέμου εις την Λακεδαίμονα ή το ’ργος, να διαμφισβητήσουν μεν διά των όπλων την κυριότητα της χώρας ταύτης, όπως τούτο είχε γίνη άλλοτε, ότε αμφότερα τα μέρη ηξίωσαν ότι ενίκησαν, να μη εκτείνουν δε την καταδίωξιν πέραν των ορίων του ’ργους ή της Λακεδαίμονος. Αι προτάσεις αύται εφάνησαν κατ' αρχάς εις τους Λακεδαιμονίους μωραί, έπειτα όμως (επειδή επεθύμουν εξ ανάγκης να έχουν την φιλίαν του ’ργους) συγκατετέθησαν και έδωκαν έγγραφον συνθήκην. Αλλά πριν την επικυρώσουν παρεκάλεσαν τους πρέσβεις να επιστρέψουν πρώτον εις το ’ργος διά να την υποβάλουν εις το πλήθος, και εάν εγίνετο παρ' αυτού δεκτή, να επανέλθουν εις την εορτήν του Υακίνθου προς ανταλλαγήν των απαιτουμένων όρκων.
42. Και οι μεν πρέσβεις ανεχώρησαν. Εις τον αυτόν δε καιρόν, πού οι Αργείοι διεπραγματεύοντο ταύτα, οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων Ανδρομέδης, Φαίδιμος και Αντιμενίδας, οι οποίοι έπρεπε να λάβουν παρά των Βοιωτών το Πάνακτον και τους αιχμαλώτους διά να τα αποδώσουν εις τους Αθηναίους, εύρον το μεν Πάνακτον παρ' αυτών των Βοιωτών κατεδαφισμένον, επί τη προφάσει ότι υπήρχαν παλαιοί όρκοι μεταξύ των Αθηναίων και των Βοιωτών γενόμενοι καθ' ον καιρόν ημφισβήτουν την θέσιν ταύτην, την οποίαν μήτε οι μεν μήτε οι δε έπρεπε να κατοικήσουν αλλά να έχουν την νομήν αυτής από κοινού. Τους δε άνδρας των Αθηναίων, τους οποίους είχον αιχμαλώτους οι Βοιωτοί, παραλαβόντες οι περί τον Ανδρομέδην έφεραν και τους απέδωκαν εις τους Αθηναίους. Ανήγγειλαν επίσης ότι το Πάνακτον είχε κατεδαφισθή, αξιούντες ότι απέδωκαν και τούτο, αφού ουδείς εχθρός των Αθηναίων ήθελε κατοίκηση εις αυτό. Εις τους λόγους τούτους οι Αθηναίοι ηγανάκτησαν, διότι ενόμιζαν ότι έγιναν θύματα της αδικίας των Λακεδαιμονίων διά της καθαιρέσεως του Πανάκτου, το οποίον έπρεπε να τοις παραδοθή ακέραιον, και διότι έμαθαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν κάμη εκτός τούτου ιδιαιτέραν συμμαχίαν με τους Βοιωτούς, μολονότι είχαν υποσχεθή προηγουμένως να ενώσουν τας προσπαθείας των διά να αναγκάσουν εις ειρήνην τους αρνουμένους. Ηρεύνησαν συγχρόνως οι Αθηναίοι λεπτομερώς όλας τας άλλας παραβιάσεις της συνθήκης και εθεώρησαν εαυτούς ως εξαπατηθέντας· διά τούτο αποκριθέντες τραχέως προς τους πρέσβεις απέπεμψαν αυτούς.
43. Ενώ οι Λακεδαιμόνιοι είχαν τας διαφοράς ταύτας προς τους Αθηναίους, οι εν Αθήναις επιθυμούντες την διάλυσιν των συνθηκών ήρχισαν αμέσως τας ενεργείας των. Μεταξύ αυτών ήτο και ο Αλκιβιάδης ο υιός του Κλεινίου, ο οποίος εις κάθε άλλην πόλιν κατ' εκείνην την εποχήν θα εθεωρείτο ως νεανίας, ο οποίος δε ετιμάτο διά την ευγένειαν των προγόνων του· ούτος είχε πλήρη την πεποίθησιν ότι ήτο προτιμότερον να ενωθούν με τους Αργείους· αλλ' η αντίστασίς του κατά των Λακεδαιμονίων επήγαζε προ πάντων εκ της προσβληθείσης υπερηφάνειας του, διότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν διαπραγματευθή την ειρήνην διά του Νικίου και του Λάχητος περιφρονούντες αυτόν διά την νεότητά του και μη τιμώντες διά την αρχαίαν προξενίαν από της οποίας είχε μεν παραιτηθή ο πάππος του, αλλ' ο Αλκιβιάδης διενοείτο να την ανανεώση προσφέρων τας υπηρεσίας του εις τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας. Νομίζων λοιπόν ότι προσεβλήθη υπό πάσαν έποψιν, πρώτον μεν αντέστη εις την ειρήνην λέγων ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήσαν ασφαλείς, και ότι έκαμαν την ειρήνην αποκλειστικώς και μόνον διά να στερήσουν τους Αθηναίους των Αργείων, συμμαχούντες μετ' αυτών και να επιτεθούν κατόπιν κατά των Αθηναίων απομονωμένων· έπειτα, όταν προέκυψεν η φιλονικία εκείνη έστειλεν αμέσως απεσταλμένους προς τους Αργείους αυθορμήτως διά να τους παραγγείλη επιμόνως να έλθουν ως τάχιστα μετά των Μαντινέων και των Ηλείων και ζητήσουν την συμμαχίαν των Αθηναίων, καθότι η στιγμή ήτο κατάλληλος, και ότι αυτός ήθελε συμπράξη όσον ηδύνατο.
44. Εις την αγγελίαν ταύτην οι Αργείοι, οίτινες προ πάντων έμαθαν ότι η συμμαχία των Βοιωτών μετά των Λακεδαιμονίων έγινεν άνευ της συγκαταθέσεως των Αθηναίων και ότι είχεν εγερθή μεγάλη φιλονικία μεταξύ τούτων και των Λακεδαιμονίων, έδειξαν αδιαφορίαν πλέον διά τους πρέσβεις οίτινες είχαν αναχωρήση διά να διαπραγματευθούν την ειρήνην εις Λακεδαίμονα, και έστρεψαν όλην την προσοχήν των προς τους Αθηναίους νομίζοντες ότι εάν περιπλακούν εις πόλεμον ήθελον έχη ως σύμμαχον μίαν πόλιν, αρχαίαν αυτών φίλην, δημοκρατουμένην ως αυτοί, και μεγάλην έχουσαν την κατά θάλασσαν δύναμιν. Ευθύς λοιπόν έστειλαν πρέσβεις προς τους Αθηναίους διά να διαπραγματευθούν περί της συμμαχίας· συναπεστάλησαν δε και οι Ηλείοι και οι Μαντινείς. Αλλά και οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ταχέως πρέσβεις προς τους Αθηναίους εκείνους τους οποίους ενόμιζαν ότι ήσαν εις αυτούς ευνοϊκοί, ήτοι τον Φιλοχαρίδαν, τον Λέοντα και τον Ένδιον, φοβηθέντες μήπως οι Αθηναίοι εν τη οργή των συμμαχήσουν με τους Αργείους, και συγχρόνως θέλοντες να ζητήσουν την Πύλον αντί του Πανάκτου, και να δικαιολογήσουν την μετά των Βοιωτών συμμαχίαν των παριστώντες αυτήν ως αβλαβή διά τους Αθηναίους.
45. Οι πρέσβεις λοιπόν ούτοι αναγγείλαντες εις την βουλήν το αντικείμενον της αποστολής των και ότι ήλθαν έχοντες πληρεξουσιότητα να συμβιβάσουν άλας τας διαφοράς, εφόβησαν τον Αλκιβιάδην μήπως, εάν έλεγαν τα αυτά και εις τον δήμον, καταπείσουν το πλήθος και ούτως απορριφθή η των Αργείων συμμαχία. Ιδού λοιπόν τι επενόησε κατ' αυτών ο Αλκιβιάδης· πείθει τους Λακεδαιμονίους, δίδων εις αυτούς διαβεβαιώσεις, ότι, εάν δεν ανήγγελλαν εις τον δήμον ότι είχαν έλθη εφωδιασμένοι με πάσαν πληρεξουσιότητα, θα απέδιδεν εις αυτούς την Πύλον ότι θα εύρισκε τρόπον να πείση τους Αθηναίους, όπως (πριν) τους είχε πείση να αντισταθούν μέχρι της στιγμής εκείνης, και ότι θα τους εβοήθει να τακτοποιήσουν τα επίλοιπα. Ενήργει δε ταύτα διότι ήθελε να αποσπάση τους Λακεδαιμονίους από τον Νικίαν και να διαβάλη αυτούς εις τον δήμον παριστών ότι ουδέν ειλικρινές είχαν κατά νουν και αντέφασκον, διά του τρόπου δε τούτου να καταστήση συμμάχους των Αθηναίων τους Ηλείους και τους Μαντινείς. Τούτο και εγένετο. Όταν οι πρέσβεις παρουσιάσθησαν ενώπιον του δήμου, και εις τας αποταθείσας προς αυτούς ερωτήσεις δεν απεκρίθησαν (ως εν τη βουλή) ότι είχαν έλθη με πληρεξουσιότητα, τότε οι Αθηναίοι έχασαν την υπομονήν των· και επειδή ο Αλκιβιάδης επετίθετο μετά πλειοτέρας σφοδρότητος ή πρότερον κατά των Λακεδαιμονίων, τον ήκουσαν και ήσαν έτοιμοι να εισαγάγουν τους Αργείους και τους μετ' αυτών και να συνομολογήσουν μετ' αυτών την συμμαχίαν αλλά, επειδή συνέβη σεισμός πριν γίνη ψηφοφορία, η εκκλησία εκείνη ανεβλήθη.
46. Κατά την επομένην εκκλησίαν ο Νικίας, με όλην την απάτην εις την οποίαν είχαν περιπέση οι Λακεδαιμόνιοι και αυτός ο ίδιος, αναγκάσας αυτούς να μη ομολογήσουν ότι ήλθαν με πάσαν πληρεξουσιότητα, παρέστησεν ότι ήτο προτιμότερον να γίνουν φίλοι των Λακεδαιμονίων, να αναβάλουν τας μετά των Αργείων διαπραγματεύσεις και να στείλουν ακόμη πρέσβεις εις τους Λακεδαιμονίους διά να μάθουν τι διανοούνται, λέγων ότι ο πόλεμος ανεβλήθη προς το συμφέρον των Αθηναίων και ταπείνωσιν των Λακεδαιμονίων, ότι την ευδαιμονίαν εκείνην την οποίαν είχαν έπρεπε να την διατηρήσουν όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι ευρίσκοντο εις δυστυχίαν, είχαν μέγιστον συμφέρον να αρχίσουν τον αγώνα όσον το δυνατόν ταχύτερον. Τους έπεισε λοιπόν να στείλουν πρέσβεις, μεταξύ των οποίων ήτο και αυτός, διά να προσκαλέσουν τους Λακεδαιμονίους, εάν οι σκοποί των ήσαν ειλικρινείς, να αποδώσουν το Πάνακτον ανέπαφον, καθώς και την Αμφίπολιν, και να παραιτηθούν της μετά των Βοιωτών συμμαχίας (εκτός εάν ούτοι ήθελαν να μετάσχουν της κοινής συνθήκης) συμφώνως με τον όρον ο οποίος εις ουδένα επέτρεπε να συνάψη συμμαχίαν τινά άνευ της συγκαταθέσεως και των δύο. Οι πρέσβεις είχαν επίσης διαταγήν να είπουν ότι, εάν οι Αθηναίοι ήθελαν να φανούν άδικοι, θα παρελάμβαναν ήδη εις την συμμαχίαν των τους Αργείους, οι οποίοι είχαν έλθη προς αυτόν τον σκοπόν εις τας Αθήνας. Ο Νικίας λοιπόν και οι σταλέντες μετ' αυτού άλλοι πρέσβεις λαβόντες οδηγίας περί όλων των παραπόνων ανεχώρησαν και φθάσαντες εις την Λακεδαίμονα εγνωστοποίησαν την αποστολήν των και τέλος είπαν ότι, εάν οι Λακεδαιμόνιοι δεν παρητούντο της συμμαχίας των Βοιωτών, ενόσω οι τελευταίοι ούτοι έμεναν εκτός της κοινής συνθήκης, θα έκλειαν και οι Αθηναίοι συμμαχίαν με τους Αργείους και τους μετ' αυτών. Οι Λακεδαιμόνιοι ακούσαντες τους λόγους (υποστάντες την επίδρασιν) του εφόρου Ξενάρους και των συμμεριζομένων την γνώμην αυτού, απεκρίθησαν ότι δεν παρητούντο της συμμαχίας· εν τούτοις ανενέωσαν τους όρκους επί τη αιτήσει του Νικίου, ο οποίος εφοβείτο να αναχωρήση χωρίς να πράξη τίποτε και να κατηγορηθή, το οποίον και συνέβη, ότι ήτο αίτιος των μετά των Λακεδαιμονίων σπονδών. Μετά την αναχώρησιν αυτού, άμα έμαθαν οι Αθηναίοι ότι ουδέν επράχθη εις την Λακεδαίμονα, ευθύς ωργίσθησαν, και νομίσαντες ότι προσεβλήθησαν, έκαμαν μετά των Αργείων και των συμμάχων αυτών, οίτινες ευρίσκοντο εις τας Αθήνας και τους οποίους προσήγαγεν ο Αλκιβιάδης, την ακόλουθον ειρήνην και συμμαχίαν.
47. «Οι Αθηναίοι, καθώς και οι Αργείοι, οι Μαντινείς και οι Ηλείοι, δι' εαυτούς και διά τους συμμάχους επί των οποίων άρχουσιν εκάτεροι, έκαμαν σπονδάς δι' εκατόν έτη κατά γην και κατά θάλασσαν χωρίς δόλον και χωρίς καμμίαν ζημίαν εκατέρωθεν. Δεν επιτρέπεται εις τους Αργείους, εις τους Ηλείους, εις τους Μαντινείς και εις τους συμμάχους των οιαδήποτε εχθροπραξία κατά των Αθηναίων και των συμμάχων επί των οποίων άρχουσιν οι Αθηναίοι· επίσης απαγορεύεται εις τους Αθηναίους και τους συμμάχους των πάσα, δι' οιουδήποτε μέσου και τρόπου, εχθροπραξία εναντίον των Αργείων, των Ηλείων, των Μαντινέων και των συμμάχων των. Επί τη βάσει ταύτη οι Αθηναίοι, οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς θα είνε σύμμαχοι επί εκατόν έτη· και εάν εχθροί εισβάλουν εις την χώραν των Αθηναίων, οφείλουν οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς να σπεύσουν, μόλις ήθελαν ζητήση τούτο οι Αθηναίοι, και να βοηθήσουν τας Αθήνας δι' όλης της δυνάμεως και διά παντός τρόπου· εάν δε οι εχθροί λεηλατήσαντες αναχωρήσουν, να θεωρήται η χώρα των ως εχθρά των Αργείων, των Μαντινέων, των Ηλείων και των Αθηναίων, και να πολεμηθή υπό όλων των πόλεων τούτων· εις ουδεμίαν δε εκ των πόλεων τούτων επιτρέπεται να παύση τον κατά της πόλεως εκείνης πόλεμον χωρίς την συγκατάθεσιν όλων. Επίσης οφείλουν οι Αθηναίοι να σπεύδουν εις βοήθειαν του ’ργους, της Μαντινείας και της Ήλιδος, εάν εχθροί εισβάλουν εις την χώραν των Ηλείων, ή των Μαντινέων, ή των Αργείων, επί τη αιτήσει καθεμιάς εκ των πόλεων τούτων, δι' όλης των της δυνάμεως και διά παντός τρόπου· εάν δε οι εχθροί λεηλατήσαντες αναχωρήσουν, να θεωρήται η χώρα των ως εχθρά των Αθηναίων, των Αργείων, των Μαντινέων και των Ηλείων, και να πολεμηθή υπό όλων των πόλεων τούτων· εις ουδεμίαν δε εκ των πόλεων τούτων επιτρέπεται να παύση τον κατά της πόλεως εκείνης πόλεμον χωρίς την συγκατάθεσιν όλων. Δεν επιτρέπεται εις ενόπλους άνδρας να διέρχωνται διά της χώρας των μεταβαίνοντες εις πόλεμον μηδέ διά της χώρας των συμμάχων επί των οποίων άρχει εκάστη εκ των πόλεων τούτων· επίσης απαγορεύεται και το πέρασμα διά θαλάσσης, εκτός εάν ψηφίσουν τούτο όλαι αι πόλεις, η των Αθηναίων, η των Αργείων, η των Μαντινέων και η των Ηλείων. Η πόλις η οποία θέλει πέμψη επικουρίας, οφείλει να παρέχη και τρόφιμα επί τριάκοντα ημέρας από της στιγμής πού ο στρατός εισέλθη εις την χώραν της πόλεως εκείνης, η οποία ήθελε ζητήση την βοήθειαν, το αυτό δε και όταν ο στρατός αναχωρήση· εάν η διαμονή του στρατού παραταθή, η ζητήσασα αυτόν πόλις θέλει δίδη ως σιτηρέσιον, εις έκαστον μεν οπλίτην, και ψιλόν, και πελταστήν, τρεις οβολούς της Αιγίνης καθ' ημέραν, εις έκαστον δε ιππέα μίαν δραχμήν της Αιγίνης. Η πόλις η ζητήσασα βοήθειαν ας έχη την αρχηγίαν ενόσω ο πόλεμος γίνεται εντός της χώρας της· αλλ' εάν αι πόλεις ήθελαν κρίνη ότι πρέπει να εκστρατεύσουν από κοινού, ας έχη εκάστη ίσον μέρος εις την αρχηγίαν. Τας σπονδάς θα ορκισθούν οι Αθηναίοι δι' εαυτούς και διά τους συμμάχους των, οι δε Αργείοι, οι Μαντινείς, οι Ηλείοι και οι σύμμαχοι τούτων θέλουν ορκισθή κατά πόλεις. Καθείς θα ορκισθή τον μέγιστον επιχώριον όρκον θύων τέλεια θύματα. Ο δε όρκος θα είναι ο εξής: «Θέλω μείνη σταθερός εις την συμμαχίαν, η οποία συνεφωνήθη καθ' ολοκληρίαν δικαία, άνευ βλάβης και άνευ δόλου, και δεν θέλω παραβή αυτήν δι' ουδενός μέσου και κατ' ουδένα τρόπον.» Τον όρκον θα δώσουν εις τας Αθήνας ενώπιον των πρυτάνεων η βουλή και αι επιτόπιαι αρχαί· εις το ’ργος η βουλή, οι ογδοήκοντα και οι αρμοσταί άρχοντες ενώπιον των ογδοήκοντα· εις Μαντίνειαν οι δημογέροντες, η βουλή και αι άλλαι αρχαί, ενώπιον των ιερατικών αρχόντων και των πολεμάρχων εις την Ήλιδα οι δημογέροντες, οι διαχειρισταί των δημοσίων προσόδων και οι εξακόσιοι, ενώπιον των διαρκών δημογερόντων και των νομοφυλάκων. Οι όρκοι θα ανανεούνται υπό των Αθηναίων μεταβαινόντων εις την Ήλιδα, εις την Μαντίνειαν και εις το ’ργος, τριάκοντα ημέρας προ των Ολυμπιακών αγώνων, και υπό των Αργείων, των Ηλείων και των Μαντινέων μεταβαινόντων εις τας Αθήνας δέκα ημέρας προ των μεγάλων Παναθηναίων. Αι περί των σπονδών, των όρκων και της συμμαχίας συνθήκαι θα αναγραφούν υπό των Αθηναίων επί μαρμαρίνης στήλης της ακροπόλεως, υπό των Αργείων εις τον ναόν του Απόλλωνος εν τη αγορά, υπό των Μαντινέων εις τον ναόν του Διός εν τη αγορά· ωρίσθη να κατατεθή επίσης από κοινού χαλκή στήλη εις την Ολυμπίαν κατά τα προσεχώς τελεσθησόμενα Ολύμπια. Εάν αι πόλεις αύται νομίσουν ότι παρελείφθη τι καλόν, δύνανται να το προσθέσουν εις τους όρους τούτους· παν δε ό,τι ήθελε κριθή ως ωφέλιμον διά τας πόλεις αυτάς μετά συζήτησιν από κοινού, τούτο θέλει κυρωθή και έχη ισχύν.»
48. Αι μεν σπονδαί και αι συμμαχίαι κατ' αυτόν τον τρόπον έγιναν εκείναι δε αι οποίαι υπήρχαν μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων, δεν διελύθησαν ένεκα τούτου ούτε παρά των μεν ούτε παρά των δε. Οι Κορίνθιοι, μολονότι όντες σύμμαχοι των Αργείων, δεν εισήλθαν εις αυτάς, και δεν έλαβαν μέρος ουδέ εις τας προηγουμένας διά των οποίων οι Ηλείοι, οι Αργείοι και οι Μαντινείς είχαν υποχρεωθή μήτε ειρήνην μήτε πόλεμον να κάμνουν άνευ κοινής συνεννοήσεως· αλλ' είπον ότι ηρκούντο εις την πρώτην γενομένην αμυντικήν συμμαχίαν, κατά την οποίαν ώφειλαν να βοηθώνται αμοιβαίως χωρίς να εκστρατεύσουν εναντίον κανενός από κοινού. Και οι μεν Κορίνθιοι τοιουτοτρόπως απεχωρίσθησαν από τους συμμάχους τούτους και έκλιναν εκ νέου προς τους Λακεδαιμονίους.
49. Κατά το θέρος δε τούτο ετελέσθησαν τα Ολύμπια εις τα οποία ο Αρκάς Ανδροσθένης ενίκησε πρώτος εις το παγκράτιον· και η είσοδος εις τον ναόν απηγορεύθη εις τους Λακεδαιμονίους υπό των Ηλείων, εις τρόπον ώστε ούτοι δεν ηδύναντο πλέον μήτε να προσφέρουν θυσίας μήτε να αγωνίζωνται, διότι δεν επλήρωσαν εις τους Ηλείους το πρόστιμον εις το οποίον κατά τον Ολυμπιακόν νόμον είχαν καταδικασθή υπ' αυτών ως επιτεθέντες εναντίον του φρουρίου Φύρκου και πέμψαντες οπλίτας εις το Λέπρεον και τας Ολυμπιακάς σπονδάς. Η καταδίκη ήτο δισχίλιαι μναι, δύο μναι δι' έκαστον οπλίτην, συμφώνως με τον νόμον. Οι Λακεδαιμόνιοι πέμψαντες πρέσβεις αντέλεγον ότι η εις αυτούς επιβληθείσα καταδίκη δεν ήτο δικαία, επειδή αι σπονδαί δεν είχαν ακόμη αναγγελθή εις την Λακεδαίμονα ότε έπεμψαν τους οπλίτας. Οι Ηλείοι όμως απεκρίθησαν ότι η διακοπή των εχθροπραξιών (εκεχειρία) υπήρχεν ήδη παρά τοις Λακεδαιμονίοις, διότι πρώτον εις την Λακεδαίμονα ανήγγειλαν αυτήν και ενώ οι Ηλείοι ησύχαζαν ως εν καιρώ ανακωχής, οι Λακεδαιμόνιοι λαθραίως διέπραξαν την αδικίαν εκείνην. Οι Λακεδαιμόνιοι απήντησαν ότι οι Ηλείοι δεν θα ανήγγελλαν κατ' εκείνην την εποχήν την διακοπήν των εχθροπραξιών εις την Λακεδαίμονα εάν ενόμιζαν εαυτούς ως υποστάντας προσβολήν, αλλ' ότι ανήγγειλαν αυτήν μη νομίζοντες ότι είχαν υποστή προσβολήν, και ότι από της εποχής εκείνης οι Λακεδαιμόνιοι δεν εσήκωσαν τα όπλα εναντίον των ουδαμού. Αλλ' οι Ηλείοι επέμεναν λέγοντες ότι εις μάτην ισχυρίζοντο οι Λακεδαιμόνιοι ότι δεν έπραξαν την αδικίαν εκείνην αλλ' εάν ήθελαν να τους αποδώσουν το Λέπρεον, παρητούντο του μέρους το οποίον τους ανήκεν εκ του προστίμου και επλήρωναν αυτοί αντ' εκείνων το μέρος το οποίον ανήκεν εις τον θεόν.
50. Επειδή όμως δεν τους εισήκουαν, επρότειναν εις αυτούς πάλιν να μη αποδώσουν το Λέπρεον, εάν δεν ήθελαν, αλλά να αναβούν επί του βωμού του Ολυμπίου Διός, επειδή έχουν επιθυμίαν να εισέρχωνται εις τον ναόν, και να ορκισθούν ενώπιον των Ελλήνων ότι βραδύτερον θα πληρώσουν το ποσόν εις το οποίον κατεδικάσθησαν. Αλλ' επειδή οι Λακεδαιμόνιοι δεν συγκατετέθησαν ουδέ εις τούτο, απεκλείσθησαν από το ιερόν, από τας θυσίας και από τους αγώνας και έκαμναν τας θυσίας εις τον τόπον των, οι δε άλλοι Ελληνες έλαβαν μέρος εις την εορτήν εκτός των Λεπρεατών. Φοβηθέντες όμως οι Ηλείοι μήπως οι Λακεδαιμόνιοι μεταχειρισθούν την βίαν διά να τελέσουν τας θυσίας εν τω ιερώ, έθεταν εκεί φρουράν εκ νέων ωπλισμένων· ήλθον δε προς αυτούς χίλιοι Αργείοι, χίλιοι Μαντινείς, και ιππείς Αθηναίοι, οίτινες περιέμεναν εις το ’ργος την εορτήν. Μέγας φόβος τότε κατέλαβε τους εν τη εορτή μήπως οι Λακεδαιμόνιοι έλθουν ένοπλοι, προ πάντων αφού ο Λακεδαιμόνιος Λίχας ο Αρκεσιλάου έλαβε πληγάς εν τω αγώνι υπό των ραβδούχων. Οι δύο ίπποι του είχαν νικήση εις τον αγώνα, και επειδή δεν του ήτο επιτετραμμένον να συναγωνισθή, ο κήρυξ ανεκήρυξε νικητήν τον λαόν της Βοιωτίας. Τότε ο Λίχας προελθών εις τον αγώνα, εστεφάνωσε τον ηνίοχον, θέλων να δείξη ότι το άρμα ήτο ιδικόν του. Το συμβάν τούτο ηύξησε τον γενικόν φόβον και επερίμεναν να συμβή κανέν κίνημα· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι έμειναν ήσυχοι και ούτως η εορτή ετελείωσε χωρίς να διαταραχθή. Μετά την εορτήν των Ολυμπίων, οι Αργείοι και οι σύμμαχοι ήλθαν εις την Κόρινθον διά να παρακαλέσουν τους Κορινθίους να ενωθούν μαζί των· εκεί έτυχον και πρέσβεις εκ Λακεδαίμονος. Αφού δε αντηλλάγησαν πολλοί λόγοι, τέλος τίποτε δεν έγινε, διότι επειδή έγινε σεισμός, διελύθησαν και επέστρεψαν εις τα ίδια. Και το θέρος ετελείωσε.
51. Κατά τον ακόλουθον χειμώνα οι εν Τραχίνι Ηρακλεώται επολέμησαν προς τους Αινιάνας, τους Δόλοπας, τους Μαλιείς καί τινας Θεσσαλούς. Τα έθνη εκείνα μετά φθόνου έβλεπαν την γειτονικήν αυτήν πόλιν, διότι η ίδρυσίς της μάλλον τας χώρας των ηπείλει παρά κάθε άλλην. Μόλις ιδρυθείσαν ήρχισαν να την παρενοχλούν και να την βλάπτουν όσον ηδύναντο περισσότερον. Κατ' εκείνην την περίστασιν ενίκησαν εν τη μάχη τους Ηρακλεώτας και εφόνευσαν τον Λακεδαιμόνιον στρατηγόν των Ξενάρην τον υιόν του Κνίδιος· πολλοί δε Ηρακλεώται έπεσαν ομοίως· και ο χειμών ετελείωσε καθώς και το δωδέκατον έτος του πολέμου τούτου.
52. ’μα ήρχισε το ακόλουθον θέρος, οι Βοιωτοί κατέλαβαν την Ηράκλειαν, η οποία υπέστη πολλά δεινά μετά την μάχην ταύτην, και απέπεμψαν ένεκα της κακής διοικήσεώς του τον Λακεδαιμόνιον Ηγησιππίδαν. Κατέλαβαν δε την πόλιν ταύτην φοβηθέντες μήπως κάμουν κατοχήν αυτής οι Αθηναίοι καθ' ον καιρόν οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν περιπλεγμένοι εις τας ταραχάς της Πελοποννήσου. Ουχ ήττον ωργίσθησαν κατ' αυτών οι Λακεδαιμόνιοι. Κατά το αυτό δε θέρος Αλκιβιάδης ο Κλεινίου, στρατηγός των Αθηναίων, συμπραττόντων των Αργείων και των συμμάχων των, εισήλθεν εις την Πελοπόννησον μετ' ολίγων οπλιτών και τοξοτών Αθηναίων, και παραλαβών τινάς εκ των αυτόθεν συμμάχων αποκατέστησε μετ' αυτών την τάξιν εις τας συμμαχικάς πόλεις. Διερχόμενος δε την Πελοπόννησον μετά στρατού, έπεισε τους Πατρείς να κτίσουν τείχη μέχρι της θαλάσσης, και αυτός συνέλαβε το σχέδιον να εγείρη άλλα εις το Τίον το Αχαϊκόν. Οι Κορίνθιοι όμως, οι Σικυώνιοι και εκείνοι οίτινες εβλάπτοντο διά της τειχίσεως ταύτης έτρεξαν και τους εμπόδισαν (τους Πατρείς).
53. Κατά το αυτό θέρος έγινε πόλεμος μεταξύ Επιδαυρίων και Αργείων διά το θύμα το οποίον οι Επιδαύριοι ώφειλαν να φέρουν εις τον Πυθαέα Απόλλωνα διά τα Βουτόμια και το οποίον ημέλησαν να στείλουν (ήσαν δε οι Αργείοι απόλυτοι κύριοι του ιερού). Αλλά και άνευ της προφάσεως ταύτης, ο Αλκιβιάδης και οι Αργείοι ήθελαν να καταλάβουν ει δυνατόν την Επίδαυρον, διά να κρατούν εις ησυχίαν την Κόρινθον και διά να ανοίξουν εις τους Αθηναίους, τους μεταβαίνοντας εκ της Αιγίνης προς βοήθειαν των Αργείων, οδόν βραχυτέραν, και να μη αναγκάζωνται να περιπλέουν το Σκύλλαιον. Παρεσκευάζοντο λοιπόν οι Αργείοι να εισβάλουν εις την Επίδαυρον διά να απαιτήσουν την παράδοσιν του θύματος.
54. Κατά την αυτήν εποχήν οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως αυτών ’γιδος του Αρχιδάμου, επροχώρησαν μέχρι των Λεύκτρων, τελευταίας πόλεως της χώρας των προς το Λύκαιον όρος· ουδείς εγίνωσκε διά ποίον μέρος εξεστράτευαν, ουδέ αύται αι πόλεις αίτινες παρέσχον τους στρατιώτας. Αλλ' επειδή αι θυσίαι των διά την διάβασιν των ορίων δεν απέβησαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια, και παρήγγειλαν εις τους συμμάχους να είναι έτοιμοι μετά τον επόμενον μήνα (τον μήνα Καρνείον, κατά τον οποίον οι Δωριείς ετέλουν εορτήν) δι' άλλην εκστρατείαν. Οι δε Αργείοι, αφού αυτοί ανεχώρησαν, εξελθόντες της χώρας των την τετάρτην ημέραν της τελευταίας δεκάδος του μηνός του προηγουμένου του Καρνείου, μετεχειρίσθησαν όλην εκείνην την ημέραν εις το να οδοιπορούν και καθ' άλας τας υπολειπομένας έξ ημέρας εισέβαλαν εις την χώραν των Επιδαυρίων και ελεηλάτουν αυτήν. Οι Επιδαύριοι προσεκάλεσαν τους συμμάχους· αλλ' οι μεν εξ αυτών επροφασίσθησαν τας πανηγύρεις του μηνός, οι δε προχωρήσαντες μέχρι των ορίων της Επιδαυρίας έμεναν ήσυχοι.
55. Ενώ οι Αργείοι ήσαν εις την Επίδαυρον, συνήλθαν εις την Μαντίνειαν πρεσβείαι από των πόλεων κατά πρόσκλησιν των Αθηναίων. Κατά τας συνδιαλέξεις αυτών ο Κορίνθιος Ευφαμίδας είπεν ότι τα έργα δεν ήσαν σύμφωνα με τους λόγους· διότι ενώ αυτοί συνήλθαν διά να ενασχοληθούν περί της ειρήνης, οι Επιδαύριοι, οι σύμμαχοι των, και οι Αργείοι ήσαν αντιπαραταγμένοι με τα όπλα εις τας χείρας· ότι έπρεπε πρώτον να διαλύσουν τα δύο στρατόπεδα και κατόπιν να ομιλήσουν περί ειρήνης. Επειδή δε έγινε δεκτή η πρότασις αυτή, ανεχώρησαν αμέσως και κατώρθωσαν να απομακρύνουν τους Αργείους από την Επιδαυρίαν. Κατόπιν συνηθροίσθησαν, αλλά δεν συνεφώνησαν τίποτε. Εν τούτοις οι Αργείοι εισέβαλαν πάλιν εις την Επιδαυρίαν και ελεηλάτουν αυτήν. Οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν μέχρι των Καρυών· αλλ' επειδή μηδέ ενταύθα αι θυσίαι υπήρξαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια. Οι δε Αργείοι, λεηλατήσαντες το εν τρίτον περίπου της Επιδαυρίας χώρας, ανεχώρησαν. Χίλιοι οπλίται Αθηναίοι, διοικούμενοι υπό του Αλβιάδου, ήλθαν εις βοήθειαν των· αλλά μαθόντες ότι οι Λακεδαιμόνιοι ανεχώρησαν και ότι δεν ήτο πλέον αναγκαία η παρουσία των εις τους Αργείους, επέστρεψαν εις τα ίδια. Και ούτω διήλθε το θέρος.
56. Κατά τον ακόλουθον χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι διαφυγόντες την προσοχήν των Αθηναίων έπεμψαν διά θαλάσσης εις την Επίδαυρον τριακοσίους φρουρούς υπό την αρχηγίαν του Αγησιππίδου. Ελθόντες δε οι Αργείοι εις τους Αθηναίους παρεπονέθησαν ότι επέτρεψαν να διέλθουν διά θαλάσσης τα στρατεύματα εκείνα, μολονότι ήτο γραμμένον εν ταις σπονδαίς να μη αφήνουν να διέρχωνται εχθροί διά της χώρας των, και επρόσθεσαν ότι οι Αθηναίοι θα έπραττον αδικίαν προς αυτούς εάν δεν έστελλαν εις Πύλον, εναντίον των Λακεδαιμονίων, τους Μεσσηνίους και τους Είλωτας. Οι Αθηναίοι, κατά πρότασιν του Αλκιβιάδου, έγραψαν κάτωθεν της Λακωνικής στήλης ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν έμειναν πιστοί εις τους όρκους των, και μετέφεραν τους Είλωτας εκ Κρανίων εις Πύλον διά να ληστεύουν την χώραν, κατά τα άλλα δε έμειναν ήσυχοι. Κατά τον χειμώνα τούτον, ότε επολέμουν οι Αργείοι και οι Επιδαύριοι, μάχη μεν εκ προετοιμασίας ουδεμία εγένετο, αλλά μόνον ενέδραι και επιδρομαί, εις τας οποίας εφονεύοντο τινές από τα δύο μέρη. Κατά το τέλος δε του χειμώνος και περί τας αρχάς του έαρος οι Αργείοι κλίμακας έχοντες ήλθαν εις την Επίδαυρον διά να καταλάβουν αυτήν εξ εφόδου υποθέτοντες αυτήν ανυπεράσπιστον ένεκα του πολέμου, αλλ' απήλθαν άπρακτοι. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το δέκατον τρίτον έτος του πολέμου.
57. Κατά τα μέσα του ακολούθου θέρους οι Λακεδαιμόνιοι βλέποντες ότι οι Επιδαύριοι σύμμαχοί των εκακοπάθουν και ότι εκ των άλλων λαών της Πελοποννήσου, οι μεν είχαν αποσπασθή από την συμμαχίαν των, οι δε ήσαν δυσηρεστημένοι κατ' αυτών, και νομίσαντες ότι, εάν δεν περιώριζαν το κακόν, όσον το δυνατόν ταχύτερον, θα ηύξανεν, εξεστράτευσαν πανδημεί, αυτοί και οι Είλωτες, κατά του ’ργους υπό την αρχηγίαν του βασιλέως ’γιδος του Αρχιδάμου. Εξεστράτευσαν δε μαζί με αυτούς οι Τεγεάται και όσοι άλλοι Αρκάδες ήσαν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Οι εκ της άλλης Πελοποννήσου σύμμαχοι και οι έξωθεν συνηθροίσθησαν εις τον Φλιούντα. Και οι μεν Βοιωτοί είχαν στείλη πεντακισχιλίους οπλίτας, ισαρίθμους ψιλούς, πεντακοσίους ιππείς και ισαρίθμους πεζούς γυμνασμένους να πολεμούν και επί των ίππων (αμίππους), οι δε Κορίνθιοι δισχιλίους οπλίτας και οι άλλοι αναλόγως των δυνάμεων των. Οι Φλιάσιοι ήλθαν όλοι, καθότι η συγκέντρωσις εγίνετο επί της χώρας των.
58. Οι δε Αργείοι προειδοποιηθέντες περί των ετοιμασιών των Λακεδαιμονίων και ότι επροχώρουν προς τον Φλιούντα θέλοντες να ενωθούν μετά των άλλων συμμάχων, εξεστράτευσαν τότε και αυτοί. Οι Μαντινείς μετά των ιδικών των συμμάχων ήλθαν εις βοήθειάν των καθώς και τρισχίλιοι οπλίται Ηλείοι. Προχωρούντες, συνήντησαν τους Λακεδαιμονίους εν Μεθυδρίω της Αρκαδίας. Τότε οι δύο στρατοί κατέλαβαν ανά ένα λόφον και οι μεν Αργείοι ητοιμάζοντο να ωφεληθούν εκ της απομονώσεως των Λακεδαιμονίων διά να τους καταπολεμήσουν· αλλ' ο ’γις εσήκωσεν εκείθεν τον στρατόν κατά την νύκτα και διαφυγών την προσοχήν των πολεμίων επορεύετο προς τον Φλιούντα διά να ενωθή με τους άλλους συμμάχους. Οι Αργείοι εννοήσαντες τούτο επροχώρησαν μόλις εξημέρωσε πρώτον μεν προς το ’ργος, έπειτα δε προς την οδόν της Νεμέας, όπου υπέθεταν ότι οι Λακεδαιμόνιοι θα καταβούν μετά των συμμάχων των. Αλλ' ο ’γις αντί να ακολουθήση την οδόν αυτήν, ετράπη άλλην τραχυτέραν και κατέβη εις την πεδιάδα του ’ργους επί κεφαλής των Λακεδαιμονίων, των Αρκάδων και των Επιδαυρίων. Οι Κορίνθιοι, οι Πελληνείς και οι Φλιάσιοι επορεύοντο δι' ομαλωτέρας οδού· εις δε τους Βοιωτούς, τους Μεγαρείς και τους Σικυωνίους εδόθη διαταγή να καταβούν διά της οδού της Νεμέας, όπου οι Αργείοι ήσαν εστρατοπεδευμένοι, ίνα, εάν οι Αργείοι επετίθεντο κατά των εν τη πεδιάδι Λακεδαιμονίων, καταδιώξουν αυτούς διά του ιππικού. Και ο μεν ’γις τοιαύτα διατάξας εισέβαλεν εις την πεδιάδα και ελεηλάτησε την Σάμινθον και άλλα χωρία.
59. Οι δε Αργείοι εννοήσαντες ταύτα ανεχώρησαν εκ της Νεμέας ενώ ήτο πλέον ημέρα και συναντήσαντες το στρατόπεδον των Φλιασίων και Κορινθίων, εκ μεν των Φλιασίων ολίγους εφόνευσαν, υπό δε των Κορινθίων ολίγους και αυτοί απώλεσαν. Εν τούτοις οι Βοιωτοί, οι Μεγαρείς και οι Σικυώνιοι, συμφώνως με την διαταγήν πού είχαν λάβη, επροχώρουν προς την Νεμέαν, αλλά δεν εύρον πλέον εκεί τους Αργείους, διότι ούτοι είχαν καταβή, όταν είδαν να λεηλατούνται οι αγροί των, και είχαν παραταχθή εις μάχην. Αντιπαρεσκευάζοντο δε και οι Λακεδαιμόνιοι. Εις το μέσον δε περιεκλείσθησαν οι Αργείοι· διότι εκ μεν της πεδιάδος τούς εμπόδιζαν πάσαν μετά της πόλεως συγκοινωνίαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι μετ' αυτών, άνωθεν ήσαν οι Κορίνθιοι, οι Φλιάσιοι, οι Πελληνείς, και προς την Νεμέαν οι Βοιωτοί, οι Σικυώνιοι και οι Μεγαρείς. Ιππικόν δεν είχαν, διότι μόνοι εκ των Συμμάχων οι Αθηναίοι δεν είχαν φθάση ακόμη. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοι γενικώς επίστευαν ότι η θέσις των δεν ήτο τόσον κακή, ότι η μάχη ήθελεν αποβή υπέρ αυτών και ότι οι Λακεδαιμόνιοι περιεκλείσθησαν εν τω μέσω αυτών και πλησίον της πόλεώς των. Αλλ' ο Θράσυλλος, είς εκ των πέντε στρατηγών, και ο Αλκίφρων, πρόξενος των Λακεδαιμονίων, την στιγμήν πού οι δύο στρατοί έμελλον να συμπλακούν προσελθόντες εις τον ’γιν τον απέτρεψαν από του να πολεμήση, λέγοντες ότι οι Αργείοι ήσαν έτοιμοι να υποβάλουν εις διαιτησίαν τας μετά των Λακεδαιμονίων διαφοράς των και του λοιπού να διάγουν εν ειρήνη αφού κάμουν σπονδάς.
60. Και οι μεν Αργείοι οι ταύτα ειπόντες ενήργουν αυτοβούλως και όχι τη συγκαταθέσει του στρατού· ο δε ’γις παραδεχθείς τους λόγους των, αυτός μόνος, και χωρίς να συμβουλευθή τους περισσοτέρους, αλλ' ανακοινώσας μόνον αυτούς εις ένα εκ των μετ' αυτού συνεκστρατευόντων αρχόντων, έκαμε σπονδάς διά τέσσαρας μήνας, εις το διάστημα των οποίων ώφειλον οι Αργείοι να εκτελέσουν τας υποσχέσεις των. Και ευθύς απήγαγε τον στρατόν, χωρίς να είπη τίποτε εις κανένα εκ των συμμάχων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ηκολούθουν μεν τον ’γιν ως ηγεμόνα των, κατά τον νόμον, αλλά παρεπονούντο εναντίον αυτού πικρώς μεταξύ των λέγοντες ότι, ενώ τοιαύτη καλή ευκαιρία διά να πολεμήσουν τον εχθρόν περικυκλωμένον πανταχόθεν υπό των ιππέων και των πεζών παρουσιάσθη εις αυτούς, έφευγον χωρίς να κάμουν τίποτε άξιον των προπαρασκευών των· διότι τωόντι ο στρατός εκείνος ήτο ο κάλλιστος από όσους συνηθροίσθησαν εις την Ελλάδα μέχρι της εποχής εκείνης· εφάνη δε προ πάντων εις όλην την λαμπρότητά του ότε συνηθροίσθη εις την Νεμέαν, όπου ευρέθησαν οι Λακεδαιμόνιοι πανστρατιά, οι Αρκάδες, οι Βοιωτοί, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Πελληνείς, οι Φλιάσιοι, οι Μεγαρείς, όλοι άνδρες εκλεκτοί από κάθε έθνος και οίτινες εφαίνοντο δυνάμενοι να αντιμετρηθούν όχι μόνον προς την συμμαχίαν του ’ργους αλλά και προς πάσαν άλλην πού ήθελεν ενωθή με αυτήν. Ούτω λοιπόν ο στρατός, δυσηρεστημένος κατά του ’γιδος ανεχώρησε και επέστρεψε καθείς εις τα ίδια· οι δε Αργείοι ήσαν και αυτοί ακόμη περισσότερον δυσηρεστημένοι κατ' εκείνων οίτινες έκαμαν τας σπονδάς άνευ της συγκαταθέσεως του πλήθους, νομίζοντες ότι αφήσαντες τους Λακεδαιμονίους να φύγουν έχασαν την καλυτέραν περίστασιν ήτις ηδύνατό ποτε να παρουσιασθή εις αυτούς· διότι τωόντι ο αγών θα εγίνετο πλησίον της πόλεώς των και ενώ θα εβοήθουν σύμμαχοι πολλοί και γενναίοι. Κατά την επιστροφήν των δε ήρχισαν να λιθοβολούν τον Θράσυλλον εν τω χειμάρρω Χαράδρω, όπου, πριν εισέλθουν εις την πόλιν, δικάζουν τα στρατιωτικά εγκλήματα. Ο Θράσυλλος, καταφυγών εις τον βωμόν, εσώθη· αλλ' η περιουσία αυτού εδημεύθη.
61. Μετά τούτο, ότε ήλθαν προς βοήθειαν χίλιοι Αθηναίοι, οπλίται και τριακόσιοι ιππείς υπό την αρχηγίαν του Λάχητος και του Νικοστράτου, οι Αργείοι, οι οποίοι εδίσταζαν να λύσουν τας μετά των Λακεδαιμονίων σπονδάς, τους προσεκάλεσαν να αναχωρήσουν και δεν τους επαρουσίασαν εις τον δήμον, μετά του οποίου οι Αθηναίοι ήθελαν να συνεννοηθούν, ειμή αφού ηναγκάσθησαν υπό των παρακλήσεων των Μαντινέων και των Ηλείων, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί ακόμη. Οι Αθηναίοι, διά του πρεσβευτού των Αλκιβιάδου, είπαν εις τους Αργείους και εις τους συμμάχους ταύτα, ότι αι σπονδαί δεν έγιναν ορθώς άνευ της συμμετοχής των άλλων πόλεων και ότι τόρα (αφού ήλθαν εγκαίρως) έπρεπε να αρχίσουν τον πόλεμον. Πείσαντες διά των λόγων των τους συμμάχους, ευθύς επροχώρησαν κατά του Αρκαδικού Ορχομενού πάντες πλην των Αργείων, οι οποίοι, μολονότι πεισθέντες, έμειναν κατ' αρχάς οπίσω, αλλ' ύστερον ήλθαν και αυτοί. Στρατοπεδεύσαντες δε έμπροσθεν του Ορχομενού, επολιόρκουν πάντες και έκαμναν εφόδους όχι μόνον διά να κυριεύσουν τον Ορχομενόν, αλλά και διότι ευρίσκοντο όμηροι εκ της Αρκαδίας κατατεθέντες εκεί υπό των Λακεδαιμονίων. Οι δε Ορχομένιοι, διότι το τείχος ήτο αδύνατον και διά το πλήθος των εχθρών φοβηθέντες μήπως εξολοθρευθούν πριν τους βοηθήσουν, εσυνθηκολόγησαν ώστε να είναι σύμμαχοι των πολιορκούντων, να δώσουν ομήρους εις τους Μαντινείς εκ των συμπολιτών των και να παραδώσουν εκείνους τους οποίους κατέθεσαν εκεί οι Λακεδαιμόνιοι.
62. Μετά τούτο οι σύμμαχοι, κατέχοντες ήδη τον Ορχομενόν, διεσκέφθησαν κατά ποίας πόλεως, μεταξύ εκείνων αίτινες έμεναν, έπρεπε να προχωρήσουν κατά πρώτον. Και οι μεν Ηλείοι επρότειναν να προσβάλουν το Λέπρεον, οι δε Μαντινείς την Τεγέαν οι Αργείοι και οι Αθηναίοι προσετέθησαν με την γνώμην των Μαντινέων. Και οι μεν Ηλείοι οργισθέντες διότι δεν εψηφίσθη η προσβολή του Λεπρέου, ανεχώρησαν εις τα ίδια· οι δε άλλοι σύμμαχοι παρεσκευάζοντο εν τη Μαντινεία διά να οδεύσουν κατά της Τεγέας. Τινές μάλιστα Τεγεάται ήθελαν να παραδώσουν εις αυτούς την πόλιν.
63. Οι Λακεδαιμόνιοι οι οποίοι είχαν αναχωρήσει εξ ’ργους μετά την συνομολόγησιν της τετραμήνου ανακωχής, πικρώς παρεπονούντο εναντίον του ’γιδος, διότι δεν καθυπέταξε το ’ργος, αφήσας ούτω να διαφύγη η καλυτέρα περίστασις πού ημπορούσε ποτέ να παρουσιασθή, ως ενόμιζαν αυτοί· διότι δεν ήτο εύκολον να εύρη τις συνηθροισμένους εις έν μέρος τοσούτους και τοιούτους συμμάχους. Επειδή δε διεδόθη η είδησις ότι εκυριεύθη ο Ορχομενός, ηγανάκτησαν πολύ περισσότερον και εν τη οργή των απεφάσισαν ευθύς, εναντίον της συνηθείας των, ότι έπρεπε να κατεδαφίσουν την οικίαν του και να τον καταδικάσουν εις πρόστιμον εκατόν χιλιάδων δραχμών. Εκείνος δε τους ικέτευσε να μη πράξουν τίποτε, βεβαιών ότι εις την πρώτην εκστρατείαν θα εξαγόραζε τας επιπλήξεις ταύτας διά λαμπρού κατορθώματος· εν εναντία περιπτώσει, θα ήσαν κύριοι να πράξουν ό,τι ήθελαν νομίση καλόν. Οι Λακεδαιμόνιοι ανέβαλαν το πρόστιμον και την κατεδάφισιν, αλλ' εξέδωκαν τότε νόμον, ο οποίος ουδέποτε άλλοτε υπήρξεν εις αυτούς· εξέλεξαν συμβούλιον εκ δέκα Σπαρτιατών, χωρίς την συγκατάθεσιν του οποίου να μη δύναται να οδηγή (ο βασιλεύς) στρατόν εκ της πόλεως (2).
64. Εν τω μεταξύ τούτω οι Λακεδαιμόνιοι έμαθαν παρά των εν Τεγέα φίλων των ότι εάν δεν έσπευδαν να μεταβούν εκεί, η πόλις αύτη θα απεσπάτο απ' αυτών και θα ενώνετο μετά των Αργείων και των συμμάχων των, και ότι ήτο ήδη εις την ακμήν να αποστατήση. Αμέσως λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Είλωτες έδραμον πανδημεί μετά ταχύτητος απαραδειγματίστου μέχρι τότε, και επροχώρησαν προς το Ορέσθειον της Μαιναλίας· και τους μεν Αρκάδας οι οποίοι ήσαν σύμμαχοι των επροσκάλεσαν να τους ακολουθήσουν εις Τεγέαν, αυτοί δε φθάσαντες όλοι εις το Ορέσθειον, απέπεμψαν εις τα ίδια το έκτον μέρος του στρατού των, ήτοι τους πρεσβυτέρους και τους νεωτέρους, διά να φρουρή τον τόπον, και με τον επίλοιπον στρατόν έφθασαν εις την Τεγέαν. Μετ' ολίγον έφθασαν και οι Αρκάδες σύμμαχοι. Έστειλαν μήνυμα επίσης εις την Κόρινθον, εις τους Βοιωτούς, εις τους Φωκείς και εις τους Λοκρούς προσκαλούντες να σπεύσουν, βιαστικά εις την Μαντίνειαν. Αλλ' ούτοι έλαβαν την διαταγήν ταύτην πολύ εξ απροόπτου, και δεν τοις ήτο εύκολον να διέλθουν από την εχθρικήν χώραν χωρίς να βαδίσουν όλοι ομού και χωρίς να περιμείνουν ο ένας τον άλλον διότι ευρισκομένη εν τω μέσω η χώρα των εχθρών απέκλειεν αυτούς· εν τούτοις έσπευσαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, λαβόντες τους παρόντας Αρκάδας συμμάχους, εισέβαλαν εις την Μαντινικήν, και στρατοπεδεύσαντες πλησίον του ναού του Ηρακλέους ελεηλάτουν την χώραν.
65. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοι άμα είδαν αυτούς, κατέλαβαν θέσιν τινά οχυράν και δύσβατον, και παρετάχθησαν εις μάχην. Αμέσως οι Λακεδαιμόνιοι επροχώρησαν κατ' αυτών. Είχαν δε προσεγγίση εις απόστασιν βολής λίθου ή ακοντίου, ότε γέρων τις, ιδών αυτούς διευθυνομένους εναντίον της οχυράς θέσεως, εβόησε προς τον ’γιν ότι διανοείται να θεραπεύση το έν κακόν δι' άλλου κακού, δηλών τοιουτοτρόπως ότι ο ’γις, διά της παρούσης ακαίρου προθυμίας, ήθελε να εξαλείψη την εναντίον του μομφήν διά την εξ ’ργους υποχώρησιν, Ο δε ’γις είτε διά την κραυγήν του γέροντος, είτε διότι μετέβαλε γνώμην αιφνιδίως, απήγαγε βιαστικά τον στρατόν πριν αρχίση η μάχη. Και φθάσας εις την Τεγεάτιδα μετωχέτευσε προς την Μαντινικήν το ύδωρ περί του οποίου, ως προξενούντος παλλάς βλάβας όπου και αν επιπίπτη, πολεμούν οι Μαντινείς και οι Τεγεάται. Ήλπιζεν ότι εις την είδησιν ταύτην οι Αργείοι και οι σύμμαχοί των, οι οποίοι ήσαν επί του λόφου, ήθελαν καταβή εκ της θέσεώς των διά να εμποδίσουν την εκτροπήν του ύδατος και ούτως η μάχη ήθελε γίνη εις την πεδιάδα. Και ο μεν ’γις μείνας αυτού όλην την ημέραν εξέτρεπε το ύδωρ, οι δε Αργείοι και σύμμαχοι, εκπλαγέντες κατ' αρχάς διά την αιφνιδίαν αναχώρησιν των Λακεδαιμονίων, δεν ήξευραν τι να υποθέσουν· έπειτα όμως, όταν εκείνοι αναχωρήσαντες έγιναν άφαντοι χωρίς ούτοι να καταδιώξουν αυτούς, ήρχισαν πάλιν να μέμφωνται τους στρατηγούς των λέγοντες ότι και κατά την παρελθούσαν ευκαιρίαν αφήκαν να διαφύγουν οι περικυκλωμένοι πλησίον του ’ργους Λακεδαιμόνιοι, και κατά την παρούσαν, ενώ έφευγαν, ουδείς καταδιώκει αυτούς, αλλ' εν ησυχία εκείνοι μεν σώζονται, οι δε Αργείοι προδίδονται. Και κατ' αρχάς μεν οι στρατηγοί εφοβήθησαν, ύστερον δε κατεβίβασαν τον στρατόν από του λόφου και προχωρήσαντες εις την πεδιάδα εστρατοπέδευσαν διά να προσβάλουν τους εχθρούς.
66. Την επομένην ημέραν οι Αργείοι και οι σύμμαχοι παρετάχθησαν εις τρόπον ώστε να πολεμήσουν εάν συνήντων τον εχθρόν· οι δε Λακεδαιμόνιοι ενώ επανήρχοντο από τας όχθας του ύδατος προς το πλησίον του ναού του Ηρακλέους στρατόπεδόν των, είδαν αίφνης όλους τους εναντίους παραταγμένους ήδη, και από του λόφου προελθόντας. Κατ' εκείνην την στιγμήν οι Λακεδαιμόνιοι κατελήφθησαν υπό πανικού φόβου, οίον ουδέποτε άλλοτε ησθάνθησαν· μόλις ολίγας στιγμάς είχαν όπως προετοιμασθούν διά την μάχην, και κατέλαβαν αμέσως τας θέσεις των ενώ ο βασιλεύς ’γις έδιδεν όλας τας διαταγάς ως ορίζει ο νόμος. Διότι όταν ο βασιλεύς οδηγή τον στρατόν, όλοι γενικώς υπακούουν εις αυτόν· αυτός διατάττει τα δέοντα εις τους πολεμάρχους, ούτοι εις τους λοχαγούς, ούτοι εις τους πεντηκοντήρας, ούτοι εις τους ενωμοτάρχας και οι τελευταίοι ούτοι εις την ενωμοτίαν. Όλαι αι διαταγαί, καθ' όσον παρίσταται αυτών ανάγκη, διά των αρχηγών τούτων διαβιβάζονται και φθάνουν ταχέως· διότι, εκτός ολιγίστων εξαιρέσεων, ο στρατός των Λακεδαιμονίων σύγκειται από αρχηγούς αρχηγών, εις τρόπον ώστε η ευθύνη των πραττομένων διαμοιράζεται εις πολλούς.
67. Κατ' εκείνην την ημέραν το αριστερόν κέρας των Λακεδαιμονίων κατείχον οι Σκιρίται, οι οποίοι πάντοτε κατέχουν την τάξιν ταύτην και μόνοι μεταξύ των Λακεδαιμονίων σχηματίζουν ιδιαίτερον σώμα· πλησίον αυτών ήσαν οι μετά του Βρασίδου εκστρατεύοντες εις την Θράκην και μετ' αυτών υπήρχον νεωστί απελευθερωθέντες δούλοι· έπειτα αμέσως ήρχοντο οι Λακεδαιμόνιοι τακτοποιημένοι κατά λόχους, και πλησίον αυτών οι Αρκάδες Ηραιείς, μετά δε τούτους οι Μαινάλιοι· εις το δεξιόν κέρας ήσαν οι Τεγεάται και ολίγοι εκ των Λακεδαιμονίων εις το έσχατον μέρος, το δε ιππικόν ήτο διανεμημένον και εις τα δύο κέρατα. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ούτω παρετάχθησαν· εις δε το εχθρικόν στρατόπεδον, το μεν δεξιόν κέρας κατείχον οι Μαντινείς, καθότι η μάχη εδίδετο επί του εδάφους των, πλησίον δε αυτών ήσαν οι σύμμαχοι Αρκάδες, έπειτα οι χίλιοι λογάδες των Αργείων, εις τους οποίους η πόλις των παρείχε προ πολλού δι' εξόδων της τα μέσα να ασκώνται εις την πολεμικήν τέχνην, κατόπιν αυτών ήρχοντο οι άλλοι Αργείοι, και μετ' αυτούς οι σύμμαχοι των Κλεωναίοι και Ορνεάται, τελευταίοι δε ήρχοντο οι Αθηναίοι κατέχοντες το αριστερόν κέρας και έχοντες τους ιδικούς των ιππείς.
68. Η τάξις και αι προετοιμασίαι από τα δύο μέρη τοιαύται ήσαν. Αλλ' ο στρατός των Λακεδαιμονίων εφάνη ανώτερος τον αριθμόν. Εν τούτοις δεν δύναμαι να είπω ακριβώς τας δυνάμεις εκατέρου ή και των δύο ομού, διότι ο μεν στρατός των Λακεδαιμονίων, διά την μυστικότητα, την οποίαν έχει ο πολιτικός οργανισμός των, ήτο άγνωστος, ο δε των εναντίων, ένεκα της αλαζονείας των ανθρώπων εις το να μεγαλοποιούν τους ιδικούς των αριθμούς, καθίστατο απίστευτος. Δυνάμεθα εν τούτοις εκ του εξής υπολογισμού να εύρωμεν κατά προσέγγισιν την αριθμητικήν δύναμιν του σπαρτιατικού στρατού. Επτά λόχοι εμάχοντο κατ' εκείνην την ημέραν άνευ των Σκιριτών οι οποίοι ήσαν εξακόσιοι· έκαστος λόχος είχε τεσσάρας πεντηκοστύας, και εκάστη πεντηκοστύς τεσσάρας ενωμοτίας. Και εις μεν τον πρώτον ζυγόν εκάστης ενωμοτίας εμάχοντο τέσσαρες άνδρες, δεν είχαν δε όλοι το αυτό βάθος, αλλ' όπως ήθελεν έκαστος λοχαγός. Εν γένει παρετάχθησαν επί οκτώ ζυγών κατά βάθος, όλη δε η πρώτη τάξις, πλην των Σκιριτών, απετελείτο εκ τετρακοσίων τεσσαράκοντα οκτώ ανδρών.
69. Ολίγον προ της συμπλοκής οι στρατηγοί των δύο στρατοπέδων απέτειναν προς τους οικείους στρατιώτας τας εξής προτροπάς, προς μεν τους Μαντινείς παρέστησαν ότι η μάχη θα είναι όχι μόνον υπέρ πατρίδος, αλλά συγχρόνως και υπέρ της ηγεμονίας ή της δουλείας, να μη χάσουν την μεν αφού την εγνώρισαν και να μη περιπέσουν πάλιν εις την άλλην· προς δε τους Αργείους ότι ο αγών θα είναι υπέρ της αρχαίας αυτών ηγεμονίας, και διά να εκδικηθούν συγχρόνως απείρους ύβρεις εναντίον ανθρώπων εχθρών και γειτόνων· προς δε τους Αθηναίους ότι ήτο καλόν, ενώ μάχονται μετά πολλών και γενναίων συμμάχων, να μη υποχωρήσουν εις κανένα και ότι, νικώντες τους Λακεδαιμονίους εις την Πελοπόννησον, ήθελαν καταστήση την ηγεμονίαν των βεβαιοτέραν και μεγαλυτέραν, εις δε το μέλλον ουδείς θα ηδύνατο να εισβάλη εις την χώραν των. Τοιαύται ήσαν αι παραινέσεις αίτινες εδόθησαν εις τους Αργείους και εις τους συμμάχους· οι δε Λακεδαιμόνιοι, έκαστος ιδιαιτέρως και μετά των εμβατηρίων μελών, παρωτρύνοντο να ενθυμηθούν την αγωγήν την οποίαν είχαν λάβη. Εγνώριζαν ότι μακρά πρακτική άσκησις είναι καλύτερα εγγύησις της νίκης ή στιγμιαίαι προτροπαί ευγλώττως ειπωμέναι.
70. Έπειτα οι δύο στρατοί εκινήθησαν· και οι μεν Αργείοι και οι σύμμαχοι εχώρουν ταχέως και ζωηρώς, οι δε Λακεδαιμόνιοι αργά και εις τον ήχον πολλών αυλητών ομού συνηγμένων· τούτο δε δεν είναι έθιμον ιερόν, αλλά τρόπος διά να κανονίζωνται τα βήματα των προς τον ρυθμόν της μουσικής και διά να μη διασπάται η τάξις των, ως συμβαίνει συνήθως εις τους μεγάλους στρατούς εις την στιγμήν της προσβολής.
71. Ενώ οι δύο στρατοί επλησίαζαν αλλήλους, ο βασιλεύς ’γις επενόησε το εξής. Εις όλα τα στρατόπεδα συμβαίνει εν γένει κατά την ώραν της συμπλοκής να εκτείνουν περισσότερον το δεξιόν κέρας, εις τρόπον ώστε εκατέρου η δεξιά πτέρυξ να είναι ανωτέρα της του εναντίου αριστεράς. Τούτο προέρχεται διότι ο καθείς, υπό φόβου, προσπαθεί να προφυλάττη τα άοπλα μέρη του σώματος του όπισθεν της ασπίδος του προς τα δεξιά γείτονός του, και διότι νομίζουν ότι όσον μάλλον πυκνωμένοι είναι, τόσον μάλλον ασφαλείς· και είναι μεν η πρώτη αιτία της κλίσεως ταύτης ο δεξιός οδηγός, ο οποίος σπεύδει πάντοτε να προφυλάττη το δεξιόν μέρος του σώματός του από τας προσβολάς του εχθρού, τον μιμούνται δε και οι άλλοι στρατιώται διά τον αυτόν φόβον. Κατ' εκείνην την ημέραν το κέρας των Μαντινέων ήτο πολύ υπέρτερον του κέρατος των Σκιριτών, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάται, ένεκα της αριθμητικής υπεροχής των, ήσαν πολύ μάλλον υπέρτεροι του κέρατος των Αθηναίων. Φοβηθείς δε ο ’γις μήπως περικυκλωθή το αριστερόν κέρας και νομίσας ότι οι Μαντινείς εξετείνοντο πολύ, διέταξε τους Σκιρίτας και τους μετά του Βρασίδου συνεκστρατεύοντας να εξαπλώσουν μέρος των στρατευμάτων των και να εξισώσουν το κέρας των προς το των Μαντινέων· εις το κενόν δε το οποίον έμελλε να μείνη εις το μέσον διέταξε να προχωρήσουν και να παραταχθούν οι πολέμαρχοι Ιππονοΐδας και Αριστοκλής μετά δυο λόχων. Εσκέπτετο ότι τοιουτοτρόπως και το δεξιόν κέρας δεν θα εξησθενίζετο πολύ και το προς τους Μαντινείς αντιταγμένον ήθελε καταστή ασφαλέστερον.
72. Συνέβη όμως ότι δοθείσης της διαταγής απροόπτως καθ' ην στιγμήν επρόκειτο να γίνη η προσβολή, ο Ιππονοΐδας και ο Αριστοκλής δεν ηθέλησαν να προχωρήσουν· ένεκα δε της αιτίας ταύτης εξωρίσθησαν κατόπιν από την Σπάρτην ως ένοχοι ανανδρίας. Τοιουτοτρόπως οι εχθροί επρόφθασαν να επιτεθούν και όταν ο ’γις, βλέπων ότι οι δύο λόχοι δεν ήρχοντο προς τους Σκιρίτας ανεκάλεσε τους τελευταίους τούτους εις τας τάξεις των, δεν ηδυνήθησαν ούτοι να τας επανακτήσουν ούτε και να συμπληρώσουν το κενόν. Αλλ' εάν, εις την περίστασιν εκείνην, οι Λακεδαιμόνιοι εφάνησαν κατά πάντα υποδεέστεροι εν εμπειρία, δεν εδείχθησαν όμως εν ανδρεία ολιγώτερον ή άλλοτε ανώτεροι. Καθ' ην στιγμήν συνεπλάκησαν με τους εναντίους, το μεν δεξιόν κέρας των Μαντινέων έτρεψεν εις φυγήν τους Σκιρίτας και τους Βρασιδείους· και επιπεσόντες οι Μαντινείς και οι σύμμαχοι αυτών και οι χίλιοι λογάδες των Αργείων εις το κενόν και μη συγκλεισθέν διάστημα, κατέκοψαν τους Λακεδαιμονίους και περικυκλώσαντες τους έτρεψαν εις φυγήν, τους εδίωξαν μέχρι των αμαξών και εφόνευσάν τινας εκ των φυλασσόντων τας αποσκευάς γερόντων· και εις τούτο το μέρος ενικήθησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Ο επίλοιπος δε στρατός, και προ πάντων το κέντρον, όπου ευρίσκετο ο βασιλεύς ’γις και περί αυτόν οι ιππείς οι καλούμενοι τριακόσιοι, επιπεσών κατά των Αργείων γερόντων, των καλουμένων πεντελόχων, κατά των Κλεωναίων, κατά των Ορνεατών και κατά των πλησίον αυτών τεταγμένων Αθηναίων, έτρεψαν αυτούς εις φυγήν. Εκ τούτων πολλοί δεν υπέμειναν την επίθεσιν των Λακεδαιμονίων, αλλ' υπεχώρησαν αμέσως, καί τινες μάλιστα κατεπατήθησαν, μη δυνηθέντες να φύγουν εγκαίρως.
73. Ότε υπεχώρησε το μέρος τούτο του στρατού των Αργείων και των συμμάχων, αι δύο αυτών πτέρυγες διεσπάσθησαν ομοίως, και συγχρόνως η δεξιά των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών ανεπτύχθη και κατέστησε δύσκολον την θέσιν των Αθηναίων, οι οποίοι ευρέθησαν εις κίνδυνον από τα δύο μέρη, ένθεν μεν περικυκλωμένοι, ένθεν δε ηττημένοι· ήθελαν δε πάθη πλειότερον του λοιπού στρατού εάν δεν εβοήθουν αυτούς οι ιππείς οι οποίοι τους συνώδευαν. Αλλ' ευτυχώς ο ’γις, μαθών την καταστροφήν του αριστερού κέρατος του παραταγμένου κατά των Μαντινέων και των χιλίων Αργείων, διέταξε τον στρατόν να χωρήση προς το ηττηθέν μέρος. Και ότε τούτο έγινεν, οι μεν Αθηναίοι, άμα ο στρατός των Λακεδαιμονίων επροχώρησε και εμακρύνθη, εσώθησαν ησύχως και μετ' αυτών οι ηττηθέντες Αργείοι. Οι δε Μαντινείς, οι σύμμαχοί των και οι λογάδες των Αργείων δεν εσκέφθησαν πλέον να αντισταθούν κατά των εναντίων, αλλ' ιδόντες την ήτταν των ιδικών των και την επίθεσιν των Λακεδαιμονίων, ετράπησαν εις φυγήν. Και εκ μεν των Μαντινέων έπεσαν πολλοί, εκ δε των Αργείων λογάδων εσώθησαν οι περισσότεροι. Η φυγή και η υποχώρησις μήτε εσπευσμέναι εγένοντο μήτε με ακεραίαν παράταξιν· διότι οι Λακεδαιμόνιοι, μέχρις ου αναγκάσουν τον εχθρόν να ενδώση, μάχονται επί πολύ και σταθερώς, αφού όμως τρέψουν αυτόν εις φυγήν δεν τον καταδιώκουν μήτε επί πολύ μήτε μακράν.